Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Θέωση

ΤΟ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ “ΓΕΝΟΙΤΟ” ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Διαφημίσεις

, , , , , , , ,

1 Σχόλιο

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ (Mητροπ. Γόρτυνος Ἰερεμίας)

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

[ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ]

Τοῦ Μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμία

.                 1. Ἑορτή τῶν Χριστουγέννων σήμερα, ἀδελφοί χριστιανοί, [Γορτύνιοι καί Μεγαλοπολῖτες]. Ἑορτάζουμε τό δόγμα τῆς πίστης μας ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, πραγματικά ἄνθρωπος μέ σάρκα μέ κόκκαλα μέ αἷμα καί καρδιά. Ἄνθρωπος κατά πάντα ὅμοιος μέ μᾶς, ἐκτός βέβαια ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἡ ἑορτή αὐτή εἶναι πολύ μεγάλη, εἶναι μητέρα τῶν ἑορτῶν, γιατί ἀπ᾽ αὐτήν προῆλθαν οἱ ἄλλες ἑορτές, ἡ βάπτιση, ἡ σταύρωση, ἡ ἀνάσταση καί ἡ ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτό καί τήν εἶπαν μητέρα, «μητρόπολη» τῶν ἑορτῶν.
.                 Μέ τήν ἑορτή αὐτή βλέπουμε τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, πού πρῶτα στόν οὐρανό εἶχε μόνο θεία φύση, τώρα μέ τήν σάρκωσή Του νά ἔχει καί ἀνθρώπινη φύση. Εἶναι καί Θεός καί ἄνθρωπος. Τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος. «Θεάνθρωπος» μέ μία λέξη. Ὥστε λοιπόν μέ τά Χριστούγεννα ἔχουμε ἑνωμένες τίς δύο φύσεις, τήν θεία καί τήν ἀνθρώπινη. Αὐτός ἀκριβῶς, χριστιανοί μου, εἶναι ὁ σκοπός τῆς σάρκωσης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τό νά ἑνωθεῖ ἡ φύση μας μέ τήν θεία φύση. «Θέωση» τό λέμε αὐτό. Αὐτός ἦταν ἀπό τήν ἀρχή ὁ σκοπός γιά τόν ὁποῖο ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο: Τό νά θεωθεῖ.

.                 2. Ἀλλά θά ρωτήσετε: Εἶναι δυνατόν ἡ φύση μας νά ἑνωθεῖ μέ τήν θεία φύση; Καί βεβαίως εἶναι δυνατόν, γιατί μέ τά Χριστούγεννα βλέπουμε πραγματικά τήν θεία φύση ἑνωμένη μέ τήν ἀνθρώπινη φύση. Καί στό ἐρώτημα, γιατί σαρκώθηκε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἀπαντοῦμε ὅτι σαρκώθηκε γιά νά δείξει στόν ἄνθρωπο τόν δρόμο πρός τήν θέωση. Ὥστε, καί ἄν δέν ἁμάρταναν οἱ πρωτόπλαστοι, θά σαρκωνόταν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, γιά νά δηλώσει στόν ἄνθρωπο τήν δυνατότητα τῆς θέωσής του καί τόν τρόπο πῶς πετυχαίνεται αὐτή.

.               3. Πολύ μεγάλο τό γεγονός πού ἑορτάζουμε μέ τά Χριστούγεννα, ἀδελφοί μου χριστιανοί. Μεγάλο καί φοβερό! Γι᾽ αὐτό, γιά νά μή «τρομάξει» ἡ ἀνθρωπότητα ἀπό τό γεγονός αὐτό, ὅτι δηλαδή ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, προλαμβάνει ἡ Παλαιά Διαθήκη καί παρουσιάζει Θεό ἄνθρωπο, ἄνθρωπο μέ σῶμα. Ναί! Σᾶς ἀναφέρω ἕνα μόνο λόγο τοῦ Ἰώβ. Ὁ Ἰώβ, μιλῶντας κάπου γιά τόν Θεό, λέγει: «Ποιός θά μοῦ δώσει τήν σάρκα Του νά τοῦ τήν φάω;». Τί λές ἄνθρωπε; Ἔχει σάρκα ὁ Θεός; Ὁ Θεός εἶναι πνεῦμα. Ἀλλά φωτίστηκε, ἀδελφοί μου, ἀπό τόν Θεό ὁ Ἰώβ καί εἶδε μελλοντικά τόν Θεό σαρκούμενο καί τόν ἄκουσε νά λέγει: «Λάβετε φάγετε τοῦτό μου ἐστί τό Σῶμά μου». Ὁ Ἰώβ λοιπόν, στήν Παλαιά Διαθήκη ἀκόμη, θέλει νά «κοινωνήσει» καί λέγει: «Ποιός θά μοῦ δώσει τήν σάρκα Του νά τοῦ τήν φάω;». «Τίς ἄν δώῃ τῶν σαρκῶν αὐτοῦ ἐμπλησθῆναι;», λέγει τό κείμενο (Ἰώβ 31,31). Καί στήν Παλαιά Διαθήκη ἀκόμη παρουσιάζεται Θεός μέ σάρκα. Καί κατά τήν εἰκόνα αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ, χριστιανοί μου, εἴμαστε πλασμένοι κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν. Γιατί, κάνω ἕνα ἐρώτημα: Πῶς ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα Θεοῦ, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ἔχει σῶμα, ὁ δέ Θεός δέν ἔχει σῶμα; Καί μήν μοῦ πεῖτε ὅτι τό κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ εἶναι στήν ψυχή μόνο τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι στό σῶμα. Ὄχι! Ὅπως μᾶς λέγουν οἱ ἅγιοι πατέρες, εἶναι καί στό σῶμα! Στήν προπεπτωκυῖα βέβαια κατάστασή του. Τό κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ εἶναι στόν ὅλο ἄνθρωπο, ὅπως βγῆκε ἀπό τά χέρια τοῦ δημιουργοῦ του. Γιά νά ποῦμε λοιπόν ἀκριβῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ, πρέπει νά βροῦμε Θεό μέ σῶμα! Καί αὐτός ὁ Θεός, κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Ὁποίου εἴμαστε πλασμένοι, Θεός μέ σῶμα, εἶναι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Ἔτσι αὐτό πού λέμε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμέ νος κατά τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, εἶναι καλύτερα νά τό λέμε, ὅπως μᾶς λέγουν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, ὅτι εἶναι πλασμένος κατά τήν εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτό καί λέγει ἡ Παλαιά Διαθήκη: «Ἐποίησεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν». Προσοχή! Στό χωρίο αὐτό ἀναφέρονται δύο πρόσωπα Θεοῦ. Ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο κατά τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Καί ἐρωτοῦμε: Κατά τήν εἰκόνα ποίου Θεοῦ, ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο; Ἡ ἀπάντηση εἶναι: Ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο κατά τήν εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ Του, πού ἐπρόκειτο νά ἐνανθρωπήσει!

.                 Ἄς τιμήσωμε, ἀγαπητοί μου, τήν ὑψηλή μας ἀξία γιά τήν ὁποία εἴμαστε πλασμένοι καί ἄς δο ξάσουμε τόν εὐλογημένο μας Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, πού σαρκώθηκε γιά τήν δική μας δόξα. Χρόνια σας πολλά.

ΠΗΓΗ: imgortmeg.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

«ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΘΕΟΣ», Τὸ ἄγνωστο μήνυμα τῶν Χριστουγέννων.

Τ γνωστο μήνυμα τν Χριστουγέννων: ν γίνεις θεός!

Ἀπὸ τὸν Θ. Ι. Ρηγινιώτη, θεολόγο

.         Ποιό εἶναι τὸ νόημα καὶ τὸ μήνυμα τῶν Χριστουγέννων, ἂν ξεφύγουμε ἀπὸ τὰ λαμπερὰ περιτυλίγματα, τὰ φωτάκια καὶ τὸν καταναλωτισμό; «Ἡ ἀγάπη» ἀσφαλῶς θὰ ποῦν ὅλοι. Εἶναι μέρες ἀγάπης. «Καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη»: αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα τῶν Χριστουγέννων.
.                 Ἂν καὶ ἡ ἀπάντηση αὐτὴ βασίζεται σὲ μία μεγάλη ἀλήθεια (ἡ ἀγάπη πράγματι εἶναι τὸ θεμέλιο ὅλων τῶν χριστιανικῶν ἑορτῶν καὶ πράξεων, ὅταν γίνονται σωστά), ὅμως κι αὐτὴ ἡ ἀπάντηση δὲν φτάνει στὸ βάθος καὶ στὴν ἀλήθεια τῆς ἑορτῆς, ὅπως μᾶς τὴν παραδίδει ἡ πνευματική μας κληρονομιὰ καὶ ὅπως τὴν ἐκφράζουν οἱ ἅγιοι τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ καὶ οἱ μεγάλοι καὶ ἅγιοι ποιητὲς καὶ μουσικοὶ ποὺ ἔγραψαν τὰ μουσικὰ ἔργα (κανόνες, κοντάκια, ἄλλα τροπάρια) ποὺ ψάλλουμε στὴν Ἐκκλησία τὴ μέρα τῆς γιορτῆς.

Σύμφωνα μὲ ὅλους αὐτούς, τὸ νόημα τῶν Χριστουγέννων εἶναι: ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος θεός.

.           Τὸ ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος (σύμφωνα μὲ τοὺς χριστιανοὺς) τὸ ξέρουν καὶ τὸ καταλαβαίνουν, σὲ γενικὲς γραμμές, ὅλοι: ὁ Θεὸς εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα. Τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Πατέρα (ποὺ εἶναι κι αὐτὸς Θεός), πῆρε ἀνθρώπινο σῶμα (ΚΑΙ ψυχὴ) καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, δίδαξε τὴν ἀγάπη καὶ σταυρώθηκε, λυτρώνοντας τὸ ἀνθρώπινο γένος (ἀπὸ τί ὅμως τὸ λύτρωσε;).

Ὁ ἄνθρωπος γίνεται θεός;

.         Ἀλλὰ τὸ δεύτερο, ὅτι ὁ Χριστὸς γεννήθηκε γιὰ νὰ γίνει θεὸς ὁ ἄνθρωπος, σίγουρα πρώτη φορὰ τὸ ἀκοῦνε οἱ πιὸ πολλοὶ καὶ ἀσφαλῶς χρειάζεται ἐξήγηση.
.             Νὰ ποῦμε κατ’ ἀρχὰς ὅτι μιλᾶμε κυριολεκτικά: στ’ ἀλήθεια γίνεται θεὸς ὁ ἄνθρωπος, ὄχι συμβολικὰ ἢ μεταφορικά. Γιατί; Ἐπειδή μὲ τὸ νὰ γίνει ἄνθρωπος ὁ Θεός, δημιούργησε μία γέφυρα ποὺ ἑνώνει Θεὸ καὶ ἀνθρώπους. Ἔτσι, ὅταν κάποιος βαφτίζεται ὀρθόδοξος χριστιανός, μεταλαβαίνει τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀξιοποιεῖ τὶς δυνάμεις του γιὰ νὰ καθαρίσει τὴν καρδιά του ἀπὸ τὰ πάθη (τὸν ἐγωισμό, τὸ μίσος, τὴν ἰδιοτέλεια, τὸ ν’ ἀγαπάει τὸ χρῆμα, τὶς ἀπολαύσεις ἢ τὴ δόξα πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅσο ἀγαπᾶ τοὺς συνανθρώπους του κ.λ.π.) καὶ νὰ ἐγκαταστήσει μέσα του τὴν ταπεινὴ καὶ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη (ποὺ περιλαμβάνει ὁπωσδήποτε συγχώρεση τῶν ἐχθρῶν, ἄσχετα ἂν αὐτοὶ μετανοοῦν ἢ ὄχι), τότε ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μὲ τὸν Χριστό.
.             Καί, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, ἡ ἕνωση αὐτὴ φέρνει τὸν ἄνθρωπο σὲ ἕνωση μὲ τὸν Θεό. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἅγιος, δηλαδὴ θεὸς «κατὰ χάριν» (ἀποκτᾶ ἔντονα θεϊκὰ στοιχεῖα, ποὺ τὰ διατηρεῖ αἰώνια, χωρὶς ὅμως νὰ πάψει νὰ εἶναι ἄνθρωπος). Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι κάνουν θαύματα: ἐπειδὴ δὲν εἶναι πιὰ κοινοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἔχουν γίνει πλάσματα ἀνώτερου ἐπιπέδου: θεϊκὰ ὄντα.
.           Βέβαια οἱ ἅγιοι – τὸ ξαναλέω – παραμένουν ἄνθρωποι, δὲν γίνονται θεοὶ «κατὰ φύσιν». Μόνον ὁ Θεὸς εἶναι Θεὸς κατὰ φύσιν. Γι’ αὐτό, τοὺς ἁγίους ΔΕΝ τοὺς λατρεύουμε, δὲν εἶναι «οἱ θεοί μας», ἀλλὰ πάντα εἶναι συνάνθρωποι καὶ ἀδελφοί μας. Αὐτὴ εἶναι καὶ μία μεγάλη διαφορὰ τῶν ἁγίων ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ποὺ ὀνειρεύονται νὰ γίνουν «θεοὶ» ἐγωιστικά: ὅτι ὅλοι, λίγο πολύ, θέλουμε νὰ γίνουμε οἱ «θεοὶ» τῶν ἄλλων καὶ νὰ ἔχουμε ἐξουσία καὶ δύναμη πάνω τους, ἐνῶ οἱ ἅγιοι δὲν ζητοῦν λατρεία ἀπὸ κανέναν, γιατί αὐτὸ ποὺ ἔχουν μέσα τους εἶναι ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ἀγάπη, ὄχι ἡ δίψα γιὰ δύναμη καὶ ἐξουσία.
.             Καταλαβαίνετε τώρα, ἐλπίζω, γιατί ἔχει τεράστια διαφορὰ ἂν ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, ἀπὸ τὸ ἂν εἶναι ἁπλὰ «ἕνας σοφὸς ἄνθρωπος ποὺ μίλησε γιὰ ἀγάπη καὶ δικαιοσύνη». Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι Θεός, τότε δὲν ὑπάρχει ἕνωση ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ, ἄρα δὲν ὑπάρχει καὶ σωτηρία. Τελικὸς νικητὴς εἶναι ὁ θάνατος.
.               Ἀλλὰ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεὸς καὶ ὑπάρχει ἁγιότητα καὶ σωτηρία, ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τῶν ἁγίων σὲ κάθε ἐποχὴ καί, φυσικά, καὶ στὴν ἐποχή μας. Οἱ σύγχρονοι ἅγιοι, ὅπως οἱ μεγάλοι Γέροντες Εὐμένιος ἀπὸ τὰ Ρούστικα, Γεννάδιος τῆς Ἀκουμιανῆς Γιαλιᾶς, Πορφύριος, Παΐσιος , Ἰάκωβος τῆς Εὔβοιας κ.π.ἄ., σύγχρονες ἁγίες ὅπως ἡ Σοφία τῆς Κλεισούρας, ἡ Ταρςὼ ἡ διὰ Χριστὸν σαλὴ κ.π.α., εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι ὁ χριστιανισμὸς εἶναι ἀληθινὸς καὶ ὅτι ὁ δρόμος τοῦ Χριστοῦ ὁδηγεῖ πράγματι τὸν ἄνθρωπο στὴν ἁγιότητα – σὲ αὐτὸ ποὺ οἱ θεολόγοι λέμε «θέωση», δηλ. στὸ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος θεός.

Μικροὶ καθημερινοὶ ἅγιοι

.             Νὰ ποῦμε ἐδῶ ὅτι, ἐνῶ μεγάλοι ἅγιοι εἶναι σχετικὰ λίγοι σὲ κάθε ἐποχή, ὑπάρχουν χιλιάδες «μικροὶ ἅγιοι», ποὺ ζοῦν δίπλα μας ἢ ἴσως καὶ μέσα στὸ σπίτι μας… Ἄνθρωποι γεμάτοι πίστη καὶ ταπεινὴ ἀγάπη, ποὺ συγχωροῦν εὔκολα καὶ τοὺς πάντες καὶ ἀγαποῦν τοὺς πάντες μὲ καρδιὰ μικροῦ παιδιοῦ. Ἄνθρωποι ποὺ ὑπομένουν τρομερὲς δυσκολίες, ἀλλὰ ἔχουν πάντα μέσα τους πίστη στὸν Θεό, ἀγάπη καὶ συγχώρεση (ἀνεξικακία) γιὰ τοὺς ἄλλους.
.               Ἀλλὰ καὶ πόσες μανάδες δὲν προσεύχονται γιὰ τὰ παιδιά τους μέρα νύχτα καὶ οἱ προσευχὲς αὐτὲς δὲν ὠφελοῦν τὰ παιδιά τους, χωρὶς οἱ ἴδιες – ἢ τὰ ἴδια – νὰ τὸ μαθαίνουν ποτέ… Κι αὐτὲς οἱ μανάδες, λόγῳ τῆς ἀγάπης τους, ἔχουν μία ἁγιότητα, γιατί οἱ φλογερὲς προσευχές τους, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, κάνουν αὐτὸ τὸ μικρὸ θαῦμα.
.             Ἐπίσης, ἀρκετοὶ παπάδες καὶ μοναχοὶ (καλόγεροι) εἶναι μικροὶ ἅγιοι καὶ κάνουν τὸν ἀγώνα τους γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς τους καὶ γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων μας. Ἂν κοιτάξουμε μὲ εἰλικρίνεια γύρω μας, θὰ δοῦμε σίγουρα μερικούς.
.               Ὑπάρχουν καὶ παιδιὰ ἢ ἔφηβοι, ποὺ πιστεύουν στὸν Θεό, προσεύχονται, πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία, νηστεύουν, ἐξομολογοῦνται καὶ μεταλαβαίνουν – καὶ συχνὰ γίνονται στόχος τῶν ἄλλων, ὑπομένουν πόλεμο, ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ πειραχτήρια τοῦ σχολείου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν οἰκογένειά τους, πού… ἀνησυχεῖ γιὰ τὰ παιδιά τους, ἐνῶ ἂν ἦταν ἐγωιστικά, ἂν κοιτοῦσαν μόνο τὸ συμφέρον τους ἢ τὴ διασκέδασή τους, θὰ τὰ θεωροῦσαν φυσιολογικὰ καὶ θὰ τὰ ἀποδέχονταν εὔκολα.
.               Γενικά, κάθε σοβαρὸς χριστιανὸς ἀντιμετωπίζει προβλήματα στὴν κοινωνία, γιατί εἶναι τόσο καλός, ποὺ οἱ περισσότεροι γύρω του τὸν θεωροῦν ἀφελῆ καὶ τὸν λυποῦνται ἢ τὸν ἐκμεταλλεύονται. Αὐτὸς τὸ καταλαβαίνει καὶ πικραίνεται, ἀλλὰ πάντα συγχωρεῖ καὶ πάντα ἐπιμένει στὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη. Καὶ ζητάει βοήθεια ἀπ’ τὸν Χριστὸ γιὰ νὰ συνεχίσει ν’ ἀγωνίζεται, συγχωρώντας, πιστεύοντας καὶ ἀγαπώντας, καὶ θυσιάζοντας πολλὲς φορὲς τὸ συμφέρον του γιὰ τοὺς ἄλλους, χωρὶς ἀντάλλαγμα. Αὐτὴ ἡ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος ν’ ἀντέξει ἕναν τόσο μεγάλο ἀγώνα…
.             Ἔτσι ὁ Χριστὸς λυτρώνει τὸν ἄνθρωπο: τὸν λυτρώνει ἀπὸ τὰ πάθη, ποὺ φέρνουν τὴ μοναξιά, τὸ θάνατο καὶ τὴν αἰώνια μοναξιά, ποὺ ὀνομάζεται κόλαση. Καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ἀγάπη καὶ συνύπαρξη, ποὺ φέρνει τὴν αἰώνια χαρὰ καὶ ὀνομάζεται παράδεισος.

Ὁ δρόμος τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ Χριστοῦ

.             Ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἡ ἀσκητικὴ προσπάθεια τοῦ χριστιανοῦ ἀποσκοπεῖ σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς: στὴν προσωπική μας μεταμόρφωση σὲ θεία ὄντα γεμάτα ἀγάπη, ποὺ σημαίνει τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ μέσα ἀπὸ τὴν ὁδὸ (τὸ δρόμο) τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
.               Ἡ ὁδὸς αὐτὴ (κυριολεκτικὰ «ὁ δρόμος ὁ λιγότερο ταξιδεμένος», γιὰ νὰ δανειστῶ μία φράση ἀπὸ ἄλλη συνάφεια) μᾶς ἔχει ἀποκαλυφθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστὸ (ποὺ εἶπε «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός», «δεῦτε πρός με», κατὰ Ἰωάννην ιδ´ 6, κατὰ Ματθαῖον, ια´ 28) καὶ ἔχει ἀναλυθεῖ ἀπὸ τοὺς ἁγίους διδασκάλους τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανισμοῦ, ποὺ δίδαξαν καὶ διδάσκουν τοὺς ἀνθρώπους μὲ βάση τὴν ἐμπειρία τους κι ὄχι θεωρητικὲς διανοητικὲς κατασκευές.
.             Σύμφωνα, λοιπόν, μὲ αὐτούς, πρῶτο βῆμα εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς μας ἀπὸ τὰ πάθη, δηλαδὴ ἡ ἀπελευθέρωσή μας ἀπ’ ὅ,τι μᾶς προκαλεῖ ἐξάρτηση μονοπωλώντας τὴν ἀγάπη μας καὶ μᾶς ἐμποδίζει ν’ ἀγαπήσουμε ὁλοκληρωτικὰ καὶ χωρὶς ὅρους τὸν Θεό, τὸν συνάνθρωπο καὶ κατ’ ἐπέκτασιν ὅλα τὰ ὄντα.
.               Ἡ ἀπελευθέρωση αὐτὴ προϋποθέτει σκληρὸ ἀγώνα ἐναντίον τῶν παθῶν, ποὺ μπορεῖ νὰ κρατήσει καὶ μία ὁλόκληρη ζωή. Περιέχει ἐπίσης καὶ μία παγίδα, τοποθετημένη ὄχι ἀπ’ τὸ Θεό, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ τοῦ ἀνθρώπινου γένους (τὸ διάβολο) ἢ ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, ποὺ εὔκολα παρασύρεται: ἡ παγίδα εἶναι τὸ ν’ ἀγωνιστοῦμε ἐνάντια στὰ πάθη μὲ κίνητρο «νὰ εἴμαστε δυνατοί», δηλ. ὑπηρετώντας καὶ τροφοδοτώντας ἕνα ἀπ’ αὐτὰ τὰ πάθη, τὸ χειρότερο, τὸν ἐγωισμό μας.
.             Ὁ ἀγώνας, ὅπως διδάσκεται στὴν πνευματική μας παράδοση, ἔχει ἀποτέλεσμα, ὅταν γίνεται μὲ ταπείνωση, ἢ μᾶλλον, γιὰ νὰ εἶμαι πιὸ ἀκριβής, ἀποσκοπεῖ ἀκριβῶς στὴν ἀπόκτηση τῆς ταπείνωσης, χωρὶς τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἐντὸς μας οὔτε ἀγάπη οὔτε φῶς. «Μία εἶναι ἡ ἀρετή, ἡ ταπείνωση», ἔλεγε ὁ Γέροντας Παΐσιος, «ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν θὰ τὸ καταλάβετε, ἄντε, ἂς πῶ καὶ τὴν ἀγάπη»… Μόνο ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ πραγματοποιήσει ὅσα ζητάει ὁ Ἰησοῦς στὸ κατὰ Λουκᾶν, κεφ. 6, ποὺ συνοψίζονται σὲ μία φράση: ἀγάπη στοὺς ἐχθροὺς καὶ παραίτηση ὑπὲρ τῶν ἄλλων ἀπὸ τὰ δικαιώματά μας.
.             Ὁ κόσμος ποτὲ δὲν θὰ συγχωρήσει τὸν Ἰησοῦ ποὺ δίδαξε τέτοια πράγματα – ποτὲ δὲν θὰ Τὸν συγχωρήσει ποὺ ἀποκάλυψε στοὺς ἀνθρώπους πὼς αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν πνευματικὴ τελειότητα καὶ μάλιστα πὼς αὐτὸς ὁ δρόμος περνάει ἀπ’ τὴ συνάντηση μὲ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Δὲν τοὺς ἄφησε νὰ πιστεύουν πὼς ἡ τελειότητα ἔρχεται ἀποκτώντας δύναμη, ὅπως γιὰ χιλιάδες χρόνια μᾶς εἶχε παραπλανήσει ὁ ὄφις, ἢ πὼς ἔρχεται κάνοντας ἀτομικὸ ἀγώνα, μὲ σκοπὸ καθαρὰ ἀτομικό, ὅπως μᾶς παραπλανᾶ τώρα. Γιατί ὁ Χριστός, βλέπεις, εἶπε πὼς αὐτὸς ὁ ἀγώνας γίνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία, δηλαδὴ μὲ τὴν ἔνταξή μας στὸ πανανθρώπινο σῶμα Του, ὅπου ὅλοι μαζὶ κι ὄχι κατὰ μόνας, στηρίζοντας ὁ ἕνας τοὺς ἄλλους, κατευθυνόμαστε πρὸς τὸν Θεὸ (τὸ Φῶς – ἢ μᾶλλον «τὸ Φῶς ποὺ δὲν εἶναι Φῶς καὶ γνωρίζει τὸ ὄνομά μας», ὅπως τὸ χαρακτήρισε ὁ Νεῖλος Στράικερ, ὁ Ἀμερικανὸς βουδιστὴς ἱερέας ποὺ ἔγινε ὀρθόδοξος χριστιανὸς μετὰ ἀπὸ ἕνα πολυήμερο χριστιανικὸ βίωμα).
.             Τὰ στοιχεῖα ποὺ περιέχει ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ (ἡ θεία μετάληψη, ἡ ἐξομολόγηση, ἡ νηστεία, ἡ προσευχὴ καὶ ὁ ἐκκλησιασμὸς) εἶναι τὰ μέσα ποὺ παρέχει ὁ Χριστὸς στοὺς ἀνθρώπους ὡς ἐνίσχυση στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Καὶ στὴ συνέχεια εἶναι τὰ μέσα γιὰ τὴν ἐγκατάσταση μέσα μας τῆς θείας χάριτος, δηλαδὴ τῆς ἄκτιστης θείας ἐνέργειας, ποὺ σημαίνει ἐγκατάσταση τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ (κατὰ Ἰωάννην ιδ´ 23) καὶ φέρνει τὸν ἄνθρωπο στὴν τελειότητα.

Μήπως αὐτὰ μοιάζουν μέ… βουδιστικά;

.           Ὁ ὀρθόδοξος δρόμος πρὸς τὴν τελειότητα (τὴν ἁγιότητα, τὴ σωτηρία, τὸν παράδεισο – τρεῖς λέξεις γιὰ τὸ ἴδιο πράγμα) διαφοροποιεῖται ἀπὸ τοὺς δρόμους ποὺ διδάσκει ἡ σοφία τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν καὶ οἱ διάσημες δυτικοποιημένες ἐκδοχές τους, κυρίως κατὰ τρία στοιχεῖα του:
Ὁ χριστιανὸς προσπαθεῖ ν’ ἀκολουθήσει τὸ δρόμο ποὺ χάραξε ὁ Χριστὸς κι ὄχι νὰ χαράξει ὁ ἴδιος τὸ δρόμο ποὺ προτιμᾶ ἢ ποὺ θεωρεῖ ὅτι «τοῦ ταιριάζει». Ἔτσι πρέπει νὰ γίνει, γιὰ νὰ νικηθεῖ ὁ ἐγωισμός μας, ποὺ εἶναι τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο, κατὰ τοὺς Πατέρες ἀνυπέρβλητο χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Ἂν καὶ ἡ πνευματικὴ πρόοδος μπορεῖ νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν παροχὴ «ὑπερφυσικῶν χαρισμάτων» ποὺ κάνουν κάποιον νὰ εἶναι ἰαματικός, διορατικός, ἀδέσμευτος ἀπὸ χῶρο καὶ χρόνο κ.π.ἄ., ἀλλὰ καὶ νὰ συνειδητοποιήσει τὴν ἑνότητά του μὲ ὅλα τὰ ὄντα καὶ νὰ μπορεῖ νὰ ἐπικοινωνήσει μαζί τους καὶ νὰ τὰ βοηθήσει μὲ τὴν προσευχή του κ.τ.λ., τὰ χαρίσματα αὐτὰ θεωροῦνται δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κι ὄχι ἀνάδυση δικῶν μας ἐσωτερικῶν δυνάμεων, ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει καὶ μὲ ἁπλὴ ἐξάσκηση, χωρὶς ἑνότητα μὲ τὸν Θεό. Ἐξ ἄλλου, κίνητρο τοῦ ἀγώνα δὲν εἶναι καθόλου μία τέτοια πνευματικὴ ἀνάπτυξη, ἀλλὰ ὁ πόθος τοῦ Χριστοῦ.
.           Ὁ χριστιανὸς ἀγωνιστὴς εἶναι «ἐραστὴς τοῦ Χριστοῦ», Αὐτὸν ἐπιθυμεῖ καὶ ἀπορρίπτει κάθε ἄλλη ὑπόσχεση (ἀνώτερης συνειδητότητας, σοφίας, γνώσης, εὐεργετικῶν δυνάμεων κ.τ.λ.), γιατί μπορεῖ νὰ τὸν ἀποπροσανατολίσει.
.           Τέλος, οἱ χριστιανοὶ ἀγωνιστὲς καὶ οἱ ἅγιοι χριστιανοὶ διδάσκαλοι γνωρίζουν πολὺ καλὰ καὶ προειδοποιοῦν τοὺς ἀνθρώπους ὅτι μπορεῖ ἕνα πνευματικὸ βίωμα, ἐντελῶς ὅμοιο μὲ ἀγαθὸ καὶ θεϊκό, νὰ εἶναι στὴν πραγματικότητα δαιμονικὸ καὶ ἀπατηλό.
.             Διδάσκουν ἐπίσης τὴν ἀποφυγὴ τέτοιων παγίδων μὲ τὴν ἐπιστήμη τῆς «διάκρισης τῶν πνευμάτων». Ἴσως δὲν εἶναι τυχαῖο, ποὺ ἔχοντας ἀναπτύξει στὸ ἔπακρο αὐτὴ τὴν ἐπιστήμη, ἀπορρίπτουν τὶς μεθόδους τελειοποίησης τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν ὡς ἀτελεῖς, ἐνῶ σὲ μερικὲς περιπτώσεις διακρίνουν καὶ σκοτεινὸ ὑπόβαθρο.

ΠΗΓΗ: ἀέναη ἐπΑνάσταση

, , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 3

Ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου [Γ´]

Γ´ Ἡ πορεία πρὸς τὴν θέωση
Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/28/ἡ-θέωσις-τοῦ-ἀνθρώπου1/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/30/ἡ-θέωσις-τοῦ-ἀνθρώπου-2/ 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

«Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ, ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ» 
(Σχεδίασμα Ὀρθοδόξου Κατηχήσεως)

Ἱ. Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἁγ. Ἰω. Θεολόγου,
Ἅγιον Ὄρος (Μάρτιος 2012)

.         Γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ περιγράψουμε ἀμυδρὰ τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν θέωση, θὰ προσπαθήσουμε νὰ μεταφέρουμε πιστὰ τοὺς λόγους τῶν ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι μὲ κόπο πολὺ διήνυσαν τὸν δρόμο αὐτὸ καὶ τώρα ἀγάλλονται αἰωνίως μαζὶ μὲ τὸν Χριστό.
.         Ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου συντελεῖται μέσα στὴν Ἐκκλησία, καὶ εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὴν ἐπιτυγχάνουμε μόνοι μας. Κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, ἐμεῖς πάσχουμε τὴν θέωση, ἐνῶ ὁ Θεὸς τὴν ἐνεργεῖ[1]. Θὰ πρέπη ὡστόσο κι ἐμεῖς νὰ ἀγωνισθοῦμε, ὥστε νὰ καταστήσουμε ἄξιο τὸν ἑαυτό μας νὰ δεχθῆ καὶ νὰ κρατήση τὴν μεγάλη αὐτὴ δωρεά.
.         Πρώτη προϋπόθεση γιὰ νὰ ἑλκύσουμε τὸ ἔλεος καὶ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ταπείνωση. Διότι ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν[2].

.         Οἱ μεγαλύτερες πτώσεις στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου εἶναι ἡ πτώση τοῦ Ἑωσφόρου καὶ ἡ πτώση τῶν πρωτοπλάστων. Ἦταν καὶ οἱ δύο προσπάθειες γιὰ «θέωση», ποὺ στηρίζονταν ὅμως ὄχι στὸν Θεὸ ἀλλὰ στὴν ἔπαρση καὶ στὸν ἐγωισμό. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν φοβερὴ πτώση, ἀθεράπευτη γιὰ τὸν ἐφευρέτη τῆς κακίας, καὶ δυσθεράπευτη γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Δυστυχῶς τὸ φαινόμενο αὐτὸ ἐπαναλαμβάνεται συνεχῶς μέχρι τὶς μέρες μας. Διάφορα κοινωνικὰ καὶ θρησκευτικὰ συστήματα ὑπόσχονται πολλὰ στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἀποτυγχάνουν τραγικά, διότι ἔχουν ὡς κέντρο τους τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι τὸν Θεάνθρωπο Χριστό.
.         Ὁ Χριστὸς μᾶς εἶπε πολὺ καθαρά: Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν[3]. Μόνον ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀναγνωρίση τὴν ἀδυναμία του, καὶ ζητήση μὲ συντριβὴ τὸ ἔλεος καὶ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀρχίζει νὰ βαδίζη στὸν δρόμο τῆς θεώσεως. Οἱ Ἅγιοι ἐνῶ ἦταν κοντὰ στὸν Θεό, ἐνῶ ἔλαμπαν καὶ θαυματουργοῦσαν, ταυτόχρονα θεωροῦσαν τὸν ἑαυτό τους χειρότερο ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὴ ἡ ταπείνωση τοὺς ἀνέδειξε θεοὺς κατὰ Χάριν.

* * *

.         Κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, οἱ ἐκφράσεις θέωσις, ἕνωσις μὲ τὸν Θεό, ὁμοίωσις μὲ τὸν Θεό, γνῶσις Θεοῦ, θεωρία τοῦ Θεοῦ, θέα τοῦ ἀκτίστου φωτός, εἶναι προσπάθειες περιγραφῆς τῶν ἐμπειριῶν τῆς θεώσεως[4]. Μὲ τὴν θέωση τοῦ ἀνθρώπου συνυπάρχει ἡ θέα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν πατερικὸ λόγο, βλέπει τὸ Φῶς καὶ γίνεται Φῶς: «Φῶς γεγονὼς καὶ διὰ τοῦ φωτὸς θεώμενος καὶ φῶς ὁρῶν». Γιὰ νὰ ἀξιωθῆ ὅμως ὁ ἄνθρωπος νὰ δῆ τὸν Θεό, θὰ πρέπη νὰ καθαρίση τὴν καρδιά του ἀπὸ τὰ πάθη: Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται[5]. Αὐτὴ εἶναι ἡ δεύτερη προϋπόθεση γιὰ τὴν θέωση τοῦ ἀνθρώπου.
.         Ἡ τέλεια κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη ὁδηγεῖ στὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό: «Ὅταν φθάση κανεὶς στὴν πνευματικὴ τελειότητα, ἀφοῦ καθαρθῆ ὁλότελα ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη καὶ ἑνωθῆ τελείως μὲ τὸ Παράκλητο Πνεῦμα… τότε γίνεται ὅλος φῶς, ὅλος πνεῦμα, ὅλος χαρά, ὅλος ἀγάπη»[6].
.         Ὁ ἄνθρωπος ποὺ μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ ἔφθασε στὴν κάθαρση, βλέπει τὸν Θεό. Οἱ θεοφόροι Πατέρες μᾶς ἐξηγοῦν πῶς συμβαίνει αὐτό: Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, καὶ ἑπομένως «ὅποιος καθάρισε τὴν καρδιά του ἀπὸ κάθε ἐμπάθεια, βλέπει μέσα στὸ δικό του κάλλος τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ»[7]. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει καθαρίσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ κάθε πάθος, ἔχει κάνει τὴν καρδιά του ἕναν καθαρὸ πνευματικὸ καθρέπτη στὸν ὁποῖο καθρεπτίζεται ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργός.
.         Ὁ ἀγῶνας βέβαια γιὰ νὰ ξεριζωθοῦν τὰ πάθη δὲν εἶναι καθόλου εὔκολος. Χρειάζεται πολὺς κόπος καὶ συνεχὴς βία: Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν. Καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς καλοῦν: «Δῶσε αἷμα καὶ λάβε Πνεῦμα». Μαζὶ μὲ τὴν ἀνθρώπινη προσπάθεια, γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς εἶναι τελείως ἀπαραίτητη ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διότι «οἱ ἀρετὲς ἀπὸ μόνες τους δὲν μποροῦν νὰ κάνουν καθαρὴ τὴν καρδιά, χωρὶς τὴν ἐνέργεια καὶ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»[8].
.         Ὅσο προχωρᾶ ὁ ἄνθρωπος στὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς του, τόσο περισσότερο ζῆ πνευματικὲς καταστάσεις καὶ ἐμπειρίες τῆς θείας Χάριτος. Τὰ πρῶτα πικρὰ δάκρυα τῆς μετανοίας μετατρέπονται σὲ δάκρυα βαθιᾶς εἰρήνης καὶ τέλος σὲ δάκρυα ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό. Ὁ νοῦς φωτίζεται καὶ βλέπει σιγὰ-σιγὰ μὲ ἄλλο τρόπο τὰ πράγματα, τοὺς ἀνθρώπους, τὸν κόσμο ὁλόκληρο. Ἡ κατάσταση στὴν ὁποία φθάνει τότε ὁ ἄνθρωπος ὀνομάζεται ἀπάθεια.
.         Στὴν ἀπάθεια διακρίνουμε τέσσερα στάδια: «Ἡ πρώτη ἀπάθεια, ποὺ παρατηρεῖται στοὺς ἀρχαρίους, εἶναι ἡ παντελὴς ἀποχὴ ἀπὸ τὴν πράξη τῆς ἁμαρτίας. Δεύτερη εἶναι ἡ πλήρης ἀπουσία συγκατάθεσης στοὺς κακοὺς λογισμούς… Τρίτο στάδιο ἀπαθείας εἶναι ἡ πλήρης ἀκινησία τῶν παθῶν… Τέταρτο στάδιο εἶναι ἡ πλήρης κάθαρση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἁπλὴ φαντασία τῶν παθῶν». Γιὰ τὸ τελευταῖο αὐτὸ στάδιο τῆς ἀπαθείας ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος γράφει: «Ὅποιος ἀξιώθηκε αὐτὴν τὴν κατάσταση, ἐνῶ βρίσκεται ἀκόμη στὴν σάρκα του, ἔχει ὡς ἔνοικό του τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος τὸν κυβερνᾶ σὲ ὅλα τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα καὶ τὶς σκέψεις»[9].
.         Ὁ ὅσιος Ἰωάννης παρομοιάζει τὴν ἀπάθεια μὲ τὸ ἀνάκτορο τοῦ ἐπουρανίου Βασιλέως, ἐνῶ τὶς «πολλὲς μονές», ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Χριστός, τὶς παρομοιάζει μὲ τὶς κατοικίες τῆς ἐπουρανίου Ἱερουσαλήμ. Καὶ μᾶς προτρέπει: «Ἂς τρέξουμε γιὰ νὰ κατορθώσουμε νὰ εἰσέλθουμε στὸν νυμφῶνα τοῦ ἀνακτόρου. Ἐὰν ὅμως εἴτε ἀπὸ κάποιο φορτίο εἴτε ἀπὸ κάποια πρόληψη (κακὴ συνήθεια ἁμαρτωλοῦ παρελθόντος) εἴτε ἀπὸ κάποια ἀργοπορία καθυστερήσαμε,… τουλάχιστον ἂς προφθάσουμε κάποια κατοικία γύρω ἀπὸ τὸν νυμφῶνα»[10]. Ἐδῶ θὰ πρέπη νὰ διευκρινισθῆ ὅτι δὲν σώζονται μόνον ὅσοι φθάνουν στὴν ἀπάθεια, ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἀγωνίζονται γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς τους μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ τοὺς βρίσκει ὁ θάνατος[11].

* * *

.         Ἡ θέωση στὴν παροῦσα ζωὴ εἶναι ὁ μυστικὸς ἀρραβῶνας τῆς ψυχῆς μὲ τὸν Χριστό. Στὸν ἀρραβῶνα αὐτό, τὸ δακτυλίδι ποὺ χαρίζει ὁ Νυμφίος Χριστὸς στὴν ψυχὴ εἶναι ἡ τελεία χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μόνον ὅταν ἡ ψυχὴ δεχθῆ αὐτὴ τὴν θεία Χάρι μπορεῖ νὰ εἶναι βέβαιη γιὰ τὸν μελλοντικὸ γάμο της μὲ τὸν Χριστό. Ὁ γάμος αὐτὸς εἶναι τὰ ἀγαθὰ τῆς οὐράνιας Βασιλείας[12].
.         Στὴν παροῦσα ζωὴ οἱ Ἅγιοι θεοποιοῦνται, χωρὶς αὐτὸ νὰ εἶναι ἀντιληπτὸ σὲ ὅσους κρίνουν ἐξωτερικά:

Ὥσπερ ἐγεννήθη Θεὸς ἀτρέπτως
ἄνθρωπος ἐν σώματι καὶ πᾶσιν ὤφθη,
οὕτως ἀφράστως, πνευματικῶς γεννᾷ με
καὶ ἄνθρωπον μένοντα θεὸν ποιεῖ με·
καὶ ὥσπερ ὁρώμενος σαρκὶ ἐκεῖνος
τὸ Θεὸς εἶναι ἠγνοεῖτο τοῖς ὄχλοις,
οὕτω καὶ ἡμεῖς, οἷον ἦμεν, τοῖς πᾶσιν
«θαῦμα!» βλεπόμενοι ἄνθρωποι πάντως
τό, ὅπερ γεγόναμεν χάριτι θείᾳ,
οὐ πεφύκαμεν τοῖς πολλοῖς καθορᾶσθαι.
Μόνοις δ’ οἷς ὄμμα ψυχῆς κεκαθαρμένον[13].

.         Στὴν μέλλουσα ζωὴ ὅμως, οἱ Ἅγιοι θὰ βλέπουν τὸν Θεὸ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον, καὶ θὰ λάμψουν σὰν τὸν ἥλιο καταυγαζόμενοι ἀπὸ τὸ φῶς τῆς θείας δόξης:

Ὢ θαύματος, ὡς ἄγγελοι καὶ ὡς υἱοὶ Ὑψίστου
ἔσονται μετὰ θάνατον, θεοὶ Θεῷ συνόντες,
τῷ φύσει ὄντι οἱ αὐτῷ θέσει ὁμοιωθέντες[14].

1. Πρβλ. ὅσιος Μάξιμος Ὁμολογητής, Πρὸς Θαλάσσιον, 22, PG 90, 320D καὶ Πρὸς Μαρῖνον πρεσβύτερον, PG 91, 33C.

2. Ἰακώβου 4, 6.

3. Ἰωάννης 15, 5.

4. Πρβλ. ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, Περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, 1, 3, PG 3, 376A: «Ἡ θέωσίς ἐστιν ἡ πρὸς Θεόν, ὡς ἐφικτόν, ἀφομοίωσίς τε καὶ ἕνωσις»  ―  Πρβλ. ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Α΄ πρὸς Βαρλαάμ, 38, Συγγράμματα 1, 247.

5. Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 2, 3, 57, Συγγράμματα 1, 591  ―  Ματθαῖος 5, 8.

6. Ἅγιος Μακάριος Αἰγύπτιος, Λόγοι πεντήκοντα (παράφραση ἁγ. Συμεὼν Μεταφραστοῦ), 90, Φ 3, 208.

7. Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς 6, PG 44, 1269C.

8. Ματθαῖος 11, 12  ―  Ἀββᾶς Λογγῖνος, Γεροντικόν, Ἀθήνα 21970, σελ. 63  ―  Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Κεφάλαια πρακτικὰ καὶ θεολογικά, 73, Φ 3, 250.

9. Ὅσιος Μάξιμος Ὁμολογητής, Πρὸς Θαλάσσιον, 55, PG 90, 544C  ―  Κλῖμαξ, Λόγος 29, 2 καὶ 15, σελ. 368 καὶ 371.

10. Ἰωάννης 14, 2  ―  Κλῖμαξ, Λόγος 29, 16-7, σελ. 371-2.

11. Πρβλ. Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Πρὸς Ἰωάννην καὶ Θεόδωρον, 9, Συγγράμματα 5, 235, καὶ Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Ἠθικὸς 4, SC 129, 18.

12. Πρβλ. Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Κεφάλαια θεολογικὰ 3, 45-9, SC 51, 93-5.

13. Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Ὕμνος 50, SC 196, 170-2.

14. Α΄ Κορινθίους 13, 12. Πρβλ. Ματθαῖος 13, 43  ―  Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Ὕμνος 27, SC 174, 286.

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 2

Ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου [Β´]

Β´ Ἡ Ἐκκλησία, ὁ χῶρος τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου
Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/28/ἡ-θέωσις-τοῦ-ἀνθρώπου1/ 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

«Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ, ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ» 
(Σχεδίασμα Ὀρθοδόξου Κατηχήσεως)

Ἱ. Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἁγ. Ἰω. Θεολόγου,
Ἅγιον Ὄρος (Μάρτιος 2012)

.      Μὲ τὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων ὁ σκοπὸς τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς φάνηκε ὅτι ματαιώνεται. Ὁ ἄνθρωπος, βαριὰ ἄρρωστος πλέον, δὲν εἶχε τὶς προϋποθέσεις ποὺ εἶχε ἀρχικὰ γιὰ νὰ προχωρήση στὴν θέωση. Ὁ πανάγαθος Θεὸς ὅμως οἰκονόμησε τὴν σωτηρία του μὲ τὴν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του.
.       Ὁ ἅγιος Γρηγόριος θεολογεῖ: «Ἐκεῖνος ποὺ δίνει τὸν πλοῦτο, γίνεται πτωχός. Πτωχεύει λαμβάνοντας τὴν δική μου σάρκα, γιὰ νὰ πλουτήσω μὲ τὴν δική Του Θεότητα». Στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἑνώθηκε ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση. Ἔτσι κάθε Χριστιανὸς ἔχει πλέον τὴν δυνατότητα νὰ ἑνωθῆ μὲ τὸν Θεό, νὰ πετύχη τὴν θέωση. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀπευθύνεται στὸν καθένα μας: «Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο κατέβηκε στὴν γῆ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ σὲ καταστήση θεό, ὅσο εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατόν»[1].
.          Ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ συντελεῖται διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέσα στὴν Ἐκκλησία. Κάθε βαπτισμένος Χριστιανὸς εἶναι μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. «Ἐκεῖνοι λοιπὸν ποὺ ἀξιώθηκαν νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ τὸν ἔχουν ὡς κεφαλή… γίνονται κι αὐτοὶ θέσει θεοί, ὅμοιοι μὲ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ»[2]. Ἐὰν ὁ χριστιανὸς ζῆ χωρὶς ἐξομολόγηση καὶ πνευματικὴ ζωή, εἶναι ἕνα νεκρὸ μέλος τοῦ Χριστοῦ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐξομολογῆται καὶ μετέχη στὰ ἅγια Μυστήρια, εἶναι μέλος ζωντανό. Ἡ θεία ζωὴ τὸν διαποτίζει ὁλόκληρο, καὶ τὸν ζωοποιεῖ. Θὰ ἦταν ὅμως τελείως ἀδύνατον νὰ θεωθοῦμε, ἂν ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς ἔκανε μέλη τοῦ ἁγίου Σώματός Του.

* * *

.          Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ πετύχη τὴν θέωση, διότι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων, εἶναι ἄκτιστη. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνον οὐσία, ὅπως πιστεύουν οἱ Παπικοί, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἐνέργεια. Ἐὰν ὁ Θεὸς ἦταν μόνον οὐσία, δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του, διότι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπρόσιτη στὸν ἄνθρωπο. «Ὅσοι ἀξιώνονται νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Θεό, ἑνώνονται κατ’ ἐνέργειαν»[3].
.            Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγει: «Ἀπὸ τοὺς Ἁγίους παραλάβαμε νὰ ὀνομάζουμε Θεότητα καὶ τὴν θεία φύση καὶ τὴν θεοποιὸ δωρεά». Ἐὰν οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ δὲν ἦταν ἄκτιστες, δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ μᾶς θεώσουν, νὰ μᾶς ἑνώσουν μὲ τὸν Θεό. «Ὅταν κάποιος λέγη ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐκχέεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς ἀξίους εἶναι κτίσμα, ἀναιρεῖ φανερὰ τὴν ἕνωση τῶν Ἁγίων μὲ τὸν Θεό, καὶ ἀθετεῖ τὴν κοινωνία τῆς Θεότητος»[4]. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ Παπικοὶ δὲν ὁμιλοῦν γιὰ θέωση ἀλλὰ μόνο γιὰ μιὰ ἠθικὴ καλλιτέρευση.
.         Ὅσοι πάλι πιστεύουν ὅτι μποροῦν νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀναγκαστικὰ φθάνουν στὸ συμπέρασμα ὅτι καὶ ὁ ἄνθρωπος γίνεται κατ’ οὐσίαν θεός, δηλαδὴ ὅτι ὅλοι καὶ ὅλα γίνονται θεοί. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψη ποὺ ὑπάρχει στὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες, ὅπου ὁ Θεὸς δὲν εἶναι συγκεκριμένη προσωπικὴ ὕπαρξη ἀλλὰ συγκεχυμένη δύναμη σκορπισμένη σ’ ὅλο τὸν κόσμο, καὶ στοὺς ἀνθρώπους καὶ στὰ ζῶα καὶ στὰ πράγματα (πανθεϊσμός).
.            Ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι τὸ ἀληθινὸ ἐργαστήριο τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ὁ μοναδικὸς χῶρος τῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Ὅταν ἐμεῖς οἱ βαπτισμένοι Χριστιανοὶ κοινωνοῦμε μὲ τὴν κατάλληλη προετοιμασία (ἐξομολόγηση, νηστεία κλπ.) τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου, ἑνωνόμαστε μὲ τὸν Θεό, γινόμαστε κι ἐμεῖς θεοὶ κατὰ Χάριν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

1. Λόγος 45, 9, PG 36, 636A  ―  Εἰς Πράξεις 15, 4, PG 60, 125.
2. Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Ἠθικὸς 4, SC 129, 50.
3. Πρβλ. Ἰωάννης 1, 18. Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα, 75, Συγγράμματα 5, 77-8 (πρβλ. καὶ 94-5).
4. Πρὸς Ἀρσένιον, 2, Συγγράμματα 2, 316  ―  Πρὸς Ἀθανάσιον Κυζίκου, 33, Συγγράμματα 2, 443.

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 1

Ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου [Α´]

Α´ Θέωσις, ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

«Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ, ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ» 
(Σχεδίασμα Ὀρθοδόξου Κατηχήσεως)

Ἱ. Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἁγ. Ἰω. Θεολόγου,
Ἅγιον Ὄρος (Μάρτιος 2012), σελ. 284. 

.         Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος τοῦ ἔθεσε ὡς σκοπὸ νὰ γίνη καὶ καθ’ ὁμοίωσίν Του[1]. Δηλαδὴ ὁ Δημιουργὸς μᾶς καλεῖ νὰ γίνουμε κατὰ Χάριν θεοί, καὶ ἑπομένως σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ θέωσις.
.          Κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν στὸν στόχο αὐτό, «θέωσις εἶναι ἡ κατὰ τὸ δυνατὸν ὁμοίωση καὶ ἕνωση μὲ τὸν Θεό». Ἡ ἕνωση αὐτὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς συναισθηματική· εἶναι ὀντολογικὴ καὶ πραγματική. Αὐτὸ τὸ ἀνέκφραστο μυστήριο τῆς ἑνώσεως τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τὸ περιέγραψε μὲ μία φράση: «Ἡμεῖς καὶ ὁ Χριστὸς ἕν ἐσμεν»[2].
.         Ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. «Ὁ Θεὸς μᾶς ἔπλασε γιὰ νὰ γίνουμε κοινωνοὶ θείας φύσεως καὶ μέτοχοι τῆς αἰωνιότητός Του, καὶ νὰ φανοῦμε ὅμοιοι μὲ Αὐτόν, θεούμενοι διὰ τῆς θείας Χάριτος». Γράφει ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: «Ἡ θέωσις εἶναι ὁ τελικὸς στόχος, ὁ πρώτιστος καὶ ὑψηλότατος σκοπὸς τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὸν ὁποῖο ἔγινε… καὶ ἡ δημιουργία τῆς κτίσεως, καὶ ἡ παράδοση τοῦ φυσικοῦ καὶ γραπτοῦ νόμου,… καὶ ἡ ἔνσαρκος οἰκονομία τοῦ Θεοῦ Λόγου, καὶ ἡ ἐπιδημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»[3].

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

1. Γένεσις 1, 26.
2. Ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, Περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, 1, 3, PG 3, 376A  ―  Εἰς Ἑβραίους 6, 3, PG 63, 58
3. Ἅγ. Μάξιμος, Περὶ θεολογίας, 3, 42, Φ 2, 98. Β΄ Πέτρου 1, 4  ―  Ἀπάνθισμα λίαν κατανυκτικῶν εὐχῶν, Βόλος 1963, σελ. 12.

, ,

Σχολιάστε

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ 2 («Ὑποτάσσει τὴν λογική της στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ»)

Τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»,
ἔκδ. Ι. Μ. Γενεθλίου τῆς  Θεοτόκου (1995)

[2]


Γ´

.        Κανεὶς ἄνθρωπος δὲν γεννᾶται ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Ἡ πτώση τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας καὶ οἱ συνέπειες αὐτῆς τῆς πτώσεως κληρονομήθηκαν σὲ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Φυσικὸ ἦταν καὶ ἡ Παναγία νὰ μὴν εἶναι ἀπηλλαγμένη ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι σαφής: «πάντες ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. γ´ 23). Στὸ ἀποστολικὸ αὐτὸ χωρίο φαίνεται ὅτι τὸ ἁμάρτημα νοεῖται ὡς στέρηση τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀκόμη ὅτι κανεὶς δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένος ἀπὸ αὐτό. Ἔτσι, λοιπόν, καὶ ἡ Παναγία γεννήθηκε μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Πότε ὅμως ἀπαλλάχτηκε ἀπὸ αὐτό; Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ πρέπει νὰ ἐλευθερωθῆ ἀπὸ σχολαστικὲς ἀντιλήψεις.
.        Κατ’ ἀρχὰς πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα ἦταν ἡ στέρηση τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀλλοτρίωση ἀπὸ τὸν Θεό, ἡ ἀπώλεια τῆς Θεοκοινωνίας. Αὐτὸ ὅμως εἶχε καὶ σωματικὲς συνέπειες, γιατί στὸ σῶμα τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας εἰσῆλθε ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. ταν στν ρθόδοξη Παράδοση γίνεται λόγος γι κληρονόμηση το προπατορικο μαρτήματος, δν ννοεται κληρονόμηση τς νοχς τς προπατορικς μαρτίας, λλ κυρίως ο συνέπειές της, πο εναι φθορ κα θάνατος. Ὅπως ὅταν ἀρρωσταίνη ἡ ρίζα τοῦ φυτοῦ, ἀρρωσταίνουν καὶ τὰ κλαδιὰ καὶ τὰ φύλλα, τὸ ἴδιο ἔγινε μὲ τὴν πτώση τοῦ Ἀδάμ. Ἀσθένησε ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος ποὺ κληρονομεῖ ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ εὔκρατο κλίμα τῆς καλλιέργειας τῶν παθῶν, καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο σκοτίζεται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου.
.        Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἡ πρόσληψη ἀπὸ τὸν Χριστό, μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του, αὐτοῦ τοῦ θνητοῦ καὶ παθητοῦ σώματος, χωρὶς τὴν ἁμαρτία, συνετέλεσε στὸ νὰ διορθωθοῦν οἱ συνέπειες τοῦ ἁμαρτήματος τοῦ Ἀδάμ. Θέωση ὑπῆρχε καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅπως καὶ φωτισμὸς τοῦ νοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶχε καταργηθῆ ὁ θάνατος, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ θεόπτες Προφῆτες πήγαιναν στὸν Ἅδη. Μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, θεώθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση καὶ ἔτσι δόθηκε ἡ δυνατότητα σὲ κάθε ἄνθρωπο νὰ θεωθῆ. Ἐπειδὴ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα γινόμαστε μέλη τοῦ θεωθέντος καὶ ἀναστημένου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ λέμε ὅτι διὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ἀπαλλάσσεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα.
.        Ὅταν προσαρμόσουμε αὐτὰ στὴν περίπτωση τῆς Παναγίας, μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὴν σχέση της μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ τὴν ἐλευθέρωσή της ἀπὸ αὐτό. Ἡ Παναγία γεννήθηκε μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, εἶχε ὅλες τὶς συνέπειες τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου στὸ σῶμα της. Μὲ τὴν εἴσοδό της στὰ ἅγια τῶν ἁγίων ἔφθασε στὴν θέωση. Αὐτὴ ὅμως ἡ θέωση δὲν ἦταν ἀρκετὴ γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς συνέπειές του, ποὺ εἶναι ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος, ἀκριβῶς γιατί δὲν εἶχε ἑνωθῆ ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου. Ἔτσι, τν στιγμ πο μ τν δύναμη το γίου Πνεύματος θεία φύση νώθηκε μ τν νθρώπινη φύση, στν γαστέρα τς Παναγίας, Παναγία πρώτη γεύεται τν λευθέρωσή της π τ λεγόμενο προπατορικ μάρτημα κα τς συνέπειές του. Ἄλλωστε, τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἔγινε αὐτὸ ποὺ ἀπέτυχε νὰ κάνη ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα μὲ τὸν ἐλεύθερο προσωπικό τους ἀγώνα. Γι’ αὐτό, ἡ Παναγία τὴν στιγμὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἔφθασε σὲ μεγαλύτερη κατάσταση ἀπὸ ἐκείνην στὴν ὁποία βρισκόταν ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα πρὶν τὴν πτώση. ξιώθηκε ν γευθ τ τέλος το σκοπο τς δημιουργίας, ὅπως θὰ δοῦμε σ’ ἄλλες ἀναλύσεις.
.        Γι’ ατό, γι τν Παναγία δν χρειάστηκε ν γίνη Πεντηκοστή, δν χρειάστηκε ν βαπτισθ. Ατ πο βίωσαν ο πόστολοι τν μέρα τς Πεντηκοστς, πο γιναν μέλη το Σώματος το Χριστο δι το γίου Πνεύματος, κα ατ πο γινε σ λους μς κατ τ μυστήριο το Βαπτίσματος, γινε γι τν Παναγία τν μέρα το Εαγγελισμο. Τότε ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὴν ἐνοχή, ἀλλὰ ὅτι ἀπέκτησε τὴν θέωση στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, λόγῳ τῆς ἑνώσεώς της μὲ τὸν Χριστό.
.        Μέσα στὰ πλαίσια αὐτὰ πρέπει νὰ ἑρμηνευθῆ καὶ ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὅτι τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἡ Παναγία ἔλαβε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ Ὁποῖο τὴν καθάρισε καὶ τῆς ἔδωσε δύναμη δεκτικὴ τῆς θεότητος τοῦ Λόγου, συγχρόνως δὲ καὶ γεννητική. Δηλαδή, ἡ Παναγία ἔλαβε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καθαρτικὴ χάρη, ἀλλὰ καὶ δεκτικὴ καὶ γεννητικὴ τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὡς ἀνθρώπου.

Δ´

.        Ἡ ἀπάντηση τῆς Παναγίας στὴν πληροφορία τοῦ ἀρχαγγέλου ὅτι θὰ ἀξιωθῆ νὰ γεννήση τὸν Χριστὸ ἦταν ἐκφραστική: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου» (Λουκ. α´ 38). Φαίνεται ἐδῶ ἡ ὑπακοὴ τῆς Παναγίας στὸν λόγο τοῦ ἀρχαγγέλου, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπακοή της στὸν Θεό, γιὰ ἕνα γεγονὸς ποὺ ἦταν παράδοξο καὶ παράξενο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη λογική. Ἔτσι ποτάσσει τν λογική της στ θέλημα το Θεο.
.        Μερικοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴ ἐκείνη ὅλοι οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα περίμεναν μὲ ἀγωνία νὰ ἀκούσουν τὴν ἀπάντηση τῆς Παναγίας, ἔχοντας φόβο μήπως ἀρνηθῆ καὶ δὲν ὑπακούση στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἰσχυρίζονται ὅτι ἐπειδὴ κάθε φορὰ ποὺ ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σὲ τέτοιο δίλημμα, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἔχει ἐλευθερία, μπορεῖ νὰ πῆ τὸ ναὶ ἢ τὸ ὄχι, ὅπως ἄλλωστε ἔγινε στὴν περίπτωση τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, τὸ ἴδιο μποροῦσε νὰ συμβῆ καὶ στὴν Παναγία. Ἀλλὰ ὅμως ἡ Παναγία δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀρνηθῆ, ὄχι γιατί δὲν εἶχε ἐλευθερία, ἀλλὰ γιατί εἶχε τὴν πραγματικὴ ἐλευθερία.
.        Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς κάνει διάκριση μεταξὺ φυσικοῦ καὶ γνωμικοῦ θελήματος. Γνωμικὸ θέλημα ἔχει κανεὶς ὅταν διακρίνεται γιὰ τὴν ἄγνοια ἑνὸς πράγματος, γιὰ τὴν ἀμφιβολία καὶ τελικὰ γιὰ τὴν ἀδυναμία ἐπιλογῆς. Πρόκειται γιὰ μία ἀμφιταλάντευση περὶ τοῦ πρακτέου. Φυσικὸ θέλημα ἔχει κανεὶς ὅταν ὁδηγῆται κατὰ τρόπο φυσικό, χωρὶς ἀμφιταλαντεύσεις, χωρὶς ἄγνοια, στὴν πραγματοποίηση τῆς ἀλήθειας.
.        Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι τ φυσικ θέλημα συνδέεται μ τ «θέλειν», ν τ γνωμικ θέλημα μ τ «πς θέλειν», καὶ μάλιστα ὅταν γίνεται μὲ ἀμφιβολίες καὶ ἀμφιταλαντεύσεις. Ἑπόμενο εἶναι ὅτι τ φυσικ θέλημα συνιστ τν τελειότητα τς φύσεως, ν τ γνωμικ θέλημα συνιστ τν τέλεια τς φύσεως, ἀφοῦ προϋποθέτει ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἔχει γνώση τῆς ἀλήθειας, δὲν εἶναι βέβαιος γι’ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ ἀποφασίση.
.        Ὁ Χριστὸς καίτοι εἶχε δύο θελήματα, λόγῳ τῶν δύο φύσεων, ἀνθρωπίνης καὶ θείας, ἐν τούτοις εἶχε φυσικὸ θέλημα, ἀπὸ τὴν ἄποψη ποὺ μελετᾶμε ἐδῶ καί, βέβαια, δὲν εἶχε γνωμικὸ θέλημα. Ὡς Θεὸς ἤξερε πάντοτε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ δὲν ὑπῆρχε ποτὲ ἀμφιβολία μέσα Του οὔτε ἀμφιταλάντευση. Αὐτὸ κατὰ χάριν βιώνεται καὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους, ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὴν Παναγία. πειδ Παναγία εχε φθάσει στν θέωση, γι’ ατ ταν δύνατο ν ρνηθ τ θέλημα το Θεο καὶ νὰ μὴ συγκατατεθῆ γιὰ τὴν ἐνανθρώπηση. Εἶχε τὴν τέλεια ἐλευθερία, καὶ γι’ αὐτὸ ἡ ἐλευθερία της ἐνεργοῦσε πάντοτε κατὰ φύσιν καὶ ὄχι παρὰ φύσιν. Ἐμεῖς ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε φθάσει στὴν θέωση ἔχουμε ἀτελῆ ἐλευθερία, τὸ λεγόμενο γνωμικὸ θέλημα, γι’ αὐτὸ καὶ ἀμφιταλαντευόμαστε γιὰ τὸ πρακτέο. ρώτησή της «πς σται μοι τοτο, πε νδρα ο γινώσκω» (Λουκ. α´ 34), δείχνει ταπείνωση, δυναμία τς νθρωπίνης φύσεως, λλ κα τ παράδοξο τοῦ πράγματος, πειδ πρχαν θαυματουργικς συλλήψεις στν Παλαι Διαθήκη, χι μως σπόρως.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , , ,

Σχολιάστε