Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δημ. Νατσιός

ΠΑΤΡΙΔΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ (Δ. Νατσιός) «Ἦταν Τετάρτη 13 Ὀκτωβρίου 190»

Πατρίδα εναι Παλος Μελᾶς 

Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκίς  

.             Νυχτώνοντας ἀκούστηκε ἕνας πυροβολισμὸς καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Παύλου: «στὴ μέση μὲ πῆρε παιδιά». Μπῆκε στὸ σπίτι καὶ φώναξε τὸν καπετὰν Πύρζα. Ὁ Νίκος Πύρζας ἔτρεξε κοντά του. Ὁ Παῦλος ἔβγαλε ἀπὸ τὸ λαιμό του τὸν σταυρὸ ποὺ φοροῦσε πάντοτε καὶ τοῦ λέει: «τὸ σταυρὸ νὰ τὸν δώσεις στὴ γυναίκα μου. Καὶ τὸ ντουφέκι τοῦ Μίκη. Καὶ νὰ τοὺς πεῖς ὅτι ἔκαμα τὸ καθῆκον μου…». Καὶ ζήτησε νὰ τὸν σκοτώσουν τὰ παλικάρια του, γιὰ νὰ μὴν τὸν βροῦνε οἱ Τοῦρκοι ζωντανό. Σὲ λίγο ὅμως ξεψύχησε. Ἦταν Τετάρτη 13 Ὀκτωβρίου 1904.
.             «Καὶ οἱ Ἕλληνες ξύπνησαν», γράφει ὁ Ἴων Δραγούμης, «γιατί ξύπνησαν τώρα μόνο; Ἐπειδὴ εἶναι τυφλοὶ οἱ ἄνθρωποι. Καὶ οἱ περισσότεροι γεννήθηκαν γιὰ νὰ εἶναι μικροί. Σπίθες κοντὲς εἶναι οἱ στιγμὲς ποὺ ξυπνοῦν καὶ νιώθουν τὴ μετριότητα ποὺ βαραίνει ἐπάνω τους… Τέτοια σπίθα τοὺς ἄναψε ὁ Παῦλος Μελᾶς. Ὅσοι συνηθίζουν νὰ συλλογίζονται, ἂς στοχασθοῦν πόσο μεγαλύτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ἕλληνες ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ Παῦλος Μελᾶς, γιὰ νὰ καταφέρει νὰ τὴν ἀνάψει. Καὶ μὲ τὴν σπίθα ποὺ ἄναψε στὸν καθένα, πολλοὶ ἦταν τυφλοί, ὡς τὸν εἶδαν. Ἔτριψαν τὰ μάτια τους κάπως ξιππασμένοι καὶ εἶπαν μέσα τους, γιατί ντρέπονταν νὰ τὸ διαλαλήσουν: Ὥστε ὑπάρχει Μακεδονία, ἀφοῦ πῆγε ὁ Παῦλος Μελᾶς καὶ σκοτώθηκε γι’ αὐτή! Καὶ ἄλλοι συμπέραναν: Ὥστε βρίσκονται ἀκόμα, μετὰ τὸ 1897, ἀξιωματικοὶ στὸ στρατὸ καὶ ζωὴ στὸ Ἔθνος!».
.             Σὲ καιροὺς σακάτικους σὰν τοὺς τωρινούς, ποὺ μᾶς περιζώνει ἡ χαμέρπεια καὶ πιάνουμε τὶς μύτες μας ἀπὸ τὶς παντοειδεῖς ἀναθυμιάσεις, παρηγοριὰ μονάχη κάτι σὰν ὑποσυνείδητη ὤθηση, εἶναι ἡ ἐνασχόληση μὲ τὴν ἐθνική μας ἱστορία. Ὅπως ἔλεγε θυμόσοφα κάποιος καθηγητής μου στὸ πανεπιστήμιο, «ἀφῆστε τὰ ὑποκείμενα καὶ καταπιαστεῖτε μὲ τὰ κείμενα», ἐννοώντας πὼς ἡ ἐντρύφηση μὲ τὴν ἱστορία προσφέρει τὸν ἀναζητούμενο ἀνασασμό. Ἂς μὴν λησμονοῦμε καὶ τὴν πασίγνωστη προγονικὴ ρήση «ὄλβιος ὅστις τῆς ἱστορίας ἔσχεν μάθησιν», εὐτυχὴς ὁ γνώστης τῆς ἱστορίας. Ἡ ἱστορία δίνει στὸν ἄνθρωπο, ποὺ συνηθίζει νὰ σκέφτεται καὶ ὄχι νὰ σκέφτονται ἄλλοι γι’ αὐτόν, ὅπως συμβαίνει στὰ κομματικὰ ποιμνιοστάσια, πολὺ βαθύτερη καὶ πιὸ πλούσια ἐμπειρία, ὥστε νὰ τὸν προετοιμάζει γιὰ κάθε γεγονὸς ἀτομικὸ ἢ καὶ γενικό (τοῦ ἔθνους, τῆς ἀνθρωπότητας) καὶ νὰ μὴν καταπλήσσεται γιὰ ὅσα συμβαίνουν. Ὁ ἀνιστόρητος, ὁ ἀμύητος παρουσιάζει ἀντιδράσεις πρωτόγονου στὰ διάφορα γεγονότα τῆς ζωῆς καὶ «πέφτει», ὅπως κοινότοπα λέγεται, «ἀπὸ τὰ σύννεφα». Ὁ ἱστορικὰ μορφωμένος, κατὰ τὸ δυνατόν, δὲν χάσκει ἐνώπιον τῶν «ραγδαίων ἐξελίξεων», ὅπως κάθε βράδυ «τσιρίζουν καὶ κοάζουν» οἱ ὅλο κόρδωμα καὶ ἔπαρση ἐπιβήτορες τῆς ἐξουσίας.
.             Ἀφιέρωμα, λοιπὸν τὸ σημερινὸ σημείωμα. Ὄχι, ἁπλῶς καὶ μόνον, ἐπετειακό. Δὲν εἶναι χρέος μνήμης. Εἶναι ἐξαναγκασμὸς μνήμης. Ἀφιέρωμα στὸν ἀητὸ τῆς Μακεδονίας, ποὺ ἔφτασε στὰ «κρημνὰ τῆς ἀρετῆς» (Κάλβος). Ἀρχοντόπουλο ἦταν, μὲ γυναίκα σπουδαία, κόρη τοῦ Δραγούμη, μετέπειτα πρωθυπουργοῦ, μὲ παιδιὰ μικρά, μπροστά του καριέρα καὶ μεγαλεῖα, ὅμως τάραζε τὰ σπλάχνα του ἡ σωτηρία τῆς Μακεδονίας.

«Ὡς ἀπὸ ἕνα βουνὸν
ὁ ἀετὸς εἰς ἄλλο
πετάει, κι ἐγὼ τὰ δύσκολα
κρημνὰ τῆς ἀρετῆς
οὕτω ἐπιβαίνω»,

γράφει στὶς «Ὠδές» του ὁ ὑπέροχος ἐθνικὸς ποιητὴς Κάλβος. Αὐτὸς ἦταν ὁ Παῦλος, «ἀετός», ποὺ ἄφησε τὶς ἀθηναϊκὲς δυσωδίες καὶ τὶς «ἄψογες στάσεις» τοῦ παλαιοκοματισμοῦ καὶ θυσιάστηκε. Θυσία καὶ ὄχι λόγια. Αὐτὸ εἶναι Ὀρθόδοξος Ἕλληνας. Ἔλεγαν τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, ὅταν μία μάνα Ρωμηὰ γεννοῦσε ἀγόρι: «Νὰ σοῦ ζήσει, νὰ γίνει καπετάνιος, νὰ τοῦ γράψουν καὶ τραγούδι». «Μακαρία» ἡ μάνα του, τέτοιος ἦταν ὁ βλαστός της. Καπετάνιος, ὁ Μίκης Ζέζας καὶ τοῦ ἔγραψαν καὶ τραγούδια, ὁ λαὸς τὸν ἔκλαψε, «πάντα χλωρὸ νὰ σειέται τὸ χορτάρι». (Παλαμᾶς).
«Ἕνα πουλάκι ξέβγαινε ἀπ’ τὴ Μακεδονία./ Γιὰ τὴν Ἀθήνα διάβαινε γιὰ τοῦ Μελᾶ τὰ σπίτια./ Δὲν ἐλαλοῦσε σὰν πουλὶ οὐδὲ σὰν ἀηδόνι,/ παρὰ λαλοῦσε καὶ ἔλεγε ἀνθρώπινη κουβέντα:
– Τὸν Παῦλο τὸν ἐβάρεσαν».
Καὶ λαβωμένος «κράζει παλληκάρια» του καὶ τὰ γλυκομιλάει:/ Παιδιά μου, μὴ τρομάζετε, τὸ χάρο μὴ φοβάσθε/ τὰ παλληκάρια τὰ καλὰ /μόν’ τὸν Θεὸ φοβοῦνται».
.         Τὸ ἴδιο ἔλεγε καὶ ὁ Κανάρης: «μόνο τὸν Θεὸ φοβᾶμαι»! (Ὅποιο νεοπαγανιστικὸ ἀπολειφάδι δὲν κατανοεῖ τί σημαίνει «φόβος Θεοῦ», ἂς μελετήσει κάποιον ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τοὺς ἀθεόφοβους καὶ ὁ λαός μας τοὺς… φοβᾶται). Τοῦτες τὶς σάπιες, τῶν σάπιων, ἡμέρες, ἡ Μακεδονία, τὸ ὄνομά της, πάλι ξεβράζεται στὰ χείλη ἄνομων, παχυλῶν μετριοτήτων ποὺ –κακῇ  τῇ ὥρᾳ-κατέχουν τρανὰ πόστα. Πολὺ φοβᾶμαι, μήπως τώρα ποὺ ὁ λαὸς ἔχει πλήρως ἀποπροσανατολιστεῖ καὶ ἀποσβολωθεῖ μὲ τὴν φρικώδη κρίση καὶ τὰ συμπαρομαρτοῦντα της, «περάσει στὰ μουλωχτὰ» καὶ κάποιο μνημόνιο προδοσίας, ὁ δυσώνυμος συμβιβασμός.
.             Ἡ ἔνδεια καὶ ὁ συνοδὸς πανικὸς ἀφοπλίζουν, καθηλώνουν ἀντανακλαστικά, ὁδηγοῦν σὲ παραίτηση καὶ ἀδιαφορία. Οἱ μεγάλες τραγωδίες τῆς ἱστορίας τότε συμβαίνουν: ὅταν ταυτίζεται τὸ κράτος μὲ τὴν πατρίδα. Κράτος εἶναι οἱ μνημονιακοὶ λακέδες καὶ οἱ ζητωκραυγαστές τους. Πατρίδα εἶναι ὁ Παῦλος Μελᾶς καὶ ὅσοι ἀντρειωμένοι κοσμοῦν τὸ Συναξάρι τοῦ Γένους μας. Μᾶς ἐξευτελίζουν, μᾶς ποδοπατοῦν, ἔβαλαν νεοταξικὰ καθάρματα -τρόικες- νὰ μᾶς διαφεντεύουν καὶ ἡμέτερους προσκυνημένους νὰ τοὺς δορυφοροῦν. Μὴν χάσουμε ὅμως τὴ γῆ μας. Ὅ,τι κερδήθηκε μὲ αἷμα δὲν μπορεῖ νὰ ξεπουληθεῖ μὲ τὸ μελάνι μιᾶς ὑπογραφῆς. Στὴν Μακεδονία μας, εἶναι θαμμένα, τὰ κόκαλα τὰ ἱερὰ τοῦ Παύλου Μελᾶ, θησαυρὸς πολυτίμητος. Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ τὸν προδώσουμε; Ἕλληνες εἴμαστε! Νὰ πάρει ἡ εὐχή! ρθρο γράφτηκε πρν π δύο χρόνια κα ο χειρότεροι φόβοι μας , καλύτερα φιάλτες μας, πιβεβαιώθηκαν).
.         «Κάποτε», γράφει ὁ Στρατὴς Μυριβήλης, «μία μέρα ποὺ συζητοῦσαν δύο ἁπλοὶ ἄνθρωποι -δύο ψαράδες ἦταν- γιὰ τὴν πίεση ποὺ ἀσκοῦν οἱ μεγάλες δεξιὲς καὶ ἀριστερὲς δυνάμεις πάνω στὴν ζωὴ τοῦ τόπου γιὰ τὰ συμφέροντά τους, ὁ ἕνας ξεστόμισε μία φράση ποὺ μὲ ξάφνιασε. Εἶπε ὀργισμένος: -Ἂν μᾶς πιάσει καμμιὰ μέρα τὸ ἑλληνικό μας!». (περ. «Γνώσεις», Φεβρουάριος 1959, τεῦχος 14, σελ. 4). Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη «ἰδεολογία» ποὺ μᾶς ἀξίζει: τὸ ἑλληνικό μας! Καὶ αὐτὴ δὲν περιέχει λόγια, μόνο θυσίες, καὶ ὀνομάζεται Μάρκος Μπότσαρης καὶ Παῦλος Μελᾶς καὶ Γρηγόρης Αὐξεντίου. Αὐτὸ τὸ «ἑλληνικό» μας εἶναι τὸ μόνο ποὺ δὲν φροντίζει νὰ καλλιεργήσει συστηματικὰ τὸ κράτος στὴν ψυχὴ τῆς νέας γενιᾶς, γιατί αὐτὸ εἶναι ποὺ φοβοῦνται οἱ ἐχθροί της πατρίδας καὶ αὐτὸ βάλθηκαν νὰ ὑπονομεύσουν μὲ χίλιους τρόπους. Οὔτε μία ἀναφορὰ στὰ βιβλία Γλώσσας Δημοτικοῦ καὶ Γυμνασίου στὸν Παῦλο Μελᾶ. Ἕνα ποίημα, ἕνα δημοτικό… τίποτε. Θὰ βρεῖς τὸν Λεφάκη, τὸν ἀστρολόγο, θὰ βρεῖς 35 συνταγὲς μαγειρικῆς, σκύβαλα καὶ περιτρίμματα, ἀλλὰ τὸν Παῦλο «ποῦχε ταράξει τὴν Τουρκιά», δὲν θὰ τὸν βρεῖς. Στὴν «σάπια πολιτεία» ἔχουν τὰ πρωτεῖα, οἱ… σκυφτοί, οἱ τετραποδίζοντες, κατὰ τὸ ὡραῖο τὸ ποίημα τοῦ Βάρναλη.
«Πέτα τὴν ἀνθρωπιά σου
Κι ἀπ’ τὸν ἀφέντη πιάσου
Κι ἅμα σὲ φτύσει αὐτὸς
νὰ κάθεσαι σκυφτὸς
Καὶ θὰ ἔχεις τὰ πρωτεῖα
στὴ σάπια πολιτεία».
.             Ζητεῖται Παῦλος Μελᾶς καὶ σήμερα. Νὰ μᾶς ἀφυπνίσει, νὰ μᾶς συγκλονίσει, νὰ διαλύσει τὰ σάβανα ποὺ μᾶς καταπλακώνουν.

 

Δημήτρης Νατσιός 
δάσκαλος-Κιλκίς  

Advertisements

, ,

Σχολιάστε

ΔΕΝ ΔΙΔΑΣΚΩ ΤΑ ΒΛΑΣΦΗΜΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ (Δ. Νατσιός)

Δν διδάσκω τ βλάσφημα βιβλία
τ
ν Θρησκευτικν

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.             Ἐπειδή, “Ὅταν μοῦ πειράζουν τὴν πατρίδα μου καὶ θρησκεία μου, θὰ μιλήσω, θὰ ᾽νεργήσω κι ὅ,τι θέλουν ἂς μοῦ κάμουν”, κατὰ τὸν πατριδοφύλακα στρατηγὸ Μακρυγιάννη.
.             Ἐπειδή, ὁρκίστηκα ὡς δάσκαλος, νὰ ὑπηρετῶ τὸ Σύνταγμα τῆς πατρίδας μου καὶ νὰ σέβομαι τὴν θεμελιώδη ἐπιταγή του, ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι ἡ  “Ἡ παιδεία ἀποτελεῖ βασικὴ ἀποστολὴ τοῦ Κράτους καὶ ἔχει σκοπὸ τὴν ἠθική, πνευματική, ἐπαγγελματικὴ καὶ φυσικὴ ἀγωγὴ τῶν Ἑλλήνων, τὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς συνείδησης καὶ τὴ διάπλασή τους σὲ ἐλεύθερους καὶ ὑπεύθυνους πολίτες”.
.             Ἐπειδή, κατὰ τὴν ἐντολὴ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, «πάντες οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν δαιμόνια» (Ψαλμ. ϞΕ´ [95] 5) καὶ «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῶ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις».
.             Ἐπειδή, ἔμαθα νὰ ἀκούω τοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ὄχι «ἱερὲς μουρμοῦρες» συμβιβασμένων ἱεραρχῶν, νὰ ὑπακούω σὲ λόγια παλληκαρίσια σὰν τοῦ ἁγίου Παϊσίου «…Ἡ Ἑλλάδα, ἡ Ὀρθοδοξία, μὲ τὴν παράδοσή της, τοὺς Ἁγίους καὶ τοὺς ἥρωές της, νὰ πολεμεῖται ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς Ἕλληνες καὶ ἐμεῖς νὰ μὴ μιλᾶμε! Εἶναι φοβερό! … Ἂν οἱ Χριστιανοὶ δὲν ὁμολογήσουν, δὲν ἀντιδράσουν, αὐτοὶ θὰ κάνουν χειρότερα. Ἐνῶ, ἂν ἀντιδράσουν, θὰ τὸ σκεφθοῦν…»
.             Ἐπειδή, δὲν ἀνέχομαι μία δράκα ἐκκλησιομάχων νὰ μαγαρίζει εὐαίσθητες καὶ ἀθῶες παιδικὲς ψυχές.
.             Ἐπειδή, εἶμαι ὀργισμένος ἐξ αἰτίας τῆς ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς λεηλασίας τῆς πατρίδας μου, ἀπὸ ἡμέτερα καὶ ἀλλογενῆ ἁρπακτικὰ- «οἱ μὴ ὀργιζόμενοι ἐφ᾽ οἷς δεῖ ἠλίθιοι δοκοῦντες εἶναι» (κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη, δάσκαλο τοῦ πρώτου καπετάνιου τῆς προδομένης Μακεδονίας μας, τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου).
.             Ἐπειδή, ντρέπομαι νὰ ντροπιαστῶ ἐνώπιον τῆς ἱστορίας μας καὶ σκέφτομαι ὅτι κάποτε κάποιοι δάσκαλοι καὶ δασκάλες,  ὑπέγραφαν μὲ τὸ αἷμα τους τὴν διδασκαλία τους, σὰν τὶς ἡρωικὲς δασκάλες τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα.
.             Ἐπειδή, εἶμαι Ἕλληνας, Χριστιανὸς Ὀρθόδοξος καὶ ὄχι Γραικύλος τῆς σήμερον.
.             Ἐπειδή, δὲν φοβᾶμαι καὶ «δὲν ξέρω ἐγὼ νὰ τσακάω τὴν μέση μου», ὅπως ἔλεγε ὁ ἀπροσκύνητος κλεφταρματολὸς τοῦ ᾽21,  Δημήτριος Μακρής.
.                Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ γιὰ ἄλλους τόσους, δὲν διδάσκω τὰ βλάσφημα βιβλία τῶν Θρησκευτικῶν, ἀλλὰ “ψυχὴ καὶ Χριστό”, ὅπως μᾶς κανοναρχεῖ ὁ ἐθναπόστολος ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, πράγμα ποὺ κάνω ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια.

Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

«Ο ΚΑΚΟΥΡΓΟΣ ΟΣΤΙΣ ΕΔΟΛΟΦΟΝΗΣΕ ΤΟΝ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΝ, ΕΔΟΛΟΦΟΝΗΣΕ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟΥ» (Δ. Νατσιός)

« κακοργος στις δολοφόνησε τν Καποδίστριαν,
δολοφόνησε τν πατρίδα του»

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

«Ὁ μόνος ἀντίπαλος, ποὺ δύσκολα ἡττᾶται, εἶναι ὁ ἀπόλυτα ἔντιμος ἄνθρωπος καὶ τέτοιος εἶναι ὁ Καποδίστριας» (Μέτερνιχ)

.                   «Ἡ βοή τους ἔρχεται τῶν πλησιαζόντων γεγονότων». Ὅλη αὐτὴ ἡ δυσοσμία ποὺ περιβάλλει καὶ κατέχει τὴν πατρίδα μας τίποτε τὸ καλὸ δὲν προοιωνίζεται.
.                   Θυμήθηκα καὶ τοὺς στίχους τοῦ Κ. Οὐράνη: «Πάψετε πιὰ νὰ ἐκπέμπετε τὸ σῆμα τοῦ κινδύνου, τοὺς γόους τῆς ὑστερικῆς σειρήνας σταματῆστε, κι ἀφῆστε τὸ πηδάλιο στῆς τρικυμίας τὰ χέρια! Τὸ πιὸ φριχτὸ ναυάγιο θὰ ἦταν νὰ σωθοῦμε!».
.                   Εἶναι φοβερὸς ὁ τελευταῖος στίχος. Πολλοί, ἀφελεῖς, ἐλπίζουν σὲ ἐπιστροφὴ στὴν προμνημονιακὴ ἐποχή, «ποὺ χτυπούσαμε τὰ σκυλιὰ μὲ τὰ λουκάνικα». Δυστυχῶς δὲν κατάλαβαν ὅτι ἤμασταν σὰν τοὺς χοίρους τῆς Κίρκης. Δὲν ἦταν εὐημερία ὑγιής, ἦταν τὰ ἐπιφαινόμενα μιᾶς βαθιᾶς παρακμῆς. Γλύτωσε ὁ Ὀδυσσέας, γιατί δὲν ἔχασε τὴν μνήμη του, τὴν μνήμη τῆς πατρίδας. Καὶ πατρίδα σημαίνει «ἐμεῖς».
.                   Ἡ προκοπὴ βρίσκεται στὸ «ἐμεῖς». Τὸ «ἐγώ», χωρὶς τὸ εὐλογημένο «ἐμεῖς», χωρὶς τὴν εὐαίσθητη σύναρση στὴν ἀγωνία τοῦ πλησίον, καταστρέφει τὶς πολιτεῖες. Θυμᾶμαι μία φράση τοῦ ἀγράμματου ἥρωα, τοῦ Κολοκοτρώνη, φράση πετράδι, τὴν ὁποία εἶπε τὸν Νοέμβριο τοῦ 1838, μιλώντας στὴν Πνύκα στοὺς μαθητὲς τῶν Ἀθηνῶν: «Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴν γίνει σκεπάρνι μόνο γιὰ τὸ ἄτομό σας ἀλλὰ νὰ κοιτάξει τὸ καλὸ τῆς κοινότητας καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸν αὐτὸ βρίσκεται καὶ τὸ δικό σας». Λόγια ποὺ παραπέμπουν σὲ μία ρήση τοῦ Περικλῆ στοὺς ἀρχαίους Ἀθηναίους: «Καλῶς μὲν γὰρ φερόμενος ἀνὴρ τὸ καθ’ ἑαυτὸν διαφθειρομένης τῆς πατρίδος οὐδὲν ἧσσον ξυναπόλλυται, κακοτυχὼν δὲ ἐν εὐτυχοῦσι πολλῷ μᾶλλον διασώζεται». (Θουκ., Β΄60). «Διότι ἄνθρωπος ποὺ εὐδοκιμεῖ εἰς τὰς ἰδιωτικάς του ὑποθέσεις, ἐὰν ἡ πατρίς του καταστραφεῖ, χάνεται κι αὐτὸς μαζί της, ἐνῶ εἶναι πολὺ πιθανὸν ὅτι θὰ σωθεῖ, ἐὰν κακοτυχεῖ μὲν ὁ ἴδιος, ἡ πατρίς του ὅμως εὐτυχεῖ», μεταφράζει ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος.
.             Κλείνω ὅμως ἐδῶ τὶς προλογικὲς σκέψεις, γιατί ἄλλος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς σημερινῆς γραφῆς. Ἀφιέρωμα τὸ σημερινὸ σημείωμα, μὲ ἀφορμὴ μία ἐπέτειο, ξεχασμένη, ἀπωθημένη στὸ ἡμίφως τῆς ἱστορικῆς μνήμης. 27 Σεπτεμβρίου τοῦ 1831, Κυριακὴ μέρα, 6.35´ τὸ πρωί, δολοφονεῖται στὸ Ναύπλιο ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας. Τὸ ἀποτρόπαιο φονικὸ γίνεται ἔξω ἀπὸ τὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος. Συνήθιζε ὁ Κυβερνήτης νὰ «λειτουργιέται» νωρὶς «ὄρθρου βαθέος». Ὁ θάνατός του θεωρήθηκε «συμφορὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα». «Ὁ κακοῦργος ὅστις ἐδολοφόνησε τὸν Καποδίστριαν, ἐδολοφόνησε τὴν πατρίδα του», θὰ πεῖ θρηνώντας ὁ φίλος του καὶ μεγάλος εὐεργέτης τῆς πατρίδας μας, Ἑλβετὸς φιλέλληνας Ἐϋνάρδος. (Τὸ νεοελληνικὸ κράτος ξεκίνησε μὲ δύο δολοφονίες: τοῦ Κυβερνήτη καὶ τῆς Κοινοτικῆς Παράδοσης. Αὐτὲς ἀκόμη τὶς πληρώνουμε).
.             Στὴν ἱστορία ὑπάρχουν πρόσωπα ἀδυσώπητα δορυκτητόρων – κατακτητῶν, ποὺ τὰ ὀνόματά τους κολυμπώντας στὸ αἷμα τῆς νίκης τους πέρασαν στὴν ἐπικράτεια τοῦ θρύλου. Εἶναι στὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου νὰ θαυμάζει τοὺς νικητές.
.            Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλοι ἥρωες, ποὺ τὰ τραγικά τους παθήματα εἶναι «κρημνὰ ἀρετῆς» (Κάλβος). Προσφέρουν στὴν ἱστορικὴ περιπέτεια τὸν ἔλεον καὶ τὸν φόβον μιᾶς πολὺ πιὸ ἀνθρώπινης ἀναγνώρισης. Εἶναι οἱ ἥρωες τῆς ἥττας. Αὐτοὶ ποὺ «ποτὲ ἀπὸ τὸ χρέος μὴ κινοῦντες» δὲν στρέφουν τὴν πλάτη στὴν βεβαιότητα τοῦ θανάτου. Σ’ αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς τραγωδίας συναπαντιέται καὶ ὁ Καποδίστριας, ποὺ ἀντὶ ἄλλης τιμῆς, φρόντισαν τὰ τωρινὰ πολιτικὰ ναυάγια, νὰ συνδέσουν τὸ ὄνομά του, μ’ ἕνα νόμο, ποὺ γιὰ πολλοὺς κατάντησε συνώνυμο ὕβρεως. Ἂς εἶναι, «Πέφτουμε ἐμεῖς, τὸ ἔργο μας γιὰ τὴν πατρίδα μένει», ἔλεγε ὁ Κυβερνήτης. Ἔχω ἕνα μικρὸ βιβλιαράκι, ἔκδοση τοῦ 1976. Περιέχει κείμενα τοῦ Καποδίστρια. Ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸν «Ὀργανισμὸ Ἐκδόσεως Διδακτικῶν Βιβλίων».  (Καταργήθηκε. Τὸν ἔφαγαν τὰ μνημόνια κι αὐτόν). Τολμοῦσε κάποτε ὁ ἐν λόγῳ «Ὀργανισμός», νὰ ἐκδίδει καὶ κάποιο βιβλίο ἐθνικοῦ περιεχομένου, γιὰ νὰ συμβάλει στὴν ἱστορικὴ παιδαγωγία μαθητῶν καὶ δασκάλων. Ἀφότου ἀλώθηκε ἀπὸ τὴν νεοταξικὴ γλίτσα καὶ ἡ λέξη «ἐθνικὸς» ποινικοποιήθηκε καὶ βλέπουν τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας κουρελουργήματα τύπου Ρεπούση, βιβλία γλώσσας ποὺ μορφώνουν τοὺς Ἑλληνόπαιδες μὲ συνταγὲς γιὰ ἐπιτυχημένα «μακαρόνια μὲ κιμὰ» ἢ Θρησκευτικά, μεταλλεῖα βλασφημίας καὶ αἱρέσεων.  Ἐρανίζομαι ἀπὸ τὸ θαυμάσιο αὐτὸ τευχίδιο κάποια κείμενα τοῦ Καποδίστρια, ποὺ ἐπιβεβαιώνουν τὸ γιατί ἡ πρόωρη ἀπώλειά του ὑπῆρξε πράγματι συμφορὰ γιὰ τοὺς Ἕλληνες.
.               Εἶχε συλλάβει ἐναργέστατα ὁ Καποδίστριας τὴν ἰδέα ὅτι γιὰ νὰ ἀνορθωθεῖ ὁ λαὸς χρειάζεται σωστὴ Παιδεία «τῆς ροδοχρόου ταύτης ἐλπίδος τοῦ Ἔθνους», ὅπως ὁ ἴδιος τὴν ἀποκαλεῖ σὲ μία ἐπιστολή του.
.               Τί σχολεῖο ὅμως ὀνειρεύεται γιὰ τὸν λαό; «Τὰ σχολεῖα δὲν εἶναι ἁπλῶς τόποι προσκτήσεως γνώσεων, ἀλλὰ κυρίως φροντιστήρια ἠθικῆς, χριστιανικῆς καὶ ἐθνικῆς ἀγωγῆς». Σήμερα καὶ οἱ τρεῖς αὐτὲς λέξεις, ποὺ συνοδεύουν τὴν ἀγωγή, εἶναι προγραμμένες, γι’ αὐτὸ περισσεύουν ἡ ἀνηθικότητα, ἡ ἀθεΐα καὶ ἡ ἀφιλοπατρία. Γι’ αὐτὸ καὶ «νόμιμα» ἀλλὰ χωρὶς ἴχνος ἠθικῆς, «κάποιοι», μὲ ἦθος κλεφτοκατσικάδικο, βρίσκονται μὲ ὁλόκληρα οἰκοδομικὰ τετράγωνα στὴν ἰδιοκτησία τους.
.               Δὲν διαφεύγει, ἀπὸ τὸ ἀνύστακτο ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴν Παιδεία, τὸ ποιὸν τῶν «διδασκάλων». «Τὸ συμφέρον καὶ ἡ ἐθνικὴ φιλοτιμία θὰ ὑποκινηθῶσι ἐξ ἴσου, ἐὰν τὸ ἐκπαιδευτήριον προικισθεῖ μὲ ὅλα τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς τῆς παιδείας, ἐὰν διδάσκαλοι διακεκριμένοι, ἐπὶ φιλοθρησκείᾳ καὶ ἔρωτι πρὸς τὴν ἐθνικὴν γλῶσσαν καὶ φιλολογίαν, ἐκλέγονται μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων, οἵτινες δικαίως ὑπολήπτονται ἐν τῷ κόσμῳ τῶν γραμμάτων καὶ ἐπιστημῶν».
.               «Σχολεῖο ἴσον δάσκαλος» καί, κατὰ τὸν Κυβερνήτη, σωστὸς δάσκαλος εἶναι ὁ διακεκριμένος ἐπὶ «φιλοθρησκείᾳ», ὁ χριστιανὸς δάσκαλος, καὶ ὁ «ἐπὶ ἔρωτι» πρὸς τὴν γλῶσσα μας. Γλῶσσα καὶ πίστη εἶναι τὰ δύο «τζιβαϊρικὰ πολυτίμητα», ποὺ ἀρδεύουν τὴν ἐθνική μας συνείδηση.
.               «…Ἄρτου καὶ χρημάτων ἀνάγκην ἔχομεν. Ἐγὼ ἐκ τῶν λειψάνων τῆς μικρᾶς μου περιουσίας ἔδωκα ἤδη». Ὅ,τι βιός εἶχε τὸ πρόσφερε στὴν πάμφτωχη πατρίδα. Ἔδινε παράδειγμα στὸν λαό, τὸν φιλοτιμοῦσε. Λέει κάπου ὁ Πλάτων: «Πολιτεία τροφὴ ἀνθρώπων ἐστίν, καλὴ μὲν ἀγαθῶν, ἡ δ’ ἐναντία, κακῶν». Ἡ πολιτεία, εἶναι ἀνατροφή, διαπαιδαγώγηση ἀνθρώπων. Ἡ καλὴ πολιτεία κάνει τοὺς πολίτες «καλοὺς κἀγαθούς», τὸ κακὸ κράτος ἐκφαυλίζει τοὺς πολίτες. Τὸ ἦθος τῶν πολιτῶν μολύνεται, ὅταν κυβερνοῦν ἀχαλίνωτοι φιλοχρηματίες, ἀδιάντροποι σαλταδόροι καὶ λοιπὰ ἀριστερόστροφα κηφηνοειδῆ
.               Ἐλάχιστη ὑπόληψη τρέφει ὁ Καποδίστριας γιὰ τὴν Εὐρώπη: «Καὶ ἐγὼ ἀναγκαιότατον κρίνω νὰ συλλέξωμεν καὶ ἐπαναγάγωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τοὺς νέους Ἕλληνας, ὅσοι ἐπὶ προφάσει μαθήσεως διαφθείρωνται ἐν Εὐρώπῃ…». Ἡ Εὐρώπη, ποὺ γιὰ τοὺς σημερινοὺς εἶναι «τόπος ἐπαγγελίας», γιὰ τὸν συνετὸ Κυβερνήτη, εἶναι ἑστία διαφθορᾶς. (Ἐννοεῖ τὶς παραλυμένες θεωρίες τῆς «πεφωτισμένης Εὐρώπης» καὶ τοῦ πέραν τοῦ Ἀτλαντικοῦ πνευματικοῦ παιδιοῦ της, ποὺ ἤδη γονατίζουν τὴν οἰκουμένη).
.               «Δὲ μὲ μέλει» γράφει «περὶ τοῦ τί λέγουσι καὶ τί θὰ εἴπωσι περὶ ἐμοῦ. Μὲ ἐνδιαφέρει μόνον νὰ εὑρίσκωμαι ἐν εἰρήνῃ πρὸς τὴν συνείδησίν μου, ὅπως καὶ εὑρίσκωμαι, χάρις τῷ Θεῷ». (Τὸ 1811, εὑρισκόμενος στὴν Βιέννη,  ὁλόκληρη ἡ αὐστριακὴ ἀστυνομία τὸν παρακολουθεῖ, μήπως ἀνακαλύψει σκάνδαλο. Εἰς μάτην. Τὶς ὧρες ποὺ κάποιοι διπλωμάτες ἔτρεχαν στὰ καζίνα καὶ στὰ πορνεῖα -κάτι θυμίζει αὐτὸ- ὁ Καποδίστριας πήγαινε γιὰ προσευχὴ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς πόλης). Μπορεῖ κάποιος ἀπὸ τοὺς ψευτοεθνοσωτῆρες τῆς σήμερον νὰ καυχηθεῖ γιὰ τὸ ἔργο του καὶ νὰ ἐπαναλάβει αὐτὰ τὰ λόγια. Δύσκολο. Οἱ συνειδήσεις τους ἔχουν μπαζωθεῖ….καὶ θὰ τοὺς συντηρήσει ἡ ἱστορία ὡς προδότες τῆς Μακεδονίας.

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ: ΣΧΟΛΕΙΟ ΙΣΟΝ ΔΑΣΚΑΛΟΣ (Δ. Νατσιός)

Κωστὴς Παλαμᾶς: Σχολεῖο ἴσον δάσκαλος

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.             «Γεννήθηκα τὸ 1887 στὸν Πειραιά· οἱ γονεῖς μου κατάγονταν ἀπὸ τὴ Χίο. Ἡ μητέρα τοῦ ἀείμνηστου Πορφύρα καὶ ἡ δικιά μου ἦταν ἀδελφάδες, τὸ γένος Συριώτη. Τὶς ἐγκύκλιες σπουδὲς τὶς πέρασα στὸν Πειραιά. Κι ὅποιος ξέρεις τί σημασία ἔχει γιὰ τὸν νέο ἡ παρουσία στὴν κριτικὴ τούτη ἡλικία ἑνὸς προσώπου σὰν τὸν λαμπρὸν ἐκεῖνο παιδαγωγό, ποὺ θύμιζε ἀρχαῖον Ἕλληνα, τὸν ἀείμνηστο Ἰάκωβο Δραγάτση, νιώθει γιατί οἱ μαθητές του φυλάγουν σ’ ὅλη τους τὴ ζωή, μέσα στὴν καρδιά τους, τὴ μνήμη τῆς μορφῆς του». (Δ. Πικιώνη «Κείμενα», ἐκδ. «Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τράπεζας», σελ. 23).
.             Ξεκίνησα νὰ διαβάζω κάποια αὐτοβιογραφικὰ σημειώματα τοῦ Δ. Πικιώνη, τοῦ μεγάλου Ἕλληνα. Κοντοστάθηκα, «φιλοσόφησα» λίγο τὴν τελευταία πρόταση τοῦ προοιμίου του. Κράτησε στὰ φυλλοκάρδια του, ὁλοζωῆς, τὴν μνήμη τῆς μορφῆς τοῦ δασκάλου του. Μεγάλη κουβέντα.
.             Πόσες φορὲς σὲ βιογραφίες σπουδαίων, «πάνυ ἀκριβῶν» ἀνθρώπων, δὲν διαβάζουμε παρόμοιες φράσεις. «Εὐτύχησε νὰ μαθητεύσει κοντὰ στὸν…». «Ὁ μεγάλος Δάσκαλος τοῦ Γένους… τὸν ἐνέπνευσε τὴν ἀγάπη γιὰ τὰ γράμματα». Ὅσο κρατοῦσε ἡ Παιδεία σ’ αὐτὸν τὸν τόπο, σχολεῖο καὶ παίδευση σήμαινε δάσκαλος. Τὰ πάντα δορυφοροῦσαν τὸν δάσκαλο. «Καλῶν τῶν διδασκάλων καλοὶ καὶ οἱ μαθηταί», ἀπροσπέλαστος ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
.             Χαρακτηριστικὸ τὸ ἀκόλουθο παράδειγμα, ποὺ δείχνει τὸ πόσο σημαντικὸ καὶ οὐσιαστικὸ θεωροῦσαν οἱ Ρωμιοὶ (Βυζαντινοὶ) πρόγονοί μας τὸ ἀξίωμα τοῦ δασκάλου. Στὰ χρόνια τοῦ λόγιου αὐτοκράτορα Θεόφιλου (829-842 Μ.Χ.) διδάσκει στὴν Κωνσταντινούπολη ὁ περίφημος Λέων ὁ μαθηματικὸς ἢ φιλόσοφος. (Ὁ ὁποῖος μετέβη ἀπὸ τὴν Πόλη στὴν Ἄνδρο γιὰ πληρέστερη μόρφωση, ὅπου δίδασκε κάποιος ὀνομαστὸς γιὰ τὴ σοφία του διδάσκαλος). Ἡ φήμη τοῦ Λέοντος εἶχε ἐξαπλωθεῖ «ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων», εἶχε φτάσει ὡς τὸ χαλιφάτο τῆς Βαγδάτης. Ὁ Χαλίφης Μαμοῦν τὸν ζήτησε ἐπίσημα ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα τὸν Λέοντα, ἔστω καὶ ὡς μετακλητό, προσφέροντας ἕνα τεράστιο ποσό. Ὁ Θεόφιλος ἀποβλέποντας στὸ γόητρο τῆς αὐτοκρατορίας, ἀλλὰ καὶ ἐκτιμώντας τὴν ἀξία τοῦ δασκάλου, ἀρνήθηκε. Ἀξίζει νὰ παραθέσουμε ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸν ἐπιστολικὸ διάλογο τῶν δύο ἡγετῶν, ὅπως τὸν διέσωσε ὁ «Συνεχιστὴς Θεοφάνους». Γράφει ὁ χαλίφης: « Ἀξιῶ τὸν ὃν ἔχεις ἐπὶ φιλοσοφίᾳ καὶ ταῖς ἄλλαις ἐπιστήμαις περιβόητον ἄνδρα βραχύν τινα χρόνον ἑξαποστεῖλαι…». Ἀπαντᾶ τὸ Θεόφιλος: «….ἄλογον τὸ οἰκεῖον δοῦναι ἑτέροις καλὸν καὶ τὴν τῶν ὄντων γνῶσιν ἔκδοτον ποιῆσαι τοῖς ἔθνεσι, δι’ ἧς τὸ τῶν Ρωμαίων γένος θαυμάζεταί τε καὶ τιμᾶται παρὰ πᾶσι». Μὲ λίγα λόγια, εἶναι ἀνοησία νὰ ξεπουλήσεις στὰ ἔθνη, αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο θαυμάζεται τὸ γένος σου, δηλαδή, ὁ ἔξοχος διάκονος τῆς ὄντως Παιδείας. (Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Γ. Τσαμπῆ «Ἡ Παιδεία στὸ Βυζάντιο», ἐκδ. Γρηγόρη, σελ. 54).
.             Τὸ παραπάνω, νομίζω, ἐξηγεῖ καὶ τὸ χιλιόχρονο τῆς ἐνδόξου αὐτοκρατορίας μας. «Κάλλιο γνώση, παρὰ γρόσι», ὅπως ἔλεγαν καὶ οἱ ἐν αἰχμαλωσίᾳ πρόγονοί μας. Καὶ εἶναι γεγονὸς ἀναντίρρητο πὼς φτάσαμε στὴν ἁγιασμένη Ἐπανάσταση, γιατί «ἡ ψυχὴ τοῦ Γένους ἀγρυπνοῦσε. Φτωχοὶ παπάδες καὶ δάσκαλοι, ποὺ ἐτρέφοντο μὲ λίγο ψωμί, εἶχαν τὸ σθένος εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς των, σθένος ποιητῶν. Καταλάβαιναν τὴν εὐθύνην ποὺ τοὺς ἐβάρυνε νὰ συνεχίσουν τὴν ἑλληνικὴν παράδοσιν· διηγοῦντο εἰς τὰ ἑλληνόπουλα ποιὰ ἦταν ἄλλοτε ἡ πατρίδα τους καὶ τοὺς ἐδίδασκαν δύο ὀνόματα: Ἑλλὰς καὶ ἐλευθερία». (Τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ Σ. Μενάρδου, ποὺ περιέχεται στὸ βιβλίο τοῦ ἀρχιμ. Ἰω. Ἀλεξίου, «Ἡ Παιδεία στὴν Τουρκοκρατία», σελ. 181).
.           Ἐξαιρετικὲς εἶναι καὶ οἱ προϋποθέσεις ποὺ θέτει ὁ Ἰω. Καποδίστριας, γιὰ νὰ ἀναλάβει κάποιος καθήκοντα δασκάλου: «Ἐν γένει πρέπει νὰ στοχάζονται (οἱ δάσκαλοι) ὅτι ἡ κυβέρνηση καὶ οἱ πολῖται ἐμπιστεύονται εἰς αὐτοὺς τὰ παιδία των διὰ νὰ μάθωσιν ὄχι μόνον γράμματα, ἀλλὰ καὶ τὸ πῶς νὰ γίνωσιν ἄνδρες, ὠφέλιμοι εἰς τὴν κοινωνίαν. Ὅθεν οἱ διδάσκαλοι σωφρόνως καὶ τιμίως διάγοντες καὶ μὲ ἡμερότητα καὶ φιλοστοργίαν πρὸς τοὺς νέους προσφερόμενοι, χρέος ἔχουν νὰ μαθητεύωσιν αὐτοὺς καὶ μὲ τοὺς λόγους καὶ μὲ τὸ παράδειγμα τῆς ἴδίας των διαγωγῆς, εἰς τὰ πρὸς τὸν Θεόν, πρὸς ἑαυτοὺς καὶ πρὸς τὸν πλησίον καθήκοντα, εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ χριστιανικὴν εὐσέβειαν, εἰς τὴν εὐταξίαν καὶ φιλαλήθειαν, εἰς τὴν φιλοπονίαν, εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ πλησίον, εἰς πᾶν ὅ,τι ἐν ἑνὶ λόγῶ, εἶναι πρόσφορον νὰ τοὺς καταστήση ἥμερους καὶ τιμίους ἀνθρώπους, ἰδίως πρὸς ἕνα ἕκαστον καὶ ἐναρέτους καὶ χρηστοὺς πολίτας κοινῶς πρὸς τὴν πολιτείαν». (Ἰω. Τσάγκα, , «Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Ἀγωγὴ στὸ ἐκπαιδευτικὸ ἔργο τοῦ Ἰω. Καποδίστρια», ἐκδ. «Κυριακίδη», σελ. 151).
.               Παρένθεση: Ἀκόμη θυμᾶμαι τὶς βαθυστόχαστες τιποτολογίες, στὸ προγραμμά  της γιὰ τὸ «ΝΕΟ ΣΧΟΛΕΙΟ: Πρῶτα ὁ μαθητής», τῆς ἀπίθανης ἐκείνης κ. Διαμαντοπούλου. Κουτσουλιὲς ποὺ σήμερα ὑλοποιοῦνται. Διαβάζω: Προηγοῦνται μεταξὺ ἄλλων, τὰ ψηφιακὰ «ζαρζαβατικὰ» (διαδραστικὸς πίνακας, ἠλεκτρονικὸ βιβλίο, προσωπικὸς Η/Υ) καὶ κατόπιν ἀκολουθεῖ ὁ δάσκαλος, γιὰ τὸν ὁποῖο γράφει: «Τὸ Νέο Σχολεῖο δίνει ἔμφαση στὴν συνάρθρωση, τὴ συνέργεια καὶ τὸν συντονισμὸ μεταξὺ τῶν βαθμίδων τῆς ἐκπαίδευσης. Ἰσχυροποιεῖται ὁ ρόλος τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ στὴν διαδικασία ἀναβάθμισης τοῦ σχολείου, μὲ πρωτοβουλίες αὐτενέργειας καὶ κίνητρα καινοτομίας, μὲ τὶς γνώσεις ποὺ χρειάζεται, γιὰ νὰ ἀνταποκριθεῖ στὴν ὑψηλὴ ἀποστολή του καὶ μὲ ἀντίστοιχο ὑψηλὸ κύρος, θέση στὴν κοινωνία καὶ ἀμοιβή».
.              Ἔξοχο κείμενο, ἱστορικό. Πῶς τὸ λέει, «ὑψηλὴ ἀμοιβή»; Ὑλοποιήθηκε διὰ τῆς μειώσεώς της. Μὲ τέτοιες, λοιπόν, ὑψηλόφρονες ὀνειροφαντασίες θὰ φτάσουμε, ὄχι σὲ χρηστοὺς καὶ ἐνάρετους πολίτες, ἀλλὰ στὸ “ἀνοικτὸ στὴν κοινωνία καὶ δημόσιο, ψηφιακὸ σχολεῖο”. Τὸ ποιὸς ὅμως θὰ εἶναι ὁ ρόλος τοῦ «ἰσχυροποιημένου» ἐκπαιδευτικοῦ στὸ «ΝΕΟ ΣΧΟΛΕΙΟ», τὸν διαβάζω στὸ βιβλίο «Νεοελληνικὴ γλώσσα», Α΄ Γυμνασίου, (τετράδιο ἐργασιῶν), σελ. 71. Ἰδοὺ τὸ «σχολεῖο τοῦ μέλλοντος». «Οὐσιαστικὰ τὸ σχολεῖο τοῦ μέλλοντος θὰ εἶναι μία μορφωτικὴ ὑπηρεσία, ὅπου τὸ κάθε παιδὶ θὰ μαθαίνει μόνο του ἀπὸ τὸν ὑπολογιστή, ὑποβοηθούμενο ἀπὸ ἕνα ὑποβαθμισμένο βοηθὸ μάθησης, (σ.σ. ὅπως λέμε οἰκιακὴ βοηθός), ἐπιφορτισμένο κυρίως μὲ τεχνικῆς φύσεως προβλήματα. Τὰ παιδιά, ποὺ ἔχουν ὑπολογιστὴ στὸ σπίτι, θὰ μποροῦν νὰ παρακολουθοῦν ἀποκεῖ (σ.σ. ἔτσι, μία λέξη, «ἀποκεῖ»), χωρὶς νὰ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ καθημερινὴ παρουσία στὸ σχολεῖο, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς οἱ ἠλεκτρονικὲς βάσεις δεδομένων του θὰ εἶναι online σὲ 24ωρη βάση. Οἱ ἐκπαιδευτικοί, βέβαια, λένε…», ποιὸς νοιάζεται τί λένε οἱ ἐκπαιδευτικοί; Καταλάβαμε…
.           Τὴν Τρίτη τὰ σχολεῖα ἀνοίγουν. Δόξα τῷ Θεῷ, θὰ ἀρχίσουμε μὲ τὶς ἁγιαστικὲς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας μας. Κάποιοι εἴμαστε ὑπερήφανοι, γιατί εἴμαστε Ἕλληνες δάσκαλοι καὶ Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι, γιατί τιμιότερα δὲν ὑπάρχουν στὴν Οἰκουμένη. «Ἀπ’ ἔξω μαυροφόρα ἀπελπισιά», ἀλλὰ μὲς στὴν τάξη Κρυφὸ Σχολειό.
.         Κάνουμε τὸν σταυρό μας καὶ “τρέλα κολοκοτρωναίικη”, συνάδελφοι. Καὶ κανεὶς νὰ μὴν φοβᾶται τοὺς μυρμηγκολέοντες, “πρόσκαιροί εἰσι”. (Παραθέτω τρία κείμενα τῆς ρωμαίικης… τρέλας. Ἂν δὲν ὑπῆρχε αὐτή, ἀκόμη θὰ προσκυνούσαμε τοὺς Μωχαμετάνους. «Ὁ κόσμος μᾶς ἔλεγε τρελούς. Ἐμεῖς ἂν δὲν εἴμεθα τρελοί, δὲν ἐκάναμε τὴν Ἐπανάσταση», μᾶς ὁρμηνεύει ὁ Γέρος τοῦ Μοριά. «Νοικοκυριοὶ καὶ φρόνιμοι Δὲν ζοῦν στὸν Ψηλορείτη Οἱ κουζουλοὶ τὴν κάνανε Ἀθάνατη τὴν Κρήτη», διαλαλεῖ καὶ ἡ κρητικὴ λεβεντομαντινάδα. Μονολογοῦσε, περίλυπος καὶ καταντροπιασμένος, Νικόλαος Ἰβανώφ, ἀρχιστράτηγος τῶν Βουλγάρων στὴν μάχη τοῦ Κιλκίς, μετὰ τὴν συντριβή του ἀπὸ τοὺς ἀθάνατους Κιλκισιομάχους: «Ὅλα τὰ εἶχα προβλέψει, τὰ εἶχα σκεφτεῖ ὅλα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τρέλα τῶν Ἑλλήνων». Ἀπὸ τὴν εὐλογημένη ἐκείνη τρέλα, ποὺ ἀπελευθέρωνε τὸ ἔθνος, φτάσαμε σήμερα στοὺς προδότες, ποὺ παραδίδουν ἀμαχητὶ τὰ αἱματοβαμμένα διάσελα τῆς Μακεδονίας). Ἑμπρός, λοιπόν, μὲ τὴν εὐχὴ τῆς Παναγίας μας…

, , ,

Σχολιάστε

ΒΛΑΣΦΗΜΕI; «ΡAΠΙΣΟΝ ΑΥΤΟΥ ΤΗΝ ΟΨΙΝ, ΑΓΙΑΣΟΝ ΣΟΥ ΤΗΝ ΧΕΙΡΑ» (Δ. Νατσιός)

Βλασφημε; «ράπισον ατο τν ψιν,
γίασόν σου τν χεῖρα»

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

«Οἱ βλάσφημοι δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ ἀπολαμβάνουν τὸν κόσμο τοῦτον» (ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)

.             «Κἂν ἀκούσῃς τινὸς ἐν ἀμφόδῳ ἢ ἐν ἀγορᾷ μέσῃ βλασφημοῦντος τὸν Θεόν, ἐπιτίμησον, κἂν πληγὰς ἐπιθεῖναι δέῃ, μὴ παραιτήσῃ, ράπισον αὐτοῦ τὴν ὄψιν, σύντριψον τὸ στόμα, ἁγίασόν σου τὴν χεῖρα διὰ τῆς πληγῆς, κἂν ἐγκαλῶσιν τινές, κἂν εἰς δικαστήριον  ἕλκωσιν, ἀκολούθησον, κἂν ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ δικαστὴς ἀπαιτήσῃ, εἰπὲ μετὰ παρρησίας ὅτι τὸν βασιλέα τῶν ἀγγέλων ἐβλασφήμησεν…». (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Α´ Πρὸς Ἀνδριάντας. Πολλὰ καὶ σπουδαῖα γιὰ τὴν βλασφημία γράφει καὶ ἅγιος Νικόδημος στὴν “Χρηστοήθεια”, σελίδες 160-168, ἔκδ. “Ρηγοπούλου” ).
.             Καὶ σὲ νεοελληνικὴ ἀπόδοση: «Ἂν ἀκούσεις κάποιον σὲ δρόμo ἢ στὴν ἀγορὰ (ἢ σὲ ΜΜΕ, θὰ προσθέταμε), νὰ βλασφημεῖ τὸν Θεὸ (ἢ τὴν Θεοτόκο), ἔλεγξέ τον. Μὴν σταματήσεις ἀκόμη κι ἂν σοῦ ἐπιτεθεῖ. Χτύπησέ τον στὸ πρόσωπο, «σύντριψον τὸ στόμα» (σήμερα, σὲ πολὺ ἁπλὴ γλώσσα αὐτὸ μεταφράζεται «σπάσ’ του τὰ μοῦτρα»), ἁγίασε τὸ χέρι σου ἀκόμη καὶ ἂν σὲ κατηγορήσουν κάποιοι ἢ σὲ σύρουν σὲ δικαστήρια. Καὶ στὸ βῆμα τοῦ κριτηρίου, νὰ πεῖς μὲ θάρρος, ὅτι τὸ ἔπραξες γιατί βλαστήμησε (ὁ ραπισθεὶς) τὸν βασιλέα τῶν ἀγγέλων».
.           Βαριά, σκληρὰ λόγια θὰ σκεφτεῖ κάποιος. Καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν Χρυσόστομο ἅγιο, ὁ ὁποῖος σὲ ἄλλη περίπτωση, γιὰ τὸ ἴδιο θέμα τοῦ ἐλέγχου, θὰ πεῖ: «Χρῆ καὶ τοὺς ἐπιτιμῶντας τοῦτο συμμέτρως ποιεῖν», δηλαδὴ «Πρέπει ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιπλήττουν καὶ ἐλέγχουν, νὰ τὸ κάνουν μὲ μέτρο». (Εἰς Δαυὶδ καὶ Σαούλ, ὁμιλ. Γ, 2).
.             Ὑβρίζεται, βλασφημεῖται σήμερα ὁ Χριστός, ἡ Θεοτόκος μας, ἡ Ἐκκλησία. Πολιτικοί, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, ἡ κόπρος τοῦ Αὐγεία, ἡ ἐπωνυματοφόρος σαχλαμάρα γιὰ νὰ πουλήσει λίγη ἐξυπνάδα καὶ βλακώδη «προοδευτισμό», ἀνοίγει τὸν ὀχετό του καὶ βλασφημεῖ καὶ σπιλώνει, ὅσια καὶ ἱερά. Καὶ τί κάνουμε;
.             Φοβόμαστε μήπως μᾶς ποῦν σκοταδιστές, ποιοί; Τὸ σκότος τὸ ψηλαφητόν. Ἐθνικιστές, ποιοί; Οἱ προδότες. Ρατσιστές, ποιοί; Οἱ ἐχθροὶ τῶν Ἑλλήνων.
.             Κι ἂν τολμήσει κάποιος νὰ πράξει  τὰ αὐτονόητα (ὅπως ὁ ἐπίσκοπος Ἀμβρόσιος), τότε ἐπαναστατεῖ ἡ …σωφροσύνη μας. («Τὸ σῶφρον του ἀνάνδρου πρόσχημά ἐστι»).
.             Οἱ δειλοὶ καὶ οἱ ἄβουλοι, ὅσους ἐναντιώνονται στὶς ἀντίχριστες προστυχιὲς τύπου Βερύκιου, τοὺς χαρακτηρίζουν ἀκραίους ἢ ὑπερβολικούς. Αὐτὸ ἔκανε ὁ Ἅγιος Νικόλαος, ἡ «εἰκόνα πραότητος», ὅταν ὁ αἱρεσιάρχης Ἄρειος βλασφημοῦσε τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ; Ὄχι. Χαστούκισε τὸν βλάσφημο καὶ τὸν ἔκλεισαν φυλακή. Ὁ Κύριος, ὅμως, τὸν ἐπαίνεσε καὶ τὸν δόξασε.
.             Γράφει κάπου ὁ Μακρυγιάννης στὰ «Ἀπομνημονεύματά» του, ἕνα ἐπεισόδιο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο συμπεραίνουμε τί λαὸς μᾶς ἀπελευθέρωσε καὶ τί συγχυσμένο ἀσκέρι καταντήσαμε.
.             Τὸ 1843 τὸν ἐπισκέπτεται κάποιος Γάλλος, ὀνόματι «Μαλέρμπης» («Malherbe»)  τάχα ἱστορικός, «μεγάλος ἄνδρας». Μεταξὺ ἄλλων, λέει στὸν ἀγωνιστή: «Ἕνα θὰ σᾶς βλάψει ἐσᾶς, τὸ κεφάλαιον τῆς θρησκείας, ὁπού εἶναι αὐτήνη ἡ ἰδέα σ’ ἐσᾶς πολὺ τυπωμένη». Προπαγάνδα ὑπὲρ τοῦ παπισμοῦ ἔκανε ὁ προκομμένος, γράφει ὁ στρατηγός.
«Ἀφοῦ φάγαμεν ψωμί, τοῦ εἶπα καὶ πάλε νὰ μὴν ματαειπῆ σὲ κανέναν περὶ θρησκείας. Αὐτὸς ἦρθε ὡς κατηχητής. Πῆγε εἰς τὰς ἐπαρχίας κι ἄρχισε πάλε τὴν κατήχησίν του καὶ τὸν ἔβαλαν εἰς τὶς ἐφημερίδες. Κι ἂν δὲν σωφρονίζεταν καὶ ξαναμιλοῦσε διὰ θρησκεία, θάμεναν τὰ κόκκαλά του εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τότε θάλεγαν θεριὰ τοὺς Ἕλληνες, διατὶ δὲν θέλουν ν’ ἀλλάξουν τὴν θρησκεία τους». (ἔκδ. Ζαχαρόπουλος, σελ. 730).
.             Δὲν βλασφημοῦσε ὁ Μαλέρμπης, κατήχηση ἔκανε. Συνῆλθε καὶ γλύτωσε τὸ κεφάλι του ἀπὸ τὰ τότε «θερία» τοὺς Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν κατασκοτωθεῖ καὶ πολέμησαν σὰν θηρία γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία.
.             Τώρα ἐξημερωμένοι καὶ ἐξευρωπαϊσμένοι ἀνεχόμαστε τοὺς καντιποτένιους νὰ ποδοπατοῦν, νὰ ἐξευτελίζουν τὴν Ἐκκλησία μας.

Να ρωτήσω καὶ κάτι ποὺ σχετίζεται μὲ τὴν ἐκπαίδευση.
.             Θὰ ἐπέτρεπαν ἐκεῖνα τὰ λαμπρὰ «θερία», νὰ κυκλοφοροῦν στὰ σχολεῖα βιβλία Θρησκευτικῶν στὰ ὁποῖα -ἕνα παράδειγμα μόνο – θὰ παρουσιαζόταν σὲ ζωγραφιὰ ἡ Παναγία μὲ τὸν Ἰωσὴφ ἀγκαλιά, μὲ φόντο  καρδούλα, ποὺ παραπέμπει σὲ ἐρωτικὴ σχέση; (Ἀνοῖξτε τὸ βιβλίο Θρησκευτικῶν Γ´ δημοτικοῦ, σελ. 57). Κατὰ τὰ ἄλλα μᾶς ἐνοχλεῖ ὁ γενναῖος καὶ ἀσυμβίβαστος μητροπολίτης Ἀμβρόσιος!!
.            Ἀλλὰ γι’ αὐτὸ ἀπάντηση μᾶς δίνει ὁ ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας, Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης. Πρὶν παραθέσω τὸ κείμενο περὶ ἀφορισμοῦ, νὰ μεταφέρω καὶ μία σκηνὴ ἀπὸ τὴν περίοδο τῆς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς καὶ τῆς Ἀνταλλαγῆς. Τὸ ἴδιο ἐπεισόδιο εἶχα διαβάσει καὶ στὸ βιβλίο τοῦ Χρ. Σαμουηλίδη,  «Τὸ χρονικό του Κάρς», τὸ ὁποῖο περιγράφει τὸν ἐρχομὸ τῶν Ποντίων τοῦ Καυκάσου στὴν Ἑλλάδα.  Τότε ποὺ πήγαιναν τα καράβια τῶν «παλαιοελλαδιτῶν» νὰ παραλάβουν τοὺς γενοκτονημένους πρόσφυγες.
.             «Πόσο εἶχαν ἀπογοητευθεῖ οἱ Φαρασιῶτες, τότε μὲ τὴν Ἀνταλλαγή, ὅταν ἔρχονταν μὲ τὸ καράβι στὴν Ἑλλάδα! Δύο ναῦτες μάλωναν καὶ ἔβριζαν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία. Τοὺς φάνηκε πολὺ βαρύ! Σοῦ λέει: “Ἕλληνες, Χριστιανοί, νὰ βρίζουν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία”! Τοὺς ἅρπαξαν καὶ τοὺς πέταξαν στὴν θάλασσα. Εὐτυχῶς ἤξεραν κολύμπι καὶ γλύτωσαν». («Πνευματικὴ ἀφύπνιση», σελ. 56).
.          «Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἕναν ἄλλο ἄθεο, ἕναν βλάσφημο, ποὺ τὸν ἀφήνουν στὴν τηλεόραση καὶ μιλάει ἐνῶ ἔχει πεῖ τὰ πιὸ βλάσφημα λόγια γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία. Δὲν παίρνει καὶ ἡ Ἐκκλησία μία θέση νὰ ἀφορίση μερικούς. Αὐτοὺς ἔπρεπε νὰ τοὺς ἀφορίζη ἡ Ἐκκλησία. Λυποῦνται τὸν ἀφορισμό!
-Γέροντα, τί θὰ καταλάβουν μὲ τὸν ἀφορισμό, ἀφοῦ τίποτε δὲν παραδέχονται;
-Τουλάχιστον θὰ φανῆ ὅτι ἡ Ἐκκλησία παίρνει μία θέση.
-Ἡ σιωπή της, Γέροντα, εἶναι σὰν νὰ τὰ ἀναγνωρίζη;
-Ναί. Ἔγραψε ἕνας κάτι βλάσφημα γιὰ τὴν Παναγία καὶ κανεὶς δὲν μίλησε. Λέω σὲ κάποιον: “Δὲν εἶδες τί γράφει ἐκεῖνος;”. “Έ,  τί νὰ τοὺς κάνης, μοῦ λέει. Θὰ λερωθῆς, ἂν ἀσχοληθῆς μαζί τους”. Φοβοῦνται νὰ μιλήσουν.
-Τί εἶχε νὰ φοβηθῆ, Γέροντα;
-Νὰ μὴ γράψουν τίποτε γι’ αὐτὸν καὶ ἐκτεθῆ, καὶ ἀνέχεται νὰ βλασφημῆται ἡ Παναγία! Νὰ μὴ θέλουμε νὰ βγάλη ὁ ἄλλος τὸ φίδι ἀπὸ τὴν τρύπα, γιὰ νὰ ἔχουμε ἐμεῖς τὴν ἡσυχία μας.
…Ἡ Ἑλλάδα, ἡ Ὀρθοδοξία, μὲ τὴν παράδοσή της, τοὺς Ἁγίους καὶ τοὺς ἥρωές της, νὰ πολεμῆται ἀπὸ τοὺς ἴδιους τους Ἕλληνες καὶ ἐμεῖς νὰ μὴ μιλᾶμε! Εἶναι φοβερό! Εἶπα σὲ κάποιον: “Γιατί δὲν μιλᾶτε; Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ κάνει ὁ τάδε;”. “Τί  νὰ πῆς, μοῦ λέει, αὐτὸς ὅλος βρωμάει”. “Ἂν βρωμάη ὅλος, γιατί δὲν μιλᾶτε; Χτυπῆστε τον”. Τίποτε, τὸν ἀφήνουν. Ἕναν πολιτικὸ τὸν ἔφτυσα. Πές, τοῦ λέω, “δὲν συμφωνῶ μ’ αὐτό”. “Τίμια πράγματα. Θέλεις νὰ ἐξυπηρετηθῆς ἐσὺ καὶ νὰ ρημάξουν ὅλα;”.
.            Ἂν οἱ Χριστιανοὶ δὲν ὁμολογήσουν, δὲν ἀντιδράσουν, αὐτοὶ θὰ κάνουν χειρότερα. Ἐνῶ, ἂν ἀντιδράσουν, θὰ τὸ σκεφθοῦν. Ἀλλὰ καὶ οἱ σημερινοὶ Χριστιανοὶ δὲν εἶναι γιὰ μάχες. Οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ ἦταν γερὰ καρύδια, ἄλλαξαν ὅλο τὸν κόσμο. Καὶ στὴν βυζαντινὴ ἐποχὴ μὰ εἰκόνα ἔβγαζαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀντιδροῦσε ὁ κόσμος. Ἐδῶ ὁ Χριστὸς σταυρώθηκε, γιὰ νὰ ἀναστηθοῦμε ἐμεῖς καὶ ἐμεῖς ἀδιαφοροῦμε! Ἂν ἡ Ἐκκλησία δὲν μιλάη γιὰ νὰ μὴν ἔρθη σὲ ρήξη μὲ τὸ κράτος, ἂν οἱ μητροπολίτες δὲν μιλοῦν, γιὰ νὰ τὰ ἔχουν καλὰ μὲ ὅλους, γιατί τοὺς βοηθᾶνε στὰ ἱδρύματα κλπ, οἱ Ἁγιορεῖτες πάλι ἂν δὲν μιλοῦν, γιὰ νὰ μὴν τοὺς κόψουν τὰ ἐπιδόματα, τότε ποιὸς θὰ μιλήση;».

ΥΓ. Ὁ Βερύκιος παρουσιάζεται μεταμεληθείς. Ἐλέγχεται γιὰ ἄλλα πολλά, εἶναι νεοεποχίτης ὁλκῆς. Εἰρωνευόταν, γιὰ παράδειγμα,  τοὺς Ἕλληνες ποὺ διατράνωναν  τὰ δίκαια τῆς  Μακεδονίας. Ἀναμένουμε…

 

Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

 

,

Σχολιάστε

«ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΑΜ καὶ ΝΑΝΙ»: ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ… ΡΙΖΕΣ ΜΑΣ (Δ. Νατσιός)

«Κάνουμε μμ κα νάνι»:
πιστροφ στς… ρίζες μας

Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος -Κιλκίς

«Γιατί νὰ μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ ἑπόμενες γενιές; Τί ἔκαναν ποτὲ αὐτὲς γιὰ μᾶς;» [Γ. Μὰξ (κωμικὸς)]

.           Τὸ ρῆμα εἴναι  τὸ βασικὸ μέρος τοῦ λόγου. Ἄλλωστε καὶ ἡ λέξη «ρῆμα» σημαίνει λόγος. ( « …πᾶν ῥῆμα ἀργὸν ὃ ἐὰν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι», διαβάζουμε στὰ κατὰ Ματθαῖον ιβ´ 36). Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀποπτώχευση τοῦ λεξιλογίου ἔχει ἀρχίσει ἀπὸ τὰ ρήματα. Ὑπάρχει μάλιστα κι ἕνα ρῆμα, ρῆμα-τσίχλα θὰ τὸ ὀνομάζαμε,  τὸ συχνόχρηστο «κάνω». Πάρα πολλὲς λέξεις-σημασίες  τῆς ἑλληνικῆς ἔχουν ὑποκατασταθεῖ στὴν χρήση τους ἀπὸ τὸ ρήμα  «κάνω». Νὰ σημειώσω , σκωπτικῶς καὶ περιπαικτικῶς, ὅτι τὸ ρῆμα «κάνω» τὸ ἔχει μέσα του ὁ ἄνθρωπος ἐκ γενετῆς τρόπον τινά. Οἱ πρῶτες φράσεις ποὺ ἀκούει  τὸ παιδὶ ἀπὸ τὴν μάνα του εἶναι: Κάνε ἄτα (περπάτα). Κάνε μὰμ (φάγε). Ἔλα νὰ κάνεις νάνι (νὰ κοιμηθεῖς). Θὰ σὲ κάνω ντὰ (θὰ σὲ δείρω). Κάνε τσίσα (Ἡ ἄφθονη διούρησις ποὺ «ἔκανε» κάποτε ὁ Ἀνδρέας). Καὶ λοιπά… Προφανῶς ὁ λαός μας μὲ τὴν χρήση τοῦ «κάνω» ἐπιστρέφει  στὶς «ρίζες  του, στὴν νηπιακὴ ἡλικία καὶ σκέψη, ἕνα εἶδος παλιμπαιδισμοῦ. (Αὐτὸ ἐπιμαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τὶς πολιτικές του ἐπιλογές. Ψηφίζει πρωθυπουργὸ νεανία κομμουνιστὴ –κουμμουνισμός, ἴσον, ἕνας ἄταφος νεκρός, τυμπανιαίας ἀποφορᾶς, ποὺ κανεὶς στὴν Ἑλλάδα δὲν τολμάει νὰ θάψει ἐλπίζοντας ἴσως στὸ θαῦμα τῆς νεκροφάνειας, κατὰ τὸν Γ. Καλλιόρη. Βεβαίως, πλὴν τῆς ἀγραβάτωτης ἐμφάνισης, ὁ νεκροθάφτης τῆς Μακεδονίας μας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ «σύντροφοι καὶ συντρόφισσες», ρίχτηκαν ξελιγωμένοι στὰ καλούδια καὶ λοιπὰ συμπαρομαρτοῦντα τῆς ἐξουσίας, διότι τὰ ἄδεια στομάχια καὶ ἄντερα ἀνήκουν σ’ ὅλους τοὺς χώρους). Ἐπανερχόμεθα στὸ ρῆμα «κάνω» καὶ τὰ …καμώματά του. Καταγράφω κάποιες περιπτώσεις . (Τὸ ἀντικατασταθὲν ρῆμα σημειώνεται ἐντὸς παρενθέσεως).

Ἔκανε (πραγματοποίησε) δρομολόγια
Κάνει (ἐκτελεῖ) ἀνασκαφὲς
Ἔκανε (ὑπέβαλε) μήνυση
Ἔκανε (προέβη σὲ) δηλώσεις
Ἔκανε (συγκρότησε) ἐπιτροπὴ
Ἔκανε  (κατήρτισε) πρόγραμμα
Ἔκανε (διετέλεσε) ὑπουργὸς
Κάνει (ὑπηρετεῖ) τὴν θητεία του
Ἔκαναν (προέβαλαν) ἄμυνα
Κάνει (φοιτᾶ σὲ) φροντιστήριο
Ἔκανε (ὑπεβλήθη σὲ) ἐγχείριση
Ἔκανε (προξένησε) ζημιὲς
Κάνει (παριστᾶ) τὸν τρελὸ
Ἔκανε (ἐνήργησε) ἐπιθεώρηση
Ἔκανε (διεξήγαγε) διαπραγματεύσεις
Ἔκανε (διέπραξε) ἔγκλημα
Ἔκανε (ἄσκησε) προσφυγὴ
Ἔκαναν  (κήρυξαν) ἀπεργία
Ἔκανε (συγκάλεσε) σύσκεψη
Κάνει (διδάσκεται) ἀγγλικὰ
Κάνει (παραδίδει) γαλλικὰ
Ἔκανε (πέτυχε) παγκόσμιο ρεκὸρ
Ἔκανε (ὀργάνωσε) ἐκδήλωση
Ἔκανε (ἔχτισε) σπίτι
Ἔκανε (ἐμφάνισε) ρυτίδες.
Καὶ ἕνα τελευταῖο:
Ἔκανε (κορόιδεψε τὸν λαὸ) διάγγελμα στὴν Ἰθάκη. (Ὁ κατάλογος εἶναι ἐνδεικτικὸς καὶ μπορεῖ ὁ καθεὶς νὰ ἐπισυνάψει, «νὰ κάνει» τὶς προσθέσεις του καὶ ὅσα «κατὰ διάνοιαν ἔχει».
.             Ὅπως ἔγραψε σὲ κείμενό του, τὸ 1985, ὁ Γ. Μπαμπινιώτης: «Χρειάζεται ἀλήθεια, νὰ σημειώσουμε πὼς ἡ λεξιλογικὴ αὐτὴ ἰσοπέδωση εἶναι, κατὰ κανόνα, μεταφορὰ στὴν γλῶσσα μας τῶν πολυεθνικῶν λέξεων do και faire, ποὺ ἔχουν εἰσαχθεῖ στὴν Ἑλληνικὴ μέσα ἀπὸ ἄθλιες ὡς πρόχειρες κακοπληρωμένες μεταφράσεις, ἀπὸ ξενικὲς μιμήσεις καὶ πονηρὲς διαφημίσεις». («Δημόσιος διάλογος γιὰ τὴν γλῶσσα», συλλογικὸς τόμος, ἔκδ. ΔΟΜΟΣ, σελ. 27).
.             Καὶ ἂς προσέξουμε, αὐτὸ τὸ «θαυματουργὸ» ρῆμα «κάνω», δὲν καταργεῖ μόνο τὰ ἐντὸς παρενθέσεως ρήματα τῶν ἀνωτέρων παραδειγμάτων, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα τῶν ὁποίων παράγωγο εἶναι τὸ ἀντικείμενο.
.             Ἔτσι μὲ τὰ «κάνω ἄμυνα», «κάνω διαπραγματεύσεις», «κάνω προσφυγὴ» κλπ, δὲν καταργοῦνται μόνο τὰ ρήματα, προβάλλω, διεξάγω, ἀσκῶ ἀλλὰ καὶ τὸ ἀμύνομαι, διαπραγματεύομαι, προσφεύγω.
.             Ἂν νομίζουν κάποιοι, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα καὶ… ὑπερβολικά, τοὺς παραπέμπω στὸν Ὄργουελ, στὴν περιγραφὴ τῆς μελλοντικῆς γλώσσας τῆς «Νέας Ὁμιλίας», ἀπὸ τὸ 1948 ἀκόμη (Ἄλλαξε τὴν σειρὰ τῶν ἀριθμῶν 4 καὶ 8 καὶ ὀνόμασε τὸ ἔργο του «1984»).
.             «Στὸν αὐτοματισμὸ καὶ τὴν ἀχρήστευση τῆς σκέψης, βοηθοῦσε καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ὑπῆρχε πολὺ μικρὴ ἐκλογὴ στὶς λέξεις. Τὸ λεξιλόγιο της  “Νέας Ὁμιλίας” σὲ σύγκριση μὲ τὸ δικό μας, ἦταν πολὺ μικρό, καὶ ἀναζητοῦσαν διαρκῶς καινούργιους τρόπους νὰ τὸ λιγοστεύσουν πιὸ πολύ. Ἡ “Νέα Ὁμιλία” διέφερε πραγματικὰ ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες γλῶσσες σὲ τοῦτο: Κάθε χρόνο γινόταν πιὸ φτωχὴ ἀντὶ νὰ ἐμπλουτίζεται. Κάθε ἀφαίρεση ποὺ τῆς ἔκαναν, ἦταν κέρδος, γιατί ὅσο λιγότερη εὐχέρεια ἔχει κανεὶς νὰ διαλέγει ἀνάμεσα σὲ λέξεις , τόσο μικρότερος εἶναι ὁ πειρασμὸς νὰ σκεφθεῖ. Ἔλπιζαν νὰ δημιουργήσουν τελικὰ μία ὁμιλία ποὺ θὰ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ λαρύγγι χωρὶς καμμιὰ συμμετοχὴ τοῦ ἐγκεφάλου». (μεταφρ. Ν. Μπάρτης, ἔκδ. Κάκτος, 1978, σελ. 305-6).
.             Παρένθεση. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα «Νέας Ὁμιλίας» καὶ ὁλικῆς …ἀποσύνδεσης ἐγκεφάλου καὶ λαρυγγιοῦ εἶναι ὁ ὑβριστικὸς νεολογισμὸς «ἐθνίκια». Ἔτσι ἀποκάλεσε ὁ κ. Καρανίκας τὰ ἑκατομμύρια τῶν Ἑλλήνων, ποὺ προσῆλθαν, δημοκρατικῶς καὶ εὐπρεπῶς, στὰ συλλαλητήρια γιὰ νὰ ἀγωνιστοῦν κατὰ τῆς προδοσίας τοῦ ὀνόματος τῆς Μακεδονίας. (Καὶ προσοχή! Οὔτε παραίτηση, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς τὸν ἔλεγξε γιὰ τὴν κακοήθειά του. Ἄρα ἐπικρότηση). Βεβαίως, ἂν ὅσοι ἀγαπᾶμε τὴν πατρίδα εἴμαστε «ἐθνίκια», ὅπως, κατὰ τὴν… λαρυγγικὴ σκέψη του μᾶς ὀνομάζει ὁ κ. σύμβουλος, ἐθνίκια εἶναι καὶ ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Παῦλος Μελᾶς ἢ ὁ Γρηγόριος Αὐξεντίου. Ὁπότε οὐδόλως μᾶς ἐνοχλεῖ. Τιμή μας καὶ καμάρι μας.
.             Οἱ Ἕλληνες, σήμερα, διαιροῦνται σὲ δύο κατηγορίες: Τὰ “ἐθνίκια” καὶ τὰ… “καθίκια”. Τὸ καθίκι, ἐκτὸς ἀπὸ «δοχεῖο νυκτός», σημαίνει μεταφορικῶς καὶ «ἄνθρωπος ἀχρεῖος, φαῦλος καὶ ἐλεεινός»! Προτιμῶ τὴν κυριολεκτικὴ ἔννοια.
.             Τέλος πάντως ζητῶ συγγνώμη ποὺ «ἔριξα» τὸ ἐπίπεδο τοῦ ἄρθρου μου, ὄχι μὲ τὰ καθίκια, ἀλλὰ μὲ τὸν Καρανίκα, ὅμως, ἀκόμη «καπνίζουν τὰ μάτια μου» (Μακρυγιάννης) ἀπὸ ὀργή, ὅταν θυμᾶμαι τὶς προδοσίες καὶ τὶς φαυλότητες ποὺ τὶς συνόδεψαν.
.             Νὰ σημειώσω κάτι καὶ ἐν ὄψει τῆς νέας σχολικῆς χρονιᾶς. Ἡ ἠλεκτρονικὴ ἐξάρτηση, τὰ κινητὰ καὶ ἡ κάκιστη σχολικὴ γλωσσικὴ ἐκπαίδευση, μᾶς ὁδήγησαν στὴν …ἀλεξία τῶν παιδιῶν.
.             Καὶ ὅταν δὲν ἔχεις τὶς λέξεις, τὰ ρήματα γιὰ νὰ σκεφτεῖς καὶ νὰ συνεννοηθεῖς, τότε ἀγριεύεις καὶ πολλὲς φορὲς ἀναλαμβάνουν τὰ ἄνω καὶ τὰ κάτω ἄκρα νὰ λύσουν τὶς διαφορές.
.             «Πάρε τὶς λέξεις μου, δῶσ’ μου τὸ χέρι σου», λέει ὑπέροχα ὁ Ἀν. Ἐμπειρίκος. Ἢ ὅπως ὡραῖα τὸ ἱστοροῦν καὶ τὰ ὄμορφα τραγούδια τοῦ λαοῦ μας:
«Λόγος στυλώνει τὴν ψυχὴ
καὶ λόγος τὴν γκρεμίζει».

 

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΠΑΝΤΕΡΠΝΗ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΜΑΣ (Δ. Νατσιός)

Ταξίδι στὴν πάντερπνη ἐτυμολογία μας

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

“Σήμερα εἶναι σπάνιο νὰ δεῖς Ἕλληνες ἢ Ἑλληνίδες ἐπιβαίνοντες ὄνου, ἀλλὰ θὰ δεῖς πολλοὺς ὄνους ἐπιβαίνοντες Ἑλλήνων”

.                 Εἶναι παραδεκτὸ ἀπ’ ὅλους ὅτι τὸ πιὸ γοητευτικὸ καὶ συναρπαστικὸ κεφάλαιο τῆς Γλώσσας μας εἶναι ἡ ἐτυμολογία, ἡ ἀναζήτηση τῆς καταγωγῆς, τῶν «γενεθλίων» τῶν λέξεων. Εἶναι τόσο ὡραῖο τὸ ἐτυμολογικὸ ταξίδι, ποὺ ἀκόμη καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ τοῦ Δημοτικοῦ ἐνθουσιάζονται καὶ συναρπάζονται. Ἐὰν εἴχαμε, ὅπως ἔχω ξαναγράψει, σοβαρὸ ὑπουργεῖο ἐθνικῆς Παιδείας καὶ ὄχι νεοταξικῆς Προπαγάνδας, θὰ εἶχε γραφτεῖ ἕνα μικρό, εὔχρηστο ἐτυμολογικὸ λεξικὸ μὲ λέξεις συχνόχρηστες. Οἱ ὠφέλειές του θὰ ἦταν πολλαπλές.
.             Πρῶτον: Θὰ κατανοοῦσαν οἱ μαθητές τὴν συνέχεια τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὅτι “εἶναι κόρη ἀπὸ μεγάλη γενιά, εἶναι ἡ θυγατέρα τῆς γλώσσας τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων συγγραφέων, τὸ σόι της βαστᾶ ἀπὸ τοὺς τραγικούς, τὸν Πλάτωνα, τὸν Θουκυδίδη κι ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη”, σημειώνει ὁ Γιῶργος Θεοτοκᾶς σὲ κείμενό του τὸ 1939. (Νὰ προσθέσουμε στὴν ἀπαρίθμηση τῶν γεννητόρων καὶ τὸν Ὅμηρο).
.           Δεύτερον: Ἡ ἐτυμολογία καὶ ἡ διδασκαλία της προξενεῖ σεβασμὸ καὶ θαυμασμὸ στὰ παιδιὰ γιὰ τὴν γλῶσσα. Τὸ συνάντησα αὐτὸ πολλὲς φορὲς μὲς στὴν αἴθουσα. Θυμᾶμαι τὴν ἔκπληξη καὶ τὸν ἐντυπωσιασμὸ τῶν μαθητῶν, ὅταν σὲ κάποιο μάθημα, τὴν περασμένη σχολικὴ χρονιά, συζητούσαμε γιὰ κάποιες λέξεις «κακές», χλευαστικές, ὄχι ὕβρεις, ποὺ μᾶς ἔρχονται ἀπὸ τὸ λεγόμενο Βυζάντιο. Πήραμε τὸ ρῆμα κοροϊδεύω. (Ἡ ἀφορμὴ ἦταν ἡ διαμαρτυρία κάποιου μαθητῆ, διότι τὸν κορόιδευαν, αὐτὸ ποὺ σήμερα πέρασε καὶ θρονιάστηκε δυστυχῶς στὴν γλώσσα ὡς μπούλινγκ, ἀγγλ. bullying).
.               Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἀπὸ τὸ Βυζάντιο ἴσχυε ἡ ποινῆς τῆς διαπόμπευσης, τοῦ δημόσιου ἐξευτελισμοῦ. Ἀπὸ τὶς χειρότερες καὶ ταπεινοτικότερες καταδίκες ἦταν τὸ κούρεμα «ἐν χρῷ» (κοινῶς γουλί). Τὸν ἀποκαλοῦσαν, τὸν κατάδικο, κουρόγιδο-κουρεμένο γίδι- ἐξ οὗ καὶ κορόιδο καὶ κοροϊδεύω. Κατὰ τὴν πάνδημη περιαγωγὴ τοῦ κουρόγιδου (κορόιδου) στοὺς δρόμους καὶ στὴν ἀγορά, καθισμένου συνήθως πάνω σὲ γαϊδούρι (γαϊδουροκαθισμένος), τὸ πλῆθος τοῦ πετοῦσε στὸ πρόσωπο ἀσβόλη (=καπνιὰ), ἐξ οὗ καὶ ἀποσβολώθηκα – ἔμεινα ἀποσβολωμένος. Ἀκόμη πασπάλιζαν τὴν χούφτα τους μὲ «μοῦζα» (=βρομιὰ) καὶ μουτζούρωναν τὸ πρόσωπο τοῦ διαπομπευμένου. Ἀπὸ δῶ βγῆκε καὶ τὸ ρῆμα μουντζώνω. Ἄλλες φορὲς τοὺς ἄλειβαν μὲ πίσσα καὶ ἔτσι μᾶς «κληροδοτήθηκε» τὸ ρῆμα «πασαλείβω» τῆς νεοελληνικῆς. Ἐνίοτε ὁ ὄχλος ἐξακόντιζε καὶ πηλό, λάσπη, κατὰ τὸ βασανιστήριο τοῦ διασυρμοῦ, καὶ προῆλθε ὁ προπηλακισμός, ποὺ περιορίστηκε πλέον στὸν λεκτικὸ ὀνειδισμό. Ἀκόμη κάποιες νεοελληνικὲς παροιμιώδεις φράσεις ἔχουν τὴν καταγωγή τους σὲ ἐκείνη τὴν ἐποχή. Λέμε «θὰ σὲ συγυρίσω» ἀπὸ τὸ βυζαντινὸ «συγύρισμα», τὸ γύρισμα, τὴν περιφορὰ στοὺς δρόμους. Τὸ «γίναμε θέατρο» ἀπὸ τὸ «θεατρίζεσθαι», ταυτόσημο τοῦ «πομπεύεσθαι». Τὸ «γίναμε βούκινο», ἐπειδὴ συχνὰ προπομποὶ κατὰ τὸ γύρισμα ἦταν σαλπιγκτές, οἱ «τρουμπετάρηδες» μὲ τὶς τρουμπέτες, τὰ βούκινα καὶ τὶς σάλπιγγες. (Ἡ διαπόμπευση ἐπὶ γαϊδάρου ἦταν ἀρχαῖο ἔθιμο. Τὸ συνήθιζαν μάλιστα καὶ στὶς μοιχαλίδες γυναῖκες. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀτιμωτικὴ περιφορὰ ὀνομάζονταν διὰ βίου «ὀνοβάτιδες» καὶ ζοῦσαν μὲς στὴν ντροπή. Βεβαίως σήμερα εἶναι σπάνιο νὰ δεῖς Ἕλληνες ἢ Ἑλληνίδες ἐπιβαίνοντες ὄνου, ἀλλὰ θὰ δεῖς πολλοὺς ὄνους ἐπιβαίνοντες Ἑλλήνων καὶ ὁ νοῶν, νοείτω…) Θὰ σκεφτεῖ κάποιος. Μὰ δὲν βρῆκες καλύτερο παράδειγμα, γιὰ τὴν ἐτυμολογία, δάσκαλε; Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πολλά. Ὅμως τὸ πιὸ δύσκολο στὴν διδασκαλία εἶναι νὰ ἑλκύσεις τὴν προσοχὴ τῶν μαθητῶν καὶ νὰ καταλήξεις στὸ πλατωνικὸ «τέρπειν καὶ διδάσκειν». Ἂν τὸ μάθημα δὲν εἶναι εὐχάριστο, σὲ ἀναμένει ἡ ἀποτυχία.
.                Ὅταν ἐτυμολογούσαμε τὸ κουρόγιδο (κορόιδο), πήραμε καὶ τὰ δύο συνθετικά, τὶς λέξεις καὶ προχωρήσαμε βαθύτερα. Ἡ γίδα προέρχεται ἀπὸ τὴν αἰτιατικὴ τοῦ ὀνόματος ἡ αἶξ – τῆς αἰγὸς – τὴν αἰγίδα. Ἔφυγε τὸ «αἰ» καὶ μᾶς ἔμεινε ἡ γίδα. Σήμερα ὅμως  λέμε  «ὑπὸ τὴν αἰγίδα», ὑπὸ τὴν προστασία κάποιου ἐπίσημου προσώπου ἢ φορέα. Σύμφωνα μὲ τὸν μύθο, ὁ Ζεὺς θήλασε, ὅταν ἦταν βρέφος  στὴν Κρήτη, ἀπὸ ἕνα ζῶο, μία γίδα, ποὺ λεγόταν Ἀμάλθεια. Τὸ γάλα παρεχόταν μέσῳ τοῦ κέρατος τῆς Ἀμαλθείας καὶ ἔκτοτε ἡ φράση ἔγινε σύμβολο ἀφθονίας ἀγαθῶν. Μεγαλώνοντας ὁ Δίας μετέβαλε τὴν Ἀμάλθεια καὶ τὸ κέρας της σὲ ἀστερισμό. Τὸ δέρμα της ἐπίσης τὸ μετέτρεψε σὲ ὅπλο, τὴν αἰγίδα, τὸ ὄνομα τῆς ἀσπίδας του. Ἡ αἰγίδα τὸν προστάτευε. (Ἀπὸ δῶ καὶ ἡ καταιγίδα, προφανῶς ἡ λέξη ἀπηχεῖ τὶς ἀντιλήψεις τῶν ἀρχαίων γιὰ τὸν νεφεληγερέτη καὶ ὀμβροτόκο Δία). Τὸ πρῶτο συνθετικὸ «κοῦρο» προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα κείρω ποὺ σημαίνει κόβω, κουρεύω. Ἀπὸ ἐδῶ παράγονται τά: κουρά, κουρέας, κουρεῖο, ἀλλὰ καὶ τὸ κουράζω ποὺ ἀρχικὰ σήμαινε ὅτι τιμωρῶ κάποιον διὰ κουρᾶς, ὁ κοῦρος, ἡ κόρη (κούρη), τὸ κέρμα (ἔκοψε χρῆμα), ὁ κορμός, ὁ καιρὸς (κομμάτι χρόνου), ὁ ἀκέραιος (ποὺ δὲν κομματιάζεται), ὁ ἀκραιφνὴς ἐκ τοῦ ἀκ(ε)ραι(ο)φ(α)νής, (ἄθικτος, ἀνέπαφος), ὁ ἀκαριαῖος καὶ λοιπά. Ὡραῖα πράγματα καὶ ὅσο δὲν τὰ προβάλλουμε στὴν ἐκπαίδευση, «πιανόμαστε… κορόιδα».
.                 Τρίτον: Πληγὴ πυορροοῦσα σήμερα κατάντησε ἡ ἀνορθογραφία. Τὸ δὲ ὑπουργεῖο «φρόντισε» νὰ καταργήσει καὶ τὸ μάθημα, τὸ τετράδιο τῆς ὀρθογραφίας σὲ μία γλῶσσα ποὺ ἡ ὀμορφιὰ καὶ ἡ ἀπαράμιλλη ἡ σαφήνειά της ἑδράζονται στὶς ὀρθογραφικές της ἀποχρώσεις. Ἡ ὀρθογραφία, ἡ ὑπακοὴ στοὺς κανόνες της, εἶναι μάθημα πειθαρχίας γιὰ τὰ παιδιά, πράγμα ποὺ δὲν συνάδει μὲ τὸν ἀναρχικό… κουκουλοφλῶρο τῆς ἐποχῆς μας. («Ὅταν οἱ ἐχθροί σου θὰ ἔχουν ξεμάθει τὴν ὀρθογραφία τους, νὰ ξέρεις ὅτι ἡ νίκη πλησιάζει», ἔλεγε σοφὸς Ρῶσος γλωσσολόγος). Ἴσως δὲν λείπει ἀπὸ τὸν νοῦ τῶν Ἑλληνομάχων καὶ ἡ καθιέρωση τῆς φωνητικῆς γραφῆς, γιὰ νὰ γίνουμε ἐπιτέλους… ἀκραιφνεῖς Εὐρωπαῖοι. Ὀρθογραφία μαθαίνεις κυρίως μέσῳ τῆς ἐτυμολογίας· τελεία καὶ παῦλα. Καὶ εὐτυχῶς πολλοὶ δάσκαλοι χρησιμοποιοῦν τετράδιο ὀρθογραφίας, κατὰ παράβασιν τῶν ἄνωθεν ἐντολῶν καὶ διασώζουν ὅ,τι μπορεῖ νὰ περισωθεῖ. (Κάποτε εἴχαμε καὶ τετράδιο καλλιγραφίας, διότι μᾶς ἐνδιέφερε καὶ ἡ φιλοκαλία, ἡ νοικοκυροσύνη, ἡ ὀμορφιά, ὁ καλλωπισμός. Στὰ χωριά μας, στὴν Μακεδονία μας, ἀκόμη οἱ μάνες μας χρησιμοποιοῦν τὸ φουκάλι – ἡ σκούπα, τὸ σάρωθρον- καὶ φουκαλίζουν τὶς αὐλές. Καὶ ὅμως ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ φιλοκαλῶ, τὴν φιλοκαλία. Τὸ ἀναφέρει νομίζω καὶ ὁ σπουδαῖος Φ. Κουκουλὲς στὸ “Βυζαντινῶν βίος καὶ πολιτισμός”).

.                 «Ὤ! Γλῶσσα τῆς Ρωμηοσύνης, Ὤ! νικήτρα τοῦ θανάτου», γράφει ὁ Παλαμᾶς γιὰ τὴν πανσεβάσμια λαλιά μας. Καὶ ὁ μεγάλος Σολωμὸς μᾶς κληροδότησε τὸ ἀειθαλὲς ρητό: “μήγαρις ἔχω ἄλλο στὸ νοῦ μου, πάρεξ ἐλευθερία καὶ γλῶσσα”. Τὸ ἕνα συντηρεῖ τὸ ἄλλο. Γιὰ νὰ ἀγαπήσουν τὴν “νικήτρα τοῦ θανάτου” γλῶσσα μας τὰ παιδιά, πρέπει νὰ ἀρωματιστοῦν απο τὴν εὐωδιαστὴ ἐτυμολογία της. Καὶ σήμερα μὲς στὴν ἐρημιὰ καὶ τὸν ξεπεσμὸ τοῦ κόσμου, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ μελέτη τῆς γλώσσας μας εἶναι ὄντως γνώρισμα ἐλεύθερου ἀνθρώπου.Ἔτσι κατανοῶ τὴν φράση τοῦ Σολωμοῦ. Ἐπαναλαμβάνω καὶ τὴν προλογικὴ σκέψη. Ἕνα ἐτυμολογικὸ λεξικὸ γιὰ παιδιὰ τοῦ Δημοτικοῦ νὰ γράψουν κάποιοι ἐπαΐοντες καὶ ἂς κυκλοφορεῖ κάτω ἀπὸ τὴν μύτη τῆς ὀνοβάτιδος ἐξουσίας…

 

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε