Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Θάνατος

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ΛΟΥΚΑ Τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης-1 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΛΟΥΚΑ
Τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης
(Λουκ. ζ´ 11-16)

Α´
ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 201-215.

.               Πολλοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ αὐτοτιτλοφοροῦνται «Σωτῆρες τῆς ἀνθρωπότητας». Ποιός ἀπ’ ὅλους τους ὅμως θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ πὼς θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ σώσει ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν θάνατο; Στὴν ἱστορία ἔχουμε δεῖ πολλοὺς κατακτητές. Κανένας τοὺς ὅμως δὲν νίκησε τὸν θάνατο. Στὴ γῆ γνωρίσαμε πολλοὺς βασιλιάδες ποὺ εἶχαν ἑκατομμύρια ὑποτελεῖς. Κανένας τους ὅμως δὲν μπόρεσε νὰ μετρήσει στοὺς ὑποτελεῖς του καὶ τοὺς νεκροὺς μαζὶ μὲ τοὺς ζωντανούς.
.               Κανένας, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν μοναδικὸ Ἕνα, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, Ἐκεῖνον ποὺ μαζί Του δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ κανένας. Δὲν εἶναι μόνο ὁ Νέος Ἄνθρωπος. Εἶναι ὁ Νέος Κόσμος, ὁ Δημιουργός Του. Ὄργωσε τὸν ἀγρὸ ζώντων καὶ νεκρῶν κι ἔσπειρε καὶ στοὺς δυὸ τὸν καινούργιο σπόρο τῆς ζωῆς. Οἱ νεκροὶ μπροστά Του εἶναι ὅπως κι οἱ ζωντανοί, οἱ ζωντανοὶ ὅπως οἱ νεκροί. Ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἐμπόδιο στὴ βασιλεία Του. Παραμέρισε τὸ ἐμπόδιο αὐτὸ κι ἄνοιξε τὴ βασιλεία Του στὴν ἱστορία, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα ὣς τὸν τελευταῖο ἄνθρωπο ποὺ θὰ γεννηθεῖ στὴ γῆ. Κοίταξε τὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο τοῦ ἀνθρώπου μὲ διαφορετικὸ τρόπο ἀπ’ ὅ,τι βλέπουμε ἐμεῖς οἱ θνητοί. Κοίταξε καὶ εἶδε πὼς ἡ ζωὴ δὲν τελειώνει μὲ τὸν σωματικὸ θάνατο, πὼς ἡ πραγματικότητα τοῦ θανάτου γιὰ μερικοὺς ἀνθρώπους ἔρχεται πρὶν ἀπὸ τὸν σωματικό τους θάνατο. Πολλοὺς ζωντανούς τοὺς βλέπει στὸν τάφο, πολλοὺς νεκροὺς σὲ σώματα ζωντανά. «Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι» (Ματθ. ι´ 28), εἶπε ὁ ἴδιος στοὺς ἀποστόλους Του. Ὁ σωματικὸς θάνατος δὲν συνεπάγεται καὶ τὸν ψυχικὸ θάνατο. Αὐτὸς προκαλεῖται μόνο ἀπὸ τὴ θανάσιμη ἁμαρτία πρὶν ἢ καὶ κατὰ τὸ σωματικὸ θάνατο, ξέχωρα ἀπ’ αὐτόν.
.               Μὲ τὴν πνευματικὴ ματιά Του ὁ Κύριος διαπερνᾶ τὸν χρόνο, ὅπως ἡ ἀστραπὴ τὰ σύννεφα. Οἱ ζωντανὲς ψυχὲς τόσο ἐκείνων ποὺ πέθαναν πρὸ πολλοῦ ὅσο καὶ αὐτῶν ποὺ δὲν γεννήθηκαν ἀκόμα ἐμφανίζονται μπροστά Του. Ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ εἶδε σὲ ὅραμα μία πεδιάδα γεμάτη ὀστᾶ νεκρῶν καὶ δὲν μποροῦσε νὰ κατανοήσει ἂν τὰ ὀστᾶ αὐτὰ θὰ μποροῦσαν νὰ ἀναζωογονηθοῦν, ὡσότου τοῦ τὸ ἀποκάλυψε ὁ Κύριος. «Υἱὲ ἀνθρώπου, εἰ ζήσεται τὰ ὀστέα ταῦτα;», τὸν ρώτησε ὁ Κύριος, «καὶ εἶπα· Κύριε Κύριε, σὺ ἐπίστῃ ταῦτα» (Ἰεζ. λζ´ 3). Ὁ Χριστὸς δὲν ἔβλεπε νεκρὰ ὀστᾶ, ἀλλὰ τὰ ζωντανὰ πνεύματα ποὺ εἶχαν μέσα τους. Τὸ σῶμα καὶ τὰ ὀστᾶ τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι παρὰ τὸ περίβλημα κι ὁ ἐξοπλισμὸς τῆς ψυχῆς. Τὸ περίβλημα αὐτὸ γερνάει καὶ γίνεται σὰν φθαρμένο ροῦχο. Ὁ Θεὸς ὅμως θὰ τὸ ἀνακαινίσει καὶ θὰ ξαναντύσει μὲ αὐτὸ τὴν ψυχὴ ποὺ ἀναχώρησε.
.               Χριστς ρθε γι νπαλλάξει τν νθρωπο π τν ρχαο φόβο, λλ κα ν δημιουργήσει ναν καινούργιο φόβο σ’ ατος πο μαρτάνουν. ρχαος φόβος το νθρώπου ταν σωματικς θάνατος. καινούργιος φόβος εναι πνευματικς θάνατος. Καὶ τὸν φόβο αὐτὸν ὁ Χριστὸς τὸν ἐνίσχυσε, τὸν ἔκανε πιὸ δυνατό. Ὁ φόβος τοῦ σωματικοῦ θανάτου ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀναζήτηση βοήθειας ἀπ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Οἱ ἄνθρωποι ἐγκαθίστανται σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, σκορπίζονται σ’ αὐτὸν καὶ πιάνονται ἀπ’ αὐτόν, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ σιγουρέψουν τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ διαμονὴ γιὰ τὸ σῶμα τους, νὰ διανύσουν ἕνα ταξίδι ὅσο μεγαλύτερο καὶ ἀβασάνιστο γίνεται. Ὁ Κύριος ὅμως λέει σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἦταν πλούσιος ὁλικὰ ἀλλὰ φτωχὸς πνευματικά: «Ἄφρον, ταύτη τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» (Λουκ. ιβ´ 20). Τὸν ἄνθρωπο ποὺ φροντίζει γιὰ τὸ σῶμα του ἀλλὰ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ψυχή του, ὁ Κύριος τὸν ἀποκαλεῖ ἄφρονα, ἀνόητο. «Οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἔστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ» (Λουκ. ιβ´ 15), εἶπε ἐπίσης ὁ Κύριος. Σὲ τί συνίσταται λοιπὸν ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου; Στὴν ἐξάρτησή του ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ ζωοποιεῖ τὴν ψυχὴ μὲ τὸ λόγο Του καὶ μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ ζωοποιεῖ καὶ τὸ σῶμα.
.               Μὲ τὸ λόγο Του ὁ Κύριος ἀνάστησε κι ἀνασταίνει ψυχὲς ἁμαρτωλές, ψυχὲς ποὺ πέθαναν πρὶν ἀπὸ τὸ σωματικὸ θάνατο. Ὑποσχέθηκε πὼς θ’ ἀναστήσει τὰ νεκρὰ σώματα ἐκείνων ποὺ ἔχουν ἤδη ἀποβιώσει. Μὲ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, μὲ τὰ ζωοποιὰ λόγια Του καὶ μὲ τὰ τίμια δῶρα, τὸ πάναγνο Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του, ἀνέστησε κι ἀνασταίνει καὶ σήμερα ἀκόμα νεκρούς. Καὶ θὰ τὸ κάνει αὐτὸ ὢς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Μᾶς τὸ ἐπιβεβαίωσε αὐτὸ ὄχι μόνο μὲ λόγια ἀλλὰ καὶ μὲ ἔργα, ἀφοῦ ἀνέστησε ἀρκετοὺς στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, καθὼς καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασή Του. «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἔστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται» (Ἰωάν. ε´ 25). Πολλοὶ νεκροὶ ἄκουσαν τὴ φωνὴ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ἀναστήθηκαν. Ἕνα τέτοιο παράδειγμα ἔχουμε ἀπὸ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο.

* * *

.               Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ὁ Ἰησοῦς «ἐπορεύετο εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολὺς» (Λουκ. ζ´ 11). Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ἔγινε λίγο μετὰ τὴ θαυματουργικὴ θεραπεία τοῦ δούλου τοῦ Ρωμαίου ἑκατόνταρχου στὴν Καπερναούμ. Ὁ Κύριος εἶχε σφοδρὴ ἐπιθυμία καὶ βιαζόταν νὰ κάνει ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερα καλὰ ἔργα καὶ νὰ δώσει ἔτσι ὑπέροχο παράδειγμα στοὺς πιστούς Του. Μ’ αὐτὸν τὸ σκοπὸ ξεκίνησε ἀπὸ τὴν Καπερναοὺμ μὲ κατεύθυνση τὸ ὄρος Θαβώρ. Ἐκεῖ, πέρα ἀπὸ τὸ ὄρος, στὶς πλαγιὲς τοῦ ὄρους Ἐρμών, βρίσκεται ὣς τὶς μέρες μας ἡ Ναΐν, ποὺ κάποτε ἦταν ὀχυρωμένη πόλη. Ὁ Κύριος ταξίδευε μὲ τὴ συνοδεία πολλῶν μαθητῶν καὶ πλήθους λαοῦ. Εἶχαν δεῖ ὅλοι τους πολλὰ θαύματα στὴν Καπερναοὺμ καὶ ἤλπιζαν νὰ δοῦν καὶ ν’ ἀκούσουν περισσότερα, γιατί τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶχαν ἀκουστεῖ ὣς τότε στὸν Ἰσραήλ, ἐνῶ τὰ λόγια Του ἦταν σὰν ποτάμια ποὺ ἔρρεαν μέλι καὶ γάλα.
.               «Ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρί αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ» (Λουκ. ζ´ 12). Ὁ Κύριος μόλις εἶχε προσεγγίσει τὴν πύλη τῆς πόλης μαζὶ μὲ τὸ πλῆθος ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε, ὅταν συνάντησε μία πομπὴ νὰ βγαίνει ἀπὸ τὴν πόλη, συνοδεύοντας ἕνα νεκρὸ παιδί. Ἔτσι συναντήθηκαν ὁ Κύριος μὲ τὸ δοῦλο. Ὁ χορηγός τῆς ζωῆς συνάντησε τὸν νεκρό. Ὁ νεκρὸς ἦταν ἕνα νεαρὸ παιδί, ὅπως βλέπουμε ἀπὸ τὴν διήγηση, ὅτι ὁ Κύριος τὸν παρέδωσε στὴν μητέρα του, ἀφοῦ τὸν ἐπανέφερε στὴν ζωή. Ἡ μητέρα τοῦ παιδιοῦ πρέπει νὰ προερχόταν ἀπὸ πλούσια κι ἐπιφανῆ οἰκογένεια, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ μεγάλο πλῆθος ποὺ τὴν συνόδευε στὴν κηδεία.
.               «Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε» (Λουκ. ζ´ 13). Τὸ μεγάλο πλῆθος ποὺ συνόδευε τὴ χήρα φαίνεται πὼς τό ᾽κανε γιὰ χάρη της, λόγῳ τῆς κοινωνικῆς της θέσης, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἰσχυρὸ χτύπημα ποὺ δέχτηκε μὲ τὸν θάνατο τοῦ μοναχογιοῦ της. Ἡ θλίψη τῶν ἀνθρώπων γύρω της πρέπει νὰ ἦταν πολὺ μεγάλη. Κι αὐτὸ πρέπει νὰ ἔκανε μεγαλύτερη τὴν θλίψη τῆς μητέρας καὶ αὔξησε τὰ δάκρυα ἀπόγνωσης καὶ τὸν ὀδυρμό της. Ἂν κι ἀναζητοῦμε ἄλλους γιὰ νὰ μοιραστοῦν τὴν θλίψη μας, ὅταν ὁ θάνατος ἀποσπᾶ βίαια κάποιον δικό μας ἄνθρωπο, ἡ συμμετοχὴ τους συνεισφέρει πολὺ λίγο στὸ νὰ μειώσει τὴν θλίψη καὶ τὸν πόνο μας. Ὅταν ἡ ἀδυναμία παρηγορεῖ τὴν ἀδυναμία, τότε κι ἡ παρηγοριά θά ᾽ναι ἀδύναμη. λοι σοι παραστέκονται σνα νεκρ σμα, κυριεύονται π να περίεργο συναίσθημα πο δύσκολα ξωτερικεύεται. Κι ατ εναι ντροπή. Ο νθρωποι χι μόνο φοβονται τὸν θάνατο, λλ κα ντρέπονται γι’ ατό. ντροπ ατ εναι πόδειξη – πολ μεγαλύτερη π τὸν φόβο – πς θάνατος εναι συνέπεια τς μαρτίας το νθρώπου. Ὅπως ὁ ἄρρωστος ἄνθρωπος ντρέπεται ν’ ἀποκαλύψει στὸ γιατρὸ τὶς κρυφὲς πληγές του, ἔτσι κι ὅσοι ἔχουν συνείδηση ντρέπονται τὴ θνητότητά τους. ντροπ ατ γι τὸν θάνατο μς δηγε στν πόδειξη τς θάνατης καταγωγς μας κα το θάνατου προορισμο μας. Τὰ ζῶα ὅταν πεθαίνουν κρύβονται μακριά, σὰ νὰ νιώθουν ντροπὴ ποὺ εἶναι θνητά. Φανταστεῖτε πόση εἶναι ἡ ντροπὴ ἐκείνων ποὺ εἶναι πνευματικὰ καλλιεργημένοι!
.               Σὲ τί χρησιμεύουν ὅλα τὰ κλάματα καὶ τὰ μοιρολόγια μας, ὅλη ἡ ματαιότητά μας, ὅλες οἱ τιμὲς καὶ οἱ δόξες μας, τὴν ὥρα ποὺ νιώθουμε ὅτι κομματιάζεται τὸ ἐπίγειο δοχεῖο ὅπου κατοικήσαμε ὅσο ζούσαμε; Μᾶς κατέχει ντροπὴ τόσο γιὰ τὸ εὔθραυστο τοῦ δοχείου μας ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἄφρονα ματαιότητα, μὲ τὴν ὁποία γεμίσαμε τὴ ζωή μας. Σὲ τί χρησιμεύει νὰ τὸ κρύβουμε; Ἡ ντροπὴ μᾶς κατέχει λόγῳ τῆς βρωμιᾶς ποὺ γεμίσαμε τὸ γήινο σαρκίο μας καὶ ποὺ ἐξέρχεται μετὰ τὸν θάνατό μας, ὄχι μόνο πρὸς τὴ γῆ ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν οὐρανό. Ἡ οὐσία τοῦ πνεύματος δὲν ἀναδίδει οὔτε ἄρωμα οὔτε δυσοσμία στὸ σῶμα μας. Ἀνάλογα μὲ τὴν ποιότητά μας ὡς ἀνθρώπων καὶ μὲ τὰ ὑλικὰ ποὺ ἔχουμε σωρεύσει μέσα μας ὅσο ζοῦμε, ἀναδίδουμε τὸ ἄρωμα τοῦ οὐρανοῦ ἢ τὴ βρωμιὰ τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Κύριος ἔχει ἀγάπη καὶ ἀνοχὴ γι’ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται σὲ ἀπόγνωση. Αὐτὸ τὸ διαπιστώνουμε συχνὰ στὶς ἀδυναμίες τῶν ἀνθρώπων. «Ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους ἐσπλαγχνίσθη περὶ αὐτῶν, ὅτι ἦσαν ἐκλελυμένοι καὶ ἐρριμμένοι ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ´ 36). Ὅταν τὰ πρόβατα βλέπουν τὸν ποιμένα δὲν λιποψυχοῦν, οὔτε καὶ σκορπίζονται. Ἂν οἱ ἄνθρωποι εἶχαν τὸν Θεὸ πάντα μπροστὰ στὰ μάτια τους δὲν θὰ λιποψυχοῦσαν, οὔτε καὶ θὰ σκορπίζονταν. Μερικοὶ ὅμως τὸν βλέπουν, ἄλλοι τὸν ἀναζητοῦν γιὰ νὰ τὸν δοῦν, ἐνῶ ἄλλοι εἶναι τυφλοὶ ἢ ἐμπαίζουν ἐκείνους ποὺ ψάχνουν γιὰ νὰ Τὸν δοῦν. Ἔτσι οἱ ἄνθρωποι λιποψυχοῦν, διασκορπίζονται, γίνεται ὁ καθένας ὁδηγὸς στὸν ἑαυτό του κι ἀκολουθεῖ τὸ δικό του δρόμο.
.               ν ο νθρωποι εχαν στω κα τ μισ φόβο γι τν πανταχο παρόντα Θεό, π’ ατν πο χουν γι τὸν θάνατο, δὲν θ φοβονταν τν τελευταο. Κα μάλιστα δὲν θ γνώριζαν τὸν θάνατο σ’ ατν τν κόσμο. Στὴν περίπτωσή μας ὁ Κύριος ἔνιωσε ἰδιαίτερη συμπάθεια γιὰ τὴν θλιμμένη μητέρα καὶ γι’ αὐτὸ τῆς εἶπε: μὴ κλαῖε. Κοίταξε βαθιὰ μέσα στὴν ψυχή της καὶ διάβασε ὅλα ὅσα γίνονταν ἐκεῖ. Ὁ σύζυγός της εἶχε πεθάνει, δὲν εἶχε σύντροφο. Τώρα πέθανε κι ὁ μοναχογιός της καὶ βρέθηκε ὁλομόναχη. Ποῦ ἦταν ὁ ζωντανὸς Θεός; Μπορεῖ νὰ νιώθει μόνος του κανείς, ὅταν ἔχει συντροφιὰ τὸν Θεό; Μπορεῖ ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος νὰ βρεῖ καλλίτερη συντροφιά, πιὸ ἐγκάρδια, ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τοῦ Θεοῦ; Δὲν εἶναι πιὸ κοντά μας ὁ Θεὸς ἀκόμα κι ἀπὸ τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα μας, ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὶς ἀδελφές μας, ἀπὸ τοὺς γιοὺς καὶ τὶς θυγατέρες μας; Μᾶς δίνει παιδιὰ κι ὕστερα μᾶς τὰ παίρνει, μὰ δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει. Τὸ μάτι Του δὲν κουράζεται νὰ μᾶς παρακολουθεῖ, οὔτε κι ἡ ἀγάπη Του γιὰ μᾶς ἔχει ἀλλοιωθεῖ. Ὅλη ἡ δυσοσμία τοῦ θανάτου μᾶς βοηθάει νὰ προσκολληθοῦμε περισσότερο στὸν Θεό, τὸν ζῶντα Θεό.
.               Μὴ κλαῖε! Ὁ Κύριος προσπαθεῖ νὰ παρηγορήσει τὴν ἀπαρηγόρητη μητέρα. Αὐτὸ τὸ λέει Ἐκεῖνος ποὺ δὲν σκέφτεται, ὅπως πολλοὶ ἀπὸ μᾶς, πὼς ἡ ψυχὴ τοῦ νεκροῦ ἀγοριοῦ κατεβαίνει στὸν τάφο, μαζὶ μὲ τὸ νεκρὸ σῶμα του. Τὸ λέει Ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει αὐτὰ ποὺ ἀφοροῦν στὴν ψυχὴ τοῦ νεκροῦ ἀγοριοῦ, ποὺ κρατᾶ τὴν ψυχὴ αὐτὴ στὴ δική Του ἐξουσία. Κι ἐμεῖς παρηγοροῦμε αὐτοὺς ποὺ θρηνοῦν μὲ τὰ ἴδια λόγια, ἂν κι οἱ καρδιές μας εἶναι γεμάτες δάκρυα.
.               Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ συμπάθειά μας ὅμως νιώθουμε ἀδύναμοι νὰ προσθέσουμε ὁτιδήποτε ἄλλο σ’ ἐκείνους ποὺ θρηνοῦν. Ἡ δύναμη τοῦ θανάτου ἔχει τόσο πολὺ ξεπεράσει τὴ δύναμή μας, ὥστε σερνόμαστε σὰν ἔντομα στὴ σκιά του. Καὶ καθὼς γεμίζουμε τὸν τάφο καὶ σκεπάζουμε τὸ νεκρὸ μὲ χῶμα, νιώθουμε πὼς ἐνταφιάζουμε μαζὶ κι ἕνα μέρος ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας μέσα στὸ νεκρικὸ σκοτάδι τοῦ τάφου.
.               Ὁ Κύριος δὲν εἶπε “μὴ κλαῖε” στὴ γυναίκα, γιὰ νὰ δείξει πὼς δὲν πρέπει νὰ κλαῖμε γιὰ τοὺς νεκρούς. Ὁ ἴδιος δάκρυσε γιὰ τὸ Λάζαρο (βλ. Ἰωάν. ια´ 35). Θρήνησε προκαταβολικὰ γι’ αὐτοὺς ποὺ θὰ ὑπέφεραν μὲ τὴν πτώση τῆς Ἱερουσαλὴμ (βλ. Λουκ. ιθ´ 41-44). Τέλος μακάρισε αὐτοὺς ποὺ πενθοῦν, «ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται» (Ματθ. ε´ 4). Τίποτα δὲν ἠρεμεῖ καὶ δὲν καθαρίζει τόσο, ὅσο τὰ δάκρυα.
.               Στὴν ὀρθόδοξη μεθοδολογία τῆς σωτηρίας, τὰ δάκρυα εἶναι ἀνάμεσα στὰ πρῶτα μέσα κάθαρσης τῆς ψυχῆς, τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ. Ὄχι μόνο πρέπει νὰ κλαῖμε γιὰ τοὺς νεκρούς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ζωντανοὺς καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ὅπως συνέστησε ὁ Κύριος στὶς γυναῖκες τῆς Ἱερουσαλήμ: «Θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, μὴ κλαίετε ἐπ’ ἐμέ, πλὴν ἐφ’ ἑαυτὰς κλαίετε καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ὑμῶν» (Λουκ. κγ´ 28).
.               Ὑπάρχει ὅμως μία διαφορὰ ἀπὸ δάκρυα σὲ δάκρυα. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει τοὺς Θεσσαλονικεῖς: «ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» (Α´ Θεσσ. δ´ 13). Δὲν πρέπει νὰ θλιβόμαστε ὅπως οἱ εἰδωλολάτρες κι οἱ ἄθεοι, ποὺ κλαῖνε τοὺς νεκρούς τους σὰ νὰ χάθηκαν ἐντελῶς. Ο χριστιανο δν πρέπει ν κλανε τος νεκρος σν χαμένους λλ σν μαρτωλούς. Ἡ θλίψη τους ἑπομένως πρέπει νὰ συνοδεύεται μὲ προσευχὲς στὸν Θεό, γιὰ νὰ συχωρήσει τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἀποβιώσαντα καὶ νὰ τὸν ἐλεήσει, νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν οὐράνια βασιλεία Του.
.               Ὁ χριστιανὸς πρέπει νὰ κλαίει καὶ νὰ θρηνεῖ ἐπίσης γιὰ τὸν ἑαυτό του, γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Κι ὅσο πιὸ συχνὰ τὸ κάνει αὐτὸ τόσο καλύτερα. Ὄχι νὰ συμπεριφέρεται σὰν κι’ αὐτοὺς ποὺ δὲν πιστεύουν στὸν Θεὸ καὶ δὲν ἐλπίζουν στὸ ἔλεός Του καὶ στὴν αἰώνια ζωή.
.               Ὅταν τὰ δάκρυα ἔχουν τὸ χριστιανικὸ αὐτὸ νόημα κι αὐτὴ τὴ χρήση, τότε γιατί ὁ Κύριος εἶπε στὴ μητέρα τοῦ νεκροῦ ἀγοριοῦ “μὴ κλαῖε”; Ἐδῶ εἶναι ἄλλη περίπτωση. Ἡ γυναίκα ἔκλαιγε σὰν κι αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα. Δὲν ἔκλαιγε γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ παιδιοῦ της οὔτε καὶ γιὰ τὶς δικές της. Ἔκλαιγε γιὰ τὴ σωματικὴ ἀπώλεια, γιὰ τὸ χαμὸ καὶ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἐξαφάνιση τοῦ παιδιοῦ, γιὰ τὸν αἰώνιο ἀποχωρισμό της ἀπ’ αὐτό. Ἐκεῖ ὅμως βρισκόταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ζώντων καὶ νεκρῶν. Δὲν εἶχε λοιπὸν λόγο νὰ κλαίει μπροστά Του, ὅπως δὲν ἔχει λόγο καὶ νὰ νηστεύει κανείς, ὅταν ὁ Κύριος εἶναι παρών. Ὅταν οἱ Φαρισαῖοι κατηγόρησαν τὸν Κύριο πὼς οἱ μαθητές Του δὲν νήστευαν, ὅπως ὁ Ἰωάννης, τοὺς ἀπάντησε: «Μὴ δύνασθε τοὺς υἱοὺς τοῦ νυμφῶνος, ἐν ᾧ ὁ νυμφίος μετ’ αὐτῶν ἐστι, ποιῆσαι νηστεύειν;» (Λουκ. ε´ 34). Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο λοιπόν, μπορεῖ νὰ θρηνεῖ κάποιος, ὅταν βρίσκεται μαζί του ὁ Ζωοδότης, ποὺ στὴ βασιλεία Του δὲν ὑπάρχουν νεκροί, ἀλλ’ ὅλοι εἶναι ζωντανοί; Ἡ θλιμμένη χήρα ὅμως δὲν γνώριζε οὔτε τὸν Χριστὸ οὔτε τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Θρηνοῦσε τὸν μοναχογιό της χωρὶς ἐλπίδα, ὅπως ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι τότε, ποὺ εἴτε δὲν εἶχαν ὁλότελα πίστη στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν εἴτε τὴν εἶχαν χάσει.
.               Σ’ αὐτὴν τὴν ἀνώφελη λόγω ἄγνοιας θλίψη της, ὁ Κύριος ἀνταποκρίθηκε μὲ τὰ λόγια: Μὴ κλαῖε! Δὲν τῆς εἶπε νὰ μὴν κλάψει μὲ τὴν ἔννοια ποὺ τὸ κάνουν πολλοὶ σήμερα, ποὺ ἐννοοῦν: «Μὴν κλαῖς! Τὰ δάκρυά σου δὲν θὰ τὸν φέρουν πίσω. Αὐτὴ εἶναι ἡ μοίρα. Ὅλοι τὸν ἴδιο δρόμο θ’ ἀκολουθήσουμε». Αὐτὴ ποὺ δίνουμε ἐμεῖς εἶναι μία ἀπαρηγόρητη παρηγοριά. Δὲν παρηγορεῖ κανέναν, εἴτε τὴν δίνει κανεὶς εἴτε τὴν παίρνει. Ἄλλο πράγμα σκεφτόταν ὁ Χριστός, ὅταν ἔλεγε “μὴ κλαῖε”. Ἤθελε νὰ πεῖ: Μν κλας, γιατί γ εμαι δ. Εἶμαι ὁ ποιμένας ὅλων τῶν προβάτων. Κανένα πρόβατο δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ Ἐμένα, δὲν γίνεται νὰ μὴ γνωρίζω ποῦ βρίσκεται. γις δν πέθανε μ τν τρόπο πο νομίζεις σύ. Μόνο ψυχή του φυγε π τ σμα. γ χω ξουσία στν ψυχή του, πως κα στ σμα του. Λόγῳ τῆς θλίψης σου, ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἄγνοια καὶ ἀπιστία τόσο τὴ δική σου ὅσο κι ἐκείνων ποὺ βρίσκονται γύρω σου, θὰ ἑνώσω ξανὰ τὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ μὲ τὸ σῶμα του καὶ θὰ τὸν ξαναφέρω στὴ ζωή. Καὶ θὰ τὸ κάνω αὐτὸ ὄχι τόσο γιὰ δική του χάρη ὅσο γιὰ σένα καὶ γιὰ τοὺς δικούς σου, γιὰ νὰ πιστέψετε πὼς ὁ Θεὸς εἶναι ζωντανὸς καὶ παρακολουθεῖ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Γιὰ νὰ βεβαιωθεῖτε πὼς Ἐγὼ εἶμαι ὁ Μεσσίας ποὺ ἦρθε, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ΛΟΥΚΑ Τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης-2 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

Advertisements

, ,

Σχολιάστε

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Θάνατος το Χριστο

.             Γιὰ τοὺς περισσότερους ἀνθρώπους ὁ θάνατος εἶναι ἡ ἔσχατη ἀπόδειξη δουλείας. Εἴμαστε ἀνίσχυροι ἀπέναντί του. Μποροῦμε νὰ τὸν ἀπομακρύνουμε, ἀλλὰ ὄχι νὰ τὸν ὑπερβοῦμε. Γιὰ τοὺς περισσότερους ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τὸ βιολογικὸ καὶ ὁριστικὸ τέρμα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Δὲν ὑπάρχει λογικὴ ἀπόδειξη ἐπιστροφῆς ἀπὸ τὸ “ἐπέκεινα”, τὸ μετὰ τὸν θάνατο, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ θλίψη νὰ εἶναι ἀνυπέρβλητη. Ἀπέναντι στὸν θάνατο ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μὲ τὸν φόβο ἢ ἐκείνη τὴν ἐλπίδα ὅτι τὸ τέλος δὲν θὰ ἔλθει.
.             Ὁ Χριστὸς ἔζησε τὸν θάνατο, ὄχι ὡς βιολογικὸ τέρμα ἢ ὡς ἀναπόδραστη κατάσταση, ἀλλὰ ὡς ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Πατέρα Του. Ἔφτασε τὴν φύση Του, ποὺ εἶχε τὴν ἀθανασία δεδομένη, καθὼς δὲν εἶχε ἁμαρτία, στὸ κατώφλι τοῦ θανάτου καὶ τὸ πέρασε σωματικά, γιὰ νὰ μᾶς δείξει ὅτι ὁ θάνατος εἶναι τὸ τέρμα, μόνο ὅταν συνοδεύεται ἀπὸ τὸν χωρισμὸ ἀπὸ τὸν Θεό. Αὐτὸς ποὺ ζεῖ τὸν Θεὸ μὲ ὑπακοὴ στὸ θέλημά Του, αὐτὸς ποὺ ἀγωνίζεται ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία εἶναι ὁ θάνατος, ἐλευθερώνεται ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου, γιατί ἀκολουθεῖ τὸν Χριστό.
.             “Ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει. Ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει”, μᾶς λέει ὁ Κύριος. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ θάνατος ἀποτελεῖ γιὰ μᾶς τοὺς θνητοὺς τὴν ἀφορμή, πολὺν καρπὸ νὰ φέρουμε, ἂν ζοῦμε μὲ ὑπακοὴ στὸν Θεό. Ὁ Χριστὸς μᾶς δίδαξε ὅτι αὐτὸ εἶναι κατορθωτό. Ἂν πεθάνουμε ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία, δηλαδὴ νεκρώσουμε τὰ πάθη καὶ τὶς κακίες μας, τότε οὐσιαστικὰ φέρουμε πολὺν καρπό, τῆς ἀγάπης, τῆς ἀρετῆς, τῆς πίστης στὸ Θεό, γιατί αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημά Του γιά μας. Ἂν πεθάνει ὁ ἐγωισμός μας, μὲ τὴν ἄσκηση, τὴν προσπάθεια, τὴν ταπείνωση, τὴν θυσία, τότε πολὺν καρπὸ φέρουμε. Τραβᾶμε τὴν χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τότε, ἀκόμα καὶ ὁ βιολογικὸς θάνατος εἶναι τὸ σημεῖο ἐκεῖνο τῆς ζωῆς ποὺ μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν φθορὰ καὶ τὴν ἁμαρτία καὶ μᾶς φέρνει κοντὰ σ’ Αὐτὸν ποὺ πέθανε γιά μας, τὸν Χριστό.
.             Ὁ Χριστὸς ἀναπαύεται στὸν τάφο σωματικά. Ὁ Χριστὸς κηρύττει στὸν Ἅδη τὴ Ζωή. Καὶ θὰ ἀναστηθεῖ ὡς ὁ λέων, αὐτεξουσίως, καὶ θὰ τραβήξει μαζί Του ὅσους τὸν πίστεψαν, ἀλλὰ καὶ ὅσους τὸν πιστεύουν, ὅσους τοὺς ἀγγίζει τὸ μήνυμα, τὸ πρόσωπο, ἡ κοινωνία μαζί Του. Ἐλευθερωνόμαστε ἀπὸ τὸν θάνατο, χάρις στὸν θάνατο τοῦ Σωτήρα. Ὅλα πλέον εἶναι διαφορετικά. Δὲν φοβόμαστε τὸν θάνατο, γιατί θὰ μᾶς πάει σ’ Αὐτὸν ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ καὶ ἀγαπᾶμε. Καὶ θὰ περιμένουμε τὴν Δευτέρα Παρουσία, γιὰ νὰ γευτεῖ καὶ τὸ σῶμα μας, αὐτὴ τὴν ἀνεκλάλητη χαρά. Αὐτὴ τὴν ἀνεκλάλητη ἐλευθερία. Αὐτὴ τὴν ἀνεκλάλητη αἰώνια ζωή.

 

ΠΗΓΗ: «Ἅγια Μετέωρα»

 

, ,

Σχολιάστε

META ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΙ;

META ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΙ;

Κυριακὴ Ε´ Λουκᾶ (Λουκ. ιϛ´19-31)
Τοῦ Μητροπ. Φλωρίνης Αὐγουστίνου (†)
(Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης 5-11-1989)

.             Κυριακή, ἀγαπητοί μου, σήμερα· ἡμέρα ἀφιερωμένη στὸ Θεό. Τί πρέπει νὰ κάνουν οἱ Χριστιανοί; Ὅλοι νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία, νὰ σταθοῦν μὲ εὐλάβεια καὶ νὰ ποῦν ἀπ’ τὴν καρδιά τους ἕνα «Κύριε, δόξα σοι», ἕνα εὐχαριστῶ, ἕνα «Κύριε, ἐλέησον». Ὅσοι ἐρχόμεθα στὴν ἐκκλησία, ἡ σκέψι μας νά ’νε στὸ Θεό. «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας» (θ. Λειτ.). Νὰ εἴμεθα στὸ ναὸ ὄχι μόνο σωματικῶς ἀλλὰ καὶ πνευματικῶς. Ἡ ψυχὴ – τὸ πνεῦμα ἔχει τὴν ἀξία. Μὲ τὴν ἐλπίδα λοιπὸν ὅτι συμμετέχετε ψυχικῶς, παρακαλῶ ν᾽ ἀκούσετε ἕνα σύντομο κήρυγμα.

* * *

.             Τὸ εὐαγγέλιο σήμερα ἀπαντᾷ σ᾽ ἕνα μεγάλο ἐρώτημα. Ποιό ἐρώτημα; Μιὰ μέρα θὰ πεθάνουμε, ὁπωσδήποτε· δὲ γλυτώνει κανείς. «Ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετὰ δὲ τοῦτο κρίσις» (Ἑβρ. 9,27). Τί γίνεται λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος μετὰ θάνατον; Ἰλιγγιῶδες τὸ ἐρώτημα. Τί ἀπάντησι θὰ δώσουμε;
Ἀπαντᾷ ἡ συνείδησί μας, ἀπαντᾷ ὁ Χριστός, ἀπαντᾷ τὸ Εὐαγγέλιο – αἱ Γραφαί· ἡ ψυχὴ ζῇ.
.             Οἱ ὑλισταὶ καὶ ἄπιστοι κοροϊδεύουν καὶ ἐμπαίζουν. Ἄκου ἐκεῖ, λένε, στὸν αἰῶνα τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς προόδου, οἱ παπᾶδες καὶ δεσποτᾶδες μᾶς μιλοῦν περὶ ψυχῆς. Ποιά ψυχή; Τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος; Εἶνε σὰν τὸ ζῷο. Ὅπως ψοφάει ἡ γάτα καὶ ὁ σκύλος, ἔτσι κι αὐτός…
.             Ἔτσι λένε αὐτοί. Σφάλλουν ὅμως. Ἡ ὑγιὴς σκέψι ἀπὸ ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς πίστευε, ὅτι πέρα ἀπὸ τὸ θάνατο ὑπάρχει ἄλλη ζωή· ὑπάρχει ἀθανασία ψυχῆς. Κ’ ἐπειδὴ δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ σᾶς παρουσιάσω ἐδῶ ὅλο τὸ πανόραμα τῆς ἀνθρωπίνης σκέψεως, ἀναφέρω μόνο ἕνα φιλόσοφο, ποὺ ἔζησε 400 χρόνια πρὸ Χριστοῦ καὶ πίστευε στὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς.
.             Εἶνε ὁ Σωκράτης. Ἦταν δίκαιος ἄνθρωπος, κ’ ἐπειδὴ ἔλεγε τὴν ἀλήθεια καὶ ὑπεδείκνυε τὸ σωστό, οἱ Ἀθηναῖοι τὸν μίσησαν. Τὸν διέβαλαν, τὸν πῆγαν στὸ δικαστήριο καὶ τὸν δίκασαν. Σὲ ὅλη τὴ δίκη ἦταν γαλήνιος. Ὅταν ἄκουσε τὴν ἀπόφασι, ὅτι καταδικάζεται εἰς θάνατον, δὲν ταράχτηκε. Φεύγω, λέει, ἀπ᾽ αὐτὸ ἐδῶ τὸ ἀνθρώπινο δικαστήριο καὶ πηγαίνω σ᾽ ἕνα ἄλλο θεῖο δικαστήριο. Ἐκεῖ δὲν δικάζουν ἄδικοι κριταί. Ἐκεῖ θὰ μὲ δικάσουν ὁ Μίνως, ὁ Αἰακὸς καὶ ὁ ῾Ραδάμανθυς, καὶ θ’ ἀποδώσουν δικαιοσύνη, ἐκεῖ θὰ βρῶ τὸ δίκαιο… Λίγες στιγμὲς πρὶν πιῇ τὸ κώνειο, οἱ μαθηταί του τὸν ρώτησαν κλαίγοντας· ―Τί νὰ κάνουμε τὸ σῶμα σου, ποῦ νὰ σὲ θάψουμε; Κι αὐτὸς ἀπήντησε· ―Αὐτὸ ποὺ θὰ μείνῃ ἐδῶ δὲν εἶνε ὁ Σωκράτης. Ὁ Σωκράτης πετάει ψηλά. Ὅπως ὁ ἀετὸς ἀνεβαίνει στὰ ὕψη, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή μου. Πηγαίνω ἐκεῖ ποὺ δὲ μπορεῖτε νὰ μὲ βρῆτε πλέον.
.             Αὐτὰ εἶπε. Ἀλλ’ αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ Σωκράτης καὶ ὁ Πλάτων κι ὁ Ἀριστοτέλης καὶ ἄλλοι σοφοὶ περὶ ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, εἶνε ἁπλῶς ἕνα ἀμυδρὸ φῶς, ἕνα κεράκι μέσ᾽ στὸ σκοτάδι τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Ἀλλὰ τὸ κεράκι, ἡ ἀλήθεια περὶ ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, ἔλαμψε σὰν τὸν ἥλιο – πότε; Ὅταν ἦρθε στὸν κόσμο ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς ποὺ ἔλαβε σάρκα ἀνθρωπίνη. Τότε ἀκούστηκαν λόγια, ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὰ ζυγίσουμε. Ὅσο ἀξίζουν τὰ λίγα λόγια τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἀξίζουν ὅλοι οἱ διάλογοι τῶν φιλοσόφων. Ὁ Χριστὸς εἶπε· «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μᾶρκ. 8,36-37). Κηρύττει ὁ Χριστὸς τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Τὸ σῶμα, φθείρεται, καταστρέφεται, ἀλλὰ ἡ ψυχὴ μένει αἰωνία.
.           Αὐτὰ εἶπε ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν ἀξία τῆς ψυχῆς. Καὶ σήμερα στὸ εὐαγγέλιο ἀπαντᾷ στὸ ἐρώτημα, τί γίνεται ὁ ἄνθρωπος μετὰ θάνατον; ποῦ πηγαίνει; Ἀπαντᾷ ἀπείρως πιὸ καθαρὰ ἀπ᾽ ὅ,τι ὁ Σωκράτης καὶ λέει τὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου.

* * *

.             Ἦταν, λέει, ἕνας πλούσιος. Εἶχε μεγάλη περιουσία· σπίτια, μέγαρα, ἀμπέλια, χωράφια, ἐλαιῶνες, ὑποστατικά, πλοῦτο ἀμέτρητο. Εἶχε ὅλα τ’ ἀγαθά, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του· κοίταζε τί θὰ φάῃ, τί θὰ πιῇ, πῶς θὰ ντυθῇ, πῶς θὰ χαρῇ, τί γλέντι καὶ διασκέδασι καὶ ἔρωτες θ’ ἀπολαύσῃ. Ἦταν ἕνας ὑλιστής. Σύνθημα εἶχε «Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν» (Ἠσ. 22,13· Α΄ Κορ. 15,32). Ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό του, τίποτα γιὰ τὸν ἄλλο. Νά ἡ ἁμαρτία ἡ μεγάλη, τὸ «Ἐγὼ» τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν τὸν κακίζει κανεὶς γιατὶ ἦταν πλούσιος· σὰν πλούσιος μποροῦσε νὰ κάνῃ καὶ πολλὰ καλά. Κακίζεται γιὰ τὴν ἀσπλαχνία του. «Τὸν ἄσπλαχνο μὲ τοὺς ἀθέους θὰ κατακρίνῃ ὁ Θεός». Μόνο τὸ ἐγώ του ἤξερε.
.             Στὴν αὐλή του ζοῦσε ἕνα ῥάκος ἀνθρώπινης δυστυχίας, ὁ Λάζαρος. Ἦταν ἐκεῖ πεινασμένος, διψασμένος, ἄρρωστος, μὲ πληγὲς ποὺ ἔγλειφαν τὰ σκυλιά. Περίμενε ν᾽ ἀνοίξουν τὰ παράθυρα οἱ ὑπηρέτριες καὶ οἱ ὑπηρέται, νὰ τινάξουν τὰ τραπεζομάντηλα καὶ νὰ ῥίξουν τὰ ψίχουλα. Μὲ τὰ ψίχουλα ζοῦσε.
.             Εἶδα ἐγὼ στὴν Κοζάνη κάτι παρόμοιο. Τώρα τὸ ψωμὶ τό ᾽χουμε ἄφθονο· ἀλλὰ τότε, τὸ ᾽42 – ᾽43, στὴ μεγάλη πεῖνα, πῆγα μιὰ μέρα στὴν ἑστία καὶ βλέπω πρωῒ – πρωῒ ἕνα παιδὶ μελανιασμένο καὶ ξυπόλητο. Ἔτρεμε ἀπ’ τὸ κρύο καὶ σκυμμένο κάτω σάλιωνε τὸ δάχτυλό του καὶ μάζευε ὅ,τι ψίχουλα εἶχαν πέσει ἀπ’ τὸ συσσίτιο.
.            Ἔτσι ἔκανε καὶ ὁ Λάζαρος. Τέτοιοι «Λάζαροι» ὑπάρχουν πολλοὶ στὴν κοινωνία, ἀλλὰ εἴμεθα κ’ ἐμεῖς σκληροὶ σὰν τὸν πλούσιο. Ὅταν τὰ Χριστούγεννα ἔρχεται ὁ ἔρανος τὴν «Ἡμέρα τῆς Ἀγάπης», οἱ πολλοὶ λένε· Δὲν ὑπάρχουν φτωχοί… Ἡ Ἐκκλησία ὅμως γνωρίζει πόση δυστυχία ὑπάρχει ἀκόμα. Ὅποιος ἀμφιβάλλει, ἂς ἔρθῃ νὰ τοῦ δείξω τὰ σπίτια ποὺ ζοῦν οἱ «Λάζαροι». Δὲ γογγύζουν, δὲν ἐπαναστατοῦν, δὲ βγαίνουν στοὺς δρόμους νὰ ζητιανέψουν. Ὑπάρχουν. Τοὺς ξέρει ἡ Ἐκκλησία.
.             Τί θὰ πῇ Λάζαρος; Εἶνε ἑβραϊκὴ λέξι καὶ ἔχει σημασία. Σημαίνει «Ἔχει ὁ Θεός», ἔχε ἐμπιστοσύνη σ’ αὐτόν, ὅπως λέει ὁ ποιητής·
«Κι ἂν δὲν μοῦ μείνῃ ἐντὸς τοῦ κόσμου
ποῦ ν’ ἀκουμπήσω, νὰ σταθῶ,
ἐκεῖ ψηλὰ εἶν’ ὁ Θεός μου·
πῶς ἠμπορῶ ν’ ἀπελπισθῶ;».
.             Ὑπάρχει ὁ Θεός. Ἂν τὸ πιστεύῃς, εἶσαι Χριστιανός· ἂν δὲν τὸ πιστεύῃς, δὲν εἶσαι τίποτα.
.             Περπατοῦσα κάποτε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ βλέπω στὸ δρόμο ἕνα καροτσάκι μὲ τὴν ἐπιγραφή· «Ἔχει ὁ Θεός». Τὸ κινοῦσε ἕνας ποὺ πουλοῦσε πατάτες, ντομάτες, κρεμμύδια. Τὸν πλησίασα καὶ μοῦ ᾽πε τὴν ἱστορία του. Ἦταν Πόντιος πρόσφυγας, πατέρας μὲ ἑπτὰ παιδιά. Πιστεύω στὸ Θεό, λέει· σηκώνομαι τὸ πρωΐ, κάνω τὸ σταυρό μου, ξεκινῶ μὲ τὸ καροτσάκι, κ’ ἔτσι βγάζω τὸ ψωμί μου. Νά ἕνας ἀκόμη Λάζαρος.
.             Καὶ πῶς τελειώνει ἡ παραβολή; Πέθαναν, λέει, καὶ οἱ δύο, ὁ Λάζαρος καὶ ὁ πλούσιος. Ἀλλὰ τότε συνέβη κάτι φοβερό· δὲν ὑπάρχει Σαίξπηρ καὶ Δάντης νὰ τὸ περιγράψῃ. Ἄνοιξαν τὰ μάτια τοῦ πλουσίου, ποὺ ὣς τότε ἦταν κλειστά, καὶ εἶδε ἕναν ἄλλο κόσμο ποὺ δὲν τὸν περίμενε. Βρέθηκε στὴν κόλασι καὶ ἐκαίετο. Καὶ ἀπέναντι, σὲ μακρινὴ ἀπόστασι, μέσα στὸν παράδεισο, εἶδε τὸ Λάζαρο κοντὰ στὸν Ἀβραὰμ τὸν ἐλεήμονα. Καὶ φωνάζει· ―Πάτερ Ἀβραάμ, στεῖλε τὸ Λάζαρο, νὰ μὲ δροσίσῃ μὲ μιὰ σταλαγματιὰ νερό, γιατὶ ὑποφέρω. Ὁ Ἀβραὰμ τοῦ λέει· ―Αὐτὸ εἶνε ἀδύνατον· μᾶς χωρίζει «χάσμα μέγα» (Λουκ. 16,26). ―Σὲ παρακαλῶ, στεῖλε τον τοὐλάχιστον στὴ γῆ. Ἔχω πέντε ἀδέρφια, ποὺ ζοῦν ὅπως ζοῦσα κ’ ἐγώ, νὰ τοὺς πῇ ὅτι ὑπάρχει ἄλλος κόσμος. ―Ἔχουν τὸ Μωϋσῆ καὶ τὰς Γραφάς, ἂς τοὺς ἀκούσουν. ―Ὄχι, κύριε, λέει· ἂν κάποιος ἀναστηθῇ ἀπ’ τοὺς νεκροὺς θὰ πιστέψουν. Ἀλλ’ ὁ Ἀβραὰμ τοῦ λέει· ―Ἂν δὲν ἀκοῦνε τὸ Μωϋσῆ καὶ τὰς Γραφάς, οὔτε κι ἂν ἀκόμα ἀναστηθῇ νεκρὸς θὰ πιστέψουν.

* * *

.             Ὁ Κύριος μᾶς βεβαιώνει, ἀγαπητοί μου, ὅτι ἡ ψυχὴ εἶνε ἀθάνατος καὶ ὅτι ὑπάρχει κόλασι καὶ παράδεισος.
―Μὰ ποιός τὰ εἶδε αὐτά, τὸν ἄλλο κόσμο;
.             Αὐτὸ ζητᾷς; Ζητᾷς νὰ δῇς; Ναί, ἀλλὰ ἐγὼ σοῦ λέω, ὅτι πολλὰ πράγματα, ἐνῷ δὲν τὰ εἶδες, τὰ πιστεύεις. Ποιός ἀπὸ μᾶς λ.χ. πῆγε στὸ Βόρειο Πόλο, στοὺς Ἐσκιμώους, στὴν Ἀφρική, στὴν Ἰαπωνία, στὴν Αὐστραλία; Κι ὅμως πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχουν, δὲν ἀμφιβάλλουμε, εἴμαστε βέβαιοι. Διότι τὰ εἶδε κάποιος δικός μας καὶ μᾶς βεβαιώνει. Καὶ γιὰ τὴ μετὰ θάνατον ζωὴ λοιπὸν βεβαιώνει ὁ Χριστός.
Ναί, αὐτὴ εἶνε ἡ πίστις μας. Τὸ πιστεύεις; εἶσαι Χριστιανός. Δὲν τὸ πιστεύεις; μὴν κοροϊδεύεις τὸ Θεό· οὔτε ἐκκλησία νά ᾽ρχεσαι, δὲν ὠφελεῖ σὲ τίποτα. Ἡ ἐκκλησία εἶνε γιὰ τοὺς πιστούς. «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε» (θ. Λειτ). Πιστεύεις; Ἔλα. Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ πολλοὺς ὁ χριστιανισμός, ἀπὸ μπουλούκια· πιστοὺς θέλει. Γι’ αὐτὸ κάθε φορὰ στὴ θεία λειτουργία, στὸ τέλος τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως, λέμε· «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος· ἀμήν».
.             Αὐτὴ εἶνε ἡ πίστις μας. Αὐτὰ διδάσκει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Καὶ μ’ αὐτὸ τὸ φρόνημα νὰ προσέξουμε κ᾽ ἐμεῖς νὰ ζήσουμε στὸν κόσμο τὸ μικρὸ διάστημα τοῦ βίου μας· ἀμήν.

 

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

, ,

Σχολιάστε

«ΕΝΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΕ ἀπὸ τὴν Σκήτη τῶν Ἁγίων Πατέρων» [Παραμυθητικὴ Ἐπιστολὴ] (Χαρ. Μπούσιας)

Παραμυθητικὴ Ἐπιστολὴ
πρὸς τοὺς Πατέρας τῆς Σκήτεως τῶν Ἁγίων Πατέρων,

πρὸς τὴν Γερόντισσαν τοῦ Ἱεροῦ Παρθενῶνος
τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου Χίου
καὶ τὴν ἐν Χριστῷ συνοδείαν αὐτῆς,

πρὸς τὴν Γερόντισσαν τῆς Μονῆς Ταξιαρχῶν Νενήτων
καὶ τὴν ἐν Χριστῷ συνοδείαν αὐτῆς,

πρὸς τὴν Γερόντισσαν τῆς Μονῆς Ἁγίας Ματρώνης Χαλάνδρων
διὰ τὴν κοίμησιν τοῦ πνευματικοῦ αὐτῶν πατρός,
Γέροντος Ἀμβροσίου, τοῦ Ἁγιοπατερίτου

.         Ὁ πεφιλημένος μας Γέροντας Ἀμβρόσιος, ὁ πνευματοκίνητος καὶ χριστοφίλητος, ὁ ὁμόζηλος τῆς ἀσκητικῆς βιοτῆς τοῦ κτίτορος τῆς Ἱερᾶς Σκήτεως τοῦ Προβατείου ὄρους καὶ τοῦ Παρθενῶνος τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, τοῦ Ὁσίου Παχωμίου τοῦ Χίου, καὶ πνευματικός σας καθηγητητὴς καὶ πατέρας, βρίσκεται ἤδη εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος. Ἐξεμέτρησε τὸ ζῆν καὶ ἡρπάγη «ἵνα μὴ κακία ἀλλάξῃ σύνεσιν αὐτοῦ» (Σοφ. Σολομ. 4, 11) καὶ ὡς Ἄγγελος συναυλίζεται μὲ Ἀγγέλους στὰ σκηνώματα τῆς Ἄνω Πόλεως.
.         Ἕνας Ἄγγελος φτερούγησε ἀπὸ τὴν Σκήτη τῶν Ἁγίων Πατέρων, τῆς μυροβόλου μας Χίου, μέσα στὴν ἄνοιξη, ἕνα Χειρουβεὶμ πέταξε ἀπὸ τὰ ψηλώματα τοῦ Προβατείου ὄρους, γιὰ νὰ φθάσει στὴν τελικὴ δόξα, τὴν ἄρρητη καὶ ἀτελεύτητη, νὰ σταθεῖ δίπλα στὴν Παναγιά μας, στὸν Ταξιάρχη Μιχαήλ, στὸν Ὅσιο Παχώμιο, στὸν Ἅγιο Κωνσταντῖνο, στὴν Ἁγία Ματρώνα, καὶ νὰ προσκυνήσει τὴν Τριαδική μας Θεότητα, ποὺ τὸν κάλεσε κοντά της, γιὰ νὰ τὸν ἀναπαύσει ἀπὸ τοὺς κόπους του καὶ νὰ τοῦ χαρίσει τὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα.
.         Ἕνας Ἄγγελος μὲ πρόσωπο ὁλόφωτο καὶ καρδιὰ πάναγνη, ὁ Γέροντας Ἀμβρόσιος, ἄφησε τὴν σκοτεινιὰ τοῦ μάταιου τούτου κόσμου γιὰ νὰ ἀπολαύσει τὴν ὑπὲρ νοῦν φωτεινότητα τῆς οὐράνιας Βασιλείας, τῆς πολιτείας τῶν Ἀγγέλων. Ἕνας Ἄγγελος συνεπέστατος στὰ λειτουργικά του καθήκοντα, ἕνας Ἄγγελος ἀκάματος στὸ πνευματικὸ ἔργο, ἕνας Ἄγγελος προσφορᾶς καὶ ἀγάπης, ἕνας Ἄγγελος συμπαραστάσεως στοὺς ἐμπεριστάτους, ποὺ ἐφάρμοζε τὴ ρήση, «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. ϛ´ 3). Ἕνας Ἄγγελος ποὺ ἀγρυπνοῦσε στὴ θεϊκὴ δοξολογία καὶ θὰ μποροῦσε νὰ ὁμολογεῖ ὅτι «ὁ ζῆλος ´τοῦ οἴκου Σου κατέφαγέ με, Κύριε» (Ψαλμ. 68, 10).
         Τὸ πέρασμα τοῦ Γέροντος Ἀμβροσίου ἀπὸ τὴν Σκήτη τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τὸν Παρθενῶνα τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν Ταξιάρχη τῶν Νενήτων καὶ τὴν Ἁγία Ματρώνα ἦταν μιὰ αὔρα παρακλητική. Κατεύθυνε ψυχές, ἀνακαίνιζε ἐρειπωμένες ἀπὸ τὸν πανδαμάτορα χρόνο πτέρυγες, ἔκτιζε νέες οἰκοδομές, ὁραματιζόταν ἔργα ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ μοναδικῆς ὡραιότητος, σκορποῦσε χαρὰ σὲ ὅλους. Τὸ χαμόγελό του, ἡ πνευματική του πατρότητα, οἱ συμβουλές του, ἡ ἐμμονή του στὴν Ὀρθόδοξη παράδοσή μας, ἡ τήρηση μέχρι κεραίας τῶν πατρικῶν παραδόσεων, ἡ φιλοξενία του, ἀκόμη καὶ οἱ αὐστηρὲς μερικὲς φορὲς ὑποδείξεις του εἶχαν μιὰ ἰδιαίτερη χάρη. Τὸν καμαρώναμε βλέποντάς τον νὰ προκόπτει στὴν ἡλικία καὶ στὶς γνώσεις καὶ νὰ μεταλαμπαδεύει τὴ φλόγα τῆς καρδιᾶς του σὲ ὅλους μας, ποὺ τὸ πνευματικό μας λάδι στὸ λύχνο τῆς πίστεως ἦταν ὑπὸ ἐξάντληση. Ὅλοι μαθαίναμε ἀπὸ αὐτόν, ποὺ τὸν θεωρούσαμε πνευματικὸ καθοδηγητὴ καὶ διδάσκαλό μας σοφώτατο. Σκύβαμε καὶ ἀφουγκραζόμαστε τοὺς κτύπους τὴς καρδιᾶς του, ποὺ ἦταν χτύποι ἀγάπης ἀφειδόλευτης, χτύποι ζωῆς εὐθείας καὶ ὑποδειγματικῆς, γιατὶ δὲν γνώριζε τὴ δολιότητα, τὴν ὑποκρισία καὶ τὴν κακία τοῦ κόσμου. Ἤταν τὸ καμάρι μας ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ. Καμάρι τῆς Χίου, καμάρι τῆς γειτονιᾶς σου, στὸ Βροντάδο, καμάρι τῶν οἰκογενῶν του, καμάρι τῆς πνευματικῆς κυψέλης τῆς Ἁγίας Ματρώνας, καμάρι τοῦ Προβατείου, καμάρι τοῦ Παρθενῶνος τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, ἀφοῦ βάδιζε στὰ ἴχνη τοῦ κτίτορος του, τοῦ Ὁσίου μας Παχωμίου, τὸν ὁποῖο ἀνέδειξε καὶ ὁ ὁποῖος, εἴμαστε πεπεισμένοι, ὅτι τὸν ἔχει ἤδη ὑποδεχθεῖ στὴν οὐράνια Ἱερουσαλήμ. Ὁ Γέροντας Ἀμβροσιος πέτυχε τοῦ σκοποῦ του στὸ πέρασμά του ἀπὸ τὴν γῆ τούτη. Πέτυχε τοῦ σκοποῦ του νὰ ἀγωνισθεῖ τὸν «ἀγῶνα τὸν καλὸν τῆς πίστεως» (Α´ Τιμ. στ´ 12) ὡς ἀθλητὴς νόμιμος καὶ νὰ στεφανωθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο μὲ ἀμαράντινο στεφάνι. Πέτυχε τοῦ σκοποῦ του, ποὺ εἶναι καὶ σκοπὸς κάθε χριστιανοῦ νὰ λάβει «τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως» (Φιλιπ. γ´ 12).
.         Καὶ τώρα ποὺ ὁ Γέροντας ἀνέβηκε στὰ γήπεδα τοῦ οὐρανοῦ τὸν βλέπουμε μὲ δέος νὰ συναυλίζεται ἀμέριμνος μαζὶ μὲ τὸ πλῆθος τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων. Γίνηκε πρόδρομός μας στὸ αἰώνιο ταξίδι. Μᾶς ἄνοιξε τὸν δρόμο ποὺ τοῦ ἔλαχε πρῶτος νὰ προπορευθεῖ. Τὸν τίμησε ὁ Θεὸς μὲ τὴν οὐράνια δόξα, γιατὶ ἦταν ἕτοιμος γιὰ αὐτήν. Χρυσάφι ἡ καρδιά του, γλυκασμὸ ἔσταζαν τὰ χείλη του, ἀνοιξιάτικη αὔρα ἡ ἀνάσσα του, χαρὰ καὶ παρηγοριὰ τὸ διαπεραστικὸ βλέμμα του.
.         Γνώριζε καλὰ ὁ Γέροντας Ἀμβρόσιος τὸ ἀναπότρεπτο τοῦ θανάτου, τὸν ὁποῖον κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀποφύγει. Δὲν τὸν ἀπέφυγαν οἱ πρόγονοί μας, οὔτε θὰ τὸν ἀποφύγουν καὶ οἱ ἀπόγονοί μας. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι γεννιόμαστε ἀπὸ θνητοὺς γονεῖς καὶ γεννοῦμε θνητὰ παιδιὰ στὴ συνέχεια. Ὑπάρχει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ θεϊκὴ νομοθεσία, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ μέχρι τῶν ἠμερῶν μας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὅσοι ἔρχονται στὴ ζωὴ θὰ ἀπέλθουν στὸν κατάλληλο χρόνο. Ἔτσι, ἔχουν διαταχθεῖ τὰ ἀνθρώπινα, καὶ δὲν χρειάζεται νὰ ἀγανακτοῦμε γιὰ κάτι ποὺ εἶναι κοινὸς νόμος τῆς φύσεως. Δὲν ἤλθαμε σὲ αὐτὴ τὴ ζωὴ γιὰ νὰ καζαντήσουμε, ἀλλὰ γιὰ φύγουμε, θὰ μᾶς πεῖ ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος, τῆς Βίτσας τοῦ Ζαγορίου. Καὶ ὁ Γέροντας Γαβριὴλ τῆς Κύπρου σημειώνει: «Γεννώμεθα διὰ νὰ ἀποθάνωμεν. Κοινὸς ὁ κλῆρος τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Ἐπὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ γῆν πᾶς τις δύνων ἀναλύσει τοῦ λαβεῖν βασάνους ἢ γέρα τῶν πεπραγμένων ὡς λέγει ὁ ψαλμῳδός. Παρακαλοῦμεν νὰ τύχωμεν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στὸν χορὸν τῶν ἐκλεκτῶν Του, ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκονται οἱ Μάρτυρες, οἱ Ἀσκηταί, οἱ κατατήξαντες τὴν σάρκα σὲ ἐθελούσιον ὀδύνην καὶ πόνους ἀσκήσεως, διὰ τὰ αἰώνια, τὰ ὄντως ἀγαθά».
.              Ὅσοι προήλθαμε ἀπὸ τὴ γῆ, ἐπιστρέφουμε πάλι στὴ γῆ, καὶ κανεὶς δὲν εἶναι τόσο μεγάλος, ὥστε νὰ ἀποφύγει τὴ διάλυση τοῦ θανάτου. Στὴ σύζυγο κάποιου Νεκταρίου ποὺ κοιμήθηκε ὁ γιός της ἔγραφε ὁ μέγας Βασίλειος ὅτι, ὅταν γεννήθηκε τὸ παιδί της καὶ εὐχαρίστησε γι’ αὐτὸ τὸ Θεό, γνώριζε ὅτι ἀφοῦ ἦταν θνητὴ θνητὸν ἐγέννησε. «Τί οὖν παράδοξον, εἰ ἀπέθανεν ὁ θνη­τός;». Τῆς συνιστᾶ ὁ Μεγάλος Πατέρας καὶ Ἱεράρχης τῆς Καισαρείας, νὰ στρέψει παντοῦ τὰ μάτια της, γιὰ νὰ διαπιστώσει ὅτι ὅλα στὸν κόσμο εἶναι θνητὰ καὶ ὅλα ὑπόκεινται στὴ φθορά, ὁ ἥλιος, τὰ ἄστρα, τὰ ζῶα, τὰ φυτά. Ὅλα ὁδηγοῦνται στὸ θάνατο, τίποτε δὲν θὰ μείνει αἰώνιο. Αὐτὸ εἶναι ἱκανὸ νὰ παραμυθήσει, γιατὶ δὲν πρέπει νὰ βλέπουμε καὶ νὰ μετροῦμε μόνο αὐτὸ ποὺ συμβαίνει σὲ ἐμᾶς, ἀλλὰ νὰ τὸ συγκρίνουμε μὲ αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. «Μὴ καθ’ ἑαυτὸ μέτρει τὸ πάθος· ἀφόρητον γὰρ οὕτω φανεῖταί σοι· ἀλλὰ τοῖς ἀνθρωπίνοις πᾶσι συγκρίνουσα, ἐντεῦθεν εὑρήσεις αὐτοῦ τὴν παραμυθίαν».
.         Ἡ συνείδηση βέβαια τῆς κοινῆς αὐτῆς μοίρας, τῆς κοινῆς πορείας πρὸς τὸ θάνατο, δὲν καταλήγει στὸ Χριστιανισμὸ σὲ μιὰ μοιρολατρικὴ ἀποδοχὴ τοῦ πεπρωμένου, τῆς εἱμαρμένης, οὔτε στὴν ἀποδοχὴ τῆς διαρχίας, τῆς ὑπάρξεως ἴσης πρὸς τὸ Θεὸ δυνάμεως ἑνὸς κακοῦ Θεοῦ, ὅπως συμβαίνει σὲ πολλὲς θρησκεῖες καὶ φιλοσοφίες. Δὲν κυριαρχεῖ στὸν κόσμο ἡ τυφλὴ τύχη οὔτε δρᾶ ἀνεξέλεγκτα τὸ κακό. Τὸ βλέπουμε στὸν Ἰώβ, ὅπου ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει στὸν πειρασμό, νὰ πειράξει μέχρις ἑνὸς ὁρισμένου σημείου τὸ δοῦλο Του. Δὲν εἶναι ἀπρονόητα τὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Τὸ Εὐαγγέλιο διδάσκει, ὅτι ἀκόμη καὶ ἕνα στρουθίο, ἕνα σπουργίτι, δὲν πέφτει χωρὶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως καὶ μία τρίχα τῆς κεφαλῆς μας δὲν πέφτει χωρὶς τὴ συγκατάθεσή του. «Καὶ θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μὴ ἀπόληται» (Λουκ. κα´ 18). Ὅ,τι συμβαίνει, συμβαίνει γιατὶ εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐντάσσεται στὰ πλαίσια τῆς σοφίας καὶ τῆς δικαιοσύνης Του. Δὲν γνωρίζουμε ἐμεῖς τὶς βουλὲς τοῦ Θεοῦ, εἴμαστε ἀμαθεῖς καὶ πολὺ μικροί, γιὰ νὰ ἐξιχνιάσουμε τὰ ἄρρητα σχέδιά Του. Γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ γογγύζουμε καὶ νὰ δυσανασχετοῦμε, ἀλλὰ νὰ ἀποδεχόμαστε μέ ἐγκαρτέρηση τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου ποὺ ἐντάσσεται καὶ αὐτὸ μέσα στὴν πρόνοια καὶ στὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον του. Ὑπάρχουν γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο συγκεκριμένα ὅρια ζωής, ποὺ τὰ ἔθεσε ὁ Θεός. Αὐτὸς μᾶς φέρνει στὴ ζωή, Αὐτὸς ὁρίζει καὶ τὸ τέλος μας· «Θεός, ὁ τὰ ἡμέτερα οἰκονομῶν, ὁ τὰς τῶν χρόνων ὁροθεσίας ἑκάστῳ νομοθετῶν, ὁ ἀγαγὼν εἰς τὴν ζωὴν ταύτην, Αὐτὸς καὶ μετέστησεν».
.         Ὁ θάνατος, λοιπόν, σὲ ὁποιαδήποτε ἡλικία καὶ ἂν ἔλθει, ἀποτελεῖ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἀποδέχεται ὄχι μόνο χωρὶς γογγυσμό, ἀλλὰ καὶ μὲ εὐγνώμονα διάθεση καὶ μὲ εὐχαριστίες πρὸς τὸ Θεό, διότι εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον καὶ ἐκεί­νου ποὺ φεύγει ἀπὸ τὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων ποὺ μένουν.
.         Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολή του γράφει: «Ἐμοὶ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλιπ. α´ 21). Ἡ ζωή μας, πρέπει νὰ εἶναι δοσμένη στὸ Χριστὸ καὶ κάθε ἐνέργειά μας νὰ εἶναι σύμφωνη μὲ τὸ θέλημά Του. Τότε μόνο ὁ θάνατος δὲν λογίζεται φθορά, ἀλλὰ κέρδος, ἀφοῦ ἑνώνει τὸν ἄνθρωπο μὲ Αὐτὸν, τὸν οὐράνιο Πατέρα μας, τὸν λατρεμένο μας Ἰησοῦ. Ἔτσι ἡ θλίψη τοῦ θανάτου δὲν ἁρμόζει στὸν ἐνσυνείδητο Χριστιανό, ἀφοῦ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ συνεπάγεται καὶ τὴ δική μας ἀνάσταση, εἶναι λαμπρὴ καὶ πανηγυρικὴ γιορτή, εἶναι ἡ ἡμέρα θριάμβου τοῦ Μεσσία, γι’ αὐτὸ «ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ» (Ψαλμ. 117, 24) μᾶς προτρέπει ὁ ἱερὸς Ψαλμωδός. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ συμβολίζει τὴ συμφιλίωση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ μὲ αὐτὴ τερματίσθηκε ἡ μακροχρόνια πτώση καὶ ἐξορία του, ἡ γῆ ἔγινε ξανὰ οὐρανὸς καὶ οἱ ἀνάξιοι τῆς γῆς ἄνθρωποι φάνηκαν ἄξιοι τῆς ἐπουράνιας βασιλείας· ἡ ἀπαρχὴ τῆς φύσεώς μας, ὁ Χριστός, ἀνέβηκε ψηλότερα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ἄνοιξε ὁ παράδεισος.
.         Ὁ θάνατος γιὰ τὸν Χριστιανὸ εἶναι ἀρχὴ πανηγυριοῦ, ἀρχὴ χαρᾶς. Καὶ ὅταν αὐτὸς ὁ Χριστιανὸς ταυτίζεται μὲ τὸν εὐλογημένο Γέροντα Ἀμβρόσιο, εἴμεθα πολὺ περισσότερο βέβαιοι ὅτι ἡ μετάβασή του πρὸς τὰ σκηνώματα τοῦ οὐρανοῦ εἶναι πανέορτη. Δὲν ἦταν τυχαῖος Χριστιανός, τυχαῖος ἱερομόναχος, τυχαῖος Γέροντας καὶ πνευματικὸς καθοδηγητὴς δηλαδὴ Χριστιανὸς τοῦ τύπου, ὁ Γέροντας. Ἦταν Χριστιανὸς τῆς οὐσίας, ποὺ καθημερινὰ ἐπανελάμβανε μὲ στόμφο: «Προσδοκῶ ἀνάσταση νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Ἦταν ἄνθρωπος ἀρετῆς, ἄνθρωπος τῆς ἐνεργοῦ ἀγάπης, ἄνθρωπος ἐλεημοσύνης, ἄνθρωπος προσευχῆς, ἄνθρωπος προσφορᾶς. «Ἔδωκεν, ἐσκόρπισεν ἡ δικαιοσύνη αὐτῆς μένει εἰς τὸν αἰῶνα» κατὰ τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Β´ Κορινθ. θ´ 9). Ἀφιέρωσε τὴν ζωή του στὸ Θεὸ καὶ πῆρε πλούσια τὰ ἀγαθά Του, τοῦ πλουσίου «ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς» (Ψαλμ. 102, 4). Ἔτσι τώρα τὰ καλά του ἔργα τὸν συνοδεύουν καὶ ὁ Χριστός μας τὸν ὑποδέχθηκε μὲ χαρὰ καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ τὸν τιμήσει γιὰ τὸν ἐνάρετο βίο του. Τὸν περιμένει «ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος» (Β´ Τιμ. δ´ 8). Ἄλλωστε ὁ δίκαιος «ἐκ πίστεως ζήσεται» (Γαλάτ. γ´ 11) καὶ μᾶς ἐνθαρύνει ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, ὄτι «Κατακαυχᾶται τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ τῆς κρίσεως» (Ἰάκ. β´ 13), δηλαδὴ πάντοτε ἡ εὐσπλαχνία του ὑπερνικᾶ τὴν δίκαιη κρίση Του, γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας.
.         Ἐμεῖς τώρα, πολυσέβαστοί μου πενθηφόροι πατέρες καὶ μητέρες, εἴμαστε γεμάτοι ἀπὸ χαρμολύπη. Λύπη γιὰ τὴν πρόσκαιρη ἀπουσία τοῦ Γέροντος Ἀμβροσίου, χαρὰ ὅμως γιατὶ εἴμαστε βέβαιοι γιὰ τὴν ἀνάπαυσή του στὴν Ἄνω Ἱερουσαλήμ. Εἴμαστε βέβαιοι ὅτι θὰ τὸν συναντήσουμε στὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα ἂν καὶ ἐμᾶς μᾶς ἀξιώσει αὐτῆς τῆς τιμῆς ὁ Κύριος. Καὶ τοῦτο, γιατὶ ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἡ ἀρχὴ μιᾶς ἀξημέρωτης νύχτας, ὅπως λέγει ὁ ποιητὴς Γ. Δροσίνης, ἀλλὰ μιᾶς ἀβράδιαστης ἡμέρας. Ὁ Γέροντας Ἀμβρόσιος μαζὶ μὲ τὸν Ὅσιο Παχώμιο καὶ τὸ μαθητή του, τὸ θαυματουργὸ Ἅγιο Νεκτάριο, καὶ ὅλα τὰ ἀγαπημένα μας πρόσωπα θὰ μᾶς ὑποδεχθεῖ στὸν οὐρανό, στὴν Ἄνω Ἱερουσαλήμ, καὶ πρέπει νὰ θεωροῦμε μακάριους τοὺς ἑαυτούς μας, σύμφωνα μὲ τὸν Προφήτη Ἠσαΐα, ποὺ λέγει «Μακάριος ὃς ἔχει σπέρμα ἐν Σιὼν καὶ οἰκείους ἐν Ἰερουσαλήμ» (Ἠσ. λα´ 9). Ἡ εὐχή του ἂς μᾶς συνοδεύει πάντοτε, ὅπως ὅταν ζοῦσε στὴ Χίο μας, ἔτσι καὶ μετὰ τὴν πρὸς οὐρανοὺς μεταδημότευσή του καὶ ἡ ἐξ ὕψους παρηγορία ἂς πραΰνει τὶς πενθηφόρες καρδιές σας.

Ἐλάχιστος

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

ΧΕΙΜΩΝΑΣ-ΑΝΟΙΞΗ, ΘΑΝΑΤΟΣ-ΑΝΑΣΤΑΣΗ –2 (Χαρ. Μπούσιας) «Ἡ χαρὰ τῆς ἀναστάσεως εἶναι χαρὰ πεπληρωμένη, εἶναι ἡ χαρὰ τῆς συναντήσεώς μας μὲ τὸν ἀναστάντα Κύριο».

Χειμώνας – Ἄνοιξη, Θάνατος-Ἀνάσταση

[Β´]

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Μέρος Α´: ΧΕΙΜΩΝΑΣ-ΑΝΟΙΞΗ, ΘΑΝΑΤΟΣ-ΑΝΑΣΤΑΣΗ –1 (Χαρ. Μπούσιας) «Δὲν ἔχουμε ἀφήσει νὰ δημιουργηθεῖ τὸ ὅραμα τῆς “αἰώνιας ἀνοίξεως” καὶ ἡ χαρὰ τῆς προσμονῆς τῆς ποθητῆς καὶ “ἀνέσπερης” ἐκείνης ἡμέρας».

.         Ἡ ἀνάσταση, λοιπόν, τῶν νεκρῶν ἐξάπαντος θὰ συντελεσθεῖ, ὅπως συντελεῖται ὁ ἐρχομὸς τῆς ἀνοίξεως μὲ τὸ τέλος τοῦ χειμώνα. ῾Η σάλπιγγα τοῦ Ἀγγέλου ὁπωσδήποτε, θὰ ἠχήσει (Ἀποκ. ια´ 15-18).᾿Εκεῖνο, ὅμως, ποὺ ἔχει σημασία γιὰ ἐμᾶς εἶναι νὰ ἔχουμε ἐργασθεῖ κατὰ τὴν ἐπὶ γῆς βιοτή μας, γιὰ τόν ἁγιασμὸ τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς μας, ὥστε ἡ ἀνάσταση μας νὰ μὴ γίνει «εἰς κατάκριμα», ἀλλὰ «εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ματθ. κε´ 46).
.         Στὴν προεργασία μας αὐτὴ θὰ συμβάλλει ἰδιαίτερα ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, ἡ νήψη καὶ ἡ διαρκὴς ἑτοιμότητά μας, γιὰ τὴν ἐπικείμενη ἀναχώρησή μας «ἐκ τῶν ἐπιγείων πρὸς τὰ ἐπουράνια». Γιατὶ ἡ συνεχὴς μνήμη τοῦ θανάτου ζωογονεῖ τὴν ψυχὴ καὶ προεκτείνει τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, ὠθώντας την πρὸς τὴν ἀτελεύτητη πορεία της, «ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν» ( Β´ Κορ. γ´ 18). Αὐτὴ ἡ μνήμη ἐπίσης, μᾶς ἐντάσσει στὴν προσδοκία ὁλόκληρης τῆς κτίσεως, ἡ ὁποία, ἂν καὶ «συστενάζει» μὲ ἐμᾶς, τοὺς ἀπογόνους τοῦ ᾿Αδάμ «καὶ συνωδίνει μέχρι τοῦ νῦν» (Ῥωμ.η´ 22), ἐν τούτοις δέν παύει νὰ τρέφεται μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ νὰ περιμένει τὴν ἀπελευθέρωσή της καὶ τὸ δικό της αἰώνιο «ἐπέκεινα».
.         ῾Η μυστικὴ θέα τῆς «ἀπέναντι ὄχθης», τῆς αἰώνιας πατρίδας μας, μᾶς ἐνισχύει πρὸς τὴν ὁδὸ τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ στὴν προσπάθεια νὰ εὐτρεπίσουμε, κατὰ τὸ δυνατόν, τὴν ὕπαρξή μας, γιὰ «τὴ μεγάλη ὥρα», γιὰ τὴν ἀποκαλυπτικὴ συνάντησή μας μὲ τὸ «Μόνο Ἀγαπημένο» (Α´ ᾿Ιωάν. γ´ 2). Ἐπιπλέον, ἡ ἀναμονὴ τῆς μετοικήσεώς μας στὴν ἀληθινή, στὴν οὐράνια πατρίδα μας, μᾶς ὠθεῖ στὸ νὰ συνάψουμε στενότερες σχέσεις μὲ τοὺς πολίτες τοῦ οὐρανοῦ, τοὺς ἁγίους Ἀγγέλους, καθὼς καὶ μὲ τοὺς ἤδη δοξασμένους ἀδελφούς μας, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν «ἐν Κυρίῳ» καὶ «ἀπῆλθον ἐπ᾿ ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου». Γιατὶ τόσο οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι, ὅσο καὶ οἱ προαπελθόντες πατέρες καὶ ἀδελφοί μας ἐπιβλέπουν τὸν ἀγώνα μας καὶ μᾶς συντρέχουν ἀγαπητικά, μὲ τὶς ἅγιες πρεσβεῖες τους πρὸς τὸ Δωρεοδότη καὶ Χορηγὸ τῆς ζωῆς μας.
.         ῾Η μνήμη τοῦ θανάτου, ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν, ἡ σχέση μας μὲ τὸν ἀγγελικὸ κόσμο καὶ τοὺς μεταστάντες ἀδελφούς μας, ὁδηγοῦν στὴ διαρκῆ ἀποδυνάμωση τοῦ «ἐγώ». Μᾶς βοηθοῦν ἐπιπλέον, στὴν ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος καὶ στὴν παράδοση ὁλόκληρης τῆς ὑπάρξεώς μας καὶ τῆς ζωῆς μας στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τελικά, μᾶς ἐνισχύουν στὴν ἀποδοχὴ τοῦ γεγονότος τῆς κοιμήσεως τῶν ἀγαπημένων μας προσώπων, καὶ παράλληλα, μᾶς προτρέπουν νὰ ἀσχοληθοῦμε καὶ νὰ προετοιμασθοῦμε σοβαρότερα, μὲ τὸ θέμα τῆς δικῆς μας ἐκδημίας.
.         Ὅταν ἡ πυξίδα τῆς ζωῆς μας στραφεῖ πρὸς αὐτὸν τὸν προσανατολισμό, τότε ἡ ἔννοια τοῦ θανάτου χάνει τὴν ἀπειλητικὴ σημασία της καὶ μεταβάλλεται σὲ «θέα τῶν ἀθεάτων», σὲ προέκταση τῆς ὑπάρξεώς μας στὴν αἰωνιότητα τοῦ Θεοῦ καὶ τελικὰ σὲ ἀπαντοχὴ τῆς μοναδικῆς ἐκείνης ὥρας ποὺ θὰ μᾶς φέρει «στὸ μεγάλο πανηγύρι» τῆς ὑπάρξεώς μας.
.         ῞Οπως ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐπακόλουθο τοῦ σταυρικοῦ θανάτου Του, ἔτσι καὶ τὸ πέρασμά μας ἀπὸ τὴν ἐπίγεια ζωὴ πρὸς τὴν αἰωνιότητα δὲν εἶναι ἀφανισμός, ἀλλὰ ὑπέρβαση τῆς ἐπίγειας φθορᾶς καὶ «ἔνδυση τῆς ἀφθαρσίας».

.         ῞Ολα στὴ ζωὴ ἑρμηνεύονται μὲ τὴν πέραν τοῦ τάφου προοπτική. ῞Οπως στὴν πνευματικὴ ζωὴ ἡ γλύκα τῶν καρπῶν τῶν ἀγώνων μας ἀρχίζει νὰ γίνεται αἰσθητή, ὅταν ἔχει ἤδη προηγηθεῖ ἡ ἀποδοχὴ τοῦ προσωπικοῦ σταυροῦ μας καὶ ἡ κατάθεση «τοῦ ἰδίου θελήματος», ἔτσι καὶ ἡ τερπνότης τῶν αἰωνίων καὶ ἀθανάτων γίνεται οὐσιαστικὰ ὁρατή, ὅταν ἔχουμε πλέον καταθέσει καὶ τὸ τελευταῖο ὀχυρὸ τοῦ ἐγώ μας. ῞Οταν ἀποθέσουμε δηλαδή, «κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα» τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή μας στὰ χέρια τοῦ Ἐφετοῦ τῶν καρδιῶν μας, ὡς τελικὴ εὐχαριστιακὴ προσφορὰ πρὸς ᾿Εκεῖνον, ὁ ῾Οποῖος μᾶς ἔχει προκαταβάλει τὴ Ζωὴ καὶ τὴν ἐλευθερία, ὡς δῶρα πολύτιμα.
.         Ο σωματικὸς θάνατος γιὰ ἐμᾶς, τοὺς Χριστιανούς, δὲν εἶναι τὸ τέλος, ἀλλὰ ἡ ἀρχή. Εἶναι ἡ γέννα σὲ μιὰ καινούργια ζωή, ζωὴ ποὺ μᾶς χάρισε ὁ Χριστὸς μὲ τὸν Σταυρὸ καὶ τὴ δική Του ἁγία Ἀνάσταση, ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, ὁ πρόξενος τῆς χαρᾶς τῆς ἀνοίξεως καὶ τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως, τῆς ἐπιστροφῆς μας στὴν μητέρα πατρίδα, στὸν οὐρανό.
.          Γιὰ νὰ ἐπιστρέψουμε ὅμως, ἀπὸ τὸν τόπο τῆς ἀποδημίας πρὸς τὴν πατρίδα πρέπει νὰ ἑτοιμάσουμε τὴν ἀναχώρησή μας. Πρέπει νὰ προετοιμάσουμε τὸ νέο μας ταξίδι, τὸ ὁποῖο οὐσιαστικὰ θὰ μᾶς ἀνανεώσει, θὰ χρειαστεῖ νὰ προλάβουμε κάποια πράγματα, μὲ πρῶτο καὶ κυριότερο τὴν ἀποδέσμευσή μας ἀπὸ τὰ αὐτονόητα καὶ πεζὰ τοῦ κόσμου, ὥστε νὰ μπορέσουμε νὰ δημιουργήσουμε τὰ πρῶτα θεμέλια τῆς εἰλικρινοῦς συναυλίσεώς μας μὲ τὸν Ζωοδότη Χριστό μας. Τὴν ἄνοιξη πάντοτε συνοδεύει ἡ Ἀνάσταση. Ἡ πνευματική μας ἄνοιξη σίγουρα θὰ μᾶς ὁδηγήσει καὶ στὴ λαμπροφόρο μας ἀνάσταση. Καὶ εἶναι χειμώνας καὶ θάνατος ὄχι μόνο τὸ βιολογικό μας τέρμα, ἀλλὰ καὶ κάθε τί ποὺ φθείρει τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή, τὸ κακό, ἡ ἀκόρεστη ἱκανοποίηση τῶν ἐπιθυμιῶν, τὸ ἄγχος, ἡ ἀρρώστια! Μὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα, θάνατος εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ τὴν ἐλπίδα μας! Θάνατος εἶναι ἡ ἀπώλεια κάθε ἐλπίδας. Θάνατος εἶναι ὅταν δὲν ἀγαπᾶμε! Θάνατος εἶναι ἡ μοναξιὰ καὶ ἡ ἰδιορρυθμία! Θάνατος εἶναι κάθε ἀπώλεια νοήματος καὶ δίψας γιὰ τὴ ζωή!
.         Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ἡ Ἀνάσταση καὶ ἡ Ζωή. Γιατὶ ἡ ζωὴ ποὺ προτείνει αὐτὸς δὲν περιλαμβάνει τίποτα ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ κόσμου. Ζωὴ εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸ συνάνθρωπο, ἡ πνευματικὴ πάλη, ὁ ἀγώνας καὶ ἡ ἄσκηση, εἶναι τὸ ξεπέρασμα τοῦ ἐγώ, εἶναι ἡ χαρὰ τῆς κοινωνίας μὲ Αὐτόν!
.         Ποτὲ καὶ πουθενὰ ὁ ἄνθρωπος δὲν συμβιβάστηκε μὲ τὸν θάνατο, οὔτε τὸν ἔννοιωσε φυσικό, ὅπως τὸν χαρακτηρίζουν οἱ λογικοὶ ἄνθρωποι γύρω του, ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα μὲ τοὺς κοπετοὺς καὶ τὶς μοιρολογίστριες μέχρι τὸ Διονύσιο Σολωμὸ ποὺ ἐπιμένει: «…γλυκειὰ ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος μαυρίλα».
.         Ὅλοι οἱ θνητοὶ πάνω στὴ γῆ ἐξορκίζουν τὸ θάνατο, γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ προμηνύει καὶ τὴ δική μας ἀνάσταση, εἶναι «ἑορτῶν ἑορτὴ καὶ πανήγυρις πανηγύρεων». Τώρα δὲν διαμαρτυρόμαστε γιὰ τὸ θάνατο, ἀφοῦ αὐτὸς καταργήθηκε. Μὲ τὴν ἀνάσταση ἑορτάζουμε τὴν καθαίρεσή του καὶ τὴν ἀπαρχὴ τῆς «ἄλλης βιοτῆς», τῆς αἰωνίου.
.         Ἡ διαμαρτυρία γιὰ τὸ θάνατο ἐκφράστηκε στὴ μυθολογία τῶν προγόνων μας μὲ τοὺς θρήνους ποὺ γίνονταν γιὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἄδωνη, ποὺ κάθε ἄνοιξη ἐρχόταν στὴ γῆ καὶ κάθε φθινόπωρο μετανάστευε στὸν Ἅδη, ὅπου τὸν περίμενε ἡ Περσεφόνη. Σὲ κάποιους ἄλλους μύθους ἡ Περσεφόνη ἁρπαγμένη ἀπ’ τὸν Πλούτωνα ἀναγκαζόταν νὰ μένει τέσσερες μῆνες στὸν κάτω κόσμο καὶ τοὺς ὀκτὼ νὰ ἀνεβαίνει στὴ γῆ, τὴν ὁποία τότε ἡ μητέρα της ἡ Δήμητρα ἀπὸ τὴ χαρὰ της τὴν ὀμόρφαινε μὲ ἄνθη καὶ πρασινάδες.
.         Ὁλοκληρωμένη μυθικὴ ἀνάσταση μᾶς προσφέρει ὁ Εὐριπίδης στὴν Ἄλκηστή του, ποὺ εἶναι ἕνα ὅραμα. Ἐδῶ ἡ νεαρὴ σύζυγος τοῦ βασιλιᾶ τῶν Φερῶν Ἀδμήτου δέχεται ἀπὸ ἀγάπη πρόθυμα νὰ πεθάνει γι’ αὐτὸν μετὰ τὴν ἄρνηση τῶν γονέων του νὰ προβοῦν σὲ αὐτὴ τὴ θυσία γιὰ χάρη του. Ὁ θάνατος τῆς Ἄλκηστης, ἔτσι, παίρνει τὴ μορφὴ ἑκούσιας θυσίας καὶ αὐτὴ στολίζεται μὲ τὸ στεφάνι τῆς μάρτυρος τῆς ἀγάπης. Κατὰ τὸν ἐνταφιασμό της, ὅμως, τυχαίνει νὰ περάσει ὁ Ἡρακλῆς καὶ γίνεται δεκτὸς στὸ φιλόξενο παλάτι τοῦ Ἀδμήτου. Ἐκεῖ, μόλις μαθαίνει γιὰ τὸ θάνατο τῆς βασίλισσας, τρέχει στὸν τάφο της, παλεύει μὲ τὸ Χάροντα καὶ φέρνει τὴν Ἀλκηστη ζωντανὴ πάλι στὸν Ἄδμητο, ὅπου παραμένει τρεῖς ἡμέρες ἀμίλητη. Στὸ μεγάλο χορικὸ αὐτοῦ τοῦ ὁράματος τοῦ Εὐρυπίδη ἐκφράζεται ἡ λαχτάρα τῆς ἀναστάσεως καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Ἡρακλῆ προτυπώνεται ὁ Χριστός μας ποὺ πάλαιψε καὶ νίκησε τὸ θάνατο, γι’ αὐτὸ καὶ ψάλλουμε «θανάτῳ θάνατον πατήσας».
.         Ὁ Ἡρακλῆς νίκησε τὸ Χάροντα καὶ ὁ Χριστός μας τὸν Ἅδη ἀνασταίνοντας ἐκ τῶν νεκρῶν τὸν πρωτόπλαστο Ἀδὰμ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀπογόνους του, ὅπως φαίνεται καὶ στὴ βυζαντινὴ εἰκονογραφία. Ἡ μεγάλη ὅμως διαφορὰ εἶναι ὅτι ὁ Εὐρυπίδης ὀνειρεύθηκε τὴν ἀνάσταση, ἐνῶ ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας εἶναι ἀλήθεια, εἶναι γεγονὸς ποὺ σκορπίζει χαρὰ ἀνοιξιάτικη, «χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ». Χαρὰ ποὺ δὲν διαρκεῖ τρεῖς μόνο μῆνες, ὅσο ἡ ἄνοιξη, ἀλλὰ χαρὰ ἀτελεύτητη ἀρκεῖ νὰ βιώνουμε καθημερινὰ στὴ ζωή μας τὴν ἀνάσταση ποὺ σημαίνει νὰ διώξουμε μακρυά μας τοὺς ὁποιουσδήποτε συμβιβασμοὺς μὲ τὴν ἁμαρτία. Νὰ ἔλθουμε σὲ ὁριστικὴ ρήξη μὲ τὸν παλαιὸ ἑαυτό μας, τὸν κίβδηλο καὶ πεπερασμένο. Νὰ ὑπερβοῦμε τὸ φόβο τῆς φθορᾶς τοῦ θανάτου. Νὰ σηκώνουμε θαρρετὰ τὸ σταυρὸ τῶν ἐντόνων ἀγώνων μας. Νὰ μὴν ἔχουμε ὑπαρξιακὲς ἀγωνίες. Νὰ σπάζουμε τὰ δεσμὰ ποὺ μᾶς κρατοῦν αἰχμαλώτους στὸ χθές, στὸ σκοτάδι τῶν θλίψεων καὶ τῆς ἀπελπισίας. Ἀνάσταση καὶ ἄνοιξη πηγαίνουν μαζί, χέρι μὲ χέρι, καὶ γεμίζουν μὲ ἀγαλλίαση τόσο τοὺς σωματικούς μας ὀφθαλμούς, ὅσο καὶ τοὺς ψυχικούς. Καὶ ἡ χαρὰ τῆς ἀναστάσεως εἶναι χαρὰ πεπληρωμένη, εἶναι ἡ χαρὰ τῆς συναντήσεώς μας μὲ τὸν ἀναστάντα Κύριο, μὲ τοὺς Ἁγίους μας, μὲ τοὺς κεκοιμημένους οἰκείους καὶ φίλους μας, ποὺ σὲ αὐτὴ τὴ ζωὴ τοὺς συνεῖχε ἡ προσδοκία τῆς ἀναστάσεως καὶ τῆς μετὰ τοῦ Χριστοῦ αἰωνίου ἀγαλλιάσεως.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, , ,

Σχολιάστε

ΧΕΙΜΩΝΑΣ-ΑΝΟΙΞΗ, ΘΑΝΑΤΟΣ-ΑΝΑΣΤΑΣΗ –1 (Χαρ. Μπούσιας) «Δὲν ἔχουμε ἀφήσει νὰ δημιουργηθεῖ τὸ ὅραμα τῆς “αἰώνιας ἀνοίξεως” καὶ ἡ χαρὰ τῆς προσμονῆς τῆς ποθητῆς καὶ “ἀνέσπερης” ἐκείνης ἡμέρας».

Χειμώνας – Ἄνοιξη, Θάνατος-Ἀνάσταση
[Α´]

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Ὁ Γέροντας Γαβριήλ, ὁ ἀπλανὴς πνευματικὸς καθοδηγητὴς πλήθους εὐσεβῶν, τόσο τῆς εὐλογημένης μας Κύπρου, ὅσο καὶ πολλῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων περιοχῶν, ἐπανελάμβανε μὲ ἔμφαση τὰ λόγια τοῦ Παύλου, ὅτι ὁ Θεὸς δίνει στὸν καθένα μας «σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν» (Α´ Κορ. ι´ 13). Δίνει τὸ χειμώνα τῶν πειρασμῶν καὶ τῶν θλίψεων, ἀλλὰ δίνει καὶ τὴν ἄνοιξη τῆς ἐκβάσεως καὶ τῆς ἀναψυχῆς. Δίνει τὸ θάνατο τοῦ φθαρτοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνάσταση τῆς ψυχῆς. Δίνει τὸ σταυρό, ἀλλὰ ὁ ἴδιος γίνεται Κυρηναῖος μας στὴν ἐπίπονη ἄρση του. Καὶ δὲν ὑπάρχει σταυρὸς χωρὶς ἀνάσταση, ὅπως δὲν ὑπάρχει χειμώνας χωρὶς ἄνοιξη.
.         Ἄνοιξη καὶ Ἀνάσταση εἶναι ἔννοιες ταυτόσημες. Δὲν μποροῦμε νὰ δεχόμαστε τὴ μία καὶ νὰ ἀπορρίπτουμε τὴν ἄλλη. Δὲν μποροῦμε νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴν πρώτη καὶ νὰ ἀμφισβητοῦμε τὴ δεύτερη. Ἡ ἄνοιξη εἶναι συνέχεια τοῦ χειμώνα καὶ ἡ ἀνάσταση συνέχεια τοῦ θανάτου. Γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅτι ἐκεῖνος ὁ σπόρος ποὺ ὁ γεωργὸς σπέρνει, δὲν παίρνει ζωή, ἐὰν πρῶτα δὲν πεθάνει (Α´ Κορ. ιε´ 36-37). Πεθαίνει καὶ σαπίζει αὐτὸς μὲ τὶς βροχὲς τοῦ χειμώνα στὴ γῆ, γιὰ νὰ ἀναστηθεῖ μὲ τὴν ἄνοιξη, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς νεκρούς, ὅπου τὸ μὲν σῶμα διαλύεται στὰ «ἐξ ὧν συνετέθη», τὸ δὲ πνεῦμα ἀκολουθεῖ τὸ δρόμο τῆς ἀναστάσεως. Ἐκεῖνο ποὺ σπέρνεται κατὰ τὸ θάνατο εἶναι φθαρτό, ἐκεῖνο ποὺ ἀνασταίνεται εἶναι ἄφθαρτο. Ὁ Σοφὸς Σολομὼν στὸ περίφημο ᾎσμα ᾈσμάτων θὰ μᾶς πεῖ: Ἦλθε ἡ ἄνοιξη, μάκρυνε ὁ χειμώνας, πέρασε ἡ βροχὴ καὶ πάει. Τὰ λούλουδια φάνηκαν στὴ γῆ. Ἔφθασε ὁ καιρὸς γιὰ τὸ τραγούδι καὶ ἀκούσθηκε τῆς τρυγόνας ἡ φωνή. Οἱ πρῶτοι ὀρνοὶ βγῆκαν στὴ συκιὰ καὶ ἄνθη εὐωδιαστὰ στὸ ἀμπέλι (ᾎσμα ᾈσμάτων β´ 11-13 .
.         Δὲν ὑπάρχει ἐτήσιος χρόνος χωρὶς χειμώνα καὶ ἄνοιξη καὶ δὲν ὑπάρχει θάνατος χωρὶς ἀνάσταση. Ὁ θάνατος εἶναι τὸ πλέον βέβαιο γεγονὸς καὶ ὁ καθένας μας γνωρίζει πὼς ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἐπέλθει καὶ στὸν ἴδιο. Τὸν ἐπέτρεψε ὁ Θεός, «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται». Ἂν καὶ ὡς δῶρο Θεοῦ ὁ θάνατος θὰ ἔπρεπε ὅλους μας νὰ μᾶς χαροποιεῖ, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει κακὸ καὶ ἄσχημο δῶρο Θεοῦ, ἐν τούτοις τὸ τέλος αὐτῆς τῆς ζωῆς παραμένει γιὰ τοὺς περισσοτέρους ἀνθρώπους ἀπόλυτα ἀνεπιθύμητο καὶ ἐπίμονα ἀπωθημένο. Τὸ θάνατο τὸν ἐξορκίζουμε καὶ στὸ ἄκουσμά του καὶ μόνο χτυποῦμε ξύλα ἢ φτύνουμε στὸν κόρφο μας.
.         Καὶ αὐτὸ γιατὶ ὅλοι μας δὲν ἔχουμε καλλιεργήσει μέσα μας, ὅσο ζοῦμε πρόσκαιρα σὲ αὐτὴ τὴ γῆ, τὴν προσδοκία τοῦ «ἐπέκεινα» καὶ δὲν βασιζόμαστε πάνω στὴ στέρεη πέτρα τῆς «ἐν Χριστῷ» ἐλπίδας. Αἰφνιδιαζόμαστε ἀπὸ τὸ θάνατο, ἐπειδὴ ἀσφαλῶς εἴμαστε πλασμένοι γιὰ νὰ ζήσουμε αἰώνια. Βλέποντας τὸ σκήνωμα μπροστά μας κάποιου ἀγαπημένου του προσώπου νὰ κοίτεται ἀσάλευτο καὶ χωρὶς πνοὴ καὶ σαβανώνοντάς το, σαβανώνουμε μαζὶ μὲ αὐτὸ καὶ τὴ δική μας ἐλπίδα. Ἰδιαίτερα ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς τῆς ἐξάρσεως τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνικῆς, ἐμεῖς ποὺ προσπαθοῦμε ὅλα νὰ τὰ ἐξηγήσουμε μὲ τὴν πεπερασμένη λογικὴ καὶ μὲ μαθηματικοὺς τύπους, ἔχουμε χάσει τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ κάθε μεταθανάτια προοπτικὴ καὶ πολύ περισσότερο, ἔχουμε νεκρώσει μέσα μας, δυστυχῶς, κάθε ἐλπίδα γιὰ ἀνάσταση καὶ ἀθανασία. Πῶς ἐλπίζουμε ὅτι τὸ χειμώνα θὰ τὸν διαδεχθεῖ ἡ ἄνοιξη καὶ δὲν ἐλπίζουμε ὅτι τὸ θάνατο θὰ τὸν διαδεχεῖ ἡ ἀνάσταση; Γιατί ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς πίστεώς μας «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν»; Εἶναι αὐτὴ ὁμολογία ἐνσυνείδητη ἢ ἀσυνείδητη; Ὅταν ὁ γεωργὸς σπέρνει τὸ σπόρο στὸ φρεσκοαροτριωμένο χωράφι σπέρνει τὴν ἐλπίδα τῆς βλαστήσεως, δηλαδὴ τῆς μετὰ ἀπὸ τὸ σάπισμα τοῦ σπόρου ἀναστάσεως νέου φυτοῦ. Τὸ σάπισμα καὶ ὁ πρόσκαιρος ἀφανισμὸς τοῦ σπόρου δὲν προβληματίζει τὸ σπορέα ἀρνητικά, οὔτε τοῦ ἀκυρώνει τὴν προσμονὴ τῆς νέας βλαστήσεως καί τῆς καρποφορίας. ῞Οταν ὅμως ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι κληθοῦμε νὰ ἀποθέσουμε στὴ φρεσκοσκαμμένη γῆ ἄπνουν τὸν ἄνθρωπό μας, τότε δὲν διακατεχόμαστε ἀπὸ τὴν ἴδια ἐλπιδοφόρα βεβαιότητα τοῦ γεωργοῦ. Τότε, ἡ ἔλλειψη τῆς θωριᾶς τοῦ ἀγαπημένου μας προσώπου, ταυτίζεται μέσα μας μὲ τὴν ὁριστικὴ ἀπώλεια, χωρίζεται γιὰ ἐμᾶς ἡ ζωὴ στὰ δύο. Καὶ αὐτό, γιατὶ δὲν ἔχουμε ἀφήσει νὰ δημιουργηθεῖ τὸ ὅραμα τῆς «αἰώνιας ἀνοίξεως» καὶ ἡ χαρὰ τῆς προσμονῆς τῆς ποθητῆς καὶ «ἀνέσπερης» ἐκείνης ἡμέρας, ὅπως αὐτὴν ὀνομάζει μὲ προβληματισμὸ ὁ ποιητής μας Γεώργιος Δροσίνης: «Μήπως ὅτι θαρροῦμε βασίλεμα γλυκοχάραμα αὐγῆς εἶναι πέρα κι ἀντὶ νἄρθει μιὰ νύχτα ἀξημέρωτη ξημερώνει μιὰ ἀβράδιαστη μέρα»; ῎Εχoυμε γίνει οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι τόσο ὑλικοί, τόσο σωματικοὶ καὶ καθόλου πνευματικοί, ὥστε νὰ ὁριοθετοῦμε τὸ καθετὶ μὲ βάση τοὺς φυσικοὺς νόμους, καὶ νὰ κρίνουμε τὰ πάντα μὲ βάση αὐτὰ ποὺ βλέπουμε μὲ τὰ τσιμπλασμένα ἀπὸ τὴ μεταπτωτικὴ ἁμαρτία μάτια μας. Ὅπως μετὰ τὴ χειμερία νάρκη ἀκολουθεῖ ἡ ἄνοιξη μὲ τὴν ἐπαναστατικὴ ἀναζωογόνηση τῆς φύσεως, ἔτσι καὶ μετὰ τὸ θάνατο ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ὅπως πάλι μᾶς λέγει ὁ θεῖος Παῦλος, ὅτι αὐτὴ «σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ» (Α´ Κορ. ιε´ 42).
.         Ἂν θὰ χρειαζόταν νὰ ἀξιολογήσουμε τὸν ἐνιαύσιο κύκλο, τὶς τέσσαρες δηλαδὴ ἐποχὲς τοῦ χρόνου, εἶμαι βέβαιος ὅτι ὄχι μόνο συναισθηματικά, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικὰ θὰ ἐπιλέγαμε τὴν ἄνοιξη ὡς τὴ σημαντικότερη, γιατὶ ἀπὸ αὐτὴν ξεκινοῦν τὰ πάντα. Κατ’ αὐτὴν ἀνασταίνεται ἡ ζωή. Αὐτὴ ἡ ζωὴ ποὺ εἶναι θαμμένη στὸ χῶμα καὶ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ οἱ ζωογόνες ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου τὴν ἀνασταίνουν καὶ τὴν κάνουν νὰ κατακλύζει μὲ λουλούδια τὴν ὕπαιθρο.
.         Μέσα στὸ ἀπέραντο σύμπαν μόνο σὲ τοῦτον τὸν ἀνθισμένο πλανήτη ὑπάρχει ἄνοιξη, γιατὶ μόνο ἡ γῆ μας διαθέτει τὸ προνόμιο τῆς ζωῆς. Μόνο στὴ γῆ μας ὑπάρχει ἄνοιξη μὲ τὸ ἄρωμα τοῦ ἀέρα, τὸν ἀθόρυβο ἦχο τῆς διεργασίας κάθε μορφῆς ζωῆς ποὺ συνεπαίρνει τὴ φύση, τὰ φύτρα τῶν σπόρων ποὺ σπάζουν τὰ δεσμὰ τῆς χειμωνιάτικης νάρκης τους, τὰ μπουμπούκια μὲ τὸ ἐλπιδοφόρο φούσκωμά τους, ἐρεθισμένα ἀπὸ τὸν ὀργασμὸ τῶν χυμῶν μέσα τους, τὰ πολύχρωμα χαλιὰ τῶν λιβαδιῶν, τὰ χρώματα καὶ τὰ ἀρώματα τῶν λουλουδιῶν, ποὺ μεθοῦν τὸν ἥλιο καὶ καλοῦν τὶς μέλισσες στὴ φιλόπονη συλλογὴ τοῦ γλυκυτάτου νέκταρος. Ὅλα εἶναι μιὰ χαρά. Ἡ ἄνοιξη εἶναι χαρά. Ἡ ζωὴ εἶναι χαρά. Μιὰ χαρὰ ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει τὸν ἐρχομό της. Μιὰ χαρὰ ποὺ κινεῖται μὲ τοὺς δικούς της νόμους, τοὺς θεϊκοὺς νόμους, ἔξω ἀπὸ τὰ πλαίσια τῆς ἀνθρώπινης σκοπιμότητας.
.         Ἡ ἄνοιξη δὲν λογαριάζει πόλεμο οὔτε καταστροφή, οὔτε οἰκονομικὴ κρίση, οὔτε πτώχευση. Εἶναι ἡ βασιλικὴ ἔκφραση τῆς χάρης τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ στὸ αὐτονομημένο, ἀχάριστο καὶ γεμάτο μὲ ἐγωϊσμὸ πλάσμα Του. Χωρὶς αὐτὴ τὴ χάρη θὰ βασίλευε ἐδῶ καὶ αἰῶνες ἡ ἀνυπαρξία μας. Καὶ ἡ ἀνάσταση γίνεται σὲ πλούσιους καὶ πτωχούς, σὲ ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς δημιουργίας, σὲ πιστοὺς καὶ ἀπίστους, σὲ ἀνθρώπους τοῦ πολέμου ἢ τῆς εἰρήνης.
.         Τὸ δράμα τῆς ἀνθρωπότητας, τὸ αἰώνιο δράμα τοῦ θανάτου, ποὺ παίρνει κατὰ καιροὺς τόσες ἐναλλακτικές μορφές, ἔχει τὴν ἀρχή του «στὴν ἀποφράδα ἐκείνη ἡμέρα» τῆς πτώσεως τῶν Πρωτοπλάστων. ῾Ο θεόπλαστος ἄνθρωπος μὲ τὴν παρακοή του ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα τῆς ἀνοίξεως τοῦ Παραδείσου, ἔσπασε τὸν ὀμφάλιο λῶρο του ποὺ τὸν συνέδεε μὲ τὸ Ζωοδότη Θεὸ καὶ ἄρχισε νὰ νοιώθει τὴν παγωνιὰ τοῦ χειμώνα καὶ νὰ ὀσφραίνεται τὴ μυρωδιὰ τοῦ θανάτου. Ἦλθε ὅμως πάλιν ἡ ἄνοιξη μὲ τὸ Χριστό μας, τὸ νέο Ἀδάμ, ποὺ εἶναι ταυτόσημη μὲ τὴν ἀνάσταση. Αὐτὴ μᾶς δείχνει τὴ μετὰ τὸ θάνατο ἀτελεύτητη ζωή.
.         ῾Η ἀνάσταση τῶν νεκρῶν εἶναι βασικὴ ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας. Χωρὶς τὴ βεβαιότητα τῆς ἀναστάσεώς μας, ἡ πίστη μας, λέει ὁ Ἀπόστολος, δὲν ἔχει κανένα νόημα καὶ εἶναι μάταιη (Α´ Κορ. 15, 17). «Ἄν», λέει, «εἶναι ἀδύνατη ἡ ἀνάσταση, τότε λοιπόν, οὔτε ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, ἀφοῦ καὶ ᾿Εκεῖνος εἶχε σῶμα σὰν τὸ δικό μας. Δὲν ἦταν Αὐτὸς μόνο τέλειος Θεός, ἀλλὰ καὶ τέλειος ἄνθρωπος. ᾿Αλλά, ἂν δὲν ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, εἶναι χωρὶς νόημα καὶ χωρὶς περιεχόμενο τὸ κήρυγμά μας καὶ κούφια ἡ πίστη μας, ἐφόσον αὐτὴ βασίζεται καὶ θεμελιώνεται στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶναι, ὅμως, ἔτσι τὰ πράγματα, γιατὶ ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε καὶ ὅπως οἱ πρώϊμοι καρποί, ποὺ ὡριμάζουν πρὶν ἀπὸ τοὺς ἄλλους, μᾶς προαναγγέλλουν, ὅτι θὰ ἀκολουθήσει καὶ ὁλόκληρη ἡ συγκομιδή, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε πρῶτος ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ βεβαιώνει μὲ τὴν Ἀνάστασή Του, ὅτι θὰ ἀκολουθήσει καὶ ἡ δικη μας ἀνάσταση μαζὶ μὲ αὐτὴν ὅλων τῶν ἄλλων νεκρῶν…» (Α´ Κορ. 15-23).
.         Ὁ θάνατος λοιπόν, ἔχει νικηθεῖ ὁριστικὰ καὶ ἡ ἀνάσταση τῶν κεκοιμημένων εἶναι δεδομένη. Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας, ὅπως ὁ ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ ᾿Ιωάννης ὁ Δαμασκηνός καί ὁ Κύριλλος τῶν ῾Ιεροσολύμων, μᾶς μιλοῦν μὲ βεβαία πίστη γιὰ τὴν ἄνοιξη ποὺ πρόκειται νὰ διαδεχθεῖ τὸ χειμωνιάτικο σάπισμα, τὴ φθορὰ καὶ τὴν ἀποσύνθεση, τὴν ὁποία θὰ ἐπιφέρει ὁ σωματικὸς θάνατός μας. Θὰ ξαναζήσουμε ἀσφαλῶς «ἐν σώματι», ἀλλὰ «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» (Μάρκ. 16, 12). Θὰ ἀναστηθοῦμε καὶ κανείς μας πιὰ δὲν θὰ ὑποκύπτει στὸ νόμο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ ἀφανισμοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸς πάνω σὲ αὐτὸ τὸ θέμα ὁ διάλογος τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν Προφήτη ῾Ιερεμία· «Σήκω», τοῦ εἶπε ὁ Θεός, καὶ κατέβα κάτω στὸ ἐργαστήριο τοῦ ἀγγειοπλάστη, ἐκεῖ ποὺ αὐτὸς ἐργάζεται τὴν ἀγγειοπλαστικὴ μὲ τὴ βοήθεια τῶν πέτρινων τροχῶν. Δές! Ὅταν ἐκείνου τοῦ ἔπεσε τὸ πήλινο δοχεῖο ποὺ ἔπλαθε μὲ τὰ χέρια του ἔσκυψε καὶ μάζεψε πάλι τὸν πηλὸ καὶ ἀπὸ αὐτὸν ἔπλασε ἄλλο ἀγγεῖο, στὸ ὁποῖο ἔδωσε τὴ μορφὴ ποὺ ἐκεῖνος ἤθελε. Καὶ συνέχισε ὁ Κύριος: « Ὦ ἀπόγονοι τοῦ ᾿Ισραήλ, μήπως δὲν μπορῶ νὰ κάνω καὶ ᾿Εγὼ σὲ ἐσᾶς, ὅπως ἔκανε αὐτὸς ὁ ἀγγειοπλάστης; ᾿Ασφαλῶς μπορῶ. Γιατὶ ἐσεῖς εἴσαστε στὰ χέρια μου ὅπως ὁ πηλὸς στὰ χέρια τοῦ ἀγγειοπλάστη ποὺ εὔκολα μεταπλάθεται ἀπὸ αὐτόν» (῾Ιερ. 18 1-6).
.         Τὸ σημαντικὸ γιὰ ἐμᾶς τοὺς χοϊκοὺς εἶναι ὅτι «ὁ ᾿Αγγειοπλάστης» εἶναι Προαιώνιος, εἶναι Πανάγαθος, εἶναι Παντοδύναμος καὶ καὶ πρωτίστως εἶναι ὁ Πατέρας μας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ πίστη καὶ ἡ ἐλπίδα μας σὲ Αὐτὸν εἶναι ἤδη ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή, πρόγευση τῆς αἰώνιας ζωῆς καὶ τῆς ὑπέρχρονης Βασιλείας Του.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΧΕΙΜΩΝΑΣ-ΑΝΟΙΞΗ, ΘΑΝΑΤΟΣ-ΑΝΑΣΤΑΣΗ –2 (Χαρ. Μπούσιας) «Ἡ χαρὰ τῆς ἀναστάσεως εἶναι χαρὰ πεπληρωμένη, εἶναι ἡ χαρὰ τῆς συναντήσεώς μας μὲ τὸν ἀναστάντα Κύριο». 

, , , ,

Σχολιάστε

ΝΙΚΗΘΗΚΑΝ ΟΙ ΔΥΟ ΠΙΟ ΜΑΝΙΑΣΜΕΝΟΙ ΕΧΘΡΟΙ τοῦ ἀνθρώπου (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Ἀπόσπασμα ὁμιλίας στὸ Πάσχα

.            Μὲ τὴν Ἀνάστασή Του ὁ Κύριος κατατρόπωσε τοὺς δύο πιὸ μανιασμένους ἐχθρούς τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς καὶ ἀξίας: τὸν θάνατο καὶ τὴν ἁμαρτία. Οἱ δύο αὐτοὶ ἐχθροί τοῦ ἀνθρωπίνου γένους γεννήθηκαν, ὅταν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος χωρίστηκε ἀπὸ τὸν Θεό, μὲ τὸ νὰ ποδοπατήσει τὴν ἐντολὴ τῆς ὑπακοῆς στὸ Δημιουργό του. Στὸν παράδεισο ὁ ἄνθρωπος δὲν γνώριζε οὔτε ἁμαρτία οὔτε θάνατο, οὔτε φόβο οὔτε ντροπή. Ὁ ἄνθρωπος ἦταν προσκολλημένος στὸν Θεὸ καὶ δὲν ἤξερε τί σημαίνει θάνατος, ζοῦσε μὲ ἀπόλυτη ὑπακοὴ στὸν Θεὸ καὶ δὲν ἤξερε τί σημαίνει ἁμαρτία. Ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει θάνατος, δὲν ὑπάρχει καὶ φόβος. Ἐκεῖ ποὺ εἶναι ἄγνωστη ἡ ἁμαρτία, δὲν ὑπάρχει καὶ ντροπή, ποὺ γεννιέται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἁμάρτησε, ἐπειδὴ παραβίασε τὴ σωστικὴ ἐντολὴ τῆς ὑπακοῆς, μαζὶ μὲ τὴν ἁμαρτία ἦρθε κι ὁ φόβος, ἦρθε κι ἡ ντροπή.

, ,

Σχολιάστε