Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Εἰκών

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ: ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ καὶ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΚΙΝΗΣΗ πρὸς τὸν ΘΕΟ καὶ «ΑΠΟΥΣΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ»

ἀπόσπασμα
τῆς Εἰσαγωγῆς στὴ «Μυσταγωγία»
τοῦ Ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ

τοῦ πρωτ. Δημ. Στανιλοάε (†)
ἐκδ. «Ἀποστολ. Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος»,
ἔκδ. γ´, Ἀθῆναι 1997, σελ. 78-86

.               […] Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνο εἰκόνα τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος στὸ ἐσωτερικὸ τῆς Ἐκκλησίας· καὶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία σὰν ἐντατικὴ κίνηση πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι ἡ πιὸ ἔντονη μορφὴ τῆς ἑνότητας καὶ τοῦ ἐνοποιοῦ δυναμισμοῦ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἄνθρωπου.
Κατὰ συνέπειαν, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος συμμετέχουν στὴν Ἐκκλησία, ὅταν τείνουν νὰ ἐπιστρέψουν στὴν κατάσταση τοῦ ἀληθινοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀληθινοῦ ἀνθρώπου. Ἀκόμα, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι πραγματικότητα παράλληλη πρὸς τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ εἶναι μέσα στὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, συμβάλλοντας στὴν ἕνωση καὶ τὴν ἰσχυροποίηση τῆς κίνησής τους πρὸς τὸ Θεό. Ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῆ παρὰ μέσα στὸν κόσμο καὶ στὸν ἄνθρωπο, καὶ ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν μποροῦν νὰ πραγματοποιηθοῦν παρὰ μόνο σὰν Ἐκκλησία. Ἰδιαίτερα ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῆ παρὰ μέσα στὸν κόσμο καὶ στὴν Ἐκκλησία καὶ ταυτόχρονα μ’ αὐτά, καὶ ὁ κόσμος δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῆ παρὰ στὸν ἄνθρωπο καὶ στὴν Ἐκκλησία καὶ ταυτόχρονα μ’ αὐτά.
.               Ἀλλὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὅτι ὥσπου ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀποτελέσουν μέρος τῆς Ἐκκλησίας μὲ τρόπο συνειδητό, δὲν ἔχουν συνείδηση τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτῆρα τους, ποὺ πραγματοποιεῖται ἀτελῶς οὔτε τῆς συμμετοχῆς τους στὴν πραγματικότητα τῆς Ἐκκλησίας
.               Μ’ ἕνα τέτοιο δυναμικὸ χαρακτῆρα δὲν μποροῦμε νὰ διακρίνωμε τὴν Ἐκκλησία σὰν οἰκοδόμημα, κοινότητα καὶ Λειτουργία. Γιατί ἡ Λειτουργία δὲν εἶναι παρὰ ἡ κίνηση ἀνόδου τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τῆς τελειοποίησης τῆς ἑνότητάς της μέσα σ’ Αὐτόν. Κατὰ συνέπειαν, ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ νοηθῆ χωρὶς τὴ Λειτουργία, ποὺ εἶναι ἡ πραγματοποίηση τῆς κίνησης τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε ἡ Λειτουργία, χωρὶς τὴν Ἐκκλησία, σὰν πνευματικὸ καὶ ὁρατὸ χῶρο ποὺ στὴν ἔκτασή του τελεῖται ἡ Λειτουργία καὶ σὰν κοινοτικὴ προϋπόθεση τῆς Λειτουργίας. Σὰν τέτοια, ἡ Ἐκκλησία περιέχεται στὴ Λειτουργία καὶ ἡ Λειτουργία στὴν Ἐκκλησία. Δὲν μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε μιὰ λειτουργικὴ κίνηση, παρὰ σ’ ἕνα χῶρο προσανατολισμένο πρὸς τὸ ὑπερβατικὸ θεῖο ὕψος καὶ σὰν κίνηση μιᾶς κοινοτικῆς προϋπόθεσης προσανατολισμένης σ’ αὐτἠ τὴν κατεύθυνση· καὶ δὲν μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε ἕνα τέτοιο χῶρο καὶ μιὰ τέτοια κοινοτικὴ προϋπόθεση στὸ πλαίσιό τους, στερημένα ἀπὸ τὴν κίνηση ποὺ περιέχεται σ’αὐτά
.               Ὅμως, ἂν ἡ Λειτουργία εἶναι ἡ πραγματοποιημένη κίνηση τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸ Θεὸ καὶ ἂν αὐτὴ ἡ κίνηση εἶναι ἐπίσης γνώρισμα τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, θὰ ἔπρεπε ἡ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας ἐπίσης νὰ εἶναι εἰκόνα μιᾶς λειτουργίας τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου
.               Ἀλλὰ ὁ ἅγιος Μάξιμος, μιλῶντας γιὰ τὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, δὲν τὴν παρουσιάζει πιὰ κατ’ εὐθεῖαν αὐτὴ σὰν εἰκόνα (ἢ σὰν πρότυπο) μιᾶς κοσμικῆς καὶ ἀνθρωπολογικῆς λειτουργίας. Ὁ δισταγμὸς αὐτὸς τοῦ ἁγίου Μαξίμου νὰ θεωρήση τὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας σὰν εἰκόνα (ἢ πρότυπο) μιᾶς κοσμικῆς καὶ ἀνθρωπολογικῆς λειτουργίας, μᾶς φανερώνει σ’ αὐτὸν μιὰ σκέψη πιὸ διαλεκτικὴ σ’ αὐτὸ τὸ θέμα.
.               Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, ἂν ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορῆ νὰ ὑπάρχη χωρὶς τὴ Λειτουργία, θὰ ἔπρεπε ἡ Λειτουργία ποὺ γίνεται στὴν Ἐκκλησία ν’ ἀποτελῆ εἰκόνα (ἢ πρότυπο) μιᾶς λειτουργίας, ποὺ πραγματοποιεῖται μέσα στὸν κόσμο καὶ μέσα στὸν ἄνθρωπο, ὅπως ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιὰ εἰκόνα (ἢ ἕνα πρότυπο) τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ἡ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας δὲ θὰ ἦταν παρὰ ἕνας δυναμικὸς τύπος τῆς Λειτουργίας τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ λειτουργία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου μιὰ συμμετοχή, κατὰ κάποιο τρόπο, στὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ στὴ Λειτουργία κατὰ κυριολεξία.
.               Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, μὲ δεδομένα, πρῶτον, ὅτι ἡ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πραγμάτωση τῆς ἐκκλησίας ἢ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου σὰν Ἐκκλησίας, ἀλλὰ δεύτερον ὅτι ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας δὲν ἐπιτυγχάνεται ἡ πλήρης πραγμάτωση σὰν Ἐκκλησίας τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν δηλωμένο μέρος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Μάξιμος ἀποφεύγει νὰ δηλώση ὅτι μέσα στὸν κόσμο ἤ μέσα στὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν δηλωμένα μέρη τῆς Ἐκκλησίας, τελεῖται Λειτουργία.
.               Ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐκκλησίες, σύμφωνα μὲ τὸ πρότυπο τῆς Ἐκκλησίας, ἔχοντας μιὰ διάταξη τῶν μερῶν τους ποὺ μοιάζει μὲ τὴν Ἐκκλησία, διάταξη ποὺ τὰ διεγείρει νὰ ἀνέβουν πρὸς τὸν Θεό, ὅπως πρὸς ἕνα βωμό. Ὁ Θεὸς κρατεῖ αὐτὲς τὶς ἐκκλησίες (τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο) σὲ ἑνότητα καὶ μέσα σ’ ἐκείνη τὴ διάταξη τῶν μερῶν πού, δοσμένη σ’ αὐτὲς μὲ τὴ δημιουργία, τοὺς δίνει πάντοτε τὴ δυνατότητα καὶ τὶς ὑποκινεῖ στὸ ἀνέβασμά τους. Ἀκόμα πιὸ πολύ, αὐτὲς οἱ ἐκκλησίες προσφέρουν μιὰ βάση γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῆς Ἐκκλησίας στὸ καθεαυτοῦ νόημά της. Ἔτσι ὁ Θεός, μὲ τὴν ἰδιότητά τους τῆς ἐκκλησίας, τὶς κρατεῖ καὶ σὰν χῶρο τῆς Λειτουργίας καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ καθεαυτοῦ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ τὶς χρησιμοποιήση σὰν ἕνα τέτοιο χῶρο.
.               Ὅμως ἡ κίνηση πρὸς τὸν Θεὸ ἢ ἡ καθεαυτοῦ Λειτουργία δὲν πραγματοποιεῖται στὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, ὅσο μένουν ἔξω ἀπὸ τὴν καθεαυτοῦ Ἐκκλησία. Γιὰ τοῦτο ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος, ἐπειδὴ ἔμειναν μέσα στὸν ἑαυτό τους, δὲν πραγματοποιοῦν μὲ πληρότητα τὸ χαρακτῆρα τους τῆς ἐκκλησίας. Δὲν ξεπέφτουν, οὐσιαστικά, ἀπὸ αὐτὸ τὸ χαρακτήρα· διατηροῦν ἀκόμα καὶ τὴ φυσική τους κίνηση, ἐμφυτευμένη καὶ ὑποστηριγμένη σ’ αὐτοὺς ἀπὸ τὸ Θεό, γιὰ νὰ ὑψώνωνται στὸ Θεό, καὶ ἡ ὁποία γενικὰ πραγματοποιεῖται πάντα σὲ σκοπούς, ποὺ θεωροῦνται σὰν καταστάσεις πιὸ ὑψηλές. Κι ὅμως, αὐτὴ ἡ κίνηση δὲν προχωρεῖ πάντα ἐνσυνείδητα πρὸς τὸν Θεό, ποὺ ξεπερνᾶ ὅλους τοὺς σκοποὺς ποὺ ὑπάρχουν στὸν κόσμο. Ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν ρητὰ καὶ συνειδητὰ μέρος τῆς Ἐκκλησίας, προορίζονται γιὰ μιὰ Λειτουργία ποὺ δὲν πραγματοποιεῖται ἀκόμα, ἀλλὰ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀρχίση νὰ πραγματοποιῆται κάθε στιγμή· γιὰ μεγαλύτερη ἀκρίβεια, ἡ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας τοὺς περιμένει κάθε στιγμὴ νὰ μποῦν στὴν κίνησή της, μέσα στὴν ὁποία ἡ κίνησή τους θὰ μποροῦσε νὰ δεχθῆ ἕνα καθορισμὸ τῆς κατεύθυνσής της.
.               Ὡστόσο, ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ τὴ φυσικὴ κίνηση τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὴ λειτουργική της κίνηση κι ἔτσι ὁ κόσμος καὶ οἱ ἄνθρωποι προσφέρουν τὴ συμβολή τους στὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος ποὺ προσκομίζονται στὸν Θεὸ κατὰ τὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ δύναμη τοῦ ὕμνου τῶν πιστῶν, αὐξάνουν στὸν κόσμο, ἀπὸ τὴ συμβολὴ ὅλων τῶν ἀνθρώπων
.               Ἔπειτα, ὁ κόσμος καὶ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν μέρος τῆς Ἐκκλησίας μὲ σαφῆ τρόπο καὶ δὲν βρίσκονται ἀκόμα ἀπ’ εὐθείας μέσα στὴν κίνηση τῆς Λειτουργίας τῆς ἐκκλησίας, διατηροῦν κι ἔτσι ἀκόμα τὸ χαρακτῆρα τῆς ἐκκλησίας. Ἂν στεροῦνταν καθ’ ὁλοκληρία τὸ χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν θὰ εἶχαν πιὰ τὴν φυσικὴ ἑνότητα καὶ γενικὰ τὴν κίνηση πρὸς κάτι ὅλο καὶ πιὸ ὑψηλό, ἑνότητα καὶ κίνηση ποὺ μέσα σ’ αὐτὲς ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς σὰν Δημιουργὸς καὶ Θεία Πρόνοια παρουσιάζεται καὶ ἐνεργεῖ. Ἀλλὰ αὐτὰ δὲν εἶναι ἡ τέλεια πραγματωμένη Ἐκκλησία, γιατί δὲν πραγματώνεται ἀκόμα σ’ αὐτὰ ἡ Λειτουργία καὶ δὲν ἐμπλέκονται ἀκόμα στὴ λειτουργικὴ κίνηση τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Μάξιμο δὲν εἶναι μόνο ἢ καθεαυτοῦ Λειτουργία, ἀλλὰ ὅλη ἡ κίνηση τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴ σκέψη τους καὶ τὴν ἐνεργητικότητὰ τους πρὸς τὸν Θεό.
.               Ἀποτελοῦν ἐκκλησία, ἔστω κι ἂν μένουν στὶς πύλες τῆς Ἐκκλησίας τῆς τέλεια πραγματωμένης, ποὺ μέσα σ’ αὐτὴν τελεῖται ἡ Λειτουργία. Ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται ὁ κόσμος καὶ οἱ ἄνθρωποι, ὑπάρχει ἐκκλησία, γιατί αὐτὰ τὰ δύο εἶναι ἡ Ἐκκλησία δυνάμει, ὅμως δὲν ἔχουν ἀνακαλύψει ἀκόμα τὸν ἐκκλησιαστικό τους χαρακτῆρα καὶ κατὰ συνέπεια δὲν τὸν ἔχουν πραγματώσει μὲ πλήρη προσήλωση στὸν Θεό, σύμφωνα μὲ ὅ,τι ἐπιθυμεῖ ἡ φύση τους. Εἶναι ἀκόμα ἔξω ἀπὸ τὴν καθεαυτοῦ Ἐκκλησία, εἶναι ὅμως ταυτόχρονα δυνάμει μέσα στὴν Ἐκκλησία, εἶναι μιὰ ἐκκλησία ποὺ δὲν ἀνακαλύφθηκε καὶ δὲν πραγματώθηκε. Ἡ ἐκκλησία εἶναι μέσα στοὺς ἀνθρώπους, γιατί ὁ Θεὸς παραμένει σὲ σύνδεσμο μαζί τους, ὅπως παραμένει καὶ μέσα στὸ μεταξὺ τοὺς σύνδεσμο. Μ’ αὐτὴ τους τὴν ἰδιότητα, βρίσκονται στὶς πύλες τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἀνακαλύφθηκε καὶ πραγματώθηκε γιὰ ἄλλους καὶ στὶς πύλες τῆς ἐκκλησίας ποὺ γι’ αὐτοὺς δὲν ἀνακαλύφθηκε καὶ δὲν πραγματώθηκε ἀκόμα, ποὺ περιμένει ὅμως νὰ ἀνακαλυφθῆ καὶ νὰ πραγματωθῆ· καὶ σ’ αὐτὴ τὴν κατεύθυνση ἡ Ἐκκλησία διεγείρει τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ ἐκκλησία ποὺ πρέπει νὰ ἀνακαλύψουν καὶ νὰ πραγματώσουν, εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὴν Ἐκκλησία ποὺ μερικοὶ ἔχουν ἀνακαλύψει καὶ πραγματώσει. Δὲν μποροῦν ν’ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὶς πύλες αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἀνακαλύφθηκε γιὰ μερικούς, οὔτε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ποὺ παρέμεινε γι’ αὐτοὺς καὶ μέσα σ’ αὐτοὺς ἀνανακάλυπτη.
.               Βρίσκονται, γιὰ τοῦτο, ἀπὸ τὴ μιὰ, σὲ σχέση θετική, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, σὲ σχέση ἀρνητικὴ μὲ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ ζωή τους δὲν μπορεῖ νὰ κατανοηθῆ ἔξω ἀπὸ αὐτὴ τὴ σχέση καὶ δὲν μποροῦν νὰ ρυθμίσουν τὴ ζωή τους χωρὶς αὐτὴ τὴ σχέση. Ἀκόμα κι ὅταν τονίζουν, συνειδητά, τὴν ἀρνητική τους σχέση ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία, ἀποδεικνύουν ὅτι δὲν μποροῦν νὰ βγοῦν ἀπ’ αὐτὴ τὴ σχέση. Ὁ σημερινὸς κόσμος, ποὺ δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν ἀσχολεῖται πιὰ μὲ τὴν Ἐκκλησία, οὔτε κἄν μὲ τρόπο ἀρνητικό, εἶναι ὡστόσο τρομαγμένος ἀπὸ τὸ κενό, ποὺ ἄφησε ἡ Ἐκκλησία μέσα στὴν ὕπαρξη τῶν ἀνθρώπων μὲ τὴν ἀπουσία της ἀπὸ τὶς ἀσχολίες τους, κι αὐτὸς ὁ κόσμος ζητεῖ νὰ διαπεράση αὐτὸ τὸ κενό, γιὰ νὰ φτάση σὲ μιὰ κίνηση προικισμένη μὲ κάποιο νόημα, δηλαδὴ στὴν Ἐκκλησία. Μ’ αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι μέσα στὸν κόσμο καὶ στὸν ἄνθρωπο παραμένει μολαταῦτα ἡ ἐκκλησία ποὺ δὲν ἀνακαλύφθηκε καὶ δὲν πραγματώθηκε ἢ ἡ ἐκκλησία ποὺ εἶναι «κεκαλυμμένη», ἀλλὰ ποὺ γίνεται αἰσθητὴ σὰν μιὰ «ἀποῦσα παρουσία».
.               Αὐτοὶ ποὺ δὲν ἀνακάλυψαν μέσα τους τὴν ἐκκλησία, δὲν τὴν ἀνακάλυψαν, γιατί δὲν συμμετέχουν ἀκόμα στὴ Λειτουργία, ποὺ εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς πραγματωμένης Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ ὅσο παραμένουν στὶς πύλες τῆς Ἐκκλησίας, μὲ θετικὴ ἢ ἀρνητικὴ στάση, παραμένουν καὶ σὲ μιὰ θετικὴ ἢ ἀρνητικὴ σχέση μὲ τὴ Λειτουργία της. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸν ὁ ἅγιος Μάξιμος, μέσα στὴν καθολικὴ καὶ ἐσχατολογικὴ σημασιολόγηση ποὺ δίνει στὴ Λειτουργία, τοὺς θέτει κι αὐτοὺς σὲ σχέση μὲ τὴ Λειτουργία· δείχνει δηλαδὴ ὅτι καὶ ὁ δικός τους προορισμὸς καθορίζεται σὲ σχέση πρὸς τὴ Λειτουργία. Ἀφοῦ ἡ ἐπίγεια ζωὴ εἶναι τόσο σκληρή, θὰ μποροῦσε νὰ φανῆ ὅτι ἡ Λειτουργία εἶναι θέμα τῆς Ἐκκλησίας μόνο καὶ ὅτι, κατὰ συνέπειαν, ὅσοι δὲν ἀποτελοῦν μέρος τῆς Ἐκκλησίας μὲ σαφῆ τρόπο, δὲν βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴν ἀκτινοβολία τῆς Λειτουργίας. Ἀλλὰ τὸ τέλος τοῦ κόσμου θὰ δείξη ὅτι ὅλοι, ὅσοι δὲν ἔλαβαν μέρος στὴ Λειτουργία, δὲ θὰ λάβουν μέρος οὔτε στὰ ἀγαθὰ τῆς αἰώνιας Λειτουργίας, κι αὐτὴ ἡ καταδίκη ποὺ θὰ ὑποστοῦν συμβολίζεται μὲ πράξεις ποὺ πραγματοποιοῦνται κατὰ τὴν τέλεση τῆς Λειτουργίας τῆς ἐπίγειας Ἐκκλησίας. Κατὰ συνέπειαν, ἡ ἐπίγεια Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρεται καὶ σ’ αὐτούς, μὲ τὴν ἐπίκληση καὶ τὴν ἀγγελία τῆς καθολικῆς κρίσης, ἔτσι ὅπως κι αὐτοὶ ἀναφέρονται σ’ αὐτὴν ἔστω καὶ μὲ τὴν ἄρνησή τους νὰ συμμετάσχουν σ’ αὐτήν. Ἡ ἐπίγεια καὶ αἰώνια ζωή τους δὲν μπορεῖ νὰ κατανοηθῆ χωρὶς αὐτὴ τὴν ἀρνητικὴ ἀναφορὰ στὴ Λειτουργία. Τόσο αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ὅσο καὶ ἡ ἴδια ἡ Λειτουργία, δείχνουν συνεπῶς ὅτι καὶ αὐτοὶ προορίζονται γιὰ τὴ Λειτουργία καὶ ὅτι ἔξω ἀπὸ τὴ Λειτουργία ὁ προορισμός τους δὲν ὁλοκληρώνεται ὅπως πρέπει. Ἡ Λειτουργία εἶναι γι’ αὐτοὺς μιὰ «ἀποῦσα παρουσία» καὶ καθορίζει τὸν προορισμὸ ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας· τὸν προορισμὸ μερικῶν μὲ ἀρνητικὸ τρόπο, ἄλλων μὲ θετικὸ τρόπο, γιατί ἔξω ἀπὸ τὴ Λειτουργία δὲν μπορεῖ νὰ ἐκπληρωθῆ θετικὰ ὁ προορισμὸς τῆς ἀνθρωπότητας. Μ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ὁλόκληρος ὁ κόσμος προορίζεται νὰ ἀποτελῆ μιὰ Λειτουργία κι αὐτοὶ ποὺ ἢ δὲn θέλουν νὰ ὑψωθοῦν σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ἢ ξεπέφτουν ἀπὸ αὐτή, μένουν ἔξω ἀπὸ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ προορισμοῦ τους. Χωρὶς ἀμφιβολία, ὅπως εἴπαμε, δὲν πρόκειται μόνο γιὰ τὴ Λειτουργία, ποὺ πραγματοποιεῖται σὰν ἱερὴ ἀκολουθία μέσα στὸ κτίριο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ γιὰ τὸ γενικὸ ἀνέβασμα πρὸς τὸν Θεὸ πρὸς μιὰ ἕνωση πάντα πιὸ μεγάλη μέσα σ’ Αὐτόν, γιὰ τὴν ὁποία προορίζεται ὅλος ὁ κόσμος. Ἀλλὰ μποροῦμε καὶ μὲ ἄλλο τρόπο νὰ παρουσιάσωμε ἀνάγλυφο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁλόκληρος ὁ κόσμος εἶναι δεμένος κατὰ κάποιο τρόπο μὲ τὴ Λειτουργία, ἀκόμα κι ἂν δὲ συμμετέχη ὡλοκληρωμένα σ’ αὐτήν.
.               Μὲ τὸ ἴδιο τὸ γεγονός, ὅτι ὁδηγεῖ ὅλη τὴν κοινότητα σὲ μιὰ τέλεια ἕνωση μὲ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ὑπεράνω τοῦ κόσμου, ἡ Λειτουργία ἀποκαλύπτει τὸ ἐσχατολογικὸ νόημα τῆς ἱστορίας ὅλου τοῦ κόσμου καὶ διατηρεῖ τὴν τάση τῆς ἱστορίας πρὸς τὸ τέλος της μέσα στὸν Θεό. Καὶ στοὺς πιστοὺς διατηρεῖ τὴ συνείδηση αὐτῆς τῆς τάσης.
.               Κατὰ συνέπειαν, ἀπὸ τὸ ἴδιο αὐτὸ γεγονὸς ἡ Λειτουργία ἀποκτᾶ ἀξιόλογο νόημα γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ ἀποκαλύπτει ἕνα ἀνάλογο νόημα τῆς ἱστορίας, παρουσιάζοντάς την σὰν κίνηση πρὸς τὸ Θεὸ ποὺ μοιάζει μὲ τὴ Λειτουργία, ἔστω κι ἂν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ συμμετέχουν στὴν ἱστορία, δὲν ἔχουν συνείδηση αὐτοΰ τοῦ γεγονότος καὶ δὲ διανύουν τὸ δρόμο τους πρὸς τὸ Τέλος σὰν δρόμο πρὸς τὸ Θεό, ἑπομένως σὰν ἕνα δρόμο καθαυτὸ λειτουργικό. Μ’ ἄλλα λόγια, ὅλη ἡ ἱστορία συμμετέχει στὸ δρόμο πρὸς τὸ Τέλος καὶ ἡ κίνηση πάνω σ’ αὐτὸ τὸ δρόμο ἐμφυτεύθηκε σ’ ὅλους καὶ ἐνισχύεται ἀπὀ τὸ Θεό. Κι αὐτη ἡ κίνηση προορίζεται νὰ ὁδήγηση στὸν Θεό. Στὴν πραγματικότητα ὅμως, δὲν βαδίζουν ὅλοι πάνω σ’ αὐτὸ τὸ δρόμο πρὸς τὸν Θεό, ἀφοῦ δὲν θέλουν νὰ βαδίσουν πρὸς Αὐτόν. Ὅλοι, ὅμως, πρέπει νὰ κάνουν τὸ δρόμο πρὸς τὸ Τέλος, γιατί πρέπει νὰ τὸν κάνη ὅλος ὁ κόσμος. Μ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ὅλοι συμμετέχουν στὴν πραγματοποίηση τῆς λειτουργικῆς κίνησης πρὸς τὸν Θεό, ποὺ βρίσκεται στὸ τέλος τοῦ δρόμου. Ἀλλὰ δὲν βρίσκουν ὅλοι τὸν Θεὸ στὸ τέλος τοῦ δρόμου, γιατὶ δὲν ἐπῆραν ὅλοι μέρος σ’αὐτό τὸ δρόμο μὲ τὴ συνείδηση ὅτι ὁδηγεῖ στὸ Θεό, καὶ δὲν εἶναι ἔτσι προετοιμασμένοι γιὰ τὴ συνάντησή τους μὲ τὸν Θεό. Ὅλοι ἀναλίσκουν τὴ ζωή τους μὲ τὴν ἔμφυτη στὴ ζωὴ αὐτὴ κίνηση, δὲν ἔχουν ὅμως χρησιμοποιήσει αὐτὴ τὴν κινητήρια δύναμη, γιὰ νὰ ὑψωθοῦν στὸν Θεό.

 

, , ,

Σχολιάστε

Η ΒΑΤΟΠΕΔΙΝΗ ΘΕΟΤΟΚΟΣ [«Δὲν ἔχουμε ἄλλο μοναστήρι σὲ ὅλη τὴν Ὀρθοδοξία μὲ τόσες θαυματουργὲς εἰκόνες».] (Μον. Μωυσέως Ἁγιορ.)

Βατοπεδινή Θεοτόκος
τοῦ Μοναχοῦ Μωϋσέως Ἁγιορείτου

.          Τὸ Ἅγιον Ὄρος δίκαια, ἀξία, ὡραῖα καὶ εὔστοχα ὀνομάζεται, κατὰ τὸν περίφημο ἐκεῖνο Ξηροποταμηνὸ μοναχό, Καισάριο Δαπόντε, «Περιβόλι τῆς Παναγιᾶς». Εἶναι ὁ ἐράσμιος τόπος, ποὺ τὸν ἀγάπησε, κατὰ ἀρχαία ἱερὰ παράδοση, κατὰ τὴν διέλευσή Της, καὶ τὸν ζήτησε ἀπὸ τὸν Υἱό Της, γιὰ νὰ δοξάζεται τὸ ὄνομά Του. Εἶναι ἡ Ἔφορος, Ἰατρὸς καὶ Προστάτισσα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, κατὰ τὸν μεγάλο Θεολόγο τοῦ 14ου αἰῶνος, ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά, ὅπως ἔγραψε στὸ κατανυκτικό του ἐγκώμιο γιὰ τὸν ὅσιο Πέτρο τὸν Ἀθωνίτη, τὸν πρῶτο γνωστὸ ἐπώνυμο ὅσιο τοῦ ἁγιότεκνου ἱεροῦ Ἄθωνα (9ος αἰ).
.          Ἡ τιμὴ τῆς Παναγίας στὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι θεσπέσια, ἔξοχη καὶ καταπληκτική. Οἱ περισσότερες θαυματουργικὲς εἰκόνες ἀνήκουν σὲ Αὐτήν. Οἱ σπουδαιότερες βυζαντινὲς εἰκόνες εἶναι δικές Της. Στὴν μεγάλη μονὴ Βατοπεδίου, ποὺ τιμᾶται στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου, ἔχουμε δεκάδες θεομητορικὲς εἰκόνες, ἑπτὰ ἀπὸ τὶς ὁποῖες εἶναι θαυματουργές. Δὲν ἔχουμε ἄλλο μοναστήρι σὲ ὅλη τὴν Ὀρθοδοξία μὲ τόσες θαυματουργὲς εἰκόνες. Ἔτσι ἡ μονὴ Βατοπεδίου διακρίνεται καὶ εἶναι θεομητροσκέπαστη, θεομητροφύλακτη καὶ θεομητροστήρικτη. Ὅλες οἱ θαυματουργὲς εἰκόνες ἀποτελοῦν τὴν Βατοπεδινὴ Θεοτόκο.
.          Ἡ Παναγία ἡ Βηματάρισσα ἡ Κτητόρισσα εἶναι τοποθετημένη ὡς ἡγουμένη, ἀρχόντισσα, βασίλισσα καὶ Κυρία στὸ σύνθρονο τοῦ Ἱεροῦ Βήματος τοῦ ὡραιότατου Καθολικοῦ τῆς ἀρχαίας ἱερᾶς μεγίστης μονῆς καὶ συνδέεται μὲ τὴν ἑξῆς θαυμαστὴ παράδοση. Τὸν 10ο αἰώνα, μετὰ ἀπὸ ἐπιδρομὴ Ἀράβων στὴν μονή, συνελήφθη αἰχμάλωτος ὁ εὐλαβὴς ἱεροδιάκονος Σάββας ὁ Βηματάρης, ὁ διακονητὴς τοῦ Ἱεροῦ Βήματος. Εἶχε προλάβει ὅμως νὰ κρύψει σὲ πηγάδι τοῦ Ἁγίου Βήματος τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας μαζὶ μὲ τὸν σταυρὸ τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, θέτοντας μπροστά τους ἀναμμένη λαμπάδα. Ὁ ἱεροδιάκονος Σάββας μεταφέρθηκε αἰχμάλωτος στὴν Κρήτη. Ὅταν μετὰ ἀπὸ ἑβδομήντα ἔτη περίπου ἐπέστρεψε ὑπέργηρος στὴν ἀγαπητὴ μονή του, ὑπέδειξε στὸν ἡγούμενο Νικολάου νὰ ἀνοίξουν τὸ πηγάδι, ὅπου βρῆκαν τὴν εἰκόνα καὶ τὸν σταυρὸ ὄρθια πάνω στὸ νερὸ καὶ τὴ λαμπάδα ἀναμμένη. Ὁ ὅσιος Σάββας «ζήσας ὀλίγας ἡμέρας ζωὴν ὑπερθαύμαστον, ἀπῆλθε εἰς Βασιλείαν οὐράνιον».
.          Ἡ Παναγία ἡ Παραμυθία βρίσκεται στὸ δεξιὸ μέρος τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Καθολικοῦ, ποὺ εἶναι στὸ πάνω ἀριστερὸ χῶρο τοῦ νάρθηκα. Ἡ θαυμάσια αὐτὴ εἰκόνα ἔχει λεπτοκαμωμένο ἀργυροεπίχρυσο πουκάμισο, ὅπως ἡ προηγούμενη ποὺ ἀναφέραμε ὁλόχρυσο, καὶ προέρχεται ἀπὸ τοιχογραφία τοῦ ἐξωνάρθηκα τοῦ Καθολικοῦ, ποὺ ἀνάγεται στὸν 14ον αἰώνα. Κατὰ τὴν παράδοση μία ἡμέρα ὁ ἡγούμενος, ποὺ ἔδινε τὰ κλειδιὰ στὸν πορτάρη τῆς μονῆς γιὰ νὰ ἀνοίξει, ἄκουσε προστακτικὴ φωνὴ ἀπὸ τὴν εἰκόνα αὐτὴ τῆς Παναγίας νὰ μὴν ἀνοίξουν τὴν πύλη, γιατί πλησιάζουν πειρατές. Ἡ θεομητορικὴ προτροπὴ ἐπαναλήφθηκε γιὰ δεύτερη φορά. Ὅταν ὁ ἡγούμενος στράφηκε πρὸς τὴν εἰκόνα, εἶδε τὸ νήπιο Χριστὸς μὲ τὸ χέρι του νὰ ἀσφαλίζει τὸ στόμα τῆς Θεοτόκου. Ἡ Θεοτόκος ὅμως βαστώντας τὸ χέρι τοῦ Χριστοῦ ἐπανέλαβε τὴ σωτήρια προτροπή της στὸν ἡγούμενο. Τότε ὅλοι οἱ μοναχοὶ ἔτρεξαν στὰ ψηλὰ τείχη τῆς μονῆς καὶ ἀπέκρουσαν τοὺς πειρατὲς ποὺ τὴν εἶχαν περικυκλώσει. Ἀπὸ τότε οἱ καλοὶ Βατοπεδινοὶ μοναχοὶ εὐγνώμονες καῖνε μπροστὰ στὴν θαυματουργὴ εἰκόνα της ἀκοίμητο καντήλι καὶ ψάλλουν καθημερινὰ παράκληση. Παραμυθία σημαίνει παρηγοριά. Ἡ φρουρὸς τῆς μονῆς προστάτευσε τὰ πιστὰ τέκνα της.
.          Ἡ Παναγιὰ ἡ Ἐσφαγμένη εἶναι τοιχογραφία στὸν νάρθηκα τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ποὺ βρίσκεται στὰ ἀριστερὰ τοῦ Καθολικοῦ καὶ εἶναι τοῦ 14ου αἰῶνος. Κατὰ τὴν παράδοση, ὁ Ἐκκλησιαστικός, ὁ ἐπιτετραμμένος δηλαδὴ διακονητὴς γιὰ τὴν περιποίηση τοῦ ναοῦ, ποὺ λόγῳ τοῦ διακονήματός του καθυστεροῦσε στὴν τράπεζα τοῦ φαγητοῦ, ἔμεινε κάποτε νηστικός, γιατί ὁ τραπεζάρης δὲν τοῦ ἔδωσε φαγητό. Τότε ἐκεῖνος θυμωμένος καὶ ἀγανακτισμένος ἐπέστρεψε στὸν ναὸ καὶ κτύπησε μὲ μαχαίρι τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας. Ἀπὸ τὸ κτύπημα ἔτρεξε αἷμα ἀπὸ τὴν εἰκόνα καὶ ὁ ἴδιος τυφλώθηκε καὶ ἔπεσε χάμω λιπόθυμος. Μετανοημένος εἰλικρινὰ καὶ μὲ πολλὰ δάκρυα ἔμεινε στὸ ἀπέναντι στασίδι, ζητώντας συγχώρεση ἀπὸ τὴν λαβωμένη Πανάχραντο. Ἡ εὐσπλαχνικὴ Παναγία τὸν συγχώρεσε καὶ τὸν θεράπευσε. Ἄφησε ὅμως πρὸς ἀνάμνηση τιμωρημένο τὸ χέρι ποὺ ἀσεβῶς κι ἀναίτια τὴν χτύπησε. Ὅταν πέθανε κι ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ λειψάνου τοῦ μοναχοῦ ἐκείνου, τὸ σῶμα του ὅλο ἔλιωσε, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ βέβηλο δεξί του χέρι, ποὺ ἔμεινε μαῦρο κι ἄλιωτο. Τὸ χέρι αὐτὸ φυλάγεται μέχρι σήμερα στὴν μονή. Ἡ εἰκόνα μὲ ὡραῖο ἀργυρὸ ἐπίχρυσο πουκάμισο βρίσκεται πάντα στὴν θέση της, μὲ τὸ σημάδι στὸ πρόσωπό της.
.          Ἡ Παναγία ἡ Ἀντιφωνήτρια, ποὺ εἶναι καὶ αὐτὴ τοιχογραφία, βρίσκεται στὸν χῶρο τῆς Λιτῆς ποὺ εἶναι μεταξὺ τοῦ κυρίως ναοῦ καὶ τοῦ νάρθηκα τοῦ Καθολικοῦ. Ἔλαβε τὴν ὀνομασία αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἀντιφώνησή της στὴν αὐτοκράτειρα Πλακιδία, θυγατέρα τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου, ὅπου κατὰ τὴν παράδοση ἐπισκέφθηκε τὴ μονὴ καὶ ἤθελε νὰ μπεῖ στὸ ναὸ ἀπὸ μία πλάγια πύλη. Τότε ἄκουσε ἀπὸ τὴν εἰκόνα αὐτὴ τοὺς λόγους: «Τί θέλεις, σύ, ἐνταῦθα, ἐνταῦθα εἰσὶ Μοναχοί, σὺ δὲν ὑπάρχεις γυνή· διὰ τί λοιπὸν παρέχεις τῷ ἐχθρῷ αἰτίαν, ἵνα πολεμῇ αὐτοὺς μὲ ἐναντίους διαλογισμούς; Στῆθι! Οὐδὲ βῆμα μὴ προχωρήσῃς, ἂν θέλῃς σεαυτῇ ἀγαθόν!» Ἔντρομη καὶ μὲ ἄπειρο θαυμασμὸ καὶ σεβασμὸ ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν μονή, ποὺ ἄλλη βασίλισσα τὴν πρόσταξε καὶ φύλαγε.
.          Ἡ Παναγία ἡ Ἐλαιοβρύτισσα εἶναι καὶ αὐτὴ τοῦ 14ου αὶῶνος καὶ βρίσκεται στὸ δοχειό, δηλαδὴ στὴν ἀποθήκη τῶν λαδιῶν, τῆς μονῆς. Κάποτε ποὺ ὑπῆρχε μεγάλη ἔλλειψη τοῦ λαδιοῦ στὴ μονή, ὁ Δοχειάρης, ὁ οἰκονόμος τῆς ἐλαιοαποθήκης, ὅσιος Γεννάδιος σκέφτηκε νὰ δίνει λάδι μόνο γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ ναοῦ. Ὁ μάγειρας τῆς μονῆς δικαιολογημένα παραπονέθηκε στὸν ἡγούμενο, ὁ ὁποῖος, ἐλπίζοντας στὴν βοήθεια τῆς Παναγίας, ἔδωσε ἐντολὴ στὸν δοχειάρη νὰ δίνει κανονικὰ λάδι γιὰ ὅλη τὴν ἀδελφότητα. Εἰσερχόμενος μία ἡμέρα ὁ δοχειάρης ὅσιος Γεννάδιος στὸν χῶρο τοῦ διακονήματός του εἶδε κατὰ θαυμαστὸ τρόπο τὸ λάδι νὰ ξεχειλίζει καὶ νὰ φθάνει ὣς τὴν θύρα τοῦ δοχειοῦ. Ἀπὸ τότε ἡ εἰκόνα εἶχε μία θαυμάσια εὐωδία.
.          Ἡ Παναγία ἡ Πυροβοληθεῖσα εἰκονίζεται στὸ ὑπέρθυρο τῆς ἐξωτερικῆς πύλης τῆς μονῆς. Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1822 ἦλθε στὴν μονὴ τουρκικὸς στρατός. Ἕνας στρατιώτης πυροβόλησε τὴν εἰκόνα αὐτὴ καὶ μὲ τὴν σφαίρα του κτύπησε τὸ δεξὶ χέρι τῆς Παναγίας. Ὁ στρατιώτης τότε τρελάθηκε καὶ κρεμάστηκε ἀπὸ μία ἐλιά, μπροστὰ στὴν μονή. Οἱ στρατιῶτες οἱ ἄλλοι φοβισμένοι ἀναχώρησαν ἀμέσως.
.          Ἡ Παναγία ἡ Παντάνασσα εἶναι τοῦ 17ου αἰῶνος καὶ βρίσκεται στὸ ἀριστερὸ προσκυνητάρι τοῦ Καθολικοῦ. Ὅταν κάποτε ἕνας νέος ποὺ ἠσχολεῖτο μὲ τὴν μαγεία πῆγε νὰ προσκυνήσει δέχθηκε ἀπὸ τὴν εἰκόνα ἕνα ἀστραπόβολο φῶς καὶ μία δύναμη ποὺ τὸν ἔριξε κάτω. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸν συγκλόνισε καὶ τὸν ἔκανε νὰ ἀνορθωθεῖ πνευματικά. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ κατὰ καιροὺς ἔχει θεραπεύσει καὶ πολλοὺς καρκινοπαθεῖς.
.          Ἡ διδασκαλία τῆς ἁγίας μητέρας μας Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας γιὰ τὴν ὀρθὴ τιμὴ καὶ προσκύνηση τῶν ἁγίων εἰκόνων εἶναι σαφὴς καὶ ξεκάθαρη. Τιμᾶμε τὸ εἰκονιζόμενο πρόσωπο. Ἡ προσκύνηση μεταβαίνει στὸ πρωτότυπο καὶ ὄχι στὴν ὕλη. Συγκεκριμένα ἡ ἀλήθεια τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας βρίσκεται στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας, ποὺ αὐτὴ χαριτώνει τὸ εἰκόνισμα. Ἔχουμε φανέρωση τῆς ὑπόστασης τῆς Παναγίας. Ἀσπαζόμενοι τὴν κάθε θεομητορικὴ εἰκόνα, τιμᾶμε τὴν Παναγία ποὺ εἰκονίζεται. Ὅλες οἱ εἰκόνες μποροῦν νὰ εἶναι θαυματουργές. Ὁρισμένες, ὅπως οἱ παραπάνω Βατοπεδινὲς ποὺ ἀναφέραμε, παρουσιάζουν κατὰ κάποιο τρόπο ἐναργέστερη χάρη, μὲ συγκεκριμένη ἱστορία καὶ θαύματα. Εἶναι μεγάλη εὐλογία αὐτὴ γιὰ τὴν μονὴ καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Οἱ θαυματουργὲς εἰκόνες ἔχουν σχέση καὶ μὲ τοὺς ἁγίους ἁγιογράφους, τοὺς ἐγκρατεῖς, τοὺς νηστευτές, τοὺς προσευχομένους κι ἐπικαλουμένους τὴν χάρη τῶν εἰκονιζομένων. Προσκυνώντας τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας προσκαλούμεθα καὶ προκαλούμεθα νὰ ἐπικαλεσθοῦμε τὶς πανάχραντες καὶ δυνατὲς πρεσβεῖες Της στὸν Κύριο καὶ Υἱό Της καὶ νὰ μιμηθοῦμε τὸν ὡραῖο, ἱερό, ἁγνό, σεμνό, ταπεινό, ἅγιο βίο Της. Μπροστὰ στὴν εἰκόνα συναντιέται τὸ θεῖο καὶ τὸ ἀνθρώπινο. Ὁ ἁμαρτωλὸς ποὺ μετανοεῖ ἐλεεῖται, συγχωρεῖται καὶ σώζεται. Ὁ ἀσεβής, ὁ ὑβριστής, ὁ βλάσφημος, ὁ ἀμετανόητος τιμωρεῖται αὐστηρά, ὅπως ὁ ἀπερίσκεπτος μοναχὸς καὶ ὁ ἔξαλλος στρατιώτης.
.          Ὁ μεγαλύτερος, τιμαλφέστερος καὶ πολυτιμότερος θησαυρὸς τῆς μονῆς Βατοπεδίου εἶναι ἡ πανακήρατη Τιμία Ζώνη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ εὐωδιάζει καὶ θαυματουργεῖ συνέχεια.
.          Ὑπεραγία Θεοτόκε Βατοπεδινὴ πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν. Γλυκοφιλοῦσα, Γερόντισσα, Γοργοϋπήκοε, Μυροβλύτισσα, Κουκουζέλισσα, Πορταΐτισσα, Ἄξιον Ἐστίν, Ἀθωνίτισσα Θεοτόκε περίσωζε. Μεγαλόχαρη τῆς Τήνου, Ἑκατονταπυλιανὴ τῆς Πάρου, Πανάχραντε τῆς Ἄνδρου, Σουμελᾶ τοῦ Βερμίου, Εἰκοσιφοίνισσα τοῦ Παγγαίου, Ἁγιάσσο τῆς Λέσβου, Ἑλληνίδα Θεοτόκε σκέπε, φρούρει, φύλαττε τοὺς δούλους σου πάντοτε.

βλ. σχετ.: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/09/17/οἱ-7-θαυματουργὲς-εἰκόνες-τῆς-παναγί/

ΠΗΓΗ: «Στύλος Ὀρθοδοξίας»

, , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ 7 ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗΝ Ι. ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ

ΟΙ ΕΠΤΑ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
ΣΤΗΝ Ι. ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ ΑΓ. ΟΡΟΥΣ

.       Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ καὶ καλλιτεχνικὸ ἐνδιαφέρον ποὺ παρουσιάζουν, οἱ θρησκευτικὲς εἰκόνες εἶναι καὶ ἀντικείμενα λατρείας, ἀφοῦ σὲ αὐτὲς φανερώνεται ἡ ὑπόσταση τῶν εἰκονιζομένων προσώπων. Κατὰ συνέπεια ἡ δύναμη τῆς εἰκόνας πηγάζει ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ εἰκονιζομένου, ἡ ὁποία μὲ τὴν σειρά της προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό.  Ἂν καὶ ὅλες οἱ εἰκόνες ἀντανακλοῦν χάρη, κάποιες θεωροῦνται θαυματουργές, διότι ἡ χάρη τους ὑπῆρξε κάποτε ἐναργέστερη, καὶ μάλιστα σὲ περιπτώσεις μεγάλης ἀνάγκης τῶν πιστῶν ἢ ἀντιθέτως ὕβρεως, ὁπότε ἡ χάρη μετετράπη σὲ τιμωρία.
.         Μεταξὺ τῶν πολλῶν θαυματουργῶν εἰκόνων ποὺ φυλάσσονται στὶς ἁγιορειτικὲς μονὲς οἱ περισσότερες ἀνήκουν ἀσφαλῶς στὴν Θεοτόκο, δεδομένης τῆς ἰδιαίτερης σχέσεως τοῦ  Ἄθωνα μὲ τὴν Παναγία.  Ἡ Μονὴ Βατοπαιδίου κατέχει τὸν μεγαλύτερο ἀριθμὸ εἰκόνων τῆς Θεοτόκου, οἱ ὁποῖες εἶναι γνωστὲς μὲ διάφορες ὀνομασίες.

 Παναγία Βηματάρισσα 

.           Ἡ Παναγία ἡ Βηματάρισσα ἢ Κτητόρισσα εἶναι ἡ «ἐφέστιος» εἰκόνα τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου καὶ εἶναι τοποθετημένη στὸ σύνθρονο τοῦ  Ἱεροῦ Βήματος τοῦ καθολικοῦ τῆς Μονῆς. Κατὰ τὴν παράδοση, ὁ  Ἀρκάδιος, γιὸς τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου τοῦ αὐτοκράτορα, εὑρισκόμενος σὲ ναυάγιο, μεταφέρθηκε στὴν στεριὰ κάτω ἀπὸ μία βάτο, μὲ θαυματουργικὴ ἐπέμβαση τῆς Θεοτόκου, στὴν περιοχὴ ὅπου ἀργότερα θὰ κτιζόταν ἡ Μονὴ Βατοπαιδίου, καὶ ἐκεῖ βρῆκε αὐτὴν τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας.
.         Μὲ τὴν εἰκόνα αὐτὴ σχετίζεται ἕνα θαῦμα ποὺ ἔγινε τὸν 10ο αἰώνα. Ὅταν  Ἄραβες πειρατὲς ἐπέδραμαν στὴν Μονή, ὁ ἱεροδιάκονος Σάββας πρόλαβε καὶ ἔριξε τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας στὸ πηγάδι τοὺ  Ἱεροῦ Βήματος μαζὶ μὲ τὸν σταυρὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ μία λαμπάδα ἀναμμένη ποὺ πάντοτε ἔκαιγε μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Δὲν πρόλαβε ὅμως ὁ ἴδιος νὰ διασωθεῖ, γιατί οἱ πειρατὲς τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν πούλησαν αἰχμάλωτο στὴν Κρήτη. Ὅταν μετὰ ἑβδομήντα χρόνια ἐλευθερώθηκε ἡ Κρήτη ἀπὸ τοὺς πειρατές, ἐπὶ Νικηφόρου Φωκᾶ τοῦ αὐτοκράτορα, ἐλευθερώθηκε καὶ ὁ ὅσιος Σάββας καὶ ἐπέστρεψε ὑπέργηρος στὴν Μονή.  Ἐκεῖ ὑπέδειξε στὸν τότε ἡγούμενο τῆς Μονῆς Νικόλαο νὰ ἀνοίξουν τὸ πηγάδι, ὅπου – ὢ τοῦ θαύματος! – βρῆκαν τὴν εἰκόνα καὶ τὸν σταυρὸ ὄρθια πάνω στὸ νερὸ καὶ τὴν λαμπάδα ἀναμμένη, ὅπως τὴν εἶχε ἀνάψει πρὶν ἀπὸ ἑβδομήντα χρόνια! Συνέβη δηλαδὴ διπλὸ θαῦμα· τὰ ἱερὰ ἀντικείμενα ποὺ εἶχαν πέσει μέσα στὸ νερὸ δὲν καταστράφηκαν, ἀπὸ θαῦμα καὶ πρόνοια τῆς Παναγίας, καὶ ἡ λαμπάδα ἔκαιγε ἑβδομήντα χρόνια χωρὶς νὰ ἑξαντλῆται!
.        Ἔκτοτε εἰς ἀνάμνησιν τοῦ θαύματος, ψάλλεται Παρακλητικὸς Κανόνας πρὸς τὴν  Ὑπεραγία Θεοτόκο κάθε Δευτέρα ἀπόγευμα, καὶ κάθε Τρίτη τελεῖται στὸ καθολικὸ Θεία Λειτουργία, ἐνῶ σὲ ὅλες τὶς λιτανεῖες τῆς Μονῆς πρωτοστατεῖ αὐτὴ ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας.  Ἑορτάζεται ἰδιαίτερα τὴν Τρίτη της Διακαινησίμου, ὅπου καὶ γίνεται μεγάλη λιτανεία γύρω ἀπὸ τὴν Μονὴ πρὸς τιμὴ τῆς εἰκόνας.

Παναγία Παραμυθία

.           Παλιὰ ὑπῆρχε ἡ συνήθεια, βγαίνοντας οἱ πατέρες ἀπὸ τὸ καθολικὸ νὰ ἀσπάζονται αὐτὴ τὴν εἰκόνα καὶ ὁ ἡγούμενος νὰ παραδίδει τὰ κλειδιὰ τῆς μονῆς στὸν θυρωρό. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι μία μέρα στὰ βυζαντινὰ ἀκόμη χρόνια, δίνοντας ὁ ἠχούμενος στὸν θυρωρὸ τὰ κλειδιὰ ἄκουσε τὰ ἑξῆς λόγια ἀπὸ τὴν εἰκόνα: “Μὴ  ἀνοίγετε σήμερα τὶς πύλες τῆς μονῆς, ἀλλὰ ἀνεβεῖτε στὰ τείχη καὶ διῶξτε τοὺς πειρατές”. Ἡ φωνὴ ἐπανέλαβε γιὰ δεύτερη φορὰ τὰ ἴδια λόγια. Στρέφοντας τὸ βλέμμα του πρὸς τὰ ἐκεῖ ὁ ἡγούμενος εἶδε τὸ βρέφος νὰ ἁπλώνει τὸ χέρι τους καὶ νὰ σκεπάζει τὸ στόμα τῆς μητέρας του λέγοντας: “Μὴ μεριμνᾶς Μητέρα, γι᾽ αὐτοὺς τοὺς ἁμαρτωλούς. Ἄφησέ τους νὰ τιμωρηθοῦν ἀπὸ τοὺς πειρατές, τοὺς ἀξίζει”. Ἀλλὰ ἡ Παναγία πιάνοντας τὸ χέρι τοῦ Χριστοῦ καὶ στρέφοντας ἐλαφρὰ τὸ κεφάλι ἐπανέλαβε τὰ ἴδια λόγια. Οἱ μοναχοὶ ἀμέσως ἔτρεξαν στὰ τείχη καὶ διαπίστωσαν ὅτι πειρατὲς εἶχαν περικυκλώσει τὴν μονὴ καὶ περίμεναν τὸ ἄνοιγμα τῆς πύλης γιὰ νὰ τὴν λεηλατήσουν. Ἐξ αἰτίας ὅμως τῆς θαυματουργῆς ἐπεμβάσεως τῆς Παναγίας ἡ μονὴ σώθηκε. Ἡ εἰκόνα ἔκτοτε διατήρησε τὶς τελευταῖες κινήσεις τῶν θείων προσώπων.

Παναγία Ἐσφαγμένη

.           Ἡ θαυματουργὴ αὐτὴ εἰκόνα εἶναι τοιχογραφία τοῦ 14ου αἰώνα καὶ βρίσκεται στὸν νάρθηκα τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τὸ ὁποῖο εἶναι ἐνσωματωμένο εἰς τὸ Καθολικὸν τῆς Ἱερᾶς Μεγίστης Μονῆς Βατοπαιδίου.
.          Ἀπὸ τὸ “Προσκυνητάριον τοῦ Βατοπαιδίου” εἰς τὸ κεφάλαιον “Περὶ τῆς ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Ἐσφαγμένης καὶ τοῦ παρ’ αὐτῆς ἐξαισίου τερατουργήματος” μαθαίνουμε τὸ ἱστορικό: Ἕνας ἱεροδιάκονος καὶ ἐκκλησιάρχης τοῦ καθολικοῦ, λόγῳ τοῦ διακονήματός του, ἔφθανε στὴν τράπεζα κάθε μέρα μὲ καθυστέρηση. Κάποτε ὁ τραπεζάρης ἀρνήθηκε νὰ τοῦ δώσει φαγητὸ λόγῳ τῆς καθυστερήσεως. Ὁ ἱεροδιάκονος ἀγανακτισμένος ἐπέστρεψε στὸν ναὸ καὶ εἶπε τὰ ἑξῆς μπροστὰ στὴν εἰκόνα: “Μέχρι πότε θὰ σὲ ὑπηρετῶ καὶ θὰ κοπιάζω κι ἐσὺ δὲν θὰ μεριμνᾶς οὔτε γιὰ τὴν τροφή μου;” Καὶ παίρνοντας ἕνα μαχαίρι τὸ κτύπησε στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας, ἀπὸ τὸ ὁποῖο, σὰν νὰ ἦταν ζωντανό, ἄρχισε νὰ τρέχει αἷμα, ἐνῶ αὐτὸς τυφλώθηκε κι ἔπεσε κάτω σὰν τρελός. Στὴν κατάσταση αὐτὴ ἔμεινε τρία χρόνια ἀπέναντι ἀπὸ τὴν εἰκόνα κλαίγοντας καὶ παρακαλώντας τὴν Παναγία νὰ τὸν συγχωρέσει. Μετὰ τὴν παρέλευση τριῶν ἐτῶν ἐμφανίστηκε ἡ Παναγία στὸν ἡγούμενο καὶ τοῦ ἀνήγγειλε ὅτι χαρίζει τὴν ὑγεία στὸν τολμηρὸ ἱεροδιάκονο ἀλλὰ τὸ χέρι ποὺ διέπραξε τὴν ἱεροσυλία θὰ τιμωρηθεῖ. Πράγματι ὅταν πέθανε, στὴν ἀνακομιδὴ τοῦ λειψάνου του ἀντίθετα μὲ ὅλο του τὸ σῶμα ποὺ εἶχε λιώσει τὸ δεξί του χέρι παρέμενε ἀναλλοίωτο καὶ φυλάσσεται ἔτσι ὣς σήμερα.Κάποτε ἕνας ἱερέας ἐπισκέπτης τῆς μονῆς ἀμφισβήτησε τὸ θαῦμα, ἀλλὰ ὅταν ἔβαλε τὸ δάχτυλο στὸ σημεῖο τῆς πληγῆς ἄρχισε ἀμέσως νὰ τρέχει αἷμα. Ὁ ἱερέας ἔντρομος δὲν πρόλαβε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ καθολικὸ καὶ ἔπεσε νεκρός.

Παναγία ἡ Ἐλαιοβρύτισσα

.          Ἡ εἰκόνα αὐτὴ χρονολογεῖται στὸν 14ο αἰώνα καὶ βρίσκεται στὸ δοχειὸ τῆς μονῆς.  Ἀπὸ ἐκεῖ μεταφέρεται στὸ καθολικὸ τὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἑορτάζει. Ἡ παράδοση ἀναφέρει τὸ ἑξῆς θαῦμα· Σὲ μία περίοδο ἐλλείψεως λαδιοῦ στὴν μονή, ὁ ὅσιος Γεννάδιος, δοχειάρης τῆς μονῆς, ἄρχισε νὰ ἐξοικονομεῖ τὸ λάδι δίνοντας μόνο γιὰ χρήση τῆς ἐκκλησίας.  Ὁ μάγειρας ὅμως διαμαρτυρήθηκε στὸν ἡγούμενο, καὶ ὁ τελευταῖος διέταξε τὸν ὅσιο νὰ δίνει ἀφειδῶς λάδι στὴν ἀδελφότητα, ἐλπίζοντας στὴν πρόνοια τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Ὅταν μία μέρα πῆγε στὸ δοχειὸ ὁ ὅσιος Γεννάδιος, εἶδε τὸ λάδι νὰ ξεχειλίζει ἀπὸ τὴν λάρνακα καὶ νὰ ἔχει φθάσει ὣς τὴν πόρτα.  Ἔκτοτε ἡ εἰκόνα ἔχει μία θαυμάσια εὐωδία.

 Παναγία Πυροβ(ο)ληθεῖσα

.          Πρόκειται γιὰ τοιχογραφία ποὺ βρίσκεται στὸ ὑπέρθυρο τῆς ἐξωτερικῆς πύλης τῆς μονῆς. Κατὰ τὸ 1822 μία ὁμάδα Τούρκων ὁπλιτῶν ἔφθασε στὴν μονή, καὶ ἕνας ἀπὸ αὐτούς, βλέποντας τὴν εἰκόνα, τὴν πυροβόλησε μὲ μία σφαίρα ποὺ τρύπησε τὸ δεξὶ χέρι τῆς Παναγίας. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς πράξεώς του ἦταν νὰ παραφρονήσει ὁ ἴδιος καὶ νὰ κρεμασθεῖ σὲ μία ἐλιὰ μπροστὰ στὴν μονή. Βλέποντας οἱ ἄλλοι Τοῦρκοι τὴν θεία τιμωρία φοβήθηκαν καὶ ἐγκατέλειψαν ἀμέσως τὴν μονή. Ἐπιπλέον, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἀποσπάσματος, ὅταν πληροφορήθηκε τὴν πράξη τοῦ στρατιώτη, ποὺ ἦταν ἀνιψιός του, διέταξε νὰ μὴν τὸν θάψουν, ἀλλὰ νὰ τὸν ἀφήσουν ἄταφο ὡς κακοῦργο

 Παναγία Παντάνασσα

.        Ἡ θαυματουργὴ αὐτὴ εἰκόνα εἶναι φορητή τοῦ 17ου αἰ. καὶ βρίσκεται στὸ ἀριστερὸ προσκυνητάρι τοῦ βορειανατολικοῦ κίονα τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου. Σύμφωνα μὲ ἀφηγήσεις συγχρόνων Γερόντων τῆς Μονῆς, τὸ πρῶτο δεῖγμα ὅτι ἡ εἰκόνα ἔχει ἰδιαίτερη χάρη εἶναι τὸ ἑξῆς γεγονός· Μία μέρα ἕνας νέος μπῆκε στὸν ναὸ καὶ πηγαίνοντας νὰ προσκυνήσει τὴν εἰκόνα, ἄστραψε ξαφνικὰ τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας καὶ μία ἀόρατη δύναμη τὸν ἔριξε καταγῆς. Μόλις συνῆλθε, ἐξομολογήθηκε μὲ δάκρυα στοὺς πατέρες ὅτι ζοῦσε μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἐπιδιδόταν στὴν μαγεία.  Ἔτσι ἡ θαυματουργικὴ ἐπέμβαση τῆς Θεοτόκου ἔπεισε τὸν νέο νὰ ἀλλάξει ζωὴ καὶ νὰ γίνει ἄνθρωπος θεοφοβούμενος.

.          Ἡ εἰκόνα αὐτὴ ἔχει ἐπίσης τὴν ἰδιότητα καὶ τὴν εἰδικὴ χάρη ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ θεραπεύει τὴν φοβερὴ ἀσθένεια τοῦ καρκίνου. Εἶναι γνωστὲς ἀναρίθμητες περιπτώσεις καρκινοπαθῶν ποὺ ἔχουν θεραπευθεῖ στὶς μέρες μας, μετὰ ἀπὸ παράκληση μπροστὰ στὴν Παναγία τὴν Παντανάσσα.

Παναγία ἡ Ἀντιφωνήτρια

.        Πρόκειται γιὰ τοιχογραφία στὸν χῶρο τοῦ «μεσονυκτικοῦ» τοῦ καθολικοῦ. Ὀνομάσθηκε ἔτσι γιατί ἀπὸ αὐτὴ τὴν εἰκόνα ἀκούσθηκε μία φωνὴ (ἀντιφώνησε). Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ἐπισκέφθηκε κάποτε τὴν μονὴ ἡ βασίλισσα Πλακιδία, κόρη τοῦ Μ. Θεοδοσίου. Ἐνῶ προχωροῦσε μὲ σκοπὸ νὰ μπεῖ στὸ καθολικὸ ἀπὸ τὴν πλάγια μικρὴ πόρτα, ἄκουσε μία φωνὴ ποὺ προερχόταν ἀπὸ τὴν εἰκόνα· «Στάσου καὶ μὴν προχωρεῖς, γιατί τόλμησες ὡς γυναίκα καὶ ἦλθες σ’αὐτὸ τὸν τόπο;». Ἔντρομη τότε ἡ βασίλισσα ζήτησε συγχώρεση ἀπὸ τὴν Παναγία καὶ ἀναχώρησε ἀμέσως ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Εἰς ἀνάμνησιν ἐξ ἄλλου τοῦ θαύματος ἐκείνου ἀνήγειρε μὲ δικά της ἔξοδα τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου.

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΑΡΑΚΑΛΛΟΥ

Σχέδιο ἐξωφύλλου τῆς Προσκλήσεως τῆς Ι. Μ. Καρακάλλου

.      Ὁ Πανελλήνιος Σύλλογος “ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ”, τιμώντας τὴν χιλιετῆ ἱστορία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Καρακάλλου Ἁγίου Ὄρους, θὰ παρουσιάσει σὲ εἰδικὴ ἐκδήλωση τὸν τόμο τὸν ὁποῖο ἐξέδωσε ἡ Μονὴ μὲ τίτλο «ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΑΡΑΚΑΛΛΟΥ»,  ἡ ὁποία θὰ λάβει χώρα στὸ ξενοδοχεῖο ELECTRA PALACE, Ναυάρχου Νικοδήμου 18-20, Ἀθήνα, τὴν Παρασκευή 27 Μαΐου 2011 καὶ ὥρα 19.00.

.     Στόν τόμο αὐτό δημοσιεύονται, κατόπιν ἐπιλογῆς  ἑκατὸν πενήντα δύο (152) εἰκόνες τῆς Μονῆς, οἱ ὁποῖες ἀναπτύσσονται σὲ ἑπτὰ ἑνότητες καὶ χρονικά καλύπτουν τὴν περίοδο ἀπὸ τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 14ου ἕως τὸ πρῶτο μισό τοῦ 19ου αἰῶνος.

 ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

Ἀρχιμ. Φιλόθεος,
Καθηγούμενος Ἱ. Μονῆς Καρακάλλου

Ἀπόστολος Σ. Γεωργιάδης,
Πρόεδρος Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν,
Ἐπίτ. Πρόεδρος Πανελ. Συλλόγου «Οἱ Φίλοι τοῦ Ἁγίου Ὄρους»

Γεώργιος Καροτσιέρης,
Πρόεδρος Πανελ. Συλλλόγου «Οἱ Φίλοι τοῦ Ἁγίου Ὄρους»

 ΟΜΙΛΗΤΕΣ

Κρίτων Χρυσοχοΐδης,
Ἱστορικός, δ/ντὴς στὸ Ι.Β.Ε. τοῦ Ε.Ι.Ε.

Εὐθύμιος Τσιγαρίδας,
Ὁμότ. Καθηγ. Χριστιαν. Ἀρχαιολογίας Α.Π.Θ.

Μαρία Βασιλάκη,
Καθηγ. Βυζαντ. Τέχνης Πανεπ. Θεσσαλίας

Συντονιστής: Δημήτριος Μουζάκης, ἐκπαιδ. –διδάκτωρ Ἰονίου Πανεπ.

, ,

Σχολιάστε

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΚΑΙ Η ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΤΗΣ

Ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως

.      Οἱ εἰκόνες γιὰ τὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι διακοσμητικὰ στοιχεῖα, ὅπως συμβαίνει στὴν Δύση. Εἶναι δόγμα καὶ μέσα ἀναγωγῆς πρὸς σωτηρία τῶν ψυχῶν μας. Ἡ σωτηρία μας ὅμως μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ μόνον μὲ τὴν ὀρθὴ πίστη ποὺ ἀποδεικνύεται μὲ τὴν τήρηση τῆς παραδόσεως καὶ τῶν πατερικῶν διδαχῶν.
.        Γιὰ τὴν Ἐκκλησία ὅποιος ἀλλοιώσει “ἰῶτα ἓν” ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴν πίστη της χαρακτηρίζεται αἱρετικός. Τὸ ἴδιο ὅμως αἱρετικὸς ἀποδεικνύεται ὅποιος δέχεται “εἰκόνες” ἀντίθετες μὲ τὴν λατρεία, τὰ κείμενα, τὴν ὑμνολογία καὶ τὴν παράδοσή της. Μιὰ τέτοια “εἰκόνα” εἶναι καὶ ἡ λεγομένη τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ ἐμφανίζει ἕνα ἄγγελο νὰ κυλάει τὸν λίθο μπροστὰ ἀπὸ ἕνα κομψὸ τετραγωνισμένο μνῆμα. Οἱ στρατιῶτες τῆς κουστωδίας ἀτενίζουν μὲ θαυμασμὸ καὶ φόβο τὸν ἀναστημένο Χριστό, ὁ ὁποῖος βγαίνει ἀπὸ τὸν τάφο ποὺ ἄνοιξε ὁ ἄγγελος καὶ ἵπταται κρατώντας ἕνα λάβαρο λευκὸ μὲ κόκκινο σταυρό, σὰν τὴ σημαία τῆς Δανίας.
.        Ἡ ἀπεικόνιση αὐτή, νεώτερη ἀκόμα καὶ στὸν χῶρο τῆς Δύσεως, ἐμφανίστηκε ἐκεῖ τὴν ἐποχὴ τῆς Ἀναγεννήσεως, σ’ ἐμᾶς δὲ ἔφτασε ἀπὸ τὴ Ρωσία κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Tουρκοκρατίας μὲ πρῶτο σταθμὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδά της εἶναι ἕνας κατακλυσμὸς κακοδοξίας καὶ διαστροφῆς.
.        Πρῶτον, παριστάνει ἀνοιγμένο τὸν τάφο, σὰν νὰ πρόκειται νὰ ἐξέλθει ἀπ’ αὐτόν ἕνας κοινὸς θνητός, ἀντίθετα μὲ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας ὅτι «ἐσφραγισμένου τοῦ μνήματος ἡ ζωὴ ἐκ τάφου ἀνέτειλας» (ἀπολυτ. Κυρ. Θωμᾶ). «Φυλάξας τὰ σήμαντρα σῶα Χριστὲ ἐξηγέρθης τοῦ τάφου» (ϛ´ὠδή ἀναστ.) κ.ἄ.
.         Δεύτερον, ὁ ἀποκυλισμὸς τοῦ λίθου ἀπό τὸν ἄγγελο δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι ἡ ἀπομάκρυνση γίνεται γιὰ νὰ βγεῖ ὁ ἀναστημένος Χριστός. Ὁ Χριστὸς ὅμως ἀνέστη «ἀγ­γελικῆς συμμαχίας οὐ δεηθείς» (ἅγ. Γρηγ. Nύσσης, P.G. 46, 477D).
.          Δείχνει, ἀκόμη, τοὺς ἀσεβεῖς στρατιῶτες νὰ παρίστανται αὐτόπτες μάρτυρες τοῦ μυστηρίου ποὺ δὲν ἀξιώθηκε νὰ δεῖ κανεὶς θνητός, μηδὲ τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν Ἀποστόλων ἐξαιρουμένων. Μιὰ ἀλήθεια ποὺ μᾶς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία ψάλλοντας “οὐκ ᾔσθοντο πότε ἀνέστης οἱ φυλάσσοντές σε στρατιῶται”. Καὶ ὁ Ἅγ. Συμεὼν ὁ Nέος Θεολόγος «μηδέ γαρ τότε τοῦτον ἀνιστάμενον ἰδόντος τινός» (S.C. Κατηχ. ΠΓ´ σελ. 191).
.         Ἀντιθέτως ἡ βυζαντινὴ εἰκόνα ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ γεγονότα ἀναζητεῖ κυρίως τὸ βαθύτερο νόημα τῆς Ἀναστάσεως. Ἔτσι, ἀπεικονίζει τὴ νίκη τοῦ Κυρίου κατὰ τοῦ θανάτου καὶ τὴν καταστροφὴ τοῦ κράτους τοῦ διαβόλου, χωρίς τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει λύτρωση. Σ’ αὐτήν παρουσιάζεται ὁ Ἅδης σὰν σκοτεινὸ σπήλαιο. Στὸ κέντρο στέκεται ὁ Χριστὸς μὲ πρόσωπο αὐστηρὸ ἀλλὰ καὶ φιλάνθρωπο, ντυμένος μὲ φωτεινὰ καὶ ἀπαστράπτοντα ἐνδύματα. Περιβάλλεται ὁλόκληρος μὲ φωτεινὸ κύκλο καὶ ἀκτίνες ποὺ συμβολίζουν τὸ ἄκτιστο φῶς τῆς χάριτος, τὴν Δόξα τοῦ Κυρίου. «Nῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια». Τὰ ἄχραντα πόδια Του πατοῦν μὲ δύναμη πάνω σὲ δύο θυρόφυλλα τὸ ἕνα ἐπάνω στὸ ἄλλο σὲ σχῆμα σταυροῦ. Εἶναι οἱ ἀπ’ αἰῶνος πύλες τοῦ Ἅδη, ποὺ ἔσπασε ὁ Κύριος. Κάτω ἀπ’ αὐτὲς μέσα στὸ σκοτάδι τοῦ σπηλαίου κείτεται ἕνας γέρος ἀναμαλλιασμένος καὶ γυμνός, δεμένος μὲ ἁλυσίδες καὶ τρομαγμένος. Eἶναι ὁ Διάβολος ποὺ νικήθηκε. Μέ μιά βίαιη κίνηση ὁ Ἀναστὰς Xριστὸς ἁρπάζει ἀπὸ τὰ χέρια τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, καὶ τοὺς τραβᾶ κοντά Του, τοὺς ἀνασύρει μέσα ἀπὸ τὰ μνήματα στὰ ὁποῖα πατοῦν! Oἱ Προπάτορες ἐκπροσωποῦν ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος.

ΠΗΓΗ: περ. «EΠIΓNΩΣH» τ. 35, 1991
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

, ,

Σχολιάστε

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας)

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (13.03.2011)
(Ἑβρ. ια´ 24-26, 32-40)

Ἀδελφοί, 
πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ, μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν, μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ· ἀπέβλεπε γὰρ εἰς τὴν μισθαποδοσίαν.
Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ Ἰεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν, οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τούς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.

Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική:
Ἀδελφοί, 
μὲ τὴν πίστιν ὁ Μωϋσῆς, ὅταν ἐμεγάλωσε, ἀρνήθηκε νὰ ὀνομάζεται υἱὸς τῆς θυγατρὸς τοῦ Φαραώ, διότι ἐπροτίμησε μᾶλλον νὰ ὑποφέρῃ μαζὶ μὲ τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ παρὰ νὰ ἔχῃ τὴν πρόσκαιρη ἀπόλαυση ἁμαρτωλῶν πραγμάτων. Ἐθεώρησε μεγαλύτερον πλοῦτον ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τῆς Αἰγύπτου τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ Χριστοῦ, καθ’ ὅσον ἀπέβλεπε εἰς τὴν ἀνταπόδοσιν.
Καὶ τί ἀκόμη νὰ πῶ; Δὲν μοῦ ἐπιτρέπει ὁ χρόνος νὰ σᾶς διηγηθῶ διὰ τὸν Γεδεών, τὸν Βαράκ, τὸν Σαμψών, τὸν Ἰεφθάε, τὸν Δαυΐδ καὶ Σαμουὴλ καὶ τοὺς προφήτας, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν πίστιν ἀνέτρεψαν βασίλεια, ἔκαναν ἔργα δικαιοσύνης, ἐπέτυχαν τὴν πραγματοποίησιν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβησαν τὴν δύναμιν φωτιᾶς, διέφυγαν τὴν σφαγήν, ἔγιναν ἀπὸ ἀδύνατοι δυνατοί, ἔγιναν ἰσχυροὶ σὲ καιρὸν πολέμου, ἔτρεψαν εἰς φυγὴν παρατάξεις τῶν ἐχθρῶν. Γυναῖκες ἔλαβαν τοὺς νεκρούς των δι’ ἀναστάσεως, ἄλλοι δὲ ἐβασανίσθησαν καὶ δὲν ἐδέχθησαν νὰ ἀφεθοῦν ἐλεύθεροι, διὰ νὰ ἐπιτύχουν μίαν ἄλλην καλυτέραν ἀνάστασιν. Ἄλλοι ἐδοκιμάσθησαν μὲ ἐμπαιγμοὺς καὶ μαστίγωσιν, ἀκόμη δὲ καὶ μὲ δεσμὰ καὶ φυλακήν. Ἐλιθοβολήθησαν, ἐπριονίσθησαν, ὑπέστησαν πολλὰς δοκιμασίας, ἐθανατώθησαν μὲ μάχαιραν, περιεπλανῶντο φοροῦντες δέρματα προβάτων καὶ δέρματα αἰγῶν, ἐστεροῦντο, ὑπέφεραν θλίψεις καὶ κακουχίας (ἄνθρωποι διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἦτο ἄξιος ὁ κόσμος), ἐπλανῶντο σὲ ἐρήμους καὶ σὲ βουνὰ, σὲ σπήλαια καὶ σὲ τρύπες τῆς γῆς. Ὅλοι αὐτοί, ἂν καὶ εἶχαν καλὴν μαρτυρίαν διὰ τὴν πίστιν τους, δὲν ἔλαβαν ὅ,τι εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός, διότι εἶχε ὁ Θεὸς προβλέψει κάτι καλύτερον ἀναφορικῶς μ’ ἐμᾶς, διὰ νὰ μὴ φθάσουν ἐκεῖνοι εἰς τὴν τελειότητα χωρὶς ἐμᾶς.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
«Οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν».

.         Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ εἶναι ἀφιερωμένη στὴν νίκη καὶ τὸν θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ κερδήθηκε μὲ τὴν ἀναστήλωση τῶν ἁγίων καὶ ἱερῶν εἰκόνων. Μαζὶ ὅμως μὲ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία θυμᾶται σήμερα ὅλους τοὺς ἀγῶνες, ποὺ ἔγιναν ἀπὸ τοὺς φλογεροὺς ἀγωνιστὰς καὶ ὁμολογητάς της, γιὰ νὰ διαφυλαχθῆ καὶ ἐπικρατήση ἡ ἁγία ὀρθόδοξη πίστη καὶ παράδοση. Γι’ αὐτὸ προβάλλει ἐμπρός μας ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἀγωνίστηκαν μέχρι θανάτου μὲ τὴν πίστη καὶ γιὰ τὴν πίστη. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ ἔγιναν οἱ συνεχιστὲς τῶν Ἁγίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ κι αὐτοὶ ἀγωνίστηκαν μέχρι θανάτου μὲ τὴν πίστη καὶ γιὰ τὴν πίστη πρὸς τὸν ζωντανὸ καὶ ἀληθινὸ Θεό, ὅπως περιγράφει καὶ ἡ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπή.

ΑΓΩΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΗ ΠΙΣΤΗ

.       Ἅγιες καὶ μεγάλες μορφὲς τῆς Π. Διαθήκης, ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος σήμερα: Τὸν Μωυσῆ, τὸν Γεδεών, τὸν Βαράκ, τὸν Σαμψὼν καὶ Ἰεφθάε, τὸν Δαυΐδ, τὸν Σαμουὴλ καὶ τοὺς Προφῆτες. Ὅλοι αὐτοὶ μὲ τὴν δύναμη τῆς πίστεως στὸν μόνο ἀληθινὸ Θεὸ πέτυχαν μεγάλα καὶ ὑπέροχα κατορθώματα: Πολέμησαν καὶ νίκησαν ὁλόκληρα βασίλεια, ἔζησαν μὲ δικαιοσύνη καὶ ἀρετή, πέτυχαν τὴν ἐκπλήρωση τῶν ὑποσχέσεων ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεὸς καὶ τόσα ἄλλα, ποὺ μὲ πολλὴ συγκίνηση διαβάζουμε στὴν συνέχεια τῆς ἀποστολικῆς περικοπῆς. Καὶ χάρη στοὺς ἀγῶνες αὐτοὺς ὁ ἑβραϊκὸς λαὸς κρατήθηκε στὴν ὀρθὴ πίστη τῶν πατέρων του, μέσα στοὺς σκοτεινοὺς καὶ δύσκολους ἐκείνους χρόνους τῆς εἰδωλολατρίας.
.        Τὸ ἴδιο συνεχίσθηκε καὶ στὴν ἐποχὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης μὲ τοὺς ἀγῶνες τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων τῆς Ὀρθοδοξίας. Δὲν ὑπῆρχε βέβαια τώρα ὃ κίνδυνος τῆς εἰδωλολατρίας. Ὑπῆρχε ἄλλος, ἴσως μεγαλύτερος κίνδυνος. Ἡ αἵρεση καὶ ἡ κακοδοξία, ἡ παραποίηση καὶ κακοποίηση τῆς πίστεως πρὸς τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ ὁ κίνδυνος αὐτὸς δὲν ἦταν μικρός. Ἔφθασε στιγμὴ ποὺ ἕνα πολὺ μεγάλο μέρος τῆς χριστιανικῆς ἀνατολῆς εἶχε τυλιχθῆ μέσα στὰ πλοκάμια τῆς κακοδοξίας καὶ τῆς πλάνης τοῦ αἱρετικοῦ Ἀρείου.
.       Ἡ πλάνη ὅμως καὶ ἡ αἵρεση δὲν ἐπεκράτησαν. Σιγὰ-σιγά, μὲ τὴν μεγάλη φωτιὰ τῆς ὀρθῆς πίστεως, ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὸν λόγο, τὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων, τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ τὶς προσευχὲς τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, κάηκαν τὰ ἄχυρα καὶ οἱ σκουριὲς τῆς κακοδοξίας καὶ ἔμεινε τὸ καθαρὸ καὶ γνήσιο χρυσάφι τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Ἔτσι διαφυλάχθηκε ὁ ἱερὸς θησαυρὸς τῆς Ὀρθοδοξίας, ὥστε σήμερα οἱ ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ νὰ πιστεύουν καὶ νὰ διακηρύττουν: «ο προφται ς εδον, ο πόστολοι ς δίδαξαν, κκλησία ς παρέλαβεν, ο Διδάσκαλοι ς δογμάτισαν… οτω φρονομεν, οτω λαλομεν, οτω κηρύσσομεν».

ΝΑ ΛΑΜΨΗ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

.       Ἡ ἱερὴ κληρονομία τῆς ὀρθῆς πίστεως, ποὺ εἶναι ζυμωμένη μὲ τὸ αἷμα καὶ τὸ δάκρυ τῶν πατέρων μας, μᾶς ὑποχρεώνει νὰ ἐγκαταλείψουμε τὴν στάση τῆς ἀδιαφορίας ἐμπρὸς στὸν θησαυρὸ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ νὰ ἀγωνιστοῦμε μὲ κάθε τρόπο γιὰ τὴν λάμψη καὶ ἀκτινοβολία του.
.        Πρέπει νὰ λάμψη ἡ Ὀρθοδοξία στὰ δικά μας τὰ μάτια καὶ στὶς δικές μας ψυχὲς πρῶτα. Ἡ συνήθεια καὶ ἡ ἄγνοια ἔχουν δημιουργήσει ἕνα παχὺ στρῶμα σκόνης ποὺ σκεπάζει τὸ καθαρὸ χρυσάφι τῆς πίστεώς μας. Γι᾽ αὐτὸ πολλοὶ ἀπὸ μᾶς, μικροὶ καὶ μεγάλοι, δὲν ἐκτιμοῦμε τὴν παράδοσή μας, δὲν γνωρίζουμε τὴν πίστη μας, δὲν ἀγαπᾶμε τὴν Ἐκκλησία μας. Τὸ εἰκονοστάσι τοῦ σπιτιοῦ ἔχει καταργηθῆ σὲ πολλὰ σπίτια καὶ σὲ ἄλλα, ποὺ ὑπάρχει, ἔχει γίνει μία σκονισμένη καὶ παραμελημένη γωνιά, χωρὶς νὰ τὴν προσέχη πιὰ κανείς. Χτυποῦν οἱ καμπάνες γιὰ τὴν θεία Λειτουργία καὶ ὑπάρχουν Ὀρθόδοξοι ποὺ μένουν ξαπλωμένοι στὸ κρεβάτι ἢ κάθονται στὶς καρέκλες τῶν καφενείων. Ἄλλοι, Ὀρθόδοξοι κι αὐτοί, ἔχουν χρόνια νὰ ἐξομολογηθοῦν καὶ νὰ κοινωνήσουν. Καὶ ὑπάρχουν ἀκόμη οἰκογένειες ὀρθόδοξες χωρὶς νὰ ἔχουν καὶ νὰ μελετοῦν τὴν ‘Ἁγία Γραφή, χωρὶς νὰ διαβάζουν ἕνα ὀρθόδοξο χριστιανικὸ βιβλίο.
.      Τί θὰ γίνη λοιπόν; Τὰ πάντα πρέπει νὰ γίνουν, γιὰ νὰ ξαναλάμψη ἡ Ὀρθοδοξία. Ἡ ὀρθὴ πίστη νὰ γίνη φρόνημα καὶ ζωὴ ὅλων τῶν ὀρθοδόξων. Ἀδιαπραγμάτευτη, χωρὶς ὑποχωρήσεις, παραχωρήσεις καὶ ἔνοχους συμβιβασμούς.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «ΖΩΗ», ἀρ. τ. 4231, 10.03.2011

 

, , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Η ΑΞΙΑ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΛΩΝ

θεολογία καξία τν Συμβόλων
τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Πολὺς λόγος γίνεται τελευταία γιὰ τὰ σύμβολα καὶ ἡ συζήτηση ἐπικεντρώνεται στὸ κατὰ πόσον πρέπει νὰ παραμείνουν οἱ εἰκόνες στὰ Σχολεῖα καὶ σὲ δημόσιους χώρους ἢ νὰ ἀπομακρυνθοῦν.Τὸ θέμα αὐτὸ συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ τὴν ἔννοια τοῦ συμβόλου καὶ τὴν παρουσίαση τῆς ὀρθοδόξου εἰκόνας ὡς συμβόλου ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ ψυχὴ καὶ σῶμα. Μερικὲς πτυχὲς αὐτοῦ του θέματος θὰ τονισθοῦν πιὸ κάτω.

1. Ἡ θεολογία τῆς εἰκόνας ὡς συμβόλου

Ἡ λέξη σύμβολο προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα «συμβάλλω» ποὺ δηλώνει συνάγω, συλλέγω, ἑνώνω, κάνω συμβόλαιο κλπ. Ὁπότε, ἡ λέξη σύμβολο σημαίνει τὸ σημεῖο ποὺ ἑνώνει, ποὺ συνάγει δύο διαφορετικὰ μέρη καὶ τελικὰ εἶναι τὸ σημεῖο ἀναγνωρίσεως καὶ ἑνότητος δύο προσώπων καὶ πραγμάτων. Αὐτὸ φαίνεται, κυρίως, ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ ἔννοια τῆς λέξεως σύμβολο, ἀφοῦ παλαιὰ σήμαινε τὸν κρίκο, τὸ δακτυλίδι ποὺ σπαζόταν σὲ δύο κομμάτια, καὶ δύο συγγενεῖς ἢ δύο φίλοι ἔπαιρναν ἕνα ἀπὸ αὐτὰ καὶ ὅταν συναντιόνταν ἀργότερα, αὐτὸ τὸ κομμάτι, ποὺ κατεῖχαν, ἦταν σημεῖο ἀναγνωρίσεως τῆς ἀδελφότητος καὶ τῆς φιλίας μεταξὺ τῶν δύο (Olivier Clement, Ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς, Ἔκδ. Ἀκρίτα, σελ. 122).
Ἦταν ἑπόμενο ἡ λέξη σύμβολο μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια νὰ χρησιμοποιηθῆ σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, στὶς διαπροσωπικὲς σχέσεις, στὴν κοινωνικὴ ἀναστροφή, στὴν ἐθνικὴ ζωή, καὶ βεβαίως στὴν θρησκεία. Γιὰ παράδειγμα, ἡ σημαία ἢ ὁ ἐθνικὸς ὕμνος ἑνώνει δύο ἀνθρώπους τοῦ ἰδίου Κράτους καὶ ἡ πίστη, ἡ λατρεία καὶ τὰ ἰδιαίτερα σύμβολα ἐπιβεβαιώνουν τὴν ἑνότητα δύο ἀνθρώπων τῆς ἴδιας θρησκείας. Τὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι τὸ σύμβολο δὲν εἶναι ἁπλῶς μιὰ ὑπενθύμιση, μιὰ ἀνάμνηση, κάτι τὸ ἐξωτερικό, ἀλλὰ δείχνει μιὰ ἑνότητα τῶν δύο προσώπων ἢ δύο πραγμάτων, ἀφοῦ ἑνώνονται καὶ συναπαρτίζουν τὸν κρίκο, τὸ δακτυλίδι. Ἐπὶ πλέον τὸ σύμβολο εἶναι τὸ σημεῖο ἑνότητας κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου, εἶναι τὸ σημεῖο ἀναγνωρίσεως τῆς ἑνότητας αὐτῆς.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μιλώντας γιὰ τὴν ἔννοια τοῦ συμβόλου παρουσιάζει τὰ δύο εἴδη του. Πρῶτο εἶδος εἶναι τὸ σύμβολο ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν φύση τοῦ συμβολιζομένου, ὅπως εἶναι ὁ ὄρθρος, ἡ αὐγή, ποὺ εἶναι τὸ φυσικὸ σύμβολο τοῦ φωτὸς τοῦ ἡλίου, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἀνατείλη μετὰ ἀπὸ λίγο, καθὼς ἐπίσης εἶναι ἡ θερμότητα ποὺ εἶναι φυσικὸ σύμβολο τῆς καυστικῆς δυνάμεως τοῦ πυρός. Δεύτερο εἶδος συμβόλου εἶναι ἐκεῖνο ποὺ χρησιμοποιεῖται συμβατικὰ γιὰ νὰ συμβολίση κάτι, ὅπως εἶναι ὁ πυρσός, ποὺ ἄναβαν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, γιὰ νὰ δείξουν ὅτι ἔρχονται οἱ ἐχθροὶ ἢ νὰ δηλώσουν τὴν κατάληψη τῆς πόλεως. Αὐτὸ δὲν εἶναι φυσικὸ σύμβολο, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν φύση τοῦ συμβολιζομένου, ἀλλὰ συμβατικὸ ποὺ θέλει νὰ δείξη κάτι (Γρηγ. Παλαμᾶ, ΕΠΕ, 2 σελ. 592-594).
Τὰ ἱερὰ σύμβολα τῆς Ἐκκλησίας ἀνήκουν στὴν πρώτη κατηγορία, δηλαδὴ δὲν εἶναι ξένα πρὸς τὴν φύση τῶν συμβολιζομένων, ἀλλὰ εἶναι φυσικὰ σύμβολα διὰ τῶν ὁποίων μεταδίδεται ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὴ ἡ πραγματικότητα στὴν ὀρθόδοξη θεολογία ἐκφράζεται μὲ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ποὺ δείχνει τὴν ὁμολογία καὶ τὴν ἑνότητα, ἀλλὰ καὶ τὶς ἱερὲς εἰκόνες, ποὺ εἶναι σύμβολα-φανερώσεις τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.
Τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως εἶναι ἡ καταγραφὴ μὲ κτιστὰ ρήματα τῆς ἀκτίστου πραγματικότητος ποὺ βιώνει ὁ Προφήτης, ὁ Ἀπόστολος καὶ ὁ Ἅγιος. Ὁ θεόπτης βλέπει τὸν Θεό, ἔρχεται σὲ κοινωνία μαζί Του καὶ στὴν συνέχεια αὐτὴν τὴν δόξα τὴν μεταφέρει μὲ κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα. Ἔτσι, ἔχοντας κανεὶς ὡς ὁδηγὸ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, μπορεῖ νὰ φθάση στὴν δόξα τῆς ἀκτίστου πραγματικότητος, τὸν Θεό. Τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ἁπλὸ σύμβολο, ἀλλὰ εἶναι ἐνέργεια καί, ὅταν ὁ ἄνθρωπος προφέρη τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, τότε γεμίζει ἀπὸ τὴν παρουσία Του. Γι’ αὐτὸ μᾶς συνιστᾶ ὁ Θεὸς νὰ μὴ λαμβάνουμε τὸ ὄνομά Του στὸ στόμα μας γιὰ μάταια πράγματα.
Ἐπίσης, ἡ ἱερὴ εἰκόνα εἶναι εἰκόνισμα τῆς ἀνεικονίστου δόξης τῆς οὐράνιας πραγματικότητας. Ὅμως, ἡ ἱερὴ εἰκόνα δὲν εἰκονίζει ἁπλῶς τὸν Θεό, ἀλλὰ μεταφέρει τὴν Χάρη καὶ ἐνέργεια τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Ἡ εἰκόνα μεταγγίζει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἄκτιστη Χάρη, τῆς ὁποίας εἶναι σύμβολο, ὅπως ἡ αὐγὴ φωτίζει καὶ ἀναγγέλλει τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου, καὶ ἀνάγει τὸν ἄνθρωπο στὸ πρῶτο κάλλος, ἀφοῦ ἄλλωστε ἡ τιμὴ τῆς εἰκόνας ἀνάγεται στὸ πρωτότυπο. Ἔτσι, ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ διὰ τῶν συμβόλων ἀποκαλύπτει τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ κάνουμε λόγο γιὰ τὴν συμβολικὴ θεολογία, ὅπως τὴν ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης καὶ τὴν βλέπουμε στὰ βιβλία τῶν Προφητῶν καὶ στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ. Γι’ αὐτὸ «ἡ βιβλικὴ αἰσθητικὴ (τῶν ἱερῶν εἰκόνων) δὲν εἶναι αἰσθητικὴ τῶν χρωμάτων, ἀλλὰ τοῦ φωτός: τὰ χρώματα εἶναι σύμβολα τοῦ φωτός! Τὸ σύμβολο εἶναι ἀχώριστο ἀπὸ τὸ κάλλος» (Olivier Clement, ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 123). Γι’ αὐτό, κατὰ τὸ Συνοδικό της Ὀρθοδοξίας ποὺ εἶναι ἀπόφαση τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, λέγεται ὅτι «ἁγιάζεται διὰ τῶν θείων εἰκόνων τὰ ὄμματα τῶν ὁρώντων, ἀνάγεται δὲ δι᾽ αὐτῶν ὁ νοῦς πρὸς θεογνωσίαν, ὥσπερ καὶ διὰ τῶν θείων ναῶν, καὶ τῶν ἱερῶν σκευῶν καὶ τῶν ἄλλων κειμηλίων».
Ἔτσι, ἡ ἱερὰ εἰκόνα δείχνει τὴν ἑνότητα μεταξὺ φύσεως καὶ θείας Χάριτος στὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου ποὺ εἰκονίζει, γι᾽ αὐτὸ γύρω ἀπὸ τὶς κεφαλὲς τῶν εἰκονιζομένων ὑπάρχει τὸ φωτοστέφανο, ποὺ δείχνει ὅτι ὁ Ἅγιος εἶδε τὸ Φῶς τοῦ Θεοῦ καὶ ἔφθασε στὴν θέωση. Ἀλλὰ συγχρόνως ἔχει καὶ ἡ ἴδια ἡ εἰκόνα Χάρη καὶ ἐνέργεια καὶ ἁγιάζει αὐτὸν ποὺ τὴν ἀσπάζεται, κατὰ τὸν βαθμὸ τῆς πνευματικῆς του καταστάσεως. Γι’ αὐτὸ τὴν ἀσπαζόμαστε μὲ εὐλάβεια, γνωρίζοντας ὅτι ἡ τιμή μας ἀνάγεται στὸ πρωτότυπο, ἀφοῦ ὅμως προηγουμένως ἀνάψουμε τὸ κερί μας μπροστὰ σὲ αὐτὴν καὶ κάνουμε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ.
Καὶ αὐτὸς ὁ Τίμιος Σταυρὸς δὲν εἰκονίζει ἁπλῶς τὴν θυσία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ καὶ αὐτὸ τὸ Τίμιο ξύλο εἶναι προσκυνητό, ἀκόμη δὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ μεταδίδει Χάρη καὶ εὐλογία, συνιστᾶ τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ σώζει τὸν ἄνθρωπο. Γι᾽ αὐτὸ καὶ λέγει: «Σταυρὸς γὰρ ἐστὶν αὐτός τε ὁ προσκυνητὸς τύπος καὶ ὁ τοῦ τύπου τούτου λόγος» (Γρηγορίου Παλαμᾶ, ΕΠΕ, τόμ. 9, σελ. 310).
Τελικά, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν εἶναι μιὰ ἰδέα γιὰ νὰ ἀρνῆται τὰ σύμβολα καὶ τὸν αἰσθητὸ κόσμο, ἀλλὰ οὔτε καὶ εἰδωλολατρία γιὰ νὰ τὰ ἀπολυτοποιῆ. Τὰ σύμβολα εἶναι ἡ φανέρωση τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ καὶ δι᾽ αὐτῶν ὁ ἄνθρωπος ἀνάγεται στὴν θεογνωσία. Ὅλος ὁ κόσμος εἶναι, κατὰ τὴν φράση τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, «ὠκεανὸς συμβόλων», διὰ τῶν ὁποίων ἀποκαλύπτεται ὁ Θεὸς (Olivier Clement, ἔνθ. ἀνωτ. σέλ. 122), ἀλλὰ φανερώνεται καὶ ἀποκαλύπτεται καὶ ὁ ἄνθρωπος στὸν συνάνθρωπό του.

2. Ἡ κατάρριψη τῶν συμβόλων

Τὰ σύμβολα ὑπάρχουν πάντα σὲ ὀργανωμένες κοινωνίες, μέσα στὶς ὁποῖες ζοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ συνδέονται μεταξύ τους μὲ ἰσχυροὺς δεσμούς, οἰκογενειακούς, κοινωνικούς, θρησκευτικούς, πολιτισμικούς. Ἔτσι, ὑπάρχουν ποικίλα σύμβολα, κοινωνικά, θρησκευτικὰ καὶ ἐθνικά. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἰδεατὸς καὶ ἀνυπόστατος, ἀλλὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ ψυχὴ καὶ σῶμα καὶ θέλει νὰ ἐπικοινωνῆ μὲ τοὺς ἄλλους, ἀφοῦ τὸ κοινωνεῖν εἶναι ἀνθρώπινο, ἐνῶ τὸ ἀτομικῶς συμπεριφέρεσθαι καὶ ζῆν εἶναι ἀκοινώνητο καὶ ἀφύσικο.
Τὸ ἔθνος ἐκφράζεται μὲ τὰ ἰδιαίτερα σύμβολα ποὺ συνιστοῦν τοὺς ἀνθρώπους μὲ Πατρίδα, Θρησκεία, Παιδεία. Ἡ σημαία ἑνὸς λαοῦ εἶναι συνδεδεμένη μὲ ἀγῶνες, θυσίες, αἵματα, συγκινήσεις καὶ νοσταλγίες. Οἱ ἰδιαίτεροι πολιτισμοὶ ἔχουν τὶς παραδόσεις τους καὶ τὶς ἐκφράσεις τους, πράγμα ποὺ καταλαβαίνουν καλύτερα οἱ ἀπόδημοι, ποὺ τὰ στεροῦνται καὶ τὰ χρησιμοποιοῦν γιὰ νὰ ἐνθυμοῦνται τὴν κοινὴ καὶ πολύτιμη παράδοση καὶ νὰ ζοῦν μέσα σὲ αὐτήν.
Ὅμως, ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε, ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχὴ εἰκονοκλαστική, στὴν ὁποία γκρεμίζονται οἱ εἰκόνες, ἀποβάλλονται τὰ θρησκευτικά, ἐθνικὰ καὶ παραδοσιακὰ σύμβολα καὶ ἔτσι ἀποσαρκώνονται οἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὸ μερικοὶ τὸ χαρακτηρίζουν ὡς μοντέρνο, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα εἶναι ἀπάνθρωπο, ἀφοῦ ὠθεῖ τὸν ἄνθρωπο σὲ μιὰ ὑπαρξιακὴ μοναξιά, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχουν τὰ ἰδιαίτερα σύμβολα τῆς ἀναγνώρισης καὶ τῆς ἐπικοινωνίας.
Ἡ ἀποβολὴ τῶν συμβόλων καὶ ἡ ἀπόσυρση τῶν εἰκόνων ἐκφράζει τὴν εἰκονοκλαστικὴ νοοτροπία τῶν συγχρόνων ἀνθρώπων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ πρόσωπο συνδέεται μὲ τὴν κοινωνία, ἀφοῦ δὲν νοεῖται πρόσωπο χωρὶς σχέση, ὅπως καὶ δὲν νοεῖται καὶ κοινωνία χωρὶς πρόσωπο. Ἀντίθετα, τὸ ἄτομο δηλώνει κάτι τὸ ἀνεξάρτητο, ποὺ στηρίζεται ὄχι στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, στὴν ἀτομικὴ σκέψη καὶ τὰ ἀτομικὰ συναισθήματα. Ὁ ἄνθρωπος ὡς ἄτομο, μόνος του, θέλει νὰ καθορίζη τὴν ζωή, τὸ ἐπάγγελμά του, ἀκόμη καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἀναζητήση τὸν Θεό.
Αὐτὸς δὲ ὁ ἀτομικὸς τρόπος σκέψεως καὶ ζωῆς εἶναι ἀπόρροια τῆς μεταρρυθμιστικῆς προτεσταντικῆς ἐπανάστασης καὶ τῆς προσπάθειας τῶν Εὐρωπαίων Χριστιανῶν νὰ ἀποκτήσουν θρησκευτικὴ ἐλευθερία. Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση ἀναπτύχθηκαν τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα, ὡς ἀτομικὴ ἐπιλογή, καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ ἀνεξιθρησκεία, ὡς δυνατότητα τοῦ καθενὸς νὰ στραφῆ στὸν Θεὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ, καὶ νὰ ἀνεξαρτητοποιῆται ἀπὸ σύμβολα, εἰκόνες, κοινὴ πίστη, κοινὸ πολιτισμό.
Ἔτσι, τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα, ποὺ εἶναι ὁπωσδήποτε σεβαστά, καὶ ἡ ἀνεξιθρησκεία συνδέονται στενὰ μεταξύ τους, ὡς νοοτροπία καὶ ἰδεολογία, καὶ αὐτὸ ὁδηγεῖ στὸν ἄκρατο φιλελευθερισμὸ καὶ κατ᾽ ἐπέκταση στὴν καπιταλιστικὴ νοοτροπία, ποὺ καὶ τὰ δύο εἶναι γεννήματα τῆς δυτικῆς μεταφυσικῆς. Πρόκειται γιὰ μιὰ ἀποστασία ἀπὸ κοινὰ πολιτισμικὰ πρότυπα καὶ κοινοὺς πολιτισμικοὺς τρόπους ζωῆς.
Στὴν πραγματικότητα, ὅμως, ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου δὲν ταυτίζεται ἀπόλυτα μὲ τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα, τὴν ἀνεξιθρησκεία καὶ τὸν κοινωνικὸ καὶ οἰκονομικὸ φιλελευθερισμό, οὔτε μὲ τὴν ἀποβολὴ τῶν συμβόλων καὶ τῶν εἰκόνων, ἀλλὰ συνδέεται μὲ τὴν ἀγάπη. Μιὰ ἐλευθερία χωρὶς τὴν ἀγάπη εἶναι ἀναρχία. Ἀκόμη, ἡ ἐλευθερία εἶναι κάτι βαθύτερο, εἶναι νὰ σέβεται κανεὶς καὶ τὰ σύμβολα τῶν συμπολιτῶν του, ἔστω κι ἂν εἶναι ἀντίθετα ἀπὸ τὰ δικά του. Ἐλευθερία δὲν εἶναι τὸ γκρέμισμα τῶν συμβόλων, ἀλλὰ ἡ ἀποδοχὴ μὲ ἀγάπη τῶν ποικιλωνύμων συμβόλων, ποὺ ἐπικρατοῦν στὴν κοινωνία.
Μὲ ἄλλα λόγια δὲν καῖμε τὶς σημαῖες ἑνὸς ἔθνους, ποὺ εἶναι βαμμένες μὲ κλάμα, δάκρυ, θυσίες καὶ αἷμα, ἀλλὰ τὶς σεβόμαστε, ἔστω κι ἂν εἶναι ξένες σέ μᾶς, γιατί αὐτὲς οἱ σημαῖες μεταφέρουν τὴν ἱστορία ἑνὸς λαοῦ. Γιὰ παράδειγμα, ἕνας μετανάστης ποὺ ζῆ στὴν χώρα μας αἰσθάνεται ἢ πρέπει νὰ αἰσθάνεται εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴν φιλοξενία ποὺ τοῦ παρέχεται καὶ σέβεται τὴν σημαία μὲ τὸν σταυρὸ καὶ τὰ ἄλλα σύμβολα, ὅπως καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ κάνουμε τὸ ἴδιο, ὅταν ζοῦμε σὲ ἄλλες Χῶρες, δυτικὲς ἢ ἀνατολικές, βόρειες ἢ νότιες.
Ἑπομένως, δὲν εἴμαστε εἰκονοκλάστες, δηλαδὴ δὲν ἀφαιροῦμε τὰ θρησκευτικὰ σύμβολα, ἀκόμη καὶ αὐτὰ ποὺ εἶναι ξένα σέ μᾶς, οὔτε ἁπλῶς τὰ ἀνεχόμαστε, ἀλλὰ τὰ σεβόμαστε, ἀφοῦ αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄλλο, ποὺ ἐκφράζεται διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ. Ἐλευθερία εἶναι νὰ μὴ σὲ ἐνοχλῆ ὁ ἄλλος μὲ τὰ σύμβολά του, τὶς παραδόσεις του καὶ τὴν νοοτροπία του, γιατί, ἂν ἡ ἐλευθερία δὲν ἐκφρασθῆ ὡς ἀγάπη καὶ κοινωνία, τότε θὰ ἐκφρασθῆ ὡς μηδὲν καὶ ἀναρχία.
Ἄλλωστε, ὅπως γράφεται ἀπὸ πολλούς, ἡ σύγχρονη κοινωνία ξεπέρασε τὴν κατάστασή του «δὲν ὑπάρχει Θεὸς» ἢ «ὁ Θεὸς πέθανε καὶ ἐμεῖς εἴμαστε οἱ φονεῖς του», γι’ αὐτὸ συνεχῶς ὁ Θεὸς ἐπανέρχεται στὶς κοινωνίες, τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα εἶναι ἔμφυτο στὸν ἄνθρωπο, ἔστω καὶ ἐὰν ἑρμηνεύεται μέσα ἀπὸ νευρολογικὲς διαδικασίες, καὶ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ ἐξαλείψη, ἀκόμη καὶ μὲ πολυχρόνιο διωγμό, ὅπως ἔδειξε ἡ σύγχρονη ἱστορία στὶς Βόρειες Χῶρες. Ἀντίθετα, μάλιστα, ἡ κάθε Πολιτεία, μὲ τὴν παιδεία ποὺ προσφέρει, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ περιφρουρῆ τὴν ἀνάγκη τοῦ λεγομένου θρησκευτικοῦ συναισθήματος, στὴν πραγματικότητα νὰ παιδεύη τὸν ἄνθρωπο μὲ τὰ σύμβολα τοῦ πολιτισμοῦ του, γιατί διαφορετικά, ἢ τὸν ἀφήνει ἕρμαιο στὴν βουλιμία κάθε θρησκευτικοῦ τυραννίσκου, μὲ τὶς καταστροφικὲς σέχτες, ἢ τὸν ἀφήνει ἀβοήθητο σὲ μιὰ ὑπαρξιακὴ μοναξιά, μὲ ὑπαρξιακὲς αὐτοκτονικὲς τάσεις.
Ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχὴ ἡ ὁποία γκρεμίζει συνεχῶς σύμβολα καὶ εἰκόνες ἐν ὀνόματι μιᾶς κακῶς ἐννοουμένης ἐλευθερίας. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ μείνη χωρὶς σύμβολα, γι’ αὐτὸ παρατηροῦμε ὅτι παράλληλα μὲ τὸ γκρέμισμα τῶν παραδεδομένων συμβόλων κατασκευάζει ἄλλα καινούργια σύμβολα, ποὺ δὲν ἔχουν τὰ ἐχέγγυα καὶ τὴν δύναμη τῆς παράδοσης, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι βίαια καὶ καταστροφικά. Εἶναι σύμβολα ποὺ καταστρέφουν τὸν κοινωνικὸ ἱστὸ καὶ συνδέονται μὲ τὴν βιαιοπραγία. Ἐκεῖ καταλήγει ἡ νοοτροπία τοῦ ἀτομικισμοῦ, ἡ κατάχρηση τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, ἡ παράχρηση τῆς ἰδέας τῆς ἀνεξιθρησκείας καὶ τοῦ ἄκρατου φιλελευθερισμοῦ.
Κα πωσδήποτε δύο τέτοια νέα σύμβολα πο κυριαρχον στν σύγχρονη κοινωνία μας εναι μάσκα-κουκούλα τς βιαιοπραγίας κα μάσκα-προσωπίδα τς ποκρισίας. Μ ατ τ νέα σύμβολα ο νθρωποι κρύπτουν τ πρόσωπά τους κα περιφέρουν τ πεχθς προσωπεο τν παθν κα τς λλοτρίωσης.
Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ πρέπει νὰ ἐντάξουμε καὶ τὴν ἀξία τῆς ὀρθόδοξης εἰκόνας, ποὺ παρουσιάζει τὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς τρυφερότητας, τὸν Θεὸ τῆς ἁπλότητας καὶ τῆς στοργῆς. Ἡ ὀρθόδοξη εἰκόνα δὲν προκαλεῖ, δὲν φοβίζει, δὲν τρομάζει, ἀλλὰ σκορπᾶ ἀγάπη καὶ θερμότητα, μεταδίδει μιὰ ἀνείπωτη ζεστασιά. Ἀντίθετα, τὰ σύγχρονα σύμβολα ποὺ ἐπιβάλλονται ἀπὸ ἀτομικὲς ἐπιλογὲς δημιουργοῦν φόβο, ταραχή, βία καὶ ἀγωνία.
Ἡ ὀρθόδοξη εἰκόνα εἶναι ἕνα σύμβολο θυσίας, κένωσης, προσφορᾶς, ἐσωτερικότητας, ἐλευθερίας καὶ ἀγάπης καὶ εἶναι αὐτὴ ποὺ θὰ βοηθήση τὰ παιδιά μας σήμερα νὰ ζοῦν ἀγαπητικὰ σὲ ἕναν κόσμο μίσους καὶ ἀβεβαιότητας. Τὴν χρειαζόμαστε πολύ, θὰ εἶναι δὲ μεγάλη φθορά, ἂν μάθουμε τὰ παιδιὰ νὰ ζοῦν χωρὶς σύμβολα. Τότε ἢ θὰ σπάσουν τὰ ἱερὰ σύμβολα ἢ θὰ περιέλθουν σὲ μιὰ ὑπαρξιακὴ αὐτοκτονία.
Ἀκόμη ἡ ὀρθόδοξη εἰκόνα δείχνει ὅτι ὁ κάθε ἄνθρωπος, δικός μας ἢ ξένος, ὁμόδοξος ἢ ἀλλόδοξος δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσή Του. Ἔτσι, ἐνῶ ἡ Πολιτεία ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸ πῶς θὰ πολιτογραφήση τοὺς μετανάστες καὶ σὲ ποιοὺς θὰ χορηγήση τὴν ἰθαγένεια, ἡ Ἐκκλησία βλέπει τὸν ἄνθρωπο πέρα ἀπὸ τὸ αἷμα καὶ τὸ ἔθνος καὶ ἐνδιαφέται πῶς θὰ τὸν ἐκκλησιοποιήση, ἀντιμετωπίζει τὸν κάθε ξένο σὰν νὰ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.
Ἄλλωστε καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε ὅτι δὲν ἦλθε νὰ καλέση σὲ μετάνοια ἀνθρώπους ποὺ θεωροῦσαν τὸν ἑαυτό τους δίκαιο, ὅπως οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ ὑποκριτές, ἀλλὰ ἁμαρτωλούς, καὶ γι᾽ αὐτὸ ἔδειξε ἀγάπη στοὺς τελῶνες, τὶς πόρνες, τοὺς ἀλλοεθνεῖς. Ἀκόμη, σύμφωνα μὲ τὸν ἀποκαλυπτικὸ λόγο ποὺ δόθηκε στὸν ἀββᾶ Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο, ἡ κόλαση εἶναι τὸ νὰ μὴν βλέπη κανεὶς τὸν ἄλλον πρόσωπο πρὸς πρόσωπο, ἀλλὰ τὸ πρόσωπο καθενὸς νὰ εἶναι κολλημένο στὴν πλάτη τοῦ ἄλλου. Ἔτσι, ὅταν ὁ καθένας μας δὲν βλέπη τὸν ἄλλον κατάματα, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ διάφορες ἄλλες κοσμικὲς προϋποθέσεις, δείχνει ὅτι βιώνει τὴν δική του προσωπικὴ κόλαση.

Ὡς ἄνθρωποι καὶ ὡς μέλη τῆς κοινωνίας ζοῦμε συνέχεια μὲ τὰ σύμβολα καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ αὐτά, γιατί τότε θὰ ζοῦμε μιὰ ἰδεαλιστικὴ ζωή, ποὺ εἶναι στὴν πραγματικότητα φανταστικὴ καὶ ψεύτικη. Κάθε ἄνθρωπος θὰ κατασκευάζη τὰ δικά του σύμβολα, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἐκφράζεται καὶ θὰ ἐπικοινωνῆ μὲ τοὺς ὁμοίους του. Μιὰ κοινωνία χωρὶς σύμβολα εἶναι ἀποσαρκωμένη καὶ στὴν πραγματικότητα οὐτοπική.–

ΠΗΓΗ: περ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ», Ἱ. Μητροπ. Ναυπάκτου,
τ.171, Ὀκτώβριος 2010 (http://www.parembasis.gr)

 

 

, , ,

Σχολιάστε