Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Διὰ Χριστὸν Σαλοί

«ΔΕΝ ΤΡΩΣ ΚΡΕΑΣ ΑΛΛΑ ΠΙΝΕΙΣ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ»

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ:
«Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»

ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995,
σελ. 117-118

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Στὶς μέρες μας ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΝΑ ΠΙΝΟΥΝ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ. Χωρὶς βεβαίως νὰ νηστεύουν (δηλ. χωρὶς Θεό) ἀλλὰ μὲ ἄφθονη ἀφοσίωση στὰ… Ἰδεώδη τῆς  Δημοκρατίας!

.                 Στὰ μέσα Φεβρουαρίου ὁ τσάρος Ἰβὰν ὁ Τρομερὸς ἔφτασε μπροστὰ στὸ Πσκὼβ καὶ σταμάτησε στὸ χωριὸ Λιουμπιατίνο, πέντε βέρστια ἀπὸ τὴν πόλη. Δὲν ἐρχόταν ἀπὸ τὴν Λιθουανία ἀλλὰ ἀπὸ τὸ Νόβγκοροντ, τὸ Μεγάλο, ποὺ πέρασε διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου ἀπὸ τὰ στρατεύματά του. Ἡ ἴδια μοίρα περίμενε καὶ τὸ Πσκώβ, «τὸν δευτερότοκο ἀδελφὸ τοῦ Νόβγκοροντ», ποὺ ἦταν ἐπίσης ὕποπτος προδοσίας. Ὁ πανικὸς κυρίευσε τοὺς κατοίκους. Μερικοὶ ἤθελαν νὰ τὸ βάλουν στὰ πόδια. Ἄλλοι μιλοῦσαν γιὰ ἀντίσταση. Ὅταν τὴν Κυριακὴ τὸ πρωὶ -δεύτερη Κυριακὴ τῆς μεγάλης Σαρακοστῆς- ὁ τσάρος, ὑπὸ τοὺς ἤχους τῆς καμπάνας, μπῆκε στὴν πόλη, βρῆκε τὸν πληθυσμὸ μὲ γιορτινὰ ροῦχα καὶ κάθε μία οἰκογένεια γονατισμένη μπροστὰ στὴν κατοικία της νὰ τοῦ προσφέρει τὸ ψωμὶ καὶ τὸ ἁλάτι, ὅπως ἦταν ἡ συνήθεια. Ξαφνικά, κουνώντας ἕνα μπαστούνι, ὅπως ἕνα παιδὶ ποὺ μιμεῖται τὸν καβαλάρη, ἐμφανίζεται ἕνας ἄνθρωπος, πηγαίνει ἀπέναντι ἀπὸ τὸν τσάρο καὶ στὴν συνέχεια ἀρχίζει νὰ φωνάζει: «Ἰβάνουσκα! Ἰβάνουσκα! Εἶναι καλύτερο νὰ φᾶς τὸ ψωμὶ καὶ τὸ ἁλάτι παρὰ νὰ πίνεις ἀνθρώπινο αἷμα». Ὁ τσάρος ἔδωσε διαταγὴ νὰ τὸν συλλάβουν. Ἀλλὰ αὐτὸς ἐξαφανίστηκε.
.                  Ὁ ἡγεμόνας παρέστη στὴ Δοξολογία μέσα στὴν Ἁγία Τριάδα, ποὺ ὑψώνεται εὐέλικτη καὶ ἄσπρη πάνω ἀπὸ τὸν ποταμὸ Βελικάγια, προσκύνησε τὰ λείψανα τοῦ πρίγκιπα Βσέβολοντ Γαβριήλ, ποὺ ἦταν ἐκεῖ, καὶ ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία νὰ δεχτεῖ τὴν εὐλογία τοῦ Νικολάου τοῦ Σαλοῦ, γιὰ τὸν ὁποῖον εἶχε ἀκούσει νὰ μιλοῦν. Αὐτὸς ἔμενε σὲ μία γωνία κάτω ἀπὸ τὸ καμπαναριό. Ὁ τσάρος βρῆκε ἐκεῖ ἕνα γιορτινὸ τραπέζι, ποὺ εἶχε ἑτοιμαστεῖ γι’αὐτὸν: ἕνα κομμάτι ὠμὸ κρέας πάνω σ’ ἕνα ἄσπρο τραπεζομάντιλο.
– «Φάε», εἶπε ὁ γιουροντίβυ (ὁ σαλὸς).
– «Εἶμαι χριστιανός», ἀπάντησε ὁ Τσάρος, «καὶ δὲν τρώω κρέας τὴν Σαρακοστή».
– Ἀλλὰ ὅμως πίνεις τὸ αἷμα τῶν χριστιανῶν, τοῦ ἀντεῖπε ὁ σαλός.
Καὶ ἀπείλησε τὸν Ἰβάν, ἐπιτάσσοντας νὰ σταματήσει τοὺς σκοτωμοὺς καὶ τὶς διαρπαγὲς τῶν ἐκκλησιῶν χρησιμοποιώντας γι᾽ αὐτὸν φρικτὰ λόγια, ὅπως ἀναφέρει τὸ Χρονικόν.

 

Βλ. σχετ.:
ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Α´]

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Β´]

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Γ´]

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Δ´]

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Ε´]

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [ϛ´]

 

 

 

 

 

, , ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [ϛ´]

Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [ϛ´]

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»

(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/21/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/23/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-β´/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/25/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-γ´/
Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/27/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-δ´/
Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/29/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-ε´/

.     Ἔτσι λοιπὸν ὁ ἀνατολίτης σαλός, ἄφοβος ἀσκητής, ἀδυσώπητος πολέμιος τοῦ σατανᾶ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ νέες ἀκτές, σὲ νέες καταφυγὲς προσευχῆς –ὅπως τὸ Ἅγιον Ὄρος, περιβόλι τῆς Παναγίας– ὅπου πραγματοποιήθηκε ἡ σύνδεση ἀνάμεσα στοὺς ἀνατολίτες σαλοὺς καὶ τοὺς Ρώσους «γιουροντίβγιε», τοὺς διαδόχους των, τοὺς ἰσοστασίους των καὶ τοὺς συνομίλους των ἐν Χριστῷ.
.     Ἀλλὰ προτοῦ νὰ προχωρήσουμε, δὲν θὰ ἦταν προτιμότερο νὰ σταθοῦμε γιὰ λίγο, καὶ συμπαρατασσόμενοι μὲ τοὺς ἀπίστους, νὰ ἐξετάσουμε προσεκτικὰ μὲ τὴν φιλυποψία μας, ἡ ὁποία διακατέχει συχνὰ τοὺς θρησκευομένους, ὅλη αὐτὴ τὴν φανταστικὴ δαιμονολογία, ὅλες αὐτὲς τὶς ἱστορίες, προϊόντα τῆς ἀχαλίνωτης ἀνατολίτικης φαντασίας, ποὺ ἀνέφεραν οἱ ἐπισκέπτες τῆς ἐρήμου χωρὶς νὰ τὶς ἐλέγξουν, καθὼς ἦταν ἐνισχυμένοι ἀπὸ τὴν ἐπιτυχίαν ποὺ γνώριζαν αὐτὰ τὰ ἀναγνώσματα μὲ τὰ πρωτεῖα στὴν ἀναγνωσιμότητα τῆς ἐποχῆς παρόμοια μὲ τὰ ἀστυνομικὰ μυθιστορήματά μας;
.      Ἕνας ἄνθρωπος, τελείως μόνος του, ἀρκοῦσε γιὰ νὰ κλονίσει αὐτὲς τὶς κριτικές. Ἔτσι γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει τὴν εἰλικρίνεια μιᾶς ἀπὸ τὶς πιὸ ἀληθοφανεῖς προσωπικότητες ἔχει δυὸ σύγχρονους βιογράφους, τῶν ὁποίων τὰ γραφόμενα συμπίπτουν καὶ ἀλληλοσυμπληρώνονται, αὐτόπτες μάρτυρες τῆς ζωῆς του: ἕνα ἀνώνυμο Σύρο μὲ προσεκτικὴ γραφίδα, ἐκπρόσωπο τοῦ ἀνατολικοῦ κόσμου˙ καὶ μιλώντας γιὰ τοὺς Ἕλληνες, τὸν πολυμαθῆ Θεοδώρητο, ἐπίσκοπο Κύρου. Ὁ Εὐάγριος ἐπίσης, μέσα στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία του μιλᾶ γιὰ ἕνα ὀνομαστὸ Συμεών, ἀνεβασμένον σ’ ἕνα στύλο, «περιφρονημένον ἀπ’ τοὺς ἐραστὲς τῆς συκοφαντίας». Δὲν εἶναι ἕνας σαλὸς –μακριὰ ἀπ’ αὐτὰ– ἀλλά, ὅπως κάθε τί καινούργιο, τοῦτο, ποὺ αὐτὸς ἐγκαινιάζει, παρεκκλίνει σὲ τέτοιο βαθμό, ποὺ προκαλεῖ τὴν δύστροπη ἀποδοκιμασία ἐκείνων στοὺς ὁποίους ὁ ἡρωισμὸς προξενεῖ φόβο. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ἴσως ὁ Κύριος τὸν «ἀνέβασε» σ’ ἕνα στύλο. «Φάνηκε καλὸ στὸν Θεό, γράφει ὁ ἀνώνυμος Σύρος, βλέποντας πὼς στοὺς ἐσχάτους καιροὺς αὐτοὺς ἡ ἀνθρωπότητα θὰ ἦταν σὰν κοιμωμένη, νὰ τὴν ξυπνήσει διὰ τῆς θέας τῶν βασάνων τοῦ δούλου του».
.     «Ὁ βοριὰς φέρνει τὸ χιόνι του, ἡ δύση τὸν πάγο, ἡ ἀνατολὴ τὶς κακοκαιρίες, ὁ νοτιὰς τὴν ζεστασιά. Ὁ ἥλιος μοιάζει μὲ ἕνα φοῦρνο, ὁ ἀσκητὴς ἔχει χρυσάφι». Πότε τρώει; Πότε κοιμᾶται; Κανεὶς δὲν τὸ ξέρει. Προσεύχεται. Προσευχόμενος κάνει μετάνοιες καὶ τὸ μέτωπό του φτάνει στὰ πόδια του. Πόσες μετάνοιες κάνει; Ἕνας συνοδὸς τοῦ ἐπισκόπου Θεοδωρήτου θέλησε νὰ λογαριάσει: φθάνοντας στὶς 1244 σταμάτησε. Βεδουίνοι τῆς ἐρήμου, Ἄραβες, Κόπτες, Ἕλληνες, Ρωμαῖοι, συνωθοῦνται στὸ πόδι τοῦ στύλου γιὰ νὰ δοῦν αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, ποὺ στέκεται ὄρθιος σὰν φλόγα ἀνάμεσα στὴν γῆ καὶ στὸν οὐρανό, πάνω σ’ ἕνα πύργο τριάντα πήχεις ὕψος, ἁλυσοδεμένος ὅπως ἕνας σκύλος, σὲ μιὰ ἐπιφάνεια τεσσάρων τετραγωνικῶν μέτρων περίπου. «Εἶσαι ἄνθρωπο ἢ ἀσώματος;», τὸν ρωτάει ἕνας ἀπὸ τὴν Ραβέννα. Τοῦ ἀπαντάει δείχνοντάς του τὶς ἀνοιχτὲς πληγὲς στὶς κνῆμες, ἐξ αἰτίας τῆς προστριβῆς μὲ τὶς ἁλυσίδες. Σὲ ἐμπόρους ποὺ ἦρθαν ἀπὸ τὴν Γαλλία, ζητάει νὰ μεταφέρουν τὰ σεβάσματά του στὴν Ἁγία Γενεβιέβη τῆς Λουτέσιας. Εἶναι γνωστὸς σ’ ὁλόκληρη τὴν ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία. Ὁ ἐπίσκοπος Θεοδώρητος μαθαίνει στοὺς ὑποτακτικούς του τοὺς κινδύνους τῆς δημοτικότητας: εἰδοποιημένος ἀπὸ τὸν Συμεὼν νὰ εὐλογήσει τὸ πλῆθος παραλίγο νὰ γίνει κομμάτια ἀπὸ τὴν βία τοῦ σπρωξίματος. Ἀλλὰ ὅλα τὰ βράδια ὁ στυλίτης κατεβαίνει ὁ ἴδιος γιὰ νὰ ἀνακατευτεῖ, ὅπως λέμε σήμερα, μὲ τὸ πλῆθος. Ἀκούει, ἐνδυναμώνει, θεραπεύει τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματα.
.      Ὅπως ὅλοι οἱ μεγάλοι ἀσκητές, ὑφίσταται ἀπὸ τοὺς δαίμονες πολυάριθμες ἑφόδους. Τοῦτοι παίρνουν τὴν μορφὴ τρομακτικῶν ζώων καθὼς καὶ ὄμορφων, κολακευτικῶν γυναικῶν. Ἀλλὰ οἱ ἄγγελοι τὸν στηρίζουν καὶ ἀνάμεσα στοὺς ἁγίους ἔχει φίλους. Ὁ προφήτης Ἠλίας ὁδηγώντας τὸ πύρινο ἅρμα του τὸν ἐπισκέπτεται θυμίζοντάς του τὸ γένος τῶν δυστυχῶν, μὲ τοὺς ὁποίους ὀφείλει ἰδιαιτέρως νὰ ἀσχοληθεῖ. Οἱ αὐτοκράτορες τοῦ γράφουν. Τὰ στοιχεῖα τὸν ὑπακούουν. Κύριος τοῦ χώρου, θεᾶται –χωρὶς νὰ ἐγκαταλείπει τὸν στύλο του– συγχρόνως τὸν Λίβανο ὅπου ἐκδιώκει τοὺς βρικόλακες καὶ τὰ ποντίκια˙ συγχρόνως στὴν Περσία μέσα σὲ μιὰ φυλακή, ὅπου ἔχουν ἐγκλειστεῖ χριστιανοί. Ἐνδιάμεσος τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν οὐρανό, μὲ ὅλο του τὸ εἶναι πρὸς τὰ ἄνω δείχνει τὴν ἀτραπὸ ἀπὸ τὴν κόλαση στὸν παράδεισο, ἢ μᾶλλον: τὴν Βασιλεία. «Ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου…». Οἱ διὰ Χριστὸν σαλοὶ ἄραγε δὲν ἔκαναν τὸ ἴδιο πράγμα;  

, ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Ε´]

Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [Ε´]

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»

(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/21/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/23/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-β´/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/25/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-γ´/
Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/27/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-δ´/

.     Γιὰ τὸν ἅγ. Ἀνδρέα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἄλλο διὰ Χριστὸν σαλὸ λατρεμένο στὸν Βορρᾶ, δὲν διαθέτομε τὶς ἴδιες ἱστορικὲς βεβαιότητες ἀφορῶσες εἴτε στὴν χρονολογία γεννήσεώς του εἴτε σ’ αὐτὴν τοῦ θανάτου του. Ἡ καταγωγὴ του πολὺ περισσότερο δὲν εἶναι καθαρή: οἱ μὲν τὸν ἔλεγαν Σκύθη, οἱ δὲ τὸν θέλουν Σλάβο. Ἡ προσωπικότητα ἀκόμα τοῦ βιογράφου του ἐγείρει ἀμφιβολίες. Καλεῖται Νικηφόρος, ἱερεὺς χάριτι Θεοῦ τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Βασιλευούσης τῶν πόλεων, ἐπονομαζομένης Ἁγίας Σοφίας, καὶ φέρεται πὼς ἔχει γράψει τὸν ἔνδοξο βίο τοῦ σεβαστοῦ Ἀνδρέου, ὅπως τὸν παρατήρησε μὲ τὰ ἴδια του τὰ μάτια καὶ ὅπως τὸν γνώρισε ἀπὸ τὰ λεγόμενα τοῦ ἐνδόξου ἐπισκόπου Ἐπιφανίου. Παραδίδει ὡς ἡμέρα τελευτῆς τοῦ Ἁγίου τὴν 28 Μαΐου, συγχρόνως ὑπόσχεται νὰ ἀναφέρει τὸ ἔτος, λέγοντας μόνον πὼς ὁ μεγάλος βυζαντινὸς κύριος, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε δοῦλος, ζοῦσε ἐπὶ αὐτοκράτορος Λέοντος τοῦ Μεγάλου (457-474) καὶ πὼς ὁ Δανιὴλ ὁ Στυλίτης († 489) ἦταν σύγχρονός του˙ κάτι ποὺ φέρνει ἀντίρρηση στὸν ἰσχυρισμό, πὼς ὁ Ἀνδρέας, ἀφ’ ὅτου «τρελάθηκε», ἄρχισε νὰ «παιδιαρίζει» μιμούμενος τὸν Συμεὼν τὸν Σαλό, ὁ ὁποῖος εἶχε πεθάνει, ὅπως γνωρίζομε, στὰ τέλη τοῦ 6ου αἰ. Ἡ εἰσβολὴ ξένου λεξιλογίου στὴν γλώσσα, ἡ συχνὴ ἀναφορὰ τῶν «σαρακηνῶν» καὶ «ἀγαρηνῶν», οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν 5ο ἀκόμη αἰώνα δὲν ἐνοχλοῦσαν τὴν εἰρήνη τῶν κατοίκων τῆς Πόλεως, καθὼς καὶ ἡ καθυστερημένη ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητος τοῦ Ἀνδρέα ἔκαναν τοὺς Βολλανδιστές, καὶ τοὺς Ἕλληνες νὰ πιστεύουν, πὼς ὁ νεαρὸς Ἀνδρέας, «τῷ γένει Σκύθης», εἶχε ἀγοραστεῖ ὡς σκλάβος ἀπὸ ἕνα μεγάλο βυζαντινὸ κύριο ὀνόματι Θεογνωστό, πρωτοσπαθάριο τοῦ Λέοντος τοῦ Στ΄ τοῦ Σοφοῦ (886-911) καὶ ὄχι τοῦ Λέοντος τοῦ Μεγάλου˙ ὑπῆρξε «πρωτονοτάριος» τοῦ κυρίου του, ὕστερα μοναχὸς καὶ ἐκοιμήθη στὰ 946, 66 χρονῶν μετὰ ἀπὸ τριάντα χρόνια ἁγίας τρέλας.
.      Ἡ βιογραφία, δὲν πρέπει νὰ τὸ ξεχνᾶμε, κυρίως ὅταν πρόκειται γιὰ τοὺς διὰ Χριστὸν σαλούς, εἶναι ἕνα ἰδιαίτερο λογοτεχνικὸ εἶδος. Θὰ ἔχομε τὴν εὐκαιρία νὰ ξαναμιλήσομε γι’ αὐτό. Ὁ Ρῶσος ἱστορικὸς Γκολουμπίνσκυ τὸ καταλάβαινε καλά, ὅταν στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰ. ἔγραφε χωρὶς νὰ συγκινεῖται: «Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ζοῦσε στοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντος τοῦ Μεγάλου (457-474) ἢ ἀργότερα, δὲν ξέρομε πότε ἀκριβῶς». Οἱ ἀναχρονισμοὶ καὶ οἱ ἀντιδράσεις, τὶς ὁποῖες ἀναφέραμε, θὰ μποροῦσα νὰ ἐξηγηθοῦν μὲ μιὰ κρατοῦσα μέθοδο, κατὰ τὴν ὁποία ἕνα χειρόγραφο θὰ ἀντιγραφεῖ, θὰ ἀναδιασκευασθεῖ καὶ θὰ ξαναστολισθεῖ ἕνα ἢ δυὸ αἰῶνες ἀργότερα. Δὲν ἐνδιαφέρει τόσο ἡ ἱστορικὴ προσωπικότητα ἑνὸς μακαρίου τὸν βιογράφο του, ὅσο ἡ εἰκόνα ποὺ αὐτὸς παρουσιάζει, θέμα θαυμασμοῦ καὶ ἅμιλλας στὸν 5ο ὅπως καὶ στὸν 6ο αἰώνα. Οἱ ἱστορικὲς ἀσάφειες δὲν βλάπτουν ποτέ, στοὺς Ὀρθόδοξους, τὴν πρὸς τὸν ἅγιο εὐλάβεια τοῦ λαοῦ. Γιὰ τοὺς Ρώσους, ὁ Ἀνδρέας ὁ Κωνσταντινουπολίτης εἶναι ὁ πρῶτος σαλὸς ποὺ ἐπικαλεῖται τὴν μητρικὴ στοργὴ τῆς Θεοτόκου. Στὴν Σκέπη της ὀφείλει ὁ Ἀνδρέας τὴν ἀγάπη ποὺ τοῦ προσφέρουν.
.     Ὁ ναὸς τῶν Βλαχερνῶν στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ ὁποῖος βρισκόταν στὰ βορειοανατολικὰ τῆς πόλεως, ἦταν αὐτὸς ποὺ ὁ μακάριος προτιμοῦσε. Χτίστηκε στὰ μέσα τοῦ 5ου αἰῶνος ἀπὸ τὴν αὐτοκράτειρα Πουλχερία, ἀδελφὴ τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Νέου (Μικροῦ). Ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ Λέων ὁ Μέγας ἦρθε ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐναπέθεσε ἐκεῖ τὴν ἄρραφη ἐσθήτα τῆς Παρθένου Μαρίας. Κάθε Σάββατο ἐτελεῖτο ἐκεῖ ἀγρυπνία. Συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν φίλο του, τὸν νεαρὸ εὐγενὴ Ἐπιφάνιο, στὸν ὁποῖον καὶ εἶχε προείπει πὼς θὰ γινόταν πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, παρευρισκόταν ὁ Ἀνδρέας, ὅταν, γύρω στὶς τρεῖς το πρωί, ἡ Παναγία συμπαραστατουμένη δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο καὶ συγγενή της καὶ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο, τὸν θετὸ υἱό της, διέσχισε τὸν νάρθηκα ἀκολουθούμενη ἀπὸ πλῆθος ψαλλόντων ἁγίων. Ὁ Ἀνδρέας γύρισε πρὸς τὸν Ἐπιφάνιο: «Βλέπεις τὴν Δέσποινά μας, τὴν Παντάνασσα», τὸν ρώτησε. – «Ναί, πάτερ μου, τὴν βλέπω».
.     Ἡ Θεοτόκος γονάτισε μπροστὰ στὴν Ὡραία Πύλη καὶ προσευχήθηκε γιὰ πολὺ «ποτίζοντας τὸ θεῖο Πρόσωπό της μὲ δάκρυα». Προχωρώντας ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὸ θυσιαστήριο προσευχήθηκε πάλι γιὰ τὸν λαό. Τέλος, γυρνώντας πρὸς τοὺς πιστοὺς ἔβγαλε τὸ μαφόριό της ποὺ σκέπαζε τὸ κεφάλι της καὶ τὸ ἅπλωσε πάνω ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα. Ἄστραφτε σὰν ἀστραπὴ καὶ δὲν χάθηκε παρὰ πολλὲς ὧρες ἀργότερα, ἀφ’ ὅτου ἔφυγε ἡ Παναγία.
.     Ἡ Κωνσταντινούπολη, κατὰ μία διαδεδομένη στὴν Ρωσία παράδοση, ἐπολιορκεῖτο τότε ἀπὸ τοὺς ἀπίστους, ἴσως Σλάβους. Ἡ κατάσταση ἦταν σοβαρή. Ἀλλὰ ἐνδυναμωμένοι ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση αὐτή, ποὺ ἔγινε γνωστὴ ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς πόλεως, οἱ Ἕλληνες ξαναπῆραν κουράγιο καὶ ἀπέκρουσαν τοὺς πολεμίους. Μία ἑορτὴ καθιερώθηκε εἰς ἀνάμνησιν τοῦ γεγονότος.

«Ἡ παρθένος σήμερον στὸν ναὸ παραμένει
καὶ ἀόρατη προσεύχεται γιὰ μᾶς μὲ τοὺς ἁγίους.
Οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἐπίσκοποι προσκυνοῦν
οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ προφῆτες ἀγάλλονται
γιὰ μᾶς παρακαλεῖ ἡ Παναγία τὸν Αἰώνιο».

ψάλλει ἡ Ἐκκλησία. Σχεδὸν ξεχασμένη* στὴν Ἑλλάδα ἡ γιορτὴ αὐτὴ ἐπιτελεῖται εὐλαβῶς τὴν 1η Ὀκτωβρίου ἀπὸ τοὺς Ρώσους ὀρθοδόξους. Συγκαταλέγεται ἀνάμεσα στὶς πιὸ λαοφιλεῖς. Ὀνομάζεται ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Σκέπης.

 

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Δ´]

Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [Δ´]

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»

(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/21/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/23/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-β´/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/25/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-γ´/

.      Δὲν θὰ μιλήσομε λεπτομερῶς οὔτε γιὰ τὸν αἱρετικὸ ταβερνιάρη καὶ τὴν γυναίκα του, τοὺς ὁποίους ὁ Συμεὼν μετέστρεψε στὴν ὀρθὴ πίστη παίρνοντας ἀναμμένα κάρβουνα μέσα στὰ χέρια του γιὰ νὰ κάψει λιβάνι˙ οὔτε γιὰ ἕνα δαίμονα τὸν ὁποῖο ἔδιωξε ἀπὸ μιὰ κρασοστάμνα αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ ταβερνιάρη (θέμα ποὺ βρίσκεται σὲ πολλὲς ἄλλες βιογραφίες ἁγίων)˙ οὔτε γιὰ τὴν μυστηριώδη ἐπίσκεψη ποὺ ἔκανε σὲ μιὰ πόρνη, ἐπίσκεψη ποὺ ἔδωσε ἀφορμὴ στὶς πιὸ κακὲς ὑποψίες, πρὶν μαθευτεῖ ἀπὸ τὸ στόμα αὐτῆς τῆς ἴδιας, πὼς ὁ ἅγιος γεροντάκος ἀνακαλύπτοντας, ὅτι αὐτὴ εἶχε μείνει τρεῖς μέρες χωρὶς τροφή, τῆς ἔφερε κρυφὰ ψωμί, κρασὶ καὶ κρέας.
.     Πόσους ἀνθρώπους, λέει ὁ βιογράφος του, δὲν ἔπεισε μὲ τὴν προσποιητὴ τρέλα του, γιὰ τὶς ἀνομολόγητες ἁμαρτίες των. Τοὺς μὲν γιὰ τὴν ἀκαθαρσία, τοὺς δὲ γιὰ κλεψιὰ κι ἄλλους πάλι γιὰ ψευδορκίες. Τοὺς μὲν παίρνοντάς τους κατὰ μέρος, τοὺς δὲ δημοσίᾳ ἀλλὰ μὲ παραβολικὲς ἀναφορὲς πρὸς αὐτούς, ὥστε νὰ ξυπνήσει τὶς συνειδήσεις των, ἢ πάλι στ’ ἀνοιχτὰ προφυλάσσοντας ἔτσι τὴν πόλη ἀπὸ τὰ ἐγκλήματά των.
.   Ὁ Συμεὼν εἶναι ἕνας τέλειος σαλός. Πότε σκωπτικὸς ἠθοποιός, πότε προορατικός, πότε προφήτης. Ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἔλεγε πὼς ἡ διορατικότητα ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς γνήσιας καθαρότητος. Στὰ 588, ὁ Συμεὼν προεῖπε τὸν φοβερὸ σεισμὸ ὁ ὁποῖος συγκλόνισε τὶς πόλεις τῆς Βηρυττοῦ, Βίβλου καὶ Τριπόλεως. Ἐφοδιασμένος μ’ ἕνα μαστίγιο διάβαινε ἀνάμεσα στοὺς στύλους τῶν κτιρίων λέγοντας σὲ μερικούς: «Κρατᾶτε καλά. Ὁ Θεὸς σᾶς τὸ προστάζει». Σ’ ἄλλους: «Μὴ πέφτετε, ἔστω καὶ χωρὶς νὰ μένετε ὄρθιοι». Οἱ πρῶτοι ἀντιστάθηκαν στὸν σεισμό, οἱ ἄλλοι ἂν καὶ ραγισμένοι, δὲν κατέρρευσαν, παρ’ ὅλο ποὺ τὰ ὑπόλοιπα βούλιαξαν».
.    Ὁ σαλὸς εἶχε στὴν Ἔμεσα μία καλύβα καλυμμένη ἀπὸ κληματίδες, μέσα στὴν ὁποία περνοῦσε τὶς νύχτες του προσευχόμενος καὶ ἀρδεύοντας τὴν γῆ μὲ δάκρυα. «Ἂν ὁ διάβολος, γράφει ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, βλέπει ἕνα ἀσκητὴ ἔνδακρυ, δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ κοντά του, ἐπειδὴ δὲν ὑποφέρει τὴν ταπείνωση ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὰ δάκρυα». Μόνος ἐνώπιον Θεοῦ ὁ Συμεὼν δὲν ἦταν πιὰ ἕνας γελοῖος γέρος γελωτοποιός, ἀλλὰ ἕνα μικρὸ παιδί, ποὺ δὲν εἶχε στὴν γῆ παρὰ τὸν διάκονο Ἰωάννη ὡς ἔμπιστο.
.   Λίγες μέρες πρὸ τοῦ θανάτου του, τοῦ ἐμπιστεύθηκε: «Εἶδα κάποιον ἔνδοξο πού μοῦ ’λεγε: “Ἔλα σαλέ, ἔλα νὰ λάβεις ὄχι μόνον ἕνα στέφανο, ἀλλὰ περισσότερους, γιατί ἔχεις σώσει πολλὲς ἀνθρώπινες ψυχές”». Ἔκτοτε δὲν ἄφησε τὴν τρώγλη του. Ἀνήσυχοι οἱ φίλοι του οἱ ζητιάνοι πήγαιναν νὰ δοῦν, ἂν ἦταν ἄρρωστος. Τὸν βρῆκαν κεκοιμημένο, ξαπλωμένο σ’ ἕνα στρῶμα ἀπὸ σχοῖνο. Δυὸ ἀπ’ αὐτοὺς πῆραν τὸ σῶμα του γιὰ νὰ τὸ μεταφέρουν «χωρὶς ψαλμωδίας, καὶ χωρὶς κηρίων καὶ θυμιάματος» στὸ «ξενοτάφιον». Καθὼς περνοῦσαν μπροστὰ ἀπ’ τὸ σπίτι ἑνὸς Ἑβραίου, προσφάτως μετεστραμμένου στὴν πίστη, καὶ ἄκουσε αὐτὸς ὁ νεοφώτιστος ὕμνους ἀσυγκρίτου ὡραιότητος, πλησίασε στὸ παράθυρο καὶ πρὸς μεγάλη του ἔκπληξη δὲν εἶδε παρὰ δυὸ ἐπαῖτες νὰ κουβαλοῦν τὸ σῶμα τοῦ Συμεών. «Μακάριος εἶ, Σαλέ!» φώναξε αὐτός, «ὅτι μὴ ἔχων ἀνθρώπους ψάλλοντάς σοι ἔχεις οὐρανίας δυνάμεις, ἐν ὕμνοις τιμῶσας σε». Κατέβηκε καὶ βοήθησε τοὺς ζητιάνους νὰ μεταφέρουν καὶ νὰ ἐνταφιάσουν τὸ σῶμα. Δύο ἡμέρες ἀργότερα ἔφθασε ὁ διάκονος Ἰωάννης καὶ ἔκλαψε πικρῶς. Πῆγε στὸ κοιμητήριο μὲ τὴν πρόθεση νὰ ἐνταφιάσει τὸν φίλο του «σὲ τόπο ταιριαστό», ἀλλὰ ἀνοίγοντας τὸν τάφο τὸν βρῆκε ἄδειο. Οἱ Ἄγγελοι, σκέφτηκε, εἶχαν πάρει τὰ λείψανα τοῦ Συμεών. Ὅσο γιὰ τοὺς κατοίκους τῆς Ἐμέσης, κατάλαβαν, πὼς ὁ σαλὸς δὲν ἦταν ἕνας τρελός, ἀλλὰ ἕνας μεγάλος ἅγιος.
.    Ὁ Συμεὼν κοιμήθηκε, πιστεύεται, στὶς 21 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 590. Ἦταν περίπου ἑξήντα ἐτῶν, ὅταν ἀφήνοντας τὴν ἔρημο ἐμφανίστηκε στὰ 582 στὴν Ἔμεσα. Ὁ Εὐάγριος, τοῦ ὁποίου ἡ Ἱστορία τελειώνει στὰ 594, χρόνο τοῦ μεγάλου σεισμοῦ τὸν ὁποῖο προφήτευσε καὶ στὸν ὁποῖο βρέθηκε, καὶ στὸν χρόνο, ποὺ ὁ Εὐάγριος τελείωσε τὴν Ἱστορία του, χάθηκε ὁ σαλός, γύρω στὰ ἑξῆντα ὀκτὼ ὑπολογίζεται. Ὅπως σχεδὸν ὅλοι οἱ σαλοί, εἶχε ἕνα φίλο συγχρόνως κι ἔμπιστο, ἐγγυημένον γιὰ τὴν ψυχική του ὑγεία, στὸ πρόσωπο τοῦ διακόνου Ἰωάννου καί, πράγμα πολὺ πιὸ σπάνιο, δύο βιογράφους διακεκριμένους καὶ ἀξιοπίστους γιὰ νὰ παρακαταθέσει τὸν βίο καὶ τὴν πολιτείαν του. Ἡ ζωή του μεταφράσθηκε σὲ πολλὲς γλῶσσες ἀνάμεσά των καὶ στὰ σλαβονικά, ποὺ ἐξηγεῖ τὴν δημοτικότητά του στὴν Ρωσία.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Γ´]

 Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [Γ´]

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»

(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/21/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/23/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-β´/

.     Γιὰ ὅλους τοὺς διὰ Χριστὸν σαλοὺς ἔχει εἰπωθεῖ πὼς εἶναι γυμνοί, ἄστεγοι, πὼς ὑποφέρουν ἀπὸ τὴν ζέστη καὶ τὸ κρύο, ἀπὸ τὴν πείνα καὶ τὴν δίψα. Κάτι συγγενὲς τοὺς συνδέει σ’ ὅλες τὶς ἐποχές. Ἡ γυμνότητα κυρίως, ποὺ ξαφνιάζει καὶ προκαλεῖ τοὺς «καθαρούς», ὑπογραμμίζεται ὡς εἰδικὴ σταθερά. Συχνὰ τὰ ἐνδύματα ἀντὶ νὰ προφυλάττουν τὴν αἰδώ, ὑπηρετοῦν τὴν ματαιοδοξία. Κρύβουν τὶς δυσάρεστες σωματικὲς διαμαρτυρίες, τονίζουν τὶς διακρίσεις ἀνάμεσα στὶς κοινωνικὲς τάξεις. Ἡ γυναίκα πάντοτε τὰ χρησιμοποίησε γιὰ τοὺς σκοπούς της. Κι ὁ ἄνδρας ἐπίσης, ἄλλωστε. Ἀρκεῖ νὰ ξαναδοῦμε μὲ τὸν νοῦ τὴν στρατιωτικὴ στολὴ ἀπὸ τὸν Ὅμηρο μέχρι τὶς μέρες μας, ὥστε νὰ πεισθοῦμε περὶ τῆς σπουδαιότητός τους γιὰ τὴν πολεμικὴ ὑπερηφάνεια καὶ τὴν ἀνδρικὴ γοητεία. Γυμνὸς ὁ σαλὸς δὲν ἀνήκει σὲ καμιὰ χωριστὴ ἱστορικὴ ἐποχή. Τὸ παρουσιαστικό του δὲν ἐγείρει τὴν ἡδυπάθεια. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅπως τὸν ἔκανε ὁ Θεός. Ἰδοὺ ὁ ἄνθρωπος.
.   Ὅλη τὴν ζωὴ του ὁ Σεραπίων πέρασε μὲ τὸ νὰ συντρέχει τὸν πλησίον του. Πουλήθηκε μόνος του σὲ σκλαβοπάζαρο σὲ κάποιους πλανόδιους κωμικούς, τοὺς ὁποίους καὶ μετέστρεψε στὴν πίστη˙ σὲ ἕνα μανιχαῖο τὸν ὁποῖο ἐπανέφερε στὸν ὀρθὸ δρόμο τῆς καθολικῆς πίστεως. Γιὰ νὰ ἐμποδίσει νὰ πουλᾶν τὸ σῶμα τους, ἔδινε χρήματα στὶς πόρνες.
.    «Πολλὲς παρόμοιες πράξεις πραγματοποιήθηκαν ἀπὸ τὸν δοῦλο τοῦ Χριστοῦ Σεραπίωνα», μᾶς πληροφορεῖ ὁ συγγραφέας τῆς Λαυσαϊκῆς Ἱστορίας. «Ἀπ’ τὸ πλῆθος αὐτὸ λίγες ἀναφέρομε».
.     Ἀλλ’ αὐτὲς οἱ λίγες ἀρκοῦσαν. Ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμων, πατριάρχης Ἀλεξανδρείας διάβαζε συχνὰ κλαίγοντας στοὺς οἰκονόμους καὶ φοροεισπράκτορες τῆς ἐπαρχίας του, ὅπως καὶ στοὺς διακόνους, τὴν ζωὴ τοῦ Σεραπίωνος τοῦ Σινδονίτου, γιὰ νὰ τοὺς δείξει πόσο κατώτερη ἀπὸ τοῦ σαλοῦ ἦταν ἡ ἀγάπη των γιὰ τοὺς φτωχούς. «Σκεφτόμουν, ἔλεγε, πὼς μοιράζοντας τὰ χρήματά μου στοὺς ἀποκλήρους εἶχα κάνει κάτι. Ἀλλὰ ἀγνοοῦσα, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀπὸ συμπάθεια φτάνουν νὰ πουληθοῦν οἱ ἴδιοι».
.     Ἡ πρώτη προσωπογραφία ἑνὸς «ἀληθινοῦ» σαλοῦ, τοῦ Συμεών, μᾶς ἔχει δοθεῖ ἀπὸ δύο συγχρόνους του: τὸν ἅγιο Λεόντιο ἐπίσκοπο Κύπρου, σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενα τοῦ διακόνου Ἰωάννου, φίλου τοῦ σαλοῦ˙ κι ἕνα δικηγόρο τῆς Ἀντιοχείας, τὸν Εὐάγριο, ὁ ὁποῖος ἀφιέρωσε στὸν Συμεὼν ἕνα ὁλόκληρο κεφάλαιο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς του Ἱστορίας, λυπούμενος ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ἀφιερώσει μόνον σὲ ἐκεῖνον ἕνα ὁλόκληρο βιβλίο. Ἡ Ἀντιόχεια δὲν ἦταν μακρυὰ ἀπὸ τὴν Ἔμεσα, ὅπου δροῦσε ὁ «τρελός», κάτι ποὺ διευκόλυνε τὴν ἐργασία τοῦ βιογράφου του.
.    Ὁ Συμεὼν ἦταν περίπου ἑξήντα χρονῶν, ὅταν ἔγινε «κωμικὸς» καὶ γελωτοποιὸς ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό. Τὰ πρῶτα τριάντα χρόνια τῆς ζωῆς του τὰ πέρασε στὸ σπίτι τῶν γονέων του, «εὐγενῶν καὶ πλουσίων». Ἐν συνεχείᾳ ἀποτραβήχθηκε στὴν ἔρημο, ὅπου, κοντὰ στὴν Νεκρὰ Θάλασσα, γιὰ ἄλλη μιὰ τριακονταετία ἀφιερώθηκε μαζὶ μὲ τὸν φίλο του διάκονο Ἰωάννη στὴν τραχύτητα μιᾶς αὐστηρὰ ἀσκητικῆς ζωῆς. Γνωρίζομε τοὺς γεμάτους δυσπιστία λόγους, τοὺς ὁποίους τοῦ ἀπηύθυνε ὁ Ἰωάννης πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς του: «Προφύλαξε τὴν καρδιά σου…». Ἀλλὰ γιὰ τὸν Συμεὼν ἡ παραμονὴ στὴν ἔρημο δὲν ἦταν παρὰ μιὰ προετοιμασία σὲ μιὰ διακονία χάριτος. «Δὲν μᾶς εἶναι χρήσιμο, ἀδελφέ, νὰ μείνομε ἐδῶ», ἀπαντᾶ. Γυρίζει στὸν κόσμο. «Ἂς γνωρίζει ἡ ἀγάπη σου, πὼς ἀνάμεσα στοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ζοῦν στὶς πόλεις καὶ καλλιεργοῦν τὴν γῆ, χωρὶς νὰ κάνουν κακὸ σὲ κανέναν καὶ τρῶνε τὸ ψωμί των μὲ τὸν ἱδρώτα τοῦ προσώπου των, βρίσκονται μεγάλοι ἅγιοι». Γιὰ νὰ τοὺς συναντήσει, θὰ γίνει περισσότερο κι ἀπὸ ἁπλός, θὰ καμωθεῖ ἐκεῖνον ποὺ σὰν τὸν μίμο τοῦ τσίρκου, δέχεται τὰ χαστούκια. Γιατί ἐκ τῶν λεγομένων τοῦ διακόνου Ἰωάννου, ποὺ μᾶς μεταφέρει ὁ Λεόντιος Νεαπόλεως, ὁ Συμεὼν μποροῦσε νὰ παίξει κωμωδία, νὰ κάνει φάρσες, νὰ εἶναι γελοῖος, ἐνῶ ὁ Ἰωάννης αὐτὸς δὲν μποροῦσε. Γιατί; Διότι ὁ σαλὸς κατεῖχε σ’ ἕνα πιὸ ὑψηλὸ βαθμὸ τὴν ἁπλότητα καὶ καθαρότητα τῆς περιστερᾶς.
.    Ἡ εἴσοδός του στὴν Ἔμεσα ὑπῆρξε θριαμβευτική. «Ὁ μακάριος», διαβάζομε στὴν σλαβονικὴ μετάφραση τοῦ Βίου του, «βρῆκε σ’ ἕνα κοπρώνα ἔξω ἀπ’ τὴν πόλη ἕνα ψόφιο σκύλο. Ἔβγαλε τὴν ζώνη του, ἔδεσε τὸν σκύλο ἀπ’ τὰ πόδια καὶ τὸν μετέφερε ἔτσι μέσα στὴν πόλη. Κάποια ἀλητάκια τὸν εἶδαν καὶ βάλθηκαν νὰ φωνάζουν: “Ἕνας μοναχὸς σαλός! Ἕνας μοναχὸς σαλός!”, καὶ νὰ τοῦ πετᾶν πέτρες καὶ νὰ τὸν κτυπᾶνε μὲ μπαστούνια». Τὸ περιστατικὸ θυμίζει αὐτὸ ποὺ διηγεῖται ἡ Ἁγ. Γραφὴ στὸ βιβλίο τῶν Βασιλειῶν. Ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος πηγαίνοντας στὴν Βαιθὴλ συνάντησε μιὰ ὁμάδα παιδιῶν ποὺ τὸν πῆραν ἀπὸ πίσω φωνάζοντας: «Ἀναβαῖνε, φαλακρέ, ἀναβαῖνε». Ἔστριψε πίσω το πρόσωπό του καὶ τὰ καταράστηκε. Δύο ἀρκοῦδες βγῆκαν ἀπ’ τὸν δρόμο καὶ σκότωσαν μιὰ σαρανταριὰ ἀπ’ αὐτά. Τιμωρία δυσανάλογη μὲ τὸ λάθος φαίνεται. Ὁ Συμεὼν δὲν καταρᾶται κανέναν. Ἀντιθέτως. Μὲ τὴν στάση του δείχνει νὰ ἐνθαρρύνει αὐτοὺς ποὺ τὸν κτυπᾶν καὶ τὸν σπρώχνουν. «Λίγο ἀργότερα κουτσαίνοντας, ἕρποντας κατὰ γῆς καὶ ἀρπάζοντας τοὺς περαστικοὺς ἀπ’ τὰ πόδια, ἢ κλωτσώντας στὴν γῆ τὰ πόδια, κατὰ τὸν χρόνο τῆς νέας σελήνης κυρίως, ἔμοιαζε δαιμονισμένος, κάνοντας πολλὰ δυσάρεστα πράγματα καὶ συμπεριφερόμενος σὰν φρενοβλαβής, ὥστε κανένας νὰ μὴ μπορεῖ νὰ τὸν πιστέψει γιὰ ἅγιο». Σύχναζε στὶς ταβέρνες, περιπατοῦσε γυμνὸς δίχως ντροπὴ στὴν ἀγορά, τρώγοντας λουκάνικα τὴν Μεγάλη Παρασκευή. Κατὰ τὴν θ. Λειτουργία πετοῦσε φουντούκια στὶς γυναῖκες μέσα στὶς ἐκκλησίες, ἔμπαινε δῆθεν ἀπὸ ἀπροσεξία μέσα στὰ θερμὰ λουτρά, ποὺ προορίζονταν γι’ αὐτές. «Καὶ πῶς αἰσθάνθηκες ἐκεῖ μέσα;» ρωτοῦσε ὁ διάκονος Ἰωάννης, πάντα δύσπιστος καὶ λιγάκι πονηρός. – «Σὰν δένδρο ἀνάμεσα σὲ δένδρα. Δὲν αἰσθανόμουν τὸ σῶμα μου. Τὸ πνεῦμα μου εἶχε ἁρπαγεῖ ἀπὸ τὸν Θεό».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Β´]

 Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [Β´]

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»
(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/21/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος/

.     Ἡ ἱστορία τῆς νεαρῆς νεκρῆς, τῆς ὁποίας τὰ πλούσια στολίδια ἕνας κλέφτης ἤθελε νὰ συλήσει, περιγράφεται, ἐφαρμοζομένη σὲ διαφορετικοὺς ἁγίους, μέσα στὸν Πρόλογο τῆς Λαυσαϊκῆς Ἱστορίας καθὼς ἐπίσης καὶ στὸν βίο τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Σαλοῦ τοῦ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ τελευταῖος ἔχοντας συναντήσει τὸν κακοποιό, τοῦ ἔχει προείπει τὴν τύφλωσή του, στὴν περίπτωση κατὰ τὴν ὁποία θὰ πραγματοποιήσει τὸ σχέδιό του. Ἀλλὰ τὸ ἀπαίσιο ὑποκείμενο τὸν περιγελᾶ, κατεβαίνει στὸν τάφο, παίρνει τὰ ἀντικείμενα ἀξίας, ποὺ βρίσκονται ἐκεῖ μέσα, κατόπιν ἐνθουσιασμένος ἐπιστρέφει γιὰ νὰ ἁρπάξει τὸ μεσοφόρι τῆς κοπέλας ἀπογυμνώνοντας τὸ σῶμα της. Ἡ κόρη τότε σὰν νὰ ξυπνᾶ ἀπὸ ἕνα βαθὺ ὕπνο, σηκώνεται καὶ καταφέρει μὲ ὁρμὴ ἕνα χαστούκι στὸν τυμβωρύχο, τὸν ὁποῖο, σύμφωνα μὲ τὴν πρόρρηση τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου, τὸν τύφλωσε γιὰ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του.
.   Ἐνθαρρυνόμενος ὅλο καὶ περισσότερο ὁ σαλὸς σ’ ἀντίθεση μὲ τὸν μοναχό ἀλλάζει δρόμο στὴν πρόκληση. Ἡ χλιαρότητα, μητέρα τῆς ἀδιαφορίας, ἐγκαθίσταται ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, κερδίζει τὰ μοναστήρια. Χρειάζεται ἄραγε νὰ χρησιμοποιηθοῦν τὰ μεγάλα μέσα, ὥστε νὰ ἀνασυρθοῦν ἀπὸ τὴν νάρκη τους;
.    Ὁ Σεραπίων, τοῦ ὁποίου τὴν ζωὴ μᾶς διηγεῖται ἡ Λαυσαϊκὴ Ἱστορία, ὁ ἐπονομαζόμενος «Σινδονίτης», διότι μία σινδόνη, ἕνα λινὸ πουκάμισο, τοῦ χρησίμευε γιὰ μοναδικὸ ροῦχο, εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ περιβάλλεται τὴν στολὴ τῆς διὰ Χριστὸν μωρίας: τὴν γυμνότητα. Μοναχὸς στὴν νεότητά του, ἀσκήθηκε μὲ πολλὴ ζέση στὴν μελέτη τῶν Ἁγίων Γραφῶν, τὶς ὁποῖες μποροῦσε νὰ ἀπαγγέλλει ἀπὸ στήθους. Ἀλλὰ προτιμώντας ἀπὸ τὴν ἀσφάλεια ἑνὸς μοναστηριακοῦ κελλιοῦ τὴν πείνα, τὴν δίψα καὶ τὴν ἀνασφάλεια τῶν πέντε δρόμως διάλεξε τὸν πλανόδιο βίο καὶ πέρασε τὸν χρόνο του ταξιδεύοντας. Καθισμένος μιὰ μέρα στὴν ἄκρη ἑνὸς δρόμου εἶδε ἕνα ζητιάνο νὰ τρέμει ἀπὸ τὸ κρύο καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ «σεντόνι» του. «Ποιός σ’ ἔγδυσε ἔτσι;» ρώτησε ἕνας περαστικός. – «Αὐτό», ἀπάντησε ὁ Σεραπίων δείχνοντας τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ κρατοῦσε στὰ χέρια του. Ἐν συνεχείᾳ φτάνει ἕνας ἄνθρωπος ποὺ συρόταν πρὸς τὴν φυλακὴ γιὰ χρέη. Ὁ Σεραπίων πουλᾶ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τοῦ δίνει τὰ χρήματα νὰ πληρώσει. «Ποῦ εἶναι τὸ Εὐαγγέλιό σου;», τὸν ρωτᾶ ὁ ὑποτακτικός του. – «Ἀδιαλείπτως, ἀπαντᾶ ὁ σαλός, μοῦ ἐπανελάμβανε: πώλησε ὅ,τι ἔχεις καὶ δῶσ’ τα στοὺς φτωχούς. Τὸ ἄκουσα».
.    Στὴν Ρώμη ἄκουσε νὰ μιλᾶν γιὰ μιὰ παρθένο, ποὺ ἀπὸ εἴκοσι χρόνια ζοῦσε ἔγκλειστη, χωρὶς νὰ δέχεται κανέναν, χωρὶς νὰ μιλᾶ σὲ κανέναν. Κατόρθωσε νὰ τὴν δεῖ.
— «Τί καθέζη;» τῆς εἶπε.
— «Οὐ καθέζομαι, ἀλλὰ ὁδεύω», ἀπάντησε.
— «Ποῦ ὁδεύεις;»
— «Πρὸς τὸν Θεόν».
— «Ζῆς ἢ ἀπέθανες;»
— Λέγει αὐτῷ˙ «Πιστεύω εἰς τὸν Θεὸν ὅτι ἀπέθανον· ζῶν γὰρ σαρκί τίς οὐ μὴ ὁδεύσῃ;».
— Λέγει αὐτῇ˙ «Οὐκοῦν ἵνα με πληροφορήσῃς ὅτι ἀπέθανες ποίησον ὃ ποιῶ, ἔξελθε καὶ πρόελθε».

.     Αὐτὴ διαμαρτυρήθηκε. Ἀλλὰ ὁ «τρελὸς» ἔχοντας φθάσει στὴν κατάσταση τῆς ἀπαθείας, τῆς πλήρους «ἀδιαφορίας», τῆς ἔδωσε νὰ καταλάβει πὼς λέγοντας νεκρὴ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀποδείξει. Ὑποχώρησε στὰ ἐπιχειρήματά του καὶ βγῆκε. Φθάνοντας κοντὰ σὲ μιὰ ἐκκλησία λέει ὁ Σεραπίων: «Καὶ τώρα, ἂν θέλεις νὰ μὲ πείσεις πὼς εἶσαι νεκρὴ γιὰ τὸν κόσμο, “ἐκδυσαμένη κατ’ ἐμὲ πάντα σου τὰ ἱμάτια ἐπὶ τῶν ὤμων θὲς καὶ πάρελθε μέσην τὴν πόλιν ἐμοῦ προλαμβάνοντος τῷ σχήματι τούτων”». Σκανδαλισμένη ἡ παρθένος ἀρνήθηκε. «Οἱ ἄνθρωποι θὰ μὲ περάσουν γιὰ τρελή». – «Καὶ λοιπόν; Ἂν εἶσαι νεκρὴ γιὰ τὸν κόσμο, τί σὲ νοιάζει τί σκέφτονται;». Ἐκείνη ἀρνήθηκε. «Ἴδε οὖν, μηκέτι μέγα φρόνει ἐπὶ σεαυτῇ ὡς πάντων εὐλαβεστέρα καὶ ἀποθανοῦσα τῷ κόσμῳ», λέει ὁ Σεραπίων. «Εἶμαι ἴσως πιὸ νεκρὸς ἀπὸ σένα καὶ ἀπεδείχθη, καθὼς περπατοῦσα γυμνὸς δίχως ντροπή». Τὸ μάθημα, παρατηρεῖ ὁ Παλλάδιος, ὑπῆρξε πολὺ ὠφέλιμο γιὰ τὴν παρθένο αὐτή, καθ’ ὅτι τὴν παρεκίνησε σὲ περισσότερη ταπείνωση.

 ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Α´]

  • 21 Ἰουλίου: Μνήμη Ἁγ. Συμεὼν τοῦ διὰ Χριστὸν Σαλοῦ καὶ Ἰωάννου ὁσίου

 Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [Α´]

 Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»
(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

 .     Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρὸ ὑπῆρχε στὴν ἔρημο ἕνας ἐρημίτης, χαρισματοῦχος ἐξορκιστὴς τῶν δαιμονισμένων καὶ διώκτης δαιμονίων. Ρώτησε ἕνα ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἐξέβαλε: «Ἡ νηστεία;» – «Ὄχι. Κι ἐμεῖς νηστεύουμε ἐπίσης». –«Οἱ ἀγρυπνίες;» – «Ὄχι. Ξέρεις πὼς δὲν κοιμόμαστε καὶ πὼς εἴμαστε πολὺ δραστήριοι». – «Ἡ ζωὴ στὴν ἔρημο;» – «Ὄχι. Κι ἐμεῖς ἐπίσης συχνάζομε στὶς ἐρήμους». – «Ποιὰ ἀρετὴ λοιπὸν σᾶς ἀναγκάζει νὰ φεύγετε;» – «Ἡ ταπείνωση. Δὲν ὑποφέρομε τὴν ταπείνωση».
.    Θὰ μπορούσαμε, νὰ γεμίσουμε ἕνα βιβλίο μὲ χωρία ἀπὸ τὶς γραφὲς τῶν Πατέρων, ὅπου ἐξυμνεῖται ἡ ταπείνωση. Ἐκριζώνει τὰ πάθη, στερεώνει τὸ οἰκοδόμημα τῆς πνευματικῆς τελειότητας, κάνει ν’ ἀναβλύζει, μέσα σὲ μία καρδιὰ ποὺ αὐτομέμφεται, ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Οἱ πρῶτοι διὰ Χριστὸν σαλοὶ παραδίδονταν μὲ τέτοια θέρμη στὴν ἐξάλειψη τῆς ὑπερηφανείας, ὥστε μιὰ παρέμβαση ἀγγέλου ἀπέβαινε ἀπαραίτητη, γιὰ νὰ ἀποκαλύψει τὴν ἀρετή των.
.    Ὁ Ἅγ. Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος († 373), μεγάλος ἀσκητὴς καὶ φημισμένος συγγραφέας, δύο χρόνια πρὸ τοῦ θανάτου του ἐπισκέφθηκε τὸ γυναικεῖο μοναστήρι τοῦ Μὲν (ἢ Μὶν) ἱδρυθὲν ἀπὸ τὴν ἀδελφὴ τοῦ Μεγάλου Παχωμίου καὶ μέσα στὸ ὁποῖο τετρακόσιες μοναχὲς εἶχαν ἤδη συναχθεῖ. Ἀνάμεσά τους βρισκόταν μὰ κόπτισσα, ἡ Ἰσιδώρα (ἢ Βρανκίς), τῆς ὁποίας τὴν ἱστορία μᾶς διηγεῖται. Θεωροῦσαν τὴν Ἰσιδώρα πτωχὴ τῷ πνεύματι καὶ γι’ αὐτὸ τῆς ἀνέθεταν νὰ ἐκτελέσει τὶς πλέον σκληρὲς ἐργασίες καὶ τὰ πιὸ ἀπεχθῆ διακονήματα. Ξυπόλητη, μὲ ἕνα κουρέλι στὸ κεφάλι ὑφίστατο χωρὶς γογγυσμὸ τὸν περίγελω, τὶς ἀδικίες, ἀκόμα καὶ τὰ χτυπήματα ποὺ τῆς δώριζαν οἱ συντρόφισσές της. Ποτὲ δὲν ἔτρωγε στὴν τράπεζα ἀλλὰ ἱκανοποιεῖτο μὲ τὰ ψίχουλα τοῦ τραπεζιοῦ μετὰ τὸ γεῦμα καὶ τὰ ὑπολείμματα τῶν καζανιῶν, ὅταν τὰ ἔτριβε στὴν κουζίνα. Καί, παράξενο πράγμα, ὅσο τὴν κακομεταχειρίζονταν, τόσο αὐτὴ φαινόταν εὐτυχισμένη. Μόνον ὁ Θεὸς γνώριζε τὴν καθαρότητα τῆς καρδίας της. Αὐτὸς τὴν ἀπεκάλυψε στὸν ἐρημίτη Πιτιρούμ, ὑποτακτικὸ τοῦ Μ. Παχωμίου, μιὰ μέρα ποὺ εἶχε πειρασθεῖ ἀπὸ ὑπερηφάνους λογισμούς. «Διὰ τί μέγα φρονεῖς ἐπὶ σεαυτῷ ὡς εὐλαβής, καὶ ἐν τοιούτῳ καθεζόμενος τόπῳ», τοῦ λέει φανερώνοντάς του ἕνα ἄγγελο, «ἄπελθε εἰς τὸ μοναστήριον τῶν γυναικῶν τῶν Ταβεννησιωτῶν, καὶ ἐκεῖ εὑρήσεις μίαν διάδημα ἔχουσαν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς˙ αὕτη σου ἀμείνων ἐστι. Τοσούτῳ γὰρ ὄχλῳ πυκτεύουσα, τὴν καρδίαν αὐτῆς οὐδέποτε ἀπέστησε τοῦ Θεοῦ˙ σὺ δὲ καθεζόμενος ὧδε, ἀνὰ τὰς πόλεις πλανᾶσαι τῇ διανοίᾳ».
.    Τιμημένες ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ φημισμένου ἀσκητῆ μαζεύτηκαν οἱ μοναχές, ἀλλὰ καμιὰ ἀπ’ αὐτὲς δὲν εἶχε τὴν «κόμμωση» ποὺ εἶχε περιγράψει ὁ ἄγγελος. «Εἶστε ὅλες ἐδῶ;» ρώτησε ὁ Πιτιρούμ. – «Ναί. Μόνον ἡ τρελὴ λείπει, ἡ Ἰσιδώρα, ποὺ ἔμεινε στὴν κουζίνα». Στὴν ἐπιθυμία τοῦ ἐπισκέπτη ἔσπευσαν νὰ τὴν βροῦν. Μόλις αὐτὴ ἐμφανίστηκε, ἀνθισταμένη, συρομένη ἀπὸ δύο ἀδελφὲς ὁ Πιτιροὺμ προσέπεσε μπροστά της. «Εὐλόγησόν με, Ἀμμά!» ἀνεφώνησε. Ἡ Ἡγουμένη τοῦ μοναστηριοῦ θέλησε νὰ παρέμβει – «Τί κάνεις ἐκεῖ; Δὲν αἰσχύνεσαι; Εἶναι μιὰ τρελή!» – «Ὑμεῖς ἐστὲ σαλαί», ἀποκρίθηκε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἀντὶ τοῦ ράκους ἔβλεπε ἕνα στεφάνι, νὰ λάμπει πάνω στὸ κεφάλι τῆς Ἰσιδώρας. «Αὐτὴ εἶναι καλύτερη ἀπ’ ὅλες σας, καλύτερη ἀπὸ μένα, καὶ ζητῶ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ βρεθῶ στὸ ἐπίπεδό της τὴν Ἡμέρα τῆς Κρίσεως».
.    Ἀκούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια οἱ ἀδελφὲς ξαφνικὰ φωτίστηκαν καὶ περικύκλωσαν τὴν «τρελή», γιὰ νὰ τῆς ζητήσουν συγχώρηση. Ἡ μιὰ κλαίγοντας ἐξομολογεῖτο, ὅτι τὴν περιγελοῦσε γιὰ τὸ συντετριμμένο ὕφος της˙ μιὰ ἄλλη ὁμολογοῦσε, ὅτι εἶχε ἀδειάσει πάνω της τὸ ἀπόπλυμα τοῦ πιάτου˙ μιὰ τρίτη θυμόταν ὅτι τὴν εἶχε γρονθοκοπήσει καὶ τῆς εἶχε μελανιάσει τὴν μύτη. Συγχωρημένες προσευχήθηκαν ὅλες μαζὶ καὶ ὁ πατὴρ Πιτιροὺμ γύρισε στὸ ἀσκητήριό του πολὺ ὠφελημένος. Ὅσο γιὰ τὴν Ἰσιδώρα, ἀρνουμένη ἀπὸ ταπείνωση νὰ παραχωρήσει θέση στὴν τιμή, ἡ ὁποία στὸ ἑξῆς τῆς ἀποδιδόταν, χάθηκε ἀπ’ τὸ μοναστήρι καὶ κανένας ἔμαθε ποτὲ ποῦ πέρασε τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς της, κανένας ποτὲ πῶς ἐτελεύτησε.
.   Ταπείνωση; Ναί. Ἀλλὰ ὑπακοή; Ἡ Ἰσιδώρα δὲν εἶχε ζητήσει τὴν εὐλογία τῆς Ἡγουμένης της, οὔτε γιὰ νὰ προσποιεῖται τὴν χαζή, οὔτε γιὰ νὰ ἐγκαταλείψει τὸ μοναστήρι. Αὐτὴ ἡ ἁγία ἀνυπακοὴ –θὰ μπορούσαμε νὰ τὴν ὀνομάσουμε ἀνωτέρα ἐλευθερία;– εἶναι ἐξ ὑπαρχῆς ἕνα ἐνδεικτικὸ στοιχεῖο τῶν σαλῶν. Εἶναι πολὺ σημαντικό. Θὰ ἐπανέλθομε.
.    Ἕνα ἄλλο σημεῖο ὅπου διαφοροποιεῖται ὁ ἀνεύθυνος καὶ περιπλανώμενος σαλὸς ἀπὸ τὸν μοναχό, μέλος μιᾶς ὀργανωμένης κοινότητος, εἶναι ἡ ἁγία ἀπρονοησία. «Ἕνας ἄνθρωπος, διηγεῖται ὁ Ἰωάννης Μόσχος, συγγραφέας τοῦ Λειμωναρίου, μᾶς συνάντησε στὴν Ἀλεξάνδρεια ντυμένος ἕνα τσουβάλι, ποὺ τοῦ ’φτανε ἴσαμε τὰ γόνατα καὶ ἔμοιαζε μὲ τρελό. Τοῦ δώσαμε χρήματα. Τί θὰ τὰ ἔκανε; Τὸν ἀκολουθήσαμε. Ὅταν εἶχε στρίψει στὴν γωνία τοῦ δρόμου, ὕψωσε πρὸς τὸν οὐρανὸ τὸ δεξί του χέρι, ποὺ εἶχε τὰ χρήματα, τὰ κράτησε στὸν ἀέρα, ὕστερα ἔκανε μιὰ μετάνοια στὸν Θεὸ καί, ἀφοῦ ἄφησε τὰ χρήματα κατὰ γῆς, ἔφυγε».
.   Στὴν ἀρχή, παρ’ ὅλα αὐτά, στοὺς πρώτους αἰῶνες τοῦ μοναχισμοῦ, ὁ μοναχὸς τῆς ἐρήμου καὶ ὁ σαλὸς εἶχαν πιὸ πολλὰ σημεῖα κοινὰ παρὰ ἀνομοιότητες. Ὁ Σεραπίων († ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ.) ἄραγε εἶναι μοναχὸς ἢ σαλός, ἢ καὶ τὰ δυὸ συγχρόνως; Αὐτὸ ποὺ μᾶς μαθαίνει ἡ Λαυσαϊκὴ Ἱστορία σχετικὰ μ’ αὐτόν, βρίσκεται σὲ ἕνα κείμενο μέσα στὸν πρόλογο καὶ στὸ ἡμερολόγιο ποὺ ἀναφέρεται σ’ ἕνα ἄλλον Αἰγύπτιο, τὸν Βησσαρίωνα –μεγάλο ἀσκητή, μοναχὸ ἢ σαλό;– ὁ ὁποῖος πέθανε στὰ τέλη τοῦ αἰώνα. Μὲ διακόσια χρόνια διαφορά, ὁ ἅγ. Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος καὶ ὁ Συμεὼν ὁ Σαλὸς ὑφίστανται τὴν ἴδια δοκιμασία τὴν ὁποία, καὶ οἱ δύο, ἀντιμετωπίζουν μὲ ταυτόσημο τρόπο: ἀδιαμαρτύρητα σηκώνουν τὴν μομφὴ ποὺ τοὺς προσάπτει μιὰ δούλα, ἡ ὁποία ἔμεινε ἔγκυος, καθὼς καὶ τὴν περιφρόνηση ποὺ συνοδεύει τὴν κατηγορία. Ἀφοῦ ἀποκαθίστανται, (ἡ δύστυχη κοπέλα γέννησε κανονικά, μόνον ἀφοῦ ὁμολόγησε τὸ ψέμα της καὶ κατονόμασε τὸν ἀληθινὸ διαφθορέα της) οἱ δύο ἅγιοι ἀποφεύγουν τὶς ἀποδείξεις μετανοίας, στὶς ὁποῖες τοὺς ὑποχρεώνουν, ὁ μὲν Μακάριος μακρυνόμενος στὴν ἔρημο τῆς Σκήτεως, ὁ δὲ Συμεὼν πηγαίνοντας νὰ κάνει τὸν γελωτοποιὸ μέσ’  στοὺς δρόμους τῆς Ἐμέσης.

 ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/23/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-β´/

, , , , ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΔΙΩΝ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ

ΗΡΩΔΙΩΝ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ
ρχιμανδρίτου Σεραφεμ Δημόπουλου

Ἐδῶ καὶ πολὺ καιρὸ εἶχα ἀκούσει διὰ τὸν πατέρα Ἡρωδίωνα. Τὸν θαυματουργό, τὸν διὰ Χριστὸν σαλὸ τῆς ἁγιορείτικης ἐρήμου τῆς Καψάλας.

Ἀπὸ σκόρπιες πηγὲς περισυνέλεξα ὀλίγα πτωχὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς του τὰ ὁποῖα προσφέρω εἰς τοὺς εὐσεβεῖς χριστιανοὺς διὰ νὰ γνωρίζουν ὅτι καὶ εἰς τοὺς ἐσχάτους αὐτοὺς καιρούς, ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἐγκατέλειπε, ἀλλὰ μᾶς ἔδωκεν ἰσχυρὰ στηρίγματα εἰς τὴν γῆ καὶ διαπύρους πρεσβευτὰς εἰς τοὺς οὐρανούς.
Γεννήθηκε τo 1904 εἰς τὴν Ρουμανία εἰς τὴν ἐπαρχία Ὀρντάσεστ. Ὁ πατέρας του, λεγόταν Πέτρος Μαντούφ, ἡ μητέρα του Ἑλένη, Ἦταν πτωχοὶ ἀλλὰ τίμιοι ἄνθρωποι. Ὁ Πέτρος δούλευε στὰ χωράφια, ἔβοσκε τὰ λιγοστά του πρόβατα, ἔτρωγε δηλαδὴ τὸ ψωμὶ τοῦ ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου του. Ὁ Θεὸς τοῦ χάρισε ἕνα γυιό, τὸν Ἰωάννη. Ἦταν ἕνα ἀθῶο καὶ φιλότιμο παλληκάρι. Ψηλός, γεροδεμένος, μὲ γαλανὰ φωτεινὰ μάτια. Βοηθοῦσε τὸν πατέρα του στὰ πρόβατα καὶ καλλιεργοῦσαν μαζὶ τὰ χωράφια. Ὁ Ἰωάννης εἶχε μία ἔντονη θρησκευτικὴ φύσι. Ἦταν φιλέρημος χαρακτήρας. Τοῦ ἄρεσε νὰ ἀκούη ἱστορίες γιὰ μεγάλους ἐρημίτες, ποὺ ἀσκήτευαν στὰ σπήλαια καὶ σὲ μικρὲς καλύβες ποὺ ἔφτιαχναν ἀπὸ κορμοὺς δένδρων στὰ Καρπάθια ὄρη καὶ ἡ καρδιά του καιγόταν νὰ τοὺς μιμηθῆ. Τοῦ ἔλεγαν οἱ γεροντότεροι ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχει ἕνα ὄρος, ὡσὰν ἕνας νομὸς εἰς τὸν ὁποῖο ὑπάρχουν μόνο μοναστήρια, σκῆτες καὶ φτωχικὲς καλύβες ποὺ ἐδῶ καὶ χίλια χρόνια περίπου ζοῦν μόνο ἀσκητάδες. Ὁ πρῶτος ἐρημίτης τοῦ Ἁγίου Ὄρους, λεγόταν Πέτρος. Ἦταν στρατηγὸς καὶ φίλος τοῦ αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου Νικηφόρου Φωκᾶ. Ὁ ἐρημίτης Πέτρος ζοῦσε ἀσκητικὰ σὲ μία σπηλιὰ καὶ πολὺ βασάνιζε τὸ σῶμα του. Πολὺ τὸν ταλαιπωροῦσαν οἱ δαίμονες. Ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τοῦ παρουσιάστηκε σ’ ἕνα ὅραμα γεμάτο φῶς καὶ τοῦ εἶπε: «Ἔχε ὑπομονὴ στὶς παγίδες καὶ τὰ βέλη τοῦ ἐχθροῦ ἐκλεκτέ μου. Τὸ ὄρος αὐτὸ εἶναι δικό μου. Τὸ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Υἱό μου, καὶ αὐτὸς μοῦ τὸ ἔδωσε. Ἐδῶ θὰ ἔρχονται νὰ κατοικοῦν ὅσοι θέλουν νὰ ἀφιερωθοῦν εἰς τὸν Θεό. Ὅσο ζοῦν θὰ ἔχουν τὴν προστασία μου. Θὰ τοὺς τρέφω καὶ θὰ τοὺς συντηρῶ. Δὲν θὰ τοὺς λείψη τίποτε. Καὶ ὅταν φύγουν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό, θὰ τοὺς δωρήσω τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Θὰ τὸ κάμω γνωστὸ καὶ ἔνδοξο σ’ ὅλον τὸν κόσμο. Βασιλιάδες καὶ ἄρχοντες θὰ ἔρχονται ἐδῶ νὰ προσκυνοῦν. Γυναίκα δὲν θὰ πατήση τὸ πόδι της ἐδῶ. Μόνον ἐγὼ θὰ βασιλεύω, κανένας βασιλιὰς ἢ ἄρχοντας θὰ βασίλευσει ἐδῶ».
Ἡ καρδιὰ τοῦ Ἰωάννη σκίρτησε. Ἄραγε πῶς ἐγὼ θὰ τὰ καταφέρω νὰ πάω στὸ Ἅγιον Ὅρος; Μὲ τί μέσον; Μὲ τί τρόπο; Δὲν θὰ μὲ ἀναζητήσουν οἱ γονεῖς μου; Δὲν θὰ μὲ εὕρουν; Ὅμως ὁ Ἰωάννης τὸ ἀποφάσισε. Φεύγει λοιπὸν ἀπὸ τὸ σπίτι του, ἔρχεται στὴ Μαύρη Θάλασσα, εὑρίσκει ἕνα πλοῖο, καὶ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἔρχεται εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὅμως θέλει νὰ ἰδῆ, νὰ μελετήση, νὰ κατανοήση τὴν ζωὴ ἐδῶ. Ἔτσι γίνεται ἐργάτης στὴν Μονὴ Καρακάλου. Δουλεύει στοὺς λαχανόκηπους, στὶς ἐληές. Σὲ κάθε ἐργασία. Πάντα πρόθυμος, πάντα γελαστός, πάντα χαρούμενος. Αὐτὴ ἡ χαρὰ εἶναι τὸ χαρακτηριστικό του καὶ τὸν συνοδεύει σ’ ὅλη του τὴν ζωή. Ἔπειτα ἀποφασίζει νὰ συναριθμηθῆ σὲ μία μοναχικὴ συνοδεία, Πρῶτα ἀσκητεύει στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Διονυσίου. Τί τὸν εἵλκυσε ἐδῶ; Τὸ αὐστηρὸ τυπικό, οἱ ζηλωτὲς ἀσκητάδες καὶ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων. Ἐδῶ σώζεται, πολύτιμος θησαυρός, τὸ δεξιὸ χέρι τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Τὸ χέρι μὲ τὸ ὁποῖο ἐβάπτισε τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Ὅμως ὁ Ἰωάννης θέλει νὰ γνωρίση καὶ νὰ ζήση καὶ σὲ ἄλλες μοναχικὲς παλαῖστρες. Ἔτσι ἀφήνει τὸ ἁγιασμένο αὐτὸ μοναστήρι, κι ἔρχεται στὸ μοναστήρι τοῦ Φιλθέου.
Ἐδῶ μένει ἀρκετὸ καιρό. Γυμνάζεται στοὺς πνευματικοὺς πολέμους. Δέχεται τὰ βέλη τοῦ ἐχθροῦ καὶ ἀπαντάει ὡσὰν γενναῖος στρατιώτης. Ἡ καρδιά του γίνεται ἕνα πεδίο βολῆς. Ἕνα ἀναπεπταμένο πεδίο μάχης. Ἀπὸ τὴ μία μεριὰ οἳ δαίμονες. Τὸν πολεμοῦν μὲ ὅλη τους τὴν δύναμι, μὲ ὅλο τους τὸ μίσος. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὃ ἡρωικὸς ἀγωνιστής. Δὲν πολεμάει τὸν ἐχθρὸ μὲ ὁρατὰ ὄπλα. Ὁ πόλεμος δὲν εἶναι ὁρατός. Εἶναι ἀόρατος. Τὸν πολεμάει μὲ πνευματικὰ ὄπλα. Νηστεία, ὑπομονή, σιωπή, ταπείνωσι, ἀγρυπνία, μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ἰδιαίτερα τὸν πολεμάει μὲ τὴν προσευχή. Διὰ τὸν μοναχὸ ἢ προσευχὴ εἶναι τὸ πρῶτο του θέμα. Ἐὰν ἐπιτύχη εἰς τὴν προσευχὴ ἐπέτυχεν εἰς τοὺς στόχους τους. Ἐὰν ἀπὸ τύχη εἰς τὴν προσευχή, ἔχει κάμει μεγάλα ρήγματα ὁ ἐχθρὸς εἰς τὸ κάστρο τῆς ψυχῆς του, καὶ πρέπει νὰ βιασθῆ γιὰ νὰ κερδίση τὸ χαμένο ἔδαφος. Ἐδῶ εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος οἱ μοναχοὶ προσεύχονται μὲ μία ἁπλῆ προσευχή, ποὺ ἔγινε ἀληθινὴ ἐπιστήμη. Προσεύχονται μὲ τὴν προσευχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον ἠμᾶς».Ὁ Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος ρώτησε τὸν ἄγγελο. «Πῶς πρέπει ἐμεῖς οἱ μοναχοὶ νὰ προσευχώμεθα;». Καὶ ὁ ἄγγελος τοῦ ἀπάντησε: «Ἐὰν ὁ μοναχὸς εἶναι γραμματοφόρος, νὰ διαβάζη τὸ ψαλτήριον. Ἐὰν εἶναι ἀγράμματος, νὰ λέγη τὴν ἁπλῆ προσευχή, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς». Ὅμως πολλοὶ γραμματοφόροι προτιμοῦν νὰ προσεύχωνται μὲ τὴν ἁπλῆ αὐτὴ προσευχή, παρὰ μὲ τὸ Ψαλτήριον.
Ὁ μοναχὸς ὅλο τὸν χρόνο τῆς ζωῆς του, λέγει αὐτὴ τὴν εὐχή. Αὐτὴ ἡ προσευχὴ ὁμοιάζει μὲ τὴν ἥσυχη ἁπαλὴ βροχή. Ἡ ἥσυχη βροχὴ ποτίζει σιγὰ σιγὰ τὴν γῆ καὶ ἡ γῆ καρποφορεῖ. Ἡ καταρρακτώδης βροχὴ δὲν βοηθάει τὴν γῆ νὰ καρποφορήση. Παρασύρει τὸ χῶμα, τὴν λίπανσι, τοὺς σπόρους.
Ἄλλο παράδειγμα. Ὅταν τὸ ζεστὸ νερὸ κυκλοφορεῖ εἰς τὰ σώματα τοῦ καλοριφὲρ πάντοτε, ὅλο τὸ δωμάτιο θερμαίνεται. Ἐὰν τὸ ζεστὸ νερὸ σταματήση νὰ κυκλοφορῆ εἰς τὸ καλοριφέρ, ὅλο τὸ δωμάτιο ψύχεται. Ὅταν εἰς τὴν καρδία κυκλοφορεῖ πάντοτε τὸ γλυκύτατο ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ καρδία θερμαίνεται μὲ θεία θέρμη, καὶ διὰ τῆς καρδίας, κάθε κύτταρο, κάθε μέλος τοῦ σώματος θερμαίνεται, ἐξαγνίζεται ἀπὸ κάθε ρυπαρὸ λογισμό, ἀπὸ λογισμοὺς μίσους, μνησικακίας, ἐκδικήσεως, φθόνου, ζηλοφθονίας, ὑπερηφάνειας, οἰήσεως, ἀλαζονείας, φιλοδοξίας, φιλοπρωτείας, κοιλιοδουλείας, πολυφαγίας, καλοφαγίας, φιλυπνίας, ραθυμίας, ἀκηδίας, ὀκνηρίας, περιέργειας, πολυπραγμοσύνης, θλίψεως, μελαγχολίας, ταραχῆς, νευρικότητος, ἀνυπομονησίας καὶ κάθε πάθους μικροῦ ἢ μεγάλου. Ὅμως, ἐσκέφθη ὁ ἀσκητής μας, ὅτι ἐδῶ εἰς τὸ μοναστήρι μὲ τοὺς τόσους θορύβους, δὲν μπορεῖ ἡ ψυχὴ νὰ καλλιεργήση τὴν καρδιακὴ προσευχή, διὰ τοῦτο δὲ ἀνεχώρησε ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἔρημον τῆς Καψάλας, εἰς τὴν ὁποία πολλοὶ μοναχοὶ καὶ πολλοὶ Ρουμάνοι ζοῦσαν ἡσυχαστικὸν βίον, μὲ ἀπόλυτη σιωπή, ἀπομόνωση, νηστεία, εἶχον δὲ καὶ προσφόρους περιστάσεις διὰ τὴν νοερὰ ἢ καρδιακὴ προσευχή. Μὲ πολὺ προσοχὴ κατεσκόπευσε τὰ καλύβια, τὶς σκῆτες, τὶς μικρὲς συνοδεῖες καὶ ἡ ψυχὴ του ἀναπαύτηκε σὲ ἕνα κελλὶ πολὺ ἀπομονωμένο, τοῦ Ἁγίου Δημητρίου –ἀπέχει σαράντα λεπτὰ ἀπὸ τὸ δρόμο. Ἦταν δὲ παντελῶς ἔρημο, ἀκατοίκητο, μισοερειπωμένο. Τὰ παράθυρα κατεστραμμένα, οἱ πόρτες ἐπίσης, οἱ λαμαρίνες ἐπίσης. Ὅταν φυσοῦσε ἄνεμος, σφύριζε μέσα στὸ κελλί, ὅταν χιόνιζε, τὸ κελλὶ ἦταν πάντα χιονισμένο μέσα. Ὁ π. Παΐσιος γνωρίζοντας τὴν κατάσταση τοῦ κελλιοῦ του, τοῦ ἔστειλε τρεῖς ὑποτακτικούς του, νὰ τοῦ τὸ διορθώσουν.

Ἐκεῖ ἔζησε σαράντα ὁλόκληρα χρόνια. Μόνος. Μονώτατος. Ἔρημος. Ἀπλησίαστος ἐρημίτης. Δὲν περιποιόταν καθόλου τὸν ἑαυτό του. Ποτέ του δὲν πλύθηκε, Ποτέ του δὲν φρόντισε νὰ εὕρη ἕνα καλὸ ροῦχο. Δὲν ἔπαιρνε καμιὰ μέριμνα διὰ τροφή. Πατέρες ἀπὸ τὰ γειτονικὰ κελλιά, Ἕλληνες καὶ Ρουμάνοι, τοῦ ἄφηναν εὐλογίες, καὶ μὲ αὐτὲς συνετηρεῖτο. Σαράντα χρόνια μελέτης τοῦ Θεοῦ. Σαράντα χρόνια καρδιακῆς προσευχῆς. Σαράντα χρόνια πάλευε μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως καὶ μὲ τοὺς δαίμονας.
Ἀπὸ ἔγκλειστος καὶ ἡσυχαστὴς ἔγινεν κατὰ Θεὸν σαλός. Κατὰ Θεὸν τρελλός. Παλαβός, θεοπάλαβος. Ἔλεγε τοῦ κόσμου τὶς τρέλλες, ἀσυναρτησίες, ἔκαμε τρελλὲς χειρονομίες. Δὲν ἦταν εὐγενής. Στοὺς περίεργους πολὺ ἀπότομος. Ὅταν τοὺς ἔδιωχνε καὶ δὲν φεύγανε, τοὺς περιποιόταν μὲ βρισίδι.
Τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, κατάλαβαν τί θησαυρὸς ἦταν. Τί θησαυρὸ ἔκρυβε. Τί διορατικὰ καὶ προφητικὰ χαρίσματα ἔκρυβε καὶ πολλοὶ τὸν ἐπεσκέπτοντο καὶ αὐτὸς ἔκαμε συγκατάβασι καὶ τοὺς δεχόταν.

Ἀναφέρει ἕνας. Ἀγοράσαμε μακαρόνια, μπισκότα, ἀχλάδια, ροδάκινα, ντομάτες καὶ πήγαμε νὰ τὸν δοῦμε. Μᾶς δέχτηκε. «Ὤ, εὐχαριστῶ καλοὶ πατέρες. Εὐχαριστῶ πολύ». Τοῦ δώσαμε τὰ δῶρα μας. Κόβει τὰ μπισκότα μικρὰ μικρὰ κομματάκια καὶ τὰ πετάει εἰς τὸν ἀέρα. «Νὰ φᾶνε τὰ πουλάκια». Ἔπειτα, κομματιάζει τὰ μακαρόνια καὶ τὰ πετάει σ’ ὅλες τὶς κατευθύνσεις.Ἔπειτα, παίρνει τὰ ἀχλάδια, τὰ ροδάκινα, τὶς ντομάτες καὶ τὶς πετοῦσε στοὺς τοίχους τοῦ κελλιοῦ του. «Τὰ χρειαστήκαμε», ἔλεγαν.
Μέσα, δὲ τὸ κελλί του, μὴ χειρότερα. Στοὺς τοίχους χυμένοι καφέδες, πορτοκαλάδες. Στὸ δάπεδο σὲ ὕψος τριάντα ἑκατοστῶν, πεταμένα κουτιὰ κονσέρβας ὅλων τῶν εἰδῶν, φιάλες ἀπὸ πορτοκαλάδες, πόματα, καὶ σκουπίδια πολλῶν εἰδῶν. Καὶ οἱ σύντροφοί του νὰ ζοῦν εἰρηνικὰ καὶ νὰ κυκλοφοροῦν ἐλεύθερα, ἄφοβα. Σαῦρες, σαμιαμίθια, κατσαρίδες, μύγες, ποντίκια. Ὅλων τῶν εἰδῶν καὶ ὅλων τῶν μεγεθῶν. Καὶ ὁ καλός μας Ἡρωδίων νὰ κινῆται καὶ νὰ ζῆ μ’αὐτὰ ὁμονοιασμένος καὶ συμφιλιωμένος.

Εἶχε τὸ διορατικὸ χάρισμα. «Ἐσύ, εἶσαι ἀπὸ τὴν Κέρκυρα», λέγει σὲ ἕναν.
«Ἐσὺ νὰ πᾶς στὴ Συκιά», λέγει σὲ ἄλλον. Σὲ ποιὰ συκιά, διερωτᾶτο. Συκιὰ λέγανε τὸ χωριό του.
Σὰν τὸν Ἀδάμ, προτοῦ ἁμαρτήσει εἶχε ἐξουσία εἰς τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, τὰ διέτασε καὶ αὐτὰ πειθαρχοῦσαν. Τὸν ἐπεσκέφθη κάποτε ἕνας εὐσεβὴς καὶ συνομίλησαν πολὺ ὥρα στὸ κελλί. Ὅταν τελείωσε ἡ συζήτηση καὶ βγῆκαν ἔξω, νὰ τὸν κατευοδώση, τὸν βλέπει μελαγχολικό. Αἰτία, ὁ συννεφιασμένος οὐρανός. Τὸ παρατηρεῖ αὐτὸ ὁ πατέρας μας καὶ τοῦ λέγει. «Σὲ βλέπω μελαγχολικό. Θέλεις νὰ σκορπίσω τὰ σύννεφα;». Ὑψώνει τὰ μάτια του εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ δίδει διαταγὴ εἰς τὰ σύννεφα: «σκορπισθεῖτε». Τὰ σύννεφα σκορπίσθηκαν καὶ φάνηκε ζεστὸς ὁ ἥλιος. Ρωτάει πάλι. «Θέλεις νὰ πῶ στὴν γῆ νὰ φυτρώσουν λουλούδια;». «Ὄχι, ὄχι», λέγει τρομοκρατημένος.

Ἕνα ἀπόγευμα, εἶχε βγεῖ στὸν ὑποτυπώδη του κῆπο διὰ νὰ φυτεύση κουκιά. Ὅμως ψιλόβρεχε. Ὑψώνει τὰ βλέμματα εἰς τὸν οὐρανὸ καὶ λέγει: «Σταμάτα». Καὶ ἡ βροχὴ σταμάτησε. Ὅταν φύτεψε τὰ κουκιά, ὑψώνει τὰ μάτια εἰς τὸν οὐρανὸ καὶ λέγε: «Τώρα βρέξε». Καὶ ἄρχισε νὰ βρέχη.
Δὲν τὸν εἶδαν ποτὲ νὰ μεταλάβη. Τί συμβαίνει; Ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ τοῦ μετέδιδε τὴν ἁγία κοινωνία, ὅπως συνέβαινε εἰς τοὺς ἐρημίτες ποὺ κατοικοῦσαν εἰς τὰ βάθη τῆς Αἰγυπτιακῆς ἐρήμου, ἢ εἶχε δεχθεῖ τὴν θεία Χάρι τόσο ἔντονα, ὥστε νὰ μὴ ἔχη ἀνάγκη ἀπὸ τὴν Χάρι ποὺ παρέχουν τὰ Μυστήρια.

Εἰς τὴν σωματικὴ διάπλασι ἦταν εὔσωμος, εὐθυτενής, μὲ ὀλίγα γένεια, τῇδε κακεῖσε φυτρωμένα.
Εἶχε ἁπαλά, φυσιολογικὰ καὶ συμπαθητικὰ χαρακτηριστικά. Πάντοτε χαμογελαστός. Οἱ ὀφθαλμοί του ἦσαν γαλανοί, μεγάλοι, λαμπεροί. Ὁλόκληρος ἔλαμπε. Πολλὲς φορὲς τὸ πρόσωπό του φωτιζόταν ἀπὸ τὸ θεῖο φῶς, καὶ τότε δὲν μποροῦσες νὰ τὸν ἰδῆς κατὰ πρόσωπον.

Ὅταν παραγέρασε, τὸν πῆρε ὁ πατὴρ Μελέτιος, Ρουμάνος κατὰ τὴν φυλή, τὸν γηροκόμησε. Ὅταν δὲ ἐκοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ τὴν 12η Δεκεμβρίου 1990, τὸν ἔθαψε. Ὁ πατὴρ Μελέτιος τὸν ἔκαμε μεγαλόσχημο καὶ τοῦ ἔδωκε τὸ ὄνομα Ἡρωδίων. Ὁ ἅγιος Ἡρωδίων, ἦταν μαθητὴς τοῦ Παύλου. Πιστὸς μαθητής. Ἐχειροτονήθη πρεσβύτερος καὶ ἐπίσκοπος καὶ διορίσθη ἐπίσκοπος Νέων Πατρῶν. Ἦταν ζηλωτής, διὰ τοῦτο καὶ οἱ εἰδωλολάτρες μὲ τοὺς Ἰουδαίους, ἀφοῦ τὸν κατατυράννησαν, τοῦ ἀπέκοψαν τὴν κεφαλή. Ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ λειψάνου τοῦ γέροντος Ἡρωδίωνος ἔγινε ἑπτὰ χρόνια ἀργότερα, ἡ δὲ ἁγία του κάρα φυλάσσεται εἰς τὸ κελλίον τοῦ πατρὸς Μελετίου. Ὁ πατὴρ Μελέτιος εἶναι σήμερον ὑπερογδοηκοντούτης, μιμητὴς τοῦ γέροντα Ἡρωδίωνα. Μιμεῖται καὶ τὴν σαλότητά του.

Ὁ Θεὸς διὰ πρεσβειῶν τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἠμῶν Ἡρωδίωνος, εἴθε νὰ ἐλεήση καὶ τὴν ἁμαρτωλή μας ψυχὴ καὶ νὰ μᾶς ἀξιώση τῆς ἐπουρανίου του βασιλείας καὶ τῶν ἐπουρανίων τοῦ ἀγαθῶν. ΑΜΗΝ.

Ἕνα νέο στοιχεῖο ἀπὸ τὴ ζωή του. Τὸν ἐπεσκέφθη ἕνας θεοσεβὴς καὶ τοῦ ἔδωσε δύο εἰκονίδια. «Πάρτα γιὰ τὰ παιδιά σου». «Μὰ δὲν ἔχω δύο παιδιά, ἕνα ἔχω», «Πάρτα, πάρτα»…. Μετὰ ἕνα ἔτος, ἀπέκτησε καὶ δεύτερο παιδί.

ΠΗΓΗ: vatopaidi.wordpress

 

, ,

Σχολιάστε