Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Θεοτόκος

«ΙΔΟΥ, ΣΗΜΕΡΑ ΒΛΕΠΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΓΙΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΧΡΟΝΙΑ ΕΠΙΘΥΜΟΥΣΕ»

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο:

Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου
ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ
ΕΙΣ ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤOΚΟΥ
ἐκδ. «Ἔρεισμα» (Ἱ. Μ. Χρυσοποδαριτίσσης Πατρῶν),
σειρὰ: “Κολλυβαδικὴ Γραμματεία-1”,
Ἀθῆναι, Nοέμβριος 2018

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ.»

.                   […] Ἔμεινε λοιπὸν ὅλη ἡ αἰσθητὴ κτίσις δουλεύουσα εἰς τὴν φθοράν, καὶ μάλιστα ὅλον τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων μακρὰν ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, πέντε ἥμισυ χιλιάδας χρόνων, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ ποτε νὰ λάβῃ κᾀμμίαν ἐλπίδα ἐπιστροφῆς τε καὶ ἀνακλήσεως. Δὲν ἔπαυσεν ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸ νὰ προσκαλῇ τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐπιστραφοῦν πρὸς τοῦ λόγου Του δίδωντας νόμον, ἀποστέλλων προφήτας. Καὶ ποτὲ μὲν μὲ τὸν ἕνα ἐφώναζεν· «ἐπιστράφητε πρός με, καὶ ἐπιστραφήσομαι πρὸς ὑμᾶς», ποτὲ δὲ μὲ τὸν ἄλλον τοὺς ἐφοβέριζεν, ὅτι ἂν δὲν ἐπιστραφοῦν εἰς τοῦ λόγου Του, θέλει ἀκονήσει τὴν μάχαιράν Του ἐναντίον τους, καὶ θέλει τεντώσει τὸ τόξον Του διὰ νὰ τοὺς τοξεύσῃ· «ἐὰν μὴ ἐπιστραφῆτε, τὴν ῥομφαίαν αὑτοῦ στιλβώσει, τὸ τόξον αὑτοῦ ἐνέτεινε καὶ ἡτοίμασεν αὐτό, καὶ ἐν αὐτῷ ἡτοίμασε σκεύη θανάτου» –ἀλλὰ εἰς μάτην ὅλα τοῦτα ἐγίνοντο. Ὁ κόσμος δὲν ἤθελε νὰ ἐπιστραφῇ καὶ νὰ γυρίσῃ ὀπίσω ἀπὸ ἐκεῖ, ὁποῦ ἔπεσεν. Ὄχι· ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἐκαρτέρει νὰ ἐπιστραφῇ πρῶτον ἡ ἄκρα του, ἡ γυνὴ δηλαδή, καὶ τότε μὲ αὐτὴν νὰ ἐπιστραφῇ καὶ αὐτός, καθὼς καὶ μὲ αὐτὴν ἔπεσε πρότερον εἰς τὸν θάνατον.
.                   Καὶ ἰδού, ἰδοὺ σήμερον βλέπει ὁ κόσμος ἐκεῖνο ὁποῦ εἰς τοσούτων χιλιάδων χρόνων διάστημα ἐπεθύμησεν. Ἰδοὺ ὁποῦ ἀπολαμβάνει ἐκεῖνο, ὁποῦ παλαιὰ ἐκαρτεροῦσε νὰ ἀπολαύσῃ. Ἰδού, λέγω, βλέπει σήμερον τὴν γυναῖκα, τὴν ἄκραν τὴν ἐδικήν του, ἤτοι τὴν Κυρίαν ἡμῶν Θεοτόκον, μέσα ἀκόμη ἀπὸ τὰ βρεφικὰ σπάργανα, ἀκόμη σχεδὸν ἔχουσαν εἰς τὸ στόμα τὸ μητρικὸν βυζί, τριῶν χρόνων βρεφύλλιον, νὰ παραιτῇ γονεῖς, συγγενεῖς, συνηλικιώτισσας, κάθε ἡδονὴν καὶ προσπάθειαν, καὶ νὰ ἐπιστρέφῃ μὲ ὅλην της τὴν ψυχὴν καὶ καρδίαν πρὸς τὸν Θεόν. Ἰδοὺ βλέπει ταύτην νὰ καταφρονῇ μητρικὰς ἀγκάλας καὶ πατρικὸν οἶκον, καὶ ὁλοπρόθυμος νὰ τρέχῃ, καθάπερ διψῶσα ἔλαφος, μέσα εἰς τὰς ἀγκάλας τοῦ Θεοῦ· καὶ νὰ μένῃ μέσα εἰς τὸν θεῖον ναὸν δώδεκα ὁλοκλήρους χρόνους, χωρὶς κᾀμμίαν συντροφίαν ἢ παρηγορίαν ἄλλου τινός. Καὶ διὰ νὰ εἰπῶ μὲ συντομίαν, ἰδοὺ βλέπει ταύτην ὅλος ὁ κόσμος νὰ καταφρονῇ μὲν τὴν εἰς τὰ ἔξω καὶ τὰ αἰσθητὰ εὐθεῖαν κίνησιν τοῦ νοός, νὰ καταγίνεται δὲ ὅλως διόλου μέσα εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, εἰς τὸ νὰ ἐπιστρέψῃ τὸν νοῦν της εἰς τὸν ἑαυτόν του μὲ τὴν κυκλικὴν κίνησιν, καὶ μὲ τὴν ἐπιστροφὴν αὐτὴν νὰ ἀναβαίνῃ μὲν ἐπάνω ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη καὶ τὰς φαντασίας τῶν ὑλικῶν, νὰ ἑνόνεται δὲ μὲ τὸν Θεόν καί, διὰ μέσου τῆς ἑνώσεως ταύτης, νὰ ἀξιωθῇ νὰ γένῃ κατοικητήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος, ναὸς ἔμψυχος τῆς Θεότητος, ὄχημα πυρίμορφον, βασιλικὸς θάλαμος καί, τὸ μεγαλίτερον, νὰ ἀξιωθῇ νὰ γένῃ, εἰς ὅλον τὸ ὕστερον, καὶ Μήτηρ ἀληθὴς τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.

βλ. σχετ.: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤOΚΟΥ (Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου) «Εἶναι ἀδύνατον ἡ θεία χάρις νὰ προσεγγίσῃ τὸ ψευδές, τὸ πλαστὸν προσωπεῖον τοῦ συναισθηματικῶς πεφορτισμένου ἀνθρώπου».

, ,

Σχολιάστε

Η ΜΗΤΗΡ τῆς ΖΩΗΣ καὶ τὸ «ΠΡΟΣΩΠΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»

Η ΜΗΤΗΡ τῆς ΖΩΗΣ καὶ τὸ «ΠΡΟΣΩΠΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»
Γράφει ὁ Ἱερομόναχος Μάξιμος Λαυριώτης
ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος»,
ἀρ. τ. 2271/09.08.19

.           Ἡ συνάντηση τῆς Παναγίας μὲ τὸν θάνατο εἶναι ἕνα ἐξαιρετικὰ σημαντικὸ ἐπεισόδιο, ποὺ ἀφορᾶ ἀπόλυτα τὴν ζωή μας. Εἶναι γνωστό, πώς ἐπίκεντρο τῆς χριστιανικῆς διδαχῆς ἀποτελεῖ ἡ συνάντηση τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ Της μὲ τὸ θάνατο, συνάντηση ἀπ’ ὅπου ἐπήγασε ἡ ἀνάσταση τῶν θνητῶν.
.           Ἀλλὰ δὲν εἶναι λιγώτερο σπουδαία καὶ ἡ μητρικὴ ἀναμέτρηση μὲ τὸν ἔσχατο ἐχθρό τῆς ἀνθρωπότητος. Ὄχι μόνο γιατί προδίδει συγκλονιστικὲς διαστάσεις στὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου, ποὺ ἔφερε σὲ πέρας ὁ Χριστός, κατὰ μοναδικὸ καὶ ἀνυπέρβλητο τρόπο, ἀλλὰ καὶ γιατί ἡ Θεοτόκος ἀντιμετωπίζει τὴν πρόκληση τοῦ θανάτου μὲ ἄκρα ταπείνωση, ἐγκαρτέρηση καὶ αὐτοεγκατάλειψη στὸν Θεό, παρότι δικαιοῦται νὰ μὴ πεθάνη, ἀφοῦ ὑπάρχει «Μήτηρ τῆς Ζωῆς».
.           Πράγματι, κατὰ τὴν χριστιανικὴ θεώρηση, ὁ θάνατος εἶναι ἡ ἐσχάτη συνέπεια τῆς ἁμαρτωλότητος τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἀδυναμίας του νὰ διατηρηθῆ στὴν τροχιά, στὴν ὁποία ἐξ ἀρχῆς ὁ Θεὸς τὸν ἔθεσε.
.           Καὶ ὁ μὲν Θεάνθρωπος Υἱὸς τῆς Παρθένου ἐνήργησε τὸν θάνατο στὴν ἀνθρώπινη φύση Του ἑκούσια καὶ θαυματουργικὰ πρὸς χάριν μας, ἡ δὲ μητέρα Του τὸν ὑπέστη ἀδιαμαρτύρητα καὶ εἰρηνικά, γιὰ νὰ καταστήσει ἀναμφισβήτητη τόσο τὴν πεπτωκυία ἀνθρωπίνη Της προέλευση ὅσο καὶ τὴν «οἰκονομικὴ» μετάδοση τῆς θνητότητος στὸν Θεάνθρωπο Υἱό Της. Ἀλλ’ ὁ θάνατος καὶ ἡ θνητότητα ποὺ χαρακτηρίζουν τόσο ἀποφασιστικὰ τὴν ἀνθρώπινη ταυτότητα δὲν εἶναι, ἁπλῶς καὶ μόνο, στιγμιαῖες διαδικασίες μὲ τὶς ὁποῖες τελειώνει ἡ ἐπίγεια  ζωή μας ἢ καταστρέφεται ἀνεπανόρθωτα τὸ σῶμα μας, παρέχοντας ἔστι τὴν δυνατότητα ν’ ἀπομακρυνθῆ ἀπ’ αὐτὸ ἡ ψυχή μας.
.           Εἶναι στίγματα παραμόνιμα, ἀρρώστια θεμελιακή, ποὺ προσβάλλει τὸ εἶναι μας ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς σύστασής του καὶ μᾶς παρακολουθεῖ ἀναπόδραστα μέχρι τὴν τελικὴ φάση φθορᾶς καὶ ἀποσύνθεσης, ποὺ ὅλοι γνωρίζουμε.
.           Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται τὸ μεγαλεῖο τῆς Παναγίας. Μολονότι εἶχε κάθε δικαίωμα -λόγῳ τῆς μοναδικῆς μετοχῆς Της στὴν ἐνανθρώπηση τοῦ ἀθανάτου Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ζωηφόρο ἐπαφὴ Του μαζί Της – νὰ ὑπερβῆ ἔγκαιρα τὴν θνητότητα καὶ τὶς φρικτὲς συνέπειές της, θέλησε νὰ ὑποστῆ κατὰ φύσιν τὴν κοινὴ μοῖρα, παρὰ νὰ τὴν ἀποφύγη. Καὶ ἦταν ἐξαίσια σοφὴ καὶ ἀπόλυτα ὀρθὴ αὐτὴ ἡ στάση Της. Γιατί, πῶς θὰ γινόταν ποτὲ πιστευτό, ὅτι μετέδωσε πράγματι θνητότητα στὸν Θεό, ἂν παρουσιαζόταν ἡ ἴδια ἀπροσμάχητη ἀπ’ αὐτήν; Ἔμεινε, ὅμως, παρ’ ὅλ’ αὐτὰ ἐντελῶς ἀνέγγιχτη ἀπ’ ὅλες ἐκεῖνες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς θνητότητος, ποὺ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὴ δυνατότητα ν’ ἀποφύγουν καί, ἐν τούτοις, ἐλάχιστοι μόνο τολμοῦν ν’ ἀποποιηθοῦν.
.           Ἂν δηλαδὴ ἡ θνητότητα εἶναι σύμφυτη μὲ τὴν βιολογική μας σύσταση, τότε ἐντελῶς φυσιολογικά, ἡ καταλυτικὴ παρουσία της δὲν μπορεῖ, παρὰ νὰ διαφαίνεται σ’ ὅλες τὶς φάσεις τῆς ζωῆς μας καὶ ὄχι μόνο στὴν τελική. Μ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια ἀκριβῶς, καὶ τὸ σκίρτημα τοῦ βρέφους καὶ τὸ παιχνίδι τοῦ παιδιοῦ καὶ τ’ ὄνειρο τοῦ ἐφήβου καὶ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ὥριμου καὶ τὸ ἐπίτευγμα τοῦ κάθε καλλιτέχνη καὶ κάθε πτυχὴ κρυφὴ ἢ φανερὴ ἀπ’ ὅσα συνιστοῦν τὸν «πολιτισμό» μας, δὲν εἶναι τίποτ’ ἄλλο, παρὰ φανέρωση αὐτῆς τῆς ἀρρώστιας μας, ἀποκάλυψη τῆς πρωταρχικῆς καὶ ἀνίατης πληγῆς μας.
.           Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, ἡ Παναγία μητέρα ἔζησε τόσο ἀνεπαίσθητο καὶ ἀθόρυβο βίο ἐπὶ γῆς, ἐπειδὴ ἦταν ἀμέτοχη καὶ ἀπρόσβλητη ἀπ’ τὰ πάθη μας. Καὶ πέθανε χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἀντίσταση στὸ θάνατο, γιατί ἤξερε ὅτι θὰ μείνει γιὰ πάντα ζωντανὴ καὶ μητέρα τῆς Ζωῆς. Δὲν ἔγιναν ποτὲ γνωστὰ τὰ βρεφικὰ σκιρτήματά Της, οὔτε ἀκουστὰ τὰ παιδικὰ παιχνίδια Της. Κανεὶς δὲν ἔμαθε τὰ ἐφηβικὰ ὄνειρά Της – ἀφοῦ ἡ ἄκτιστη πραγματικότητα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ποὺ τὴν κατέκλυζε ἀπὸ πολὺ ἐνωρὶς στὸν βίο τοῦτο, τὰ καθιστοῦσε ὅλ’ αὐτὰ ἀχρείαστα καὶ ἀνύπαρκτα. Δὲν ἀναδείχθηκε ποτὲ σὲ κάποιο ἐπάγγελμα, σὲ κάποια ἐπίδοση, στὰ γράμματα ἢ στὶς Τέχνες. Καὶ ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ἀπέχοντας, φανέρωσε περίτρανα, μὲ πειστικὸ καὶ ἄφατο τρόπο, πόσο ἀπρόσιτη παρέμεινε ἀπ’ τὴν δική μας τὴν ἀνθρώπινη ἀρρώστια, τὴν ἀνίατη… Γι’ αὐτὸ καὶ φεύγοντας ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦ­το διακριτικὰ μὲ τὴν μυστικὴ καὶ ἄρρητη, ἀλλὰ  πρα­γματικὴ Κοίμησή Της, ὁλοκλήρωσε τὸ μέγα μάθημα, ποὺ ἡ σιωπὴ ὁλόκληρης τῆς ἐπίγειας ζωῆς Της ἀπάρτισε γιὰ χάρη μας: Ἡ ἀφάνεια εἶναι τὸ φάρμακο γιὰ τὴ δική μας τὴν ἀσθένεια. Ἀφάνεια, ὄχι κενὴ καὶ ἄλογη, ἀλλὰ μεστὴ ἀπὸ πίστη στὸν Ἀναστάντα Λόγο τῆς Ζωῆς, στὸν Υἱὸ καὶ Θεό της, ποὺ παρέλαβε μαζί Του ὄχι μόνο τὸ πνεῦμα, μὰ καὶ τὸ σῶμα τῆς Μητέρας καὶ δούλης Του, Ἐκείνης ποὺ δὲν ἀντέστη ποτὲ στὸ θέλημά Του…

*  *  *

.           Ἂν ὅμως ὁ προσωπικὸς καὶ κοινωνικὸς ἀφανισμὸς ἀποτελεῖ ἀπαραίτητα προϋπόθεση σωτηρίας, ἂν ἡ «μέχρι θανάτου» ἐξαφάνιση ἀπὸ κάθε εἴδους «πνευματικὸ» ἢ «πολιτιστικὸ» ἢ «ἐπιστημονικὸ» προσκήνιο εἶναι ἡ Ὁδὸς καὶ ἡ Ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωή γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς κάθε ἐποχῆς, κι ἂν αὐτὸ εἶναι τὸ σιωπηρὸ μήνυμα ποὺ ἡ Θεοτόκος διατράνωσε γιὰ χάρη μας, τόσο μὲ τὴν ἀνεπαίσθητη διέλευσή Της ἀπὸ τὸν παρόντα βίο, ὅσο καὶ μὲ τὴν αὐτομολία Της στὸν θάνατο, τί γίνεται σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση ἡ «ἐλευθερία τοῦ προσώπου», ποὺ στὶς μέρες μας ὑμνεῖται περισσότερο κι ἀπ’ τὴν Πανύμνητο Μητέρα; Πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ θέλη ὁλόψυχα τὸν Θεό, νὰ μὴ ἀνθίσταται ποτὲ στὸ θέλημά Του, νὰ ἐξαφανίζη ἀκατάπαυστα τὸ εἶναι Του σὲ ἀπύθμενα βάθη αὐταπαρνήσεως καὶ ἐν τούτοις νὰ μένη ἐλεύθερος καὶ ἀσυμβίβαστος πρὸς κάθε ἐφήμερη συμβατικότητα; Πῶς κατέστη δυνατόν, εἰδικώτερα γιὰ τὴν Θεοτόκο, τὸ νὰ παραμένη τόσο ἀφανής, ἀδρανής, καὶ ἀσήμαντη καθ’ ὅλη τὴν ἐπίγεια ζωή της καὶ συνάμα τόσο ἐνεργὸς καὶ δραστήρια στὴν συνεργία Της μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ στὴν ἑκούσια παράδοσή Της στὸν θάνατο;
.           Τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ κανονικὰ δὲν θὰ ὑπῆρχε κἄν ἐνδεχόμενο νὰ τίθενται, ἂν ἡ περὶ «προσώπου» καὶ «ἐλευθερία» ἀντίληψη τῶν συγχρόνων «Χριστιανῶν» καὶ «θεολόγων» συνέπιπτε μὲ ἐκείνην τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
.           Πράγματι κατὰ τὴν ὀρθόδοξη ἀντίληψη, ἡ ἐλευθερία εἶναι συνάρτηση τῆς φύσεως, καὶ ἰδιαίτατα «πάσης λογικῆς φύσεως» καὶ γιὰ τοῦτο παντελῶς ἄσχετη τόσο μὲ τὸ «πρόσωπο» ὅσο καὶ μὲ τὴν ἁμαρτία, ἡ ὁποία εἶναι πάντοτε προσωπικὴ ἐπιλογή. «Οὐ γὰρ ἔχομεν πρὸς γένεσιν κακίας φυσικὴν δύναμιν», ἀλλὰ «πάσχομεν παρὰ φύσιν, γνώμῃ κατὰ σύμβασιν τὴν κακίαν», διακηρύσσουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἁμαρτάνουμε μόνον ὡς πρόσωπο, ὡς μοναδικὲς καὶ ἀνεπανάληπτες ἑτερότητες, ποὺ ἀποκλίνουν γνωμικῶς ἀπὸ τὴν κοινότητα τῆς φύσεως καὶ πάσχουν ἔτσι ἀναπόφευκτα τὴν κακία, ἀφοῦ ἡ γνώμη εἶναι πάντοτε «προσώπου ἀφοριστική», προσδιορίζει πρόσωπα, ὄχι φύσεις. Ἡ Παν­αγία παρέμεινε ἀπρόσβλητη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀκόμη καὶ πρὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν ἐγκατέλειψε ποτὲ τὴν κοινότητα τῆς φύσεως, γιὰ νὰ ἰδιοποιηθῆ γνωμικῶς ὁποιαδήποτε προσωπικὴ ἐπιλογὴ ἢ κλίση, ἐπίδοση ἢ ὁρμέμφυτη ἕλξη. Αὐτὸ δὲν σημαίνει καθόλου ὅτι εἶχε ὑποβαθμίσει τὴν προσωπικότητά Της ἢ τὴν γνώμη Της στὴν προσπάθειά της νὰ συμμορφωθῆ ἀπόλυτα πρὸς τὶς συνθῆκες τῆς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργημένης φύσεώς Της. Σημαίνει μόνον ὅτι δὲν ἀνέχθηκε ποτὲ καμμία μὴ φυσικὴ ἐπέμβαση πάνω στὴν ἀνθρώπινη φύση Της, γιατί ἔβλεπε καθαρὰ πώς κάθε τέτοια ἐπέμβαση θὰ ἀπέτρεπε τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀπ’ τὸ νὰ κινῆται ἀταλάντευτη καὶ μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια πάνω στὴν τροχιὰ ποὺ ὁ Δημιουργὸς αὐτῆς τῆς φύσεως εἶχε ἀνέκαθεν καθορίσει, δημιουργώντας τὴν φύση – αὐτὴν καὶ μόνον – κατ’ εἰκόνα Του. Γιατί αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἐλευθερία τῆς φύσεως:  ἡ ἀπρόσκοπτη φυσική της φορά πρὸς τὸν Δημιουργό της· ὄχι ἡ ἱκανότητά της νὰ ἐπιλέγη, ἀλλ’ ἡ δυνατότητά της νὰ ὑπερβαίνη ὅλα τὰ διλήμματα, σὰν ἀποτέλεσμα τῆς ἀκατάσχετης ὁρμῆς της πρὸς ἕνα σταθερὸ καὶ ἀμετάκλητο προορισμό, πρὸς «τὸ μακάριον, δι’ ὅ τὰ πάντα συνέστησαν, τέλος».
.           Τὸ νὰ μείνη κανεὶς πιστὰ προσηλωμένος στὸν κατὰ φύσιν προορισμό του, τὸ ν’ ἀτενίζη καὶ νὰ προσδοκᾷ ἀκράδαντα τὸ «τέλος» του, ἔχει σὰν ἄμεση καὶ μόνιμη συνέπεια τὴν παντελῆ ἀναμαρτησία: «Ἁμαρτίας δὲ ἀποχή, φύσεώς ἐστιν ἔργον» τονίζουν οἱ μεγάλοι τῆς Ἐκκλησίας Διδάσκαλοι.
.           Ἂν ὁ ἄνθρωπος ἦταν μόνον «φύσις», ἡ πτῶσις του στὴν ἁμαρτία θἆταν ἐντελῶς ἀδύνατη. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι μόνον φύσις ἀλλὰ διαθέτει καὶ «τρόπον ὑπάρξεως», γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τραπῆ καὶ νὰ σφάλη καὶ ν’ ἀποτύχη τοῦ μακαρίου «τέλους» του. Τὸ ὅτι «οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος ὃς ζήσεται καὶ οὐχ ἁμαρτήσει» δὲν ὀφείλεται στὴν ἀνθρώπινη φύση καθ’ ἑαυτήν, γιατί κάτι τέτοιο θὰ καθιστοῦσε ἀπ’ εὐθείας ὑπεύθυνο γιὰ τὴν ἁμαρτωλότητα τῆς φύσεως, τὸν ἴδιο τὸν Δημιουργό της. Ὀφείλεται ἁπλῶς καὶ μόνον στὸν «τρόπον χρήσεως» τῆς φύσεως, ὁ ὁποῖος τρόπος «μόνῳ τῷ κεχρημένῳ προσών, τῶν ἄλλων, κατὰ τὴν κοινῶς λεγομένην διαφοράν, χωρίζει». Ἡ προσωπικὴ χρήση τοῦ κόσμου καὶ προπαντός τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς, ἰδιαίτατα δὲ τῆς θελήσεως, καθιστᾶ τοὺς ἀνθρώπους ἁμαρτωλοὺς (Ρωμ. Ε΄ 19), ἁπλούστατα ἐπειδὴ τοὺς χωρίζει ἀπὸ τὴν ὁμοήθεια τῆς κοινῆς φύσεως προσθέτοντας στὸν καθένα τὴν ἰδιαιτερότητα μιᾶς κουλτούρας, μιᾶς παιδείας, ἑνὸς πολιτισμοῦ ἢ μιᾶς τέχνης, μιᾶς φυλῆς, μιᾶς ἐπιδερμίδας ἢ μιᾶς ἐθνικότητος, οὕτως ὥστε σέ ὅλα τους καθίστανται διακεκριμένοι… Ἀφίστανται ἔτσι ἀπ’ τὴν ἀρχέγονή τους ἰσότητα καὶ ταυτότητα, ποὺ θὰ τοὺς ἐπέτρεπε νὰ διαμείνουν ἀφανεῖς καὶ ἀθῷοι σὰν τὰ παιδιά…
.           Ἡ Παναγία ἀπέφυγε νὰ ἰδιαιτεροποιηθῆ, μὲ τὸ νὰ μὴ ἀνεχθῆ ποτὲ προβάδισμα τοῦ τρόπου ὑπάρξεώς Της ἔναντι τῆς κοινῆς φύσεως. Ποτὲ δὲν ἔδωσε προτεραιότητα σὲ κανένα ἰδιοτελῆ «τρόπον χρήσεως», ὥστε νὰ παράσχη στὸν ἑαυτὸ της τὴν παρὰ φύσιν ἡδονὴ τῆς διαφοροποίησης ποὺ κατατέμνει σὲ ἄπειρες ἀλληλοσπαρασσόμενες ὁμάδες τὴν ἀνθρώπινη φύση. Γνωρίζοντας ἐμπειρικὰ ἀπὸ τὴν ἀναμαρτησία της ὅτι ἡ Κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους διεξάγεται ἀποκλειστικὰ μέσῳ φυσικῶν ἐνεργειῶν    (-ἀκτίστων στὴν περίπτωση τοῦ Θεοῦ), ἀλλ’ ὄχι προσώπων, κατέστησε τὸν προσωπικὸ τρόπο ὑπάρξεώς Της πειθήνιο στὴν φύση Της, ὥστε νὰ μὴ μπορῆ ὁ τρόπος αὐτὸς νὰ τρέψη τήν φύση πρὸς φιλαυτία ἢ ἰδιοτέλεια, ἀποκόπτοντάς την ἔτσι ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτη κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον.
Γι’ αὐτὸ ἦταν ἀδύνατον ν’ ἀναπτύξη ἡ Θεοτόκος «ἴδιον θέλημα», ἀντιστρατευόμενο στὸ κοινὸ θέλημα τῆς φύσεως, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὑπέταξε τὴν γνώμη στὴν θελητικὴ δύναμη τῆς φύσεως μὴ ἐπιτρέποντάς της ἔτσι νὰ διχάση τὸν ἐσωτερικό της κόσμο (Ρωμ. Ζ΄ 22- 23) καὶ νὰ τὴν αἰχμαλωτίση στὴν ἁμαρτία: «Αὕτη γὰρ καὶ μόνη ἡ θεόσδοτος ἡμῶν θέλησις καὶ ἐνέργεια, γράφει ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης, ἐστὶν αἰτία καὶ ἐργάτης πάσης τῆς σωτηρίας ἡμῶν. Θέλησις δὲ ψυχῆς λογικῆς ἐστὶν δύναμις λογιστικὴ καὶ ἐπιθυμητικὴ πρὸς τὸ συνάπτεσθαι τῷ Θεῷ τὴν ψυχήν, ὑπὸ Θεοῦ οὐσιωδῶς αὐτῇ δεδωρημένη, δι’ ἧς εἰργάζετο καὶ ἐφύλαττεν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος τὰ θεῖα προστά­γματα, ἐκ θελήσεως ψυχικῆς εἰς ἐνέργειαν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἐρχόμενος».
.           Ἐν ὅσῳ ἡ φυσικὴ θέλησις ἐπιτελεῖ ἀπρόσκοπτα τὸ ἔργο της, ἐν ὅσῳ καμμία γνωμικὴ τροπὴ δὲν σφετερίζεται τὴν δύναμή της, πρὸς σχηματισμὸν προσωπικῶν ἐπιλογῶν, ὀρέξεων καὶ τάσεων, ὁ ἄνθρωπος ἀπολαμβάνει ἐλευθερία, ποὺ τὸν συν­άπτει ἀμέσως μὲ τὸν Θεό, καὶ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ διακριθῆ αὐτόνομα ὡς πρόσωπο, δηλ. νὰ ἁμαρτήση…
.           Ἡ κατὰ φύσιν ἐλευθερία εἶναι συνάμα ἀπελευθέρωση πραγματικὴ ἀπ’ τὴν ἁμαρτία (ἀναμαρτησία) καὶ ὑποδούλωση ὁλοκληρωτικὴ στὸν Θεό. (Ρωμ. ϛ΄ Α΄, Πέτρ. Β΄ 16). Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν κάνουν καμμία διάκριση μεταξὺ ἐλευθερίας καὶ θελήσεως, ἀλλὰ ταυτίζουν ἀπολύτως τὸ φυσικὸ θέλημα μὲ τὴν ἐλευθερία καὶ τὸ γνωμικὸ- προσωπικὸ θέλημα μὲ τὴν ἁμαρτία. Δὲν ἐννοοῦν βέβαια μ’ αὐτὸ τὸ τρόπο ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση διαθέτει ἐκ δημιουργίας δύο θελήματα (φυσικὸ καὶ γνωμικό), διότι γνωρίζουν ἐκ πείρας ὅτι, γιὰ νὰ ὑπάρξη γνωμικὸ θέλημα πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ σφετερισθῆ τὴν φυσικὴ θελητικὴ δύναμη πρὸς ἱκανοποίησιν παρὰ φύσιν στόχων καὶ ἐπιθυμιῶν, αὐτονομούμενος ὡς πρόσωπο καὶ ἐπαιρόμενος κατὰ τῆς κοινῆς φύσεως. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι τὸ χειρότερο ἀπ’ ὅλα τὰ θανάσιμα ἁμαρτήματα, γιατί ἀποτελεῖ ἀδιάκοπη προσπάθεια διάψευσης τῆς φυσικῆς ἐλευθερίας, ἀγαθότητος καὶ ἀγάπης, ποὺ διαθέτει ὁ ἄνθρωπος ἐκ δημιουργίας, καὶ ἐμφάνισής των ὡς προσωπικῶν ἐπιτευ­γμάτων συγκεκριμένων ἀτόμων, οὕτως ὥστε ὁ ἔπαινος νὰ ἀνήκη στοὺς φορεῖς τῶν «ἐπιτευγμάτων» αὐτῶν καὶ ὄχι στὸν Δημιουργὸ  τῆς «πάσῃ ἀρετῇ κατηγλαϊσμένης» ἀνθρωπίνης φύσεως. Κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνθρωπολογία ὅμως γιὰ νὰ καταστῆ κανεὶς ἐνάρετος καὶ ἀναμάρτητος δὲν χρειάζεται νὰ ἐπιτελέση προσωπικὰ ἐπιτεύγματα, ἁπλούστατα διότι ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ ἀναμαρτησία ἀποτελοῦν ἤδη φυσικὰ δεδομένα: «φυσικαὶ γὰρ εἰσὶν αἱ ἀρεταὶ καὶ φυσικῶς καὶ ἐπίσης πᾶσιν ἐνυπάρχουσιν, εἰ καὶ μὴ πάντες ἐπίσης ἐνεργοῦμεν τὰ τῆς φύσεως. Εἴπερ πάντως ἴσως, ἐφ’ ὧ καὶ γεγόναμεν, ἐνηργοῦμεν τὰ φυσικά, μία ἄρα ἐδείκνυτο ἐν πᾶσιν, ὥσπερ ἡ φύσις οὕτω καὶ ἡ ἀρετή, τὸ μᾶλλον καὶ τὸ ἧττον οὐκ ἐπιδεχομένη». Τὸ νὰ ἐνεργῆ κανεὶς πλήρως τὰ τῆς φύσεως συμπίπτει μὲ τὸ νὰ διατηρῆται ἐλεύθερος ἀπὸ ἁμαρτία. Δὲν χρειάζεται ἑπομένως νὰ γεννηθῆ κάποιος μὲ «ἄσπιλο σύλληψη», καθὼς φαντάστηκαν οἱ Δυτικοὶ θεολόγοι γιὰ τὴν Παναγία, ὥστε νὰ ἐξασφαλίση ἀναμαρτησία. Εἶναι ἀπαραίτητη ὅμως ἡ παρθενικὴ γέννηση γιὰ ὅποιον ἐπιδιώκει νὰ καταργήση «τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου» καὶ ν’ ἀπαλλάξη ἀπὸ τὴν καταδυναστεία τοῦ διαβόλου καὶ τῆς φθορᾶς ὅλους τοὺς ἤδη ὑποδουλωμένους σ’ αὐτά. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἡ Παναγία συλλαμβάνεται ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μετὰ τὴν πτώση καὶ πεθαίνει ὅπως ὅλοι μετὰ τὴν πτώση, γιὰ νὰ ἐπαληθεύση τόσο τὴν γνήσια θνητότητα ποὺ διέθετε καὶ ποὺ κληροδότησε στὸν Υἱό Της, ὅσο καὶ – προπαντὸς – τὸ γεγονὸς ὅτι οὔτε ἡ θνητότητα οὔτε ἡ πτώση μπόρεσαν πράγματι ν’ ἀναστείλουν τὴν ἀναμαρτησία τοῦ ἀνθρώπου, ἁπλούστατα γιατί ἐξακολουθεῖ καὶ πηγάζει ἀπὸ τὴν φύση του, ἔστω καὶ πεπτωκυῖαν! «Ἔξεστι καὶ θνητὸν ἔχοντας σῶμα μὴ ἁμαρτάνειν», τονίζουν οἱ Πατέρες. Αὐτὸ τὸ ἁπλούστατο πρᾶγμα ἀδυνατοῦν νὰ καταλάβουν οἱ κάθε εἴδους ἠθικολόγοι, οἱ ὁποῖοι συγχέουν τὴν κατὰ φύσιν ἀναμαρτησία μὲ τὴν ὑπὲρ φύσιν θέωσιν καὶ φαντάζονται ὅτι ὅποιος δὲν ἁμαρτάνει, ἔχει ἤδη σωθῆ. Ἡ ἀβυσσαλέα διαφορὰ μεταξὺ ἀναμαρτησίας καὶ θεώσεως ἔγινε ἀπολύτως σαφὴς μὲ τὴν σάρκωση τοῦ Λόγου. Ἡ ἀπόλυτος ἀναμαρτησία τοῦ ἀνθρωπίνου προσλήμματος τοῦ Λόγου δὲν ὀφείλεται ἁπλῶς στὸ ὅτι ἐνήργει πλήρως τὰ τῆς φύσεως ἀλλὰ κυρίως στὴν ἔλλειψη τρόπου ὑπάρξεως δεκτικοῦ τῶν συνεπειῶν τῆς πτώσεως (Ἰωάν. ΙΔ΄ 30), ὁπότε τὸ ἀνθρώπινο πρόσλημμά Του δὲν διέθετε κἄν τὸ ἐνδεχόμενο ν’ ἀποκλίνη καὶ νὰ τραπῆ γνωμικῶς. Οἱ Πατέρες προχώρησαν ἀκόμη περισσότερο καὶ διευκρίνησαν ὅτι ἡ ἐξ ἄκρας συλλήψεως θέωσις τοῦ Δεσποτικοῦ προσλήμματος δὲν νοεῖται ἁπλῶς ὡς ἀποτέλεσμα ἑνώσεως τῶν δύο φύσεως, ἀλλὰ προπαντὸς ὡς ἄμεση συνέπεια ὑποστατικῆς ἑνώσεως: «ἵνα καὶ μείνη σὰρξ κατὰ τὴν οὐσίαν ἡ σάρξ, καὶ γένηται Θεία κατὰ τὴν Ὑπόστασιν». Ἡ θέωση τοῦ ἀνθρωπίνου προσλήμματος τοῦ Λόγου συνετελέσθη μὲ τὴν εἴσοδο αὐτοῦ τοῦ προσλήμματος μέσα στὴν ἄκτιστη Ὑπόσταση τοῦ Ἑνὸς τῆς Τριάδος, ὥστε τὸ πρόσλημμα νὰ εἶναι ἐν ταυτῷ κτιστὸ κατὰ τὴν οὐσία καὶ ἄκτιστο κατὰ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως. Ἔτσι τὸ ἀνθρωπίνως ἀπρόσωπο πρόσλημμα δὲν ἔμεινε οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐστερημένο προσώπου, ἀλλὰ διέθετε ἐξ ἄκρας συλλήψεως ἤδη ὡς πρόσωπό του, τὴν ἄκτιστη Ὑπόσταση τοῦ Λόγου, ὄντας συγχρόνως τέλειος Θεὸς κατὰ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως, μηδόλως τρεπόμενος, καὶ κτίσμα κατὰ τὴν οὐσία, θεωθὲν ὅμως ὅλον «τῷ τρόπῳ τῆς ἀντιδόσεως».
.           Αὐτὴ ἡ σεσαρκωμένη θεία Ὑπόσταση κατέστησε Θεοτόκο τὴν Παναγία μὲ τὸ νὰ ἐξέλθη ἔτσι ἀπὸ τὰ σπλάγχνα Της, θεώνοντας καὶ τὴν ἴδια κατὰ χάριν διὰ τὴν συνάφειαν, ἀλλ’ ὄχι καὶ καθ’ ὑπόστασιν.
.           Ἔτσι ἡ Θεοτόκος κατέστη πρόξενος ζωῆς καὶ σωτηρίας ὄχι μόνον στὸν ἑαυτό της ἀλλὰ σ’ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση προσαρμόζοντας τὴν γνώμη καὶ τὸν τρόπο ὑπάρξεώς Της στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ πρὸς σωτηρίαν αὐτῆς τῆς φύσεως. Γιατί γνώριζε ἐκ πείρας ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς πραγμάτωση τῆς σωτηρίας τῶν λογικῶν κτισμάτων, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ ἡ πρόθεση καὶ ἡ συνεργία τῶν ἰδίων τῶν σωζομένων. Καὶ ὄντως «ἡ πρόθεσις τῶν καλουμένων τὴν σωτηρίαν εἰργάσατο». Ζῶντας ἀναμαρτήτως κατὰ φύσιν ἦταν σὲ θέση ἡ Παναγία ν’ ἀνταποκριθῆ αὐθόρμητα τόσο στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ νὰ γίνη Μητέρα Του ὅσο καὶ στὴν παρὰ φύσιν ἔλευση τοῦ θανάτου.
.           Στὴν πρώτη περίπτωση δὲν χρειαζόταν παρὰ ἡ δύναμη τοῦ φυσικοῦ θελήματος, ὥστε νὰ πῆ τὸ «Γένοιτο». Στὴν δεύτερη ὅμως ὤφειλε καὶ γνωμικῶς ν’ ἀποδεχθῆ τὸν θάνατο ὡς τελευταία φάση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας, γιατί τὸ φυσικὸ θέλημα μόνο του ἀδυνατεῖ νὰ δεχθῆ τὸν ἔσχατο ἐχθρό της θνητῆς φύσεως. Ἔτσι ἦταν σὲ θέση ἡ Παναγία διατηρῶντας πάντα τὴν φυσική της ἀφάνεια νὰ διανύση ὁλόκληρο τὸ ἄνυσμα τῶν ἀνθρωπίνων δυνατοτήτων, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ Υἱός Της, παραμένοντας καὶ Αὐτὴ ὅπως Ἐκεῖνος «ἐν νεκροῖς ἐλευθέρα» καὶ ἐπιστρέφοντας σύντομα στὸ σῶμα Της ἐν Δόξῃ, ὡς ἀληθὴς Μήτηρ Ζωῆς, «δι’ ὃ καὶ ἀδύνατον ἦν Αὐτὴν ὑπὸ τοῦ θανάτου κρατεῖσθαι».
Αὐτῆς Πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον ἡμᾶς.

 

ΠΗΓΗ: orthodoxostypos.gr

 

, , , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΕΥΕΡΓΕΣΙΕΣ ποὺ μᾶς ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΟΙ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ στὴν ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

 

Οἱ εὐεργεσίες ποὺ μᾶς παρέχουν
οἱ Παρακλήσεις στὴν Παναγία μας.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Αὔγουστος εἶναι ὁ μήνας τῆς Παναγίας μας, τῆς μεγάλης μας μητέρας, τῆς ἄγρυπνης μεσίτριάς μας πρὸς τὸν γλυκύτατο Υἱό της καὶ Θεό μας, τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ. Ἀπὸ τὴν Πρωταυγουστιὰ μέχρι τὸν Δεκαπενταύγουστο κάθε ἀπόγευμα ἐναλλὰξ ψάλλουμε τὸν Μικρὸ καὶ τὸν Μεγάλο Παρακλητικὸ Κανόνα μὲ μεγάλη κατάνυξη καὶ μὲ μοναδικὴ προσέλευση πιστῶν. Οἱ Παρακλητικοὶ αὐτοὶ Κανόνες ἀποτελοῦν τὶς προσφιλέστερες ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ Μικρὴ Παράκληση εἶναι σύνθεση ἀνωνύμου μοναχοῦ, ἴσως τοῦ Θεοστηρίκτου, ἴσως τοῦ Θεοφάνους. Πιθανὸν νὰ πρόκειται καὶ περὶ τοῦ ἰδίου προσώπου μετονομασθένος κατὰ τὴν μοναχικὴ κουρά. Ἡ Μεγάλη Παράκληση ἀποτελεῖ ποίημα τοῦ Δούκα Θεοδώρου τοῦ Β΄ τοῦ Λασκάρεως, Βασιλέως τῆς Νικαίας, ὁ ὁποῖος ἔζησε στὰ μέσα τοῦ 13ου αἰῶνος. Τὸ περιεχόμενο καὶ τῶν δύο Παρακλήσεων εἶναι ἱκετευτικό, μᾶς συγκινεῖ ἀφάνταστα, μᾶς διδάσκει καὶ μᾶς προτρέπει σὲ καθε δυσκολία τῆς ζωῆς μας νὰ καταφεύγουμε μὲ θάρρος καὶ ἐμπιστοσύνη στὴν Παναγιά μας, γιὰ νὰ βρίσκουμε κοντά της παρηγοριὰ καὶ νὰ παίρνουμε δύναμη γιὰ τὴν ἀνηφορικὴ πορεία τῆς ζωῆς μας. Ἄπειρες εἶναι οἱ εὐεργεσίες ποὺ δεχόμαστε ἀπὸ τὶς Παρακλήσεις αὐτές. Εὐεργεσίες πνευματικὲς καὶ σωματικές. Διατηρούμαστε σὲ πνευματικὴ ἐγρήγορση μὲ τὴν ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητός μας καὶ προσπαθοῦμε μὲ τὴν βοήθεια τῆς Παναγίας μας νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ, ἰδίως αὐτὸ τὸ διάστημα τοῦ θέρους, ὅπου ὅλοι κάνουμε διακοπές, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν κάνει καὶ εἶναι ἑτοιμοπόλεμος, ἔχει τὴν φαρέτρα του γεμάτη γιὰ νὰ μᾶς τρώσει μὲ τὰ φαρμακερά του βέλη, καὶ νὰ μᾶς θανατώσει. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν παρακαλοῦμε τὴν Παναγιά μας μόνο γιὰ σωματικὴ ρώμη καὶ ὑγεία, ἀλλά, καὶ τὸ κυριότερο γιὰ ἀποφυγὴ πειρασμῶν, πτώσεων πνευματικῶν καὶ γιὰ ὑπόδειξη τοῦ δρόμου ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθήσουμε, γιὰ νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν σωτηρία. Καὶ ἡ παράκληση δὲν μένει χωρὶς εὐχαριστία. «Ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε» (Α΄ Θεσ. ε΄ 18) μᾶς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Τὴν ἀχαριστία τὴν μισεῖ καὶ ὁ Θεός. Αὐτὴ μᾶς πληγώνει, ὅπως πλήγωσε καὶ τὸν θεραπευτὴ Κύριό μας ἡ ἀχαριστία τῶν ἐννέα λεπρῶν ἀπὸ τοὺς δέκα ποὺ καθάρισε, γι’ αὐτὸ καὶ ρώτησε μὲ ἐπιδεικτικὴ ἀπορία: «Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν, οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;» (Λουκ. ιζ΄ 17).
.           Σὲ ἕνα ὄμορφο τροπάριο τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος ψάλλουμε: «Τί σοὶ δῶρον προσάξω, τῆς εὐχαριστίας ἀνθ᾽ ὧνπερ ἀπήλαυσα, τῶν σῶν δωρημάτων, καί τῆς σῆς ἀμέτρητου χρηστότητος; Τοιγαροῦν δοξάζω, ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω, σοῦ τὴν ἄμετρον πρός με συμπάθειαν».
.           Ποιό δῶρο μπορῶ νὰ σοῦ προσφέρω, Παναγία μου, τῆς φωνάζει ὁ καθένας μας, ὡς εὐχαριστία γιὰ ἐκεῖνα ποὺ μοῦ χαρίζεις καθημερινὰ καὶ ἀπολαμβάνω, τόσο γιὰ τὰ δωρήματά σου πρὸς τὴν ἀναξιότητά μου ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἀμέτρητη ἠθικότητά σου, ἡ ὁποία εἶναι πυξίδα στὴν ζωή μου, καὶ μὲ τὴν ὁποία γίνεσαι πρότυπο καὶ ὑπόδειγμα ζωῆς; Γι’ αὐτὸ δοξάζω, ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω τὴν ἀπερίγραπτη πρὸς ἐμένα συμπάθειά σου.
Ὁ ἑνικὸς δὲν πρέπει νὰ ταυτισθεῖ μὲ προσωπικὴ ἱκεσία, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖται ἐπειδὴ ἡ παράκληση βγαίνει ἀπὸ τὴν καρδιὰ κάθε χριστιανοῦ, ἀποτελεῖ προσωπικὴ παράκληση τοῦ καθενός μας πρὸς τὴν μεγάλη μητέρα μας, ἡ ὁποία, ὅπως κάθε μητέρα, ὅσες φορὲς καὶ νὰ ἀκούσει τὴν προσφώνησή μας «μάνα» θὰ συγκινηθεῖ καὶ δὲν θὰ πεῖ «τί μὲ φωνάζεις, βαρέθηκα νὰ σὲ ἀκούω»!
.           Ἡ Παναγία μας, ἡ μητέρα μας, δὲν μᾶς βοηθάει συμφεροντολογικά, ἐνεργεῖ πάντοτε ἀπὸ γνήσια ἀγάπη βλέποντας τὸ συμφέρον μας καὶ προφυλάσσοντάς μας ἀπὸ κινδύνους ποὺ ἐμεῖς δὲν ἀντιλαμβανόμαστε, δὲν γνωρίζουμε. Τὸ συμφέρον δὲν εἶναι μόνο ὑλικὸ εἶναι καὶ πνευματικό, γι’ αὐτὸ καὶ τὰ περισσότερα τροπάρια ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐκζήτηση τῆς ὑγείας, τῆς δυνάμεως, τῆς προκοπῆς, τῆς εὐτεκνίας, ζητοῦν πρώτιστα τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν μὲ τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ. Τὸ συμφέρον τῆς Παναγίας μας εἶναι τὸ συμφέρον τὸ δικό μας, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ἡ χειραγωγός μας πρὸς τὴν σωτηρία. Μᾶς βοηθάει ὅλους ἀνεξαιρέτως, ὅπως ὁ πολυεύσπλαγχνος Υἱός της βοηθάει ὅλους βρέχοντας ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους, ἀνατέλλοντας τὸν ἥλιο ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς. Μᾶς τὸ λέει καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος: «Τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» (Ματθ. ε΄ 45).
.           «Τί σοὶ δῶρον προσάξω», λοιπόν, τῆς λέμε. Δὲν μποροῦμε τίποτα νὰ σοῦ προσφέρουμε, γιὰ νὰ ξεπληρώσουμε τὰ καλά, τὶς εὐεργεσίες, ποὺ μᾶς ἔχεις κάνει καὶ ποὺ μᾶς κάνεις καθημερινά. Τί μποροῦμε νὰ σοῦ προσφέρουμε ἀντάλλαγμα γιὰ τὸ ὅτι ἤσουν τόσο καθαρὴ καὶ ἀμόλυντη καὶ ἔφθασες σὲ τέτοιο πνευματικὸ ὕψος, ὥστε νὰ γίνεις ἡ Μητέρα Θεοῦ καὶ νὰ θεώσεις μὲ τὴν προσφορά σου αὐτὴ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος; Δὲν μποροῦμε νὰ προσφέρουμε τίποτα, ἀφοῦ, ὅπως λέμε καὶ στὸν Υἱό της καὶ Θεό μας «ἰσαρίθμους τῆ ψάμμῳ ᾠδὰς ἂν προσφέρωμέν Σοι, Κύριε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον». Τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε καὶ πρέπει νὰ προσφέρουμε στὴν Παναγία μας εἶναι νὰ τὴν δοξάζουμε, νὰ τὴν ὑμνολογοῦμε, καὶ νὰ τὴν μεγαλύνουμε.
.           Δὲν ἔχουν τοποθετηθεῖ τυχαία μὲ αὐτὴν τὴν σειρὰ τὰ ρήματα, δοξάζω, ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω, οὔτε εἶναι ταυτόσημα. Στὸ τροπάριο αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ρῆμα ἀργό, ἀφοῦ κάθε ἕνα ἔχει τὸ νόημά του καὶ δὲν μῆκε ἔτσι, γιὰ νὰ γεμίζει ὁ στίχος.
.           Ἡ ὑποχρέωση τοῦ καθενός μας, τοῦ κάθε Χριστιανοῦ εἶναι ὁ εὐαγγελισμὸς ἑαυτοῦ καὶ ἀλλήλων, ἡ φώτιση τοῦ κόσμου μὲ τὴν ἁγία ζωή μας καὶ τὴν κήρυξη τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑποχρέωση ὁ πιστὸς πρέπει νὰ ὑμνεῖ τὴν Θεοτόκο καὶ νὰ τὴν μεγαλύνει, γι’ αὐτὸ ἔχουμε μετὰ τὸ δοξάζω, τὰ ρήματα ἀνυμνῶ καὶ μεγαλύνω, εἰδάλλως ἂν ὁ ἴδιος δὲν πράττω ὀρθά, τότε μὲ τὰ χείλη μόνο ὑμνῶ καὶ ὄχι μὲ τὴν καρδιά, ἡ ὁποία ὑπαγορεύει τὶς πράξεις καὶ τὴν ζωντανὴ πίστη, ἡ ὁποία φέρνει τὸν εὐαγγελισμὸ καὶ τὴν ὀρθοπραξία. Λέγει ὁ Κύριος: «ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος τῷ στόματι αὐτῶν καὶ τοῖς χείλεσι μὲ τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ» (Ματθ. ιε΄ 3)· ὁ λαὸς αὐτὸς μὲ τὰ χείλη μὲ τιμᾶ, ἀλλὴ ἡ καρδιά του ἀπέχει μακριὰ ἀπὸ ἐμένα. Ἔτσι, στὴν ἀντίθετη πλευρὰ ὅποιος Χριστιανὸς δὲν ἔχει συνέπεια βίου, δὲν ἔχει ὀρθοπραξία γίνεται αἰτία σκανδαλισμοῦ καὶ βλασφημήσεως τοῦ Θεοῦ μας. Δὲν τοῦ λέμε καθημερινὰ στὴν Κυριακὴ Προσευχή, «Κύριε, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου»; Αὐτὸ τὸ «ἁγιασθήτω» σημαίνει τὴν μεγάλυνση καὶ δοξολογία τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου μας ἀπὸ τὶς πράξεις μας.
.           Τὸ δοξάζω τοῦ τροπαρίου σημαίνει ὅτι πρέπει πρῶτα νὰ κάνουμε ἔργο εὐαγγελισμοῦ, καὶ αὐτὸ ξεκινάει πρῶτα ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, καὶ ταυτόχρονα καὶ ἔπειτα συνεχίζει μὲ τὸν εὐαγγελισμὸ τῶν ἄλλων. Στὴν φράση ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω ἡ λέξη ὑμνολογῶ κάνει λόγο γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἡ λέξη μεγαλύνω κάνει λόγο γιὰ τὴν ἰδιωτικὴ προσευχὴ καὶ τὸ κήρυγμα.
.           Ἡ λέξη «τοιγαροῦν» δηλώνει ταπείνωση στὴν Παναγία μας, ὅτι, γιὰ αὐτὸ καὶ ἐγὼ σὲ δοξάζω, ἐπειδὴ εἶμαι ἀνάξιος νὰ σοῦ προσφέρω κάτι. Αὐτὸ ποὺ μπορῶ, ποὺ πρέπει, ποὺ ποθεῖς ὡς δῶρο, Παναγιά μου, εἶναι ὁ ἑαυτός μου.
.           Ἡ τιμὴ ποὺ ἀποδίδει ὁ κάθε Χριστιανὸς στὴν Θεοτόκο γιὰ τὴν βοήθεια ποὺ ἐκείνη μᾶς παρέχει δὲν βγαίνει ἀπὸ τὰ χείλη μας, ἀλλὰ προσωπικὰ ἀπὸ τὸν καθένα μας μὲ τὴν συνετή, τὴν ἁγία ζωή μας, μὲ τὴν μίμησή της, ἡ ὁποία ἀποβαίνει ἐν τέλει στὸν Θεό μας, ὅπως ἡ μίμηση Παύλου ἀπέβαινε στὸν Θεό. «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ. (Α Κορ. ια΄ 1).
.           Πνευματικὰ αἰτήματα ἀπευθύνουμε στὴν Παναγία μας καὶ μὲ τὸ παρακάτω τροπάριο μὲ τὴν ἀ­κρά­δαν­τη βεβαιότητα ὅτι «δὲν θὰ πα­ρί­δῃ τὴν πε­νι­χρὰν δέ­η­σίν μας, τὸν κλαυθ­μὸν καὶ τὰ δά­κρυ­α καὶ τοὺς στεναγμούς μας, ἀλ­λὰ θὰ ἐκπλη­ρώ­σει τὶς αἰ­τή­σεις μας», γιὰ νὰ τὴν δοξάζουμε με­τὰ πό­θου πάν­το­τε.
.           Βλέψον ἱλέῳ ὄμματί σου καὶ ἐπίσκεψαι τὴν κάκωσιν ἣν ἔχω καὶ δεινῶν συμφορῶν καὶ βλάβης καὶ κινδύνων καὶ πειρασμῶν με λύτρωσαι, ἀμετρήτῳ σου ἐλέει.
.           Ἐδῶ ὁ Χριστιανὸς ἐκζητεῖ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, γιατὶ δὲν μπορεῖ κάποιος νὰ τελειωθεῖ, ἂν δὲν ἀπαλλαγεῖ ἐντελῶς καὶ ἀπὸ τὸ παραμικρὸ σκουπιδάκι ποὺ βρίσκεται μέσα σὲ αὐτήν, ἀφοῦ καὶ αὐτὸ τὴν μολύνει. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἕνα μικρὸ ρῆγμα μπορεῖ νὰ βουλιάξει καὶ τὸ μεγαλύτερο καράβι. Ἂν δὲν ἐξαφανισθεῖ καὶ ἡ παραμικρὴ εἰσροὴ σὲ αὐτὸ ὑδάτων ἢ ἡ παραμικρὴ ὕπαρξη ὑδάτων, ποὺ ἐδῶ καταγράφεται μὲ τὴν φράση «κάκωσιν ἣν έχω», ὑδάτων προερχομένων ἀπὸ τὸ πέλαγος τοῦ κόσμου τούτου, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποφευχθεῖ τὸ ναυάγιο, ὅπως δὲν μπορεῖ νὰ ἐπέλθει πλήρης τελειότητα στὸν καθένα μας, ἂν ὁ νοῦς ἀποσπᾶται, δὲν ὑπάρχει φυλακὴ τῶν πέντε αἰσθήσεων καὶ ἰδίως ἂν ἡ ὅρασή μας δὲν εἶναι καθαρή, γιατὶ ὁ κοσμικὸς καταρράκτης τὴν ἔχει θολώσει.
.           Ὁ Θεός μας, ἀγαπητοί μου, κατέβηκε στὴν γῆ, ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ ἀνεβάσει τὸν ἄνθρωπο στὸν οὐρανό. Ὅταν, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀποζητάει νὰ καθαρθεῖ ἐντελῶς, τότε ἀπὸ τὴν μία κρατάει τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη εἶναι δεμένος σὰν μὲ ἁλυσίδα ἀπὸ τὸ πόδι, ἡ ὁποία εἶναι καρφωμένη στὴν Γῆ. Ἐδῶ ἔχουμε ξανὰ παράκληση, ὥστε ἡ Θεοτόκος μὲ τὸν ἐλεήμονα ὀφθαλμό της, «ἱλέῳ ὄμματί σου», ὁ ὁποῖος μὲ τὴν φώτιση καὶ τὴν πληροφορία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ δεῖ καὶ τὴν παραμικρὴ κάκωση ποὺ ἔχουμε, δηλαδὴ τὴν κάκωση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία στὴν ὁποία βρισκόμαστε. Ζητάει νὰ τὴν ἐπισκεφθεῖ, ὥστε νὰ καθαρθεῖ ἐντελῶς, διότι ἂν ὑπάρχει κάτι στὴν καρδιά μας αὐτὸ γίνεται αἰτία, ὥστε νὰ ὑπάρξουν φοβερὲς συμφορές, νὰ ὑπάρξουν πειρασμοί, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς νικήσουν ἂν χαλαρὰ ἀγωνιζόμαστε, ἀφοῦ ὁ Διάβολος ἔχει τὰ κατάλληλα σχέδια γιὰ τὸν κάθε ἕνα μας, καὶ γιὰ τοὺς ἀρχάριους καὶ γιὰ τοὺς προχωρημένους.

Ἡ Παναγία καταφυγή μας

.           Ἡ Παναγία μας εἶναι ἡ καταφυγή μας στὶς δυσκολίες, τὸ ἐξιλαστήριό μας. Σὲ κάθε δύσκολη περίσταση ὅλοι μας καταφεύγουμε στὴν χάρη της μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ τὶς ἐπαναλαμβάνουμε ὁλόθερμα τὸ Τροπάριο τοῦ Παρακλητικοῦ της Κανόνος:
.           Πρὸς τίνα καταφύγω ἄλλην, ἁγνή, ποῦ προσδράμω λοιπὸν καὶ σωθήσομαι, ποῦ πορευθῶ; Ποίαν δὲ ἐφεύρω καταφυγήν, ποίαν θερμὴν ἀντίληψιν,
ποίαν ἐν ταῖς θλίψεσι βοηθόν; Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, εἰς σὲ μόνην καυχῶμαι καὶ ἐπὶ σὲ θαῤῥῶν κατέφυγον.
.           Στὴν ζωὴ τῆς Παναγίας μας, συναντοῦμε δυὸ μοναδικὲς ὑπερβάσεις. Σ’ αὐτὲς βλέπουμε νὰ ξεπερνῶνται οἱ νόμοι τῆς φύσεως καὶ νὰ λειτουργοῦν οἱ ἔκτακτοι νόμοι τοῦ θαύματος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐκστατικὸς ὁ ποιητὴς τῆς Ἀκολουθίας τῆς Μεταστάσεώς της γράφει: «Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοί, Παρθένε Ἄχραντε». Αὐτὲς οἱ δύο ὑπερβάσεις ἀποτελοῦν καὶ τὰ μεγαλεῖα τῆς Παναγίας μας, ἀποτελοῦν τὰ παράδοξα μὲ τὰ ὁποῖα στόλισε ὁ Θεάνθρωπος Υἱός της τὴν ταπεινὴ καὶ πάναγνη Κόρη τῆς Ναζαρέτ.
.           Στὴν ἐνάτη ὠδὴ τοῦ Κανόνος τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τῆς ὁποίας προαναφέραμε τοὺς πρώτους στίχους, συνοψίζονται καὶ οἱ δύο ὑπερβάσεις τῆς φύσεως στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Λέει αὐτὸ:
.           Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοί, Παρθένε ἄχραντε· παρθενεύει γὰρ τόκος καὶ ζωὴν προμνηστεύεται θάνατος. Ἡ μετὰ Τόκον παρθένος καὶ μετὰ θάνατον ζῶσα, σῴζοις ἀεί, Θεοτόκε,τὴν κληρονομίαν σου,  δηλαδή, Παρθένε ἄχραντε, νικήθηκαν στὸ πρόσωπό σου οἱ φυσικοὶ νόμοι, γι’ αὐτό, ἐσύ, ποὺ μετὰ τὸν τοκετό του παρένειμες παρθένος καὶ μετὰ τὸν θάνατό σου ζεῖς αἰώνια ἂς σώζεις μὲ τὶς πρεσβεῖες σου τὴν κληρονομία σου, ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος μας.
.           Πῶς ὅμως ἡ Θεοτόκος μπορεῖ νὰ σώζει μὲ τὶς πρεσβεῖες της τὸ γένος μας; Ἀγαπητοί μου, ὅπως ὑπάρχουν στὰ Μοναστήρια μας ἀκοίμητες κανδῆλες, ἔτσι ὑπάρχει καὶ στὰ διαμερίσματα τοῦ οὐρανοῦ ἡ ἀκοίμητη κανδήλα τῆς Θεοτόκου μας. Αὐτὴ δὲν κοιμᾶται· εἶναι ἀκοίμητη κανδήλα πρεσβειῶν πρὸς τὸ Μονογενῆ της. Μᾶς τὸ τονίζει ἄλλωστε καὶ τὸ Κοντάκιο τῆς ἑορτῆς της: «Τὴν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον». Ἡ Παναγία μας βρίσκεται πάντοτε σὲ κατάσταση ἑτοιμότητος. Περιμένει νὰ μεταφέρει τὶς ἱκεσίες μας στὸν Υἱό της καὶ Θεό μας. Καὶ οἱ πρεσβεῖες της ἀποτελοῦν τὴν καλύτερη προστασία μας.
.           Ἡ Παναγία μας εἶναι τῶν Χριστιανῶν ἡ προστάτις. Καὶ τοῦτο γιατὶ ὅλοι μας αἰσθανόμαστε ἀδύνατοι. Προστασία ζητάει τὸ κράτος ἀπὸ τὶς μεγάλες δυνάμεις, ἀλλὰ πολλὲς φορὲς γελιέται. Προστασία ζητάει ἡ οἰκογένεια ἀπὸ τὸ κράτος, ἀλλὰ τὶς περισσότερες φορὲς μάταια. Προστασία ζητοῦν οἱ πολίτες ἀπὸ τοὺς νόμους, ποὺ ὅμως πολλὲς φορὲς μεροληπτοῦν. Προστασία ζητάει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του, ἀλλὰ ἀπογοητεύεται. Προστασία ζητᾶμε ὅλοι μας ἐπίσης ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, ποὺ ὅμως αὐτὰ ἀκολουθοῦν τὸν αἰώνιο νόμο τους ἀμίληκτα. Ποιός, λοιπόν, μπορεῖ νὰ προστατεύσει ὅλους μας καὶ μάλιστα μὲ βεβαιότητα, μὲ σιγουριά; Ὀξὺ τὸ πρόβλημα τῆς προστασίας, ἀφοῦ ὅλοι μας κατὰ καιροὺς αἰσθανόμαστε ἀπροστάτευτοι. Ἀπροστάτευτοι ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ στὶς ἀρρώστιες μας, στοὺς σεισμούς, στοὺς κυκλῶνες, στοὺς κεραυνούς, στοὺς πειρασμοὺς τῆς ζωῆς. Κινδυνεύουμε σωματικὰ καὶ πνευματικά. Μοιάζουμε σὰν νὰ βρισκόμαστε στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ μετώπου, ὅπου οἱ σφαῖρες πέφτουν βροχὴ γύρω μας καὶ ἐμεῖς παραμένουμε ἀκάλυπτοι. Θέλουμε κάλυψη, θέλουμε προστασία, θέλουμε σκέπη. Αὐτὴ τὴν κάλυψη μᾶς τὴν προσφέρει ἡ Παναγία. Δίκαια λοιπὸν ὁ ὑμνογράφος τὴν ὀνομάζει «Προστασίαν τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντον». Μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὶς θλίψεις ἡ Παναγία μας, μᾶς μετασχηματίζει τὸν πόνο σὲ χαρά, μᾶς λυτρώνει ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, μᾶς διασφαλίζει ἀπὸ τὰ αἰώνια βάσανα. Τὸ γνωρίζουμε αὐτὸ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ, γι’ αὐτὸ καὶ τὴν παρακαλοῦμε νὰ μᾶς σώσει: «Ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι τῶν αἰωνίων βασάνων» τῆς λέμε. Μπορεῖ ἡ Παναγία μας νὰ μᾶς λυτρώσει. Ἔχει τὸν τρόπο της νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν μετάνοια, νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἀνεβοῦμε τὴν κλίμακα τῶν ἀρετῶν καὶ νὰ φθάσουμε στὴν ἀπάθεια. Ἔχει τὴν δύναμη μὲ τὴν μητρική της παρρησία νὰ κατευνάσει τὴν ὀργὴ τοῦ Υἱοῦ της καὶ Θεοῦ μας, ὥστε νὰ γίνει ἵλεως καὶ νὰ ὑπερνικήσει τὸ ἔλεός Του τὴν δίκαιη Κρίση Του. Ἄλλωστε «ἀφοῦ «κατακαυχᾶται ἔλεος κρίσεως» (Ἰάκ. β΄ 13) καὶ θέλει ὁ Θεός μας «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ. β΄ 4 ) εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἂν ἀγωνισθοῦμε νόμιμα καὶ ἀδιάκοπα τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου μας μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας μας θὰ μᾶς καλύπτει μέχρι ποὺ θὰ βρεθοῦμε κοντά της, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὰ ἀγαθὰ τοῦ οὐρανοῦ, «ἃ ἡτοίμασε Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α΄ Κορ. β΄ 9).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ “ΓΕΝΟΙΤΟ” ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

, , , , , , , ,

1 Σχόλιο

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-4 («Ὁ θάνατος πλέον δὲν ἔχει ἐπάνω εἰς τὴν Παναγίαν οὔτε μέσα της καμμίαν ἐξουσία»)

περ Θεοτόκου διδασκαλία το Δαμασκηνο

Δ´

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ»
(Τέσσερις Θεομητορικὲς Ὁμιλίες
τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ)

Κείμενο-Εἰσαγωγή -Σχόλια: Ἱερομ. Ἀθανάσιος Γιέφτιτς
ἐκδ. «Εὐαγὲς Ἵδρυμα “Ὅσ. Ἰωάννης ὁ Ρῶσος”»
Ἀθῆναι 1970, σελ. 22-58

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-1 («Ἡ ἁγία Παρθένος ἦταν, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, κληρονόμος τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος τοῦ Ἀδάμ»)

Μέρος Β´: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-2 («Τῆς Παναγίας ἡ ἁγιότης ἀφθαρτοποιεῖται εἰς τὴν Κοίμησιν καὶ Μετάστασίν της»)

Μέρος Γ´: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-3 («Διὰ τῆς ταπεινώσεως τῆς Παναγίας καὶ τῆς ὑπακοῆς της εἰς τὸν Θεὸν ἐλύθη ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ πρόβλημα καὶ ἡ τραγωδία τῆς ἀνθρωπίνης ἐλευθερίας»)

.                 Γεγονὸς εἶναι, κατὰ τὸν Δαμασκηνόν, ὅτι ἡ Παναγία ἀπέθανε θάνατον ἀνθρώπινον. Ἂν καὶ εἶναι «πηγὴ τῆς Ζωῆς», «πρὸς τὴν ζωὴν διὰ μέσου τοῦ θανάτου μετάγεται», καὶ ἐνῶ «ἐν τῷ τόκῳ τοὺς ὅρους ὑπερβᾶσα τῆς φύσεως, νῦν ὑποκύπτει τοῖς ταύτης θεσμοῖς καὶ θανάτῳ τὸ ἀκήρατον καθυποβάλλεται σῶμα» (Β΄, 10). Καὶ ἐπίσης «ὡς θυγάτηρ τοῦ πάλαι Ἀδὰμ τὰς πατρικᾶς εὐθύνας ὑπερχεται (Γ΄, 2) καὶ «φυσικῶς» ἡ ἁγία της ψυχὴ «τοῦ ἀκηράτου χωρίζεται σώματος, καὶ τὸ σῶμα τῇ νομίμῳ ταφῇ παραδίδοται» (Β΄,10). Ἡ «ταφὴ» αὐτὴ τοῦ σώματος γίνεται ἵνα «τὸ ἐκ γῆς συντεθὲν παλινοστήσῃ πρὸς γῆν», διὰ νὰ ἀποβάλῃ ἐκεῖ «τὸ θνητὸν» (Β΄, 10· Δ΄, 3) καὶ νὰ ἐνδυθῇ «τὸ ἄφθαρτον», τὸ πνευματικὸν καὶ φωτεινὸν σῶμα «τῆς ἀφθαρσίας» (αὐτ., πρβλ. Ἔκδ. IV, 27).
.             Καὶ ὅμως, μολονότι αὐτὰ γράφει ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς περὶ τοῦ φυσικοῦ θανάτου τῆς Μητρὸς τοῦ Κυρίου, ὁμολογεῖ ταυτοχρόνως, μαζὶ μὲ τὸν ἅγιον Ἀνδρέαν τῆς Κρήτης82, ὅτι ὁ θάνατός της ἦτο «ὑπὲρ ἡμᾶς». Ἡ «ἀπειροδύναμος ἀγαθότης τῆς θεαρχικῆς ἀσθενείας» (Γ΄, 18)83 τοῦ Υἱοῦ της «ἐκαινοτόμησε τὰς φύσεις»84 καὶ τὰ πάντα ὄντως «ἐποίησε καινά». Ἡ «ἀσθένειά» Του αὐτὴ ἦτο ἡ σωτήριος καὶ ὑψοποιὸς κένωσις, ἡ συγκαταβατικὴ σάρκωσις καὶ ταπείνωσις, τὸ σωτήριον πάθος καὶ ὁ ζωοποιὸς θάνατός Του δι᾽ ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ ἡμᾶς. Χάρις δὲ ἀκριβῶς εἰς αὐτὴν τὴν «θεαρχικὴν ἀσθένειάν» Του μετὰ τὴν Ἀνάστασίν Του, διὰ τῆς ὁποίας κατήργησε τὸ κράτος τοῦ θανάτου, ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἐνεδύθη τὴν ἀθανασίαν. «Τεθέωμαι ὁ ἄνθρωπος, γράφει ὁ Δαμασκηνός, ὁ θνητὸς ἠθανάτισμαι… τὴν φθορὰν ἀπηφμίασμαι καὶ ἀφθαρσίαν περίκειμαι τῇ περιβολῇ τῆς Θεότητος» (Γ΄, 2). Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι οἱ Ἅγιοι, τὰ ζῶντα μέλη τοῦ ἀεὶ ζῶντος Χριστοῦ καὶ ἡ «Ζωαρχικὴ Μήτηρ» Του (Β΄, 5). Πῶς λοιπὸν δύνανται νὰ ὀνομάζωνται αὐτοὶ «νεκροί», ἀφοῦ ἡ Κεφαλή τους καὶ ἡ Ἀπαρχή, ὁ Χριστός, εἶναι ζῶν καὶ ζωοποιός; Ὁ θάνατός τους πλέον, λέγει ὁ Δαμασκηνός, δὲν εἶναι θάνατος, ἀλλ᾽ «ἡ καλλίστη ἐκδημία, ἣ τὴν πρὸς Θεὸν ἐνδημίαν χαρίζεται» (Β΄, 10). Καὶ ἐὰν τοῦτο «πᾶσι τοῖς θεοφόροις θεράπουσι πρὸς Θεοῦ κεχάρισται· κεχάρισται γὰρ καὶ πιστεύομεν» (αὐτ.), πῶς ὄχι μᾶλλον εἰς τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ85; Τόσον ὁ θάνατος τῆς «Ζωαρχικῆς Μητρὸς» τοῦ Κυρίου ὑπερβαίνει τὴν ἔννοιαν τοῦ «θανάτου», ὥστε δὲν ὀνομάζεται κἂν «θάνατος», ἀλλὰ «κοίμησις» καὶ «θεία μετάστασις» καὶ «ἐκδημία ἢ ἐνδημία πρὸς τὸν Κύριον» (Β΄,10· Δ΄, 1). Καὶ ἐὰν ἀκόμη λεχθῇ «θάνατος», ὅμως εἶναι «θάνατος ζωηφόρος» (Γ΄, 2) καὶ «ἀρχὴ δευτέρας ὑπάρξεως» (Δ΄, 4), τῆς αἰωνίου.
.                   Τὸ ὅτι ὁ Θεὸς ἄφησε ἀκόμη νὰ «μετάγωνται» διὰ τοῦ θανάτου εἰς αὐτὴν τὴν αἰωνίαν ζωὴν οἱ Ἅγιοί Του καὶ ἡ ἴδια ἡ Μήτηρ Του, τοῦτο εἶναι κατὰ τὰ κρίματα καὶ «θεσμοθετήματά» Του («καὶ εἴκει τῷ τοῦ οἰκείου τόκου θεσμοθετήματι» – Γ΄, 2), Ἀλλ᾽ ὁ θάνατος πλέον δὲν ἔχει ἐπάνω εἰς τὴν Παναγίαν οὔτε μέσα της καμμίαν ἐξουσίαν: «Σήμερον ὁ τῆς ζωῆς θησαυρός, ἡ τῆς χάριτος ἄβυσσος, θανάτῳ ζωηφόρῳ καλύπτεται καὶ τούτῳ ἀδειμάντως πρόσεισιν ἢ τὸν τούτου καταλύτην κυήσασα, εἰ καὶ θάνατον προσαγορεῦσαι χρεὼν τὴν ταύτης πανίερον καὶ ζωτικὴν μεταβίωσιν. γρ τος πσι τν ντως ζων ναβλύσασα, πς θανάτ γένοιτ ν ποχείριος;» (Γ΄, 2). Τὴν Μητέρα τῆς αὐθυποστάτου Ζωῆς, τὴν «τῆς ἐνεργείας πλησθεῖσαν τοῦ Πνεύματος… καὶ τὴν Πατρικὴν εὐδοκίαν ἐγκυμονήσασαν, τὴν τοῦ Θεοῦ Λόγου πάντα πληροῦσαν ὑπόστασιν… καὶ ὅλην Θεῷ ἑνωθεῖσαν, πῶς καταπίῃ ὁ θάνατος; πῶς ὁ ἅδης εἰσδέξεται; πῶς διαφθορὰ τοῦ ζωοδόχου κατατολμήσειε σώματος; Ἀλλότρια ταῦτα καὶ πάντῃ ξένα τῆς θεοφόρου ψυχῆς τε καὶ σώματος. Ταύτῃ καὶ προσβλέπων ὁ θάνατος δέδοικε· τῷ γὰρ αὐτῆς Υἱῷ προσβαλὼν ἔμαθεν ἀφ᾽ ὧν ἔπαθε καὶ πεῖραν λαβὼν σεσωφρόνισται» (Γ΄, 3)86.
.               Ἡ «ἀντινομία» αὐτὴ τοῦ «ζωηφόρου θανάτου» τῆς Παναγίας δὲν πρέπει νὰ παρακάμπτεται μὲ ἀνθρωπίνους συλλογισμοὺς ἢ εὐσεβιστικὰς δοξασίας, ὅπως εἶναι τὰ νέα «δόγματα» τῶν Δυτικῶν περὶ «Immaculata Conceptio» καὶ «Αssumptio» (ἄνευ θανάτου), ἀλλὰ νὰ κρατῆται ἡ πίστις τῶν Πατέρων καὶ ἡ Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Παναγία Θεοτόκος δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ ψευδῆ δόξαν. Ὁ «μακαρισμός» της καὶ ἡ «δόξα» της, κατὰ τὸν ἅγιον Δαμασκηνόν, εἶναι «ἡ ἄσπορος σύλληψις, ἡ θεία ἐνοίκησις, ὁ τόκος ὁ ἄφθορος» τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μὲ αὐτὸ δὲν συγκρίνεται καμμία ἄλλη δόξα ἢ ἀρετὴ ἢ χάρις ἢ ἐνέργεια, εἴτε ἀνθρωπίνη εἴτε θεία: «Αὕτη γὰρ οὐκ ἐνεργείας Θεοῦ ὑπῆρξε δοχεῖον, ἀλλ᾽ οὐσιωδῶς τῆς τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ ὑποστάσεως» (Α´, 6). Διὰ τοῦτο καὶ ὁ θάνατός της δὲν εἶναι κάτι τὸ ἄδοξον δι᾽ αὐτήν, διότι τὸν δρόμον αὐτὸν τοῦ θανάτου ἤδη ἔχει περάσει ὁ Υἱός της (Δ΄, 1) καὶ ὡς Θεὸς καὶ Σωτὴρ «τῷ θανάτῳ τὸν θάνατον κατέλυσε» καὶ «πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν σωματικῶς εἰσελήλυθεν εἰς τὸ ἐνδότερον τοῦ καταπετάσματος», εἰς τὰ ὑπερουράνια «Ἅγια τῶν Ἁγίων» (Γ΄, 12· Ἑβρ. ιβ´ 9· ι´ 20). Διὰ τοῦτο Αὐτὸς ὁ Ἴδιος, ὁ Υἱός της καὶ Σωτήρ, κατὰ τὴν ὥραν τῆς Κοιμήσεως τῆς Μητρός Του, ἔρχεται «πρὸς τὴν οἰκείαν λοχεύτριαν» (Γ΄, 10) καὶ «δεσποτικαῖς παλάμαις τῇ Παναγίᾳ ταύτῃ καὶ θειοτάτῃ οἷα Μητρὶ λειτουργῶν, τὴν ἱερὰν ψυχὴν ὑποδέχεται» (Β΄, 5), καὶ συνοδευόμενος ὑπὸ ὅλων τῶν Ἀγγέλων καὶ τῶν Ἁγίων τὴν ἀναφέρει ὄχι ἁπλῶς εἰς τὸν οὐρανόν, ἀλλ᾽ «ἕως αὐτοῦ τοῦ βασιλικοῦ θρόνου» Του (Β΄,11), εἰς τὰ ἐπουράνια «Ἅγια τῶν Ἁγίων» (Γ΄,12). Εἰς δὲ τὴν «ὁσίαν ταφὴν» (Β΄, 12) τοῦ «ζωαρχικοῦ καὶ θεοδόχου σώματος» (Δ΄, 4) τῆς Θεοτόκου, ὁ Ἴδιος, ὡς «ὁ νέος Σολομὼν ὁ εἰρηνάρχης», ὅλα τὰ ὑπερκόσμια τάγματα τῶν Ἀγγέλων καὶ τῶν Ἁγίων καὶ τοὺς Ἀποστόλους τῆς Καινῆς Διαθήκης Του «σὺν παντὶ τῷ ἐν Ἱερουσαλὴμ τῶν ἁγίων λαῷ Του ἠκκλησίασε» (Γ΄, 12) καὶ οὕτω τὸ πανάγιον καὶ θεοδόχον σῶμα «τῷ πανευκλεεῖ καὶ ὑπερφυεῖ ἐπιτίθεται μνήματι· κἀντεῦθεν τριταῖον (μετὰ τρεῖς ἡμέρας)» καὶ ἄφθαρτον (Β΄, 10) «πρὸς οὐρανίους δόμους μετεωρίζεται, πρὸς τὸν Μονογενῆ καὶ ἠγαπημένον Υἱόν της καὶ Θεὸν (Γ΄, 14· Δ´, 2, 4).

10. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθοῦν ἐδῶ καὶ πολλὰ ἄλλα ἀπὸ τὴν θεολογίαν τοῦ ἁγίου Δαμασκηνοῦ, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἀναφέρομεν, διότι, ὅπως εἴπομεν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Εἰσαγωγῆς, ὁ πλοῦτος τῆς θεοπαραδότου Ὀρθοδόξου Θεολογίας τῶν Πατέρων εἶναι ἀνεξάντλητος. Οὕτω θὰ ἔπρεπε νὰ λεχθοῦν, μερικὰ ἔστω, διὰ τὴν θέσιν τῆς Παναγίας εἰς τὴν οὐράνιον «Ἐκκλησίαν τῶν πρωτοτόκων» (Δ΄, 2) καὶ τὴν μεσιτείαν της διὰ τὴν ἐπίγειον Ἐκκλησίαν (Γ΄, 8,16) καὶ γενικῶς διὰ τὴν θέσιν της εἰς ὅλην τὴν Ἐκκλησίαν, ποὺ εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Υἱοῦ της, ἀπὸ τὸν ὁποῖον εἶναι πάντοτε ἀχώριστος («οὐδὲν γὰρ μέσον Μητρὸς καὶ Υἱοῦ», Δ΄, 5), ὡς καὶ ἐπίσης δι᾽ αὐτὴν ὡς «εὐεργέτιδα πάσης τῆς φύσεως» καὶ κτίσεως (Β΄, 2· Α΄,1· Γ΄, 11, 16), καὶ τὴν ὑπὸ πάσης κτίσεως προσκύνησιν αὐτῆς ὡς «Βασιλίδος καὶ Κυρίας καὶ Δεσποίνης καὶ Θεομήτορος καὶ ἀληθοῦς Θεοτόκου» (Β΄, 12· Γ΄, 14). Καὶ πόσα θὰ ἠδύναντο νὰ λεχθοῦν ἀκόμη περὶ τῆς Παναγίας ἀπὸ τὴν λατρείαν τῆς Ἐκκλησίας μας, εἰς τὴν ὁποίαν τόσοι καὶ τόσοι ὕμνοι της εἶναι τοῦ Δαμασκηνοῦ87! Καὶ πόσα ἀκόμη ἀπὸ τὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν αἰωνίαν καὶ καθημερινὴν πείραν της! Ἀληθῶς, ἡ τιμὴ καὶ ὁ μακαρισμὸς καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ χάρις τῆς Παναγίας Θεοτόκου εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν δὲν τελειώνουν ποτέ. Διότι «ἡ εἰς αὐτὴν τιμή, εἰς τὸν ἐξ αὐτῆς σαρκωθέντα Υἱὸν ἀνάγεται» (Ἔκδ. IV, 16· B΄, 14). Καὶ ὄχι μόνον ἡ τιμή, ἀλλὰ καὶ πάντα τὰ ἄλλα, καὶ προπαντὸς ἡ ὀρθὴ πίστις καὶ προσκύνησις. Διότι τὸ τελικὸν περὶ Παναγίας Θεοτόκου μυστήριον εἶναι τὸ «Μυστήριον τοῦ Χριστοῦ», «τὸ πάντων καινῶν καινότατον, τὸ μόνον καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 1· Α΄, 2· Β΄, 9).

 

  1. Ὁ Φιλάρετος Μόσχας γράφει ὅτι κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρὸν «ἡ ἄβυσσος τῶν πόνων τῆς Παναγίας δὲν κατέβαλε οὔτε κατεπόντισε αὐτήν, διότι ἐβυθίζετο συνεχῶς εἰς μίαν ἰσομεγέθη ἄβυσσον τῆς ὑπομονῆς τῆς Παναγίας καὶ τῆς ταπεινώσεώς της καὶ τῆς πίστεως καὶ ἐλπίδος, καὶ τῆς ἀπολύτου ἀφοσιώσεώς της εἰς τὰ κρίματα τοῦ Θεοῦ». Slova i rjeci (1844), τ. Ι, 442.
  2. «Εἰ γὰρ οὐκ ἔστι, κατὰ τὸ λόγιον, ἄνθρωπος ὃς ζήσεται καὶ οὐκ ὄψεται θάνατον· ἄνθρωπος δὲ καὶ ἀνθρώπου ἐπέκεινα καὶ ἡ νῦν ὑμνουμένη (ἡ Παναγία), δέδεικται δήπου τρανῶς ὡς καὶ αὔτη τὸν ἴσον ἡμῖν ἐκπεπλήρωκε νόμον τῆς φύσεως, εἰ καὶ μὴ καθ᾽ ἡμᾶς ἴσως, ἀλλ᾽ ὑπὲρ ἡμᾶς» (Λόγος 12, Εἰς τὴν Κοίμησιν, PG 97, 1053). Tὸν ἅγιον Ἀνδρέα, ὡς φορέα τῆς ἱεροσολυμιτικῆς παραδόσεως, ἀκολουθεῖ συχνὰ ὁ ἅγιος Δαμασκηνός.
  3. Βλ. τὸ σχόλιον 53 τῆς Γ΄ Ὁμιλ.
  4. Ἡ ἔκφρασις εἶναι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου (PG 36, 348). Βλ. σημ. 30 τῆς Β΄ Ὁμιλ.
  5. Μάλιστα δέ, ἐφ᾽ ὅσον «τὸ διάφορον ἄπειρον δούλων Θεοῦ καὶ Μητρὸς» (Β΄, 10).
  6. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ὁ Δαμασκηνὸς ἀποδίδει εἰς τὴν Παναγίαν τοὺς λόγους τῆς Γραφῆς τοὺς ἀναφερομένους εἰς τὸν Χριστόν: «Οὐ κατελήλυθε γὰρ ἡ ψυχή σου εἰς τὸν ᾅδην, ἀλλ᾽ οὐδὲ ἡ σάρξ σου εἶδε διαφθορὰν (Πράξ. β´ 31· Ψάλ. Ιϛ´ 10). Οὐ κατελείφθη ἡ ψυχή σου ἐν τῇ γῇ ἢ τὸ σὸν ἄχραντον καὶ πανακήρατον σῶμα, ἀλλ᾽ ἐν οὐρανῶν βασιλείοις μοναῖς ἡ Βασιλίς, ἡ Κυρία, ἡ Δέσποινα, ἡ Θεομήτωρ, ἡ ἀληθὴς Θεοτόκος αὐλίζει μετατεθεῖσα» (Β΄, 12).
  7. Ὡς μικρὸν δεῖγμα τούτου ἀναφέρομεν μόνον τὸ ἑξῆς Θεοτοκίον, ποίημα τοῦ Δαμασκηνοῦ:

«Ἐπὶ σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις,
Ἀγγέλων τὸ σύστημα καὶ ἀνθρώπων τὸ γένος,
ἡγιασμένε ναὲ καὶ Παράδεισε λογικέ,
παρθενικὸν καύχημα·
ἐξ ἧς Θεὸς ἐσαρκώθη καὶ παιδίον γέγονεν,
ὁ πρὸ αἰώνων ὑπάρχων Θεὸς ἠμῶν·
τὴν γὰρ σὴν μήτραν θρόνον ἐποίησε,
καὶ τὴν σὴν γαστέρα πλατυτέραν οὐρανῶν ἀπειργάσατο.
Ἐπὶ σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις· δόξα σοι».

(Ὀκτώηχος, ἦχος πλ. δ΄, Κυριακὴ πρωΐ).

, , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-3 («Διὰ τῆς ταπεινώσεως τῆς Παναγίας καὶ τῆς ὑπακοῆς της εἰς τὸν Θεὸν ἐλύθη ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ πρόβλημα καὶ ἡ τραγωδία τῆς ἀνθρωπίνης ἐλευθερίας»)

περ Θεοτόκου διδασκαλία το Δαμασκηνο

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ»
(Τέσσερις Θεομητορικὲς Ὁμιλίες
τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ)

Κείμενο-Εἰσαγωγή -Σχόλια: Ἱερομ. Ἀθανάσιος Γιέφτιτς
ἐκδ. «Εὐαγὲς Ἵδρυμα “Ὅσ. Ἰωάννης ὁ Ρῶσος”»
Ἀθῆναι 1970, σελ. 22-58

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-1 («Ἡ ἁγία Παρθένος ἦταν, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, κληρονόμος τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος τοῦ Ἀδάμ»)

Μέρος Β´: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-2 («Τῆς Παναγίας ἡ ἁγιότης ἀφθαρτοποιεῖται εἰς τὴν Κοίμησιν καὶ Μετάστασίν της»)

.                 Εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἡ θεόπαις Μαρία –«ἡ ἱερωτάτη περιστερά, ἡ ἀκεραία καὶ ἄκακος ψυχὴ καὶ τῷ Θείῳ καθιερωμένη Πνεύματι» (Γ΄, 2)67– ὡς «ἁγνὴ καὶ φίλαγνος» (Γ΄, 19) γίνεται κατ᾽ ἄμφω παρθένος, καὶ παρθένος ἄχραντος (Γ΄, 2) «γηΐνοις μὴ ὁμιλήσασα πάθεσι, ἀλλ᾽ οὐρανίοις ἐντραφεῖσα νοήμασι» (αὐτ.). Διότι ὡς «θυγάτριον ἱερώτατον, τὸ λαθὸν τὰ πεπυρωμένα βέλη τοῦ πονηροῦ» (Α´ ,7), ἀπὸ τὸν πόθον πρὸς τὴν παρθενίαν («παρθένος καὶ φιλοπάρθενος», Δ΄, 5), ἀλλοιοῦται τόσον μὲ τὴν βοήθειαν τῆς χάριτος τοῦ Πνεύματος («πιανθεῖσα τῷ Πνεύματι», Ἔκδ. IV, 14), ὥστε νὰ λέγῃ ὁ Δαμασκηνός: «τοσοῦτον τὴν παρθενίαν ποθήσασα, ὡς ὑπ᾽ αὐτῆς οἷά τινος καθαρωτάτου ποιωθῆναι πυρὸς» (Γ΄, 2), καθίσταται «πυρὸς θείου κατοικητήριον» καὶ «Πνεύματος Ἁγίου ἱερώτατον ἄγαλμα» (Δ΄, 5). Αἱ ἀρεταί της καὶ ἡ χάρις τοῦ Πνεύματος («τὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χαρισμάτων κύματα», Α΄, 9) ἐκόσμησαν τὴν Παρθένον («ἡ τῶν ἀρετῶν περιβεβλημένη εὐπρέπειαν καὶ κεκοσμημένη τῇ τοῦ Πνεύματος χάριτι», Α΄, 9), ὥστε νὰ εἶναι αὐτὴ «τὸ κάλλος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως» (Α´ ,7), «ἐφ᾽ ᾧ ὁ δημιουργήσας εὐφράνθη Θεὸς» (Α´, 9). Καὶ διὰ τοῦτο ὡς «ἀξιόθεος» (Α´,7) ἐκλέγεται ἀκριβῶς «εἰς νύμφην Θεοῦ καὶ μητέρα» (Α´,7).
.                  Ὁ Δαμασκηνὸς περιγράφει λεπτομερῶς τὸ ἦθος καὶ τὰς ἀρετὰς τῆς Παναγίας, ὅπως θὰ τὸ ἰδῇ ὁ ἀναγνώστης (Α´, 9,11), καὶ γενικῶς ὅλην τὴν «ἀνεπίστροφον» ἀνάτασιν, ἀφοσίωσιν καὶ ἀγάπην τῆς Παρθένου πρὸς τὸν Θεόν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ πρὸς τὴν ἁγίαν Παρθένον («ἕως πρὸς τὴν ποθοῦσαν τὸν ποθούμενον εἵλκυσεν», «θυγάτριον θεοπόθητον», Α΄,9,7). Εἰς δὲ τὴν «Ἔκδοσιν Ὀρθ. Πίστεως» συνοψίζει ὡς ἑξῆς τὰ περὶ τῆς ἁγιότητος τῆς Παναγίας: «Εἶτα ἐν τῷ οἴκῳ Θεοῦ φυτευθεῖσά τε καὶ πιανθεῖσα τῷ Πνεύματι, ὡσεὶ ἐλαία κατάκαρπος, πάσης ἀρετῆς καταγώγιον γέγονε, πάσης βιωτικῆς καὶ σαρκικῆς ἐπιθυμίας τὸν νοῦν ἀποστήσασα καὶ οὕτω παρθένον τὴν ψυχὴν συντηρήσασα σὺν τῷ σώματι, ὡς ἔπρεπε τὴν Θεὸν ἐγκόλπιον ὑποδέχεσθαι μέλλουσαν· ἅγιος γὰρ ὤν, ἐν ἁγίοις ἀναπαύεται· οὕτω τοίνυν ἁγιωσύνην μετέρχεται καὶ ναὸς ἅγιος καὶ θαυμαστός τοῦ ὑψίστου Θεοῦ ἀναδείκνυται ἄξιος» (Ἔκδ. IV,14). Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ ἁγιότης τῆς Παναγίας πρὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

6. Ἀλλ᾽ ὅση καὶ ἂν ἦτο ἡ δόξα τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς χάριτος τῆς Παναγίας Παρθένου, ἡ ἀποκορύφωσις τῆς δόξης της, ἡ «ἀρχὴ καὶ μεσότης καὶ τέλος» τῶν ὑπὲρ νοῦν ἀγαθῶν της (Β΄,12) εἶναι ἀναμφιβόλως ὁ Εὐαγγελισμὸς καὶ ἡ Γέννησις τοῦ Χριστοῦ, ἢ ὅπως λέγει ὁ Δαμασκηνός: «ἡ ἄσπορος σύλληψις» (διὰ Πνεύματος Ἁγίου, τοῦ σαρκουμένου Λόγου τοῦ Πατρός, Α΄, 3) ἡ θεία ἐνοίκησις (τῆς τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ Ὑποστάσεως Α´,6), καὶ ὁ τόκος ὁ ἄφθορος (τοῦ Ἐμμανουήλ, Θεοῦ παιδίου, τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ, Α΄, 4)» (Β,12). Διότι «ἡ δόξα τῆς Θεοτόκου ἔσωθεν, ὁ τῆς κοιλίας καρπὸς» (Α´,9), ὁ Χριστός.
.               Πράγματι, μετὰ τὸ τέλος τῆς παραμονῆς της εἰς τὸν ναὸν καὶ μετὰ τὴν παράδοσίν της ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς εἰς τὸν δίκαιον καὶ σώφρονα Ἰωσήφ, τὸν φύλακα τῆς παρθενίας της (Β΄,7· Ἔκδ. IV, 14), «ὅτε ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου», ἡ Παναγία Παρθένος δέχεται διὰ τοῦ Ἀρχαγγέλου τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ἁγίας Τριάδος, «ᾗ ἐλειτούργησε» (Δ΄, 5· Β΄, 8), καὶ ἀξιοῦται τῆς ἀκατανοήτου καὶ φιλανθρώπου συγκαταβάσεως καὶ ἐνοικήσεως καὶ σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, τὸν ὁποῖον αὐτὴ συνήντησε καὶ ἀπεδέχθη μὲ ἄπειρον ὑπακοὴν καὶ ταπείνωσιν (Ἔκδ. ΙΙΙ, 2· Β΄. 8· Γ΄, 3· Λουκ. 1, 38, 48)68, πανορθώσουσα τν παρακον τς προμήτορος Εας (Α´, 7) καὶ ἀναδεικνυομένη ἀληθῶς Θεοτόκος.
.             λον μως τ μυστήριον τς Παναγίας Θεοτόκου, πως μς δίδαξαν κα μς παρέδωσαν ο πόστολοι κα ο Πατέρες, συνοψίζεται ες τ «μυστήριον το Χριστο» κα δι τούτου ξηγεται. Εἰς τὴν ἐρώτησιν τῶν Ἰουδαίων: «Τί μοι προσφέρεις, ὅτι ἠδύνατο γυνὴ γεννῆσαι Θεόν;» ὁ ἅγιος Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως ἀπαντᾶ: «Οὐ λέγω σοι ὅτι ἠδύνατο γυνὴ Θεὸν γεννῆσαι, ἀλλ᾽ ὅτι ἠδύνατο Θεὸς σαρκωθεὶς γεννηθῆναι ὑπὸ γυναικός· πάντα γὰρ αὐτῷ δυνατά»69. Καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνει ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς λέγων: «Θεοῦ βουλομένου ταῦτα γεγένηται· ἐπεὶ Θεοῦ θέλοντος, δυνατὰ μὲν ἅπαντα, ἀμήχανα δὲ μὴ θέλοντος» (Γ΄, 7). Ἡ παντοδυναμία αὐτὴ τοῦ Θεοῦ συμπίπτει, κατὰ τὸν Δαμασκηνόν, μὲ τὴν ἄπειρον συγκατάβασίν Του70. Διότι μόνον ὡς συγκατάβασιν ἠμποροῦμεν νὰ ἐννοήσωμεν τὸ πῶς ὁ Θεὸς Λόγος «καταβὰς ἀμεταβάτως… ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη (Α´, 3) καὶ πρὸς τὴν ὑψοποιὸν καταβέβηκε κένωσιν· πῶς ὁ Ὑπερούσιος ἐκ γυναικείας νηδύος ὑπερουσίως οὐσίωται· πῶς ὁ Θεὸς τέ ἐστιν καὶ ἄνθρωπος γέγονεν… καὶ οὔτε τῆς οὐσίας ἐκβέβηκε τῆς Θεότητος καὶ παραπλησίως ἡμῖν κεκοινώνηκε σαρκός τε καὶ αἵματος· πῶς ὁ τὰ πάντα πληρῶν καὶ ὢν ὑπὲρ ἅπαντα στενὸν χωρίον κατώκησεν· πῶς τὸ ὑλικὸν καὶ χορτῶδες σῶμα τῆς ἀοιδίμου ταύτης (τῆς Παναγίας) τὸ καταναλίσκον πῦρ ἐδέξατο τῆς Θεότητος… καὶ ἀναλλωτον ἐχρημάτισε (Γ΄, 7)· πῶς ἡ πρὸ τόκου παρθένος καὶ ἐν τῷ τίκτειν παρθένος καὶ μετὰ τόκον παρθένος ἀειπάρθενος» (Α´,5) – ὅλα αὐτά, δὲν δύνανται νὰ ἐξηγηθοῦν ἀνθρωπίνως καί, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Βασιλείου Σελευκείας, «γέγονε μυστήριον, ὅπερ μέχρι τῆς σήμερον μένει μυστήριον, καὶ οὐδέποτε παύσεται τοῦ εἶναι μυστήριον»71. Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν «ὡς Αὐτὸς (ὁ Θεὸς) μόνος οἶδε», καὶ «οὔτε ὀφείλει ἄνθρωπος φυσιολογεῖν τὸ ἀνεξιχνίαστον καὶ ἀνεξερεύνητον πρᾶγμα»72.

7. Ἀπὸ τὸ ἀκατάληπτον τοῦτο μυστήριον τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου ἡ Παναγία ὀνομάζεται καὶ εἶναι «δικαίως καὶ ἀληθῶς» Θεοτόκος: «Τὸ παιδίον Θεὸς καὶ πῶς οὐ Θεοτόκος ἡ τεκοῦσα;» (Α΄, 4). Ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι ὄντως Θεοτόκος, διότι «οὐκ ἄνθρωπον ψιλὸν ἐγέννησεν, ἀλλὰ Θεὸν ἀληθινόν· οὐ γυμνόν, ἀλλὰ σεσαρκωμένον» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 12· Β΄, 3-4)· «οὐκ ἄνθρωπον ἀποθεωθέντα, ἀλλὰ Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 2). Δὲν ἐγέννησε δηλαδὴ ἡ Θεομήτωρ ἕνα ἁπλῶς θεοφόρον ἢ θεωθέντα ἄνθρωπον, ἀλλ᾽ αὐτὸν τοῦτον τὸν Θεὸν Λόγον, τὸν Μονογενῆ Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος «εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός, οὐκ ἐκ συναφείας φυσικῆς, ἀλλ᾽ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου ὑπερφυῶς σὰρξ ἀτρέπτως ἐγένετο… (Α΄, 3), αὐτῆς τῆς Θεομήτορος ὑπερφυῶς χορηγούσης τὸ πλασθῆναι τῷ Πλάστῃ καὶ τὸ ἀνθρωπισθῆναι τῷ Θεῷ καὶ Ποιητῇ τοῦ παντός, θεοῦντι τὸ πρόσλημμα, σωζούσης τῆς ἑνώσεως τὰ ἑνωθέντα τοιαῦτα οἷα καὶ ἥνωται» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 12). Οἱ τελευταῖοι λόγοι τοῦ Δαμασκηνοῦ σημαίνουν ὅτι ἡ Θεία Ὑπόστασις τοῦ Λόγου, ὁμοούσιος τῷ Πατρὶ κατὰ τὴν Θεότητα, προσλαμβάνει ἐν τῇ μήτρᾳ τῆς Παναγίας τὴν ἀνθρωπότητα, τὴν πλήρη ἀνθρωπίνην φύσιν, καὶ γίνεται ὁ Χριστὸς ὁμοούσιος τῇ Μητρὶ καὶ ἡμῖν, ἑνώνων στενώτατα τὰς δύο αὐτὰς φύσεις, τὴν θείαν καὶ τὴν ἀνθρωπίνην, ἐν τῇ μιᾷ Ὑποστάσει Του, χωρὶς νὰ μεταβληθοῦν ἢ συγχυσθοῦν αἱ φύσεις αὐταὶ ἢ νὰ ἀπολεσθοῦν τὰ οὐσιαστικά των ἰδιώματα (Β΄, 1· Ἔκδ. ΙΙΙ, 3, 6)73. Ἡ δὲ ἀνθρωπίνη φύσις ὑψώνεται διὰ τῆς ὑποστατικῆς αὐτῆς ἑνώσεως εἰς τὴν θέωσιν. Διὰ τοῦτο λέγεται ἀκόμη Θεοτόκος ἡ Παναγία «οὐ μόνον διὰ τὴν φύσιν τοῦ Λόγου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν θέωσιν τοῦ ἀνθρώπου» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 12)74. Διότι ἐν τῇ κοιλίᾳ της ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, διὰ τῆς καθ᾽ ὑπόστασιν ἑνώσεως μὲ τὴν Θεότητα τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἔλαβε «θέωσιν καὶ λόγωσιν καὶ ὑπερύψωσιν» καὶ «τεθεῶσθαι λέγεται καὶ θεὸς γενέσθαι καὶ ὁμόθεος τῷ Λόγῳ» (Ἔκδ. IV, 18· Γ΄, 2).
.                 Ἡ Παναγία εἶναι ἐπίσης καὶ Χριστοτόκος, «Χριστὸν γὰρ ἐγέννησε»75, (καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ὀνομάζεται «Χριστοτόκος καὶ Κυριοτόκος καὶ Σωτηριοτόκος καὶ Θεοτόκος»)76, ἀλλ᾽ «ἐπειδὴ ἐπ᾽ ἀναιρέσει τῆς “Θεοτόκος” φωνῆς ὁ θεήλατος αἱρετικὸς Νεστόριος ταύτῃ κατεχρήσατο, οὐ Χριστοτόκον, ἀλλ᾽ ἐκ τοῦ κρείττονος αὐτὴν Θεοτόκον κατονομάζομεν. Χριστοτόκοι γὰρ καὶ ἄλλαι τῶν προφητῶν καὶ βασιλέων μητέρες, μόνη δὲ Θεοτόκος ἡ ἁγία Θεοτόκος Μαρία»77. Ὁ δὲ Λεόντιος ὁ Βυζάντιος ἐπισφραγίζει αὐτὴν τὴν Πατερικὴν Παράδοσιν, ὅταν λέγῃ: «Μόνον ἰδικώτατον καὶ κυριώτατον καὶ σημαντικώτατόν ἐστι τῇ ἁγίᾳ ἀχράντῳ καὶ ἀειδόξῳ Παρθένῳ ὄνομα τὸ “Θεοτόκος”»78.

8. Ἐκ τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Σαρκώσεως γνωρίζομεν ἐπίσης διὰ τοῦ ἁγίου Δαμασκηνοῦ ὅτι ἡ Παναγία Θεοτόκος, ὅπως πρὸ τοῦ τόκου, ἔτσι καὶ ἐν τῷ τόκῳ καὶ μετὰ τὸν τόκον ἦτο καὶ παρέμεινε διαπαντὸς παρθένος «νῷ καὶ ψυχῇ καὶ σώματι ἀειπαρθενεύουσα» (Α΄ 5). Ἡ ἀειπαρθενία τῆς Παναγίας σημαίνει ὅτι αὐτή, ὅπως εἰς τὴν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου ἄσπορον σύλληψιν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἦτο «ἀπείρανδρος» (Α´, 6) καὶ «ἀπειρόγαμος» (Β΄, 14), ἔτσι καὶ εἰς τὴν γέννησιν ὁ «τεχθεὶς τὴν αὐτῆς παρθενίαν ἐφύλαξε ἄτρωτον, μόνος διελθὼν δι᾽ αὐτῆς καὶ κεκλεισμένην τηρήσας αὐτὴν (Ἔκδ. IV, 14)… καὶ διανοίγει μήτραν τὰ κλεῖθρα τῆς παρθενίας μὴ λυμηνάμενος» (Β΄, 9). Κάθε ἄλλη παρθένος φυσικὰ «τῷ τόκῳ τὴν παρθενίαν λυμαίνεται», ἡ Παρθενομήτωρ ὅμως καὶ Θεοτόκος Μαρία «καὶ πρὸ τόκου καὶ τίκτουσα μένει παρθένος, καὶ μετὰ γέννησιν» (Γ΄, 2). Διότι ἡ ἐξ αὐτῆς γέννησις τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ἦτο ταυτοχρόνως «δι᾽ ἡμᾶς, καθ᾽ ἡμᾶς καὶ ὑπὲρ ἡμᾶς», δηλ. καὶ σωτήριος, καὶ φυσικὴ καὶ ὑπὲρ φύσιν: «Δι᾽ ἡμᾶς, ὅτι διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν· καθ᾽ ἡμᾶς, ὅτι γέγονεν ἄνθρωπος ἐκ γυναικὸς καὶ χρόνῳ κυήσεως· ὑπὲρ ἡμᾶς, ὅτι οὐκ ἐκ σπορᾶς, ἀλλ᾽ ἐξ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς Ἁγίας Παρθένου (=ἀπειρογάμως), ὑπὲρ νόμων κυήσεως» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 7) καὶ «ὠδίνων ἄνευ (=ἀνωδύνως)» (Γ΄,13)79. Τὴν δυνατότητα τῆς τοιαύτης γεννήσεως ἔδωσε εἰς τὴν Παναγίαν Παρθένον τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ «καθαῖρον αὐτὴν καὶ δύναμην δεκτικὴν τῆς τοῦ Λόγου Θεότητος παρέχον, ἅμα δὲ καὶ γεννητικὴν» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 2), ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Μονογενὴς Υἱός της, ὁ «τὰς τῆς φύσεως ἡμῶν γονὰς ἐλευθερώσας καὶ Παρθενικὴν ἁγιάσας μήτραν τῷ τόκῳ» Του80.
.                 Ἡ Παναγία Θεοτόκος, συνεχίζει ὁ ἅγιος Δαμασκηνός, «μένει καὶ μετὰ τόκον παρθένος», εἶναι Ἀειπάρθενος, «οὐδαμῶς ἀνδρὶ μέχρι θανάτου προσομιλήσασα» (Ἔκδ. IV, 14). Τὰ ἔτη τῆς ἐπιγείου ζωῆς τοῦ Υἱοῦ της ἔζησε μαζί Του, καὶ κατὰ τὴν ὥραν τοῦ σταυρικοῦ θανάτου Του «τὰς ὠδίνας, ἃς διέφυγε τίκτουσα, ταύτας ἐν τῷ τοῦ πάθους καιρῷ ὑπέμεινε, ὑπὸ τῆς μητρικῆς συμπαθείας τῶν σπλάγχνων τὸν σπαραγμὸν ἀνατλᾶσα» (Ἔκδ. IV, 14· Γ΄, 14)81, καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασιν «Θεὸν τὸν σαρκὶ θανόντα κηρύττουσα» (αὐτ.). Μετὰ δὲ τὴν Ἀνάληψιν τοῦ Υἱοῦ της ἡ Παναγία Θεομήτωρ ἔζησε μέχρι τῆς Κοιμήσεώς της καὶ Μεταστάσεως «ἐν τῇ θείᾳ καὶ περιωνύμῳ πόλει Δαβίδ, Σιών»: «αὕτη ἡ μήτηρ τῶν ἀνὰ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην Ἐκκλησιῶν, τῆς τοῦ Θεοῦ Μητρὸς ἐνδιαίτημα πέφηνε» (Γ΄, 4).

9. Τὴν πανένδοξον Κοίμησιν καὶ θαυμαστὴν Μετάστασιν τῆς Μητρὸς τοῦ Κυρίου ὁμολογεῖ καὶ κηρύττει ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς κατὰ τὴν «ἀρχαίαν καὶ ἀληθεστάτην παράδοσιν» τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων (Γ΄, 4, 18), καὶ περιγράφει λεπτομερῶς τὰ θαυμαστὰ γεγονότα κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Κοιμήσεως, ὅπως θὰ τὸ ἴδῃ ὁ ἀναγνώστης (κυρίως εἰς τὴν Γ΄ Ὁμιλίαν), διὰ τοῦτο καὶ δὲν θὰ ἀναφερθῶμεν ἐδῶ εἰς ὅλα αὐτά. Ἂς ἴδωμεν μόνον τὸ θέμα τοῦ θανάτου τῆς Παναγίας, τῆς ταφῆς τοῦ σώματός της καὶ τῆς μεταστάσεώς της εἰς τοὺς οὐρανούς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

  1. Πρβλ. Ἀνδρέου Κρήτης, Λόγος Α´, Εἰς τὸ Γενέθλιον τῆς Θεοτόκου (PG 97, 820): «Καὶ γίνεται (ἐν τῷ ναῷ) τιθηνὸς τῆς Παρθένου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, μέχρις ἀναδείξεως αὐτῆς ἐν τῷ Ἰσραήλ».
  2. Ἐὰν ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες ὀνομάζουν τὴν ταπείνωσιν «θεοποιὸν ταπείνωσιν», τοῦτο ἁρμόζει πρωτίστως εἰς τὴν Παναγίαν Θεοτόκον, διότι διὰ τῆς ὑπακοῆς της καὶ τῆς ταπεινώσεώς της αὐτῆς «υἱὸν ἐποίησεν ἀνθρώπου Θεόν, καὶ τὸν ἄνθρωπον υἱὸν Θεοῦ» (ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλ. 53, 40, Εἰς τὰ Εἰσόδια, ἔκδ. Οἰκονόμου, σ. 178. Πρβλ. καὶ Ν. Καβάσιλα, Εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν, 10, μν. ἔκδ. σ. 158). Διὰ τῆς ταπεινώσεως τῆς Παναγίας καὶ τῆς ὑπακοῆς της εἰς τὸν Θεὸν ἐλύθη ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ πρόβλημα καὶ ἡ τραγωδία τῆς ἀνθρωπίνης ἐλευθερίας καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου ἀπεδείχθη ὡς κτισθεῖσα «κατ᾽ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» τῆς ἐλευθερίας τοῦ Θεοῦ, ὅπως συχνὰ λέγει ὁ π. Ἰουστίνος Πόποβιτς ἀκολουθῶν τὸν ἅγιον Μάξιμον καὶ ἄλλους Πατέρας. Πρβλ. καὶ V. Lossky, Ἡ μυστικὴ Θεολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1964, σ. 164.
  3. Λόγος Β΄, Εἰς τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου (PG 65, 697). Πρβλ. Ὁμιλ. Α΄, 2: «τὴν τοῦ Θεοῦ ἄφραστον καὶ συγκαταβατικὴν σάρκωσιν».
  4. «Οὐ φύσεως γὰρ ἔργον ἡ σάρκωσις, ἀλλὰ τρόπος οἰκονομικῆς συγκαταβάσεως», Κατὰ Ἰακωβιτῶν, 59 (94, 1464).
  5. Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν (PG 85, 445).
  6. Διάλογος στηλιτευτικὸς κατ᾽ εἰκονοκλαστῶν (96, 1356Α).
  7. Πρβλ. καὶ Κατὰ Ἰακωβιτῶν, 52 (94, 1461).
  8. «Ἐν ταύτῃ ὁ Θεὸς μὲν ἄνθρωπος, καὶ Θεὸς ὁ ἄνθρωπος γέγονε» (Γ΄,16).
  9. Κατὰ τῆς αἱρέσεως τῶν Νεστοριανῶν, 24 (95, 224). Πρβλ. ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας: «Εἰ γὰρ Χριστοτόκος, πάντως ὅτι καὶ Θεοτόκος· εἰ δὲ οὐ Θεοτόκος, οὐδὲ Χριστοτόκος» (PG 76, 265).
  10. Ὁμιλία εἰς τὴν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, 4, ἀποδιδομένη εἰς τὸν Μ. Ἀθανάσιον (Β.Ε.Π. 36, 228).
  11. Κατὰ τῆς αἱρέσεως τῶν Νεστοριανῶν, 24 (95, 224) καὶ κδ. ΙΙΙ, 12.
  12. Κατὰ Νεστοριανῶν, IV, 37 (PG 86, 1708 D).
  13. Πρβλ. καὶ τὸ δογματικὸν Θεοτοκίον, ποίημα Δαμασκηνοῦ, ἦχος βαρύς: «Μήτηρ μὲν ἐγνώσθης, ὑπὲρ φύσιν Θεοτόκε· ἔμεινας δὲ παρθένος, ὑπὲρ λόγον καὶ ἔννοιαν· καὶ τὸ θαῦμα τοῦ τόκου σου, ἑρμηνεῦσαι γλῶσσα οὐ δύναται· παραδόξου γὰρ οὔσης τῆς συλλήψεως, Ἁγνή, ἀκατάληπτός ἐστιν ὁ τρόπος τῆς κυήσεως· ὅπου γὰρ βούλεται Θεός, νικᾶται φύσεως τάξις…».
  14. Εὐχὴ ἁγιασμοῦ τοῦ ὕδατος εἰς τὸ Ἅγιον Βάπτισμα. Ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος εἰς τὸν λόγον του Περὶ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, 17, γράφει: «Ὅθεν οὐδὲ τῆς Παρθένου τικτούσης ἔπασχεν Αὐτὸς (ὁ Λόγος) οὐδὲ ἐν σώματι ὢν ἐμολύνετο, ἀλλὰ μᾶλλον καὶ τὸ σῶμα ἡγίαζεν» (PG 25, 125), δηλ. ἡγίαζεν καὶ τὸ προσληφθὲν σῶμα Του καὶ τὸ σῶμα τῆς Μητρός, ἐκ τῆς ὁποίας τὸ προσέλαβε. Τοῦτο δηλοῖ ὅτι ἡ γέννησις τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν Παναγίαν εἶχε σωτηριολογικὸν χαρακτήρα καὶ σημασίαν καὶ διὰ τὴν ἰδίαν τὴν Μητέρα Του. Πρβλ. καὶ Κατὰ Ἀρειανῶν, 2, 61 (PG 26, 277).
  15. O Φιλάρετος Μόσχας γράφει ὅτι κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρὸν «ἡ ἄβυσσος τῶν πόνων τῆς Παναγίας δὲν κατέβαλε οὔτε κατεπόντισε αὐτήν, διότι ἐβυθίζετο συνεχῶς εἰς μίαν ἰσομεγέθη ἄβυσσον τῆς ὑπομονῆς τῆς Παναγίας καὶ τῆς ταπεινώσεώς της καὶ τῆς πίστεως καὶ ἐλπίδος, καὶ τῆς ἀπολύτου ἀφοσιώσεώς της εἰς τὰ κρίματα τοῦ Θεοῦ». Slova i rjeci (1844), τ. Ι, 442.

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΖΕΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΑΣ

Θεοτόκος παναπροσανατολίζει τν λευθερία μας
στ
ν Θε

Τοῦ † Ἀρχιμ. Γεωργίου (Καθηγουμ Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου)
Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ
«Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ”, ἀρ. τ. 21 (1996)
Ἔκδ. Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους, σελ. 64-69

.               Ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα ὑπέκυψαν στὸν πειρασμὸ νὰ τοποθετήσουν ὡς περιεχόμενο τῆς ἐλευθερίας τους τὸν ἑαυτό τους. Ἔτσι χώρισαν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό. Χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Θεὸ οἱ ἄνθρωποι ἔχασαν τὴν μεταξύ τους ἑνότητα, ὅπως καὶ τὴν ἐσωτερική τους ἑνότητα. Πρώτη ἡ Εὔα ὑπέκυψε στὸν πειρασμό. Ἡ Μαρία, κατὰ τὸν ἅγιο Εἰρηναῖο, ἐπίσκοπο Λουγδούνου (Λυών), μάρτυρα καὶ ἀρχαῖο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας (+202; μ.Χ.), διορθώνει τὸ λάθος τῆς Εὔας. Ἡ πρώτη γυναίκα μὲ τὴν ἀνυπακοή της φέρει στὸν κόσμο τὸν θάνατο. Ἡ Μαρία μὲ τὴν ὑπακοή της φέρει τὴ ζωή. Ἡ Εὔα μᾶς ἔκλεισε τὸν δρόμο πρὸς τὸν Θεό. Μᾶς ἀποπροσανατόλισε. Ἡ Μαρία μᾶς ἀνοίγει τὸ δρόμο πρὸς τὸν Θεό. Μᾶς προσανατολίζει πρὸς τὸν Θεό. Χάρισε τὴ θέλησι καὶ τὴν ἀγάπη της ὁλοκληρωτικὰ στὸν Θεό.
.           Αὐτὴ τὴν ὁλοκληρωτικὴ προσφορά της στὸν Θεὸ ἐκφράζει ἡ Παρθενία της, ποὺ γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι κάτι ποὺ φανερώνει ἔλλειψη ἢ κάτι ἄγονο, ἀλλὰ εἶναι πλήρωμα, παρθενία γονιμότερη ἀπὸ κάθε σαρκικὴ συνάφεια. Παρθενία ποὺ φέρει τὴ Ζωή. Γι’ αὐτὸ καὶ δικαίως μακαρίζεται ὡς Νύμφη ἀνύμφευτος.
.             Ἡ Θεοτόκος εἶχε ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ δὲν φοβήθηκε νὰ τοῦ προσφέρη τὴν ἐλευθερία της. Ἡ Εὔα φοβήθηκε, καὶ φοβᾶται ὁ ἄνθρωπος ὅτι, ὅταν χαρίση τὴν ἐλευθερία του στὸν Θεό, θὰ χάση τὴ δική του ἐλευθερία. Δὲν θὰ ὁλοκληρωθῆ ὡς ἄνθρωπος. Θὰ γίνη στεῖρος. Προσπαθεῖ, ἔχοντας ὡς κέντρο τὸν ἑαυτό του καὶ τὴ δική του κτιστὴ θέλησι, νὰ βιώση τὸ μυστήριο τῆς ἐλευθερίας. Νομίζει ὅτι ἡ ὑπακοή του στὸν Θεὸ εἶναι ὑποδούλωσι σὲ κάποιο ἐξωτερικὸ νόμο ποὺ θὰ τοῦ ἐπιβληθῆ (ἑτερονομία). Γι ν ποφύγει ατ τν τερονομία, διαλέγει τν ατονομία, πο κατ’ οσίαν εναι θάνατος τς λευθερίας του καὶ ὁ θάνατος ὅλων τῶν προσπαθειῶν του γιὰ δημιουργία, πολιτισμό, δικαιοσύνη.
.               Ἡ τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου βρίσκεται στὸ ὅτι, αὐτὸ ποὺ φοβᾶται ὅτι θὰ πάθη, ἂν προσφέρη τὴν ἐλευθερία του στὸν Θεό, τὸ παθαίνει μὴ προσφέροντάς την. Μὴ προσφέροντας τὴν ἐλευθερία τοῦ – ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεὸ ὁ ἄνθρωπος, δὲν βγαίνει ἀπὸ τὸ ἀρρωστημένο ἐγωκεντρικό του κύκλωμα, δὲν ὑψώνεται ἐπάνω ἀπὸ τὴν ἐφθαρμένη τοῦ φύση καὶ ἀναγκαιότητα, δὲν νικᾶ τὸν θάνατο, δὲν ἐκπληρώνει τὸν θεόσδοτο δυναμισμὸ τῆς ὑπάρξεώς του, τὴν ἐρωτικὴ δίψα τῆς ψυχῆς του ποὺ μόνο στὸν Θεὸ μπορεῖ νὰ ξεδιψάση. Προσπαθεῖ νὰ ξεδιψάσει μὲ ὑποκατάστατα τοῦ Θεοῦ. Πάντα ὅμως μένει ἀνεκπλήρωτος. Ἔτσι αὐτοπεριορίζεται, αὐτοφυλακίζεται στὸ κτιστὸ καὶ περιορισμένο, αὐτοευνουχίζεται πνευματικά. Δὲν ἀφήνει τὴ φύσι του νὰ γίνει θεοτόκος.
.             Ὅταν ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου δὲν πηγάζει ἀπὸ τὴν ἄκτιστη ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν συμμετέχει σ’ αὐτήν, εἶναι φυσικὸ στὸ τέλος νὰ ἐκπίπτει σὲ αὐτολατρία, εἰδωλολατρία, φιλοσαρκία, ἐγωκεντρισμό, φιλαυτία.
.               Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ποὺ ἀπορρίπτει τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, ζητᾶ τὴν ἐλευθερία του στὴν ἐγωιστικὴ ἱκανοποίηση τοῦ ἑαυτοῦ του, ὅπως ἡ Εὔα. Ὄχι στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Νομίζει τὸν ἑαυτό του ἐλεύθερο, ὅταν κάνει αὐτὸ ποὺ θέλει, τὸ ἐγωιστικό του θέλημα, καὶ ὄχι αὐτὸ ποὺ θέλει ὁ Δημιουργός του καὶ ἡ ἀγάπη ἐπιβάλλει. Τὸν πλανᾶ ὁ διάβολος νὰ νομίζη, ὅτι αὐτὸ ποὺ ἐγωιστικὰ θέλει εἶναι καλύτερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὁ Δημιουργός του θέλει γι’ αὐτόν. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἐγωιστικῆς ἐκλογῆς εἶναι ἡ ἀποτυχία τοῦ σκοποῦ τῆς ζωῆς μας, ποὺ εἶναι ἡ θέωσι, καὶ ἡ ὑποδούλωσί μας στὰ χειρότερα πάθη καὶ τελικὰ στὸν διάβολο.
.             Ὁ ἄνθρωπος ζητᾶ νὰ ὑψωθῆ χωρὶς τὸν Θεό. Τελικὰ ὅμως συντρίβεται. Ἡ κοινωνία ἀρρωσταίνει βαθιά. Γεμίζει ὁ κόσμος ἀπὸ ἀνθρώπους πνευματικὰ ἀποτυχημένους, ἀνεκπλήρωτους, ἀκοινώνητους μέσα στὴ μοναξιά τους.
.             Ὡς ἄνθρωποι καὶ ὡς Χριστιανοὶ βρισκόμαστε σ’ ἕνα σταυροδρόμι. Ἔχουμε νὰ διαλέξουμε μεταξὺ δύο δρόμων, τρόπων ζωῆς. Τοῦ δρόμου τῆς Εὔας, ποὺ ἔφερε στὸν κόσμο τὴν ψευδοελευθερία τοῦ ἐγωισμοῦ, καὶ τοῦ δρόμου τῆς Μαρίας, ποὺ μᾶς ἔφερε τὴν ἐλευθερία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὴ τὴν ἐλευθερία σφράγισε ὁ Χριστὸς μὲ τὸν Σταυρό Του.
.             Τὴν ἐκλογὴ αὐτὴ καλούμαστε νὰ κάνουμε κάθε λεπτὸ στὴ ζωή μας. Θὰ ζοῦμε καὶ ἐνεργοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας ἢ γιὰ τὸν Θεό; Ὁ δρόμος τῆς Εὔας φαίνεται νὰ εἶναι ὁ εὔκολος δρόμος, ποὺ ὁδηγεῖ ὅμως σὲ μία ἀνυπέρβλητη μοναξιά, γιατί μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους.
.             Ὁ δρόμος τῆς Εὐλογημένης Μαρίας εἶναι δύσκολος, σταυρικός, ἀλλὰ ὁδηγεῖ στὴ φιλία μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους καὶ στὴ χαρὰ ποὺ δίνει αὐτὴ ἡ φιλία. Θέλει ἀγώνα, ἄσκησι, προσευχή. Ἀλλὰ δίνει ἀνάπαυσι καὶ εἰρήνη στὴν ψυχή.
.           Γνωρίζουμε ὡς Χριστιανοὶ καὶ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ποιὸ δρόμο πρέπει νὰ ἐκλέγουμε. Πολλὲς φορὲς ὅμως ἀποτυγχάνουμε. Ὁ ἐγωισμός μας δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ προσφερθοῦμε στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο. Τότε χάνουμε τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ. Κλεινόμαστε ἀρρωστημένα στὸν ἑαυτό μας. Ἡ μετάνοια ὅμως ἐπαναπροσανατολίζει τὴν ἐλευθερία μας στὸν Θεό. Εὐγνωμονοῦμε τὴν Παναγία μας ποὺ μᾶς ἄνοιξε αὐτὸ τὸν δρόμο.

 

ΠΗΓΗ: hristospanagia3.blogspot.com

, , ,

Σχολιάστε