Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Θέωση

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – Ὅλη ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση πέρασε μέσα στὶς εὐχὲς τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ τὴν λατρεία της.

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Η´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

 Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

Ζ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/21/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ζ´/

ζ´ Ἡ νηπτικὴ θεολογία, τὰ Μυστήρια καὶ ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας

.        λη συχαστικ παράδοση πέρασε μέσα στς εχς τν Μυστηρίων τς κκλησίας, τς ερς κολουθίες κα τν λατρεία της. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔβαλε ὅλη τὴν θεολογία της γιὰ τὰ Μυστήρια μέσα στὶς εὐχὲς ποὺ λέγονται κατὰ τὴν διάρκειά τους. Στὶς εὐχὲς αὐτὲς φαίνεται καθαρὰ ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Μυστηρίων καὶ ποιὲς εἶναι οἱ προϋποθέσεις γιὰ τὴν βίωση αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ. Ὁ σκοπὸς εἶναι ὁ ἁγιασμός, ἡ θέωση, ἡ ὅραση τοῦ Φωτὸς καὶ οἱ προϋποθέσεις εἶναι ἡ μετάνοια καὶ ἡ ὅλη ἡσυχαστικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ὅταν διαβάση κανεὶς τὴν ἀκολουθία «εἰς τὸ ποιῆσαι κατηχούμενον» καταλαβαίνει ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς κατηχήσεως: «Ἐξέλασον ἀπ᾽ αὐτοῦ πᾶν πονηρὸν καὶ ἀκάθαρτον πνεῦμα, κεκρυμμένον καὶ ἐμφωλεῦον αὐτοῦ τῇ καρδίᾳ». «Ἀπόδυσον αὐτοῦ τὴν παλαιότητα καὶ ἀνακαίνισον αὐτὸν εἰς τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, καὶ πλήρωσον αὐτὸν τῆς τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος δυνάμεως, εἰς ἕνωσιν τοῦ Χριστοῦ σου». Ἐδῶ γίνεται λόγος γιὰ ἀπομάκρυνση τοῦ διαβόλου, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὴν πλήρωσή του ἀπὸ τὴν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νὰ ἑνωθῆ ὁ βαπτιζόμενος μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ γίνη μέλος τοῦ ἀναστημένου Σώματός Του.
.        Οἱ εὐχὲς τοῦ Βαπτίσματος ἀναφέρονται στὴν μεγάλη κλήση τοῦ Χριστοῦ καὶ ὑπενθυμίζουν τὴν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «καὶ δὸς μεταποιηθῆναι τὸν ἐν αὐτῷ βαπτιζόμενον, εἰς τὸ ἀποθέσθαι μὲν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, τὸν φθειρόμενον κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης, ἐνδύσασθαι δὲ τὸν νέον, τὸν ἀνακαινούμενον κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν». Στὴν εὐχὴ ποὺ εὐλογεῖται τὸ νερό, μέσα στὸ ὁποῖο θὰ βαπτισθῆ ὁ κατηχούμενος, γιὰ νὰ γίνη Χριστιανός, γράφεται καὶ τὸ ἑξῆς σημαντικὸ γιὰ τὸν Χριστιανό, ποὺ θὰ βαπτισθῆ: «Καὶ φυλάξας τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, καὶ αὐξήσας τὴν παρακαταθήκην τῆς χάριτος, δέξηται τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως, καὶ συγκαταριθμηθῇ τοῖς πρωτοτόκοις τοῖς ἀπογεγραμμένοις ἐν οὐρανῷ».
.        Καὶ στὶς εὐχὲς τῆς ἀπολούσεως λέγεται: «Αὐτὸς Δέσποτα Κύριε, τὸν φωτισμὸν τοῦ προσώπου σου ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἐναυγάζειν διαπαντὸς εὐδόκησον».

.         Αὐτὲς καὶ ἄλλες δεήσεις πρὸς τὸν Θεὸ προϋποθέτουν ἀγώνα σὲ ὅλη τὴν ζωὴ μέσα στὴν ἡσυχαστικὴ-νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς μὲ τὸ ἅγιον Βάπτισμα μᾶς δίνει «τὴν μακαρίαν κάθαρσιν» καὶ μὲ τὸ ζωοποιὸ Χρίσμα μᾶς δίνει «τὴν σφραγίδα τῆς δωρεᾶς τοῦ ἁγίου καὶ παντοδυνάμου καὶ προσκυνητοῦ Πνεύματος».
.        Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν εὐχὴ ποὺ διαβάζεται σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἐπιστρέφει στὴν ἀληθινὴ πίστη μετὰ ἀπὸ τὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ: «Καταύγασον αὐτοῦ τὴν διάνοιαν τῇ δυνάμει καὶ ἐνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, ὥστε τὸν ἐναποκείμενον τῇ ψυχῇ αὐτοῦ σπινθήρα τοῦ σωτηριώδους Βαπτίσματος ταῖς αὔραις τῆς Χάριτος νοητῶς ἑξαφθῆναι· καὶ τὴν ἐνσημανθεῖσαν αὐτῷ Σφραγῖδα ἐκτυπώτερον ἐπιφαίνεσθαι ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ καὶ τοῖς λογισμοῖς, διὰ τῆς σημειώσεως τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ σου, τὴν εἰς σὲ ἐλπίδα καὶ τὴν τῆς ἀληθείας ἐπίγνωσιν, ἵνα γινώσκῃ καὶ προσκυνῇ σὲ τὸν μόνον Θεὸν καὶ Πατέρα, καὶ τὸν μονογενῆ σου Υἱόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον».
.        Εἶναι πολὺ ἐκφραστικὴ ἡ εὐχὴ ποὺ διαβάζει ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ μὲ τὴν ὁποία ἁγιάζεται τὸ ἅγιο Μῦρον, μὲ τὸ ὁποῖο τελεῖται τὸ μυστήριο τοῦ χρίσματος: «Καταπεμψον τὸ Ἅγιόν Σου Πνεῦμα καὶ ἁγίασον τὸ Μύρον τοῦτο. Καὶ ποίησον αὐτὸ μῦρον ἀγαλλιάσεως Πνεύματος Ἁγίου, μῦρον ἀναγεννήσεως, ἁγιασμοῦ χρῖσμα, βασιλικὸν ἔνδυμα, θώρακα δικαιοσύνης, εἰς ἀποτροπὴν πάσης διαβολικῆς ἐνεργείας, σφραγῖδα ἀνεπιβούλευτον, ἀγαλλίαμα καρδίας, εὐφροσύνην αἰώνιον. Ἵνα οἱ τούτου κεχρισμένοι ἐκλάμποντες ὡς οἱ φωστῆρες τοῦ οὐρανοῦ τῇ φαιδρότητι, μὴ ἔχοντες σπῖλον ἢ ῥυτίδα, καταδεχθῶσιν εἰς τὰς αἰωνίους ἀναπαύσεις, καὶ δέξωνται τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως».
.        Αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα εἶναι σαφέστατο ὅτι σημαίνει ἐσωτερικὴ νοερὰ προσευχή, ὅπως παρουσίαζαν τὶς ἐκδηλώσεις καὶ τὰ ἀποτελέσματά της οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ μυστήριο τοῦ Χρίσματος ποὺ γίνεται μὲ τὸ ἅγιο μύρο συνδέεται μὲ τὴν ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι βασιλικὸ ἔνδυμα, ἀποτροπὴ κάθε σατανικῆς ἐνεργείας, σφραγίδα ἀνεπιβούλευτη, ἀγαλλίαμα τῆς καρδίας, καὶ ποὺ φωτίζει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ δίνει τὸ βραβεῖο τῆς ἄνω κλήσεως.
.        Ἀκόμη εἶναι σημαντικὲς οἱ εὐχὲς γιὰ τὴν καθιέρωση τοῦ ἱεροῦ Θυσιαστηρίου. Ἀφοῦ ὁ Ἀρχιερεὺς προσεύχεται στὸν Θεὸ γιὰ τὸν ἐγκαινιασμὸ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, συγχρόνως δέεται πρὸς τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὸν ἐγκαινιασμὸ τῶν ἀνθρώπων μέσα στὸν χῶρο τῆς καρδιᾶς: «καὶ κατάπεμψον τὸ πανάγιόν σου Πνεῦμα ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ ἐπὶ τὴν κληρονομίαν σου, καὶ κατὰ τὸν θεῖον Δαυίδ, ἐγκαίνισον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πνεῦμα εὐθές, καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξον ἡμᾶς».
.        Σὲ ἄλλη εὐχὴ παρακαλεῖ γιὰ τὸν ἀνακαινισμὸ τοῦ ναοῦ, ὥστε μέσα σὲ αὐτὸν νὰ γίνουν οἱ πιστοὶ μέτοχοι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ νὰ τελοῦνται μέσα στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς οἱ νοερὲς θυσίες, διὰ τῆς καθάρσεως τοῦ νοῦ: «…φυλάττων αὐτὸν (τὸν Ναὸν) ἕως τῆς τῶν αἰώνων συντελείας, καὶ τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ τοῦτον ἐγκαινίσῃς, ὡς ἂν ἐν αὐτῷ τὰς ἀναιμάκτους θυσίας, προσφέροντές σοι, μέτοχοι γενώμεθα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐγκαινισθέντος ἐν τοῖς ἐγκάτοις ἡμῶν, καὶ τὸ τῆς διανοίας ἡμῶν ἡγεμονικὸν στηρίζοντος, καὶ παρέχοντος μυστικῶς τὰς νοερὰς θυσίας, διὰ τῆς καθάρσεως τοῦ νοός, προσφέρειν σοὶ τῷ Δεσπότῃ Θεῷ». Ἐδῶ σαφέστατα γίνεται λόγος γι τν πνευματικερωσύνη, γι τν ερουργία το νος στν καρδιά, μ τν κάθαρση τς καρδις, πράγμα πο εναι οσία τς νηπτικς θεολογίας.
.        Διαβάζοντας ἀκόμη κανεὶς τὶς εὐχὲς τῆς μεταλήψεως τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ συμπεριλαμβάνονται μέσα στὶς εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀκολουθία τῆς Μεταλήψεως συναντᾶ ὅλην τὴν ἡσυχαστικὴ πράξη ὡς προϋπόθεση τῆς θείας Κοινωνίας. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ εὐχή: «καταξίωσον ἡμᾶς μεταλαβεῖν τῶν ἐπουρανίων σου καὶ φρικτῶν Μυστηρίων ταύτης τῆς ἱερᾶς καὶ πνευματικῆς Τραπέζης, μετὰ καθαροῦ συνειδότος, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς συγχώρησιν πλημμελημάτων, εἰς Πνεύματος Ἁγίου κοινωνίαν, εἰς Βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν, εἰς παρρησίαν τὴν πρὸς σέ, μὴ εἰς κρῖμα, ἢ εἰς κατάκριμα».
.        Ἡ κάθαρση τοῦ συνειδότος δὲν εἶναι στιγμιαία, δηλαδὴ δὲν γίνεται ἐκείνη τὴν στιγμή, ἀλλὰ προϋποθέτει ἀγώνα καθάρσεως καὶ αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴν θεία Κοινωνία γιὰ νὰ μὴ γίνη «εἰς κρῖμα ἢ κατάκριμα», ἀλλὰ «εἰς Πνεύματος Ἁγίου Κοινωνίαν, εἰς Βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν».
.        Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ εὐχὴ πρὸ τῆς θείας Κοινωνίας τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου. Προηγεῖται ἡ ταπείνωση, ὁ κόπος τῆς ἀσκήσεως καὶ ἔπειτα ζητᾶ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ὥστε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐνεργήσουν τὴν θέωση καὶ τὸν ἁγιασμό:

«Ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου,
ἴδέ μου τὸν κόπον ὅσος,
καὶ τὰς ἁμαρτίας πάσας
ἄφες μοι, Θεὲ τῶν ὅλων·
ἵνα καθαρᾷ καρδίᾳ,
περιτρόμῳ διανοίᾳ
καὶ ψυχῇ συντετριμμένῃ
τῶν ἀχράντων σου μετάσχω
καὶ πανάγνων μυστηρίων,
οἷς ζωοῦται καὶ θεοῦται
πᾶς ὁ τρώγων σε καὶ πίνων
ἐξ εἰλικρινοῦς καρδίας».

.        Σὲ ὅλη τὴν εὐχὴ ἐκφράζονται ἡ μετάνοια, τὰ δάκρυα, ἡ συντετριμμένη ψυχή, ἀλλὰ συγχρόνως ὁ προσευχόμενος προσβλέπει καὶ στὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ζητᾶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιατί γνωρίζει ὅτι ἡ θεία Κοινωνία ἐνεργεῖ ἀνάλογα μὲ τὴν πνευματικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἤτοι καθαρίζει, λαμπρύνει (φωτίζει) καὶ θεοποιεῖ:

«Ἀλλ’ ἐλαίῳ συμπαθείας
τοὺς θερμῶς μετανοοῦντας
καὶ καθαίρεις καὶ λαμπρύνεις
καὶ φωτὸς ποιεῖς μετόχους,
κοινωνοὺς Θεότητός σου
ἐργαζόμενος ἀφθόνως,
καί, τὸ ξένον καὶ ἀγγέλοις
καὶ ἀνθρώπων διανοίαις,
ὁμιλεῖς αὐτοῖς πολλάκις
ὥσπερ φίλοις σου γνησίοις».

.        Ὅλην αὐτὴν τὴν ἀσκητικὴ τὴν βλέπουμε στὴν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Μελετώντας κανείς, γιὰ παράδειγμα, τὰ ἀπολυτίκια σὲ διαφόρους Ἱεράρχες βλέπει ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ τὸ ἔργο τῶν Ἀρχιερέων.
.        Ἕνα χαρακτηριστικὸ ἀπολυτίκιο λέγει τὸ ἑξῆς: «καὶ τρόπων μέτοχος καὶ θρόνων διάδοχος, τῶν ἀποστόλων γενόμενος, τὴν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν, διὰ τοῦτο τὸν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν καὶ τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος ἱερομάρτυς Πολύκαρπε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῶ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν».
.        Παρατηρώντας προσεκτικὰ τὸ ἀπολυτίκιο αὐτό, βλέπουμε ὅτι ὁ πραγματικὸς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι μόνον διάδοχος τοῦ θρόνου τῶν Ἀποστόλων, ἀλλὰ καὶ μέτοχος το τρόπου ζως τν ποστόλων. Ὁ ἀποστολικὸς τρόπος ζωῆς εἶναι τὸ νὰ ἀνέβη κανεὶς στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν πράξη, ποὺ εἶναι ἡ κάθαρση καὶ ὁ φωτισμός. Ἔτσι, ὁ ἅγιος Πατέρας ἔφθασε στὴν θεωρία καὶ ἔγινε διδάσκαλος «ἁλιευτικῶς, οὐχὶ ἀριστοτελικῶς», δηλαδὴ μὲ τὴν ἐμπειρία του καὶ ὄχι μὲ τὴν φιλοσοφία καὶ τὸν δικό του στοχασμό. Καὶ ἐπειδὴ χρησιμοποίησε αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ εἶναι πραγματικὸς διάδοχος τῶν Ἀποστόλων, ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν ἀποστολικὴ διαδοχή, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποστολικὴ ἐμπειρικὴ θεολογία, γι’ αὐτὸ ὀρθοτομεῖ τὸν λόγο τῆς ἀληθείας καὶ ὁδηγεῖται ἀκόμη καὶ στὸ μαρτύριο, ποὺ εἶναι καρπὸς τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ.
.        Μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις μπορεῖ νὰ πρεσβεύη στὸν Θεὸ γιὰ μᾶς, προκειμένου νὰ σωθοῦν οἱ ψυχές μας, ἀφοῦ ἀκολουθήσουμε καὶ ἐμεῖς τὴν ἴδια πορεία. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ δοῦμε τὴν ζωὴ καὶ τὴν διδασκαλία ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ἀκόμη, διαβάζοντας κανεὶς τὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ψάλλονται στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες, βρίσκει ἄφθονο ὑλικὸ γιὰ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θέωση.
.        Θὰ ἀναφέρω ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἀπὸ τὸν κανόνα τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ εἶναι ἔργο τοῦ μεγάλου Θεολόγου τοῦ 8ου αἰῶνος, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ: «Θείῳ καλυφθεὶς ὁ βραδύγλωσσος γνόφῳ, ἐρητόρευσε τὸν θεογράφον νόμον· ἱλῦν γὰρ ἐκτινάξας ὄμματος νόου, ὁρᾷ τὸν Ὄντα καὶ μυεῖται Πνεύματος γνῶσιν γεραίρων ἐνθέοις τοῖς ἄσμασιν».
.        Στὸ τροπάριο αὐτὸ φαίνεται ὅλη ἡ ἀκραιφνὴς θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Μωϋσῆς, καὶ ὁ κάθε θεόπτης Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἀξιώθηκε νὰ καλυφθῆ ἀπὸ τὸν θεῖο γνόφο καὶ νὰ δῆ τὸν Ὄντα, τὸν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, τὸν ἄσαρκο Λόγο –ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ πραγματικὸς θεολόγος– ἀφοῦ ἐκτινάχθηκε ἀπὸ τὸν ὀφθαλμὸ τοῦ νοῦ του «κάθε ἀκαθαρσία τῶν παθῶν καὶ κάθε γήϊνον φρόνημα». Ἀκολουθώντας αὐτὴν τὴν πράξη καὶ τὴν θεωρία μυεῖται τὴν μυστικὴ ἀπὸ τοὺς πολλοὺς γνώση τοῦ Πνεύματος καὶ στὴν συνέχεια ρητορεύει τὸν θεόγραφον νόμον, καίτοι εἶναι ἀπὸ τὴν φύση βραδύγλωσσος, καὶ δοξάζει τὸν Θεὸ μὲ ἔνθεα ἄσματα.
.        Αὐτὸ συμβαίνει καὶ σὲ κάθε θεόπτη ἅγιο. Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ ἐντάσσεται ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ποιμαντική. Ἔπειτα, ὅλο τὸ συναξαριακὸ ὑλικό, δηλαδὴ οἱ βίοι τῶν ἁγίων, ἀσκητῶν, μαρτύρων καὶ γενικὰ ἁγίων, δείχνει ὅτι οἱ ἅγιοι ἀκολούθησαν τὸν ἀσκητικό, φιλοκαλικὸ τρόπο ζωῆς, μὲ τὴν μετάνοια, τὴν πίστη, τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, καὶ δέχθηκαν τὸ μαρτύριο ὡς καρπὸ θεωρίας κλπ.
.        Οἱ καθημερινὲς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας διαγράφουν αὐτὴν τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν κάθαρση, στὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἐκπληκτικὸ εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία θέλει ὁ πιστὸς νὰ ζῆ τὴν νήψη ὄχι μόνο τότε ποὺ βρίσκεται σὲ ἐγρήγορση, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ὕπνου. Ἔτσι, στὴν εὐχὴ τοῦ ἀποδείπνου ὁ πιστὸς παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ στείλη τὴν Χάρη Του, ὥστε νὰ παύση τὶς ὁρμὲς τῶν παθῶν καὶ νὰ δώση «γρήγορον νοῦν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν, ὕπνον ἐλαφρὸν καὶ πάσης σατανικῆς φαντασίας ἀπηλλαγμένον». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία θέλει τὸν πιστὸ νὰ ἔχη ἐγρήγορση, καθαρότητα καρδίας καὶ καρδία νήφουσα, ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ὕπνου. Δηλαδὴ ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ ζῆ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ κατὰ τὴν ὥρα ποὺ ἀναπαύεται καὶ τὸ σῶμα του. Πόσῳ μᾶλλον αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Θ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/24/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-θ´/

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – ὅποιος ὑποτιμᾶ τὴν Φιλοκαλία καὶ ὁμιλεῖ περιφρονητικῶς καὶ ὑβριστικῶς γι’ αὐτήν, στὴν πραγματικότητα ὑπονομεύει ὅλην τὴν ἀσκητικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως κατοχυρώθηκε συνοδικῶς».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[ζ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

Ϛ. Ἡ παράδοση τῆς Φιλοκαλίας

.        Μετὰ τὶς ἡσυχαστικὲς Συνόδους τοῦ 14ου αἰῶνος χρειάσθηκε νὰ γίνη μία κωδικοποίηση ὅλης τῆς ἡσυχαστικῆς παραδόσεως, τὴν ὁποία ἐπικύρωσε ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς καὶ κατοχύρωσε ὡς τὴν αὐθεντικὴ εὐαγγελική, ἐκκλησιαστικὴ καὶ πατερικὴ ζωή. Ἔτσι, ρχισαν ν συγκροτονται μερικ κείμενα κα τελικπαρτίσθηκε Φιλοκαλία τν ερν Νηπτικν, ποία δν παραθεώρησε τ Μυστήρια, λλ κατέγραψε τς πραγματικς κκλησιαστικς προϋποθέσεις μεθέξεως τς Χάριτος δι’ ατν.
.        Ἡ Φιλοκαλία ἀπαρτίσθηκε καὶ δημοσιεύθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Μακάριο Νοταρᾶ, Ἐπίσκοπο πρώην Κορίνθου, καὶ Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Στὸν πρόλογο, τὸν ὁποῖο συνέγραψε ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, φαίνεται ἡ μεγάλη ἀξία τῆς Φιλοκαλίας, ποὺ περιέχει κείμενα τποα δείχνουν στν νθρωπο τν τρόπο ννακαλύψη τν Χάρη τογίου Βαπτίσματος κα το Χρίσματος ποπάρχει μέσα στν καρδι το βαπτιζομένου, ποία τώρα σ πολλος Χριστιανος καλύπτεται π τ πάθη.
.        Μία μικρὴ περίληψη αὐτοῦ τοῦ προλόγου θὰ δείξη τὴν μεγάλη ἀξία καὶ τῆς Φιλοκαλίας, ἀλλὰ καὶ τῆς πνευματικῆς ζωῆς, μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἀνέρχεται στὸ ὕψος τῆς θεοπτίας.
.        Ὁ Θεός, κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ εἶναι «ἐπόπτης τῆς αἰσθητῆς Κτίσεως καὶ μύστης τῆς νοουμένης», μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ λάβη «τὴν ἐνυπόστατον τῆς θεώσεως χάριν», νὰ γίνη θεὸς καὶ νὰ λάμπη στοὺς αἰῶνας μέσα στὸ ἀκραιφνέστατο φῶς. Ὅμως, μὲ τὸν φθόνο τοῦ διαβόλου ὁ ἄνθρωπος ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ τὴν θεία δόξα καὶ διέκοψε τὴν ἐκπλήρωση τῆς προαιώνιας βουλῆς τοῦ Θεοῦ. Στὴν συνέχεια ἐνηνθρώπησε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν εὐδοκία τοῦ Πατρὸς καὶ τὴν συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνηνθρώπησε, θέωσε τὴν προσληφθεῖσα ἀνθρώπινη φύση, καὶ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα μᾶς ἔδωσε τὴν τέλεια Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος «οἰονεὶ σπέρμα θεῖον ἐγκατασπείρας ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν».
.        Συγχρόνως, μᾶς ἔδωσε ἐντολή, μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του, ὅταν πολιτευόμαστε κατὰ τὶς πνευματικὲς μεθηλικώσεις, δηλαδὴ τὴν συναύξηση μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ –τὴν συσταύρωση, τὴν συνταφή, τὴν συνανάσταση καὶ τὴν συνανάληψη– νὰ διαφυλάξουμε ἄσβεστη τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ νὰ γίνουμε τέκνα Θεοῦ, νὰ θεωθοῦμε. Αὐτὴ εἶναι ἡ περίληψη τῆς θείας οἰκονομίας. Ἐμεῖς, ὅμως, μὲ τὴν ἄγνοια καὶ μὲ τὶς βιοτικὲς μέριμνες τυφλωθήκαμε καὶ συνεχώσαμε αὐτὴν τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν καρδιά, ὁπότε τὸ φῶς τοῦ Βαπτίσματος κινδυνεύει νὰ σβησθῆ. Στὴν πραγματικότητα αὐτὴ ἡ Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καλύπτεται ἀπὸ τὰ πάθη.
.        Γι νποφευχθ ατό, τγιον Πνεμα σόφισε τος Πατέρας ν μς διδάξουν τν τρόπο ποποδείχθηκε καπ τν Χριστ νσχοληθομε μ τν νήψη, τν φυλακ το νοός, τν διάλειπτη προσευχ τονόματος το Χριστο στ χείλη, τν νο κα στ βάθος τς καρδις, μ τ ν τηρομε τν διάνοια «σχημάτιστον λως καχροον», στε νποκαλύψουμε τν Χάρη το Θεο πο βρίσκεται μέσα στν καρδιά, πο εναι Βασιλεία το Θεο. Ἐξασκούμενοι σὲ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ ἐργασία, δηλαδὴ στὴν νοερὰ προσευχή, ποὺ συνδέεται καὶ μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, ἀναπτύσσεται μιὰ ἐνέργεια μέσα στὴν καρδιά, μιὰ θερμότητα, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἐνέργεια «τὰ μὲν πάθη καταναλίσκονται» καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδία «κατ’ ὀλίγον καθαίρονται καὶ πρὸς ἑαυτὰ ἑνοῦνται».
.          Αὐτὸ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ τηροῦνται μὲ μεγάλη εὐχέρεια οἱ ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀνατέλλουν οἱ καρποὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀνακαλύπτουμε τὴν τέλεια Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ποὺ μᾶς δόθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἡ ὁποία σὰν κάποια σπίθα ἦταν συγκεχωμένη στὰ πάθη, καὶ ἔτσι «τηλαυγῶς ἀναλάμψασαν αὐτήν, κατοπτεῦσαι καὶ φωτισθῆναι νοερῶς καὶ ἑπομένως τελειωθῆναι καὶ θεωθῆναι κατάλληλα».
.        Αὐτὴν τὴν μέθοδα μᾶς τὴν περιέγραψαν οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ τὴν παρέδωκαν σὲ μᾶς τὰ πνευματικά τους παιδιὰ «καθάπερ τινὰ πατρικὴν κληρονομίαν». Πρόκειται γιὰ τὴν «καθαρτικήν», «φωτιστικὴν» καὶ «τελειωτικὴν» Χάρη, ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, καὶ τὰ νηπτικὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ποὺ κάνουν λόγο «περὶ προσοχῆς καὶ νήψεως» καὶ ἔχουν σκοπὸ «τὸ θεουργῆσαι τὸν ἄνθρωπον». Αὐτὰ τὰ πατερικὰ συγγράμματα, λόγω τῆς παλαιότητος καὶ τῆς μὴ ἐκδόσεώς τους παρέμειναν ἄγνωστα. Δυστυχῶς, αὐτὴ ἡ ἱερὰ ἐργασία παραμένει ἄγνωστη καὶ σὲ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς μοναχούς, ποὺ ἀσχολοῦνται μόνον μὲ τὰ ἐργαλεῖα τῶν ἀρετῶν καὶ δὲν γνωρίζουν τὰ σχετικὰ μὲ τὴν φυλακὴ τοῦ νοὸς καὶ τὴν καθαρὰ προσευχή. Ἔτσι, «κινδυνεύει τὴν τοιαύτην σύντομον καὶ γλυκυτάτην ἐργασίαν τέλεον ἐκλίπειν· ἀμαυρωθῆναι τε ἐντεῦθεν καὶ ἀποσβεσθῆναι τὴν χάριν» καὶ βεβαίως κινδυνεύουμε νὰ ἐκπέσουμε ἀπὸ τὴν πρὸς τὸν Θεὸ ἕνωση καὶ θεουργία.
.        Λόγῳ τῆς ἀπωλείας αὐτῆς τῆς ἐργασίας, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν θέωση, εἶναι δυσεύρετη ἡ ὕπαρξη ἀκόμη καὶ μοναχῶν ποὺ ἀγαποῦν τὴν ἡσυχαστικὴ ζωή, ἐξέλειψαν ἀκόμη καὶ «οἱ ἐν ἁγιότητι διαπρέποντες». Γιατί, χωρὶς τὴν θέωση τοῦ νοῦ, δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνον νὰ ἁγιάση, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ σωθῆ, ἀφοῦ «ταὐτὸν γάρ ἐστι σωθῆναι καὶ θεωθῆναι κατὰ τὴν τῶν θεοσόφων ἐκφαντορίαν».
.        Ἐπειδὴ στερούμαστε τέτοιων βιβλίων καὶ τὰ σημαντικὰ αὐτὰ νηπτικὰ κείμενα παραμένουν στὸ σκοτάδι καὶ σὲ κάποια γωνιὰ «ἀκλεῆ καὶ σητόβρωτα καὶ τῇδε κακεῖσε παρεῤῥιμμένα τε καὶ διεσπαρμένα», ἐκδίδεται ἡ Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν. Αὐτὸ τὸ βιβλίο εἶναι «τὸ τῆς νήψεως ταμιεῖον· τὸ τοῦ νοὸς φυλακτήριον· τὸ μυστικὸν διδασκαλεῖον τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Βιβλίον, τῆς πρακτικῆς τὴν ἐξαίρετον ὑποτύπωσιν· τῆς θεωρίας τὴν ἀπλανῆ ὁδηγίαν· τὸν τῶν Πατέρων Παράδεισον· τῶν ἀρετῶν τὴν χρυσῆν σειράν. Βιβλίον τὸ πυκνὸν τοῦ Ἰησοῦ ἀδολέσχημα, τὴν ἀνακλητικὴν τῆς Χάριτος σάλπιγγα καί, συνελόντι φάναι, αὐτὸ δὴ τὸ τῆς θεώσεως ὄργανον, χρῆμα εἴπερ τι ἄλλο μυριοπόθητον, καὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν μελετώμενον μὲν καὶ ζητούμενον, ἀλλ’ οὐχ εὑρισκόμενον»..
.        Εἶναι φανερὸν ὅτι ἡ Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν περιέχει τὴν μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου εὐσεβείας, ποὺ εἶναι ὁ ἱερὸς ἡσυχασμός, ἡ ὁποία μέθοδος συνδέεται στενὰ μὲ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας –τὸ Βάπτισμα, τὸ Χρίσμα, τὴν θεία Εὐχαριστία– καὶ δείχνει στὸν ἄνθρωπο τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο φθάνει στὴν θέωση. Ἑπομένως, Μυστήρια καὶ ἡσυχασμὸς συνδέονται στενότατα μεταξύ τους. Ὁπότε, ὅποιος ὑποτιμᾶ τὴν Φιλοκαλία καὶ ὁμιλεῖ περιφρονητικῶς καὶ ὑβριστικῶς γι’ αὐτήν, στὴν πραγματικότητα ὑπονομεύει ὅλην τὴν ἀσκητικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως κατοχυρώθηκε συνοδικῶς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/22/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-η´/

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – Ὅσοι ἰσχυρίζονται ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν 3ο αἰώνα καὶ μετὰ ἐπηρεάσθησαν ἀπὸ μία ἄλλη “(νεο)πλατωνικὴ ἐκκλησιολογία”, ὁπότε ἐκδιώχθηκε καὶ παραθεωρήθηκε ἡ “ἀρχέγονη ἐκκλησιολογία”, στὴν πραγματικότητα ἐκφράζουν τὴν καταδικασμένη αἵρεση τοῦ Βαρλαάμ καὶ σαφῶς εἶναι βαρλααμίτες μὲ φοβερὲς συνέπειες».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Ϛ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

ε. Ἡ νηπτικὴ-ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι

.        Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση υἱοθετήθηκε ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις τῶν Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ εἶναι δεδομένη θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ δόγματα εἶναι ἡ καταγραφὴ τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἀποκαλύψεως, καὶ οἱ κανόνες εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀναφέρονται στὴν συγκρότηση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ σηματοδοῦν τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν βίωση τῆς Ἀποκαλύψεως, ἰδιαιτέρως οἱ κανόνες ἐκεῖνοι ποὺ ἀναφέρονται στὸ πῶς κανονίζεται ἡ μετάνοια.
.        Ὅλη ἡ θεολογία τῶν Τοπικῶν καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων φαίνεται στὴν Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἰδιαιτέρως στὸν «προσφωνητικὸν λόγον» καὶ τοὺς α´ καὶ ρβ´ κανόνες της.
.        Ἔπειτα, οἱ ἡσυχαστικὲς Σύνοδοι τοῦ 14ου αἰῶνος (1341, 1347, 1351, 1368), στὶς ὁποῖες πρωταγωνίστησε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ἡ ἡσυχαστική του θεολογία, ποὺ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων, κατοχύρωσαν τὸν ἡσυχασμό, ὡς προϋπόθεση τῆς ἁγιότητος, τῆς θεώσεως, ἀλλὰ δογμάτισαν καὶ γιὰ τὴν θεολογία περὶ τῆς μεθέξεως τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.
.        Καὶ ὅταν σκεφθῆ κανεὶς ὅτι οἱ Σύνοδοι αὐτές, κυρίως τοῦ ἔτους 1351 ποὺ ἀποδέχθηκε καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων Συνόδων (1341, 1347), ἔχει ὅλες τὶς προϋποθέσεις νὰ χαρακτηρισθῆ ὡς Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, τότε καταλαβαίνει τὴν μεγάλη ἀξία τῆς ἡσυχαστικῆς νηπτικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, ὡς γνησίας εὐαγγελικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
.        Διαβάζοντας κανεὶς προσεκτικὰ τὰ Πρακτικὰ καὶ τὸν Συνοδικὸ Τόμο τῆς Συνόδου τοῦ 1351, διακρίνει σαφῶς ὅτι ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὅτι ἀσχολήθηκε μὲ ἕνα σοβαρὸ δογματικὸ θέμα, ὡς συνέχεια τῆς Δ´ καὶ τῆς Ϛ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅτι οἱ Αὐτοκράτορες ὑπέγραψαν τὰ Πρακτικά, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου τὴν ἀποκαλοῦν «θεία καὶ ἱερὰ σύνοδον».
.        Μάλιστα γι’ αὐτὸ καὶ ἔχει χαρακτηρισθῆ ὡς Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Κυρίως στὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου αὐτῆς φαίνονται εὐδιάκριτα τὰ ἑξῆς σημεῖα:

.           Πρῶτον, στὴν Σύνοδο αὐτὴν συμπεριελήφθησαν οἱ συνοδικοὶ τόμοι τῶν ἐτῶν 1341 καὶ 1347 καὶ ἀπέκτησαν ἔτσι οἰκουμενικὸ κύρος. Γράφεται στὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου τοῦ 1351: «..καὶ ἀκριβῆ καὶ προσήκουσαν τὴν περὶ τῶν προκειμένων σκέψιν καὶ ἐξέτασιν ποιησάμενοι, καὶ τοὺς πρώην ἐπὶ τούτοις συνοδικοὺς τόμους ὡς εὐσεβεστάτους ἐπικυροῦντες, μᾶλλον δὲ καὶ τούτοις ἑπόμενοι….». Ἑπομένως, ὅλες αὐτὲς οἱ Σύνοδοι θεωροῦνται ὡς μία Σύνοδος καί, βεβαίως, μὲ αὐτὲς τὶς Συνόδους κατεδικάσθηκαν οἱ ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, ἀλλὰ καὶ τῶν μαθητῶν του, τῶν βαρλααμιτῶν, ἤτοι τοῦ Ἀκινδύνου καὶ τοῦ Γρηγορᾶ.
.        Δεύτερον, θεωρεῖ τὸν ἑαυτό της ὡς συνέχεια τῶν προηγουμένων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἰδίως δὲ τῆς Ϛ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἀποφάνθηκε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε δύο θελήσεις, θεία καὶ ἀνθρώπινη, γι’ αὐτὸ καὶ μνημονεύεται ὁ συνοδικὸς τόμος της: «καὶ ἀπεδείχθη καὶ τοῦτο ὑπὸ τῶν ἁγίων ἐναργῶς κηρυττόμενον· ὧν κεφάλαιον ἡ ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, καθὼς ἀνωτέρω διὰ τῶν κατὰ μέρος προτεθέντων αὐτῆς ρητῶν μάλιστα ἱκανῶς ἀποδέδεικται».
.        Μάλιστα, ὁ Βαρλαὰμ καὶ οἱ ὁμόφρονές του, ποὺ μιλοῦν γιὰ τὴν κτιστὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, χαρακτηρίζονται ὡς χειρότεροι καὶ ἀπὸ τοὺς Μονοθελῆτες: «Κἀντεῦθεν καὶ αὐτοὶ φανερῶς ἀναδείκνυνται· χείρους δὲ ἐκείνων πολλῷ», «χείρους καὶ ἀτοπώτεροι», γιατί ἐκεῖνοι ὑπεστήριζαν ὅτι στὸν Χριστὸ ὑπάρχει μία θέληση καὶ μία ἐνέργεια, ἀλλὰ τὴν θεωροῦσαν ὡς ἄκτιστη καὶ ὄχι κτιστή, ἐνῶ οἱ βαρλααμίτες θεωροῦν ὅτι στὸν Χριστὸ ὑπάρχει ἕνα θέλημα καὶ μία ἐνέργεια, ἀλλὰ τὴν δέχονται φανερῶς ὡς κτιστή.
.        Τρίτον, καταγράφει τὶς αἱρετικὲς ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, τοῦ Ἀκινδύνου καὶ τοῦ Γρήγορα, ποὺ ἀναφέρονται στὴν ἄκτιστη ἐνέργεια καὶ τὴν μέθεξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας ἀπὸ τοὺς θεουμένους ἁγίους.
.        Τὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους1351 ἐπικύρωσε καὶ τοὺς προηγούμενους συνοδικοὺς τόμους ποὺ ἀναφέρονται καὶ στὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, ποὺ εἶναι ἀπαραίτηση προϋπόθεση γιὰ τὴν ὅραση τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ ἀποφάσεις αὐτὲς δὲν ἀναφέρονται μόνον στὴν φύση τοῦ ἀκτίστου φωτός, ἀλλὰ καὶ στὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, τὴν ἀπαραίτητη προϋπόθεση ὁράσεως τοῦ ἀκτίστου Φωτός.
.        Γράφεται ἐκεῖ ὅτι ὁ Βαρλαὰμ καταφερόταν ἐναντίον τῶν ἱερῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι «διὰ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ κεκαθαρμένοι τὰς καρδίας» δέχονται μυστικῶς καὶ ἀπορρήτως θεῖες ἐλλάμψεις, καθὼς ἐπίσης καταφερόταν «κατὰ τῶν καθ’ ἡσυχίαν ζώντων μοναχῶν».
.        Ὁ Βαρλαὰμ ἐγγράφως διέστρεψε καὶ κατηγόρησε «πολλὰ καὶ τῶν τῆς ἡσυχίας ἐθίμων», καὶ μάλιστα πιτέθηκε καναντίον τς συνηθισμένης προσευχς στος συχαστές, λλ κα σλους τος Χριστιανούς, στν προσευχ «Κύριε ησο Χριστέ, Υἱὲ το Θεολέησόν με».
.        Ἀναφέρεται μάλιστα στὴν σχέση μεταξὺ ἡσυχίας, προσευχῆς καὶ θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ποὺ εἶναι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ἕνα ἀπόσπασμα: «Μήτηρ γὰρ προσευχῆς ἡ ἡσυχία. Προσευχὴ δὲ θείας δόξης ἐμφάνεια. Ὅταν γὰρ τὰς αἰσθήσεις μύσωμεν καὶ ἑαυτοῖς καὶ τῷ Θεῷ συγγενώμεθα, καὶ τῆς ἔξωθεν τοῦ κόσμου περιφορᾶς ἐλευθερωθέντες ἐντὸς ἑαυτῶν γενώμεθα, τότε τρανῶς ἐν ἑαυτοῖς τὴν τοῦ Θεοῦ βασιλείαν ὀψόμεθα. “Ἡ βασιλεία γὰρ τῶν οὐρανῶν, ἥτις ἐστι Βασιλεία Θεοῦ, ἐντὸς ἡμῶν ἐστιν”, Ἰησοῦς ὁ Θεὸς ἐπεφθέγξατο». Ὁπότε, γίνεται φανερτι ραση τς Βασιλείας το Θεο κασχατολογικ βίωση π τν ζω ατ συνδέεται ρρηκτα μ τν συχασμό. Ὁ συχασμς δν εναι κάτι ποὺ λθε στν ζω τς κκλησίας μεταγενέστερα, κατπίδραση τν νεοπλατωνικν κα δθεν παρέκαμψε τν κκλησιολογία τς πρώτης κκλησίας πο στηριζόταν στν θεία Εχαριστία κα τν ασθηση τς Βασιλείας το Θεο, λλ εναι προϋπόθεση τς θέας τοκτίστου Φωτός, πως σαφς κατοχύρωσε κα «θεία καερ Σύνοδος» το 1351.
.        Ὁ Βαρλαὰμ ἀντὶ νὰ ἀκολουθῆ τὴν διδασκαλία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων, στηριζόταν περισσότερο στὴν φιλοσοφία, θεωρώντας τὸ Φῶς τῆς θεότητος ποὺ ἕλλαμψε στὸ ὄρος Θαβὼρ ὅτι δὲν ἦταν ἀπρόσιτον καὶ κατὰ ἀλήθεια Φῶς θεότητος οὔτε ἦταν ἱερώτερο καὶ θειότερο τῶν ἀγγέλων, «ἀλλὰ καὶ χεῖρον καὶ κατώτερον καὶ αὐτῆς τῆς ἡμετέρας νοήσεως». Δηλαδή, ὁ Βαρλαὰμ θεωροῦσε ὅτι «πάντα τα τε νοήματα καὶ νοούμενα σεμνότερά ἐστι τοῦ φωτὸς ἐκείνου».
.        Τέταρτον, τεκμηριώνει ὅλη αὐτὴν τὴν θεολογία στὰ κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς –Παλαιᾶς καὶ Καινῆς– στὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τοῦ Μ. Βασιλείου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ ἁγίου Διαδόχου τοῦ Φωτικῆς, τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης κ.ἄ.
.        Τὰ ἀποσπάσματα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ἀναφέρονται στὴν ἱερὰ ἡσυχία, τὴν νοερὰ καρδιακὴ προσευχή, τὴν νήψη τοῦ νοός, τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, τὴν σύνδεση τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας μὲ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, τὴν μέθεξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
.           Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἀποδεικνύεται περίτρανα ὅτι μόνη σχατολογικ βίωση τς Βασιλείας το Θεο εναι δι τς ερς συχίας μέθεξη τς κτίστου δόξης το Θεο, τς θεωρίας τοκτίστου Φωτός.
.        Πέμπτον, ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 1351 ἐπικύρωσε τὰ δίκαια ἀναθέματα ποὺ ἐπεβλήθησαν στὸν Βαρλαὰμ καὶ τὸν Ἀκίνδυνον ἀπὸ τὶς προηγούμενες συνόδους, ἀφοῦ δὲν μετενόησαν, στοὺς δὲ «ὁμόφρονάς» τους «καὶ ἁπλῶς ὅσοι τῆς συμμορίας αὐτῶν», τοὺς τιμώρησε «ὡς ἀποκηρύκτους τε καὶ ἀποβλήτους τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας», ἐὰν δὲν μεταμεληθοῦν.
.        Ἐπίσης, ἐπέβαλε καὶ τὸ ἀνάθεμα τῆς ἀκοινωνησίας καὶ ἀπογύμνωσε τοὺς Κληρικοὺς «πάσης ἱερατικῆς λειτουργίας», ὅταν κοινωνοῦν ἐν γνώσει τους μὲ τοὺς αἱρετικοὺς αὐτούς. Ἀκόμη, καταδικάζονται καὶ ὅσοι θὰ καταφερθοῦν στὸν μέλλον ἐναντίον τῶν ἡσυχαστῶν καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει, μὲ τὸν Συνοδικὸ τόμο τοῦ ἔτους 1351 ἐπικυρώνεται ἡ προηγουμένη καταδίκη: «Ἀλλ’ καὶ εἴ τις ἕτερος τῶν ἁπάντων τὰ αὐτὰ ποτὲ φωραθείη ἢ φρονῶν ἢ λέγων ἢ συγγραφόμενος κατὰ τοῦ ἱερωτάτου Θεσσαλονίκης (στὸν τόμο τοῦ 1347 γράφεται: «τοῦ εἰρημένου τιμιωτάτου ἱερομονάχου κυροῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ μοναχῶν») μᾶλλον δὲ κατὰ τῶν ἱερῶν θεολόγων καὶ τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, τὰ αὐτὰ καὶ κατ’ αὐτοῦ ψηφιζόμεθα καὶ τῇ αὐτῇ καταδίκῃ καθυποβάλλομεν (καθαίρεση καὶ ἀκοινωνησία), εἴτε τῶν ἱερωμένων εἴη τις, εἴτε τῶν λαϊκῶν».
.        Στὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ φαίνεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς υἱοθέτησε πλήρως τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν ἡσυχαστῶν περὶ τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, τοῦ θαβωρείου Φωτός, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ ἱεροῦ ἡσυχασμοῦ. πότε, δν πρόκειται γι διδασκαλία τογίου Γρηγορίου το Παλαμ, λλ γι διδασκαλία τν Προφητν, τν ποστόλων κα τν Πατέρων κα ατς τς διας της κκλησίας.
.        Ἔτσι, ὄχι μόνον τότε, ἀλλὰ καὶ στὸ μέλλον («ποτὲ») ὅποιος φρονεῖ ἢ λέγει ἢ γράφει ἐναντίον αὐτῶν τῶν θεμάτων, ὅποιος ἀρνεῖται τὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, τὴν θεοπτία, καὶ τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, εἴτε εἶναι ἱερωμένος εἴτε λαϊκὸς δέχεται τὸν ἴδιο ἀφορισμὸ καὶ ἀκοινωνησία, ποὺ δέχθηκαν οἱ σύγχρονοι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἀντιησυχαστές.
.        Ἀπὸ τὰ Πρακτικὰ αὐτὰ φαίνεται σαφέστατα ὅτι σοι σχυρίζονται τι ο Πατέρες τς κκλησίας π τν 3ο αώνα κα μετπηρεάσθησαν π μία λλη «(νεο)πλατωνικκκλησιολογία», τν ποία δθεν νεκάλυψαν κα παρουσίασαν Εάγριος Ποντικς κα Μακάριος Αγύπτιος, οποοι καπηρέασαν τος μεταγενέστερους Πατέρες, πότε κδιώχθηκε κα παραθεωρήθηκε «ρχέγονη κκλησιολογία» τς Εχαριστίας κα τς Βασιλείας, στν πραγματικότητα κφράζουν τν καταδικασμένη αρεση το Βαρλαάμ, τοκινδύνου, το Γρηγορ, κα σαφς εναι βαρλααμίτες μ φοβερς συνέπειες.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Ζ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/21/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ζ´/

, , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΑΙΩΝΙΟΣ ΖΩΗ (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἡ αἰώνιος ζωή

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 43-46

 «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου,
κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν…»

(Ματθ. κε´ 34)


.          Ἐνῶ οἱ ἁμαρτωλοὶ (οἱ ἀμετανόητοι) ἀκούοντας τὴν σημερινὴ περικοπὴ καταλαμβάνονται ἀπὸ φόβο καὶ τρόμο, οἱ δίκαιοι (οἱ μετανοοῦντες) αἰσθάνονται ἀγαλλίασι, γιατί ἀκοῦνε τὸ Εὐαγγέλιο τῶν οὐρανίων καὶ αἰωνίων γάμων τους. Οἱ ἅγιοι ἐδῶ στὴν γῆ ἐτέλεσαν τοὺς ἀρραβῶνας μὲ τὸν Νυμφίο Χριστό, τότε ὅμως στὴν Δευτέρα Παρουσία θὰ ἀπολαύσουν τοὺς γάμους των. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι γιὰ τοὺς ἁγίους ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὁ Παράδεισος, ἡ αἰώνιος ζωὴ δὲν εἶναι μόνο κατάσταση τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, δὲν εἶναι πέρα ἀπὸ τὸν χρόνο, ἀλλὰ μία παροῦσα πραγματικότητα. Αὐτὴν τὴν μεγάλη καὶ θεμελιώδη γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ ἀλήθεια θὰ ἐπιδιώξουμε νὰ παρουσιάσουμε, ὅσο μποροῦμε πιὸ σύντομα.

Τί εἶναι αἰώνιος ζωὴ

.          Αἰώνιος ζωὴ δὲν εἶναι μία ἀφηρημένη κατάστασι, μία ἔξοδος ἀπὸ τὰ χρονικὰ ὅρια, ἀλλὰ ἡ ἐν Χριστῷ ζωή. Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος διεκήρυξε τὴν μεγάλη ἀλήθεια: «Αὕτη δὲ ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστὸν» (Ἰωάν. ιζ´ 13). Δηλαδὴ ἡ γνῶσι τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ γνῶσι τοῦ Χριστοῦ εἶναι αἰώνιος ζωή. Καὶ ὅταν λέμε γνῶσι ἐννοοῦμε τὴν ἕνωσι τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Χριστὸ καὶ αὐτὴ ἡ ἕνωσι εἶναι ἡ θέωσι.
.          Μὲ τὴν ἐνανθρώπησι τοῦ Χριστοῦ ὁλόκληρη ἡ ἱστορία περιεχωρήθη ὑπὸ τῆς αἰωνιότητος καὶ ἡ γῆ ἔγινε Παράδεισος. Ἔτσι καὶ ἡ γαστὴρ τῆς Θεοτόκου, ποὺ δέχθηκε τὸν Χριστό, λέγεται Παράδεισος. «Παράδεισος καὶ γὰρ ἡ ἐκείνης γαστὴρ ἐδείχθη νοητὸς ἐν ᾧ τὸ θεῖον φυτόν».  Γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ κέντρον τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ εἶναι ἡ μεταμόρφωσι τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τῆς ἱστορίας.
.          Οἱ ὀρθόδοξοι τὸ βιώνουν καὶ τὸ γνωρίζουν καλά, ὅτι τὸ αἰώνιο δὲν εἶναι πέρα ἀπὸ τὸν χρόνο καὶ τὴν ἱστορία, ἀλλὰ τέμνει τὴν ἱστορία καὶ τὸν χρόνο. Στὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει ἡ γραμμικὴ διατύπωσι περὶ χρόνου, ἀλλὰ ἡ σταυρική. Αὐτὸ θέλει νὰ πῆ ὅτι δὲν περιμένουμε νὰ ἀπολαύσουμε τὸ αἰώνιο στὸ τέλος τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ χρόνου, ἀλλὰ τὸ ἀπολαμβάνουμε σὲ κάθε χρονικὴ καὶ ἱστορικὴ στιγμή.

Ἐμπειρίες αἰωνίου ζωῆς

.          Ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ αἰωνιότης, ὑπάρχει πλούσια μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι τὸ εὐλογημένο Σῶμα Του. Ὅπως στὸν ἀνθρώπινο ὀργανισμὸ δὲν εἶναι ἄλλη ἡ ζωὴ τῆς κεφαλῆς καὶ ἄλλη ἡ ζωὴ τοῦ σώματος, ἔτσι καὶ στὴν περίπτωσι ποὺ ἐξετάζουμε δὲν εἶναι ἄλλη ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἄλλη ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Μέσα στὴν Ἐκκλησία εἰσρέουν ἰσχυρὰ κύματα αἰωνίου ζωῆς, ἀφοῦ ἡ αἰωνιότης εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς τῆς θείας ὑπάρξεως, ποὺ εἶναι ἡ κεφαλή Της. Στὸν Χριστὸ «εὐδόκησε πᾶν τὸ πλήρωμα κατοικῆσαι» (Κολ. α´ 19), τὸ πλήρωμα τῆς Ζωῆς, τῆς Δικαιοσύνης, τῆς Ἀγάπης, τῆς Αἰωνιότητος ὑπάρχει καὶ μέσα στὸ Σῶμα Του, δηλαδὴ στὴν Ἐκκλησία. Ἔτσι μὲ τὴν Χάρι τοῦ Χριστοῦ ἀπολαμβάνουμε ἐμπειρίες τῆς αἰωνιότητος ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

.          Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα ἡ Ἐκκλησία καινοποιεῖ τὸν κτιστὸ ἄνθρωπο καὶ τὸν εἰσάγει κατὰ τοὺς Πατέρας, «εἰς τὴν ὑπὲρ αἴσθησιν καὶ νοῦν ζωὴν τοῦ νέου αἰῶνος». Πράγματι ὅπως ἡ ἐνσάρκωσι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς θεώσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἔτσι καὶ ἡ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα ἐνσωμάτωσί μας στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς θεώσεώς μας. Γι’ αὐτὸ τὸ ἅγιο Βάπτισμα λέγεται φώτισμα καὶ γέννησι. «Βαπτιζόμενοι φωτιζόμεθα· φωτιζόμενοι, υἱοθετούμεθα· υἱοθετούμενοι, τελειούμεθα· τελειούμενοι, ἀποθανατιζόμεθα» (Κλήμης Ἀλεξανδρείας).

.          Μὲ τὴν θεία Εὐχαριστία ἡ Ἐκκλησία ζωοποιεῖ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ θεία Εὐχαριστία, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν βαθυτάτη ἔκφρασι τῆς Ἐκκλησίας, ἀρχίζει μὲ τὴν δοξολογία τῆς Βασιλείας τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἰδίως ὅταν ὁ πιστὸς μεταλαμβάνει τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, γίνεται κατὰ Χάριν υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ «ἅπαντα τὰ μέλη του γίνονται φωτοφόρα». Φωτίζονται καὶ δοξάζονται, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος δέχεται τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι τὸ Φῶς καὶ ἡ Ζωή. Μεταλαμβάνοντας ὁ Χριστιανὸς τὸ ἄχραντο καὶ ἄφθαρτο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μετέχει τῆς ἀφθαρσίας, ἑνώνεται μὲ τὸν Χριστὸ καὶ θεώνεται. Στὸ τέλος τῆς θείας Εὐχαριστίας τοῦ Μ. Βασιλείου ὁ Ἱερεὺς ὁμολογεῖ: «ἐνεπλήσθημεν τῆς ἀτελευτήτου σου ζωῆς».
.          Τὴν μετοχὴ τῆς αἰωνίου ζωῆς, τὴν ἀπόκτησι τῆς ἐμπειρίας τῆς αἰωνιότητος ἀπολαμβάνει ὁ ἄνθρωπος καὶ κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Ὑπάρχουν στιγμὲς ποὺ ὁ προσευχόμενος δέχεται τὴν ἐπίσκεψι τῆς ἀκτίστου Χάριτος, ὁπότε παύει νὰ ὑπάρχει ὁ χρόνος, γιατί τότε ὁ προσευχόμενος «θεωρεῖ» τὸν Θεὸ καὶ βιώνει τὴν αἰωνιότητα, ὅπως οἱ μαθηταὶ ἐπάνω στὸ Θαβώρ. Τότε, κατὰ τὴν μαρτυρία τῶν ἁγίων, ὁ κόσμος λησμονεῖται καὶ ὁ προσευχόμενος ζῆ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἑρμηνεύοντας τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ, εἶπαν ὅτι ἡ θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτὸς εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, «ἡ καλλονὴ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», «ἡ ὑπόστασις τῶν μελλόντων ἀγαθῶν», «τὸ βρῶμα τῶν ἐπουρανίων» (ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς).  Βέβαια ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀκατανόητα γιὰ τὸν ἐκκοσμικευμένο ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς μας, ἀλλὰ εἶναι πραγματικότητα γι’ αὐτοὺς ποὺ καὶ σήμερα τὰ ζοῦν.

.          Ἑπομένως ἡ ζωή μας μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἡ πρώτη ἀνάστασι, ἡ ὁποία μᾶς δίδει τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ ἀπολαύσουμε καὶ τὴν δευτέρα ἀνάστασι, μετὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι πρέπει νὰ ἑρμηνευθῆ τὸ τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου ὅτι ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν δῆ ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτὴ τὸ ἄκτιστο Φῶς νὰ μὴ περιμένη νὰ τὸ δῆ στὴν ἄλλη ζωή.

.          Ὅλα αὐτὰ ποὺ ἀναφέραμε δὲν εἶναι ἀφηρημένες θεολογικὲς ἔννοιες, ἀλλὰ ἔχουν μεγάλη κοινωνιολογικὴ σημασία. Γιατί οἱ ἅγιοι ζώντας ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτὴ τὴν αἰωνιότητα βλέπουν καθαρὰ τὰ πράγματα, ἀντιμετωπίζουν σωστὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο. Τὸν πλησίον οἱ ἅγιοι δὲν τὸν ἀντιμετωπίζουν σὰν θνητὸ ἄνθρωπο ποὺ πρέπει νὰ τοῦ αὐξηθεῖ ὁ μισθὸς κλπ., ὅπως κάνουν ὅλα τὰ ὑλιστικὰ ἀνθρώπινα συστήματα, ἀλλὰ σὰν αἰώνιο ἄνθρωπο, ἀδελφὸ τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Στὸ πρόσωπο τοῦ συνανθρώπου τους βλέπουν τὸν Χριστό, ὅπως εἶπε τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο.
.          Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἐνδιαφέρεται μόνον γιὰ τὸ αἰώνιο, ἀλλὰ βιώνουσα τὸ αἰώνιο λύει σωστὰ τὸ παρόν. Γι’ αὐτὸ ὄπιο τοῦ λαοῦ εἶναι τὰ ἀθεϊστικὰ συστήματα, ποὺ ἀντιμετωπίζουν μονοδιάστατα τὰ προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ κοινωνία θὰ ἦταν διαφορετική, ἂν δεχόταν τὴν ἐπίδρασι τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ κοινωνία. Ἂς ἐπιδιώξουμε νὰ ζήσουμε τὴν πρώτη ἀνάστασι μέσα στὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ εἴμαστε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός.

, , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – ἡ ἀμφισβήτηση τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ τῶν μεταγενεστέρων ἁγίων συνιστᾶ ἀσέβεια καὶ ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ καταλήγει στὴν ἀθεΐα, γιατί συνιστᾶ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ τῶν Πατέρων ἡμῶν».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Ε´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

δ. Ἡ νηπτικὴ-ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες

.        Τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση συναντᾶμε σὲ ὅλα τὰ πατερικὰ κείμενα. Δὲν ὑπάρχει Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶχε ἐμπειρίες πνευματικῆς ζωῆς, καὶ δὲν ἀναφέρεται στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση.
.        Δὲν πρόκειται γιὰ ἐπηρεασμὸ ἀπὸ τὴν πλατωνικὴ καὶ νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἔκφραση τῆς ἐμπειρίας τους, μέσα ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἐποχῆς τους.
.        Ἄλλωστε, ὅπως προαναφέρθηκε, ὁ Εὐάγριος ὁ Ποντικός, στὸ σημεῖο αὐτὸ κατέγραψε τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση τὴν ὁποία βρῆκε στοὺς μοναχοὺς τῆς Παλαιστίνης.
.        Ἔτσι, εἶναι βλάσφημο νὰ θεωρήση κανεὶς τοὺς Πατέρας σὰν ἀνώριμους πνευματικά, ὥστε νὰ ἐπηρεάζωνται ἀπὸ τὴν νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία. Καὶ ἂν ἀκόμη ἐπηρεάσθηκαν ἐξωτερικά, φραστικά, στὴν πραγματικότητα μὲ τὶς λέξεις ποὺ προσέλαβαν, διετύπωσαν τὴν ὅλη ἡσυχαστικὴ-νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφέρεται πολλὲς φορὲς στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση. Προηγουμένως ἀναφέρθηκαν μερικὰ χωρία του, στὰ ὁποῖα φαίνεται ὅτι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ θέωση εἶναι ὁ ἀπαραίτητος τρόπος ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις ἐνυπάρχει ὁ κίνδυνος τῆς αἱρέσεως.
.        Ἐδῶ πρέπει νὰ ἀναφερθῆ ὁ λόγος του περὶ τῆς ἱερωσύνης, ποὺ δικαιολογεῖ γιατί, ὅταν τοῦ ἐτέθη τὸ θέμα τῆς ἱερωσύνης, τὴν ἀπέφυγε καὶ ἔφυγε γιὰ τὸν Πόντο. Μεταξὺ τῶν ἄλλων λέει ὅτι ἦλθε μέσα του «ἔρως τοῦ καλοῦ τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς ἀναχωρήσεως· ἧς ἐραστὴς γενόμενος ἐξ ἀρχῆς».
.        Στὴν συνέχεια κάνει λόγο γιὰ τὸ ὅτι ἐπεδίωκε τὴν κάθαρση καὶ τὴν ἔλλαμψη, ἐπειδὴ τὸ ἔργο τῆς ἱερωσύνης εἶναι μεγάλο, γιατί «καθαρῶ μόνον ἀπτέον τοῦ καθαροῦ καὶ ὠσαύτως ἔχοντος», καὶ πρέπει νὰ λαμπρύνη τὸν λόγο «τῷ φωτὶ τῆς γνώσεως», ἀλλὰ καὶ τὸν νοῦν καὶ τὴν ἀκοή.
.        Εἶναι ἐπικίνδυνο νὰ θεολογήση κανείς, ἂν δὲν καθαρισθοῦν τὰ τρία αὐτὰ «ἢ οὐκ ἐνελάμφθη νοῦς, ἢ λόγος ἠσθένησεν, ἢ οὐκ ἐχώρησεν ἀκοὴ μὴ κεκαθαρμένη». Τὸ καταπληκτικότερο δὲ ἀπὸ ὅλα εἶναι ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀναφέρεται στὴν κάθαρση, τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν θεοπτία, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γνωρίσματα ὄχι μόνον τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀλλὰ καὶ τῆς διακονίας τῆς ἱερωσύνης, κάνει εὐρύτατα λόγο γιὰ τὴν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδή, τὴν κάθαρση, τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ τὴν χαρακτηρίζει ὡς θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸν ἱερέα τὸν θέλει θεραπευτή, ἡ θεραπεία γίνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία διὰ τῶν Μυστηρίων καὶ τῆς ἀσκήσεως, καὶ τὸ ὅλο ἔργο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως ἀπέβλεπε στὴν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὅταν κάνη λόγο γιὰ θεραπεία, τὴν ἐντοπίζει στὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τοῦ ἀνθρώπου, τὴν καρδιά. «Ἡμῖν δὲ περὶ τὸν κρυπτὸν τῆς καρδίας ἄνθρωπον ἡ πᾶσα θεραπεία τε καὶ σπουδή, καὶ πρὸς τὸν ἔνδοθεν ἡμῖν ἀντιπολεμοῦντα καὶ ἀντιπαλαίοντα ἡ μάχη, ὃς ἡμῖν αὐτοῖς ὅπλοις καθ’ ἡμῶν χρώμενος, τὸ δεινότατον, τῷ τῆς ἁμαρτίας θανάτῳ δίδωσι».
.         Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης προσδιορίζοντας τὴν ἀρετὴ παρουσιάζει ὡς τύπο τελείου ἀνθρώπου τὸν Προφήτη Μωϋσῆ. Ἔτσι, στὸ ἔργο του «Εἰς τὸν βίον τοῦ Μωϋσέως» κάνει λόγο γιὰ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν θεογνωσία. Προσαρμόζει πλήρως στν πνευματικ κατάσταση τονθρώπου ατ πογινε στν Παλαι Διαθήκη, κατ τν μφάνιση το Θεο στρος Σινᾶ. Δηλαδή, ὁ Θεὸς ἔδωσε ἐντολὴ στὸν Μωϋσῆ νὰ καθαρισθῆ ὁ λαὸς ἀπὸ κάθε ρύπο, νὰ ἀπομακρυνθοῦν καὶ αὐτὰ τὰ ἄλογα ζῶα ἀπὸ τὸ ὄρος καὶ νὰ ἀνέλθη ἐπάνω σὲ αὐτὸ μόνον ἐκεῖνος. Πρόκειται γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπομάκρυνση ἀκόμη καὶ τῶν δερματίνων χιτώνων, ποὺ εἶναι ἡ θνητότητα καὶ φθαρτότητα.
.        Κάνοντας λόγο γιὰ τὴν ἀνύψωση τοῦ ἀνθρώπου στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ γράφει: «ὁδὸς δὲ αὐτῷ πρὸς τὴν τοιαύτην γνῶσιν ἡ καθαρότης γίνεται, οὐ τοῦ σώματος μόνον περιρραντηρίοις τισὶν ἀφαγνισθέντος, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐνδυμάτων πάσης κηλίδος ἀποκλυσθέντων τῷ ὕδατι».
.        Ἡ καθαρότητα ἀναφέρεται στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. «Τοῦτο δέ ἐστι τὸ διὰ πάντων καθαρεῦσαι δεῖ τὸν μέλλοντα προσβαίνειν τῇ τῶν νοητῶν θεωρία, ὡς καὶ ψυχὴ καὶ σώματι καθαρὸν εἶναι καὶ ἀκηλίδωτον τὸν ἐν ἑκατέρῳ ρύπον καταλλήλως ἀποκλυσάμενον, ὡς ἂν καθαροὶ καὶ τῷ τὸ κρυπτὸν ὀρῶντι φανείημεν…». Ἐξηγεῖ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ ἀνέλθη στὴν θεωρία πρέπει προηγουμένως νὰ καθάρη τὸν τρόπο ἀπὸ κάθε αἰσθητικὴ καὶ ἄλογη τάση καὶ νὰ πλύνη ἀπὸ τὸν νοῦ του κάθε γνώμη ποὺ τοῦ δημιουργήθηκε ἀπὸ κάθε προκατάληψη καὶ νὰ χωρισθῆ ἀπὸ τὴν σύνοικό του αἴσθηση καὶ ἀφοῦ γίνη καθαρὸς ἀπὸ αὐτήν, τότε νὰ τολμήση νὰ ἀνέβη στὸ ὄρος τῆς θεοπτίας, ὅπως ἔκανε ὁ Μωϋσῆς.
.        Συνεχίζοντας αὐτὴν τὴν ἑρμηνεία λέγει ὅτι «ὁ κεκαθαρμένος νοῦς καὶ ὀξὺς τὴν ἀκοὴν τῆς καρδίας», ἀφοῦ ἀκούση τὸν ἦχο τῆς θείας δυνάμεως ἀπὸ τὴν θεωρία τῶν ὄντων, εἰσέρχεται στὴν ἀχειροποίητη σκηνή, ἀποκτᾶ τὴν θεία γνώση, τὴν ὁποία στὴν συνέχεια δείχνει σὲ ἐκείνους ποὺ βρίσκονται κάτω «διὰ τῆς ὑλικῆς μιμήσεως», δηλαδὴ διὰ τῆς χειροποιήτου σκηνῆς.
.        Σαφέστατα ἐδῶ γίνεται λόγος γιὰ τὴν θεοπτία τῶν ἀρρήτων ρημάτων, ὕστερα ἀπὸ τὴν κάθαρση καὶ τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν διατύπωση αὐτῶν τῶν ἀρρήτων ρημάτων μὲ κτιστὰ ρήματα, νοήματα καὶ εἰκονίσματα.
.        Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ὁ μεγάλος αὐτὸς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἔπαιξε καθοριστικὸ ρόλο στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, εἶπε ἕναν σημαντικὸ λόγο: «δαιμόνων θεολογία δίχα πράξεως γνσις». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ θεολογία εἶναι καρπὸς τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ καὶ τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει τὸν ἑαυτό του στοὺς θεουμένους, σὲ αὐτοὺς ποὺ πέρασαν μέσα ἀπὸ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Κατὰ συνέπειαν μία θεολογία ποὺ δὲν εἶναι καρπὸς καὶ ἀπαύγασμα τῆς πράξεως, τῆς πρακτικῆς ζωῆς ποὺ εἶναι ἡ κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη εἶναι θεολογία τῆς φαντασίας, ποὺ ὁπωσδήποτε εἶναι δαιμονική.
.        Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ ὁ ἅγιος Μάξιμος, ἑρμηνεύοντας τὰ συγγράμματα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, κάνει λόγο γιὰ τὶς τρεῖς διαβαθμίσεις τῶν πιστῶν, ἤτοι τὶς τρεῖς κατηγορίες τῶν σωζομένων.
.        Πρόκειται γιὰ τὴν ἀσκητικὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ τὴν ὁποία συναντᾶμε σὲ ὅλα τὰ κείμενά του, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὴν προσωπικὴ προσοικείωση τῆς σωτηρίας καὶ τὴν χωρίζει σὲ τρία μέρη, ἤτοι τὴν «πρακτικὴ φιλοσοφία» ἡ πράξη, τὴν «φυσικὴν θεωρίαν» ἢ ἁπλῶς θεωρία, καὶ τὴν «μυστικὴν θεολογίαν» ἢ ἁπλῶς θεολογία.
.        Ἡ πρακτικὴ φιλοσοφία, ποὺ ἔχει ἀρνητικὴ καὶ θετικὴ πλευρά, ἀφοῦ καθαρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὸν κοσμεῖ μὲ τὶς ἀρετές, ἡ φυσικὴ θεωρία, ποὺ φωτίζει τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀληθινὴ γνώση, καὶ ἡ μυστικὴ θεολογία στεφανώνει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ὕψιστη ἐμπειρία, τὴν ὁποία ἀποκαλεῖ ἔκσταση.
.        Ἔτσι, ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου ἀναφέρεται στὶς τρεῖς βαθμίδες τοῦ χριστιανικοῦ ἀσκητικοῦ βίου, δηλαδή, τοῦ πρακτικοῦ, τοῦ θεωρητικοῦ καὶ τοῦ μυστικοῦ-θεολογικοῦ. Ἐπίσης, τοὺς σωζομένους Χριστιανοὺς στὶς τρεῖς διαιρέσεις τους, ἄλλοτε τοὺς ἀναφέρει ὡς πιστούς, ἐναρέτους καὶ γνωστικούς, καὶ ἄλλοτε ὡς δούλους, μισθωτοὺς καὶ υἱούς.
.        Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ Πατέρας τοῦ ἀκτίστου φωτός, ὁ ὁποῖος φωτιζόταν ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς οὐράνιας Βασιλείας, τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἀναφαίρεται συχνὰ στὰ ἔργα του γιὰ τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν κάθαρση, στὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση. Μάλιστα ἕνα κείμενό του, στὸ ὁποῖο παρουσιάζει συνοπτικὰ τὴν ὅλη θεολογία του, τὸ ἐπιγράφει «κεφάλαια πρακτικὰ καὶ θεολογικά», ἀφοῦ ἡ πράξη εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ἡ θεολογία ἀναφέρεται στὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου φωτός.
.        Σὲ ἕνα χαρακτηριστικὸ χωρίο του λέγει ὅτι ἡ πίστη, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν προξενεῖ τοὺς μισθοὺς «κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς καθάρσεως». «Καθόσον γὰρ καθαιρόμεθα κατὰ τοσοῦτον εἰς ἀγάπην Θεοῦ ἀπὸ τοῦ φοβεῖσθαι ἀναγόμεθα» καὶ ἔτσι ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, «κατὰ προκοπὴν» μεταβαίνουμε στὸ νὰ ἀγαπᾶμε τὸν Θεό.
.        Τότε, ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Πατήρ μας ἀγαπᾶ «προοδοποιοῦντος τοῦ Πνεύματος δηλαδὴ καὶ τὴν οἰκίαν προευτρεπίζοντος», ὁπότε «ὡς ἐν μιᾷ συνόδῳ τῶν ὑποστάσεων μόνην γίνεσθαι ἡμᾶς Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ ἁγίου Πνεύματος».
.           Σὲ μία ἄλλη ὁμιλία στοὺς μοναχούς του ἐκφράζει τὴν χαρά του, ἐπειδὴ βλέπει τὴν προκοπὴ στὸν βίο τους «ἐπὶ τὸ κρεῖττον ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ, ἐν φόβῳ Θεοῦ, ἐν εὐλαβείᾳ, ἐν κατανύξει, καὶ δάκρυσι, δι’ ὧν ὁ ἔσω καθαίρεται ἄνθρωπος καὶ πληροῦται φωτὸς θείου καὶ ὅλος Πνεύματος Ἁγίου γίνεται καὶ συντετριμμένῳ ψυχῆς καὶ καταβεβλημένῳ φρονήματι, καὶ ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ γίνεται εἰς εὐλογίαν ὑμῶν καὶ προσθήκην ἀνωλέθρου καὶ μακαρίας ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν».
.             Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ μεγάλο αὐτὸ ἀστέρι τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν θεολογία του ἀνέδειξε ὅλη τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση ὡς προϋπόθεση γιὰ τὴν πνευματικὴ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν θεογνωσία.
.        Αὐτὸ φαίνεται στὸ ἔργο τοῦ «ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων», στὸ ὁποῖο συνέτριψε ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισμοῦ, τὸν ὁποῖο ἐπρέσβευε ὁ Βαρλαάμ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ὅλων τῶν διὰ μέσου τῶν αἰώνων βαρλααμιτῶν, ποὺ θέλουν νὰ ἀνατρέψουν τὴν ἐκκλησιολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ τὴν θεολογία καὶ τὴν ἐκκλησιολογία τῶν Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Τὸ ἐκπληκτικὸ δὲ εἶναι ὅτι ὅταν ἔγινε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης πέρασε ὅλη αὐτὴν τὴν ἱερὰ ἡσυχαστικὴ παράδοση στὶς ὁμιλίες του ποὺ ἐξεφώνησε στὸ ποίμνιό του.
.        Ὑπάρχει πλούσιο ὑλικὸ πάνω στὸ θέμα αὐτό, τὸ ὁποῖο ἐξέθεσα σὲ ἄλλα κείμενά μου καὶ παρέλκει ἡ καταγραφή του ἐδῶ. Καὶ τὸ σπουδαιότερο εἶναι ὅτι ἡ ἡσυχαστικὴ καὶ θεοπτικὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ κατοχυρώθηκε ἀπὸ τὶς Συνόδους ποὺ ἔγιναν στὴν ἐποχή του, κυρίως τὴν Σύνοδο τοῦ 1351, ποὺ ἐκλαμβάνεται καὶ θεωρεῖται ὡς ἡ Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.

.           Γίνεται φανερὸ ὅτι ὅλοι οἱ ἀνωτέρω μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ πολλοὶ ἄλλοι, κάνουν λόγο γιὰ τὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, γιὰ τὴν ἱερὰ ἡσυχία ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση τοῦ ὀρθοδόξως θεολογεῖν, γι’ αὐτὸ καὶ ὑβρίζονται μὲ τὶς ἀπόψεις τῶν στοχαζομένων καὶ προτεσταντιζόντων θεολόγων ὅτι δῆθεν ἐπηρεάσθηκαν ἀπὸ νεοπλατωνικὲς θεωρίες καὶ ἀλλοίωσαν τὴν προγενέστερή τους παράδοση. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ Πατέρες αἰσθάνονταν ὅτι εἶναι διάδοχοι τῶν ἁγίων Πατέρων στὸ φρόνημα καὶ τὴν ζωή.
.        Βεβαίως, φαίνεται μία ἐξωτερικὴ ὁμοιότητα στὴν ὁρολογία μεταξὺ τῶν Πατέρων καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν, ἀλλὰ ὑπάρχει οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξύ τους. Στὴν διδασκαλία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γίνεται λόγος γιὰ τὸν Θεὸ ποὺ δὲν ἔχει ἔρωτα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ ὁ ἔρωτας εἶναι ἡ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς τῆς φύσει ἀθανάτου ψυχῆς στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν ἀπὸ ὅπου ἐξέπεσε, ἐνῶ στοὺς Πατέρας γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο.
.              Στὴν θεωρία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γίνεται διάκριση μεταξὺ φύσει ἀθανάτου ψυχῆς καὶ φύσει θνητοῦ σώματος, ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ ψυχὴ ἀνῆκε προηγουμένως στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν καὶ ἐξέπεσε ἀπὸ αὐτόν, ὁπότε περικλείσθηκε στὸ σῶμα γιὰ νὰ τιμωρηθῆ. Εὑρισκομένη δὲ στὸ σῶμα ἀναζητᾶ νὰ ἐλευθερωθῆ καὶ ἐπανέλθη στὸν κόσμο τῶν ἰδεῶν.
.        Ἔτσι, κατὰ τοὺς πλατωνικοὺς καὶ νεοπλατωνικούς, ἡ κάθαρση τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἀπαλλαγή της ἀπὸ τὸ σῶμα, ὁ φωτισμὸς τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων, τῶν ἰδεῶν καὶ ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἔκσταση καὶ ἡ ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τὸ σῶμα.
.        Ἡ νεοπλατωνικὴ αὐτὴ ἄποψη δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ ψυχὴ εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ δημιουργήθηκε ἐξ οὐκ ὄντων, ἀμέσως μὲ τὴν δημιουργία τοῦ σώματος· τὸ σῶμα δὲν εἶναι φυλακὴ τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ τὸ θετικὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ· ὁ φωτισμὸς εἶναι ἡ νοερὰ καρδιακὴ προσευχή, μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ γίνεται μέσα στὴν καρδιά, δηλαδὴ στὸ σῶμα· ἡ ἔκσταση δὲν εἶναι ἡ ἔξοδος τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀλλὰ ἡ ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τὸ σαρκικὸ φρόνημα, καὶ ἡ θέωση δὲν εἶναι ἡ ἐπαναφορὰ τῆς ψυχῆς στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν, ἀλλὰ ἡ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ἡ θεοπτία.
.        Στὴν ἐμπειρία τῶν νεοπλατωνικῶν δὲν συμμετέχει τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου στὴν πορεία τῆς ψυχῆς πρὸς τὸν Θεό. Γίνεται καὶ ἐκεῖ λόγος γιὰ ἐμπειρία φωτός, ἀλλὰ εἶναι φῶς παρυφιστάμενο, ποὺ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἔχει χῶρο καὶ χρῶμα καὶ τελικὰ εἶναι φῶς διαβολικό. Κατὰ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως, ἡ ἔλλαμψη καὶ ἡ θεοπτία εἶναι ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, εἶναι μέθεξη καὶ σύγκραση μὲ τὸ θεῖο Φῶς, καὶ μεταμορφώνεται ὄχι μόνον ἡ ψυχή, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου.
.        Ἔπειτα, ἡ ἐμπειρία τῶν στωϊκῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν συνδέεται μὲ τὴν ἔκσταση, ὡς ἔξοδο τοῦ νοῦ «ἀπὸ τὸν χρόνο, τὰ διαστήματα, τὴν ἀλληλοδιαδοχικὴ σκέψη». Κατὰ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἐμπειρία αὐτὴ εἶναι δαιμονική, ὅπως λέγει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης. Δηλαδή, ἡ προσπάθεια τῶν νεοπλατωνικῶν εἶναι νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, ἀπὸ τὰ κτιστὰ καὶ ἀπὸ τὰ μεταβλητά, ἐνῶ κατὰ τὴν θεολογία τῶν Πατέρων στὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως μετέχει ὅλος ὁ ἄνθρωπος.
.        Ἔτσι, ὅταν στὸν Εὐάγριο τὸν Ποντικὸ γίνεται λόγος γιὰ ἀνίδεο καὶ ἀφάνταστο νοῦ, κατὰ τὴν προσευχή, δὲν ἐννοεῖται ἡ ἀφαιρετικὴ θεολογία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀναιρεῖται ἡ θεωρία τῶν πλατωνικῶν καὶ νεοπλατωνικῶν γιὰ τὸν λεγόμενο κόσμο τῶν ἰδεῶν καὶ τὴν ἐπάνοδο τῆς ψυχῆς σὲ αὐτὸν καὶ τὴν γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων.
.        Καὶ ὅταν στὸν ἅγιο Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο γίνεται λόγος γιὰ ἐπάνοδο τοῦ νοῦ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν διάχυσή του στὸν κόσμο τῶν αἰσθητῶν, πράγμα ποὺ ἀναπτύχθηκε θεολογικὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά, ἔγινε γιὰ νὰ ἀναιρεθοῦν οἱ θεωρίες τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γιὰ τὸ φύσει θνητὸ σῶμα, ὡς φυλακὴ τῆς φύσει ἀθανάτου ψυχῆς, καὶ νὰ δείξουν ὅτι τὸ σῶμα εἶναι θετικὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ ποὺ καὶ αὐτὸ θεώνεται μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ καὶ θὰ ἀναστηθῆ κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
.        Ἑπομένως, εἶναι ἄδικο, ἀντιεπιστημονικὸ καὶ ἀνορθόδοξο νὰ ταυτίζεται ἡ διδασκαλία περὶ τοῦ ἀνίδεου καὶ ἀφάνταστου νοῦ, καὶ περὶ τῆς ἐπανόδου του στὴν καρδιά, μὲ τὶς θεωρίες τῶν πλατωνικῶν καὶ νεοπλατωνικῶν, ἀφοῦ μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων ἀναιροῦνται αὐτὲς οἱ ἀπόψεις. Φαίνεται καθαρὰ ὅτι οἱ Πατέρες καὶ οἱ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποίησαν μία τέτοια ὁρολογία γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν μὲ ἐπιτυχία τὶς ἀπόψεις τῶν αἱρετικῶν.
.        Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀναπτύσσοντας τὴν ἡσυχαστικὴ καὶ νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀντιμετωπίζοντας τὴν σχολαστικὴ νοοτροπία τοῦ Βαρλαάμ, λέγει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία-φιλοσοφία εἶναι ἀντίθετη μὲ τὴν πνευματικὴ γνώση, μάλιστα δὲ ἰσχυρίζεται ὅτι ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη σοφία καὶ γνώση, τὴν θύραθεν σοφία, προῆλθαν ὅλες οἱ αἱρέσεις. «Κἂν ἐξετάςῃς, ἴδοις ἂν πάσας ἢ πλείστας τῶν δεινῶν αἱρέσεων ἐντεῦθεν λαβούσας τὰς ἀρχάς». Οἱ αἱρετικοὶ χρησιμοποιοῦσαν τὶς ἀρχὲς τῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ οἱ ἅγιοι Πατέρες θεολογοῦσαν ἀπὸ τὴν κατὰ Θεὸν ἐμπειρία τους, δηλαδὴ ἐνεδυναμώθηκαν ἀπὸ τὴν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἔβλεπαν τὸν Θεό, καὶ ὄχι κτίσματα καὶ δαιμονικὲς φαντασίες.
.        Βέβαια, οἱ Πατέρες γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὴν ἐμπειρία τους χρησιμοποίησαν τὴν ὁρολογία τῆς ἐποχῆς τους, ἀλλὰ προσέδωσαν σὲ αὐτὴν ἄλλη ἔννοια καὶ σημασία. Γι’ αὐτὸ γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Κἄν τις τῶν Πατέρων τὰ αὐτὰ τοῖς ἔξω φθέγγηται, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ρημάτων μόνον· ἐπὶ δὲ τῶν νοημάτων, πολὺ τὸ μεταξύ· νοῦν γὰρ οὗτοι, κατὰ τὸν Παῦλον, ἔχουσι Χριστοῦ, ἐκεῖνοι δέ, εἰ μή τι καὶ χεῖρον, ἐξ ἀνθρωπίνης διανοίας φθέγγονται». Καὶ ὑπενθυμίζει τὸν λόγο τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου (Ἡσ. κεφ. 55, 9): «καθόσον δὲ ἀπέχει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τῆς γῆς, κατὰ τοσοῦτον ἀπέχει ἡ διάνοιά μου ἀπὸ τῶν διανοιῶν ὑμῶν».
.        Στὸ χωρίο αὐτὸ φαίνεται ὅτι, ὅταν βλέπουμε ἴδια ὁρολογία στοὺς Πατέρες καὶ τοὺς φιλοσόφους, δὲν πρέπει νὰ νομίζουμε ὅτι λένε τὰ ἴδια πράγματα, ἀλλὰ τὸ κοινὸ φαίνεται μόνον στὸ ρῆμα, τὴν λέξη, ἐνῶ τὸ νόημα εἶναι πολὺ διαφορετικό. Καὶ αὐτὸ εἶναι φυσικό, γιατί οἱ Πατέρες ἔχουν νοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ὁμιλοῦν στὴν καλύτερη περίπτωση ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη διάνοιά τους, στὴν χειρότερη δὲ περίπτωση («εἰ μή τι καὶ χεῖρον») ὁμιλοῦν ἀπὸ τὴν σατανικὴ-δαιμονικὴ ἐνέργεια. Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἶναι καταπέλτης ἐναντίον ἐκείνων ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι δῆθεν οἱ Πατέρες ἀλλοίωσαν «τὴν ἀρχέγονη ἐκκλησιολογία», καὶ ὅτι δῆθεν ἐκφράζουν τὴν νεοπλατωνικὴ παράδοση.
.        Ὅποιος μεταδίδει τέτοιες ἀνόητες θεωρίες ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν γνωρίζει τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων, ἀλλὰ ἔχει μία ἐξωτερικὴ ἐπιφανειακὴ γνώση ἢ τοὺς παρερμηνεύει ἐνσυνειδήτως καὶ κατὰ τρόπο προτεσταντικό, ὁπότε καὶ βλασφημεῖ ὄχι μόνο τοὺς Πατέρας, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία ποὺ υἱοθέτησε τὴν διδασκαλία τοὺς συνοδικῶς καὶ λατρευτικῶς.
.        Ἐδῶ πρέπει νὰ προστεθῆ καὶ ἕνας ἄλλος σημαντικὸς λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ἀναφερόμενος ὁ ἅγιος στὰ τρία εἴδη τῆς ἀθεΐας, στὸ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ συγκαταλέγει τοὺς θεολόγους ἐκείνους ποὺ ἀρνοῦνται ἢ ὑποτιμοῦν τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καὶ γράφει: «τοῦτ᾽ ἐστιν ἀληθὴς εὐσέβεια, τὸ μὴ πρὸς τοὺς θεοφόρους Πατέρας ἀμφισβητεῖν».
.        Ὑπενθυμίζει τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τὸν ὁποῖο ἀποκαλεῖ μέγα, καὶ τὶς διδασκαλίες τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ ἐπισημαίνει: «καὶ γὰρ τῶν προειρημένων ἁγίων αἱ θεολογίαι ὅρός ἐστι θεοσεβείας ἀληθοῦς καὶ χάραξ, ὥσπερ ἑκάστη τὸν οἰονεὶ φραγμὸν καὶ τὸ περιτείχημα τῆς εὐσεβείας, κἂν περιέλῃ τις μίαν γοῦν αὐτόν, ἐκεῖθεν ὁ τῆς κακονοίας τῶν αἱρετικῶν ἑσμὸς εἰσρυήσεται πολύς».
.        Στὸ κείμενο αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀληθινὴ εὐσέβεια-θεοσέβεια, ἡ ὁποία συντονίζεται ἀπόλυτα μὲ τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, τῶν ὁποίων οἱ θεολογίες εἶναι ὅρος ἀληθινῆς θεοσεβείας καὶ χάρακας καὶ φραγμός.Ἐπίσης, λέγεται ὅτι, ὅταν κάποιος ἀφαιρέση μία διδασκαλία τῶν Πατέρων, τότε εἰσέρχεται «ὁ τῆς κακονοίας τῶν αἱρετικῶν ἑσμός». πομένως, ἡ μφισβήτηση τς διδασκαλίας τοῦ γίου Διονυσίου τοῦ ρεοπαγίτου κα τν μεταγενεστέρων γίων συνιστᾶ σέβεια καὶ πόκλιση π τν ρθόδοξη Παράδοση κα καταλήγει στν θεΐα, γιατί συνιστρνηση το Θεο τν Πατέρων μν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

, , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΧΡΥΣΟ ΜΕΤΑΛΛΙΟ ΣΤΟΝ ΗΓΕΤΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΘΕΩΣΕΩΣ (Πάπα)

.       ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»: Στὴν ἐποχὴ τοῦ Γενικοῦ Ξεπουλήματος καὶ τῆς Ὁλικῆς Ἀλλοτριώσεως δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήττεται κανένας μὲ τίποτα. Ὅλα θυσιάζονται στὸν βωμὸ τῶν Ὠμῶν Συμφερόντων, τῶν Ἀνόμων Σκοπιμοτήτων, τοῦ Θεομίσητου Συγκρητισμοῦ. Ἐδῶ ξεπουλιέται ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΧΩΡΑ μὲ τοὺς ἰθαγενεῖς της (ἡ Ἑλλάς), «σιγὰ τὰ λάχανα» ἂν ξεπουληθεῖ καὶ λίγη Ἀξιοπρέπεια καὶ καμιὰ …φλοῦδα ἀπὸ Ὁμολογιακὸ ΗΘΟΣ στὸν πάπα, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ τὸ ἀναποδογυρισμένο Εὐαγγέλιο τῆς Ἑκκλησίας τοῦ Χριστοῦ!
.        Τὸ σχόλιο τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ» εὐθύβολο. Ἀλλὰ -δυστυχῶς- οἱ συνειδήσεις ἀλεξίσφαιρες!

ΧΡΥΣΑ ΜΕΤΑΛΛΙΑ

.        Μέχρι σήμερα ξέραμε ὅτι χρυσὰ μετάλλια ἀπονέμονται σὲ πρόσωπα ποὺ διακρίθηκαν σὲ κάποιον ἡρωϊκὸ ἢ ἀλτρουιστικὸ ἀγώνα ἢ σὲ κάποια ἔρευνα ποὺ ὠφελεῖ γενικότερα τὴν κοινωνία.
.        Τώρα ὅμως πληροφορούμαστε καὶ γιὰ προσφορ χρυσο μεταλλίου στν γέτη τς παναιρέσεως κα τς παναμαρτίας, τν Πάπα. Στὸ πρόσωπο ποὺ ἐνσαρκώνει σὲ ἀπόλυτο βαθμὸ τὴν ἔπαρση καὶ τὴν ἀπόλυτη κοσμικὴ ἐξουσία. Διαβάστε τὴν εἴδηση: «Πόλη τοῦ Βατικανοῦ, 5 Ὀκτωβρίου 2011. Σύμφωνα μὲ ρωμαιοκαθολικὰ Μ.Μ.Ε. στὸν Πάπα Βενέδικτο XVI ἀπονεμήθηκε τὸ Χρυσὸ Μετάλλιο τοῦ Ἀποστόλου Ἰάσονα τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ ἀντιπροσωπεία τοῦ Τμήματος Θεολογίας τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης. Τὸ μετάλλιο ἔδωσαν προσωπικὰ ὁ πρόεδρος τοῦ Συλλόγου Ἀποφοίτων καὶ οἱ ὑποψήφιοι διδάκτορες τοῦ πανεπιστημίου, Στέφανος Ἀθανασίου καὶ ὁ Γενικὸς Γραμματέας Σίσκος Ζήσης.
.        Στὸ χαιρετισμό του ὁ Πάπας πρὸς τοὺς προσκυνητές, ποὺ συγκεντρώθηκαν στὴν πλατεία τοῦ Ἁγίου Πέτρου, ἀπευθύνθηκε στὴν ἀντιπροσωπεία τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, λέγοντας ὅτι αἰσθάνθηκε “βαθιὰ τιμὴ” μὲ αὐτὴ τὴν “χειρονομία”, ἡ ὁποία εἶναι ἕνα “εὔγλωττο σύμβολο τῆς αὐξανομένης κατανοήσεως καὶ τοῦ διαλόγου μεταξὺ Ρωμαιοκαθολικῶν καὶ Ὀρθοδόξων”».
.        λλ τί εναι Πάπας; Εναι κενος ποὺ ντικατέστησε τν Θε μ τν νθρωπο! Παπισμς εναι γενεσιουργς ατία τοῦ θεϊστικο ομανισμο, κατ τν σιο ουστίνο Πόποβιτς, ὁ ὁποῖος προσθέτει: Τὸ δόγμα τοῦ ἀλαθήτου τοῦ Πάπα «εἶναι ἡ τελευταία μεταμόρφωσις (transformatio) καὶ ἡ τελικὴ ἀποθέωσις (glorificatio) τοῦ οὐμανισμοῦ». Στὴν αὐτοαποκαλουμένη Ρωμαϊκὴ «ἐκκλησία» ὁ Θεάνθρωπος Κύριος ἀπωθήθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ στὴν θέση του τοποθετήθηκε ὁ ἀναπληρωτὴς Vicarius Christi, δηλαδὴ ὁ Πάπας!
.        Κατὰ τὸν ἴδιο Ὅσιο «στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ὑπάρχουν τρεῖς κυρίως πτώσεις, τοῦ Ἀδάμ, τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Πάπα. Ἡ οὐσία τῆς πτώσεως στὴν ἁμαρτία εἶναι πάντοτε ἡ ἴδια: τὸ νὰ θέλει κανεὶς νὰ γίνει καλὸς διὰ τοῦ ἑαυτοῦ του». Ἔτσι ὅμως ἐξισώνεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν διάβολο, ὁ ὁποῖος θέλησε νὰ γίνει καὶ αὐτὸς θεὸς διὰ τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἡ ἰδιαιτερότητα τοῦ Παπισμοῦ, κατὰ τὸν ὅσιο Ἰουστίνο, ἔγκειται στὴν τόλμη του νὰ ἀναγάγει σὲ δόγμα τὸν σατανικὸ πόθο τοῦ ἀνθρώπου νὰ αὐτοθεωθεῖ. Μὲ ὅλα αὐτὰ ὁ Παπισμός, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἴδιος Ὅσιος, τὸ μοναδικὸν «ἐργαστήριον σωτηρίας» στὸν κόσμο τοῦτο, ἡ Ἐκκλησία, μεταβάλλεται βαθμηδὸν εἰς δαιμονοποιημένον «ἐργαστήριον ἐκβιασμοῦ ἀνθρωπίνων συνειδήσεων καὶ ἀπανθρωπίας».
.        Ατ βράβευσαν μ χρυσ μετάλλιο ὁ Σύλλογος Ἀποφοίτων καὶ οἱ ὑποψήφιοι διδάκτορες τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Στέφανος Ἀθανασίου καὶ ὁ Γ. Γ. Σίσκος Ζήσης! Εγε τους! …
.        Εἶναι νὰ μὴν κυριεύεται ἡ Ὀρθόδοξη ψυχὴ ἀπὸ βαθυτάτη μελαγχολία καὶ ἱερὴ ἀγανάκτηση;

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2034, 01.12.2011
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ [Δ´] (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου)

Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ [Δ´]
Tοῦ Μητροπoλίτου  Ναυπάκτου Ἱεροθέου
(Ἀπὸ τὸ βιβλίο:“Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές”, Κεφ. Α7, 
Ἐκδόσεις Ἱ. Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου)

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/08/06/οἱ-θεολογικὲς-άλήθειες-τῆς-μεταμορφ/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/08/06/οἱ-θεολογικὲς-ἀλήθειες-τῆς-μεταμ-β´/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/08/06/οἱ-θεολογικὲς-ἀλήθειες-τῆς-μεταμ-γ´/

IB´ Οἱ τρεῖς Μαθητὲς στὸ Θαβὼρ

 .      Στὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ ἦταν παρόντες μόνο οἱ τρεῖς Μαθητές, ἤτοι ὁ Πέτρος, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης. Τὰ τρία αὐτὰ πρόσωπα παραλαμβάνονται ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ σὲ ἄλλες μεγάλες στιγμές, ὅπως κατὰ τὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου καὶ τὴν προσευχή Του στὴν Γεθσημανή.
.      Ἡ ἐπιλογὴ αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθῆ ὡς προσωποληψία. Δὲν μποροῦμε νὰ ἀποδώσουμε στὸν Χριστὸ διαθέσεις ἀνθρώπινες καὶ ἐμπαθῆ αἰσθήματα. Ὑπάρχει μία βαθύτατη θεολογικὴ αἰτιολογία. Γνωρίζουμε πολὺ καλὰ ὅτι ἡ ἀποκάλυψη καὶ φανέρωση τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ εἶναι Παράδεισος γιὰ τοὺς καταλλήλους γιὰ τὴν θεωρία αὐτὴ καὶ Κόλαση γιὰ τοὺς ἀκαθάρτους ἢ τουλάχιστον γιὰ τοὺς μὴ προετοιμασθέντας. Γι᾽ αὐτὸ καὶ πρέπει κανεὶς νὰ βρίσκεται σὲ κατάλληλη πνευματικὴ κατάσταση γιὰ νὰ δεχθῆ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ θεοπτικὰ καὶ ὄχι κολαστικά. Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι οἱ τρεῖς Μαθητὲς ἦταν πιὸ κατάλληλοι γιὰ νὰ δεχθοῦν αὐτὴν τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τοὺς ἄλλους ἔπρεπε νὰ μείνη κρυφὴ καὶ νὰ ἀποκαλυφθῆ μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του.
.     Οἱ τρεῖς Μαθητὲς εἶχαν μερικὰ προσόντα ποὺ τοὺς ἔκαναν καταλλήλους γιὰ τὴν συμμετοχή τους στὴν θεωρία αὐτή. Καὶ οἱ τρεῖς ὑπερεῖχαν ἀπὸ τοὺς ἄλλους Μαθητάς (ἄγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος). Καὶ ἡ ὑπεροχή τους φαίνεται στὸ ὅτι ὁ Πέτρος ἀγαποῦσε πολὺ (σφόδρα) τὸν Χριστὸ μὲ τὴν θερμότητα τῆς πίστεως, ὁ Ἰωάννης ἀγαπιόταν πολὺ (σφόδρα) ἀπὸ τὸν Χριστὸ ἕνεκα τῆς ὑπερβολῆς τῶν ἀρετῶν, καὶ ὁ Ἰάκωβος ἀπὸ τοῦ ὅτι ἦταν σφόδρα βαρὺς στοὺς Ἰουδαίους, ἀφοῦ καὶ ὁ Ἡρώδης τὸν ἐφόνευσε (Ζυγαβηνός).
.      Οἱ δύο τουλάχιστον ἀπὸ τοὺς τρεῖς Μαθητὲς ποὺ παρευρέθησαν στὸ Θαβὼρ τὴν φοβερὰ ἐκείνη ὥρα ἔδωσαν τὴν μαρτυρία τους γιὰ τὸ γεγονός. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος γράφει σὲ ἐπιστολή του: “οὐ γὰρ σεσοφισμένοις μύθοις ἐξακολουθήσαντες ἐγνωρίσαμεν ὑμῖν τὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ δύναμιν καὶ παρουσίαν, ἀλλ᾽ ἐπόπται γενηθέντες τῆς ἐκείνου μεγαλειότητος”. Καὶ ἀφοῦ ἀναφέρεται στὴν φωνὴ τοῦ Πατρὸς γράφει: “καὶ ταύτην τὴν φωνὴν ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐξ οὐρανοῦ ἐνεχθεῖσαν, σὺν αὐτῷ ὄντες ἐν τῷ ὄρει τῷ ἁγίῳ…” (Β´ Πέτρ. α´ 16-20). Ἀλλὰ καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης στὴν καθολική του ἐπιστολὴ γράφει: “Ὃ ἦν ἀπ᾽ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς, καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν” (Α´ Ἰω. α´ 1-2). Πέρα ἀπὸ τὰ δύο αὐτὰ χωρία μποροῦμε νὰ παρατηρήσουμε ὅτι ὅλα τὰ κείμενα ποὺ συνέγραψαν οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι εἶναι ἀπόδειξη τῆς θείας ἐποψίας, εἶναι ἀπαύγασμα τῆς ἐμπειρίας ποὺ εἶχαν στὸ ὄρος Θαβὼρ καὶ στὴν Πεντηκοστή.
.      Οἱ τρεῖς Μαθητὲς βλέποντας τὸν Χριστὸ μεταμορφωθέντα, ἐνῶ χαίρονταν καὶ ἔλεγαν “καλὸν ἐστιν ἠμᾶς ὧδε εἶναι, εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνᾶς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν Ἠλίᾳ”, στὴν συνέχεια, ὅταν τοὺς ἐπεσκίασε ἡ φωτεινὴ νεφέλη καὶ ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ πατρός, “ἔπεσον ἐπὶ προσώπου αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα” (Ματθ. ιζ´ 6). Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (Μ. Βασίλειος, ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος καὶ ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς) λέγουν ὅτι ἔπεσαν στὴν γῆ ἀπὸ τὴν ὑπερβολὴ τοῦ φωτός. Ἄλλωστε, ἡ φωνὴ τοῦ Πατρὸς ἦταν θεωρία τοῦ Θεοῦ, καὶ μάλιστα σὲ μεγαλύτερο βαθμὸ ἀπὸ τὴν προηγούμενη ποὺ εἶχαν οἱ Μαθητές. Φοβήθηκαν, λοιπόν, γιὰ τὴν ὑπερέχουσα φανότητα.
.      Στὰ λειτουργικὰ κείμενα τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται σὲ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἄλλοτε μὲν λέγεται ὅτι οἱ Μαθητὲς αἰσθάνθηκαν φόβο καὶ ἄλλοτε ὅτι αἰσθάνθηκαν χαρά. Ἀλλά, ὅπως ἐξηγοῦν οἱ Πατέρες, ατς φόβος ταν στεν συνδεδεμένος μ τν χαρά, φο δν ταν δουλικός, λλ υικς κα τν τελείων. Γιατί, ὑπάρχει ὁ εἰσαγωγικὸς φόβος καὶ ὁ φόβος τῶν τελείων. Ἐδῶ πρόκειται γιὰ χαρά, σεβασμό, προσκύνηση τοῦ μεγάλου μυστηρίου τοῦ ὁποίου ἀξιώθηκαν νὰ γίνουν θεατές.

 ΙΓ´ Ὁ Χριστός, Κέντρο τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης

.      Ἤδη ἔχουμε τονίσει ὅτι οἱ δύο Προφῆτες ἦταν ἐκπρόσωποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ οἱ τρεῖς Ἀπόστολοι ἦταν ἐκπρόσωποι τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ὁπότε φαίνεται καθαρὰ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ κέντρο τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη περιγράφει τὶς ἀποκαλύψεις τοῦ ἀσάρκου Λόγου καὶ προφητεύει τὴν ἐνανθρώπησή Του, καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη περιγράφει τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὄχι μόνο τὴν παρουσιάζει, ἀλλὰ δίνει τὴν μαρτυρία ὅτι καὶ οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ μεθέξουν τῆς ἐνσαρκώσεως, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι μποροῦν νὰ γίνουν μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.
.      Ἔτσι, τὸ κεντρικὸ σημεῖο τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι ὁ Χριστός, καὶ μάλιστα ὁ ἔνδοξος Χριστός. Γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν πρέπει νὰ στεκόμαστε σὲ μερικὲς ἱστορίες καὶ νὰ ἐξάγουμε ἠθικὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα, βέβαια, εἶναι ἀπαραίτητα καὶ ἀναγκαῖα, καὶ νὰ παραθεωροῦμε τὸ βασικὸ μήνυμα τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ κέντρο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὁ ἄσαρκος καὶ σεσαρκωμένος Λόγος, καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, γι᾽ αὐτὸ γία Γραφ ρμηνεύεται λάνθαστα μόνο π τν κκλησία κα π κείνους πο ζον μέσα στν θεοπτικ τμόσφαιρα τς κκλησίας. Ο θεούμενοι, πο εναι τ ζωνταν μέλη το Χριστο μπορον ν ρμηνεύσουν τν γία Γραφή.
.      Κατὰ τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως, ὅπως λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος “ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς” (Ματθ. ιζ´ 2). Ὁ Εὐαγγελιστὴς Μάρκος μᾶς δίνει περισσότερες λεπτομέρειες, λέγοντας: “καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν καὶ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο στίλβοντα λευκὰ λίαν ὡς χιών, οἷα γναφεὺς ἐπὶ τῆς γῆς οὐ δύναται οὕτω λευκάναι” (Μάρκ. θ´ 2-3). Ἐνῶ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἔλαμψε ὡς ὁ ἥλιος, τὰ ἱμάτιά Του λαμπρύνθηκαν καὶ φάνηκαν σὰν τὸ χιόνι. Ἦταν τόσο λευκά, ὅσο δὲν μπορεῖ κανεὶς βαφεὺς νὰ λευκάνη.
.      Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διδάσκει ὅτι τὰ λαμπρὰ ἱμάτια εἶναι τὸ γράμμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο ὅμως φαίνεται λαμπρὸ σὲ αὐτοὺς ποὺ βλέπουν ἐν πνεύματι τὰ τοῦ πνεύματος. Ἀντίθετα, οἱ ἄλλοι ποὺ εἶναι στοχαστές, δὲν μποροῦν νὰ τὰ ἐξηγήσουν, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ τὰ καταλάβουν, ἐνῶ τὰ ἐξηγοῦν οἱ θεόπτες. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μόνο ο θεούμενοι μπορον ν καταλάβουν τν λόγο το Θεο κα τν λόγο τν θεουμένων.
.      Τὰ ἴδια διδάσκει καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Λέγει ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἶναι ἡ ψυχὴ καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι τὸ σῶμα καὶ τὰ ἱμάτια. Χωρὶς κανεὶς νὰ περιφρονῆ τὰ ἱμάτια καὶ τὸ σῶμα, πρέπει νὰ προχωρῆ στὸ πνεῦμα, στὴν ψυχή.
.      Ἑπομένως, χρειάζεται μεγάλη προσοχή, ταν μελετομε τν γία Γραφή, στε φ᾽ νς μν ν μ περιφρονομε τ μάτιά της, φ᾽ τέρου δ τ μάτια ν μ γίνουν φορμ ν γνοομε τ λαμπρ πρόσωπό της.

 ΙΔ´ Τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁμόθεο

 .      Εἶναι σημαντικὸ νὰ ὑπογραμμισθῆ ὅτι καὶ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ στὸ ὄρος Θαβώρ, ὅπως καὶ γενικὰ σὲ ὅλη τὴν ζωή Του, ἔγινε πηγὴ τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ, δυνάμει τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως. Πρὶν τὴν ἐνανθρώπηση, πηγὴ τῆς ἀκτίστου Χάριτος ἦταν οἱ θεῖες ὑποστάσεις, τώρα πηγὴ γίνεται καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση στὸ Πρόσωπο τοῦ Λόγου. Ἔτσι καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ “ἔλαμψεν ὡς ὁ ἥλιος”.
.      Ο γιοι Πατέρες νομάζουν τ σμα πο προσελήφθη π τν Χριστ κα θεώθηκε μόθεο, κριβς γιατί κατέστη πηγ τς κτίστου Χάριτος. Ἕνα παράδειγμα κατ᾽ ἀναλογίαν εἶναι ὁ αἰσθητὸς ἥλιος. Τὸ φῶς ὑπῆρχε ἀπὸ τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας, ἐνῶ ὁ ἥλιος ἔγινε πηγὴ τοῦ φωτὸς τὴν τετάρτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας, ὅταν ἑνώθηκε μὲ τὸ φῶς. Ἔτσι, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁμόθεο. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θὰ πῆ: “διὰ τὴν πρόσληψιν τὴν χρισθεῖσαν θεότητι καὶ γενημένην ὅπερ τὸ χρῖσαν, καὶ θαρρῶ λέγειν ὁμόθεον”. Αὐτὸ λέγεται καὶ σὲ συνοδικὰ καὶ λειτουργικὰ κείμενα.
.      Παρὰ τὸ ὅτι τὸ σῶμα εἶναι καὶ λέγεται ὁμόθεο, παρὰ τὸ ὅτι θεώθηκε, ἐν τούτοις δὲν ἐξῆλθε ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως γιὰ νὰ τραπῆ σὲ θεότητα. Αὐτὸ τὸ λέγουν οἱ Μονοφυσίτες, ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ θεία φύση ἀπερρόφησε τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ὅμως, ἂν καὶ τὸ σῶμα θεώθηκε, ἐν τούτοις παρέμεινε ἄτρεπτο καὶ δὲν ἀπέβαλε οὔτε τὰ φυσικὰ ἰδιώματά του, οὔτε καὶ τὰ λεγόμενα ἀδιάβλητα πάθη ποὺ ὁ Χριστὸς ἀνέλαβε ἑκουσίως. Ἔτσι, ὁ Χριστὸς καὶ μετὰ τὴν θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, κράτησε τὸ παθητό, τὸ φθαρτὸ καὶ τὸ θνητό. Βέβαια, αὐτὰ λέγονται γιὰ τὸν καιρὸ πρὸ τῆς Ἀναστάσεως, γιατί μετὰ τὴν Ἀνάσταση ὁ Χριστὸς ἀπέβαλε τὸ φθαρτὸ καὶ τὸ θνητό, ὅλα τὰ λεγόμενα ἀδιάβλητα πάθη. Γι᾽ αὐτὸ τὸ θέμα θὰ λεχθοῦν τὰ ἀπαραίτητα, ὅταν θὰ γίνη λόγος γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.
.      Τ τι τ σμα το Χριστο κατέστη πηγ τς κτίστου Χάριτος χει συνέπειες συνταρακτικς στν κκλησιαστικ ζωή. Μπορομε ν κοινωνήσουμε το Σώματος κα το Αματος το Χριστο κριβς γι᾽ ατν τν λόγο. Μ τν θεία Κοινωνία νθρωπος δν λαμβάνει φηρημένα τν Χάρη το Θεο, λλ τ μόθεο σμα το Χριστο, πο εναι πηγ τς κτίστου Χάριτος. Βέβαια, ατ λέγεται π τν ποψη τι δν γιάζεται κάθε Χριστιανς πο κοινωνε, λλ μόνο κενος πο χει προετοιμασθ, ταν εναι μέλος, πραγματικ κα ζωντανό, τς κκλησίας, δηλαδ το Σώματος το Χριστο. θεία Κοινωνία νεργε νάλογα μ τν πνευματικ κατάσταση το νθρώπου.

 ΙΕ´ Διαφορετικὴ μετοχὴ στὴν δόξα τοῦ Θεοῦ 

.     Ἑρμηνεύοντας τὸ γεγονὸς τῆς θείας Μεταμορφώσεως βλέπουμε τὴν διαφορὰ στὴν μετοχὴ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Τὸ σῶμα ποὺ προσέλαβε ὁ Χριστός, δυνάμει τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως, ἔγινε πηγὴ τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτὸ τὸ πρόσωπό του ἔλαμψε ὡς ὁ ἥλιος. Τοὺς Μαθητᾶς Του, καὶ γενικά τους ἀνθρώπους, ποὺ εἶναι ἄξιοι νὰ μεθέξουν τῆς θεοποιοῦ ἐνεργείας Του, τοὺς θέωσε καὶ τοὺς θεώνει, ὅποτε μετέχουν κατὰ χάριν καὶ εὐδοκία τῆς θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Τὰ ἱμάτια λαμπρύνονται ἀπὸ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ κτίση φαιδρύνεται. Ὁ ἱερὸς Κοσμᾶς ὁ ποιητὴς σὲ ἕνα τροπάριο λέγει ὅτι τὸ ἄδυτο φῶς τοῦ Θεοῦ ποὺ φανερώθηκε στὸ Θαβὼρ “τὴν κτίσιν φαιδρύναν, τοὺς ἀνθρώπους ἐθέωσε”. Δηλαδὴ ἡ κτίση λαμπρύνεται, φαιδρύνεται, ἀλλὰ μόνο οἱ ἄνθρωποι θεώνονται.
.      Αὐτὸ φανερώνει ὅτι ὁλόκληρη ἡ δημιουργία διαφοροτρόπως μετέχει στὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μιλοῦμε γιὰ θέωση τῆς κτίσεως, ἀλλὰ γιὰ ἁγιασμὸ τῆς κτίσεως καὶ θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Δὲν μποροῦμε νὰ θέτουμε στὴν ἴδια προοπτικὴ τὴν κτίση καὶ τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι λογικός, ἐνῶ ἡ κτίση ἄλογη, καὶ ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ περίληψη ὅλης τῆς κτίσεως καὶ ὁ μικρόκοσμος μέσα στὸν μεγαλοκόσμο.

 ΙϚ´ Τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ ποιὸς ὁ σκοπός της

.      Μεταμόρφωση το Χριστο δείχνει τί κριβς κα ποι εναι κκλησία, λλ κα ποις εναι σκοπός της. Στὴν Ἐκκλησία ἀνήκουν οἱ Προφῆτες καὶ οἱ Ἀπόστολοι καὶ ἐκεῖνοι ποὺ δέχονται τὴν ἀποκαλυπτική τους θεολογία καὶ ἀγωνίζονται νὰ βρίσκωνται στὴν ἴδια προοπτική. Ὑπάρχουν, βέβαια, πολλοὶ βαθμοὶ μεθέξεως, ἀλλὰ τουλάχιστον ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ βρίσκεται στὸ στάδιο τῆς καθάρσεως.

.      Φαίνεται ἀκόμη καὶ ποιὸς εἶναι βαθύτερος κα οσιαστικότερος σκοπς τς κκλησίας. Κα ατς εναι ν δηγήση τν νθρωπο στν θέωση, πο εναι ραση το κτίστου φωτός. λο τ ργο τν ποιμένων ποβλέπει σ ατν τν ψηλ στόχο. θέωση, λοιπόν, δν ποτελε πολυτέλεια γι τν χριστιανικ ζωή, λλ εναι μυστικ ντελέχεια κα βαθύτερος σκοπός της. Τόσο τ μυστήρια σο κα σκηση ποβλέπουν σ ατν τν κατάσταση. ταν πομονωθον π ατήν, τότε εδωλοποιονται.
.      Τὸ ἄκτιστο φῶς εἶναι βίωση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, εἶναι τὸ βρῶμα τῶν ἐπουρανίων. Παράλληλα, ὅμως, εἶναι πρόγευση τῶν μελλόντων ἀγαθῶν. Ἡ Μεταμόρφωση δείχνει τί εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τί θὰ εἶναι ἡ μελλοντικὴ κατάσταση. Ὁ Θεάνθρωπος θὰ βρίσκεται στὸ μέσον τῶν θεουμένων, οἱ ὁποῖοι θὰ εὐφραίνωνται ἀπὸ τὴν παρουσία καὶ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, κατὰ διαφόρους βαθμοὺς καὶ κατὰ ποικίλη μέθεξη τῆς ἀκτίστου Χάριτος. Θὰ ἐφαρμοστῆ κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ ψαλμὸς τοῦ Δαυίδ: “Ὁ Θεὸς ἔστη ἐν συναγωγῇ θεῶν, ἐν μέςῳ δὲ θεοὺς διακρινεῖ” (Ψαλμ. ΠΑ´ 1). Ὁ Χριστός, καὶ γενικὰ ὁ Τριαδικὸς Θεός, θὰ εἶναι ὁ κατὰ φύσιν Θεός, καὶ οἱ ἅγιοι θὰ εἶναι θεοὶ κατὰ μετοχὴ καὶ κατὰ Χάρη. πομένως, μέλλουσα Βασιλεία, πως κα παρουσία μας μέσα στν κκλησία, δν εναι μία συνάθροιση εσεβν νθρώπων, λλ μία συναγωγή, νας κκλησιασμς κατ χάριν θεν, στν πραγματικότητα “θεουμένων κ το κατ φύσιν ντος Θεο (Ἅγ. Συμεὼν Θεσσαλονίκης).

 ΙΖ´ Προσωπικὴ μέθεξη τῆς θεώσεως

.      Ὅπως ὅλες οἱ Δεσποτικὲς ἑορτὲς δὲν εἶναι μόνον ἀπόλυτα Χριστολογικές, ἀλλὰ ἀνθρωπολογικὲς καὶ σωτηριολογικές, τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ μὲ τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Μεταμόρφωσή Του ἔδειξε τὴν θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν δόξα ὅσων θὰ ἑνωθοῦν μὲ Αὐτόν. Γι᾽ αὐτό, ἄλλωστε, τ γεγονς τς Μεταμορφώσεως ποτελε κεντρικ σημεο τς σωτηριολογικς διδασκαλίας τς κκλησίας, φο δείχνει ποις εναι σκοπς τς πάρξεως το νθρώπου.
.      Γιὰ νὰ φθάση ὅμως κανεὶς στὴν βίωση τῆς δόξας τῆς θεώσεώς του, στὴν μέθεξη, δηλαδή, τῆς θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ περάση ἀπὸ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Καὶ αὐτὸ γίνεται γιατί ὁ Χριστὸς φωτίζη τὸν ἄνθρωπο κατὰ τὴν ἀναλογία τῆς καθαρότητος τῆς καρδιᾶς του. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θὰ πῆ χαρακτηριστικά: “Διὰ τοῦτο καθαρτέον πρῶτον ἑαυτόν, εἶτα τῷ καθαρῷ προσομιλητέον”. Συμβαίνει μὲ τὸ νοητὸ φῶς ὅ,τι καὶ μὲ τὸ αἰσθητὸ φῶς. Ὅπως τὸ αἰσθητὸ φῶς φωτίζει τοὺς ὑγιεῖς ὀφθαλμοὺς τοῦ σώματος, ἔτσι καὶ τὸ ἄκτιστο φῶς φωτίζει τὸν καθαρὸ νοῦ καὶ τὴν λελαμπρυσμένη καρδία (ἅγ. Νικόδημος ἁγιορείτης).
.      Οἱ Πατέρες, μιλώντας γιὰ τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν μέθεξη τῆς θείας δόξης, κάνουν λόγο γιὰ προσωπικὴ ἀνάβαση στὸ ὄρος τῆς θεοπτίας. Συνεχὴς εἶναι ἡ κραυγὴ τῆς Ἐκκλησίας: “λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον”. Καὶ σὲ μία σχετικὴ εὐχὴ κατὰ τὴν Πρώτη Ὥρα αἰσθανόμαστε τὴν ἀνάγκη νὰ παρακαλέσουμε τὸν Χριστό: “Χριστέ, τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον σημειωθήτω ἐφ᾽ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, ἵνα ἐν αὐτῷ ὀψόμεθα φῶς τὸ ἀπρόσιτον”. Χρειάζεται διαρκὴς ἄνοδος καὶ ἐξέλιξη. Στν κκλησία μιλομε γι ξέλιξη το νθρώπου χι π τν πίθηκο στν νθρωπο, λλ π τν νθρωπο στν Θεό. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐκκλησιαστικὴ θεωρία τῆς ἐξελίξεως δίνει νόημα ζωῆς καὶ ἱκανοποιεῖ ὅλα τὰ ἐσωτερικὰ προβλήματα καὶ τὶς ὑπαρξιακὲς ἀνησυχίες τοῦ ἀνθρώπου.
.      Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς διδάσκει ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν φαίνεται κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο σὲ ὅλους, ἀλλὰ στοὺς ἀρχαρίους φαίνεται μὲ τὴν μορφὴ τοῦ δούλου, ἐνῶ σ᾽ ἐκείνους ποὺ ἀνεβαίνουν στὸ ὄρος τῆς θεοπτίας φαίνεται “ἐν μορφῇ Θεοῦ”.
.      Οἱ τρεῖς Μαθητὲς ἐπάνω στὸ Θαβώρ, μόλις εἶδαν τὴν δόξα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, ὁμολόγησαν: “Κύριε, καλὸν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι, εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν Ἠλίᾳ” (Ματθ. ιζ´4). Ἑρμηνεύοντας αὐτὴν τὴν ἐπιθυμία τῶν Μαθητῶν, ὁ ἅγιος Μάξιμος λέγει ὅτι οἱ τρεῖς σκηνὲς εἶναι τῆς πράξεως, τῆς θεωρίας καὶ τῆς θεολογίας. Τῆς πρώτης σκηνῆς (πράξεως) τύπος ἦταν ὁ Ἠλίας ὡς ἀνδρεῖος καὶ σώφρων, τῆς δευτέρας (θεωρίας) ὁ Μωϋσῆς ὡς νομοθέτης καὶ δικαιοδότης, τῆς τρίτης σκηνῆς (θεολογίας) τύπος ἦταν ὁ Δεσπότης Χριστός, ἐπειδὴ ἦταν τέλειος σὲ ὅλα.
.      Στὴν ἑρμηνευτικὴ αὐτὴν ἀνάλυση φαίνονται οἱ τρεῖς βαθμίδες τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ποὺ συνιστοῦν τὴν πνευματικὴ ἀνάβαση τοῦ ἀνθρώπου στὸ ὄρος Θαβώρ, ποὺ εἶναι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ θέωση. Ἔτσι, δὲν πρόκειται γιὰ μία τοπικὴ ἀνάβαση, ἀλλὰ γιὰ μία τροπικὴ ἐξέλιξη. Ἂν δοῦμε προσεκτικὰ ὅλη τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή, καὶ τὴν σωτηριολογικὴ διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων θὰ διαπιστώσουμε ὅτι γίνεται διαρκῶς λόγος γιὰ τὰ τρία αὐτὰ στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ποὺ συνιστοῦν διαφορετικὴ μέθεξη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ἂν ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν ἔχη αὐτὴν τὴν ἀναφορὰ καὶ ἐξέλιξη, τότε ἢ εἰδωλοποιεῖται ἢ ἠθικοποιεῖται.

.      Μεταμόρφωση το Χριστο μς δείχνει τί κριβς εναι ρθόδοξη θεολογία. π τν διδασκαλία τς κκλησίας γνωρίζουμε τι θεολογία δν εναι στοχασμς κα γκεφαλικς γνώσεις, λλ μέθεξη τς θεοποιο νεργείας, θεωρία το κτίστου Φωτς καί, βεβαίως, θέωση το νθρώπου. ταν κάνουμε λόγο γι θεολογία ννοομε μπειρία κα θεοπτία.
.      Συμπερασματικὰ πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι Μεταμόρφωση το Χριστο ποτελε κεντρικ γεγονς στν ζω το Χριστο, λλ κα βασικ σημεο στν ζω το νθρώπου. Γι᾽ ατ δν μπορε ν ναλυθ μ καλές, θικς σκέψεις κα συναισθηματικς ξάρσεις, λλ μέσα στ πλαίσια τς ρθοδόξου θεολογίας. Ἄλλωστε, ζοῦμε μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ δὲν ἐπιδιώκουμε ἁπλῶς νὰ γίνουμε καλοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ κατὰ Χάριν θεοί. Σὲ αὐτὸ τὸ ὕψος μᾶς καλεῖ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ καὶ ἡ ὀρθόδοξη θεολογία.

ΠΗΓΗ: www.pelagia.org
syndesmosklchi.blogspot.com

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ Θ´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ [B´]

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ Θ´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

[B´]

τοῦ Πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνοῦ,
ὁμοτ. καθηγ. Θεολ. Σχολῆς Ἀθηνῶν

(ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Μεγ. Μετεώρου, 2009)

Α´ Μέρος : https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/03/19/ὁ-ἅγ-γρηγ-παλαμᾶς-πατέρας-τῆς-θ´-οἰκ/

Ἡ Διάσταση Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως

.       Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ 9η Οἰκ. Σύνοδος. Εἶναι οἱ Σύνοδοι τῆς περιόδου τῆς ἐκρήξεως τοῦ προβλήματος ποὺ ἀφοροῦσε στὸν ἡσυχασμό. Δν εναι «συχαστικς ριδες», ο Φράγκοι μς μάθανε ν τς λέμε συχαστικς ριδες. Εναι κρηξη τς ντιστάσεως τν συχαστν, τν ρθοδόξων δηλαδή, πέναντι στς παπικς κα σχολαστικς προκλήσεις.
.              Εἶναι οἱ Σύνοδοι τοῦ 1341, τοῦ 1347, τοῦ 1351, μὲ κατακλεῖδα τὴν Σύνοδο ποὺ ἀνέφερα πρίν, τοῦ 1368. Ἡ ἀφορμὴ ἐδόθηκε ἀπὸ τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα δημιούργησε ἡ σύγκρουση τῶν δύο παραδόσεων, τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Δύσεως. Ἐπίσης σχολαστικοὶ τοῦ Βυζαντίου, τῆς Ρωμανίας, λατινίζοντες, ρίχνουν λάδι στὴ φωτιά. Ἐκεῖνα ὅμως τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἡγοῦνται, στὴν διασπορὰ πλανῶν εἰς τὴν Ὀρθόδοξο Ἀνατολὴ εἶναι, ὅπως ξέρετε, ὁ Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρὸς καὶ ὁ Γρηγόριος Ἀκίνδυνος ἢ Πολυκίνδυνος, ὅπως τὸν ἔλεγαν, ὁ μαθητής του.
.        Ὁ Βαρλαὰμ καὶ ὁ Ἀκίνδυνος ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι ὀπαδοί τους, μετέφεραν τὴν δυτικὴ ἀλλοτρίωση στὴν Ἀνατολή. δη στ Δύση εχε διαμορφωθε νας λλος Χριστιανισμός, εχε λλάξει οσία το Χριστιανισμο μ τν κκοσμίκευση το Χριστιανισμο στ Δύση, ποία κκοσμίκευση σαρκώνεται κα κορυφώνεται στν δημιουργία το παπικο κράτους.
.           Ἐμες σήμερα, μ ποιόν Πάπα μιλομε; Μ τν Πάπα πίσκοπο, στω κα super πίσκοπο, πως θέλει ν νομάζεται, -γενικς πίσκοπος περάνω λων τν πισκόπων- μ τν Πάπα βασιλέα κα ατοκράτορα κα ρχηγ κράτους; Διερωτμαι ατο πο διεξάγουν τέτοιους διαλόγους, πότε θ τ συνειδητοποιήσουν; Δύο τινὰ συμβαίνουν. Ἢ δὲν μποροῦν νὰ τὰ καταλάβουν τὰ προβλήματα -κάτι ποὺ δὲν θέλω νὰ πιστέψω, γιατί διαθέτουν λογικὸ καλύτερο ἀπὸ τὸ δικό μου-, ἢ ἀδιαφοροῦν καὶ τὰ θεωροῦν ὅλα αὐτὰ ἄνευ σημασίας, ἀσχολούμενοι μὲ κοινωνικά, μὲ πολιτικὰ καὶ διπλωματικὰ θέματα.
.          Ἡ Δύση καὶ ὅλος ὁ Χριστιανισμὸς εἶχε ἀλλοτριωθεῖ σὲ σημεῖο ποὺ νὰ λέγει ὁ Ντοστογιέφσκυ, δύο φορές, εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Καραμάζωφ καὶ εἰς τὸν Ἠλίθιον: Μὲ τὸν ἄθεο, -ἦταν ἡ ἐποχὴ τῆς ἄθεης ἰντελιγκέντσιας εἰς τὴν Ρωσία- μὲ τοὺς ἄθεους μπορῶ νὰ μιλήσω, διότι ξέρω ποὺ κινεῖται ἡ σκέψη τους καὶ ὁ λόγος τους, τί πιστεύουν καὶ τί δὲν πιστεύουν. Μ τν παπισμ δν μπορ ν μιλήσω, διότι παπισμός μου δίνει λλοτριωμένη πίστη, «μο δίνει Χριστ πο δν πάρχει, μο δίνει τν ντίχριστο». Ατ τ λέγει Φιοντόρ, Θεόδωρος, δηλαδή, Ντοστογιέφσκι.
.              Ἔτσι λοιπν Δύσις εσάγει ,τι εσάγει, χτυπώντας τν καρδι τς ρθοδοξίας πο εναι συχασμός. συχασμς ς σκηση, ς πρακτικ πνευματικότητος, συνοδεύει τν νθρωπο π τν ρχ τς Δημιουργίας. Ἡ ἐπιστροφὴ τῶν Πρωτοπλάστων γίνεται μέσῳ τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως καὶ ἡ πτῶσις τους ἦταν καρπὸς τῆς ἀρνήσεως τῆς πνευματικῆς, τῆς ἁγιοπνευματικῆς, καλύτερα, ζωῆς. Ὁ ἡσυχασμὸς μὲ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, τὸν φωτισμὸ τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὴν ἄκτιστη, καὶ μὲ τὴν θέωση, ἀνατρέπει τὴν πλάνη, τὴν ἁμαρτία μας, ἀνατρέπει τὴν τραγικότητά μας. Ἡ θεολογικὴ ταυτότητα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, εἶναι ὁ ἡσυχασμός. Συνεχίζει κα πανεκφράζει τν πατερικότητα, λλ κυρίως γιος Γρηγόριος ντελήφθη τν λλοτρίωση τς Δύσεως. Μία Δύση ποὺ οἱ σχολαστικοὶ οἱ δικοί μας τὴν ἤθελαν καὶ τότε ὡς συνομιλητὴ καὶ συνοδοιπόρο.

Ἡ Θεολογία τῆς Θεώσεως

.         Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, σ᾽ αὐτὸ τὸ σημεῖο, συνεχίζει τὸν Μ. Φώτιο. πρτος πο ντελήφθη τν λλοτρίωση το Δυτικο Χριστιανισμο, –τι εναι κάτι λλο, λλ χι Χριστιανισμς τν γίων Πατέρων- ταν γιος Φώτιος, μὲ τὸ περίφημο ἔργο του «Περ τς μυσταγωγίας το γίου Πνεύματος», ποὺ εἶναι πηγὴ μέχρι σήμερα εἰς τὴν διδασκαλία καὶ στὰ συγγράμματα ὅλων τῶν θεολόγων μας περὶ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀνοίγει περισσότερο τὸν δρόμο. Εἶχε δὲ τὶς προκλήσεις τοῦ Καλαβροῦ Βαρλαάμ, ὥστε νὰ συλλάβει τὴν πλήρη ἀλλοτρίωση τῆς Δυτικῆς Θεολογίας. Ποιά εἶναι ἡ οὐσία τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, ποῦ εἶναι ἡ συνέχεια τῆς πατερικότητος; Ἀνακεφαλαιώνει τοὺς Ἁγίους Πατέρες ὅλων τῶν ἐποχῶν ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ἐπαναδιατυπώνει καὶ ἐπανεκφράζει τὴν πίστη μὲ τὰ μέσα, ποὺ τοῦ ἔδιδε ἡ ἐποχή του. Τὴν ἴδια Ὀρθοδοξία ἐκφράζει καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, μὲ τὴ δική του γλώσσα, μὲ τὸν δικό του τρόπο, μένοντας ὅμως πιστὸς στὴν θεολογικὴ ὁμολογία τῶν πατέρων τοῦ 4ου, τοῦ 5ου κ.ο.κ αἰῶνος. Δέχεται πρῶτον τὴν διάκριση οὐσίας καὶ ἐνέργειας εἰς τὸν Θεόν, τὴν ὀνομάζει «διάκρισιν θεοπρεπῆ καὶ ἀπόρρητο», ποὺ εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς θεώσεως.
.           Ἐὰν ρνηθομε, πως σχολαστικισμός, θεολογία το παπισμο δηλαδή, τν διάκριση οσίας κα νεργείας μένει μετέωρον τ θέμα τς θεώσεως. Πς θεούμεθα; σκοπός, πόλυτος σκοπς κα προορισμς κάθε νθρώπου, χι μόνο τν χριστιανν, εναι θέωση. Κάθε ἄνθρωπος νὰ φτάσει στὴ θέωση. «Ὁ Θεὸς πάντας ἀνθρωπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α´ Τιμ. β´ 4). «πίγνωση τς ληθείας» εναι θέωση. Ν νωθομε μ τν κτιστη Χάρη το Θεο. Μ τν οσία το Θεο δν πάρχει δυνατότητα νώσεως. περβαίνει πάσα κατάληψη οσία το Θεο. νούμεθα μ τν κτιστη Χάρη κα νέργεια το Θεο, πότε, ν δν πάρχει ατ νέργεια, λλ νέργεια εναι κτιστή, – μεγαλύτερη βλασφημία μετ τ Filioque εναι παραδοχ κτιστς χάριτος, κτιστς νέργειας ες τν Θεόν–, δν εναι δυνατ σωτηρία.
.        Κτιστὴ ἐνέργεια σημαίνει, ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος. Πῶς θὰ σὲ σώσει κάτι ποὺ ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος; Ἡ ἐνέργεια τῆς Ἁγίας Τριάδος, οὔτε ἀρχὴ ἔχει, οὔτε τέλος. Εἶναι ἄναρχη καὶ ἀτελεύτητη, ὅπως ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ, λοιπόν, τὴν οὐσία δὲν μποροῦμε νὰ τὴν δεχτοῦμε τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, δεχόμεθα τὴν ἐνέργειά Του. Χάρις, νέργεια, Βασιλεία, δύναμις, Βασιλεία τν ορανν, λα ατ σημαίνουν τν κτιστη νέργεια πο κπορεύεται π τν γία Τριάδα.
.            Σὲ κάποιο ἔργο ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν ἡσυχαστικὸ κύκλο, ἐπιτρέψτε μου αὐτὴ τὴ στιγμὴ νὰ ὁμολογήσω τὴν ἀδυναμία μου νὰ πῶ ἂν εἶναι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἢ ὄχι (ἀλλὰ δὲν ἔχει καμμιὰ σημασία, ἴσως ἀνήκει στὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά), ἀποσαφηνίζεται πῶς βλέπει τὸν Θεὸ ἡ Δύση, ὁ παπισμός. Βλέπει τὸν Θεὸ ὡς ἕναν δίσκο ἡλιακό, ποὺ βρίσκεται στὸν οὐρανό, ἀλλὰ οἱ ἀκτίνες του δὲν φτάνουν στὴν γῆ. Τότε ἢ ὑπάρχει ὁ ἥλιος ἢ δὲν ὑπάρχει εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα. Δὲν μᾶς ζεσταίνει, δὲν μᾶς ζωογονεῖ, ἀφοῦ οἱ ἀκτίνες του δὲν φτάνουν εἰς τὸν κόσμον. Ὁ Θεὸς τῆς Ὀρθοδοξίας, τῶν Ἁγίων Πατέρων, εἶναι ἕνας ἥλιος ποὺ στέλνει τὶς ἀκτίνες του καὶ ζωογονεῖ τὴ γῆ, καὶ ὅλη τὴν κτίση, ἁγιοπνευματικά. Ὁπότε ἀπὸ τὰ διάφορα ὑπόγεια, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μας, ἀπὸ τὴν πτώση μας, σπεύδουμε νὰ ἀνεβοῦμε στὴν ἐπιφάνεια τοῦ ἐδάφους, γιὰ νὰ δεχθοῦμε τὶς ζωογόνες ἀκτίνες, ὄχι τοῦ φυσικοῦ ἡλίου, ἀλλὰ τοῦ ὑπερφυσικοῦ Ἡλίου, τοῦ Ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης.
.           Γι᾽ ατ φτασε Δύση π τν Deismus, στν «θάνατο το Θεο». Deismus τί σημαίνει; Θεός, Δημιουργός, λλ χι κυβερνήτης το κόσμου. Deus creator, sed non gubernator. Ατ σημαίνει τι Θες ετε πάρχει, ετε δν πάρχει, δν χει καμμία σημασία. Γι᾽ ατ σχολεται Δύση μ κοινωνικά, μ θικ προβλήματα. Ὄχι ὅτι δὲν τὰ συμμεριζόμεθα κι ἐμεῖς, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ κύρια προτεραιότητα τῆς πίστεώς μας. Αὐτοὶ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ἀποτελέσματα, χωρὶς νὰ ἀναζητοῦν τὶς ρίζες, τὴν οὐσία. Ἡ Δύση, λοιπόν, ἔφτασε ἀπὸ τὸν Deismus, εἰς τὸν θάνατον τοῦ Θεοῦ. Στὴν δεκαετία τοῦ 1950 στὴν Ἀμερικὴ καὶ μετὰ στὴν Εὐρώπη ὁ θεολογικὸς κόσμος μιλεῖ γιὰ τὸν «θάνατο τοῦ Θεοῦ» καὶ γιὰ τὴν θεολογία «μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Θεοῦ». Τί σημαίνει θάνατος τοῦ Θεοῦ; Δὲν σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς καθ᾽ ἑαυτὸν πεθαίνει. Δὲν τοὺς ἀπασχολεῖ, γιατὶ ἢ ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ὁ Θεὸς δὲν λέει τίποτε γι᾽ αὐτούς. Θάνατος το Θεο σημαίνει τι Θες δν χει καμμι σχέση μ τ ζωή μας. Ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ὄχι μόνο βλασφημία, πόση ἀνοησία κρύβει αὐτὴ ἡ πορεία. γιος Γρηγόριος Παλαμς, μιλώντας γι τ διάκριση οσίας κα νεργείας, πως Μ. Βασίλειος κα ο λοιπο γιοι Πατέρες, σώζει τν Πίστη κα τν δυναμική της συγχρόνως ες τν θέωση το νθρώπου. Μιλεῖ, ἐπίσης, γιὰ τὴν οὐσία τοῦ Θαβωρίου Φωτός. Στὴν συζήτηση μὲ τοὺς σχολαστικοὺς καὶ τὸν Βαρλαὰμ ἐτέθη τὸ θέμα τοῦ Θαβωρίου Φωτός. Τί φῶς εἶναι; κτιστὸ ἢ ἄκτιστο; Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος μᾶς λέγει ὅτι καὶ στὸ Σινὰ καὶ στὸ Θαβὼρ καὶ στὴν Πεντηκοστὴ ἔχουμε τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ὡς ἄκτιστο φῶς. Ἡ αἵρεση εἶναι ποὺ προκαλεῖ ὅλα αὐτὰ τὰ προβλήματα. Ὁ Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρὸς ἐχαρακτηρίζετο σοφός. Εἶχε σπουδάσει στὴν Ρώμη μαθηματικά, φιλοσοφία. Ἦταν οὑμανιστής, ἀνθρωπιστής. Γιὰ νὰ καταλάβετε αὐτὸ τὸ θέμα, παραπέμπω σὲ μία πρόσφατη μελέτη τοῦ ἀγαπητοῦ ἀδελφοῦ καὶ συναγωνιστοῦ, τοῦ πατρὸς Θεοδώρου Ζήση, Καθηγητοῦ στὴν Θεσσαλονίκη (εἶναι καὶ αὐτὸς τώρα ὁμότιμος ὅπως καὶ ὁ ὁμιλῶν αὐτὴ τὴ στιγμὴ) εἰς τὸν Ὀρθόδοξον Τύπον. Σὲ τρεῖς συνέχειες ἀναλύει τὸ ἂν ὁ Μέγας Φώτιος ἦταν ἀνθρωπιστής, ὅπως διάφοροι φιλοσοφοῦντες θέλουν νὰ τὸν παρουσιάσουν. Δὲν θὰ ἐπιμείνω περισσότερο γιατί θέλω νὰ ὁλοκληρώσω αὐτὲς τὶς σκέψεις.
.         Ἦρθε, λοιπόν, ὁ Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρὸς ἀπὸ τὴ Μεγάλη Ἑλλάδα, τὴν Καλαβρία. Ἦρθε καὶ ἔγινε καθηγητὴς εἰς τὴν Κων/πολη. Δέχτηκε μεγάλες τιμές. Μάλιστα ἐξεπροσώπησε τὴν Ὀρθοδοξία σὲ μία Σύνοδο στὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰ. εἰς τὴν Avignon τῆς Γαλλίας, ὅπου οἱ πάπες μέσα στὶς συγκρούσεις τους ἦταν ἐξόριστοι. Ὁ Παλαμᾶς διέγνωσε ἀμέσως τὸν αἱρετικὸ τρόπο σκέψεως τοῦ Βαρλαάμ. Κάποιος μοναχός, γιὰ νὰ καταλάβετε τί σημαίνει Ἅγιος καὶ Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, κάποιος μοναχὸς ἔδωσε στὸν Ἅγιο Γρηγόριο ἕνα κείμενο περὶ Ἁγίου Πνεύματος, κατὰ τοῦ filioque, τὸ ὁποῖο εἶχε γράψει ὁ Βαρλαάμ. Καὶ ὅλοι πίστευαν ὅτι εἶναι ἡ κορυφὴ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ παραδόσεως. Μόλις διάβασε λίγες γραμμὲς ὁ Ἅγιος Γρηγόριος λέει «εἶναι αἱρετικὸ τὸ κείμενο». κανε τν ντιπαπικ Βαρλαάμ, λλ μέθοδος τν ποία κολουθοσε προέδιδε τν ξάρτησή του π τν πτώση το παπισμο, π τν σχολαστικ φιλοσοφία. Διότι σκέψη το στηρίζονταν σ συλλογισμος νθρωπίνους κα χι στν ποκάλυψη το Θεο δι το ησο Χριστοῦ στν Παλαι κα Καιν Διαθήκη κα στος Πατέρες τς κκλησίας. Ἡ φιλοσοφία, λοιπόν, γιὰ τὸν Βαρλαὰμ εἶχε λυτρωτικὴ σημασία, λυτρωτικὸ χαρακτήρα, καὶ ζητοῦσε οὔτε λίγο οὔτε πολὺ τὴν ἐκφιλοσόφηση τῆς πίστεως. Ἔπρεπε δηλαδή, ἔλεγε ὁ Βαρλαάμ, νὰ γίνει κανεὶς φιλόσοφος, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ σωθεῖ. Ἕνας «ἐλιτισμὸς» στὸν χῶρο τῆς πίστεως, στὸν χῶρο τῆς σωτηριολογίας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἀπαντοῦσε ὅτι ὁ Θεὸς πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι, εἴτε ξέρουμε γράμματα, εἴτε δὲν ξέρουμε. Ἔχουμε μία ἄλλη παιδεία μέσα στὴν καρδιά μας, τὴν παιδεία καὶ τὴν νουθεσίαν τοῦ Θεοῦ. Καὶ δὲν στηριζόμαστε στὰ ἀνθρώπινα γράμματα. Τώρα κατανοεῖτε γιατί κατεδίκασα ὅλα τὰ πτυχία ποὺ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ μπόρεσα νὰ ἀποκτήσω. Μηδὲν καὶ κάτω τοῦ μηδενὸς εἰς τὴν σωτηρία. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ ἄνοιγμα τῆς καρδιᾶς σ᾽ αὐτὴ τὴ Χάρη εἶναι ἡ δυνατότητα τῆς σωτηρίας μας καὶ ὄχι τὰ γράμματα. Ὄχι ἡ ἐπίδειξη γνώσεων. Ὅλα αὐτὰ μποροῦν νὰ ὠφελήσουν σὲ πρακτικὰ θέματα, νὰ κηρύξεις καλύτερα, νὰ χρησιμοποιήσεις μία ὑψηλότερη γλώσσα, ἀλλὰ τὶς περισσότερες φορές, τὰ προσόντα αὐτὰ τὰ κοσμικὰ γίνονται ἡ ἀφορμὴ τῆς πτώσεώς μας , διότι «φυσιοῦται» ὁ ἄνθρωπος. Ἀποκτᾶ ὁ ἄνθρωπος ἔπαρση, στηριζόμενος εἰς τὶς γήινες γνώσεις του.
.          Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὴ συνέχεια γίνεται ὑπερασπιστὴς τοῦ μοναχισμοῦ, τοῦ μοναχισμοῦ τῆς πατερικῆς παραδόσεως, τὸν ὁποῖον πολεμοῦσε ὁ Βαρλαάμ. Ξέρετε ἡ Δύση εἶχε χάσει τὸν αὐθεντικὸ μοναχισμό, ὅπως εἶχε χάσει καὶ τὴν ἀληθινὴ θεολόγηση. Ἡ ἀληθινὴ θεολόγηση περνάει μέσα ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ πραγματικότητα καὶ πράξη, δηλαδὴ ἡ Θεολογία εἶναι καρπὸς ἀσκήσεως, ἀνοίγματος τοῦ ἀνθρώπου στὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἡ Θεολογία δὲν εἶναι ὑπόθεση διανοητική. Ὅταν σπούδαζα στὴ Δύση, ἔμαθα τὴν φράση «lavoro da tavolino», ἐργασία τοῦ τραπεζιοῦ, τοῦ γραφείου. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ Θεολογία. Ἡ Θεολογία γεννιέται μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Διαφορετικὰ συντάσσουμε ὡραῖα κείμενα, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν μποροῦν νὰ μᾶς ὁδηγήσουν στὴν Θεολογία, διότι δὲν εἶναι καρπὸς ἁγιοπνευματικὴς ἐμπειρίας.
.        Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὴ συνέχεια εἶναι ὁ Θεολόγος τῆς Θείας Χάριτος. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, λέγει, εἶναι ἄκτιστη, δὲν εἶναι δημιουργημένη χάρις, κτιστὴ χάρις, gratia creata. Οἱ θεούμενοι εἶναι οἱ αὐθεντίες καὶ ὄχι τὰ κείμενα. Αὐτὸ τὸ εἶχε ὑποστηρίξει πρῶτον ἕνας μικρασιάτης Θεολόγος, Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας στὸ κέντρον τῆς Εὐρώπης, στὸ Λούγδουνον, τὴν Λυών, ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος, τὸν 2° αἰ., ὅτι αὐθεντίες στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι τὰ κείμενα, ἀλλὰ εἶναι ὁ θεούμενος, ὁ ἅγιος. Αὐτὸς εἶναι αὐθεντία. Ὁ προφήτης, ὁ Ἀπόστολος, ὁ Πατέρας καὶ ἡ Μητέρα ὅλων τῶν αἰώνων. Αὐτὸς ποὺ φτάνει στὴν θέωση. Οἱ θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας, λοιπόν, εἶναι οἱ θεοπτες, εἶναι οἱ προφῆτες ποὺ ὀνομάζονται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη «Ροὲ» ἀπὸ τὸ ἑβραϊκὸ ρῆμα «ραὰ» (αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπίδειξη, εἶναι γνωστότατο). Τὸ ρῆμα «ραὰ» σημαίνει βλέπω. Προφῆτες εἶναι οἱ βλέποντες. Τί βλέπουν; Τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὴν ἄκτιστη. (Ἔχει ἕνα σπουδαῖο βιβλίο ὁ σεβαστὸς καὶ ἀγαπητὸς συναγωνιστής, ὁ π. Ἰερόθεος Βλάχος, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου: «Οἱ βλέποντες»). Ἔτσι, λοιπόν, οἱ Θεολόγοι εἶναι οἱ θεόπτες. Οἱ Θεολόγοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ βλέπουν τὸ ἄκτιστο φῶς, αὐτοὶ ποὺ φθάνουν εἰς τὴν θεοπτίαν. Καὶ κάτι ἄλλο. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Βαρλαάμ, ὁ ὁποῖος ζητοῦσε τὴν ἐκφιλοσόφηση τῆς πίστεως καὶ τόνιζε ἰδιαίτερα τὶς φιλοσοφικὲς γνώσεις τοῦ ἀνθρώπου ὡς παράγοντα σωτηριολογίας, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἱεραρχεῖ τὴν σοφία-παιδεία. Ἔχουμε, διδάσκει, τὴν θύραθεν, τὴν κοσμικὴ σοφία-παιδεία ποὺ παίρνουμε στὰ σχολεῖα, καὶ τὴν ἐσωτερικὴ σοφία-παιδεία ποὺ παίρνουμε μέσα ἀπὸ τὸν πνευματικὸ ἀγώνα. Ὁπότε, λοιπόν, αὐτὸ περνάει στὸ Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας ἐξ ἀφορμῆς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Ἰταλοῦ καὶ ἄλλων νοθευτῶν τῆς πίστεως. Εἶναι τὸ περίφημο ἐκεῖνο: «τοῖς τὰ ἑλληνικὰ διεξιοῦσι μαθήματα, οὐ πρὸς παίδευσιν μόνον, ἀλλὰ καὶ ταῖς ματαίαις αὐτῶν γνώμαις ἐπομένοις καὶ ὡς ἀληθέσι πιστεύουσι, ἀνάθεμα»! Τὸ ἀνάθεμα δὲν εἶναι, ὅπως νομίζουν πολλοί, κατάρα. Τὸ ἀνάθεμα σημαίνει χωρισμός. Οἱ ἀναθεματιζόμενοι δὲν ἀνήκουν στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὀρθὰ πρέπει νὰ ἐκφωνεῖται «πάσι τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα». Τὰ γράμματα, δηλαδή, δὲν μᾶς σώζουν. Τὸ πρόβλημα εἶναι νὰ μελετᾶς φυσική, ἀστροφυσική, καὶ νὰ νομίζεις ὅτι αὐτὸ μπορεῖ νὰ σὲ σώσει. Ἄλλο ἡ ἐκπαίδευση τοῦ ἀνθρώπου, (αὐτὰ καθορίζονται ἀπὸ τὸν Γρηγόριον τὸν Θεολόγον τὸν 4ο αἰώνα) καὶ ἄλλο τὸ θέμα τῆς σωτηρίας, τῆς αἰωνιότητός μας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διακρίνει δύο σοφίες, δύο γνώσεις. Ὅπως καὶ ὅλοι ὅσοι ἀκολουθοῦν τὴν παράδοση ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ τὸν Ἰάκωβο τὸν Ἀδελφόθεο μέχρι τὸν Εὐγένιο Βούλγαρη. Δέχεται ὅτι ἡ Ἀποκάλυψις εἶναι ὑπὲρ κατάληψιν. Δέχεται ὅτι ἡ Ἀποκάλυψις τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Ἀληθινὸς Λόγος τοῦ Θεοῦ. Θὰ σᾶς πῶ δὲ κάτι ποὺ κάποιους θὰ τοὺς ξενίσει. μες λέμε συνήθως Βίβλος, γία Γραφ περιέχει τ Λόγο το Θεο. Δν εναι Βίβλος Λόγος το Θεο, λλ εναι καταγραφ τς ποκαλύψεως το Θεο στν καρδι τν γίων, τν Προφητν κα τν ποστόλων. Θες δν πικοινωνε μ γλώσσα νθρώπινη. Θες δν πικοινωνε μ κείμενα. Θες πικοινωνε, εσερχόμενος δι το κτίστου Φωτός Του μέσα στν καρδι το νθρώπου, ποος φθάνει ν γίνει δεκτικός της Χάριτος το Θεο. πομένως Βίβλος δν εναι Λόγος το Θεο καθεαυτόν, εναι «λόγος περ το Λόγου το Θεο». Προηγεῖται ἡ Ἀποκάλυψη τῆς καταγραφῆς της, τοῦ γράμματος, τῆς Βίβλου. Πιστεύω νὰ ἔγινα κατανοητός.
.         Ἐκεῖ μᾶς ὁδηγεῖ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ἐμεῖς μιλοῦμε συνεχῶς γιὰ τὴν Γραφὴ ὡς τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ. Εἶναι «λόγος γιὰ τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ». Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ φανέρωση τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν καρδιὰ τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων.

Ἡ Μέλλουσα Πανορθόδοξος Σύνοδος

.          Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, οἱ Σύνοδοι τοῦ 14ου αἰῶνος διατυπώνουν τὴν θεολογία περὶ τῆς Θείας Χάριτος. Ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση δέχεται αὐτὲς τὶς Συνόδους ὡς 9η Οἰκουμενικὴ καὶ πανορθόδοξα γίνεται αὐτὸ ἀποδεκτὸ ἀπὸ γνωστοὺς Θεολόγους. Διότι καὶ ἡ Σύνοδος αὐτή, ὅπως καὶ ἡ 8η τὸ 879, διαφοροποιοῦν ριζικὰ τὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, στὴν πατερικὴ συνέχειά της, ἀπὸ τὸν χριστιανισμὸ τῆς Δύσεως. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, λοιπόν, μὲ τὴν θεολογία του, καρπὸ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν φωτισμένη ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καρδιά του, εἶναι ὁ Πατέρας τῆς 9ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
.        να πίκαιρο ρώτημα εναι: μέλλουσα ν συνέλθει πανορθόδοξος Σύνοδος τί θ κάνει; τοιμάζεται ατ Σύνοδος, γι ν μς δηγήσει, πως διαβάζουμε κα πως βλέπουμε, στν ποδοχ το παπισμο κα το Προτεσταντισμο ς αθεντικν χριστιανισμν. Ατ εναι τ τραγικό. Εχομαι ν μ γίνει ποτέ. λλ κε δηγονται τ πράγματα. άν, λοιπόν, συνέλθει Πανορθόδοξος Σύνοδος, πο θ χει τν χαρακτήρα γι μς Οκουμενικς Συνόδου, ἐὰν συνέλθει κα δν δεχθε μεταξ τν Οκουμενικν Συνόδων τν 8η κα τν 9η, θ εναι ψευδοσύνοδος. πως Σύνοδος Φεράρας-Φλωρεντίας. Καὶ τότε ἐπεβλήθη ἀπὸ κάποιους δεσποτάδες Ἀνατολικοὺς καὶ Δυτικούς, ἐπεβλήθη ἡ Σύνοδος Φεράρας-Φλωρεντίας, ἀλλὰ ἦταν ἀρκετὴ ἡ ἀντίσταση ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι κάποιων κορυφῶν τῆς παραδόσεώς μας, ὅπως ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, ὥστε τελικὰ νὰ χαρακτηριστεῖ ψευδοσύνοδος. Αἱρετικὴ Σύνοδος, ἀποτυχημένη Σύνοδος, ἡ Σύνοδος Φεράρας-Φλωρεντίας.
.         Ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει, λοιπόν, Πανορθόδοξος Σύνοδος θὰ κριθεῖ σ᾽ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Ἐὰν παρακάμψει αὐτὲς τὶς δύο Συνόδους ποὺ τοποθετοῦν τὴν ὀρθοδοξία ἀπέναντι στὸν Δυτικὸ χριστιανισμό. Ἐκεῖ εἶναι τὸ κρίσιμο ἐρώτημα. Αὐτοὶ θέλουν νὰ παρουσιάσουν τὴν ἑνότητα, ὅτι ὁ Δυτικὸς Χριστιανισμὸς εἶναι παράλληλη μορφὴ τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἐκεῖ κάποιοι ἐργάζονται, πρὸς τὰ ἐκεῖ κάποιοι θέλουν νὰ ὁδηγήσουν. Ὁ Θεὸς ὅμως εἶναι πάνω ἀπὸ ὅλους μας.
.          να ψευδοεπιχείρημα, λοιπόν, πο κυκλοφορεται στ χρο τς δικς μας Θεολογίας, τς καδημαϊκς Θεολογίας, εναι τι οδεμία Οκουμενικ Σύνοδος κατεδίκασε τν Δυτικ Χριστιανισμό. Κα μως χουμε δύο Οκουμενικς Συνόδους, το 879 κα κείνης το 14ου αἰῶνος, πο διαφοροποιον τν ρθοδοξία π τν Δυτικ Χριστιανισμό.
.          Εἶναι τραγικό! Δὲν ἐπιχαίρω, οὔτε θριαμβολογῶ. Ἡ ἐπιθυμία ὅλων μας πρέπει νὰ εἶναι νὰ συναντηθοῦμε στὴν ἑνότητα τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων ὅλων τῶν αἰώνων. Διαφορετικὰ κάθε ἕνωση θὰ εἶναι ψευδένωσις καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ θὰ καταστρέφει καὶ θὰ διαστρέφει κάθε προσπάθεια, εἰλικρινῆ προσπάθεια, ποὺ θέλει νὰ ὁδηγηθεῖ στὸ θέμα τῆς σωτηρίας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἐλέγχει τὴν σημερινὴ κατάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὑπάρχει σύγχυση. Σχετικοποίηση τῆς πίστεως, πολιτικοὶ συμβιβασμοί. Οἱ διάλογοι οἱ ἐκκλησιαστικοὶ εἶναι ἀπομίμηση τῶν πολιτικῶν συζητήσεων. Ἔτσι, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γι᾽ αὐτὸ δὲν γίνεται εὐχάριστα δεκτός ἐμπνέει διάθεση ὁμολογίας καὶ μαρτυρίου ἀκόμη, ἂν ὁ Θεὸς τὸ ἐπιτρέψει, στὴν ἐποχή μας. Βοηθεῖ, ἐπίσης, στὴ συνέχεια τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως. πανέκφραση τς Πίστεως μ τ μέσα κάθε ποχς δν χει τίποτε τ κοιν μ τν ναζητούμενη π δικούς μας θεολόγους Οκουμενιστς «πανερμηνεία» τς πίστεως. Δν εναι θέμα πανερμηνείας, πς θ κατανοήσουμε λ.χ. τ παπικ πρωτεο. Συγγνώμη γι τν φράση, κα σκύλος χορτάτος κα πίτα φάγωτη! Μ εναι ατ σοβαρ πράγματα, ταν παίζουμε «ν ο παικτος»; ταν παίζουμε μ τ σωτηρία; ταν παίζουμε μ τν αωνιότητα; Διαγράφουμε λους τους γίους ν νόματι τν γίων. Διότι τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον κυριαρχεῖ, εἶναι νὰ ἐκθειάζουμε τοὺς Ἁγίους. Κι ὅπως, μακαρίτης τώρα, Ἀρχιεπίσκοπος ἔλεγε: «Δεχόμεθα τὸν Μάρκο τὸν Εὐγενικὸ καὶ τὸν τιμᾶμε. Ἐκεῖνος ἔτσι ἔπρεπε νὰ μιλήσει στὴν ἐποχή του, ἐμεῖς μιλοῦμε μὲ τὸν δικό μας τρόπο στὴν δική μας ἐποχή». Κάτι παρόμοιο ἐλέχθη. Ὁ Χριστὸς ὅμως εἶναι πάντα ὁ αὐτὸς «παρατεινόμενος εἰς τοὺς αἰῶνες». Καὶ ἡ πίστη ποὺ σώζει εἶναι μία συνταγή, ἕνα φάρμακο ποὺ δὲν ἀλλοιώνεται, δὲν δέχεται ἀλλαγές. Εἶναι μία καὶ ἑνιαία ἡ πίστις. Ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῶν Ἁγίων, γιὰ νὰ γίνει καὶ δική μας ἐμπειρία.
.           Ἡ κατανόηση, λοιπόν, τῶν Ἁγίων, ὅπως ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, θέτει τὸ πρόβλημα τῆς ἀποδοχῆς τῆς γλώσσας τῶν Ἁγίων. Ἡ γλώσσα τῶν Ἁγίων εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως. Μὲ αὐτὴ τὴ σκέψη καταλήγω κι εὔχομαι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς νὰ συνοδεύει τὴ ζωή μας. Καλὸν τὸ ὑπόλοιπον Στάδιον τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ Καλὴ Ἀνάσταση!

 

, , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

«Η ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΔΕΝ ΕΦΕΥΡΕΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ»

Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ Τόμος Α’
(π. Ἰω. Ρωμανίδου)

(βλ. σχετ. α´ μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/12/11/ἐμπειρικὴ-δογματική/)

Περιεχόμενα

Εἰσαγωγὴ

Βιογραφικὰ καὶ αὐτοβιογραφικὰ στοιχεῖα τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη

Α´
Δόγμα καὶ ἠθικὴ

1. Τὸ δόγμα

α) Ὁρισμὸς τοῦ δόγματος
β) Δόγμα καὶ μυστήριο
γ) Τὸ δόγμα ὡς ἔκφραση τῆς ἐμπειρίας καὶ ὡς ὁδηγὸς στὴν ἐμπειρία
δ) Ὁ ἀντιαιρετικὸς καὶ θεραπευτικὸς σκοπὸς τοῦ δόγματος
ε) Δόγμα καὶ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ
ϛ) Ἐξέλιξη τῶν δογμάτων
ζ) Δόγματα καὶ φιλοσοφία
η) Ὁ θεραπευτικὸς χαρακτήρας τοῦ δόγματος ὡς βάση τοῦ διαλόγου μὲ ἄλλες Ὁμολογίες
θ) Σύνδεση τοῦ δόγματος μὲ τὴν ἠθικὴ – ἀσκητικὴ

2. Ἡ ἠθικὴ

α) Φιλοσοφική, θρησκευτικὴ καὶ κοινωνικὴ ἠθικὴ
β) Χριστιανικὴ ἠθικὴ
γ) Ἡ ὀρθόδοξη ἠθικὴ ὡς ἀσκητικὴ

Β´
Ἡ ἐμπειρία τῆς ἀποκαλύψεως

1. Ἡ ἀξία τῆς ἐμπειρίας – πείρας

2. Ἡ ἐμπειρία ὡς βάση τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας

3. Ἀποκάλυψη καὶ ἐμπειρία

4. Ἐμπειρία καὶ εἴδη ἐμπειριῶν

5. Γνήσια ἐμπειρία

6. Μεταφορὰ τῆς ἐμπειρίας

Γ´
Οἱ φορεῖς τῆς ἀποκαλύψεως

1. Θεούμενοι

α) Ὁρολογία
β) Θεοπτία – θεολογία τῶν θεουμένων

2. Ἡ ἑνότητα Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ ἁγίων

3. Προφῆτες

α) Οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης
β) Τὸ προφητικὸ χάρισμα

4. Ἀπόστολοι

α) Ἡ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τῶν Ἀποστόλων
β) Ἀποστολικὴ ζωή, παράδοση καὶ διαδοχὴ

5. Πατέρες

α) Τὸ ἔργο τῶν Πατέρων
β) Ἡ θεόπνευστη θεολογία τῶν Πατέρων
γ) Πατερικὴ περίοδος

6. Ἅγιοι

α) Ποιὸς εἶναι ἅγιος
β) Ἡ ἐμπειρικὴ δύναμη τῆς πίστεως

Δ’
Τὰ μνημεῖα τῆς ἀποκαλύψεως

1. Ἄρρητα-ἄκτιστα ρήματα καὶ κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα

α) Διάκριση μεταξὺ ἀρρήτων ρημάτων καὶ κτιστῶν ρημάτων καὶ νοημάτων
β) Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μὲ ἄρρητα ρήματα
γ) Ἡ μεταφορὰ τῶν ἀρρήτων-ἀκτίστων ρημάτων μὲ κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα
δ) Ἀπὸ τὰ κτιστὰ ρήματα στὰ ἄρρητα ρήματα

2. Ἡ «Παρακαταθήκη τῆς πίστεως»

3. Ἁγία Γραφὴ

α) Ἁγία Γραφὴ καὶ ἀποκάλυψη
β) Ἡ θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς
γ) Συντηρητικὸς καὶ φιλελεύθερος
δ) Ὁ σκοπὸς τῆς Ἁγίας Γραφῆς
ε) Ἡ ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς

4. Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη

α) Ἡ ἀξία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης
β) Σχέσεις μεταξὺ Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης
γ) Διαφορὰ μεταξὺ Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης

5. Ἱερὰ Παράδοση καὶ παραδόσεις

α) Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση
β) Ἡ οὐσία τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως
γ) Μετάδοση τῆς παραδόσεως
δ) Παράδοση καὶ παραδόσεις
ε) Ἡ ἑρμηνεία τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως μέσα ἀπὸ τὶς ἐπιστῆμες τῆς ἀστρονομίας καὶ ἰατρικῆς

Ἐπίμετρον

Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ, Τόμος Α´
Ἐπίμετρον

Στὰ κεφάλαια ποὺ προηγήθηκαν καὶ θὰ διασαφηνισθοῦν καλύτερα στὸν ἑπόμενο τόμο, παρουσιάσθηκε ἡ ρωμαλέα θεολογικὴ σκέψη τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, ποὺ συνέδεσε τὴν δογματικὴ μὲ τὴν ἀσκητική, τὴν ἀποκάλυψη μὲ τὴν ἐμπειρία, τὴν Παλαιὰ μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη, τὴν πανεπιστημιακὴ καθέδρα μὲ τὸ ἐρημητήριο τοῦ ἀσκητοῦ. Πρόκειται γιὰ τὴν εὐαγγελικὴ ζωὴ ποὺ μπορεῖ νὰ βιωθῆ σὲ ὅλους τοὺς χώρους, ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, στοὺς ὁποίους ἐνεργεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἐκεῖνοι ἀνταποκρίνονται στὴν ἐνέργειά Του.

Ὡς ἐπιλεγόμενα θὰ καταγράψω τέσσερα ἐνδιαφέροντα σημεῖα, ποὺ συναντᾶ κανεὶς στὸν λόγο τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη.

1. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται στὴν θεία Εὐχαριστία, στὸ δόγμα καὶ τὴν προσευχή. Δν μπορε ν πολυτοποιται καμμία π τς τρες ατς πλευρς τς κκλησιαστικς ζως οτε κα ν ατονομται π τς λλες. Ὁ Andrew Sopko, στὴν μελέτη του γιὰ τὸν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, ἔδειξε ὅτι ἡ σκέψη του ἐκινεῖτο στὴν ὀρθόδοξη προοπτική. Ὁ π. Ἰωάννης συμπλήρωσε ἀπόψεις ἄλλων, οἱ ὁποῖοι στήριζαν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στὴν θεία Εὐχαριστία ἢ στὸν Ἐπίσκοπο ἢ καὶ στοὺς δύο μαζί, μὲ τὸ νὰ παρουσιάση ἐπαρκῶς, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀξία τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ τὴν ἀξία τῆς Ἁγίας Γραφῆς (Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης), τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς προσευχῆς, ἰδίως τῆς νοερᾶς-καρδιακῆς προσευχῆς, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν δοξασμό. Ἔτσι καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ ἔχει μία πληρότητα ποὺ ἀναπαύει τὸν ἄνθρωπο.
Στν θεία Εχαριστία παρευρίσκονται μέλη τς κκλησίας ποὺ βαπτίσθηκαν κα χρίσθηκαν κα στος ποίους νεργοποιεται τ χάρισμα ατ μ τν σκηση κα τν προσευχή. πίσης, στν θεία Εχαριστία μολογεται τ Σύμβολο τς Πίστεως (δόγματα) κα κούγεται λόγος περ τς ποκαλύψεως, ποὺ περιλαμβάνεται στν Παλαι κα τν Καιν Διαθήκη, ρμηνεύεται ατς ποκαλυπτικς λόγος π τν πίσκοπο, ποος φείλει ν εναι προφήτης-διδάσκαλος κα χι πλς προεστς τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως.
Ἄλλωστε οἱ δύο μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ στὴν πορεία τους πρὸς Ἐμμαοὺς ἄκουγαν τὸν Ἴδιο τὸν Ἀναστάντα Χριστὸ –χωρὶς ἀκόμη νὰ Τὸν ἀναγνωρίσουν– νὰ τοὺς διερμηνεύη «ἐν πάσαις ταῖς γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ», «ἀρξάμενος ἀπὸ Μωϋσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν». Κατὰ τὴν διαδικασία αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας φλεγόταν ἡ καρδιὰ τῶν μαθητῶν, γι’ αὐτὸ ἀργότερα εἶπαν: «οὐχὶ ἡ καρδία ἠμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς γραφάς;». Στὴν συνέχεια Τὸν ἀναγνώρισαν κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Δείπνου ὅταν ἔλαβε τὸν ἄρτον, τὸν εὐλόγησε «κα κλάσας πεδίδου ατος» (Λουκ. κδ’, 13-25). Ατ σημαίνει τι πορεία τν Χριστιανν πρς τν γνώση το Θεο, κατ τ μυστήριο τς θείας Εχαριστίας, περν μέσα π τν καύση τς καρδίας, ποὺ γίνεται μ τν νέργεια το Λόγου το Θεο, κατ τν διδασκαλία, λλ κα τν προσευχή. Χωρς ατν τν πνευματικ καύση τς καρδίας δν ναγνωρίζεται ναστς Χριστς κατ τ μυστήριο τς θείας Εχαριστίας.

2. Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση, γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγο ὁ π. Ἰωάννης, δὲν εἶναι μιὰ ζωὴ ποὺ προσέλαβε ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ ἄλλες παραδόσεις –ἰνδουϊστική, φιλοσοφική, σουφικὴ– ἀλλὰ εἶναι ἡ γνήσια προφητική, ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ ζωή. συχαστικ παράδοση, μ λλα λόγια, δν φευρέθηκε π τος Πατέρες σ διάφορες ποχές, λλ εναι γνήσια ζω τν φίλων του Θεο, εναι δρόμος πρς τν θέωση κα τν γιασμό.

Αὐτὴ ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση διατυπώθηκε ἀπὸ τοὺς Πατέρες μὲ τρεῖς ὅρους, ἤτοι κάθαρση, φωτισμό, θέωση. Δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ ἀνακάλυψη μερικῶν Πατέρων ἢ διδασκάλων, ἀλλὰ γιὰ τὴν ζωὴ ποὺ ἀνευρίσκεται στὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη, ὑποδείχθηκε ἀπὸ τὸν ἄσαρκο καὶ σεσαρκωμένο Λόγο καὶ ἀπὸ τoὺς φίλους Του, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν σὲ κοινωνία μαζί Του.
Στὴν Ἁγία Γραφὴ δὲν παρουσιάζεται μόνον αὐτὴ ἡ ζωή, ἀλλὰ καὶ οἱ ὅροι-λέξεις: «κάθαρση», «φωτισμός», «δοξασμὸς-τελείωση». Στοὺς Πατέρες, ὁ ὅρος «δοξασμὸς-τελείωση» λέγεται «θέωση». Μπορεῖ κανεὶς νὰ παρουσιάση πάμπολλα ἁγιογραφικὰ χωρία γιὰ νὰ τὸ στηρίξη αὐτό. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοὺς ὅρους αὐτοὺς τοὺς χρησιμοποίησε ὁ Ὠριγένης –ποὺ ἔχει καταδικασθῆ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία– ἢ οἱ μαθητές του, δὲν ἔχει μεγάλη σημασία, ὅταν ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία, ὡς πνευματικὸς ὀργανισμός, υἱοθέτησε αὐτὴν τὴν ὁρολογία. Ἡ Ἐκκλησία, ὅπως στὰ δόγματα υἱοθέτησε τὴν ὁρολογία τῶν φιλοσόφων, χωρὶς νὰ θεωρῆται ὅτι ἡ θεολογία μετατράπηκε σὲ φιλοσοφία, ἔτσι καὶ γιὰ τὴν μέθοδο τῆς θεώσεως ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποίησε ὅρους, ὅπως κάθαρση, φωτισμός, θέωση, χωρὶς νὰ θεωρῆται αὐτὴ ἡ παράδοση «ὠριγενιστική».
Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας σὲ ἐπιστολή του στὸν Πρεσβύτερο Εὐλόγιο μεταξὺ ἄλλων γράφει: «ὅτι οὐ πάντα ὅσα λέγουσιν οἱ αἱρετικοί, φεύγειν καὶ παραιτεῖσθαι χρή· πολλὰ γὰρ ὁμολογοῦσιν, ὧν καὶ ἠμεῖς ὁμολογοῦμεν». Ὅσοι ὅμως ἔχουν διαφορετικὴ ἄποψη, προσβάλλουν καὶ τοὺς μεγάλους Καππαδόκες Πατέρες, τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο, τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμὰ κλπ., τοὺς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία κατέταξε σὲ περίοπτη πνευματικὴ θέση καὶ καταδίκασε ὅσους ἀντιδροῦσαν στὴν διδασκαλία τους.
Ἀκόμη δὲ καὶ αὐτὴ ἡ στάση τοῦ σώματος τοῦ ἡσυχαστοῦ κατὰ τὴν ἐξάσκηση τῆς εὐχῆς, τὰ λόγια της εὐχῆς καὶ ὁ τρόπος συγκεντρώσεως τοῦ νοῦ, ὅπως ἀνέλυσε διεξοδικὰ καὶ θεολογικὰ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀνευρίσκονται σὲ διάφορα χωρία τῆς Παλαιᾶς ἢ τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἐντοπίζονται στοὺς ἀρχαίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποδοθοῦν σὲ ἔξωθεν ἐπιδράσεις.

3. Βεβαίως, γιὰ νὰ καταγραφῆ ἡ δογματικὴ καὶ ἡσυχαστικὴ παράδοση, οἱ ἅγιοι Πατέρες δανείσθηκαν ὅρους τῆς ἐποχῆς τους, ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τὴν φιλοσοφία, ὅπως τοὺς χρησιμοποιοῦσαν οἱ ὀπαδοὶ τοῦ «ἐξελληνισμένου Χριστιανισμοῦ». Ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ὑπάρχει χαώδης διαφορὰ μεταξὺ ρήματος καὶ νοήματος. Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ: «Κν τις τν Πατέρων τ ατ τος ξω φθέγγηται, λλπ τν ρημάτων μόνον· π δ τν νοημάτων, πολ τ μεταξύ· νον γρ οτοι, κατ Παλον, χουσι Χριστο, κενοι δέ, εμή τι κα χερον, ξ ἀνθρωπίνης διανοίας φθέγγονται». π τ χωρίο ατ φαίνεται καθαρ τι πάρχει διαφορ μεταξ νοημάτων κα ρημάτων. Τὰ νοήματα εἶναι ἀποκαλυπτικά, τὰ δὲ ρήματα προσλαμβάνονται ἀπὸ τὸ περιβάλλον, ἀλλὰ καὶ αὐτά, ἐφ’ ὅσον υἱοθετοῦνται ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ κατοχυρώνονται ἀπὸ Συνόδους, εἶναι ὀρθόδοξα.
Ἔτσι, δὲν μποροῦμε νὰ ἐντοπίζουμε ἐπηρεασμοὺς τῶν Πατέρων ἀπὸ διάφορες ἄλλες χριστιανικὲς καὶ ἐξωχριστιανικὲς παραδόσεις, ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο τῆς διδασκαλίας τους. Μιὰ τέτοια ἑρμηνεία εἶναι ὑπονόμευση τῆς ὅλης ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῶν ἁγίων μας. Οὔτε μποροῦμε νὰ ἀποδίδουμε χαρακτηρισμοὺς στὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων ὡς «ὠριγενίζουσα», «εὐαγριανή», «μακαριανή» κλπ. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὑπάρχει πλούσια μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ὅσοι ζοῦν πραγματικὰ στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ λαμβάνουν τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴν διαφυλάσσουν ἐνεργοῦσα, αὐτοὶ ἔχουν τὴν ἴδια παράδοση, τὴν ἴδια ἐμπειρία.
Ἑπομένως, ἡ γνήσια ἡσυχαστικὴ ζωὴ ἀνευρίσκεται στοὺς Προφῆτες, τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς Πατέρες καί, γενικά, σὲ ὅλους τοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας. Μιὰ διαφορετικὴ ἑρμηνεία εἶναι ἀνθρωποκεντρικὴ καὶ κατ’ ἐπέκταση διαβρωτικὴ καὶ ὑπονομευτικὴ τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως.

4. Τίθεται θέμα ἑρμηνείας τῆς διδασκαλίας τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων. Γιὰ παράδειγμα κάθε γνήσια ἑρμηνεία τῶν διαφόρων ἐπιστημόνων (ἰατρῶν, μαθηματικῶν, φυσικῶν κλπ.) γίνεται ἀπὸ τοὺς ἴδιους τους ἐπιστήμονες τῶν εἰδικοτήτων αὐτῶν, δηλαδὴ ὁ ἰατρὸς καταλαβαίνει τὸν ἰατρό, ὁ μαθηματικὸς τὸν μαθηματικό, κ.ο.κ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ ἅγιος καταλαβαίνει τὸν ἅγιο καὶ ἡ καλύτερη ἑρμηνευτικὴ τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων δὲν γίνεται ἀπὸ φιλοσοφοῦντες στοχαστές, οὔτε ἀπὸ αἱρετικούς, ἀλλὰ ἀπὸ ἁγίους ποὺ βιώνουν τὴν ἴδια εὐαγγελικὴ ζωὴ μὲ τοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐπιχειρουμένη ἑρμηνεία μὲ διαφορετικὲς προϋποθέσεις εἶναι ἐσφαλμένη. Εἶναι ὡσὰν οἱ μάρτυρες τοῦ Γιεχωβᾶ καὶ οἱ ποικιλώνυμες παρατάξεις τῶν Προτεσταντῶν νὰ ἑρμηνεύουν τὴν Ἁγία Γραφή.
Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ποὺ μελέτησε φιλοσοφία, γνώρισε τὴν ἀλλοίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν Δύση, ὅπως ἐπίσης γνώρισε καὶ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση τῶν ἀληθινῶν ἡσυχαστῶν, διέφυγε τὸν κίνδυνο τῶν παρερμηνειῶν καὶ μᾶς παρουσίασε τὴν αὐθεντικότητα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. Ὁ ἡσυχασμὸς εἶναι ἡ γνήσια προφητική, ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ ζωή· εἶναι ἡ βίωση τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀφείλουμε στὸν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη μεγάλη εὐγνωμοσύνη, ἀφοῦ ἡ διδασκαλία του εἶναι ὀρθόδοξη καὶ στηρίζεται σὲ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ἡ δὲ ἡσυχαστικὴ διδασκαλία –ὅπως ἐκφράσθηκε ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ– ἔχει κατοχυρωθῆ ἀπὸ τὶς Συνόδους τοῦ 14ου αἰῶνος (1341-1351). Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὸν Συνοδικὸ Τόμο τοῦ 1347, ἀφοῦ ἀφορίσθηκε καὶ ἀποκηρύχθηκε ὁ Βαρλαάμ, στὴν συνέχεια γράφεται:

«λλ κα ε τις τερος τν πάντων τ ατ ποτ φωραθείη φρονν λέγων συγγραφόμενος κατ το ερημένου τιμιωτάτου ερομονάχου κυρο Γρηγορίου το Παλαμ κα τν σν ατ μοναχν, μλλον δ κατ τν ερν θεολόγων κα τς κκλησίας ατς, τ ατ κα κατ’ ατο ψηφιζόμεθα κα τ ατ καταδίκῃ καθυποβάλλομεν (φορισμν κα ποκήρυξιν), ετε τν ερωμένων εη τις, ετε τν λαϊκν. Ατν τοτον τν πολλάκις ρηθέντα τιμιώτατον ερομόναχον κρ Γρηγόριον τν Παλαμν κα τος ατ συνάδοντας μοναχούς… σφαλεστάτους τς κκλησίας κα τς εσεβείας προμάχους κα προαγωνιστὰς κα βοηθος ταύτης ποφαινόμεθα… Κα νθεσμος δι πάντων κα κανονικ ατη ψφος κα πόφασις κίνητος ες αἰῶνα, Χριστο χάριτι, τν σύμπαντα διατηρηθήσεται».

Τὸ ἴδιο ἐπαναλήφθηκε καὶ στὸν Συνοδικὸ τόμο τῆς Συνόδου τοῦ 1351, ἡ ὁποία ἀπὸ Ὀρθοδόξους ἔχει θεωρηθῆ ὡς Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ἡ θεολογία τοῦ ἡσυχασμοῦ, ὡς διδασκαλία, ὁρολογία καὶ μεθοδολογία, εἶναι κατὰ πάντα ὀρθόδοξη, ἡ δὲ ἄρνησή της ἀντιβαίνει στὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ συνιστᾶ αἵρεση.–

ΠΗΓΗ: περ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»,
Ἱ. Μητροπόλ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου, τ.172, Νοέμβριος 2010

, , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε