Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Θεολογία

«ΘΕΗΛΑΤΟΙ» ΜΕ ΕΝΔΥΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἡ αἵρεση ὡς ἐπιστήμη

τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»,
Μάϊος 2018

.             Τόν 3ο καί 4ο αἰώνα ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε ἕνα μεγάλο πρόβλημα μέ τήν συνάντηση τοῦ Χριστιανισμοῦ μέ τόν Ἑλληνισμό, δηλαδή τῆς ἀποκαλυπτικῆς θεολογίας μέ τίς θεωρίες τῶν Φιλοσόφων, τῶν Προσωκρατικῶν, τῆς Κλασσικῆς μεταφυσικῆς (Πλάτωνας, Ἀριστοτέλης) καί τοῦ Νεοπλατωνισμοῦ.
.             Οἱ θεολόγοι πού ζοῦσαν στά μέρη τῆς Ἀνατολῆς συζητοῦσαν μέ τούς φιλοσόφους γιά θεολογικά-ὀντολογικά καί κοσμολογικά προβλήματα καί προσπαθοῦσαν νά ἀπαντήσουν σέ αὐτά μέσα ἀπό τήν ἀποκαλυπτική θεολογία. Ἐπειδή δέν εἶχαν ἐμπειρική γνώση τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό κατέληξαν σέ διάφορες αἱρέσεις, ὅπως εἶναι οἱ Ἀρειανοί καί οἱ μετέπειτα αἱρετικοί.
.             Οἱ φιλοσοφοῦντες θεολόγοι προσπαθοῦσαν νά ἀπαντήσουν στούς Ἀριστοτελικούς φιλοσόφους γιά τό εἶναι τοῦ Θεοῦ σέ σχέση μέ τόν κόσμο, εἰσήγαγαν τά περί τῆς οὐσίας καί τῆς ἐνεργείας στόν Θεό, γιά νά ἀπαντήσουν στό ὅτι ὁ κόσμος δέν εἶναι ἀΐδιος καί ἀπό ἐκεῖ κατέληξαν σέ αἱρετικές ἀπόψεις στήν Τριαδολογία καί τήν Χριστολογία. Ἔτσι, δημιούργησαν καινούργιες ἀπόψεις πού σαφέστατα ἀπόκλιναν ἀπό τήν θεολογία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι παρέλαβαν τήν ἀλήθεια ἀπό τόν Ἄσαρκο Λόγο στήν Παλαιά Διαθήκη καί τόν Σεσαρκωμένο Λόγο στήν Καινή Διαθήκη.
.             Ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε μεγάλο πρόβλημα ἀπό τούς φιλοσοφοῦντες θεολόγους, οἱ ὁποῖοι θεολογοῦσαν μέ τόν στοχασμό καί τήν λογική, καί γι’ αὐτό συγκλήθηκαν οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι γιά νά ἀντιμετωπίσουν τίς αἱρετικές κακοδοξίες. Ὅσοι ὑποστήριξαν τέτοιες ἀπόψεις εἰλημμένες ἀπό τήν φιλοσοφία καταδικάστηκαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους.
.             Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδος (692 μ.Χ.) στόν πρῶτο κανόνα της μέ τίτλο «περί τηρήσεως τῶν ἱερῶν κανόνων τῶν προτέρων συνόδων» ὁρίζει «ἀκαινοτόμητόν τε καί ἀπαράτρωτον φυλάττειν τήν παραδοθεῖσαν ἡμῖν πίστιν ὑπό τε τῶν αὐτοπτῶν καί ὑπηρετῶν τοῦ Λόγου, τῶν θεοκρίτων Ἀποστόλων» καί στήν συνέχεια μνημονεύει καί τῶν Πατέρων τῶν ἕως τότε Συνόδων.
.             Ἀναφερόμενος ὁ κανόνας αὐτός στούς Πατέρας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, συγχρόνως καταγράφει καί τίς κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν. Δηλαδή, δέν καταδικάζονται ἁπλῶς καί γενικῶς οἱ αἱρέσεις ὡς πρός τόν Χριστό καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλά οἱ ἐκφραστές αὐτῶν τῶν κακοδοξιῶν. Ἔτσι, μνημονεύει τόν «Ἄρειον τόν δυσσεβῆ», «τόν βέβηλον Μακεδόνιον», τόν «Ἀπολλινάριον, τόν τῆς κακίας μύστην», «τήν ληρώδη τοῦ Νεστορίου διαίρεσιν», τόν «Εὐτυχέα τόν ματαιόφρονα», καί ἄλλους αἱρετικούς καί κακοδόξους. Κάνουν ἐντύπωση τά ἐπίθετα πού χρησιμοποιοῦνται γιά νά προσδιορίσουν τόν φιλοσοφικό καί κακόδοξο τρόπο θεολογήσεώς τους.
.             Τά ἴδια διαβάζουμε στό περίφημο ἔργο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ μέ τίτλο: «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως». Ἀναφερόμενος ὁ κορυφαῖος αὐτός Δογματικός Πατέρας τοῦ 8ου αἰῶνος στά θέματα τῆς Χριστολογίας, ὅτι ἡ ἕνωση στόν Χριστό ἔγινε ἀπό δύο τέλειες φύσεις, τήν θεία καί τήν ἀνθρωπίνη, μνημονεύει τόν Διόσκορο καί τόν Σεβῆρο πού ὑποστήριζαν ὅτι ἔγινε φυρμός ἤ σύγχυση ἤ ἀνάκραση τῶν δύο φύσεων στόν Χριστό.
.             Γράφει ὅτι δέν ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις στόν Χριστό «κατά φυρμόν ἤ σύγχυσιν ἤ ἀνάκρασιν, ὡς ὁ θεήλατος (κυνηγημένος ἀπό τόν Θεό) ἔφη Διόσκορος, Σεβῆρος τε καί ἡ τούτων ἐναγής (μιασμένη) συμμορία». Ἐπίσης, γράφει ὅτι ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων στόν Χριστό δέν εἶναι προσωπική ἤ σχετική ἤ κατ’ ἀξία ἤ κατά τήν ταυτότητα τῆς βουλήσεως ἤ τήν ὁμοτιμία ἤ τήν ἀνωνυμία ἤ τήν εὐδοκία, «ὡς ὁ θεοστυγής (βλάσφημος) ἔφη Νεστόριος, Διόδωρός τε καί ὁ Μομψουεστίας Θεόδωρος καί ἡ τούτων δαιμονιώδης (δαιμονισμένη) ὁμήγυρις».
.             Παρατηροῦμε ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποιοῦσαν δυνατά ἐπίθετα γιά νά χαρακτηρίσουν τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι μετέδιδαν κακοδοξίες καί αἱρέσεις πού στρέφονταν ἐναντίον τῆς ἀληθινῆς πίστεως, ἐνῶ ἦταν ἅγιοι καί μετεῖχαν τῆς Θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Στά θέματα τῆς πίστεως δέν ἐπιτρέπονται εὐγενεῖς λόγοι, διπλωματικές ἐνέργειες καί συμβιβασμοί.
.             Παρατηρώντας τήν ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων διαπιστώνουμε ὅτι αὐτός ὁ στοχαστικός καί φιλοσοφικός τρόπος θεολογήσεως, πού καταδικάστηκε ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, πέρασε μέ διαφόρους τρόπους στήν Δύση καί ἐκφράσθηκε ἀπό τήν λεγομένη Σχολαστική θεολογία, ἡ ὁποία θεωρήθηκε ὅτι εἶναι ἀνώτερη ἀπό τήν πατερική θεολογία. Μετά τήν Σχολαστική θεολογία, κυρίως τόν 13ο αἰώνα, ἀναπτύχθηκαν ἄλλα φιλοσοφικά καί θεολογικά ρεύματα πού ἀπομακρύνθηκαν τόσο ἀπό τήν Σχολαστική θεολογία ὅσο καί ἀπό τήν Πατερική θεολογία, καί ὡς κέντρο τῆς θεολογήσεως τέθηκαν οἱ φιλόσοφοι καί οἱ φιλοσοφοῦντες. Εἶναι φανερό, ὅταν μελετᾶ κανείς τά θεολογικά ρεύματα στόν δυτικό χῶρο, παρατηρεῖ ὅτι, ἐνῶ ἡ Σχολαστική θεολογία ἐπηρεάσθηκε κυρίως ἀπό τόν Πλάτωνα, ἀλλά καί τόν Ἀριστοτέλη, ἡ μετέπειτα ἐξέλιξη στήν Εὐρώπη ἐπηρεάσθηκε ἀπό τήν προσωκρατική φιλοσοφία.
.             Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική οἱ δυτικοί θεολόγοι μέ διαφόρους τρόπους μελετοῦν τά ἔργα καί τήν διδασκαλία τῶν ἀρχαίων αἱρετικῶν καί κατά κάποιον τρόπο τούς συμπαθοῦν. Ἔτσι καλλιεργοῦνται θεολογικές ἀπόψεις πού προσεγγίζουν περισσότερο στήν διδασκαλία τῶν ἀρχαίων αἱρετικῶν. Γιά παράδειγμα, ὅλη ἡ σύγχρονη φιλοσοφία καί θεολογία εἶναι βολονταριστική, κάνει λόγο γιά ὑποστατική θέληση, ἡ ὁποία καταδικάστηκε ἀπό τήν Ϛ´ Οἰκουμενική Σύνοδο.
.             Ἔτσι, σύγχρονοι θεολόγοι μελετοῦν τά ἔργα τους, ἐκτιμοῦν τόν τρόπο θεολογήσεώς τους, τούς συμπαθοῦν καί φθάνουν μέχρι τό σημεῖο νά γράφουν ὅτι οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πού συμμετεῖχαν στίς Οἰκουμενικές Συνόδους δέν κατάλαβαν τούς αἱρετικούς, ἀλλά τούς παρερμήνευσαν καί τούς ἀδίκησαν μέ τό νά τούς καταδικάσουν. Ἔτσι, ἔγιναν διατριβές γιά τόν αἱρετικό Διόσκορο, Εὐτυχῆ, Ἀπολλινάριο κλπ., μέ τίς ὁποῖες οἱ συντάκτες τους κατέλαβαν Πανεπιστημιακές θέσεις καί μέ αὐτόν τόν τρόπο διδάσκουν αὐτές τίς ἀπόψεις στούς φοιτητές τους, ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι διδάσκει, ἑορτάζει καί ψάλλει ἡ Ἐκκλησία.
.             Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ αἵρεση καί οἱ αἱρετικοί περνοῦν στίς Ὀρθόδοξες Θεολογικές Σχολές μέσα ἀπό τήν λεγόμενη ἐπιστήμη. Ὁπότε σήμερα, μερικές φορές ἡ αἵρεση κυκλοφορεῖ μέ τόν μανδύα τῆς ἐπιστήμης καί οἱ αἱρετικοί μέ τό ἔνδυμα τῶν ἐπιστημόνων. Φυσικά, ἄλλο εἶναι νά μελετῶνται οἱ ἀπόψεις καί τῶν αἱρετικῶν σέ ἀντιπαραβολή μέ τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων, πού εἶναι ἐπιστήμη, καί ἄλλο νά παρουσιάζωνται μέσα ἀπό τήν διαδικασία τῆς ἐπιστήμης οἱ αἱρετικοί «θεήλατοι», «θεοστυγεῖς», «δαιμονιώδης ὁμήγυρις», ὡς ἀδικηθέντες ἀπό τούς Πατέρες καί τίς Οἰκουμενικές Συνόδους.
.             Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία στήν λατρεία της ψάλλει θριαμβευτικά γιά τήν νίκη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐναντίον τῶν αἱρέσεων καί τῶν αἱρετικῶν, καί ὁμολογεῖ τήν ἀλήθεια καί τιμᾶ τούς Πατέρας ἔναντι τῶν αἱρετικῶν, καί μερικοί Ὀρθόδοξοι θεολόγοι στίς Θεολογικές Σχολές κάνουν ἐπιστήμη πάνω στήν αἵρεση καί τούς αἱρετικούς, μέ τό νά τούς παρουσιάζουν ὡς ἀδικηθέντας ἀπό τήν ἴδια τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Εἶναι πράγματι τραγελαφικό αὐτό.
.             Ὅσο ἐξετάζει κανείς τά σύγχρονα θεολογικά πράγματα μέσα ἀπό τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας τόσο καί ἀπογοητεύεται.
.             Κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ὑπῆρχε μεγάλη ἄγνοια καί ἀμάθεια, ἀλλά ὑπῆρχε ἡ λατρεία πού βασίζεται στήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Σήμερα, σέ μερικά σημεῖα, μεταφέρθηκε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ αἵρεση ὡς ἐπιστήμη, τήν ὁποία καλλιεργοῦν ὅσοι θέλουν νά καταλάβουν πανεπιστημιακές θέσεις, καί συγχρόνως παραθεωρεῖται ὁ πλοῦτος τῆς λατρείας.
.             Ἀλλά ὑπάρχει Θεός. «Μεγάλη ἡ ἀλήθεια καί ὑπερισχύει» (Α´ Ἔσδρ. δ´, 41).

ΠΗΓΗ: «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»

 

, ,

Σχολιάστε

ΘΕΟΛΟΓΙΑ καὶ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (Εἰσήγηση τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου στὴν Ἡμερίδα γιὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο, 23 .03.2016)

Θεολογία καί πολιτική

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Εἰσήγηση στὴν Ἡμερίδα γιὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο,
23 Μαρτίου 2016 

.            Ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα χαρίσματα τῶν Χριστιανῶν (Κληρικῶν, Μοναχῶν καί λαϊκῶν) πού εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι ἀποτελοῦν τήν ἐγρηγοροῦσαν συνείδησιν, ἡ δέ μεγαλύτερη προσφορά τῶν Ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως γράφει ὁ μακαριστός Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος (Καψάνης), εἶναι νά ἐνεργοποιῆ τήν ἐγρήγορση τῆς συνειδήσεως τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό ἔχει μεγάλη σημασία, ὅταν μάλιστα ὁ λαός τοῦ Θεοῦ σήμερα ἀφήνη ἐν πολλοῖς «ἀδρανές καί ἀνενέργητον τό χάρισμα τοῦτο». Ἡ ἐγρήγορση τῆς Ὀρθοδόξου συνειδήσεως ἀποτελεῖ τήν μεγαλύτερη ἀπόδειξη ὅτι τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ζωντανά.
.               Ἐμεῖς δέ οἱ Κληρικοί, παντός βαθμοῦ, καί οἱ λαϊκοί θεολόγοι ἔχουμε μεγάλη εὐθύνη ὅταν δέν καλλιεργοῦμε στό ποίμνιό μας τήν «ἐγρήγορσιν τῆς συνειδήσεώς» του, ἀλλά ἀρκούμαστε σέ μιά κοινωνική διακονία καί σέ μιά πολιτιστική προσφορά, καί δέν προσφέρουμε τόν ὀρθόδοξο λόγο, πού εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς σωτηρίας. Ἡ θεολογία, ὅπως ἐκφράσθηκε ἀπό τούς ζωντανούς ὀργανισμούς, ἤτοι τούς Προφήτας, τούς Ἀποστόλους καί τούς Πατέρας, εἶναι μεγάλο χάρισμα, καί ἡ χάρη τῆς θεολογίας σώζει τόν ἄνθρωπο.
.               Αὐτή εἶναι μιά μικρή εἰσαγωγή γιά νά προχωρήσω στό θέμα μου, πού εἶναι: «θεολογία καί πολιτική» καί ὁπωσδήποτε ἔχει ἀναφορά στήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο», ἡ ὁποία πρόκειται νά συνέλθη, ὅπως ἔχει προγραμματισθῆ, κατά τήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ ἔτους πού διανύουμε. Πρόκειται ὄντως γιά μεγάλο ἐκκλησιαστικό γεγονός, τό ὁποῖο πρέπει νά κινηθῆ στήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, νά εἶναι προϊόν «τῆς ἐγρηγορούσης συνειδήσεως» τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας καί φυσικά θά πρέπει νά ἀποδεσμεύεται ἀπό τήν κοσμική πολιτική.

.               Θά διαιρέσω τό θέμα μου σέ τρεῖς ἑνότητες: πρῶτον ἡ θεολογία τῆς Πεντηκοστῆς, δεύτερον τά σύγχρονα θεολογικά ρεύματα, καί τρίτον ἡ εἴσδυση τῆς πολιτικῆς στίς ἐνδοορθόδοξες σχέσεις. Θά προσπαθήσω νά ἐπεξεργασθῶ τό θέμα μου μέ ψυχραιμία καί νηφαλιότητα.

1. Ἡ θεολογία τῆς Πεντηκοστῆς

.               Ἡ μέλλουσα νά συγκληθῆ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος θά πραγματοποιηθῆ τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, καί ἀσφαλῶς ἔχει ἐπιλεγεῖ συμβολικά γιά νά ἐκφράση τήν ἑνότητα τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου.

Ναυπ. Ἱερόθεος ΘΕΟΛΟΓΙΑ καὶ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΠΗΓΗ: parembasis.gr


, ,

Σχολιάστε

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΙΚΟΝΑ: ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ καὶ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (Μητρ. Ναυπάκτου ἱερόθεος)

Θεολογία καί ἱστορία

Λόγος κατά τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας,
20.03.16, στόν Ἅγιο Διονύσιο Ἀρεοπαγίτη Ἀθηνῶν

Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Ἐξοχώτατε Πρόεδρε τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας,
Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος,

.             Ἡ σύνδεση τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τήν ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, πού ἔγινε τό ἔτος 843, καί στό βάθος ἡ σύνδεσή της μέ τήν ἀπόφαση τῆς Ζ΄  Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τό ἔτος 787, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη γιά τήν τιμητική προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, γιά ἰσχυρούς θεολογικούς λόγους, εἶναι ἕνα σημαντικό γεγονός πού ἔχει μεγάλη διαχρονική σημασία, ἀλλά καί καταπληκτική ἐπικαιρότητα.
.             Κατ’ ἀρχάς, ὅπως μπορεῖ νά παρατηρήση κανείς, ἡ ἑορτή αὐτή συνδέει στενά τήν θεολογία μέ τήν ἱστορία. Πρόκειται γιά ἕνα ἱστορικό γεγονός πού πραγματοποιήθηκε τόν 8ο καί 9ο αἰώνα, καί γιά μιά θεολογία πού εἶναι συνέχεια τῆς Χριστολογικῆς θεολογίας τῶν πρώτων αἰώνων.
.             Ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἤτοι ἡ θεολογία τῆς οἰκονομίας καί τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ, τῆς ἑνώσεως κτιστοῦ καί ἀκτίστου στό πρόσωπο τοῦ Λόγου, ἔγινε σέ συγκεκριμένο τόπο καί χρόνο, μέσα στήν ἱστορία. Ἔτσι, ἡ θεολογία περί τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία διακηρύσσουν οἱ ἱερές εἰκόνες, διακηρύσσεται καί ἀπό τήν Ζ΄  Οἰκουμενική Σύνοδο κατά τόν 8ο αἰώνα, πού σημαίνει ὅτι ἡ θεολογία συνδέεται μέ τήν ἱστορία καί ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «θεολογία γεγονότων» καί ὄχι ἀφηρημένων στοχασμῶν καί διαλεκτικῶν συλλογισμῶν. Καί ἐπειδή ἡ ἱστορία ἐμπλέκεται μέ τήν πολιτική, γι’ αὐτό, δυστυχῶς, μερικές φορές ἡ πολιτική ἐπηρεάζει καί τήν θεολογία καί δημιουργεῖ σημαντικές παραχαράξεις καί παραποιήσεις τῆς ἀληθείας.
.             Ἔτσι, ἡ ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων πού ἑορτάζεται τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς νίκη τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας ἐναντίον τῶν παραχαράξεων τῆς Ἀποκαλυπτικῆς ἀληθείας, δείχνει ἔντονα τήν σύνδεση μεταξύ θεολογίας καί ἱστορίας.
.             Ὅμως, μετά τήν Ζ´ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἡ ὁποία θεολόγησε γιά τήν σπουδαιότητα τῶν ἱερῶν εἰκόνων καί θέσπισε τήν σύνδεση τῆς θεολογίας μέ τήν ἱστορία, ἤτοι τήν ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, καί ὄχι μέ τόν στοχασμό, τίς φαντασιώσεις, τίς ἰδέες καί τούς διαλεκτικούς συλλογισμούς, παρατηρήθηκε ἡ ἐκτροπή τῆς συνδέσεως τῆς θεολογίας μέ τήν πολιτική, τήν ἐγκοσμιοκρατική σκοπιμότητα σέ Δύση καί Ἀνατολή, πού διασώζεται μέχρι σήμερα. Θά γίνη μιά μικρή ἀναφορά στό θέμα αὐτό, δηλαδή τό τί ἐπακολούθησε τόσο στήν Δύση ὅσο καί στήν Ἀνατολή μετά τήν Ζ΄  Οἰκουμενική Σύνοδο, ἡ ὁποία καθιέρωσε τήν ἀξία καί τήν θεολογία τῶν ἱερῶν εἰκόνων.
.             Κατ’ ἀρχάς, στό δυτικό τμῆμα τῆς τότε ἑνιαίας Χριστιανικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας κυριαρχοῦσε ἡγετικά, κυρίως στό κέντρο τῆς Εὐρώπης, ὁ Βασιλεύς τῶν Φράγκων, Κάρολος Μέγας ἤ Καρλομάγνος. Αὐτός βρῆκε τήν εὐκαιρία, μέ ἀφορμή τήν σύγκληση τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, νά διαφοροποιηθῆ ἀπό τήν πολιτιστική καί θεολογική παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς. Ἔτσι, ἀνέθεσε σέ θεολόγους καί κυρίως τόν Θεοδοῦλφο, νά μελετήσουν τά Πρακτικά τῆς Ζ΄  Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καί αὐτός συνέταξε τά λεγόμενα Libri Carolini (βιβλία Καρόλου), στά ὁποῖα παραποιήθηκαν τά Πρακτικά τῆς μεγάλης αὐτῆς Συνόδου καί τήν παρουσίασαν ὅτι δῆθεν δογμάτισε γιά τήν λατρευτική προσκύνηση τῶν εἰκόνων, καί ὄχι γιά τήν τιμητική προσκύνησή τους, ὅπως ἦταν τό σωστό. Δηλαδή, τήν λέξη τιμητική προσκύνηση τήν μετέτρεψαν σέ λατρευτική. Τά Libri Carolini διαβάστηκαν στήν Σύνοδο τῆς Φραγκφούρτης τό 794, δηλαδή ἑπτά χρόνια μετά τήν Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, μέ ἀποτέλεσμα οἱ Χριστιανοί τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας νά χαρακτηρισθοῦν γιά πρώτη φορά Γραικοί, δηλαδή Ἕλληνες μέ τήν ἔννοια τοῦ εἰδωλολάτρου. Ἔτσι, μετά τήν παραποίηση τῶν Πρακτικῶν τῆς Ζ´  Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀκολούθησε καί ἡ πλαστογράφηση τοῦ ὀνόματος τῶν Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ἀπό Ρωμαίους σέ Γραικούς.
.             Ἀπό ἐκεῖ ἄρχισε μιά ἐσκεμμένη διαφορετική πολιτιστική καί θεολογική παράδοση στήν Δύση, μέ τήν ἐμφάνιση τοῦ σχολαστικισμοῦ, ὁ ὁποῖος στηρίχθηκε κυρίως στούς διαλεκτικούς συλλογισμούς, στήν φιλοσοφία καί φθάνει μέχρι τόν διαφωτισμό, τόν ὑπαρξισμό καί τόν γερμανικό ἰδεαλισμό. Ἀπό πλευρᾶς θεολογικῆς αὐτή ἡ πολιτιστική διαφοροποίηση ἐκδηλώθηκε κατ’ ἀρχάς μέ τήν κατασκευή ἀγαλμάτων στούς Ναούς, στήν συνέχεια μέ τίς θρησκευτικές τέχνες τῆς Ἀναγεννήσεως καί τήν ἀπόρριψη τῶν εἰκόνων ἀπό τούς Ναούς, ὅπως ἔγινε μέ τούς Μεταρρυθμιστές Προτεστάντες.
.             Ἔπειτα, ὑπάρχει μιά θεολογική καί πολιτιστική διαφοροποίηση καί στό ἀνατολικό τμῆμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Εἶχαν ἀπωθηθῆ πρός τά ἀνατολικά ὅρια τῆς Αὐτοκρατορίας ὅσοι καταδικάστηκαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, ἤτοι οἱ ἀρειανοί, οἱ νεστοριανοί, οἱ μονοφυσίτες καί οἱ μονοθελῆτες, ἀπό τούς ὁποίους οἱ Ἰσλαμιστές προσέλαβαν διάφορα χριστιανικά στοιχεῖα. Ὁ ἀναπτυσσόμενος τότε Ἰσλαμισμός,  ἐπηρεασμένος στό θέμα αὐτό ἀπό τούς αἱρετικούς Χριστιανούς ἀπέβαλε τήν κατασκευή τῶν εἰκόνων.  Ἔτσι, στό Κοράνιο γίνεται ἀναφορά στόν Χριστό ὡς Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὄχι ὅμως ὡς Υἱό τοῦ Θεοῦ, καί θεσπίζεται τό ἀνεικόνιστο. Τό Κοράνιο ἀπαρτίσθηκε ἀπό στοιχεῖα προϊσλαμικά, ἰουδαϊκά καί τόν αἱρετικό Χριστιανισμό, μαζί μέ ἄλλα στοιχεῖα. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Ἰσλαμισμός στήν ἀρχή δέν παρουσιάσθηκε ὡς ἰδιαίτερη θρησκεία, ἀλλά ὡς αἵρεση τοῦ Χριστιανισμοῦ, γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός τόν συμπεριέλαβε στό βιβλίο του κατά τῶν αἱρέσεων μέ τόν ὅρο Ἀγαρηνοί καί Ἰσμαηλίτες. Μάλιστα δέ τότε οἱ Ἰσλαμιστές ἔτρεφαν μεγάλη ἀγάπη πρός τούς Χριστιανούς Ρωμαίους καί ἀντέγραφαν τόν πολιτιστικό τρόπο ζωῆς τους. Ὅταν, ὅμως, ὁ Ἰσλαμισμός ἐπεκτάθηκε πρός ἀνατολάς, στήν Περσία, τότε τό ἐθνικό μίσος τῶν Περσῶν ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων μετατράπηκε σέ θρησκευτικό μίσος ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων Ρωμηῶν.
.             Τό γεγονός εἶναι ὅτι οἱ αἱρετικές Χριστιανικές ἀπόψεις ἐναντίον τῶν ἱερῶν εἰκόνων πέρασαν στήν Ἰσλαμική Θρησκεία, γι’ αὐτό ἀπαγορεύεται ἡ κατασκευή εἰκόνων τοῦ Θεοῦ καί τιμωροῦνται οἱ ποιηταί εἰκόνων. Ἔτσι, ἀρκέσθηκαν στά περίφημα ἀραβουργήματα, «τά ὁποῖα ἔφθασαν σέ καλλιτεχνικά ὕψη».
.             Τά δύο αὐτά παραδείγματα ἀπό τήν Δύση καί τήν Ἀνατολή δείχνουν ὅτι ἡ Ζ´  Οἰκουμενική Σύνοδος, τό 787, καί ἡ ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, τό 843, εἶναι σημαντικά γεγονότα κεντρικῆς σημασίας πού συνδέουν τό μεγαλεῖο τοῦ κάλλους τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου μέ τήν μυστική ἀποφατική διδασκαλία τοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτός εἶναι ὁ ἄξονας τῆς ἑλληνορθοδόξου παραδόσεως πού διαφέρει σαφῶς ἀπό τόν σχολαστικισμό τῆς Δύσεως, ἀλλά καί τόν ἀπρόσωπο μυστικισμό τῆς Ἀνατολῆς. Γι’ αὐτό ὁμίλησα στήν ἀρχή ὅτι ἡ σημερινή ἑορτή τῆς Ὀρθοδοξίας συνδέει τήν θεολογία μέ τήν ἱστορία, καί δείχνει τήν διαφοροποίησή της ἀπό τόν δυτικό ὀρθολογισμό καί τόν ἀνατολικό μυστικισμό.
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πού συγκρότησαν τίς Οἰκουμενικές Συνόδους ἐδογμάτισαν ἀσφαλῶς καί Θεοπνεύστως, ἀφοῦ ἀντιμετώπισαν μέ τήν «σφενδόνην τοῦ Πνεύματος» τόσο τόν δυτικό ὀρθολογισμό ὅσο καί τόν ἀνατολικό μυστικισμό καί ἀνέπτυξαν τήν θαυμάσια ὀρθόδοξη εἰκονογραφία πού προκαλεῖ δέος καί σεβασμό. Ἡ ὀρθόδοξη εἰκόνα μέ ὅλη τήν θεολογία της δείχνει ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι οὔτε σχολαστική καί ὀρθολογιστική οὔτε μυστικιστική, ἀλλά ἀποδέχεται τόν ἀποδεικτικό συλλογισμό ἀντί τοῦ διαλεκτικοῦ, καί τόν μυστικό ἀποφατικό τρόπο ζωῆς, ἀντί τοῦ ἀπρόσωπου μυστικισμοῦ. Ἡ ὀρθόδοξη εἰκόνα ἐκφράζει μιά ἱστορική πραγματικότητα καί ὄχι φανταστική, παρουσιάζει τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ στήν ἱστορία, τήν Θεοτόκο Μητέρα Του, ἀλλά καί τούς τραυματίες τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ πού εἶναι οἱ ἐράσμιοι φίλοι Του. Συγχρόνως, ἁγιογραφεῖ τήν μεταμορφωμένη ἱστορία, δηλαδή τήν μεταμόρφωση τοῦ σώματος καί τήν ἀλλαγή τῆς κτίσεως ἀπό τήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό ἡ ὀρθόδοξη εἰκόνα πλέει μέσα στήν δόξα πού εἶναι τό φῶς τοῦ Θεοῦ, καί εἶναι ἡ μέθεξη ἀπό τώρα τῆς μέλλουσας οὐράνιας δόξας.
.             Ἐπί πλέον ἡ ὀρθόδοξη εἰκόνα δέν ἀπολυτοποιεῖ τό ἐξωτερικό κάλλος, δέν παραμένει σέ μιά ἔστω ἐξωτερική μεταμορφωμένη ἱστορία, ἀλλά ἐκφράζει ἀποφατικά τό ἐσωτερικό βάθος τῶν φίλων τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ, τό βάπτισμα τοῦ οὐρανίου πυρός, δείχνει τήν κίνηση τοῦ νοῦ πρός τήν καρδία, ὅπως τήν θεολογεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν Β´ πρός Κορινθίους Ἐπιστολή: «ὁ Θεός ὁ εἰπών ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὅς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρός φωτισμόν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β´ Κορ. δ´ 6). Τό ἴδιο παρουσιάζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σέ ἄλλο σημεῖο τῆς ἐπιστολῆς του: «λογισμούς καθαιροῦντες καί πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατά τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καί αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τήν ὑπακοήν τοῦ Χριστοῦ» (Β´ Κορ. ι´ 5).
.             Ἑπομένως, ἡ ἱερά εἰκόνα συνδέει στενώτατα τήν ἱστορία μέ τήν ὀρθόδοξη διαχρονική ἐσχατολογία, ἡ ὁποία ἀναδύεται ἀπό τό βάθος τῆς μεταμορφωμένης καρδιᾶς καί κάνει τόν ἄνθρωπο πού τήν ἀσπάζεται τιμητικά νά ἀναφωνῆ, κατά τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «μετά χαρᾶς εὐχαριστοῦντες τῷ Θεῷ καί πατρί τῷ ἱκανώσαντι ἡμᾶς εἰς τήν μερίδα τοῦ κλήρου τῶν ἁγίων ἐν τῷ φωτί» (Κολ. α´ 12).
.             Ὅλα αὐτά δείχνουν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι μιά σταθερή δύναμη στόν σύγχρονο μεταβαλλόμενο καί ἀνισόρροπο κόσμο, μέ τίς σκληρές ἰδεολογίες, ἀκόμη καί Χριστιανικές, καί τούς μισαλλόδοξους φανατισμούς ἀπό ὁποιονδήποτε καί ἄν προέρχονται. Συνδέει σταθερά τήν θεολογία μέ τήν ἱστορία, θεολογεῖ στήν ἱστορία, μέσα ἀπό τήν δόξα τῆς Βασιλείας καί ἱστορεῖ τήν θεολογία μέσα στήν δόξα τῆς Βασιλείας, καταγράφει τά ἄκτιστα ρήματα τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἐμπειρίας μέ τά κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονίσματα τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας. Ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία γιά ὅσους τήν γνωρίζουν καί τήν ζοῦν εἶναι τό οὐράνιο κάλλος στήν γῆ, τό τέλειο μέτρο τῶν πραγμάτων, ὁ ἔρως τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου, ὁ «ἀχόρταγος χορτασμός τοῦ θείου ἐλέους», «ἡ τελεία τῶν τελείων ἀτέλεστος τελειότης», ἡ «σκιαγραφία τοῦ οὐρανοῦ στήν γῆ» καί ἡ βίωση τῶν ἐσχάτων, ὁ ἐκκλησιασμός τῶν πάντων στό ἀνέσπερο φῶς τῆς Βασιλείας.
.             Τό λυπηρό εἶναι ὅτι πολλοί δέν γνωρίζουν τόν πλοῦτο τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καί παραδόσεως, διότι ἔχουν γνώση τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό παραχαράξεις πού μαθαίνουν ἀπό τά μικρά τους χρόνια, καί ὅμως στρέφονται ἐναντίον της. Ἄλλοι ἀποδίδουν στήν Ὀρθόδοξη θεολογία τήν λογικοκρατία τοῦ σχολαστικισμοῦ, ἄλλοι ταυτίζουν τήν Ὀρθόδοξη θεολογία μέ τόν δυτικό πουριτανισμό-ἠθικισμό, καί ἄλλοι ἐκφράζονται γιά τήν Ὀρθοδοξία μέσα ἀπό σχήματα τοῦ εὐδαιμονικοῦ Ἰσλαμισμοῦ.
.             Ὅμως, ὁ ὀρθόδοξος θεολόγος ἀποσχολαστικοποιεῖ τόν Χριστιανισμό καί ἀποϊσλαμοποιεῖ τόν ἀνθρώπινο βίο. Ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία δέν συνδέεται οὔτε μέ τόν σχολαστικισμό, οὔτε μέ τόν πουριτανισμό, οὔτε μέ τόν εὐδαιμονισμό. Εἶναι ἡ γαμήλια σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Χριστό, τόν Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας.
.             Καί ἐπειδή ἐφέτος, τήν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς, θά συνέλθη ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος στήν Κρήτη, εὐχή ὅλων μας εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία τῶν εἰκόνων καί ἡ θεολογική γλώσσα τῶν πραγμάτων νά διαποτίσουν τίς ἀποφάσεις της, καί νά φανῆ ἡ πληρότητα τοῦ κόσμου στό φῶς τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας. Πρέπει νά φανῆ ἡ σύνδεση θεολογίας καί ἱστορίας στό φῶς τῆς ἐσχατολογίας τῆς δόξας καί ὄχι ἡ σύνδεση θεολογίας καί πολιτικῆς στό σκοτάδι τῆς κοσμικῆς ἀδοξίας.
.             Ἡ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἀπόρριψη τῆς μισαλλοδοξίας, ἀποβολή τῆς ὑποκρισίας, ἔκφραση τῆς οὐράνιας Βασιλείας, βίωση τῆς δοξαστικῆς παρουσίας, μεταμόρφωση τῆς ἱστορίας, εἰκόνα τῆς οὐράνιας θείας Λειτουργίας, ἁγιογράφιση τῆς φωτεινῆς καί ἀνεκφράστου κοινωνίας, τῆς ἔνδοξης Συνοδικῆς Εὐχαριστίας, τῆς οὐράνιας ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: ecclesia.gr

, , , ,

Σχολιάστε

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΑ ΕΠΙΚΑΙΡΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΜΗΤΡΟΠ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ «ἀὴρ δηλητηριώδης, ἐξ Εὐρώπης καὶ Ἀμερικῆς προερχόμενος, μία θεολογία, ἡ ὁποία ἀρνεῖται τὴν θείαν ἀποκάλυψιν ἢ θέτει ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὰ θέματα τῆς Πίστεως».

Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ
ΓΙΑ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ ΠΙΣΤΕΩΣ, ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ,
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ, ΠΑΠΙΣΜΟ,
ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ

ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟ
ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΝ ΕΤΕΙ 1969

.                   Ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις κινδυνεύει, δὲν εἶναι σχῆμα λόγου, τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ ἀναφέρη πρὸς δημιουργίαν ἐντυπώσεων. Ἴσως καὶ ὁμιλοῦντες περὶ κινδύνου τῆς Πίστεως νὰ μὴ ἔχομεν συνειδητοποιήση ὅσον πρέπει τὸν κίνδυνον τοῦτον. Εἴθε ὁ Κύριος νὰ διανοίξη τοὺς ὀφθαλμούς μας διὰ νὰ ἴδωμεν εὐκρινῶς τὸν κίνδυνον καὶ λάβωμεν τὰ ἀναγκαῖα μέτρα.
.                   Δίδομεν μίαν σύντομον εἰκόνα τοῦ κινδύνου. Ὄχι ἡ αὔρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡ δροσίζουσα τὰς ψυχάς, ἀλλ᾽ ἀὴρ δηλητηριώδης, ἐκ τῶν θεολογικῶν σχολῶν Εὐρώπης καὶ Ἀμερικῆς προερχόμενος, ἤρχισεν ἀπό τινος νὰ πνέη καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Φορεῖς, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, οἱ ἐκεῖ μετεκπαιδευθέντες θεολόγοι. Οὗτοι, ρηχὰ καὶ ἐπιπόλαια πνεύματα, ὡς πολικὸν ἀστέρα τῆς θεολογικῆς τῶν σκέψεων δὲν ἔχουν τὴν πατερικὴν διδασκαλίαν. Δὲν θαυμάζουν τοὺς οἰκουμενικοὺς διδασκάλους Βασίλειον, Γρηγόριον, Χρυσόστομον, Δαμασκηνόν, Φώτιον, Μάρκον Εὐγενικόν, Γρηγόριον Παλαμᾶν. Ἀλλ᾽ ὡς μικρὰ καὶ ἀνόητα παιδία χάσκουν πρὸ τῶν πεφυσιωμένων ἀσκῶν, πρὸ τῶν μπαλονίων τῆς Δύσεως. Τέκνα αὐτοὶ τῆς Ὀρθοδοξίας θαυμάζουν διαφόρους ὀρθολογιστὰς καὶ ἀρνητικοὺς θεολόγους τύπου Harnack, Tillich καὶ Bultmann. Φρίττει τις ἀναλογιζόμενος ὁποῖον θὰ εἶναι τὸ μέλλον τοῦ Ὀρθοδόξου κόσμου, ἐὰν οἱ νεαροὶ θεολόγοι, οἱ δηλητηριασθέντες ἐκ τῶν μιασμάτων τῆς ἀρνητικῆς θεολογίας τῆς Δύσεως, ἐξακολουθήσουν νὰ καταλαμβάνουν θέσεις καὶ ἐνσυνειδήτως ἢ ἀσυνειδήτως νὰ διαχέουν τὸν ἰὸν τῆς ἀμφιβολίας καὶ ἀπιστίας εἰς τὰς ψυχὰς τῶν Ἑλλήνων.
.                   Μία θεολογία, ἡ ὁποία ἀρνεῖται τὴν θείαν ἀποκάλυψιν ἢ θέτει ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὰ θέματα τῆς Πίστεως καὶ ἐντρέπεται νὰ ἀναφέρη τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου «ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἢ νὰ κάμνη τὸ σημεῖον τοῦ τιμίου Σταυροῦ, ΜΙΑ ΤΟΙΑΥΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΑΤΑΝΙΚΗ, καὶ εἶναι ἡ μεγαλυτέρα συμφορὰ διὰ τὸν τόπον μας. Μόνον μία ΑΥΣΤΗΡΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ, ἐξαρτωμένη ἐκ τῆς Ἐκκλησίας καὶ μόνον δύναται νὰ ἐξουδετερώση τὸν κίνδυνον τοῦτον τῆς Πίστεως.
.                   Ἀλλ᾽ οὐχ ἧττον ἡ Πίστις κινδυνεύει καὶ ἐκ τοῦ ρεύματος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅστις κατὰ τὸν ἀείμνηστον Μητροπολίτην Σάμου Εἰρηναῖον εἶναι ἡ αἵρεσις τῶν ἡμερῶν μας, σείουσα ἐκ θεμελίων τὸ οἰκοδόμημα τοῦ Χριστιανισμοῦ. Κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι ἡ ἀπόλυτος Θρησκεία. Εἶναι μία σχετικὴ θρησκεία. Ἔχει καλὰ στοιχεῖα. Ἀλλὰ μήπως -λέγει- καλὰ στοιχεῖα δὲν ἔχει καὶ ὁ Μωαμεθανισμὸς καὶ ὁ Βουδδισμὸς καὶ ὁ Κομφουκιανισμὸς καὶ εἴ τις ἄλλη παλαιοτέρα καὶ νεωτέρα Θρησκεία; Διὰ τῆς ἀναμίξεως τῶν ἀγαθῶν στοιχείων ὅλων τῶν Θρησκειῶν θὰ σχηματισθῆ, λέγουν οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ μία καὶ τελεία Θρησκεία, ἡ πανθρησκεία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
.                  Ἄλλη δέ, παρεμφερὴς πρὸς τὸν Οἰκουμενισμὸν κίνησις, εἴναι  ἡ λεγομένη Οἰκουμενικὴ Κίνησις πρὸς προαγωγὴν τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν διαφόρων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν. Κατὰ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς κινήσεως ταύτης ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἡ μόνη Ἐκκλησία. Δὲν εἶναι ἡ συνέχεια τῆς μίας, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποίαν ἴδρυσεν ὁ Χριστός. Ἀλλ᾽ εἶναι μία ἐκ τῶν πολλῶν Ἐκκλησιῶν. Πρὸς τί λοιπὸν ἡ ἀποκλειστικότης καὶ οἱ φραγμοί; Δυνάμεθα ἀφόβως, λέγουν, νὰ ἐκκλησιαζώμεθα εἰς οἱανδήποτε Ἐκκλησίαν.
.                Ἕτερος κίνδυνος διὰ τὴν Πίστιν εἶναι ὁ ἐκ τοῦ Πάπα προερχόμενος. Ἡ Παπικὴ Ἐκκλησία, χωρὶς κατ᾽ οὐσίαν νὰ ἀπομακρυνθῆ οὔτε κατὰ ἓν βῆμα ἀπὸ τὰς πεπλανημένας διδασκαλίας της, ἀλλὰ κρύπτουσα κάτω ἀπὸ περίτεχνον φρασεολογίαν τὰς κακοδοξίας της, ἤνοιξε τὸν διάλογον, ἥπλωσε τὰ δίκτυά της εἰς τὸν ὠκεανὸν τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ συλλαμβάνει τοὺς ἀφελεῖς καὶ ἀμαθεῖς ὡς χάνους. Θέλει τὸν διάλογον μετὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὁ Παπισμός. Ἀλλ᾽ ὁ διάλογος ἐγένετο πολλάκις κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ πάντοτε κατέληξεν εἰς ἀρνητικὰ ἀποτελέσματα καὶ διήνοιξε βαθύτερον τὸ χάσμα. Ἀντὶ νὰ ἑνώση, ἀπεμάκρυνεν περισσότερον τὰς δύο Ἐκκλησίας ἀπ᾽ ἀλλήλων. Καθ᾽ ὃν χρόνον ὁ Ὀρθόδοξος κόσμος, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἐν αἷς καὶ ἡ μικρὰ γωνία τῆς γῆς ἐν τῇ ὁποίᾳ ζῶμεν, εὑρίσκονται ὑπὸ τὸ πέλμα τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ ἀθέου κομμουνισμοῦ, καὶ ἐλευθερία καὶ ἄνεσις δὲν ὑπάρχει διὰ θεολογικὰς συναντήσεις καὶ συζητήσεις, ἡμεῖς ἐρωτοτροποῦμεν πρὸς τὸν Πάπα, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξομεν πρῶτον τὴν ἕνωσιν τοῦ Ὀρθοδόξου κόσμου καὶ νὰ λύσωμεν ἐκκρεμοῦντα ἐντός τοῦ κόσμου τούτου θέματα, καὶ ἔπειτα νὰ σκεφθῶμεν περὶ διαλόγου μετὰ τῶν ἑτεροδόξων.
.                Δυστυχῶς ὁ πατριάρχης Ἀθηναγόρας, ἀδιαφορῶν διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ Ὀρθοδόξου κόσμου, ἀδιαφορῶν ἀκόμη καὶ διὰ δόγματα τῆς Πίστεως, ἤνοιξε θύραν εἰς τοὺς ἑτεροδόξους, καὶ δὴ εἰς τοὺς Παπικούς, διὰ νὰ εἰσέρχονται οὗτοι καὶ νὰ ἐξέρχωνται ἀκωλύτως εἰς τὴν μάνδραν τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ νὰ ἐπιφέρουν ἀνυπολόγιστον φθοράν. Αἱ δηλώσεις του περὶ ἐπικειμένης ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ περὶ κοινοῦ ποτηρίου, εἰς διαφόρους συναντήσεις καὶ τόπους γενόμεναι, ἔχουν συνταράξει τὴν ἀδιάφθορον συνείδησιν τῶν Ὀρθοδόξων. Οἱ πιστοὶ διερωτῶνται, ποῦ βαίνομεν;
.                   Διορατικὰ πνεύματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τῆς ἀντιστάσεως τῶν ποιμένων διαρκῶς ἐλαττουμένης, διαβλέπουν ὅτι ἡ ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν θὰ συντελεσθῆ de facto. Ἑκατοντάδας ἐπιστολῶν ἔχω λάβει, ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τοῦ Ὀρθοδόξου Ἑλληνισμοῦ, διὰ τῶν ὁποίων πιστὰ τῆς Ἐκκλησίας τέκνα ἐκφράζουν τὴν ἀνησυχίαν των ἐξ ἀφορμῆς τῶν διαφόρων ἐνεργειῶν τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου καὶ μὲ ἐρωτοῦν, πῶς ἡ συνείδησίς μου ὡς Ὀρθοδόξου ἐπισκόπου ἐπιτρέπει νὰ μνημονεύω τοῦ ὀνόματος Ἀθηναγόρου. Τὸ Ἅγιον Ὄρος συνταράσσεται. Τὸ μνημόσυνον τοῦ Ἀθηναγόρου ἔπαυσεν ἐκεῖ. Μέγας κίνδυνος ἐπίκειται διασπάσεως τοῦ Ὀρθοδόξου κόσμου ἐκ τῶν ἀκαίρων, ἀντικανονικῶν καὶ ἀντορθοδόξων ἐνεργειῶν τοῦ Πατριάρχου. Εἰς τὰς ψυχὰς πολλῶν Ὀρθοδόξων λειτουργῶν ἔχει δημιουργηθεῖ κρίσις συνειδήσεως. Καὶ ἐν τούτοις ἡμεῖς ἑτοιμαζόμεθα νὰ ἑορτάσωμεν τὴν εἰκοσαετηρίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου!

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ ΚΑΙ ΟΙ …ΚΑΦΡΟΙ !

Ἐκκλησία καὶ Θεολογικὲς Σχολές

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2088, 01.05.2014

.         Μὲ ἀφορμὴ τὶς ἐντονότατες ἀντιδράσεις γιὰ τὴν ἵδρυση Τμήματος Ἰσλαμικῶν Σπουδῶν στὸ Τμῆμα Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΑΠΘ ἀκούσθηκαν ποικίλες γνῶμες καὶ ἀπόψεις ἀπὸ πανεπιστημιακοὺς δασκάλους. Ὅσοι ὑποστήριξαν τὴν ἵδρυση ἑνὸς τέτοιου Τμήματος, ποὺ ἄφησε ἄναυδο τὸ πλήρωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τὸ λύπησε βαθύτατα, ἐπικαλέσθηκαν διάφορες δικαιολογίες. Μεταξὺ αὐτῶν διατυπώθηκε καὶ ἡ ἀκόλουθη ἄποψη ἀπὸ τὸν Πρόεδρο τοῦ Τμήματος κ. Χρυσόστομο Σταμούλη: «Τὸ Πανεπιστήμιο» εἶπε, ἀπαντώντας στὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ. Ἄνθιμο, «δὲν εἶναι τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ εἶναι ἐλεύθερο, δημόσιο ἐκπαιδευτικὸ ἵδρυμα καὶ λειτουργεῖ μὲ βάση τὶς ἀκαδημαϊκὲς ἀνάγκες» (ἐφημ. «Δημοκρατία» 12-3-2014, σελ. 22).
.         Ἡ ἀπάντηση αὐτὴ προξενεῖ εὔλογη ἀπορία καὶ γεννᾶ μελαγχολικὲς σκέψεις γιὰ τὴν πορεία τῶν Ὀρθοδόξων Σπουδῶν στὴν Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα. Βεβαίως τὸ Πανεπιστήμιο δὲν εἶναι τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι τυπικὰ καὶ διοικητικὰ ἀνεξάρτητο Ἵδρυμα. Ἀλλὰ ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ διαφέρει οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὶς ἄλλες Πανεπιστημιακὲς Σχολές. Οἱ ἄλλες Σχολές, ὅπως ὀρθὰ γράφει ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς Παν. Τρεμπέλας[1], δημιουργήθηκαν καὶ συντηροῦνται γιὰ ὁρισμένους πρακτικοὺς σκοπούς, οἱ ὁποῖοι δὲν μποροῦν νὰ πραγματοποιηθοῦν χωρὶς ἐπιστημονικὴ ἔρευνα. Μεταξὺ ὅμως τῶν Σχολῶν αὐτῶν ἡ Θεολογικὴ κατέχει ἰδιαίτερη καὶ αὐτοτελῆ θέση. Διότι τὸ ἔργο της δὲν ἀποβλέπει, ὅπως π.χ. τὸ ἔργο τῆς ἐπιστήμης τοῦ δικαίου, στὴν ὀργάνωση τοῦ κοινωνικοῦ βίου· ἢ ὅπως τὸ ἔργο τῆς ἰατρικῆς στὴ συντήρηση τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν. Τὸ ἔργο τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς ὑπηρετεῖ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ὡς θεοΐδρυτος αὐτοτελὴς πνευματικὸς ὀργανισμὸς ὑφίσταται μέσα στὴν πολιτεία παράλληλα μὲ αὐτήν. Ἡ δὲ Θεολογία διὰ τῆς ἐπιστημονικῆς ἀναπτύξεως τῆς ὑπερφυσικῆς θείας ἀποκαλύψεως ἀποτελεῖ τὸ συμπλήρωμα τῶν ἄλλων ἐπιστημῶν μὲ τὸ νὰ ἐκφέρει τὸν τελευταῖο περὶ τῶν ὄντων λόγο. Ἔτσι ἱκανοποιεῖ τὶς ὕψιστες ἀπαιτήσεις τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος καὶ θεραπεύει τὶς ἀνάγκες καὶ τοὺς πόθους τοῦ λογικοῦ ἀνθρώπου.
.         Ἐπίσης πρέπει νὰ μὴ λησμονοῦμε ὅτι κοιτίδα τῆς Θεολογίας, ἡ ὁποία δικαιοῦται νὰ ἀποκαλεῖται «ἐπιστήμη ἐπιστημῶν», εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὴ ἔδωσε καὶ δίνει ζωὴ στὴ Θεολογία. Λόγῳ λοιπὸν τῆς καταγωγῆς αὐτῆς τῆς Θεολογίας ὑπάρχει διαρκὴς καὶ σταθερὴ σχέση ἀμοιβαιότητας μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Θεολογίας, κατὰ τὴν ὁποία ἡ Θεολογία ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ἐπιδρᾶ εὐεργετικὰ στὴν Ἐκκλησία διαφωτίζοντας καὶ καταυγάζοντας τὴν περὶ Χριστιανισμοῦ συνείδησή της, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο δὲν μένει ξένη ἀπὸ τὴν ἐπιρροή, τὶς περιπέτειες καὶ γενικῶς τὴν ἑκάστοτε κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας. Δηλαδὴ Ἐκκλησία καὶ Θεολογία ἐπιδροῦν ἀμοιβαῖα ἡ μία ἐπὶ τῆς ἄλλης. Εἶναι περιττὸ νὰ τονισθεῖ ὅτι δὲν μπορεῖ ἕνας ὀρθολογιστὴς ἢ στεγνὸς ἐπιστήμων νὰ εἶναι καθηγητὴς σὲ μιὰ Ὀρθόδοξη Θεολογικὴ Σχολή, πράγμα δυστυχῶς ὄχι σπάνιο σήμερα! Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ παρουσία ἀλλοτρίου φρονήματος στὶς Θεολογικές μας Σχολές. Οἱ Πατέρες ἦσαν κατεξοχὴν πιστοί. Δὲν σκέφθηκαν ποτὲ ὅπως «οἱ σοφοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου» καὶ δὲν ἐξέφρασαν προσωπικές τους γνῶμες. Ἔδωσαν τὴ μαρτυρία τῆς «καθολικῆς» καὶ ἀποστολικῆς πίστεως ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας. Σταθερὸ δὲ ἀξίωμά τους ἦταν: «πρᾶξις θεωρίας ἐπίβασις». Ὁρισμοὶ τῆς Θεολογίας ὅτι αὐτὴ εἶναι ἐπιστημονικὴ γνώση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἢ τῶν ἀληθειῶν του ἢ σύνολο ἐπιστημονικῶν γνώσεων καὶ τεχνικῶν κανόνων διοικήσεως, ποὺ ἀνήκουν στὸν Χριστιανισμό, καὶ ἄλλα παρόμοια, μεταβάλλουν τὴν ἱερὴ ἐπιστήμη τῆς Θεολογίας σὲ ἀφηρημένη θεωρία περὶ Χριστιανισμοῦ· σὲ ἄσκηση πολυμάθειας, ἡ ὁποία ὑπὸ ὁρισμένες περιστάσεις μπορεῖ νὰ ἀναπτυχθεῖ ἢ νὰ παραχθεῖ καὶ ἀπὸ ἕνα μὴ Χριστιανό. Ὅμως κανένας ὀρθολογιστὴς ἢ ἄπιστος δὲν μπορεῖ π.χ. νὰ κατανοήσει, πολὺ περισσότερο νὰ ἀναπτύξει, τὸ περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος δόγμα, ἢ τὸ περὶ δύο φύσεων καὶ ἑνὸς προσώπου τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου κ.τ.ὅ.
.         Κατὰ συνέπεια τὸ Πανεπιστήμιο δὲν εἶναι μὲν τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ οἱ διδάσκαλοι τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς του δὲν μποροῦν νὰ θεολογοῦν ἁπλῶς ἀκαδημαϊκὰ καὶ ἀριστοτελικὰ ἀγνοώντας τὴν Ἐκκλησία ἢ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἔχουν χρέος «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσι» νὰ «μελωδοῦν ἐν μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας μέλος ἐναρμόνιον θεολογίας», ὡς ἐκφραστὲς καὶ φύλακες τῶν Ἀποστολικῶν Παραδόσεων, καὶ νὰ ὁδηγοῦν ὄχι μόνο τοὺς σπουδαστές τους, ἀλλὰ καὶ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἐξ ἀποκαλύψεως ἀλήθεια. Ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ ΑΠΘ, ὅπως καὶ κάθε Ὀρθόδοξη Θεολογικὴ Σχολή, γιὰ νὰ εἶναι συνεπὴς πρὸς τὸν ἑαυτό της, πρέπει νὰ εἶναι πρωτίστως Ἀποστολικὴ καὶ Πατερική, ὄπως ἀκριβῶς καὶ ἡ Ἐκκλησία. Νὰ μαρτυρεῖ, νὰ διδάσκει, νὰ μεταλαμπαδεύει τὴν ἐξ ἀποκαλύψεως ἀλήθεια καὶ τὴν ἁγία καὶ πλούσια ἐμπειρία τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Νὰ καταρτίζει θεολόγους ὄχι «χειροτονητούς, οἷς ἀρκεῖ τὸ θελῆσαι μόνον πρὸς τὸ εἶναι σοφοῖς»[2], δηλαδὴ θεολόγους αὐτοχειροτόνητους, οἱ ὁποῖοι μόνο ἐπειδὴ θέλουν νὰ εἶναι σοφοί, νομίζουν καὶ ὅτι εἶναι, ἀλλὰ θεολόγους οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ παύουν «πάσχοντες θέωσιν», κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή. Θεολόγους, οἱ ὁποῖοι θὰ «ἐνεργοῦν ὡς ἄνδρες ἐκκλησιαστικοί (Ὠριγένης), γιὰ λογαριασμὸ καὶ ἐν ὀνόματι τῆς Ἐκκλησίας, (θεολόγους) σχολιαστὲς τῆς πίστεώς της, πιστοὺς τηρητὲς τῆς Παραδόσεώς της, μάρτυρες τῆς ἀληθείας καὶ τῆς πίστεως», κατὰ τὸν ἀείμνηστο μεγάλο θεολόγο πρωθιερέα Καθηγητὴ π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ.
.         Ὁ εὐσεβὴς λαὸς τούτης τῆς Χώρας, ποὺ δεινοπάθησε ὅσο κανένας ἄλλος καὶ ἀκόμη συνεχίζει νὰ δεινοπαθεῖ στὴν Κύπρο ἀπὸ τὸ ἀντίχριστο Ἰσλάμ, διερωτᾶται: Τί θέση ἔχουν σὲ μιὰ Ὀρθόδοξη Θεολογικὴ Σχολὴ οἱ Ἰσλαμικὲς Σπουδὲς ποὺ θέλουν νὰ διδάξουν Καθηγητὲς Ὀρθοδόξου Θεολογίας; Μήπως δὲν ξέρουμε ὅτι τὸ Ἰσλὰμ δὲν θεωρεῖ τὸν Χριστὸ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ ἕναν ἁπλὸ προφήτη κατώτερο τοῦ ἀνθρώπου Μωάμεθ, τοῦ ὁποίου ὁ βίος ἦταν διαβλητός; Μήπως δὲν ξέρουμε ὅτι ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι θεόπνευστη, τὸ δὲ Κοράνιο βιβλίο καθαρὰ ἀνθρώπινο μὲ ἀντιφατικὸ περιεχόμενο καὶ κυρίως ἐχθρικὸ πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς καὶ γενικῶς πάντα μὴ μουσουλμάνο; Τὸ βιβλίο αὐτὸ διδάσκει ὅτι οἱ μουσουλμάνοι πρέπει νὰ τρομοκρατοῦν ἐμᾶς τοὺς κάφρους (Σούρα 8, 12), νὰ ἐκπληρώνουν τὸ ἱερὸ καθῆκον τους σκοτώνοντάς μας (Σούρα 9, 5), νὰ μὴν ἔχουν φίλους ἐμᾶς τοὺς κάφρους (Σούρα 5, 51), νὰ μὴ δείχνουν ποτὲ ἔλεος στοὺς Χριστιανοὺς καὶ τοὺς Ἑβραίους, ἐπειδὴ εἴμαστε τὰ πιὸ σιχαμερὰ πλάσματα (Σούρα 98, 6)[3]. Μήπως δὲν ξέρουμε ὅτι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ κερδίζεται μόνο μὲ τὴ χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τὸν προσωπικὸ ἀγώνα καὶ ὄχι φονεύοντας ἀπίστους, ὅπως διδάσκει τὸ Κοράνιο (Σούρα 9, 11); Μήπως ἀγνοοῦμε ὅτι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς εἶναι ὁ αἰώνιος Τριαδικὸς Θεὸς τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ προσωπικὸς Θεὸς ποὺ μᾶς χαρίζει τὴν «κατὰ χάριν θέωσιν», καὶ ὄχι ὁ ἀπρόσωπος Ἀλλὰχ τοῦ Ἰσλάμ;
.         Σὲ καιροὺς ὄχι ἁπλῶς χαλεπούς, ἀλλὰ παγχάλεπους, ἂς ἀγαπήσουμε περισσότερο τὴν Ὀρθόδοξη πίστη μας. Θὰ κριθοῦμε ἀπὸ τὸν Δικαιοκρίτη Κύριό μας καὶ γιὰ τὴν τυχὸν ἀπάθειά μας καὶ τὴν ἀμέλειά μας. Ἂς ἀναλογισθοῦμε λοιπὸν ὅλοι τὶς εὐθύνες μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν Πατέρων μας.

1. Βλ. Παν. Ν. Τρεμπέλα, Ἐγκυκλοπαιδεία τῆς Θεολογίας, ἔκδ. «Ὁ Σωτήρ», 20005, σελ. 142-145.


2. Γρ. Θεολόγου, Λόγ. 20ός, Περὶ δόγματος καὶ καταστάσεως Ἐπισκόπων, PG 35, 1065A.


3. Σημειώνουμε ὅτι ἡ ἀραβικὴ λέξη «κάφρος» (καφίρ), ἀποτελεῖ τὸν πιὸ προσβλητικὸ χαρακτηρισμὸ τῆς «ἱερῆς» γλώσσας τοῦ Ἰσλάμ

, ,

Σχολιάστε

«ΕΝΑΣ ΛΑΟΣ ΠΟΥ ΦΘΟΓΓΙΖΕΙ ΤΑ ΚΑΙΡΙΑ» («Οἱ ὀρθόδοξες κοινότητες τῶν Κυκλάδων τίθενται ἐπὶ ποδὸς πολέμου».1653 καὶ 2013!)

«Εἰσαγωγὴ στὴν Ἱστορία τῆς Δυτικῆς Θεολογίας»

τοῦ καθηγητοῦ Γεωργίου Παναγόπουλου

.             Ἔτος 1653: Ἡ Ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία βυθίζεται στὴν δίνη μιᾶς βαθιᾶς καὶ ἐπώδυνης γιὰ τὸν πολυεθνοτικὸ πληθυσμό της κρίσης. Ὑπὸ τὴν σκιώδη βασιλεία τοῦ μόλις 11ετοῦς Σουλτάνου Μεχμὲτ Δ´, ἕνας ἰδιαιτέρως αἱμοσταγὴς Μ. Βεζίρης, ὁ Ἀχμὲτ Πασάς, ἀναλαμβάνει νὰ συγκρατήση τὸ κράτος ἀπὸ τὴν ὁλοκληρωτικὴ κατάρρευση: ναυτικὸς ἀποκλεισμὸς τῶν Δαρδανελλίων ἀπὸ τοὺς Βενετούς, δημόσια οἰκονομικὰ καθημαγμένα ἀπὸ τὴν διαφθορὰ καὶ τὴν κακοδιοίκηση πυροδοτοῦν ἕναν θηριώδη πληθωρισμό, ποὺ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν σιτοδεία στὶς πόλεις γίνεται αἰτία ἐξάπλωσης ἑνὸς καταστροφικοῦ λιμοῦ. Ἐκείνη τὴν χρονιὰ ἡ δεύτερη Κυριακή τῆς Μ. Σαρακοστῆς, ποὺ ἑορτάστηκε τὴν 9η Μαρτίου, βρίσκει τοὺς Ὀρθόδοξους Ρωμηοὺς τῶν Κυκλάδων ἀνάστατους: διαμαρτύρονται σὲ δημόσιες συγκεντρώσεις καὶ ἀναθεματίζουν τοὺς Φράγκους μισιονάριους, καθὼς καὶ ἕναν Ἰησουΐτη ὀνόματι Φρ. Ρουσιέ. Τί εἶχε συμβῆ; Στὴν γειτονικὴ Σαντορίνη ὁ ἐν λόγῳ Ἰησουΐτης διακήρυσσε δημόσια ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (ὁ κορυφαῖος ὑπέρμαχος τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης τὸν 14ο αἰ.) εἶναι «ψευδοάγιος», ἐνῶ παράλληλα προπαγάνδιζε τὶς ἰδέες αὐτὲς διακινώντας ἕνα βιβλίο ἀνάμεσα στὰ λαϊκότερα στρώματα τοῦ πληθυσμοῦ. Οἱ ὀρθόδοξες κοινότητες τῶν Κυκλάδων τίθενται ἐπὶ ποδὸς πολέμου, ἐνῶ ἀκόμα καὶ τὰ παιδιὰ περνώντας μὲ λιτανεία ἔξω ἀπὸ τὸ ρωμαιοκαθολικὸ μοναστήρι τῆς Νάξου ἐκτοξεύουν ἀναθεματισμοὺς κατὰ τῶν Λατίνων μὴν μπορώντας νὰ συγκρατήσουν τὴν ὀργή τους.
.             Διερωτᾶται κανείς: τί εἶναι αὐτὸ ποὺ σηκώνει στὸ πόδι ἕναν ὁλόκληρο λαὸ γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς μνήμης ἑνὸς ἁγίου; Τί εἶναι, ἐν τέλει, αὐτὸ ποῦ ὠθεῖ ἕναν ὁλόκληρο λαὸ νὰ ἀγωνιστῆ γιὰ «πράγματα μὴ παραδεδεγμένης χρησιμότητας», ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Παπαδιαμάντης, τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ διαβιοῖ πενόμενος ὑπὸ τὴν κυριαρχία ἑνὸς ἀλλόδοξου καὶ πολιτισμικὰ κατώτερου δυνάστη; Γιατί τὸ γένος μας, παρὰ καὶ εἰς πεῖσμα τῆς ἀτέρμονης σειρᾶς τῶν ἱστορικῶν δυστυχημάτων, ἀλλὰ καὶ λαθῶν του, εὕρισκε τὴν δύναμη νὰ στέκεται ὄρθιο καὶ τὴν δυνατότητα νὰ διακρίνη καί, κατὰ τὸ αἰσχύλειο παράγγελμα, νὰ φθογγίζη «τὰ καίρια»; Γιατί ο λληνες το ρχιπελάγους, πο τὸν Μάρτη το 1653, ν μέσῳ γενικς κοινωνικς, οκονομικς κα πολιτικς παράλυσης, ξανίστανται κα διαμαρτύρονται χι γι μισθούς, πιδόματα κα δικαιώματα, λλ πειδ θίχθηκε στν πυρήνα της πίστη του, εἶναι νας λας πο φθογγίζει τ καίρια: λαϊκὸ σῶμα ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ διαθέτη ἀντισώματα πνευματικοῦ ἡρωϊσμοῦ καὶ διάκρισης, διάκρισης τς λήθειας π τ ψεδος, τοῦ οὐσιώδους ἀπὸ τὸ ἐπουσιῶδες ἤ, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, τοῦ «ἑνός ἐστι χρεία».
.             Ἀκόμα καὶ ἀθέλητα σκέφτεται κανεὶς ὅτι ἡ ἀντιπαραβολὴ τοῦ τότε μὲ τὸ σήμερα μόνον σὲ μελαγχολία μπορεῖ νὰ μᾶς ἐμβάλη. Ἀλήθεια, πόσοι ἀπὸ τοὺς συμπατριῶτες μας σήμερα εἶναι σὲ θέση, ὄχι νὰ ξιφουλκήσουν γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας, ἀλλὰ νὰ ἀπαντήσουν ἁπλῶς στὸ ἐρώτημα ποιός ἦταν ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς καὶ τί σημαίνει τὸ ἔργο του γιὰ τὴν πνευματικὴ ὑπόσταση αὐτῶν πού, ὅπου γῆς, πιστεύουν εἰς Χριστὸν ὀρθοδόξως; Πόσα ἀπὸ τὰ παιδιά μας ἄραγε δὲν συγχέουν τὸν Γρηγόριο Παλαμὰ μὲ τὸν συνεπώνυμό του ἐθνικὸ ποιητή μας Κωστῆ Παλαμά; Δὲν μᾶς τρομάζει ἡ αὐτονόητη ἀπάντηση στὸ ρητορικὸ αὐτὸ ἐρώτημα; Ἢ μᾶς ἀρκεῖ ποὺ ἀκόμα καὶ τὰ σχολιαρόπαιδα γνωρίζουν λεπτομερῶς τὰ τεκταινόμενα στὰ ἐνδότερα τοῦ ὀθωμανικοῦ παλατίου τοῦ μεγαλοπρεποῦς σουλτάνου;
.             Πόσοι ἀλήθεια γνωρίζουν τί εἶναι ὁ ἡσυχασμός, ἡ φιλοκαλικὴ παράδοση τῶν νηπτικῶν Πατέρων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ποιά πάλη μὲ τὸ ἰλιγγιῶδες ἐρώτημα γιὰ τὸ νόημα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης καὶ τοῦ κόσμου ἀντιπροσωπεύουν αὐτὰ τὰ μεγέθη; Ἀκόμα καὶ οἱ ἐκπρόσωποι τῆς ἰντελιγκέντσιας, οἱ λεγόμενοι πνευματικοί μας ταγοί, εἶναι ἆραγε ἔστω καὶ ὑποψιασμένοι γιὰ τὸ πενταπόσταγμα ἁγιοπνευματικῆς πείρας καὶ ζωῆς ποὺ ἐνσωματώνεται σὲ αὐτὸ ποὺ θὰ ἀποκαλοῦσα – προσφεύγοντας καταχρηστικὰ σὲ ἕναν πολυχρησιμοποιημένο ὅρο – πολιτισμὸ τῆς θεώσεως;
.             Ἑτοιμαζόμενος γιὰ τὴν σημερινὴ παρουσίαση τοῦ βιβλίου: Εἰσαγωγὴ στὴν Ἱστορία τῆς Δυτικῆς Θεολογίας, ἄκουσα, ὄχι ἅπαξ, ὅτι ἡ παρουσίαση ἑνὸς θεολογικοῦ πονήματος στὶς μέρες τοῦτες περιττεύει: Στὴν ἐποχὴ τοῦ ἀσφυκτικοῦ δημοσιονομικοῦ νάρθηκα, στὸν ὁποῖο ἐνθηκεύεται ἑκὼν ἄκων ὁ λαός μας, ἡ θεολογία μοιάζει πολυτέλεια περιττὴ καὶ ἄρα ἐξοβελιστέα. Στὴν σημερινὴ Ἑλλάδα τῆς ὁλικῆς φθίσης καὶ παρακμῆς, στὴν Ἑλλάδα τῆς τριτοκοσμικῆς δουλοκτησίας τύπου Μανωλάδας ἢ τῶν γκανγκστερικῶν ἐπιθέσεων, ὅπως αὐτὲς τῶν ὁποίων ἐσχάτως ἔγινε θέατρο ἡ πόλη μας, δὲν ὑπάρχει οὔτε χρόνος οὔτε διάθεση γιὰ θεολογία: «τεθήκαμεν ψεῦδος τὴν ἐλπίδα ἡμῶν καὶ τῷ ψεύδει σκεπασθησόμεθα»; (σ. 28, 15).
.             Αὐτὸ τὸ ψεῦδος, αὐτὴν τὴν ἀπάτη εἶναι ὥρα νὰ ἀποτινάξουμε. Καὶ ἂν σὲ κάποιους ἡ θεολογία φαντάζη ἄκαιρη ἐνασχόληση, γιὰ κάποιους ἄλλους ὁ λόγος τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας παράδοσης γιὰ τὸν Τριαδικὸ Θεό, τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἀνάγκη στοιχειώδης καὶ πρωταρχική, εἶναι ὅρος ἐπιβίωσης, ὅμοια ὅπως γιὰ τοὺς Πατέρες μας ὁ λόγος καὶ ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας ἦταν ὁ «σηματωρός», γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν Ἐλύτη, ποὺ ζητοῦσε ἡ ψυχή τους στὰ σταυροδρόμια τῆς πολυώδυνης ἱστορίας μας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ κριτικὸς ναστοχασμς π τς πνευματικς διοπροσωπίας μας συνιστ κατ ξοχν πράξη ντίστασης σ μι κοινωνία πο ξέμαθε τν στορία της πρς χάρη τς νέας καθαρογραμμένης φήγησης το πολιτικ ρθο, πού, θαρρεῖς, ἔχασε τὴν πίστη καὶ τὴν ψυχή της γιὰ μερικὰ ψιχία εὐρωκοινοτικῶν εἰσροῶν, ἢ τὴ δανειοστεγαστικὴ θαλπωρὴ τῆς νεοπλουτίστικης μεζονέτας… Πόσο δίκιο εἶχε ἡ Σαπφώ: «Πλοῦτος ἄνευ ἀρετῆς οὐκ ἀσινὴς πάροικος».
.             Τὸ βιβλίο ποὺ παρουσιάζεται σήμερα (βλ. σχετ.: Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/09/σχολαστικὴ-καὶ-μεταπατερικὴ-θεολογ/, Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/14/σχολαστικὴ-καὶ-μεταπατερικὴ-θεολογ2/ἀντιπροσωπεύει μιᾶς πρώτης τάξεως εὐκαιρία γιὰ ἀναστοχασμὸ καὶ κριτικὴ αὐτοεξέταση μέσα ἀπὸ μιὰ ἀντιπαράθεση μὲ τὴν δυτικὴ θρησκευτικὴ σκέψη καὶ πνευματικότητα, ἡ ὁποία δὲν μένει στὰ ἐπιφαινόμενα, δὲν ἐνδιατρίβει μὲ ὁμολογιακὴ μικρόνοια στὰ ἐπιπολάζοντα, ἀλλὰ ἐξικνεῖται μέχρι τὴν ἀνίχνευση τοῦ ἱστορικοφιλοσοφικοῦ καὶ πολιτισμικοῦ ὑποβάθρου ποὺ ντιδιαστέλλει τν δυτικ Χριστιανοσύνη π τν ζσα παράδοση τς Μίας Καθολικς τοῦ Χριστο ρθόδοξης κκλησίας. Εἶναι, φρονῶ, προφανὲς ὅτι κάθε ἐγχείρημα ἑρμηνείας τοῦ «ἀλλοτρίου» συνιστᾶ ἕναν τρόπο ἐπανακαθορισμοῦ καὶ ἐπιβεβαίωσης τοῦ ἰδίου, ὄχι ὁπωσδήποτε μὲ τὴν ἔννοια τῆς αὐτοσυγκρότησης τῆς οἰκείας ταυτότητας μέσα ἀπὸ τὴν δημιουργία ἑνὸς «ἀντιπάλου δέους». Μᾶλλον πρόκειται γιὰ ἕναν «ἀνακαινισμὸ» μὲ ὅρους κατοπτρικῆς πρόσληψης τοῦ «ἰδίου» μέσα ἀπὸ τὸ «ἕτερον».

ΙΣΤ. ΔΥΤ. ΘΕΟΛ.             Ἑπομένως, τὸ ἐν λόγῳ πόνημα ἐνσωματώνει πρωτίστως μιὰ δοκιμὴ καὶ ἐν ταὐτῷ ἕνα κάλεσμα αὐτογνωσίας. Φιλοδοξεῖ νὰ λειτουργήση ὡς ἕνα ἐρέθισμα ἀναψηλάφησης τῆς πνευματικῆς μας ἰδιοπροσωπίας στὰ ὅρια δυὸ κόσμων, τῆς ἡγεμονευόμενης πιὰ ἀπὸ τὴν Γερμανία Εὐρώπης καὶ τοῦ ἀνανεωμένου στὴν βάση τῆς τουρκοϊσλαμικῆς σύνθεσης νεοοθωμανικοῦ ἡγεμονισμοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐκ νέου συναντῶνται στὴν ἑλλαδικὴ ἐσχατιὰ τῆς Εὐρασιατικῆς ἠπείρου, ἀναβιώνοντας τὶς συνθῆκες τῆς ἱστορικῆς περικύκλωσης ἐκ δυσμῶν καὶ ἐξ ἀνατολῶν, ποὺ ἀπὸ τὸν 11ο αἰώνα ἔχει ἐξαναγκάσει τὸν ἱστορικὸ λαό μας σὲ ἕναν διμέτωπο ἀγώνα ἐπιβίωσης.
.             Τὶς πνευματικὲς συντεταγμένες αὐτοῦ τοῦ διμέτωπου ἀγώνα ἐπιβίωσης, ἀλλὰ καὶ δημιουργίας, ἐξετάζω σὲ δυὸ ἐρευνητικὲς φάσεις. Τὸ βιβλίο ποὺ παρουσιάζεται σήμερα ἐνσωματώνει τὴν ἐρευνητικὴ φάση ποὺ ἀφορᾶ τὴν ἐκ δυσμῶν πρόκληση ὑπὸ τὴν μορφὴ τῆς ἀλλοτρίωσης τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστης καὶ ζωῆς, τῆς ραχοκοκαλιᾶς τῆς Ρωμηοσύνης. Σὲ μιὰ ἑπόμενη συγγραφικὴ ἀπόπειρα, ποὺ εὐελπιστῶ ὅτι θὰ δῆ τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας μέχρι τὸ τέλος τοῦ τρέχοντος ἔτους, φιλοδοξῶ νὰ ψηλαφήσω τὴν πνευματικὴ διάσταση τῆς ἐξ ἀνατολῶν πρόκλησης: Πρόκειται γιὰ μιὰ σειρὰ μελετημάτων μὲ θέμα τὴν ἑλληνικὴ θεολογικὴ σκέψη καὶ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ στὴν Τουρκοκρατία. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν φρονῶ ὅτι θὰ παρουσιάσω σὲ ἕνα συγγραφικὸ δίπτυχο, βεβαίως ἁδρομερῶς, τὸ πνευματικὸ ἀποτύπωμα τῆς σοβοῦσας δ κα 1000 περίπου χρόνια στρατηγικς περικύκλωσης το λληνισμο.
.             Παράλληλα τὸ σήμερα παρουσιαζόμενο βιβλίο, μολονότι ἔρχεται νὰ ἐκθέση τὴν σκέψη θεολόγων τῆς δυτικῆς παράδοσης ποὺ ἔχουν ἐλάχιστα ἀπασχολήσει τὴν σύγχρονη ἑλληνικὴ ἐπιστήμη, δὲν φιλοδοξεῖ νὰ πρωτοτυπήση, ἀλλὰ νὰ ξαναπιάση τὸν μίτο ψηλάφησης τῶν ὅρων συγκρότησης τῆς πνευματικῆς μας αὐτοσυνειδησίας ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ τὸν ἄφησαν γίγαντες τῆς ὀρθόδοξης θεολογικῆς σκέψης, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους, κατὰ τὴν ἀντίληψή μου, ἰδιαιτέρως ξεχωρίζει ὁ μακαριστὸς π. Ἰω. Σ. Ρωμανίδης. Πνεῦμα μαθητείας χαρακτηρίζει τὸ βιβλίο αὐτὸ καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ὀφειλή μου σὲ μιὰ σειρὰ ἄξιων συνεχιστῶν τοῦ Ρωμανίδη ἢ συνοδοιπόρων του, οἱ ὁποῖοι, ἂν καὶ ὄχι πάντα διὰ τῆς ἰδίας ὁδοῦ καὶ μεθόδου, συνέβαλαν στὴν ἐπανανακάλυψη τῆς ὀρθόδοξης πατερικῆς σκέψης καὶ τὸ μπόλιασμα τῆς ἀνικμης ἀκαδημαϊκῆς μας θεολογίας μὲ τὴν ἐμπειρικὴ διάσταση τῆς ἀσκητικῆς καὶ μυστηριακῆς ζωῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος: Ὁ ἅγιος Ι. Πόποβιτς, Ντ. Στανιλοάε, Γ. Μαντζαρίδης, Ν. Ματσούκας εἶναι μερικοὶ ἀπὸ τοὺς πρωτεργάτες τῆς νεοπατερικῆς σύνθεσης, στοὺς ὁποίους ἀναγνωρίζω ἀναφανδὸν τὶς πολλαπλὲς ὀφειλές μου. Μέριμνά μου ὑπῆρξε τέλος νὰ συνδέσω τὶς θεολογικὲς ζυμώσεις τῆς ἑλλαδικῆς ὀρθόδοξης θεολογίας μὲ τὶς θεολογικὲς ἐξελίξεις στὴν Ρωσία. Γι’ αὐτὸ καὶ προσπάθησα νὰ συνθεωρήσω, ὅσο τὸ ἐπέτρεπαν τὰ ὅρια καὶ ἡ κεντρικὴ θεματολογία τοῦ βιβλίου, κάποιες ἀπὸ τὶς ἀπαντήσεις τῆς ρωσικῆς ὀρθόδοξης θεολογίας στὴν δυτικὴ πρόκληση.
.             Ξεχωριστῆς μνείας, ὅμως, χρήζει ἐν προκειμένῳ ἡ περίπτωση τοῦ κεντρικοῦ ὁμιλητή της σημερινῆς ἐκδήλωσης, τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἰεροθέου, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἐδῶ παρουσία τοῦ σήμερα τιμᾶ ὅλους μας, κατ’ ἐξοχὴν δὲ τὸν ὑποφαινόμενο. Καὶ τοῦτο γιατί στὸ πρόσωπό του συνδυάζονται ἡ μαρτυρικὴ εὐθύνη τῆς ἀρχιερατείας μὲ μιά, δίχως ὑπερβολή, ἡφαιστειακὴ θεολογικὴ καὶ συγγραφικὴ φλέβα, ποὺ μᾶς χάρισε μέχρι τώρα ἄνω τῶν 60 βιβλίων καὶ δυσεξαρίθμητα ἄρθρα, μὲ τὰ ὁποῖα γαλουχήθηκε μιὰ ὁλόκληρη γενιά, ὄχι μόνον θεολόγων καὶ κληρικῶν, ἀλλὰ καὶ φιλόθεων λαϊκῶν κάθε ἐπαγγελματικῆς καὶ κοινωνικῆς κατηγορίας.
.             Στὰ ἴχνη τῶν ὡς ἄνω προαναφερθέντων γιγάντων στοιχῶν καὶ ἐγὼ μὲ πνεῦμα μαθητείας, ἐκφράζω τὴν εὐχὴ ἡ εἰσαγωγικὴ αὐτὴ δοκιμὴ νὰ διαβαστῆ καὶ ἐκτὸς τῶν στενῶν ὁρίων τῆς ἀκαδημαϊκῆς κοινότητας ἀπὸ ἕνα εὐρύτερο κοινὸ ἀναγνωστῶν, ἐνδιαφερομένων γιὰ τὴν πνευματικὴ προϊστορία τῆς σύγχρονης Εὐρώπης, ἀλλὰ καὶ τὴν πάλη τῶν πνευματικῶν Πατέρων τοῦ Γένους μας ἐνάντια στὴν παραχάραξη τῆς παραδοσιακῆς ἐκκλησιαστικῆς πνευματικότητας ἀπὸ τὶς ὀθνεῖες ἐπιδράσεις.
.             Ρώτησαν κάποτε, στὴν Ἀθήνα τοῦ 4ου π. Χ. αἰώνα, τὸν κυνικὸ φιλόσοφο Διογένη γιατί προσέρχεται στὸ θέατρο, ἀφοῦ ἔχει λήξει ἡ παράσταση καὶ ὁ κόσμος ἀπέρχεται, καὶ ὁ φιλόσοφος ἀπάντησε, «γιὰ νὰ δείξω ποιός εἶναι ὁ ἀληθὴς σκοπὸς τῆς φιλοσοφίας, δηλ. τὸ ἀναποδογύρισμα τῆς λογικῆς τοῦ κόσμου». Τοσοῦτο μᾶλλον αὐτὸ ἰσχύει γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους: θεολογία εναι λόγος το Σταυρο, πο στν κόσμο φαντάζει μωρία, γι ατ κα μς προκαλε σ μι ντιστροφ τν ρων κατανόησης το κόσμου κα τῆς ζως μας π τ φς το ν Χριστ δοξασμο τς δαμιαίας φύσης μας: «Ξένον τόκον ἰδόντες, ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες».

 ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΧΩΡΕΣ -2 «Εἶναι ἀνάγκη τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν στὰ σχολεῖα νὰ διαπνέεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας, νὰ κινεῖται στὰ πλαίσια τοῦ ποιμαντικοῦ μας ἔργου καὶ ὄχι στὰ πλαίσια τῆς “οὐδέτερης” καὶ “ἀντικειμενικῆς ἐνημέρωσης” θρησκειολογικοῦ τύπου».

π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ (+)

Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
ΣΤΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΧΩΡΕΣ
[Β´]

Ἔκδοση τῆς Πανελλήνιας Ἕνωσης Γονέων 
γιὰ τὴν Προστασία τοῦ Ἑλληνορθόδοξου Πολιτισμοῦ, 
τῆς Οἰκογενείας καὶ τοῦ Ἀτόμου (ΠΕΓ)

ΑΘΗΝΑ 1998

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/09/15/ἡ-θρησκευτικὴ-ἐκπαίδευση/

.               Ἡ νέα τάση ἐναρμονίζεται κατὰ ἕνα τρόπο μὲ τὴν προπαγάνδα ἑκατοντάδων παραθρησκευτικῶν ὁμάδων, ποὺ βρίσκουν ἀπήχηση μεταξὺ νέων ἀνθρώπων. Οἱ ὁμάδες αὐτὲς κηρύττουν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀξιολογικὴ διάκριση ἀνάμεσα σὲ ἰδέες ἢ σὲ ὁποιεσδήποτε θρησκευτικὲς ἢ ἄλλες ἀπόψεις. Δν πάρχει ντικειμενικ διαφορὰ νάμεσα στν λήθεια κα στ ψεδος, στ καλ κα στ κακό. λα ποτελον κδηλώσεις τς μίας πραγματικότητας (πόλυτος μονισμς) κα ποικίλουν νάλογα μ τὸ ξελικτικὸ πίπεδο το κάθε νθρώπου, το κάθε λαο, στν κάθε ποχή. Δν χρειάζεται συνεπς ριοθέτηση, δν χρειάζεται ντιπαράθεση.
.               Αὐτὴ ἡ ἰσοπέδωση ἢ «ἐναρμόνιση» τῶν θρησκειῶν, τῶν ἀξιῶν, τῶν πολιτισμῶν, «περνάει» τώρα καὶ σὲ νομικὰ κείμενα καὶ διεθνεῖς συμβάσεις καὶ τείνει νὰ κατοχυρωθεῖ ὡς «διεθνὲς δίκαιο». Ἐπίλεκτα στελέχη τοῦ ΟΗΕ καὶ ἄλλων διεθνῶν ὀργανισμῶν ἀνήκουν σήμερα στὸ χῶρο αὐτὸ τοῦ ἀκατάσχετου συγκρητισμοῦ καὶ ἀποκρυφισμοῦ καὶ προωθοῦν τὴν ἰδέα τῆς πανθρησκείας καὶ τοῦ παν-πολιτισμοῦ μὲ ποικίλους τρόπους.
.               Ἀπό τέτοιους κύκλους καταβάλλεται σήμερα συντονισμένη προσπάθεια νὰ καθοριστοῦν ἑνιαία καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα οἱ σκοποὶ τῆς παιδείας («νέα παγκόσμια ἐκπαίδευση») γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ, ὅπως διακηρύττουν, ἕνας «νέος παγκόσμιος πολιτισμός», μία «νέα παγκόσμια ἠθικὴ» καὶ μία «νέα παγκόσμια κοσμικὴ πνευματικότητα»! Βέβαια οἱ ἐπώνυμοι αὐτοὶ παράγοντες τῶν Διεθνῶν Ὀργανισμῶν, κάνουν αὐτὲς τὶς σαφεῖς διακηρύξεις σὲ ἐσωτερικά, ἀποκρυφιστικὰ ἔντυπα. Στὰ κείμενα τῶν Διεθνῶν Συμβάσεων γίνεται λόγος γιὰ διάφορους πολιτισμούς, ἀλλὰ μέσῳ τῶν ἑνιαίων σκοπῶν τῆς παιδείας ἐπιδιώκεται ἡ σύγκλιση τῶν θρησκειῶν καὶ πολιτισμῶν καὶ ἡ ἑνοποίηση τοῦ κόσμου μὲ βάση τὴν ἐναρμόνιση σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ζωῆς.
.               Ἡ ποφυγὴ ριοθετήσεως τς πίστεως, ἡ πογράμμιση το «κοινοῦ δάφους» κα το «κοινο σκοπο» κα «στόχου», στν ποο «φθάνει κανες π διαφορετικος δρόμους», φαιρεῖ π τος νέους νθρώπους κάθε σταθερὸ δαφος κάτω π τ πόδια τους καὶ δηγε στν πλήρη σύγχυση καὶ βεβαιότητα.
.                Ἀλλά οἱ ἄνθρωποι καὶ ἰδιαίτερα οἱ νέοι νοιώθουν τὴν ἀνάγκη νὰ προσδιορίσουν τὴν ὑπαρξιακή τους ταυτότητα, τὸ περιεχόμενο τῆς πίστεώς τους καὶ συγκεκριμένες κοινωνικὲς δομές, στὰ πλαίσια τῶν ὁποίων μποροῦν νὰ αἰσθάνονται βεβαιότητα καὶ νὰ προοδιορίζουν τὴν πνευματική τους πατρίδα· δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ μείνουν ἄστεγοι πνευματικά. Γι᾽ αὐτὸ τὸ λόγο ἡ «ἐναρμόνιση» τῶν θρησκειῶν καὶ τῶν πολιτισμῶν δὲν τοὺς ἱκανοποιεῖ. Τὸ ἐσωτερικὸ κενὸ ἐκμεταλλεύονται ποικίλες ὁμάδες καὶ προσφέρουν στοὺς νέους «σταθερὲς δομές», μία «ἡγεσία» ἢ ἕναν «φύρερ» καὶ μία ἰδεολογία ποὺ δίνει ἀπαντήσεις γιὰ ὅλα τὰ θέματα. Μερικὲς ἀπὸ τὶς ὁμάδες αὐτὲς ἀπέκτησαν πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἰσχὺ καὶ κατάφεραν νὰ διαβρώσουν πρόσωπα ποὺ ἔχουν θέσεις εὐθύνης στὴν πολιτική, στοὺς διάφορους κοινωνικοὺς φορεῖς, στὴν ἐκπαίδευση ὅλων τῶν βαθμίδων, στὴ δικαιοσύνη, στὴ δημόσια ἀσφάλεια καὶ σ᾽ αὐτὴν τὴν Ἐκκλησία. Ἕνας ἀπὸ τοὺς βασικοὺς στόχους εἶναι ἡ διάβρωση καὶ τῶν διεθνῶς διαχριστιανικῶν ὀργανώσεων, ὅπως εἶναι τὸ ΠΣΕ.
.               Οἱ νέες τάσεις διαδίδονται σήμερα μέσα ἀπὸ ἐπίσημα κανάλια, ὅπως εἶναι τὰ κρατικὰ μέσα ἐνημερώσεως, τὰ νηπιαγωγεῖα, τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, τὰ γυμνάσια, τὰ λύκεια, τὰ πανεπιστήμια. Περνοῦν μέσα στὰ διδακτικὰ βιβλία ὅλων τῶν βαθμίδων. Παρουσιάσθηκαν περιπτώσεις θεολόγων, ποὺ παρασύρθηκαν καὶ ἐντάχθηκαν σὲ ὁλοκληρωτικὲς παραθρησκευτικὲς ὁμάδες, διατηρώντας ταυτόχρονα καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ δασκάλου τοῦ θρησκευτικοῦ μαθήματος στὰ σχολεῖα μας. ξωχριστιανικς δέες, πως εναι δοξασία το κάρμα κα τς μετενσαρκώσεως, διαδίδονται σήμερα μ κάθε τρόπο, περνον μέσα π τ λογοτεχνία καπειλον τ θεμέλια της κοινωνίας μας.
.               Ἡ κοινωνία μας καὶ ὁλόκληρος ὁ πολιτισμὸς μας στηρίζονται στὴν ἔννοια τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ὑπευθυνότητας. Χωρὶς ἐλευθερία καὶ ὑπευθυνότητα, χωρὶς τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ καθένας εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὶς πράξεις του ἀπέναντι στὸν Θεὸ ἢ καὶ στὸ κοινωνικὸ σύνολο, καταλύεται ὁλόκληρο τὸ οἰκοδόμημα τῆς κοινωνίας μας, ἀκυρώνονται ὅλες οἱ πνευματικές μας ἀξίες.
.               Ἡ δοξασία τοῦ κάρμα καὶ τῆς μετενσαρκώσεως προϋποθέτει μία ἀντίληψη γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο (ἀπόλυτος μονισμὸς) διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη στὴν ὁποία στηρίζεται ὁ εὐρωπαϊκὸς πολιτισμός. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ ἀνάμιξη τέτοιων ἰδεῶν, ποὺ προβάλλονται μερικὲς φορὲς μὲ χριστιανικοὺς ὅρους, ἀποτελοῦν βασικὸ ἐμπόδιο στὴν προσπάθεια τῆς Ἑνωμένης Εὐρώπης νὰ ἀναζητήσει τὸ ἀληθινό της πνευματικὸ πρόσωπο.
.               Ἐξ ἄλλου μερικὲς θρησκευτικὲς ὁμάδες, ἀσιατικῆς προελεύσεως, ποὺ ἐγείρουν ἀπόλυτη ἀπαίτηση στὴν κοινωνία, αὐτοπροβάλλονται ὡς ἡ μόνη ἐναλλακτικὴ πρόταση γιὰ διέξοδο ἀπὸ τὴ γενικὴ κρίση τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Αὐτὸ δὲν φαίνεται νὰ τὸ λαμβάνουν ὑπ᾽ ὄψιν τους ἐκεῖνοι ποὺ θέλουν νὰ συγκαταλέξουν καὶ αὐτὲς τὶς ὁμάδες στοὺς οἰκοδόμους τοῦ «κοινοῦ εὐρωπαϊκοῦ σπιτιοῦ». Αὐτὴ ἡ καταστροφικὴ γιὰ τὸν πολιτισμό μας καὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ φυσιογνωμία τῆς Εὐρώπης θέση, καταδεικνύει καὶ πάλι τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ἀπολογητικῆς τῆς Ἐκκλησίας μας. Διαφορετικὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιληφθεῖ κανεὶς πὼς πρόκειται γιὰ ἑτερογενεῖς θρησκευτικὲς παραδόσεις καὶ γιὰ ἐξωευρωπαϊκὴ ἀπειλὴ ἐναντίον τῆς πνευματικῆς ταυτότητας τῆς Εὐρώπης.
.               Στὴ νέα δεκαετία ποὺ ἄρχισε πρὶν ἀπὸ ἕνα χρόνο, παρατηροῦμε ὅλο καὶ πιὸ συχνὰ τὴν ταύτιση τῆς πολιτικῆς μὲ τὴν θρησκεία, τὴ θρησκευτικοποίηση τῆς πολιτικῆς καὶ τὴν πολιτικοποίηση τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς. Ἡ παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ξένη πρὸς κάθε ἐνεργὸ ἀνάμιξη στὴν πολιτικὴ ζωή. Μόνο σὲ δύσκολες ἱστορικὲς καταστάσεις ἡ Ἐκκλησία ἀναλαμβάνει τὸν ρόλο τοῦ Ἐθνάρχου καὶ παρεμβαίνει γιὰ τὸ καλό τοῦ λαοῦ. Δὲν μπορεῖ συνεπῶς νὰ συναγωνιστεῖ τέτοιες τάσεις.
.               Ὅμως ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ συμβάλει στὴν ἀντιμετώπιση τῶν Ἐθνικῶν κινδύνων, ποὺ δημιουργοῦνται ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνάμειξη καὶ ταύτιση τῆς θρησκείας μὲ τὴν πολιτική, ὁριοθετώντας αὐτοὺς τοὺς τομεῖς καὶ προβάλλοντας στὰ ποικίλα προβλήματα τοῦ σύγχρονου κόσμου, τὴν δική της ὀρθόδοξη πρόταση.
.               Σήμερα, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, εἶναι ἀναγκαία ἡ διορθόδοξη συνεργασία. Ἡ Ὀρθοδοξία ἀποτελεῖ τὸν μεγαλύτερο θησαυρὸ γιὰ τοὺς ὀρθοδόξους λαούς. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀντιμετωπιστεῖ ἀπὸ κοινοῦ ἡ ἔξωθεν ἀπειλή. Οἱ ὀρθόδοξοι λαοὶ τῆς Εὐρώπης μποροῦν νὰ συμβάλουν οὐσιαστικὰ στὸν προσδιορισμὸ καὶ στὴ διατήρηση τῆς πνευματικῆς φυσιογνωμίας τῆς Ἑνωμένης Εὐρώπης. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ πολιτικὴ ἐξουσία στὶς ὀρθόδοξες χῶρες εἶναι ἀνάγκη νὰ κατανοήσει τὴν ἀξία τοῦ θησαυροῦ τῆς Ὀρθοδοξίας, νὰ διευκολύνει καὶ νὰ ἐνισχύσει αὐτὴ τὴ συνεργασία μὲ κάθε δυνατὸ τρόπο.
.               Οἱ ξωευρωπαϊκς καξωχριστιανικς τάσεις καὶ δεολογίες πειλον σήμερα τν πνευματική, πολιτιστική, κοινωνικ καὶ θνικὴ πόσταση τν λαν μας. Ατ ποὺ λλοτε πεδιώκετο μ τν πειλ τν πλων κα μ πολεμικ σύρραξη, πιδιώκεται σήμερα μ τν διάβρωση λων τν τομέων τς ζως μας. Οἱ ἄνθρωποι τῶν ποικίλων τάσεων ποὺ ἐπιδιώκουν αὐτὴ τὴ διάβρωση βρίσκονται σήμερα παντοῦ.
.               Ἡ πολιτεία διακατέχεται ἀπὸ φοβία μήπως κατηγορηθεῖ ὅτι προβαίνει σὲ θρησκευτικὲς διακρίσεις καὶ δὲν φαίνεται διατεθειμένη νὰ προστατεύσει τὴν πνευματικὴ ὑπόσταση τοῦ λαοῦ ἀπὸ ἀθέμιτες ἐπεμβάσεις στὴν ἀνθρώπινη προσωπικότητα, θεωρεῖ ἴσως τὸ ζήτημα «θρησκευτικὸ» καὶ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ συνειδητοποιήσει τὶς οἰκονομικές, πολιτικές, κοινωνικὲς καὶ ἐθνικές του προεκτάσεις.
.                Τὸ ἐθνικὸ συμφέρον, ἡ δημόσια τάξη καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη, κατοχυρωμένα συνταγματικά, δὲν λογίζονται ἴσως ἀρκετὰ νὰ θεμελιώσουν μία διαφορετικὴ ἀντιμετώπιση, ποὺ θὰ μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ τῶν ψυχοναρκωτικῶν ἢ τουλάχιστον θὰ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν στάση τῶν «ἴσων ἀποστάσεων» ἢ τῆς «ἴσης μεταχείρισης». Ἡ πολιτεία δὲν φαίνεται νὰ εἶναι διατεθειμένη νὰ λάβει ὑπ᾽ ὄψιν της τὸ ἀληθινὸ νόημα, ποὺ ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν λαῶν μας δίνει στὸν ὅρο χρηστὰ ἤθη καὶ δημόσια τάξη. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἡ στάση αὐτὴ ὀφείλεται σὲ ἐλλιπῆ ἐνημέρωση. Ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύουν ὅτι καὶ ἡ πολιτεία πρέπει νὰ ἀναγνωρίσει τὴ σημασία καὶ νὰ ἀξιολογήσει ἀνάλογα τὴν ἀπολογητικὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία πρέπει σήμερα νὰ κινηθεῖ σὲ πανορθόδοξα πλαίσια.
.               Εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετηθοῦν σὲ βάθος οἱ σύγχρονες ἐξωχριστιανικὲς τάσεις καὶ ὁμάδες ποὺ δημιουργοῦν τεράστια προβλήματα στὶς Ὀρθόδοξες χῶρες. Νὰ προσδιοριστεῖ τὸ ἀληθινὸ πρόσωπο πίσω ἀπὸ πολυάριθμα προσωπεῖα, οἱ διεθνεῖς διασυνδέσεις καὶ οἱ ἀληθινοὶ σκοποί τους. Νὰ ἐπισημανθοῦν οἱ ἀθέμιτες μεθοδεύσεις τους καὶ οἱ καταστροφικὲς συνέπειες γιὰ τὴν προσωπικότητα τῶν θυμάτων, οἱ ἀρνητικὲς ἐπιπτώσεις στὴν πνευματική, κοινωνική, πολιτιστική, πολιτικὴ καὶ ἐθνικὴ ζωὴ τῶν λαῶν μας.
.                Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκδοθοῦν κατάλληλα βιβλία γιὰ τὴν ἐνημέρωση τῶν συνεργατῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας, τῶν ἐκπαιδευτικῶν, τοῦ εὐρύτερου κοινοῦ καὶ ἰδιαιτέρως τῶν νέων. Καθίσταται ἀπολύτως ἀναγκαία ἡ ἐκπαίδευση βασικῶν συνεργατῶν, ὥστε νὰ ἀντιμετωπιστοῦν τὰ ποικίλα προβλήματα σὲ ὅλους τους τομεῖς καὶ σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα τῆς πνευματικῆς, κοινωνικῆς καὶ ἐθνικῆς μας ζωῆς.
.               Μερικές ὁμάδες μὲ τεράστια οἰκονομικὸ-πολιτικὴ ἰσχὺ σὲ παγκόσμια κλίμακα ἀποβλέπουν στὴν ἀλλοίωση τοῦ φρονήματος τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ μέλλοντος, μέσῳ διαβρώσεως τῆς ἡγετικῆς τάξεως τῆς νεολαίας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνισχυθεῖ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν στὰ σχολεῖα. Μέσῳ τοῦ μαθήματος αὐτοῦ τὰ παιδιά μας πρέπει νὰ ἀποκτοῦν ἕνα σταθερὸ σημεῖο ἀναφορᾶς καὶ μέτρο κρίσεως, νὰ ὁριοθετοῦν τὴν Ὀρθόδοξο πίστη τους ἔναντι κάθε ἐξωχριστιανικης τάσεως, νὰ καλύπτουν τὰ ὑπαρξιακά τους κενὰ μέσα στὸ φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας κα νὰ νισχύεται μέσα τους ἡ ρθόδοξη ατοσυνειδησία. Γι᾽ ατ εναι νάγκη τ μάθημα τν θρησκευτικν στ σχολεα ν διαπνέεται π τ πνεμα τς κκλησίας καὶ χι π τ πνεμα τς καδημαϊκς θεολογίας, ν κινεται στ πλαίσια το ποιμαντικο μας ργου καὶ χι στ πλαίσια τς «οδέτερης» κα «ντικειμενικς νημέρωσης» θρησκειολογικο τύπου. Ἕνα τέτοιο θρησκειολογικὸ μάθημα στὰ Ὀρθόδοξα σχολεῖα θὰ ἀποτελοῦσε κατάφωρη παραβίαση τοῦ δικαιώματος τῶν γονέων νὰ καθορίζουν τὴν θρησκευτικὴ ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν τους.
.                Ορθόδοξοι γονες, μ τ νὰ ντάξουν τ παιδιά τους μ τ βάπτισμα στν ρθόδοξη κκλησία ξεδήλωσαν τν πρόθεσή τους ν τος δώσουν θρησκευτικὴ γωγή, πο νὰ νταποκρίνεται στ φρόνημα τοῦ ρθoδόξου χριστιανο. Ἡ πολιτεία ὀφείλει νὰ σεβαστεῖ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας τῶν γονέων στὶς Ὀρθόδοξες χῶρες καὶ νὰ παράσχει τὰ ἀπαραίτητα μέσα γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό.
.                Ἡ πολιτεία ὀφείλει ἀκόμη νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ προσδιορίζει κατὰ πόσον ἡ ταυτόχρονη ἰδιότητα τοῦ ὀπαδοῦ μιᾶς παραθρησκευτικῆς ὀργανώσεως καὶ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ἰδιαίτερα δὲ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ, συμβιβάζεται μὲ τὶς ὑποχρεώσεις ποὺ ἀναλαμβάνει ἕνας δημόσιος ὑπάλληλος μὲ βάση τὸ Σύνταγμα τῆς χώρας.
.                Κλείνοντας ὑπογραμμίζουμε τὴν ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη νὰ δημιουργηθεῖ καὶ νὰ λειτουργήσει σὲ πανορθόδοξα πλαίσια ἕνα Ὀρθόδοξο Θεολογικὸ Σεμινάριο Ἀπολογητικῆς γιὰ τὴν ἔρευνα τοῦ ὅλου σκηνικοῦ τῶν ἐξωχριστιανικῶν τάσεων καὶ γιὰ τὴν ἐκπαίδευση καὶ μετεκπαίδευση εἰδικῶν συνεργατῶν στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν μας.

π. Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος, Ἀθῆναι

19.2.1992

ΠΗΓΗ: egolpion.com

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΧΩΡΕΣ -1 «Ἕνα περίεργο καὶ ὕποπτο μέτωπο ἐναντίον τῆς ἄμυνας τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀποφεύγεται συστηματικὰ ἡ ὁριοθέτηση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ἡ ἀντιπαράθεση. Κρύβεται μία διαφορετικὴ ἀντίληψη περὶ τῆς μοναδικότητας τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας.… Οἱ νεαροὶ θεολόγοι μας ἐκπαιδεύονται σὲ ἕνα “οὐδέτερο” πνεῦμα.».

π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ (+)

Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
ΣΤΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΧΩΡΕΣ
[Α´]

Ἔκδοση τῆς Πανελλήνιας Ἕνωσης Γονέων
γιὰ τὴν Προστασία τοῦ Ἑλληνορθόδοξου Πολιτισμοῦ,
τῆς Οἰκογενείας καὶ τοῦ Ἀτόμου (ΠΕΓ)
ΑΘΗΝΑ 1998

 Δίνουμε στὴν δημοσιότητα μία συγκλονιστικὴ ἐπιστολή, ἀληθινὰ πολύτιμη πνευματικὴ παρακαταθήκη, ποὺ μᾶς ἄφησε ὁ π. Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος στὸ θέμα τῆς Θρησκευτικῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ ποὺ γράφτηκε σὲ ἀνύποπτο χρόνο, πρέπει νὰ προβληματίσει ὅλους μας. Ὄχι μόνο ἐν ὄψει τῆς ἐπικείμενης ἀναθεώρησης τοῦ Συντάγματος στὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ γενικώτερα.

 Πρὸς πρόσωπα κατέχοντα θέσεις εὐθύνης στὴν πνευματική, κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ ζωὴ τοῦ εὐρύτερου ὀρθόδοξου χώρου.

.               Μακροχρόνια ἔρευνα καὶ ἐντατικὴ ἐνασχόληση σὲ θέματα ὁριοθετήσεως τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, αἱρέσεων καὶ παραθρησκευτικῶν ὁμάδων μὲ ὁδήγησαν σὲ ὁρισμένα βασικὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ χρέος μου νὰ γνωστοποιήσω, ἰδιαίτερα σὲ πρόσωπα ποὺ κατέχουν θέσεις εὐθύνης γιὰ τὸ ποιμαντικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας στὸν εὐρύτερο ὀρθόδοξο χῶρο καὶ σὲ ὑπευθύνους παράγοντες γιὰ τὴν πολιτική, κοινωνικὴ καὶ πολιτιστικὴ ὑπόσταση καὶ ζωὴ τῶν ὀρθοδόξων λαῶν, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ συμβάλουν στὸ πνευματικὸ-πολιτιστικὸ γίγνεσθαι τῆς Ἑνωμένης Εὐρώπης.
.               Στὴν ἐποχή μας συντελοῦνται κοσμογονικὲς ἀλλαγές· πολιτικὰ καὶ ἰδεολογικὰ συστήματα καταρρέουν. Ἐπιτεύγματα, στὰ ὁποῖα ἄνθρωποι καὶ λαοὶ εἶχαν στηρίξει μεσσιανικὲς ἐλπίδες γιὰ λύση ὅλων τῶν προβλημάτων τοῦ ἀνθρώπου ὁδηγοῦν σὲ τρομακτικὰ ἀδιέξοδα. Πνευματικὲς ἀξίες ἐγκαταλείπονται. Ἀπὸ παντοῦ προβάλλεται ἡ ἀνάγκη ἀλλαγῆς τοῦ «μοντέλου», τοῦ τρόπου ἑρμηνείας τοῦ κόσμου..               Γιὰ τὴν πλήρωση τοῦ ἰδεολογικοῦ κενοῦ ποὺ δημιουργεῖται, προσφέρονται ἑκατοντάδες ὁμάδες, αἱρετικές, γκουρουϊστικές, ἀποκρυφιστικές, νεογνωστικὲς καὶ ποικίλες ψυχολατρεῖες ποὺ προβάλλουν τὶς «λύσεις» τους. Μερικὲς ἀπὸ αὐτὲς προβάλλουν καθολικὴ ἀπαίτηση στὴν κοινωνία μας, συμπλέκονται μὲ τὴν πολιτικὴ καὶ ἔχουν ἤδη δημιουργήσει μία παγκόσμια οἰκονομικο-πολιτικὴ αὐτοκρατορία.
.               Οἱ ὁμάδες αὐτὲς ὑπόσχονται στὴν ἀνθρωπότητα μία «Χρυσὴ Ἐποχή». Μὲ τὶς ποικίλες τεχνικές τους, μὲ ἐσωτεριστικὲς μεθοδεύσεις ὑπόσχονται τὴν δημιουργία μίας «νέας φυλῆς», ἡ ὁποία θὰ ὁδηγήσει στὸν ἐπιδιωκόμενο «μετασχηματισμὸ» τοῦ κόσμου. Ὁ δρόμος γιὰ τὶς νέες τάσεις εἶναι σήμερα ὅσο ποτὲ ἀνοικτός. Κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες ἡ χριστιανικὴ πίστη δὲν προσδιορίζει πλέον βασικοὺς τομεῖς τῆς ζωῆς μας, ὅπως εἶναι ἡ παιδεία, ἡ νομοθεσία, ἡ πολιτική, ἡ λογοτεχνία, ἡ μουσικὴ κ.ο.κ.
.               Ο τομες ατοὶ ποχρωματίζονται θρησκευτικ κα διαβρώνονται λο κα περισσότερο π τν τάση τς λεγομένης «Νέας ποχς», ποποσκοπε στ σύγκλιση θρησκειν κα πολιτισμν, μ βάση τν λιστικ θεώρηση τν πάντων, ἡ ποία κυρώνει τ μήνυμα τς ν Χριστῷ λπίδας καὶ λόκληρο τν πολιτισμό μας.
.               Οἱ ὑπεύθυνοι παράγοντες τῆς πνευματικῆς, πολιτικῆς καὶ πολιτιστικῆς ζωῆς στὶς ὀρθόδοξες χῶρες δὲν φαίνεται νὰ ἔχουν ἀντιληφθεῖ τὸν κίνδυνο σὲ ὅλη τὴν ἔκτασή του καὶ τὶς καταστροφικὲς συνέπειες ἀπὸ τὴν ἐπικράτηση τῶν νέων τάσεων. Ἡ Ὀρθοδοξία, μέσα ἀπὸ τὸν πνευματικό της πλοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ προσφέρει τὶς λύσεις στὰ ἀδιέξοδα τοῦ καιροῦ μας, ὥστε νὰ καταστοῦν περιττὲς οἱ «προσφορὲς» τῶν ποικίλων παραθρησκευτικῶν ὁμάδων. Ὅμως, ἀντὶ γι᾽ αὐτό, οἱ ὀρθόδοξες χῶρες ἔγιναν γιὰ τὶς ὁμάδες αὐτὲς «ἱεραποστολικὸς ἀγρός». Οἱ ἄνθρωποι ποὺ βρίσκονται σὲ θέσεις εὐθύνης δὲν γνωρίζουν σχεδὸν καθόλου τὸ πρόβλημα. Οἱ περισσότεροι μένουν ἀνυποψίαστοι γιὰ τὴν σοβαρότητα τοῦ κινδύνου. Ὅμως ἐκεῖνοι ποὺ παρακολουθοῦν προσεκτικὰ τὶς ἐξελίξεις στὸ παγκόσμιο θρησκευτικὸ καὶ κοσμοθεωριακὸ σκηνικό, γνωρίζουν ὅτι σήμερα ἡ κκλησία βρίσκεται μπροστ σ παρόμοια πειλή, πως πρωτοχριστιανικὴ κκλησία, ἡ ποία κινδύνευσε ν διαβρωθεῖ π τ κύμα το γνωστικισμο.
.               Γνωρίζουμε ὅτι καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν χριστιανῶν ἀπολογητῶν ἦταν ἕνας καιρὸς ριζικῆς ἀλλαγῆς. Τὸ ἐθνικὸ πνεῦμα καὶ οἱ ποικίλες θεότητες ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ ἔδαφος. Ποικίλες τάσεις καὶ κοσμοθεωρίες πάσχιζαν νὰ καταλάβουν τὸ κενὸ ποὺ ἐδημιουργεῖτο.
.               Οἱ χριστιανοὶ ἀπολογηταὶ καὶ οἱ μετέπειτα πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐδέχθησαν τὴν ποικίλη ἰδεολογικὴ πρόκληση, πρόσφεραν λύσεις στὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ὁριοθέτησαν τὴν Ὀρθοδοξία, ὥστε οἱ πιστοὶ νὰ ἔχουν ἕνα σταθερὸ «μέτρο» καὶ σημεῖο ἀναφορᾶς, ποὺ νὰ τοὺς προφυλάσσει ἀπὸ τὴ σύγχυση καὶ τὴν ἀβεβαιότητα τοῦ ἄκρατου συγκρητισμοῦ.
.               Οἱ χριστιανοὶ ἀπολογητὲς προσδιόρισαν τὴν χριστιανικὴ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἔγιναν οἱ θεμελιωτὲς τοῦ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ. Πάνω στὴν ἴδια ἀντίληψη γιὰ τὸν ἄνθρωπο θεμελιώνεται ἀκόμη καὶ σήμερα ὁλόκληρος ὁ εὐρωπαϊκὸς πολιτισμός. Πάνω στὴ χριστιανικὴ ἀνθρωπολογία, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος στὴν ἐπιλογή του καὶ ἑπομένως ὑπεύθυνος γιὰ τὶς πράξεις του. Ἡ ννοια τς εθύνης γι τν συνάνθρωπο κα γι τ κοινωνικ σύνολο, πο κατοχυρώνεται σὲ λα τὰ λεύθερα Συντάγματα, στηρίζεται στν χριστιανικὴ ντίληψη γι τν νθρωπο.

 .               Οἱ ποικίλες παραθρησκευτικὲς ἐξωευρωπαϊκὲς καὶ ἐξωχριστιανικὲς ὁμάδες προβάλλουν σήμερα διαφορετικὴ ἀνθρωπολογία καὶ ἀπειλοῦν τὰ θεμέλια της κοινωνίας μας. Ἡ μόνη δυνατότητα ἀντιμετωπίσεως αὐτοῦ τοῦ κινδύνου βρίσκεται καὶ πάλι στὴν ἀπολογητική τῆς Ἐκκλησίας μας.
.               Ἀλλά διαπιστώνουμε ὅτι σήμερα ἡ ἀπολογητική μας διακονία περιθωριοποιεῖται. Ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν βασικῶν συνεργατῶν τῆς Ἐκκλησίας ἀγνοοῦν τὰ στοιχεῖα ποὺ προσδιορίζουν τὶς ποικίλες κοσμοθεωριακὲς τάσεις, οἱ ὁποῖες ἀπειλοῦν ἀκόμη καὶ τὴ σωματικὴ καὶ ψυχικὴ ἰσορροπία τῶν νεαρῶν κυρίως θυμάτων τους.
.               Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία πὼς πολλοὶ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας δραστηριοποιοῦνται σὲ ποικίλους τομεῖς καὶ συντελοῦν στὴν ἀντιμετώπιση βιοτικῶν ἀναγκῶν καὶ κοινωνικῶν προβλημάτων. Ἀλλὰ δὲν κάνουν τίποτε τὸ γενναῖο γιὰ νὰ προφυλάξουν ἀνυποψίαστους νέους, ποὺ πέφτουν θύματα καθημερινῶν μεθοδεύσεων καὶ παγίδων ἀπὸ μέρους παραθρησκευτικῶν ὁμάδων καὶ ὁδηγοῦνται σὲ ἀπόλυτη ἐξάρτηση ἀπὸ ποικίλα ψυχοναρκωτικά.
.               Ἡ μόνη ἁρμόδια, νὰ προσφέρει οὐσιαστικὴ βοήθεια γιὰ νὰ ὁδηγήσει στὴν ἐλευθερία ἀπὸ τέτοιου εἴδους ἐξαρτήσεις, εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Γιατί μόνο αὐτὴ εἶναι ἱκανὴ νὰ δώσει πραγματικὴ λύση στὰ ὑπαρξιακὰ κενά, ποὺ ὁδηγοῦν σὲ τέτοιου εἴδους ἀναζητήσεις καὶ νὰ ἐντάξει στὴν ἐν Χριστῷ κοινωνία καὶ στὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, ἡ ὁποία καταξιώνει τὸν ἄνθρωπο, ἐπειδὴ ἀνταποκρίνεται στὴν ἀληθινὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ προσδιορίζει τὴν ὑπαρξιακή του ταυτότητα.
.               Γιὰ νὰ προσφερθεῖ ὅμως αὐτή, εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζουμε περισσότερα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Πρέπει νὰ ξέρουμε τὴν προέλευσή τους, τὰ εἰδικὰ προβλήματα καὶ τὶς εἰδικὲς ἀνάγκες τους.
.               Ὅλα αὐτὰ προσφέρει ἡ ἀπολογητικὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ξαναβρεῖ τὸ ἀληθινό της περιεχόμενο καὶ τὴ βασικὴ θέση ποὺ τῆς ἀνήκει δίπλα ἀπὸ τὴν λατρευτικὴ ζωή, τὸ κήρυγμα καὶ τὴν κοινωνία ἀγάπης στὰ πλαίσια τῆς ὅλης ζωῆς καὶ δραστηριότητας τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας.
.               Ἡ ἀπολογητική της Ἐκκλησίας μας ὀφείλει σήμερα ὅσο ποτὲ ἄλλοτε νὰ ἀποτελέσει ἰδιαίτερο μέλημα στὴν προσπάθεια γιὰ μία εὐρύτερη μόρφωση καὶ προετοιμασία τῶν μελλοντικῶν στελεχῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ὅμως διαπιστώνουμε πὼς αὐτὴ τὴ θέση δὲν τὴν συμμερίζονται οἱ παράγοντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν ἐκπαίδευση τῶν θεολόγων μας.
.               Μεταξύ πολλν καδημαϊκν θεολόγων, κυριαρχεῖ να πνεμα πο στρέφεται ναντίον τς κκλησιαστικς πολογητικς. Στ χρο τν θεολογικν μας Σχολν ψώνεται να περίεργο καὶ ποπτο μέτωπο ναντίον τς μυνας τς κκλησίας μας. ποφεύγεται συστηματικὰ ἡ ριοθέτηση τς ρθοδόξου πίστεως καὶ ἡ ντιπαράθεση.
.               Τόσο ἡ ὁριοθέτηση, ὅσο καὶ ἡ ἀντιπαράθεση ἀξιολογοῦνται ἀρνητικά, διότι, δῆθεν, ἰδεολογικοποιοῦν τὴν πίστη. Ἡ πολογητικ διακονία δν χει πλέον νὰ ντιμετωπίσει μόνο τν πολεμικὴ π μέρους τν ποικίλων αρέσεων, τς παραθρησκείας καὶ π μέρους τν νθρώπων το κόσμου τούτου, πρέπει νὰ ντιμετωπίσει κα τν ναντίωση τν νθρώπων μέσα π τν κκλησία. [Σχ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: …!!!!!! Καὶ αὐτὰ τὰ ἐπισημαίνει ὁ μακαριστὸς π. Ἀντώνιος πρὸ εἰκοσαετίας. Τί θὰ ἔγραφε σήμερα;]
.               πάρχει μως κα κάτι περισσότερο νησυχητικ σ᾽ ατ τν πόθεση. Πίσω π τν ρνητικ στάση κρύβεται μία διαφορετικὴ ντίληψη περ τς μοναδικότητας τς Χριστιανικς κκλησίας κα τς ν Χριστ σωτηρίας.
.               Κατὰ τὴν ἀντίληψη αὐτή, ὁ Χριστὸς εἶναι μὲν «ἡ ὁδός», ἀλλὰ αὐτὴ τὴν ὁδὸ μποροῦν νὰ τὴν βαδίσουν καὶ ἄνθρωποι ἐκτὸς τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ ὁδηγεῖ τοὺς ἀκαδημαϊκοὺς αὐτοὺς θεολόγους, ὅταν ὁμιλοῦν γιὰ τὶς διάφορες ἐξωχριστιανικὲς θρησκεῖες, νὰ μὴ τὸ κάνουν μὲ κριτικὸ πνεῦμα, οὔτε νὰ καταβάλουν προσπάθεια ὁριοθετήσεως τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Ἔτσι οἱ νεαροὶ θεολόγοι μας ἐκπαιδεύονται σὲ ἕνα «οὐδέτερο» πνεῦμα.
.               Αὐτό τὸ οὐδέτερο πνεῦμα τὸ ὁποῖο σήμερα ὀνομάζεται «ἐπιστημονικὸ» ἢ «ἀντικειμενικότητα», καλλιεργήθηκε ἀπὸ ἀκαδημαϊκοὺς θεολόγους πολὺ πρὶν ἐμφανισθοῦν οἱ διάφορες ἀποκρυφιστικές, γκουρουϊστικές, νεογνωστικὲς ὁμάδες καὶ ψυχολατρεῖες. Αὐτὸ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ ἐκπαιδευτικὰ ἐγχειρίδια γιὰ τοὺς θεολόγους φοιτητὲς κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες. Ὄχι ἡ ὁριοθέτηση ἢ ἡ ἀντιπαράθεση, ἀλλὰ ἡ ἀναζήτηση «κοινῶν σημείων» καὶ «κοινοῦ θρησκευτικοῦ ἐδάφους» βρίσκεται στὸ ἐπίκεντρο τῶν ἐνδιαφερόντων τῆς ἀκαδημαϊκῆς μας θεολογίας, ἄσχετα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχουν καὶ λαμπρὲς ἐξαιρέσεις.
.                 Σύμφωνα μὲ τὴ νέα τάση ἀκαδημαϊκῶν μας θεολόγων, εἰσάγεται νέα Χριστολογία καὶ νέα Ἐκκλησιολογία. Γίνεται ἔμμεση ἀντιπαραβολὴ ἀνάμεσα στὴν «κατεστημένη» ἢ «ἱστορικὴ Ἐκκλησία», προφανῶς μὲ τὴν «πνευματικὴ Ἐκκλησία», στὴν ὁποία ἀνήκουν δῆθεν καὶ οἱ ὀπαδοὶ ἐξωχριστιανικῶν θρησκειῶν. Ὁ Χριστὸς λογίζεται παντοῦ, «κοιμᾶται» τὴν νύκτα τῶν θρησκειῶν. Δὲν χρειάζεται κανεὶς νὰ ἐνταχθεῖ στὴν «ἱστορικὴ Ἐκκλησία», γιὰ νὰ γίνει μέτοχος τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλαδὴ τῆς σωτηρίας.
.               Μ ατ τν τοποθέτηση γίνεται κατανοητ γιατί μεταξκαδημαϊκν μας θεολόγων κυριαρχε τάση ντικαταστήσεως τς θεολογίας μ τ θρησκειολογία, πράγμα πο σημαίνει λοκληρωτικ μετατόπιση το πεδίου. Στὸ πίκεντρο δν τίθεται πλέον Θεία ποκάλυψη, λλ τ θρησκευτικ φαινόμενο, θρησκευτικ παράδοση, θρησκευτικὴ μπειρία, τ πνεμα τς θρησκείας. τσι γίνεται λόγος γι διαφορετικς θρησκευτικς παραδόσεις ἢ μπειρίες, ποὺ προσδιορίζονται ἐντελῶς ἐνδοκοσμικά, γιὰ διάφορες θρησκεῖες ποὺ ὅλες κινοῦνται στὸ ἴδιο ἔδαφος (προσδιορίζονται ψυχολογικὰ) καὶ πρέπει νὰ ἀξιολογοῦνται ὡς «ἴσες καὶ ὅμοιες».
.                Ἡ τάση αὐτὴ ἀκυρώνει τὸ ἔργο τοῦ θεολόγου καὶ τὸν μεταβάλλει σὲ θρησκειολόγο καὶ μάλιστα μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκφράζει θέση, οὔτε νὰ προβαίνει σὲ ἀντιπαράθεση, ἀλλὰ ν μένει «ντικειμενικς παρατηρητής», δηλαδὴ νὰ ἐγκαταλείπει κάθε σταθερὸ καὶ ἐκ τῶν προτέρων προσδιορισμένο πνευματικὸ ἔδαφος.
.               Αὐτὴ ἡ τάση «πέρασε» στὴν Ἀμερικὴ καὶ στὴν Εὐρώπη κατὰ τὸν περασμένο αἰώνα μὲ τὴν παρουσία Ἰνδῶν γκουροὺ στὸ «Κοινοβούλιο τῶν Θρησκειῶν» (Σικάγο 1893) καὶ μὲ τὴ Θεοσοφία τῆς Ε. Π. Μπλαβάτσκυ. Στὴ χώρα μας ἀκούγονται σήμερα ἐπίσημες φωνές, τὸ ποιμαντικὸ τμῆμα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς νὰ μετονομαστεῖ σὲ θρησκειολογικὸ καὶ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν νὰ ἀντικατασταθεῖ μὲ θρησκειολογικὸ μάθημα. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἡ ποιμαντικὴ τῆς Ἐκκλησίας μας δέχεται ἐπίθεση ἀπὸ τοὺς ὑπεύθυνους λειτουργοὺς τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/09/15/ἡ-θρησκευτικὴ-ἐκπαίδευση2/

ΠΗΓΗ: egolpion.com

, , , , ,

Σχολιάστε

«ΤΟ ΚΥΡΙΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΖΗΤΗΜΑ ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΧΑΡΗΣ»

ΕΙΣΑΓ. ΣΧΟΛΙΟ «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Μὲ μιὰ λιτὴ καὶ καθαρὴ διατύπωση καὶ μιὰ ὀρθόδοξη διαύγεια ἀκτινογραφεῖται στὸ κατωτέρω ἀπόσπασμα ἡ “περιπέτεια” τῆς σημερινῆς «θεολογίας». Ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὑπογραμμίζεται ἡ προτεραιότητα τῆς βιωματικῆς μετοχῆς στὴν θεολογία ἀντὶ τῆς ἀκαδημαϊκῆς προσεγγίσεως ἐπισημαίνεται ἐμφατικὰ ἕνα καθοριστικὸ σημεῖο προβληματισμοῦ: δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται ἀποδεκτὴ ἡ ἄντληση κριτηρίων καὶ ἑρμηνευτικῶν “κλειδιῶν” ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὸν πολιτισμό γιὰ λογαριασμὸ τῆς θεολογίας, ὅταν ὁ κόσμος καὶ ὁ “πολιτισμός” του στενάζουν κάτω ἀπὸ τὶς φθοροποιὲς δυνάμεις τῆς ἀρνήσεως τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Θεολογία “ἀνοίγεται” στὸν κόσμο μὲ ἀνόθευτο τὸ λυτρωτικὸ μήνυμα τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς προσμίξεις “ἐνδοκοσμικές”.
Αὐτὸ ἤθελε νὰ τονίσει καὶ |ἡ χθεσινὴ ἀνάρτηση τῆς « ΧΡ. ΒΙΒΛ.» ὑπὸ τὸν τίτλο «ΣΥΝΑΦΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ»: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/20/συνάφεια-μὲ-τὸν-θεό/ καθὼς καὶ ἡ λίγο παλαιότερη, ἀπὸ τὸν «Περὶ Ἐνανθρωπήσεως Λόγο» τοῦ Μ. Ἀθανασίου : https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/18/καλὸς-βίος-καὶ-κατὰ-χριστὸν-ἀρετή/

 

Τοῦ Σωτήρη Γουνελᾶ

  • (Ἀπόσπασμα βιβλιοκρισίας)

(…) Στοὺς περισσότερους θεολόγους διαφεύγει τὸ γεγονὸς ὅτι δουλεύουν -καὶ δουλεύουμε ὅλοι μας- πάνω σὲ ἕτοιμη τροφή! Οἱ Βασίλειοι καὶ οἱ Γρηγόριοι καὶ οἱ ἄλλοι δὲν δούλεψαν σὲ ἕτοιμη τροφή, ἀλλὰ τὴν δημιούργησαν καὶ τὴν μορφοποίησαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι. Ὁπωσδήποτε ὑπῆρχε ὁ Λόγος τῶν Εὐαγγελίων καὶ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ κυρίως ὑπῆρχε καὶ τοὺς ἄνοιξε δρόμο φωτεινό, ἦταν ἡ μετοχή τους στὰ μυστήρια καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, χωρὶς τὰ ὁποῖα δὲν θὰ κατόρθωναν τίποτα ἄξιο θεογνωσίας καὶ θεολογίας. Τὸ γνώριζαν καὶ τὸ εἶπαν. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ἀκολουθήσουμε -ἀντὶ δηλαδὴ νὰ συνεχίσουμε- αὐτὸ τὸν δρόμο ἐμεῖς οἱ σημερινοί, μπλέκουμε μ κατοντάδες ν χι χιλιάδες διαβάσματα κα βιβλία (πρέπει κανες σήμερα ν μιλ γι βιβλιακ θεολογία) κα διασταυρώνουμε τς ποιες πανεπιστημιακς θεολογίες μας μ λλες χριστιανικς μή. Καταδαπανώμαστε τσι σ τέρμονες συζητήσεις κα ναλύσεις τν πι ψηλν θεολογικν ληθειν κα ναλλάσσουμε ρμηνεες, λησμονώντας τι γι ν πάρξουν ατ πο ποτίθεται ναζητομε, προσδοκομε, πιθυμομε ν χι κα διεκδικομε, παιτεται συγκεκριμένη προσωπικ ργασία κα μπειρία, προσωπικ μεταμόρφωση κα νακαίνιση γιὰ νὰ φτάσουμε κάποτε (ἂν εἶναι δυνατὸ αὐτὸ) σὲ εὐρύτερη ἀνακαινισμένη ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα.
.       Ο θεολογικς λήθειες δν εναι ζήτημα συζητήσεων κα διανοητικς ρευνας πιστημονικο, δηλαδ διαλογικο, χαρακτήρα. Αὐτὸ ἀφορᾶ τὸ δευτερότερο μέρος τῆς θεολογικῆς ἐμπειρίας, ἕνα εἶδος φιλολογικῆς ἐπεξεργασίας καὶ μελέτης. Ἀλλὰ τ κυρίως θεολογικ εναι ζήτημα θεοπνευστίας κα χάρης, εναι ζήτημα μετοχς στ μυστήρια, εναι ζήτημα νοίγματος, χι στν κόσμο κα στν πολιτισμό, πως λέει σ ρισμένα σημεα τ βιβλίο, λλ πρώτιστα στ νδοθεν τς καρδίας, στν Λόγο κα τν γάπη πο μς δόθηκε διαμέσου το σταυρο κα τς νάστασης.
.         Γιατί πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνοιχτῶ στὸν κόσμο καὶ τὸν πολιτισμὸ ὅταν καὶ τὰ δύο αὐτὰ σήμερα παρουσιάζουν τὶς ὄψεις ποὺ λίγο πολὺ ξέρουμε; Ὁ σ. ἀφιερώνει ξεχωριστὸ κεφάλαιο στὴν ἀθεΐα (καὶ καλὰ κάνει) ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη ζητᾶ διὰ τῆς ἀθεΐας, ἐννοώντας τὴν παρουσία της καὶ τὴν πρόκληση ποὺ παρουσιάζει, νὰ ἀνανεώσουμε τὴν νεκρωμένη καὶ παραμορφωμένη Ὀρθοδοξία μας. κόσμος κα πολιτισμός, πρέπει πιτέλους ν καταλάβουμε, τι σήμερα βρίσκονται σ πέραντη διάχυση κα κατάπαυστη ρο (λλ κα πόλυτη μπορευματοποίηση), π τ στιγμ πο νθρωπος, καταλύοντας τ ρια πο το εχε θέσει Θεός, παραδόθηκε στς πειρες δυνατότητες κα ξαμολύθηκε σ κατάκτηση τν πάντων σ πίπεδο γνωστικ κα κμεταλλευτικό, ν μπορ ν τ π, παιτώντας λυσσαλέα π τ γ (ν χι κα π λλους πλαντες) ν κανοποιήσουν τν κόρεστη πιθυμία του γι δον κα ετυχία, πολύτως λιστικο τύπου. Φυσικὰ τὰ πράγματα δὲν ἔφτασαν ἀκόμη στὸν πάτο, γι’ αὐτὸ ἄλλωστε ἐξακολουθοῦμε νὰ μιλοῦμε. Καὶ ὑπάρχουν εὐτυχῶς ὀάσεις φωτὸς καὶ ἀγάπης καὶ ὀμορφιᾶς καὶ τέχνης καὶ γνώσης καὶ ζωῆς μέσα στὸν κόσμο, ὀρθόδοξο καὶ μή. Ἀλλὰ σπανίζουν καὶ βεβαίως ἀντιστέκονται στὴν ἐξάπλωση τοῦ μηδενιστικοῦ πολτοῦ. (…)

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Θεολογία», Ἰούλ. – Σεπτ. 2010. Διαδίκτυο http://www.alopsis.gr/

 

 

 

, ,

Σχολιάστε

ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ… ΣΥΜΜΙΞΕΩΣ

ΣΧΟΛΙΟΝ «Χ.Β.»: Δὲν μᾶς φτάνει ἡ ἐξωγενὴς «οἰκονομικὴ κρίση» καὶ τὰ πολλαπλᾶ προβλήματα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἔχουμε ἀπὸ πάνω καὶ τὶς «λειτουργικὲς μεταφράσεις», τὴν «ἀδιανόητη» ἐπίθεση ἐναντίον τῆς «Φιλοκαλίας», τοὺς οἰκουμενιστικοὺς ἀσπασμούς, τὸν χλευασμὸ τῶν «ὀμολογιακῶν φραγμῶν», τὴν μετάληψη ὄστιας ἀπὸ ὀρθόδοξο κληρικὸ καὶ βεβαίως τὴν «θεολογία τῆς συναφείας». Ἕνα ὑπέροχο (!) χαρμάνι ἀσαφείας ἢ μᾶλλον συναφείας, συμπλοκῆς, συγκράσεως καὶ συμμίξεως μὲ τὸν κόσμο καὶ τὸ φρόνημα τοῦ κόσμου. Ἕνα ἀφηνιασμένο ἰδεολογικὸ ρεῦμα ποὺ ἔχει βαλθεῖ νὰ σαρώσει τὴν Παράδοση, δηλ. τὸν ἴδιο τὸν Κύριο καὶ Σωτῆρα Χριστό, πυροβολώντας κάθε παραδεδομένη ἐκκλησιαστικὴ δομή, ἀρχὴ καὶ ἀντίληψη. Ἡ κατωτέρω ἀναλυτικὴ ἐπισήμανση τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ» εἶναι σοβαρότατη.

Θεολογία τῆς συναφείας ἢ ἀθεολογησία;

Ἀκούγεται ἀπίστευτο, εἶναι ὅμως ἀληθινό! Κάποιοι «θεολόγοι» τῶν καιρῶν μας, ἀφοῦ ἐξάντλησαν κάθε μέθοδο ἐντυπωσιασμοῦ τῶν ἀνθρώπων, ἐπιχειροῦν τώρα ἕνα προκλητικὸ βῆμα στὴ θεολογική τους σκέψη: Ὁμιλοῦν γιὰ νέο εἶδος θεολογίας, τὴν ὁποία τοποθετοῦν πάνω καὶ πέρα ἀπὸ τὴν πατερικὴ θεολογία καὶ τὴν ὀνομάζουν «συναφειακὴ θεολογία».
Τί σημαίνει ὁ ὅρος «συναφειακὴ θεολογία»; Σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνεία ποὺ δίνουν οἱ ἴδιοι, σημαίνει τὸ νὰ βρίσκεται ἡ θεολογικὴ σκέψη σὲ ἐπαφὴ (συνάφεια) μὲ τὰ σύγχρονα προβλήματα. Τὰ σημερινὰ προβλήματα, λένε, διαφέρουν πολὺ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀντιμετώπισαν οἱ Πατέρες στὴν ἐποχή τους- ἑπομένως δὲν μποροῦμε νὰ τὰ ἀντιμετωπίσουμε μὲ τὴν πατερικὴ θεολογία- χρειαζόμαστε μία σύγχρονη θεολογικὴ σκέψη! Χρειαζόμαστε τὴν θεολογία τῆς «συναφείας»! Ὁ προβληματισμὸς αὐτὸς ἀναδείχθηκε κυρίως σὲ διεθνὲς συνέδριο ποὺ διοργανώθηκε ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν στὸν Βόλο, συνεχίζεται ὅμως μὲ σχετικὲς δημοσιεύσεις σὲ θεολογικὰ περιοδικά.
Μελετώντας τὰ σχετικὰ κείμενα διαπιστώνει κανεὶς καὶ μία πρωτοφανῆ ἐπίθεση κατὰ τοῦ κορυφαίου Ρώσου θεολόγου π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, ὁ ὁποῖος πρὸ ἀρκετῶν δεκαετιῶν εἶχε ρίξει τὸ σύνθημα «ἐπιστροφὴ στὴ θεολογία τῶν Πατέρων», μίλησε γιὰ ἀνάγκη «νεοπατερικῆς συνθέσεως» (δηλαδὴ γιὰ θεολογικὴ δημιουργία ποτισμένη ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῶν Πατέρων) καὶ ὑποστήριξε σταθερὰ καὶ ἀποδεικτικὰ ὅτι «ὁ ἑλληνισμὸς ἀποτελεῖ αἰώνιο χαρακτηριστικὸ τοῦ Χριστιανισμοῦ».

Εἰδικὰ αὐτὸ τὸ τελευταῖο οἱ θεολόγοι τῆς «συναφείας» τὸ χαρακτήρισαν «ἀγκάθι» στὴ θεολογικὴ σκέψη τοῦ Φλωρόφσκυ. Φυσικὰ δὲν πρωτοτύπησαν, ἀφοῦ αὐτὸς ὑπῆρξε ὁ κυριότατος λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο τὸν πολέμησαν οἱ ἄλλοι ὁμοεθνεῖς του, ποὺ ἤθελαν νὰ ἐπιβάλουν πλήρη ἐκρωσισμὸ τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας.
Ὅσον άφορᾶ στὸν κύριο προβληματισμό τους, εἶναι νὰ θλίβεται κανείς, διαπιστώνοντας τὴν ἀδιέξοδη πορεία ποὺ ἀκολουθοῦν καὶ ἡ ὁποία, ἀντὶ νὰ λύνει τὰ σύγχρονα προβλήματα, τὰ περιπλέκει περισσότερο καὶ δημιουργεῖ καὶ ἄλλα χειρότερα καὶ πιὸ πολὺ περιπεπλεγμένα καὶ ἀδιέξοδα! Μὲ πιὸ ἁπλὰ ἀλλὰ καὶ ξεκάθαρα λόγια: Ἡ θεολογία τῆς «συναφείας» εἶναι στὴν οὐσία ἀθεολογησία καὶ εἶναι καθαρὰ προτεσταντικῆς προελεύσεως· δηλαδὴ πλάνη!

Μήπως εἶναι ὑπερβολικὸς ἕνας τέτοιος χαρακτηρισμός;

πικαιρότητα τς πατερικς θεολογίας

Ἀπάντηση πειστικότατη στὸ παραπάνω ἐρώτημα δίνει ἕνα ἐξαίρετο κείμενο τοῦ μεγάλου θεολόγου π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, στὸ ὁποῖο διαπραγματεύεται ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Γράφει: «Συχνὰ μὲ κατέχει αἴσθημα περίεργον. Ὅταν μελετῶ τοὺς ἀρχαίους κλασσικοὺς τῆς χριστιανικῆς θεολογίας, τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, βρίσκω νὰ σχετίζονται περισσότερο μὲ τὰ προβλήματα καὶ τὶς ταλαιπωρίες τῆς ἐποχῆς μου παρὰ ἡ παραγωγὴ τῶν νέων θεολόγων. Οἱ Πατέρες πάλευαν μὲ προβλήματα ὑπαρξιακά, μὲ τὶς ἀποκαλύψεις τῶν αἰωνίων θεμάτων ποὺ καταγράφηκαν στὴν Ἁγία Γραφή. Θὰ διακινδύνευα νὰ διατυπώσω τὴ γνώμη ὅτι ὁ Μ. Ἀθανάσιος καὶ ὁ Αὐγουστίνος εἶναι πολὺ περισσότερο σύγχρονοι ἀπὸ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς συγχρόνους θεολόγους, Ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος: ἀσχολοῦνταν μὲ πράγματα καὶ ὄχι μὲ τοὺς χάρτες, ἐνδιαφέρονταν ὄχι τόσο γιὰ τὸ τί μπορεῖ νὰ πιστέψει ὁ ἄνθρωπος, ὅσο γιὰ τὸ τί ἔχει πράξει ὁ Θεὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὀφείλουμε “σὲ μία ἐποχὴ ὅπως ἡ δική μας” νὰ διευρύνουμε τὶς προοπτικές μας, νὰ ἀναγνωρίσουμε τοὺς δασκάλους τῆς ἀρχαιότητας καὶ νὰ ἐπιχειρήσουμε γιὰ τὴν ἐποχή μας μία ὑπαρξιακὴ σύνθεση τῆς χριστιανικῆς ἐμπειρίας». Καὶ προσθέτει: «Σήμερα ζοῦμε σὲ ἐποχὴ διανοητικοῦ χάους. Ἴσως ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἀκόμα καταλήξει πουθενὰ καὶ ἡ ποικιλία τῶν γνωμῶν δὲν παρέχει ἐλπίδες προσεγγίσεως. Πιθανὸν τὸ μόνο φῶς στὸ διανοητικὸ σκοτάδι τῆς ἀπελπιστικῆς ἐποχῆς μας εἶναι ἀκριβῶς αὐτὴ “ἡ ἅπαξ παραδοθεῖσα τοῖς Ἁγίοις πίστις” (Ἰούδα 3), ὅσο ἀπαρχαιωμένη κι ἂν φαίνεται ἡ γλώσσα τῆς πρώτης Ἐκκλησίας κρινομένη μὲ τὰ παροδικὰ μέτρα μας». «Ἐπιστροφὴ στοὺς Πατέρες», τόνιζε ὁ Φλωρόφσκυ, «σημαίνει νὰ προχωρήσουμε, ὄχι νὰ ὀπισθοδρομήσουμε. Αὐτὸ ποὺ χρειαζόμαστε εἶναι νὰ εἴμαστε πιστοὶ στὸ πνεῦμα, ὄχι στὸ γράμμα τῶν Πατέρων, νὰ ἀφήσουμε τοὺς ἑαυτούς μας νὰ πυρακτωθοῦν ἀπὸ τὴ φλόγα τῆς ἀναμμένης ἐμπνεύσεώς τους, ὄχι νὰ συγκεντρώνουμε δείγματα γιὰ βοτανικὴ συλλογή»!

Καίριες ἐπισημάνσεις ἑνὸς πραγματικὰ μεγάλου θεολόγου! Τὸ σύνθημά του ἦταν: «Μπροστὰ μὲ τοὺς Πατέρες»! Οἱ σημερινοὶ θεολογοῦντες φωνάζουν: «Πέρα ἀπὸ τοὺς Πατέρες»! Ἀλλὰ πέρα ἀπὸ τοὺς Πατέρες εἶναι τὸ χάος, ἡ πλάνη. Τόσο δύσκολο εἶναι νὰ γίνει ἀντιληπτὸ αὐτό;

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», τ.2008, 01.10.10

,

Σχολιάστε