Ἄρθρα σημειωμένα ὡς εὐγνωμοσύνη

Η ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ «ΚΑΝΕΙ ΚΑΛΟ» ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ

κφραση εγνωμοσύνης καταπολεμ τν κατάθλιψη

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἄλλη μιὰ ἐπιστημονικὴ «ἐπιβεβαίωση» τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως. Ἡ Θ. Λειτουργία (Θ. Εὐχαριστία) –ποὺ πολλοὶ τὴν θεωροῦν “θρησκευτικὸ καθῆκον” ἢ τὴν καταφρονοῦν ὡς “τυπικὴ θρησκευτικότητα”– εἶναι ἡ λειτουργικὴ ἔκφραση τῆς εὐχαριστίας, τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό γιὰ ὅλες τὶς εὐεργεσίες Του. Καὶ ἐκτὸς τῶν πνευματικῶν καὶ αἰωνίων εὐεργετημάτων, νά ποὺ ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα δείχνει πὼς αὐτὴ ἡ εὐγνωμοσύνη καὶ μιὰ ἄλλη πλευρά: ἔχει ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, εὐεργετήματα στὴν ὑγεία τῶν ἀνθρώπων (Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν).
.          «Ἄξιον καὶ δίκαιον σὲ ὑμνεῖν, σὲ εὐλογεῖν, σὲ αἰνεῖν, σοὶ εὐχαριστεῖν, σὲ προσκυνεῖν ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας σου. Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀόρατος, ἀκατάληπτος, ἀεὶ ὤν, ὡσαύτως ὤν, σὺ καὶ ὁ μονογενής σου Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον. Σὺ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγες, καὶ παραπεσόντας ἀνέστησας πάλιν, καὶ οὐκ ἀπέστης πάντα ποιῶν, ἕως ἡμᾶς εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνήγαγες καὶ τὴν βασιλείαν σου ἐχαρίσω τὴν μέλλουσαν. Ὑπὲρ τούτων ἁπάντων εὐχαριστοῦμέν σοι καὶ τῷ μονογενεῖ σου Υἱῷ καὶ τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ, ὑπὲρ πάντων ὧν ἴσμεν καὶ ὧν οὐκ ἴσμεν, τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν εὐεργεσιῶν τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων».  (Εὐχὴ τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου)

.               Νέα ἔρευνα ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ἔκφραση εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς ἄλλους μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ κλειδὶ ποὺ θὰ νικήσει τὴν κατάθλιψη.
.               Αὐτὴ ἡ βασικὴ ἔκφραση εὐγνωμοσύνης – τὸ «σ’ εὐχαριστῶ» – μπορεῖ νὰ κρατήσει μακριὰ μας τὴ θλίψη καθὼς μᾶς κάνει νὰ ἐκτιμήσουμε τὰ μικρὰ καθημερινὰ πράγματα τῆς ζωῆς.
.               Ἀμερικανοὶ ἐρευνητὲς ἀπὸ τὰ πανεπιστήμια τοῦ Χιοῦστον, τοῦ Τέξας καὶ τῆς Πενσιλβάνια διεξήγαγαν ἔρευνα μὲ ἐρωτηματολόγια σὲ 352 ἄνδρες καὶ γυναῖκες 18-58 ἐτῶν γιὰ τὸν τύπο τῆς προσωπικότητάς τους. Διαπίστωσαν ὅτι ἡ κατάθλιψη ἦταν περισσότερο κυρίαρχη μεταξὺ ἐκείνων ποὺ φοβοῦνταν νὰ ἐκφράσουν στοὺς ἄλλους τὰ πραγματικά τους συναισθήματα. Οἱ ἐρευνητὲς παρατήρησαν ὅτι τὸ νὰ εἶναι κάποιος εὐγνώμων συνδέεται μὲ τὴν ἱκανότητά του νὰ ἐπανεκτιμήσει μία δύσκολη κατάσταση καὶ νὰ δεῖ τὶς θετικές της πλευρές. Αὐτὴ ἡ ἐπαναπλαισίωση τῆς κατάστασης μπορεῖ νὰ ἀποδειχθεῖ πολύτιμο τονωτικὸ τῆς διάθεσης.
.               Στὴν ἔρευνα ποὺ δημοσιεύθηκε στὴν ἐπιθεώρηση Personality and Individual Differences ἐκφράζεται ἡ διαπίστωση τῶν εἰδικῶν ὅτι ἡ ἔκφραση εὐγνωμοσύνης γιὰ μικρὲς πράξεις εὐγένειας τῶν ἄλλων θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει εὐεργετικὸ ἀντίκτυπο στὴν σωματικὴ ἀλλὰ καὶ τὴν ψυχικὴ ὑγεία.

ΠΗΓΗ: medicalnews.gr

 

,

Σχολιάστε

«ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» (Μιὰ φορὰ ἕνα μερμήγκι μπῆκε σὲ ἕνα θερισμένο χωράφι)

Ἀγνωμοσύνη, ἀχαριστία

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Συνηθισμένο φαινόμενο στὴν κοινωνία μας εἶναι ἡ ἀχαριστία καὶ ἡ ἀγνωμοσύνη πρὸς τοὺς εὐεργέτες. Τὴ συν­αν­τοῦμε σ’ ὅλους τοὺς κοινωνικοὺς ἱστούς, μέσα στὴν οἰκογένεια, στὰ ἀδέρφια, στὸ σχολεῖο, στοὺς φί­λους, στὴν ὑπηρε­σία, στὰ νοσοκομεῖα, παντοῦ. Βλέπουμε παιδιὰ ἀχάριστα πρὸς τοὺς γονεῖς, ἀ­δελφοὺς πρὸς τοὺς ἀδελφούς τους, μαθητὲς πρὸς τοὺς διδασκάλους, φίλους πρὸς φίλους, ὑ­πάλ­ληλους πρὸς συν­αδέλφους, πρώην ἀσθενεῖς πρὸς θεράποντες γιατρούς, κλπ. Εἶναι ἀνίατη ἀσθένεια ἡ ἀγνωμοσύνη, εἶναι ἡ λέπρα τῆς κοινωνίας μας. Ἔτσι δὲν μᾶς ξενίζει, ἂν καὶ μᾶς πληγώνει, καὶ ἡ ἀχαριστία τῶν ἐννέα λεπρῶν ἀπὸ τοὺς δέκα ποὺ καθάρισε ὁ Χριστός μας, ὅπως πλήγωσε καὶ Ἐκεῖνον, ποὺ ρώτησε μὲ ἐπιδεικτικὴ ἀπορία: «Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν, οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;» (Λουκ. ιζ´ 17).
.         Ἂν στὴ θέση τῶν ἐννέα ἀχαρίστων λεπρῶν προβάλλουμε τοὺς ἑαυτούς μας, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι παρουσιάζουμε ὁμοιότητα μεγάλη μὲ αὐτούς. Μπορεῖ νὰ μὴν πάσχουμε ἀπὸ σωματικὴ λέπρα, ὅμως, πάσχουμε ἀπὸ πνευματική, ποὺ εἶναι ἡ ἁμαρτία, οἱ ἀδυναμίες μας, τὰ πάθη μας, οἱ ἐγωϊσμοί μας. Ζητοῦμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ὅπως τὸ ζήτησαν οἱ δέκα λεπροί, κτυποῦμε τὴν πόρτα τῆς θείας εὐσπλαγχνίας, ἐκλιπαροῦμε τὴν ἐξ ὕψους βοήθεια, ἀλλὰ ὅταν εὐεργετηθοῦμε καὶ ἔλθει ἡ ὥρα τῆς εὐχαριστίας, τότε ὄχι μόνο δείχνουμε ἀχαριστία, ἀλλὰ τὶς περισσοτερες φορὲς ἐχθραινόμαστε καὶ τὸν εὐεργέτη μας.
.         Ἐμεῖς, οἱ ἄνθρωποι τοῦ σήμερα, μὲ τὰ πάμπολλα προσωπικά, οἰκογενειακά, συζυγικά, ἐπαγγελματικὰ καὶ οἰκονομικὰ προβλήματα, κτυποῦμε κάποτε τὴν πόρτα τοῦ Θεοῦ μας καὶ Ἐκεῖνος μᾶς ἀπαντάει, ἀφοῦ μᾶς εἶπε: «Κρούετε καὶ ἀνοιγήσετε» (Ματθ. ζ´ 7). Μᾶς ἀπαντάει ὅμως μὲ ἕνα δικό του τρόπο, τὸν τρόπο τοῦ συμφέροντος τῶν καρδιῶν μας, ὁ ὁποῖος μπορεῖ ἴσως καὶ νὰ μὴν μᾶς ἀρέσει, ἀφοῦ καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν γνωρίζουμε τὸ συμφέρον μας. Ἐρχόμενοι ὅμως σὲ ἐπίγνωση νιώθουμε τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ μας καὶ οἱ καρδιές μας πλημμυρίζουν ἀπὸ εὐγνωμοσύνη, τὰ μάτια μας ἀπὸ δάκρυα χαρᾶς καὶ ἡ ζωή μας ἀπὸ δύναμη γιὰ συνέχιση τοῦ ἀνηφορικοῦ μας Γολγοθᾶ. Καὶ ἐνῶ ὁ Θεὸς καὶ Σωτήρας μας εἶναι ὁ μεγάλος μας εὐεργέτης, μόλις ἱκανοποιήσουμε τὰ αἰτήματά μας, ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ κοντά Του, γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε μόνο ὅταν κάποιο ἄλλο πρόβλημα παρουσιασθεῖ δυσεπίλυτο γιὰ ἐμᾶς. Τὸ «εὐχαριστῶ», ὅμως, τὸ ξεχνοῦμε. Ζητοῦμε τὶς εὐεργεσίες λησμονοῦμε ὅμως τὶς εὐχαριστίες καὶ τὶς δοξολογίες. Τὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ τὶς δεχόμαστε καθημερινὰ χωρὶς νὰ τὶς σχολιάζουμε. Προοπτικές, εὐκαιρίες, δυνατότητες, χαρίσματα ποὺ ὁ Θεὸς μᾶς προσφέρει μὲ ἄπειρη ἀγάπη. Μερικὲς ἀπὸ αὐτὲς εἶναι τόσο συνεχεῖς καὶ ἀδιάκοπες, ὥστε νὰ τὶς θεωροῦμε αὐτονόητες καὶ δεδομένες, καὶ νὰ μὴν νιώθουμε καμιὰ ἀνάγκη νὰ εὐχαριστήσουμε κανένα καὶ γιὰ τίποτε. Ἡ ὑγεία, ἡ καθημερινή μας τροφή, ἡ οἰκογενειακή μας γαλήνη, ἡ κοινωνικὴ σταθερότητα, ἡ ἐλευθερία τῶν πράξεών μας καὶ τῆς φιλτάτης πατρίδας μας καὶ τόσες ἄλλες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ δὲν μᾶς ἀγγίζουν. Οἱ εὐεργεσίες Του πρὸς ἐμᾶς, ἄλλες φανερὲς καὶ ἄλλες ἀφανεῖς εὐεργεσίες εἶναι ἄπειρες. Γι’ αὐτὸ ὀφείλουμε νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε ἀκατάπαυστα ἐπαναλαμβάνοντας τὴν εὐχὴ τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς σὲ κάθε Θεία Λειτουργία «Εὐχαριστοῦμέν Σοι ὑπὲρ τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν εὐεργεσιῶν Σου τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων» καὶ κυρίως αὐτῶν τῶν ἀφανῶν καὶ ἀνεπίγνωστων σὲ ἐμᾶς ποὺ μᾶς ὠφελοῦν περισσότερο. Εἶναι σημαντικὸ νὰ μάθουμε νὰ λέμε «εὐχαριστῶ», ὅπως ὁ λεπρὸς Σαμαρείτης. Νὰ εὐχαριστοῦμε πρῶτα τὸ Θεό μας, γιὰ ὅλες τὶς εὐεργεσίες ποὺ μᾶς ἔχει κάνει. Νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε ποὺ μᾶς ἔπλασε καὶ μᾶς ἔβαλε νὰ κατοικοῦμε μέσα στὴν ἀπείρου κάλλους φύση μὲ τὰ δένδρα, τὰ πουλιά, τὶς λίμνες, τὶς θάλασσες, τὰ ποτάμια, τὸν ἥλιο ποὺ θερμαίνει, ζωογονεῖ καὶ φωτίζει τὴ γῆ μας. Νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε ποὺ μᾶς ἔδωσε ἐπίσης ἀνθρώπους γύρω μας νὰ μᾶς ἀγαποῦν καὶ νὰ μᾶς φροντίζουν. Κυρίως νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε ποὺ μᾶς ἔδωσε τὸ σπουδαιότερο, τὸν ἴδιο Του τὸν Ἑαυτό, τὸν ὁποῖο λαμβάνουμε στὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.
.         Μετὰ τὸν Θεό μας ὀφείλουμε νὰ μάθουμε νὰ εὐχαριστοῦμε καὶ τοὺς συνανθρώπους μας γιὰ ὅ,τι καλὸ μᾶς κάνουν. Γιὰ τὴν παραμικρὴ ἐξυπηρέτησή μας, γιὰ τὸν καλό τους λόγο, γιὰ τὶς προσφορές τους σὲ εἴδη πρώτης ἀνάγκης, γιὰ τὴν ἀλληλεγγύη τους. Σὲ ὅλους νὰ λέμε «εὐχαριστῶ», γιατί ἡ ἀχαριστία εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία, ἐνῶ ἡ εὐγνωμοσύνη σώζει. Ἂς καταρρίψουμε μὲ τὴ χριστιανική μας συμπεριφορὰ καὶ ἀγάπη τὴ ρήση «οὐδεὶς ἀχαριστότερος τοῦ εὐεργετηθέντος». Ἂς θυμηθοῦμε τὸ λαϊκὸ μύθο μὲ τὸ μερμήγκι καὶ τὸ περιστέρι καὶ ἂς παραδειγματισθοῦμε:
.         Μιὰ φορὰ ἕνα μερμήγκι μπῆκε σὲ ἕνα θερισμένο χωράφι καὶ βρῆκε πολλοὺς σπόρους. Ἔφαγε μέχρι σκασμοῦ καὶ δίψασε. Κατέβηκε τότε στὸ ποτάμι, γιὰ νὰ πιεῖ νερό. Ἀλλὰ αὐτὸ ἦταν φουσκωμένο κι ὅπως ἔσκυψε γιὰ νὰ πιεῖ, τὸ παρέσυρε τὸ νερὸ καὶ τὸ πήγαινε ὁλοταχῶς πρὸς τὴ θάλασσα.

-Βοήθεια! Βοήθεια! Ἄρχισε νὰ φωνάζει τὸ καημένο, ἐνῶ ἀγωνιζόταν νὰ κρατηθεῖ στὸν ἀφρό, γιὰ νὰ μὴ βουλιάξει.
.         Ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ μερμηγκιοῦ ἕνα περιστέρι καὶ πέταξε στὸ πιὸ λεπτὸ κλαρὶ μιᾶς κλαίουσας ἰτιᾶς, ποὺ φύτρωνε πλάϊ στὸ ποτάμι. Ἄρχισε νὰ χοροπηδάει πάνω κάτω.
.         Μὲ τὸ χοροπηδητὸ τὸ κλαρὶ βούτηξε στὰ νερὰ καὶ τινάχθηκε πάλι ἐπάνω. Σὲ ἕνα του φύλλο μπόρεσε νὰ ἁρπαχθεῖ τὸ μερμηγκάκι καὶ νὰ τὸ ἀγκαλιάσει σφιχτά. Στὸ μεταξὺ τὸ περιστέρι ἄνοιξε τὶς φτεροῦγες του καὶ πέταξε στὴ φωλιά του. Τὸ κλαδὶ δὲν ξαναβούτηξε στὸ νερό. Σώθηκε τὸ μερμήγκι.
.         Πέρασαν μέρες ἀπὸ τότε. Ἕνα πρωϊνὸ τὸ μερμήγκι εἶδε πάνω σὲ ἕνα πλατάνι τὸ περιστέρι νὰ παίζει μὲ τὸ ταίρι του. Σταμάτησε γιὰ λίγο τὴ δουλειά του, νὰ τὸ χαρεῖ. Φαινόταν πολύ εὐτυχισμένο καὶ χαρούμενο. Σκύβοντας, ὅμως, νὰ ξαναπιάσει τὸ σπόρο ποὺ κουβαλοῦσε, γιὰ νὰ τὸν πάει στὴ φωλιά του, εἶδε ἕνα κυνηγό, νὰ σημαδεύει τὰ δύο περιστέρια. Ἄφησε κάτω τὸ πολύτιμο φορτίο του, τὸν ζύγωσε καὶ ἀνεβαίνοντας στὰ πάνω μέρος τῆς μπότας του, πῆρε μιὰ βουτιὰ στὸ ἐσωτερικό της φτάνοντας μέχρι τὴ φτέρνα του. Λίγο ἂν κουνοῦσε τὸ πόδι του ὁ κυνηγὸς μποροῦσε καὶ νὰ τὸ τσαλαπατήσει, νὰ τὸ λιώσει. Μὰ πρόλαβε καὶ τοῦ πάτησε μιὰ δαγκωνιά… Παναγίτσα μου! Φώναξε μὲ πόνο ὁ κυνηγός. Τρόμαξαν ἀπὸ τὴ φωνὴ τὰ δύο περιστέρια. Ἄνοιξαν τὶς φτεροῦγες τους καὶ τράβηξαν γιὰ τὴ φωλιά τους. Τί ὡραῖο πράγμα ἡ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸ σωτήρα μας, ὅπως τοῦ μερμηγκιοῦ πρὸς τὸ περιστέρι. Εἶναι εὐγνωμοσύνη σωτήρια.
.         Ἄλλη σπουδαία ἱστορία εὐεργεσίας καὶ εὐγνωμοσύνης εἶναι ἡ ἑξῆς: Κάποιος Ρωμαῖος δοῦλος ποὺ ὀνομαζόταν Ἀνδροκλῆς βασανιζόταν στὴν Ἀφρικὴ ἀπὸ τὸ πλούσιο ἀφεντικό του, γι’ αὐτὸ καὶ δραπέτευσε στὴν ἔρημο καὶ ἔμενε μέσα σὲ ἕνα σπήλαιο. Μιὰν ἡμέρα μπῆκε μέσα στὸ σπήλαιο ἕνα λιοντάρι κουτσαίνοντας καὶ ὑποφέροντας ἀπὸ φρικτοὺς πόνους. Εἶχε μπεῖ στὸ πόδι τοῦ δυστυχισμένου ζώου ἕνα ἀγκάθι καὶ δὲν τὸ ἄφηνε νὰ περιπατήσει. Ὁ Ἀνδροκλῆς τὸ ἐννόησε καὶ σκύβοντας πάνω στὸ θηρίο τοῦ ἔβγαλε τὸ ἀγκάθι. Αὐτὸ ἀμέσως κυλίσθηκε μπροστά του ἀπὸ εὐγνωμοσύνη καὶ τοῦ ἔγλυφε τὰ πόδια. Μετὰ ἀποχώρησε καὶ ἄρχισε μὲ χαρὰ νὰ τρέχει στὴν ἔρημο. Ὁ Ἀνδροκλῆς βγαίνοντας ἀπὸ τὴ σπηλιά του ἀργότερα, γιὰ νὰ μαζέψει χόρτα, αἰχμαλωτίσθηκε πάλι ἀπὸ κάποιο Ρωμαῖο στρατιώτη. Στὴν ἀνάκριση ὁμολόγησε ὅτι εἶχε δραπετεύσει ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ἀφεντικοῦ του καὶ καταδικάσθηκε σὰν φυγάδας νὰ ῥιφθεῖ στὰ θηρία τῆς Ρώμης πρὸς παραδειγματισμὸ καὶ τέρψη τοῦ λαοῦ. Στὸ ἀμφιθέατρο ξαπολύθηκε ἐναντίον του ἕνα λιοντάρι πεινασμένο, τὸ ὁποῖο κατὰ σύμπτωση ἦταν αὐτὸ ποὺ εἶχε εὐεργετηθεῖ ἀπὸ τὸν Ἀνδροκλῆ. Ὅταν τὸ θηρίο εἶδε τὸν εὐεργέτη του, ἀντὶ νὰ τὸν κατασπαράξει κυλίσθηκε στὰ πόδια του καὶ δὲν τὸν πείραξε καθόλου. Ὁ Ρωμαῖος αὐτοκράτορας, ὁ Καλλιγούλας, συγκινήθηκε τότε καὶ χάρη στὰ αἰσθήματα τοῦ ζώου ἐλευθέρωσε τὸν Ἀνδροκλῆ, ὁ ὁποῖος εἶχε κάνει τὸ καλὸ χωρὶς νὰ περιμένει ἀνταπόδοση. Τὸ λιοντάρι ἤξερε νὰ εὐγνωμονεῖ.
.         Ἀλλὰ καὶ ἄλλα θηρία ἔχουν καταγραφεῖ νὰ εὐγνωμονοῦν. Ὁ ἐλέφαντας τοῦ Πύρρου, βασιλέως τῆς Ἠπείρου, ὅταν εἶδε τὸν ἀφέντη του νεκρὸ ὅρμησε καὶ μὲ τὴν προβοσκίδα του τὸν ἔβαλε στὴν πλάτη του καὶ πατώντας σὲ φίλους καὶ ἐχθροὺς ἀπέθεσε τὸ νεκρὸ σῶμα του στὴν πύλη τῆς πόλεως.
.         Ὁ εὐπατρίδης Γάλλος Γοδεφρίδος Δὲ λὰ Τόρρε, μιὰν ἡμέρα εἶδε σὲ ἕνα δάσος ἕνα λιοντάρι νὰ τὸ περισφίγγει ἕνα τεράστιο φίδι. Ἀμέσως ἔβγαλε τὸ σπαθί του καὶ σκότωσε τὸ φίδι. Τὸ λιοντάρι τότε ἀπὸ εὐγνωμοσύνη τὸν ἀκολούθησε μέχρι τὸ πλοῖο, στὸ ὁποῖο ὁ εὐεργέτης σου ἐπιβιβάσθηκε. Αὐτὸ μὴ μπορώντας νὰ ἐπιβιβασθεῖ, γιατὶ δὲν τοῦ ἐπέτρεψαν οἱ συνοδοὶ τοῦ εὐπατρίδη, ἀκολούθησε τὸ πλοῖο κολυμβώντας μέχρι ποὺ πνίγηκε. Βλέπετε, λοιπόν, πόσο εὐγνωμονα αἰσθήματα δείχνουν καὶ τὰ ἥμερα καὶ τὰ ἄγρια ζῷα!
.         Τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποθνῄσκει στοὺς ἀνθρώπους νωρίτερα ρώτησαν τὸνἈριστοτέλη; Ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Ἡ δοθεῖσα χάρις, ἡ εὐεργεσία». Ἔτσι βλέπουμε ἀνθρώπους νὰ εἶναι ἀγνώμονες πρὸς τοὺς εὐεργέτες τους. Ἀδελφὴ ποὺ πάντρεψε μὲ θυσίες ὁ ἀδελφός της μένει ἀσυγκίνητη στὴ δυστυχία του. Φίλος ποὺ βοηθήθηκε πολὺ ἀπὸ ἄλλο φίλο στὶς δυσκολίες του, ὅταν τὶς ξεπεράσει δὲν τὸν ἀναγνωρίζει. Γιὸς ποὺ μορφώθηκε μὲ κόπους καὶ ἱδρῶτες τῶν γονιῶν του, ὅταν βρίσκεται σὲ κύκλο μορφωμένων ντρέπεται νὰ συστήσει τοὺς ἀγράμματους, ἀλλὰ ἡρωϊκοὺς γονεῖς του. Παιδιὰ ποὺ ἀνατράφηκαν μὲ μεγάλη στοργὴ καὶ ὑπομονὴ δὲν μποροῦν νὰ ὑπομείνουν τὶς γεροντικὲς παραξενιὲς τῶν γονιῶν τους. Γιὰ τοὺς ἀχάριστους ἡ ἀγνωμοσύνη εἶναι σκαλοπάτι πρὸς τὴν κόλαση. Γιὰ τοὺς ὑπομένοντας ὅμως τὴν ἀχαριστία τῶν ἄλλων εἶναι σκαλοπάτι πρὸς τὸν Παράδεισο, γι’ αὐτὸ καὶ πάντοτε εἶναι χαρούμενοι καὶ λένε: «Ἐμεῖς κάναμε τὸ καθῆκον μας». Μήπως καὶ ἡ λαϊκὴ ρήση δὲν λέει:   «Κάμε τὸ καλὸν καὶ ρίψε το στὸ γυαλό»! Μὴ σκεπτόμαστε τὴν ἀχαριστία. Τὴν καλωσύνη μας θὰ τὴν βροῦμε στὸν οὐρανό. Ἔτσι, ὅταν εὐεργετούμαστε νὰ εἴμαστε εὐγνώμονες. Ὅταν εὐεργετοῦμε, νὰ μὴ ζητοῦμε ἀμοιβή.
.         Ἀλλὰ πῶς μποροῦμε νὰ εὐεργετοῦμε σήμερα τοὺς πλησίον μας;
Νὰ μερικοὶ τρόποι:
.         Νὰ βοηθοῦμε κάποιους ἄνεργους νέους νὰ βροῦν δουλειά.
.         Νὰ προλάβουμε ἕνα διαζύγιο.
.         Νὰ φροντίζουμε γιὰ τὴν ἀποφυλάκιση κάποιου φυλακισμένου.
.         Νὰ μεριμνοῦμε γιὰ ἕνα κρεββάτι, γιὰ ἕναν ἄπορο σὲ ἕνα νοσοκομεῖο.
.         Νὰ ἀναλαμβάνουμε τὶς σπουδὲς ἑνὸς ὀρφανοῡ ἢ παιδιοῦ πολυτέκνου πατέρα.
.         Νὰ σώζουμε παιδιὰ ἀπὸ τὰ ναρκωτικά.
.         Νὰ ἀποτρέπουμε ἕνα καταστρεπτικὸ πλειστηριασμὸ μετὰ ἀπὸ πτώχευση.
.         Οἱ ἀχάριστοι, δυστυχῶς, φτάνουν μέχρι τοῦ σημείου, ὄχι μόνο νὰ ξεχνοῦν, ὅτι εὐεργετήθηκαν, ἀλλὰ ἂν δοῦν τὸν εὐεργέτη τους, νὰ βρίσκεται σὲ ἀνάγκη, καὶ νὰ πνίγεται τρόπον τινὰ ἀπ’ αὐτὲς τὶς ἀνάγκες, αὐτοὶ γυρίζουν ἀλλοῦ τὸ κεφάλι, νὰ μὴν δοῦν τὸ ἀπελπιστικό του τέλος. Δὲν τοῦ δίνουν σημασία. Κάνουν ὅτι δὲν τὸν ξέρουν. Καὶ τὸ χειρότερο ἀπ’ ὅλα. Γίνονται καὶ ἐχθροί του.
.         Ὁ εὐεργετούμενος ἔχει ὑποχρέωση, νὰ θυμᾶται τὴν εὐεργεσία. Αὐτή, μᾶς λέει ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος, ὁ Πηλουσιώτης, πρέπει νὰ ὁδηγεῖ ὅσους εὐεργετοῦνται σὲ εὐγνωμοσύνη, τοὺς δὲ εὐεργέτες σὲ μεγαλύτερη, καὶ μυστικότερη εὐεργεσία καὶ ἁπλοχεριά.
.         Ἂν ἡ ἀχαριστία ἀπέναντι στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ μᾶς εὐεργετοῦν εἶναι κάτι δυσάρεστο καὶ ἐξοργιστικό, πόσο ποιὸ δυσάρεστη εἶναι ἡ ἀχαριστία ἀπέναντι στὸ Θεό μας! Εἶναι πολὺ βαρειὰ ἁμαρτία καὶ ὁ ἀχάριστος ἔχει ἀνυπολόγιστη εὐθύνη. Ἂς μᾶς ἐλεήσει ὁ Κύριος δείχνοντάς μας καὶ τὸν τρόπο τῆς εὐχαριστίας μας πρὸς τοὺς εὐεργέτες μας.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, , , , ,

Σχολιάστε

ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ «Καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν» (Κυρ. Ι´ Λουκ. 09.12.12)

 ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ ΛΟΥΚΑ (09.12.12)

ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ
«Καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν»
(Λουκ. ιγ´ 10-17)

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»,
ἀρ. τ. 4263, Δεκ. 2012

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.           Ἦταν ἀνάπηρη, ἡ γυναίκα τοῦ σηµερινοῦ Εὐαγγελίου, δεκαοκτὼ χρόνια, «Συγκύπτουσα καὶ µὴ δυναµένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές», πῆγε  ὅμως στὴν Συναγωγὴ τὸ Σάββατο γιὰ νὰ προσευχηθῆ. Κι ἐκεῖ ὁ µεγάλος ἰατρὸς ψυχῶν καὶ σωµάτων, ὁ Κύριος Ἰησοῦς, τῆς ἔδωσε αὐτὸ ποὺ τόσο ποθοῦσε: τὴν ὑγεία της. «Ἐπέθηκεν αὐτῇ τὰς χείρας καὶ παραχρῆµα ἀνωρθώθη καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν». Δωρεὰ µεγάλη πῆρε. Δὲν παρέλειψε  ὅμως νὰ δοξάση, νὰ εὐχαριστήση τὸν Θεό. Πόσο χρήσιµο δίδαγµα δίνει καὶ σὲ µᾶς! Ἡ προσευχή µας εἶναι γεµάτη αἰτήµατα. Μὲ λίγη ὅμως δοξολογία καὶ εὐχαριστία.

Α) Πολλὲς οἱ θεῖες εὐεργεσίες.

.           Μετὰ ἀπὸ κάθε δωρεὰ πρέπει νὰ ἀκολουθῆ καὶ δοξολογία, µᾶς ὑπενθυµίζει τὸ σηµερινὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ ὅλοι δεχόµαστε ἀναρίθµητες εὐεργεσίες, ἀτοµικὲς ἢ οἰκογενειακές, ἀπὸ τὸν Κύριο. Εἶναι φανερὲς καὶ ἀφανεῖς. Εἶναι τόσες φορὲς ποὺ µᾶς προφύλαξε χωρὶς ἴσως καὶ νὰ τὸ ἀντιληφθοῦµε. Εἶναι αὐτὰ ποὺ δίνει στὴν οἰκογένειά µας, στὴν κοινωνία, στὸ ἔθνος µας. Ἀκόµα δίνει ὁ Κύριος πνευµατικὰ δῶρα στὸν καθένα µας. Εἶναι ἡ χάρη, καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ θυσία του ποὺ γιὰ µᾶς προσέφερε. Εἶναι τὰ µυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἔχει στὴν διάθεσή µας. Εἶναι ὅτι µᾶς παίρνει ἀπὸ τὰ χαµηλὰ καὶ µᾶς ἀνεβάζει ψηλά. «Ὁ Θεὸς πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ, ἣν ἠγάπησεν ἡµᾶς, καὶ ὄντας ἡµᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώµασι συνεζωοποίησε τῷ Χριστῷ…. καὶ συνήγειρε καὶ συνεκάθησεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Ἐφ. Β´ 4-6), τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Γινόµαστε σύνθρονοι καὶ συνόµιλοι τοῦ Κυρίου …
.            Πόσοι  ὅμως ἀπὸ ἐµᾶς τὸν εὐγνωµονοῦµε καὶ τὸν δοξάζουµε ὅσο πρέπει γιὰ ὅλα αὐτά; Ἴσως ἐλάχιστοι εἶναι οἱ πιστοὶ ποὺ εἶναι εὐγνώµονες καὶ δοξάζουν τὸν Δωρεοδότη Θεό. Οἱ ἄλλοι ἐλάχιστα θυµώµαστε τὶς δωρεές του καὶ ἄτονα ψιθυρίζουµε κάποτε-κάποτε ἴσως ἕνα «εὐχαριστῶ».

 Β) Καθῆκον µας ἡ εὐγνωµοσύνη.

.         Καὶ ὄµως, εἶναι καθῆκον µας νὰ δοξολογοῦµε τὰ ὑπερύµνητο Ὄνοµά Του. Ὅπως ἡ συγκύπτουσα ποὺ «ἐδόξαζε τὸν Θεόν». Καὶ νὰ τὸν εὐχαριστοῦµε γιὰ τὶς ποικίλες πνευµατικὲς καὶ σωµατικὲς εὐεργεσίες του. Ἡ προσευχή µας ἂς γίνη καὶ προσευχὴ εὐχαριστίας καὶ δοξολογίας. Ἂς λέµε συνεχῶς: Κύριε, σ᾽ εὐχαριστῶ γιατί µοῦ δίνεις τόσες δωρεές. Σ᾽ εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ὑγεία, γιὰ τὴν εἰρήνη, γιὰ τὶς πνευµατικές σου δωρεές. Γιὰ τὰ τόσα καθηµερινὰ καὶ αἰώνια ποὺ µοῦ χάρισες.

Γ) Μὲ τὰ ἔργα καὶ τὴν ζωή µας.

.           Ἡ εὐγνωµοσύνη µας πρὸς τὸν Δωρεοδότη Κύριο δὲν πρέπει νὰ περιορίζεται µόνο στὴν προσευχή. Πρέπει νὰ παρουσιάζεται καὶ στὴν ζωή µας.Ἢ πιὸ σωστά: Ζωὴ καὶ προσευχὴ νὰ εἶναι δεµένα µεταξύ τους. Ὄχι νὰ λέµε ἕνα «εὐχαριστῶ» µὲ τὰ χείλη, καὶ ἡ ζωή µας νὰ εἶναι ἀντίθετη ἀπὸ τὸ θέληµα τοῦ θεοῦ. Πρέπει µὲ τὴν ζωή µας, τὴν καθηµερινὴ συµπεριφορά µας νὰ δείχνουµε ὅτι νιώθουµε τὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀνταποκρινόµαστε σ᾽ αὐτές. Τὸν δωρεοδότη Κύριο θὰ τὸν εὐχαριστήσουµε, ἂν βαδίζουµε στὰ ἴχνη του. Δὲν θέλει τὴν εὐγνωµοσύνη µας νὰ τὴν περιορίζουµε µόνο στὰ χείλη. Θέλει ἡ καρδιά µας νὰ εἶναι πάντα στραµµένη σ᾽ Αὐτόν. Ἡ ζωή µας νὰ εἶναι σύµφωνη µὲ τὶς θεῖες ἐντολές του. Τὸ παιδὶ δείχνει εὐγνωµοσύνη στοὺς γονεῖς τοῦ ὄχι µόνο µ᾽ ἕνα «εὐχαριστῶ», ἀλλὰ ὅταν εἶναι ὑπάκουο στὶς συµβουλές τους καὶ συµµορφώνεται µ᾽ αὐτές. Κι ἐµεῖς τὴν εὐγνωµοσύνη µας στὸν Κύριο θὰ τὴν δείξουµε µὲ τὴν χριστιανική ζωή µας.
.        Ἡ εὐγνωµοσύνη πρὸς τὸν Θεὸ ἐξυψώνει τὸν ἄνθρωπο. Ὁ εὐεργετούµενος ποὺ δὲν εὐχαριστεῖ τὸν εὐεργέτη του εἶναι ἀχάριστος. Ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ δοξολογεῖ τὸν Θεό, ποὺ δείχνει µὲ κάθε τρόπο τὴν εὐγνωµοσύνη του ἔχει κάτι ἀνώτερο. Εἶναι ἄνθρωπος µἐ βαθιὰ καλλιέργεια Καὶ γι᾽ αὐτὸ νιώθει τὶς ἀνεκτίµητες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ. Καὶ εὐχαριστεῖ καὶ δοξάζει τὸ θεῖο ὄνοµα τοῦ µεγάλου µας Πατέρα.

, ,

Σχολιάστε

ΑΡΧΟΝΤΙΚΑ ΕΚΦΡΑΖΕΤΑΙ Η ΑΓΑΘΗ ΠΡΟΑΙΡΕΣΗ «Ἕνα κερὶ προσφέρουμε στὸν Θεὸ ἀπὸ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὶς πλουσιοπάροχες εὐλογίες Του, καὶ αὐτὸ νὰ τὸ μουρνταρεύουμε; (π. Παΐσιος)

«ΕΤΣΙ ΕΚΦΡΑΖΕΤΑΙ Η ΑΓΑΘΗ ΠΡΟΑΙΡΕΣΗ» 

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Τὸ  κατωτέρω ἀπόσπασμα ἀπὸ τοὺς Λόγους τοῦ Γέροντος Παϊσίου ἔχει ἰδιαίτερη σημασία, διότι ἐπισημαίνει μιὰ πτυχὴ τῆς ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΩΣμουρντάρεμα»). Ἡ Ἀλλοτρίωση ἐκφράζεται μὲ χίλιους δυό τρόπους καὶ μέσα ἀπὸ χίλια δυό πράγματα. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ – καὶ ἂς μὴ μᾶς κακοφανεῖ- εἶναι ἡ χρήση παραφινόκερων στὶς ἐκκλησίες. Ἡ χρήση τους δείχνει τὴν ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ τῆς ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ἀπὸ τὸ ἐσωτερικὸ νόημα τοῦ κεριοῦ ποὺ δὲν συνίσταται ἁπλῶς στὴν τυπική του ἐξωτερίκευση ὡς θρησκευτική – τυπολατρική – μηχανιστικὴ – μαγική  ἀφή (ἄναμμα), ἀλλὰ συνίσταται στὴν προσφορὰ εὐγνωμοσύνης καὶ ἀγάπης στὸν Θεό, ἡ ὁποία ἐκφράζεται, ἐκδηλώνεται μὲ τὴν προσφορὰ τοῦ καλυτέρου καὶ καθαροτέρου δώρου. Ἡ ἀπώλεια αὐτοῦ τοῦ ἐσωτερικοῦ νοήματος εἶναι μιὰ χαρακτηριστικὴ ΜΙΖΕΡΗ πλευρὰ τῆς ἀλλοτριώσεως τοῦ φρονήματος καὶ τοῦ ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους.
.          Ἐν ὀνόματι τῆς ποσότητος, τῆς “ἐξυπηρετήσεως”, τῆς ταχύτητος, τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ καὶ τῶν ποικίλων “μεταφράσεων” παραγκωνίζουμε, καταφρονοῦμε ἐν τοῖς πράγμασι τὸν ἐσωτερικὸ πνευματικὸ θησαυρὸ καὶ τὴν ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΡΧΟΝΤΙΑ καὶ τὰ ὑποκαθιστοῦμε μὲ μίζερα ὑποκατάστατα καὶ μὲ προτεσταντικῆς ἐμπνεύσεως ὑποπροϊόντα.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου Λόγοι, τ. Β´
– Πνευματικὴ ἀφύπνιση»,
ἐκδ. Ἱ. Ἡσυχαστ. “Εὐαγγελιστὴς Ἰω. Θεολόγος”,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999, σελ. 149-151

[…] Ἀλλοῦ σβήνουν τὰ κανδήλια, γιὰ νὰ κάνουν οἰκονομία! Δὲν καταλαβαίνουν ὅτι ὁ Θεὸς θὰ τοὺς στείλη μεγάλες εὐλογίες, ὅταν Τὸν εὐλαβοῦνται. […]

– Γέροντα, οἱ ἀδελφὲς νὰ καῖνε στὰ κελλιὰ ὅσα κεριὰ θέλουν;

Ἂς κάψουν, νὰ καῆ καὶ ὁ διάβολος. Ἐδῶ καίγεται ὁ κόσμος ὅλος. Μόνο νὰ ἔχη νόημα τὸ κεράκι ποὺ θὰ ἀνάψουν· νὰ συνοδεύεται μὲ προσευχή.

.          Ὅταν ἀφεθῆ κανεὶς στὸν Θεό, εἶναι μεγάλο πράγμα. Ἐμεῖς τρῶμε γλυκοὺς καρποὺς καὶ προσφέρουμε τὴν ρητίνη τῶν δένδρων στὸν Θεὸ μὲ τὸ θυμιατήρι. Τρῶμε τὸ μέλι καὶ προσφέρουμε στὸν Θεὸ τὸ κερί, καὶ αὐτὸ συχνὰ τὸ ἀνακατεύουμε μὲ παραφίνη. Ἕνα κερὶ προσφέρουμε στὸν Θεὸ ἀπὸ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὶς πλουσιοπάροχες εὐλογίες Του, καὶ αὐτὸ νὰ τὸ μουρνταρεύουμε; Ποῦ νὰ μᾶς ζητοῦσε ὁ Θεὸς νὰ Τοῦ προσφέρουμε τὸ μέλι! Φαντάζομαι τότε τί θὰ κάναμε! Ἢ ζουμιὰ θὰ δίναμε ἢ λίγο ζαχαρόνερο. Ὁ Θεὸς νὰ μὴ μᾶς πάρη στὰ σοβαρά! Σὲ ὅλα μπορεῖ νὰ κάνη κανεὶς οἰκονομία ἐκτὸς ἀπὸ τὴν λατρεία στὸν Θεό. Στὸν Θεὸ θὰ προσφέρη τὸ πιὸ καθαρό, τὸ πιὸ καλό.

– Γέροντα, ὁ κόσµος δὲν καταλαβαίνει εὔκολα ὅτι εἶναι ἀνευλάβεια νὰ καῖµε κεριὰ ἀπὸ παραφίνη.

– Νὰ πῆτε στὸν κόσµο: «Γιὰ τὴν ὑγεία σας δὲν κάνει νὰ καῖτε κεριὰ ἀπὸ     παραφίνη στοὺς Ναούς». Ἔτσι θὰ τὸ σκεφθοῦν λιγάκι αὐτό. Ἂν εἶναι καὶ µικρὸς ὁ Ναός, τότε εἶναι ποὺ πάει νὰ σκάση κανείς. Καλύτερα νὰ ἀνάψουν ἕνα µικρὸ κεράκι καὶ νὰ εἶναι γνήσιο παρὰ ὁλόκληρη λαµπάδα µὲ παραφίνη. Πολλοὶ στὶς Ἐκκλησίες γι᾽ αὐτὸ ζαλίζονται καὶ λιποθυµοῦν. Νὰ εἶναι µικρὸς ὁ Ναὸς καὶ νὰ καίγεται ὅλη αὐτὴ ἡ παραφίνη!… Καὶ νὰ ἦταν µόνον αὐτό; Λάδια, πο δν τρώγονται, θέλουν ν τ βάλουν στ κανδήλια! Πο φθάνουν οἱ νθρωποι! Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀναφέρεται ὅτι τὸ λάδι ποὺ θὰ χρησιµοποιοῦσαν στὸν Ναὸ ἔπρεπε νὰ τὸ φτιάχνουν ἀπὸ ἐλιὲς ποὺ µάζευαν πάνω ἀπὸ τὰ δένδρα καὶ ὄχι ἀπὸ αὐτὲς ποὺ ἔπεφταν κάτω. Μήπως ὁ Θεὸς ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ αὐτὸ τὸ λάδι ἢ ἀπὸ τὸ θυµίαµα; Ὄχι, ἀλλὰ συγκινεται Θεός, γιατί εναι µιὰ προσφορά, µ τν ποία κφράζεται εγνωµοσύνη καὶ ἡ γάπη τοῦ νθρώπου πρς Ατόν. Στὸ Σινᾶ µοῦ εἶχε κάνει ἐντύπωση: Οἱ Βεδουίνοι δὲν ἔχουν, οἱ καηµένοι, τίποτε νὰ προσφέρουν. Καὶ βλέπεις, µαζεύουν κανένα πετραδάκι ποὺ λίγο διαφέρει ἀπὸ τὰ ἄλλα, τόσο µικρούτσικο, ἤ, ἂν βροῦν σὲ καµµιὰ ρωγµὴ δύο-τρία φυλλαράκια, τὰ παίρνουν, ἀνεβαίνουν ἐπάνω στὴν πέτρα ποὺ χτύπησε ὁ Μωυσῆς µὲ τὸ ραβδί του καὶ βγῆκε τὸ νερὸ καὶ τὰ ἀφήνουν ἐκεῖ. Ἢ οἱ µητέρες ποὺ θηλάζουν πᾶνε καὶ στάζουν λίγο γάλα ἐκεῖ, µὲ τὸν λογισµό: «Νὰ µοῦ δίνη γάλα ὁ Θεός, γιὰ νὰ θηλάζω τὰ παιδιά µου»! Βλέπεις τί εὐγνωµοσύνη ἔχουν! Δὲν εἶναι µικρὸ πράγµα. Καὶ ἐµεῖς τὶ κάνουµε! Θὰ µᾶς κρίνουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Ἀφήνουν ἐκεῖ πάνω ξυλαράκια, φυλλαράκια, πετραδάκια… Ἔχει ὁ Θεὸς ἀνάγκη ἀπὸ αὐτά; Ὄχι, ἀλλὰ βοηθάει ὁ Θεός, γιατὶ βλέπει τὴν ἀγαθὴ καρδιά, τὴν ἀγαθὴ διάθεση. Ἔτσι ἐκφράζεται ἡ ἀγαθὴ προαίρεση!!!

, , , , ,

Σχολιάστε

«ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» (Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης)

Ὁμιλία εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς ΙΒ´ Κυριακῆς Λουκᾶ (τῶν 10 Λεπρῶν)
τοῦ Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου

«Περὶ Εὐχαριστίας»
[Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Ἁγ. Νικοδήμου
«Ἑρμηνεία εἰς τὰς ΙΔ´ ἐπιστολὰς τοῦ Ἀπ. Παύλου (Κολ. δ´ 15)»]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος, σελ. 417 καὶ ἑξῆς.

.             Ὁ μιμητὴς τοῦ Ἰώβ, ὁ θεῖος Χρυσόστομος, ἐσυνήθιζε πάντοτε νὰ λέγη τὸ ἀξιομνημόνευτον αὐτὸ ἀπόφθεγμα, σὲ κάθε περίσταση: «Δόξα τῷ Θεῶ πάντων ἕνεκεν. Δὲν θὰ παύσω νὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω πάντοτε, γιὰ ὅλα ὅσα μου συμβαίνουν». Τὸ ἴδιο ἐσυνήθιζε νὰ λέγη καὶ ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς σὲ κάθε ὑπόθεση, μιμούμενος τὸν θεῖον Χρυσόστομον, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν εὔλαλον γλώσσα του προσθέτει: «Ἂς εὐχαριστοῦμε λοιπὸν γιὰ ὅλα, γιὰ ὅ,τι καὶ ἂν συμβῆ, αὐτὸ εἶναι εὐχαριστία. Διότι τὸ νὰ τὸ κάνης αὐτό, ὅταν ὅλα πηγαίνουν ὁμαλά, δὲν εἶναι σπουδαῖον, ἐπειδὴ σὲ αὐτὸ ὠθεῖ ἡ ἴδια ἡ φύσις τῶν πραγμάτων. Ἐὰν ὅμως εὐχαριστοῦμε, ἐνῶ εὐρισκόμεθα στὸ βάθος τῶν κακῶν, αὐτὸ εἶναι θαυμαστόν. Πράγματι, ὅταν ἐμεῖς εὐχαριστοῦμε γιὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἄλλοι βλασφημοῦν καὶ ἀποθαρρύνονται, κοίτα πόση ἡ φιλοσοφία! Πρῶτον, εὔφρανες τὸν Θεόν. Δεύτερον, ἐντροπίασες τὸν διάβολο. Τρίτον, αὐτὸ ποὺ συνέβη τὸ ἀπέδειξες μηδαμινό. Δηλαδὴ συγχρόνως καὶ ἐσὺ εὐχαριστεῖς, καὶ ὁ Θεὸς ἀπομακρύνει τὴν λύπη, καὶ ὁ διάβολος ὑποχωρεῖ».
.             Τίποτε ἁγιώτερον δὲν ὑπάρχει ἀπὸ τὴν γλώσσα, ποὺ μέσα στὰ κακὰ εὐχαριστεῖ τὸν Θεόν. Ὄντως δν στερε σ τίποτε π τν γλώσσα το μάρτυρος. Στεφανώνεται καὶ αὐτὴ ὁμοίως μὲ ἐκεῖνον. Διότι καὶ αὐτὴ ἕναν δήμιον ἔχει ἐνώπιόν της, ὁ ὁποῖος τὴν ἀναγκάζει νὰ ἀρνηθῆ τὸν Θεὸν διὰ τῆς βλασφημίας. Τὸν διάβολον ἔχει, ὁ ὁποῖος μὲ δημίους λογισμοὺς τὴν σχίζει σὲ λωρίδες, καὶ τὴν σκοτίζει μὲ τὴν λύπη. Ἂν λοιπὸν κάποιος ὑπομείνη τὰ βάσανα καὶ εὐχαριστήση, ἔλαβε στέφανον μαρτυρίου.
.             Λέγει καὶ ὁ μέγας Βασίλειος: εἶναι αἰσχρόν, ὅταν μὲν τὰ πράγματα ἔρχονται εὐνοϊκὰ νὰ εὐλογοῦμε τὸν Θεόν, στὰ δὲ στενόχωρα καὶ ἐπίπονα νὰ σιωποῦμε. Ἀλλὰ τότε πρέπει καὶ περισσότερο νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε, γνωρίζοντας ὅτι «ὃν ἀγαπᾶ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ὃν παραδέχεται…».
.             Τί λέγω; Ὄχι μόνο πρέπει κανεὶς νὰ εὐχαριστῆ τὸν Θεὸ γιὰ τὶς θλίψεις καὶ τοὺς πειρασμοὺς τῆς παρούσης ζωῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸν εὐχαριστῆ ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν μέλλουσαν κόλασιν. Ἐπειδὴ καὶ ἡ κόλασις εἶναι συμφέρον καὶ ὠφέλιμο γιὰ τοὺς κολαζομένους. Γιατί; Ἐπειδὴ ἡ κόλασις εἶναι ἐμπόδιον τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ κακοῦ, γι’ αὐτὸ ὀνομάζεται καὶ κόλασις, ἐπειδὴ κολάζει, καὶ ἐμποδίζει τὸ κακόν. Ἂν δὲν ὑπῆρχε κόλασις, ἡ ἁμαρτία καὶ τὸ κακό, θὰ ἐπεκτείνετο σὲ ἄπειρον διάστημα καὶ ποτὲ δὲν θὰ ἐλάμβανε τέλος. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ σοφώτατος Μάρκος ὁ Ἐφέσου εἶπε τοῦτον τὸν παράδοξον μὲν στὴν ἀκοήν, ὅμως ἀληθινὸν λόγον καὶ βέβαιον, ὅτι δηλαδὴ συμφέρει στος κολαζομένους ν κολάζωνται. Ὅθεν καὶ ὁ ὅσιος Θεόκτιστος ὁ Στουδίτης, σὲ ἕνα τροπάριο εἰς τὸν Κύριον ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστὸν λέγει ἐπὶ λέξει: «Καὶ ἐν τῇ κολάσει εὐχαριστῶ», διότι ἡ κόλασις δὲν εἶναι κακὸν καθ’ ἑαυτόν, ἢ μᾶλλον εἶναι καὶ καλόν. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι ἐμποδίζει καὶ συστέλλει τὴν ἁμαρτίαν καὶ δὲν τὴν ἀφήνει νὰ ἐνεργῆ ἐπ’ ἄπειρον, ὅπως εἴπαμε, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι ἡ κόλασις εἶναι ποινὴ καὶ παίδευσις τοῦ κακοῦ, καὶ μὲ αὐτὴν ἐκπληρώνεται ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Ὅθεν, ἂν καὶ ἡ κόλασις δὲν εἶναι προηγούμενον θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὅμως ἑπόμενον θέλημά του, σύμφωνα μὲ τοὺς ἱεροὺς θεολόγους. Μόνη δὲ ἡ ἁμαρτία εἶναι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν κακό, καὶ οὔτε κατὰ προηγούμενον θέλημα τοῦ Θεοῦ γίνεται, οὔτε κατὰ ἑπόμενον, λλ κατ μοχθηρν γνώμην το νθρώπου.
.             Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος παραγγέλλει στοὺς χριστιανοὺς τὰ ἀκόλουθα: «Αὐτὸ νὰ εἶναι τὸ ἔργο σας, νὰ εὐχαριστῆτε στὶς προσευχὲς καὶ γιὰ τὶς φανερὲς καὶ γιὰ τὶς ἀφανεῖς εὐεργεσίες, καὶ γιὰ ὅσες ἦταν σύμφωνες μὲ τὸ θέλημά σας καὶ γιὰ ὅσες ὄχι. Καὶ γιὰ τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ γιὰ τὴν γέεννα τοῦ πυρός, καὶ στὴν θλίψη καὶ στὴν ἄνεση. Ἔτσι συνηθίζουν νὰ προσεύχωνται οἱ Ἅγιοι, καὶ γιὰ τὶς κοινὲς εὐεργεσίες νὰ εὐχαριστοῦν. Γνωρίζω ἐγὼ κάποιον ἅγιον ἄνδρα ὁ ὁποῖος προσεύχεται μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο. Δὲν ἔλεγε τίποτε πρὶν ἀπὸ αὐτὰ τὰ λόγια, ἀλλὰ ὅτι: εὐχαριστοῦμε Κύριε γιὰ ὅλες τὶς εὐεργεσίες ποὺ ἔδειξες σὲ μᾶς τοὺς ἀναξίους ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέρα μέχρι σήμερα. Γι’ αὐτὲς ποὺ γνωρίζουμε καὶ γι’ αὐτὲς ποὺ δὲν γνωρίζουμε, γιὰ τὶς φανερές, γιὰ τὶς ἀφανεῖς, γιὰ ὅσες ἔγιναν μὲ ἔργο, γιὰ ὅσες μὲ λόγο, γιὰ ὅσες ἔγιναν μὲ τὴν θέλησή μας καὶ γιὰ ὅσες ὄχι, γιὰ ὅλες ὅσες ἔχουν γίνει σ’ ἐμᾶς τοὺς ἀναξίους. Γιὰ τὶς θλίψεις, γιὰ τὶς ἀνέσεις, γιὰ τὴν γέενα τοῦ πυρός, γιὰ τὴν κόλαση, γιὰ τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν» (Ὁμιλία Ι´ εἰς τὴν πρὸς Κολασσαεῖς).
.             Ὁ δὲ ἅγιος Ἰσαὰκ εἶπεν ὅτι ὅποιος εὐχαριστεῖ, παρακινεῖ τὸν εὐεργέτην του νὰ τοῦ δίδη περισσότερες εὐεργεσίες: «ἡ εὐχαριστία τοῦ λαμβάνοντος ἐρεθίζει τὸν δίδοντα νὰ δώση δωρήματα μεγαλύτερα ἀπὸ τὰ προηγούμενα». Καὶ πάλιν ὁ ἴδιος ὁ θεῖος Ἰσαὰκ λέγει: «ποιος δν εχαριστε γι τ μικρότερα, κα στ μεγαλύτερα εναι ψεύστης κα δικος». Καὶ ἐπίσης: «αὐτὸ ποὺ ὁδηγεῖ τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπον εἶναι ἡ καρδία ἡ κινουμένη πρὸς εὐχαριστίαν ἀδιάλειπτον».
.             Γίνε λοιπόν, ἄνθρωπε, εὐχάριστος στὸν Θεὸν γιὰ τὸ κάθε τί, «εὐλόγει αὐτὸν ἐν παντὶ καιρῷ, ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἂς εἶναι διὰ παντὸς ἐν τῷ στόματί σου». Ἐὰν ὑγιαίνης, δῶρον τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ὑγεία. Ἐὰν ἀσθενῆς, ἡ ἀσθένεια τοῦ σώματος εἶναι σωτηρία τῆς ψυχῆς. Ἐὰν πλουτῆς καὶ εὐτυχῆς, νὰ εὐχαριστῆς ὅπως ὁ Δαυΐδ «τὸν ἐμπιμπλῶντα ἐν ἀγαθοῖς τὴν ἐπιθυμίαν σου λέγοντας καὶ σύ: «εὐλόγει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ μὴ ἐπιλανθάνου πάσας τὰς ἀνταποδόσεις αὐτοῦ» (Ψαλμ. Ρβ´ 1, 5). Μὴ λείπη λοιπὸν ποτὲ ἀπὸ τὸ στόμα σας ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε τὸν Θεόν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς

Μὲ μικρὲς συμπληρώσεις «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

ΠΗΓΗ: «Ἄλλη Ὄψις» (ἀπὸ orp.gr -«ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ»)

, , ,

Σχολιάστε

ΜΕ ΔΥΝΑΤΗ ΦΩΝΗ (Κυρ. ΙΒ´ Λουκ.)

ΜΕ ΔΥΝΑΤΗ ΦΩΝΗ 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΒ´ ΛΟΥΚΑ
15 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2012

 (Λουκ. ιζ΄ 12-19) 

«Ἦραν φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς.»

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»
(ἀρ. τ. 4250, 29.12.2011 – 01.01.2012
)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσερχομένου τοῦ Ἰησοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. 
Καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν. Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης.
 Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; Οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; Οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; Καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.

Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική:
Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο, καθὼς ἔμπαινε ὁ Ἰησοῦς σ’ ἕνα χωριό, τὸν συνήντησαν δέκα ἄνδρες λεπροί, οἱ ὁποῖοι ἐστάθηκαν λίγο μακρυά, καὶ τοῦ φώναξαν, «Ἰησοῦ Διδάσκαλε, ἐλέησέ μας».
Ὅταν τοὺς εἶδε, τοὺς εἶπε, «Πηγαίνετε νὰ δείξετε τὸν ἑαυτόν σας εἰς τοὺς ἱερεῖς», καὶ ἐνῷ ἐπήγαιναν, ἐκαθαρίσθησαν. Ἕνας ἀπ’ αὐτούς,ὅταν εἶδε ὄτι ἐθεραπεύθηκε, ἐπέστρεψε δοξάζων τὸν Θεὸν μὲ δυνατὴν φωνὴν καὶ ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπον εἰς τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν εὐχαριστοῦσε· καὶ αὐτὸς ἦτο Σαμαρείτης.
Τότε εἶπε ὁ Ἰησοῦς, «Δὲν ἐκαθαρίσθησαν καὶ οἱ δέκα; Οἱ ἄλλοι ἐννέα ποῦ εἶναι; Κανεὶς δὲν εὑρέθηκε νὰ ἐπιστρέψῃ διὰ νὰ δοξάσῃ τὸν Θεὸν παρὰ αὐτὸς ὁ ἀλλοεθνής;». Καὶ εἶπε εἰς αὐτόν, «Σήκω ἐπάνω καὶ πήγαινε· ἡ πίστις σου σὲ ἔσωσε».

, , ,

Σχολιάστε

ΜΕΓ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ «ΕΙΣ ΑΝΤΙΠΕΛΑΡΓΩΣΙΝ»

Μέγας Βασίλειος: κείμενο «εἰς ἀντιπελάργωσιν»

Δημήτρης Νατσιός,
Δάσκαλος-Κιλκίς

.          Πρὶν ἀκόμη κλείσει τὰ πενήντα του χρόνια, ὁ Κύριος τὸν κάλεσε κοντά του. Ἄρρωστος βαριὰ ὁ Ἅγιος, ἑτοιμάζεται γιὰ τὸ ταξίδι, τὸ τελευταῖο, ποὺ ὁ ἴδιος τὸ ὀνομάζει «τρυφὴ μᾶλλον ἢ κατάπληξις» (χαρὰ παρὰ τρόμο», ὅταν τὸν ἀπειλεῖ ἕνας τυχάρπαστος ἔπαρχος ὀνόματι Μόδεστος. Κόσμος πολὺς μαζεύεται γύρω ἀπ’ τὴν Ἐπισκοπή, ἀγρυπνεῖ καὶ προσεύχεται. Ἀγωνιᾶ. Ἡ λειτουργία του ὅμως στὴν γῆ τελείωσε, καὶ κλείνοντας τὰ μάτια τοῦ σώματος, ἀφήνει αὐτὴ τὴν λειτουργικὴ φράση νὰ ξεφύγει ἀπὸ τ΄ἁγιασμένα χείλη του: «Πάτερ, εἰς χεῖρας Σου παραθήσομαι τὸ πνεῦμα μου»! Ἦταν τόση ἡ θλίψη τοῦ λαοῦ καὶ τόσο γενικὸ τὸ πένθος καὶ ἡ συρροὴ πλήθους στὴν κηδεία του, πού, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, πολλοὶ ἄνθρωποι πέθαναν «ἐκ τῆς τοῦ ὠθισμοῦ» (=συνωστισμοῦ) βίας καὶ συγκλονήσεως»! ἔτσι, μὲ τὰ δάκρυα ὅλων τῶν λογικῶν προβάτων, ποὺ μὲ τόση στοργὴ καὶ ἀγάπη ἐποίμανε ὁ Μέγας Βασίλειος ἔφυγε τὴν 1η Ἰανουαρίου τοῦ 379, γιὰ τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ.
.          Ἂν εἴχαμε ὄντως ὑπουργεῖο Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ ὄχι διὰ βίου ἀμάθειας καὶ ἀπαιδευσίας- ὅπως θὰ πρέπει νὰ ὀνομάζεται ὀρθότερον- θὰ ἀναλάμβαναν τὰ σχολεῖα, νὰ καταστρέψουν αὐτὸ τὸ βλακῶδες καὶ γελοῖο εἴδωλο ποὺ τὸ «τιμήσαμε» μὲ τὸ ὄνομα ἑνὸς ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέρους ἁγίους της Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους μας. Πέραν τοῦ σεβασμοῦ ποὺ θὰ ἐπιδεικνύαμε στὸν ἅγιο Ἱεράρχη, θὰ ἦταν καὶ μία μορφὴ ἀντίστασης στὴν πανούκλα τῆς ἀμερικανοποίησης-ἐξαθλίωσης τῶν πάντων. Ὡς γνωστόν, τὰ ἐργοστάσια παραγωγῆς τοῦ «Ἅη-Βασίλη» καὶ ὅλων τῶν συμπαρομαρτούντων ἑορταστικῶν γυαλικῶν, μπιχλιμπιδιῶν καὶ λοιπῶν «πυγολαμπίδων», ἑδρεύουν σὲ χῶρες Τρίτου καὶ Τετάρτου Κόσμου. Ἄρα ἔχουμε τὸ ἑξῆς φαρισαϊκόν: τὰ λιμοκτονοῦντα παιδάκια τῆς Ἀσίας, ἐργάζονται (τὸ ἀρχαῖο ρῆμα εἱλωτεύουν, ἐκ τοῦ εἵλωτος, εἶναι ἱκανότερο νὰ ἀποδώσει τὸ πραγματικὸ νόημα τῆς «ἐργασίας» αὐτῆς), ἐργάζονται, λοιπόν, νυχθημερὸν μὲ μισὸ ἢ ἕνα δολάριο ἡμερομίσθιο, ὑπὸ τρισάθλιες συνθῆκες, γιὰ νὰ χαίρονται τὰ μοσχοαναθρεμμένα βουτυρόπαιδα τῆς Δύσης. Τέλος πάντων, θὰ ἀντιτείνει κάποιος «προοδευμένος» ὅτι ἡ  ὀρθόδοξη ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου Βασιλείου δὲν εἶναι καὶ «πολὺ παιδική», τρομάζει τὰ παιδιά, ἐνῶ ὁ εὐτραφὴς καὶ προγάστωρ «κοκκακόλειος» (νεολογισμὸς) διαφημιστὴς εἶναι πιὸ κοντά, πιὸ συναφής, πιὸ προσιτὸς στὴν παιδικὴ ἡλικία.
.          Αὐτὰ βέβαια τὰ κρανιοκενῆ εἶναι σημεῖα (καὶ εὑρήματα) τῶν καιρῶν μας. Ζοῦμε σὲ κοινωνίες ποὺ προσπαθοῦν νὰ ἀποκρύψουν, νὰ ἐξαφανίσουν ἐνοχλητικὰ σύμβολα. Παράδειγμα. Τὸ ράσο. (Παραπέμπει στὸ θάνατο). Τὶς εἰκόνες μὲ τὰ βλοσυρὰ καὶ στιβαρὰ πρόσωπα τῶν ἡρώων ἀπὸ τὰ σχολεῖα. Τὸ ἴδιο καὶ μὲ τοὺς ἁγίους. Νὰ μὴν μιλήσουμε καὶ γιὰ τὸν «διωγμὸ» τῶν γηρατειῶν. Ὅ,τι τὰ θυμίζει εἶναι ἐξοβελιστέο (Ἐρώτηση: παρουσιάζεται ποτὲ σὲ κάποια ἐκπομπὴ ἑνὸς σαχλοβοθροκάναλου γέρος ἢ γερόντισα, ὅπως πραγματικὰ εἶναι; Ἅπαντες ψιμυθιωμένοι καὶ πασαλειμμένοι, ἐνίοτε χαζοχαρούμενοι παλίμπαιδες).
.          Θὰ ἦταν εὐχῆς ἔργο, λοιπόν, νὰ ἀποκαθάρουμε τὸν μέγα ἅγιο τῆς Ρωμηοσύνης ἀπ΄ὅλες τὶς ἀκαθαρσίες καὶ τὶς καταναλωτικὲς ἀηδίες, μὲ τὶς ὁποῖες συνέδεσε τὸ ὄνομά του. Δὲν θὰ κουραστῶ νὰ ἐπαναλαμβάνω τὸ τοῦ Δημήτρη Καμπούρογλου λεχθὲν ὅτι: «ὅλα  τὰ ἔθνη πρέπει νὰ βαδίσουν ἐμπρός, πλὴν τοῦ ἑλληνικοῦ ποὺ πρέπει νὰ στραφεῖ πίσω». Καὶ μιᾶς καὶ ἀναφέρθηκα στὰ γηρατειά, μεγάλο σήμερα ὑπαρξιακὸ καὶ κοινωνικὸ πρόβλημα, θὰ παραπέμψω σ’ ἕνα ἐξαίσιο κείμενο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Γράφει στὸ ἔργο του «Εἰς ἑξαήμερον»: «Ἡ φροντίδα τῶν πελαργῶν γιὰ τοὺς γέροντες γονεῖς τους εἶναι ἀρκετὴ νὰ κάνει τὰ παιδιά μας, νὰ ἀγαποῦν τοὺς πατέρες τοὺς (γονεῖς), ἂν ἤθελαν νὰ προσέξουν. Ἀλλὰ ὁπωσδήποτε κανεὶς δὲν εἶναι τόσο λειψὸς στὸ μυαλό, ὥστε νὰ μὴν καταλαβαίνει ὅτι εἶναι ἄξιο ντροπῆς νὰ φαίνεται στὴν ἀρετὴ κατώτερος ἀπὸ τὰ ἐντελῶς ἄλογα πτηνά. Οἱ πελαργοί, ὅταν οἱ γέροι γονιοί τους γυμνωθοῦν τελείως ἀπὸ τὸ πέσιμο τῶν φτερῶν ποὺ γίνεται στὰ γεράματα, τοὺς περικυκλώνουν καὶ τοὺς ζεσταίνουν μὲ τὰ φτερά τους, τοὺς ἑτοιμάζουν ἄφθονη τροφὴ καὶ τοὺς βοηθοῦν, ὅσο εἶναι δυνατόν, στὴν πτήση, σηκώνοντάς τους ἁπαλὰ μὲ τὸ φτερὸ καὶ ἀπὸ τὶς δύο μεριές. Καὶ αὐτὸ εἶναι τόσο πολὺ γνωστό, ὥστε μερικοὶ καὶ τὴν ἀνταπόδοση τῶν εὐεργεσιῶν νὰ τὴν ὀνομάζουν ἀντιπελάργωσιν». (ΕΠΕ 4, 318). Γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦμε τὴν λεπταισθησία καὶ εὐγένεια τοῦ Ἁγίου, παραθέτω καὶ τὸν σπαραγμό του, ὅταν χάνει τὴν ἀγαπημένη του μητέρα, τὴν ἁγία Ἐμμέλεια: «Νῦν δὲ καὶ ἣν μόνην εἶχον τοῦ βίου παραμυθίαν, τὴν μητέρα, καὶ ταύτην ἀφῃρέθην. Καὶ μὴ καταγελάσῃς μου ὡς ἐν τούτῳ τῆς ἡλικίας ὀρφανίαν ἀποδυρομένου, ἀλλὰ συγγνωθί με ψυχῆς χωρισμὸν ἀνεκτὸν μὴ φέροντι». Δηλαδή, γράφει στὸν φίλο του Εὐσέβιο, «τώρα καὶ τὴν μοναδικὴ παρηγοριὰ ποὺ εἶχα στὴ ζωή μου, τὴν μητέρα μου, τὴν ἔχασα κι αὐτή. Καὶ μὴ μὲ κοροϊδέψεις, ποὺ σὲ τέτοια ἡλικία θρηνῶ γιὰ ὀρφάνια, ἀλλὰ συμπάθησέ με, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ ὑποφέρω ἕναν τέτοιο πόνο ψυχῆς σὲ μία τόσο προχωρημένη ἡλικία».  Εἶναι αὐτὸς ὁ ἅγιος, ὁ εὐαίσθητος καὶ ταπεινός, ποὺ κλαίει καὶ ὀδύρεται σὰν παιδί, ἀποκρουστικὸς στὴν ὄψη ἀσυμπαθὴς στὰ παιδιά; «Ἄπαγε τῆς βλασφημίας». Τὰ περισσότερα τάχα καὶ παιδικὰ παιχνίδια, μὲ τὰ ὁποῖα μπουκώνουμε τὰ βλαστάρια μας αὐτὲς τὶς μέρες, περιέχουν δολοφονικὰ τερατουργήματα, ὑπερήρωες ἐγκληματίες, σκυλοφάτσες καὶ ἀγριόφατσες τοῦ ἀμερικανικοῦ ὑπόκοσμου. Αὐτὰ δὲν εἶναι ἐπικίνδυνα γιὰ παιδιά; Δὲν ἐνοφθαλμίζουν ἀπάνθρωπη συμπεριφορά, τὸ «οὐαὶ τοῖς ἡττημένοις», μὲ τὸ ὁποῖο λειαίνει τὰ μυαλὰ καὶ τὴν κρίση τῆς δυτικῆς ἀγέλης ἡ προτεσταντικὴ καὶ λοιπὴ θρησκοληπτικὴ μπουρδολογία;
.          Στὸ ἐξαιρετικὸ «τὸ βλογημένο τὸ μαντρὶ» τοῦ Κόντογλου, ὁ ἅγιος Βασίλειος βρίσκει κατάλυμα, τὸ βράδυ τῆς Πρωτοχρονιᾶς στὸ ταπεινὸ μαντρὶ τοῦ Γιάννη- ποὺ δὲν τὸν ἀναγνώρισε- ἀνθρώπου ἀθώου σὰν τὰ πρόβατα ποὺ βόσκαε, ἀγράμματος ἐντελῶς. Ἀφοῦ ὅλα ἔγιναν τὰ τῆς ἑορτῆς «εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν», ἑτοιμάζονται νὰ πλαγιάσουν. Ρωτᾶ ὁ Γιάννης: «Ἐσύ, γέροντα, ποὺ ξέρεις γράμματα πές μας σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες πῆγε ἀπόψε ὁ Ἅη Βασίλης; Οἱ ἀρχόντοι κι οἱ βασιλιάδες τί ἁμαρτίες μπορεῖ νά ‘χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστεν ἁμαρτωλοὶ καὶ κακορίζικοι, ἐπειδὴ ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ κολαζόμαστε». Ὁ Ἅγιος δάκρυσε. (Αὐτὴ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία ἀντάμα καὶ ὁ Ἑλληνισμός, τὸ συναμφότερον). Εἶπε ἀλλιῶς τὴν εὐχὴ ποὺ ἔπρεπε νὰ διαβάσει: «Κύριε ὁ Θεός μου οἶδας ὅτι ὁ δοῦλος σου Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς ἔστιν ἄξιος καὶ ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην αὐτοῦ εἰσέλθῃς, ὅτι νήπιος ὑπάρχει, καὶ τῶν τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν…». Νά! δικό μας, ὁ Ρωμιὸς Ἅη -Βασίλης, ὁ ἁπλοῦς καὶ ταπεινὸς καὶ ὄχι τὸ ἀχώνευτο ξωτικό, ποὺ μᾶς πλάσαραν τὰ «περικαθάρματα τοῦ κόσμου», οἱ ἔμποροι τῶν ἐθνῶν, πού, κατὰ τὸν Παπαδιαμάντη, «πωλοῦν τὸν Χριστὸν καὶ ἀγοράζουν τὸν Μωάμεθ».
.          Καὶ μιὰ ποὺ σήμερα ἡ κρίση μουχλιάζει τὶς ψυχές μας, ὀφείλουμε, ἐμεῖς οἱ δάσκαλοι «μὴ μικρόψυχοι περὶ τοὺς παῖδας γενώμεθα», ἀλλὰ «δεῖ τοὺς προεστῶτας τοῦ λόγου ἐλεήμονας καὶ εὐσπλάγχνους εἶναι καὶ μάλιστα ἐπὶ τῶν κεκακωμένων τὰς ψυχάς» (ἐθνικά,  ΒΕΠ, 53). Πολλοὶ μαθητές μας, ἔρχονται στὸ σχολεῖο κεκακωμένοι καὶ ταλαιπωρημένοι. Ἂς τοὺς περιμένουμε στὴν τάξη «ἐν πολλῇ φιλοστοργίᾳ καὶ ἀγάπῃ οἵαν ὁ Κύριος ἔδειξε καὶ ἐδίδαξεν».

, ,

Σχολιάστε