Ἄρθρα σημειωμένα ὡς εὐσπλαγχνία

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΕΠΙ Τῌ 1ῌ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Mήνυμα τῆς Α.Θ. Παναγιότητος,
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου
ἐπὶ τῇ 1ῃ Σεπτεμβρίου, ἡμέρᾳ προσευχῆς διὰ τὸ φυσικὸν περιβάλλον (01.09.2011)
 

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ ΚΥΡΙΟΥ
ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

.       Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καταξιώνει ἡμᾶς σήμερον ὅπως ἐναρξώμεθα ἑνὸς εἰσέτι ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, ἑνὸς εἰσέτι ἑορτολογικοῦ κύκλου, ἐντὸς τῶν εὐλογημένων εὐκαιριῶν τοῦ ὁποίου καλούμεθα νὰ καταβάλλωμεν ἀγῶνα πνευματικὸν διὰ νὰ ἀξιοποιήσωμεν καλλίτερον τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν δυνατότητα τοῦ γενέσθαι «καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ ὥστε νὰ καταστῶμεν καὶ ἡμεῖς ἅγιοι Αὐτοῦ.
.      Ἡ σημερινὴ ὅμως ἡμέρα, ἡ 1η Σεπτεμβρίου, ἡ πρώτη τοῦ νέου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, εἶναι ἀφιερωμένη, πρωτοβουλίᾳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καὶ εἰς τὴν προσευχὴν διὰ τὸ φυσικὸν περιβάλλον. Ἡ δὲ πρωτόβουλος αὕτη ἀπόφασις οὐδόλως τυγχάνει ἄσχετος πρὸς τὴν ἀνωτέρω σημειολογίαν τῆς σημερινῆς ἡμέρας, καθὼς ὁ πνευματικὸς ἀγὼν ὁ ὁποῖος ἐπιφέρει τὴν καλὴν ἀλλοίωσιν τοῦ ἀνθρώπου συμβάλλει καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν σχέσεών του πρὸς τὸ περιβάλλον καὶ εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς εὐαισθησίας τοῦ ἀνθρώπου ὑπὲρ τῆς προστασίας καὶ διαφυλάξεως αὐτοῦ.
.      Δοξολογοῦμεν, λοιπόν, σήμερον τὸ ἅγιον ὄνομα τοῦ Θεοῦ, διότι ἐχάρισεν εἰς τὴν ἀνθρωπότητα καὶ διατηρεῖ καὶ συνέχει τὴν φύσιν, ὡς τὸ καταλληλότατον περιβάλλον διὰ τὴν ἐν αὐτῷ ὑγιεινὴν ἀνάπτυξιν τοῦ σώματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου. Ταυτοχρόνως δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ παρασιωπήσωμεν καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν τιμᾷ πρεπόντως τὴν δωρεὰν ταύτην τοῦ Θεοῦ καὶ καταστρέφει τὸ περιβάλλον, ἐκ πλεονεξίας ἢ ἐξ ἄλλων ἐγωϊστικῶν ἐπιδιώξεων.
.      Τὸ περιβάλλον ἡμῶν ἀποτελεῖται, ὡς γνωστόν, ἐκ τοῦ ἐδάφους, τῶν ὑδάτων, τοῦ ἡλίου, τοῦ ἀέρος ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς πανίδος καὶ τῆς χλωρίδος. Ὁ ἄνθρωπος δύναται νὰ ἐκμεταλλεύηται πρὸς ἴδιον ὄφελος τὴν φύσιν μέχρις ὅμως ἑνὸς ὁρίου, ὥστε νὰ διασφαλίζηται ἡ ἀειφορία, ἤτοι ἡ δυνατότης ἀναπαραγωγῆς τῶν καταναλωθέντων ἐνεργειακῶν πόρων ἀλλὰ καὶ τῶν ἐμβίων, ἀλόγων, κτισμάτων. Ἄλλωστε, ἡ καλῶς ἐννοουμένη ἐκμετάλλευσις τῆς φύσεως ἀποτελεῖ καὶ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπον, πρὸ καὶ μετὰ τὴν πτῶσιν αὐτοῦ. Ἡ ὑπέρβασις ὅμως τοῦ ὁρίου τούτου, ἥτις δυστυχῶς ἀποτελεῖ φαινόμενον τῶν δύο τελευταίων αἰώνων εἰς τήν ἱστορίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καταστρέφει τὴν ἁρμονίαν τῶν φυσικῶν συνισταμένων τοῦ περιβάλλοντος καὶ ὁδηγεῖ εἰς τὸν κορεσμὸν καὶ τὴν νέκρωσιν τῆς δημιουργίας, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἐπιβιώσῃ ἐντὸς ἀπερρυθμισμένων εἰς βαθμὸν μὴ ἀναστρέψιμον οἰκοσυστημάτων. Ἀποτέλεσμα δὲ τοῦ φαινομένου τούτου εἶναι ἡ ἐμφάνισις καὶ ἐξάπλωσις ἀσθενειῶν προκαλουμένων ὑπὸ τοῦ, ἀνθρωπίνῃ εὐθύνῃ, μολυσμοῦ τῶν διατροφικῶν ἀγαθῶν.
.      Εἰς τὰς ἡμέρας μας, ὀρθῶς μὲν τονίζεται ἡ μεγάλη σημασία τῶν δασῶν καὶ ἐν γένει τῆς χλωρίδος διὰ τὴν ἀειφορίαν τοῦ γηΐνου οἰκοσυστήματος ὡς καὶ τὴν διασφάλισιν τῶν ὑδατίνων πόρων, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὑποτιμᾶται καὶ ἡ μεγάλη συμβολὴ τῶν ζῴων εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν αὐτοῦ. Τὰ ζῷα ἀνέκαθεν ὑπῆρξαν φίλοι τοῦ ἀνθρώπου καὶ οἱ ὑπηρέται τῶν ἀνθρωπίνων ἀναγκῶν καθὼς παρεῖχον καὶ παρέχουν εἰς αὐτὸν τροφήν, ἔνδυσιν, μεταφορικὸν ἔργον ἀλλὰ καὶ προστασίαν καὶ συντροφικότητα. Στενοτάτη εἶναι ἡ σχέσις τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὰ ζῷα, ὡς καταδεικνύεται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι αὐτὰ ἐπλάσθησαν τὴν ἰδίαν ἡμέραν μὲ αὐτόν (Γεν. 1, 24-31) ἢ καὶ ἐκ τῆς δοθείσης ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἐντολῆς εἰς τὸν Νῶε ὅπως διασώσῃ ἕν ζεῦγος ἐξ ἑκάστου εἴδους ἀπὸ τὸν ἐπικείμενον κατακλυσμόν (Γεν. 6, 19). Τυγχάνει χαρακτηριστικὸν τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς ἐπιδεικνύει ἰδιαιτέραν μέριμναν διὰ τὴν διάσωσιν τοῦ ζωϊκοῦ βασιλείου.  Εἰς τοὺς βίους τῶν Ἁγίων ἀναφέρονται πολλαὶ διηγήσεις διὰ τὰς ἀρίστας σχέσεις μεταξὺ Ἁγίων καὶ ἀγρίων ζῴων, τὰ ὁποῖα ὑπὸ ἄλλας συνθήκας δὲν διατηροῦν φιλικὰς σχέσεις πρὸς τὸν ἄνθρωπον. Βεβαίως αὐτὸ δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν κακὴν φύσιν των, ἀλλὰ εἰς τὴν ἀντίστασιν τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν Χάριν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν συνεπακόλουθον συγκρουσιακὴν σχέσιν αὐτοῦ μετὰ τῶν στοιχείων καὶ τῶν ἀλόγων ἐμβίων ὄντων τῆς φύσεως. Ἄλλωστε, συνέπεια τῆς διαταράξεως τῆς σχέσεως τῶν πρωτοπλάστων πρός τὸν Δημιουργόν των καὶ Θεὸν ἦτο καὶ ἡ διατάραξις τῶν σχέσεων αὐτῶν μετὰ τοῦ περιβάλλοντος: «ἐπικατάρατος ἡ γῆ ἐν τοῖς ἔργοις σου· ἐν λύπαις φάγῃ αὐτὴν πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου· ἀκάνθας καί τριβόλους ἀνατελεῖ σοι, καὶ φάγῃ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ. Ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φάγῃ τὸν ἄρτον σου ἕως τοῦ ἀποστρέψαι σε εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήμφθης·» (Γεν. 3, 17-19) Ἡ εἰρήνευσις τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τοῦ Θεοῦ συνεπάγεται καὶ τὴν εἰρήνευσιν αὐτοῦ μετὰ τῶν στοιχείων τῆς φύσεως. 
.      Εἶναι φανερόν, κατόπιν τούτων, ὅτι ἡ ἀγαθὴ σχέσις τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ περιβάλλον ἀναπτύσσεται, ὅταν παραλλήλως ἀναπτύσσηται ἀγαθὴ σχέσις αὐτοῦ πρὸς τὸν Θεόν. Τυγχάνει γνωστὴ ἡ ἀφήγησις τοῦ Συναξαριστοῦ περὶ τῆς ἐμπειρίας τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, ὁ ὁποῖος εἰς ἡλικίαν ἐνενήκοντα ἐτῶν ἀπεφάσισε, καθοδηγηθείς ὑπό Ἀγγέλου Κυρίου, νὰ πορευθῇ ἐνδότερον τῆς ἐρήμου πρὸς ἀναζήτησιν καὶ ἄλλου ἀναχωρητοῦ, τοῦ Ὁσίου Παύλου τοῦ Θηβαίου, ἵνα λάβῃ παρ’ αὐτοῦ ὠφέλειαν πνευματικήν. Πορευθεὶς ἐπὶ τριήμερον εἰς ἀναζήτησιν αὐτοῦ καὶ ἰχνηλατήσας σημεῖα θηρίων ἀγρίων συνήντησε λέοντα, ὁ ὁποῖος ὑπεκλίθη ἤρεμος ἔμπροσθέν του καὶ ποιήσας μεταβολὴν ὡδήγησε τὸν Μέγαν Ἀντώνιον εἰς τὸ σπήλαιον τοῦ Ὁσίου Παύλου, ἔνθα εὗρεν αὐτὸν διακονούμενον ὑπὸ θηρίων. Κόραξ ἐκόμιζεν αὐτῷ τὸν ἐπιούσιον ἄρτον! Τὴν ἡμέραν μάλιστα τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου ἐκόμισεν εἰς αὐτὸν διπλῆν μερίδα μεριμνήσας καὶ διὰ τὸν ἐπισκέπτην αὐτοῦ! Οἱ Ἅγιοι οὗτοι εἶχον ἀναπτύξει ἀγαθὴν σχέσιν μετὰ τοῦ Θεοῦ, διὸ καὶ εἶχον φιλικὰς σχέσεις πρὸς πάντα τὰ ζῷα τῆς φύσεως. Ἡ δημιουργία αὐτῆς τῆς ἀγαθῆς σχέσεως πρὸς τὸν Θεὸν πρέπει νὰ προτάσσηται ὡς τὸ κύριον μέλημά μας, καὶ ὑπηρέτης αὐτῆς τῆς προοπτικῆς πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀγαθὴ σχέσις μας πρὸς τὸ ζωϊκόν, τὸ φυτικὸν καὶ τὸ ἄψυχον περιβάλλον μας. Ὑπὸ τὴν προοπτικὴν αὐτὴν ἡ ζωοφιλία δὲν θὰ ἀποτελῇ στεῖραν κοινωνικὴν ἐκδήλωσιν συμπαθείας πρὸς τὰ προσφιλῆ μας ζῷα, πολλάκις συνοδευομένην δυστυχῶς καὶ ὑπὸ ἀναλγησίας διὰ τὸν πάσχοντα συνάνθρωπον, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀγαθῆς σχέσεώς μας πρὸς τὸν Δημιουργὸν τοῦ παντός. Εἴθε ὁ Δημιουργός τοῦ καλοῦ λίαν σύμπαντος καὶ τοῦ καλοῦ λίαν γηΐνου οἰκοσυστήματος νὰ ἐμπνεύσῃ ὅλους ἡμᾶς νὰ συμπεριφερώμεθα εὐσπλάχνως πρὸς ἅπαντα τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, μὲ καρδίαν ἐλεήμονα ὑπὲρ πάντων αὐτῶν, ἀνθρώπων, ζῴων καὶ φυτῶν,  ὡς καὶ ὁ Ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος λέγει, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώτησιν: “Τί ἐστι καρδία ἐλεήμων;”. “Καρδία ἐλεήμων ἐστί, καῦσις καρδίας ὑπὲρ πάσης τῆς κτίσεως, ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, καὶ τῶν ὀρνέων, καὶ τῶν ζῴων, καὶ ὑπὲρ παντὸς κτίσματος. Καὶ ἐκ τῆς μνήμης αὐτῶν, καὶ τῆς θεωρίας αὐτῶν ρέουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ δάκρυα. Ἐκ τῆς πολλῆς καὶ σφοδρᾶς ἐλεημοσύνης τῆς συνεχούσης τὴν καρδίαν, καὶ ἐκ τῆς πολλῆς καρτερίας σμικρύνεται ἡ καρδία αὐτοῦ, καὶ οὐ δύναται βαστάξαι, ἢ ἀκοῦσαι, ἢ ἰδεῖν βλάβην τινά, ἢ λύπην μικρὰν ἐν τῇ κτίσει γενομένην” (Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Ἅπαντα τὰ εὑρεθέντα σχετικά, Λόγος ΠΑ´).
.      Διὰ τῆς τοιαύτης εὐσπλαγχνίας ἡμῶν πρὸς ἅπασαν τὴν κτίσιν θὰ τιμήσωμεν τὸ θεόσδοτον ἀξίωμα ἡμῶν ὡς ἀρχηγῶν τῆς Κτίσεως, ἐνδιαφερομένων μετὰ πατρικῆς στοργῆς ὑπὲρ πάντων τῶν στοιχείων αὐτῆς, τὰ ὁποῖα οὕτω θὰ μᾶς ὑπακούουν αἰσθανόμενα τὴν ἀγαθοεργὸν διάθεσίν μας, καὶ θὰ πειθαρχοῦν εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τῆς φιλανθρώπου καὶ ὑπηρετικῆς τῶν ἀναγκῶν μας ἀποστολῆς των.

,βια´ Σεπτεμβρίου α´

+ Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος,
διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης

ΠΗΓΗ: www.ec-patr.org

βλ. σχετ. : https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/11/05/ζωολάτρες-καὶ-θηριόφρονες/


, , , , , , ,

Σχολιάστε

«Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΣΥΓΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΩΦΕΛΕΙ» (Ἅγ. Ἰω. Χρυσόστομος)

Κυριακὴ ΙΑ´ Ματθαίου:

Ὁμιλία εἰς τὴν Παραβολὴν τοῦ τὰ μύρια τάλαντα ὀφείλοντος
καὶ τὰ ἑκατὸ δηνάρια ἀπαιτοῦντος

Τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Ἀρχιεπ. Κων/λεως τοῦ Χρυσοστόμου

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο “Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον”,
σελ. 229-242,
Ἔκδ. Ἱ. Κελλίου Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος, 2006

.       (…) Μὴ δυσανασχετήσετε ὅμως γιὰ τὸ μῆκος αὐτῶν ποὺ πρόκειται νὰ λεχθοῦν· διότι θέλω νὰ σᾶς διδάξω κάποια θαυμαστὴ κιθαρωδία, μεταχειριζόμενος ὄχι λύραν ἄψυχον, ἀλλὰ τείνοντας ἀντὶ χορδῶν τὶς ἱστορίες τῶν Γραφῶν καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅπως στὴν περίπτωση τῆς κιθάρας δὲν ἀρκεῖ μόνον μία χορδὴ γιὰ νὰ προκληθεῖ μελωδία, ἀλλὰ πρέπει ὅλες νὰ κτυπηθοῦν μὲ τὸν ρυθμὸ ποὺ ταιριάζει, ἔτσι καὶ στὴν περίπτωση τῆς ψυχικῆς ἀρετῆς δὲν ἀρκεῖ γιὰ τὴν σωτηρία μας μόνον ἕνας νόμος, ἀλλὰ πρέπει νὰ τοὺς τηροῦμε ὅλους μὲ ἀκρίβεια, ἐὰν βέβαια ἔχομε διάθεση νὰ ἐπιτύχουμε πραγματικὴ μελωδία.
.       Ἔμαθε τὸ στόμα σου νὰ μὴν ὁρκίζεται; ἔχει ἀσκηθεῖ ἡ γλώσσα σου νὰ λέγει σὲ κάθε περίσταση «ναὶ» καὶ «οὐ» (Ματθ. ε΄ 37); Ἂς μάθη νὰ ἀποφεύγει καὶ κάθε κακολογία καὶ νὰ δείχνει περισσότερο ἐνδιαφέρον γι᾽ αὐτὴ τὴν ἐντολή, ἐπειδὴ χρειάζεται καὶ περισσότερο ἐνδιαφέρον γι᾽ αὐτὴ τὴν ἐντολή, ἐπειδὴ χρειάζεται καὶ περισσότερο κόπο ἐκ μέρους μας. Καὶ αὐτὸ διότι ἐκεῖ εἶχε νὰ νικήσει ἁπλῶς μία συνήθεια, ἐνῶ στὴν περίπτωση τῆς ὀργῆς χρειάζεται μεγαλύτερο ἀγώνα, ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι πάθος τυραννικὸ καὶ πολλὲς φορὲς παρασύρει ὅσους δὲν ἔχουν νῆψι καὶ τοὺς γκρεμίζει στὸ βάραθρο τῆς ἀπωλείας.
.       Ποῦ λοιπὸν ὁμίλησε ὁ Κύριος γιὰ τὴν ὀργὴ καὶ τὴν μνησικακία; Καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα σημεῖα, ἀλλὰ ἰδιαιτέρως στὴν παραβολὴ αὐτὴ ποὺ εἶπε στοὺς μαθητές, ἀρχίζοντας κάπως ἔτσι: «Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνάραι λόγον (νὰ λογαριασθεῖ) μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. Ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων…»· πρέπει ὅμως νὰ ποῦμε γιὰ ποιὸ λόγο ἄρχισε μὲ τὴν αἰτιολογία· πράγματι δὲν εἶπε ἁπλῶς «ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» ἀλλὰ «διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».  Γιὰ ποιό λόγο λοιπὸν προηγεῖται ἡ αἰτία; Στοὺς μαθητές του μιλοῦσε περὶ ἀνεξικακίας καὶ τοὺς δίδασκε ὅτι πρέπει νὰ συγκρατοῦμε τὴν ὀργὴ καὶ νὰ μὴν δίδουμε πολλὴ σημασία στὶς ἀδικίες ποὺ μᾶς γίνονται ἀπὸ ἄλλους, λέγοντας ἔτσι: «ἐὰν ἁμάρτῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου, ὕπαγε καὶ ἔλεγξον αὐτὸν μεταξύ σου καὶ αὐτοῦ μόνου· ἐάν σου ἀκούςῃ, ἐκέρδησας τὸν ἀδελφόν σου» (Ματθ. ιη΄15).

.       Αὐτὰ καὶ ἄλλα παρόμοια ἔλεγε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητὲς καὶ τοὺς δίδασκε νὰ φιλοσοφοῦν τὰ πράγματα, ὅταν ὁ Πέτρος, ὁ κορυφαῖος του χοροῦ τῶν Ἀποστόλων, τὸ στόμα τῶν μαθητῶν, ὁ στύλος τῆς Ἐκκλησίας, τὸ στερέωμα τῆς πίστεως, τὸ θεμέλιό της ὁμολογίας, ὁ ἁλιεὺς τῆς οἰκουμένης, αὐτὸς ποὺ ἀνέβασε τὸ γένος μας ἀπὸ τὸ βυθὸ τῆς πλάνης στὸν οὐρανό, ὁ πάντοτε θερμὸς καὶ γεμάτος ἀπὸ παρρησία, ἢ μᾶλλον ἀπὸ ἀγάπη καὶ ὄχι ἀπὸ παρρησία, ἐνῶ ὅλοι σιωποῦσαν προσῆλθε στὸν διδάσκαλο καὶ λέγει: «ποσάκις ἁμαρτήσει εἰς ἐμὲ ὁ ἀδελφός μου καὶ ἀφήσω αὐτῶ; ἕως ἑπτάκις;» (Μάτθ. ἰη΄ 21). Ἐρωτᾶ μαζὶ καὶ ὑπόσχεται, καὶ πρὶν μάθει ἐκδηλώνει τὴν φιλοτιμία του. Διότι γνωρίζοντας σαφῶς τὴν διάθεση τοῦ διδασκάλου, ὅτι πάντα ρέπει πρὸς φιλανθρωπία, καὶ μάλιστα ὅτι χαρίζεται πιὸ πολὺ σ΄ αὐτὸν ποὺ περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους παραβλέπει τὰ ἁμαρτήματα τῶν συνανθρώπων του καὶ δὲν τὰ ἐξετάζει μὲ κακὴ διάθεση, θέλοντας νὰ ἀρέσει στὸ νομοθέτη, λέγει, «ἕως ἑπτάκις;».
.       Ἔπειτα γιὰ νὰ μάθεις τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος καὶ τί ὁ Θεὸς καὶ πῶς ἡ γενναιοδωρία τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου καὶ ἂν φθάσει, συγκρινομένη μὲ τὸν πλοῦτο τοῦ Θεοῦ εἶναι πιὸ ἀσήμαντη ἀπὸ κάθε πτωχεία, καὶ ὅτι ὅσον ἀπέχει μία σταγόνα ἀπὸ τὸ ἀπέραντο πέλαγος, τόσον ἀπέχει ἡ ἰδική μας ἀγαθότητα ἀπὸ τὴν ἀνέκφραστο φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὁ Πέτρος εἶπε «ἕως ἑπτάκις» καὶ νόμισε πὼς ἔδειξε μεγάλη φιλοτιμία καὶ γενναιοδωρία, ἄκουσε τί τοῦ λέγει: «οὐ λέγω σοι ἕως ἑπτάκις, ἀλλ᾽ ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά»· μερικοὶ νομίζουν ὅτι ἐννοοῦσε ἑβδομήντα ἑπτὰ φορές, δὲν εἶναι ὅμως τόσες, ἀλλὰ παρ᾽ ὀλίγον πεντακόσιες· διότι ἑβδομήντα φορὲς τὸ ἑπτὰ εἶναι τετρακόσια ἐνενήντα.
.       Καὶ μὴ νομίσεις ὅτι εἶναι δύσκολη ἡ προσταγή, ἀγαπητέ. Ἐπειδὴ ἐὰν συγχωρήσεις μία καὶ δύο φορὲς τὴν ἡμέρα αὐτὸν ποὺ ἁμάρτησε, καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι σκληρὸς σὰν πέτρα, καὶ ἂν ἀκόμη αὐτὸς ποὺ σὲ λύπησε εἶναι ἀγριότερος ἀπὸ τοὺς δαίμονες, δὲν θὰ εἶναι τόσον ἀναίσθητος, ὥστε νὰ πέσει πάλι στὰ ἴδια, ὅμως π τν συχνότητα τς συγχωρήσεως θ συνετισθε κα θ γίνει καλύτερος κα πι πιεικής. Καὶ σὺ πάλιν, ἐὰν εἶσαι προετοιμασμένος νὰ περιφρονεῖς τόσες φορὲς τὰ ἁμαρτήματα ποὺ γίνονται ἐναντίον σου, ἀφοῦ ἐξασκηθεῖς ἀπὸ τὴν πρώτη καὶ δεύτερη καὶ τρίτη συγχώρηση, δὲν θὰ σοῦ εἶναι κοπιαστικὴ πλέον αὐτὴ ἡ φιλοσοφία, φο μία γι πάντα κπαιδεύθηκες π τν συχνότητα τς συγχωρήσεως ν μ βλάπτεσαι καθόλου π τ μαρτήματα το πλησίον σου.
.       Μόλις τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ Πέτρος ἔμεινε ἐμβρόντητος, ἐπειδὴ φρόντιζε ὄχι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ καὶ γιὰ ἐκείνους ποὺ ὁ Κύριος ἐπρόκειτο νὰ τοῦ ἐμπιστευθεῖ. Γιὰ νὰ μὴ κάνει λοιπὸν τὸ ἴδιο ποὺ εἶχε κάνει καὶ σὲ ἄλλες ἐντολές, τοῦ ἀπέκλεισε προκαταβολικῶς κάθε ἐρώτηση. Καὶ τί ἔκανε στὶς ἄλλες ἐντολές; Ἂν κάποτε πρόσταζε ὁ Χριστὸς κάτι ποὺ φαινόταν δύσκολο, ἔσπευδε καὶ ρωτοῦσε πρὶν ἀπὸ τοὺς ἄλλους νὰ μάθει περὶ τῆς ἐντολῆς. Πράγματι, ὅταν πλησίασε ὁ πλούσιος καὶ τὸν ρώτησε περὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς καὶ ἔμαθε πῶς ἀποκτᾶται ἡ τελειότητα, «ἀπῆλθε λυπούμενος» ἐξ αἰτίας τῶν χρημάτων, ὁ δὲ Χριστὸς εἶπε: «εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ραφίδος διελθεῖν, ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν εἰσελθεῖν» (Μάρκ. ι´ 25). Τότε ὁ Πέτρος, ἂν καὶ εἶχε ἀπογυμνώσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα καὶ δὲν τοῦ εἶχε μείνει πλέον οὔτε ἀγκίστρι, ἀφοῦ εἶχε ἐγκαταλείψει καὶ τὴν τέχνη καὶ τὸ πλοιάριό του, παρ᾽ ὅλα ταῦτα πλησίασε τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ρώτησε: «Καὶ τίς δύναται σωθῆναι»;
.       Πρόσεχε τὴν μετριοφροσύνη ἀλλὰ καὶ τὴν θέρμη τοῦ μαθητοῦ· διότι δὲν εἶπε «ἀδύνατα πράγματα προστάζεις, δύσκολη ἡ προσταγή, φοβερὸς ὁ νόμος», οὔτε σιώπησε, ἀλλὰ ἔδειξε καὶ τὴν στοργή του γιὰ τοὺς ἄλλους, καὶ συγχρόνως ἀπένειμε τὴν ὀφειλομένη τιμὴ πρὸς τὸν διδάσκαλο, λέγοντας· «Καὶ τίς δύναται σωθῆναι»; Ἐνῶ ἀκόμη δὲν εἶχε γίνει ποιμένας, εἶχε ψυχὴ ποιμένος, καὶ ἐνῶ ἀκόμη δὲν τοῦ εἶχε ἀνατεθεῖ ἡ ἐξουσία ἔδειχνε τὴν μέριμνα ποὺ ἁρμόζει σὲ ἄρχοντα, φροντίζοντας γιὰ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη. Ἐὰν ἦταν πλούσιος καὶ διέθετε πολλὰ χρήματα, ἴσως θὰ ἔλεγε κάποιος ὅτι ἔκαμνε τὴν ἐρώτηση αὐτὴ μεριμνώντας ὄχι γιὰ τοὺς ἄλλους ἀλλὰ γιὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ φροντίζοντας γιὰ τὰ ἰδικά του. Τώρα ὅμως ἡ πενία του τὸν ἀπαλλάσσει ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὑποψία, καὶ ἀποδεικνύει ὅτι μεριμνοῦσε καὶ ἤθελε νὰ μάθει τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας ἀπὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἄλλων.  Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς ἐνθαρρύνοντάς τον τοῦ εἶπε: «τὰ ἀδύνατα παρ᾽ ἀνθρώποις, παρὰ τῷ Θεῷ δυνατά ἐστι». Μὴ νομίσεις, ὅτι ἐγκαταλείπεσθε ἔρημοι· ἐγὼ συμπαρίσταμαι στὴν προσπάθειά σας αὐτὴν καὶ κάνω τὰ ἀκατόρθωτα κατορθωτὰ καὶ μάλιστα εὔκολα. Ὅταν πάλιν ὁ Χριστὸς ὁμιλοῦσε γιὰ τὸν γάμο καὶ τὴν γυναίκα καὶ ἔλεγε «ὁ ἀπολύων γυναίκα παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχάσθαι» (Μάτθ. ε´ 32) καὶ συνεβούλευε νὰ ὑπομένει κανεὶς κάθε κακία τῆς γυναικὸς ἐκτὸς μόνον ἀπὸ τὴν πορνεία, ὁ Πέτρος, ἐνῶ οἱ ἄλλοι σιωποῦσαν, πλησίασε τὸν Χριστὸ καὶ τοῦ εἶπε: «εἰ οὗτός ἐστιν ἡ αἰτία (σχέσις) τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τῆς γυναικός, οὐ συμφέρει γαμῆσαι (νὰ ἔλθη κανεὶς σὲ γάμο)». Πρόσεχε καὶ ἐδῶ πὼς καὶ τὴν τιμὴ ποὺ ἁρμόζει σὲ διδάσκαλο ἀπέδωσε, καὶ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἄλλων φρόντισε, χωρὶς καὶ ἐδῶ νὰ μεριμνᾶ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Γιὰ νὰ μὴν εἰπεῖ λοιπὸν καὶ τώρα κάτι παρόμοιο, ἀνέτρεψε μὲ τὴν παραβολὴ ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἀντίρρησή του. Αὐτὸς ἦταν ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖον ὁ Εὐαγγελιστὴς εἶπε: «διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνάραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ», δείχνοντας ὅτι γι’ αὐτὸ λέγει τὴν παραβολὴν αὐτή, γιὰ νὰ μάθεις ὅτι καὶ ἂν «ἑβδομηκοντάκις ἑπτὰ» τὴν ἡμέρα συγχωρεῖς στὸν ἀδελφό σου τὰ ἁμαρτήματά του, δὲν ἔκαμες ἀκόμη τίποτε μεγάλο, ἀλλὰ ὑστερεῖς πολύ, ἀπερίγραπτα ἀπὸ τὴν φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου καὶ δὲν δίδεις τόσον ὅσο λαμβάνεις.
.       Ἂς ἀκούσουμε λοιπὸν μὲ προσοχὴ τὴν παραβολή· διότι ἂν καὶ φαίνεται πὼς ἀπὸ μόνη της εἶναι σαφής, ἔχει ὅμως κρυμμένο μέσα της καὶ κάποιον ἀνέκφραστο θησαυρὸ νοημάτων. «Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἠθέλησε συνάραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ». Μὴ προσπεράσεις ἐπιπόλαια τὴν φράση, ἀλλὰ ἀνάπτυξε παρακαλῶ τὸ δικαστήριο ἐκεῖνο καί, εἰσερχόμενος στὴν συνείδησή σου, ἀναλογίσου ὅσα ἔχεις πράξει σὲ ὅλη σου τὴν ζωή· καὶ ὅταν ἀκούσης ὅτι λογαριάζεται μὲ τοὺς δούλους του, νὰ σκεφθεῖς ὅτι ἐννοεῖ καὶ βασιλεῖς, καὶ στρατηγούς, καὶ ἐπάρχους, καὶ πλουσίους καὶ πτωχούς, καὶ δούλους καὶ ἐλευθέρους: «Πάντας γὰρ ἠμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ»… (Β΄ Κορ. ε΄ 10). Βάλε μὲ τὸν νοῦ σου πῶς θὰ εἶναι τότε τὸ δικαστήριο, ἀναλογίσου ὅλα τὰ ἁμαρτήματα ποὺ ἔχεις κάμει. Καὶ ἂν μάλιστα ἐσὺ λησμονήσεις ὅσα ἐπλημέλησες, ὁ Θεὸς δὲν θὰ τὰ λησμονήσει ποτέ, ἀλλὰ θὰ τὰ στήση ὅλα ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μας, ἐὰν δὲν προλάβομε νὰ τὰ ἐξαλείψομε τώρα μὲ μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση καὶ μὲ τὸ νὰ μὴ μνησικακοῦμε ποτὲ πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας. Γιὰ ποιό λόγο ὅμως κάμει τὸ λογοθέσιον; Ὄχι ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἀγνοεῖ (πῶς θὰ ἀγνοοῦσε αὐτὸς ποῦ γνωρίζει τὰ πάντα πρὶν γίνουν;), ἀλλὰ γιὰ νὰ πείσει ἐσὲ τὸν δοῦλο του ὅτι δικαίως ὀφείλεις αὐτὸ ποὺ ὀφείλεις. Ἢ καλλίτερα ὄχι μόνον γιὰ νὰ μάθεις, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ καθαριστεῖς τελείως· ἐπειδὴ καὶ τὸν προφήτη γι’ αὐτὸ τὸν πρόσταξε νὰ λέγει τὰ ἁμαρτήματα τῶν Ἰουδαίων: Διότι λέγει «λέγε τὰς ἀνομίας αὐτῶν τῷ οἴκῳ Ἰακὼβ καὶ τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ» (Ἠσ. νη΄ 1) ὄχι μόνον γιὰ νὰ ἀκούσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ διορθωθοῦν.
.       «Ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν, προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων» [Ἡ ἀνωτάτη νομισματικὴ μονάς. Ἕνα τάλαντο στὴν Ἑλλάδα τοῦ 4ου π.Χ. αἰῶνος ἰσοδυναμοῦσε μὲ 42,5 κιλὰ χρυσοῦ]. Ἆραγε πόσα τοῦ εἶχε ἐμπιστευθεῖ, ἀφοῦ κατέφαγε τόσα πολλά; Μεγάλος ὁ ὄγκος τοῦ χρέους· καὶ δὲν ἦταν μόνον αὐτὸ τὸ φοβερό, ἀλλὰ τὸ ὅτι τὸν ἔφεραν καὶ πρῶτο στὸν Κύριό του. Ἐπειδή, ἐὰν μὲν τὸν ἔφερναν ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους ποὺ φάνηκαν εὐγνώμονες, δὲν θὰ ἦταν τόσο θαυμαστὸ τὸ νὰ μὴ ἐξοργισθεῖ ὁ Κύριος, ἐπειδὴ ἡ εὐγνωμοσύνη τῶν προηγουμένων θὰ τὸν εἶχε κάνει ἡμερότερο πρὸς τοὺς ἀγνώμονες ποὺ ἠκολούθησαν· τὸ νὰ φανεῖ ὅμως ἀχάριστος αὐτὸς ποὺ εἰσῆλθε πρῶτος καὶ μολονότι φάνηκε τόσο ἀγνώμων νὰ ἀντιμετωπιστεῖ μὲ τόση φιλανθρωπία ἀπὸ τὸν Κύριό του, αὐτὸ εἶναι τὸ ἰδιαιτέρως θαυμαστὸ καὶ παράδοξο.
.       Οἱ ἄνθρωποι λοιπόν, ὅταν εὕρουν τοὺς ὀφειλέτες τους, χαίρονται σὰν νὰ εὑρῆκαν κυνήγι καὶ θήραμα καὶ κάνουν τὰ πάντα γιὰ νὰ ἀπαιτήσουν ὅλο τὸ χρέος. Καὶ ἂν δὲ τὸ κατορθώσουν ἐξ αἰτίας τῆς πτωχείας τῶν ὀφειλετῶν, ἐκδηλώνουν τὴν ὀργή τους γιὰ τὰ χρήματα στὸ ταλαίπωρο σῶμα τῶν δυστυχῶν ἐκείνων, βασανίζοντας καὶ κτυπώντας καὶ προξενώντας σ’ αὐτὸ μύρια κακά. Ὁ Θεὸς ὅμως ἀντιθέτως, ἐπενόησε καὶ μετεχειρίσθη ὅλα τὰ μέσα, γιὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ χρέη. Διότι σὲ μᾶς, ὁ πλοῦτος εἶναι τὸ νὰ ἀπαιτήσομε τὰ ὀφειλόμενα, ἐνῶ γιὰ τὸ Θεό, εἶναι πλοῦτος τὸ νὰ συγχωρήσει. Ἐμεῖς, ὅταν λάβομε τὰ ὀφειλόμενα, τότε γινόμεθα εὐπορώτεροι· ἐνῶ ὁ Θεός, ὅταν συγχωρήσει τὰ ἁμαρτήματα, τότε κυρίως πλουτίζει. Ἐπειδὴ πλοῦτος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ὅπως λέγει ὁ Παῦλος: «ὁ πλουτῶν εἰς πάντας, καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους αὐτὸν» (Ρωμ. ι΄ 12).
.       Ἀλλὰ ἴσως κάποιος εἰπεῖ: καὶ πὼς αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ χαρίσει καὶ νὰ συγχωρήσει τὰ ἀνομήματα διέταξε νὰ τὸν πωλήσουν; Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ποὺ φανερώνει πάρα πολὺ τὴν φιλανθρωπία του. Ὅμως ἂς μὴ βιαζώμεθα, ἀλλὰ ἂς προχωροῦμε μὲ τὴν σειρὰ στὴν διήγηση τῆς παραβολῆς: «Μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι» λέγει. Τί σημαίνει «μὴ ἔχοντος αὐτοῦ ἀποδοῦναι». Πάλιν ἐπίτασιν ἀγνωμοσύνης· ἐπειδὴ ταν λέγει τι δν μποροσε ν τ πιστρέψει, δν ννοε τίποτε λλο παρ τι ταν στερημένος κατορθωμάτων κα δν εχε κανένα ργον γαθόν, γι ν λογαριασθε στν παλλαγ τν μαρτημάτων του. Διότι λογαριάζονται, ὁπωσδήποτε λογαριάζονται τὰ κατορθώματα γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ τῶν ἁμαρτημάτων μας, ὅπως καὶ ἡ πίστη λογαριάζεται γιὰ δικαιοσύνη. «Τῷ γὰρ μὴ ἐργαζομένω, πιστεύοντι δὲ ἐπὶ τὸν (Θεὸν τὸν) δικαιοῦντα τὸν ἀσεβῆ, λογίζεται ἡ πίστις αὐτοῦ εἰς δικαιοσύνην» (Ρωμ. δ΄ 5). Καὶ τί λέγω γιὰ πίστη καὶ κατορθώματα, ἀφοῦ καὶ οἱ θλίψεις μας λογαριάζονται γιὰ τὴν ἐξάλειψη τῶν ἁμαρτημάτων; Καὶ αὐτὸ τὸ φανερώνει ὁ Χριστὸς μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ Λαζάρου, παρουσιάζοντας τὸν Ἀβραὰμ νὰ λέγει πρὸς τὸν πλούσιο, ὅτι ὁ Λάζαρος ἀπήλαυσε στὴν ζωή του τὰ κακὰ καὶ γι’ αὐτὸ ἐδῶ ηὗρε παρηγορία. Τὸ φανερώνει καὶ ὁ Παῦλος γράφοντας στοὺς Κορινθίους γιὰ ἐκεῖνον ποὺ πόρνευσε, πρὸς τοὺς ὁποίους λέγει τὰ ἑξῆς: «παράδοτε τὸν τοιοῦτον τῷ σατανᾷ εἰς ὄλεθρον τῆς σαρκός, ἵνα τὸ πνεῦμα σωθῇ» (Α΄ Κορ. ε΄ 5). Καὶ ἄλλους ἐπίσης ποὺ ἡμάρτησαν τοὺς παρηγορεῖ λέγοντας «διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι (ἐλαφρὰ καὶ βαρειὰ) καὶ κοιμῶνται ἱκανοί. Εἰ γὰρ ἑαυτοὺς ἐκρίνομεν, οὐκ ἂν ἐκρινόμεθα· κρινόμενοι δὲ ὑπὸ Κυρίου, παιδευόμεθα, ἵνα μὴ σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν» (Α΄ Κορ. ια΄ 30-32). Ἐὰν δηλαδὴ κρίναμε ἐμεῖς τοὺς ἑαυτούς μας, δὲν θὰ ἐκρινόμεθα· γι’ αὐτὸ κρινόμενοι ἀπὸ τὸν Κύριο παιδευόμεθα (ἐδῶ), γιὰ νὰ μὴ καταδικασθοῦμε μαζὶ μὲ τὸν κόσμο. Καὶ ἐὰν ὁ πειρασμὸς καὶ ἡ νόσος καὶ ἡ ἀσθένεια καὶ ὁ ἀφανισμὸς τοῦ σώματος, τὰ ὁποῖα ὑπομένουμε ἀκουσίως, χωρὶς νὰ τὰ δημιουργοῦμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, μᾶς λογαριάζονται στὴν ἐξάλειψη τῆς ἁμαρτίας, πολὺ περισσότερο τὰ κατορθώματα, τὰ ὁποῖα πραγματοποιοῦμε ἑκουσίως καὶ μὲ τὴν ἰδική μας προσπάθεια.

.       Αὐτὸς ὅμως καὶ στερημένος ἀπὸ κάθε ἀγαθὸν ἦταν, καὶ ἀφόρητο φορτίο ἁμαρτημάτων εἶχε· γι’ αὐτὸ λέγει «μὴ ἔχοντος αὐτοῦ ἀποδοῦναι, ἐκέλευσεν αὐτὸν πραθῆναι»· αὐτὸ μᾶς φανερώνει περισσότερο ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο τὴν φιλανθρωπία τοῦ Δεσπότου, ὅτι καὶ τὸν κάλεσε νὰ λογοδοτήσει καὶ νὰ πωληθεῖ διέταξε. Ἐπειδὴ καὶ τὰ δύο τὰ ἔκαμε, ὥστε αὐτὸς νὰ μὴ πωληθεῖ. Ἀπὸ ποῦ γίνεται αὐτὸ φανερό; Ἀπὸ τὸ τέλος· διότι ἂν ἤθελε νὰ πωληθεῖ αὐτός, ποῖος τοῦ τὸ ἀπαγόρευε; ποῖος τὸν ἐμπόδιζε;
.       Γιατί λοιπὸν διέταξε νὰ πωληθεῖ, ἀφοῦ δὲν ἐπρόκειτο νὰ τὸ κάνει; Μ τν πειλ το αξησε τὸν φόβο γι ν τν παρακινήσει σ κεσία· τν παρεκίνησε δ σ κεσία, γι ν λάβει π ατ φορμ συγχωρήσεως. Βεβαίως ἠμποροῦσε καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν παράκληση νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὸ χρέος, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξε γιὰ νὰ μὴ πέσει σὲ χειρότερα. Ἠμποροῦσε καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ λογοθέσιο νὰ δώσει τὴν συγχώρηση, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ γίνει ἀπανθρωπότερος καὶ ὠμότερος πρὸς τοὺς συνανθρώπους του ἀγνοώντας τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων του, γι’ αὐτὸ τὸν βοήθησε πρῶτα νὰ συνειδητοποιήσει τὸ μέγεθος τοῦ χρέους του, καὶ τότε τοῦ τὸ χάρισε ὅλο. Διότι ἐάν, ἀφοῦ πρῶτα ἔγινε ἡ λογοδοσία καὶ ἀπεκαλύφθη τὸ χρέος καὶ ἄκουσε τὴν ἀπειλή, καὶ ἔγινε φανερὰ ἡ καταδίκη τῆς ὁποίας ἦταν ἄξιος, φάνηκε τόσον ἄγριος καὶ σκληρὸς πρὸς τὸν συνδουλό του, σὲ πόση ἀγριότητα θὰ εἶχε φθάσει, ἂν τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶχε συμβεῖ;
.       Γι’ αὐτὸ τὰ ἔκαμνε ὅλα αὐτὰ ὁ Θεὸς καὶ τὰ ἐπιχειροῦσε, γιὰ νὰ συγκρατήσει ἐκ τῶν προτέρων ἐκείνη τὴν σκληρότητα. Ἐὰν ὅμως μὲ κανένα ἀπὸ αὐτὰ δὲν διορθώθηκε, αἴτιος δὲν εἶναι ὁ διδάσκαλος, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἐδέχθη τὴν διόρθωση.
.       Ἂς ἰδοῦμε ὅμως πῶς προσπαθεῖ νὰ θεραπεύσει τὴν πληγή. «Πεσὼν οὖν», λέγει, «παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ, παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ᾽ ἐμοί, καὶ πάντα σοὶ ἀποδώσω». Καὶ μάλιστα δὲν εἶπε ὅτι δὲν εἶχε νὰ τοῦ τὰ ἐπιστρέψει· ἔτσι ὅμως συνηθίζουν νὰ κάνουν ὅσοι χρεωστοῦν· καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐπιστρέψουν τίποτε, ὑπόσχονται, ὥστε νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ παρόντα δεινά. ς κούσομε σοι ραθυμομε στν προσευχή, πόση εναι δύναμη τν παρακλήσεων. Ατς δν πέδειξε νηστεία, οτε κτημοσύνη, οτε τίποτε παρόμοιο, λλ ν καὶ ταν ρημος κα γυμνς π κάθε ρετή, πειδ μόνο παρεκάλεσε τν Κύριο, κατόρθωσε ν τὸν παρακινήσει σ εσπλαχνία. Ἂς μὴν ἀποκάμνομε λοιπὸν στὶς παρακλήσεις. Διότι ποῖος θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνει ἁμαρτωλότερος ἀπὸ αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἦταν ὑπεύθυνος γιὰ τόσα ἀνομήματα, ἐνῶ κατόρθωμα δὲν εἶχε κανένα, οὔτε μικρόν, οὔτε μεγάλο; Δὲν εἶπε ὅμως μέσα του «δὲν ἔχω παρρησία, εἶμαι γεμάτος ἐντροπή, πῶς ἠμπορῶ νὰ τὸν πλησιάσω; πῶς ἠμπορῶ νὰ παρακαλέσω;», πράγμα ποὺ πολλοὶ ἐπιβεβαρυμένοι μὲ ἁμαρτίες τὸ λέγουν, πάσχοντες ἀπὸ διαβολικὴ εὐλάβεια. Σοῦ λείπει ἡ παρρησία; Γι’ αὐτὸ πλησίασε, γιὰ νὰ ἀποκτήσεις παρρησία πολλή. Μήπως εἶναι ἄνθρωπος αὐτὸς ποὺ πρόκειται νὰ συμφιλιωθεῖ μαζί σου, γιὰ νὰ ἐντραπεῖς καὶ νὰ κοκκινίσεις; Εἶναι ὁ Θεός, ποὺ περισσότερο ἀπὸ ἐσένα θέλει νὰ σὲ ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ ἀνομήματα. Δὲν ἐπιθυμεῖς ἐσὺ τόσον τὴν ἀσφάλειά σου, ὅσον ἐκεῖνος ποθεῖ τὴν σωτηρία σου. Καὶ αὐτὸ μᾶς τὸ δίδαξε μὲ τὰ ἴδια του τὰ ἔργα.
.       Δὲν ἔχεις παρρησία; Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ ἠμπορέσεις νὰ ἀποκτήσεις παρρησία, ἐπειδὴ ἔχεις αὐτὴν τὴν αἴσθησι· διότι μεγαλυτέρα παρρησία εναι τ ν μ νομίζεις τι χεις παρρησία. πως κριβς μεγαλυτέρα καταισχύνη εναι τ ν δικαιώνει κανες τν αυτό του νώπιον τοῦ Κυρίου· ἐκεῖνος εἶναι ἀκάθαρτος, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ὁ ἁγιώτερος ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους· ὅπως ἀκριβῶς δίκαιος γίνεται ἐκεῖνος ποὺ ἔπεισε τὸν ἑαυτόν του ὅτι εἶναι ὁ τελευταῖος ἀπὸ ὅλους. Καὶ μάρτυρες γιὰ τὰ λεγόμενα εἶναι ὁ Φαρισαῖος καὶ ὁ Τελώνης. Μν πελπιζόμεθα λοιπν γι τς μαρτίες μας, οτε ν πογοητευόμεθα, ἀλλὰ ἂς προσερχώμεθα στὸ Θεό, ἂς γονατίζομε ἐνώπιόν του, ἂς παρακαλοῦμε, καθὼς ἔκαμε καὶ αὐτός, ἀφοῦ μέχρι τὸ σημεῖο αὐτὸ ἔδειξε τὴν καλή του διάθεση. Κα τ τι δν χασε τ θάρρος του, κα τ τι δν πελπίσθηκε, κα τ τι μολόγησε τς μαρτίες του, κα τ τι ζήτησε κάποια ναβολ κα παράταση, λα ατ εναι καλ κα φανερώνουν συντριβ διανοίας κα ψυχ ταπεινωμένη. Ατ πο κολούθησαν μως δν εναι μοια μ τ προηγούμενα. Διότι σα συγκέντρωσε μ τν κεσία, ατ τ σκόρπισε λα σ μία στιγμ μ τν ργ κατ το πλησίον.
.       Ἀλλὰ ἂς ἔλθομε πρῶτα στὸν τρόπον τῆς συγχωρήσεως· ἂς ἰδοῦμε πῶς τὸν ἀπήλλαξαν ἀπὸ τὸ χρέος καὶ ἀπὸ ποιὰ αἰτία ὁδηγήθηκε ὁ Κύριος σ’ αὐτό. «Σπλαγχνισθεὶς ὁ Κύριος αὐτοῦ», λέγει, «ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ». Ἐκεῖνος ἐζήτησε ἀναβολήν, αὐτὸς ἔδωσε συγχώρησι δηλαδὴ ἔλαβε περισσότερον ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἐζήτησε. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος λέγει: «τῷ δυναμένῳ πάντα ποιῆσαι ὑπερεκπερισσοῦ ὧν αἰτούμεθα ἢ νοοῦμεν». Διότι οὔτε νὰ φανταστεῖς δὲν ἠμπορεῖς τόσα πολλά, ὅσα ἐκεῖνος εἶναι ἕτοιμος νὰ σοῦ δώσει. Μὴν ἐντραπεῖς λοιπόν, μὴ κοκκινήσης· ἢ μᾶλλον νὰ ἐντρέπεσαι γιὰ τὶς ἁμαρτίες σου, νὰ μὴν ἀπελπίζεσαι ὅμως, οὔτε νὰ ἀπομακρυνθεῖς ἀπὸ τὴν προσευχή, ἀλλὰ πλησίασε, ἔστω καὶ νὰ τοῦ δώσεις τὴν εὐκαιρία νὰ ἐπιδείξει τὴν φιλανθρωπία του μὲ τὴν συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν σου. Ἐὰν ὅμως φοβηθεῖς νὰ τὸν πλησιάσεις, τότε ἐμπόδισες τὴν ἀγαθότητά του, συνεκράτησες τὴν ἀφθονία τῆς καλοσύνης του, ὅσον βεβαίως ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐσένα.
.       Ἂς μὴ δειλιάζομε λοιπόν, οὔτε νὰ διστάζομε στὶς προσευχές. Ἐπειδή, καὶ ἂν ἀκόμη πέσομε σ’ αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ βάραθρο τῆς κακίας, ἔχει τὴν δυνατότητα γρήγορα νὰ μᾶς ἀνασύρει ἀπὸ ἐκεῖ. Κανεὶς δὲν ἔκαμε τόσες ἁμαρτίες, ὅσες αὐτός· διότι πράγματι διέπραξε κάθε εἶδος πονηρίας· αὐτὸ φανερώνουν τὰ μύρια τάλαντα. Κανεὶς δὲν ἦταν τόσον ἔρημος ὅσον αὐτός, δὲν εἶχε νὰ πληρώσει τὸ χρέος του. Ἀλλ’ ὅμως αὐτὸν ποὺ εἶχε προδοθεῖ ἀπὸ παντοῦ, ἠμπόρεσε νὰ τὸν σώσει ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς. Καὶ ἔχει τόσο μεγάλες δυνατότητες ἡ προσευχή, θὰ εἰπεῖ κάποιος, ὥστε νὰ ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ποινὴ καὶ τὴν τιμωρία αὐτὸν ποὺ μὲ ἔργα καὶ μὲ μύριους τρόπους ἦλθε σὲ σύγκρουση μὲ τὸν Κύριο; Ναί, ἄνθρωπε, τόσο μεγάλες δυνατότητες ἔχει. Διότι δὲν κατορθώνει αὐτὴ μόνη της τὰ πάντα, ἀλλ’ ἔχει σύμμαχο καὶ πολὺ μεγάλο βοηθὸ τὴν φιλανθρωπία τοῦ δεχομένου τὴν προσευχὴ Θεοῦ, ἡ ὁποία καὶ τὰ κατόρθωσε ὅλα στὴν περίπτωσιν αὐτήν, καὶ κατέστησε ἰσχυρὰ τὴν προσευχή. Αὐτὸ λοιπὸν ὑπονοοῦσε ὅταν ἔλεγε «σπλαγχνισθεὶς ὁ Κύριος αὐτοῦ ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ», γι ν μάθεις τι μαζ μ τν προσευχ κα πρν π τν προσευχ λα τ καμνε φιλανθρωπία το Κυρίου. «Ἐξελθὼν δὲ ἐκεῖνος εὗρε ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὄφειλε αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια· καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι, εἴ τι (ὅ,τι) ὀφείλεις». Ἄραγε τί θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρξει αἰσχρότερο ἀπὸ αὐτό; ἐνῶ ἡ εὐεργεσία ἠχοῦσε ἀκόμη στὴν ἀκοή του, λησμόνησε τὴν φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου.
.       Βλέπεις πόσον μεγάλο ἀγαθὸν εἶναι τὸ νὰ ἐνθυμεῖται κανεὶς τὶς ἁμαρτίες του; Διότι καὶ αὐτός, ἐὰν τὶς εἶχε διαρκῶς στὴ μνήμη του, δὲν θὰ γινόταν τόσον σκληρὸς καὶ ἀπάνθρωπος. Γι’ αὐτὸ συνεχῶς λέγω, καὶ δὲν θὰ παύσω νὰ τὸ λέγω, ὅτι εἶναι πάρα πολὺ χρήσιμο καὶ ἀναγκαῖο τὸ νὰ κρατοῦμε διαρκῶς στὴν μνήμη μας ὅλα μας τὰ πταίσματα· διότι τίποτε δν μπορε ν καταστήσει τν ψυχ τόσον φιλόσοφο κα πιεικ κα πια, σον διαρκς μνήμη τν μαρτημάτων. Γι’ αὐτὸ ὁ Παῦλος κρατοῦσε στὴ μνήμη του ὄχι μόνον τὰ μετὰ τὸ λουτρὸ τοῦ βαπτίσματος ἁμαρτήματα, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ ποὺ προηγήθησαν ἀπὸ αὐτό, μολονότι βεβαίως εἶχαν ἐξαφανισθεῖ ὁλοτελῶς. Ἐὰν δὲ ἐκεῖνος κρατοῦσε στὴν μνήμη του τὰ πρὶν ἀπὸ τὸ βάπτισμα, πόσο μᾶλλον ἐμεῖς πρέπει νὰ μὴ λησμονοῦμε τὰ μετὰ τὸ βάπτισμα· διότι μὲ τὴν ἀνάμνηση ὄχι μόνον τὰ ἐξαφανίζουμε, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους θὰ συμπεριφερόμεθα μὲ περισσότερη ἐπιείκεια, καὶ τὸν Θεὸ θὰ τὸν ὑπηρετήσομε μὲ μεγαλύτερη ἀφοσίωση, ἀφοῦ μαθαίνουμε πολὺ καλὰ μὲ τὴν ἀνάμνησή τους τὴν ἀνέκφραστο φιλανθρωπία του.
.       Ατ τ πράγμα μως κενος δν τ καμε, λλ ξεχνώντας τ μέγεθος τν φειλν του λησμόνησε κα τν εεργεσία. Κα φο λησμόνησε τν εεργεσία, γινε κακς μ τν σύνδουλό του κα μ τν κακία πο δειξε σκενον χασε λα σα κέρδισε π τν φιλανθρωπία το Θεο. «Κρατήσας γὰρ αὐτὸν ἔπνιγε λέγων, ἀπόδος μοι, εἴ τι ὀφείλεις». Δὲν εἶπε «δῶσε μου πίσω τὰ ἑκατὸ δηνάρια», ἐπειδὴ ντρεπόταν τὸ ἀσήμαντόν του χρέους, ἀλλὰ «ὅ,τι ὀφείλεις». «Ὁ δὲ πεςὼν ἐπὶ τοὺς πόδας αὐτοῦ, παρεκάλει αὐτόν, λέγων· μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω». Μὲ τὰ ἴδια λόγια, ποὺ ηὗρε καὶ ἐκεῖνος τὴν συγχώρηση, μὲ τὰ ἴδια καὶ αὐτὸς ἀξιώνει νὰ σωθεῖ. Ἐκεῖνος ὅμως ἀπὸ τὴν ὑπερβολική του σκληρότητα οὔτε μὲ αὐτὰ τὰ λόγια κάμφθηκε, οὔτε σκέφθηκε ὅτι ὁ ἴδιος μὲ τὰ λόγια αὐτὰ σώθηκε. Καὶ ἂν ἀκόμη τὸν συγχωροῦσε, οὔτε ἔτσι θὰ ἦταν φιλανθρωπία ἀλλὰ ὀφειλὴ καὶ χρέος. Διότι ἐὰν τὸ ἔκαμνε αὐτὸ πρὶν γίνει ἡ λογοδοσία καὶ πρὶν ληφθεῖ ἐκείνη ἡ ἀπόφαση καὶ ἀπολαύσει τόσο μεγάλη εὐεργεσία, τὸ γεγονὸς θὰ μποροῦσε νὰ ἀποδοθεῖ στὴν ἰδική του μεγαλοψυχία. Τώρα ὅμως, μετὰ ἀπὸ τόσον μεγάλη δωρεὰ καὶ ἄφεση τόσων πολλῶν ἁμαρτημάτων, ἦταν πλέον ὑποχρεωμένος νὰ φερθεῖ στὸν συνδουλό του μὲ ἀνεξικακία, σὰν κάποια ἀναγκαία ὀφειλή. Ἀλλ’ ὅμως οὔτε αὐτὸ ἔκαμε, οὔτε σκέφθηκε πόση ἦταν ἡ διαφορὰ τῆς ἀφέσεως τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ἀπήλαυσε καὶ ποὺ ἔπρεπε νὰ δείξει στὸν συνδουλό του. Διότι ὄχι μόνον στὸ ποσὸ τῶν ὀφειλῶν, οὔτε στὸ ἀξίωμα τῶν προσώπων, ἀλλὰ καὶ σ’ αὐτὸν τὸν ἴδιον τὸν τρόπο θὰ ἠμποροῦσε κανεὶς νὰ ἰδεῖ μεγάλη διαφορά. Ἐπειδὴ ἐκεῖνα μὲν ἦσαν μύρια τάλαντα, ἐνῶ αὐτὰ ἑκατὸ δηνάρια [Ρωμαϊκὸν ἀργυροῦν νόμισμα βάρους περίπου 4,5 γραμμαρίων]. Καὶ αὐτὸς μὲν προσέβαλε τὸν Κύριό του, ἐνῶ ὁ ὀφειλέτης τὸν συνδουλό του· ατς πομένως, φο εχε εεργετηθε εχε ποχρέωση ν το χαρισθε· ν Κύριος τν εχε παλλάξει π λο τ χρέος χωρς ν δε ν γίνεται κ μέρους του κάποιο μικρ μεγάλο γαθό.

Δὲν ἔβαλε ὅμως τίποτε ἀπὸ αὐτὰ στὸ νοῦ του, ἀλλὰ ἐντελῶς τυφλωμένος ἀπὸ τὴν ὀργὴ τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸν λαιμὸ καὶ τὸν ἔκλεισε στὴν φυλακή. Βλέποντας ὅμως οἱ σύνδουλοί του, λέγει, ἀγανάκτησαν· καὶ τν καταδικάζουν πρν π τν Κύριο ο σύνδουλοι, γι ν μάθεις πόσον μερος εναι Κύριος. Ὅταν ὁ Κύριός του τὰ ἄκουσε αὐτά, τὸν κάλεσε καὶ λογαριάζεται πάλι μαζί του, καὶ δὲν ἀποφασίζει ἔτσι ἁπλῶς τὴν καταδίκη, ἀλλὰ προηγουμένως δικαιολογεῖται. Καὶ τί λέγει: «Δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκα σοι». Ποῖος θὰ ἠμποροῦσε νὰ δείξει μεγαλύτερη καλοσύνη ἀπὸ αὐτὴν τοῦ Κυρίου; Ὅταν τοῦ ὄφειλε τὰ μύρια τάλαντα, οὔτε κἂν μὲ λόγο τὸν ἐλύπησε, οὔτε πονηρὸν τὸν ἀπεκάλεσε, ἀλλὰ μόνον διέταξε νὰ πωληθῆ· καὶ αὐτό, γιὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ χρέη. Ὅταν ὅμως ἔγινε κακὸς στὸν σύνδουλό του, τότε ὀργίζεται καὶ θυμώνει· γιὰ νὰ μάθεις ὅτι εκολότερα συγχωρε τὰ μαρτήματα ποὺ γιναν σ’ ατν παρ ατ ποὺ γιναν στος συνανθρώπους μας. Καὶ δὲν τὸ κάνει μόνον ἐδῶ αὐτὸ ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλη περίπτωση. «Ἐὰν γὰρ προσφέρεις τὸ δῶρον σου», λέγει, «ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον, κἀκεῖ μνησθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τί κατά σου, ὕπαγε, πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῶ σου, καὶ τότε ἐλθὼν πρόσφερε τὸ δῶρον σου» (Ματθ. ε΄ 23-24). Βλέπεις πς προτιμ παντο τ δικά μας π τ δικά του κα δν θεωρε τίποτε νώτερο π τν ερήνη κα τν γάπη πρς τν συνάνθρωπο; καὶ ἀλλοῦ πάλιν· «ὁ ἀπολύων τὴν γυναίκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχευθῆναι» (Ματθ. ε΄ 32). Καὶ μὲ τὸν Παῦλο νομοθέτησε ἔτσι· «εἴ τις ἀνὴρ γυναίκα ἔχει ἄπιστον, καὶ αὐτὴ συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ’ αὐτοῦ, μὴ ἀφιέτω αὐτὴν» (Α΄ Κορ. ζ΄ 12). Ἐὰν πορνεύσει, λέγει νὰ τὴν διώξεις, ἐὰν ὅμως εἶναι ἄπιστος, μὴ τὴν διώξεις· ἐὰν δηλαδὴ ἁμαρτήσει σὲ σένα, χώρισέ την· ἐὰν ἁμαρτήσει σὲ μένα, κράτησέ την. Ἔτσι καὶ ἐδῶ ταν μάρτησε τόσον πολ σ’ ατόν, τν συνεχώρησε· ταν μάρτησε στν συνδουλό του μ λιγότερα κα μικρότερα μαρτήματα π ατ πο μάρτησε στν Κύριό του, δν τν συγχώρησε, λλ τν τιμώρησε αστηρά. Καὶ ἐδῶ μὲν τὸν ἀπεκάλεσε πονηρό, ἐνῶ ἐκεῖ οὔτε κἂν μὲ λόγια δὲν τὸν λύπησε. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐδῶ προστίθεται καὶ τοῦτο, ὅτι ὠργίσθη καὶ τὸν παρέδωσε στοὺς βασανιστάς· ἐνῶ ὅταν τοῦ ζητοῦσε νὰ ἀπολογηθεῖ γιὰ τὰ μύρια τάλαντα, τίποτε παρόμοιο δὲν προσέθεσε, γιὰ νὰ μάθεις ὅτι ἐκείνη μὲν ἡ ἀπόφαση δὲν ἦταν ἀποτέλεσμα ὀργῆς, ἀλλὰ φροντίδας ποὺ ἀπέβλεπε στὴν συγχώρησιν· ατ λοιπόν, πρς τν συνδουλό του μαρτία ταν πο τν ξόργισε τόσον πολύ.

.       Ἆραγε τί θ μποροσε ν πάρξει χειρότερο π τν μνησικακία, φο νακαλε κα τν δη ποφασισμένη φιλανθρωπία το Θεο, κα ατ πο δν κατόρθωσαν ν το τ προξενήσουν τ μαρτήματα, ατ κατορθώνει ν το τ προξενήσει κατ το πλησίον ργή; Μολονότι ἔχει γραφῆ ὅτι «ἀμεταμέλητα τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. ια΄ 29). Πῶς λοιπὸν ἐδῶ μετὰ τὴν ἀνακοίνωση τῆς δωρεᾶς, μετὰ τὴν ἐκδήλωση τῆς φιλανθρωπίας, ἀνεκλήθη πάλιν ἡ ἀπόφαση; ξ ατίας τς μνησικακίας· στε δὲν θ σφαλλε κάποιος, ν νόμαζε ατ πι φοβερ π κάθε μαρτίαν· διότι ὅλες οἱ ἄλλες κατέστη δυνατὸν νὰ βροῦν συγχώρηση, ἐνῶ αὐτὴ ὄχι μόνον δὲν μπόρεσε νὰ ἐπιτύχει συγνώμη, ἀλλὰ καὶ τὶς ἄλλες, ποὺ εἶχαν ἀφανισθεῖ ὁλοτελῶς, τὶς ἀνανέωσε πάλι.

.       Ὥστε μνησικακία εναι διπλ κακό, διότι κα καμία πολογία δν χει νώπιον τοῦ Θεο, κα τ πόλοιπα μαρτήματά μας, κα ν κόμη συγχωρηθον, πάλι τ νακαλε κα τ στρέφει ναντίον μας· πράγμα τὸ ὁποῖον ἔκαμε καὶ ἐδῶ. Ἐπειδὴ τίποτε, τίποτε δν μισε κα ποστρέφεται Θεός, σον νθρωπο πο εναι μνησίκακος κα διατηρε τν ργή του. Αὐτὸ μᾶς τὸ ἔδειξε ἐδῶ ἰδιαιτέρως, ἀλλὰ καὶ στὴν προσευχὴ ποὺ μᾶς παρέδωσε παρήγγειλε νὰ λέγομε ἔτσι: «ἅφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν».
.       Γνωρίζοντας λοιπὸν ὅλα αὐτά, καὶ ἀφοῦ γράψουμε τὴν παραβολὴ αὐτὴ στὶς καρδιές μας, ὅταν ἔλθουν στὸν νοῦ μας ὅσα ἔχουμε πάθει ἀπὸ τοὺς συνδούλους μας, ἂς ἀναλογισθοῦμε καὶ αὐτὰ ποὺ ἔχουμε κάνει στὸν Κύριον· καὶ μὲ τὸν φόβο τῶν ἰδικῶν μας ἁμαρτημάτων θὰ μπορέσουμε νὰ ἀπομακρύνομε γρήγορα τὸν θυμὸ γιὰ τὰ ξένα παραπτώματα. Ἐὰν πρέπει νὰ ἐνθυμούμεθα ἁμαρτήματα, μόνον τὰ ἰδικά μας πρέπει νὰ ἐνθυμούμεθα. Διότι ἐὰν κρατήσομε στὴν μνήμη τὰ ἰδικά μας, ποτὲ δὲν θὰ δώσομε σημασία στὰ ξένα· ὅπως ἀκριβῶς ἐὰν λησμονήσομε τὰ ἰδικά μας, εὔκολα ἐκεῖνα θὰ εἰσχωρήσουν στοὺς λογισμούς μας. Πράγματι, καὶ αὐτὸς ἐὰν εἶχε κρατήσει στὴ μνήμην τοῦ τὰ μύρια τάλαντα, δὲν θὰ ἐνεθυμεῖτο τὰ ἑκατὸ δηνάρια· ἐπειδὴ ὅμως τὰ λησμόνησε ἐκεῖνα, γι’ αὐτὸ ἔπιασε ἀπὸ τὸ λαιμὸ τὸν συνδοῦλον του, καὶ θέλοντας νὰ  ἀπαιτήσει τὰ ὀλίγα, οὔτε αὐτὸ ἐπέτυχε, ἀλλὰ ἐπέσυρε στὴν κεφαλή του καὶ τὸν ὄγκο τῶν μυρίων ταλάντων.
.       Γι’ αὐτὸ θὰ τολμοῦσα νὰ εἰπῶ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ φοβερότερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἁμαρτίες· ἢ μᾶλλον δὲν τὸ λέγω αὐτὸ ἐγώ, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς τὸ φανέρωσε μὲ τὴν παραβολὴ αὐτή. Διότι ἂν δὲν ἦταν φοβερότερη ἀπὸ μύρια τάλαντα, ἐννοῶ ἀπὸ τὰ ἀναρίθμητα ἁμαρτήματα, δὲ θὰ ἀνακαλοῦσε ἐξ αἰτίας της καὶ ἐκεῖνα. Τίποτε λοιπν ς μ φροντίζομε τόσον, σον τ ν καθαρεύομε π τν ργή, κα τ ν συμφιλιωνόμεθα πρς κείνους πο εναι δυσαρεστημένοι μαζί μας, γνωρίζοντας πς οτε κοινωνία τν μυστηρίων, οτε τίποτε λλο π ατά, θμπορέσει ν μς βοηθήσει κείνη τν μέρα. Ὅπως πάλιν ἐὰν νικήσομε αὐτὴν τὴν ἁμαρτία, ἔστω καὶ ἂν ἔχομε μύρια πλημμελήματα, θὰ ἠμπορέσομε νὰ ἐπιτύχομε κάποια συγγνώμη. Καὶ δὲν εἶναι ἰδικός μας ὁ λόγος, ἀλλὰ τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ μᾶς κρίνει. Διότι ὅπως εἶπε ἐδῶ, ὅτι «οὕτω ποιήσει καὶ ὁ πατήρ μου, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν», ἔτσι καὶ ἀλλοῦ λέγει «ἐὰν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος» (Ματθ. ϛ΄ 14).
.       Γιὰ νὰ ἔχομε λοιπὸν καὶ ἐδῶ γαλήνια καὶ ἤρεμη ζωὴ καὶ ἐκεῖ νὰ ἐπιτύχομε συγχώρηση καὶ ἄφεση, ἂς προσπαθοῦμε καὶ ἂς φροντίζομε νὰ συμφιλιωνόμεθα μὲ ὅσους ἐχθροὺς ἔχουμε· διότι ἔτσι καὶ τὸν Κύριό μας θὰ συμφιλιώσομε μαζί μας, καὶ τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ θὰ ἐπιτύχομε, τῶν ὁποίων εἴθε ὅλοι νὰ ἀξιωθοῦμε «χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Ἀμήν.

ΠΗΓΗ Διαδικτύου: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ», alopsis.gr

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΟΦΕΙΛΕΤΗΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ (Κυρ. ΙΑ´ Ματθ.)

Τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς ΙΑ´ Ματθ. (28.08.2011)
(Ματθ.
ιη΄ 23-35)

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολήν ταύτην·
 Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. 
Ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. Μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι.
 Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. Σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. 
Ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. Πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι. Ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. 
Ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. Τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με.
Οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα;
 Καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ.
 Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.

 Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική: 
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν ἑξῆς παραβολή: 
«μοιάζει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μὲ ἕνα βασιλέα, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ λογαριασθῇ μὲ τοὺς δούλους του.
Ὅταν δὲ ἄρχισε νὰ λογαριάζεται, τοῦ ἔφεραν ἕναν ποὺ χρωστοῦσε δέκα χιλιάδες τάλαντα. Ἐπειδὴ δὲ αὐτὸς δὲν εἶχε νὰ τὰ πληρώσῃ, διέταξε ὁ κύριός του νὰ πωληθῇ αὐτὸς καὶ ἡ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του καὶ ὅλα ὅσα εἶχε καὶ νὰ ἐπιστραφοῦν τὰ ὀφειλόμενα.
Τότε ἔπεσε ὁ δοῦλος εἰς τὰ πόδια του καὶ τοῦ ἔλεγε, «Κύριε, κάνε ὑπομονὴ καὶ ὅλα θὰ σοῦ τὰ ἐπιστρέψω». Καὶ ὁ κύριος τοῦ δούλου τὸν σπλαγχνίσθηκε, τὸν ἄφησε ἐλεύθερον καὶ τοῦ ἐχάρισε τὸ χρέος.
Μόλις ἐβγῆκε ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, συνήντησε ἕνα ἀπὸ τοὺς συνδούλους του, ποὺ τοῦ χρωστοῦσε ἑκατὸ δηνάρια. Καὶ τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸν λαιμὸ καὶ τοῦ ἔλεγε, «Δός μου ὅσα μοῦ χρωστᾶς».
 Ὁ δὲ σύνδουλός του ἔπεσε εἰς τὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε λέγων, «Κάνε ὑπομονὴ καὶ θὰ σοῦ τὰ ἐπιστρέψω».
Αὐτὸς ὅμως δὲν ἤθελε, ἀλλὰ ἐπῆγε καὶ τὸν ἔβαλε εἰς τὴν φυλακὴν ἕως ὅτου ἐπιστρέψῃ τὰ ὀφειλόμενα. 
Ὅταν οἱ σύνδουλοί του εἶδαν ὅ,τι συνέβη, ἐλυπήθηκαν πάρα πολὺ καὶ ἦλθαν καὶ ἐξήγησαν εἰς τὸν κύριόν τους ὅλα ὅσα εἶχαν συμβῇ. Τότε ὁ κύριός του τὸν ἐκάλεσε καὶ τοῦ λέει, «Δοῦλε, πονηρέ, ὅλο τὸ χρέος ἐκεῖνο σοῦ τὸ ἐχάρισα, διότι μὲ παρεκάλεσες. Δὲν ἔπρεπε καὶ σὺ νὰ ἐλεήσῃς τὸν σύνδουλό σου, ὅπως καὶ ἐγὼ σὲ ἐλέησα;».
 Καὶ ὠργισμένος ὁ κύριός του τὸν παρέδωκε εἰς τοὺς βασανιστάς, ἕως ὅτου ἐπιστρέψῃ ὅλα ὅσα τοῦ χρωστοῦσε. Ἔτσι καὶ ὁ Πατέρας μου ὁ οὐράνιος θὰ σᾶς συμπεριφερθῇ, ἐὰν ὁ καθένας σας δὲν συγχωρῇ τὸν ἀδελφόν του μὲ ὅλην σας τὴν καρδιά».

Σχολιάστε