Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ζακχαῖος

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ-3 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Ὁ Θεὸς δὲν βιάζεται νὰ δείξει τὴν ἀδυναμία τοῦ πονηροῦ καὶ τὴ δική Του δύναμη στὴν πρώτη ἀντίθεσή Του μὲ τὸν πονηρό. Περιμένει νὰ δεῖ τὸν πονηρὸ νὰ ἐπαίρεται στοὺς οὐρανοὺς κι ἔπειτα νὰ σκορπίζεται ἡ δύναμή του στὴ στιγμή».

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ

Γ´

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«ΟΜΙΛΙΕΣ ϛ´-Κυριακοδρόμιο Γ´»
Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 171-195.

Μέρος Α´: Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Ὅπως ὁ μελαχροινὸς ἄνθρωπος, ποὺ γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν ἔχει κοιταχτεῖ σὲ καθρέφτη κι ἔπειτα, ξαφνικά, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν εἰκόνα του καὶ διαπιστώνει πὼς τὰ μαλλιά του ἔχουν γκριζάρει».

Μέρος Β´: Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ-2 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Μέσα ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ Ζακχαῖο ξεπήδησε ὁ ἄνθρωπος Ζακχαῖος, ποὺ ἀντιπάλευε τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ εἶχε μέσα του».

.           Ἔλεγαν τὸν παλιὸ καιρό: «Ἀγαπῶν ἀργύριον, οὐ πλησθήσεται ἀργυρίου» (Ἐκκλ. E´ 9). Ὁ Ζακχαῖος ἦταν φιλάργυρος. Εἶχε περάσει ὅλη τὴν ὥς τότε ζωή του μαζεύοντας χρήματα μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο. Καὶ συνήθως οἱ τρόποι αὐτοὶ ἦταν ἁμαρτωλοί. Αὐτὴ εἶναι μία ἀρρώστια, ποὺ ἀναπόφευκτα ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀπώλεια. Εἶναι μία φωτιὰ ποὺ καίει τόσο περισσότερο τὸν ἄνθρωπο, ὅσο πιὸ πολλὰ χρήματα μαζεύει. Δὲν ὑπάρχει ποσότητα χρημάτων ποὺ θὰ ἱκανοποιήσει τὸν φιλάργυρο. Ὅπως ἡ φωτιὰ δὲν θὰ πεῖ ποτέ, «μὴ μὲ ταΐζετε μ’ ἄλλα ξύλα, ἀρκετὰ εἶναι αὐτά», ἔτσι καὶ τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας δὲν θὰ πεῖ ποτὲ «φτάνει, ἀρκετά».
.              Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ἀπὸ τὸ πάθος αὐτὸ ἀπὸ μόνος του, μὲ τὶς δικές του προσπάθειες. Μόνο ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ, ποὺ προκαλεῖ ντροπὴ καὶ φόβο στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ μαζί της ἡ γνώση κάποιας ἀξίας μεγαλύτερης ἀπὸ τὸ ἀσήμι καὶ τὸ χρυσό, μπορεῖ νὰ τὸ ξεπεράσει. Χωρὶς τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ὁ Ζακχαῖος θὰ εἶχε περάσει ὅλη τὴ ζωή του μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅπως ὅλοι οἱ τελῶνες. Καὶ θὰ εἶχε πεθάνει περιφρονημένος, καταραμένος καὶ ξεχασμένος. Τὸ ὄνομά του δὲν θὰ τὸ βρίσκαμε γραμμένο στὸ εὐαγγέλιο στὴ γῆ, οὔτε καὶ στὴ Βίβλο τῆς Ζωῆς στὸν οὐρανό. Ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου ὅμως διέγειρε τὴν ψυχή του, ποὺ ὣς τότε τὴν εἶχε νεκρώσει τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας, καὶ τὸν ἔκανε καινούργιο ἄνθρωπο, ἀναγεννημένο κι ἀναστημένο. Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀθάνατο μάθημα γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, πὼς κανένας θνητὸς δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
.           Προσέξτε μὲ ποιὸ τρόπο ἐξομολογήθηκε τὴν ἁμαρτία του ὁ Ζακχαῖος. Δὲν εἶπε, «Κύριε, εἶμαι ἁμαρτωλός!» ἢ «ἁμαρτία μου εἶναι ἡ φιλαργυρία!». Ἔδειξε πρῶτα τοὺς καρποὺς τῆς μετάνοιάς του κι ἔπειτα ὁμολόγησε τὴν ἁμαρτία του: ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς. Δὲν εἶναι μία καθαρὴ ὁμολογία αὐτὴ πὼς τὰ πλούτη ἦταν τὸ πάθος του; καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. Δὲν εἶναι μία καθαρὴ ὁμολογία αὐτὴ πῶς εἶχε ἀποκτήσει τὰ πλούτη του μὲ ἄδικο τρόπο; Δὲν εἶπε πρὶν ἀπ’ αὐτὸ πὼς «εἶμαι ἁμαρτωλός, Κύριε, μετανοῶ». Αὐτὸ τὸ ὁμολόγησε στὸν Κύριο μυστικά, μὲ τὴν καρδιά του. Κι ὁ Κύριος δέχτηκε μυστικὰ τὴν ἐξομολόγηση καὶ τὴ μετάνοιά του. Γιὰ τὸν Κύριο ἀξίζει περισσότερο ν’ ἀναγνωρίσει ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ ἐξομολογηθεῖ τὴν ἁμαρτία του καὶ νὰ ζητήσει βοήθεια μὲ τὴν καρδιά του, παρὰ νὰ τὸ πεῖ αὐτὸ μὲ τὴ γλώσσα του. Ἡ γλώσσα μπορεῖ καὶ νὰ ξεγελάσει, ν’ ἀπατήσει, ἡ καρδιὰ ὅμως ὄχι.
.           Προσέξτε ἐπίσης πῶς ἀπαρνήθηκε ὁ Ζακχαῖος τὴν ἁμαρτία του, τί προσπάθειες ἔκανε γιὰ νὰ μετακινηθεῖ στὸ φῶς, ἀπὸ τὴ σκιὰ τοῦ ὀλέθριου πάθους τῆς φιλαργυρίας. Μοίρασε ἀμέσως τὴ μισὴ περιουσία του στοὺς φτωχούς. Ποιός; Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαποῦσε κάθε δεκάρα ποὺ μάζευε καὶ τὴν ἔκρυβε νὰ μὴ τὴν δοῦν οἱ ἄνθρωποι. Αὐτὸς ποὺ δὲν εἶχε νιώσει ποτὲ τὴν ἡδονὴ τῆς προσφορᾶς. Ὅλ’ αὐτὰ ὅμως δὲν ἦταν ἀρκετά. Κατέβαλε κάθε προσπάθεια γιὰ ν’ ἀποδώσει δικαιοσύνη, νὰ κάνει καλὸ στοὺς ἄλλους καὶ προσφέρθηκε ν’ ἀποζημιώσει στὸ τετραπλάσιο ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀδίκησε. Ὁ Νόμος τοῦ Μωυσῆ εἶναι πολὺ πιὸ ἐπιεικὴς μὲ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀπ’ ὅ,τι ἦταν ὁ Ζακχαῖος μὲ τὸν ἑαυτό του. Στὸ Νόμο λέει ὁ Μωυσῆς: «ἀνὴρ ἡ γυνή, ὅς τις ἂν ποιήσῃ ἀπὸ πασῶν τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρωπίνων, καὶ παριδὼν παρίδῃ καὶ πλημμελήσῃ ἡ ψυχὴ ἐκείνη, ἑξαγορεύσει τὴν ἁμαρτίαν ἣν ἐποίησε, καὶ ἀποδώσει τὴν πλημμέλειαν τὸ κεφάλαιον καὶ τὸ ἐπίμεμπτον αὐτοῦ προσθήσει ἐπ’ αὐτῷ, καὶ ἀποδώσει, τίνι ἐπλημμέλησεν αὐτῷ» (Ἀριθ. ε´ 6-7). Αὐτὰ ὅρισε ὁ Μωυσῆς γι’ αὐτοὺς ποὺ ἀναγνώρισαν τὴν ἁμαρτία τους. Ὁ Ζακχαῖος λοιπόν, ποὺ ἀναγνώρισε τὴν ἁμαρτία του, ἔπρεπε σύμφωνα μὲ τὸ Νόμο νὰ ἐπιστρέψει σὲ ὅλους ὅσους ἀδίκησε ὁλόκληρο τὸ ποσὸ ποὺ ἔκλεψε, καὶ ἕνα πέμπτο τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ περισσότερο. Ἐκεῖνος ὅμως στάθηκε πιὸ σκληρὸς στὸν ἑαυτό του ἀπ’ ὅ,τι ἀπαιτοῦσε ὁ Νόμος. Θέλησε νὰ ἐφαρμόσει στὸν ἑαυτό του αὐτὸ ποὺ προβλέπει ὁ Νόμος γιὰ τοὺς κλέφτες καὶ τοὺς ληστὲς ποὺ δὲν ἀναγνωρίζουν καὶ δὲν ὁμολογοῦν τὸ ἔγκλημά τους, μ’ ὅλο ποὺ τοὺς ἔπιασαν ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ἤθελε ν’ ἀποδώσει στὸ τετραπλάσιο αὐτὰ ποὺ εἶχε ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸν καθένα (βλ. Ἐξ. κβ´ 1). Ἔτσι εἶναι ὅλοι ὅσοι μετανοοῦν. Εὔσπλαχνοι πρὸς τοὺς ἄλλους κι αὐστηροὶ μὲ τὸν ἑαυτό τους.

.           «Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν» (Λουκ. ιθ´ 9). Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στὸ Ζακχαῖο, σὲ ἀνταπόκριση τῆς καρδιακῆς μετάνοιάς του, ὡς ἀνταπόδοση στὴν πνευματικὴ χαρὰ καὶ τοὺς καρποὺς μετανοίας ποὺ ἐπέδειξε. Τὰ τελευταία λόγια, «ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλὸς» (Λουκ. ιθ´ 10), ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ στοὺς σοφοὺς ἐπικριτὲς ποὺ ὀργίστηκαν μαζί Του ἐπειδὴ πῆγε στὸ σπίτι τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἐνῶ βάδιζαν τὸ δρόμο πρὸς τὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου, ἐνῶ γόγγυζαν καὶ θρηνοῦσαν γιὰ τὴν ἀκαταλληλότητα τῆς ἐπίσκεψης αὐτῆς, ὁ Κύριος κρατοῦσε σιωπή, δὲ μιλοῦσε, ἁπλὰ περίμενε. Τί περίμενε; Νὰ δεῖ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ γόγγιζαν καὶ μεμψιμοιροῦσαν μὲ μίσος γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, καθὼς καὶ κείνην τοῦ μετανιωμένου Ζακχαίου, νὰ ἐκτεθοῦν πλήρως στὸ φῶς τῆς μέρας. Ἔδωσε τὰ ἡνία στοὺς δαίμονες τῆς κακίας νὰ φτάσουν στὰ ὅριά τους, ὥστε ἡ ἀπώλειά τους νὰ εἶναι καθαρὴ καὶ προφανής. Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος τῆς νίκης τοῦ Θεοῦ. Θες δὲν βιάζεται ν δείξει τν δυναμία το πονηρο κα τ δική Του δύναμη στν πρώτη ντίθεσή Του μ τν πονηρό. Περιμένει ν δε τν πονηρ ν παίρεται στος ορανος κι πειτα ν σκορπίζεται δύναμή του στ στιγμή.
.           Τόσο ἀδύναμος εἶναι μπροστὰ στὸν παντοδύναμο ὁ πονηρός, ὥστε ἂν ὁ Θεὸς δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ἐνεργεῖ σὲ κάποιο βαθμὸ κι ἔπειτα νὰ περιορίζεται πάλι, οἱ ἄνθρωποι δὲν θ’ ἀποκτοῦσαν ποτὲ καθαρὴ εἰκόνα γιὰ τὴ μεγαλοσύνη Του. Θες φησε τς δυνάμεις τς κόλασης κα τς γς ν νεργήσουν στ Γολγοθά, στε νποδείξει μετ κα στς δύο ατς δυνάμεις τν κατανίκητη δύναμή Του. Τν δια μέθοδο χρησιμοποίησε κα στν περίπτωση το Ζακχαίου Κύριος. ρχικ πγε στ σπίτι του. Ο θορυβοποιο ξέσπασαν σ φωνές, ο γογγυστς γόγγυζαν, οἱ ἐμπαίζοντες ἐνέπαιξαν. Ἐκεῖνος ὅμως ἔμεινε ἤρεμος κι ἀτάραχος κι ἀκολούθησε τὸ δρόμο Του. Μπῆκε στὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου. Οἱ αὐτοθεωρούμενοι δίκαιοι ἔμειναν ἔξω ἀπὸ τὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀπὸ φόβο μὴ μιανθοῦν. Οἱ θορυβοποιοὶ ἐξακολούθησαν νὰ θορυβοῦν ὅλο καὶ πιὸ δυνατά, οἱ γογγυστὲς νὰ γογγύζουν κι οἱ περιπαίζοντες νὰ περιπαίζουν. θρίαμβος τς κακίας φτασε στ πόγαιό του. λοι ο ναντίοι εχαν πειστε πς εχαν πόλυτα δικαιωθε, πς Χριστς εχε νικηθε. Ἐκεῖνοι γνώριζαν τὸ Ζακχαῖο, ἐνῶ ὁ Χριστὸς δὲν τὸν ἤξερε. Ἐκεῖνοι τηροῦσαν πιστὰ τὸ Νόμο, ἐνῶ ὁ Χριστὸς τὸν ἀθετοῦσε, ἀφοῦ πέρασε τὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἐκεῖνοι δὲν μποροῦσαν ν’ ἀπατηθοῦν, ἐνῶ ὁ Χριστὸς μποροῦσε. Καὶ ἀπατήθηκε.
.           Οἱ ἐχθροί Του ἔφτασαν ἔτσι ἀβίαστα καὶ λογικὰ στὸ συμπέρασμα, πὼς ὁ Χριστὸς οὔτε ἀληθινὸς διδάσκαλος ἦταν, οὔτε προφήτης, οὔτε Μεσσίας. Ἂν εἶχε ὅλες αὐτὲς τὶς ἰδιότητες, ἢ ἔστω μερικὲς ἀπ’ αὐτές, θὰ γνώριζε ποιὸς ἦταν ὁ Ζακχαῖος καὶ δὲν θὰ ἔμπαινε στὸ σπίτι του. Ἑπομένως ἐμεῖς, οἱ κάτοικοι τῆς Ἱεριχοῦς, παγιδέψαμε σήμερα τὸν Χριστὸ κι ἔτσι θὰ σώσουμε τὸν κόσμο ἀπὸ τὴ μεγάλη αὐταπάτη πὼς Αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς εἶναι ἕνας θρίαμβος, μία μεγάλη νίκη.
.           Ατ πο πέτυχαν ο χθροί Του ταν ννυψώσουν τν κακία τους στν ορανό. Κι λη ατ τν ρα Ζακχαος ρίμαζε κι ξελισσόταν σναν καλλίτερο κι ναγεννημένο νθρωπο. Ὁ Χριστὸς πρόσεχε λιγότερο αὐτὴ τὴν ἑτερογενῆ καὶ μοχθηρὴ μάζα καὶ περισσότερο τὴν ἀνανεωμένη καρδιὰ τοῦ Ζακχαίου. Περίμενε νὰ τελειώσουν ὂλ’ αὐτὰ καὶ μετὰ θὰ μιλοῦσε. Ὅταν ἡ μοχθηρία εἶχε φτάσει στὸν οὐρανὸ κι ἡ σκληρὴ κρούστα τῆς μούχλας εἶχε ξεφύγει ἀπὸ τὶς φθαρμένες καρδιὲς τῶν ἁμαρτωλῶν, τότε ὁ Ζακχαῖος ἄνοιξε τὸ στόμα του κι εἶπε λόγια, ποὺ μόνο ἀπὸ τὸν Χριστὸ θὰ περίμενε κανεὶς ν’ ἀκούσει: ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς. Αὐτὸς ἦταν ἕνας ξαφνικὸς κεραυνὸς ποὺ ξέσκισε τὰ σύννεφα. Γιατί γίνατε ξαφνικὰ σιωπηλοί, ὅλοι ἐσεῖς οἱ κάτοικοι τῆς Ἱεριχοῦς; Γιατί δὲν ἐξακολουθεῖτε νὰ θορυβεῖτε, νὰ περιπαίζετε καὶ νὰ γογγύζετε; Γιατί τὰ λόγια σας πνίγηκαν στὸ λαιμό σας; Ποιός ἀπατήθηκε, ὁ Χριστὸς ἢ ἐσεῖς; Ποιός γνώριζε καλύτερα τὸ Ζακχαῖο, ἐσεῖς ἢ ὁ Χριστός; Ποιός εἶναι πιὸ δίκαιος τώρα, ἐσεῖς ἢ ὁ Ζακχαῖος;
.           Πόσο ταπεινὸς καὶ πρᾶος εἶναι ὁ Κύριος! Ὅπως σὲ προηγούμενες περιπτώσεις, ἔτσι καὶ τώρα στέκεται σὰν τὸ ἄκακο ἀρνὶ μπροστὰ σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἀόρατοι λύκοι τοὺς ἔχουν κάνει πονηρούς. Πόσο σίγουρος, πόσο ἤρεμος εἶναι στὴ νίκη Του, τώρα ὅπως καὶ πάντα. Περιμένει πολ ερηνικ τν κατάλληλη στιγμή. Κι ὅταν αὐτὴ ἔρθει, στρέφεται στὸν ἄρρωστο ἄνθρωπο, ποὺ γιὰ χάρη του ἄλλαξε δρόμο καὶ πῆγε στὸ σπίτι του. Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο.
.           Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ οὐράνιος Θεραπευτὴς βεβαιώνει τὸν ἄρρωστο πὼς ἡ ὑγεία του ἀποκαταστάθηκε. Τώρα εἶναι ἕτοιμος νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο καὶ παίρνει τὴ θέση του ἀνάμεσα στοὺς ὑγιεῖς. Ἡ τυφλότητα ἐξαφανίστηκε ἀπὸ τὰ μάτια του, ὅπως κι ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Βαρτιμαίου. Τώρα μπορεῖ νὰ βαδίζει ἐλεύθερα στὸ δρόμο τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ ἐλέους. Γιὰ νὰ πείσει καθαρότερα ὅμως καὶ τοὺς ἄλλους ποὺ παρευρίσκονταν ἐκεῖ, ὁ Κύριος πρόσθεσε: καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραὰμ ἐστιν. Ἀληθινὸς υἱὸς Ἀβραὰμ κατὰ πνεῦμα καὶ κατ’ ἀλήθεια, ὄχι μόνο στὸ ὄνομα καὶ τὸ αἷμα, σὰν τοὺς ἄλλους ποὺ περηφανεύονταν ὅτι ἦταν υἱοὶ Ἀβραὰμ μόνο κατ’ ὄνομα, ἐπειδὴ προέρχονταν ἀπὸ ἐκεῖνον.
.           Ὁ Ἀβραὰμ ἀγαποῦσε τὸ συνάνθρωπό του κι εἶχε φόβο Θεοῦ. Ἦταν φιλόξενος, πιστός, δὲν ἦταν φιλάργυρος, ἀναπαυόταν στὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Κι ὁ Ζακχαῖος ἔγινε ἕνας ἄλλος Ἀβραάμ. Μὲ τὰ μεγάλα καὶ καλὰ ἔργα τοῦ ὁ Ἀβραάμ, ἔγινε προπάτορας ὅλων τῶν δικαίων. Μὲ τὴ μετάνοιά του ὁ Ζακχαῖος ἔγινε γνήσιος ἀπόγονός του, πνευματικὸς γιός του. Αὐτὸ τὸ ἀποκάλυψε ὁ Κύριος γιὰ νὰ παρηγορήσει τὸ Ζακχαῖο καὶ νὰ προβληματίσει τοὺς ἐχθρούς του.
.           Στὰ τελευταῖα αὐτὰ λόγια Του πρόσθεσε ὁ Κύριος: ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός. Ἦρθε γιὰ ν’ ἀναζητήσει τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐκείνους ποὺ δὲν τοὺς ἀναζητεῖ κανένας, ποὺ ὅλοι τους ἀπορρίπτουν. Ἦρθε νὰ σώσει αὐτοὺς ποὺ τόσο ὁ κόσμος ὅσο κι οἱ ἴδιοι λογαριάζουν χαμένους. Ὁ Μεγάλος Ἥρωας δὲν κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ θεραπεύσει ἐκείνους ποὺ ὑποφέρουν ἀπὸ κάποιο κρυωματάκι, ἀλλὰ γιὰ νὰ σώσει τοὺς λεπροὺς καὶ τοὺς τυφλούς, τοὺς δαιμονισμένους καὶ τοὺς παραλύτους, ν’ ἀναστήσει νεκροὺς ἀπὸ τοὺς τάφους τους. Εἶχε πεῖ σὲ μία ἄλλη περίπτωση ὁ Κύριος: «Οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» (Ματθ. θ´ 13).

* * *

.           Ἀδελφοί μου! Συνειδητοποιεῖτε ὅτι τὰ παραπάνω λόγια ἐφαρμόζονται σέ μας; Γνωρίζετε πῶς εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ ποῦ γιὰ χάρη μας ὁ Κύριος κατέβηκε στὴ γῆ; Τὸν ἔφερε κοντά μας ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἡ ἀπερινόητη ἀγάπη Του γιά μας, γιὰ ν’ ἀναζητήσει τὸ ἀπολωλὸς καὶ νὰ σώσει τοὺς ἁμαρτωλούς. Προσέξτε τὸν κοντόσωμο Ζακχαῖο. Στὴ μεγάλη του ἐπιθυμία γιὰ νὰ δεῖ τὸν Κύριο, ἔγινε μέγας. Ὁ Χριστὸς προσεγγίζει κι ἐμᾶς τώρα ὅπως τότε τὸ Ζακχαῖο, περιτριγυρισμένος ἀπὸ πλήθη λαοῦ, ἐν’ ἀμέτρητο πλῆθος ἀπὸ δίκαιους καὶ κατήγορους. Ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου τὰ τελευταῖα δύο χιλιάδες χρόνια ὀρύεται ἐναντίον Του, γύρω Του, μᾶς κατακλύζει. Δὲν ἀκοῦτε τὸ μούγκρισμα, τὸ βρυχηθμό της; Σέρνει πάνω της ὁλόκληρο τὸ παρελθὸν καὶ τὸ ἀκουμπάει δίπλα σου. Κι ἀνάμεσα στὸ πλῆθος τῶν πολλῶν ἑκατομμυρίων, βαδίζει ὁ ταπεινὸς Κύριος καὶ Σωτήρας μας. Ἂς σπεύσουμε λοιπόν, ἂς ἀνεβοῦμε ψηλὰ γιὰ νὰ δοῦμε τὸν Κύριο. Τίποτ’ ἄλλο ἀπ’ ὅσα ἔχουν ὑπάρξει ἢ ὑπάρχουν, δὲν εἶναι ἄξια προσοχῆς. Ἂς σηκωθοῦμε ἀπὸ τὴ λάσπη τοῦ δρόμου ποὺ βαδίζαμε ὡς τώρα. Ἂς σκαρφαλώσουμε σ’ ἕνα ψηλὸ δέντρο. Ἐκεῖνος θὰ ἔρθει νὰ μᾶς συναντήσει. Μακάριος εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ τὸν καλέσει ἡ γλυκύτατη φωνή Του. Ἡ φωνὴ ποὺ τὴ γλυκύτητά της ἀπολαμβάνουν οἱ ἄγγελοι μέχρι πλησμονῆς.
.           Ἡ μετάνοια εἶναι πραγματικὰ τὸ πρῶτο σκαλὶ τῆς κλίμακας ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴ βασιλεία, τοῦ Θεοῦ. Κανένας ὡς σήμερα δὲν κατόρθωσε ν’ ἀνεβεῖ στὸ δεύτερο σκαλί, χωρὶς νὰ πατήσει στὸ πρῶτο. Στὴν κενότητα τῆς παρούσας ζωῆς, ἡ μετάνοια εἶναι ὁ πρῶτος καὶ μοναδικὸς τρόπος γιὰ νὰ κρούσει κανεὶς τὴν πόρτα τοῦ οὐρανοῦ. Μπορεῖς νὰ χτυπᾶς μὲ τὸ χέρι σου ἕναν τοῖχο ὅσο θέλεις. Κανένας δὲν θ’ ἀκούσει γιὰ νὰ σοὺ ἀνοίξει. Χτύπα τὴν πόρτα ὅμως καὶ θὰ σοὺ ἀνοίξει. Ἡ μετάνοια εἶναι τὸ χτύπημα ὄχι στὸν τοῖχο, ἀλλὰ στὴν πόρτα ποὺ ὁδηγεῖ στὸ φῶς καὶ στὴ σωτηρία. Αὐτὸς ποὺ μετανοεῖ εἰλικρινὰ καὶ θέλει νὰ μπεῖ στὸ σπίτι τοῦ οὐράνιου Πατέρα, ἔχει ἤδη χτυπήσει μία ἀπὸ τὶς πόρτες ποὺ ὁδηγοῦν μέσα στὸ σπίτι.
.           Ἡ φιλαργυρία τυφλώνει. Μόνο ὁ Χριστὸς δίνει τὸ φῶς στοὺς τυφλούς. Ἡ φιλαργυρία ἀπομονώνει τὸν ἄνθρωπο, τὸν δένει μὲ τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας. Ὁ Χριστὸς τὸν βγάζει ἀπὸ τὴν ἀπομόνωση καὶ τὸν βάζει στὴ συντροφιὰ τῶν ἀγγέλων, ἐλευθερώνει τὸν δοῦλο. Σ’ ὅλους αὐτοὺς ποὺ μετανοοῦν κι ἀγωνίζονται νὰ δοῦν τὸν Κύριο, φανερώνεται. Καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ φανερώνεται, ἀποκαλύπτει ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅλες τὶς ἀμέτρητες καὶ σταθερὲς εὐλογίες ποὺ παρέχει ὁ Θεός, αὐτὲς ποὺ ἔχει προετοιμάσει ἀπὸ καταβολῆς κόσμου γι’ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν.

.           Δόξα καὶ αἶνος στὸν Κύριο καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, ,

Σχολιάστε

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ-2 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Μέσα ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ Ζακχαῖο ξεπήδησε ὁ ἄνθρωπος Ζακχαῖος, ποὺ ἀντιπάλευε τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ εἶχε μέσα του».

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«ΟΜΙΛΙΕΣ ϛ´-Κυριακοδρόμιο Γ´»

Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 171-195.

Μέρος Α´: Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Ὅπως ὁ μελαχροινὸς ἄνθρωπος, ποὺ γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν ἔχει κοιταχτεῖ σὲ καθρέφτη κι ἔπειτα, ξαφνικά, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν εἰκόνα του καὶ διαπιστώνει πὼς τὰ μαλλιά του ἔχουν γκριζάρει».

.             Ὁ τυφλὸς Βαρτιμαῖος ἔλαβε τὴν ὅρασή του, ἀλλὰ μαζί του ἔλαβαν τὴν πνευματική τους ὅραση καὶ πολλοὶ ἄλλοι ποὺ εἶδαν τὸ θαῦμα τοῦ Κυρίου. Διαβάζουμε στὸ ἴδιο ἐδάφιο πὼς «καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ». Τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶναι πολὺ πιθανὸ νὰ ἐπηρέασε καὶ τὸν Ζακχαῖο τὸν τελώνη, ν’ ἄνοιξε τὴν πνευματική του ὅραση. Σίγουρα θὰ εἶχε ἀκούσει ἀπὸ πρὶν ἀρκετὰ πράγματα γιὰ τὰ θαυμαστὰ ἔργα καὶ τὸ θεϊκὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ἔτσι γεννήθηκε μέσα του ἡ ἀνυποχώρητη ἐπιθυμία νὰ τὸν δεῖ. Ἔσπρωξε τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἦταν ψηλότεροι ἀπὸ ἐκεῖνον, γιὰ ν’ ἀνοίξει δρόμο, μὰ δὲν μπόρεσε καὶ τελικὰ σκαρφάλωσε σ’ ἕνα δέντρο γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυμία του.
.             Οἱ τελῶνες λογαριάζονταν ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι, ἀκάθαρτοι. Μαζεύοντας τοὺς φόρους τοῦ κράτους, γέμιζαν καὶ τὶς δικές τους τσέπες. Γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς τοποθετοῦσαν κοντὰ στοὺς εἰδωλολάτρες (βλ. Ματθ. ιη´ 17). Ὅταν οἱ εἰσπράκτορες τῶν φόρων γενικά, οἱ τελῶνες, εἶχαν τέτοια κακὴ φήμη, τί ὑπόληψη θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ἕνας ἀρχιτελώνης; Ὁ κοντόσωμος Ζακχαῖος ἦταν ἕνας ἀπ’ αὐτούς. Ἦταν ἀρχιτελώνης, ἑπομένως ἦταν καὶ πλούσιος. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν τὸν περιφρονοῦσαν καὶ τὸν φθονοῦσαν. Ἡ περιφρόνηση κι ὁ φθόνος ἦταν οἱ δύο τοῖχοι ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους συμπιεζόταν ἡ ψυχὴ τοῦ πλούσιου ἁμαρτωλοῦ σ’ αὐτὴ τὴ ζωή. Μέσα π τν μαρτωλ Ζακχαο μως ξεπήδησε νθρωπος Ζακχαος, πο ντιπάλευε τν μαρτωλ πο εχε μέσα του. Ἔτσι ἔτρεξε ὅσο πιὸ γρήγορα μποροῦσε νὰ βρεθεῖ μπροστὰ καὶ νὰ σκαρφαλώσει ψηλὰ γιὰ νὰ δεῖ τὸν Χριστό, νὰ δεῖ ἕνα ἄνθρωπο ἀναμάρτητο, ντενίσει τ δική του πρωταρχικ κι μόλυντη εκόνα. Ὁ ἄνθρωπος Ζακχαῖος τότε κατόρθωσε νὰ σκαρφαλώσει ψηλά, νὰ χρησιμοποιήσει σὰν σκάλα τὴ συκομορέα, ποὺ ἦταν δίπλα στὸ δρόμο, ἀπ’ ὅπου περνοῦσε ὁ Κύριος.

«Καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι» (Λουκ. ιθ´ 5). Ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ φαίνεται πὼς ὣς τὴ στιγμὴ ἐκείνη ὁ Ζακχαῖος δὲν εἶχε δεῖ τὸν Κύριο. Ὁ Κύριος τὸν εἶδε πρῶτος. Ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ τὸν κάλεσε. Μὲ τὴν πνευματική του ὅραση ὁ Κύριος εἶχε δεῖ τὸν Ζακχαῖο νωρίτερα. Μὲ τὰ σωματικά Του μάτια τὸν εἶδε ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον.
.             Ἂν κι ὁ κοντόσωμος Ζακχαῖος εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ πλῆθος κι εἶχε σκαρφαλώσει στὸ δέντρο, ὁ Κύριος τὸν εἶχε δεῖ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ βρισκόταν ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, προτοῦ ἀνεβεῖ στὴ συκομορέα. Πόσο διακριτικὸς εἶναι ὁ Κύριος καὶ Θεός μας! Ἐκεῖνος μᾶς βλέπει, ἐνῶ ἐμεῖς δὲν καταλαβαίνουμε τίποτα. Ὅταν τὸν ἀναζητοῦμε καὶ κάνουμε πολλὲς προσπάθειες, γιὰ νὰ τὸν βροῦμε καὶ νὰ τὸν δοῦμε, Ἐκεῖνος μᾶς ἔχει ἤδη δεῖ. Ὅταν κατευθύνουμε τὴν πνευματική μας ματιά πρὸς Αὑτὸν ἀναζητώντας τον, τότε θὰ ἐμφανισθεῖ καὶ θὰ μᾶς καλέσει μὲ τ᾽ ὄνομά μας, νὰ κατεβοῦμε ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ καὶ ἐπικίνδυνα βράχια τῆς λογικῆς καὶ νὰ διεισδύσουμε μὲ τὴν προσευχὴ στὶς καρδιές μας, στὸν ἀληθινό μας τόπο. Καὶ τότε θὰ μᾶς πεῖ ὁ Κϋριος: σήμερον ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. Ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου κατεβεῖ στὴν καρδιά του κι ἐκεῖ βαπτιστεῖ στὰ δάκρυά του προσπαθώντας νὰ προσεγγίσει τὸν Θεό, τότε ἡ καρδιὰ γίνεται τόπος συναντήσεως τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνευματικὸ νόημα τῆς διηγήσεως τοῦ Ζακχαίου.
.           «Καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων» (Λουκ. ιθ´ 6). Πῶς νὰ μὴ βιαστεῖ ὁ Ζακχαῖος καὶ νὰ τρέξει πρὸς τὴ φωνὴ ποὺ ἀνάσταινε νεκρούς, ἠρεμοῦσε τοὺς ἀνέμους, θεράπευε τοὺς δαιμονισμένους καὶ λύτρωνε τὶς καρδιὲς τῶν ἁμαρτωλῶν ποὺ δάκρυζαν; Πῶς νὰ μὴν ὑποδεχτεῖ Ἐκεῖνον ποὺ ἐπιθυμοῦσε ἔστω νὰ τὸν δεῖ λίγο ἀπὸ μακριά; Πῶς νὰ μὴ νιώσει ἀνέκφραστη χαρά, ὅταν τὸν εἶδε στὸ σπίτι του, ὅπου μόνο διάσημοι ἁμαρτωλοὶ σύχναζαν;
.             Ἔτσι ἀγαπάει ὁ Κύριος. Ἔτσι δίνει τὰ δῶρα Του. Γέμισε ἀσφυχτικὰ τὰ δίχτυα τῶν ἀπογοητευμένων ψαράδων μὲ ψάρια. Ἔθρεψε χιλιάδες πεινασμένους ἀνθρώπους στὴν ἔρημο, ὥστε περίσσεψαν καὶ πολλὰ κοφίνια μὲ ψωμιά. Δὲν ἔδινε μόνο τὴ σωματικὴ ὑγεία, ἀλλὰ καὶ τὴν πνευματική, στοὺς ἀρρώστους ποὺ τοῦ ζητοῦσαν νὰ τοὺς βοηθήσει. Δὲν συγχωροῦσε κάποιες ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἁμαρτωλῶν, ἀλλὰ ὅλες. Ἔκανε ἀπὸ κάθε ἄποψη ἔργα βασιλικά, χορηγοῦσε βασιλικὴ εὐσπλαχνία, τά ᾽δινε ὅλα μὲ βασιλικὴ ἀφθονία.
.             Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Ζακχαίου. Ὁ ἀρχιτελώνης ἤθελε μόνο νὰ τὸν δεῖ. Ὁ Κύριος ὅμως δὲν τὸν περιόρισε ἐκεῖ. Τὸν κάλεσε πρῶτος καὶ μετὰ τὸν ἐπισκέφτηκε στὸ σπίτι του. Ἔτσι συμπεριφερόταν ὁ Κύριος. Προσέξτε τώρα τὴ συμπεριφορὰ τῶν συνηθισμένων ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, ἐκείνων ποὺ κομπάζουν μὲ αὐτοθαυμασμὸ καὶ αὐτοεκτίμηση: «Καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλύσαι» (Λουκ. ιθ´ 7). Εἶναι ἀνυπολόγιστη δυστυχία τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ γλώσσα τοῦ ἀνθρώπου «προτρέχει τῆς διανοίας του». Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ποὺ ἡ ψυχή τους εἶχε κλίση πρὸς τὴν κακία κι ὁ νοῦς τους ἦταν ἀδύναμος, διαμαρτύρονταν, γόγγυζαν καὶ παραπονοῦνταν, χωρὶς νὰ γνωρίζουν τὶς διαθέσεις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, οὔτε καὶ τὴν πιθανότητα νὰ εἶχε ἀλλάξει ὁ ἁμαρτωλὸς Ζακχαῖος, νὰ εἶχε μετανοήσει. Μὲ τὸν κοντόφθαλμο νοῦ τους σκέφτονταν, πὼς ὁ Κύριος Ἰησοῦς πήγαινε στὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου, ἐπειδὴ δὲν ἤξερε πόσο μεγάλος ἁμαρτωλὸς ἦταν ὁ ἀρχιτελώνης. Οἱ Φαρισαῖοι ἔκαναν μία ἐξ ἴσου κοντόφθαλμη κριτικὴ κι ὅταν ὁ Κύριος ἄφησε τὴν ἁμαρτωλὴ γυναίκα νὰ πλύνει τὰ πόδια Του: «Οὗτος εἰ ἦν προφήτης, ἐγίνωσκε ἂν τίς καὶ ποταπὴ ἡ γυνὴ ἥτις ἅπτεται αὐτοῦ, ὅτι ἁμαρτωλός ἐστι» (Λουκ. ζ´ 39). Ἔτσι ἔκριναν τότε, ἔτσι κρίνουν καὶ σήμερα ὅσοι ἔχουν σαρκικὴ ἀντίληψη, αὐτοὶ ποὺ κρίνουν ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ σημεῖα καὶ δὲν γνωρίζουν τὰ βάθη τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ ἢ τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς εἶπε ἀρκετὲς φορὲς πὼς στὸν κόσμο ἦρθε γιὰ χάρη τῶν ἁμαρτωλῶν, ἰδιαίτερα μάλιστα τῶν μεγάλων ἁμαρτωλῶν. Ὅπως ὁ γιατρὸς δὲν ἐπισκέπτεται τοὺς ὑγιεῖς ἀλλὰ τοὺς ἀρρώστους, ἔτσι κι ὁ Κύριος ἐπισκέπτεται ἐκείνους ποὺ ἔχουν προσβληθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὄχι τοὺς δίκαιους. Στὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀναφέρεται γιὰ τὴν περίπτωση αὐτὴ πὼς ὁ Κύριος ἐπισκέφτηκε στὴν Ἱεριχὼ κάποιον δίκαιο ἄνθρωπο, ἀλλὰ πῶς βιάστηκε νὰ ἐπισκεφτεῖ τὸ σπίτι τοῦ ἁμαρτωλοῦ Ζακχαίου. Ἔτσι συμπεριφέρεται κάθε συνειδητὸς γιατρὸς στὸ νοσοκομεῖο. Ἐπισκέπτεται ἀμέσως τὸ κρεβάτι τοῦ πιὸ βαριὰ ἄρρωστου.
.             Ὁ κόσμος ὁλόκληρος ἀντιπροσωπεύει ἕνα μεγάλο νοσοκομεῖο, ὅπου νοσηλεύονται ἄρρωστοι ἄντρες καὶ γυναῖκες, ποὺ τοὺς ἔχει μολύνει ἡ ἁμαρτία. Σὲ σύγκριση τώρα μὲ τὸν Χριστό, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἄρρωστοι. Εἶναι ἀδύναμοι σὲ σχέση μὲ τὴ δύναμή Του· ἄσχημοι σὲ σύγκριση μὲ τὸ κάλλος Του. Ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ὅμως ὑπάρχουν οἱ ἄρρωστοι κι οἱ βαριὰ ἄρρωστοι, οἱ ἀδύνατοι κι οἱ πιὸ ἀδύνατοι, οἱ ἄσχημοι κι οἱ πιὸ ἄσχημοι. Οἱ πρῶτοι λογαριάζονται ὑγιεῖς, οἱ τελευταῖοι, ἁμαρτωλοί. Ὁ οὐράνιος Ἰατρὸς δὲν ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ δική Του ἱκανοποίηση, ἀλλὰ γιὰ τὴ θεραπεία καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀρρώστων. Ἔτσι ἔτρεξε ἀμέσως σ’ ἐκεῖνον ποὺ εἶχε μολυνθεῖ περισσότερο. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο συνέτρωγε καὶ συνέπινε μὲ ἁμαρτωλούς, ἄφησε τοὺς ἁμαρτωλοὺς νὰ δακρύζουν στὰ πόδια Του καὶ μπῆκε στὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου.
.             Ὁ Ζακχαῖος, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Χριστὸς μπῆκε στὸ σπίτι του, σίγουρα δὲν ἦταν ὁ πιὸ βαριὰ ἄρρωστος ἄνθρωπος στὴν Ἱεριχῶ. Ἡ καρδιὰ τοῦ εἶχε ἀλλάξει σὲ μία στιγμή. Τὴν ἴδια αὐτὴ στιγμὴ ὁ Ζακχαῖος εἶχε μεταβληθεῖ σ’ ἕναν ἄνθρωπο ἀπόλυτα ὑγιῆ, πιὸ δυνατὸ καὶ πιὸ δίκαιο ἀπ’ ὅλους ἐκείνους ποὺ διαμαρτύρονταν καὶ γόγγυζαν, γιατί εἶχε μετανοήσει γιὰ ὅλες τὶς ἁμαρτίες του κι ἡ καρδιά του εἶχε ἀλλοιωθεῖ. Κι ἡ ἀλλοίωση αὐτὴ τῆς καρδιᾶς τοῦ φαίνεται ἀπὸ τὰ παρακάτω λόγια του:
.               «Σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν» (Λουκ. ιθ´ 8). Τοῦ τὸ ζήτησε αὐτὸ κανείς; Ὄχι, κανένας. Ποιός τὸν κατηγόρησε πὼς εἶχε ἀδικήσει ἄλλους; Κανένας. Μπροστὰ στὴν παρουσία τοῦ πανάγνου κι ἀναμαρτήτου Κυρίου, ὁ Ζακχαῖος ἔνιωσε μόνος του τὴν ἁμαρτία του. Ἡ παρουσία αὐτὴ τὸν διέγειρε καὶ χωρὶς λόγια κι ἐξηγήσεις προχώρησε σ’ αὐτὸ τὸ βῆμα. Ἡ καρδιὰ ποὺ μετανόησε δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ λόγια γιὰ νὰ προσεγγίσει τὸ Θεό. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει ἄμεσα στὸ μετανοημένο ἁμαρτωλὸ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ κάνει. Φτάνει ὁ ἄνθρωπος νὰ μετανοήσει γιὰ τὶς ἁμαρτίες του μὲ τὴν καρδιά του. Κι ἀμέσως τότε ὁ Θεὸς θὰ τὸν σηκώσει μὲ τὴ δύναμή Του, γιὰ νὰ παρουσιάσει καρποὺς μετανοίας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἔδειξε στοὺς ἀνθρώπους ὁλόκληρο τὸ δρόμο τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας: «Μετανοεῖτε!» Κι ἀμέσως συνέχισε: «ποιήσατε οὖν καρπὸν ἄξιον μετανοίας» (Ματθ. γ΄ 2,8). Μπροστά μας τώρα ἔχουμε ἕναν ἁμαρτωλὸ ποὺ βαδίζει γρήγορα τὸ δρόμο αὐτὸ κι ἐφαρμόζει τὴν ἐντολή.
.           Μὲ τὸ ποὺ ἄκουσε γιὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ, ὁ Ζακχαῖος ἀναστατώθηκε. Ὅταν τὸν εἶδε, μετανόησε εἰλικρινὰ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Κι ἔπειτα, ὅταν ὁ γλυκὺς Ἰατρὸς ἔδειξε τόση συμπάθεια καὶ κατανόηση καὶ μπῆκε στὸ σπίτι του, ἔδειξε τοὺς καρποὺς τῆς μετάνοιάς του. Ἀναγνώρισε κι ὁμολόγησε τὴν ἀρρώστια του κι ἀμέσως πῆρε τὸ καλλίτερο φάρμακο ἐναντίον της.

, ,

Σχολιάστε

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Ὅπως ὁ μελαχροινὸς ἄνθρωπος, ποὺ γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν ἔχει κοιταχτεῖ σὲ καθρέφτη κι ἔπειτα, ξαφνικά, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν εἰκόνα του καὶ διαπιστώνει πὼς τὰ μαλλιά του ἔχουν γκριζάρει».

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ

Ἀπόσπασμα [Α´] ἀπὸ τὸ βιβλίο
«ΟΜΙΛΙΕΣ ϛ´-Κυριακοδρόμιο Γ´»

Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 171-195.

βλ. σχετ.: ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΔΙΗΓΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

.             Ὅποιος θέλει νὰ δεῖ τὸν Χριστό, πρέπει νὰ σκαρφαλώσει πνευματικά, νὰ ὑπερβεῖ τὴν φύση, γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι ἀνώτερος ἀπ’ αὐτήν. Εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ δεῖς ἕνα βουνό, ὅταν εἶσαι πάνω σ’ ἕνα λόφο, παρὰ ὅταν βρίσκεσαι σὲ μία κοιλάδα. Ὁ Ζακχαῖος ἦταν κοντόσωμος ἄνθρωπος. Ἐπειδὴ ἤθελε πολὺ νὰ δεῖ τὸν Χριστὸ ὅμως, σκαρφάλωσε σ’ ἕνα ψηλὸ δέντρο. Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ πλησιάσει τὸν Χριστὸ πρέπει νὰ ἐξαγνιστεῖ, γιατί θὰ συναντήσει τὸν Ἅγιο τῶν ἁγίων, τὸν Ἱερὸ τῶν ἱερῶν. Ὁ Ζακχαῖος εἶχε μολυνθεῖ ἀπὸ τὴ φιλοχρηματία καὶ τὴν ἀσπλαχνία. Ἔτσι ὅταν ἀποφάσισε νὰ συναντήσει τὸν Χριστό, ἔσπευσε νὰ ἐξαγνιστεῖ μὲ μετάνοια καὶ μὲ ἔργα ἐλέους. Μετάνοια εναι πομάκρυνση πλους τοὺς παλιος δρόμους πο πατον τ πόδια τν νθρώπων, αὐτοὺς ποὺ ἀκολουθοῦν οἱ σκέψεις κι οἱ ἐπιθυμίες τους, καὶ ἡ ἐπιστροφὴ σ’ ἕναν καινούργιο δρόμο: στὸ μονοπάτι τοῦ Χριστοῦ. Πῶς ὅμως μπορεῖ νὰ μετανοήσει ἕνας ἁμαρτωλός, ἂν ἡ καρδιά του δὲν συναντήσει τὸν Χριστὸ καὶ δὲν ἀναγνωρίσει τὴν ἁμαρτωλότητά του; Προτοῦ ὁ κοντόσωμος Ζακχαῖος δεῖ τὸν Κύριο μὲ τὰ σωματικὰ μάτια του, τὸν συνάντησε ἐσωτερικά, μὲ τὴν καρδιά του, καὶ μετανόησε γιὰ ὅλες τὶς πράξεις του.
.             Μετάνοια εναι πόνος τς αταπάτης, που εχε παρασυρθε γι πολ καιρ μαρτωλός, γι πάρα πολ καιρό, σότου νιώσει τν πόνο ατόν. Ἀπὸ μόνος του ὅμως ὁ πόνος αὐτὸς ὁδηγεῖ στὴν ἀπελπισία, στὸν αὐτοαφανισμό, ἂν δὲν συνοδευτεῖ ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Μόνο τότε ὁ πόνος τῆς αὐταπάτης γίνεται θεραπευτικὸς κι ὄχι καταστροφικός. Ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος πρῶτα ἔνιωσε τὸν πόνο τῆς αὐταπάτης, ποὺ ἂν δὲν εἶχε προχωρήσει στὸ φόβο τοῦ Θεοῦ, θὰ τὸν εἶχε ὁδηγήσει στὴν ψυχικὴ ἀπώλειά του.
.             Μετάνοια εἶναι ἡ ξαφνικὴ διαπίστωση τῆς λέπρας τοῦ ἀνθρώπου, μία κραυγὴ στὸν Θεραπευτὴ γιὰ θεραπεία. Εἶναι ὅπως ὁ μελαχροινὸς ἄνθρωπος, ποὺ γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν ἔχει κοιταχτεῖ σὲ καθρέφτη κι ἔπειτα, ξαφνικά, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν εἰκόνα του καὶ διαπιστώνει πὼς τὰ μαλλιά του ἔχουν γκριζάρει. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο σκέφτεται ὁ ἀμετανόητος ἁμαρτωλὸς καὶ γιὰ πολὺ καιρὸ ἐπιμένει πὼς ἡ ψυχή του εἶναι ὑγιὴς κι ἀναμάρτητη, ὡσότου τὰ πνευματικά του μάτια ἀνοίγουν ξαφνικὰ καὶ βλέπει πὼς ἡ ψυχή του ἔχει προσβληθεῖ ἀπὸ λέπρα. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ δεῖ τὴ λέπρα τῆς ψυχῆς του, ἂν δὲν εἶχε κοιταχτεῖ σ’ ἕναν καθρέφτη; Καθρέφτης εἶναι ὁ Χριστός. Σ’ Αὐτὸν βλέπει ὁ καθένας μας καθαρὰ πῶς εἶναι. Ὁ μοναδικὸς αὐτὸς καθρέφτης δόθηκε στοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ βλέπουν μέσα του καὶ νὰ διαπιστώνουν τὴν πνευματική τους κατάσταση. Μπροστὰ στὸν Χριστὸ βλέπει κάθε ἄνθρωπος, σὰν σὲ πεντακάθαρο καθρέφτη, τὸν ἑαυτό του ἄρρωστο καὶ ἄσχημο. Βλέπει ὅμως καὶ τὴν πρωταρχικὴ εἰκόνα του – πῶς ἦταν κάποτε καὶ πῶς πρέπει νὰ ξαναγίνει. Ὁ ἁμαρτωλὸς Ζακχαῖος ἐξωτερικὰ ἦταν ὑγιής, ὄμορφος. Ὅταν πῆγε νὰ γνωρίσει τὸν Κύριο Ἰησοῦ εἶδε τὴ φοβερὴ λέπρα του κι ἔνιωσε τὸν τρομερὸ πόνο, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ γιατρέψει κανένας ἐπίγειος γιατρός, παρὰ μόνο ὁ Χριστός.
.             Μετάνοια εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς θεραπείας ἀπὸ τὸ ἐγωιστικὸ θέλημα, ἡ ἀρχὴ τῆς ὑποταγῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μὲ τὸ δικό του θέλημα, γρήγορα χάνει τὴ βασιλικὴ ἀξία του μέσα σ’ ἕνα σταῦλο ζώων καὶ σὲ φωλιὰ ἀγριμιῶν.
.             Κανένας ἄνθρωπος στὴ γῆ δὲν μπόρεσε νὰ ζήσει μὲ τὸ δικό του θέλημα καὶ νὰ παραμείνει σωστὸς ἄνθρωπος. Ὁ «ἄνθρωπος» δὲν μπορεῖ νὰ γίνει συνώνυμος μὲ τὸ «ἐγωιστικὸ θέλημα». Ἄνθρωπος, ἀληθινὸς ἄνθρωπος, σημαίνει ὁλοκληρωτικὴ ὑποταγὴ σ’ ἕνα ἀνώτερο καὶ ὑψηλότερο θέλημα, στὸ διακριτικὸ κι ἀλάθητο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ο θεληματάρηδες ζον σ συλα φρενοβλαβν, σ σπίτια λοσκότεινα. Τὰ σώματά τους εἶναι σκοτεινά, ὅπως κι οἱ ψυχές τους. Τὸ θέλημα ἀνοίγει τὴν πόρτα στὸ ἀκοίμητο σκουλήκι, ποὺ κατατρώει τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Μετάνοια εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἴδιας τῆς φωλιᾶς τοῦ σκουληκιοῦ. Ὅταν τὰ μάτια τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνοίγουν καὶ βλέπει τί ἔχει μέσα του, κραυγάζει: «Ἀλίμονό μου! Πῶς ἀναπτύχθηκε τόσο μεγάλο πλῆθος σκουληκιῶν μέσα μου; Ἀλίμονό μου! Ποιός θὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἑσμὸ τῶν κακῶν σκουληκιῶν;»

* * *

.             Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ περιγράφει ἕναν ἁμαρτωλὸ ποὺ μετανόησε. Μιλάει γιὰ τὸν κοντόσωμο Ζακχαῖο, ποὺ ἐξαγνίστηκε μὲ τὴ μετάνοια καὶ σκαρφάλωσε σ’ ἕνα δέντρο γιὰ νὰ δεῖ τὸν Χριστό, τὸν Ὕψιστο· ποὺ θεραπεύτηκε ἀπὸ τὴν πνευματικὴ λέπρα τῆς πλεονεξίας καὶ τῆς φιλοχρηματίας μὲ τὴ δύναμη τοῦ παντοδύναμου Χριστοῦ. Κύριος φερε πολλος στ μετάνοια· βρκε κι σωσε πολλος «πολωλότες»· κάλεσε κοντά Του πολλος πο εχαν ξεστρατίσει κα τος βαλε στ σωστ δρόμο. θεία Πρόνοια μως θέλησε ν καταγραφον στ εαγγέλιο λίγα παραδείγματα μετανοίας, κενα πο εναι χαρακτηριστικ κα διδακτικ γι λες τς γενις τν νθρώπων. Τὸ παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου δείχνει μία ἐπανειλημμένη πτώση γιὰ τὸ φόβο τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ μετάνοια ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό. Τὸ παράδειγμα τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας φανερώνει τὴ λέπρα τῆς ἀνηθικότητας καὶ τὴ θεραπεία της. Τὸ παράδειγμα τοῦ Ζακχαίου δείχνει τὴ λέπρα τῆς πλεονεξίας καὶ τὴ θεραπεία της. Τὸ παράδειγμα τοῦ μετανιωμένου ληστῆ στὸ σταυρὸ δείχνει τὴ δυνατότητα καὶ τὴ σωστικὴ δύναμη τῆς μετάνοιας ἀκόμα καὶ στὸ μεγαλύτερο ἁμαρτωλό, ὡς καὶ τὴν ὕστατη στιγμὴ τῆς ζωῆς, μόλις πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατο.
.             Ὅλα τὰ παραδείγματα αὐτὰ εἶναι ἀνθρώπων ποὺ μετανόησαν ἀλλὰ εἶχαν ἐλπίδα, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ ζωή. Εἶναι εἰκόνες μετάνοιας ποὺ μπαίνουν μπροστά μας, ὥστε ἀνάλογα μὲ τὴν ἁμαρτωλή μας κατάσταση, νὰ διαλέξουμε τὸ δρόμο ἢ τὸν τρόπο τῆς σωτηρίας μας. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μετάνοια ποὺ εἶναι νεκρική, ἀπελπισμένη καὶ αὐτοκτονική. Τέτοια ἦταν ἡ μετάνοια τοῦ προδότη Ἰούδα: «Ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῶον…καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο» (Ματθ. κζ´ 4,5). Τέτοια μετάνοια, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπόγνωση καὶ τὴν αὐτοκτονία, δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν εὐλογημένη χριστιανικὴ μετάνοια. Εἶναι σατανικὴ καὶ αὐτοκαταστροφικὴ ὀργὴ ποὺ στρέφεται κατὰ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς. Τέτοια μετάνοια εἶναι σατανικὴ ἀποστροφὴ καὶ περιφρόνηση πρὸς τὸν ἄνθρωπο, πρὸς τὸν κόσμο καὶ τὴ ζωή. Σήμερα ὅμως ἂς σταθοῦμε στὸ ὑπέροχο παράδειγμα τῆς σωστικῆς μετάνοιας τοῦ Ζακχαίου, ποὺ διαβάζουμε στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο: «Καὶ εἰσελθὼν (ὁ Ἰησοῦς) διήρχετο τὴν Ἱεριχώ. καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν· καὶ προσδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι δι’ ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι» (Λουκ. ιθ´ 1-4). Αὐτὸ ἔγινε τὸν καιρὸ ποὺ ὁ Κύριος ἔκανε κι ἄλλο ἕνα θαῦμα στὴν Ἱεριχώ: τὴ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ Βαρτιμαίου. Αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστὸς στὸ Ζακχαῖο δὲν ἦταν καθόλου μικρότερο ἀπὸ τὴ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ. Ἄνοιξε τὰ σωματικὰ μάτια τοῦ Βαρτιμαίου καὶ τὰ πνευματικὰ μάτια τοῦ Ζακχαίου. Ἐξάλειψε τὴν τυφλότητα ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Βαρτιμαίου κι ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ Ζακχαίου. Στὸν Βαρτιμαῖο ἄνοιξε τὰ παράθυρα γιὰ νὰ δεῖ τὰ θαυμάσια του Θεοῦ στὸν ὁρατὸ κόσμο, στὸ Ζακχαῖο ἄνοιξε τὰ παράθυρα τῆς ψυχῆς, γιὰ νὰ δεῖ τὰ θαυμάσια του Θεοῦ στὸν οὐράνιο, τὸν πνευματικὸ κόσμο.
.         Τὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε στὸ Βαρτιμαῖο ἐνισχύεται ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἔκανε στὸ Ζακχαῖο. Ἡ ἀπόδοση τῆς σωματικῆς ὅρασης λειτουργεῖ καὶ γιὰ τὴν ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς ὅρασης. Κάθε θαμα, πο κανε Κύριος ησος, εχε κυρίως πνευματικ στόχο, πο γενικ φοροσε στν πνευματικ ραση τς τυφλς νθρωπότητας, στε ν δε τν παρουσία το Θεο, τν παντοδυναμία κα τν γαθότητά Του. Ὁ στόχος αὐτὸς ἐπιτεύχθηκε κατὰ ἕνα μέρος στὴ θεραπεία τῶν δέκα λεπρῶν, ἀφοῦ ὁ ἕνας τους μόνο, μαζὶ μὲ τὴ σωματικὴ θεραπεία, θεραπεύτηκε καὶ πνευματικὰ καὶ γύρισε γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Κύριο (βλ. Λουκ. ιζ´ 12-19). Στὴν περίπτωση τοῦ τυφλοῦ Βαρτιμαίου ὅμως, ὅπως καὶ στὴ πλειονότητα τῶν ἄλλων θαυμάτων, ὁ στόχος ἐπιτεύχθηκε ἀπόλυτα. Ὁ Βαρτιμαῖος εἶδε ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ μίλησε ὁ Κύριος κι ἀμέσως ἀποκαταστάθηκε κι ἡ πνευματική του ὅραση, ἀφοῦ τὴν ἴδια στιγμὴ βεβαιώθηκε γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, τὴν παντοδυναμία καὶ τὴν ἀγαθότητά Του «καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεὸν» (Λουκ. ιη´ 43).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ-2 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Μέσα ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ Ζακχαῖο ξεπήδησε ὁ ἄνθρωπος Ζακχαῖος, ποὺ ἀντιπάλευε τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ εἶχε μέσα του».

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, ,

Σχολιάστε

Ο ΖΑΚΧΑΙΟΣ ΔΙΝΕΙ ΛΥΣΗ, ΝΑ ΞΕΦΥΓΟΥΜΕ ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ!

Ὁ Ζακχαῖος δίνει λύση,
νὰ ξεφύγουμε ἀπ’ τὴν κρίση!

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας
 

.         Εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι, ἅρπαγες, πλεονέκτες, ἰδιοτελεῖς, ὁμοιάζοντες μὲ τὸν ἀρχιτελώνη Ζακχαῖο πρὶν τὴ μεταστροφή του. Κλεισμένοι στὸν ἑαυτό μας δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἂν οἱ πλησίον μας ὑποφέρουν, πάσχουν, στεροῦνται καὶ αὐτῶν τῶν ἀναγκαίων. Εἴμαστε ἄφρονες καὶ δὲν ζητοῦμε τὸ ψωμὶ τῆς ἡμέρας, «τὸν ἄρτον τὸν ἐπιούσιον», αὐτὸν ποὺ μᾶς χρειάζεται γιὰ τὴν ἡμερήσια διατροφή μας, ἀλλὰ ζητοῦμε νὰ αὐξήσουμε τὰ ἀγαθά μας γιὰ χρόνους πολλούς, νομίζοντες ὅτι θὰ εἴμαστε ἀθάνατοι. Εἴμαστε ὀλιγόπιστοι, ἂν ὄχι ἐντελῶς ἄπιστοι, ὅταν δὲν ἀφήνουμε τὶς μέριμνές μας στὸ Χριστό μας, Αὐτὸν ποὺ ἀνύστακτα μεριμνάει γιὰ ὅλους μας καὶ δὲν ἀκολουθοῦμε τὰ ρήματα τοῦ προφητάνακτος Δαβὶδ ποὺ μᾶς παροτρύνει: «Ἐπίῤῥιψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου καὶ αὐτός σε διαθρέψει» (Ψαλμ. 54, 22).
.         Ὁ Ζακχαῖος ἦταν πλούσιος σφόδρα καὶ εἶχε περίοπτη κοινωνικὴ θέση, ἂν καὶ τὸν ἀντιπαθοῦσε ὁ καταπιεσμένος λαός. Ἦταν ὁ σκληρόκαρδος καὶ τραχὺς φοροεισπράκτορας τῆς Ἰεριχοῦς, ποὺ νοιαζόταν μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ ἡ ἀδικία ἦταν τὸ μόνιμο καθημερινό του βίωμα. Σὰν παράσιτο, ποὺ ζοῦσε ἀπομιζώντας τοὺς γύρω του, βασίλευε καὶ εὐημεροῦσε μὲ τὴν ἀνέχεια καὶ τὴ δυστυχία τῶν ἄλλων. Ἡ κοινωνική του θέση ἦταν ὑψηλὴ καὶ ὅλοι τὸν ἔτρεμαν. Ὁ φτωχὸς λαὸς δὲν μποροῦσε νὰ σηκώσει μπροστά του τὸ ἀνάστημά του. Πόσοι Ζακχαῖοι ὑπάρχουν καὶ σήμερα γύρω μας, πολιτικοί, καναλάρχες, δημοσιογράφοι, καθηγητάδες, ἐκκλησιαστικοὶ ἄνδρες, δικαστικοὶ καὶ ἄλλοι πονηροὶ καὶ γόητες ποὺ προκόβουν «πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» (Β΄ Τιμ. γ΄ 13)! Εἶναι οἱ ἔνδοξοι τῆς γῆς ποὺ ἐπιβάλλονται στοὺς λαοὺς μὲ ἀδικίες καὶ ἄνομη ἰσχὺ καὶ ποὺ ἐξακολουθοῦν γιὰ πολὺ νὰ ἄρχουν ἐπάνω στὴ γῆ. Θύματά του, δυστυχῶς, ὅλοι μας, μικρὲς κοινωνικὲς ὁμάδες, λαοί, ἔθνη ἀνίσχυρα, ἄνθρωποι ἁπλοὶ τοῦ μόχθου καὶ τῆς δουλειᾶς. Ἔτσι τρικλίζοντας ἡ κοινωνία ἐν μέσῳ δυναστῶν ἔφθασε στὴν κρίση. Κρίση ἠθική, κρίση οἰκονομική, κρίση πολιτισμική, κρίση ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν, ποὺ δὲν φαίνεται νὰ ὁδεύει πρὸς τὸ τέρμα της, ἐνῶ μπορεῖ. Τίθεται τώρα τὸ ἐρώτημα. Ὑπάρχει λύση; Βεβαίως καὶ ὑπάρχει. Ἡ λύση βρίσκεται στὴν συνάντηση ὅλων μας μὲ τὸ Σωτήρα μας Χριστό. Αὐτὸν ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ, γιὰ νὰ συναντήσει τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ διαλεχθεῖ μαζί του μὲ σκοπὸ τὴ σωτηρία του. Αὐτὴ ἡ συνάντηση φέρνει γλυκεῖς καρπούς, ὅταν ἔλθει ἡ στιγμὴ τῆς μετανοίας, ἡ στιγμὴ τῆς ἐπισκιάσεως τῆς Θείας Χάριτος, ἡ στιγμὴ ποὺ μᾶς κάνει νὰ μὴν ὑπολογίζουμε τὴ γνώμη τοῦ κόσμου, τὴ γνώμη τῶν πολλῶν. Καὶ μὴ λησμονοῦμε ὅτι ἡ συνάντηση μας καὶ ὁ σύνδεσμος μας μὲ τὸ Θεὸ δὲν εἶναι κάτι δεδομένο καὶ αὐτονόητο λόγω τῆς χριστιανικῆς μας ἰδιότητας. Ἀποτελεῖ τὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς μας. Κάτι ποὺ γιὰ νὰ τὸ πραγματοποιήσουμε χρειάζεται ἰσόβιος ἀγώνας. Κάτι πού, σὲ ὅποιο βαθμὸ καὶ ἂν τὸ ἐπιτύχουμε, πάντοτε θὰ ὑπάρχουν περιθώρια ἐπεκτάσεως, ἀφοῦ ἡ συνάντησή μας μὲ τὸ Σωτήρα μας γίνεται στὰ ὅρια τῆς προσωπικῆς μας σχέσεως καὶ τότε μόνον, ὅταν ἐξαφανίσουμε τὴν ψευδαίσθηση τῆς πληρότητος καὶ τῆς αὐτάρκειας ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν αὐτονόμησή μας.
.         Ὁ Ζακχαῖος ἔκανε τὴν ὑπέρβαση, ἔκανε μία τρέλλα. Πόθησε νὰ συναντήσει τὸ Χριστὸ πραγματικὰ καὶ εἰλικρινὰ καὶ δὲν δίστασε παρὰ τὴν κοινωνική του θέση νὰ ἀνεβεῖ πάνω σὲ ἕνα δένδρο, γιὰ νὰ δεῖ τὸν ἄσημο κοινωνικὰ Ναζωραῖο καὶ νὰ ἀκούσει τὸ λόγο Του. Καταπάτησε κάθε καλὴ ἰδέα ποὺ εἶχε γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ ἀπεμπόλησε τὴν ἀξιοπρέπειά του στοχεύοντας στὴ σωτηρία του. Μηχανεύθηκε καὶ βρῆκε τρόπο νὰ Τὸν πλησιάσει. Ἀνέβηκε στὴ συκομωρέα, γιὰ νὰ δεῖ Αὐτὸν ποὺ ἐπευφημοῦσαν τὰ πλήθη, αὐτὰ ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε ἀδικήσει. Δὲν τὸν ἐπηρέασε ἡ κοινὴ γνώμη. Δὲν φοβήθηκε μήπως γελάσουν οἱ ἄλλοι μαζί του. Δὲν λογαρίασε τὴν ἡλικία του καὶ τὴ θέση του, μόνο ἔτρεξε κι ἀνέβηκε στὸ δένδρο. Ἡ καλὴ ἐπιθυμία μέσα του νικοῦσε κάθε ἐξωτερικὴ δυσκολία καὶ κάθε ἐμπόδιο. Ἔτσι, ἡ συκομωρέα γιὰ ἐκεῖνον ἀναδείχθηκε τὸ δένδρο τῆς σωτηρίας του. Ἀπὸ αὐτὸ ὑπακούοντας στὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας «κατάβηθι» κατέβηκε ταπεινωμένος, γιὰ νὰ ἀκούσει τὸν Κύριο νὰ τοῦ λέει ἀργότερα «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο» (Λουκ. ιθ΄ 9). Καὶ τὴ συνάντηση τοῦ Ζακχαίου μὲ τὸν Κύριο ἀκολούθησε ἡ ἄλλη συνάντησή του μὲ τοὺς συνανθρώπους του. Μετὰ τὴν ἀγαλλίαση ποὺ ἔνοιωσε ἀπὸ τὴ συνάντηση μὲ τὸ γλυκύτατο Ναζωραῖο μας καὶ τὴν «καλή του ἀλλοίωση», μετὰ τὴν εἰλικρινῆ του μετάνοια, ἀκολούθησε ἡ συνάντηση μὲ αὐτοὺς ποὺ εἶχε κλέψει καὶ εἶχε ἀδικήσει, στοὺς ὁποίους ἐπέστρεψε τὰ κλοπιμαῖα στὸ τετραπλάσιο.
.         Ἀλήθεια, τὸν ἄξιζε ὁ Ζακχαῖος τὸ δημόσιο ἔπαινο, τὴν πανηγυρικὴ ἐπιβεβαίωση τῆς σωτηρίας; Ναί, τὸν ἄξιζε, γιατὶ ἀγωνίσθηκε νὰ νικήσει τὶς ἀναστολὲς ποὺ προξενεῖ ἡ γνώμη τοῦ κόσμου. Ἀσφαλῶς τότε πολλοὶ θὰ τὸν κοίταξαν παράξενα, θὰ κρυφογέλασαν, ὅταν τὸν εἶδαν νὰ σκαρφαλώνει στὸ δένδρο. Ἀλλὰ ὁ Ζακχαῖος ἦταν ἀκάθεκτος στὴν ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὅταν αὐτοὶ γόγγυσαν γιὰ τὴν τιμητικὴ μεταχείριση τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸ πρόσωπό του, αὐτὸς δὲν ἐξοργίσθηκε, οὔτε ὑποχώρησε. Στὴν κατηγορία τους προέβαλε τὴ μετάνοια. Τοὺς ἀπέδειξε ἁπλᾶ ὅτι ἔσφαλαν.
.         Μιὰ τέτοια εὐγενικὴ ἐπανάσταση σὰν ἐκείνη τοῦ Ζακχαίου χρειαζόμαστε νὰ κάνουμε καὶ ἐμεῖς, μιὰ θεοφιλῆ τρέλα, γιὰ νὰ κατακτήσουμε τὸ «βραβεῖο τῆς ἄνω κλήσεως» (Φιλιπ. γ´ 14). Ὁ τρελὸς δὲν ἐνδιαφέρεται τί θὰ ποῦν οἱ ἄλλοι. Ἄκρη δὲν βρίσκεις μὲ τὰ στόματα τοῦ κόσμου. Ἀνεβάζουν καὶ κατεβάζουν κυβερνήσεις στὸ δευτερόλεπτο. Τὸ τί ἔμαστε χθὲς ἢ τὸ τί εἴμαστε σήμερα δὲν προδιαγράφει ἀναγκαστικὰ καὶ τὸ τί θὰ εἴμαστε αὔριο. Μποροῦμε αὐτὴ τὴ στιγμὴ νὰ ξεκινήσουμε μιὰ νέα ζωή, νὰ βάλουμε ἀρχὴ μετανοίας, ἀρχὴ μιᾶς νέας ζωῆς ἀκολουθοῦντες τὸ Ζωοδότη μας Ἰησοῦ. Μόνο Ἐκείνου ἡ γνώμη πρέπει νὰ μᾶς ἐνδιαφέρει, γιατὶ Ἐκείνου ἡ Κρίση θὰ μᾶς σώσει. Ἂς βιασθοῦμε καὶ ἂς μὴν προβάλλουμε ἀναστολὲς ποὺ ἀδικοῦν τὴ μελλοντική μας πορεία καὶ σωτηρία. Λένε καὶ εἶναι ἀλήθεια, ὅτι κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀδικήσει κάποιον περισσότερο, ἀπὸ ὅτι ὁ καθένας ἀδικεῖ τὸν ἑαυτό του. Καὶ ὅταν δὲν φαίνεται φῶς στὸ βάθος τῆς σήραγγας, ὅταν δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα σωτηρίας ὑπάρχει ἡ ἄμεση διαπροσωπική μας σχέση μὲ τὸ Θεό μας, ὑπάρχει ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς ποὺ δίνει ἐλπίδα. Ὁ Θεὸς ξέρει πότε, πῶς καὶ ποιὰ λύση θὰ δώσει στὰ αἰτήματά μας.
.         Καὶ ἐμεῖς σήμερα, ποὺ δύσκολα βλέπουμε φῶς ἐλπίδας στὴν κατάσταση ποὺ ἔχουμε περιέλθει σὰν ἄτομα, οἰκογένειες, ἔθνος, γιὰ νὰ ξεπεράσουμε τὴν οἰκονομικὴ κρίση ὀφείλουμε νὰ μιμηθοῦμε τὸ Ζακχαῖο καὶ νὰ συναντήσουμε τὸν Χριστό μας. Νὰ ἀνεβοῦμε στὸ δένδρο τοῦ σταυροῦ τῆς στερήσεως τῆς ὑπέρμετρης ἀνέσεως καὶ καλοζωΐας, στὸ σταυρὸ τῆς μιμήσεως τῆς πτωχείας τοῦ Ἐσταυρωμένου Ἰησοῦ χωρὶς νὰ ὑπολογίζουμε τὴ γνώμη τοῦ κόσμου, τὸ τί θὰ πεῖ γιὰ ἐμᾶς ὁ κόσμος, τί γνώμη θὰ σχηματίσουν οἱ ἄλλοι γιὰ ἐμᾶς; Μήπως μᾶς παρεξηγήσουν; Μήπως μᾶς εἰρωνευθοῦν; Ντρεπόμαστε… διστάζουμε…Δὲν θέλουμε νὰ δώσουμε λαβὲς γιὰ σχόλια. Ἀναρριχόμενοι στὸ ἀγλαόκαρπο δένδρο τοῦ Σταυροῦ ἂς ἀναρτήσουμε σὲ αὐτὸ τὰ θραύσματα, τὰ τραύματα καὶ τα κλάσματα τῆς ὑπάρξεώς μας, γιὰ νὰ εἴμαστε πάντοτε συγκροτημένοι καὶ ἐλπίζοντες στὴ σωτηρία μας.
.         Μετὰ νὰ κατεβοῦμε σύμφωνα μὲ τὴν προσταγὴ τοῦ Κυρίου μας «κατάβηθι», πρῶτα στὴν ἐσωστρέφεια καὶ ἔπειτα στὰ ἐπίπεδα τῶν πεινασμένων, τῶν πτωχῶν, τῶν ἐνδεῶν. Νὰ μάθουμε νὰ ταπεινωνόμαστε καὶ νὰ κρατοῦμε τὴν Ψυχή μας στὸν Ἅδη, χωρὶς νὰ ἀπελπιζόμαστε, ὅμως μᾶς διδάσκει καὶ ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης. Τέλος νὰ ἐπιστρέψουνε αὐτὰ ποὺ δὲν μᾶς ἀνήκουν, καὶ εἶναι πολλά, στοὺς δικαιούχους τους. Νὰ ἐπιστρέψουμε τὰ κλοπιμαῖα. Ποιά εἶναι αὐτά; Ὅ,τι ἔχουμε περιττὸ στὴν καθημερινότητά μας τὸ ἔχουμε κλέψει ἀπὸ τοὺς φτωχούς.
.         Ἡ συνάντησή μας μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μὲ τοὺς συνανθρώπους μας μᾶς κάνει ζηλωτὲς τοῦ Ζακχαίου, ποὺ ἄκουσε τὸ δίκαιο ἔπαινο τοῦ Κυρίου. Ἂν θελήσουμε καὶ ἐμεῖς νὰ τὸν ἀκολουθήσουμε ὄχι μόνο ἡ οἰκονομικὴ κρίση θὰ ἀπομακρυνθεῖ σὰν ὁμίχλη, ἀλλὰ καὶ τὸ φῶς τῆς δικαιοσύνης σὲ μιὰ εὐνομούμενη πολιτεία θὰ ἀνατείλει γιὰ τὸ καλὸ ὅλων μας. Ὁ Ζακχαῖος, λοιπόν, εἶναι ἡ λύση, γιὰ νὰ ἐκδιωχθεῖ ἡ κρίση.

 

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΔΙΗΓΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ

Ἀπόσπασμα [Α´] ἀπὸ τὸ βιβλίο
«ΟΜΙΛΙΕΣ ϛ´-Κυριακοδρόμιο Γ´»

Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 179-180 ἑπ.

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.                Ἂν καὶ ὁ κοντόσωμος Ζακχαῖος εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ πλῆθος κι εἶχε σκαρφαλώσει στὸ δέντρο, ὁ Κύριος τὸν εἶχε δεῖ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ βρισκόταν ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, προτοῦ ἀνεβεῖ στὴν συκομορέα. Πόσο διακριτικὸς εἶναι ὁ Κύριος καὶ Θεός μας! Ἐκεῖνος μᾶς βλέπει, ἐνῶ ἐμεῖς δὲν καταλαβαίνουμε τίποτα. Ὅταν τὸν ἀναζητοῦμε καὶ κάνουμε πολλὲς προσπάθειες γιὰ νὰ τὸν βροῦμε καὶ νὰ τὸν δοῦμε, Ἐκεῖνος μᾶς ἔχει ἤδη δεῖ. Ὅταν κατευθύνουμε τὴν πνευματική μας ματιά πρὸς Αὑτὸν ἀναζητώντας τον, τότε θὰ ἐμφανισθεῖ καὶ θὰ μᾶς καλέσει μὲ τ᾽ ὄνομά μας, νὰ κατεβοῦμε ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ καὶ ἐπικίνδυνα βράχια τῆς λογικῆς καὶ νὰ διεισδύσουμε μὲ τὴν προσευχὴ στὶς καρδιές μας, στὸν ἀληθινό μας τόπο. Καὶ τότε θὰ μᾶς πεῖ ὁ Κϋριος: σήμερον ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. Ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου κατεβεῖ στὴν καρδιά του κι ἐκεῖ βαπτιστεῖ στὰ δάκρυά του προσπαθώντας νὰ προσεγγίσει τὸν Θεό, τότε ἡ καρδιὰ γίνεται τόπος συναντήσεως τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνευματικὸ νόημα τῆς διηγήσεως τοῦ Ζακχαίου.

,

Σχολιάστε

«ΑΝΤΙ ΝΑ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ, ΕΦΟΡΟΛΟΓΗΘΗ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ»

Λόγος το γίου μφιλοχίου, πισκόπου κονίου

«Ες τν Ζακχαον»

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος, σελ. 439 καὶ ἑξῆς.

.             Τίποτα δὲν παρακινεῖ τόσον τὴν ψυχὴ πρὸς εὐφροσύνην, ὅσον ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀποχὴ τῶν κακῶν, ὁ δρόμος τῆς μετανοίας καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐξομολογήσεως. Ὅθεν καὶ σήμερα ὁ Δαυὶδ ἐμακάριζεν αὐτοὺς τῶν ὁποίων συνεχωρήθησαν οἱ ἁμαρτίες, φανερώνοντας τὴν φιλανθρωπία τοῦ Χριστοῦ, καὶ συγχρόνως προπαρασκευάζοντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς νὰ προστρέξουν στὴν μετάνοια. «Μακάριοι», λέγει, «ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι, καὶ ὧν ἐπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι». Ὅποιος λοιπὸν ἠμπορεῖ νὰ αἰσθανθῆ σὰν τὴν πόρνην καὶ τὸν τελώνην, ἂς τρέξη στὶς ἀκένωτες πηγὲς τῆς σωτηρίας τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν χωρὶς μετάνοια νὰ λάβη κανεὶς τὴν λύση τῶν κακῶν, οὔτε νὰ ἐπιτύχη τὸν μακαρισμόν, ἔστω καὶ ἂν εἶναι Προφήτης ἢ Ἀπόστολος ἢ καὶ Εὐαγγελιστής. Πράγματι ὅλοι ἀπὸ τὴν ἰδίαν πηγὴ ἔχουν ἀντλήσει. Μεταξὺ τῶν Προφητῶν ὁ ἴδιος ὁ Δαυίδ, ὁ ὁποῖος καὶ μετὰ τὴν μοιχείαν παραμένει Προφήτης, μὲ τὴν Χάριν Ἐκείνου ποὺ τὸν συνεχώρησε. Ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ μὲν ἕνας ἔχει «τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας» μετὰ τὴν ἄρνησιν, ὁ δὲ ἄλλος κατέστη Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν μετὰ τὴν δίωξη, μετατρέποντας τὸν ἰουδαϊκὸν ζῆλον σὲ εὐαγγελικὸν τρόπο. Καὶ μέσα στὰ Εὐαγγέλια ἐγνώρισα σωζόμενον τελώνην, ὄχι μόνο τὸν Ματθαῖον, ἀλλὰ μαζὶ μ’ αὐτὸν καὶ ἄλλους δύο. Ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτούς, προσευχόμενος καὶ κτυπώντας τὸ στῆθος του ὅπου ὑπῆρχε ὁ θησαυρὸς τῶν κακῶν, καὶ μὴ τολμώντας νὰ σταθῆ στὸν ναὸ μὲ τὰ χέρια καὶ τὸ βλέμμα ὑψωμένα, ὄχι μόνον ἐδικαιώθη, ἀλλὰ καὶ ἐστεφανώθη, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸν Φαρισαῖον. Καὶ σημερινς Ζακχαος, φο νέβη στ δένδρον, που πολλς φορς εχε σταθε γι ν κατασκοπεύη μ το διαφύγη κάποιος μπορος κα μείνει φορολόγητος, τώρα πρόσεχε μ το διαφύγη παρατήρητος μπορος το ορανο κα τς γῆς, ποος εχε μέσα το τν συλον θησαυρν τς Βασιλείας τν Ορανν.
.         Γιὰ νὰ μὴ συγχέωμεν ὅμως τὶς ἱστορίες τῶν τελωνῶν μεταξύ τους, ἂς διαπραγματευθοῦμε σήμερα, ἐὰν νομίζετε, καὶ ἂς ἐξετάσωμε λεπτομερέστερα τὴν ὑπόθεση μόνον τοῦ Ζακχαίου. «Εἰσελθὼν» ὁ Ἰησοῦς, λέγει, «διήρχετο τὴν Ἱεριχώ. Καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ οὗτος ἦν ἀρχιτελώνης». Δὲν μνημονεύει ὁ Εὐαγγελιστὴς τὴν Ἱεριχὼ χωρὶς λόγον, ἀλλὰ ἐπειδὴ πρόκειται νὰ εἰπῆ ὅτι ἕνας Τελώνης ἐφιλοξένησε στὸν οἶκο του τὸν Θεόν. Ἦταν ἀπίστευτο τὸ πράγμα. Γι᾽ αὐτὸ ἀναφέρει πρῶτα τὴν πατρίδα, γιὰ νὰ μᾶς ὑπομνήση τὴν πόρνην Ραάβ, καὶ ἔτσι νὰ μᾶς φανῆ παράδοξος ἡ μεταστροφὴ τοῦ Ζακχαίου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖον ἀνέφερε τὴν Ἱεριχώ. Νὰ φέρωμε στὸν νοῦ μας τὴν πόρνην Ραάβ, καὶ νὰ συγκρίνωμε τὸν τρόπο τῆς σωτηρίας αὐτῶν τῶν δύο. Ὅπως δηλαδὴ ἡ Ραάβ, ἡ πόρνη, ἐδέχθη τὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ ὡς κατάσκοπο καὶ τὸν ἔκρυψε, ἔτσι καὶ ὁ Ζακχαῖος, ὁ τελώνης, ἐδέχθη καὶ ἔθρεψε στὸν οἶκο του τὸν ἀληθινὸν Ἰησοῦν, τὸν κατάσκοπο τῆς διανοίας μας. Ἐκείνη ἐδέχθη τὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τὸν λαὸ στὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας. Αὐτὸς δέχεται τὸν ἀληθινὸν Ἰησοῦν, ὁ ὁποῖος ἦλθε γιὰ νὰ μᾶς εἰσαγάγη στὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν. Ἐκείνη ἐδέχθη τὸν παλαιὸν Ἰησοῦν, ὁ ὁποῖος κατηδάφισε τὰ τείχη τῆς Ἱεριχοῦς. Αὐτὸς ἐδέχθη τὸν ἀληθινὸν Ἰησοῦν, ὁ ὁποῖος κατεδάφισε τῶν Ἰουδαίων τὸν ναόν, διότι ὁ ἴδιος εἶπεν ὅτι «οὐ μὴ μείνῃ ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον, ὃς οὐ καταλυθήσεται». Ἡ πόρνη ἐδέχθη τὸν Ἰησοῦν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε διὰ μέσου του Ἰορδάνου τὸν λαὸν «εἰς γῆν ρέουσαν γάλα καὶ μέλι». Ὁ τελώνης ἐδέχθη τὸν ἀληθινὸν Ἰησοῦν, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε διὰ τοῦ Βαπτίσματος τοὺς πιστοὺς ὅπου «ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε, καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη». Ἡ Ραὰβ ἐδέχθη ἐκεῖνον τὸν Ἰησοῦν, ὁ ὁποῖος ἐξήγαγε τὸ σταφύλι ἀπὸ τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας. Ὁ Ζακχαῖος ὑπεδέχθη τὸν ἀληθινὸν Ἰησοῦν, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τὸν ληστὴν στὸν Παράδεισο. Ἔχει ὅμως καὶ κάποιο ἄλλο μυστικὸν νόημα ἡ πόλις, κρυμμένο μέσα στὴν πηγή της. Ἡ πηγὴ τῆς Ἱεριχοῦς ἦταν κάποτε μητέρα τῆς στειρώσεως, τροφὸς τῆς ἀκαρπίας, ἐπειδὴ τὸ νερό της ἦταν ἐλαττωματικόν. Ἐνῶ εἶχε τὸ ρεῖθρον ἀχανὲς καὶ ἔρεε ἀθόρυβα σὰν λάδι, οἱ προσερχόμενοι περιωρίζοντο μόνο νὰ τὴν βλέπουν καὶ ἀναχωροῦσαν διψασμένοι. Διότι δὲν ἦταν ἀκίνδυνος γι’ αὐτοὺς ἡ πόσις. Ἐπρόκειτο πράγματι περὶ ὕδατος ὀλεθρίου. Τὸ κάλλος τῆς πηγῆς παρακινοῦσε τοὺς περαστικοὺς νὰ σπεύσουν γιὰ νὰ πιοῦν, ὅμως ὁ φόβος τῆς βλάβης ἀνέκοπτε τὴν προθυμία τους. Ὅθεν, ἐπειδὴ ἡ πηγὴ ἔρεε ματαίως, οἱ περίοικοι, ποὺ πολλὲς φορὲς ἐπήγαιναν ἐκεῖ, ἐγόγγυζαν ἀπὸ τὴν δίψα ποὺ τοὺς προκαλοῦσε ὄχι ἡ ἀνυδρία ἀλλὰ ἡ θέα τῶν ὑδάτων. Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχαν τὴν δυνατότητα νὰ ἱκανοποιήσουν τὸ πάθος αὐτὸ τῆς δίψης, παρεπονοῦντο ἀγανακτισμένοι καὶ ἀπευθύνοντο πρὸς αὐτὴν λέγοντας: «Τί ρέεις ματαίως, ὢ πηγή; Θὰ ἤσουν καλλιτέρα ἂν δὲν φαινόσουν, ἂν εἶχες κρυφθῆ στὰ ὄρη καὶ στὶς ἄμμους καὶ στὶς ἐρημίες, ὅπου δὲν θὰ εἶχες πολλοὺς μάρτυρες τοῦ κακοῦ». Καὶ γιατί τὸ νερὸ δὲν ἦταν πόσιμον; Ἐπειδὴ ἐνέκρωνε τὰ σώματα ὅσων τὸ ἔπιναν. Ἂν ἔπινε ἄνδρας, δὲν ἐγίνετο πατέρας, οὔτε γυναίκα ἐγίνετο μητέρα, διότι ἔχανε τὴν χάρη τῆς μητρότητος. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καὶ ἡ γῆ ποὺ ἐδέχετο αὐτὸ τὸ νερό, ἠρνεῖτο τὴν συνήθη βλάστησή της, καὶ οἱ εὔσκιοι φοίνικες μὲ τὴν τόσην χάρη τοὺς ἐξεδύοντο τὴν στολὴ τῶν φύλλων καί, γιὰ νὰ τὸ εἰποῦμε μὲ ἕνα λόγον, ὀ,τιδήποτε εἶχε τὴν ἀτυχία νὰ ἔλθη σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ νερὸν αὐτό, ἐρημώνετο. Τοιαύτη ἦταν ἡ πηγή, ὅταν περιήρχετο παλαιὰ τὴν Ἱεριχὼ, ἕως ὅτου ἦλθεν ὁ Προφήτης Ἐλισαῖος, ἐπῆρε ἁλάτι καὶ τὸ ἔρριψε στὴν πηγή, καὶ ἔτσι ἐζωοποίησε τὰ ὕδατα. «Τάδε λέγει Κύριος», ἀναφέρει ἡ Γραφή. «ἴαμαι τὰ ὕδατα ταῦτα». Αὐτὰ λέγει ἐκεῖνος ποὺ πάντοτε, ὅταν ὁμιλῆ, τὸν λόγο του τὸν κάνει ἔργο: «Νὰ μὴ προέλθη πλέον ἀπὸ σᾶς ἄγονος καὶ στείρα», εἶπε, καὶ τὸ νερὸ μετεβλήθη, καὶ οἱ γαστέρες ἄρχισαν νὰ ὠδίνουν, καὶ ἡ γῆ νὰ βλαστάνη, καὶ οἱ ἄμπελοι νὰ θάλλουν, καὶ ἡ ἐλαία νὰ ἐπιδεικνύη τὴν ἰδικήν της χάρη. Καὶ ἔτσι οἱ περίοικοι συμφιλιώθησαν μὲ τὴν πηγή τους, καὶ ἐνῶ παλαιὰ πολεμοῦσαν καὶ ἐπολεμοῦντο, τώρα τὴν ποθοῦσαν καὶ τὴν ἐπεσκέπτοντο.
.         Κάτι σπουδαῖον ὅμως θέλει νὰ εἰπῆ τὸ αἴνιγμα τῆς πηγῆς. Αὕτη ἡ πηγή, ποὺ ἔρρεεν ἀφθόνως καὶ παλαιὰ ἔδιδε ἄχρηστο καὶ ἄγονο νερό, ἦταν προτύπωσις τῆς Ἐκκλησίας.
.        Πράγματι, πρὶν ἀπὸ τὸν Χριστόν, κάθε θρησκεία ἦταν τόσον ἀσεβὴς ὥστε, ἂν κάποιος ἄνδρας ἔπινε ἀπὸ τὸ νερὸ τῆς πηγῆς της, ἔχανε ἀκόμη καὶ τὴν ἰδιότητα νὰ εἶναι ἄνθρωπος, καὶ ἀπὸ τὴν συμπλοκήν του μὲ τὰ εἴδωλα ἠρνεῖτο τὴν λογικὴν φύση τῆς ψυχῆς. Ἡ δὲ γυναίκα δὲν ἐγίνετο μητέρα ἀρετῶν, δὲν ἔτικτε βλαστήματα σωφροσύνης, οὔτε ἀνέβλυζε τὸ λευκὸν τῆς εὐσεβείας γάλα. Ἐνῶ ὅμως αὐτὴ ἦταν ἡ κατάστασις τῆς πηγῆς, ἦλθεν ὁ Κύριος, καὶ ἀφοῦ ἔβαλε μέσα της ὡς ἅλας τοὺς Ἀποστόλους, ἔκαμε τὰ ὕδατά της εὔγευστα καὶ πόσιμα. Καὶ ὅτι ἦσαν ἅλας οἱ Ἀπόστολοι, ἄκου τὸν Χριστὸν ποὺ λέγει πρὸς αὐτούς: «Ὑμεῖς ἐστὲ τὸ ἅλας τῆς γῆς». Ἡ στείρα καὶ ἄγονος, ὅταν μετέλαβε ἀπὸ τὰ ἅλατα τῶν Ἀποστόλων, ἔγινε πολύγονος, ὅπως λέγει ὁ Προφήτης…
.         Ἦλθε λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς στὴν Ἱεριχώ, ἡ πηγὴ κοντὰ στοὺς ποτιζομένους ἀπὸ τὴν πηγήν, ἡ πολυδύναμος χάρις πρὸς τὴν πολυδένδρο καὶ πολύρρυτον πόλιν. «Καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης». Διπλὸ τὸ κακόν, ὅτι καὶ ἠσχολεῖτο μὲ ἄδικον τέχνη, καὶ ὅτι ἦταν ἀρχηγὸς τῶν κακῶς ἀσχολουμένων μὲ αὐτήν. Ὄχι μόνον ἠμάρτανε, ἀλλὰ εἶχε καὶ τὴν εὐθύνη γιὰ ὅ,τι κακὸν ἔκαμαν οἱ ἄλλοι. Ἀπέκλειε τὶς λεωφόρους γιὰ τοὺς ὁδοιπόρους, καὶ τοὺς ὑπεχρέωνε νὰ περάσουν ἀπὸ τὸν παράπλευρον δρόμο τῆς ἀδικίας του. Οὔτε τοὺς ληστὰς ἐμιμεῖτο, ὅταν παρεμόνευε τοὺς διερχομένους, οὔτε ἀνέμενε τοὺς ὁδοιπόρους ἀπὸ ζῆλον φιλοξενίας, ἀλλά, ἔχοντας ὡς νόμο τὴν ἀδικίαν, ἐφορολογοῦσε τοὺς ξένους κόπους, μιμούμενος τὴν ἄσπλαγχνον ἀδηφαγία τῶν κηφήνων. Ὅπως δηλαδὴ οἱ κηφῆνες τρυγοῦν τὸν κάματο τῶν μελισσῶν χωρὶς νὰ συμμετέχουν στοὺς κόπους των, ἔτσι καὶ οἱ τελῶνες κάθονται ἀργόσχολοι στὰ σταυροδρόμια καὶ ληστεύουν τοὺς κόπους τῶν ξένων ὁδοιπόρων.
.         Κάποιος ἔπλεε στὴν θάλασσα, ἔδωσε μάχες μὲ τὶς τρικυμίες, ἐπολέμησε μὲ τοὺς ἀνέμους, διέσχισε μεγάλο καὶ ἀνυπότακτον πέλαγος, καὶ ὁ Ζακχαῖος ἔσπευδε νὰ τοῦ ἀφαιρέση τὸ κέρδος μὲ τὴν φορολογία. Ἄλλος ἦταν βοσκὸς καὶ ταλαιπωρεῖτο ἀπὸ τὴν ξηρασία καὶ τὸν καύσωνα, συζοῦσε μὲ τὶς βροχές, τὰ χιόνια καὶ τὴν πάχνη, καὶ εἶχε ὡς καλύβη τὶς προεξοχὲς τῶν βράχων, τροφή του τὸ τυρὶ καὶ τὸ γάλα, καὶ ἔνδυμα ἀκατέργαστο τὸ δέρμα τῶν προβάτων. Ἔπεσε ὅμως ὁ πτωχός, ὁ ἀγροῖκος αὐτὸς ποὺ ἔχει ὡς κατοικία του τὰ ὅρη, στὰ χέρια τοῦ Ζακχαίου, ὁ ὁποῖος ἀπεδεκάτισε τὰ ζῶα του, τν λήστευσε νομίμως, χωρὶς ξίφος τὸν ἔσφαξε. Παίρνει ὁ δράστης τὸ μαχαίρι του, καὶ τὸ αἱμόφυρτον ἀποκομμένο μέλος καὶ ἀπομακρύνεται μὲ ἀναισθησία, γιὰ νὰ ἀποφύγη τὴν δυσφορία τοῦ πάθους, ἀφήνοντάς τον ἀπὸ ἀνούσιο πτωχεία πληγωμένο νὰ ἀποθάνη, ἀφοῦ πονᾶ μέχρι θανάτου. Δν φεύγει ψυχή του παξ δι παντός, λλ θνήσκει σιγ σιγ κα συνεχς. Κα γι ν τ επ συντόμως, τόσον νεπιθύμητος ταν Ζακχαος γι τος μπόρους, τος δοιπόρους, τος βουκόλους κα τος βοσκούς, σον τ πόρθητα φρούρια γι τος στρατιτες, ο φαλοι γι τος πλοιάρχους κα ο ποπτες κινήσεις γι τος πολεμιστάς.
.         Ὅμως αὐτός, ὁ ὁποῖος τόσην μανίαν ἐδείκνυε γιὰ τὴν παράλογο συλλογὴ τῶν χρημάτων, ζητοῦσε τώρα νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦν, καὶ δὲν ἠμποροῦσε. Τὸν ἠμπόδιζε τὸ μικρό του ἀνάστημα καὶ τὸ βάρος τῆς ἀδικίας. Τελικὰ ὅμως θεραπεύει τὸ μειονέκτημα τοῦ ἀναστήματος μὲ τὴν συνετήν του ἔμπνευση. Τρέχει ἐνωρίτερα καὶ ἀνεβαίνει σὲ κάποιαν συκομορέα, καὶ κρύπτεται μέσα στὸ πλούσιο φύλλωμά της, πιστεύοντας ὅτι βλέπει χωρὶς νὰ φαίνεται, ἐπειδὴ ἐνόμιζε ὅτι θὰ διαφύγη τῆς προσοχῆς τοῦ Παντογνώστου. Τ διο παθε κα αμορροοσα, νομίζοντας τι θ κλέψη τν ησον, ὁ ποος ρέσκεται σ παρόμοιες περιπτώσεις ν κλέπτεται. Ἀλλὰ ἐκείνη τουλάχιστον ἐπλησίασε καὶ ἤψατο τῶν ἱματίων του, ἐνῶ αὐτὸς ἔφθασε τὸν Χριστὸν ἀπὸ μακριά, διὰ μέσου τῆς πίστεως. Ἀνεβαίνει λοιπὸν στὸ δένδρο, θεραπεύοντας τὰ κακὰ ποὺ προῆλθαν ἀπὸ τὸν Ἀδάμ. Ὁ ἕνας πλανᾶται ἀπὸ τὸ δένδρο καὶ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεόν, ἐνῶ ὁ ἄλλος σώζεται ἀπὸ τὸ δένδρον, ἐπειδὴ ἐπιθυμεῖ νὰ ἰδῆ τὸν Θεόν. Διότι ὅταν ἤκουσε ὅτι κάνει πολλὰ καὶ παράδοξα θαύματα, καὶ ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὰ σώματα θεραπεύει καὶ τὶς ψυχές, καὶ ἀπὸ τὶς μὲν ψυχὲς ἀφαιρεῖ τὶς ἁμαρτίες, στὰ δὲ σώματα χαρίζει τὴν ἀπάθειαν, ἐπεθύμησε νὰ τὸν ἰδῆ, αὐτὸν ὁ ὁποῖος συγχωρεῖ τὰ πάντα στοὺς πάντες, καὶ συλλογίζετο μέσα του: «Ποῖος νὰ εἶναι ἄραγε αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ποὺ καθαρίζει λεπρούς, θεραπεύει τυφλοὺς καὶ συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες ὅσων τοῦ τὸ ζητοῦν; Πῶς μοιάζει ἄραγε, πῶς νὰ εἶναι ἡ μορφή του; Ἄραγε τὰ γνωρίζει ὅλα; Ἔχει ἄραγε ὑπ’ ὄψιν του καὶ τὶς σκέψεις τῶν ἀπόντων, ἢ μόνον τοὺς λογισμοὺς αὐτῶν ποὺ εἶναι κοντά του ἐξετάζει; Ἄραγε ἀνιχνεύει ὡς Θεὸς τὰ νοήματα τῆς καρδίας καθενός; Πῶς λοιπὸν θὰ τὰ μάθω ὅλα αὐτά; Ποῖος θὰ μοῦ τὰ διδάξη; Ποῖος ἄλλος; Ἡ προσωπικὴ πείρα, αὐτὴ εἶναι διδάσκαλος γιὰ ὅλα. Θὰ ἀνέβω στὸ δένδρο, καὶ θὰ καλυφθῶ ἀπὸ τὸ πλούσιο φύλλωμά του. Κρύπτομαι καὶ ἔτσι μαθαίνω ἂν ἠμπορῶ νὰ σωθῶ. Ἐὰν ἀντιληφθῆ τὴν κίνησιν αὐτὴ τῆς ψυχῆς μου, τότε θὰ μάθω ὅτι ἐξαλείφει καὶ τὴν ἁμαρτία τῆς ψυχῆς μου. Μὲ αὐτὸν λοιπὸν τὸν τρόπο θὰ καταλάβω ὅτι γνωρίζει τὰ κρυπτὰ τῶν λογισμῶν. Ἐὰν μὲ ἰδῆ μέσα σ’ αὐτὸν τὸν συνωστισμό, καὶ ὄχι μόνον μὲ ἰδῆ ἀλλὰ ἀνακαλύψη καὶ τῆς ψυχῆς μου τὸν ἔρωτα, θὰ προτιμήσω νὰ τὰ ἀπορρίψω ὅλα γιὰ νὰ βρῶ τὸ ἕνα. Θέλω νὰ μιμηθῶ τὸν Ματθαῖο. Καὶ ἐκεῖνος τελώνης ἦταν ὅπως ἐγώ, ὅμως δὲν προσέτρεξε αὐθαιρέτως, ἀλλὰ προσεκλήθη ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ καὶ ὑπήκουσε. Ὁ Ματθαῖος, φαντάζομαι, καθὼς εἶδε τὸν Ἰησοῦν, τὸν ἐνόμισεν ὡς ἕναν ἀπὸ τοὺς ὁδοιπόρους. Ἐβαθούλωσε τὶς παλάμες καὶ ἄνοιξε, ὡς συνήθως, τὶς ἀγκάλες του, ἕτοιμος νὰ ἁρπάξη. ντ μως ν φορολογήση, πως θελε, τν Χριστόν, φορολογήθη π ατόν, καὶ ὄχι μόνον φαινομενικῶς, ἀλλὰ προσφέροντας ὅλον του τὸν ἑαυτόν. Πράγματι, τὴν στιγμὴ ποὺ ἤκουσε «ἀκολούθει μοι», ὑπερέβη τὴν κλίση μὲ τὴν προθυμία του, τρέχοντας ὅσον ἠμποροῦσε γρηγορότερα πίσω ἀπὸ αὐτὸν ποὺ τὸν προσείλκυσε. Ἐὰν λοιπὸν προσκαλῆ καὶ τελῶνες, καὶ ὄχι μόνον προσκαλεῖ, ἀλλὰ καὶ δικαιώνει, δὲν μὲ βλάπτει ἡ σωρεία τῶν παρελθόντων μου κακῶν. Διότι, ἂν ὁ Ἐλισσαῖος, ρίπτοντας ἁλάτι στὴν πηγή μας, μετέβαλε σὲ γόνιμο τὸ ἄγονο νερό της, ὁπωσδήποτε καὶ αὐτός, ἂν ἁλατίση μὲ τὴν χάρη τὴν ψυχή μου, θὰ τὴν διεγείρη πρὸς καρπογονίαν ἀρετῆς.
.         Καθὼς ἐσυλλογίζετο αὐτὰ «ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἀναβλέψας εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν: Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι». χεις νεβε στ δένδρον ς τελώνης, κατέβα π τ δένδρον ς φιλόθεος. Κατέβα π τ ξύλον ατ στν γ, γι ν νεβς δι το σταυρο πρς τν ορανόν. νλθες σνα δένδρον, π τος νθρώπους κρυπτόμενος, νέρχεσαι δι το σταυρο στος γγέλους χαριζόμενος. «Σπεύσας» λοιπὸν «κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι». Ὤ, τί ἀνέκφραστη χάρις! Τί ἀπερίγραπτος φιλανθρωπία! Δὲν θὰ εἶναι πλέον ἀκάθαρτος ὁ οἶκος τοῦ τελώνου. Κάθε κακὸ θὰ ἀποδράση ἀπὸ αὐτόν, διότι ὅπου φιλοξενεῖται ὁ Ἰησοῦς, τὰ πάντα μεταβάλλονται πρὸς τὸ καλλίτερον. «Ζακχαῖε», λέγει, «σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκω σου δεῖ με μεῖναι». Τί νὰ εἴπω; Παράδεισος ἔγινε ἡ οἰκία τοῦ τελώνου. Ὅ,τι βλέπω στὴν περίπτωση τοῦ ληστοῦ, τὸ ἴδιο καὶ τώρα στὸν Ζακχαῖον. Εἶπε στὸν ληστὴ «Σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔση ἐν τῷ Παραδείσω», καὶ συγχρόνως τὸν παρέλαβε ἀπὸ τὸ ξύλο καὶ τὸν ἔβαλε στὸν Παράδεισον. Εἶπε στὸν Ζακχαῖο. «Σήμερον ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι», καὶ συγχρόνως τὸν ἔλαβε μαζί του καὶ εἰσῆλθε, κάνοντας τὸν οἶκο του Παράδεισο πρὶν ἀπὸ τὸν Παράδεισο…
.         Καθὼς ὅμως παρακολουθοῦσαν τὰ γενόμενα οἱ ἀπόγονοι ἐκείνων ποὺ παλαιὰ ἀγανακτοῦσαν καὶ παρεπονοῦντο γιὰ τὴν πηγήν, οἱ ἄγευστοί της θείας δυνάμεως καὶ ἀγαθότητος, σὰν νὰ ἐλυποῦντο γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀρχιτελώνου, ἐγόγγυζαν μέσα τους λέγοντες ὅτι «παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθεν καταλύσαι». Ὤ, ἐργάτες τῆς καταφρονήσεως, καὶ γεωργοὶ τῆς ραθυμίας! Σεῖς τί εἶσθε, δίκαιοι ἢ ἁμαρτωλοί; Δὲν εἶσθε μοχθηρότεροι ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους; Πῶς λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἦλθε καὶ ἐσκήνωσε μεταξύ σας; Πῶς ἐγεννήθη μεταξύ σας, ἀνετράφη, ἀνδρώθη, ἔπιεν, ἔφαγε; Γιατί λοιπὸν παραβλέπετε τὰ ἰδικά σας τραύματα, καὶ ἀνιχνεύετε τὰ πταίσματα τοῦ πλησίον; Καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ, γιατί ἄλλοτε λέγετε τὸν Χριστὸν ἁμαρτωλόν, καὶ ἄλλοτε δίκαιον; Ὅταν ἐθεράπευσε τὸν ἐκ γενετῆς τυφλό, τὸν ἀπεκαλέσατε ἁμαρτωλό, λέγοντας «δὸς δόξαν τῷ Θεῶ. Ἡμεῖς γὰρ οἴδαμεν ὅτι ἁμαρτωλὸς ἐστίν», ἐπειδὴ λύει τὸ Σάββατο. Τώρα ποὺ ἦλθε κάτω ἀπὸ τὴν στέγη τοῦ τελώνου, τὸν διασύρετε ἐνώπιον ὅλων ὡς μὴ δίκαιον, διότι συντρώγει ἀναξίως μὲ ἁμαρτωλούς. Ἂν θεραπεύση τυφλόν, τὸν λέγετε ἁμαρτωλόν, ἂν συμφάγη μὲ ἁμαρτωλοὺς τὸν διασύρετε, ὅτι συντρώγει ἀναξίως μὲ ἁμαρτωλούς. Τί λοιπόν; Νὰ μὴ θεραπεύση τυφλὸν τὸ Σάββατο, γιὰ νὰ μὴ νομισθῆ ἁμαρτωλός; Νὰ μὴ φάγη μὲ τελῶνες, γιὰ νὰ θεωρηθῆ δίκαιος; Γιατί τὸν κατηγορεῖτε; Καὶ ποῦ ἀλλοῦ ἔπρεπε νὰ τεθῆ τὸ φῶς, παρὰ σὲ μέρος σκοτεινό; Ποῦ ἔπρεπε νὰ ἔλθη ὁ ἰατρός; Νὰ μὴ προστρέξη σ’ αὐτοὺς ποὺ ὑποφέρουν; «Οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλὰ οἱ κακῶς ἔχοντες». Ποῦ ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῆ ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ; Ὄχι πρὸς τοὺς τελῶνες καὶ ἁμαρτωλούς, ὥστε νὰ λάβη τὸ φορτίο τους ἐπάνω του, νὰ τοὺς ἐλαφρύνη, καὶ ἔτσι νὰ τοὺς καταστήση ἱκανοὺς γιὰ τὰ ὑψηλότερα; Ματαίως τὸν κακολογεῖτε. Ἔχει ἐκπληρωθῆ σὲ σᾶς αὐτὸ ποὺ ἐλέχθη, ὅτι «οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς (σᾶς προλαμβάνουν δηλαδὴ) εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».
.         «Σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον. Ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς” καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα ἀποδίδωμι τετραπλοῦν». Τώρα ποὺ ἔχω δεχθῆ στὸν οἶκο μου ἐσὲ τὸν προστάτη τῶν πτωχῶν, δὲν ἀνέχομαι πλέον νὰ ἀδικῶ τοὺς πτωχούς, δν μ κατέχει πλέον φόβος μήπως δν συλλέξω χρήματα, φο φιλοξένησα ατν πο χαρίζει τν πλοτον τν κένωτον. Δὲν παραμονεύω πλέον τοὺς ὁδοιπόρους, ἀφοῦ συνήντησα στὸν δρόμο τῆς ζωῆς μου τὸν Ὕψιστον Θεόν, ποὺ κατέβη στὴν γῆ μὲ μορφὴν ἀνθρώπου, γιὰ νὰ χαρίση ἀμνηστεία καὶ νὰ σχίση τὸ χειρόγραφον τῶν ἁμαρτιῶν μας…
.         Μολονότι ὅμως εἶναι ὁ ὄντως πλούσιος, ἔζησε ὡς πτωχός. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ζακχαῖος ἔλεγε «Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, σὺ δὲ οὐκ ἔχεις ποὺ τὴν κεφαλὴν κλίνη». Ἂς χαθοῦν οἱ ἐπίσημες αὐλὲς καὶ τὰ προαύλια, οἱ οἰκοδομικὲς μεγαλουργίες, οἱ λαμπροὶ καὶ περιφανεῖς οἶκοι. Ἀντὶ ὅλων αὐτῶν μόνον τν κένωτον πλοτο τς πτωχείας σου ζητ. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀδυνατῶ νὰ διηγηθῶ ἐπαξίως τὸν πλοῦτο τῆς ψυχῆς τοῦ Ζακχαίου, ἂς ἀφήσωμε τὸν λόγο στὸν πλούσιον σὲ ἀρετὲς Πατέρα, ὁ ὁποῖος θὰ ὁμιλήση στὴν καρδία τοῦ καθενός. Στὸν φιλόξενον ἁρμόζει νὰ διηγῆται τὶς ἀρετὲς τοῦ φιλόξενου, πρὸς αἴνεσιν μὲν αὐτοῦ, στηριγμὸν δὲ ἰδικόν σας καὶ στέφανον τῆς Ἐκκλησίας, τιμὴν δὲ τοῦ Χριστοῦ «ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς



ΠΗΓΗ: «Ἄλλη Ὄψις» (ἀπὸ orp.gr -«ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ»)

, , ,

Σχολιάστε

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ (ΙΕ´ Λουκ.)

Προσωπικὴ συνάντησι μὲ τὸν Χριστό

(Κυριακὴ ΙΕ´ Λουκᾶ)

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 27-30

Ἐπιμέλεια κειμ.: «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

«Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι»
(Λουκ. ιθ´5)

.           Ὁ Ζακχαῖος ἱκανοποιώντας τὶς μεταφυσικές του ἀναζητήσεις ἐπεδίωξε νὰ συναντήση τὸν Χριστὸ καὶ Ἐκεῖνος δείχνοντας τὸν σκοπὸ τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του τὸν ἐκάλεσε σὲ μία προσωπικὴ συνάντησι: «Ζακχαῖε», τοῦ εἶπε, «κάνε γρήγορα καὶ κατέβα, γιατί σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸ σπίτι σου».
.        Λίγες σκέψεις θὰ διατυπώσουμε γιὰ τὴν προσωπικὴ συνάντησι μὲ τὸν Χριστό.
.            Ἡ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο εἶναι κυρίως

ἕνα προσωπικὸ γεγονός.

 .          Ὁ Χριστὸς δὲν συναντᾶται μὲ τὴν μάζα, ἀλλὰ μὲ τὰ πρόσωπα, ποὺ εἶναι ἄξια νὰ δεχθοῦν τὴν θεία Του διδασκαλία καὶ νὰ ἀκούσουν τὸ οὐράνιο κάλεσμά Του.
.       Ὁ Χριστὸς εἶναι Πρόσωπο. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ ἄνθρωπος. Ἑπομένως μία προσωπικὴ συνάντησι (πρόσωπο μὲ Πρόσωπο) δημιουργεῖ τὶς κατάλληλες συνθῆκες σωτηρίας. Πράγματι ἡ γνῶσι τοῦ Θεοῦ βιώνεται στὰ ὅρια τῆς προσωπικῆς σχέσεως.
.       Ἔκφρασι αὐτῆς τῆς συναντήσεως καὶ τῆς κοινωνίας εἶναι ἡ προφορὰ τοῦ ὀνόματος. Ὁ Χριστὸς καλεῖ τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ ὄνομά του (ποὺ εἶναι πολὺ προσωπικό του) καὶ ὁ ἄνθρωπος καλεῖ τὸν Θεὸ μὲ τὸ ὄνομά Του: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με».
.          Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ποὺ εἶναι «ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς» φανέρωσε αὐτὴν τὴν προσωπικὴ σχέση μὲ τὸ ποίμνιό Του, ὅταν εἶπε: «τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ’ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτὰ» (Ἰω. ι´ 3). Αὐτὸ τὸ βλέπουμε καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Μετὰ τὴν ἀνάστασή Του ὁ Κύριος τὸν ἐρωτᾶ: «Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾶς με πλεῖον τούτων;» Καὶ ὁ Πέτρος ἀπαντᾶ: «Ναὶ Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε» (Ἰω. κα´ 15). Ἐπίσης τὸ ἴδιο βλέπουμε στὴν περίπτωσι τῆς Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς. Ὅταν ὁ Κύριος λέγει «γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς;» ἐκείνη νομίζει ὅτι εἶναι ὁ κηπουρός. Ὅταν ὅμως χρησιμοποιεῖ τὸ ὄνομά της «Μαρία», τότε ἐκείνη ἀμέσως ἀναγνωρίζει τὸν Κύριό της καὶ διδάσκαλό της.
.         Ἡ συνάντησι τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν Ζακχαῖο δείχνει ἀκόμη τὶς πραγματικὲς

 προϋποθέσεις μιᾶς προσωπικς συναντήσεως.

.         Καὶ αὐτὴ ἡ προϋπόθεση εἶναι ἡ ἔκστασι. Ὁ Κύριος κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴν γῆ γιὰ νὰ συναντήση τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ διαλεχθῆ μαζί του, μὲ σκοπὸ τὴν σωτηρία του. Καὶ ὁ Ζακχαῖος ἀνέβηκε ἀπὸ τὴν γῆ στὸ δέντρο γιὰ νὰ δῆ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἀκούση τὸν θεῖο Του λόγο. Καὶ οἱ δύο ἔκαναν μιὰ ἔξοδο καὶ συναντήθηκαν πραγματικὰ καὶ οὐσιαστικά. Ἰδίως ὁ Ζακχαῖος ἐπέτυχε τὴν προσωπικὴ συνάντησι, γιατί ἔκανε τρέλλες. Δὲν ἦταν λίγο πράγμα, πλούσιος αὐτός, ἀρχιτελώνης μὲ μιὰ κοινωνικὴ θέση νὰ ἀνεβῆ ἐπάνω στὸ δέντρο, γιὰ νὰ δῆ ἕνα Ναζαρηνό. Αὐτὴ ὅμως ἡ ἔξοδος ἀπὸ τὴν καλὴ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν «ἀξιοπρέπειά» του εἶχε συνέπεια τὴν σωτηρία του.
.         Αὐτὸ δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος συναντᾶται μὲ τὸν Χριστὸ στὰ ὅρια τῆς προσωπικῆς σχέσεως, ὅταν κάνει τρέλλες. Ὅταν δηλ. ἀφανίζει τὴν ψευδαίσθησι τῆς πληρότητας καὶ τῆς αὐτάρκειας, ὅταν παύη νὰ ὑπολογίζη τὴν γνώμη τοῦ κόσμου, καὶ ὅταν ἀναζητᾶ παρθενικὰ καὶ ἀληθινὰ τὸν Χριστό, ἔστω κι ἂν ὅλοι τὸν κοροϊδεύουν, τότε συναντᾶ τὸν Κύριο.
.         Ἡ προσωπικὴ καὶ σωτήριος συνάντησι μὲ τὸν Χριστὸ γίνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία ποὺ εἶναι τὸ εὐλογημένο καὶ ἔνδοξο Σῶμα Του καὶ κοινωνία προσώπων.
.         Ἡ Ἐκκλησία κατὰ τὸ Βάπτισμα δίδει στὸν ἄνθρωπο τὸ ὄνομά του καὶ μὲ αὐτὸ ἔκτοτε τὸν γνωρίζει. Τοῦ δίδει προσωπικὰ τὴν θεία Χάρι καὶ προσωπικὰ τοῦ προσφέρει τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας. Μὲ τὸ ὄνομά του τοῦ συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες, τὸν στεφανώνει, τὸν χειροτονεῖ Ἱερέα, τοῦ δίδει τὰ θεῖα Δῶρα, δηλ. τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, τὸν συνοδεύει στὴν ἄλλη ζωὴ μὲ τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία.
.         Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία εἶναι κοινωνία προσώπων, σημαίνει πὼς ἂν θέλουμε τὴν σωτηρία μας, εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν αἰσθανώμαστε, ὡς τὸν χῶρο τῆς προσωπικῆς μας συναντήσεως μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν ἐξωτερικὴ ἐπαφὴ μαζί Του. Ἄλλωστε μὲ τὴν θεία Του Χάρι ἑνούμεθα μαζί Του.
.         Ἄρα δὲν πρέπει νὰ ζοῦμε στὴν Ἐκκλησία σὰν ἄτομα, ἀφοῦ ἡ ἴδια της δὲν θέλει νὰ μιλάη σὲ μάζα καὶ νὰ θεωρῆ τοὺς πιστοὺς σὰν ὄχλο, ἀλλὰ θέλει νὰ μιλάη καὶ νὰ συναναστρέφεται μὲ τοὺς ἀνθρώπους προσωπικά. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίως σήμερα ποὺ ὅλοι πασχίζουν νὰ μετατρέψουν τοὺς ἀνθρώπους σὲ ἄτομα, σὲ ὄχλο γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγοῦν ὅπου αὐτοὶ θέλουν.
.         Πολλοὶ σήμερα κατηγοροῦν τὴν Ἐκκλησία ὅτι δὲν κάνει μεγάλο κοινωνικὸ ἔργο καὶ ἀσχολεῖται μόνον μὲ τὴν λατρεία, ἢ μᾶλλον δίδει προτεραιότητα σ’ αὐτήν. Ὅμως αὐτὴ ἡ ἔνστασι δείχνει τὴν τρομερὴ ἀδυναμία ποὺ ἔχουν νὰ προσπελάσουν στὸν λυτρωτικὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία κάνει μεγάλο κοινωνικὸ ἔργο. Διαθέτει ἄφθονη κοινωνικὴ ἐργασία. Καὶ μόνον ἕνας ἀντικειμενικὸς ἐρευνητὴς μπορεῖ αὐτὸ νὰ τὸ διαπιστώση. Ἐπίσης μπορεῖ νὰ διαπιστώση ὅτι τὴν κάνει σωστὰ καὶ ἀληθινά. Ἐν τούτοις ὅμως, παρὰ τὴν μεγάλη κοινωνικὴ ἐργασία, ἀποφεύγει νὰ καταγίνεται μόνο μὲ αὐτή, γιὰ νὰ ξεπεράση τὸν μεγάλο πειρασμὸ νὰ μαζοποιήση τοὺς ἀνθρώπους. Ἐργάζεται περισσότερο προσωπικά, μὲ τὴν ἐξομολόγησι, τὶς προσωπικὲς σωτήριες συναντήσεις, παρὰ «κοινωνικά», ὅπως τὸ ἐννοῆ ὁ κόσμος, γιατί πολλὲς φορὲς μὲ τὴν κοινωνικὴ ἐργασία καταστρέφεται τὸ πρόσωπο, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἁπλῶς ἕνα νούμερο, ἕνας ἀριθμός, ὁπότε χάνεται ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας. Οἱ στατιστικὲς ἔρευνες γιὰ τοὺς πτωχούς, τοὺς γέροντας κλπ. ἢ ἡ συλλογικὴ προσφορὰ ἐργασίας (οἰκοτροφεῖο μὲ τόσα παιδιὰ ποὺ τρῶνε, πίνουν κλπ.) μᾶς βοηθοῦν νὰ ἐργαζόμαστε κοινωνικά, ὅμως τὶς περισσότερες φορὲς δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ ἐργασθοῦμε φιλάνθρωπα. Εἶναι προτιμότερο νὰ δώσουμε στὸν ἄλλον τὴν ἐσωτερικὴ γαλήνη καὶ ἀσφάλεια, παρὰ νὰ περιορίζουμε τὸ ἔργο μας σὲ ἐξωτερικὲς προσφορές.
.         Καταλήγοντας λέμε πὼς εἶναι ἀνάγκη στὶς κρίσιμες ἡμέρες ποὺ διερχόμαστε νὰ θεωροῦμε τὴν Ἐκκλησία σὰν κιβωτὸ τῆς προσωπικότητος καὶ ὄχι σὰν ὑπουργεῖο κοινωνικῶν ὑπηρεσιῶν, σὰν κιβωτὸ σωτηρίας καὶ ὄχι σὰν αἴθουσα διαλέξεων καὶ συζητήσεων. Τότε σὰν τὸν Ζακχαῖο θὰ ἀπολαύσουμε τὴν σωτηρία μας.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ (Κυρ. ΙΕ´Λουκ.)

«Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ»
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡ. ΙΕ´ ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. ιθ΄ 1-10)
22 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2012

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, διήρχετο ὁ Ἰησοῦς τὴν Ἱεριχώ· καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. Καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι δι᾽ ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. Καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. Καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων.
Καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. Σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν. Ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.

Ἁπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική:
Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο, ἐπερνοῦσε ὁ Ἰησοῦς διὰ μέσου τῆς πόλεως τῆς Ἱεριχοῦς. Ἐκεῖ ἦτο κάποιος ποὺ ὠνομάζετο Ζακχαῖος· ἦτο ἀρχιτελώνης καὶ πλούσιος, καὶ ζητοῦσε νὰ ἰδῇ ποιός εἶναι ὁ Ἰησοῦς ἀλλὰ δὲν μποροῦσε ἀπὸ τὸ πλῆθος διότι ἦτο κοντὸς τὸ ἀνάστημα. Ἔτρεξε λοιπὸν ἐμπρὸς καὶ ἀνέβηκε ἐπάνω σὲ μιὰ μουριά, διὰ νὰ τὸν ἰδῇ, διότι ἀπὸ ἐκεῖ ἐπρόκειτο νὰ περάσῃ. Ὅταν ἔφθασε ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ μέρος αὐτό, ἀσήκωσε τὰ μάτια του καὶ τὸν εἶδε καὶ τοῦ εἶπε, «Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα, διότι πρέπει νὰ μείνω στὸ σπίτι σου σήμερα». Καὶ κατέβηκε γρήγορα καὶ τὸν ὑποδέχθηκε μὲ χαράν. Ὅταν εἶδαν αὐτό, ὅλοι παρεπονοῦντο καὶ ἔλεγαν, «Εἰς τὸ σπίτι ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου πηγαίνει νὰ μείνῃ». Ὁ Ζακχαῖος ἐστάθηκε καὶ εἶπε εἰς τὸν Κύριον, «Τὸ ἥμισυ τῆς περιουσίας μου δίνω, Κύριε, εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ ἐὰν μὲ δόλιον τρόπον ἐπῆρα ἀπὸ κάποιον τίποτε, θὰ τοῦ τὸ ἀποδώσω τέσσερις φορὲς περισσότερον». Ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε, «Σήμερα ἔγινε σωτηρία σὲ τοῦτο τὸ σπίτι, διότι καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦλθε νὰ ἀναζητήσῃ καὶ νὰ σώσῃ τὸ ἀπολωλός».

«Ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν…»

, , ,

Σχολιάστε