Ἄρθρα σημειωμένα ὡς θέλημα

Η ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΩΣ ΠΥΞΙΔΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἄλλους

πίστη μας στν Χριστ ς πυξίδα κοινωνίας
μ
τν Θε κα τος λλους μέσα στν κκλησία.

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἄρθρο
«Κοινωνία καὶ ἑτερότητα»
(Communion and Otherness),

τοῦ Μητροπολ. Περγάμου Ἰωάννου

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»
μετάφρ. Δ. Γοῦτσος-Θ. Παπαθανασίου,
περ. «Σύναξη», ἀρ. τ. 76 / Ὀκτ.-Δεκ. 2000, σελ. 9-10

.               Δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε ἡ «εἰκόνα τοῦ Θεοῦ», εἴτε σὲ ἐκκλησιολογικὸ εἴτε σὲ ἀνθρωπολογικὸ ἐπίπεδο, ἂν δὲν εἴμαστε ἐνσωματωμένοι στὴν πρωτότυπη καὶ μόνη αὐθεντικὴ εἰκόνα τοῦ Πατρός, δηλαδὴ τὸν ἔνσαρκο Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἔχει τὶς ἑξῆς συνέπειες:

α) Ἡ κοινωνία μὲ τὸν ἄλλο ἀπαιτεῖ τὴν ἐμπειρία τοῦ σταυροῦ. Ἂν δὲν θυσιάσουμε τὸ θέλημά μας καὶ καὶ δὲν τὸ ὑποτάξουμε στὸ θέλημα τοῦ ἄλλου, ἐπαναλαμβάνοντας οἱ ἴδιοι ὅ,τι ἔκανε ὁ Κύριός μας στὴ Γεθσημανὴ σὲ σχέση πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα Του, δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ ἀντικατοπτρίσουμε σωστὰ στὴν ἱστορία τὴν κοινωνία καὶ τὴν ἑτερότητα ποὺ βλέπουμε στὸν Τριαδικὸ Θεό. Ἐφ᾽ ὅσον ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ συναντήσει τὸ ἄλλο, τὴν κτίση Του, «ἐκένωσεν ἑαυτὸν» μὲ τὴν κένωση τῆς Σάρκωσης, ὁ «κενωτικὸς» τρόπος εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἁρμόζει στὸν Χριστιανὸ στὴν κοινωνία του μὲ τὸν ἄλλο –τὸν Θεὸ ἢ τὸν «πλησίον».

β) Σ’ αὐτὴ τὴν «κενωτικὴ» προσέγγιση ἡ κοινωνία δὲν προσδιορίζεται μὲ κανέναν τρόπο ἀπὸ τὶς ἰδιότητες ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει ἢ νὰ μὴν ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Ἀποδεχόμενος τὸν ἁμαρτωλό, ὁ Χριστὸς ἐφάρμοσε στὴν κοινωνία τὸ Τριαδολογικὸ πρότυπο (ὅπως τὸ περιγράψαμε ἀνωτέρω)· ἡ ταυτότητα τοῦ ἄλλου δὲν πρέπει νὰ ὁρίζεται ἀπὸ τὶς ἰδιότητές του ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἁπλούστατο γεγονὸς ὅτι εἶναι ὁ ἑαυτός του. Δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε διακρίσεις ἀνάμεσα σ᾽ αὐτοὺς ποὺ ἀξίζουν καὶ σὲ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἀξίζουν νὰ τοὺς ἀποδεχθοῦμε. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ τὸ Χριστολογικὸ πρότυπο τῆς κοινωνίας μὲ τοὺς ἄλλους.

 

 

, , , , , ,

Σχολιάστε

«ΜΗ ΤΟ ΣΤΕΝΟΧΩΡΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ, ΜΗ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΟΥΜΕ, ΜΗ ΤΟΥ ΠΟΥΜΕ ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΙΑΣΟΥΝ ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΤΟΥ…!» (Ἅγ. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης)

«ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΑΛΚΙΝΟ ΤΕΙΧΟΣ
ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ»

(Ἀββάς Ποιμήν)

.             Ὅποιος «ἔχει θέλημα» καὶ δὲν τὸ καταπολεμᾶ διὰ τῆς ὑπακοῆς σὲ Πνευματικὸ πατέρα, ζεῖ ζωὴ ὑπερήφανη, ἐγωιστική, ζεῖ ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ πνεύματος καὶ βασανίζεται. Οἱ ἄνθρωποι ταλαιπωροῦνται καὶ ταλαιπωροῦν, διότι δὲν κόβουν τὸ θέλημά τους ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, κατὰ τὸ «Ὑπακούετε ἀλλήλοις».
.             Αὐτό, τὸ θέλημα εἶναι σύμφωνα μὲ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τὸ χάλκινο τεῖχος, ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό, διότι μᾶς ἐμποδίζει νὰ κάνουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Διαβάζουμε στὸ Γεροντικό: «Ὁ ἀββὰς Ποιμὴν εἶπε ὅτι τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τεῖχος χάλκινο ἀνάμεσα σ᾽ αὐτὸν καὶ τὸν Θεό, καὶ πέτρα ποὺ (γυρίζει) καὶ χτυπάει τὸν ἴδιο (τὸν ἄνθρωπο). Ἂν λοιπὸν τὸ ἐγκαταλείψει, θὰ λέει κι αὐτὸς (ὅπως ὁ προφήτης Δαβίδ): «Ἐν τῷ Θεῷ μου ὑπερβήσομαι τεῖχος» (Ψαλμ. ΙΖ´ 30). Ἂν πάλι τὸ δικαίωμα συνεργαστεῖ μὲ τὸ θέλημα, τότε ὁ ἄνθρωπος νικιέται»[1].
.             «Αἱματηρὸς» ἀγώνας ἀπαιτεῖται γιὰ τὴν ἀποβολὴ τοῦ ἰδίου θελήματος. «Ἡ Πατερικὴ πείρα χαρακτήρισε …τὸν ἀγώνα (τοῦ ἀνθρώπου) γιὰ τὴν ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος, σὰν μαρτύριο καὶ σταυρό. Ὁ ἀγώνας αὐτὸς ἀποτελεῖ βασικὸ στοιχεῖο τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας. Διότι ὅταν κανεὶς ἱκανοποιεῖ τὸ θέλημά του, ἀρχικὰ ἀπολαμβάνει τὴν τέρψη τῆς ἡδονῆς, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι ἐφήμερη, παραπλανητικὴ καὶ καταλήγει γρήγορα σὲ ἀπογοήτευση καὶ πίκρα. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ ἐκκοπὴ τοῦ θελήματος ἀξιολογεῖται περισσότερο ἀπὸ τὴ νηστεία καὶ τὴν προσευχή, οἱ ὁποῖες χωρὶς τὴν ὑπακοὴ αὐξάνουν τὸν ἐγωκεντρισμὸ καὶ ἐνισχύουν τὴ φιλαυτία. Αὐτὸς ποὺ ἐπιμένει στὸ θέλημά του ἔχει μεγάλη ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό του καὶ δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ»[2]. Ὅσοι δὲν ἀρνοῦνται τὸ θέλημά τους νοσοῦν ἀπὸ ὑπερηφάνεια καὶ αὐτοπεποίθηση.
.             «Ὁ ὑπερήφανος», γράφει ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, «δὲν ἀναζητεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ , ἀλλὰ προτιμᾶ νὰ κατευθύνει ὁ ἴδιος τὴ ζωή του (ἐνν. κάνοντας τὸ θέλημά του). Καὶ δὲν καταλαβαίνει πώς, χωρὶς τὸν Θεό, δὲν ἐπαρκεῖ τὸ λογικὸ τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ τὸν καθοδηγεῖ. Κι ἐγώ, ὅταν ζοῦσα στὸν κόσμο, προτοῦ νὰ γνωρίσω τὸν Κύριο καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐστηριζόμουν στὸ λογικό μου. Ὅταν ὅμως γνώρισα μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τότε παραδόθηκε ἡ ψυχή μου στὸν Θεὸ καὶ δέχομαι ὁ,τιδήποτε θλιβερὸ μοῦ συμβεῖ καὶ λέω: “Ὁ Κύριος μὲ βλέπει … Τί νὰ φοβηθῶ;” Προηγουμένως ὅμως δὲν μποροῦσα νὰ ζῶ κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο. Γιὰ ὅποιον παραδόθηκε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἡ ζωὴ γίνεται πολὺ εὐκολότερη, γιατί στὶς ἀρρώστιες, στὴ φτώχεια καὶ στὸ διωγμὸ σκέφτεται: “Ἔτσι εὐδόκησε ὁ Θεὸς καὶ πρέπει νὰ ὑπομείνω γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου”»[3] .
.             Ὁ πνευματικὰ ὑγιὴς ἄνθρωπος ἀφήνεται στὸν Θεό. Κάνει ὑπακοὴ καὶ ὅλα τοῦ γίνονται ὅπως τὰ θέλει, διότι δὲν θέλει τίποτα δικό του, ἀλλὰ πάντα αὐτὸ ποὺ θέλει ὁ Θεός. Ὅποιος ἔχει θέλημα καὶ ἐπιθυμίες αὐτὸς βασανίζεται καὶ βασανίζει.
.             Ὁ Γέροντας Πορφύριος ἦταν πολὺ αὐστηρὸς ἀπέναντι στὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν ἤθελε νὰ κάνει ὑπακοή. Χαρακτηριστικὰ ἔλεγε γιὰ κάποιον «ἀνυπότακτο ὑποτακτικό»: «Εἶχε ἔρθει ὁ … Τὸν κάλεσα, γιατί εἶπε ὅτι δὲν πηγαίνει στὴν ἐκκλησία, διότι στὴν ἐκκλησία παθαίνει κακό, ὅταν αἰσθάνεται κλεισμένο χῶρο καὶ δὲν μπορεῖ.
–Τοῦ λέω, τώρα τί εἶναι αὐτό, βρέ! Ἐγὼ θέλω νὰ πᾶς στὴν ἐκκλησία, νὰ σηκωθεῖς πρωὶ γιὰ νὰ ἔρθεις νὰ φυτέψουμε τὰ δέντρα. Κι ἐσύ μοῦ λὲς αὐτό;
–Ἄ, μπά, λέει, δὲν μπορῶ.
–Τοῦ λέω, ἄκου νὰ σοῦ πῶ, νὰ ξέρεις ὅτι σ’ ἔχω ἀφήσει ἐλεύθερο, δὲν σοῦ μιλάω, ἀλλὰ αἰσθάνομαι καὶ τύψεις, διότι ἐσύ, ἀντὶ νὰ συμμορφωθεῖς, πιὸ πολὺ ἐγωιστὴς γίνεσαι, γιατί ὅπου θέλεις, πηγαίνεις, ὅπου σοῦ καπνίσει, καὶ κάνεις καὶ ὅ,τι θέλεις καὶ ἔτσι ἰσχυροποιήθηκε τὸ θέλημά σου καὶ ζεῖς μέσα στὸ κακὸ πνεῦμα καὶ βασανίζεσαι. Ἐγώ, λέω, θ’ ἀρχίσω νὰ ἐφαρμόζω κανόνες. Δὲν ἔχεις διαβάσει περὶ ὑπακοῆς;
–Λέει, ἔχω διαβάσει.
– Ποῦ διάβασες;
– Στὴν “Κλίμακα”.
– Ἔ, δὲν θυμᾶσαι τί λέει;
– Ἔ, λέει, θυμᾶμαι. Ἀλλὰ τώρα, ἔτσι πού μοῦ τὰ λὲς μ’ ἐκβιάζεις καὶ δὲν μπορῶ ἐγώ.
– Ἐγώ, λέω, σ’ ἐκβιάζω;
– Γιατί μοῦ εἶπες ὅτι θὰ μοῦ δίνεις τρία παξιμάδια τὴν ἡμέρα νὰ τρώγω καὶ θὰ μὲ διώξεις ἀπ’ ἐδῶ. Δὲν εἶναι ἐκβιασμός;
– Ὄχι, εἶναι κανόνας αὐτός, γέροντας εἶμαι, μπορῶ νὰ σοῦ πῶ αὐτό. Τί θέλεις ἐσύ, νὰ σὲ πηγαίνουμε ὄπα ὄπα ὄπα; μὴ μοῦ ἅπτου, καὶ νὰ λέμε, πρόσεχε, μν τ στενοχωρήσουμε τ παιδί; Ν μν τ τραυματίσουμε, ν μν το πομε τίποτα κα τ πιάσουν τ νερα του, μελαγχολία του; Τ ντιδραστικά του; Δηλαδή, νὰ κοιτάζουμε ἐσένανε καὶ νὰ σὲ φοβούμαστε μήπως σοῦ ποῦμε καμιὰ λέξη καὶ στενοχωρηθεῖς. Αὐτὸ εἶναι μεγάλος ἐγωισμός, τοῦ λέω. Τί μοῦ κουβεντιάζεις;
–Μ’ ἐκβιάζεις, μοῦ λέει.
–Πῶς σ’ ἐκβιάζω;
–Νά, ποὺ μοῦ λὲς αὐτά.
–Δὲν εἶμαι πνευματικός σου; Δὲν ἔρχεσαι ἐδῶ, δὲν ἐξομολογεῖσαι, δὲν σοῦ διαβάζω εὐχὴ καὶ πηγαίνεις καὶ μεταλαβαίνεις; Δὲν ἔχω ὑποχρέωση νὰ σοῦ πῶ ἔτσι; Τί θὰ πεῖ σ’ ἐκβιάζω; Πρέπει ν μάθεις ν πακούεις, ν ταπεινώνεσαι»[4].
.           Ὁ Γέροντας-Πνευματικὸς Πατέρας ἔχει ὑποχρέωση νὰ κόβει τὸ θέλημα τοῦ ὑποτακτικοῦ-πνευματικοῦ του παιδιοῦ προκειμένου νὰ τὸν βοηθήσει πνευματικά. Ἔτσι θεραπεύεται ὁ ἄνθρωπος, διότι φεύγει ὁ ἐγωισμός, ἡ φιλαυτία ποὺ εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν παθῶν. Ἔτσι φεύγει καὶ ἡ κατάθλιψη.

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

[1] Παύλου μοναχοῦ Εὐεργετινοῦ, Μικρὸς Εὐεργετινός, κεφ. ΙΕ´: Νὰ μὴν ἀντιλέγουμε ἐριστικά, ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, σελ. 106 [users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/mikros_eyergetinos.htm.]
[2] π. Γεώργιος Κουγιουμτζόγλου, Λατρευτικὸ Ἐγχειρίδιο. Στοιχεῖα ἀγωγῆς γιὰ τὴν τάξη καὶ τὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδόσεις Συναξάρι, Θεσσαλονίκη 1998, [users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/leitoyrgika/glossary.htm]
[3] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, «Ὁ Ἅγιος Σιλουανός», Τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐλευθερία, σελ. 408.
[4] Ἁγ. Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, «Συνομιλία γιὰ τὴν κατάθλιψη», Μήλεσι 2014, σελ. 17-18.

 

 

, , ,

Σχολιάστε

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-2 «Ἀπελπισμένος ἀπό τίς φιλίες, τίς γνωριμίες, τίς τέχνες, τίς τεχνικές, τίς ἰδεολογίες, τίς φλυαρίες, τίς κοινοτυπίες, φθάνω στήν προνομιοῦχο ἐσχάτη ἀπελπισία, καί καθώς εἶμαι ἔτσι γυμνός, ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέ ντύνει τήν πιό γνήσια ἐλπίδα.» (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-3)

«Ἡ κοινωνία τῆς ἐρήμου καί ἡ ἐρημία τῶν πόλεων»
[Β´]
Τὸ πρῶτο κεφάλαιο ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο ΠΡΩΤΟ βιβλίο,
τοῦ μακαριστοῦ μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου
(Ἐκδόσεις «Τῆνος», Ἀθῆναι 1987)

9789602730386

Μέρος Α´: Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-1 (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-2)

.                 Στό Γεροντικό ἀναφέρεται πώς ταπεινόφρων δέν εἶναι αὐτός πού αὐτοεξευτελίζεται καί ταπεινολογεῖ, ἀλλά ἐκεῖνος πού ὑπομένει μέ χαρά τίς ἀτιμίες πού προέρχονται ἀπό τόν πλησίον. Καί σέ ἄλλο σημεῖο ἀναφέρεται πώς ἐκεῖνον πού τιμοῦν οἱ ἄνθρωποι περισσότερο ἀπ’ ὅσο ἀξίζει ζημιώνεται, ἐκεῖνος ὅμως, πού δέν τόν τιμοῦν καθόλου οἱ ἄνθρωποι, θά δοξαστεῖ στούς οὐρανούς ἀπό τόν Θεό. Ὁ ἀββᾶς Ποιμήν συμβουλεύει: Ἡ ὁποιαδήποτε στενοχώρια, πού θά σοῦ συμβεῖ, θά νικηθεῖ μέ τή σιωπή. Μαζί του συμφωνεῖ κι ὁ ἀββᾶς Ἠσαΐας. Μέχρις ὅτου ἠρεμήσει ἡ καρδιά σου μέ τήν προσευχή, μήν κάνεις καμιά ἐξήγηση μέ τόν ἀδελφό σου. Μελετώντας τίς γραφές τῶν ἁγίων πατέρων τῆς ἐρήμου παρατηρεῖ εὔκολα κανείς μιά σύμπνοια, μιά εὐγένεια, μιά ἀνθρωπιά, μιά κατανόηση, μιά σοφία. Στάλες ἁγιοπνευματικές ὅπου ἄνθισαν στήν ἀπρόσιτη ἄνυδρη ἔρημο, ὕστερα ἀπό ἀγῶνες μακρούς κι ἔδωσαν ἄνθη πού εὐωδίασαν κοινωνίες ἀνθρώπων ἀπόλυτα δοσμένων στόν Θεό κι εὐωδιάζουν ἀκόμη τίς ψυχές πού πράγματι διψοῦν.
.                 Ὁ ἀββᾶς Ἠσαΐας, ὁ μέγας νοῦς, σημειώνει μέ ἰδιαίτερη χάρη καί λεπτότητα: Αὐτός πού ταπεινώνεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καθίσταται ἱκανός νά ὑπομένει κάθε προσβολή. Ὁ ταπεινός δέν ἐνδιαφέρεται τί λένε οἱ ἄλλοι γι’ αὐτόν. Ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά ὑποφέρει γιά τόν Θεό, αὐτός εἶναι ἄξιος ν’ ἀποκτήσει τήν εἰρήνη.
.                 Ὁ ἀββᾶς Μᾶρκος, στό μεγάλο κι ἐνδιαφέρον αὐτό κεφάλαιο τῶν σχέσεών μας μέ τόν ἑαυτό μας καί μέ τούς ἄλλους, πού καθημερινῶς σκουντουφλᾶμε, προχωρεῖ καί σημειώνει χαρακτηριστικά: Ὅταν ἀντιληφθεῖς μέσα σου τή σκέψη νά σοῦ ὑπαγορεύει ἀνθρώπινη δόξα, νά γνωρίζεις καλά πώς ἡ σκέψη αὐτή σοῦ ἑτοιμάζει ντροπή. Κι ἄν δεῖς κάποιον νά σ’ ἐπαινεῖ ὑποκριτικά, νά περιμένεις τήν ἴδια στιγμή καί τήν κατηγορία ἀπό μέρους του. Καί συνεχίζει μέ τόλμη χειρούργου ὁ ψυχοανατόμος ἀββᾶς: Ὅταν δεῖς κάποιον νά κλαίει γιά τίς πολλές προσβολές πού τοῦ ἔγιναν, νά γνωρίζεις πώς ἐπειδή κυριεύθηκε ἀπό λογισμό κενοδοξίας, θερίζει χωρίς νά τό αἰσθάνεται τούς καρπούς τῶν κακῶν τῆς καρδιᾶς του. Ὅποιος ἀγαπᾶ τήν ἡδονή, λυπᾶται γιά τίς κατηγορίες καί τήν κακομεταχείριση, ἀντίθετα ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν Θεό λυπᾶται γιά τούς ἐπαίνους καί τίς λοιπές πλεονεξίες. Ἡ ταπείνωσή μας κρίνεται ἀπό τή συκοφαντία. Μή νομίσεις πώς ἔχεις ταπείνωση, τονίζει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ, ὅταν δέν ἀνέχεσαι τήν παραμικρή κατηγορία. Ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς προχωρεῖ πιό ψηλά: Αὐτόν πού σ’ ἐνέπαιξε ἤ σέ στενοχώρησε ἤ σέ ζημίωσε ἤ ὁτιδήποτε κακό σοῦ ἔκανε, νά τόν θυμηθεῖς ὡς ἰατρό σου. Ὁ Χριστός τόν ἔστειλε γιά νά σέ θεραπεύσει, μή λοιπόν τόν θυμᾶσαι μέ θυμό. Κι ὁ Εὐάγριος εὐεργέτες του θεωροῦσε τούς κακολόγους του.
.                 Ἔχουν μεγάλη σημασία τά παραπάνω ἀναφερόμενα ἀπό τούς θεόσοφους αὐτούς ἰατρούς τῆς ἐρήμου στό θέμα πού μᾶς ἀπασχολεῖ. Τό νά πεῖ κανείς πώς αὐτά ἀναφέρονται ἀπό μοναχούς καί μόνο γιά μοναχούς, τό λιγότερο εἶναι ἀρκετά ἐπιπόλαιος. Γιατί, ὅπως πολύ καλά ἀντιλαμβάνεσθε καί παρατηρεῖτε, ἀποτέλεσμα ἀταπείνωτου φρονήματος, ἀποτυχημένων ἤ λαθεμένων διαπροσωπικῶν σχέσεων, ἀνικανοποίητων ἐγωϊσμῶν, ἀνενέργητων φιλοδοξιῶν, κενοδοξίας, καυχησιολογίας, ἐπαινοθηρίας, φιλαυτίας κι ἐπιθυμίας δικαιώσεως καί διαφημίσεως εἶναι ἡ ἐπιδημία τῆς μοναξιᾶς.
.                 Βεβαίως ὑπάρχει καί ἡ ἄλλη μοναξιά. Μά αὐτή δέν εἶναι καθόλου ἀρρωστημένη. Εἶναι ὁ φυσικός χωρισμός τῶν μοναχῶν ἀπό τόν κόσμο. Δίχως νά ἔχουν διόλου μίσος γιά τούς ἀνθρώπους, νά ἔχουν ἀπαιτήσεις ἀπό τούς ἄλλους. Ἡ μοναξιά τους εἶναι δημιουργική. Ὄχι πώς δέν τούς ἐνδιαφέρουν οἱ ἄλλοι πώς εἶναι ἀνώτεροί τους αὐτοί, δέν ἔχουν κανένα κοινό σημεῖο. Μά θά ἐπανέλθουμε στό σημεῖο αὐτό.
.                 Εἶναι δυνατή ἡ μοναξιά ν’ ἀρρωστήσει καί νά ἐξουθενώσει τόν ἄνθρωπο. Μά ἡ ἀγάπη εἶναι πιό κραταιή, νά γιάνει καί ν’ ἀναστήσει τόν κόσμο ὅλο. Ἡ ἀκατανίκητη ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου γιά ἐπικοινωνία πρέπει νά διοχετευθεῖ σωστά. Πρῶτα-πρῶτα πρέπει νά πιάσουμε κάποτε κουβέντα μέ αὐτόν τόν ἄγνωστο ἑαυτό μας. Κουβέντα εἰλικρινῆ, τίμια, θαρρετή. Νά βροῦμε στά βάθη μας τήν κριμένη ἀθωότητα τῶν παιδικῶν μας χρόνων. Κουβέντα πρόσωπο πρός πρόσωπο, δίχως προσωπεῖο, μέ τόν ἕνα, μόνο, ἀληθινό, ζωντανό φίλο, Πατέρα Θεό. Κουβέντα μέ τούς ἄλλους, τούς ὅποιους, τούς χειρότερους, τούς καλύτερους, τούς πλησίον, τούς μακράν, τούς ἀδελφούς μας ἐν Κυρίῳ. Ἔτσι διαλύονται οἱ ἱστοί τῆς μοναξιᾶς, φωτίζονται τ’ ἄδυτα κι ἀνήλια ὑπόγεια τῶν καρδιῶν, σπάει τό καβούκι τοῦ ἐγώ, χαίρεται ὁ ἄνθρωπος, ἐλευθερώνεται, ζωογονεῖται, ἀναπνέει, ζεῖ, ἀρνεῖται τή μοναξιά τοῦ ἄθλιου ἐγωϊσμοῦ. Ἀλήθεια μέ πόσα λίγα κι ἁπλά μέσα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ζεσταθεῖ, νά ξαναενωθεῖ μέ ὅλο τόν κόσμο. Δέν χρειάζεται νά ψάξει κανείς πολύ γιά νά ξαναβρεῖ τήν ἐλπίδα, τήν ἀνάταση, τ’ ἀνείπωτα πανηγύρια τῆς καρδιᾶς, τίς ἑορτές τῶν ἑορτῶν καί τίς πανηγύρεις τῶν πανηγύρεων.
.                 Ὑπάρχει καί μιά ἄλλη μοναξιά, ζωηφόρα καί χαριτόδοτη. Μιά μοναξιά πού ἀξίζει πολύ νά τῆς ἀφιερώσει κανείς ἀρκετό χρόνο. Ἕνα ἀποσυρμό ἀπό τή βουή τοῦ πλήθους μέ τήν τόση διάχυση, περίσπαση κι ἐξωστρέφεια ἀνωφελῆ. Μιά μοναξιά ὑγιῆ, ὡραία, καλή. Μακριά ἀπό τή μορφή ἐπικοινωνίας ἐκείνη τή συνεχῆ μέ τούς πολλούς, γιά νά μή μείνουμε ποτέ μέ τόν ἕνα, τόν ἑαυτό μας, καί νά μήν ἀναχθοῦμε, ἀπό φόβο, δειλία ἤ ἀγνωσία, στόν Ἄλλο, τόν πάντα Ἀναμένοντα, τόν Ἕνα, τόν Ἐνανθρωπήσαντα Θεό Λόγο. Νά βροῦμε τόν τρόπο, τόν τόπο, τήν ὥρα, τόν χρόνο γι’ αὐτή τήν ἱερή στιγμή, γι’ αὐτή τήν ἄλλη ἐπικοινωνία. Μέ γνώση, μέ τάξη, μέ πρόγραμμα. Δέν μιλᾶμε γιά μιά διαφυγή μερικῶν, ἀρκετῶν, ἀπό τίς πολλές τους ἀσχολίες γι’ ἀνάπαυλα, θέα τοῦ ἡλιοβασιλέματος καί τοῦ ἔναστρου οὐρανοῦ. Τούς ρομαντικούς αὐτούς βιαστικά τούς ἀντιπαρερχόμαστε. Τούς χαιρετοῦμε ὡς κουρασμένους πού ξεκουράζονται ἀλλ’ ὄχι ὡς πνευματικούς ἀνθρώπους, ὅπως ἴσως θέλουν νά ὀνομάζονται. Δέν μιλᾶμε γι’ αὐτούς πού καμώνονται πώς αὐτοσυγκεντρώνονται μέ τεχνικές ἀμφίβολης προελεύσεως καί ἀποτελεσματικότητος ἤ ἄλλους πού ἀφιερώνουν λίγο χρόνο σέ φευγαλέες κι ἐπιπόλαιες ὀνειροπολήσεις καί νομίζουν πώς μετανοοῦν, γιά κάποια συντριβή πού εἶχαν, ἐνθυμούμενοι τ’ ἀτοπήματά τους στό ταξίδι πού εἶχαν στό παρελθόν τους. Πρόκειται μᾶλλον γιά ψεῦτες φυγάδες τῆς ζωῆς, ὀνειροπαρμένους καί φαντασιόπληκτους. Οὔτε, ἐπιτρέψτε μας νά ποῦμε, ἀναφερόμαστε στούς ἀγαθούς, ὅσο τολμηρά ἀφελεῖς ἐκείνους πού νομίζουν πώς ζοῦν τήν πνευματική ζωή καί τήν ἱερά ἡσυχία, σεργιανίζοντας μ’ ἕνα κομποσχοίνι στό χέρι, σέ ἀκρογιαλιές καί πλαγιές ὡραίων βουνῶν, ἀκούοντας καλή μουσική ἔχοντας τά νέα βιβλία, τή γαστέρα πεπληρωμένη καί συντροφιά τούς φίλους πού δέν φέρνουν ἀντιρρήσεις. Κι ἀκόμη αὐτούς πού κάνουν πνευματικό τουρισμό ἐπισκεπτόμενοι καί ἱερούς τόπους καί συνομιλώντας μέ παρρησία μέ ἁγίους ἀνθρώπους, μά πού δέν βγαίνουν διόλου ποτέ ἀπό τό θέλημά τους. Συγχωρέστε μας παρακαλοῦμε, μά φοβόμαστε πώς δέν εἴμαστε καθόλου ὑπερβολικοί.
.                 Ἀναφερόμαστε, ἀγαπητοί μου, στήν ἁγία ἐκείνη ἡσυχία, πού ἀξίζει κάθε κόπος καί μέριμνα γιά νά δώσουμε τή σημαντική αὐτή εὐκαιρία στόν ἑαυτό μας καί μέσα στή θορυβώδη αὐτή πολιτεία καί μέσα στό ἄστατο σπιτικό μας καί μέ αὐτά τά χάλια τῆς ζωῆς μας καί τοῦ χαρακτήρα μας. Ἀνάγκη πᾶσα νά ἐλευθερωθοῦμε στήν ἁγία αὐτή μοναξιά. Χρειάζεται ἄσκηση, ὑπομονή, μόχθος, μέχρι νά σβήσουν τά σκοτάδια πού μᾶς κουράζουν στήν ἐργασία αὐτή. Νά βροῦμε τίς ρίζες καί τά ὅρια τῆς ὑπάρξεώς μας. Νά μάθουμε νά προσευχόμαστε. Νά γίνει ἡ σιωπή, πηγή, βροντή, σιντριβάνι, φῶς, καθώς λέει ὁ γλυκύτατος ποιητής ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος.
.                 Χρειάζεται ἀγρύπνια, ἐγρήγορση συνεχής, ἀκινησία, γαλήνη. Ὁ Θεός εἶναι πλάι μας. Αὐτός μέ ὁδηγεῖ. Σ’ αὐτόν ὁδηγοῦμαι. Τί ἔχω νά φοβηθῶ; Ἀπελπισμένος ἀπό τίς φιλίες, τίς γνωριμίες, τίς τέχνες, τίς τεχνικές, τίς ἰδεολογίες, τίς φλυαρίες, τίς κοινοτυπίες, φθάνω στήν προνομιοῦχο ἐσχάτη ἀπελπισία, καί καθώς εἶμαι ἔτσι γυμνός, ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέ ντύνει τήν πιό γνήσια ἐλπίδα. Μέ στηρίζουν σέ αὐτό τό θαῦμα ἡ Παναγία καί ὅλοι οἱ ἅγιοι.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:  Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-3 «Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μόνο νά θερμαίνει τή φωνή του γνωρίζει, νά χαίρεται πού στέκεται δεύτερος, νά εἶναι φίλος καί μέ τόν ξένο, ν’ ἀρκεῖται στό ὀλίγο, νά κουράζεται στό πολύ, νά πλένει μέ δάκρυα τούς ἄπληστους, τούς ἄσωτους, δίχως κανένα παράπονο, καμιά δυσαρέσκεια.» (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-4)

 

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

TΙ ΕΣΤΙΝ ΕΥΑΡΕΣΤΟΝ Τῼ ΚΥΡΙῼ (Ἀποστ. Ἀνάγν. Κυρ. 02.12.12) «Πάντα ν᾽ ἀποφασίζεις: Θὰ ἐπιβληθῶ μὲ τὴν ταπεινὴ ἀγάπη».

ΚΥΡΙΑΚΗ 02.12.12  [ΙΔ´ ΛΟΥΚΑ]

 «δοκιμάζοντες τί ἐστιν εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ»
(Ἐφ. ε´ 10)

τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

.          α. Ἕνα καθοδηγητικὸ κείμενο γιὰ τὴν καθημερινὴ ζωὴ τῶν χριστιανῶν εἶναι αὐτὸ ποὺ παρουσιάζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολή του. Μᾶς ὑποδεικνύει ἐκεῖνον τὸν δρόμο φωτός, στὸν ὁποῖο θὰ βρίσκουμε στὸ κάθε σημεῖο του τὸν Σωτήρα Χριστὸ καὶ στὸ τέρμα του τὸν Ἴδιο. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου εἶναι ἕνας μικρὸς ὑπομνηματισμὸς σ᾽ αὐτὸ ποὺ ἀποκαλύπτει ὁ ὁ Κύριος γιὰ τὸν Ἑαυτό Του: ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή. Πρόκειται δηλαδὴ γιὰ τὴν καθημερινὴ πορεία τοῦ χριστιανοῦ πάνω στὸν Χριστὸ μαζὶ μὲ Ἐκεῖνον. Καὶ ποιά ἡ διαρκὴς ἔτσι μέριμνα τοῦ πιστοῦ; Νὰ ἐξετάζει τὸν ἑαυτό του, ὥστε ἡ ζωή του νὰ εἶναι εὐάρεστη στὸν Κύριο. Δοκιμάζοντες τί ἐστιν εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ.

β. 1. Ὁ ἀπόστολος ἐπιμένει ἰδιαιτέρως στὸ κριτήριο τῆς πορείας τοῦ πιστοῦ, νὰ πορεύεται δηλαδὴ εὐαρεστώντας τὸν Κύριο, γι᾽ αὐτὸ σὲ λίγες γραμμὲς τὸ ἐπαναλαμβάνει καὶ μὲ διαφορετικὴ διατύπωση: μὴ γίνεσθε ἄφρονες, ἀλλὰ συνιέντες τί τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ν᾽ ἀντιλαμβάνεστε τί θέλει ὁ Κύριος ἀπὸ σᾶς. Γιατί; Διότι ἔχει πλήρη ἐπίγνωση τοῦ τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀκόμη καὶ ὁ βαπτισμένος καὶ ἐντεταγμένος στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Μπορεῖ δηλαδὴ ὁ χριστιανὸς πράγματι νὰ ἔχει πιὰ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ὡς μέλος Χριστοῦ μ᾽ ἕναν ξεχωριστὸ τρόπο – στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς του – ὅμως αὐτὸ δὲν τὸν ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὶς ροπὲς πρὸς τὴν ἁμαρτία καὶ τὶς ἐπήρειες τὶς δαιμονικές, ὄχι ἀναγκαστικὲς εἶναι ἀλήθεια λόγῳ τοῦ βαπτίσματος. Στὸν κόσμο τοῦτο ποὺ ζοῦμε ἡ θέλησή μας ἀδιάκοπα δοκιμάζεται ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου τούτου τοῦ κειμένου ἐν τῷ Πονηρῷ, ἀπὸ τὰ πάθη μας ποὺ ἀκόμη ἐνεργοῦν στὴν ὕπαρξή μας, ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Πονηρό, ποὺ τοῦ ἐπιτρέπει ὁ Κύριος νὰ μᾶς πειράζει γιὰ τὴν πνευματικὴ προκοπή μας καὶ τὸν μείζονα ἁγιασμό μας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ θολώνει πολλὲς φορὲς ὁ νοῦς μας καὶ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου νὰ γίνεται δυσδιάκριτο καὶ σκοτεινό.
.          Κι αὐτὸ σημαίνει: κανεὶς ἐδῶ ποὺ βρέθηκε δὲν μπορεῖ οὔτε στιγμὴ νὰ ἐπαναπαυτεῖ καὶ νὰ χαλαρώσει πνευματικά. Ἡ ἐπανάπαυση καὶ ἡ χαλάρωση σημαίνουν τὴν ἴδια στιγμὴ ὑποχώρηση καὶ πτώση, κατὰ τὸ «ὁ μὴ ὢν μετ᾽ ἐμοῦ κατ᾽ ἐμοῦ ἐστι καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ᾽ ἐμοῦ σκορπίζει» (ὁ Κύριος). Δὲν εἶναι σχῆμα λόγου αὐτὸ ποὺ μὲ δραματικὴ ἔνταση εἶπε ὁ ἅγιος ἀββὰς τοῦ Γεροντικοῦ στὸν διάβολο ποὺ τοῦ ἐμφανίστηκε τὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆς ζωῆς του καὶ τοῦ ψιθύρισε «μπράβο, σώθηκες». Ὄχι ἀκόμη ἦταν ἡ ἀπάντησή του, γιατί εἶχε ἀκριβῶς τὴν ἴδια αἴσθηση μὲ τὸν ἀπόστολο περὶ τοῦ εὐθραύστου τῆς ἀνθρωπίνης βουλήσεως ὅσο βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος στὸν κόσμο τοῦτο. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ ἡ μόνιμη καὶ ἀδιάκοπη μέριμνα τοῦ πιστοῦ, ἂν θέλει πράγματι νὰ πορεύεται ἐν Κυρίῳ, εἶναι ἡ νήψη: νὰ βρίσκεται πάντοτε ξύπνιος βλέπων πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖ… ἐξαγοραζόμενος τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσιν (προσέχοντας καλὰ πῶς ζεῖ…χρησιμοποιώντας σωστὰ τὸν χρόνο του, γιατί ζοῦμε σὲ πονηροὺς καιρούς). Κι ἂν ἴσως μόνος του ὁ πιστὸς δὲν ἔχει τὴ διάκριση, κάθε στιγμὴ νὰ βλέπει τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου του, ἔστω κι ἂν τὸ ζητάει μὲ προσευχή, ὑπάρχει ἡ πιὸ ταπεινὴ λύση, στὴν ὁποία κατ᾽ ἐξοχὴν εὐαρεστεῖται ὁ Κύριος: τὴν καταφυγὴ στὴ συμβουλὴ καλοῦ καὶ πνευματικοῦ ἀνθρώπου, κυρίως στὸν πνευματικὸ ἐξομολόγο. «Ἐπερώτησον τὸν πατέρα σου καὶ ἀναγγελεῖ σοι».

2. Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, ἀξιοποιώντας δηλαδὴ τὴν Χάρη ποὺ ἔλαβε ὡς μέλος Χριστοῦ προκειμένου νὰ βαδίζει πάνω στὸ θέλημα Ἐκείνου, γίνεται σοφὸς κατὰ Θεὸν καὶ ἀληθινὰ σώφρων, ποὺ σημαίνει γεμάτος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἔννοια τῆς κατὰ Θεὸν σοφίας καὶ τῆς σωφροσύνης, ποὺ κατὰ τὸν ἀπόστολο φανερώνεται ἀφ᾽ἑνὸς στὴν καθημερινὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ ἐν πάσῃ ἀγαθωσύνῃ καὶ δικαιοσύνῃ καὶ ἀληθείᾳ – ὅ,τι συνιστᾶ καρπὸ τοῦ Πνεύματος – ἀφ᾽ ἑτέρου στὶς συνάξεις ἐν Ἐκκλησίᾳ μὲ τὶς προσευχὲς καὶ τοὺς ὕμνους ποὺ ψάλλονται καρδιακά. Ἡ ἀσοφία καὶ ἡ ἀφροσύνη συνιστοῦν γνωρίσματα τοῦ ἀπρόσεκτου καὶ ἀπροσγείωτου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἔχοντας διαγράψει στὴν οὐσία τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ ζωή του τρέφει ὑπερβολικὴ ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό του καὶ ὑποβαθμίζει τὴν ἐνέργεια τοῦ κοσμοκράτορος τοῦ αἰῶνος τούτου, τοῦ διαβόλου, χωρὶς ἑπομένως νὰ λαμβάνει ὑπ᾽ ὄψη του οὔτε τὴν ἀληθινὴ πνευματικὴ ζωὴ ποὺ ἐπιβεβαιώνεται στὴν καθημερινότητα οὔτε καὶ τὶς ἐν Ἐκκλησίᾳ συνάξεις. Κι ἂν μέχρι σήμερα ὁ κόσμος μας, ἀκόμη κι ὁ θεωρούμενος χριστιανικός, παρουσιάζει τέτοια σημάδια ἀνισορροπίας καὶ ἀδιακρισίας, τόσο ποὺ νὰ διερωτᾶται κανεὶς ἂν ὑπάρχουν ὄντως χριστιανοὶ στὴν ἐποχή μας, εἶναι γιατί τὸν Χριστὸ καὶ τὴν πίστη σ᾽ Αὐτὸν τὰ θέτει σὲ δεύτερη μοίρα καὶ παραθεωρεῖ τὶς προτροπὲς τῶν ἀποστόλων, σὰν τὶς παραπάνω τοῦ ἀποστόλου Παύλου.

3. Ὁ σοβαρὸς πιστὸς λοιπὸν πορεύεται μὲ αὐτὸ τὸ κριτήριο: τί εἶναι εὐάρεστο στὸν Κύριο. Καὶ δὲν χρειάζεται νὰ ἐπιχειρηματολογήσει κανεὶς πάνω στὸ γεγονὸς ὅτι τὸ εὐάρεστο στὸν Κύριο συνιστᾶ τὴν πιὸ μεγάλη εὐεργεσία γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο, διότι ἂν καλούμαστε νὰ προσβλέπουμε πάντοτε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι γιατί αὐτὸ μας θέτει στὴν φυσιολογικὴ καὶ κανονικὴ πορεία τῆς ζωῆς μας. Ὁ ἐν Χριστῷ φανερωθεὶς Θεὸς ὡς Δημιουργὸς καὶ Πατέρας μας εἶναι Αὐτὸς ποὺ πράγματι γνωρίζει καὶ θέλει τὸ συμφέρον μας, τὸ ἐκτεινόμενο καὶ πέραν τῆς ἀμεσότητος τοῦ κόσμου τούτου, στὴν αἰωνιότητα. Τυχὸν παρέκκλιση ἀπὸ τὸ θέλημά Του, ὅπως εἴπαμε καὶ παραπάνω, μᾶς ὁδηγεῖ σὲ ἀτραποὺς περίεργες, ποὺ τὸ μόνο ποὺ προσφέρουν εἶναι τὸ σκοτάδι καὶ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου: ἡ ὑποδούλωση στὰ πάθη του καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ ἀνθρωποκτόνου διαβόλου. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι μία ἀπὸ τὶς πιὸ ὡραῖες εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας μας (εὐχὴ ϛ´ Ὄρθρου), καὶ ὄχι βεβαίως μόνον αὐτή, μᾶς καλεῖ νὰ εὐχαριστοῦμε καθημερινὰ Κύριο τὸν Θεό μας ὅτι πάντα ποιεῖ εἰς εὐεργεσίαν τῆς ζωῆς ἡμῶν. Κι αὐτὸ γιατί ἀκριβῶς Αὐτὸς εἶναι ὁ σωτὴρ καὶ εὐεργέτης τῶν ἡμετέρων ψυχῶν, ὁ Ὁποῖος καὶ στὸν κόσμο τοῦτο διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας.

4. Τὸ εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ λοιπόν, τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου. Ποιὸ εἶναι αὐτὸ συγκεκριμένα; Μὰ τὸ ἀπαρχῆς θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ ἅγιες ἐντολές Του. «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Καὶ ἀλλιῶς: «Αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ Αὐτοῦ, ἵνα πιστεύσωμεν τῷ ὀνόματι τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ καὶ ἀγαπῶμεν ἀλλήλους», κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο. Ἡ πίστη στὸν Χριστὸ καὶ ἡ ἀγάπη στὸν συνάνθρωπο εἶναι τὸ διαρκὲς θέλημα τοῦ Θεοῦ ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο κατοικητήριό Του, μὲ πορεία σταθερὴ πάνω στὸν Ἴδιο καὶ προσανατολισμένη στὸ ἄπλετο φῶς τῆς Βασιλείας Του. Σ᾽ αὐτὸ τὸ θέλημα δὲν χωροῦν ἐκπτώσεις καὶ δικαιολογίες. Ἐκεῖνος ποὺ ἀποφασιστικὰ καὶ ταπεινὰ θὰ θελήσει νὰ τὸ ἐνεργοποιήσει στὴ ζωή του θὰ βλέπει τὴ βοήθεια τῆς χάρης Του. Ἀκόμη καὶ στὶς πιὸ ἐξώφθαλμες ἀδικίες ποὺ ὑφιστάμεθα, ἐκεῖ ποὺ ὁ ἐγωισμός μας ἀντιδρᾶ, γιατί βλέπει τὴ λογική νὰ εἶναι μὲ τὸ μέρος μας, χρειάζεται νὰ ἐπιμένουμε καὶ νὰ ἐμπιστευόμαστε τὸ ἅγιο θέλημά Του. Ἂς θυμηθοῦμε ἐν προκειμένῳ τὰ γνωστὰ λόγια τοῦ μεγάλου Ρώσου Φ. Ντοστογιέφσκι ἀπὸ τὸ ἔργο του Ἀδελφοὶ Καραμαζώφ: «Καμιὰ φορὰ ἴσως νὰ μὴν ξέρεις τί νὰ ἀποφασίσεις, ἰδιαίτερα ὅταν βλέπεις τὰ κρίματα τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἀναρωτιέσαι: Νὰ τοῦ ἐπιβληθῶ μὲ τὴ βία ἢ μὲ τὴν ταπεινὴ ἀγάπη; Πάντα ν᾽ ἀποφασίζεις: Θὰ ἐπιβληθῶ μὲ τὴν ταπεινὴ ἀγάπη. Ἂν τ᾽ ἀποφασίσεις αὐτὸ μιὰ γιὰ πάντα, θὰ μπορέσεις νὰ ὑποτάξεις ὅλον τὸν κόσμο. Ἡ ταπεινωσύνη, ἡ γεμάτη ἀγάπη, εἶναι φοβερὴ δύναμη, δυνατότερη ἀπὸ κάθε ἄλλη. Τίποτα παρόμοια μ᾽ αὐτὴν δὲν ὑπάρχει».

γ. Μονόδρομοι στὰ ἀνθρώπινα δὲν ὑπάρχουν οὔτε κι ἀπολυτότητες. Πάντα ὑπάρχουν ἐναλλακτικὲς λύσεις καὶ πλάγιες λογικές στὰ θεωρούμενα ἀδιέξοδα. Ἡ μόνη ἀπολυτότητα καὶ ὁ μόνος μονόδρομος εἶναι ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ, τὸ ἅγιο θέλημά Του, ἡ ἐν ταπεινώσει ἀγάπη πρὸς Αὐτὸν καὶ πρὸς τὸν συνάνθρωπό μας. Αὐτὸ πρέπει νὰ συνιστᾶ τὴν προτεραιότητά μας ὡς χριστιανῶν, γιατί εἴμαστε μέλη Χριστοῦ καὶ τὰ χνάρια τῆς ζωῆς Ἐκείνου πρέπει νὰ εἶναι καὶ τὰ χνάρια τῆς δικῆς μας ζωῆς.

 ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

,

Σχολιάστε