Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δημ. Νατσιός

ΜΕ ΑΘΕΟΥΣ, ΜΕ ΕΚΚΛΗΣΙΟΜΑΧΟΥΣ, ΜΕ ΚΑΤΑΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ «ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΔΕΝ ΣΤΕΚΗ» (Δ. Νατσιός) «Μᾶς κυβερνοῦν ἄνθρωποι χειρότεροι καὶ ἀπὸ τοὺς Τούρκους»

Μ θεους, μ κκλησιομάχους, μ καταδιεφθαρμένους πολιτικος
«τ
θνος δν στέκη» 

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Θεολόγος
Κιλκίς

.             Στὸν 2ο τόμο τῶν «Ἀπομνημονευμάτων τοῦ Κολοκοτρώνη» – (ἔκδ. Γ. Βαλέτα, σελ. 323 )- ἐντόπισα ἕνα πολὺ ὡραῖο καὶ διδακτικὸ ἐπεισόδιο, ποὺ διαδραματίζεται κατὰ τὴν Ἁγιασμένη Ἐπανάσταση τοῦ ᾽21. Τὸ διηγεῖται ὁ Γεώργιος Τερτσέτης -τί σπουδαῖος ἄνθρωπος- σὲ λόγο του στὶς 25 Μαρτίου τοῦ 1855, στὴν τότε Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων. Τὸ μεταφέρω, ὡς ἔχει: «Κύριοι ἀκροαταί, εἰς τὰ 1822 πολεμιστής, στρατιώτης περίφημος ἐπῆγε εἰς σεβάσμιον πνευματικὸν νὰ ᾽ξομολογηθεῖ, νὰ μεταλάβει.
Ἐξωμολογήθη, ὁ πνευματικός τοῦ εὐχήθη, τὸν ἐχάϊδευσεν, ἀλλὰ τοῦ εἶπε: δὲν ἠμπορῶ νὰ σὲ δώσω μεταλαβιά.
-Διατί;
-Χύνεις αἷμα ἀνθρώπινο…!
Ὠργίσθη ὁ στρατιώτης καὶ ἔτρεξε παραπονούμενος εἰς τὸν ἐπίσκοπον Μεθώνης. Τοῦ εἶπε ὅσα λέγει ὁ πνευματικός,, ὁ στρατιώτης ἦτο θυμώδης. Τὸν ἤκουσεν ὁ ἐπίσκοπος. Τὴν Κυριακή τοῦ λέγει, ἤσου (=νὰ εἶσαι) εἰς τὴν λειτουργίαν, ἤσου πλησίον μου.
Ἦλθε ἡ Κυριακή, ψάλλεται ἡ λειτουργία. Ὁ Δεσπότης εἰς τὴν μεσινὴ θύρα, εἰς τὴν ὥρα τῆς μεταλαβιᾶς, κρατώντας τὸ δισκοπότηρο, φωνάζει τὸν στρατιώτη.
Ἔλα, τοῦ λέγει, πάρε, κράτει τὸ δισκοπότηρο, μετάλαβε μὲ τὰ ἴδια σου τὰ χέρια, τὰ χέρια σου εἶναι πλέον ἀθῶα, πλέον εὐεργετικὰ εἰς τὴν πατρίδα ἀπὸ τὰ ἐδικά μας. Ἡμεῖς οἱ ἱερεῖς δεόμεθα τὸν Ὕψιστο μὲ τὴ φωνή, ἐσύ, σταίνοντας τὰ στήθη σου, εἰς τὰ βόλια τοῦ ἐχθροῦ».
.           Κείμενο ποὺ μοσχοβολάει εὐωδία λευτεριᾶς, τὰ ἄνθη τὰ μυρίπνοα τῆς ἀρχοντικῆς Ὀρθοδοξίας μας. Λόγια ὅμως ποὺ διδάσκουν καὶ σήμερα, τὴν γενιὰ τὴν δικιά μας ποὺ εἶναι γιὰ τά… πανηγύρια. (Στὰ μέρη μου, στὴν ἁλίπληκτο Πιερία, λέμε μία «νόστιμη» παροιμία: «Ἡ ψείρα μας στὸν Ἔλυμπο καὶ μεῖς στὰ πανηγύρια». Δηλαδὴ ἡ φτώχεια καὶ ἡ δυστυχία μᾶς ἔχει ἀφανίσει καὶ μεῖς ἀσχολούμαστε μὲ τὶς προστυχιὲς καὶ τὶς παλαβομάρες τῶν «καντιποτένιων», ὅπως τοὺς ὀνόμαζε τοὺς πολιτικάντηδες, ὁ πατριδοφύλακας στρατηγὸς Μακρυγιάννης).
.           Στὸ ἐπεισόδιο τοῦ «Ἱεροῦ Ἀγῶνος», ποὺ μᾶς διέσωσε ὁ Τερτσέτης, διαβάζουμε γιὰ τὸ πῶς σώθηκε τὸ δοῦλον Γένος κατὰ τὴν μακραίωνη αἰχμαλωσία στοὺς Σαρακηνούς. (Ἀναζητώντας κάποτε τὴν ἐτυμολογία τῆς λέξεως Σαρακηνός, βρῆκα στὸ βιβλίο τοῦ Ν. Βασιλειάδη “Ἰσλὰμ-Ὀρθοδοξία”, σελ. 85 τὸ ἑξῆς ἀξιοσημείωτο. Ὁ  Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἔγραφε ὅτι «Σαρακηνοὺς τοὺς Ἰσμαηλίτας καλοῦσιν, ὡς ἐκ τῆς Σάρρας κενοὺς διὰ τὸ εἰρῆσθαι ὑπὸ τῆς  Ἄγαρ τῷ ἀγγέλῳ: Σάρρα κενὴν μὲ ἀπέλυσεν»).
.           Σκοτάδι ψηλαφητὸ ἔπεσε καὶ σήμερα πάνω στὴν πατρίδα μας, τὰ ἐντάλματα τοῦ Εὐαγγελίου ἀνατρέπονται κα ποδοπατονται τ παιδιά μας, μέσῳ τς λεεινς κπαίδευσης, τ ξεμυρώνουν κα τ ξεβαπτίζουν, μς κυβερνον νθρωποι χειρότεροι κα π τος Τούρκους. Κι ἂν αὐτὸ φαίνεται ὑπερβολικὸ διαβάζω τὰ λόγια του Παπουλάκου: «Εἶναι ντροπή μας, ἕνα Γένος ποὺ μὲ τὸ αἷμα του πύργωσε τὴ λευτεριά του, ποὺ πορπάτησε τὴ δύσκολη ἀνηφοριά, νὰ παραδεχτεῖ πὼς δὲν μπορεῖ νὰ πορπατήσει στὸν ἴσιο δρόμο, ἅμα εἰρήνεψε κι ὅτι δὲν ξέρουμε μεῖς νὰ συγυρίσουμε τὸ σπίτι, ποὺ μὲ τὸ αἷμα μας λευτερώσαμε, ἀλλὰ ξέρουν νὰ τὸ συγυρίσουν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν πολέμησαν, ἐκεῖνοι ποὺ δὲν πίστεψαν στὸν ἀγώνα, ἐκεῖνοι ποὺ πᾶνε νὰ μᾶς ἀποκόψουνε ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ πασχίζουνε νὰ μᾶς ρίξουνε στὴ σκλαβιὰ ἄλλων ἀφεντάδων πού ᾽ναι πιὸ διαμονισμένοι ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Γιατί καὶ κεῖνα ποὺ σεβάστηκε ὁ Τοῦρκος, τ’ ἄθεα γράμματα τὰ πετᾶνε καὶ πᾶνε νὰ τὰ ξεριζώσουνε… Τ᾽ ἄθεα γράμματα ὑφαίνουνε τὸ σάβανο τοῦ Γένους. Αὐτὰ λοιπὸν τὰ γράμματα θὰ μάθουμε στὰ παιδιά μας;» (Κ. Μπαστιᾶ, ὁ Παπουλάκος, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, 1997, σελ. 145-146).
.           Ἦρθε ἡ ὥρα, τὰ ἄθεα γράμματα, μᾶς ἔριξαν στὴν σκλαβιὰ ἄλλων ἀφεντάδων πιὸ δαιμονισμένων ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ψηφίζονται νόμοι ποὺ μᾶς ἀποκόπτουν ἀπὸ τὸν Χριστό, ποὺ ξερριζώνουν ὅσια καὶ ἱερά, ποὺ ὑφαίνουν -φοβεροὶ λόγοι- τὸ σάβανο τοῦ πάλαι ποτὲ Ὀρθόδοξου Γένους τῶν Ἑλλήνων, ποὺ ἀκυρώνουν τὴν ἐπανάσταση τοῦ ᾽21. Διακόσια χρόνια μετὰ βαδίζουμε ὁλοταχῶς γιὰ ἱστορικὴ εὐθανασία… ἐκτὸς ἄν…
.           Ἐκτὸς ἂν μιμηθοῦμε τοὺς ἠρωϊκοὺς προγόνους μας. Τί μᾶς διδάσκει τὸ κείμενο τοὺ  προλόγου μὲ τὸν περίφημο πολεμιστὴ καὶ τὸν ἅγιο Ἐπίσκοπο Μεθώνης;
Ὁ ἀγωνιστὴς εἶχε πνευματικὸ καὶ ἐξομολογεῖτο γιὰ νὰ μεταλάβει.
Ἐν μέσῳ ἐπανάστασης, μὲ τοὺς Τούρκους νὰ θερίζουν, νὰ τηγανίζουν τὸ Ρωμαίικο, μὲ σφαγές, ἁρπαγὲς καὶ γενοκτονίες, ἡ μετάνοια δὲν ἔλειπε.
«Γιὰ τῆς πατρίδος τὴν ἐλευθερίαν
γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστιν τὴν ἁγίαν
γι᾽αὐτὰ τὰ δύο πολεμῶ…».
.           Πολεμοῦσαν καὶ μετανοοῦσαν, γι’αὐτὸ ἦταν Ἁγιασμένη ἡ Ἐπανάσταση. Τί προκοπὴ νὰ περιμένει κανεὶς σήμερα, ὅταν ἄθεα ἀπολειφάδια νομοθετοῦν καὶ ψηφίζουν, μὲ χέρια καὶ ποδάρια, νόμους ποὺ μόνο σὲ πολιτεῖες Σοδόμων καὶ Γομμόρων ἁρμόζουν;
.           Μετὰ τὴν νίκη στὸ Βαλτέτσι ὁ μεγάλος Κολοκοτρώνης, θὰ πεῖ στὰ παλλικάρια του: (Ἦταν Παρασκευὴ 13 Μαΐου 1821). «Πρέπει νὰ νηστεύσωμεν ὅλοι διὰ δοξολογίαν ἐκείνης τῆς ἡμέρας καὶ νὰ δοξάζεται αἰῶνας αἰώνων ἕως οὗ στέκη τὸ ἔθνος, διότι ἦτον ἡ ἐλευθερία τῆς πατρίδος». Τέτοιοι ἄνθρωποι ποὺ μοσχοβολοῦν σὰν τὸ Τίμιο Ξύλο μᾶς ἔσωσαν. Μ θεους, μασόνους, μ καταδιεφθαρμένους πολιτικος «τ θνος δν στέκη». «Ἐπλήσθη ἡ γῆ ἀδικίας ἀπ᾽ αὐτῶν…». (Γέν. 6,13).
.           Τί σπουδαία μορφὴ καὶ ὁ Ἐπίσκοπος!! “Ἠμεῖς οἱ ἱερεῖς δεόμεθα τὸν Ὕψιστο μὲ τὴν φωνή”. Καὶ προσευχὴ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ Γένους, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἦταν ἀνάγκη ἔπιαναν τὰ στουρναροντούφεκα καὶ γίνονταν καπετάνιοι. Ο ερες, κλρος εναι τελευταία γραμμ μυνας το θνους. Ἂν ὑποταχθεῖ στὰ θηρία, ἡ Ἑλλάδα τελείωσε. Τὸ σχολεῖο πλέον ἁλώθηκε, δὲν θὰ μείνει τίποτε ὄρθιο “ἀπὸ τὰ παλιά, δικά μας πλούτη”. (Παλαμᾶς). Εμαστε σ δουλεία, σ πουλη σκλαβι χειρότερη κι π᾽ τν Τούρκων κα π’ τν Φράγκων. Τ ράσο εναι φανς θνικ σημαία το Γένους. Νὰ θυμηθεῖ ἡ Ἐκκλησία ὅτι πάντοτε εἶναι ἑλληνοσώτειρα. Ὣς πότε μία χούφτα ἀφεντάδων πιὸ δαιμονισμένων ἀπὸ τοὺς Τούρκους θὰ μᾶς καταστρέφουν;
.             Νὰ κλείσω μὲ κάτι ποὺ διάβασα στὸ βιβλίο “Μονοτονικὸ , ἐμπειρία 24 ἐτῶν”, ἔκδοση τῆς Ι. Σ. τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Διαβάζουμε γιὰ ἕνα γεγονὸς ποὺ τὸ ἄκουσε καὶ τὸ εἶδε ὁ Κ. Βάρναλης. Μιλᾶ γιὰ τὸν Ψυχάρη, ποὺ ἤθελε νὰ διαλύσει τὴν γλώσσα μας μὲ τὶς ἰδεοληψίες του.
«Ὁ Ψυχάρης ἦρθε στὴν Ἑλλάδα πολλὲς φορές. Στὰ 1925 ἦρθε γιὰ τελευταία φορά. Ἔδωσε στὸ θέατρο «Ἀπόλλων» πολλὲς διαλέξεις. Κανένας δὲν φανταζόταν πόσος κόσμος θὰ γέμιζε ἀσφυκτικὰ τὴν πλατεία καὶ τοὺς ἐξῶστες. Ὁ Ψυχάρης βγῆκε στὴ σκηνὴ μὲ φράκο καὶ γεμάτος παράσημα. Ἔρριξε μία ματιὰ στὸ ἀκροατήριο κι ἄρχισε τὴν διάλεξή του μ’αὐτὴν τὴν κουβέντα: “Βλέπω δασκάλους, βλέπω φοιτητές, βλέπω κυρίες, βλέπω ἀξιωματικούς, μὰ δὲν βλέπω κανέναν παπά. Δεῖχτε μου ἕνα παπὰ νὰ κατεβῶ νὰ τοῦ φιλήσω τὸ χέρι”. Αὐτὰ τὰ λόγια δὲν ἦταν δημοκοπία. Πραγματικὰ ὁ Ψυχάρης πίστευε πὼς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κερδίσει τὸ ἔθνος, ἂν δὲν κέρδιζε πρῶτο τὸ σχολειὸ καὶ ὕστερα τὴν ἐκκλησία».
.           Τὸ σχολεῖο τὸ κέρδισαν…Γιὰ τὴν Ἐκκλησία μᾶς κανοναρχεῖ ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: “Τοιοῦτον ἔχει μέγεθος ἡ Ἐκκλησία· πολεμουμένη vικᾶ. Ἐπιβουλευομένη περιγίνεται· ὑβριζομένη, λαμπροτέρα καθίσταται· δέχεται τραύματα, καὶ οὐ καταπίπτει ὑπὸ τῶν ἑλκῶν. Κλυδωνίζεται ἀλλ’ οὐ καταποντίζεται· χειμάζεται, ἀλλὰ ναυάγιον οὐχ ὑπομένει. Παλαίει, ἀλλ’ οὐχ ἡττᾶται· πυκτεύει, ἀλλ’ οὐ νικᾶται”.

Advertisements

,

Σχολιάστε

ΝΕΡΩΝΕΣ καὶ ΔΙΟΚΛΗΤΙΑΝΟΙ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ (Δ. Νατσιός) «Ὅσοι δάσκαλοι, ὅσοι πιστοὶ πετᾶμε τὰ βιβλία-κουρελουργήματα καὶ διδάσκουμε Εὐαγγελικὲς Περικοπὲς καὶ Βίους Ἁγίων».

Νέρωνες κα Διοκλητιανο στ σχολεα

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

«Καὶ οἱ ἀπεργίες, Γέροντα, τί κακὸ κάνουν! Ὁλόκληρο μήνα χωρὶς μαθήματα τὰ παιδιά, νὰ γυρίζουν στοὺς δρόμους!
-Ἐγὼ λέω τοὺς δασκάλους ποτὲ νὰ μὴν κάνουν ἀπεργία, ἐκτὸς ἂν πᾶνε νὰ καταργήσουν τὰ θρησκευτικά, τὴν προσευχὴ ἢ νὰ κατεβάσουν τὸν σταυρὸ ἀπὸ τὴν σημαία. Τότε πρέπει νὰ διαμαρτυρηθοῦν….». (Ἁγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι Α´- «Μὲ πόνο καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο», ἔκδ. «Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου», σελ. 297).
.                 Αὐτὰ εἰπώθηκαν πρὶν ἀπὸ 40-50 χρόνια ἀπὸ τὸν Ἅγιο. Σὰν τοὺς παλαιοὺς προφῆτες μᾶς προειδοποίησε γιὰ τὴν ἐπερχόμενη λαίλαπα τῆς ἀθεΐας καὶ τῆς ἐκκλησιομαχίας, ποὺ ξεβράζεται στὸν χῶρο τῆς παιδείας. Μὲ τὰ νέα βιβλία τῶν θρησκευτικῶν ὁλοκληρώνεται ὁ κύκλος τῆς λυσσαλέας ἐπίθεσης, τῶν ποικιλώνυμων ἐθνομηδενιστῶν, κατὰ τῶν τριῶν μαθημάτων ποὺ προσφέρουν στοὺς μικροὺς μαθητὲς ταυτότητα καὶ ἰθαγένεια.
.                 Ἡ ἀρχὴ ἔγινε μὲ τὸ βιβλίο ἱστορίας τῆς ϛ´Δημοτικοῦ, τοὺς “συνωστισμοὺς” στὸ λιμάνι τῆς Σμύρνης καὶ τοὺς ἐξωραϊσμοὺς τῆς φρικτῆς τουρκοκρατίας. Δὲν πέρασε. Ὁ λαὸς ἔφτυσε τό… κατάπτυστο βιβλίο καὶ τοὺς συγγραφεῖς του.
.                 Στὰ βιβλία ὅμως ἱστορίας Γυμνασίου καὶ Λυκείου οἱ μαθητὲς εἰσπνέουν τὶς ἀναθυμιάσεις τῶν προσκυνημένων ἱστοριογράφων τύπου Ρεπούση.
.                 Τὰ βιβλία τῆς Γλώσσας μένουν στὸ ἀπυρόβλητο καὶ συνεχίζονται οἱ ἀνοησίες μὲ «συνταγὲς μαγειρικῆς», οἱ κρανιοκενεῖς ἐμπνεύσεις γιὰ τὸν «Μέγα Ἀλέξανδρο καὶ τὴν Κοκκινοσκουφίτσα» ἢ τὰ βδελύγματα γιὰ ἔρωτες 25 χρόνων μὲ μαθήτριες Γυμνασίου.
.                 Στὸ μεσοδιάστημα, μέχρι νὰ φτάσουμε στὴν ἀπροκάλυπτη ἐπίθεση κατὰ τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν ἤ, καλύτερα, κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔχουν καταργηθεῖ μὲ ὕπουλες μεθοδεύσεις καὶ μὲ καρυκεύματα περὶ δημοκρατικότητας, σεβασμοῦ τῆς διαφορετικότητας, συνοδοιπορίας μὲ τὴν σάπια Εὐρώπη καὶ λοιπὰ ἠχηρὰ πονηρεύματα, τὰ ἑξῆς:
.                 Πρῶτον: Ἡ γιορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν μὲ τὴν παρουσία τῶν σχολείων στοὺς ἐνοριακοὺς ναούς. (Μεγάλη εὐθύνη φέρουν καὶ οἱ ἐκπαιδευτικοὶ ποὺ πολλοὶ ξεχύνονταν τὴν μέρα αὐτὴ στὰ φραπεδοπωλεῖα τῶν πόλεων, προκαλώντας τὴν χλεύη καὶ τὸν θυμὸ τοῦ κόσμου).
.                 Δεύτερον: Ὁ ἐκκλησιασμὸς ὅλου τοῦ σχολείου, ὡς ἔμπρακτη φανέρωση τῆς παιδαγωγίας «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου» τοῦ ἀποστόλου Παύλου.
.                 Τρίτον: Ἡ ἔπαρση τῆς σημαίας μας, ἅπαξ τοῦ μηνός, μὲ  τὴν συνοδεία τῶν παιδικῶν φωνῶν ποὺ ψάλλουν τὸν Ἐθνικό μας Ὕμνο.
.                 Τέταρτον: Ἡ ἀριστεία, δηλαδὴ ἡ συνέπεια, ἡ ἐπιμέλεια καὶ ὁ εὐεργετικὸς ἔπαινος ποὺ τροφοδοτεῖ τὴν καθ᾽ ὅλα ἀξιέπαινη προσπάθεια κάποιων παιδιῶν νὰ ὑπερέχουν. Ἀπογυμνώνεται τὸ σχολεῖο ἀπὸ τὶς δύο ἱδρυτικές, θὰ λέγαμε, προϋποθέσεις του: τὴν τιμωρία καὶ τὴν ἐπιβράβευση. Καταντᾶ ἡ σχολικὴ αἴθουσα προέκταση τοῦ παιδικοῦ δωματίου. (Μὲ τὴν ἀτιμωρησία -ἡ καταστροφικὴ ἀρχὴ τοῦ ὅλα ἐπιτρέπονται, γιατί εἶναι παιδιὰ- ἐπιβραβεύονται οἱ ἀσυνεπεῖς καὶ ἀπείθαρχοι, μὲ τὴν καταδίκη τῆς ἀριστείας τιμωροῦνται οἱ φιλόπονοι καὶ φιλομαθεῖς).
.                 Καὶ βέβαια ἡ παραπάνω κατάργηση ὑπονομεύει τὸν θεσμὸ τῶν ἐθνικῶν παρελάσεων. Αὐτὸ θὰ τὸ καταλάβουμε, ὅταν γίνουν οἱ κληρώσεις καὶ ἀρχίσουν οἱ ἀδικίες. Τὰ παιδιὰ τοῦ Δημοτικοῦ τὶς «ἀριστερές», συριζαίικες παλαβομάρες δὲν τὶς καταλαβαίνουν…
.                 Πέμπτον: Τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, στὶς Ε΄καὶ ϛ΄Δημοτικοῦ, ἀπὸ πέρυσι, μειώθηκε κατὰ μία ὥρα, εἶναι μονόωρο. Ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ καὶ μ᾽αὐτὰ ποὺ γίνονται, θὰ καταργηθεῖ.
.                 Ἕκτον: Μνεία μόνο θὰ γίνει τῆς λεγόμενης θεματικῆς ἑβδομάδας καὶ τῶν ἔμφυλων ταυτοτήτων, ἀποφάσεις ποὺ μαγαρίζουν τὴν οἰκογένεια, τὴν πάλαι ποτέ, «Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή».
.                 Ἐρχόμαστε τώρα στὰ νέα βιβλία (φάκελλοι) τῶν θρησκευτικῶν, τὰ βλάσφημα βιβλία. Δὲν θὰ ἐπιμείνουμε στὴν περιγραφή, μίας καὶ οἱ εἰκόνες διαλαλοῦν τὰ μιάσματα. Ἀπὸ τοὺς δαιμονόπληκτους κκλησιομάχους κα λους τοὺς καντιποτένιους πο πικροτον κα ζητωκραυγάζουν γι τ νέα βιβλία δν περιμέναμε τίποτε καλύτερο. Ἀλλοῦ εἶναι τὸ πρόβλημα.
.             Ὑπάρχει κάποια ἀντίδραση ἀπὸ τὰ λεγόμενα συντηρητικὰ κόμματα;
.             Οἱ Ἀνεξάρτητοι Ἕλληνες (ΑΝΕΛ), μεταβλήθηκαν σὲ ἐξαρτημένους γραικύλους (ΕΞΑΓΡ) καὶ ὑπογράφουν μὲ χέρια καὶ ποδάρια τὶς αἰσχρουργίες. Ἡ ΝΔ, ἡ χαριτόβρυτος Κεντροδεξιά, σιωπᾶ ἰχθυοπρεπῶς καὶ στηρίζει τὰ «παρδαλὰ» νομοσχέδια, διότι εἶναι κόμμα, βεβαίως, εὐρωπαϊκὸ καὶ ὄχι ἑλληνικό. Κόμμα τ ποο πιδίδεται σ κάποια τσιμπολογήματα πατρίδας, θρησκείας, οκογένειας γι ν παραπλαν τος φελες.
.             Ἄφετε τοὺς νεκρούς… τὶς κομματικὲς κουρελοῦδες.
.             Δυστυχῶς ὅμως τὸ ἰσχυρότερο ἔρεισμα οἱ πολέμιοι τοῦ Γένους, τὸ βρῆκαν στὴν Ἱερὰ Σύνοδο. Στὴν τελευταία του εἰσήγηση στὴν Σύνοδο ὁ Μητροπολίτης Ὕδρας ἔλεγε: «Κρίνεται ἀναγκαία ἡ ἀναφορὰ σὲ σύγχρονα μεγάλα θρησκεύματα, ὄχι ὅμως νὰ ἀξιοποιήσει τὴν διδασκαλία τους ὡς ἑρμηνευτικὸ πλαίσιο, ἀλλὰ γιὰ νὰ δώσει στὸν μαθητὴ (σ.σ. στὸν ὀκτάχρονο;) τὴν εὐκαιρία νὰ ἀντιληφθεῖ ὅτι τὸ θρησκευτικὸ φαινόμενο βιώνεται ποικιλοτρόπως καὶ ὅτι τὸ νόημα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς μπορεῖ νὰ ἑρμηνεύεται μέσα ἀπὸ πολλὲς διαφορετικὲς καὶ ἀντικρουόμενες ὀπτικὲς γωνίες. Ἔτσι τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν καθίσταται μάθημα ποὺ καταφάσκει στὸν διάλογο καὶ στὴν ἀνάγνωση τῆς θρησκευτικῆς ἑτερότητας» .             «Κούφια καρύδια καὶ ἀσκιὰ γιομάτ᾽ ἀγέρα», ποὺ θά ᾽λεγε καὶ ὁ Μακρυγιάννης.
.             «Ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον» λέει ἡ Γραφή. Τὰ μικρὰ παιδιὰ ἤδη δυσφοροῦν ἀπὸ τὴν «ποικιλότροπη βίωση τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου» καὶ κραυγάζουν: δὲν θέλουμε θρησκεῖες, θέλουμε τὸν Χριστό!!!
.             Λοιπόν. Τώρα ποὺ «οἱ ἀνθρωποκάμπιες μαραζώνουν τὸ πνευματικὸ ὁλόδροσο δέντρο τῆς φυλῆς μας», (Κόντογλου), οἱ ὕπουλοι Διοκλητιανοὶ καὶ Νέρωνες, ὅσοι δάσκαλοι, σοι πιστο πετμε τ βιβλία κα διδάσκουμε Εαγγελικς Περικοπς κα Βίους γίων. Εναι ντίσταση κολοκοτρωναίικη εναι μολογία πίστεως.
.             Οἱ γονεῖς ὑπογράφουν τὴν γνωστὴ δήλωση καὶ ἐπιστρέφουν τὰ κουρελουργήματα ὡς ἀπαράδεκτα καὶ ἐπικίνδυνα. Καὶ οἱ ἴδιοι θὰ κερδίσουν πνευματικὰ καὶ στὰ παιδιά τους θὰ δώσουν ἕνα λαμπρὸ μάθημα καὶ παράδειγμα ἀνδρείας καὶ φιλοπατρίας.

, , ,

Σχολιάστε

ΝΑ ΚAΝΟΥΜΕ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡO ΜΑΣ ΚΑΙ… “ΤΡEΛΑ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΑIΙΚΗ”, ΣΥΝAΔΕΛΦΟΙ (Δ. Νατσιός)

Ν κάνουμε τν σταυρό μας καί…
“τρέλα κολοκοτρωναίικη”, συνάδελφοι

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
δάσκαλος- Κιλκίς

.               «Ἡ πρώτη μέρα στὸ σχολεῖο» τιτλοφορεῖται ἕνα κείμενο ποὺ περιέχεται στὸ «Ἀνθολόγιο Λογοτεχνικῶν Κειμένων Α´ καὶ Β´ Δημοτικοῦ», σελ. 30-31. Στὸ κείμενο αὐτὸ «προσφέρονται», ἀνεπιγνώστως προφανῶς ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς, ὅλα τὰ τρέχοντα ἰδεολογήματα καὶ τὰ κρανιοκενῆ στοιχεῖα ποὺ χαρακτηρίζουν τὸ «Νέο Σχολεῖο», τὸ προοδευτικό, ποὺ κόβει ΣΥΡΙΖΑ τὰ ριζιμιὰ λιθάρια τοῦ Γένους.
.               Ἕνας μικρὸς μαθητής, πρωτάκι, διηγεῖται τὶς ἐντυπώσεις του ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα στὸ σχολεῖο. Μετὰ τὶς γνωστὲς ἀγωνίες, τὸν φόβο τοῦ ἀγνώστου, τὶς σπαραξικάρδιες «ἀπαγκιστρώσεις» ἐκ τῆς μητρικῆς ἀγκάλης καὶ τὰ συναφῆ τῆς παρθενικῆς «ἀκαδημαϊκῆς» σταδιοδρομίας, διαβάζουμε στὸν ἐπίλογο: «Ἡ δασκάλα μας ἦταν ἡ κυρία Μεταξᾶ. Ἤθελε νὰ τὴ φωνάζουμε Γεωργία καὶ κυρίως ὄχι δασκάλα. Ὁ Κυριάκος ποὺ καθόταν δίπλα μου, εἶπε: – Δασκάλα, μπορῶ… Σταμάτησε. Ἡ δασκάλα μᾶς χαμογέλασε. Μετὰ εἴπαμε ὅλοι τὰ ὀνόματά μας. Φανή, Γιάννης, Ἰουλία, Ἀναστασία…. Μὲ τί θέλετε νὰ ἀρχίσουμε; ρώτησε ἡ κυρία μας.
Ὁ Κωστὴς σήκωσε τὸ χέρι.
– Μὲ τὴν τουαλέτα κυρία».
(Στὸ παλιὸ Ἀνθολόγιο, πρὸ τοῦ 2006, διάβαζε ὁ μαθητὴς στὴν πρώτη σελίδα μία ἐξαιρετικὴ προσευχή:
“Πέφτω κάνω τὸν σταυρό μου
καὶ ἄγγελο ἔχω στὸ πλευρό μου
δοῦλος τοῦ Θεοῦ λογιοῦμαι
καὶ κανέναν δὲν φοβοῦμαι”
καὶ στὴν ἴδια σελίδα τὸ περίφημο “φεγγαράκι μου λαμπρό”. Τώρα φτάσαμε στὰ καντιποτένια τοῦ  ὑπουργείου μὲ τὶς ἀνεπρόκοπες δασκάλες ποὺ θέλουν νὰ τὶς προσφωνοῦν οἱ μαθητὲς μὲ τό… καλλιτεχνικό τους ὄνομα).
.           Τί ἀχνοφέγγει πίσω ἀπὸ τὶς χαζοχαρούμενες αὐτὲς ἀράδες, ὁπωσδήποτε ἀ(κατα)νόητες γιὰ νεοεισερχόμενο στὸ σχολεῖο μαθητή, ἀπαξιωτικὲς καὶ προσβλητικὲς γιὰ τὸν δάσκαλο; Ἐδῶ ἔχουμε μία «προοδευτικιὰ» δασκάλα, ποὺ ἀποποιεῖται τὴν ἀποστολή της. Ἐφ’ ὅσον ἀπορρίπτει τὸν σεβασμὸ ποὺ περιέχει ἡ προσφώνηση «κυρία»,  δημιουργεῖ τὴν δῆθεν οἰκειότητα, ἡ ὁποία παρερμηνεύεται ἀπὸ τοὺς μαθητὲς καὶ καταντᾶ ἡ μητέρα τῆς καταφρονήσεως καὶ τῆς ἀπειθαρχίας. Πολλοὶ ἐκπαιδευτικοὶ πράττουν τὸ ἴδιο, ἔχοντας θολὰ ἐντυπωμένη στὸ νοῦ τους τὴν θεωρία τῆς ἀντιαυταρχικῆς ἢ ἀντιαυθεντικῆς ἀγωγῆς. Καλλιεργοῦν μία «ἀνάρμοστη» σχέση μὲ τοὺς μαθητές τους, δῆθεν φιλική. Ὅμως, ὅταν ὁ ἐκπαιδευτικὸς παρουσιάζεται ὑπερβολικὰ ἐπιεικής, σημαίνει ἢ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ διαδραματίσει σωστὰ τὸν ἡγετικὸ ρόλο του ἢ ὅτι δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὰ παιδιά. Στὶς περιπτώσεις αὐτὲς ἡ ἐπιείκεια ἀποτελεῖ τὴν χειρότερη μορφὴ ἀδιαφορίας. (Κάτι παρόμοιο ἰσχύει καὶ μὲ τοὺς γονεῖς, ποὺ προσπαθώντας νὰ κερδίσουν τὴν ἐκτίμηση τῶν παιδιῶν τους, διαβάζοντας καὶ κάποια «βίπερ», περὶ «δημοκρατικῆς» οἰκογενειακῆς ἀγωγῆς, ποὺ κυκλοφοροῦν καὶ σὲ μπακάλικα, λένε στὰ παιδιά τους: «μὴ μὲ βλέπεις σὰν πατέρα. Ἐγὼ θέλω νὰ εἶμαι φίλος σου». Σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση καὶ ὁ γονέας εἶναι ἕνα ἀνώριμο παιδὶ ποὺ παραιτεῖται ἀπὸ τὴν πατρικὴ ἢ τὴν μητρική του εὐθύνη καὶ δημιουργεῖ στὸ παιδὶ αἴσθημα ἀνασφάλειας, ποὺ θὰ φτάσει ὣς τὸν πανικό. Τὰ παιδιὰ θὰ βροῦν εὐκαιρίες στὴν ζωή τους ν’ ἀποκτήσουν φίλους, εἶναι ὅμως ἀμφίβολο, ἂν θὰ βροῦν κάποιον ἄλλο πατέρα ἢ ἄλλη μητέρα). Ἡ δασκάλα τοῦ κειμένου, ποὺ ἤθελε νὰ τὴν προσφωνοῦν οἱ μαθητές της – καὶ μάλιστα τῆς πρώτης τάξης – Γεωργία (καὶ γιατί ὄχι, Γωγώ), αὐτοακυρώνεται καὶ ταυτόχρονα, ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων, «διδάσκει» στὰ παιδιὰ ὅτι δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ εὐλογημένη ἀπόσταση μεταξὺ δασκάλου καὶ μαθητῆ, τὸ μυστικὸ ὑφάδι ποὺ συνέχει αὐτὴ τὴ σχέση, ποὺ ὀνομάζεται σέβας. Μὲ τὰ καλοπιάσματα καὶ τὶς κολακεῖες δὲν βγάζεις γεροὺς μαθητές. «Δεῖ δ’ αὐτοὺς μηδὲ τοῖς ἐγκωμίοις ἐπαίρειν καὶ φυσᾶν, χαυνοῦνται γὰρ ταῖς ὑπερβολαῖς τῶν ἐπαίνων καὶ θρύπτονται», δηλαδή, πρέπει νὰ μὴν παινεύουμε ὑπερβολικὰ καὶ φουσκώνουμε τὰ παιδιὰ μὲ τὰ ἐγκώμια, γιατί μὲ τὶς ὑπερβολὲς τῶν ἐπαίνων γίνονται ματαιόδοξα καὶ κακομαθημένα». (Πλούταρχος, «περὶ παίδων ἀγωγῆς», ἔκδ. «Κάκτος», σελ. 69).
.               Καὶ ὁ ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ἑπόμενος τοῖς θείοις πατράσι, ἔλεγε κάτι σημαντικό: «Στὰ παιδιὰ ὁ ἔπαινος κάνει κακό. Τί λέει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ; “Λαός μου οἱ μακαρίζοντες ὑμᾶς πλανῶσιν ὑμᾶς καὶ τὴν τρῖβον τῶν ποδῶν ὑμῶν ταράσσουσιν”. Ὅποιος μᾶς ἐπαινεῖ, μᾶς πλανάει καὶ μᾶς χαλάει τοὺς δρόμους τῆς ζωῆς μας. Πόσο σοφὰ εἶναι τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ! Ὁ ἔπαινος δὲν προετοιμάζει τὰ παιδιὰ γιὰ καμιὰ δυσκολία στὴ ζωή. Καὶ βγαίνουν ἀπροσάρμοστα καὶ τὰ χάνουν καὶ τελικὰ ἀποτυγχάνουν. Τώρα ὁ κόσμος χάλασε. Στὸ μικρὸ παιδάκι λένε ὅλο ἐπαινετικὰ λόγια. Μὴν τὸ μαλώσουμε, μὴν τοῦ ἐναντιωθοῦμε, μὴν τὸ πιέσουμε τὸ παιδί. Μαθαίνει, ὅμως, ἔτσι καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιδράσει σωστὰ καὶ στὴν πιὸ μικρὴ δυσκολία. Μόλις κάποιος τοῦ ἐναντιωθεῖ, τσακίζεται, δὲν ἔχει σθένος. Οἱ γονεῖς εὐθύνονται πρῶτοι γιὰ τὴν ἀποτυχία τῶν παιδιῶν στὴ ζωὴ καὶ οἱ δάσκαλοι καὶ καθηγητὲς μετά. Τὰ ἐπαινοῦν διαρκῶς. Τοὺς λένε ἐγωιστικὰ λόγια. Δὲν τὰ φέρνουν στὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Τ’ ἀποξενώνουν ἀπ’ τὴν Ἐκκλησία. Ὅταν μεγαλώσουν λίγο τὰ παιδιὰ καὶ πᾶνε στὸ σχολεῖο μ’ αὐτὸ τὸν ἐγωισμό, φεύγουν ἀπ’ τὴ θρησκεία καὶ τὴν περιφρονοῦν, χάνουν τὸ σεβασμὸ πρὸς τὸν Θεό, πρὸς τοὺς γονεῖς, πρὸς ὅλους. Γίνονται ἀτίθασα καὶ σκληρὰ καὶ ἄπονα, χωρὶς νὰ σέβονται οὔτε τὴ θρησκεία, οὔτε τὸν Θεό. Βγάλαμε στὴ ζωὴ ἐγωιστὲς καὶ ὄχι χριστιανούς». (Γέροντος Πορφυρίου, «Βίος καὶ Λόγοι»», ἔκδ. Ι. Μ. Χρυσοπηγῆς, σελ. 427).
.           Τὸ κείμενο τοῦ σχολικοῦ βιβλίου τελειώνει μὲ τὴν ὀμορφότατη καὶ παιδαγωγικότατη «ἐπιθυμία» τοῦ μαθητῆ νὰ ἀρχίσει ἡ σχολικὴ χρονιά, ἡ διδαχή, μὲ τὴν… τουαλέτα. Σαφὲς τὸ μήνυμα, ἐλήφθη. Εὖγε στοὺς ἰθύνοντες, τὰ σαΐνια τοῦ ἁμαρτωλοῦ πρώην Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου. Παιδεία, ἀγωγή, σμίλευση ψυχῶν, προσιδιάζουσα… στὶς τουαλέτες. Αὐτὸ τὸ μνημειῶδες κείμενο βρῆκαν, γιὰ νὰ ὑποδεχτοῦν τοὺς νιόβγαλτους μαθητὲς στὸ γοητευτικὸ ταξίδι τῆς γνώσης. Ἀντὶ γιὰ ὀσμὴ πνευματικῆς εὐωδίας, ἕνα κείμενο ἀπὸ τὰ μυρίπνοα ἄνθη τῆς παράδοσής μας, ἡ δυσωδία τοῦ βόθρου, ἡ διὰ βίου ἐκπαίδευση, ποὺ ὁραματίζονται οἱ Γραικύλοι τῆς σήμερον. Δευτέρα, ἡ πρώτη μέρα στὸ σχολεῖο. Οἱ ἀποδομητὲς ἂς ἀρχίσουν «μὲ τὴν τουαλέτα». Ἐμεῖς θὰ ἀρχίσουμε μὲ τὶς ἁγιαστικὲς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας μας, ὑπερήφανοι, γιατί εἴμαστε Ἕλληνες δάσκαλοι καὶ Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι, γιατί τιμιότερα δὲν ὑπάρχουν στὴν Οἰκουμένη. «Ἀπ’ ἔξω μαυροφόρα ἀπελπισιά», ἀλλὰ μὲς στὴν τάξη Κρυφὸ Σχολειό. Κάνουμε τὸν σταυρό μας καὶ “τρέλα κολοκοτρωναίικη”, συνάδελφοι.Καὶ κανεὶς νὰ μὴν φοβᾶται τοὺς μυρμηγκολέοντες, “πρόσκαιροί εἰσι”.
(Παραθέτω τρία κείμενα τῆς ρωμαίικης… τρέλας. Ἂν δὲν ὑπῆρχε αὐτή, ἀκόμη θὰ προσκυνούσαμε τοὺς Μωχαμετάνους.
«Ὁ κόσμος μᾶς ἔλεγε τρελούς. Ἐμεῖς ἂν δὲν εἴμεθα τρελοί, δὲν ἐκάναμε τὴν Ἐπανάσταση», μᾶς ὁρμηνεύει ὁ  Γέρος τοῦ Μοριά.
«Νοικοκυριοὶ καὶ φρόνιμοι
Δὲν ζοῦν στὸν Ψηλορείτη
Οἱ κουζουλοὶ τὴν κάνανε
Ἀθάνατη τὴν Κρήτη»,
διαλαλεῖ καὶ ἡ κρητικὴ λεβεντομαντινάδα.
Μονολογοῦσε, περίλυπος καὶ καταντροπιασμένος, Νικόλαος Ἰβανώφ, ἀρχιστράτηγος τῶν Βουλγάρων στὴν μάχη τοῦ Κιλκίς, μετὰ τὴν συντριβή του ἀπὸ τοὺς ἀθάνατους Κιλκισιομάχους: «Ὅλα τὰ εἶχα προβλέψει, τὰ εἶχα σκεφτεῖ ὅλα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τρέλα τῶν Ἑλλήνων»).
Κλείνω μὲ ἕνα ἐξαίρετο κείμενο, ἀντάξιο γιὰ δασκάλους κυρίως γιὰ νέους.
«Ἐσὺ ποὺ πῆρες τὴν ἀπόφαση νὰ γίνεις δάσκαλος, ἔτσι κι ἔτσι ἔχεις δώσει, ὣς τώρα, πολλὲς ἐξετάσεις. Θυμήσου, προτοῦ ν’ ἀρχίσεις τὴν δουλειά σου, νὰ κάμεις καὶ μία τελευταία ἐξέταση, ὄχι μπροστὰ σὲ ἐπιτροπὲς καὶ καθηγητές, παρὰ μονάχος, ὁλομόναχος μὲ τὸν ἑαυτό σου. Ρίξε μία ματιὰ στὴν ψυχή σου καὶ κοίταξε: Καίει ἐκεῖ μέσα ἄσβηστη κι ἀσάλευτη ἡ λαχτάρα γιὰ τὸν ἄνθρωπο; Τότε πάει καλὰ κι εὐλογημένη ἡ ἀπόφασή σου.
Ἂν ὅμως βρεῖς πὼς ὅλος ὁ πόθος σου εἶναι πότε νὰ ἐλευθερωθεῖς ἀπ’ αὐτὸν καὶ συλλογίζεσαι μόνον πῶς καὶ πότε θὰ πλουτίσεις, τότε ἄλλαξε τὸ ταχύτερο ἀπόφαση, ἐν ὅσῳ εἶσαι ἀκόμη νέος, γιατί βρίσκεσαι σὲ στραβὸ δρόμο. Ὅ,τι ἐλπίζεις, δὲν θὰ σοῦ τὸ φέρει τὸ ἐπάγγελμά σου. Κι ὁ ἴδιος τὸ βλέπεις, ἡ Πολιτεία δὲν εἶναι γενναία στοὺς μισθούς της…
Ἂν ὅμως ἡ ψυχή σου μοιάζει κάπως μὲ τὴν ψυχὴ τῆς Μάνας, ποὺ κι ὅταν τὸ γεννήσει τὸ παιδὶ ἐξακολουθεῖ, μὲ τὴν ἀδιάκοπη τρεμούλα καὶ λαχτάρα, ὁλοένα νὰ τὸ δημιουργεῖ καὶ νὰ τὸ φτιάχνει, τότε νὰ εἶσαι βέβαιος, πὼς δὲν θὰ γκρεμισθεῖς ἀπὸ τὰ ὕψη, ποὺ ἀνέβασες τὸν ἑαυτό σου μὲ τὴν ἀπόφασή σου νὰ γίνεις δάσκαλος καὶ τὴ ζωή σου θὰ περάσεις ἀνθρωπινά… Σὰν τὴν ψυχὴ τῆς Μάνας πρέπει κι ἡ δική σου ψυχὴ νὰ εἶναι ὑπὸ ἀδιάκοπη λαχτάρα φλογισμένη. Τότε πήγαινε μὲ θάρρος μπροστά, ἀλλιῶς γύρισε πίσω, ἐπειδὴ ἡ ζωή σου θὰ εἶναι πάντα δυστυχισμένη».
(Τὸ ὡραῖο αὐτὸ κείμενο ἀνήκει στὸν φιλόλογο καὶ κριτικὸ Γιάννη Ἀποστολάκη καὶ γράφτηκε πρὶν ἀπὸ 85 περίπου χρόνια).

Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

 

,

Σχολιάστε

ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΜΑΣ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ… (Δ. Νατσιός)

Τς γλώσσας μας τυμολογικο θησαυροί…

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός

«Ἀπ᾽ ὅ,τι κάλλη ἔχει ὁ ἄνθρωπος τὰ λόγια ἔχουν τὴ χάρη 
νὰ κάνουσι κάθε καρδιά, παρηγοριὰ νὰ πάρει». (Ἐρωτόκριτος)

.                     Ταξίδι, καρποβριθὲς καὶ εὐφρόσυνο, εἶναι ἡ ἀναζήτηση τῆς ἐτυμολογίας, τῶν γενεθλίων τῶν λέξεων. «Ὁ Θεὸς μᾶς χάρισε μία γλῶσσα ζωντανή, εὔρωστη, πεισματάρα καὶ χαριτωμένη», ὅπως ἔλεγε ὁ Σεφέρης. Ξεφλουδίζεις τὶς λέξεις της, τὸ ἀλλεπάλληλο φύλλωμα ποὺ πρόσθεσε ὁ λαὸς στὸ νεογέννητο ρῆμα καὶ καταλήγεις στὸν ἐκπληκτικὸ σπόρο. Στὴν ἀρχικὴ λέξη-γεννήτορα.
.               Παίρνεις, γιὰ παράδειγμα, τὴν λέξη «λαός», ποὺ πρὶν κατέγραψα. Σπουδαία λέξη ἡ ἐτυμολογία της μᾶς φέρνει στὸ κατώφλι τῆς μυθολογίας. Σύμφωνα μ΄αὐτὴν -τὴν μυθολογία- εἶναι συνομήλικη τῆς παρουσίας τοῦ ἀνθρώπου στὴ γῆ.
.               Μετὰ τὸν κατακλυσμό, θέλοντας ὁ Ζεὺς νὰ ἐπιβραβεύσει, γιὰ τὴν ἀρετή τους, τὸν Δευκαλίωνα καὶ τὴν Πύρρα, τοὺς διεμήνυσε ὅτι ἦταν ἕτοιμος νὰ ἐκπληρώσει ὁποιαδήποτε ἐπιθυμία τους. Αὐτοὶ ζήτησαν ἀνθρώπους γιὰ νὰ ἐπανακατοικήσουν τὴν ἔρημη γῆ. Ὁ Δίας τοὺς ὑπέδειξε νὰ βαδίζουν ρίχνοντας πίσω τους πέτρες (λίθους). Ἀπὸ τὴν μὲν Πύρρα θὰ δημιουργοῦνταν γυναῖκες, ἀπὸ τὸν δὲ Δευκαλίωνα ἄντρες. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τοῦ Ὁμήρου, ὁ λίθος ὀνομαζόταν λάας. «Τόσσον τις τ’ ἐπιλεύσει , ὅσον τ᾽ ἐπὶ λάαν ἴησιν», “κι ἡ ματιὰ ἁπλώνεται, ὅσο μία πέτρα ποὺ τὴ ρίχνεις”, διαβάζουμε στὴ ραψωδία Γ,12 τῆς Ἰλιάδας. Ἀπὸ τὴν λέξη λάας, προῆλθε ὁ λαός, οἱ ἄνθρωποι οἱ λίθινοι. Ἡ λέξη λάας-λᾶς ἐπιβιώνει σήμερα στὸ λατομεῖο, στὸ λαξεύω καὶ στὰ παράγωγά τους.
.           Πολλοὶ θεωροῦν ὅτι καὶ τὸ δυσετυμολόγητο ἐθνικό μας ὄνομα «Ἑλλάς», προῆλθε ἀπὸ τὴν σύνθεση τῆς λέξης “λᾶς” μὲ τὴν προσθήκη τῆς πρόθεσης «ἐν» ποὺ σημαίνει «ἐντός». Ἄρα ἐν+λας, Ἑλλάς, ἡ χώρα τῶν ἀνθρώπων τοῦ λίθου, τοῦ λαοῦ. Μᾶλλον πρόκειται ὅμως γιὰ παρετυμολογία. Ἐξ ἄλλου, λόγῳ ἀρχαιότητας, τῆς λέξεως Ἑλλάς, ἀκόμη δὲν ἔχει ἐξακριβωθεῖ ἡ προέλευσή της. Διασώζεται πλῆθος ἐτυμολογικῶν ριζῶν τοῦ ὀνόματος. Σίγουρα ὅμως ὑπάρχει συγγένεια μὲ τὶς λέξεις σέλας, σελήνη καὶ ἥλιος, λέξεις ποὺ σχετίζονται μὲ τὸ φῶς. Ἡ λέξη ἥλιος, γιὰ παράδειγμα, στὴν δωρικὴ διάλεκτο προφέρεται ἅλιος. Τὸ ἐπίθετο ἅλιος ἐτυμολογεῖται ἀπὸ τὸ οὐσιαστικό, θηλυκοῦ γένους, ἡ ἅλς-τῆς ἁλός. Ἀπὸ δῶ προέρχεται τὸ ἁλάτι, ἡ σαλάτα, τὸ σαλάμι – γιατί εἶναι ἁλμυρὰ – ἀλλὰ καὶ τὸ λατινικὸ sol (ἥλιος), ἡ Μασσαλία (=πόλη φωτεινή). Ἐπίσης τὰ ἁλιεύς, ἅλμη, ἁλυκή. Προφανῶς ὁ ἥλιος (ἅλιος) ὀνομάστηκε ἔτσι γιατί ὁ λαὸς ἔβλεπε τὸν ἥλιο νὰ ἀνατέλλει ἀπὸ τὴν θάλασσα. Ἂν χαρακτηρίζει κάτι τὴν πατρίδα μας εἶναι ὁ ἥλιος, ἡ θάλασσα καὶ ἡ… ἐλιά. Θυμήθηκα ὅτι μὲ τὴν θάλασσα συνδέεται  καὶ ἡ λέξη «κύμα». Προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα κύω, ὁμηρικὸ καὶ αὐτὸ ποὺ σημαίνει εἶμαι ἔγκυος. Κύμα εἶναι ἡ φουσκοθαλασσιά. Ἀπὸ δῶ καὶ τὰ ρήματα ἐγκυμονῶ-κυοφορῶ.
.             Τὸ ἔχω ξαναγράψει: Ἐνθουσιάζονται οἱ μαθητές μας ἀπὸ τὸ ὡραιότατο αὐτὸ ταξίδι ποὺ λέγεται ἐτυμολογία. Μαζὶ μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὸν σεβασμὸ στὴ γλώσσα μας, προοδεύουν καὶ στὴν ὀρθογραφία, ποὺ κατάντησε πληγὴ τῆς ἐκπαίδευσης. Ἂν εἴχαμε σοβαρὸ ὑπουργεῖο παιδείας θὰ φρόντιζε νὰ ἐκδώσει ἕνα ἐτυμολογικὸ λεξικὸ γιὰ παιδιὰ τοῦ δημοτικοῦ, στὸ ὁποῖο θὰ θησαυρίζονταν λέξεις καθημερινές, συχνόχρηστες.
.           Λένε τὰ παιδιὰ πολὺ συχνά. «Πηγαίνω στὸ κυλικεῖο νὰ ψωνίσω». Ἐδῶ ἔχουμε τρεῖς λέξεις ποὺ μᾶς ὁδηγοῦν στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.
.              Τὸ πηγαίνω σχηματίστηκε ἀπὸ τὸ ὁμηρικὸ ὑπάγω. «Τῷ δὲ καὶ Αὐτομέδων ὕπαγε ζυγὸν ὠκέας ἵππους», «ἔζεψε ὁ Αὐτομέδων τὰ γρήγορα ἄλογά του». (Θὰ ἐξηγήσουμε παρακάτω γιατί λέμε ἄλογο καὶ ὄχι ἵππος. Ἡ παραπομπὴ ἀπὸ τὴν Ἰλιάδα, Π,148). Ἀρχικὰ σήμαινε ὑποτάσσω, διατάσσω: «ὕπαγε». Στὴν ἑλληνιστικὴ ἐποχὴ ἀποκτᾶ τὴν ἔννοια τοῦ πηγαίνω. «Ὑπάγετε καὶ ἠμεῖς εἰς τὸν ἀμπελώνα», στὸ κατὰ Ματθαῖον 20,7. Τὸ ὑπάγω εἶναι σύνθετο ἀπὸ τὴν πρόθεση ὑπο+ἄγω. Τὸ ἄγω εἶναι  λέξη-γεννήτωρ εὐρείας ἐτυμολογικῆς οἰκογένειας. Εἶναι σύνθετο μὲ ὅλες τὶς προθέσεις (ἐξάγω, διάγω). Μπορεῖ νὰ τονιστεῖ καὶ τὸ ἑξῆς: Ἀπὸ τὸ ἄγω παράγεται καὶ ἡ ἀγωγή. Στὸν μέλλοντα τὸ ρῆμα κάνει «ἄξω», ἀπὸ δῶ οἱ ἀξίες. Ἄρα ἡ ἀγωγὴ πρέπει νὰ ὁδηγεῖ, νὰ ἄγει σὲ ἀξίες, στὴν ἀξιοπρέπεια.
(Λέμε ἄλογο καὶ ὄχι ἵππος, διότι ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα, χωρὶς λόγο-λογική, αὐτὸ ποὺ ὑπῆρξε τὸ πιὸ χρήσιμο καὶ ἀπαραίτητο στὸν ἄνθρωπο εἶναι ὁ ἵππος. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ἡ λέξη ἄλογο, ποὺ περιγράφει ὅλα τὰ ζῶα, ταυτίστηκε μὲ τὸν ἵππο).
.              Ἄς… ὑπάγουμε στὴν λέξη κυλικεῖο. Προέρχεται ἀπὸ  τὴν λέξη κύλιξ-κύλικος, εἶδος κυπέλλου γιὰ κρασί. Ἤδη τὴν βρίσκουμε στὴν Σαπφώ, 7ος π.X. αἰώνας. «Χρυσίαισιν ἐν κυλίκεσιν» (ἀποσπ. 2,14). Κυλικεῖο εἶναι τὸ ράφι, ὁ χῶρος ὅπου τοποθετοῦσαν κύλικες, ποτήρια.
.             Τὸ ρῆμα “ψωνίζω” παράγεται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο “ὀψωνέω”. Στὸ ἔγκριτο λεξικὸ τῶν Liddel-Scott, διαβάζουμε τὴν ἑρμηνεία. «Ἀγοράζω τὰ πρὸς τροφὴν ἀναγκαία, κοινῶς ψωνίζω κυρίως δὲ ἰχθύες». Τὸ «ὀψωνέω» παράγεται ἀπὸ τὸ «ὄψον». Στὸ ἴδιο λεξικὸ διαβάζουμε γιὰ τὸ «ὄψον». «Ἐν Ἀθήναις, ἰδίως ἰχθύς, ψάρι, τὸ κυρίως προσφάγιον, πρόγευμα τῶν Ἀθηναίων». Ὑποκοριστικό του «ὄψον», εἶναι τὸ ὀψάριον. Ἐπειδή, λοιπόν, γιὰ πρωϊνό, «ὄψον», οἱ Ἀθηναῖοι ἔτρωγαν κυρίως μικροὺς ἰχθύες, φτάσαμε στὸ ὀψάριον, στὸ ψάρι καὶ στὸν ψαρά. Ἄρα λέγοντας ὁ μαθητὴς ψωνίζω, ὀρθῶς ὁμιλεῖ περὶ ἀγορᾶς προγεύματος μὲ τὴν διαφορὰ ὅτι δὲν ψωνίζει… ὀψάριον.
.             Μ᾽αὐτὲς τὶς νόστιμες ἐτυμολογικὲς ἑρμηνεῖες, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, διασκεδάζεις τὰ παιδιά, γλυκαίνει ἡ διδασκαλία, καταλήγεις στὸ πλατωνικὸ «τέρπειν καὶ διδάσκειν», ποὺ εἶναι ἡ καλύτερη ὁδὸς μάθησης. Στὸ ὑπουργεῖο ὅμως αὐτὰ θεωροῦνται… κινέζικα. Ὁ καημὸς τοὺς εἶναι νὰ καταργηθεῖ ὁ ἐθνικὸς ὕμνος, εἶναι ρατσιστικό, θὰ μᾶς ποῦν, νὰ ἀκούει ὁ πακιστανὸς τὸν στίχο «ἀπ΄τὰ κόκκαλα βγαλμένη τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά». Καὶ ἐκεῖνον τὸν σταυρὸ στὴ σημαία τί τὸν ἤθελαν οἱ πρόγονοι; (Στὸ Γ´ τόμο τῶν «Ἀπομνημονευμάτων τοῦ Κολοκοτρώνη», τοῦ Γ. Τερτσέτη, στὴ σαλ. 69, διαβάζουμε μία ὡραία ἀναφορὰ τοῦ Γέρου: «Τὰ πρωτεῖα εἰς τὸν Σταυρόν! Καὶ δόξα αἰῶνας αἰώνων εἰς τοὺς σταυρωμένους διὰ τὴν Πίστιν καὶ διὰ τὸ Γένος». Αὐτὸ κάποτε θὰ τὸ γράψουμε στὶς εἰσόδους τῶν σχολείων…).
.            Ἂν τοὺς ρωτήσεις τὴν αἰτία, θὰ σοὺ ἀπαντήσουν ὅτι εἶναι ἀριστεροί. Ἄρα καλὰ ἔκανε ἡ εὐφυὴς  γλώσσα μας καὶ «περιποιήθηκε» καταλλήλως τὴν λέξη ἀριστερά. Στὸ λεξικὸ τοῦ Μπαμπινιώτη διαβάζουμε: “Ἡ ἀριστερὴ πλευρὰ εἶναι συνδεδεμένη στοὺς περισσότερους πολιτισμοὺς μὲ τὴν δυσμένεια τὴν ἐλαττωματικότητα καὶ τὴν ἀρνητικὴ ἐξέλιξη πράγμα ποὺ βασίζεται στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων χρησιμοποιεῖ τὰ δεξιὰ μέλη τοῦ σώματος. Ἐπειδὴ ἡ ἀριστερὴ πλευρὰ συσχετίστηκε μὲ τοὺς κακοὺς οἰωνοὺς ἢ τὴν ἀναποδιά, χρησιμοποιήθηκαν γιὰ τὴν ἀριστερὰ λέξεις εὐφημιστικοῦ χαρακτήρα”. Ἡ λέξη ἀριστερὸς προέρχεται ἀπὸ τὸ ἄριστος. Ἐπίσης καὶ ἡ λέξη εὐώνυμος (εὐ+ὄνομα).
.             Ἀλήθεια γνωρίζει ὁ κ.ὑπουργὸς ὅτι οἱ λέξεις ἀριστεία καὶ ἀριστερὸς εἶναι ὁμόρριζες; Καλὸ εἶναι νὰ ἐπινοηθεῖ μία νέα λέξη γιὰ τὴν ἀριστερά, δυσώνυμος αὐτὴ τὴν φορά…

 

ΥΓ. Σὲ ὅλες τὶς βαθμίδες ἐκπαίδευσης, σὲ ὅλα τὰ μαθήματα, ὅλοι οἱ δάσκαλοι, ὅλων τῶν εἰδικοτήτων ἔχουν τὴ δυνατότητα σὲ κάθε διδακτικὴ ὥρα ἢ μὲ κάθε διδακτικὴ ἑνότητα νὰ ἐπιχειρήσουν εὐκαιριακὰ μία ἐτυμολογικὴ ἀναδρομὴ –μία ἀναγνωριστικὴ κίνηση πρὸς τὸ παρελθὸν τῆς γλώσσας. Ὁ μαθηματικὸς θὰ κάνει πιὸ κατανοητὴ τὴ διχοτόμο, (ἀπὸ τά: δίχα + τέμνω),  ὁ γυμναστὴς τὴ σταδιοδρομία (στάδιο + δρόμος, διαδρομὴ στὸ στάδιο), ὁ θεολόγος τὸ νόημα τοῦ ναοῦ (ἀπὸ τὸ ναίω = κατοικῶ, ἄρα ναὸς = κατοικία) κλπ. κλπ. Καὶ ὅλοι μαζὶ θὰ προσφέρουν μὲ παιδαγωγικὴ ἄνεση γλωσσικοὺς θησαυροὺς καὶ σεβασμὸ γιὰ ὅλη τὴν ἱστορία τῆς γλώσσας μας

 

 

Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

 

,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΘΕΟΜΑΝΑ ΜΑΣ ΝA ΣΤΡΑΦΟYΝ ΚΑI ΠAΛΙ ΟI ΕΛΠIΔΕΣ ΜΑΣ. H ΘΕΟΤOΚΟΣ ΕIΝΑΙ EΛΛΗΝΟΣΩΤΕΙΡΑ

Στήν Θεομάνα μας νά στραφοῦν καί πάλι  οἱ ελπίδες μας.
Ἡ Θεοτόκος εἶναι Ἑλληνοσώτειρα

 γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκίς

 

«Ἡμεῖς νικῶμεν, νικώντων τῶν ἄλλων»
ἅγιος Νκόλαος Καβάσιλας

.                 Παραπέμπω, ἐν πρώτοις, σ’ ἕνα  ἔξοχο  κείμενο  τοῦ  τροπαιούχου  νομπελίστα μας ποιητῆ Γιώργου Σεφερη. Ἔλεγε τὸ 1936: «Ὅσο προχωρεῖ ὁ καιρὸς καὶ τὰ γεγονότα, ζῶ ὁλοένα μὲ τὸ ἐντονότερο συναίσθημα, πὼς δὲν εἴμαστε στὴν Ἑλλάδα, πὼς αὐτὸ τὸ κατασκεύασμα, ποὺ τόσο σπουδαῖοι καὶ ποικίλοι ἀπεικονίζουν καθημερινά, δὲν εἶναι ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἕνας ἐφιάλτης μὲ ἐλάχιστα φωτεινὰ διαλείμματα, γεμάτα μὲ μία πολὺ βαρειὰ νοσταλγία. Νὰ νοσταλγεῖς τὸν τόπο σου, ζώντας στὸν τόπο σου, τίποτε δὲν εἶναι πιὸ πικρό». Κι ἂν αὐτὰ λέγονται λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ ἔνδοξο ’40, ὅπου οἱ Ἕλληνες μποροῦσαν ἀκόμη νὰ «μεθύσουν» ἀπὸ «τὸ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ Εἰκοσιένα», τί νὰ ποῦμε γιὰ τὸ σήμερα;
.                 Σήμερα  ἡ νοσταλγία  ἔγινε  θλίψη  ἀνείπωτη, θρηνωδία ἀσίγαστη γιὰ  τὸν ξεσπεσμὸ τῆς  Πατρίδας μας.
.                 Ὅμως  «τὸ  πιὸ  πυκνὸ  σκοτάδι, εἶναι  λίγο πρὶν ξημερώσει  ὁ Θεός», ἔλεγε  ὁ Κολοκοτρωνης. «Τὸ  Γένος μας  καὶ  ἄλλες  φορὲς  σταυρώθηκε, ἀλλὰ  ἰδοὺ  ζῶμεν». Ὅταν ἔπεσε ἡ βασιλεύουσα Πόλη,  «ἡ χαρὰ καὶ ἐλπίδα τῶν Ἑλλήνων», ὁ λαός μας δὲν ζητεῖ παρηγοριὰ ἀπὸ τὴ Θεομάνα μας, τὴν Παναγία, ἀλλὰ σπεύδει καὶ τὴν παρηγορεῖ, ρίχνοντας συγχρόνως καὶ τὸν σπόρον τῆς ἀνάστασης τοῦ Γένους.
.                 «Σώπασε κυρα-Δέσποινα καὶ μὴν πολυδακρύζεις, πάλι μὲ χρόνους μὲ καιροὺς πάλι δικά σου θἆναι».
.                 Καὶ σήμερα αὐτὸ πρέπει νὰ κάνουμε, γιὰ νὰ ξεπεράσουμε  τὴ στενωπὸ τῆς  κρίσης, νὰ στραφοῦμε  πίσω «Ὅλα τὰ ἔθνη γιὰ νὰ προοδεύσουν πρέπει νὰ βαδίσουν ἐμπρός, πλὴν τοῦ  ἑλληνικοῦ ποὺ πρέπει νὰ στραφεῖ  πίσω», ἔλεγε ὁ ἀθηναιογράφος Δημήτρης Καμπουρόγλου (1852-1942).
.                 Πόλεμοι, ἀστυφιλία, φτώχεια, μανιῶδες  κυνήγι τοῦ εὔκολου  καὶ ἄκοπου πλουτισμοῦ ἀπομάκρυναν  τὸν λαό μας ἀπὸ τὰ εὐλογημένα χωριά μας. Συνωστιζόμαστε στὶς τσιμεντουπόλεις, τὶς ἀπρόσωπες καὶ ἀπάνθρωπες, γεγονὸς μὲ τραγικὲς συνέπειες στὸ ἦθος κὰ τὸν χαρακτήρα μας.
.                 Μακριὰ ἀπὸ  τὴ φύση, τὴ γῆ, τὸ «λίαν καλὸ»  ἔργο τοῦ Δημιουργοῦ, θαμπωθήκαμε  ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα  καὶ μηδαμινὰ ἔργα τῶν  χειρῶν μας, τὶς πολύχρωμες βιτρίνες καὶ ξεχάσαμε τὸν Κτίστη, πέσαμε σὲ ἀπιστία. Μὰ «οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ».
.                 Κλείσαμε, κλειδώσαμε καὶ τὰ παιδιά μας στὰ πανέμορφα  παιδικὰ δωμάτια τους, στερώντας  τα ἀπὸ τὸ σημαντικότερο πράγμα γιὰ  τὴν ὑγιῆ ἀνατροφή τους τὸ παιχνίδι. («Τὸ σπουδαιότερο  πράγμα ποὺ κάνει ἕνα παιδὶ  εἶναι τὸ παιχνίδι» ἔλεγε ὁ Ἐλύτης)
.                 Ἀντί νὰ ἀνατρέφουμε  αὐτούς, ποὺ θὰ πετοῦν ψηλὰ καὶ θὰ ἀγναντεύουν τὸ πέλαγος, φυλακίσαμε τὰ παιδιὰ σὲ «χρυσὰ κλουβιά».
.                 Τὰ παιδιά, ὅμως γιὰ νὰ «ἀνθίσουν», θέλουν γῆ, χῶμα, νὰ ἀπολαύσουν καὶ νὰ χαροῦν τὸ ἀτίμητο  δῶρο τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐλευθερία. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλους μας. Ἂς μὴν μᾶς διαφεύγει τὸ γεγονὸς πὼς ἡ κατοχὴ γῆς- ἰδιοκτησίας τονώνει ἀκόμη ἀκόμη τὸ ἐθνικὸ αἴσθημα λόγῳ προσωπικοῦ γοήτρου καὶ ἀλληλεγγύης πρὸς τὴν Πατρίδα. Τροφοδοτεῖ δεσμούς, ποὺ κινοῦν τὰ ζωτικὰ νεῦρα τῆς ἀνθρώπινης ὑποστάσεως, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν «πολυκατοικημένη» συνοίκηση, ὅπου ἀνθεῖ ἡ δυσαρέσκεια, ἡ νευρικότητα, μειώνεται, ἐν τέλει, καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν Πατρίδα. Καὶ ἀκόμη «αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει ἔδαφος κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του, δὲν ἔχει μήτε Θεό, κι ὅποιοι ἀρνεῖται τὴν Πατρίδα του, ἀρνεῖται τὸν Θεό» γράφει ὁ Ντοστογιέφσκι.
.                 Καὶ αὐτὸ ἰσχύει περισσότερο γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες, γιὰ τοῦτο τὸ «ἔνδοξο καλυβακι», ποὺ μᾶς δώρισε ὁ Θεός. Ἡ συχνότατη  ἐπωδὸς τοῦ Μακρυγιάννη «πίστη καὶ  Πατρίδα μου», ἦταν  γιὰ ὅλους  ἐκείνους, ποὺ μᾶς παρέδωσαν αὐτὸ τὸν τόπο, ὡς «τζιβαϊρικὸν πολυτίμητο» ἕνα δίδυμο, ἀλλὰ ἀδιαίρετο χρέος ἱστορικῆς ὑπάρξεως.
.                 Ἡ κρίση, ποὺ  ταλανίζει τοὺς λαούς μας, εἶναι ἀπότοκος καὶ τῆς  ἀπομάκρυνσής μας  ἀπὸ τὴν πατρῶα γῆ. Διασώζει ἡ ἑλληνικὴ μυθολογία μιᾶς βαθειᾶς ἔννοιας  καὶ λεπτότητας ἀλληγορία: Τὸν γιὸ τοῦ Ποσειδώνα καὶ τῆς Γῆς, τὸν τρομερὸ καὶ δυσπολέμητο γίγαντα Ἀνταῖο, ποὺ ἀντλοῦσε τὴ δύναμή του ἀπὸ τὴν γῆ. Ὅσο  τὴν πατοῦσε ἦταν ἀνίκητος. Τὸν φόνευσε ὁ Ἡρακλῆς ἀνασηκώνοντάς τον ἀπὸ τὸ χῶμα «Πάρτε μαζί σας νερό, τὸ μέλλον θὰ ἔχει  πολλὴ ξηρασία», μᾶς προτρέπει ὁ ποιητὴς Μ.Κατσαρός. Καὶ αὐτὸ τὸ νερὸ εἶναι ἡ παράδοση. Οἱ νέοι πρέπει νὰ μάθουν, ὅτι δὲν εἴμαστε χθεσινοί, ὅτι ἐρχόμαστε ἀπὸ πολὺ μακριὰ καὶ ἔχουμε χρέος νὰ πᾶμε πιὸ μακριά. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐθνικὴ αὐτογνωσία γίνεται μὲ τὴν ἐπιστροφὴ στὸ σπίτι, ὅπου γεννηθήκαμε.

«Τὸ σπίτι ποὺ  γεννήθηκα
κι ἄς τὸ πατοῦν οἱ ξένοι
στοιχεῖο εἶναι  καὶ μὲ προσκαλεῖ
ψυχὴ καὶ μὲ προσμένει», γράφει ὡραιότατα  ὁ Παλαμᾶς.
.                 Οἱ μπαζωμένες πόλεις κουράστηκαν. Τὰ «ρόδινα ἀκρογιάλια τῆς Πατρίδας μας», τὰ ἄγρια καὶ τὰ ἥμερα τοῦ  βουνοῦ καὶ τοῦ λόγγου» περιμένουν τοὺς ἀνθρώπους τους. Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν τὰ ποτίζει μὲ τὸν τίμιο ἰδρώτα  του, τὰ ἡμερώνει. Ἔγραφε μὲ πίκρα ὁ Φώτης Κόντογλου γιὰ «τὴ ζάλη καὶ τὴν ἀηδία», ποὺ τὸν ἔπιανε στὶς γυάλινες πολιτεῖες μὲ τοὺς γυάλινους ἀνθρώπους: «Θαρρῶ πὼς βρίσκομαι σὲ καμμιὰ βρώμικη φυλακή, χάνω τὸ κέφι μου καὶ θέλω γρήγορα νὰ φύγω μακρυά, ν’ ἀπομείνω μὲ τὸν ἑαυτό μου. Συζητήσεις ἀτελείωτες καὶ μπερδεμένες, δουλειές, ἐπιχειρήσεις, θέατρα, βιβλία, πολιτικὴ ἀγωνία, ἀδιαντροπιά, λεφτά, λεφτά…Ὁ ἱδρώτας τρέχει ἀπὸ πάνω μου. Μηχανὲς λογῆς-λογῆς μουγκρίζουνε γύρω μου. Οἱ ἄνθρωποι τρέχουνε σὰν νἆναι στὸ φρενοκομεῖο.
.                 Φεύγω μακριά. Τρέχω, σὰν νὰ ξέφυγα ἀπὸ ληστές.
.                 Δὲν πιστεύω  τὰ μάτια μου πὼς βρίσκουμαι μακρυὰ ἀπὸ τὴν κολαση! Ἡσυχία! Κάθομαι σὲ μία πέτρα. Κοιτάζω τὰ βουνά, τὰ δέντρα, τὸ χῶμα, τὰ σύννεφα, κι ἀναστενάζω. Βλογημένη πλάση τοῦ Θεοῦ. Ἀγαπημένο καταφύγιο…» (Μυστικὰ Ἄνθη, σελ. 223).
.                 Αὐτὸ τὸ εὐλογημένο καταφύγιο, τὴν γῆ μας, τὴν ἰθαγένειά  μας, νὰ ξαναβροῦμε.
.                 Τὴν ταπεινὴ  ὀμορφιὰ τοῦ τόπου μας, τὰ πρόσωπα τῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν μας, τὰ ἀρώματα, τὶς γεύσεις τῆς Πατρίδας μας, νὰ ζεσταθεῖ πάλι ἡ καρδιά μας, ποὺ εἶναι ξυλιασμένη ἀπὸ τὴν παγωνιὰ τῆς «μεθυσμένης» πολιτείας.
.                 Καὶ ἄς ἀνοίξουμε  τὸ στόμα μας γιὰ νὰ ποῦμε αὐτὸ ποὺ ἔλεγαν οἱ παλιοί, οἱ Ρωμηοί,  ὅταν τοὺς ὅρισκαν «περιστάσεις καὶ θλίψεις καὶ συμφοραί τοῦ βίου».
.                 «Τὴν πᾶσαν  ἐλπίδα μας εἰς  σὲ ἀνατίθεμεν Μῆτερ  τοῦ Θεοῦ φύλαξον μας  ὑπὸ τὴν  σκέπη σου». Στήν Θεομάνα μας νά στραφούν καί πάλι  οἱ ελπίδες μας. Ἡ Θεοτόκος εἶναι ελληνοσώτειρα.
.                 Ἤμασταν 400-500 χρόνια σκλάβοι, κάτω ἀπὸ τὴν πιὸ φρικτὴ καὶ βάρβαρη δουλεία ποὺ γνώρισε ποτὲ ὁ κόσμος. Καὶ ὅμως «ἰδοὺ ζῶμεν» Ἀλλὰ πῶς; Στὰ μέσα τοῦ 17ου αἰ. ἕνας Γάλλος Ἰησουίτης ὀνόματι Ρισάρντ, περιηγεῖται τὴν σκλαβωμένη Ἑλλάδα. Ἐπιστρέφοντας στὴ χώρα του ἔγραψε ἕνα βιβλίο. Ἀποσπῶ μία ἐντύπωσή του.
.                 «Πολλὲς φορὲς ἀπορῶ πῶς κατόρθωσε νὰ ἐπιβιώση ἡ χριστιανικὴ πίστη στὴν Τουρκία καὶ πῶς ὑπάρχουν στὴν Ἑλλάδα 1.200.000 Ὀρθόδοξοι. Καὶ νὰ σκεφτῆ κανεὶς ὅτι οὐδέποτε ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Νέρωνος, τοῦ Δομητιανοῦ καὶ τοῦ Διοκλητιανοῦ ἔχει ὑποστῆ ὁ Χριστιανισμὸς διωγμοὺς σκληρότερους ἀπὸ αὐτούς, ποὺ ἀντιμετωπίζει σήμερα ἡ ἀνατολικὴ Ἐκκλησία… Καὶ ὅμως οἱ Ἕλληνες εἶναι εὐτυχισμένοι ποὺ παραμένουν Χριστιανοί. Νομίζω πὼς αὐτὸὀφείλεται στὴν λατρεία ποὺ τρέφουν στὴν Παναγία… Σὲ ὅλα τὰ σπίτια βλέπεις εἰκόνες τῆς Παναγίας. Εἶναι ὁ φρουρὸς ἢ καλύτερα ἡ νοικοκυρὰ τοῦ σπιτιοῦ. Σ’ αὐτὴν τὴν εἰκόνα στρέφουν τὸ βλέμμα, ὅταν τοὺς συμβῆ κάτι κακό, ἱκετεύοντας τὴν βοήθειά της. Σ’ αὐτὴν ἀπευθύνονται γιὰ νὰ εὐχαριστήσουν τὸν Θεό, ἂν μὲ τὴ δική της μεσολάβηση ἔλθη κάτι καλὸ στὸ σπιτικό τους…Ὁ ἴδιος διαπίστωσα μὲ πόση φυσικότητα, μὲ πόση εὐγλωττία καὶ συγκίνηση μιλοῦν στὶς οἰκογενειακές τους κουβέντες γι’ αὐτὴ τὴ βασίλισσα τῶν Οὐρανῶν».
.                  Θαῦμα τῆς Παναγίας μας ἦταν ἡ σωτηρία τοῦ Γένους. Ταῖς πρεσβείας τῆς Θεοτόκου Σῶτερ σῶσον ἡμᾶς, ἔψαλλαν οἱ ἡρωικοὶ ραγιάδες. Μόνο αὐτὸ τὸ ρουσφέτι μᾶς ἐπιτρέπεται. “Καλή Παναγία”  ἀδελφοί…

Δημήτρης Νατσιός

δάσκαλος-Κιλκίς

,

Σχολιάστε

Ο ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΝΗΤΕΣ ΣΤΡΑΤΕΥΣΗΣ (Δ. Νατσιός)

Καραϊσκάκης κα ο ρνητς στράτευσης

Γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

 

Ἔλα, τῆς θάλασσας θεριὸ
καὶ τοῦ πελάγου μπόρα, 
τὸ φοβερὸ σκουπιδαριό, 
νὰ διώξεις ἀπ’ τὴ Χώρα!
[Ν. Γκάτσος]

.             Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς πάλαι ποτὲ Ἐθνικῆς καὶ νῦν νεοταξικῆς Παιδείας, δὲν ὑπηρέτησε τὴν στρατιωτική του θητεία. Σύμφωνα μὲ τὸ “Πρῶτο Θέμα”, ὅταν ὁ Κώστας Γαβρόγλου ἔφτασε σὲ ἡλικία 24 ἐτῶν, τὸ 1971, καὶ κλήθηκε νὰ ὑπηρετήσει στὸν Ἑλληνικὸ Στρατὸ γιὰ μία θητεία μόλις ὀκτὼ μηνῶν, προτίμησε νὰ τὴν ἐξαγοράσει, ὥστε νὰ συνεχίσει τὶς σπουδές του στὰ καλύτερα πανεπιστήμια τῆς Βρετανίας καὶ τῶν ΗΠΑ. (Λόγῳ  τῆς ἐκ τῆς Πόλης καταγωγῆς του). Τώρα ὑπεραμύνεται τῆς θητείας…. Ὁ Καραϊσκάκης, ὁ Ἀχιλλέας τῆς Ρούμελης, καὶ ὅλοι οἱ νέοι καὶ ἀρχαῖοι καπεταναῖοι τοῦ Γένους, στοὺς ἀρνητὲς στράτευσης, ἐφάρμοζαν κάτι περίεργες καὶ “σκοταδιστικὲς πρακτικές”, ὡς θὰ ἔλεγε μία προοδευτικὴ συνιστῶσα… Ἂς τὶς δοῦμε:
.             Στὴν ἀρχαία Ἀθήνα ὅσους ἀρνοῦνταν νὰ στρατευτοῦν, τοὺς ριψάσπιδες (= ρίπτω τὴν ἀσπίδα) τοὺς φοροῦσαν γυναικεῖα ροῦχα, τοὺς περιέφεραν στὴν πόλη καὶ τοὺς διαπόμπευαν μέχρι ἐσχάτης ξεφτίλας. Οἱ λιποτάκτες χαρακτηρίζονταν «ἄτιμοι» – καὶ τὰ τέκνα τους κληρονομοῦσαν τὸ στίγμα- δὲν εἶχαν κανένα πολιτικό, δικαίωμα, ἦταν ἠθικὰ ἐκμηδενισμένοι, ἀξιοκαταφρόνητοι. Εἶναι γνωστὸς ὁ ὅρκος τῶν Ἀθηναίων ἐφήβων: «Οὐ καταισχυνῶ τὰ ὅπλα…. ἀμυνῶ δὲ καὶ ὑπὲρ ἱερῶν καὶ ὁσίων, καὶ μόνος καὶ μετὰ πολλῶν, καὶ τὴν πατρίδα οὐκ ἐλάττω παραδώσω…».
.             Γιὰ τὴν Σπάρτη ἦταν ἀδιανόητη ἡ ἀποφυγὴ στράτευσης. Οἱ δειλοὶ ἀνασκολπίζονταν. Στὰ «ἀποφθέγματα Λακαινῶν» τοῦ Πλούταρχου διασώζεται τὸ ἑξῆς: «Ἡ Δαμάτρια, ἀκούγοντας πὼς ὁ γιός της ἦταν δειλὸς καὶ ἀνάξιός της στὴν μάχη, ὅταν αὐτὸς ἔφτασε στὸ σπίτι, τὸν σκότωσε. Τὸ ἐπίγραμμα στὸν τάφο της εἶναι τὸ ἑξῆς: “τὸν παραβάντα νόμους Δαμάτριον ἔκτανε (=σκότωσε) μήτηρ, ἡ Λακεδαιμονία τὸν Λακεδαιμόνιον”. (ἔκδ. «Κάκτος», σελ. 227).
.             Αὐτὰ στὴν ἀρχαία ἐποχὴ ὅπου ἡ φιλοπατρία καὶ ἡ ἀνδρεία ἦταν ἀρετές, τρανὲς καὶ σπουδαῖες. Γιὰ τοὺς ἀρχαίους ἡ ἀξία ἑνὸς ἄνδρα συμπυκνώνεται στὴν περίφημη ὁμηρικὴ φράση: «εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης». Ἐνῶ «τῆς δειλίας αἰσχρὰ γίγνεται τέκνα», ἡ δειλία, ἡ λιποταξία, γεννοβολᾶ αἰσχρὰ τέκνα.
.             Στὴν νεότερη ἐποχὴ ἐξόχως ἀποκαλυπτικὴ καὶ ξεκαρδιστικὴ εἶναι ἡ τακτικὴ τοῦ στρατάρχη τῆς Ρούμελης, τοῦ Καραϊσκάκη. Αὐτός, ὅπως γράφει ὁ Δημήτρης Φωτιάδης στὴν βιογραφία του, «ἔσερνε ἕνα γυναικεῖο παλιόβρακο, γνωστὸ σ’ ὅλο τὸ ἀσκέρι του μὲ τ’ ὄνομα τὸ βρακὶ τῆς Κατερίνας, ποὺ τὸ φόραγε στοὺς φοβιτσιάρηδες». Ὅταν ἡ πατρίδα κινδύνευε καὶ ἤθελε ὁ στρατηγὸς νὰ στρατολογήσει πολεμιστές, πήγαινε στὰ χωριὰ καὶ τοὺς μάζευε. Ὅσους κρύβονταν, τοὺς κιοτῆδες, «τὶς σαπιοκοιλιές», ὅπως τοὺς ὀνόμαζε ὁ Καραϊσκάκης, τοὺς ξετρύπωνε καὶ τοὺς ἀνάγκαζε νὰ φορέσουν «τὸ βρακὶ τῆς Κατερίνας». (Ἡ Κατερίνα ἦταν περιβόητο γιὰ τὴν ἐλευθεριότητά του γύναιο τῆς περιοχῆς). Ὅσοι λαγόκαρδοι καὶ κιοτῆδες φοροῦσαν «τὸ βρακὶ» ντροπιάζονταν διὰ βίου καὶ συνήθως ἐξαφανίζονταν, γιὰ νὰ γλιτώσουν τὸν περίγελω τοῦ κόσμου καὶ κυρίως τῶν οἰκείων τους, μανάδων, ἀδελφῶν καὶ γυναικῶν τους. Ἐκεῖνα τὰ χρόνια «μιλοῦσαν οἱ καρδιές, τώρα μιλοῦν τὰ χρήματα» (Κανάρης). Οἱ λιποτάκτες ἀτιμάζονταν ὡς ἀνάξιοι τῆς πατρίδας. Ἀναστήθηκε τὸ Γένος ἀπὸ ἀνθρώπους «τρελοὺς» σὰν τὸν Καραϊσκάκη, ποὺ μὲ τὶς ἠρωϊκὲς «ἀποκοτιές τους» ἔδιναν θάρρος. Χαρακτηριστικὸ τὸ παρακάτω ἐπεισόδιο, τὸ ὁποῖο ἀναφέρει ὁ Φωτιάδης (σελ. 111). Συνήθιζε στὶς μάχες ὁ στρατηγὸς νὰ προκαλεῖ τοὺς Τούρκους μὲ βρισιὲς καὶ χοντρὰ πειράγματα. «Μέσα στὸ ξάναμμα τῆς μάχης», (στὸ Κομπότι, στὶς 8 Ἰουνίου τοῦ 1821), τοὺς φωνάζει.
– Οὐχά, κιοτῆδες, σταθεῖτε ὠρὲ νὰ πολεμήσετε!
– Ποιὸς εἶσαι ἐσὺ ὠρέ, ποὺ θὰ μᾶς πεῖς κιοτῆδες;
– Εἶμαι ὁ γιὸς τῆς καλογριᾶς καὶ σᾶς χέζω!
– Ἐμᾶς, γκιαούρη, χέζεις;
– Ἐσᾶς μεμέτηδες!
– Περίμενε, μπάσταρδε, νὰ σὲ πιάσουμε, νὰ σὲ σουβλίσουμε καὶ τότες βλέπεις τί θὰ κρένει ὁ πισινός σου!
– Ἐμένα, ὠρέ, θὰ σουβλίσετε;
– Ἐσένα, ὠρέ, Καραϊσκάκη!
– Ἂμ τότες σταθῆτε ν’ ἀκούσετε ἀπὸ τώρα τί κρένει (=λέει) ὁ πισινός μου!
Πηδάει πάνω σ’ ἕνα βράχο, ξεβρακώνεται, τεντώνει γυμνὸ τὸν κῶλο του στοὺς ὀχτροὺς καὶ τοὺς φωνάζει:
– Νὰ ὠρὲ Τοῦρκοι…!
Ἦταν ὅμως κρυμμένος κοντὰ ἕνας Τοῦρκος, τὸν πυροβόλησε καὶ εἶδε καὶ τρόμαξε νὰ γιατροπορευτεῖ ἀπὸ τὸ βόλι ποὺ τὸν βρῆκε «στὰ μεριά». Ὅταν ὅμως ἔγινε τὸ βαυαροκρατούμενο κρατίδιο, οἱ ἀγωνιστὲς παραμερίστηκαν καὶ τὰ ἀξιώματα πήγαιναν στοὺς ἀπειροπόλεμους πολιτικάντηδες, στὸ ζυμάρι τῶν Τούρκων. Καὶ ἐπιδαψίλευαν τοὺς ἑαυτούς τους μὲ γελοιωδέστατους τίτλους. «Ἔλεγε ὁ Κολοκοτρώνης καταγελῶν: καὶ εὐγενέστατον καὶ πανευγενέστατον καὶ ἐνδοξότατον καὶ ἐκλαμπρότατον καὶ ἐξοχώτατον καὶ μεγαλειώτατον μὲ ὀνόμασαν, μόνο τὸν τίτλο τοῦ παναγιώτατου δὲ μ’ ἔδωκαν». (Σπηλιάδης, «Ἀπομνημονεύματα», τόμ. Γ´, σελ. 38).

.             Ἀπὸ τὴν αὐγὴ τοῦ νεοελληνικοῦ βίου διαφαίνεται ποιοὶ θὰ κυβερνοῦν: «οἱ ἐκλαμπρότατοι», οἱ ὁποῖοι στοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνες προτιμοῦσαν «τὸ βρακὶ» παρὰ τὸ πεδίο τῆς τιμῆς. Τώρα βέβαια ἐπεκτάθηκε ἡ τακτική τοῦ …«βρακοφορέματος» καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης. Τὸ 1940 κάτι παρόμοιο συμβαίνει. Οἱ γιοὶ τῶν «ἐκλαμπρότατων» ἀναπαύονται «βοηθητικοὶ» στὰ μετόπισθεν, ἐνῶ ὁ ἁπλὸς λαὸς κατασκοτώνεται γιὰ τὴν τιμὴ τοῦ ἔθνους στὰ βορειοηπειρωτικὰ βουνά, στὶς ἀετοράχες τῆς Πίνδου. Στὸ βιβλίο του «Ὁπλίτης στὸ ἀλβανικὸ μέτωπο», ὁ σπουδαῖος λαογράφος Δημ. Λουκάτος, γράφει: «Σήμερα, 25 Νοεμβρίου 1940, ἔκαμα μία βόλτα στὰ γραφεῖα τῶν Ἐμπέδων. Ἕνα σωρὸ φαντάροι ἔχουν βολευτεῖ ἐκεῖ μέσα. Μ’ ἕνα μπιλιετάκι, μ’ ἕναν γνωστό, ἀπὸ δῶ καὶ ἀπὸ κεῖ, τὰ κατάφεραν. Τώρα εἶναι ἥσυχοι. Εἶναι ὅλοι τους ἀπὸ ἀριστοκρατικὲς ἀθηναϊκὲς οἰκογένειες, καὶ πολλοὶ ἔρχονται στὸ γραφεῖο τους μὲ ἰδιόκτητη κούρσα. Τοὺς ξεχωρίζεις ἀπὸ τὰ καλοχτενισμένα μαλλιά, τὰ μεταξωτὰ πουκάμισα, τὰ καλοβαλμένα φανταρίστικα, καὶ τὸ ρολόι τοῦ χεριοῦ. Τοὺς ξεχωρίζεις ἀκόμα, ἀπὸ τὸ ἀκατάδεχτο ὕφος τους καὶ τὴν ἀπροθυμία τους νὰ σ’ ἐξυπηρετήσουν. Τὰ τσακίσματα καὶ τὶς εὐγένειες τὰ σπαταλᾶνε στοὺς ἀξιωματικούς…». (ἔκδ. «Ποταμός», σελ. 25). Αὐτοὶ οἱ κιοτῆδες, οἱ γόνοι τῶν «καλῶν» οἰκογενειῶν, διακρίθηκαν τὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς, ὡς δοσίλογοι ἢ μαυραγορίτες. Ὅταν ἀπελευθερωθήκαμε, γλίτωσαν τὴν κρεμάλα, γιατί ἐκμεταλλεύτηκαν τὸν ἐμφυλιοπολεμικὸ κυκεώνα, ἔγιναν φανατικοὶ τοῦ καθεστῶτος, ἔκαναν τὶς βρωμοδουλειές του, καὶ ἔλαβαν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Οἱ ἔκγονοί τους, μαζὶ μὲ τὶς αἱματοβαμμένες περιουσίες τους, κληρονόμησαν καὶ τὴν ἀφιλοπατρία, τὴν ἀποφυγὴ τῆς στράτευσης, τὸν παρασιτισμό.
.             Ποιοί, τὰ τελευταῖα χρόνια τοῦ σαλταδορισμοῦ, εἶναι φυγόστρατοι, ἀπαλλάσσοντα ἀπὸ τὸ χρέος τῆς ὑπηρετήσεως τῆς πατρίδας; Κάποιοι γόνοι πολιτικῶν, ἐπώνυμοι ἀθλητές, καλλιτέχνες καὶ λοιποὶ τζιτζιφιόγκοι καὶ μοσχοαναθρεμμένοι γιοὶ καὶ ἀνηψιοὶ τῶν ἰσχυρῶν οἰκονομικὰ παραγόντων, ἀφιλόπατροι καριερίστες καὶ οἱ… Ἰεχωβάδες. Ὅλο τὸ  “φοβερὸ σκουπιδαριὸ” ποὺ λυμαίνεται, δηλαδή, τὸν τόπο. Ἂν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀποκαλυφθοῦν, θὰ διαπιστώναμε πὼς εἶναι αὐτοὶ ποὺ λεηλάτησαν τὴν πατρίδα, ποὺ κατέχουν περίοπτες καὶ χρυσοπλήρωτες θέσεις τοῦ Δημοσίου, ποὺ ροκανίζουν ἐπιδοτήσεις, εἶναι ὅλοι τους «ἐκλαμπρότατοι» καὶ «πανευγενέστατοι. (Καὶ ἔνιοι «σεβασμιότατοι»). Καὶ ἀντὶ νὰ μάθουμε ποιοὶ εἶναι «οἱ σαπιοκοιλιές», νὰ τοὺς φορέσει ὁ λαὸς τὸ περιβόητο …ἐσώρουχο, μήπως καὶ ξεκουμπιστοῦν ἀπὸ τὴν ντροπὴ καὶ γλιτώσει ὁ τόπος, ἐπιβραβεύονται μὲ ἀξιώματα καὶ τιμές.
.               Καὶ ὅμως ἡ θητεία ἑνὸς νέου ἀποτελεῖ ὕψιστο καθῆκον. Παρ’ ὅλη τὴν κατασυκοφάντηση τοῦ στρατοῦ μας τὶς τελευταῖες μεταπολιτευτικὲς δεκαετίες, ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ παραμένει ἀκλόνητη σ’ αὐτόν. Ὁ στρατὸς γιὰ ἕναν νέο συνιστᾶ σχολεῖο πατριδογνωσίας, πειθαρχίας, συναλληλίας, ἀλληλεγγύης. Πηγαίνεις παιδί, γυρίζεις ἄντρας, ἔλεγαν οἱ παλιοί. Ὅποιος γιὰ ἀστεῖο λόγο δὲν ὑπηρετοῦσε, τοῦ ἔμενε κουσούρι μία ζωή, κορίτσι καλὸ γιὰ παντρειὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἐμπιστευόταν, εὔκολα δουλειὰ δὲν ἔβρισκε.
.               Ὅταν ἤμασταν ἀκόμη Ρωμιοί, πρὶν γίνουμε Εὐρωπαῖοι, οἱ ἄντρες μιλοῦσαν μὲ καμάρι γιὰ τὴν στρατιωτική τους θητεία, ἂν καὶ οἱ τότε κακουχίες καὶ οἱ στερήσεις, εἶναι ἀδιανόητες γιὰ τὴν σημερινὴ γενιὰ τοῦ κινητοῦ, τῆς κατάληψης καὶ τοῦ χαβαλέ. Τώρα τὸ ἐκσυγχρονιστικὸ – νεοεποχίτικο σαράκι τῆς ἀρνησιπατρίας καὶ τῆς ἀπέχθειας γιὰ τὴν στράτευση, φωλιάζει στὶς καρδιὲς τῶν νέων, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ θητεία νὰ θεωρεῖται χάσιμο χρόνου, κοροϊδία. Οἱ παρελάσεις, ποὺ τονώνουν τὸ αἴσθημα ἀσφάλειας τοῦ λαοῦ μας καὶ λειτουργοῦν ὡς ἀναλαμπὲς ἐθνικῆς ὑπερηφάνειας – τόσο ἀπαραίτητες γιὰ τὴν κρισιμότατη περιοχὴ καὶ ἐποχή μας – μπῆκαν στὸ στόχαστρο τῶν χασομέρηδων τῆς εἰρηνοφιλίας. Καὶ εἶναι σίγουρο ὅτι θὰ καταργηθοῦν, μόνο μία παρέλαση θὰ γίνεται: τῆς παρδαλῆς ὑπερηφάνειας.
(Ἔφτασε, θυμᾶμαι, κάποτε καὶ ἕνας πρόεδρος τῆς ΟΛΜΕ νὰ ζητήσει τὴν κατάργηση τῶν ἐθνικῶν παρελάσεων, διότι ἀποτελοῦν φασιστικὸ κατάλοιπο. Τέτοια παραδείγματα ἀπὸ τοὺς «ἐκλαμπρότατους» καὶ τοὺς νεόπλουτους τοῦ χρήματος καὶ πνεύματος παίρνει ἡ λαϊκὴ ψυχή, οἱ νέοι, καὶ ἀποβάλλουν κάθε εὐγενικὴ πνοή, κάθε ἑδραία ἀξία).
.             Τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, ὅταν γεννιόταν ἀγόρι, εὔχονταν στὴν μάνα: νὰ σοῦ ζήσει, νὰ γίνει καπετάνιος, νὰ τοῦ γράψουν καὶ τραγούδι. Τώρα γεμίσαμε «λιανοπαίδια», πού, ἀντὶ γιὰ παντελόνια, φοροῦν τοῦ Καραϊσκάκη τὸ ἀτιμωτικὸ -λέξη τοῦ  Μακρυγιάννη αὐτὴ -κωλόπανο…

Σχολιάστε

ΤΗΣ [δύσμοιρης] ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΟΥ Η ΣΗΜΑΙΑ (Δημ. Νατσιός)

Τῆς πατρίδας μου  ἡ  σημαία…

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος -Κιλκίς

Πρν π 5 περίπου χρόνια γραψα κάτι γι τς παρελάσεις κα τν σημαία [βλ. σχετ.: ΠΑΡΕΛΑΣΕΙΣ: ΜΝΗΜΗ ΑΓΩΝΩΝ ΓΙΑ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑ (Δ. Νατσιός) ]. Τώρα πο τοτοι ο καντιποτένιοι λλάζουν τ σύστημα πιλογς σημαιοφόρων στ Δημοτικό, προφανς γι ν παραδώσουν τν σημαία σ μωαμεθανος κα ν ρίξουν τν χαριστικ βολ στ τελευταο γις κίνητρο γι μελέτη, κάποτε μιλούσαμε γι εγεν μιλλα τν μαθητν, ποσπ κάποιες παραγράφους π κενο τ ρθρο:

 .             Οἱ παρελάσεις τῶν  ἐθνικῶν ἐπετείων τὰ τελευταῖα χρόνια ἔγιναν πεδίο διχογνωμιῶν καὶ ἰδεολογικῆς τριβῆς. Ὡς συνήθως ἡ κρατικοδίκαιη, ἀριστεροφανὴς ἱστοριογραφία -τὸ νεοταξικὸ κηφηναριό- καὶ ἡ λοιπὴ προοδομανὴς συνοδοιπορία, ἀμφισβητεῖ:

Πρῶτον: τὴν ἱστορικότητα τῶν παρελάσεων

Δεύτερον: Τὴν χρησιμότητα τῶν παρελάσεων, τὶς ὁποῖες θεωροῦν μεταξικὸ κατάλοιπο καί, ἑπομένως, εἶναι ἐθνικιστικὴ ἐκδήλωση.

Τρίτον: Τὸ ζήτημα τῆς σημαίας. Πρέπει ἢ ὄχι νὰ τὴν φέρουν καὶ ἀλλοδαποὶ μαθητές;

.               Ὡς πρὸς τὴν ἱστορικότητα τῶν παρελάσεων. Μία ἐλάχιστη νύξη στὴν «προϊστορία» τοῦ θεσμοῦ. Στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα οἱ παρελάσεις γίνονταν σὲ διάφορες γιορτὲς πρὸς τιμὴν θεοτήτων. Στὰ Παναθήναια, γιὰ παράδειγμα, ἐν ἐπισήμῳ πομπῇ, παρελαύνουσα «ἡ πόλις», συνόδευε τὸ πέπλο καὶ τὸ ἔθετε ἐπὶ τοῦ ξοάνου τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς-«τοῦ ἀρχαίου ἔδους»-στὸν Παρθενώνα. Στὴν πομπὴ ἔπαιρναν μέρος καὶ στρατιωτικοί: ὁπλίτες, ἁρματοδρόμοι καὶ ἱππεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔκαναν ἐπιδεικτικὴ παρέλαση, ὅπως αὐτὸ διαπιστώνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀριστουργηματικὴ ζωφόρο τοῦ Φειδία. Στὸ Βυζάντιο εἴχαμε τοὺς θριάμβους. Θρίαμβος ὀνομαζόταν ἡ μεγαλοπρεπὴς ὑποδοχὴ τῶν νικητῶν αὐτοκρατόρων ἢ στρατηγῶν, κατόπιν περιφανοῦς νίκης. Κατὰ τὸν «θρίαμβο», παρήλαυνε ὁ τροπαιοῦχος στρατός, ἀκολουθούμενος ἀπὸ τοὺς δορυάλωτους, αἰχμαλώτους ἐχθροὺς καὶ τὰ λάφυρα.
.        Τὴν περίοδο τῆς Ἐθνεγερσίας. Ὁ Παπαφλέσσας μὲ τοὺς ἀντρειωμένους του σπεύδει πρὸς ἀπελευθέρωση τῆς Τριπολιτσᾶς. Καθ’ ὁδὸν περνᾶ μέσα ἀπὸ χωριά, γιὰ νὰ δώσει θάρρος στὸ αἱματοβαμμένο Γένος. «…Καθὼς ἔβλεπαν οἱ Ἕλληνες τὰς σημαίας καὶ τοὺς στρατιώτας, ἐσήμαινον τῶν ἐκκλησιῶν τὰ σήμαντρα καὶ οἱ μὲν ἱερεῖς ἔβγαινον ἐνδεδυμένοι τὰ ἱερὰ ἄμφια καὶ μὲ τὸ Εὐαγγέλιον ἀνὰ χεῖρας, οἱ δὲ Χριστιανοὶ ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδία ἐπαρακαλοῦσαν τὸν Θεὸν νὰ τοὺς ἐνδυναμώνει. Ὁ Ἀρχιμανδρίτης (σ.σ. ὁ Παπαφλέσσας) μάλιστα ἐφοροῦσε μίαν περικεφαλαίαν καὶ διὰ τοῦτο τὸν ἐκκύταζαν μὲ πολλὴν περιέργειαν οἱ ἄνθρωποι καὶ τὸν ἐδέχοντο μὲ μεγάλην ὑποδοχήν. Εἶχε δὲ σημαιοφόρον ἕνα καλόγηρο θεόρατο, πάπα-Τούρταν ὀνομαζόμενον, ὁ ὁποῖος ἐκράτει ἕνα μεγάλο σταυρὸν ὑψηλὰ εἰς τὰ χέρια καὶ ἐπήγαινε μπροστὰ εἰς τὸ στράτευμα. Ὁ κόσμος ἐγένετο τοῖχος καὶ ἔκαμαν τὸν σταυρό τους, καθὼς ἐπέρνα ὁ καλόγηρος μὲ τὸ σταυρό». (Ἠλ. Οἰκονόμου, «Κείμενα Πίστεως καὶ Ἐλευθερίας», Ἀθήνα 1985, σελ. 206. Τὸ περιστατικὸ διασώζει, ὁ Φωτάκος στὰ «Ἀπομνημονεύματά» του). Ἐδῶ ἔχουμε μία κανονικὴ περιγραφὴ παρέλασης, μὲ σημαιοφόρο καὶ τὸν λαὸ «νὰ κάμει τοῖχος», ὅπως ἀκριβῶς γίνεται καὶ σήμερα στὶς παρελάσεις.
.             Παραπέμπω καί στὸ ἐξαιρετικό, δίτομο ἔργο τοῦ συμπολίτη μας Θ. Βαφειάδη, «Χρονικό τοῦ Κιλκὶς 1913-1940», ὁ ὁποῖος κυριολεκτικὰ «χτένισε τὶς πηγές», ποὺ γράφει στὸν α´ τόμο, σελ. 232-233: «Ἀθήνα 21 Ἰουνίου 1914. Μετὰ τὸ πέρας τῆς δοξολογίας ἄρχισε ἡ παρέλαση τῶν διαφόρων σωμάτων τοῦ στρατοῦ πρὸ τοῦ βασιλέως: “Μελαμψοί, δυνατοί, νευρώδεις περνοῦν οἱ στρατιῶται ἐνῶ ἡ μουσικὴ τῆς φρουρᾶς παίζει διάφορα ἐμβατήρια καὶ τὸν βασιλικὸν ὕμνον. Ἐμπρὸς ἀπὸ ἕνα τῶν προχωρούντων λόχων ὁ πρίγκηψ Ἀλέξανδρος βαδίζει ὑπερήφανα μὲ τὸ κεφάλι ψηλά, σκονισμένος, κοκκινισμένος, ἱδρωμένος, χαλκόχρους”. Μετὰ τὴν παρέλασι ὁ βασιλιάς, ἀφοῦ συνεχάρη ἐκ νέου τὸν ἐπικεφαλῆς τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς Στέφανο Βιλλαρὲ καὶ χαιρέτισε τὸν Μητροπολίτη καὶ τὸ ὑπουργικὸ συμβούλιο, ἀναχώρησε κάτω ἀπὸ τὶς ζωηρὲς ἐπευφημίες τοῦ συγκεντρωμένου πλήθους». Άρα δέν είναι μεταξικό κατάλοιπο.

.         Γιὰ τὴν παιδαγωγικὴ χρησιμότητα θὰ γράψω αὐτὸ ποὺ βλέπω στοὺς μαθητές μου. Ἂν μιλήσεις στὰ παιδιὰ γιὰ τοὺς πατρικοὺς ἀγῶνες καὶ τὶς θυσίες, γιὰ τὰ κόκκαλα τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά, μετέχουν στὴν παρέλαση μὲ καμάρι. Ἐξ ἄλλου οἱ παρελάσεις εἶναι φανέρωση τοῦ «ἐμεῖς», τῆς αἴσθησης τοῦ «συνανήκειν», εἶναι τὸ ὡραιότερο μάθημα φιλοπατρίας -καὶ τὰ ἔθνη λέγονται ἔθνη «ὅταν εἶναι στολισμένα μὲ πατριωτικὰ αἰστήματα». Οἱ παρελάσεις εἶναι προσανάμματα μνήμης τῶν ἀγώνων γιὰ πατρίδα ἑλληνικὴ καὶ ὄχι πολυπολιτισμικό… παστίτσιο. Ἀκόμη καὶ ἡ ἐνδυματολογικὴ ὁμοιομορφία ὑποδηλώνει τὴν ἐν Ἐπιδαύρῳ διακήρυξη τῶν προγόνων μας ὅτι «ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἰσὶν ἴσοι ἐνώπιον τῶν νόμων, ἄνευ τινὸς ἐξαιρέσεως».

.         Τὴν σημαία τοῦ Παπαφλέσσα, μὲ τὸν σταυρό, τὴν κρατοῦσε ἕνας καλόγερος, ὁ Παπατούρτας, πολεμιστής, φόβητρο τῶν Τουρκαλβανῶν. Κατὰ τὰ ἄλλα ἡ Ἐκκλησία δὲν θυσιάστηκε στὸν Ἀγώνα, ἀλλὰ συνεργάστηκε μὲ τὸν κατακτητή. «Ἀφάνισαν ὅλως διόλου τὰ μοναστήρια καὶ οἱ καϊμένοι οἱ καλόγεροι, ὅπου ἀφανίστηκαν εἰς τὸν ἀγώνα, πεθαίνουν τῆς πείνας μέσα στοὺς δρόμους, ὅπου αὐτὰ τὰ μοναστήρια ἦταν τὰ πρῶτα προπύργια τῆς ἀπανάστασής μας… Καὶ θυσίασαν οἱ καϊμένοι οἱ καλόγεροι· καὶ σκοτώθηκαν οἱ περισσότεροι εἰς τὸν ἀγώνα», γράφει ὁ Μακρυγιάννης.
.         Τὴν σημαία, τὸ ἐθνικὸ σύμβολο πρέπει νὰ τὸ κρατοῦν μαθητὲς μὲ ἰθαγένεια, χέρια Ἑλλήνων. Ἐρώτηση: ἂν αὔριο-μεθαύριο μαθητής, μουσουλμάνος τὸ θρήσκευμα, ἀριστεύσει, τί θὰ συμβεῖ; Ἴσως ἀπαιτήσει νὰ παρελάσει χωρὶς τὴν σημαία καὶ θὰ προσφύγει -μὲ τὴν συνδρομὴ τῶν Γραικύλων τοῦ πολυπολιτισμοῦ– σὲ κάποιο διεθνὲς καφενεῖο-δικαστήριο καὶ μᾶλλον θὰ δικαιωθεῖ. Τὰ περὶ ρατσισμῶν τὰ ἀκούω… βερεσέ.
.              Νὰ μὴν λησμονοῦμε ὅτι τὸ ἑξαμελὲς ἄγημα τῶν μαθητῶν ποὺ προπορεύεται καὶ ξεχωρίζει ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπο σχολεῖο, «συνοδεύει» καὶ τιμᾶ τὴν σημαία, τὸ σύμβολο τοῦ ἔθνους καὶ ὄχι τὸν σημαιοφόρο. Ἡ λέξη σημαία παράγεται ἀπὸ τὴν ἀρχαία «σῆμα» ποὺ σημαίνει τάφος. «Ἀνδρὸς μὲν τόδε σῆμα πάλαι κατατεθνηῶτος», «ἄνδρα ποὺ σκοτώθηκε παλιὰ εἶναι αὐτὸς ὁ τάφος», λέει ὁ Ἕκτορας στὴν ραψωδία Η, 89. Καὶ σ’ αὐτοὺς τοὺς τάφους ἀναπαύονται τὰ λευκασμένα κόκκαλα ὅσων ἔδωσαν τὴν ζωή τους γιὰ τὴν Ἐλευθερία μας, ποὺ πῆραν τ’ ἅρματα ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος, ὅπως βροντολαλεῖ ὁ Κολοκοτρώνης.

Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκίς

,

Σχολιάστε