Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δογματική Θεολογία

TI EΙΝΑΙ ΤΑ ΔΟΓΜΑΤΑ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας;

Τί εἶναι τὰ Δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας;

.                    Τὰ δόγματα ἐκθέτουν καὶ διατυπώνουν τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἁγία Τριάδα καὶ τὸν Χριστό. Πρόκειται γιὰ τὴν Πίστη τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων, καὶ τῶν Πατέρων σὲ μιὰ ἀδιάσπαστη συνέχεια καὶ ἑνότητα ζωῆς καὶ ἐμπειρίας. Δὲν εἶναι «ἀξιώματα», ἀλλὰ εἶναι προτάσεις ζωῆς καὶ ἀληθείας μὲ αὐθεντικὸ περιεχόμενο σωτηριολογικὸ σκοπὸ καὶ διαχρονικὸ χαρακτήρα, «οἱ ὁποῖες ὁριοθετοῦν τὴν μαρτυρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως γιὰ τὸν θεό, τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, καθὼς καὶ τὸν τρόπο ζωῆς καὶ ὑπάρξεώς του. Οἱ προτάσεις αὐτές, ὡς ἄρθρα πίστεως, ποὺ ἤδη βιώνονται στὴν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἐπικυρώνονται καὶ διακηρύσσονται μέσα ἀπὸ τὴν λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ της θεσμοῦ καὶ ὁμολογοῦνται στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως» (βλ. σχετ. Βασιλείου Α. Τσίγκου, Θέματα Δογματικῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 17.)

,

Σχολιάστε

«ΘΕΗΛΑΤΟΙ» ΜΕ ΕΝΔΥΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἡ αἵρεση ὡς ἐπιστήμη

τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»,
Μάϊος 2018

.             Τόν 3ο καί 4ο αἰώνα ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε ἕνα μεγάλο πρόβλημα μέ τήν συνάντηση τοῦ Χριστιανισμοῦ μέ τόν Ἑλληνισμό, δηλαδή τῆς ἀποκαλυπτικῆς θεολογίας μέ τίς θεωρίες τῶν Φιλοσόφων, τῶν Προσωκρατικῶν, τῆς Κλασσικῆς μεταφυσικῆς (Πλάτωνας, Ἀριστοτέλης) καί τοῦ Νεοπλατωνισμοῦ.
.             Οἱ θεολόγοι πού ζοῦσαν στά μέρη τῆς Ἀνατολῆς συζητοῦσαν μέ τούς φιλοσόφους γιά θεολογικά-ὀντολογικά καί κοσμολογικά προβλήματα καί προσπαθοῦσαν νά ἀπαντήσουν σέ αὐτά μέσα ἀπό τήν ἀποκαλυπτική θεολογία. Ἐπειδή δέν εἶχαν ἐμπειρική γνώση τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό κατέληξαν σέ διάφορες αἱρέσεις, ὅπως εἶναι οἱ Ἀρειανοί καί οἱ μετέπειτα αἱρετικοί.
.             Οἱ φιλοσοφοῦντες θεολόγοι προσπαθοῦσαν νά ἀπαντήσουν στούς Ἀριστοτελικούς φιλοσόφους γιά τό εἶναι τοῦ Θεοῦ σέ σχέση μέ τόν κόσμο, εἰσήγαγαν τά περί τῆς οὐσίας καί τῆς ἐνεργείας στόν Θεό, γιά νά ἀπαντήσουν στό ὅτι ὁ κόσμος δέν εἶναι ἀΐδιος καί ἀπό ἐκεῖ κατέληξαν σέ αἱρετικές ἀπόψεις στήν Τριαδολογία καί τήν Χριστολογία. Ἔτσι, δημιούργησαν καινούργιες ἀπόψεις πού σαφέστατα ἀπόκλιναν ἀπό τήν θεολογία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι παρέλαβαν τήν ἀλήθεια ἀπό τόν Ἄσαρκο Λόγο στήν Παλαιά Διαθήκη καί τόν Σεσαρκωμένο Λόγο στήν Καινή Διαθήκη.
.             Ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε μεγάλο πρόβλημα ἀπό τούς φιλοσοφοῦντες θεολόγους, οἱ ὁποῖοι θεολογοῦσαν μέ τόν στοχασμό καί τήν λογική, καί γι’ αὐτό συγκλήθηκαν οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι γιά νά ἀντιμετωπίσουν τίς αἱρετικές κακοδοξίες. Ὅσοι ὑποστήριξαν τέτοιες ἀπόψεις εἰλημμένες ἀπό τήν φιλοσοφία καταδικάστηκαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους.
.             Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδος (692 μ.Χ.) στόν πρῶτο κανόνα της μέ τίτλο «περί τηρήσεως τῶν ἱερῶν κανόνων τῶν προτέρων συνόδων» ὁρίζει «ἀκαινοτόμητόν τε καί ἀπαράτρωτον φυλάττειν τήν παραδοθεῖσαν ἡμῖν πίστιν ὑπό τε τῶν αὐτοπτῶν καί ὑπηρετῶν τοῦ Λόγου, τῶν θεοκρίτων Ἀποστόλων» καί στήν συνέχεια μνημονεύει καί τῶν Πατέρων τῶν ἕως τότε Συνόδων.
.             Ἀναφερόμενος ὁ κανόνας αὐτός στούς Πατέρας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, συγχρόνως καταγράφει καί τίς κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν. Δηλαδή, δέν καταδικάζονται ἁπλῶς καί γενικῶς οἱ αἱρέσεις ὡς πρός τόν Χριστό καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλά οἱ ἐκφραστές αὐτῶν τῶν κακοδοξιῶν. Ἔτσι, μνημονεύει τόν «Ἄρειον τόν δυσσεβῆ», «τόν βέβηλον Μακεδόνιον», τόν «Ἀπολλινάριον, τόν τῆς κακίας μύστην», «τήν ληρώδη τοῦ Νεστορίου διαίρεσιν», τόν «Εὐτυχέα τόν ματαιόφρονα», καί ἄλλους αἱρετικούς καί κακοδόξους. Κάνουν ἐντύπωση τά ἐπίθετα πού χρησιμοποιοῦνται γιά νά προσδιορίσουν τόν φιλοσοφικό καί κακόδοξο τρόπο θεολογήσεώς τους.
.             Τά ἴδια διαβάζουμε στό περίφημο ἔργο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ μέ τίτλο: «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως». Ἀναφερόμενος ὁ κορυφαῖος αὐτός Δογματικός Πατέρας τοῦ 8ου αἰῶνος στά θέματα τῆς Χριστολογίας, ὅτι ἡ ἕνωση στόν Χριστό ἔγινε ἀπό δύο τέλειες φύσεις, τήν θεία καί τήν ἀνθρωπίνη, μνημονεύει τόν Διόσκορο καί τόν Σεβῆρο πού ὑποστήριζαν ὅτι ἔγινε φυρμός ἤ σύγχυση ἤ ἀνάκραση τῶν δύο φύσεων στόν Χριστό.
.             Γράφει ὅτι δέν ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις στόν Χριστό «κατά φυρμόν ἤ σύγχυσιν ἤ ἀνάκρασιν, ὡς ὁ θεήλατος (κυνηγημένος ἀπό τόν Θεό) ἔφη Διόσκορος, Σεβῆρος τε καί ἡ τούτων ἐναγής (μιασμένη) συμμορία». Ἐπίσης, γράφει ὅτι ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων στόν Χριστό δέν εἶναι προσωπική ἤ σχετική ἤ κατ’ ἀξία ἤ κατά τήν ταυτότητα τῆς βουλήσεως ἤ τήν ὁμοτιμία ἤ τήν ἀνωνυμία ἤ τήν εὐδοκία, «ὡς ὁ θεοστυγής (βλάσφημος) ἔφη Νεστόριος, Διόδωρός τε καί ὁ Μομψουεστίας Θεόδωρος καί ἡ τούτων δαιμονιώδης (δαιμονισμένη) ὁμήγυρις».
.             Παρατηροῦμε ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποιοῦσαν δυνατά ἐπίθετα γιά νά χαρακτηρίσουν τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι μετέδιδαν κακοδοξίες καί αἱρέσεις πού στρέφονταν ἐναντίον τῆς ἀληθινῆς πίστεως, ἐνῶ ἦταν ἅγιοι καί μετεῖχαν τῆς Θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Στά θέματα τῆς πίστεως δέν ἐπιτρέπονται εὐγενεῖς λόγοι, διπλωματικές ἐνέργειες καί συμβιβασμοί.
.             Παρατηρώντας τήν ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων διαπιστώνουμε ὅτι αὐτός ὁ στοχαστικός καί φιλοσοφικός τρόπος θεολογήσεως, πού καταδικάστηκε ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, πέρασε μέ διαφόρους τρόπους στήν Δύση καί ἐκφράσθηκε ἀπό τήν λεγομένη Σχολαστική θεολογία, ἡ ὁποία θεωρήθηκε ὅτι εἶναι ἀνώτερη ἀπό τήν πατερική θεολογία. Μετά τήν Σχολαστική θεολογία, κυρίως τόν 13ο αἰώνα, ἀναπτύχθηκαν ἄλλα φιλοσοφικά καί θεολογικά ρεύματα πού ἀπομακρύνθηκαν τόσο ἀπό τήν Σχολαστική θεολογία ὅσο καί ἀπό τήν Πατερική θεολογία, καί ὡς κέντρο τῆς θεολογήσεως τέθηκαν οἱ φιλόσοφοι καί οἱ φιλοσοφοῦντες. Εἶναι φανερό, ὅταν μελετᾶ κανείς τά θεολογικά ρεύματα στόν δυτικό χῶρο, παρατηρεῖ ὅτι, ἐνῶ ἡ Σχολαστική θεολογία ἐπηρεάσθηκε κυρίως ἀπό τόν Πλάτωνα, ἀλλά καί τόν Ἀριστοτέλη, ἡ μετέπειτα ἐξέλιξη στήν Εὐρώπη ἐπηρεάσθηκε ἀπό τήν προσωκρατική φιλοσοφία.
.             Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική οἱ δυτικοί θεολόγοι μέ διαφόρους τρόπους μελετοῦν τά ἔργα καί τήν διδασκαλία τῶν ἀρχαίων αἱρετικῶν καί κατά κάποιον τρόπο τούς συμπαθοῦν. Ἔτσι καλλιεργοῦνται θεολογικές ἀπόψεις πού προσεγγίζουν περισσότερο στήν διδασκαλία τῶν ἀρχαίων αἱρετικῶν. Γιά παράδειγμα, ὅλη ἡ σύγχρονη φιλοσοφία καί θεολογία εἶναι βολονταριστική, κάνει λόγο γιά ὑποστατική θέληση, ἡ ὁποία καταδικάστηκε ἀπό τήν Ϛ´ Οἰκουμενική Σύνοδο.
.             Ἔτσι, σύγχρονοι θεολόγοι μελετοῦν τά ἔργα τους, ἐκτιμοῦν τόν τρόπο θεολογήσεώς τους, τούς συμπαθοῦν καί φθάνουν μέχρι τό σημεῖο νά γράφουν ὅτι οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πού συμμετεῖχαν στίς Οἰκουμενικές Συνόδους δέν κατάλαβαν τούς αἱρετικούς, ἀλλά τούς παρερμήνευσαν καί τούς ἀδίκησαν μέ τό νά τούς καταδικάσουν. Ἔτσι, ἔγιναν διατριβές γιά τόν αἱρετικό Διόσκορο, Εὐτυχῆ, Ἀπολλινάριο κλπ., μέ τίς ὁποῖες οἱ συντάκτες τους κατέλαβαν Πανεπιστημιακές θέσεις καί μέ αὐτόν τόν τρόπο διδάσκουν αὐτές τίς ἀπόψεις στούς φοιτητές τους, ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι διδάσκει, ἑορτάζει καί ψάλλει ἡ Ἐκκλησία.
.             Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ αἵρεση καί οἱ αἱρετικοί περνοῦν στίς Ὀρθόδοξες Θεολογικές Σχολές μέσα ἀπό τήν λεγόμενη ἐπιστήμη. Ὁπότε σήμερα, μερικές φορές ἡ αἵρεση κυκλοφορεῖ μέ τόν μανδύα τῆς ἐπιστήμης καί οἱ αἱρετικοί μέ τό ἔνδυμα τῶν ἐπιστημόνων. Φυσικά, ἄλλο εἶναι νά μελετῶνται οἱ ἀπόψεις καί τῶν αἱρετικῶν σέ ἀντιπαραβολή μέ τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων, πού εἶναι ἐπιστήμη, καί ἄλλο νά παρουσιάζωνται μέσα ἀπό τήν διαδικασία τῆς ἐπιστήμης οἱ αἱρετικοί «θεήλατοι», «θεοστυγεῖς», «δαιμονιώδης ὁμήγυρις», ὡς ἀδικηθέντες ἀπό τούς Πατέρες καί τίς Οἰκουμενικές Συνόδους.
.             Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία στήν λατρεία της ψάλλει θριαμβευτικά γιά τήν νίκη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐναντίον τῶν αἱρέσεων καί τῶν αἱρετικῶν, καί ὁμολογεῖ τήν ἀλήθεια καί τιμᾶ τούς Πατέρας ἔναντι τῶν αἱρετικῶν, καί μερικοί Ὀρθόδοξοι θεολόγοι στίς Θεολογικές Σχολές κάνουν ἐπιστήμη πάνω στήν αἵρεση καί τούς αἱρετικούς, μέ τό νά τούς παρουσιάζουν ὡς ἀδικηθέντας ἀπό τήν ἴδια τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Εἶναι πράγματι τραγελαφικό αὐτό.
.             Ὅσο ἐξετάζει κανείς τά σύγχρονα θεολογικά πράγματα μέσα ἀπό τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας τόσο καί ἀπογοητεύεται.
.             Κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ὑπῆρχε μεγάλη ἄγνοια καί ἀμάθεια, ἀλλά ὑπῆρχε ἡ λατρεία πού βασίζεται στήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Σήμερα, σέ μερικά σημεῖα, μεταφέρθηκε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ αἵρεση ὡς ἐπιστήμη, τήν ὁποία καλλιεργοῦν ὅσοι θέλουν νά καταλάβουν πανεπιστημιακές θέσεις, καί συγχρόνως παραθεωρεῖται ὁ πλοῦτος τῆς λατρείας.
.             Ἀλλά ὑπάρχει Θεός. «Μεγάλη ἡ ἀλήθεια καί ὑπερισχύει» (Α´ Ἔσδρ. δ´, 41).

ΠΗΓΗ: «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»

 

, ,

Σχολιάστε

«Τῌ ΑΓΝΩΣΤῼ ΟΡΘΟΔΟΞΙᾼ» (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

«Τῇ ἀγνώστῳ Ὀρθοδοξίᾳ»

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

(Ἀπομαγνητοφωνημένο Κήρυγμα,
κατά τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας,
25 Φεβρουαρίου 2018, στόν Ἱ. Μητροπ. Ναὸ τοῦ Ἁγ. Δημητρίου Ναυπάκτου.)

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.           Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας σήμερα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, καί ἑορτάζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ὡς θεολογία καί ὡς Ἐκκλησία καί ὡς ζωή. Δέν εἶναι, δηλαδή, μόνον ἡ ὀρθόδοξη πίστη, ἀλλά καί ἡ ὀρθόδοξη ζωή, εἶναι ἡ ὀρθο-δοξία καί ἡ ὀρθο-ζωΐα.
.           Ὅπως εἶναι καθιερωμένο, σήμερα παντοῦ, σέ ὅλους τούς Ἱερούς Ναούς ὅπου γίνεται θεία Λειτουργία, θά ἀκουστοῦν κηρύγματα γύρω ἀπό τό θέμα τῆς Ὀρθοδοξίας καί θά μιλήσουν πολλοί Ἐπίσκοποι, Κληρικοί καί θεολόγοι γιά τήν Ὀρθοδοξία. Ὅλοι οἱ ὁμιλητές, ὀρθόδοξοι, νεορθόδοξοι, μετα-ορθόδοξοι, πατερικοί, μετα-πατερικοί, νεο-πατερικοί, μοντέρνοι καί μετα-μοντέρνοι θά ἀναφερθοῦν στήν Ὀρθοδοξία καί θά προσπαθήσουν νά παρουσιάσουν ἐκεῖνα πού οἱ ἴδιοι νομίζουν ὅτι εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση.
.           Τό ἐρώτημα ὅμως πού τίθεται εἶναι: Τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία;
Εἶναι ἕνα ἐρώτημα, τό ὁποῖο πρέπει νά ἀπαντηθῆ. Καί φυσικά δέν ἀρκεῖ ἕνα σύντομο εὐχαριστιακό κήρυγμα γιά νά δώση κανείς μία τέτοια ἀπάντηση, γιά τό τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Ὡστόσο θά προσπαθήσω σήμερα Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας νά διατυπώσω μερικές ἀπόψεις μου.
.           Σκεπτόμενος χθές τό βράδυ αὐτό τό ἐρώτημα –τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία– ἦρθε στόν νοῦ μου ἡ ὁμιλία τήν ὁποία ἔκανε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στόν Ἄρειο Πάγο. Μεταξύ τῶν ἄλλων τούς εἶπε ὅτι περιῆλθε τήν ἀγορά καί εἶδε τά ἀγάλματα πού ὑπῆρχαν ἐκεῖ, ὅλα τά ἀγάλματα τῶν θεῶν, καί μεταξύ αὐτῶν εἶδε καί ἕνα ἄγαλμα τό ὁποῖο ἦταν ἀφιερωμένο στόν «ἄγνωστο θεό», δηλαδή ἐπιγραφόταν: «Τῷ ἀγνώστῳ Θεῷ».
.           Αὐτό τό περισταστικό μέ ὁδήγησε στό νά ἐπιλέξω τό θέμα μου γιά τήν σημερινή ἡμέρα. Σκέφθηκα ὅτι μᾶλλον αὐτό συμβαίνει καί μέ τήν Ὀρθοδοξία. Ὅλοι μιλοῦν γιά τήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά τελικά ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἄγνωστη στούς πολλούς.
Ὁπότε, ἂν θά μπορούσαμε νά δώσουμε σήμερα μία ἐπιγραφή στήν Ὀρθοδοξία, θά λέγαμε: «Τῇ ἀγνώστῳ Ὀρθοδοξίᾳ». Νομίζω ὅτι σέ πολλούς εἶναι ἄγνωστη ἡ Ὀρθοδοξία, ἐνῶ ὅλοι μιλοῦν γι’ αὐτήν, ὅλοι γράφουν γι’ αὐτήν καί ὑπάρχουν βιβλία τά ὁποῖα ἀναφέρονται σέ αὐτήν. Σέ ὅλα αὐτά γίνεται λόγος γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, τήν ὀρθόδοξη θεολογία, τήν ὀρθόδοξη ζωή, ἀλλά τά βλέπουν ἐπιλεκτικά καί ἐπιφανειακά.
.           Ἴσως θά μέ ἐρωτήσετε: «Γιατί εἶναι ἄγνωστη ἡ Ὀρθοδοξία σήμερα; Πῶς τό λέτε αυτό;»
.           Ὑπάρχουν δύο βασικοί λόγοι γιά τούς ὁποίους ἰσχυρίζομαι ὅτι εἶναι ἄγνωστη ἐν πολλοῖς ἡ Ὀρθοδοξία στόν λαό, καί ὄχι μόνο στόν λαό, ἀλλά καί στούς Κληρικούς ὅλων τῶν βαθμῶν.
.           Πρῶτον, εἶναι ἄγνωστη, ἐν πολλοῖς ἡ Ὀρθοδοξία, γιατί ὑπάρχει μεγάλη σύγχυση γύρω ἀπό ὀρθόδοξα θεολογικά θέματα, ὑπάρχει παχυλή ἄγνοια τοῦ καθαροῦ περιεχoμένου τῶν ὀρθοδόξων θεμάτων. Τό λέω τόσο ἁπλά. Δηλαδή, ὑπάρχει ἐν πολλοῖς ἄγνοια τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀκριβῶς ἐπειδή ὑπάρχει σύγχυση στά θεολογικά ζητήματα. Αὐτό συμβαίνει, γιατί ὑπάρχουν τόσες προσμείξεις, τόσες ἐπιρροές ἀπό ὅλες τίς κατευθύνσεις, ἀπό φιλοσοφικές, θεολογικές, χριστιανικές, θρησκευτικές, πού στό τέλος λέει κανείς: εἶναι αὐτό Ὀρθοδοξία; Καί ἐπειδή ὑπάρχουν πολλές προσμείξεις καί ἐπιρροές, γι’ αὐτό ἀκριβῶς καί ὑπάρχει ἄγνοια τοῦ βάθους τῆς Ὀρθοδοξίας.
.           Ὅποιος παρακολουθεῖ τά διάφορα θεολογικά καί φιλοσοφικά ρεύματα πού ἐπικρατοῦν στόν δυτικό χῶρο βλέπει πόσο ἐπηρεάσθηκαν τά ὀρθόδοξα θεολογικά θέματα ἀπό τόν Σχολαστικισμό, τήν Μεταρρύθμιση, τόν Διαφωτισμό, ἀλλά καί ἀπό ἄλλες ἀνατολικές παραδόσεις.
.           Ἀκόμη, ὅταν κανείς γνωρίζη σέ ἕνα βαθμό τήν πατερική διδασκαλία ἤ τήν διδασκαλία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί διαβάζη μέ προσοχή μερικές παλαιότερες Δογματικές, πού συνέγραψαν καθηγητές Θεολογικῶν Σχολῶν, βλέπει ἐκεῖ ἀπόψεις οἱ ὁποῖες δέν εἶναι πατερικές, ἀλλά γράφονται ἀπό ἄλλους, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νά ὑπερβοῦν τήν πατερική παράδοση, τούς Πατέρες, καί μεταφέρονται καί στόν ὀρθόδοξο χῶρο. Ὁπότε, λέει κανείς: εἶναι δυνατόν νά διαβάζη κανείς τήν Δογματική τῆς Ἐκκλησίας καί νά συναντᾶ ἐπιρροές καί ἐπιδράσεις ἀπό ἄλλες παραδόσεις;
.           Ὅσοι ἀσχολούμαστε μέ τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων καί τίς χριστιανικές ἀναταράξεις πού ἔγιναν στήν Εὐρώπη ἀπό τόν 11ο αἰώνα καί ἑξῆς γνωρίζουμε ὅτι οἱ σχολαστικοί θεολόγοι τοῦ Μεσαίωνος χρησιμοποιοῦσαν τούς φιλοσόφους γιά νά ἑρμηνεύσουν τά θεολογικά δόγματα. Ἐπίσης, γνωρίζουμε ὅτι οἱ Προτεστάντες ἔχουν μιά τάση νά ἀποδέχωνται τίς ἀπόψεις τῶν αἱρετικῶν, μέ τό σκεπτικό ὅτι ἀδίκως καταδικάστηκαν ἀπό τούς Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅπως τοῦ Ἀρείου, τοῦ Νεστορίου, τοῦ Θεοδώρου Μομψουεστίας, τοῦ Ἀπολλιναρίου, τοῦ Διόσκορου καί ἄλλων, καί μάλιστα γράφουν διάφορες μελέτες γύρω ἀπό αὐτά τά θέματα.
.           Αὐτό δείχνει ὅτι δυστυχῶς σήμερα ἀπό τούς δυτικούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς διάφορες αἱρετικές ἀπόψεις πού καταδικάστηκαν ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, θεωροῦνται ὡς προοδευτικές καί ἀφοῦ προσλαμβάνονται ἀπό μερικούς Ὀρθοδόξους θεολόγους, εἰσάγονται σέ ὀρθόδοξα βιβλία.
.           Ἑπομένως, ἕνα ἀπό τά μεγάλα προβλήματα πού ἔχουμε σήμερα, ἀπό πλευρᾶς Ὀρθοδοξίας, εἶναι τί εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση καί τί εἶναι οἱ ἄλλες παραδόσεις. Γιατί τό λέω αὐτό; Διότι ὑπάρχουν πολλές παραδόσεις, παραδόσεις χριστιανικές, παραδόσεις θρησκευτικές, καί εἶναι ἀνάγκη νά δοῦμε τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση, πῶς ὁρίζεται αὐτή καί πῶς διακρίνεται ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση ἀπό τίς ἄλλες παραδόσεις.
.              Δεύτερον, ὑπάρχει ἄγνοια τῆς Ὀρθοδοξίας σήμερα, γιατί κυριαρχεῖ ἡ σκοπιμότητα καί ἡ ἰδιοτέλεια. Δηλαδή, μπορεῖ μερικοί νά γνωρίζουν τί λένε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πάνω σέ διάφορα θεολογικά θέματα, ἀλλά ἐπειδή διακρίνονται ἀπό διάφορες σκοπιμότητες, δέν τά παρουσιάζουν ἀκριβῶς ὅπως τά διάβασαν στά ἴδια τά πατερικά κείμενα, ἀλλά τά παρουσιάζουν σύμφωνα μέ ἑρμηνεῖες πού καλύπτουν τά πάθη τους. Ὑπάρχει μεγάλη σκοπιμότητα ὡς πρός τό θέμα αὐτό καί αὐτό ὀφείλεται στά πάθη, τά ὁποῖα ὑπάρχουν μέσα στούς ἀνθρώπους αὐτούς.
.           Ὅταν κάνω λόγο γιά σκοπιμότητες, ἐννοῶ, ἐκτός τῶν ἄλλων, καί τούς σύγχρονους ἐθνικισμούς καί τίς γεωπολιτικές στρατηγικές, πού ἔχουν ἀποδυναμώσει τό οὐσιαστικό περιεχόμενο τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἔχουν καταστήσει αἰχμάλωτη σέ κοσμικές πρακτικές.
.           Ἔτσι, ὁ καθένας ἑρμηνεύει τά πατερικά κείμενα ἤ παρουσιάζει τά θεολογικά θέματα, σύμφωνα μέ τά πάθη του καί παρουσιάζει ὡς Ὀρθοδοξία τήν δική του ἐσωτερική ἀρρωστημένη κατάσταση. Ὅταν θέλη κανείς νά καλύψη τόν ἑαυτό του καί νά τόν δικαιολογῆ γιά τίς πράξεις του, τότε στηρίζεται σέ πατερικά κείμενα τά ὁποῖα βέβαια παρερμηνεύει. Ὑπάρχει αὐτή ἡ μεγάλη σκοπιμότητα τήν ὁποία βλέπουμε σήμερα, γι’ αὐτό καί πολλοί δέν γνωρίζουν τί εἶναι Ὀρθοδοξία ἢ δέν θέλουν νά τήν παρουσιάσουν στήν αὐθεντικότητά της. Αὐτό συνδέεται μέ τό ὅτι δίδουν διαφόρους χαρακτηρισμούς σέ αὐτούς πού θέλουν νά παραμείνουν πιστοί στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὡς φονταμενταλιστές, συντηρητικούς, παραδοσιακούς κλπ.
.           Ἐπίσης, στήν κατηγορία αὐτή ὑπάγονται καί ἐκεῖνοι πού αἰσθάνονται ἕναν φόβο ὅταν βρίσκωνται μπροστά σέ ἰσχυρούς τῆς γῆς, εἴτε πολιτικούς εἴτε ἐκκλησιαστικούς, πάλιν χάρη μιᾶς σκοπιμότητας, καί δέν θέλουν νά ἐκφρασθοῦν καθαρά, ἀλλά ρέπουν περισσότερο στήν λεγόμενη θεολογική «διπλωματική ἀσάφεια» πού συσκοτίζει τά θεολογικά ζητήματα τά ὁποῖα, ὅμως, ἀπαιτοῦν μιά καθαρή ἔκφραση. Αὐτό σημαίνει ὅτι σήμερα ἀκόμη καί σέ δογματικά ζητήματα χρησιμοποιοῦνται ὅροι καί φράσεις πού νά ἔχουν δύο ἤ περισσότερα νοήματα, διφορούμενες ἔννοιες, ὥστε νά συσκοτίζωνται ἀκόμη περισσότερο τά πράγματα.
.           Ἀκόμη, παρατηρεῖται τό φαινόμενο, ὅταν παρευρίσκεται κάποιος Κληρικός ἤ θεολόγος σέ ἀκροατήρια πού παρίστανται ἑτερόδοξοι νά παριστάνη τόν εὐγενῆ, νά αὐτολογοκρίνεται γιά νά ἔχουν οἱ ἄλλοι καλή ἰδέα γι’ αὐτόν, εἶναι φοβικός καί δέν ὁμιλεῖ αὐθεντικά, ὀρθόδοξα καί πατερικά. Ὅταν ὅμως στήν συνέχεια βρίσκεται στά δικά του ἀκροατήρια εἶναι «σοῦπερ» (ὑπέρ) ὀρθόδοξος. Σέ αὐτήν τήν νοοτροπία διακρίνει κανείς τήν ὕπαρξη τοῦ φόβου καί τῆς σκοπιμότητας. Ἀλλά ἡ Ὀρθοδοξία καί ἡ ὁμολογία τῆς ἀληθείας δέν μπορεῖ νά ἐκφρασθῆ με φοβικά σύνδρομα καί μέ διάφορες κοσμικές σκοπιμότητες.
.           Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἕνας καθηγητής τῆς Δογματικῆς, πού συμμετεῖχε ὁ ἴδιος σέ διορθόδοξες καί διαχριστιανικές συναντήσεις, ἔλεγε ὅτι ὑπάρχουν ὀρθόδοξοι θεολόγοι καί Κληρικοί, οἱ ὁποῖοι μπροστά στούς ἑτεροδόξους στέκονται σάν «ποντίκια», δηλαδή εἶναι φοβισμένοι καί δέν ὀρθοτομοῦν τόν λόγο τῆς ἀληθείας, ἀλλά ὅταν βρίσκωνται στά δικά τους ἀκροατήρια, τότε παρουσιάζονται σάν «λιοντάρια ὀρθοδοξίας». Καί ἐνῶ δίνεται ἡ δυνατότητα σέ διάφορες διαχριστιανικές καί διορθόδοξες συναντήσεις νά ὁμολογῆ κανείς τόν Χριστό καί τήν Ὀρθόδοξη θεολογία καί δέν τό κάνει, ἐν τούτοις ὅταν πηγαίνη στά ποίμνιά του ὁ καθένας, γίνεται διαπρύσιος ὁμολογητής τῆς Ὀρθοδοξίας.
.           Κάπως ἔτσι γίνεται καί αὐτήν τήν ἡμέρα τῆς Ὀρθοδοξίας. Σήμερα, ὅπως εἶπα προηγουμένως, ὅλοι θά ὁμιλήσουν γιά τό μεγαλεῖο καί τήν ἀξία της Ὀρθοδόξου Πίστεως καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Θά προτιμοῦσα ὅμως αὐτό τό ίδιο νά τό κάνουν, ὅταν εὑρίσκωνται σέ διαχριστιανικές καί διορθόδοξες συναντήσεις.
.           Μέ λύπη παρατήρησα ὅτι ὅταν γινόταν συζήτηση στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τό νέο πρόγραμμα τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν πολλοί Ἀρχιερεῖς δέν ὁμίλησαν, ἀλλά μέ τήν σιωπή τους φάνηκε ὅτι ἀποδέχθηκαν τό νέο πρόγραμμα, ἐνῶ ὅταν ἐπέστρεψαν στίς Ἐπαρχίες τους καί εἶδαν τήν ἀντίδραση τῶν θεολόγων καθηγητῶν καί πολλῶν ἄλλων Χριστιανῶν, ὁμίλησαν ἐναντίον τοῦ νέου Προγράμματος τῶν Θρησκευτικῶν.
.           Γι’ αὐτό καί εἶπα προηγουμένως ὅτι εἶναι ἄγνωστη ἡ Ὀρθοδοξία, ἀφ᾽ ἑνός μέν γιατί ὑπάρχει σύγχυση μεταξύ τῶν παραδόσεων, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ γιατί ἐπικρατεῖ φόβος καί σκοπιμότητα μεταξύ αὐτῶν πού θά ὄφειλαν νά εἶναι ὁμολογητές τῆς πίστεως.
.           Τελικά παραμένει τό ἐρώτημα καί ἐπανέρχομαι σέ αὐτό: Τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία;
.           Θά μοῦ πῆτε: «Ὡραῖα, σήμερα σέ πολλούς Χριστιανούς ὑπάρχει ἄγνοια τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά καί σκοπιμότητα μαζί μέ φόβο ἔναντι τῶν ἰσχυρῶν. Τελικά τί θά μπορούσατε ἐσεῖς νά μᾶς πῆτε μέ λίγα λόγια γιά τό τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία;».
Νομίζω ὅτι μέ πολλή μεγάλη συντομία μπορῶ νά πῶ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι τρία συγεκριμένα γεγονότα:

Πρῶτον, Ὀρθοδοξία εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δηλαδή τά δόγματα πού διατυπώθηκαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, ἀλλά καί τίς Τοπικές Συνόδους οἱ ὁποῖες ἔχουν ἀναγνωρισθῆ ἀπό τίς πρῶτες. Ὅταν διαβάση κανείς τά Πρακτικά καί τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τότε θά καταλάβη τήν οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας.
Δεύτερον, Ὀρθοδοξία εἶναι τό περιεχόμενο τοῦ σημαντικοῦ πεντάτομου ἔργου πού λέγεται «Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν», τό ὁποῖο δείχνει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ κανείς νά φθάση στήν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, δηλαδή εἶναι ὁ ἱερός ἡσυχασμός πού συνδέεται μέ τήν μετάνοια, τήν προσευχή, τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς. Ἡ «Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν» εἶναι συλλογή πατερικῶν ἔργων, στά ὁποῖα γίνεται λόγος γιά τόν ἱερό ἡσυχασμό. Αὐτό ἀκριβῶς δείχνει οὐσιαστικά τήν μέθοδο γιά νά φθάση κανείς στήν ἐσωτερική πνευματική γνώση τοῦ Θεοῦ, αὐτό πού ἐκφράζουν τά δόγματα, οὐσιαστικά οἱ ὅροι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Καί τρίτον, Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας, τά Μυστήριά της μέ κορυφαῖο τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, μαζί μέ τίς ἐκκλησιαστικές μας τέχνες, δηλαδή, τήν ἐκκλησιαστική ὑμνογραφία, τήν ἐκκλησιαστική μουσική, τήν ἐκκλησιαστική ἁγιογραφία, τίς ἱερές εἰκόνες κλπ.
.           Ἄλλωστε, γιατί καθόρισε ἡ Ἐκκλησία τήν σημερινή ἡμέρα, πού εἶναι ἡ ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, νά ἑορτάζεται ὡς Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας; Τό ἔκανε αὐτό, γιατί οἱ εἰκόνες εἶναι ἐκεῖνες πού παρουσιάζουν ὅλο τό πνευματικό ἐσωτερικό μεγαλεῖο τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δείχνουν κατά τρόπο αὐθεντικό τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, καί τό μυστήριο τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου.
.           Ἑπομένως, ὅταν συνδέση κανείς καί τά τρία αὐτά γεγονότα, δηλαδή τά δόγματα, πού εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τήν ἡσυχαστική παράδοση, ὅπως καταγράφεται στό βιβλίο τῆς «Φιλοκαλίας» καί σέ ἄλλα πατερικά κείμενα, καί τίς ἐκκλησιαστικές τέχνες, τήν ἁγιογραφία, τήν μουσική μας παράδοση, τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο κτίζουμε τούς ναούς, τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο τελοῦμε τήν θεία Λειτουργία, τήν θεία Εὐχαριστία, τότε καταλαβαίνει τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Ὅλα τά ἄλλα πού γίνονται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι καρπός αὐτῶν τῶν βασικῶν γνωρισμάτων.
.           Αὐτό σημαίνει ὅτι συνδέεται στενά τό δόγμα μέ τήν προσευχή πού γίνεται μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί τήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἰδιαιτέρως μέ τήν θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
.           Γιά νά τό ἐκφράσω αὐτό μέ ἁπλούστερο τρόπο θά ἔλεγα ὅτι Ὀρθοδοξία εἶναι νά συναντήση κανείς ἕναν θεόπτη ἅγιο, ὁ ὁποῖος συνδέει στενά τήν θεία Λειτουργία μέ τήν προσευχή στήν καρδιά καί τήν ἐμπειρική γνώση τοῦ Θεοῦ, νά μαθητεύση κοντά του, νά ἀκολουθήση τίς συμβουλές του καί νά μιμηθῆ τήν ζωή του. Τότε θά μάθη ἐκ πείρας –ὅπως ἕνας φοιτητής μαθαίνει τήν ἐπιστημονική γνώση ἀπό τόν ἐπιστήμονα ἐρευνητή– τί εἶναι ’Ορθοδοξία καί θά γίνη ὀρθόδοξος σέ ὅλες τίς ἐκφράσεις καί ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς του. Ἡ Ὀρθοδοξία παραλαμβάνεται ὡς πνευματική γέννηση μέσα ἀπό πνευματικά «ζωντανούς ὀργανισμούς». Συμβαίνει καί ἐδῶ ὅ,τι μέ τήν βιολογική ζωή, ἡ ὁποία μεταδίδεται ἀπό γενιά σέ γενιά, ἀπό ζωντανούς βιολογικά ὀργανισμούς. Αὐτό εἶναι ἐκεῖνο πού χαρακτηρίζεται ὡς «θεολογία γεγονότων». Τότε θά μάθη στήν πράξη ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι ὁ βερμπαλισμός, τά ἰδεολογήματα, τά συνθήματα, οἱ ἔξυπνες ἀτάκες πού ἐντυπωσιάζουν πρόσκαιρα, ὅπως οἱ φωτοβολίδες τόν οὐρανό.
.           Ὁπότε, γιά νά μάθη κανείς τήν Ὀρθοδοξία, πρέπει νά ἀσχοληθῆ καί νά ἐνδιαφερθῆ μέ τό βάθος αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Καί τελικά Ὀρθοδοξία εἶναι νά γνωρίση κανείς τό βάθος της, πού εἶναι ἡ μετάνοια καί ἡ ταπείνωση καί τότε θά γνωρίση καί τό ὕψος της, πού εἶναι τό ὄρος Θαβώρ, τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως, καί βιαία πνοή τῆς Πεντηκοστῆς.
.           Μακάρι, μέχρι πού νά τελειώσουμε τήν ζωή μας, μέχρι πού νά φύγουμε ἀπό τόν μάταιο αὐτόν κόσμο νά μάθουμε, ἔστω καί λίγο, τί εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τί εἶναι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί νά μήν παραμείνη μέχρι τέλους ἡ Ὀρθοδοξια ἄγνωστη σ’ ἐμᾶς, ἔστω κι ἄν τήν ὁμολογοῦμε καί τήν πανηγυρίζουμε λαμπρά.

, ,

Σχολιάστε

«ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»

«Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»

τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.             Ἐξεδόθη πρόσφατα ἕνα σημαντικό βιβλίο ἀπό τόν καθηγητή Βασίλειο Τσίγκο μέ τίτλο «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» καί μέ ὑπότιτλο «Κατά τάς τῶν ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα», ἀπό τόν ἐκδοτικό οἶκο «Ostracon Publishing (Θεσσαλονίκη 2017).
.             Μέχρι τώρα ὁ καθηγητής, μέ τήν ἐπιμέλεια πού τόν χαρακτηρίζει, ἐξέδωσε ἄλλα αὐτοτελῆ ἔργα του, ὅπως «Ἐκκλησιολογικές θέσεις τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Αὐθεντία καί πρωτεῖο», «Ὁ ἀνακαινισμός τοῦ ἀνθρώπου κατά τή δογματική διδασκαλία τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου», «Δογματικά καί θεολογικά μελετήματα Α’», «Προλεγόμενα στή θεολογική γνωσιολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ», «Θέματα Δογματικῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», «Περιχώρησις. Θεολογικό περιεχόμενο τοῦ ὅρου καί οἱ ἐφαρμογές του κατά τή Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», «Χάρισμα καί θεσμός στήν περί Ἐκκλησίας διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου».
.             Εἶναι εὐνόητον ὅτι ὕστερα ἀπό μιά μεγάλη ἐμπειρία στήν μελέτη καί πραγμάτευση δογματικῶν θεμάτων, μέσα ἀπό τήν ὅλη ἐκκλησιαστική διδασκαλία καί τήν ἐμπειρία τῶν θεοπτῶν θεολόγων, προῆλθε ὡς ἀποκορύφωμα ὁ νέος εὔχυμος καρπός μέ τόν τίτλο «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Ἑπομένως, τό νέο αὐτό ἔργο εἶναι ἕνας ὥριμος καρπός πολυετοῦς μελέτης πάνω σέ δογματικά ζητήματα.
.          Θά ἤθελα στήν συνέχεια νά καταγράψω μερικές σκέψεις πού μοῦ δημιουργήθηκαν κατά τήν ἀνάγνωση αὐτοῦ τοῦ βιβλίου.

1.Ὁ συγγραφεύς καί τά ἐπιστημονικά του ἐνδιαφέροντα

.             Ὅταν διαβάζη κανείς ἕνα κείμενο ἤ ἕνα βιβλίο ἐξετάζει κατ’ ἀρχάς τό ὄνομα τοῦ συγγραφέως γιά νά διαπιστώση τήν ἐγκυρότητά του. Ὁ συγγραφεύς τοῦ παρόντος βιβλίου Βασίλειος Τσίγκος εἶναι καθηγητής στό Τμῆμα Ποιμαντικῆς καί Κοινωνικῆς Θεολογίας στό Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, διδάσκει τήν Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἦταν μαθητής καί εἶναι διάδοχος τοῦ μακαριστοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδου καί κατά βάση ἐκφράζει τήν θεολογία του.

.             Στό ἐσώφυλλο τοῦ ἐξωφύλλου τοῦ βιβλίου γράφεται ὅτι τά διερευνητικά ἐνδιαφέροντα τοῦ Βασιλείου Τσίγκου εἶναι στραμμένα:

«-Στήν μελέτη τοῦ περιεχομένου τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί ζωῆς μέσα ἀπό τά μνημεῖα ἑνός πολιτισμοῦ λόγου καί τέχνης πού δημιουργεῖ ἐν παντί τόπῳ καί χρόνῳ ἡ Ἐκκλησία.
-Στήν ἀκριβῆ ἔκθεση καί αὐθεντική ἑρμηνεία τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων τῆς πίστεως, μέ διαχρονία καί συγχρονία μέ τόν τρόπο ζωῆς τῶν μελῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος.
-Στήν ἁρμονική συνύφανση, τήν ἄρρηκτη ἑνότητα καί σύνδεση τῆς δογματικῆς θεολογίας μέ τή βιβλική μαρτυρία καί τήν πατερική παράδοση, μέ τό ἦθος καί τή λατρεία, μέ τή θεωρία καί τήν πράξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
-Στήν ἀναγκαιότητα μιᾶς σύγχρονης ἐκφορᾶς τῆς θεολογικῆς μαρτυρίας σέ διάλογο μέ τά θεμελιώδη προβλήματα, τίς ἀπορίες καί τίς ἀναζητήσεις τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου».

Ὅλα αὐτά τά σημαντικά ἐρευνητικά ἐνδιαφέροντα τοῦ καθηγητοῦ ἀντικατοπτρίζονται στό βιβλίο τῆς «Δογματικῆς» του.

2. Ἡ σχολαστικοποίηση τῆς Δογματικῆς

.             Πρίν ἀναφερθῶ στήν «Δογματική» τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου, θά κάνω μιά μικρή ἀνασκόπηση σέ «Δογματικές» πού ἔχουν ἐπηρεασθῆ ἀπό τόν σχολαστικισμό, γιά νά φανῆ ἡ ἀξία τῆς παρούσης «Δογματικῆς».
Τήν δεύτερη χιλιετία τοῦ Χριστιανισμοῦ κατά τήν ὁποία γίνονταν πολλές ἀνακατατάξεις στόν δυτικό Χριστιανισμό, ἐπηρεάσθηκε καί ἡ «Δογματική» τῆς Ἐκκλησίας. Στήν ἀρχή τῆς δεύτερης χιλιετίας ἡ διατύπωση καί ἡ ἔκφραση τῶν δογματικῶν θεμάτων ἔγινε μέ σχολαστικό τρόπο μέ τήν ἐμφάνιση τῆς λεγομένης σχολαστικῆς θεολογίας καί στήν ὁποία πρωτεύοντα ρόλο διεδραμάτισε ὁ ὀρθολογισμός-λογικοκρατία.
.            Στήν συνέχεια ὑπῆρξε ἀντίδραση ἐναντίον τοῦ σχολαστικισμοῦ ἀπό τήν πλευρά τοῦ Προτεσταντισμοῦ. Ὅμως, ὁ σχολαστικός τρόπος ἐκφράσεως τῶν δογμάτων ἐπηρέασε καί τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς. Ἔτσι, σχεδόν ὅλες οἱ «Δογματικές» πού ἐγράφησαν μέχρι τόν 20ό αἰώνα ἔχουν ἐπηρεασθῆ ἀπό τόν σχολαστικό τρόπο καταγραφῆς τῶν δογματικῶν θεμάτων. Αὐτό φαίνεται στήν διάρθρωση τῶν θεμάτων τῶν κατά καιρούς «Δογματικῶν».
.              Συνήθως, ἐκεῖνο πού ἐπικράτησε στίς σύγχρονες «Δογματικές» ὡς ἐπηρεασμός ἀπό τίς παλαιότερες σχολαστικές «Δογματικές» εἶναι ἡ διάρθρωσή τους σέ ἰδιαίτερα κεφάλαια, ὅπως Τριαδολογία, Χριστολογία, Ἀνθρωπολογία, Ἐκκλησιολογία καί Ἐσχατολογία.
.              Γιά παράδειγμα, στήν εἰσαγωγή τῆς «Δογματικῆς» τοῦ Χρήστου Ἀνδρούτσου, ἡ ὁποία ἐπηρέασε ἐν πολλοῖς καί ἄλλες «Δογματικές», γίνεται λόγος γιά τόν ὁρισμό τῆς «Δογματικῆς», τό δόγμα καί τήν ἀποκάλυψη, τό δόγμα καί τόν ὀρθό λόγο, τίς πηγές καί τόν γνώμονα τῆς Δογματικῆς, τήν σχέση τῆς Δογματικῆς πρός τά ἄλλα θεολογικά θέματα, τήν μέθοδο τῆς Δογματικῆς, τήν διαίρεση τῆς δογματικῆς καί τήν ἱστορία τῆς Δογματικῆς. Ἀμέσως μετά τό βιβλίο διαιρεῖται σέ δύο μέρη.
.             Τό πρῶτο μέρος τιτλοφορεῖται «προϋποθέσεις τῆς ἐν Χριστῷ ἀπολυτρώσεως» καί ὑποδιαιρεῖται σέ κεφάλαια, ὅπως ἡ θεολογία (γιά τόν Θεό), ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου, ἡ θεία Πρόνοια, ὁ κόσμος.
.             Τό δεύτερο μέρος τιτλοφορεῖται «ἡ ἐν Χριστῷ ἀπολύτρωσις» καί ὑποδιαιρεῖται σέ τρία τμήματα καί κάθε τμῆμα σέ ἐπιμέρους κεφάλαια. Τό πρῶτο τμῆμα φέρει τόν τίτλο «Χριστολογία» καί ὑποδιαιρεῖται στά κεφάλαια γιά «τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ», «τό κοσμοσωτήριον ἔργον τοῦ Κυρίου», τό «Βασιλικόν ἀξίωμα τοῦ Κυρίου». Τό δεύτερο τμῆμα ὑποδιαιρεῖται στά κεφάλαια «ἡ θεία Χάρις», «ἡ Ἐκκλησία», «τά μυστήρια». Καί τό τρίτο τμῆμα φέρει τίτλο «ἡ τελείωσις τῆς ἀπολυτρώσεως (Ἐσχατολογία)» καί ὑποδιαιρεῖται στά κεφάλαια «ἡ μερική κρίσις» καί «ἡ τελείωσις τῶν πάντων».
.             Ὁ ἴδιος ὁ Χρῆστος Ἀνδρούτσος στήν εἰσαγωγή του γράφει ὅτι ἡ ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς διαιρεῖται σέ περιόδους, ἤτοι τήν πρώτη περίοδο τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μέχρι τό 8ο αἰώνα, καί τήν δεύτερη περίοδο ἀπό τόν ἱερό Δαμασκηνό μέχρι σήμερα.
.              Ἀναφερόμενος σέ αὐτήν τήν δεύτερη περίοδο γράφει ὅτι ἡ «Δογματική» ἀπέβαλε τήν παραγωγική δύναμή της καί περιορίζεται στήν ἐπεξεργασία τῶν παραδεδομένων δογμάτων «ἄνευ αὐτοτελείας καί ζωῆς». Μέ τόν τρόπο αὐτόν παραγνωρίζει καί ὑποτιμᾶ τήν διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Φωτίου, τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καί ὅλων τῶν Φιλοκαλικῶν-νηπτικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Μάλιστα, γράφει ὅτι τά δογματικά ἐγχειρίδια τά ὁποῖα ἐμφανίσθηκαν ἀπό τόν 18ο αἰώνα καί στήν συνέχεια «εἶνε μᾶλλον συνόψεις τῶν δογμάτων κατά τήν Σχολαστικήν μέθοδον, ἥτις ἀπό τοῦ 13ου αἰῶνος σπουδαίαν ῥοπήν ἤρξατο ἀσκοῦσα ἐπί τήν ἡμετέραν Θεολογίαν».
.             Αὐτή ἡ ἐπίδραση ἀπό τήν σχολαστική θεολογία καί τόν μετέπειτα γερμανικό ἰδεαλισμό ἤδη φαίνεται καί στήν «Δογματική» τοῦ Χρήστου Ἀνδρούτσου, ἀφ’ ἑνός μέν στήν διάρθρωσή της, ἀφ’ ἑτέρου στό περιεχόμενό της. Ἀλλά αὐτό δέν εἶναι τό ἀντικείμενο τοῦ παρόντος κειμένου.

3. Ἡ «Ἔκθεσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως»

.             Ἐπειδή ὁ Χρῆστος Ἀνδρούτσος ἀναφέρθηκε στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης δέν μπορεῖ νά θεωρηθῆ ὡς σχολαστικός θεολόγος. Ἄλλωστε, ἡ κυρίως σχολαστική θεολογία ἐμφανίσθηκε στήν Δύση μεταξύ τοῦ 11ου – 13ου αἰῶνος. Ἔπειτα, τό βιβλίο του μέ τίτλο «Ἔκθεσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως» συνοψίζει ὅλη τήν πατερική διδασκαλία τῶν ὀκτώ πρώτων αἰώνων, ἀλλά δέ ὁμοιάζει καθόλου μέ τήν μέθοδο καί τόν τρόπο τῶν σχολαστικῶν θεολόγων. Ἔτσι, τό δογματικό ἔργο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ δέν ὑπενθυμίζει καθόλου τήν σχολαστική θεολογία, ὅπως δυστυχῶς ἰσχυρίζονταν οἱ παλαιότεροι ἀκαδημαϊκοί θεολόγοι.
.             Ἡ διάρθρωση τοῦ βιβλίου τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ «Ἔκθεσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως» διακρίνεται σέ τέσσερα μέρη. Στό πρῶτο μέρος γίνεται λόγος γιά τόν Θεό, τό ἀκατάληπτο τοῦ Θεοῦ, τά ρητά καί ἄρρητα, τά γνωστά καί ἄγνωστα τοῦ Θεοῦ καί γενικά γιά τήν Ἁγία Τριάδα, τόν τρόπο ἑνώσεως καί διακρίσεως κλπ. Στό δεύτερο μέρος γίνεται λόγος γιά τήν δημιουργία τοῦ κόσμου, ἤτοι τήν δημιουργία τῶν ἀγγέλων τῆς κτίσεως καί τοῦ ἀνθρώπου. Στό τρίτο μέρος γίνεται λόγος γιά τό μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας, δηλαδή τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Καί στό τέταρτο μέρος γίνεται λόγος γιά τά μετά τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὅπου γίνεται λόγος γιά τήν Ἐκκλησία, τά μυστήρια, τούς ἁγίους καί τά λείψανα τους, τήν Θεοτόκο, τίς εἰκόνες, τήν Ἁγία Γραφή, τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, τήν παρθενία, τόν ἀντίχριστο καί τά τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως.
.             Φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός δέν χωρίζει τήν «Δογματική» του σέ Τριαδολογία, Ἀνθρωπολογία, Χριστολογία, Ἐκκλησιολογία καί Ἐσχατολογία, γιατί γνωρίζει καλά ὅτι ὅλα αὐτά ἔχουν μιά ἑνότητα μεταξύ τους. Τό κυριότερο εἶναι ὅτι δέν χωρίζει τήν Τριαδολογία ἀπό τήν Χριστολογία καί τήν Ἐκκλησιολογία.
.             Πράγματι, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη Τριαδολογία χωρίς τήν Χριστολογία, οὔτε μπορεῖ νά ὑπάρξη Χριστολογία χωρίς τήν Τριαδολογία καί τήν Ἐκκλησιολογία, οὔτε μποροῦμε νά κάνουμε λόγο γιά Ἐκκλησιολογία χωρίς τήν Χριστολογία, οὔτε μπορεῖ νά γίνεται λόγος γιά ἐσχατολογία χωρίς τήν Τριαδολογία, τήν ἀνθρωπολογία, τήν Χριστολογία καί τήν Ἐκκλησιολογία.
.             Στήν πραγματικότητα οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἑρμηνεύουν τήν Χριστολογία μέσα ἀπό τήν Τριαδολογία, καί μέσα ἀπό τήν προοπτική τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅπως φαίνεται στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καθώς ἐπίσης βλέπουν τήν Ἐκκλησιολογία, τήν ἀνθρωπολογία καί τήν ἐσχατολογία μέσα ἀπό τήν Χριστολογία, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

4.  Ἡ Ὀρθόδοξη Δογματική

.             Ὅλα αὐτά ἦταν ἀπαραίτητα νά λεχθοῦν γιά νά δοῦμε τήν ἀξία τῆς «Δογματικῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου.
.             Στόν πρόλογο ἐπισημαίνεται ὅτι «ἡ ἐπίτομη αὐτή Δογματική ἐπιχειρεῖ νά ἐκθέσει μέ ἀκρίβεια καί νά ἑρμηνεύσει, κατά τό δυνατόν πληρέστερα, τό περιεχόμενο τῆς πίστεως καί τῆς καταγεγραμμένης ἐμπειρίας τοῦ “εὐσεβοῦς φρονήματος” καί τῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας». Στήν προσπάθεια αὐτή «συνεισφέρουν οὐσιαστικά καί δημιουργικά ἡ λειτουργική συνύπαρξη, ἡ ἄρρηκτη σύνδεση καί συσχέτιση τῆς Δογματικῆς μέ τή βιβλική μαρτυρία καί τήν πατερική παράδοση, μέ τό ἦθος καί τή λατρεία, μέ τήν θεωρία καί τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας». Ἐπίσης, ἐπισημαίνεται ὅτι «ἡ θεολογική καί ἱστορική τεκμηρίωση τῶν ὀρθῶν δογμάτων τῆς πίστεως ἀκολουθεῖ “τάς τῶν ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα” (Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας)».
.             Εἰσαγωγικά πρίν ἀρχίση ἡ ἐπεξεργασία τῶν ἐπί μέρους κεφαλαίων ἀναπτύσσεται τό θέμα «θεολογικά πρότερα στό δόγμα καί τήν Δογματική». Σέ αὐτό τό κεφάλαιο κατ’ ἀρχάς γίνεται λόγος «περί δογμάτων καί πραγμάτων», ἤτοι γιά τό ὀρθόδοξο δόγμα στήν Ἐκκλησία, τίς πηγές καί τά θεμέλια τοῦ δόγματος, τήν σύγχρονη μαρτυρία τῆς πίστεως, καί στήν συνέχεια γίνεται λόγος γιά τήν διάκριση μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου, γιά τήν Θεολογία καί τήν Οἰκονομία, τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας καί τήν σύγχρονη θεολογική ἔρευνα, καί τήν μέθοδο καί τό περιεχόμενο τῆς Δογματικῆς. Ἑπομένως, στό εἰσαγωγικό αὐτό κείμενο ἐκτίθενται «τά ἑρμηνευτικά κλειδιά» τῆς ὀρθοδόξου δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης.
.             Στήν συνέχεια ἀκολουθοῦν τά βασικά ἕξι κεφάλαια ἤτοι: «Οἱ θεοφάνειες ὡς πηγή θεογνωσίας», «Περί τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ», «Τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ», «Ἄνθρωπος, ὁ ἐν μικρῷ μέγας», «Περί τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς», «…καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Στό τέλος παρατίθενται ἡ βιβλιογραφία (πηγές καί βοηθήματα) καί οἱ πίνακες.
.             Μέ τήν ἀπαρίθμηση καί μόνον τῶν κεφαλαίων γίνεται κατανοητό ὅτι ὁ καθηγητής Βασίλειος Τσίγκος στηρίζεται πάνω σέ ὀρθόδοξες θεολογικές βάσεις, ἀπηλλαγμένες ἀπό τήν σχολαστική θεώρηση τῶν δογμάτων καί τῶν πραγμάτων, ἀποφεύγει τήν διαίρεση τῆς «Δογματικῆς» σέ Τριαδολογία, Χριστολογία, Κοσμολογία-ἀνθρωπολογία, Ἐκκλησιολογία καί Ἐσχατολογία. Κάνει δέ λόγο γιά τίς Θεοφάνειες πού εἶχαν οἱ θεόπτες ἅγιοι καί ὅτι ἡ Θεοφάνεια εἶναι ἡ πηγή τῆς Θεογνωσίας, γιά τόν Θεό, γιά τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, γιά τόν ἄνθρωπο, ἤτοι τήν δημιουργία του, τήν πτώση του, τήν ἀνακαίνισή του καί τήν κοινωνία τῆς θεώσεως, γιά τήν Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία χαρισμάτων καί μυστηρίων καί τήν ἐν Χριστῷ ζωή, γιά τήν ζωή τοῦ μέλλοντος αἰῶνος πού ἀρχίζει μέ τόν ἀνακαινισμό τῆς κτίσεως, τήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας πρός τά ἔσχατα διά τῆς ἱστορίας, τόν ἀρραβώνα τοῦ πνεύματος ἀπό τήν ζωή αὐτή, τήν κοινωνία τῶν ἐσχάτων καί τήν ἐσχατολογική τελείωση, καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.
.             Ἔτσι, ὑπάρχει μιά ὀργανική σύνδεση μεταξύ τῶν κεφαλαίων τοῦ βιβλίου μέ τέτοιο τρόπο πού νά μή φαίνωνται ὅτι εἶναι ξεχωριστά, παρά τήν ἀνάγκη τῆς διακρίσεώς τους γιά τήν μελέτη τῶν ἐπί μέρους θέματων. Καί αὐτό εἶναι σημαντικό, γιατί ἡ θεολογία εἶναι ἑνιαία.
Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἔλεγε:
«Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἔχει κυκλικό χαρακτήρα. Εἶναι σάν ἕνας κύκλος. Ὅπου καί ἄν ἀκουμπήσης πάνω στόν κύκλο, ξέρεις ὅλο τόν κύκλο, γιατί ὅλος ὁ κύκλος ὁ ἴδιος εἶναι. Ὅλα ἀνάγονται στήν Πεντηκοστή. Τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἡ ἱερωσύνη, ὁ γάμος, τό βάπτισμα, ἡ ἐξομολόγηση κλπ., οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων κλπ. Ἐκεῖνο εἶναι τό κλειδί τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ἡ Πεντηκοστή. Γι’ αὐτό, καί ἐκεῖνος πού φθάνει στήν θέωση μετά τήν Πεντηκοστή, ὁδηγεῖται “εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν”.
.             Καί ποιά εἶναι αὐτή ἡ “πᾶσα ἀλήθεια”; Εἶναι κάτι, πού ὑπερβαίνει τήν λογική τοῦ ἀνθρώπου. Συμπεριλαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ καί κατοικεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο πού ἔχει φθάσει στόν φωτισμό καί στήν θέωση. Ὅλο τό μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως, τῆς Ἁγίας Τριάδος, περί θείας Χάριτος, περί θεραπείας τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος, περί τοῦ παρελθόντος τῆς σωτηρίας στήν Παλαιά Διαθήκη, περί τοῦ μέλλοντος καί τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ὅλα εἶναι μέσα στό μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς» (Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Ἐμπειρική Δογματική Τόμος Β´, σελ. 269).
.             Εἶναι χαρακτηριστικός ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ τόν λόγο τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ πού δείχνει αὐτήν τήν ἑνότητα: «Ἡ δέ χάρις, αὐτήν τελεσιουργεῖ τήν ἀπόρρητον ἕνωσιν· δι’ αὐτῆς γάρ ὅλος μέν ὅλοις τοῖς ἀξίοις ὁ Θεός περιχωρεῖ· ὅλῳ δέ ὅλοι περιχωροῦσιν ὁλικῶς οἱ ἅγιοι τῷ Θεῷ· ὅλον ἀντιλαμβάνοντες ἑαυτῶν τόν Θεόν· καί τῆς πρός αὐτόν ἀναβάσεως, οἷον ἔπαθλον αὐτόν μόνον κτησάμενοι τόν Θεόν· ψυχῆς πρός σῶμα περιφῦντα τρόπον, ὡς οἰκείοις μέλεσι, καί ἐν αὐτῷ εἶναι καταξιώσαντα».
Ἐδῶ παρατηρεῖ κανείς ὅτι γίνεται λόγος γιά τό «ὅλον» καί τό «ὁλικῶς». Αὐτό δείχνει τήν ἑνότητα τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Αὐτό τό «ὅλον» τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας τό ἔχει καταλάβει πολύ καλά ὁ καθηγητής Βασίλειος Τσίγκος, ὅπως φαίνεται σέ πολλά σημεῖα τῆς «Δογματικῆς» του. Θά ἀναφέρω ἕνα χαρακτηριστικό σημεῖο.
.             Σέ κάποιο κεφάλαιό του ἀναφέρεται στήν «χριστοκεντρική Ἐκκλησιολογία» καί ὑπογραμμίζει ὅτι «δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ὀρθόδοξη διδασκαλία περί Ἐκκλησίας χωρίς τήν Χριστολογία, ἀλλά καί αὐτή κατανοεῖται εὐχερέστερα διά τῆς Ἐκκλησιολογίας». Ἐπίσης, τονίζει ὅτι «τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας συνδέεται ἀρρήκτως καί ἀχωρίστως μέ τό μυστήριο τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ, ἔχοντας ὡς στέρεο ὑπόβαθρο τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ». Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Χριστολογία θεμελιώνεται στήν Τριαδολογία καί συνεπῶς στήν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού δέν χωρίζεται ἀπό τήν Τριαδολογία.
.             Σέ ὑποσημείωση γράφει: «Τά ἐγχειρίδια τῆς Δογματικῆς τοῦ περασμένου αἰώνα τῶν Ἑλλήνων θεολόγων (Ζ. Ρώση, Χ. Ἀνδρούτσου, Π. Τρεμπέλα, Ἰ. Καρμίρη, Ν. Μητροπούλου, Ν. Ξεξάκη), σχολαστικῶν ἐν πολλοῖς ἐπιδράσεων, αὐτονομοῦν τήν Ἐκκλησιολογία καί τήν παρουσιάζουν ὡς ἕνα ἰδιαίτερο, ἀπομονωμένο, ἀνεξάρτητο καί αὐτοτελές τμῆμα (κεφάλαιο) τῆς Δογματικῆς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἡ ὀγκωδέστατη μελέτη τοῦ Ἰωάννου Καρμίρη, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία. Δογματικῆς τμῆμα Ε΄ (831 σελίδων). Πρῶτος ὁ π. Γ. Φλωρόφσκυ, στή συνέχεια ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ Ν. Ματσούκας καί ἄλλοι θεολόγοι ἀνέτρεψαν πλήρως τό σχολαστικό καί ἄκρως συστηματικό αὐτόν τρόπο ἐκθέσεως καί ἑρμηνείας τῆς πίστεως καί ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».
.             Καταλήγει δέ στό συμπέρασμα «ὅτι εἶναι ἀδιανόητο νά ὁμιλοῦμε γιά τήν Ἐκκλησία χωρίς τήν πλήρη καί αὐθεντική Χριστολογία, ἡ ὁποία εἶναι ἀδιαιρέτως συνδεδεμένη μέ τήν Τριαδολογία καί ἰδιαιτέρως μέ τήν Πνευματολογία. Καί τοῦτο διότι ἡ Ἐκκλησία, ὡς τό σῶμα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Χριστοῦ, οἰκοδομεῖται μέ τήν κοινή ἐνέργεια ὁλόκληρης τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἡ ζωή της ἀντανακλᾶ τήν τριαδική κοινωνία. Αὐτό ὑπονοεῖ ὅτι δέν μπορεῖ νά διαμορφωθεῖ θεολογία περί τῆς Ἁγίας Τριάδος χωρίς στερεά χριστολογική καί ἐν ταυτῷ πνευματολογική βάση».
.                Πρόκειται, λοιπόν, γιά μιά Δογματική πού διαφέρει σαφῶς ἀπό παλαιότερες «Δογματικές» καί στηρίζεται πάνω σέ αὐθεντικές πατερικές βάσεις.

5. Θησαυρός βιβλικῶν, πατερικῶν, συνοδικῶν καί λατρευτικῶν ἐκφράσεων

.             Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Ἀντώνιος Παπαδόπουλος κάποτε μοῦ εἶπε ὅτι ὁ καθηγητής Βασίλειος Τσίγκος εἶναι «μιά ἐργατική μέλισσα»», ἐννοώντας ὄχι μόνον ὅτι ἐργάζεται καί διαβάζει τά κείμενα τῶν Ἀποστόλων, τῶν Πατέρων καί τῶν ἁγίων, καί γενικά τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀλλά ὅτι συγκεντρώνει ὅ,τι καλύτερο ἀνευρίσκει σέ αὐτά καί ἔτσι καταρτίζει ἕνα γλυκύτατο θεολογικό μέλι.
.             Αὐτό παρατηρεῖ κανείς ὅταν διαβάζη τά κείμενα τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου καί ἰδιαιτέρως τήν «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», στήν ὁποία ἀναφέρομαι ἐδῶ. Αὐτό τό παρατήρησα καί σέ ἕνα παλαιότερο κείμενό μου γιά ἕνα ἄλλο βιβλίο μέ τίτλο «Δογματικά καί θεολογικά μελετήματα».
.               Ὁ καθηγητής ἔχει διαβάσει ἐπισταμένως τήν Ἁγία Γραφή, τά κείμενα τῶν Πατέρων, τίς Ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τά τροπάρια τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας, τίς εὐχές τῆς Ἐκκλησίας, ἀκόμη καί τίς εὐχές τῆς Ἀκολουθίας τῆς θείας Μεταλήψεως, τά Φιλοκαλικά κείμενα, τά Συναξάρια τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό ὅλα αὐτά ἔχει κρατήσει ὄχι μόνον τήν οὐσία τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας, ἀλλά συνέλεξε ὡς μιά καλή «θεολογική μέλισσα», καί τίς καλύτερες φράσεις, μέ τίς ὁποῖες διανθίζει τήν ἀνάπτυξη τῶν δογματικῶν θεμάτων. Καί αὐτό πράγματι συνιστᾶ τό πρωτότυπο τῆς «Δογματικῆς» του.
.             Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Ἐπίσκοπος Λουγδούνου θά πῆ χαρακτηριστικά: «Δόξα γάρ Θεοῦ ζῶν ἄνθρωπος, ζωή δέ ἀνθρώπου ὅρασις Θεοῦ». Στήν φράση αὐτή φαίνεται ὅτι συνδέεται στενώτατα ὁ ζῶν κατά Χριστόν ἄνθρωπος μέ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ὁ ζῶν ἄνθρωπος μετέχει τοῦ Φωτός τοῦ Θεοῦ, καί ὅτι ἀληθινός ἄνθρωπος δέν εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει ἁπλῶς ψυχή καί σῶμα, ἀλλά ἐκεῖνος πού βλέπει τόν Θεό μέσα στό Φῶς Του. Αὐτό συνιστᾶ τόν «ζωντανό ὀργανισμό» καί ἔχει μεγάλη σημασία, γιατί αὐτό εἶναι ἡ βάση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
.             Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ γράφει: «Οἱ “Πατέρες” ἦσαν ἐν πρώτοις διδάσκαλοι (doctores). Ἦσαν δέ διδάσκαλοι ἐν ᾧ μέτρῳ ἦσαν μάρτυρες (testes). Πρέπει νά γίνεται διάκρισις μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν λειτουργημάτων, πού ἐν τούτοις εἶναι τόσον στενῶς συνυφασμένα». Γι’ αὐτό καί «οἱ Πατέρες ἦταν πραγματικοί ἐμπνευσταί τῶν Συνόδων, παρόντες καί in absentia, καί συχνά μετά τήν κοιμησίν των. Διά τόν λόγον αὐτόν κατ’ αὐτήν τήν ἔννοιαν αἱ Σύνοδοι ἐσυνήθιζον νά τονίζουν ὅτι ἠκολούθουν τούς ἁγίους Πατέρας, “ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσιν”, κατά τήν διατύπωσιν τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος». Οἱ Πατέρες ἦσαν ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας, σχολιασταί τῆς πίστεώς της, τηρηταί τῆς Παραδόσεώς της, μάρτυρες τῆς ἀληθείας καί τῆς πίστεως». Τελικά, «ἡ διδακτική αὐθεντία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων βασίζεται εἰς τό ἀλάνθαστον τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ὑπέρτατη “αὐθεντία” εὑρίσκεται εἰς τήν Ἐκκλησίαν, πού εἶναι εἰς τόν αἰῶνα τό θεμέλιον της Ἀληθείας» (Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοσις).
.             Σέ ἄλλο σημεῖο ὁ ἴδιος παρατηρεῖ: «Ἦταν σύνηθες νά χαρακτηρίζεται ἡ θεολογία τοῦ Εἰρηναίου ὡς “θεολογία γεγονότων”. Ἐξ ἴσου δικαιολογημένος θά ἦταν ἐπίσης ὁ χαρακτηρισμός τῆς θεολογίας τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὡς “θεολογίας γεγονότων”. Εἰς τήν ἰδικήν μας ἐποχήν ὁλονέν κλίνομεν πρός τήν πεποίθησιν ὅτι “ἡ θεολογία γεγονότων” εἶναι ἡ μόνη ὑγιής ὀρθόδοξος θεολογία. Εἶναι βιβλική. Εἶναι πατερική. Εὑρίσκεται εἰς πλήρη συμμόρφωσιν εἰς τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας».
.             Μπορεῖ κανείς νά χαρακτηρίση τήν «Δογματική» τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου ὡς «θεολογία γεγονότων».
.             Συγχρόνως, ὅμως, ὁ καθηγητής Βασίλειος Τσίγκος παραθέτοντας τήν «δογματική συνείδηση» τῆς Ἐκκλησίας, γνωρίζει καί τήν ὅλη συζήτηση πού ἔγινε καί γίνεται ἀπό τούς συγχρόνους θεολόγους πάνω σέ δογματικά θέματα, καί γι’ αὐτό καταθέτει μέ ψυχραιμία καί νηφαλιότητα ὡς ἀπάντηση τήν ζωή καί τήν μαρτυρία τῶν ἁγίων καί γενικά τήν ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Φαίνεται καθαρά, ὅταν δαβάζη κανείς προσεκτικά τό βιβλίο αὐτό, ὅτι ὁ συγγραφεύς του παρεμβαίνει δημιουργικά στήν συζήτηση πού γίνεται στίς ἡμέρες μας πάνω σέ θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά ζητήματα, ἔχοντας ὅμως ὡς ἐφόδιο τήν πνευματική ἐμπειρία ὅλων τῶν θεουμένων ἁγίων καί τις ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
.             Ἔτσι, ἡ «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησία» πού μελετᾶμε ἀνταποκρίνεται στήν ἑνότητα πού πρέπει νά ὑπάρχη μεταξύ τοῦ lex credendi καί τοῦ lex orandi, ἀφοῦ δόγμα καί προσευχή, πίστη καί λατρεία συνδέονται ἄρρηκτα μεταξύ τους καί δέν μπορεῖ τό ἕνα νά νοηθῆ χωρίς τό ἄλλο.
.             Χάρηκα διαβάζοντας αὐτήν τήν «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ὄχι μόνον γιατί γενικά ἐκφράζει τό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, «τήν θεολογία τῶν γεγονότων», ἀλλά καί γιατί συνάντησα καταπληκτικές φράσεις ἀπό τά κείμενα τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, ὅπως καί τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀφοῦ ἔχει περισυλλεγῆ ὅ,τι καλύτερο ἔχει διατυπωθῆ ἀπό ἐκείνους πού ἔζησαν ἐν Χριστῷ.
.             Ἐπίσης, ἐκεῖνο πού μοῦ ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση εἶναι ὅτι, χρησιμοποιώντας ὁ καθηγητής διάφορες μικρές καί σημαντικές φράσεις, οἱ ὁποῖες ἀποδίδουν αὐτό πού λέγεται στά τροπάρια τῆς ἀκολουθίας τῶν ἁγίων Πατέρων –«βραχύ ρήματι καί πολλῇ συνέσει» καί χαρακτηρίζονται μέ «τό κάλλος τοῦ φθέγματος»–, παραπέμπει μέ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο στά κείμενα ἀπό τά ὁποῖα ἀποσπῶνται. Δηλαδή, ἡ παραπομπή ἀναφέρεται στόν ἅγιο στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ συγκεκριμένη φράση, καί στό κείμενο ἀπό τό ὁποῖο ἀποσπάσθηκε, χωρίς νά δίνονται περαιτέρω λεπτομερειακές πληροφορίες.
.               Γιά παράδειγμα, ἡ παραπομπή μιᾶς φράσεως γίνεται ὡς ἑξῆς: Μεγάλου Ἀθανασίου, Κατά Ἀρειανῶν 4∙ Γρηγορίου Θεολόγου, Θεολογικός Γ’ περί Υἱοῦ∙ Μεγάλου Βασιλείου, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τοῦ κακοῦ ὁ Θεός, Εἰς τόν προφήτην Ἡσαΐαν∙ Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εὐχή Μεταλήψεως∙ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία∙ Συμεών Νέου Θεολόγου, Κατήχησις 5∙ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως 3∙ Τροπάριον κανόνος Μεγάλης Πέμπτης∙ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Περί θείων ἐνεργειῶν, κατά Γρηγορᾶ κλπ.
.             Νομίζω ὅτι αὐτό τό κάνει ὥστε νά ἱκανοποιοῦνται καί οἱ ἐπιστημονικοί λόγοι πού δείχνουν τήν προέλευση τῶν κειμένων, ἀλλά καί νά παρακινηθοῦν οἱ ἀναγνῶστες καί οἱ ἐνδιαφερόμενοι νά ἀνατρέχουν στά ἴδια τά κείμενα γιά νά διαβάσουν ὅλο τό περιεχόμενό τους καί ὄχι νά τά ἀντιγράφουν ἐπιπολαίως.
.             Τό ὅλο ἔργο ἀφιερώνεται ἀπό τόν συγγραφέα «στούς ἐραστές τῶν ὀρθῶν τῆς πίστεως δογμάτων» καί «στούς ἐξηγητές τοῦ ἐναπόθετου πλούτου, τοῦ κεκρυμμένου κάλλους τῶν δογμάτων». Προσφέρεται σέ αὐτούς πού ἀγαποῦν τά ὀρθά τῆς πίστεως δόγματα, καί σέ αὐτούς πού ἐξηγοῦν τόν ἐσωτερικό πλοῦτο καί τό κεκρυμμένο κάλλος τῶν δογμάτων. Αὐτοί εἶναι οἱ θεούμενοι, ὅσοι δηλαδή μετέχουν τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.
.             Θέλω νά συγχαρῶ τόν καθηγητή Βασίλειο Τσίγκο γι᾽ αὐτήν τήν ἐνδιαφέρουσα «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» πού μᾶς προσφέρεται γιά ἀνάγνωση, ἀλλά καί γιά τήν καθόλου προσφορά του στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Μακάρι νά τήν διαβάσουν ὅσοι ἐνδιαφέρονται γιά δογματικά θέματα, ἀφοῦ μάλιστα ζοῦμε σέ μιά ἐποχή, πού γιά ὅλα τά θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά θέματα πρέπει νά ὑπάρχη σταθερή καί νηφάλια γνώση, ἡ ὁποία μᾶς προφυλάσσει ἀπό τίς ὑπερβολές πού προέρχονται ἐκ δεξιῶν καί ἐξ εὐωνύμων.
.              Ἐπειδή στήν ἐποχή μας δεχόμαστε ποικίλες ἐπιδράσεις ἀπό διάφορα ὄθνεια θεολογικά ρεύματα, γι’ αὐτό χρειαζόμαστε μιά αὐθεντική πυξίδα πλεύσεως. Αὐτήν τήν ἀνάγκη ἱκανοποιεῖ καί ἡ «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου (ἐκδόσεις Ostracon Publishing, Θεσσαλονίκη).

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

, ,

Σχολιάστε

ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ π. ΙΩ. ΡΩΜΑΝΙΔΟΥ (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου)

μπειρικ Δογματική, Τόμος Α’
Εἰσαγωγὴ

Ὁ μακαριστὸς π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, καθηγητὴς τῆς δογματικῆς στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, δὲν ἦταν ἕνας συνηθισμένος θεολόγος. Δὲν τὸν εἶχα Καθηγητή, ἀφοῦ ἀνέλαβε τὴν ἕδρα τῆς δογματικῆς στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Θεσσαλονίκης μετὰ τὴν ἀποφοίτησή μου ἀπὸ αὐτή, ἀλλὰ τὸν γνώρισα κατ’ ἀρχὴν ἀπὸ τὰ κείμενά του, ὕστερα τὸν γνώρισα προσωπικὰ στὴν Ἀθήνα, μετὰ τὴν συνταξιοδότησή του, καὶ εἴχαμε στενὴ ἐπικοινωνία, σχεδὸν σὲ καθημερινὴ βάση, τότε ποὺ ζοῦσε στὴν Ἀθήνα, σὲ μιὰ «θεολογικὴ μοναξιά». Ἀργότερα, ὅταν ἔγινα Μητροπολίτης, μοῦ ζήτησε νὰ τὸν ἐγγράψω στοὺς ἱερατικοὺς καταλόγους τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μου, λαμβάνοντας ἀπολυτήριο ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀμερικῆς ὅπου καὶ ἀνῆκε ὡς Κληρικός.
Ὁ κ. Ἀθανάσιος Σακαρέλλος, ποὺ εἶχε πολυχρόνια ἐπικοινωνία μαζί του καὶ ὡς Δικηγόρος του, καὶ στὸ γραφεῖο τοῦ ὁποίου ὁ π. Ἰωάννης παρέδιδε μαθήματα θεολογίας σὲ κλειστὸ κύκλο ἀνθρώπων, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶχα τὴν τιμὴ πολλὲς φορὲς νὰ συγκαταλέγομαι καὶ ἐγώ, μοῦ εἶπε κάποτε ὅτι ὁ π. Ἰωάννης γεννήθηκε σὲ λάθος ἐποχή. Ἔπρεπε νὰ ζῆ τὸν 4ο αἰώνα, στὸν ὁποῖον ἔζησαν οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Πράγματι, διαβάζοντας κανες κούγοντας τν π. ωάννη Ρωμανίδη, διαπίστωνε τι ξέφραζε τν θεολογία κα τν ζω τν Πατέρων το 4ου αἰῶνος, τοι τν μεγάλων Καππαδοκν Πατέρων τς κκλησίας κα τν σκητν τς ρήμου, πως τ βλέπουμε στ συγγράμματά τους κα στ Γεροντικ τν Εεργετινό. Στν πραγματικότητα π. ωάννης Ρωμανίδης εναι να «κομμάτι» το 4ου αἰῶνος ποὺ ζησε τν 20ό αώνα ἢ θὰ μποροῦσα νὰ πῶ καλύτερα, ταν νας θεολόγος κα μάλιστα καθηγητς Θεολογικς Σχολς το 20ού αἰῶνος ποὺ μως μεταφέρθηκε στ «πνεμα» τν γίων του 4ου αἰῶνος κα τ ξέφραζε.
Βεβαίως ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης δὲν ἐκφράζει μιὰ δική του θεολογία, ἀλλὰ τὴν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Στηρίζεται στὴν ἐμπειρία τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ Πατέρων, ὅπως ἐκφράζεται διὰ τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως καὶ βιώνεται στὴν νοερὰ καρδιακὴ προσευχὴ καὶ τὴν θεωρία-θέα τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιὰ μιὰ θεολογία ποὺ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸν σχολαστικισμὸ καὶ τὸν ἠθικισμὸ ποὺ καλλιεργήθηκαν στὴν Δύση καὶ μεταφέρθηκαν καὶ στὸν δικό μας χῶρο, εἴτε ἀπευθείας ἀπὸ τὴν Δύση εἴτε διὰ μέσου της ρωσικῆς θεολογίας, ἡ ὁποία δέχθηκε ἐπιδράσεις ἀπὸ τὴν Δύση, ἰδίως κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Μεγάλου Πέτρου.
Τὰ κλειδιὰ τῆς ἐμπειρικῆς θεολογίας εἶναι ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ κατ’ εἰκόνα στὸ καθ’ ὁμοίωση, ἀπὸ τὴν κατάσταση τοῦ δούλου στὴν κατάσταση τοῦ μισθωτοῦ καὶ τοῦ υἱοῦ, ἀπὸ τὴν κάθαρση στὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, ἀπὸ τὴν ἰδιοτελῆ στὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη. Εἶναι θεολογία τῆς ἀποκαλύψεως ποὺ συνδέεται μὲ τὴν θέωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ὁποία στὴν συνέχεια διατυπώνεται σὲ ὅρους καὶ σὲ διδασκαλία γιὰ τὴν θεραπεία καὶ τὴν καθοδήγηση τῶν ἄλλων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Τόσο ἁπλῆ εἶναι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία στὴν βάση της.
Ὁ π. Ἰωάννης ὁμιλοῦσε ὡς καθηγητὴς τῆς δογματικῆς, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀσκητής. Διαβάζοντας τὸν λόγο του, ἀντιλαμβανόμουν ὅτι ὁ ἴδιος εἶχε κάποια ἐμπειρία γύρω ἀπὸ τὰ πνευματικὰ θέματα, ἀλλὰ δὲν εἶμαι σὲ θέση νὰ διακριβώσω τὸ μέγεθος καὶ τὸν βαθμὸ τῆς ἐμπειρίας του.
Ἡ διδασκαλία του, ποὺ ἐκφράζει τὴν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι πολὺ ἁπλῆ. Ἀναφέρεται στὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν σωτηρία του, τὴν ὅραση τοῦ ἀκτίστου Φωτός, τὴν ἔκφραση αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας καὶ τὴν μέθοδο γιὰ νὰ φθάση κανεὶς στὴν πνευματικὴ ἐμπειρία. Βλέπει κανεὶς ἕναν κύκλο, ὅπως τὸ συναντᾶμε καὶ στὰ ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων. Ἔλεγε ὁ ἴδιος:
«Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἔχει κυκλικὸ χαρακτήρα. Εἶναι σὰν ἕνας κύκλος. Ὅπου κι ἂν ἀκουμπήσης πάνω στὸν κύκλο, ξέρεις ὅλο τὸν κύκλο, γιατί ὅλος ὁ κύκλος ὁ ἴδιος εἶναι. Ὅλα ἀνάγονται στὴν Πεντηκοστή· τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἡ ἱερωσύνη, ὁ γάμος, τὸ βάπτισμα, ἐξομολόγηση κλπ., οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων κλπ. Ἐκεῖνο εἶναι τὸ κλειδὶ τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ἡ Πεντηκοστή. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνος ποὺ φθάνει στὴν θέωση μετὰ τὴν Πεντηκοστή, ὁδηγεῖται εἰς πάσαν τὴν ἀλήθειαν».
Αὐτὸ μᾶς ὑπενθυμίζει τὸ καταπληκτικὸ κείμενο ποὺ διασώζεται στὸ ἔργο «Περὶ μυστικῆς θεολογίας» τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου. Ἐκεῖ παρουσιάζεται «ὁ θεῖος Βαρθολομαῖος» νὰ λέγη γιὰ τὴν θεολογία: «Κα πολλν τν θεολογίαν εναι κα λαχίστην, κα τ Εαγγέλιον πλατ κα μέγα κα αθις συντετμημένον». Καὶ συμπληρώνει ὁ ἅγιος Διονύσιος: «Ὅτι καὶ πολύλογος ἐστιν ἡ ἀγαθὴ πάντων αἰτία, καὶ βραχυλεκτος ἅμα καὶ ἄλογος, ὡς οὔτε λόγον οὔτε νόησιν ἔχουσαν, διὰ τὸ πάντων αὐτὴν ὑπερουσίως ὑπερκειμένην εἶναι καὶ μόνοις ἀπερικαλύπτως καὶ ἀληθῶς ἐκφαινομένην τοῖς καὶ τὰ ἐναγῆ πάντα καὶ τὰ καθαρὰ διαβαίνουσι…».
Πράγματι, ὁ λόγος τοῦ π. Ἰωάννη Ρωμανίδη μᾶς δείχνει ὅτι ἡ θεολογία εἶναι καὶ πολλὴ καὶ ἐλαχίστη, εἶναι μεγάλη καὶ συντετμημένη, εἶναι πολύλογη, βραχυλογη καὶ ἄλογη. Ἔτσι, πολλὲς φορὲς παρουσιάζει τὰ θεολογικὰ θέματα μὲ πολλὰ λόγια καὶ τὰ ἀναλύει καὶ ἄλλοτε εἶναι συνοπτικὸς καὶ ἀποφθεγματικός. Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ἡ ὀρθόδοξη θεολογία, ὁ λόγος περὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν θείων, ἀλλὰ καὶ ἡ βίωση τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν θείων, εἶναι ἁπλῆ καὶ βαθειά, ἐπαναλαμβάνεται καὶ ὑπονοεῖται, ἐκφράζεται καταφατικὰ καὶ ἀποφατικά, βιώνεται καὶ παραπέμπει στὴν ὅραση ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ τὴν ἀνθρωπίνη ὅραση καὶ ἀκοή, δηλαδὴ ὑπὲρ τὴν ὅραση καὶ ἀκοή.

Γύρω ἀπὸ τὰ θέματα, ποὺ προανέφερα, ὁμιλοῦσε συχνὰ ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης. Στὴν κατοχή μου βρέθηκαν πολλὲς μαγνητοφωνημένες ὁμιλίες του εἴτε ποὺ ἐκφώνησε στὸ Πανεπιστήμιο εἴτε σὲ διάφορες αἴθουσες, κυρίως δὲ ἀπὸ παραδόσεις καὶ συζητήσεις ποὺ ἔγιναν στὸ δικηγορικὸ Γραφεῖο τοῦ κ. Ἀθανασίου Σακαρέλλου. Τὶς ὁμιλίες αὐτὲς ἀπομαγνητοφώνησα καὶ συγκέντρωσα σὲ τέσσερεις τόμους.
Ἀπὸ τὸν πνευματικὸ αὐτὸ θησαυρὸ ἀπέσπασα μερικὰ κομμάτια, προκειμένου νὰ παρουσιασθῆ μιὰ ἐμπειρικὴ δογματική, ποὺ διαφέρει σαφέστατα ἀπὸ ἄλλες δογματικές. Μέσα στὰ κείμενα αὐτὰ ἐκφράζεται πλούσια ὅλο τὸ πνευματικὸ περιεχόμενο τοῦ π. Ἰωάννου. Σὲ μερικὰ σημεῖα, γιὰ νὰ ὁλοκληρωθῆ ἡ διδασκαλία του, χρησιμοποίησα μερικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ βιβλία τοῦ «Πατερικὴ θεολογία» καὶ «Ἐπίτομος Ὀρθόδοξος Πατερικὴ Δογματική».
Ἐπαναλαμβάνω δὲ ὅτι τὰ κείμενα τοῦ π. Ἰωάννου, ποὺ θὰ παρατεθοῦν, εἶναι ἀπομαγνητοφωνημένα καὶ ἔτσι διατηρεῖται πλήρως ὁ προφορικός του λόγος, ὁ ὁποῖος διασώζει τὰ γνωρίσματά του, εἶναι δυνατὸς καὶ μεταδίδει τὴν ζωντάνια καὶ τὴν θέρμη τοῦ χαρακτήρα του. Σὲ μερικὰ σημεῖα ὁ π. Ἰωάννης ἐκφράζεται μὲ ἀπόλυτο τρόπο, χρησιμοποιώντας λέξεις μὲ προκλητικὸ περιεχόμενο ἐναντίον ὁρισμένων θεσμῶν καὶ καταστάσεων. Ἐπειδὴ μεγάλωσε καὶ σπούδασε στὴν Ἀμερική, σὲ μερικὲς περιπτώσεις τὰ ἑλληνικά του δὲν εἶναι ἄψογα. Ὅλα ὅμως αὐτὰ πρέπει νὰ παραβλεφθοῦν καὶ ὁ ἀναγνώστης νὰ ἐπικεντρωθῆ στὸν πλοῦτο τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας ποὺ ἀποκαλύπτουν οἱ λόγοι του.
Στὸν Α´ αὐτὸν τόμο, ποὺ εἶναι τρόπον τινὰ εἰσαγωγικός, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ εἰσαγωγικὰ καὶ τὰ ἀπαραίτητα βιογραφικὰ καὶ αὐτοβιογραφικὰ στοιχεῖα τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, παρουσιάζεται ἡ διδασκαλία του γιὰ τὴν σχέση μεταξὺ δόγματος καὶ ἠθικῆς, γιὰ τὴν ἐμπειρία τῆς ἀποκαλύψεως, γιὰ τοὺς φορεῖς τῆς ἀποκαλύψεως, ποὺ εἶναι οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες καὶ οἱ ἅγιοι καὶ γιὰ τὰ μνημεῖα τῆς ἀποκαλύψεως ποὺ εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή, Παλαιὰ καὶ Καινή, καὶ ἡ Ἱερὰ Παράδοση. Κοινὸ στοιχεῖο ὅλων τῶν κεφαλαίων καὶ τῶν ἐπὶ μέρους ἑνοτήτων εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καὶ θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.
Στὸν Β´ τόμο, ποὺ θὰ ἀκολουθήση, θὰ γίνη ἀναφορὰ στὴν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη γιὰ τὴν ἐμπειρικὴ γνώση τῆς Τριαδολογίας, Χριστολογίας, κοσμολογίας, ἀνθρωπολογίας, Ἐκκλησιολογίας καὶ ἐσχατολογίας. Πρόκειται γιὰ μιὰ «ἄλλη» Δογματική, γιὰ μιὰ Δογματικὴ μέσα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία ποὺ μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀποκτήση ζώντας μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ἁγιαζόμενος ἀπὸ τὴν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς μυστηριακῆς καὶ ἀσκητικῆς ζωῆς.
Παρατηροῦνται διάφορες ἐπαναλήψεις στὴν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου. Καὶ αὐτὸ ἐξηγεῖται ἀπὸ τὸν κυκλικὸ χαρακτήρα τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ὅπως προαναφέρθηκε. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ὁμιλήση γιὰ πτώση τοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ μὴν ἀναφερθῆ στὸν σκοτασμὸ τοῦ νοὸς καὶ στὴν ἀπώλεια τῆς θεοκοινωνίας. Δὲν μπορεῖ ἀκόμη κανεὶς νὰ κάνη λόγο γιὰ ἐπαναφορὰ τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀγνοήση τὰ περὶ καθάρσεως, φωτισμοῦ καὶ θεώσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσχοληθῆ μὲ τὴν θέωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ ἀγνοήση τὴν ἀποκάλυψη τοῦ ἀσάρκου καὶ σεσαρκωμένου Λόγου. Δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸ νὰ ὁμιλήση γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ ἀγνοήση τὸν συνδυασμὸ τῶν ἱερῶν Μυστηρίων μὲ τὴν μέθοδο τῆς καθάρσεως τῆς καρδιᾶς, τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοὸς καὶ τῆς θεώσεως.
Ἄλλωστε καὶ τὰ τέσσερα κεφάλαια ποὺ ἀκολουθοῦν ἔχουν μιὰ ἑνότητα μεταξύ τους, ἀφοῦ σὲ αὐτὰ γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀποκάλυψη, τὴν ἐμπειρία τῆς ἀποκαλύψεως, τοὺς φορεῖς τῆς ἀποκαλύψεως, τὰ μνημεῖα τῆς ἀποκαλύψεως καὶ πῶς ἡ ἀποκάλυψη γίνεται δόγμα καὶ ἠθική.
Ἔτσι, οἱ ἐπαναλήψεις εἶναι φυσικὲς καὶ ἀναγκαῖες ὡς πρὸς τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸ τοῦ θέματος τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Τὸ διατύπωσε αὐτὸ ἄριστα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Τ ατ γράφειν μῖν, μο μν οκ κνηρόν, μν δ σφαλς» (Φιλιπ.γ´,1). Ὅταν μιὰ διδασκαλία λέγεται μιὰ φορά, λησμονεῖται καὶ παραθεωρεῖται, ἐνῶ οἱ ἐπαναλήψεις καταγράφονται στὴν σκέψη καὶ τὴν καρδιά. Διαβάζοντας τὰ κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων βλέπουμε ὅτι τονίζονται οἱ κεντρικὲς ἀποκαλυπτικὲς ἀλήθειες, γύρω ἀπὸ τὶς ὁποῖες διαρθρώνονται οἱ σκέψεις τους. Ἔτσι ὑπάρχει μιὰ ἀρραγὴς ἑνότητα.
Βέβαια, κανεὶς δὲν εἶναι ἀλάθητος, οὔτε καὶ ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἀλλὰ τὸ «πνεῦμα» τῆς θεολογίας ποὺ δίδασκε εἶναι ἡ θεολογία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων, συντονίζεται στὴν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Πρέπει ὁ ἀναγνώστης νὰ δῆ αὐτὸ τὸ «πνεῦμα» τῆς διδασκαλίας του, ποὺ εἶναι ἡ οὐσία τῆς πατερικῆς παραδόσεως. Καὶ θὰ συνιστοῦσα ἢ καὶ θὰ παρακαλοῦσα τὸν ἀναγνώστη νὰ δὴ τὴν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου στὴν ὁλότητά της καὶ νὰ μὴν ἀποσπάση μιὰ φράση, νὰ τὴν ἀπομονώση καὶ νὰ βγάλη συμπεράσματα ποὺ εἶναι ἀντίθετα μὲ ὅσα λέγει σὲ ἄλλα σημεῖα. Γιὰ παράδειγμα, τὰ περὶ δόγματος πρέπει νὰ τὰ συνεξετάση μὲ ὅσα λέγονται γιὰ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ· καὶ τὰ περὶ Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ Πατέρων πρέπει νὰ τὰ μελετήση σὲ συνδυασμὸ μὲ ὅσα λέγονται γιὰ τὰ ἄκτιστα καὶ κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα, γιὰ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Παράδοση. Μόνον ἔτσι θὰ ἀποκτήση ὁλοκληρωμένη εἰκόνα, διαφορετικὰ θὰ ἀδικήση τὴν ἀλήθεια τῶν λεγομένων.

Ἀσχολούμενος γιὰ πολλὰ χρόνια μὲ τὴν «Ἐμπειρικὴ δογματικὴ» –πάνω ἀπὸ εἴκοσι (20) χρόνια– δόξαζα συνεχῶς τὸν Θεό, ἐπειδὴ εἶμαι μέλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ γνώρισα τὸν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη καὶ ἐπειδὴ ἔφθασε σὲ μένα αὐτὸς ὁ θησαυρὸς τῆς πνευματικῆς του κληρονομιᾶς.
Νομίζω ὅτι θὰ βοηθήση πολλοὺς ἀναγνῶστες καὶ θὰ δώση μιὰ νέα προοπτικὴ στὴν κατανόηση καὶ βίωση τῆς δογματικῆς της Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας.
Πολλοὶ βοήθησαν γιὰ νὰ ἐκδοθῆ αὐτὸς ὁ πρῶτος (Α´) τόμος σὲ διάφορες φάσεις τῆς ἐργασίας. Δηλαδὴ ὁ κ. Ἀθανάσιος Σακαρέλλος μοῦ ἔδωσε πολλὲς μαγνητοταινίες. Ἡ μακαριστὴ Γερόντισσα Φωτεινὴ καὶ οἱ μοναχὲς Ἰωάννα καὶ Καλλινίκη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου Θεοτόκου-Πελαγίας, ὁ κ. Γεώργιος Γεωργάτος καὶ ἡ κ. Ἑλένη Παπαδοπούλου-Γεωργάτου ἀπομαγνητοφώνησαν τὶς ὁμιλίες ἀπὸ τὶς μαγνητοταινίες. Ἡ κ. Μαίρη Ἡλιοπούλου, ἡ κ. Σίσσυ Σεραφετινίδου, οἱ κ. Γεώργιος καὶ Ἑλένη Γεωργάτου πέρασαν τὶς χειρόγραφες ἀπομαγνητοφωνήσεις στὸν ὑπολογιστή. Ἡ κ. Βασιλικὴ Μελικίδου ἔκανε τὸ εὑρετήριο τῶν θεμάτων. Ὁ κ. Ἀναστάσιος Φιλιππίδης καὶ ἡ κ. Εὐθυμία Μαυρομιχάλη μετέφρασαν διάφορα κείμενα ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα. Ὁ Ἀρχιμ. Καλλίνικος Γεωργάτος καὶ ὁ π. Γεώργιος Παπαβαρνάβας μετέφεραν τὶς χειρόγραφες σημειώσεις μου στὸν ὑπολογιστὴ καὶ ὁ πρῶτος ἔκανε τὴν τελικὴ ἐπεξεργασία. Ἡ κ. Ἐλευθερία Σερμπέτη καὶ ἡ κ. Βασιλικὴ Μελικίδου εἶδαν τὸ τελικὸ κείμενο καὶ ἔκαναν σημαντικὲς φιλολογικὲς παρατηρήσεις. Ἡ Γερόντισσα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου της Θεοτόκου-Πελαγίας μοναχὴ Σιλουανὴ καὶ ἡ συνοδεία της ἐπιμελήθηκαν τὴν ἔκδοση αὐτή. Τοὺς εὐχαριστῶ ὅλους ἀπὸ καρδίας καὶ τοὺς εὔχομαι ὁ Θεὸς νὰ τοὺς εὐλογῆ πλούσια.
Ἡ τελικὴ ἐπιλογὴ τῶν ἀποσπασμάτων καὶ ἡ σύνδεση μεταξύ τους ὑπῆρξε λίαν κοπιώδης καὶ μοῦ πῆρε πολὺ χρόνο. Ζητῶ τὴν κατανόηση τῶν ἀναγνωστῶν.
Αἰσθάνθηκα ἰδιαίτερη εὐλογία ποὺ ἀσχολήθηκα μὲ τὰ θέματα αὐτά, σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, καὶ εὔχομαι ὁ Θεὸς νὰ ἀναπαύση τὴν ψυχὴ τοῦ ἐν χώρα ζώντων, γιὰ τὸν κόπο του καὶ τὸν ζῆλο του, ἀφοῦ ὅσο ζοῦσε φλεγόταν ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία τῆς πρώτης Ἐκκλησίας καὶ μετέφερε στὴν ἐποχὴ μᾶς ὅλο τὸ «πνεῦμα» καὶ τὴν ζωντάνια της.

Ἔγραφα στὴν Ναύπακτο τὴν 6η Αὐγούστου 2010
ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

† Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος

(συνεχίζεται)

ΠΗΓΗ : περ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ» (parembasis.gr),
Ἱ. Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου, τ. 172, Νοέμβριος 2010

 

 

, ,

Σχολιάστε