Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Θέλημα Θεοῦ

ΠΩΣ ΘΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΠΩΣ ΘΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Μητροπολ. Γόρτυνος Ἰερεμίου

«ΘYMIAMA» Ἑβδομαδιαῖο περιοδικό
Ἀριθμ. φύλ. 90, 10 Νοεμβρίου 2019

1. Ὅλο κι ὅλο ἡ πνευματική μας ζωή, ἀδελφοί χριστιανοί, εἶναι τό νά ἐφαρμόζουμε σέ κάθε μας πράξη τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά πῶς θά γνωρίσουμε ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Τό πρῶτο πού μποροῦμε νά ποῦμε εἶναι νά διαβάζουμε τήν Ἁγία Γραφή, τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη, στήν ὁποία φανερώνει ὁ Θεός τό ἅγιο θέλημά Του καί μᾶς τό παρουσιάζουν οἱ ἅγιοι Προφῆτες καί Ἀπόστολοι. Καί ἀκόμη, γιά νά μάθουμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι τό νά διαβάζουμε τούς βίους τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, πού εἶναι τό καλύτερο ὑπόμνημα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί βλέπουμε πῶς ζοῦσαν οἱ ἅγιοι.

2. Ἀλλά ἕνας ἁπλός χριστιανός, πού δέν ἔχει μαθητευθεῖ καλά στά θεῖα, γιατί δέν διαβάζει τήν Ἁγία Γραφή οὔτε τά ἱερά Συναξάρια, πῶς θά γνωρίσει αὐτός ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στήν κάθε περίπτωσή του, γιά νά τό τηρήσει; Τήν ἁπλῆ συμβουλή πού ἔχουμε νά δώσουμε σ ̓ αὐτόν εἶναι τό νά τοῦ ποῦμε νά κάνει τήν προσευχή του, παρακαλώντας τόν Θεό νά τόν φωτίσει ποιό εἶναι τό θέλημά Του, γιά νά τό πράξει. Πάντοτε, χριστιανοί μου, πρέπει νά ζητᾶμε ἀπό τόν Θεό νά μᾶς φανερώνει τό θέλημά Του καί νά μᾶς δίνει τήν Χάρη Του νά τό πράττουμε. Καί στό «Πάτερ ἡμῶν», τήν προσευχή πού μᾶς παρέδωσε ὁ Χριστός μας, ἔχουμε τό αἴτημα, «Γενηθήτω τό θέλημά Σου» ! Γιατί, ἄν δέν πράττουμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, δέν θά εἶναι πετυχημένο αὐτό πού κάνουμε καί τούς ἄλλους ὅλο καί θά τούς λυποῦμε καί μεῖς οἱ ἴδιοι ὅλο καί θά εἴμαστε ταραγμένοι. Ἄν, ζητᾶμε μέ προσευχή νά μᾶς φωτίσει ὁ Θεός τί νά κάνουμε σέ κάθε δύσκολη περίσταση, κι ̓ ἄν δέν εἶναι σωστό αὐτό πού κάνουμε, ὅμως ἐπειδή ἔγινε μέ προσευχή, ὁ Θεός θά τό φέρει καί θά τό ὁδηγήσει ἔτσι, ὥστε νά ἔχει καλή ἔκβαση καί νά δώσει κάποια ὠφέλεια. Ὅσο δέ προσεύχεται ὁ χριστιανός, τόσο καί καθαρίζεται ὁ νοῦς του καί χαριτώνεται ἡ ψυχή του καί φωτίζεται καί γνωρίζει μόνος του ἔπειτα ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τό ἐφαρμόζει.

3.Ἕνας ἄλλος τρόπος γιά νά γνωρίσει ὁ χριστιανός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ σέ κάποια δύσκολη καί σοβαρή περίπτωσή του, ἀδελφοί, εἶναι νά καταφύγει στόν ἐξομολόγο του, στόν πνευματικό του. Θά ἔλεγα ὅτι αὐτό εἶναι τό πρῶτον πού πρέπει νά κάνει ὁ σωστός χριστιανός, ἀλλά εἶναι καλά γιά τήν πρόοδό του καί τόν καταρτισμό του καί τά δύο προηγούμενα πού εἶπα, γιά νά μάθει νά ἀγωνίζεται καί μόνος του, ὥστε νά τελειοῦται καιρό μέ τόν καιρό. Ὁ πνευματικός ὅμως στόν ὁποῖο λέγω νά καταφεύγει ὁ χριστιανός, γιά νά τοῦ ἀποκαλύψει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στήν περίπτωσή του, δέν πρέπει νά εἶναι ἕνας ἁπλός ἐξομολόγος, πού διαβάζει μιά «εὐχή» στά ἀκουόμενα ἁμαρτήματα. Ἀλλά πρέπει νά εἶναι φωτισμένος πατήρ, πού γνωρίζει καί ἀπό τήν δική του πνευματική πεῖρα πῶς καθαρίζεται ἡ ψυχή ἀπό τά πάθη καί πῶς ἁγιάζουμε. Γιά τήν πληθυν- θεῖσα στά χρόνια μας ἁμαρτία, μπορεῖ νά λιγόστευσαν σήμερα κατά πολύ αὐτοί οἱ πνευματικοί, ἀλλά ὁ Θεός, διά τούς ἐκλεκτούς Του, ἔχει φυλάξει μερικούς ἁγιασμένους ἱερεῖς Του, ὡς «κρα- τούμενα», σέ κάθε ἐποχή καί στήν δική μας βεβαίως ἐποχή. Ἄς τούς ἀναζητήσουμε, γιατί αὐτοί κρύβονται καί δέν διαφημίζονται!

4. Χριστιανοί μου! Μέ τά τρία πού σᾶς εἶπα στό σημερινό μου ἁπλό κήρυγμα, μέ τήν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, μέ τήν προσευχή καί τήν καθοδήγηση ἑνός σοφοῦ στά θεῖα πνευματικοῦ πατέρα, ἄν τά ἐφαρμόσετε αὐτά τά τρία, σᾶς τό ἐγγυῶμαι ὅτι θά προοδεύσετε πνευματικά καί θά γνωρίζετε ὅλο καί περισσότερο τόν Θεό καί τό πανάγιο θέλημά Του. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά θά φέρετε καί ἄλλους κοντά στόν Θεό, γιά νά κάνετε καί αὐτούς εὐτυχισμένους. Γιατί μόνο μέ τόν Θεό εἶναι ἡ πραγματική χαρά καί εὐτυχία.

Μέ πολλές εὐχές,

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

 

,

Σχολιάστε

«ΜΗ ΤΟ ΣΤΕΝΟΧΩΡΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ, ΜΗ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΟΥΜΕ, ΜΗ ΤΟΥ ΠΟΥΜΕ ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΙΑΣΟΥΝ ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΤΟΥ…!» (Ἅγ. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης)

«ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΑΛΚΙΝΟ ΤΕΙΧΟΣ
ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ»

(Ἀββάς Ποιμήν)

.             Ὅποιος «ἔχει θέλημα» καὶ δὲν τὸ καταπολεμᾶ διὰ τῆς ὑπακοῆς σὲ Πνευματικὸ πατέρα, ζεῖ ζωὴ ὑπερήφανη, ἐγωιστική, ζεῖ ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ πνεύματος καὶ βασανίζεται. Οἱ ἄνθρωποι ταλαιπωροῦνται καὶ ταλαιπωροῦν, διότι δὲν κόβουν τὸ θέλημά τους ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, κατὰ τὸ «Ὑπακούετε ἀλλήλοις».
.             Αὐτό, τὸ θέλημα εἶναι σύμφωνα μὲ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τὸ χάλκινο τεῖχος, ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό, διότι μᾶς ἐμποδίζει νὰ κάνουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Διαβάζουμε στὸ Γεροντικό: «Ὁ ἀββὰς Ποιμὴν εἶπε ὅτι τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τεῖχος χάλκινο ἀνάμεσα σ᾽ αὐτὸν καὶ τὸν Θεό, καὶ πέτρα ποὺ (γυρίζει) καὶ χτυπάει τὸν ἴδιο (τὸν ἄνθρωπο). Ἂν λοιπὸν τὸ ἐγκαταλείψει, θὰ λέει κι αὐτὸς (ὅπως ὁ προφήτης Δαβίδ): «Ἐν τῷ Θεῷ μου ὑπερβήσομαι τεῖχος» (Ψαλμ. ΙΖ´ 30). Ἂν πάλι τὸ δικαίωμα συνεργαστεῖ μὲ τὸ θέλημα, τότε ὁ ἄνθρωπος νικιέται»[1].
.             «Αἱματηρὸς» ἀγώνας ἀπαιτεῖται γιὰ τὴν ἀποβολὴ τοῦ ἰδίου θελήματος. «Ἡ Πατερικὴ πείρα χαρακτήρισε …τὸν ἀγώνα (τοῦ ἀνθρώπου) γιὰ τὴν ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος, σὰν μαρτύριο καὶ σταυρό. Ὁ ἀγώνας αὐτὸς ἀποτελεῖ βασικὸ στοιχεῖο τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας. Διότι ὅταν κανεὶς ἱκανοποιεῖ τὸ θέλημά του, ἀρχικὰ ἀπολαμβάνει τὴν τέρψη τῆς ἡδονῆς, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι ἐφήμερη, παραπλανητικὴ καὶ καταλήγει γρήγορα σὲ ἀπογοήτευση καὶ πίκρα. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ ἐκκοπὴ τοῦ θελήματος ἀξιολογεῖται περισσότερο ἀπὸ τὴ νηστεία καὶ τὴν προσευχή, οἱ ὁποῖες χωρὶς τὴν ὑπακοὴ αὐξάνουν τὸν ἐγωκεντρισμὸ καὶ ἐνισχύουν τὴ φιλαυτία. Αὐτὸς ποὺ ἐπιμένει στὸ θέλημά του ἔχει μεγάλη ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό του καὶ δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ»[2]. Ὅσοι δὲν ἀρνοῦνται τὸ θέλημά τους νοσοῦν ἀπὸ ὑπερηφάνεια καὶ αὐτοπεποίθηση.
.             «Ὁ ὑπερήφανος», γράφει ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, «δὲν ἀναζητεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ , ἀλλὰ προτιμᾶ νὰ κατευθύνει ὁ ἴδιος τὴ ζωή του (ἐνν. κάνοντας τὸ θέλημά του). Καὶ δὲν καταλαβαίνει πώς, χωρὶς τὸν Θεό, δὲν ἐπαρκεῖ τὸ λογικὸ τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ τὸν καθοδηγεῖ. Κι ἐγώ, ὅταν ζοῦσα στὸν κόσμο, προτοῦ νὰ γνωρίσω τὸν Κύριο καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐστηριζόμουν στὸ λογικό μου. Ὅταν ὅμως γνώρισα μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τότε παραδόθηκε ἡ ψυχή μου στὸν Θεὸ καὶ δέχομαι ὁ,τιδήποτε θλιβερὸ μοῦ συμβεῖ καὶ λέω: “Ὁ Κύριος μὲ βλέπει … Τί νὰ φοβηθῶ;” Προηγουμένως ὅμως δὲν μποροῦσα νὰ ζῶ κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο. Γιὰ ὅποιον παραδόθηκε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἡ ζωὴ γίνεται πολὺ εὐκολότερη, γιατί στὶς ἀρρώστιες, στὴ φτώχεια καὶ στὸ διωγμὸ σκέφτεται: “Ἔτσι εὐδόκησε ὁ Θεὸς καὶ πρέπει νὰ ὑπομείνω γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου”»[3] .
.             Ὁ πνευματικὰ ὑγιὴς ἄνθρωπος ἀφήνεται στὸν Θεό. Κάνει ὑπακοὴ καὶ ὅλα τοῦ γίνονται ὅπως τὰ θέλει, διότι δὲν θέλει τίποτα δικό του, ἀλλὰ πάντα αὐτὸ ποὺ θέλει ὁ Θεός. Ὅποιος ἔχει θέλημα καὶ ἐπιθυμίες αὐτὸς βασανίζεται καὶ βασανίζει.
.             Ὁ Γέροντας Πορφύριος ἦταν πολὺ αὐστηρὸς ἀπέναντι στὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν ἤθελε νὰ κάνει ὑπακοή. Χαρακτηριστικὰ ἔλεγε γιὰ κάποιον «ἀνυπότακτο ὑποτακτικό»: «Εἶχε ἔρθει ὁ … Τὸν κάλεσα, γιατί εἶπε ὅτι δὲν πηγαίνει στὴν ἐκκλησία, διότι στὴν ἐκκλησία παθαίνει κακό, ὅταν αἰσθάνεται κλεισμένο χῶρο καὶ δὲν μπορεῖ.
–Τοῦ λέω, τώρα τί εἶναι αὐτό, βρέ! Ἐγὼ θέλω νὰ πᾶς στὴν ἐκκλησία, νὰ σηκωθεῖς πρωὶ γιὰ νὰ ἔρθεις νὰ φυτέψουμε τὰ δέντρα. Κι ἐσύ μοῦ λὲς αὐτό;
–Ἄ, μπά, λέει, δὲν μπορῶ.
–Τοῦ λέω, ἄκου νὰ σοῦ πῶ, νὰ ξέρεις ὅτι σ’ ἔχω ἀφήσει ἐλεύθερο, δὲν σοῦ μιλάω, ἀλλὰ αἰσθάνομαι καὶ τύψεις, διότι ἐσύ, ἀντὶ νὰ συμμορφωθεῖς, πιὸ πολὺ ἐγωιστὴς γίνεσαι, γιατί ὅπου θέλεις, πηγαίνεις, ὅπου σοῦ καπνίσει, καὶ κάνεις καὶ ὅ,τι θέλεις καὶ ἔτσι ἰσχυροποιήθηκε τὸ θέλημά σου καὶ ζεῖς μέσα στὸ κακὸ πνεῦμα καὶ βασανίζεσαι. Ἐγώ, λέω, θ’ ἀρχίσω νὰ ἐφαρμόζω κανόνες. Δὲν ἔχεις διαβάσει περὶ ὑπακοῆς;
–Λέει, ἔχω διαβάσει.
– Ποῦ διάβασες;
– Στὴν “Κλίμακα”.
– Ἔ, δὲν θυμᾶσαι τί λέει;
– Ἔ, λέει, θυμᾶμαι. Ἀλλὰ τώρα, ἔτσι πού μοῦ τὰ λὲς μ’ ἐκβιάζεις καὶ δὲν μπορῶ ἐγώ.
– Ἐγώ, λέω, σ’ ἐκβιάζω;
– Γιατί μοῦ εἶπες ὅτι θὰ μοῦ δίνεις τρία παξιμάδια τὴν ἡμέρα νὰ τρώγω καὶ θὰ μὲ διώξεις ἀπ’ ἐδῶ. Δὲν εἶναι ἐκβιασμός;
– Ὄχι, εἶναι κανόνας αὐτός, γέροντας εἶμαι, μπορῶ νὰ σοῦ πῶ αὐτό. Τί θέλεις ἐσύ, νὰ σὲ πηγαίνουμε ὄπα ὄπα ὄπα; μὴ μοῦ ἅπτου, καὶ νὰ λέμε, πρόσεχε, μν τ στενοχωρήσουμε τ παιδί; Ν μν τ τραυματίσουμε, ν μν το πομε τίποτα κα τ πιάσουν τ νερα του, μελαγχολία του; Τ ντιδραστικά του; Δηλαδή, νὰ κοιτάζουμε ἐσένανε καὶ νὰ σὲ φοβούμαστε μήπως σοῦ ποῦμε καμιὰ λέξη καὶ στενοχωρηθεῖς. Αὐτὸ εἶναι μεγάλος ἐγωισμός, τοῦ λέω. Τί μοῦ κουβεντιάζεις;
–Μ’ ἐκβιάζεις, μοῦ λέει.
–Πῶς σ’ ἐκβιάζω;
–Νά, ποὺ μοῦ λὲς αὐτά.
–Δὲν εἶμαι πνευματικός σου; Δὲν ἔρχεσαι ἐδῶ, δὲν ἐξομολογεῖσαι, δὲν σοῦ διαβάζω εὐχὴ καὶ πηγαίνεις καὶ μεταλαβαίνεις; Δὲν ἔχω ὑποχρέωση νὰ σοῦ πῶ ἔτσι; Τί θὰ πεῖ σ’ ἐκβιάζω; Πρέπει ν μάθεις ν πακούεις, ν ταπεινώνεσαι»[4].
.           Ὁ Γέροντας-Πνευματικὸς Πατέρας ἔχει ὑποχρέωση νὰ κόβει τὸ θέλημα τοῦ ὑποτακτικοῦ-πνευματικοῦ του παιδιοῦ προκειμένου νὰ τὸν βοηθήσει πνευματικά. Ἔτσι θεραπεύεται ὁ ἄνθρωπος, διότι φεύγει ὁ ἐγωισμός, ἡ φιλαυτία ποὺ εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν παθῶν. Ἔτσι φεύγει καὶ ἡ κατάθλιψη.

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

[1] Παύλου μοναχοῦ Εὐεργετινοῦ, Μικρὸς Εὐεργετινός, κεφ. ΙΕ´: Νὰ μὴν ἀντιλέγουμε ἐριστικά, ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, σελ. 106 [users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/mikros_eyergetinos.htm.]
[2] π. Γεώργιος Κουγιουμτζόγλου, Λατρευτικὸ Ἐγχειρίδιο. Στοιχεῖα ἀγωγῆς γιὰ τὴν τάξη καὶ τὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδόσεις Συναξάρι, Θεσσαλονίκη 1998, [users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/leitoyrgika/glossary.htm]
[3] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, «Ὁ Ἅγιος Σιλουανός», Τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐλευθερία, σελ. 408.
[4] Ἁγ. Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, «Συνομιλία γιὰ τὴν κατάθλιψη», Μήλεσι 2014, σελ. 17-18.

 

 

, , ,

Σχολιάστε

Η ΣΥΛΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ, ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (23 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ)

Η ΣΥΛΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ,
ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (23 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ)
 

Τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

.          «Ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἀναφέρει στὸ εὐαγγέλιό του ὅτι ὅταν εἰσῆλθε ὁ πρεσβύτης καὶ δίκαιος Ζαχαρίας στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, προκειμένου νὰ προσφέρει τὴν θυσία τοῦ θυμιάματος, κατὰ τὸν καιρὸ τῆς ἐφημερίας του στὸν Ναό, φανερώθηκε σ’  αὐτὸν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ὁ ὁποῖος τοῦ μετέφερε τὴν χαρμόσυνη εἴδηση ὅτι πρόκειται ἡ γυναίκα του Ἐλισάβετ νὰ γεννήσει γιὸ κατὰ τὸ γῆρας της, Προφήτη καὶ Πρόδρομο, φωνὴ καὶ κήρυκα καὶ παντοτινὸ λυχνάρι, τὸν μύστη τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴν τὴν θεία σύλληψη εἶπε στὸν προφήτη καὶ ἱερέα Ζαχαρία ὁ θεῖος ἀρχιστράτηγος μὲ τὰ λόγια: «Εἰσακούστηκε ἡ δέησή σου», ὁπότε μὲ τὴν παράδοξη αὐτὴ γέννα λόγῳ γηρατειῶν καὶ στειρώσεως τῆς Ἐλισάβετ, ἄρχισε νὰ προμηνύεται καὶ ὁ θεῖος καὶ παρθενικὸς τόκος τῆς παναχράντου Θεοτόκου».
.          Θὰ πρέπει κατ᾽ ἀρχὰς νὰ σημειώσουμε ὅτι ἡ σημερινὴ ἑορτὴ τῆς συλλήψεως τοῦ ἁγίου Ἰωάννου δὲν στηρίζεται σὲ κάποιες πληροφορίες ἀποκρύφων εὐαγγελίων, τὶς ὁποῖες ἐνδεχομένως μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀμφισβητήσει, ἀλλὰ ἀποτελεῖ βεβαιότατο γεγονός, τὸ ὁποῖο καταγράφεται, ὅπως εἴπαμε καὶ παραπάνω, ἀπὸ τὸν ἅγιο εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ. Κι αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας ἐντάσσοντας τὸ γεγονὸς αὐτὸ μέσα στὰ θεόπνευστα κείμενά της – δὲν ἔχουν ἀσφαλῶς ἴδια ἰσχὺ καὶ ἀξία τὰ εὐαγγέλια μὲ τὰ ἀπόκρυφα ἢ ψευδεπίγραφα λεγόμενα: τὰ ἀπόκρυφα (2ος μ.Χ. αἰ. καὶ ἐξ.) μπορεῖ νὰ διασώζουν ἀληθινὰ στοιχεῖα (π.χ. τὰ σχετικὰ μὲ τὴ Γέννηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἢ τὰ Εἰσόδιά της στὸν Ναό),  περιέχουν ὅμως σὲ πολλὰ σημεῖα τους ἢ ψευδεῖς ἢ αἱρετικὲς καὶ παραπλανητικὲς πληροφορίες – θέλει νὰ τονίσει τὴν σημασία τοῦ ἐρχομοῦ στὸν κόσμο τοῦ Ἰωάννου Προδρόμου, ἐκείνου τοῦ προφήτη δηλαδὴ ποὺ θὰ προετοίμαζε τὸ ἔδαφος γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου. Μὲ τὴν προοπτικὴ καὶ πάλι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀξιολογεῖται τὸ γεγονὸς τῆς συλλήψεως τοῦ ἁγίου Ἰωάννου, δηλαδὴ ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ Ἡλίου κατανοεῖται τὸ φῶς τοῦ λύχνου. Διότι διαφορετικὰ ἡ σημασία του θὰ εἶχε τὴν ἴδια ἰσχὺ μὲ τὴν σύλληψη καὶ κάθε ἄλλου ἀνθρώπου, ποὺ ἔρχεται, μὲ τὴν εὐδοκία ἀσφαλώς  τοῦ Θεοῦ, στὸν κόσμο.
.          Πέραν τῆς παραπάνω πραγματικότητας, τὴν ὁποία ποικιλοτρόπως προβάλλουν οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ πέραν ἀκόμη τοῦ γεγονότος ὅτι μὲ αὐτὴν ἰδιαιτέρως τὴν ἑορτὴ ἡ Ἐκκλησία μᾶς φανερώνει τὴν ὑπέρβαση κάθε «ἠθικισμοῦ», ἐκεῖνο ποὺ θεωρεῖται ἀξιοπρόσεκτο, κατὰ τὸν ὑμνογράφο, εἶναι ἡ ἀντίδραση τοῦ δικαίου Ζαχαρία ἀπέναντι στὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ὅταν ἐκεῖνος τοῦ εὐαγγελίζεται τὴν γέννηση τοῦ υἱοῦ του: ἀμφισβητεῖ τὰ λόγια τοῦ ἀπεσταλμένου τοῦ Κυρίου, διότι στηρίζεται στὴν λογικὴ καὶ τὴν ἐμπειρία του. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἀπὸ γέρο ἄνθρωπο καὶ γερόντισσα γυναίκα, καὶ μάλιστα στείρα, νὰ γεννηθεῖ ἕνα παιδί; «Ἐλισάβετ τὰ μέλη νενέκρωται, καὶ ἐμοῦ δὲ τὸ γῆρας, δυσπιστίαν νῦν τεκμαίρεται». Ὁ ὑμνογράφος ὅμως συνεχίζει νὰ ἑρμηνεύει τὸ σκεπτικὸ τοῦ Ζαχαρία: ὄχι μόνο ἡ φυσικὴ τάξη τῶν πραγμάτων ἀνατρέπεται μὲ ὅσα μεταφέρει ὁ ἄγγελος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πλευρᾶς πνευματικῆς ὑπάρχει, κατ’  αὐτόν, κάτι ἀνάποδο: «ἐγὼ γὰρ ἦλθον τὴν σωτηρίαν λαοῦ αἰτήσασθαι, οὐχὶ δὲ κομίσασθαι παῖδα, ὡς προσφωνεῖς». Ἐκεῖνο δηλαδὴ ποὺ πρέπει νὰ ἐπέτεινε τὴν ἀμφισβήτηση τοῦ ἁγίου Ζαχαρία καὶ ἑπομένως νὰ τὸν ὁδηγοῦσε σὲ καχυποψία ὅτι δὲν ἀληθεύουν τὰ λόγια τῆς οὐράνιας ὀπτασίας, ἦταν ὅτι ὁ εὐαγγελισμὸς γιὰ τὸν «ὑποτιθέμενο» γιό του ἐρχόταν σὲ μία στιγμὴ πνευματικῆς λειτουργίας, σὲ ὥρα δηλαδὴ προσευχῆς, καὶ μάλιστα ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ λαοῦ. Ἐγὼ ἦλθα ἐδῶ στὸν Ναό, ὅπως σημειώνει ὁ ὑμνογράφος, γιὰ νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν σωτηρία τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι νὰ ἀποκτήσω παιδί, ὅπως μοῦ λὲς ἐσύ. Κι ἀλλοῦ: «Ἀμφίβολον κέκτημαι τὴν διάνοιαν ἐγώ, καὶ ἀπιστῶ τοῖς λόγοις σου, τῷ Ἀρχαγγέλῳ ἔφη ὁ Ἱερεύς. Λαοῦ σωτηρίαν γάρ, οὐκ ἐμῆς ἐξ ὀσφύος καρπὸν ᾔτησα». Ἀμφιβάλλω ἐγὼ καὶ ἀπιστῶ στὰ λόγια σου, εἶπε ὁ Ἱερεὺς στὸν ἀρχάγγελο, γιατί ζήτησα τὴν σωτηρία τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι καρπὸ ἀπὸ τὴν ὀσφύ μου.
.          Αὐτὸ ὅμως ποὺ φαίνεται τόσο «λογικὸ» γιὰ τὸν ἅγιο Ζαχαρία, καὶ μάλιστα ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ἐκ Θεοῦ προέλευσης τῆς ὀπτασίας λόγῳ τοῦ περισπασμοῦ ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς προσευχῆς του: νὰ ζητάει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν σωτηρία τοῦ λαοῦ καὶ νὰ τοῦ προκύπτει κάτι προσωπικό του: ἕνα παιδί, εἶναι ἐκεῖνο στὴν πραγματικότητα ποὺ ἐρχόταν ὡς ἀπάντηση ἀκριβῶς τῆς προσευχῆς αὐτῆς. Διότι ἡ γέννηση τοῦ παιδιοῦ τοῦ Ἰωάννη ἦταν ἡ ἀπαρχὴ τῆς σωτηρίας τοῦ λαοῦ. Μὲ αὐτὸν θὰ ξεκινοῦσε ἡ σωτηρία ὡς κήρυγμα μετανοίας γιὰ νὰ γίνει ἀποδεκτὸς ὁ Μεσσίας. Μὲ ἄλλα λόγια ὁ Ζαχαρίας δὲν μποροῦσε νὰ κατανοήσει ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ ἔδινε ὅ,τι ζητοῦσε, δηλαδὴ ἀδυνατοῦσε νὰ διεισδύσει στὸν τρόπο δράσεως τοῦ Θεοῦ. Κι εἶναι κάτι στὸ ὁποῖο τελικῶς «σκοντάφτουμε» οἱ περισσότεροι. Διότι καὶ ἐμεῖς ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ διάφορα πράγματα, καὶ μάλιστα κάτω ἀπὸ πνευματικὲς προϋποθέσεις. Καὶ δὲν καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ «ἄρνηση» τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἀπαντήσει ἢ συμβάντα σὲ ἐμᾶς «ξένα» πρὸς αὐτὰ ποὺ ζητᾶμε, συνιστοῦν τελικῶς αὐτὸ ποὺ εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ ἀκριβῶς στὰ αἰτήματά μας. Πρέπει ἴσως νὰ «ἐπιτρέπουμε» στὸν Θεὸ νὰ βλέπει πέρα ἀπὸ ὅ,τι βλέπουμε ἐμεῖς καὶ ἴσως πάλι νὰ εἴμαστε σὲ ἑτοιμότητα ἀποδοχῆς τοῦ δικοῦ Του θελήματος ὡς πιὸ εὐεργετικοῦ γιὰ ἐμᾶς ἀπὸ τὸ δικό μας. Ἂς  θυμηθοῦμε καὶ αὐτὸ ποὺ συνέβη καὶ στὸν Γέροντα Παΐσιο: Δέχτηκε «ἄδικη» ἐπίθεση ἀπὸ ἕναν ἱερέα καὶ ταράχτηκε, χωρὶς ὅμως νὰ μιλήσει. Κι ὅταν ἔπειτα ἄρχισε νὰ ἀνακρίνει τοὺς λογισμούς του, γιὰ νὰ καταλάβει τί ἔγινε, διεπίστωσε ὅτι ζητοῦσε ἀπὸ τὸν Θεὸ καρδιακὰ νὰ τοῦ δώσει ταπείνωση. Κι ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε τὴν ἀφορμή: «ἄλλαξε» λίγο τὴν συμπεριφορὰ τοῦ ἱερέα ἀπέναντί του, προκειμένου ἀκριβῶς νὰ τοῦ δώσει τὴν εὐκαιρία νὰ ἀγωνιστεῖ νὰ ἀποκτήσει τὴν ταπείνωση. Ὁ Θεὸς λοιπὸν πάντοτε μᾶς ἀκούει, πάντοτε μᾶς ἀπαντάει, πρέπει ὅμως νὰ ἔχουμε κι ἐμεῖς ἀνοικτὰ τὰ μάτια μας γιὰ νὰ διακρίνουμε ὀρθὰ τὴν ἀπάντησή Του.

, , ,

Σχολιάστε