Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Θάνατος

ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-4 «Ὁ Θεὸς δὲν ἐπέβαλε τὸν θάνατο γιὰ νὰ τιμωρήση τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν παρακοή του» (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Τὸ φυσικὸ κακὸ
εἶναι ἀπόρροια τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος

Μέρος Δ´

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κατερέλου
«Τὸ καυτὸ πρόβλημα τῆς Θεοδικίας»
(Γιατί νὰ ὑπάρχουν ἡ θλίψη καὶ τὸ κακὸ στὸν κόσμο;)

ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»
Θεσ/νίκη 2015, σελ. 87 κ. ἑξ.

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ.»

Μέρος Α´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-1 (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Mέρος Β´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-2 «Οἱ ἐμπρησμοί, οἱ φωτιές, οἱ πλημμύρες, οἱ τρικυμίες, οἱ καύσωνες, οἱ σφοδροὶ ἄνεμοι, οἱ ἀνεμοθύελλες, ποὺ σαρώνουν τὰ πάντα στὸ πέρασμά τους»(Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Μέρος Γ´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-3 «Ὅλα τὰ “κακά” καὶ οἱ ταλαιπωρίες τῆς ζωῆς εἶναι σὰν νὰ μᾶς λέγουν: “ἔ, ἄνθρωπε, μὴ συμπεριφέρεσαι σὰν νὰ εἶσαι ἀθάνατος”» (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

.                 Ἀπὸ τότε, τὸ σχῆμα «ἡδονὴ ≠ ὀδύνη» ἀποτελεῖ ἕνα συνεχὲς θλιβερὸ καὶ ἐντελῶς ἀδιάσπαστο δίπολο. Δηλαδή, πηγαίνουν αὐτὰ τὰ δύο πάντα μαζί. Εἶναι ἀχώριστα. Ἡ ἡδονὴ γεννᾶ ὀδύνη. Ἤ, διαφορετικά, ἡ ὀδύνη εἶναι σύμφυτος-«συνώνυμος» τῆς ἡδονῆς. Καὶ ὁ θάνατος γίνεται «συνώνυμος» τῆς ζωῆς. Διότι, δὲν πεθαίνομε στὴν τάδε ἡλικία, ἀλλὰ ἀρχίζει ὁ θάνατός μας, ἀρχίζει ἡ φθορά μας, ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς γεννήσεώς μας. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ζωῆς, ξεκινᾶ καὶ ἡ ἀντίστροφη μέτρησίς μας πρὸς τὸν θάνατο. Ὁπότε κάθε φορά, ποὺ δυστυχῶς γιὰ τὴν ἐποχή μας ἑορτάζομε μὲ τόση λαμπρότητα τὰ γενέθλιά μας, κατ’ οὐσίαν ἑορτάζομε τὸ πλησίασμά μας κατὰ ἕνα χρόνο πρὸς τὸν θάνατό μας. (Σημ. «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛ.»: Στοὺς ἑορτασμοὺς γενεθλίων ἐπιδίδονται μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση ἐπ᾽ ἐσχάτων Πατριάρχες καὶ Ἀρχιερεῖς θέλοντας προφανῶς νὰ διαλαλήσουν τὴν θνητότητα τοῦ ἀνθρώπου…!!!)
.                 Λοιπόν, ὁ θάνατος εἰσῆλθε στὸ ἀνθρώπινο γένος ὡς παμμέγιστος παρείσακτος, ὡς ἡ μεγαλυτέρα παραφωνία μόνον φθόνῳ καὶ συνεργείᾳ τοῦ Διαβόλου. Δὲν ἀποτελεῖ τὸ κατ’ εὐδοκίαν, ἀλλὰ τὸ κατὰ παραχώρησιν θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἕως καὶ βλασφημία, ὅταν ἐσφαλμένως νομίζωμε ὅτι ὁ Θεὸς εἰσήγαγε τὸν θάνατο στὸ ἀνθρώπινο γένος.
.                 Στὸ σημεῖο αὐτὸ κρίνεται ἀπαραίτητο νὰ ἐπισημανθῆ, ὅτι ὁ θάνατος δὲν εἰσῆλθε ὡς τιμωρία γιὰ τὴν πτῶσι τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ δὲν ἐπέβαλε τὸν θάνατο γιὰ νὰ τιμωρήση τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν παρακοή του. Δὲν εἰσάγεται ὁ θάνατος λόγῳ τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἁπλῶς, μὲ τὴν πτῶσι ἀναδεικνύεται, ἀναφαίνεται, ἀποκαλύπτεται καὶ προβάλλεται ἡ φυσικὴ ἀδυναμία πλέον νὰ γίνη ὑπέρβασις τοῦ θανάτου καὶ γι’ αὐτὸ καθίσταται ἡ κτίσις ἀνίκανη νὰ ἀποφύγη τὸν θάνατο καὶ αὐτομάτως ἐνεργοποιεῖται ὁ μεταπτωτικὸς μηχανισμὸς τῆς φθορᾶς ποὺ ὁδηγεῖ καὶ καταλήγει στὸν θάνατο. Δὲν εἶναι δυνατόν το κτιστὸν νὰ ἀποφύγη τὴν ἐπάνοδό του εἰς τὸ μηδέν, ἀπ’ ὅπου καὶ προῆλθε, παρὰ μόνον ἐὰν εὑρίσκεται σὲ διαρκῆ σχέσι μὲ τὸ ἄκτιστο, δηλαδὴ μὲ τὸν Δημιουργὸ Θεό. Μόνον δηλαδὴ μὲ τὴν θέλησι-ἐπέμβασι τοῦ Θεοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρθῆ ὁ θάνατος. Αὐτὸ ὅμως, μὲ δεδομένη τὴν ἀγαθότητα καὶ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, ἐξαρτᾶται τελικὰ ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη συγκατάθεσι ἢ ὄχι τοῦ λογικοῦ κτίσματος.
.                 Λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὅτι ἡ κτίσις ἔχει στὴν φύσι της τὸ μηδὲν καὶ τὸν θάνατον. Ὅ,τι ἔχει ἀρχή, δὲν ἠμπορεῖ ἀπὸ μόνο του νὰ παραμείνη αἰώνιο, παρὰ μόνο μὲ τὴν θέλησι τοῦ ἀϊδίου Δημιουργοῦ Του. Καὶ πρὸ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ πρὶν τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα ὁ θάνατος ἦταν μία ἐγγενὴς πραγματικότης εἰς τὴν κτίσι, μὴ ἐνεργοποιηθεῖσα ὅμως. Mετὰ τὴν πτῶσι ἐνεργοποιήθηκε. Ἔτσι λοιπόν μὲ τὴν πτῶσι κυριαρχεῖ ὁ θάνατος, διότι, ὅπως εἴπαμε, λόγῳ τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, αὐτομάτως καὶ φυσικῷ τῷ τρόπῳ προβάλλεται ἡ ἔμφυτη ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ μόνος του νὰ ὑπερβῆ τὸν θάνατο.
.                 Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ μεταπτωτικὴ κατάστασις τοῦ θανάτου, ἂν δοῦμε τὸ θέμα μέσα ἀπὸ ἕνα καθαρὰ πνευματικὸ πρίσμα, καὶ πάλιν εἶναι εὐεργεσία, διότι κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, εἰσῆλθε ὁ θάνατος στὴν ζωή μας «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται». Γιὰ νὰ μὴ γίνη δηλαδὴ αὐτὴ ἡ νέα μεταπτωτικὴ ἁμαρτωλὴ κατάστασις ἀθάνατη, γιὰ νὰ παύση κάποτε νὰ ὑπάρχη σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο ἡ ἁμαρτία. Δηλαδή, γιὰ νὰ μὴ μείνη ἀτελεύτητη, καὶ τοὐτέστιν ἀθεράπευτη, αὐτὴ ἡ νέα ἁμαρτωλὴ κατάστασις. Διότι, ἐὰν τὸ φιλοσοφήσωμε, θὰ παύσωμε ὅλοι μας νὰ ἁμαρτάνωμε, μόνον ὅταν πεθάνωμε.
[…]
.                 Μόνον μετὰ τὴν Ἀνάστασι τῶν νεκρῶν, στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, θὰ παύση ἐντελῶς νὰ ὑπάρχη ὀντολογικῶς ἡ ἁμαρτία, καὶ σὲ προσωπικὸ καὶ σὲ γενικὸ ἐπίπεδο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-5 «Ἀπὸ τὴν ἡδονὴ τοῦ Παραδείσου ἐπιλέξαμε καὶ φύγαμε καὶ καταλήξαμε στὴν ὀδύνη» (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Advertisements

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-3 «Ὅλα τὰ “κακά” καὶ οἱ ταλαιπωρίες τῆς ζωῆς εἶναι σὰν νὰ μᾶς λέγουν: “ἔ, ἄνθρωπε, μὴ συμπεριφέρεσαι σὰν νὰ εἶσαι ἀθάνατος”» (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Τὸ φυσικὸ κακὸ
εἶναι ἀπόρροια τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος

Μέρος Γ´

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κατερέλου
«Τὸ καυτὸ πρόβλημα τῆς Θεοδικίας»
(Γιατί νὰ ὑπάρχουν ἡ θλίψη καὶ τὸ κακὸ στὸν κόσμο;)

ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»
Θεσ/νίκη 2015, σελ. 87 κ. ἑξ.

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ.»

Μέρος Α´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-1 (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Mέρος Β´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-2 «Οἱ ἐμπρησμοί, οἱ φωτιές, οἱ πλημμύρες, οἱ τρικυμίες, οἱ καύσωνες, οἱ σφοδροὶ ἄνεμοι, οἱ ἀνεμοθύελλες, ποὺ σαρώνουν τὰ πάντα στὸ πέρασμά τους»(Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

.             Ἀλλὰ ἐδῶ ἀκριβῶς ἀρχίζει ἡ θλιβερὴ ἱστορία, ποὺ μὲ μία πρώτη ἐπιπόλαιη ματιὰ φαίνεται μύθος στοὺς ὀρθολογιστές, ἀθέους, κ.λπ. Ὅμως, κατὰ γενικὴ ὁμολογία, εἶναι ἡ μόνη διήγησις, ἔστω καὶ θεωρητικά, ποὺ ἐξηγεῖ τὸ θλιβερώτατο φαινόμενο τῆς εἰσαγωγῆς στὸ ἀνθρώπινο γένος τῆς ὀδύνης, τῆς φθορᾶς, μὲ ἀποκορύφωμα τὸν θάνατο. Πουθενὰ ἀλλοῦ, σὲ καμμία ἄλλη ψευδοθρησκεία ἢ ἀνθρωπίνη φιλοσοφία δὲν ὑπάρχει πλήρης ἐξήγησις τοῦ φαινομένου τῆς φθαρτότητος καὶ τοῦ θανάτου. Περιττὸ νὰ εἴπωμε, ὅτι οἱ ὑπόλοιπες θρησκεῖες εἶναι ἀνθρώπινες ἐπινοήσεις καὶ προϊόντα δαιμονικῶν «ἀποκαλύψεων», καὶ ὄχι ἀποκεκαλυμμένες ἐκ Θεοῦ ἀλήθειες.
Στὸν Παράδεισο ὅμως, ὁ Ἑωσφόρος ἐζήλεψε τὴν δόξα καὶ τὴν μακαριότητα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ ὑπεσχέθη αὐτοθέωσι καὶ αὐτολύτρωσι. Ὑποσχέθηκε στοὺς πρωτοπλάστους, ὅτι, ἐὰν ἐδοκίμαζαν τὸν ἀπαγορευμένο καρπό, τότε θὰ ἐγίνοντο ἰσόθεοι.

[…]

.                Ἐν ἀντιθέσει μὲ ὅλα αὐτά, τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι νὰ μετέχη ὁ ἄνθρωπος, ὁλοένα καὶ περισσότερο, στὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μὲ τὴν ἰδική Του θεϊκὴ βοήθεια.
.                   Ἐξαπατώμενοι λοιπὸν ἀπὸ τὸν Διάβολο, ἄρχισαν οἱ πρωτόπλαστοι νὰ περιεργάζωνται τὸν ἀπαγορευμένο καρπό. Καὶ πρώτη ἡ Εὔα διεπίστωσε, ὅτι ἦτο ὡραῖος στὴν ὅρασι καὶ ἡδονικὸς στὴν γεῦσι. Ἀκριβῶς τότε, ἄρχισε νὰ γεννᾶται ἡ ἔνοχος ἡδονὴ γιὰ πρώτη φορὰ στὸ ἱστορικὸ ἀνθρώπινο γίγνεσθαι. Καὶ λέγομεν αὐτὴν τὴν ἡδονὴ «ἔνοχη», διότι ὁλόκληρος ὁ Παράδεισος ἦτο τόπος, καὶ προπαντὸς κατάστασις, νομίμου καὶ ἀπλήστου ἡδονῆς καὶ θεοαπολαύσεως. Ἡ ἐνοχὴ δὲν εὑρίσκετο αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴ στὸν καρπό, ἀλλὰ στὴν παράβασι τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ. Στὴν παρακοὴ δηλαδὴ στὴν μοναδικὴ αὐθεντία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐνοχὴ λοιπὸν εὑρίσκετο στὴν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀπεξαρτητοποιηθῆ ἀπὸ τὸν Θεό. Σημειωτέον δέ, ὅτι αὐτὴ ἡ δέσμευσις ὑπῆρχε στὸν Παράδεισο γιὰ νὰ δοκιμασθῆ τὸ αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ ἡ ἐλευθερία του.
.               Αὐτὴ ὅμως ἡ ἔνοχη ἡδονὴ τῶν πρωτοπλάστων ἀπὸ τὴν γεῦσι εἰδικὰ αὐτοῦ του καρποῦ, ἐγέννησε τὴν ὀδύνη. Ἐβγῆκαν τοπικὰ καὶ ἀπεκόπησαν ἀπὸ τὴν μακαριότητα τοῦ Παραδείσου ἐξ αἰτίας τῆς παρακοῆς των. Καὶ θὰ ἐγεύοντο ἀργότερα τὸν θάνατο, ποὺ πρὶν τοὺς ἦτο ἄγνωστος. Εἶναι ἀναντίρρητο, ὅτι κορυφαία ὀδύνη τῆς ζωῆς εἶναι ὁ θάνατος. Καὶ ἀκολουθοῦν οἱ πολυποίκιλες ἀρρώστειες, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν στὸ βάθος τους παρὰ τὸ προμήνυμα αὐτοῦ τούτου τοῦ θανάτου.
.                Στὴν οὐσία τους τί εἶναι οἱ ἀρρώστειες; Εἶναι τὸ καμπανάκι ποὺ μᾶς θυμίζει τὸν θάνατο καὶ μᾶς προσγειώνει σὲ αὐτὴν τὴν κατεύθυνσι. Ὅλες αὐτὲς οἱ πρὸ τοῦ θανάτου μας ταλαιπωρίες εἶναι σὰν νὰ μᾶς λέγουν «ἔ, ἄνθρωπε, μὴ συμπεριφέρεσαι σὰν νὰ εἶσαι ἀθάνατος».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-4 «Ὁ Θεὸς δὲν ἐπέβαλε τὸν θάνατο γιὰ νὰ τιμωρήση τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν παρακοή του» (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

, , , ,

Σχολιάστε

«ΤΩΡΑ, ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΕΙΜΑΙ ΕΤΟΙΜΗ! ΕΛΑ, ΣΕ ΚΑΛΗ ΩΡΑ»

Ἀπὸ τὸ περιοδ. «Ὅσιος Γρηγόριος»
(ἐτήσια ἔκδ. Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους)
ἀρ. τ. 7

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.               Τὸ κατωτέρω περιστατικὸ μὲ μιὰ ἡρωίδα μητέρα ἀποτελεῖ ἕνα χειροπιαστὸ τεκμήριο τῆς «ἐλπίδας τοῦ παραδείσου»! Ὁ γιὸς τῆς μακαρίας Δέσποινας, μετὰ τὴν ἁγία κοίμησή της ἔγινε μοναχὸς στὴν Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὁ ἴδιος περιγράφει τὴν συγκλονιστικὴ καὶ μακάρια κοίμηση τῆς μητέρας του, ποὺ εἶχε προσβληθεῖ ἀπὸ καρκίνο.

.               «Τὴν Τρίτη 26 Ὀκτωβρίου 1972 πρότεινε ἀπὸ μόνη της νὰ κοινωνήση τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων …Τὸ Σάββατο 30 Ὀκτωβρίου 1972, ὁ πατέρας μου καὶ ὁ ἀδελφός μου ἔβγαλαν εἰσιτήριο, γιὰ νὰ πᾶνε στὴν Πάτρα γιὰ τὴν τακτοποίηση τοῦ ἀδελφοῦ μου στὴν καινούργια του κατοικία. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἀπόγευμα ἡ μητέρα μου τοὺς παρακάλεσε ν’ ἀναβάλουν τὸ ταξίδι τους, γιατί δὲν αἰσθανόταν καλά. Τοὺς τὸ εἶχε πεῖ καθαρά:
– Θὰ πεθάνω ἀπόψε! Γι’ αὐτὸ νὰ τακτοποιήσουμε τὸ σπίτι, νὰ εἶναι ἕτοιμο γιὰ τὴν κηδεία.
.               Ἡ ἴδια πρότεινε νὰ στρώσουν τὰ χειμωνιάτικα στρωσίδια στὰ δωμάτια καὶ μάλιστα εἶχε σηκωθεῖ καὶ κατεύθυνε τὴν τακτοποίησή τους. Μετὰ ὁ πατέρας μου πῆγε νὰ εἰδοποιήση ὅλους τους συγγενεῖς, νὰ ἔρθουν γιὰ νὰ περάσουν μαζί της τὸ τελευταῖο της βράδυ στὴν γῆ. Ἔτσι στὸ δωμάτιο ἦταν ὁ πατέρας μου, ὁ ἀδελφός μου, ἡ μητέρα της, ἡ ἀδελφή της, ἡ γιαγιά της, δύο θεῖες της καὶ ἄλλες ἐξαδέλφες της, ποὺ εἶχε μαζί τους στενὸ σύνδεσμο.
.               Οἱ στιγμὲς ποὺ κυλοῦσαν ἦταν συγκλονιστικές. Ὅλοι κλαίγαμε. Δὲν μπορούσαμε νὰ σηκώσουμε τὸν πόνο. Μόνο αὐτὴ ἦταν ἀτάραχη! Μάλιστα κάθε λίγο μας παρηγοροῦσε τὸν καθένα ξεχωριστά. Κι ἐνῶ περνοῦσε ἡ ὥρα κάποια στιγμὴ μέσα σὲ μιὰ εὔθραυστη σιγὴ ποὺ ἐπικρατοῦσε στὸ δωμάτιο, μᾶς εἶπε:
– Γιὰ νὰ μπορέσω νὰ φύγω πιὸ γρήγορα καὶ πιὸ εὔκολα, νὰ διαβάσουμε τὸ Ψαλτήρι. (Συνήθιζε ἡ ἴδια νὰ διαβάζη σ’ ὅλους τοὺς γνωστοὺς κεκοιμημένους τὸ Ψαλτήρι).
.               Ἄρχισα νὰ διαβάζω, ἐναλλὰξ μὲ τὸν ἀδελφό μου, ἐνῶ αὐτὴ εἶχε σηκωθῆ καὶ στεκόταν ὄρθια. Ἐμεῖς τὴ μαλώσαμε, ἀλλ’ ὅμως ἦταν ἀνένδοτη! Μᾶς ἔλεγε ὅτι εἶναι ἁμαρτία νὰ εἶναι ξαπλωμένη καὶ νὰ διαβάζεται τὸ Ψαλτήρι. Μάλιστα σὲ πολλοὺς ψαλμούς, ποὺ κι αὐτὴ ἤξερε, συμμετεῖχε μαζί μας, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἔπιασαν ἀπὸ μία γωνία καὶ περίμεναν τὴν ἐξέλιξη.
.               Τὸ Ψαλτήρι τὸ συνέχισαν οἱ θεῖες μου, οἱ ὁποῖες καὶ τὸ τελείωσαν. Κατόπιν ἄρχισε νὰ δίνη ὁδηγίες στὴν μητέρα της καὶ στὶς ἐξαδέλφες της γιὰ τὴν προετοιμασία τῆς κηδείας. Στὴν μητέρα της εἶπε νὰ καθίση στὸ σπίτι μας, ὅσο μπορεῖ περισσότερο καιρό, γιὰ νὰ μᾶς περιποιῆται.
.               Μετὰ κάλεσε τὸν πατέρα μου. Τὸν παρακάλεσε νὰ παντρευτῆ γρήγορα καὶ νὰ μὴν ἀκούη τὸν κόσμο. Τοῦ εἶπε χαρακτηριστικά: Εἶσαι νέος καὶ τὰ παιδιὰ εἶναι ἀγόρια. Ἔχετε ἀνάγκη μιᾶς γυναίκας. Μὲ τὰ μαγειρεῖα καὶ τὰ καθαριστήρια δὲν τελειώνει ἡ δουλειά. Γι’ αὐτὸ νὰ παντρευτῆς γρήγορα. Μὴν ἀκοῦς τὸν κόσμο. Ἂς ποῦν ὅ,τι θέλουν. Ἐσὺ νὰ κοιτάξης τὸ συμφέρον σου.
.           Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἔβγαλε τὴν βέρα της, τὴν ἔδωσε στὸν πατέρα μου καὶ μὲ φοβερὴ ψυχραιμία τοῦ εἶπε:
– Ἀπὸ μένα εἶσαι πλέον ἐλεύθερος…
.               Ἀμέσως ὁ πατέρας μου ἔβαλε πάλι στὸ δάχτυλό της τὴν βέρα καὶ προσπάθησε νὰ τὴν παρηγορήσει ὅτι τάχα δὲν θὰ πεθάνει. Ὅμως αὐτὴ ἦταν ἀτάραχη καὶ ἤξερε τὸ τί θὰ ἐπακολουθοῦσε. Μάλιστα μετὰ τὸν θάνατό της βρήκαμε τὴν βέρα κάτω ἀπὸ τὸ προσκέφαλό της δεμένη σ’ ἕνα μαντήλι. Ἀφοῦ τὰ τακτοποίησε λοιπὸν ὅλα, ζήτησε ἀπ’ ὅλους συγχώρηση, στράφηκε στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ εἶπε:
Τώρα, Χριστέ μου, εἶμαι ἕτοιμη! Ἔλα, σὲ καλὴ ὥρα.
.           Ἀμέσως μετὰ τὴν ἔπιασε ἕνας βήχας καὶ προθυμοποιήθηκε μιὰ θεία μου νὰ τῆς φέρει νερό. Ὅμως ἡ μητέρα μου τὴν σταμάτησε λέγοντας:
– Δὲν χρειάζεται! Αὐτὸ δὲν εἶναι βήχας. Εἶναι ρόγχος. Σὲ λίγο φεύγω.
.           Τότε ὁ πατέρας μου τῆς ἔπιασε τὸ κεφάλι, γιὰ νὰ μὴ δυσκολεύεται καὶ μετὰ ἀπὸ 5-6 βαθειὲς ἀνάσες ξεψύχησε στὰ χέρια του!
.               Ἔτσι ὅπως ἀθόρυβα ἔζησε τὰ 41 της χρόνια, ἔτσι ἀθόρυβα ἔφυγε γιὰ τὸν οὐρανό. Ἔφυγε γι’ Αὐτὸν ποὺ πόθησε περισσότερο ἀπὸ κάθε τί ἐδῶ στὴν γῆ».

 

 

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ΛΟΥΚΑ Τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης-1 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΛΟΥΚΑ
Τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης
(Λουκ. ζ´ 11-16)

Α´
ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 201-215.

.               Πολλοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ αὐτοτιτλοφοροῦνται «Σωτῆρες τῆς ἀνθρωπότητας». Ποιός ἀπ’ ὅλους τους ὅμως θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ πὼς θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ σώσει ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν θάνατο; Στὴν ἱστορία ἔχουμε δεῖ πολλοὺς κατακτητές. Κανένας τοὺς ὅμως δὲν νίκησε τὸν θάνατο. Στὴ γῆ γνωρίσαμε πολλοὺς βασιλιάδες ποὺ εἶχαν ἑκατομμύρια ὑποτελεῖς. Κανένας τους ὅμως δὲν μπόρεσε νὰ μετρήσει στοὺς ὑποτελεῖς του καὶ τοὺς νεκροὺς μαζὶ μὲ τοὺς ζωντανούς.
.               Κανένας, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν μοναδικὸ Ἕνα, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, Ἐκεῖνον ποὺ μαζί Του δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ κανένας. Δὲν εἶναι μόνο ὁ Νέος Ἄνθρωπος. Εἶναι ὁ Νέος Κόσμος, ὁ Δημιουργός Του. Ὄργωσε τὸν ἀγρὸ ζώντων καὶ νεκρῶν κι ἔσπειρε καὶ στοὺς δυὸ τὸν καινούργιο σπόρο τῆς ζωῆς. Οἱ νεκροὶ μπροστά Του εἶναι ὅπως κι οἱ ζωντανοί, οἱ ζωντανοὶ ὅπως οἱ νεκροί. Ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἐμπόδιο στὴ βασιλεία Του. Παραμέρισε τὸ ἐμπόδιο αὐτὸ κι ἄνοιξε τὴ βασιλεία Του στὴν ἱστορία, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα ὣς τὸν τελευταῖο ἄνθρωπο ποὺ θὰ γεννηθεῖ στὴ γῆ. Κοίταξε τὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο τοῦ ἀνθρώπου μὲ διαφορετικὸ τρόπο ἀπ’ ὅ,τι βλέπουμε ἐμεῖς οἱ θνητοί. Κοίταξε καὶ εἶδε πὼς ἡ ζωὴ δὲν τελειώνει μὲ τὸν σωματικὸ θάνατο, πὼς ἡ πραγματικότητα τοῦ θανάτου γιὰ μερικοὺς ἀνθρώπους ἔρχεται πρὶν ἀπὸ τὸν σωματικό τους θάνατο. Πολλοὺς ζωντανούς τοὺς βλέπει στὸν τάφο, πολλοὺς νεκροὺς σὲ σώματα ζωντανά. «Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι» (Ματθ. ι´ 28), εἶπε ὁ ἴδιος στοὺς ἀποστόλους Του. Ὁ σωματικὸς θάνατος δὲν συνεπάγεται καὶ τὸν ψυχικὸ θάνατο. Αὐτὸς προκαλεῖται μόνο ἀπὸ τὴ θανάσιμη ἁμαρτία πρὶν ἢ καὶ κατὰ τὸ σωματικὸ θάνατο, ξέχωρα ἀπ’ αὐτόν.
.               Μὲ τὴν πνευματικὴ ματιά Του ὁ Κύριος διαπερνᾶ τὸν χρόνο, ὅπως ἡ ἀστραπὴ τὰ σύννεφα. Οἱ ζωντανὲς ψυχὲς τόσο ἐκείνων ποὺ πέθαναν πρὸ πολλοῦ ὅσο καὶ αὐτῶν ποὺ δὲν γεννήθηκαν ἀκόμα ἐμφανίζονται μπροστά Του. Ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ εἶδε σὲ ὅραμα μία πεδιάδα γεμάτη ὀστᾶ νεκρῶν καὶ δὲν μποροῦσε νὰ κατανοήσει ἂν τὰ ὀστᾶ αὐτὰ θὰ μποροῦσαν νὰ ἀναζωογονηθοῦν, ὡσότου τοῦ τὸ ἀποκάλυψε ὁ Κύριος. «Υἱὲ ἀνθρώπου, εἰ ζήσεται τὰ ὀστέα ταῦτα;», τὸν ρώτησε ὁ Κύριος, «καὶ εἶπα· Κύριε Κύριε, σὺ ἐπίστῃ ταῦτα» (Ἰεζ. λζ´ 3). Ὁ Χριστὸς δὲν ἔβλεπε νεκρὰ ὀστᾶ, ἀλλὰ τὰ ζωντανὰ πνεύματα ποὺ εἶχαν μέσα τους. Τὸ σῶμα καὶ τὰ ὀστᾶ τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι παρὰ τὸ περίβλημα κι ὁ ἐξοπλισμὸς τῆς ψυχῆς. Τὸ περίβλημα αὐτὸ γερνάει καὶ γίνεται σὰν φθαρμένο ροῦχο. Ὁ Θεὸς ὅμως θὰ τὸ ἀνακαινίσει καὶ θὰ ξαναντύσει μὲ αὐτὸ τὴν ψυχὴ ποὺ ἀναχώρησε.
.               Χριστς ρθε γι νπαλλάξει τν νθρωπο π τν ρχαο φόβο, λλ κα ν δημιουργήσει ναν καινούργιο φόβο σ’ ατος πο μαρτάνουν. ρχαος φόβος το νθρώπου ταν σωματικς θάνατος. καινούργιος φόβος εναι πνευματικς θάνατος. Καὶ τὸν φόβο αὐτὸν ὁ Χριστὸς τὸν ἐνίσχυσε, τὸν ἔκανε πιὸ δυνατό. Ὁ φόβος τοῦ σωματικοῦ θανάτου ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀναζήτηση βοήθειας ἀπ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Οἱ ἄνθρωποι ἐγκαθίστανται σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, σκορπίζονται σ’ αὐτὸν καὶ πιάνονται ἀπ’ αὐτόν, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ σιγουρέψουν τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ διαμονὴ γιὰ τὸ σῶμα τους, νὰ διανύσουν ἕνα ταξίδι ὅσο μεγαλύτερο καὶ ἀβασάνιστο γίνεται. Ὁ Κύριος ὅμως λέει σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἦταν πλούσιος ὁλικὰ ἀλλὰ φτωχὸς πνευματικά: «Ἄφρον, ταύτη τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» (Λουκ. ιβ´ 20). Τὸν ἄνθρωπο ποὺ φροντίζει γιὰ τὸ σῶμα του ἀλλὰ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ψυχή του, ὁ Κύριος τὸν ἀποκαλεῖ ἄφρονα, ἀνόητο. «Οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἔστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ» (Λουκ. ιβ´ 15), εἶπε ἐπίσης ὁ Κύριος. Σὲ τί συνίσταται λοιπὸν ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου; Στὴν ἐξάρτησή του ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ ζωοποιεῖ τὴν ψυχὴ μὲ τὸ λόγο Του καὶ μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ ζωοποιεῖ καὶ τὸ σῶμα.
.               Μὲ τὸ λόγο Του ὁ Κύριος ἀνάστησε κι ἀνασταίνει ψυχὲς ἁμαρτωλές, ψυχὲς ποὺ πέθαναν πρὶν ἀπὸ τὸ σωματικὸ θάνατο. Ὑποσχέθηκε πὼς θ’ ἀναστήσει τὰ νεκρὰ σώματα ἐκείνων ποὺ ἔχουν ἤδη ἀποβιώσει. Μὲ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, μὲ τὰ ζωοποιὰ λόγια Του καὶ μὲ τὰ τίμια δῶρα, τὸ πάναγνο Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του, ἀνέστησε κι ἀνασταίνει καὶ σήμερα ἀκόμα νεκρούς. Καὶ θὰ τὸ κάνει αὐτὸ ὢς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Μᾶς τὸ ἐπιβεβαίωσε αὐτὸ ὄχι μόνο μὲ λόγια ἀλλὰ καὶ μὲ ἔργα, ἀφοῦ ἀνέστησε ἀρκετοὺς στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, καθὼς καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασή Του. «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἔστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται» (Ἰωάν. ε´ 25). Πολλοὶ νεκροὶ ἄκουσαν τὴ φωνὴ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ἀναστήθηκαν. Ἕνα τέτοιο παράδειγμα ἔχουμε ἀπὸ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο.

* * *

.               Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ὁ Ἰησοῦς «ἐπορεύετο εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολὺς» (Λουκ. ζ´ 11). Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ἔγινε λίγο μετὰ τὴ θαυματουργικὴ θεραπεία τοῦ δούλου τοῦ Ρωμαίου ἑκατόνταρχου στὴν Καπερναούμ. Ὁ Κύριος εἶχε σφοδρὴ ἐπιθυμία καὶ βιαζόταν νὰ κάνει ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερα καλὰ ἔργα καὶ νὰ δώσει ἔτσι ὑπέροχο παράδειγμα στοὺς πιστούς Του. Μ’ αὐτὸν τὸ σκοπὸ ξεκίνησε ἀπὸ τὴν Καπερναοὺμ μὲ κατεύθυνση τὸ ὄρος Θαβώρ. Ἐκεῖ, πέρα ἀπὸ τὸ ὄρος, στὶς πλαγιὲς τοῦ ὄρους Ἐρμών, βρίσκεται ὣς τὶς μέρες μας ἡ Ναΐν, ποὺ κάποτε ἦταν ὀχυρωμένη πόλη. Ὁ Κύριος ταξίδευε μὲ τὴ συνοδεία πολλῶν μαθητῶν καὶ πλήθους λαοῦ. Εἶχαν δεῖ ὅλοι τους πολλὰ θαύματα στὴν Καπερναοὺμ καὶ ἤλπιζαν νὰ δοῦν καὶ ν’ ἀκούσουν περισσότερα, γιατί τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶχαν ἀκουστεῖ ὣς τότε στὸν Ἰσραήλ, ἐνῶ τὰ λόγια Του ἦταν σὰν ποτάμια ποὺ ἔρρεαν μέλι καὶ γάλα.
.               «Ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρί αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ» (Λουκ. ζ´ 12). Ὁ Κύριος μόλις εἶχε προσεγγίσει τὴν πύλη τῆς πόλης μαζὶ μὲ τὸ πλῆθος ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε, ὅταν συνάντησε μία πομπὴ νὰ βγαίνει ἀπὸ τὴν πόλη, συνοδεύοντας ἕνα νεκρὸ παιδί. Ἔτσι συναντήθηκαν ὁ Κύριος μὲ τὸ δοῦλο. Ὁ χορηγός τῆς ζωῆς συνάντησε τὸν νεκρό. Ὁ νεκρὸς ἦταν ἕνα νεαρὸ παιδί, ὅπως βλέπουμε ἀπὸ τὴν διήγηση, ὅτι ὁ Κύριος τὸν παρέδωσε στὴν μητέρα του, ἀφοῦ τὸν ἐπανέφερε στὴν ζωή. Ἡ μητέρα τοῦ παιδιοῦ πρέπει νὰ προερχόταν ἀπὸ πλούσια κι ἐπιφανῆ οἰκογένεια, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ μεγάλο πλῆθος ποὺ τὴν συνόδευε στὴν κηδεία.
.               «Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε» (Λουκ. ζ´ 13). Τὸ μεγάλο πλῆθος ποὺ συνόδευε τὴ χήρα φαίνεται πὼς τό ᾽κανε γιὰ χάρη της, λόγῳ τῆς κοινωνικῆς της θέσης, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἰσχυρὸ χτύπημα ποὺ δέχτηκε μὲ τὸν θάνατο τοῦ μοναχογιοῦ της. Ἡ θλίψη τῶν ἀνθρώπων γύρω της πρέπει νὰ ἦταν πολὺ μεγάλη. Κι αὐτὸ πρέπει νὰ ἔκανε μεγαλύτερη τὴν θλίψη τῆς μητέρας καὶ αὔξησε τὰ δάκρυα ἀπόγνωσης καὶ τὸν ὀδυρμό της. Ἂν κι ἀναζητοῦμε ἄλλους γιὰ νὰ μοιραστοῦν τὴν θλίψη μας, ὅταν ὁ θάνατος ἀποσπᾶ βίαια κάποιον δικό μας ἄνθρωπο, ἡ συμμετοχὴ τους συνεισφέρει πολὺ λίγο στὸ νὰ μειώσει τὴν θλίψη καὶ τὸν πόνο μας. Ὅταν ἡ ἀδυναμία παρηγορεῖ τὴν ἀδυναμία, τότε κι ἡ παρηγοριά θά ᾽ναι ἀδύναμη. λοι σοι παραστέκονται σνα νεκρ σμα, κυριεύονται π να περίεργο συναίσθημα πο δύσκολα ξωτερικεύεται. Κι ατ εναι ντροπή. Ο νθρωποι χι μόνο φοβονται τὸν θάνατο, λλ κα ντρέπονται γι’ ατό. ντροπ ατ εναι πόδειξη – πολ μεγαλύτερη π τὸν φόβο – πς θάνατος εναι συνέπεια τς μαρτίας το νθρώπου. Ὅπως ὁ ἄρρωστος ἄνθρωπος ντρέπεται ν’ ἀποκαλύψει στὸ γιατρὸ τὶς κρυφὲς πληγές του, ἔτσι κι ὅσοι ἔχουν συνείδηση ντρέπονται τὴ θνητότητά τους. ντροπ ατ γι τὸν θάνατο μς δηγε στν πόδειξη τς θάνατης καταγωγς μας κα το θάνατου προορισμο μας. Τὰ ζῶα ὅταν πεθαίνουν κρύβονται μακριά, σὰ νὰ νιώθουν ντροπὴ ποὺ εἶναι θνητά. Φανταστεῖτε πόση εἶναι ἡ ντροπὴ ἐκείνων ποὺ εἶναι πνευματικὰ καλλιεργημένοι!
.               Σὲ τί χρησιμεύουν ὅλα τὰ κλάματα καὶ τὰ μοιρολόγια μας, ὅλη ἡ ματαιότητά μας, ὅλες οἱ τιμὲς καὶ οἱ δόξες μας, τὴν ὥρα ποὺ νιώθουμε ὅτι κομματιάζεται τὸ ἐπίγειο δοχεῖο ὅπου κατοικήσαμε ὅσο ζούσαμε; Μᾶς κατέχει ντροπὴ τόσο γιὰ τὸ εὔθραυστο τοῦ δοχείου μας ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἄφρονα ματαιότητα, μὲ τὴν ὁποία γεμίσαμε τὴ ζωή μας. Σὲ τί χρησιμεύει νὰ τὸ κρύβουμε; Ἡ ντροπὴ μᾶς κατέχει λόγῳ τῆς βρωμιᾶς ποὺ γεμίσαμε τὸ γήινο σαρκίο μας καὶ ποὺ ἐξέρχεται μετὰ τὸν θάνατό μας, ὄχι μόνο πρὸς τὴ γῆ ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν οὐρανό. Ἡ οὐσία τοῦ πνεύματος δὲν ἀναδίδει οὔτε ἄρωμα οὔτε δυσοσμία στὸ σῶμα μας. Ἀνάλογα μὲ τὴν ποιότητά μας ὡς ἀνθρώπων καὶ μὲ τὰ ὑλικὰ ποὺ ἔχουμε σωρεύσει μέσα μας ὅσο ζοῦμε, ἀναδίδουμε τὸ ἄρωμα τοῦ οὐρανοῦ ἢ τὴ βρωμιὰ τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Κύριος ἔχει ἀγάπη καὶ ἀνοχὴ γι’ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται σὲ ἀπόγνωση. Αὐτὸ τὸ διαπιστώνουμε συχνὰ στὶς ἀδυναμίες τῶν ἀνθρώπων. «Ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους ἐσπλαγχνίσθη περὶ αὐτῶν, ὅτι ἦσαν ἐκλελυμένοι καὶ ἐρριμμένοι ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ´ 36). Ὅταν τὰ πρόβατα βλέπουν τὸν ποιμένα δὲν λιποψυχοῦν, οὔτε καὶ σκορπίζονται. Ἂν οἱ ἄνθρωποι εἶχαν τὸν Θεὸ πάντα μπροστὰ στὰ μάτια τους δὲν θὰ λιποψυχοῦσαν, οὔτε καὶ θὰ σκορπίζονταν. Μερικοὶ ὅμως τὸν βλέπουν, ἄλλοι τὸν ἀναζητοῦν γιὰ νὰ τὸν δοῦν, ἐνῶ ἄλλοι εἶναι τυφλοὶ ἢ ἐμπαίζουν ἐκείνους ποὺ ψάχνουν γιὰ νὰ Τὸν δοῦν. Ἔτσι οἱ ἄνθρωποι λιποψυχοῦν, διασκορπίζονται, γίνεται ὁ καθένας ὁδηγὸς στὸν ἑαυτό του κι ἀκολουθεῖ τὸ δικό του δρόμο.
.               ν ο νθρωποι εχαν στω κα τ μισ φόβο γι τν πανταχο παρόντα Θεό, π’ ατν πο χουν γι τὸν θάνατο, δὲν θ φοβονταν τν τελευταο. Κα μάλιστα δὲν θ γνώριζαν τὸν θάνατο σ’ ατν τν κόσμο. Στὴν περίπτωσή μας ὁ Κύριος ἔνιωσε ἰδιαίτερη συμπάθεια γιὰ τὴν θλιμμένη μητέρα καὶ γι’ αὐτὸ τῆς εἶπε: μὴ κλαῖε. Κοίταξε βαθιὰ μέσα στὴν ψυχή της καὶ διάβασε ὅλα ὅσα γίνονταν ἐκεῖ. Ὁ σύζυγός της εἶχε πεθάνει, δὲν εἶχε σύντροφο. Τώρα πέθανε κι ὁ μοναχογιός της καὶ βρέθηκε ὁλομόναχη. Ποῦ ἦταν ὁ ζωντανὸς Θεός; Μπορεῖ νὰ νιώθει μόνος του κανείς, ὅταν ἔχει συντροφιὰ τὸν Θεό; Μπορεῖ ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος νὰ βρεῖ καλλίτερη συντροφιά, πιὸ ἐγκάρδια, ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τοῦ Θεοῦ; Δὲν εἶναι πιὸ κοντά μας ὁ Θεὸς ἀκόμα κι ἀπὸ τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα μας, ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὶς ἀδελφές μας, ἀπὸ τοὺς γιοὺς καὶ τὶς θυγατέρες μας; Μᾶς δίνει παιδιὰ κι ὕστερα μᾶς τὰ παίρνει, μὰ δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει. Τὸ μάτι Του δὲν κουράζεται νὰ μᾶς παρακολουθεῖ, οὔτε κι ἡ ἀγάπη Του γιὰ μᾶς ἔχει ἀλλοιωθεῖ. Ὅλη ἡ δυσοσμία τοῦ θανάτου μᾶς βοηθάει νὰ προσκολληθοῦμε περισσότερο στὸν Θεό, τὸν ζῶντα Θεό.
.               Μὴ κλαῖε! Ὁ Κύριος προσπαθεῖ νὰ παρηγορήσει τὴν ἀπαρηγόρητη μητέρα. Αὐτὸ τὸ λέει Ἐκεῖνος ποὺ δὲν σκέφτεται, ὅπως πολλοὶ ἀπὸ μᾶς, πὼς ἡ ψυχὴ τοῦ νεκροῦ ἀγοριοῦ κατεβαίνει στὸν τάφο, μαζὶ μὲ τὸ νεκρὸ σῶμα του. Τὸ λέει Ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει αὐτὰ ποὺ ἀφοροῦν στὴν ψυχὴ τοῦ νεκροῦ ἀγοριοῦ, ποὺ κρατᾶ τὴν ψυχὴ αὐτὴ στὴ δική Του ἐξουσία. Κι ἐμεῖς παρηγοροῦμε αὐτοὺς ποὺ θρηνοῦν μὲ τὰ ἴδια λόγια, ἂν κι οἱ καρδιές μας εἶναι γεμάτες δάκρυα.
.               Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ συμπάθειά μας ὅμως νιώθουμε ἀδύναμοι νὰ προσθέσουμε ὁτιδήποτε ἄλλο σ’ ἐκείνους ποὺ θρηνοῦν. Ἡ δύναμη τοῦ θανάτου ἔχει τόσο πολὺ ξεπεράσει τὴ δύναμή μας, ὥστε σερνόμαστε σὰν ἔντομα στὴ σκιά του. Καὶ καθὼς γεμίζουμε τὸν τάφο καὶ σκεπάζουμε τὸ νεκρὸ μὲ χῶμα, νιώθουμε πὼς ἐνταφιάζουμε μαζὶ κι ἕνα μέρος ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας μέσα στὸ νεκρικὸ σκοτάδι τοῦ τάφου.
.               Ὁ Κύριος δὲν εἶπε “μὴ κλαῖε” στὴ γυναίκα, γιὰ νὰ δείξει πὼς δὲν πρέπει νὰ κλαῖμε γιὰ τοὺς νεκρούς. Ὁ ἴδιος δάκρυσε γιὰ τὸ Λάζαρο (βλ. Ἰωάν. ια´ 35). Θρήνησε προκαταβολικὰ γι’ αὐτοὺς ποὺ θὰ ὑπέφεραν μὲ τὴν πτώση τῆς Ἱερουσαλὴμ (βλ. Λουκ. ιθ´ 41-44). Τέλος μακάρισε αὐτοὺς ποὺ πενθοῦν, «ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται» (Ματθ. ε´ 4). Τίποτα δὲν ἠρεμεῖ καὶ δὲν καθαρίζει τόσο, ὅσο τὰ δάκρυα.
.               Στὴν ὀρθόδοξη μεθοδολογία τῆς σωτηρίας, τὰ δάκρυα εἶναι ἀνάμεσα στὰ πρῶτα μέσα κάθαρσης τῆς ψυχῆς, τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ. Ὄχι μόνο πρέπει νὰ κλαῖμε γιὰ τοὺς νεκρούς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ζωντανοὺς καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ὅπως συνέστησε ὁ Κύριος στὶς γυναῖκες τῆς Ἱερουσαλήμ: «Θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, μὴ κλαίετε ἐπ’ ἐμέ, πλὴν ἐφ’ ἑαυτὰς κλαίετε καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ὑμῶν» (Λουκ. κγ´ 28).
.               Ὑπάρχει ὅμως μία διαφορὰ ἀπὸ δάκρυα σὲ δάκρυα. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει τοὺς Θεσσαλονικεῖς: «ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» (Α´ Θεσσ. δ´ 13). Δὲν πρέπει νὰ θλιβόμαστε ὅπως οἱ εἰδωλολάτρες κι οἱ ἄθεοι, ποὺ κλαῖνε τοὺς νεκρούς τους σὰ νὰ χάθηκαν ἐντελῶς. Ο χριστιανο δν πρέπει ν κλανε τος νεκρος σν χαμένους λλ σν μαρτωλούς. Ἡ θλίψη τους ἑπομένως πρέπει νὰ συνοδεύεται μὲ προσευχὲς στὸν Θεό, γιὰ νὰ συχωρήσει τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἀποβιώσαντα καὶ νὰ τὸν ἐλεήσει, νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν οὐράνια βασιλεία Του.
.               Ὁ χριστιανὸς πρέπει νὰ κλαίει καὶ νὰ θρηνεῖ ἐπίσης γιὰ τὸν ἑαυτό του, γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Κι ὅσο πιὸ συχνὰ τὸ κάνει αὐτὸ τόσο καλύτερα. Ὄχι νὰ συμπεριφέρεται σὰν κι’ αὐτοὺς ποὺ δὲν πιστεύουν στὸν Θεὸ καὶ δὲν ἐλπίζουν στὸ ἔλεός Του καὶ στὴν αἰώνια ζωή.
.               Ὅταν τὰ δάκρυα ἔχουν τὸ χριστιανικὸ αὐτὸ νόημα κι αὐτὴ τὴ χρήση, τότε γιατί ὁ Κύριος εἶπε στὴ μητέρα τοῦ νεκροῦ ἀγοριοῦ “μὴ κλαῖε”; Ἐδῶ εἶναι ἄλλη περίπτωση. Ἡ γυναίκα ἔκλαιγε σὰν κι αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα. Δὲν ἔκλαιγε γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ παιδιοῦ της οὔτε καὶ γιὰ τὶς δικές της. Ἔκλαιγε γιὰ τὴ σωματικὴ ἀπώλεια, γιὰ τὸ χαμὸ καὶ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἐξαφάνιση τοῦ παιδιοῦ, γιὰ τὸν αἰώνιο ἀποχωρισμό της ἀπ’ αὐτό. Ἐκεῖ ὅμως βρισκόταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ζώντων καὶ νεκρῶν. Δὲν εἶχε λοιπὸν λόγο νὰ κλαίει μπροστά Του, ὅπως δὲν ἔχει λόγο καὶ νὰ νηστεύει κανείς, ὅταν ὁ Κύριος εἶναι παρών. Ὅταν οἱ Φαρισαῖοι κατηγόρησαν τὸν Κύριο πὼς οἱ μαθητές Του δὲν νήστευαν, ὅπως ὁ Ἰωάννης, τοὺς ἀπάντησε: «Μὴ δύνασθε τοὺς υἱοὺς τοῦ νυμφῶνος, ἐν ᾧ ὁ νυμφίος μετ’ αὐτῶν ἐστι, ποιῆσαι νηστεύειν;» (Λουκ. ε´ 34). Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο λοιπόν, μπορεῖ νὰ θρηνεῖ κάποιος, ὅταν βρίσκεται μαζί του ὁ Ζωοδότης, ποὺ στὴ βασιλεία Του δὲν ὑπάρχουν νεκροί, ἀλλ’ ὅλοι εἶναι ζωντανοί; Ἡ θλιμμένη χήρα ὅμως δὲν γνώριζε οὔτε τὸν Χριστὸ οὔτε τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Θρηνοῦσε τὸν μοναχογιό της χωρὶς ἐλπίδα, ὅπως ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι τότε, ποὺ εἴτε δὲν εἶχαν ὁλότελα πίστη στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν εἴτε τὴν εἶχαν χάσει.
.               Σ’ αὐτὴν τὴν ἀνώφελη λόγω ἄγνοιας θλίψη της, ὁ Κύριος ἀνταποκρίθηκε μὲ τὰ λόγια: Μὴ κλαῖε! Δὲν τῆς εἶπε νὰ μὴν κλάψει μὲ τὴν ἔννοια ποὺ τὸ κάνουν πολλοὶ σήμερα, ποὺ ἐννοοῦν: «Μὴν κλαῖς! Τὰ δάκρυά σου δὲν θὰ τὸν φέρουν πίσω. Αὐτὴ εἶναι ἡ μοίρα. Ὅλοι τὸν ἴδιο δρόμο θ’ ἀκολουθήσουμε». Αὐτὴ ποὺ δίνουμε ἐμεῖς εἶναι μία ἀπαρηγόρητη παρηγοριά. Δὲν παρηγορεῖ κανέναν, εἴτε τὴν δίνει κανεὶς εἴτε τὴν παίρνει. Ἄλλο πράγμα σκεφτόταν ὁ Χριστός, ὅταν ἔλεγε “μὴ κλαῖε”. Ἤθελε νὰ πεῖ: Μν κλας, γιατί γ εμαι δ. Εἶμαι ὁ ποιμένας ὅλων τῶν προβάτων. Κανένα πρόβατο δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ Ἐμένα, δὲν γίνεται νὰ μὴ γνωρίζω ποῦ βρίσκεται. γις δν πέθανε μ τν τρόπο πο νομίζεις σύ. Μόνο ψυχή του φυγε π τ σμα. γ χω ξουσία στν ψυχή του, πως κα στ σμα του. Λόγῳ τῆς θλίψης σου, ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἄγνοια καὶ ἀπιστία τόσο τὴ δική σου ὅσο κι ἐκείνων ποὺ βρίσκονται γύρω σου, θὰ ἑνώσω ξανὰ τὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ μὲ τὸ σῶμα του καὶ θὰ τὸν ξαναφέρω στὴ ζωή. Καὶ θὰ τὸ κάνω αὐτὸ ὄχι τόσο γιὰ δική του χάρη ὅσο γιὰ σένα καὶ γιὰ τοὺς δικούς σου, γιὰ νὰ πιστέψετε πὼς ὁ Θεὸς εἶναι ζωντανὸς καὶ παρακολουθεῖ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Γιὰ νὰ βεβαιωθεῖτε πὼς Ἐγὼ εἶμαι ὁ Μεσσίας ποὺ ἦρθε, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ΛΟΥΚΑ Τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης-2 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, ,

Σχολιάστε

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Θάνατος το Χριστο

.             Γιὰ τοὺς περισσότερους ἀνθρώπους ὁ θάνατος εἶναι ἡ ἔσχατη ἀπόδειξη δουλείας. Εἴμαστε ἀνίσχυροι ἀπέναντί του. Μποροῦμε νὰ τὸν ἀπομακρύνουμε, ἀλλὰ ὄχι νὰ τὸν ὑπερβοῦμε. Γιὰ τοὺς περισσότερους ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τὸ βιολογικὸ καὶ ὁριστικὸ τέρμα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Δὲν ὑπάρχει λογικὴ ἀπόδειξη ἐπιστροφῆς ἀπὸ τὸ “ἐπέκεινα”, τὸ μετὰ τὸν θάνατο, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ θλίψη νὰ εἶναι ἀνυπέρβλητη. Ἀπέναντι στὸν θάνατο ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μὲ τὸν φόβο ἢ ἐκείνη τὴν ἐλπίδα ὅτι τὸ τέλος δὲν θὰ ἔλθει.
.             Ὁ Χριστὸς ἔζησε τὸν θάνατο, ὄχι ὡς βιολογικὸ τέρμα ἢ ὡς ἀναπόδραστη κατάσταση, ἀλλὰ ὡς ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Πατέρα Του. Ἔφτασε τὴν φύση Του, ποὺ εἶχε τὴν ἀθανασία δεδομένη, καθὼς δὲν εἶχε ἁμαρτία, στὸ κατώφλι τοῦ θανάτου καὶ τὸ πέρασε σωματικά, γιὰ νὰ μᾶς δείξει ὅτι ὁ θάνατος εἶναι τὸ τέρμα, μόνο ὅταν συνοδεύεται ἀπὸ τὸν χωρισμὸ ἀπὸ τὸν Θεό. Αὐτὸς ποὺ ζεῖ τὸν Θεὸ μὲ ὑπακοὴ στὸ θέλημά Του, αὐτὸς ποὺ ἀγωνίζεται ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία εἶναι ὁ θάνατος, ἐλευθερώνεται ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου, γιατί ἀκολουθεῖ τὸν Χριστό.
.             “Ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει. Ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει”, μᾶς λέει ὁ Κύριος. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ θάνατος ἀποτελεῖ γιὰ μᾶς τοὺς θνητοὺς τὴν ἀφορμή, πολὺν καρπὸ νὰ φέρουμε, ἂν ζοῦμε μὲ ὑπακοὴ στὸν Θεό. Ὁ Χριστὸς μᾶς δίδαξε ὅτι αὐτὸ εἶναι κατορθωτό. Ἂν πεθάνουμε ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία, δηλαδὴ νεκρώσουμε τὰ πάθη καὶ τὶς κακίες μας, τότε οὐσιαστικὰ φέρουμε πολὺν καρπό, τῆς ἀγάπης, τῆς ἀρετῆς, τῆς πίστης στὸ Θεό, γιατί αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημά Του γιά μας. Ἂν πεθάνει ὁ ἐγωισμός μας, μὲ τὴν ἄσκηση, τὴν προσπάθεια, τὴν ταπείνωση, τὴν θυσία, τότε πολὺν καρπὸ φέρουμε. Τραβᾶμε τὴν χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τότε, ἀκόμα καὶ ὁ βιολογικὸς θάνατος εἶναι τὸ σημεῖο ἐκεῖνο τῆς ζωῆς ποὺ μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν φθορὰ καὶ τὴν ἁμαρτία καὶ μᾶς φέρνει κοντὰ σ’ Αὐτὸν ποὺ πέθανε γιά μας, τὸν Χριστό.
.             Ὁ Χριστὸς ἀναπαύεται στὸν τάφο σωματικά. Ὁ Χριστὸς κηρύττει στὸν Ἅδη τὴ Ζωή. Καὶ θὰ ἀναστηθεῖ ὡς ὁ λέων, αὐτεξουσίως, καὶ θὰ τραβήξει μαζί Του ὅσους τὸν πίστεψαν, ἀλλὰ καὶ ὅσους τὸν πιστεύουν, ὅσους τοὺς ἀγγίζει τὸ μήνυμα, τὸ πρόσωπο, ἡ κοινωνία μαζί Του. Ἐλευθερωνόμαστε ἀπὸ τὸν θάνατο, χάρις στὸν θάνατο τοῦ Σωτήρα. Ὅλα πλέον εἶναι διαφορετικά. Δὲν φοβόμαστε τὸν θάνατο, γιατί θὰ μᾶς πάει σ’ Αὐτὸν ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ καὶ ἀγαπᾶμε. Καὶ θὰ περιμένουμε τὴν Δευτέρα Παρουσία, γιὰ νὰ γευτεῖ καὶ τὸ σῶμα μας, αὐτὴ τὴν ἀνεκλάλητη χαρά. Αὐτὴ τὴν ἀνεκλάλητη ἐλευθερία. Αὐτὴ τὴν ἀνεκλάλητη αἰώνια ζωή.

 

ΠΗΓΗ: «Ἅγια Μετέωρα»

 

, ,

Σχολιάστε

META ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΙ;

META ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΙ;

Κυριακὴ Ε´ Λουκᾶ (Λουκ. ιϛ´19-31)
Τοῦ Μητροπ. Φλωρίνης Αὐγουστίνου (†)
(Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης 5-11-1989)

.             Κυριακή, ἀγαπητοί μου, σήμερα· ἡμέρα ἀφιερωμένη στὸ Θεό. Τί πρέπει νὰ κάνουν οἱ Χριστιανοί; Ὅλοι νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία, νὰ σταθοῦν μὲ εὐλάβεια καὶ νὰ ποῦν ἀπ’ τὴν καρδιά τους ἕνα «Κύριε, δόξα σοι», ἕνα εὐχαριστῶ, ἕνα «Κύριε, ἐλέησον». Ὅσοι ἐρχόμεθα στὴν ἐκκλησία, ἡ σκέψι μας νά ’νε στὸ Θεό. «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας» (θ. Λειτ.). Νὰ εἴμεθα στὸ ναὸ ὄχι μόνο σωματικῶς ἀλλὰ καὶ πνευματικῶς. Ἡ ψυχὴ – τὸ πνεῦμα ἔχει τὴν ἀξία. Μὲ τὴν ἐλπίδα λοιπὸν ὅτι συμμετέχετε ψυχικῶς, παρακαλῶ ν᾽ ἀκούσετε ἕνα σύντομο κήρυγμα.

* * *

.             Τὸ εὐαγγέλιο σήμερα ἀπαντᾷ σ᾽ ἕνα μεγάλο ἐρώτημα. Ποιό ἐρώτημα; Μιὰ μέρα θὰ πεθάνουμε, ὁπωσδήποτε· δὲ γλυτώνει κανείς. «Ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετὰ δὲ τοῦτο κρίσις» (Ἑβρ. 9,27). Τί γίνεται λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος μετὰ θάνατον; Ἰλιγγιῶδες τὸ ἐρώτημα. Τί ἀπάντησι θὰ δώσουμε;
Ἀπαντᾷ ἡ συνείδησί μας, ἀπαντᾷ ὁ Χριστός, ἀπαντᾷ τὸ Εὐαγγέλιο – αἱ Γραφαί· ἡ ψυχὴ ζῇ.
.             Οἱ ὑλισταὶ καὶ ἄπιστοι κοροϊδεύουν καὶ ἐμπαίζουν. Ἄκου ἐκεῖ, λένε, στὸν αἰῶνα τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς προόδου, οἱ παπᾶδες καὶ δεσποτᾶδες μᾶς μιλοῦν περὶ ψυχῆς. Ποιά ψυχή; Τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος; Εἶνε σὰν τὸ ζῷο. Ὅπως ψοφάει ἡ γάτα καὶ ὁ σκύλος, ἔτσι κι αὐτός…
.             Ἔτσι λένε αὐτοί. Σφάλλουν ὅμως. Ἡ ὑγιὴς σκέψι ἀπὸ ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς πίστευε, ὅτι πέρα ἀπὸ τὸ θάνατο ὑπάρχει ἄλλη ζωή· ὑπάρχει ἀθανασία ψυχῆς. Κ’ ἐπειδὴ δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ σᾶς παρουσιάσω ἐδῶ ὅλο τὸ πανόραμα τῆς ἀνθρωπίνης σκέψεως, ἀναφέρω μόνο ἕνα φιλόσοφο, ποὺ ἔζησε 400 χρόνια πρὸ Χριστοῦ καὶ πίστευε στὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς.
.             Εἶνε ὁ Σωκράτης. Ἦταν δίκαιος ἄνθρωπος, κ’ ἐπειδὴ ἔλεγε τὴν ἀλήθεια καὶ ὑπεδείκνυε τὸ σωστό, οἱ Ἀθηναῖοι τὸν μίσησαν. Τὸν διέβαλαν, τὸν πῆγαν στὸ δικαστήριο καὶ τὸν δίκασαν. Σὲ ὅλη τὴ δίκη ἦταν γαλήνιος. Ὅταν ἄκουσε τὴν ἀπόφασι, ὅτι καταδικάζεται εἰς θάνατον, δὲν ταράχτηκε. Φεύγω, λέει, ἀπ᾽ αὐτὸ ἐδῶ τὸ ἀνθρώπινο δικαστήριο καὶ πηγαίνω σ᾽ ἕνα ἄλλο θεῖο δικαστήριο. Ἐκεῖ δὲν δικάζουν ἄδικοι κριταί. Ἐκεῖ θὰ μὲ δικάσουν ὁ Μίνως, ὁ Αἰακὸς καὶ ὁ ῾Ραδάμανθυς, καὶ θ’ ἀποδώσουν δικαιοσύνη, ἐκεῖ θὰ βρῶ τὸ δίκαιο… Λίγες στιγμὲς πρὶν πιῇ τὸ κώνειο, οἱ μαθηταί του τὸν ρώτησαν κλαίγοντας· ―Τί νὰ κάνουμε τὸ σῶμα σου, ποῦ νὰ σὲ θάψουμε; Κι αὐτὸς ἀπήντησε· ―Αὐτὸ ποὺ θὰ μείνῃ ἐδῶ δὲν εἶνε ὁ Σωκράτης. Ὁ Σωκράτης πετάει ψηλά. Ὅπως ὁ ἀετὸς ἀνεβαίνει στὰ ὕψη, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή μου. Πηγαίνω ἐκεῖ ποὺ δὲ μπορεῖτε νὰ μὲ βρῆτε πλέον.
.             Αὐτὰ εἶπε. Ἀλλ’ αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ Σωκράτης καὶ ὁ Πλάτων κι ὁ Ἀριστοτέλης καὶ ἄλλοι σοφοὶ περὶ ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, εἶνε ἁπλῶς ἕνα ἀμυδρὸ φῶς, ἕνα κεράκι μέσ᾽ στὸ σκοτάδι τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Ἀλλὰ τὸ κεράκι, ἡ ἀλήθεια περὶ ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, ἔλαμψε σὰν τὸν ἥλιο – πότε; Ὅταν ἦρθε στὸν κόσμο ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς ποὺ ἔλαβε σάρκα ἀνθρωπίνη. Τότε ἀκούστηκαν λόγια, ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὰ ζυγίσουμε. Ὅσο ἀξίζουν τὰ λίγα λόγια τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἀξίζουν ὅλοι οἱ διάλογοι τῶν φιλοσόφων. Ὁ Χριστὸς εἶπε· «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μᾶρκ. 8,36-37). Κηρύττει ὁ Χριστὸς τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Τὸ σῶμα, φθείρεται, καταστρέφεται, ἀλλὰ ἡ ψυχὴ μένει αἰωνία.
.           Αὐτὰ εἶπε ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν ἀξία τῆς ψυχῆς. Καὶ σήμερα στὸ εὐαγγέλιο ἀπαντᾷ στὸ ἐρώτημα, τί γίνεται ὁ ἄνθρωπος μετὰ θάνατον; ποῦ πηγαίνει; Ἀπαντᾷ ἀπείρως πιὸ καθαρὰ ἀπ᾽ ὅ,τι ὁ Σωκράτης καὶ λέει τὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου.

* * *

.             Ἦταν, λέει, ἕνας πλούσιος. Εἶχε μεγάλη περιουσία· σπίτια, μέγαρα, ἀμπέλια, χωράφια, ἐλαιῶνες, ὑποστατικά, πλοῦτο ἀμέτρητο. Εἶχε ὅλα τ’ ἀγαθά, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του· κοίταζε τί θὰ φάῃ, τί θὰ πιῇ, πῶς θὰ ντυθῇ, πῶς θὰ χαρῇ, τί γλέντι καὶ διασκέδασι καὶ ἔρωτες θ’ ἀπολαύσῃ. Ἦταν ἕνας ὑλιστής. Σύνθημα εἶχε «Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν» (Ἠσ. 22,13· Α΄ Κορ. 15,32). Ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό του, τίποτα γιὰ τὸν ἄλλο. Νά ἡ ἁμαρτία ἡ μεγάλη, τὸ «Ἐγὼ» τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν τὸν κακίζει κανεὶς γιατὶ ἦταν πλούσιος· σὰν πλούσιος μποροῦσε νὰ κάνῃ καὶ πολλὰ καλά. Κακίζεται γιὰ τὴν ἀσπλαχνία του. «Τὸν ἄσπλαχνο μὲ τοὺς ἀθέους θὰ κατακρίνῃ ὁ Θεός». Μόνο τὸ ἐγώ του ἤξερε.
.             Στὴν αὐλή του ζοῦσε ἕνα ῥάκος ἀνθρώπινης δυστυχίας, ὁ Λάζαρος. Ἦταν ἐκεῖ πεινασμένος, διψασμένος, ἄρρωστος, μὲ πληγὲς ποὺ ἔγλειφαν τὰ σκυλιά. Περίμενε ν᾽ ἀνοίξουν τὰ παράθυρα οἱ ὑπηρέτριες καὶ οἱ ὑπηρέται, νὰ τινάξουν τὰ τραπεζομάντηλα καὶ νὰ ῥίξουν τὰ ψίχουλα. Μὲ τὰ ψίχουλα ζοῦσε.
.             Εἶδα ἐγὼ στὴν Κοζάνη κάτι παρόμοιο. Τώρα τὸ ψωμὶ τό ᾽χουμε ἄφθονο· ἀλλὰ τότε, τὸ ᾽42 – ᾽43, στὴ μεγάλη πεῖνα, πῆγα μιὰ μέρα στὴν ἑστία καὶ βλέπω πρωῒ – πρωῒ ἕνα παιδὶ μελανιασμένο καὶ ξυπόλητο. Ἔτρεμε ἀπ’ τὸ κρύο καὶ σκυμμένο κάτω σάλιωνε τὸ δάχτυλό του καὶ μάζευε ὅ,τι ψίχουλα εἶχαν πέσει ἀπ’ τὸ συσσίτιο.
.            Ἔτσι ἔκανε καὶ ὁ Λάζαρος. Τέτοιοι «Λάζαροι» ὑπάρχουν πολλοὶ στὴν κοινωνία, ἀλλὰ εἴμεθα κ’ ἐμεῖς σκληροὶ σὰν τὸν πλούσιο. Ὅταν τὰ Χριστούγεννα ἔρχεται ὁ ἔρανος τὴν «Ἡμέρα τῆς Ἀγάπης», οἱ πολλοὶ λένε· Δὲν ὑπάρχουν φτωχοί… Ἡ Ἐκκλησία ὅμως γνωρίζει πόση δυστυχία ὑπάρχει ἀκόμα. Ὅποιος ἀμφιβάλλει, ἂς ἔρθῃ νὰ τοῦ δείξω τὰ σπίτια ποὺ ζοῦν οἱ «Λάζαροι». Δὲ γογγύζουν, δὲν ἐπαναστατοῦν, δὲ βγαίνουν στοὺς δρόμους νὰ ζητιανέψουν. Ὑπάρχουν. Τοὺς ξέρει ἡ Ἐκκλησία.
.             Τί θὰ πῇ Λάζαρος; Εἶνε ἑβραϊκὴ λέξι καὶ ἔχει σημασία. Σημαίνει «Ἔχει ὁ Θεός», ἔχε ἐμπιστοσύνη σ’ αὐτόν, ὅπως λέει ὁ ποιητής·
«Κι ἂν δὲν μοῦ μείνῃ ἐντὸς τοῦ κόσμου
ποῦ ν’ ἀκουμπήσω, νὰ σταθῶ,
ἐκεῖ ψηλὰ εἶν’ ὁ Θεός μου·
πῶς ἠμπορῶ ν’ ἀπελπισθῶ;».
.             Ὑπάρχει ὁ Θεός. Ἂν τὸ πιστεύῃς, εἶσαι Χριστιανός· ἂν δὲν τὸ πιστεύῃς, δὲν εἶσαι τίποτα.
.             Περπατοῦσα κάποτε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ βλέπω στὸ δρόμο ἕνα καροτσάκι μὲ τὴν ἐπιγραφή· «Ἔχει ὁ Θεός». Τὸ κινοῦσε ἕνας ποὺ πουλοῦσε πατάτες, ντομάτες, κρεμμύδια. Τὸν πλησίασα καὶ μοῦ ᾽πε τὴν ἱστορία του. Ἦταν Πόντιος πρόσφυγας, πατέρας μὲ ἑπτὰ παιδιά. Πιστεύω στὸ Θεό, λέει· σηκώνομαι τὸ πρωΐ, κάνω τὸ σταυρό μου, ξεκινῶ μὲ τὸ καροτσάκι, κ’ ἔτσι βγάζω τὸ ψωμί μου. Νά ἕνας ἀκόμη Λάζαρος.
.             Καὶ πῶς τελειώνει ἡ παραβολή; Πέθαναν, λέει, καὶ οἱ δύο, ὁ Λάζαρος καὶ ὁ πλούσιος. Ἀλλὰ τότε συνέβη κάτι φοβερό· δὲν ὑπάρχει Σαίξπηρ καὶ Δάντης νὰ τὸ περιγράψῃ. Ἄνοιξαν τὰ μάτια τοῦ πλουσίου, ποὺ ὣς τότε ἦταν κλειστά, καὶ εἶδε ἕναν ἄλλο κόσμο ποὺ δὲν τὸν περίμενε. Βρέθηκε στὴν κόλασι καὶ ἐκαίετο. Καὶ ἀπέναντι, σὲ μακρινὴ ἀπόστασι, μέσα στὸν παράδεισο, εἶδε τὸ Λάζαρο κοντὰ στὸν Ἀβραὰμ τὸν ἐλεήμονα. Καὶ φωνάζει· ―Πάτερ Ἀβραάμ, στεῖλε τὸ Λάζαρο, νὰ μὲ δροσίσῃ μὲ μιὰ σταλαγματιὰ νερό, γιατὶ ὑποφέρω. Ὁ Ἀβραὰμ τοῦ λέει· ―Αὐτὸ εἶνε ἀδύνατον· μᾶς χωρίζει «χάσμα μέγα» (Λουκ. 16,26). ―Σὲ παρακαλῶ, στεῖλε τον τοὐλάχιστον στὴ γῆ. Ἔχω πέντε ἀδέρφια, ποὺ ζοῦν ὅπως ζοῦσα κ’ ἐγώ, νὰ τοὺς πῇ ὅτι ὑπάρχει ἄλλος κόσμος. ―Ἔχουν τὸ Μωϋσῆ καὶ τὰς Γραφάς, ἂς τοὺς ἀκούσουν. ―Ὄχι, κύριε, λέει· ἂν κάποιος ἀναστηθῇ ἀπ’ τοὺς νεκροὺς θὰ πιστέψουν. Ἀλλ’ ὁ Ἀβραὰμ τοῦ λέει· ―Ἂν δὲν ἀκοῦνε τὸ Μωϋσῆ καὶ τὰς Γραφάς, οὔτε κι ἂν ἀκόμα ἀναστηθῇ νεκρὸς θὰ πιστέψουν.

* * *

.             Ὁ Κύριος μᾶς βεβαιώνει, ἀγαπητοί μου, ὅτι ἡ ψυχὴ εἶνε ἀθάνατος καὶ ὅτι ὑπάρχει κόλασι καὶ παράδεισος.
―Μὰ ποιός τὰ εἶδε αὐτά, τὸν ἄλλο κόσμο;
.             Αὐτὸ ζητᾷς; Ζητᾷς νὰ δῇς; Ναί, ἀλλὰ ἐγὼ σοῦ λέω, ὅτι πολλὰ πράγματα, ἐνῷ δὲν τὰ εἶδες, τὰ πιστεύεις. Ποιός ἀπὸ μᾶς λ.χ. πῆγε στὸ Βόρειο Πόλο, στοὺς Ἐσκιμώους, στὴν Ἀφρική, στὴν Ἰαπωνία, στὴν Αὐστραλία; Κι ὅμως πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχουν, δὲν ἀμφιβάλλουμε, εἴμαστε βέβαιοι. Διότι τὰ εἶδε κάποιος δικός μας καὶ μᾶς βεβαιώνει. Καὶ γιὰ τὴ μετὰ θάνατον ζωὴ λοιπὸν βεβαιώνει ὁ Χριστός.
Ναί, αὐτὴ εἶνε ἡ πίστις μας. Τὸ πιστεύεις; εἶσαι Χριστιανός. Δὲν τὸ πιστεύεις; μὴν κοροϊδεύεις τὸ Θεό· οὔτε ἐκκλησία νά ᾽ρχεσαι, δὲν ὠφελεῖ σὲ τίποτα. Ἡ ἐκκλησία εἶνε γιὰ τοὺς πιστούς. «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε» (θ. Λειτ). Πιστεύεις; Ἔλα. Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ πολλοὺς ὁ χριστιανισμός, ἀπὸ μπουλούκια· πιστοὺς θέλει. Γι’ αὐτὸ κάθε φορὰ στὴ θεία λειτουργία, στὸ τέλος τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως, λέμε· «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος· ἀμήν».
.             Αὐτὴ εἶνε ἡ πίστις μας. Αὐτὰ διδάσκει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Καὶ μ’ αὐτὸ τὸ φρόνημα νὰ προσέξουμε κ᾽ ἐμεῖς νὰ ζήσουμε στὸν κόσμο τὸ μικρὸ διάστημα τοῦ βίου μας· ἀμήν.

 

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

, ,

Σχολιάστε

«ΕΝΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΕ ἀπὸ τὴν Σκήτη τῶν Ἁγίων Πατέρων» [Παραμυθητικὴ Ἐπιστολὴ] (Χαρ. Μπούσιας)

Παραμυθητικὴ Ἐπιστολὴ
πρὸς τοὺς Πατέρας τῆς Σκήτεως τῶν Ἁγίων Πατέρων,

πρὸς τὴν Γερόντισσαν τοῦ Ἱεροῦ Παρθενῶνος
τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου Χίου
καὶ τὴν ἐν Χριστῷ συνοδείαν αὐτῆς,

πρὸς τὴν Γερόντισσαν τῆς Μονῆς Ταξιαρχῶν Νενήτων
καὶ τὴν ἐν Χριστῷ συνοδείαν αὐτῆς,

πρὸς τὴν Γερόντισσαν τῆς Μονῆς Ἁγίας Ματρώνης Χαλάνδρων
διὰ τὴν κοίμησιν τοῦ πνευματικοῦ αὐτῶν πατρός,
Γέροντος Ἀμβροσίου, τοῦ Ἁγιοπατερίτου

.         Ὁ πεφιλημένος μας Γέροντας Ἀμβρόσιος, ὁ πνευματοκίνητος καὶ χριστοφίλητος, ὁ ὁμόζηλος τῆς ἀσκητικῆς βιοτῆς τοῦ κτίτορος τῆς Ἱερᾶς Σκήτεως τοῦ Προβατείου ὄρους καὶ τοῦ Παρθενῶνος τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, τοῦ Ὁσίου Παχωμίου τοῦ Χίου, καὶ πνευματικός σας καθηγητητὴς καὶ πατέρας, βρίσκεται ἤδη εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος. Ἐξεμέτρησε τὸ ζῆν καὶ ἡρπάγη «ἵνα μὴ κακία ἀλλάξῃ σύνεσιν αὐτοῦ» (Σοφ. Σολομ. 4, 11) καὶ ὡς Ἄγγελος συναυλίζεται μὲ Ἀγγέλους στὰ σκηνώματα τῆς Ἄνω Πόλεως.
.         Ἕνας Ἄγγελος φτερούγησε ἀπὸ τὴν Σκήτη τῶν Ἁγίων Πατέρων, τῆς μυροβόλου μας Χίου, μέσα στὴν ἄνοιξη, ἕνα Χειρουβεὶμ πέταξε ἀπὸ τὰ ψηλώματα τοῦ Προβατείου ὄρους, γιὰ νὰ φθάσει στὴν τελικὴ δόξα, τὴν ἄρρητη καὶ ἀτελεύτητη, νὰ σταθεῖ δίπλα στὴν Παναγιά μας, στὸν Ταξιάρχη Μιχαήλ, στὸν Ὅσιο Παχώμιο, στὸν Ἅγιο Κωνσταντῖνο, στὴν Ἁγία Ματρώνα, καὶ νὰ προσκυνήσει τὴν Τριαδική μας Θεότητα, ποὺ τὸν κάλεσε κοντά της, γιὰ νὰ τὸν ἀναπαύσει ἀπὸ τοὺς κόπους του καὶ νὰ τοῦ χαρίσει τὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα.
.         Ἕνας Ἄγγελος μὲ πρόσωπο ὁλόφωτο καὶ καρδιὰ πάναγνη, ὁ Γέροντας Ἀμβρόσιος, ἄφησε τὴν σκοτεινιὰ τοῦ μάταιου τούτου κόσμου γιὰ νὰ ἀπολαύσει τὴν ὑπὲρ νοῦν φωτεινότητα τῆς οὐράνιας Βασιλείας, τῆς πολιτείας τῶν Ἀγγέλων. Ἕνας Ἄγγελος συνεπέστατος στὰ λειτουργικά του καθήκοντα, ἕνας Ἄγγελος ἀκάματος στὸ πνευματικὸ ἔργο, ἕνας Ἄγγελος προσφορᾶς καὶ ἀγάπης, ἕνας Ἄγγελος συμπαραστάσεως στοὺς ἐμπεριστάτους, ποὺ ἐφάρμοζε τὴ ρήση, «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. ϛ´ 3). Ἕνας Ἄγγελος ποὺ ἀγρυπνοῦσε στὴ θεϊκὴ δοξολογία καὶ θὰ μποροῦσε νὰ ὁμολογεῖ ὅτι «ὁ ζῆλος ´τοῦ οἴκου Σου κατέφαγέ με, Κύριε» (Ψαλμ. 68, 10).
         Τὸ πέρασμα τοῦ Γέροντος Ἀμβροσίου ἀπὸ τὴν Σκήτη τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τὸν Παρθενῶνα τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν Ταξιάρχη τῶν Νενήτων καὶ τὴν Ἁγία Ματρώνα ἦταν μιὰ αὔρα παρακλητική. Κατεύθυνε ψυχές, ἀνακαίνιζε ἐρειπωμένες ἀπὸ τὸν πανδαμάτορα χρόνο πτέρυγες, ἔκτιζε νέες οἰκοδομές, ὁραματιζόταν ἔργα ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ μοναδικῆς ὡραιότητος, σκορποῦσε χαρὰ σὲ ὅλους. Τὸ χαμόγελό του, ἡ πνευματική του πατρότητα, οἱ συμβουλές του, ἡ ἐμμονή του στὴν Ὀρθόδοξη παράδοσή μας, ἡ τήρηση μέχρι κεραίας τῶν πατρικῶν παραδόσεων, ἡ φιλοξενία του, ἀκόμη καὶ οἱ αὐστηρὲς μερικὲς φορὲς ὑποδείξεις του εἶχαν μιὰ ἰδιαίτερη χάρη. Τὸν καμαρώναμε βλέποντάς τον νὰ προκόπτει στὴν ἡλικία καὶ στὶς γνώσεις καὶ νὰ μεταλαμπαδεύει τὴ φλόγα τῆς καρδιᾶς του σὲ ὅλους μας, ποὺ τὸ πνευματικό μας λάδι στὸ λύχνο τῆς πίστεως ἦταν ὑπὸ ἐξάντληση. Ὅλοι μαθαίναμε ἀπὸ αὐτόν, ποὺ τὸν θεωρούσαμε πνευματικὸ καθοδηγητὴ καὶ διδάσκαλό μας σοφώτατο. Σκύβαμε καὶ ἀφουγκραζόμαστε τοὺς κτύπους τὴς καρδιᾶς του, ποὺ ἦταν χτύποι ἀγάπης ἀφειδόλευτης, χτύποι ζωῆς εὐθείας καὶ ὑποδειγματικῆς, γιατὶ δὲν γνώριζε τὴ δολιότητα, τὴν ὑποκρισία καὶ τὴν κακία τοῦ κόσμου. Ἤταν τὸ καμάρι μας ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ. Καμάρι τῆς Χίου, καμάρι τῆς γειτονιᾶς σου, στὸ Βροντάδο, καμάρι τῶν οἰκογενῶν του, καμάρι τῆς πνευματικῆς κυψέλης τῆς Ἁγίας Ματρώνας, καμάρι τοῦ Προβατείου, καμάρι τοῦ Παρθενῶνος τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, ἀφοῦ βάδιζε στὰ ἴχνη τοῦ κτίτορος του, τοῦ Ὁσίου μας Παχωμίου, τὸν ὁποῖο ἀνέδειξε καὶ ὁ ὁποῖος, εἴμαστε πεπεισμένοι, ὅτι τὸν ἔχει ἤδη ὑποδεχθεῖ στὴν οὐράνια Ἱερουσαλήμ. Ὁ Γέροντας Ἀμβροσιος πέτυχε τοῦ σκοποῦ του στὸ πέρασμά του ἀπὸ τὴν γῆ τούτη. Πέτυχε τοῦ σκοποῦ του νὰ ἀγωνισθεῖ τὸν «ἀγῶνα τὸν καλὸν τῆς πίστεως» (Α´ Τιμ. στ´ 12) ὡς ἀθλητὴς νόμιμος καὶ νὰ στεφανωθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο μὲ ἀμαράντινο στεφάνι. Πέτυχε τοῦ σκοποῦ του, ποὺ εἶναι καὶ σκοπὸς κάθε χριστιανοῦ νὰ λάβει «τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως» (Φιλιπ. γ´ 12).
.         Καὶ τώρα ποὺ ὁ Γέροντας ἀνέβηκε στὰ γήπεδα τοῦ οὐρανοῦ τὸν βλέπουμε μὲ δέος νὰ συναυλίζεται ἀμέριμνος μαζὶ μὲ τὸ πλῆθος τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων. Γίνηκε πρόδρομός μας στὸ αἰώνιο ταξίδι. Μᾶς ἄνοιξε τὸν δρόμο ποὺ τοῦ ἔλαχε πρῶτος νὰ προπορευθεῖ. Τὸν τίμησε ὁ Θεὸς μὲ τὴν οὐράνια δόξα, γιατὶ ἦταν ἕτοιμος γιὰ αὐτήν. Χρυσάφι ἡ καρδιά του, γλυκασμὸ ἔσταζαν τὰ χείλη του, ἀνοιξιάτικη αὔρα ἡ ἀνάσσα του, χαρὰ καὶ παρηγοριὰ τὸ διαπεραστικὸ βλέμμα του.
.         Γνώριζε καλὰ ὁ Γέροντας Ἀμβρόσιος τὸ ἀναπότρεπτο τοῦ θανάτου, τὸν ὁποῖον κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀποφύγει. Δὲν τὸν ἀπέφυγαν οἱ πρόγονοί μας, οὔτε θὰ τὸν ἀποφύγουν καὶ οἱ ἀπόγονοί μας. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι γεννιόμαστε ἀπὸ θνητοὺς γονεῖς καὶ γεννοῦμε θνητὰ παιδιὰ στὴ συνέχεια. Ὑπάρχει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ θεϊκὴ νομοθεσία, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ μέχρι τῶν ἠμερῶν μας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὅσοι ἔρχονται στὴ ζωὴ θὰ ἀπέλθουν στὸν κατάλληλο χρόνο. Ἔτσι, ἔχουν διαταχθεῖ τὰ ἀνθρώπινα, καὶ δὲν χρειάζεται νὰ ἀγανακτοῦμε γιὰ κάτι ποὺ εἶναι κοινὸς νόμος τῆς φύσεως. Δὲν ἤλθαμε σὲ αὐτὴ τὴ ζωὴ γιὰ νὰ καζαντήσουμε, ἀλλὰ γιὰ φύγουμε, θὰ μᾶς πεῖ ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος, τῆς Βίτσας τοῦ Ζαγορίου. Καὶ ὁ Γέροντας Γαβριὴλ τῆς Κύπρου σημειώνει: «Γεννώμεθα διὰ νὰ ἀποθάνωμεν. Κοινὸς ὁ κλῆρος τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Ἐπὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ γῆν πᾶς τις δύνων ἀναλύσει τοῦ λαβεῖν βασάνους ἢ γέρα τῶν πεπραγμένων ὡς λέγει ὁ ψαλμῳδός. Παρακαλοῦμεν νὰ τύχωμεν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στὸν χορὸν τῶν ἐκλεκτῶν Του, ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκονται οἱ Μάρτυρες, οἱ Ἀσκηταί, οἱ κατατήξαντες τὴν σάρκα σὲ ἐθελούσιον ὀδύνην καὶ πόνους ἀσκήσεως, διὰ τὰ αἰώνια, τὰ ὄντως ἀγαθά».
.              Ὅσοι προήλθαμε ἀπὸ τὴ γῆ, ἐπιστρέφουμε πάλι στὴ γῆ, καὶ κανεὶς δὲν εἶναι τόσο μεγάλος, ὥστε νὰ ἀποφύγει τὴ διάλυση τοῦ θανάτου. Στὴ σύζυγο κάποιου Νεκταρίου ποὺ κοιμήθηκε ὁ γιός της ἔγραφε ὁ μέγας Βασίλειος ὅτι, ὅταν γεννήθηκε τὸ παιδί της καὶ εὐχαρίστησε γι’ αὐτὸ τὸ Θεό, γνώριζε ὅτι ἀφοῦ ἦταν θνητὴ θνητὸν ἐγέννησε. «Τί οὖν παράδοξον, εἰ ἀπέθανεν ὁ θνη­τός;». Τῆς συνιστᾶ ὁ Μεγάλος Πατέρας καὶ Ἱεράρχης τῆς Καισαρείας, νὰ στρέψει παντοῦ τὰ μάτια της, γιὰ νὰ διαπιστώσει ὅτι ὅλα στὸν κόσμο εἶναι θνητὰ καὶ ὅλα ὑπόκεινται στὴ φθορά, ὁ ἥλιος, τὰ ἄστρα, τὰ ζῶα, τὰ φυτά. Ὅλα ὁδηγοῦνται στὸ θάνατο, τίποτε δὲν θὰ μείνει αἰώνιο. Αὐτὸ εἶναι ἱκανὸ νὰ παραμυθήσει, γιατὶ δὲν πρέπει νὰ βλέπουμε καὶ νὰ μετροῦμε μόνο αὐτὸ ποὺ συμβαίνει σὲ ἐμᾶς, ἀλλὰ νὰ τὸ συγκρίνουμε μὲ αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. «Μὴ καθ’ ἑαυτὸ μέτρει τὸ πάθος· ἀφόρητον γὰρ οὕτω φανεῖταί σοι· ἀλλὰ τοῖς ἀνθρωπίνοις πᾶσι συγκρίνουσα, ἐντεῦθεν εὑρήσεις αὐτοῦ τὴν παραμυθίαν».
.         Ἡ συνείδηση βέβαια τῆς κοινῆς αὐτῆς μοίρας, τῆς κοινῆς πορείας πρὸς τὸ θάνατο, δὲν καταλήγει στὸ Χριστιανισμὸ σὲ μιὰ μοιρολατρικὴ ἀποδοχὴ τοῦ πεπρωμένου, τῆς εἱμαρμένης, οὔτε στὴν ἀποδοχὴ τῆς διαρχίας, τῆς ὑπάρξεως ἴσης πρὸς τὸ Θεὸ δυνάμεως ἑνὸς κακοῦ Θεοῦ, ὅπως συμβαίνει σὲ πολλὲς θρησκεῖες καὶ φιλοσοφίες. Δὲν κυριαρχεῖ στὸν κόσμο ἡ τυφλὴ τύχη οὔτε δρᾶ ἀνεξέλεγκτα τὸ κακό. Τὸ βλέπουμε στὸν Ἰώβ, ὅπου ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει στὸν πειρασμό, νὰ πειράξει μέχρις ἑνὸς ὁρισμένου σημείου τὸ δοῦλο Του. Δὲν εἶναι ἀπρονόητα τὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Τὸ Εὐαγγέλιο διδάσκει, ὅτι ἀκόμη καὶ ἕνα στρουθίο, ἕνα σπουργίτι, δὲν πέφτει χωρὶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως καὶ μία τρίχα τῆς κεφαλῆς μας δὲν πέφτει χωρὶς τὴ συγκατάθεσή του. «Καὶ θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μὴ ἀπόληται» (Λουκ. κα´ 18). Ὅ,τι συμβαίνει, συμβαίνει γιατὶ εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐντάσσεται στὰ πλαίσια τῆς σοφίας καὶ τῆς δικαιοσύνης Του. Δὲν γνωρίζουμε ἐμεῖς τὶς βουλὲς τοῦ Θεοῦ, εἴμαστε ἀμαθεῖς καὶ πολὺ μικροί, γιὰ νὰ ἐξιχνιάσουμε τὰ ἄρρητα σχέδιά Του. Γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ γογγύζουμε καὶ νὰ δυσανασχετοῦμε, ἀλλὰ νὰ ἀποδεχόμαστε μέ ἐγκαρτέρηση τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου ποὺ ἐντάσσεται καὶ αὐτὸ μέσα στὴν πρόνοια καὶ στὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον του. Ὑπάρχουν γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο συγκεκριμένα ὅρια ζωής, ποὺ τὰ ἔθεσε ὁ Θεός. Αὐτὸς μᾶς φέρνει στὴ ζωή, Αὐτὸς ὁρίζει καὶ τὸ τέλος μας· «Θεός, ὁ τὰ ἡμέτερα οἰκονομῶν, ὁ τὰς τῶν χρόνων ὁροθεσίας ἑκάστῳ νομοθετῶν, ὁ ἀγαγὼν εἰς τὴν ζωὴν ταύτην, Αὐτὸς καὶ μετέστησεν».
.         Ὁ θάνατος, λοιπόν, σὲ ὁποιαδήποτε ἡλικία καὶ ἂν ἔλθει, ἀποτελεῖ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἀποδέχεται ὄχι μόνο χωρὶς γογγυσμό, ἀλλὰ καὶ μὲ εὐγνώμονα διάθεση καὶ μὲ εὐχαριστίες πρὸς τὸ Θεό, διότι εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον καὶ ἐκεί­νου ποὺ φεύγει ἀπὸ τὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων ποὺ μένουν.
.         Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολή του γράφει: «Ἐμοὶ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλιπ. α´ 21). Ἡ ζωή μας, πρέπει νὰ εἶναι δοσμένη στὸ Χριστὸ καὶ κάθε ἐνέργειά μας νὰ εἶναι σύμφωνη μὲ τὸ θέλημά Του. Τότε μόνο ὁ θάνατος δὲν λογίζεται φθορά, ἀλλὰ κέρδος, ἀφοῦ ἑνώνει τὸν ἄνθρωπο μὲ Αὐτὸν, τὸν οὐράνιο Πατέρα μας, τὸν λατρεμένο μας Ἰησοῦ. Ἔτσι ἡ θλίψη τοῦ θανάτου δὲν ἁρμόζει στὸν ἐνσυνείδητο Χριστιανό, ἀφοῦ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ συνεπάγεται καὶ τὴ δική μας ἀνάσταση, εἶναι λαμπρὴ καὶ πανηγυρικὴ γιορτή, εἶναι ἡ ἡμέρα θριάμβου τοῦ Μεσσία, γι’ αὐτὸ «ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ» (Ψαλμ. 117, 24) μᾶς προτρέπει ὁ ἱερὸς Ψαλμωδός. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ συμβολίζει τὴ συμφιλίωση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ μὲ αὐτὴ τερματίσθηκε ἡ μακροχρόνια πτώση καὶ ἐξορία του, ἡ γῆ ἔγινε ξανὰ οὐρανὸς καὶ οἱ ἀνάξιοι τῆς γῆς ἄνθρωποι φάνηκαν ἄξιοι τῆς ἐπουράνιας βασιλείας· ἡ ἀπαρχὴ τῆς φύσεώς μας, ὁ Χριστός, ἀνέβηκε ψηλότερα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ἄνοιξε ὁ παράδεισος.
.         Ὁ θάνατος γιὰ τὸν Χριστιανὸ εἶναι ἀρχὴ πανηγυριοῦ, ἀρχὴ χαρᾶς. Καὶ ὅταν αὐτὸς ὁ Χριστιανὸς ταυτίζεται μὲ τὸν εὐλογημένο Γέροντα Ἀμβρόσιο, εἴμεθα πολὺ περισσότερο βέβαιοι ὅτι ἡ μετάβασή του πρὸς τὰ σκηνώματα τοῦ οὐρανοῦ εἶναι πανέορτη. Δὲν ἦταν τυχαῖος Χριστιανός, τυχαῖος ἱερομόναχος, τυχαῖος Γέροντας καὶ πνευματικὸς καθοδηγητὴς δηλαδὴ Χριστιανὸς τοῦ τύπου, ὁ Γέροντας. Ἦταν Χριστιανὸς τῆς οὐσίας, ποὺ καθημερινὰ ἐπανελάμβανε μὲ στόμφο: «Προσδοκῶ ἀνάσταση νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Ἦταν ἄνθρωπος ἀρετῆς, ἄνθρωπος τῆς ἐνεργοῦ ἀγάπης, ἄνθρωπος ἐλεημοσύνης, ἄνθρωπος προσευχῆς, ἄνθρωπος προσφορᾶς. «Ἔδωκεν, ἐσκόρπισεν ἡ δικαιοσύνη αὐτῆς μένει εἰς τὸν αἰῶνα» κατὰ τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Β´ Κορινθ. θ´ 9). Ἀφιέρωσε τὴν ζωή του στὸ Θεὸ καὶ πῆρε πλούσια τὰ ἀγαθά Του, τοῦ πλουσίου «ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς» (Ψαλμ. 102, 4). Ἔτσι τώρα τὰ καλά του ἔργα τὸν συνοδεύουν καὶ ὁ Χριστός μας τὸν ὑποδέχθηκε μὲ χαρὰ καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ τὸν τιμήσει γιὰ τὸν ἐνάρετο βίο του. Τὸν περιμένει «ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος» (Β´ Τιμ. δ´ 8). Ἄλλωστε ὁ δίκαιος «ἐκ πίστεως ζήσεται» (Γαλάτ. γ´ 11) καὶ μᾶς ἐνθαρύνει ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, ὄτι «Κατακαυχᾶται τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ τῆς κρίσεως» (Ἰάκ. β´ 13), δηλαδὴ πάντοτε ἡ εὐσπλαχνία του ὑπερνικᾶ τὴν δίκαιη κρίση Του, γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας.
.         Ἐμεῖς τώρα, πολυσέβαστοί μου πενθηφόροι πατέρες καὶ μητέρες, εἴμαστε γεμάτοι ἀπὸ χαρμολύπη. Λύπη γιὰ τὴν πρόσκαιρη ἀπουσία τοῦ Γέροντος Ἀμβροσίου, χαρὰ ὅμως γιατὶ εἴμαστε βέβαιοι γιὰ τὴν ἀνάπαυσή του στὴν Ἄνω Ἱερουσαλήμ. Εἴμαστε βέβαιοι ὅτι θὰ τὸν συναντήσουμε στὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα ἂν καὶ ἐμᾶς μᾶς ἀξιώσει αὐτῆς τῆς τιμῆς ὁ Κύριος. Καὶ τοῦτο, γιατὶ ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἡ ἀρχὴ μιᾶς ἀξημέρωτης νύχτας, ὅπως λέγει ὁ ποιητὴς Γ. Δροσίνης, ἀλλὰ μιᾶς ἀβράδιαστης ἡμέρας. Ὁ Γέροντας Ἀμβρόσιος μαζὶ μὲ τὸν Ὅσιο Παχώμιο καὶ τὸ μαθητή του, τὸ θαυματουργὸ Ἅγιο Νεκτάριο, καὶ ὅλα τὰ ἀγαπημένα μας πρόσωπα θὰ μᾶς ὑποδεχθεῖ στὸν οὐρανό, στὴν Ἄνω Ἱερουσαλήμ, καὶ πρέπει νὰ θεωροῦμε μακάριους τοὺς ἑαυτούς μας, σύμφωνα μὲ τὸν Προφήτη Ἠσαΐα, ποὺ λέγει «Μακάριος ὃς ἔχει σπέρμα ἐν Σιὼν καὶ οἰκείους ἐν Ἰερουσαλήμ» (Ἠσ. λα´ 9). Ἡ εὐχή του ἂς μᾶς συνοδεύει πάντοτε, ὅπως ὅταν ζοῦσε στὴ Χίο μας, ἔτσι καὶ μετὰ τὴν πρὸς οὐρανοὺς μεταδημότευσή του καὶ ἡ ἐξ ὕψους παρηγορία ἂς πραΰνει τὶς πενθηφόρες καρδιές σας.

Ἐλάχιστος

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε