Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δ. Πικιώνης

ΒΟΗΘΟΣ ΔΙΑΒΙΟΥΜΑΘΗΣΕΩΣ !

  • Σχόλιο «Χρ. Βιβλ.»: Ὁ δάσκαλος σὲ ρόλο βοηθοῦ μαθήσεως,  καλύτερα «ἠλεκτρονικοῦ ἐξαρτήματος γιὰ ἀκοινώνητους ψηφιομαθητές» ποὺ θὰ φορτίζονται δίκην ἐπαναφορτιζομένων μπαταριῶν μὲ γνώσεις «ἀποκεῖ»!
    Διαβάστε τὸ ἐξαιρετικὸ ἄρθρο τοῦ Δ. Νατσιοῦ. Μιά ἄλλη καίρια τοποθέτηση ἐνώπιον τῆς ἀσυγκράτητης ἐπελάσεως τῆς νέας «διαβιουκῆς» ἀντιλήψεως γιἀ τὀ σχολεῖο καὶ κατ᾽ ἐπέκτασιν γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Μιᾶς ἀντιλήψεως ποὺ «δένει» ἀμέσως μὲ τὴν ἄλλη τοῦ «τίποτα» (βλ. σχετ. χθεσινή ἀνάρτηση), κατὰ τὴν ὁποία γιά τὴν γενικὴ χρεωκοπία εὐθύνεται ὁ ὀρθόδοξος χριστιανικὸς πολιτισμός.
«Γεννήθηκα τὸ 1887 στὸν Πειραιά· οἱ γονεῖς μου κατάγονταν ἀπὸ τὴ Χίο. Ἡ μητέρα τοῦ ἀείμνηστου Πορφύρα καὶ ἡ δικιά μου ἦταν ἀδελφάδες, τὸ γένος Συριώτη. Τὶς ἐγκύκλιες σπουδὲς τὶς πέρασα στὸν Πειραιά. Κι ὅποιος ξέρεις τί σημασία ἔχει γιὰ τὸν νέο ἡ παρουσία στὴν κριτικὴ τούτη ἡλικία ἑνὸς προσώπου σὰν τὸν λαμπρὸν ἐκεῖνο παιδαγωγό, ποὺ θύμιζε ἀρχαῖον Ἕλληνα, τὸν ἀείμνηστο Ἰάκωβο Δραγάτση, νιώθει γιατί οἱ μαθητές του φυλάγουν σ’ ὅλη τους τὴ ζωή, μέσα στὴν καρδιά τους, τὴ μνήμη τῆς μορφῆς του». (Δ. Πικιώνη «Κείμενα», ἔκδ. «Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τράπεζας», σελ. 23).
Ξεκίνησα νὰ διαβάζω κάποια αὐτοβιογραφικὰ σημειώματα τοῦ Δ. Πικιώνη, τοῦ μεγάλου Ἕλληνα. Κοντοστάθηκα, «φιλοσόφησα» λίγο τὴν τελευταία πρόταση τοῦ προοιμίου του. Κράτησε στὰ φυλλοκάρδια του, ὁλοζωῆς, τὴν μνήμη τῆς μορφῆς τοῦ δασκάλου του. Μεγάλη κουβέντα.
Πόσες φορὲς σὲ βιογραφίες σπουδαίων, «πάνυ ἀκριβῶν» ἀνθρώπων, δὲν διαβάζουμε παρόμοιες φράσεις. «Εὐτύχησε νὰ μαθητεύσει κοντὰ στὸν…». «Ὁ μεγάλος Δάσκαλος τοῦ Γένους… τὸν ἐνέπνευσε τὴν ἀγάπη γιὰ τὰ γράμματα». Ὅσο κρατοῦσε ἡ Παιδεία σ’ αὐτὸν τὸν τόπο, σχολεῖο καὶ παίδευση σήμαινε δάσκαλος. Τὰ πάντα δορυφοροῦσαν τὸν δάσκαλο. «Καλῶν τῶν διδασκάλων καλοὶ καὶ οἱ μαθηταί», ἀπροσπέλαστος ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
Χαρακτηριστικὸ τὸ ἀκόλουθο παράδειγμα, ποὺ δείχνει τὸ πόσο σημαντικὸ καὶ οὐσιαστικὸ θεωροῦσαν οἱ Ρωμιοὶ (Βυζαντινοὶ) πρόγονοί μας τὸ ἀξίωμα τοῦ δασκάλου. Στὰ χρόνια τοῦ λογίου αὐτοκράτορα Θεοφίλου (829-842 μ.Χ.) διδάσκει στὴν Κωνσταντινούπολη ὁ περίφημος Λέων ὁ μαθηματικὸς ἢ φιλόσοφος. (Ὁ ὁποῖος μετέβη ἀπὸ τὴν Πόλη στὴν Ἄνδρο γιὰ πληρέστερη μόρφωση, ὅπου δίδασκε κάποιος ὀνομαστὸς γιὰ τὴ σοφία του διδάσκαλος). Ἡ φήμη τοῦ Λέοντος εἶχε ἐξαπλωθεῖ «ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων», εἶχε φτάσει ὥς τὸ χαλιφάτο τῆς Βαγδάτης. Ὁ Χαλίφης Μαμοῦν τὸν ζήτησε ἐπίσημα ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα τὸν Λέοντα, ἔστω καὶ ὡς μετακλητό, προσφέροντας ἕνα τεράστιο ποσό. Ὁ Θεόφιλος ἀποβλέποντας στὸ γόητρο τῆς αὐτοκρατορίας, ἀλλὰ καὶ ἐκτιμώντας τὴν ἀξία τοῦ δασκάλου, ἀρνήθηκε. Ἀξίζει νὰ παραθέσουμε ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸν ἐπιστολικὸ διάλογο τῶν δυὸ ἡγετῶν, ὅπως τὸν διέσωσε ὁ «Συνεχιστὴς Θεοφάνους». Γράφει ὁ χαλίφης: « Ἀξιῶ τὸν ὃν ἔχεις ἐπὶ φιλοσοφίᾳ καὶ ταῖς ἄλλαις ἐπιστήμαις περιβόητον ἄνδρα βραχὺν τινὰ χρόνον ἑξαποστεῖλαι…». Ἀπαντᾶ τὸ Θεόφιλος: «….ἄλογον τὸ οἰκεῖον δοῦναι ἑτέροις καλὸν καὶ τὴν τῶν ὄντων γνῶσιν ἔκδοτον ποιῆσαι τοῖς ἔθνεσι, δι’ ἧς τὸ τῶν Ρωμαίων γένος θαυμάζεταί τε καὶ τιμᾶται παρὰ πᾶσι». Μὲ λίγα λόγια , εἶναι ἀνοησία νὰ ξεπουλήσεις στὰ ἔθνη, αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο θαυμάζεται τὸ γένος σου, δηλαδή, ὁ ἔξοχος διάκονος τῆς ὄντως Παιδείας. (Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Γ. Τσαμπῆ «Ἡ Παιδεία στὸ Βυζάντιο», ἔκδ. Γρηγόρη, σελ. 54).
Τὸ παραπάνω, νομίζω, ἐξηγεῖ καὶ τὸ χιλιόχρονον τῆς ἐνδόξου αὐτοκρατορίας μας. «Κάλλιο γνώση, παρὰ γρόσι», ὅπως ἔλεγαν καὶ οἱ ἐν αἰχμαλωσίᾳ πρόγονοί μας. Καὶ εἶναι γεγονὸς ἀναντίρρητο πὼς φτάσαμε στὴν ἁγιασμένη Ἐπανάσταση, γιατί «ἡ ψυχὴ τοῦ Γένους ἀγρυπνοῦσε. Φτωχοὶ παπάδες καὶ δάσκαλοι, ποὺ ἐτρέφοντο μὲ λίγο ψωμί, εἶχαν τὸ σθένος εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς των, σθένος ποιητῶν. Καταλάβαιναν τὴν εὐθύνην ποὺ τοὺς ἐβάρυνε νὰ συνεχίσουν τὴν ἑλληνικὴν παράδοσιν· διηγοῦντο εἰς τὰ ἑλληνόπουλα ποιά ἦταν ἄλλοτε ἡ πατρίδα τους καὶ τοὺς ἐδίδασκαν δύο ὀνόματα: Ἑλλὰς καὶ ἐλευθερία». (Τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ Σ. Μενάρδου, ποὺ περιέχεται στὸ βιβλίο τοῦ ἀρχιμ. Ἰω. Ἀλεξίου, «Ἡ Παιδεία στὴν Τουρκοκρατία», σέλ. 181).
Ἐξαιρετικὲς εἶναι καὶ οἱ προϋποθέσεις ποὺ θέτει ὁ Ἰω. Καποδίστριας, γιὰ νὰ ἀναλάβει κάποιος καθήκοντα δασκάλου: «Ἐν γένει πρέπει νὰ στοχάζονται (οἱ δάσκαλοι) ὅτι ἡ κυβέρνηση καὶ οἱ πολίται ἐμπιστεύονται εἰς αὐτοὺς τὰ παιδία των διὰ νὰ μάθωσιν ὄχι μόνον γράμματα, ἀλλὰ καὶ τὸ πῶς νὰ γίνωσιν ἄνδρες, ὠφέλιμοι εἰς τὴν κοινωνίαν. Ὅθεν οἱ διδάσκαλοι σωφρόνως καὶ τιμίως διάγοντες καὶ μὲ ἡμερότητα καὶ φιλοστοργίαν πρὸς τοὺς νέους προσφερόμενοι, χρέος ἔχουν νὰ μαθητεύωσιν αὐτοὺς καὶ μὲ τοὺς λόγους καὶ μὲ τὸ παράδειγμα τῆς ἰδίας των διαγωγῆς, εἰς τὰ πρὸς τὸν Θεόν, πρὸς ἑαυτοὺς καὶ πρὸς τὸν πλησίον καθήκοντα, εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ χριστιανικὴν εὐσέβειαν, εἰς τὴν εὐταξίαν καὶ φιλαλήθειαν, εἰς τὴν φιλοπονίαν, εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ πλησίον, εἰς πᾶν ὅ,τι ἐν ἑνὶ λόγῳ, εἶναι πρόσφορον νὰ τοὺς καταστήση ἥμερους καὶ τιμίους ἀνθρώπους, ἰδίως πρὸς ἕνα ἕκαστον καὶ ἐνάρετους καὶ χρηστοὺς πολίτας κοινῶς πρὸς τὴν πολιτείαν». (Ἰω. Τσάγκα, , «Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Ἀγωγὴ στὸ ἐκπαιδευτικὸ ἔργο τοῦ Ἰω. Καποδίστρια», ἐκδ. «Κυριακίδη», σελ. 151).
Ἃς ἐγκύψουμε τώρα στὶς βαθυστόχαστες τιποτολογίες, ἃς διαβάσουμε στὸ προσχέδιο «ΝΕΟ ΣΧΟΛΕΙΟ: Πρῶτα ὁ μαθητὴς» τῆς διαβιουπουργοῦ, τὰ ὅσα γράφει γιὰ τὸν δάσκαλο. Στὴν εἰσαγωγὴ ὁ δάσκαλος τίθεται στὴν σειρὰ ἕκτος στὶς γενικὲς «ἐπιγραμματικὲς» σκέψεις. Προηγοῦνται μεταξὺ ἄλλων, τὰ ψηφιακὰ «ζαρζαβατικὰ» ( διαδραστικὸς πίνακας, ἠλεκτρονικὸ βιβλίο, προσωπικὸς Η/Υ) καὶ κατόπιν ἀκολουθεῖ ὁ δάσκαλος, γιὰ τὸν ὁποῖο γράφει: «Τὸ Νέο Σχολεῖο δίνει ἔμφαση στὴν συνάρθρωση, τὴ συνέργεια καὶ τὸν συντονισμὸ μεταξύ των βαθμίδων τῆς ἐκπαίδευσης. Ἰσχυροποιεῖται ὁ ρόλος τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ στὴν διαδικασία ἀναβάθμισης τοῦ σχολείου, μὲ πρωτοβουλίες αὐτενέργειας καὶ κίνητρα καινοτομίας, μὲ τὶς γνώσεις ποὺ χρειάζεται γιὰ νὰ ἀνταποκριθεῖ στὴν ὑψηλὴ ἀποστολή του καὶ μὲ ἀντίστοιχο ὑψηλὸ κύρος, θέση στὴν κοινωνία καὶ ἀμοιβή».
Ἔξοχο κείμενο, ἱστορικό. Πῶς τὸ λέει, «ὑψηλὴ ἀμοιβή»; Ὑλοποιήθηκε διὰ τῆς μειώσεώς της. Μὲ τέτοιες, λοιπόν, ὑψηλόφρονες ὀνειροφαντασίες θὰ φτάσουμε, ὄχι σὲ χρηστοὺς καὶ ἐνάρετους πολίτες, ἀλλὰ στὸ «πράσινο, ἀνοικτὸ στὴν κοινωνία καὶ δημόσιο, ψηφιακὸ σχολεῖο». (Θὰ πρότεινα γιὰ τὸν πρῶτο στόχο, νὰ βαφοῦν ἐξωτερικῶς ὅλα τα σχολεῖα πράσινα, γιὰ νὰ γλιτώσουμε ἀπὸ αὐτὸν τὸν ψυχοβγάλτη: τὸ «πράσινο» σχολεῖο). Τὸ ποιός ὅμως θὰ εἶναι ὁ ρόλος τοῦ «ἰσχυροποιημένου» ἐκπαιδευτικοῦ στὸ «ΝΕΟ ΣΧΟΛΕΙΟ», τὸν διαβάζω στὸ βιβλίο «Νεοελληνικὴ γλώσσα», Α΄ Γυμνασίου, (τετράδιο ἐργασιῶν), σέλ. 71. Ἰδοὺ τὸ «σχολεῖο τοῦ μέλλοντος». «Οὐσιαστικὰ τὸ σχολεῖο τοῦ μέλλοντος θὰ εἶναι μιὰ μορφωτικὴ ὑπηρεσία, ὅπου τὸ κάθε παιδὶ θὰ μαθαίνει μόνο του ἀπὸ τὸν ὑπολογιστή, ὑποβοηθούμενο ἀπὸ ἕνα ὑποβαθμισμένο βοηθὸ μάθησης, (σ.σ. ὅπως λέμε οἰκιακὴ βοηθός), ἐπιφορτισμένο κυρίως μὲ τεχνικῆς φύσεως προβλήματα. Τὰ παιδιὰ ποὺ ἔχουν ὑπολογιστὴ στὸ σπίτι θὰ μποροῦν νὰ παρακολουθοῦν “ἀποκεῖ” (σ.σ. ἔτσι, μιὰ λέξη, «ἀποκεῖ»), χωρὶς νὰ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ καθημερινὴ παρουσία στὸ σχολεῖο, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς οἱ ἠλεκτρονικὲς βάσεις δεδομένων του θὰ εἶναι online σὲ 24ωρη βάση. Οἱ ἐκπαιδευτικοί, βέβαια, λένε…», ποιός νοιάζεται τί λένε οἱ ἐκπαιδευτικοί; Καταλάβαμε. Ἀπὸ φέτος οἱ μαθητές, στὰ 800 ὁλοήμερα σχολεῖα – ἀπὸ τοῦ χρόνου ὅλα – στὶς 1274 ὧρες τὸν χρόνο (781 ὧρες ὁ μέσος ὅρος στὴν Ε.Ε.), μὲ ἠλεκτρονικὸ ὑπολογιστὴ ἀπὸ τὴν Α΄ δημοτικοῦ, μὲ ἀγγλικὰ ἀπὸ τὴν ἴδια τάξη (στὴν Ε΄ – Ϛ΄ κατὰ μέσο ὄρο στὴν Ε.Ε.) καὶ μ’ ἕναν κακόμοιρο «βοηθὸ μάθησης» κάπου στὴ γωνία τῆς τάξης, θὰ μάθουν ἐπιτέλους, γιὰ ὅλη τους τὴ ζωὴ νὰ φυλάγουν μέσα στὴν καρδιά τους, τί σημαίνει ἡ φράση τοῦ Σεφέρη «ὅταν μπεῖ σὲ κίνηση ἡ βλακεία ποιὸς μπορεῖ νὰ τὴν σταματήσει;».
Νατσιὸς Δημήτρης, δάσκαλος, Κιλκίς
Πηγή: «’Αντίβαρο»

, , , ,

Σχολιάστε