Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Θεία Πρόνοια

ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ, ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ; (Χαρ. Μπούσιας)

Παιδί μου, ποῦ εἶσαι;

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                Ἀσίγητα ἀκούγεται στὰ αὐτιά μας, στὰ αὐτιὰ τοῦ καθενός μας, ἡ φωνή του Κυρίου μας, τοῦ Δημιουργοῦ μας, τοῦ Πλάστη μας, ἡ φωνὴ τοῦ ἐνδιαφέροντός Του γιὰ ἐμᾶς:
-Παιδί μου, ποῦ εἶσαι»; Σὲ ψάχνω! Σὲ ἀναζητῶ! Γιατί μοῦ κρύβεσαι; Ἔχεις παράπονο ἀπὸ μένα; Μήπως δὲν σοῦ φέρθηκα καλά; Γιατί μὲ ἀποστρέφεσαι; Μήπως ντρέπεσαι νὰ μὲ δεῖς, γιατί ἡ συμπεριφορά σου εἶναι ἀνάρμοστη; Μήπως παρήκουσες τῶν ἀντολῶν μου; Ὅτι καὶ ἂν συμβαίνει, ἐγὼ σὲ ψάχνω! Μὴν κρύβεσαι! Σὲ θέλω! Εἶσαι τὸ παιδί μου καὶ εἶμαι ὁ πατέρας σου. Σὲ θέλω κοντά μου. Θέλω νὰ νοιώθω τὴν ἀνάσα σου δίπλα μου. Θέλω νὰ σὲ βλέπω εὐτυχισμένο καὶ χαρούμενο. Θέλω τὴν πρόοδό σου. Θέλω νὰ ζῶ γιὰ πάντα μαζί σου.
.             «Ἀδάμ, ποῦ εἶ» (Γεν. γ´ 9) ; Ἀκούστηκε κάποτε ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου μέσα στὸν Παράδεισο. Ἔψαχνε ὁ Θεὸς τοὺς Πρωτοπλάστους ποὺ εἶχαν κρυφθεῖ. Τότε ποὺ ἡ παρακοή τους στὸ θεῖο θέλημα τοὺς εἶχε ἀπομακρύνει ἀπὸ κοντά Του. Τότε ποὺ ντρέπονταν νὰ Τὸν δοῦν. Τότε ποὺ ἡ Εὔα «κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα τῷ φόβῳ ἐκρύβη», ὅταν τὸ δειλινὸ ἐκεῖνο ἄκουσε τὸν ἦχο τῶν ποδιῶν τοῦ Κυρίου «περιπατοῦντος», αὐτῶν ποὺ ἀργότερα ἄκουσε καὶ ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα, ἡ ὁποία ἔρρανε τὰ ἄχραντα πόδια τοῦ Χριστοῦ μας, ὅπως ψάλλει καὶ ἡ ὑμνωδὸς Κασσιανή. Δὲν εἶχε, ὅμως, τίποτε τὸ ἄγριο ἐκείνη ἡ φωνή, τίποτε τὸ ἀπάνθρωπο καὶ τὸ αὐστηρό. Μόνο κάτι τὸ πονεμένο καὶ τὸ ἐλεγκτικό. Ἦταν ἕνα κάλεσμα σὲ μετάνοια καὶ σὲ σωτηρία, πράξη καὶ αὐτὴ τῆς θείας Οἰκονομίας.
.             Ὁ Θεὸς ὡς παντογνώστης καὶ παντεπόπτης γνώριζε, ἀσφαλῶς, τί εἶχαν διαπράξει οἱ Πρωτόπλαστοι. Δὲν περίμενε, ὅμως, αὐτοὺς νὰ Τὸν ἀναζητήσουν. Πρῶτος Ἐκεῖνος ἔκανε τὸ μεγάλο βῆμα. Πρῶτος Ἐκεῖνος ἔσπευσε νὰ τοὺς ἀναζητήσει. Ἤθελε νὰ τοὺς δώσει τὴν εὐκαιρία νὰ Τοῦ ζητήσουν συγγνώμη. Ἔτσι, ἄρχισε νὰ τριγυρνᾶ ἀνάμεσα στὶς φυλλωσιὲς τοῦ Παραδείσου καὶ νὰ φωνάζει: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ»; Παιδί μου Ἀδάμ, ποῦ εἶσαι; Σὲ ἀναζητῶ μὲ ἀγωνία! Ἔλα, παρουσιάσου, μὴν μὲ κακοκαρδίζεις.
.             Ἔμοιαζε ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Ἀδὰμ μὲ τὴν συμπεριφορὰ τῶν μικρῶν μας παιδιῶν, ποὺ μετὰ ἀπὸ κάποια ζημιὰ ἢ ἀταξία κρύβονται φοβισμένα. Ἡ ἀγάπη, ὅμως, τοῦ πατέρα, τὰ ἀναζητᾶ περιμένοντας νὰ ὁμολογήσουν κλαίοντας τὸ λάθος τους καὶ Ἐκεῖνος νὰ τὰ σφίξει πάλι μέσα στὴ μεγάλη του ἀγκαλιά.
.             Τὸ ἐρώτημα «Ποῦ εἶσαι» ποὺ μᾶς ἀπευθύνει ὁ Κύριος  εἶναι ἐρώτημα ἀγάπης, εἶναι πρόσκληση σωτηρίας. Εἶναι ἐρώτημα ποὺ περιμένει τὴν ἀπάντηση τῆς μετανοίας γιὰ ὁποιοδήποτε λάθος ζωῆς καὶ τὸ αἰτήμα τῆς συγχωρήσεως. Μὲ τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ὁ Κύριος κάτι περιμένει. Περιμένει τὴν ἀνταπόκρισή μας στὸ ψάξιμό Του, μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ νοιώσουμε το λάθος μας καὶ νὰ τὸ διορθώσουμε μένοντας μέσα στὴν πατρικὴ ἀγκαλιά, μέσα τὸν μυρβόλο Παράδεισο.
.             Ὁ παρήκοος Ἀδὰμ τότε, μὴ μπορώντας περισσότερο νὰ κρυφθεῖ παρουσιάσθηκε γυμνὸς μπροστά Του, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ζητήσει συγγνώμη Τοῦ εἶπε:
-Ἄκουσα, Κύριε, τὴν φωνή Σου καὶ κρύφθηκα, γιατὶ ἤμουν γυμνός. Πρώτη φορὰ εἶδα τὴν γύμνια μου καὶ ντρέπομαι.
-Γιατί, Ἀδάμ, φοβήθηκες Ἐμένα ποὺ σὲ ἔπλασα; Τί τὸ τρομακτικὸ εἶδες τὴν ὄψη Μου; Στὴν ὄψη Αὐτοῦ ποὺ σὲ εὐεργέτησε μὲ τόσα ἀγαθά; Αὐτοῦ ποὺ σὲ τίμησε μὲ τόση τιμή; Ποιός σοῦ εἶπε, Ἀδάμ, ὅτι εἶσαι γυμνός; Τί σὲ ἔκανε νὰ δεῖς αὐτὴν τὴν ἀλήθεια, νὰ ἀντιληφθεῖς τὴν φτώχια σου, τί ἄλλο ἀπὸ τὸν καρπὸ τῆς γνώσεως, ποὺ σοῦ εἶχα πεῖ νὰ μὴν τὸν φᾶς;
.             Τί ἄφατη ἀγάπη! Τί διευκόλυνση τῆς ἐξομολογήσεως! Τοῦ εἶπε ὁ Κύριος τὴν ἁμαρτία ποὺ διέπραξε, γιὰ νὰ κάνει τὰ πράγματα εὔκολα στὸν Ἀδάμ. Τοῦ τὴν εἶπε πρὶν ἐκεῖνος τὴν ὁμολογήσει, γιὰ νὰ τὸν φέρει σὲ συναίσθηση καὶ σκύβοντας τὸ κεφάλι νὰ τοῦ πεῖ:
«Ναί, Κύριε, δὲν Σὲ ἄκουσα, συγχώρεσέ με».!
.             Τί ὄμορφα ποὺ θὰ εἶχαν τελειώσει ὅλα! «Συγχώρεσέ με». Ἂν ἔλεγε αὐτὴ τὴν μεγάλη λέξη, τὴν ὁποία οὔτε ἀργότερα ὁ Ἰούδας τὴν εἶπε, θὰ ἄνοιγε ἡ πόρτα τοῦ θείου ἐλέους. Αὐτὴ εἶναι ἡ λέξη ποὺ ἀνοίγει τὴν κλειστὴ πόρτα τῆς καρδιᾶς στὴν Χάρη. Εἶναι ἡ λέξη ποὺ θὰ σφράγιζε τὴν πόρτα τῆς ἐξόδου τοῦ Πρωτοπλάστου ἀπὸ τὸν ποθεινότατο Παράδεισο.
.             Ὅμως ὁ Ἀδὰμ δὲν εἶπε τὴν λέξη αὐτή. Προτίμησε νὰ ἀντιτάξει τὴν αὐθάδεια στὴν ἀγάπη.
-Ἐσὺ φταῖς, Θεέ μου! «Ναί, Ἐσὺ φταῖς, γιατὶ ἡ γυναίκα ποὺ μοῦ ἔδωσες μὲ παρέσυρε καὶ μοῦ ἔδωσε τὸν ἀπαγορευμένο καρπό».
.             Τότε ἦταν ποὺ ὁ Κύριος δέχθηκε μιὰ κλωτσιά ἀπὸ τὸ πλάσμα Του, ἀλλὰ δὲν μίλησε. Κοίταξε μήπως βρεῖ πόρτα ἀνοικτὴ στὴν καρδιὰ τῆς Εὔας.
-Γιατί τὸ ἔκανες αὐτό, Εὔα;»
.             Ἀλλὰ οὔτε ἐδῶ βρῆκε τὴν μετάνοια, τὴν συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας.
-Τί ζητᾶς ἀπὸ ἐμᾶς εὐθύνη, Κύριε, συνέχισε ὁ Ἀδάμ, ἀφοῦ φταῖς Ἐσὺ ὁ ἴδιος; Ἐσὺ δὲν δημιούργησες τὴν γυναίκα; Ἐσὺ δὲν δημιούργησες τὸν ὄφη;
.             Τὸ φαρμάκι τῆς ἀναισχυντίας καὶ τοῦ ἐγωϊσμοῦ, τῆς αὐτονομήσεως εἶχε φαρμακώσει τὶς καρδιὲς τῶν Πρωτοπλάστων. Φαρμακώθηκε ἡ καρδιὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας καὶ μίσησαν τὸν Δημιουργό τους μέχρι τοῦ σημείου νὰ τὸν μεμφθοῦν γιὰ τὰ δημιουργήματά Του. Ἔκλεισαν πιὰ οἱ φαρμακωμένες καρδιές τους στὴν Χάρη ποὺ ποτὲ δὲν ἔπαψε νὰ κτυπάει τὴν πόρτα τους. «Ἰδοὺ ἵσταμαι ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Ἀποκ. γ´ 20). Ὅμως ἡ θύρα ἦταν καλὰ ἀμπαρωμένη καὶ μέσα κατοικοῦσε ὁ Διάβολος.
.             Μὲ τὶς ἀπαντήσεις του ὁ ἀμετανότητος καὶ σκληρόκαρδος Ἀδὰμ ἔχασε τὴν εὐκαιρία τῆς ζητήσεως συγγνώμης, τὴν ὁποία ἤλπιζε νὰ ἀκούσει ὁ Θεός, ποὺ ἤθελε νὰ τὸν συγχωρήσει καὶ νὰ τὸν κρατήσει δίπλα Του μέσα στὸν Παράδεισο, ἂν καὶ τὴν προγνώριζε. Ὁ σκοτισμένος, ὅμως, Ἀδὰμ δὲν ἅρπαξε τὴν εὐκαιρία, γιὰ νὰ πέσει μέσα στὴν ἀγκαλιὰ πάλι τοῦ Θεοῦ. Δὲν κατανοοῦσε ὁ ταλαίπωρος τότε ὅτι μόνος του μὲ τὰ λόγια του καὶ μὲ τὰ ἴδια του χέρια ἄνοιγε τὴν πόρτα τῆς ἐξόδου του ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Δὲν ἦταν μόνο παρήκοος, ἦταν ἀμετανόητος καὶ τολμητίας ὕβρεως καὶ ἀχαριστίας πρὸς τὸν Εὐεργέτη του, ὅταν Τοῦ εἶπε:
-Ἐσύ, Θεέ μου, ποὺ λυπήθηκες τὴν μοναξιά μου καὶ ποὺ ἔδωσες σύντροφο στὴ ζωή μου, Ἐσὺ φταῖς. Ἐσὺ ποὺ ἀπὸ ἀγάπη δὲν μὲ ἄφησες μόνο, Ἐσὺ ποὺ καὶ τώρα ἀκόμη μὲ ψάχνεις, γιατὶ ἡ ἀγάπη Σου εἶναι ἀπέραντη.
.             Ποιός μπορεῖ νὰ νοιώσει τὴν πικρία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ πλάσματός Του; Τὴν ἀπογοήτευση ἀπὸ τὴν ἀνάρμοστη συμπεριφορά του; Μιά του λέξη θὰ εἶχε ἀλλάξει ὅλο το σκηνικὸ στὸν Παράδεισο ἐκεῖνο τὸ δειλινό. Ἕνας λόγος συγγνώμης καὶ μιὰ δροσοσταλίδα ἀπὸ δάκρυ θὰ ἅπλωνε τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ πάνω Του, ὅπως Αὐτὸς τὸ ἁπλώνει σὲ κάθε παιδί Του, ποὺ μὲ ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητός του σπεύδει μετανοημένος νὰ γευθεῖ τὸ πατρικὸ χάδι καὶ νὰ χωθεῖ μέσα στὴν πλατιὰ ἀγκαλιά Του.
.             Δὲν σκέφθηκε ὁ Ἀδάμ, ὅπως καὶ ἐμεῖς δὲν σκεπτόμαστε, ὅτι ὡς Θεὸς Αὐτὸς γνωρίζει τὰ πάντα! Πῶς μποροῦμε νὰ κρυφθοῦμε ἀπὸ τὴν χάρη Του; Πολὺ ὄμορφα μᾶς τὸ λέει αὐτὸ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδός: «Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός Σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου ποῦ φύγω; ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, Σὺ ἐκεῖ εἶ, ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην, πάρει· ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ᾿ ὄρθρον καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης, καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ Σου ὁδηγήσει με, καὶ καθέξει με ἡ δεξιά Σου (Ψαλμ. 138 7-10).
.             Ποῦ μπορῶ νὰ πορευθῶ, ὥστε νὰ εἶμαι μακριὰ ἀπὸ τὸ Πνεῦμά Σου; Καὶ ποῦ μπορῶ νὰ καταφύγω, ὥστε νὰ μὴν βρίσκομαι κάτω ἀπὸ τὸ βλέμμα Σου; Ἐὰν τολμήσω νὰ ἀνεβῶ στὸν οὐρανό, Σὺ ὑπάρχεις ἐκεῖ. Ἐὰν κατεβῶ στὸν Ἅδη, Ἐσὺ πάλι παρευρίσκεσαι ἐκεῖ. Ἐὰν ἀποκτήσω φτερὰ καὶ κατὰ τὰ χαράματα, πρὶν νὰ ἀνατείλει ὁ ἥλιος, πετάξω καὶ κατασκηνώσω στὴν ἄκρη τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θάλασσας, ἐκεῖ ὅπου δύει ὁ ἥλιος, ἐκεῖ ὑπάρχεις καὶ Ἐσύ.
.             Αὐτὸς ὁ Ψαλμὸς ποὺ δείχνει τὴν πανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ μας καὶ τὴν ἀνικανότητα μας νὰ κρυφθοῦμε ἀπὸ τὰ μάτια Του μᾶς προτυπώνει καὶ τὸν Τίμιο Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ μας, πάνω στὸν ὁποῖο σφραγίσθηκε ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, ἡ θυσία τοῦ Πατέρα τῆς ἀγάπης, τῆς συγχωρητικότητος, γιὰ τὰ τέκνα του τὰ ἁμαρτωλά. Τὸ «ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν», φανερώνει τὸ ὕψος τοῦ Σταυροῦ, τὸ «ἐὰν καταβῶ εἰς τόν ᾅδην», φανερώνει τὸ βάθος του, τὸ «ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ’ ὄρθρον», φανερώνει τὸ πλάτος του καὶ μάλιστα πρὸς τὴν κατεύθυνση ἐκείνη ὅπου ἀνατέλλει κατὰ τὸ πρωῒ ὁ ἥλιος , καὶ τὸ «καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης», δηλαδὴ πρὸς τὰ ἐκεῖ, ὅπου δύει ὁ ἥλιος, πρὸς τὴν δύση, μᾶς φανερώνει τό πλάτος τοῦ Σταυροῦ καὶ μάλιστα τῆς δεξιᾶς του ἀκτίνας. Ἔτσι, ἐπιβεβαιώνεται, ὅτι ὅλα τὰ ἐπιβλέπει ὁ Μέγας Δημιουργὸς καὶ τὰ πληροῖ μὲ τὴν παρουσία Του, ἐνθυμούμενοι καὶ τὸ τροπάριο τὸ σχετικὸ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τὸ ὁποῖο λέει ὅτι: «εὗρος καὶ μῆκος σταυροῦ οὐρανοῦ ἰσοστάσιον» δηλαδὴ οἱ ὁριζόντιες καὶ οἱ κάθετες ἀκτίνες τοῦ Σταυροῦ προεκτεινόμενες νοητὰ καλύπτουν ὅλην τὴν κτίση.
.             Τὸ ὅτι ὁ Θεὸς γνωρίζει τὰ πάντα μᾶς ὠφελεῖ, γιατὶ μᾶς γεμίζει μὲ ἀσφάλεια. Αὐτὴ τὴν ὁποία αἰσθάνεται κάθε μικρὸ παιδάκι ὅταν παίζει κοντὰ στὴ μητέρα του καὶ κάτω ἀπὸ τὸ βλέμμα της. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ πιστὸς ποὺ ἀγάπησε τὸν Θεὸ καὶ ταπεινώθηκε ἀπέναντί Του σὰν παιδί, νοιώθει τὴν καρδιά του νὰ πλημμυρίζει ἀπὸ πνευματικὴ χαρὰ καὶ ἀσφάλεια, διότι αἰσθάνεται τὸ στοργικὸ θεῖο βλέμμα ἐπάνω του, γλυκαίνεται ἀπὸ τὴν θαλπωρὴ τῆς θείας ἀγάπης. Ἀκόμη, ὅταν βαραίνει τὴν καρδιά του κάποια θλίψη, τότε, ἐπειδὴ πιστεύει ὅτι ὁ Θεὸς γνωρίζει τὴν ἐσωτερικὴ δυσκολία του, κάνει πολλὴ ὑπομονὴ καὶ παρηγορεῖται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
.             Ἐπίσης ὅταν κάθε πιστὸς βρίσκεται σὲ κίνδυνο, δὲν ὀλιγοψυχεῖ. Ἀκόμη κι ἂν βρεθῶ ἀντιμέτωπος μὲ τὸν θάνατο, λέει, δὲν θὰ φοβηθῶ νὰ πάθω κάποιο κακό, διότι Ἐσὺ εἶσαι μαζί μου. Ὑπάρχει μάλιστα ἕνας θαυμάσιος Ψαλμός, ὁ ὑπ᾿ ἀριθμὸν 138, ὁ ὁποῖος ξεχειλίζει ἀπὸ πίστη, ἅγιο φόβο, θαυμασμὸ καὶ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴ θεία παγγνωσία. «Τὸ ἀκατέργαστόν μου εἶ­δον οἱ ὀφθαλμοί σου», γράφει ὁ Ψαλμωδός. Μὲ εἶδαν τὰ μάτια Σου, Κύριε, ὅταν ἤμουν ἀδιαμόρφωτο ἔμβρυο στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας μου. Ἐσὺ γνωρίζεις ὅλες τὶς σκέψεις μου, πρὶν τὶς βάλω στὸν νοῦ μου. Πῶς νὰ κρυφθῶ ἀπὸ Ἐσένα; Ἐσὺ παντοῦ, μὲ κρατᾶς σφιχτὰ καὶ μὲ ὁδηγεῖ τὸ δεξί Σου χέρι.
.             Ἐσύ, Χριστέ μου, δείχνοντας πατρικὰ σπλάχνα οἰκτιρμῶν δὲν ἄφησες τὸν Ἀδάμ, δὲν ἄφησες ὅλες τὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων στὸν Ἅδη νὰ χαθοῦν. Καὶ γι’ αὐτὲς μερίμνησες. Ἀφήνοντας τὸν Σταυρό Σου, μετὰ τὸ «τετέλεσται» (Ἰωάν. ιθ´ 30) κατέβηκες καὶ ἔψαξες στὰ βαθύτερα σημεῖα τοῦ Ἅδη νὰ βρεῖς τὸ παιδί σου τὸ πρωτότοκο, γιὰ νὰ τὸ σώσεις. «Ἀδὰμ γὰρ τῷ προτέρῳ δεύτερος ὁ ἐν ὑψίστοις οἰκῶν κατῆλθεν μέχρις Ἅδου ταμείων». Ἐσύ, λέει ἕνα πολὺ ὡραῖο τροπάριο τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὁ δεύτερος Ἀδάμ, κατέβηκες, γιὰ νὰ τὸν ἀναζητήσεις μέχρι τὰ κατώτατα διαμερίσματα τοῦ Ἅδη. Καὶ μὲ τὴν ἀνάστασή Σου τὸν συνανέστησας παγγενεῖ, μὲ ὅλο του τὸ γένος. «Παγγενεῖ τὸν Ἀδὰμ ἀναστήσας», μᾶς λέει ἕνα ἄλλο τροπάριο τῆς Ἀναστάσεως. Ἐδῶ τὸν Χριστό μας ὁ ὑμνωδὸς τὸν ὀνομάζει δεύτερο Ἀδάμ, γιατί, ὅπως ὁ πρῶτος Ἀδὰμ δὲν γεννήθηκε ἀπὸ σαρκικὴ μίξη, ἀλλὰ πλάσθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ἔτσι καὶ Χριστός μας συνελήφθηκε ἄνευ σπορᾶς καὶ γεννήθηκε ἀπὸ παρθενική μήτρα.
.             Ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ὅλο καὶ περισσότερο παρακολουθεῖται ἡ ζωή μας ἀπὸ κάμερες καὶ δορυφόρους. Καὶ αὐτὸ γεμίζει μὲ ἀνησυχία τὴν ἀνθρωπότητα. Ὅμως πάνω καὶ πέρα ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη παρακολούθηση ὑπάρχει τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ, ποὺ παρακολουθεῖ τὰ πάντα καὶ προνοεῖ γιὰ τὰ πάντα. Γι᾽ αὐτὴν τὴν παρακολούθηση οὔτε νοιαζόμαστε. Εἴμαστε ἀνθρωποφοβούμενοι καὶ ὄχι θεοφοβούμενοι. Αὐτὴ ἡ παρακολούθηση δὲν εἶναι κατασκοπευτική. Εἶναι παρακολούθηση ἀγάπης καὶ ἐνδιαφέροντος τοῦ Πλάστη πρὸς τὸ πλάσμα Του. Εἶναι ὁ θεϊκὸς ὀφθαλμός, «ὃς τὰ πανθ᾽ ὁρᾷ». Ἂς παρακαλοῦμε τὸν Θεό μας, νὰ μᾶς δίνει αὐτὸ τὸ μεγάλο δῶρο, τὴν αἴσθηση τῆς παρουσίας Του. Παράλληλα, ἂς προσπαθοῦμε κι ἐμεῖς νὰ τὴν θυμόμαστε καὶ νὰ τὴν συνειδητοποιοῦμε δίνοντας προσοχὴ στὶς κινήσεις τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἂς τὸν ἀκοῦμε κάθε στιγμὴ ποὺ μᾶς ψάχνει καὶ μᾶς φωνάζει: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ»; Ταπεινὰ ἂς τοῦ ἀπαντήσουμε καὶ ἡ ἀπάντησή μας ἂς συνοδεύεται ἀπὸ τὸ «ἥμαρτον, Κύριε, ἐνώπιόν Σου» (Λουκ. ιε´ 18). Τότε μόνο θὰ ζοῦμε καὶ θὰ κινούμαστε πάντοτε μέσα στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, μέσα στὴν ὀμορφιὰ τοῦ Παραδείσου Ἀπὸ ἐμᾶς ἐξαρτᾶται νὰ τὸ θέλουμε. Μᾶς τὸ εἶπε ἄλλωστε: «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστι» (Λουκ. ιζ´ 21 ).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Advertisements

, ,

Σχολιάστε

Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΠΡΟΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ἡ θαυμαστὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.               Στὸν 11ο Ψαλμὸ ὁ προφητάναξ Δα­βὶδ διαπιστώνει μὲ πόνο ὅτι κυριαρχοῦν γύρω του ἡ ὑποκρισία, τὸ ψεῦδος, ἡ αὐθαιρεσία τῶν ἀλαζόνων ἀν­θρώπων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα καὶ ὁ ἴδιος ταλαιπωρεῖται. Καταφεύγει στὸ Θεὸ καὶ Τὸν ἱκετεύει νὰ τὸν γλυτώσει ἀπὸ τοὺς πονηροὺς ἀνθρώπους. Ὁ Θεὸς διαβεβαιώνει ὅτι θὰ προστατεύσει ὅσους ἀδικοῦνται καὶ θὰ φανερώσει μὲ τρόπο ἀδιαμφισβήτητο τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴ δύναμή Του. Ποιὸς μπορεῖ ν᾿ ἀμφιβάλει γιὰ τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων Του; Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου εἶναι καθαρὰ ἀπὸ κάθε ψεῦ­δος. Μακάρι Ἐσύ, Κύριε, γράφει ὁ Δαβίδ, νὰ μᾶς φυλάξεις καὶ νὰ μᾶς διατηρήσεις ἀβλαβεῖς ἀπὸ αὐτὴ τὴν πονηρὴ γενιὰ καὶ τώρα καὶ αἰωνίως. «Κύκλῳ οἱ ἀσεβεῖς περιπατοῦσι». Περπατοῦν γύρω μας οἱ ἀσεβεῖς καὶ μᾶς ἔχουν κυκλώσει ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη. Ὅμως γεμάτος πίστη ὁμολογῶ: «Κατὰ τὸ ὕψος σου ἐπολυ­ώρησας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀν­θρώπων» (Ψαλ. ια´ [11] 9). Ὅσο εἶναι τὸ ὕψος Σου, Κύριε, τόση εἶναι καὶ ἡ φροντίδα Σου γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. «Ἐπολυώρησας»: Ἔδειξες δηλαδὴ μεγάλη φρον­τίδα, φρόντισες μὲ κάθε ἐπιμέλεια.
.               Ἀλλὰ ποιό εἶναι τὸ ὕψος τοῦ Θεοῦ; Ἡ κτίση δίνει τὴ δική της μαρτυρία: Ἡ γῆ μὲ τὶς ὑπέροχες ἐναλλαγὲς τοπίων, τὴν ποικιλία ζωῆς ποὺ φιλοξενεῖ, τὰ χερσαῖα ζῶα καὶ τὰ πτηνά, τὰ ποικίλα φυτὰ καὶ λουλούδια, τὶς ἐρήμους, τὰ πανύψηλα ὄρη, ὁ ἀέρας καὶ τὰ σύννεφα, οἱ ἀχανεῖς ὠκεανοὶ μὲ τοὺς ἀναρίθμητους ὀργανισμοὺς ποὺ κρύβουν μέσα τους, ὅλα μιλοῦν γιὰ τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ. Τὸ σύμπαν, τὰ δισεκατομμύρια τῶν γαλαξιῶν, τὰ συστήματα τῶν ἀστέρων καὶ τῶν πλανητῶν μὲ τὶς ἀκριβεῖς τροχιές τους, τὶς ἰλιγγιώδεις ταχύτητες, τὶς τεράστιες μεταξύ τους ἀποστάσεις, ποὺ ὁ ἄν­­­­θρωπος μπορεῖ πλέον νὰ ὑπολογίσει, ἀλλὰ πάντοτε θὰ ἀδυνατεῖ νὰ συνειδητοποιήσει· τὸ μεγαλειῶδες σύμπαν μαρτυρεῖ γιὰ τὸ ὕψος τοῦ Θεοῦ.
.               Τὰ ἑξαπτέρυγα Σεραφείμ, τὸ πλησιέστερο πρὸς τὸν Θεὸ ἀγγελικὸ τάγμα, φλογισμένα ἀπὸ τὴ θεία ἀγάπη, ἀναπέμ­πουν ἀέναη δοξολογία πρὸς τὴν Ἁγία Τριάδα. Μὲ ἔκπληξη ποὺ διαρκῶς ἀνανεώνεται, μὲ ἱερὸ εὐφρόσυνο τρόμο καλύπτουν τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πόδια τους μπροστὰ στὸ ὑπερβάλλον μεγαλεῖο τῆς θείας δόξας καὶ κράζουν ἀδιάλειπτα τὸ ἕνα πρὸς τὸ ἄλλο: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ» (Ἡσ. Ϛ´ 1-4)… «Τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ οὐκ ἔστι πέρας» (Ψαλ. ρμδ´ [144] 3). Δὲν ὑπάρχει ὅριο στὴ μεγαλοσύνη Του, στὸ ὕψος Του. Ἑπομένως καὶ ἡ πρόνοιά Του, κατὰ τὸν Ψαλμωδό, εἶναι καὶ αὐτὴ ἀσύλληπτη, ἄπειρη. Δὲν μπορεῖ οὔτε ἄνθρωπος οὔτε ἄγγελος νὰ κατανοήσει τὴ φροντίδα τοῦ Δημιουργοῦ γιὰ τὸ πλάσμα Του. Διότι αὐτὴ εἶναι μυστήριο.
.               Εἶναι μυστήριο τὸ κέντρο τῆς θείας Προνοίας, ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, μὲ κορυφαῖο γεγονὸς τὴ Σταύρωσή Του. Μυστήριο θαυμαστὸ καὶ ἀνεξάντλητο στὴ μελέτη του. Ἀλλὰ εἶναι ἐπίσης μυστήριο καὶ ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ κάθε πλάσμα Του – καὶ σ᾿ αὐτὸ κυρίως ἀναφέρεται ὁ Ψαλμωδὸς στὸ συγκεκριμένο Ψαλμὸ ὅταν λέει, «κατὰ τὸ ὕψος σου ἐπολυώρησας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων».
.               Ὁ Θεὸς προαιωνίως θέλησε νὰ φέρει στὴν ὕπαρξη τὸν κάθε ἄνθρωπο· τὸ θέλησε ἐλεύθερα καὶ ἀπὸ ἀγαθότητα ἀνεξιχνίαστη· μὲ προορισμό, ἂν ἀνταποκριθεῖ, νὰ τὸν καταστήσει κοινωνὸ τῆς Βασιλείας Του, νὰ τὸν ἀναδείξει θεὸ κατὰ χάριν. Στὸ σύντομο πέρασμα τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ γῆ ὅλα ὑπηρετοῦν αὐτὸ τὸν μεγαλειώδη σκοπό.
.               Ὡστόσο δὲν φροντίζει μόνο γιὰ τὴ σωτηρία μας ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλα τὰ ἄλ­­­λα. «Πολυωρεῖ», δείχνει δηλαδὴ μεγάλο ἐν­­διαφέρον· μὲ πόση ἀγάπη, μὲ πόση στοργή, μὲ πόση σοφία! «Ὑμῶν καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσί», μᾶς διαβεβαίωσε (Ματθ. ι´ [10] 30). Δηλαδὴ προνοεῖ καὶ γιὰ τὰ πιὸ ἀσήμαντα ζητήματα, στὰ ὁποῖα ἐμεῖς δὲν δίνουμε ἰδιαίτερη σημασία. Οἰκονομεῖ τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ συντήρησή μας. Διαμορφώνει στὴ ζωή μας περιστάσεις, ὥστε νὰ Τὸν γνωρίσουμε καὶ νὰ Τὸν πλησιάσουμε περισσότερο. Μᾶς προστατεύει ἀπὸ κινδύνους τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ἀπὸ διεφθαρμένους ἀνθρώπους, ἀπὸ θανατηφόρα δυστυχήματα, ἀπὸ θανάσιμα ἁμαρτήματα. Σὲ κρίσιμα διλήμματα μᾶς χαρίζει τὸν φωτισμό Του. Δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἀντιμετωπίσουμε πειρασμοὺς μεγαλύτερους ἀπὸ τὶς δυνάμεις μας, ἀλ­λὰ μᾶς δίνει πλούσια τὴ Χάρη Του γιὰ νὰ τοὺς ὑπερβοῦμε καὶ νὰ τοὺς νικήσουμε. Φιλάνθρωπα ἐπιτρέπει θλίψεις, ποὺ μᾶς ἐξαγιάζουν. Ὅλα τὰ παρακολουθεῖ, γιὰ ὅλα φροντίζει ἡ ἀνύστακτη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ: γιὰ τὰ αἰώνια καὶ τὰ προσωρινά, γιὰ τὰ προσωπικά, τὰ οἰκογενειακά, τὰ ἐπαγγελματικά, τὰ ἐθνικά, τὰ παγκόσμια…
.               Εἶναι θαυμαστὴ στὸ βάθος της ἡ θεία Πρόνοια: Οἰκονομεῖ ὥστε ἀκόμη καὶ ὁ διάβολος καὶ τὰ ὄργανά του, χωρὶς νὰ τὸ θέλουν, νὰ ὑπηρετοῦν τὸ σχέδιο τῆς σωτηρίας μας.
.               Ἕνα πρέπει νὰ ἔχουμε πάντοτε στὸ νοῦ μας, γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος, ὅτι, ἐφ᾽ ὅσον εἴμαστε δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ καὶ Ἐκεῖνος μᾶς φροντίζει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πάθουμε κάτι χωρὶς νὰ τὸ θέλει ὁ Θεός (PG 31, 332C).
.               Ἂν μάλιστα ἐμεῖς ζοῦμε κατὰ τὸ θέλημά Του, τότε ὅλα θὰ μᾶς ὠφελοῦν· διότι «τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (Ρωμ. η´ 28), «καὶ τὰ δοκοῦντα εἶναι (=καὶ ὅσα φαίνονται) λυπηρά».
.               Ἂς παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ νὰ μᾶς ἀξιώνει νὰ βλέπουμε τὴν πατρική Του φρον­τίδα γιὰ μᾶς καὶ νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μας πάν­τοτε γιὰ ὅλα.

Σχολιάστε

ΚAΠΟΤΕ EΝΑΣ ΧΩΡΙΚOΣ ΕΨΑΧΝΕ ΤΟΝ ΘΕΟ…

.               Κάποτε ἕνας χωρικὸς ἄκουσε στὴν Ἐκκλησία ὅτι ἂν δώσεις ἐλεημοσύνη, θὰ λάβεις ἑκατονταπλάσια ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶπε λοιπὸν στὴν γυναίκα του νὰ δώσουν ὡς ἐλεημοσύνη τὸ μοναδικὸ βόδι, ποὺ εἶχαν, καὶ ὁ Κύριος θὰ τοὺς ἐπέστρεφε 100 βόδια γιὰ τὴν καλή τους πράξη. Δὲν δίστασε δὲ καθόλου νὰ δώσει τὸ βόδι του, ἔχοντας πλήρη ἐμπιστοσύνη στὸν Κύριο. Ἔδωσε λοιπὸν τὸ βόδι καὶ περίμενε τὴν ἀνταπόδοση ἀπὸ τὸν Θεό. Περνοῦσε ὁ καιρὸς καὶ τὰ 100 βόδια δὲν ἔρχονταν. Ἕνα πρωὶ λοιπὸν ἀποφάσισε νὰ ἀνέβει στὸ γειτονικὸ βουνό, γιὰ νὰ βρεῖ τὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν ρωτήσει πότε θὰ τοῦ ἔδινε τὰ 100 βόδια, ποὺ ἄκουσε στὸ κήρυγμα τοῦ ἱερέα. Ἀνεβαίνοντας στὸ βουνὸ συνάντησε ἕναν ἀσκητή. «Ποῦ πηγαίνεις;», ρώτησε ὁ ἀσκητής. «Πάω νὰ βρῶ τὸν Θεὸ νὰ τὸν ρωτήσω πότε θὰ μοῦ στείλει τὰ ἑκατὸ βόδια, γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη, ποὺ ἔκανα». «Ὅταν Τὸν συναντήσεις», εἶπε ὁ ἀσκητής, «ρώτησέ Τον καὶ γιὰ μένα. Εἶμαι στὸ βουνὸ καὶ ζῶ ἀσκητικὰ ἐδῶ καὶ σαράντα χρόνια. Κέρδισα τελικὰ τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν;». «Εὐχαρίστως νὰ Τὸν ρωτήσω», ἀποκρίθηκε ὁ χωρικὸς καὶ συνέχισε τὸν δρόμο του. Λίγο πιὸ πάνω συνάντησε ἕνα γέρο ἄντρα μὲ λευκὴ γενειάδα. «Ποιόν ψάχνεις;», ρώτησε ὁ γέροντας. «Ἄκουσα στὴν Ἐκκλησία ὅτι ἂν κάνω ἐλεημοσύνη, θὰ πάρω ἑκατονταπλάσια ἀπὸ τὸν Θεό. Ψάχνω λοιπὸν τὸν Θεὸ νὰ μοῦ πεῖ πότε θὰ μὲ ἀνταμείψει γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη μου». «Γύρνα στὸ σπίτι σου καὶ σκάψε κάτω ἀπὸ τὸ δέντρο στὴν αὐλή σου. Θὰ βρεῖς ἕνα τσουκάλι μὲ λίρες. Μὴ τὸ πεῖς πουθενά, μόνο συνέχισε νὰ βοηθᾶς τὸν κόσμο καὶ δὲν θὰ στερηθεῖς τίποτα στὴ ζωή σου». «Σὲ εὐχαριστῶ γέροντα. Καὶ κάτι ἀκόμα. Ἐρχόμενος νὰ σὲ βρῶ, συνάντησα ἕναν ἀσκητὴ καὶ μοῦ ζήτησε νὰ σὲ ρωτήσω ἂν μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια πνευματικῶν ἀγώνων καὶ ἄσκησης, κέρδισε τελικὰ τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». «Νὰ πεῖς σὲ αὐτὸν τὸν ἀσκητὴ ὅτι κι ἄλλα σαράντα χρόνια νὰ κάτσει στὸ βουνὸ δὲν θὰ κερδίσει τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Στὸν ἀσκητὴ αὐτὸν δίνω κάθε μέρα ἕνα παξιμάδι ἐδῶ καὶ σαράντα χρόνια. Σήμερα, ξέροντας ὅτι θὰ ἔρθεις, τοῦ ἔδωσα δύο παξιμάδια, ἕνα γιὰ αὐτὸν καὶ ἕνα γιὰ σένα. Αὐτὸς ὅμως ἀντὶ νὰ σοῦ δώσει τὸ ἕνα, τὰ κράτησε καὶ τὰ δύο γιὰ τὸν ἑαυτό του, χωρὶς νὰ ἔχει ἐμπιστοσύνη σὲ μένα. Ἐσὺ ὅμως χωρὶς δισταγμὸ ἔδωσες τὸ βόδι σου πιστεύοντας σὲ αὐτὸ ποὺ ἄκουσες στὴν Ἐκκλησία».

 

ΠΗΓΗ: agiameteora.net

,

Σχολιάστε

ΝΑ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΣΤΕ ΣΤΟN ΘΕΟ… «Ἀσφάλισέ με στὸν Παράδεισο»!

ΝΑ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΣΤΕ ΣΤΟ ΘΕΟ

 Τῆς «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΕΣΤΙΑΣ ΛΑΜΙΑΣ»

 «Ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν, Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα»… «Σοί, Κύριε»!
.                 Μέσα στὴ θεία Λατρεία μᾶς ἐπαναλαμβάνεται πάγια, τακτικὰ καὶ διαχρονικὰ ἡ διαβεβαίωση τῆς πιστεύουσας ψυχῆς καὶ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας ὅτι ἐμπιστευόμαστε τὰ πάντα στὸν Θεό…
«Σοὶ παρακατατιθέμεθα τὴν ζωὴν ἡμῶν ἅπασαν καὶ τὴν ἐλπίδα Δέσποτα Φιλάνθρωπε…»
.             Τὰ ρήματα καὶ τὰ νοήματα ποὺ ἀκούγονται στὴ Θεία Λατρεία εἶναι αὐτὰ ἀκριβῶς ποὺ λέγονται καὶ ἐπαναλαμβάνονται καὶ στὴν ζωή μας καὶ στὴν προσευχή μας: «Δεηθῶμεν, αἰτησώμεθα καὶ παραθώμεθα», δηλ: παρακαλοῦμε, ζητοῦμε καὶ ἐμπιστευόμαστε καὶ μάλιστα ὅλα αὐτὰ σὲ προτρεπτικὸ λόγο: «Ἂς παρακαλέσωμε, ἂς ζητήσουμε καὶ ἂς ἐμπιστευθοῦμε…», ἢ καλύτερα αὐτὸ ὅλο νὰ ἐπαναλαμβάνεται πάντοτε…
.             Ἡ ὑπόθεση τῆς ἀνάθεσης τῶν πάντων στὸν Θεὸ εἶναι ἡ ὕψιστη φιλοσοφία τῆς ζωῆς. Ὄχι βεβαίως μοιρολατρικὰ καὶ μὲ παράλληλη δική μας ἀδράνεια, ἀλλὰ προσευχητικὰ καὶ ἐνεργητικά. Προσευχόμαστε καὶ ἐργαζόμαστε.
.             Δυστυχῶς ὅμως ἐμεῖς σὰν ἄνθρωποι ἐμπιστευόμαστε καθημερινὰ ψευδοθεοὺς τοῦ κόσμου τούτου:

Ἐμπιστευόμαστε ἐπίσημα πρόσωπα
Πολιτικοὺς ἡγέτες καὶ κόμματα
Ἀσφαλιστικὲς ἑταιρεῖες
Συνεταίρους καὶ ὑπηρετικὸ προσωπικὸ
Ἱερεῖς καὶ μοναχοὺς ἀδιάκριτα
Γονεῖς καὶ διδασκάλους ἀνεπιφύλακτα
Τράπεζες καὶ συναγερμοὺς
Συστήματα ἀσφαλείας καὶ σωματοφύλακες
Σπίτια, πόρτες ἀσφαλείας, καταφύγια καὶ φρουρὲς
Καταθέσεις καὶ κάρτες ὑγείας

.             Παρὰ ταῦτα ὄμως  ἐνῶ ἔχουμε τόσες καὶ τόσες ἀσφάλειες, ἔλεγε ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, εἴμαστε μέσα στὴν ἀνασφάλεια καὶ τὸ ἄγχος.
.             Τί λέγει ὅμως ὁ θεῖος λόγος ἐν προκειμένῳ;

«Μὴ ἐμπιστεύεσθε ἀνθρώπους καὶ ἄρχοντες, στοὺς ὁποίους δὲν ὑπάρχει σωτηρία».
«Οἱ ἄρχοντες σὲ μία νύχτα πέφτουν».
«Ἂν βλέπετε π  λοῦτο νὰ ρέει, ἂς μὴ κολλάει ἡ καρδιά σας».
«Ὁ Πατέρας σου καὶ ἡ μάννα σου μπορεῖ νὰ σὲ ἐγκαταλείψουν, ἐγὼ ὄχι, λέγει ὁ Κύριος».
«Οἱ γονεῖς μου μὲ ἐγκατέλειψαν, ἀλλὰ μὲ προσέλαβε κοντά Του ὁ Κύριος».

.            Γιατί ὅμως πρέπει νὰ ἐμπιστευόμαστε ἀπόλυτα τὸν Θεό; Διότι:

Εἶναι Παντοδύναμος.
Εἶναι Πανάγαθος.
Εἶναι Παντογνώστης.
Εἶναι Πατέρας μας.
Θέλει τὴ Σωτηρία μας, ποὺ εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότερο ἀγαθό.
Τὸ ἔχει ὑποσχεθεῖ ἐπανειλημμένα, ὅτι δὲν μᾶς ξεχνᾶ ποτέ.
Ἐξουσιάζει τὰ πάντα
Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ἁρπάξει ἀπὸ τὰ χέρια Του τὰ λογικά Του πρόβατα, δηλαδὴ εἶναι «ὁ Καλὸς Ποιμένας», ποὺ θυσιάζεται γιὰ τὴν ἀσφάλεια καὶ τὴν προκοπὴ τῶν προβάτων του.

.             Τί πρέπει νὰ ἐμπιστευόμαστε καὶ νὰ ἀναθέτουμε στὸν Θεό;

Ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους: γονεῖς, συζύγους, παιδιά, ἀδέλφια, συγγενεῖς ὅποιου βαθμοῦ, φίλους, γνωστούς, τὸ σόϊ μας, τὴ δουλειά μας, τὴν Πατρίδα μας…
Τὸ σῶμα μας, τὴν ὑγεία μας, τὴν οἰκονομία μας, τὴν εὐτυχία μας τὴ δυστυχία μας, τοὺς πειρασμούς μας, τοὺς λογισμούς μας, τοὺς διωγμούς μας.
Τοὺς ἐχθρούς μας, τοὺς συναδέλφους μας, τοὺς γείτονες, τοὺς ἀπίστους, τοὺς νεκροὺς καὶ τοὺς ζωντανούς.
Τὸ παρελθὸν καὶ τὰ ἁμαρτήματά μας, τὸ παρὸν καὶ τὶς πράξεις μας, τὸ μέλλον καὶ τὰ ὁράματά μας.
Τὴν ψυχὴ καὶ τὴ σωτηρία μας.

.             Ἔλεγε μία εὐσεβὴς ψυχὴ τὴν παρακάτω θαυμάσια προσευχὴ ἐν ὄψει τοῦ αἰώνιου μέλλοντός της: «Ἑτοίμασέ με, Κύριε, καθάρισε μέ, κατάρτισέ με, παράλαβέ με καὶ ἀσφάλισέ με στὸν Παράδεισο»!

Συμπέρασμα
«Κι ἂν δὲν μοῦ μείνει ἐντὸς τοῦ κόσμου, ποῦ ν᾽ ἀκουμπήσω, νὰ σταθῶ,
Ἐκεῖ ψηλὰ εἶν᾽ ὁ Θεός μου, πῶς ἠμπορῶ ν᾽ ἀπελπισθῶ;»

,

Σχολιάστε

Ο ΓΛΥΚΟΣ ΥΠΝΟΣ ΔΩΡΟ τοῖς ἀγαπητοῖς αὐτοῦ

Δῶρο στοὺς ἀγαπητούς Του

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2096, 01.10.14

.             Ἄγχος. Πίεση. Ἔνταση. Ρυθμοὶ ἐξ­αντλητικοί. Καθημερινὸ κυνηγη­τὸ τοῦ χρόνου. ­Ὑποχρεώσεις ἀπα­νωτές, ποὺ νιώθεις κυριολεκτικὰ νὰ σὲ πνίγουν. Ὑποθέσεις ποικίλες, οἰ­­­­κογε­­νει­ακές, ἐπαγγελματικές, οἰκονομικές, μέ­ριμνες συνεχόμενες, τέτοιες καὶ τόσες ποὺ νὰ μὴ σὲ ἀφήνουν νὰ ἀναπνεύσεις. «Πόσο ἀκόμα θὰ ἀντέξω;» ἀναρωτιέσαι.
.             Δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἐξαίρεση ἡ κατάσταση ποὺ περιγράψαμε. Μᾶλλον τὸν κανόνα γιὰ τὸν ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς μας. Ποῦ νὰ βρεῖ λίγες στιγμὲς γιὰ ἠρεμία, χαλάρωση; Τὰ νεῦρα του συνεχῶς τὰ νιώθει τεντωμένα, τοὺς μῦς σφιγμένους. Κι ὅταν κάποτε, ἀργὰ τὰ μεσάνυχτα, κατακλιθεῖ γιὰ ὕπνο, πῶς νὰ κοιμηθεῖ μ’ αὐτὴν τὴν ἔνταση ποὺ ἔχει; Τὸ πρῶτο ποὺ φυγαδεύεται σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις εἶναι ὁ ὕπνος. Γι’ αὐτὸ τόσοι ἄνθρωποι σήμερα ὑποφέρουν ἀπὸ ἀϋπνίες. Καὶ δὲν εἶναι μικρὸ τὸ βάσανο. Ὅλη τὴν ἡμέρα νὰ τρέχεις νὰ προλάβεις τὶς ὑποθέσεις σου, νὰ πνίγεσαι μέσα στὶς ὑποχρεώσεις, καὶ τὸ βράδυ ποὺ πέφτεις κατάκοπος λίγο νὰ ξεκουραστεῖς, νὰ μὴν μπορεῖς… Πνίγονταν καὶ οἱ μαθητές!…
.             Ἦταν τὸ δειλινὸ ἐκεῖνο ποὺ ἀνέβηκαν μαζὶ μὲ τὸν Διδάσκαλό τους στὸ πλοιάριο γιὰ νὰ διασχίσουν τὴ θάλασσα τῆς Τιβεριάδος πρὸς τὸ ἀπέναντι μέρος. Δὲν πέρασε ὥρα πολλή, καὶ ἡ κοσμοχαλασιὰ ἄρχισε. Λαίλαπα ἀνέμου, σάλος κυμάτων, θύελλα τρομακτική, τρικυμία φοβερή, τέτοια ποὺ νὰ ἀπειλεῖ ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ νὰ καταποντίσει τὸ σκάφος. Τὰ κύματα νὰ εἰσορμοῦν μὲ μανία μέσα σ’ αὐτό, χτυπώντας το ἀπὸ κάθε πλευρά. Καὶ τὸ μικρὸ πλοιάριο νὰ στροβιλίζεται σὰν τσόφλι καρυδιοῦ μέσα σ’ αὐτὸν τὸν κλύδωνα! Καὶ ὁ Κύριος; Κοιμόταν! Ναί, κοιμόταν. «Ἦν καθεύδων ἐπὶ τῇ πρύμνῃ ἐπὶ τὸ προσκεφάλαιον», μᾶς πληροφορεῖ τὸ ἱερὸ κείμενο (Μάρκ. δ´ 38). Γνωρίζουμε ἀπὸ τὶς περιγραφὲς τῶν ἱερῶν εὐαγγελιστῶν ὅτι ὅλη ἡ ἐπὶ γῆς ζωὴ τοῦ Κυρίου ἦταν μεστὴ κόπων καὶ ἀγρυπνιῶν, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ παραμελεῖ καὶ αὐτὲς τὶς βασικὲς ἀνθρώπινες ἀνάγκες γιὰ συντήρηση στὴ ζωὴ καὶ ἀνάπαυση, προκειμένου νὰ ἐπιτελέσει τὸ ἔργο ποὺ Τοῦ εἶχε ἀνατεθεῖ ἀπὸ τὸν ἐν οὐρανοῖς Πατέρα Του. Τώρα Τὸν ἀντικρίζουμε νὰ κοιμᾶται κατάκοπος. Κι αὐτὸ μέσα στὸν σάλο, τὴν ὥρα ποὺ τὰ κύματα κόντευαν νὰ τοὺς πνίξουν!… Αὐτὸν τὸν ὕπνο δὲν μπορεῖ ἄραγε νὰ τὸν χαρίσει καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ πλέουν μέσα στὸ πέλαγος τῆς ζωῆς, κι ὄχι σπάνια τὸ συναντοῦν τρικυμισμένο καὶ ἀπειλητικό;
.             Ὑπάρχει μία φράση στοὺς Ψαλμοὺς ποὺ δείχνει πόση μέριμνα λαμβάνει ὁ Κύριος γιὰ ἐκείνους ποὺ ἐμπιστεύονται τὴ ζωή τους σ’ Αὐτὸν καὶ γι’ αὐτὸ Τοῦ ἀνήκουν, εἶναι οἱ δικοί Του, οἱ ἀγαπητοί Του! Ἀντιπαραβάλλει ὁ ἱερὸς Ψαλμωδὸς τοὺς ἀνθρώπους τῆς πολυπραγμοσύνης, τῆς ὑπεραπασχόλησης, τῶν συν­εχῶν δραστηριοτήτων στὶς ὁποῖες ἐπιδίδονται γιὰ τὸ προσωπικό τους κέρδος, συχνὰ καὶ εἰς βάρος τῶν ἄλλων, τοὺς ἀντιπαραβάλλει μὲ τοὺς ἄλλους, τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ. Ἀπευθύνεται στοὺς πρώτους καὶ τοὺς λέει: Ἐ­­­σεῖς ποὺ δὲν ἔχετε τὸν Θεὸ βοηθὸ στὴ ζωή σας ξυπνᾶτε προτοῦ νὰ ξημερώσει γιὰ νὰ τρέξετε στὶς ­ἐπιχειρήσεις σας. Πᾶτε νὰ καθίσετε στὸ τραπέζι, πᾶτε νὰ ξαπλώσετε στὸ κρεβάτι, καὶ ἀμέσως σηκώνεστε. Οὔτε μιὰ ­μπουκιὰ γλυκὸ ψω­μὶ δὲν μπορεῖτε νὰ φᾶτε ἀπὸ τὸ ἄγχος καὶ τὶς μέριμνες ποὺ σᾶς ἔχουν κατα­­κλύσει. Κι ὅλα αὐτὰ γιὰ ποιὸ ­σκοπό; «Εἰς μάτην». Μάταια. Ἐνῶ τὴν ἴδια στιγ­μὴ ὁ Κύριος δίνει ὕπνο γλυκύ, βα­θὺ στοὺς ἀγαπητούς Του. «Εἰς μάτην ὑμῖν ἐστι τὸ ὀρθρίζειν. ἐγείρεσθαι μετὰ τὸ καθῆσθαι, οἱ ἐσθίοντες ἄρτον ὀδύνης, ὅταν δῷ τοῖς ἀγαπητοῖς αὐτοῦ ὕ­­πνον» (Ψαλμ. ρκϚ´ [126] 2). Ὕπνο στοὺς ἀγαπητούς Του!
.            Εἶναι αὐτοὶ ποὺ ὅλη τους τὴ ­μέριμνα τὴν ἔχουν ἐπιρρίψει στὰ χέρια τοῦ Θε­οῦ· ποὺ ὅλη τὴ ζωή τους τὴν ἔχουν ἐμπιστευθεῖ στὴν ἀγαθή Του πρόνοια καὶ πατρικὴ στοργή. Σὰν τὸ μικρὸ παιδί, ποὺ μέσα στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μητέρας του μπορεῖ νὰ κοιμᾶται ἥσυχο ἀκόμα καὶ στὴ μέση τοῦ πολέμου, τῆς βοῆς, τῆς ταραχῆς. Σὰν τὸν ἀπόστολο Πέ­τρο, ποὺ τὴν ἄλλη μέρα θὰ τὸν ὁδηγοῦσαν στὸ θάνατο, κι αὐτὸς τὴ νύχτα ἐκείνη μέσα στὴ φυλακή, δεμένος μεταξὺ δύο στρατιωτῶν, κοιμόταν βαθιά! (Πράξ. ιβ´ 6).
.              Εἶναι οἱ ἀγαπητοί Του αὐτοί. Καὶ ὁ Κύριος, γιὰ νὰ τοὺς δείξει πόσο τοὺς ἀγαπᾶ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων τοὺς κάνει κι αὐτὸ τὸ δῶρο: Τοὺς δίνει ὕπνο! Ὕπνο βαθύ, ἀναζωογονητικό! Ἂν θέλεις καὶ σύ, ἀδελφέ, νὰ ἐνταχθεῖς στὴ μερίδα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, τῶν ἀγαπητῶν τοῦ Κυρίου, ἕνα ἔχεις νὰ κάνεις. Σοῦ τὸ συμβουλεύει ὁ ἀπόστολος Πέτρος, αὐτὸς ποὺ κοιμόταν ἥσυχος… «Πᾶσαν τὴν μέριμναν ὑμῶν ἐπιρρίψατε ἐπ’ αὐτόν, ὅτι αὐτῷ μέλει περὶ ὑμῶν» (Α´ Πέτρ. ε´ 7). Ὅλη τὴ φροντίδα, τὴν ἀνησυχία σου ρίξ’ την ἐπάνω Του, διότι Αὐτὸς ἐνδιαφέρεται γιὰ σένα. Καὶ τότε θὰ μπορεῖς νὰ κοιμᾶσαι ἥσυχος. Ἀκόμα κι ὅταν τὸ καράβι τῆς ὑπάρξεώς σου τὸ βλέπεις νὰ ἀπειλεῖται ἀπὸ τὰ μανιασμένα κύματα τῶν πολυειδῶν περιστάσεων τῆς ζωῆς…

, ,

Σχολιάστε

«ΕΡΗΜΟΣ ΕΣΤΙΝ Ο ΤΟΠΟΣ» Ἡ ἐρηµιὰ µὲ ζώνει ἀπὸ παντοῦ. Ὅλοι στὴν πιὸ κρίσιµη στιγµὴ µὲ ἐγκατέλειψαν µόνο νὰ παλεύω.

«ΕΡΗΜΟΣ ΕΣΤΙΝ Ο ΤΟΠΟΣ»

Τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»,
ἀρ. τ.4282, Σεπτ. 2014

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.             Ἡ ἀνησυχία τῶν µαθητῶν µπροστὰ στὸν ἔρηµο τόπο καὶ στὸ πλῆθος τῶν πεντακισχιλίων δὲν µένει ἁπλὴ ἀνησυχία καὶ προβληµατισµός. Γίνεται ἀνυποµονησία καὶ ἀγωνία: πῶς νὰ θρέψουµε τόσο κόσµο; Ἔτσι ἡ ἀνησυχία, καρπὸς τῆς ὀλιγοπιστίας, γίνεται ταραχή. Κρίνουν ὅπως βλέπουν, µὲ καθαρῶς ἀνθρώπινα κριτήρια. Ὑπολογίζουν µόνο µὲ ἀριθµούς. Μόνο µὲ τὴν ψυχρὴ λογική. Καὶ λησµονοῦν τὸ πιὸ σπουδαῖο, τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου, τοῦ παντοδύναµου Θεοῦ. Ἀλλὰ τὸ ἴδιο δὲν παθαίνουµε συχνὰ κι ἐµεῖς;

* * *

.             Ὁ ὀρθολογισµός µας, ἡ «τετράγωνη» λογική µας, τὰ «ἀδιάσειστα» δεδοµένα µας, γίνονται συχνὰ ἡ ταλαιπωρία µας. Δὲν ἔχουµε καµιὰ ἀµφιβολία, πὼς τὰ πράγµατα εἶναι ἔτσι, ὅπως τὰ σκεπτόµαστε καὶ ὅπως ἐµεῖς τὰ βλέπουµε. Μετρηµένα κουκιά, λέµε. Τὰ µετρᾶµε ἕνα, δύο τρία, τέσσερα, πέντε ψωµιὰ καὶ δύο ψάρια. Ἀκριβῶς. Τίποτα περισσότερο. Καὶ τότε µἐ ἀπογοήτευση τὰ χείλη ψιθυρίζουν: «οὐκ ἔχοµεν ὧδε εἰ µὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας» (Ματθ. ιδ´ 17).
.             Πέντε ψωµια καὶ δύο ψάρια! Καὶ µόνο αὐτο; Εἶναι καὶ ὁ τόπος ἔρηµος. Τὰ µάτια µας δὲν βλέπουν κανένα φῶς. Ἀπὸ πουθενὰ δὲν φαίνεται καµιὰ ἐλπίδα. Ἐρηµιὰ παντοῦ.
.             Καὶ ἀπέναντι σ᾽ αὐτὰ τὰ ἀπογοητευτικὰ δεδοµένα οἱ ἀπαιτήσεις τεράστιες. Μὲ πέντε ψωµιὰ καὶ δύο ψάρια ἔχουµε νὰ θρέψουµε «ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχιλίους χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων». Περιορισµένες στὸ ἐλάχιστο οἱ δυνατότητές µας. Ἀπεριόριστες καὶ µεγάλες ἀπὸ τὴν ἄλλη µεριὰ οἱ ἀνάγκες.
.             Ἐδῶ βρίσκεται τὸ δράµα τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου. Ἡ ὀλιγοπιστία του δὲν ἀφήνει νὰ δεῖ τὴν πραγµατικότητα, γιατί πραγµατικότητα, τὸ ἴδιο ψηλαφητή, εἶναι καὶ τὸ θαῦµα τῆς προνοίας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Μία µατιὰ στὸ παρελθόν, τὸ παλαιὸ καὶ τὸ πρόσφατο, ἕνα βλέµµα σὲ ὁλόκληρη τὴ ζωή µας, τὴν ἀτοµική, τὴν οἰκογενειακή, τὴν ἐθνική, θὰ µας προσέφερε ἀδιάσειστες ἀποδείξεις τῆς θαυµαστῆς παρουσίας καὶ ἐπεµβάσεως τοῦ Θεοῦ.
.             Καὶ ὅµως ὅλα αὐτὰ τὰ λησµονοῦµε. Καὶ τὰ λησµονοῦµε τὴν ὥρα ἀκριβῶς, ποὺ ἔπρεπε νὰ τὰ θυµόµαστε. Καὶ τότε µὲ πόνο, µὲ θλίψη ἐπαναλαµβάνουµε: Τί νὰ κάνω; Ἔρηµoς ἐστὶν ὁ τόπος»! Ἡ ἐρηµιὰ µὲ ζώνει ἀπὸ παντοῦ. Ἔρηµος ἀπὸ πιστοὺς φίλους, ἀπὸ συγγενεῖς ἀνιδιοτελεῖς, ἀπὸ συµπαραστάτες εἰλικρινεῖς. Ἔρηµος ἀπὸ ἀγάπη, ἀπὸ συµπαράσταση στὶς δύσκολες στιγµές, ἀπὸ συµπάθεια καὶ κατανόηση: Ὅλοι στὴν πιὸ κρίσιµη στιγµὴ µὲ ἐγκατέλειψαν, µὲ ἄφησαν ἔρηµο καὶ µόνο νὰ παλεύω µὲ τὰ ἀγριεµένα κύµατα τῆς δοκιµασίας µου.

* * *

.             Ἔρηµος συχνὰ αἰσθάνεται ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ φτωχὸς βιοπαλαιστής, µπροστὰ στὶς ποικίλες δυσκολίες ὄχι µόνο γιὰ τὴ διατροφή, ἀλλὰ πιὸ πολὺ γιὰ τὴν ἀνατροφὴ καὶ τὴν ἀποκατάσταση τῶν παιδιῶν.
.             Ἔρηµη αἰσθάνεται ἡ µητέρα, ποὺ ἔχασε τὸν σύζυγό της καὶ δὲν βλέπει ἀπὸ πουθενὰ τὴν εἰλικρινῆ συµπαράσταση. Καὶ τὴν ἐρηµιὰ αὐτὴ τὴν αἰσθάνεται καυτερή, ἀπειλητική, στὴν ἀναζήτησή της γιὰ ἀξιοπρεπῆ ἐργασία καὶ προστασία.
.             Πόσες φορὲς τὴν ἐρηµιὰ αὐτὴ τὴν ζεῖ καὶ ἡ νέα γενιὰ στὴν προσπάθειά της νὰ διοχετεύσει τὸν ἐνθουσιασµό της σὲ ἔργα δηµιουργικὰ καὶ µεγάλα. Ἀναζητάει ἰδανικά, µεγάλες µορφὲς καὶ βλέπει τὴν ἐρηµιὰ ἀπὸ πρότυπα, ἀπὸ προσωπικότητες ἄξιες µιµήσεως καὶ θαυµασµοῦ. Λαχταράει τὶς κορυφὲς τῆς ἀρετῆς καὶ συναντάει τὴν καµπίσια ζωή, τοὺς µολυσµένους βάλτους.
.             Σ᾽ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ὁ κίνδυνος τῆς ἀπογοητεύσεως εἶναι µεγάλος. Ἡ ἐρηµιὰ ἀπειλεῖ νὰ γίνει µόνιµη περιοχὴ τῆς καρδιᾶς. Ἡ ὀλιγοπιστία ψιθυρίζει τὸ κλαψοτράγουδό της: «Οὐκ ἔχοµεν ὧδε εἰ µἡ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας». Τίποτα σχεδὸν δὲν ἔχουµε. Πῶς θὰ τὰ βγάλουµε πέρα; Πῶς θὰ ἀνταποκριθοῦµε στὶς τόσες ἀπαιτήσεις;

* * *

.             Πῶς; Ἡ ἀπάντηση εἶναι µία καὶ µοναδικὴ καὶ ἀποτελεσµατική. Ὁ Χριστός. Τότε κοντὰ στὸν Χριστὸ «ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν». Καὶ σήµερα καὶ σὲ κάθε ἐποχὴ ἡ ἐρηµιὰ γίνεται ὄαση. Κοντά Του χορταίνουµε ἀληθινά. Βρίσκουν τὴν ἐκπλήρωσή τους οἱ ἀναζητήσεις µας, οἱ ὄµορφοι πόθοι µας, οἱ εὐγενικὲς φιλοδοξίες µας.
.             Κοντὰ στὸν Χριστὸ καὶ στὸ παραδειγµα τοῦ Χριστοῦ: «νέβλεψεν ες τν ορανόν». Πρῶτα ἀνέβλεψε καὶ ὕστερα εὐλόγησε καὶ πολλαπλασίασε. Ἂς ὑψώσουµε κι ἐµεῖς τὸ βλέµµα καὶ τὴν καρδιὰ στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ εἴµαστε βέβαιοι, πὼς ἡ ἔρηµος θὰ γεµίζει ἄνθη καὶ ἡ ψυχή µας δὲν θὰ λιµοκτονεῖ στὴν Σαχάρα τῆς ἀπογνώσεως.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΦΥΓΑΔΕΣ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ»

«ΦΥΓΑΔΕΣ…»
(Σοφία Σολομῶντος ιζ΄ 2)

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ», 
ἀρ. τ. 4265, Φεβρ. 2013
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.          Φεύγουν. Διαβαίνουν τὰ σύνορα καί ἀπομακρύνονται. Τὸ σκοτάδι τῆς νύχτας πνίγει τὰ βήματά τους. Τὸ ἄγνωστο ἔδαφος ἀνοίγει κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τους ἀβύσσους καί γκρεμούς. Ὅπου καὶ νὰ πᾶνε, θὰ εἶναι οἱ φυγάδες. Αὐτοὶ ποὺ ἐγκατέλειψαν ἕναν ὄμορφο κόσμο, μίαν ἅγια γῆ, γιὰ νὰ  πορευθοῦν στὸ χάος καί στήν καταστροφή. Αὐτοὶ ποὺ διάλεξαν τὸν τραγικὸ κλῆρο, τὴν θλιβερὴ καί σκοτεινὴ ζωὴ τῶν φυγάδων.
.          Μὰ γιὰ ποιούς φυγάδες πρόκειται; Τὸ βιβλίο τῆς Σοφίας Σολομῶντος μᾶς παρουσιάζει μιὰ εἰδικὴ κατηγορία τους στὸ δέκατο ἕβδομό του κεφάλαιο. Ἀσφαλῶς εἶναι ἡ τραγικότερη, ἡ σκοτεινότερη καί πάντως ἡ πιὸ παράξενη κατηγορία φυγάδων. Πρόκειται γιὰ τους «φυγάδες τῆς αἰωνίου προνοίας» (Σοφία Σολομῶντος ιζ΄ 2).

*   *   *

.          «Φυγάδες τῆς αἰωνίου προνοίας», τῆς ἀγαθῆς καί σαφῆς προνοίας τοῦ Θεοῦ!  Ὑπῆρξαν στὸ παρελθὸν πολλοί. Ὑπάρχουν καί στήν ὥρα αὐτὴ ποὺ ζοῦμε. Εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ εἶπαν: «Δὲν πιστεύουμε σὲ θεία Πρόνοια. Δὲν πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς κυβερνάει τὸν κόσμο μὲ τὴν ἀγάπη του καὶ τὴν σοφία του. Στήν τύχη προχωρεῖ ὁ κόσμος τὸν δρόμο του. Στήν τύχη ζοῦμε, γεννιόμαστε, πεθαίνουμε. Δὲν ὑπάρχει κανένα στοργικὸ χέρι ἐπάνω μας».
.          Ἡ ἀπόρριψη τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ δημιουργεῖ τὴν πρώτη φάλαγγα τῶν «φυγάδων τῆς αἰωνίου προνοίας».
.          Κλείνουν μὲ ἕναν ἀξιοθρήνητο τρόπο τὰ μάτια τους οἱ φυγάδες αὐτοί. Δὲν βλέπουν τὰ θαυμάσια τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο του. Τοὺς τρομάζει τὸ κακό, ἡ ἀδικία, τὸ μίσος, ἡ παλιανθρωπιά, ἡ κυριαρχία τῶν τυφλῶν συμφερόντων. Καί ἀφήνουν νὰ κλονιστεῖ ἡ ἐμπιστοσύνη τους στήν ἀγάπη καί τὴν στοργὴ τοῦ Θεοῦ. Ξεχνοῦν τὴν Σάρκωση, τὴν Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Δὲν συλλογίζονται ὅτι «οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν…» (Ἰωάν. γ´ 16). Καί δὲν σκέπτονται ὅτι πίσω ἀπὸ τὸν ἥλιο, ποὺ λάμπει στὸν οὐρανό, ὑπάρχει ἕνας Πατέρας ὅλος στοργή, ποὺ «ἀνατέλλει τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἐπὶ πονηροὺς καί ἀγαθοὺς» (Ματθ. ε΄ 4), διότι γιὰ ὅλους προνοεῖ.
.          Ἔτσι οἱ «φυγάδες τῆς αἰωνίου προνοίας» ἀνταλλάσσουν τὴν ἐμπιστοσύνη τους στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἄρνηση, τὴν ἀγωνία, τὴν φρικτὴ ἀβεβαιότητα. Ἐγκαταλείπουν τὴν πατρίδα τους, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν στοργὴ τοῦ Κυρίου καὶ φεύγουν, τραβοῦν γιὰ τὰ σκοτάδι, τὴν τύχη, τὸ χάος. Καί πνίγονται μέσα στὴν θλίψη, τὴν μόνιμη ταραχή, τὸ κενό…
.          «Φυγάδες τῆς αἰωνίου προνοίας». Εἶναι καί ἄλλοι. Σχηματίζουν ἀτέλειωτα καραβάνια μέσα στὴν ἔρημο τοῦ σημερινοῦ κόσμου. Εἶναι αὐτοὶ ποὺ λένε: «Δὲν ὑπολογίζω στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Εἴτε ὑπάρχει εἴτε δὲν ὑπάρχει τέτοια Πρόνοια, μοῦ εἶναι ἀδιάφορο. Ἐγὼ κοιτάζω τὰ χέρια μου. Κοιτάζω νὰ ζήσω τὴν ζωή μου. Νὰ τὴν φτιάξω μόνος μου. Νὰ τὴν κερδίσω χωρὶς τὴν βοήθεια καμιᾶς θείας Πρόνοιας». Ἔτσι λένε. Εἶναι οἱ ἀρνητές. Καί γίνονται φυγάδες, ὅπως οἱ προηγούμενοι. Παύουν νὰ προσεύχονται. Παύουν νὰ ὑπολογίζουν τοὺς νόμους τοῦ Θεοῦ. Παύουν νὰ αἰσθάνονται ὅτι ἡ ζωή τους εἶναι στὰ χέρια τοῦ Παντοδυνάμου. Ἀφήνουν τὴν ἀγκάλη τοῦ Θεοῦ. Αὐτοῦ ποὺ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ εἶναι μαζί μας «ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. κη΄ 20). Καί ἀρχίζουν τὴν θλιβερή τους περιπλάνηση στοὺς ἄχαρους δρόμους τοῦ κακοῦ. Φυγάδες ἀπὸ μιὰ χώρα ὅπου κυριαρχοῦν ἡ ἀγάπη, ἡ σοφία, ἡ ἀλήθεια, ἡ δικαιοσύνη καί τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, παραδίδονται σὲ μιὰ ζωὴ ἀγιάτρευτης, μόνιμης, σκληρῆς προσφυγιᾶς.

*   *   *

.          «Φυγάδες τῆς αἰωνίου προνοίας». Μήπως εἴμαστε λίγο πολὺ τέτοιοι κι ἐμεῖς; Μήπως, ἂν δὲν ἔχουμε φύγει, πάντως βρισκόμαστε ἤδη στὰ σύνορα, ἕτοιμοι νὰ γίνουμε φυγάδες;
.          Ἂν ὄχι, τότε γιατί σκεπτόμαστε ἐλάχιστα ἢ καθόλου τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί τὴν ἀποφασιστική του βοήθεια στὰ ζητήματά μας;
.          Ἂν ὄχι, τότε γιατί ἀφήνουμε νὰ μᾶς παρασύρει τὸ ρεῦμα τῆς ἀπελπισίας, πού δέρνει τόσες ψυχὲς πού δὲν  πιστεύουν;
.          Ἂν ὄχι, τότε γιατί βασανιζόμαστε ἀπὸ ἕνα σωρὸ ἀγωνίες, σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει Θεὸς Πατέρας ἐπάνω μας;
.          Ἂν ὄχι, τότε γιατί δὲν ἐμπιστευόμαστε τὴν οἰκογένειά μας, τὰ παιδιά μας, τὶς ἐπαγγελματικές μας μέριμνες, τὶς ἀρρώστιες μας, τὸ μέλλον μας στήν  πρόνοια τοῦ Θεοῦ;

*   *   *

.          Πατέρα μου, Θεέ μου, μὲ πόση ἀγαλλίαση μπορῶ νὰ Σὲ ὀνομάζω ἔτσι! Νὰ ξέρω, νὰ ζῶ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶσαι ἕνας ἀληθινὸς Πατέρας, σοφός, παντοδύναμος, μακρόθυμος, ποὺ κυβερνᾶ τὴν ζωή μου καί τὴ ζωὴ τῶν ἀδελφῶν μου. Νὰ ξέρω ὅτι ἐπάνω μου εἶναι χυμένη ἡ πιὸ μεγάλη στοργή, νὰ νιώθω τὸ χέρι μου μέσα στὸ δικό Σου.
.          Κύριε, πιστεύω στήν πρόνοιά Σου καί ὁμολογῶ ὅτι θέλω ν’ ἀνήκω γιὰ πάντα στὸ βασίλειο τῆς ἀγάπης Σου.
.          Μὴ μ’ ἀφήσης, Πατέρα μου, νὰ βρεθῶ ἔξω ἀπὸ τὸ βασίλειο αὐτό. Κράτησέ με κοντά Σου, γιὰ νὰ μπορῶ νὰ χαίρομαι μαζί Σου. Κοντά Σου, κοντά Σου γιὰ πάντα. Ἀμήν.

Σχολιάστε