Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δημ. Νατσιός

ΕΛΛΗΝΙΚO ΠΟΔOΣΦΑΙΡΟ: ΦΡΟΝΤΙΣΤHΡΙΟ ΧΟΥΛΙΓΚΑΝΙΣΜΟY (Δ. Νατσιός) «Ἡ ἐξουσία, μέσῳ τοῦ Μεγάλου Ἀδελφοῦ, τῶν Μ.Μ.Ε., στρέφει τὴν προσοχὴ τῶν πολιτῶν καὶ κυρίως τῆς νεολαίας, ὄχι πρὸς τὰ ὄντως προβλήματα, ἀλλὰ στὶς ἀναμετρήσεις τῶν γηπέδων, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἀποκοίμιση, τὴν χειραγώγηση».

λληνικ ποδόσφαιρο: φροντιστήριο χουλιγκανισμο

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.             Διαβάζω τὶς τελευταῖες ἀθλητικὲς εἰδήσεις: “Μία μαύρη σελίδα γιὰ τὸ ἑλληνικὸ ποδόσφαιρο γράφτηκε σήμερα στὸ Βόλο, μὲ τὰ ἔκτροπα μεταξὺ ἔξαλλων χούλιγκαν τῆς ΑΕΚ καὶ τοῦ ΠΑΟΚ στὶς κερκίδες τοῦ Πανθεσσαλικοῦ Σταδίου λίγο πρὶν ἀρχίσει ὁ τελικός τοῦ κυπέλλου. Τραυματίστηκαν συνολικὰ 70 ἄτομα, στὰ ὁποῖα παρασχέθηκαν πρῶτες βοήθειες, ἐνῶ 15 ἐξ αὐτῶν νοσηλεύονται σὲ σοβαρὴ κατάσταση στὸ Νοσοκομεῖο Βόλου”. Αὐτὰ πρὶν ἀπὸ 15 μέρες.
.             “Ἡ Λεωφόρος τῆς ντροπῆς σὲ εἰκόνες: Ξύλο μεταξὺ παικτῶν, ὕβρεις καὶ τραυματισμὸς τοῦ προπονητῆ τοῦ ΠΑΟΚ”. Αὐτὰ χτές.
.             Ἔχουμε συνηθίσει πιά. Κάθε βδομάδα, μετὰ ἀπὸ τὰ “ντέρμπι” τῶν “μεγάλων” ὁμάδων, θὰ ἀκούσουμε, πλὴν τῶν ἄλλων ἐξοργιστικῶν καὶ τρομακτικῶν, τὶς ἑξῆς κοινότοπες – ἀλλοίμονο – φράσεις: «Μαύρη μέρα γιὰ τὸν ἑλληνικὸ ἀθλητισμό», «φοβερὰ ἐπεισόδια στὸ τάδε γήπεδο», «διεθνὴς διασυρμὸς τῆς Ἑλλάδας», «ἀνεγκέφαλοι ὀπαδοὶ ἔκαψαν…». Τὶς προσπερνοῦμε ἀδιάφοροι, σὰν νὰ πρόκειται γιὰ παιδικές, ἀθῶες σκανταλιές. Θεωροῦμε αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε χουλιγκανισμό, μέρος τῆς παιδαγωγίας τῶν νέων. Τὸ προστάδιο, ὁ προθάλαμος πρὶν ἀπὸ τὴν ἐνηλικίωση εἶναι ἡ μαθητεία στὴν κερκίδα. Κουκούλα, μολότωφ καὶ κουκουλοφορία: ἰδοὺ τὰ ὑλικά της σύγχρονης ἐκπαίδευσης. (Μᾶλλον… κουκουλοφλῶροι καὶ ὄχι κουκουλοφόροι, οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν τῶν ἀτίθασων νέων, εἶναι βαριεστημένοι γόνοι βορειοαθηναίων).Τὸ γήπεδο, εἶναι ἡ νέα Μεγάλη του Γένους Σχολή. Ἂς μὴ λησμονοῦμε καὶ ὅτι τὸ ποδόσφαιρο ὑπάγεται στὸ Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ….
.             Ἕνας ἀπὸ τοὺς τελευταίους Δασκάλους τοῦ λαοῦ μας, ὁ Φώτης Κόντογλου, ἔγραφε πρὶν ἀπὸ 40 περίπου χρόνια: «…ἀλλὰ καὶ τί ἄλλο ἀπὸ ἀδιαντροπιὰ φανερώνουν καὶ τὰ μὰτς μὲ τὴ θεὰ μπάλα, ποὺ τὴν κλωτσᾶνε ἕνα σωρὸ χασομέρηδες γιὰ νὰ διασκεδάσουνε τὶς μυριάδες φιλάθλους, ποὺ δὲν εὑρῆκαν ἄλλο τίποτε γιὰ νὰ νιώσουν ἀγωνία καὶ χτυποκάρδι, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὴν μπάλα; Καὶ γίνονται σοβαρὰ συνέδρια γιὰ τὴν μπάλα, μὲ ἀντιπροσωπεῖες, μὲ συζητήσεις, μὲ ἀνακοινωθέντα, μὲ δημοσιογράφους. Σὲ τέτοιο δυσθεώρητο ὕψος δὲν ἔφτασε ποτὲ ἡ ἀνοησία». (Μυστικὰ Ἄνθη, ἔκδ. «Ἀστήρ», σελ. 15).
.             Ὁ Κόντογλου στηλίτευε τότε τὸ ποδόσφαιρο, γιατί λειτουργοῦσε ὡς παραισθησιογόνο, ὡς λυτρωτικὴ ἐκτόνωση. Ὅπως σημειώνει λίγο παρακάτω: «οἱ ἄνθρωποι καταντήσανε σὰν ἄδεια κανάτια καὶ προσπαθοῦν νὰ γεμίσουν τὸν ἑαυτό τους, ρίχνοντας μέσα ἕνα σωρὸ σκουπίδια, μπάλες, ἐκθέσεις μὲ τερατουργήματα, ὁμιλίες καὶ ἀερολογίες, καλλιστεῖα ποὺ μετριέται ἡ ἐμορφιὰ μὲ τὴ μεζούρα, καρνάβαλους ἠλίθιους…». Ἂν ζοῦσε σήμερα, ὁ νεοφανὴς αὐτὸς ὁμολογητὴς τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ ἔβλεπε τὰ ὁδοφράγματα, τοὺς ἐμπρησμούς, τοὺς λιθοβολισμούς, τὰ καπνογόνα, τὶς συμπλοκὲς μὲ τὴν ἀστυνομία, τὶς καταστροφὲς περιουσιῶν τοῦ δημοσίου καὶ ἰδιωτῶν, τὰ αἱματοκυλίσματα ἢ ἄκουγε τὰ ἐμετικὰ καὶ βορβορώδη συνθήματα τῶν λεγομένων ὀπαδῶν, ποὺ συνήθως βεβηλώνουν κάθε ἱερὸ καὶ ὅσιο (ἀπὸ μάνα μέχρι πίστη καὶ πατρίδα. Εἶναι τόσο βαθιὰ ἡ διάβρωση καὶ ἡ ἀλλοτρίωση τῶν ὀπαδῶν, ποὺ «ἀποθεώνουν» τὶς ὁμάδες τους ἄδοντας σαχλοάσματα στοὺς ρυθμοὺς τοῦ ἐθνικοῦ μας ὕμνου), θὰ μιλοῦσε γιὰ παρανοϊκοὺς καὶ παράφρονες, γιὰ «ἄδεια κανάτια», ποὺ γεμίζουν μὲ βία καὶ ἐπιθετικότητα, γιὰ ἀπελπισμένους καὶ ἀπεγνωσμένους νέους, γιὰ μία «τεράστια μάζα ἀδιάφορων καὶ οὐδετέρων ποὺ προοδευτικὰ ἔχει γίνει ἕνας τεράστιος στρατὸς ἀπὸ δυσαρεστημένους, ἕτοιμος νὰ ἀκολουθήσει ὅλες τὶς ὑποβολὲς τῶν οὐτοπιστῶν καὶ τῶν ψευδορητόρων». (Γ. Λὲ Μπόν, «Ψυχολογία τῶν μαζῶν», ἔκδ. Ζῆτρος).
.             Σχεδὸν κάθε μέρα βλέπουμε τὶς ἐκθηριωμένες ὀρδές, ποὺ συνωστίζονται ἀγεληδόν, στὶς «θύρες» (ὁρμητήρια βανδαλισμοῦ καὶ βιοπραγίας), νὰ συμπλέκονται καὶ νὰ κονταροχτυπιοῦνται -κυριολεκτικὰ- μεταξύ τους καί, κυρίως, μὲ τὴν ἀστυνομία, ἡ ὁποία ἀπορροφᾶ τὴν ὀργή τους γιὰ τὴν περιρρέουσα ἐξαθλίωση. (Ἐρωτῶ: ὣς πότε οἱ ἀστυνομικοί, ποὺ εἶναι παιδιὰ δικά μας, θὰ ἀνέχονται τὸ κάθε βλαμμένο πλουσιόπαιδο τῶν Ἀθηνῶν, νὰ βρίζει  γονεῖς τους, ποὺ μὲ ἱδρώτα καὶ δάκρυα τοὺς ἀνέθρεψαν;). Βλέποντας τοὺς «γενναίους» αὐτοὺς φιλάθλους, τὰ νέα παιδιὰ νὰ κυριαρχοῦνται ἀπὸ αὐτὴν τὴν βάναυση ὁρμὴ τῆς «ἀνώνυμης καταστροφῆς», δὲν μπορεῖς παρὰ νὰ σκεφτεῖς, μὲ θλίψη, πὼς ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μία νοσηρὴ ἀναπλήρωση τοῦ κενοῦ ποὺ προκάλεσε ἡ ἀδηφάγος κυριαρχία τοῦ χρήματος καὶ ἡ καταρράκωση ὅλων τῶν ἀξιῶν. Γιὰ τὴν κάλυψη τοῦ ὀδυνηροῦ κενοῦ, ὁ «ὀργισμένος νέος» ἀναζητεῖ ἕνα ὑποκατάστατο. Ἔτσι θεοποιεῖ τὸ σωματεῖο του, καλύπτοντας τὴν ἔμφυτη μεταφυσικὴ ἀγωνία του, ἀναγάγει σὲ ὕψιστο ἰδανικό, σὲ νόημα ζωῆς, τὴν ἐπιτυχῆ πορεία τῆς ὁμάδας του καὶ – τὸ χειρότερο- σπαταλᾶ τὴν ἰκμάδα τῆς νιότης του, ὑπηρετώντας τὸ πιὸ διεφθαρμένο, σάπιο καὶ ἑξαχρειωτικὸ φαινόμενο τῶν σημερινῶν κοινωνιῶν, ποὺ ὀνομάζεται ποδόσφαιρο καὶ δὴ ἐπαγγελματικό. (Χαρακτηριστικὰ τὰ συνθήματα τῶν ἀφιονισμένων αὐτῶν ὀπαδῶν: «ΠΑΟ – θρησκεία – θύρα 13, Θρύλε – θεέ μου).
.             Ἡ ἐξουσία, βέβαια, γνωρίζοντας πὼς τὸ ποδόσφαιρο συναρπάζει τὶς μάζες, τὸ χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ ἐκτρέψει τὴν προσοχὴ τῶν μαζῶν ἀπὸ τὰ βασανιστικὰ καὶ ἐκρηκτικὰ προβλήματα τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Προτιμότερο εἶναι ὁ ἄνεργος νεαρὸς νὰ συγκρούεται μὲ τὸν ἀντίπαλο ἄνεργο ὀπαδό, παρὰ νὰ ξεχυθεῖ στοὺς δρόμους, γιὰ νὰ καταγγείλει τὶς αὐθαιρεσίες τῆς ἐξουσίας, τὰ ἑλληνοκτόνα μνημόνια, τὴν κοινωνικὴ ἀδικία, τὴν ἀσυδοσία τῶν ἰσχυρῶν, τοὺς ἐθνικοὺς ἐξευτελισμούς, τοὺς λεηλάτες καὶ καταστροφεῖς τοῦ τόπου.
.             Ἡ ἐξουσία, μέσῳ τοῦ Μεγάλου Ἀδελφοῦ, τῶν Μ.Μ.Ε., στρέφει τὴν προσοχὴ τῶν πολιτῶν καὶ κυρίως τῆς νεολαίας, ὄχι πρὸς τὰ ὄντως προβλήματα, ἀλλὰ στὶς ἀναμετρήσεις τῶν γηπέδων, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἀποκοίμιση, τὴν χειραγώγηση, τὴν φίμωση τοῦ κοινωνικοῦ σώματος, ποὺ διαπαιδαγωγεῖται ἔτσι, ὥστε νὰ θέτει πρῶτο στὴν κλίμακα τῶν ἱεραρχήσεών του, τὸ μέλλον, τῆς ὁμάδας του στὸ τάδε κύπελλο, παρὰ τὶς ἐπιλογὲς τῆς Ὑπουργοῦ… Παιδείας  ἢ τὶς ὑπογραφές, μὲ χέρια καὶ ποδάρια, τῆς λεηλασίας τῶν συνταξιούχων. (Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ πληθώρα ἀθλητικῶν ἀναμετρήσεων. Δὲν περνάει μέρα ποὺ δὲν θὰ προβάλλεται μία «ἱστορικὴ» ἀθλητικὴ συνάντηση. Ὁ χρόνος τῶν πολιτῶν μπαζώνεται, μὴν ἀρχίσει καὶ σκέφτεται τὴν κατάστασή του. Ἐπικίνδυνα πράγματα αὐτά…Μὴν ξυπνήσει τὸ κοπάδι…).
.             Δὲν ὑπάρχουν στὸ ἐπαγγελματικὸ ποδόσφαιρο ἠθικὲς ἀρχὲς καὶ σεβαστοὶ κανονισμοί. Τὰ ποδοσφαιρικὰ σωματεῖα ἐξελίχθηκαν σὲ μεγαλοεπιχειρήσεις. Ἐπιχειρηματίες, ἀμφίβολης προέλευσης, ἀγοράζουν ὁμάδες μὲ μοναδικὸ στόχο τὴν κοινωνικὴ προβολή, τὴν διαφήμιση, τὸν ὕποπτο πλουτισμό. Σὲ περιόδους ποὺ τὸ 1/4 τοῦ λαοῦ ζεῖ μὲ μισθὸ κάτω ἀπὸ τὸ ὅριο τῆς φτώχειας, ποὺ διαλύεται ὁ κοινωνικὸς ἱστὸς καὶ ἐρημώνει ἡ λεγόμενη ἀγορά, αὐτοί, δαπανώντας τεράστια ποσά, ἀγοράζουν ποδοσφαιριστὲς μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ κερδίζουν τὴν εὔνοια, τὴν ἀνοχή, τὴν λατρεία τῶν ἀγροίκων ὀπαδῶν.
.             Σήμερα τὸ ποδόσφαιρο ἀντιμάχεται τὴν ἴδια τὴν παιδεία. Δρέπουμε καὶ τοὺς καρποὺς μίας πολὺ συγκεκριμένης «Παιδείας», ποὺ διδάσκει μόνον δικαιώματα, ἀγνοώντας ὅτι στὴν ἐξοπλιστική, γιὰ παράδειγμα, ἡλικία τοῦ δημοτικοῦ, «μορφώνεις» πρωτίστως τὴν ἔννοια τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς πειθαρχίας. ( Στὴν 3η καὶ 4η δημοτικοῦ ὑπάρχουν ἀπανωτὰ κείμενα γιὰ τὰ δικαιώματα τῶν παιδιῶν, καμμία ἀναφορὰ περὶ ὑποχρεώσεων). Οἱ μαθητὲς τοῦ Δημοτικοῦ, παιδιὰ ἀνυπεράσπιστα, φανατίζονται ἐξ αἰτίας τῆς τρισάθλιας τηλεόρασης, τῶν χυδαίων ἀθλητικῶν- καὶ ἠλεκτρονικῶν- ἐντύπων καὶ ἀπὸ τὶς συζητήσεις τῶν «μεγάλων». (Τὸ πρῶτο μέλημα τοῦ πατέρα σήμερα, εἶναι ἡ… κληροδότηση στὸ παιδὶ τῆς ποδοσφαιρικῆς προτίμησης). Ὁ γράφων, ζήτησε, πρὸ καιροῦ, ἀπὸ ἀγόρια τῆς Ε´ Δημοτικοῦ νὰ γράψουν πόσα ἱστορικὰ πρόσωπα γνωρίζουν καὶ πόσους ποδοσφαιριστές. Τὸ ἀποτέλεσμα ἀποκαρδιωτικό: ἀγνοεῖ ὁ μαθητὴς τοῦ Δημοτικοῦ τὸν Σωκράτη ἢ τὸν Πλάτωνα καὶ γνωρίζει τοὺς σύγχρονους «θεοὺς» τῆς στρογγυλῆς θεᾶς. Συγκρατεῖ ὁ μαθητὴς τὰ ὀνόματα τῶν σύγχρονων «θεῶν» (παντοῦ ἡ λέξη θεὸς) τῆς μπάλας καὶ ξεφορτώνεται, ὡς βάρος περιττό, τὰ ὀνόματα τῶν θνητῶν ἐκείνων «γονέων τῆς ἀνθρωπότης». Μποροῦμε βέβαια νὰ καυχόμαστε, γιατί τὰ παιδιά μας ἔχουν τουλάχιστον «ποδοσφαιρικὴ παιδεία», ὅπως λένε οἱ κοτσανολογοῦντες, τιποτολόγοι ἀθλητικογράφοι…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ «ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΝΟΙΧΤΟ ΣΤΗ ΖΩΗ»; «Ἡ λέξη “μαθητὴς” κατονομάζει μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες διαστάσεις τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, τὴν ἀλήθεια τῆς σχέσης, τῆς ἄσκησης, τῆς ὑπακοῆς, τοῦ σεβασμοῦ, τῆς ἀγάπης γιὰ τὴν πνευματική μας κληρονομιά». [Δ. Νατσιός]

Τί θ πε «σχολεο νοιχτ στ ζωή»;

Γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.             Ἀπὸ τοὺς τελευταίους Δασκάλους τοῦ Γένους μας, ὁ Φώτης Κόντογλου, γιὰ νὰ παραστήσει τὴν εἰκόνα τῆς σημερινῆς Ἑλλάδας, κατέφυγε σ’ ἕνα μύθο. Τὸν μύθο τοῦ χταποδιοῦ. Ἡ χταπόδα βοσκᾶ στὸν πάτο τῆς θάλασσας μαζὶ μὲ τὸ χταποδάκι. Ἄξαφνα τὸ καμακώνουνε. Τὸ χταποδάκι φωνάζει: «Μὲ πιάσανε μάνα». Ἡ μάνα τοῦ λέγει: «Μὴ φοβᾶσαι παιδί μου». Ξαναφωνάζει τὸ μικρό: «Μὲ βγάζουν ἀπὸ τὴ θάλασσα». Πάλι λέγει ἡ μάνα: «Μὴν φοβᾶσαι παιδί μου. Καὶ πάλι: «Μὲ σγουρίζουνε» (μὲ τρίβουνε στὰ βράχια). «Μὴ φοβᾶσαι παιδί μου». «Μὲ μασᾶνε». «Μὴν φοβᾶσαι παιδί μου». «Πίνουνε κρασί, μάνα». «Ἄχ! σ᾽ ἔχασα, παιδί μου». Τὸ χταποδάκι, λέει ὁ Κόντογλου, συμβολίζει τὴν Ἑλλάδα. «Παλαιόθεν καὶ ὡς τώρα ὅλα τὰ θερία πολεμοῦν νὰ τὴν φᾶνε», τρῶνε, ἀλλὰ μένει καὶ μαγιά. Χταποδομάνα εἶναι ἡ μοίρα τῆς Ἑλλάδα. Τὸ κρασὶ συμβολίζει τὰ φῶτα τοῦ φράγκικου πολιτισμοῦ, ποὺ μετακενώθηκαν στὴν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολὴ ἀπὸ τοὺς ξιπασμένους νεόπλουτους τῆς μάθησης. Μὲ τὸ κρασὶ ξεχνᾶς ποιὸς εἶσαι…
.             Ἔγραψε ὁ Χουρμούζης, ἀγωνιστὴς τοῦ ’21 καὶ λόγιος, γιὰ τοὺς τότε ψαλιδόκωλους ποὺ κατέφταναν σωρηδὸν ἀπὸ τὴ Δύση, γιὰ νὰ μᾶς φωτίσουν. «Ἀπροκάλυπτος περιφρόνησις τῶν πατρίων μας καὶ τῆς θρησκείας ἀκόμη, ὡς δεῖγμα εὐρωπαϊκῆς προόδου. Συμπεριφορὰ γελοιωδεστάτη, δῆθεν ὑψηλῆς ἀνατροφῆς καὶ σφαίρας ἀριστοκρατικῆς. Ξιπασμένων ὀψιπλούτων ἀηδέστατοι ἐπιδείξεις! Πτωχοαλαζονεία ἀξία οἴκτου, γλῶσσα παρδαλή». Παράδειγμα. Βιώνουμε στὶς μέρες μας κάποιες στρεβλώσεις καὶ παρανοήσεις στὴν Παιδεία (ἢ μᾶλλον ἐκπαίδευση). Ὁ κοινὸς νοῦς βεβαιώνει πὼς δὲν λείπουν ἁπλῶς αἴθουσες διδασκαλίας ἢ διδακτικὸ προσωπικό, ἐποπτικὰ μέσα καὶ λοιπά, τὰ ὁποῖα θὰ λείπουν καὶ θὰ συμπληρώνονται ἀενάως. Λείπει κάτι κρισιμότερο. Ὁ μαθητὴς δὲν καταλαβαίνει γιὰ ποιὸ λόγο εἶναι μαθητής, ὁ δάσκαλος γιὰ ποιὸ λόγο εἶναι δάσκαλος, ἡ πολιτεία τί θέλει ἀπὸ τὸ σχολεῖο. Δὲν πρόκειται γιὰ κάποια ἐπιγενόμενη κρίση ἀξιῶν, πρόκειται περὶ κρίσεως νοήματος, ὄχι δηλαδὴ τί ἀξίζει καὶ τί ὄχι, ἀλλὰ τί σημαίνει καὶ ποῦ ἀποσκοπεῖ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο.
.             Ἐπειδὴ τὰ θέματα αὐτὰ εἶναι μεγάλα, θὰ περιοριστῶ σὲ δύο τρέχοντα ἰδεολογήματα ἢ καλύτερα, ὅρους–γλειφιτζούρια ἀναγκαστικῆς κατανάλωσης, τῶν ὁποίων τὰ πλεονεκτήματα δὲν μπαίνουν κὰν στὸν κόπο νὰ μᾶς τὰ ἐξηγήσουν οἱ νεόκοποι παιδαγωγοί. Πρῶτον ὅτι κέντρο τοῦ σχολείου εἶναι ὁ μαθητὴς καὶ ὄχι ὁ δάσκαλος καὶ δεύτερον ὅτι τὸ σχολεῖο πρέπει νὰ ἀνοίξει στὴ ζωή, σχολεῖο ἀνοικτὸ στὴ ζωή, τὸ ὁποῖο συνοδεύεται μὲ τὰ γνωστὰ συριζαίικα καρυκεύματα περὶ δημοκρατικοῦ, προοδευτικοῦ, νέου σχολείου καὶ λοιπὰ ἠχηρὰ παρόμοια.
.             Σήμερα ἡ ἰδέα ὅτι τὸ παιδὶ εἶναι τὸ κέντρο τοῦ σχολείου, ὅποια καὶ ἂν εἶναι ἡ γενεαλογία της καὶ ὅσοι κι ἂν εἶναι οἱ ἐπιστημονικοί της καρποί, ἔχει ἀποβεῖ ἕνα ὀλέθριο ἰδεολόγημα, καταστρεπτικό τῆς ἴδιας τῆς ὑπόστασης τοῦ σχολείου. Ἱδρυτικὴ συνθήκη τοῦ σχολείου εἶναι ὅτι ὑπάρχει κάποιος ποὺ γνωρίζει (ὁ δάσκαλος) καὶ κάποιος ποὺ δὲν γνωρίζει (ὁ μαθητὴς) καὶ ὅτι ὁ δεύτερος προσέρχεται στὸν πρῶτο γιὰ νὰ διδαχτεῖ καὶ νὰ μάθει. Ὁ μαθητὴς πηγαίνει σχολεῖο, γιὰ νὰ μάθει γράμματα, γιὰ νὰ μάθει συγκεκριμένα περιεχόμενα καὶ ὄχι «γιὰ νὰ μαθαίνει πῶς νὰ μαθαίνει», ὅπως λέει ἕνα τρέχον εὐφυολόγημα, τὸ ὁποῖο εἶναι μία πελώρια ἀνοητολογία- «κέλυφος ἔρημο ἐννοίας» κατὰ τὸ Ροΐδη- γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι μόνο μαθαίνοντας συγκεκριμένα πράγματα μαθαίνει κανεὶς τελικὰ νὰ μαθαίνει. Ἡ περιβόητη κριτικὴ ἱκανότητα, ἡ ἀνάπτυξη τῆς ὁποίας ἔχει ἀναχθεῖ σὲ πρωταρχικὸ στόχο τῆς ἐκπαίδευσης, προϋποθέτει μαθητεία, σπουδή, κοπιαστικὴ μελέτη. Ὅλα αὐτὰ τὰ μορφωτικὰ ἀγαθὰ τὰ μεταδίδει ὁ ἀφοσιωμένος δάσκαλος –ἔχει μεταδοτικότητα ἔλεγαν παλιὰ– καὶ τότε παίρνει καὶ αὐτός, ὡς ἀντίδωρο, τὴν εὐλογημένη ἀγάπη τῶν μαθητῶν του. Σήμερα δυστυχῶς καταστρέψανε τὸ δάσκαλο, γιὰ νὰ τὸν μεταβάλλουνε σὲ συνδικαλιστὴ καὶ φροντιστή, σὲ μίζερο πενταροκυνηγό, ποὺ ξέρει μόνο νὰ διεκδικεῖ καὶ νὰ κομματί(ά)ζεται. Καὶ βέβαια, ὅλα ἀκυρώνονται, ἂν ὁ δάσκαλος δὲν διδάσκει μὲ τὸ παράδειγμά του. («Τοῦτο διδασκάλου ἀρίστου, τὸ δι’ αὐτοῦ παιδεύειν ἃ λέγει», διδάσκει ὁ ἄγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ὅπως οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ χωρὶς νὰ ἔχουν στόμα, ἀλλὰ διὰ τοῦ κάλλους τους, ἔτσι καὶ ὁ δάσκαλος, τὸ ξαναγράφω, πρέπει νὰ ἔχει ζωὴ φωτεινή, γιὰ νὰ φωτίζει).
.             Τὸ δεύτερο, τώρα, ἀερόπλαστο ἰδεολόγημα, περὶ σχολείου «ἀνοιχτοῦ στὴ ζωή». Ὅσοι μιλοῦν γιὰ ζωή, σίγουρα ὑπονοοῦν ὅτι ζωὴ σημαίνει χαμόγελο, εὐτυχία, σοφία, καλοσύνη καὶ λοιπὰ χαζοχαρούμενα, κάτι τέλος πάντων ἀπεριόριστα θετικό. Στὴ ζωὴ ὅμως ἀνήκουν ὁ ἀνταγωνισμός, ἡ βία, ὁ φανατισμὸς καὶ ἡ μισαλλοδοξία, ὁ δόλος καὶ ἡ ἀπάτη, ἡ χυδαιότητα καὶ ἡ βλακεία. Ὑποστηρίζω πὼς τὸ σχολεῖο πρέπει νὰ κλείσει στὴ ζωή. Τὸ σχολεῖο πρέπει νὰ γίνει κάστρο συντήρησης, καὶ χρησιμοποιῶ τὴ λέξη μὲ τὴν πρωταρχική, κυριολεκτική της σημασία. Νὰ συντηρεῖ δηλαδὴ ὅ,τι παρέλαβε –τὴν παράδοση– καὶ νὰ τὸ παραδίδει στοὺς νεώτερους. Ἡ παράδοση μὲ τὴν παιδαγωγική της ἐξοχότητα, ἀποτελεῖ πνευματικὸ θησαυρό, ἀδαπάνητο, ὁ ὁποῖος μεταβιβάζεται ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά. Ἡ παράδοση προσφέρει τὰ ἠθικὰ πρότυπα ὡς βιωμένες ἀξίες, τὸν ἅγιο καὶ τὸν ἥρωα, τὸν Πατροκοσμᾶ καὶ τὸν Καραϊσκάκη, καὶ ὄχι ὡς ἄνωθεν ἐπιταγές. Ἀφοῦ προσλάβουν οἱ νεώτεροι τὰ τιμαλφῆ καὶ τὶς ἀξίες, ὅταν ἀποφοιτήσουν καὶ «βγοῦν» στὴ ζωή, ὅταν ἁπλώσουν τὰ φτερά τους σὰν θαλασσοπούλια πάνω στὸ πέλαγος, θὰ καινοτομήσουν. Ἔλεγε ἡ Χάννα Ἄρεντ, ἤδη ἀπὸ τὸ 1958, στὸ ἀπροσπέραστο δοκίμιό της «Ἡ κρίση τῆς ἐκπαίδευσης»: «Μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ συντηρητισμὸς νοούμενος ὡς συντήρηση, ἀποτελεῖ τὴν ἴδια τὴν οὐσία τῆς ἐκπαίδευσης, ἡ ὁποία ἔχει πάντοτε ὡς ἔργο της νὰ περιβάλλει καὶ νὰ προστατεύει κάποιο πράγμα, τὸ παιδὶ ἔναντι τοῦ κόσμου, τὸν κόσμο ἔναντι τοῦ παιδιοῦ, τὸ καινούργιο ἔναντι τοῦ παλαιοῦ, τὸ παλαιὸ ἔναντι τοῦ καινούργιου». Σήμερα ὅμως ὄχι μόνο δὲν προστατεύουμε τὸ σχολεῖο ἀπὸ τὴν τύρβη καὶ τὴν βλακεία τοῦ κόσμου, ἀλλὰ τὸ μετατρέψαμε σὲ κακέκτυπό του, ἀφήσαμε τὰ πορτοπαράθυρά του ἀνοιχτὰ καὶ εἰσβάλλει ἡ περιρρέουσα ἀσχήμια.
.             Σχολεῖον ἴσον δάσκαλος, ἔλεγε ὁ Παλαμᾶς. Οἱ καιροὶ ἀπαιτοῦν ἀφοσιωμένους δασκάλους, συντηρητὲς τῆς παράδοσης καὶ μεταλαμπαδευτὲς ἀξιῶν, ποὺ θὰ διδάσκουν σ’ ἕνα σχολεῖο, κλειστὸ στὸν ἀφόρητο «ἔξω» κόσμο.
.             «Γιατί σήμερα φαίνεται ὅτι ὁ δάσκαλος μετατρέπεται σὲ ἐκπαιδευτικό, ποὺ περισσότερο διεκδικεῖ, παρὰ διακονεῖ, πράγμα ποὺ ἐπιδεινώθηκε λόγῳ κρίσεως -ποὺ μεταδίδει «πληροφορίες» στὴ νέα γενιά, ἀλλὰ δὲν ἔχει πρόταση ζωῆς. Καὶ ὁ μαθητὴς γίνεται ἐκπαιδευόμενος, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ ἀκούει, δὲν μαθαίνει νὰ ἀκούει, ἀλλὰ νὰ ἔχει ἄποψη γιὰ ὅλα καὶ νὰ κρίνει. «κπαιδευτοποίηση» το δασκάλου κα πώλεια τς δέας τς μαθητείας μπορον ν ποβον μοιραία γι τν παιδεία μας. Γιατί ὁ δάσκαλος δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶναι εἰδικὸς ἐπιστήμονας τῆς ἀγωγῆς καὶ παράγοντας τῆς ἐκπαίδευσης, δὲν φτάνει νὰ ἔχει ἀνθρωπιστικὴ παιδεία, πρέπει νὰ ἔχει καὶ τὸ «ἦθος τοῦ δασκάλου», τὴν ἐλευθερία καὶ τὴ σοφία, ποὺ δὲν ἀποκτῶνται μὲ τὴν καλύτερη ὀργάνωση τῆς ἐκπαίδευσης τῶν ἐκπαιδευτικῶν, ἀλλὰ εἶναι ὑπόθεση ἀληθινῆς μαθητείας, ὑπευθυνότητας καὶ αὐθυπέρβασης. Καὶ γιατί λέξη «μαθητς» κατονομάζει μία π τς σημαντικότερες διαστάσεις τς νθρώπινης παρξης, τν λήθεια τς σχέσης, τς σκησης, τς πακος, το σεβασμο, τς γάπης γι τν πνευματική μας κληρονομιά.
.             Δάσκαλος καὶ μαθητὴς εἶναι κατάκτηση, ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ προσέχουμε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ. Μαζὶ μὲ τὸν δάσκαλο καὶ τὸν μαθητὴ ἀπειλεῖται σήμερα καὶ ἡ ἴδια ἡ ἔννοια τῆς παιδείας ὡς ἀνθρωποποιίας, ἀφοῦ, μέσα στὴ γενικότερη σύγχυση ἀξιῶν, κυριαρχεῖ ὁ χρησιμοθηρικὸς προσανατολισμὸς στὸν χῶρο τῆς ἐκπαίδευσης καὶ ἀπεμπολοῦνται ἀλήθειες ζωτικὲς γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ἐλευθερία του. Οἱ ἀλήθειες ποὺ συγκλόνισαν τοὺς Πατέρες καὶ τοὺς Μάρτυρες, τοὺς ἀγωνιστὲς καὶ τοὺς ἥρωες, ποὺ διέσωσαν τὸ Γένος, δὲν φαίνεται σήμερα νὰ μᾶς ἀγγίζουν. Χάνεται ἡ ἀλήθεια ὅτι παιδεία ἀναφέρεται στὴν ἱκάνωση τῆς νέας γενιᾶς νὰ ἀνακαλύπτει νόημα ζωῆς καὶ ἀξιολογικὸ προσανατολισμὸ μέσα ἀπὸ τὴ συνάντηση μὲ τὰ πολύτιμα στοιχεῖα τῆς παράδοσης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι «τὸ δικαίωμα ψήφου τῶν νεκρῶν», ἀλλὰ ἀνεξάντλητη πηγὴ νοηματοδότησης τῆς ἐλευθερίας μας.
.             «Παράδοση εἶναι ἡ ζωντανὴ φωνὴ τῶν κεκοιμημένων καὶ ὄχι ἡ νεκρὴ φωνὴ τῶν ζωντανῶν», σύμφωνα μὲ μία εὐφυῆ ἑρμηνεία.

 

 

 

, , ,

Σχολιάστε

ΩΣΤΕ… “ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ” ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΗ ΠΑΠΑ (Δ. Νατσιός) «Ἐρωτῶ τοὺς οἰκουμενιστὲς πατριάρχες καὶ ἐπισκόπους, ποὺ ὅταν βλέπουν τὸ “θηρίο” κάνουν… κωλοτοῦμπες- ξιπάζονται ἀπὸ τὴν χαρά τους-, θὰ τὸν ἐπαναφέρουν στὴν τάξη;»

ΩΣΤΕ… “ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ” ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΗ ΠΑΠΑ

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός

«Ἤθελα νὰ ἤμουν ὄμορφος
νὰ ἤμουν καὶ παλικάρι
νὰ ἤμουνα καὶ τραγουδιστὴς
δὲν ἤθελ’ ἄλλη χάρη»
(δημοτικὸ τραγούδι)

(Ἂς μὲ συγχωρέσει ὁ ἀναγνώστης τοῦ κειμένου. Ἴσως θεωρήσει ὅτι δὲν συμβαδίζει ὁ τίτλος μὲ τὸ θέμα. Ὅμως γράφω ἀπὸ καρδίας)
.               Ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης σὲ μία πρὸς τὸν Τερτσέτη διήγησή του, εἶπε: «Εἶχαν παιχνίδια, ταμπουράδες, πηδήματα, χορούς, τραγούδια ἡρωικά. Τὰ τραγούδια τὰ ἔκαμναν οἱ χωριάτες, οἱ στραβοί, μὲ ταῖς λύραις». (Λέγοντας «στραβοὶ» ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ ἐννοεῖ τυφλούς. Ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια ἀκόμη οἱ μεγάλοι ραψωδοὶ καὶ ποιητὲς – Ὅμηρος, Δημοδοκὸς- εἶναι τυφλοί. Ἡ ποίηση καὶ ἡ ἀπαγγελία ἐπῶν ἦταν ἡ κύρια ἀπασχόλησή τους καὶ ἀποζοῦσαν ἀπ᾽ αὐτήν, γεγονὸς ποὺ ἐπιβίωσε καὶ ὣς τὰ πολὺ νεότερα χρόνια). Ἑρμηνεύοντας ὁ Κολοκοτρώνης τί ἦταν τὰ τραγούδια αὐτά, μᾶς δίνει τὸν ἑξῆς θαυμάσιο καὶ ἀμίμητο χαρακτηρισμό: « Τὰ τραγούδια ἦσαν ὕμνοι, ἦσαν ἐφημερίδες στρατιωτικές». (« Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης», τόμ. Α´ σελ. 40). Διηγεῖται ἀκόμη ὁ ἴδιος κάτι πολὺ νόστιμο. Βρέθηκε κάποτε καὶ ὁ Γέρος στὴν ἀνάγκη νὰ φτιάξει τραγούδι, ὅταν τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα πληροφορήθηκε ὅτι δισχίλιοι Τοῦρκοι θὰ περνοῦσαν ἀπὸ τὰ λημέρια του, σέρνοντας μαζί τους δεσμίους περὶ τοὺς ἑκατὸν πενήντα Ἕλληνες αἰχμαλώτους. «Ἀφοῦ -λέει- πρῶτα τοὺς τὸ ὁρμήνευσα μιλητά, ἔπειτα τὸ ἔκαμα τραγούδι καὶ τοὺς τὸ τραγούδησα». Ἀπ’αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀποδεικνύεται ὅτι, πλὴν τῶν ἄλλων ἀρετῶν του, ἦταν καὶ ποιητὴς καὶ μελοποιός. Τὸ τραγούδι τοῦ ἀθάνατου ἥρωα ἔχει ὡς ἑξῆς:

Καλὰ τρῶμε καὶ πίνουμε
καὶ λιανοτραγουδᾶμε
δὲν κάνουμε κι ἕνα καλὸ
καλὸ γιὰ τὴν ψυχή μας.
Ὁ κόσμος φτιάνουν ἐκκλησιὲς
φτιάνουν καὶ μαναστήρια.
Νὰ πᾶμε νὰ φυλάξουμε
στῆς Τρίχας τὸ γιοφύρι,
ποὺ θὰ περάσει ὁ Βόιβοντας
μὲ τοὺς ἁλυσσομένους
νὰ κόψουμε τοὺς ἅλυσσους
νὰ βγοῦν οἱ σκλαβωμένοι

(Τὸ ἐντόπισα στὸ λεξικὸ τοῦ «Ἡλίου», τόμ. Ε´, σελ. 1020).
(Νὰ πῶ κάτι γιὰ τὴν λέξη «μαναστήρια» ποὺ περιέχεται καὶ στὸ θαυμάσιο κολοκοτρωναίικο τραγούδι. Θυμᾶμαι ὅτι οἱ παλιοί, οἱ γέροι καὶ οἱ γιαγιάδες στὰ χωριά μας, στὰ Πιέρια, ἔτσι ἀποκαλοῦσαν τὰ μοναστήρια. Ἀκριβῶς γιατί τὰ “μαναστήρια” ἦταν ἡ μάνα τοῦ φτωχοῦ καὶ ἀνυπεράσπιστου λαοῦ. Ἐκεῖ ἔβρισκαν παρηγοριὰ καὶ καταφυγή, ὅταν τοὺς καταδίωκε ἡ ἰσλαμικὴ προστυχιά. Στὰ μοναστήρια ἄφηναν πολλὲς φορὲς τὰ κτήματά τους -μετὰ θάνατον- ὅταν κινδύνευαν ἀπὸ τὴν ἀπληστία τοῦ τοπικοῦ ἀγά. Γι’ αὐτὸ βρέθηκε ἡ Ἐκκλησία μὲ περιουσία, τὴν ὁποία ροκάνισε σιγὰ-σιγὰ τὸ ἀδηφάγο κράτος. Μακάρι καὶ σήμερα νὰ μπορούσαμε νὰ «μεταβιβάσουμε» τὴν ἀκίνητη περιουσία μας, τὴν ὑποθηκευμένη λόγῳ δανείων, στὴν Ἐκκλησία, μήπως καὶ γλιτώσει ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἡμεδαπῶν καὶ ξένων λεηλατῶν, ποὺ τὴν προορίζουν  γιὰ τοὺς… πρόσφυγες καὶ μετανάστες, τοὺς λαθρομετανάστες τοῦ Ἰσλάμ).
.           Νὰ ἐπανέλθουμε ὅμως στὸ τραγούδι καὶ στὴν ἐξαίσια παράδοσή μας ποὺ δὲν γλίτωσε κι αὐτὴ ἀπὸ τὰ πνευματικά… μνημόνια. Τὰ τελευταῖα χρόνια οἱ κερδέμποροι τοῦ τηλεθεάματος ἔχουν ἐπινοήσει ἕναν ἄλλο τρόπο ἐκμετάλλευσης νέων, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἄνεργων, γιὰ νὰ θησαυρίζουν. Εἶναι οἱ ἐκπομπὲς ἀναζήτησης ταλέντων στὸ τραγούδι. Καλλίφωνων ὑποτίθεται. Πέραν τῆς δυσωδίας, ποὺ ἀναδίδει ὅλο αὐτὸ τὸ ἐφεύρημα καὶ τῆς ψυχικῆς ἐξαθλίωσης ὅσων ἀπορρίπτονται ἀπὸ μία ἐπιτροπὴ τάχα καὶ εἰδημόνων -ξεφτίλες ποὺ διασύρονται γιὰ μία χούφτα εὐρώ-, ἐντύπωση προξενεῖ ἡ ἐπιλογὴ τῶν τραγουδιῶν. Τὰ 2/3 εἶναι ξένα καὶ λίγα τὰ ἑλληνικά, ἐλαφριᾶς κοπῆς. Ὅσο κι ἂν ἐθελοτυφλοῦμε, ἡ νέα γενιὰ ἀποκόπτεται πλήρως ἀπὸ τὴν Ἐθνική μας Παράδοση. Καὶ ἴσως αὐτὴ ἡ ἀποκοπὴ ἀνεβαίνει καὶ στὴν… μεσόκοπη γενιά. Ὅλα τὰ φτηνὰ καὶ σάπια ὑποπροϊόντα τοῦ δυτικοῦ κακοφορμισμένου ἀποστήματος, συνεχίζουν νὰ γυαλίζουν ἐνώπιον τοῦ ἐξευρωπαϊσμένου Γραικοῦ.
.           Κρατηθήκαμε ὄρθιοι τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, γιατί οἱ Ἑλληνίδες μάνες μάθαιναν στὶς κόρες τους νὰ συλλαβίζουν τραγούδια ποὺ μοσχοβολοῦν σὰν τὸ Τίμιο Ξύλο. «Κάλλιο νὰ ἰδῶ τὸ αἷμα μου /τὴ γῆς νὰ κοκκινίσει/παρὰ νὰ ἰδῶ τὰ μάτια μου/ Τοῦρκος νὰ τὰ φιλήσει». Καὶ οἱ Ρωμιὲς οἱ μάνες, ὅταν τοὺς ἔβρισκε τὸ κακό, γονάτιζαν καὶ παρακαλοῦσαν τὴν Θεομάνα μας:
«Ὤ! Παναγιά μου, Δέσποινα καὶ τοῦ Χριστοῦ μητέρα/
σὲ σένα παραδίνομαι, νύχτα καὶ τὴν ἡμέρα/
κι ὄντας κοντύνει ἡ γλώσσα μου καὶ θαμπωθεῖ τὸ φῶς μου/
τότε κυρά μου, Παναγιά, νὰ στέκεις βοηθός μου».
.             Ἔχω γράψει καὶ γιὰ τὰ σχολικὰ βιβλία “Γλώσσας”, τὶς ἔντυπες ἀθλιότητες τοῦ ὑπουργείου ἀπαιδευσίας, ποὺ ἐκπαραθύρωσαν τὸ δημοτικὸ τραγούδι γιὰ νὰ τὸ ἀντικαταστήσουν μὲ συνταγὲς μαγειρικῆς. Καὶ καλὸ θὰ ἦταν ὅσοι ἐκπαιδευτικοὶ σέβονται τὴν γῆς, ποὺ τοὺς γέννησε, νὰ ὀργανώσουν μία θεματικὴ ἑβδομάδα -καὶ δύο καὶ τρεῖς- διδάσκοντας στοὺς μαθητὲς δημοτικὰ τραγούδια “τοῦ τελεσφορώτατου ὀργάνου τῆς ἐθνικῆς ἀγωγῆς”. (Ν. Πολίτης). “Τίποτε τὸ δημοτικότερο ἀπὸ τὰ ὁμηρικὰ ποιήματα καὶ τίποτα ὁμηρικότερο ἀπὸ τὰ δημοτικὰ τραγούδια”, θὰ πεῖ καὶ ὁ Παλαμᾶς.
.             Ἂς τὸ κατανοήσουμε ὅτι σάπιο πνεῦμα τῆς Νέας Ἐποχῆς, ὁ οἰκουμενισμὸς καὶ ἡ παγκοσμιοποίηση, μὲ δύναμη καὶ ταχύτητα ἐπιδημικῆς ἀρρώστιας, ἔχουν προσβάλει τὸν λαό μας, μὲ κίνδυνο ἀφανισμοῦ του, γιατί ξεραίνονται οἱ ρίζες. (Κάτι ἐμβόλιμο. Τὸ θηρίο τῆς Ρώμης, ὁ “καλοσυνάτος” πάπας, ἀποκάλεσε τὰ Σκόπια, “Μακεδονία”. Ἐπειδὴ εἶμαι Μακεδὼν τὸ Γένος, καὶ σκοτώθηκαν παπποῦδες μου γιὰ τὸ ἱερὸ ὄνομα τῆς γενέτειρας, καὶ καπνίζουν τὰ μάτια μου ἀπὸ ὀργή, ἐρωτῶ τοὺς οἰκουμενιστὲς πατριάρχες καὶ ἐπισκόπους, ποὺ ὅταν βλέπουν τὸ “θηρίο” κάνουν… κωλοτοῦμπες- ξιπάζονται ἀπὸ τὴν χαρά τους-, θὰ τὸν ἐπαναφέρουν στὴν τάξη; ΟΤΑΝ -τὸ γράφω μὲ κεφαλαῖα γράμματα-ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΡΟΣΒΑΛΕΙ ΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΣΟΥ, ΤΟ ΑΙΜΑ ΠΟΥ ΕΧΥΣΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΣΟΥ, ΠΩΣ ΤΟΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙΣ; TΟN ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΗ ΠΑΠΑ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΣΕ ΤΑ ΣΚΟΠΙΑ “ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ”, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΑΚΟΥΕΙ ΟΛΗ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ, ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΤΗΣ ΜΙΑΣ, ΑΓΙΑΣ, ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΝΑ ΤΟΝ ΑΣΠΑΖΟΝΤΑΙ; ΑΥΤΟ ΕΚΑΝΑΝ Ο ΦΩΤΙΟΙ, ΟΙ ΜΑΡΚΟΙ, ΟΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΙ; Δοξάζουμε τὸν ἀναστημένο Σωτήρα μας, ποὺ ὑπάρχουν ἀκόμη ἱερεῖς καὶ μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ ποὺ συντηροῦν τὸ “οὐδὲν ἐποιήσαμεν” τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ).
.            Νὰ κλείσω μὲ δύο δίστιχα πετράδια τῆς δημοτικῆς ποίησης ποὺ δείχνουν τί λαὸς ζοῦσε κάποτε σ’αὐτὰ τὰ ματωμένα χώματα καὶ τί ἀλλόκοτος… ταϊφᾶς καταντήσαμε τώρα.

“Τάζω σου Παναγία μου
ὀκάδες τὸ λιβάνι
νὰ μᾶς ἐβάλεις τῶν δυονῶ
στὴν κεφαλὴ στεφάνι”.
.             Καὶ τὸ δεύτερο:

“ Ὁ κόσμος μ’ ἀπελπίζουνε
μὴ μ’ ἀπελπίζεις, Θέ μου
καὶ μὴ μ’ἀφήνεις νὰ χαθῶ,
Μεγαλοδύναμέ μου”

.                  Δὲν εἶναι καὶ τὰ δύο προσευχές;

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΑΓΙΟ ΦΩΣ ΚΑΙ ΟΙ…ΜΠΑΛΑΟYΡΕΣ (Δ. Νατσιός)

Τὸ Ἅγιο Φῶς καὶ οἱ…μπαλαοῦρες

γράφει ὀ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος -Κιλκίς

 .             Μπαλαούρας: τί ἐνδιαφέρον ὄνομα!! Καὶ ἐπειδὴ εἴμαστε λαὸς ποὺ μᾶς ἀρέσει νὰ παίζουμε –“ἀεὶ παῖδες εἰσὶ οἱ Ἕλληνες”- ἐνίοτε μὲ τὰ ὀνόματά μας καὶ τὰ ἐτυμολογικά τους… γενέθλια, θὰ ἀναζητήσουμε τὰ λεκτικά…“γενοτόπια” τοῦ  “μπαλαούρα”. Ἐκ πρώτης ὄψεως συνίσταται, ἐκ τῶν κάτωθι δύο συνθετικῶν: μπάλα + οὔρα, γενικὴ μπαλαούρας. Ἡ μπάλα, ἴσως παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα πάλλω, ποὺ σημαίνει σείομαι, ἀναπηδῶ, σκιρτῶ – ἀλλὰ μᾶλλον εἶναι παρετυμολογία – ἢ ἀπὸ τὸ ρῆμα ἅλλομαι ποὺ σημαίνει πηδῶ, ἐξ οὗ καὶ ἅλμα. Τέλος πάντων τὸ πρῶτο συνθετικὸ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει καὶ τόσο. Τὸ δεύτερο ἐπιφυλάσσει ἐκπλήξεις, ἀπρόσμενες…
.             Τὸ δεύτερο, λοιπόν,  συνθετικὸ “-οὔρας” ἐπιδέχεται πολλὲς ἑρμηνεῖες. Νὰ εἶναι ἀπὸ τὴν οὐρά, τὸ ὀπίσθιον ἄκρον τοῦ κορμοῦ τῶν ζώων, ὅπως γράφουν τὰ παλιά, καλὰ λεξικά; Τότε ὁ τόνος θὰ ἦταν στὴ λήγουσα, ὁπότε θὰ λεγόταν ὁ… λεγάμενος “μπαλαουρᾶς”. Τὸ κρατᾶμε…
.             Μήπως εἶναι λεκτικὸ λείψανο ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας καὶ μᾶς παραπέμπει στὰ “οὐρί”, τὶς ὀγδόντα καὶ τόσες ὡραῖες παρθένες, ποὺ ἀναμένουν τοὺς  καλοὺς  μωαμεθανοὺς στὸν παράδεισο; Νὰ ἦταν, λοιπόν, “μπαλαουρὶς” ἢ “μπαλαούρις”, δηλαδὴ ὁ σκιρτῶν ἀπὸ χαρά, ἀναλογιζόμενος τὸ τί τὸν περιμένει μετὰ τὸν θάνατον; Πολὺ πιθανόν!!
.             Προχωροῦμε στὶς ἐτυμολογικὲς περιηγήσεις. Εἴπαμε, τὸ ὄνομα προσφέρεται…
.             Ὑπάρχει ἕνα ἐπιφώνημα τὸ ὁποῖο κυριαρχοῦσε τὶς παλαιότερες ἐποχές. Τὸ “οὔρρα”, ποὺ ταυτίζεται μὲ τὸ τωρινὸ “ζήτω”. Μάλιστα, ἂν θυμᾶμαι καλά, οἱ ἐνθουσιώδεις ὄχλοι, οἱ ζητωκραυγαστὲς τὸ ἐπαναλάμβαναν ἐν χορῷ, τρεῖς φορές: οὔρρα, οὔρρα, οὔρρα!! Βεβαίως μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου λησμονήθηκε, διότι, προφανῶς,  πολλάκις οἱ λόγοι τῶν ἀγορητῶν-πολιτικῶν παρέπεμπαν  στὸ ἐκκρινόμενον ἐκ τῶν νεφρῶν καὶ συναθροιζόμενον εἰς τὴν γνωστὴν κύστιν, ὑγρόν. Μᾶς προβληματίζουν καὶ τὰ δύο “ρὸ” στὴν λέξη, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν μᾶς ἐνοχλεῖ. Ἡ τάση ἁπλοποιήσεως τῆς ζωῆς μας, δὲν ἄφησε στὸ ἀπυρόβλητο καὶ τὴν ταλαίπωρη γλώσσα μας. Θυμᾶμαι, κάποιος εὐφυὴς μαθητής μου, ποὺ μὲ ἀφόπλισε, ὅταν ἐγὼ ἐπέμενα ὅτι ἡ λέξη “Ἀττικὴ” γράφεται μὲ δύο “ταῦ”, λέγοντάς μου ὅτι καὶ μὲ ἕνα “ταῦ” πάλι Ἀττικὴ εἶναι. Ἂν δεχτοῦμε τὴν προαναφερόμενη ἐτυμολογικὴ ἐξήγηση, τότε ἡ λέξη σημαίνει κυριολεκτικῶς “ζήτω ὁ ἀναπηδῶν, ὁ ἀσπαίρων, ὁ φρικιῶν”. (Ὁ λεξικογράφος, Δημητράκος μᾶς δίδει καὶ αὐτὲς τὶς ἑρμηνεῖες γιὰ τὸ ρῆμα πάλλω). Ἐπιλέγω, ἐκ τῶν τριῶν, τὸ σπάνιο ρῆμα ἀσπαίρω, ποὺ σημαίνει σπαρταρῶ, τινάσσομαι σπασμωδικῶς, ἐπειδὴ ταιριάζει μὲ τὴν ἀντίδραση τοῦ κ. Μπαλαούρα. Ἀσπαίρει, ἐνώπιον τοῦ Ἑσπερινοῦ Φωτὸς τοῦ Κυρίου, φρίττει.
Συνεχίζουμε…
.             Ἔχουμε τὴν ἀρχαία λέξη “οὖρος”, ἀρσενικοῦ γένους, μὲ τρεῖς σημασίες:
Πρώτη: οὖρος, ποὺ ἐπέζησε στὴν φράση “οὔριος ἄνεμος”, δηλαδὴ ὁ εὐνοϊκός, ὁ ἐπιτυχής.
.             Δεύτερη: οὖρος, ποὺ σημαίνει φύλακας, φρουρός, ἐπόπτης. Αὐτὴ παράγεται ἀπὸ τὴν λέξη ὥρα, μὲ “ψιλὴ” ποὺ σημαίνει φροντίδα, πρόνοια, ἐξ οὗ καὶ θυρωρός. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ “-οὐρὸς” ἔχουμε λέξεις ὅπως ὁ κηπουρός, οἰκουρὸς (= ὁ φυλάττων τὸν οἶκο).
.             Τρίτη: οὖρος, ποὺ σημαίνει ἄγριος βούς, ἄγριο βόδι.
.             Προσωπικὰ θὰ ἐπέλεγα τὴν τρίτη σημασία γιὰ τὸ ὄνομα “μπαλαούρας”. Ὁπότε μᾶς βγαίνει μία πολὺ παραστατικὴ φράση. “Ὁ ἀναπηδῶν σὰν ἄγριο βόδι”. Πολὺ καλό!!
.             Μᾶς ἔμειναν καὶ ἄλλα δύο συνθετικά, οὐδετέρου γένους αὐτὴ τὴν φορά, τὰ ὁποῖα ἐντόπισα στὰ λεξικά μας.
.             Τὸ οὗρον. Τὸ βρίσκουμε, ἐν πρώτοις, μὲ τὴν σημασία τοῦ ὁρίου, τοῦ συνόρου, τοῦ τέρματος.
.             Καὶ ἡ συχνόχρηστη δεύτερη, ἡ ὁποία ἀπαντᾶται συνήθως στὸν πληθυντικὸ ἀριθμό:  τὰ οὖρα, τὸ χύδην λεγόμενο κάτουρο.
.             Θυμήθηκα κάτι. Ἡ λέξη “κάτουρο” εἶναι κακόηχη. Ὅταν ὅμως τὴν διαβάζεις σὲ κείμενα ἀνθρώπων ποὺ τὸ σῶμα τους ἦταν γεμάτο πληγὲς γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδας, ποὺ ἔγραφαν μὲ τὸ γιαταγάνι τους καὶ ὄχι μὲ τὴν πένα, δακρύζεις. “Σταυροὺς ἔχω κολλημένους εἰς τὸ σῶμα μου, ὅπου μοῦ τοὺς ἔδωσαν τὰ ντουφέκια τῶν Τούρκων”, ἔλεγε γιὰ τὰ τραύματά του. Εἶναι τοῦ “τοκογλύφου” Μακρυγιάννη, ὅπως τὸν χαρακτήρισε κάποιος Ἀθανασιάδης, σύμβουλος τοῦ ὑπουργείου… ἀπαιδείας. Τί νὰ πεῖ κανείς; “O καθεὶς τὴν μύξα του γιὰ βούτυρο τὴν ἔχει”). Κάποτε ἡ Διοίκηση διορίζει τὸν Μακρυγιάννη “ἀρχηγὸ τῶν Ἀθηναίων”. Τὸν πλησιάζει ὁ Γρόπιος (Gropius), πρόξενος τῆς Ἀούστριας, καὶ τοῦ λέει νὰ δεχτεῖ τὸν “Γκόρδον”, τὸν Ἄγγλο, ὡς ἀρχηγό, διότι θὰ βάλει τὰ χρήματα. Ἀπαντᾶ ὁ πατριδοφύλακας στρατηγός: “Σύρε, πές του, ὅποιος εἶναι αὐτὸς ὁπού θὰ βάλει τὰ χρήματα, ὄχι ἀρχηγὸν τὸν κάνω καμπούλι (= δέχομαι νὰ γίνει), διὰ τὴν ἀγάπη τῆς πατρίδος μου, ἀλλὰ ὅπου κατουράγει νὰ μοῦ δίνει νὰ πίνω ἐγὼ τὸ κάτουρο. Τὸ κάνω αὐτὸ καὶ τοῦ τὸ δίνω ἐγγράφως”. (Ἀπομνημονεύματα, ἔκδ. Ζαχαρόπουλος, σελ. 483). Αὐτὰ τῷ καιρῷ ἐκείνῳ. Τῷ καιρῷ ἐτούτῳ “ὁπού ἔγιναν καμπόσοι κόντηδες (καὶ βουλευτὲς) ὁπού ἦταν καντιποτένιοι”, πίνουν τὸ αἷμα τῆς πατρίδας μας καὶ λοιδοροῦν τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσιά της. Ὁ κάθε κρανιοκενὴς ἱστοριογράφος τοῦ ἐθνομηδενισμοῦ, ὁ κάθε μπαλαούρας ἀμολάει τὶς τιποτολογίες, τίς…οὐρολογίες του, γιατί ζεῖ στὴν χώρα τῆς ἀτιμωρησίας.
.             Ἐρώτηση: Γιατί δὲν λένε τὶς παλαβομάρες τους καὶ γιὰ τὸ Ἰσλάμ; Ὅταν οἱ μωαμεθανοὶ αὐτομαστιγώνονται καὶ ρέει τὸ αἷμα στοὺς δρόμους, δυστυχῶς καὶ τῆς πατρίδας μας, γιατί δὲν βγαίνουν οἱ ὄρνιθες τῆς προόδου νὰ καταδικάσουν τὸ βάρβαρο ἔθιμο;
.         Τὶς ψευτοπαλληκαριές τους, οἱ σαπιοκοιλιές, ποὺ θὰ ἔλεγε καὶ ὁ Καραΐσκάκης, τὶς περιορίζουν στὰ δικαιώματα τῶν κίναιδων, στὴν προσβολὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, στὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, στὶς παρελάσεις τῶν ἐθνικῶν ἑορτῶν, στοὺς ἥρωες, στὸ Κρυφὸ Σχολειό, στὸ Ἅγιο Φῶς.
.         Ὁ κ. Μπαλαούρας καὶ ὅλοι αὐτοὶ ποὺ ἐπιδίδονται σὲ γελοίους λεονταρισμοὺς ἂς βγάλει τὸ σκασμὸ καὶ ἂς πάει νὰ ψηφίσει, μὲ χέρια καὶ ποδάρια, τὰ μνημόνια τῆς ντροπῆς καὶ τῆς ὑποταγῆς, ποὺ κόβουν “σύρριζα” τὶς συντάξεις τῶν γερόντων γονιῶν μας, ποὺ ἔχυσαν ἱδρώτα καὶ αἷμα γιὰ νὰ στήσουν τούτη τὴν πατρίδα.
.           Ὅταν προσβάλλουν τὴν πίστη μας, τὴν ἁγία Ὀρθοδοξία, προσβάλλονται “ἅπαντες σχεδὸν οἱ Ἕλληνες, οἱ πραγματικοὶ ἀγωνισταί, οἱ κτίσαντες τὸ ἑλληνικὸν αὐτὸ ἔθνος μὲ λάσπη ζυμωμένην ἀπὸ τὰ αἵματά των καὶ μὲ λίθους κτιρίου ἀπὸ τὰ κόκκαλά των, οἱ στρώσαντες τὸ αἱμοσταγὲς αὐτὸ τραπέζι διὰ νὰ τὸ τρώγουν οἱ κηφῆνες”. (Ἀπὸ σημείωση στὰ ἀπομνημονεύματα τοῦ Μακρυγιάννη, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὸ “φυλλάδιο τῆς ἱστορίας Ν. Κριεζώτου”).
.             Νὰ κλείσω μὲ κάτι ὄμορφο ποὺ διάβασα στὰ “Ἅπαντα” τοῦ Δ. Σολωμοῦ. (ἔκδ. “Μέρμηγκας” σελ.131)
.             “Ὡς γνωστὸν ὁ Σολωμὸς ἐθέλγετο ἀπὸ τὰ αὐτοσχέδια ποιήματα τοῦ τυφλοῦ Ζακύνθιου ἐπαίτου Νίκ. Κοκονδρῆ. Μίαν ἑσπέραν, ἐνῶ ὁ ποιητὴς διήρχετο ἀπὸ ἕνα οἰνοπωλεῖον, βλέπει ἐκεῖ ἄπειρον κόσμον προσεκτικόν. Σταματᾶ. Ἦτο μέσα ὁ ἐπαίτης ραψωδὸς καὶ διηγεῖτο τὴν πυρκαϊάν, ποὺ εἶχε συμβεῖ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα. Ἦτο ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ Σολωμὸς τὴν ἤκουε. Μένει σιωπηλὸς καὶ προσεκτικός. Ἀφοῦ ὁ ἐπαίτης ἐτελείωσεν, ὁ Σολωμὸς προχωρεῖ σοβαρὸς καὶ παρακαλεῖ τὸν αὐτοσχέδιον ποιητὴν νὰ ἐπαναλάβη τὸ ὡραῖον ποίημα, τοῦ ὁποίου ἐσώθη μόνο τὸ ὡραῖο δίστιχο:
Ὁ ἅγιος τάφος τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖνος δὲν ἐκάη.
Ἐκεῖ ποὺ βγαίνει τ᾽ Ἅγιο Φῶς, ἄλλη φωτιὰ δὲν πάει.
Μόλις ἐτελείωσεν, ὁ Σολωμὸς συγκινημένος καὶ μὲ σοβαρότητα εἶπεν εἰς τὸν οἰνοπώλην: Κέρασε ὅλους, ὅσο κρασὶ πιοῦνε ἀπόψε, εἶναι ὅλο δικό μου, ἔλα αὔριο σπίτι νὰ σὲ πληρώσω. Καὶ ἔφυγε ἐνθουσιασμένος”.
Ἐκεῖνοι ἦταν “ἀληθεῖς Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες”, ὅπως ἔλεγε ὁ Παπαδιαμάντης στὴν “Ἐξοχικὴ Λαμπρή” του…
Καλὴ Ἀνάσταση, ἀδελφοί!!

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

 

,

Σχολιάστε

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ… (Δ. Νατσιός)

 Ὅλοι μαζ ο λληνες…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.             Ἂς κάνει λίγο ὑπομονὴ ὁ ἀναγνώστης, κι ἂς διαβάσει τὸ κείμενο, ποὺ λίγο πιὸ κάτω παραθέτω. Μιλᾶ κι αὐτὸ γιὰ ἕναν Ἀπρίλη, ποὺ πάντα θὰ «βγαίνουν ἄνθια καὶ καρποί». Εἶναι ὁ Ἀπρίλης τοῦ ’41. Τὸ ἔθνος καταματωμένο, ἀλλὰ ὑπερήφανο, διέσωσε τὴν τιμὴ τῆς ἀνθρωπότητας στὶς ἀετοράχες τῆς Πίνδου. Στὸν Βορρᾶ, ἡ σκοτεινὴ νύχτα τῆς γερμανικῆς Κατοχῆς, ἑτοιμάζεται νὰ προσθέσει κι ἄλλη μία ἀτίμωση. Καλῶς εἰπώθηκε, ὅτι κάποιοι λαοὶ δὲν γράφουν ἱστορία, ἀλλὰ ποινικὸ μητρῶο. Καὶ συνεχίζουν νὰ ἐγκληματοῦν…
.            Τὸ κείμενο:
.             «Εἴμαστε πιὰ στὸν Ἀπρίλη τοῦ 1941. Ἡ ἄνοιξη ἀγνοοῦσε τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων καὶ εἶχε φτάσει στὴν Ἀθήνα μὲ ὅλο τὸ φῶς της, μὲ τὰ δυνατά της χρώματα, μὲ τὸ ἐλαφρὸ ἀεράκι της, μὲ ὅλη τὴν ἐγκαρδιότητά της. Ἔλαμπε ὁ κεντρικὸς ἀθηναϊκὸς δρόμος. Μόνο ποὺ ἐνῶ ἐβούιζε ἀπὸ κίνηση, ἔμοιαζε σὰν ἄδειος. Ἔλειπε ἡ μισή, γιὰ νὰ μὴν πῶ, ἡ καλύτερη Ἑλλάδα: ἔλειπε ἡ ἑλληνικὴ νεότητα. Μὰ νὰ ποὺ ὁ δρόμος γέμισε πάλι, καὶ ἡ μισὴ Ἑλλάδα ἔγινε πάλι ὁλόκληρη. Μέσα σὲ μία στιγμή, μέσα σὲ μίαν ἁπλὴ κίνηση, μέσα σὲ μία αὐθόρμητη συνεργασία. Στὸ ἀντικρινὸ πεζοδρόμιο, κατέβαινε ἕνας τραυματίας. Ἡ στολή του τσαλακωμένη, τὸ μελαχροινὸ πρόσωπό του σκοτεινὸ ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία καὶ τὴν ἀγωνία, ἀλλὰ τὸ πανί, ποὺ κράταγε τὸ πονεμένο καὶ βαρὺ ἀπὸ δόξα δεξί του χέρι, καθαρὸ καὶ κατάλευκο. Τὸ βῆμα του, σταθερὸ κι αἰσιόδοξο, μπερδεύτηκε μία στιγμή. Ἔσκυψε, εἶδε καὶ τραβήχτηκε στὴν ἄκρη τοῦ πεζοδρομίου. Εἶχαν λυθῆ τὰ κορδόνια τῆς μίας ἀρβύλας του. Πλησίασε σ’ ἕνα πεζούλι, ἔβαλε τὸ πόδι του ἀπάνω κι ἔσκυψε. Τότε ὅμως ἄρχισε μία προσπάθεια ποὺ παραμέρισε καὶ τὴν ἄνοιξη καὶ κάθε ψευδαίσθηση. Γιὰ νὰ δεθοῦν τὰ λυμένα τοῦ κορδόνια, χρειάζονται δύο χέρια γερά. Προπάντων τὸ δεξί, μὲ τὰ ἐπιτήδεια δάχτυλά του. Μὰ αὐτὸ ἴσα-ἴσα τὸ χέρι κρεμόταν βαρὺ καὶ τιμημένο. Καὶ ἡ προσπάθεια ἔπρεπε νὰ γίνει. Μ’ ἕνα χέρι καὶ μάλιστα μὲ τ’ ἀριστερό. Ἄρχισε, λοιπόν, ἀλλὰ δὲν κράτησε πολύ. Τὴν εἶδαν πολλοί, μὰ πιὸ κοντά της ἔτυχε ἕνας ψηλὸς γέροντας, μὲ πρόσωπο πλαισιωμένο ἀπὸ μικρὴ ἄσπρη γενειάδα, ὁλόισιος σὰν λαμπάδα κι ἀξιοπρεπὴς σὰν ἑλληνικὴ ὑπερηφάνεια, καλοντυμένος μὰ κι αὐστηρὸς στὴν ἐμφάνιση. Ἕνας γνωστὸς ἄρχοντας, παλιὸ ἀθηναϊκὸ σπίτι, μὲ πλούτη καὶ μὲ ὄνομα μεγάλο. Κι ὁ ψηλὸς γέροντας δὲν εἶδε μόνο πρῶτος, μὰ καὶ πρόφτασε νὰ τρέξη πρῶτος κοντὰ στὴν προσπάθεια ποὺ γινόταν ἀπάνω ἀπὸ τὴν ἀρβύλα μὲ τὰ λυμένα κορδόνια. Μ’ ἕνα γρήγορο βῆμα, βρέθηκε πλάι στὸ σκυμμένο τραυματία, ἔβγαλε τὰ κίτρινα γάντια του, ἔσκυψε κι αὐτός, σχεδὸν γονάτισε, κ’ ἔκαμε ὅ,τι δὲν μποροῦσε νὰ κάμη τὸ πονεμένο χέρι.
Ὅταν ὁ γέροντας τελείωσε τὴ μικρὴ ἐξυπηρέτηση καὶ ὕψωσε τὸ ἀνάστημά του, ὁ νέος πολεμιστὴς τὸν κοίταξε στὰ μάτια καὶ δὲν ἤξερε τί νὰ τοῦ πῆ, πῶς νὰ τὸν εὐχαριστήση. Δὲν βρῆκε τὰ λόγια ποὺ ἤθελε, ὅπως δὲν τά ᾽βρισκε κανένας ἐκείνη τὴ στιγμή, κι ἔκανε κάτι πιὸ εὔγλωττο: πῆρε τὸ δεξὶ χέρι τοῦ γέροντα, ἔσκυψε καὶ τὸ φίλησε.
Εἶχαν σταθῆ καὶ μερικοὶ ἄλλοι μαζὶ μ’ ἐμένα κι ἔμεναν σαστισμένοι. Ἔβλεπαν καὶ δὲν πίστευαν. Ἔβλεπαν κι ἔνιωθαν νὰ δυναμώνη, νὰ κυριαρχῆ μέσα τους ὁ νέος ἄνθρωπος ποὺ γεννήθηκε σὲ ὅλες τὶς ἑλληνικὲς συνειδήσεις τοὺς μῆνες ἐκείνους. Ὅλ’ ἡ Ἑλλάδα σὲ μιὰν ἁπλὴ σκηνή! Ἐκεῖ κι ὁ μεγάλος πατριωτισμός, ἐκεῖ κι ὁ βαθὺς σεβασμός, ἐκεῖ καὶ ἡ σιδερένια κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη.
Ἔτσι ἐζήσαμε τὴ μεγάλη ἐκείνη ἐποχή, τὸ κρίσιμο ἐκεῖνο ὁρόσημο τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου: Ὅλοι μαζὶ οἱ Ἕλληνες. Ὁ ἕνας κοντά, πολὺ κοντὰ στὸν ἄλλο, τὸ ἕνα χέρι στ’ ἄλλο χέρι κι ἡ μία καρδιὰ πλάι στὴν ἄλλη καρδιά». (Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πανηγυρικοὶ λόγοι ἀκαδημαϊκῶν, 28η Ὀκτ 1940», ἐπιμέλεια Π. Χάρης, σελ. 482-483. Ὁμιλητής, τὸ 1969, εἶναι ὁ Πέτρος Χάρης).
.             Ποῦ πῆγε αὐτὴ ἡ Ἑλλάδα; Πῶς θὰ ξαναβροῦμε καὶ σήμερα ἐκείνη τὴν εὐλογημένη ὁμοψυχία καὶ ἀλληλεγγύη; Τὸν μεγάλο πατριωτισμό, τὴν σιδερένια θέληση γιὰ ἀντίσταση στοὺς ποικιλώνυμους ἐχθρούς, τὸ μακρυγιάννειο «ὅλοι μαζὶ οἱ Ἕλληνες»; Μήπως πόλεμο δὲν ζοῦμε καὶ τώρα; Ἐξ ἀνατολῶν δὲν βρυχᾶται νυχθημερὸν τὸ λυσσαμένο ἀγαρηνὸ σκυλί, ἀπειλώντας ἀπροκάλυπτα ὅ,τι ἑλληνικὸ «ἀκουμπάει» τὸ κράτος του; Γιατί ξεχνοῦμε, ὅτι εἶναι κράτος-ὕαινα, ποὺ φροντίζει τακτικὰ νὰ καταγράφει στὸ ποινικό του μητρῶο –ὅπως προεῖπα– καινούργια ἐγκλήματα; Στέναζε ὁ λαός μας, πέθαινε ἀπὸ τὴν πείνα τὸ 1942 καὶ οἱ Σαρακηνοὶ Τοῦρκοι ψήφιζαν τὸν ἔκτακτο φόρο περιουσίας, τὸ διαβόητο «βαρλὶκ βεργκισί», μὲ τὸν ὁποῖο ἁρπάχτηκαν ὅσες περιουσίες εἶχαν ἀπομείνει στοὺς Ἕλληνες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.
.           Ὁ κίνδυνος εἶναι δίπλα μας. Ἐθελοτυφλοῦν ὅσοι δὲν τὸν βλέπουν. Κάτι πρέπει νὰ γίνει, δὲν μπορεῖ ἕνας ὁλόκληρος λαὸς νὰ παρακολουθεῖ ἀποχαυνωμένος τὴν ὑποδούλωσή του. Τινάξαμε κάποτε τὴν δουλεία 400-500 ἐτῶν, πότε ἐπιτέλους θὰ ἀποτινάξουμε καὶ τὴν δουλεία τῆς καταστροφικῆς παιδείας μας;
.           «Κάποτε», γράφει τὸ 1959 ὁ Στρατὴς Μυριβήλης, «μία μέρα συζητοῦσαν δύο ἁπλοὶ ἄνθρωποι –δύο ψαράδες ἦταν– γιὰ τὴν πίεση ποὺ ἀσκοῦν οἱ μεγάλες δεξιὲς καὶ οἱ ἀριστερὲς δυνάμεις πάνω στὴν πολιτικὴ ζωὴ τοῦ τόπου γιὰ τὰ συμφέροντά τους, ὁ ἕνας ξεστόμισε μία φράση ποὺ μὲ ξάφνιασε. Εἶπε ὀργισμένος:
-Ἂν μᾶς πιάσει καμμία μέρα τὸ ἑλληνικό μας…
Αὐτὸ τὸ ἑλληνικό μας ἂς φροντίσει τὸ κράτος νὰ καλλιεργήσει συστηματικά, ἐντατικά, στὴν ψυχὴ τῆς νέας γενιᾶς, γιατί αὐτὸ εἶναι ποὺ φοβοῦνται οἱ ἐχθροὶ τῆς φυλῆς καὶ αὐτὸ βάλθηκαν νὰ ὑπονομεύσουν μὲ χίλιους τρόπους» (περιοδικὸ «Γνώσεις», τ. 14, σελ. 4, 1959).
.           Τὸ κράτος δὲν μπορεῖ καὶ δὲν θέλει νὰ καλλιεργήσει «τὸ ἑλληνικό μας» γιατί οὔτε κράτος εἶναι οὔτε ἑλληνικό. Τὸ κυβερνοῦν ἐδῶ καὶ δεκαετίες πειθήνια ἐνεργούμενα, ὑποτελεῖς μετριότητες. Ὅλα τὰ τραγικὰ καὶ ἀποτρόπαια ποὺ συμβαίνουν σήμερα στὸν τόπο μας, ἡ γενικὴ ἀποσάθρωση, ἀποτελοῦν τὸ ὕστατο στάδιο ἑνὸς ἐκφυλιστικοῦ φαινομένου, ρήξη κακοφορμισμένου ἀποστήματος, τὸ ὁποῖο ἐξέθρεψε ἡ κομματοκρατία.
.           Ἐρωτῶ καὶ πάλι: Πότε θὰ μᾶς πιάσει τὸ ἑλληνικό μας, σ’ ὅσους τουλάχιστον παραμένουμε Ἕλληνες; Δὲν κατανοοῦμε, ὅτι ἐνεδρεύει ἢ παραμονεύει ὁ κίνδυνος νὰ εἴμαστε οἱ τελευταῖοι Ἕλληνες πάνω σ’ αὐτὸ τὸ γαλάζιο ἀκρωτήρι τῆς Μεσογείου;
.           Στὸ σπουδαῖο κείμενο, ποὺ παρέθεσα τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ Πέτρου Χάρη, ὁ περήφανος γέροντας, πραγματικὸς ἄρχοντας καὶ ὄχι σκύβαλο δανειοσυντήρητο, ὅπως πολλοὶ τωρινοὶ «ἄρχοντες», γονάτισε ἐνώπιον τοῦ πληγωμένου πολεμιστῆ.
Ὁ πληγωμένος μαχητὴς εἶναι ἡ Ἑλλάδα, ἡ μάνα μας, ποὺ τώρα μᾶς χρειάζεται νὰ παρηγορήσουμε τὶς πληγές της, νὰ δέσουμε τὰ τραύματά της.
.           Ὅταν τὸν Κολοκοτρώνη τὸν ἐλευθέρωσαν ἀπὸ τὸ μοναστήρι τῆς Ὕδρας, ὅπου τὸν εἶχε φυλακισμένο ἡ «κυβέρνησις», γιὰ νὰ πολεμήσει τὸν Ἰμπραὴμ μὲ τοὺς ἀραπάδες του, μιλώντας ὁ μεγαλοπρεπὴς Γέρος τοῦ Ἔθνους μας, εἶπε: «Πρὶν ἔβγω στὸ Ἀνάπλι ἔριξα στὴ θάλασσα τὰ πικρά, τὰ περασμένα. Κάνετε κι ἐσεῖς τὸ ἴδιο! Στὸ δρόμο, ποὺ περνούσαμε νὰ ᾽ρθοῦμε στὴν ἐκκλησία, εἶδα νὰ σκάβουν κάτι ἄνθρωποι. Ρώτησα καὶ μοῦ ᾽πανε πὼς γιὰ νὰ βροῦνε κρυμμένο θησαυρό. Ἐκεῖ, στὸ λάκκο μέσα, ρίχτε καὶ ἐσεῖς τὰ μίση τὰ δικά σας. Ἔτσι θὰ βρεθῆ κι ὁ κρυμμένος θησαυρός». Ἀδελφοί, ἂς ἀκούσουμε τὸν λόγο τοῦ Κολοκοτρώνη. Καὶ σήμερα «Μπραΐμης» μᾶς ἀπειλεῖ. Μείναμε λίγοι.Ὅλοι μας, ἂς πετάξουμε στὴν θάλασσα τὰ πικρά, τὰ μίση. Ὁ κρυμμένος θησαυρὸς τοῦ Γένους μας εἶναι ἡ ὁμόνοια, ἡ ὁμοψυχία…

,

Σχολιάστε

ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΑΘΟΛΟΓΙΑΣ (Δ. Νατσιός-π. Ν. Λουδοβίκος)

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΓΡΑΦΤΟ ΕΛΕΓΕ ΠΩΣ ΘΑ ΕΝΩΘΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΓΙΑΤΙ ΕΛΛΑΣ ΘΑ ΠΕΙ… “ΕΛΑ”! «Πῶς ζήσαμεν, ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει». (Δ. Νατσιός)

Τὸ γραφτὸ ἔλεγε πὼς θὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὴν Ἑλλάδα,
γιατί Ἑλλὰς θὰ πεῖ…ἔλα

Γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.           Πλησιάζει ἡ ἐθνικὴ ἐπέτειος, τὸ ἀθάνατο Εἰκοσιένα. Οἱ ἀπόγονοι τῶν γενοκτόνων μας Τούρκων, ὀνειροφαντάζονται μεγαλεῖα. Καλὸ εἶναι νὰ θυμόμαστε τὰ πάθη τῶν προγόνων μας, γιὰ νὰ ξέρουμε μὲ ποιοὺς γειτονεύουμε καὶ γιατί οἱ ἡρωικοὶ ραγιάδες τραγουδοῦσαν τὸ ἑξῆς… ρατσιστικό, ὅπως θὰ ἔλεγε ἕνας ὑμνητὴς τοῦ πολύχρωμου-παρδαλοῦ σχολείου:  «Τοῦρκος μὴ μείνει στὸ Μοριά, μηδὲ στὸν κόσμο ὅλο».
.           Ἔχω στὴν βιβλιοθήκη μου ἕνα πολὺ παλιὸ περιοδικὸ μὲ τίτλο «ΓΝΩΣΕΙΣ». Τὸ τρίτο τεῦχος τοῦ εἶναι ἀφιερωμένο στὴν Ἐπανάσταση τοῦ ’21. Γράφουν σ’ αὐτὸ πνευματικὰ ἀναστήματα ὅπως οἱ: Κόντογλου, Καραντώνης, Περάνθης,  Χάρης, Λάπας, Ἀγγελομάτης, Μυριβήλης καὶ ἄλλοι σημαντικοί. Ξεσηκώνω ἀπὸ τὸ ἀφιέρωμα ἕνα κείμενο τοῦ Σταύρου Μάνεση, συντάκτη, τότε, τοῦ «Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν». (Τοῦ ὁποίου, ἡ συγγραφή, δὲν ἔχει ἀκόμη ἐπιτευχθεῖ. Στὴν Ἑλλάδα τὰ πράγματα πηγαίνουν «σπρωχνόμενα», ἔλεγε χαρακτηριστικὰ ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ Κολοκοτρώνη, Φωτάκος). Ὁ τίτλος τοῦ ἄρθρου εἶναι «Μακεδονικὲς Ἡμέρες». Ὁ συγγραφέας γύριζε τότε τὴν Μακεδονία μὲ σκοπὸ νὰ διασώσει λέξεις, τοπικὰ ἰδιώματα, ὥστε νὰ πλουτίσει μ’ αὐτὲς τὸ Λεξικό. Ὅπως γράφει: «Τὰ καλοκαίρια τοῦ 1952, ’52, ’53 καὶ ’55 εἶχα τὴν ἐξαιρετικὴ τύχη καὶ τιμὴ νὰ μοῦ ἀνατεθεῖ ἀπὸ ἕνα σωματεῖο μὲ λαμπρὴ ἐπιστημονικὴ δράση, τὴν ἐν Ἀθήναις Γλωσσικὴν Ἑταιρείαν, ἡ μελέτη τοῦ γλωσσικοῦ ἰδιώματος τῆς περιοχῆς Γράμμου, μὲ ἐπιτόπιο μετάβασή μου. Μὲ βασικὸ μεταφορικὸ μέσο τὸ μουλάρι, γύρισα πενήντα χωριά, κωμοπόλεις καὶ πόλεις τοῦ δυτικοῦ μέρους τῶν νομῶν Καστοριᾶς καὶ Κοζάνης σκαρφαλωμένα πάνω στὶς κορφὲς καὶ τὶς πλαγιὲς τοῦ Γράμμου καὶ τῆς Πίνδου. Ἔτσι, εἶχα τὴν εὐκαιρία καὶ τὴν ἄνεση νὰ γνωρίσω τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴ ζωή τους μὲ τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες, τὶς ἀγωνίες καὶ τὶς ἐλπίδες τους».
.           Σεργιανάει τὰ χωριὰ ὁ γλωσσολόγος καὶ συζητᾶ κυρίως μὲ ὑπερήλικους ἀνθρώπους, ποὺ εἶχαν ζήσει τὴν Τουρκοκρατία στὰ μέρη ἐκεῖνα. (Μόλις 40 χρόνια εἶχαν περάσει ἀπὸ τὸ 1912-13, ποὺ ὁ στρατός μας ἀπελευθέρωσε τὴν Μακεδονία). Οἱ μαρτυρίες (καὶ τὰ μαρτύρια) τῶν γερόντων Μακεδόνων εἶναι ἐξαιρετικὰ ἀποκαλυπτικές.
.           Διαβάζω: «Ὁ σεβασμὸς στὴν Ἐκκλησία ἔχει παλαιὰ παράδοση σ’ αὐτοὺς τοὺς τόπους κι εἶναι σὰν μία πράξη εὐγνωμοσύνης γιὰ τὴν συμπαράστασή τους στὸν ἀγώνα. “Ἐδῶ διάβασα”, μοῦ δήλωσε μὲ περηφάνια ὁ ὀγδοντάρης πρόεδρος τοῦ χωριοῦ Ἁγιὰ – Σωτήρα, Δημήτρης Ζηκόπουλος, δείχνοντάς μου τὸν νάρθηκα τῆς Ἁγιὰ – Παρασκευῆς, μίας ἐκκλησιᾶς διακοσίων χρόνων, θέλοντας νὰ μοῦ πεῖ ὅτι ἐκεῖ ἔμαθε τὰ γράμματα ποὺ ξέρει. Καὶ συνέχισε: “Οἱ Τοῦρκοι δὲν μᾶς ἄφηναν νὰ μαθαίνωμε γράμματα κι ἐρχόμασταν σὲ τοῦτο τὸ κρυφὸ σχολειό. Τὸ μόνο ποὺ δὲν τοὺς πολυένοιαζε ἦταν νὰ διαβάζωμε τὸ χτωήχι καὶ τὸ ψαλτήρι, γιὰ νὰ μὴν παίρνουν τὰ μυαλά μας ἀέρα μὲ τ’ ἄλλα διαβάσματα. Θυμᾶμαι μὲ τί χαρὰ καὶ μὲ τί τρομάρα οἰκονόμησε τῷ καιρῶ ἐκείνῳ ὁ παππούλης ποὺ μᾶς διάβαζε –ἅγιο τὸ χῶμα ποὺ τὸν σκεπάζει– μία Ἰλιάδα τοῦ Ὁμήρου. Σὰν τελειώναμε τὴν ἀνάγνωση, τὴν παράχωνε κάτω ἀπὸ τὴν πλάκα ποὺ βλέπεις ἐδωγιά».
.           Νομίζω ὅτι τὸ κείμενο, ἡ διήγηση τοῦ ὀγδοντάρη γεροπροέδρου, εἶναι ἀπὸ τὶς λίγες μαρτυρίες, ποὺ ἀποδεικνύουν τὴν ὕπαρξη αὐτοῦ ποὺ ἀρνεῖται ἡ ἀφελληνισμένη διανόησις καὶ τὰ ἀπολειφάδια τῆς ἱστοριογραφικῆς τσαρλατανιᾶς ποὺ λυμαίνονται τὰ πανεπιστήμια: τὸ Κρυφὸ Σχολειό.
.           Ἕτερη διήγηση, ἡλικιωμένου ἀγροφύλακα ἀπὸ τὸ χωριὸ Νόστιμο. Ἐξιστορεῖ ἐπιγραμματικὰ τὴ ζωὴ τῆς σκλαβιᾶς, τὴν «θαυμαστὴ τάξη», ὅπως ἔλεγε ἡ “συνωστισμένη”, τῆς Τουρκοκρατίας: «Τί τρόμους καὶ τί καρδιοχτύπια περάσαμε μὲ τοὺς Τούρκους καὶ τοὺς Ἀρβανιτάδες, ποὺ διαφέντευαν τὰ μέρη ἐτοῦτα κάναν καιρό. Οἱ πρῶτοι μὲ τὸ χαράτσι καὶ τὸ γιαταγάνι τους, οἱ δεύτεροι μὲ τὰ κούρσα καὶ τὸ πλιάτσικο. Ἀνέβαινε ὁ Ἀγάς, κατέβαινε ὁ λιάπης ἀπ’ τὰ βουνά του, ἔμπαιναν στὰ σπίτια μας:
– Βάλε μου νὰ φάω, γκιαούρ!
.           Τί νὰ κάνεις, τοῦ ᾽ψηνες ὅ,τι καλύτερο εἶχες, γιὰ νὰ τὸν μαλακώσεις: καμμιὰ κότα, αὐγά· ἔσφαζες κανένα ἀρνί, τοῦ ᾽δινες παχὺ τυρί, τοῦ ᾽φτιανες καὶ τὴν καλύτερη πίτα στὴ γάστρα νὰ περιδρομιάσει. Δῶσε μου κι ἄσπρα (= χρήματα) γιὰ τὸν κόπο πού ᾽καμα νά ᾽ρθω στὸ ρημάδι σου καὶ γιὰ τὰ δόντια μου ποὺ χάλασα μὲ τὰ παλιόφαγά σου, μούγκριζε στὸ τέλος μουδιασμένος ἀπὸ τὸ φαΐ ὁ ληστής. Μποροῦσες νὰ τοῦ πεῖς ὄχι; Τοῦ ᾽δινες κι ἄσπρα… Τί νὰ πρωτοθυμηθεῖς! Ἂν τὸν ἀπαντοῦσες στὸ δρόμο, ἔπρεπε νὰ τοῦ κάνεις μετάνοια τοῦ Τούρκου, νὰ κατέβης ἀπ’ τὸ ζῶο ν’ ἀνέβη αὐτός. Τὰ ροῦχα σου νὰ μὴν εἶναι καινούργια καὶ τὸ φέσι σου νά ᾽ναι τρύπιο καὶ πλαγιαστό. Ἂν τό ᾽βλεπε ὀρθό, σήκωσες κεφάλι, Γιουνάν, σοῦ ᾽λεγε, καὶ στὸ ἔκοβε! Οἱ κοπέλες ἔβαζαν τὰ πιὸ παλιά τους φουστάνια καὶ κουκουλώνονταν καὶ καταχώνουνταν νὰ μὴν τὶς δεῖ τὸ μάτι τὸ πόρνο… πῶς ζήσαμεν ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει, ὥσπου νάρθει τὸ ἑλληνικό».
.           (Ἀναφέρει ἡ Πηνελόπη Δέλτα στὰ «Μυστικὰ τοῦ Βάλτου» πὼς ὅταν ὁ ἥρωας καπετὰν Ἄγρας πῆγε σὲ τουρκοσκλαβωμένο χωριὸ τῆς Μακεδονίας, οἱ κάτοικοι τὸν ἐκλιπαροῦσαν νὰ μὴν βαδίζει καμαρωτός, γιατί θὰ προδοθεῖ ἀπὸ τὴν περπατησιά του. Ἔπρεπε νὰ βαδίζει σκυφτός).
.           Παρενθέτω στὸ σημεῖο αὐτὸ καὶ μία ἄλλη μαρτυρία, ποὺ περιγράφει τὰ ἀνήκουστα δεινὰ ποὺ βίωσε ὁ λαός μας κατὰ τὴν περίοδο τῆς αἰχμαλωσίας στοὺς Ἀγαρηνούς. Περιέχεται στὸ βιβλίο «τὸ Εἰκοσιένα», ἔκδοση τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν. Στὸ βιβλίο καταγράφονται οἱ πανηγυρικοὶ λόγοι τῶν Ἀκαδημαϊκῶν. Τὸν Μάρτιο τοῦ 1967, ὁμιλητὴς εἶναι ὁ Σπ. Μαρινάτος. Παραθέτει ἄδεια ταφῆς χριστιανοῦ, τὴν ὁποία ἔδιναν οἱ Τοῦρκοι: «Σὺ ὁ παπάς, τοῦ ὁποίου τὸ μὲν ἔνδυμα εἶναι μαῦρον ὡς πίσσα, τὸ δὲ πρόσωπον ὡς τοῦ σατανᾶ, σὺ ὁ ἱερεὺς τῶν μιαρῶν, σὺ ὁ ἕλκων τὴν καταγωγὴν ἀπὸ τὸν ἄπιστον Ἰησοῦν, διατάσσεσαι: Τὸν εἰς τὸ ἔθνος σου ἀνήκοντα ἄπιστον Γρηγόριον, ὁ ὁποῖος ἐψόφησε σήμερον, ἂν καὶ τὴν μὲν ψυχήν του παρέδωκεν εἰς τὸν σατανᾶν, τὸ δὲ βρωμερὸν πτῶμα του δὲν τὸ δέχεται τὸ χῶμα, ἔξω καὶ μακράν τῆς πόλεως ἀνοίξατε λάκκον καὶ διὰ λακτισμάτων ρίψατε αὐτὸν ἐντὸς τούτου». (σελ. 774).
.           Τὸ κείμενο ἀποτελεῖ μνημεῖο καὶ ἀδιαφιλονίκητη ἀπόδειξη τῆς ἁρμονικῆς, ἕως ἔρωτος, συνοίκησης σκλάβων καὶ δυναστῶν. Ἀκόμη καὶ οἱ νεκροὶ διαπομπεύονταν.  Ἐπανέρχομαι στὰ ἱερὰ χώματα τῆς Μακεδονίας, στὴν ὁποία, πρὶν αὐτοεφευρηθοῦν οἱ Σκοπιανοί, δοκίμασαν οἱ Ἕλληνες τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ. Γράφει ὁ Φιλήμων στὸ «Δοκίμιον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως».
.           «Ὅπου ἡ βαρβαρότης τῶν Τούρκων ἦτο παχυτέρα, ἐκεῖ ἡ κατὰ τῶν χριστιανῶν τυραννία ἦτο τραχυτέρα. Τοιοῦτοι ἦσαν οἱ χονδροὶ καὶ ἡμιάγριοι Τοῦρκοι τῆς Μακεδονίας. Ἐνώπιον δὲ αὐτῶν καὶ αὐτοὶ ἔτι οἱ Τοῦρκοι τῆς Κρήτης, οἱ τόσον διαβόητοι ἐπὶ φυσικῇ κακουργίᾳ καὶ κακεντρεχείᾳ, ἐθεωροῦντο ἐξηυγενισμένοι…Οὕτω τὰ παθήματα τῶν Ἑλλήνων τῆς Μακεδονίας καταντῶσιν ἀπερίγραπτα καὶ δύσληπτα, ὡς ὑπερβαίνοντα πᾶσαν ἀνθρωπίνην κακίαν καὶ πᾶσαν ὑπομονὴν ἀνθρώπου. Ἐν τῷ τόπῳ αὐτῷ αἱ πολυειδεῖς καταδυναστεύσεις καὶ αἱ ἀτελεύτητοι ἀπαιτήσεις, αἱ αὐθαίρετοι ἰδιοποιήσεις τῶν κτημάτων, οἱ φόνοι καὶ ἐπὶ πᾶσιν αἱ ἁρπαγαὶ καὶ αἱ βίαι ἀπαγωγαὶ νεανίδων καὶ νέων, ὑπερεῖχον ἀπολύτως». (τόμ. 3, σελ. 144).
.           Καὶ κλείνω μὲ τὸν ἐπίλογο τοῦ κειμένου τοῦ Στ. Μάνεση, ποὺ ἴσως, συνεχίζει τὸ κείμενο τοῦ Φιλήμονα: «Πόσο ἀκλόνητη ἦταν ἡ πεποίθηση τῶν Μακεδόνων πὼς κάποια μέρα θά ᾽ρθει τὸ ἑλληνικό, φαίνεται κι ἀπὸ τὴν ἀφελῆ διαβεβαίωση ἑνὸς γέρου ἑκατοχρονίτη, τοῦ Δημήτρη Σιμόπουλου, ἀπὸ τὸ Τσοτύλι: «Δὲν μπορούσαμεν, μοῦ εἶπε, νὰ ζήσωμε σκλάβοι σὲ ξένα χέρια ἀπ’ ἄπειρον· τὸ γραφτὸ ἔλεγε πὼς θὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὴν Ἑλλάδα, γιατί Ἑλλὰς θὰ πεῖ…ἔλα».
.           Δὲν βρῆκα ὡραιότερη ἐτυμολογικὴ ἑρμηνεία τοῦ ἐθνικοῦ μας ὀνόματος…

 

, ,

Σχολιάστε