Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Εὐσέβεια

Η (ἀντικανονικὴ) ΓΟΝΥΚΛΙΣΙΑ τῆς Κυριακῆς ΣΗΜΕΙΟ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑ καὶ ΤΟΝ ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΠΙΕΤΙΣΜΟ

ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ νέο βιβλίο

Ἀρχιμ. Γρηγορίου Δ. Παπαθωμᾶ
Καθηγ. Κανονικοῦ Δικαίου Πανεπ. Ἀθηνῶν
Η ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΗ ΓΟΝΥΚΛΙΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
(Πατερικὴ καὶ Κανονικὴ μαρτυρία)
ἐκδ. «Ἐπέκταση», Κατερίνη 2017,
σελ. 78-80
Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.                 […] Οἱ ἱεροὶ Κανόνες, ποὺ παρουσιάσαμε, ἀντανακλώντας τὴν ἀρχέγονη καὶ διαχρονικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας, προτείνουν –ἢ μᾶλλον ἀπαιτοῦν– ἡ μαρτυρία καὶ ἡ ὁμολογία τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν τεθνεώτων, καθὼς καὶ τῆς προσδοκίας τοῦ Μέλλοντος Αἰῶνος, νὰ ἐκφράζωνται μὲ τὴν ἄρνηση τῆς γονυκλισίας κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ τῶν ἀναστάσιμων στιγμῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ μὲ τὴν ὀρθοστασία. Ἔτσι, ἡ γονυκλισία ἔγινε τὸ σημεῖο-κλειδὶ τῆς διάκρισης ἀνάμεσα στὴν πραγματικὴ εὐσέβεια καὶ τὸν πιετισμό. Ἡ εὐσέβεια παραμένει πάντα «ἑπομένη τοῖς ἁγίοις πατράσιν» («ἀκολουθεῖ πάντοτε τοὺς Ἁγίους Πατέρες»), ἐνῶ ὁ πιετισμὸς αὐτονομεῖται, σύμφωνα μὲ τὸ ἰδανικὸ τοῦ ἀφηρημένου θρησκευτικοῦ ἀτομικισμοῦ, ποὺ δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὸν Χριστό… Πρόκειται γιὰ ἕνα πνεῦμα ἀτομικῆς προσέγγισης ἢ μᾶλλον γιὰ ἕνα πρόσχημα ἀτομικῆς εὐσέβειας, ποὺ ἀγωνίζεται νὰ ἐπιβληθεῖ στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησιακῆς ζωῆς, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα γίνεται «ἀντι-ευσέβεια», γιατί ἀντιτίθεται στὴν ἐκκλησιακὴ παράδοση, στὴν ἐκκλησιακὴ ἐμπειρία, ἀλλὰ καὶ στὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία. Ἡ Θεία Εὐχαριστία, διατηρώντας τὴν κεντρική της θέση στὴν ζωὴ τοῦ πιστοῦ, εἶναι στὴν πραγματικότητα μία πράξη τῆς Ἐκκλησιακῆς κοινότητας στὸ σύνολό της. Δὲν εἶναι μία ἀτομικὴ πράξη. Ἡ Θεία Λειτουργία ἐκτείνεται πέρα ἀπὸ τὴν προσωπική μας εὐσέβεια, διότι στὴν πραγματικότητα εἶναι μία ἑορτὴ τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι τὸ ἄτομο, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία συνολικὰ ποὺ ἑνώνεται μὲ τὸν Θεό. Τέλος, ἡ Θεία Λειτουργία πρέπει νὰ προστατεύσει τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τὸν ἐγκλωβισμό τους στὰ ἀτομικὰ θρησκευτικά τους αἰσθήματα. Ἡ Ἐκκλησία συνιστᾶ μία κοινὴ ζωὴ καὶ μία μαρτυρία διαρκῆ, ἐπίσης κοινή, τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, τῆς μέλλουσας ἀνάστασης
.             Γιὰ τὴν Κανονικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ζήτημα εἶναι ξεκάθαρο καὶ πρὸ πολλοῦ λυμένο. Αὐτὴ ἡ παράδοση παρέμεινε μοναδική, κοινὴ καὶ ὁμόφωνη καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῶν εἴκοσι (-20-) αἰώνων τῆς χριστιανικῆς ἐποχῆς: μὴ γονυκλισία κατὰ τὶς ἡμέρες ποὺ ὑποδεικνύει ἡ Ἐκκλησία, «οὐδεὶς ἀντερεῖ, ὅστις γε κἂν κατὰ μικρὸν γοῦν θεσμῶν ἐκκλησιαστικῶν πεπείραται», μᾶς λέει ὁ Μέγας Βασίλειος στὸν προαναφερόμενο κανόνα. Ζητήματα ὅπως τὸ ἐξεταζόμενο, ἐνῶ λύθηκαν καὶ μάλιστα ἀπὸ πολὺ ἐνωρὶς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τίθενται ἐκ νέου σήμερα ἐξ αἰτίας μίας ἑτερο-κεντρικῆς θεολογικῆς προβληματικῆς, κυρίως στὸ ἐπίπεδο τῆς καθημερινῆς πράξης τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ διαπιστώνεται μὲ ἔκδηλο τρόπο κατὰ τὴν ἐνεργῆ ἔκφραση τῆς πίστεως διὰ μέσου τῆς πράξεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ συγκεκριμένα τῆς στάσης τῶν πιστῶν. Προσωπικά, «ἑπόμενος τοῖς ἁγίοις πατράσιν», ἀκολουθῶ τὰ ἴχνη ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ἀνέφερα παραπάνω, καὶ παρακαλῶ ἀπὸ τὰ μύχια τῆς καρδιᾶς μου ὅλους τοὺς φοιτητές μου, ποὺ μὲ ὑποδέχθηκαν ὡς μάρτυρα τῆς Κανονικῆς Παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας, νὰ κάνουν τὸ ἴδιο. Αὐτοὶ ἀντιπροσωπεύουν τὴν νέα γενιὰ τοῦ Ἐκκλησιακοῦ σώματος στὴν αὐγὴ αὐτῆς τῆς 3ης χιλιετίας, ἡ ὁποία θὰ ἀποδειχθεῖ καθοριστική, καὶ θὰ ἔχουν, καὶ αὐτοὶ ἐπίσης, «ἑπόμενοι τῆς ἁγίοις πατράσιν», τὴν σταθερὴ βούληση νὰ ξεπεράσουν ὅλες ἐκεῖνες τὶς κανονικὲς πλάνες, ποὺ παρουσιάζονται στοὺς κόλπους τῶν Ἐκκλησιακῶν κοινοτήτων, ἀκόμη καὶ ἂν ἐμφανίζωνται μὲ τὴν δύναμη μιᾶς «ἀποστολικῆς παραδόσεως» (sic), ἰδιαίτερα πιετιστικῆς καὶ προφανῶς ὑπερ-ὀρθόδοξης (sic). Σύμφωνα μὲ ὅσα μελετήσαμε παραπάνω στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅσοι ἀκουμποῦν τὸ γόνυ στὴν γῆ κατὰ τὶς ἡμέρες ποὺ προαναφέραμε, πράγματι δίνουν τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν κατανοοῦν τὴν ἐκκλησιακὴ εὐαισθησία τῆς πατερικῆς καὶ κανονικῆς ἐμπειρίας –εἴτε δὲν μποροῦν εἴτε δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ τὴν κατανοήσουν–, καὶ ἐπίσης δίνουν τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν πιστεύουν στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ οὔτε περιμένουν πραγματικὰ τὴν ἐσχατολογικὴ Ἔλευσή Του. Ἡ δισχιλιετὴς κανονικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔχει μόνον ἐξαλείψει τὴν ἄθεη ἄρνηση ἢ τὸν προτεσταντισμό· ἔχει ἐπίσης ἐξαλείψει καὶ τὴν χριστιανικὴ ἀτομικιστικὴ ἢ ἀτομικοποιοῦσα εὐσέβεια… Ὁ καθένας ἐνεργεῖ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο γιὰ διαφορετικὸ λόγο, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα παραμένει ἴδιο!…
.                   Στὴν ἔρευνα ποὺ μόλις πραγματοποιήσαμε, ἂς μᾶς ἐπιτραπεῖ νὰ ὑπογραμμίσουμε μία σημαντικὴ λεπτομέρεια: κανεὶς δὲν εἶχε ἐπικαλεσθεῖ ἕως σήμερα τὸν κανόνα 5 τῆς Τοπικῆς Συνόδου τῆς Νεο-Καισαρείας (319), πιθανῶς γιατί δὲν εἶχε ἐπιχειρηθεῖ καμμία ἀνάγνωσή του ἀρκετὰ προσεκτική. Ὡστόσο, αὐτὸς ὁ κανόνας ἀποτελεῖ τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν ἐρώτησή μας, χωρὶς νὰ ἀφήνει κανένα περιθώριο γιὰ ἑρμηνεῖες ἐλεύθερες καὶ ἀποκλίνουσες, οὔτε γιὰ προσωπικὴ ἐπιλογή, δηλαδὴ τῆς γονυκλισίας ἢ τῆς μὴ γονυκλισίας ἢ γιὰ τὸν συνδυασμὸ τῶν δύο στάσεων (sic): εἴτε γονατίζουμε εἴτε δὲν γονατίζουμε: κατ’ ἐπιλογή! Ἀποκλείει κάθε ἔννοια γονυκλισίας κατὰ τὶς ἀναστάσιμες καὶ ἐσχατολογικὲς στιγμὲς τῆς ἐκκλησιακῆς ζωῆς μὲ ἀντίκρυσμα «τὴν ἐκδίωξη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία». Πράγματι, σύμφωνα μὲ τὸν παραπάνω κανόνα, «ἡ ὄρθια στάση» κατὰ τὶς συγκεκριμένες ἀναστάσιμες στιγμὲς ἦταν τὸ προνόμιο ὅλων ἐκείνων ποὺ ἦταν σὲ πλήρη κοινωνία μὲ τὴν Ἐκκλησία, δηλαδὴ τῶν πιστῶν. Ἀλλὰ καὶ οἱ κατηχούμενοι, ὅπως καὶ οἱ διάφορες κατηγορίες τῶν μετανοούντων, ἐπίσης δὲν ἀποκλείονται ἀπὸ τὴν ἀπαγόρευση τῆς γονυκλισίας κατὰ τὶς ἡμέρες αὐτὲς καὶ ὑποβάλλονται στὸ κανονικὸ ἐπιτίμιο τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.

Advertisements

, , ,

1 Σχόλιο

Η ΠΛΗΘΩΡΑ ΤΩΝ «ΓΕΡΟΝΤΩΝ» ΚΑΙ Η «ΕΥΣΕΒΕΙΑ» ΤΩΝ ΑΦΕΛΩΝ

Η ΠΛΗΘΩΡΑ ΤΩΝ «ΓΕΡΟΝΤΩΝ» ΚΑΙ Η «ΕΥΣΕΒΕΙΑ» ΤΩΝ ΑΦΕΛΩΝ

Τοῦ πρωτ. π. Διονυσίου Τάτση

ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», 09.08.2013

.               Γέμισε ἡ Ἐκκλησία μας μέ «γέροντες», οἱ ὁποῖοι καθοδηγοῦν τούς πιστούς καί τούς ὁδηγοῦν στή σωτηρία, ὅπως ἰσχυρίζονται. Συνήθως εἶναι ἱερομόναχοι, ἀλλά καί κοσμικοί ἀρχιμανδρίτες, πού ἔχουν διαβάσει πολλά γιά τούς πραγματικούς Γέροντες καί ἀναμασώντας τούς λόγους τους ἤ διηγούμενοι τά τοῦ βίου τους, δημιουργοῦν ψευδαισθήσεις στούς ἀνυποψίαστους καί ἀποκτοῦν καί οἱ ἴδιοι φήμη ἐναρέτου καί θεοφωτίστου γέροντα, ἐνῶ δέν ἔχουν κανένα ἀπό τά γνωρίσματα τῶν ἁγίων Γερόντων. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι πολλοί ἀδελφοί νά παγιδεύονται στήν ἐπικίνδυνη προσωπολατρία καί ἀντί νά ἀνοίγει ὁ νοῦς τους καί νά προχωροῦν στόν πνευματικό δρόμο τῆς κατά Χριστόν ζωῆς, μένουν προσκολλημένοι σέ μερικά τυπικά πράγματα, ἐξωτερικά καί ἀνούσια, καί καθησυχάζουν τή συνείδησή τους πὼς τάχα προοδεύουν, ἀφοῦ τηροῦν τά ὅσα τούς λένε οἱ «γέροντές» τους. Δυστυχῶς, ὑπάρχουν πολλά παραδείγματα καί δέν πρέπει νά κλείνουμε τά μάτια μας ἐκεῖ πού ἐπιβάλλεται νά τά ἔχουμε ὀρθάνοιχτα.
.               Οἱ φυσιωμένοι αὐτοί «γέροντες» εἶναι δύσκολο νά συναισθανθοῦν τήν πλάνη τους καί νά ταπεινωθοῦν. Ἡ φιλοδοξία τους εἶναι νά ἔχουν πνευματικά τέκνα, πειθαρχικά, ἄβουλα καί νά συνεργοῦν στό ὅποιο ἔργο τους, εἴτε μοναστηριακό εἶναι αὐτό εἴτε ἐνοριακό. Οἱ ἄνθρωποι πού συνήθως τούς ἀκολουθοῦν δέν εἶναι σέ θέση νά ἀποκαλύψουν τὴν ὑποκρισία τους.
.               Ἔχουν περιορισμένη πληροφόρηση, δέν κάνουν πολλές σκέψεις καί σύρονται ἀπό τόν ἀλάθητο «γέροντά» τους, κάνοντας ὑπακοή καί συγχρόνως διατηροῦν ὅλες τίς κοσμικές και ἁμαρτωλές τους συνήθειες. Ἐπικαλοῦνται συχνά τόν «γέροντά» τους, ὅταν συνομιλοῦν μέ ἄλλους ἀδελφούς στήν προσπάθειά τους νά τους πείσουν ὅτι οἱ ὅποιες δικές τους ἀποφάσεις γιά μικρά καί μεγάλα θέματα τῆς προσωπικῆς τους ζωῆς καί ὄχι μόνο, εἶναι ὀρθές και κανένας δέν μπορεῖ νά τίς ἀμφισβητήσει ἤ νά τίς κρίνει ἀρνητικά, ἀφοῦ ἔχουν τήν εὐλογία τοῦ «γέροντά» τους. Προφανῶς πρόκειται γιά ἀρρωστημένη εὐσέβεια, ἡ ὁποία πρέπει νά καταπολεμεῖται ἀπό τούς πνευματικούς. Κάποτε πρέπει νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ ἀφέλεια καί ἄλλο ἡ ταπείνωση καί ἡ εὐσέβεια. Κινδυνεύουμε μερικές φορές νά δώσουμε ἁρμοδιότητες σέ πονηρούς καί ἀφελεῖς ἀνθρώπους καί νά θεωρήσουμε ὅτι πνευματική ζωή εἶναι αὐτό πού μέ οὐ κατ᾽ ἐπίγνωσιν ζῆλο μᾶς προτείνουν! Ἀλίμονο! Βέβαια, στήν Ἐκκλησία χωρᾶνε ὅλοι. Δέν πρέπει ὅμως νά δίνουμε καθοδηγητικό ρόλο στούς ἀδυνάμους καί πλανεμένους.
.               Οἱ ἀληθινοί Γέροντες εἶναι λίγοι καί κρυμμένοι. Δέν θορυβοῦν και ἀποφεύγουν τήν προβολή. Βοηθοῦν πνευματικά τούς ἀνθρώπους, μὲ τρόπο ἁπλό, χωρίς νά τούς δεσμεύουν καί νά τούς ἐξαναγκάζουν. Προσπαθοῦν νά τούς βάλουν τήν καλή ἀνησυχία, προκειμένου μόνοι τους νά ἐρευνήσουν περισσότερο τό λόγο τοῦ Θεοῦ καί νά γευθοῦν τή γλυκύτητα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἀπαρνούμενοι τό κοσμικό φρόνημα καί τίς περιττές μέριμνες, πού ὁδηγοῦν στή ραθυμία. Αὐτοί οἱ Γέροντες πρέπει νά ἀποτελοῦν τό παράδειγμα ὅλων τῶν κληρικῶν. Δέν εἶναι εὔκολη ὑπόθεση. Προϋποθέτει καθαρότητα βίου, ἁπλότητα, ταπείνωση καί ἁγνότητα στίς προθέσεις.

ΠΗΓΗ: thriskeftika.blogspot.gr

,

Σχολιάστε

ΦΑΡΙΣΑΪΚΟΣ ΕΥΣΕΒΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΕΛΩΝΙΚΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑ

Ἡ φαρισαϊκὴ δικαιοσύνη καὶ ὁ τελωνικὸς στεναγμὸς

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 35-38

 «Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτόν… καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστώς…»
(Λουκ ιη´ 11-13)

.               Ἡ  ἀτμόσφαιρα τῆς προσευχῆς εἶναι ἡ πιὸ κατάλληλη γιὰ νὰ ἀποκαλυφθοῦν οἱ ἐσωτερικὲς διαθέσεις τῶν ἀνθρώπων. Στὴν προσευχὴ παρουσιάζεται ἡ πνευματικὴ κατάστασι τῶν ἀνθρώπων, γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κύριος γιὰ νὰ ἐκφράση τὴν ἀντίθεσι μεταξὺ τοῦ Φαρισαίου καὶ τοῦ Τελώνου, τοὺς παρουσίασε στὴν ὥρα τῆς προσευχῆς.
.            Ὁ Φαρισαῖος μὲ τὸν τρόπο ποὺ προσευχόταν ἔδειξε πὼς ζοῦσε μία δαιμονιώδη πνευματικότητα, μία διεστραμμένη πνευματικὴ κατάστασι, ποὺ ἦταν ἀλύτρωτη. Ὁ Τελώνης μὲ τὴν προσευχὴ “ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ”  ἔδειξε τὴν πνευματική του ὑγεία, γι’ αὐτὸ “κατέβη δεδικαιωμένος”. Ὅσο κανεὶς ἐπιδιώκει μόνος του νὰ δικαιώση τὸν ἑαυτό του, τόσο καὶ ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν λύτρωση, ἐνῶ ὅσο κανεὶς μαστιγώνει ἀνηλεῶς τὸν ἑαυτό του, θεωρώντας τον ἀνάξιο τοῦ θείου ἐλέους, τόσο γίνεται δέκτης τῆς θείας Δωρεᾶς.
.          Τρία σημεῖα θὰ θέλαμε νὰ τονίσουμε στὴν σημερινὴ ὀμιλία.

Εὐσέβεια καὶ εὐσεβισμὸς

.            Πάντοτε ἡ φαρισαϊκὴ δικαιοσύνη εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς θείας Χάριτος, γιατί εἶναι μία εὐσεβιστικὴ κατάστασι. Ἐδῶ πρέπει νὰ κάνουμε τὴν διάκρισι μεταξὺ τοῦ εὐσεβοῦς καὶ τοῦ εὐσεβιστοῦ, γιατί ἡ περίπτωσι τοῦ Φαρισαίου καὶ ὅλων τῶν διὰ μέσου τῶν αἰώνων Φαρισαίων ὑπενθυμίζει τὸν εὐσεβιστή.
.            Κατ’ ἀρχὰς πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῆ ὅτι ἡ εὐσέβεια δὲν εἶναι μία ἐξωτερικὴ παρουσίασι, ἀλλὰ ἡ ἕνωσί μας μὲ τὸν Χριστὸ καὶ δι᾽ Αὐτοῦ μὲ ὅλη τὴν Παναγία Τριάδα. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ταυτίζει τὸ μυστήριο τῆς εὐσεβείας μὲ τὴν ἐνανθρώπησι τοῦ Χριστοῦ. “Καὶ ὁμολογουμένως μέγα ἐστι τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον, Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ” (Α´ Τιμ. γ´, 16)
.            Ἑπομένως ἡ εὐσέβεια δὲν εἶναι ἀνθρώπινη ἐκδήλωσι καὶ ἐνέργεια ἀλλὰ ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ αὐτὴ ξεκινῶντας μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ εὐσεβιστὴς ἔχει μερικὲς ἐπιφανειακὲς ἀρετὲς καὶ κάνει μερικὰ ἐξωτερικὰ ἔργα “πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις”. Οἱ ἀρετές του δὲν εἶναι καρπὸς τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, δὲν γίνονται μέσα στὸ κλῖμα τῆς μετανοίας, ἀλλὰ εἶναι ἀνθρώπινα ἔργα ποὺ γίνονται στὴν προσπάθειά του νὰ προβληθῆ. Ἀντίθετα τὰ ἔργα καὶ οἱ ἀρετὲς τοῦ εὐσεβοῦς εἶναι καρπὸς τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἀποτέλεσμα τῆς ἑνώσεώς του μὲ τὸν Χριστό. Δηλαδὴ οἱ ἀρετὲς ἔχουν ἕνα βαθὺ θεολογικὸ νόημα. Δὲν εἶναι ἕνας φυσικὸς τρόπος ζωῆς, ἢ μία συνήθεια, ἀλλὰ δῶρα καὶ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ δίνονται στὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο ποὺ μὲ τὴν ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ὑπέταξε τὸ σῶμα στὴν ψυχὴ καὶ τὴν ψυχὴ στὸν Θεό. Ἔτσι στὸν εὐσεβιστὴ ὅλες οἱ πράξεις εἶναι ἀνθρώπινες, εἶναι πράξεις “τῆς αὐτόνομης ἠθικῆς δεοντολογίας”, ἐνῶ στὸν εὐσεβῆ ὅλες οἱ πράξεις εἶναι θεανθρώπινες.

 Ἔργα καὶ δικαίωσι

.            Ὕστερα ἀπὸ αὐτὴν τὴν διάκρισι γίνεται ἀντιληπτὸ ὅτι τὰ ἔργα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ δὲν δικαιώνουν τὸν ἄνθρωπο, γιατί “καλὲς πράξεις” μποροῦν νὰ κάνουν ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ καὶ ὅλα τὰ ἀνθρώπινα ἀλύτρωτα συστήματα, χωρὶς ὅμως νὰ ἐξασφαλίζουν τὴν σωτηρία. Ὅσες “καλὲς πράξεις” δὲν γίνονται μέσα στὸ κλῖμα τῆς μετανοίας, ἀλλὰ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς αὐτοδικαιώσεως, χωρίζουν περισσότερο τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διδάσκει πῶς “τοῦ Θεοῦ μὴ ἐνεργοῦντος ἐν ἡμῖν πᾶν τὸ παρ’ ἠμῶν γενώμενον ἁμαρτία”. Μπορεῖ κάποιος νὰ κάνη ἐλεημοσύνη, νὰ ἐξασκῆ τὴν ἐγκράτεια κλπ. ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔχει τὸ πνεῦμα τῆς ταπεινώσεως καὶ δὲν συνδέεται μυστηριακὰ μὲ τὴν Ἐκκλησία, εἶναι χωρισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ συνεπῶς ὅλη του ἡ ζωὴ (ἔστω κι ἂν εἶναι ἐγκρατὴς) εἶναι ἁμαρτωλή.
.            Ἑπομένως, τὰ καλὰ ἔργα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ οὔτε δικαιώνουν οὔτε καταδικάζουν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἡ δικαίωσι καὶ ἡ καταδίκη ρυθμίζεται ἀπὸ τὴν σχέσι του μὲ τὸν Θεάνθρωπο Χριστό. Σὰν παράδειγμα ἔχουμε τοὺς δύο ληστὰς στὸν Γολγοθά. Ὁ ἕνας σώθηκε ὄχι γιὰ τὰ καλά του ἔργα, ἀφοῦ ἦταν ἐγκληματίας, ἀλλὰ γιατί ὁμολόγησε τὸν Χριστό. Καὶ ὁ ἄλλος καταδικάσθηκε ὄχι γιὰ τὰ ἐγκληματικά του ἔργα, ἀφοῦ δὲν ἦταν χειρότερος ἀπὸ τὸν ἄλλο, ἀλλὰ γιατί βλαστήμησε τὸν Χριστό. Ἄρα τὴν σωτηρία μας τὴν ρυθμίζει ἡ σχέσι μας μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἁγία Του Ἐκκλησία, τὸ Σῶμα Του.
.            Πρέπει νὰ σημειωθῆ ὅτι αὐτός, ποὺ ἑνώνεται μὲ τὸν Χριστὸ καὶ Τὸν ὁμολογεῖ, κάνει ἔργα, ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι καρποὶ τοῦ Παναγίου Πνεύματος, γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη, σὰν τὸ Φαρισαῖο, νὰ καυχηθῆ. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο δείχνει ὅτι ζῆ τὸ πνεῦμα τῆς σωτηρίας καὶ εἶναι ἅγιος. Διότι ἡ ἁγιότητα δὲν εἶναι μία ἠθικὴ ἔννοια, ἀλλὰ ὀντολογική, ὑπαρκτική, δηλαδὴ εἶναι συμμετοχὴ στὴν βίωσι τῆς μετανοίας, στὴν ἐκζήτησι καὶ ἕνωσι μὲ τὴν Χάρι τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτοδικαίωσι καὶ αὐτομεμψία

 .            Ὁ Φαρισαῖος τῆς παραβολῆς ἐκφράζει ἄριστα τὸν δυτικὸ Χριστιανισμὸ μὲ τὴν πληθωρικὴ κοινωνικὴ ἐργασία, ἀποξενωμένη ὅμως ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ ζωή, ἐνῶ ὁ ἀλάλητος στεναγμὸς τοῦ Τελώνου ἐκφράζει τὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
.            Ὀρθόδοξοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ὑπερβαίνουν τὴν φαρισαϊκὴ δικαιοσύνη, τὴν δικαίωσι τῶν ἔργων καὶ τὴν αὐτοδικαίωσι καί, σὰν τὸν Τελώνη, ζητοῦν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ διακρίνονται γιὰ τὴν μεγάλη ἀρετὴ τῆς αὐτομεμψίας. Πρέπει νὰ σημειωθῆ ὅτι ἡ αὐτομεμψία ἢ ὅπως λέγει ὁ Μ. Βασίλειος ἡ πρωτολογία (νὰ λέμε ἐμεῖς τὸν πρῶτο λόγο ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας) εἶναι οὐσιῶδες στοιχεῖο τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους. Ἐπειδὴ εἶναι πάντοτε συνδεδεμένη μὲ τὴν ταπείνωσι τῆς ψυχῆς, γι’ αὐτὸ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει αὐτὴ τὴν ἀρετὴ δείχνει τὴν παρουσία τῆς θείας Χάριτος. Ἡ αὐτομεμψία εἶναι ἡ “ἀφανὴς προκοπὴ” κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας. Δὲν ἀφήνει περιθώρια νὰ δημιουργηθῆ τὸ ἄγχος καὶ ὅλα τὰ ψυχολογικὰ συμπλέγματα, γιὰ τὰ ὁποῖα μιλάει ἡ σύγχρονη ψυχολογία, ἡ ὁποία ἄλλωστε εἶναι δημιούργημα τοῦ κλίματος τῆς αὐτοδικαιώσεως καὶ τῆς φαρισαϊκῆς δικαιοσύνης τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτὴ ἡ διαφορὰ ἐκφράζεται καὶ στὸν τρόπο λατρείας. Οἱ Ὀρθόδοξοι στὰ τροπάριά μας μιλᾶμε γιὰ ἁμαρτία καὶ ζητοῦμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ οἱ δυτικοὶ καὶ ἡ δυτικοποιημένη θρησκευτικότητα ἀρέσκονται στὰ “τραγουδάκια” ποὺ εἶναι ἐμποτισμένα στὴν αὐτοδικαίωσι.
.            Εἴθε νὰ ζήσουμε τὸ ὀρθόδοξο πνεῦμα τῆς μετανοίας, ὥστε νὰ ἀπολαύσουμε τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ.

, , , , , , ,

Σχολιάστε