Ἄρθρα σημειωμένα ὡς εὐσπλαγχνία

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-3 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Μπορεῖ ἆραγε νὰ δεχτεῖ στὴ βασιλεία Του ἐκείνους ποὺ ἔβγαζαν τὴ βασιλεία αὐτὴ ἀπὸ τὴ ζωή τους;»

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ

[Γ´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Καιρὸς Μετανοίας»,
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Τελώνου καὶ Φαρισαίου
ὣς τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ – Ὁμιλίες Β´»,
Μετάφρ. – ἐπιμ. Πέτρου Μπότση,
Ἀθήνα 2012, σελ. 53-78

Μέρος Α´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Τὰ χειρότερα δὲν ἦρθαν ἀκόμα, μὰ ἔρχονται γρήγορα»

Μέρος Β´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Ἂν ἡ καρδιά μας εἶναι γυμνὴ ἀπὸ κάθε ἀγαθὸ κι εὐγενικὸ πράγμα ποὺ ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ τὴν ντύσουμε, εἶναι σὰν νὰ ντύσαμε τὸν Χριστὸ μέσα μας»

.         Σὲ κείνους ποὺ θὰ βρεθοῦν ἀριστερά Του θὰ πεῖ ὁ Κριτής: «πορεύεσθε ἂπ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἠτοιμασμένον τῷ διαβόλω καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ» (Ματθ. κε´ 41). Φύγετε μακριὰ ἀπὸ μένα ἐσεῖς οἱ καταραμένοι, πηγαίνετε στὸ αἰώνιο πῦρ ποὺ ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιὰ τὸ διάβολο καὶ τοὺς πονηροὺς ἀγγέλους του. Ὁ Κριτὴς εἶναι φοβερός, ἀλλὰ δίκαιος. Ὁ Βασιλιὰς καλεῖ τοὺς δικαίους κοντά Του καὶ τοὺς δίνει τὴ βασιλεία Του, ἐνῶ ἀπομακρύνει τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ τοὺς στέλνει στὸ αἰώνιο πῦρ, στὴν πονηρὴ συντροφιὰ τοῦ διαβόλου καὶ τῶν ὑπηρετῶν του. Στὸ ἔργο τοῦ «Περὶ Τελικῆς Κρίσεως» ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει: «Ἂν ὑπάρχει κάποιο τέλος στὰ αἰώνια βάσανα, σημαίνει πὼς ὑπάρχει τέλος στὴν αἰώνια ζωή. Καθὼς ὅμως εἶναι ἀδύνατο νὰ φανταστεῖς τὸ τέλος τῆς αἰώνιας ζωῆς, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ σκεφτεῖς ὅτι θὰ ὑπάρξει τέλος στὰ αἰώνια βάσανα;»
.             Κάτι ὅμως δὲν λέει ὁ Κύριος, ποὺ εἶναι πολὺ σπουδαῖο. Ὅτι τὸ αἰώνιο πῦρ ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, ὅπως κι ἡ βασιλεία Του γιὰ τοὺς δικαίους. Τί σημαίνει αὐτό; Εἶναι πεντακάθαρο πὼς ὁ Κύριος ἑτοίμασε τὰ αἰώνιο πῦρ μόνο γιὰ τὸ διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του, ἐνῶ τὴ βασιλεία Του τὴν ἑτοίμασε γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ὁ Θεὸς θέλει «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι» (Α´ Τιμ. β´ 4), νὰ μὴ χαθεῖ κανένας. Ὁ Θεὸς δὲν ἤθελε νὰ κολαστοῦν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ νὰ σωθοῦν. Οὔτε καὶ ἑτοίμασε προκαταβολικὰ γι᾽ αὐτοὺς τὴ φωτιὰ τῆς κόλασης ἀλλὰ τὴ βασιλεία Του, μόνο αὐτή. Ἀπὸ αὐτὸ προκύπτει μὲ σαφήνεια πὼς ἐκεῖνοι ποὺ λένε γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ ὅτι «εἶναι προορισμένος νὰ γίνει ἁμαρτωλός», ἔχουν λαθεμένη ἀντίληψη. Ἂν πραγματικὰ εἶναι προορισμένος ἁμαρτωλός, αὐτὸ δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλ᾽ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Ὅτι αὐτὸ δὲν ἔχει προοριστεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ συμπεραίνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἑτοίμασε προκαταβολικὰ κανένα εἶδος βασάνων γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὸ διάβολο. Ἑπομένως στὴν Τελικὴ Κρίση ὁ δίκαιος κριτὴς δὲν θὰ ἔχει τόπο γιὰ νὰ στείλει τοὺς ἁμαρτωλούς, παρὰ στὸ σκοτεινὸ βασίλειο τῶν δαιμόνων. Κι ὅτι εἶναι στὴ δικαιοσύνη τοῦ Κριτῆ νὰ τοὺς στείλει ἐκεῖ εἶναι φανερὸ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκεῖνοι, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς τους, εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ κι εἶχαν παραδοθεῖ στὴν ὑπηρεσία τοῦ πονηροῦ.
.         Κρίνοντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ βρίσκονται ἀριστερά Του ὁ βασιλιὰς τοὺς ἐξηγεῖ ἀμέσως γιατί εἶναι καταραμένοι καὶ γιατί τοὺς στέλνει στὸ αἰώνιο πῦρ: «ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με» (Ματθ. κε´ 42-43). Πείνασα καὶ δὲν μοῦ δώσατε νὰ φάω, δίψασα καὶ δὲν μὲ ποτίσατε. Ἤμουν ξένος καὶ δὲν μὲ πήρατε στὸ σπίτι σας, ἤμουν γυμνὸς καὶ δὲν μὲ ντύσατε, ἤμουν ἄρρωστος ἢ φυλακισμένος καὶ δὲν μὲ ἐπισκεφθήκατε.
.         Τίποτα ἀπ’ αὐτὰ ποὺ εἶχαν κάνει οἱ δίκαιοι δὲν ἔκαναν οἱ ἁμαρτωλοί. Καὶ σὰν ἄκουσαν τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου οἱ ἁμαρτωλοί, ρώτησαν, ὅπως καὶ οἱ δίκαιοι: «Κύριε, πότε σὲ εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα…;» Κι ὁ Κύριος ἀπάντησε: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾽ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε´ 45). Ἀλήθεια σᾶς λέω: ἀφοῦ δὲν ἐκάματε τίποτα στοὺς ἀδελφούς μου τοὺς ἐλαχίστους, οὔτε καὶ σὲ μένα κάματε.
.         Ἡ ἑρμηνεία ποὺ ἔκανε ὁ Βασιλιὰς στοὺς ἁμαρτωλοὺς ἔχει ἐπίσης δυὸ σημασίες, μία ἐξωτερικὴ καὶ μία ἐσωτερική, ὅπως καὶ στὴν πρώτη περίπτωση μὲ τοὺς δικαίους. Ὁ νοῦς τῶν ἁμαρτωλῶν ἦταν σκοτισμένος, ἡ καρδιά τους σκληρὴ κι ἡ ψυχή τους εἶχε κακὴ διάθεση πρὸς ἐκείνους ποὺ πεινοῦσαν, διψοῦσαν, ἦταν γυμνοί, ἄρρωστοι καὶ φυλακισμένοι στὴ γῆ. Μὲ τὸ σκοτισμένο τους νοῦ δὲν μποροῦσαν νὰ δοῦν πὼς ὁ Χριστὸς τοὺς καλοῦσε νὰ ἐλεήσουν τοὺς φτωχοὺς καὶ βασανισμένους ἀδελφούς τους. Ἡ σκληρὴ καρδιά τους δὲν μαλάκωνε μὲ τὰ δάκρυα τῶν ἄλλων. Οὔτε καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων Του ἄλλαζε τὴν κακοπροαίρετη ψυχή τους, γιὰ νὰ ἐπιθυμήσουν τὸ καλὸ καὶ νὰ τὸ κάνουν. Ἔτσι ὅπως ἦταν ἄσπλαχνοι στὸν Χριστό, μέσῳ τῶν ἀδελφῶν Του, ἦταν ἄσπλαχνοι καὶ στὸν Χριστὸ μέσα ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν ἑαυτό τους. Μὲ τὸ ποὺ τοὺς ἐρχόταν κάποια ἁγνὴ σκέψη, τὴν ἐξαφάνιζαν θεληματικὰ καὶ τὴν ἀντικαθιστοῦσαν μὲ ἄλλες σκέψεις, ἀκάθαρτες καὶ βλάσφημες. Ξερίζωσαν κάθε εὐγενικὸ συναίσθημα ἀπὸ τὴν καρδιά τους καὶ τὸ ἀντικατέστησαν μὲ ἀσπλαχνία, λαγνεία καὶ ἰδιοτέλεια. Κάθε ἐπιθυμία ποὺ ἐκδηλωνόταν μέσα τους, γιὰ νὰ κάνουν κάποια καλὴ πράξη, ἀκολουθώντας τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, τὴν καταπίεζαν ἀμέσως καὶ στὴ θέση της ἔβαζαν ἄλλη, πῶς νὰ κάνουν κακὸ στοὺς ἄλλους ἢ ν᾽ ἁμαρτήσουν, γιὰ νὰ προκαλέσουν τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι τὸν ἐλάχιστο ἀδελφό τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τὸ δίκαιο ἄνθρωπο ποὺ βρισκόταν μέσα τους, τὸν σταύρωναν, τὸν σκότωναν, καὶ τὸν ἔθαβαν. Ὁ σκοτεινὸς Γολιὰθ ποὺ εἶχαν θρέψει, δηλαδὴ ὁ ἄδικος ἄνθρωπος μέσα τους ἢ ὁ ἴδιος ὁ διάβολος, παρέμενε νικητὴς στὸ πεδίο τῆς μάχης.
.         Τί μπορεῖ νὰ κάνει ὁ Θεὸς σὲ τέτοιους ἀνθρώπους; Μπορεῖ ἆραγε νὰ δεχτεῖ στὴ βασιλεία Του ἐκείνους ποὺ ἔβγαζαν τὴ βασιλεία αὐτὴ ἀπὸ τὴ ζωή τους; Μπορεῖ νὰ καλέσει κοντά Του αὐτοὺς ποὺ ξερίζωσαν μέσα τους τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, αὐτοὺς ποὺ διακήρυξαν μυστικὰ στὴν καρδιά τους ἀλλὰ κι ἀνοιχτά, μπροστὰ σ᾽ ὅλον τὸν κόσμο, πὼς εἶναι ἐχθροί τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπηρέτες τοῦ διαβόλου; Ὄχι! Αὐτοὶ ἔγιναν μὲ τὴν ἐλεύθερη βούλησή τους ὑπηρέτες τοῦ διαβόλου. Κι ὁ Κύριος στὴν τελική Του κρίση θὰ τοὺς στείλει νὰ συντροφέψουν ἐκείνους ποὺ εἶχαν παρέα σ᾽ ὁλόκληρη τὴ ζωή τους. Θὰ τοὺς στείλει δηλαδὴ στὸ αἰώνιο πῦρ ποὺ ἔχει προετοιμαστεῖ γιὰ τὸ διάβολο καὶ τοὺς πονηροὺς ἀγγέλους του.
.         Ἀμέσως μετὰ ἀπ’ αὐτό, φτάνει στὸ τέλος της ἡ πιὸ σύντομη ἀλλὰ κι ἡ μέγιστη διαδικασία στὴν ἱστορία τοῦ κτιστοῦ κόσμου. «καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ματθ. κε´ 46). Καὶ τότε θὰ πορευτοῦν (οἱ ἁμαρτωλοὶ) στὴν αἰώνια κόλαση, οἱ δὲ δίκαιοι στὴν αἰώνια ζωή.
.         Ἡ ζωὴ καὶ ἡ κόλαση ἐδῶ στέκονται ἡ μία ἀπέναντι στὴν ἄλλη. Ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ζωή, δὲν ὑπάρχει κόλαση, δὲν ὑπάρχουν βάσανα. Ἐκεῖ ποὺ εἶναι ἡ κόλαση, δὲν ὑπάρχει ζωή. Ἡ πληρότητα τῆς ζωῆς ἀποκλείει τὴν κόλαση. Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν παρέχει τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς. Ὁ τόπος τοῦ διαβόλου παράγει κόλαση καὶ βασανιστήρια, μακριὰ ἀπὸ τὴ ζωὴ ποὺ δίνει ὁ Χριστός.
.         Στὴν ἐπίγεια ζωή μας βλέπουμε πὼς ἡ ψυχὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ποὺ ἔχει λίγη ζωὴ μέσα της (δηλ. λίγο Θεό), εἶναι γεμάτη μὲ πολὺ μεγαλύτερα βάσανα ἀπ’ ὅσα ἔχει ἡ ψυχὴ τοῦ δικαίου ἀνθρώπου ποὺ ἔχει μέσα του περισσότερη ζωὴ (δηλ. περισσότερο Θεό). Ὅπως εἰπώθηκε μὲ σοφία τοὺς ἀρχαίους χρόνους: «πᾶς ὁ βίος ἀσεβοῦς ἐν φροντίδι, ἔτη δὲ ἀριθμητὰ δεδομένα δυνάστῃ, ὁ δὲ φόβος αὐτοῦ ἐν ὠσὶν αὐτοῦ…μὴ πιστευέτω ἀποστραφῆναι ἀπὸ σκότους· ἐντέταλται γὰρ ἤδη εἰς χεῖρας σιδήρου…ἀνάγκη δὲ καὶ θλῖψις αὐτὸν καθέξει ὥσπερ στρατηγὸς πρωτοστάτης πίπτων. ὅτι ἦρκε χεῖρας ἐναντίον τοῦ Κυρίου» (Ἰώβ ιε´ 20-25). Ὁλόκληρος ὁ βίος τοῦ ἀσεβοῦς, λέει, δαπανᾶται καὶ βρίσκεται συνέχεια μὲ φροντίδες καὶ ἀγωνία. Ἀκόμα καὶ τοῦ ἰσχυροῦ καὶ κυριάρχου ἀνθρώπου, τὰ χρόνια εἶναι μετρημένα. Ὁ φόβος ποὺ τὸν συνέχει καὶ τὸν κάνει ν’ ἀγωνιᾶ, ἠχεῖ πάντοτε στ’ αὐτιά του…ἂς μὴν ἀπατᾶται πὼς κάποτε θὰ γλιτώσει ἀπὸ τὸ σκοτάδι τῆς συμφορᾶς καὶ τῆς ὀδύνης, γιατί ἔχει δοθεῖ ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ περιπέσει στὴν ἐξουσία σιδερένιου μαχαιριοῦ… θὰ τὸν κυριεύσει ὁπωσδήποτε ἡ θλίψη καὶ θὰ πέσει, ὅπως ὁ στρατηγὸς ποὺ πρωτοστατεῖ στὴ μάχη, ἀλλὰ δὲν βρίσκει τρόπο νὰ ξεφύγει.
.         Ἡ ζωὴ ἐδῶ στὴ γῆ εἶναι κόλαση μεγάλη γιὰ τὸν ἁμαρτωλό. Κι ὁ ἁμαρτωλὸς τὸ βρίσκει πολὺ πιὸ δύσκολο νὰ ὑπομένει τὰ βάσανα σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀπ’ ὅ,τι ὁ δίκαιος. Μόνο ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ζωὴ μέσα του μπορεῖ νὰ ὑπομείνει βάσανα, νὰ τὰ περιφρονήσει, νὰ ξεπεράσει ὅλα τὰ κακὰ τοῦ κόσμου καὶ νὰ νιώθει χαρούμενος. Ἡ ζωὴ κι ἡ χαρὰ εἶναι ἀδιαίρετες. Ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος λέει στὸ δίκαιο ἄνθρωπο ποὺ ὁ κόσμος ἀποκλείει, καταδιώκει καὶ ταπεινώνει: «Χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε» (Ματθ. ε´ 12).
.         Ὁλόκληρη ἡ ἐπίγεια ζωή μας δὲν εἶναι παρὰ μία ἀμυδρὰ σκιὰ τῆς πραγματικῆς, τῆς πλήρους ζωῆς στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τὰ βάσανά μας στὴ γῆ δὲν εἶναι παρὰ μία ἀμυδρὰ σκιὰ τῶν τρομερῶν βασάνων, ποὺ θὰ ὑποστοῦν οἱ ἁμαρτωλοὶ στὴν κόλαση. Στὰ ἀποφθέγματα τῶν ἁγίων πατέρων διαβάζουμε τὸ ἑξῆς: «Ρώτησαν κάποιο μεγάλο γέροντα: Πατέρα, πῶς ὑπομένεις τόσο καρτερικὰ τέτοιους ἀγῶνες; Κι ὁ γέροντας ἀπάντησε: Ὅλοι οἱ ἀγῶνες μου ἐδῶ στὴ γῆ εἶναι μικρότεροι ἀπὸ τὰ βάσανα μίας μέρας στὴν κόλαση».
.         Ἡ ζωὴ ἐδῶ στὴ γῆ, ὅσο ὑπέροχη κι ἂν εἶναι, ἀνακατεύεται μὲ βάσανα. Δὲν ὑπάρχει πληρότητα ζωῆς ἐδῶ. Ἀλλὰ καὶ τὰ βάσανα στὴ γῆ, ὅσο μεγάλα κι ἂν εἶναι, ἀνακατεύονται μὲ τὴ ζωή. Στὴν τελικὴ κρίση ὅμως τὰ βάσανα θ’ ἀπομονωθοῦν ἀπὸ τὴ ζωή. Καὶ τὰ δυό τους βέβαια θὰ εἶναι αἰώνια. Τί σημαίνει ἡ αἰωνιότητα αὐτή, ὁ ἀνθρώπινος νοῦς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ χωρέσει. Σὲ κεῖνον ποὺ θά ᾽χει τὴ χαρὰ ν’ ἀτενίσει ἔστω καὶ γιὰ μία στιγμὴ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, θὰ τοῦ φανεῖ πὼς ἡ στιγμὴ αὐτὴ κράτησε χιλιάδες χρόνια. Ἐκεῖνος ποὺ θὰ βασανιστεῖ ἀπὸ τὸ διάβολο στὴν κόλαση γιὰ μία στιγμή, αὐτὴ ἡ στιγμὴ θὰ τοῦ φανεῖ ὅτι κράτησε αἰῶνες. Ὁ χρόνος, ὁ ρυθμὸς τῆς μέρας καὶ τῆς νύχτας, δὲν θὰ εἶναι ὅπως τὸν ξέραμε, ἀλλὰ θὰ εἶναι «μία ἡμέρα, καὶ ἡ ἡμέρα αὐτὴ γνωστὴ τῷ Κυρίῳ» λέει ὁ προφήτης Ζαχαρίας (ιδ´ 7. βλ. Ἀποκ. κβ´ 5). Ἥλιος δὲν θὰ ὑπάρχει πιά, παρὰ μόνο ὁ Θεός. Κι ὁ ἥλιος αὐτὸς δὲν θ’ ἀνατέλλει καὶ θὰ δύει ὅπως τώρα. Ἡ αἰωνιότητα θὰ μετριέται μὲ μέρες, ὅπως γίνεται τώρα μὲ τὸ χρόνο. Οἱ εὐλογημένοι θὰ μετρᾶνε τὴν αἰωνιότητα μὲ τοὺς ὅρους τῆς εὐφροσύνης τους κι οἱ ἁμαρτωλοὶ ποὺ θὰ βασανίζονται μὲ τοὺς ὅρους τῶν βασάνων τους.
.         Ἔτσι μίλησε κι αὐτὰ εἶπε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ τὸ τελευταῖο καὶ μέγιστο γεγονὸς ποὺ θὰ λάβει χώρα στὰ ὅρια τοῦ τέλους τοῦ χρόνου καὶ τῆς αἰωνιότητας. Καὶ πιστεύουμε πὼς ὅλ᾽ αὐτὰ θὰ γίνουν, ἀκριβῶς ὅπως τὰ εἶπε. Πρῶτα ἐπειδὴ ὅλα ὅσα προεῖπε ὁ Χριστὸς ἐπαληθεύτηκαν ἀπόλυτα καὶ δεύτερον, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος φίλος μας, ὁ Μόνος ποὺ ἀγαπᾶ πραγματικὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Καὶ στὴν ἀληθινὴ ἀγάπη ἐμπεριέχει μόνο τὴν τέλεια ἀλήθεια. Ἂν αὐτὰ δὲν ἐπρόκειτο νὰ γίνουν, δὲν θὰ μᾶς τά ᾽λεγε ὁ Κύριος. Ὅμως μᾶς τὰ εἶπε, καὶ θὰ γίνουν. Κι αὐτὰ βέβαια δὲν μᾶς τὰ εἶπε γιὰ νὰ κάνει ἐπίδειξη τῶν γνώσεων στοὺς ἀνθρώπους. Ὄχι! Ὁ Χριστὸς δὲν ζητοῦσε τὴ δόξα τῶν ἀνθρώπων (βλ. Ἰωάν. ε´ 41). Ὅλα μᾶς τὰ εἶπε γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας μας. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀντίληψη καὶ ὁμολογεῖ Χριστό, τὸν Κύριο, θὰ συνειδητοποιήσει πὼς ἡ ἀνάγκη γιὰ νὰ τὰ γνωρίζει αὐτὰ εἶναι μόνο γιὰ τὴ σωτηρία του. Ὁ Κύριος δὲν ἔκανε τίποτα, δὲν εἶπε οὔτε λέξη, οὔτε καὶ ἐπέτρεψε νὰ τοῦ συμβεῖ κάτι στὴ διάρκεια τῆς ζωῆς Του, ποὺ δὲν ἀφοροῦσε τὴ σωτηρίας μας.
.         Ἂς γίνουμε συνετοὶ καὶ φρόνιμοι, λοιπόν, κι ἂς ἔχουμε πάντα μπροστὰ στὰ πνευματικά μας μάτια τὴν εἰκόνα τῆς Τελικῆς Κρίσης. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ ἔχει κάνει ἤδη πολλοὺς ἁμαρτωλοὺς νὰ γυρίσουν ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς ἀπωλείας στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας. Ἡ ζωή μας εἶναι μικρή. Κι ὅταν τελειώνει, δὲν θὰ ὑπάρχουν περιθώρια γιὰ μετάνοια. Στὴ σύντομη ἐπίγεια ζωή μας πρέπει ν᾽ ἀποφασίσουμε ἐκεῖνο ποὺ θὰ εἶναι κρίσιμο γιὰ μᾶς στὴν αἰωνιότητα: Θὰ σταθοῦμε στὰ δεξιὰ ἢ στ᾽ ἀριστερὰ τοῦ Βασιλιᾶ τῆς Δόξας; Ὁ Θεὸς μᾶς ἀνέθεσε ἕνα μικρὸ κι ἁπλὸ καθῆκον, ἀλλὰ ἡ ἀνταπόδοση ἢ ἡ τιμωρία εἶναι πελώρια, ξεπερνοῦν τὴ δύναμη, κάθε ἀνθρώπινης γλώσσας γιὰ νὰ τὴν ἐκφράσουν.
.         Ἂς μὴν ὀλιγωρήσουμε λοιπόν, ἂς μὴ χάσουμε οὔτε μία μοναδικὴ μέρα. Κάθε μέρα μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ἡ τελευταία μας, ἡ ἀποφασιστική. Κάθε μέρα εἶναι δυνατὸ νὰ φέρει τὴν καταστροφὴ τοῦ κόσμου αὐτοῦ, νὰ γίνει ἡ αὐγὴ τῆς πολυαναμενόμενης Ἡμέρας. Λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος: «οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ φιλία τοῦ κόσμου ἔχθρα τοῦ Θεοῦ ἐστιν;» (Ἰακ. δ΄ 4). Ἑπομένως ἐκεῖνος ποὺ δὲν χαίρεται, ὅταν ἐγγίζει τὸ τέλος τοῦ κόσμου, δείχνει πὼς εἶναι φίλος του καὶ ἑπομένως ἐχθρός τοῦ Θεοῦ. Τέτοιες σκέψεις ὅμως δὲν κάνουν οἱ πιστοί, ποὺ γνωρίζουν διὰ πίστεως πὼς ὑπάρχει καὶ ἄλλη ζωή, τὴν ὁποία καὶ ἐπιθυμοῦν εἰλικρινά».
.         Εἴθε νὰ μὴ ντροπιαστοῦμε τὴν Ἡμέρα τοῦ Κυρίου, μπροστὰ στὸν Κύριο, στὴ χορεία τῶν ἀγγέλων Του καὶ στὰ δισεκατομμύρια τῶν δικαίων καὶ τῶν ἁγίων. Εἴθε νὰ μὴ χωριστοῦμε αἰώνια ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἁγίους Του, ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους μας ποὺ θὰ βρίσκονται στὰ δεξιά Του. Ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὰ ἀμέτρητα πλήθη τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων νὰ ψάλλουμε τὸν ἐπινίκιο ὕμνο: «ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ! Ἀλληλούια!». Εἴθε νὰ δοξάζουμε μαζὶ μὲ τὶς οὐράνιες δυνάμεις τὸν Σωτήρα Κύριό μας, τὸν Υἱό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Ἂν ἡ καρδιά μας εἶναι γυμνὴ ἀπὸ κάθε ἀγαθὸ κι εὐγενικὸ πράγμα ποὺ ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ τὴν ντύσουμε, εἶναι σὰν νὰ ντύσαμε τὸν Χριστὸ μέσα μας»

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ

[Β´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Καιρὸς Μετανοίας»,
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Τελώνου καὶ Φαρισαίου
ὣς τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ – Ὁμιλίες Β´»,
Μετάφρ. – ἐπιμ. Πέτρου Μπότση,
Ἀθήνα 2012, σελ. 53-78

Μέρος Α´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Τὰ χειρότερα δὲν ἦρθαν ἀκόμα, μὰ ἔρχονται γρήγορα»

.         «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾽ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ» (Ματθ. κε´ 31). Ὅπως στὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ ὁ Θεὸς παρουσιάζεται σὰν ἄνθρωπος, ἔτσι κι ἐδῶ ὁ Χριστὸς ὀνομάζεται Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου. Εἶναι Ἐκεῖνος, κανένας ἄλλος. Ὅταν ἔρθει γιὰ δεύτερη φορὰ στὸν κόσμο, ἡ ἔλευσή Του δὲν θὰ εἶναι ἄγνωστη καὶ ταπεινή, ὅπως ἦταν πρώτη φορά, ἀλλὰ φανερὴ ἐν δόξη. Ἡ δόξα αὐτὴ εἶναι ἡ ἴδια ποὺ εἶχε ὁ Χριστὸς προαιώνια, προτοῦ δημιουργηθεῖ ὁ κόσμος (βλ. Ἰωάν. ιζ´ 5), ἀλλὰ εἶναι κι ἡ δόξα τῆς νίκης κατὰ τοῦ Σατανᾶ, τοῦ παλιοῦ κόσμου καὶ τοῦ θανάτου. Δὲν θὰ ἔρθει μόνος Του, μὰ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀμέτρητους ἀγγέλους Του. Θὰ ἔρθει μαζί τους ἐπειδή, σὰν ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ καὶ στρατιῶτες Του ποὺ ἦταν, ἔλαβαν μέρος στὸν πόλεμο κατὰ τοῦ πονηροῦ καὶ στὴ νίκη ἐναντίον του. Χαίρεται νὰ μοιράζεται τὴ δόξα Του μαζί τους. Γιὰ νὰ δοθεῖ ἔμφαση στὴ μεγαλειώδη φύση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ἀναφέρεται ἰδιαίτερα πὼς ὅλοι οἱ ἄγγελοι θὰ ἔρθουν μαζὶ μὲ τὸν Κύριο. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο γεγονὸς ποὺ ν’ ἀναφέρεται πὼς ἦταν παρόντες ὅλοι οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. Ἐμφανίζονται πάντα σὲ μεγαλύτερο ἢ μικρότερο πλῆθος. Στὴν τελικὴ Κρίση ὅμως θὰ εἶναι ὅλοι παρόντες, συγκεντρωμένοι γύρω ἀπὸ τὸ Βασιλιὰ τῆς δόξης.
Πολλοὶ προφῆτες, εἴτε ἀρχαῖοι εἴτε μεταγενέστεροι, εἶδαν τὸ θρόνο τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ (Ἡσ. ϛ´ 1, Δαν. ζ´ 9, Ἀποκ. δ´ 2, κ´ 4). Ὁ θρόνος αὐτὸς ἀποτελεῖται ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις, πάνω στὶς ὁποῖες ἐπικάθεται ὁ Κύριος. Εἶναι θρόνος τῆς δόξας, τῆς νίκης, ὅπου κάθεται ὁ οὐράνιος Πατέρας καὶ ὅπου πῆρε τὴ θέση Του ὁ Κύριος Ἰησοῦς μετὰ τὴ νίκη Τοῦ (Ἀποκ. γ΄ 21).
.         Πόσο μεγαλόπρεπη θὰ εἶναι ἡ ἔλευση τοῦ Κυρίου, ποὺ θὰ περιβάλλεται ἀπὸ τόσο ἰδιαίτερα καὶ φοβερὰ γεγονότα! Ὁ προφήτης Ἠσαΐας εἶχε προφητεύσει: «Ἰδοὺ γὰρ Κύριος ὡς πῦρ ἥξει καὶ ὡς καταιγὶς τὰ ἅρματα αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐν θυμῷ ἐκδίκησιν αὐτοῦ καὶ ἀποσκορακισμὸν αὐτοῦ ἐν φλογὶ πυρὸς» (Ἡσ. ξϛ´ 15). Ὁ Δανιὴλ εἶδε καὶ εἶπε πὼς «ποταμὸς πυρὸς εἷλκεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ· χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ, καὶ μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αὐτῷ· κριτήριον ἐκάθισε, καὶ βίβλοι ἠνεώχθησαν» (Δαν. Ζ´ 10).
.         Ὅταν ὁ Κύριος ἔρθει μὲ δόξα πολλὴ καὶ καθίσει στὸ θρόνο Του, τότε «συναχθήσονται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾽ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων» (Ματθ. κε´ 32-33). Τότε θὰ συναχθοῦν μπροστά Του ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς καὶ θὰ τοὺς χωρίσει, ὅπως ὁ τσοπάνος χωρίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ ἐρίφια. Τὰ πρόβατα θὰ τὰ βάλει στὰ δεξιά Του καὶ τὰ ἐρίφια στ’ ἀριστερά Του.
.         Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Πατέρες προβληματίστηκαν σχετικὰ μὲ τὸ χῶρο ὅπου ὁ Χριστὸς θὰ κρίνει ὅλα τὰ ἔθνη. Ἀναφερόμενοι στὸν προφήτη Ἰωήλ, συμπεραίνουν πὼς ἡ κρίση θὰ γίνει στὴν κοιλάδα Ἰωσαφάτ, ὅπου ὁ βασιλιὰς ἐκεῖνος χωρὶς νὰ πολεμήσει, χωρὶς νὰ χρησιμοποιήσει ὅπλα, εἶχε ἐνάντια στοὺς Μωαβίτες καὶ τοὺς Ἀμμωνίτες μία πολὺ σπουδαία νίκη, σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ μὴ μείνει κανένας τοὺς ζωντανός. «ἐξεγειρέσθωσαν καὶ ἀναβαινέτωσαν πάντα τὰ ἔθνη εἰς τὴν κοιλάδα Ἰωσαφάτ, διότι ἐκεῖ καθιῶ τοῦ διακρίναι πάντα τὰ ἔθνη κυκλόθεν», εἶπε ὁ προφήτης Ἰωὴλ (δ´ 12).
.         Ἴσως ὁ θρόνος τοῦ Κυρίου νὰ στηθεῖ πάνω ἀπὸ τὴν κοιλάδα αὐτή, μὰ δὲν ὑπάρχει κοιλάδα στὸν κόσμο ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ χωρέσει ὅλα τὰ ἔθνη καὶ τοὺς λαοὺς τῆς γῆς, ζωντανοὺς καὶ νεκρούς, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὣς τὸ τέλος τοῦ κόσμου, ποὺ βέβαια θὰ εἶναι πολλὰ δισεκατομμύρια. Ὁλόκληρη ἡ ἐπιφάνεια τῆς γῆς, μαζὶ μὲ τοὺς ὠκεανούς, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ δώσει τόσο χῶρο, ὥστε νὰ συγκεντρωθοῦν ἐκεῖ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου στὴ γῆ. Ἂν αὐτὴ ἦταν ἁπλὰ συγκέντρωση ψυχῶν, τότε ἴσως θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς μαζέψει ὅλους κανεὶς στὴν κοιλάδα Ἰωασαφάτ. Ἀφοῦ ὅμως θὰ συγκεντρωθοῦν ἄνθρωποι μὲ τὰ σώματά τους (γιατί οἱ νεκροὶ θὰ ἀναστηθοῦν καὶ σωματικά), τότε τὰ λόγια τοῦ προφήτη θὰ πρέπει νὰ τὰ κατανοήσουμε συμβολικά. Ἡ κοιλάδα Ἰωασαφὰτ εἶναι ὁ κόσμος ὁλόκληρος, ἀπὸ τὴ μακρινὴ ἀνατολὴ ὣς τὴ μακρινὴ δύση. Κι ὅπως ὁ Θεὸς κάποτε ἔδειξε τὴ δύναμή Του στὴν κοιλάδα Ἰωασαφάτ, ἔτσι καὶ τὴν ἔσχατη μέρα θὰ δείξει τὴν ἴδια δύναμη καὶ θὰ κρίνει ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος.
.         Καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾽ ἀλλήλων. Ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ συγκεντρώθηκαν θὰ διαχωριστοῦν σὲ μία στιγμή, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ὁ τσοπάνος στέλνει μὲ τὴ φωνή του τὰ πρόβατα ἀπὸ τὴ μία μεριὰ καὶ τὰ ἐρίφια ἀπὸ τὴν ἄλλη. Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς συγκεντρωμένους θὰ πᾶνε ἀριστερὰ καὶ ἄλλοι δεξιά. Κι ὅλα θὰ γίνουν ξαφνικά, σὰ νὰ τοὺς σπρώχνει μία ἀκαταμάχητη μαγνητικὴ δύναμη μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε κανένας νὰ μὴ μπορεῖ νὰ κινηθεῖ ἀπὸ ἀριστερὰ πρὸς τὰ δεξιὰ ἢ ἀπὸ τὰ δεξιὰ πρὸς τ᾽ ἀριστερά.
.         «Τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» (Ματθ. κε´ 34). Τότε ὁ βασιλιὰς θὰ στραφεῖ πρὸς αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται στὰ δεξιά του καὶ θὰ τοὺς πεῖ: ἐλᾶτε ἐσεῖς, οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατέρα μου, νὰ κληρονομήσετε τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ποὺ ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιὰ σᾶς ἀπὸ τότε ποὺ δημιουργήθηκε ὁ κόσμος.
.         Στὴν ἀρχὴ ὁ Χριστὸς ὀνομάζει τὸν ἑαυτό Του Υἱὸ τοῦ Ἀνθρώπου, δηλαδὴ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ ὁ ἴδιος ἀποκαλεῖ τὸν ἑαυτό Του Βασιλιᾶ, γιατί τοῦ δόθηκαν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμη καὶ ἡ δόξα. Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου. Ἐκεῖνοι ποὺ ὁ Χριστὸς καλεῖ ἔτσι, εἶναι πραγματικὰ εὐλογημένοι. Γιατί ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ περιέχει μέσα της ὅλα τ’ ἀγαθά, καθὼς τὴ χαρὰ καὶ τὴ χάρη τοῦ οὐρανοῦ. Γιατί ὁ Κύριος δὲν λέει «εὐλογημένοι μου», ἀλλὰ «εὐλογημένοι τοῦ Πατέρα Μου»; Γιατί εἶναι ὁ μοναδικὸς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Μονογενὴς καὶ ἄκτιστος προαιωνίως καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Κι οἱ δίκαιοι εἶναι μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀδελφοί τοῦ Χριστοῦ ἐξ υἱοθεσίας.
.         Ὁ Θεὸς καλεῖ τοὺς δικαίους νὰ μποῦν στὴν βασιλεία ποὺ ἔχει προετοιμαστεῖ γί᾽ αὐτοὺς ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Αὐτὸ σημαίνει πὼς ὁ Θεός, προτοῦ ἀκόμα δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο, εἶχε προετοιμάσει τὴν Βασιλεία γι᾽ αὐτόν. Προτοῦ πλάσει τὸν Ἀδάμ, ἦταν ὅλα φτιαγμένα γιὰ τὴ ζωή του στὸν παράδεισο. Ὁλόκληρη Βασιλεία, ὑπέροχη κι ὁλοφώτεινη, ποὺ περίμενε τὸ Βασιλιά της. Μετὰ ὁ Θεὸς ὁδήγησε τὸν Ἀδὰμ στὴ Βασιλεία αὐτή, κι ἡ Βασιλεία συμπληρώθηκε. Ὁ Θεὸς προετοίμασε τὴ βασιλεία γιὰ τοὺς δικαίους ἀπὸ τὴν ἀρχή. Μόνο τοὺς ἀφέντες τῆς περίμενε, μὲ τὸ Χριστὸ ὡς βασιλιὰ ἀρχηγό.
.         Ὁ Κριτὴς κάλεσε τοὺς δικαίους στὴ βασιλεία Του κι ἀμέσως μετὰ ἐξήγησε γιατί τοὺς τὴ χάριζε: «ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατά μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με» (Ματθ. κε´ 35-37). Γιατί πείνασα καὶ μοῦ δώσατε νὰ φάω, δίψασα καὶ μοῦ δώσατε νερό, ἤμουν ξένος καὶ σεῖς μὲ φιλοξενήσατε στὸ σπίτι σας, ἤμουν γυμνὸς καὶ μὲ ντύσατε, ἀρρώστησα καὶ μὲ ἐπισκεφθήκατε, ἤμουν στὴν φυλακὴ καὶ σεῖς ἤρθατε νὰ μὲ δεῖτε.
.         Ἀκούγοντας αὐτὴ τὴ θαυμάσια ἐξήγηση, οἱ δίκαιοι ζήτησαν δισταχτικὰ καὶ ταπεινὰ ἀπὸ τὸ βασιλιὰ νὰ τοὺς πεῖ πότε τὸν εἶδαν πεινασμένο καὶ διψασμένο, γυμνὸ καὶ ἄρρωστο καὶ πότε τὰ ἔκαναν ὅλ’ αὐτὰ σ’ Ἐκεῖνον. Καὶ στὴν ἐρώτηση αὐτὴ ὁ βασιλιὰς ἔδωσε πάλι τὴ θαυμάσια αὐτὴ ἀπάντηση: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε´ 40). Ἀφοῦ ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἐκάματε στοὺς ἐλαχίστους καὶ ταπεινοὺς ἀδελφούς μου, εἶναι σὰ νὰ τὰ ἐκάματε σ’ ἐμένα τὸν ἴδιο.
.         Ὅλη αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία ἔχει δύο ὄψεις, μία ἐξωτερικὴ καὶ μία ἐσωτερική. Ἡ ἐξωτερικὴ ἑρμηνεία εἶναι σαφὴς στὸν καθένα. Ἐκεῖνος ποὺ τρέφει τὸν πεινασμένο, ξεδιψάει τὸ διψασμένο, ντύνει τὸ γυμνὸ καὶ στεγάζει τὸν ἄστεγο, εἶναι σὰν νὰ τὰ κάνει ὅλ’ αὐτὰ στὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Ἐκεῖνος ποὺ ἐπισκέπτεται τοὺς ἀρρώστους ἢ τοὺς φυλακισμένους, εἶναι σὰν νὰ τὰ κάνει αὐτὰ στὸν Κύριο. Ἀναφέρεται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη σχετικὰ πὼς «δανείζει Θεῷ ὁ ἐλεῶν πτωχόν, κατὰ δὲ τὸ δόμα αὐτοῦ ἀνταποδώσει αὐτῷ» (Παρ. ιθ´ 17). Ἐκεῖνος ποὺ ἐλεεῖ τὸν φτωχό, εἶναι σὰν νὰ δανείζει τὸν Θεό, ποὺ ἀνάλογα μὲ τὸ τί ἔδωσε, θὰ τοῦ τὸ ἀνταποδώσει.
.         Ὁ Κύριος, μέσα ἀπὸ κείνους ποὺ ζητοῦν τὴ βοήθειά μας, δοκιμάζει τὶς καρδιές μας. Ὁ Θεὸς δὲν χρησιμοποιεῖ τίποτα δικό μας γιὰ λογαριασμό Του. Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτα. Ἐκεῖνος ποὺ δημιούργησε τὸ ψωμί, δὲν μπορεῖ νὰ πεινάσει. Ἐκεῖνος ποὺ δημιούργησε τὸ νερό, δὲν γίνεται νὰ διψάσει. Αὐτὸς ποὺ ντύνει τὴν κτίση ὁλόκληρη δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι γυμνός, οὔτε καὶ ν᾽ ἀρρωστήσει αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ὑγείας. Οὔτε καὶ γίνεται νὰ αἰχμαλωτιστεῖ ὁ Κύριος τῶν κυρίων.
.         Ὁ Θεὸς ζητᾶ ἀπὸ μᾶς νὰ δίνουμε ἐλεημοσύνη, ὥστε μ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ μαλακώσουν οἱ καρδιές μας, νὰ γίνουν πιὸ σπλαγχνικές. Θὰ μποροῦσε ὁ Θεὸς μὲ τὴν παντοδυναμία Του νὰ κάνει διὰ μιᾶς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους πλούσιους, χορτασμένους, ντυμένους κι εὐχαριστημένους. Ἀλλ᾽ ἀφήνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ δοκιμάσουν τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα, τὴν ἀρρώστια, τὴ φτώχεια καὶ τὴ δυστυχία γιὰ δύο λόγους. Πρῶτα, ὥστε ἐκεῖνοι ποὺ ὑποφέρουν ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ νὰ μπορέσουν ἔτσι νὰ μαλακώσουν τὴν καρδιά τους, νὰ γίνουν πιὸ σπλαγχνικοὶ καὶ νὰ ἔρθουν πιὸ κοντὰ στὸν Θεό, νὰ τὸν προσκυνήσουν μὲ πίστη καὶ προσευχή. Δεύτερο, ὥστε ὁ ἄνθρωπος μέσα ἀπὸ τὰ δικά του βάσανα νὰ κατανοήσει καὶ τοὺς ἄλλους, μὲ τὴν ταπείνωσή του νὰ κατανοήσει τὴν ταπείνωση τῶν ἄλλων. Ἔτσι θὰ καταλάβει τὴν ἀδελφότητα καὶ τὴν ἑνότητα ὅλων τῶν ἀνθρώπων μέσα ἀπὸ τὸν Ζῶντα Θεό, τὸν Δημιουργὸ καὶ δοτήρα ὅλων τῶν ἐπιγείων ἀγαθῶν. Ὁ Θεὸς ζητᾶ ἀπὸ μᾶς νὰ γίνουμε ἐλεήμονες, νὰ ἔχουμε πάνω ἀπ᾽ ὅλα ἔλεος. Γνωρίζει πὼς τὸ ἔλεος εἶναι ὁ τρόπος γιὰ ν᾽ ἀποκαταστήσει ὁ ἄνθρωπος τὴν πίστη στὸν Θεό, τὴν ἐλπίδα στὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό.
.         Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ ἑρμηνεία. Ἡ δεύτερη ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸν Χριστὸ μέσα μας. Σὲ κάθε καθαρὴ σκέψη ποὺ ἔχουμε στὸ νοῦ μας, σὲ κάθε εὐγενικὸ συναίσθημα τῆς καρδιᾶς μας καὶ σὲ κάθε ὑψηλὴ φιλοδοξία κι ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς μας γιὰ τὴν ἐπίτευξη τοῦ ἀγαθοῦ, ὁ Χριστὸς ἀποκαλύπτεται μέσα μας μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅλες αὐτὲς τὶς ἁγνὲς σκέψεις, τὰ εὐγενικὰ συναισθήματα καὶ τὶς ὑψηλὲς φιλοδοξίες, τὶς ὀνομάζει ἐλαχίστους ἀδελφούς Του. Τὰ ὀνομάζει ἔτσι ὅλ᾽ αὐτά, ἐπειδὴ βρίσκονται μέσα μας σὲ μία ἀσήμαντη μειονότητα σὲ σύγκριση μὲ τοὺς μεγάλους ἐσωτερικοὺς ἀγροὺς ποὺ εἶναι γεμάτοι ἀπορρίμματα καὶ κακία. Ἂν ὁ νοῦς μας πεινάει γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ταΐσουμε, εἶναι σὰν νὰ τρέφουμε τὸν Χριστὸ μέσα μας. Ἂν ἡ καρδιά μας εἶναι γυμνὴ ἀπὸ κάθε ἀγαθὸ κι εὐγενικὸ πράγμα ποὺ ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ τὴν ντύσουμε, εἶναι σὰν νὰ ντύσαμε τὸν Χριστὸ μέσα μας. Ἂν ἡ ψυχή μας εἶναι ἄρρωστη καὶ φυλακισμένη ἀπὸ τὴν κακή μας ὕπαρξη καὶ τὰ κακά μας ἔργα καὶ τὸ ἀντιληφθοῦμε αὐτὸ καὶ τὴν ἐπισκεφτοῦμε, τότε εἶναι σὰ νὰ ἐπισκεφτήκαμε τὸν Χριστὸ μέσα μας.
.         Μὲ λίγα λόγια, ἂν αὐτὸς ὁ δεύτερος ἑαυτὸς ποὺ ἔχουμε μέσα μας καὶ ποὺ ἀντιπροσωπεύει τὸ δίκαιο ἄνθρωπο, ὑποδουλωθεῖ καὶ ταπεινωθεῖ ἀπὸ τὸν πονηρὸ κι ἁμαρτωλὸ ἐσωτερικό μας ἄνθρωπο καὶ μεῖς τὸν προστατεύσουμε, εἶναι σὰν νὰ προστατεύουμε τὸν Χριστὸ μέσα μας. Ὁ δίκαιος ἄνθρωπος μέσα μας εἶναι πολὺ μικρός, ἐνῶ ὁ ἁμαρτωλὸς μέσα μας εἶναι ἕνας πραγματικὸς Γολιάθ. Ὁ δίκαιος ἄνθρωπος μέσα ὅμως εἶναι ὁ μικρὸς ἀδελφός τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐλάχιστος, κι ὁ ἁμαρτωλὸς Γολιὰθ μέσα μας εἶναι ὁ ἐχθρὸς τοῦ Χριστοῦ. Ἂν τότε προστατέψουμε τὸ δίκαιο ἄνθρωπο μέσα μας, ἂν τὸν ἐλευθερώσουμε, τὸν ἐνισχύσουμε καὶ τὸν βγάλουμε στὸ φῶς· ἂν τὸν σηκώσουμε ψηλότερα ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλό, ὥστε νὰ τὸν κυριεύσει καὶ νὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς» (Γαλ. β´ 20), τότε θὰ κληθοῦμε εὐλογημένοι καὶ στὴν τελευταία Κρίση θὰ ἀκούσουμε τὰ λόγια τοῦ Βασιλιᾶ: δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-3 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Μπορεῖ ἆραγε νὰ δεχτεῖ στὴ βασιλεία Του ἐκείνους ποὺ ἔβγαζαν τὴ βασιλεία αὐτὴ ἀπὸ τὴ ζωή τους;»

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ «ΚΑΚΟ», Η ΟΦΕΙΛΗ καὶ Ο ΧΑΡΙΣΤΙΚΟΣ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

Προσαρμοσμένα ἀποσπάσματα
ἀπὸ γραπτὸ κήρυγμα
στὸ Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς ΙΑ´ Mατθ. (κη´ 23-35)
τοῦ Μ. Κωνσταντίνου
στὸ «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ»,
Ἀθῆναι 2011.

.             Τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ στὴν σημερινὴ παραβολὴ  θυμίζουν ἔντονα τὸ πέμπτο αἴτημα τῆς Κυριακῆς προσευχῆς: «χάρισέ μας τὰ χρέη μας, ὅπως καὶ ἐμεῖς τὰ χαρίζουμε στοὺς δικούς μας ὀφειλέτες».
.             Αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ τονίσει ὁ Χριστὸς εἶναι ὅτι ἡ ὀρθὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεὸ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἔχει ἐπιπτώσεις καὶ στὴν σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ὅποιος κατανοεῖ βαθειὰ ὅτι εὐεργετεῖται ἀπὸ τὸν Θεὸ, ἐπειδὴ συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες του, δὲν μπορεῖ παρὰ καὶ ὁ ἴδιος νὰ συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων.
.             Πίσω ἀπὸ τὴν πρώτη ἐντύπωση ἡ προσεκτικότερη ἀνάγνωση ὁδηγεῖ στὴ διαπίστωση ὅτι στὴν σημερινὴ παραβολὴ συνοψίζεται οὐσιαστικὰ ὁλόκληρη ἡ διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ὅταν σκεφτοῦμε λίγο βαθύτερα στὸ θέμα ἁμαρτία, θὰ καταλήξουμε ὅτι σὲ τελευταία ἀνάλυση αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε ἁμαρτία εἶναι μία κατάχρηση ἐξουσίας. Γιὰ νὰ γίνει ἀντιληπτὸ αὐτό, ἀρκεῖ νὰ νὰ ἀνατρέξουμε στὰ πρῶτα κεφάλαια τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἐκεῖ ἀναφέρεται ὅτι ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο τέλειο, μία εἰκόνα δική του καὶ τὸν τοποθέτησε ἐξουσιοδοτημένο διαχειριστὴ στὸν κόσμο. Διαχειριστὴς ἐλεύθερος ἀλλὰ ἐξουσιοδοτημένος καὶ συνεπῶς ὑπόλογος ἔναντι τοῦ Ἐντολέως του. Ἂν καταχραστεῖ τὴν ἐξουσία του ὁ ἐντολοδόχος διαχειριστής, ἂν δηλαδὴ ἁμαρτήσει, τότε ὀφείλει στὸν Θεὸ καὶ γι’ αὐτὸ Τὸν παρακαλεῖ: «χάρισέ μου τὰ χρέη». Ἐδῶ, πάνω σὲ αὐτὴ τὴ λογική, στηρίζεται ὅλο τὸ θυσιαστικὸ σύστημα τοῦ βιβλικοῦ Ἰσραὴλ μὲ τὶς πολυάριθμες διατάξεις του, ποὺ καθορίζουν μέχρι τὴν τελευταία λεπτομέρεια τὸ τίμημα ποὺ κάθε φορὰ ὀφείλει νὰ καταβάλει ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ «ξεχρεώσει», γιὰ νὰ ἐξιλεωθεῖ ἀπὸ τὴν κατάχρηση, ποὺ ἔκανε καὶ νὰ συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν Θεό.

[…]

.             Ὁ Χριστὸς προχωρεῖ ἀκόμη περισσότερο ἀπὸ τὴν αὐτονόητη ἀναγνώριση τῆς θείας εὐεργεσίας καὶ τῆς σκοπιμότητας τῆς «θυσίας» τονίζοντας μὲ τὴ σημερινή του παραβολὴ ὅτι ἡ ἀποκατάσταση τῶν σχέσεων μὲ τὸν Θεὸ περνάει ἀπαραιτήτως μέσα ἀπὸ τὴν ἀποκατάσταση τῶν σχέσεων μὲ τὸν συνάνθρωπό μας.
.             Ἡ ἀναδρομὴ στὰ πρῶτα κεφάλαια τῆς Ἁγίας Γραφῆς φανερώνει ἀνάγλυφη τὴν ἀπάντηση στὸ πρόβλημα τοῦ κακοῦ στὸν κόσμο μέσα ἀπὸ σειρὰ ἀφηγήσεων τῶν ἕνδεκα πρώτων κεφαλαίων τῆς Γενέσεως, ὅπου περιγράφεται τὸ σύνολο τῶν σχέσεων τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους καὶ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν κτίση. Κοινὸ στοιχεῖο τῶν ἀφηγήσεων αὐτῶν εἶναι ἡ διαρκὴς προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀποδεσμευτεῖ ἀπὸ τὸν Δημιουργό του καταχρώμενος τῆς ἐξουσίας ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε, ὥστε νὰ μπορέσει νὰ τοποθετήσει τὸν ἑαυτό του στὴ θέση τοῦ Θεοῦ. Κατὰ τραγικὸ ὅμως τρόπο στὸ τέλος κάθε τέτοιας καταχρηστικῆς δοκιμῆς ὁ ἄνθρωπος διαπιστώνει ὅτι βρίσκεται σὲ χαμηλότερο ἐπίπεδο ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ βρισκόταν, ὅταν ξεκίνησε.
.             Ἡ πρώτη τέτοια προσπάθεια ἀποδέσμευσης τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεὸ ἐπιχειρεῖται μὲ τὴν ἀπόπειρα ἀποκτήσεως γνώσεως. Ἀπὸ τὴν παραδείσια κατάσταση καταλήγει μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεό, σὲ μία σχέση ἀνταγωνισμοῦ μὲ τὸν συνάνθρωπό του καὶ ἀνασφαλὴς μέσα στὸ φυσικὸ περιβάλλον. Ἡ εἰκόνα ποὺ χρησιμοποιεῖ ἐδῶ ἡ ἁγ. Γραφὴ εἶναι πολὺ ἐνδεικτική: Ἡ πρώτη ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου, μετὰ τὴ διάσπαση τῆς σχέσεως μὲ τὸν Θεό, εἶναι νὰ κατασκευάσει γιὰ τὸν ἑαυτό του ροῦχα, νὰ διαχωρίσει δηλαδὴ καὶ νὰ προφυλάξει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ «ἀπειλητικὸ» πλέον περιβάλλον του. Ὅλες οἱ ἀφηγήσεις ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα δείχνουν πόσο ἡ διάσπαση αὐτὴ τῶν σχέσεων προχώρησε σὲ βάθος. Τὴν διάσπαση τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν συζύγων ἀκολουθεῖ ἡ διάσπαση τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν.
.             Μετά, στὴν ἀφήγηση γιὰ τὸ γάμο τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ μὲ τὶς θυγατέρες τῶν ἀνθρώπων φαίνεται μία ἄλλη ἀποτυχημένη προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀνεξαρτητοποιηθεῖ ἀπὸ τὸν Δημιουργό του μὲ τὴν αὔξηση τῶν βιολογικῶν του δυνατοτήτων, μία βελτίωση τοῦ εἴδους, ποὺ θυμίζει ἔντονα τὶς προσπάθειες τῆς σύγχρονης εὐγονικῆς καὶ γενετικῆς. Μετά, στὴν ὀλισθηρὴ αὐτὴ διαδρομὴ συμβαίνει μία οἰκολογικὴ καταστροφή, ὁ κατακλυσμός, ποὺ ἀκολουθεῖται ἀπὸ ἄλλη μία καταστροφὴ σχέσεως, αὐτῆς τοῦ πατέρα μὲ τὸν γιό του (ὁ Νῶε καταριέται τὸν Χάμ, Γέν. θ´ 25) Καὶ στὸ τέλος ἡ ἀφήγηση μὲ τὸν Πύργο τῆς Βαβέλ ἔχει πάλι τὸ ἴδιο θέμα. Ἐδῶ τώρα εἶναι ἡ τεχνολογικὴ ἀνάπτυξη ποὺ ἐπιτρέπει στὸν ἄνθρωπο νὰ φτάσει στὸν οὐρανὸ μὲ ἀποτέλεσμα ἀνάλογο. Ἡ ἀνθρώπινη κοινωνία διασπᾶται πλέον ὁλοκληρωτικὰ καὶ ἀνοίγει ἔτσι ὁ δρόμος γιὰ τὸν ἀπόλυτο ἀνταγωνισμὸ ὅλων πρὸς ὅλους.
.             Ὑπέρμετρη γνώση, βιολογικὴ βελτίωση τοῦ εἴδους καὶ ἀνάπτυξη τῆς τεχνολογίας χαρακτηρίζει τὴν σημερινή μας ἐποχή. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ ἡ βιβλικὴ παράσταση τῆς πτωτικῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου ἐκτὸς ἀπὸ ἐντυπωσιακή, θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ καὶ ἰδιαίτερα ἐπίκαιρη, καθὼς παρέχει μία προειδοποίηση γιὰ τὴν ἐποχή μας.
.             Μὲ βάση τὴν βιβλικὴ θεώρηση τοῦ κακοῦ ὡς προβλήματος σχέσεων, ἡ ὁποιαδήποτε προσπάθεια συμφιλιώσεως μὲ τὸν Θεὸ θὰ πρέπει νὰ κινεῖται πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν σχέσεων, ποὺ διασπάστηκαν. Ἡ τέλεια ἀποκατάσταση αὐτὴ ὅμως δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἐπιτευχθεῖ μὲ τὴν προσφορά, ἀπὸ πλευρᾶς τῶν ἀνθρώπων, μερικῶν θυσιῶν πρὸς τὸν Θεό. Ὁπότε ἀπὸ τὴν ἄπειρη ἀγάπη του γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἔγινε ἄνθρωπος ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς καὶ προσέφερε τὸν Ἑαυτό του θυσία, ὥστε νὰ ἀπαλλάξει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὶς ὀφειλές τους πρὸς Αὐτόν. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ ἡ ἀποκατάσταση τῶν σχέσεων τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι ἕνα ἠθικὸ πρόβλημα, μία ἐντολὴ γιὰ ἀλλαγὴ στάσεως, ἀλλὰ μιὰ ριζικὴ ἀποκατάσταση μὲ τὴν «αὐτοπρόσωπη» παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο. Ἀποκαθιστώντας ὁ Χριστὸς τὶς σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ἀπαλλάσσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν βαρύτερη καὶ κυριότερη συνέπεια τῆς διασπάσεως τῶν σχέσεων αὐτῶν, τὸν φόβο τοῦ θανάτου, ποὺ εἶναι ὁ κύριος ὑπεύθυνος γιὰ τὴν ἀνάπτυξη σχέσεων ἀνταγωνισμοῦ. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ἔχει πλέον τὴν δυνατότητα νὰ προχωρήσει καὶ στὴν ἀποκατάσταση τῶν σχέσεών του μὲ τοὺς συνανθρώπους του.
.              Ὡς χριστιανοὶ λοιπὸν ἀναγνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει χαρίσει τὰ χρέη μας πρὸς αὐτὸν καὶ ὅτι μᾶς ἔδωσε τὴ δυνατότητα νὰ ἀποκαταστήσουμε τὶς σχέσεις μας μαζί του. Μετὰ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τὴν σταυρικὴ θυσία καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ τὸ ἀνθρώπινο γένος «ξεχρέωσε», δὲν χρωστάει τίποτα. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νὰ διαχειριστεῖ πάντοτε σωστὰ τὴν ἐξουσία ποὺ τοῦ ἔδωσε Θεός καὶ σὲ κάθε ἐπιλογή του, σὲ κάθε πράξη του ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος τῆς κατάχρησης τῆς ἐξουσίας, ποὺ μὲ τὴν σειρά της δημιουργεῖ καινούργια χρέη, αὐτὴ τὴ φορὰ πρὸς τοὺς συνανθρώπους του, τοὺς ὁποίους ἔβλαψε μὲ τὴν ἁμαρτία του, πρὸς αὐτοὺς χρωστάει πλέον καὶ μὲ αὐτοὺς ὀφείλει καθένας νὰ ἐπιδιώξει ἕνα χαριστικὸ διακανονισμό εὐσπλαγχνίας καὶ ἀλληλοσυγχωρήσεως, δηλαδὴ χαρίζοντας ὁ ἕνας τὰ χρέη τοῦ ἄλλου.
.           Ὁ Χριστός, μὲ τὴ σημερινή του παραβολή εἶναι σαφής στὴν προειδοποίησή του. Ἡ παραγραφὴ τοῦ χρέους μας πρὸς τὸν Θεὸ παραμένει χωρὶς ἀντίκρισμα, ἂν καὶ ἐμεῖς δὲν παραγράφουμε τὰ χρέη τῶν συνανθρώπων μας πρὸς ἐμᾶς.

 

 

, ,

Σχολιάστε

«ΟΠΟΤΕ Η ΝΥΜΦΗ ΓΥΡΙΣΕΙ, Η ΑΓΚΑΛΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΙΧΤΗ»

ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ νέο βιβλίο
τοῦ Δημ. Μαυρόπουλου:
«Σχόλια στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο»
κδ. «Δόμος», Ἀθῆναι 2017,
σελ. 116-117
Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ.»

[…] Νὰ τὸ πῶ μὲ ἕναν διαφορετικὸ λόγο χρησιμοποιώντας αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος: ποιά εἶναι αὐτὴ ἡ δικαίωση, τί θὰ προκύψει ἀπὸ τὴν ἐσχάτη Κρίση; Αὐτὸ ποὺ θὰ προκύψει εἶναι ὅτι θὰ ἀναγνωρίσουμε τὸ πρόσωπο τοῦ Νυμφίου. Ἂν τὸ ἀναγνωρίσουμε, εἴμαστε μὲ τὸν Νυμφίο, ἂν δὲν τὸ ἀναγνωρίσουμε, ὁ Νυμφίος γίνεται πηγὴ βασάνου, ἡ παρουσία του γίνεται πηγὴ βασάνου. Αὐτὸ μᾶς λέει καὶ τὸ συναξάρι τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω: τρυφὴν μὲν καὶ βασιλείαν οὐρανῶν εἶναι, τὴν μετὰ Θεοῦ τῶν ἁγίων συνδιαγωγήν, βάσανον δὲ τὸν ἀπὸ Θεοῦ μακρυσμόν. Ἄραγε θὰ τὸν ἀναγνωρίσουμε; Θὰ προετοιμάσουμε τὴ ζωή μας, ὥστε νὰ ἀναγνωρίσουμε ὡς ἔκπληξη τὴν παρουσία τοῦ Νυμφίου;
.               Ποιά προετοιμασία κάνει ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ γνωρίσει τὸ πρόσωπο τοῦ Νυμφίου, γιὰ νὰ παραδοθεῖ σὲ αὐτόν; Θὰ πῶ ἕνα παράδειγμα, ἐνδεχομένως ἀφελές, ἐὰν ἔχω παγιδευτεῖ στὴν ἀντίληψη ἑνὸς τιμωροῦ Θεοῦ, ὀργισμένου Θεοῦ, δικαιοκρίτη– ὅπως τὸν λένε– Θεοῦ, ἀλλὰ μὲ δικανικὸ περιεχόμενο, ὁ ὁποῖος, γιὰ νὰ ἐπιβάλει κοσμικὴ τάξη καὶ ἁρμονία, βραβεύει τὸν δίκαιο καὶ τιμωρεῖ τὸν ἄδικο, κινδυνεύω νὰ μὴν ἀναγνωρίσω τὸ πρόσωπο ἑνὸς ἐλεήμονα Νυμφίου. Δὲν θὰ ἀποδεχτῶ αὐτὴν τὴν ἐλεήμονα καρδία, ποὺ μᾶς ἀποκαλύπτουν καὶ οἱ Προφῆτες καὶ τὰ Εὐαγγέλια καὶ οἱ Πατέρες. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι τιμωρός, ἀλλὰ ἔλεος καὶ ἀγάπη.
.               Ἂν χτίσω τὴ ζωή μου μὲ μία ἀντίληψη ἑνὸς τέτοιου Θεοῦ, δὲν θὰ ἀναγνωρίσω τὸ πρόσωπό του, καὶ αὐτὸ θὰ εἶναι ἡ κόλασή μου· αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ βασανισμός μου, νὰ μὴν ἀναγνωρίσω τὸν ἐλεήμονα Κύριο. Σὲ ὅλες τὶς ἀποκαλύψεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅποτε ἀποκαλύφθηκε ὁ Θεὸς καὶ εἶπε: «ἐδῶ εἶμαι», πάντα προσέθετε: Κύριος πολυέλεος καὶ πολυεύσπλαγχνος καὶ ἀληθινός. Σχεδὸν ἀμνήμων γιὰ τὰ ἁμαρτήματα, ξεχνάει τὶς ἁμαρτίες μας συνεχῶς. Ἕνα νυμφίο ποὺ λαχταράει τὴν νύμφη, ὁ Μέγας Βασίλειος τὸν ὀνομάζει «μανικὸ ἐραστή», δηλαδὴ τρελαμένο γιὰ τὴν νύμφη. Φεύγει ἡ νύμφη; πάει μὲ ἄλλους ἄνδρες; Γίνεται εἰδωλολάτρισσα μὲ τὸν ἕναν, μὲ τὸν ἄλλον; Αὐτὸς παραμένει μὲ τὴ λαχτάρα τῆς νύμφης καὶ ὅποτε ἡ νύμφη γυρίσει, ἀγκαλιὰ εἶναι ἀνοιχτή, χωρὶς κρίση.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΣΚΛΗΡΟΚΑΡΔΙΑ « Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ θυμώνεις μὲ τοὺς ἄλλους. Δύσκολο εἶναι νὰ θυμώνεις μὲ τὸν ἑαυτό σου». (Ἁγ. Λουκᾶ Ἀρχιεπ. Συμφερουπόλεως)

Κυριακὴ ΙΑ´ Ματθαίου (Ματθ. ιη´ 23-35)
 Περὶ σκληροκαρδίας

Ἁγ. Λουκᾶ τοῦ ἰατροῦ, Ἀρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως Κριμαίας

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Ἁγ. Λουκᾶ ἐπισκόπου Κριμαίας
Λόγοι καὶ ὁμιλίες»-Τόμος Γ´,
ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη

.                 Ποιός ἄνθρωπος δὲν θὰ θυμώσει καὶ δὲν θὰ διαμαρτυρηθεῖ ἀκούγοντας τὴν παραβολὴ τοῦ κάκου δούλου, στὸν ὁποῖο ὁ κύριος τοῦ συγχώρεσε ἕνα μεγάλο χρέος, ἐνῶ αὐτὸς δὲν ἤθελε νὰ συγχωρέσει στὸν πλησίον του ἕνα μικρό;
.                 Ταράζεται ἡ καρδιά μας, ὅταν βλέπουμε τὶς χειρότερες ἐκδηλώσεις τῶν παθῶν καὶ τῆς ἁμαρτωλότητας τῶν ἀνθρώπων. Σωστὰ εἶπε ὁ προφήτης Δαβὶδ «Καὶ ἐρρύσατο τὴν ψυχήν μου ἐκ μέσον σκύμνων, ἐκοιμήθην τεταραγμένος υἱοὶ ἀνθρώπων, οἱ ὀδόντες αὐτῶν ὅπλα καὶ βέλη, καὶ ἡ γλῶσσα αὐτῶν μάχαιρα ὀξεία» (Ψαλ. Νϛ´, 5). Καὶ δὲν τὸ λέει γιὰ τοὺς φονιάδες καὶ τοὺς κακούργους ἀλλὰ γιὰ μᾶς τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους. Ἐμᾶς μᾶς ἀποκαλεῖ λιοντάρια καὶ λέει ὅτι τὰ δόντια μας εἶναι ὄπλα καὶ βέλη καὶ ἡ γλῶσσα ἀκονισμένο σπαθί. Καὶ τὸ σπαθὶ εἶναι ὄργανο τοῦ φόνου.
.                Ἂν ἡ γλῶσσα μας εἶναι σὰν τὸ αἰχμηρὸ σπαθί, τότε μποροῦμε νὰ τὴν χρησιμοποιήσουμε γιὰ νὰ φονεύουμε τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ὄντως πολλὲς φορὲς τὸ κάνουμε καὶ δὲν θεωροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας δολοφόνους. Πληγώνουμε τὴν καρδιὰ τοῦ πλησίον μὲ συκοφαντία καὶ ψέμα, προσβάλλουμε τὴ δική του ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια, ταράζουμε τὴν καρδιά του μὲ κακολογία, – αὐτὸ δὲν εἶναι πνευματικὸς φόνος;
.                 Ἀκοῦμε πὼς κάποιος ἀπὸ τοὺς γνωστοὺς ἀνθρώπους μοιχεύει καὶ θυμώνουμε μ᾽ αὐτόν. Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ θυμώνεις μὲ τοὺς ἄλλους. Δύσκολο εἶναι νὰ θυμώνεις μὲ τὸν ἑαυτό σου. Ἔχουμε δικαίωμα νὰ θυμώνουμε μὲ τοὺς ἄλλους, ἐνῶ οἱ ἴδιοι δὲν ἔχουμε τὴν καθαρότητα ποὺ ζητᾶ ἀπὸ μᾶς ὁ Χριστός; Πόσοι ἀπὸ μᾶς δὲν ἔχουν κοιτάξει ποτὲ γυναίκα ἢ ἄνδρα μὲ πόθο; Λίγοι, πολὺ λίγοι. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς κάθε ἀκάθαρτο βλέμμα ποὺ ρίχνουμε στὴ γυναίκα τὸ ὀνομάζει μοιχεία. Καὶ ἂν ἀκόμα δὲν τὴν κάναμε μὲ τὸ σῶμα, στὴν καρδιά μας τὴν εἴχαμε κάνει.
.                 Ἕνας μεγάλος ἱεράρχης, ὁ ἅγιος Τύχων τοῦ Ζαντόνσκ, λέει τὸ ἑξῆς: «Τὶς ἁμαρτίες ποὺ βλέπουμε στοὺς ἄλλους τὶς ἔχουμε καὶ ἐμεῖς». Αὐτὸ εἶναι πολὺ σωστό. Ὅλες οἱ ἁμαρτίες ποὺ βλέπουμε στοὺς ἄλλους ὑπάρχουν καὶ μέσα μας, ἴσως σὲ βαθμὸ πιὸ μικρό, ἀλλὰ ἔχουμε τὸ ἴδιο ἀκάθαρτη καρδιὰ ποὺ ἡ ἀκαθαρσία της φανερώνεται μὲ τὶς προσβολὲς τοῦ πλησίον καὶ τὸ μίσος ἐναντίον του. Τέτοια ἀκαθαρσία ὑπάρχει στὴν καρδιὰ κάθε ἀνθρώπου. Γι᾽ αὐτό, τὸν λόγο τοῦ μεγάλου Ἱεράρχη πρέπει νὰ τὸν θυμόμαστε καὶ νὰ τὸν ἔχουμε πάντα στὴν καρδιά μας. Ὅταν βλέπουμε τὴν ἁμαρτωλότητα τῶν ἄλλων πρέπει νὰ δοῦμε τὴν δική μας καρδιὰ καὶ νὰ ἀναρωτηθοῦμε «Ἐγὼ εἶμαι καθαρὸς ἀπὸ ἁμαρτία, δὲν ὑπάρχει μέσα μου τὸ ἴδιο πάθος ποὺ βλέπω στὸν ἀδελφό μου;»
.                 Πάντα θυμόμαστε αὐτὰ ποὺ μᾶς προκαλοῦν μεγαλύτερη ἐντύπωση. Θυμόμαστε, γιὰ παράδειγμα τοὺς σεισμούς. Καὶ ὅσο πιὸ συμπονετικὴ εἶναι ἡ καρδιά μας τόσο περισσότερο χρόνο θυμόμαστε τὰ δυστυχήματα. Ἐνῶ οἱ σκληρόκαρδοι ἄνθρωποι τὰ ξεχνᾶνε πολὺ γρήγορα.
.                 Δὲν δουλεύουν ἔτσι οἱ σεισμολόγοι. Πάντα ἔχουν στὸ νοῦ τους τοὺς σεισμοὺς καὶ κάθε μέρα κάνουν τὶς ἀνάλογες μετρήσεις. Ἀπ᾽ αὐτοὺς πρέπει νὰ παίρνουμε τὸ παράδειγμα. Ὅπως οἱ σεισμολόγοι πάντα μὲ προσοχὴ παρακολουθοῦν τὶς δονήσεις στὸ ἐσωτερικὸ ἢ τὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς, τὸ ἴδιο πρέπει ἐμεῖς νὰ παρακολουθοῦμε ἀκούραστα τὶς κινήσεις τῆς δικῆς μας καρδιᾶς καὶ νὰ διώχνουμε ἀπὸ μέσα της κάθε ἀκαθαρσία. Νὰ προσέχουμε τὶς σκέψεις μας, τὶς ἐπιθυμίες, τὰ κίνητρα καὶ τὶς πράξεις. Νὰ τὰ ἀναλύουμε μὲ προσοχὴ ἐξετάζοντας μήπως ὑπάρχει σ᾽ αὐτὰ κάτι ἁμαρτωλό.
.                 Ἂν μιμηθοῦμε τοὺς σεισμολόγους καὶ παρακολουθοῦμε μὲ προσοχὴ τὶς κινήσεις τῆς δικῆς μας καρδιᾶς, τότε θὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν δική μας ἁμαρτωλότητα καὶ τὴν ἀναξιότητα καὶ δὲν θὰ δίνουμε προσοχὴ σ᾽ αὐτὰ ποὺ κάνουν οἱ ἄλλοι καὶ δὲν θὰ τοὺς κατακρίνουμε γι᾽ αὐτὰ ποὺ κάνουν.
.                Προκαλεῖ ἀγανάκτηση ἡ συμπεριφορὰ τοῦ κακοῦ δούλου ποὺ ὁ εὔσπλαχνος κύριος τοῦ ἄφησε μεγάλο χρέος δέκα χιλιάδων ταλάντων καὶ ἐκεῖνος μόλις εἶδε κάποιον ποὺ τοῦ ὄφειλε μόνο ἑκατὸ δηνάρια, τὸν ἔπιασε καὶ ἄρχισε νὰ τὸν σφίγγει. Ὁ φτωχὸς τὸν παρακαλοῦσε καὶ τοῦ ἔλεγε ἴδια λόγια, ποὺ μόλις πρὶν λίγο ὁ ἄσπλαχνος δοῦλος ἔλεγε μπροστὰ στὸν κύριο «Μακροθύμησον ἐπ᾽ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι» (Ματθ. ιη´ 29). Ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν θέλει νὰ περιμένει καὶ βάζει στὴν φυλακὴ τὸν ὀφειλέτη του.
.                 Τί πιὸ ἄδικο μπορεῖ νὰ ὑπάρχει; Εἶναι ἔσχατος βαθμὸς σκληροκαρδίας καὶ ἀσπλαχνίας, εἶναι πλήρης ἀπουσία τῆς εὐσπλαγχνίας, τῆς θέλησης καὶ τῆς ἱκανότητας νὰ ἀφήνει κανεὶς στὸν πλησίον τὰ ὀφειλήματά του. Εἶναι ἡ λήθη ἐκείνης τῆς αἴτησης ποὺ κάθε μέρα ἀπευθύνουμε στὸν Θεό: «Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Δὲν θέλουμε νὰ ἀφήνουμε στὸν πλησίον τὰ ὀφειλήματά του, περιμένουμε ὅμως ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς ἀφήσει τὰ δικά μας.
.                 Τὴν πιὸ σκοτεινὴ πλευρὰ τῆς ψυχῆς του ἔδειξε αὐτὸς ὁ ἄκαρδος ἄνθρωπος στὸν πλησίον του. Ποιά ἦταν ἡ αἰτία νὰ φερθεῖ τόσο σκληρὰ καὶ νὰ καταπατήσει τὸ δίκαιο; Πρῶτ᾽ ἀπ’ ὅλα ἦταν ὁ ἐγωισμός του, ἡ φιλαυτία του. Λογάριαζε μόνο τὸν ἑαυτό του καὶ δὲν σκεφτόταν τοὺς ἄλλους, μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του ἤθελε καλό. Ὅλες οἱ σκέψεις καὶ ἐπιδιώξεις του ἦταν στὸ νὰ ἀποκτήσει ὅσο γίνεται πιὸ πολλά. Ἦταν πολὺ μεγάλος ἐγωιστής. Δὲν τοῦ ἀρκοῦσε ὅτι πῆρε ἀπὸ τὸν κύριο δέκα χιλιάδες τάλαντα, δὲν μποροῦσε νὰ ξεχάσει καὶ ἐκεῖνα τὰ ἑκατὸ δηνάρια ποὺ τοῦ χρωστοῦσε ὁ φτωχός.
.                 Ἂς δοῦμε ὅμως τὴν δική μας καρδιά. Δὲν ὑπάρχει ἆραγε μέσα μας σκληροκαρδία καὶ φιλαργυρία; Πόσοι ἀπὸ μᾶς περιφρονοῦν τὰ λεφτὰ καὶ δὲν ἐπιδιώκουν τὸν πλοῦτο; Λίγοι, πολὺ λίγοι. Φιλαργυρία εἶναι ἡ ἁμαρτία τῶν περισσότερων ἀνθρώπων. Ἀγανακτώντας γιὰ τὴν φιλαργυρία τοῦ καλοῦ δούλου, πρέπει μὲ ταπείνωση νὰ παραδεχτοῦμε ὅτι καὶ ἐμεῖς εὐθυνόμαστε γιὰ τὴν ἴδια ἁμαρτία. Στὸ παράδειγμα τοῦ κακοῦ αὐτοῦ δούλου βλέπουμε τὴν χειρότερη ἐκδήλωση τοῦ πάθους τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ τῆς φιλαργυρίας. Ὅμως δὲν ἀγαπᾶμε καὶ ἐμεῖς τὸν ἑαυτό μας πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸν πλησίον μας; Τηροῦμε ἆραγε τὴν ἐντολὴ «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν» (Ματθ. ιθ´ 19);
.                 Ἀγαπᾶμε τὸν ἑαυτό μας καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους λίγο νοιαζόμαστε. Αὐτὸ σημαίνει ἐγωισμός, εἶναι τὸ πάθος ποὺ σὲ τέτοια ἄσχημη μορφὴ ἐκδηλώθηκε στὴν περίπτωση τοῦ κακοῦ δούλου. Ἦταν ἄνθρωπος σκληρόκαρδος καὶ ἄσπλαχνος. Ἐμεῖς ὅμως μποροῦμε νὰ ποῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας ὅτι τηροῦμε τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ: «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστι;» (Λουκ. ϛ´ 36). Ποιός ἀγαπάει τὸν πλησίον του σὰν τὸν ἑαυτό του; Ποιός τὸν φροντίζει ὅπως φροντίζει τὸν ἑαυτό του; Μόνο οἱ ἅγιοι. Ἐμεῖς δὲν εἴμαστε ἅγιοι, γιατί ὅλοι ἔχουμε τὰ ἴδια πάθη ποὺ βλέπουμε στοὺς ἄλλους, ὅπως εἶπε ὁ Ἅγιος Τύχων τοῦ Ζαντόνσκ. Πολλὲς φορὲς δὲν δείχνουμε ἔλεος στοὺς ὀφειλέτες μας. Ἀλλὰ ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος λέει: «Ἡ γὰρ κρίσις ἀνέλεος τῷ μὴ ποιήσαντι ἔλεος» (Ἰακ. β´ 13). Νὰ τρομάζουμε ἀκούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου, γιατί θὰ ἔχουμε τὴν ἴδια μοίρα μὲ τὸν ἄσπλαχνο δοῦλο, τὸν ὁποῖο ὀργισμένος ὁ κύριος παρέδωσε στοὺς βασανιστές, ὥσπου νὰ ξεπληρώσει ὅλο τὸ χρέος.
.                 Στὸ τέλος τῆς παραβολῆς ὁ Χριστὸς εἶπε «Οὕτω καὶ ὁ Πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτὸν ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν» (Ματθ. ιη´ 35).
.                 Μία ἄλλη φορὰ ὁ Χριστὸς εἶπε «Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος, ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν» (Ματθ. ϛ´ 14-15).
.                 Ὁ Κύριος μᾶς εἶπε νὰ προσευχόμαστε μὲ τὴν προσευχὴ ποὺ ἔδωσε στοὺς μαθητές του, ἡ ὁποία λέει: «Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Αὐτὰ τὰ λόγια ἐπαναλαμβάνουμε κάθε μέρα. Βλέπετε ὅτι ἡ ἀπαίτηση εἶναι μεγάλη. Δὲν μποροῦμε ὅταν βλέπουμε τὶς κακίες ποὺ κάνουν οἱ ἄλλοι, μόνο νὰ ἀγανακτοῦμε – πρέπει νὰ θυμόμαστε τὸν λόγο: «πρόσεχε σεαυτόν».
.                 Νὰ προσέχεις πάντα τὴν καρδιά σου, τὴν κάθε κίνησή της, ἀκόμα καὶ τὶς πιὸ ἀσήμαντες ἐκδηλώσεις τῶν παθῶν μέσα της. Ἂς θυμόμαστε πάντα τὸν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου στὴν ἐπιστολὴ πρὸς Ἐφεσίους: «Γίνεσθαι δὲ εἰς ἀλλήλους χρηστοί, εὔσπλαγχνοι, χαριζόμενοι ἑαυτοῖς καθὼς καὶ ὁ Θεὸς ἐν Χριστῷ ἐχαρίσατο ὑμῖν» (Ἐφ. δ´ 32). Πρέπει νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἄλλους, ἔτσι ὅπως τὸ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸ τέλος τῆς παραβολῆς: μὲ ὅλη τὴν καρδιά.
.                 Ἂς μάθουμε νὰ κάνουμε αὐτὸ ποὺ ζητάει ἀπὸ μᾶς ὁ Χριστὸς – νὰ εἴμαστε σπλαχνικοί, ὅπως εἶναι εὔσπλαγχνος ὁ ἐπουράνιος Πατέρας μας καὶ μὲ ὅλη τὴν καρδιὰ νὰ συγχωροῦμε στὸν πλησίον τὰ παραπτώματά του. Τότε καὶ ἐμᾶς θὰ μᾶς συγχωρήσει ὁ ἐπουράνιος Πατέρας μας. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: faneromenihol.gr

, , , ,

Σχολιάστε

«ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ» -1 (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.)

Ὁ πολυεύσπλαχνος πατέρας [Α´]

 Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου
«Ἡ ἁγιότητα εἶναι κατορθωτή σήμερα;»,
Ἐκδ. «THNOΣ», Ἀθήνα 2010
Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.            Ἡ γνωστή παραβολή τοῦ Κυρίου γιά τόν ἄσωτο υἱό ἀποτελεῖ, κατά τούς θείους ἑρμηνευτές, πολύτιμο λίθο ἤ λαμπερό μαργαριτάρι ἀνάμεσα στίς ἄλλες διδακτικές παραβολές. Χαρακτηρίζεται ἐπίσης ὡς εὐαγγέλιο τοῦ εὐαγγελίου. Εὔστοχα εἰπώθηκε, πώς καί μόνο αὐτή ἡ παραβολή, ἄν σωζόταν ἀπό ὅλο τό εὐαγγέλιο, ἀρκοῦσε γιά νά συγκινήσει καί ὁδηγήσει τόν ἄνθρωπο στή σωτήρια μετάνοια. Αὐτό πού κυριαρχεῖ εἶναι ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ πατέρα.
.            Ὁ νεώτερος υἱός τῆς παραβολῆς, ὀρθά-κοφτά, δίχως προλόγους καί μακρηγορίες ἀπαιτεῖ δικαιωματικά τό ἀναλογοῦν μερίδιο τῆς περιουσίας του. Ὁ πατέρας, δίχως ἀντιρρήσεις, ἀναβολές, καθυστερήσεις, δικαιολογίες καί προφάσεις χώρισε στά δύο τήν περιουσία του καί τοῦ ἔδωσε τό μερίδιο πού τοῦ ἀνῆκε. Ποιός πατέρας σήμερα, σ᾽ ἐποχή μάλιστα πλήρους ἐλευθερίας, θά ἔκανε κάτι τέτοιο τόσο ἁπλά, ἄμεσα καί ἄνετα; Γιατί φέρθηκε ἔτσι ὁ πατέρας; Δέν τόν ἀγαποῦσε; Εῖχε τόσο πολύ κουρασθεῖ μαζί του; Ἤθελε τήν ἡσυχία του; Δέν ἤθελε συνεχεῖς γκρίνιες καί μόνιμους καυγάδες; Ἦταν δικαιολογημένη καί ψυχολογημένη αὐτή ἡ στάση τοῦ πατέρα; Δέν θά ἔπρεπε νά τόν νουθετήσει, νά τόν σωφρονίσει, νά τόν μεταπείσει, νά τοῦ γυρίσει τά μυαλά, νά τόν συνεφέρει; Ἔκανε καλά πού τόν ἄκουσε καί τοὔδωσε ἀμέσως ὅ,τι ζητοῦσε; Δέν θἄπρεπε νά τόν καθίσει κάτω καί νά προσπαθήσει μέ κάθε τρόπο νά τόν πείσει πώς δέν σκέφτεται καλά, πώς εἶναι ἀρκετά ἀνώριμος, ἐνθουσιώδης, ἐπιπόλαιος καί μικρός; Γιατί δέν καθυστέρησε τή φυγή του; Εῖχε πολλούς λόγους νά τό κάνει. Γιατί δέν ἀναφέρει τίποτε ἀπό ὅλα αὐτά τά δίκαια καί ὀρθά ἐρωτήματα ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή;
.            Θά μποροῦσε, ἀγαπητοί μου, ὁ καλοκάγαθος πατέρας νά τοῦ εἶχε πεῖ ὅλα αὐτά καί πολλά περισσότερα. Ἤξερε πολύ καλά τόν χαρακτήρα, τήν ψυχοσύνθεση, τά προτερήματα καί τίς ἀτέλειες τοῦ παιδιοῦ του. Αὐτός τόν εἶχε γεννήσει, ἀναθρέψει καί μεγαλώσει. Γνώριζε ἄριστα τή φτιασιά του, τά χούγια του, τά κουμπιά του, τ᾽ ἀδύναμα σημεῖα του. Δέν ἐνήργησε, ὅπως θά ἐνεργούσαμε ὅλοι μας. Παρατηροῦμε μία ἄλλη στάση, ἐντελῶς διαφορετική, ἀνατρεπτική, πού μᾶς προβληματίζει τρομερά. Ἐδῶ τώρα θά ἔχουμε τρομερές ἐνστάσεις. Δηλαδή δέν θά πρέπει νά διδάσκουμε τά παιδιά μας, νά τά πείθουμε τί θά κάνουν, νά τ᾽ ἀπομακρύνουμε ἀπό τό κακό, νά τά μάθουμε νά ὑπακούουν καί νά ὑποτάσσονται σέ αὐτό πού τούς λέμε;
.            Τήν παραβολή, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, δέν τήν κατασκεύασα ἐγώ. Τήν παραβολή τήν εἶπε ὁ Χριστός καί εἶναι ἄψογη καί ἄρτια. Ἄν χρειαζόταν, θά προσέθετε καί ἄλλα λόγια. Τήν παραβολή μᾶς τήν μεταφέρει ἀκριβέστατα ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς καί τόν εὐχαριστοῦμε εὐγνώμονα. Παρατηρῶ μία δυσανασχέτηση στό ἀκροατήριο. Μά, πάτερ μου, τί εἶναι αὐτά πού ἀπόψε μᾶς λέτε μέσα στήν ἐκκλησία; Εἶναι ποτέ δυνατόν νά ὑποκύψουμε στίς παράλογες ἀπαιτήσεις τῶν ἀνώριμων παιδιῶν μας; Δέν θά πρέπει νά τά προφυλάξουμε ἀπό κινδύνους πού τά παραμονεύουν; Δέν θά πρέπει νά εἴμεθα αὐστηροί καί νά θέτουμε ὅρια, ἀπαγορεύσεις καί τιμωρίες; Θ᾽ ἀφήσουμε τά παιδιά νά κάνουν ὅ,τι θέλουν; Θά τούς ἱκανοποιήσουμε ὅλες τίς ἐπιθυμίες, ἀνεξαιρέτως; Δέν εἴμαστε ὑποχρεωμένοι ὁρισμένες φορές νά τά δεσμεύσουμε;
.            Τί νά σᾶς πῶ; Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή κι ἐμένα μέ προβληματίζει, καθώς τήν ξαναδιαβάζω. Μέ βάζει σέ μία περιπέτεια, σ᾽ ἕνα ἄλλο σκεπτικό, μέ ἀνησυχεῖ καί κάπου μέ φοβίζει. Γιατί ὁ πατέρας τῆς παραβολῆς φέρθηκε διαφορετικά ἀπό ἐμᾶς; Γιατί ἁπλούστατα δέν εἶναι σάν κι ἐμᾶς. Γιατί εἶναι Θεός. Γιατί ξέρει πιό καλά ἀπό ἐμᾶς ν᾽ ἀγαπᾶ. Βλέπει τό παρελθόν καί τό μέλλον ὡς παρόν. Βλέπει τό βάθος. Γνωρίζει τό τέλος τῆς ἱστορίας. Δέν κρίνει τήν ἐπιφάνεια. Ἀδυνατεῖ νά δεσμεύσει τήν ἐλευθερία τοῦ πλάσματός του. Αὐτή πού Αὐτός τοῦ τήν ἔδωσε ἁπλόχερα. Ἀδυνατεῖ νά μειώσει, ἀφαιρέσει, καταστρατηγήσει τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία καί βούληση. Τό θεόσδοτο αὐτεξούσιο εἶναι ἀναφαίρετο.

, , , ,

Σχολιάστε

«ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ ΧΩΡΙΣ ΣΠΛΑΧΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑ» (γέρ. Παΐσιος Ἁγιορ.)

ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ ΧΩΡΙΣ ΣΠΛΑΧΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
«ΛΟΓΟΙ Β´, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ»

κδ. Ἱ. Ἡσυχαστ. “Εὐαγγελιστὴς Ἰω. ὁ Θεολόγος”,
Σουρωτὴ Θεσ/νίκης, 1999,
σελ. 77–78
(«Ἡ πνευματικὴ εἰλικρίνεια νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη»

.            Ὁ κόσμος πάει ἄσχημα σήμερα, γιατί ὅλοι λένε μεγάλες «ἀλήθειες», ποὺ δὲν ἀνταποκρίνονται ὅμως στὴν πραγματικότητα. Τὰ γλυκὰ λόγια καὶ οἱ μεγάλες ἀλήθειες ἔχουν ἀξία, ὅταν βγαίνουν ἀπὸ ἀληθινὰ στόματα, καὶ πιάνουν τόπο μόνο στοὺς καλοπροαίρετους ἀνθρώπους καὶ σ᾽ ἐκείνους ποὺ ἔχουν καθαρὸ νοῦ.
.            – Γέροντα, ὑπάρχει εἰλικρίνεια κοσμικὴ καὶ εἰλικρίνεια πνευματική;
– Ναί, βέβαια. Ἡ κοσμικὴ εἰλικρίνεια ἔχει ἀδιακρισία.
– Μιλάει δηλαδὴ κανεὶς εὐκαίρως-ἀκαίρως;
– Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτό· ἡ ἀλήθεια εἶναι ἀλήθεια· ἀλλά, ν πς καμμι φορ τν λήθεια χωρς διάκριση, ατ δν εναι λήθεια. Π.χ. εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ τάδε εἶναι βλαμμένος. Ἂν πᾶς ὅμως νὰ τὸ πῆς αὐτό, δὲν ὠφελεῖς. Ἢ ἄλλος λέει: «Γιὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, θὰ πάω νὰ ἁμαρτήσω στὴν πλατεία». Αὐτὸ δὲν εἶναι εἰλικρίνεια. ποιος χει πολλ διάκριση, χει ρχοντικ γάπη, θυσία κα ταπείνωση, κα τν πικρ κόμη λήθεια τν λέει μ πολλ πλότητα κα τν γλυκαίνει μ τήν καλωσύνη του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ὠφελῆ πιὸ θετικὰ ἀπὸ τὰ γλυκὰ λόγια, ὅπως τὰ πικρὰ φάρμακα ὠφελοῦν περισσότερο ἀπὸ τὰ γλυκὰ σιρόπια.
.            Ἡ ἀλήθεια, ὅταν χρησιμοποιῆται χωρὶς διάκριση, μπορεῖ νὰ κάνη ἔγκλημα. Μερικο νεργον ν νόματι τς ληθείας κα γκληματον. Ὅταν κανεὶς ἔχη εἰλικρίνεια χωρὶς διάκριση, μπορεῖ νὰ κάνη διπλὸ κακό· πρῶτα στὸν ἑαυτό του καὶ ὕστερα στοὺς ἄλλους, γιατί ατὴ ελικρίνεια δν χει σπλάχνα. Ὅποιος θέλει νὰ εἶναι πράγματι εἰλικρινής, ἂς ξεκινήση νὰ εἶναι εἰλικρινὴς πρῶτα μὲ τὸν ἑαυτό του, γιατί ἀπὸ ᾽κεῖ ξεκινάει ἡ πνευματικὴ εἰλικρίνεια. Ὅταν κανεὶς δὲν εἶναι εἰλικρινὴς μὲ τὸν ἑαυτό του, κοροϊδεύει καὶ ἀδικεῖ τουλάχιστον μόνον τὸν ἑαυτό του. Ὅταν ὅμως συμπεριφέρεται χωρὶς εἰλικρίνεια πρὸς τοὺς ἄλλους, ἁμαρτάνει θανάσιμα, γιατί κοροϊδεύει τοὺς ἄλλους.
– Μπορεῖ, Γέροντα, νὰ κινῆται κανεὶς ἔτσι ἀπὸ ἁπλότητα;
– Τί ἁπλότητα! Ποῦ τὴν βρῆκες σὲ ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο τὴν ἁπλότητα! Ἂν εἶναι παιδάκι, θὰ ἔχη ἁπλότητα. Ἂν εἶναι Ἅγιος, θὰ ἔχη ἁπλότητα. Ἂν εἶναι μεγάλος καὶ δὲν εἶναι καθυστερημένος στὸ μυαλὸ καὶ κινεῖται ἔτσι, θὰ εἶναι διάβολος.
– Καὶ πῶς αἰσθάνεται αὐτός;
– Κόλαση σωστή. Ὁ ἕνας πειρασμὸς διαδέχεται τὸν ἄλλο. Συνέχεια πειρασμοί.
– Γέροντα, δὲν πρέπει ὅμως νὰ φέρεται κανεὶς μὲ εὐθύτητα;
Ἡ εὐθύτητα, ἔτσι ὅπως τὴν χρησιμοποιοῦν πολλοί, ἔχει ἕνα νομικὸ πνεῦμα. «Εἶμαι εὐθύς, λένε, “κηρύττω ἐπὶ τῶν δωμάτων” [Λουκ. ιβ´ 3]», καὶ κάνουν τὸν ἄλλον ρεζίλι, ἀλλὰ τελικὰ γίνονται οἱ ἴδιοι ρεζίλι.

, ,

Σχολιάστε

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΕΠΙ Τῌ 1ῌ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Mήνυμα τῆς Α.Θ. Παναγιότητος,
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου
ἐπὶ τῇ 1ῃ Σεπτεμβρίου, ἡμέρᾳ προσευχῆς διὰ τὸ φυσικὸν περιβάλλον (01.09.2011)
 

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ ΚΥΡΙΟΥ
ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

.       Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καταξιώνει ἡμᾶς σήμερον ὅπως ἐναρξώμεθα ἑνὸς εἰσέτι ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, ἑνὸς εἰσέτι ἑορτολογικοῦ κύκλου, ἐντὸς τῶν εὐλογημένων εὐκαιριῶν τοῦ ὁποίου καλούμεθα νὰ καταβάλλωμεν ἀγῶνα πνευματικὸν διὰ νὰ ἀξιοποιήσωμεν καλλίτερον τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν δυνατότητα τοῦ γενέσθαι «καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ ὥστε νὰ καταστῶμεν καὶ ἡμεῖς ἅγιοι Αὐτοῦ.
.      Ἡ σημερινὴ ὅμως ἡμέρα, ἡ 1η Σεπτεμβρίου, ἡ πρώτη τοῦ νέου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, εἶναι ἀφιερωμένη, πρωτοβουλίᾳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καὶ εἰς τὴν προσευχὴν διὰ τὸ φυσικὸν περιβάλλον. Ἡ δὲ πρωτόβουλος αὕτη ἀπόφασις οὐδόλως τυγχάνει ἄσχετος πρὸς τὴν ἀνωτέρω σημειολογίαν τῆς σημερινῆς ἡμέρας, καθὼς ὁ πνευματικὸς ἀγὼν ὁ ὁποῖος ἐπιφέρει τὴν καλὴν ἀλλοίωσιν τοῦ ἀνθρώπου συμβάλλει καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν σχέσεών του πρὸς τὸ περιβάλλον καὶ εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς εὐαισθησίας τοῦ ἀνθρώπου ὑπὲρ τῆς προστασίας καὶ διαφυλάξεως αὐτοῦ.
.      Δοξολογοῦμεν, λοιπόν, σήμερον τὸ ἅγιον ὄνομα τοῦ Θεοῦ, διότι ἐχάρισεν εἰς τὴν ἀνθρωπότητα καὶ διατηρεῖ καὶ συνέχει τὴν φύσιν, ὡς τὸ καταλληλότατον περιβάλλον διὰ τὴν ἐν αὐτῷ ὑγιεινὴν ἀνάπτυξιν τοῦ σώματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου. Ταυτοχρόνως δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ παρασιωπήσωμεν καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν τιμᾷ πρεπόντως τὴν δωρεὰν ταύτην τοῦ Θεοῦ καὶ καταστρέφει τὸ περιβάλλον, ἐκ πλεονεξίας ἢ ἐξ ἄλλων ἐγωϊστικῶν ἐπιδιώξεων.
.      Τὸ περιβάλλον ἡμῶν ἀποτελεῖται, ὡς γνωστόν, ἐκ τοῦ ἐδάφους, τῶν ὑδάτων, τοῦ ἡλίου, τοῦ ἀέρος ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς πανίδος καὶ τῆς χλωρίδος. Ὁ ἄνθρωπος δύναται νὰ ἐκμεταλλεύηται πρὸς ἴδιον ὄφελος τὴν φύσιν μέχρις ὅμως ἑνὸς ὁρίου, ὥστε νὰ διασφαλίζηται ἡ ἀειφορία, ἤτοι ἡ δυνατότης ἀναπαραγωγῆς τῶν καταναλωθέντων ἐνεργειακῶν πόρων ἀλλὰ καὶ τῶν ἐμβίων, ἀλόγων, κτισμάτων. Ἄλλωστε, ἡ καλῶς ἐννοουμένη ἐκμετάλλευσις τῆς φύσεως ἀποτελεῖ καὶ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπον, πρὸ καὶ μετὰ τὴν πτῶσιν αὐτοῦ. Ἡ ὑπέρβασις ὅμως τοῦ ὁρίου τούτου, ἥτις δυστυχῶς ἀποτελεῖ φαινόμενον τῶν δύο τελευταίων αἰώνων εἰς τήν ἱστορίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καταστρέφει τὴν ἁρμονίαν τῶν φυσικῶν συνισταμένων τοῦ περιβάλλοντος καὶ ὁδηγεῖ εἰς τὸν κορεσμὸν καὶ τὴν νέκρωσιν τῆς δημιουργίας, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἐπιβιώσῃ ἐντὸς ἀπερρυθμισμένων εἰς βαθμὸν μὴ ἀναστρέψιμον οἰκοσυστημάτων. Ἀποτέλεσμα δὲ τοῦ φαινομένου τούτου εἶναι ἡ ἐμφάνισις καὶ ἐξάπλωσις ἀσθενειῶν προκαλουμένων ὑπὸ τοῦ, ἀνθρωπίνῃ εὐθύνῃ, μολυσμοῦ τῶν διατροφικῶν ἀγαθῶν.
.      Εἰς τὰς ἡμέρας μας, ὀρθῶς μὲν τονίζεται ἡ μεγάλη σημασία τῶν δασῶν καὶ ἐν γένει τῆς χλωρίδος διὰ τὴν ἀειφορίαν τοῦ γηΐνου οἰκοσυστήματος ὡς καὶ τὴν διασφάλισιν τῶν ὑδατίνων πόρων, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὑποτιμᾶται καὶ ἡ μεγάλη συμβολὴ τῶν ζῴων εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν αὐτοῦ. Τὰ ζῷα ἀνέκαθεν ὑπῆρξαν φίλοι τοῦ ἀνθρώπου καὶ οἱ ὑπηρέται τῶν ἀνθρωπίνων ἀναγκῶν καθὼς παρεῖχον καὶ παρέχουν εἰς αὐτὸν τροφήν, ἔνδυσιν, μεταφορικὸν ἔργον ἀλλὰ καὶ προστασίαν καὶ συντροφικότητα. Στενοτάτη εἶναι ἡ σχέσις τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὰ ζῷα, ὡς καταδεικνύεται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι αὐτὰ ἐπλάσθησαν τὴν ἰδίαν ἡμέραν μὲ αὐτόν (Γεν. 1, 24-31) ἢ καὶ ἐκ τῆς δοθείσης ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἐντολῆς εἰς τὸν Νῶε ὅπως διασώσῃ ἕν ζεῦγος ἐξ ἑκάστου εἴδους ἀπὸ τὸν ἐπικείμενον κατακλυσμόν (Γεν. 6, 19). Τυγχάνει χαρακτηριστικὸν τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς ἐπιδεικνύει ἰδιαιτέραν μέριμναν διὰ τὴν διάσωσιν τοῦ ζωϊκοῦ βασιλείου.  Εἰς τοὺς βίους τῶν Ἁγίων ἀναφέρονται πολλαὶ διηγήσεις διὰ τὰς ἀρίστας σχέσεις μεταξὺ Ἁγίων καὶ ἀγρίων ζῴων, τὰ ὁποῖα ὑπὸ ἄλλας συνθήκας δὲν διατηροῦν φιλικὰς σχέσεις πρὸς τὸν ἄνθρωπον. Βεβαίως αὐτὸ δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν κακὴν φύσιν των, ἀλλὰ εἰς τὴν ἀντίστασιν τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν Χάριν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν συνεπακόλουθον συγκρουσιακὴν σχέσιν αὐτοῦ μετὰ τῶν στοιχείων καὶ τῶν ἀλόγων ἐμβίων ὄντων τῆς φύσεως. Ἄλλωστε, συνέπεια τῆς διαταράξεως τῆς σχέσεως τῶν πρωτοπλάστων πρός τὸν Δημιουργόν των καὶ Θεὸν ἦτο καὶ ἡ διατάραξις τῶν σχέσεων αὐτῶν μετὰ τοῦ περιβάλλοντος: «ἐπικατάρατος ἡ γῆ ἐν τοῖς ἔργοις σου· ἐν λύπαις φάγῃ αὐτὴν πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου· ἀκάνθας καί τριβόλους ἀνατελεῖ σοι, καὶ φάγῃ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ. Ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φάγῃ τὸν ἄρτον σου ἕως τοῦ ἀποστρέψαι σε εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήμφθης·» (Γεν. 3, 17-19) Ἡ εἰρήνευσις τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τοῦ Θεοῦ συνεπάγεται καὶ τὴν εἰρήνευσιν αὐτοῦ μετὰ τῶν στοιχείων τῆς φύσεως. 
.      Εἶναι φανερόν, κατόπιν τούτων, ὅτι ἡ ἀγαθὴ σχέσις τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ περιβάλλον ἀναπτύσσεται, ὅταν παραλλήλως ἀναπτύσσηται ἀγαθὴ σχέσις αὐτοῦ πρὸς τὸν Θεόν. Τυγχάνει γνωστὴ ἡ ἀφήγησις τοῦ Συναξαριστοῦ περὶ τῆς ἐμπειρίας τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, ὁ ὁποῖος εἰς ἡλικίαν ἐνενήκοντα ἐτῶν ἀπεφάσισε, καθοδηγηθείς ὑπό Ἀγγέλου Κυρίου, νὰ πορευθῇ ἐνδότερον τῆς ἐρήμου πρὸς ἀναζήτησιν καὶ ἄλλου ἀναχωρητοῦ, τοῦ Ὁσίου Παύλου τοῦ Θηβαίου, ἵνα λάβῃ παρ’ αὐτοῦ ὠφέλειαν πνευματικήν. Πορευθεὶς ἐπὶ τριήμερον εἰς ἀναζήτησιν αὐτοῦ καὶ ἰχνηλατήσας σημεῖα θηρίων ἀγρίων συνήντησε λέοντα, ὁ ὁποῖος ὑπεκλίθη ἤρεμος ἔμπροσθέν του καὶ ποιήσας μεταβολὴν ὡδήγησε τὸν Μέγαν Ἀντώνιον εἰς τὸ σπήλαιον τοῦ Ὁσίου Παύλου, ἔνθα εὗρεν αὐτὸν διακονούμενον ὑπὸ θηρίων. Κόραξ ἐκόμιζεν αὐτῷ τὸν ἐπιούσιον ἄρτον! Τὴν ἡμέραν μάλιστα τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου ἐκόμισεν εἰς αὐτὸν διπλῆν μερίδα μεριμνήσας καὶ διὰ τὸν ἐπισκέπτην αὐτοῦ! Οἱ Ἅγιοι οὗτοι εἶχον ἀναπτύξει ἀγαθὴν σχέσιν μετὰ τοῦ Θεοῦ, διὸ καὶ εἶχον φιλικὰς σχέσεις πρὸς πάντα τὰ ζῷα τῆς φύσεως. Ἡ δημιουργία αὐτῆς τῆς ἀγαθῆς σχέσεως πρὸς τὸν Θεὸν πρέπει νὰ προτάσσηται ὡς τὸ κύριον μέλημά μας, καὶ ὑπηρέτης αὐτῆς τῆς προοπτικῆς πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀγαθὴ σχέσις μας πρὸς τὸ ζωϊκόν, τὸ φυτικὸν καὶ τὸ ἄψυχον περιβάλλον μας. Ὑπὸ τὴν προοπτικὴν αὐτὴν ἡ ζωοφιλία δὲν θὰ ἀποτελῇ στεῖραν κοινωνικὴν ἐκδήλωσιν συμπαθείας πρὸς τὰ προσφιλῆ μας ζῷα, πολλάκις συνοδευομένην δυστυχῶς καὶ ὑπὸ ἀναλγησίας διὰ τὸν πάσχοντα συνάνθρωπον, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀγαθῆς σχέσεώς μας πρὸς τὸν Δημιουργὸν τοῦ παντός. Εἴθε ὁ Δημιουργός τοῦ καλοῦ λίαν σύμπαντος καὶ τοῦ καλοῦ λίαν γηΐνου οἰκοσυστήματος νὰ ἐμπνεύσῃ ὅλους ἡμᾶς νὰ συμπεριφερώμεθα εὐσπλάχνως πρὸς ἅπαντα τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, μὲ καρδίαν ἐλεήμονα ὑπὲρ πάντων αὐτῶν, ἀνθρώπων, ζῴων καὶ φυτῶν,  ὡς καὶ ὁ Ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος λέγει, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώτησιν: “Τί ἐστι καρδία ἐλεήμων;”. “Καρδία ἐλεήμων ἐστί, καῦσις καρδίας ὑπὲρ πάσης τῆς κτίσεως, ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, καὶ τῶν ὀρνέων, καὶ τῶν ζῴων, καὶ ὑπὲρ παντὸς κτίσματος. Καὶ ἐκ τῆς μνήμης αὐτῶν, καὶ τῆς θεωρίας αὐτῶν ρέουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ δάκρυα. Ἐκ τῆς πολλῆς καὶ σφοδρᾶς ἐλεημοσύνης τῆς συνεχούσης τὴν καρδίαν, καὶ ἐκ τῆς πολλῆς καρτερίας σμικρύνεται ἡ καρδία αὐτοῦ, καὶ οὐ δύναται βαστάξαι, ἢ ἀκοῦσαι, ἢ ἰδεῖν βλάβην τινά, ἢ λύπην μικρὰν ἐν τῇ κτίσει γενομένην” (Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Ἅπαντα τὰ εὑρεθέντα σχετικά, Λόγος ΠΑ´).
.      Διὰ τῆς τοιαύτης εὐσπλαγχνίας ἡμῶν πρὸς ἅπασαν τὴν κτίσιν θὰ τιμήσωμεν τὸ θεόσδοτον ἀξίωμα ἡμῶν ὡς ἀρχηγῶν τῆς Κτίσεως, ἐνδιαφερομένων μετὰ πατρικῆς στοργῆς ὑπὲρ πάντων τῶν στοιχείων αὐτῆς, τὰ ὁποῖα οὕτω θὰ μᾶς ὑπακούουν αἰσθανόμενα τὴν ἀγαθοεργὸν διάθεσίν μας, καὶ θὰ πειθαρχοῦν εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τῆς φιλανθρώπου καὶ ὑπηρετικῆς τῶν ἀναγκῶν μας ἀποστολῆς των.

,βια´ Σεπτεμβρίου α´

+ Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος,
διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης

ΠΗΓΗ: www.ec-patr.org

βλ. σχετ. : https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/11/05/ζωολάτρες-καὶ-θηριόφρονες/


, , , , , , ,

Σχολιάστε

«Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΣΥΓΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΩΦΕΛΕΙ» (Ἅγ. Ἰω. Χρυσόστομος)

Κυριακὴ ΙΑ´ Ματθαίου:

Ὁμιλία εἰς τὴν Παραβολὴν τοῦ τὰ μύρια τάλαντα ὀφείλοντος
καὶ τὰ ἑκατὸ δηνάρια ἀπαιτοῦντος

Τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Ἀρχιεπ. Κων/λεως τοῦ Χρυσοστόμου

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο “Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον”,
σελ. 229-242,
Ἔκδ. Ἱ. Κελλίου Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος, 2006

.       (…) Μὴ δυσανασχετήσετε ὅμως γιὰ τὸ μῆκος αὐτῶν ποὺ πρόκειται νὰ λεχθοῦν· διότι θέλω νὰ σᾶς διδάξω κάποια θαυμαστὴ κιθαρωδία, μεταχειριζόμενος ὄχι λύραν ἄψυχον, ἀλλὰ τείνοντας ἀντὶ χορδῶν τὶς ἱστορίες τῶν Γραφῶν καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅπως στὴν περίπτωση τῆς κιθάρας δὲν ἀρκεῖ μόνον μία χορδὴ γιὰ νὰ προκληθεῖ μελωδία, ἀλλὰ πρέπει ὅλες νὰ κτυπηθοῦν μὲ τὸν ρυθμὸ ποὺ ταιριάζει, ἔτσι καὶ στὴν περίπτωση τῆς ψυχικῆς ἀρετῆς δὲν ἀρκεῖ γιὰ τὴν σωτηρία μας μόνον ἕνας νόμος, ἀλλὰ πρέπει νὰ τοὺς τηροῦμε ὅλους μὲ ἀκρίβεια, ἐὰν βέβαια ἔχομε διάθεση νὰ ἐπιτύχουμε πραγματικὴ μελωδία.
.       Ἔμαθε τὸ στόμα σου νὰ μὴν ὁρκίζεται; ἔχει ἀσκηθεῖ ἡ γλώσσα σου νὰ λέγει σὲ κάθε περίσταση «ναὶ» καὶ «οὐ» (Ματθ. ε΄ 37); Ἂς μάθη νὰ ἀποφεύγει καὶ κάθε κακολογία καὶ νὰ δείχνει περισσότερο ἐνδιαφέρον γι᾽ αὐτὴ τὴν ἐντολή, ἐπειδὴ χρειάζεται καὶ περισσότερο ἐνδιαφέρον γι᾽ αὐτὴ τὴν ἐντολή, ἐπειδὴ χρειάζεται καὶ περισσότερο κόπο ἐκ μέρους μας. Καὶ αὐτὸ διότι ἐκεῖ εἶχε νὰ νικήσει ἁπλῶς μία συνήθεια, ἐνῶ στὴν περίπτωση τῆς ὀργῆς χρειάζεται μεγαλύτερο ἀγώνα, ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι πάθος τυραννικὸ καὶ πολλὲς φορὲς παρασύρει ὅσους δὲν ἔχουν νῆψι καὶ τοὺς γκρεμίζει στὸ βάραθρο τῆς ἀπωλείας.
.       Ποῦ λοιπὸν ὁμίλησε ὁ Κύριος γιὰ τὴν ὀργὴ καὶ τὴν μνησικακία; Καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα σημεῖα, ἀλλὰ ἰδιαιτέρως στὴν παραβολὴ αὐτὴ ποὺ εἶπε στοὺς μαθητές, ἀρχίζοντας κάπως ἔτσι: «Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνάραι λόγον (νὰ λογαριασθεῖ) μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. Ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων…»· πρέπει ὅμως νὰ ποῦμε γιὰ ποιὸ λόγο ἄρχισε μὲ τὴν αἰτιολογία· πράγματι δὲν εἶπε ἁπλῶς «ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» ἀλλὰ «διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».  Γιὰ ποιό λόγο λοιπὸν προηγεῖται ἡ αἰτία; Στοὺς μαθητές του μιλοῦσε περὶ ἀνεξικακίας καὶ τοὺς δίδασκε ὅτι πρέπει νὰ συγκρατοῦμε τὴν ὀργὴ καὶ νὰ μὴν δίδουμε πολλὴ σημασία στὶς ἀδικίες ποὺ μᾶς γίνονται ἀπὸ ἄλλους, λέγοντας ἔτσι: «ἐὰν ἁμάρτῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου, ὕπαγε καὶ ἔλεγξον αὐτὸν μεταξύ σου καὶ αὐτοῦ μόνου· ἐάν σου ἀκούςῃ, ἐκέρδησας τὸν ἀδελφόν σου» (Ματθ. ιη΄15).

.       Αὐτὰ καὶ ἄλλα παρόμοια ἔλεγε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητὲς καὶ τοὺς δίδασκε νὰ φιλοσοφοῦν τὰ πράγματα, ὅταν ὁ Πέτρος, ὁ κορυφαῖος του χοροῦ τῶν Ἀποστόλων, τὸ στόμα τῶν μαθητῶν, ὁ στύλος τῆς Ἐκκλησίας, τὸ στερέωμα τῆς πίστεως, τὸ θεμέλιό της ὁμολογίας, ὁ ἁλιεὺς τῆς οἰκουμένης, αὐτὸς ποὺ ἀνέβασε τὸ γένος μας ἀπὸ τὸ βυθὸ τῆς πλάνης στὸν οὐρανό, ὁ πάντοτε θερμὸς καὶ γεμάτος ἀπὸ παρρησία, ἢ μᾶλλον ἀπὸ ἀγάπη καὶ ὄχι ἀπὸ παρρησία, ἐνῶ ὅλοι σιωποῦσαν προσῆλθε στὸν διδάσκαλο καὶ λέγει: «ποσάκις ἁμαρτήσει εἰς ἐμὲ ὁ ἀδελφός μου καὶ ἀφήσω αὐτῶ; ἕως ἑπτάκις;» (Μάτθ. ἰη΄ 21). Ἐρωτᾶ μαζὶ καὶ ὑπόσχεται, καὶ πρὶν μάθει ἐκδηλώνει τὴν φιλοτιμία του. Διότι γνωρίζοντας σαφῶς τὴν διάθεση τοῦ διδασκάλου, ὅτι πάντα ρέπει πρὸς φιλανθρωπία, καὶ μάλιστα ὅτι χαρίζεται πιὸ πολὺ σ΄ αὐτὸν ποὺ περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους παραβλέπει τὰ ἁμαρτήματα τῶν συνανθρώπων του καὶ δὲν τὰ ἐξετάζει μὲ κακὴ διάθεση, θέλοντας νὰ ἀρέσει στὸ νομοθέτη, λέγει, «ἕως ἑπτάκις;».
.       Ἔπειτα γιὰ νὰ μάθεις τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος καὶ τί ὁ Θεὸς καὶ πῶς ἡ γενναιοδωρία τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου καὶ ἂν φθάσει, συγκρινομένη μὲ τὸν πλοῦτο τοῦ Θεοῦ εἶναι πιὸ ἀσήμαντη ἀπὸ κάθε πτωχεία, καὶ ὅτι ὅσον ἀπέχει μία σταγόνα ἀπὸ τὸ ἀπέραντο πέλαγος, τόσον ἀπέχει ἡ ἰδική μας ἀγαθότητα ἀπὸ τὴν ἀνέκφραστο φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὁ Πέτρος εἶπε «ἕως ἑπτάκις» καὶ νόμισε πὼς ἔδειξε μεγάλη φιλοτιμία καὶ γενναιοδωρία, ἄκουσε τί τοῦ λέγει: «οὐ λέγω σοι ἕως ἑπτάκις, ἀλλ᾽ ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά»· μερικοὶ νομίζουν ὅτι ἐννοοῦσε ἑβδομήντα ἑπτὰ φορές, δὲν εἶναι ὅμως τόσες, ἀλλὰ παρ᾽ ὀλίγον πεντακόσιες· διότι ἑβδομήντα φορὲς τὸ ἑπτὰ εἶναι τετρακόσια ἐνενήντα.
.       Καὶ μὴ νομίσεις ὅτι εἶναι δύσκολη ἡ προσταγή, ἀγαπητέ. Ἐπειδὴ ἐὰν συγχωρήσεις μία καὶ δύο φορὲς τὴν ἡμέρα αὐτὸν ποὺ ἁμάρτησε, καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι σκληρὸς σὰν πέτρα, καὶ ἂν ἀκόμη αὐτὸς ποὺ σὲ λύπησε εἶναι ἀγριότερος ἀπὸ τοὺς δαίμονες, δὲν θὰ εἶναι τόσον ἀναίσθητος, ὥστε νὰ πέσει πάλι στὰ ἴδια, ὅμως π τν συχνότητα τς συγχωρήσεως θ συνετισθε κα θ γίνει καλύτερος κα πι πιεικής. Καὶ σὺ πάλιν, ἐὰν εἶσαι προετοιμασμένος νὰ περιφρονεῖς τόσες φορὲς τὰ ἁμαρτήματα ποὺ γίνονται ἐναντίον σου, ἀφοῦ ἐξασκηθεῖς ἀπὸ τὴν πρώτη καὶ δεύτερη καὶ τρίτη συγχώρηση, δὲν θὰ σοῦ εἶναι κοπιαστικὴ πλέον αὐτὴ ἡ φιλοσοφία, φο μία γι πάντα κπαιδεύθηκες π τν συχνότητα τς συγχωρήσεως ν μ βλάπτεσαι καθόλου π τ μαρτήματα το πλησίον σου.
.       Μόλις τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ Πέτρος ἔμεινε ἐμβρόντητος, ἐπειδὴ φρόντιζε ὄχι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ καὶ γιὰ ἐκείνους ποὺ ὁ Κύριος ἐπρόκειτο νὰ τοῦ ἐμπιστευθεῖ. Γιὰ νὰ μὴ κάνει λοιπὸν τὸ ἴδιο ποὺ εἶχε κάνει καὶ σὲ ἄλλες ἐντολές, τοῦ ἀπέκλεισε προκαταβολικῶς κάθε ἐρώτηση. Καὶ τί ἔκανε στὶς ἄλλες ἐντολές; Ἂν κάποτε πρόσταζε ὁ Χριστὸς κάτι ποὺ φαινόταν δύσκολο, ἔσπευδε καὶ ρωτοῦσε πρὶν ἀπὸ τοὺς ἄλλους νὰ μάθει περὶ τῆς ἐντολῆς. Πράγματι, ὅταν πλησίασε ὁ πλούσιος καὶ τὸν ρώτησε περὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς καὶ ἔμαθε πῶς ἀποκτᾶται ἡ τελειότητα, «ἀπῆλθε λυπούμενος» ἐξ αἰτίας τῶν χρημάτων, ὁ δὲ Χριστὸς εἶπε: «εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ραφίδος διελθεῖν, ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν εἰσελθεῖν» (Μάρκ. ι´ 25). Τότε ὁ Πέτρος, ἂν καὶ εἶχε ἀπογυμνώσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα καὶ δὲν τοῦ εἶχε μείνει πλέον οὔτε ἀγκίστρι, ἀφοῦ εἶχε ἐγκαταλείψει καὶ τὴν τέχνη καὶ τὸ πλοιάριό του, παρ᾽ ὅλα ταῦτα πλησίασε τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ρώτησε: «Καὶ τίς δύναται σωθῆναι»;
.       Πρόσεχε τὴν μετριοφροσύνη ἀλλὰ καὶ τὴν θέρμη τοῦ μαθητοῦ· διότι δὲν εἶπε «ἀδύνατα πράγματα προστάζεις, δύσκολη ἡ προσταγή, φοβερὸς ὁ νόμος», οὔτε σιώπησε, ἀλλὰ ἔδειξε καὶ τὴν στοργή του γιὰ τοὺς ἄλλους, καὶ συγχρόνως ἀπένειμε τὴν ὀφειλομένη τιμὴ πρὸς τὸν διδάσκαλο, λέγοντας· «Καὶ τίς δύναται σωθῆναι»; Ἐνῶ ἀκόμη δὲν εἶχε γίνει ποιμένας, εἶχε ψυχὴ ποιμένος, καὶ ἐνῶ ἀκόμη δὲν τοῦ εἶχε ἀνατεθεῖ ἡ ἐξουσία ἔδειχνε τὴν μέριμνα ποὺ ἁρμόζει σὲ ἄρχοντα, φροντίζοντας γιὰ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη. Ἐὰν ἦταν πλούσιος καὶ διέθετε πολλὰ χρήματα, ἴσως θὰ ἔλεγε κάποιος ὅτι ἔκαμνε τὴν ἐρώτηση αὐτὴ μεριμνώντας ὄχι γιὰ τοὺς ἄλλους ἀλλὰ γιὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ φροντίζοντας γιὰ τὰ ἰδικά του. Τώρα ὅμως ἡ πενία του τὸν ἀπαλλάσσει ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὑποψία, καὶ ἀποδεικνύει ὅτι μεριμνοῦσε καὶ ἤθελε νὰ μάθει τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας ἀπὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἄλλων.  Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς ἐνθαρρύνοντάς τον τοῦ εἶπε: «τὰ ἀδύνατα παρ᾽ ἀνθρώποις, παρὰ τῷ Θεῷ δυνατά ἐστι». Μὴ νομίσεις, ὅτι ἐγκαταλείπεσθε ἔρημοι· ἐγὼ συμπαρίσταμαι στὴν προσπάθειά σας αὐτὴν καὶ κάνω τὰ ἀκατόρθωτα κατορθωτὰ καὶ μάλιστα εὔκολα. Ὅταν πάλιν ὁ Χριστὸς ὁμιλοῦσε γιὰ τὸν γάμο καὶ τὴν γυναίκα καὶ ἔλεγε «ὁ ἀπολύων γυναίκα παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχάσθαι» (Μάτθ. ε´ 32) καὶ συνεβούλευε νὰ ὑπομένει κανεὶς κάθε κακία τῆς γυναικὸς ἐκτὸς μόνον ἀπὸ τὴν πορνεία, ὁ Πέτρος, ἐνῶ οἱ ἄλλοι σιωποῦσαν, πλησίασε τὸν Χριστὸ καὶ τοῦ εἶπε: «εἰ οὗτός ἐστιν ἡ αἰτία (σχέσις) τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τῆς γυναικός, οὐ συμφέρει γαμῆσαι (νὰ ἔλθη κανεὶς σὲ γάμο)». Πρόσεχε καὶ ἐδῶ πὼς καὶ τὴν τιμὴ ποὺ ἁρμόζει σὲ διδάσκαλο ἀπέδωσε, καὶ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἄλλων φρόντισε, χωρὶς καὶ ἐδῶ νὰ μεριμνᾶ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Γιὰ νὰ μὴν εἰπεῖ λοιπὸν καὶ τώρα κάτι παρόμοιο, ἀνέτρεψε μὲ τὴν παραβολὴ ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἀντίρρησή του. Αὐτὸς ἦταν ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖον ὁ Εὐαγγελιστὴς εἶπε: «διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνάραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ», δείχνοντας ὅτι γι’ αὐτὸ λέγει τὴν παραβολὴν αὐτή, γιὰ νὰ μάθεις ὅτι καὶ ἂν «ἑβδομηκοντάκις ἑπτὰ» τὴν ἡμέρα συγχωρεῖς στὸν ἀδελφό σου τὰ ἁμαρτήματά του, δὲν ἔκαμες ἀκόμη τίποτε μεγάλο, ἀλλὰ ὑστερεῖς πολύ, ἀπερίγραπτα ἀπὸ τὴν φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου καὶ δὲν δίδεις τόσον ὅσο λαμβάνεις.
.       Ἂς ἀκούσουμε λοιπὸν μὲ προσοχὴ τὴν παραβολή· διότι ἂν καὶ φαίνεται πὼς ἀπὸ μόνη της εἶναι σαφής, ἔχει ὅμως κρυμμένο μέσα της καὶ κάποιον ἀνέκφραστο θησαυρὸ νοημάτων. «Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἠθέλησε συνάραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ». Μὴ προσπεράσεις ἐπιπόλαια τὴν φράση, ἀλλὰ ἀνάπτυξε παρακαλῶ τὸ δικαστήριο ἐκεῖνο καί, εἰσερχόμενος στὴν συνείδησή σου, ἀναλογίσου ὅσα ἔχεις πράξει σὲ ὅλη σου τὴν ζωή· καὶ ὅταν ἀκούσης ὅτι λογαριάζεται μὲ τοὺς δούλους του, νὰ σκεφθεῖς ὅτι ἐννοεῖ καὶ βασιλεῖς, καὶ στρατηγούς, καὶ ἐπάρχους, καὶ πλουσίους καὶ πτωχούς, καὶ δούλους καὶ ἐλευθέρους: «Πάντας γὰρ ἠμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ»… (Β΄ Κορ. ε΄ 10). Βάλε μὲ τὸν νοῦ σου πῶς θὰ εἶναι τότε τὸ δικαστήριο, ἀναλογίσου ὅλα τὰ ἁμαρτήματα ποὺ ἔχεις κάμει. Καὶ ἂν μάλιστα ἐσὺ λησμονήσεις ὅσα ἐπλημέλησες, ὁ Θεὸς δὲν θὰ τὰ λησμονήσει ποτέ, ἀλλὰ θὰ τὰ στήση ὅλα ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μας, ἐὰν δὲν προλάβομε νὰ τὰ ἐξαλείψομε τώρα μὲ μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση καὶ μὲ τὸ νὰ μὴ μνησικακοῦμε ποτὲ πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας. Γιὰ ποιό λόγο ὅμως κάμει τὸ λογοθέσιον; Ὄχι ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἀγνοεῖ (πῶς θὰ ἀγνοοῦσε αὐτὸς ποῦ γνωρίζει τὰ πάντα πρὶν γίνουν;), ἀλλὰ γιὰ νὰ πείσει ἐσὲ τὸν δοῦλο του ὅτι δικαίως ὀφείλεις αὐτὸ ποὺ ὀφείλεις. Ἢ καλλίτερα ὄχι μόνον γιὰ νὰ μάθεις, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ καθαριστεῖς τελείως· ἐπειδὴ καὶ τὸν προφήτη γι’ αὐτὸ τὸν πρόσταξε νὰ λέγει τὰ ἁμαρτήματα τῶν Ἰουδαίων: Διότι λέγει «λέγε τὰς ἀνομίας αὐτῶν τῷ οἴκῳ Ἰακὼβ καὶ τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ» (Ἠσ. νη΄ 1) ὄχι μόνον γιὰ νὰ ἀκούσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ διορθωθοῦν.
.       «Ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν, προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων» [Ἡ ἀνωτάτη νομισματικὴ μονάς. Ἕνα τάλαντο στὴν Ἑλλάδα τοῦ 4ου π.Χ. αἰῶνος ἰσοδυναμοῦσε μὲ 42,5 κιλὰ χρυσοῦ]. Ἆραγε πόσα τοῦ εἶχε ἐμπιστευθεῖ, ἀφοῦ κατέφαγε τόσα πολλά; Μεγάλος ὁ ὄγκος τοῦ χρέους· καὶ δὲν ἦταν μόνον αὐτὸ τὸ φοβερό, ἀλλὰ τὸ ὅτι τὸν ἔφεραν καὶ πρῶτο στὸν Κύριό του. Ἐπειδή, ἐὰν μὲν τὸν ἔφερναν ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους ποὺ φάνηκαν εὐγνώμονες, δὲν θὰ ἦταν τόσο θαυμαστὸ τὸ νὰ μὴ ἐξοργισθεῖ ὁ Κύριος, ἐπειδὴ ἡ εὐγνωμοσύνη τῶν προηγουμένων θὰ τὸν εἶχε κάνει ἡμερότερο πρὸς τοὺς ἀγνώμονες ποὺ ἠκολούθησαν· τὸ νὰ φανεῖ ὅμως ἀχάριστος αὐτὸς ποὺ εἰσῆλθε πρῶτος καὶ μολονότι φάνηκε τόσο ἀγνώμων νὰ ἀντιμετωπιστεῖ μὲ τόση φιλανθρωπία ἀπὸ τὸν Κύριό του, αὐτὸ εἶναι τὸ ἰδιαιτέρως θαυμαστὸ καὶ παράδοξο.
.       Οἱ ἄνθρωποι λοιπόν, ὅταν εὕρουν τοὺς ὀφειλέτες τους, χαίρονται σὰν νὰ εὑρῆκαν κυνήγι καὶ θήραμα καὶ κάνουν τὰ πάντα γιὰ νὰ ἀπαιτήσουν ὅλο τὸ χρέος. Καὶ ἂν δὲ τὸ κατορθώσουν ἐξ αἰτίας τῆς πτωχείας τῶν ὀφειλετῶν, ἐκδηλώνουν τὴν ὀργή τους γιὰ τὰ χρήματα στὸ ταλαίπωρο σῶμα τῶν δυστυχῶν ἐκείνων, βασανίζοντας καὶ κτυπώντας καὶ προξενώντας σ’ αὐτὸ μύρια κακά. Ὁ Θεὸς ὅμως ἀντιθέτως, ἐπενόησε καὶ μετεχειρίσθη ὅλα τὰ μέσα, γιὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ χρέη. Διότι σὲ μᾶς, ὁ πλοῦτος εἶναι τὸ νὰ ἀπαιτήσομε τὰ ὀφειλόμενα, ἐνῶ γιὰ τὸ Θεό, εἶναι πλοῦτος τὸ νὰ συγχωρήσει. Ἐμεῖς, ὅταν λάβομε τὰ ὀφειλόμενα, τότε γινόμεθα εὐπορώτεροι· ἐνῶ ὁ Θεός, ὅταν συγχωρήσει τὰ ἁμαρτήματα, τότε κυρίως πλουτίζει. Ἐπειδὴ πλοῦτος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ὅπως λέγει ὁ Παῦλος: «ὁ πλουτῶν εἰς πάντας, καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους αὐτὸν» (Ρωμ. ι΄ 12).
.       Ἀλλὰ ἴσως κάποιος εἰπεῖ: καὶ πὼς αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ χαρίσει καὶ νὰ συγχωρήσει τὰ ἀνομήματα διέταξε νὰ τὸν πωλήσουν; Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ποὺ φανερώνει πάρα πολὺ τὴν φιλανθρωπία του. Ὅμως ἂς μὴ βιαζώμεθα, ἀλλὰ ἂς προχωροῦμε μὲ τὴν σειρὰ στὴν διήγηση τῆς παραβολῆς: «Μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι» λέγει. Τί σημαίνει «μὴ ἔχοντος αὐτοῦ ἀποδοῦναι». Πάλιν ἐπίτασιν ἀγνωμοσύνης· ἐπειδὴ ταν λέγει τι δν μποροσε ν τ πιστρέψει, δν ννοε τίποτε λλο παρ τι ταν στερημένος κατορθωμάτων κα δν εχε κανένα ργον γαθόν, γι ν λογαριασθε στν παλλαγ τν μαρτημάτων του. Διότι λογαριάζονται, ὁπωσδήποτε λογαριάζονται τὰ κατορθώματα γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ τῶν ἁμαρτημάτων μας, ὅπως καὶ ἡ πίστη λογαριάζεται γιὰ δικαιοσύνη. «Τῷ γὰρ μὴ ἐργαζομένω, πιστεύοντι δὲ ἐπὶ τὸν (Θεὸν τὸν) δικαιοῦντα τὸν ἀσεβῆ, λογίζεται ἡ πίστις αὐτοῦ εἰς δικαιοσύνην» (Ρωμ. δ΄ 5). Καὶ τί λέγω γιὰ πίστη καὶ κατορθώματα, ἀφοῦ καὶ οἱ θλίψεις μας λογαριάζονται γιὰ τὴν ἐξάλειψη τῶν ἁμαρτημάτων; Καὶ αὐτὸ τὸ φανερώνει ὁ Χριστὸς μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ Λαζάρου, παρουσιάζοντας τὸν Ἀβραὰμ νὰ λέγει πρὸς τὸν πλούσιο, ὅτι ὁ Λάζαρος ἀπήλαυσε στὴν ζωή του τὰ κακὰ καὶ γι’ αὐτὸ ἐδῶ ηὗρε παρηγορία. Τὸ φανερώνει καὶ ὁ Παῦλος γράφοντας στοὺς Κορινθίους γιὰ ἐκεῖνον ποὺ πόρνευσε, πρὸς τοὺς ὁποίους λέγει τὰ ἑξῆς: «παράδοτε τὸν τοιοῦτον τῷ σατανᾷ εἰς ὄλεθρον τῆς σαρκός, ἵνα τὸ πνεῦμα σωθῇ» (Α΄ Κορ. ε΄ 5). Καὶ ἄλλους ἐπίσης ποὺ ἡμάρτησαν τοὺς παρηγορεῖ λέγοντας «διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι (ἐλαφρὰ καὶ βαρειὰ) καὶ κοιμῶνται ἱκανοί. Εἰ γὰρ ἑαυτοὺς ἐκρίνομεν, οὐκ ἂν ἐκρινόμεθα· κρινόμενοι δὲ ὑπὸ Κυρίου, παιδευόμεθα, ἵνα μὴ σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν» (Α΄ Κορ. ια΄ 30-32). Ἐὰν δηλαδὴ κρίναμε ἐμεῖς τοὺς ἑαυτούς μας, δὲν θὰ ἐκρινόμεθα· γι’ αὐτὸ κρινόμενοι ἀπὸ τὸν Κύριο παιδευόμεθα (ἐδῶ), γιὰ νὰ μὴ καταδικασθοῦμε μαζὶ μὲ τὸν κόσμο. Καὶ ἐὰν ὁ πειρασμὸς καὶ ἡ νόσος καὶ ἡ ἀσθένεια καὶ ὁ ἀφανισμὸς τοῦ σώματος, τὰ ὁποῖα ὑπομένουμε ἀκουσίως, χωρὶς νὰ τὰ δημιουργοῦμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, μᾶς λογαριάζονται στὴν ἐξάλειψη τῆς ἁμαρτίας, πολὺ περισσότερο τὰ κατορθώματα, τὰ ὁποῖα πραγματοποιοῦμε ἑκουσίως καὶ μὲ τὴν ἰδική μας προσπάθεια.

.       Αὐτὸς ὅμως καὶ στερημένος ἀπὸ κάθε ἀγαθὸν ἦταν, καὶ ἀφόρητο φορτίο ἁμαρτημάτων εἶχε· γι’ αὐτὸ λέγει «μὴ ἔχοντος αὐτοῦ ἀποδοῦναι, ἐκέλευσεν αὐτὸν πραθῆναι»· αὐτὸ μᾶς φανερώνει περισσότερο ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο τὴν φιλανθρωπία τοῦ Δεσπότου, ὅτι καὶ τὸν κάλεσε νὰ λογοδοτήσει καὶ νὰ πωληθεῖ διέταξε. Ἐπειδὴ καὶ τὰ δύο τὰ ἔκαμε, ὥστε αὐτὸς νὰ μὴ πωληθεῖ. Ἀπὸ ποῦ γίνεται αὐτὸ φανερό; Ἀπὸ τὸ τέλος· διότι ἂν ἤθελε νὰ πωληθεῖ αὐτός, ποῖος τοῦ τὸ ἀπαγόρευε; ποῖος τὸν ἐμπόδιζε;
.       Γιατί λοιπὸν διέταξε νὰ πωληθεῖ, ἀφοῦ δὲν ἐπρόκειτο νὰ τὸ κάνει; Μ τν πειλ το αξησε τὸν φόβο γι ν τν παρακινήσει σ κεσία· τν παρεκίνησε δ σ κεσία, γι ν λάβει π ατ φορμ συγχωρήσεως. Βεβαίως ἠμποροῦσε καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν παράκληση νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὸ χρέος, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξε γιὰ νὰ μὴ πέσει σὲ χειρότερα. Ἠμποροῦσε καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ λογοθέσιο νὰ δώσει τὴν συγχώρηση, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ γίνει ἀπανθρωπότερος καὶ ὠμότερος πρὸς τοὺς συνανθρώπους του ἀγνοώντας τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων του, γι’ αὐτὸ τὸν βοήθησε πρῶτα νὰ συνειδητοποιήσει τὸ μέγεθος τοῦ χρέους του, καὶ τότε τοῦ τὸ χάρισε ὅλο. Διότι ἐάν, ἀφοῦ πρῶτα ἔγινε ἡ λογοδοσία καὶ ἀπεκαλύφθη τὸ χρέος καὶ ἄκουσε τὴν ἀπειλή, καὶ ἔγινε φανερὰ ἡ καταδίκη τῆς ὁποίας ἦταν ἄξιος, φάνηκε τόσον ἄγριος καὶ σκληρὸς πρὸς τὸν συνδουλό του, σὲ πόση ἀγριότητα θὰ εἶχε φθάσει, ἂν τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶχε συμβεῖ;
.       Γι’ αὐτὸ τὰ ἔκαμνε ὅλα αὐτὰ ὁ Θεὸς καὶ τὰ ἐπιχειροῦσε, γιὰ νὰ συγκρατήσει ἐκ τῶν προτέρων ἐκείνη τὴν σκληρότητα. Ἐὰν ὅμως μὲ κανένα ἀπὸ αὐτὰ δὲν διορθώθηκε, αἴτιος δὲν εἶναι ὁ διδάσκαλος, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἐδέχθη τὴν διόρθωση.
.       Ἂς ἰδοῦμε ὅμως πῶς προσπαθεῖ νὰ θεραπεύσει τὴν πληγή. «Πεσὼν οὖν», λέγει, «παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ, παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ᾽ ἐμοί, καὶ πάντα σοὶ ἀποδώσω». Καὶ μάλιστα δὲν εἶπε ὅτι δὲν εἶχε νὰ τοῦ τὰ ἐπιστρέψει· ἔτσι ὅμως συνηθίζουν νὰ κάνουν ὅσοι χρεωστοῦν· καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐπιστρέψουν τίποτε, ὑπόσχονται, ὥστε νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ παρόντα δεινά. ς κούσομε σοι ραθυμομε στν προσευχή, πόση εναι δύναμη τν παρακλήσεων. Ατς δν πέδειξε νηστεία, οτε κτημοσύνη, οτε τίποτε παρόμοιο, λλ ν καὶ ταν ρημος κα γυμνς π κάθε ρετή, πειδ μόνο παρεκάλεσε τν Κύριο, κατόρθωσε ν τὸν παρακινήσει σ εσπλαχνία. Ἂς μὴν ἀποκάμνομε λοιπὸν στὶς παρακλήσεις. Διότι ποῖος θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνει ἁμαρτωλότερος ἀπὸ αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἦταν ὑπεύθυνος γιὰ τόσα ἀνομήματα, ἐνῶ κατόρθωμα δὲν εἶχε κανένα, οὔτε μικρόν, οὔτε μεγάλο; Δὲν εἶπε ὅμως μέσα του «δὲν ἔχω παρρησία, εἶμαι γεμάτος ἐντροπή, πῶς ἠμπορῶ νὰ τὸν πλησιάσω; πῶς ἠμπορῶ νὰ παρακαλέσω;», πράγμα ποὺ πολλοὶ ἐπιβεβαρυμένοι μὲ ἁμαρτίες τὸ λέγουν, πάσχοντες ἀπὸ διαβολικὴ εὐλάβεια. Σοῦ λείπει ἡ παρρησία; Γι’ αὐτὸ πλησίασε, γιὰ νὰ ἀποκτήσεις παρρησία πολλή. Μήπως εἶναι ἄνθρωπος αὐτὸς ποὺ πρόκειται νὰ συμφιλιωθεῖ μαζί σου, γιὰ νὰ ἐντραπεῖς καὶ νὰ κοκκινίσεις; Εἶναι ὁ Θεός, ποὺ περισσότερο ἀπὸ ἐσένα θέλει νὰ σὲ ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ ἀνομήματα. Δὲν ἐπιθυμεῖς ἐσὺ τόσον τὴν ἀσφάλειά σου, ὅσον ἐκεῖνος ποθεῖ τὴν σωτηρία σου. Καὶ αὐτὸ μᾶς τὸ δίδαξε μὲ τὰ ἴδια του τὰ ἔργα.
.       Δὲν ἔχεις παρρησία; Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ ἠμπορέσεις νὰ ἀποκτήσεις παρρησία, ἐπειδὴ ἔχεις αὐτὴν τὴν αἴσθησι· διότι μεγαλυτέρα παρρησία εναι τ ν μ νομίζεις τι χεις παρρησία. πως κριβς μεγαλυτέρα καταισχύνη εναι τ ν δικαιώνει κανες τν αυτό του νώπιον τοῦ Κυρίου· ἐκεῖνος εἶναι ἀκάθαρτος, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ὁ ἁγιώτερος ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους· ὅπως ἀκριβῶς δίκαιος γίνεται ἐκεῖνος ποὺ ἔπεισε τὸν ἑαυτόν του ὅτι εἶναι ὁ τελευταῖος ἀπὸ ὅλους. Καὶ μάρτυρες γιὰ τὰ λεγόμενα εἶναι ὁ Φαρισαῖος καὶ ὁ Τελώνης. Μν πελπιζόμεθα λοιπν γι τς μαρτίες μας, οτε ν πογοητευόμεθα, ἀλλὰ ἂς προσερχώμεθα στὸ Θεό, ἂς γονατίζομε ἐνώπιόν του, ἂς παρακαλοῦμε, καθὼς ἔκαμε καὶ αὐτός, ἀφοῦ μέχρι τὸ σημεῖο αὐτὸ ἔδειξε τὴν καλή του διάθεση. Κα τ τι δν χασε τ θάρρος του, κα τ τι δν πελπίσθηκε, κα τ τι μολόγησε τς μαρτίες του, κα τ τι ζήτησε κάποια ναβολ κα παράταση, λα ατ εναι καλ κα φανερώνουν συντριβ διανοίας κα ψυχ ταπεινωμένη. Ατ πο κολούθησαν μως δν εναι μοια μ τ προηγούμενα. Διότι σα συγκέντρωσε μ τν κεσία, ατ τ σκόρπισε λα σ μία στιγμ μ τν ργ κατ το πλησίον.
.       Ἀλλὰ ἂς ἔλθομε πρῶτα στὸν τρόπον τῆς συγχωρήσεως· ἂς ἰδοῦμε πῶς τὸν ἀπήλλαξαν ἀπὸ τὸ χρέος καὶ ἀπὸ ποιὰ αἰτία ὁδηγήθηκε ὁ Κύριος σ’ αὐτό. «Σπλαγχνισθεὶς ὁ Κύριος αὐτοῦ», λέγει, «ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ». Ἐκεῖνος ἐζήτησε ἀναβολήν, αὐτὸς ἔδωσε συγχώρησι δηλαδὴ ἔλαβε περισσότερον ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἐζήτησε. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος λέγει: «τῷ δυναμένῳ πάντα ποιῆσαι ὑπερεκπερισσοῦ ὧν αἰτούμεθα ἢ νοοῦμεν». Διότι οὔτε νὰ φανταστεῖς δὲν ἠμπορεῖς τόσα πολλά, ὅσα ἐκεῖνος εἶναι ἕτοιμος νὰ σοῦ δώσει. Μὴν ἐντραπεῖς λοιπόν, μὴ κοκκινήσης· ἢ μᾶλλον νὰ ἐντρέπεσαι γιὰ τὶς ἁμαρτίες σου, νὰ μὴν ἀπελπίζεσαι ὅμως, οὔτε νὰ ἀπομακρυνθεῖς ἀπὸ τὴν προσευχή, ἀλλὰ πλησίασε, ἔστω καὶ νὰ τοῦ δώσεις τὴν εὐκαιρία νὰ ἐπιδείξει τὴν φιλανθρωπία του μὲ τὴν συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν σου. Ἐὰν ὅμως φοβηθεῖς νὰ τὸν πλησιάσεις, τότε ἐμπόδισες τὴν ἀγαθότητά του, συνεκράτησες τὴν ἀφθονία τῆς καλοσύνης του, ὅσον βεβαίως ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐσένα.
.       Ἂς μὴ δειλιάζομε λοιπόν, οὔτε νὰ διστάζομε στὶς προσευχές. Ἐπειδή, καὶ ἂν ἀκόμη πέσομε σ’ αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ βάραθρο τῆς κακίας, ἔχει τὴν δυνατότητα γρήγορα νὰ μᾶς ἀνασύρει ἀπὸ ἐκεῖ. Κανεὶς δὲν ἔκαμε τόσες ἁμαρτίες, ὅσες αὐτός· διότι πράγματι διέπραξε κάθε εἶδος πονηρίας· αὐτὸ φανερώνουν τὰ μύρια τάλαντα. Κανεὶς δὲν ἦταν τόσον ἔρημος ὅσον αὐτός, δὲν εἶχε νὰ πληρώσει τὸ χρέος του. Ἀλλ’ ὅμως αὐτὸν ποὺ εἶχε προδοθεῖ ἀπὸ παντοῦ, ἠμπόρεσε νὰ τὸν σώσει ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς. Καὶ ἔχει τόσο μεγάλες δυνατότητες ἡ προσευχή, θὰ εἰπεῖ κάποιος, ὥστε νὰ ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ποινὴ καὶ τὴν τιμωρία αὐτὸν ποὺ μὲ ἔργα καὶ μὲ μύριους τρόπους ἦλθε σὲ σύγκρουση μὲ τὸν Κύριο; Ναί, ἄνθρωπε, τόσο μεγάλες δυνατότητες ἔχει. Διότι δὲν κατορθώνει αὐτὴ μόνη της τὰ πάντα, ἀλλ’ ἔχει σύμμαχο καὶ πολὺ μεγάλο βοηθὸ τὴν φιλανθρωπία τοῦ δεχομένου τὴν προσευχὴ Θεοῦ, ἡ ὁποία καὶ τὰ κατόρθωσε ὅλα στὴν περίπτωσιν αὐτήν, καὶ κατέστησε ἰσχυρὰ τὴν προσευχή. Αὐτὸ λοιπὸν ὑπονοοῦσε ὅταν ἔλεγε «σπλαγχνισθεὶς ὁ Κύριος αὐτοῦ ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ», γι ν μάθεις τι μαζ μ τν προσευχ κα πρν π τν προσευχ λα τ καμνε φιλανθρωπία το Κυρίου. «Ἐξελθὼν δὲ ἐκεῖνος εὗρε ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὄφειλε αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια· καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι, εἴ τι (ὅ,τι) ὀφείλεις». Ἄραγε τί θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρξει αἰσχρότερο ἀπὸ αὐτό; ἐνῶ ἡ εὐεργεσία ἠχοῦσε ἀκόμη στὴν ἀκοή του, λησμόνησε τὴν φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου.
.       Βλέπεις πόσον μεγάλο ἀγαθὸν εἶναι τὸ νὰ ἐνθυμεῖται κανεὶς τὶς ἁμαρτίες του; Διότι καὶ αὐτός, ἐὰν τὶς εἶχε διαρκῶς στὴ μνήμη του, δὲν θὰ γινόταν τόσον σκληρὸς καὶ ἀπάνθρωπος. Γι’ αὐτὸ συνεχῶς λέγω, καὶ δὲν θὰ παύσω νὰ τὸ λέγω, ὅτι εἶναι πάρα πολὺ χρήσιμο καὶ ἀναγκαῖο τὸ νὰ κρατοῦμε διαρκῶς στὴν μνήμη μας ὅλα μας τὰ πταίσματα· διότι τίποτε δν μπορε ν καταστήσει τν ψυχ τόσον φιλόσοφο κα πιεικ κα πια, σον διαρκς μνήμη τν μαρτημάτων. Γι’ αὐτὸ ὁ Παῦλος κρατοῦσε στὴ μνήμη του ὄχι μόνον τὰ μετὰ τὸ λουτρὸ τοῦ βαπτίσματος ἁμαρτήματα, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ ποὺ προηγήθησαν ἀπὸ αὐτό, μολονότι βεβαίως εἶχαν ἐξαφανισθεῖ ὁλοτελῶς. Ἐὰν δὲ ἐκεῖνος κρατοῦσε στὴν μνήμη του τὰ πρὶν ἀπὸ τὸ βάπτισμα, πόσο μᾶλλον ἐμεῖς πρέπει νὰ μὴ λησμονοῦμε τὰ μετὰ τὸ βάπτισμα· διότι μὲ τὴν ἀνάμνηση ὄχι μόνον τὰ ἐξαφανίζουμε, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους θὰ συμπεριφερόμεθα μὲ περισσότερη ἐπιείκεια, καὶ τὸν Θεὸ θὰ τὸν ὑπηρετήσομε μὲ μεγαλύτερη ἀφοσίωση, ἀφοῦ μαθαίνουμε πολὺ καλὰ μὲ τὴν ἀνάμνησή τους τὴν ἀνέκφραστο φιλανθρωπία του.
.       Ατ τ πράγμα μως κενος δν τ καμε, λλ ξεχνώντας τ μέγεθος τν φειλν του λησμόνησε κα τν εεργεσία. Κα φο λησμόνησε τν εεργεσία, γινε κακς μ τν σύνδουλό του κα μ τν κακία πο δειξε σκενον χασε λα σα κέρδισε π τν φιλανθρωπία το Θεο. «Κρατήσας γὰρ αὐτὸν ἔπνιγε λέγων, ἀπόδος μοι, εἴ τι ὀφείλεις». Δὲν εἶπε «δῶσε μου πίσω τὰ ἑκατὸ δηνάρια», ἐπειδὴ ντρεπόταν τὸ ἀσήμαντόν του χρέους, ἀλλὰ «ὅ,τι ὀφείλεις». «Ὁ δὲ πεςὼν ἐπὶ τοὺς πόδας αὐτοῦ, παρεκάλει αὐτόν, λέγων· μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω». Μὲ τὰ ἴδια λόγια, ποὺ ηὗρε καὶ ἐκεῖνος τὴν συγχώρηση, μὲ τὰ ἴδια καὶ αὐτὸς ἀξιώνει νὰ σωθεῖ. Ἐκεῖνος ὅμως ἀπὸ τὴν ὑπερβολική του σκληρότητα οὔτε μὲ αὐτὰ τὰ λόγια κάμφθηκε, οὔτε σκέφθηκε ὅτι ὁ ἴδιος μὲ τὰ λόγια αὐτὰ σώθηκε. Καὶ ἂν ἀκόμη τὸν συγχωροῦσε, οὔτε ἔτσι θὰ ἦταν φιλανθρωπία ἀλλὰ ὀφειλὴ καὶ χρέος. Διότι ἐὰν τὸ ἔκαμνε αὐτὸ πρὶν γίνει ἡ λογοδοσία καὶ πρὶν ληφθεῖ ἐκείνη ἡ ἀπόφαση καὶ ἀπολαύσει τόσο μεγάλη εὐεργεσία, τὸ γεγονὸς θὰ μποροῦσε νὰ ἀποδοθεῖ στὴν ἰδική του μεγαλοψυχία. Τώρα ὅμως, μετὰ ἀπὸ τόσον μεγάλη δωρεὰ καὶ ἄφεση τόσων πολλῶν ἁμαρτημάτων, ἦταν πλέον ὑποχρεωμένος νὰ φερθεῖ στὸν συνδουλό του μὲ ἀνεξικακία, σὰν κάποια ἀναγκαία ὀφειλή. Ἀλλ’ ὅμως οὔτε αὐτὸ ἔκαμε, οὔτε σκέφθηκε πόση ἦταν ἡ διαφορὰ τῆς ἀφέσεως τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ἀπήλαυσε καὶ ποὺ ἔπρεπε νὰ δείξει στὸν συνδουλό του. Διότι ὄχι μόνον στὸ ποσὸ τῶν ὀφειλῶν, οὔτε στὸ ἀξίωμα τῶν προσώπων, ἀλλὰ καὶ σ’ αὐτὸν τὸν ἴδιον τὸν τρόπο θὰ ἠμποροῦσε κανεὶς νὰ ἰδεῖ μεγάλη διαφορά. Ἐπειδὴ ἐκεῖνα μὲν ἦσαν μύρια τάλαντα, ἐνῶ αὐτὰ ἑκατὸ δηνάρια [Ρωμαϊκὸν ἀργυροῦν νόμισμα βάρους περίπου 4,5 γραμμαρίων]. Καὶ αὐτὸς μὲν προσέβαλε τὸν Κύριό του, ἐνῶ ὁ ὀφειλέτης τὸν συνδουλό του· ατς πομένως, φο εχε εεργετηθε εχε ποχρέωση ν το χαρισθε· ν Κύριος τν εχε παλλάξει π λο τ χρέος χωρς ν δε ν γίνεται κ μέρους του κάποιο μικρ μεγάλο γαθό.

Δὲν ἔβαλε ὅμως τίποτε ἀπὸ αὐτὰ στὸ νοῦ του, ἀλλὰ ἐντελῶς τυφλωμένος ἀπὸ τὴν ὀργὴ τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸν λαιμὸ καὶ τὸν ἔκλεισε στὴν φυλακή. Βλέποντας ὅμως οἱ σύνδουλοί του, λέγει, ἀγανάκτησαν· καὶ τν καταδικάζουν πρν π τν Κύριο ο σύνδουλοι, γι ν μάθεις πόσον μερος εναι Κύριος. Ὅταν ὁ Κύριός του τὰ ἄκουσε αὐτά, τὸν κάλεσε καὶ λογαριάζεται πάλι μαζί του, καὶ δὲν ἀποφασίζει ἔτσι ἁπλῶς τὴν καταδίκη, ἀλλὰ προηγουμένως δικαιολογεῖται. Καὶ τί λέγει: «Δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκα σοι». Ποῖος θὰ ἠμποροῦσε νὰ δείξει μεγαλύτερη καλοσύνη ἀπὸ αὐτὴν τοῦ Κυρίου; Ὅταν τοῦ ὄφειλε τὰ μύρια τάλαντα, οὔτε κἂν μὲ λόγο τὸν ἐλύπησε, οὔτε πονηρὸν τὸν ἀπεκάλεσε, ἀλλὰ μόνον διέταξε νὰ πωληθῆ· καὶ αὐτό, γιὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ χρέη. Ὅταν ὅμως ἔγινε κακὸς στὸν σύνδουλό του, τότε ὀργίζεται καὶ θυμώνει· γιὰ νὰ μάθεις ὅτι εκολότερα συγχωρε τὰ μαρτήματα ποὺ γιναν σ’ ατν παρ ατ ποὺ γιναν στος συνανθρώπους μας. Καὶ δὲν τὸ κάνει μόνον ἐδῶ αὐτὸ ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλη περίπτωση. «Ἐὰν γὰρ προσφέρεις τὸ δῶρον σου», λέγει, «ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον, κἀκεῖ μνησθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τί κατά σου, ὕπαγε, πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῶ σου, καὶ τότε ἐλθὼν πρόσφερε τὸ δῶρον σου» (Ματθ. ε΄ 23-24). Βλέπεις πς προτιμ παντο τ δικά μας π τ δικά του κα δν θεωρε τίποτε νώτερο π τν ερήνη κα τν γάπη πρς τν συνάνθρωπο; καὶ ἀλλοῦ πάλιν· «ὁ ἀπολύων τὴν γυναίκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχευθῆναι» (Ματθ. ε΄ 32). Καὶ μὲ τὸν Παῦλο νομοθέτησε ἔτσι· «εἴ τις ἀνὴρ γυναίκα ἔχει ἄπιστον, καὶ αὐτὴ συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ’ αὐτοῦ, μὴ ἀφιέτω αὐτὴν» (Α΄ Κορ. ζ΄ 12). Ἐὰν πορνεύσει, λέγει νὰ τὴν διώξεις, ἐὰν ὅμως εἶναι ἄπιστος, μὴ τὴν διώξεις· ἐὰν δηλαδὴ ἁμαρτήσει σὲ σένα, χώρισέ την· ἐὰν ἁμαρτήσει σὲ μένα, κράτησέ την. Ἔτσι καὶ ἐδῶ ταν μάρτησε τόσον πολ σ’ ατόν, τν συνεχώρησε· ταν μάρτησε στν συνδουλό του μ λιγότερα κα μικρότερα μαρτήματα π ατ πο μάρτησε στν Κύριό του, δν τν συγχώρησε, λλ τν τιμώρησε αστηρά. Καὶ ἐδῶ μὲν τὸν ἀπεκάλεσε πονηρό, ἐνῶ ἐκεῖ οὔτε κἂν μὲ λόγια δὲν τὸν λύπησε. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐδῶ προστίθεται καὶ τοῦτο, ὅτι ὠργίσθη καὶ τὸν παρέδωσε στοὺς βασανιστάς· ἐνῶ ὅταν τοῦ ζητοῦσε νὰ ἀπολογηθεῖ γιὰ τὰ μύρια τάλαντα, τίποτε παρόμοιο δὲν προσέθεσε, γιὰ νὰ μάθεις ὅτι ἐκείνη μὲν ἡ ἀπόφαση δὲν ἦταν ἀποτέλεσμα ὀργῆς, ἀλλὰ φροντίδας ποὺ ἀπέβλεπε στὴν συγχώρησιν· ατ λοιπόν, πρς τν συνδουλό του μαρτία ταν πο τν ξόργισε τόσον πολύ.

.       Ἆραγε τί θ μποροσε ν πάρξει χειρότερο π τν μνησικακία, φο νακαλε κα τν δη ποφασισμένη φιλανθρωπία το Θεο, κα ατ πο δν κατόρθωσαν ν το τ προξενήσουν τ μαρτήματα, ατ κατορθώνει ν το τ προξενήσει κατ το πλησίον ργή; Μολονότι ἔχει γραφῆ ὅτι «ἀμεταμέλητα τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. ια΄ 29). Πῶς λοιπὸν ἐδῶ μετὰ τὴν ἀνακοίνωση τῆς δωρεᾶς, μετὰ τὴν ἐκδήλωση τῆς φιλανθρωπίας, ἀνεκλήθη πάλιν ἡ ἀπόφαση; ξ ατίας τς μνησικακίας· στε δὲν θ σφαλλε κάποιος, ν νόμαζε ατ πι φοβερ π κάθε μαρτίαν· διότι ὅλες οἱ ἄλλες κατέστη δυνατὸν νὰ βροῦν συγχώρηση, ἐνῶ αὐτὴ ὄχι μόνον δὲν μπόρεσε νὰ ἐπιτύχει συγνώμη, ἀλλὰ καὶ τὶς ἄλλες, ποὺ εἶχαν ἀφανισθεῖ ὁλοτελῶς, τὶς ἀνανέωσε πάλι.

.       Ὥστε μνησικακία εναι διπλ κακό, διότι κα καμία πολογία δν χει νώπιον τοῦ Θεο, κα τ πόλοιπα μαρτήματά μας, κα ν κόμη συγχωρηθον, πάλι τ νακαλε κα τ στρέφει ναντίον μας· πράγμα τὸ ὁποῖον ἔκαμε καὶ ἐδῶ. Ἐπειδὴ τίποτε, τίποτε δν μισε κα ποστρέφεται Θεός, σον νθρωπο πο εναι μνησίκακος κα διατηρε τν ργή του. Αὐτὸ μᾶς τὸ ἔδειξε ἐδῶ ἰδιαιτέρως, ἀλλὰ καὶ στὴν προσευχὴ ποὺ μᾶς παρέδωσε παρήγγειλε νὰ λέγομε ἔτσι: «ἅφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν».
.       Γνωρίζοντας λοιπὸν ὅλα αὐτά, καὶ ἀφοῦ γράψουμε τὴν παραβολὴ αὐτὴ στὶς καρδιές μας, ὅταν ἔλθουν στὸν νοῦ μας ὅσα ἔχουμε πάθει ἀπὸ τοὺς συνδούλους μας, ἂς ἀναλογισθοῦμε καὶ αὐτὰ ποὺ ἔχουμε κάνει στὸν Κύριον· καὶ μὲ τὸν φόβο τῶν ἰδικῶν μας ἁμαρτημάτων θὰ μπορέσουμε νὰ ἀπομακρύνομε γρήγορα τὸν θυμὸ γιὰ τὰ ξένα παραπτώματα. Ἐὰν πρέπει νὰ ἐνθυμούμεθα ἁμαρτήματα, μόνον τὰ ἰδικά μας πρέπει νὰ ἐνθυμούμεθα. Διότι ἐὰν κρατήσομε στὴν μνήμη τὰ ἰδικά μας, ποτὲ δὲν θὰ δώσομε σημασία στὰ ξένα· ὅπως ἀκριβῶς ἐὰν λησμονήσομε τὰ ἰδικά μας, εὔκολα ἐκεῖνα θὰ εἰσχωρήσουν στοὺς λογισμούς μας. Πράγματι, καὶ αὐτὸς ἐὰν εἶχε κρατήσει στὴ μνήμην τοῦ τὰ μύρια τάλαντα, δὲν θὰ ἐνεθυμεῖτο τὰ ἑκατὸ δηνάρια· ἐπειδὴ ὅμως τὰ λησμόνησε ἐκεῖνα, γι’ αὐτὸ ἔπιασε ἀπὸ τὸ λαιμὸ τὸν συνδοῦλον του, καὶ θέλοντας νὰ  ἀπαιτήσει τὰ ὀλίγα, οὔτε αὐτὸ ἐπέτυχε, ἀλλὰ ἐπέσυρε στὴν κεφαλή του καὶ τὸν ὄγκο τῶν μυρίων ταλάντων.
.       Γι’ αὐτὸ θὰ τολμοῦσα νὰ εἰπῶ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ φοβερότερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἁμαρτίες· ἢ μᾶλλον δὲν τὸ λέγω αὐτὸ ἐγώ, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς τὸ φανέρωσε μὲ τὴν παραβολὴ αὐτή. Διότι ἂν δὲν ἦταν φοβερότερη ἀπὸ μύρια τάλαντα, ἐννοῶ ἀπὸ τὰ ἀναρίθμητα ἁμαρτήματα, δὲ θὰ ἀνακαλοῦσε ἐξ αἰτίας της καὶ ἐκεῖνα. Τίποτε λοιπν ς μ φροντίζομε τόσον, σον τ ν καθαρεύομε π τν ργή, κα τ ν συμφιλιωνόμεθα πρς κείνους πο εναι δυσαρεστημένοι μαζί μας, γνωρίζοντας πς οτε κοινωνία τν μυστηρίων, οτε τίποτε λλο π ατά, θμπορέσει ν μς βοηθήσει κείνη τν μέρα. Ὅπως πάλιν ἐὰν νικήσομε αὐτὴν τὴν ἁμαρτία, ἔστω καὶ ἂν ἔχομε μύρια πλημμελήματα, θὰ ἠμπορέσομε νὰ ἐπιτύχομε κάποια συγγνώμη. Καὶ δὲν εἶναι ἰδικός μας ὁ λόγος, ἀλλὰ τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ μᾶς κρίνει. Διότι ὅπως εἶπε ἐδῶ, ὅτι «οὕτω ποιήσει καὶ ὁ πατήρ μου, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν», ἔτσι καὶ ἀλλοῦ λέγει «ἐὰν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος» (Ματθ. ϛ΄ 14).
.       Γιὰ νὰ ἔχομε λοιπὸν καὶ ἐδῶ γαλήνια καὶ ἤρεμη ζωὴ καὶ ἐκεῖ νὰ ἐπιτύχομε συγχώρηση καὶ ἄφεση, ἂς προσπαθοῦμε καὶ ἂς φροντίζομε νὰ συμφιλιωνόμεθα μὲ ὅσους ἐχθροὺς ἔχουμε· διότι ἔτσι καὶ τὸν Κύριό μας θὰ συμφιλιώσομε μαζί μας, καὶ τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ θὰ ἐπιτύχομε, τῶν ὁποίων εἴθε ὅλοι νὰ ἀξιωθοῦμε «χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Ἀμήν.

ΠΗΓΗ Διαδικτύου: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ», alopsis.gr

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΟΦΕΙΛΕΤΗΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ (Κυρ. ΙΑ´ Ματθ.)

Τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς ΙΑ´ Ματθ. (28.08.2011)
(Ματθ.
ιη΄ 23-35)

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολήν ταύτην·
 Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. 
Ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. Μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι.
 Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. Σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. 
Ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. Πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι. Ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. 
Ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. Τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με.
Οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα;
 Καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ.
 Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.

 Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική: 
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν ἑξῆς παραβολή: 
«μοιάζει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μὲ ἕνα βασιλέα, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ λογαριασθῇ μὲ τοὺς δούλους του.
Ὅταν δὲ ἄρχισε νὰ λογαριάζεται, τοῦ ἔφεραν ἕναν ποὺ χρωστοῦσε δέκα χιλιάδες τάλαντα. Ἐπειδὴ δὲ αὐτὸς δὲν εἶχε νὰ τὰ πληρώσῃ, διέταξε ὁ κύριός του νὰ πωληθῇ αὐτὸς καὶ ἡ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του καὶ ὅλα ὅσα εἶχε καὶ νὰ ἐπιστραφοῦν τὰ ὀφειλόμενα.
Τότε ἔπεσε ὁ δοῦλος εἰς τὰ πόδια του καὶ τοῦ ἔλεγε, «Κύριε, κάνε ὑπομονὴ καὶ ὅλα θὰ σοῦ τὰ ἐπιστρέψω». Καὶ ὁ κύριος τοῦ δούλου τὸν σπλαγχνίσθηκε, τὸν ἄφησε ἐλεύθερον καὶ τοῦ ἐχάρισε τὸ χρέος.
Μόλις ἐβγῆκε ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, συνήντησε ἕνα ἀπὸ τοὺς συνδούλους του, ποὺ τοῦ χρωστοῦσε ἑκατὸ δηνάρια. Καὶ τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸν λαιμὸ καὶ τοῦ ἔλεγε, «Δός μου ὅσα μοῦ χρωστᾶς».
 Ὁ δὲ σύνδουλός του ἔπεσε εἰς τὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε λέγων, «Κάνε ὑπομονὴ καὶ θὰ σοῦ τὰ ἐπιστρέψω».
Αὐτὸς ὅμως δὲν ἤθελε, ἀλλὰ ἐπῆγε καὶ τὸν ἔβαλε εἰς τὴν φυλακὴν ἕως ὅτου ἐπιστρέψῃ τὰ ὀφειλόμενα. 
Ὅταν οἱ σύνδουλοί του εἶδαν ὅ,τι συνέβη, ἐλυπήθηκαν πάρα πολὺ καὶ ἦλθαν καὶ ἐξήγησαν εἰς τὸν κύριόν τους ὅλα ὅσα εἶχαν συμβῇ. Τότε ὁ κύριός του τὸν ἐκάλεσε καὶ τοῦ λέει, «Δοῦλε, πονηρέ, ὅλο τὸ χρέος ἐκεῖνο σοῦ τὸ ἐχάρισα, διότι μὲ παρεκάλεσες. Δὲν ἔπρεπε καὶ σὺ νὰ ἐλεήσῃς τὸν σύνδουλό σου, ὅπως καὶ ἐγὼ σὲ ἐλέησα;».
 Καὶ ὠργισμένος ὁ κύριός του τὸν παρέδωκε εἰς τοὺς βασανιστάς, ἕως ὅτου ἐπιστρέψῃ ὅλα ὅσα τοῦ χρωστοῦσε. Ἔτσι καὶ ὁ Πατέρας μου ὁ οὐράνιος θὰ σᾶς συμπεριφερθῇ, ἐὰν ὁ καθένας σας δὲν συγχωρῇ τὸν ἀδελφόν του μὲ ὅλην σας τὴν καρδιά».

Σχολιάστε