Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δ. Τσελεγγίδης

ΚΥΡΙΑΚΗ τῆς ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: «ΣΥΜΠΥΚΝΩΜΕΝΗ καὶ ΑΛΑΘΗΤΗ ἡ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»

ΚΗ­ΡΥΓ­ΜΑ ΤΗΝ ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΤΗΣ ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΙΑΣ
17.03.2019

τοῦ Καθηγ. Δημητρίου Τσελεγγίδη

.           Τήν πρώ­τη Κυ­ρια­κή τῶν Νη­στει­ῶν τῆς Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ἑ­ορ­τά­ζει τήν Ἀ­να­στή­λω­ση τῶν εἰ­κό­νων της (843). Στήν Ἀ­να­στή­λω­ση αὐ­τή, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας βλέ­πει τήν συμ­πυ­κνω­μέ­νη καί ἀ­λά­θη­τη ἔκ­φρα­ση τῆς ταυ­τό­τη­τάς της. Βλέ­πει δη­λα­δή τήν ταυ­τό­τη­τά της, ὡς βι­ω­μέ­νη ἀ­λή­θεια καί Ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, στά εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­να πρό­σω­πα τό­σο τῆς Θε­αν­θρώ­πι­νης Κε­φα­λῆς της, ὅ­σο καί στά πρό­σω­πα τῶν δο­ξα­σμέ­νων με­λῶν της, τῶν ἁ­γί­ων της.
.           Στήν εἰ­κο­νο­γρα­φί­α τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας ἔ­χου­με τήν εἰ­κα­στι­κή ἔκ­φρα­ση τοῦ δο­ξα­σμέ­νου θε­αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Γι’ αὐ­τό καί δέν εἶ­ναι κα­θό­λου τυ­χαί­α ἡ ση­με­ρι­νή Εὐ­αγ­γε­λι­κή πε­ρι­κο­πή. Στήν πε­ρι­κο­πή αὐ­τή ἀ­κού­σα­με τήν ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι Ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Να­θα­να­ήλ πρός τόν Χρι­στό: «Σύ εἶ ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ» (Ἰ­ω. 1,50). Ἐκ­πλησ­σό­μα­στε καί κα­τα­νυσ­σό­μα­στε πραγ­μα­τι­κά ἀ­πό τήν με­γα­λει­ώ­δη τα­πεί­νω­ση τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­φοῦ ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε τήν Ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ ἀ­γα­θοῦ ὄν­τως Ἀ­πο­στό­λου, ὀ­νό­μα­σε τόν ἑ­αυ­τό Του «Υἱ­ό τοῦ ἀν­θρώ­που» (Ἰ­ω. 1,52). Ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε αὐ­τό ἀ­κρι­βῶς πού καί ἐ­μεῖς σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με μέ τήν εἰ­κο­νο­γρά­φη­σή Του, δη­λα­δή τήν τα­πει­νή κά­θο­δό Του ὡς ἀν­θρώ­που γιά τήν σω­τη­ρί­α καί τόν δο­ξα­σμό ὅ­λων ἐ­κεί­νων, πού θά ἐν­τά­σσον­ται καί θά πα­ρα­μέ­νουν ζων­τα­νοί στό μυ­στη­ρια­κό σῶ­μα Του, τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, τη­ρών­τας τίς ἅ­γι­ες ἐν­το­λές Του καί με­τέ­χον­τας στά θε­ουρ­γά μυ­στή­ριά της.
.           Σή­με­ρα, ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α δο­ξά­ζει πα­νη­γυ­ρι­κά ἐ­κεί­νους πού ἔ­ζη­σαν μέ εὐ­σέ­βεια καί ἐ­κεί­νους πού δι­α­τύ­πω­σαν συ­νο­δι­κά τά ἅ­για δόγ­μα­τά της, ὅ­σους δη­λα­δή ὀρ­θο­τό­μη­σαν τόν λό­γο τῆς ἀ­λη­θεί­ας καί τῆς εὐ­σε­βεί­ας. Πα­ράλ­λη­λα, ἀ­πο­κη­ρύσ­σει μέ κά­θε ἐ­πι­ση­μό­τη­τα τούς ἐκ­φρα­στές τῆς δυσ­σε­βεί­ας, ὀνομαστικά, ἀλ­λά καί τά ἐ­σφαλ­μέ­να φρο­νή­μα­τά τους, ὅ­πως δι­α­βά­ζου­με στό κα­θι­ε­ρω­μέ­νο Συ­νο­δι­κό τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.
.           Σήμερα, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑορτάζει τόν θρίαμβο τῆς πίστεώς της ἐναντίον ὅλων τῶν αἱρέσεων. Οἱ πι­στοί εὐ­φραί­νον­ται ψυ­χι­κῶς, ὅ­ταν κοι­νω­νοῦν μέ τόν ἐ­ναν­θρω­πή­σαν­τα Θε­ό καί τούς Ἁ­γί­ους Του, μέ­σω τῶν εἰ­κό­νων τους, οἱ ὁ­ποῖ­ες ὑ­πο­δη­λώ­νουν εἰ­κα­στι­κῶς –κα­τά τό ἀν­θρω­πί­νως δυ­να­τόν- τήν χα­ρι­σμα­τι­κή θέ­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ καί τόν κύ­ριο σκο­πό τῆς ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως τοῦ Θε­οῦ Λό­γου.
.           Οἱ ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες, «ἐν ἀ­ή­χῳ φω­νῇ», ἐκ­φρά­ζουν ἀ­λα­θή­τως τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς πί­στε­ως καί τῆς ζω­ῆς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅπως τό καθόρισε μέ κάθε ἀκρίβεια ἡ Ζ´ Οἰκουμενική Σύνοδος. Μέ­σῳ αὐ­τῶν, τό ἀ­ό­ρα­το πρω­τό­τυ­πο γί­νε­ται αἰ­σθη­τά πα­ρόν σ’­αὐ­τές καί οἱ πι­στοί τό βλέ­πουν χα­ρι­σμα­τι­κῶς μέ τά πνευ­μα­τι­κά αἰ­σθη­τή­ριά τους, «ἐν ἀ­ΰ­λῳ ὁ­ρά­σει».
.           Στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, τά πρω­τό­τυ­πα τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων -ὁ Χρι­στός καί οἱ Ἅ­γιοί της- δέν ἀ­πο­τε­λοῦν ἰ­δε­α­τούς τύ­πους, οὔ­τε προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νες ἀ­ρε­τές, ἀλ­λά εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κά πρό­σω­πα μέ τά πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­να ἱ­στο­ρι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τους. Εἶ­ναι τά πρό­σω­πα ἐ­κεῖ­να, τά ὁ­ποῖ­α ἐ­ξό­χως προ­βάλ­λει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας γιά τι­μή, ἀλλά καί γιά μί­μη­ση τῆς ἁ­γί­ας ζω­ῆς τους.
.           Ἡ ἀ­λή­θεια αὐ­τή ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται καί ἀ­πό τήν προ­σω­πι­κή ἐμ­πει­ρί­α πολ­λῶν πι­στῶν, δι­α­χρο­νι­κά, ἐ­νό­σῳ ἡ εὐ­λα­βής θέ­α τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων ἀ­πό αὐ­τούς, τούς ὁ­δη­γεῖ σέ ζων­τα­νή σχέ­ση μέ τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι χα­ρι­σμα­τι­κῶς πα­ρόν­τα στίς εἰ­κό­νες τους. Ἡ σχέ­ση δη­λα­δή κοι­νω­νί­ας τῶν ἑ­κά­στο­τε πι­στῶν μέ τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα γί­νε­ται γι’ αὐ­τούς με­το­χή ὄ­χι μό­νον ἁ­για­σμοῦ, ἀλ­λά καί πραγ­μα­τι­κῆς γνώ­σε­ως τῶν πρω­το­τύ­πων τους. Βέ­βαι­α, ἡ βι­ω­μα­τι­κή καί ἐμ­πει­ρι­κή αὐ­τή με­το­χή δέν ἀ­πο­τε­λεῖ μιά μη­χα­νι­κή δι­α­δι­κα­σί­α, ἀλ­λά προ­ϋ­πο­θέ­τει ἐ­νερ­γά πνευ­μα­τι­κά αἰ­σθη­τή­ρια καί ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή.
.           Ἡ ἰ­δι­ά­ζου­σα σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στούς πι­στούς καί τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα, ἐκ­φρά­ζε­ται κα­τε­ξο­χήν μέ τήν προ­σκύ­νη­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων τους. Προ­σκυ­νοῦ­με, δη­λα­δή, τόν Χρι­στό ὡς Θε­άν­θρω­πο καί Σω­τῆ­ρα μας, τήν Πα­να­γί­α Μη­τέ­ρα Του, πού Τόν γέν­νη­σε παρ­θε­νι­κῶς, ὡς Θε­ο­τό­κο, καί ἐ­κεί­νους πού Τόν εὐ­α­ρέ­στη­σαν πλή­ρως μέ τήν ζω­ή τους, ὡς δο­ξα­σμέ­να μέ­λη Του.
.           Ἡ προ­σκύ­νη­ση τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων ἐκ­φρά­ζει ὄ­χι ἁ­πλῶς τι­μή, ἀλ­λά καί φι­λί­α, φορ­τι­σμέ­νη μέ ὑ­ψη­λό βαθ­μό ἀ­γα­πη­τι­κοῦ πό­θου πρός τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα. Γι­’­ αὐ­τό καί ἡ ἄρ­νη­ση προ­σκυ­νή­σε­ως τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων ἑρ­μη­νεύ­τη­κε ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α ὡς δι­ά­σπα­ση τῆς θε­αν­θρώ­πι­νης αὐ­τῆς κοι­νω­νί­ας. Αὐ­τός εἶ­ναι καί ὁ κύ­ριος λό­γος πού κα­τα­δι­κά­στη­καν οἱ Εἰ­κο­νο­μά­χοι μέ ἔκ­πτω­ση καί ἀ­πο­κο­πή τους ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α.
.           Ἡ εἰ­κο­νο­γρα­φί­α τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, ὅ­πως κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ἀ­πό τήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή Πα­ρά­δο­σή της, μέ τόν «ὑ­ψη­λό» χα­ρα­κτῆ­ρα καί τήν ὅ­λη τε­χνι­κή της, ἐ­πι­χει­ρεῖ νά ἐκ­φρά­σει –κα­τά τό ἀν­θρω­πί­νως δυ­να­τόν- τήν εἰ­σα­χθεῖ­σα μέ τήν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Θε­οῦ Λό­γου «και­νή κτί­ση», τήν «ὄ­γδο­η ἡ­μέ­ρα» τῆς νέ­ας δη­μι­ουρ­γί­ας, μέ­σα στήν ὁ­ποί­α κεν­τρι­κή θέ­ση ἔ­χουν τό πρό­σω­πο τοῦ Θε­αν­θρώ­που Χρι­στοῦ καί τά πρό­σω­πα τῶν δο­ξα­σμέ­νων με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
.           Ἔ­τσι, στίς εἰ­κό­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, οἱ πι­στοί συ­ναν­τοῦν τήν ἔκ­φρα­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ὁ­λο­κλη­ρώ­σε­ως τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου προ­σώ­που, πού τήν συν­θέ­τουν ἡ ἀ­σύγ­χυ­τη ἕ­νω­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σε­ως μέ τήν ἄ­κτι­στη Χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, πρᾶγ­μα πού ἐκ­φρά­ζει στήν πρά­ξη τήν κο­ρυ­φαί­α φα­νέ­ρω­ση τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.
.           Αὐ­τός ὁ πο­λι­τι­σμός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού εἶ­ναι στήν πρά­ξη ὁ ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι πο­λι­τι­σμός τῆς ψυ­χῆς τοῦ πι­στοῦ, ἀ­πο­τε­λεῖ στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή τόν ἀρ­ρα­βῶ­να καί τήν «ἐν πά­σῃ αἰ­σθή­σει» πρό­γευ­ση τῆς μέλ­λου­σας ἄ­κτι­στης ζω­ῆς τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ. Κα­τά τόν ἀρ­ρα­βῶ­να αὐ­τόν, ὁ Χρι­στός, «ὁ κάλ­λει ὡ­ραῖ­ος πα­ρά πάν­τας ἀν­θρώ­πους», κο­σμεῖ τόν ἀ­να­και­νι­σμέ­νο πι­στό μέ τήν στο­λή τῆς ἄρ­ρη­της, ἄ­κτι­στης δό­ξας τῆς ὡ­ραι­ό­τη­τάς Του καί τόν ἀ­να­δει­κνύ­ει συν­δαι­τη­μό­να στή μέλ­λου­σα Βα­σι­λεί­α Του.
.           Σ’ αὐ­τήν τήν με­το­χή τῆς μέλ­λου­σας δό­ξας, μᾶς κα­λεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρα σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, καί ἔ­τσι νο­η­μα­το­δο­τεῖ τήν ση­με­ρι­νή πα­ρου­σί­α μας στήν ὀ­νο­μα­στι­κή ἑ­ορ­τή της, στήν ἑ­ορ­τή τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.

 

ΠΗΓΗ: epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.com

 

, , ,

Σχολιάστε

«ΜΠΟΡΕΙ ΑΡΑΓΕ ΜΙΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΝΑ ΠΡΟΣΔΩΣΕΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟΥΣ ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΥΣ ΚΑΙ ΝΑ ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΕΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΤΗΝ ΕΩΣ ΤΩΡΑ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ;» Ἕ­νας τέ­τοι­ος «ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κός γά­μος» εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­πα­ρά­δε­κτος, ὡς ἀ­συμ­βί­βα­στος μέ τήν ὥς τώ­ρα καί εἰς τούς αἰ­ῶ­νες δι­α­χρο­νι­κή ταυ­τό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Εἰσήγηση Καθηγητοῦ κ. Δημ. Τσελεγγίδη
στὴν ἡμερίδα γιὰ τὴν Μεγάλη Σύνοδο (23-03-2016)
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ – ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ

«ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ»
Με­γά­λη προ­ε­τοι­μα­σί­α, χω­ρίς προσ­δο­κί­ες
Τε­τάρ­τη, 23 Μαρ­τί­ου 2016, 09.00-21.00
Στά­διο Εἰ­ρή­νης καί Φι­λί­ας
Αἴ­θου­σα: «Με­λί­να Μερ­κού­ρη», Πει­ραι­ᾶς

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ

Θέ­μα: «Μπο­ρεῖ μί­α Σύ­νο­δος Ὀρ­θο­δό­ξων
νά προσ­δώ­σει ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τα στούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους
καί νά ὁ­ρι­ο­θε­τή­σει δι­α­φο­ρε­τι­κά τήν ἕ­ως τώ­ρα ταυ­τό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας;»
(Ἡ πρό­κλη­ση τῆς μέλ­λου­σας νά συ­νέλ­θει Με­γά­λης Συ­νό­δου)

Σε­βα­σμι­ώ­τα­τοι, Σε­βα­στοί Πα­τέ­ρες, Ἀ­γα­πη­τοί καί ἀ­γα­πη­τές Σύ­νε­δροι καί ἐν Χρι­στῷ ἀ­δελ­φοί!

.                     Ἀ­πό τή θέ­ση αὐ­τή αἰ­σθά­νο­μαι τό χρέ­ος, νά εὐ­χα­ρι­στή­σω -ἐκ καρ­δί­ας καί δη­μο­σί­ως- τόν φι­λό­ξε­νο καί φλο­γε­ρό ἀ­γω­νι­στή Οἰ­κο­δε­σπό­τη, τόν Ποι­μέ­να τον κα­λό, τόν τι­μη­θέν­τα κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψη καί ἐ­ξαι­ρέ­τως μέ τόν ὀ­νει­δι­σμό τοῦ Χρι­στοῦ, τόν Μη­τρο­πο­λί­τη Πει­ραι­ῶς κ. Σε­ρα­φείμ, γιά τήν με­γα­λει­ώ­δη πα­νελ­λα­δι­κή δι­ορ­γά­νω­ση τοῦ πα­ρόν­τος θε­ο­λο­γι­κοῦ-ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ Συ­νε­δρί­ου, καί μά­λι­στα τήν κρί­σι­μη αὐ­τή χρο­νι­κή στιγ­μή, γιά τήν ὑ­πεύ­θυ­νη ἐ­νη­μέ­ρω­ση τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Καί τοῦ­το, ἐ­πει­δή τό πραγ­μα­τευ­ό­με­νο ἐ­δῶ θέ­μα ὑ­περ­βαί­νει τά ὅ­ρια τῆς Το­πι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας καί ἀ­φο­ρᾶ τήν ἀ­νά τήν Οἰ­κου­μέ­νη Ὀρ­θό­δο­ξη καί μό­νη, Ἁ­γί­α, Κα­θο­λι­κή καί Ἀ­πο­στο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α.
.                     Ἡ μέλ­λου­σα νά συ­νέλ­θει Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος φαί­νε­ται, ἀ­πό τήν ἕ­ως τώ­ρα δι­α­δι­κα­σί­α καί θε­μα­το­λο­γί­α της, νά δι­α­ψεύ­δει τό ἐ­πί­δο­ξο ὄ­νο­μά της.
.                     Μά­λι­στα, θά μπο­ρού­σα­με βά­σι­μα νά ὑ­πο­στη­ρί­ξου­με, ὅ­τι κα­τ’ ἐ­πί­φα­ση εἶ­ναι Ἁ­γί­α. Καί αὐ­τό τό λέ­με, ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ἐλ­λείμ­μα­τος συ­νο­δι­κό­τη­τας, πού ἔ­χει. Κυ­ρί­ως, ὅ­μως, ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ σο­βα­ροῦ ἐλ­λείμ­μα­τος Ὀρ­θο­δό­ξου αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας, πού τήν δι­έ­πει. Τό με­γά­λο ἔλ­λειμ­μα Ὀρ­θο­δό­ξου αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας πι­στο­ποι­εῖ­ται, ἀ­ναμ­φι­βό­λως καί κα­τε­ξο­χήν, ἀ­πό τήν ἐ­σφαλ­μέ­νη Ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γί­α, πού εἰ­ση­γεῖ­ται στό πρός ψή­φι­ση Κεί­με­νο: «Σχέ­σεις τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας πρός τόν λοι­πόν χρι­στι­α­νι­κόν κό­σμον». Ἀ­πό τά πα­ρα­πά­νω εἶ­ναι σα­φές, ὅ­τι ἡ ἐν λό­γω Σύ­νο­δος δέν εἶ­ναι «ἑ­πο­μέ­νη τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι». Κα­τά συ­νέ­πεια, δέν μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι Ἁ­γί­α. Ἀλ­λά, κα­τ’ ἐ­πί­φα­ση, εἶ­ναι καί Με­γά­λη. Μᾶλ­λον, θά ἔ­πρε­πε νά αὐ­το­χα­ρα­κτη­ρι­σθεῖ ὡς μι­κρή, ἀ­φοῦ σ’ αὐ­τήν θά πα­ρευ­ρε­θοῦν λί­γοι, καί μά­λι­στα κα­τ’ ἐ­πι­λο­γήν Ἐ­πί­σκο­ποι. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, εἶ­ναι μιά δι­ηυ­ρη­μέ­νη Σύ­νο­δος Προ­κα­θη­μέ­νων. Ἡ συν­τρι­πτι­κή πλει­ο­ψη­φί­α τῶν Ἐ­πι­σκό­πων τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων Το­πι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν θά εἶ­ναι ἀ­πόν­τες καί χω­ρίς δυ­να­τό­τη­τα ψή­φου ἀ­πό ἐ­κεῖ, ὅ­που ἀ­ναγ­κα­στι­κά βρί­σκον­ται, ἀ­δυ­να­τών­τας ἔ­τσι νά ἐκ­φρά­σουν τήν δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τους.
.                     Εἰ­δι­κό­τε­ρα, ἀ­πό τήν Ἑλ­λα­δι­κή Ἐκ­κλη­σί­α θά πα­ρευ­ρε­θοῦν σ’ αὐ­τήν λι­γό­τε­ροι τοῦ ἑ­νός τρί­του τῶν Ἐ­πι­σκό­πων της, ἐ­νῶ ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ρω­σί­ας οὔ­τε τό ἕ­να δέ­κα­το τῶν Ἐ­πι­σκό­πων της. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, οὔ­τε οἱ πα­ρόν­τες Ἐ­πί­σκο­ποι ἔ­χουν ἄ­με­ση ψῆ­φο, στήν ἐν λό­γῳ Σύ­νο­δο, ἀ­φοῦ καί αὐ­τή ἡ ψῆ­φος τους θά ἐκ­φρα­στεῖ μό­νον διά τοῦ Πρώ­του, καί μό­νον ἐ­άν εἶ­ναι πλει­ο­ψη­φοῦ­σα ψῆ­φος, στό πλαί­σιο τῆς ἀν­τι­προ­σω­πεί­ας τῆς Το­πι­κῆς Αὐ­το­κε­φά­λου Ἐκ­κλη­σί­ας. Πρᾶγ­μα, σα­φῶς ἀν­τι-Κα­νο­νι­κό καί ἀ­μάρ­τυ­ρο στήν Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιά μιά πα­ρω­δί­α Πα­νορ­θο­δό­ξου Συ­νό­δου, στήν ὁ­ποί­α δέν θά εἶ­ναι πα­ρόν­τες ὅ­λοι οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι Ἐ­πί­σκο­ποι. Ἔ­τσι, ἄ­θε­λά μας, μᾶς πα­ρα­πέμ­πει καί στήν ἐ­πί δι­κτα­το­ρί­ας «ἀ­ρι­στίν­δην» Σύ­νο­δο! Ἀλ­λά καί τήν «ἀ­ρι­στίν­δην» τήν ξε­περ­νᾶ κα­τά πο­λύ σέ ἀν­τι­κα­νο­νι­κό­τη­τα.
.                     Στό ἐ­ρώ­τη­μα τοῦ θέ­μα­τός μας, ἄν μπο­ρεῖ δη­λα­δή μιά Σύ­νο­δος Ὀρ­θο­δό­ξων νά προσ­δώ­σει ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τα στούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους, ἡ εὐ­θεί­α καί εἰ­λι­κρι­νής ἀ­πάν­τη­ση, ἀ­πε­ρί­φρα­στα, εἶ­ναι ἀρ­νη­τι­κή. Κα­μί­α Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δος δέν μπο­ρεῖ νά προσ­δώ­σει ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τα στούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους, ἐ­άν βέ­βαι­α θέ­λει νά ἐκ­φρά­σει ἀ­λα­θή­τως τή δι­α­χρο­νι­κή ταυ­τό­τη­τα τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, ὡς τῆς μό­νης Μί­ας, Ἁ­γί­ας, Κα­θο­λι­κῆς καί Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, σύμ­φω­να πάν­τα μέ τόν Ὅ­ρο, τόν γνω­στό καί ὡς Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως, τῆς Β´ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου.
.                     Τά δόγ­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὡς πι­στευ­ό­με­να καί βι­ού­με­να ἀ­πό τούς πι­στούς, εἶ­ναι σω­τή­ρια. Ἔ­χουν δη­λα­δή σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα, για­τί συμ­πυ­κνώ­νουν τό ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς ζω­ῆς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Καί ἡ ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι θε­αν­θρώ­πι­νη, πού δι­ο­χε­τεύ­ε­ται μυ­στη­ρια­κῶς στό σῶ­μα της ἀ­πό τήν ζω­ο­ποι­ό καί θε­ο­ποι­ό Κε­φα­λή της, τόν Υἱ­ό τοῦ Θε­οῦ, τόν Ἕ­να τῆς Τριά­δος.
.                     Οἱ Ἐ­πί­σκο­ποί μας δέν πη­γαί­νουν στίς Συ­νό­δους, γιά νά ψη­φί­σουν ὅ­σα ἄλ­λοι Ἐ­πί­σκο­ποι καί Θε­ο­λό­γοι ἑ­τοί­μα­σαν πρίν ἀ­π’ αὐ­τούς καί χω­ρίς αὐ­τούς, ἀλ­λά γι’ αὐ­τούς. Πο­λύ δέ πε­ρισ­σό­τε­ρο, δέν πη­γαί­νουν, γιά νά ὑ­πο­γρά­ψουν ἐκ τῶν προ­τέ­ρων τό Ἀ­να­κοι­νω­θέν τῆς μέλ­λου­σας Συ­νό­δου. Ἡ πρά­ξη αὐ­τή ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­πα­ξί­ω­ση τῆς συ­νο­δι­κό­τη­τας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί ἐμ­παιγ­μό τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι πη­γαί­νουν στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ὡς ἀ­νώ­τα­τοι ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοί ἡ­γέ­τες τῶν Το­πι­κῶν τους Ἐκ­κλη­σι­ῶν, προ­κει­μέ­νου νά ὁ­ρι­ο­θε­τή­σουν -«ἐ­πί ἴ­σοις ὅ­ροις» μέ τούς συ­νε­πι­σκό­πους τους- τήν ὀρ­θή δι­δα­σκα­λί­α τῆς πί­στε­ως καί νά ἐκ­φρά­σουν τήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἔ­ναν­τι τῶν νέ­ων ἀμ­φι­σβη­τή­σε­ων καί προ­κλή­σε­ων ἐν­τός τῶν νέ­ων δε­δο­μέ­νων, πάν­το­τε τα­πει­νά, ὡς «ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις πα­τρά­σι». Μέ τόν τρό­πο αὐ­τό, ἐ­νερ­γοῦν σύμ­φω­να μέ τήν Ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κή Πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
.                     Ἐ­δῶ, ἀ­πε­ρί­φρα­στα καί μέ κά­θε σα­φή­νεια, πρέ­πει νά ποῦ­με, ὅ­τι δέν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α κά­ποι­ος Ἐ­πί­σκο­πος «ἄ­νευ ἴ­σων». Γι’ αὐ­τό καί ὅ­σοι Ἐ­πί­σκο­ποι τό προ­βάλ­λουν γιά τόν Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τριά­ρχη, συγ­χέ­ουν ἀ­νε­πί­τρε­πτα τά «πρε­σβεῖ­α τι­μῆς» μέ τήν πα­πι­κή ἀν­τί­λη­ψη τοῦ Πρω­τεί­ου καί σφάλ­λουν δογ­μα­τι­κῶς, εὑ­ρι­σκό­με­νοι «εἰς πλά­νην οἰ­κτράν». Ἡ θε­ώ­ρη­ση αὐ­τή εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἀ­μάρ­τυ­ρη ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή μας Ἱ­στο­ρί­α. Ὅ­ταν ὅ­μως συμ­βαί­νει, ὅ­πως τε­λευ­ταῖ­α, νά λέ­γε­ται, πα­ρα­πέμ­πει στήν αἱ­ρε­τι­κή δο­ξα­σί­α τοῦ πα­πι­κοῦ πρω­τεί­ου, ὅ­πως εἴ­πα­με. Καί τό ἀ­κό­μη τρα­γι­κό­τε­ρο εἶ­ναι, ὅ­ταν τό Πρω­τεῖ­ο αὐ­τό ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται ἀ­πό τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο νά θε­με­λι­ω­θεῖ στό Τρι­α­δι­κό δόγ­μα. Αὐ­τή ἡ δο­ξα­σί­α σα­φῶς αἱ­ρε­τί­ζει, ἀ­φοῦ εἰ­σά­γει κα­τά Δυ­τι­κή ἀ­πο­μί­μη­ση, τήν ἱ­ε­ραρ­χι­κή τά­ξη στήν Ἁ­γί­α Τριά­δα, ἡ ὁ­ποί­α βέ­βαι­α εἶ­ναι «ὑ­πέρ πᾶ­σαν τά­ξιν», κα­τά τόν ἅ­γιο Γρη­γό­ριο τόν Πα­λα­μᾶ.
.                     Σέ πρό­σφα­τη Ἐ­πι­στο­λή μας πρός ὅ­λους τούς Ἐ­πι­σκό­πους τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­νά τόν κό­σμον, στίς 3-2-2016, ὑ­πο­στη­ρί­ξα­με ὅ­τι «οἱ ἐμ­πνευ­στές καί συν­τά­κτες» τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου Κει­μέ­νου, «ἐ­πι­χει­ροῦν μιά θε­σμι­κή νο­μι­μο­ποί­η­ση τοῦ Χρι­στι­α­νι­κοῦ Συγ­κρη­τι­στι­κοῦ – Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ μέ μιά ἀ­πό­φα­ση Πα­νορ­θο­δό­ξου Συ­νό­δου». Ἐ­άν ψη­φι­στεῖ τό Κεί­με­νο αὐ­τό: «Σχέ­σεις τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας πρός τόν λοι­πόν χρι­στι­α­νι­κόν κό­σμον», δη­μι­ουρ­γεῖ­ται μέ­γι­στο πρό­βλη­μα ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κῆς ὑ­πάρ­ξε­ως, τό­σο γιά ὅ­σους Ἐ­πι­σκό­πους τό ψη­φί­σουν, ὅ­σο καί γιά ὅ­σους ἀ­πό τό πλή­ρω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας θά τό ἀ­πο­δε­χτοῦν στήν πρά­ξη. Καί τοῦ­το, για­τί τό δογ­μα­τι­κό αὐ­τό ἀ­τό­πη­μα ἔ­χει τήν ἀ­να­φο­ρά του σέ Ὅ­ρο Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου. Μέ τό πα­ρα­πά­νω Κεί­με­νο, δη­λα­δή, δί­νε­ται ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τα στούς αἱ­ρε­τι­κούς ἤ ἑ­τε­ρο­δό­ξους τῆς Δύ­σε­ως (Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κους καί Προ­τε­στάν­τες), δι­ευ­ρυ­νο­μέ­νων ἔ­τσι, αὐ­θαι­ρέ­τως, τῶν Κα­νο­νι­κῶν ὁ­ρί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
.                     Εἰ­δι­κό­τε­ρα, τό ἀ­τό­πη­μα τοῦ πα­ρα­πά­νω Κει­μέ­νου ση­μαί­νει, πρα­κτι­κῶς, ἄρ­νη­ση συγ­κε­κρι­μέ­νου ἄρ­θρου τοῦ Συμ­βό­λου τῆς Πί­στε­ως τῆς Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, τό ὁ­ποῖ­ο ὁ­ρί­ζει σα­φῶς, ὅ­τι ὡς Ὀρ­θό­δο­ξοι πι­στεύ­ου­με εἰς Μί­αν, Ἁ­γί­αν, Κα­θο­λι­κήν καί Ἀ­πο­στο­λι­κήν Ἐκ­κλη­σί­αν. Στά Πρα­κτι­κά τῆς Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου δι­α­βά­ζου­με καί τίς ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κές συ­νέ­πει­ες ἀ­πό τή μή ἀ­κρι­βῆ ἀ­πο­δο­χή τοῦ Συμ­βό­λου της.  «Ὅ­ποι­ος προ­σθέ­σει ἤ ἀ­φαι­ρέ­σει καί μί­α λέ­ξη ἀ­πό τό Σύμ­βο­λο-Ὅ­ρο αὐ­τό, νά ἀ­να­θε­μα­τί­ζε­ται, νά κα­θαι­ρεῖ­ται καί νά ἀ­φο­ρί­ζε­ται». Δη­λα­δή, πρα­κτι­κῶς, νά ἀ­πο­κό­πτε­ται ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ὡς αἱ­ρε­τι­κός. Τά σχε­τι­κά ἀ­να­θέ­μα­τα ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν καί οἱ ἑ­πό­με­νες Οἰ­κου­με­νι­κές Σύ­νο­δοι.
.                     Ὅ­ταν λοι­πόν ὑ­πο­στη­ρί­ζου­με τά πα­ρα­πά­νω, δέν ἀ­πει­λοῦ­με αὐ­θαί­ρε­τα κα­νέ­ναν. Ἁ­πλῶς, «ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι», κα­τα­θέ­του­με -ἐμ­πό­νως καί τα­πει­νῶς- τίς σα­φεῖς ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κές συ­νέ­πει­ες, πού ὁ­ρί­ζον­ται ἀ­με­τα­κλή­τως ἀ­πό τίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους γιά ὅ­σους ἀ­θε­τοῦν τήν δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Τό ἄρ­θρο 6 τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου Κει­μέ­νου εἰ­ση­γεῖ­ται πνευ­μα­τι­κό ἔγ­κλη­μα σέ βά­ρος τῆς ἴ­διας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἐ­πει­δή ἐ­πι­χει­ρεῖ νά δι­α­φθεί­ρει τό σω­τή­ριο δόγ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γί­ας μας. Μέ ἄλ­λη ἀ­φορ­μή, κα­τά τό πα­ρελ­θόν, σέ Ἐ­πι­στο­λή μας πρός Ἑλ­λα­δί­τη Ἐ­πί­σκο­πο, ἀν­τι­πρό­σω­πο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, στούς Δι­με­ρεῖς Θε­ο­λο­γι­κούς Δι­α­λό­γους, ἀ­να­φερ­θή­κα­με ἐ­κτε­νῶς στό ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα αὐ­τό θέ­μα. Θά ὑ­πεν­θυ­μί­σω κά­ποι­α ση­μεῖ­α τῆς Ἐ­πι­στο­λῆς αὐ­τῆς, ἐ­πει­δή δι­α­τη­ροῦν πλή­ρως τήν ἐ­πι­και­ρό­τη­τά τους καί  ἑρ­μη­νεύ­ουν τή στο­χευ­μέ­νη με­θο­δο­λο­γί­α τῶν ἀν­τι­προ­σώ­πων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.
.                     Ρω­τού­σα­με τό­τε: «Μέ ποι­ά αἴ­σθη­ση αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας προ­σέρ­χον­ται οἱ ἐκ­πρό­σω­ποί της στόν Δι­με­ρῆ Θε­ο­λο­γι­κό Δι­ά­λο­γο; Ἀ­κό­μα πιό συγ­κε­κρι­μέ­να, προ­σέρ­χε­ται ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α μας διά τῶν ἐκ­προ­σώ­πων της ὡς ἡ Μί­α, Ἁ­γί­α, Κα­θο­λι­κή καί Ἀ­πο­στο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α; Ἤ ὡς δι­η­ρη­μέ­νη Ἐκ­κλη­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­να­ζη­τᾶ τήν ὀν­το­λο­γι­κή ἑ­νό­τη­τά της στήν ἕ­νω­σή της μέ τούς κα­τά και­ρούς ἀ­πο­κομ­μέ­νους ἀ­πό αὐ­τήν ἑ­τε­ρο­δό­ξους; Στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως ὁ­μο­λο­γοῦ­με, ὅ­τι πι­στεύ­ου­με εἰς Μί­αν Ἐκ­κλη­σί­αν. Ἀ­πό τήν δι­α­τύ­πω­ση αὐ­τή τοῦ Συμ­βό­λου τῆς Πί­στε­ως προ­κύ­πτει, ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα, ὡς θε­με­λι­ώ­δης ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ ἑ­νός –στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ὡς ἰ­δι­ό­τη­τα τῆς Μί­ας Ἐκ­κλη­σί­ας-, εἶ­ναι τό ἀ­σφα­λές δε­δο­μέ­νο τῆς πί­στε­ώς μας. Στή συ­νεί­δη­ση τοῦ σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἡ ἑ­νό­τη­τά της εἶ­ναι δε­δο­μέ­νο ὀν­το­λο­γι­κό, ἀ­πο­λύ­τως καί ἀ­με­τα­κλή­τως δι­α­σφα­λι­σμέ­νο ἀ­πό τήν Κε­φα­λή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀ­πό τόν Χρι­στό, διά τῆς συ­νε­χοῦς πα­ρου­σί­ας τοῦ Πα­ρα­κλή­του Πνεύ­μα­τος σ’ αὐ­τήν, ἤ­δη ἀ­πό τήν Πεν­τη­κο­στή. Ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας -ὡς δογ­μα­τι­κή ἀ­λή­θεια- ἐκ­φρά­ζει τό­σο τήν αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α της, ὅ­σο καί τήν πνευ­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α της. Ἄν ὅ­μως ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι Μί­α –κα­τά τό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως- τό­τε, μέ τήν συ­νε­πῆ ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή ἔν­νοι­α καί κα­τά κυ­ρι­ο­λε­ξί­α, δέν μπο­ροῦν νά ὑ­πάρ­χουν ἑ­τε­ρό­δο­ξες ἐκ­κλη­σί­ες, οὔ­τε μη­τέ­ρες, ἀ­δελ­φές, θυ­γα­τέ­ρες καί ἐγ­γο­νές ἐκ­κλη­σί­ες, οὔ­τε φυ­σι­κά τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο εἶ­ναι Μη­τέ­ρα Ἐκ­κλη­σί­α μέ τήν συ­νε­πῆ θε­ο­λο­γι­κή ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή ἔν­νοι­α τοῦ ὅ­ρου. Ἡ Μί­α καί μό­νη –ἀ­δι­αί­ρε­τη πάν­τα- Ἐκ­κλη­σί­α γεν­νᾶ ὡς πνευ­μα­τι­κή μη­τέ­ρα, μυ­στη­ρια­κῶς, «δι’ ὕ­δα­τος καί πνεύ­μα­τος» τά μέ­λη της. Δέν γεν­νᾶ ἄλ­λες ἐκ­κλη­σί­ες. Οἱ κα­τά τό­πους Ὀρ­θό­δο­ξες Ἐκ­κλη­σί­ες ἀ­πο­τε­λοῦν φα­νέ­ρω­ση «ἐν τό­πῳ καί χρό­νῳ» τῆς Μί­ας καί μό­νης Ἐκ­κλη­σί­ας. Οὔ­τε βέ­βαι­α μπο­ρεῖ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α νά εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να μί­α καί δι­η­ρη­μέ­νη, για­τί δι­αί­ρε­ση ση­μαί­νει κα­τά­τμη­ση ἑ­νός ὅ­λου σέ δύ­ο ἤ πε­ρισ­σό­τε­ρα μέ­ρη. Κα­τά συ­νέ­πεια, ἡ θε­ώ­ρη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὡς δι­η­ρη­μέ­νης, σή­με­ρα, ἀν­τί­κει­ται σα­φῶς στήν ρη­τή δι­α­τύ­πω­ση τοῦ Συμ­βό­λου τῆς Πί­στε­ως, πρᾶγ­μα πού συ­νε­πά­γε­ται –κα­τά τά Πρα­κτι­κά τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων- κα­θαί­ρε­ση καί ἀ­φο­ρι­σμό, κα­τά πε­ρί­πτω­ση, σέ ὅ­ποι­ον ἐμ­μέ­νει στη θε­ώ­ρη­ση αὐ­τή».
.                     Τά λέ­με καί τώ­ρα αὐ­τά ἀ­κρι­βῶς, ἐ­πει­δή τό συγ­κε­κρι­μέ­νο Ἄρ­θρο 6 -τοῦ ὑ­πο­βαλ­λο­μέ­νου Κει­μέ­νου πρός ἔγ­κρι­ση ἀ­πό τήν μέλ­λου­σα καί Με­γά­λη Σύ­νο­δο- ἐμ­φα­νί­ζει κα­τά ἀν­τι­φα­τι­κό καί ἐν­τε­λῶς ἀ­θε­ο­λό­γη­το τρό­πο τήν  Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, ἀ­φ’ ἑ­νός ὡς τήν Μί­αν Ἐκ­κλη­σί­αν, καί ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου τήν ἐκ­πε­φρα­σμέ­νη διά τῶν ἀν­τι­προ­σώ­πων της –καί ὄ­χι μό­νο- ἄ­πο­ψη, ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν καί ἄλ­λες Ἐκ­κλη­σί­ες –σα­φῶς ἑ­τε­ρό­δο­ξες-, τήν ἱ­στο­ρι­κή πα­ρου­σί­α τῶν ὁ­ποί­ων ἀ­να­γνω­ρί­ζει καί στο­χεύ­ει στήν ἑ­νό­τη­τα μέ αὐ­τές. Οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι Οἰ­κου­με­νι­στές, δη­λα­δή, θε­ω­ροῦν τίς ἑ­τε­ρό­δο­ξες Θρη­σκευ­τι­κές Κοι­νό­τη­τες ὡς τμή­μα­τα τῆς δῆ­θεν δι­η­ρη­μέ­νης Ἐκ­κλη­σί­ας καί ἐ­πι­δι­ώ­κουν τήν δῆ­θεν ἐ­πα­νέ­νω­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀν­τί νά ἐρ­γά­ζον­ται γιά τήν ἐ­πι­στρο­φή τους. Ἐ­πι­δι­ώ­κουν τήν ἑ­νό­τη­τα μέ αὐ­τές, πα­ρά τό γε­γο­νός, ὅ­τι αὐ­τές δέν δη­λώ­νουν ἕ­ως καί σή­με­ρα κα­μί­α δι­ά­θε­ση ἀρ­νή­σε­ως τῶν δογ­μα­τι­κῶν ἀ­πο­κλί­σε­ών τους ἀ­πό τήν Μί­α καί μό­νη Ἐκ­κλη­σί­α. Αὐ­τό ὅ­μως εἶ­ναι στήν πρά­ξη ὁ πα­ναι­ρε­τι­κός -πνευ­μα­τι­κῶς δυ­σώ­δης- καί πο­νη­ρό­τα­τος Συγ­κρη­τι­στι­κός Οἰ­κου­με­νι­σμός. Γι’ αὐ­τό καί ἀ­κρι­βο­λο­γοῦ­με θε­ο­λο­γι­κά, ὅ­ταν μι­λοῦ­με γιά Οἰ­κου­με­νι­στι­κή κα­κο­δο­ξί­α, ἡ ὁ­ποί­α πρέ­πει καί συ­νο­δι­κά νά κα­τα­δι­κα­στεῖ.
.                     Τό ἐ­ξαι­ρε­τι­κά θλι­βε­ρό εἶ­ναι ἀ­κό­μη, ὅ­τι ὅ­λα σχε­δόν τά Κεί­με­να τῆς Ε΄ Προ­συ­νο­δι­κῆς Δι­α­σκέ­ψε­ως, πού ἦρ­θαν ὡς θέ­μα­τα τῆς Ἁ­γί­ας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου -ὅ­ταν συμ­βαί­νει νά γνω­ρί­ζει κα­νείς καί τήν προ­ϊ­στο­ρί­α τους-, δι­α­πνέ­ον­ται λί­γο ἤ πο­λύ ἀ­πό τό πνεῦ­μα τῆς πο­νη­ρί­ας τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ. Γι’ αὐ­τό καί κυ­ρι­αρ­χοῦν­ται ἀ­πό ἀν­τι­φά­σεις καί σκό­πι­μες ἀ­σά­φει­ες, πού ἐ­πι­δέ­χον­ται πολ­λές ἑρ­μη­νεῖ­ες. Καί τοῦ­το σέ σα­φῆ ἀν­τί­θε­ση πρός τά σω­τή­ρια δόγ­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού δι­α­κρί­νον­ται γιά τήν σα­φή­νεια, τήν ἀ­κρί­βεια καί τήν πλη­ρό­τη­τα τῶν θε­ο­λο­γι­κῶν νο­η­μά­των.
.                     Ἐ­πει­δή τά δόγ­μα­τα τῶν ἑ­τε­ρο­δό­ξων χρι­στια­νῶν ἀ­πο­τε­λοῦν τήν συμ­πύ­κνω­ση τῆς δυσ­σε­βοῦς ζω­ῆς, ὅ­πως ἀν­τι­στοί­χως τά σω­τή­ρια καί εὐ­σε­βῆ δόγ­μα­τα τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας συ­νι­στοῦν τήν συμ­πύ­κνω­ση καί ὁ­ρι­ο­θέ­τη­ση τῆς πί­στε­ως καί τῆς ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς της,
.                     Καί ἐ­πει­δή τό πρός ψή­φι­ση ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κοῦ, δη­λα­δή δογ­μα­τι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα, Κεί­με­νο: «Σχέ­σεις τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας πρός τόν λοι­πόν χρι­στι­α­νι­κόν κό­σμον», εἶ­ναι σα­φῶς Οἰ­κου­με­νι­στι­κό καί ὡς τέ­τοι­ο δι­α­φθεί­ρει καί κα­τα­λύ­ει ὑ­παρ­ξια­κῶς τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, κα­θε­αυ­τήν, καί τήν συ­νε­πα­γό­με­νη ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή της,

Γι’ αὐ­τό,

.                     Ἀ­πευ­θυ­νό­με­νοι ἀ­πό τό Θε­ο­λο­γι­κό αὐ­τό Συ­νέ­δριο, Σε­βα­στοί μας Συ­νο­δι­κοί Ἱ­ε­ράρ­χες τῆς μέλ­λου­σας, Ἁ­γί­ας καί  Με­γά­λης Συ­νό­δου –πα­ρά τόν σε­βα­σμό στόν θε­σμό πού ἐκ­προ­σω­πεῖ­τε καί πα­ρά τόν σε­βα­σμό στό σε­πτό πρό­σω­πό Σας, κα­θε­αυ­τό-, ἐ­μεῖς πα­ρα­μέ­νον­τας «ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι», Σᾶς δη­λώ­νου­με μέ παρ­ρη­σί­α, μέ κά­θε σα­φή­νεια καί με­τά λό­γου γνώ­σε­ως, ὅ­τι δέν θά ἀ­πο­δε­χθοῦ­με τήν ἐν­δε­χό­με­νη κα­κή ἐ­πι­λο­γή Σας νά ὑ­περ­ψη­φί­σε­τε τό πα­ρα­πά­νω Οἰ­κου­με­νι­στι­κό Κεί­με­νο, ἀλ­λά καί κά­θε ἄλ­λη δι­ά­τα­ξη τῶν Κει­μέ­νων, ἐ­φ’ ὅ­σον συμ­βαί­νει αὐ­τά νά ἀν­τί­κειν­ται στό δι­α­χρο­νι­κά εὐ­σε­βές φρό­νη­μα τῆς Ἁ­γι­ω­τά­της Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Καί τοῦ­το, για­τί ἡ εὐ­σέ­βεια ἀ­πορ­ρέ­ει καί προ­κύ­πτει ἀ­πό τήν κα­θα­ρό­τη­τα καί ἀ­κρί­βεια τῆς δογ­μα­τι­κά ὁ­ρι­ο­θε­τη­μέ­νης πί­στε­ώς μας.
.                     Ἀ­κό­μη εἰ­δι­κό­τε­ρα, τό Ἄρ­θρο 6 τοῦ Κει­μέ­νου: «Σχέ­σεις τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας πρός τόν λοι­πόν χρι­στι­α­νι­κόν κό­σμον», πού κα­τα­τέ­θη­κε πρός ψή­φι­ση ἀ­πό τούς Ἀρ­χι­ε­ρεῖς, οἱ ὁ­ποῖ­οι θά λά­βουν μέ­ρος ὡς συ­νο­δι­κοί στήν μέλ­λου­σα νά συ­νέλ­θει Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δο, οὐ­σι­α­στι­κά εἰ­ση­γεῖ­ται ἕ­να εἶ­δος «πο­λι­τι­κοῦ γά­μου» μέ ἑ­τε­ρο­γε­νῆ συμ­βαλ­λό­με­να μέ­ρη. Πρό­κει­ται, δη­λα­δή, γιά ἕ­να μή φυ­σι­ο­λο­γι­κό γά­μο. Γι’ αὐ­τό καί τά συμ­βαλ­λό­με­να μέ­ρη δέν μπο­ροῦν νά γί­νουν ἕ­να ὀρ­γα­νι­κό σῶ­μα, καί κυ­ρί­ως ἕ­να πνεῦ­μα, στό ὁ­ποῖ­ο στο­χεύ­ει ὁ χρι­στι­α­νι­κός ἐκ­κλη­σι­α­στι­κός γά­μος. Ἐ­δῶ, τό συγ­κε­κρι­μέ­νο Ἄρ­θρο 6 εἰ­ση­γεῖ­ται ἕ­να εἶ­δος πνευ­μα­τι­κῆς συμ­βι­ώ­σε­ως -ἑ­νώ­σε­ως- τοῦ Πνεύ­μα­τος τῆς Ἀ­λη­θεί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μέ τά ἀ­κά­θαρ­τα πνεύ­μα­τα τῆς πο­νη­ρί­ας, τά ὁ­ποῖ­α δι­έ­πουν τίς ἑ­τε­ρό­δο­ξες λε­γό­με­νες ἐκ­κλη­σί­ες, ἐ­ξ αιἰτί­ας τῆς θε­σμι­κῆς ἀ­πο­στα­σί­ας τους ἀ­πό τά εὐ­σε­βῆ δόγ­μα­τα τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Ἕ­νας τέ­τοι­ος ὅ­μως «ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κός γά­μος» εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­πα­ρά­δε­κτος, ὡς ἀ­συμ­βί­βα­στος μέ τήν ὥς τώ­ρα καί εἰς τούς αἰ­ῶ­νες δι­α­χρο­νι­κή ταυ­τό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
.                     Κα­νείς ἀ­πο­λύ­τως, προ­σω­πι­κῶς ἤ θε­σμι­κῶς, δέν δι­και­οῦ­ται νά ὁ­ρι­ο­θε­τή­σει δι­α­φο­ρε­τι­κά τά ὥς τώ­ρα ὅ­ρια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού ὁ­ρί­στη­καν ἀ­πα­ρεγ­κλί­τως ἀ­πό τίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους. Εἶ­ναι θε­ο­λο­γι­κά ἀ­δι­α­νό­η­το νά ὀ­νο­μα­στοῦν καί νά ἀ­να­γνω­ρι­στοῦν, ὡς ἐκ­κλη­σί­ες, ἐ­κεῖ­νες οἱ Θρη­σκευ­τι­κές Κοι­νό­τη­τες, πού ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νά φρο­νοῦν ὅ,τι καί ἐ­κεῖ­νοι πού κα­τα­δι­κά­στη­καν, κα­θαι­ρέ­θη­καν καί ἀ­φο­ρί­στη­καν τε­λε­σι­δί­κως καί ἀ­πο­κό­πη­καν ἀ­πό τήν Μί­α καί μό­νη Ἐκ­κλη­σί­α, ὡς αἱ­ρε­τι­κοί. Ἄν οἱ αἱ­ρε­σιά­ρχες ὀ­νο­μά­στη­καν ἀ­πε­ρι­φρά­στως ἀ­πό τούς θε­ο­φό­ρους Πα­τέ­ρες τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, ὡς πνευ­μα­τι­κῶς «φρε­νο­βλα­βεῖς», καί ἀ­πό τήν ὑ­μνο­λο­γί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας «ὡς ἀ­νιά­τως νο­σή­σαν­τες», πῶς πρέ­πει νά θε­ω­ρη­θοῦν ἤ νά ὀ­νο­μα­στοῦν ἐ­κεῖ­νοι ἀ­πό τούς Ὀρ­θο­δό­ξους, πού ὑ­πο­στη­ρί­ζουν τήν θε­σμι­κή ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῶν ἑ­τε­ρο­δό­ξων λε­γο­μέ­νων ἐκ­κλη­σι­ῶν, Ψευ­δο­εκ­κλη­σι­ῶν, ἰ­σο­τί­μως πρός τίς Το­πι­κές Ὀρ­θό­δο­ξες Ἐκ­κλη­σί­ες;
.                     Κα­τά συ­νέ­πειαν, εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς πα­ρά­λο­γο Θε­ο­λο­γι­κά -Ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κά καί πνευ­μα­τι­κά- μιά Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δος νά προσ­δώ­σει ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τα στούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους. Κά­τι τέ­τοι­ο θε­ω­ρη­τι­κά καί πρα­κτι­κά εἶ­ναι αὐ­το­κα­τα­στρο­φι­κό γιά τήν Ἐκ­κλη­σί­α, πού ὁ­μο­λο­γοῦ­με στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­μως, δέν μπο­ρεῖ νά αὐ­το­κτο­νή­σει -ὄ­χι μό­νο για­τί αὐ­τό εἶ­ναι πα­ρά­λο­γο, ἀλ­λά καί για­τί αὐ­τό ἀν­τί­κει­ται στήν ταυ­τό­τη­τά της, ὡς Θε­αν­θρω­πί­νου, Ζω­ο­ποι­οῦ, Μυ­στη­ρια­κοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ Ὁ­ποῖ­ος νί­κη­σε τόν θά­να­το καί οἰ­κο­δό­μη­σε τήν Ἐκ­κλη­σί­α Του, ἔ­τσι ὥ­στε, κα­τά τήν ἀ­ψευ­δῆ δι­α­βε­βαί­ω­σή Του, «πῦ­λαι Ἄ­δου οὐ κα­τι­σχύ­σου­σιν αὐ­τῆς» (Ματθ. 16,18). Ἑ­πο­μέ­νως, ὁ πα­ρών ἀ­γώ­νας ἀ­φο­ρᾶ ἐ­μᾶς τούς ἴ­διους, ὡς Ὀρ­θο­δό­ξους πι­στούς, γιά τό χρέ­ος τῆς ὁ­μο­λο­γί­ας μας ἐν Χρι­στῷ καί ὄ­χι τήν Ἐκ­κλη­σί­α, κα­θε­αυ­τήν.
.                     Ἡ « Ὀρ­θό­δο­ξος Ἐκ­κλη­σί­α μας» -ἔ­γρα­φε ὁ ὅ­σιος Πα­ΐ­σιος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της σέ ἐ­πι­στο­λή του πρός τόν Πα­τριά­ρχη Ἀ­θη­να­γό­ρα στίς 23/1/1969- «δέν ἔ­χει καμ­μί­αν ἔλ­λει­ψιν. Ἡ μό­νη ἔλ­λει­ψις πού πα­ρου­σι­ά­ζε­ται, εἶ­ναι ἡ ἔλ­λει­ψις σο­βα­ρῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν καί Ποι­μέ­νων μέ πα­τε­ρι­κές ἀρ­χές. Εἶ­ναι ὀ­λί­γοι οἱ ἐ­κλε­κτοί, ὅ­μως δέν εἶ­ναι ἀ­νη­συ­χη­τι­κό. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι τοῦ Χρι­στοῦ καί Αὐ­τός τήν κυ­βερ­νά­ει».
.                     Οἱ ἑ­τε­ρό­δο­ξοι βρί­σκον­ται θε­σμι­κά «εἰς χώ­ραν μα­κράν» τῆς πα­τρι­κῆς οἰ­κί­ας. Ὁ μό­νος τρό­πος νά βρε­θοῦν στήν πα­τρι­κή «χώ­ρα τῶν ζών­των» εἶ­ναι νά ἐ­πι­στρέ­ψουν ἐν με­τα­νοί­ᾳ ἀ­πό ἐ­κεῖ πού ἔ­φυ­γαν. Νά ἀρ­νη­θοῦν τήν ἑ­τε­ρο­δο­ξί­α τους, γιά νά μπο­ρέ­σουν νά ἐν­τα­χθοῦν στό Ζω­ο­ποι­ό, Μυ­στη­ρια­κό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ.
.                     Ἡ μέλ­λου­σα νά συ­νέλ­θει Σύ­νο­δος, ἄν δέν κα­τα­δι­κά­σει ἀ­πε­ρί­φρα­στα τόν Οἰ­κου­με­νι­σμό καί ἄν δε­χτεῖ τά Κεί­με­να, πού συ­νι­στοῦν τήν θε­μα­το­λο­γί­α της ὡς ἔ­χουν, ἤ ἄν προ­βεῖ σέ τρο­πο­ποι­ή­σεις, πού δέν ἀ­φαι­ροῦν τό ἐκ­κο­σμι­κευ­μέ­νο Οἰ­κου­με­νι­στι­κό πνεῦ­μα πού τά δι­α­πνέ­ει, δέν πρό­κει­ται νά τήν ἀ­πο­δε­χτεῖ τό χρι­στε­πώ­μυ­μο πλή­ρω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού θέ­λει πάν­το­τε νά εἶ­ναι «ἑ­πό­με­νο τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι». Οἱ ὅ­ποι­ες ἀ­πο­φά­σεις της μέ Οἰ­κου­με­νι­στι­κό πνεῦ­μα, θά πα­ρα­μεί­νουν κε­νό γράμ­μα γιά τόν πι­στό λα­ό, τόν φύ­λα­κα τῆς πί­στε­ως τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, κα­τά τήν Συ­νο­δι­κή Ἀ­πό­φα­ση τῶν Πα­τρια­ρχῶν τοῦ 1848.
.                     Ἡ ἴ­δια ἡ μέλ­λου­σα Σύ­νο­δος, στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή, θά πα­ρα­μεί­νει στήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή Ἱ­στο­ρί­α ὡς Ψευ­δο­σύ­νο­δος, ὅ­πως ἐ­κεί­νη τοῦ 449 στήν Ἔ­φε­σο, ὅ­πως ἐ­κεί­νη τῆς Λυ­ών καί ὅ­πως ἐ­κεί­νη τῆς Φερ­ρά­ρας-Φλω­ρεν­τί­ας.
.                     Ἐ­μεῖς θά προ­σευ­χό­μα­στε, ἐμ­πό­νως, νά δο­θεῖ ἡ σύγ­χρο­νη μαρ­τυ­ρί­α τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως ἀ­πό τούς συν-ο­δι­κούς Ἐ­πι­σκό­πους, πρός δό­ξαν τοῦ ἐν Τριά­δι Θε­οῦ καί πρός εὐ­α­ρέ­στη­ση τοῦ πι­στοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ.
.                     Ἄ­με­ση καί ὀρ­γα­νι­κή σχέ­ση μέ τό πρός Εἰ­σή­γη­ση θέ­μα μας, ἄν μπο­ρεῖ δη­λα­δή μί­α Σύ­νο­δος Ὀρ­θο­δό­ξων νά προσ­δώ­σει ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τα στούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους, ἔ­χει καί τό Ἄρ­θρο 20 τοῦ ἴ­διου Κει­μέ­νου: «Σχέ­σεις τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας πρός τόν λοι­πόν χρι­στι­α­νι­κόν κό­σμον». Τό Ἄρ­θρο αὐ­τό εἶ­ναι, πο­νη­ρῶς, ἀ­σα­φές καί δη­μι­ουρ­γεῖ θε­ο­λο­γι­κή σύγ­χυ­ση, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ὑ­πο­νο­ού­με­νης πα­ρερ­μη­νεί­ας τῶν Κα­νό­νων στούς ὁ­ποί­ους ἀ­να­φέ­ρε­ται. Τί λέ­ει, ἀ­κρι­βῶς, τό Ἄρ­θρο αὐ­τό; «Αἱ προ­ο­πτι­καί τῶν Θε­ο­λο­γι­κῶν Δι­α­λό­γων τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας με­τά τῶν ἄλ­λων χρι­στι­α­νι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν καί Ὁ­μο­λο­γι­ῶν προσ­δι­ο­ρί­ζον­ται πάν­το­τε ἐ­πί τῇ βά­σει τῶν κα­νο­νι­κῶν κρι­τη­ρί­ων τῆς ἤ­δη δι­α­μορ­φω­μέ­νης Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς Πα­ρα­δό­σε­ως (Κα­νό­νες 7 τῆς Β´ καί 95 τῆς Πεν­θέ­κτης Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων)­».
.                     Θά ἀ­να­φερ­θοῦ­με στούς Κα­νό­νες αὐ­τούς δι’ ὀ­λί­γων καί σέ σχέ­ση μέ τό θέ­μα μας. Μέ ἄλ­λα λό­για, στό Ἄρ­θρο αὐ­τό γί­νε­ται λό­γος γιά τήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή Πα­ρά­δο­ση, ὅ­πως αὐ­τή δι­α­μορ­φώ­θη­κε μέ τά κρι­τή­ρια τῶν Κα­νό­νων 7 τῆς Β´ Οἰ­κου­με­νι­κῆς καί 95 τῆς Πεν­θέ­κτης Οἰ­κου­με­νι­κῆς. Ἀλ­λά, οἱ ἐν λό­γῳ Κα­νό­νες ἀ­να­φέ­ρον­ται, πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­να, στόν τρό­πο ἐν­τά­ξε­ως στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν ἐ­κεί­νων, πού ἀρ­νοῦν­ται τήν αἵ­ρε­σή τους, πού ἐκ­φρά­ζουν τήν ἐ­πι­θυ­μί­α νά ἐν­τα­χθοῦν στήν «με­ρί­δα τῶν σω­ζο­μέ­νων», δη­λα­δή στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­που καί μό­νον σώ­ζε­ται ὁ ἄν­θρω­πος.
.                     Ὡς ἐκ τού­του, εἶ­ναι προ­φα­νές, ὅ­τι τό ὑ­πο­νο­ού­με­νο τῆς δι­α­τυ­πώ­σε­ως τοῦ Ἄρ­θρου 20: «Αἱ προ­ο­πτι­καί τῶν Θε­ο­λο­γι­κῶν Δι­α­λό­γων τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας με­τά τῶν ἄλ­λων χρι­στι­α­νι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν καί Ὁ­μο­λο­γι­ῶν», συν­δέ­ε­ται ὀρ­γα­νι­κῶς μέ τό Ἄρ­θρο 6, ὅ­που γί­νε­ται ἐ­πί­σης λό­γος γιά τούς Θε­ο­λο­γι­κούς Δι­α­λό­γους «μέ ἀν­τι­κει­με­νι­κόν σκο­πόν», ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ση­μει­ώ­νε­ται, «πρός προ­λεί­αν­σιν τῆς ὁ­δοῦ τῆς ὁ­δη­γού­σης πρός τήν ἑ­νό­τη­τα». Τό «πε­ρί­ερ­γο» εἶ­ναι, ὅ­τι σέ κα­νέ­να Ἄρ­θρο τοῦ εἰ­σα­γό­με­νου πρός συ­ζή­τη­ση καί ψή­φι­ση Κει­μέ­νου δέν γί­νε­ται λό­γος γιά κά­ποι­ες προ­ϋ­πο­θέ­σεις ἤ κρι­τή­ρια ἀ­πο­δο­χῆς καί ἐν­τά­ξε­ως τῶν δι­α­λε­γο­μέ­νων στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α. Καί ἐ­πει­δή οἱ προ­α­να­φερ­θέν­τες Κα­νό­νες τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, μέ κά­θε σα­φή­νεια, θέ­τουν τίς προ­ϋ­πο­θέ­σεις αὐ­τές καί τά κρι­τή­ρια, τό­σο στίς πε­ρι­πτώ­σεις πού θά πρέ­πει νά τη­ρη­θεῖ ἡ ἀ­κρί­βεια ὅ­σο καί στίς πε­ρι­πτώ­σεις πού μπο­ρεῖ νά ἰ­σχύ­ει ἡ οἰ­κο­νο­μί­α -ὡς προ­σε­κτι­κοί ἀ­να­γνῶ­στες- ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε, ὅ­τι οἱ Εἰ­ση­γη­τές τοῦ ἐ­πί­μα­χου Κει­μέ­νου μᾶς πα­ρα­πέμ­πουν ἀ­νο­μο­λό­γη­τα στή λε­γό­με­νη «Βα­πτι­σμα­τι­κή Θε­ο­λο­γί­α». Θε­ω­ροῦν, δη­λα­δή, ὅ­τι οἱ δι­α­λε­γό­με­νοι Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί καί Προ­τε­στάν­τες εἶ­ναι βα­πτι­σμέ­νοι χρι­στια­νοί. Ἀλ­λά ἀ­να­γνώ­ρι­ση μυ­στη­ρί­ων ἐ­κτός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δέν ὑ­φί­στα­ται. Ἁ­πλῶς ὑ­πάρ­χουν δι­α­βαθ­μι­σμέ­νοι τρό­ποι ἀ­πο­δο­χῆς τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν.
.                     Οἱ Κα­νό­νες ὅ­μως 7 καί 95 εἰ­ση­γοῦν­ται τήν ἀ­πο­δο­χή τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν, ὅ­ταν πρό­κει­ται γιά Οἰ­κο­νο­μί­α, μέ τή θε­με­λι­ώ­δη προ­ϋ­πό­θε­ση-κρι­τή­ριο ὅ­τι ἔ­χει τη­ρη­θεῖ ἡ ἀ­κρί­βεια τοῦ τύ­που τοῦ Βα­πτί­σμα­τος, δη­λα­δή ἡ τρι­πλή κα­τά­δυ­ση καί ἀ­νά­δυ­ση. Αὐ­τή ἀ­κρι­βῶς ἡ προ­ϋ­πό­θε­ση δέν τη­ρεῖ­ται ἀ­πό τούς Δυ­τι­κούς δι­α­λε­γο­μέ­νους χρι­στια­νούς μέ μᾶς. Οἱ Δυ­τι­κοί μέ ἀ­πό­φα­ση Οἰ­κου­με­νι­κῆς κα­τ’ αὐ­τούς Συ­νό­δου, τῆς ἐν Τρι­δέν­τῳ τῆς Ἰ­τα­λί­ας (1545-1563), κα­θι­έ­ρω­σαν -ἀν­τί τῆς τρι­πλῆς κα­τα­δύ­σε­ως- τήν διά ραν­τι­σμοῦ ἤ ἐ­πι­χύ­σε­ως νε­ροῦ ἐ­πί τῆς κε­φα­λῆς, τήν ὑ­πο­κα­τά­στα­ση, δη­λα­δή, τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τοῦ Βα­πτί­σμα­τος.
.                     Κα­τά συ­νέ­πειαν, ἡ ἀρ­χή τῆς Οἰ­κο­νο­μί­ας δέν μπο­ρεῖ νά ἐ­φαρ­μο­στεῖ γιά τούς Δυ­τι­κούς, ἐ­πει­δή οἱ Δυ­τι­κοί δέν ἔ­χουν τίς ἀ­πα­ραί­τη­τες προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιά τήν ἐ­φαρ­μο­γή τῆς Οἰ­κο­νο­μί­ας, πού εἶ­ναι ἡ τή­ρη­ση τοῦ βα­πτι­σμα­τι­κοῦ τύ­που, ἡ τρι­πλή δη­λα­δή κα­τά­δυ­ση καί ἀ­νά­δυ­ση στό νε­ρό τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τοῦ Βα­πτί­σμα­τος. Ἐ­πι­προ­σθέ­τως, ὅ­μως, δέν μπο­ρεῖ νά ἐ­φαρ­μο­στεῖ σέ ὅ­λους τούς Δυ­τι­κούς χρι­στια­νούς (Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κούς καί Προ­τε­στάν­τες) ἡ ἀρ­χή τῆς Οἰ­κο­νο­μί­ας καί ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ f­i­l­i­o­q­ue, τό ὁ­ποῖ­ο, εἰ­σά­γον­τας τήν ἰ­δι­ό­τυ­πη «υἱ­ο­πα­το­ρί­α» στήν ἐκ­πό­ρευ­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, πα­ρα­πέμ­πει στήν «θε­ο­μά­χον τοῦ Σα­βελ­λί­ου συ­στο­λήν», κα­τά τόν Ἅ­γιο Γρη­γό­ριο τόν Πα­λα­μᾶ, ἤ στό «δόγ­μα τοῦ Σα­βελ­λί­ου», κα­τά τόν Ἅ­γιο Μᾶρ­κο τόν Εὐ­γε­νι­κό (βλέ­πε M­a­n­si ­3­1­A 8, 32C), ἤ «εἰς ἕ­τε­ρόν τι τέ­ρας ἡ­μι­σα­βέλ­λιον», κα­τά τόν Μέ­γα Φώ­τιο (PG 102, 289ΑΒ). Καί τά λέ­με αὐ­τά πάν­το­τε, σύμ­φω­να μέ τόν Κα­νό­να 95 τῆς Πεν­θέ­κτης Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­φε­ρό­με­νος στούς Σα­βελ­λια­νούς, πού προ­σέρ­χον­ται στήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, συ­νι­στᾶ τήν βά­πτι­σή τους, ὅ­πως καί τήν βά­πτι­ση τῶν Ἐ­θνι­κῶν. Συγ­κε­κρι­μέ­να ὁ Κα­νό­νας αὐ­τός ὁ­ρί­ζει: «Εὐ­νο­μια­νούς μέν­τοι τούς εἰς μί­αν κα­τά­δυ­σιν βα­πτι­ζο­μέ­νους, καί Μον­τα­νι­στάς.­.. καί Σα­βελ­λια­νούς τούς υἱ­ο­πα­το­ρί­αν δο­ξά­ζον­τας.­.. πάν­τας τούς ἀ­π’ αὐ­τῶν θέ­λον­τας προ­στί­θεν­ται τῇ Ὀρ­θο­δο­ξί­ᾳ, ὡς Ἕλ­λη­νας δε­χό­με­θα.­.. ἐ­ξορ­κί­ζο­μεν με­τά τοῦ ἐμ­φυ­σᾶν τρί­τον εἰς τό πρό­σω­πον.­.. καί τό­τε βα­πτί­ζο­μεν».
.                     Ἔ­χου­με τήν γνώ­μη, ὅ­τι οἱ λό­γοι τῆς Οἰ­κο­νο­μί­ας γιά τήν εἰσ­δο­χή τῶν Δυ­τι­κῶν Χρι­στια­νῶν ἔ­χουν ἐ­κλεί­ψει. Ἀ­πε­ναν­τί­ας, ὑ­φί­σταν­ται διτ­τῶς, ὅ­πως προ­εί­πα­με, οἱ λό­γοι τῆς ἀ­κρι­βεί­ας τῶν μνη­μο­νευ­θέν­των Ἱ­ε­ρῶν Κα­νό­νων. Οἱ Δυ­τι­κοί ὀ­φεί­λουν νά κα­τη­χη­θοῦν, νά ἀ­να­θε­μα­τί­σουν τίς αἱ­ρε­τι­κές πλά­νες τους, νά ἐ­ξορ­κι­στοῦν καί νά βα­πτι­στοῦν, προ­κει­μέ­νου νά ἐν­τα­χθοῦν τῇ με­ρί­δι τῶν σω­ζο­μέ­νων. Ἀ­πό τήν με­λέ­τη τῶν Πρα­κτι­κῶν τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων προ­κύ­πτει, ὅ­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α οὐ­δέ­πο­τε προ­σέ­δω­σε ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τα στούς αἱ­ρε­τι­κούς καί οὐ­δέ­πο­τε ἔ­δω­σε ἐγ­κυ­ρό­τη­τα στά μυ­στή­ρια τῶν ἑ­τε­ρο­δό­ξων καί οὐ­δέ­πο­τε ἔ­κα­νε Οἰ­κο­νο­μί­α στά δόγ­μα­τα.
.                     Σέ κά­θε ἐ­πο­χή, ὅ­πως καί στή δι­κή μας, μό­νο μί­α Σύ­νο­δος ὄν­τως Πα­νορ­θό­δο­ξη – Οἰ­κου­με­νι­κή, ἡ ὁ­ποί­α σα­φῶς εἶ­ναι «ἑ­πο­μέ­νη τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι», μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­φα­σί­σει Ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κά, ἄν στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση – μέ­σα στά νέ­α δε­δο­μέ­να – μπο­ρεῖ καί πρέ­πει νά ἐ­φαρ­μο­στεῖ ἡ ἀρ­χή τῆς Οἰ­κο­νο­μί­ας. Ἡ πα­ροῦ­σα ὅ­μως Σύ­νο­δος δέν ἔ­χει τίς πα­ρα­πά­νω ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις, ὅ­πως πολ­λα­πλῶς κα­τα­δεί­ξα­με. Ἐ­μεῖς, «ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι» τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων καί ἐμ­φο­ρού­με­νοι ἀ­πό τό φρό­νη­μά τους, μέ­νου­με ἑ­δραῖ­οι στήν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη καί ἀ­με­τα­κί­νη­τοι στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Καί ὅ­πως δέν ἔ­κα­ναν Σχῖ­σμα στήν Ἐκ­κλη­σί­α ὅ­σοι δέν ἀ­πο­δέ­χθη­καν τίς ἀ­πο­φά­σεις τῆς Λη­στρι­κῆς Συ­νό­δου τοῦ 449 στήν Ἔ­φε­σο, ὅ­πως δέν ἀ­πο­σχί­στη­κε ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α ὁ Ἅ­γιος Μά­ξι­μος ὁ Ὁ­μο­λο­γη­τής, μή ἀ­πο­δε­χό­με­νος τίς δογ­μα­τι­κῶς ἐ­σφαλ­μέ­νες μο­νο­θε­λη­τι­κές δι­δα­σκα­λί­ες ὅ­λων τῶν Ἐ­πι­σκό­πων τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἀ­να­το­λῆς, καί ὅ­πως ὁ Ἅ­γιος Μᾶρ­κος ὁ Εὐ­γε­νι­κός δέν ἔ­κα­νε Σχῖ­σμα στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, ἀν­τι­τασ­σό­με­νος μό­νος αὐ­τός στήν Ψευ­δο­σύ­νο­δο τῆς Φερ­ρά­ρας-Φλω­ρεν­τί­ας καί μή ὑ­πο­γρά­φον­τας τά Πρα­κτι­κά τῆς ψευ­δο­έ­νω­σης, ἔ­τσι καί ἐ­μεῖς θά μεί­νου­με πι­στοί στήν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Ἁ­γί­ων τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων καί θά ἀ­πορ­ρί­ψου­με, με­τά βδε­λυγ­μί­ας, κά­θε ἐν­δε­χό­με­νη συγ­κρι­τι­στι­κή-οἰ­κου­με­νι­στι­κή θε­σμι­κή δι­δα­σκα­λί­α τῆς μέλ­λου­σας προ­βλη­μα­τι­κῆς Συ­νό­δου.
.                     Καί τοῦ­το, ἐ­πει­δή φρο­νοῦ­με τα­πει­νῶς, ὅ­πως ὁ τῆς ὄν­τως θε­ο­λο­γί­ας φε­ρώ­νυ­μος Γρη­γό­ριος, ὅ­τι «κρεῖσ­σον ἐμ­πα­θοῦς ὁ­μο­νοί­ας ἡ ὑ­πέρ τῆς εὐ­σε­βεί­ας δι­ά­στα­σις». Θά προ­σευ­χώ­μα­στε κα­θη­με­ρι­νά, ἐμ­πό­νως, νά μήν ἐ­πι­τρέ­ψει ὁ Τρι­α­δι­κός Θε­ός νά γί­νει ἡ ἐ­πι­κεί­με­νη Σύ­νο­δος, για­τί εἶ­ναι ἀ­πό τήν σύν­θε­σή της καί ἀ­πό τήν θε­μα­το­λο­γί­α της φα­νε­ρώ­τα­το, ὅ­τι θά δη­μι­ουρ­γή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα ἀ­π’ ὅ­σα φι­λο­δο­ξεῖ νά λύ­σει. Μή προ­κα­λοῦ­με καί μή λυ­ποῦ­με θε­σμι­κά τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα. Ἡ Πεν­τη­κο­στή εἶ­ναι γε­νέ­θλια ἡ­μέ­ρα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἡ Πεν­τη­κο­στή ἀ­φο­ρᾶ τό Πνεῦ­μα τῆς Ἀ­λη­θεί­ας καί τήν ἄ­κτι­στη ἑ­νο­ποι­ό καί θε­ο­ποι­ό ἐ­νέρ­γειά Του καί ὄ­χι τό πνεῦ­μα τῆς ἀ­κα­τα­στα­σί­ας καί πο­νη­ρί­ας τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ, τό ὁ­ποῖ­ο ἦλ­θε νά κα­τα­λύ­σει ἡ Ὑ­πο­στα­τι­κή Ἀ­λή­θεια, ἡ θε­αν­θρώ­πι­νη Κε­φα­λή, μέ τό ἔρ­γο τῆς θεί­ας Οἰ­κο­νο­μί­ας καί τήν ἀ­πο­στο­λή τοῦ Πνεύ­μα­τός της. Ὁ τρό­πος συγ­κρο­τή­σε­ως τῆς Συ­νό­δου καί ἡ θε­μα­το­λο­γί­α της δέν ἐκ­φρά­ζουν στήν πρά­ξη τό Πνεῦ­μα τῆς Πεν­τη­κο­στῆς.
.                     Αὐ­τή τήν Ἁ­γί­α καί συμ­βο­λι­κή ἡ­μέ­ρα βλέ­που­με νά σχε­δι­ά­ζε­ται ἡ ἐ­πι­βο­λή τοῦ πνεύ­μα­τος τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ, τό ὁ­ποῖ­ο ἀν­τί­θε­τα πρός τό ἑ­νο­ποι­ό Πνεῦ­μα τῆς Πεν­τη­κο­στῆς, ὡς πνεῦ­μα τῆς πο­νη­ρί­ας, θά ἐ­νερ­γή­σει δι­α­σπα­στι­κά στήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἐ­μεῖς, ὅ­μως, προ­σευ­χό­μα­στε νά ἀ­να­δεί­ξει ὁ Θε­ός ἕ­να νέ­ο Ἅ­γιο Μᾶρ­κο Εὐ­γε­νι­κό, γιά νά πε­ρι­σώ­σει τό ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό κῦ­ρος καί τήν ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια τοῦ Ἐ­πι­σκο­πι­κοῦ ἀ­ξι­ώ­μα­τος, ὡς φο­ρέ­α τῆς θε­ω­τι­κῆς ἐ­νερ­γεί­ας, κα­τά τόν Ἅ­γιο Δι­ο­νύ­σιο τόν Ἀ­ρε­ο­πα­γί­τη. Ἡ εὐ­θύ­νη τῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν κά­θε Αὐ­το­κε­φά­λου Το­πι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι τε­ρά­στια ἔ­ναν­τι τῆς δογ­μα­τι­κῆς συ­νει­δή­σε­ως τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Κυ­ρί­ως, ὅ­μως, ἔ­ναν­τι τοῦ Χρι­στοῦ, γιά τό ἔλ­λειμ­μα τῆς Κα­νο­νι­κό­τη­τας καί τῆς Συ­νο­δι­κό­τη­τας τῆς Πα­νορ­θο­δό­ξου Συ­νό­δου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Καί τοῦ­το ἐ­πει­δή, τό­σο στό προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κό στά­διο, ὅ­σο καί στό τε­λι­κό, δέν ἐ­νη­με­ρώ­θη­κε, σκο­πί­μως, τό σῶ­μα τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῶν Το­πι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν. Εἰ­δι­κό­τε­ρα, δέν συ­νῆλ­θαν οἱ Το­πι­κές Σύ­νο­δοι, γιά νά ἀ­πο­φα­σί­σουν καί νά ἐγ­χει­ρή­σουν στόν ἀν­τι­πρό­σω­πο τῆς Το­πι­κῆς τους Ἐκ­κλη­σί­ας τήν ἀ­πό­φα­σή τους γιά τά προ­τει­νό­με­να Κεί­με­να, πού θά ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν τήν Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δο. Οὔ­τε συ­νῆλ­θαν με­τά, γιά νά ἀ­πο­φα­σί­σουν, ἄν συμ­φω­νοῦν ἤ δι­α­φω­νοῦν μέ αὐ­τά, στό προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κό στά­διο.
.                     Καί τό χει­ρό­τε­ρο εἶ­ναι, ὅ­τι στό τε­λι­κό στά­διο δέν κλή­θη­καν νά συμ­με­τά­σχουν ὅ­λοι οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι στήν Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δο. Πό­σο Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δος εἶ­ναι αὐ­τή, πού ἐγ­και­νι­ά­ζε­ται μέ τόν ἀ­πο­κλει­σμό πολ­λῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν, ὡς ἐκ­φρα­στῶν τῶν Το­πι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν; Ἐ­άν δέν κα­λοῦν­ται ὅ­λοι οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι, τό­τε τί νά ποῦ­με γιά τήν οὐ­σι­α­στι­κή ἀν­τι­προ­σώ­πευ­ση τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας; Ὅ­ταν δη­λα­δή δέν κα­λοῦν­ται καί ἄλ­λοι Κλη­ρι­κοί, Ἡ­γού­με­νοι καί Μο­να­χοί, ὅ­πως δι­α­βά­ζου­με στά Πρα­κτι­κά τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, ὅ­που τούς δί­δε­ται καί λό­γος (λ.χ. Ζ´ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος);
.                     Συ­νή­θως, στίς Πα­νορ­θο­δό­ξους Συ­νό­δους, ἡ σύ­νο­λη Ἐκ­κλη­σί­α, ἀν­τι­προ­σω­πευ­ο­μέ­νη διά τῶν Ἐ­πι­σκό­πων της, ὁ­ρι­ο­θε­τοῦ­σε καί ὑ­πε­ρα­σπί­ζε­το τήν πί­στη, ἔ­ναν­τι τῆς ἀμ­φι­σβη­τή­σε­ώς της ἀ­πό τούς αἱ­ρε­τι­κούς.
.                     Σή­με­ρα, ἰ­σχύ­ει τό δι­α­με­τρι­κά ἀν­τί­θε­το. Συμ­βαί­νει ὅ,τι καί στίς Ψευ­δο­συ­νό­δους. Ἡ ὀρ­θό­δο­ξα ὁ­ρι­ο­θε­τη­μέ­νη πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας κιν­δυ­νεύ­ει τώ­ρα ἀ­πό τούς ἀν­τι­προ­σώ­πους της –τούς θε­σμι­κούς φύ­λα­κές της-, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­πι­χει­ροῦν νά εἰ­σά­γουν τήν αἵ­ρε­ση ἤ ἀ­κρι­βέ­στα­τα τήν πα­ναί­ρε­ση τοῦ δυσ­σε­βοῦς καί δυ­σώ­δους Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ στήν Ἐκ­κλη­σί­α μέ τόν ἀ­νώ­τα­το θε­σμι­κό τρό­πο, δη­λα­δή μέ μιά Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δο. Ὀρ­θο­δο­ξί­α ὅ­μως καί Οἰ­κου­με­νι­σμός εἶ­ναι «μεί­ξις ἄ­μει­κτος καί τέ­ρας ἀλ­λό­κο­τον» (Ἁγ. Νι­κο­δή­μου Ἁ­γι­ο­ρεί­του Πη­δά­λιον, σελ. 109).

Δι­ε­ρω­τώ­με­θα, τί γί­νε­ται;

.                     Δέν ἀ­πο­μέ­νει τί­πο­τε ἄλ­λο, πα­ρά ἡ κα­τα­δί­κη μιᾶς τέ­τοι­ας Συ­νό­δου ἀ­πό τόν εὐ­σε­βῆ λα­ό τοῦ Θε­οῦ, για­τί ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ὀ­φεί­λει νά πα­ρα­μεί­νει στό νο­η­τό ὕ­ψος της, ὡς ἄ­σπι­λος «νύμ­φη τοῦ Χρι­στοῦ» (Ἐφ. 5,27). Εἴ­μα­στε, ἀ­πο­λύ­τως βέ­βαι­οι, ὅ­τι, ἄν ἡ μέλ­λου­σα Σύ­νο­δος κι­νη­θεῖ μέ συ­νέ­πεια στίς προ­δι­α­γρα­φές της,  θά ἀ­κυ­ρω­θεῖ, ὡς Ψευ­δο­σύ­νο­δος, ἀ­πό ἑ­πό­με­νη Ὀρ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δο, ὅ­πως ἀ­κυ­ρώ­θη­καν οἱ ἀ­πο­φά­σεις τῶν Ψευ­δο­συ­νό­δων τῆς Ἐ­φέ­σου, τῆς Λυ­ών καί τῆς Φερ­ρά­ρας-Φλω­ρεν­τί­ας ἀ­πό τίς Ὀρ­θό­δο­ξες Συ­νό­δους πού ἀ­κο­λού­θη­σαν.

Σε­βα­σμι­ώ­τα­τοι,

.                     Ἐ­πει­δή, δέν συ­νῆλ­θε ἡ Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, γιά νά πά­ρει θέ­ση ἔ­ναν­τι τῶν πρός συ­ζή­τη­ση καί ψή­φι­ση Κει­μέ­νων, θά ἤ­θε­λα νά θέ­σω ὑ­πό­ψη Σας καί ἕ­να ἀ­κό­μη πο­λύ σο­βα­ρό θέ­μα. Ἐ­δῶ καί ἕ­ναν αἰ­ῶ­να, ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων ἔ­χει ἀ­φε­τη­ρί­α, τρο­φο­δό­τη καί ἡ­γέ­τη τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο, δη­λα­δή τόν Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τριά­ρχη καί τήν πε­ρί αὐ­τόν Σύ­νο­δο. Ἀ­πό ἐ­κεῖ ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται τό ἀ­κά­θαρ­το πνεῦ­μα τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ. Ἀ­να­παύ­ε­ται ὅ­μως –δυ­στυ­χῶς– καί σέ ὅ­λες σχε­δόν τίς ἡ­γε­σί­ες τῶν Το­πι­κῶν Αὐ­το­κε­φά­λων Ἐκ­κλη­σι­ῶν. Ἔ­τσι, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ μέ­χρι σή­με­ρα, ἀ­κά­θε­κτα, ὡς ὄ­φις, μέ­σα στά σπλά­χνα τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας, νά δη­λη­τη­ριά­ζει τό σῶ­μα τῆς ἀ­νά τήν Οἰ­κου­μέ­νη Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός, κα­τά τήν ἄ­νω­θεν ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ Χρι­στοῦ στόν ἅ­γιο Γέ­ρον­τα Ἐ­φραίμ τόν Κα­του­να­κι­ώ­τη, δι­α­κα­τέ­χε­ται ἀ­πό τά πο­νη­ρά καί ἀ­κά­θαρ­τα πνεύ­μα­τα. Τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο ἔ­χει -ἱ­στο­ρι­κά βε­βαι­ω­μέ­νο- τίς κα­κές ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κῶς καί πνευ­μα­τι­κῶς «πρω­τι­ές» στίς οἰ­κου­με­νι­στι­κές δι­α­κη­ρύ­ξεις καί πρά­ξεις του (τίς συμ­προ­σευ­χές δη­λα­δή μέ τούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους, ἀλ­λά καί τούς ἑ­τε­ρο­θρή­σκους, τίς οἰ­κου­με­νι­στι­κές φι­λο­φρο­νή­σεις κ.τ.λ.).
.                     Ὑ­πό τίς πα­ροῦ­σες ἱ­στο­ρι­κές συν­θῆ­κες τῆς κυ­ρι­αρ­χί­ας τοῦ Οἰ­κου­με­νι­στι­κοῦ πνεύ­μα­τος στό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο, οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος θά πρέ­πει –κα­τά τήν τα­πει­νή μας γνώ­μη- νά προ­βλη­μα­τι­στοῦν πο­λύ σο­βα­ρά, ἄν θά πρέ­πει νά ὑ­περ­ψη­φί­σουν τό Κεί­με­νο: «Τό Αὐ­τό­νο­μο καί ὁ τρό­πος ἀ­να­κη­ρύ­ξε­ως αὐ­τοῦ». Καί τοῦ­το, γιά τόν σο­βα­ρό­τα­το λό­γο τῆς ἰ­δι­ο­μόρ­φου σχέ­σε­ως τῶν Νέ­ων λε­γο­μέ­νων Χω­ρῶν μέ τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο. Εἶ­ναι πο­λύ ὑ­παρ­κτός ὁ κίν­δυ­νος νά ὑ­πα­χθοῦν διά τῆς Αὐ­το­νό­μου Ἐκ­κλη­σί­ας οἱ Νέ­ες Χῶ­ρες στήν ἀ­με­σό­τε­ρη δι­και­ο­δο­σί­α τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου. Ἐ­μεῖς, ὡς Βο­ρει­ο­ελ­λα­δί­τες, ἐ­ξ αἰ­τί­ας τῆς Οἰ­κου­με­νι­στι­κῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς πο­λι­τι­κῆς τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου, θέ­λου­με νά πα­ρα­μεί­νου­νε ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶς στήν δι­και­ο­δο­σί­α τῆς Αὐ­το­κε­φά­λου Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος. Δέν θέ­λου­με νά κυ­ρι­αρ­χού­μα­στε ἀ­πό τό ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νο Οἰ­κου­με­νι­στι­κό πνεῦ­μα τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου. Οἱ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές – πνευ­μα­τι­κές εὐ­θῦ­νες τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος στό πα­ρα­πά­νω θέ­μα εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κῶς τε­ρά­στι­ες. Γι’ αὐ­τό καί τα­πει­νῶς, Σᾶς πα­ρα­κα­λοῦ­με, θερ­μῶς, ὡς πνευ­μα­τι­κούς μας Πα­τέ­ρες, νά ἀ­κού­σε­τε τήν ἔμ­πο­νη φω­νή μας.

Εὐ­χα­ρι­στῶ γιά τήν ὑ­πο­μο­νή σας.

ΠΗΓΗ: epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.gr

, , ,

Σχολιάστε

«ΜΕΤΑ-ΠΑΤΕΡΙΚΗ» Ἢ «ΝΕΟ-ΒΑΡΛΑΑΜΙΤΙΚΗ» ΘΕΟΛΟΓΙΑ; ΑΓΝΟΙΑ Ἢ ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ;

 «ΜΕΤΑ-ΠΑΤΕΡΙΚΗ» Ἢ «ΝΕΟ-ΒΑΡΛΑΑΜΙΤΙΚΗ» ΘΕΟΛΟΓΙΑ;
ΑΓΝΟΙΑ Ἢ ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ;
ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΩΣ ΚΑΙ ΑΠΛΑΝΩΣ ΘΕΟΛΟΓΕΙΝ

 Ἡ ὑπεροψία καί ἡ θεολογική ἐκτροπή τῶν ἐπιδόξων 
«μεταπατερικῶν» θεολόγων

Καθηγ.  Δ. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ
ΠΕΙΡΑΙΑΣ 15-2-2012

.           Γιά νά ἀποφύγουμε κάθε ἐνδεχόμενη ὁρολογική σύγχυση, θά προβοῦμε εὐθύς ἐξ ἀρχῆς σέ μιά ἀπαραίτητη διευκρίνιση τοῦ νεόκοπου ὅρου «μετα-πατερικός». Ἡ νέα αὐτή ἐπιστημονική ὁρολογία ἐπιδέχεται ποικίλες ἑρμηνεῖες, οἱ ἐπικρατέστερες ὅμως ἐπιστημονικῶς εἶναι, κατά τή γνώμη μας, οἱ ἑξῆς δύο: α) Ὅταν στό πρῶτο συνθετικό τῆς λέξεως μετα- προσδίδεται χρονική σημασία, ὁπότε στήν προκειμένη περίπτωση γίνεται λόγος γιά τό τέλος τῆς Πατερικῆς ἐποχῆς. Καί β) ὅταν στό πρῶτο συνθετικό τῆς λέξεως προσδίδεται κριτική σημασία, ὁπότε ἡ σύνθετη λέξη «μετα-πατερικός» σημαίνει σχετικοποίηση, μερική ἤ ὁλική ἀμφισβήτηση, ἐπαναθεώρηση, νέα ἀνάγνωση, ἤ καί ὑπέρβαση τῆς θεολογικῆς σκέψεως τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

.           Οἱ σύγχρονοι ἐπιστήμονες θεολόγοι, πού ἐπιχείρησαν ἔμμεσα ἤ ἄμεσα νά αὐτοπροσδιοριστοῦν ὡς «μετα-πατερικοί», χρησιμοποίησαν ἐναλλακτικῶς καί τίς δύο ἑρμηνεῖες, κυρίως ὅμως τή δεύτερη πού ἀναφέρεται στή σχετικοποίηση καί τελικά στήν ὑπέρβαση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
.           Τό καταστρεπτικότερο ἔργο στίς συνειδήσεις τοῦ χριστιανικοῦ θεολογικοῦ κόσμου εὐρύτερα τό ἔκαναν, κατά τή γνώμη μας, οἱ Προτεστάντες. Καί τοῦτο, ἐπειδή αὐτοί ἀμφισβήτησαν εὐθέως τό κύρος τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἄλλωστε καί τή σύνολη Ἀποστολική καί Πατερική Παράδοσή της. Ταυτόχρονα, ἀκύρωσαν ἐπισήμως, οὐσιαστικά καί τυπικά, τήν ἁγιότητα ὅλων τῶν ἐπωνύμων ἁγίων, ἀμφισβητώντας μέ τόν τρόπο αὐτό καί τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῆς ἑκάστοτε στρατευομένης ἐπί γῆς Ἐκκλησίας.
.           Ἀντίστοιχα, τό καταστρεπτικότερο ἔργο στή δογματική συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τό ἔκανε καί ἐξακολουθεῖ νά τό κάνει ὁ Οἰκουμενισμός. Ὁ Οἰκουμενισμός ἀποτελεῖ σήμερα τόν δυσώδη φορέα τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ συγκρητισμοῦ καί κατά συνέπεια τόν πιό ἐπίσημο φορέα τῆς ἐπικινδυνότερης πολυ-αιρέσεως ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἐπειδή συμβάλλει ἀποφασιστικά στήν ἄμβλυνση τοῦ ὀρθοδόξου κριτηρίου καί τῆς ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας. Συγκεκριμένα, διά τῶν ἐκπροσώπων του, τοπικῶς καί διεθνῶς, ἐπιχειρεῖ διαρκῶς καί βαθμιαίως ὅλο καί μεγαλύτερες «ἐκπτώσεις» στήν ἐκκλησιολογική-δογματική συνείδηση τῶν ἀνυποψίαστων πνευματικῶς ὀρθοδόξων πιστῶν. Καί αὐτό τό ἐπιτυγχάνει εἰδικότερα μέ τή σχετικοποίηση ἤ καί τήν ἀκύρωση στήν πράξη τοῦ κύρους τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων, καί μάλιστα συλλογικῶν ἀποφάσεών τους, στό πλαίσιο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Βλέπε λ.χ. τήν κατάφορη καί κατ’ ἐξακολούθηση, ἐδῶ καί χρόνια, παραβίαση τοῦ Β΄ Κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού ἀπαγορεύει ρητῶς συμπροσευχή μέ ἀκοινώνητους καί ἑτερόδοξους, μέ τή σαφῆ ἀπειλή τῆς καθαιρέσεως τῶν κληρικῶν καί τοῦ ἀφορισμοῦ τῶν λαϊκῶν, πού τόν παραβιάζουν.
.           Στό παραπάνω εὐρύτερα ἐκκοσμικευμένο θεολογικό κλῖμα, καί εἰδικότερα καί κατεξοχήν στό καθαυτό πνεῦμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πού περιγράψαμε, ἐντάσσεται ὀργανικά καί τό ἐμφανιζόμενο τόν τελευταῖο καιρό κίνημα τῶν ἐπίδοξων «μετα-πατερικῶν» θεολόγων. Ἀσφαλῶς, τό κίνημα αὐτό ἔχει σαφῶς καί προτεσταντικές ἐπιδράσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι ἐμφανέστερες, κυρίως, στήν ἐπιστημονικοῦ χαρακτήρα τοποθέτηση τῶν «μετα-πατερικῶν» θεολόγων, ἔναντι τοῦ μέχρι σήμερα διαχρονικοῦ κύρους τῆς θεολογικῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων.
.           Στή σύντομη θεολογική τοποθέτησή μας θά ἑστιάσουμε κατ᾽ ἐξοχήν στό φρόνημα καί ὄχι στό πρόσωπο τῶν «μετα-πατερικῶν» θεολόγων, καθώς καί στά κριτήρια τῆς ὑποδηλουμένης θεολογίας τους.
.           Δυστυχῶς, οἱ ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί μας «μετα-πατερικοί» θεολόγοι, μέ τίς παράτολμες, ἤ μᾶλλον μέ τίς θρασύτατες καί οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν, ἴσως, διατυπώσεις τους, ἐμφανίζονται πρακτικῶς νά ἀγνοοῦν πλήρως τί εἶναι ἡ ἁγιότητα καθεαυτήν, καί κατ’ ἐπέκταση τί εἶναι καθεαυτήν ἡ ἁγιοπνευματική ζωή τῶν ἁγίων, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ, κατά τήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, τήν θεμελιώδη προϋπόθεση τοῦ Ὀρθοδόξως καί ἀπλανῶς θεολογεῖν. Ἀκόμη εἰδικότερα, ἐμφανίζονται στά κείμενα νά ἀγνοοῦν, ὅτι Ὀρθόδοξη καί ἀπλανῆ θεολογία παράγουν πρωτογενῶς μόνον ὅσοι καθαρίστηκαν ἀπό τήν ἀκαθαρσία τῶν παθῶν τους, καί κυρίως ὅσοι φωτίστηκαν καί θεώθηκαν ἀπό τίς ἄκτιστες ἐλλάμψεις τῆς θεοποιοῦ Χάριτος. Ἡ ἐπιχειρούμενη, αὐθαδῶς, ὑπέρβαση τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων, ἐκ μέρους τῶν «μετα-πατερικῶν» θεολόγων, κλονίζει τήν ἀπαραίτητη γιά τούς πιστούς βεβαιότητα, ὡς πρός τήν διαχρονική ἰσχύ τῆς ἁγιοπατερικῆς θεολογίας, ἐνῶ παράλληλα εἰσάγει ἀθέμιτα καί πονηρά τήν προτεσταντικοῦ τύπου θεολογική πιθανολογία. Μέ τόν τρόπο ὅμως αὐτό, στήν πραγματικότητα, «μεταίρονται ὅρια, ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν». Ἀλλά τοῦτο παραβιάζει βάναυσα τόσο τόν ἁγιοπατερικό ὅσο καί τόν θεόπνευστο βιβλικό λόγο. [Βλ. Παροιμ.]
.           Μέ βάση τά παραπάνω (καί μόνον αὐτά), θά μπορούσαμε νά ὑποστηρίξουμε ἐπιστημονικῶς, ὅτι οἱ ἐπίδοξοι «μεταπατερικοί» θεολόγοι, σαφῶς, δέν ἔχουν τίς προϋποθέσεις τῆς ἁγιοπατερικῆς θεολογίας. Γιατί, ἀλήθεια, πῶς θά μποροῦσαν νά ὑποστηρίξουν ὅτι τίς ἔχουν, ὅταν συμβαίνει νά εἰσηγοῦνται αὐθαδῶς τήν ὑπέρβαση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἤ ὅταν ἐπιχειροῦν νά εἰσαγάγουν στήν ἐκκλησιαστική θεολογική σκέψη μιά Δυτικοῦ τύπου θεολογική καί γνωσιολογική πιθανολογία, πού ὡς προϋπόθεσή της ἔχει τήν ἐπιστημονική-ἀκαδημαϊκή θωράκιση καί τόν θεολογικό στοχασμό; Αὐτή καθεαυτήν, ἄλλωστε, ἡ ἔπαρση ὁδηγεῖ στήν ἀπεμπόληση τῆς χαρισματικῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο ἐγγυᾶται τήν γνησιότητα τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας.
.           Τά ἐπιστημονικά-ἀκαδημαϊκά κριτήρια, πού εἰσηγοῦνται οἱ «μετα-πατερικοί» θεολόγοι, ὡς τεκμήρια τῆς ἀντικειμενικότητάς τους, δέν συμπίπτουν ἀπαραιτήτως μέ τά ἐκκλησιαστικά κριτήρια τοῦ θεολογεῖν ὀρθοδόξως καί ἀπλανῶς, ὅταν μάλιστα τά κριτήρια αὐτά χρησιμοποιοῦνται ἀπροϋποθέτως. Ἡ Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική θεολογία ἔχει σαφῶς καί κυρίως ἁγιοπνευματικά κριτήρια. Τό κατεξοχήν καί κορυφαῖο κριτήριο τοῦ ἀπλανοῦς χαρακτήρα τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεολογίας εἶναι ἡ ἁγιότητα τῶν θεοφόρων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι τήν διατύπωσαν.
.           Προκαλεῖ βαθύτατη θλίψη ἡ παχυλή ἄγνοια καί ἡ ἐπ’ αὐτῆς ἐρειδομένη ἔπαρση τῶν «μετα-πατερικῶν» θεολόγων, οἱ ὁποῖοι ἐπιχειροῦν, ὅλως ἀμαθῶς, νά ὑποκαταστήσουν τήν ἐνοχλητική μᾶλλον γι’ αὐτούς ἁγιοπατερική θεολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέ τήν ἐπικαιροποιημένη ἐπιστημονική-ἀκαδημαϊκή θεολογία τους. Μέ τήν στάση τους αὐτή φανερώνουν σαφῶς, ὅτι δέν γνωρίζουν στήν πραγματικότητα, πώς οἱ Πατέρες εἶναι ἐνεργῶς θεοφόροι καί ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας. Ἀγνοῦν ὅμως κυρίως, ὅτι ἡ ἁγιότητα τῶν Ἁγίων καί ἡ ἁγιότητα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ εἶναι μία καί ἡ αὐτή, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης. Δηλαδή ἡ ἁγιότητα τῶν ἁγίων ἔχει ὀντολογικό χαρακτήρα καί εἶναι ἄκτιστη ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ, στήν ὁποία μετέχοντας ὁ πιστός ἄμεσα καί προσωπικά, καί ὑπό σαφεῖς ἐκκλησιαστικές προϋποθέσεις, καθίσταται «ἐν πάσῃ αἰσθήσει» κοινωνός τῆς ἁγιότητας τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Εἶναι λοιπόν εὐνόητο, ὅτι ὁ χαρακτήρας τῆς ἁγιότητας τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ἄκτιστος.
.           Οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐξέφρασαν ἀπλανῶς τήν Ἀποστολική Παράδοση στήν ἐποχή τους, ἀφοῦ ὅμως προηγουμένως τήν βίωσαν ἡσυχαστικῶς-ἀσκητικῶς καί κατεξοχήν μυστηριακῶς. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, γιά νά μείνουμε ἐνδεικτικά μόνον σ’ αὐτούς, ἐπικαιροποίησαν τήν Ἀποστολική καί Πατερική Παράδοση, ἐκφράζοντας σέ λόγια θεολογική γλώσσα αὐτό ἀκριβῶς πού βίωναν ἀκτίστως καί «ἐν πάσῃ αἰσθήσει» καί οἱ ἄλλοι ἅγιοι Πατέρες, ἀλλά καί οἱ ὀλιγογράμματοι χαρισματοῦχοι, ὅπως καί οἱ ἁπλοί θεοφόροι πιστοί στήν ἐποχή τους.
.           Νά ἐπανέλθουμε ὅμως στά κριτήρια τοῦ θεολογεῖν. Τά ἐπιστημονικά-ἀκαδημαϊκά κριτήρια εἶναι κτιστά. Γι’ αὐτό, ἐκτός ἀπό τό ἀσφαλέστατο κριτήριο τῆς ἀκτίστου ἁγιότητας, ἡ μόνη διασφάλιση γιά ἀπλανῆ ὀρθόδοξη, ἐπιστημονική θεολογία μπορεῖ νά ἀναζητηθεῖ, καί ἀπό τούς στερουμένους τήν ἁγιότητα ἐπιστήμονες θεολόγους, στό ταπεινό φρόνημα, πού ἐνέχει καί ἐκφράζει ἡ διαχρονικῶς ἐφαρμοζομένη ἐκκλησιαστική μέθοδος, ἡ ὁποία σημαίνεται στή γνωστή ἁγιοπατερική διατύπωση: «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσιν». Αὐτό, ἄλλωστε, τό ταπεινό φρόνημα, τό ὁποῖο διασφάλιζε καί τήν ἁγιότητά τους, εἶχαν ὅλοι οἱ θεοφόροι Πατέρες, πού συμμετεῖχαν στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, οἱ ὁποῖες ὁριοθέτησαν ἀπλανῶς τήν ἐκκλησιαστική θεολογία. Ὁ θεολογικός στοχασμός, στόν ὁποῖο ἀρέσκονται νά ἀναφέρονται οἱ «μετα-πατερικοί» θεολόγοι καί ἡ συνεπαγόμενη θεολογική πιθανολογία, δέν προσιδιάζουν στήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική θεολογία, ἀλλά στήν ἑτερόδοξη καί αἱρετική, ἡ ὁποία, ὅπως εὔστοχα χαρακτηρίστηκε ἀπό τούς θεοφόρους Πατέρες, εἶναι «τεχνολογία» μᾶλλον παρά θεολογία. Εἶναι ἀξιοσημείωτη στήν προκειμένη περίπτωση καί ἡ καίρια παρατήρηση τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Σιναΐτη (τῆς Κλίμακος), ὅτι «ὁ Θεόν μή γνούς, (ἐννοεῖται ἐμπειρικῶς καί βιωματικῶς), στοχαστικῶς ἀποφαίνεται» (Βλ. Λόγος Λ΄,13). Ἀλλά καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς θά χρεώσει στούς λατινόφρονες βαρλααμίτες τόν χαμαίζηλο καί ἀνθρώπινο θεολογικό στοχασμό, σημειώνοντας ἀντιθετικῶς, ὅτι «ἡμεῖς οὐ στοχασμοῖς ἀκολουθοῦντες, ἀλλά θεολέκτοις λογίοις τήν ὁμολογίαν τῆς πίστεως πεπλουτήκαμεν» (βλ. Περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 18).
.           Ἀλλά, ὅταν ἀγνοεῖται καί παραμερίζεται ἡ ἁγιότητα, ἤ ἔστω ἡ Ὀρθόδοξη θεολογική μεθοδολογία τοῦ «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσιν», εἶναι ἀναπόφευκτη ἡ υἱοθέτηση τοῦ «ἐλεύθερου» θεολογικοῦ στοχασμοῦ καί τῆς θεολογικῆς πιθανολογίας. Τοῦτο ὅμως ὁδηγεῖ οὐσιαστικά σέ μιά «νεο-βαρλααμιτική» θεολογία, πού εἶναι ἀνθρωποκεντρική καί ὡς κριτήριό της ἔχει τήν αὐτονομημένη λογική. Ὅπως δηλαδή ὁ Βαρλαάμ καί οἱ ὁπαδοί του ἀμφισβήτησαν τόν ἄκτιστο χαρακτήρα τοῦ θείου φωτός καί τῆς θείας Χάριτος, ἔτσι και οι «μετα-πατερικοί» θεολόγοι σήμερα παραγνωρίζουν στήν πράξη τόν ἄκτιστο καί ἄρα διαχρονικό χαρακτήρα τῆς ἁγιότητας καί τῆς διδασκαλίας τῶν θεοφόρων Πατέρων, τούς ὁποίους ἀξιώνουν νά ὑποκαταστήσουν στή διδασκαλία, παράγοντας, κατά τή γνώμη τους, οἱ ἴδιοι πλέον πρωτογενῆ θεολογία. Αὐτό δέν ἀποτελεῖ μία ἐξωτερικοῦ χαρακτήρα Πατρομαχία, ἀλλά κυρίως συνιστᾶ μία Θεομαχία, ἐπειδή ἐκεῖνο πού καθιστᾶ τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὄντως Πατέρες εἶναι ἡ ἄκτιστη ἁγιότητά τους, τήν ὁποία ἔμμεσα ἀλλά οὐσιαστικά παραμερίζουν καί ἀκυρώνουν μέ ὅσα εἰσηγοῦνται μέ τήν «μετα-πατερική» θεολογία τους.
.           Ἡ «μετα-πατερική» θεολογία, σύμφωνα μέ τά κριτήρια τῆς Ἐκκλησίας, πού προαναφέραμε, εἶναι ἀπόδειξη ἐπηρμένης διανοίας. Γι’ αὐτό καί εἶναι ἀδύνατη ἡ ἐκκλησιαστική νομιμοποίησή της. Ἡ ἐκκλησιαστική θεολογία εἶναι ταπεινή καί εἶναι πάντοτε «ἑπόμενη τοῖς ἁγίοις Πατράσιν». Αὐτό δέν σημαίνει, ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική θεολογία στερεῖται πρωτοτυπίας, δυναμισμοῦ, ἀνανεωτικοῦ πνεύματος καί ἐπικαιρότητας. Ἀπεναντίας, ἔχει ὅλα τά παραπάνω χαρακτηριστικά, γιατί ἀποτελεῖ ἔκφραση τῆς ζώσας παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σ’ ἐκεῖνον, πού θεολογεῖ μ’ αὐτόν τόν τρόπο. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐξέφρασαν ὅσα βίωσαν ἀπό τήν ἐνεργοποίηση τῆς προσωπικῆς τους Πεντηκοστῆς, πάντοτε ὅμως, πρακτικῶς, «ἑπόμενοι» καί ἐν συμφωνίᾳ μέ τούς προγενεστέρους θεοφόρους Πατέρες.
.           Ἡ Ὀρθόδοξη ἐπιστημονική ἀκαδημαϊκή θεολογία δέν καλεῖται, βεβαίως, νά ὑποκαταστήσει τήν ἁγιοπατερική – χαρισματική θεολογία, οὔτε ὅμως δικαιοῦται νά παρουσιάζει ἄλλην, ἐκτός ἀπό τήν αὐθεντική θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Τό ἔργο της εἶναι νά προσεγγίζει, νά διερευνᾶ καί νά παρουσιάζει ἐπιστημονικά τό περιεχόμενο τῆς πρωτογενοῦς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας, νά διακρίνει καί νά γνωστοποιεῖ τά κριτήρια τῆς ἀληθινῆς θεολογίας. Μέ τόν τρόπο αὐτό θά πετυχαίνεται καί θά ἰσχυροποιεῖται ὅλο καί περισσότερο ἡ σύζευξη τῆς ἁγιοπατερικῆς – χαρισματικῆς θεολογίας μέ τήν ἐπιστημονική θεολογία. Καί ὅλα αὐτά θά προωθοῦνται, μόνον ὅταν οἱ ἐκφραστές τῆς ἐπιστημονικῆς θεολογίας δέν θά εἶναι προσωπικῶς ἄμοιροι τῶν ἁγιοπνευματικῶν προϋποθέσεων καί ἄγευστοι τῶν ἐκκλησιολογικῶν βιωματικῶν δεδομένων.
.           Ἡ ἐπιστημονική καί ἡ ἀκαδημαϊκή θεολογία, ὅταν δέν ἔχει τίς παραπάνω προδιαγραφές, ὅταν στερεῖται τήν βιωματικῶς ἐκκλησιολογική ἐκφορά της, εἶναι στοχαστική θεολογία καί πτωχή πνευματικῶς. Προσεγγίζει μόνο μέ κτιστό τρόπο τήν πραγματικότητα τοῦ κόσμου καί τῆς ζωῆς, καί ἐκφράζει, στήν καλύτερη περίπτωση, ἐλλιπῶς τά πράγματα, καί σέ ὁρισμένες περιπτώσεις, δυστυχῶς, ἀπό ἐσφαλμένα ἕως καί αἱρετικά.
.           Ἔχουμε τήν γνώμη, ὅτι ἄν οἱ «μετα-πατερικοί» θεολόγοι εἶχαν τίς ἁγιοπνευματικές προϋποθέσεις τῶν Πατέρων, θά ἐπιχειροῦσαν ταπεινά καί ἀθόρυβα νά ὀρθοτομήσουν τήν ἀλήθεια γιά τήν ἐποχή τους, χωρίς ἀπαξιωτικές ἤ ἔστω ἀμφίσημες ἀναφορές στούς ἁγίους Πατέρες. Καί, ἄν τούς δικαίωναν τά πράγματα, τότε ἀσφαλῶς θά ἦταν αὐτοί οἱ ἐκφραστές τῆς ζωντανῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας. Τοῦτο ὅμως θά σήμαινε, ἀναπόφευκτα, ὅτι δέν θά ἦταν τά λεγόμενά τους ἀντίθετα μέ τά λεγόμενα τῶν Ἁγίων πατέρων διαχρονικῶς καί ἰδιαίτερα δέν θά ἔρχονταν σέ ἀντίθεση μέ ἀποφάσεις τους σέ Οἰκουμενικές Συνόδους. Ἔτσι, θά ἦταν περιττός ὅλος αὐτός ὁ θόρυβος, σχετικά μέ τήν «μετα-πατερική» θεολογία. Ὅμως, οἱ ἐπίδοξοι «μετα-πατερικοί» θεολόγοι γνωρίζουν πολύ καλά, ὅτι ἡ διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων θέτει σαφῆ ὅρια, τά ὁποῖα εἴτε δέν τούς εὐνοοῦν προσωπικῶς, εἴτε ἐμποδίζουν τούς στρατηγικούς στόχους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν τόν ἀγαπημένο τους Οἰκουμενισμό. Αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι ἁπλῶς τό ἐπιμελημένο περιτύλιγμα!
.           Συμπερασματικά, τέλος, θά μπορούσαμε ἀβίαστα νά ὑποστηρίξουμε, ὅτι ἡ «μετα-πατερική» θεολογία συνιστᾶ σαφῆ καί κραυγαλέα ἀπόκλιση τόσο ἀπό τή μέθοδο ὅσο καί ἀπό τό φρόνημα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἀπόκλιση δηλαδή ἀπό τήν παραδοσιακή θεολογία, τόσο ὡς πρός τόν τρόπο, τίς προϋποθέσεις καί τά κριτήρια τοῦ Ὀρθοδόξως θεολογεῖν, ὅσο καί ὡς πρός τό περιεχόμενο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἁγιοπατερικῆς θεολογίας.

ΠΗΓΗ: «ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΑΣΙ»

, , , ,

Σχολιάστε

ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΚΡΙΒΕΙΑ

  • Ἐπειδὴ μὲ τὸ «λέγε-λέγε» κινδυνεύει πλέον ἡ διανοητικὴ εὐστάθεια τῶν Ὀρθοδόξων καὶ τὰ ἁπλᾶ καὶ αὐτονόητα κοντεύουν νὰ γίνουν σύνθετα καὶ δυσνόητα (ἀκόμη καὶ …«ἀδιανόητα») φανερώνονται καὶ φωνὲς εὔτολμες ποὺ σκορπίζουν καὶ διαλύουν τὴν κατευθυνομένη ἐκκλησιολογικὴ-ὁμολογιακὴ  αἰθαλομίχλη.

(…) Στό Σύμβολο τῆς Πίστεως ὁμολογοῦμε, ὅτι πιστεύουμε «εἰς μίαν Ἐκκλησίαν». Ἀπό τήν διατύπωση αὐτή τοῦ Συμβόλου προκύπτει ὅτι ἡ ἑνότητα, ὡς θεμελιώδης ἰδιότητα τοῦ ἑνός, στήν προκειμένη περίπτωση ὡς ἡ ἰδιότητα τῆς ΜΙΑΣ Ἐκκλησίας, εἶναι τό ἀσφαλές δεδομένο τῆς πίστεώς μας. Στή συνείδηση τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἑνότητά της εἶναι δεδομένο ὀντολογικό, ἀπολύτως καί ἀμετακλήτως διασφαλισμένο ἀπό τήν κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, τόν Χριστό, διά τῆς συνεχοῦς παρουσίας τοῦ Παρακλήτου Πνεύματός του σ’ αὐτήν, ἤδη ἀπό τήν Πεντηκοστή. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς δογματική ἀλήθεια ἐκφράζει τόσο τήν αὐτοσυνειδησία της ὅσο καί τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία της. Ἄν ὅμως ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΜΙΑ κατά τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τότε μέ τήν συνεπῆ ἐκκλησιολογική ἔννοια καί κατά κυριολεξία δέν μποροῦν νά ὑπάρχουν ἑτερόδοξες ἐκκλησίες, ἀλλά οὔτε μητέρες, ἀδελφές, θυγατέρες καί ἐγγονές ἐκκλησίες. Ἡ ΜΙΑ καί μόνη –ἀδιαίρετη πάντοτε– Ἐκκλησία γεννᾶ μυστηριακῶς «δι’ ὕδατος καί Πνεύματος» τά μέλη της, δέν γεννᾶ ἄλλες ἐκκλησίες. Οἱ κατά τόπους (Ὀρθόδοξες) Ἐκκλησίες ἀποτελοῦν φανέρωση ἐν τόπῳ καί χρόνῳ τῆς ΜΙΑΣ καί μόνης Ἐκκλησίας (βλ. ἐνδεικτικῶς, Α΄ Κορ. 1,2). Οὔτε βέβαια μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία νά εἶναι ταυτόχρονα ΜΙΑ καί διηρημένη. Γιατί ἡ διαίρεση σημαίνει κατάτμηση ἑνός ὅλου σέ δύο ἤ περισσότερα μέρη (βλ. Λεξικό, Γ. Μπαμπινιώτη). Κατά συνέπεια, ἡ θεώρηση τῆς Ἐκκλησίας ὡς διηρημένης, σήμερα, ἀντίκειται σαφῶς στή ρητή διατύπωση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως (…)

Δ. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ,
καθηγ. Θεολ. Σχολῆς Πανεπ. Θεσσαλονίκης
(Ἀπόσπασμα ἐπιστολῆς του πρὸς τὸν Μητρ. Μεσσηνίας μὲ Κοινοποίηση πρὸς τὸν Μακ. Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν, τὴν Διαρκῆ Ἱ. Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
καὶ τὴν Ἱ. Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
)

, , , ,

Σχολιάστε