Ἄρθρα σημειωμένα ὡς εὐαγγελικὴ ζωή

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – ἡ ἀμφισβήτηση τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ τῶν μεταγενεστέρων ἁγίων συνιστᾶ ἀσέβεια καὶ ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ καταλήγει στὴν ἀθεΐα, γιατί συνιστᾶ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ τῶν Πατέρων ἡμῶν».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Ε´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

δ. Ἡ νηπτικὴ-ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες

.        Τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση συναντᾶμε σὲ ὅλα τὰ πατερικὰ κείμενα. Δὲν ὑπάρχει Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶχε ἐμπειρίες πνευματικῆς ζωῆς, καὶ δὲν ἀναφέρεται στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση.
.        Δὲν πρόκειται γιὰ ἐπηρεασμὸ ἀπὸ τὴν πλατωνικὴ καὶ νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἔκφραση τῆς ἐμπειρίας τους, μέσα ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἐποχῆς τους.
.        Ἄλλωστε, ὅπως προαναφέρθηκε, ὁ Εὐάγριος ὁ Ποντικός, στὸ σημεῖο αὐτὸ κατέγραψε τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση τὴν ὁποία βρῆκε στοὺς μοναχοὺς τῆς Παλαιστίνης.
.        Ἔτσι, εἶναι βλάσφημο νὰ θεωρήση κανεὶς τοὺς Πατέρας σὰν ἀνώριμους πνευματικά, ὥστε νὰ ἐπηρεάζωνται ἀπὸ τὴν νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία. Καὶ ἂν ἀκόμη ἐπηρεάσθηκαν ἐξωτερικά, φραστικά, στὴν πραγματικότητα μὲ τὶς λέξεις ποὺ προσέλαβαν, διετύπωσαν τὴν ὅλη ἡσυχαστικὴ-νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφέρεται πολλὲς φορὲς στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση. Προηγουμένως ἀναφέρθηκαν μερικὰ χωρία του, στὰ ὁποῖα φαίνεται ὅτι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ θέωση εἶναι ὁ ἀπαραίτητος τρόπος ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις ἐνυπάρχει ὁ κίνδυνος τῆς αἱρέσεως.
.        Ἐδῶ πρέπει νὰ ἀναφερθῆ ὁ λόγος του περὶ τῆς ἱερωσύνης, ποὺ δικαιολογεῖ γιατί, ὅταν τοῦ ἐτέθη τὸ θέμα τῆς ἱερωσύνης, τὴν ἀπέφυγε καὶ ἔφυγε γιὰ τὸν Πόντο. Μεταξὺ τῶν ἄλλων λέει ὅτι ἦλθε μέσα του «ἔρως τοῦ καλοῦ τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς ἀναχωρήσεως· ἧς ἐραστὴς γενόμενος ἐξ ἀρχῆς».
.        Στὴν συνέχεια κάνει λόγο γιὰ τὸ ὅτι ἐπεδίωκε τὴν κάθαρση καὶ τὴν ἔλλαμψη, ἐπειδὴ τὸ ἔργο τῆς ἱερωσύνης εἶναι μεγάλο, γιατί «καθαρῶ μόνον ἀπτέον τοῦ καθαροῦ καὶ ὠσαύτως ἔχοντος», καὶ πρέπει νὰ λαμπρύνη τὸν λόγο «τῷ φωτὶ τῆς γνώσεως», ἀλλὰ καὶ τὸν νοῦν καὶ τὴν ἀκοή.
.        Εἶναι ἐπικίνδυνο νὰ θεολογήση κανείς, ἂν δὲν καθαρισθοῦν τὰ τρία αὐτὰ «ἢ οὐκ ἐνελάμφθη νοῦς, ἢ λόγος ἠσθένησεν, ἢ οὐκ ἐχώρησεν ἀκοὴ μὴ κεκαθαρμένη». Τὸ καταπληκτικότερο δὲ ἀπὸ ὅλα εἶναι ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀναφέρεται στὴν κάθαρση, τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν θεοπτία, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γνωρίσματα ὄχι μόνον τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀλλὰ καὶ τῆς διακονίας τῆς ἱερωσύνης, κάνει εὐρύτατα λόγο γιὰ τὴν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδή, τὴν κάθαρση, τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ τὴν χαρακτηρίζει ὡς θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸν ἱερέα τὸν θέλει θεραπευτή, ἡ θεραπεία γίνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία διὰ τῶν Μυστηρίων καὶ τῆς ἀσκήσεως, καὶ τὸ ὅλο ἔργο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως ἀπέβλεπε στὴν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὅταν κάνη λόγο γιὰ θεραπεία, τὴν ἐντοπίζει στὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τοῦ ἀνθρώπου, τὴν καρδιά. «Ἡμῖν δὲ περὶ τὸν κρυπτὸν τῆς καρδίας ἄνθρωπον ἡ πᾶσα θεραπεία τε καὶ σπουδή, καὶ πρὸς τὸν ἔνδοθεν ἡμῖν ἀντιπολεμοῦντα καὶ ἀντιπαλαίοντα ἡ μάχη, ὃς ἡμῖν αὐτοῖς ὅπλοις καθ’ ἡμῶν χρώμενος, τὸ δεινότατον, τῷ τῆς ἁμαρτίας θανάτῳ δίδωσι».
.         Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης προσδιορίζοντας τὴν ἀρετὴ παρουσιάζει ὡς τύπο τελείου ἀνθρώπου τὸν Προφήτη Μωϋσῆ. Ἔτσι, στὸ ἔργο του «Εἰς τὸν βίον τοῦ Μωϋσέως» κάνει λόγο γιὰ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν θεογνωσία. Προσαρμόζει πλήρως στν πνευματικ κατάσταση τονθρώπου ατ πογινε στν Παλαι Διαθήκη, κατ τν μφάνιση το Θεο στρος Σινᾶ. Δηλαδή, ὁ Θεὸς ἔδωσε ἐντολὴ στὸν Μωϋσῆ νὰ καθαρισθῆ ὁ λαὸς ἀπὸ κάθε ρύπο, νὰ ἀπομακρυνθοῦν καὶ αὐτὰ τὰ ἄλογα ζῶα ἀπὸ τὸ ὄρος καὶ νὰ ἀνέλθη ἐπάνω σὲ αὐτὸ μόνον ἐκεῖνος. Πρόκειται γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπομάκρυνση ἀκόμη καὶ τῶν δερματίνων χιτώνων, ποὺ εἶναι ἡ θνητότητα καὶ φθαρτότητα.
.        Κάνοντας λόγο γιὰ τὴν ἀνύψωση τοῦ ἀνθρώπου στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ γράφει: «ὁδὸς δὲ αὐτῷ πρὸς τὴν τοιαύτην γνῶσιν ἡ καθαρότης γίνεται, οὐ τοῦ σώματος μόνον περιρραντηρίοις τισὶν ἀφαγνισθέντος, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐνδυμάτων πάσης κηλίδος ἀποκλυσθέντων τῷ ὕδατι».
.        Ἡ καθαρότητα ἀναφέρεται στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. «Τοῦτο δέ ἐστι τὸ διὰ πάντων καθαρεῦσαι δεῖ τὸν μέλλοντα προσβαίνειν τῇ τῶν νοητῶν θεωρία, ὡς καὶ ψυχὴ καὶ σώματι καθαρὸν εἶναι καὶ ἀκηλίδωτον τὸν ἐν ἑκατέρῳ ρύπον καταλλήλως ἀποκλυσάμενον, ὡς ἂν καθαροὶ καὶ τῷ τὸ κρυπτὸν ὀρῶντι φανείημεν…». Ἐξηγεῖ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ ἀνέλθη στὴν θεωρία πρέπει προηγουμένως νὰ καθάρη τὸν τρόπο ἀπὸ κάθε αἰσθητικὴ καὶ ἄλογη τάση καὶ νὰ πλύνη ἀπὸ τὸν νοῦ του κάθε γνώμη ποὺ τοῦ δημιουργήθηκε ἀπὸ κάθε προκατάληψη καὶ νὰ χωρισθῆ ἀπὸ τὴν σύνοικό του αἴσθηση καὶ ἀφοῦ γίνη καθαρὸς ἀπὸ αὐτήν, τότε νὰ τολμήση νὰ ἀνέβη στὸ ὄρος τῆς θεοπτίας, ὅπως ἔκανε ὁ Μωϋσῆς.
.        Συνεχίζοντας αὐτὴν τὴν ἑρμηνεία λέγει ὅτι «ὁ κεκαθαρμένος νοῦς καὶ ὀξὺς τὴν ἀκοὴν τῆς καρδίας», ἀφοῦ ἀκούση τὸν ἦχο τῆς θείας δυνάμεως ἀπὸ τὴν θεωρία τῶν ὄντων, εἰσέρχεται στὴν ἀχειροποίητη σκηνή, ἀποκτᾶ τὴν θεία γνώση, τὴν ὁποία στὴν συνέχεια δείχνει σὲ ἐκείνους ποὺ βρίσκονται κάτω «διὰ τῆς ὑλικῆς μιμήσεως», δηλαδὴ διὰ τῆς χειροποιήτου σκηνῆς.
.        Σαφέστατα ἐδῶ γίνεται λόγος γιὰ τὴν θεοπτία τῶν ἀρρήτων ρημάτων, ὕστερα ἀπὸ τὴν κάθαρση καὶ τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν διατύπωση αὐτῶν τῶν ἀρρήτων ρημάτων μὲ κτιστὰ ρήματα, νοήματα καὶ εἰκονίσματα.
.        Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ὁ μεγάλος αὐτὸς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἔπαιξε καθοριστικὸ ρόλο στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, εἶπε ἕναν σημαντικὸ λόγο: «δαιμόνων θεολογία δίχα πράξεως γνσις». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ θεολογία εἶναι καρπὸς τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ καὶ τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει τὸν ἑαυτό του στοὺς θεουμένους, σὲ αὐτοὺς ποὺ πέρασαν μέσα ἀπὸ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Κατὰ συνέπειαν μία θεολογία ποὺ δὲν εἶναι καρπὸς καὶ ἀπαύγασμα τῆς πράξεως, τῆς πρακτικῆς ζωῆς ποὺ εἶναι ἡ κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη εἶναι θεολογία τῆς φαντασίας, ποὺ ὁπωσδήποτε εἶναι δαιμονική.
.        Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ ὁ ἅγιος Μάξιμος, ἑρμηνεύοντας τὰ συγγράμματα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, κάνει λόγο γιὰ τὶς τρεῖς διαβαθμίσεις τῶν πιστῶν, ἤτοι τὶς τρεῖς κατηγορίες τῶν σωζομένων.
.        Πρόκειται γιὰ τὴν ἀσκητικὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ τὴν ὁποία συναντᾶμε σὲ ὅλα τὰ κείμενά του, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὴν προσωπικὴ προσοικείωση τῆς σωτηρίας καὶ τὴν χωρίζει σὲ τρία μέρη, ἤτοι τὴν «πρακτικὴ φιλοσοφία» ἡ πράξη, τὴν «φυσικὴν θεωρίαν» ἢ ἁπλῶς θεωρία, καὶ τὴν «μυστικὴν θεολογίαν» ἢ ἁπλῶς θεολογία.
.        Ἡ πρακτικὴ φιλοσοφία, ποὺ ἔχει ἀρνητικὴ καὶ θετικὴ πλευρά, ἀφοῦ καθαρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὸν κοσμεῖ μὲ τὶς ἀρετές, ἡ φυσικὴ θεωρία, ποὺ φωτίζει τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀληθινὴ γνώση, καὶ ἡ μυστικὴ θεολογία στεφανώνει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ὕψιστη ἐμπειρία, τὴν ὁποία ἀποκαλεῖ ἔκσταση.
.        Ἔτσι, ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου ἀναφέρεται στὶς τρεῖς βαθμίδες τοῦ χριστιανικοῦ ἀσκητικοῦ βίου, δηλαδή, τοῦ πρακτικοῦ, τοῦ θεωρητικοῦ καὶ τοῦ μυστικοῦ-θεολογικοῦ. Ἐπίσης, τοὺς σωζομένους Χριστιανοὺς στὶς τρεῖς διαιρέσεις τους, ἄλλοτε τοὺς ἀναφέρει ὡς πιστούς, ἐναρέτους καὶ γνωστικούς, καὶ ἄλλοτε ὡς δούλους, μισθωτοὺς καὶ υἱούς.
.        Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ Πατέρας τοῦ ἀκτίστου φωτός, ὁ ὁποῖος φωτιζόταν ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς οὐράνιας Βασιλείας, τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἀναφαίρεται συχνὰ στὰ ἔργα του γιὰ τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν κάθαρση, στὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση. Μάλιστα ἕνα κείμενό του, στὸ ὁποῖο παρουσιάζει συνοπτικὰ τὴν ὅλη θεολογία του, τὸ ἐπιγράφει «κεφάλαια πρακτικὰ καὶ θεολογικά», ἀφοῦ ἡ πράξη εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ἡ θεολογία ἀναφέρεται στὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου φωτός.
.        Σὲ ἕνα χαρακτηριστικὸ χωρίο του λέγει ὅτι ἡ πίστη, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν προξενεῖ τοὺς μισθοὺς «κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς καθάρσεως». «Καθόσον γὰρ καθαιρόμεθα κατὰ τοσοῦτον εἰς ἀγάπην Θεοῦ ἀπὸ τοῦ φοβεῖσθαι ἀναγόμεθα» καὶ ἔτσι ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, «κατὰ προκοπὴν» μεταβαίνουμε στὸ νὰ ἀγαπᾶμε τὸν Θεό.
.        Τότε, ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Πατήρ μας ἀγαπᾶ «προοδοποιοῦντος τοῦ Πνεύματος δηλαδὴ καὶ τὴν οἰκίαν προευτρεπίζοντος», ὁπότε «ὡς ἐν μιᾷ συνόδῳ τῶν ὑποστάσεων μόνην γίνεσθαι ἡμᾶς Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ ἁγίου Πνεύματος».
.           Σὲ μία ἄλλη ὁμιλία στοὺς μοναχούς του ἐκφράζει τὴν χαρά του, ἐπειδὴ βλέπει τὴν προκοπὴ στὸν βίο τους «ἐπὶ τὸ κρεῖττον ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ, ἐν φόβῳ Θεοῦ, ἐν εὐλαβείᾳ, ἐν κατανύξει, καὶ δάκρυσι, δι’ ὧν ὁ ἔσω καθαίρεται ἄνθρωπος καὶ πληροῦται φωτὸς θείου καὶ ὅλος Πνεύματος Ἁγίου γίνεται καὶ συντετριμμένῳ ψυχῆς καὶ καταβεβλημένῳ φρονήματι, καὶ ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ γίνεται εἰς εὐλογίαν ὑμῶν καὶ προσθήκην ἀνωλέθρου καὶ μακαρίας ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν».
.             Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ μεγάλο αὐτὸ ἀστέρι τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν θεολογία του ἀνέδειξε ὅλη τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση ὡς προϋπόθεση γιὰ τὴν πνευματικὴ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν θεογνωσία.
.        Αὐτὸ φαίνεται στὸ ἔργο τοῦ «ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων», στὸ ὁποῖο συνέτριψε ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισμοῦ, τὸν ὁποῖο ἐπρέσβευε ὁ Βαρλαάμ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ὅλων τῶν διὰ μέσου τῶν αἰώνων βαρλααμιτῶν, ποὺ θέλουν νὰ ἀνατρέψουν τὴν ἐκκλησιολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ τὴν θεολογία καὶ τὴν ἐκκλησιολογία τῶν Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Τὸ ἐκπληκτικὸ δὲ εἶναι ὅτι ὅταν ἔγινε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης πέρασε ὅλη αὐτὴν τὴν ἱερὰ ἡσυχαστικὴ παράδοση στὶς ὁμιλίες του ποὺ ἐξεφώνησε στὸ ποίμνιό του.
.        Ὑπάρχει πλούσιο ὑλικὸ πάνω στὸ θέμα αὐτό, τὸ ὁποῖο ἐξέθεσα σὲ ἄλλα κείμενά μου καὶ παρέλκει ἡ καταγραφή του ἐδῶ. Καὶ τὸ σπουδαιότερο εἶναι ὅτι ἡ ἡσυχαστικὴ καὶ θεοπτικὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ κατοχυρώθηκε ἀπὸ τὶς Συνόδους ποὺ ἔγιναν στὴν ἐποχή του, κυρίως τὴν Σύνοδο τοῦ 1351, ποὺ ἐκλαμβάνεται καὶ θεωρεῖται ὡς ἡ Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.

.           Γίνεται φανερὸ ὅτι ὅλοι οἱ ἀνωτέρω μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ πολλοὶ ἄλλοι, κάνουν λόγο γιὰ τὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, γιὰ τὴν ἱερὰ ἡσυχία ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση τοῦ ὀρθοδόξως θεολογεῖν, γι’ αὐτὸ καὶ ὑβρίζονται μὲ τὶς ἀπόψεις τῶν στοχαζομένων καὶ προτεσταντιζόντων θεολόγων ὅτι δῆθεν ἐπηρεάσθηκαν ἀπὸ νεοπλατωνικὲς θεωρίες καὶ ἀλλοίωσαν τὴν προγενέστερή τους παράδοση. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ Πατέρες αἰσθάνονταν ὅτι εἶναι διάδοχοι τῶν ἁγίων Πατέρων στὸ φρόνημα καὶ τὴν ζωή.
.        Βεβαίως, φαίνεται μία ἐξωτερικὴ ὁμοιότητα στὴν ὁρολογία μεταξὺ τῶν Πατέρων καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν, ἀλλὰ ὑπάρχει οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξύ τους. Στὴν διδασκαλία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γίνεται λόγος γιὰ τὸν Θεὸ ποὺ δὲν ἔχει ἔρωτα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ ὁ ἔρωτας εἶναι ἡ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς τῆς φύσει ἀθανάτου ψυχῆς στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν ἀπὸ ὅπου ἐξέπεσε, ἐνῶ στοὺς Πατέρας γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο.
.              Στὴν θεωρία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γίνεται διάκριση μεταξὺ φύσει ἀθανάτου ψυχῆς καὶ φύσει θνητοῦ σώματος, ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ ψυχὴ ἀνῆκε προηγουμένως στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν καὶ ἐξέπεσε ἀπὸ αὐτόν, ὁπότε περικλείσθηκε στὸ σῶμα γιὰ νὰ τιμωρηθῆ. Εὑρισκομένη δὲ στὸ σῶμα ἀναζητᾶ νὰ ἐλευθερωθῆ καὶ ἐπανέλθη στὸν κόσμο τῶν ἰδεῶν.
.        Ἔτσι, κατὰ τοὺς πλατωνικοὺς καὶ νεοπλατωνικούς, ἡ κάθαρση τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἀπαλλαγή της ἀπὸ τὸ σῶμα, ὁ φωτισμὸς τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων, τῶν ἰδεῶν καὶ ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἔκσταση καὶ ἡ ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τὸ σῶμα.
.        Ἡ νεοπλατωνικὴ αὐτὴ ἄποψη δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ ψυχὴ εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ δημιουργήθηκε ἐξ οὐκ ὄντων, ἀμέσως μὲ τὴν δημιουργία τοῦ σώματος· τὸ σῶμα δὲν εἶναι φυλακὴ τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ τὸ θετικὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ· ὁ φωτισμὸς εἶναι ἡ νοερὰ καρδιακὴ προσευχή, μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ γίνεται μέσα στὴν καρδιά, δηλαδὴ στὸ σῶμα· ἡ ἔκσταση δὲν εἶναι ἡ ἔξοδος τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀλλὰ ἡ ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τὸ σαρκικὸ φρόνημα, καὶ ἡ θέωση δὲν εἶναι ἡ ἐπαναφορὰ τῆς ψυχῆς στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν, ἀλλὰ ἡ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ἡ θεοπτία.
.        Στὴν ἐμπειρία τῶν νεοπλατωνικῶν δὲν συμμετέχει τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου στὴν πορεία τῆς ψυχῆς πρὸς τὸν Θεό. Γίνεται καὶ ἐκεῖ λόγος γιὰ ἐμπειρία φωτός, ἀλλὰ εἶναι φῶς παρυφιστάμενο, ποὺ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἔχει χῶρο καὶ χρῶμα καὶ τελικὰ εἶναι φῶς διαβολικό. Κατὰ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως, ἡ ἔλλαμψη καὶ ἡ θεοπτία εἶναι ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, εἶναι μέθεξη καὶ σύγκραση μὲ τὸ θεῖο Φῶς, καὶ μεταμορφώνεται ὄχι μόνον ἡ ψυχή, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου.
.        Ἔπειτα, ἡ ἐμπειρία τῶν στωϊκῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν συνδέεται μὲ τὴν ἔκσταση, ὡς ἔξοδο τοῦ νοῦ «ἀπὸ τὸν χρόνο, τὰ διαστήματα, τὴν ἀλληλοδιαδοχικὴ σκέψη». Κατὰ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἐμπειρία αὐτὴ εἶναι δαιμονική, ὅπως λέγει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης. Δηλαδή, ἡ προσπάθεια τῶν νεοπλατωνικῶν εἶναι νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, ἀπὸ τὰ κτιστὰ καὶ ἀπὸ τὰ μεταβλητά, ἐνῶ κατὰ τὴν θεολογία τῶν Πατέρων στὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως μετέχει ὅλος ὁ ἄνθρωπος.
.        Ἔτσι, ὅταν στὸν Εὐάγριο τὸν Ποντικὸ γίνεται λόγος γιὰ ἀνίδεο καὶ ἀφάνταστο νοῦ, κατὰ τὴν προσευχή, δὲν ἐννοεῖται ἡ ἀφαιρετικὴ θεολογία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀναιρεῖται ἡ θεωρία τῶν πλατωνικῶν καὶ νεοπλατωνικῶν γιὰ τὸν λεγόμενο κόσμο τῶν ἰδεῶν καὶ τὴν ἐπάνοδο τῆς ψυχῆς σὲ αὐτὸν καὶ τὴν γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων.
.        Καὶ ὅταν στὸν ἅγιο Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο γίνεται λόγος γιὰ ἐπάνοδο τοῦ νοῦ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν διάχυσή του στὸν κόσμο τῶν αἰσθητῶν, πράγμα ποὺ ἀναπτύχθηκε θεολογικὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά, ἔγινε γιὰ νὰ ἀναιρεθοῦν οἱ θεωρίες τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γιὰ τὸ φύσει θνητὸ σῶμα, ὡς φυλακὴ τῆς φύσει ἀθανάτου ψυχῆς, καὶ νὰ δείξουν ὅτι τὸ σῶμα εἶναι θετικὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ ποὺ καὶ αὐτὸ θεώνεται μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ καὶ θὰ ἀναστηθῆ κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
.        Ἑπομένως, εἶναι ἄδικο, ἀντιεπιστημονικὸ καὶ ἀνορθόδοξο νὰ ταυτίζεται ἡ διδασκαλία περὶ τοῦ ἀνίδεου καὶ ἀφάνταστου νοῦ, καὶ περὶ τῆς ἐπανόδου του στὴν καρδιά, μὲ τὶς θεωρίες τῶν πλατωνικῶν καὶ νεοπλατωνικῶν, ἀφοῦ μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων ἀναιροῦνται αὐτὲς οἱ ἀπόψεις. Φαίνεται καθαρὰ ὅτι οἱ Πατέρες καὶ οἱ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποίησαν μία τέτοια ὁρολογία γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν μὲ ἐπιτυχία τὶς ἀπόψεις τῶν αἱρετικῶν.
.        Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀναπτύσσοντας τὴν ἡσυχαστικὴ καὶ νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀντιμετωπίζοντας τὴν σχολαστικὴ νοοτροπία τοῦ Βαρλαάμ, λέγει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία-φιλοσοφία εἶναι ἀντίθετη μὲ τὴν πνευματικὴ γνώση, μάλιστα δὲ ἰσχυρίζεται ὅτι ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη σοφία καὶ γνώση, τὴν θύραθεν σοφία, προῆλθαν ὅλες οἱ αἱρέσεις. «Κἂν ἐξετάςῃς, ἴδοις ἂν πάσας ἢ πλείστας τῶν δεινῶν αἱρέσεων ἐντεῦθεν λαβούσας τὰς ἀρχάς». Οἱ αἱρετικοὶ χρησιμοποιοῦσαν τὶς ἀρχὲς τῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ οἱ ἅγιοι Πατέρες θεολογοῦσαν ἀπὸ τὴν κατὰ Θεὸν ἐμπειρία τους, δηλαδὴ ἐνεδυναμώθηκαν ἀπὸ τὴν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἔβλεπαν τὸν Θεό, καὶ ὄχι κτίσματα καὶ δαιμονικὲς φαντασίες.
.        Βέβαια, οἱ Πατέρες γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὴν ἐμπειρία τους χρησιμοποίησαν τὴν ὁρολογία τῆς ἐποχῆς τους, ἀλλὰ προσέδωσαν σὲ αὐτὴν ἄλλη ἔννοια καὶ σημασία. Γι’ αὐτὸ γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Κἄν τις τῶν Πατέρων τὰ αὐτὰ τοῖς ἔξω φθέγγηται, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ρημάτων μόνον· ἐπὶ δὲ τῶν νοημάτων, πολὺ τὸ μεταξύ· νοῦν γὰρ οὗτοι, κατὰ τὸν Παῦλον, ἔχουσι Χριστοῦ, ἐκεῖνοι δέ, εἰ μή τι καὶ χεῖρον, ἐξ ἀνθρωπίνης διανοίας φθέγγονται». Καὶ ὑπενθυμίζει τὸν λόγο τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου (Ἡσ. κεφ. 55, 9): «καθόσον δὲ ἀπέχει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τῆς γῆς, κατὰ τοσοῦτον ἀπέχει ἡ διάνοιά μου ἀπὸ τῶν διανοιῶν ὑμῶν».
.        Στὸ χωρίο αὐτὸ φαίνεται ὅτι, ὅταν βλέπουμε ἴδια ὁρολογία στοὺς Πατέρες καὶ τοὺς φιλοσόφους, δὲν πρέπει νὰ νομίζουμε ὅτι λένε τὰ ἴδια πράγματα, ἀλλὰ τὸ κοινὸ φαίνεται μόνον στὸ ρῆμα, τὴν λέξη, ἐνῶ τὸ νόημα εἶναι πολὺ διαφορετικό. Καὶ αὐτὸ εἶναι φυσικό, γιατί οἱ Πατέρες ἔχουν νοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ὁμιλοῦν στὴν καλύτερη περίπτωση ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη διάνοιά τους, στὴν χειρότερη δὲ περίπτωση («εἰ μή τι καὶ χεῖρον») ὁμιλοῦν ἀπὸ τὴν σατανικὴ-δαιμονικὴ ἐνέργεια. Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἶναι καταπέλτης ἐναντίον ἐκείνων ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι δῆθεν οἱ Πατέρες ἀλλοίωσαν «τὴν ἀρχέγονη ἐκκλησιολογία», καὶ ὅτι δῆθεν ἐκφράζουν τὴν νεοπλατωνικὴ παράδοση.
.        Ὅποιος μεταδίδει τέτοιες ἀνόητες θεωρίες ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν γνωρίζει τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων, ἀλλὰ ἔχει μία ἐξωτερικὴ ἐπιφανειακὴ γνώση ἢ τοὺς παρερμηνεύει ἐνσυνειδήτως καὶ κατὰ τρόπο προτεσταντικό, ὁπότε καὶ βλασφημεῖ ὄχι μόνο τοὺς Πατέρας, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία ποὺ υἱοθέτησε τὴν διδασκαλία τοὺς συνοδικῶς καὶ λατρευτικῶς.
.        Ἐδῶ πρέπει νὰ προστεθῆ καὶ ἕνας ἄλλος σημαντικὸς λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ἀναφερόμενος ὁ ἅγιος στὰ τρία εἴδη τῆς ἀθεΐας, στὸ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ συγκαταλέγει τοὺς θεολόγους ἐκείνους ποὺ ἀρνοῦνται ἢ ὑποτιμοῦν τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καὶ γράφει: «τοῦτ᾽ ἐστιν ἀληθὴς εὐσέβεια, τὸ μὴ πρὸς τοὺς θεοφόρους Πατέρας ἀμφισβητεῖν».
.        Ὑπενθυμίζει τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τὸν ὁποῖο ἀποκαλεῖ μέγα, καὶ τὶς διδασκαλίες τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ ἐπισημαίνει: «καὶ γὰρ τῶν προειρημένων ἁγίων αἱ θεολογίαι ὅρός ἐστι θεοσεβείας ἀληθοῦς καὶ χάραξ, ὥσπερ ἑκάστη τὸν οἰονεὶ φραγμὸν καὶ τὸ περιτείχημα τῆς εὐσεβείας, κἂν περιέλῃ τις μίαν γοῦν αὐτόν, ἐκεῖθεν ὁ τῆς κακονοίας τῶν αἱρετικῶν ἑσμὸς εἰσρυήσεται πολύς».
.        Στὸ κείμενο αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀληθινὴ εὐσέβεια-θεοσέβεια, ἡ ὁποία συντονίζεται ἀπόλυτα μὲ τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, τῶν ὁποίων οἱ θεολογίες εἶναι ὅρος ἀληθινῆς θεοσεβείας καὶ χάρακας καὶ φραγμός.Ἐπίσης, λέγεται ὅτι, ὅταν κάποιος ἀφαιρέση μία διδασκαλία τῶν Πατέρων, τότε εἰσέρχεται «ὁ τῆς κακονοίας τῶν αἱρετικῶν ἑσμός». πομένως, ἡ μφισβήτηση τς διδασκαλίας τοῦ γίου Διονυσίου τοῦ ρεοπαγίτου κα τν μεταγενεστέρων γίων συνιστᾶ σέβεια καὶ πόκλιση π τν ρθόδοξη Παράδοση κα καταλήγει στν θεΐα, γιατί συνιστρνηση το Θεο τν Πατέρων μν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

, , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – Οἱ μακαρισμοὶ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ πρώτη διδασκαλία Του, δείχνουν τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ πνευματικὴ ζωὴ καὶ διασώζουν ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς νηπτικῆς-ἡσυχαστικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Δ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

β´. Ἡ ἐμπειρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ διατύπωσή της

.       Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μέλη τοῦ ἀναστημένου Σώματός Του καὶ ζοῦν μυστηριακὰ καὶ ἀσκητικά. Δὲν ὑπάρχουν δύο ἢ καὶ περισσότεροι τύποι ἐκκλησιολογίας οὔτε ὁ ἕνας τύπος ἐκκλησιολογίας ὑποχωρεῖ ὑπὸ τὴν πίεση ἑνὸς ἀλλοῦ τύπου ἐκκλησιολογίας, ἀλλὰ μία εἶναι ἡ ἐκκλησιολογία, ὅπως καθορίζεται ἀπὸ τὴν ὅλη ζωὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀλλοίωσαν τὴν «ἀρχέγονη παράδοση», τὴν ὁποία κληρονόμησαν, ἀλλὰ ζοῦν ὀργανικὰ «σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις», ἐντάσσονται μέσα στὴν ἑνότητα τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων.
.       Ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία, διὰ τῶν Πατέρων ποὺ φωτίζονται ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, βιώνουν τὴν ἐμπειρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν διατυπώνουν ἀνάλογα μὲ τὶς προκλήσεις τῆς ἐποχῆς τους. Ἔτσι, διαφυλάσσεται ἡ ἴδια ἀποκαλυφθεῖσα ἀλήθεια, ἀλλὰ μερικὲς φορὲς ἀλλάσσουν οἱ ὅροι καὶ οἱ λέξεις, χωρὶς νὰ χάνεται τὸ πνευματικό τους νόημα.
.       Ἔτσι, ἡ λέξη θέωση δὲν ὑπάρχει στὴν Ἁγία Γραφή, ἀλλὰ δι’ αὐτῆς διατυπώνονται τὰ νοήματα ποὺ ἔχουν ἄλλες λέξεις, ὅπως τελείωση, δοξασμὸς κλπ. Στὴν Ἁγία Γραφὴ δὲν μποροῦμε νὰ βροῦμε τὴν λέξη ὁμοούσιος οὔτε καὶ ἄλλους παρόμοιους ὅρους. Οἱ Πατέρες προσέλαβαν αὐτὴν τὴν ὁρολογία ἀπὸ τὴν φιλοσοφία, ὅπως τὴν χρησιμοποιοῦσαν οἱ αἱρετικοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὴν ἀποφόρτισαν ἀπὸ τὸ νόημα ποὺ εἶχε καὶ τῆς ἔδωσαν διαφορετικὸ νόημα. Αὐτό, σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη τῶν στοχαστῶν θεολόγων εἶναι ἀλλοίωση τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ τῆς ἐκκλησιολογίας;
.       Αὐτὸ ποὺ ἔκαναν οἱ Πατέρες στὸ δόγμα τὸ ἔκαναν καὶ στὶς προϋποθέσεις τοῦ δόγματος, ποὺ εἶναι ἡ ἱερὰ ἡσυχία, ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ἡ ἐσωτερικὴ νοερὰ προσευχή, ἡ θεοπτία κλπ. Ὅπως δὲν μποροῦμε νὰ κατηγορήσουμε τοὺς Πατέρας ὅτι δῆθεν ἀλλοίωσαν τὴν «ἀρχέγονη θεολογία» στὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐπειδὴ χρησιμοποίησαν τὴν φιλοσοφικὴ ὁρολογία τῆς ἐποχῆς τους, ἔτσι δὲν μποροῦμε νὰ κατηγορήσουμε τοὺς Πατέρας ἐπειδὴ χρησιμοποίησαν μερικοὺς ὅρους ἀπὸ τὴν νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία ἢ ἐπειδὴ δέχθηκαν ἔστω τοὺς ὅρους ποὺ χρησιμοποίησε ὁ Εὐάγριος ὁ Ποντικὸς καὶ ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος. Δν πρόκειται γι μιὰ διαφορετικ καντίθετη κκλησιολογία, λλ γι τν δια κκλησιολογία, ποία διατυπώνεται μρους ποπέδιδαν καλύτερα τν μπειρία τν ποία ζοσαν οδιοι ς θεούμενοι.
.       Στὴν πραγματικότητα οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποίησαν διαφόρους ὅρους ἀπὸ τὴν φιλοσοφικὴ γλώσσα τῆς ἐποχῆς τους, γιὰ νὰ ἀνατρέψουν τὶς θέσεις τῆς φιλοσοφίας καὶ τὶς ἀπόψεις τῶν αἱρετικῶν, ὅπως θὰ δοῦμε σὲ ἄλλη ἑνότητα. Ὅποιος δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβη τὴν διαφορὰ ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἀκτίστων ρημάτων καὶ τῶν κτιστῶν ρημάτων καὶ νοημάτων, ὅπως ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβη στὸ ἐλάχιστον τὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Ἄλλο εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλο εἶναι ἡ διατύπωση αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας.
.        Οἱ Πατέρες ἔζησαν σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ἐπικρατοῦσε ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ χρειάσθηκε νὰ χρησιμοποιήσουν τὴν ὁρολογία τῆς ἐποχῆς τους γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τοὺς ἐξελληνισμένους Χριστιανούς. Ἂν ζοῦσαν στὴν σημερινὴ ἐποχὴ θὰ χρησιμοποιοῦσαν τὴν ὁρολογία τῆς ἐποχῆς μας γιὰ τὸν ἄνθρωπο, δηλαδὴ θὰ χρησιμοποιοῦσαν τοὺς βιολογικοὺς ὅρους (π. Ἰωάννης Ρωμανίδης), ὅταν βέβαια δὲν ἀνατρέπεται ἢ ὑπονομεύεται ἡ ὁρολογία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Πάντως, ρολογία πο χρησιμοποιήθηκε π τος Πατέρας κα καθιερώθηκε στς Οκουμενικς Συνόδους εναι πλέον δεδομένη, εναι μέρος τς Παραδόσεως ναπαλλοτρίωτο, δὲν μπορεῖ κανείς, ἐν ὀνόματι δῆθεν μιᾶς παλαιᾶς ἐκκλησιολογίας, νὰ τὴν ἀνατρέψη καὶ νὰ τὴν ἀπομυθεύση.
.        Οἱ πρῶτες μελέτες τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη στοὺς Ἀποστολικοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ στὸ Εὐχολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, φανερώνουν ὅτι ἡ νηπτικὴ-ἀσκητικὴ παράδοση εἶναι τὸ οὐσιαστικότερο τμῆμα τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, εἶναι ἐκεῖνο ποὺ δείχνει τὶς πραγματικὲς προϋποθέσεις τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων καὶ τῆς ὅλης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.

γ. Ἡ νηπτικὴ παράδοση καὶ ἡ Ἁγία Γραφὴ

.        Τὸ νόημα τῆς νηπτικῆς-ἡσυχαστικῆς παραδόσεως περὶ τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως ἀνευρίσκεται μέσα στὴν Ἁγία Γραφὴ –Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη– ὅταν ἑρμηνεύεται μὲ ὀρθόδοξες προϋποθέσεις καὶ ὄχι μέσα ἀπὸ τὴν ἑρμηνευτική της προτεσταντικῆς θεολογίας.
.        Στὰ κατὰ καιροὺς ἐκδοθέντα βιβλία μου παρέθεσα ἄφθονο ὑλικὸ γιὰ τὸ θέμα αὐτό, ἀλλὰ ἐδῶ θὰ ἀρκεσθῶ σὲ μερικὰ παραδείγματα.
.        Ο μακαρισμο το Χριστο, πο εναι πρώτη διδασκαλία Του, δείχνουν τί κριβς εναι πνευματικ ζω κα διασώζουν λα τ χαρακτηριστικ γνωρίσματα τς νηπτικς-συχαστικς παραδόσεως τς κκλησίας. Σὲ αὐτοὺς γίνεται λόγος γιὰ τὴν πτωχεία τοῦ πνεύματος, ὡς προϋπόθεση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ· γιὰ τὸ κατὰ Θεὸν πένθος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν παράκληση· γιὰ τὴν πραότητα ὡς προϋπόθεση κληρονομήσεως τῆς γῆς· γιὰ τὴν πείνα καὶ τὴν δίψα· γιὰ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Χριστοῦ ποὺ φέρνει πνευματικὸ χορτασμό· γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη ποὺ ἀποσπᾶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ· γιὰ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, διὰ τῆς ὁποίας βλέπει κανεὶς τὸν Θεό· γιὰ τὴν εἰρηνοποιΐα, γιατί ἔτσι γίνεται κανεὶς υἱὸς τοῦ Θεοῦ· γιὰ τὸν διωγμὸ γιὰ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ὀνειδισμὸ ἕνεκέν Του, γιατί ἔτσι ἀποκτᾶται ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἀγαλλίαση καὶ ὁ μισθὸς στοὺς οὐρανοὺς (Ματθ. ε´ 1-13).
.        Μελετώντας κανεὶς προσεκτικά τους μακαρισμοὺς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι στὴν πραγματικότητα συνιστοῦν τὸν ἀληθινὸ ἐκκλησιαστικὸ τρόπο ζωῆς, βλέπει ὅτι προτρέπονται οἱ Χριστιανοὶ νὰ τηροῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ κυρίως παρατηρεῖ ὅτι ὅλα τὰ μεγάλα ἀγαθά, ἡ ὅραση τοῦ Θεοῦ, ἡ μέθεξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ βίωση τῆς υἱοθεσίας εἶναι προϋπόθεση τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι ἡ ταπείνωση, τὸ πένθος, ἡ πραότητα, ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ὁ διωγμὸς καὶ τὸ μαρτύριο γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ.
.        Στὴν συνέχεια, ἂν μελετήση κανεὶς τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ στὸ ὄρος Θαβὼρ καὶ τὴν μέθεξη τῆς δόξης τοῦ ἀκτίστου Φωτὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς Μαθητὲς (Ματθ. ιϛ´ , 28 – ιζ´1-8), σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν φανέρωση τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ καὶ τὴν βίωση τοῦ μυστηρίου τῆς Πεντηκοστῆς, τότε καταλαβαίνει σὲ τί συνίσταται ἡ πνευματικὴ ζωή.
.        Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος στὶς καθολικές του ἐπιστολὲς ἀναφέρεται σὲ ὅλην αὐτὴν τὴν ἡσυχαστικὴ ζωὴ ποὺ πρέπει νὰ ζοῦν οἱ Χριστιανοί: «Ὡς πάντα ἡμῖν τῆς θείας δυνάμεως αὐτοῦ τὰ πρὸς ζωὴν καὶ εὐσέβειαν δεδωρημένης διὰ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ καλέσαντος ἠμᾶς διὰ δόξης καὶ ἀρετῆς, δι᾽ ὧν τὰ τίμια ἡμῖν καὶ μέγιστα ἐπαγγέλματα δεδώρηται, ἵνα διὰ τούτων γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσμῳ ἐν ἐπιθυμίᾳ φθορᾶς» (Β´ Πέτρ. α´ 3-4).
.        Πρέπει κανεὶς νὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν κοσμικὴ νοοτροπία καὶ νὰ φθάση στὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Στὴν συνέχεια ἀναφέρεται στὴν πίστη ποὺ συνδέεται μὲ τὴν ἀρετή, τὴν γνώση, τὴν ἐγκράτεια, τὴν ὑπομονή, τὴν εὐσέβεια, τὴν φιλαδελφία, τὴν ἀγάπη. Μὲ αὐτὰ φθάνει ὁ ἄνθρωπος στὴν ἐπίγνωση τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει αὐτὰ «τυφλός ἐστι, μυωπάζων, λήθην λαβὼν τοῦ καθαρισμοῦ τῶν παλαιῶν αὐτοῦ ἁμαρτιῶν» (Β´ Πέτρ. α´5-9).
.        Προτρέπει τοὺς Χριστιανοὺς νὰ ἀγωνίζωνται γιὰ νὰ ἐπιτύχουν τὸν σκοπό τους· «διὸ μᾶλλον, ἀδελφοί, σπουδάσατε βεβαίαν ὑμῶν τὴν κλῆσιν καὶ ἐκλογὴν ποιεῖσθαι· ταῦτα γὰρ ποιοῦντες οὐ μὴ πταίσητε πότε. οὕτω γὰρ πλουσίως ἐπιχορηγηθήσεται ὑμῖν ἡ εἴσοδος εἰς τὴν αἰώνιον βασιλείαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β´ Πέτρ. α´ 10-11).
.        Προσδιορίζοντας δὲ τί εἶναι αὐτὴ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀναφέρεται στὴν φανέρωση τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ στὸ Ὄρος Θαβώρ, ποὺ διακρίνεται σαφέστατα ἀπὸ τὴν φιλοσοφία, ἡ ὁποία εἶναι «σεσοφισμένοι μύθοι»: «οὐ γὰρ σεσοφισμένοις μύθοις ἑξακολουθήσαντες ἐγνωρίσαμεν ὑμῖν τὴν τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ δύναμιν καὶ παρουσίαν, ἀλλ᾽ ἐπόπται γενηθέντες τῆς ἐκείνου μεγαλειότητος. Λαβὼν γὰρ παρὰ Θεοῦ πατρὸς τιμὴν καὶ δόξαν φωνῆς ἐνεχθείσης αὐτῷ τοιᾶσδε ὑπὸ τῆς μεγαλοπρεποῦς δόξης, οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, εἰς ὃν ἐγὼ εὐδόκησα, καὶ ταύτην τὴν φωνὴν ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐξ οὐρανοῦ ἐνεχθεῖσαν, σὺν αὐτῷ ὄντες ἐν τῷ ὄρει τῷ ἁγίω. καὶ ἔχομεν βεβαιότερον τὸν προφητικὸν λόγον, ᾧ καλῶς ποιεῖτε προσέχοντες ὡς λύχνῳ φαίνοντι ἐν αὐχμηρῷ τόπῳ, ἕως οὐ ἡμέρα διαυγάςῃ καὶ φωσφόρος ἀνατείλῃ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν» (Β´ Πέτρ. α´ 5-19).
.        Στὸ ἀποστολικὸ αὐτὸ κείμενο φαίνεται σαφέστατα ποιά εἶναι ἡ κλήση τῶν Χριστιανῶν, τί εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πῶς ἀξιώνεται κανεὶς αὐτῆς τῆς θεωρίας καί, βεβαίως, ὅτι πρόκειται γιὰ ἐμπειρία τῆς ἀκτίστου δόξης ποὺ διακρίνεται ἀπὸ κάθε φιλοσοφία, πλατωνικὴ καὶ νεοπλατωνική.
.        Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση φαίνεται στὸ πρῶτο κεφάλαιο τῆς Α´ Καθολικῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ἐκεῖ προτρέπονται ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ νὰ περιζώσουν τὴν διάνοιά τους, νὰ εἶναι νήφοντες, νὰ ἐλπίσουν τελείως «ἐπὶ τὴν φερομένην ὑμῖν χάριν ἐν ἀποκαλύψει Ἰησοῦ Χριστοῦ», ὡς τέκνα τῆς ὑπακοῆς νὰ μὴ συσχηματίζονται μὲ τὶς ἐπιθυμίες ποὺ εἶχαν κατὰ τὸν χρόνο τῆς ἀγνοίας, πρὶν τὸ Βάπτισμα, ἀλλὰ νὰ ζοῦν σύμφωνα μὲ τὴν κλήση τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, νὰ γίνουν καὶ αὐτοὶ ἅγιοι, σὲ κάθε ἀναστροφὴ (Α´ Πέτρ. α´ 13-17). Καὶ ἐδῶ ἡ βίωση τῶν μεγάλων ἀγαθῶν προϋποθέτει τὴν συγκέντρωση τῆς διανοίας, τὴν νήψη, τὴν ἐλπίδα τῆς ἀπολαύσεως τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ τῆς θεοπτίας, καὶ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο γίνονται ἅγιοι. Ἡ ἁγιότης δὲν εἶναι κάτι δεδομένο ποὺ δίνεται μηχανικὰ καὶ μαγικά, ἀλλὰ προϋποθέτει τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου.
.        Αὐτὰ εἶναι μερικὰ παραδείγματα ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη, ἀλλὰ ὑπάρχει πληθώρα τέτοιων χωρίων ποὺ δείχνουν ὅλη τὴν προοπτικὴ τῆς καθάρσεως τῆς καρδιᾶς, τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ καὶ τῆς θεοπτίας, ὥστε νὰ μὴν χρειάζεται νὰ προσλάβουν οἱ Πατέρες αὐτὴν τὴν διδασκαλία ἀπὸ τὸν πλατωνισμὸ καὶ τὸν νεοπλατωνισμό. Πλούσιο ὑλικὸ μπορεῖ κανεὶς νὰ βρῆ στὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅπως τὸ ἔκανα σὲ ἕνα κείμενό μου μὲ τίτλο «Ἡ ἡσυχία καὶ ἡ θεοπτία στὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

, , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ”-πρόκειται γιὰ μία προτεσταντικὴ αἱρετικὴ κακοήθεια, ποὺ εἰσῆλθε μέσα στὸν ὀργανισμὸ μερικῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνη ἕνας ἐκκλησιαστικὸς κακοήθης ὄγκος ποὺ θὰ προσβάλη τὸν ὀργανισμὸ τῆς Ἐκκλησίας».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Γ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

3. Εὐρύτερες ἀναλύσεις

.       Ἡ σύντομη ἀντίκρουση τῆς κυοφορουμένης αὐτῆς αἰρέσεως μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία προηγήθηκε, μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ προχωρήσουμε σὲ εὐρύτερες ἐπισημάνσεις, οὐσιαστικὰ νὰ ἐπεκτείνουμε τὶς σκέψεις αὐτές, γιὰ νὰ ἀντιμετωπισθῆ αὐτὴ ἡ ἐπικίνδυνη κατάσταση ποὺ μπορεῖ νὰ βλάψη τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί, ὅπως φαίνεται καθαρά, πρόκειται γι μία προτεσταντικ αρετικ κακοήθεια, πο εσλθε μέσα στν ργανισμ μερικν μελν τς κκλησίας κα δν πρέπει ν γίνη νας κκλησιαστικς κακοήθης γκος πο θ προσβάλη τν ργανισμ τς κκλησίας.
.       Θὰ μποροῦσα πρὸς ἀνατροπὴ ὅλων αὐτῶν τῶν θεωριῶν νὰ παραπέμψω στὸ δίτομο βιβλίο ποὺ ἐξέδωσα μὲ τίτλο «Ἐμπειρικὴ Δογματική», μέσα στὸ ὁποῖο παρουσιάζεται ἡ διδασκαλία τοῦ αὐθεντικοῦ καὶ γνησίου δογματολόγου π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος γνώρισε ὅλες αὐτὲς τὶς ἀπόψεις στὴν Ἀμερική, ἀπὸ τὴν σχολαστικὴ καὶ προτεσταντικὴ θεολογία τὶς ὁποῖες σπούδασε, καὶ μᾶς παρουσίασε τὴν γνησιότητα τῆς πατερικῆς σκέψης καὶ ζωῆς.
.       Ὅλες αὐτὲς οἱ ἀπόψεις ποὺ διατυπώθηκαν ἀπὸ μερικοὺς συγχρόνους θεολόγους ἀντιμετωπίζονται πολὺ καλὰ ἀπὸ τὸν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, σὲ κείμενα ποὺ θὰ δημοσιευθοῦν καὶ ἀργότερα, καὶ ατς εναι λόγος γι τν ποο τν χουν δυσφημήσει πολύ.
.       Ἀλλὰ ἡ λήθεια θ λάμψη, φο δν θὰ φήση Θες τὸ νειδος νὰ πικρατήση μέσα στν γιασμένο κα ελογημένο χρο τς ρθοδόξου κκλησίας, πως ατ φάνηκε στν στορία τς κκλησίας. Τ αθεντικ θὰ ντέξη στν χρόνο κα στς πιέσεις, ν τ ψεύτικο θὰ ξαφανισθ.

.       Στὴν συνέχεια θὰ ὑπογραμμίσω μερικὰ χαρακτηριστικὰ σημεῖα ποὺ ἀποδεικνύουν τὴν προτεσταντικὴ αὐτὴ αἱρετικὴ κακοήθεια ποὺ ἐπηρέασε καὶ μερικοὺς Ὀρθοδόξους, ὥστε νὰ μὴ γίνουν πνευματικὸς καὶ ἐκκλησιαστικὸς ὄγκος καὶ προκαλέση ἀσθένειες στοὺς Χριστιανούς.

α. Οἱ προϋποθέσεις τοῦ ὀρθοδόξως θεολογεῖν

.            Οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς δίδαξαν ὅτι προκειμένου νὰ ἀντιμετωπισθῆ μία διδασκαλία πρέπει νὰ τονίζωνται οἱ προϋποθέσεις τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας. Τὸ ἐρώτημα εἶναι: ποιός τελικὰ εἶναι θεολόγος μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ποιός μπορεῖ νὰ θεολογῆ; Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στὴν ἀρχὴ τῶν θεολογικῶν του λόγων, μὲ τοὺς ὁποίους ἀντιμετώπισε τὴν αἵρεση τῶν Ἀρειανῶν, κυρίως τῶν Εὐνομιανῶν τῆς ἐποχῆς του, ποὺ ἦταν ἡ κυριότερη αἵρεση μεταξὺ τῶν Ἀρειανῶν, οἱ ὁποῖοι Ἀρειανοὶ χρησιμοποιοῦσαν φιλοσοφικὰ ἐπιχειρήματα, χρειάσθηκε νὰ κάνη λόγο γιὰ τὶς προϋποθέσεις τοῦ ὀρθοδόξως θεολογεῖν, δηλαδὴ τόνισε ποιός μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ θεολογῆ.
.       Ἐκεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος κάνει λόγο γιὰ «τοὺς ἐν λόγῳ κομψούς», ποὺ χαίρονται «ταῖς βεβήλοις κενοφωνίαις» καὶ τὶς ἀντιθέσεις «τῆς ψευδωνύμου γνώσεως», ἀλλὰ εἶναι καὶ «σοφισταὶ λόγων ἄτοποι καὶ παράδοξοι». Μὲ τὸν φιλοσοφικὸ λόγο τῶν Εὐνομιανῶν «κινδυνεύει τεχνύδριον εἶναι τὸ μέγα ἡμῶν μυστήριον». Τὸν εὐνομιανὸ ποὺ θεολογεῖ φιλοσοφικὰ καὶ ζῆ ἐκτὸς τῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας τὸν ὀνομάζει «διαλεκτικὸν καὶ λάλον».
.       Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ξεκαθαρίζει γιὰ τὸ ποιὲς εἶναι οἱ βασικὲς προϋποθέσεις τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας. Λέγει ὅτι ἡ θεολογία δὲν εἶναι ὁποιοδήποτε ἔργο, μάλιστα αὐτῶν ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὰ χαμηλά. Δὲν εἶναι ὅλων τὸ ἔργο νὰ θεολογοῦν, ἀλλὰ «τῶν ἐξητασμένων καὶ διαβεβηκότων ἐν θεωρίᾳ καὶ πρὸ τούτων καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα κεκαθαρμένων ἢ καθαιρομένων, τὸ μετριώτατον».
.       Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο, γιατί εἶναι ἐπικίνδυνο στὸν «μὴ καθαρὸν ἅπτεσθαι καθαρῷ», ὅπως εἶναι ἐπικίνδυνη ἡ ἡλιακὴ ἀκτίνα σὲ ἄρρωστο ὀφθαλμό. Ἔτσι, ἐκεῖνος ποὺ θεολογεῖ πρέπει προηγουμένως νὰ καθαρισθῆ, ἀλλιῶς καταλήγει σὲ αἵρεση. Καὶ γιὰ νὰ ἔχη αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις τῆς θεολογίας πρέπει νὰ περάση μέσα ἀπὸ τὴν ἡσυχία. Δηλαδή, μποροῦμε νὰ θεολογοῦμε «ἡνίκα ἂν σχολὴν ἄγωμεν ἀπὸ τῆς ἔξωθεν ἰλύος καὶ ταραχῆς, καὶ μὴ τὸ ἡγεμονικὸν ἡμῶν συγχέηται τοῖς μοχθηροῖς τύποις καὶ πλανωμένοις», σὰν νὰ ἀναμειγνύωνται τὰ καλλιγραφημένα γράμματα μὲ τὰ ἄσχημα ἢ ἡ εὐωδία τῶν μύρων μὲ τὴν ἀκαθαρσία. Πρέπει κανεὶς προηγουμένως νὰ σχολάση, γιὰ νὰ γνωρίση τὸν Θεό. «Δεῖ γὰρ τῷ ὄντι σχολᾶσαι καὶ γνῶναι Θεόν».
.          Ἡ διδασκαλία αὐτὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ποὺ προτάσσεται τῶν θεολογικῶν του λόγων, δείχνει καθαρὰ ὅτι δίνεται μεγάλη σημασία στὶς προϋποθέσεις τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, γιατί ὅταν αὐτὲς οἱ προϋποθέσεις ἀλλοιώνωνται, τότε ἀναποδράστως ὁ ἄνθρωπος ὁδηγεῖται σὲ ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καί, ἑπομένως, στὴν κακοδοξία καὶ τὴν αἵρεση.
.       Ἔτσι, οἱ ἀπαραίτητες προϋποθέσεις τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας εἶναι ἡ ἱερὰ ἡσυχία, ἡ σχόλη κατὰ Θεόν, ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη, ὁ φωτισμὸς τοῦ νοῦ. Αὐτὰ ποὺ λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος δὲν εἶναι μία ἄλλη μεταγενέστερη ἐκκλησιολογία, ἀλλὰ ἡ ὀρθὴ ἐκκλησιολογία, ποὺ τὴν συναντᾶμε στοὺς Ἀποστόλους, ἀλλὰ καὶ τοὺς Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καὶ ὅταν αὐτὴ καταργῆται, τότε δὲν ὑπάρχει καμμιὰ βεβαιότητα γιὰ τὴν ἀπόδοση τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας καὶ ἐκκλησιολογίας.
.       Στὸν Λόγο στὰ Θεοφάνεια, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁμιλεῖ γιὰ τὴν κάθαρση, τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν θέωση ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, γιὰ νὰ φθάση ὁ ἄνθρωπος στὸ χάρισμα τῆς ἀληθείας καὶ νὰ δουλεύη «Θεῶ ζῶντι καὶ ἀληθινῷ».
.       Μόνον ἔτσι μπορεῖ κανεὶς νὰ φιλοσοφῆ-θεολογῆ περὶ τοῦ Θεοῦ. Καὶ στὴν συνέχεια καθορίζει τὸν τρόπο τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας: «Οὗ γὰρ φόβος, ἐντολῶν τήρησις· οὗ δὲ ἐντολῶν τήρησις, σαρκὸς κάθαρσις τοῦ ἐπιπροσθοῦντος τῇ ψυχῇ νέφους, καὶ οὐκ ἐῶντος καθαρῶς ἰδεῖν τὴν θείαν ἀκτῖνα· οὗ δὲ κάθαρσις, ἔλλαμψις· ἔλλαμψις δέ, πόθου πλήρωσις, τοῖς τῶν μεγίστων, ἡ τοῦ μεγίστου, ἡ ὑπὲρ τὸ μέγα ἐφιεμένοις».
.       Αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο «διὰ τοῦτο καθαρτέον ἑαυτὸν πρῶτον, εἴτα τῷ καθαρῷ προσομιλητέον». Σαφέστατα ἐδῶ γίνεται λόγος γιὰ κάθαρση, ἔλλαμψη-φωτισμὸ καὶ πορεία πρὸς τὸ «μέγα», δηλαδὴ τὴν ὅραση τοῦ ἀκτίστου Φωτός, τὴν θεοπτία, ὁπότε ἀποκτᾶται ἡ ἀληθινὴ θεογνωσία.
.       ερσυχία εναι ρθόδοξος τρόπος ζως, πως τν συναντμε στν γία Γραφ κα τν Παράδοση τς κκλησίας καπως τν ζησαν ο Προφτες, οπόστολοι κα ογιοι δι μέσου τν αώνων. Δν πρόκειται γι μία «κκλησιολογία» μεταγενέστερη ποποσκέλισε καξουδετέρωσε τν «ρχέγονη κκλησιολογία». Οὔτε μερικοὶ Πατέρες ἐπηρέασαν τοὺς ἄλλους μεταγενέστερους Πατέρες.
.       Διερωτῶμαι: ὅσοι διατυπώνουν τέτοιες ἀπόψεις θεωροῦν τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀνόητους καὶ ἀνώριμους ποὺ δέχονται ἁπλῶς ἀνέλεγκτα μερικὲς θεωρίες ποὺ δημιούργησαν κάποιοι ἄλλοι, καὶ οἱ ὁποῖες θεωρίες ἀλλοιώνουν τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε συντελοῦν καὶ αὐτοὶ ἀφελῶς στὴν παρέκλιση ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία;
.       Καὶ τὸ χειρότερο εἶναι ὅτι δῆθεν ἔρχεται στὴν συνέχεια ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν Πατέρων στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ κατοχυρώνει αὐτὴν τὴν ἀλλοίωση! πορ πς τέτοια σοφίσματα ποστηρίζονται π δθεν ρθοδόξους, ποναμασον τς διατυπωθεσες προτεσταντικὲς πόψεις.
.       Ἡ ἄποψη ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως παραθεωρεῖ τελείως τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν διδασκαλία ὅτι οἱ ἅγιοι εἶναι θεούμενοι, ὅπως ἐπανειλημμένως τονίζεται στὰ κείμενα τῶν Πατέρων καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

.       Κάνοντας λόγο γισυχαστικ τρόπο ζως ννοομε λη τν εαγγελικ ζωή, ποναφέρεται στν γώνα γι τν ντιμετώπιση το διαβόλου, το θανάτου κα τς μαρτίας, γι τν θεραπεία τν λογισμν, τν καθαρότητα τς καρδις, τν νεργοποίηση τς νοερς νεργείας, στε νος ν προσεύχεται καθαρ στν Θεό, τν πόκτηση τς νιδιοτελος γάπης, τν θεραπεία το τριμερος τῆς ψυχς κλπ. Ατσκητικ ζω συνδέεται στενότατα μ τν μυστηριακ ζω καποτελε τν πεμπτουσία το εαγγελικοκκλησιαστικο τρόπου ζως.
.       Ἐδῶ πρέπει νὰ σημειωθῆ ὅτι ὁ Εὐάγριος ὁ Ποντικός, γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ νέοι προτεσταντίζοντες θεολόγοι θεωροῦν ὅτι εἰσήγαγε τὴν παρέκκλιση ἀπὸ τὴν «ἀρχέγονη ἐκκλησιολογία» καὶ ὅτι δῆθεν αὐτὸς ἐπηρέασε τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, χειροτονήθηκε διάκονος ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο καὶ ὑπηρέτησε ὡς διάκονός του, ὅταν ἐκεῖνος ἦταν Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Βεβαίως, ὁ Εὐάγριος δέχθηκε ἕναν ἐπηρεασμὸ ἀπὸ τὸν Ὠριγένη σὲ μερικὲς ἀπόψεις, ἀλλὰ σὲ θεολογικὰ θέματα ἐπηρεάσθηκε ἀπὸ τοὺς Καππαδόκες Πατέρες, μάλιστα δὲ στὴν ἀσκητική του διδασκαλία ἀποτυπώνεται ἡ μοναχικὴ παράδοση τῆς ἐρήμου, ὅπως βιωνόταν στὴν ἐποχή του, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ.
.       Πάντως, ἡ θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ ὡς ἐπηρεασμὸς ἀπὸ τὸν Εὐάγριο τὸν Ποντικό, μᾶλλον τὸ ἀντίθετο ἔγινε, ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στὰ ἡσυχαστικὰ θέματα ἐπηρέασε τὸν Εὐάγριο, ὁ ὁποῖος διετύπωσε αὐτὴν τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση μὲ τὸν δικό του λεκτικὸ τρόπο.
.       Ἐδῶ πρέπει νὰ σημειώσω ὅτι ὁ τίτλος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου εἶναι Θεολόγος καὶ ὄχι Ναζιανζηνός, ὅπως τὸν ἔλεγαν περιφρονητικὰ οἱ ἐχθροί του ἀρειανοὶ στὴν ἐποχή του καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνουν καὶ οἱ Προτεστάντες στὴν ἐποχή μας, ἀλλὰ καὶ μερικοὶ Ὀρθόδοξοι ποὺ ἐπηρεάζονται ἀπὸ αὐτούς. Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι θὰ τὸν ἀποκαλοῦμε ὅπως τὸν χαρακτηρίζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἤτοι ἅγιο Γρηγόριο Θεολόγο, Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως.

.       Μὲ ὅσα γραφοῦν στὴν συνέχεια, θὰ διευκρινισθῆ ἀκόμη περισσότερο ἡ διδασκαλία αὐτὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

, , , , , , , ,

Σχολιάστε