Ἄρθρα σημειωμένα ὡς θεοπτία

ΟΡΑΜΑΤΑ ΠΑΥΛΟΥ (Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκης)

Ὁράματα Παύλου

 τοῦ Ἀρχιμ. Δανιήλ Ἀεράκη

.                           Θὰ σᾶς παρουσιάσω ὁράματα τοῦ Παύλου. Ἄλλωστε στὸν Παῦλο καὶ τούς λοιποὺς ἀποστόλους ἀνήκει ὁ Ἰούνιος. Ὅραμα!  Ὀπτασία! Δὲν ἔχουν καμμία σχέσι οὔτε μὲ ὄνειρα οὔτε μὲ φευτοοράματα. Τὰ ὄνειρα, ἐκτός τοῦ ὅτι πλανοῦν, δὲν ἔχουν σχέσι μὲ τὴν πραγματικότητα. Τὰ ὁράματα, ὅταν εἶναι θεϊκά, ἔχουν σχέσι μὲ φανερώσεις τοῦ Θεοῦ, ὅπως στοὺς προφῆτες. Ἡ ὀπτασία δὲν εἶναι οὔτε φαντα-σίωσις, οὔτε φαντασία, οὔτε ἐξωγήινες καταστάσεις, οὔτε ὀνειροπολήσεις. Πρόκειται γιὰ ἀληθινὴ ζωή, πού τὴν γεύεται κάποιος, χωρὶς οἱ γύρω του ν’ ἀντιλαμβάνονται. Ὅταν ἡ ὀπτασία ἔχη ὡς ἀντικείμενο οὐράνιες πραγματικότητες, τότε λέγεται θεοπτία. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη θεόπτης ὀνομάζεται ὁ Μωϋσῆς. Στὴν Καινὴ Διαθήκη θεόπτης εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ὁ ἀπόστολος Παῦλος.

Δύο ὁράματα

.                  Μὲ δύο ὁράματα ἔχει σχέσι ἡ μεγάλη μεταστροφὴ τοῦ Παύλου. Πῶς τὰ περιγράφει τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων: «Ἦν μαθητής ἐν Δαμασκῷ ὀνόματι Ἀνανίας. Εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος ἐν ὁράματι: Ἀνανία. Ὁ δὲ εἶπεν: Ἰδοὺ ἐγώ, Κύριε. Ὁ δὲ Κύριος πρὸς αὐτόν: Ἀναστὰς πορεύθητι ἐπὶ τὴν ρύμην τὴν καλουμένην εὐθεῖαν καὶ ζήτησον ἐν οἰκίᾳ Ἰούδα Σαῦλον ὀνόματι Ταρσέα· ἰδοὺ γάρ προσεύχεται. Καὶ εἶδεν ἐν ὁράματι ἄνδρα ὀνόματι Ἀνανίαν εἰσελθόντα καὶ ἐπιθέντα αὐτῷ χεῖρα….» (Πράξ. θ´ 10-12).
.                              Δύο ὁράματα στὴ Δαμασκό. Τοῦ σφραγίστηκαν τοῦ Σαύλου γιὰ λίγο τά μάτια. Μὰ μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του εἶδε ὅραμα θεϊκό. Πρὶν ἀπὸ τὸ δικό του, ἢ μᾶλλον ταυτόχρονα μὲ τὸ δικό του, μὲ ἄλλο ὅραμα μίλησε ὁ Θεὸς γιὰ τὸν Παῦλο.
.                              Τὸ ἕνα: Ὁ Κύριος ἐμφανίζεται σ’ ἕνα ταπεινό του δοῦλο, στὸν Ἀνανία. Τοῦ μιλάει γιὰ τὸν Σαῦλο, γιὰ τὸ καινούργιο Του ὅπλο πρὸς ἐξάπλωσι τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἀποστέλνει ὁ Κύριος τὸν Ἀνανία μόνο ἐκεῖ πού φιλοξενεῖται ὁ Παῦλος, στὴν «ὀδό εὐθεῖα», δὲν τοῦ αἴρει τοὺς φόβους πού προβάλλει ὁ Ἀνανίας ἀκούγοντας τὸ ὄνομα Σαῦλος, ποῦ γιὰ τοὺς χριστιανοὺς ἦταν ὄνομα σπαρακτικοῦ θηρίου, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀποκαλύπτει τὸ παγκόσμιο εὐαγγελικὸ ἔργο πού θὰ συντέλεση ὁ ἐκλεκτὸς πλέον τοῦ Θεοῦ Σαῦλος: «Σκεῦος ἐκλογῆς μοὶ ἐστιν οὗτος τοῦ βαστᾶσαι τὸ ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων υἱῶν τε Ἰσραὴλ» (Πράξ. θ´ 14).
.                              Τὸ ἄλλο ὅραμα, συγχρόνως, ὅπως σημειώσαμε, πρὸς τὸ πρῶτο: Τὴν ἴδια ὥρα, πού ἐμφανίζεται στὸν Ἀνανία ὁ Κύριος, τὴν ἴδια ὥρα ἐμφανίζεται καὶ στὸν Σαῦλο, τὸν μετέπειτα μεγάλο τῆς Ἐκκλησίας Παῦλο. Τοῦ ἐμφάνισε τὸν Ἀνανία, τὸν ὁδηγό του γιὰ τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς καὶ τὸ ἔργο τοῦ κηρύγματος: «Εἶδεν ὁ Σαῦλος ἐν ὁράματι ἄνδρα ὀνόματι Ἀνανίαν εἰσελθόντα καὶ ἐπιθέντα αὐτῷ χεῖρα, ὅπως ἀναβλέψῃ». Ἄρα ὁ Σαῦλος τὸν εἶχε δεῖ τὸν Ἀνανία, προτοῦ ὁ Ἀνανίας χτυπήση τὴν πόρτα τῆς ὁδοῦ Εὐθεία.

—Αὐτός θὰ εἶναι πού χτυπάει την πόρτα! Σάν νά ψιθυρίζη ὁ Σαῦλος. Σταματάει γιὰ λίγο τὴν προσευχὴ ὁ Σαῦλος, λέγοντας στὸν Κύριο: Σ’ εὐχαριστῶ, Κύριε, ἦρθε ὁ ἄνθρωπός σου…

  • Κανεὶς ἴσως ἀπὸ ὅσους μιλᾶνε γιὰ τὸν Παῦλο, δὲν ἔχει σκεφθῆ ὅτι ὁ ἀνάδοχός του στὴ νέα πίστι ὑπῆρξε ἕνας ἁπλοϊκὸς χριστιανός, ὁ Ἀνανίας. Αὐτὸς εὐλόγησε τὸν πρώην διώκτη γιὰ νὰ γίνη ἡ θερμότερη καρδιὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτὸς ἔθεσε τὰ χέρια του στὸ κεφάλι τοῦ Σαύλου. Αὐτὸς τὸν προσφώνησε μὲ τὴν πιὸ θερμὴ λέξι: «Σαοὺλ ἀδελφέ»!

—Ἐγώ ἀδελφός; θὰ εἶπε συγκλονισμένος ὁ Σαῦλος… Καὶ δέχτηκε τὴ χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος…

  • Δύο ὁράματα τοῦ Κυρίου στὴ Δαμασκό. Εἶχε προηγηθῆ καὶ κάποιο ἄλλο. Τοῦ τὸ θύμισε ὁ Ἀνανίας: «Μὲ ἔστειλε, ἀδελφέ, ὁ Ἰησοῦς, ὁ ὀφθείς σοι ἐν τῇ ὁδῷ…» (Πράξ. θ’ 17). Τρεῖς θεοπτίες, μία ἀνάβλεψις. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἄνοιξε τὰ μάτια τοῦ τυφλωμένου Σαύλου. Τυφλωμένος ψυχικὰ ἀπὸ τὸ πάθος τοῦ ἰουδαϊκοῦ φανατισμοῦ μέχρι λίγο πρίν, φωτίζεται τώρα μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Καὶ τοῦ ἀποκαλύπτεται ὅλη ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Τυφλωμένος γιὰ τρεῖς μέρες σωματικά, φωτίζεται. Ἀνοίγουν τὰ σωματκὰ του μάτια καὶ τὰ δύο πρῶτα πρόσωπα πού βλέπει εἶναι ὁ Ἀνανίας, ὁ σταλμένος τοῦ Θεοῦ, καὶ ὁ Ἰούδας, ὁ νοικοκύρης πού τὸν φιλοξένησε τὶς τρεῖς πρῶτες μέρες τῆς μεγάλης ἀλλαγῆς του. Τὸ ὅραμα (τρίτο ἀνάμεσα στὰ δύο προηγούμενα), πού ὑπονοεῖται μὲ τὸ «ὀφθείς σοι ἐν τῇ ὁδῷ», πρέπει νὰ ἀναφέρεται στὴν ὅλη ἀποκάλυψι, πού ὁ Κύριος τοῦ φανέρωσε ἔξω ἀπὸ τὴ Δαμασκό. Τό σημειώνει ὁ Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή: «Τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ’ ἐμοῦ, οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον. Οὐδὲ γὰρ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλά δι᾽ ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. α´ 11-12). Ἕνα ὅραμα, πού περικλείει τὴν ταχύρρυθμη ἀποκάλυψι στὸν Σαοὺλ τοῦ εὐαγγελίου, ὅλης τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ… Πόσο θὰ κράτησε; Ἴσως κλάσματα δευτερολέπτου!

Συμπληρωματικὰ

.                              Τὰ ὁράματα τῆς Δαμασκοῦ, τόσο τὸ πρωταρχικό, πού ὁ Κύριος σταμάτησε τὸ φανατικό του κυνήγι καὶ τὸν κάλεσε γιὰ τὸ μεγάλο ἄνοιγμα πρὸς ἐκχριστιανισμό τῶν ἐθνῶν, ὅσο καὶ τὰ τρία ὁράματα στὸν ἴδιον τὸν Σαῦλο καὶ τὸν Ἀνανία, συμπληρώνονται στὶς δύο ἄλλες διηγήσεις, πού ἔκανε ὁ Παῦλος στὰ Ἱεροσόλυμα πορευόμενος γιὰ τὸ μαρτυρικό του τέλος.
.                              Ἡ μία διήγησις ἔγινε ἐνώπιον τοῦ Χιλιάρχου (τοῦ Ρωμαίου στρατοπεδάρχη) καὶ τῶν στρατιωτῶν του, πού ἔσπευσαν νὰ σώσουν τὸν Παῦλο ἀπὸ τὸν ξυλοδαρμὸ τῶν φανατισμένων Ἰουδαίων. Ἤθελαν νὰ σκοτώσουν τὸν Παῦλο. Ὁ Χιλίαρχος ἔδωσε τὴ δυνατότητα στὸν Παῦλο νὰ ἀπολογηθῆ.
.                              Στὴν ἀπολογία του ὁ Παῦλος διηγεῖται τὰ τῆς Δαμασκοῦ μὲ κάποιες ἐπὶ πλέον λεπτομέρειες.  Ὅταν ὁ Σαῦλος ἄκουσε τὴ φωνή: «Σαούλ, Σαούλ…», τότε στὸ ὅραμα πού εἶδε, ρωτάει τὸν Κύριο: «Τί ποιήσω, Κύριε;». Καὶ ὁ Κύριος τοῦ εἶπε: «Ἀναστάς πορεύου εἰς Δαμασκόν, κἀκεῖ σοι λαληθήσεται περὶ πάντων ὧν τέτακταί σοι ποιῆσαι» (Πράξ. κβ´ 10). Ἐκεῖ φαίνεται καὶ ἡ θεϊκὴ λάμψις τοῦ ὁράματος. Ὅπως τὴ Μεγ. Παρασκευὴ ἡ ἀπερίγραπτη λάμψις τοῦ Σταυροῦ, σκοτείνιασε τὸν ἥλιο, ἔτσι ἡ θεϊκὴ λάμψις τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου στὴ Δαμασκό, σκοτείνιασε τὰ μάτια τοῦ Σαύλου: «Ὡς δὲ οὐκ ἐνέβλεπον ἀπὸ τῆς δόξης τοῦ φωτὸς ἐκείνου, χειραγωγούμενος ὑπὸ τῶν συνόντων μοὶ ἦλθον εἰς Δαμασκόν…» (Πράξ. κβ´ 11).

  • Τὸ γεγονὸς τῆς Δαμασκοῦ διηγεῖται καὶ πάλι, λίγες μέρες ἀργότερα ὁ Παῦλος καὶ μπροστὰ στὸ βασιλιὰ Ἀγρίππα. Ἐκεῖ ἀναφέρεται πάλι τὸ ὅραμα τοῦ Κυρίου στὸν Σαῦλο. Ἀλλὰ καὶ μία ὑπόσχεσις, γιὰ μελλοντικὲς ἐμφανίσεις τοῦ Κυρίου στὸν Παΰλο. Στὸ ὅραμα τοῦ μιλάει ὁ Κύριος: «Ἐγὼ εἰμἰ Ἰησους ὅν σὺ διώκεις. Ἀλλά ἀνάστηθι καὶ στῆθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου. Εἰς τοῦτο γὰρ ὤφθην σοι, προχειρίσασθαί σε ὑπηρέτην καὶ μάρτυρα ὧν τε εἶδες ὧν τε ὀφθήσομαί σοι» (Πράξ. κστ’ 16).

Τέταρτο ὅραμα

.                 Ἄλλο ὅραμα, πού πιθανὸν οὔτε καν τὸ ἔχουμε ἀκούσει, εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ εἶδε ὁ Παῦλος λίγο μετὰ τὴ μεταστροφή του στὴ Δαμασκό. Ποῦ τὸ εἶδε καὶ πότε; Ὅταν μετὰ τὸ θαῦμα τῆς Δαμασκοῦ ἐπέστρεψε γιὰ λίγο στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ πῆγε στὸ Ναό. Ἐκεῖ πού προσευχόταν, εἶδε «ἐν ἐκστάσει» τὸν Κύριο νὰ τοῦ μιλᾶ καὶ νὰ τοῦ ἀποκαλύπτη τὸν ἀποστολικὸ δρόμο πού θὰ βαδίση: «Ἐγένετο δέ μοι ὑποστρέψαντι εἰς Ἰερουσαλὴμ καὶ προσευχόμενου μου ἐν τῷ ἱερῷ γενέσθαι με ἐν ἐκστάσει καὶ ἰδεῖν τὸν Κύριον λέγοντά μοι: Σπεῦσον καὶ ἔξελθε ἐν τάχει ἐξ Ἱερουσαλήμ, διότι οὐ παραδέξονταί σου τὴν μαρτυρίαν περὶ ἐμοῦ… Πορεύου, ὅτι ἐγὼ εἰς ἔθνη μακρὰν ἐξαποστελῶ σε» (Πράξ. κβ´ 17-21).

Πέμπτο ὅραμα

.                              Ἄλλο ὅραμα, πού εἶδε ὁ Παῦλος: Εἶναι τὸ ὅραμα μιᾶς νέας κλήσεως γιὰ τὴν εὐαγγελικὴ ἐξάπλωσι. Βρίσκεται ὁ Παῦλος κατὰ τὴ δευτέρα του περιοδεία στὴν Τρωάδα. Μαζί του ὁ Σίλας καὶ ὁ Τιμόθεος. Προστέθηκε καὶ ὁ Λουκᾶς ὁ ἰατρός, ὁ ἀθλητικογράφος του. Αὐτὸς στὸ βιβλίο τῶν Πράξεων θὰ μᾶς διασώση τὰ περισσότερα ὁράματα τοῦ Παύλου. Τὴ νύχτα, ὅταν κανεὶς κοιμᾶται, βλέπει συνήθως ὄνειρα. Ὁ χριστιανὸς δὲν δίνει σημασία στὰ ὄνειρα. Ὁ Παῦλος δὲν εἶδε ὄνειρο. Εἶδε ὅραμα.
.                              Καὶ ὅραμα εἶναι μία πραγματικότητα, πού ἑνώνει τὴν ἁγία ψυχὴ μὲ τὸν οὐράνιο Θεό. Στὸ ὅραμα τῆς Τρωάδας δὲν εἶδε ὁ Παῦλος τὸν Κύριο. Εἶδε ἕνα Μακεδόνα, ἀπὸ τὴν ἀπέναντι ἀκτή, ἐκεῖ πού ξεκινάει ἡ Μακεδονία, ἡ Ἑλλάδα, ἡ Εὐρώπη: «Καί ὅραμα διὰ τῆς νυκτὸς ὤφθη τῷ Παύλω: Ἀνήρ τις ἦν Μακεδὼν ἑστώς παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων: Διαβάς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν» (Πράξ. ιϛ´ 9-10).
.                              Μία νέα πρόσκλησις τοῦ Θεοῦ. Ἕνα νέο ἄνοιγμα γιὰ εὐαγγελικὴ ὑποδοχή. Θὰ σημειώση ὁ Λουκᾶς: «Ὡς δὲ τὸ ὅραμα εἶδε ὁ Παῦλος, εὐθέως ἐζητήσαμεν ἐξελθεῖν εἰς τὴν Μακεδονίαν, συμβιβάζοντες ὅτι προσκέκληται ἡμᾶς ὁ Κύριος εὐαγγελίσασθαι αὐτοὺς» (Πράξ. ιϛ´10). Προσκλητήριο δι’ ὁράματος.
.                Ποιός ἦταν ὁ Μακεδόνας; Ἦταν κάτοικος τῆς Μακεδονίας; Ἢ ἦταν ὁ ἄγγελος τῆς Μακεδονίας, ἐμφανιζόμενος ὡς Μακεδόνας; Ὁ λόγος του «Βοήθησον ἡμῖν» φανερώνει, ὅτι μᾶλλον πρόκειται γιὰ ἄνθρωπο Μακεδόνα. Ἡ ἔκκλησίς του πρὸς τὸν Παῦλο νὰ περάση στὴ Μακεδονία καὶ νὰ βοηθήση τοὺς Μακεδόνες, φωτίζοντάς τους μὲ τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου, εἶναι συγκινητική. Ἰδιαίτερα γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες, καὶ μάλιστα τοὺς Μακεδόνες. Ὁ Ἀλέξανδρος ἄλλοτε πέρασε ἀπὸ τὴ Δύσι στὴν Ἀνατολή, γιὰ νὰ μεταδώση τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμό. Ὁ Παῦλος τώρα παρακαλεῖται νὰ περάση ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ στὴ Δύσι, γιὰ νὰ μεταλαμπαδεύση τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου στοὺς Ἕλληνες καὶ γενικώτερα στοὺς Εὐρωπαίους.

Τὸ ἕκτο ὅραμα

.                              Ἐμφαίνεται ὁ Κύριος στὸν Παῦλο, πού βρίσκεται στὴν Κόρινθο καὶ ἔχει συναντήσει τὴν τρομοκρατικὴ μανία τῶν Ἰουδαίων ἐναντίον του. Τόση ἦταν ἡ πολεμική τους καὶ ἡ βλασφημία τους, ὥστε σὰν νὰ φάνηκε νὰ λυγίζη κάπως ὁ βράχος, πού λέγεται Παῦλος.

—Θά φύγω! Πῆγε στὸ σπίτι τοῦ Ἰούστου, πού τὸν φιλοξενοῦσε, καὶ ἐἶπε μὲ ἀποφασιστικότητα: «Φεύγω! Ἀπὸ τοῦ νῦν εἰς τὰ ἔθνη πορεύσομαι» (Πράξ. ιη’ 9-10). Καὶ σὲ ἔνδειξι ἀποδοκιμασίας τῶν σκληροτράχηλων Ἰουδαίων, τίναξε τὴ σκόνη ἀπὸ τὰ ροῦχα του…

Ἔφυγε; Ὄχι! Ποιὸς τὸν σταμάτησε; Τὸ θεϊκὸ ὅραμα. Ἐἶπε δὲ ὁ Κύριος δι᾽ ὁράματος ἐν νυκτί τῷ Παύλῳ: «Μὴ φοβοῦ, Παῦλε, ἀλλά λάλει καὶ μὴ σιωπήσῃς, διότι ἐγὼ εἰμι μετὰ σοῦ, καὶ οὐδεὶς ἐπιθήσεταί σοι τοῦ κακῶσαί σε, διότι λαὸς ἐστὶ μοι πολὺς ἐν τῇ πόλει ταύτῃ» (Πράξ. ιη’ 9-10).
.                              Καί ἐκεῖ, πού ἦταν ἕτοιμος νὰ φύγη, πῆρε σῆμα ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ νὰ μείνη. Καὶ ἔμεινε ἕνα καὶ μισὸ χρόνο ἀκόμα στὴν Κόρινθο. Ἄλλος, βλέπετε κουμαντάρει…

Τὸ ἕβδομο ὅραμα

.                              Τὸ εἶδε μέσα στὴ φουρτούνα. Εἶδε τὸν οὐράνιο καπετάνιο, τὸν Κύριο, πού κυβερνᾶ τὰ σύμπαντα. Ὅλοι ἀπελπισμένοι στὸ πλοῖο, μὲ τὸ φοβερὸ ναυάγιο. Περιμένουν ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ νὰ τοὺς καταπιῆ ἡ θάλασσα στὰ σκοτεινά της βάθη. Ὁ Παῦλος εἶναι δέσμιος. Οἱ ρωμαῖοι στρατιῶτες τὸν φυλᾶνε γιὰ νὰ τὸν παραδώσουν στὴ Ρώμη. Ἀλλὰ τώρα βλέπουν, πώς καί αὐτοὶ θὰ πνίγουν, καὶ τὸ πλήρωμα τοῦ σκάφους καὶ φυσικὰ καὶ οἱ κρατούμενοι. Βαθειὰ σιωπὴ καὶ μαύρη ἀπελπισία. Φῶς γιὰ σωτηρία δὲν βλέπουν πουθενά. Καὶ τότε ἀκοῦνε μία δυνατὴ φωνή:

—«Εὐθυμεῖτε, ἄνδρες»! Θάρρος, παιδιά. Χαρὰ νὰ ἔχετε!. Πετάξτε τὴ θλῖψι….

—Ποιός εἶσαι σύ, δεμένε κατάδικε, πού μᾶς προτρέπεις νὰ χαιρώμαστε; Δὲν βλέπεις τὰ κύματα, πού ὁρμοῦν νὰ μᾶς καταπιοῦν; Δὲν βλέπεις τὰ μπουρίνια καὶ τ’ ἀστροπελέκια; Ποῦ βρίσκεις ἐσὺ τὸ κουράγιο νά εἶσαι χαρούμενος καὶ καὶ νὰ μᾶς προτρέπης καὶ μᾶς νὰ εὐθυμοῦμε;
.                     Τότε ὁ Παῦλος τοὺς ἀποκάλυψε τὸ ὅραμα: «Παρέστη μοι τῇ νυκτὶ ταύτῃ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, οὐ εἰμί, ᾧ καὶ λατρεύω, λέγων μοι: Μὴ φοβοῦ, Παῦλε. Καίσαρί σε δεῖ παραστῆναι. Καὶ ἰδοὺ κεχάρισταί σοι ὁ Θεός πάντας τούς πλέοντας μετὰ σοῦ. Διὸ εὐθυμεῖτε, ἀνδρες! Πιστεύω γὰρ τῷ Θεῷ, ὅτι οὕτως ἐσται καθ᾽ ὅν τρόπον λελάληται μοι» (Πράξ. κζ’ 23-25). Τὸν βεβαιώνει ὁ Κύριος: “Ὄχι μόνο σύ, ἀλλὰ γιὰ χάρι σου ὅλοι στὸ πλοῖο θὰ σωθοῦν. Ὁ Θεὸς χαρίζει τὴ ζωὴ πολλῶν γιὰ ἕναν ἅγιο!!!

Τὸ ὄγδοο ὅραμα

.                              Θέλησαν μερικοὶ ν᾽ ἀμφισβητήσουν τὴν γνησιότητα τοῦ μεγάλου Παύλου. Ὅλα τά ἀνεχόταν ὁ Παῦλος. Ἕνα δὲν ἀνεχόταν, νὰ τοῦ ἀμφισβητήσουν τὴν ἀποστολικότητά του. Καὶ σὲ κάποια στροφὴ τοῦ λόγου του στὴ Β’ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολή, ἀπευθύνει τρία καυτὰ γιὰ τὴν ἀποστολή του καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία ἐρωτήματα: «Οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος; Οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; Οὐχὶ Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριοv ἠμῶν ἑώρακα;» (Α’ Κορ. θ’ 1). Μεγάλο ἐπιχείρημα γνησιότητας οἱ φανερώσεις τοῦ Χριστοῦ στὸν Παῦλο.

Τὰ ὁράματα τοῦ Παύλου

 .                    Καμμιὰ σχέσι δὲν ἔχει ὁ Παῦλος μὲ τοὺς ὁραματιστὲς καὶ τὶς ὁραματίστριες, πού ἐκμεταλλεύονται τὴν ἀφέλεια τῶν πιστῶν καὶ μιλᾶνε γιὰ ὄνειρα, γιὰ ὁράματα, γιὰ ἀποκαλύψεις.
.                  Ὁ Παῦλος, θὰ λέγαμε, εἶχε εἰδικὸ ἀσύρματο, πού ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὸν Οὐρανό. Λέγεται ἀποκάλυψις, φανέρωσις, φωτισμός, χάρις. Ὁράματα σὰν τοῦ Παύλου μόνο θεωμένοι ἄνθρωποι μπορεῖ νὰ ἔχουν δεῖ. Καὶ ἂν πράγματι ἔχουν φτάσει σὲ κάθαρσι καὶ ἔλλαμψι, ἐπ’ οὐδενί λόγῳ κάθονται νὰ διηγηθοῦν τί εἶδαν.
.                     Ὁ Παῦλος δὲν εἶχε οὔτε μία οὔτε δύο. Εἶχε πολλὲς ἀποκαλύψεις (Β’ Κορ. ιβ’ 1). Τίς φανέρωνε; Ὄχι. Ἂν τήν μία, τὴν φοβερότερη ἀποκάλυψι καὶ ὀπτασίαν ὅτι ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ, ἀναγκάστηκε νὰ τὴν ἀναφέρη, αὐτὸ τὸ ἔκανε γιατί τοῦ ἀμφισβητοῦσαν οἱ ψευδάδελφοι τὴ γνησιότητα τῆς ἀποστολικότητάς του. Καὶ γι᾽ αὐτήν τή μοναδική ἀποκάλυψι, σημειῶστε τρία πράματα: α) Τὴν ἔζησε τὴν ὀπτασία. Ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ. Ἂν σήμερα κάποιος δῆ τάχα ὅραμα, ἢ δῆ τάχα κάποιο θαῦμα, ἀμέσως, αὐθημερόν, θὰ ἀνεβάση τὴν εἴδησι στὸ… διαδίκτυο… Ὁ Παῦλος πόσο καιρὸ κράτησε μυστικὸ τὴν οὐράνια ὀπτασία; Δέκα τέσσερα ὁλόκληρα χρόνια. β) Δὲν θὰ τὴν ἔλεγε οὔτε μετὰ τὰ 14 χρόνια, ἀλλὰ τὸν ἀνάγκασαν. «Ἡμεῖς μὲ ἠναγκάσατε», λέει (Β´ Κορ. ιβ´ 11). γ) Τὴν παρουσιάζει σὲ τρίτο πρόσωπο. «Εἶδα ἄνθρωπον…… Ἐἶδα κάποιον….»!

.                              Τί διαφέρουν τὰ ὁράματα τοῦ Παύλου ἀπὸ τὰ ψευτοοράματα μερικῶν πού λένε ὅτι εἶδαν καὶ εἶδαν καὶ συνεχῶς βλέπουν;… Καὶ ὅλα αὐτὰ εἶναι ἢ πλανεμένες καὶ δαιμονικὲς καταστάσεις, ἢ ἀγυρτεῖες, ἢ ἀνισορροπίες. Μάθετε λοιπὸν γιὰ τὰ ὁράματα τοῦ Παύλου:
Ποιό τὸ βασικὸ χαρακτηριστικό τους:
.                              Κανένα ἀπὸ τὰ ὁράματά του, καμμία ἀπὸ τὶς ἐκστάσεις του, ἀπὸ τὶς ὀπτασίες του, ἀπὸ τὶς ἀποκαλύψεις του, δὲν ἀναφέρονται σὲ ἀποκαλύψεις μελλόντων γεγονότων, σὲ καταστροφὲς καὶ πλημμύρες, σὲ ἱκανοποίησι περιέργειας!… Ὅλα τα ὁράματα καὶ ὅλες οἱ ὀπτασίες τοῦ Παύλου ἀφοροῦν στὴν κλῆσι τὴν ἀποστολική, στὴν πορεία τοῦ εὐαγγελίου, στὸν καθορισμὸ τοῦ κηρύγματος.
.                              Τὸν ἀγαπᾶμε ἰδιαίτερα τὸν Παῦλο. Καὶ γιὰ τὴ σοβαρότητα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ κηρύγματός του.
.                             Τὸν θαυμάζουμε γιὰ τὰ σημεῖα καὶ τὴν ὑγιαίνουσα διδασκαλία.
.                              Τὸν παρακολουθοῦμε σέ ὅσα μᾶς λέει καί μετά τήν ἀπ᾽ εὐθείας σύνδεσί του μὲ τὸν Οὐράνιο Κύριο γιὰ δύο λόγους:
.                              Πρῶτον: Διότι ὅσα ἔβλεπε ἦσαν καθαρῶς θεοπτίες. Ἦταν ἐλλαμπόμενος.
.                              Δεύτερον: Διότι μᾶς χαρίζει τὴ μεγάλη χαρὰ καὶ ἐλπίδα ὅτι καὶ μεῖς κάποια μέρα θὰ δοῦμε. Ὄχι τώρα. Τὸ λέει καθαρά. Τώρα βλέπουμε τὶς οὐράνιες πραγματικότητες θαμπά, «σὰν σὲ καθρέφτη θαμπό», «ὡς δι᾽ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι. Ὕστερα, μετά, στὸ τέλος τούτης τῆς ζωῆς, στὴν ἀρχὴ τῆς αἰωνίου, τότε θὰ δοῦμε τὰ πάντα «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον». «Βλέπουμε ἄρτι δι᾽ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον. Ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ γνωσθήσομαι, καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην» (Α’ Κορ. ιγ’ 12). Τώρα τὰ βλέπουμε ἀμυδρῶς.
.                              Βλέπουμε, ἀλλὰ θαμπά. Βλέπουμε, ἀλλὰ μὲ μικρὴ ὁρατότητα. Βλέπουμε ἀνάλογα μὲ τὴν κάθαρσι τῆς ψυχῆς. Βλέπουμε, ὅτι ὑπάρχει ὁ Θεός, ὄχι πῶς εἶναι ὁ Θεός. Βλέπουμε ὅσα Ἐκεῖνος θέλησε νὰ μᾶς ἀποκαλύψη. Βλέπουμε σὰν νά ἤμαστε στὴν πρωταυγὴ ἢ στὸ τέλος τοῦ ἡλιοβασιλέματος.
.                              Θὰ βλέπουμε ἃ ὁ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε. Θὰ δοῦμε καὶ τὸν Παῦλο. Θὰ δοῦμε καὶ θὰ ζοῦμε τὸ ὑπερθέαμα τοῦ Οὐρανοῦ.

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡ. ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΠΑΛΑΜΑ, τὸν θεολογικώτατο θεατὴ τῶν ὑπερκοσμίων, ὅπου ἀκούει ἀλάλητα ρήματα

Κυριακὴ Β´ Νηστειῶν – Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ

Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὁμιλεῖ περὶ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
καὶ τῆς προσφορᾶς του στὴν Ἐκκλησία

Πρόλογος τοῦ ἁγίου Νικοδήμου
στὰ μεταγλωττισμένα ἀπὸ αὐτὸν παλαμικὰ συγγράμματα,
τὰ ὁποῖα ὅμως ἀποτεφρώθησαν ἀπὸ πυρκαϊὰ στὸ τυπογραφεῖο τῆς Βενετίας.
[Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Θεοκλήτου μοναχοῦ  Διονυσιάτου
«Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ἡ Θεολογία του», σελ. κη´ – μβ´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγή-Μετάφρ. Ἐπιμέλεια
Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μουραζέρη, Ἅγιον Ὄρος
σελ. 517-530
Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς

.       Ἀλίμονο στὸν καιρὸν ἐκεῖνο ποὺ δὲν σὲ ἀγαποῦσα, λέγει κάπου πρὸς τὸν Θεό, φλεγόμενος ἀπὸ ἔρωτα, ὁ ἅγιος Αὐγουστίνος. Ἐγὼ δὲ μεταβάλλοντας ἐλαφρῶς τὸν λόγο θὰ ἔλεγα ἀναλόγως: ἀλίμονο στὸν καιρὸν ἐκεῖνο ποὺ δὲν εἶχαν ἐκδοθῆ διὰ τοῦ τύπου τὰ πάνσοφα καὶ θαυμαστὰ καὶ θεόβροντα συγγράμματα τοῦ μεγάλου φωστῆρος τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγορίου. Ἂς χαθῆ ὁ φθόνος! Μᾶλλον δὲ ὁ πατὴρ τοῦ φθόνου, ὁ ὁποῖος ἄφησε τὰ συγγράμματα αὐτὰ κάπου τέσσερις αἰῶνες καὶ πλέον μέσα στὸ σκότος, παραπεταμένα σὲ μίαν ἄκρη, καὶ μόλις νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὴν φθοράν, αὐτὰ ποὺ ἦσαν ὄχι μόνον ἄξια ἀλλὰ καὶ ὑπεράξια νὰ ἰδοῦν τὸ φῶς τῆς οἰκουμένης ὁλοκλήρου, γιὰ νὰ μὴν εἰπῶ ἄξια καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ οὐρανοῦ.
.          Μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα δεινὰ ποὺ περιβάλλουν τὸ δυστυχὲς γένος μας, ἦταν καὶ αὐτὸ τὸ καλόν, νὰ στερηθοῦν τόσοι ἀδελφοὶ ἀπὸ τὸν φθόνο ποὺ παρακολουθεῖ κάθε καλό. Καὶ γιὰ τὴν στέρησιν αὐτὴ θρηνεῖ ἡ ἠθική, ἡ ὁποία καθαίρει ἀπὸ τὰ πάθη, διότι ἐζημιώθη τὴν ἀκριβεστάτη διάκριση καὶ στάθμη τῶν ἀρετῶν καὶ τῶν παθῶν. Θρηνεῖ ἡ φυσικὴ θεολογία, ἡ ὁποία φωτίζει τὴν ψυχή, καθὼς καὶ ἡ Θεόπνευστος Γραφή, ποὺ ἀναζητοῦν τοὺς τρανοὺς καὶ ἀληθεῖς λόγους τους. Πρὸ παντὸς θρηνεῖ ἡ θεολογικὴ ἐπιστήμη, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὴν τελειότητα, ἐπειδὴ μένει ἀκόμη κάπως ἀτελής, καὶ γι’ αὐτὸ ἀναζητεῖ γοερῶς τὴν τελειότητά της.
.       Καὶ γιὰ νὰ εἰπῶ μὲ ἕνα λόγον, ὅλη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅλον τὸ ὀρθόδοξον πλήρωμα, ὅλος ὁ ἱερὸς κλῆρος ποὺ εἰσέρχεται στὸ ἱερὸν Βῆμα καὶ προσεγγίζει τὸν Θεόν, καὶ ὅλος ὁ λαός, ποὺ παραμένει ἔξω ἀπὸ τὸ Βῆμα, ὤ, ποίαν δόξαν ἔχουν στερηθῆ, ποίαν δύναμη, ποῖον πλοῦτον ἀπὸ τὴν ἔλλειψη τοιούτων πνευματικῶν θησαυρῶν! Καὶ γιὰ νὰ μιλήσω κάπως πιὸ τολμηρά, ποίαν ἀδοξίαν ἡ ἔνδοξος, ποίαν ἀδυναμίαν ἡ δυνατή, ποίαν πτωχείαν εἶχε περιβληθῆ μέχρι σήμερα ἡ πλουτοδότις Ἐκκλησία, ἐπειδὴ δὲν εἶχε τὰ συγγράμματα τοῦ θείου Παλαμᾶ! Ἀλλὰ ἂς εἶναι εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰώνας ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Πατρὸς καὶ Νοός, ὁ δοτὴρ καὶ αἴτιος κάθε καλοῦ καὶ μάλιστα τῶν λόγων περὶ Αὐτοῦ τοῦ ἰδίου. Αὐτὸς καὶ τώρα τὰ μεταβάλλει ὅλα μόνον μὲ τὴν θέληση, καὶ τὸν τωρινὸν αἰώνα τὸν κάμει μακαριστόν. Καὶ τὸν φθόνον διαλύει, καὶ τὴν λύπη μεταβάλλει σὲ χαράν, καὶ στὴν Ἐκκλησίαν ἀποδίδει τὸν στολισμό της μὲ τὴν ἔκδοση τῶν συγγραμμάτων αὐτῶν. Καὶ οἰκονόμησε ἔτσι τὰ πράγματα, ὅπως ἠμπορεῖ νὰ συμπεράνη κανείς, ὥστε νὰ προηγηθοῦν παιδαγωγικώτερα συγγράμματα ἄλλων θεολόγων, γιὰ νὰ καταστήσουν τοὺς νόες δεκτικοὺς τῶν ὑψηλῶν συγγραμμάτων τοῦ θείου τούτου Πατρός, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν σύνοψη καὶ κατάληξη ὅλων ἐκείνων καί, κατὰ κάποιον τρόπον, ἐπισφράγισμα τῶν. Διότι αὐτὸς εἶναι θεσμὸς καὶ τάξις πανίερος, καὶ στὰ ἀγγελικὰ τάγματα, πάντοτε καὶ σὲ ὅλα, πρῶτα δίδονται τὰ ἀτελέστερα καὶ στοιχειώδη, καὶ ὕστερα τὰ τελειότερα, ἐξ αἰτίας τῆς ἀτελείας ἐκείνων ποὺ θὰ τὰ δεχθοῦν. Αὐτὸ βεβαιώνει ὁ Νόμος ὁ Μωσαϊκὸς καὶ τὸ Εὐαγγέλιον. Ὁ μὲν ὡς ἀτελὴς προκηρυττόμενος πρὸς ἀτελεῖς, τὰ δὲ ὡς τέλειον ἀποκαλυπτόμενον ὕστερα ἀπὸ τὸν νόμο πρὸς τελείους. Ἄλλωστε αὐτὸ φανερώνουν τυπικῶς καὶ οἱ φωνὲς τῆς σάλπιγγος ἐπάνω στὸ Σινά, οἱ ὁποῖες, λέγει, ἔφθασαν βαθμιαίως σὲ μεγάλην ἔνταση.
.          Ἐκτὸς αὐτῶν, δὲν ἦταν καθόλου ἀνεκτὸν στὸν Θεόν, ἀλλὰ οὔτε καὶ δίκαιον, τοὺς λόγους ποὺ ἔγραψε στὶς πλάκες τῆς καρδίας ὄχι μὲ μελάνι ἀλλὰ μὲ τὸ Πνεῦμα, νὰ τοὺς ἀφήση νὰ μένουν στὸ σκότος, ἀγνώστους, ἀδόξους, καὶ ἔτσι νὰ στεροῦνται καὶ οἱ σύγχρονοι καὶ οἱ μελλοντικοὶ χριστιανοὶ ἀπὸ τόσην ὠφέλεια, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν νὰ περιφρονῆται ὁ φίλος του Γρηγόριος, ποὺ ἐκοπίασε νὰ τοὺς γράψη.
.       Γιὰ νὰ δείξω μὲ ὀλίγα λόγια τὸν ἄνδρα λέγω τὰ ἑξῆς: ὁ Γρηγόριος ἔφθασε στὴν ἀκρότητα τῆς πράξεως καὶ τῆς θεωρίας, περισσότερο ἀπὸ τὸν καθένα. Λοιπόν, ὁ τρισόλβιος ἐκάθισε σὲ ἕναν τόπον στὸν ἱερὸν Ἄθω, ἀθόρυβο καὶ ἀπλησίαστο καί, ἀφοῦ ἀνέβη ἐπάνω ἀπὸ κάθε αἰσθητὸν καὶ κάθε σύγχυση (ἂς χρησιμοποιήσω γιὰ τὸν ἑαυτὀν του τὰ λόγια τὰ ἰδικά του), δίδεται ὅλος στὴν νοερὰν ἐπιστροφὴ καὶ ἑστίαση τῆς προσοχῆς στὸν ἔσω ἄνθρωπον, ἢ μᾶλλον στὴν ἐπιστροφὴν ὅλων τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς πρὸς τὸν νοῦ, πράγμα θαυμαστὸν καὶ νὰ τὸ λέγη κανείς. Καὶ σπεύδει νὰ ἀποπλύνη μὲ τὸ πένθος, τὸ ἀποκρουστικὸν προσωπεῖον, τὸ ὁποῖο τοῦ προξένησε ἡ περιπλάνησις στὰ γήινα. Καὶ ἀφοῦ ἠνάγκασε σὲ περιορισμὸ μὲ βίαν ἰσχυρὰ τὸ πολυπόρευτον τῆς διανοίας του, συνάπτεται μὲ τὴν Θεαρχικὴν Τριάδα διὰ τῆς συνεπτυγμένης καὶ νοερᾶς προσευχῆς, καὶ ἔκαμε τὸ μοναδικὸν τοῦ νοῦ τριαδικόν, ἂν καὶ δὲν ἔπαυε νὰ εἶναι ἑνιαῖον. Καρτερώντας δὲ ἐπὶ πολὺν χρόνο στὴν κατάστασιν αὐτὴ τὴν γεννητικὴν τῶν ἀπορρήτων μυστηρίων, καὶ καθαρίζοντας ὅλο καὶ περισσότερο τoν ἑαυτόν του, τὸν ἀποσπογγίζει ἀπὸ κάθε δαιμονικὴν ἐπήρεια, ἀλλὰ καὶ τoν ἀπαλλάσσει ἀπὸ κάθε τί ἐπίκτητο, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὰ πλέον ἀθῶα καὶ δὲν ρυπαίνει τὸν νοῦ.
.       Ἀφοῦ λοιπόν, κατὰ τὸν θεῖον Μάξιμον, ἀνῆλθε ὄχι μόνον ἐπάνω ἀπὸ τὰ πάθη, ἀλλὰ καὶ ἐπάνω ἀπὸ τοὺς λόγους περὶ παθῶν, οὔτε ἐπάνω μόνον ἀπὸ τὴν φύση, ἀλλὰ καὶ ἐπάνω ἀπὸ τοὺς λόγους τῆς φύσεως, οὔτε ἐπάνω γενικῶς ἀπὸ ὅσα νοητὰ δὲν ὑπερβαίνουν τὴν φαντασία, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς λόγους των, δέχεται στὴν καρδία του τὸν ἐνυπόστατον φωτισμὸ τῆς θείας χάριτος, καὶ ἔτσι εὑρίσκει μέσα του ἄλλον οὐρανὸν καὶ ἄλλον ἥλιον καὶ τὴν νοητὴν σιγήν, ἡ ὁποία ἐπακολουθεῖ, φυσικῶς στὴν κατάστασιν αὐτή, τὴν ὁποίαν ὁ Ἀπόστολος Ἰοῦστος νομάζει ερν φθεγξίαν, κατ τν ποίαν νεργεται λεγόμενος γκάρδιος κα κπληκτικς ρως, πως λέγει θεος Σιναΐτης Γρηγόριος. Μὲ αὐτὴν τὴν ἐσωτερικὴν ἐργασίαν ὁδεύοντας μέσα στὴν ὁδὸ τοῦ θείου φωτός, ρπάζεται κα ατς πως Παλος, χι μόνον κατ τν νο κα τς λλες ψυχικς δυνάμεις, λλ κα κατ’ ατν τν ασθησιν, (πλν τς ναπνος) μ μίαν λικν κα περφυσικν ρπαγή, κατ τν ποίαν γεννται πρς τν Κύριον κστατικς ρως,πως λέγει ὁ αὐτὸς Σιναΐτης Γρηγόριος. Καὶ ὕστερα ἀνεβαίνει σὲ ὄρη αἰώνια, ἢ ἀνάγεται ὄχι μὲ τὴν φαντασία τῆς διανοίας ἀλλὰ μὲ μίαν ἀπόρρητο δύναμη τοῦ Πνεύματος, «εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος» μὴ γνωρίζων. Καί, ὢ τοῦ θαύματος, γίνεται θεατς τν περκοσμίων, που κούει λάλητα ρήματα, πράγμα τ ποο δν μπορε ν φανερωθ ν κφρασθ κα ν πιτευχθ.
.       Ἀκολούθως δέ, ἀφοῦ ἔφθασε στὸν ὑπέρφωτο γνόφο τῆς θείας πηγῆς, ὅπως λέγει ὁ κρυφιομύστης Διονύσιος, ὅπου εἶναι κεκαλυμμένα τὰ ἁπλὰ καὶ ἀπόλυτα καὶ ἄτρεπτα μυστήρια τῆς θεολογίας, καταξιώνεται νὰ ἰδῆ καὶ νὰ γνωρίση διὰ μέσου τῆς ἀβλεψίας καὶ τῆς ἀγνωσίας τὸν «ὑπέρθεον καὶ γνῶσιν» μὲ τὸ νὰ μὴν ἰδῆ καὶ νὰ μὴ γνωρίση. Διότι αὐτὸ εἶναι ἡ πραγματικὴ ὅρασις καὶ γνῶσις. Καὶ γιὰ νὰ μιλήσω συνοπτικά, μένει ὅλος ἄνθρωπος κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα στὴν φύση, ἀλλὰ γίνεται ὅλος Θεὸς κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μὲ τὴν ἀπειρόδωρο χάρη τῆς θεώσεως, ὅπως λέγει ὁ θεοφόρος Μάξιμος: «ἡνώθη μὲ τὸν κατὰ φύσιν Θεὸν καὶ ἐγνώρισε τόσο τὸν γινωσκόμενον, ὅσον εἶχε γνωρισθῆ αὐτὸς ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ γνωρίζει τὰ πάντα». Εἶναι ἐπίκαιρο νὰ λεχθῆ ἐδῶ τὸ τοῦ Θεολόγου καὶ συνωνύμου περὶ αὐτοῦ τοῦ συνωνύμου καὶ Θεολόγου: «Βλέπει μὲν τὰ ὀπίσθια τοῦ Θεοῦ, τὸ δὲ πρόσωπον αὐτοῦ δὲν τοῦ ἐμφανίζεται καθόλου. Καί, ὅπως ὁ Μωυσῆς, φίλος Θεοῦ χρηματίζει. Ἐπειδὴ δὲ τὰ τῶν φίλων εἶναι κοινά, κατὰ τὴν παροιμία, γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει στὸν φίλο του τὰ θεῖα του μυστήρια, καὶ τὸν διδάσκει ἀποκρύφους λόγους τῆς φύσεως, καὶ σηκώνει τὸ κάλυμμα κάποιων σκοτεινῶν νοημάτων τῆς Γραφῆς. Καὶ τοῦ δίδει τὸ χάρισμα, ὄχι μόνον τῆς διοράσεως τῶν ὄντων καὶ ἐκείνων ποὺ ἤδη ὑπάρχουν, οὔτε μόνον τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως τῶν πνευμάτων καὶ τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ τὸ μέγιστον χάρισμα τῆς προοράσεως ἐκείνων ποὺ θὰ γίνουν μετὰ πολὺν χρόνον. Τοῦ δίδει ἀκόμη καὶ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας, περισσότερον ἀπὸ κάθε ἅγιον, μὲ ἀφθονίαν, καὶ ὅταν ἦταν στὴν ζωὴ καὶ μετὰ θάνατον, στε ν το ποδοθ π τν κκλησία πωνυμία το θαυματουργο. λλ τ μεγαλύτερο θαμα εναι τ ερόν του σκήνωμα, εὐῶδες κα διάλυτον, πάνω π τος φυσικος ρους, πως κόμη κα μέχρι τώρα βλέπεται στν Θεσσαλονίκη.
.       Καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἀποκαλύπτει ὠρισμένα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ συμβολικὰ «ὀπίσθια», δηλαδὴ λόγους θείας δυνάμεως καὶ ἐνεργείας, σοφίας καὶ ἀγαθότητος, δόξης καὶ ἀπειρίας, καὶ ὅλων τῶν γύρω ἀπὸ τὸν Θεὸν φυσικῶς θεωρουμένων, τὰ ὁποῖα ὁ θεολόγος νοῦς πρέπει νὰ ζητῆ. Διότι μόνα αὐτὰ εἶναι προσιτά. Αὐτὸ δὲ ποὺ συμβολικῶς λέγεται πρόσωπον τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ αὐτὸν καθ’ ἑαυτὸν τὸν λόγο τῆς οὐσίας, εἶναι ἀνεπίτρεπτο νὰ τὸ ζητῆ ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος. Ἐπειδὴ εἶναι τελείως ἀπροσπέλαστος καὶ ἀπρόσιτος σὲ κάθε κτιστὸ νοῦ καὶ ὄχι μόνον ἀνέκφραστος, ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς ἀνώνυμος καὶ ἄγνωστος, καὶ εὑρίσκεται ἐπάνω καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν «καθ’ ὑπερουσιότητα θέσιν».
.       Ἀλλὰ γιατί νὰ λέγωμε πολλά; Θες μαζ μ τ λλα χαρίσματά του χαρίζει τ δρο ν θεολογ σφαλς κα πταίστως, πο εναι τ ψηλότατον π λα τ δρα, κα πολυέραστο κα καταλληλότατο στ ν δηγ στν θείαν γάπη.
.       Γιὰ τὰ χαρίσματα αὐτὰ ἐμεσίτευσε ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ πρῶτος τῶν θεολόγων, ὁ Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, ὁ ὁποῖος μὲ ὅραμα μυστικὸν τὸ ἀνήγγειλε στὸν Γρηγόριο, σὲ στιγμὴ ποὺ εὑρίσκετο σὲ κατάστασιν ἐγρηγόρσεως. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης, σὲ νυκτερινὴν ὀπτασίαν του συνιστᾶ νὰ συγγράψη ὁπωσδήποτε χάριν τῆς ὠφελείας τῶν χριστιανῶν, ὅλα ὅσα τοῦ ἐνήχησε τὸ Πνεῦμα στὰ ὦτα τῆς καρδίας. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐξαιρετικὸν πλεονέκτημα τῶν συγγραμμάτων τοῦ ἰδικοῦ μου θεολόγου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπερέχει ἀπὸ τοὺς ἄλλους θεολόγους, ὅτι ρχισε ν συγγράφη σα συνέγραψε χι π προσωπικν πιθυμία οτε χωρς θεία θέληση, λλ κατόπιν θείας ποκαλύψεως κα ντολς. τσι λοιπν Γρηγόριος μέσα σ πολν χρόνο, χι μόνον μαθε, λλ κα παθε τ θεῖα, καὶ ἐτελειοποιήθη μὲ τὴν ἕνωση καὶ τὴν γνωριμία μὲ αὐτά, γιὰ νὰ ἐκφρασθῶ, ὅπως ὁ Ἀρεοπαγίτης. Κα τσι ρχίζει ν θεολογ πλανς, πειδ νκε στν τάξιν χι πλς ατν πο καθαίρονται, λλ κείνων πο χουν δη καθαρθ τν τελειοτάτην κάθαρση το νο κα τς καρδίας, φο κα νωρίτερα εχε κα θεοπτίες, ο ποες περέχουν πείρως π τν μ μόνον τν λόγον θεολογίαν. Καὶ αὐτὸ διότι ἤκουσε τὸν συνώνυμόν του Θεολόγον, ὅτι δν εναι εκολον τ πράγμα, οτε εναι γι τν καθένα ν θεολογ ληθς, λλ γι κείνους πο χουν καθαρθ στν ψυχ κα στ σμα, τουλάχιστον ερίσκονται στ στάδιον τς καθάρσεως.

.       Μὲ αὐτὲς λοιπὸν τὶς προϋποθέσεις λογογραφεῖ τὰ ἀπόρρητα δόγματα τῆς εὐσεβείας, αἰνεῖ τὸν Κύριον σὲ καθέδρα πρεσβυτέρων καὶ ἐπισκόπων, καὶ ἔτσι ἀναπτύσσει τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ, ὄχι μόνο στὴν Ἐκκλησία τῶν Θεσσαλονικέων, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλην τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν Σύγκλητο, λαμπρυνομένην ἀπὸ τὴν παρουσία τῶν βασιλέων, καὶ σὲ πολλὲς συνόδους πολὺ μεγάλες καὶ πολυανθρώπους, ποὺ ἐλάχιστα ὑστεροῦν ἀπὸ τὶς οἰκουμενικές. Καὶ ντιπαρατάσσεται γενναίως στς ντιθέους κενοφωνίες τν αρετικν, κα μ τς Γραφικς κα λογικς ποδείξεις νικ τούτους κατ κράτος κα στήνει τ τρόπαιον. Προμαχε τς πίστεως, περμαχε τς ρθοδοξίας τν Θεολόγων Πατέρων, κα χάριν ατς φυλακίζεται κα ποθνήσκει κατ προαίρεσιν. Ἀπὸ ὅλους δὲ ποὺ τὸν ἤκουαν καὶ τὸν ἔβλεπαν, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐγνώριζαν, ἐθαυμάζετο ὑπερβολικὰ καὶ ἐθεωρεῖτο ὡς ἀληθὴς θεολόγος, ὁ ὁποῖος δὲν ὑστερεῖ στὸ παραμικρὸν ἀπὸ τοὺς μεγάλους καὶ περιφανεῖς θεολόγους, Βασίλειον τὸν Μέγα, Γρηγόριον τὸν Θεολόγον, Ἰωάννην τὸν Χρυσόστομον, Ἀθανάσιον καὶ Κύριλλον καὶ τοὺς λοιπούς.
.       Ἔτσι, μὲ ἕνα λόγον, φῶς ὑπάρχοντας, καὶ φῶς βλέποντας, καὶ στὸ φῶς διαμένοντας, μὲ τὸ φῶς ἐννοεῖ καὶ ὁμιλεῖ καὶ συγγράφει ὅλα τὰ θεουργικά του φῶτα. Διότι ἔτσι ὀνομάζω ἐγὼ τὰ συγγράμματά του, μὲ τὰ ὁποῖα οἱ γνωστικοὶ φωταγωγοῦνται καὶ μεταμορφώνονται πρὸς θέωση, σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ θείου Μαξίμου, μὲ ὅσα ἀναφέρονται στὴν ἠθική, ὅσα στὴν φυσικὴ Θεολογία, ὅσα στὴν ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν, ὅσα εἶναι τῆς μυστικῆς θεολογίας, ὅσα νηπτικὰ καὶ ὅσα ἀντιρρητικά, καὶ μὲ ὅ,τι ἄλλο περιέχεται στὰ συγγράμματά του…
.       Ἐλᾶτε, λοιπόν, ὅλοι ὅσοι εἶστε μέτοχοι τῆς ἐπουρανίου κλήσεως, στὴν ποικίλην αὐτὴ καὶ ἄφθονο πνευματικὴ πανδαισία, τῆς ὁποίας ἑστιάτωρ καὶ δημιουργὸς εἶναι ὁ μέγας καὶ θαυματουργὸς Γρηγόριος, μᾶλλον δὲ ὁ μέσα στὸν Γρηγόριο φθεγγόμενος Παράκλητος. Ο μν πρακτικο καὶ ἀρχάριοι, τρώγετε τὸ καθαρὸν καὶ ἄδολον γάλα τῆς ἠθικῆς διδασκαλίας, καὶ καθαρίζετε τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα σας. σοι ρχίσατε ν προκόπτετε, κατατρυφᾶτε ἀπὸ τὸ μέλι τῆς νηπτικῆς ἐργασίας τοῦ νοός, διὰ μέσου τῆς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ μακαριστὸν πένθος, καὶ ἀντλεῖται ἡ πνευματικὴ ἡδονὴ ποὺ πηγάζει ἀνεκφράστως ἀπὸ τὴν καρδία, καὶ γνωρίζεται μὲ νοερὰν αἴσθησιν ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι χρηστὸς καὶ γλυκύτατος κατὰ τὸν Προφήτην. Ο δ μέσοι, ποὺ τρέχετε πρὸς τὴν τελειότητα, τρώγετε τὴν στερεωτέρα τροφή, τὸν ἄρτον, λέγω, τῆς φυσικῆς θεωρίας, μυούμενοι καὶ στοὺς βαθυτέρους λόγους τῶν θείων γραφῶν. Ο δ τέλειοι, πίνετε τὸν ἐκστατικὸν οἶνον τῆς ὑπὲρ φύσιν θεολογίας ἤ, ἠμποροῦμε νὰ ποῦμε, θεοπτίας, καὶ μεθύοντας ατν τν μέθη τς θεώσεως, διὰ τῆς χάριτος θὰ γίνετε τελείως ἐκστατικοί. Καὶ ὄχι μόνον θὰ ἀνέλθετε ἐπάνω ἀπὸ κάθε νόημα, ἀλλὰ θὰ γίνετε καὶ ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό σας γιὰ νὰ ἑνωθῆτε ὁλόκληροι μὲ τὸν Θεόν, διὰ τῆς ὑπερφυσικῆς ἑνώσεως ἢ ἀνακράσεως ἢ συμφύσεως ἢ δὲν γνωρίζω τί νὰ εἰπῶ καταλληλότερον. Πάντως, μὲ μίαν λέξιν, ὅλοι ἀπολαύσετε τὴν καλὴν καὶ λαμπρὰν αὐτὴν πανδαισίαν. Ὅλοι τρυφήσατε ἀπὸ τὴν τρυφὴ τοῦ συμποσίου αὐτοῦ, ποὺ δὲν ἐλαττώνεται καὶ δὲν χάνεται, διότι εἶναι ἀθάνατος, καὶ ὠφελεῖ ἀνερμηνεύτως τὴν ἀθάνατον ψυχή. Καὶ σᾶς λέγω ἐκεῖνο τὸ εὐαγγελικόν, ὅτι ἀληθῶς «πολλοὶ σοφοί, διδάσκαλοι καὶ θεολόγοι ἐπεθύμησαν ἰδεῖν καὶ ἀπολαῦσαι τούτων, ὧν ὑμεῖς ὁρᾶτε καὶ ἀπολαμβάνετε, καὶ τῆς ἐφέσεως οὐκ ἐπέτυχον».
.       Πίνοντας ὅμως τὸν καλὸν οἶνον τῶν ὑψηλῶν τούτων συγγραμμάτων, μὴ κατηγορήσετε γιὰ ἀμέλειαν αὐτὸν ποὺ σᾶς ἐκάλεσε στὸ δεῖπνο, καὶ μὴ εἰπῆτε πρὸς αὐτὸν τὰ λόγια του ἀρχιτρικλίνου: «Πᾶς ἄνθρωπος πρῶτον τὸν καλὸν οἶνον τίθησι καὶ ὅταν μεθυσθῶσι, τότε τὸν ἐλάσσω. Σὺ δὲ τετήρηκας τὸν καλὸν οἶνον ἕως ἄρτι». Ὁ νόμος τῶν ἀνθρώπων αὐτὸς εἶναι, ἀλλὰ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀντίστροφος, διότι, λέγει, πρῶτον προσφέρουν τὸν «ἐλάσσω» καὶ ὕστερα τὸν «κάλλιστον». Γιὰ τοῦτο καὶ αὐτὸς συνετηρήθη μέχρι τώρα, γιὰ νὰ χορηγηθῆ στοὺς πιστοὺς σὰν ἐξαίρετον δῶρο ποὺ μᾶς ἐδόθη ἀπὸ τὸν Θεόν.
.       Ἐὰν στὴν πνευματικὴν αὐτὴν εὐωχία πρέπει νὰ προσφέρω καὶ ἐγὼ κάτι εὐφραντικόν, θ επ στος καλος συνδαιτημόνες μ λίγα λόγια πόση δον κα χάρις πάρχει στ συγγράμματα ατά, γι ν ρεθίσω τν πιθυμία σας στν νάγνωσή τους. ταν διαβάζω τ θικὰ τοῦ μεγάλου Γρηγορίου, ποτάσσομαι τν σάρκα κα τν κόσμο, μισ τ πάθη, κα σπάζομαι τν «κεκρυμμένην σν τ Χριστ ζων» τν μοναχν. Μ τς ντολς καθαρίζομαι, ποθ ν συμβιώσω μ τς ρετς καί, νυψούμενος πρς τ τελειότερα, γίνομαι νας Θεο κα κατοικητήριον το Πνεύματος.
.       Ὅταν διαβάζω τὰ Νηπτικά, μυοῦμαι στὰ μυστικὰ αὐτὰ ὄργια τῆς ἱερᾶς νήψεως καὶ τῆς εὐκτικῆς ἀρετῆς, καὶ μαθαίνω τὴν ὁλικὴν ἐπιστροφὴ τοῦ νοὸς πρὸς τὸν ἔσω ἄνθρωπον, καθὼς καὶ τὴν ἀπλανῆ κυκλικὴν κίνηση τοῦ νοῦ καὶ ἀνάτασή του πρὸς τὸ θεῖον. Καὶ τότε εἰσέρχομαι στοὺς ὅρους τῆς ἀληθοῦς ἡσυχίας, κατὰ τὴν ὁποίαν νοῶ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μου, μᾶλλον δὲ διὰ τοῦ ἑαυτοῦ μου νοῶ τὸν Θεόν, καὶ πλησιάζω πρὸς αὐτὸν διὰ καρδιακῆς καὶ συνεπτυγμένης εὐχῆς καὶ ἐμπύρου κατανύξεως, ἡ ὁποία γεννᾶται ἀπὸ τὴν εὐχή. Καὶ μυσταγωγοῦμαι καὶ μαθαίνω ποία εἶναι ἡ μονιμωτάτη καθαρότης τοῦ νοῦ καὶ ποία τῆς καρδίας. Καὶ ὄχι μόνον αὐτά, ἀλλὰ διδάσκομαι καὶ τοὺς λόγους τῆς νοερᾶς αὐτῆς ἐπιστροφῆς μέσα στὴν καρδία, καθὼς καὶ τὶς θεωρητικὲς ἀποδείξεις ἀπὸ τὴν Γραφήν, ἀπὸ τὴν φύση καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν πείρα, γιὰ τὴν ὀρθότητα τῆς ἐργασίας αὐτῆς. Καὶ στὰ ἀποδεικτικὰ αὐτὰ στοιχεῖα πειθόμενος, καταγελῶ ὡς ἀσόφους καὶ ἀμυήτους ὅσους ἀντιλέγουν, εἴτε παλαιοὺς εἴτε συγχρόνους.
.       Ὅταν πάλιν ἐγκύψω στὰ συγγράμματα ποὺ πραγματεύονται περὶ τῆς φυσικῆς θεολογίας καὶ τῆς Ἑρμηνείας τῶν Γραφῶν, εὑρίσκω κάποιες νέες καὶ πρωτότυπες ἑρμηνεῖες, συγκριτικῶς μὲ ὅσα ἔχουν εἰπεῖ παλαιότεροι ἅγιοι, διὰ τῶν ὁποίων, μὲ τὴν ἑρμηνευτικὴν ἐπεξεργασία, τὸ γράμμα ἀποκτᾶ ἀπροσδόκητον βαθύτητα. Διότι ὁ ἅγιος Πατὴρ ἔσπασε τὸν φλοιὸ τῶν ἐξωτερικῶν ἐκφράσεων, καὶ ἀπεκάλυψε τὸ μυστικὸν κάλλος τῶν λόγων τῆς ἐνσωμάτου ἢ ἀσωμάτου φύσεως, εἴτε τῶν νοημάτων τοῦ Πνεύματος, τὸ ὁποῖον βλέποντας ἐγὼ ὅτι ἦταν κρυμμένο σὰν μαργαριτάρι μέσα στὸ ὄστρακον, πληροῦμαι ἀπὸ χαρὰν καὶ γίνομαι περισσότερον θεωρητικός, ἀπὸ βάθους σὲ βάθος βυθιζόμενος καὶ ἀπὸ ἀβύσσου σὲ ἄβυσσον κατερχόμενος. Καὶ γιὰ νὰ εἰπῶ ὅλην τὴν ἀλήθεια, ερίσκω στ φυσικ κα στς ρμηνεες του λόγους σφαλες κα σπουδαίους κα τετραγώνους. Εὑρίσκω νὰ ἐξακριβώνεται ὁ ἴδιος ὁ μυελὸς καὶ τὸ βάθος κάθε ἐξεταζομένου θέματος.
.       Ἀλλὰ προκειμένου γιὰ τὰ θαυμαστὰ θεολογικὰ καὶ ἀντιρρητικὰ συγγράμματα τοῦ μεγάλου Γρηγορίου, ὁ λόγος μου ἀγαπᾶ μὲν νὰ πλησιάση, ἀλλὰ νὰ προσπελάση σ’ αὐτὰ ἰλιγγιᾶ ἐνώπιον τοῦ ὕψους καὶ τοῦ βάθους, τοῦ μήκους καὶ τοῦ πλάτους των, ποὺ εἶναι ἀληθῶς ἀνέκφραστα. Διότι ὄχι μόνον συνέλεξε σὲ μίαν ἑνότητα ὅσα ἐγράφησαν σποραδικῶς ἀπὸ τοὺς ἄλλους θεολόγους πατέρες, καὶ ἀπάνθισεν ὅ,τι θεολογικώτερον ὑπῆρχε, ὁ θεολογικώτατος ἐκεῖνος νοῦς, ποὺ ἔγινε τοιοῦτος ὄχι ἁπλῶς δυνάμει ἀλλὰ ἐνεργείᾳ, λόγῳ τῆς καθαρότητός του. Ἀλλὰ καὶ ,τι φαίνετο ς μφιβόλου ρθοδοξίας  ς πιλήψιμο στος κακοδόξους, τ μεθερμήνευσε μ εσεβεστέρα διατύπωση θεοσόφως, κα διέσωσεν τσι τ κύρος τν θεολόγων Πατέρων.
.       Πλὴν αὐτῶν, θεος Γρηγόριος προσέθεσε σα το πεκαλύφθησαν περφυς. Ὅλα αὐτὰ λοιπὸν τὰ ἐπεξεργάσθη, καὶ τὰ ἐνεσωμάτωσε σὲ μίαν ἑνότητα, ὥστε νὰ ἀποτελοῦν ἕνα πραγματικὸν ἀριστούργημα Θεολογίας, ἕνα τέλειον οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ ὄντως τὸν θαυμασμὸ σὲ κάθε ἀκοὴν καὶ διάνοιαν.
.       Σὲ αὐτὰ λοιπὸν τὰ συγγράμματα ὅταν ἐγκύπτω ἐγώ, ἀμέσως γίνομαι ἀληθὴς θεολόγος. Ὤ, πόσων μυστηρίων ἀξιώνομαι ἀκαριαίως, καὶ σὲ ποῖες νοερὲς συλλήψεις φθάνω! Ὑπερπηδῶ ὅλα τὰ ἀνθρώπινα, διασχίζω τὸν περίγειον τοῦτον ἀέρα, ὑπερβαίνω τὸν αἰθέρα, διέρχομαι ἐπάνω ἀπὸ τὸν ἐμπύρινον οὐρανόν, λίγο ἀκόμη καὶ θὰ φθάσω ἕως τρίτου οὐρανοῦ. Πληροῦμαι ἀπὸ ἐνθουσιασμόν, ἀνεβαίνω ὑψηλότερα ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις, καὶ μυοῦμαι τὴν ἀσύγχυτον Μονάδα καὶ ἀδιαίρετον Τριάδα, τὸν ἕνα καὶ τρία Θεόν: τὸ μὲν κατὰ τὴν οὐσία, τὸ δὲ κατὰ τὶς ὑποστάσεις. Καὶ μαθαίνω ὅτι μία εἶναι ἡ οὐσία ἀριθμητικῶς, σὲ τρεῖς ὑποστάσεις, ἁπλή, ἀπερινόητος, ἀνώνυμος καὶ τελείως ἀμέθεκτος ἀπὸ τὴν κτίση. Ἀπὸ δὲ τὶς τρεῖς ὑποστάσεις, ὁ μὲν Πατὴρ εἶναι ἡ μόνη ἀρχὴ καὶ αἰτία καὶ ρίζα τῆς «ἐν Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι» θεωρουμένης Θεότητος. Ὁ δὲ Υἱὸς εἶναι αἰτιατόν, μόνον ἀπὸ τὸν Πατέρα γεννητῶς, ἀλλὰ ὄχι καὶ αἴτιος τοῦ Πνεύματος. Ἐπίσης τὸ Πνεῦμα εἶναι αἰτιατόν, μόνον ἀπὸ μόνον τὸν Πατέρα ἐκπορευόμενον, ὄχι καὶ ἀπὸ τὸν Υἱόν. Καὶ ἔτσι ἀποβάλλω τὸ αἰτιατοαίτιον (σημείωση: ἔτσι ὀνομάζει ὁ Ἅγιος Νικόδημος τὴν Δυτικὴ καινοτομία τῆς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Φιλιόκβε), τν νέαν ατν προσθήκην, ποία ναιρε τν μοναρχία μέσα στν Θεότητα, κα εσάγει κατνάγκην στν Τριάδα τν δυαρχίαν.
.       Καὶ δὲν μαθαίνω μόνον αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶναι κοινὰ μεταξὺ τῶν ἄλλων θεολόγων Πατέρων, ἀλλὰ μυσταγωγοῦμαι καὶ στὴν γνώση τῆς θεολογίας τοῦ μεγάλου Παλαμᾶ, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἠγωνίσθη μέχρι τέλους μὲ διαλόγους καὶ μὲ τὰ συγγράμματά του. Καὶ συγκεκριμένως μαθαίνω ἐκεῖνο ποὺ εἶναι μεταξὺ τῆς ἀμεθέκτου οὐσίας τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν κτιστῶν ἀνθρώπων ποὺ μετέχουν σ’ αὐτό. Καὶ διὰ μέσου αὐτοῦ μετέχουν τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἕνα μόνον, ἀλλὰ καὶ πολλά. Εἶναι οἱ οὐσιώδεις ἐνέργειες καὶ δυνάμεις τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες διαφέρουν καὶ μεταξύ τους καὶ ἀπὸ τὴν οὐσίαν. Καὶ μαθαίνω ὅτι οἱ ἐνέργειες αὐτὲς εἶναι ἄκτιστοι καὶ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι σύνθετος, ἐπειδὴ ἔχει μίαν οὐσία καὶ τὶς πολλὲς αὐτὲς ἐνέργειές του. Εἶναι δὲ ὁ Θεὸς κατὰ τὴν οὐσία ἐπάνω ἀπὸ ὅλα, ὡς αἴτιος τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν καὶ ὅλων τῶν περὶ αὐτὸν ἀϊδίως θεωρουμένων τούτων ἐνεργειῶν καὶ δυνάμεων. Καὶ ἐδῶ μὲν διδάσκομαι ὅτι αὐτὲς μετέχονται καὶ γίνονται ὁρατὲς ἀπὸ τοὺς ἁγίους, ἐνῶ ἀπὸ τοὺς μὴ ἁγίους εἶναι ἀμέθεκτες καὶ ἀόρατες. Ἐκεῖ δέ, μαθαίνω ὅτι αὐτὸ ποὺ μετέχεται εἶναι ἄκτιστο. Ἀλλὰ ἂν καὶ ἄκτιστον, ὅμως δὲν εἶναι οὐσία τοῦ Πνεύματος. Οὔτε ἐπίσης, ἐπειδὴ δὲν εἶναι οὐσία τοῦ Πνεύματος, εἶναι καὶ χωρισμένον ἀπὸ τὸ Πνεῦμα, ἀλλὰ εἶναι ἀχώριστον.
.       Καὶ τώρα μὲν φωταγωγοῦμαι διδασκόμενος ὅτι, ἡ μετεχομένη ἀπὸ τοὺς ἁγίους θεοποιὸς δωρεὰ καὶ ἐνέργεια, λέγεται Θεότης. Δηλαδὴ ἡ θεοποιὸς δωρεὰ πλουτεῖ τὸ ὑπερφυὲς ὄνομα τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται φυσικῶς. Τώρα δὲ φωτίζομαι ὅτι θεοποις δωρε δν εναι κάτι τ κτιστν οτε χει σχέση μ τ φυσικ φαινόμενα. Εναι ξω π τος ρους τς φύσεως, κα βλέπεται π τος ξίους ς φς νέργεια ατ το γίου Πνεύματος. χάρις ατ εναι κοιν νέργεια τς γίας Τριάδος, μία μόνη κατ τν ριθμόν, κα «ρμται κ το Πατρς ς μόνου ατίου, προέρχεται, προχωρε δι το Υο κα φανεροται ν τ γίω Πνεύματι». Καὶ ὅταν μὲν τὸ θεῖον διαιρεῖται κατὰ τὶς ὑποστάσεις, εἶναι ἀδιαίρετον κατὰ τὶς ἐνέργειες. Ὅταν πάλι διαιρεῖται κατὰ τὶς δυνάμεις καὶ ἐνέργειες, μένει ἀδιαίρετον κατὰ τὶς ὑποστάσεις.
.       Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν πολὺν ὄντως καὶ θεοφόρητον νοῦν τῶν ἱερῶν Πατέρων, οὐσία ὀνομάζεται ὀρθοδόξως κάθε μία ἀπὸ τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ ὄχι λιγώτερο θεοφόρος ἀπὸ ἐκείνους καὶ πνευματοφόρος καὶ χριστοφόρος Θεῖος Γρηγόριος λέγει ὅτι ἠμποροῦμε νὰ ὀνομάζωμε τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ οὐσίες, ὄχι παραβαλλόμενες μὲ τὴν ὑπερούσιο μίαν οὐσίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πηγάζουν, ἀλλὰ ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα καὶ τὰ κτίσματα τὰ ὁποῖα οὐσιοποιοῦν. Διότι ἂν τὰ κτίσματα εἶναι οὐσίες, πολὺ περισσότερο οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες. π πλέον μαθαίνω π τν μοναδικν ατν κα κριβέστατον θεολόγον, τι τ θεαρχικ πρόσωπα τς βασιλικωτάτης Τριάδος, ς πρς τν τρόπον τς πάρξεως, θεολογονται αθυπόστατα κα νυπόστατα, τ ποον οδες λλος θεολόγος πατρ επε μέχρι σήμερα.
.       Ἀλλὰ μαζὶ μὲ αὐτὰ διδάσκομαι ὅτι τ φς τ ποον λαμψε στ ρος Θαβρ δν εναι οτε φάντασμα οτε κτίσμα, κα κάτι κατώτερον π τν νθρωπίνην νόηση, λλ οτε πάλιν οσία Θεο, πο εναι κα τ δύο κ διαμέτρου ντίθετα κακ κα σότιμα σ δυσσέβεια. λλ τι εναι φς κτιστον, οσιώδης νέργεια το Θεο, Θεότης κα Βασιλεία κα λαμπρότης, καὶ ὅσα ἄλλα θεοπρεπῆ ὀνόματα τοῦ ἔδωσαν οἱ θεολόγοι Πατέρες.
.       Ἀφήνω ὅλα τὰ ἄλλα ἐκφαντορικὰ καὶ θεολογικὰ θεάματα τῆς πνευματοκινήτου διανοίας καὶ γλώσσης τοῦ Γρηγορίου, τὰ ὁποῖα εἶναι τόσον ὑψηλῶς καὶ μεγαληγόρως καὶ ἀπὸ βαθείαν ἁγιοπνευματικὴν πείρα διατυπωμένα, ὥστε νὰ μὴ φαίνωνται ὡς γεννήματα ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀλλὰ κάποιας ἄλλης, ὑπερφυσικῆς καὶ οὐρανίας. Ἐνώπιόν τους δν μπόρεσαν ν σταθον γι ν δον κα ν κούσουν ο πορευόμενοι στν πώλειαν αρετικοί, πο τόλμησαν ν μβαθύνουν στ θεῖα. λλ κατεκεραυνώθησαν, μειναν ναυδοι κα πέστρεψαν στ σκοτειν βάθη τους, ππου προλθαν. Κα πεδείχθησαν τι σαν πίθηκοι πέναντι σ λέοντα κα κώνωπες ναντι λέφαντος, κατ τν παροιμίαν, πειδ δν κατώρθωσαν ν ντισταθον στν θεολογικν πιστήμη, στν κρίβεια τν ποδείξεων κα στς λοιπς ερολογίες το μεγάλου Γρηγορίου.
.       Καὶ ὄχι μόνον τώρα, ἀλλά, ὅπως γνωρίζω καλῶς, καὶ στὸν αἰώνα τὸν ἅπαντα θὰ μείνουν κρυμμένοι στὰ σπήλαιά των αὐτὰ καὶ στὶς σήραγγες. Ἐννοῶ μάλιστα τοὺς ὀπαδοὺς καὶ ἀκολούθους καὶ τὰ πνευματικὰ τέκνα τῶν αἱρετικῶν τούτων, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν τοῦ νοητοῦ τούτου ἡλίου τῆς θεολογίας μὲ τὴν ἔκδοση τῶν συγγραμμάτων του. Τὰ συγγράμματα αὐτὰ ἐγὼ εὐχαρίστως τὰ παρομοιάζω μὲ ἐκείνην τὴν Σκηνὴν τοῦ Μωυσέως, ποὺ ἦταν ἀντίτυπος τῆς γῆς, τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν ὑπερουρανίων. Διότι τὰ μὲν ἠθικὰ ὁμοιάζουν μὲ τὴν ἀντίτυπο τῆς γῆς αὐλὴν τῆς Σκηνῆς. Τὰ δὲ νηπτικά, φυσικὰ καὶ ἐξηγητικά, ὁμοιάζουν μὲ τὰ ἀντίτυπα τοῦ οὐρανοῦ, τὰ ἅγια. Καὶ τὰ θεολογικὰ ὁμοιάζουν, κατὰ τὸν μυσταγωγὸν Δαβίδ, μὲ τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ποὺ εἶναι ἀντίτυπα τῶν ὑπερουρανίων ἐκείνων ἀδύτων «καὶ τῆς πρώτης φύσεως, ὅση μένει ἔσω τοῦ πρώτου καταπετάσματος καὶ συγκαλύπτεται ἀπὸ τὰ Χερουβίμ».
.       Ἐὰν δὲ κάποιος ζητῆ νὰ μάθη τὴν μορφὴν τῆς ἐκφράσεως, ἂς γνωρίζη, ἐὰν δὲν μὲ θεωρῆ φαῦλο κριτὴν αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ὅτι ὁ ἄνδρας δὲν ἦταν ἄμοιρος οὔτε στὸ θέμα τοῦ κάλλους τοῦ λόγου. «Διότι εἶχε περάσει ὅλην τὴν ἐξωχριστιανικὴν φιλοσοφία, καὶ δὲν ἦταν ἀμελέτητος οὔτε στὰ σχήματα τῆς ρητορικῆς, οὔτε ἐστερεῖτο ἀπὸ τὸ μέλι τῶν ἀττικῶν χαρίτων, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη κομψότητα καὶ εὐμορφία τῶν λόγων. Ὁ λόγος του εἶναι σύμμετρος στὶς περιόδους, καὶ αὐτὸ φαίνεται παντοῦ, περισσότερο δὲ στὰ ἐξηγητικά, τὰ ἐγκωμιαστικὰ καὶ τὰ ἀντιρρητικὰ συγγράμματά του. Παντοῦ ὅμως εἶναι δημιουργὸς σαφηνείας περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον, χρησιμοποιεῖ κυριολεξίες καὶ ἐκφραστικὲς λέξεις ἀκριβείας, τηρεῖ τοὺς συντακτικοὺς κανόνες καὶ ἀποφεύγει τὰ ὑπερβατὰ καὶ ἐλλειπτικὰ σχήματα καὶ τὶς μεταφορές, καθὼς καὶ τὶς σχοινοτενεῖς περιόδους. Παρ’ ὅλ’ αὐτὰ ὅμως ὁ λόγος του δὲν κατέρχεται σὲ πεζότητα. Διότι πάντοτε ἐπιτυγχάνει ἄριστον συνδυασμὸν τοῦ σαφοῦς μὲ τὸ ὑψηλὸ καὶ σοβαρόν, ἀποφεύγοντας τὶς ἐλλείψεις καὶ τὶς ὑπερβολές, κινούμενος στὸν χῶρο τῆς μεσότητος. Σὲ ὅλα δὲ τὰ συγγράμματά του ἀκμάζει ἡ γλυκύτης, ἡ λαμπρότης καὶ τὸ στρογγυλὸν τοῦ λόγου, ποὺ τὸν κάνουν νὰ ὁμοιάζη μὲ μαργαριτάρι.
.       Ὡς ἐκ τούτου ἐπιτυγχάνει, ὥστε τὸ ὑψηλὸν καὶ δυσθεώρητον τῶν θεωρημάτων τοῦ περὶ τῆς Τριαδικῆς Θεολογίας ἢ τῆς μυστικῆς Οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ Λόγου, νὰ μὴ γίνωνται δύσκολα στὴν κατανόηση. Ὁ γλυκύτατος αὐτὸς ὁ ἰδικός μου ρήτωρ διακρίνεται γιὰ τὴν ἄνετον ἀπομνημόνευση κειμένων, γιὰ τὸν πλούσιον λόγο του καὶ γιὰ τὴν ἀκριβολογία του. Εἶναι δογματικός, συλλογιστικὸς καὶ ἀποφαντικός, καὶ ἀγαπᾶ ἰδιαιτέρως τὴν ἐνασχόληση μὲ τὰ νηπτικὰ καὶ θεολογικὰ θέματα. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ λόγος του, ὅταν συγγράφη, ὁμοιάζει νὰ ἔχη βάση κυβικὴν ἢ τετράγωνον. Ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀποτελεσματικώτατος καὶ παρέχεται ὡς ὑπόδειγμα στοὺς φιλολόγους πρὸς μίμησιν. Ἐπαινοῦνται δηλαδὴ διττῶς αὐτὰ τὰ συγγράμματα ἀπὸ τὸ χρυσοῦν γένος τῶν λογίων, δηλ. κα ς πρς τ βάθη το Πνεύματος λλ κα ς πρς τ κάλλη το φθέγματος. Διότι ὁ ποιητὴς τῶν συγγραμμάτων αὐτῶν εἶναι ὁ μόνος, ἢ ἕνας ἀπὸ τοὺς ὀλίγους, ποὺ εὐδοκίμησε καὶ στὰ δύο αὐτά, δεινς στν νόηση κα στ ν κφράση εμορφα ατ πο χει συλλάβει. Καὶ θὰ ἠμποροῦσε νὰ μεταβάλη τὸν λόγο του σὲ κῆπο μὲ τριαντάφυλλα ἢ ἐναρμόνιο λύρα ἢ γλυκύφθογγο σάλπιγγα, ἐὰν πρὸ ἐτῶν δὲν εἶχεν ἐγκαταλείψει τὴν ἐνασχόληση μὲ τοὺς λόγους, χάριν τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς προσευχῆς, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος γιὰ τὸν ἑαυτόν του.
.       Τὰ λεγόμενά μου μαρτυρεῖ καὶ ὁ ἁγιώτατος καὶ σοφώτατος μεταξὺ τῶν Πατριαρχῶν Φιλόθεος, λέγοντας περὶ τῶν συγγραμμάτων τοῦ θείου Γρηγορίου, καὶ μάλιστα περὶ τῶν νηπτικῶν καὶ θεολογικῶν, τὰ ἑξῆς: «Ἀλλὰ τί νὰ εἰπῆ κανείς, ὦ θεία καὶ ἱερὰ κεφαλή, περὶ αὐτῶν τῶν ἱερῶν σου λόγων. Διότι αὐτοὶ κυρίως πρέπει νὰ ὀνομάζωνται ἱεροὶ λόγοι. Μᾶλλον ὅμως ἱεροὶ εἶναι ὅλοι ὅσοι ἀναφέρονται στὰ θεῖα καὶ ἱερὰ πράγματα. Ἐνῶ οἱ ἰδικοί σου δικαίως πρέπει νὰ λέγωνται ὄχι μόνον ἱεροὶ ὅπως οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ ἱεροὶ τῶν ἱερῶν, ὅπως εἶναι τὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ τὸ ἄσμα τῶν ἀσμάτων, ὅπως λέγει κάποιος ἀπὸ τοὺς ὑψηλοὺς θεολόγους, ὡς περιεκτικώτερα καὶ κυριώτερα».
.       Καὶ συμπληρώνει ὁ ἅγιος Φιλόθεος τελειώνοντας τὸν βίο τοῦ θεσπεσίου Γρηγορίου: «Σὺ λοιπὸν καὶ τώρα ποὺ μετέστης πρὸς τὸν Χριστόν, ἐποπτεύεις τὴν ποίμνη σου καὶ ὅλο τὸ κοινὸν τῆς Ἐκκλησίας ἀκόμη τρανότερα ἀπὸ ὑψηλά. Κάθε εἴδους νόσο θεραπεύεις, καταρτίζεις μὲ τοὺς λόγους σου, ἀποδιώκεις τὶς αἱρέσεις καὶ ἀπαλλάσσεις ἀπὸ παντοειδῆ πάθη. Διότι οὐδέποτε θὰ λησμονήσης τὴν ἱερὰν ἐκείνην ἐπιστήμη καὶ τοὺς τόσο μεγάλους ἀγῶνες καὶ ἱδρῶτες πρὸς χάριν μας… Καὶ λύσε τὴν καταιγίδα αὐτῶν τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων παθῶν καὶ πειρασμῶν, ποὺ κορυφώνεται ἐπὶ τόσο μακρὸν χρόνο καὶ διεγείρει τὴν τρικυμίαν αὐτὴ καὶ τὴν ζάλη, ἢ ἀπάλλαξέ μας τώρα ἀπὸ τὰ παρόντα μὲ ἀγαθὲς ἐλπίδες γιὰ τὰ ἐκεῖθε καὶ γιὰ τὴν προσδοκωμένην μακαρίαν ἀναψυχὴ καὶ ἄνεση ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος, σὺν τῷ ἀνάρχῳ Πατρὶ καὶ τῷ ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμένου: alopsis.gr ἀπὸ «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ»

, , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ [Δ´] (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου)

Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ [Δ´]
Tοῦ Μητροπoλίτου  Ναυπάκτου Ἱεροθέου
(Ἀπὸ τὸ βιβλίο:“Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές”, Κεφ. Α7, 
Ἐκδόσεις Ἱ. Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου)

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/08/06/οἱ-θεολογικὲς-άλήθειες-τῆς-μεταμορφ/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/08/06/οἱ-θεολογικὲς-ἀλήθειες-τῆς-μεταμ-β´/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/08/06/οἱ-θεολογικὲς-ἀλήθειες-τῆς-μεταμ-γ´/

IB´ Οἱ τρεῖς Μαθητὲς στὸ Θαβὼρ

 .      Στὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ ἦταν παρόντες μόνο οἱ τρεῖς Μαθητές, ἤτοι ὁ Πέτρος, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης. Τὰ τρία αὐτὰ πρόσωπα παραλαμβάνονται ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ σὲ ἄλλες μεγάλες στιγμές, ὅπως κατὰ τὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου καὶ τὴν προσευχή Του στὴν Γεθσημανή.
.      Ἡ ἐπιλογὴ αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθῆ ὡς προσωποληψία. Δὲν μποροῦμε νὰ ἀποδώσουμε στὸν Χριστὸ διαθέσεις ἀνθρώπινες καὶ ἐμπαθῆ αἰσθήματα. Ὑπάρχει μία βαθύτατη θεολογικὴ αἰτιολογία. Γνωρίζουμε πολὺ καλὰ ὅτι ἡ ἀποκάλυψη καὶ φανέρωση τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ εἶναι Παράδεισος γιὰ τοὺς καταλλήλους γιὰ τὴν θεωρία αὐτὴ καὶ Κόλαση γιὰ τοὺς ἀκαθάρτους ἢ τουλάχιστον γιὰ τοὺς μὴ προετοιμασθέντας. Γι᾽ αὐτὸ καὶ πρέπει κανεὶς νὰ βρίσκεται σὲ κατάλληλη πνευματικὴ κατάσταση γιὰ νὰ δεχθῆ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ θεοπτικὰ καὶ ὄχι κολαστικά. Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι οἱ τρεῖς Μαθητὲς ἦταν πιὸ κατάλληλοι γιὰ νὰ δεχθοῦν αὐτὴν τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τοὺς ἄλλους ἔπρεπε νὰ μείνη κρυφὴ καὶ νὰ ἀποκαλυφθῆ μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του.
.     Οἱ τρεῖς Μαθητὲς εἶχαν μερικὰ προσόντα ποὺ τοὺς ἔκαναν καταλλήλους γιὰ τὴν συμμετοχή τους στὴν θεωρία αὐτή. Καὶ οἱ τρεῖς ὑπερεῖχαν ἀπὸ τοὺς ἄλλους Μαθητάς (ἄγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος). Καὶ ἡ ὑπεροχή τους φαίνεται στὸ ὅτι ὁ Πέτρος ἀγαποῦσε πολὺ (σφόδρα) τὸν Χριστὸ μὲ τὴν θερμότητα τῆς πίστεως, ὁ Ἰωάννης ἀγαπιόταν πολὺ (σφόδρα) ἀπὸ τὸν Χριστὸ ἕνεκα τῆς ὑπερβολῆς τῶν ἀρετῶν, καὶ ὁ Ἰάκωβος ἀπὸ τοῦ ὅτι ἦταν σφόδρα βαρὺς στοὺς Ἰουδαίους, ἀφοῦ καὶ ὁ Ἡρώδης τὸν ἐφόνευσε (Ζυγαβηνός).
.      Οἱ δύο τουλάχιστον ἀπὸ τοὺς τρεῖς Μαθητὲς ποὺ παρευρέθησαν στὸ Θαβὼρ τὴν φοβερὰ ἐκείνη ὥρα ἔδωσαν τὴν μαρτυρία τους γιὰ τὸ γεγονός. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος γράφει σὲ ἐπιστολή του: “οὐ γὰρ σεσοφισμένοις μύθοις ἐξακολουθήσαντες ἐγνωρίσαμεν ὑμῖν τὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ δύναμιν καὶ παρουσίαν, ἀλλ᾽ ἐπόπται γενηθέντες τῆς ἐκείνου μεγαλειότητος”. Καὶ ἀφοῦ ἀναφέρεται στὴν φωνὴ τοῦ Πατρὸς γράφει: “καὶ ταύτην τὴν φωνὴν ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐξ οὐρανοῦ ἐνεχθεῖσαν, σὺν αὐτῷ ὄντες ἐν τῷ ὄρει τῷ ἁγίῳ…” (Β´ Πέτρ. α´ 16-20). Ἀλλὰ καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης στὴν καθολική του ἐπιστολὴ γράφει: “Ὃ ἦν ἀπ᾽ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς, καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν” (Α´ Ἰω. α´ 1-2). Πέρα ἀπὸ τὰ δύο αὐτὰ χωρία μποροῦμε νὰ παρατηρήσουμε ὅτι ὅλα τὰ κείμενα ποὺ συνέγραψαν οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι εἶναι ἀπόδειξη τῆς θείας ἐποψίας, εἶναι ἀπαύγασμα τῆς ἐμπειρίας ποὺ εἶχαν στὸ ὄρος Θαβὼρ καὶ στὴν Πεντηκοστή.
.      Οἱ τρεῖς Μαθητὲς βλέποντας τὸν Χριστὸ μεταμορφωθέντα, ἐνῶ χαίρονταν καὶ ἔλεγαν “καλὸν ἐστιν ἠμᾶς ὧδε εἶναι, εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνᾶς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν Ἠλίᾳ”, στὴν συνέχεια, ὅταν τοὺς ἐπεσκίασε ἡ φωτεινὴ νεφέλη καὶ ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ πατρός, “ἔπεσον ἐπὶ προσώπου αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα” (Ματθ. ιζ´ 6). Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (Μ. Βασίλειος, ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος καὶ ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς) λέγουν ὅτι ἔπεσαν στὴν γῆ ἀπὸ τὴν ὑπερβολὴ τοῦ φωτός. Ἄλλωστε, ἡ φωνὴ τοῦ Πατρὸς ἦταν θεωρία τοῦ Θεοῦ, καὶ μάλιστα σὲ μεγαλύτερο βαθμὸ ἀπὸ τὴν προηγούμενη ποὺ εἶχαν οἱ Μαθητές. Φοβήθηκαν, λοιπόν, γιὰ τὴν ὑπερέχουσα φανότητα.
.      Στὰ λειτουργικὰ κείμενα τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται σὲ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἄλλοτε μὲν λέγεται ὅτι οἱ Μαθητὲς αἰσθάνθηκαν φόβο καὶ ἄλλοτε ὅτι αἰσθάνθηκαν χαρά. Ἀλλά, ὅπως ἐξηγοῦν οἱ Πατέρες, ατς φόβος ταν στεν συνδεδεμένος μ τν χαρά, φο δν ταν δουλικός, λλ υικς κα τν τελείων. Γιατί, ὑπάρχει ὁ εἰσαγωγικὸς φόβος καὶ ὁ φόβος τῶν τελείων. Ἐδῶ πρόκειται γιὰ χαρά, σεβασμό, προσκύνηση τοῦ μεγάλου μυστηρίου τοῦ ὁποίου ἀξιώθηκαν νὰ γίνουν θεατές.

 ΙΓ´ Ὁ Χριστός, Κέντρο τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης

.      Ἤδη ἔχουμε τονίσει ὅτι οἱ δύο Προφῆτες ἦταν ἐκπρόσωποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ οἱ τρεῖς Ἀπόστολοι ἦταν ἐκπρόσωποι τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ὁπότε φαίνεται καθαρὰ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ κέντρο τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη περιγράφει τὶς ἀποκαλύψεις τοῦ ἀσάρκου Λόγου καὶ προφητεύει τὴν ἐνανθρώπησή Του, καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη περιγράφει τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὄχι μόνο τὴν παρουσιάζει, ἀλλὰ δίνει τὴν μαρτυρία ὅτι καὶ οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ μεθέξουν τῆς ἐνσαρκώσεως, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι μποροῦν νὰ γίνουν μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.
.      Ἔτσι, τὸ κεντρικὸ σημεῖο τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι ὁ Χριστός, καὶ μάλιστα ὁ ἔνδοξος Χριστός. Γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν πρέπει νὰ στεκόμαστε σὲ μερικὲς ἱστορίες καὶ νὰ ἐξάγουμε ἠθικὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα, βέβαια, εἶναι ἀπαραίτητα καὶ ἀναγκαῖα, καὶ νὰ παραθεωροῦμε τὸ βασικὸ μήνυμα τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ κέντρο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὁ ἄσαρκος καὶ σεσαρκωμένος Λόγος, καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, γι᾽ αὐτὸ γία Γραφ ρμηνεύεται λάνθαστα μόνο π τν κκλησία κα π κείνους πο ζον μέσα στν θεοπτικ τμόσφαιρα τς κκλησίας. Ο θεούμενοι, πο εναι τ ζωνταν μέλη το Χριστο μπορον ν ρμηνεύσουν τν γία Γραφή.
.      Κατὰ τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως, ὅπως λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος “ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς” (Ματθ. ιζ´ 2). Ὁ Εὐαγγελιστὴς Μάρκος μᾶς δίνει περισσότερες λεπτομέρειες, λέγοντας: “καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν καὶ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο στίλβοντα λευκὰ λίαν ὡς χιών, οἷα γναφεὺς ἐπὶ τῆς γῆς οὐ δύναται οὕτω λευκάναι” (Μάρκ. θ´ 2-3). Ἐνῶ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἔλαμψε ὡς ὁ ἥλιος, τὰ ἱμάτιά Του λαμπρύνθηκαν καὶ φάνηκαν σὰν τὸ χιόνι. Ἦταν τόσο λευκά, ὅσο δὲν μπορεῖ κανεὶς βαφεὺς νὰ λευκάνη.
.      Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διδάσκει ὅτι τὰ λαμπρὰ ἱμάτια εἶναι τὸ γράμμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο ὅμως φαίνεται λαμπρὸ σὲ αὐτοὺς ποὺ βλέπουν ἐν πνεύματι τὰ τοῦ πνεύματος. Ἀντίθετα, οἱ ἄλλοι ποὺ εἶναι στοχαστές, δὲν μποροῦν νὰ τὰ ἐξηγήσουν, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ τὰ καταλάβουν, ἐνῶ τὰ ἐξηγοῦν οἱ θεόπτες. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μόνο ο θεούμενοι μπορον ν καταλάβουν τν λόγο το Θεο κα τν λόγο τν θεουμένων.
.      Τὰ ἴδια διδάσκει καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Λέγει ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἶναι ἡ ψυχὴ καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι τὸ σῶμα καὶ τὰ ἱμάτια. Χωρὶς κανεὶς νὰ περιφρονῆ τὰ ἱμάτια καὶ τὸ σῶμα, πρέπει νὰ προχωρῆ στὸ πνεῦμα, στὴν ψυχή.
.      Ἑπομένως, χρειάζεται μεγάλη προσοχή, ταν μελετομε τν γία Γραφή, στε φ᾽ νς μν ν μ περιφρονομε τ μάτιά της, φ᾽ τέρου δ τ μάτια ν μ γίνουν φορμ ν γνοομε τ λαμπρ πρόσωπό της.

 ΙΔ´ Τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁμόθεο

 .      Εἶναι σημαντικὸ νὰ ὑπογραμμισθῆ ὅτι καὶ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ στὸ ὄρος Θαβώρ, ὅπως καὶ γενικὰ σὲ ὅλη τὴν ζωή Του, ἔγινε πηγὴ τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ, δυνάμει τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως. Πρὶν τὴν ἐνανθρώπηση, πηγὴ τῆς ἀκτίστου Χάριτος ἦταν οἱ θεῖες ὑποστάσεις, τώρα πηγὴ γίνεται καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση στὸ Πρόσωπο τοῦ Λόγου. Ἔτσι καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ “ἔλαμψεν ὡς ὁ ἥλιος”.
.      Ο γιοι Πατέρες νομάζουν τ σμα πο προσελήφθη π τν Χριστ κα θεώθηκε μόθεο, κριβς γιατί κατέστη πηγ τς κτίστου Χάριτος. Ἕνα παράδειγμα κατ᾽ ἀναλογίαν εἶναι ὁ αἰσθητὸς ἥλιος. Τὸ φῶς ὑπῆρχε ἀπὸ τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας, ἐνῶ ὁ ἥλιος ἔγινε πηγὴ τοῦ φωτὸς τὴν τετάρτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας, ὅταν ἑνώθηκε μὲ τὸ φῶς. Ἔτσι, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁμόθεο. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θὰ πῆ: “διὰ τὴν πρόσληψιν τὴν χρισθεῖσαν θεότητι καὶ γενημένην ὅπερ τὸ χρῖσαν, καὶ θαρρῶ λέγειν ὁμόθεον”. Αὐτὸ λέγεται καὶ σὲ συνοδικὰ καὶ λειτουργικὰ κείμενα.
.      Παρὰ τὸ ὅτι τὸ σῶμα εἶναι καὶ λέγεται ὁμόθεο, παρὰ τὸ ὅτι θεώθηκε, ἐν τούτοις δὲν ἐξῆλθε ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως γιὰ νὰ τραπῆ σὲ θεότητα. Αὐτὸ τὸ λέγουν οἱ Μονοφυσίτες, ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ θεία φύση ἀπερρόφησε τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ὅμως, ἂν καὶ τὸ σῶμα θεώθηκε, ἐν τούτοις παρέμεινε ἄτρεπτο καὶ δὲν ἀπέβαλε οὔτε τὰ φυσικὰ ἰδιώματά του, οὔτε καὶ τὰ λεγόμενα ἀδιάβλητα πάθη ποὺ ὁ Χριστὸς ἀνέλαβε ἑκουσίως. Ἔτσι, ὁ Χριστὸς καὶ μετὰ τὴν θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, κράτησε τὸ παθητό, τὸ φθαρτὸ καὶ τὸ θνητό. Βέβαια, αὐτὰ λέγονται γιὰ τὸν καιρὸ πρὸ τῆς Ἀναστάσεως, γιατί μετὰ τὴν Ἀνάσταση ὁ Χριστὸς ἀπέβαλε τὸ φθαρτὸ καὶ τὸ θνητό, ὅλα τὰ λεγόμενα ἀδιάβλητα πάθη. Γι᾽ αὐτὸ τὸ θέμα θὰ λεχθοῦν τὰ ἀπαραίτητα, ὅταν θὰ γίνη λόγος γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.
.      Τ τι τ σμα το Χριστο κατέστη πηγ τς κτίστου Χάριτος χει συνέπειες συνταρακτικς στν κκλησιαστικ ζωή. Μπορομε ν κοινωνήσουμε το Σώματος κα το Αματος το Χριστο κριβς γι᾽ ατν τν λόγο. Μ τν θεία Κοινωνία νθρωπος δν λαμβάνει φηρημένα τν Χάρη το Θεο, λλ τ μόθεο σμα το Χριστο, πο εναι πηγ τς κτίστου Χάριτος. Βέβαια, ατ λέγεται π τν ποψη τι δν γιάζεται κάθε Χριστιανς πο κοινωνε, λλ μόνο κενος πο χει προετοιμασθ, ταν εναι μέλος, πραγματικ κα ζωντανό, τς κκλησίας, δηλαδ το Σώματος το Χριστο. θεία Κοινωνία νεργε νάλογα μ τν πνευματικ κατάσταση το νθρώπου.

 ΙΕ´ Διαφορετικὴ μετοχὴ στὴν δόξα τοῦ Θεοῦ 

.     Ἑρμηνεύοντας τὸ γεγονὸς τῆς θείας Μεταμορφώσεως βλέπουμε τὴν διαφορὰ στὴν μετοχὴ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Τὸ σῶμα ποὺ προσέλαβε ὁ Χριστός, δυνάμει τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως, ἔγινε πηγὴ τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτὸ τὸ πρόσωπό του ἔλαμψε ὡς ὁ ἥλιος. Τοὺς Μαθητᾶς Του, καὶ γενικά τους ἀνθρώπους, ποὺ εἶναι ἄξιοι νὰ μεθέξουν τῆς θεοποιοῦ ἐνεργείας Του, τοὺς θέωσε καὶ τοὺς θεώνει, ὅποτε μετέχουν κατὰ χάριν καὶ εὐδοκία τῆς θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Τὰ ἱμάτια λαμπρύνονται ἀπὸ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ κτίση φαιδρύνεται. Ὁ ἱερὸς Κοσμᾶς ὁ ποιητὴς σὲ ἕνα τροπάριο λέγει ὅτι τὸ ἄδυτο φῶς τοῦ Θεοῦ ποὺ φανερώθηκε στὸ Θαβὼρ “τὴν κτίσιν φαιδρύναν, τοὺς ἀνθρώπους ἐθέωσε”. Δηλαδὴ ἡ κτίση λαμπρύνεται, φαιδρύνεται, ἀλλὰ μόνο οἱ ἄνθρωποι θεώνονται.
.      Αὐτὸ φανερώνει ὅτι ὁλόκληρη ἡ δημιουργία διαφοροτρόπως μετέχει στὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μιλοῦμε γιὰ θέωση τῆς κτίσεως, ἀλλὰ γιὰ ἁγιασμὸ τῆς κτίσεως καὶ θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Δὲν μποροῦμε νὰ θέτουμε στὴν ἴδια προοπτικὴ τὴν κτίση καὶ τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι λογικός, ἐνῶ ἡ κτίση ἄλογη, καὶ ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ περίληψη ὅλης τῆς κτίσεως καὶ ὁ μικρόκοσμος μέσα στὸν μεγαλοκόσμο.

 ΙϚ´ Τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ ποιὸς ὁ σκοπός της

.      Μεταμόρφωση το Χριστο δείχνει τί κριβς κα ποι εναι κκλησία, λλ κα ποις εναι σκοπός της. Στὴν Ἐκκλησία ἀνήκουν οἱ Προφῆτες καὶ οἱ Ἀπόστολοι καὶ ἐκεῖνοι ποὺ δέχονται τὴν ἀποκαλυπτική τους θεολογία καὶ ἀγωνίζονται νὰ βρίσκωνται στὴν ἴδια προοπτική. Ὑπάρχουν, βέβαια, πολλοὶ βαθμοὶ μεθέξεως, ἀλλὰ τουλάχιστον ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ βρίσκεται στὸ στάδιο τῆς καθάρσεως.

.      Φαίνεται ἀκόμη καὶ ποιὸς εἶναι βαθύτερος κα οσιαστικότερος σκοπς τς κκλησίας. Κα ατς εναι ν δηγήση τν νθρωπο στν θέωση, πο εναι ραση το κτίστου φωτός. λο τ ργο τν ποιμένων ποβλέπει σ ατν τν ψηλ στόχο. θέωση, λοιπόν, δν ποτελε πολυτέλεια γι τν χριστιανικ ζωή, λλ εναι μυστικ ντελέχεια κα βαθύτερος σκοπός της. Τόσο τ μυστήρια σο κα σκηση ποβλέπουν σ ατν τν κατάσταση. ταν πομονωθον π ατήν, τότε εδωλοποιονται.
.      Τὸ ἄκτιστο φῶς εἶναι βίωση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, εἶναι τὸ βρῶμα τῶν ἐπουρανίων. Παράλληλα, ὅμως, εἶναι πρόγευση τῶν μελλόντων ἀγαθῶν. Ἡ Μεταμόρφωση δείχνει τί εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τί θὰ εἶναι ἡ μελλοντικὴ κατάσταση. Ὁ Θεάνθρωπος θὰ βρίσκεται στὸ μέσον τῶν θεουμένων, οἱ ὁποῖοι θὰ εὐφραίνωνται ἀπὸ τὴν παρουσία καὶ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, κατὰ διαφόρους βαθμοὺς καὶ κατὰ ποικίλη μέθεξη τῆς ἀκτίστου Χάριτος. Θὰ ἐφαρμοστῆ κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ ψαλμὸς τοῦ Δαυίδ: “Ὁ Θεὸς ἔστη ἐν συναγωγῇ θεῶν, ἐν μέςῳ δὲ θεοὺς διακρινεῖ” (Ψαλμ. ΠΑ´ 1). Ὁ Χριστός, καὶ γενικὰ ὁ Τριαδικὸς Θεός, θὰ εἶναι ὁ κατὰ φύσιν Θεός, καὶ οἱ ἅγιοι θὰ εἶναι θεοὶ κατὰ μετοχὴ καὶ κατὰ Χάρη. πομένως, μέλλουσα Βασιλεία, πως κα παρουσία μας μέσα στν κκλησία, δν εναι μία συνάθροιση εσεβν νθρώπων, λλ μία συναγωγή, νας κκλησιασμς κατ χάριν θεν, στν πραγματικότητα “θεουμένων κ το κατ φύσιν ντος Θεο (Ἅγ. Συμεὼν Θεσσαλονίκης).

 ΙΖ´ Προσωπικὴ μέθεξη τῆς θεώσεως

.      Ὅπως ὅλες οἱ Δεσποτικὲς ἑορτὲς δὲν εἶναι μόνον ἀπόλυτα Χριστολογικές, ἀλλὰ ἀνθρωπολογικὲς καὶ σωτηριολογικές, τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ μὲ τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Μεταμόρφωσή Του ἔδειξε τὴν θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν δόξα ὅσων θὰ ἑνωθοῦν μὲ Αὐτόν. Γι᾽ αὐτό, ἄλλωστε, τ γεγονς τς Μεταμορφώσεως ποτελε κεντρικ σημεο τς σωτηριολογικς διδασκαλίας τς κκλησίας, φο δείχνει ποις εναι σκοπς τς πάρξεως το νθρώπου.
.      Γιὰ νὰ φθάση ὅμως κανεὶς στὴν βίωση τῆς δόξας τῆς θεώσεώς του, στὴν μέθεξη, δηλαδή, τῆς θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ περάση ἀπὸ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Καὶ αὐτὸ γίνεται γιατί ὁ Χριστὸς φωτίζη τὸν ἄνθρωπο κατὰ τὴν ἀναλογία τῆς καθαρότητος τῆς καρδιᾶς του. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θὰ πῆ χαρακτηριστικά: “Διὰ τοῦτο καθαρτέον πρῶτον ἑαυτόν, εἶτα τῷ καθαρῷ προσομιλητέον”. Συμβαίνει μὲ τὸ νοητὸ φῶς ὅ,τι καὶ μὲ τὸ αἰσθητὸ φῶς. Ὅπως τὸ αἰσθητὸ φῶς φωτίζει τοὺς ὑγιεῖς ὀφθαλμοὺς τοῦ σώματος, ἔτσι καὶ τὸ ἄκτιστο φῶς φωτίζει τὸν καθαρὸ νοῦ καὶ τὴν λελαμπρυσμένη καρδία (ἅγ. Νικόδημος ἁγιορείτης).
.      Οἱ Πατέρες, μιλώντας γιὰ τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν μέθεξη τῆς θείας δόξης, κάνουν λόγο γιὰ προσωπικὴ ἀνάβαση στὸ ὄρος τῆς θεοπτίας. Συνεχὴς εἶναι ἡ κραυγὴ τῆς Ἐκκλησίας: “λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον”. Καὶ σὲ μία σχετικὴ εὐχὴ κατὰ τὴν Πρώτη Ὥρα αἰσθανόμαστε τὴν ἀνάγκη νὰ παρακαλέσουμε τὸν Χριστό: “Χριστέ, τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον σημειωθήτω ἐφ᾽ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, ἵνα ἐν αὐτῷ ὀψόμεθα φῶς τὸ ἀπρόσιτον”. Χρειάζεται διαρκὴς ἄνοδος καὶ ἐξέλιξη. Στν κκλησία μιλομε γι ξέλιξη το νθρώπου χι π τν πίθηκο στν νθρωπο, λλ π τν νθρωπο στν Θεό. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐκκλησιαστικὴ θεωρία τῆς ἐξελίξεως δίνει νόημα ζωῆς καὶ ἱκανοποιεῖ ὅλα τὰ ἐσωτερικὰ προβλήματα καὶ τὶς ὑπαρξιακὲς ἀνησυχίες τοῦ ἀνθρώπου.
.      Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς διδάσκει ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν φαίνεται κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο σὲ ὅλους, ἀλλὰ στοὺς ἀρχαρίους φαίνεται μὲ τὴν μορφὴ τοῦ δούλου, ἐνῶ σ᾽ ἐκείνους ποὺ ἀνεβαίνουν στὸ ὄρος τῆς θεοπτίας φαίνεται “ἐν μορφῇ Θεοῦ”.
.      Οἱ τρεῖς Μαθητὲς ἐπάνω στὸ Θαβώρ, μόλις εἶδαν τὴν δόξα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, ὁμολόγησαν: “Κύριε, καλὸν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι, εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν Ἠλίᾳ” (Ματθ. ιζ´4). Ἑρμηνεύοντας αὐτὴν τὴν ἐπιθυμία τῶν Μαθητῶν, ὁ ἅγιος Μάξιμος λέγει ὅτι οἱ τρεῖς σκηνὲς εἶναι τῆς πράξεως, τῆς θεωρίας καὶ τῆς θεολογίας. Τῆς πρώτης σκηνῆς (πράξεως) τύπος ἦταν ὁ Ἠλίας ὡς ἀνδρεῖος καὶ σώφρων, τῆς δευτέρας (θεωρίας) ὁ Μωϋσῆς ὡς νομοθέτης καὶ δικαιοδότης, τῆς τρίτης σκηνῆς (θεολογίας) τύπος ἦταν ὁ Δεσπότης Χριστός, ἐπειδὴ ἦταν τέλειος σὲ ὅλα.
.      Στὴν ἑρμηνευτικὴ αὐτὴν ἀνάλυση φαίνονται οἱ τρεῖς βαθμίδες τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ποὺ συνιστοῦν τὴν πνευματικὴ ἀνάβαση τοῦ ἀνθρώπου στὸ ὄρος Θαβώρ, ποὺ εἶναι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ θέωση. Ἔτσι, δὲν πρόκειται γιὰ μία τοπικὴ ἀνάβαση, ἀλλὰ γιὰ μία τροπικὴ ἐξέλιξη. Ἂν δοῦμε προσεκτικὰ ὅλη τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή, καὶ τὴν σωτηριολογικὴ διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων θὰ διαπιστώσουμε ὅτι γίνεται διαρκῶς λόγος γιὰ τὰ τρία αὐτὰ στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ποὺ συνιστοῦν διαφορετικὴ μέθεξη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ἂν ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν ἔχη αὐτὴν τὴν ἀναφορὰ καὶ ἐξέλιξη, τότε ἢ εἰδωλοποιεῖται ἢ ἠθικοποιεῖται.

.      Μεταμόρφωση το Χριστο μς δείχνει τί κριβς εναι ρθόδοξη θεολογία. π τν διδασκαλία τς κκλησίας γνωρίζουμε τι θεολογία δν εναι στοχασμς κα γκεφαλικς γνώσεις, λλ μέθεξη τς θεοποιο νεργείας, θεωρία το κτίστου Φωτς καί, βεβαίως, θέωση το νθρώπου. ταν κάνουμε λόγο γι θεολογία ννοομε μπειρία κα θεοπτία.
.      Συμπερασματικὰ πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι Μεταμόρφωση το Χριστο ποτελε κεντρικ γεγονς στν ζω το Χριστο, λλ κα βασικ σημεο στν ζω το νθρώπου. Γι᾽ ατ δν μπορε ν ναλυθ μ καλές, θικς σκέψεις κα συναισθηματικς ξάρσεις, λλ μέσα στ πλαίσια τς ρθοδόξου θεολογίας. Ἄλλωστε, ζοῦμε μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ δὲν ἐπιδιώκουμε ἁπλῶς νὰ γίνουμε καλοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ κατὰ Χάριν θεοί. Σὲ αὐτὸ τὸ ὕψος μᾶς καλεῖ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ καὶ ἡ ὀρθόδοξη θεολογία.

ΠΗΓΗ: www.pelagia.org
syndesmosklchi.blogspot.com

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε