Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δόγμα

Η ΚΑΚΟΔΑΙΜΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΟΜΑΧΙΑΣ (π. Διον. Τάτσης)

Τ δόγματα κα α παραδόσεις τς κκλησίας

Τοῦ πρωτ. π. Διονυσίου Τάτση

.         Πολλὲς φορὲς παρατηροῦμε στὴν Ἐκκλησία φαινόμενα ἀποκαρδιωτικά, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποφεύγονταν ἐὰν οἱ πρωταγωνιστές τους (συνήθως μεγαλόσχημοι κληρικοί) σέβονταν τὶς παραδόσεις καὶ εἶχαν εὐαισθησία ἀπέναντι στὰ ἀπὸ αἰῶνες καθιερωμένα.
.         Δυστυχῶς, τὸ κοσμικὸ φρόνημα καὶ ἡ ἀδιάκοπη τάση ἐκσυγχρονισμοῦ εἶναι οἱ κύριες αἰτίες τῆς κακοδαιμονίας. Κληρικοὶ ποὺ δὲν ἔζησαν μέσα στὴν παράδοση, ἀλλὰ μετὰ τὴ χειροτονία τους ἀναγκάστηκαν νὰ τὴν ἀκολουθήσουν, τηρώντας τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους, νιώθουν ἄβολα καὶ ἐπιδιώκουν ἀλλαγές, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι κάτι καλύτερο θὰ προκύψει στοὺς ἴδιους καὶ στὸ ποίμνιό τους. Περιφρονώντας τὸ ζωογόνο πνεῦμα τῆς παράδοσης, προτείνουν ἀλλαγές, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ὡς συνέχειά της καὶ ἐμπλουτισμός της, ἀφοῦ στὴν πραγματικότητα ἀνατρέπουν τὰ πάντα καὶ κατεδαφίζουν ἐκεῖνα, ποὺ χτίστηκαν ἀπὸ ἐνάρετους κληρικοὺς καὶ μοναχούς, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά τους στραμμένα στὴν αἰώνια βασιλεία καὶ ὄχι στὴν παροῦσα ζωή.
.          Ἡ προσπάθεια τῶν ἀντιπαραδοσιακῶν κληρικῶν ἐμπνέεται ἀπὸ τὸν ἀνατροπέα τῶν πάντων διάβολο, ὁ ὁποῖος μὲ τρόπο ὕπουλο προσπαθεῖ νὰ ἀντικαταστήσει τὴν καθαρὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὶς διάφορες ἐφάμαρτες παραδόσεις τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτὸ χρειάζεται μεγάλη προσοχή, ἀλλὰ καὶ ταπείνωση.
.         Ἡ ἔλλειψη σεβασμοῦ πρὸς τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στηρίζεται στὴν ἄγνοια πολλῶν, οἱ ὁποῖοι βλέπουν τὴν παράδοση ἀποκομμένη ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴν ταυτίζουν μὲ τὶς ἁπλὲς συνήθειες τῶν ἱερέων. Ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι. Ἡ παράδοση δὲν εἶναι συνήθεια. Εἶναι κάτι πολὺ πιὸ σπουδαῖο καὶ πιὸ βαθύ. Κάτι ποὺ γιὰ νὰ τὸ κατανοήσεις χρειάζεται πίστη καὶ φόβος τοῦ Θεοῦ.
.         Ὁ γιος Νικόδημος γιορείτης ἀναφέρεται στὸ θέμα αὐτὸ μὲ σαφήνεια καὶ μακάρι ὅλοι νὰ ἀποδεχτοῦν τὸ διευκρινιστικό του λόγο: «Τὰ δόγματα καὶ οἱ παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἀντίθετα μεταξύ τους· διότι τὰ δόγματα τῆς Πίστεως συνιστοῦν τὶς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας θεμελιώνονται ἐπάνω στὰ δόγματα τῆς Πίστεως».
.         Στὴ συνεχῶς μεταβαλλόμενη ἐποχή μας οἱ κληρικοὶ πρέπει νὰ μένουν σταθεροὶ καὶ νὰ προβάλλουν τὴ διδασκαλία καὶ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἀποφεύγοντας καθετὶ τὸ νεωτερικό. Ὅσοι δὲν μποροῦν νὰ κάνουν κάτι τέτοιο, εἶναι προτιμότερο νὰ πάρουν ἄλλες ἀποφάσεις γιὰ τὴ ζωή τους, γιὰ νὰ σταματήσει ὁ σκανδαλισμὸς καὶἡ φθορὰ τῶν συνειδήσεων τῶν πιστῶν.

ΠΗΓΗ: dtatsis.blogspot.gr
ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος» 04.04.14

, ,

Σχολιάστε

ΑΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΔΙΕΣΤΡΑΜΜΕΝΗ ΓΕΝΕΑ (Κυρ. Ι´ Ματθ., 12.08.12) «Ὅποιος δὲν πιστεύει στὸν Θεὸ καὶ δὲν ἔχει μιὰ ἀναφορὰ στὸν Θεό, καὶ ἑπομένως στηρίζεται στὸν ἑαυτό του καὶ στὰ πάθη του, εἶναι ἑπόμενο νὰ ἔχη διεστραμμένο ἦθος.».

Κυριακὴ Ι´ Ματθαίου (12 Αγούστου 2012)

Ἄπιστη καὶ διεστραμμένη γενιὰ

Τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΣ», Ἰούλ. 2012

.             Τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀναφέρεται στὴν θεραπεία τοῦ σεληνιαζομένου νέου ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὸν Χριστό. Στὸν λόγο τοῦ πατέρα τοῦ νέου αὐτοῦ, ὅτι δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν θεραπεύσουν οἱ Μαθητές Του, ὁ Χριστὸς ἀπάντησε: «ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!» (Ματθ. ιζ´ 17). Μ τν λόγο ατν Χριστς συνδέει τν πιστία μ τν διαστροφ καὶ κατ’ ἐπέκταση τὴν πίστη μὲ τὴν ὀρθότητα τοῦ ἤθους καὶ τῆς ζωῆς.
.             Πράγματι, συνδέεται πολὺ στενὰ ἡ πίστη μὲ τὴν ὅλη ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν κανεὶς πιστεύη στὸν Θεό, προσαρμόζεται σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση καὶ τὸ ἦθος του καὶ ἡ ἐν γένει κοινωνική του συμπεριφορὰ εἶναι σὲ ὀρθὴ κατεύθυνση. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύη κανεὶς στὸν Θεό, νὰ δέχεται τὴν διδασκαλία Του, νὰ Τὸν θεωρῆ δημιουργό του, ποῦ τὸν ἀγαπᾶ, νὰ πιστεύη ὅτι ὁ Χριστὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ τὸν σώση, νὰ διαβάζη τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ νὰ μὴ διαποτίζεται ἡ ζωή του ἀπὸ τὸν εὐαγγελικὸ λόγο. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ αἰσθάνεται κανεὶς τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ὅμως αὐτὸς νὰ μὴν ἀνταποκρίνεται σὲ αὐτὴν τὴν ἀγάπη καὶ νὰ μὴν ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Πάντοτε, αὐτὸ ποὺ κυριαρχεῖ στὸν διανοητικὸ καὶ καρδιακὸ χῶρο τοῦ ἀνθρώπου ἐκφράζεται καὶ ἐξωτερικά. Ἄν, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος λέγη ὅτι πιστεύει στὸν Θεό, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἐπηρεάζει τὴν διαγωγή του καὶ τὴν ἐξωτερικὴ συμπεριφορά του, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ πίστη του εἶναι ἀναιμική, εἶναι ἀνίσχυρη.
.             Στὴν Δογματικὴ τῆς Ἐκκλησίας γίνεται λόγος γιὰ τὴν σχέση μεταξὺ τοῦ δόγματος καὶ τῆς ἠθικῆς ἢ καλύτερα μεταξὺ τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκφράσθηκε στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους ἀπὸ τοὺς Πατέρες, καὶ τοῦ ἤθους, τῆς ἀσκητικῆς. Τὸ δόγμα εἶναι ἡ θεωρία καὶ ἡ ἀσκητικὴ εἶναι ἡ πράξη. Οὔτε ἡ θεωρία χωρὶς τὴν πράξη μπορεῖ νὰ εἶναι ἀποτελεσματικὴ οὔτε καὶ ἡ πράξη χωρὶς τὴν θεωρία μπορεῖ νὰ σώση τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς διδάσκει ὅτι ἡ πίστη χωρὶς τὰ ἔργα εἶναι φαντασία καὶ τὰ ἔργα χωρὶς τὴν πίστη εἶναι εἰδωλολατρία. Αὐτὸ λέγεται καὶ ἀπὸ τὸν Ἀδελφόθεο Ἰάκωβο, ὅταν διδάσκη ὅτι «ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστιν» (Ἰακ. β´, 20).
.             Ἐὰν αὐτὸ συμβαίνη μεταξὺ πίστεως καὶ ἔργων, ὁπωσδήποτε συμβαίνει καὶ μεταξὺ ἀπιστίας καὶ διαστροφῆς. Ὅποιος δὲν πιστεύει στὸν Θεὸ καὶ δὲν ἔχει μιὰ ἀναφορὰ στὸν Θεό, καὶ ἑπομένως στηρίζεται στὸν ἑαυτό του καὶ στὰ πάθη του, εἶναι ἑπόμενο νὰ ἔχη διεστραμμένο ἦθος. Ὅταν τὸ διανοητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς του δὲν λειτουργῆ σωστά, τότε καὶ τὸ παθητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ἤτοι τὸ ἐπιθυμητικὸ καὶ θυμικό, ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὰ πάθη καὶ γι’ αὐτὸ γίνονται μεγάλα ἐγκλήματα. Ἡ ἀπιστία συνδέεται μὲ τὴν διαστροφὴ τοῦ ἤθους. Βέβαια, μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν μερικοὶ ἀνθρωπιστές, ποὺ εἶναι ἄθεοι, ἀλλὰ ἔχουν μερικὲς βασικὲς ἀρχὲς στὴν ζωή τους, ὅμως καὶ σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση ἡ συμπεριφορά τους δὲν διακρίνεται ἀπὸ τὴν λεπτότητα ποὺ καθορίζει ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε, εἶναι γνωστὸν ὅτι ἕνα ρεῦμα τῆς δυτικῆς φιλοσοφίας τῶν τελευταίων αἰώνων ἔχει φθάσει στὸ σημεῖο νὰ πῆ ὅτι «ὁ Θεὸς ἀπέθανε» καὶ ἑπομένως «ὅλα ἐπιτρέπονται», ἤτοι δὲν ὑπάρχει διάκριση μεταξὺ ἠθικοῦ καλοῦ καὶ κακοῦ.
.             Βέβαια, ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἴδαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, «ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!», δὲν ἀναφερόταν στὴν ἀπιστία-ἀθεΐα, ἀλλὰ στὴν ἔλλειψη τῆς πίστεως ἐκ θεωρίας, ἡ ὁποία πίστη εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν πίστη ἐξ ἀκοῆς. Ἑπομένως, ἄλλο εἶναι ἡ πίστη ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀκοῦμε γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ἄλλο εἶναι ἡ πίστη ἀπὸ τὴν ὅραση τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ὅταν φθάση κανεὶς στὴν θεωρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, τότε θεοῦται, μεταμορφώνονται ὅλες οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ὅποτε ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ἐπηρεασθῆ ἀπὸ τὶς δαιμονικὲς ἐνέργειες. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος λέγεται θεούμενος.
.             Πάντως, ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Χριστοῦ ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας, γιὰ ὅλους μας. Κάνουμε λόγο γιὰ κρίση στὴν ἐποχή μας καὶ τὴν περιορίζουμε στὰ οἰκονομικά, στὰ πολιτιστικά, στὰ κοινωνικὰ καὶ στὰ οἰκογενειακὰ θέματα. Ὅμως, ἡ κρίση εἶναι πνευματικὴ καὶ θεολογική. Οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας ἔχουν ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, δὲν προσεύχονται, δὲν ἐκκλησιάζονται, δὲν διαβάζουν τὴν Ἁγία Γραφή, τὰ Πατερικὰ βιβλία καὶ τοὺς βίους τῶν ἁγίων, ὁπότε ἔχουν ἀγριέψει. Δὲν στηρίζονται στὸν Θεό, ἀλλὰ στὸν ἑαυτό τους καὶ τὰ πάθη τους. Ἀκόμη, καὶ ὅταν θεολογοῦν, ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική, πατερικὴ παράδοση, τὸ κάνουν μέσα ἀπὸ τὰ πάθη τους καὶ προσφέρουν τὴν «θεολογία τῶν παθῶν» τους. Ἡ κρίση προέρχεται ἀπὸ τὴν διαστροφὴ τοῦ ἤθους καὶ αὐτὴ ἔχει αἰτία τὴν ἀπιστία ἢ τὴν ἀθεΐα καὶ τὴν ὑποκριτικὴ πίστη. Ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του προσφέρει πίστη καὶ μεταμορφώνει τὸ ἦθος.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ Η ΑΠΑΡΕΓΚΛΙΤΗ ΕΜΜΟΝΗ ΜΑΣ ΣΤΟ ΔΟΓΜΑ;

.         ∆ικαιολογημένα ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι τὴν πρώτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν ἑορτάζουμε καὶ πανηγυρίζουμε τὴν διαχρονικὴ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἔναντι ὅλων τῶν αἱρέσεων, ποὺ θέλησαν κατὰ καιροὺς νὰ τὴν βλάψουν μὲ διάφορες παραχαράξεις. Μὲ δίκαιη καύχηση παριστάμεθα στὴν λειτουργικὴ σύναξη τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπου ὅλοι μαζὶ δίνουμε τὴν διαβεβαίωση τῆς ἀπαρέγκλιτης ἐμμονῆς στὴν ἁγιωτάτη Πίστη μας, ὅπως τὴν προεκήρυξαν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι τὴν δίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία τὴν παρέλαβε καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ Διδάσκαλοι μᾶς τὴν ἐξέθεσαν μὲ τοὺς δογματικοὺς ὅρους καὶ κανόνες. «Οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν», ἀκολουθώντας κατ’ ἴχνος τοὺς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.
.        Δὲν ἀρκεῖ ὅμως μόνο αὐτό, τὸ νὰ σεμνυνόμαστε γιὰ τὴν ἁγία Ὀρθοδοξία μας. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε σαφῶς καὶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ πιστεύουμε, τὸ περιεχόμενο δηλαδὴ τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας, ὅπως ἐπίσης καὶ γιατί πιστεύουμε ἔτσι καὶ ὄχι διαφορετικά. Μάλιστα αὐτὸ τὸ τελευταῖο καθίσταται στὶς ἡμέρες μας κατεξοχὴν ἐπιτακτικό, καθὼς ἡ ὅλη περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα, μέσα στὴν ὁποία κινεῖται ὁ κόσμος σήμερα, εἶναι τέτοια ποὺ ἀν τιτίθεται σφοδρὰ σὲ κάθε εἴδους «ἀγκυλώσεις τοῦ παρελθόντος» (ἔτσι καὶ μὲ παρόμοιους χαρακτηρισμοὺς αποδίδεται ἡ σταθερὴ προσήλωσή μας στὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας). Ἡ ἐποχή μας, λένε, χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη διακίνηση ἰδεῶν καὶ πολιτιστικῶν ἀγαθῶν, ἀπὸ τὶς διαπολιτισμικὲς σχέσεις τῶν λαῶν μέσα στὸ κλίμα τῆς πολυπολιτισμικότητος καὶ παγκοσμιοποιήσεως. Ὡς ἐκ τούτου κάθε εἴδους «δογματισμός» (ἔτσι ὀνομάζουν τὴν ἐμμονὴ στὸ δόγμα) εἶναι ἀπόβλητος, διότι ἐμποδίζει τὴν ἁρμονικὴ συμβίωση τῶν λαῶν μέσα στὴν παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. Προκειμένου λοιπὸν νὰ μπορέσουμε ὅλοι οἱ λαοὶ να «συναντηθοῦμε» στὸ ὄνομα τῆς πανανθρώπινης ἀγάπης, θὰ πρέπει νὰ ὁδηγηθοῦμε σὲ κάποια σχετικοποίηση καὶ ἀπάμβλυνση τοῦ δόγματος, ποὺ γίνεται αἰτία διαιρέσεως μεταξύ μας.
.      Λόγια αὐτὰ μὲ τόσο ὡραῖο καὶ εὐγενικό, ἑλκυστικὸ ἐπίχρισμα, ποὺ ἐν τούτοις ὁδηγοῦν πάραυτα σὲ τίποτε λιγότερο ἀπ’ τὸν… θάνατο!
.     Καὶ τοῦτο, γιατὶ τὰ δόγματα γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους δὲν εἶναι φιλοσοφικὲς ἀρχὲς ἢ ἰδέες ἑνὸς ἀνθρώπινου ἰδεολο γικοῦ συστήματος. Ἂν ἦταν τέτοιο, τότε στὴν θέση του θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχει ὁποιοδήποτε ἄλλο, χωρὶς αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ νὰ ἔχει κάποια καταλυτικὴ ἐπίδραση στὸ γεγονὸς τῆς ὑπάρξεώς μας, στὸ ἂν δηλαδὴ μποροῦμε νὰ συνεχίσουμε νὰ ζοῦμε ἢ ὄχι. Ἀντιθέτως τὰ δόγματα εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς Πίστεώς μας, χωρὶς τὴν ὁποία δὲν μποροῦμε νὰ ἔχουμε ἀληθινὴ ζωή. Καὶ ἀκριβῶς τὸ κέντρο τῆς ἀληθείας τῆς Πίστεώς μας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι «ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ἰω. ιδ ́ 6). Ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται καὶ ἡ ἀπαρέγκλιτη ἐμμονή μας στὸ δόγμα: στὸ ὅτι δηλαδὴ ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι μία επιμέρους ἀλήθεια θεωρητικοῦ ἐπιπέδου, ἕνα ἰδεολόγημα σὰν τὶς φιλοσοφικὲς ἀνθρώπινες θεωρίες· ἀλλὰ εἶναι ἡ μία καὶ μοναδικὴ ἄξια νὰ ὀνομάζεται ἀλήθεια, δηλαδὴ ἡ πιὸ ἀληθινὴ πραγματικότητα ποὺ ὑπάρχει, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶναι «ὁ Ὤν» (Ἐξ.γ´ 14), ὁ μοναδικὸς ποὺ ὑπάρχει μὲ ὅλη τὴ σημασία τῆς λέξεως, ἐνῶ ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ ὑπάρχουν, ὅπως καὶ εμεῖς οἱ ἴδιοι, ὑπάρχουν καὶ ζοῦν ἀληθινὰ μόνο ἐφ᾽ ὅσον εἶναι ἑνωμένα μὲ τὸν Θεό.
.      Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ ὕπαρξη, δηλαδὴ αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ Ζωή. Ἀλήθεια καὶ Ζωὴ εἶναι ταυτόσημες ἔννοιες στὴν περιοχὴ τοῦ Θεοῦ.
.     Ἂν λοιπὸν μεταβάλουμε τὴν ἀλήθεια τῆς Πίστεώς μας, τότε ἀφ᾽ ἑνὸς ἐρχόμαστε στὸ ψεῦδος, τοῦ ὁποίου πατὴρ εἶναι ὁ ἀνθρωποκτόνος διάβολος, καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου παραχαράττουμε τὸ ἴδιο τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι «ἡ ζωὴ ἡμῶν» (Κολασ. γ ́ 4)· τουτέστι καταστρέφουμε τὴν ζωή μας. Μεταπηδοῦμε πλέον στὴν περιοχὴ τοῦ πνευματικοῦ καὶ αἰωνίου θανάτου.Ἐμεῖς οἱ πιστοὶ γνωρίζουμε ὅτι ὁ μόνος τρόπος γιὰ νὰ ἔχουμε ἀληθινὴ καὶ αἰώνια ζωὴ εἶναι τὸ νὰ μένουμε ἀδιασπάστως ἑνωμένοι μετὰ τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶναι ἡ Ζωή. Ἀφοῦ ὅμως ὁ Ἴδιος εἶναι συγχρόνως καὶ ἡ Ἀλήθεια, πῶς θὰ μένουμε ἑνωμένοι μαζί του, ἂν δὲν κατέχουμε τὴν Ἀλήθεια;
.         Ἂν μὲ τὴν διαστρεβλωμένη πίστη μας διαλύουμε τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, πῶς θὰ σταθεῖ δυνατὸν τὸ πρόσωπο αυτό (ποὺ τὸ ἔχουμε διαλύσει) νὰ ἑνωθεῖ μαζί μας γιὰ νὰ μᾶς σώσει; Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει τὴν ἀνάγκη «κατοικῆσαι τὸν Χριστὸν διὰ τῆς πίστεως ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν… ἵνα πληρωθῆτε εἰς πᾶν τὸ πλήρωμα τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ. γ´ 17, 19)· μὲ τὴν πίστη μας, τὴν ἀληθινὴ καὶ ζῶσα, νὰ κατοικήσει ὁ Χριστὸς μὲς στὶς καρδιές μας, γιὰ νὰ γεμίσουμε τελείως ἀπὸ αὐτὸ ποὺ κατέχει ὁ Ἴδιος, δηλαδὴ τὴν αἰώνια ζωή.Οἱ κάθε εἴδους ἀλλόδοξοι καὶ ἀλλόθρησκοι, ἄγευστοι ἀπὸ τὴν ζωὴ τῆς θείας Χάριτος, τὸ μόνο ποὺ μποροῦν νὰ κάνουν εἶναι νὰ «ἀποφθέγγωνται στοχαστικῶς» περὶ Θεοῦ. Ἐμεῖς ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι πῶς μποροῦμε νὰ φεύγουμε ἀπὸ τὰ ζωήρρυτα νάματα τῆς Πίστεώς μας, ἀπὸ τὶς πηγὲς τοῦ «ἁλλομένου ὕδατος εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰω. δ ́ 14) καὶ νὰ πηγαίνουμε σὲ βαλτότοπους γιὰ νὰ ξεδιψάσουμε;
.          Ἀλλ᾽ ὄχι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσουμε ποτὲ τὴν Ἀλήθεια τοῦ κόσμου, τὸν Χριστό. Γιατὶ μόνο ἔτσι μποροῦμε νὰ ἔχουμε «ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς» (Ἰω. ϛ´ 53).

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2018, 01.03.2011
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

 

, , , , , , ,

Σχολιάστε

«Η ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΔΕΝ ΕΦΕΥΡΕΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ»

Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ Τόμος Α’
(π. Ἰω. Ρωμανίδου)

(βλ. σχετ. α´ μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/12/11/ἐμπειρικὴ-δογματική/)

Περιεχόμενα

Εἰσαγωγὴ

Βιογραφικὰ καὶ αὐτοβιογραφικὰ στοιχεῖα τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη

Α´
Δόγμα καὶ ἠθικὴ

1. Τὸ δόγμα

α) Ὁρισμὸς τοῦ δόγματος
β) Δόγμα καὶ μυστήριο
γ) Τὸ δόγμα ὡς ἔκφραση τῆς ἐμπειρίας καὶ ὡς ὁδηγὸς στὴν ἐμπειρία
δ) Ὁ ἀντιαιρετικὸς καὶ θεραπευτικὸς σκοπὸς τοῦ δόγματος
ε) Δόγμα καὶ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ
ϛ) Ἐξέλιξη τῶν δογμάτων
ζ) Δόγματα καὶ φιλοσοφία
η) Ὁ θεραπευτικὸς χαρακτήρας τοῦ δόγματος ὡς βάση τοῦ διαλόγου μὲ ἄλλες Ὁμολογίες
θ) Σύνδεση τοῦ δόγματος μὲ τὴν ἠθικὴ – ἀσκητικὴ

2. Ἡ ἠθικὴ

α) Φιλοσοφική, θρησκευτικὴ καὶ κοινωνικὴ ἠθικὴ
β) Χριστιανικὴ ἠθικὴ
γ) Ἡ ὀρθόδοξη ἠθικὴ ὡς ἀσκητικὴ

Β´
Ἡ ἐμπειρία τῆς ἀποκαλύψεως

1. Ἡ ἀξία τῆς ἐμπειρίας – πείρας

2. Ἡ ἐμπειρία ὡς βάση τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας

3. Ἀποκάλυψη καὶ ἐμπειρία

4. Ἐμπειρία καὶ εἴδη ἐμπειριῶν

5. Γνήσια ἐμπειρία

6. Μεταφορὰ τῆς ἐμπειρίας

Γ´
Οἱ φορεῖς τῆς ἀποκαλύψεως

1. Θεούμενοι

α) Ὁρολογία
β) Θεοπτία – θεολογία τῶν θεουμένων

2. Ἡ ἑνότητα Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ ἁγίων

3. Προφῆτες

α) Οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης
β) Τὸ προφητικὸ χάρισμα

4. Ἀπόστολοι

α) Ἡ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τῶν Ἀποστόλων
β) Ἀποστολικὴ ζωή, παράδοση καὶ διαδοχὴ

5. Πατέρες

α) Τὸ ἔργο τῶν Πατέρων
β) Ἡ θεόπνευστη θεολογία τῶν Πατέρων
γ) Πατερικὴ περίοδος

6. Ἅγιοι

α) Ποιὸς εἶναι ἅγιος
β) Ἡ ἐμπειρικὴ δύναμη τῆς πίστεως

Δ’
Τὰ μνημεῖα τῆς ἀποκαλύψεως

1. Ἄρρητα-ἄκτιστα ρήματα καὶ κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα

α) Διάκριση μεταξὺ ἀρρήτων ρημάτων καὶ κτιστῶν ρημάτων καὶ νοημάτων
β) Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μὲ ἄρρητα ρήματα
γ) Ἡ μεταφορὰ τῶν ἀρρήτων-ἀκτίστων ρημάτων μὲ κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα
δ) Ἀπὸ τὰ κτιστὰ ρήματα στὰ ἄρρητα ρήματα

2. Ἡ «Παρακαταθήκη τῆς πίστεως»

3. Ἁγία Γραφὴ

α) Ἁγία Γραφὴ καὶ ἀποκάλυψη
β) Ἡ θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς
γ) Συντηρητικὸς καὶ φιλελεύθερος
δ) Ὁ σκοπὸς τῆς Ἁγίας Γραφῆς
ε) Ἡ ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς

4. Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη

α) Ἡ ἀξία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης
β) Σχέσεις μεταξὺ Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης
γ) Διαφορὰ μεταξὺ Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης

5. Ἱερὰ Παράδοση καὶ παραδόσεις

α) Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση
β) Ἡ οὐσία τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως
γ) Μετάδοση τῆς παραδόσεως
δ) Παράδοση καὶ παραδόσεις
ε) Ἡ ἑρμηνεία τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως μέσα ἀπὸ τὶς ἐπιστῆμες τῆς ἀστρονομίας καὶ ἰατρικῆς

Ἐπίμετρον

Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ, Τόμος Α´
Ἐπίμετρον

Στὰ κεφάλαια ποὺ προηγήθηκαν καὶ θὰ διασαφηνισθοῦν καλύτερα στὸν ἑπόμενο τόμο, παρουσιάσθηκε ἡ ρωμαλέα θεολογικὴ σκέψη τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, ποὺ συνέδεσε τὴν δογματικὴ μὲ τὴν ἀσκητική, τὴν ἀποκάλυψη μὲ τὴν ἐμπειρία, τὴν Παλαιὰ μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη, τὴν πανεπιστημιακὴ καθέδρα μὲ τὸ ἐρημητήριο τοῦ ἀσκητοῦ. Πρόκειται γιὰ τὴν εὐαγγελικὴ ζωὴ ποὺ μπορεῖ νὰ βιωθῆ σὲ ὅλους τοὺς χώρους, ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, στοὺς ὁποίους ἐνεργεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἐκεῖνοι ἀνταποκρίνονται στὴν ἐνέργειά Του.

Ὡς ἐπιλεγόμενα θὰ καταγράψω τέσσερα ἐνδιαφέροντα σημεῖα, ποὺ συναντᾶ κανεὶς στὸν λόγο τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη.

1. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται στὴν θεία Εὐχαριστία, στὸ δόγμα καὶ τὴν προσευχή. Δν μπορε ν πολυτοποιται καμμία π τς τρες ατς πλευρς τς κκλησιαστικς ζως οτε κα ν ατονομται π τς λλες. Ὁ Andrew Sopko, στὴν μελέτη του γιὰ τὸν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, ἔδειξε ὅτι ἡ σκέψη του ἐκινεῖτο στὴν ὀρθόδοξη προοπτική. Ὁ π. Ἰωάννης συμπλήρωσε ἀπόψεις ἄλλων, οἱ ὁποῖοι στήριζαν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στὴν θεία Εὐχαριστία ἢ στὸν Ἐπίσκοπο ἢ καὶ στοὺς δύο μαζί, μὲ τὸ νὰ παρουσιάση ἐπαρκῶς, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀξία τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ τὴν ἀξία τῆς Ἁγίας Γραφῆς (Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης), τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς προσευχῆς, ἰδίως τῆς νοερᾶς-καρδιακῆς προσευχῆς, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν δοξασμό. Ἔτσι καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ ἔχει μία πληρότητα ποὺ ἀναπαύει τὸν ἄνθρωπο.
Στν θεία Εχαριστία παρευρίσκονται μέλη τς κκλησίας ποὺ βαπτίσθηκαν κα χρίσθηκαν κα στος ποίους νεργοποιεται τ χάρισμα ατ μ τν σκηση κα τν προσευχή. πίσης, στν θεία Εχαριστία μολογεται τ Σύμβολο τς Πίστεως (δόγματα) κα κούγεται λόγος περ τς ποκαλύψεως, ποὺ περιλαμβάνεται στν Παλαι κα τν Καιν Διαθήκη, ρμηνεύεται ατς ποκαλυπτικς λόγος π τν πίσκοπο, ποος φείλει ν εναι προφήτης-διδάσκαλος κα χι πλς προεστς τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως.
Ἄλλωστε οἱ δύο μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ στὴν πορεία τους πρὸς Ἐμμαοὺς ἄκουγαν τὸν Ἴδιο τὸν Ἀναστάντα Χριστὸ –χωρὶς ἀκόμη νὰ Τὸν ἀναγνωρίσουν– νὰ τοὺς διερμηνεύη «ἐν πάσαις ταῖς γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ», «ἀρξάμενος ἀπὸ Μωϋσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν». Κατὰ τὴν διαδικασία αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας φλεγόταν ἡ καρδιὰ τῶν μαθητῶν, γι’ αὐτὸ ἀργότερα εἶπαν: «οὐχὶ ἡ καρδία ἠμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς γραφάς;». Στὴν συνέχεια Τὸν ἀναγνώρισαν κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Δείπνου ὅταν ἔλαβε τὸν ἄρτον, τὸν εὐλόγησε «κα κλάσας πεδίδου ατος» (Λουκ. κδ’, 13-25). Ατ σημαίνει τι πορεία τν Χριστιανν πρς τν γνώση το Θεο, κατ τ μυστήριο τς θείας Εχαριστίας, περν μέσα π τν καύση τς καρδίας, ποὺ γίνεται μ τν νέργεια το Λόγου το Θεο, κατ τν διδασκαλία, λλ κα τν προσευχή. Χωρς ατν τν πνευματικ καύση τς καρδίας δν ναγνωρίζεται ναστς Χριστς κατ τ μυστήριο τς θείας Εχαριστίας.

2. Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση, γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγο ὁ π. Ἰωάννης, δὲν εἶναι μιὰ ζωὴ ποὺ προσέλαβε ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ ἄλλες παραδόσεις –ἰνδουϊστική, φιλοσοφική, σουφικὴ– ἀλλὰ εἶναι ἡ γνήσια προφητική, ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ ζωή. συχαστικ παράδοση, μ λλα λόγια, δν φευρέθηκε π τος Πατέρες σ διάφορες ποχές, λλ εναι γνήσια ζω τν φίλων του Θεο, εναι δρόμος πρς τν θέωση κα τν γιασμό.

Αὐτὴ ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση διατυπώθηκε ἀπὸ τοὺς Πατέρες μὲ τρεῖς ὅρους, ἤτοι κάθαρση, φωτισμό, θέωση. Δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ ἀνακάλυψη μερικῶν Πατέρων ἢ διδασκάλων, ἀλλὰ γιὰ τὴν ζωὴ ποὺ ἀνευρίσκεται στὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη, ὑποδείχθηκε ἀπὸ τὸν ἄσαρκο καὶ σεσαρκωμένο Λόγο καὶ ἀπὸ τoὺς φίλους Του, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν σὲ κοινωνία μαζί Του.
Στὴν Ἁγία Γραφὴ δὲν παρουσιάζεται μόνον αὐτὴ ἡ ζωή, ἀλλὰ καὶ οἱ ὅροι-λέξεις: «κάθαρση», «φωτισμός», «δοξασμὸς-τελείωση». Στοὺς Πατέρες, ὁ ὅρος «δοξασμὸς-τελείωση» λέγεται «θέωση». Μπορεῖ κανεὶς νὰ παρουσιάση πάμπολλα ἁγιογραφικὰ χωρία γιὰ νὰ τὸ στηρίξη αὐτό. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοὺς ὅρους αὐτοὺς τοὺς χρησιμοποίησε ὁ Ὠριγένης –ποὺ ἔχει καταδικασθῆ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία– ἢ οἱ μαθητές του, δὲν ἔχει μεγάλη σημασία, ὅταν ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία, ὡς πνευματικὸς ὀργανισμός, υἱοθέτησε αὐτὴν τὴν ὁρολογία. Ἡ Ἐκκλησία, ὅπως στὰ δόγματα υἱοθέτησε τὴν ὁρολογία τῶν φιλοσόφων, χωρὶς νὰ θεωρῆται ὅτι ἡ θεολογία μετατράπηκε σὲ φιλοσοφία, ἔτσι καὶ γιὰ τὴν μέθοδο τῆς θεώσεως ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποίησε ὅρους, ὅπως κάθαρση, φωτισμός, θέωση, χωρὶς νὰ θεωρῆται αὐτὴ ἡ παράδοση «ὠριγενιστική».
Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας σὲ ἐπιστολή του στὸν Πρεσβύτερο Εὐλόγιο μεταξὺ ἄλλων γράφει: «ὅτι οὐ πάντα ὅσα λέγουσιν οἱ αἱρετικοί, φεύγειν καὶ παραιτεῖσθαι χρή· πολλὰ γὰρ ὁμολογοῦσιν, ὧν καὶ ἠμεῖς ὁμολογοῦμεν». Ὅσοι ὅμως ἔχουν διαφορετικὴ ἄποψη, προσβάλλουν καὶ τοὺς μεγάλους Καππαδόκες Πατέρες, τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο, τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμὰ κλπ., τοὺς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία κατέταξε σὲ περίοπτη πνευματικὴ θέση καὶ καταδίκασε ὅσους ἀντιδροῦσαν στὴν διδασκαλία τους.
Ἀκόμη δὲ καὶ αὐτὴ ἡ στάση τοῦ σώματος τοῦ ἡσυχαστοῦ κατὰ τὴν ἐξάσκηση τῆς εὐχῆς, τὰ λόγια της εὐχῆς καὶ ὁ τρόπος συγκεντρώσεως τοῦ νοῦ, ὅπως ἀνέλυσε διεξοδικὰ καὶ θεολογικὰ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀνευρίσκονται σὲ διάφορα χωρία τῆς Παλαιᾶς ἢ τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἐντοπίζονται στοὺς ἀρχαίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποδοθοῦν σὲ ἔξωθεν ἐπιδράσεις.

3. Βεβαίως, γιὰ νὰ καταγραφῆ ἡ δογματικὴ καὶ ἡσυχαστικὴ παράδοση, οἱ ἅγιοι Πατέρες δανείσθηκαν ὅρους τῆς ἐποχῆς τους, ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τὴν φιλοσοφία, ὅπως τοὺς χρησιμοποιοῦσαν οἱ ὀπαδοὶ τοῦ «ἐξελληνισμένου Χριστιανισμοῦ». Ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ὑπάρχει χαώδης διαφορὰ μεταξὺ ρήματος καὶ νοήματος. Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ: «Κν τις τν Πατέρων τ ατ τος ξω φθέγγηται, λλπ τν ρημάτων μόνον· π δ τν νοημάτων, πολ τ μεταξύ· νον γρ οτοι, κατ Παλον, χουσι Χριστο, κενοι δέ, εμή τι κα χερον, ξ ἀνθρωπίνης διανοίας φθέγγονται». π τ χωρίο ατ φαίνεται καθαρ τι πάρχει διαφορ μεταξ νοημάτων κα ρημάτων. Τὰ νοήματα εἶναι ἀποκαλυπτικά, τὰ δὲ ρήματα προσλαμβάνονται ἀπὸ τὸ περιβάλλον, ἀλλὰ καὶ αὐτά, ἐφ’ ὅσον υἱοθετοῦνται ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ κατοχυρώνονται ἀπὸ Συνόδους, εἶναι ὀρθόδοξα.
Ἔτσι, δὲν μποροῦμε νὰ ἐντοπίζουμε ἐπηρεασμοὺς τῶν Πατέρων ἀπὸ διάφορες ἄλλες χριστιανικὲς καὶ ἐξωχριστιανικὲς παραδόσεις, ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο τῆς διδασκαλίας τους. Μιὰ τέτοια ἑρμηνεία εἶναι ὑπονόμευση τῆς ὅλης ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῶν ἁγίων μας. Οὔτε μποροῦμε νὰ ἀποδίδουμε χαρακτηρισμοὺς στὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων ὡς «ὠριγενίζουσα», «εὐαγριανή», «μακαριανή» κλπ. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὑπάρχει πλούσια μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ὅσοι ζοῦν πραγματικὰ στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ λαμβάνουν τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴν διαφυλάσσουν ἐνεργοῦσα, αὐτοὶ ἔχουν τὴν ἴδια παράδοση, τὴν ἴδια ἐμπειρία.
Ἑπομένως, ἡ γνήσια ἡσυχαστικὴ ζωὴ ἀνευρίσκεται στοὺς Προφῆτες, τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς Πατέρες καί, γενικά, σὲ ὅλους τοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας. Μιὰ διαφορετικὴ ἑρμηνεία εἶναι ἀνθρωποκεντρικὴ καὶ κατ’ ἐπέκταση διαβρωτικὴ καὶ ὑπονομευτικὴ τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως.

4. Τίθεται θέμα ἑρμηνείας τῆς διδασκαλίας τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων. Γιὰ παράδειγμα κάθε γνήσια ἑρμηνεία τῶν διαφόρων ἐπιστημόνων (ἰατρῶν, μαθηματικῶν, φυσικῶν κλπ.) γίνεται ἀπὸ τοὺς ἴδιους τους ἐπιστήμονες τῶν εἰδικοτήτων αὐτῶν, δηλαδὴ ὁ ἰατρὸς καταλαβαίνει τὸν ἰατρό, ὁ μαθηματικὸς τὸν μαθηματικό, κ.ο.κ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ ἅγιος καταλαβαίνει τὸν ἅγιο καὶ ἡ καλύτερη ἑρμηνευτικὴ τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων δὲν γίνεται ἀπὸ φιλοσοφοῦντες στοχαστές, οὔτε ἀπὸ αἱρετικούς, ἀλλὰ ἀπὸ ἁγίους ποὺ βιώνουν τὴν ἴδια εὐαγγελικὴ ζωὴ μὲ τοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐπιχειρουμένη ἑρμηνεία μὲ διαφορετικὲς προϋποθέσεις εἶναι ἐσφαλμένη. Εἶναι ὡσὰν οἱ μάρτυρες τοῦ Γιεχωβᾶ καὶ οἱ ποικιλώνυμες παρατάξεις τῶν Προτεσταντῶν νὰ ἑρμηνεύουν τὴν Ἁγία Γραφή.
Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ποὺ μελέτησε φιλοσοφία, γνώρισε τὴν ἀλλοίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν Δύση, ὅπως ἐπίσης γνώρισε καὶ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση τῶν ἀληθινῶν ἡσυχαστῶν, διέφυγε τὸν κίνδυνο τῶν παρερμηνειῶν καὶ μᾶς παρουσίασε τὴν αὐθεντικότητα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. Ὁ ἡσυχασμὸς εἶναι ἡ γνήσια προφητική, ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ ζωή· εἶναι ἡ βίωση τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀφείλουμε στὸν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη μεγάλη εὐγνωμοσύνη, ἀφοῦ ἡ διδασκαλία του εἶναι ὀρθόδοξη καὶ στηρίζεται σὲ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ἡ δὲ ἡσυχαστικὴ διδασκαλία –ὅπως ἐκφράσθηκε ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ– ἔχει κατοχυρωθῆ ἀπὸ τὶς Συνόδους τοῦ 14ου αἰῶνος (1341-1351). Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὸν Συνοδικὸ Τόμο τοῦ 1347, ἀφοῦ ἀφορίσθηκε καὶ ἀποκηρύχθηκε ὁ Βαρλαάμ, στὴν συνέχεια γράφεται:

«λλ κα ε τις τερος τν πάντων τ ατ ποτ φωραθείη φρονν λέγων συγγραφόμενος κατ το ερημένου τιμιωτάτου ερομονάχου κυρο Γρηγορίου το Παλαμ κα τν σν ατ μοναχν, μλλον δ κατ τν ερν θεολόγων κα τς κκλησίας ατς, τ ατ κα κατ’ ατο ψηφιζόμεθα κα τ ατ καταδίκῃ καθυποβάλλομεν (φορισμν κα ποκήρυξιν), ετε τν ερωμένων εη τις, ετε τν λαϊκν. Ατν τοτον τν πολλάκις ρηθέντα τιμιώτατον ερομόναχον κρ Γρηγόριον τν Παλαμν κα τος ατ συνάδοντας μοναχούς… σφαλεστάτους τς κκλησίας κα τς εσεβείας προμάχους κα προαγωνιστὰς κα βοηθος ταύτης ποφαινόμεθα… Κα νθεσμος δι πάντων κα κανονικ ατη ψφος κα πόφασις κίνητος ες αἰῶνα, Χριστο χάριτι, τν σύμπαντα διατηρηθήσεται».

Τὸ ἴδιο ἐπαναλήφθηκε καὶ στὸν Συνοδικὸ τόμο τῆς Συνόδου τοῦ 1351, ἡ ὁποία ἀπὸ Ὀρθοδόξους ἔχει θεωρηθῆ ὡς Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ἡ θεολογία τοῦ ἡσυχασμοῦ, ὡς διδασκαλία, ὁρολογία καὶ μεθοδολογία, εἶναι κατὰ πάντα ὀρθόδοξη, ἡ δὲ ἄρνησή της ἀντιβαίνει στὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ συνιστᾶ αἵρεση.–

ΠΗΓΗ: περ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»,
Ἱ. Μητροπόλ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου, τ.172, Νοέμβριος 2010

, , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε