Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δημ. Νατσιός

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚO ΣΗΜΕIΩΜΑ ΜΙΑΣ ΔΑΣΚAΛΑΣ (Δημ. Νατσιός)

Βιογραφικ σημείωμα μίας δασκάλας

Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-θεολόγος
Κιλκὶς

«Τὴν λευτεριὰ ρωτήσανε ποιᾶς μάνας εἶναι γέννα /
καὶ εἶπε πὼς τὴν γέννησε τὸ ἑλληνικὸ τὸ αἷμα».

.                   Ἀφιέρωμα τὸ παρὸν σημείωμα.  Ὄχι μόνον ἐπετειακό, ἀλλὰ καὶ λίαν ἐπίκαιρο. «Καὶ ἂν εἶναι πλῆθος τ’ ἄσχημα κι ἂν εἶναι τ’ ἄδεια ἀφέντες», ἀκολουθώντας «τὰ μονοπάτια τῆς ποίησης» τοῦ Παλαμᾶ, ἔχουμε τὸ κελάρι τὸ πατρογονικό, γεμάτο τζιβαϊρικὰ πολυτίμητα καὶ πρόσωπα τιμαλφῆ.
.                   Τοῦτες τὶς σακάτικες ὧρες ποὺ περνᾶ ἡ πατρίδα, μὲ τὰ στίφη τῶν μωχαμετάνων, ποὺ τὰ βάφτισαν «πρόσφυγες καὶ μετανάστες» οἱ ἀριστερόμυαλοι γραικύλοι, νὰ ἀκυρώνουν τὴν Ἐπανάσταση τοῦ Εἰκοσιένα, μὲ ἡγέτες «νάνους καὶ ἀρλεκίνους», ποὺ μᾶς πνίγουν μὲ τὶς ἀναθυμιάσεις τους, παρηγοριὰ καὶ καταφυγή, ἡ πατραγαθία. Οἱ πράξεις, ἡ εὔκλεια τῶν προγόνων.
.                   Μία παρένθεση. Δάσκαλος σὲ μικρὰ παιδιά, Ϛ΄  Δημοτικοῦ φέτος, ἀφήνω στὴν ἄκρη τὰ βιβλία, τὶς καντιποτένιες φλυαρίες τοῦ ὑπουργείου, καί, πολλὲς φορές, στρώνομαι καὶ καταγράφω κείμενα εὐσύνοπτα, κατανοητὰ καὶ κατάλληλα γιὰ τὴν κρίσιμη, ἐξοπλιστικὴ ἡλικία τους.  Ἐπιμένω κυρίως σὲ ἀφιερώματα.  Ἡ νεώτερη ἱστορία μᾶς προσφέρεται. Τὸ μάθημα τῆς Ἱστορίας εἶναι δίωρο (ἑβδομαδιαίως).  Ὁπότε ἐπιλέγω δέκα περίπου πρόσωπα – Κολοκοτρώνης, Κανάρης, Καραϊσκάκης, Μπότσαρης, Σολωμός, Παπαφλέσσας, Παῦλος Μελᾶς, Γρηγόρης Αὐξεντίου, μεταξὺ αὐτῶν – τὴν εὐωδία, δηλαδή, τῆς ἱστορίας μας καὶ τοὺς παρουσιάζω στοὺς μαθητές μου.  Χαίρονται χαρὰν μεγάλη καὶ καμαρώνουν. Παρουσιάζω κυρίως στὰ παιδιὰ νόστιμα ἢ ἡρωικὰ ἐπεισόδια ἀπὸ τὸν βίο καὶ τὴν πολιτεία σας. Αὐτὰ τοὺς συγκινοῦν, ἐντυπώνονται ἀνεξίτηλα στὴ δροσερὴ μνήμη τους.
.                   Παράδειγμα:  Ἔλεγε ὁ Κολοκοτρώνης: «Κάποτε ἡ κουκουβάγια ἤθελε ν’ ἀλλάξει φωλιά, γιατί ἡ παλιὰ εἶχε λερωθεῖ ἀπὸ τὶς κουτσουλιές της.  Ὅπου καὶ νὰ πᾶς, τῆς εἶπε ἄλλο πουλί, καὶ τὸν κῶλο σου μαζί σου θὰ τὸν πάρεις». Γέλιο τὰ παιδιὰ καὶ θαυμασμὸ γιὰ τὴν θυμοσοφία τοῦ Γέρου τοῦ Μοριᾶ.  Διδασκαλία σημαίνει «τέρπειν καὶ διδάσκειν» κατὰ τὸν ἀείχλωρο λόγο τοῦ Πλάτωνα. Καὶ πάντα μὲ ταπείνωση καὶ ὄχι ταπεινώνοντάς τα, ἔχοντας πάντοτε ὑπ’ ὄψιν ὅτι διδάσκουμε καὶ συμβουλεύουμε ἀνθρώπους πολὺ καλύτερους ἀπὸ ἐμᾶς.
.                   Ἀφιέρωμα, λοιπόν, τὸ παρὸν σημείωμα σὲ μία – τίτλος τιμῆς, ἀνυπέρβλητος –  Δασκάλα τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα, τὴν Αἰκατερίνη Χατζηγεωργίου.  Μᾶς ἄφησε ἕνα βιογραφικὸ σημείωμα, δὲν τὸ ἔγραψε μὲ μελάνι.  Τὸ χάραξε μὲ τὸ αἷμα της.  Δὲν φώτισε μὲ τὸν λόγο της, ἀλλὰ μὲ τὸ κορμί της.  Ἔγινε ἡ ἴδια λαμπάδα.  Τὸ βιογραφικό της τὸ κατέθεσε στὸ Συναξάρι τῶν Ἡρώων τοῦ Γένους.
Ἂς τὸ διαβάσουμε μὲ εὐλάβεια:
.            Ὄνομα:  Αἰκατερίνη Χατζηγεωργίου
.             Τόπος γεννήσεως: Γευγελῆ Μακεδονίας, πόλη ἑλληνική, ποὺ σήμερα εἶναι στὴν κατοχὴ τῶν Σκοπιανῶν.
.           Ἔτος γεννήσεως: 1885
.            Ἐπάγγελμα: Στὰ δεκαοκτώ της ἔγινε δασκάλα στὰ σκλαβωμένα Ἑλληνόπουλα τῆς Μακεδονίας.
.               Βασικὲς Σπουδές:  Σπούδασε στὸ Παρθεναγωγεῖο Μοναστηρίου, πόλη κάποτε μὲ ἀκμαῖο ἑλληνικὸ πληθυσμό, τὴν ὁποία κατέχουν οἱ πλαστογράφοι τῆς ἱστορίας.
Δὲν σπούδασε σὲ κάποιο Παιδαγωγικὸ Τμῆμα, στὸ ὁποῖο διδάσκουν ἐθνομηδενιστὲς καὶ νεοταξικὰ ἀπολειφάδια τύπου Ρεπούση, ποὺ ἐξοργίζονται διότι γίνεται ἁγιασμὸς στὰ σχολεῖα – κατὰ δήλωσή της πρὸ μηνὸς – καὶ… δαιμονίζεται γιατί ἀκόμη ἐκκλησιάζονται τὰ σχολεῖα.  Ἂν εἶχε καθηγήτρια τὴν Ρεπούση, ἡ Αἰκατερίνη, θὰ πήγαινε μὲ τοὺς Κομιτατζῆδες ἢ θὰ τὴν ἀπέλυαν, γιατί θὰ χαρακτηριζόταν ἐθνικίστρια, δασκάλα τοῦ σκοταδισμοῦ.  Δόξα τῷ Θεῷ τότε δὲν εἴχαμε παιδαγωγικὰ τμήματα. Εἴχαμε Παρθεναγωγεῖα, Μεγάλες τοῦ Γένους Σχολές, Πανεπιστήμια ἡρώων.
.               Μεταπτυχιακὲς σπουδές:  Ἔκανε μεταπτυχιακὲς σπουδὲς στὸ ἀθάνατο πανεπιστήμιο τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας, εἰδικεύτηκε στὴν φιλοπατρία καὶ τὴν αὐτοθυσία. Ἀναγορεύτηκε διδάκτωρ τοῦ ἡρωισμοῦ στὶς 14 Ὀκτωβρίου τοῦ 1904, μὲ βαθμὸ «ἄριστα», ἀπὸ τοὺς ἐπιβλέποντες καθηγητὲς ποὺ ἄκουγαν στὰ ὀνόματα Παῦλος Μελὰς καὶ Ἀναστάσιος Καρατάσος.
.               Ἐκπαιδευτικὴ καὶ κοινωνικὴ δράση:  Δίδαξε στὰ ἑλληνόπουλα γλῶσσα καὶ ἱστορία.  Τοὺς μάθαινε τὴν ἀγάπη στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἁγία του Ἐκκλησία:  «Μία φορὰ κι ἕναν καιρὸ», τοὺς ἔλεγε, «σὲ τοῦτα ἐδῶ τὰ δοξασμένα χώματα ζοῦσε ὁ βασιλιὰς Ἀλέξανδρος, ποὺ σκόρπισε τὸ φῶς καὶ τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμὸ στὰ πέρατα τοῦ κόσμου… Μία φορὰ κι ἕναν καιρὸ ἀπὸ τοῦτα τὰ ἅγια χώματα διάβηκε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, σὰν ἦρθε νὰ φέρει τὸν Χριστιανισμὸ στὴν ἤπειρό μας».  Καὶ τὰ παιδόπουλα μὲ ὀρθάνοιχτα τὰ μάτια τὴν κοίταζαν καὶ ἔκλειναν στὰ ἄγουρα φυλλοκάρδια τους, μὲ ἀνείπωτη περηφάνια, τὸν λόγο, τὸν σπόρο τὸν ἐθνικό, ποὺ ἀργότερα θὰ γεννοῦσε καρπὸ πολύ.
.              Μισθός:  Ἀφιλοκερδῶς, μὲ ἔντιμο πενία, ζοῦσε ἡ Αἰκατερίνη.  Δέν… κατέβαινε σὲ ἀπεργίες γιὰ «αὔξηση μισθῶν», δὲν ἔγινε συνδικαλίστρια σὲ κάποια ΔΟΕ γιὰ νὰ γλιτώσει τὴν αἴθουσα. Ὄχι. Ἀνέβαινε τὰ σκαλοπάτια τῆς λευτεριᾶς. Νυχθημερόν, μονάχη ἔγνοια της, ἡ σωτηρία τῆς Μακεδονίας.  Ἀτρόμητη, «εἰς τὸ ἔθνος προσέφερε ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ὡς ἡρωίδα τοῦ 21», γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὴν διαθήκη τοῦ Γερμανοῦ Καραβαγγέλη, ποὺ κι αὐτὸς κατατάσσει τὸν ἑαυτό του στὴν «λεβεντουργιὰ» τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος.
.             Προαγωγές:  Στὰ δεκαεννιά της χρόνια ἡ Αἰκατερίνη Χατζηγεωργίου πῆρε τὴν τιμιότερη προαγωγή.  Ἀπὸ ἁπλὴ δασκάλα προάγεται σὲ ἡρωίδα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους.  14 Ὀκτωβρίου 1904.  Μία συμμορία κομιτατζήδων περικυκλώνει τὸ σπίτι, κοντὰ στὴν Γευγελή, στὸ ὁποῖο φιλοξενοῦνταν ἡ δασκάλα.  Οἱ θρασύδειλοι Βούλγαροι πάσῃ θυσίᾳ θέλουν νὰ τὴν δολοφονήσουν. Τῆς ζητοῦν νὰ παραδοθεῖ.  Ἀπαντᾶ μὲ τὸ ἀντίλαλο τοῦ Ζαλόγγου: «Ἐγὼ Ἑλληνίδα γεννήθηκα,  Ἑλληνίδα καὶ θὰ πεθάνω». Λέγοντας Ἑλληνίδα ἐννοοῦσε τάφο. Λόγος ἐθνικὸς γι’ αὐτὴν εἶναι νὰ μιλᾶς μὲς ἀπὸ τὸν τάφο. Ἔτσι γράφεται ἡ ἱστορία μας. «Ἀπ’ τὰ κόκκαλα βγαλμένη…». Τρεῖς ὧρες πολεμοῦσε. Ἔβαλαν φωτιὰ οἱ πρόγονοι τοῦ Ζάεφ –ὁ φίλος τοῦ Ἀλέξη τοῦ προδότη– καὶ τὴν ἔκαψαν ζωντανή.
.             Διακρίσεις τιμητικές. Ὄχι. Τὸ κράτος, ἡ νῦν  παλιοψάθα τῶν ἐθνῶν, δὲν τῆς προσέφερε καμιὰ διάκριση. Σχολεῖα ἀνὰ τὴν χώρα ἔβαλαν διάφορες ὀνομασίες. «Δημήτρης Γληνός, Ἀλ. Δελμοῦζος, Μελίνα Μερκούρη».  Κανένα δν φέρει τ νομά της. Καὶ σίγουρα λίγοι δάσκαλοι ἔχουν ἀκουστὰ τὴν ἡρωίδα δασκάλα τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα.  Ἂς εἶναι. Οἱ ἥρωες δὲν ἔχουν ἀνάγκη «κρατικῆς ἀναγνωρίσεως». Τοὺς παίρνει στὰ φτερά της ἡ Δόξα, γιατί μαρτύρησαν γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη στὴν ἁγία καὶ τῆς Μακεδονίας τὴν ἐλευθερία. «Ὅλο εἰς τὸν κρεμνὸν κυλᾶμεν κάθε μέρα», ἔγραφε μὲ τὸ γιαταγάνι του ὁ στρατηγὸς Μακρυγιάννης. Εἶναι αὐτὸ τὸ γκρέμισμα κάθοδος εἰς Ἅδην; Ἴσως. Μήπως γίνει καὶ τόπος Ἀναστάσεως; «Εἴθε», ὅπως ἔγραφε ἡ περικεφαλαία τοῦ Κολοκοτρώνη. Αἰωνία ἡ μνήμη τῶν ἀθάνατων διδασκαλισσῶν τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα.

Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-θεολόγος
Κιλκὶς

Διαφημίσεις

,

Σχολιάστε

ΠΑΙΔΕΙΑ… ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΩΣ ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΗ (Δημ. Νατσιός)

Παιδεία… λειτουργικς ναλφάβητη

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-θεολόγος
Κιλκὶς

.             «Στοιχεῖα σόκ», ἔγραφαν πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ οἱ ἐφημερίδες.  «Λειτουργικὰ ἀναλφάβητοι» οἱ μισοὶ μαθητὲς τῶν Λυκείων.  Καὶ τί σημαίνει λειτουργικῶς ἀναλφάβητοι;  Παρένθεση:  Τὸ σωστὸ εἶναι λειτουργικῶς» καὶ ὄχι οἱ νεοφανεῖς σολοικισμοὶ τοῦ τύπου «ὁμολογουμένα» καὶ «λειτουργικά». Πῶς νὰ ἐξηγήσεις στοὺς ἡμιμαθεῖς κονδυλοφόρους ὅτι ἄλλο τὸ ἐπίρρημα ἀδιακρίτως (χωρὶς διάκριση) καὶ ἄλλο τὸ ἀδιάκριτα (χωρὶς διακριτικότητα, λεπτότητα).  Ἄλλο τὸ περιέργως (παραδόξως) καὶ ἄλλο τὸ περίεργα (παράξενα, ἀκατανόητα).  Ἄλλο τὸ τελείως (ἐντελῶς, καὶ εἶναι κυρίως ποσοτικὸ) καὶ ἄλλο τὸ τέλεια (μὲ τελειότητα, καὶ εἶναι ποιοτικό).  Ἐδῶ ἰσχύει τὸ «ἰατρέ, θεράπευσον σεαυτόν».
.             Λειτουργικῶς ἀναλφάβητος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού, μὲ ἁπλὰ λόγια, δυσκολεύεται στὴν ἀνάγνωση, στὴν γραφὴ καὶ στὸ μέτρημα, στὴν ἀριθμητική. Τίς ὅμως ἢ τί πταίει;  Εὔκολη ἡ ἀπάντηση.  «Ἰχθὺς ἐκ τῆς κεφαλῆς ὄζει». Ὑπουργεῖο Παιδείας. Ἔτσι ἀκριβῶς τιτλοφορεῖται.  Ἐπιμένει ἀκόμη… Τί σημαίνει Παιδεία;  Ἀπάντηση. Νὰ εἶναι τὸν Σεπτέμβριο οἱ δάσκαλοι καὶ τὰ βιβλία στὰ σχολεῖα. Νὰ μὴν παρατηροῦνται «κενὰ καὶ ἐλλείψεις». Τὸ περιεχόμενο τῶν βιβλίων;  Ἀδιάφορο. Τὸ ποιῶν τῶν δασκάλων;  Ποιὸς ἀσχολεῖται;  Ἐρωτῶ:  Μήπως τώρα δρέπουμε τοὺς καρπούς, τῆς εἰσαγωγῆς τὸ 2006, τῶν νέων, «σύγχρονων» βιβλίων Γλώσσας, «περιοδικῶν ποικίλης ὕλης», ὅπως ἀπροκάλυπτα τὰ ὀνομάζω;  Ὅτι σιγὰ-σιγὰ ξεβράζονται τὰ δηλητήρια καὶ οἱ ἀκαθαρσίες ποὺ φιλοξενοῦν;
.             Οἱ μαθητευόμενοι μάγοι τοῦ δῆθεν προοδευτισμοῦ – ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς γίνεται πάντοτε ὑπουργὸς παιδείας – πειραματίστηκαν μὲ τὶς μίζερες, ξέψυχες καὶ σχιζοφρενικὲς ἰδεοληψίες τους καὶ τὰ παιδιὰ νιώθουν τὴν ναυτία ποὺ προκαλεῖ μουχλιασμένη τροφή, ἡ παιδεία τῆς ἀμάθειας.
.             Ἀποτέλεσμα;  Ἀνδρώθηκε μία νεολαία χωρὶς μνήμη, γεννημένη ἀπὸ τὸ μηδέν. Μία νεολαία βαρβάρων. «Ἕνα νέο εἶδος ἀνθρώπου ἔχει ἀναδυθεῖ τὸν τελευταῖο καιρό: Ὁ μορφωμένος βάρβαρος -ποὺ ἔχει σπουδάσει εἴκοσι χρόνια, ἔχει ἀποκατασταθεῖ θαυμάσια ἐπαγγελματικά, ἀλλὰ δὲν ἔχει διαβάσει τίποτα, δὲν ξέρει ἱστορία, ἀγνοεῖ ὁτιδήποτε βρίσκεται ἐκτὸς τῆς εἰδικότητάς τους», θὰ γράψει ἡ Βρετανίδα συγγραφέας Ντ. Λέσινγκ.  Μὲ λίγα λόγια οὐδέποτε ὑπῆρξαν στὸν κόσμο καὶ στὸν τόπο μας τόσοι ἐγγράμματοι καὶ τέτοια φτώχεια πνευματική.
.             Παιδεία σημαίνει ὅμως κυρίως γλῶσσα. Ἡ λέξη «ἀναλφάβητος» αὐτὸ κυρίως ὑπονοεῖ-τελείως ἀγράμματος, ἀστοιχείωτος.
.             Τὸ 2006, ὡς γνωστόν, ἄλλαξαν ὅλα τὰ βιβλία τῆς ἐκπαίδευσης, πρώτης καὶ δεύτερης σχολικῆς βαθμίδας.  Μεταξὺ αὐτῶν καὶ τὰ γλωσσικὰ βοηθήματα. Γιὰ πρώτη φορὰ ἐξοβελίστηκαν ὅλοι οἱ παλαιότεροι σπουδαῖοι λογοτέχνες μας καὶ ἀντικαταστάθηκαν ἀπὸ ἀξιολύπητα ἐρεθίσματα καὶ ἀνάξια λόγου παραθέματα.
.              Πιὸ συγκεκριμένα:
.           Στὰ 10 βιβλία Γλώσσας τῆς Ε´ καὶ Ϛ´ Δημοτικοῦ, ἐκπροσωποῦνται μὲ ἕνα μόλις κείμενο πεζὸ ἢ ποίημα οἱ ἑξῆς λογοτέχνες μας:  Σολωμός, Παλαμᾶς, Ἐλύτης, Σεφέρης, Παπαντωνίου, Νιρβάνας, Ξενόπουλος. Ἀπουσιάζουν:  Παπαδιαμάντης, Κόντογλου, Μυριβήλης, Κρυστάλλης, Καρκαβίτσας, Πολέμης, Δροσίνης, Κάλβος, Βαλαωρίτης, Βιζυηνός, Ἄγρας, Ρώτας, Οὐράνης, Σικελιανός, Ψαθάς, Σαμαράκης καὶ ἄλλοι.
.             Ἐξοστρακίστηκαν τὰ δημοτικά μας τραγούδια «τὸ τελεσφορώτατατον ὄργανον τῆς ἐθνικῆς ἀγωγῆς, ἐκτρέφουσα καὶ συντηροῦσα τὸ ἐθνικὸν φρόνημα», γράφει ὁ μεγάλος Νικόλαος Πολίτης.
.             Ἀπουσιάζουν κείμενα τῶν ἀρχαίων κλασσικῶν, τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ διδακτικότατοι μύθοι τοῦ Αἰσώπου. Καὶ μὲ τί ἀντικαταστάθηκαν;

  1. Ἄρθρα ἐφημερίδων: Πληθώρα ἄρθρων, σχετικῶν καὶ ἄσχετων, ἀτάκτως ἐρριμμένων ἐντὸς τῶν πολλῶν σελίδων τῶν νέων βιβλίων, ἀλλὰ καὶ κατὰ συνέπεια ἐντὸς τῶν κεφαλιῶν τῶν μικρῶν μαθητῶν. Σὲ 15 τουλάχιστον μαθήματα ὑπάρχουν ἀποκόμματα ἐφημερίδων (ΕΘΝΟΣ, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ΝΕΑ, ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ, ΒΗΜΑ, ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ).

  2. Ἱστοσελίδες. Σὲ 10 ἀνέρχονται τὰ κείμενα ποὺ προέρχονται ἀπὸ ἱστοσελίδες κυρίως ἑλληνικῶν ἱστοτόπων (ΦΟΚΟΥΣ, ΠΛΑΝΗΤΑΡΙΟ, ΖΩΟΦΙΛΙΑ ΚΛΠ.).

  3. Ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ δείχνουν μία ἀδυναμία τὰ νέα βιβλία εἶναι τὰ περιοδικά. Ὄχι ἕνα, ὄχι δύο ἀλλὰ σαράντα δύο κείμενα σὲ σύνολο 239 προέρχονται ἀπὸ διάφορα κυρίως παιδικὰ περιοδικὰ ὅπως: KID’S FUN (3), ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ (4), ΜΙΚΥ (2) καὶ αὐτὸ ποὺ ἐντυπωσιάζει περισσότερο, ἡ πραγματικὴ ἐμμονή: τὸ Περιοδικὸ ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ τῆς ἐφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ποὺ ἐμφανίζεται 15 φορές.

  4. Τέλος, ὑπάρχουν καὶ 15 κείμενα -ἄχυρα- τῆς συγγραφικῆς ὁμάδας καὶ 5 κείμενα μὲ κατασκευὲς ποὺ κατέχουν κεντρικὴ θέση στὴ διδασκαλία.

  5. Καὶ γιὰ τὴ λογοτεχνία τί μένει 102 κείμενα καὶ ποσοστὸ 42,5 %, ἐνῶ μέσα σὲ αὐτὰ συμπεριλαμβάνονται καὶ κείμενα ἥσσονος σημασίας, ἀποσπασματικὰ ἢ κείμενα ποὺ ὡς βασικὸ στόχο ἔχουν τὴν ἐφαρμογὴ κάποιων γραμματικῶν φαινομένων καὶ ὅπου τὸ κείμενο δὲν ἀντιμετωπίζεται καθόλου λογοτεχνικά, νοηματικά, ἐννοιολογικά.

  6. Μέσα σ’ αὐτὰ τὰ 102 κείμενα παρελαύνουν συνταγὲς μαγειρικῆς.  Κείμενα-κουτσουλιὲς δύσοσμες- του τύπου:  «Ἡ Ἰταλία μᾶς κήρυξε τὸν πόλεμο κι ἐμεῖς κρυφτήκαμε στὸ ὑπόγειο».  (Γλώσσα Ε΄ Δημοτικοῦ, α΄ τεῦχος, σελ. 44-45).

Συνθέσεις κρανιοκενεῖς, προσβλητικὲς γιὰ πρόσωπα, σημαῖες τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας, ὅπως τὸ βλακῶδες μὲ τὶς τρεῖς εἰκόνες τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, τῆς Κοκκινοσκουφίτσας καὶ τοῦ Καραγκιόζη, ὅπου κάποιο κακόγουστο ἀπολειφάδι τῆς νεοταξικῆς παράνοιας τοὺς θέλει πρωταγωνιστὲς σὲ κοινὴ ἱστορία.  (Τετράδιο ἐργασιῶν Γλώσσας Ϛ΄ Δημοτικοῦ, β΄ τεῦχος, σελ. 39).
.             Τὰ ἴδια καὶ χειρότερα συμβαίνουν στὸ Γυμνάσιο καὶ τὸ Λύκειο.  Καὶ μετὰ διαρρηγνύουμε τὰ ράκη μας γιὰ τὴν γλωσσικὴ παιδεία τῶν νέων. Μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες συνέπειες αὐτῆς τῆς γλωσσικῆς ἀνεπάρκειας εἶναι ὅτι προτρέπει σὲ πράξεις βίας, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ ἀποφευχθοῦν μόνο μὲ λόγο. Πολλὰ παιδιὰ φτάνουν στὴν ἐξαλλοσύνη καὶ τὴν ἀπελπισία ἢ δραπετεύουν ἕως ἐθισμοῦ στὸν χαώδη κόσμο τῆς εἰκονικῆς αὐταπάτης καὶ ἐπικοινωνίας, γιατί δὲν μποροῦν νὰ ἐκφραστοῦν· «πάρε τὸν λόγο του, δωσ’ μου τὸ χέρι σου» θὰ πεῖ ὁ Ἐμπειρίκος.  Οἱ παλιοὶ οἱ παπποῦδες μᾶς ἔλεγαν: «νὰ ἰδωθοῦμε», ὅταν εἶχαν καιρὸ νὰ τὰ ποῦν.  Νὰ κοιταχτοῦν στὰ μάτια καὶ νὰ κουβεντιάσουν, ἥσυχα καὶ ἁπλά. Αὐτὸ εἶναι κοινωνία. «Καθ’ ὄτι  ἂν κοινωνήσωμεν ἀληθεύομεν, ἂν δὲ ἰδιάσωμεν ψευδόμεθα». Ἀληθὴς βίος εἶναι αὐτὸς ποὺ κοινωνεῖς μὲ τὸν ἄλλον. Ὁ ψεύτικος βίος εἶναι νὰ ἰδιωτεύσεις ἢ – μὲ σύγχρονους ὅρους – ὅταν ἐπικοινωνεῖς μὲ λόγια του ἢ στὸν ἀέρα (Ἡράκλειτος).
.             Ἂς τὸ καταλάβουμε.  Σήμερα τὸ σχολεῖο καλλιεργεῖ τὸ μίσος γιὰ τὸ παρελθόν. Τὸ φανερώνει αὐτὸ ἡ πολεμικὴ κατὰ τῆς Γλώσσας, τῆς Ἱστορίας καὶ τῶν Θρησκευτικῶν. Γκρεμίσαμε ἀσυλλόγιστα τὶς γέφυρες ποὺ μᾶς φέρνουν στὶς ρίζες μας, τὴν μόνη δύναμη ποὺ μπορεῖ νὰ στηρίζει τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος στὶς μεγάλες δοκιμασίες τοῦ καιροῦ μας.

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-θεολόγος
Κιλκὶς

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ γιὰ τὴν ΠΑΙΔΕΙΑ καὶ οἱ ΤΩΡΙΝΟΙ ΝΕΝΕΚΟΙ (Δ. Νατσιός)

Κολοκοτρώνης γι τν Παιδεία κα ο τωρινο Νενέκοι

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-θεολόγος
Κιλκὶς

 .             Ὁ συριζαῖος μέλος τῆς ΕΛΜΕ Κερκύρας, χημικὸς καθηγητής, ὁ καντιποτένιος ποὺ μαγάριζε Κολοκοτρώνη καὶ Παῦλο Μελά, ἐπανέλαβε αὐτὰ ποὺ τόσα χρόνια κυκλοφοροῦν στὰ πανεπιστημιακὰ ἀμφιθέατρα ἀπὸ τοὺς νεοταξίτες λέκτορες, «ἰνστρούχτορες» τῆς ἀριστερᾶς. Εἶναι τὰ διαπιστευτήρια γιὰ προαγωγὲς καὶ ἀνέλιξη. Ὅποιος ροκανίζει τὰ θεμέλια της πατρίδας εἶναι «ὁ ἄνθρωπός τους». Ὅσοι σκύβουμε καὶ προσκυνοῦμε τὴν ἱερὴ μνήμη τοῦ Γέρου τοῦ Μοριᾶ διδάσκουμε τὴν ἀλήθεια, γιατί σεβόμαστε τοὺς μαθητές μας, γι’ αὐτὸ τὰ παιδιὰ μᾶς ἀγαποῦν καὶ μᾶς θυμοῦνται διὰ βίου.
.             Θὰ συλλέξουμε, στὸ παρὸν κείμενο, ὅσα σπουδαῖα καὶ τιμαλφῆ εἶπε ὁ Γέρος τοῦ Μοριὰ γιὰ τὴν Παιδεία καὶ τὰ παιδιά. Θὰ σκύψουμε κάτω, ὄχι ἀπὸ τὴν πένα, αὐτὴν δὲν τὴν κάτεχε, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἀπροσκύνητο σπαθί του.
«Κάλλιο γιὰ τὴν πατρίδα
κανένας νὰ χαθεῖ
ἢ νὰ κρεμάσει φούντα
γιὰ ξένον στὸ σπαθί», ἔλεγε ὁ Ρήγας καὶ σημειώνει ὁ Κολοκοτρώνης στὰ ἀπομνημονεύματά του, διὰ χειρὸς Τερτσέτη: «Ἐφύλαξα πίστην εἰς τὴν παραγγελίαν τοῦ Ρήγα. Καὶ ὁ Θεὸς μὲ ἀξίωσε καὶ κρέμασα φούντα εἰς τὸ Γένος μου ὡς στρατιώτης του. Χρυσὴ φούντα δὲν ἐστόλισε ποτὲ τὸ σπαθί μου, ὅταν ἔπαιρνα δούλευσιν εἰς ξένα κράτη».
.             Ἀπὸ τὸν ἐξαίσιο λόγο τοῦ Κολοκοτρώνη στὴν Πνύκα, τὸ 1838, ἐνώπιον ὅλης τῆς τότε Ἀθήνας, θὰ ἐρανιστοῦμε τὶς περισσότερες σκέψεις του. Ξεκινῶ ἀπὸ τὸν ἐπίλογο ὅπου διαβάζω τοῦτα τὰ λόγια: «Ἐγώ, παιδιά μου, κατὰ κακή μου τύχη ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων ἔμεινα ἀγράμματος, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ζητῶ συγχώρησι, διότι δὲν ὁμιλῶ καθὼς οἱ δάσκαλοί σας». Τί μεγαλειῶδες μάθημα, ἐλεγκτικὸ πολλὲς φορὲς γιὰ μᾶς τοὺς δασκάλους! Τὰ παιδιὰ τὰ διδάσκεις μὲ ταπείνωση καὶ ὄχι ταπεινώνοντάς τα. Πόσες φορὲς μπαίνουμε στὴν τάξη, παραφουσκωμένοι ἀπὸ ἔπαρση καὶ ἀλαζονεία, ἐξουδενώνοντας τοὺς μαθητές μας, γιατί ἀδυνατοῦν νὰ παρακολουθήσουν τὶς ὑψηλόφρονες φλυαρίες μας. Καὶ ὅμως «ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ» κατὰ τὸν ἀπ. Παῦλο. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει ὁ ἀνυπερήφανος ἥρωας ἐπαναλαμβάνει λόγια τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, γιατί τὰ λιοντάρια τοῦ Εἰκοσιένα ἦταν πνευματικοπαίδια του. Τὸ τρομερὸ καριοφίλι εὐλογήθηκε ἀπὸ τὸ πετραχήλι, γι’ αὐτὸ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ ’21, ἦταν ἁγιασμένη, ὅπως γράφει ὁ Κόντογλου.
.             Ἔλεγε ὁ ἅγιος ὅταν ἔστηνε τὸν σταυρό του σ’ ἕναν τόπο: «Καὶ ὄχι μόνον δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σᾶς διδάξω, ἀλλὰ μήτε τὰ ποδάρια σας νὰ φιλήσω. Διότι ὁ καθένας ἀπὸ λόγου σας εἶναι τιμιώτερος ἀπ’ ὅλον τὸν κόσμον». (ἐπ. Αὐγουστίνου Καντιώτη, «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός», σελ. 101).
.             «Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὅπου ἠμεῖς ἐλευθερώσαμεν, καί, διὰ νὰ γίνη τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχετε ὡς θεμέλια τῆς πολιτείας τὴν ὁμόνοια, τὴν θρησκεία καὶ τὴν φρόνιμον ἐλευθερία». Ποιά εἶναι τὰ θεμέλια τῆς πολιτείας, πῶς ἰσάζεται καὶ στολίζεται; Μὲ τὰ μεγάλα ἔργα, τὶς πανάκριβες ἐπαύλεις καὶ τὶς τενεκεδοκρόταλες δόξες καὶ λόξες; Ὄχι, μὲ τὴν ὁμόνοια, γιατί ἀκόμη καὶ σήμερα δὲν ἐπουλώθηκαν καὶ εἶναι «θυμωμένες» οἱ πληγὲς τῶν ἐμφυλίων.
Βλέποντας ὁ Κολοκοτρώνης τὸ μεγάλο κακὸ ποὺ γινόταν ἀπὸ τὴν «δολερὴ διχόνοια», τὸ 1824 – ἀφοῦ σκοτώθηκε ὁ σπουδαῖος γιός του Πάνος- παραδόθηκε καὶ τὸν «ἔκλεισαν» στὴν Ὕδρα. Ἦρθε ὁ Ἰμπραΐμ καὶ τὸν ἀναζήτησαν. Στὸ Ἀνάπλι, ποὺ ἐπέστρεψε, εἶπε: «Πρὶν ἔβγω στὸ Ἀνάπλι, ἔριξα στὴ θάλασσα τὰ πικρὰ τὰ περασμένα, κάνετε κι ἐσεῖς τὸ ἴδιο! Στὸ δρόμο ποὺ περνούσαμε νά ᾽ρθουμε στὴν ἐκκλησιά, εἶδα νὰ σκάβουν κάτι ἄνθρωποι. Ρώτησα καὶ μοῦ ᾽πανε πὼς γιὰ νὰ βροῦνε κρυμμένο θησαυρό. Ἐκεῖ, στὸ λάκκο μέσα, ρίχτε κι ἐσεῖς τὰ μίση τὰ δικά σας. Ἔτσι θὰ βρεθεῖ κι ὁ χαμένος θησαυρός!».
.             Ἡ θρησκεία, ἡ πίστη τῶν πατέρων ἡμῶν, ἡ ἁγία μας Ὀρθοδοξία, εἶναι λιθάρι ριζιμιό τοῦ Γένους, διότι «ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἅρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ Πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ Πατρίδος», ὅπως κανοναρχεῖ τοὺς νέους λίγο ἐνωρίτερα. Ἂν ὁ τωρινὸς πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδας, διάβαζε στὰ ἐφηβικά του χρόνια τὸν Κολοκοτρώνη ἢ τὸν Μακρυγιάννη καὶ ὄχι τὶς μαρξιστικὲς τιποτολογίες καί… ὀζωδίες, θὰ εἶχε ἄλλη γνώμη γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν πίστη μας. Ἀλλὰ «τίς ἐκ τῶν ἀρχόντων (σσ. τῶν τελευταίων δεκαετιῶν) ἐπίστευσε» ποτὲ στὸν Χριστό; Τὴν πατρίδα μας τὴν ἀπελευθέρωσαν ἥρωες, Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι. Ὅταν τοῦ Κολοκοτρώνη τοῦ διάβασαν τὴν ἀπόφαση θανάτου στὸ δικαστήριο τῆς ντροπῆς τῶν Βαυαρῶν, εἶπε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Τὸ εἶπε μὲ φωνὴ ἄτρεμη καὶ ἔκαμε τὸ σταυρό του.
.             Στὴ μάχη τοῦ Σαραβαλίου, τὸ 1821, ὁ Ἀνδ. Ζαΐμης εἶχε καταφύγει στὴ μονὴ Ὀμπλού. Ὁ Κολοκοτρώνης τὸν ὀνείδιζε μὲ τὶς λέξεις: «κὺρ Ἀνδρέα, κὺρ Ζαΐμη, τοῖς ἐλάφοις ὅρη τὰ ὑψηλὰ καὶ πέτρα τοῖς λαγωοῖς καταφυγή». Ἀγράμματος μέν, ἀλλὰ γνώριζε τὸ Ψαλτήρι, γιατί λειτουργοῦνταν συχνὰ καὶ ὄρθρου βαθέος καὶ ὄχι δύο λεπτὰ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπόλυση, ὅπως οἱ σημερινὲς ποικιλώνυμες ἀσημαντότητες.
Μιλᾶ ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ γιὰ τὴν «φρόνιμον ἐλευθερίαν», γιατί ὑπάρχει καὶ ἡ ἄφρων, ἡ ἀσυδοσία, ἡ ἀτιμωρησία.
.             Πολύτιμες, μεταξένιες καὶ οἱ παρακάτω παραινέσεις τοῦ γερο-Κολοκοτρώνη, ἡ ἄγρυπνη συνείδηση τοῦ Γένους. Οὔτε Εὐρωπαίους παιδαγωγοὺς διάβασε οὔτε γνώση τῶν σύγχρονών του «ρευμάτων» εἶχε. Γνώριζε ὅμως τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση καὶ βίωνε τὰ καθαρὰ ἤθη τοῦ Γένους, τὴν ἠθική τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ζοῦσε ἀπὸ μικρός. Ὁ λόγος του μᾶς θυμίζει τοὺς δικαίους στρατηγοὺς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἦσαν στὴν ὑπηρεσία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
.           Διαβάζω καὶ ἀγαλλιῶ: «Παιδιά μου νὰ μὴν ἔχετε πολυτέλεια, νὰ μὴν πηγαίνετε εἰς τοὺς καφενέδες καὶ τὰ μπιλιάρδα. Νὰ δοθῆτε εἰς τὰς σπουδάς σας, καὶ καλλίτερα νὰ κοπιάσετε ὀλίγον δύο καὶ τρεῖς χρόνους καὶ νὰ ζήσετε ἐλεύθεροι εἰς τὸ ἐπίλοιπο τῆς ζωῆς σας, παρὰ νὰ περάσετε τέσσαρους πέντε χρόνους τὴ νεότητά σας καὶ νὰ μείνετε ἀγράμματοι. Νὰ σκλαβωθῆτε εἰς τὰ γράμματά σας. Νὰ ἀκούετε τὰς συμβουλὰς τῶν διδασκάλων καὶ γεροντοτέρων, καί, κατὰ τὴν παροιμία, μύρια ἤξευρε καὶ χίλια μάθανε. Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴν γίνη σκεπάρνι μόνο διὰ τὸ ἄτομό σας, ἀλλὰ νὰ κυττάζη τὸ καλὸ τῆς Κοινότητος, καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸ αὐτὸ εὑρίσκεται καὶ τὸ δικό σας». Ἡ μόνη σκλαβιά, ποὺ μᾶς  ἁρμόζει, λέει ὁ Κολοκοτρώνης, εἶναι στὰ γράμματα.  Σὲ ποιά ὅμως γράμματα; «Στὰ γράμματα ποὺ διαβάζουνε/ οἱ ἀγράμματοι κι ἁγιάζουνε» (Ἐλύτης), τὰ γράμματα τῶν Πατέρων, τῶν ἁγίων, τῶν μεγάλων φιλοσόφων τῆς ἀρχαιότητας, τοὺς ὁποίους ζωγράφιζε ἡ Ἐκκλησία στοὺς νάρθηκες.
.             Νὰ κλείσω μ’ αὐτὸ ποὺ ἐντόπισα στὶς ὑποσημειώσεις τῆς «Διηγήσεως Συμβάντων» τοῦ Τερτσέτη. Ἕνας Ἰταλὸς περιηγητὴς ὀνόματι Πέκιο, συναντᾶ τὸν φυλακισμένο στὴν Ὕδρα, στὸ μοναστήρι τοῦ προφήτη Ἠλία, Κολοκοτρώνη. Ἡ συζήτηση ἔφτασε στὶς νίκες τοῦ Μπραΐμη. Τοῦ λέει ὁ στρατηγός: «Ἠξεύρεις τί ἔφερε τὴν νίκη τῶν Αἰγυπτίων; Ἡ ἑνότης τῆς πολεμικῆς δυνάμεως, ἐνῶ οἱ Ἕλληνες ἀφανίζονται ἀπὸ τὴν μανίαν του νὰ θέλουν νὰ καπιτανεύουν, χωρὶς τὴν ἀπαιτούμενην ἐμπειρίαν».
.             Θὰ φθάναμε σὲ κρίσεις, ἂν «καπιτάνευαν» ἔμπειροι καὶ ὄχι  μνημονιακοὶ λακέδες καὶ πειθήνια ἐνεργούμενα τοῦ Βερολίνου; Θὰ εἴχαμε Παιδεία ποὺ προκαλεῖ ναυτία στὰ παιδιά, ἂν διδάσκαμε στὰ ἀναλυτικὰ προγράμματα αὐτὰ τὰ σπουδαῖα καὶ ὄχι τὶς ἀκαθαρσίες τοῦ κάθε Φίλη ἢ Γαβρόγλου ἢ τὰ ἀξιολύπητα ψεύδη τοῦ κάθε Νενέκου, κάθε ἀνισόρροπου ποὺ ἔτυχε νὰ γίνει ἐκπαιδευτικός;

Νατσιὸς Δημήτρης
δάσκαλος-θεολόγος
Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

«ΤEΤΟΙΟ ΤΟ ΜΑΝΤΡΙ, ΤΕΤΟΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΤΥΡΙ» (Δ. Νατσιός)

«Τέτοιο τ μαντρί, τέτοιο κα τ τυρ»

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκίς 

«Πάντα χρειάζεται μισὴ φέτα ὄνειρο καὶ λίγες θροῦμπες οὐτοπίες
γιὰ νὰ βαδίζεις ἔστω πάνω στὰ κύματα».
(Τάσος Κουράκης, ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς, βουλευτὴς ΣΥΡΙΖΑ καὶ ποιητής).

.               Νομίζω στοὺς παραπάνω στίχους – «ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς» – συμπυκνώνεται ὅλη ἡ κοσμοθεωρία τοῦ ΣΥΡΙΖΑ.  Ἐπιχειρώντας, μὲ πρόδηλη, ἔντονη καὶ ζωηρὰ τὴν συγκίνησή μου, μία ἀποκρυπτογράφηση τῶν στίχων τοῦ κ. ἀντιπροέδρου τῆς Βουλῆς, θὰ ἀποτολμοῦσα νὰ γράψω τὰ ἑξῆς: Γιὰ νὰ σταθεῖς ὄρθιος στὴν πολυκύμαντη ζωή, στὸ πέλαγος τοῦ βίου, «πάντα χρειάζεσαι» μισὴ φέτα: τυρί; ψωμὶ μὲ βούτυρο; χαλβὰ «μακεδονικό»;  Δὲν τὸ διευκρινίζει ὁ ποιητής, ἀλλὰ ἐννοεῖ φέτα τυρὶ μᾶλλον καὶ λίγες, εὐάριθμες θροῦμπες. Θρούμπα εἶναι ἡ ἐλιὰ ποὺ πέφτει ἀπὸ τὸ δέντρο, ἡ χαμάδα ὅπως ἀλλιῶς λέγεται. Ἐδῶ διακρίνω μία «προφητικὴ» διάσταση στὸν στίχο. Οἱ θροῦμπες συνοδεύουν τὴν λέξη «οὐτοπίες». Ἡ οὐτοπία, ὡς λέξη, πλάστηκε ἀπὸ τὸν Ἄγγλο πολιτειολόγο Τ. Μὸρ (1480-1553).  Ἀναφέρεται σ’ ἕνα φανταστικὸ νησί, τὴν Οὐτοπία, (οὐ+τόπος) καὶ τὴν ζωὴ τῶν κατοίκων της. Στὸ ἔργο του αὐτὸ ὁ Ἄγγλος φιλόσοφος ἐπαναλαμβάνει τὴν «Πολιτεία» τοῦ Πλάτωνα, ποὺ πολλοὺς φραγκοφιλόσοφους σαγήνεψε.
.            Τώρα.  Οἱ θροῦμπες πέφτουν «χάμω» ποὺ λένε οἱ νότιοι.  Οὐτοπία εἶναι ὁ ΣΥΡΙΖΑ. Ἕνα σύστημα ἀνεπίδεκτο πραγματοποιήσεως, φαντασιολογία, κούφιο καρύδι.  Οἱ ἰδέες του, οἱ ἰδεοληψίες του μοιάζουν μὲ θροῦμπες πεσμένες στὸ χῶμα. Ἂν καὶ ἔδωσε λίγες, μισὲς φέτες τυρὶ-παροχές, ἐν τούτοις κατακρημνίστηκε ἡ οὐτοπία. Ὄχι μόνο δὲν βάδισε πάνω στὰ κύματα, ἀλλὰ βούλιαξε στὰ λασπόνερα, στοῦ «Βάλτου τὰ Μυστικά». Ὁμολογῶ ὅτι ἐνώπιον τῆς ἰλιγγιώδους βαθύνοιας τῶν στίχων βρίσκω δυσκολίες καὶ παραπέμπω σ’ αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ὁ γνωστὸς Γάλλος ποιητὴς Πὸλ Βαλερύ. Ὅταν τὸν ρώτησαν τί σκεφτόταν, ὅταν ἔγραφε τὸ περίφημο ποίημά του «Τὸ παραθαλάσσιο νεκροταφεῖο», πολλὰ χρόνια ἀργότερα, ἀπάντησε. «Τότε τὸ ἤξεραν ὁ Θεὸς καὶ ἡ ψυχή μου. Τώρα μόνο ὁ Θεός…». Νομίζω τὴν ἴδια ἀπάντηση θὰ λάβουμε καὶ ἀπὸ τὸν παγκοσμίας ἐμβέλειας ποιητὴ κ.  Κουράκη.  Οἱ θροῦμπες καὶ τὰ τυριά, φανερώνουν τὴν ἄποψη τῆς οὐτοπίας τοῦ ΣΥΡΙΖΑ γιὰ τὸν ἄνθρωπο.  Στομάχια, κοιλιὲς καὶ ἄντερα, αὐτὸ εἶναι ὁ ἄνθρωπος.  Τί νὰ περιμένεις ἀπὸ ἄθεους ἐθνομηδενιστές;  Ὁ μὲ ἡμερομηνία λήξεως προδότης τῆς Μακεδονίας, ὁ κ. Τσίπρας, νόμιζε ὅτι μὲ λίγες θροῦμπες καὶ φέτες -προεκλογικὰ ἐπιδόματα – θὰ συνεχίσει τὴν πνευματικὴ καὶ ὑλικὴ λεηλασία τῆς πατρίδας μας. Ἡ πανωλεθρία του, ποὺ θὰ συνεχιστεῖ, ὀφείλεται σὲ δύο λόγους. Πρῶτα ἡ Μακεδονία. Δὲν θὰ πῶ τίποτε. Ἡ λέξη προδότης τὰ λέει ὅλα. Ἡ ἱστορία ἔτσι θὰ τὸν καταγράψει καὶ αὐτὸν καὶ ὅλους τοὺς κυβερνητικούς του συντρόφους. Ὀκτὼ στοὺς δέκα Ἕλληνες τὴν χαρακτηρίζουν προδοσία καὶ αὐτὸς καμαρώνει καὶ ἐπαίρεται γιὰ τὸ ξεπούλημα. «Τέτοιο τὸ μαντρί, τέτοιο καὶ τὸ τυρὶ» ποὺ λέει καὶ ὁ λαός.  (Ἡ φέτα τοῦ Κουράκη).
.              Ὑπάρχει καὶ δεύτερος λόγος ἐξ ἴσου σοβαρός. Ἡ ἔξαρση τῆς ἐγκληματικότητας, τῆς ἀνομίας ἡ περιρρέουσα ἀτιμωρησία καὶ τὸ -ἀπόρροια τῶν δύο – αἴσθημα ἀνασφάλειας τῶν πολιτῶν.  Δὲν ὑπάρχει Ἕλληνας ποὺ δὲν ἔχει πέσει θύμα κάποιας ἐγκληματικῆς πράξης, κυρίως κλοπῆς. (Ὁ γράφων δύο φορές).  Βεβαίως, κατὰ τὴν κυβέρνηση, ἡ ἐγκληματικότητα ἐλέγχεται καὶ μειώνεται. Τὰ γνωστὰ ψεύδη.  Πρόσφατα, 5 Ἰουνίου, ἡ ἔφ.  «ΤΑ ΝΕΑ», σὲ ἄρθρο τῆς ἔγραψε: «Η ΕΛ.ΑΣ διαγράφει καὶ κρύβει ἐτησίως 100.000 ἐγκληματικὲς πράξεις καὶ ἀνάμεσα σὲ αὐτὲς κλοπὲς καταμεσῆς τοῦ δρόμου, ἁρπαγὲς τσαντῶν καὶ ἄλλες ποὺ τὶς παρουσιάζει σὰν τυχαῖες ἀπώλειες γιὰ νὰ δείξει ὅτι περιορίζεται τὸ ἔγκλημα». (Προσωπικὰ δὲν τὶς κατήγγειλα. Τί ψάχνεις νὰ βρεῖς; Ἐδῶ χάνονται ἄνθρωποι, γιὰ βαλίτσες καὶ τσάντες θὰ στενοχωριόμαστε;).  Αὐτά, λίγο – πολύ, ὅλοι μας τὰ ξέρουμε καὶ τὰ βιώνουμε. Καὶ ὅσοι ἔχουμε γέροντες γονεῖς στὰ χωριά, ξέρουμε τὸν τρόμο τους, τὴν ἀγωνία τους, κυρίως τὶς νύχτες. Κλειδαμπαρώνονται οἱ ἄνθρωποι καὶ μακαρίζουν τὴν «συντροφικὴ» κυβέρνηση,  γιὰ τὸ ἔξοχο ἐπίτευγμά της στὸ θέμα τῆς προστασίας τοῦ πολίτη, ὅπως εὐφημιστικῶς ὀνομάζεται. (Καὶ δὲν καταλογίζω εὐθύνες στὴν ΕΛ.ΑΣ. Ἀστυνομικὸς μάχιμος στὴν Θεσσαλονίκη μου ἔλεγε ἀγανακτισμένος γιὰ τὴν περίπτωση ἀλλοδαποῦ ποὺ τὸν συνέλαβε 6 – 7 φορές. Τοὺς πιάνουν, δὲν τοὺς καίγεται καρφί, γιατί ξέρουν ὅτι θὰ βγοῦν τάχιστα. Ἂν εἶναι ‘’πρόσφυγας καὶ μετανάστης’’ σχεδὸν τοῦ ζητοῦν συγγνώμη γιὰ τὴν ταλαιπωρία τῆς συλλήψεως. Καιροφυλακτοῦν οἱ ἐπαγγελματίες ἀντιρατσιστές, ποιὸς ἀστυνομικὸς θέλει νὰ μπλέξει…Ἡ λαθρομετανάστευση, ἂν ξύσουμε τὶς ‘’προοδευτικὲς’’ παλαβομάρες καὶ τὴν κρούστα ὑποκρισίας ποὺ τὶς συνοδεύει, ὑποκρύπτει τὸ ἑξῆς: μία κοινωνία σὲ παρακμή, ἕλκει εἰσβολεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐγκαθίστανται χωρὶς νὰ συναντήσουν καμμιὰ ἀντίσταση).
.              Τὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ὅλοι τὸ ξέρουν. Πολλοὶ σπουδάσαμε σὲ αὐτό. Ὄαση πράσινου ἐν μέσῳ τσιμέντου. Ποιός τολμᾶ ὅμως νὰ τὸ διαβεῖ μετὰ τὴν δύση τοῦ ἡλίου; Τὸ πανεπιστήμιο παραδίνεται στοὺς… ἐπιστήμονες τοῦ ἐγκλήματος, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τόσο ἀποθρασυνθεῖ, ποὺ «χτυποῦν» πιὰ ἀδιακρίτως. Καὶ δὲν μιλῶ μόνο γιὰ ναρκωτικά, ἀλλὰ – ὅσοι ἔχουμε κορίτσια ποὺ σπουδάζουν, τὸ κατανοοῦμε καλύτερα – γιὰ τοὺς κτηνωδέστατους ἐγκληματίες, τοὺς βιαστές. Εἶναι ἆραγε δυνατὸν μὲς στὸ πανεπιστήμιο, μέρα μεσημέρι, νὰ περπατᾶ φοιτήτρια πηγαίνοντας στὴν σχολή της καὶ νὰ τῆς ἐπιτίθενται μὲ προστυχιές, σὲ σπαστὰ ἑλληνικά, οἱ γνωστοὶ «λιαστοί» τῆς κυρα- Τασίας, ἡ ὁποία πρόσφατα τακτοποίησε καὶ αὐτὴ τὴν κόρη της στὴ Βουλή; (Εὐτυχῶς θὰ γλιτώσουμε ἀπὸ τὴν θλιβερὴ καὶ ἀντιπαθέστατη παρουσία της). Εἶναι δυνατὸν νὰ πηγαίνει φοιτήτρια στὴν τουαλέτα τῆς σχολῆς της – στὸν 3ο ὄροφο παρακαλῶ – καὶ νὰ τὴν ἀκολουθεῖ «σκοῦρος ἀλλοδαπός», ὁ ὁποῖος προσπάθησε νὰ μπεῖ στὴν τουαλέτα καὶ εὐτυχῶς τὸ κορίτσι ποὺ πρόλαβε νὰ κλειδώσει; (Ἀκόμη προσπαθεῖ νὰ συνέλθει ἀπὸ τὸ σόκ!!). Ἂν δὲν εἴχαμε αὐτὸ «τὸ φοβερὸ σκουπιδαριό», ποὺ 4 – 5 χρόνια μαγαρίζει τὴν χώρα, ποὺ «ἐπάχυνε» τὰ φαινόμενα ἀνομίας τύπου Ρουβίκωνα, τὸ ΑΠΘ θὰ ἦταν παιδικὴ χαρά, μὲ κατάλληλο φωτισμὸ καὶ ἀστυνόμευση, ὥστε νὰ πηγαίνει ἡ Θεσσαλονικιὰ μάνα μὲ τὰ καροτσάκια της καὶ παιδάκια της, τὰ δειλινά, καὶ νὰ σεργιανίζει ξέγνοιαστη στοὺς χώρους του. Καὶ καλὸ θὰ ἦταν ὁ κ. Κουράκης, βουλευτὴς – φεῦ! – Θεσσαλονίκης, ἀντὶ νὰ καταπιάνεται μὲ τυριά, μυτζῆθρες καὶ θροῦμπες, νὰ φρόντιζε τὰ τοῦ καθημερινοῦ βίου τῶν συμπολιτῶν του.

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκίς 

Σχολιάστε

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ καὶ ἡ ΜΑΧΗ τοῦ ΚΙΛΚΙΣ «Ἀπὸ τὶς ἀετοφωλιὲς τῶν ἐθνικῶν ἀγώνων, στὶς ποντικότρυπες τοῦ ἐμφυλίου». (Δ. Νατσιός)

ποιητς Βασίλης Ρώτας
κα
μάχη το Κιλκς

 Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.             Τὸ 2000 ἡ «ΤΕΧΝΗ» Κιλκὶς ἐπανεξέδωσε, ὑπὸ τὴν φιλολογικὴ ἐπιμέλεια τοῦ ἀειμνήστου φιλολόγου Μανόλη Γκαράνη, ἕνα μικρὸ βιβλίο, ὀλιγοσέλιδο, μὲ τίτλο “Ἡ μάχη τοῦ Κιλκίς”. Συγγραφέας του ὁ Βασίλης Ρώτας. (Ἡ α´ ἔκδοση ἔγινε τὸ 1987). Τὸ βιβλίο βασίζεται σὲ ἀφήγηση ποιητῆ, ὁ ὁποῖος πῆρε μέρος στὴν ἐπικὴ μάχη, στὴν σύντροφό του Β. Δαμιανάκου. Ὁ Β. Ρώτας ὑπηρετεῖ ὡς ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς καὶ μάλιστα στὶς 20 Ἰουνίου τοῦ 1913 τραυματίζεται στὴν μάχη, προσπαθώντας ὄρθιος, ἐν μέσῳ πυκνῶν πυρῶν τοῦ βουλγαρικοῦ πυροβολικοῦ, νὰ μετρήσει μὲ τὸ μάτι τὴν ἀπόσταση καὶ νὰ συντονίσει τὶς βολὲς τῶν κανονιῶν μας. Γενναῖος, μὲ ἡρωικὸ φρόνημα, ὅπως σχεδὸν ὅλοι οἱ τότε ἀξιωματικοί τοῦ στρατοῦ μας, ἔδινε τὸ παράδειγμα.
.             Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ ἥρωας συνταγματάρχης Ἀντώνιος Καμπάνης, ἐπειδὴ τὸ βουλγαρικὸ πυροβολικὸ θέριζε τὸ 8ο ΣΠ, βρῆκε ἔνδοξο θάνατο.  Χαρακτηριστικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἄφησε νεότερους ἀξιωματικοὺς νὰ ἀνέβουν σὲ ὕψωμα, γιὰ νὰ ἐντοπιστεῖ τὸ σημεῖο ἀπὸ ὅπου βάλλουν οἱ Βούλγαροι, ἀλλὰ πῆγε ὁ ἴδιος, λέγοντάς τους: «Ἀφῆστε, θὰ πάω ἐγώ. Ἐσεῖς εἶστε νέοι, ἐγὼ ἔφαγα τὰ ψωμιά μου». (Ἦταν 55 ἐτῶν).  Ἐκεῖ συνάντησε ὁ ἀθάνατος  Καμπάνης τὴν δόξα. (Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ γιοῦ τοῦ Δημητρίου Καμπάνη “Ἀναμνήσεις  τοῦ πολέμου καὶ τῆς εἰρήνης”, ἔκδ. 1983, μετὰ τὸν θάνατό του, τὸ 1977).
.             Ὁ Ρώτας, γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε, μετὰ τὸν τραυματισμό του, μεταφέρθηκε στὴν Θεσσαλονίκη στὸ νοσοκομεῖο, ὅπου, μὴν ἀντέχοντας τὴν ἰδέα ὅτι οἱ στρατιῶτες του κινδύνευαν μόνοι  τους, ἔφυγε, μὲ ἀνοιχτὸ τραῦμα στὴν κοιλιά, πῆρε τὸ τρένο γιὰ τὴν Δοϊράνη καί…. ὅπως γράφει ὁ ἴδιος: «Πληροφορήθηκα ποῦ βρισκόταν ὁ λόχος μου. Εὐθὺς ἐκίνησα  γιὰ ἐκεῖ.  Ἤμουν ἀποκαμωμένος ἀπὸ τὴν πορεία καὶ ἐξαντλημένος. Τὸ τραῦμα δὲν εἶχε κλείσει καὶ ἡ νύχτα μὲ δυσκόλευε νὰ προχωρῶ. Ξάπλωσα σὲ μία θημωνιὰ καὶ ἀποκοιμήθηκα ἀμέσως. Κοντὰ στὸ ξημέρωμα, μόλις εἶχε ἀρχίσει ν’ ἀσπρογαλιάζει ἡ μέρα, ξυπνάω καὶ βλέπω ἕναν τοῖχο νὰ μὲ περιβάλλει ὁλόγυρα.  Μοῦ φέρνει δάκρυα στὰ μάτια ἐκείνη ἡ ἀνάμνηση.  Ἦταν οἱ στρατιῶτες μου ποὺ εἶχαν μάθει ὅτι ἐρχόμουνα κι εἶχαν κάμει πάνω ἀπὸ μία ὥρα δρόμο μέσα στὴ νύχτα καὶ μὲ περίμεναν ὄρθιοι νὰ ξυπνήσω….». Ὡραία, μεγαλειώδης σκηνή. «Ἦταν τότε ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἔζων δι’ ἕνα ἔπαινον καὶ πέθαινον δι’ ἕνα τραγούδι»,  ὅπως ἔλεγε ὁ Ἀνδρέας Καρκαβίτσας.
.             Ὁ Ρώτας μετέπειτα ἐντάχθηκε στὸ ΚΚΕ, ἀκολούθησε τὶς αὐταπάτες του, τὴν χιμαιρικὴ τροχιά του, τὸ «ἀδειανὸ πουκάμισο».  Πέθανε τὸ 1977 δὲν ἔζησε τὸ τέλος τῆς ὑπαρκτοσοσιαλιστικῆς τερατογονίας, τῆς παταγώδους κατάρρευσης τῶν σοβιετικῶν καθεστώτων. Ἁγνὸς ἄνθρωπος, πραγματικὰ ἰδεολόγος, ἔζησε σὲ χρόνους δίσεκτους, μίση καὶ ἀδικίες, ποὺ ἀκόμη στιγματίζουν τὴν ζωὴ τῆς πατρίδας. Ἀφηγούμενος, πρὸς τὴν δύση τοῦ βίου του, τὰ περασμένα, ἀναφέρει κάτι ἐντυπωσιακό. «Ὅσες φορὲς τύχαινε νὰ νιώθω μείωση ἀπὸ κάτι εἴτε διότι μὲ κατέκριναν εἴτε γενικά, ὅπως τύχαινε καμιὰ φορὰ ἕνας ἄνθρωπος νὰ ἔχει φταίξει, ἔστελνα τὸ νοῦ μου σὲ ἐκείνη  τὴν ἡμέρα, στὴν μάχη τοῦ Κιλκὶς καὶ τὸν  τραυματισμό μου.  Ἔλεγα, μὴ σκέφτεσαι, δὲν εἶναι μείωση, δὲν ἔχεις τίποτα, διότι σ’ ἐκείνη τὴν  περίσταση ἐφέρθηκες ἔτσι» (σελ. 47). Δηλαδή, ἀπ’ ὅσα εἶχε κάνει στὴν ζωή του, αὐτὸ ποὺ τὸν ἔκανε νὰ καμαρώνει καὶ τοῦ ἀναπτέρωνε τὸ ἠθικὸ ἦταν ὁ ἡρωισμός του κατὰ τὴν μάχη τοῦ Κιλκίς. Οὔτε τὸ ΕΑΜ οὔτε ἡ Γυάρος οὔτε τὰ ἔργα του- μὲ σπουδαιότερο τὸ «Κολοκοτρώνης ἢ ἡ νίλα τοῦ Δράμαλη», ἡρωικὸ δράμα – τὸν γέμιζαν ὑπερηφάνεια. Τὸ αἷμα ποὺ ἔχυσε γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς Μακεδονίας, οἱ ἀγῶνες τοῦ Ἔθνους, τοῦ «ἔδιναν εὐχαρίστηση, ἕνα εἶδος σεβασμοῦ γιὰ τὸν ἑαυτό» του, ὅπως γράφει.
(Θυμήθηκα τὸν Αἰσχύλο, τὸν μέγιστο τῶν τραγικῶν, ὅλων τῶν αἰώνων, ποὺ ζήτησε ἐπὶ τοῦ τάφου του, νὰ χαραχθεῖ τὸ ἐπίγραμμα ποὺ ὁ ἴδιος συνέθεσε. Πολλὲς δόξες εἶχε γνωρίσει, ὅμως τὸ μόνο ποὺ θέλησε νὰ γραφτεῖ στὸ μνῆμα του ἦταν ἡ καταγωγή του καὶ  «…ἁλκὴν δ’ εὐδόκιμον Μαραθώνιον ἄλσος ἂν εἴποι καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος»,  ὁ ἡρωισμὸς ποὺ ἐπέδειξε στὴν μάχη τοῦ Μαραθώνα, τὴν ὁποία ὁ ἀλαζὼν Μῆδος γνωρίζει).
.             Τώρα. Θέλησα νὰ βρῶ τὸ πῶς ἀναφέρουν τὰ ἀριστερὰ ἔντυπα τὸν Βασίλη Ρώτα, τί γράφουν «οἱ σύντροφοι» γιὰ τὸν σπουδαῖο ποιητή. Σκόνταψα σὲ ἕνα ἄρθρο τοῦ «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ», στὶς 5 Ἰουνίου (τοῦ «Γιούνι») τοῦ 2011. Γράφουν λοιπὸν οἱ ἀμετανόητοι ὀμφαλοσκόποι τοῦ ΚΚΕ: «Ὁ Β. Ρώτας ἀνήκει σὲ κείνους… ποὺ ἀφοσιώθηκαν καὶ ἀγωνίστηκαν γιὰ τὰ ἰδανικὰ τοῦ Μαρξισμοῦ – Λενινισμοῦ, στὴν πανανθρώπινη ἰδεολογία ποὺ ἀποφασιστικὰ καὶ σταθερὰ διδάσκει τὸ ΚΚΕ.  Ἔδωσε ἀγῶνες γιὰ τὴν ἐργατικὴ τάξη….» καὶ λοιπὰ καὶ λοιπά. (Τὰ ὑπόλοιπα δὲν χρειάζεται νὰ τὰ γράψω. Τὰ γνωστὰ ξύλινα καὶ κούφια ἀναμασήματα καὶ γλωσσικὰ ἀπολιθώματα, ποὺ ἀπαλλάσσουν τοὺς συντάκτες τους ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση τῆς συγκεκριμένης ἀναλύσεως). Πουθενὰ ὅμως στὸ… ριζοσπαστικὸ ἀφιέρωμα δὲν γίνεται νύξη γιὰ αὐτὸ ποὺ «ὁ μπάρμπα Βασίλης ὁ Ἀβασίλευτος», ὅπως τὸν ὀνομάζει ὁ Γ. Ρίτσος σὲ ποίημά του, καμάρωνε καὶ διὰ βίου καυχόταν: τὴν συμμετοχή του στὴν μάχη τοῦ Κιλκίς, τὸν ἡρωικὸ τραυματισμὸ καὶ τὴν «δραπέτευσή» του ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο, γιὰ νὰ ἐπανέλθει, ἂν καὶ τραυματίας, στὸ πεδίο τῆς τιμῆς. Αὐτὸ τὸ «ἀσήμαντο» ἐπεισόδιο τὸ προσπέρασε καὶ πῆγε κατευθείαν στὸ ΕΑΜ. π τς ετοφωλις τν θνικν γώνων, στς ποντικότρυπες το μφυλίου. Γιὰ τοὺς ἀριστερόμυαλους, κυρίως τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, ἀπὸ τότε ἀρχίζει ἡ νεώτερη ἑλληνικὴ ἱστορία. Οἱ πόλεμοι τῶν ᾽12-᾽13, ἡ Μικρασία, ἦταν ἰμπεριαλιστικὲς ἐξορμήσεις, καθοδηγούμενες ἀπὸ τὴν ντόπια πλουτοκρατία. Τὸ δὲ ᾽21, ἦταν ταξικὴ ἐξέγερση κατὰ τῶν Κοτζαμπάσηδων καὶ τῆς Ἐκκλησίας.  Ἔχουμε ἀκούσει πολλὲς φορὲς τὸν κ. Τσίπρα, τὸν προδότη τῆς Μακεδονίας μας, νὰ ἐκθειάζει τὸ ΕΑΜ, γιὰ νὰ ἀντλήσει διδάγματα ἀπὸ τὴν ἱστορία. Οὐδέποτε ἀναφέρθηκε στὰ ψηλώματα τῆς ἱστορίας μας, τὸ ᾽21, οἱ Βαλκανικοὶ Πόλεμοι, ὁ Μακεδονικὸς Ἀγώνας, τὸ Ἔπος τοῦ ’40.
.             Ἡ δὲ χαριτόβρυτος κ. Σία, στὶς 25-1-2019, δήλωνε στὴν Βουλὴ ὅτι ὁ ΣΥΡΙΖΑ ἦρθε στὴν ἐξουσία γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ἔργο τοῦ ΕΑΜ. Ξέρουμε ποιανοῦ συνεχιστὲς εἶναι. Τοῦ Στάλιν, ποὺ γιὰ νὰ ἐπιταχύνει τὴν Ἱστορία (μὲ τὸν βούρδουλα) ἔπληξε τὶς πολιτιστικὲς ρίζες, τὶς ἐθνικὲς φυσιογνωμίες, τὴν γλῶσσα καὶ τὴν πίστη ἑνὸς ὁλόκληρου κόσμου, μετατρέποντας τὴν χώρα του σὲ ἀπέραντο ἐργοτάξιο κνουτοκρατούμενων μυρμηγκιῶν.
.             Ὅμως ἡ πατρίδα μας, ἡ ἱστορία της, θὰ συνεχίσει τὴν περπατησιά της, γιατί κρατιέται ἀπὸ τὶς «ὁλόμαυρες ράχες» τῶν Ψαρῶν, τοῦ Κιλκίς, τῆς Πίνδου.  Θὰ συνεχίσει νὰ «μελετᾶ τὰ λαμπρὰ παλληκάρια», ὅπως ὁ Ρώτας.  Νὰ κλείσω μὲ αὐτὸ ποὺ ἔγραψε γιὰ τὸν ποιητὴ ὁ αὐτόπτης μάρτυρας τῆς μάχης τοῦ Κιλκίς, Δ. Καλλίμαχος, ἐθελοντὴς ἱεροκήρυκας τῆς Ε΄ Μεραρχίας, στὸ βιβλίο του «Ἀθάνατη Ἑλλάς».
.          «Εἰς ἄλλο σημεῖον τῆς μάχης ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ 23ου, ἐνῶ ἐτραυματίσθη, αὐτὸς ἐξηκολούθει νὰ τραγουδεῖ.  Ἦτο ὁ Ρώτας, ὁ ἠθοποιός, ἕνα ἐκλεκτὸ παλληκάρι… Τὸν ἔσυραν πρὸς τὰ χειρουργεῖα καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τὸν εἶδα πάλιν εἰς τὴν γραμμὴν» (σελ. 117).  Τί θὰ ἔλεγε ἄραγε τὸ «ἐκλεκτὸ παλληκάρι» γιὰ τὴν προδοσία τῆς Μακεδονίας;  Γι’ αὐτοὺς ποὺ ξεπούλησαν στοὺς νεοκομιτατζῆδες τῶν Σκοπίων, αὐτὸ ποὺ μὲ τὸ αἷμα τους κέρδισαν στὴν μάχη τοῦ Κιλκίς;

Σχολιάστε

H ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ (Δ. Νατσιός)

Ἡ Μάχη τοῦ Κιλκίς
Τοῦ Δημήτρη Νατσιοῦ,
Δασκάλου – Θεολόγου

Σάν σήμερα ξεκινοῦσε ἡ μάχη τοῦ Κιλκίς….

.              «Ὅλα τά εἶχα προβλέψει, τά εἶχα σκεφθεῖ, ὅλα ἐκτός ἀπό τήν τρέλλα τῶν Ἑλλήνων». Εἶναι λόγια τοῦ Νικολάου Ἰβανώφ, ἀντιστρατήγου, διοικητῆ τῆς 2ης Βουλγαρικῆς Στρατιᾶς, μετά τήν ἧττα του στό Κιλκίς. Χωρίς νά τό γνωρίζει ὁ Βούλγαρος στρατηγός ἐπαναλαμβάνει τά λόγια τοῦ θρυλικοῦ Γέρου τοῦ Μοριᾶ, τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, πού ἔλεγε λίγα χρόνια μετά τήν ἁγιασμένη Ἐπανάσταση τοῦ ’21: «Ὁ κόσμος μᾶς ἔλεγε τρελλούς. Ἡμεῖς, ἄν δέν ἤμεθα τρελλοί, δέν ἐκάναμεν τήν ἐπανάστασιν, διατί ἠθέλαμεν συλλογισθῆ πρῶτον διά πολεμοφόδιαν, καβαλλαρία μας, πυροβολικό μας, πυροτοθῆκες μας, τά μαγαζιά μας, ἠθέλαμεν λογαριάσει τήν δύναμιν τῆν ἐδικήν μας, τήν τούρκικη δύναμη. Τώρα ὅπου ἐνικήσαμεν, ὅπου ἐτελιώσαμεν μέ καλό τόν πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, ἐπαινόμεθα. Ἄν δέν εὐτυχούσαμεν, ἠθέλαμεν τρώγει κατάρες ἀναθέματα…» («Ἅπαντα περί Κολοκοτρωναίων», ἐκ. «ΙΔΕΒ», σελ. 215) Ναί, ἡ ἴδια «τρέλλα», ὁ ἡρωισμός, ἡ «νηφάλιος μέθη» τῶν Ἑλλήνων, φανερώθηκε καί στή Σαλαμίνα καί στήν Πόλη καί στό Μεσολλόγι καί στό ἔνδοξο ’40.
.            Ἡ ἑλληνική ἱστορία ἔχει μία ἰδιοτυπία, μοναδική ἴσως στήν οἰκουμένη. Εἶναι ἱστορία ἀδιάλειπτων ἀγώνων γιά ἐπιβίωση. Μῆλον τῆς ἔριδος οἱ γεωγραφικές ἑστίες του στή συμβολή δύο ἠπείρων, ἀντιμετωπίζουν εἰσβολές, ἐπιθέσεις, κατοχές καί φρικτές σκλαβιές, ἐρημώσεις κατά τήν διάρκεια ἀδιάκοπων ἐπεκτατικῶν ἐξορμήσεων ἀπό ὅλα τά σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα. Ὅλοι τίς διεκδικοῦν, ὅλοι τίς ποδοπατοῦν μέ τά στίφη τους. Ἀλέθεται ὁ Ἑλληνισμός, ἡ «Πονεμένη Ρωμηοσύνη» στίς μυλόπετρες τῆς ἱστορίας, ἀλλά «… ἰδού ζῶμεν». Ἤ, ὅπως ὡραῖα τό διατύπωσε ὁ στρατηγός Μακρυγιάννης στά «Ἀπομνημονεύματά» του: «Ὅτι ἀρχή καί τέλος, παλαιόθεν καί ὡς τώρα, ὅλα τά θερία πολεμοῦν νά μᾶς φᾶνε καί δέν μποροῦνε· τρῶνε ἀπό μᾶς καί μένει καί μαγιά…».
.            Ἀπό τήν ἴδια τήν μαγιά τῶν ἡρώων τοῦ ’21 ἦταν φτιαγμένοι καί οἱ μαχητές τῶν Βαλκανικῶν πολέμων, οἱ ὁποῖοι εἶναι συνέχεια τῆς μεγάλης Ἐπανάστασης. Ἑκατό περίπου χρόνια μετά, τό Γένος, ἑδραζόμενο στήν λαϊκή ὁμοψυχία: «Ἕλληνας ὁμοφρονέοντας… χαλαπούς εἶναι περιγίγνεσθαι», ὅταν ὁμονοοῦν οἱ Ἕλληνες εἶναι ἀνίκητοι διαλαλεῖ ὁ Ἡρόδοτος («Ἱστορία» ΙΧ, 2) χάρις καί στήν θυσία τῶν παλληκαριῶν τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα, διπλασιάζει τά φτερά του.
.             Οἱ Βαλκανικοί Πόλεμοι τοῦ 1912-13 εἶναι ἀπελευθερωτικοί πόλεμοι. Καί ὁ στρατός μας ἐλευθέρωνε σκλάβους Ρωμηούς, οἱ ὁποῖοι γιά 500 καί πλέον χρόνια διατήρησαν ἄσβεστη τήν ἐθνική τους συνείδηση, γιατί –ἀναμφίλεκτη ἀλήθεια αὐτό– κρατήθηκαν ἀπό «τό ἄμφιο» τῆς ἑλληνοσώτειρας Ἐκκλησίας μας.
.               Στίς 30 Αὐγούστου τοῦ 1907 ὁ λαός τῆς Δράμας ἀποχαιρετᾶ τόν ἐθνο-ιερομάρτυρα Ἐπίσκοπο Χρυσόστομο, πού ὅδευε γιά τόν τόπο τοῦ μαρτυρίου του, τήν αἱματοκυλισμένη Σμύρνη. Λίγο πρίν τήν ἐπιβίβασή του στό τρένο, ὁ δημογέροντας Νίκας, προσφωνώντας τον, ὑψώνει τήν φωνή του, ὀρθώνει τήν λεβέντικη κορμοστασιά του, ἀτενίζει ἀγέρωχα τόν ποιμενάρχη καί τοῦ φωνάζει: «Δέσποτα, μᾶς παρέλαβες λαγούς καί μᾶς ἔκαμες λιοντάρια. Μεῖνε ἥσυχος. Θά γίνει τό θέλημά σου.» (Ν. Βασιλειάδη: «Γιά τήν Ἐλευθερία», σελ. 265) Ἡ Ἐκκλησία στάθηκε ὁ Κυρηναῖος τοῦ Γένους σ’ ὅλη τήν πολυαίωνη σκλαβιά, αὐτή, μέ τούς ἀτρόμητους Μητροπολίτες της, ἦταν ἡ ψυχή τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα. Ἄς τό θυμοῦνται αὐτό ὅσοι ἐκκλησιομάχοι κουνοῦν σήμερα τό δάχτυλο καί βυσσοδομοῦν κατά τῆς ἀμωμήτου πίστεώς μας.
.             Ἔλεγε μεταξύ ἄλλων ὁ μεγάλος λογοτέχνης μας Στρατής Μυριβήλης, σέ ὁμιλία του, τό 1953: «Σάν ἔπεσε τό Βυζάντιο, ἡ Ἐκκλησία ἀντικατέστησε τόν τσακισμένο κρατικό ὀργανισμό σάν ὑποκατάστατος μηχανισμός τῆς ἐθνικῆς ἑνότητας. Τά σύμβολα τῆς Αὐτοκρατορίας τά κράτησε ἡ Ἐκκλησία καί τά διατήρησε μέσα στούς μαύρους αἰῶνες τῆς σκλαβιᾶς. Καί μέσα σ’ αὐτούς τούς φοβερούς αἰῶνες, αὐτή στάθηκε τό πνευματικό καί ἐθνικό κέντρο τῆς μαρτυρικῆς φυλῆς. Ἐνάντια στούς ἀρχηγούς της ξέσπαγε κάθε ἐπίθεση τῶν ἐχθρῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τόσο ἀπό μέρους τῶν κατακτητῶν, ὅσον καί ἀπό μέρους τῶν Φράγκων. Καί σωστά τόπανε, πώς σέ πολλές κρίσιμες ὧρες τό ράσο στάθηκε ἡ ἐθνική σημαία τῆς Ἑλλάδας στά χρόνια της σκλαβιᾶς. Σ’ αὐτό τό διάστημα, ἑκατοντάδες χιλιάδες Ἕλληνες χάθηκαν γιά τό ἑλληνικό ἐθνικό σύνολο. Ποιοί ἦταν αὐτοί; Ἦταν ὅλοι ὅσοι μέ τή βία ἤ μέ τόν φόβο ἄφησαν τή θρησκεία τους.» Συμπέρασμα ἀδιάσειστο: «Ἄν ὑπάρχουμε σήμερα σάν ἑλληνική φυλή, εἶναι γιατί κρατηθήκαμε ἀπό τό ἄμφιο τῆς Ἐκκλησίας μας ὅλα αὐτά τά χρόνια».
(Ὁ Μυριβήλης πολέμησε στούς Βαλκανικούς πολέμους καί τραυματίστηκε. Ὅταν ὁ πατέρας του ἔμαθε στή Λέσβο τό νέο, ἀπό τή χαρά του κέρασε ὅλο τό χωριό. «Ἄλλοι καιροί, ἄλλα ἤθη». Τότε μεγαλουργοῦσαν οἱ καρδιές, τώρα μεγαλουργοῦν τά χρήματα, ὅπως ἔλεγε ὁ Κανάρης).
.               Ἔτσι φτάσαμε στούς Βαλκανικούς πολέμους καί στήν τριήμερη μάχη τοῦ Κιλκίς, στίς 19-21 Ἰουνίου τοῦ 1913 πού φέτος τιμοῦμε τά ἑκατόχρονα ἀπό τήν διεξαγωγή της. Ἡ μάχη τοῦ Κιλκίς – Λαχανᾶ, ἤ δίδυμη μάχη ὡς εἴθισται νά λέγεται, ἦταν ἡ πρώτη ἀποφασιστική σύγκρουση μεταξύ τῶν Ἑλλήνων καί τῶν Βουλγάρων κατά τόν Β’ Βαλκανικό Πόλεμο (Β’ ΒΠ) ὑπῆρξε ἡ πιό κρίσιμη καί ἡ πλέον φονική μάχη, ὄχι μόνο τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων, ἀλλά καί τῆς νεότερης ἐλλληνικῆς ἱστορίας. Χάρις στήν νίκη τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἡ Μακεδονία, ἡ Ἤπειρος, τά νησιά τοῦ Αἰγαίου, ἀκόμη καί ἡ Κρήτη καί ἡ Θράκη ἑνώθηκαν ὁριστικά μέ τό λυμφατικό τότε ἑλληνικό κράτος καί απετράπη ἡ προσπάθεια τῶν Βουλγάρων νά ὑλοποιήσουν το ὄνειρο τῆς «Μεγάλης Βουλγαρίας» (Συνθήκη Ἁγίου Στεφάνου, 1878).
.                 Ἔλεγε ὁ ἀθηναιογράφος λογοτέχνης Δημήτρης Καμπούρογλου: «Ὅλα τά ἔθνη γιά νά προοδεύσουν πρέπει νά βαδίσουν ἐμπρός πλήν τοῦ ἑλληνικοῦ πού πρέπει νά στραφεῖ πίσω», ὄχι βέβαια ὡς στείρα προγονολατρία ἀλλά ὡς μελέτη τῶν τιμαλφῶν ἀξιῶν τοῦ Γένους, μέ σκοπό τήν παιδαγωγία κυρίως τῶν νέων. Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ σπουδή τῆς ἱστορίας ἐμφυσεῖ στό παιδί ἀγάπη γιά τήν πατρίδα, τοῦ προσφέρει πρότυπα ζωῆς, τοῦ γνωρίζει τά ἐλλατώματα καί τά προτερήματα τοῦ Γένους, ἐνεργεῖ, μ’ ἕναν λόγο, ἐντός του διαπλαστικά, ὡς κατ’ ἐξοχήν παράγοντας αὐτοσυνειδησίας. Καί δή τί καλύτερο παράδειγμα φιλοπατρίας ἀπό τήν μάχη τοῦ Κιλκίς, τήν ὁποία ἐν συντομίᾳ θά ἐξιστορήσουμε, ἐπιμένοντας κυρίως στά βιώματα αὐτήκοων καί αὐτοπτῶν μαρτύρων.

Τό ἀθάνατο ἔπος
.            Τό κίνημα τῶν Νεοτούρκων (Ιούνιος τοῦ 1908) κι ὁ κίνδυνος νά ἐξοντωθοῦν ἀπό τήν τουρκική μισαλλοδοξία ὅλοι οἱ Χριστιανοί τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θράκης, ὁδήγησε τό 1912 τούς Ἕλληνες, τούς Βούλγαρους, Σέρβους καί Μαυροβούνιους νά ξεχάσουν προσωρινά τίς διαφορές τους καί νά συσσωματωθοῦν κατά τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας.
Ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος ἔληξε νικηφόρος γιά τά βαλκανικά κράτη, ὅμως οἱ Βούλγαροι «ἐμνήσθησαν ἡμερῶν ἀρχαίων», ξαναθυμήθηκαν τόν χάρτη τῆς Μεγάλης Βουλγαρίας καί νόμισαν ὅτι ἔφτασε ἡ ὥρα νά πραγματοποιήσουν τά παλιά χιμαιρικά τους σχέδια εἰς βάρος καί τῆς Σερβίας καί τῆς Ἑλλάδας. Ἡ ἀπληστία τῆς Βουλγαρίας, ἡ ὑπερφίαλη συμπεριφορά της πρός τούς συμμάχους κι ἕνα πλῆθος ἀπό δόλιες ἐνέργειες, ἔστρεψαν τήν Ἑλλάδα καί τήν Σερβία ἐναντίον της καί ὁδήγησαν στόν Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο (Β’ ΒΠ).
.                Στίς 19 Μαΐου τοῦ 1913 ὑπεγράφη στη Θεσσαλονίκη ἡ συνθήκη συμμαχίας μεταξύ Ἑλλάδας καί Σερβίας γιά νά ἀντισταθμίσει τίς ἐνέργειες τῶν Βουλγάρων, πού συγκέντρωναν μυστικά τό στρατό τους, γιά νά χτυπήσουν αἰφνιδιαστικά τούς πρώην συμμάχους τους. Μία τελευταία προσπάθεια τῶν κυβερνήσεων Ἑλλάδας καί Σερβίας, γιά νά ἀποφευχθεῖ ἡ σύγκρουση, ματαίωσαν οἱ ἴδιοι οἱ Βούλγαροι μέ τήν ἀξίωσή τους νά ἁπλωθοῦν σ’ ὁλόκληρη τή ΝΔ Μακεδονία, τήν ὁποία κατεῖχε ὁ ἑλληνικός στρατός. Ἔτσι ὁδηγήθηκαν τα πράγματα στήν σύγκρουση.
.               Στίς 16 Ἰουνίου τοῦ 1913 οἱ Βούλγαροι, ἀφοῦ μετέτεφεραν τίς περισσότερες δυνάμεις τους ἀπό τή Θράκη στή Μακεδονία πρός τήν πλευρά τῶν Ἑλλήνων καί τῶν Σέρβων ἄρχισαν σφοδρότατη ἐπίθεση. Γιά τούς Ἕλληνες καί τούς Σέρβους δέν ἀπέμενε παρά μονάχα ἡ γενική ἀντεπίθεση. Ἀλλά πρίν ἀπό κάθε ἄλλη ἐνέργεια ὁ στρατός μας ξεκαθάρισε τήν Θεσσαλονίκη ἀπό τούς Βουλγάρους, πού μέ δόλο εἶχαν εἰσδύσει στήν πρωτεύουσα τῆς Μακεδονίας, ἀπό τήν ἡμέρα κιόλας τῆς ἀπελευθέρωσής της. Καί ὕστερα ἄρχισαν οἱ μεγάλες ἐπιχειρήσεις. Καί πρώτη στή σειρά ἡ ἔνδοξη μάχη τοῦ Κιλκίς.
.              Τό Γενικό Ἐπιτελεῖο Στρατοῦ στήν ἔξοχη πολύτομη ἔκδοσή του, πού ἐπιγράφεται «ὁ Ἑλληνικός στρατός κατά τούς Βαλκανικούς Πολέμους τοῦ 1912-1913 (Ἀθήνα, 1932)» περιγράφει μέ θαυμαστό καί ἀναλυτικό τρόπο ὅλες τίς φάσεις τῆς πολεμικῆς ἐκείνης ἐπιχείρησης, πού δόξασε γιά μία φορά ἀκόμη τά ἑλληνικά ὄπλα καί ὑπῆρξε θέατρο ἀσύγκριτων ἡρωισμῶν τῶν ἀξιωματικῶν καί τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ μας.
.            Στά νότια τοῦ Κιλκίς ἦσαν γερά ὀχυρωμένοι οἱ Βούλγαροι καί 4 μεραρχίες τοῦ κέντρου τούς χτύπησαν δυνατά στίς 19 Ἰουνίου 1913. Στίς 20 Ἰουλίου, δεύτερη μέρα της μάχης, τό Γενικό Στρατηγεῖο πρόσταξε γενική ἐπίθεση ἀπό τήν αὐγή σέ ὅλο τό μέτωπο. Κι ἐνῶ στό δεξιό ἄκρο τοῦ μετώπου ἡ 7η Μεραρχία ἀνέτρεψε τούς ἀπέναντι ἐχθρούς της καί μπῆκε στή Νιγρίτα, οἱ μεραρχίες τοῦ κέντρου προχωροῦν πρός τό Κιλκίς μέ πολύ ἀργό ρυθμό, γιατί ἡ ἄμυνα τῶν Βουλγάρων, πού ἔκαναν συνεχῶς ἰσχυρές ἀντεπιθέσεις, ἦταν ἀποφασιστική καί πεισματώδης. Στόν τομέα τοῦ Λαχανά ἡ 1η Μεραρχία (στρατηγός Μανουσογιαννάκης) προχώρησε πιό γρήγορα πρός τίς νότιες προσβάσεις τῆς ὀχυρωμένης τοποθεσίας καί κυρίευσε καί 6 ἐχθρικά κανόνια.
.               Τό δειλινό τῆς 20ης Ἰουνίου ἡ κατάσταση εἶναι πολύ κρίσιμη. Ἡ ἀντίσταση τῶν Βουλγάρων εἶναι λυσσαλέα. Τό ἑλληνικό πεζικό ἔπρεπε νά τούς βγάζει μέ τίς λόγχες ἀπό τά χαρακώματά τους καί οἱ ἀπώλειες ἦταν τεράστιες. Τό Γενικό Στρατηγεῖο ἔστειλε νέα διαταγή στίς Μεραρχίες τοῦ κεντρικοῦ μετώπου νά κυριεύσουν «πάση θυσία» τό Κιλκίς, πρίν σκοτεινιάσει. Ἡ 2η Μεραρχία (στρατηγός Καλάρης) σέ ἐκτέλεση τῆς διαταγῆς ἐνήργησε νυκτερινή ἐπίθεση. Μέ ἐπικό ἀγώνα, φοβερές ἀπώλειες (οἱ περισσότεροι ἀξιωματικοί τέθηκαν ἐκτός μάχης). Ἀνατρέποντας τήν μία μετά τήν ἄλλη τίς 3 γραμμές ἄμυνας τῶν Βουλγάρων, στίς 9:40 τό πρωί τῆς 21ης Ἰουνίου, ἡ γαλανόλευκη κυματίζει στήν πόλη καί περιχαρής ὁ διοικητής στρατηγός Καλάρης τηλεγραφεῖ στό Γενικό Ἐπιτελεῖο: «Ἀγγέλω νίκην Κιλκίς. Ἐχθρός ὑποχωρεῖ ἐγκαταλείψας ὀχυρωμένας θέσεις…» Τό κάστρο τοῦ Βουλγαρισμοῦ πάρθηκε. Ἀλλά μέ πόσες θυσίες! Κατά ἀνακοίνωση τοῦ Στρατηγείου οἱ ἀπώλειες ἀνῆλθαν σέ 10.000 νεκρούς καί τραυματίες. (Ὁ Γαβριήλ Συντομόρου, στό βιβλίο τοῦ «Σαραντάπορο, Κιλκίς, Λαχανᾶς: οἱ πρῶτες μας νίκες», ἔκδ. Ζῆτρος, γράφει: «Στήν πραγματικότητα οἱ ἀπώλειες αὐτές δέν πρέπει νά ξεπέρασαν τούς 8.670 νεκρούς καί τραυματίες, σέ σύνολο περίπου 110.000 περίπου ἀνδρῶν τῶν 8 Μεραρχιῶν καί τῆς Ταξιαρχίας Ἱππικοῦ, πού πῆραν μέρος στή τριήμερη μάχη Κιλκίς – Λαχανᾶ). Εἶναι χαρακτηριστικό της μάχης ὁ θάνατος 10 διοικητῶν μονάδων, οἱ ὁποῖοι πρόβαλλαν τήν προσωπική τους συμπεριφορά καί ἐθελοθυσία ὡς παράδειγμα μίμησης στούς ἄνδρες τους. Παραθέτουμε τά ὀνόματα τῶν ἡρώων, τιμώντας ἔτσι καί τούς χιλιάδες «ἀγνώστους στρατιῶτες» τους, πού πάντοτε θά τούς εὐγνωμονεῖ τό ἔθνος μας: Καμάρας, Καμπάνης, Παπακυριαζῆς, Κορομηλᾶς, Καραγιαννόπουλος, Διαλέτης, Κουτήφορης, Κατσιμήδης, Χατζόπουλος, Ἰατρίδης… Αἰωνία ἡ μνήμη… Τά «κόκκαλα» τους τά ἱερά πότισαν τήν λευτεριά μας.
.              Μαθητής μικρός τήν δεκαετία τοῦ 30, ὁ Σ. Λίβας, μετέπειτα στρατιωτικός γιατρός, ἔγραψε τίς ἀναμνήσεις του, μέ τίτλο «Ἡ παλιά, μικρή μας πόλη». Σέ κείμενο μέ τίτλο «οἱ Μαχητές τοῦ Κιλκίς», γράφει τά ἑξῆς συγκινητικά: «Ἕνα ἀπέραντο «Ἐθνικό Νεκροταφεῖο», πού κρύβει στά σπλάχνα τοῦ τά κορμιά χιλιάδων παλληκαριῶν, εἶναι ὁ τόπος μας. Καί πάνω στά κορμιά αὐτά στήθηκαν τά θεμέλια αὐτῆς τῆς πόλης. Καί τό σιτάρι πού φτιάχνει τό ψωμί μας, θεριεύει καί μεστώνει ρουφώντας ἀπό τή γῆ αἷμα ἀντί για νερό. Κάθε λόφος γύρω μας κι ἕνας «κρανίου τόπος». Κάθε χωράφι κι ἕνας «ἀγρός αἵματος» για νά χρησιμοποιήσω τοῦ χαρακτηρισμούς τοῦ Εὐαγγελίου πού τόσο ταιριάζουν στήν περίπτωση».
.             Τά πρῶτα χρόνια, τ΄ ἀλέτρια πού ὄργωναν τή γῆ, ἔφεραν στήν ἐπιφάνεια λευκά κόκκαλα «κόκαλα Ἑλλήνων ἱερά», ἀντάμα μέ σκουριασμένες ξιφολόγχες καί δερμάτινες παλάσκες, περασμένες σέ ζωστῆρες πού ἔζωναν, κάποτε λυγερά σώματα παλληκαριῶν. Κι ὅλοι μας λίγο – πολύ, ἔχουμε νά θυμόμαστε πώς κάποτε, σκάβοντας τίς αὐλές τῶν σπιτιῶν μας εἴχαμε βρεῖ σκουριασμένα ὄπλα κι ἀνθρώπινα κρανία. Σάν στοιχειωμένος ἔμοιαζε ὁ τόπος μας καί τά παιδιά φοβόταν νά βγοῦν τό βράδυ ἀπό τά σπίτια τους.
.             Θυμᾶμαι τούς πρώτους περιπάτους πού κάναμε μέ τό νηπιαγωγεῖο, ἐκεῖ κοντά στούς πρόποδες τοῦ Ἀη- Γιώργη. «Ἡ δασκάλα μᾶς ἔλεγε ὅτι οἱ παπαροῦνες στόν τόπο μας, εἶναι πιό κόκκινες ἀπό ἀλλοῦ, γιατί παίρνουν τό χρῶμα τους ἀπό τό αἷμα τῶν σκοτωμένων παλληκαριῶν. Κι ἐμεῖς διστάζαμε νά τίς κόψουμε, ἀπό φόβο, μήπως καί ματώσουμε τά χέρια μας…» (σελ. 179).
Μαρτυρίες πρωταγωνιστῶν
.            Μεταξύ τῶν ἡρώων διοικητῶν συνταγμάτων πού ἔπεσαν στήν μάχη τοῦ Κιλκίς, εἶναι καί ὁ Ἀντώνιος Καμπάνης, διοικητής τοῦ 8ου Συντάγματος τῆς 4ης Μεραρχίας. Τόν ἴδιο καιρό ὁ γιός τοῦ Δημήτριος, ὑπηρετεῖ καί αὐτός ὡς στρατιώτης. Στό βιβλίο τοῦ «Ἀναμνήσεις τοῦ Πολέμου καί τῆς Εἰρήνης» περιγράφει τήν σκηνή πού σπεύδει γιά τόν «τελευταίο ἀσπασμόν» τοῦ ἠρωϊκοῦ σκηνώματος τοῦ γονιοῦ του. Φτάνει στή μεγάλη σκηνή πού ἦταν τό χειρουργεῖο τῆς IV Μεραρχίας:
«Μπῆκα στή σκηνή καί πάνω σ’ ἕνα φορεῖο είδα τόν πατέρα. Εἶχε τά μάτια ἀνοιχτά. Τό πρόσωπο γελαστό καί εὐχαριστημένο. Μόνο τό στῆθος του ἦταν γεμάτο τρύπες. Στά χέρια του φοροῦσε γάντια καλοκαιρινά χακί, ἀλλά ὅπως ἦταν σκισμένα καί κρεμασμένα, κατάλαβα ὅτι εἶχαν κοπεῖ τά δάχτυλά του. Ἀργότερα, ὅταν εἶδα τά κιάλια του, πού ἦταν καί αὐτά γεμάτα βλήματα, ἀντελήφθηκα πώς ἡ ὀβίδα εἶχε σκάσει τήν ὥρα πού τά σήκωνε, γιά νά παρατηρήσει τίς ἐχθρικές θέσεις.
Τό θέαμα γιά μένα ἦταν τραγικό, ἀλλά μεγαλύτερη ἀκόμη συγκίνηση μοῦ προξένησαν οἱ ἑκατοντάδες τραυματίες τοῦ Συντάγματός του, πού περνοῦσαν καί τόν ἀσπάζονταν κλαίγοντας. Ἄκουσα μερικούς νά λένε: Ἦταν αὐστηρός, ἀλλά δίκαιος καί ἀγαποῦσε τούς ἄνδρες του».
.            Νομίζω πώς ὁ ἐπικήδειος αὐτός, ἄν μποροῦσε νά τόν ἀκούσει, θά τόν εἶχε ἀπολύτως ἱκανοποιήσει. Γιατί πραγματικά πρόσεχε ξεχωριστά τους ἄνδρες του, καί γιά νά προστατεύσει τή ζωή τούς εἶχε σκοτωθεῖ ὁ ἴδιος» (σελ. 123).
Μέ τέτοιους ἄξιους ἡγήτορες φθάσαμε στή νίκη. Ἕνας στρατός γενναίων μέ ἀρχηγούς «λιοντάρια» πῶς νά μήν ἀνέλθει στήν κορυφή τῆς δόξης καί τῆς ἀθανασίας.
.                Τό 1964 ἐκδίδεται τό «Ἀναμνηστικό Λεύκωμα» ἐπί τή 50/ἐτηρίδι ἀπό τῆς μάχης τοῦ Κιλκίς. Στήν σελίδα 44 διαβάζουμε: «Ἦταν δύο σύγγαμβροι ἀπό τήν Κύμη τῆς Εὐβοίας, ὁ συνταγματάρχης Ἰωάννης Παπακυριαζής καί ὁ ταγματάρχης Ἰωάννης Βελισσαρίου. Καί οἱ δύο λεβέντες. Τά ἀνδραγαθήματα τους ὑπῆρξαν ἀπό τά φωτεινότερα δείγματα ἀτομικῆς γενναιότητος. Οἱ δύο αὐτοί συγγενεῖς εἶχαν τσακωθῆ… σάν σύγγαμβροι πού ἤσαν. Στήν μάχη τοῦ Κιλκίς βρέθηκαν οἱ μονάδες τους νά πολεμοῦν πλάι- πλάι καί ὁ συναγωνισμός τῶν δύο τσακωμένων ἔφθασε στό ἀποκορύφωμα.» Στήν τελευταία μάχη, ὅπως ἀναφέρει ὁ στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος στά ἡμιτελῆ ἀπομνημονεύματά του, ἐπῆλθε τό δράμα «…Ἤρξατο τότε σφοδρότατος καταιγισμός πυρός, κατά τήν διάρκειαν τοῦ ὁποίου οἱ 6 λόχοι τοῦ Βελισσαρίου, προχωροῦντες ταχέως ἔφθασαν εἰς ἀπόστασιν ἑφόδου ἀπό τῆς πρώτης γραμμῆς τῶν βουλγαρικῶν ὀρυγμάτων. Καί εἶδον τό ἀλησμόνητον θέαμα τῆς ἑφόδου τῶν 6 εὐζωνικῶν λόχων τοῦ Βελισσαρίου, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἄς εἶχον ὁδηγίας ὑπό τοῦ διοικητοῦ των, ἔβαλον αἰφνιδίως ταχύτατον ὀλιγόλεπτον πῦρ ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, μετά τό ὁποῖον ὤρμησαν ἀκάθεκτοι καί μέ βροντώδεις ἀλαλαγμούς ἐναντίον τῶν ἐπί τῆς πρώτης ὀφρύος τοῦ λόφου βουλγαρικῶν χαρακωμάτων. Ἡ γραμμή τῶν ἐφορμούντων λόχων μέ τάς ἀπαστραπτούσας ὑπό τόν ἥλιον ὑπερχιλίας λόγχας ὠμοίαζεν πρός χαλύβδινην ταινία, ἡ ὁποία ἀπειλητική ἐπήρχετο ἐναντίον τῶν ἐχθρικῶν ὀρυγμάτων. Ὁ ἀγών ὑπῆρξεν μεγαλειώδης. Οἱ Βούλγαροι ἀνετράπησαν ἤ ἐξοντώθησαν διά τῆς λόγχης. Αὐτό ἦτο τό μεγαλύτερον κατόρθωμα τοῦ Βελισσαρίου καί μέ δικαίαν ὑπερηφάνειαν ἐφώναξεν εἰς τόν λοχαγόν Ζήραν, ἄλλον γενναῖον, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσεν εἰς τό σύνταγμα τοῦ Παπακυριαζῆ, τοῦ μπατζανάκη τοῦ Βελισσαρίου.
Βρέ Ζήρα, ποῦ εἶναι ὁ διοικητής σου νά δή;
ΖΗΡΑΣ. Σκοτώθηκε… Εἶχε πέσει πρό ὀλίγου μόλις, μαχόμενος μέ τόν ἴδιον ἀπαράμμιλον τρόπον. Καί τότε τό πρόσωπον τοῦ συγγάμβρου «ἐμαύρισεν ἀπό τό πένθος». Ἔβγαλε τό πηλήκιόν του, ἔκαμε τόν σταυρό του, ἐδάκρυσεν καί ἐτράβηξεν μπροστά μέ περισσοτέραν ὁρμήν. Ἐκεῖ παρακάτω στή Τζουμαγιά, στό ὑψόμετρο 1378, τόν περίμενε κι’ αὐτόν ὁ Χάρος».
Ἕνα ἐξαιρετικό βιβλίο, πραγματικός θησαυρός, πού ἀναφέρεται στή μάχη τοῦ Κιλκίς εἶναι τοῦ π. Δημητρίου Καλλίμαχου, ἐθελοντή ἱεροκήρυκος τῆς Ἐ’ Μεραρχίας. Ὁ Καλλίμαχος παρακολουθεῖ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τήν μάχη παίρνει μέρος σ’ αὐτήν, ἐμψυχώνει τούς στρατιῶτες, παρηγορεῖ τούς πληγωμένους καί ἀναλαμβάνει, πολλές φορές, τό βαρύ καθῆκον τῆς ταφῆς τῶν νεκρῶν πολεμιστῶν. Τό 1942, ἐξέδωσε στή Νέα Ὑόρκη τίς ἐμπειρίες του, σέ βιβλίο μέ τίτλο: «Ἀθάνατη Ἑλλάς» Ἀπό τό ἔξοχο αὐτό πόνημα, ἀποσποῦμε κάποιες σελίδες του, στίς ὁποῖες μοσχοβολᾶ ἡ πίστη καί ἡ φιλοπατρία τοῦ στρατοῦ μας. Στήν μακραίωνη ἱστορία μας πάντοτε τό Γένος ἀγωνίζεται «ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος» καί ματαιοπονοῦν ὅσοι θέλουν νά χωρίσουν τά δύο αὐτά «ριζιμιά λιθάρια» τοῦ ἱστορικοῦ μας βίου. Ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων ἡ φωνή τοῦ Μακρυγιάννη μᾶς κανοναρχεῖ: «Ἡ πατρίδα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καί ἡ θρησκεία εἶναι τό πᾶν… Καί τότε λέγονται ἔθνη, ὅταν εἶναι στολισμένα μέ πατριωτικά αἰσθήματα· τό ἐναντίον λέγονται παλιόμαθες τῶν ἐθνῶν καί βάρος τῆς γης.»
.            Περιγράφει ὁ Καλλίμαχος τόν θάνατο τοῦ ἥρωα Καμάρα, τήν στιγμή πού τραυματίζεται, μπροστά καί ὄρθιος, θανάσιμα:
«Γονατίζει ὁ εὐγενικός συνταγματάρχης καί μέ τό λάμπον ξίφος του ἀκόμη εἰς τά χέρια ἀπευθύνει τόν τελευταῖον πρός τούς ἄνδρας του χαιρετισμόν:
Θάρρος παιδιά, θάρρος, γενναῖοι μου!
Τό αἷμα τρέχει κρουνηδόν ἀπό τό τραῦμα καί ο Καμάρας σωριάζεται:
Πονῶ, πονῶ πολύ, καίομαι…
Ὅταν μετεφέρετο πρός τά χειρουργεῖα, ἀτενίσας διά τελευταίαν φοράν τούς ἄνδρας του ἐδάκρυσε καί εἶπε:
Ἄχ, πού σ’ ἀφήνω, σύνταγμά μου. Σᾶς χαιρετῶ, καλά μου παλληκάρια, καί μέ τήν εὐχήν μου ὅλοι ἐμπρός νά δοξάσετε τήν τιμημένη μας πατρίδα!
Καί τώρα ζῆ εἰς τήν ἀθανασίαν ὁ ἀλησμόνητος Καμάρας μας, ἰδεώδης τῦπος ἀνθρώπου καί στρατιώτου, ἐπιβαλλόμενος μᾶλλον μέ τήν ἀπέραντον καλοκαγαθίαν τοῦ πατρός, παρά μέ τήν συνηθισμένην τραχύτητα τοῦ στρατιωτικοῦ.
Εὐσεβής, φιλεύσπλαχνος, ἀγαθώτατος, εὐθύς καί εἰλικρινής καί πράος, ἠδύνατο νά εἶναι καί ἰδεώδης τύπος λειτουργοῦ τοῦ Ὑψίστου. Εἰς τά Βοδενά, ὅπου ἔμεινεν ἐπί μήνας τό σύνταγμά του, ἔγινεν ἱεροφάντης τῆς Ἑλληνικῆς Ἰδέας, προσηλυτίζων τά ἑτερογενῆ στοιχεῖα μέ μέσα ἀνθρωπιστικά. Καί ὅταν προυκάλει χορούς καί διασκεδάσεις καί ἐορτᾶς καί ὅταν συνωμίλει μειλίχιος στρατιώτης, πάντοτε ἐν εἶχεν ἰδεῶδες, πῶς νά ἐμπεδώση τήν πεποίθησιν εἰς τήν ἐκπολιτιστικήν ἀποστολήν τῆς Ἑλληνικῆς διοικήσεως. Ὅταν ἔφυγεν ἀπό τά Βοδενά, δέν ἔμεινε κανείς ἀδάκρυτος πάσης φυλῆς καί θρησκείας.
Αὐτός ἦτο ὁ Καμάρας, ὁ πρωτομάρτυς τῆς γιγαντομαχίας τοῦ Κιλκίς. (σελ. 71)»
Συγκινητικότατες ὅμως εἶναι καί οἱ ἀναφορές στούς ἁπλούς στρατιῶτες. Ἔδειξε ἀπαράμιλλο ἡρωισμό ὁ Ἕλληνας στρατιώτης στήν μάχη τοῦ Κιλκίς. Ἦθος ὀρθόδοξο καί ἀγάπη ἄδολη καί ἀπρασάλευτη προς την πατρίδα εἶναι οἱ δύο ὀδοδεῖκτες πού τόν ὁδηγοῦν στά «κρημνά τῆς ἀρετῆς».
.              Διαβάζουμε στήν σελίδα 165:
«Εἶδα ματωμένο γράμμα νεκροῦ· τό ἐπῆρα καί ἀνέγνωσα: (παρατίθεται ὅπως το ἔγραψε ο ἡρωικός μαχητής)
«Ἦνε τόρα δυό μέρες Ἀγαπημένη μου Βασιληκούλα, πού κάμωμε πόλεμο μέ αὐτά τά παληόσκυλα· μᾶς βαροῦνε πολί μί οὐβίδες· χαθήκανε πουλᾶ πεδιά θκάμας· πάγ κι’ ἡ Γιανςμας τὸν πῆρε οὐβίδα τοῦ κεφάλτ. Τόρα περιμένομ σέ μιά ρεματιά νά ξαπουστάσουμ λιγουλάκι κι σί γράφο. Βασιληκούλα σί χάνο γιά τή Πατρίδα· αὐτό τό χουριό πού θέλουμ νά πάρουμ τού λέν Κιλκίδα κέ λέν πὼς τό μουσχάρη θά πλέξ στό ἔμα· ἔχο ἕνα ἔστημα πώς κεγῶ θά πάγο νά φάγο κούμαρα νά βρό τόν παπούλημ ἀλά νά μή κλάψσ Βασιληκούλαμ· ἅμα ἦνε γιά τί Πατρίδα δάκρια δέν ἐχ’ κλάματα μοναχά γιά ὅσοι ψοφοῦν στό στρόμα· θημᾶμε τί ἔλεγε κι Μῆτρος τοῦ Παπούλ γιά τσεγναίκες τό παλιό κερό στή Σπάρτ: ἡ τάς ἡ ἐπιτᾶς. Κλάματα δέ θέλο· ντροπῆς πράματα νά σκοῦζτε γιά μᾶς ἐδό τσβουλγαροχτόν, ἐγκδιτάδες ντίπ κι γιά οὖλες τσατιμίες πού πράξαν σταδέλφια μας Μακεδόνοι. Μόνο ἕνα κερί στήν ἅγια Παρασκεβί φτάνι· γιά διαθήκ ἴνε τά πεδάκιά μας· ἅμα μιγαλόσν νά πᾶν κιφτά στόν πόλεμο, στή Πόλ μί τόν Βουλγαροχτόνο βασιληά μας νά μνιμονεύσν τόν τάφουν μί ἔμα.
Σί φιλό Βασιληκούλαμ πολύ· γιά χαρά γιά τή Πατρίδα. Ἁπτό ρέμα Κιλκίδας Ἀντρέας».
.               Μεγαλειώδης ὕμνος ἀγωνιστού τῆς νέας μας ἐποποιίας. Ἀπό τό γράμμα αὐτό τοῦ ἁπλοϊκοῦ ὀρεσιβίου σπαρταρίζει θυσία τοῦ ἀθανάτου μαχητοῦ, ὅστις βαδίζει εἰς τόν θάνατον ὡς νυμφίος καί ἀπαγορεύει τά δάκρυα, ἐνθυμίζων τήν ἡρωικήν καρτερίαν τῶν Σπαρτιατίδων εἰς τήν ἁπλοϊκήν σύντροφον τῆς ζωῆς του».
Εἶναι γνωστό πώς ἡ μάχη διεξήχθη ἐν μέσω φοβεροῦ καύσωνος (περίπου 40 βαθμούς Κελσίου). Τά σιταροχώραφα τοῦ κάμπου του Κιλκίς, ἐξαιτίας τῶν ὀβίδων πῆραν φωτιά. Πολλοί βαριά τραυματισμένοι στρατιῶτες, μή μπορώντας νά μετακινηθοῦν, κάηκαν ζωντανοί…
.            Ἄλλο ἡρωικό παράδειγμα αὐταπάρνησης καί ἀνδρείας στή σελίδα 76:
«Στρατιώτης τοῦ 22ου ἐτραυματίσθη εἰς τόν βραχίονα.
Τυχηρός ἤσουνα, συνάδελφε, πού πῆρες τό παράσημο, τοῦ λέγει ὁ παραπλεύρως του, αἶντε τράβα τώρα στό χειρουργεῖο…
Τί ἔκανε, λέει; Μέ μία τσουγκρανιά νά φύγω; Τό παληοτόμαρό μου βαστάει ἀκόμα· ἔχω νά φάγω καί ἄλλους ἀπ’ αὐτούς τούς ἄτιμους πού σφάξανε γυναικόπαιδα!
Καί συνεχίζει τόν ἀγώνα.
Παίρνει δεύτερο βόλι καί ἐξακολουθεῖ νά μάχεται καί τό δεύτερον τραῦμα γίνεται τρίτον καί ἕπεται συνέχεια… Καί ὅταν πλέον ἡ δυνατή αἱμορραγία τόν ἀναγκάζη νά πέση κάτω, οἱ τραυματοφορεῖς, ὅταν ἐπλησίασαν νά τόν παραλάβουν, ἐπέδσεαν ἐν ὄλω ἑπτά τραύματα! Καί παρεπονεῖτο ὁ Ρουμελιώτης στρατιώτης, διότι δέν ἦτο δυνατόν πλέον νά συνεχίση τόν ἀγώνα του.
Μωρ’ δέν μποροῦσε νά εἶχα κι’ ἄλλο παληοτόμαρο, νά βγάλω αὐτό τό τρυπημένο καί νά τό βάλω τό καινούργιο!»
Μία τελευταία μαρτυρία ἀπό τό τέλος τῆς μάχης. Ὁ Ἕλληνας στρατιώτης ἔχει συνείδηση τῆς ἀποστολῆς:
«Ὤ τριακόσιοι, σηκωθεῖτε
Καί ξανάλθετε σ’ εμᾶς
Τα παιδιά σας θελ’ ἰδῆτε
Πόσο μοιάζουνε μέ σᾶς»
έψαλλε ὁ ἐθνικός μας ποιητής. Καί ὁ μαχητής τοῦ Κιλκίς ἀπό τό ἴδιο χρέος ἐμφορεῖται. Σηκώνει στίς πλάτες τοῦ τήν ἱστορία τοῦ Γένους καί «ντροπή νά ντροπιασθεῖ».
«Μετά τήν μάχην ἐγύρισα νά μεταβῶ πρός τά χειρουργεῖα, νά παρακολουθήσω τόν βουβόν πόνον τῶν ἡρώων. Ἤθελα νά ἐπισκοπήσω συγχρόνως τήν ἀκτίνα, ὅπου διεδραματίζετο πρό ὀλίγου ἀκόμη μία ἀπό τάς ἀγριωτέρας πολεμικᾶς τραγωδίας τῶν νεωτέρων χρόνων.
Ἐνδιαφερόμην νά ὑπολογίσω τόν ἀριθμόν τῶν εὐγενῶν θυμάτων, διά τούς ὁποίους ἤμην ὑποχρεωμένος νά μεριμνήσω πρός ταφήν καί τέλεσιν τῶν νομίμων.
Ὁ ἀπέραντος χῶρος τοῦ θεάτρου τῆς μάχης ὠμοίαζε πρός μακελλεῖον. Καί ὅταν ἀντίκρυσα τήν φρικιαστικήν εἰκόνα καμμένων σπαρτῶν καί ψημένων σωμάτων καί εἶδα σκοτωμένους μέ τήν λόγχην στά χέρια καί μέ ἀποκρυσταλλωμένην εἰς τό πρόσωπον τήν ψυχολογίαν της ὁρμῆς καί τῆς χαλυβδίνης ἀποφασιστικότητος, ἐδάγκασα ἀσυναισθήτως τά χείλη ἀποθαυμάζων. Ἀγγελιοφόρος τῆς Δ’ Μεραρχίας ἐστάθη καί ἤκουσα νά ἀπαγγέλη:
Στοῦ Κιλκίς τήν ὁλόμαυρη ράχη
Περπατώντας ἡ δόξα μονάχη
Μελετᾶ τά λαμπρά παλλικάρια
Καί στήν κόμη στεφάνη φορεῖ
Γινομένο ἀπ’ ὀλίγα χορτάρια
Πούχαν μείνη στήν ἔρημη γῆ
.               Ἔρημη ἡ γῆ μέ τά ὀλίγα της ἐναπομείναντα χόρτα ἐστολίζετο ἀπό τῆς ἡμέρας αὐτῆς μέ τόν στέφανον τῆς Ἀθανασίας καί τά ἄσημα ἕως χθές καί πτωχά ἐκεῖνα ὑψώματα παρεδίδοντο εἰς τήν δόξαν καί τόν θαυμασμόν τῶν αἰώνων» (σελ. 83).
Γι’ αὐτό νίκησαν ἐκεῖνα τά λαμπρά παλλικάρια. Ἦταν φτιαγμένα ἀπό τή μαγιά τῶν πολέμαρχων τοῦ Εἰκοσιένα. Ἦταν φτωχά παιδιά, ἡ ψυχή τους ὅμως σπίθιζε ἀπό φιλοπατρία. Ἡ πατρίδα εἶναι ἡ μάνα μας καί τήν ἀγαπᾶμε καί ὅταν εἶναι φτωχή καί ἀναγκεμένη σάν σήμερα. «Φίλει τήν πατρίδα καν ἄδικος ἤ» ἔλεγε ὁ Πλάτων. Πατρίδα εἶναι οἱ τάφοι τῶν προγόνων, τά ἁγιασμένα κόκκαλα τῶν ἡρώων, τά ξωκλήσια τῆς Παναγίας μας.
.              «Δέν θά μοῦ πήγαινε αὐτό τό ντούφεκι, ἄν δέν ἤσουν ἐσύ γλυκό χῶμα πού νιώθεις σάν ἄνθρωπος. Ἄν δέν ἦταν πίσω μας λίκνα καί τάφοι πού μουρμουρίζουν, ἄν δέν ἦταν άνθρωποι, κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα μέτωπα, κομμένα στόν ἥλιο μέ τό σπαθί τοῦ Θεοῦ» γράφει περήφανα ὁ Νίκ. Βρεττάκος.
.              «Ἡ μεγαλωσύνη στά Έθνη δέν μετριέται μέ τό στρέμμα, μέ τῆς καρδιᾶς τό πύρωμα, μετριέται και μέ τό αἷμα» λέει ὁ ποιητής.
Τώρα πού μᾶς ταλανίζει ἡ κρίση καί σκύψαμε τό κεφάλι, ἄς στραφοῦμε «πίσω» γιά νά ἀντλήσουμε δύναμη. Ἄς κλείσουμε μές στήν ψυχή μας ἕνα Μεσσολόγι, ἕνα Κιλκίς, ἕνα Σαράντα καί ἄς βαδίσουμε στίς ἀτραπούς τῆς ἱστορίας ὁλόρθοι. «Εἴμαστε παλαβοί ἐμείς οὶ Ἑλληνες, ἁλλά ἔχουμε γνωστικό Θεό» ἔλεγε ὁ Κολοκοτρώνης καί Αὐτός θά μᾶς σώσει. Δέν μᾶς πρέπει ὁ φόβος, καταγόμαστε ἀπό γενιές ἡρώων σάν αὐτούς πού δόξασαν τήν πατρίδα στόν τόπο τόν ἱερό τοῦ Κιλκίς.
Κλείνουμε μέ τούς στίχους τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητῆ Κωστῆ Παλαμᾶ, πού τούς ἀπήγγειλε τό 1928, κατά τά ἀποκαλυπτήρια του μνημείου πού δεσπόζει στό ἡρῶον τῆς μάχης. Ὁ ὕμνος ὀνομάζεται «ἡ Πατρίδα στούς νεκρούς της» Νά, πῶς τελείωνε ὁ ποιητής:
« – Παιδιά μου, ὅσοι, προφῆτες μου, στρατιῶτες, ἀρχηγοί,
σάν τά λιοντάρια στήσατε κορμιά καί σάν τά κάστρα,
καί μεσ’ στή μακεδονική ματοθρεμμένη γῆ
βάλατε τήν εἰκόνα μου φερτή σάν ἀπό τ΄ ἄστρα
στοῦ Λαχανά καί στοῦ Κιλκίς τήν ἐκκλησιά τήν πλάστρα,
πνοές κι ἄν πλανάστε σ’ ἄλλη ζωή, λείψανα κι ἄν κοιμάστε,
σᾶς λειτουργῶ στή δόξα μου. Μακαρισμένοι νά ‘στε».

Σχολιάστε

«ΝA ΜΗΝ ΧΑΣΟΥΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΑΣ» (Δ. Νατσιός)

Ν μν χάσουμε τ νομά μας

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

Τ 2008 τν Αγουστο δημοσίευσα τ παρακάτω κείμενο στ πολυτονικό. Ατ πο σημείωνα, δυστυχς τ βιώνουμε. Τν Μακεδονία τν πρόδωσαν. Ο προδότες-Τσίπρας, Κοτζις κα λη νθελληνικ λέπρα πο τος χειροκροτοσε- ρθε ρα ν ξαφανιστον. Κανες λληνας, μ καρδι κα φιλότιμο, δν πρέπει ν ψηφίσει τος λετρες. 10.000 ξιωματικο κα στρατιτες “πεσαν” στν μάχη το Κιλκς-Λαχαν γι τν λευθερία τς Μακεδονίας. κυρώνεται τ αμα τους μ τ μελάνι μίας πογραφς; OXI. Ο πικείμενες κλογς ν λάβουν τν μορφ δημοψηφίσματος γι τ γκλημα τν Πρεσπν. Ν σώσουμε τν Μακεδονία μας, μήπως κα σωθομε…

.               Μπαίνω ἀπευθείας στὸ θέμα, ἄνευ περιστροφῶν καὶ προλόγων. Ἂν βρεθεῖ, ἂν τολμήσει ἑλληνικὴ κυβέρνηση νὰ ὑπογράψει τὴν προδοσία, τὴν μεγαλύτερη ἀπὸ καταβολῆς κράτους, ποὺ λέγεται «Βόρεια» ἢ «Ἄνω Μακεδονία», θὰ πρέπει νὰ γνωρίζει ὅτι:
.               Πρῶτον: τὸ πλέον εὐτελὲς καὶ ἀνάξιο λόγου. Δὲν πρόκειται νὰ ξαναδεῖ ἐξουσία. Ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ ἱστορικοῦ κουρελουργήματος τῆς Ρεπούση, θὰ ὑπάρξει τέτοια κινητοποίηση ἀπὸ τὸν πατριωτικὸ χῶρο, ποὺ οἱ κυβερνῶντες –ὅποιοι κι ἂν εἶναι– θὰ τρίβουν κυριολεκτικὰ τὰ μάτια τους. δίως ο βουλευτς τς Μακεδονίας, ς τοιμάζονται γι σόβια, τιμη κα χι τιμητική, διώτευση. Ἂς γνωρίζουν ὅτι θὰ ἀντιμετωπίσουν, σὲ περίπτωση ὑπογραφῆς τῆς προδοσίας, ὅ,τι ἀντιμετώπισαν οἱ παπόδουλοι ἐπίσκοποι, ὅταν γύρισαν στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1438, μετὰ τὴν ψευτοσύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας. Ὑπέγραψαν ἕνωση – ὑποταγὴ τῆς Ὀρθοδοξίας – τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ φτάνοντας στὴν Πόλη τοὺς ἀνέμενε ὁ λαός… Ὅταν μαθεύτηκε ὅτι λατινοφρόνησαν καὶ ὑπέκυψαν στὰ «φλωρία» τοῦ Πάπα, ὁ εὐσεβὴς  λαὸς τοὺς προπηλάκισε. Ταραγμένοι καὶ μετανιωμένοι ψέλλιζαν οἱ ταλαίπωροι «Πεπράκαμεν (πουλήσαμε) τὴν πίστιν ἡμῶν, ἀντηλλάξαμεν τῇ ἀσεβείᾳ τὴν εὐσέβειαν, προδόντες τὴν καθαρὰν θυσίαν (τὴν Ὀρθοδοξία), ἀζυμῶται (παπικοὶ) γεγόναμεν. Κόψατε τὴν δεξιὰν ἡμῶν τὴν ὑπογράψασαν (κόψτε τὸ χέρι ποὺ ὑπέγραψε), ἐκριζώσατε τὴν γλῶσσαν ἡμῶν τὴν τοιαῦτα ὁμολογήσασαν». (Δ. Παναγόπουλου, «Εἷς ἔναντι μυρίων»). Χέρι πο θ πογράψει κα γλσσα ποὺ θ μολογήσει «Βόρεια νω Μακεδονία» θέλουν κόψιμο ξερίζωμα. Τελεία κα παύλα. Σ θέματα πατρίδος κα πίστεως δν χωρε συγκατάβασις.

.           Δεύτερον: ἡ στάση μας στὸ θέμα τῆς Μακεδονίας εἶναι ἡ λυδία λίθος γιὰ τὸ σύνολο τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς. Ἂν ὑποκύψουμε στοὺς ὠμοὺς ἐκβιασμοὺς καὶ παραδώσουμε ἀμαχητὶ τὸ ὄνομα, ἀνοίγει ὁ ἀσκὸς τοῦ Αἰόλου. Πέραν τῆς διεθνοῦς ἀνυποληψίας καὶ περιφρόνησης, δημιουργεῖται κακὸ προηγούμενο. Ὅλοι θὰ ἀπαιτοῦν καὶ ἐμεῖς θὰ ἐπαιτοῦμε τὴν σύμπραξη ἀνύπαρκτων συμμάχων. Ὡς γνωστὸν οἱ μεγάλες δυνάμεις ἐξάγουν συμπεράσματα γιὰ τὴν πολιτική τους ὄχι μὲ κριτήριο τὴν «ἑτοιμότητα ὑποκλίσεων», ἀλλὰ μὲ κριτήριο τὴν ἰσχὺ τῶν κρατῶν στὶς περιφέρειες, τὴν ἱκανότητα – ἀποφασιστικότητα τῶν κυβερνήσεών τους νὰ ὑπερασπίσουν τὰ ἐθνικά τους συμφέροντα καὶ τὸ εἰδικὸ γεωπολιτικὸ βάρος ποὺ ἀναπτύσσουν στοὺς περιφερειακοὺς συσχετισμοὺς ἰσχύος.

.           Τρίτον, σὲ συνάφεια μὲ τὰ προηγούμενα. Ὅλα δείχνουν πὼς οἱ Σκοπιανοὶ κατανοοῦν πὼς εὐνοϊκὴ ἀπόληξη τοῦ ζητήματος θὰ πετύχουν μόνο ἐπὶ τῆς νῦν ἀμερικανικῆς κυβέρνησης. Ἄρα ὁδεύουμε πρὸς ἀτιμωτικὴ συναλλαγή: «Βόρεια Μακεδονία». Ἂν συμβεῖ τὸ ἀπευκταῖο, εἶναι σίγουρο πὼς οἱ Σκοπιανοὶ εὐθὺς θὰ καταπατήσουν τὶς ὑπογραφές τους καὶ θὰ θέσουν, ἀπὸ θέσεως ἰσχύος πλέον, ὅλα τὰ συμπαρομαρτοῦντα μὲ τὸ Σκοπιανὸ ζητήματα: ἀλυτρωτισμός, περιουσίες, ὀνοματοδοσία προϊόντων, τοπωνυμίων, ἀεροδρομίων, «μακεδονικὴ» ἐκκλησία, ἱστορικὴ κληρονομιά. Μᾶς ἀναμένει, δὲν ἔχει σημασία ἂν εἶναι τὸ ἐγγὺς ἢ τὸ ἀπώτερο μέλλον,  τὸ μακεδονικὸ Κόσοβο. Καὶ τότε θὰ ἐρωτηθοῦμε ἐμεῖς οἱ Μακεδόνες, οἱ γηγενεῖς. «Εἶστε Ἕλληνες ἢ Μακεδόνες; ὅσοι Ἕλληνες κάτω ἀπὸ τὸν Ὄλυμπο… ἡ Μακεδονία ἀνήκει στοὺς Μακεδόνες».

            Τέταρτον: «Τὴν δὲ πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ’ ἐμὸν ἐστὶ οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν αὐτῇ…». Ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος, ὁ ἡρωικὸς αὐτοκράτορας, διδάσκει ἐς ἀεί. Κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πουλήσει πατρίδα. Στὴν πατρίδα ἀνήκουμε καὶ δὲν μᾶς ἀνήκει. Αὐτὸ ποὺ κερδήθηκε μὲ αἷμα δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ περιφέρει σὲ συνέδρια παρανόμων, νὰ τὸ διαγράψει μὲ τὸ μελάνι μιᾶς ὑπογραφῆς. Κάποιοι θέλουν νὰ «ρευστοποιήσουν» κόκαλα ἱερὰ σὲ σταδιοδρομίες, ἀξιώματα ἕδρανα πρωθυπουργικά. «Παίζουνε πασιέντζες τὸ ἔθνος ὁλάκερο γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουν τὶς μωροφιλοδοξίες τους», ὅπως ἔλεγε ὁ Παν. Κολοκοτρώνης. Ματαιοπονοῦν. Πολλὲς φορὲς σταυρώθηκε ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπὸ ξένους καὶ βαρβάρους, πολιτισμένους καὶ ἀπολίτιστους, πολλὲς φορὲς καὶ ἀπὸ τοὺς δικούς μας, τοὺς ἐφιάλτες καὶ μηδίζοντες, παλαιοὺς καὶ νέους, ἀλλά, «ἰδοὺ ζῶμεν».  «Τρῶνε ἀπό μας καὶ μένει καὶ μαγιά». Καὶ ἄλλη φορὰ ἡ Μακεδονία χάθηκε μὲ τὸ μελάνι τῆς ὑπογραφῆς. Τὸ 1878 ἡ συνθήκη τοῦ Ἁγίου Στεφάνου τὴν παραχωροῦσε σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου στὴ Βουλγαρία. Εἰς μάτην. Κατέπεσε μέσα σὲ λίγους μῆνες τὸ ψεῦδος καὶ ἡ ἀδικία. Ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου ἀποκατέστησε τὴν τότε τάξη τῶν πραγμάτων. Σ’ αὐτὰ τὰ ζητήματα λειτουργοῦν κὰ πνευματικοὶ νόμοι. «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς, ἡ οἰκουμένη καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐτῇ». (Ψαλμός ΚΔ΄).

.               Πέμπτον: Τυχὸν ὑπογραφὴ σὲ κείμενο καταισχύνης καὶ διασυρμοῦ ποὺ θὰ ἀναγνωρίζει κράτος Μακεδονίας, θὰ τινάξει στὸν ἀέρα τὴν ἑλληνικὴ ἐκπαίδευση. Θὰ παρουσιαστοῦμε ἐνώπιον τῶν μαθητῶν μας ψεῦτες, ὑποκριτές, μὲ ἔλλειψη φιλοπατρίας, ἀφοῦ τόσα χρόνια διδάσκουμε μία καὶ μοναδικὴ Μακεδονία, ἀναπόσπαστο τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐλεγχόμαστε ἔτσι γιὰ τὴν πνευματική μας ἀνεντιμότητα, γιὰ τὴν παιδαγωγική μας εἰλικρίνεια. Ὅταν ἀντικρίσουν οἱ μαθητές μας στὶς ὀθόνες τοὺς Σκοπιανοὺς νὰ πανηγυρίζουν γιὰ τὴν ὑποκλοπή, καὶ τοὺς χάρτες νὰ ἐμφανίζουν «Βόρεια Μακεδονία», τί θὰ τοὺς ποῦμε τὸ ἄλλο πρωί; Πῶς ὁ φιλότιμος καὶ εὐαίσθητος Ἕλληνας δάσκαλος θὰ ἀτενίσει τὸ βλέμμα τῶν μαθητῶν του; Θὰ μᾶς τοξεύει ἀλύπητα ἡ ἀπορία ἡ εἰρωνεία, ἡ ἀγωνία τῶν παιδιῶν γιὰ τὴν ἐπερχόμενη θύελλα.

.              Τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας οἱ γυναῖκες ἔδιναν στὸ παιδὶ ποὺ βαφτίζανε μία εὐχή: «Μὴ χάσεις τὸ ὄνομά σου», ὑπονοώντας τὸν κίνδυνο ἀλλαξοπιστίας. Καὶ σήμερα στὴν ἀλαλιασμένη ἐποχή μας μιὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ εὐχὴ καὶ ἡ προσευχή μας: νὰ μὴν χάσουμε τὸ ὄνομά μας, τὸ ὄνομά μας ποὺ εἶναι Μακεδονία.

 

,

Σχολιάστε