Ἄρθρα σημειωμένα ὡς θεραπεία

ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ –5 («Ἤθελαν νὰ σκοτώσουν τὸν Χριστό, ἐπειδὴ ὁ Κύριος ἦταν ὁ μοναδικὸς ἄνθρωπος ποὺ ἔδωσε μεγαλύτερη σημασία στὴν ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου, ἀπὸ τὴν τυπολατρία τῶν Ἰουδαίων».)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ»
(Ἰωάν. ε´ 1-16)


[Ε´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ἀναστάσεως ἡμέρα»
–Ὁμιλίες Γ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Πάσχα ὣς τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2011, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 83-106

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-1/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-2/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/25/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-3/


Δ´ Μέρος: 
https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/25/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-4/

Θαῦμα τοῦ Παραλυτ.               «Μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἴνα μὴ χεῖρον σοὶ τί γένηται» (Ἰωάν. ε´ 14). Ὁ Κύριος θεράπευσε τὸ σῶμα καὶ τώρα ἀναβιβάζει τὸ γεγονὸς αὐτὸ σὲ ἀνώτερη σφαίρα, στὴν πνευματική του διάσταση. Κάνει τὸν θεραπευμένο νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ πηγὴ κι ἡ αἰτία τῆς φοβερῆς του ἀρρώστιας ἦταν ἡ ἁμαρτία. Καὶ τὸν προειδοποιεῖ νὰ πάψει ν’ ἁμαρτάνει, «ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται».
.               Δὲν εἶναι γνωστὸ σὲ τί εἶδος ἁμαρτίας εἶχε πέσει ὁ ἄνθρωπος αὐτός, μὰ οὔτε καὶ μᾶς βοηθάει ἡ γνώση αὐτή. Ξέρουμε πὼς ὁ Θεὸς ἀποστρέφεται κάθε ἁμαρτία, πὼς ἡ ἁμαρτία μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ κοντά Του. Γνωρίζουμε πς κάθε μαρτία, γι τν ποία δν χουμε μετανοήσει, ργ γρήγορα θ προκαλέσει πόνο, θ φέρει βάσανα. Μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. Τώρα ὁ Θεός σοῦ ἔδειξε τὸ ἔλεός Του, ἡ ἁμαρτία σου συχωρέθηκε. Μὴν ἐξακολουθεῖς νὰ πειράζεις τὸν Θεὸ ὅμως, μὴ τὸν προκαλεῖς. Γιατί τότε, ἀντὶ γιὰ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ἴσως συναντήσεις τὴ δικαιοκρισία Του. Ἂν κατόρθωσες νὰ δικαιωθεῖς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν προηγούμενη ἁμαρτία σου, μὲ μία ἀνεπαρκῆ γνώση γιὰ τὴν δύναμή Του, μετὰ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἔγινε δὲν θὰ μπορέσεις νὰ βρεῖς δικαιολογία.
.               Αὐτὴ εἶναι μία θαυμάσια ἀλλὰ καὶ φοβερὴ προειδοποίηση πρὸς ὅλους μας, πὼς ἂν γιὰ μία φορὰ νιώσαμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ πάνω μας, δὲν πρέπει νὰ ξαναμαρτήσουμε, μήπως μᾶς βρεῖ κάτι χειρότερο ἀπ’ αὐτὸ ποὺ μᾶς λύτρωσε ὁ Θεός.
.               «Ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ» (Ἰωάν. ε´ 15). Εἶδε ὅτι ὠφελήθηκε ὁ ἄνθρωπος κι εἶπε στοὺς Ἰουδαίους πὼς τὸν ἔκανε καλὰ ὁ Ἰησοῦς. Τὸ ἔκανε αὐτὸ μὲ καλὴ πίστη, μὲ καλὲς προθέσεις. Τὸν ρωτήσανε γιὰ τὸν Ἰησοῦ κι αὐτὸς νόμισε πὼς ἦταν καλὸ νὰ τὸ πεῖ. Κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ ἔνιωσε πὼς τὸ ὄφειλε αὐτὸ στὸν εὐεργέτη του, ἔπρεπε νὰ γνωρίσει τὸ ὄνομά του στοὺς ἄλλους, νὰ τὸ μάθουν ὅλοι, καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι ποὺ τὸν ρώτησαν. Βρισκόταν ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι του τριάντα ὀκτὼ χρόνια. Τὸ μόνο, ποὺ σκεφτόταν ὅλ’ αὐτὰ τὰ χρόνια ὁ φτωχὸς ἄνθρωπος, ἦταν οἱ πόνοι του. Οὔτε νὰ φανταστεῖ δὲν μποροῦσε πόσο πονηρὲς ἦταν οἱ καρδιὲς ἐκείνων ποὺ ρωτοῦσαν γιὰ τὸν Ἰησοῦ. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ὑποψιαστεῖ πὼς ἐκεῖνοι δὲν ρωτοῦσαν γιὰ νὰ δοξάσουν τὸν Ἰησοῦ σὰν θαυματουργό, μὰ γιὰ νὰ τὸν θανατώσουν, ἐπειδὴ δὲν τήρησε τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου;
.               Πρέπει νὰ προσέξουμε ἰδιαίτερα τὸ σημεῖο αὐτό. Πηγαίνει καὶ λέει στοὺς Ἰουδαίους πὼς ὁ Ἰησοῦς ἦταν ποὺ τὸν θεράπευσε. Κατέχεται ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν σκέψη τῆς θεραπείας καὶ τοῦ θεραπευτῆ του. Οἱ Ἰουδαῖοι, ἀντίθετα, κατέχονταν ἀπὸ τὴν σκέψη τοῦ σαββατισμοῦ, τῆς μὴ τήρησης τοῦ Σαββάτου. Σ’ αὐτὲς τὶς περίεργες στιγμές, ἐκεῖνος ἴσως δὲν καταλάβαινε τὴν διαφορὰ τοῦ τρόπου ποὺ σκέφτονταν γιὰ τὸν Ἰησοῦ, ἀπὸ τὴ μιὰ αὐτὸς κι ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ Ἰουδαῖοι. Συνεπαρμένος ἀπὸ τὸ θαῦμα τοὺς μεταδίδει τὴν δική του ἐκδοχή, τὶς μεγάλες καὶ εὐχαριστήριες σκέψεις γιὰ τὴν ἐπίσκεψη ποὺ δέχτηκε ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ τὸ καλὸ ποὺ τοῦ ἔκανε ὁ Θεός. Δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρατηρήσει τὴν στενομυαλιὰ καὶ τὶς πονηρὲς διαθέσεις τους, ποὺ κρύβονταν ὅπως τὰ φίδια κάτω ἀπὸ τὰ φυλλώματα. Ἡ σκέψη κι ἡ διάθεσή του ἦταν νὰ δοξολογήσει τὸν Κύριο Ἰησοῦ, τὸν εὐεργέτη του. Ἡ σκέψη κι ἡ διάθεση τῶν Ἰουδαίων ἦταν νὰ τὸν θανατώσουν. «Οἱ Ἰουδαῖοι ἐζήτουν αὐτὸν ἀποκτεῖναι», γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς (Ἰωάν. ε´ 16). Γιατί θελαν ν τν σκοτώσουν; Μήπως πειδ ταν μοναδικς νθρωπος πο πρόσεξε τὸν δυστυχ παράλυτο τ τριάντα κτ ατ χρόνια; Μάλιστα, γι’ ατό. λλ κα γι ναν λλο λόγο. πειδ Κύριος ταν μοναδικς νθρωπος πο δωσε μεγαλύτερη σημασία στὴν ζω νς νθρώπου, π τν τυπολατρία το σαββατισμο τν ουδαίων.
.               Ὁ Κύριος πέρασε ἀπαρατήρητος ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς παγίδες καὶ τὶς ἐνέδρες τῆς κακίας τῶν Ἰουδαίων, σκορπίζοντας μὲ λόγο καὶ ἔργα τὸ εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ὣς τὴν στιγμὴ ποὺ ἀποφάσισε πὼς ἦρθε ἡ ὥρα νὰ παραδοθεῖ στὰ χέρια τῶν Ἰουδαίων. Γιὰ νὰ δείξει τὴν μεγαλωσύνη Του μὲ τὴν ταπείνωσή Του, νὰ νικήσει τὸν θάνατο μὲ τὸν θάνατό Του. Αὐτῷ ἡ τιμὴ καὶ ἡ δόξα, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, τῇ ὁμοουσίῳ καὶ ἀδιαιρέτῳ Τριάδι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοῦς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: alopsis.gr

, , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ –4 («Ἡ ἱερατικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ζῶντος Θεοῦ ἔγινε μιὰ ἀστυνομικὴ ἐγρήγορση καὶ παρακολούθηση τῆς τάξεως τῆς θεᾶς ποὺ ὀνομάζεται “Σάββατο”».)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ»
(Ἰωάν. ε´ 1-16)


[Δ´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ἀναστάσεως ἡμέρα»
–Ὁμιλίες Γ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Πάσχα ὣς τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2011, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 83-106

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-1/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-2/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/25/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-3/

.              Ἴσως ρωτήσει κάποιος: Γιατί ὁ Κύριος δὲν ἔκανε στὸν ἄρρωστο ἄνθρωπο τὴν συνηθισμένη ἐρώτηση: Πιστεύεις; Γιατί δὲν ἐρεύνησε νὰ δεῖ ἂν ὑπῆρχε πίστη μέσα του, ὅπως ἔκανε μὲ πολλοὺς ἄλλους; Μ πίστη το νθρώπου ατο δν ταν λοφάνερη; Τριάντα κτ χρόνια κειτόταν πομονετικ σ’ να συγκεκριμένο τόπο, μ τν λπίδα πς θ λάβει βοήθεια π τν ορανό. Δὲν πιστεύει μόνο στὴν θαυματουργικὴ ἐνέργεια τοῦ ἀγγέλου τοῦ Θεοῦ. Κατὰ κάποιο τρόπο πιστεύει καὶ στὸν Κύριο Ἰησοῦ, μ’ ὅλο ποὺ δὲν τὸν ἀποκαλεῖ Κύριο. Δὲν εἶπε, «Ναί, Κύριε, θέλω νὰ γίνω καλά, μὰ ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Θὰ πρέπει μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ νὰ θυμηθοῦμε πὼς ὁ Κύριος θεράπευσε πολλοὺς δαιμονισμένους καὶ κωφαλάλους, χωρὶς νὰ τοὺς ρωτήσει γιὰ τὴν πίστη τους. Τοὺς θεράπευσε ἁπλὰ ἀπὸ ἀγάπη. Ἔτσι καὶ στὴν Βηθεσδὰ τότε ὁ Κύριος ἐνήργησε ἀπὸ τὴ μιὰ ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο ποὺ ὑπέφερε γιὰ τόσο μακρὺ διάστημα, σ’ ἕνα περιβάλλον ἐλεεινό. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τώρα, ἔδρασε ἔτσι καὶ μ’ ἕνα σκοπό· γι ν καταδείξει τν λλειψη γάπης χι μόνο τν κατοίκων τς ερουσαλήμ, λλ λων τν νθρώπων τς ποχς, πο βλεπαν τν συνάνθρωπό τους ν ποφέρει κα δν κουνάγανε τ δαχτυλάκι τους γι ν βοηθήσουν. Καὶ τέλος, ὁ Κύριος σκόπιμα θεράπευσε τὸν παραλυτικὸ ἡμέρα Σάββατο, ἂν καὶ θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει αὐτὸ καὶ Παρασκευή, ἂν ἤθελε. Τ κανε ατ γι ν καταγγείλει τν εδωλολατρικ προσκύνηση τν ουδαίων στν μέρα το Σαββάτου. Ν δείξει πς νθρωπος ξίζει περισσότερο π τ Σάββατο, πς γάπη ξίζει περισσότερο π ποιοδήποτε εδος νομικς τυπολατρείας. Ἡ πράξη αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ ἔχει τὴ μοναδικὴ σφραγίδα τοῦ τρόπου ποὺ ἐνεργεῖ ὁ Θεός: νὰ στοχεύσει σὲ πολλοὺς στόχους ταυτόχρονα.
.              «Ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον» (Ἰωάν. ε´ 9-10). Τί στρεψόδικες ψυχς ἔχουμε ἐδῶ! Πόσο κλεισμένες καρδιές! Ἀντὶ νὰ χαροῦν ποὺ ἕνα σερνάμενο σκουλήκι στάθηκε ὄρθιο καὶ ξανά ’γινε ἄνθρωπος, ἀντὶ νὰ τὸν συγχαροῦν ποὺ ἀποκαταστάθηκε ἡ ὑγεία του, ἀντὶ νὰ ξεσηκώσουν τὴν πόλη ὁλόκληρη, νὰ τοὺς καλέσουν ὅλους γιὰ νὰ δοξάσουν τὸν ζωντανὸ καὶ στοργικὸ Θεό, ἀντὶ γιὰ ὅλ’ αὐτὰ ἐξοργίστηκαν μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἐπειδὴ κουβαλοῦσε στοὺς ὤμους του τὸ κρεβάτι του καὶ ξαναγύριζε ὑγιὴς στὸ σπίτι του. Ἂν μπροστὰ στὰ μάτια τους εἶχε ἀναστηθεῖ κάποιος νεκρὸς ἄνθρωπος ἡμέρα Σάββατο, δὲν θὰ εἶχαν θαυμάσει γιὰ τὴν ἀνάστασή του ἀλλὰ θὰ τὸν ρωτοῦσαν: «Γιατί εἶσαι σκονισμένος καὶ λερωμένος σήμερα, που εἶναι Σάββατο;»
.              «Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;» (Ἰωάν. ζ´ 11,12). Ἐδῶ ἔχουμε μία ἀκόμα ἀπόδειξη τῆς τυφλότητας τῶν Ἰουδαίων, τῆς τυπολατρικῆς καὶ μαγικῆς ἀντίληψης ποὺ εἶχαν γιὰ τὸ Σάββατο. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ θεραπεύτηκε μιλάει πρώτη φορὰ γιὰ τὴν θεραπεία του, τὴν ὁμολογεῖ ὡς τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα, καὶ δεύτερο γιὰ τὸ κρεβάτι ποὺ κουβαλάει στοὺς ὤμους του. Οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἐνδιαφέρονται καθόλου γιὰ τὴν θεραπεία του, γιὰ τὴν ἴδια τὴν ζωή του, ποὺ ἄλλαξε. Ἀφοῦ ἄκουσαν τὴν ἀπάντησή του, θὰ ἦταν φυσικὸ νὰ τὸν ρωτήσουν μετά: «Ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ σὲ θεράπευσε;». Μὰ ὄχι. κενο πο ρωτον εναι τ λλο, τ δευτερεον κα συμπτωματικό: Τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;
.              Πόσο διεφθαρμένος κατάντησε ὁ περιούσιος λαός! Δεῖτε τί καρποὶ βλάστησαν στὴ γῆ ποὺ ἐξέθρεψε τὸν Μωυσῆ, τὸν Ἠσαΐα, τὸν Δαβίδ! λλοτε γνωστ ελάβεια τν σραηλιτν ξελίχθηκε σ μία σαββατολατρία. ερατικ πηρεσία το Ζντος Θεο γινε μιὰ στυνομικ γρήγορση κα παρακολούθηση τς τάξεως τς θες πο νομάζεται «Σάββατο»!
.              «Ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ἤδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ» (Ἰωάν. ε´ 13). Ὁ θεραπευμένος ἄνθρωπος εἶχε κοιτάξει ἀπὸ τὸ κρεβάτι του τὰ μάτια τοῦ Κυρίου. Εἶχε νιώσει τὴν ζωοποιὸ ἀνάσα Του, εἶχε γνωρίσει τὴν θαυματουργική Του δύναμη. Παρ’ ὂλ’ αὐτὰ ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς δώσει τὸ ὄνομα τοῦ θεραπευτῆ του ἢ νὰ τοὺς πεῖ ἀπὸ ποῦ ἐρχόταν. Ὁ Κύριος μὲ τὸ ποὺ πραγματοποίησε τὴν θεραπεία χάθηκε μέσα στὸ πλῆθος κι ἄφησε τὰ πράγματα νὰ ἐξελιχθοῦν μόνα τους. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ σπορέας. Σπέρνει τὸν καλὸ σπόρο καὶ τὸν ἀφήνει ν’ ἀναπτυχθεῖ καὶ μὲ τὸν καιρὸ νὰ καρποφορήσει, ἀνάλογα μὲ τὸν τόπο ὅπου ἔπεσε. Ὁ Κύριος ἔκανε τὸ καλὸ ἔργο, τὸ θεϊκό, τόσο σὲ δύναμη ὅσο καὶ σὲ ἀγάπη, κι ἀποσύρθηκε γιὰ νὰ γλιτώσει τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων, ὅπως εἶπε λίγο ἀργότερα: «Δόξαν παρὰ ἀνθρώπων οὐ λαμβάνω» (Ἰωάν. ε´ 41). Φεύγει μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ μὴ τὸν φθονήσουν, ὅπως γίνεται συνήθως. Φεύγει μως γι ν δώσει παράδειγμα κα σ’ λους μς πο λεγόμαστε χριστιανοί. Τ καλ ργο τελειοποιεται κα δικαιώνεται, ταν γίνεται μόνο π γάπη γι τν νθρωπο κα γι τὴν δόξα το Θεο. Ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ κάνουν καλὰ ἔργα, ἂς μὴ τὰ κάνουν ἀπὸ ματαιότητα, γιὰ νὰ προσελκύσουν τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. Ὅποιος ἐπιδεικνύει τὰ καλά του ἔργα σὲ κοινὴ θέα, μοιάζει μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ βάζει τὰ πρόβατα ἀνάμεσα στοὺς λύκους. Γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ προσέχουμε πολὺ τὰ καλά μας ἔργα, ν’ ἀποφεύγουμε νὰ προκαλοῦμε τὸν ἔπαινο ἢ τὸν φθόνο τῶν ἄλλων. Ὅποιος γυρεύει σκόπιμα τὸν ἔπαινο τῶν ἄλλων, ξέχωρα ἀπὸ τὸ καλό του ἔργο, θὰ κάνει καὶ δύο κακά: Τὸν ἔπαινο, ποὺ θὰ βλάψει τὸν ἴδιο προσωπικά, καὶ τὸν φθόνο, ποὺ θὰ βλάψει τοὺς ἄλλους.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/26/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-5/

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ –3 («Ἦρθε, ὥστε μὲ τὰ ἔργα Του, κι ὄχι μὲ λόγια, νὰ καταγγείλει τὴν φοβερὴ ἔλλειψη ἀγάπης ἑνὸς λαοῦ ποὺ τὰ αἰσθητήριά του ἔχουν ἀμβλυνθεῖ. Ὁ Ἄνθρωπος ἦρθε γιὰ χάρη τοῦ ἀνθρώπου.»)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ»
(Ἰωάν. ε´ 1-16)


[Γ´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ἀναστάσεως ἡμέρα»
–Ὁμιλίες Γ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Πάσχα ὣς τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2011, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 83-106

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-1/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-2/

.                  Τί ἀξία ἔχει ἡ ὑγεία γιὰ σᾶς; θὰ τοὺς ρωτοῦσε κανείς. Μήπως γιὰ χάρη τῆς παγκόσμιας αὐτῆς κωμωδίας, ψυχικῆς καὶ σωματικῆς, ποὺ παίζεται γύρω σας; Δὲν εἶναι ἀρκετὴ αὐτὴ ποὺ παίζεται παντοῦ, χωρὶς τὴν δική σας συμμετοχή; Ἢ μήπως γιὰ νὰ ὑπηρετήσετε τὸν Θεό; Μὰ δὲν ὑπηρετοῦν τὸν Θεὸ ἐκεῖνοι ποὺ ὑπομένουν τὰ πάντα γιὰ χάρη Του μὲ ὑπομονὴ κι ἐλπίδα; Ἢ μήπως ἀναζητεῖτε τὴν ὑγεία μόνο γιὰ τὴν ὑγεία καὶ τὴν ζωὴ μόνο γιὰ τὴν ζωή; Μὰ ὁ σκοπὸς δὲν ἁγιάζει τὰ μέσα. Ὅταν ὁ Θεὸς σᾶς ἔστειλε στὸν κόσμο αὐτόν, τό ’κανε γιὰ κάποιο σκοπό. Ὅταν σᾶς ἔδωσε τὴν ὑγεία, εἶχε κάποιο σκοπό. Λέει ὁ Ἰώβ: «Οὐχὶ πειρατήριόν ἐστιν ὁ βίος ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ὥσπερ μισθίου αὐθημερινοῦ ἡ ζωὴ αὐτοῦ;» (Ἰὼβ ζ´ 1). Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὑπηρετεῖ στὸν στρατὸ πρέπει νὰ ἐκπαιδεύεται γιὰ νὰ μάχεται καὶ νὰ νικᾶ. Ἂν εἶναι μισθοφόρος, περιμένει τὴν ἀμοιβή του, ὅταν τελειώσει ἡ ὑπηρεσία του. Ζω μως γι χάρη τς ζως, πίγεια ζω γι χάρη τς πίγειας ζως κα γεία γι χάρη τς γείας, σημαίνουν ζω σκοπη κα γεία σκοπη. Στν οσία μιλμε γι ζω κα γεία γι χάρη τς κωμωδίας τς μαρτίας. Κι ατ εναι σν δίκοπο μαχαίρι πο μπήγεται στ στομάχι.
.                  Πέντε στοὲς γεμάτες μὲ ἀνάπηρους· τί περίεργος χῶρος γιὰ τὴν ἄσκηση τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς ἐλπίδας στὸν Θεό! Τί περίεργη, τί ζωντανὴ εἰκόνα! Τί παράδοξη καὶ ψηλαφητὴ ἀπεικόνιση τῆς κατάστασης, ὅπου δαπανοῦν τὴν ζωὴ καὶ τὴν ὑγεία τους ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς πόλης! Καὶ γιὰ ποιό σκοπό; Γιὰ ν’ ἀγοράσουν ἁμαρτία, νὰ μαζέψουν ἁμαρτία.
.                  Οἱ πέντε στοὲς στὴν Προβατικὴ Κολυμβήθρα ἔχουν καταρρεύσει ἐδῶ καὶ πολλά, πάρα πολλὰ χρόνια. Μὴ νομίζετε ὅμως πὼς ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης θλίψης καὶ τῆς φτώχειας ποὺ κείτεται θαμμένη στὰ ἐρείπιά της ἔχει τελειώσει. Μὴ νομίζετε πὼς αὐτὴ εἶναι μία μεμονωμένη ἱστορία, πὼς βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ σᾶς καὶ πὼς δὲν ἔχει τίποτα κοινὸ μὲ τὴν δική σας ζωή. Δὲν ἔχει ὑποπέσει στὶς αἰσθήσεις σας συγκεντρωμένος πόνος καὶ θλίψη, δάκρυα καὶ στεναγμοί, ἁμαρτία κι ἀνομία, πονηρὲς καὶ κακὲς σκέψεις, τυφλὲς ἐπιθυμίες καὶ ἄνομα πάθη, ἀτελέσφορες προσπάθειες καὶ φροῦδες ἐλπίδες; Ἂχ Βηθεσδά, Βηθεσδά, πόσο παγκόσμια εἶσαι! Σὲ σένα ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ λειτουργοῦσε σὰν τὸν ποιμένα ποὺ σώζει ἕνα ἕνα τὰ χαμένα πρόβατά του, ὡσότου ἐμφανιστεῖ ὁ Ποιμὴν τῶν πάντων, ἀγγέλων κι ἀνθρώπων. Ἕνας σιωπηλὸς ἄγγελος, ὑπηρέτης τοῦ Δημιουργοῦ του, τάραζε τὸ νερὸ γιὰ νὰ πλύνει τὸ ἄρρωστο πρόβατο ἀπὸ τὴ μόλυνση τῆς ἁμαρτίας. Κι ὅταν κατέβηκε σὲ σένα ὁ καλὸς Ποιμένας, ὁ σαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸν δημιουργικὸ λόγο Του ἀπομάκρυνε τὴν ἁμαρτωλὴ μόλυνση καὶ σὲ ἄδειασε. Αὐτὸς ἦταν ὁ Καλὸς Ποιμένας. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ἡ κολυμβήθρα αὐτὴ προφητικὰ εἶχε ὀνομαστεῖ προβατική. «Τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ᾽ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά… καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τὴν φωνὴν αὐτοῦ» (Ἰωάν. ι´ 3, 4). Τὰ πρόβατα ἀκοῦνε τὴν φωνὴ τοῦ Καλοῦ Ποιμένα.

 .                «Ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει» (Ἰωάν. ε´ 5-7). Ὁ παντογνώστης Κύριος εἶχε δεῖ ἀπὸ πρὶν κι ἀπὸ μακριὰ ποιὸς τὸν ζητοῦσε, ποιὸς τὸν εἶχε ἀνάγκη. Δὲν πέρασε τυχαία ἀπὸ τὴ λίμνη, γιὰ νὰ πάει στὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, γιὰ παράδειγμα, ὅπως ἴσως νόμιζαν οἱ σύντροφοί Του. Ἐκεῖνος γνώριζε πὼς ἐκεῖ βρίσκονταν δύο ἄνθρωποι δαιμονισμένοι ποὺ ἔπρεπε νὰ τοὺς θεραπεύσει. Οὔτε βρέθηκε τυχαία στὴν πόλη τῆς Ναΐν, τὴν ὥρα ποὺ μετέφεραν τὸν νεκρὸ γιὸ τῆς χήρας. Ἐκεῖνος προγνώριζε πὼς ἐκεῖ τὸν περίμενε ἕνα μεγάλο ἔργο, σ’ ἐκεῖνον τὸν τόπο κι ἐκείνη τὴν ὥρα. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο δὲν βρέθηκε τυχαία στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὴν γιορτή, ὅποια κι ἂν ἦταν αὐτή, οὔτε καὶ βρέθηκε πάλι ἀπὸ τύχη ἢ ἀπὸ περιέργεια στὸν χῶρο τῶν πέντε στοῶν, στὸν χῶρο τοῦ πόνου καὶ τῆς θλίψεως. Ὅλα ἔγιναν σύμφωνα μὲ τὴν ἀκριβῆ προόρασή Του γιὰ τὸν τόπο καὶ τὸν χρόνο. Εἶναι φανερὸ πὼς στὴν Ἱερουσαλὴμ δὲν ἦρθε γιὰ τὴν γιορτή, ὅπως νόμιζαν οἱ μαθητές Του, ἀλλὰ γιὰ τὸν ἄρρωστο ἄνθρωπο, γι’ αὐτὸ ποὺ ἔμελλε νὰ τοῦ προσφέρει.
.              Ὁ συγκεκριμένος παράλυτος ἄνθρωπος ἦταν πολὺ-πολὺ ἄρρωστος. Μιὰ ἀρρώστια ποὺ κρατάει τριάντα ὀκτὼ μέρες, στοὺς ἀνθρώπους μοιάζει ἀτέλειωτη. Τί νὰ ποῦμε τώρα γιὰ μιὰ ἀρρώστια ποὺ κρατάει τριάντα ὀκτὼ χρόνια; Τὸ πόσο γρήγορα ἢ ἀργὰ περνάει ἡ ἀρρώστια, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν δική μας στάση, ἀπὸ τὴν δική μας διάθεση. Οἱ χαρούμενες ὧρες ἔχουν φτερά, περνᾶνε γρήγορα. Οἱ ὧρες τοῦ πόνου ὅμως εἶναι ἄπτερες, συχνὰ δὲν ἔχουν οὔτε πόδια καὶ περνᾶνε πολὺ ἀργά. Γιὰ ἕναν παράλυτο ἄνθρωπο, φαίνεται νά ᾽χει παραλύσει κι ὁ ἴδιος ὁ χρόνος. Ὁ χρόνος γιὰ ἐκεῖνον μοιάζει ἀκίνητος, ὅπως εἶναι κι ὁ ἴδιος. Ἂν τὸν χρόνο αὐτὸ τῶν τριάντα ὀκτὼ ἐτῶν τὸν πολλαπλασιάσεις τουλάχιστον μὲ τὸ τρία, θὰ πλησιάσεις περίπου τὸν χρόνο τοῦ ἀνθρώπου ποὺ εἶναι ὑγιής, κινητικός, δημιουργικὸς καὶ χαρούμενος. Ὁ παραλυτικὸς εἶχε ζήσει τόσο ὅσο ζεῖ ὁ ὑγιὴς ἄνθρωπος, γιὰ ἕναν αἰώνα, καὶ μάλιστα κατάκοιτος, στὸ κρεβάτι του. Ἀντὶ νὰ τὸν κυνηγάει ὁ χρόνος, τὸν κυνηγοῦσε αὐτός, τὸν ἔσπρωχνε.
.              Τί ἡρωικὴ ὑπομονὴ εἶχε ὁ ἄνθρωπος αὐτός! Τί ὑπεράνθρωπες προσπάθειες θὰ κατέβαλε γιὰ νὰ συρθεῖ ὣς τὴν κολυμβήθρα τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τάραζε τὸ νερό! Τί σταθερὴ ἐλπίδα εἶχε στὴν θεραπεία του ἀπὸ μέρα σὲ μέρα, ἀπὸ χρόνο σὲ χρόνο, ἀκόμα κι ἀπὸ δεκαετία σὲ δεκαετία! Μ’ ὅλο ποὺ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὑπέφερε τόσο πολὺ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ τὸν θαυμάζουμε. Ὅταν τὸν φέρνουμε στὸν νοῦ μας, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ σκεφτόμαστε τόσους ἀδύναμους χαρακτῆρες -ἄνδρες καὶ γυναῖκες, νέους καὶ νέες- στὶς μέρες μας πού, ἂν καὶ ὑφίστανται πολὺ λιγότερη πίεση, σηκώνουν τὰ χέρια τους, παραιτοῦνται ἀπὸ τὴν ζωὴ κι ἀναχωροῦν γιὰ τὴν ἄλλη αὐτόχειρες.
.              «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;», τὸν ρώτησε μοναδικς φίλος πο σκυψε ποτ κοντά του, στὸ κρεβάτι του, τὰ τριάντα ὀκτὼ αὐτὰ χρόνια. «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», τοῦ ἀπάντησε ὁ ἄρρωστος. Ὁ τυφλὸς ἔχει κάποιον ὁδηγό, ὁ ἀνάπηρος ἔχει συγγενεῖς, ὁ ἀδύνατος ἔχει φίλους. Ἐγὼ δὲν ἔχω κανέναν στὸν κόσμο ὁλόκληρο νὰ μὲ λυπηθεῖ καὶ νὰ μὲ βάλει στὸ νερὸ τὴν στιγμὴ ποὺ παίρνει τὴν θεραπευτικὴ δύναμη. Τὴν ὥρα ποὺ προσπαθῶ νὰ συρθῶ στὸ νερό, ἄλλος προλαβαίνει, μπαίνει πρῶτος καὶ θεραπεύεται κι ἐγὼ πρέπει νὰ ξανακάνω τὴν ἴδια ἐπώδυνη προσπάθεια γιὰ νὰ γυρίσω στὸ κρεβάτι μου. Κι αὐτὸ γίνεται γιὰ τριάντα ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια τώρα. Δὲν ἔχω οὔτε χρήματα οὔτε ὑπηρέτη.
.              Ἀνάμεσα σὲ τόσους ἀνθρώπους στὴν Ἱερουσαλήμ, ἀπὸ τοὺς ἄνεργους ὣς τοὺς πλούσιους καὶ δυνατούς, δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας καὶ μοναδικὸς γιὰ ν’ ἁπλώσει τὸ χέρι του καὶ νὰ σὲ βοηθήσει γιὰ χάρη τῆς ψυχῆς του; Δὲν μποροῦσε τουλάχιστο νὰ στείλει τὸν ὑπηρέτη του καὶ νὰ σὲ βοηθήσει; Ὄχι, οτε νας. πρεπε νά ᾽ρθει κάποιος νθρωπος π τὴν Γαλιλαία, ν κάνει να τριήμερο κα κουραστικ ταξίδι, τν ρα πο πολλο νεργοι κα χασομέρηδες γυρνον νέμελα στν πόλη μέρα νύχτα, λίγα μόλις μέτρα μακρι π τ κρεβάτι σου; Ὑπάρχουν, Κύριε, πολλοὶ περπατοῦν κοντά μου, μὰ ἐγὼ «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Κι ὑπάρχουν τόσο πολλοὶ ἱερεῖς! Δὲς τὸ ναό, ἀπέναντι ἀκριβῶς ἀπὸ τὸν δρόμο. Ἀμέτρητοι ἱερεῖς διαβάζουν τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ διδάσκουν τοὺς ἀνθρώπους νὰ δίνουν ἐλεημοσύνες. Καὶ δὲν βρέθηκε κανένας τους νὰ ἔρθει ἢ ἔστω νὰ στείλει κάποιον γιὰ νὰ σὲ βοηθήσει; Ἔτσι εἶναι, Κύριε. Ἐκεῖ στὸν ναὸ ὑπάρχουν πολλοὶ ἱερεῖς. Ἐγὼ ὅμως «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Ὑπάρχουν πολλοὶ Ἰουδαῖοι, χιλιάδες χιλιάδων, ποὺ συνάχτηκαν στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὴν γιορτή. Κανένας τους μως δν νδιαφέρεται γι ναν πονεμένο κα συχο νθρωπο. νδιαφέρονται γι τ Σάββατο. Χιλιάδες χιλιάδων ἀπ’ αὐτοὺς ἦρθαν μόνο γιὰ νὰ προσευχηθοῦν καὶ νὰ προσκυνήσουν τὸ Σάββατο, ὅπως οἱ πατέρες τους προσκύνησαν τὴν χρυσὴ ἀγελάδα στὴν ἔρημο. Χιλιάδες χιλιάδων Ἰουδαῖοι, μὰ ἐγὼ «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω».
.              δ βρέθηκε νας νθρωπος, μοναδικς νθρωπος! δ εναι Κύριος, πο γαπ περισσότερο π τὸν συγγεν κα τὸν φίλο, πο πηρετε πι πιστ π τν πηρέτη. Δὲν ἔκανε τὸ μακρὺ καὶ κουραστικὸ ταξίδι ἀπὸ τὴν Γαλιλαία ὣς τὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὸ Σάββατο καὶ τὴν γιορτή, ἀλλὰ γιὰ χάρη ἑνὸς πονεμένου ἄνθρωπου. ρθε, στε μ τ ργα του, κι χι μ λόγια, ν καταγγείλει τὴν φοβερ λλειψη γάπης νς λαο πο τ ασθητήριά του χουν μβλυνθε. νθρωπος ρθε γι χάρη το νθρώπου. «Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει, καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ᾖρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει» (Ἰωάν. ε´ 8-9). Ἀπὸ τὴν στιγμὴ αὐτὴ καὶ προφανῶς γιὰ πάντα, ὁ ἄγγελος σταμάτησε νὰ ἔρχεται καὶ νὰ ταράζει τὸ νερὸ στὴν Προβατικὴ Κολυμβήθρα, ἐπειδὴ ἐμφανίστηκε ὁ Μεσσίας, ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων, ποὺ θεραπεύει χωρὶς μεσάζοντες. Ἐν ὅσῳ οἱ ἄνθρωποι βρίσκονταν κάτω ἀπὸ τὸν Νόμο, ὑπηρέτες τοῦ Νόμου, ὁ Κύριος χρησιμοποιοῦσε τοὺς δούλους του. Τώρα ποὺ ἦρθε ἡ χάρη κι ὁ Νόμος ἀτόνησε, ἔρχεται ὁ ἴδιος ὁ Κύριος κοντὰ στὸν ἄνθρωπο, ὅπως ὁ πατέρας στὰ παιδιά του. διος, μ τ δια του τ χέρια, τος προσφέρει τς δωρεές του.

ΣYNEXIZETAI: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/25/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-4/

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ –2 («Ἀπὸ τὴ μιὰ κωμωδία κι ἀπ᾽ τὴν ἄλλη ἀγωνία θανάτου»)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ»
(Ἰωάν. ε´ 1-16)


[Β´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ἀναστάσεως ἡμέρα»
–Ὁμιλίες Γ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Πάσχα ὣς τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2011, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 83-106

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-1/

.                  Ἴσως ἰσχυριστεῖς: «Ὁ ἄνθρωπος φοβᾶται τὰ βάσανα ἐπειδὴ φοβᾶται τὸν θάνατο. Μποροῦν τὰ βάσανα ν’ ἀπομακρύνουν τὸν θάνατο;» Τί εἶναι αὐτὸ ποῦ ὁδηγεῖ τὸ σῶμα στὸν θάνατο; Ἡ ἀρρώστια ἢ τὸ φάρμακο; Σίγουρα ἡ ἀρρώστια, ὄχι τὸ φάρμακο. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο λοιπὸν δὲν εἶναι τὰ βάσανα ποὺ ὁδηγοῦν τὴν ψυχὴ στὸν θάνατο, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ποὺ φέρνει τὴν ἀρρώστια στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν θάνατο στὴν ψυχή. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ὁ σπόρος τοῦ θανάτου, ἕνας φρικτὸς σπόρος, ποὺ ἂν δὲν ξερριζωθεῖ ἔγκαιρα μὲ τὰ βάσανα καὶ δὲν καεῖ μὲ τὸ πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θ’ ἀναπτυχθεῖ καὶ θὰ καλύψει ὁλόκληρη τὴν ψυχὴ καὶ θὰ τὴν κάνει δοχεῖο θανάτου, ὄχι ζωῆς.
.                  Εἶναι σαφὲς λοιπὸν πὼς τὸν πόνο πρέπει νὰ τὸν ἀντιμετωπίσεις μὲ ὑπομονὴ κι ἐλπίδα στὸν Θεό, μὲ εὐχαριστία, μὲ χαρά. «Ὅσας ἔδειξάς μοι θλίψεις πολλὰς καὶ κακάς, λέει ὁ προφήτης Δαβὶδ στὸν Θεό, καὶ ἐπιστρέψας ἐζωοποίησάς με, καὶ ἐκ τῶν ἀβύσσων τῆς γῆς πάλιν ἀνήγαγές με… ψαλῶ σοι ἐν κιθάρᾳ, ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ, ἀγαλλιάσονται τὰ χείλη μου, ὅταν ψάλω σοι, καὶ ἡ ψυχή μου, ἣν ἐλυτρώσω» (Ψαλμ. Ο´ 20-23). Ὁ ἀπόστολος Πέτρος συμβουλεύει τοὺς πιστούς: «ἀλλὰ καθὸ κοινωνεῖτε τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι, χαίρετε» (Α´ Πέτρ. δ´ 13). Αὐτὸ σημαίνει πὼς πρέπει νὰ χαιρόμαστε συνειδητά, ταπεινά, μὲ ὑπομονὴ καὶ πραότητα. Κι αὐτὸ γιὰ τὴν κάθαρση τῶν ἁμαρτιῶν μας, γιὰ καινὴ ζωή, γιὰ νὰ κατοικήσει μέσα καὶ γύρω μας ὁ Χριστός. Ὅταν ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος πέθαινε στὴν ἐξορία, βασανισμένος καὶ περιφρονημένος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, τὰ τελευταῖα λόγια ποὺ ψέλλισε, ἦταν: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». (Σημείωση “ΑΛΛΗΣ ΟΨΕΩΣ”: Ἡ τοποθέτηση τοῦ Ἁγίου Νικολάου σχετικὰ μὲ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴν σχέση τῶν βασάνων καὶ τῆς θεραπευτικῆς τους ἐπιδράσεως στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, συμφωνεῖ μὲ τὸ πνεῦμα πολλῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ ἔχουν γράψει σχετικά. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τὸ «Περὶ ἀκουσίων θλίψεων» τοῦ Ἄγ. Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ. Ἀξίζει νὰ διαβαστεῖ ἀπὸ κάθε πιστὸ ΕΔΩ)

* * *

.                  Ἡ Ἁγία Γραφὴ κι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία μᾶς προσφέρουν τὰ μεγαλύτερα παραδείγματα ὑπομονῆς σὲ βάσανα πρωτάκουστα στοὺς ἀνθρώπους. Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο περιγράφει ἕνα τέτοιο παράδειγμα μεγάλης καὶ μακρόχρονης ὑπομονῆς στὸν πόνο. Κι ὄχι μόνο αὐτό. Κάνοντας τὴν περιγραφὴ τοῦ δύστυχου ἀνθρώπου, ποὺ ἦταν παράλυτος γιὰ τριάντα ὀκτὼ χρόνια, μὲ ὑπομονὴ κι ἐλπίδα, τὸ εὐαγγέλιο μᾶς ἀποκαλύπτει ταυτόχρονα ἢ μᾶλλον μᾶς διαβεβαιώνει γιὰ δύο μεγάλα μυστήρια. Τὸ πρῶτο εἶναι πὼς ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ποὺ ἦταν τόσα χρόνια ἄρρωστος, χρωστοῦσε τὴν αἰτία τῆς ἀρρώστιας του στὸν ἴδιο, στὴν ἁμαρτία του. Τὸ δεύτερο εἶναι πὼς ὁ παντοδύναμος Κύριος Ἰησοῦς θεράπευσε τὸν ἄρρωστο μὲ τὴν θεϊκή του δύναμη, λέγοντας τὰ ἑξῆς: «ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει» (Ἰωάν. ε´ 8). Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἀποκαλύφθηκαν γιὰ μία ἀκόμα φορὰ ἡ θεϊκὴ ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος κι ἡ θεϊκή Του δύναμη, ποὺ ἐπιφανειακὰ καλύπτονταν μὲ τὸ παραπέτασμα τῆς ἀνθρώπινης σάρκας.
.                  Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ «ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα, ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρᾳ, ἡ ἐπιλεγόμενη Ἐβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα» (Ἰωάν. ε´ 1,2). Πρὶν πάει στὰ Ἱεροσόλυμα ὁ Κύριος βρισκόταν στὴ Γαλιλαία. Στὴν ἁγία πόλη πῆγε γιὰ τὴν γιορτή. Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ συμπεράνουμε ποιὰ ἦταν ἡ γιορτὴ αὐτή. Ἦταν τὸ Πάσχα, ἡ Πεντηκοστὴ ἢ ἡ γιορτὴ τοῦ Καθαρισμοῦ; Δὲν μᾶς εἶναι ἀπαραίτητο ὅμως νὰ γνωρίζουμε. Ἂν ἦταν κάτι οὐσιαστικό, ὁ εὐαγγελιστὴς θὰ τὸ εἶχε ξεκαθαρίσει.
.                  Ἡ Προβατικὴ Κολυμβήθρα ἢ Βηθεσδά, πῆρε τ’ ὄνομά της ἀπὸ τὴν γειτονικὴ Προβατικὴ Πύλη (βλ. Νεεμ. α´ 1, 32), ἀπ’ ὅπου περνοῦσαν τὰ πρόβατα ποὺ προορίζονταν γιὰ θυσία, γιὰ νὰ τὰ πλύνουν πρῶτα στὴν κολυμβήθρα. Ἡ κολυμβήθρα αὐτὴ ὑπάρχει ἀκόμα στὴν Ἱερουσαλήμ, ἂν καὶ ἐρειπωμένη καὶ δὲν χρησιμοποιεῖται πιά. Τὴν ἐποχὴ τοῦ εὐαγγελιστῆ ὅμως ἡ κολυμβήθρα ἦταν σὲ χρήση, γι’ αὐτὸ καὶ χρησιμοποιεῖ ἐνεστώτα χρόνο: ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρᾳ.
.                  Γύρω ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα ὑπῆρχαν πέντε στεγασμένοι χῶροι, γιὰ νὰ φιλοξενοῦν τοὺς πολλοὺς ἀρρώστους ἀνθρώπους ποὺ κατέφευγαν ἐκεῖ γιὰ νὰ θεραπευτοῦν. «Ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι» (Ἰωάν. ε´ 3-4). Σ’ αὐτὸν τὸν περίεργο τόπο μαζεύονταν ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη ἄνθρωποι ποὺ ὑπέφεραν ἀπὸ διάφορες ἀρρώστιες, γιὰ νὰ βροῦν τὴν θεραπεία, ποὺ μάταια εἶχαν ἀναζητήσει ἀπὸ ἀνθρώπους σὲ ἄλλους τόπους. Τὸ νερὸ αὐτὸ δὲν εἶχε ἀπὸ μόνο του θεραπευτικὲς ἰδιότητες. Ἦταν ἁπλὸ φυσικὸ νερὸ μὲ μίγματα μεταλλικά. Ἡ θεραπευτικὴ ἰδιότητά του ἦταν θεϊκή, προερχόταν ἀπὸ οὐράνιες δυνάμεις. Κι αὐτὸ εἶναι σαφὲς ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὶς θεραπευτικὲς αὐτὲς ἰδιότητες τὶς ἀποκτοῦσε ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρό, μόνο ὅταν μὲ τὴν θεία πρόνοια ἄγγελος τοῦ Θεοῦ κατέβαινε καὶ τάραζε τὸ νερό.
.                  Τί περίεργη, τί δραματικὴ σκηνή! Φανταστεῖτε τοὺς χώρους στὶς πέντε στοὲς νὰ κατακλύζονται ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀπελπισμένους καὶ πονεμένους ἀνθρώπους ποὺ ἔρχονταν ἀπὸ παντοῦ! Φανταστεῖτε πέντε χώρους γεμάτους πόνο, θλίψη, δάκρυα καὶ διαγκωνισμούς. Γύρω τους ὑπῆρχε μία πόλη γεμάτη κόσμο ποὺ ἀναζητοῦσε τὴν ἄνεση, κυνηγοῦσε τὸν πλοῦτο κι ἀγωνιζόταν ν’ ἀποκτήσει δόξα, τιμὲς κι ἐξουσία, ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ποὺ τόσο μὲ τὸ σῶμα ὅσο καὶ μὲ τὴν ψυχὴ τοὺς ἦταν σὰ νά ’παιζαν κωμωδία. δ μως πρχε γωνία το θανάτου πο ταν κοντ κι μοναδικς τόπος που ταν λα τ μάτια γυρισμένα: τ νερό. Κι μοναδικς πο περίμεναν: γγελος. Μία κα μοναδικ πιθυμία τους: ν θεραπευτον.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/25/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-3/

, , , , , ,

Σχολιάστε

«ΙΑΣΟΜΑΙ ΤΑ ΣΥΝΤΡΙΜΜΑΤΑ ΥΜΩΝ» (Παιδιά μου ἀγαπημένα, θὰ σᾶς γιατρέψω. Θὰ θεραπεύσω τὰ συντρίμματα τῆς ψυχῆς σας τῆς τσακισμένης ἀπὸ τὶς θλίψεις καὶ τὰ βάσανα.)

«Ἰάσοµαι τὰ συντρίµµατα ὑµῶν»
 (Ἱερεµ. γ´ 22)

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»,
ἀρ. τ. 4261, Ὀκτώβριος 2012

 Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.           Πονεῖς. Πονεῖς καὶ βασανίζεσαι. Δὲν ξέρω ποῦ κάθεσαι τὴν στιγµὴ αὐτή. Ἂν εἶσαι σ᾽ ἕνα µικρὸ δωµάτιο, ἂν ἀναπαύεσαι σὲ µιὰ βεράντα, ἂν εἶσαι σὲ κάποια ἐξοχὴ ἢ ἂν κατοικῆς σὲ μιὰ πολυθόρυβη πόλη. Ἂν δίπλα σου ὑπάρχουν πολλοὶ ἢ λίγοι, ἂν φλυαροῦν ἢ γελοῦν, ἂν παίζουν ἢ κοιµοῦνται. Τὴν στιγµὴ αὐτὴ δὲν σκέπτοµαι τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά, ποὺ εἶναι γύρω σου, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ περιβάλλον σου. Σκέπτοµαι ἐσένα τὸν ἴδιο, ἐσένα καὶ τὴν καρδιά σου. Τὴν καρδιά σου ποὺ θλίβεται τόσο …
.           Ὑποφέρεις ὄχι λίγο. Νιώθεις ὄχι ἁπλῶς πληγωµένος, ἀλλὰ τσακισµένος. Αἰσθάνεσαι τὴν καρδιά σου νὰ εἶναι συντρίµµια, κοµµατιασµένη, καταξεσχισµένη ἀπὸ τὸν πόνο. Καὶ αὐτὰ τὰ ζῆς ὄχι µόνο τώρα. Τὰ τελευταῖα χρόνια, τὸν πιὸ πολὺ ἴσως καιρό, πονᾶς. Αἱµορραγεῖ ἡ καρδιά σου.
.           Θὰ  ἤθελες νὰ ἀκούσης μιὰ λέξη ἀπὸ τὸ στόµα τοῦ Θεοῦ. Μᾶς τὴν ψιθυρίζει κατ᾽ εὐθείαν στὴν ψυχή µας τὴν ὥρα τούτη: «Ἰάσοµαι τὰ συντρίµµατα ὑµῶν» (Ἱερεµ. γ´ 22). Θὰ γιατρέψω τὰ τραύµατά σας. Θὰ θεραπεύσω τὴν καρδιά σας τὴν συντετριµµένη ἀπὸ τὸν πόνο, τὴν τσακισµένη ἀπὸ τὶς θλίψεις καὶ τὰ βάσανα, λέει ὁ Θεός.

*  *  *

.           «Ἰάσοµαι τὰ συντρίµµατα ὑµῶν», ὑπόσχεται ὁ Θεός. Καὶ ἡ ὑπόσχεσή του εἶναι αἰώνια, ὅπως αἰώνια εἶναι καὶ ἡ δύναµη καὶ ἡ ἀγάπη Του. Ἀλλὰ ἐµεῖς, ἂν καὶ πονᾶµε, εἴµαστε πολλὲς φορὲς τόσο δύσκολοι νὰ δεχθοῦµε τὴν ὑπόσχεση αὐτή! Γιὰ τὰ τραύµατα τῆς καρδιᾶς µας τρέχουµε ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀναζητᾶµε τὴν θεραπεία καὶ τὴν ἀνόρθωση τῶν συντριµµάτων µας σὲ χίλιες µεριές, σὲ χίλιους τόπους, µἐ χίλιους τρόπους. Καὶ ξεχνᾶµε τὸν Ἕνα.
.           Δὲν βλέπετε τί κάνουν τόσοι καὶ τόσοι βασανισµένοι, πονεµένοι, πενθοῦντες ἄνθρωποι! Ὁ ἕνας ρίχνεται στὰ ταξίδια, ὁ ἄλλος στὸ πιοτό, ὁ τρίτος στὴν ἁµαρτία καὶ στὴν λάσπη, ὁ τέταρτος παραδίνεται στὴν ἀπελπισία καὶ στὴν ἀπόγνωση καὶ ὁ πέµπτος δὲν διστάζει νὰ κάνη τὰ µεγάλο ἔγκληµα καὶ νὰ τινάξη τὰ µυαλά του στὸν ἀέρα. Καὶ ἔτσι τὰ συντρίµµατα γίνονται ἐρείπια, οἱ πληγὲς µεγαλώνουν καὶ ὁ πόνος πληθαίνει πάνω στὴν γῆ.
.           Πληθαίνει, γιατί οἱ βασανισµένοι τρέχουν, γυρίζουν, χτυποῦν πολλὲς πόρτες, ἀλλὰ πίσω ἀπὸ τὶς πόρτες αὐτὲς δὲν ὑπάρχει γιατρός, δὲν ὑπάρχει θεραπευτής, δὲν ὑπάρχει ἴαση. Τὰ βάσανα µένουν καὶ µεγαλώνουν, οἱ θλίψεις µένουν καὶ αὐξάνονται, ἡ ψυχὴ πιέζεται ὅλο καὶ πιὸ πολύ. Ἂς ἦταν ὅλος αὐτὸς ὁ κόσµος νὰ ἄκoυγε, νὰ ἄκουγε προσεκτικὰ µέσα στοὺς θορύβους τῆς ζωῆς καὶ τοῦ κόσµου τὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ: «Ἐπιστράφητε, υἱοί, καὶ ἰάσοµαι τὰ συντρίµµατα ὑµῶν» (Ἱερεµ. γ´ 22).

*  *  *

.           Παιδιά µου, παιδιά µου ἀγαπηµένα, θὰ σᾶς γιατρέψω. Θὰ θεραπεύσω τὰ συντρίµµατα τῆς ψυχῆς σας Ἐγώ, ποὺ ἔπλασα τὴν ψυχὴ αὐτή. Μόνο γυρίστε κοντά µου. Ἐλᾶτε στὸν Πατέρα σας. Διότι µόνο Ἐγὼ µπορῶ νὰ ἀναστηλώσω τὴν γκρεµισµένη ψυχή σας. Μὲ ἕνα µου λόγο ἡ καρδιά σας θὰ γίνη καινούργια. Πνοὴ παρηγοριᾶς θὰ φυσήξη δροσερὴ µέσα σας καὶ ἀνακούφιση καὶ ἀναψυχὴ θὰ σᾶς πληµµυρίσουν. Ἀντὶ τοῦ πόνου θὰ σᾶς δώσω τὴν χαρά µου. Στὰ κουρασµένα στήθη σας θὰ φυτέψω τὴν εἰρήνη µου. Θὰ σηκώσω τὸ βάρος τῆς θλίψεως ἀπὸ τοὺς ὤµους σας.
.           «Ἐπιστράφητε, υἱοί. Ζητῆστε µε. Ζητῆστε τὸν Πατέρα καὶ Θεό σας. Σταµατῆστε πιὰ αὐτὸ τὸ µάταιο γύρισµα, αὐτὴ τὴν χωρὶς νόηµα περιπλάνηση. Πάψτε νὰ θρηνῆτε ἀπελπισµένα βλέποντας τὰ αἶµα ποὺ τρέχει καθηµερινὰ ἀπὸ τὴν πληγωµένη καρδιά σας. Σᾶς τὸ ὑποσχέθηκα καὶ ὁ λόγος µου µένει στὸν αἰῶνα: «Ἰάσοµαι τὰ συντρίµµατα ὑµῶν». Ὅσο καὶ ἂν πονᾶτε, σὲ ὁποιαδήποτε κατάσταση καὶ ἂν εἴσαστε, θὰ σᾶς θεραπεύσω. Μόνο µὴ καθυστερῆτε. Τὸ σπίτι µου, τὸ σπίτι τοῦ Πατέρα σας, σᾶς περιµένει µἐ ὁλάνοιχτες πόρτες. Ἡ Ἐκκλησία µου ἔχει πάντοτε ἀνοιχτὰ τὰ χέρια, ἀνοιχτὴ τὴν ἀγκαλιά. Ἐλᾶτε λοιπόν, σκουπίστε τὰ µάτια σας, σηκῶστε τὸ βλέµµα σας καὶ κοιτάξτε µε. Δὲν θὰ κουραστῶ νὰ σᾶς τὸ ξαναπῶ ἄλλη µιὰ φορά: «Ἰάσοµαι τὰ συντρίµµατα ὑµῶν». Παρηγορηθῆτε, παρηγορηθῆτε, παιδιά µου βασανισµένα …

*  *  *

.           Πόσες φορές, Κύριε, ζῶ καὶ γῶ στὴν ἴδια θλιβερὴ κατάσταση! Παρόµοια συναισθήµατα πόνου, ἀπελπισίας µὲ κυκλώνουν ἀπὸ παντοῦ. Κρίνω τὰ πάντα µὲ τὴν ψυχρὴ ἀνθρώπινη λογική. Ἡ ὀλιγοπιστία µοῦ ψαλιδίζει τὰ φτερὰ τῆς ψυχῆς. Γιατὶ στὴν κοπιαστικὴ πορεία µου λησµονῶ τὴν ὑπόσχεσή Σου, πὼς θὰ εἶσαι γιὰ πάντα μαζί µου, Συνοδοιπόρος πιστός.

.           Παιδί µου, τὶς ἠµέρες ἰδιαίτερα αὐτές, θὰ σοῦ ὑπενθυµίσω αὐτὸ ποὺ ἔλαβε χώρα ἐκεῖ στοὺς Ἐµµαούς κατὰ τὴν εὐλογία καὶ κλάση τοῦ ἄρτου. Τότε ποὺ «διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλµοὶ» τῶν δύο µαθητῶν. Μὴ τὸ ξεχνᾶς. Ὅταν θὰ προσέρχεσαι µἐ «καιοµένην καρδίαν» στὴν µυστικὴ Τράπεζα, τότε θὰ διανοίγωνται τὰ µάτια τῆς ψυχῆς σου καὶ θὰ βλέπης καθαρὰ τὶς θλίψεις, τὸν πόνο, ὅλες τὶς δυσκολίες. Θὰ τὶς βλέπεις σωστὰ καὶ θὰ τὶς ἀντιµετωπίζης «ἐν δυνάµει», ἐν τῇ δυνάµει «τῆς βρώσεως τοῦ ἄρτου». Καὶ θὰ συνεχίζης νικηφόρα τὴν πορεία τῆς ζωῆς σου, ἀφοῦ στὴν καρδιά σου θὰ ζῶ Ἐγὼ καὶ ἡ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεώς µου.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΜΕΝΟ» (Λόγος Βασιλείου Σελευκείας Εἰς τὴν Χαναναίαν)

Λόγος Βασιλείου Ἐπισκόπου Σελευκείας

«Εἰς τὴν Χαναναίαν» 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος,
σελ. 295 καὶ ἑξῆς.

 .          Ἰδοὺ ὅτι ὑπῆρξε καὶ συμφορά, ἡ ὁποία ἔγινε ἀφορμὴ μεγάλης εὐφροσύνης, καὶ πένθος ποὺ προξένησε εὐθυμία, καὶ λύπη ποὺ ἔφερε ὑπερβολικὴν χαρά. Ἐπειδὴ ὅπου παρευρίσκεται ὁ Ἰησοῦς, καὶ ὁ θρῆνος μεταβάλλεται σὲ ἡδονήν, καὶ ὁ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς μεταλλάσσεται σὲ εὐφροσύνην. Τὸ μαρτυρεῖ αὐτὸ μὲ τὰ λόγια της κραυγάζοντας ἡ Χαναναία, τὴν ἱστορία τῆς ὁποίας μὲ θαυμασμὸν ἡ βίβλος τῶν Εὐαγγελίων τὴν ἐπιδεικνύει μέχρι τώρα, καὶ διατηρεῖ τὴν κραυγή της γραμμένη σὰν σὲ στήλη, ὥστε ὁ ἐπίβουλος χρόνος νὰ μὴν παρασύρη τὴν μνήμη, ἐπειδὴ ὁ καρπὸς τῆς πίστεως εἶναι πιὸ δυνατός. «Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς», λέγει, «ἦλθεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος». Ὁ Θεὸς παρευρίσκεται παντοῦ, καὶ κανένας τόπος δὲν ἐτόλμησε νὰ τὸν περιορίση. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι κατὰ φύσιν ἀόρατος, ἐπιβεβαιώνει τὴν παρουσία του σ’ ἐκείνους ποὺ τὸν ἔβλεπαν, προβάλλοντας τὸν ναὸ ποὺ ἐνεδύθη πρὸς χάριν μας. Ἦλθε στ μέρη τς Τύρου κα τς Σιδνος, στ παλαι καταγώγια τν δαιμόνων, στς περιοχς τν εδώλων, στς χρες τς εδωλολατρίας, στ ντικείμενο τς κατηγορίας τν Προφητν.
.          π τν ουδαία στν Σιδώνα κα τν Τύρον. π τ ργαστήρια τς εσεβείας στν βυθ τς σεβείας. π τος μαθητς το Μωυσέως, στος ργάτες τν δαιμόνων. Καὶ γιὰ ποῖον λόγον μεταβαίνει ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος στὸ ἄλλο; λεγχος τν ουδαίων εναι μετάβασις το Κυρίου. ς εεργέτης συγχρόνως κα δικαστής, περιοδεύει Σωτήρ. Εἶναι ἀληθῶς ἀδυσώπητος κατηγορία ἐναντίον τῶν Ἰουδαίων ἡ ἐπίγνωσις τῶν ἐθνικῶν. πειδὴ μως καταιγισμς τν θαυμάτων δν κατόρθωσε ν κάμψη τν ουδαϊκν λαόν, στε ν στραφ στν πίστη, λλ ν πλώνετο τ παράδοξον θεραπευτικ δίχτυ, μόνο τ θνος τν ουδαίων, ξ ατίας τς γρίας βασκανίας τους, πέφυγε τν θύρα τς σωτηρίας, τί καμεν σοφς ατρός; Πς μεθοδεύει τν αση τς ρρωστημένης γνώμης; Μεταφέρει στν Σιδώνα τ φάρμακα τς θεραπείας της, γι ν ρεθίση τν πιστον, ντιπαραθέτοντας ατν μ τ θνη. Εἶναι παλαιό, νομίζω, τὸ τέχνασμα αὐτὸ τοῦ Κυρίου, νὰ κάνη δηλαδὴ τὸν ἀχάριστο νὰ ἐντραπῆ, συγκρίνοντάς τον μὲ τὰ χειρότερα. Θέλοντας κάποτε νὰ ἐλέγξη τὴν ἀπείθεια τῶν Ἰουδαίων, ηὔξησε τὸν ἔλεγχον, ἀντιπαραθέτοντας αὐτοὺς μὲ τοὺς Νινευίτες. Καὶ στέλλει τὸν Ἰωνᾶ νὰ παρακολουθήση τὴν μεταβολὴν τῶν ἀσεβῶν, προβάλλοντας τὸν Προφήτην τῶν Ἰουδαίων, ὑπηρέτην τῆς κατακρίσεως τῶν Ἰουδαίων. Ἀλλὰ ἐκεῖνος λυπούμενος ἄκαιρα τοὺς ὁμοεθνεῖς του, κλέπτει τὸν ἔλεγχο καὶ δραπετεύει ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ τὸν ἔστειλε. Δὲν ἐγνώριζε ὅτι θὰ τὸν ἁλιεύση τὸ κῆτος καὶ θὰ τὸν παρουσιάση δέσμιον στὸν Δεσπότη. Καὶ πάλι συστελλόμενος ἀπὸ φόβον ἔγινε θεατὴς τῆς εὐγνωμοσύνης τῶν εἰδωλολατρῶν. Μίαν φωνὴ μόνον ἄφησε, καὶ αἰχμαλώτισε ὅλων τὶς γνῶμες. Καὶ εἶδε τὴν προφητεία του νὰ διαψεύδεται, μαθαίνοντας στὴν πράξη πόσο πιὸ καλόπιστοι εἶναι οἱ ἐθνικοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους. Καθ’ ὅσον αὐτοὶ μὲν κατέσφαξαν τοὺς Προφῆτες τους, ἐνῶ ἐκεῖνοι καὶ αὐτὸν ἀκόμη, τοῦ ὁποίου ἀγνοοῦσαν τὴν ὕπαρξη, ἔφριξαν ἀκούγοντάς τον. Ὅταν δὲ ἡ μεταβολὴ τῆς γνώμης ἐματαίωσε τὴν ἀπειλὴν τοῦ Προφήτου, ἔπαυσαν νὰ σαλεύωνται τὰ τείχη τῆς πόλεως, ἀπεσύρθη τὸ ξίφος ποὺ ἦταν ἕτοιμο νὰ πέση, καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ θανάτου ἀνεκλήθη, ἀπὸ σεβασμὸν πρὸς τὴν πίστη τῶν καταδίκων. Ἐνικήθη θυμὸς προφητικός, βλέποντας τὸν ὑπεύθυνο νὰ νικᾶ μὲ τὴν εὐγνωμοσύνην.
.          Ἔτσι καὶ τώρα ὁ Σωτὴρ βαδίζει ἀπὸ τὴν Ἰουδαία στὴν Σιδώνα καὶ τὴν Τύρο, γιὰ νὰ στηλιτεύση τὴν Ἰουδαϊκὴν ὑποκρισίαν, ἀντιπαραθέτοντας αὐτοὺς μὲ τοὺς ἀσεβεῖς. Πρόσεξε παρακαλῶ τὸν Εὐαγγελιστὴν πῶς κομπάζει μὲ τὴν διήγηση, καὶ ἀποκαλύπτει τὸ νόημα τῆς μεταβάσεως τοῦ Κυρίου: «Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν, ἦλθεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. π πο κεθεν; π κε που θαυματουργώντας δέχετο συκοφαντίες, θεραπεύοντας κουεν βρεις, κα εεργετώντας ντιμετώπιζε τν πιστία. «Καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἐκ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγαζε λέγουσα: Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με». Χαναναία τὸ γυναικάριον, ἀλλὰ μὲ τὴν προαίρεσιν ἠρνήθη τὸ γένος της. Ἡ πίστις ἐνίκησε τὴν φύση. Κανείς, λέγει, πλέον ἂς μὴν κατηγορῆ τοὺς Χαναναίους. Ἡ γυναίκα αὐτὴ ἔλυσε τὰ ἐγκλήματα τῶν πατέρων της, γίνεται ἀρχὴ εὐσεβείας, κραυγάζοντας στοὺς εὐσεβεῖς: «Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με». Πόσες μυριάδες Ἰουδαίων ἐθεράπευσε ὁ Χριστὸς καὶ ἀντὶ εὐχαριστίας ἤκουσε: «Οὗτος πόθεν ἐστὶν οὐκ οἴδαμεν». Ἐνῶ μία ἄσημος γυναίκα Χαναναία καὶ πρὶν τὴν θεραπεία, μὲ ἀναπτερωμένην πίστη ἔφθασε σὲ ὕψος εὐαγγελιστοῦ. «Κύριε, υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησον μέ. Ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται». Πένθος ἐλεεινὸν καὶ θέαμα γιὰ τὴν μητέρα πιὸ πικρὸν καὶ ἀπὸ τὸν θάνατο. Δαιμόνιον πολεμοχαρὲς παλεύει μὲ τὴν κόρη, καὶ ὁ ἐχθρὸς παραμένοντας ἀόρατος, παρατάσσεται κατὰ τοῦ παιδιοῦ.
— Πῶς νὰ ἀναγγείλω τὸ δεινόν, πῶς νὰ κηρύξω τὸ πάθος; Δὲν ὑποφέρω νὰ τὴν βλέπω. Πηδᾶ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι, περιφέρεται στὴν πόλιν ἐκτείνοντας τὰ χέρια στὸν ἀέρα, μὲ βλέμμα ἀπλανὲς καὶ ἀκάλυπτα τὰ μαλλιά. Γιὰ καταγώγιον τοῦ δαίμονος τὸ ἐγέννησα τὸ παιδί μου; Παραβλέπει τὴν αἰσχύνην ἡ συμφορά, καὶ τὸ πάθος αἰχμαλώτισε τὴν φυσικὴν ἐντροπήν. Ἀφήνει κραυγὲς ποὺ προκαλοῦν τὸν φόβο. Τρέχει στὸν δρόμο, ἐλεεινῶς σιωπᾶ καὶ ἀκόμη χειρότερα ὁμιλεῖ. Δὲν ἔχει προθεσμίαν ἡ τιμωρία, καταναλώνονται οἱ νύκτες στὴν ἀγρυπνία. Εὑρίσκοντας δὲ τὶς ἡμέρες φοβερότερες ἀπὸ τὶς νύκτες, πηδᾶ ἀπὸ τὴν κλίνη καὶ ἀρχίζει νὰ διαλαλῆ τὴν συμφορά:
—Ἐλέησόν με, ποὺ μαστιγώνομαι ἀπὸ τὴν θυγατέρα μου. Ἐκείνης τὸ πάθημα, ἰδικός μου ὁ πόνος, ἐκείνην διαπομπεύει τὸ δαιμόνιον, ἡ φύσις ὅμως διὰ μέσου ἐκείνης γίνεται ὅπλον ἐναντίον μου. Ὁ δαίμων εἰσῆλθε στὴν θυγατέρα πολεμώντας τὴν μητέρα, σ’ ἐμένα ρίπτει τὰ βέλη διὰ μέσου αὐτῆς. Εἴθε νὰ μὴ μοῦ γεννοῦσε αὐτὴν τὴν κυοφορίαν ἡ φύσις! Νὰ ἐτελείωνε ἡ ζωή μου μὲ τὸν τοκετό. Θὰ ἦταν παρηγορία γιὰ τὸν θάνατον ὁ νόμος τῆς φύσεως. Ἐλέησόν μας.
.           «Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον». Ὢ φιλάνθρωπος σιωπὴ μὲ σχῆμα ἀπάνθρωπον! Ὢ σιωπὴ μεγαλόφωνος, ποὺ εἶναι κατήγορος τῶν Ἰουδαίων! Μὲ αὐτὴν ἔλεγε ὁ Σωτὴρ στοὺς Ἰουδαίους: Βλέπεις, Ἰουδαῖε, Χαναναίας εὐγένεια; Βλέπεις ἀπὸ ρίζα διαβεβλημένην καρπὸν ἐπαινετόν; Δν δέχθη τν Μωυσ γι νομοθέτη κα νεγνώρισε το Μωυσέως τν Δεσπότην. Δν γνωρίζει Προφτες κα πιστεύει σ’ ατν πο προφητεύθη. Καὶ σημεῖα δὲν εἶδε, καὶ τὸν ἀπόγονό του Δαυὶδ ὁμολόγησε. Τὸν Θεὸν τὸν ἠρνήθης ἔπειτα ἀπὸ τόσα θαύματα, καὶ αὐτὴ πρὶν ἰδεῖ θαῦμα τὸν ἐπίστευσε. Ἀλλὰ κοίτα ποὺ κλαίει καὶ ἐγὼ τὴν παραβλέπω πρὸς χάριν σου. Ἂν καὶ λυποῦμαι τὸ πένθος, ὅμως κρύβω τὸ ἔλεος. Φωνάζει σὰν ἐθνική, τὴν στέλλω σ’ ἐσὲ παίρνοντάς σου ἀπὸ πρὶν τὴν πρόφαση τῆς ἀπιστίας. Δὲν τὴν ἀπαλλάσσω ἀπὸ τὸ πάθος, γιὰ νὰ μὴ σοῦ προκαλέσω φθόνο. Συγκρατῶ τὴν θεραπεία, γιὰ νὰ μὴ σοῦ δώσω λαβὴν ἀπιστίας, γιὰ νὰ μὴ λέγω, κατηγορώντας σὰν ἄπιστος: τὴν Χαναναίαν ἐλεοῦσες; Γιατί ἐθεράπευες τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Μωυσέως; Κοίτα ποὺ τὴν ἀφήνω νὰ κλαίη, καὶ γιὰ νὰ τιμήσω ἐσέ, παραβλέπω μητέρα ποὺ τιμωρεῖται μὲ τὰ παθήματα τῆς κόρης!
.           «Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησον μέ. Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον». ναβολ τς θεραπείας, δοκιμασία τς πίστεως, χωνευτήριο τῆς προαιρέσεως τῆς γυναικός. Μᾶλλον ἡ σιωπὴ τοῦ Κυρίου γίνεται ἔπαινος στὴν Χαναναία. Μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ χορὸς τῶν Ἀποστόλων, μὴ γνωρίζοντας τὴν σοφία τῆς Δεσποτικῆς σιωπῆς, καὶ ἀδυνατώντας νὰ ὑποφέρη τὴν φωνὴ τῆς πονεμένης μητέρας, γίνεται μεσίτης πρὸς τὸν Σωτήρα, καὶ πρεσβεύουν γιὰ τὴν γυναίκα οἱ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ. Δέχονται αὐτοὶ τὶς ἱκεσίες της, καὶ παρακαλοῦν τὸν Κύριον: «Ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἠμῶν». Τί ἀπαντᾶ ἡ ἀνέκφραστος φιλανθρωπία, ἡ ἀπόρρητος σοφία; «Οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις».
.           Βαρυτέρα ἀπὸ τὴν σιωπὴν ἡ ἀπόκρισις. Ἀνάλογος ὅμως μὲ τὴν πίστιν τῆς Χαναναίας. Διότι ἂν δὲν ἦταν ἡ πίστις της μεγάλη, θὰ κατηγοροῦσε τὸν Σωτήρα γιὰ ἀπανθρωπίαν ἢ γιὰ ἀδυναμίαν, θὰ ἀπεμακρύνετο καὶ θὰ ἔλεγε: τί φοβερὰ ἀπανθρωπία! Δὲν μὲ ἐλυπήθη ποὺ κλαίω, δὲν ἐλέησε μητέρα ποὺ πληγώνεται μὲ τὰ παθήματα τῆς κόρης, δὲν ἐλέησε τὸ δράμα τῆς φύσεως. Ἱκέτευα καὶ μὲ ἀπεστρέφετο, ἐφώναζα καὶ μὲ ἀπέφευγε. Καὶ πρῶτα μὲν ἀπέκρουσε τὶς φωνές μου μὲ τὴν σιωπήν. Οὔτε ὅταν ἐφώναζα τὴν ὥρα ποὺ σιωποῦσε τὸν συνεκίνησα, τότε ποὺ εἶχα καλὲς ἐλπίδες γιὰ τὴν θεραπείαν, ὅταν τὸ πάθημά μου εὐρῆκε συνηγόρους, ὅταν προσδοκοῦσα φιλάνθρωπο λόγον, ὅταν ὀνειροπολοῦσα πὼς μόλις ὁμιλήσει θὰ ἀπαλλαγῆ ἡ θυγατέρα μου. Μὲ ἀνοικτὸ τὸ στόμα ἀνέμενα φωνὴν ποὺ θὰ φέρη τὴν ἄνεση. Καὶ τότε ὁμίλησε καὶ διέλυσε τὶς ἐλπίδες μου. Φορτωμένη μὲ λύπη φεύγω. Μοῦ πρόσθεσε συμφορὲς μὲ τὶς ὕβρεις του. Κυνάριο μὲ εἶπε μέσα σὲ τόσον κόσμο. Φαίνεται κι αὐτὸς δικαιώνει τὸν δαίμονα. Φαίνεται τῆς κόρης μου ἡ συμφορὰ ἐνίκησε κι αὐτοῦ τὴν δύναμη. Ἴσως μὲ τὶς ὕβρεις ἔκρυψε τὴν ὁμολογία τῆς ἥττας του. Ἕνα μόνον ἐκέρδισα ἀπὸ τὴν ἱκεσία μου. Ηὔξησα τοῦ δημίου τῆς κόρης μου τὴν ἀγανάκτησιν, ἄναψα τὸν θυμόν του μὲ τὰ λόγια ἐκείνου, ἔκαμα ἀγριότερον τὸν ἐχθρὸν τοῦ παιδιοῦ μου. Ἀλλὰ δὲν ὀλίσθησε σὲ παρομοίους λόγους, οὔτε μὲ τὶς ὕβρεις ἡ πίστις ἀτόνησε. Μεγάλη ἡ πίστις τῆς γυναικός, γι’ αὐτὸ καὶ ἐθησαυρίσθη στὰ Εὐαγγέλια. «Οὐκ ἔξεστιν βαλεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων τοῖς κυναρίοις». Αὐτὴ δὲ προσπαθώντας νὰ μεταπείση τὸν Δεσπότην ἔλεγε: Ναὶ Κύριε, παίρνω τὴν ὕβρη σὰν ὑπόσχεση θεραπείας. «Καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν». Μοῦ ἐγγυᾶται τὴν σωτηρίαν ἡ προσφώνησις τοῦ ζώου αὐτοῦ. Ἂς γίνη τὸ μέγεθος τῆς ὕβρεως μέτρον γι’ αὐτὸ ποὺ θὰ μοῦ δώσης. Κυνάριο μὲ ὀνόμασες. Σὰν κατοικίδιο θὰ ἀπολαύσω τὴν τράπεζα τοῦ Κυρίου μου. Ἔχει μερίδιον ἀπὸ τὰ ψίχουλα τῶν τέκνων καὶ τὸ κυνάριο. Δὲν ἁρπάζω τὸν ἄρτο, τὰ ψίχουλα ζητῶ. Δὲν πηδῶ ἐπάνω στὴν τράπεζα, αὐτὰ μοῦ φθάνουν. Δὲν ὁμιλῶ γιὰ ἀπόλαυσιν. Ἂς ἀπολαύση ὁ κληρονόμος σου ἐκεῖνο τὸ τραπέζι, ἂς πέση ὅμως ἀπὸ τὸ χέρι σου κάποιο ψίχουλο καὶ γιὰ ἐμᾶς. Ὢ πίστις! Ὢ σύνεσις! Ὢ εὐλάβεια Χαναναίας! Τί κάνει λοιπὸν ὁ Σωτήρ; Ἀποκαλύπτει τί ἔκρυβε ἡ σιωπή: «Ὢ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις»! Γι’ ατ νέβαλα τν χάρη, γι ν δείξω τν πίστη σου. Δν σιωποσα ς πάνθρωπος, λλ σύχαζα ς προγνώστης. Περίμενα ν φανε λη σου πίστις. θελα ν διδαχθον ο παρόντες τί μαργαρίτης κρύπτετο σ γυναίκα Χαναναία. Σοῦ ἀνοίγω ὅλο τὸ τραπέζι τῆς θεραπείας, καὶ σοῦ χαρίζω ὄχι σὰν σὲ κυνάριο τὰ ψίχουλα, ἀλλὰ ὡς θυγατέρα τὸν ἄρτον. Ἐσὺ μὲν ἐνίκησες μὲ τὴν πίστη τοὺς Ἰουδαίους, ἐγὼ δὲ μὲ τὴν δωρεὰ τὸ αἴτημά σου. «Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις». Γίνε σὺ ἰατρὸς τῆς κόρης σου, μέσα σου ἔχεις τῆς θεραπείας τὸ φάρμακο. Βάδιζε νικήτρια κατὰ τῶν Ἰουδαίων καὶ τοῦ δαίμονος. Λάβε ἔπαθλο τῆς πίστεως, τὴν θεραπεία τῆς φύσεως.
.           Ἂς ἀναζητήσωμε τὴν πίστη, τὸν στέφανον τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς ἀγαπήσωμε τὴν πίστη, τὴν ἀστραπὴ τῆς ὁποίας δὲν ὑποφέρουν οἱ δαίμονες. Τὴν πίστη, τὸ κεφάλαιον τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἂς ἀκούσωμε τὸν Παῦλο ποὺ φωνάζει: «Στήκετε ἐν τῇ πίστει». «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε», ὥστε νὰ ἀκούσωμε καὶ ἐμεῖς τὸν Δεσπότη νὰ μᾶς λέγη: «Γενηθήτω ὑμῖν ὡς θέλετε». Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώμων.

.           Ἀμήν.

Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς



 ΠΗΓΗ:  «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ» (orp.gr/?p=325)

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΣΜΟ (Κυρ. ϛ´ Λουκ.)

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ϛ´ ΛΟΥΚΑ
Λουκ. (η΄ 27–39)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὑπήντησεν τῷ Ἰησοῦ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μνήμασιν. Ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. Παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. Πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. Ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; Ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· Καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. Ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. Ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη.
Ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. Ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ᾿ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. Ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν.
Ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ᾿ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. Καὶ ἀπῆλθε καθ᾿ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.

Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική:
Τὸν καιρό ἐκεῖνο, συνήντησε τὸν Ἰησοῦν κάποιος ἀπὸ τὴν πόλιν, ὁ ὁποῖος εἶχε δαιμόνια ἀπὸ πολλὰ χρόνια· δὲν ἤτανε ντυμένος καὶ δὲν ἔμενε σὲ σπίτι ἀλλὰ εἰς τὰ μνήματα. Ὅταν εἶδε τὸν Ἰησοῦν, ἔκραξε καὶ ἔπεσε εἰς τὰ πόδια του καὶ μὲ δυνατὴν φωνὴν εἶπε, «Τί ἐπεμβαίνεις σ’ ἐμέ, Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου; Σὲ παρακαλῶ μὴ μὲ βασανίσῃς». Διότι ὁ Ἰησοῦς εἶχε διατάξει τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον νὰ βγῇ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον. Πολλὲς φορὲς τὸν ἔπιανε καὶ τότε τὸν ἔδεναν μὲ ἁλυσίδες καὶ χειροπέδες καὶ τὸν ἐφύλαγαν. Αὐτὸς ὅμως ἔσπαζε τὰ δεσμὰ καὶ ἐφέρετο ἀπὸ τὸ δαιμόνιον εἰς τὰς ἐρήμους. Τὸν ἐρώτησε δὲ ὁ Ἰησοῦς, «Ποιό εἶναι τὸ ὄνομά σου;» Ἐκεῖνος δὲ εἶπε, «Λεγεών», διότι εἶχαν μπῆ πολλὰ δαιμόνια μέσα του, καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ μὴ τὰ διατάξῃ νὰ πᾶνε εἰς τὴν ἄβυσσον. Ὑπῆρχε δὲ ἐκεῖ μία ἀγέλη ἀπὸ χοίρους ποὺ ἔβοσκε εἰς τὸ βουνό. Καὶ τὸν παρεκάλεσαν νὰ τοὺς ἐπιτρέψῃ νὰ μποῦν εἰς ἐκείνους. Καὶ τοὺς τὸ ἐπέτρεψε. Ἐβγῆκαν τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, ἐμπῆκαν εἰς τοὺς χοίρους καὶ ὥρμησε ἡ ἀγέλη πρὸς τὸν κρημνὸν καὶ ἔπεσε εἰς τὴν λίμνην καὶ ἐπνίγηκε.
Ὅταν οἱ βοσκοὶ εἶδαν τί συνέβη, ἔφυγαν καὶ τὸ ἀνήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τὴν ὕπαιθρον. Ἐβγῆκαν δὲ μερικοί νὰ ἰδοῦν τὸ γεγονὸς καὶ ἦλθαν εἰς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὑρῆκαν τὸν ἄνθρωπον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον εἶχαν βγῆ τὰ δαιμόνια, νὰ κάθεται κοντὰ στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ, ντυμένος καὶ σωφρονισμένος, καὶ ἐφοβήθηκαν. Αὐτόπται μάρτυρες ἐπίσης τοὺς εἶπαν πῶς ἐθεραπεύθηκε ὁ δαιμονισμένος. Τότε ὅλος ὁ πληθυσμὸς τῆς περιοχῆς τῶν Γαδαρηνῶν τὸν παρεκάλεσε νὰ φύγῃ ἀπ’ αὐτούς, διότι κατείχοντο ἀπὸ φόβον μεγάλον. Αὐτὸς τότε ἐμπῆκε εἰς τὸ πλοιάριον καὶ ἐπέστρεψε.
Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν ὁποῖον εἶχαν βγῆ τὰ δαιμόνια, παρεκάλεσε νὰ μείνῃ μαζί του, ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε νὰ φύγῃ μὲ τὰ ἑξῆς λόγια, «Γύρισε εἰς τὸ σπίτι σου καὶ διηγοῦ ὅσα σοῦ ἔκαμε ὁ Θεός». Καὶ ἔφυγε καὶ ἔλεγε εἰς ὅλην τὴν πόλιν ὅσα τοῦ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς.

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΣΜΟ
«Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεὸς»

.       Ὁ Κύριος Ἰησοῦς μὲ τὴν παντοδύναμη ἐξουσία του ἐλευθέρωσε τὸν ταλαίπωρο δαιμονισμένο τῶν Γαδαρηνῶν ἀπὸ τὴν τυραννικὴ κυριαρχία τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Τώρα ὁ πρώην δαιμονισμένος κάθεται ἤρεμος καὶ γαλήνιος δίπλα στὸ μεγάλο του Εὐεργέτη. Δὲν θέλει νὰ Τὸν ἀποχωριστεῖ, ἐπιθυμεῖ νὰ Τὸν ἀκολουθεῖ παντοῦ, ὅμως ὁ Κύριος τοῦ ὑποδεικνύει κάτι διαφορετικό: «Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός», τοῦ λέει. Νὰ ἐπιστρέψεις πίσω στὸ σπίτι σου καὶ νὰ διηγεῖσαι ὅσα θαυμαστὰ σοῦ ἔκανε ὁ Θεός. Αὐτὸ εἶναι τὸ δικό σου χρέος: νὰ μιλᾶς γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ ἔζησες· νὰ δίνεις τὴν δική σου μαρτυρία γιὰ τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ.
.         Παρόμοιο καὶ τὸ δικό μας χρέος. Νὰ δίνουμε μαρτυρία πίστεως μέσα στὸν ἀλλοπρόσαλλο κόσμο μας. Ἂς δοῦμε λοιπὸν πιὸ συγκεκριμένα: Ποιὰ εἶναι ἡ μαρτυρία ποὺ καλούμαστε νὰ δίνουμε γύρω μας καὶ κατὰ πόσο εἶναι ἐφικτὸ νὰ ἀνταποκριθοῦμε στὸ χρέος μας αὐτό;

1.  Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ 

.         Ἡ μαρτυρία τοῦ χριστιανοῦ μέσα στὸν κόσμο εἶναι μαρτυρία λόγου καὶ ζωῆς. Μαρτυρία λόγου, διότι ὁ χριστιανός, σύμφωνα μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Πέτρου, ὀφείλει νὰ εἶναι πάντοτε «ἕτοιμος πρὸς ἀπολογίαν» καὶ νὰ ὑπερασπίζεται τὶς ἀλήθειες τῆς Πίστεως «μετὰ πραΰτητος καὶ φόβου», δηλαδὴ μὲ πνεῦμα πραότητος καὶ μὲ φόβο Θεοῦ (Α´ Πέτρ. γ´ 15). Μαρτυρία λόγου. Νὰ μὴ διστάζει δηλαδὴ νὰ ὁμολογεῖ τὸν Κύριο ὡς τὸν μεγάλο Εὐεργέτη του, τὸν προσωπικὸ Σωτήρα καὶ Λυτρωτή του. Εἶναι κι αὐτὸ δυνατὴ μαρτυρία. Αὐθόρμητη κίνηση τῆς ψυχῆς ποὺ αἰσθάνεται πλημμυρισμένη ἀπὸ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὶς ἀνεκτίμητες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ.
.         Παράλληλα ὅμως ὁ χριστιανὸς ὀφείλει νὰ δίνει καὶ μαρτυρία ζωῆς. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ζεῖ ἀποτελεῖ ἕνα καθημερινὸ κήρυγμα μὲ πολλοὺς ἀποδέκτες. Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, καθὼς τὸν παρατηροῦν, τὸν θαυμάζουν γιὰ τὴν ψυχική του Ἰσορροπία, γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα του στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ἀγάπη ποὺ ἐκδηλώνει πρὸς ὅλους ἀδιακρίτως, γιὰ τὴν ὑπομονὴ στὶς δυσκολίες, γιὰ τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς του νὰ συγχωρεῖ ἀκόμη κι αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀδικοῦν… Ἡ ὅλη ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ ὀφείλει νὰ ἀποτελεῖ ἔμπρακτη ἀπόδειξη ὅτι ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἐφαρμόζεται καὶ εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐξασφαλίζει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἀληθινὴ εὐτυχία.
.           Εἶναι ὅμως αὐτὸ ἐφικτὸ νὰ πραγματοποιηθεῖ στὴν ἐποχή μας;

2. ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ

.         Εἶναι ἐφαρμόσιμη ἡ μαρτυρία ὑπὲρ τῆς Πίστεώς μας; Μερικοὶ ἀπογοητεύονται, καθὼς βλέπουν τὸ ρεῦμα τοῦ κακοῦ νὰ κατακλύζει τὰ πάντα μὲ ὁρμή. «Τί μπορεῖ νὰ κάνει ἕνας χριστιανός, ὅταν εἶναι μόνος του;», ἀναρωτιοῦνται. «Τί νόημα ἔχει νὰ πηγαίνεις ἀντίθετα στὸ ρεῦμα;»
.           Κάτι ἀνάλογο θὰ μποροῦσε νὰ σκεφθεῖ καὶ ὁ πρώην δαιμονισμένος, ὅταν ὁ Κύριος τοῦ ὑπέδειξε νὰ γυρίσει στὴν πατρίδα του γιὰ νὰ διηγεῖται τὸ θαῦμα ποὺ ἔζησε. Νὰ γυρίσει, ἀλλὰ ποῦ;… Στὴν χώρα τῶν Γαδαρηνῶν ποὺ ἔδιωξαν τὸν Χριστό! Νὰ μιλήσει σὲ ποιούς;… Στοὺς συμπατριῶτες του οἱ ὁποῖοι ἀντὶ νὰ χαροῦν γιὰ τὴν ἀπαλλαγή τους ἀπὸ τὴν τρομοκρατία τῶν δαιμόνων, στενοχωρήθηκαν γιὰ τὴν οἰκονομικὴ ζημία ἀπὸ τὸν πνιγμὸ τῶν χοίρων καὶ ζήτησαν ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ φύγει μακριὰ ἀπὸ τὸν τόπο τους; Παρ’ ὅλα αὐτά, ἔκανε αὐτὸ ποὺ τοῦ ζήτησε ὁ Χριστός. «Καὶ ἀπῆλθε καθ’ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς». Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔγινε ἱεραπόστολος μέσα στὴν ἴδια τὴν πατρίδα του. Μιὰ ζωντανὴ μαρτυρία καὶ ἀπόδειξη τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ.
.          Δὲν γνωρίζουμε τὰ ἀποτελέσματα ἀπὸ τὴν παρουσία καὶ δράση του ἀνάμεσα στοὺς Γαδαρηνούς. Ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζουμε εἶναι ὅτι στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἔχουμε πάμπολλα παραδείγματα ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι, ἂν καὶ ἐργάστηκαν μόνοι τους, ἐπειδὴ εἶχαν σύμμαχο τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν θαυμαστὰ ἀποτελέσματα. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἐπίσκοπος Νεοκαισαρείας (213-270 μ.Χ.), ὅταν ἐγκαταστάθηκε στὴν ἐπισκοπική του περιφέρεια, βρῆκε μόνο 17 χριστιανούς. Ὅλοι οἱ ἄλλοι ἦταν εἰδωλολάτρες. Ἐργάστηκε μὲ ζῆλο καὶ αὐταπάρνηση καὶ κατόρθωσε νὰ μεταστρέψει σχεδὸν ὅλη τὴν πόλη στὴν χριστιανικὴ πίστη. Ὅταν ἀπεβίωσε, στὴν περιοχή του εἶχαν μείνει μόλις 17 εἰδωλολάτρες. Ἂς μὴν ἀπογοητευόμαστε λοιπόν. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἔλεγε ὅτι ἀρκεῖ ἕνας ἄνθρωπος «ζήλῳ πεπυρωμένος» γιὰ νὰ διορθώσει ὁλόκληρη πόλη!

.          «Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός». Τὸ κάλεσμα τοῦ Κυρίου ἀκούγεται σήμερα περισσότερο ἐπίκαιρο παρὰ ποτέ. Εἶναι ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ δώσουμε μαρτυρία Χριστοῦ μέσα στὸ σύγχρονο κόσμο. Σ’ ἕνα κόσμο ποὺ μοιάζει μ’ ἐκεῖνον τῶν Γαδαρηνῶν. Διότι καὶ σήμερα ἐπιχειροῦν πολλοὶ νὰ διώξουν τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὴν ζωή τους, ἀπὸ τὴν οἰκογένεια, τὸ σχολεῖο, τὴν κοινωνία… Ἂς μὴν καταθέσουμε τὰ ὅπλα. Ἂς ὁμολογοῦμε μὲ θάρρος αὐτὰ ποὺ πιστεύουμε κι αὐτὰ ποὺ ζοῦμε… Ἡ ἐποχή μας ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ θὰ δίνουν μὲ ἐνθουσιασμὸ μαρτυρία Χριστοῦ!

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2031, 15.10.2011
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , ,

Σχολιάστε