Ἄρθρα σημειωμένα ὡς θεογνωσία

ΓΙΑ ΤΗΝ “ΙΣΤΟΡΙΑ” ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΠΥΡΗΝΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ (τοῦ π. Γ. Μεταλληνοῦ)

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοΠρωτ. Γεωργίου Μεταλληνοῦ,
Ὁμοτ. Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Παν. Ἀθηνῶν

«Ἑλληνισμὸς Μαχόμενος»,
Ἐκδόσεις «ΤΗΝΟΣ», Ἀθήνα 1995.

κεφάλαιο: «Ἡσυχαστὲς καὶ Ζηλωτὲς-
Πνευματικὴ ἀκμὴ καὶ κοινωνικὴ κρίση στὸν Βυζαντινὸ 14ο αἰώνα»,
σελ. 14-17

.              α. (…) Οἱ ἔρευνες ὅμως τῶν τελευταίων δεκαετιῶν [σημ. «Χρ. Βιβλιογρ.: περὶ τῆς θεολογικῆς ἔριδος τοῦ 14ου αἰ.] πείθουν, ὅτι πρόκειται σαφῶς γιὰ σύγκρουση ἀνατολικῆς καὶ δυτικῆς, ὀρθοδόξου δηλαδὴ καὶ φραγκολατινικῆς παραδόσεως, ποὺ ἔλαβε χώραν ἐπὶ «βυζαντινοῦ» ἐδάφους. Τὴν ἔριδα ὄχι μόνο τὴν προκάλεσε, ἀλλὰ ὑπῆρξε ὑπεύθυνος καὶ γιὰ τὴν ὀξύτητά της, ἕνας «μοιραῖος» ἄνθρωπος, ὁ μοναχὸς Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρός, ἡ παρουσία τοῦ ὁποίου στὴν ἑλληνικὴ Ἀνατολὴ ἐπιβεβαίωσε τὴ ρήση: contraria juxta se posita magis illucescunt (τὰ ἀντίθετα, τοποθετούμενα τὸ ἕνα πλησίον τοῦ ἄλλου, φωτίζονται περισσότερο).
.      Ὁ Βαρλαὰμ (1290-1348), λόγιος μοναχὸς ἀπὸ τὴ «Μεγάλη Ἑλλάδα», σπουδασμένος στὴ Ρώμη (μαθηματικά, φιλοσοφία καὶ θεολογία) ἦταν ἐνθουσιώδης ὑποστηρικτὴς τῆς ἀναβιώσεως τῆς πλατωνικῆς καὶ ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας (οὐμανιστής). Ἀνταποκρινόταν, ἔτσι, στὸ ἰδανικὸ τῆς παλαιολόγειας ἐποχῆς καὶ γι’ αὐτό, ὅταν ἐπισκέφθηκε (1330) -μιμούμενος τὸν Ἰωάννη Ἰταλὸ- τὰ πάτρια ἐδάφη (Ἄρτα – Θεσσαλονίκη – Κωνσταντινούπολη), ἔγινε δεκτὸς μὲ τιμές. Διορίσθηκε καθηγητὴς στὴν Πόλη (ἐπὶ Ἀνδρονίκου Γ´ Παλαιολόγου) καὶ τοῦ ἀνατέθηκαν θεολογικὲς ἀποστολές, διότι δὲν ἐξετιμᾶτο μόνον ὡς λόγιος, ἀλλ’ ἐθεωρεῖτο καὶ ὀρθόδοξος. Γρήγορα ὅμως θὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία του περιοριζόταν στὰ λόγια, ἐνῶ ἀπουσίαζαν σ’αὐτὸν οἱ γνήσιες θεολογικὲς προϋποθέσεις. Ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ ἀντιορθόδοξου φρονήματός του ἔδωσε ἡ στάση του ἀπέναντι στὴν ἡσυχαστικὴ πρακτική, ἔστω καὶ μετὰ τὴν ἀτελῆ πληροφόρησή του γι’ αὐτήν. Ἡ μέθοδος καὶ κυρίως τὸ φρόνημα τοῦ ἡσυχασμοῦ εἶναι γνωστὰ σ’ αὐτόν, ποὺ ζεῖ μέσα στὴν ὀρθόδοξη πραγματικότητα καὶ μόνο ὁ ἡσυχαστὴς μπορεῖ νὰ τὰ κατανοήσει. Ὁ Βαρλαάμ, ὅπως ἀπέδειξαν τὰ πράγματα, δὲν εἶχε τὶς κατάλληλες γι’αὐτὸ προϋποθέσεις. Στὴν Ἀνατολὴ μετέφερε ἕνα διαφορετικὸ χριστιανισμό, δίνοντας ἔτσι τὴ δυνατότητα νὰ συνειδητοποιηθεῖ ἡ ἀλλοτρίωση καὶ ἀποστασιοποίηση τῆς δυτικῆς χριστιανικῆς κοινωνίας μετὰ τὴν καθολικὴ ἐκφράγκευσή της (11ος αἰ. -σχίσμα). Ἡ ἰδιοσυγκρασία τοῦ Βαρλαὰμ καὶ κυρίως ἡ ἔπαρση γιὰ τὴν παιδεία του τὸν ὁδήγησαν στὴν ἀπόφαση νὰ γελοιοποιήσει τοὺς Ἡσυχαστὲς καὶ τὴν ἀσκητικὴ μέθοδό τους, χαρακτηρίζοντάς τους ὄχι μόνο «ὀμφαλοψύχους», ἀλλὰ καὶ αἱρετικοὺς (μασσαλιανούς).[σημ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: σήμερα ἀπὸ θεολογικοὺς κύκλους ἐκτοξεύονται -πιθανὸν κατ᾽ ἀναλογίαν;- ἐναντίον τῶν ὑποστηρικτῶν τῶν “παραδοσιακῶν” ἀντιλήψεων οἱ χαρακτηρισμοί «φοναταμενταλιστές, φανατικοί» κ.λπ. Ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται] Τὸ 1337 ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ προκαλέσει συνοδικὴ καταδίκη τῶν Ἡσυχαστῶν, θεωρώντας τὴν παράδοσή τους ξένη πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ αὐτὸς δῆθεν ἐκπροσωποῦσε. Αὐτὸ ἦταν καὶ τὸ ἔναυσμα γιὰ τὴν ἀνοικτὴ πιὰ σύγκρουση.

.           β. Τὴν ὑπεράσπιση τῶν Ἡσυχαστῶν καὶ τῆς ἀσκητικῆς μεθόδου τους ἀνέλαβε ὁ ἁγιορείτης μοναχὸς Γρηγόριος Παλαμᾶς. Γιὸς συγκλητικοῦ, γεννήθηκε περὶ τὸ 1296 καὶ ἔκαμε σπουδαῖες φιλοσοφικὲς σπουδὲς κοντὰ στὸν μεγάλο οὐμανιστὴ Θεόδωρο Μετοχίτη. Δὲν τὸν κέρδισε ὅμως ἡ λογιοσύνη. Ἐνωρὶς στράφηκε στὴν ἄσκηση καὶ μυήθηκε στὴν αὐθεντικὴ ἀσκητικὴ παράδοση κοντὰ σὲ μεγάλους Γέροντες (Θεοληπτο Φιλαδελφείας-πατριάρχη Ἀθανάσιο καὶ Νεῖλο τὸν ἐξ Ἰταλῶν). Ὅταν ἄρχισε ὁ διάλογος μὲ τὸν Βαρλαάμ, εἶχε ἤδη μακρὰ ἀσκητικὴ ἐμπειρία, ἀποκτημένη στὸ Παπίκιον Ὄρος καὶ ἀπὸ τὸ 1331 -μονιμότερα- στὸν Ἄθωνα.
.        Ὁ Γρηγόριος πληροφορήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη τὶς θέσεις τοῦ Βαρλαὰμ στὸ ζήτημα τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Filioque), ἔδειξε δὲ τὴν πατερικότητά του μὲ τὴν ἄμεση ἐπισήμανση τῆς ἀντιπατερικότητας τῶν θεολογικῶν προϋποθέσεων καὶ κριτηρίων τοῦ ἐκ Καλαβρίας Μοναχοῦ: ὑποκατάσταση τῆς πατερικῆς μεθόδου μὲ φιλοσοφικοὺς-διαλεκτικοὺς συλλογισμούς, χρήση δηλαδὴ τῆς διαλεκτικῆς (φιλοσοφικῆς) μεθόδου στὴν θεολόγηση. Στὰ ἀντιησυχαστικὰ κείμενα τοῦ Βαρλαὰμ ἀπάντησε ὁ Γρηγόριος μὲ τρεῖς «τριάδες» «πρ τν ερς συχαζόντων», ἀποδεικνύοντας ὄχι μόνο τὴν ἀντιπατερικότητα –καὶ συνεπῶς τὴν ἀντιεκκλησιαστικότητα– τοῦ ἀντιπάλου, ἀλλὰ καὶ τὴ συνέχιση τῆς πατερικῆς παραδόσεως ἐκ μέρους τῶν Ἡσυχαστῶν. Ἡ συζήτηση, ποὺ γρήγορα ἐξελίχθηκε σὲ εὐρύτερη διένεξη, μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη στὴν καρδιὰ τῆς αὐτοκρατορίας, τὴν Πόλη. Ἀπὸ τὴν χρήση διαλεκτικῶν συλλογισμῶν στὴ θεολόγηση (ἐκφιλοσόφηση τῆς πίστεως) ὁ διάλογος προχώρησε στὴν ἡσυχαστικὴ ἀσκητικὴ μέθοδο καὶ τὰ ἀποτελέσματά της (θεοπτικὴ ἐμπειρία, ἐξ οὗ καὶ ὁ ὅρος «θεολογία τῆς θεοπτίας»), τὴν σωτηριολογικὴ διάσταση τοῦ προβλήματος καὶ κυρίως τὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργείας στὸν Θεό, ὡς καὶ τὴ δυνατότητα καὶ τὸν τρόπο θεώσεως, κοινωνίας δηλαδὴ κτιστοῦ καὶ Ἀκτίστου.

.           γ. Ὁ Ἡσυχασμός, ὡς ζωὴ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι, συνιστᾶ τὴν πεμπτουσία τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ταυτιζόμενος ἀκριβῶς μὲ αὐτὸ ποὺ περικλείει καὶ ἐκφράζει ὁ ὅρος Ὀρθοδοξία. Ὀρθοδοξία ἔξω ἀπὸ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση εἶναι ἀδιανόητη καὶ ἀνύπαρκτη. Ἡ ἡσυχαστικὴ δὲ πρακτικὴ εἶναι ἡ «λυδία λίθος» γιὰ τὴν ἀναγνώριση τῆς αὐθεντικῆς χριστιανικότητας. Ὁ Ἡσυχασμός, ἀνταποκρινόμενος στὸν σκοπὸ τῆς παρουσίας τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματος Χριστοῦ στὸν κόσμο, μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ «ἀσκητικὴ θεραπευτικὴ ἀγωγὴ» (π. Ι. Ρωμανίδης) καὶ ἔγκειται στὴν προσπάθεια ἀποκαταστάσεως τῆς «νοερᾶς λειτουργίας» στὴν καρδιὰ τοῦ πιστοῦ. Προϋπόθεση τῆς ἡσυχαστικῆς πράξεως εἶναι ἡ ἁγιογραφικὴ διάκριση νοῦ («πνεύματος» τοῦ ἀνθρώπου) καὶ λόγου (διανοίας). Ὁ νοῦς ἐκκλησιαστικὰ εἶναι ὁ «ὀφθαλμὸς» τῆς ψυχῆς καὶ ὄργανο θεογνωσίας. Στὴν κανονικὴ λειτουργία του ὁ νοῦς ἑδρεύει στὴν καρδιά. Ὅταν ἀδρανοποιηθεῖ ἡ λειτουργία του (=πτώση), συγχέεται μὲ τὴν διάνοια καὶ τοὺς λογισμούς της. Στὴ φυσική του λειτουργία ὁ νοῦς εἶναι ἔμπλεως χάριτος (ναὸς Θεοῦ) καὶ προσεύχεται ἀδιάλειπτα. Ἔχει δηλαδὴ τὴν «ἀέναη μνήμη» τοῦ Θεοῦ (νοερὰ εὐχὴ) καὶ ἑτοιμάζει τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Θεὸ (θέωση). Ἡ νοερὰ εὐχή, συνεπῶς, εἶναι ἡ φυσικὴ λειτουργία τοῦ νοῦ μέσα στὴn καρδία, ἡ ὁποία πέραν ἀπὸ τὴ βιολογική, ἔχει καὶ πνευματικὴ λειτουργία. Ἡ προσευχητικὴ λειτουργία τοῦ νοῦ μέσα στὴν καρδία εἶναι ἕνα μνημονικὸ σύστημα, παράλληλα μὲ τὸ κυτταρικὸ καὶ ἐγκεφαλικό, ἀλλὰ ἀσύλληπτο -καὶ γι’ αὐτὸ ἄγνωστο- στὴν ἐπιστήμη.
.        Σκοπὸς τοῦ Ἡσυχασμοῦ εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδίας καὶ τοῦ νοῦ, ἀντίστοιχα, ἀπὸ τὰ πάθη (μεταβολὴ τῶν διαβλητῶν παθῶν σὲ ἀδιάβλητα) καὶ ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς (ὅλους, καλοὺς καὶ κακούς). Ἡ διαδικασία αὐτὴ ὀνομάζεται πατερικὰ θεραπεία, διότι μέσῳ αὐτῆς θεραπεύεται ὁ νοῦς καὶ ἀνακτᾶ τὴ φυσικὴ λειτουργία του. Τότε τὸ ἅγιον Πνεῦμα προσεύχεται («ἐντυγχάνει», Ρωμ. η´24) σ’αὐτὸν «ἀδιαλείπτως» (Α´Θεσ. ε´17), ἐνῶ ἡ διάνοια συνεχίζει τὴν δική της φυσικὴ λειτουργία. Στὴ συνάφεια αὐτὴ πρέπει νὰ λεχθεῖ, ὅτι καὶ ὁ Ἰνδουισμὸς γνωρίζει τὴν ὕπαρξη τοῦ νοῦ καὶ μὲ τὶς μεθόδους του τὸν κενώνει ἀπὸ τοὺς λογισμούς. Λόγῳ ὅμως τῆς ἀγνοίας τοῦ Χριστοῦ ὡς καὶ τοῦ εἰδωλολατρικοῦ προσανατολισμοῦ του, ἀδυνατεῖ νὰ τὸν πληρώσει μὲ (ἄκτιστη) χάρη. Ἔτσι, ἡ σκανδαλιστικὴ γιὰ πολλοὺς «σύμπτωση» Ὀρθοδοξίας καὶ Ἰνδουισμοῦ περιορίζεται στὰ φαινόμενα. Μὲ τὴν ἔλευση («ἐπίσκεψιν») τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἀκολουθεῖ τὴ θεραπεία, ὁ νοῦς γίνεται «ναὸς» τοῦ (Α´Κορ. ϛ´ 19) καὶ ὁ ἄνθρωπος μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ (Α´ Κορ.ιβ´ 27· Ρωμ. η´  9). Τὸ πνευματικὸ αὐτὸ στάδιο ὀνομάζεται στὴ φιλοκαλικὴ γλώσσα «φωτισμὸς» καὶ εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς θεώσεως, τοῦ δοξασμοῦ μέσα στὴν ἄκτιστη φυσικὴ Χάρη (ἐνέργεια) τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἔτσι, ἀποδεικνύεται ὁ Χριστιανισμός, ὡς Ὀρθοδοξία, ὑπέρβαση τῆς θρησκείας (ριτουαλισμοῦ, θρησκευτικῆς καθηκοντολογίας). Ἡ θρησκειοποίηση τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι ἡ ριζικὴ ἀλλοτρίωσή του.

 

, , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΕΓΙΝΕ ΑΝΘΡΩΠΟΣ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ; (Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνός)

Γιατί γινε νθρωπος Υἱὸς το Θεο

Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ

Ἔγινε ἄνθρωπος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ χαρίση στὸν ἄνθρωπο πάλι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο τοῦ δώρισε, ὅταν τὸν ἔπλασε. Γιατὶ τὸν δημιούργησε σύμφωνα μὲ τὴν δική του εἰκόνα, νὰ ἔχη δηλαδὴ νοῦ καὶ νὰ εἶναι ἐλεύθερος. Συγχρόνως, τὸν προώρισε νὰ τοῦ μοιάση, ποὺ σημαίνει νὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος τέλειος στὶς ἀρετές, πράγμα κατορθωτὸ γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύσι. Διότι οἱ ἀρετές, ὅπως ἡ ἀμεριμνησία, ἡ ἠρεμία, ἡ ἀκεραιότητα, ἡ ἀγαθότητα, ἡ σοφία, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἐλευθερία ἀπὸ κάθε κακία, εἶναι κύρια γνωρίσματα τῆς φύσεως τοῦ Θεοῦ. Δημιούργησε, λοιπόν, ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο νὰ εἶναι σὲ κοινωνία καὶ σχέσι μαζί Του, διότι τὸν ἔπλασε νὰ μείνη ἄφθαρτος καὶ ἔχοντας κοινωνία μαζί Του τὸν μετέφερε στὴν ἀφθαρσία. Ὅμως ἐμεῖς, ἀφοῦ μὲ τὴν παράβασι τῆς ἐντολῆς τὰ γνωρίσματα ποὺ εἴχαμε, ὡς “κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ” πλασμένοι, τὰ ἀλλοιώσαμε καὶ τὰ διαστρέψαμε καὶ ἀφοῦ πήγαμε στὸν χῶρο τῆς κακίας, χάσαμε τὴν κοινωνία μας μὲ τὸν Θεό. Διότι ποιά σχέσι μπορεῖ νὰ ἔχη τὸ φῶς μὲ τὸ σκοτάδι; Κι ἐπειδὴ ἀπομακρυνθήκαμε ἀπὸ τὴν ζωή, πέσαμε στὴν φθορὰ τοῦ θανάτου.
Ἐπειδὴ μᾶς προσέφερε ὅ,τι καλύτερο καὶ δὲν τὸ διαφυλάξαμε, γεύθηκε Ἐκεῖνος τὸ χειρότερο -ὁμιλῶ γιὸ τὸ ὅτι ντύθηκε τὴν ἀνθρώπινη φύσι μας- γιὰ νὰ ἀνακαινίση μὲ τὸν ἑαυτό Του καὶ στὸν ἑαυτό Του τὸ “κατ᾽ εἰκονα” καὶ τὸ “καθ᾽ ὁμοίωσιν”. Ἐπίσης, νὰ μᾶς διδάξη τὴν ἐνάρετη ζωή, ἀφοῦ τὴν ἔκανε μὲ τὴν δική Του ἐπίγεια ζωὴ εὐκολοκατόρθωτη γιά μᾶς. Κι ἀκόμα, νὰ μᾶς ἐλευθερώση ἀπὸ τὴν φθορά, συνδέοντάς μας μὲ τὴν ζωή, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ἔγινε ἀρχὴ τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως. Ἀκόμα, νὰ ξανακάνη καινούργιο τὸ λερωμένο καὶ σπασμένο δοχεῖο ποὺ ἦταν ὁ ἄνθρωπος. Νὰ μᾶς λυτρώση ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ διαβόλου καλώντας μας νὰ ἀναγνωρισουμε τὸν Θεό μας. Νὰ μᾶς δώση δύναμι καὶ νὰ μᾶς ἐκπαιδεύση, ὥστε νὰ παλαίψουμε νικηφόρα τὸν τύραννο μὲ ὑπομονὴ καὶ ταπείνωσι.
Καταργήθηκε, λοιπόν, ἡ θρησκεία τῶν δαιμόνων μὲ τὴν Γέννησι τοῦ Χριστοῦ, ἡ κτίσι ἁγιάσθηκε μὲ τὸ Θεῖο Του αἷμα, οἱ βωμοὶ καὶ οἱ ναοὶ τῶν εἰδώλων γκρεμίσθηκαν, ρίζωσε ἡ Θεογνωσία, ἡ ὁμοούσιος Τριάς, ἡ ἄκτιστη Θεότητα, λατρεύεται ὁ Ἑνὸς Ἀληθινὸς Θεός, ὁ Δημιουργὸς τῶν ὅλων καὶ Κύριος. Τώρα, λοιπόν, οἱ ἀρετὲς ἔγιναν πραγματικότητα, ἐλπίδα ἀναστάσεως δωρήθηκε μὲ τὴν ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Τρέμουν πιὰ οἱ δαίμονες μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ παλαιότερα ἦταν σκλάβοι τῶν δαιμόνων.
Καὶ τὸ ἀξιοθαύμαστο εἶναι ὅτι ὅλα αὐτὰ ἔγιναν μὲ τὸν Σταυρὸ καὶ τὰ πάθη καὶ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Σὲ ὅλη τὴν γῆ κηρύχθηκε τὸ Εὐαγγέλιο τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, ὄχι μὲ πόλεμο καὶ ὅπλα καὶ στρατούς, ποὺ συνέτριβαν τοὺς ἐχθρούς. Κηρύχθηκε ἀπὸ λίγους, γυμνούς, πτωχοὺς καἀγραμμάτους, ποὺ τοὺς ἔδιωχναν ἀπὸ παντοῦ, ποὺ τοὺς χτύπαγαν, ποὺ τοὺς θανάτωναν, ποὺ μιλοῦσαν γιἕναν σταυρωμένο καὶ νεκρό, ποὅμως ἐπεκράτησαν στοὺς σοφοὺς καὶ δυνατούς, γιατί τοὺς ἀκολουθοῦσε ἀκαταμάχητη δύναμι τοῦ σταυρωμένου Χριστοῦ. Ὁ θάνατος, ποὺ ἦταν πρὶν φοβερός, νικιέται  καὶ καταδικάζεται πλέον, ὡς μισητὸς καὶ ἀπόβλητος ἀπὸ τὴν ζωή.

Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὰ εἶναι τὰ γνωρίσματα τῆς δυνάμεώς Του. Διότι δὲν διέσωσε τώρα – ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ Μωυσῆ – ἕναν λαὸ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ τὴν σκλαβιὰ τοῦ Φαραώ, περνώντας τον μέσα ἀπὸ τὴν θάλασσα. Ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα ἔσωσε ἀπὸ τὴν φθορὰ τοῦ θανάτου καὶ ἀπὸ τὸν κακὸ τύραννο, τὴν ἁμαρτία. Καὶ ἔσωσε τοὺς ἀνθρώπους ὄχι μὲ τὴν βία. Καὶ τοὺς ὡδήγησε στὴν ἀρετή, ὄχι θάβοντάς τους μέσα στὸ χῶμα, οὔτε καίγοντάς τους μὲ φωτιά, οὔτε διατάζοντας νὰ λιθοβολοῦνται οἱ ἁμαρτωλοί, ἀλλ πείθοντάς τους μὲ πραότητα καὶ μακροθυμία, νἐκλέξουν τὴν ἀρετὴ καὶ νὰ συναγωνίζωνται στοὺς κόπους γιὰ χάρι της καἔτσι νὰ εὐχαριστοῦνται.
Πρίν, ὅταν ἁμάρταναν, τιμωροῦνταν μὲ χτυπήματα. Κι ὅμως ἐκεῖνοι ἐπέμεναν στὴν ἁμαρτία, τὴν ὁποία ἀνεγνώριζαν γιὰ Θεό. Τώρα, πρὸς χάριν τῆς πίστεως στὸν Θεὸ καὶ τῆς ἀρετῆς, προτιμοῦν τὰ κτυπήματα καὶ τὶς κακοποιήσεις καὶ τὸν ἴδιο τὸν θάνατο.

 

 

 

, , , , ,

Σχολιάστε