Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Θεάνθρωπος

Ο ΤΕΛΕΙΟΤΕΡΟΣ ΟΡΙΣΜΟΣ τῆς ΖΩΗΣ (Ἅγ. Ἰουστίνος Πόποβιτς)

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγ. Ἰουστίνου [Πόποβιτς],
Δογματική, Ὀρθόδοξη Φιλοσοφία τῆς Ἀλήθειας,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Βατοπαιδίου,
Ἅγιον Ὄρος 2019, σελ. 237-238
Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφίας»

.             «Ἡ ζωὴ σὺν Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ» (Κολ. γ´ 3). Αὐτὴ στὴν πραγματικότητα πρέπει νὰ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ χάρη της δημιουργήθηκαν οἱ ἄνθρωποι, γι᾽ αὐτὸ ἦλθε καὶ ὁ Θεάνθρωπος στὸν κόσμο μας καὶ προσέλαβε τὴν ζωή μας, γιὰ νὰ τὴν μεταφέρει στὸν θεῖο προορισμὸ καὶ στόχο της. Καὶ ὁ προορισμός της εἶναι ἡ θεο-ζωή. Τέτοια ἦταν ἡ ζωή μας στὸν παράδεισο, θεο-ζωή. Ἡ ἀμαρτία τὴν ἀπέκοψε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἕνωσε μὲ τὸν διάβολο! Ἔκτοτε, ἡ ζωή μας ἔγινε μία μορφὴ διαβολο-ζωῆς. Ὁ Θεάνθρωπος ἦλθε στὸν κόσμο μας, γιὰ νὰ τὴν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸν θάνατο, τὸν διάβολο καὶ ἔτσι ἀπὸ διαβολο-ζωὴ νὰ τὴν ἐπαναφέρει σὲ θεο-ζωή. Αὐτὸ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει μόνον ὁ Θεάνθρωπος, γιατὶ Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἐν Ἑαυτῷ ἕνωσε τὴν ζωή μας μὲ τὸν Θεό, καθιστώντας την ἐκ νέου θεο-ζωή, ζωὴ κρυμμένη «σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ». Ἐνανθρωπιζόμενος ὁ Θεὸς Λόγος ἔγινε ἡ ζωή μας, καὶ μὲ τὴν ζωή Του μᾶς ἔδειξε τί εἶναι ἡ θεο-ζωή. Θεάνθρωπος, θεο-ζωή: ὅλη ἡ ζωὴ ἐν τῷ Θεῷ, ἐκ τοῦ Θεοῦ, χάριν τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεανθρώπινη ζωὴ τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή, κανονική, ζωή. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινο σῶμα μὲ ζωὴ θεανθρώπινη. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ἡ ζωή μας γίνεται θεο-ζωή, «σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ»· ἐκεῖ, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, βιώνουμε τὴν ἀνθρώπινη ζωή μας ὡς θεανθρώπινη, «ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ´ 20)
.             Ὁ Θεὸς Λόγος ἐμφανίσθηκε στὴν γῆ ὡς Θεάνθρωπος, ὡς Ἐκκλησία, ἀποθησαυρίζοντας μέσα στὴν τελευταία, πρωτίστως, τὸν Ἑαυτό Του, τὸ Μόνο Ἁγίασμα τῶν Ἁγιασμάτων, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἄφατα θεῖα πλούτη. Μέσα στὸ θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας οἱ χριστιανοί, Θείᾳ Χάριτι, βιώνουν τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ ἄπειρο τέλος της. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ θεόδοξος Ἀπόστολος εὐαγγελίζεται: «ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ἡμῶν, τότε καὶ ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσθε ἐν δόξῃ» (Κολ. γ´ 4). Ἡ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ εἶναι, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος της, ζωὴ ἐν Χριστῷ. Καὶ μάλιστα ὄχι μόνον ἐν Χριστῷ, ἀλλὰ «ὁ Χριστὸς ἡ ζωὴ ἡμῶν». Αὐτὸς εἶναι ὁ τελειότερος ὁρισμὸς τῆς ζωῆς, ἰδοὺ τί εἶναι ζωή: ὁ Χριστός-ζωή.

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΔΕΙΛΙΑ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ πρὸ τοῦ Πάθους

Ἡ λύπη καί ἡ δειλία τοῦ Χριστοῦ πρό τοῦ Πάθους

ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο
τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου
«Οἱ Δεσποτικές Ἑορτές»
ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου
σελ. 227-229

.               Μετά τόν Μυστικό Δεῖπνο ὁ Χριστός παρέλαβε τούς Μαθητές Του καί ἦλθαν σέ χωρίο, πού ὀνομαζόταν Γεθσημανῆ. Ἀφοῦ ἄφησε ἐκεῖ τούς ὀκτώ Μαθητές, παρέλαβε τόν Πέτρο, τόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη πιό πέρα, καί ἐκεῖ προσευχήθηκε θερμά στόν Πατέρα Του.
.               Ἀπό τό περιστατικό αὐτό πρέπει νά σημειωθοῦν δύο φράσεις τοῦ Χριστοῦ, πού ἔχουν σχέση μέ τήν θεολογία τοῦ Πάθους καί τοῦ Σταυροῦ .
.               Ἡ μία ἐλέχθη πρός τούς τρεῖς αὐτούς Μαθητές, καί ἡ ἄλλη εἶναι μιά περιεκτική προσευχή, πού ἔκανε στόν Πατέρα Του πρό τοῦ φρικτοῦ Πάθους. …
.               Ὁ Χριστός, εὑρισκόμενος πρό τοῦ Πάθους Του, «ἤρξατο λυπεῖσθαι καί ἀδημονεῖν». Οἱ τρεῖς Μαθητές ἀπέκτησαν ἐμπειρία τῆς λύπης καί τῆς ἀγωνίας τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή ἡ λύπη καί ἡ ἀγωνία ἐκφράσθηκε μέ μιά φράση: «Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου», καί μάλιστα ζήτησε τήν συμπαράστασή τους (Ματθ. κστ΄, 37-38). Ἡ φράση αὐτή πρέπει νά συνδυασθῆ μέ τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ, πού εἶπε πάλι πρό τοῦ Πάθους Του: «Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται, καί τί εἴπω; πάτερ σῶσόν με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης» (Ἰω. ιβ΄, 27).
.               Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, ἐδῶ ἐκφράζεται μιά δειλία τοῦ Χριστοῦ πρό τῶν Παθῶν καί τοῦ θανάτου. Γιά νά μή γίνη, ὅμως, καμμιά παρερμηνεία, πρέπει νά λεχθῆ ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός κάνει διάκριση μεταξύ τῆς κατά φύση καί παρά φύση δειλίας.
.               Ἡ φυσική δειλία τῆς ψυχῆς πρό τοῦ θανάτου ὀφείλεται στό ὅτι ὑπάρχει στενή σχέση μεταξύ τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, καί ἔτσι ὁ θάνατος, διά τοῦ ὁποίου ἡ ψυχή ἀποχωρίζεται ἀπό τό σῶμα, δέν εἶναι φυσικό γεγονός. Γι’ αὐτό, εἶναι φυσικό, ὅταν ἡ ψυχή ἑτοιμάζεται νά ἀποχωρήση ἀπό τό σῶμα, νά ἀγωνιᾶ, νά δειλιᾶ.
.               Ἡ παρά φύση δειλία προέρχεται ἀπό τήν προδοσία τῶν λογισμῶν, τήν ἀπιστία καί τήν ἄγνοια τῆς ὥρας τοῦ θανάτου. Ἐπειδή ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του προσέλαβε ὅλα τά ἀδιάβλητα πάθη, καί μάλιστα ἐπειδή προσέλαβε παθητό καί θνητό σῶμα, γι’ αὐτό καί δειλίασε φυσικῶς.
.               Στόν Χριστό, ὅμως, ἐκδηλώθηκε ἡ κατά φύση δειλία καί ὄχι ἡ παρά φύση δειλία. Βέβαια, καί αὐτό πρέπει νά τό δοῦμε μέσα ἀπό τήν προοπτική ὅτι καί αὐτά ἀκόμη τά ἀδιάβλητα πάθη στόν Χριστό δέν ἐνεργοῦσαν ἀναγκαστικῶς, ἀλλά ἑκουσίως, δηλαδή ὁ Ἴδιος ἐνεργοῦσε πάνω σέ αὐτά. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἑρμηνεύοντας τό «νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται», λέγει ὅτι τό «νῦν» σημαίνει ὅτι ἡ θεία θέληση παραχώρησε στήν ἀνθρώπινη φύση νά δειλιάση πρό τοῦ θανάτου.
.               Κατά τόν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, ἡ δειλία τοῦ Χριστοῦ πρό τοῦ Πάθους ἔδειχνε ὅτι ἦταν πραγματικός ἄνθρωπος, δηλαδή, ὅτι προσέλαβε ἀληθινή φύση ἀπό τήν Παναγία, καί ἀκόμη ὅτι ὁ θάνατος δέν εἶναι φυσική κατάσταση. Ἐπειδή, ὅμως, ὅταν ἐνεργοῦσε κάθε φύση στόν Χριστό, ἐνεργοῦσε μέ τήν κοινωνία τῆς ἄλλης, γι’ αὐτό καί ὡς ἄνθρωπος θορυβήθηκε μέ τήν μνήμη τοῦ θανάτου, ἀμέσως ὅμως ὡς Θεός μεταμόρφωσε τήν δειλία σέ εὐτολμία. Γι’ αὐτό, ὅπως θά δοῦμε πιό κάτω, ὁ Χριστός μέ τήν ἐξουσιαστική δύναμη πού εἶχε, ὁ Ἴδιος κάλεσε τόν θάνατο νά ἔλθη.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ ΙΗΣΟΥΣ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς καὶ ἡ ἀνθρώπινη Δικαιοσύνη

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.             Ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς ὑπῆρξε θύμα τῆς ἀνθρώπινης δικαιοσύνης. Ὁ ἀψεγάδιαστος, ὁ ἄμεμπτος, ὁ ἄμωμος, ποὺ μόνο εὐεργεσία καὶ ἀγάπη σωτηρίας προσέφερε πρὸς ὅλους – ἀκόμη καὶ στοὺς πιὸ ἁμαρτωλοὺς καὶ ἀπόβλητους τῆς κοινωνίας – καταδικάστηκε στὴν ἐσχάτη, στὴν πιὸ ἐπώδυνη καὶ στὴν πιὸ ταπεινωτικὴ τῶν ποινῶν, στὸν σταυρικὸ θάνατο. Τὰ «οὐαὶ» καὶ ἡ ἐκ μέρους Του καταδίκη της ὑποκριτικῆς ζωῆς καὶ συμπεριφορᾶς τῶν ἀξιωματούχων τῆς ἑβραϊκῆς κοινωνίας καὶ ἡ δική Του ζωὴ καὶ διδασκαλία ἀποτελοῦσαν καρφὶ στὰ μάτια τους καὶ ἀποφάσισαν νὰ τὸν ἐξοντώσουν. Μέσα στὸν φανατισμὸ καὶ στὴν παραζάλη τοῦ φθόνου καὶ τοῦ μίσους τους πίστεψαν ὅτι ὁ τάφος θὰ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὸ σβήσιμο τοῦ Ἰησοῦ καὶ τῆς διδασκαλίας Του…
.             Στήσανε μία «δίκη» μὲ προειλημμένη ἀπόφαση! Κατασκευάσανε κατηγορία, γιὰ τὴν ὁποία ἡ ποινὴ ἦταν ὁ θάνατος, καὶ ἀναζήτησαν ψευδομάρτυρες: «Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ τὸ συνέδριον ὅλον ἐζήτουν ψευδομαρτυρίαν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ ὅπως θανατώσωσιν αὐτὸν» (Ματθ. κϛ´ 59). Τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν ἐνώπιόν του Ἀρχιερέως, ὁ ὁποῖος ἔπαιξε τὸ ρόλο τοῦ ἀνακριτοῦ ὁλοκληρωτικοῦ καθεστῶτος. Μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ζῶντος Θεοῦ ἐκμαίευσε τὴν ἀπάντηση τῆς Ἀληθείας ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτήν, σὲ ἕνα ρεσιτὰλ ἠθοποιίας, δείχνει ἀγανακτισμένος, σχίζει τὰ ροῦχα του καὶ σὲ ἔξαλλη κατάσταση κραυγάζει τὴν ἐτυμηγορία του, ὅτι ὁ Κύριος βλασφήμησε, καὶ δῆθεν ἐκτὸς ἑαυτοῦ ρωτάει τοὺς ὑποτακτικούς του, γιὰ νὰ τοῦ ποῦν αὐτὸ ποὺ τοὺς εἶχε δασκαλέψει, ὅτι εἶναι «ἔνοχος θανάτου». Ἡ καταδίκη ἔφερε καὶ τὴ βία σὲ βάρος τοῦ ἀθώου Θεανθρώπου: «Τότε ἐνέπτυσαν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ ἐκολάφισαν αὐτόν, οἱ δὲ ἐρράπισαν λέγοντες, προφήτευσον ἠμίν, Χριστέ, τὶς ἐστὶν ὁ παίσας σέ;» (Ματθ. κϛ´ 67).
.             Οἱ ἄρχοντες τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰησοῦ, ὅταν ἄρχισε νὰ διδάσκει καὶ νὰ εὐεργετεῖ τὸ λαό, Τὸν παρακολουθοῦσαν μὲ περιέργεια. Στὴ συνέχεια ἄρχισαν νὰ ἐνοχλοῦνται καὶ νὰ τοῦ βάζουν ἐρωτήσεις, πού, μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ἔγιναν προκλητικὲς καὶ παραπειστικές. Μετὰ ἡ ἐνόχληση μεγάλωσε καὶ ἄρχισαν οἱ σὲ βάρος Τοῦ μομφές, ὅτι δὲν σέβεται τὸν Νόμο καὶ εὐεργετεῖ τὸ λαὸ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου… Ἡ ἐνόχληση ἔφτασε στὸ ἀποκορύφωμά της καὶ ἐξελίχθηκε σὲ μανία ἐξόντωσης, ὅταν εἶδαν ὅτι Ἐκεῖνος ἐπηρέαζε σὲ βάρος τους τὸ λαό, διδάσκοντας ἕναν ἄλλο τρόπο ζωῆς ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἐκεῖνοι παρουσίαζαν καὶ καταδικάζοντας τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴν ὑποκρισία τους. Ἔτσι ἀποφάσισαν νὰ Τὸν ἐκτελέσουν χρησιμοποιώντας τὴν ἐλεγχόμενη ἀπὸ αὐτοὺς δικαιοσύνη…
.             Οἱ ἴδιοι δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν ἐκτελέσουν καὶ ζήτησαν τὴ συνδρομὴ τοῦ ἐκπροσώπου τῆς Ρωμαϊκῆς ἐξουσίας, τοῦ Πιλάτου. Αὐτὸς δὲν εἶχε τὶς αἰτίες ποὺ εἶχαν οἱ ὁμοεθνεῖς του Ἰησοῦ γιὰ νὰ τὸν καταδικάσει. Εἶχε καλλιέργεια καὶ ἐξυπνάδα γιὰ νὰ καταλάβει ὅτι ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς ἦταν ἀθῶος καὶ ὅτι ἐπειδὴ Τὸν φθονοῦσαν τοῦ Τὸν παρέδωσαν. «Ἤδει γὰρ ὅτι διὰ φθόνον παρέδωκαν αὐτόν». (Ματθ. κζ´18). Ἐπὶ πλέον εἶχε τὴν ὑπὲρ τοῦ Κυρίου συμβουλὴ τῆς γυναίκας του, ποὺ φαίνεται ὅτι τὸν ἐπηρέαζε. Ἐπιχείρησε νὰ Τὸν γλυτώσει ἀπὸ τὴ θανατικὴ καταδίκη. Τοὺς πρότεινε νὰ Τὸν ἀπελευθερώσει ἀντὶ τοῦ αἱμοσταγοῦς ληστῆ Βαρραβᾶ, ἀλλὰ ἐκεῖνοι προτίμησαν τὸν ληστὴ ἀντὶ τοῦ ἀθώου Χριστοῦ, ποὺ πίστευαν ὅτι τοὺς ἀπειλοῦσε περισσότερο.
.             Γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ὁ Πιλάτος ἀπὸ τὴν εὐθύνη τῆς καταδίκης Τὸν ἔστειλε στὸν Ἡρώδη, ποὺ ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες βρισκόταν στὴν Ἱερουσαλήμ. Αὐτὸς χάρηκε ποὺ τοῦ πῆγαν τὸν Ἰησοῦ, γιατί ἱκανοποίησε τὴν ἄρρωστη περιέργειά του. Εἶχε ἀκούσει γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ μέσα στὴ διεστραμμένη του διάνοια νόμιζε ὅτι εἶχε ἀπέναντί του κάποιον ταχυδακτυλουργὸ – θαυματοποιὸ ποὺ θὰ τοῦ ἔκανε ἐπίδειξη τῶν ἱκανοτήτων του: « Ὁ δὲ Ἡρώδης ἰδὼν τὸν Ἰησοῦν ἐχάρη λίαν, ἢν γὰρ ἐξ ἱκανοῦ θέλων ἰδεῖν αὐτὸν διὰ τὸ ἀκούειν αὐτὸν πολλὰ περὶ αὐτοῦ καὶ ἤλπιζε τί σημεῖον ἰδεῖν ὑπ’ αὐτοῦ γινόμενον…» (Λουκ. κγ´8). Τοῦ ἔκανε πολλὲς ἐρωτήσεις, ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς σιωποῦσε, τὴν ὥρα ποὺ ὁ συρφετὸς τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν γραμματέων Τὸν κατηγοροῦσαν μὲ πάθος καὶ πεῖσμα. Ὁ Ἡρώδης ἀφοῦ ἱκανοποίησε τὴν περιέργειά του καὶ ἀπογοητεύθηκε ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ Ἰησοῦ, μαζὶ μὲ τοὺς στρατιῶτες τοῦ Τὸν ἐξευτέλισε, Τὸν περιγέλασε, Τὸν ἕντυσε μὲ «ἐσθήτα λαμπρᾶν» καὶ Τὸν ἔστειλε πίσω στὸν Πιλάτο…
.             Νέα προσπάθεια κάνει ὁ Πιλάτος γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν εὐθύνη τῆς καταδίκης. Βάζει τοὺς στρατιῶτες του καὶ μαστιγώνουν τὸν Ἰησοῦ, Τοῦ βάζουν ἕνα στεφάνι ἀπὸ ἀγκάθια στὸ κεφάλι καὶ Τὸν τυλίγουν μὲ ἕνα μανδύα, καὶ ἔκαμαν ὅ, τί μποροῦσαν γιὰ νὰ Τὸν ἐξευτελίσουν. Ὁ Πιλάτος θέλησε νὰ Τὸν δοῦν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ ὁ ὄχλος ἔτσι πονεμένο, ἐξαντλημένο καὶ περιφρονημένο γιὰ νὰ τοὺς κάνει νὰ Τὸν λυπηθοῦν, ἢ νὰ πεισθοῦν ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς κάνει κακό. Κανένας πόνος ἀπὸ αὐτούς, καμιὰ συμπόνοια, μόνο κραυγὲς «Σταύρωσε Τὸν! Σταύρωσε Τὸν». «Πάρτε Τὸν καὶ σταυρῶστε Τὸν ἐσεῖς. Ἐγὼ δὲν βρίσκω αἰτία καταδίκης Του», τοὺς φώναξε καὶ ἐκεῖνοι τοῦ ἀπάντησαν: «Μὲ βάση τὸ Νόμο μας εἶναι ἔνοχος θανάτου». Ἀκολούθησε νέος διάλογος καὶ τότε οἱ ἰουδαῖοι χρησιμοποίησαν τὸ μεγάλο ὅπλο τους, φοβέρισαν τὸν Πιλάτο καὶ τὸν ἐκβίασαν νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν ἀδικία, κραυγάζοντας ὑποκριτικά, ἀφοῦ ἦταν γνωστὸ ὅτι μισοῦσαν τὴ ρωμαϊκὴ κυριαρχία: «Ἐὰν τοῦτον ἀπολύσης, οὐκ εἶ φίλος του Καίσαρος. Πᾶς ὁ βασιλέα αὐτὸν ποιῶν ἀντιλέγει τῷ Καίσαρι… Οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα». (Ἰωάν. ιθ´12-16). Ὁ φιλοτομαρισμὸς καὶ ὁ φόβος τῆς ἀπώλειας τῆς θέσης, τῶν ἀνέσεων, τῶν κεκτημένων ἐξοβελίζει τὴ δικαιοσύνη… Ὁ Πιλάτος μπορεῖ νὰ ἔπλυνε τὰ χέρια του, δὲν ξέπλυνε ὅμως τὸ ἔγκλημά του κατὰ τοῦ ἀθώου Ἰησοῦ.
.             Ἀνθρώπινη δικαιοσύνη θὰ ὑπάρχει ὅσο θὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι στὴ γῆ καὶ θὰ εἶναι πάντοτε ἀτελής. Θὰ καταδικάζει ἀθώους, ὅπως ὁ Χριστός, καὶ θὰ ἀθωώνει ἐνόχους. Κατὰ τὸ φιλοσοφικὸ λεξικὸ τοῦ Κέμπριτζ δικαιοσύνη εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ δέοντος. Ἀλλὰ τὸ ἐρώτημα εἶναι ποιὸς ὁρίζει τὸ δέον καὶ ποιὸς τὸ κρίνει. Τὸ δέον κατὰ τὴ βούληση τῶν ἀρχιερέων τῶν ἰουδαίων στὴν περίπτωση τοῦ Θεανθρώπου ἦταν ἡ καταδίκη Του σὲ θάνατο καὶ ἦταν ἄδικη, ἐγκληματική… Τὰ παραδείγματα στὴν ἀνθρώπινη Ἱστορία ἄδικης ἐφαρμογῆς τῆς δικαιοσύνης πάμπολλα. Τὸ συμφέρον καὶ τὸ δίκαιο τοῦ ἰσχυροτέρου κυριαρχεῖ σὲ πολλὲς ἀποφάσεις καὶ ἐφαρμογές της. Τὶς περισσότερες μάλιστα φορὲς ἡ ἀδικία ἐμφανίζεται ὡς ἐφαρμογὴ τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τὰ διεστραμμένα μυαλὰ ὅσων τὴν πέτυχαν…-

,

Σχολιάστε

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ Η ΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ (π. Γεώργιος Μεταλληνὸς)

λήθεια γι τ Χριστούγεννα
κα
μυθοποίηση τ
ν Χριστουγέννων
π. Γεώργιος Μεταλλην
ς

«Παρεμβάσεις Ἱστορικὲς καὶ Θεολογικὲς»,
 ἐκδ. «Διήγηση», Ἀθήνα 1998.

.              Μὲ τὴν ἐνανθρώπηση καὶ τὴν γέννησή Του ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς πραγματοποιεῖ τὸν σκοπὸ τῆς πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἐμφάνιση τοῦ Θεανθρώπου στὴν Ἱστορία. Τὴν ἕνωση τοῦ κτιστοῦ πλάσματος μὲ τὸν Ἄκτιστο Πλάστη. Ὁ σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως εἶναι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου. «Ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα Θεὸν τὸν Ἀδὰμ ἀπεργάσηται» (τροπάριο Χριστουγέννων). «Αὐτὸς ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν» (Μ. Ἀθανάσιος). «Ἄνθρωπος γὰρ ἐγένετο ὁ Θεὸς καὶ Θεὸς ὁ ἄνθρωπος» (Ἰω. Χρυσόστομος). Στὴ λογικὴ ἑνὸς ἠθικιστοῦ ὁ ὅρος «θεοποιηθῶμεν», ποὺ χρησιμοποιοῦν Πατέρες, ὅπως ὁ Μ. Ἀθανάσιος, εἶναι σκάνδαλο. Γι’ αὐτὸ μιλοῦν γιὰ «ἠθικὴ θέωση». Διότι φοβοῦνται νὰ δεχθοῦν ὅτι μὲ τὴ θέωση μεταβάλλεται «κατὰ χάριν» αὐτὸ ποὺ ὁ Τριαδικὸς Θεὸς εἶναι «κατὰ φύσιν» (ἄκτιστος, ἄναρχος, ἀθάνατος). Τὰ Χριστούγεννα εἶναι, γι’αὐτό, ἄμεσα συνδεδεμένα καὶ μὲ τὴ Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἀνάληψη καὶ τὴν Πεντηκοστή. Ὁ Χριστὸς-Θεάνθρωπος χαράζει τὸν δρόμο, ποὺ καλεῖται νὰ βαδίσει κάθε σωζόμενος ἄνθρωπος, ἐνούμενος μαζί Του.
.              Ὁ Εὐαγγελισμὸς καὶ τὰ Χριστούγεννα ὁδηγοῦν στὴν Πεντηκοστή, τὸ γεγονὸς τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἐν Χριστῷ, μέσα δηλαδὴ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἂν τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἡ γέννηση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου, ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου ὡς Θεοῦ κατὰ χάριν. Μὲ τὸ βάπτισμά μας μετέχουμε στὴ σάρκωση, τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ζοῦμε καὶ μεῖς τὰ «Χριστούγεννά μας», τὴν ἀνά-πλασή μας. Οἱ Ἅγιοι δὲ ποὺ φθάνουν στὴν ἕνωση μὲ τὸν Χριστό, τὴν θέωση, μετέχουν στὴν Πεντηκοστὴ καὶ φθάνουν ἔτσι στὴν τελείωση καὶ ὁλοκλήρωση τοῦ ἀναγεννημένου ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου. Αὐτὸ σημαίνει ἐκκλησιαστικὰ πραγμάτωση τοῦ ἀνθρώπου, ἐκπλήρωση δηλαδὴ τοῦ σκοποῦ τῆς ὑπάρξεώς του.
.              Ὅσο καὶ ἂν εἶναι κουραστικὸς ὁ θεολογικὸς λόγος, καὶ μάλιστα στὸν ἀμύητο θεολογικὰ σύγχρονο ἄνθρωπο, δὲν ἐκφράζει παρὰ τὴν πραγματικότητα τῆς ἐμπειρίας τῶν Ἁγίων μας. Μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐμπειρία καὶ μόνο μποροῦν νὰ κατανοηθοῦν ἐκκλησιαστικά, δηλαδὴ Χριστοκεντρικά, τὰ Χριστούγεννα. Ἀντίθετα, ἡ ἀδυναμία τοῦ μὴ ἀναγεννημένου ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου νὰ νοηματοδοτήσει τὰ Χριστούγεννα ἔχει ὁδηγήσει σὲ κάποιους γύρω ἀπ’ αὐτὰ μύθους. Οἱ ἄγευστοι τῆς ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς, μὴ μπορώντας νὰ ζήσουν τὰ Χριστούγεννα, μυθολογοῦν γι’αὐτά, στὰ ὅρια τῆς φαντασίας καὶ μυθοπλασίας, χάνοντας τὸ ἀληθινὸ νόημά τους. Ὅπως μάλιστα θὰ δοῦμε, ὁ ἀποπροσανατολισμὸς αὐτὸς δὲν συνδέεται πάντοτε μὲ τὴν ἄρνηση τοῦ μυστηρίου, ἀλλὰ μὲ ἀδυναμία βιώσεώς του, ποὺ ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν παρερμηνεία του.
.              Μία πρώτη μυθολογικὴ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα τῶν Χριστουγέννων δίνεται ἀπὸ τὴν αἵρεση, τὴ στοχαστικὴ καὶ ἀνέρειστη -ἀνεμπειρικὴ δηλαδὴ- θεολόγηση. Ὁ δοκητισμός, ἡ φοβερότερη αἵρεση ὅλων τῶν αἰώνων, δέχθηκε κατὰ φαντασίαν νάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου (δοκεῖν-φαίνεσθαι). Φαινομενική, δηλαδή, παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν ἐνδοκοσμικὴ πραγματικότητα. Γιὰ ποιὸ λόγο θὰ μποροῦσε νὰ ἐρωτήσει κανείς. Οἱ Δοκῆται ἢ Δοκηταὶ κάθε ἐποχῆς δὲν μποροῦν νὰ ἀνεχθοῦν, στὰ ὅρια τῆς λογικῆς τους, τὴ σάρκωση καὶ τὴ γέννηση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου. Μεταβαλλόμενοι σὲ αὐτόκλητους ὑπερασπιστὲς τοῦ κύρους τοῦ Θεοῦ, ντρέπονται νὰ δεχθοῦν κάτι ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἐπέλεξε γιὰ τὴ σωτηρία μας. Τὸ δρόμο τῆς μητρότητας. Νὰ γεννηθεῖ δηλαδὴ ἀπὸ μία Μάνα, ἔστω καὶ ἂν αὐτὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὸ καθαρότερο πλάσμα ὅλης τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, τὴν Παναγία Παρθένο.
.              Ὅλοι αὐτοὶ μποροῦν νὰ καταταχθοῦν στοὺς «ὑπεράγαν» Ὀρθοδόξους (κατὰ τὸν ἄγ. Γρηγόριο τὸν Θεολόγο). Γιατί ὁ Δοκητισμὸς ὁδήγησε στὸ Μονοφυσιτισμό, στὴν ἄρνηση τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι οἱ συντηρητικοί, οἱ τυποκράτες, οἱ εὐσκανδάλιστοι. Γι’ αὐτοὺς ὅλους εἶναι σκάνδαλο ἡ ἀλήθεια, ἡ πραγματικότητα, ἡ ἱστορικότητα. Ἐνῶ ἄλλοι ἀπορρίπτουν τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ, αὐτοὶ ἀρνοῦνται τὴν ἀνθρωπότητά του. Καὶ ὅμως, ἡ Ὀρθοδοξία ὡς Χριστιανισμὸς στὴν αὐθεντικότητά του, εἶναι ἡ «ἱστορικότερη θρησκεία», κατὰ τὸν ἀείμνηστο π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ. Ζεῖ στὴν πραγματικότητα τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία μας καὶ τὶς δέχεται μὲ τὸ ρεαλισμὸ τῆς Θεοτόκου: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ. α´ 38)! «Καὶ ὁ Πιλάτος στὸ Σύμβολο» λέγει μία ὡραία σερβικὴ παροιμία. Διότι ὁ Πιλάτος, ὁ πιὸ ἄβουλος ἀξιωματοῦχος τῆς ἱστορίας, ὡς ὑπαρκτὸ ἱστορικὸ πρόσωπο, βεβαιώνει τὴν ἱστορικότητα τοῦ Εὐαγγελίου. Εἰς πεῖσμα ὅμως τῶν Δοκητῶν ὁ Θεὸς-Λόγος «σὰρξ ἐγένετο -δηλαδὴ ἄνθρωπος- καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ (τὸ ἄκτιστο φῶς τῆς θεότητάς Του)» (Ἰωάνν. α´ 14). Διότι «ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κολ. β´ 9), εἶναι δηλαδὴ τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος.
.              Ἡ σάρκωση καὶ γέννηση τοῦ Θεανθρώπου εἶναι σκάνδαλο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη σοφία, ποὺ αὐτοκαταργούμενη καὶ αὐτοαναιρούμενη σπεύδει νὰ χαρακτηρίσει «μωρία» τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ κορυφώνεται στὸν σταυρικό του θάνατο (Α´ Κορ. α´ 23). Εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ φθάσει σὲ τέτοιο ὅριο κενώσεως, ὥστε νὰ πεθάνει πάνω στὸν σταυρὸ ὡς Θεάνθρωπος; Αὐτὸ εἶναι τὸ σκάνδαλο γιὰ τοὺς σοφούς τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτοὺς οἱ «θεοὶ» τοῦ κόσμου τούτου συνήθως θυσιάζουν τοὺς ἀνθρώπους γι᾽ αὐτούς, δὲν θυσιάζονται αὐτοὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Πῶς θὰ δεχθοῦν τὸ μυστήριο τῆς Θείας Ἀνιδιοτέλειας; «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν (θυσίασε) … ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾽ αὐτοῦ» (Ἰωάνν. γ´ 16. 17). Στὰ ὅρια τῆς «λογικῆς» ἢ «φυσικῆς» θεολογήσεως χάνεται τελικὰ τὸ θεῖο στοιχεῖο στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ μένει τὸ ἀνθρώπινο, παρανοημένο καὶ αὐτὸ καὶ παρερμηνευόμενο, διότι δὲν ὑπάρχει ἱστορικὰ ἄνθρωπος-Χριστός, ἀλλὰ Θεάνθρωπος. Ἡ ἕνωση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου στὸ πρόσωπο Θεοῦ-Λόγου εἶναι «ἀσύγχυτη» μέν, ἀλλὰ καὶ «ἀδιαίρετη». Οἱ «λογικὲς» ἑρμηνεῖες τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ ἀποδεικνύονται παράλογες, διότι ἀδυνατοῦν νὰ συλλάβουν μὲ τὴ λογικὴ τὸ «ὑπέρλογο».
.              Ἡ νομικὴ-δικανικὴ συνείδηση ζεῖ καὶ αὐτὴ στὸν Χριστὸ τὸ σκάνδαλό της. Ἀναζητεῖ σκοπιμότητα κοινωνικὴ στὴ Σάρκωση καὶ καταλήγει καὶ αὐτὴ στὸν μύθο, ὅταν δὲν αὐτοπαραδίδεται στὸν Θεῖο Λόγο. Οἱ Φράγκοι κατασκεύασαν, μέσῳ τοῦ διακεκριμένου σχολαστικοῦ τους Ἀνσέλμου (11ος αἰ.), τὸν μύθο τῆς «ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης». Ὁ Θεὸς-Λόγος σαρκοῦται, διὰ νὰ σταυρωθεῖ-θυσιασθεῖ καὶ δώσει ἔτσι ἱκανοποίηση στὴν προσβολὴ ποὺ προξένησε στὸν Θεὸ ἡ ἀνθρώπινη ἁμαρτία! Τὰ κρατοῦντα τότε στὴ φραγκικὴ φεουδαρχικὴ κοινωνία προβάλλονται (μυθολογικὰ) στὸν Θεό, ποὺ παίρνει τὴν θέση στὴν φραγκογερμανικὴ φαντασία ἑνὸς ὑπεραυτοκράτορα.
.              Ἂς φωνάζει ὁ Ἰωάννης: «οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν…» (γ´16), ἢ ὁ Παῦλος: «συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην πρὸς ἠμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν, Χριστὸς ὑπὲρ ἠμῶν ἀπέθανεν» (Ρωμ. ε´ 8). Ὄχι! «Γιὰ νὰ πάρει ἐκδίκηση» καὶ «ζητώντας ἱκανοποίηση», θὰ μάθει νὰ φωνάζει ὁ δυτικὸς (ἢ δυτικοποιημένος) ἄνθρωπος.
.              Ἔτσι πλάσθηκε ἕνας «Χριστιανισμὸς» ἄλλου εἴδους, ποὺ δὲν διαφέρει ἀπὸ μυθοπλασία, ἀφοῦ προβάλλει στὸν Θεὸ τὴν φαντασία καὶ τὶς προλήψεις μας. κλογίκευση κα κνομίκευση το μυστηρίου το Θεανθρώπου εναι μεγαλύτερος κίνδυνος το Χριστιανισμο στν στορία.
.              θρησκευτικ (τυπολατρικ) συνείδηση ζε τ «σκάνδαλο» τς νανθρωπήσεως καταφεύγοντας στὴν θρησκειοποίηση τς Πίστεως.
Ἐξαντλεῖ τὸ νόημα τῶν Χριστουγέννων στὶς τελετὲς καὶ χάνει τὸν ἀληθινὸ σκοπό τους, ποὺ εἶναι ἡ «υἱοθεσία» (θέωση). «Ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν…» (Γαλ. δ´ 5). Εἶναι τὸ σκάνδαλο τοῦ φαρισαϊσμοῦ, ἔστω καὶ ἂν λέγεται Χριστιανισμός.
.              Εἶναι ὅμως οἱ ἐχθροὶ τοῦ «παιδίου» ποὺ βιώνουν τὸ σκάνδαλο τῆς ἐξουσίας. Ὁ Ἠρωδισμός! Οἱ κρατοῦντες ἢ μᾶλλον «δοκοῦντες ἄρχειν…» (νομίζοντες ὅτι κυβερνοῦν) (Μάρκ. ι´ 42), ὅπως ὁ Ἡρώδης, βλέπουν στὸν νεογέννητο Χριστὸ κάποιον ἀνταγωνιστὴ καὶ κίνδυνο τῶν συμφερόντων τους. Γι᾽ αὐτὸ «ζητοῦσι τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου» (Ματθ. β´ 20). Παρερμηνεύουν ἔτσι τὸν ἀληθινὸ χαραχτήρα τῆς βασιλικῆς ἰδιότητας τοῦ Χριστοῦ, τῆς ὁποίας «οὐκ ἔσται τέλος». Ὁ Χριστὸς ὡς Βασιλεὺς ὅλης τῆς κτίσεως εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Κύριός της, ὁ δημιουργὸς καὶ σωτήρας της καὶ ὄχι ὡς οἱ Ἡρῶδες τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ ἀδίστακτοι δολοφονοῦν, γιὰ νὰ κρατήσουν τὴν ἐξουσία τους.
.              Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (Ε.Π. 36,516) προσφέρει δυνατότητα ὀρθῆς προσεγγίσεως τῶν Χριστουγέννων, δηλαδὴ ἁγιοπνευματικῆς: «Τοίνυν ἐορτάζομεν μὴ πανηγυρικῶς, ἀλλὰ θεϊκῶς· μὴ κοσμικῶς, ἀλλὰ ὑπερκοσμίως· μὴ τὰ ἡμέτερα, ἀλλὰ τὰ τοῦ ἡμετέρου (=ὄχι δηλαδὴ τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ τὸν Χριστὸν ἂς τιμᾶμε…), μᾶλλον δὲ τὰ τοῦ Δεσπότου· μὴ τὰ τῆς ἀσθενείας, ἀλλὰ τὰ τῆς ἰατρείας· μὴ τὰ τῆς πλάσεως, ἀλλὰ τὰ τῆς ἀναπλάσεως».

ΠΗΓΗ: iereasanatolikisekklisias.blogspot.com

, , ,

Σχολιάστε

«ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΣΤΟΝ ΘΗΡΙΑΝΘΡΩΠΟ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ» (Ὁμιλία Δ. Νατσιοῦ)

Ὁ δάσκαλος Δημ. Νατσις ς κεντρικς μιλητς
στ
ν κδήλωση πρς τιμν τν κπαιδευτικν τς . Μητροπόλεως Πειραις

.             Ἐκδήλωση πρὸς τιμὴν τῶν ἐκπαιδευτικῶν μὲ ἀφορμὴ τὴν ἑορτὴ τῶν προστατῶν τῆς παιδείας Τριῶν Ἱεραρχῶν, διοργανώνει ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Πειραιῶς. Φετινὸς ὁμιλητὴς θὰ εἶναι ὁ κ. Δημήτριος Νατσιός, δάσκαλος καὶ συγγραφέας καὶ τακτικὸς ἀρθρογράφος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναπτύξει τὸ θέμα «Ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στὸν θηριάνθρωπο τῆς ἐκπαίδευσης».
.             Ἡ Ἐκδήλωση θὰ πραγματοποιηθεῖ τὴν Δευτέρα 30 Ἰανουαρίου 2012, στὶς 6:30 τὸ ἀπόγευμα, στὴν αἴθουσα τελετῶν τοῦ Πανεπιστημίου Πειραιῶς (Καραολῆ καὶ Δημητρίου 80).
.           Ἡ εἴσοδος εἶναι ἐλεύθερη γιὰ ὅλους, ἐνῶ θὰ ἀκολουθήσει καὶ δεξίωση.

 ΠΗΓΗ: synodoiporia.blogspot.com

, , ,

Σχολιάστε

ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ ΣΤΙΓΜΑ

  • Σήμερα γιὰ πρώτη φορὰ ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ νεοκαταταγέντος Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς. Ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ δυσεύρετο τευχίδιο (ὑπὸ τὸν τίτλο: «Ἐπικίνδυνος ἡ σύγκλησις Οἰκουμενικῆς Συνόδου», Ἀθῆναι 1971), ποὺ περιέχει ἐπιστολή του πρὸς τὴν Ἱ. Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, παρατίθεται κατωτέρω.

Αἱ Ἅγιαι Ἑπτὰ Οἰκουµενικαὶ Σύνοδοι

Εἰς τὸν θεανθρώπινον ὀργανισµὸν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅλα εἶναι ὀργανικῶς συνδεδεµένα. Ἐγγίζων τις οἱονδήποτε πρόβληµα τῆς Ἐκκλησίας, ἐγγίζει αὐτὸ τοῦτο τὸ θεανθρώπινον Πρόσωπον τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ἡ ἀπόδειξις τούτου; Καὶ αἱ Ἑπτὰ Οἰκουµενικαὶ Σύνοδοι ! Ὅλαι αὐταὶ λύουν εἰς τὴν πραγµατικότητα ἓν πρόβληµα, ἓν παμπρόβληµα τοῦ πλανήτου τούτου καὶ τοῦ ἐπ᾽ αὐτοῦ ἀνθρωπίνου γένους: τὸ πρόβληµα τοῦ θεανθρώπου Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὄχι ἁπλῶς ἡ µέριµνά των, ἀλλὰ ἡ πᾶσα µέριµνά των εἶναι: νά φυλάξουν ἄθικτον καὶ ἀπαραµόρφωτον τὸ Πανάγιον θεανθρώπινον Πρόσωπον τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ ὅλα τὰ ἄφθαρτα ἀγαθά, τὰ ὁποῖα Αὐτὸς ἔφερεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ – τῷ Σώµατι Αὐτοῦ – καὶ ἐκεῖ ἐθησαύρισε δι᾽ ὅλας τὰς ἐποχὰς καὶ δι᾽ ὅλην τὴν αἰωνιότητα. Εἶναι φανερὸν εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν Ἐποχῶν τὸ ἑξῆς κύριον δίδαγµα τῶν Ἑπτὰ Οἰκουµενικῶν Συνόδων: Μὲ τὴν λύσιν τοῦ προβλήµατος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ – τῆς Ἀποστολικῆς καὶ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Του – λύονται ἀµέσως καὶ ἐµµέσως ὅλα τὰ σπουδαιότερα προβλήµατα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Πᾶσα  νέα Οἰκουµενικὴ Σύνοδος δὲν θὰ εἶναι οὔτε Ἁγία οὔτε Οἰκουµενικὴ οὔτε ὀγδόη,  ἐὰν πρωτίστως δὲν δεχθῇ τὰς προγενεστέρας Οἰκουµενικὰς καὶ ἀσαλεύτους ἀποφάσεις των.
Εἰς τὴν πραγματικότητα ἡ νέα Οἰκουμενικὴ Σύνοδος πρέπει νὰ εἶναι συνέχεια τῶν προγενεστέρων Ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, διὰ νὰ εἶναι Ὀρθόδοξος καὶ Οἰκουμενική.

, , , ,

Σχολιάστε