Ἄρθρα σημειωμένα ὡς εἰλικρίνεια

«ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ ΧΩΡΙΣ ΣΠΛΑΧΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑ» (γέρ. Παΐσιος Ἁγιορ.)

ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ ΧΩΡΙΣ ΣΠΛΑΧΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
«ΛΟΓΟΙ Β´, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ»

κδ. Ἱ. Ἡσυχαστ. “Εὐαγγελιστὴς Ἰω. ὁ Θεολόγος”,
Σουρωτὴ Θεσ/νίκης, 1999,
σελ. 77–78
(«Ἡ πνευματικὴ εἰλικρίνεια νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη»

.            Ὁ κόσμος πάει ἄσχημα σήμερα, γιατί ὅλοι λένε μεγάλες «ἀλήθειες», ποὺ δὲν ἀνταποκρίνονται ὅμως στὴν πραγματικότητα. Τὰ γλυκὰ λόγια καὶ οἱ μεγάλες ἀλήθειες ἔχουν ἀξία, ὅταν βγαίνουν ἀπὸ ἀληθινὰ στόματα, καὶ πιάνουν τόπο μόνο στοὺς καλοπροαίρετους ἀνθρώπους καὶ σ᾽ ἐκείνους ποὺ ἔχουν καθαρὸ νοῦ.
.            – Γέροντα, ὑπάρχει εἰλικρίνεια κοσμικὴ καὶ εἰλικρίνεια πνευματική;
– Ναί, βέβαια. Ἡ κοσμικὴ εἰλικρίνεια ἔχει ἀδιακρισία.
– Μιλάει δηλαδὴ κανεὶς εὐκαίρως-ἀκαίρως;
– Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτό· ἡ ἀλήθεια εἶναι ἀλήθεια· ἀλλά, ν πς καμμι φορ τν λήθεια χωρς διάκριση, ατ δν εναι λήθεια. Π.χ. εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ τάδε εἶναι βλαμμένος. Ἂν πᾶς ὅμως νὰ τὸ πῆς αὐτό, δὲν ὠφελεῖς. Ἢ ἄλλος λέει: «Γιὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, θὰ πάω νὰ ἁμαρτήσω στὴν πλατεία». Αὐτὸ δὲν εἶναι εἰλικρίνεια. ποιος χει πολλ διάκριση, χει ρχοντικ γάπη, θυσία κα ταπείνωση, κα τν πικρ κόμη λήθεια τν λέει μ πολλ πλότητα κα τν γλυκαίνει μ τήν καλωσύνη του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ὠφελῆ πιὸ θετικὰ ἀπὸ τὰ γλυκὰ λόγια, ὅπως τὰ πικρὰ φάρμακα ὠφελοῦν περισσότερο ἀπὸ τὰ γλυκὰ σιρόπια.
.            Ἡ ἀλήθεια, ὅταν χρησιμοποιῆται χωρὶς διάκριση, μπορεῖ νὰ κάνη ἔγκλημα. Μερικο νεργον ν νόματι τς ληθείας κα γκληματον. Ὅταν κανεὶς ἔχη εἰλικρίνεια χωρὶς διάκριση, μπορεῖ νὰ κάνη διπλὸ κακό· πρῶτα στὸν ἑαυτό του καὶ ὕστερα στοὺς ἄλλους, γιατί ατὴ ελικρίνεια δν χει σπλάχνα. Ὅποιος θέλει νὰ εἶναι πράγματι εἰλικρινής, ἂς ξεκινήση νὰ εἶναι εἰλικρινὴς πρῶτα μὲ τὸν ἑαυτό του, γιατί ἀπὸ ᾽κεῖ ξεκινάει ἡ πνευματικὴ εἰλικρίνεια. Ὅταν κανεὶς δὲν εἶναι εἰλικρινὴς μὲ τὸν ἑαυτό του, κοροϊδεύει καὶ ἀδικεῖ τουλάχιστον μόνον τὸν ἑαυτό του. Ὅταν ὅμως συμπεριφέρεται χωρὶς εἰλικρίνεια πρὸς τοὺς ἄλλους, ἁμαρτάνει θανάσιμα, γιατί κοροϊδεύει τοὺς ἄλλους.
– Μπορεῖ, Γέροντα, νὰ κινῆται κανεὶς ἔτσι ἀπὸ ἁπλότητα;
– Τί ἁπλότητα! Ποῦ τὴν βρῆκες σὲ ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο τὴν ἁπλότητα! Ἂν εἶναι παιδάκι, θὰ ἔχη ἁπλότητα. Ἂν εἶναι Ἅγιος, θὰ ἔχη ἁπλότητα. Ἂν εἶναι μεγάλος καὶ δὲν εἶναι καθυστερημένος στὸ μυαλὸ καὶ κινεῖται ἔτσι, θὰ εἶναι διάβολος.
– Καὶ πῶς αἰσθάνεται αὐτός;
– Κόλαση σωστή. Ὁ ἕνας πειρασμὸς διαδέχεται τὸν ἄλλο. Συνέχεια πειρασμοί.
– Γέροντα, δὲν πρέπει ὅμως νὰ φέρεται κανεὶς μὲ εὐθύτητα;
Ἡ εὐθύτητα, ἔτσι ὅπως τὴν χρησιμοποιοῦν πολλοί, ἔχει ἕνα νομικὸ πνεῦμα. «Εἶμαι εὐθύς, λένε, “κηρύττω ἐπὶ τῶν δωμάτων” [Λουκ. ιβ´ 3]», καὶ κάνουν τὸν ἄλλον ρεζίλι, ἀλλὰ τελικὰ γίνονται οἱ ἴδιοι ρεζίλι.

, ,

Σχολιάστε

«ΝΑ ΕΧΕΤΕ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ»

«Νὰ ἔχετε διαφάνεια. Νὰ εἶσθε εἰλικρινεῖς. Πέρα γιὰ πέρα. Τὸ ναὶ νὰ εἶναι ναί. Καὶ τὸ ὄχι, ὄχι. Μὴν ξεχνᾶτε ποτὲ τοῦτο: Ὅ,τι ἔχετε στὴν καρδιά, δὲν ὑποχρεοῦσθε νὰ τὸ ἔχετε καὶ στὰ χείλη. Μά, ὅ,τι ἔχετε στὰ χείλη, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ τὸ ἔχετε καὶ στὴν καρδιὰ» (Γέρων Ἰωήλ).

ΠΗΓΗ: http://www.facebook.com/Apanthisma

,

Σχολιάστε

«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΡΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΥΠΟΚΡΙΝΕΤΑΙ»

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἐπειδὴ πολὺ ἀκούστηκε τελευταῖα ὅτι δῆθεν οἱ “μάσκες ἔπεσαν” (ἂν καὶ ξαναφορέθηκαν…): «Ἀπεκρίθη οὖν αὐτῷ ὁ Κύριος καὶ εἶπεν· ὑποκριτά, ἕκαστος ὑμῶν τῷ σαββάτῳ οὐ λύει τὸν βοῦν αὐτοῦ ἢ τὸν ὄνον ἀπὸ τῆς φάτνης καὶ ἀπαγαγὼν ποτίζει;». Ἡ ἀτμόσφαιρα στὴν σημερινὴ Ἑλλάδα βρωμάει σαπισμένη ὑποκρισία. Προσφυέστατα ἐγράφη πρὸ ἡμερῶν: «Ἔχουμε ἀντιληφθεῖ ὄχι μόνο ἐμεῖς ἀλλὰ καὶ ὅλος σχεδὸν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς σχετικὰ μὲ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ προσωπεῖα τοῦ πολιτικοῦ, κομματικοῦ, πνευματικοῦ ἀλλὰ καὶ ἐκκλησιαστικοῦ προσκηνίου καὶ παρασκηνίου» (orthodox-watch.blogspot.com)

Οἱ τρόποι συμπεριφορᾶς
ἀποκαλύπτουν τὸν ἀληθινὸ χαρακτήρα τοῦ ἀνθρώπου;

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Σαράντου Ι. Καργάκου:
«Προβληματισμοὶ – ἕνας διάλογος μὲ τοὺς νέους.»
Τόμος Ε´ , ἐκδ. GUTENBERG, ΑΘΗΝΑ 1997 

.          Μήπως ὁ ἄνθρωπος κρίνεται ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὑποκρίνεται; Ἡ ἐπιφάνεια πιὸ συχνὰ καλύπτει παρὰ ἀποκαλύπτει. Ὅσο περισσότερο στίλβουσα εἶναι, τόσο πιθανότερο εἶναι νὰ κρύβει βοῦρκο παρὰ πλοῦτο.
.          Στὴν ἐποχὴ τῆς διαφήμισης μάλιστα, ποὺ ἡ ζωὴ ἔγινε πρωτάθλημα ὑποκρισίας, τὸ πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου διαμορφώνεται ἀπὸ τὸ διαφημιστικὸ “λίφτιγκ”. Δὲν ἐνδιαφέρει τὸ πρόσωπο ἀλλὰ τὸ προσωπεῖο. Ἔτσι πολλοὶ μιλᾶνε γιὰ μία ζωὴ ποὺ μοιάζει μὲ θέατρο. Ὄντως ὑπάρχουν ἄνθρωποι τοῦ θεάτρου καὶ ἄνθρωποι ποὺ εἶναι θέατρο ἀνθρώπου. Στὴν περίπτωσή τους δὲν ἐνδιαφέρει τὸ ἔργο ἀλλὰ τὸ φανταχτερὸ σκηνικό.
.          Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος –ὄχι βέβαια σὲ ἀπόλυτους ἀριθμούς–, προκειμένου ν’ ἀποκτήσει τὸ ποθητὸ προσωπεῖο –ποὺ στὴν κοσμικὴ γλώσσα λέγεται image– χάνει τὸ αὐθεντικό του πρόσωπο– γίνεται μία ἀπρόσωπη ἔκφραση προσωπικότητας· μία ἄοσμη, ἄχρωμη, ἄγευστη ὀντότητα. Ὑποχρεώνεται σὲ μία διατεταγμένη προσαρμογή. Ρευστοποιεῖται καὶ προσποιεῖται πὼς εἶναι κάτι διαφορετικὸ ἀπ’ ὅ,τι εἶναι. Ἡ ὑποκρισία γίνεται ἀνάγκη. Πολλὲς φορὲς ὁ ἄνθρωπος λέει πράγματα ποὺ δὲν πιστεύει καὶ πιστεύει σὲ πράγματα χωρὶς νὰ τὸ λέει. Δὲν εἶναι ζήτημα φόβου ἀλλὰ συμφέροντος. Ἕνας χρυσὸς κανόνας –χρυσὸς μὲ κάθε ἔννοια– συμπεριφορᾶς διδάσκει νὰ σκέπτεσαι ὄχι τί θὰ προσφέρεις γιὰ ν’ ἀποκομίσεις ἀλλὰ τί θ’ ἀποκομίσεις γιὰ νὰ προσφέρεις.
.         Ὑπάρχει ἀκόμη κι ὁ φόβος. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι δὲν κρίνουν, οὔτε συγκρίνουν, κατακρίνουν. Αὐτὸ ὑποχρεώνει τὸν ἄλλον ἄνθρωπο –ποὺ δὲν θέλει νὰ ἐκτεθεῖ στὰ βέλη μίας κακόβουλης κριτικῆς– νὰ υἱοθετεῖ ἕναν τρόπο ζωῆς, ποὺ δὲν τὸν ἐκφράζει, ποὺ παραποιεῖ τὴν πραγματική του ὑπόσταση. Ἴσως, λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι νὰ ὑποκρίνονται, ἐπειδὴ κρίνονται καὶ μάλιστα ὄχι μὲ τρόπο καλοπροαίρετο. “Η ποκρισία εναι σεβασμς πο προσφέρει κακία στν ρετή”, εχε πε Λούθηρος. ποιος ποκρίνεται, στ βάθος ασθάνεται τι προδίδει τν αυτό του κάποιες ξίες. φο δν μπορε ν εναι καλός, τουλάχιστον προσπαθε ν φαίνεται. Εἶναι κι αὐτὸ ἕνας ἐλάχιστος φόρος τιμῆς στὴν ἀρετή. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ. Ἡ γνησιότητα εἶναι ἡ δύναμη τῶν γενναίων, ἡ ὑποκρισία εἶναι ἡ “δύναμη” τῶν ἀδυνάτων ἢ τῶν συμφεροντολόγων. Κι εἶναι θλιβερὸ ἡ ἐντὸς εἰσαγωγικῶν δύναμη ν’ ἀποδεικνύεται δυνατότερη ἀπὸ τὴν εἰλικρινῆ καὶ ἀνυπόκριτη συμπεριφορά.
.           Ἀλλ’ ὁ κόσμος δυστυχῶς ἔχει μάθει νὰ κρίνει περισσότερο μὲ τ’ αὐτιὰ καὶ λιγότερο μὲ τὸ μυαλό. Σύμφωνα μὲ τὸ γνωστὸ μύθο τοῦ Κρυλώφ, κάποτε δύο βαρέλια κύλησαν σ’ ἕναν κατηφορικὸ δρόμο. Τὸ γεμάτο κυλοῦσε ἀθόρυβα, ἐνῶ τὸ ἄδειο παταγοῦσε ἐκκωφαντικά. Στὴν ἐποχή μας – μία ἐποχὴ πάταγου καὶ ἰλίγγου – βρίσκει τεράστια ἀνταπόκριση ἡ ἄποψη ὅτι ὅσο πιὸ ἐλαφρὸς εἶσαι τόσο ψηλότερα ἀνεβαίνεις καὶ ὅτι ὅσο πιὸ ἐντυπωσιακὸ εἶναι τὸ περιτύλιγμα τόσο πιὸ ἔντονο καὶ κυρίως ἀποτελεσματικὸ εἶναι τὸ θάμβος ποὺ προκαλεῖς. Ἔτσι, συμπεριφορ συχν καταντ πίπλαστη, συχν καλύπτεται π μία πίφαση εγένειας κα λεπτότητας, πο ρίχνει στς διαπροσωπικς σχέσεις να σπέριο φς, να μισόφωτο πο παραπλαν κα δν φήνει τν νθρωπο ν δε τ πράγματα στν πραγματική τους διάσταση.
.            Εἶναι γεγονὸς ὅτι πολλὲς φορὲς ἰσχύει αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ὁ Μπυφόν: “Le style c’ est l’ homme”(=τὸ ὕφος εἶναι ὁ ἄνθρωπος). Ὁ λόγος καὶ οἱ πράξεις ἀπηχοῦν ὅλο τὸ πνευματικὸ καὶ ἠθικὸ ἐποικοδόμημα τοῦ ἀτόμου, ὅταν βέβαια τὸ ὕφος ἐξισοῦται μὲ τὸ ἦθος. Ὅταν ὅμως σήμερα τὰ πάντα γίνονται “πρὸς τὸ θεαθῆναι”, ἔχουμε χρέος ν’ ἀναρωτηθοῦμε, μήπως τελικὰ ὁ ἄνθρωπος κρίνεται ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὑποκρίνεται. Μήπως τελικὰ οἱ τρόποι τῆς συμπεριφορᾶς μοιάζουν κάποιες φορὲς μὲ τὰ κουδούνια τοῦ παζαριοῦ, ποὺ τὰ χτυπᾶς γιὰ νὰ προσκαλεῖς τοὺς εὔπιστους —ποὺ εἶναι καὶ πιὸ ἐπιρρεπεῖς στὴν πλάνη — καὶ ν’ ἀποσπᾶς ἕνα θαυμασμό, στὸ βάθος κούφιο.
.            Τὸ πρότυπο τοῦ ἀνθρώπου τῆς “πρώτης ἐντύπωσης”, ποὺ τόσο ἔντονα “πλασάρεται” ἀπὸ τὰ συστήματα προβολῆς, δημιουργεῖ ἀνθρώπους, ποὺ κατασκευάζουν ἐπιφάνειες. Ὡστόσο, ὅπως ὁ σαλίγκαρος εἶναι αἰχμάλωτος τοῦ καβουκιοῦ του, ἔτσι κι αὐτοὶ εἶναι αἰχμάλωτοι τοῦ σκοπιμοθηρικοῦ κομφορμισμοῦ τους. Ἡ φορτικὴ εὐγένεια, ἡ μειλιχιότητα, οἱ περιττὲς φιλοφρονήσεις κρύβουν εὐτελεῖς κόλακες, ποὺ θυμίζουν νάνους γελωτοποιοὺς μεσαιωνικοῦ ἄρχοντα. Χρειάζεται, χωρὶς ἀμφιβολία, μεγάλη πείρα καὶ διεισδυτικότητα, γιὰ νὰ δεῖ κανεὶς τί κρύβεται πίσω ἀπὸ τὰ φαινόμενα.
.            Δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε πὼς σήμερα, ποὺ θέλει μεγάλη τέχνη νὰ ζήσεις καὶ πιὸ μεγάλη νὰ ἐπιζήσεις, ἡ προσποίηση ἔγινε στάση ζωῆς. Εἶναι τὸ προϊὸν μιᾶς κοινωνίας ποὺ βασίστηκε στὸ φόβο τῆς ἀλήθειας καὶ ἀγκιστρώθηκε στὸ ψέμα. Τὰ συστήματα προβολῆς θέλουν καὶ θέτουν τὸ ἰδεῶδες τοῦ “ἐπιτυχημένου” ἀνθρώπου νὰ θεμελιώνεται στὸ ἀξίωμα: “Πουλάω τὸ μέσα γιὰ ν’ ἀγοράσω τὸ ἔξω”. Μὲ τὴν ὑποκρισία κερδίζει ὁ ἐξωτερικὸς ἄνθρωπος καὶ χάνει ὁ ἐσωτερικός.
.            Παρασυρμένος, λοιπόν, ἀπὸ αὐτὰ τὰ σαθρὰ πρότυπα, ὁ ἄνθρωπος τοῦ καιροῦ μας, δὲν ἔχει καιρὸ νὰ “κτίσει” πρόσωπο. Φτιάχνει ἕναν πλαστικὸ χαρακτήρα, ποὺ τὸν βοηθᾶ νὰ κρύβει τὸν πραγματικὸ ἑαυτό του, νὰ φορᾶ προσωπεῖα –τὶς περισσότερες φορὲς ἄτεχνα– καὶ νὰ καταντᾶ ἀπρόσωπος. Πάνω σ’ ατ τ βάση θεωρε φυσικ τ φύσικο. Βιάζει τς μφυτες, σώτερες τάσεις του γι αθορμητισμό, λεύθερη κφραση κα φορ τν “όρατη στολ το βασιλιᾶ”, πο δν μπορε ν κρύψει τ γυμνότητά του. Ὁ χρόνος εἶναι ὁ ἐχθρός τῆς προσποίησης. Κάποτε κάποιο παιδικὸ βλέμμα –ἡ καθαρὴ ματιὰ– θὰ δεῖ καὶ θὰ φωνάξει πὼς “ὁ βασιλιὰς εἶναι γυμνός”. Καὶ τότε ὁ ἄνθρωπος θὰ κριθεῖ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἶναι καὶ ὄχι ἀπὸ αὐτὸ ποὺ παριστάνει ὅτι εἶναι.
.            Μετὰ τὴν παρουσία τοῦ Λουΐτζι Πιραντέλο ἀκόμη καὶ τὰ θεατρικὰ πρόσωπα διεκδικοῦν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχουν τὸ δικό τους πρόσωπο κι ὄχι τὸ πρόσωπο ποὺ τοὺς βάζει ὁ συγγραφέας. Μόνο στ θέατρο τς ζως τ πρόσωπα ποδέχονται παθητικ τ προσωπεο, κα παύουν ν εναι πρόσωπα. Γίνονται “προσωπικότητες”. Συνήθως ατ μάσκα κρύβει σαθρότητα. Εναι καλ ν δυσπιστομε πρς τος ντυπωσιακος νθρώπους. Ἀλλὰ καὶ ἡ δυσπιστία χρειάζεται μέτρο. Γιατί ὅπως ἡ εὐπιστία ἀνοίγει τὴ θύρα τῆς πλάνης, ἔτσι καὶ ἡ δυσπιστία μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει σ’ ἐσφαλμένες ἐκτιμήσεις. Συγκεκριμένα, ὑπάρχουν ἄνθρωποι εὐαίσθητοι, ποὺ ἐμφανίζονται κυνικοί, γιὰ νὰ μὴ δώσουν τὴν εὐχέρεια σὲ ἄλλους νὰ τοὺς πληγώσουν.
.            Ὑπάρχουν ἀκόμη καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἡ θέση ἢ τὸ ἀξίωμα, τοὺς ὑποχρεώνει νὰ θωρακίσουν ἢ νὰ καταπνίξουν τοὺς ἐσωτερικοὺς κραδασμούς, γιὰ νὰ ἐκπληρώσουν ἕνα σκληρὸ καθῆκον. Πολὺ συχνὰ πίσω ἀπὸ τὴν αὐστηρότητα κρύβεται ἡ πιὸ γνήσια τρυφερότητα. Τὸ σκληρὸ κέλυφος κρύβει μαργαριτάρι. πάρχει κόμη κα περίπτωση τν νέων, πο π πνεμα μοντερνισμο, θεωρον τν εγένεια δεγμα στικο κφυλισμο. Σὲ λίγο ἡ χειραψία καὶ τὸ “εὐχαριστῶ” θ’ ἀνακηρυχθοῦν διατηρητέα εἴδη. Ἡ ἐκκεντρική τους ἐμφάνιση καὶ ἡ ἄκομψη συμπεριφορά τους ἀναγκάζουν τοὺς παλαιότερους νὰ τοὺς κρίνουν συχνὰ αὐστηρά, χωρὶς νὰ ψάχνουν νὰ βροῦν τί κρύβεται ἀπὸ κάτω. Μήπως, λοιπόν, οἱ κρίσεις τῶν παλαιῶν εἶναι ὄχι αὐστηρὲς ἀλλ’ ἄδικες; Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως, μήπως ατ μ ελικρίνεια τν νέων εναι σκέτη μότητα, πο προβάλλεται ς ελικρίνεια; Δύσκολο νὰ δώσει ἀπάντηση κανείς, γιατί ἡ γενίκευση πάντα κάποιους ἀδικεῖ.
.            Ἕνα πάντως φαίνεται ἀδιαμφισβήτητο: τὸ “εἶναι” καὶ τὸ “φαίνεσθαι” ἔχουν συναιρεθεῖ ἐπικίνδυνα, πρὸς ὄφελος τοῦ “φαίνεσθαι”. Τὸ “εἶναι” δὲν ἔχει πιὰ τόση σημασία. Ἰσχύει τὸ τσαρουχικό: “Στὴν Ἑλλάδα εἶσαι ὅ,τι δηλώσεις”. Ὁ ἄνθρωπος δὲν στέκεται πάντα ἐρευνητικὸς κι ἐπιφυλακτικὸς σ’ ὅ,τι τοῦ παρουσιάζεται ἐκθαμβωτικό. Ἔτσι, ναρκισσικοὶ δοκησίσοφοι, μεγαλόσχημοι ἀπατεῶνες, ματαιόδοξοι κενολόγοι καὶ ἀπόστολοι τῆς οὐτοπίας, συχνὰ κερδίζουν τὴν ἀναγνώριση καὶ τὴν ἐπιτυχία, κάνοντας νὰ μοιάζει μὲ χίμαιρα ὁ στίχος τοῦ Παλαμᾶ: “γεῖρε, ἂν θέλεις νὰ ὑψωθεῖς”. Ὡστόσο, εἶναι ἀνάγκη νὰ φανοῦμε ἐπιφυλακτικοί, ξέροντας ἀπὸ πείρα πὼς “ὅ,τι λάμπει, δὲν εἶναι χρυσός” καὶ πὼς “τὰ κενὰ δοχεῖα ἠχοῦν περισσότερο” (vasa inania plurimum sonant).
.            Εἶναι χρέος νὰ ξεπεράσουμε τὸ προσωπικὸ καὶ ν’ ἀνεβοῦμε στὸ ὑπερπροσωπικό· ὄχι νὰ κατεβοῦμε στὸ ἀπρόσωπο. Ὁ χαμαιλεοντισμὸς δὲ δείχνει οὔτε ὕφος, οὔτε ἦθος. Ἡ ἰανόμορφη συμπεριφορὰ θὰ μᾶς ὁδηγήσει κάποτε στὴν πικρὴ διαπίστωση τοῦ Μπρέχτ: “Αὐτὸ ποὺ ὁ ἀσβέστης μᾶς ἀφάνισε, δὲν ἦταν πιὰ πρόσωπο”. Στὶς μέρες μας –ποὺ τὸ κυνήγι τοῦ προσώπου μας μοιάζει μὲ τὸ κυνήγι τῆς χαμένης Κιβωτοῦ– προβάλλει ὡς ζωτικῆς σημασίας αἴτημα νὰ αἰσθανθοῦμε πὼς ἡ εἰλικρίνεια εἶναι ἡ πιὸ ρεαλιστικὴ στάση ζωῆς καὶ πὼς τελικὰ τὸ νὰ ζοῦμε σὰν θίασος σκιῶν δὲν εἶναι “μία κάποια λύση”.

ΠΗΓΗ στὸ Διαδίκτυο: orp.gr («Ὀρθόδοξη Πορεία»)

, , , ,

Σχολιάστε

ΚΑΚΟΨΥΧΟΙ, ΙΔΙΟΤΕΛΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΛΟΓΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΟΥΝ

 

ΠΙKΡΑ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση

Στὴν ἐποχή μας οἱ ἔντιμοι ἄνθρωποι εἶναι δυσεύρετοι. Δὲν τοὺς συναντᾶς εὔκολα. Ἀποφεύγουν τὶς πολλὲς δοσοληψίες, γιατί εἶναι πικραμένοι ἀπὸ τὴν συμπεριφορὰ τῶν πολλῶν. Ἡ κατάσταση εἶναι κακή. Δὲν ὑπάρχoυν ἄνθρωπoι νὰ συνεννoηθεῖς καὶ νὰ περιμένεις τὴν τήρηση τῶν ὑποσχέσεών τους. Στὴν ἀρχὴ ὑποκρίνονται, γιὰ νὰ πετύχουν τὸν σκοπό τους καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο διαπιστώνεις ὅτι σὲ ἔχουν παραπλανήσει. Κάθε σου προσπάθεια νὰ διορθώσεις τὴν κατάσταση ἀποβαίνει μάταιη. Τὰ λόγια σου δὲν γίνονται πιστευτά, τὰ ἐπιχειρήματά σου δὲν τοὺς πείθουν, ἀντίθετα τοὺς προκαλοῦν καὶ ἐκδηλώνουν μὲ ἀναίδεια τὴν κακοψυχία τους. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ σὲ πικραίνει βαθιὰ καὶ σὲ ἀπογοητεύει. Βλέπεις ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἔχουν χριστιανικὴ συνείδηση. Τοὺς ἐνδιαφέρει μόνο ἡ ἐξυπηρέτηση τῶν συμφερόντων τους, ἡ ἱκανοποίηση τῆς φιλοδοξίας τους καὶ ἡ ἀπόλαυση ὅλων τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν ποὺ προσφέρονται μὲ τὴν καταπάτηση τῶν θείων ἐντολῶν.
Μετὰ ἀπὸ μία τέτοια πικρὴ ἐμπειρία, παίρνεις ἀπάφαση γιὰ διαφορετικὴ στάση ἀπέναντι στοὺς ἀνθρώπους. Ἀρνεῖσαι νὰ συνεργαστεῖς μαζὶ τους καί προπαντὸς νὰ τοὺς προσφέρεις τὴν ὅποια βοήθεια, πού σοῦ ζητoῦν. Δὲν περνάει ὅμως πολὺς καιρὸς καὶ σὲ πλησιάζει κάποιος ἀδελφὸς καὶ σοῦ ζητάει μία χάρη. Δὲν τὸν γνωρίζεις καλά. Ὑποχωρεῖς καὶ γίνεσαι εὐκολόπιστος. Ἀποφασίζεις νὰ τὸν βοηθήσεις. Πῶς νὰ ἀρνηθεῖς ἐξ ἄλλου τὴν ἀγάπη σὲ κάπoιoν ποῦ σοῦ ζητάει; Τὸν ἀκοῦς, λοιπόν, τοῦ μιλᾶς μὲ εἰλικρίνεια καὶ τὸν βοηθᾶς. Σύντομα ὅμως ἀπογοητεύεσαι. Ξανασκέφτεσαι τὸ πάθημά σου καὶ ξαναπαίρνεις τὴν ἀπόφαση νὰ μὴ τὴν ξαναπάθεις.
Ἔτσι κυλάει ὁ χρόνος. Ὁ κόσμος παραμένει πονηρός. Κακόψυχoι, ἰδιoτελεῖς καὶ συμφεροντολόγοι πρωταγωνιστοῦν. Οἱ ἐλάχιστοι ἔντιμοι ἔχουν ἤδη ἀποσυρθεῖ. Λίγοι εἶναι οἱ ἀληθινοὶ χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ γίνουν τὸ φῶς καὶ τὸ ἁλάτι τῆς κοινωνίας, μὲ ἄλλα λόγια νὰ καθοδηγοῦν μὲ τὸ ἦθος τους καὶ τὸ παράδειγμά τους καὶ νὰ προλαβαίνoυν τὴν διάβρωση.
Βρισκόμαστε στὴν ἐσχάτη κατάπτωση. Οἱ ἄνθρωπoι ἔχουν συνηθίσει τόσο πολὺ τὴν ἁμαρτία, ποὺ θεωροῦν τὴν χριστιανικὴ ζωὴ παραλογισμό. Δὲν δέχονται ὅτι ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλo, ἐντελῶς διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτό, ποὺ ζοῦν οἱ ἴδιοι, τὸ ὁποῖο εἶναι πιὸ εὐχάριστο, πιὸ χαρούμενο καὶ προπαντὸς ἐξασφαλίζει τὴν αἰώνια ζωή. Αὐτὸ εἶναι τὸ πικρὸ ποτήρι, ποὺ καθημερινὰ πίνουν οἱ γρηγοροῦντες χριστιανοί, καθὼς διαπιστώνουν ὅτι ἐλπίδα βελτίωσης δὲν ὑπάρχει. Ὡστόσο, ταπεινὰ προσεύχονται καὶ προσπαθοῦν νὰ μὴ ἀκολουθοῦν τὸ σύγχρονο ρεῦμα, ποὺ καταλήγει στὴν ἄβυσσο τῆς ἁμαρτίας.

ΠΗΓΗ: ἐφημ.«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ», ἀρ.φ. 1854/19.11.2010
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

 

, , , , ,

Σχολιάστε