Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δημ. Νατσιός

ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ (19-21 Ἰουνίου 1913): ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ ΓΙΑ ΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (Δ. Νατσιός) «Μὲ ἐκεῖνα τὰ ἡρωικά… παλιοτόμαρα εἶναι ραμμένη ἡ γαλανόλευκη. Τὰ τωρινὰ ὄντως παλιοτόμαρα τὴν μαγαρίζουν, σβήνοντας τὸ “ἐλευθερία ἢ θάνατος” τῶν ἐννέα λωρίδων καὶ βάζοντας στὴν θέση τους τὶς πολύχρωμες μπογιὲς τῆς διαστροφῆς…»»

Μάχη το Κιλκίς:
νύπαρκτη γι τ σχολικ βιβλία στορίας

   γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

  «Ὅλα τὰ εἶχα προβλέψει, τὰ εἶχα σκεφθεῖ, ὅλα ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τρέλα τῶν Ἑλλήνων».
[Ν. Ἰβανώφ, Βούλγαρος στρατηγός, στὴ μάχη τοῦ Κιλκίς].

.             Ἔχω ἐνώπιόν μου τρεῖς, ἂς τὸ ὀνομάσουμε ἔτσι, γενεὲς βιβλίων ἱστορίας τῆς Ϛ΄Δημοτικοῦ. Τὸ πρῶτο, τὸ ὁποῖο μόρφωνε τοὺς μαθητές μας ὣς τὸ σχολικὸ ἔτος 2005-2006, μὲ τίτλο «Στὰ νεώτερα χρόνια» καὶ εἶχε πρωτοεκδοθεῖ τὸ 1983, ἂν θυμᾶμαι καλά. Τὸ δεύτερο εἶναι τὸ “κοπρώνυμον”, τὸ βιβλίο τῆς κ. Ρεπούση, μνημεῖο γραικυλισμοῦ, τὸ ὁποῖο -εὐτυχῶς- μόλις γιὰ ἕναν χρόνο μόλυνε μὲ τὶς ἀναθυμιάσεις του τὶς σχολικὲς αἴθουσες. Τὸ τρίτο, μὲ τίτλο «Ἱστορία τοῦ νεώτερου καὶ σύγχρονου κόσμου», εἶναι αὐτὸ ποὺ διδάσκουμε.
.             Ἀπὸ τὰ τρία, ἢ μᾶλλον δύο βιβλία, τὸ καλύτερο, ποὺ ἀναδίδει καὶ τὴν εὐωδία τῆς ἱστορικῆς μας παρουσίας καὶ τὸ καταλληλότερο, γιὰ τὴν ἡλικία τῶν παιδιῶν λόγῳ γλώσσας καὶ ἱστορικῶν πηγῶν, εἶναι τὸ πρῶτο. Τὸ τιμῶ δεόντως. Πολλὲς φορὲς φωτοτυπῶ σελίδες του καὶ τὶς μοιράζω στοὺς μαθητές μου. (Μακάρι νὰ βρεθεῖ τρόπος νὰ ἐκτυπώσουμε μερικὲς χιλιάδες ἀντίτυπα, γιατί θὰ χρειαστοῦν σίγουρα. Μὲ τούτους τοὺς καντιποτένιους ἐθνομηδενιστὲς ποὺ μπλέξαμε, τὸ μάθημα τῆς Ἱστορίας, ἀπὸ «πολύτιμος φύλακας τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος», ὅπως ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς Ἀπ. Βακαλόπουλος, θὰ καταντήσει μέσο προπαγάνδας καὶ ἐπιβολῆς τῆς νεοταξικῆς ἀνομίας καὶ πλάνης).
.             Αὐτὸ ὅμως ποὺ προκαλεῖ κακή, χειρίστη ἐντύπωση εἶναι ὅτι καὶ στὰ τρία βιβλία -χάριν… «οἰκονομίας» συμπεριλαμβάνω καὶ τὸ ρεπούσειον ἄγος, μιᾶς καὶ φέρει «σφραγίδα» τοῦ ὑπουργείου Παιδείας -ἀπουσιάζει, ἔστω καὶ ὡς ἁπλὴ ἀναφορὰ καὶ νύξη, φονικότερη, κρισιμότερη κα νδοξότερη μάχη τς νεοελληνικς στορίας: μάχη το Κιλκίς.
.             Στὸ πρῶτο βιβλίο ἱστορίας, στὸ οἰκεῖο κεφάλαιο, μὲ τίτλο «Οἱ Βαλκανικοὶ πόλεμοι», σέλ. 195, διαβάζουμε: “Ἡ Βουλγαρία δὲν ἔμεινε ἱκανοποιημένη ἀπὸ τὰ ἐδάφη ποὺ πῆρε, γι’ αὐτὸ ἦρθε σὲ σύγκρουση μὲ τοὺς πρώην συμμάχους της, Ἕλληνες καὶ Σέρβους. Οἱ Ἕλληνες σημείωσαν ἐπιτυχίες ἐναντίον τῶν Βουλγάρων καὶ πῆραν τὴν Ἀνατ. Μακεδονία”. Στὴν σελ. 196 παρατίθεται ἕνας χάρτης, ὅπου καταγράφονται τὰ σπουδαιότερα πεδία τῶν μαχῶν, μὲ τὸ Κιλκὶς προκλητικὰ νὰ ἀπουσιάζει καὶ στὴν ἑπόμενη σελίδα τὸ γράμμα ἑνὸς πολεμιστῆ ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωση τῶν Ἰωαννίνων.
.             Στὸ δεύτερο, τῆς Ρεπούση τὸ «κατόρθωμα», στὸ κεφάλαιο γιὰ τοὺς «Βαλκανικοὺς πολέμους», διαβάζουμε στὴν σελίδα 94: « Ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς καταλαμβάνει ἐδάφη τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπείρου…». (Ἡ κυρὰ-Μαρία καὶ οἱ ὁμοϊδεάτες της ἀφοῦ “λιώσαν τὰ νιάτα τους” στὶς καταλήψεις, ἐξέλαβαν τὶς ἀπελευθερωτικὲς μάχες τοῦ στρατοῦ μας ὡς κάτι παρόμοιο. Τὸ κακὸ εἶναι ὅτι ἐπανακάμπτουν καὶ … καταλαμβάνουν τὶς ποικιλώνυμες ἐπιτροπὲς καὶ «συναγωγὲς» ἀναθεώρησης-καρατόμησης τῶν σχολικῶν βιβλίων. Καὶ ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης…
.             Στὶς ἑπόμενες δύο σελίδες ποὺ ἀφιέρωνε στοὺς βαλκανικοὺς πολέμους, φιλοξενοῦνται, στὴν πρώτη, χάρτες ποὺ δείχνουν τὴν Ἑλλάδα μετὰ τὶς «καταλήψεις» ἐδαφῶν. Στὴν τελευταία, σελ. 96 περιέχονται δύο φωτογραφίες. Τὸ «Γενὶ τζαμὶ» καὶ τὸ «Μπέη χαμὰμ» τῆς Θεσσαλονίκης. (Ἂς κάνουν μία βουτιὰ στὸ Αἰγαῖο καὶ ἂς περάσουν ἀπέναντι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἰσλαμολάγνοι, νὰ χορτάσει τὸ μάτι τους τζαμιὰ καί… χαμάμια. Ἴσως πρέπει νὰ σκεφτοῦμε σοβαρὰ μία νέα ἀνταλλαγή, ὄχι πληθυσμῶν, ἀλλὰ ἱστορικῶν. Ὅταν γράφεις, γιὰ παράδειγμα, «συνωστισμὸς στὸ λιμάνι τῆς Σμύρνης», πρέπει νὰ σὲ δεῖ ἕνας καλός… ἱστορικός. Αὐτὸ οὔτε Τοῦρκος ἱστορικὸς δὲν διανοήθηκε νὰ τὸ γράψει).
.             Τὸ τρίτο βιβλίο, τὸ τωρινό, στὸ ἴδιο κεφάλαιο, γιὰ τὸ ὁποῖο ἀφιερώνονται τέσσερις σελίδες (186-189), γράφει: «Ἡ ρύθμιση τῶν συνόρων ἀνάμεσα στὰ βαλκανικὰ κράτη προκάλεσε τὸν Β´ Βαλκανικὸ Πόλεμο, τὸν Ἰούνιο τοῦ 1913… Ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς κέρδισε σημαντικὲς νίκες καὶ “κατέλαβε” (δυστυχῶς καὶ ἐδῶ τὸ ἴδιο ἀπαράδεκτο ρῆμα καὶ ὄχι “ἀπελευθέρωσε”), τὴν ὑπόλοιπη Κεντρικὴ καθὼς καὶ τὴν Ἀνατολικὴ Μακεδονία…». Πουθενὰ στὶς τέσσερις σελίδες δὲν θὰ βρεῖς τὴν λέξη Κιλκίς. Καμμία ἀναφορὰ στὴν τριήμερο ἐποποΐα!!
.             Στὴν σελίδα 188, ἔχει μία ἀκατανόητη καὶ ἐντελῶς ἄσχετη μὲ τοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους παραπομπή. Γράφει γιὰ τὰ δικαιώματα τῶν γυναικῶν καὶ γιὰ τὶς λεγόμενες «σουφραζέτες» τῆς Βρετανίας.
.             Ἔχω στὴν κατοχή μου ἕνα βιβλία σπάνιο καὶ δυσεύρετο. Τιτλοφορεῖται: «Ἀθάνατη Ἑλλὰς» καὶ ὑπότιτλο «Ἐπικαὶ συρράξεις τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Βουλγάρων». Συγγραφέας του ὁ Δ. Καλλίμαχος, ἐθελοντὴς ἱεροκήρυκας τῆς Ε´ Μεραρχίας Πεζικοῦ, ποὺ ἀρίστευσε μὲ τὸν ἡρωϊσμό της κατὰ τὴν μάχη τοῦ Κιλκὶς-χωρὶς καμμιὰ νὰ ὑστερήσει. Ὁ ἐθελοντὴς ἱεροκήρυκας συμμετεῖχε, ὄχι μὲ τὸ καριοφίλι ἀλλὰ μὲ τὸ πετραχήλι, στὶς μάχες τοῦ στρατοῦ, ἰδίως στὸ Κιλκίς, καὶ τὸ 1942 ἐξέδωσε τὸ βιβλίο στὴν Νέα Ὑόρκη, σὲ ἔκδοση τοῦ «Ἐθνικοῦ Κήρυκος» τῆς ἱστορικῆς ὁμογενειακῆς ἐφημερίδας. Τὸ βιβλίο εἶναι συγκλονιστικό, τὸ μελετᾶς μὲ δάκρυα, μελετᾶς τὰ λαμπρὰ παλληκάρια… Στὴν σελ. 83 διαβάζω στὶς σημειώσεις του μετὰ τὴν μάχη:

.           «Ὁ ἀπέραντος χῶρος τοῦ θεάτρου τῆς μάχης ὡμοίαζε πρὸς μακελλεῖον. Καὶ ὅταν ἀντίκρυσα τὴν φρικιαστικὴν εἰκόνα καμμένων σπαρτῶν καὶ ψημένων σωμάτων καὶ εἶδα σκοτωμένους μὲ τὴν λόγχην στὰ χέρια καὶ μὲ ἀποκρυσταλλωμένην εἰς τὸ πρόσωπον τὴν ψυχολογίαν τῆς ὁρμῆς καὶ τῆς χαλυβδίνης ἀποφασιστικότητος, ἐδάγκασα ἀσυναισθήτως τὰ χείλη ἀποθαυμάζων.Ἀγγελιαφόρος τῆς Δ ΄Μεραρχίας ἐστάθη καὶ ἤκουσα νὰ ἀπαγγέλη:
«Στοῦ Κιλκὶς τὴν ὁλόμαυρη ράχη
περπατώντας ἡ Δόξα μονάχη
μελετᾶ τὰ λαμπρὰ παλληκάρια
καὶ στὴν κόμη στεφάνι φορεῖ
γινωμένο ἀπ’ ὀλίγα χορτάρια
πούχαν μείνη στὴν ἔρημη γῆ».

.             (Ἡ μάχη διεξήχθη 19-21 Ἰουνίου 1913 ἐν μέσῳ φοβεροῦ καύσωνος. Τὰ σιταροχώραφα τοῦ Κιλκίς, ἐξ αἰτίας τῶν ὀβίδων, πῆραν φωτιά. Πολλοὶ βαριὰ τραυματισμένοι στρατιῶτες μας ἀνήμποροι νὰ κινηθοῦν, ἦταν καὶ σὲ νηπιώδη κατάσταση τὸ σῶμα τραυματιοφορέων, κάηκαν ζωντανοί). Πόσα ἦταν τὰ λαμπρὰ παλληκάρια ποὺ ἔπεσαν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδας; 8.828 ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶτες, μεταξὺ αὐτῶν ἐννέα διοικητὲς ταγμάτων καὶ συνταγμάτων, ποὺ πήγαιναν μπροστὰ γιὰ νὰ ἐμψυχώσουν τοὺς μαχητές. Μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὁ συνταγματάρχης Καμάρας, «εὐσεβής, φιλεύσπλαχνος, ἀγαθώτατος, εὐθὺς καὶ εἰλικρινὴς καὶ πράος». Τραυματίζεται θανασίμως ἀπὸ βλῆμα ὀβίδας.

Διαβάζω:

«Γονατίζει ὁ εὐγενικὸς συνταγματάρχης καὶ μὲ τὸ λάμπον ξίφος του ἀκόμη εἰς τὰ χέρια ἀπευθύνει πρὸς τοὺς ἄνδρας του τὸν τελευταῖον χαιρετισμόν:
-Θάρρος, παιδιά, θάρρος, γενναῖοι μου!
Τὸ αἷμα τρέχει κρουνηδὸν ἀπὸ τὸ τραῦμα καὶ ὁ Καμάρας σωριάζεται. Ὅταν μετεφέρετο πρὸς τὰ χειρουργεῖα, ἀτενίσας διὰ τελευταίαν φορὰν τοὺς ἄνδρας του ἐδάκρυσε καὶ εἶπε:
-Ἄχ, ποὺ σ’ ἀφήνω Σύνταγμά μου! Σᾶς χαιρετῶ καλά μου παλληκάρια καὶ μὲ τὴν εὐχή μου ὅλοι ἐμπρὸς νὰ δοξάσετε τὴν τιμημένη μας πατρίδα». (σελ. 71).
.               Ἴδια περιγραφὴ καὶ μάλιστα γραμμένη ἀπὸ τὸν γιό του, στρατιώτη τότε, ἔχουμε καὶ γιὰ τὸν ἠρωϊκὸ θάνατο τοῦ συνταγματάρχη Καμπάνη. Καὶ γιὰ τὸν σ/χη Παπακυριαζῆ, ποὺ ἦταν σύγγαμβρος τοῦ ἄλλου ἀετοῦ, τοῦ ἥρωα τῶν ἡρώων, Ἰωάννη Βελλησαρίου, ποὺ καὶ αὐτὸς σὲ λίγες μέρες σκοτώθηκε. Παραθέτω τὰ ὀνόματα καὶ τῶν ἄλλων ἑπτὰ ἀθανάτων ἡρώων συνταγματαρχῶν, διοικητῶν μονάδων: Καραγιαννόπουλος, Κορομηλᾶς, Διαλέτης, Κουτήφαρης, Κατσιμήδης, Ἰατρίδης, Χατζόπουλος. Καὶ ἀναγκάστηκε τὸ στρατηγεῖο νὰ διατάξει νὰ βγάλουν τὰ διάσημα, γιατί δὲν θὰ ἔμενε κανεὶς ζωντανός. Οἱ Βούλγαροι σκοπευτὲς αὐτοὺς σημάδευαν.
.             Τὴν ἴδια ἀνδρεία ἔδειξαν καὶ οἱ ἁπλοὶ στρατιῶτες. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ σκηνὴ ποὺ περιγράφει ὁ Καλλίμαχος. Στρατιώτης τοῦ 22ου Σ.Π. τραυματίζεται στὸ χέρι. Τοῦ λένε νὰ φύγει γιὰ τὸ χειρουργεῖο.
«-Τί ἔκανε, λέει; Γιὰ μία τσουγκρανιὰ νὰ φύγω; Τὸ παλιοτόμαρό μου βαστάει ἀκόμη. Καὶ συνεχίζει τὸν ἀγώνα. Παίρνει δεύτερο βόλι καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ μάχεται καὶ τὸ δεύτερο τραῦμα γίνεται τρίτο καὶ ἕπεται συνέχεια. Ὅταν δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ συνεχίσει τὸν ἀγώνα, λέει:
«-Μωρὲ δὲν μποροῦσα νὰ εἶχα κι ἄλλο παλιοτόμαρο, νὰ βγάλω αὐτὸ τὸ τρυπημένο καὶ νὰ βάλω τὸ καινούργιο;». (σελ. 76).
.             Μ κενα τ ρωικά… παλιοτόμαρα εναι ραμμένη γαλανόλευκη. Τ τωριν ντως παλιοτόμαρα τν μαγαρίζουν, σβήνοντας τλευθερία θάνατος” τν ννέα λωρίδων κα βάζοντας στν θέση τους τς πολύχρωμες μπογις τς διαστροφς…
.             Ἡ μάχη τοῦ Κιλκὶς ἔκρινε τὴν τύχη τῆς Μακεδονίας, τῆς Ἑλλάδος ὅλης. Χάθηκε ὁ ἀνθὸς τότε τοῦ Γένους. Μία ἐλάχιστη μνημόσυνη ἀναφορὰ στὰ βιβλία ἱστορίας τοῦ δημοτικοῦ σχολείου δὲν ἀξίζουν τόσοι ἥρωες; Οἱ σουφραζέτες τῆς Ἀγγλίας εἶναι σπουδαιότερες; Ζῶ στὸ Κιλκὶς καὶ ντρέπομαι, ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα νὰ διδάξω τοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους. Λέω στοὺς μαθητές μου ὅτι, ἂν σκάψουμε τὴν αὐλὴ τοῦ σχολείου μας θὰ βροῦμε κόκκαλα Ἑλλήνων ἱερά. Τονίζω τὴν σπουδαιότητα τῆς μάχης, διαβάζουμε μεγαλειώδεις σκηνὲς θυσίας καὶ ἀντρειοσύνης. Καὶ πᾶς στὸ βιβλίο καὶ ἀντικρίζεις τὴν σιωπὴ καὶ τὴν περιφρόνηση. Γιατί;
Τοὺς διαβάζω ἕνα ὡραῖο, παλιὸ κείμενο, μαθητῆ σὲ σχολεῖο τοῦ Κιλκὶς λίγα χρόνια μετὰ τὴν μάχη:

.           «Ἕνα ἀπέραντο “Ἐθνικὸ Νεκροταφεῖο”, ποὺ κρύβει στὰ σπλάχνα του τὰ κορμιὰ χιλιάδων παλληκαριῶν, εἶναι ὁ τόπος μας. Καὶ πάνω στὰ κορμιὰ αὐτὰ στήθηκαν τὰ θεμέλια αὐτῆς τῆς πόλης. Καὶ τὸ σιτάρι ποὺ φτιάχνει τὸ ψωμί μας θεριεύει καὶ μεστώνει ρουφώντας ἀπὸ τὴ γῆ αἷμα ἀντὶ γιὰ νερό. Κάθε λόφος γύρω μας κι ἕνας “κρανίου τόπος”. Κάθε χωράφι κι ἕνας «ἀγρὸς αἵματος», γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω τοὺς χαρακτηρισμοὺς τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ τόσο ταιριάζουν στὴν περίπτωση.
.             Τὰ πρῶτα χρόνια, τ’ ἀλέτρια ποὺ ὄργωναν τὴ γῆ, ἔφερναν στὴν ἐπιφάνεια λευκὰ κόκκαλα, “κόκκαλα Ἑλλήνων ἱερά”, ἀντάμα μὲ σκουριασμένες ξιφολόγχες καὶ δερμάτινες παλάσκες περασμένες σὲ ζωστῆρες ποὺ ἔζωναν, κάποτε, λυγερὰ σώματα παλληκαριῶν. Κι ὅλοι μας, λίγο-πολύ, ἔχουμε νὰ θυμόμαστε πὼς κάποτε, σκάβοντας τὶς αὐλὲς τῶν σπιτιῶν μας εἴχαμε βρεῖ σκουριασμένα ὅπλα κι ἀνθρώπινα κόκκαλα.
Σὰν στοιχειωμένος ἔμοιαζε τὸ τόπος μας καὶ τὰ παιδιὰ φοβόνταν νὰ βγοῦν τὸ βράδυ ἀπὸ τὰ σπίτια τους.
.             Θυμᾶμαι τοὺς πρώτους περιπάτους ποὺ κάναμε μὲ τὸ νηπιαγωγεῖο, ἐκεῖ κοντὰ στοὺς πρόποδες τοῦ Ἅη-Γιώργη. Ἡ δασκάλα μας ἔλεγε ὅτι οἱ παπαροῦνες στὸν τόπο μας εἶναι πιὸ κόκκινες ἀπὸ ἀλλοῦ “γιατί παίρνουν τὸ χρῶμα τους ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν σκοτωμένων παλληκαριῶν”. Κι ἐμεῖς διστάζουμε νὰ τὶς κόψουμε, ἀπὸ φόβο, μήπως  καὶ ματώσουμε τὰ χέρια μας».
(Στ. Λίβα «Ἡ παλιά, μικρή μας πόλη», σελ. 179, Ἀθήνα 1988).

.             Αὐτὴ εἶναι ἡ πατρίδα μας, λέω τῶν παιδιῶν. Ἕνας «ἀγρὸς αἵματος». Αὐτὸς ὁ ἀγρός, ἡ Ἱστορία καὶ ἡ Πίστη μας, εἶναι γεμάτος ἄνθη μυρίπνοα, οἱ ἅγιοι καὶ οἱ ἥρωές μας. Τέτοια ἄνθη, σὰν αὐτὰ ποὺ φυτρώνουν στὴν ματοθρεμμένη γῆ τῆς Μακεδονίας μας, δὲν τὰ κόβεις, τὰ καμαρώνεις καὶ τὰ στολίζεις στὸ Εἰκονοστάσι τοῦ Γένους καὶ τῆς Ἐκκλησιᾶς, “ἐκεῖ νὰ λειτουργιῶνται”.

 

Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

“ΤΗΝ ΕΛΛAΔΑ ΑΠO ΤΟ ΑΥΤI ΘΑ ΤΗΝ ΑΡΠAΞΟΥΜΕ ΚΑΙ ΘΑ ΤΗN ΣΩΣΟΥΜΕ, ΘEΛΕΙ ΔΕ ΘEΛΕΙ” (Δ. Νατσιός)

“Τν λλάδα π τ ατ θ τν ρπάξουμε κα θ τν σώσουμε,
θέλει δ
θέλει”

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

.                   Δημοσίευσα τὸ 2009 ἕνα κείμενο μὲ τὴν προτροπὴ νὰ φτιάξουμε “κρυφὰ σχολειά”, φροντιστήρια πατριδογνωσίας οὐσιαστικά, γιατί ἤδη εἰσήλθαμε σὲ νύχτα σκοτεινὴ καὶ ἀσέληνο στὴν Παιδεία. Τὸ ξαναδημοσιεύω μήπως καὶ τώρα ἀκούσει κανείς, γιατί δὲν μᾶς μένει καιρός. Ἂν συνεχιστεῖ τὸ παρὸν παιδομάζωμα, σὲ λίγα χρόνια δὲν θὰ μιλᾶμε γιὰ κρίση ταυτότητας, ἀλλὰ γιὰ ὁριστικὴ ἀπώλειά της. Ἔχω κατὰ νοῦ τρία μαθήματα γι᾽ αὐτὰ τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ λειτουργοῦν τὰ ἀπογεύματα, ἀφιλοκερδῶς γιὰ ὅσους συμμερίζονται τὴν ἀγωνία γιὰ τὸ μέλλον τῶν παιδιῶν μας. Ἀρχαῖα Ἑλληνικά, διδάσκοντας κυρίως ἐτυμολογίες λέξεων, πράγμα ποὺ ἐνθουσιάζει τὰ παιδιά, Ἱστορία, μὲ βαρύτητα στὰ πρόσωπα ποὺ μεγαλούργησαν καὶ Θρησκευτικά, δηλαδὴ Εὐαγγελικὲς Περικοπὲς καὶ βίους ἁγίων.

Παραθέτω τὸ κείμενο:
.                   «Κάποτε, μία μέρα ποὺ συζητοῦσαν δύο ἁπλοὶ ἄνθρωποι – δύο ψαράδες ἦταν – γιὰ τὴν πίεση ποὺ ἀσκοῦν οἱ μεγάλες δεξιὲς καὶ οἱ ἀριστερὲς Δυνάμεις (σ.σ. καὶ νῦν οἱ λεγόμενες πάλαι ποτὲ Μεγάλες Δυνάμεις) πάνω στὴν πολιτικὴ ζωὴ τοῦ τόπου γιὰ τὰ συμφέροντά τους, ὁ ἕνας ξεστόμισε μία φράση ποὺ μὲ ξάφνιασε. Εἶπε ὀργισμένος: ἂν μᾶς πιάσει καμμιὰ μέρα τὸ ἑλληνικό μας…». (Στρατὴς Μυριβήλης, περ. «Γνώσεις», τ. 14, 1959).
.                   Τὸ θέμα εἶναι τί ἐννοοῦσε ὁ ἁπλὸς ἄνθρωπος, λέγοντας «νὰ μᾶς πιάσει τὸ ἑλληνικό μας»; Κάτι παρόμοιο εἰπώθηκε καὶ ἀπὸ τὸν Ἰω. Ζαμπέλιο στὸν Καποδίστρια. «Τὸ φρονεῖν καὶ πράττειν Ἑλληνικὰ» εἶναι ἡ βασιλικὴ ὁδὸς γιὰ ἀληθινὴ πρόοδο τοῦ ἔθνους. Ἴσως ἐδῶ ἐντοπίζεται ἡ κακοδαιμονία μας. Καταντήσαμε περίγελως τῆς οἰκουμένης καὶ μπαίγνιο τοῦ κάθε τυχάρπαστου χαρτογιακᾶ τῶν Βρυξελλῶν, γιατί δὲν «σκλαβωθήκαμε εἰς τὰ γράμματα» (Κολοκοτρώνης). Ἀλλά σὲ ποιά γράμματα; Στὰ γράμματα τὰ ἑλληνικά, ὅπως τὰ ὁραματίστηκε ὁ Καποδίστριας: «ἂν ἡ παροῦσα γενεὰ δὲν ἐνδυναμωθεῖ ἀπὸ ἀνθρώπους μορφωμένους ἐν καλῇ διδασκαλίᾳ, μάλιστα δὲ πρὸς τὸν κανόνα τῆς ἁγίας ἡμῶν πίστεως καὶ τῶν ἠθῶν μας, θὰ εἶναι δυσοίωνο τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ διακυβέρνησίς της ἀδύνατη». (Ἰω. Τσάγκα, «Ἡ ὀρθόδοξη χριστιανικὴ ἀγωγὴ στὸ ἐκπαιδευτικὸ ἔργο τοῦ Ἰω. Καποδίστρια», ἔκδ. «Κυριακίδη», σελ. 174). Ἂς προσέξουμε τρία πράγματα ἀπὸ τὰ χρυσὰ λόγια τοῦ Κυβερνήτη. (Μόνο αὐτὸς δικαιοῦται τὸν ἔξοχο αὐτὸν τίτλο. Ψηφίστηκε ἀπὸ Ἐθνικὴ Συνέλευση, οἱ διάδοχοί του πρωθυπουργοὶ ἀναρριχήθηκαν εἴτε μέσῳ κομμάτων εἴτε μέσῳ… πτωμάτων). Γιὰ νὰ εὐσθενεῖ τὸ κράτος, γιὰ νὰ εἶναι εὐοίωνο τὸ μέλλον τῆς πατρίδας, χρειάζονται: ἄνθρωποι μορφωμένοι ἐν καλῇ διδασκαλίᾳ, σύμφωνοι καὶ σύμφωνη μὲ τὰ ἤθη καὶ τὴν παράδοσή μας, «μάλιστα δὲ» πρὸς τὸν κανόνα τῆς ἁγίας ἡμῶν πίστεως. (Τὸ «μάλιστα» εἶναι ὑπερθετικὸς βαθμὸς τοῦ ἐπιρρήματος «μάλα» ποὺ σημαίνει πολύ). Ἄρα, ἂν δὲν κανοναρχεῖ τὴν Παιδεία, σὲ ὑπερθετικὸ βαθμό, ἡ ἁγία μας Ὀρθοδοξία, «οὐδὲν ποιοῦμεν». (Ὁ λόγος τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ εἶναι «τὰ μάλα» σαφής: «χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν», στὸ κατὰ Ἰωάννην ΙΕ´, 5).
«Τρία πράγματα ἐχάλασαν τὴν Ρωμανίαν ὅλην, ὁ φθόνος, ἡ φιλαργυρία καὶ ἡ κενὴ ἐλπίδα», ἔλεγε ἕνα ἀσμάτιο τὴν ἐποχὴ τῆς ἅλωσης τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Τρία πράγματα ἐχάλασαν καὶ τὴν Ἑλλάδα ὅλην, ἡ ἀμορφωσιά, ἡ περιφρόνηση τῆς παράδοσης καὶ τὸ «ἄγκιστρον τῆς ἀθεΐας» θὰ πρέπει νὰ λέει τὸ κύκνειο ἄσμα τῆς τωρινῆς ἅλωσης. Καὶ τὸ ὅτι σήμερα ἐξοβελίστηκε τὸ ἐπίθετο «ἐθνικὴ» ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖο Παιδείας εἶναι ἡ συνεπέστερη καὶ ἡ εἰλικρινέστερη πράξη τῶν κυβερνώντων. Μία Παιδεία ποὺ δὲν φρονεῖ καὶ πράττει ἑλληνικά, ὅπως εἶναι αὐτὴ ποὺ βιώνουμε τὶς τελευταῖες 3-4 δεκαετίες, δὲν μπορεῖ νὰ ὀνομάζεται ἐθνική. «Τὸ ἔθνος πρέπει νὰ μάθει νὰ θεωρεῖ ἐθνικὸν ὅ,τι εἶναι ἀληθές», γράφει τὸ σολωμικὸ ἐπίγραμμα. Ὅταν ἐμένα τὸν δάσκαλο τὸ κράτος μὲ ἀναγκάζει νὰ διδάξω «νανούρισμα γιὰ χταπόδια» (γλώσσα Δ´ Δημοτικοῦ) ἢ «ὁδηγίες χρήσης καφετιέρας» (γλώσσα ϛ´ Δημοτικοῦ), «μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις ἀπὸ ξένες γλῶσσες» (Σεφέρης) ἀπατῶ τοὺς μαθητὲς καὶ ἀπατῶμαι. Αὐτὸ εἶναι ἀμορφωσιὰ καὶ κακή, κάκιστη διδασκαλία. Ὅταν στὴν ϛ´ δημοτικοῦ πάλι, θέλω νὰ διδάξω τὸν ἡρωισμό, τὴν αὐτοθυσία καὶ ἐμφανίζω ἐνώπιον τῶν μαθητῶν μου κείμενο σὰν αὐτὸ ποὺ τιτλοφορεῖται «Μὲ λένε Σόνια», ψεύδομαι καὶ ἀκυρώνομαι ὡς δάσκαλος. Ἐξηγῶ, ἐν περιλήψει, τὸ «ἑλληνοπρεπὲς» κείμενο. «Ἕνα σπίτι πῆρε φωτιά. Ἡ Σόνια τρέχει, ἁρπάζει τὸ λάστιχο γιὰ νὰ τὴ σβήσει, φωνάζει. Τελικὰ κάποιος κοιμώμενος ξυπνᾶ, εἰδοποιεῖ τὴν Πυροσβεστική. Ἡ φωτιὰ ἔσβησε γρήγορα. Ὅλοι μακαρίζουν καὶ ἐπαινοῦν τὴν Σόνια». (Τὸ κείμενο καταλαμβάνει τρεῖς σελίδες!!). Στὸ τέλος οἱ μαθητὲς μαθαίνουν ὅτι ἡ Σόνια, ἡ ἡρωίδα αὐτῆς τῆς σπουδαίας πραγματικὰ πράξης, εἶναι μία… γάτα.
.                   Στὰ παλαιότερα βιβλία μποροῦσες νὰ μιλήσεις γιὰ τὸν ἡρωισμὸ μέσω ἑνὸς ἐξαίσιου ποιήματος γιὰ τὸν Εὐαγόρα Παλληκαρίδη. Καὶ ἀκόμη πιὸ παλιὰ ἕνα κείμενο μὲ τίτλο τὸ «φίλημα», τὸ ὁποῖο ἀναφερόταν στὴν αὐτοθυσία τοῦ Παπαφλέσσα στὸ Μανιάκι. Ἀπὸ τὸν Παπαφλέσσα καὶ τὸν Παλληκαρίδη «ἀρθήκαμε» στὸν ἡρωισμὸ μίας γάτας. Αὐτὸ εἶναι ἡ κατάργηση τῆς παράδοσης καὶ τῶν ἠθῶν μας, ἡ ὁποία, ἂν συνδυαστεῖ μὲ τὸν «δεμβαριεστισμὸ» (δὲν βαριέσαι) καὶ τὸν παφλάζοντα ἀριστερισμὸ – ἐθνομηδενισμὸ πολλῶν ἐκπαιδευτῶν (δὲν εἶναι λάθος ἡ λέξη) ἐξηγοῦμε τὴν πρωτοφανῆ διάλυση τοῦ κράτους καὶ ἀνθρώπων. Ἡ Παιδεία μᾶς ἔχασε τὴν ψυχή της, τὴν παράδοσή της, ἔχασε τὸ ἱμάτιον τῆς σωφροσύνης. Καὶ ὅπως τὸ δαιμονισμένο πλῆθος τῶν Γαδαρηνῶν, ἐκδίωξε καὶ τὸν Χριστό. Παιδεία χωρὶς «ψυχὴ καὶ Χριστὸ» (ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς) ἀφήνει τὰ παιδιὰ ἀμόρφωτα, ἀγράμματα, «παιδιὰ ὡσὰν τὰ γουρουνόπουλα» (ὁ ἴδιος ἅγιος). («Καὶ ὤρμησεν ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη», στὸ κατὰ Λουκᾶν Ἡ΄, 33). Τὸ κακὸ εἶναι ὅτι τώρα ποὺ ἡ κρίση θὰ μᾶς «τηγανίσει» καὶ θὰ μᾶς «καύσει» μείναμε ἄοπλοι, χωρὶς «τὸν θυρεὸν τῆς πίστεως» καὶ τὴν πανοπλίαν τῆς παράδοσής μας. (Παράδοση εἶναι ἡ ζωντανὴ φωνὴ τῶν κεκοιμημένων σύμφωνα μὲ ἕναν ἔξοχο ὁρισμό. Ἡ παράδοση δὲν εἶναι ἀναχρονισμὸς ὅπως διατείνονται οἱ ἀμαθεῖς. Ἡ παράδοση, σύμφωνα μὲ τὴν ἐτυμολογία τῆς λέξης, εἶναι ὅ,τι θὰ παραδώσουμε – ἀπὸ τὸ ρῆμα παραδίδωμι- καὶ ὄχι ὅ,τι παραλαμβάνουμε. Ἀλλιῶς θὰ λεγόταν παραλαβή).
.                 Τί μποροῦμε νὰ κάνουμε, ὑπάρχει ἐλπίδα; Ὑπάρχει, ἀλλά, πρῶτον «θέλει μελτέμι γερό, γεννημένο στὴν Τῆνο, ποὺ νά ᾽ρθεῖ μὲ τὴν εὐχὴ τῆς Παναγίας καὶ νὰ καθαρίσει τὸν τόπο ἀπ’ ὅλων τῶν λογιῶν τῆς Τουρκιᾶς καὶ τῆς γηραιᾶς Εὐρώπης τ’ ἀπομεινάρια» (Ἐλύτης) καί, δεύτερον, «ἀπ’ ἔξω μαυροφόρ’ ἀπελπισιὰ/ πικρῆς σκλαβιᾶς χειροπιαστὸ σκοτάδι», Κρυφὸ Σχολειό. Ἕνα σὲ κάθε ἐνορία, δάσκαλοι, Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ὑπάρχουν, «γιὰ νὰ θεριώσουν τὴν ἀποσταμένη ἐλπίδα, μὲ λόγια μαγικά». Οἱ ἐκκλησιὲς νὰ μὴν ἀνοίγουν μόνο κάθε Κυριακὴ καὶ γιορτή. Νὰ τὶς κάνουμε Κρυφὰ Σχολειά, νὰ διδάσκουμε τὰ ἱερὰ γράμματα καὶ ὄχι τὰ ἄθεα τῆς σήμερον, ποὺ μᾶς ἔφτασαν στὸ χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ. Νὰ μείνει μαγιὰ γιὰ τὸ αὐριανὸ φύραμα. Παπάδες καὶ δάσκαλοι (οἱ ἡρωικὲς «δασκαλίτσες» τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα) ἔσωσαν κάποτε τὴν Μακεδονία. «Ὥρα ἤδη ἡμᾶς ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι». Τὴν πατρίδα τὸ ’21 δὲν τὴν ἐλευθέρωσε ἡ Εὐρώπη καὶ κανένα Δ.Ν.Τ.. Τὴν ἀνέστησε ἡ μαγιά, τὰ πνευματικοπαίδια τοῦ Πατροκοσμᾶ, τῶν Δασκάλων τοῦ Γένους , τῶν Νεομαρτύρων.
.                   «Τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸ αὐτὶ θὰ τὴν ἁρπάξουμε καὶ θὰ τὴ σώσουμε, θέλει δὲ θέλει», ἔλεγε ὁ Ν. Πλαστήρας. Οἱ ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας μας, “ὅσοι ζωντανοί”, εἶναι οἱ πρῶτοι ποὺ πρέπει νὰ ἁρπάξουν τὴν δύσμοιρη πατρίδα ἀπὸ τὸ αὐτί…

,

Σχολιάστε

Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑΡΑ ΣΚΥΛΙΑ, ΟΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΘΕΛΗΜΑΤΑ… (Δ. Νατσιός) «Ἴσως κάτω ἀπὸ τὰ μπάζα τῆς ἀσημαντοκρατίας κρύβεται ἡ ἀληθινὴ Ἑλλάδα…».

Κολοκοτρώνης κα τ μαλλιαρ σκυλιά,
ποὺ κάνουν θελήματα…

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

.               Λίγο πρὶν συλλάβει ἡ βαυαρικὴ ἀντιβασιλεία τὸν «προδότη» τοῦ Ἔθνους, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ὁ Ἄρμανσπεργκ, θέλοντας νὰ τὸν δοκιμάσει, τοῦ εἶπε:
-Ἔχεις πολλοὺς ἐχθρούς, στρατηγέ.
-Ἔχω παραδέχτηκε ὁ Κολοκοτρώνης, μὰ δύο ἀπ’ αὐτούς, στέκονται οἱ χειρότεροι ἀπ’ ὅλους.
-Καὶ ποιοί εἶναι οἱ δύο αὐτοὶ ἐχθροί σου; ρώτησε περίεργα ὁ προϊστάμενος τῶν ἀντιβασιλιάδων.
Ὁ Γέρος τοῦ ἀποκρίθηκε:
-Ὁ ἕνας τ’ ὄνομά μου κι ὁ ἄλλος οἱ δούλεψές μου γιὰ τὴν πατρίδα.
(Δ. Φωτιάδης, «Κολοκοτρώνης», ἔκδ. «Ζαχαρόπουλος» σελ. 13).

.                 Αὐτὰ γίνονται τὸν Σεπτέμβρη τοῦ 1833. Μάλιστα -νὰ γράψουμε καὶ κάτι νόστιμο ἀπὸ τὴν εὐφυῆ θυμοσοφία τοῦ Κολοκοτρώνη- ἔστειλαν ἕνα «τσοῦρμο», σαράντα «χωροφύλακες» γιὰ νὰ ἁλυσοδέσουν, ποιόν; τὸ ἀθάνατο Εἰκοσιένα. Ἀρχηγός τους κάποιος εὐτελὴς καὶ γλοιώδης μοίραρχος, ὀνόματι Κλεώπας. Μόλις τὸν εἶδε ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ, εἶπε:
-Τί χρειαζόταν, ὠρὲ Κλεώπα, τόσο ἀσκέρι; Ἔφτανε νὰ μοῦ στείλουν ἕνα σκυλὶ μαλλιαρό, ἀπὸ ἐκεῖνα ὅπου κάνουν θελήματα. Μ’ ἕνα γράμμα στὸ στόμα νὰ πάω στ’ Ἀνάπλι καὶ μ’ ἕνα φαναράκι νὰ φέγγει καὶ τῶν δυονῶν μας… (Ποῦ νὰ καταλάβει ὁ Κλεώπας ὅτι «τὸ μαλλιαρὸ σκυλὶ γιὰ θελήματα» ἦταν ὁ ἴδιος. Γέμισε ὁ τόπος σήμερα ἀπὸ τέτοια μαλλιαρὰ σκυλιὰ καὶ κουτάβια, ὅπου κάνουν τὰ θελήματα τῶν ἀφεντάδων τους…).
.               Θυμήθηκα τὴν ἀπάντηση τοῦ Κολοκοτρώνη στὸν Βαυαρὸ ἀντιβασιλέα, ἀκούγοντας τὶς ἀπειλὲς ποὺ νυχθημερὸν ἐκτοξεύονται ἀπὸ τοὺς «εὐκλεεῖς» γείτονές μας καὶ τοὺς ποικιλώνυμους «ἑταίρους» μας. Κανονικὰ τὰ κανάλια, μαζὶ μὲ τὸ δελτίο καιροῦ, πρέπει νὰ καθιερώσουν καὶ ἕνα δελτίο ἀπειλῶν καὶ ὕβρεων ποὺ ἐξεμοῦν κατὰ τῆς πατρίδας μας.
.                 Καὶ ἀναρωτιέσαι γιατί; Τὴν ἀπάντηση τὴν ἔδωσε ὁ Κολοκοτρώνης. Γιὰ δύο λόγους:
.           Ὁ ἕνας εἶναι τὸ ὄνομά μας. Ἑλλάς, Ἕλληνας, «τιμιωτέρα ἰδιότης» δὲν ὑπάρχει στὴν οἰκουμένη. Ὁ δεύτερος εἶναι οἱ «δούλεψές μας» γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Εἶναι ὁ Ἑλληνισμός, πηγὴ ἀείροος, ποὺ ἄρδευσε καὶ δρόσισε τὸν κόσμο ὅλο. Θὰ περιοριστῶ στοὺς ὅμορους “φίλους”…
.              Συνορεύουμε βόρεια καὶ ἀνατολικὰ μὲ τέσσερις χῶρες. Ἀλβανία, Σκόπια, Βουλγαρία καὶ Τουρκία.
.            Οἱ Ἀλβανοὶ μετατρέπονται σ’ αὐτὸ ποὺ γνωρίζουν καλά, σὲ Τουρκαλβανούς. Στὴν ἱστορία ἔτσι τοὺς γνωρίσαμε. Ὅποτε ὁ σουλτάνος, τὸ “γομάρι” ποὺ λέει καὶ ὁ Μακρυγιάννης, ἤθελε νὰ σφάξει καὶ νὰ ρημάξει ἕναν τόπο ἑλληνικό, ποιούς ἔστελνε; Τους Τουρκοαλβανούς.
.            Στὰ 1780 κατέστρεψαν τὴν Πελοπόννησο, τότε χάθηκε τὸ κολοκοτρωναίικο, γλίτωσαν λίγοι, μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὁ Θοδωράκης, γιατί ἦταν θέλημα Θεοῦ νὰ ζήσει. Καὶ ἀργότερα, κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα, τὰ ἴδια ἔκαναν τὰ «ταγκαλάκια», ὅπως τοὺς ὀνομάζει ὁ Γέρος στὰ ἀπομνημονεύματά του. Τὸ 1940 δέκα τάγματα Ἀλβανῶν, ἀκολουθοῦν σὰν ὕαινες τοὺς Ἰταλοὺς μὲ σκοπό, τί ἄλλο; Τὸ πλιάτσικο, τὴν ἁρπαγή, τοὺς βιασμοὺς καὶ δολοφονίες. Αὐτά, δηλαδὴ ποὺ ἔπραξαν  κατὰ τὴν περίοδο τῆς κατοχῆς οἱ μωαμεθανοὶ τσάμηδες. Καὶ τώρα ὀνειροφαντάζονται «μεγάλες Ἀλβανίες», ποιοί; Αὐτοὶ ποὺ ποτὲ δὲν πολέμησαν γιὰ τὴν πατρίδα τους, ἡ ὁποία τοὺς χαρίστηκε χάρις στὴν κακουργία τῶν Ἰταλῶν καὶ Αὐστριακῶν κυρίως. (Μαθαίνουμε σὲ χιλιάδες Ἀλβανοὺς γράμματα στὰ σχολεῖα μας. Ὅμως μ’ αὐτὰ ποὺ λέει ὁ ἀνισόρροπος Ράμα, τὸ τσιράκι τοῦ Ἐρντογάν, καὶ ποὺ σίγουρα κάποιοι, μᾶλλον οἱ περισσότεροι ἐν Ἑλλάδι Ἀλβανοὶ τὰ υἱοθετοῦν καὶ τὰ συζητοῦν στὰ σπίτια τους, σὲ λίγο καιρὸ τὴν σαχλαμάρα ποὺ κάνουν μὲ τὰ χέρια τους, ἀναπαριστώντας ἐκεῖνο τὸ ἐρεβῶδες ὄρνεο τῆς σημαίας τους, δὲν θὰ τὴ βλέπουμε μόνο στὰ στρατόπεδα, ἀλλὰ καὶ στοὺς αὔλειους σχολικοὺς χώρους. Τὰ περὶ ἀφομοιώσεως βρίσκονται μόνο στὰ μυαλὰ τῶν ἐθνομηδενιστῶν. Τώρα ποὺ μᾶς χρειάζονται οἱ πατρικὲς ὁρμήνειες τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ τοῦ Καραϊσκάκη, τὸ ὑπουργεῖο ἀνθελληνισμοῦ, διὰ τοῦ ΙΕΠ, προσπαθεῖ νὰ τοὺς ἐξαφανίσει ἀπὸ τὰ σχολεῖα, ἀπὸ τὰ βιβλία ἱστορίας).
.               Πᾶμε στὸ δεύτερο ἀπολειφάδι τῆς γειτονιᾶς μας. Τὰ Σκόπια, τὸ περίπου κράτος, θνησιγενὲς ἐξάμβλωμα, κατασκεύασμα εὐκαιριακό. Τὸ 1941, ὅταν οἱ Γερμανοί, τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, εἰσβάλλουν στὴν πατρίδα μας, αὐτοί, ἀπόνερα τῶν κομιτατζήδων -κομιτατζής: συνώνυμο τῆς κτηνωδίας- τοὺς ἔραιναν μὲ ροδοπέταλα. Ὁ Κροάτης καὶ μέγας μισέλλην Τίτο τοὺς ἔκανε κράτος, τοὺς βάφτισε «Μακεδόνες» καὶ τὸ πίστεψαν οἱ ἀπατεῶνες τῆς ἱστορίας. Θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς πεῖ Σέρβους, Κροάτες, Ἀλβανούς, Αὐστριακούς, Κινέζους… Ὄχι. Μακεδόνες, τὴν Ἑλλάδα εἶχε σκοπὸ νὰ προσβάλλει ὁ Τίτο, ποὺ πολλοὶ ἡμέτεροι κρετίνοι θαύμαζαν καὶ θαυμάζουν. Ὅσο ἔκαναν τὶς βρωμοδουλειὲς τῶν Ἀμερικανῶν καὶ τῶν Τούρκων καὶ ἔρρεαν τὰ δολάρια, ἐπιδίδονταν σὲ λεονταρισμοὺς καὶ ἔφτασαν στὸ ἔσχατο σημεῖο τῆς ξεφτίλας καὶ τῆς ὕβρεως, ὥστε νὰ αὐτοχειροτονοῦνται ἀπόγονοι τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Τώρα ποὺ ἄλλαξαν οἱ ἰσορροπίες καὶ δὲν βρίσκουν πάτρωνα, ἢ καλύτερα «πορνοβοσκό», ἀκοῦν τὸ «οὐκ οἶδα ὑμᾶς». Θὰ διαλυθοῦν, κανεὶς δὲν θὰ λυπηθεῖ, γιατί τὴν ὕβριν ἀκολουθεῖ ἡ νέμεσις. Ζοῦν ἐκεῖ 200.000-250.000 χιλιάδες Ἕλληνες καὶ κάποιες πάλαι ποτὲ ἀνθηρὲς ἑλληνίδες πόλεις – Μοναστήρι, Στρώμνιτσα, Κρούσοβο, Ἀχρίδα, Δοϊράνη– μήπως ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ἐπανέλθουν στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας;
«Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα
κι ἂς τὸ πατοῦν ξένοι
στοιχειὸ εἶναι καὶ μὲ προσκαλεῖ
ψυχὴ καὶ μὲ προσμένει»,  γράφει ὁ Παλαμᾶς.
.             Ἔχουμε καὶ τοὺς Βούλγαρους. Ξεδοντιασμένοι τώρα καὶ «εὐγνώμονες», γιατί ὅλη ἡ βιομηχανικὴ καὶ βιοτεχνικὴ Βόρειος Ἑλλὰς μετακόμισε στὴν χώρα τους, ὅπου δὲν ὑπάρχουν μνημόνια καὶ φορολογικὲς λερναῖες ὕδρες. Βεβαίως ἡ Παναγία ἡ Εἰκοσιφοίνισσα ἀκόμα περιμένει τὰ διαγουμισμένα κειμήλιά της καὶ σίγουρα κάποιοι ἀκαδημαϊκοὶ καὶ πολιτικοὶ “κύκλοι” τῆς Σόφιας μελετοῦν τὸν χάρτη τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου καὶ βαριαναστενάζουν…
.                 Καὶ τέλος τὸ λυσσασμένο ἀγαρηνὸ σκυλί, ἡ Τουρκιά, ἴδια πάντοτε, αἱμοχαρὴς καὶ ὑπερφίαλη, μάστιγα τῆς Ἀσίας καὶ κατάρα τῶν Βαλκανίων. Ὁ κοινὸς νοῦς βλέποντας τὶς δηλώσεις, τὶς προκλήσεις, τὶς ἐξωφρενικὲς καὶ ποταπὲς ἀπαιτήσεις, σκέφτεται ὅτι ἐπιδιώκει τὴν σύρραξη. Ἔχοντας ἀπέναντί της μία ἡγεσία «ἀγραβάτωτη» καὶ πνιγμένη στὴν ἰδεοληψία της, ἄθεο σκορποχώρι, ποὺ δὲν ἔχει συνέλθει ἀκόμη ἀπὸ τὴν παταγώδη καθίζηση τοῦ ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ καὶ τὴν καθολικὴ χρεωκοπία τοῦ σοβιετικοῦ συστήματος καὶ ἕναν λαὸ ἀποχαυνωμένο σὲ μάζα βουλιμικὰ φιλοθεάμονα -κάτι σὰν «γαλαρία» σχολικοῦ λεωφορείου ποὺ τὸ «γλεντάει» φαιδρολογώντας, μικρολογώντας καὶ ἐπιχαίροντας γιὰ τὰ δεινὰ τῶν γυμνοσάλιαγκων «παικτῶν» τοῦ survivor- συμπεραίνει ὅτι “θὰ ἀνοίξει τὴν πόρτα τοῦ τρελοκομείου”, θὰ χτυπήσει. Τί θὰ γίνει; Κανεὶς δὲν ξέρει.
.               Νὰ ἐπιστρέψω πάλι στὴν ἁγιασμένη Ἐπανάσταση τοῦ ᾽21 καὶ νὰ ὑπενθυμίσω αὐτὸ ποὺ ἔγραψε ὁ Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος στὸν Κολοκοτρώνη, ὅταν στὴν ἀρχὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἐπανάστασης ἐρίζουν οἱ καπεταναῖοι γιὰ τὰ πρωτεῖα καὶ ἡ δολερὴ διχόνοια χαμογελοῦσε «καθενὸς» μὲ τὸ σκῆπτρο της. «Σᾶς στέλνω τὸν Δράμαλη μὲ 30.000 ἀσκέρι γιὰ νὰ μονοιάσετε». Εὔχομαι μὴν μᾶς ἔλθουν πάλι ἀσκέρια ἀπὸ τῆς Ἀνατολῆς τὰ μέρη, γιατί τώρα δὲν ἔχουμε Κολοκοτρωναίους καὶ Παπαφλέσσηδες ποὺ ἦταν «ἱκανοὶ νὰ ἀποβάλουν τὴν σουλτανικὴ δουλεία μὲ σκέτο σαπουνόνερο», ὅπως γράφει ὁ Ἐλύτης.
.              Γράφω “τώρα”. Ἴσως κάτω ἀπὸ τὰ μπάζα τῆς ἀσημαντοκρατίας κρύβεται ἡ ἀληθινὴ Ἑλλάδα…

 

Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

ΕΛΛΗΝΙΚO ΠΟΔOΣΦΑΙΡΟ: ΦΡΟΝΤΙΣΤHΡΙΟ ΧΟΥΛΙΓΚΑΝΙΣΜΟY (Δ. Νατσιός) «Ἡ ἐξουσία, μέσῳ τοῦ Μεγάλου Ἀδελφοῦ, τῶν Μ.Μ.Ε., στρέφει τὴν προσοχὴ τῶν πολιτῶν καὶ κυρίως τῆς νεολαίας, ὄχι πρὸς τὰ ὄντως προβλήματα, ἀλλὰ στὶς ἀναμετρήσεις τῶν γηπέδων, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἀποκοίμιση, τὴν χειραγώγηση».

λληνικ ποδόσφαιρο: φροντιστήριο χουλιγκανισμο

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.             Διαβάζω τὶς τελευταῖες ἀθλητικὲς εἰδήσεις: “Μία μαύρη σελίδα γιὰ τὸ ἑλληνικὸ ποδόσφαιρο γράφτηκε σήμερα στὸ Βόλο, μὲ τὰ ἔκτροπα μεταξὺ ἔξαλλων χούλιγκαν τῆς ΑΕΚ καὶ τοῦ ΠΑΟΚ στὶς κερκίδες τοῦ Πανθεσσαλικοῦ Σταδίου λίγο πρὶν ἀρχίσει ὁ τελικός τοῦ κυπέλλου. Τραυματίστηκαν συνολικὰ 70 ἄτομα, στὰ ὁποῖα παρασχέθηκαν πρῶτες βοήθειες, ἐνῶ 15 ἐξ αὐτῶν νοσηλεύονται σὲ σοβαρὴ κατάσταση στὸ Νοσοκομεῖο Βόλου”. Αὐτὰ πρὶν ἀπὸ 15 μέρες.
.             “Ἡ Λεωφόρος τῆς ντροπῆς σὲ εἰκόνες: Ξύλο μεταξὺ παικτῶν, ὕβρεις καὶ τραυματισμὸς τοῦ προπονητῆ τοῦ ΠΑΟΚ”. Αὐτὰ χτές.
.             Ἔχουμε συνηθίσει πιά. Κάθε βδομάδα, μετὰ ἀπὸ τὰ “ντέρμπι” τῶν “μεγάλων” ὁμάδων, θὰ ἀκούσουμε, πλὴν τῶν ἄλλων ἐξοργιστικῶν καὶ τρομακτικῶν, τὶς ἑξῆς κοινότοπες – ἀλλοίμονο – φράσεις: «Μαύρη μέρα γιὰ τὸν ἑλληνικὸ ἀθλητισμό», «φοβερὰ ἐπεισόδια στὸ τάδε γήπεδο», «διεθνὴς διασυρμὸς τῆς Ἑλλάδας», «ἀνεγκέφαλοι ὀπαδοὶ ἔκαψαν…». Τὶς προσπερνοῦμε ἀδιάφοροι, σὰν νὰ πρόκειται γιὰ παιδικές, ἀθῶες σκανταλιές. Θεωροῦμε αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε χουλιγκανισμό, μέρος τῆς παιδαγωγίας τῶν νέων. Τὸ προστάδιο, ὁ προθάλαμος πρὶν ἀπὸ τὴν ἐνηλικίωση εἶναι ἡ μαθητεία στὴν κερκίδα. Κουκούλα, μολότωφ καὶ κουκουλοφορία: ἰδοὺ τὰ ὑλικά της σύγχρονης ἐκπαίδευσης. (Μᾶλλον… κουκουλοφλῶροι καὶ ὄχι κουκουλοφόροι, οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν τῶν ἀτίθασων νέων, εἶναι βαριεστημένοι γόνοι βορειοαθηναίων).Τὸ γήπεδο, εἶναι ἡ νέα Μεγάλη του Γένους Σχολή. Ἂς μὴ λησμονοῦμε καὶ ὅτι τὸ ποδόσφαιρο ὑπάγεται στὸ Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ….
.             Ἕνας ἀπὸ τοὺς τελευταίους Δασκάλους τοῦ λαοῦ μας, ὁ Φώτης Κόντογλου, ἔγραφε πρὶν ἀπὸ 40 περίπου χρόνια: «…ἀλλὰ καὶ τί ἄλλο ἀπὸ ἀδιαντροπιὰ φανερώνουν καὶ τὰ μὰτς μὲ τὴ θεὰ μπάλα, ποὺ τὴν κλωτσᾶνε ἕνα σωρὸ χασομέρηδες γιὰ νὰ διασκεδάσουνε τὶς μυριάδες φιλάθλους, ποὺ δὲν εὑρῆκαν ἄλλο τίποτε γιὰ νὰ νιώσουν ἀγωνία καὶ χτυποκάρδι, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὴν μπάλα; Καὶ γίνονται σοβαρὰ συνέδρια γιὰ τὴν μπάλα, μὲ ἀντιπροσωπεῖες, μὲ συζητήσεις, μὲ ἀνακοινωθέντα, μὲ δημοσιογράφους. Σὲ τέτοιο δυσθεώρητο ὕψος δὲν ἔφτασε ποτὲ ἡ ἀνοησία». (Μυστικὰ Ἄνθη, ἔκδ. «Ἀστήρ», σελ. 15).
.             Ὁ Κόντογλου στηλίτευε τότε τὸ ποδόσφαιρο, γιατί λειτουργοῦσε ὡς παραισθησιογόνο, ὡς λυτρωτικὴ ἐκτόνωση. Ὅπως σημειώνει λίγο παρακάτω: «οἱ ἄνθρωποι καταντήσανε σὰν ἄδεια κανάτια καὶ προσπαθοῦν νὰ γεμίσουν τὸν ἑαυτό τους, ρίχνοντας μέσα ἕνα σωρὸ σκουπίδια, μπάλες, ἐκθέσεις μὲ τερατουργήματα, ὁμιλίες καὶ ἀερολογίες, καλλιστεῖα ποὺ μετριέται ἡ ἐμορφιὰ μὲ τὴ μεζούρα, καρνάβαλους ἠλίθιους…». Ἂν ζοῦσε σήμερα, ὁ νεοφανὴς αὐτὸς ὁμολογητὴς τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ ἔβλεπε τὰ ὁδοφράγματα, τοὺς ἐμπρησμούς, τοὺς λιθοβολισμούς, τὰ καπνογόνα, τὶς συμπλοκὲς μὲ τὴν ἀστυνομία, τὶς καταστροφὲς περιουσιῶν τοῦ δημοσίου καὶ ἰδιωτῶν, τὰ αἱματοκυλίσματα ἢ ἄκουγε τὰ ἐμετικὰ καὶ βορβορώδη συνθήματα τῶν λεγομένων ὀπαδῶν, ποὺ συνήθως βεβηλώνουν κάθε ἱερὸ καὶ ὅσιο (ἀπὸ μάνα μέχρι πίστη καὶ πατρίδα. Εἶναι τόσο βαθιὰ ἡ διάβρωση καὶ ἡ ἀλλοτρίωση τῶν ὀπαδῶν, ποὺ «ἀποθεώνουν» τὶς ὁμάδες τους ἄδοντας σαχλοάσματα στοὺς ρυθμοὺς τοῦ ἐθνικοῦ μας ὕμνου), θὰ μιλοῦσε γιὰ παρανοϊκοὺς καὶ παράφρονες, γιὰ «ἄδεια κανάτια», ποὺ γεμίζουν μὲ βία καὶ ἐπιθετικότητα, γιὰ ἀπελπισμένους καὶ ἀπεγνωσμένους νέους, γιὰ μία «τεράστια μάζα ἀδιάφορων καὶ οὐδετέρων ποὺ προοδευτικὰ ἔχει γίνει ἕνας τεράστιος στρατὸς ἀπὸ δυσαρεστημένους, ἕτοιμος νὰ ἀκολουθήσει ὅλες τὶς ὑποβολὲς τῶν οὐτοπιστῶν καὶ τῶν ψευδορητόρων». (Γ. Λὲ Μπόν, «Ψυχολογία τῶν μαζῶν», ἔκδ. Ζῆτρος).
.             Σχεδὸν κάθε μέρα βλέπουμε τὶς ἐκθηριωμένες ὀρδές, ποὺ συνωστίζονται ἀγεληδόν, στὶς «θύρες» (ὁρμητήρια βανδαλισμοῦ καὶ βιοπραγίας), νὰ συμπλέκονται καὶ νὰ κονταροχτυπιοῦνται -κυριολεκτικὰ- μεταξύ τους καί, κυρίως, μὲ τὴν ἀστυνομία, ἡ ὁποία ἀπορροφᾶ τὴν ὀργή τους γιὰ τὴν περιρρέουσα ἐξαθλίωση. (Ἐρωτῶ: ὣς πότε οἱ ἀστυνομικοί, ποὺ εἶναι παιδιὰ δικά μας, θὰ ἀνέχονται τὸ κάθε βλαμμένο πλουσιόπαιδο τῶν Ἀθηνῶν, νὰ βρίζει  γονεῖς τους, ποὺ μὲ ἱδρώτα καὶ δάκρυα τοὺς ἀνέθρεψαν;). Βλέποντας τοὺς «γενναίους» αὐτοὺς φιλάθλους, τὰ νέα παιδιὰ νὰ κυριαρχοῦνται ἀπὸ αὐτὴν τὴν βάναυση ὁρμὴ τῆς «ἀνώνυμης καταστροφῆς», δὲν μπορεῖς παρὰ νὰ σκεφτεῖς, μὲ θλίψη, πὼς ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μία νοσηρὴ ἀναπλήρωση τοῦ κενοῦ ποὺ προκάλεσε ἡ ἀδηφάγος κυριαρχία τοῦ χρήματος καὶ ἡ καταρράκωση ὅλων τῶν ἀξιῶν. Γιὰ τὴν κάλυψη τοῦ ὀδυνηροῦ κενοῦ, ὁ «ὀργισμένος νέος» ἀναζητεῖ ἕνα ὑποκατάστατο. Ἔτσι θεοποιεῖ τὸ σωματεῖο του, καλύπτοντας τὴν ἔμφυτη μεταφυσικὴ ἀγωνία του, ἀναγάγει σὲ ὕψιστο ἰδανικό, σὲ νόημα ζωῆς, τὴν ἐπιτυχῆ πορεία τῆς ὁμάδας του καὶ – τὸ χειρότερο- σπαταλᾶ τὴν ἰκμάδα τῆς νιότης του, ὑπηρετώντας τὸ πιὸ διεφθαρμένο, σάπιο καὶ ἑξαχρειωτικὸ φαινόμενο τῶν σημερινῶν κοινωνιῶν, ποὺ ὀνομάζεται ποδόσφαιρο καὶ δὴ ἐπαγγελματικό. (Χαρακτηριστικὰ τὰ συνθήματα τῶν ἀφιονισμένων αὐτῶν ὀπαδῶν: «ΠΑΟ – θρησκεία – θύρα 13, Θρύλε – θεέ μου).
.             Ἡ ἐξουσία, βέβαια, γνωρίζοντας πὼς τὸ ποδόσφαιρο συναρπάζει τὶς μάζες, τὸ χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ ἐκτρέψει τὴν προσοχὴ τῶν μαζῶν ἀπὸ τὰ βασανιστικὰ καὶ ἐκρηκτικὰ προβλήματα τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Προτιμότερο εἶναι ὁ ἄνεργος νεαρὸς νὰ συγκρούεται μὲ τὸν ἀντίπαλο ἄνεργο ὀπαδό, παρὰ νὰ ξεχυθεῖ στοὺς δρόμους, γιὰ νὰ καταγγείλει τὶς αὐθαιρεσίες τῆς ἐξουσίας, τὰ ἑλληνοκτόνα μνημόνια, τὴν κοινωνικὴ ἀδικία, τὴν ἀσυδοσία τῶν ἰσχυρῶν, τοὺς ἐθνικοὺς ἐξευτελισμούς, τοὺς λεηλάτες καὶ καταστροφεῖς τοῦ τόπου.
.             Ἡ ἐξουσία, μέσῳ τοῦ Μεγάλου Ἀδελφοῦ, τῶν Μ.Μ.Ε., στρέφει τὴν προσοχὴ τῶν πολιτῶν καὶ κυρίως τῆς νεολαίας, ὄχι πρὸς τὰ ὄντως προβλήματα, ἀλλὰ στὶς ἀναμετρήσεις τῶν γηπέδων, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἀποκοίμιση, τὴν χειραγώγηση, τὴν φίμωση τοῦ κοινωνικοῦ σώματος, ποὺ διαπαιδαγωγεῖται ἔτσι, ὥστε νὰ θέτει πρῶτο στὴν κλίμακα τῶν ἱεραρχήσεών του, τὸ μέλλον, τῆς ὁμάδας του στὸ τάδε κύπελλο, παρὰ τὶς ἐπιλογὲς τῆς Ὑπουργοῦ… Παιδείας  ἢ τὶς ὑπογραφές, μὲ χέρια καὶ ποδάρια, τῆς λεηλασίας τῶν συνταξιούχων. (Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ πληθώρα ἀθλητικῶν ἀναμετρήσεων. Δὲν περνάει μέρα ποὺ δὲν θὰ προβάλλεται μία «ἱστορικὴ» ἀθλητικὴ συνάντηση. Ὁ χρόνος τῶν πολιτῶν μπαζώνεται, μὴν ἀρχίσει καὶ σκέφτεται τὴν κατάστασή του. Ἐπικίνδυνα πράγματα αὐτά…Μὴν ξυπνήσει τὸ κοπάδι…).
.             Δὲν ὑπάρχουν στὸ ἐπαγγελματικὸ ποδόσφαιρο ἠθικὲς ἀρχὲς καὶ σεβαστοὶ κανονισμοί. Τὰ ποδοσφαιρικὰ σωματεῖα ἐξελίχθηκαν σὲ μεγαλοεπιχειρήσεις. Ἐπιχειρηματίες, ἀμφίβολης προέλευσης, ἀγοράζουν ὁμάδες μὲ μοναδικὸ στόχο τὴν κοινωνικὴ προβολή, τὴν διαφήμιση, τὸν ὕποπτο πλουτισμό. Σὲ περιόδους ποὺ τὸ 1/4 τοῦ λαοῦ ζεῖ μὲ μισθὸ κάτω ἀπὸ τὸ ὅριο τῆς φτώχειας, ποὺ διαλύεται ὁ κοινωνικὸς ἱστὸς καὶ ἐρημώνει ἡ λεγόμενη ἀγορά, αὐτοί, δαπανώντας τεράστια ποσά, ἀγοράζουν ποδοσφαιριστὲς μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ κερδίζουν τὴν εὔνοια, τὴν ἀνοχή, τὴν λατρεία τῶν ἀγροίκων ὀπαδῶν.
.             Σήμερα τὸ ποδόσφαιρο ἀντιμάχεται τὴν ἴδια τὴν παιδεία. Δρέπουμε καὶ τοὺς καρποὺς μίας πολὺ συγκεκριμένης «Παιδείας», ποὺ διδάσκει μόνον δικαιώματα, ἀγνοώντας ὅτι στὴν ἐξοπλιστική, γιὰ παράδειγμα, ἡλικία τοῦ δημοτικοῦ, «μορφώνεις» πρωτίστως τὴν ἔννοια τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς πειθαρχίας. ( Στὴν 3η καὶ 4η δημοτικοῦ ὑπάρχουν ἀπανωτὰ κείμενα γιὰ τὰ δικαιώματα τῶν παιδιῶν, καμμία ἀναφορὰ περὶ ὑποχρεώσεων). Οἱ μαθητὲς τοῦ Δημοτικοῦ, παιδιὰ ἀνυπεράσπιστα, φανατίζονται ἐξ αἰτίας τῆς τρισάθλιας τηλεόρασης, τῶν χυδαίων ἀθλητικῶν- καὶ ἠλεκτρονικῶν- ἐντύπων καὶ ἀπὸ τὶς συζητήσεις τῶν «μεγάλων». (Τὸ πρῶτο μέλημα τοῦ πατέρα σήμερα, εἶναι ἡ… κληροδότηση στὸ παιδὶ τῆς ποδοσφαιρικῆς προτίμησης). Ὁ γράφων, ζήτησε, πρὸ καιροῦ, ἀπὸ ἀγόρια τῆς Ε´ Δημοτικοῦ νὰ γράψουν πόσα ἱστορικὰ πρόσωπα γνωρίζουν καὶ πόσους ποδοσφαιριστές. Τὸ ἀποτέλεσμα ἀποκαρδιωτικό: ἀγνοεῖ ὁ μαθητὴς τοῦ Δημοτικοῦ τὸν Σωκράτη ἢ τὸν Πλάτωνα καὶ γνωρίζει τοὺς σύγχρονους «θεοὺς» τῆς στρογγυλῆς θεᾶς. Συγκρατεῖ ὁ μαθητὴς τὰ ὀνόματα τῶν σύγχρονων «θεῶν» (παντοῦ ἡ λέξη θεὸς) τῆς μπάλας καὶ ξεφορτώνεται, ὡς βάρος περιττό, τὰ ὀνόματα τῶν θνητῶν ἐκείνων «γονέων τῆς ἀνθρωπότης». Μποροῦμε βέβαια νὰ καυχόμαστε, γιατί τὰ παιδιά μας ἔχουν τουλάχιστον «ποδοσφαιρικὴ παιδεία», ὅπως λένε οἱ κοτσανολογοῦντες, τιποτολόγοι ἀθλητικογράφοι…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ «ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΝΟΙΧΤΟ ΣΤΗ ΖΩΗ»; «Ἡ λέξη “μαθητὴς” κατονομάζει μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες διαστάσεις τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, τὴν ἀλήθεια τῆς σχέσης, τῆς ἄσκησης, τῆς ὑπακοῆς, τοῦ σεβασμοῦ, τῆς ἀγάπης γιὰ τὴν πνευματική μας κληρονομιά». [Δ. Νατσιός]

Τί θ πε «σχολεο νοιχτ στ ζωή»;

Γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.             Ἀπὸ τοὺς τελευταίους Δασκάλους τοῦ Γένους μας, ὁ Φώτης Κόντογλου, γιὰ νὰ παραστήσει τὴν εἰκόνα τῆς σημερινῆς Ἑλλάδας, κατέφυγε σ’ ἕνα μύθο. Τὸν μύθο τοῦ χταποδιοῦ. Ἡ χταπόδα βοσκᾶ στὸν πάτο τῆς θάλασσας μαζὶ μὲ τὸ χταποδάκι. Ἄξαφνα τὸ καμακώνουνε. Τὸ χταποδάκι φωνάζει: «Μὲ πιάσανε μάνα». Ἡ μάνα τοῦ λέγει: «Μὴ φοβᾶσαι παιδί μου». Ξαναφωνάζει τὸ μικρό: «Μὲ βγάζουν ἀπὸ τὴ θάλασσα». Πάλι λέγει ἡ μάνα: «Μὴν φοβᾶσαι παιδί μου. Καὶ πάλι: «Μὲ σγουρίζουνε» (μὲ τρίβουνε στὰ βράχια). «Μὴ φοβᾶσαι παιδί μου». «Μὲ μασᾶνε». «Μὴν φοβᾶσαι παιδί μου». «Πίνουνε κρασί, μάνα». «Ἄχ! σ᾽ ἔχασα, παιδί μου». Τὸ χταποδάκι, λέει ὁ Κόντογλου, συμβολίζει τὴν Ἑλλάδα. «Παλαιόθεν καὶ ὡς τώρα ὅλα τὰ θερία πολεμοῦν νὰ τὴν φᾶνε», τρῶνε, ἀλλὰ μένει καὶ μαγιά. Χταποδομάνα εἶναι ἡ μοίρα τῆς Ἑλλάδα. Τὸ κρασὶ συμβολίζει τὰ φῶτα τοῦ φράγκικου πολιτισμοῦ, ποὺ μετακενώθηκαν στὴν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολὴ ἀπὸ τοὺς ξιπασμένους νεόπλουτους τῆς μάθησης. Μὲ τὸ κρασὶ ξεχνᾶς ποιὸς εἶσαι…
.             Ἔγραψε ὁ Χουρμούζης, ἀγωνιστὴς τοῦ ’21 καὶ λόγιος, γιὰ τοὺς τότε ψαλιδόκωλους ποὺ κατέφταναν σωρηδὸν ἀπὸ τὴ Δύση, γιὰ νὰ μᾶς φωτίσουν. «Ἀπροκάλυπτος περιφρόνησις τῶν πατρίων μας καὶ τῆς θρησκείας ἀκόμη, ὡς δεῖγμα εὐρωπαϊκῆς προόδου. Συμπεριφορὰ γελοιωδεστάτη, δῆθεν ὑψηλῆς ἀνατροφῆς καὶ σφαίρας ἀριστοκρατικῆς. Ξιπασμένων ὀψιπλούτων ἀηδέστατοι ἐπιδείξεις! Πτωχοαλαζονεία ἀξία οἴκτου, γλῶσσα παρδαλή». Παράδειγμα. Βιώνουμε στὶς μέρες μας κάποιες στρεβλώσεις καὶ παρανοήσεις στὴν Παιδεία (ἢ μᾶλλον ἐκπαίδευση). Ὁ κοινὸς νοῦς βεβαιώνει πὼς δὲν λείπουν ἁπλῶς αἴθουσες διδασκαλίας ἢ διδακτικὸ προσωπικό, ἐποπτικὰ μέσα καὶ λοιπά, τὰ ὁποῖα θὰ λείπουν καὶ θὰ συμπληρώνονται ἀενάως. Λείπει κάτι κρισιμότερο. Ὁ μαθητὴς δὲν καταλαβαίνει γιὰ ποιὸ λόγο εἶναι μαθητής, ὁ δάσκαλος γιὰ ποιὸ λόγο εἶναι δάσκαλος, ἡ πολιτεία τί θέλει ἀπὸ τὸ σχολεῖο. Δὲν πρόκειται γιὰ κάποια ἐπιγενόμενη κρίση ἀξιῶν, πρόκειται περὶ κρίσεως νοήματος, ὄχι δηλαδὴ τί ἀξίζει καὶ τί ὄχι, ἀλλὰ τί σημαίνει καὶ ποῦ ἀποσκοπεῖ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο.
.             Ἐπειδὴ τὰ θέματα αὐτὰ εἶναι μεγάλα, θὰ περιοριστῶ σὲ δύο τρέχοντα ἰδεολογήματα ἢ καλύτερα, ὅρους–γλειφιτζούρια ἀναγκαστικῆς κατανάλωσης, τῶν ὁποίων τὰ πλεονεκτήματα δὲν μπαίνουν κὰν στὸν κόπο νὰ μᾶς τὰ ἐξηγήσουν οἱ νεόκοποι παιδαγωγοί. Πρῶτον ὅτι κέντρο τοῦ σχολείου εἶναι ὁ μαθητὴς καὶ ὄχι ὁ δάσκαλος καὶ δεύτερον ὅτι τὸ σχολεῖο πρέπει νὰ ἀνοίξει στὴ ζωή, σχολεῖο ἀνοικτὸ στὴ ζωή, τὸ ὁποῖο συνοδεύεται μὲ τὰ γνωστὰ συριζαίικα καρυκεύματα περὶ δημοκρατικοῦ, προοδευτικοῦ, νέου σχολείου καὶ λοιπὰ ἠχηρὰ παρόμοια.
.             Σήμερα ἡ ἰδέα ὅτι τὸ παιδὶ εἶναι τὸ κέντρο τοῦ σχολείου, ὅποια καὶ ἂν εἶναι ἡ γενεαλογία της καὶ ὅσοι κι ἂν εἶναι οἱ ἐπιστημονικοί της καρποί, ἔχει ἀποβεῖ ἕνα ὀλέθριο ἰδεολόγημα, καταστρεπτικό τῆς ἴδιας τῆς ὑπόστασης τοῦ σχολείου. Ἱδρυτικὴ συνθήκη τοῦ σχολείου εἶναι ὅτι ὑπάρχει κάποιος ποὺ γνωρίζει (ὁ δάσκαλος) καὶ κάποιος ποὺ δὲν γνωρίζει (ὁ μαθητὴς) καὶ ὅτι ὁ δεύτερος προσέρχεται στὸν πρῶτο γιὰ νὰ διδαχτεῖ καὶ νὰ μάθει. Ὁ μαθητὴς πηγαίνει σχολεῖο, γιὰ νὰ μάθει γράμματα, γιὰ νὰ μάθει συγκεκριμένα περιεχόμενα καὶ ὄχι «γιὰ νὰ μαθαίνει πῶς νὰ μαθαίνει», ὅπως λέει ἕνα τρέχον εὐφυολόγημα, τὸ ὁποῖο εἶναι μία πελώρια ἀνοητολογία- «κέλυφος ἔρημο ἐννοίας» κατὰ τὸ Ροΐδη- γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι μόνο μαθαίνοντας συγκεκριμένα πράγματα μαθαίνει κανεὶς τελικὰ νὰ μαθαίνει. Ἡ περιβόητη κριτικὴ ἱκανότητα, ἡ ἀνάπτυξη τῆς ὁποίας ἔχει ἀναχθεῖ σὲ πρωταρχικὸ στόχο τῆς ἐκπαίδευσης, προϋποθέτει μαθητεία, σπουδή, κοπιαστικὴ μελέτη. Ὅλα αὐτὰ τὰ μορφωτικὰ ἀγαθὰ τὰ μεταδίδει ὁ ἀφοσιωμένος δάσκαλος –ἔχει μεταδοτικότητα ἔλεγαν παλιὰ– καὶ τότε παίρνει καὶ αὐτός, ὡς ἀντίδωρο, τὴν εὐλογημένη ἀγάπη τῶν μαθητῶν του. Σήμερα δυστυχῶς καταστρέψανε τὸ δάσκαλο, γιὰ νὰ τὸν μεταβάλλουνε σὲ συνδικαλιστὴ καὶ φροντιστή, σὲ μίζερο πενταροκυνηγό, ποὺ ξέρει μόνο νὰ διεκδικεῖ καὶ νὰ κομματί(ά)ζεται. Καὶ βέβαια, ὅλα ἀκυρώνονται, ἂν ὁ δάσκαλος δὲν διδάσκει μὲ τὸ παράδειγμά του. («Τοῦτο διδασκάλου ἀρίστου, τὸ δι’ αὐτοῦ παιδεύειν ἃ λέγει», διδάσκει ὁ ἄγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ὅπως οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ χωρὶς νὰ ἔχουν στόμα, ἀλλὰ διὰ τοῦ κάλλους τους, ἔτσι καὶ ὁ δάσκαλος, τὸ ξαναγράφω, πρέπει νὰ ἔχει ζωὴ φωτεινή, γιὰ νὰ φωτίζει).
.             Τὸ δεύτερο, τώρα, ἀερόπλαστο ἰδεολόγημα, περὶ σχολείου «ἀνοιχτοῦ στὴ ζωή». Ὅσοι μιλοῦν γιὰ ζωή, σίγουρα ὑπονοοῦν ὅτι ζωὴ σημαίνει χαμόγελο, εὐτυχία, σοφία, καλοσύνη καὶ λοιπὰ χαζοχαρούμενα, κάτι τέλος πάντων ἀπεριόριστα θετικό. Στὴ ζωὴ ὅμως ἀνήκουν ὁ ἀνταγωνισμός, ἡ βία, ὁ φανατισμὸς καὶ ἡ μισαλλοδοξία, ὁ δόλος καὶ ἡ ἀπάτη, ἡ χυδαιότητα καὶ ἡ βλακεία. Ὑποστηρίζω πὼς τὸ σχολεῖο πρέπει νὰ κλείσει στὴ ζωή. Τὸ σχολεῖο πρέπει νὰ γίνει κάστρο συντήρησης, καὶ χρησιμοποιῶ τὴ λέξη μὲ τὴν πρωταρχική, κυριολεκτική της σημασία. Νὰ συντηρεῖ δηλαδὴ ὅ,τι παρέλαβε –τὴν παράδοση– καὶ νὰ τὸ παραδίδει στοὺς νεώτερους. Ἡ παράδοση μὲ τὴν παιδαγωγική της ἐξοχότητα, ἀποτελεῖ πνευματικὸ θησαυρό, ἀδαπάνητο, ὁ ὁποῖος μεταβιβάζεται ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά. Ἡ παράδοση προσφέρει τὰ ἠθικὰ πρότυπα ὡς βιωμένες ἀξίες, τὸν ἅγιο καὶ τὸν ἥρωα, τὸν Πατροκοσμᾶ καὶ τὸν Καραϊσκάκη, καὶ ὄχι ὡς ἄνωθεν ἐπιταγές. Ἀφοῦ προσλάβουν οἱ νεώτεροι τὰ τιμαλφῆ καὶ τὶς ἀξίες, ὅταν ἀποφοιτήσουν καὶ «βγοῦν» στὴ ζωή, ὅταν ἁπλώσουν τὰ φτερά τους σὰν θαλασσοπούλια πάνω στὸ πέλαγος, θὰ καινοτομήσουν. Ἔλεγε ἡ Χάννα Ἄρεντ, ἤδη ἀπὸ τὸ 1958, στὸ ἀπροσπέραστο δοκίμιό της «Ἡ κρίση τῆς ἐκπαίδευσης»: «Μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ συντηρητισμὸς νοούμενος ὡς συντήρηση, ἀποτελεῖ τὴν ἴδια τὴν οὐσία τῆς ἐκπαίδευσης, ἡ ὁποία ἔχει πάντοτε ὡς ἔργο της νὰ περιβάλλει καὶ νὰ προστατεύει κάποιο πράγμα, τὸ παιδὶ ἔναντι τοῦ κόσμου, τὸν κόσμο ἔναντι τοῦ παιδιοῦ, τὸ καινούργιο ἔναντι τοῦ παλαιοῦ, τὸ παλαιὸ ἔναντι τοῦ καινούργιου». Σήμερα ὅμως ὄχι μόνο δὲν προστατεύουμε τὸ σχολεῖο ἀπὸ τὴν τύρβη καὶ τὴν βλακεία τοῦ κόσμου, ἀλλὰ τὸ μετατρέψαμε σὲ κακέκτυπό του, ἀφήσαμε τὰ πορτοπαράθυρά του ἀνοιχτὰ καὶ εἰσβάλλει ἡ περιρρέουσα ἀσχήμια.
.             Σχολεῖον ἴσον δάσκαλος, ἔλεγε ὁ Παλαμᾶς. Οἱ καιροὶ ἀπαιτοῦν ἀφοσιωμένους δασκάλους, συντηρητὲς τῆς παράδοσης καὶ μεταλαμπαδευτὲς ἀξιῶν, ποὺ θὰ διδάσκουν σ’ ἕνα σχολεῖο, κλειστὸ στὸν ἀφόρητο «ἔξω» κόσμο.
.             «Γιατί σήμερα φαίνεται ὅτι ὁ δάσκαλος μετατρέπεται σὲ ἐκπαιδευτικό, ποὺ περισσότερο διεκδικεῖ, παρὰ διακονεῖ, πράγμα ποὺ ἐπιδεινώθηκε λόγῳ κρίσεως -ποὺ μεταδίδει «πληροφορίες» στὴ νέα γενιά, ἀλλὰ δὲν ἔχει πρόταση ζωῆς. Καὶ ὁ μαθητὴς γίνεται ἐκπαιδευόμενος, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ ἀκούει, δὲν μαθαίνει νὰ ἀκούει, ἀλλὰ νὰ ἔχει ἄποψη γιὰ ὅλα καὶ νὰ κρίνει. «κπαιδευτοποίηση» το δασκάλου κα πώλεια τς δέας τς μαθητείας μπορον ν ποβον μοιραία γι τν παιδεία μας. Γιατί ὁ δάσκαλος δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶναι εἰδικὸς ἐπιστήμονας τῆς ἀγωγῆς καὶ παράγοντας τῆς ἐκπαίδευσης, δὲν φτάνει νὰ ἔχει ἀνθρωπιστικὴ παιδεία, πρέπει νὰ ἔχει καὶ τὸ «ἦθος τοῦ δασκάλου», τὴν ἐλευθερία καὶ τὴ σοφία, ποὺ δὲν ἀποκτῶνται μὲ τὴν καλύτερη ὀργάνωση τῆς ἐκπαίδευσης τῶν ἐκπαιδευτικῶν, ἀλλὰ εἶναι ὑπόθεση ἀληθινῆς μαθητείας, ὑπευθυνότητας καὶ αὐθυπέρβασης. Καὶ γιατί λέξη «μαθητς» κατονομάζει μία π τς σημαντικότερες διαστάσεις τς νθρώπινης παρξης, τν λήθεια τς σχέσης, τς σκησης, τς πακος, το σεβασμο, τς γάπης γι τν πνευματική μας κληρονομιά.
.             Δάσκαλος καὶ μαθητὴς εἶναι κατάκτηση, ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ προσέχουμε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ. Μαζὶ μὲ τὸν δάσκαλο καὶ τὸν μαθητὴ ἀπειλεῖται σήμερα καὶ ἡ ἴδια ἡ ἔννοια τῆς παιδείας ὡς ἀνθρωποποιίας, ἀφοῦ, μέσα στὴ γενικότερη σύγχυση ἀξιῶν, κυριαρχεῖ ὁ χρησιμοθηρικὸς προσανατολισμὸς στὸν χῶρο τῆς ἐκπαίδευσης καὶ ἀπεμπολοῦνται ἀλήθειες ζωτικὲς γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ἐλευθερία του. Οἱ ἀλήθειες ποὺ συγκλόνισαν τοὺς Πατέρες καὶ τοὺς Μάρτυρες, τοὺς ἀγωνιστὲς καὶ τοὺς ἥρωες, ποὺ διέσωσαν τὸ Γένος, δὲν φαίνεται σήμερα νὰ μᾶς ἀγγίζουν. Χάνεται ἡ ἀλήθεια ὅτι παιδεία ἀναφέρεται στὴν ἱκάνωση τῆς νέας γενιᾶς νὰ ἀνακαλύπτει νόημα ζωῆς καὶ ἀξιολογικὸ προσανατολισμὸ μέσα ἀπὸ τὴ συνάντηση μὲ τὰ πολύτιμα στοιχεῖα τῆς παράδοσης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι «τὸ δικαίωμα ψήφου τῶν νεκρῶν», ἀλλὰ ἀνεξάντλητη πηγὴ νοηματοδότησης τῆς ἐλευθερίας μας.
.             «Παράδοση εἶναι ἡ ζωντανὴ φωνὴ τῶν κεκοιμημένων καὶ ὄχι ἡ νεκρὴ φωνὴ τῶν ζωντανῶν», σύμφωνα μὲ μία εὐφυῆ ἑρμηνεία.

 

 

 

, , ,

Σχολιάστε

ΩΣΤΕ… “ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ” ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΗ ΠΑΠΑ (Δ. Νατσιός) «Ἐρωτῶ τοὺς οἰκουμενιστὲς πατριάρχες καὶ ἐπισκόπους, ποὺ ὅταν βλέπουν τὸ “θηρίο” κάνουν… κωλοτοῦμπες- ξιπάζονται ἀπὸ τὴν χαρά τους-, θὰ τὸν ἐπαναφέρουν στὴν τάξη;»

ΩΣΤΕ… “ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ” ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΗ ΠΑΠΑ

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός

«Ἤθελα νὰ ἤμουν ὄμορφος
νὰ ἤμουν καὶ παλικάρι
νὰ ἤμουνα καὶ τραγουδιστὴς
δὲν ἤθελ’ ἄλλη χάρη»
(δημοτικὸ τραγούδι)

(Ἂς μὲ συγχωρέσει ὁ ἀναγνώστης τοῦ κειμένου. Ἴσως θεωρήσει ὅτι δὲν συμβαδίζει ὁ τίτλος μὲ τὸ θέμα. Ὅμως γράφω ἀπὸ καρδίας)
.               Ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης σὲ μία πρὸς τὸν Τερτσέτη διήγησή του, εἶπε: «Εἶχαν παιχνίδια, ταμπουράδες, πηδήματα, χορούς, τραγούδια ἡρωικά. Τὰ τραγούδια τὰ ἔκαμναν οἱ χωριάτες, οἱ στραβοί, μὲ ταῖς λύραις». (Λέγοντας «στραβοὶ» ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ ἐννοεῖ τυφλούς. Ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια ἀκόμη οἱ μεγάλοι ραψωδοὶ καὶ ποιητὲς – Ὅμηρος, Δημοδοκὸς- εἶναι τυφλοί. Ἡ ποίηση καὶ ἡ ἀπαγγελία ἐπῶν ἦταν ἡ κύρια ἀπασχόλησή τους καὶ ἀποζοῦσαν ἀπ᾽ αὐτήν, γεγονὸς ποὺ ἐπιβίωσε καὶ ὣς τὰ πολὺ νεότερα χρόνια). Ἑρμηνεύοντας ὁ Κολοκοτρώνης τί ἦταν τὰ τραγούδια αὐτά, μᾶς δίνει τὸν ἑξῆς θαυμάσιο καὶ ἀμίμητο χαρακτηρισμό: « Τὰ τραγούδια ἦσαν ὕμνοι, ἦσαν ἐφημερίδες στρατιωτικές». (« Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης», τόμ. Α´ σελ. 40). Διηγεῖται ἀκόμη ὁ ἴδιος κάτι πολὺ νόστιμο. Βρέθηκε κάποτε καὶ ὁ Γέρος στὴν ἀνάγκη νὰ φτιάξει τραγούδι, ὅταν τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα πληροφορήθηκε ὅτι δισχίλιοι Τοῦρκοι θὰ περνοῦσαν ἀπὸ τὰ λημέρια του, σέρνοντας μαζί τους δεσμίους περὶ τοὺς ἑκατὸν πενήντα Ἕλληνες αἰχμαλώτους. «Ἀφοῦ -λέει- πρῶτα τοὺς τὸ ὁρμήνευσα μιλητά, ἔπειτα τὸ ἔκαμα τραγούδι καὶ τοὺς τὸ τραγούδησα». Ἀπ’αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀποδεικνύεται ὅτι, πλὴν τῶν ἄλλων ἀρετῶν του, ἦταν καὶ ποιητὴς καὶ μελοποιός. Τὸ τραγούδι τοῦ ἀθάνατου ἥρωα ἔχει ὡς ἑξῆς:

Καλὰ τρῶμε καὶ πίνουμε
καὶ λιανοτραγουδᾶμε
δὲν κάνουμε κι ἕνα καλὸ
καλὸ γιὰ τὴν ψυχή μας.
Ὁ κόσμος φτιάνουν ἐκκλησιὲς
φτιάνουν καὶ μαναστήρια.
Νὰ πᾶμε νὰ φυλάξουμε
στῆς Τρίχας τὸ γιοφύρι,
ποὺ θὰ περάσει ὁ Βόιβοντας
μὲ τοὺς ἁλυσσομένους
νὰ κόψουμε τοὺς ἅλυσσους
νὰ βγοῦν οἱ σκλαβωμένοι

(Τὸ ἐντόπισα στὸ λεξικὸ τοῦ «Ἡλίου», τόμ. Ε´, σελ. 1020).
(Νὰ πῶ κάτι γιὰ τὴν λέξη «μαναστήρια» ποὺ περιέχεται καὶ στὸ θαυμάσιο κολοκοτρωναίικο τραγούδι. Θυμᾶμαι ὅτι οἱ παλιοί, οἱ γέροι καὶ οἱ γιαγιάδες στὰ χωριά μας, στὰ Πιέρια, ἔτσι ἀποκαλοῦσαν τὰ μοναστήρια. Ἀκριβῶς γιατί τὰ “μαναστήρια” ἦταν ἡ μάνα τοῦ φτωχοῦ καὶ ἀνυπεράσπιστου λαοῦ. Ἐκεῖ ἔβρισκαν παρηγοριὰ καὶ καταφυγή, ὅταν τοὺς καταδίωκε ἡ ἰσλαμικὴ προστυχιά. Στὰ μοναστήρια ἄφηναν πολλὲς φορὲς τὰ κτήματά τους -μετὰ θάνατον- ὅταν κινδύνευαν ἀπὸ τὴν ἀπληστία τοῦ τοπικοῦ ἀγά. Γι’ αὐτὸ βρέθηκε ἡ Ἐκκλησία μὲ περιουσία, τὴν ὁποία ροκάνισε σιγὰ-σιγὰ τὸ ἀδηφάγο κράτος. Μακάρι καὶ σήμερα νὰ μπορούσαμε νὰ «μεταβιβάσουμε» τὴν ἀκίνητη περιουσία μας, τὴν ὑποθηκευμένη λόγῳ δανείων, στὴν Ἐκκλησία, μήπως καὶ γλιτώσει ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἡμεδαπῶν καὶ ξένων λεηλατῶν, ποὺ τὴν προορίζουν  γιὰ τοὺς… πρόσφυγες καὶ μετανάστες, τοὺς λαθρομετανάστες τοῦ Ἰσλάμ).
.           Νὰ ἐπανέλθουμε ὅμως στὸ τραγούδι καὶ στὴν ἐξαίσια παράδοσή μας ποὺ δὲν γλίτωσε κι αὐτὴ ἀπὸ τὰ πνευματικά… μνημόνια. Τὰ τελευταῖα χρόνια οἱ κερδέμποροι τοῦ τηλεθεάματος ἔχουν ἐπινοήσει ἕναν ἄλλο τρόπο ἐκμετάλλευσης νέων, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἄνεργων, γιὰ νὰ θησαυρίζουν. Εἶναι οἱ ἐκπομπὲς ἀναζήτησης ταλέντων στὸ τραγούδι. Καλλίφωνων ὑποτίθεται. Πέραν τῆς δυσωδίας, ποὺ ἀναδίδει ὅλο αὐτὸ τὸ ἐφεύρημα καὶ τῆς ψυχικῆς ἐξαθλίωσης ὅσων ἀπορρίπτονται ἀπὸ μία ἐπιτροπὴ τάχα καὶ εἰδημόνων -ξεφτίλες ποὺ διασύρονται γιὰ μία χούφτα εὐρώ-, ἐντύπωση προξενεῖ ἡ ἐπιλογὴ τῶν τραγουδιῶν. Τὰ 2/3 εἶναι ξένα καὶ λίγα τὰ ἑλληνικά, ἐλαφριᾶς κοπῆς. Ὅσο κι ἂν ἐθελοτυφλοῦμε, ἡ νέα γενιὰ ἀποκόπτεται πλήρως ἀπὸ τὴν Ἐθνική μας Παράδοση. Καὶ ἴσως αὐτὴ ἡ ἀποκοπὴ ἀνεβαίνει καὶ στὴν… μεσόκοπη γενιά. Ὅλα τὰ φτηνὰ καὶ σάπια ὑποπροϊόντα τοῦ δυτικοῦ κακοφορμισμένου ἀποστήματος, συνεχίζουν νὰ γυαλίζουν ἐνώπιον τοῦ ἐξευρωπαϊσμένου Γραικοῦ.
.           Κρατηθήκαμε ὄρθιοι τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, γιατί οἱ Ἑλληνίδες μάνες μάθαιναν στὶς κόρες τους νὰ συλλαβίζουν τραγούδια ποὺ μοσχοβολοῦν σὰν τὸ Τίμιο Ξύλο. «Κάλλιο νὰ ἰδῶ τὸ αἷμα μου /τὴ γῆς νὰ κοκκινίσει/παρὰ νὰ ἰδῶ τὰ μάτια μου/ Τοῦρκος νὰ τὰ φιλήσει». Καὶ οἱ Ρωμιὲς οἱ μάνες, ὅταν τοὺς ἔβρισκε τὸ κακό, γονάτιζαν καὶ παρακαλοῦσαν τὴν Θεομάνα μας:
«Ὤ! Παναγιά μου, Δέσποινα καὶ τοῦ Χριστοῦ μητέρα/
σὲ σένα παραδίνομαι, νύχτα καὶ τὴν ἡμέρα/
κι ὄντας κοντύνει ἡ γλώσσα μου καὶ θαμπωθεῖ τὸ φῶς μου/
τότε κυρά μου, Παναγιά, νὰ στέκεις βοηθός μου».
.             Ἔχω γράψει καὶ γιὰ τὰ σχολικὰ βιβλία “Γλώσσας”, τὶς ἔντυπες ἀθλιότητες τοῦ ὑπουργείου ἀπαιδευσίας, ποὺ ἐκπαραθύρωσαν τὸ δημοτικὸ τραγούδι γιὰ νὰ τὸ ἀντικαταστήσουν μὲ συνταγὲς μαγειρικῆς. Καὶ καλὸ θὰ ἦταν ὅσοι ἐκπαιδευτικοὶ σέβονται τὴν γῆς, ποὺ τοὺς γέννησε, νὰ ὀργανώσουν μία θεματικὴ ἑβδομάδα -καὶ δύο καὶ τρεῖς- διδάσκοντας στοὺς μαθητὲς δημοτικὰ τραγούδια “τοῦ τελεσφορώτατου ὀργάνου τῆς ἐθνικῆς ἀγωγῆς”. (Ν. Πολίτης). “Τίποτε τὸ δημοτικότερο ἀπὸ τὰ ὁμηρικὰ ποιήματα καὶ τίποτα ὁμηρικότερο ἀπὸ τὰ δημοτικὰ τραγούδια”, θὰ πεῖ καὶ ὁ Παλαμᾶς.
.             Ἂς τὸ κατανοήσουμε ὅτι σάπιο πνεῦμα τῆς Νέας Ἐποχῆς, ὁ οἰκουμενισμὸς καὶ ἡ παγκοσμιοποίηση, μὲ δύναμη καὶ ταχύτητα ἐπιδημικῆς ἀρρώστιας, ἔχουν προσβάλει τὸν λαό μας, μὲ κίνδυνο ἀφανισμοῦ του, γιατί ξεραίνονται οἱ ρίζες. (Κάτι ἐμβόλιμο. Τὸ θηρίο τῆς Ρώμης, ὁ “καλοσυνάτος” πάπας, ἀποκάλεσε τὰ Σκόπια, “Μακεδονία”. Ἐπειδὴ εἶμαι Μακεδὼν τὸ Γένος, καὶ σκοτώθηκαν παπποῦδες μου γιὰ τὸ ἱερὸ ὄνομα τῆς γενέτειρας, καὶ καπνίζουν τὰ μάτια μου ἀπὸ ὀργή, ἐρωτῶ τοὺς οἰκουμενιστὲς πατριάρχες καὶ ἐπισκόπους, ποὺ ὅταν βλέπουν τὸ “θηρίο” κάνουν… κωλοτοῦμπες- ξιπάζονται ἀπὸ τὴν χαρά τους-, θὰ τὸν ἐπαναφέρουν στὴν τάξη; ΟΤΑΝ -τὸ γράφω μὲ κεφαλαῖα γράμματα-ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΡΟΣΒΑΛΕΙ ΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΣΟΥ, ΤΟ ΑΙΜΑ ΠΟΥ ΕΧΥΣΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΣΟΥ, ΠΩΣ ΤΟΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙΣ; TΟN ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΗ ΠΑΠΑ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΣΕ ΤΑ ΣΚΟΠΙΑ “ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ”, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΑΚΟΥΕΙ ΟΛΗ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ, ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΤΗΣ ΜΙΑΣ, ΑΓΙΑΣ, ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΝΑ ΤΟΝ ΑΣΠΑΖΟΝΤΑΙ; ΑΥΤΟ ΕΚΑΝΑΝ Ο ΦΩΤΙΟΙ, ΟΙ ΜΑΡΚΟΙ, ΟΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΙ; Δοξάζουμε τὸν ἀναστημένο Σωτήρα μας, ποὺ ὑπάρχουν ἀκόμη ἱερεῖς καὶ μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ ποὺ συντηροῦν τὸ “οὐδὲν ἐποιήσαμεν” τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ).
.            Νὰ κλείσω μὲ δύο δίστιχα πετράδια τῆς δημοτικῆς ποίησης ποὺ δείχνουν τί λαὸς ζοῦσε κάποτε σ’αὐτὰ τὰ ματωμένα χώματα καὶ τί ἀλλόκοτος… ταϊφᾶς καταντήσαμε τώρα.

“Τάζω σου Παναγία μου
ὀκάδες τὸ λιβάνι
νὰ μᾶς ἐβάλεις τῶν δυονῶ
στὴν κεφαλὴ στεφάνι”.
.             Καὶ τὸ δεύτερο:

“ Ὁ κόσμος μ’ ἀπελπίζουνε
μὴ μ’ ἀπελπίζεις, Θέ μου
καὶ μὴ μ’ἀφήνεις νὰ χαθῶ,
Μεγαλοδύναμέ μου”

.                  Δὲν εἶναι καὶ τὰ δύο προσευχές;

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΑΓΙΟ ΦΩΣ ΚΑΙ ΟΙ…ΜΠΑΛΑΟYΡΕΣ (Δ. Νατσιός)

Τὸ Ἅγιο Φῶς καὶ οἱ…μπαλαοῦρες

γράφει ὀ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος -Κιλκίς

 .             Μπαλαούρας: τί ἐνδιαφέρον ὄνομα!! Καὶ ἐπειδὴ εἴμαστε λαὸς ποὺ μᾶς ἀρέσει νὰ παίζουμε –“ἀεὶ παῖδες εἰσὶ οἱ Ἕλληνες”- ἐνίοτε μὲ τὰ ὀνόματά μας καὶ τὰ ἐτυμολογικά τους… γενέθλια, θὰ ἀναζητήσουμε τὰ λεκτικά…“γενοτόπια” τοῦ  “μπαλαούρα”. Ἐκ πρώτης ὄψεως συνίσταται, ἐκ τῶν κάτωθι δύο συνθετικῶν: μπάλα + οὔρα, γενικὴ μπαλαούρας. Ἡ μπάλα, ἴσως παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα πάλλω, ποὺ σημαίνει σείομαι, ἀναπηδῶ, σκιρτῶ – ἀλλὰ μᾶλλον εἶναι παρετυμολογία – ἢ ἀπὸ τὸ ρῆμα ἅλλομαι ποὺ σημαίνει πηδῶ, ἐξ οὗ καὶ ἅλμα. Τέλος πάντων τὸ πρῶτο συνθετικὸ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει καὶ τόσο. Τὸ δεύτερο ἐπιφυλάσσει ἐκπλήξεις, ἀπρόσμενες…
.             Τὸ δεύτερο, λοιπόν,  συνθετικὸ “-οὔρας” ἐπιδέχεται πολλὲς ἑρμηνεῖες. Νὰ εἶναι ἀπὸ τὴν οὐρά, τὸ ὀπίσθιον ἄκρον τοῦ κορμοῦ τῶν ζώων, ὅπως γράφουν τὰ παλιά, καλὰ λεξικά; Τότε ὁ τόνος θὰ ἦταν στὴ λήγουσα, ὁπότε θὰ λεγόταν ὁ… λεγάμενος “μπαλαουρᾶς”. Τὸ κρατᾶμε…
.             Μήπως εἶναι λεκτικὸ λείψανο ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας καὶ μᾶς παραπέμπει στὰ “οὐρί”, τὶς ὀγδόντα καὶ τόσες ὡραῖες παρθένες, ποὺ ἀναμένουν τοὺς  καλοὺς  μωαμεθανοὺς στὸν παράδεισο; Νὰ ἦταν, λοιπόν, “μπαλαουρὶς” ἢ “μπαλαούρις”, δηλαδὴ ὁ σκιρτῶν ἀπὸ χαρά, ἀναλογιζόμενος τὸ τί τὸν περιμένει μετὰ τὸν θάνατον; Πολὺ πιθανόν!!
.             Προχωροῦμε στὶς ἐτυμολογικὲς περιηγήσεις. Εἴπαμε, τὸ ὄνομα προσφέρεται…
.             Ὑπάρχει ἕνα ἐπιφώνημα τὸ ὁποῖο κυριαρχοῦσε τὶς παλαιότερες ἐποχές. Τὸ “οὔρρα”, ποὺ ταυτίζεται μὲ τὸ τωρινὸ “ζήτω”. Μάλιστα, ἂν θυμᾶμαι καλά, οἱ ἐνθουσιώδεις ὄχλοι, οἱ ζητωκραυγαστὲς τὸ ἐπαναλάμβαναν ἐν χορῷ, τρεῖς φορές: οὔρρα, οὔρρα, οὔρρα!! Βεβαίως μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου λησμονήθηκε, διότι, προφανῶς,  πολλάκις οἱ λόγοι τῶν ἀγορητῶν-πολιτικῶν παρέπεμπαν  στὸ ἐκκρινόμενον ἐκ τῶν νεφρῶν καὶ συναθροιζόμενον εἰς τὴν γνωστὴν κύστιν, ὑγρόν. Μᾶς προβληματίζουν καὶ τὰ δύο “ρὸ” στὴν λέξη, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν μᾶς ἐνοχλεῖ. Ἡ τάση ἁπλοποιήσεως τῆς ζωῆς μας, δὲν ἄφησε στὸ ἀπυρόβλητο καὶ τὴν ταλαίπωρη γλώσσα μας. Θυμᾶμαι, κάποιος εὐφυὴς μαθητής μου, ποὺ μὲ ἀφόπλισε, ὅταν ἐγὼ ἐπέμενα ὅτι ἡ λέξη “Ἀττικὴ” γράφεται μὲ δύο “ταῦ”, λέγοντάς μου ὅτι καὶ μὲ ἕνα “ταῦ” πάλι Ἀττικὴ εἶναι. Ἂν δεχτοῦμε τὴν προαναφερόμενη ἐτυμολογικὴ ἐξήγηση, τότε ἡ λέξη σημαίνει κυριολεκτικῶς “ζήτω ὁ ἀναπηδῶν, ὁ ἀσπαίρων, ὁ φρικιῶν”. (Ὁ λεξικογράφος, Δημητράκος μᾶς δίδει καὶ αὐτὲς τὶς ἑρμηνεῖες γιὰ τὸ ρῆμα πάλλω). Ἐπιλέγω, ἐκ τῶν τριῶν, τὸ σπάνιο ρῆμα ἀσπαίρω, ποὺ σημαίνει σπαρταρῶ, τινάσσομαι σπασμωδικῶς, ἐπειδὴ ταιριάζει μὲ τὴν ἀντίδραση τοῦ κ. Μπαλαούρα. Ἀσπαίρει, ἐνώπιον τοῦ Ἑσπερινοῦ Φωτὸς τοῦ Κυρίου, φρίττει.
Συνεχίζουμε…
.             Ἔχουμε τὴν ἀρχαία λέξη “οὖρος”, ἀρσενικοῦ γένους, μὲ τρεῖς σημασίες:
Πρώτη: οὖρος, ποὺ ἐπέζησε στὴν φράση “οὔριος ἄνεμος”, δηλαδὴ ὁ εὐνοϊκός, ὁ ἐπιτυχής.
.             Δεύτερη: οὖρος, ποὺ σημαίνει φύλακας, φρουρός, ἐπόπτης. Αὐτὴ παράγεται ἀπὸ τὴν λέξη ὥρα, μὲ “ψιλὴ” ποὺ σημαίνει φροντίδα, πρόνοια, ἐξ οὗ καὶ θυρωρός. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ “-οὐρὸς” ἔχουμε λέξεις ὅπως ὁ κηπουρός, οἰκουρὸς (= ὁ φυλάττων τὸν οἶκο).
.             Τρίτη: οὖρος, ποὺ σημαίνει ἄγριος βούς, ἄγριο βόδι.
.             Προσωπικὰ θὰ ἐπέλεγα τὴν τρίτη σημασία γιὰ τὸ ὄνομα “μπαλαούρας”. Ὁπότε μᾶς βγαίνει μία πολὺ παραστατικὴ φράση. “Ὁ ἀναπηδῶν σὰν ἄγριο βόδι”. Πολὺ καλό!!
.             Μᾶς ἔμειναν καὶ ἄλλα δύο συνθετικά, οὐδετέρου γένους αὐτὴ τὴν φορά, τὰ ὁποῖα ἐντόπισα στὰ λεξικά μας.
.             Τὸ οὗρον. Τὸ βρίσκουμε, ἐν πρώτοις, μὲ τὴν σημασία τοῦ ὁρίου, τοῦ συνόρου, τοῦ τέρματος.
.             Καὶ ἡ συχνόχρηστη δεύτερη, ἡ ὁποία ἀπαντᾶται συνήθως στὸν πληθυντικὸ ἀριθμό:  τὰ οὖρα, τὸ χύδην λεγόμενο κάτουρο.
.             Θυμήθηκα κάτι. Ἡ λέξη “κάτουρο” εἶναι κακόηχη. Ὅταν ὅμως τὴν διαβάζεις σὲ κείμενα ἀνθρώπων ποὺ τὸ σῶμα τους ἦταν γεμάτο πληγὲς γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδας, ποὺ ἔγραφαν μὲ τὸ γιαταγάνι τους καὶ ὄχι μὲ τὴν πένα, δακρύζεις. “Σταυροὺς ἔχω κολλημένους εἰς τὸ σῶμα μου, ὅπου μοῦ τοὺς ἔδωσαν τὰ ντουφέκια τῶν Τούρκων”, ἔλεγε γιὰ τὰ τραύματά του. Εἶναι τοῦ “τοκογλύφου” Μακρυγιάννη, ὅπως τὸν χαρακτήρισε κάποιος Ἀθανασιάδης, σύμβουλος τοῦ ὑπουργείου… ἀπαιδείας. Τί νὰ πεῖ κανείς; “O καθεὶς τὴν μύξα του γιὰ βούτυρο τὴν ἔχει”). Κάποτε ἡ Διοίκηση διορίζει τὸν Μακρυγιάννη “ἀρχηγὸ τῶν Ἀθηναίων”. Τὸν πλησιάζει ὁ Γρόπιος (Gropius), πρόξενος τῆς Ἀούστριας, καὶ τοῦ λέει νὰ δεχτεῖ τὸν “Γκόρδον”, τὸν Ἄγγλο, ὡς ἀρχηγό, διότι θὰ βάλει τὰ χρήματα. Ἀπαντᾶ ὁ πατριδοφύλακας στρατηγός: “Σύρε, πές του, ὅποιος εἶναι αὐτὸς ὁπού θὰ βάλει τὰ χρήματα, ὄχι ἀρχηγὸν τὸν κάνω καμπούλι (= δέχομαι νὰ γίνει), διὰ τὴν ἀγάπη τῆς πατρίδος μου, ἀλλὰ ὅπου κατουράγει νὰ μοῦ δίνει νὰ πίνω ἐγὼ τὸ κάτουρο. Τὸ κάνω αὐτὸ καὶ τοῦ τὸ δίνω ἐγγράφως”. (Ἀπομνημονεύματα, ἔκδ. Ζαχαρόπουλος, σελ. 483). Αὐτὰ τῷ καιρῷ ἐκείνῳ. Τῷ καιρῷ ἐτούτῳ “ὁπού ἔγιναν καμπόσοι κόντηδες (καὶ βουλευτὲς) ὁπού ἦταν καντιποτένιοι”, πίνουν τὸ αἷμα τῆς πατρίδας μας καὶ λοιδοροῦν τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσιά της. Ὁ κάθε κρανιοκενὴς ἱστοριογράφος τοῦ ἐθνομηδενισμοῦ, ὁ κάθε μπαλαούρας ἀμολάει τὶς τιποτολογίες, τίς…οὐρολογίες του, γιατί ζεῖ στὴν χώρα τῆς ἀτιμωρησίας.
.             Ἐρώτηση: Γιατί δὲν λένε τὶς παλαβομάρες τους καὶ γιὰ τὸ Ἰσλάμ; Ὅταν οἱ μωαμεθανοὶ αὐτομαστιγώνονται καὶ ρέει τὸ αἷμα στοὺς δρόμους, δυστυχῶς καὶ τῆς πατρίδας μας, γιατί δὲν βγαίνουν οἱ ὄρνιθες τῆς προόδου νὰ καταδικάσουν τὸ βάρβαρο ἔθιμο;
.         Τὶς ψευτοπαλληκαριές τους, οἱ σαπιοκοιλιές, ποὺ θὰ ἔλεγε καὶ ὁ Καραΐσκάκης, τὶς περιορίζουν στὰ δικαιώματα τῶν κίναιδων, στὴν προσβολὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, στὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, στὶς παρελάσεις τῶν ἐθνικῶν ἑορτῶν, στοὺς ἥρωες, στὸ Κρυφὸ Σχολειό, στὸ Ἅγιο Φῶς.
.         Ὁ κ. Μπαλαούρας καὶ ὅλοι αὐτοὶ ποὺ ἐπιδίδονται σὲ γελοίους λεονταρισμοὺς ἂς βγάλει τὸ σκασμὸ καὶ ἂς πάει νὰ ψηφίσει, μὲ χέρια καὶ ποδάρια, τὰ μνημόνια τῆς ντροπῆς καὶ τῆς ὑποταγῆς, ποὺ κόβουν “σύρριζα” τὶς συντάξεις τῶν γερόντων γονιῶν μας, ποὺ ἔχυσαν ἱδρώτα καὶ αἷμα γιὰ νὰ στήσουν τούτη τὴν πατρίδα.
.           Ὅταν προσβάλλουν τὴν πίστη μας, τὴν ἁγία Ὀρθοδοξία, προσβάλλονται “ἅπαντες σχεδὸν οἱ Ἕλληνες, οἱ πραγματικοὶ ἀγωνισταί, οἱ κτίσαντες τὸ ἑλληνικὸν αὐτὸ ἔθνος μὲ λάσπη ζυμωμένην ἀπὸ τὰ αἵματά των καὶ μὲ λίθους κτιρίου ἀπὸ τὰ κόκκαλά των, οἱ στρώσαντες τὸ αἱμοσταγὲς αὐτὸ τραπέζι διὰ νὰ τὸ τρώγουν οἱ κηφῆνες”. (Ἀπὸ σημείωση στὰ ἀπομνημονεύματα τοῦ Μακρυγιάννη, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὸ “φυλλάδιο τῆς ἱστορίας Ν. Κριεζώτου”).
.             Νὰ κλείσω μὲ κάτι ὄμορφο ποὺ διάβασα στὰ “Ἅπαντα” τοῦ Δ. Σολωμοῦ. (ἔκδ. “Μέρμηγκας” σελ.131)
.             “Ὡς γνωστὸν ὁ Σολωμὸς ἐθέλγετο ἀπὸ τὰ αὐτοσχέδια ποιήματα τοῦ τυφλοῦ Ζακύνθιου ἐπαίτου Νίκ. Κοκονδρῆ. Μίαν ἑσπέραν, ἐνῶ ὁ ποιητὴς διήρχετο ἀπὸ ἕνα οἰνοπωλεῖον, βλέπει ἐκεῖ ἄπειρον κόσμον προσεκτικόν. Σταματᾶ. Ἦτο μέσα ὁ ἐπαίτης ραψωδὸς καὶ διηγεῖτο τὴν πυρκαϊάν, ποὺ εἶχε συμβεῖ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα. Ἦτο ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ Σολωμὸς τὴν ἤκουε. Μένει σιωπηλὸς καὶ προσεκτικός. Ἀφοῦ ὁ ἐπαίτης ἐτελείωσεν, ὁ Σολωμὸς προχωρεῖ σοβαρὸς καὶ παρακαλεῖ τὸν αὐτοσχέδιον ποιητὴν νὰ ἐπαναλάβη τὸ ὡραῖον ποίημα, τοῦ ὁποίου ἐσώθη μόνο τὸ ὡραῖο δίστιχο:
Ὁ ἅγιος τάφος τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖνος δὲν ἐκάη.
Ἐκεῖ ποὺ βγαίνει τ᾽ Ἅγιο Φῶς, ἄλλη φωτιὰ δὲν πάει.
Μόλις ἐτελείωσεν, ὁ Σολωμὸς συγκινημένος καὶ μὲ σοβαρότητα εἶπεν εἰς τὸν οἰνοπώλην: Κέρασε ὅλους, ὅσο κρασὶ πιοῦνε ἀπόψε, εἶναι ὅλο δικό μου, ἔλα αὔριο σπίτι νὰ σὲ πληρώσω. Καὶ ἔφυγε ἐνθουσιασμένος”.
Ἐκεῖνοι ἦταν “ἀληθεῖς Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες”, ὅπως ἔλεγε ὁ Παπαδιαμάντης στὴν “Ἐξοχικὴ Λαμπρή” του…
Καλὴ Ἀνάσταση, ἀδελφοί!!

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

 

,

Σχολιάστε