Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Θαύματα

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ-1 «Ὅταν κάποιος ἔρχεται σ’ ἐπαφὴ μὲ τὸν Χριστό, ἂν εἶναι ἄρρωστος θεραπεύεται κι ἂν εἶναι νεκρός, ἀνασταίνεται». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

 ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

 ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ´ Λουκᾶ

 
δύναμη το Θεο κα πίστη το νθρώπου
 
(Λουκ. η´ 41-56)
[Α´] 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο

«Ὁμιλίες Ϛ´» – Κυριακοδρόμιο Γ´,

Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 13-40
ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

BKS.0155062.              Ὅταν οἱ ἀκτίνες τοῦ ἥλιου πέφτουν σ’ ἕνα βράχο, τὸν κάνουν νὰ λάμπει. Ὅταν ἡ φλόγα ἀγγίξει ἕνα ἄκαφτο κερί, τὸ ἀνάβει. Ὅταν ὁ μαγνήτης ἀγγίξει ἕνα μεταλλικὸ ἀντικείμενο, τὸ μαγνητίζει. Ὅταν τὸ ἠλεκτροφόρο καλώδιο ἀγγίξει ἕνα συνηθισμένο σύρμα, καὶ τὰ δύο τους ἠλεκτρίζονται.
.              Ὅλες αὐτὲς οἱ φυσικὲς ἐνέργειες δὲν εἶναι παρὰ εἰκόνες ἢ πνευματικὰ φαινόμενα. Ὅλα ὅσα συμβαίνουν στὸν ἐξωτερικὸ κόσμο εἶναι ἁπλῶς ἡ εἰκόνα ὅσων γίνονται στὸν ἐσωτερικό. Ὁλόκληρη ἡ ἐφήμερη φύση εἶναι σὰν ἕνα ὄνειρο, σὲ σχέση μὲ τὴν ἐσωτερικὴ πραγματικότητα, σὰν ἕνα παραμύθι, ὅταν μιλᾶμε μὲ ὅρους αἰώνιας ζωῆς.
.              Ἡ ψυχὴ εἶναι ἡ πραγματικότητα τοῦ σώματος. Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ πραγματικότητα τῆς ψυχῆς. Ὅταν ὁ Θεὸς ἀγγίζει τὴν ψυχή, τὴν ζωοποιεῖ, τῆς μεταδίδει τὴν δράση. Ὅταν ἡ ψυχὴ ἀγγίζει τὸ σῶμα, κάνει τὸ ἴδιο. Τὸ σῶμα λαβαίνει φῶς, ζεσταίνεται, δέχεται μαγνητισμὸ καὶ ἠλεκτρισμό, δράση, ἀκοὴ καὶ κίνηση ἀπὸ τὴν ψυχή. Ὅταν ἡ ψυχὴ ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα, ὅλ’ αὐτὰ χάνονται, ἐξαφανίζονται. Ἡ ψυχὴ δέχεται ἀπὸ τὸν Θεὸ ἕναν εἰδικὸ φωτισμό, θέρμη, μαγνητισμὸ καὶ ἠλεκτρισμό, δράση, ἀκοὴ καὶ κίνηση. Κι ὅλ’ αὐτὰ χάνονται, ὅταν ἡ ψυχὴ χωρίζεται ἀπὸ τὸν Θεό. Ὑπάρχει ἄνθρωπος σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ποὺ ὅταν ἀγγίζει μία νεκρὴ ψυχή, τὴν ἐπαναφέρει στὴ ζωή, τῆς μεταδίδει φῶς καὶ θερμότητα, μαγνητισμὸ καὶ ἠλεκτρισμὸ ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς; Ὑπάρχει κάποιος σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ὅταν ἄγγιξε ἕνα νεκρὸ σῶμα, τὸ ἔκανε νὰ σηκωθεῖ, νὰ μιλήσει καὶ νὰ περπατήσει;
.              Σίγουρα πρέπει νά ᾽χει ὑπάρξει. Διαφορετικὰ ὁ ἥλιος κι ἡ γῆ, ὁ χειμώνας κι ἡ ἄνοιξη, ὁ μαγνήτης κι ὁ ἠλεκτρισμὸς κι ὅλα ὅσα ὑπάρχουν στὸν κόσμο, θὰ ἦταν ἡ φαντασία κάποιου ποὺ δὲν ὑπάρχει, ἡ σκιὰ κάποιου ἀνύπαρκτου ὄντος, ἕνα ὄνειρο, μακριὰ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Πρέπει νὰ ἔχει ὑπάρξει. Διαφορετικὰ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν θὰ εἶχε ἐμφανιστεῖ στὴ γῆ. Ἐμφανίστηκε γιὰ νὰ παρουσιάσει στοὺς ἀνθρώπους τὴν πραγματικότητα· πὼς ἡ φύση ὁλόκληρη, μὲ ὅλα ὅσα συμβαίνουν μέσα της, δὲν εἶναι παρὰ μία εἰκόνα, ἕνα ὄνειρο, ἕνα παραμύθι. Ὁ Κύριος ἦρθε γιὰ νὰ φανερώσει τὴν ἀλήθεια ὅσων φανερώνουν ὁ ἥλιος κι ἡ γῆ, ὁ χειμώνας κι ἡ ἄνοιξη, ὁ μαγνητισμὸς κι ὁ ἠλεκτρισμός, ἡ φύση ὁλόκληρη. Ἡ φύση ποὺ δημιουργήθηκε καὶ τοποθετήθηκε μπροστὰ στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεὸ σὰν ἕνα ἀνοιχτὸ βιβλίο, ποὺ ὅμως αὐτὸς δὲν μπόρεσε ἀκόμα νὰ τὸ διαβάσει σωστά.
.              Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ πύρινη στήλη στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου. Ἀπὸ Ἐκεῖνον οἱ νεκρὲς ψυχὲς παίρνουν ζωὴ καὶ θερμότητα, κίνηση καὶ ὀμορφιά. Εἶναι τὸ Δέντρο τῆς Ζωῆς, ποὺ ὅταν ἀγγίζει τὰ νεκρὰ σώματα τοὺς μεταδίδει ζωή, τ’ ἀνασταίνει, τοὺς δίνει κίνηση καὶ λόγο. Εἶναι τὸ ἁγνὸ καὶ εὐωδιαστὸ θεραπευτικὸ βάλσαμο, ποὺ ὅταν τὸ ἀγγίζουν οἱ τυφλοί, ξαναβρίσκουν τὸ φῶς, οἱ κουφοὶ τὴν ἀκοή τους, οἱ παράλυτοι τὴν κίνηση, οἱ ἄλαλοι τὴ λαλιά τους, οἱ παράφρονες τὴ λογική τους, οἱ λεπροὶ καθαρίζονται, κάθε ἀρρώστια θεραπεύεται.

* * *

.              Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μᾶς δίνει ἕνα ἀκόμα παράδειγμα, γιὰ νὰ καταλάβουμε πὼς ὅταν κάποιος ἔρχεται σ’ ἐπαφὴ μὲ τὸν Χριστό, ἂν εἶναι ἄρρωστος θεραπεύεται κι ἂν εἶναι νεκρός, ἀνασταίνεται.
.              Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ λοιπόν, «ἰδοὺ ἦλθεν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεςὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ· ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν» (Λουκ. η´ 41, 42). Γιὰ ποιόν καιρὸ μᾶς μιλάει ἐδῶ ὁ εὐαγγελιστής; Πότε ἔγιναν αὐτά; Τότε ποὺ ὁ Κύριος διέσχισε τὴ λίμνη καὶ γύρισε μὲ τὸ πλοῖο ἀπὸ τὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, τότε ποὺ θεράπευσε τοὺς δύο δαιμονισμένους καὶ νωρίτερα εἶχε γαληνέψει τὴν καταιγίδα στὴ λίμνη. Ἀφοῦ εἶχε κάνει τὰ δύο μεγάλα αὐτὰ θαύματα, τὸν καλοῦν τώρα νὰ κάνει ἕνα τρίτο. Ν’ ἀναστήσει ἕνα νεκρό. Κι ὅλ’ αὐτὰ μέσα σὲ πολὺ περιορισμένο χρόνο, λὲς καὶ βιαζόταν νὰ κάνει ὅσα περισσότερα καλὰ μποροῦσε στοὺς ἀνθρώπους, ὅσο ζοῦσε στὴ γῆ, καὶ νὰ μᾶς δώσει ἔτσι παράδειγμα πὼς πρέπει νὰ βιαζόμαστε νὰ κάνουμε τὸ καλό, πὼς πρέπει νὰ περπατᾶμε ὅσο ἔχουμε τὸ φῶς (πρβλ. Ἰωάν. ιβ´ 35).
.               Ἂν καὶ τὰ τρία αὐτὰ θαύματα δὲν φαίνονται νὰ μοιάζουν μεταξύ τους, ὅλα ἔχουν ἕνα κοινὸ χαρακτηριστικό. Ὅλα ἀποκαλύπτουν τὴν κυριαρχικὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦτὴν κυριαρχία Του στὴ φύση, στοὺς δαίμονες καὶ στὸν θάνατο, στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι δύσκολο νὰ πεῖ κανεὶς ποιὸ ἀπὸ τὰ τρία αὐτὰ θαύματα εἶναι πιὸ φοβερὸ καὶ πιὸ συγκλονιστικό. Τί εἶναι πιὸ δύσκολο: νὰ τιθασσεύσεις τὴν καταιγίδα σὲ θάλασσα καὶ ἀέρα, νὰ θεραπεύσεις τοὺς ἀνίατα δαιμονισμένους ἢ ν’ ἀναστήσεις νεκρό; γιὰ ἕνα θνητὸ ἄνθρωπο καὶ τὰ τρία αὐτὰ εἶναι ἐξ ἴσου δύσκολα. Γιὰ τὸν Χριστὸ ὅμως εἶναι καὶ τὰ τρία ἐξ ἴσου εὔκολα. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐμβαθύνει στὸ καθένα ἀπὸ τὰ τρία θαύματα, ἡ ψυχή του τρέμει, γιατί βλέπει τὴ μεγαλωσύνη καὶ τὴν παντοδυναμία τῆς πνοῆς, ποὺ ἐν ἀρχῇ, δημιούργησε τὸν κόσμο. «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός…καὶ ἐγένετο οὕτως» (Γέν. Α´ 11).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ-2 «Μ’ ὁποιονδήποτε τρόπο κι ἂν ἔρθει κανεὶς σ’ ἐπαφὴ μὲ τὸν παντοδύναμο Χριστό, θεραπεύεται.». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

, ,

Σχολιάστε

«Η ΜΕΓΑΛΗ ΨΑΡΙΑ» – 3 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ 

«Η ΜΕΓΑΛΗ ΨΑΡΙΑ»
 (Λουκ. ε´ 1-11)
ΙΗ´ Κυρ. Μετὰ τὴν Πεντηκοστή

[Γ´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ὁμιλίες Ε´-
Κυριακοδρόμιο Β´»
Ἀθῆναι 2013, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 159 ἑπ.

Α´ Μέρος: «Η ΜΕΓΑΛΗ ΨΑΡΙΑ» – 1 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

Β´ Μέρος:  «Η ΜΕΓΑΛΗ ΨΑΡΙΑ» – 2 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

.               «Καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Λουκ. ε´ 11). Ἐγκατέλειψαν τὰ πλοιάρια. Ἂς τὰ πάρουν ἄλλοι κι ἂς τὰ κάνουν ὅ,τι θέλουν. Ὁ Πέτρος ἄφησε καὶ τὸ σπίτι του καὶ τὴ γυναίκα του. Ὁ Ἰάκωβος κι ὁ Ἰωάννης ἄφησαν τὸ σπίτι καὶ τὸν πατέρα τους. Κι ὅλοι τους τὸν ἀκολούθησαν. Γιὰ ποιό λόγο νὰ στενοχωρηθοῦν; Δὲν εἶχαν ἀγωνιστεῖ ὅλη νύχτα ἄσκοπα; Ἐκεῖνος ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει τὰ πάντα, θὰ μποροῦσε νὰ θρέψει κι αὐτοὺς καὶ τὶς οἰκογένειές τους. Ἐκεῖνος ποὺ στολίζει τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ καὶ τὰ κάνει πιὸ θαυμαστὰ ἀκόμα κι ἀπὸ τὸ βασιλιὰ Σολομώντα, ὁ ἴδιος θὰ φροντίσει καὶ γιὰ τὸ δικό τους ντύσιμο. Ἡ τροφὴ καὶ τὸ ντύσιμο εἶναι τὸ ἐλάχιστο ποὺ ἔχουν νὰ φροντίσουν. Ἐδῶ ὁ Κύριος τοὺς καλεῖ στὸ μέγιστο: στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅταν μπορεῖ νὰ τοὺς δώσει τὸ μέγιστο, εἶναι δυνατὸ νὰ μὴν μπορέσει νὰ τοὺς δώσει τὸ ἐλάχιστο; Ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἔγραψε ἀργότερα: «πᾶσαν τὴν μέριμναν ὑμῶν ἐπιρρίψαντες ἐπ’ αὐτόν, ὅτι αὐτῷ μέλλει περὶ ὑμῶν» (Α´ Πέτρ. ε´ 7). Τέλος, ἂν τὸν ὑπακοῦν ἀκόμα καὶ τὰ κωφάλαλα ψάρια στὸ νερό, πῶς δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, τὰ λογικὰ ὄντα;
.                 Ὁλόκληρο τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ἔχει κι ἕνα βαθύτερο νόημα. Τὸ πλοῖο σημαίνει τὸ σῶμα. Τὰ σχισμένα δίχτυα σημαίνουν τὸ παλιὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου. Τὰ βάθη τῆς θάλασσας σημαίνουν τὸ βάθος τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ὁ Κύριος κατοικεῖ σ’ ἕναν ὑπάκουο ἄνθρωπο, τότε ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν ἀκτὴ τοῦ ὑλικοῦ κόσμου καὶ πηγαίνει ἀπὸ τὶς αἰσθητικὲς σκιὲς στὰ πνευματικὰ βάθη. Στὰ βάθη αὐτὰ ὁ Κύριος τοῦ ἀποκαλύπτει τ’ ἀμέτρητα πλούτη τῶν δωρεῶν Του, γιὰ τὶς ὁποῖες ἀγωνιζόταν μάταια σ’ ὁλόκληρη τὴ ζωή του. Οἱ δωρεὲς αὐτὲς εἶναι τόσο μεγάλες, ὥστε τὸ παλιὸ πνεῦμα δὲν μπορεῖ νὰ τὶς ἀντέξει καὶ σχίζεται. Γι’ αὐτὸ εἶπε ὁ Κύριος πὼς δὲν βάζουν καινούργιο κρασὶ σὲ παλιὰ ἀσκιά.
.                 Ὅταν ὁ ὑπάκουος ἄνθρωπος βλέπει τ’ ἀρίφνητα πλούτη τῶν δωρεῶν Του, γεμίζει δέος καὶ κατάπληξη τόσο γιὰ τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, ὅσο καὶ γιὰ τὶς δικές του ἁμαρτίες. Θὰ ἤθελε σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, νὰ φύγει ὁ Θεὸς ἀπὸ κοντά του κι ὁ ἴδιος νὰ γυρίσει στὸ παλιό του πνεῦμα καὶ στὴν παλιά του ζωή. Μόλις ὅμως ἡ λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ κι ἡ εὐσπλαγχνία Του ἀποκαλυφθοῦν στὸν ἄνθρωπο, τότε τοῦ φανερώνεται ἀκαριαία ἡ ἁμαρτωλότητα κι ἡ ἀναξιότητά του, ἡ ἀποξένωσή του ἀπ’ Αὐτόν.
.                 Ὁ Θεὸς δὲν θὰ ἐγκαταλείψει τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ὁδηγήσει στὰ βάθη. Δὲν θὰ λάβει σοβαρὰ τὴν κραυγή του “ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ”. Ξέρει ὅτι ἡ κραυγὴ αὐτὴ βγαίνει ἀπὸ ἕναν ἄρρωστο ἄνθρωπο, γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ δίνει θάρρος καὶ τὸν παρηγορεῖ μὲ τὰ λόγια, «μὴ φοβοῦ».
.                 Ὅταν ὁ Θεὸς χορηγεῖ σ’ ἕναν ὑπάκουο ἄνθρωπο τὰ θεϊκὰ κι ἀνεκλάλητα χαρίσματά Του, δὲν θέλει τὰ χαρίσματα αὐτὰ νὰ σταματήσουν σ’ ἐκεῖνον, ὅπως τὸ τάλαντο ποὺ ἔκρυψε ὁ πονηρὸς δοῦλος στὴ γῆ. Ὁ Θεὸς ζητάει ἀπὸ τὸν ὑπάκουο ἄνθρωπο νὰ μοιραστεῖ τὰ χαρίσματά του μὲ ἄλλους. Γι’ αὐτὸ ὁ Πέτρος κάλεσε τοὺς ἀνθρώπους τοῦ ἄλλου πλοιαρίου νὰ κάνουν χῶρο, γιὰ νὰ βάλουν κι ἐκεῖ ψάρια. Μοίρασαν τὴ σοδειά τους μὲ τοὺς ἀδελφοὺς Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη, καθὼς καὶ μὲ τοὺς συντρόφους τους. Ὁ Ἰάκωβος, ὁ Ἰωάννης κι οἱ σύντροφοί τους κουράστηκαν κι αὐτοὶ γιὰ νὰ σύρουν τὰ δίχτυα, ν’ ἀδειάσουν τὰ ψάρια καὶ νὰ κωπηλατήσουν ὣς τὴν ἀκτή. Κάθε ὑπάκουος ἄνθρωπος ποὺ λαβαίνει τὸ δῶρο του ἀπὸ κάποιον ἄλλον, πρέπει νὰ ξέρει πὼς τὸ δῶρο αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό, ὄχι ἀπὸ ἄνθρωπο. Ἔτσι πρέπει ἀμέσως, χωρὶς χρονοτριβή, ν’ ἀρχίσει νὰ ἐργάζεται γιὰ τὴ διατήρηση, τὸν πολλαπλασιασμὸ καὶ τὴ μετάδοση τοῦ δώρου.
.                 Τί σημαίνει τώρα τὸ γεγονὸς τῶν ὑπάκουων ψαράδων ποὺ τράβηξαν τὰ πλοιάριά τους στὴν ἀκτή, τὰ ἐγκατέλειψαν, ὅπως κι ὁτιδήποτε ἄλλο κατεῖχαν κι ἀκολούθησαν τὸν Χριστό; Πῶς ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶναι προικισμένος ἀπὸ τὸν Θεό, ὅταν προχωρεῖ στὰ βαθιά, ἐγκαταλείπει τὸ σῶμα μὲ τὰ πάθη του, καθὼς καὶ κάθε ἐφάμαρτο δεσμό, μὲ τὸν ὁποῖο ἦταν δεμένος ὣς τότε, ἐγκαταλείπει δηλαδὴ τὰ πάντα. Ἐγκαταλείπει ὄχι μόνο τὸ σῶμα καὶ τοὺς δεσμούς του, ἀλλ’ ἀκόμα καὶ τὸ παλιὸ πνεῦμα του μὲ ὅλες τὶς ἰδέες του. Καὶ τότε ἀκολουθεῖ Ἐκεῖνον ποὺ ντύνει ὅσους καλεῖ μὲ τὸ νέο ἔνδυμα τῆς σωτηρίας, ποὺ καλεῖ πάντα τοὺς ὑπάκουους πιστοὺς στὰ πνευματικὰ βάθη.
.                 Ὁ Κύριος εἶπε πὼς ὁ Πέτρος θὰ γίνει ἁλιέας ἀνθρώπων. Ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔση ζωγρῶν. Αὐτὸ σημαίνει πὼς οἱ ἀπόστολοι, οἱ ἐπίσκοποι, οἱ λοιποὶ κληρικοί, καθὼς καὶ ὅλοι οἱ χριστιανοί, ποὺ ὁ Θεὸς τοὺς προίκισε μὲ τὰ χαρίσματά Του, πρέπει νὰ ἐργαστοῦν μὲ ἀγάπη γιὰ νὰ ψαρέψουν – δηλαδὴ νὰ σώσουν – ὅσους περισσότερους ἀνθρώπους μποροῦν, μὲ τὴ βοήθεια τῶν χαρισμάτων τους. Ὁ καθένας θ’ ἀγωνιστεῖ ἀνάλογα μὲ τὸ χάρισμά του: Ἐκεῖνος ποὺ ἔλαβε πολλὰ χαρίσματα θά ᾽χει πλουσιότερη σοδειά, ὅποιος ἔλαβε λιγότερα θά ᾽ναι λιγότερο ὑπεύθυνος, ὅπως φαίνεται κι ἀπὸ τὴν παραβολὴ τῶν ταλάντων. Ὁ δοῦλος ποὺ ἔλαβε πέντε τάλαντα ἔφερε δέκα, ὁ ἄλλος ποὺ ἔλαβε δύο τάλαντα, ἔφερε τέσσερα. Κανένας ὅμως δὲν πρέπει νὰ ὑπερηφανευτεῖ γιὰ τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ σὰ νά ᾽ταν δικά του, νὰ τὰ κρύβει ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ τὰ θάβει στὸν τάφο τοῦ σώματός του. Τέτοιος ἄνθρωπος θὰ κατακριθεῖ ἀπὸ μόνος του στὴ γέεννα τοῦ πυρός, ἐκεῖ ποὺ εἶναι ὁ βρυγμὸς κι ὁ τρυγμὸς τῶν ὀδόντων.

* * *

.                 Ἡ εὐαγγελικὴ αὐτὴ περικοπὴ εἶναι γεμάτη ἀπὸ διδαχὲς γιὰ μᾶς, γιὰ τὴ γενιά μας, ὅπως καὶ τὰ δίχτυα τῶν ψαράδων ἦταν γεμάτα ἀπὸ τὰ εὐλογημένα ψάρια. ς μποροσαν ο σύγχρονοι νθρωποι ν πάρουν π τ σημεριν εαγγέλιο τουλάχιστο τ μάθημα τς πακος στὸν Θεό! Ὅλες οἱ ἄλλες διδαχὲς τότε θὰ ἦταν ἀκόλουθές της κι ὅλα τὰ καλὰ ποὺ ἐπιθυμεῖ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου θ’ ἁλιεύονταν στὰ χρυσὰ δίχτυα τῆς εὐαγγελικῆς ὑπακοῆς.
.                 Ἔχουμε μπροστὰ μας δύο παραδείγματα ὑπακοῆς: τὴν ὑπακοὴ τῶν ψαριῶν καὶ τὴν ὑπακοὴ τῶν ἀποστόλων. Ποιά ἀπὸ τὶς δύο εἶναι πιὸ σπουδαία; Αὐτὸ εἶναι αὐταπόδεικτο. Τὰ ψάρια ὑπακοῦνε στὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου καὶ θυσιάζουν τὴ ζωή τους στὰ πόδια Του. Ὁ Κύριος τὰ δημιούργησε γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου.
.                 Προσέξτε ὅμως πῶς τὰ ψάρια λειτουργοῦν καὶ γιὰ τὴν πνευματική του ἀνάγκη. Σ’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, στοὺς ἐπαναστατημένους κι ἀνυπάκουους ἀνθρώπους, λειτουργοῦν ὡς παράδειγμα ὑπακοῆς στὸ Δημιουργό τους. Τὰ ψάρια αὐτὰ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν περισσότερο γνωστά, ἂν εἶχαν ἀφεθεῖ νὰ ζήσουν καὶ νὰ κολυμποῦν στὴ Λίμνη τῆς Γεννησαρέτ. Ἐξαγόρασαν τὴ ζωή τους μὲ τὴ μεγάλη τιμὴ νὰ ὑπηρετήσουν τὸ σχέδιο τοῦ Κυρίου, τοῦ Λυτρωτῆ, σὰν παράδειγμα καὶ ἐπίπληξη στὸν ἀνυπάκουο ἄνθρωπο. Τὸ ἀνεξιχνίαστο ἔλεος τοῦ Κυρίου εἶναι φανερὸ ἐδῶ: ὁ Κύριος χρησιμοποιεῖ ὅλα τὰ πλάσματά Του,γιὰ νὰ ἐπαναφέρει τὸν ἄνθρωπο στὸ δρόμο ποὺ ἔχασε, νὰ τὸν ἀφυπνίσει, νὰ τὸν διεγείρει καὶ νὰ τὸν ὑψώσει πάλι στὴν προτέρα του ἀξία καὶ δόξα. Τὸ παράδειγμα τῆς ὑπακοῆς τῶν ἀποστόλων εἶναι ἐπίσης συγκινητικό. Οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι συνήθως ἔχουν πιὸ στενοὺς δεσμοὺς μὲ τὰ σπίτια καὶ τὶς οἰκογένειές τους ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς ἀνθρώπους. Οἱ κοσμικοὶ ἔχουν πολλοὺς καὶ ποικίλους δεσμοὺς μὲ τὸν κόσμο. Κι ἂν ἀκόμα χαλαρώσει ἕνας δεσμός τους, ἔχουν πολλοὺς ἄλλους. Κι ὅμως, οἱ ἁπλοὶ ψαράδες τὰ ἐγκατέλειψαν ὅλα, ἔσπασαν τοὺς λίγους ἀλλὰ πολὺ δυνατοὺς δεσμούς τους μὲ τὸν κόσμο, μὲ τὰ σπίτια καὶ τὶς οἰκογένειές τους καὶ ἀκολούθησαν τὸν Κύριο στὰ μεγάλα καὶ πλούσια πνευματικὰ βάθη, χωρὶς νὰ πάρουν τίποτα μαζί τους, παρὰ μόνο τὸν ἑαυτό τους. Ὁ χρόνος ἔδειξε πὼς ὁ Κύριος τοὺς ἀντάμειψε πλούσια γιὰ τὴν ὑπακοή τους. Ἀναδείχτηκαν στύλοι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ καὶ μεγάλοι ἅγιοι στὴν οὐράνια βασιλεία Του. Ἂς βιαστοῦμε λοιπὸν κι ἐμεῖς ν’ ἀκολουθήσουμε τὸ παράδειγμα τῆς ὑπακοῆς τους. Ἡ νύχτα τῆς ἐπίγειας διαδρομῆς μας τελειώνει. Ὅλοι οἱ κόποι τῆς νύχτας εἶναι ἔτσι κι ἀλλιῶς μάταιοι, τὰ δίχτυα μας εἶναι ἄδεια, οἱ καρδιές μας γεμάτες κακία, οἱ ψυχὲς κι ὁ νοῦς μας λιμοκτονοῦν, ἀφοῦ ἔχουν στερηθεῖ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
.                 Ὁ πράος Κύριος στέκεται δίπλα στὸ πλοῖο τοῦ καθενός μας καὶ μᾶς καλεῖ. Ἐκεῖνος, ὁ παντογνώστης Δημιουργός, ζητάει π τν καθένα μας ν τν φήσουμε ν μπε στ πλοο κα ν ταξιδέψουμε μαζί Του μακρι π τς σκις κα τς φουρτονες τς ζως, στ μεγάλα βάθη τς πνευματικς θάλασσας. Ἐκεῖ θὰ γεμίσουμε τὸ πλοῖο μας μὲ ὅλα τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἐπιθυμοῦμε. Ἂς τὸν ὑπακούσουμε τώρα, τὴν ὥρα ποὺ μᾶς καλεῖ, γιατί ὅταν χαράξει ἡ μέρα, δὲν θὰ τὸν δοῦμε πιὰ ὡς αἰτοῦντα, ἀλλ’ ὡς Κριτή. Ἂς μὴν ἀπορρίψουμε τὸ αἴτημά Του νὰ μπεῖ στὴν καρδιὰ καὶ στὴν ψυχή μας, ὅπως δὲν τὸ ἀπέρριψε ὁ Πέτρος. Δὲν μᾶς τὸ ζητάει γιὰ δική Του χάρη, ἀλλὰ γιὰ δική μας. Νὰ ξέρεις πὼς δὲν εἶναι εὔκολο στὸν Πάναγνο νὰ μπεῖ κάτω ἀπὸ ἀκάθαρτη στέγη. Νὰ ξέρεις πὼς αὐτὸ ποὺ κάνει εἶναι θυσία, ποὺ τὴν κάνει ὅμως ἀπὸ ἀγάπη γιά μας. Δὲν μᾶς ζητάει νὰ μπεῖ μέσα γιὰ νὰ πάρει, ἄλλα γιὰ νὰ δώσει. Τὸ μόνο ποὺ θέλει, εἶναι νὰ δεχτοῦμε τὴ βοήθεια καὶ τὴ θυσία Του. Ἀδελφοί μου, ἂς ἀφουγκραστοῦμε τὴ φωνὴ ποὺ μᾶς καλεῖ, προτοῦ φτάσει στ’ αὐτιά μας ἡ φωνὴ τοῦ Κριτῆ.

.                 Δόξα καὶ αἶνος στὸν Κύριο καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, , , , ,

Σχολιάστε

«Η ΜΕΓΑΛΗ ΨΑΡΙΑ» – 2 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ 

«Η ΜΕΓΑΛΗ ΨΑΡΙΑ»
 (Λουκ. ε´ 1-11)
ΙΗ´ Κυρ. Μετὰ τὴν Πεντηκοστή

[Β´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ὁμιλίες Ε´-
Κυριακοδρόμιο Β´»
Ἀθῆναι 2013, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 159 ἑπ.

Α´ Μέρος: «Η ΜΕΓΑΛΗ ΨΑΡΙΑ» – 1 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

.             Ὁ ἄνθρωπος προτείνει σχέδια, ὁ Θεὸς τ’ ἀποδέχεται ἢ τ’ ἀπορρίπτει. Ὁ ἄνθρωπος κάνει σκέψεις, λέει λόγια καὶ πράττει ἔργα· ὁ Θεὸς εἴτε τὰ υἱοθετεῖ εἴτε ὄχι. Τί υἱοθετεῖ ὁ Θεός; Αὐτὰ ποὺ εἶναι δικά Του, ποὺ προέρχονται ἀπὸ Ἐκεῖνον. Ὅ,τι δὲν εἶναι δικό Του, δὲν προέρχεται ἀπὸ Ἐκεῖνον, τὸ ἀπορρίπτει. «Ἐὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες» (Ψάλμ. ρκϛ´ 1). Ὅταν οἱ «οἰκοδομοῦντες» οἰκοδομοῦν στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, θὰ φτιάξουν παλάτι, ἀκόμα κι ἂν τὰ χέρια τους εἶναι ἀδύνατα καὶ τὰ ὑλικά τους φτωχά. Ἂν ὅμως οἱ οἰκοδομοῦντες χτίζουν στὸ δικό τους ὄνομα, ἀδιαφορώντας γιὰ τὸν Θεό, τὸ ἔργο τῶν χεριῶν τους θὰ πέσει, ὅπως ἔγινε μὲ τὸν πύργο τῆς Βαβέλ.
.            Ὁ Πύργος τῆς Βαβὲλ δὲν εἶναι τὸ μοναδικὸ κτίσμα στὴν ἱστορία ποὺ κατέπεσε. Ὑπῆρχαν καὶ πάρα πολλοὶ ἄλλοι πύργοι, ποὺ οἰκοδομήθηκαν ἀπὸ ἐγκόσμιους κυβερνῆτες, στὴν ἐπιθυμία τους νὰ μαζέψουν ὅλα τὰ ἔθνη κάτω ἀπὸ μία ὀροφὴ – τὴ δική τους – καὶ κάτω ἀπὸ ἕνα χέρι – τὸ δικό τους. Πολλοὶ πύργοι πλούτου, δόξας καὶ μεγαλείου ποὺ οἰκοδόμησαν ἰδιῶτες, μὲ τὴν ἐπιθυμία νὰ κυβερνήσουν τὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ, τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, νὰ γίνουν δηλαδὴ μικροὶ θεοί, σκορπίστηκαν κι ἔγιναν καπνός. Οἱ πύργοι ποὺ ἔχτισαν ὅμως οἱ ἀπόστολοι κι οἱ ἅγιοι, καθὼς κι ἄλλοι θεάρεστοι ἄνθρωποι, δὲν σκορπίστηκαν. Πολλὲς βασιλεῖες, ποὺ δημιούργησε ἡ ματαιότητα τῶν ἀνθρώπων, ἔπεσαν καὶ διαλύθηκαν σὰν σκιά. Ἡ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία ὅμως ζεῖ ὣς σήμερα καὶ θὰ στέκεται ὄρθια πάνω στοὺς τάφους πολλῶν ἀπὸ τὶς σημερινὲς βασιλεῖες. Τ παλάτια το Ρωμαίου Καίσαρα, πο πολέμησε τν κκλησία, γιναν στάχτη. Τ χριστιανικ σπήλαια κι ο κατακόμβες μως παραμένουν μέχρι σήμερα. Ἑκατοντάδες βασιλιάδες κι αὐτοκράτορες κυριάρχησαν στὴ Συρία, στὴν Παλαιστίνη καὶ τὴν Αἴγυπτο. Τὰ μόνα ποὺ ἔχουν ἀπομείνει ἀπὸ τὰ μαρμάρινα παλάτια τους εἶναι μερικὲς μαρμαρένιες πλάκες σὲ μουσεῖα. Τὰ μοναστήρια καὶ τὰ ἡσυχαστήρια ὅμως ποὺ ἔχτισαν τὴν ἴδια ἐποχὴ ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς καὶ ἐρημίτες μέσα σὲ χαράδρες καὶ σὲ ἀμμουδερὲς ἐρήμους, στέκονται ὄρθια μέχρι σήμερα κι ἀναδίδουν τὴν εὐωδία τῶν προσευχῶν καὶ τοῦ θυμιάματος ποὺ ἀνεβαίνει στὸν Θεὸ ἐδῶ καὶ δεκαέξι ἢ δεκαεπτὰ αἰῶνες. Δὲν ὑπάρχει δύναμη ἱκανὴ νὰ κατεδαφίσει τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Τὰ εἰδωλολατρικὰ παλάτια κι οἱ πόλεις καταστρέφονται, τὰ παραπήγματα τοῦ Θεοῦ ὅμως παραμένουν ὄρθια. Αὐτὸ ποὺ κρατᾶ τὸ δάχτυλο τοῦ Θεοῦ στέκεται πιὸ σταθερὰ ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ κρατᾶ ὁ Ἄτλας στοὺς ὤμους του.

* * *

.                «Ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» (Α´ Κορ. α´ 29). Ἡ σάρκα εἶναι ὅπως τὸ χορτάρι, ποὺ περιμένει νὰ ὁλοκληρωθοῦν οἱ μέρες του κι ἔπειτα νὰ ξεραθεῖ, νὰ γίνει στάχτη. Εθε παντοδύναμος Κύριος ν μς φυλάξει λους π τ σκέψη πς εναι δυνατ ν κάνουμε κάτι καλ χωρς τ βοήθεια κα τν ελογία Του. Εθε σημεριν περικοπ το εαγγελίου ν λειτουργήσει σν μία προειδοποίηση πὼς τέτοιες μάταιες σκέψεις δὲν πρέπει ποτὲ νὰ γεννηθοῦν μέσα μας. Τ σημεριν εαγγέλιο μς διδάσκει πς ο προσπάθειες τν νθρώπων εναι μάταιες, ν Θες δν βοηθήσει. Οἱ ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ ψάρευαν, μὰ δὲν ἔπιαναν τίποτα. Ὅταν ὁ Χριστὸς ὅμως τοὺς εἶπε νὰ ξαναρίξουν τὰ δίχτυα στὴ θάλασσα, ἔπιαναν τόσα ψάρια, ὥστε τὰ δίχτυα δὲν ἄντεχαν τὸ βάρος τους καὶ σκίζονταν.
.               Ἂς παρακολουθήσουμε τὴ διήγηση: «Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ τὸν ὄχλον ἐπικεῖσθαι αὐτῷ τοῦ ἀκούειν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς ἦν ἑστὼς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ. καὶ εἶδε δύο πλοῖα ἐστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ’ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα, ἐμβες δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους» (Λουκ. ε´ 1-3). Αὐτὸ ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ περιστατικὰ ποὺ γίνονταν, ὅταν συνάζονταν μεγάλα πλήθη γιὰ ν’ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ Χριστοῦ. Γιὰ νὰ τὸν βλέπουν καὶ νὰ τὸν ἀκοῦν ὅλοι, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ διαλέξει καλλίτερο τόπο ἀπὸ μία βάρκα. Στὴν παραλία ὑπῆρχαν δύο πλοιάρια κι οἱ ψαράδες ἀσχολοῦνταν μὲ τὸ πλύσιμο τῶν διχτυῶν. Τὰ πλοιάρια αὐτὰ ἦταν κλασσικὰ μικρὰ ψαροκάικα, σὰν κι αὐτὰ ποὺ χρησιμοποιοῦνται καὶ σήμερα στὴ λίμνη Γεννησαρέτ. Τὸ πλοιάριο, ὅπου μπῆκε ὁ Κύριος, ἀνῆκε στὸ Σίμωνα, τὸν μετέπειτα ἀπόστολο Πέτρο. Ὁ Κύριος ζήτησε ἀπὸ τὸν Σίμωνα ν’ ἀπομακρύνει λίγο τὸ πλοιάριο ἀπὸ τὴν ἀμμουδιὰ κι ἔπειτα κάθισε ἐκεῖ κι ἄρχισε νὰ διδάσκει τὰ πλήθη.
.            «Ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν» (Λουκ. ε´ 4). Τὴν ὥρα ποὺ ἔμπαινε στὸ πλοιάριο ὁ Κύριος, στόχευε σὲ πολλοὺς στόχους. Πρῶτον, τοῦ ἦταν πιὸ εὔκολο νὰ διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ πλοιάριο, νὰ τοὺς βοηθήσει καὶ νὰ θρέψει τὶς ψυχές τους μὲ τὴ γλυκιὰ διδαχή Του. Δεύτερον, ἤξερε πὼς οἱ ψαράδες ἦταν στενοχωρημένοι κι ἀπογοητευμένοι, ἐπειδὴ ὅλη τὴ νύχτα εἶχαν κοπιάσει καὶ δὲν ἔπιασαν οὔτε ἕνα ψάρι. Ἔτσι ἤθελε νὰ τοὺς παρηγορήσει μὲ μιὰ καλὴ ψαριά, νὰ ἱκανοποιήσει τὶς σωματικὲς κι ἄλλες ἀνάγκες τους, γιατί ὁ Θεὸς φροντίζει καὶ γιὰ τὸ σῶμα μας, ὅπως καὶ γιὰ τὴν ψυχή μας, εἶναι «ὁ διδοὺς τροφὴν πάσῃ σαρκὶ» (Ψαλμ. ρλε´ 25). Τρίτον, ὁ Κύριος ἤθελε νὰ ἱκανοποιήσει τὶς ψυχὲς τῶν ἐκλεκτῶν Του, ἐνισχύοντας τὴν πίστη τους σ’ Ἐκεῖνον, στὴν παντοδυναμία Του καὶ στὴν ἀπεριόριστη εὐσπλαγχνία Του. Τελευταῖο, μὰ σπουδαιότερο, ὁ Κύριος ἤθελε νὰ κάνει ξεκάθαρο στοὺς μαθητές Του, καὶ μέσῳ αὐτῶν σ’ ὅλους ἐμᾶς, πὼς μαζὶ μ’ Ἐκεῖνον καὶ μέσῳ Ἐκείνου, ὅλα εἶναι δυνατά· πὼς ὅλοι οἱ κόποι τῶν ἀνθρώπων χωρὶς τὴ βοήθειά Του εἶναι τόσο μάταιοι, ὅσο ἄδεια ἦταν καὶ τὰ δίχτυα τῶν ψαράδων ποὺ κοπίασαν ὅλη νύχτα καὶ δὲν ἔπιασαν οὔτε ἕνα ψάρι. Ὁ Κύριος πέτυχε τὸν πρῶτο στόχο Του καὶ τώρα προχωροῦσε στὸν δεύτερο. Εἶπε λοιπὸν στὸ Σίμωνα νὰ πάει στὰ βαθιὰ καὶ νὰ ξαναρίξει τὰ δίχτυα.
.               «Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτὰ» (Λουκ. ε´ 5-7). Ὁ Σίμων δὲν ἤξερε ἀκόμα ποιός ἦταν ὁ Χριστός. Τὸν ὀνόμασε «ἐπιστάτη», δηλαδὴ «κύριο», τοῦ ἔδειξε σεβασμὸ δηλαδή, ὅπως ἔκαναν καὶ πολλοὶ ἄλλοι. Βρισκόταν μακριὰ ὅμως ἀπὸ τοῦ νὰ πιστέψει τὸν Χριστὸ ὡς Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Κύριο. Στὴν ἀρχὴ παραπονέθηκε πὼς εἶχαν κοπιάσει ὅλη νύχτα καὶ δὲν ἔπιασαν οὔτε ἕνα ψάρι, ἐπειδὴ σεβόταν τὸν Χριστὸ ὅμως ὡς καλὸ καὶ σοφὸ δάσκαλο, ἤθελε νὰ τὸν ὑπακούσει καὶ νὰ ξαναρίξει τὰ δίχτυα.
.            Ὁ Θεὸς δὲν ἀνταμείβει ποτὲ τοὺς κόπους τῶν ἀνθρώπων τόσο πολύ, ὅσο ἀνταμείβει μία ὑπάκουη καρδιά. Ἡ ὁλοπρόθυμη ὑπακοὴ τοῦ Πέτρου ἀποδείχτηκε πολὺ μεγάλη, ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔθεσε ἀμέσως σὲ ἐφαρμογὴ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, μ’ ὅλο ποὺ πρέπει νὰ ἦταν κατάκοπος καὶ ἄυπνος, μούσκεμα καὶ ἀπογοητευμένος, μετὰ ἀπὸ μία νύχτα ἄκαρπης προσπάθειας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ὑπακοή του ἀνταμείφθηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ὑπακοὴ τῶν ψαριῶν, ἀφοῦ Ἐκεῖνος ποὺ δημιούργησε τὰ ψάρια, τοὺς ἔδωσε ἐντολὴ μὲ τὸ πνεῦμα Του νὰ συγκεντρωθοῦν καὶ νὰ γεμίσουν τὰ δίχτυα. Τὰ ψάρια δὲν ἔχουν φωνή. Ὁ Κύριος ὅμως τοὺς ἔδωσε ἐντολὴ μὲ τὴ δική Του φωνὴ νὰ πᾶνε στὰ δίχτυα, ὅπως μὲ τὴ φωνή Του ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς ἀνέμους νὰ σταματήσουν καὶ στὴν ταραγμένη θάλασσα νὰ γαληνέψει. Τὰ ψάρια δὲν ἄκουσαν τὴ φωνὴ τοῦ Κυρίου γιὰ νὰ συναχτοῦν μέσα στὰ δίχτυα. Τά ᾽φερε ἐκεῖ ἡ δύναμή Του. Μὲ τὸ νὰ μαζευτοῦν στὰ δίχτυα τόσο πολλὰ ψάρια, ὁ Κύριος ἀντάμειψε πλούσια τὴν ὁλονύκτια προσπάθεια τῶν ψαράδων, ἐξανέμισε τὶς ἀνησυχίες τους καὶ κάλυψε τὶς σωματικὲς ἀνάγκες τους. Ἔτσι τὴν ἴδια μέρα πέτυχε καὶ τὸν δεύτερο στόχο Του.
.            Σὰν εἶδε τόσο μεγάλο πλῆθος ἀπὸ ψάρια, ποὺ δὲν εἶχε δεῖ ποτὲ ὣς τότε στὴ ζωή του ὁ Σίμων κι ἕνας ἄλλος ποὺ ἦταν μαζί του στὴ βάρκα, ἔκανε σινιάλο στοὺς συναδέλφους του νὰ πλησιάσουν μὲ τὴ δική τους βάρκα. Καὶ δὲν γέμισε μόνο ἡ βάρκα τοῦ Σίμωνα μὲ ψάρια, μὰ κι ἡ βάρκα τοῦ Ἰακώβου καὶ τοῦ Ἰωάννη. Καὶ γέμισαν τόσο πολύ, ὥστε ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ψαριῶν κινδύνευαν νὰ βουλιάξουν. Κι ἴσως νὰ εἶχαν βουλιάξει, ἂν δὲν ἦταν κοντά τους ὁ Κύριος.
.            «Ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν τοῦ Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε. θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾖ συνέλαβον. ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι» (Λουκ. ε´ 8-10). Γεμάτος δέος ἀπὸ τὸ ἀναπάντεχο θέαμα, ὁ Πέτρος ἔπεσε γονατιστὸς στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ. Οὔτε γιὰ μιὰ στιγμὴ δὲν ἀμφέβαλε πὼς τέτοια καλὴ ψαριὰ ὀφειλόταν στὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸ πλοιάριο κι ὄχι στὶς δικές του προσπάθειες. Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ συγκλόνισε τὸν Σίμωνα ὣς τὰ τρίσβαθα τῆς ψυχῆς του, γι’ αὐτὸ καὶ στὴ συνέχεια δὲν ὀνόμασε πιὰ τὸν Ἰησοῦ «ἐπιστάτη», ἀλλὰ «Κύριο». Κάθε ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνει «ἐπιστάτης», «ἀφεντικό», μὰ μόνο ἕνας Κύριος ὑπάρχει. Ὅταν ἄκουγε τὸν σοφὸ δάσκαλο νὰ διδάσκει τὰ πλήθη ἀπὸ τὸ πλοῖο, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴν ἀκτή, ὁ Σίμων τὸν ὀνόμασε «Ἐπιστάτη» ἢ «Διδάσκαλο». Τώρα ὅμως ποὺ εἶδε τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ ἔργο Του, τὸν ὁμολόγησε «Κύριο».
.            Προσέξτε πόσο πιὸ δυνατὰ μιλᾶνε τὰ ἔργα ἀπὸ τὰ λόγια! Ἂν ποῦμε ἀκόμα καὶ τὰ γλυκύτερα λόγια, οἱ ἄνθρωποι θὰ μᾶς ἀποκαλέσουν διδάσκαλους τῶν ἀνθρώπων. Ἂν ὅμως τὰ λόγια μας τὰ ὑποστηρίζουμε μὲ τὰ ἔργα μας, τότε θὰ μᾶς ὀνομάσουν ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ. Ἴσως τὴν ὥρα ποὺ ἄκουγε ὁ Σίμων τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, νὰ σκεφτόταν μέσα του πόσο ὄμορφα καὶ σοφὰ διδάσκει. Ὁ καρδιογνώστης ποὺ τὰ ἔβλεπε ὅλ’ αὐτά, κάλεσε μετὰ τὸ Σίμωνα στὰ βάθη, γιὰ νὰ τοῦ ἀποδείξει πὼς πραγματοποιεῖ ὅσα λέει.
.            Ἂς δώσουμε προσοχὴ στὸν τρόπο ποὺ μίλησε ὁ Σίμων στὸν Κύριο. Ἀντὶ νὰ ἐκφράσει τὴν εὐγνωμοσύνη του καὶ τὸ θαυμασμό του γιὰ ἕνα τόσο μεγάλο θαῦμα, ἐκεῖνος εἶπε: Ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ. Τὸ ἴδιο δὲ ζήτησαν οἱ κάτοικοι τῶν Γαδάρων ἀπὸ τὸ Χριστό, ὅταν θεράπευσε τὸ δαιμονισμένο; Τὸ ἴδιο ζήτησαν κι ἐκεῖνοι, μὰ δὲν εἶχαν τὸ ἴδιο κίνητρο μὲ τὸν Πέτρο. Οἱ Γαδαρηνοὶ ἀπομάκρυναν τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὸν τόπο τους ἀπὸ πλεονεξία, ἐπειδὴ οἱ δαίμονες ποὺ ἔβγαλε ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὸ δαιμονισμένο ὁδήγησαν τοὺς χοίρους στὸν πνιγμό. Ὁ Πέτρος ὅμως συνέχισε: ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι. Ὁ λόγος ποὺ ζήτησε ὁ Πέτρος ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ φύγει ἀπὸ κοντά του, ἦταν ἡ αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας καὶ τῆς ἀναξιότητάς του.
.            Ἡ αἴσθηση αὐτὴ τῆς ἁμαρτωλότητας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἶναι μία πολύτιμη πέτρα γιὰ τὴν ψυχή. Ὁ Κύριος τὴν ἐκτιμᾶ περισσότερο ἀπ’ ὅλους τοὺς τυπικοὺς ὕμνους δοξολογίας κι εὐχαριστίας. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ψάλλει πολλοὺς τέτοιους ὕμνους στὸν Θεὸ χωρὶς τὴν αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του, δὲν ὠφελεῖται καθόλου. Ἡ αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας ὁδηγεῖ στὴ μετάνοια, ἡ μετάνοια ὁδηγεῖ στὸν Χριστὸ κι ὁ Χριστὸς πραγματοποιεῖ τὴν ἀναγέννηση. ασθηση τς μαρτωλότητας εναι τ ξεκίνημα στ δρόμο τς σωτηρίας το νθρώπουὉ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει περιπλανηθεῖ πολὺ σὲ παραπλανητικοὺς δρόμους, δὲν ἔχει τίποτα καλλίτερο νὰ κάνει ἀπὸ τὸ νὰ βρεῖ τὸν σωστὸ δρόμο. Κι ὅταν τὸν βρεῖ, τὸ μόνο ποὺ τοῦ ἀπομένει εἶναι νὰ τὸν ἀκολουθήσει, χωρὶς νὰ κοιτάξει πρὸς τὰ δεξιὰ ἢ τ’ ἀριστερά του. Τί ὠφέλησε τὸν Φαρισαῖο ἡ προσευχὴ ποὺ ἔκανε στὴν ἐκκλησία, ὅταν προσπαθώντας νὰ ἐγκωμιάσει τὸν Θεό, ἐγκωμίαζε τὸν ἑαυτό του; Δὲν δικαιώθηκε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔκανε ὁ τελώνης ποὺ χτυποῦσε τὸ στῆθος του κι ἔκραζε: «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ!» (Λουκ. ιη´ 13).
.            Αὐτὸ ἦταν τὸ ξεκίνημα τῆς μύησης τοῦ Πέτρου στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ὁλοκλήρωση ἔγινε ἀργότερα, ὅταν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀκολούθους τοῦ Χριστοῦ ἄρχισαν ν’ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν Χριστό, ἐνῶ ὁ Πέτρος τοῦ εἶπε: «Κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα; ρήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις» (Ἰωάν. ϛ´ 68). Τώρα ὅμως, στὸ ξεκίνημα, κατάπληκτος ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, τοῦ λέει: Ἄπελθε ἀπ’ ἐμοῦ.
.            Ὁ Πέτρος δὲν ἦταν ὁ μοναδικὸς ποὺ καταλήφθηκε ἀπὸ δέος. Ὁ Ἰάκωβος κι ὁ Ἰωάννης, οἱ γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου, καθὼς κι ὅλοι οἱ ἄλλοι ποὺ ἦταν μαζί τους, βρίσκονταν στὴν ἴδια κατάσταση. λοι τους ξεκίνησαν μ φόβο γι τν Κύριο, κα τελείωσαν μ γάπη γι κενον. Ὅπως διαβάζουμε στὶς Παροιμίες, «ἀρχὴ σοφίας, φόβος Κυρίου» (Παρ. α´ 7).
.            Στὸν φόβο ποὺ ἔνιωθε ὁ Πέτρος, καθὼς γονάτιζε μπροστά Του, ὁ εὔσπλαγχνος καὶ πάνσοφος Κύριος ἀπάντησε: «μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔση ζωγρῶν» (Λουκ. ε´ 10). Ὁ κόσμος αὐτὸς εἶναι μία θάλασσα γεμάτη πάθη, ἡ Ἐκκλησία Μου εἶναι πλοῖο καὶ τὸ Εὐαγγέλιό μου δίχτυ, ὅπου θ’ ἁλιεύσεις ἀνθρώπους. Χωρὶς ἐμένα δὲν μπορεῖτε νὰ κάνετε τίποτα. Μαζί μου ὅμως θὰ ἔχετε τόσο καλὲς ψαριές, ποὺ θὰ γεμίσουν τὰ δίχτυά σας. Φτάνει νὰ εἶστε ὑπάκουοι σὲ Μένα, ὅπως κάνατε καὶ σήμερα. Καὶ τότε δὲν θὰ σᾶς φοβίζει κανένα βάθος καὶ ποτὲ δὲν θὰ γυρίσετε μὲ ἄδεια χέρια ἀπὸ τὸ ψάρεμα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: «Η ΜΕΓΑΛΗ ΨΑΡΙΑ» – 3 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

, , , ,

Σχολιάστε

«Η ΜΕΓΑΛΗ ΨΑΡΙΑ» – 1 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ 

«Η ΜΕΓΑΛΗ ΨΑΡΙΑ»
 (Λουκ. ε´ 1-11)
ΙΗ´ Κυρ. Μετὰ τὴν Πεντηκοστή

[Α´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ὁμιλίες Ε´-
Κυριακοδρόμιο Β´
Ἀθῆναι 2013, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 159 ἑπ.

b189401.             Δοτήρας κάθε ἀγαθοῦ εἶναι ὁ Κύριος. Κι ὅλα τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ εἶναι τέλεια. Ἔχουν τέτοια τελειότητα, ποὺ κάνουν τοὺς ἀνθρώπους νὰ θαυμάζουν. Τὸ θαῦμα δὲν εἶναι τίποτ’ ἄλλο, παρὰ ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ, ἀξιοθαύμαστο. Οἱ ἄνθρωποι θαυμάζουν τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ, λόγῳ τῆς τελειότητάς τους.
.             Ἂν οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν μὲ τὴν ἁγνότητα καὶ τὴν ἀναμαρτησία τοῦ παραδείσου, δὲν θὰ περίμεναν ἀπὸ τὸν Θεὸ ν’ ἀναστήσει νεκρούς, νὰ πολλαπλασιάσει τοὺς ἄρτους ἢ νὰ γεμίσει τὰ δίχτυα μὲ ψάρια, γιὰ νὰ ποῦν ὕστερα: «Κοιτάξτε τὸ θαῦμα!» Θὰ τὸ ἔλεγαν αὐτὸ γιὰ κάθε πλάσμα τοῦ Θεοῦ, κάθε στιγμὴ καὶ μὲ κάθε ἀνάσα τῆς ζωῆς τους. Καθς μως ο νθρωποι συνήθισαν στν μαρτία, κάθε θαμα π τναρίθμητα πο κάνει Θες στν κόσμο, χει γίνει γι τος νθρώπους συνηθισμένο θέμα. Γιὰ νὰ μὴ μείνουν τὰ θέματα αὐτὰ ὅμως τελείως ἀπαρατήρητα, γιὰ νὰ μὴν ὑποβιβαστοῦν ἐντελῶς, ὁ Θεὸς μὲ τὴν εὐσπλαχνία Του πρὸς τὸν ἄρρωστο ἄνθρωπο τοῦ δίνει ἕνα ἀκόμα θαῦμα ἀπὸ τ’ ἀμέτρητα ποὺ τοῦ ἔχει δωρίσει, γιὰ νὰ τὸν ξυπνήσει ἀπὸ τὴ σκοτεινὴ καὶ ψυχοφθόρα συνήθεια νὰ μὴ βλέπει κάτι ὑπερφυσικὸ στὰ θαύματα.
.              Μὲ κάθε θαῦμα Του ὁ Θεὸς θέλει νὰ θυμίσει στοὺς ἀνθρώπους πρῶτον, πὼς παρακολουθεῖ τὸν κόσμο, τὸν κυβερνᾶ μὲ τὴν παντοδύναμη θέλησή Του καὶ τὴ σοφία Του· δεύτερον, πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦν χωρὶς Ἐκεῖνον νὰ κάνουν τίποτα. Καμιὰ προσπάθεια δὲν μπορεῖ νὰ εὐοδοθεῖ χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Καμιὰ συγκομιδὴ ποὺ ἔγινε χωρὶς τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ δὲν φέρνει ἀποτέλεσμα. Κάθε ἀνθρώπινη σοφία ποὺ στρέφεται ἐνάντια στὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀδύνατη νὰ κάνει καλὸ ἀπὸ μόνη της ἢ νὰ προσφέρει ἔστω κι ἕνα κόκκο σινάπεως. κόμα κι ν φαίνεται πς κάνει καλ γι κάποιο διάστημα, δν εναι νθρώπινη σοφία πο τ πραγματοποιε, λλ τ λεος το Θεο πού, ἔστω γιὰ μία φορά, δὲν ἐγκαταλείπει ἀκόμα καὶ τὸν σκληρότερο ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς Του. Ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τοὺς ἀνθρώπους, δὲν ἐκδικεῖται. Ὑπομένει τοὺς ἀνθρώπους, περιμένει τὴ μετάνοιά τους. Θέλει «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α´ Τιμ. β´ 4).
.              Ὑποταγμένος ἀπὸ συνήθεια σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ὁ ἄνθρωπος πιστεύει μερικὲς φορὲς πὼς μπορεῖ νὰ κάνει σπουδαῖα πράγματα χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀκόμα κι ἀντίθετα στὸν ἴδιο καὶ στὸ Νόμο Του. Νομίζει ὁ ὑποταγμένος ἄνθρωπος πὼς μπορεῖ νὰ γίνει καλὸς ἢ πλούσιος ἢ σοφὸς ἢ διάσημος μόνο μὲ τὶς δικές του προσπάθειες. Αὐτὴ ἡ ὑποταγή του ὅμως πολὺ σύντομα εἴτε τὸν ὁδηγεῖ στὴν ἀπόγνωση, δίνοντάς του ἔτσι τὴ σοφία γιὰ νὰ ἐπιστρέψει μὲ ἐπίγνωση στὸν Θεό, εἴτε τὸν ἀπομακρύνει, κυριευμένο ἀπὸ τὴν ἀφόρητη ἀγωνία τοῦ κόσμου, ὡσότου χάσει ἐντελῶς τὴν ἀνθρώπινη ἀξία του ἢ παραδοθεῖ κυριολεκτικὰ σὰ σκιὰ στὰ χέρια τῶν ἀόρατων πονηρῶν δυνάμεων.
.              Ἐκεῖνος, ἀντίθετα, ποὺ πιστεύει πὼς ὁ κόσμος αὐτὸς εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ, ὅπως κι ὁ ἴδιος, ἐρευνᾶ πάντα τοὺς τρόπους τῆς θείας πρόνοιας, παρατηρώντας μὲ δέος τὴν ἄπειρη σειρὰ τῶν θαυμάτων. Τέτοιος ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ μιλήσει ὅπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἐγὼ ἐφύτευσα, Ἀπολλὼ ἐπότισεν, ἀλλ’ ὁ Θεὸς ηὔξανεν· ὥστε οὔτε ὁ φυτεύων ἐστί τι οὔτε ὁ ποτίζων, ἀλλ’ ὁ αὐξάνων Θεὸς» (Α´ Κορ. γ´ 6-7). Κάποια ἀνάλογη σκέψη ἐκφράζεται μὲ μία παροιμία ποὺ ὑπάρχει σὲ πολλοὺς λαούς: «Ὁ ἄνθρωπος προτείνει, μὰ ὁ Θεὸς ρυθμίζει».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:  «Η ΜΕΓΑΛΗ ΨΑΡΙΑ» – 2 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς) «Η ΜΕΓΑΛΗ ΨΑΡΙΑ» – 3 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

, ,

Σχολιάστε

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ «ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΑΡΤΩΝ» Δ´ «

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ 

 

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΑΡΤΩΝ»
(Ματθ. ιδ´ 14-22)

 

[Δ´ Μέρος] 

 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ὁμιλίες Δ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῶν Ἁγ. Πάντων
ὣς τὴν ἑνδεκάτη Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2012, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 153 ἑπ.

 

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/08/17/ὀμ-στὸν-πολλαπλασιασμὸ-τῶν-ἄρτων/

 

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/08/18/ὁμ-στὸν-πολλαπλασιασμὸ-τῶν-ἄρτων2/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/08/19/ὁμ-στὸν-πολλαπλασιασμὸ-τῶν-ἄρτων3/

.                  Πότε προσπάθησε κάποιος νὰ μετατρέψει μία ἀπάτη σὲ βασιλιά; Αὐτὸ ὅμως ἦταν πραγματικὸ γεγονός. Οἱ ἄνθρωποι ξεσηκώθηκαν ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ ἤθελαν νὰ κάνουν τὸ Χριστὸ βασιλιὰ μὲ τὸ ζόρι. Κι αὐτὸ θὰ εἶχε γίνει, ἂν ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἀπομακρυνθεῖ μόνος Του. Κι ἔτσι ματαιώθηκε τὸ σχέδιο τοῦ πλήθους ποὺ ριγοῦσε ἀπὸ ἐνθουσιασμό.
.                  «Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους» (Ματθ. ιδ´ 22). Δὲν εἶναι περίεργο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς ἀνάγκασε τοὺς μαθητές Του νὰ μποῦν σὲ πλοῖο καὶ νὰ φύγουν πρὶν ἀπὸ τὸν ἴδιο; Γιατί τὸ ἔκανε αὐτό; Πρῶτον, γι᾽ αὐτὸ ποὺ εἶχε γίνει. Καὶ δεύτερον, γι᾽ αὐτὸ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνει. Τοὺς ἄφησε ν᾽ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὸ πλῆθος ὅσο πιὸ γρήγορα γινόταν, γιὰ νὰ συλλογιστοῦν καὶ νὰ συζητήσουν μεταξύ τους τὸ μεγάλο θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων. Τοὺς ἄφησε νὰ ταξιδέψουν μὲ τὸ πλοῖο, ὅπου ὁ Κύριος θὰ τοὺς ἐπισκεπτόταν σύντομα μ᾽ ἕνα καινούργιο κι ἀνήκουστο θαῦμα: θὰ τοὺς πλησίαζε περπατώντας πάνω στὸ νερό, ὅπως περπατάει κανεὶς σὲ στέρεο ἔδαφος. Ὁ Κύριος γνώριζε ἐκεῖνο ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνει καὶ τί θὰ ἔκανε ὁ ἴδιος. Οἱ μαθητές Του, ποὺ δὲν ἔβλεπαν τίποτα, ἔνιωσαν ἔκπληξη ποὺ ὁ Χριστὸς τοὺς ἔστειλε πρὶν ἀπ᾽ Αὐτόν. Τὸν ἄφησαν ὅμως μόνο Του μὲ τὸ πλῆθος, κατέβηκαν ἀπὸ τὸ ὄρος στὴ θάλασσα καὶ ξεκίνησαν τὸ ταξίδι.
.                  Ἕνας ἄλλος ἀναμφισβήτητος λόγος γιὰ τὴ σπουδὴ ποὺ ἔδειξε ὁ Κύριος νὰ προπέμψει τοὺς μαθητές Του, νὰ τοὺς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὰ πλήθη τῶν ἀνθρώπων, ἦταν ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἤθελε νὰ τοὺς προφυλάξει ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὰ ἐγκώμιά τους καὶ τὴν αὐτοεκτίμηση ποὺ θὰ ἔνιωθαν, ἐπειδὴ ἦταν μαθητὲς τέτοιου Θαυματουργοῦ. Ἤθελε νὰ τοὺς διδάξει πὼς πρέπει νὰ εἶναι ταπεινοί, γι᾽ αὐτὸ καὶ τοὺς εἶχε πεῖ: «δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν». Καὶ τώρα τοὺς ἔδιωξε, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ τοὺς προφυλάξει ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὴν ὑψηλοφροσύνη, ἐπειδὴ εἶχαν τέτοια σχέση μαζί Του, μὲ τὸν Διδάσκαλό τους. Καὶ τελικὰ ἤθελε μ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ τοὺς κάνει νὰ γνωρίσουν τὴν ἀπεριόριστη ταπείνωσή Του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ: μετὰ ἀπὸ ἕνα τόσο καταπληκτικὸ θαῦμα, ἀποσύρθηκε στὴν ἡσυχία γιὰ νὰ προσευχηθεῖ.
.                  Οἱ μαθητἐς Του ἦταν ἐξοικειωμένοι μὲ τὴ συνηθειά Του ν᾽ ἀποσύρεται συχνὰ στὴν ἔρημο γιὰ νὰ προσευχηθεῖ. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὅμως μήπως ἀποσύρθηκε σκόπιμα στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ μείνει μόνος Του, μετὰ τὴ φοβερὴ εἴδηση γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ; Ἂς ξεχάσουν οἱ μαθητές Του γιὰ ποιὸ λόγο πῆγε στὴν ἔρημο· ἂς συνειδητοποιήσουν πὼς τὸ μεγάλο θαῦμα, ποὺ τόσο ξαφνικὰ ἔκανε, καθὼς κι ὅλοι οἱ ἔπαινοι κι ὁ θαυμασμὸς τῶν ἀνθρώπων, δὲν μποροῦσαν νὰ καταστρέψουν τὴν ἐσωτερικὴ γαλήνη καὶ τὴν ταπείνωσή Του, οὔτε καὶ νὰ τὸν κάνουν ν᾽ ἀλλάξει τὴν ἀπόφασή Του νὰ πάει στὴν ἔρημο γιὰ νὰ προσευχηθεῖ.

* * * 

.                  Ὁλόκληρο τὸ περιστατικὸ αὐτὸ τῆς διανομῆς τῶν ἄρτων καὶ τῶν ψαριῶν στοὺς ἀνθρώπους, ὁ ἀριθμὸς τῶν ψαριῶν καὶ τῶν ἄρτων, καθὼς καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν κοφινιῶν μὲ τὰ περισσεύματα, ὅλα μαζὶ ἔχουν κι ἕνα ἐσωτερικό, ἕνα βαθύτερο νόημα. Λίγο πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό Του ὁ Κύριος ὀνόμασε τὸν ἄρτο Σῶμα Του. Στὸ συγκεκριμένο περιστατικὸ εἶναι ἀλήθεια πὼς δὲν λέει κάτι τέτοιο μὲ λόγια, τὸ κάνει ὅμως μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν ἄρτων. Οἱ πέντε ἄρτοι σημαίνουν τὶς πέντε αἰσθήσεις· κι οἱ πέντε αἰσθήσεις ἀντιπροσωπεύουν ὅλο τὸ σῶμα. Τὸ ψάρι σημαίνει τὴ ζωή. Τοὺς πρῶτες αἰῶνες τῆς χριστιανικῆς ζωῆς τὸν Χριστὸ τὸν ἀπεικόνιζαν μὲ τὴ μορφὴ ψαριοῦ. Τὸ σύμβολο αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ δεῖ ἀκόμα καὶ σήμερα κανεὶς στὶς ἀρχαῖες χριστιανικὲς κατακόμβες. Ἀπ᾽ αὐτὴν τὴν ἄποψη, ὁ Χριστὸς ἔδωσε τὸ σῶμα καὶ τὴ ζωή Του στοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ τραφοῦν. Καὶ γιατί ἦταν δύο τὰ ψάρια; Ἐπειδὴ ὁ Κύριος ἔδωσε καὶ δίνει τὸν ἑαυτό Του θυσία τόσο ὅσο διάστημα κράτησε ἡ ἐπίγεια διαδρομή Του, ὅσο καὶ στὴν Ἐκκλησία μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, ὣς τὴ σημερινὴ μέρα. Ποιά σημασία ἔχει τὸ γεγονὸς ὅτι ἔκοψε μόνος του τοὺς ἄρτους; Αὐτὸ σημαίνει πὼς Ἐκεῖνος, μὲ τὴν ἐλεύθερη βούλησή Του, παραδόθηκε νὰ θυσιαστεῖ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Γιατί ἔδωσε τὰ ψωμιὰ καὶ τὰ ψάρια στοὺς ἀποστόλους, γιὰ νὰ τὰ μοιράσουν αὐτοὶ μετὰ στὸ λαό; Ἐπειδὴ ἐκεῖνοι ἦταν ποὺ ἔπρεπε νὰ μεταφέρουν τὸν Χριστὸ σ᾽ ὁλοκληρο τὸν κόσμο καὶ νὰ τὸν δώσουν στοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ ἔθνη ὡς τροφὴ ζωῆς. Τί σημαίνουν τὰ δώδεκα κοφίνια μὲ τὰ περισσεύματα τῶν ἄρτων; Τὴν ἄφθονη καρποφορία τοῦ ἔργου τῶν ἀποστόλων. Κάθε θερισμὸς τῶν ἀποστόλων θὰ εἶναι ἀσύγκριτα μεγαλύτερος ἀπὸ τὸ σπόρο ποὺ ἔσπειραν, ὅπως κάθε καλάθι εἶχε περισσότερο ψωμὶ ἀπὸ τοὺς ἄρτους ποὺ ἔφαγαν καὶ χόρτασαν οἱ πεινασμένοι ἄνθρωποι. (Τὸ περιστατικὸ τοῦ θαύματος τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων ποὺ ἔγινε μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ μνημονεύεται κάθε φορὰ σὲ μία ὡραία εὐχή, στὴν τελετὴ τῆς ἀρτοκλασίας: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ὁ εὐλογήσας τοὺς πέντε ἄρτους ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ ἐξ αὐτῶν πεντακισχιλίους ἄνδρας χορτάσας, εὐλόγησον καὶ τοὺς ἄρτους τούτους, τὸν σίτον, τὸν οἶνον καὶ τὸ ἔλαιον καὶ τοὺς ἐξ αὐτῶν μεταλαμβάνοντας πιστοὺς δούλους Σου ἁγίασον»).

.                  Ὅλ᾽ αὐτὰ τὰ μυστήρια ἔχουν μεγάλο βάθος, δυσθεώρητο. Ποιός τολμᾶ νὰ κοιτάξει τόσο βαθιά, στὰ ἀπύθμενα βάθη τους; Ποιός θὰ τολμοῦσε στὴν πρόσκαιρη ζωή μας νὰ διεισδύσει στὰ βάθη αὐτά; Ἴσως πληροφορηθοῦν ἀρκετὰ ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς ἀρέσει νὰ διαβάζουν καὶ ν᾽ ἀκοῦνε τὸ εὐαγγέλιο. Οἱ ἄγγελοι ἀπολαμβάνουν μέχρι κορεσμοῦ τὴ γλυκύτητα τοῦ εὐαγγελίου. Ὅσο περισσότερο τὸ διαβάζει ὁ ἄνθρωπος, τόσο περισσότερο τρέπεται σὲ σκέψεις πνευματικὲς καὶ σὲ προσευχή. Ὅσο περισσότερο καθοδηγεῖ τὴ ζωή του σύμφωνα μ᾽ αὐτό, τόσο ἡ ἀνάγνωση θ᾽ ἀνοίγει τὰ βάθη τῶν νοημάτων του καὶ θὰ τὸν ἱκανοποιεῖ μὲ τὸ ἄρωμά του. Γι᾽ αὐτὸ πρέπει δόξα καὶ ὕμνος στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα Του καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, ,

Σχολιάστε

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ «ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΑΡΤΩΝ» Γ´ «Τώρα εἶχε ἔρθει ἡ δική Του ὥρα. Οἱ ὄχλοι δὲν μποροῦσαν νὰ βροῦν τρόφιμα γιὰ νὰ φᾶνε. Οἱ ἀπόστολοι ὁμολόγησαν τὴν ἀδυναμία τους, δὲν μποροῦσαν νὰ τοὺς βοηθήσουν. Τότε καὶ μόνο τότε ἦρθε ἡ δική Του ὥρα. Τὸ κλίμα ἦταν ὥριμο γιὰ νὰ γίνει τὸ θαῦμα».

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ 

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΑΡΤΩΝ»
(Ματθ. ιδ´ 14-22)

[Γ´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ὁμιλίες Δ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῶν Ἁγ. Πάντων
ὣς τὴν ἑνδεκάτη Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2012, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 153 ἑπ.

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/08/17/ὀμ-στὸν-πολλαπλασιασμὸ-τῶν-ἄρτων/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/08/18/ὁμ-στὸν-πολλαπλασιασμὸ-τῶν-ἄρτων2/

.                  Ὁ Κύριος τοὺς κοίταξε καὶ «ἐσπλαχνίσθη περὶ αὐτῶν, ὅτι ἦσαν ἐκλελυμένοι καὶ ἐρριμμένοι ὡς προβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ´ 36). Κάτω στὶς πόλεις οἱ συναγωγὲς ἦταν γεμάτες ἀπὸ αὐτόκλητους ποιμένες, ποὺ στὴν πραγματικότητα ἦταν λύκοι μὲ ἐμφάνιση προβάτων. Οἱ ἄνθρωποι τὸ ἤξεραν αὐτό, τὸ ἔνιωθαν, ὅπως ἤξεραν κι ἔνιωθαν τὴν ἀμέτρητη εὐσπλαχνία καὶ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γι᾽ αὐτούς. Οἱ ἄνθρωποι ἤξεραν καὶ ἔνιωθαν πὼς ὁ Χριστὸς ἦταν ὁ μόνος Καλὸς Ποιμένας, πὼς ἡ μέριμνά Του γι᾽ αὐτοὺς ἦταν γνήσια, στοργική. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν στὴν ἔρημο. Κι ὁ Κύριος ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. Οἱ ἄνθρωποι ἔνιωθαν πὼς τὸν χρειάζονταν τὸν Χριστό, δὲν τοῦ ζητοῦσαν νὰ θαυματουργήσει ἀπὸ μάταιη περιέργεια, ἀλλ᾽ ἀπὸ μεγάλη ἀνάγκη. Κι ὁ Μάρκος μᾶς λέει πὼς ἐκεῖ ἄρχισε νὰ τοὺς διδάσκει.
.                  «Ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν ἀπολυσον τοὺς ὄχλους, ἴνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα» (Ματθ.ιδ´ 15). Ὁ Ματθαῖος δὲν μᾶς λέει τί τὸν κρατοῦσε τόσο πολὺ μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Γράφει μόνο πὼς θεράπευσε τοὺς ἀρρώστους. Ὁ Μάρκος τὸ συμπληρώνει αὐτὸ καὶ λέει πὼς τοὺς δίδασκε πολλὰ πράγματα. Προσέξτε πόσο ὄμορφα συμπληρώνουν ὁ ἕνας εὐαγγελιστὴς τὸν ἄλλο! Ὁ Κύριος συνέχισε νὰ διδάσκει τοὺς ὄχλους γιὰ πολλὲς ὧρες, ὡσότου ἄρχισε νὰ νυχτώνει. Ὅλες αὐτὲς τὶς ὧρες ὁ Κύριος δίδαξε τόσο πολλὰ στὸ λαό, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ γεμίσει ὁλόκληρο εὐαγγέλιο. Αὐτὸ τὸ εἶπε ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ὅταν ἔγραψε πὼς «οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία» (Ἰωάν. κα´ 25).
.                  Παρατηροῦμε ὅμως καὶ τὴν ἀγάπη τῶν μαθητῶν: Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν. Τὸ πλῆθος πεινάει κι εἶναι ἀργὰ πιὰ γιὰ νὰ φύγουν καὶ νὰ πᾶνε στὸν τόπο του ὁ καθένας. Τὰ σπίτια τους εἶναι μακριά. Δές, ἐδῶ ἔχουμε καὶ πολλὲς γυναῖκες, ἔχουμε καὶ παιδιά. Πρέπει νὰ βροῦν τροφὴ ὅσο πιὸ σύντομα γίνεται. Ἂσ᾽ τους λοιπὸν νὰ πᾶνε στὰ γύρω χωριά, γιὰ νὰ βροῦν κάτι νὰ φᾶνε.
.                  Ὁ Χριστὸς σίγουρα εἶναι πιὸ εὔσπλαγχνος καὶ πιὸ στοργικὸς ἀπὸ τοὺς μαθητές Του. Μήπως δὲν ἔνιωθε κι ὁ ἴδιος, ὅπως οἱ μαθητές Του, πὼς οἱ ἄνθρωποι πεινοῦσαν κι ἡ νύχτα ἦταν κοντά; Καὶ βέβαια ὁ Χριστὸς ἦταν περισσότερο ἐλεήμων καὶ στοργικὸς ἀπὸ τοὺς μαθητές Του. Τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων τὶς ἔνιωθε πρὶν ἀπὸ ἐκείνους. Στὴν ἀρχή, ὅπως λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, «ἐπάρας οὖν ὁ Ἰησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ θεασάμενος ὅτι πολὺς ὄχλος ἔρχεται πρὸς αὐτόν, λέγει πρὸς τὸν Φίλιππον πόθεν ἀγοράσωμεν ἄρτους ἵνα φάγωσιν οὗτοι;» (Ἰωάν. ϛ´ 5). Ἡ συζήτηση μὲ τὸν Φίλιππο ὅμως τελείωσε κι οἱ ἄνθρωποι μαζεύτηκαν γύρω ἀπὸ τὸν Κύριο μὲ τοὺς ἀσθενεῖς τους. Ὁ Κύριος θεράπευσε πρῶτα ὅλους τοὺς ἀρρώστους κι ἔπειτα ἄρχισε νὰ διδάσκει τοὺς ὄχλους. Ἡ διδασκαλία κράτησε ὣς τὸ βράδυ. Καὶ τότε μόνο σκέφτηκαν οἱ ἀπόστολοι πὼς οἱ ἄνθρωποι θὰ πεινοῦσαν κι ἔπρεπε νὰ φᾶνε.
Ὁ Κύριος τὸ εἶχε προβλέψει αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἀρχή. Δὲ μίλησε ὅμως, σκόπιμα. Περίμενε τοὺς ἀποστόλους νὰ θέσουν τὸ πρόβλημα. Κι αὐτὸ τὸ ἔκανε γιὰ δύο λόγους: πρῶτα γιὰ νὰ τοὺς διεγείρει τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴ συμπάθεια καὶ δεύτερο γιὰ ν᾽ ἀποδείξει πόσο ἀδύναμοι ἦταν χωρὶς Ἐκεῖνον. Τοὺς εἶπε ὁ Χριστός: «οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν» (Ματθ. ιδ´ 16). Γνώριζε πὼς αὐτὸ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ κάνουν, ἦταν ἀδύνατο ἀνθρωπίνως νὰ γίνει. Τὸ εἶπε ὅμως γιὰ νὰ συνειδητοποιήσουν πλήρως καὶ νὰ ὁμολογήσουν τὴν ἀδυναμία τους. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τοῦ εἶπαν: «οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας» (Ματθ. ιδ´ 17). Σύμφωνα μὲ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, τὰ λιγοστὰ αὐτὰ τρόφιμα δὲν ἦταν δικά τους, ἀνῆκαν σὲ κάποιο μικρὸ παιδὶ ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ. Γράφει ὁ εὐαγγελιστής: «Ἔστι παιδάριον ἓν ὧδε, ὃς ἔχει πέντε ἄρτους κριθίνους καὶ δύο ὄψαρια· ἀλλὰ ταῦτα τί ἐστιν εἰς τοσούτους;» (Ἰωάν. ϛ´ 9). Στὸν Κύριο αὐτὸ τὸ εἶπε ὁ Ἀνδρέας. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πρωτόκλητος τῶν ἀποστόλων ζοῦσε τόσο καιρὸ μαζί Του, ἀκόμα δὲν εἶχε ἑδραιωθεῖ στὴν πίστη, δὲν εἶχε τελειοποιηθεῖ. Αὐτὸ εἶναι φανερὸ ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ εἶπε: ἀλλὰ ταῦτα τί ἐστιν εἰς τοσούτους; Τὸ ψωμὶ ἦταν κρίθινο. Κι αὐτὸ δὲν ἦταν συμπτωματικό. Σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο, ἀπ᾽ αὐτὸ μαθαίνουμε πὼς πρέπει νὰ ἱκανοποιούμαστε μὲ ἁπλὲς τροφές, νὰ μὴν εἴμαστε ἀπαιτητικοί. «Ἡ λαιμαργία κι ἡ πολυφαγία εἶναι μητέρες τῆς ἀρρώστιας», συμπληρώνει ὁ ἅγιος πατέρας.
.                  «Ὁ δὲ εἶπε· φέρετέ μοι αὐτοὺς ὧδε» (Ματθ. ιδ´ 18). Τώρα εἶχε ἔρθει ἡ δική Του ὥρα. Οἱ ὄχλοι δὲν μποροῦσαν νὰ βροῦν τρόφιμα γιὰ νὰ φᾶνε. Οἱ ἀπόστολοι ὁμολόγησαν τὴν ἀδυναμία τους, δὲν μποροῦσαν νὰ τοὺς βοηθήσουν. Τότε καὶ μόνο τότε ἦρθε ἡ δική Του ὥρα. Τὸ κλίμα ἦταν ὥριμο γιὰ νὰ γίνει τὸ θαῦμα.
.                  «Καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις» (Ματθ. ιδ´ 19). Γιατί κοίταξε πρῶτα στὸν οὐρανὸ ὁ Κύριος; Ὅταν ἔκανε πολλὰ ἀπὸ τ᾽ ἄλλα θαύματά Του δὲν τὸ εἶχε κάνει, δὲν εἶχε ξανακοιτάξει στὸν οὐρανό. Δὲν τὸ ἔκανε, ὅταν ἄνοιγε τὰ μάτια τῶν τυφλῶν, ὅταν θεράπευε τοὺς λεπρούς, ἔβγαζε δαιμόνια ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, γαλήνευε τὴ θάλασσα, ἔκανε τὸ νερὸ κρασὶ κι ὅταν ἀκόμα ἀνάσταινε νεκρούς. Γιατί λοιπὸν στὴ συγκεκριμένη αὐτὴ περίπτωση ἔστρεψε τὰ μάτια Του πρὸς τὸν οὐρανό, πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα Του; Πρῶτον, γιὰ νὰ κάνει σαφῆ στοὺς ἀνθρώπους τὴν ταυτότητα τῆς θέλησής Του μ᾽ ἐκείνην τοῦ Πατέρα Του, νὰ καταρρίψει τὴν ἄποψη καὶ κατηγορία τῶν Φαρισαίων, πὼς τὰ θαύματα τὰ ἔκανε μὲ τὴ συνεργεῖα τῶν δαιμόνων. Δεύτερον, γιὰ νὰ δώσει ὡς ἄνθρωπος στὸν κόσμο τὸ παράδειγμα τῆς ταπείνωσης ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καθὼς καὶ τῆς εὐχαριστίας γιὰ κάθε ἀγαθὸ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό. Ἕνα παρόμοιο παράδειγμα μᾶς ἔδωσε καὶ στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο: «Λαβὼν ὁ Ἰησοῦς τὸν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε…» (Ματθ. κϛ´ 26). Εὐχαρίστησε τὸν οὐράνιο Πατέρα Του κι ὕστερα εὐλόγησε τὸ ψωμί, ὡς δῶρο Θεοῦ. Κι ἐμεῖς πρέπει νὰ εὐχαριστοῦμε καὶ νὰ ὑμνοῦμε τὸν Θεὸ γιὰ τὰ δῶρα Του σὲ κάθε γεῦμα, ὅσο λιτὸ κι ἂν εἶναι. Τρίτον, ὡς Θεός, μὲ τὸν πολλαπλασιασμὸ τῶν ἄρτων – μία πράξη ποὺ μοιάζει πολὺ μὲ νέα δημιουργία – νὰ ἐκφράσει τὴν ἑνότητα δύναμης τῆς Ἁγίας Τριάδας: τοῦ Πατέρα, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς ὁμοούσιας καὶ ἀδιαίρετης Τριάδας, τοῦ Δημιουργοῦ τῶν πάντων.
.                  Ὁ Κύριος Ἰησοῦς «ἔκλασε», ἔκοψε τὸν ἄρτο μὲ τὰ ἴδια Του τὰ χέρια. Γιατί; Γιατί δὲν ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς ἀποστόλους Του νὰ τὸ κάνουν; Γιὰ νὰ δείξει πὼς ἐπιθυμοῦσε νὰ λογαριάσει τοὺς ἀνθρώπους ὡς φιλοξενουμένους Του, νὰ τονίσει τὴ μεγάλη ἀγάπη Του γι᾽ αὐτοὺς καὶ νὰ διδάξει ἔτσι κι ἐμᾶς πώς, ὅταν δίνουμε ἐλεημοσύνη καὶ δῶρα, πρέπει νὰ τὸ κάνουμε μὲ ἀγάπη καὶ ἱλαρότητα, ὅπως κι Ἐκεῖνος.
.                  «Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις· οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων» (Ματθ. ιδ´ 20, 21). Αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα τῶν θαυμάτων, ἡ δόξα ποὺ ξεπερνάει κάθε ἄλλη δόξα! Γιὰ νὰ πάρουν πέντε χιλιάδες ἀνθρωποι (χωρὶς νὰ συνυπολογιστοῦν οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ) ἀπὸ μία μπουκιὰ ψωμί, ὅπως τὸ ἀντίδωρο ποὺ παίρνουμε στὴν ἐκκλησία, τὰ πέντε ψωμιὰ δὲν θὰ ἔφταναν μὲ τίποτα. Ἐδῶ ὅμως ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν καὶ μάλιστα περίσσεψαν καὶ δώδεκα κοφίνια. Ἂν αὐτὴ ἦταν κάποια ὀφθαλμαπάτη, δὲν θὰ ἔγραφε ὁ εὐαγγελιστὴς πὼς ἐχορτάσθησαν. Ἂν κάποιος ἄνθρωπος μποροῦσε νὰ ἐξαπατήσει ἕναν ἄλλο ὅτι ἔφαγε, δὲν θὰ μποροῦσε ὅμως νὰ πείσει ἕναν πεινασμένο ὅτι χόρτασε. Ἂν πράγματι ἦταν αὐτὸ κάποια ὀφθαλμαπάτη, ἀπὸ ποῦ προέκυψαν τὰ περισσεύματα, ποὺ γέμισαν δώδεκα κοφίνια ψωμιά;
.                  Ὄχι! Μόνο ἄνθρωποι ποὺ ἡ καρδιά τους εἶχε νεκρωθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μποροῦν νὰ τὸ ἀποκαλέσουν ὀφθαλμαπάτη αὐτό. Ἦταν πραγματικὸ γεγονός, ὅπως πραγματικὸς εἶναι κι ὁ Θεός. Πρέπει νὰ προσέξετε ὅμως πὼς γιὰ τὸ θαῦμα αὐτὸ δὲν ξεσηκώθηκαν φωνὲς ἐναντίον Του, δὲν τοῦ ἔδωσαν κάποιες ἀνόητες ἑρμηνεῖες, ὅπως ἔκαναν οἱ Φαρισαῖοι σὲ πολλὰ ἄλλα ἀπὸ τὰ θαύματά Του. Κι ὄχι μόνο δὲν τὸ ἀμφισβήτησε κανένας, ἀλλὰ «οἱ ἄνθρωποι, ἰδόντες ὁ ἐποίησε σημεῖον ὁ Ἰησοῦς, ἔλεγον ὅτι οὗτος ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον (Ἰωάν. ϛ´ 14). Κι οἱ ὄχλοι ἤθελαν «ἁρπάζειν αὐτὸν ἵνα ποιήσωσιν αὐτὸν βασιλέα» (αὐτ. στίχ. 15). Τέτοια ἀπήχηση εἶχε στὸ λαὸ τὸ καταπληκτικὸ αὐτὸ θαῦμα!

, ,

Σχολιάστε

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ «ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΑΡΤΩΝ» Β´

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ 

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΑΡΤΩΝ»
(Ματθ. ιδ´ 14-22)

[Β´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ὁμιλίες Δ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῶν Ἁγ. Πάντων
ὣς τὴν ἑνδεκάτη Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2012, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 153 ἑπ.

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/08/17/ὀμ-στὸν-πολλαπλασιασμὸ-τῶν-ἄρτων/

.                      Γιατί ὁ Κύριος ἔδωσε «σημεῖον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ» στοὺς Φαρισαίους, ὅταν τοῦ τὸ ζήτησαν; Δὲν ἔδωσε τέτοια σημεῖα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σὲ ἀμέτρητες περιπτώσεις, ὅπως σὲ θαύματα-θεραπεῖες ἄρρωστων, λεπρῶν, δαιμονισμένων, δὲν ἀνέστησε νεκρούς; Κάθε σημεῖο ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στοὺς φθονεροὺς Φαρισαίους ὅμως θὰ ἦταν ἀνάρμοστο, ἀκατάλληλο καὶ ὑπερβολικό, ἐνῶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις θὰ ἦταν κατάλληλο, ἀπαραίτητο καὶ ταιριαστό.
.                      Γιατί ὁ Κύριος δὲν μετακίνησε ὄρη ἀπὸ ἕνα σημεῖο σὲ ἄλλο ἢ δὲν τὰ ἔριξε στὴ θάλασσα; Θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει κι αὐτό, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Γιατί λοιπὸν δὲν τὸ ἔκανε; Ἐκεῖνος ποὺ μποροῦσε νὰ διατάξει τὴν τρικυμισμένη θάλασσα καὶ νὰ γαληνέψει, τοὺς ἀνέμους καὶ νὰ ἠρεμήσουν, σίγουρα θὰ μποροῦσε νὰ μετακινήσει ὄρη καὶ νὰ τὰ ρίξει στὴ θάλασσα. Ποιό σκοπὸ ὅμως θὰ εἶχε ὑπηρετήσει ἔτσι; Κανέναν. Γι᾽ αὐτὸ κι ὁ Κύριος δὲν ἔκανε τέτοιο θαῦμα. Ὑπῆρχε ὅμως μεγάλη ἀνάγκη νὰ γαληνέψει ἡ θάλασσα καὶ νὰ ἠρεμήσει ὁ ἄνεμος, γιατί ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ποὺ ἔκραζαν γιὰ βοήθεια, ἐπειδὴ κινδύνευαν νὰ πνιγοῦν.
.                      Μόνο οἱ δαίμονες κι οἱ ἁμαρτωλοὶ ζητοῦν ἀπὸ τὸν Χριστὸ θαύματα ποὺ εἶναι ὑπερβολικὰ κι ἀχρείαστα, ὄχι ἀπαραίτητα. Προσέξτε τί ἀνόητα πράγματα ζήτησε ὁ σατανᾶς ἀπὸ τὸν Κύριο: νὰ μετατρέψει τὶς πέτρες σὲ ψωμιὰ στὴν ἔρημο, νὰ πηδήσει κάτω ἀπὸ τὸ πτερύγιο τοῦ ναοῦ! Κοιτάξτε τώρα καὶ τοὺς σκληροτράχηλους ἁμαρτωλούς, τοὺς Φαρισαίους. Εἶχαν δεῖ πολλὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τά ᾽κανε ὅλα γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τοῦ ζητοῦσαν ἔπειτα νὰ κάνει κάποια ἄσκοπα κι ἀνώφελα θαύματα, ὅπως τὸ νὰ ρίξει κάποιο βουνὸ στὴ θάλασσα! Ὁ Κύριος ἀρνιόταν νὰ κάνει τέτοια θαύματα, νὰ ἱκανοποιήσει τέτοιες ἀπαιτήσεις τοῦ διαβόλου καὶ τῶν ὑποκριτῶν. Ποτὲ ὅμως δὲν ἀρνήθηκε νὰ κάνει θαύματα ποὺ ἦταν ἀπαραίτητα, ἐπειδὴ ὑπηρετοῦσαν τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

* * *

.                      Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο περιγράφει ἕνα τέτοιο ἀπαραίτητο καὶ χρήσιμο θαῦμα: τὸν πολλαπλασιασμὸ τῶν ἄρτων στὴν ἔρημο. Αὐτὴ δὲν ἦταν κάποια ἀκατοίκητη ἔρημος, μία ἔρημος ὅπου μόνο ὁ διάβολος κατοικοῦσε. Ἦταν μία ἔρημος ὅπου βρέθηκαν πάνω ἀπὸ δέκα χιλιάδες πεινασμένοι ἄνθρωποι. Τὸ συμπέρασμα γιὰ τὸν ἀριθμό τους προκύπτει ἀπ᾽ ὅσα γράφει ὁ εὐαγγελιστής, πὼς τὸ πλῆθος ἦταν πέντε χιλιάδες ἄντρες, χωρὶς νὰ συνυπολογίσει τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά.
.                      «Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς εἶδε πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾽ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν» (Ματθ. ιδ´ 14). Αὐτὸ ἔγινε τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ βασιλιὰς Ἡρώδης εἶχε ἀποκεφαλίσει τὸν Ἰωάννη τὸ Βαπτιστή. Κι ὅταν τὸ ἄκουσε αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς, ἐπιβιβάστηκε σ᾽ ἕνα πλοῖο κι ἀναχώρησε «εἰς ἔρημον τόπον κατ᾽ ἰδίαν» (Ματθ. ιδ´ 13). Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ τὸ ἀναφέρουν καὶ οἱ τέσσερις εὐαγγελιστές. Μερικοὶ ἀναφέρουν περισσότερες λεπτομέρειες, ἄλλοι λιγότερες. Σύμφωνα μὲ τὸν Ἰωάννη, ὁ Κύριος μπῆκε στὸ πλοῖο κοντὰ στὴν Τιβεριάδα καὶ πέρασε στὸ ἀπέναντι μέρος τῆς θάλασσας τῆς Γαλιλαίας, ποὺ ὀνομάζεται καὶ θάλασσα τῆς Τιβεριάδας. Ὁ Λουκᾶς λέει πὼς «ὑπεχώρησε κατ᾽ ἰδίαν εἰς τόπον ἔρημον πόλεως καλούμενης Βηθσαϊδᾶ» (θ´ 10).
.                  Τὸ συνήθιζε ὁ Κύριος ν᾽ ἀποσύρεται συχνὰ στὴν ἔρημο, σὲ ἐρημικὲς τοποθεσίες καὶ σὲ βουνά. Τὸ ἔκανε αὐτὸ γιὰ τρεῖς λόγους: Πρῶτον, γιὰ νὰ κάνει σύντομα διαλείμματα ἀπὸ τὶς ἐντατικὲς καὶ πολυσχιδεῖς δραστηριότητές Του, ὥστε νὰ χωνέψουν κι οἱ ἄνθρωποι τὶς διδαχές Του καὶ τὰ θαύματα ποὺ εἶχε κάνει. Δεύτερον, γιὰ νὰ δώσει τὸ παράδειγμα στοὺς ἀποστόλους καὶ σὲ μᾶς πὼς εἶναι ἀπαραίτητο ν᾽ ἀποσυρόμαστε, νὰ εἰσερχόμαστε στὸ ταμιεῖο μας (Ματθ. ϛ´ 6), γιὰ νὰ παραμένουμε στὴν προσευχὴ μόνοι μας μὲ τὸν Θεό. Ἡ ἡσυχία κι ἡ σιωπὴ καθαρίζουν τὸν ἄνθρωπο, τοῦ διδάσκουν τὴν ὑποταγὴ στὸν Θεὸ καὶ τοῦ χαρίζουν πνευματικὴ διαύγεια καὶ δύναμη. Τρίτον, γιὰ νὰ μᾶς δείξει πὼς ὁ καλὸς καὶ χρήσιμος ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ – «Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη» (Ματθ. ε´ 14). Ἔτσι ἔδειξε κι ἐπισήμανε ποιὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς τόπος γιὰ τοὺς ἐρημίτες καὶ τοὺς μοναχούς.
.                  Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τὸ ἔχει ἀποδείξει αὐτὸ χιλιάδες φορές. Δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας μοναδικὸς ἐρημίτης, ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς καὶ θαυματουργός, ποὺ νὰ κατόρθωσε νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Πολλοὶ ρωτᾶνε ἀναιτιολόγητα: Τί κάνει ὁ μοναχὸς στὴν ἔρημο; Δὲν θά ᾽ταν καλύτερα ὁ μοναχὸς νὰ μένει στὸν κόσμο, ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, καὶ νὰ τοὺς ὑπηρετεῖ; Πῶς ὅμως μπορεῖ νὰ φωτίσει ἕνα κερὶ ποὺ δὲν εἶναι ἀναμμένο; Ὁ μοναχὸς κουβαλάει τὴν ψυχή του στὴν ἔρημο σὰν κερὶ ἄκαφτο. Τὴ φέρνει στὴν ἔρημο γιὰ νὰ τὴν ἀνάψει μὲ προσευχή, μὲ νηστεία, μὲ περισυλλογὴ καὶ ἄσκηση. Ἂν κατορθώσει νὰ τὴν ἀνάψει, τὸ φῶς Του θὰ λάμψει σ᾽ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Ὁ κόσμος θὰ τὸν ἀκολουθήσει καὶ θὰ τὸν βρεῖ, ἀκόμα κι ἂν αὐτὸς κρυφτεῖ στὴν ἔρημο, σὲ ἀπομακρυσμένα βουνὰ ἢ σὲ ἀπρόσιτες σπηλιές. Ὄχι, ὁ μοναχὸς δὲν εἶναι ἄχρηστος. Εἶναι ἱκανὸς νὰ γίνει πολὺ πιὸ χρήσιμος στοὺς ἄλλους ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον. Αὐτὸ φαίνεται πολὺ καθαρὰ σ᾽ αὐτὴν τὴν περίπτωση ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ. Μάταια κρυβόταν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους στὴν ἔρημο, γιατί τὰ πλήθη τὸν ἔβρισκαν καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, ,

Σχολιάστε

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ «ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΑΡΤΩΝ» Α´

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ 

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΑΡΤΩΝ»
(Ματθ. ιδ´ 14-22)

[Α´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ὁμιλίες Δ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῶν Ἁγ. Πάντων
ὣς τὴν ἑνδεκάτη Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2012, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 153 ἑπ.

.              Ὅλα ὅσα κάνει ὁ Ὕψιστος, εἶναι ἀπαραίτητα. Δὲν κάνει τίποτα ἄσκοπο, τίποτα ὑπερβολικό, τίποτα ποὺ νὰ μὴ χρειάζεται. Γιατί μερικοὶ ἄνθρωποι περιφέρονται τόσο ἄσκοπα καὶ κάνουν τόσο ἀδιάφορα πράγματα; Ἐπειδὴ δὲν εἶναι βέβαιοι γιὰ τὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς τους, γιὰ τὸν προορισμὸ τοῦ ἐπίγειου ταξιδιοῦ τους. Γιατί μερικοὶ ἄνθρωποι ὑπερφορτώνονται μὲ ἄσκοπες ὑποχρεώσεις, προβαίνουν σὲ ὑπερβολικὲς ἐνέργειες, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ μὴν μποροῦν νὰ κινοῦνται ἐλεύθερα κάτω ἀπὸ τέτοιο βάρος ὑποχρεώσεων; Ἐπειδὴ δὲ γνωρίζουν τὸ ἕνα πράγμα, «οὗ ἐστι χρεία».
.                      Γιὰ νὰ βοηθήσει ὁ Κύριος τὸν ἄνθρωπο νὰ μαζέψει τὸ διασκορπισμένο νοῦ του, νὰ θεραπεύσει τὴ διχασμένη καρδιά του καὶ νὰ συγκροτήσει τὴν ἀνεξέλεγκτη δύναμή του, ἀποκάλυψε τὸν ἕνα καὶ μοναδικὸ στόχο ποὺ εἶναι ἀπαραίτητος: τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πόσο ἄσκοπη εἶναι ἀλήθεια ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἀγωνίζεται νὰ ἐπιτύχει διάφορους στόχους! Πόσο ἀναίσθητη εἶναι ἡ διχασμένη καρδιά! Πόσο ἀδύναμη εἶναι ἡ θέληση, ὅταν ἡ δύναμή της κατακερματίζεται!
.                      Ἑνός ἐστι χρεία. Μόνο ἕνα πράγμα μᾶς χρειάζεται: ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ θαυματουργὸς Χριστὸς προσπάθησε νὰ στρέψει τὰ μάτια καὶ τὴν προσοχὴ ὅλων τῶν ἀνθρώπων πρὸς αὐτὸν τὸν προορισμό. Ὅποιος σκέφτεται ἔτσι, ἔχει ἕνα μόνο στόχο: τὸν Θεό. Ἕνα αἴσθημα: τὴν ἀγάπη. Μία νοσταλγία: νὰ πλησιάσει τὸν Θεό. Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔφτασε σ᾽ αὐτὸ τὸ μέτρο. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔχει γίνει σὰν τὸ φακὸ ποὺ συγκεντρώνει τὶς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου γιὰ νὰ δημιουργήσει φωτιά.
.                      Τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὴ Μάρθα, «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾶς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» (Λουκ. ι´ 41, 42), ἦταν στὴν πραγματικότητα ἕνας ἔλεγχος, μία προειδοποίηση στὸν κόσμο ὁλόκληρο. Κι αὐτὸ τὸ ἕνα ποὺ ἔχουμε πραγματικὴ ἀνάγκη, εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ (βλ. Ματθ. ϛ´ 33). Γιὰ ὅλα ὅσα εἶπε καὶ ἔκανε ὁ Κύριος, εἶχε στὸ νοῦ του τὸ στόχο αὐτό. Ἐκεῖ εἶχε συγκεντρωθεῖ ὅλη ἡ φλόγα ποὺ φωτίζει τοὺς ταξιδιῶτες ἐκείνους ποὺ περιφέρονται γύρω ἀπὸ τὶς χαράδρες καὶ τοὺς ἀνεμοστρόβιλους τῆς πρόσκαιρης αὐτῆς ζωῆς.
.              Ὅλα ὅσα κάνει ὁ Ὕψιστος, εἶναι ἀπαραίτητα. Τὰ πάντα γίνονται μ᾽ αὐτὸν τὸν ὕψιστο, τὸ μοναδικὸ στόχο. Ὅλα εἶναι ἀπαραίτητα, τόσο τὰ λόγια ποὺ λέει ὅσο καὶ τὰ ἔργα ποὺ κάνει. Δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας ἀργὸς λόγος, οὔτε ἕνα ἀχρείαστο ἔργο. Καὶ πόσο καρποφόρα ἦταν τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα Του! Πόσα ἑκατομμύρια φορὲς ἔχει καρποφορήσει κάθε λόγος καὶ κάθε Του πράξη, ὣς τὶς μέρες μας! Πόσο γλυκός, εὐωδιαστὸς καὶ ζωογόνος εἶναι ὁ καρπὸς αὐτός!
.                      Γιατί ὁ Κύριος δὲν μετέτρεψε τὶς πέτρες σὲ ψωμιὰ ὅταν τοῦ τὸ ζήτησε ὁ σατανᾶς; Σὲ δύο μεταγενέστερες περιπτώσεις, ὅταν γύρω του ὑπῆρχε ἕνα πεινασμένο πλῆθος, πολλαπλασίασε τὸ λίγο ψωμὶ σὲ μία τεράστια ποσότητα, ὥστε μετὰ τὴ διατροφὴ τοῦ πλήθους, περίσσεψε περισσότερο ψωμὶ ἀπ᾽ ὅσο ἦταν ἀρχικά. Τὸ πρῶτο θαῦμα ὅμως (ἡ μετατροπὴ τῶν λίθων σὲ ψωμί), ἦταν κάτι ἀδόκιμο, ἀνάρμοστο, ἄτοπο. Τὸ δεύτερο θαῦμα (ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἄρτων) ἦταν κατάλληλο, ἀπαραίτητο καὶ ταιριαστό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, ,

Σχολιάστε

ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ «ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΥΦΛΩΝ» Δ´(Ἦταν πάγια τακτικὴ τοῦ Χριστοῦ νὰ θεραπεύει πρῶτα τὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο, τὸ ἐσωτερικό του πάθος, κι ἔπειτα τὴ σωματική του ἀρρώστια.)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ 

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΥΦΛΩΝ»
(Ματθ. θ´ 27-35)

[Δ´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ὁμιλίες Δ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῶν Ἁγ. Πάντων
ὣς τὴν ἑνδεκάτη Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2012, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 133 ἑπ.

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/08/10/ομιλια-στην-κυριακη-των-δυο-τυφλων/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/08/11/ὁμιλια-στὴν-θεραπεία-τῶν-δύο-τυφλῶν2/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/08/13/ὁμιλία-στὴν-θεραπεία-τῶν-δύο-τυφλῶν3/

.                  «Καὶ ἐνεβριμήσατο αὐτοῖς Ἰησοῦς λέγων· ὁρᾶτε μηδεὶς γινωσκέτω. οἱ δὲ ἐξελθόντες διεφήμισαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῇ ἐκείνῃ» (Ματθ. θ´ 30, 31). Γιατί ὁ Κύριος τοὺς ζήτησε νὰ μὴν ποῦν λέξη γιὰ τὸ θαῦμα αὐτό; Πρῶτο, ἐπειδὴ δὲν ἐπιζητεῖ τὴ δόξα ἢ τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. Ἡ δόξα κι ὁ ἔπαινος τῶν ἀνθρώπων δὲν προσθέτουν οὔτε ἕνα ἰῶτα στὴ δόξα Του. Δεύτερο, γιὰ νὰ δείξει πὼς ὅ,τι κάνει, προέρχεται ἀπὸ συμπάθεια κι ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὅπως κάνει ἡ μάνα γιὰ τὸ παιδί της. χι πως κάνουν ο μάγοι κι ο ταχυδακτυλουργοί, ο πηρέτες τν δαιμόνων, πο μέσα τους μισον κα περιφρονον τος νθρώπους κι ,τι κάνουν, εναι γι ν εσπράξουν τ δόξα κα τν παινό τους. Τρίτο, γιὰ νὰ δώσει ἔτσι στοὺς ἀνθρώπους τὸ παράδειγμα πὼς κάθε καλὸ ἔργο πρέπει νὰ τὸ κάνουν γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ κι ὄχι γιὰ χάρη τῆς ματαιότητας. «Μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. ϛ´ 3). Καὶ τέταρτο, ἐπειδὴ γνωρίζει πὼς τὸ καλὸ δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ καὶ θέλει νὰ τὸ καταλάβουν κι οἱ ἄνθρωποι αὐτό. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ξεκαθαριστεῖ μία καὶ καλή. Εἴτε τοὺς ἄρεσε εἴτε ὄχι, οἱ τυφλοὶ θὰ διατυμπάνιζαν τὸ θαῦμα Του σ᾽ ὅλη τὴν περιοχή τους. Κι ἂν ἀκόμα ἡ γλώσσα τους δὲν μιλοῦσε, θὰ μιλοῦσαν τὰ μάτια τους. Ἂν ἤθελαν νὰ μείνουν σιωπηλοί, θὰ τοὺς ἀνάγκαζε νὰ μιλήσουν ξανὰ καὶ ξανὰ ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ποὺ φέρνει ὅλα τὰ πράγματα στὸ φῶς. Ὁ Κύριος ἤθελε νὰ δείξει πὼς τὰ πράγματα αὐτὰ γίνονται γνωστὰ ἀκόμα καὶ χωρὶς τὴ θέλησή μας, ὅσο κι ἂν προσπαθοῦμε νὰ τὰ κρύψουμε. Φτάνει μόνο νὰ μὴ ζητᾶμε νὰ γίνονται γνωστὰ ἀπὸ προσωπικὴ ματαιότητα, νὰ μὴ γίνονται γιὰ τὸν ἔπαινο, οὔτε γιὰ τὸ δικό μας οὔτε γιὰ τὸ δικό Του. Τὸν Θεὸ νὰ δοξάζετε, αὐτὸ ἔχει σημασία.


.                «Αὐτῶν δὲ ἐξερχομένων ἰδοὺ προσήνεγκαν αὐτῷ ἄνθρωπον κωφὸν δαιμονιζόμενον καὶ ἐκβληθέντος τοῦ δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ κωφὸς» (Ματθ. θ´ 32, 33). Οἱ ἄνθρωποι ποὺ διψοῦν γιὰ ὑγεία, σοφία, καλοσύνη καὶ εἰρήνη τρέχουν στὸν Κύριο Ἰησοῦ, στὴ μοναδικὴ πηγὴ κάθε καλοῦ, ὅπως οἱ διψασμένοι ταξιδιῶτες στὴν ἔρημο μόλις βροῦν μία πηγὴ μὲ νερό. Κι ἡ πηγὴ αὐτὴ εἶναι τόσο πλούσια, ὥστε ὅποιος καὶ νά ᾽ρθει δὲν φεύγει διψασμένος. Μὲ τὸ ποὺ βγῆκαν ἔξω οἱ τυφλοὶ ποὺ θεραπεύτηκαν, μὲ ἀνοιχτὰ τὰ μάτια καὶ χωρὶς τὴν ἀνάγκη ὁδηγοῦ τώρα, οἱ ἄνθρωποι ποὺ φρόντιζαν ἕναν κουφὸ καὶ δαιμονισμένο ἄνθρωπο, τὸν ἔφεραν μπροστὰ στὸ Χριστό. Κουφὸς καὶ δαιμονισμένος! Οὔτε τὸ μυαλὸ γιὰ νὰ σχηματίσει προτάσεις εἶχε, μὰ οὔτε καὶ τὴ γλώσσα. Ὁ Κύριος δὲν τὸν ρώτησε ἂν πιστεύει. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ πιστεύει κάποιος δαιμονισμένος; Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ὁμολογήσει τὴν πίστη του ἕνας βουβός;

.                  Χριστς εδε δ τν πίστη κείνων πο τν φρόντιζαν, πο τν φεραν μπροστά Του. Εἶναι πιθανὸ ὁ Κύριος νὰ μίλησε μαζί τους, ὅπως μίλησε καὶ μὲ τοὺς τυφλούς. Ὁ εὐαγγελιστὴς ὅμως δὲν ἀναφέρει τίποτα, ἴσως γιὰ ν᾽ ἀποφύγει τὴν ἐπανάληψη. Ἐκεῖνοι ποὺ ἀναζητοῦν τὴ σωτηρία τους, θὰ διδαχτοῦν ἀρκετὰ ἀπ᾽ ὅσα εἶπε στοὺς τυφλούς. Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ ἐμπαίζουν τὸν Κύριο καὶ τοὺς σωτήριους λόγους Του, ὁδηγοῦνται θεληματικὰ στὴν ἀπώλεια. Αὐτοὺς δὲν μποροῦν νὰ τοὺς σώσουν οὔτε ὅλα τὰ λόγια ποὺ εἶπε κι ὅλα τὰ ἔργα ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος σ᾽ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, ποὺ ἂν εἶχαν ὅλα καταγραφεῖ, «οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία», ὅπως λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης (κα´ 25). Αὐτὰ ποὺ ἔχουν γραφεῖ ὅμως, εἶναι ἀρκετὰ γιὰ μᾶς. Φτάνουν γιὰ νὰ πιστέψουμε στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ κερδίσουμε τὴν αἰώνια ζωή.
.                  Ὁ εὐαγγελιστὴς περιγράφει ὁλόκληρο τὸ περιστατικὸ αὐτὸ σὲ δύο μόνο προτάσεις. Σκεφτεῖτε ὅμως πόσο μεγάλο εἶναι τὸ γεγονὸς αὐτό. Ν βγάλει τ δαιμόνιο π τ δαιμονισμένο, ν ξεκλειδώσει τ γλώσσα του κα ν τν κάνει ν μιλάει ρεμα κα συγκροτημένα. Ατ τ γεγονς εναι μεγαλύτερο κι π ναν πόλεμο, γι τν ποο γράφονται τόσα βιβλία. Ἕναν πόλεμο μπορεῖ νὰ τὸν κάνει ὁποιοσδήποτε. Μόνο ὁ Θεὸς ὅμως μπορεῖ νὰ βγάλει ἕνα δαιμόνιο ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ δώσει τὴν ὁμιλία σ᾽ ἕναν βουβό. Γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, ποὺ ὁ εὐαγγελιστὴς ἀποτυπώνει σὲ δύο φράσεις, θὰ μποροῦσαν νὰ γραφτοῦν βιβλία ὁλόκληρα. Ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους λόγους, ὁ εὐαγγελιστὴς τὸ κάνει αὐτὸ γιὰ νὰ δείξει πὼς ὁ μεγαλύτερος θαυματουργὸς ὅλων τῶν ἐποχῶν ἔκανε πολλὰ τέτοια θαυμαστὰ ἔργα, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐκολία μὲ τὴν ὁποία ἔκανε ὁ Κύριος τὰ ἀνήκουστα αὐτὰ θαύματα.
.                  Ὁ εὐαγγελιστὴς λέει πὼς πρῶτα ὁ Κύριος ἔβγαλε τὸ δαιμόνιο κι ἔπειτα ἔκανε τὸ βουβὸ ἄνθρωπο νὰ μιλήσει. Ἡ πράξη αὐτὴ δείχνει πὼς ὁ Κύριος πάντα προχωρεῖ ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια στὸ κέντρο τῶν πραγμάτων, βαθιὰ μέσα στὴ ρίζα τοῦ κακοῦ. Τὸ πονηρὸ πνεῦμα ἦταν μέσα στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ εἶχε δεσμεύσει καὶ τὴ γλώσσα τοῦ βουβοῦ ἀνθρώπου. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ βγεῖ πρῶτα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὸ πονηρὸ πνεῦμα καὶ τότε θὰ λύνονταν αὐτόματα τὰ δεσμὰ καὶ θὰ παραδίδονταν τὰ ἡνία ποὺ αἰχμαλώτιζαν τὸ δαιμονισμένο. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Κύριος πρῶτα ἔβγαλε τὸ πονηρὸ πνεῦμα κι ἔπειτα χάρισε στὸν ἄνθρωπο τὸ νοῦ καὶ τὴν ὁμιλία.

.                  Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ μᾶς θυμίζει τὸν παραλυτικό, ποὺ πρῶτα τοῦ εἶπε ὁ Κύριος, «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» καὶ ἔπειτα «ἐγερθεὶς ἆρον σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκον σου» (Ματθ. θ´ 2, 6). ταν πάγια τακτικὴ τοῦ Χριστο ν θεραπεύει πρτα τν σωτερικ νθρωπο, τ σωτερικό του πάθος, κι πειτα τ σωματική του ρρώστια. Θὰ μποροῦσε νὰ λύσει τὴ γλώσσα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ν᾽ ἀφήσει τὸ πονηρὸ πνεῦμα μέσα του. Ἔτσι ὅμως τί θὰ εἶχε κατορθώσει; Γιατί νὰ λύσει τὴ γλώσσα του; Γιὰ νὰ μιλήσει τὸ δαιμόνιο καὶ νὰ ἐκστομίσει βλασφημίες ἐνάντια στὸ Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο; Γιατί νὰ ἐλευθερώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ μικρότερο κακὸ καὶ νὰ τὸν ἀφήσει δεμένο μὲ τὰ μεγαλύτερα δεσμά; Μήπως μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ὁ διάβολος δὲν θὰ ἔδενε ξανὰ τὴ γλώσσα του καὶ θὰ τὸν ξανάκανε βουβό;

.                  Πόσο σοφά, πόσο σωστὰ εἶναι τὰ ἔργα Σου, Κύριε! Τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε, εἶναι νὰ θαυμάζουμε τὴν ἄπειρη σοφία Σου, νὰ μάθουμε ἔτσι νὰ ἐνεργοῦμε καὶ μεῖς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἀπὸ τὸ θεμέλιο πρὸς τὴν τελειότητα.

.                  «Καὶ ἐθαύμασαν οἱ ὄχλοι λέγοντες ὅτι οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ· οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἔλεγον· ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια» (Ματθ. θ´ 33, 34). Μερικοὶ θαύμαζαν κι ἄλλοι μυκτήριζαν. Μερικοὶ χαίρονταν μὲ τὸ καλὸ κι ἄλλοι ἐνεργοῦσαν ἐνάντια στὸ καλό. Ὁ λαός, οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι, δόξαζαν τὸ Θεὸ κι οἱ ἡγέτες του σκέφτονταν τὸν πονηρό. Οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι ὀνόμαζαν τὸ Χριστὸ «Υἱὸ τοῦ Δαβὶδ» καὶ «Κύριο», ἐνῶ οἱ «σοφοὶ ἐν ἑαυτοῖς» γραμματεῖς τὸν ἔλεγαν ἄρχοντα τῶν δαιμονίων, ἀπεσταλμένο τοῦ Βεελζεβούλ. Οἱ τυφλοὶ βρῆκαν τὸ φῶς τους καὶ τὸν εἶδαν. Οἱ κουφοὶ βρῆκαν τὴν ἀκοή τους καὶ τὸν ἄκουσαν. Οἱ δαιμονισμένοι ἐλευθερώθηκαν καὶ τὸν ἀναγνώρισαν. Οἱ ἄλαλοι μίλησαν καὶ τὸν ὁμολόγησαν. Οἱ σοφοὶ αὐτοῦ τοῦ κόσμου ὅμως, μὲ μυαλὰ σκοτισμένα ἀπὸ τὶς ἐπίγειες ἐπιδιώξεις καὶ μὲ καρδιὲς ἀποστεωμένες ἀπὸ τὴ ματαιότητα καὶ τὸ φθόνο, δὲν μποροῦσαν νὰ δοῦν, ν᾽ ἀκούσουν, νὰ γνωρίσουν καὶ νὰ ὁμολογήσουν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, «ἡ γὰρ σοφία τοῦ κόσμου τούτου μωρία παρὰ τῷ Θεῷ ἐστὶ» (Α´ Κορ. γ´19).

.                  Οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ, ἀναφωνοῦσαν μὲ θαυμασμὸ οἱ ἄνθρωποι. Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ Μωυσῆς, ὁ Ἠλίας κι ὁ Ἐλισαῖος ἔκαναν διάφορα θαύματα, μὰ πῶς; Μὲ τὴ βοήθεια τῆς πίστης, τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς ἀπὸ τὴν πλευρά τους καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἄλλη. Τὰ θαύματα αὐτὰ τὰ ἔκανε ὁ Θεός, μέσα ἀπὸ τοὺς ἁγίους αὐτοὺς ἀνθρώπους. Τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ ὅμως ἔγιναν μὲ τὴ δική Του δύναμη καὶ ἐξουσία. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀρχαίων θαυματουργῶν εἶναι ὅπως ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸν ἥλιο καὶ τὸ φεγγάρι. Τὸ φεγγάρι φέγγει μὲ τὸ φῶς ποὺ δανείζεται ἀπὸ τὸν ἥλιο, ὁ ἥλιος ὅμως εἶναι αὐτόφωτος, λάμπει μὲ τὸ δικό του φῶς. Ο προκατάληπτες κι πλς ψυχς τν νθρώπων νιωθαν τ μεγάλη διαφορά, γι᾽ ατ κι ναφωνοσαν: οδέποτε φάνη οτως ν τ σραήλ.

.                  Οἱ Φαρισαῖοι δὲν ἀρνοῦνταν τὴ θαυματουργικὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Ἂν μποροῦσαν βέβαια θά ᾽χαν ἀρνηθεῖ ὅλα τὰ θαύματα, θὰ τὰ ἔκρυβαν, θὰ κατέφευγαν σὲ ψευδομάρτυρες γιὰ νὰ πιστοποιήσουν τὰ ψέματά τους, ὅπως στὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Δὲν μποροῦσαν ὅμως ν᾽ ἀρνηθοῦν αὐτὰ ποὺ ἔγιναν μπροστὰ σὲ μεγάλα πλήθη ἀνθρώπων. Τὸ ξαναλέμε πὼς δν ρνονταν τ θαμα, μ τ ρμήνευαν μ τ δικό τους πονηρ κα πανοργο τρόπο. Ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια, ἔλεγαν. Τὸ εἶπαν αὐτὸ γιὰ τὸν Κύριο σὲ διάφορες περιπτώσεις κι Ἐκεῖνος τοὺς ἔδωσε σκληρὴ καὶ ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση. «Εἰ ὁ σατανᾶς ἀνέστη ἐφ᾽ ἑαυτὸν καὶ μεμέρισται, οὐ δύναται σταθῆναι» (Μάρκ. γ´ 23-26), τοὺς εἶπε. (Βλ. ἐπίσης καὶ Ματθ. Ιβ´ 24-26· Λουκ. ια´ 17-18).

.                  Εἶναι, ἀλήθεια πὼς εἶναι πολὺ σκληρὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ διανοητική του ἐπάρκεια, νὰ φανταστεῖ πιὸ γελοία, ἀσυνεπῆ καὶ ἀνόητη ἑρμηνεία τῶν ἔργων τοῦ Χριστοῦ, ἀπ᾽ αὐτὴν ποὺ σκέφτηκε ὁ σκοτισμένος νοῦς τῶν γραμματέων τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τῶν ἀρχόντων τοῦ ἔθνους: νὰ βγοῦν τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ σατανᾶ! Αὐτὸ εἶναι τὸ ἴδιο περίπου μὲ τὸ νὰ ἰσχυριστοῦμε πώς, «σκοτώνει κάποιος τὰ παιδιὰ κάποιου πατέρα, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ πατέρα τους!» Ἢ νὰ ἐπιτίθεται καὶ νὰ ἐξολοθρεύει ἕνα στρατὸ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ διοικητῆ. Δὲν εἶναι ψέμα πὼς φθόνος εναι τυφλός. Θά ᾽λεγε κανεὶς πὼς ὁ φθόνος εἶναι καὶ ἀνόητος. Γιατί ὁ φθόνος δὲν κάνει μόνο τὴν καρδιὰ σκληρὴ σὰν πέτρα καὶ τυφλώνει τὸ νοῦ, ἀλλὰ μπερδεύει καὶ τὴ γλώσσα. Ἔτσι δὲν ξέρει τί λέει κι ἑπομένως ὅλα ὅσα ἐκφέρει ἡ φθονερὴ γλώσσα, ἀκούγονται γελοῖα κι ἀνόητα.

.                  Ὁ Κύριος δὲν ἔδωσε σημασία σ᾽ αὐτὴν τὴν ἀνόητη κακεντρέχεια τῶν φθονερῶν ἀρχόντων τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ πορεύτηκε ἤρεμα τὸ δρόμο Του, τὸ δρόμο τῆς σωτηρίας ὅλων ἐκείνων ποὺ τοῦ ἐμπιστεύτηκε ὁ Πατέρας, ὥστε «οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο» (Ἰωάν. Ιζ´ 12). Γι᾽ αὐτὸ καὶ καταλήγει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο:

.                  «Καὶ περιῆγεν ὁ Ἰησοῦς τὰς πόλεις πάσας καὶ τὰς κώμας διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ» (Ματθ. θ´ 35). Οἱ πόλεις καὶ τὰ χωριὰ ἦταν τὸ ἴδιο γι᾽ Αὐτόν. Δὲν ἀναζητοῦσε τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά, ἀλλὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ εὐαγγελιστὴς μιλάει γιὰ ὅλες τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά, γιὰ νὰ δείξει τὸ ζῆλο τοῦ Χριστοῦ. «Ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου κατέφαγέ με» (Ψαλμ. ξη´ 9). Γιὰ τὸν Κύριο μία μέρα ἦταν σὰν χίλια χρόνια. Τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ ἦταν τριμερές, ὅπως βγαίνει καθαρὰ ἀπὸ τὰ λόγια του εὐαγγελιστῆ: Δίδασκε, κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας καὶ θεράπευε κάθε ἀρρώστια καὶ ἀσθένεια τῶν ἀνθρώπων. Δίδασκε, δηλαδὴ ἑρμήνευε τὸ πνεῦμα τῆς πρώτης Δημιουργίας καὶ τοῦ Παλαιοῦ νόμου. Κήρυττε, ἔθετε τὰ θεμέλια τῆς Νέας Κτίσης, τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἁγίων. Θεράπευε, ἔδινε δηλαδὴ τὴ μαρτυρία τῆς διδαχῆς καὶ τοῦ κηρύγματός Του μὲ τὰ ἔργα Του.

.                  Ὅλ᾽ αὐτὰ ὁ Κύριος τὰ ἔκανε ἀπὸ ἀγάπη ὄχι μόνο γιὰ τὸ λαὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, γιὰ τοὺς συγχρόνους Του, ἀλλὰ καὶ γιὰ μᾶς. Ὁ Κύριος εἶναι σύγχρονος μὲ ὅλους ὅσοι ὑπῆρχαν καὶ θὰ ὑπάρξουν. Τό ᾽κανε αὐτὸ ὥστε μὲ τὸ φῶς Του ν᾽ ἀνάψει τὸ καντήλι τῆς ψυχῆς μας· μὲ τὴν ἀγάπη Του νὰ συναντήσει τὴν πίστη μας· μὲ τὴ συνάντηση αὐτὴ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν πίστη μας νὰ πραγματοποιηθεῖ τὸ θαῦμα τῆς σωτηρίας μας: ἡ θεραπεία τῆς πνευματικῆς μας τύφλωσης, τῆς παράνοιάς μας καὶ κάθε ἀρρώστιας καὶ ἀσθένειας.

.                  Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Ζῶντος Θεοῦ, ἐλέησέ μας! Βοήθησέ μας νὰ μάθουμε νὰ δοξολογοῦμε τὸ ὄνομά Σου μὲ τὸ σῶμα μας, μὲ τὸ λαό μας κι ὅλους τους ἀνθρώπους, ζωντανοὺς καὶ νεκρούς. Νὰ ὑμνοῦμε τὸ ὄνομά Σου, μαζὶ μὲ τ᾽ ὄνομα τοῦ πανένδοξου καὶ ἄναρχου Πατέρα καὶ τὸ πανάγιο καὶ ζωοποιό Σου Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, , , ,

Σχολιάστε

ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ «ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΥΦΛΩΝ» Γ´(Ζητώντας τὴν πίστη, ζητᾶ ἁπλὰ τὴ συνεργασία τοῦ ἀνθρώπου στὸ ἔργο τῆς δημιουργίας Του.)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ 

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΥΦΛΩΝ»
(Ματθ. θ´ 27-35)

[Γ´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ὁμιλίες Δ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῶν Ἁγ. Πάντων
ὣς τὴν ἑνδεκάτη Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2012, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 133 ἑπ.

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/08/10/ομιλια-στην-κυριακη-των-δυο-τυφλων/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/08/11/ὁμιλια-στὴν-θεραπεία-τῶν-δύο-τυφλῶν2/

.                  «Ἐλθόντι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν προσῆλθον αὐτῷ οἱ τυφλοί, καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι; λέγουσιν αὐτῶ· ναί, Κύριε» (Ματθ. θ´ 28). Ἡ πίστη τῶν τυφλῶν αὐτῶν ἦταν τόσο μεγάλη, ποὺ τοὺς ἔκανε νὰ τρέξουν ξοπίσω Του. Δὲ δειλίασαν, ἐπειδὴ δὲν γύρισε νὰ τοὺς κοιτάξει στὸ δρόμο καὶ δὲν ἀνταποκρίθηκε στὶς ἀπεγνωσμένες κραυγές τους. Ἡ πίστη τους ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε τὸν ἀναζήτησαν ἀκόμα καὶ στὸ σπίτι ποὺ ἐπισκέφτηκε. Μ᾽ ὅλο ποὺ τὸ σπίτι αὐτὸ ἦταν ξένο κι ἄγνωστο, ἐκεῖνοι τόλμησαν νὰ μποῦν μέσα. Θὰ σκέφτηκαν: «Αὐτὴ εἶναι ἡ στιγμὴ τῆς θεραπείας μας. Ἢ τώρα ἢ ποτέ!» Τ νιωθαν πς δν πρχε λλος νθρωπος σ᾽ λόκληρο τν κόσμο κτς π τὸν Χριστό, ποὺ θὰ μποροῦσε ν᾽ ἀνοίξει τὰ μάτια τους καὶ νὰ τοὺς δώσει τὴν ὅραση.
.                  Πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι; τοὺς ρώτησε ὁ Κύριος. Γιατί τοὺς ρώτησε, ἀφοῦ γνώριζε καὶ εἶδε τὴν πίστη τους; Ἐκεῖνος βλέπει ὅλα τὰ μυστήρια, διαβάζει ὅλες τὶς καρδιές. Τοὺς ρώτησε γιὰ νὰ τοὺς κάνει νὰ δημοσιοποιήσουν τὴν πίστη τους, τόσο γιὰ δική τους χάρη ὅσο καὶ γιὰ κείνους ποὺ ἦταν μπροστά. Ἡ δημόσια ὁμολογία βεβαιώνει τὴν πίστη, τόσο σ᾽ αὐτοὺς ποὺ ὁμολογοῦν ὅσο καὶ σ᾽ ἐκείνους ποὺ ἀκοῦν τὴν ὁμολογία τους.
.                  Ναί, Κύριε, ἀπάντησαν οἱ τυφλοί. Χαρούμενοι ποὺ τοὺς μίλησε ὁ Χριστός, φανέρωσαν μὲ ἀκόμα μεγαλύτερη δύναμη τὴν πίστη τους σ᾽ Ἐκεῖνον καὶ στὴν ἐξουσία Του. Ναί, Κύριε. Δὲν τὸν ὀνόμασαν πάλι «υἱὸ Δαβίδ». Τοὺς φάνηκε κάπως μικρὸς κι ἐφήμερος ὁ τίτλος αὐτός. Γι᾽ αὐτὸ τὸν ὀνόμασαν Κύριο. Αὐτὴ ἦταν ἡ ὁμολογία τῆς πίστης τους. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος, ὁ Θεάνθρωπος καὶ Σωτήρας. Κι αὐτὸ εἶναι ἀρκετό, «πᾶς γὰρ ὃς ἐὰν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται» (Ρωμ. ι´ 13).
.                  Ἡ πίστη λοιπὸν βρισκόταν στὴν καρδιὰ καὶ τὰ χείλη τους. Τώρα ἔπρεπε νὰ βαδίσει ἡ ἀγάπη γιὰ νὰ συναντήσει τὴν πίστη καὶ τότε θὰ γινόταν τὸ θαῦμα. Καὶ τώρα ἡ ἀγάπη, ποὺ οὐδέποτε ἐκπίπτει, σπεύδει γιὰ νὰ συναντηθεῖ μὲ τὴν πίστη. «Τότε ἤψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν καὶ ἀνεώχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοὶ» (Ματθ. θ´ 29, 30). Ἦταν σὰν νὰ ᾽βαζαν μία λάμπα δίπλα σ᾽ ἕνα νεκρὸ ἄνθρωπο! Ὁ πάναγνος Κύριος δὲν μολύνθηκε ἀπὸ τὸ ἀκάθαρτο σῶμα τῆς ἀνθρωπότητας καὶ τὴν ἀκόμα πιὸ ἀκάθαρτη ἀνθρώπινη ψυχή.
.                  «Πάντα μὲν καθαρὰ τοῖς καθαροῖς», μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Τίτ. α´ 15). Ὁ Χριστὸς ἅπλωσε τὰ χέρια Του καὶ ἄγγιξε τὰ σκοτεινὰ βαθουλώματα, τὰ κλειστὰ παράθυρα, τὰ σβησμένα μάτια τοῦ τυφλοῦ καὶ τὰ μάτια ἄνοιξαν. Τὸ παραπέτασμα σύρθηκε στὸ πλάι καὶ τὸ φῶς πλημμύρισε τὴ φυλακή. Κι ἡ φυλακὴ τότε ἔγινε παλάτι ἡλιόλουστο. Κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν. Ἡ πίστη δὲν καταισχύνεται. Γι᾽ αὐτὸ καὶ στοὺς τυφλοὺς ὅλα ἔγιναν κατὰ τὴν πίστη τους. Πόσο ἀλήθεια ἐκτιμᾶ τὰ πλάσματά Του ὁ Κύριος, μ᾽ ὅλο ποὺ ἡ πλάση ὁλόκληρη δὲν εἶναι παρὰ καπνὸς καὶ στάχτη κάτω ἀπὸ τὰ πόδια Του! Ζητώντας τν πίστη, ζητ πλ τ συνεργασία το νθρώπου στ ργο τς δημιουργίας Του. Ὅπως λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, θὰ μποροῦσε νὰ θεραπεύσει ὅλους τοὺς ἀρρώστους τῆς γῆς μ᾽ ἕνα Του λόγο. Τί θὰ κατόρθωνε ἔτσι ὅμως; Θά ᾽βαζε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους στὴ σειρὰ μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα ἄλογα ζῶα, ποὺ οὔτε ἐλεύθερη ἐπιλογὴ οὔτε ἐλεύθερη βούληση ἔχουν, μὰ οὔτε καὶ ἀνώτερους σκοπούς. Θὰ ὑποβίβαζε τὸν ἄνθρωπο στὸ ἐπίπεδο τῆς σελήνης καὶ τῶν ἄστρων, κατὰ κάποιο τρόπο, ποὺ λάμπουν ὅπως ἔχουν ὁριστεῖ νὰ κάνουν. Θὰ τοὺς κατέβαζε στὸ ἐπίπεδο τῶν βράχων, ποὺ εἶναι ταγμένα νὰ στέκονται ἢ νὰ πέφτουν, ἢ στὸ ἐπίπεδο τοῦ νεροῦ τῶν ποταμῶν, ποὺ ρέουν κατὰ πὼς εἶναι ὑποταγμένα στοὺς φυσικοὺς νόμους.
.                  Ὁ ἄνθρωπος εἶναι λογικὸ ὄν. Εἶναι ἠθικὰ ὑποχρεωμένος νὰ κάνει ἐκεῖνο ποὺ ἡ ἄλογη κτίση κάνει ἀσυνείδητα, νά ᾽ναι δηλαδὴ ἀφοσιωμένος στὸν Θεὸ καὶ νὰ τηρεῖ τὶς ἐντολές Του. Ἡ φύση ὁλόκληρη λέει: «Ὁ Θεὸς διατάζει κι ἐγὼ ὑπακούω, δὲν μπορῶ νὰ κάνω ἀλλιῶς». «Ὁ Κύριος διατάζει κι ἐγὼ εἶμαι ἠθικὰ ὑποχρεωμένος νὰ τὸν ὑπακούσω», λέει ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἐπιλογὴ ὄχι ἀνάμεσα σὲ δύο καλά, ἀλλὰ ἀνάμεσα στὸ καλὸ καὶ στὸ κακό. Ἂν ἐπιλέξει τὸ καλὸ θὰ εἶναι φίλος τοῦ Θεοῦ καὶ υἱὸς τῆς αἰώνιας βασιλείας. Ἂν ἐπιλέξει τὸ κακό, θ᾽ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ θὰ εἶναι σὲ χειρότερη θέση ἀκόμα κι ἀπὸ τὴν ἄλογη κτίση. Ατ εναι τ θέλημα το Δημιουργο, στε νθρωπος ν διαλέξει σ᾽ ατ τ ζω νάμεσα στ καλ κα στ κακό. Γι᾽ ατ ζητ Κύριος τν πίστη π τος νθρώπους, στε ν συνεργαστον μαζί Του γι τ δική τους σωτηρία. Ὁ Θεὸς ζητᾶ πολὺ λίγα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ζητ μόνο τ θέλησή τους, ν τν μολογήσουν ς Θε παντοδύναμο, ν παραδεχτον πς ο διοι χωρς Θε δν εναι τίποτα. Ατ εναι πίστη. Μόνο τὴν πίστη αὐτὴ ζητᾶ ὁ Κύριος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὸ δικό τους καλό, γιὰ τὴ δική τους σωτηρία.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/08/13/ὁμιλία-στὴν-θεραπεία-τῶν-δύο-τυφλῶν4/

, , ,

Σχολιάστε