Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δημ. Νατσιός

ΣΤΗΝ ΘΕΟΜΑΝΑ ΜΑΣ ΝA ΣΤΡΑΦΟYΝ ΚΑI ΠAΛΙ ΟI ΕΛΠIΔΕΣ ΜΑΣ. H ΘΕΟΤOΚΟΣ ΕIΝΑΙ EΛΛΗΝΟΣΩΤΕΙΡΑ

Στήν Θεομάνα μας νά στραφοῦν καί πάλι  οἱ ελπίδες μας.
Ἡ Θεοτόκος εἶναι Ἑλληνοσώτειρα

 γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκίς

 

«Ἡμεῖς νικῶμεν, νικώντων τῶν ἄλλων»
ἅγιος Νκόλαος Καβάσιλας

.                 Παραπέμπω, ἐν πρώτοις, σ’ ἕνα  ἔξοχο  κείμενο  τοῦ  τροπαιούχου  νομπελίστα μας ποιητῆ Γιώργου Σεφερη. Ἔλεγε τὸ 1936: «Ὅσο προχωρεῖ ὁ καιρὸς καὶ τὰ γεγονότα, ζῶ ὁλοένα μὲ τὸ ἐντονότερο συναίσθημα, πὼς δὲν εἴμαστε στὴν Ἑλλάδα, πὼς αὐτὸ τὸ κατασκεύασμα, ποὺ τόσο σπουδαῖοι καὶ ποικίλοι ἀπεικονίζουν καθημερινά, δὲν εἶναι ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἕνας ἐφιάλτης μὲ ἐλάχιστα φωτεινὰ διαλείμματα, γεμάτα μὲ μία πολὺ βαρειὰ νοσταλγία. Νὰ νοσταλγεῖς τὸν τόπο σου, ζώντας στὸν τόπο σου, τίποτε δὲν εἶναι πιὸ πικρό». Κι ἂν αὐτὰ λέγονται λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ ἔνδοξο ’40, ὅπου οἱ Ἕλληνες μποροῦσαν ἀκόμη νὰ «μεθύσουν» ἀπὸ «τὸ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ Εἰκοσιένα», τί νὰ ποῦμε γιὰ τὸ σήμερα;
.                 Σήμερα  ἡ νοσταλγία  ἔγινε  θλίψη  ἀνείπωτη, θρηνωδία ἀσίγαστη γιὰ  τὸν ξεσπεσμὸ τῆς  Πατρίδας μας.
.                 Ὅμως  «τὸ  πιὸ  πυκνὸ  σκοτάδι, εἶναι  λίγο πρὶν ξημερώσει  ὁ Θεός», ἔλεγε  ὁ Κολοκοτρωνης. «Τὸ  Γένος μας  καὶ  ἄλλες  φορὲς  σταυρώθηκε, ἀλλὰ  ἰδοὺ  ζῶμεν». Ὅταν ἔπεσε ἡ βασιλεύουσα Πόλη,  «ἡ χαρὰ καὶ ἐλπίδα τῶν Ἑλλήνων», ὁ λαός μας δὲν ζητεῖ παρηγοριὰ ἀπὸ τὴ Θεομάνα μας, τὴν Παναγία, ἀλλὰ σπεύδει καὶ τὴν παρηγορεῖ, ρίχνοντας συγχρόνως καὶ τὸν σπόρον τῆς ἀνάστασης τοῦ Γένους.
.                 «Σώπασε κυρα-Δέσποινα καὶ μὴν πολυδακρύζεις, πάλι μὲ χρόνους μὲ καιροὺς πάλι δικά σου θἆναι».
.                 Καὶ σήμερα αὐτὸ πρέπει νὰ κάνουμε, γιὰ νὰ ξεπεράσουμε  τὴ στενωπὸ τῆς  κρίσης, νὰ στραφοῦμε  πίσω «Ὅλα τὰ ἔθνη γιὰ νὰ προοδεύσουν πρέπει νὰ βαδίσουν ἐμπρός, πλὴν τοῦ  ἑλληνικοῦ ποὺ πρέπει νὰ στραφεῖ  πίσω», ἔλεγε ὁ ἀθηναιογράφος Δημήτρης Καμπουρόγλου (1852-1942).
.                 Πόλεμοι, ἀστυφιλία, φτώχεια, μανιῶδες  κυνήγι τοῦ εὔκολου  καὶ ἄκοπου πλουτισμοῦ ἀπομάκρυναν  τὸν λαό μας ἀπὸ τὰ εὐλογημένα χωριά μας. Συνωστιζόμαστε στὶς τσιμεντουπόλεις, τὶς ἀπρόσωπες καὶ ἀπάνθρωπες, γεγονὸς μὲ τραγικὲς συνέπειες στὸ ἦθος κὰ τὸν χαρακτήρα μας.
.                 Μακριὰ ἀπὸ  τὴ φύση, τὴ γῆ, τὸ «λίαν καλὸ»  ἔργο τοῦ Δημιουργοῦ, θαμπωθήκαμε  ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα  καὶ μηδαμινὰ ἔργα τῶν  χειρῶν μας, τὶς πολύχρωμες βιτρίνες καὶ ξεχάσαμε τὸν Κτίστη, πέσαμε σὲ ἀπιστία. Μὰ «οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ».
.                 Κλείσαμε, κλειδώσαμε καὶ τὰ παιδιά μας στὰ πανέμορφα  παιδικὰ δωμάτια τους, στερώντας  τα ἀπὸ τὸ σημαντικότερο πράγμα γιὰ  τὴν ὑγιῆ ἀνατροφή τους τὸ παιχνίδι. («Τὸ σπουδαιότερο  πράγμα ποὺ κάνει ἕνα παιδὶ  εἶναι τὸ παιχνίδι» ἔλεγε ὁ Ἐλύτης)
.                 Ἀντί νὰ ἀνατρέφουμε  αὐτούς, ποὺ θὰ πετοῦν ψηλὰ καὶ θὰ ἀγναντεύουν τὸ πέλαγος, φυλακίσαμε τὰ παιδιὰ σὲ «χρυσὰ κλουβιά».
.                 Τὰ παιδιά, ὅμως γιὰ νὰ «ἀνθίσουν», θέλουν γῆ, χῶμα, νὰ ἀπολαύσουν καὶ νὰ χαροῦν τὸ ἀτίμητο  δῶρο τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐλευθερία. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλους μας. Ἂς μὴν μᾶς διαφεύγει τὸ γεγονὸς πὼς ἡ κατοχὴ γῆς- ἰδιοκτησίας τονώνει ἀκόμη ἀκόμη τὸ ἐθνικὸ αἴσθημα λόγῳ προσωπικοῦ γοήτρου καὶ ἀλληλεγγύης πρὸς τὴν Πατρίδα. Τροφοδοτεῖ δεσμούς, ποὺ κινοῦν τὰ ζωτικὰ νεῦρα τῆς ἀνθρώπινης ὑποστάσεως, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν «πολυκατοικημένη» συνοίκηση, ὅπου ἀνθεῖ ἡ δυσαρέσκεια, ἡ νευρικότητα, μειώνεται, ἐν τέλει, καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν Πατρίδα. Καὶ ἀκόμη «αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει ἔδαφος κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του, δὲν ἔχει μήτε Θεό, κι ὅποιοι ἀρνεῖται τὴν Πατρίδα του, ἀρνεῖται τὸν Θεό» γράφει ὁ Ντοστογιέφσκι.
.                 Καὶ αὐτὸ ἰσχύει περισσότερο γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες, γιὰ τοῦτο τὸ «ἔνδοξο καλυβακι», ποὺ μᾶς δώρισε ὁ Θεός. Ἡ συχνότατη  ἐπωδὸς τοῦ Μακρυγιάννη «πίστη καὶ  Πατρίδα μου», ἦταν  γιὰ ὅλους  ἐκείνους, ποὺ μᾶς παρέδωσαν αὐτὸ τὸν τόπο, ὡς «τζιβαϊρικὸν πολυτίμητο» ἕνα δίδυμο, ἀλλὰ ἀδιαίρετο χρέος ἱστορικῆς ὑπάρξεως.
.                 Ἡ κρίση, ποὺ  ταλανίζει τοὺς λαούς μας, εἶναι ἀπότοκος καὶ τῆς  ἀπομάκρυνσής μας  ἀπὸ τὴν πατρῶα γῆ. Διασώζει ἡ ἑλληνικὴ μυθολογία μιᾶς βαθειᾶς ἔννοιας  καὶ λεπτότητας ἀλληγορία: Τὸν γιὸ τοῦ Ποσειδώνα καὶ τῆς Γῆς, τὸν τρομερὸ καὶ δυσπολέμητο γίγαντα Ἀνταῖο, ποὺ ἀντλοῦσε τὴ δύναμή του ἀπὸ τὴν γῆ. Ὅσο  τὴν πατοῦσε ἦταν ἀνίκητος. Τὸν φόνευσε ὁ Ἡρακλῆς ἀνασηκώνοντάς τον ἀπὸ τὸ χῶμα «Πάρτε μαζί σας νερό, τὸ μέλλον θὰ ἔχει  πολλὴ ξηρασία», μᾶς προτρέπει ὁ ποιητὴς Μ.Κατσαρός. Καὶ αὐτὸ τὸ νερὸ εἶναι ἡ παράδοση. Οἱ νέοι πρέπει νὰ μάθουν, ὅτι δὲν εἴμαστε χθεσινοί, ὅτι ἐρχόμαστε ἀπὸ πολὺ μακριὰ καὶ ἔχουμε χρέος νὰ πᾶμε πιὸ μακριά. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐθνικὴ αὐτογνωσία γίνεται μὲ τὴν ἐπιστροφὴ στὸ σπίτι, ὅπου γεννηθήκαμε.

«Τὸ σπίτι ποὺ  γεννήθηκα
κι ἄς τὸ πατοῦν οἱ ξένοι
στοιχεῖο εἶναι  καὶ μὲ προσκαλεῖ
ψυχὴ καὶ μὲ προσμένει», γράφει ὡραιότατα  ὁ Παλαμᾶς.
.                 Οἱ μπαζωμένες πόλεις κουράστηκαν. Τὰ «ρόδινα ἀκρογιάλια τῆς Πατρίδας μας», τὰ ἄγρια καὶ τὰ ἥμερα τοῦ  βουνοῦ καὶ τοῦ λόγγου» περιμένουν τοὺς ἀνθρώπους τους. Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν τὰ ποτίζει μὲ τὸν τίμιο ἰδρώτα  του, τὰ ἡμερώνει. Ἔγραφε μὲ πίκρα ὁ Φώτης Κόντογλου γιὰ «τὴ ζάλη καὶ τὴν ἀηδία», ποὺ τὸν ἔπιανε στὶς γυάλινες πολιτεῖες μὲ τοὺς γυάλινους ἀνθρώπους: «Θαρρῶ πὼς βρίσκομαι σὲ καμμιὰ βρώμικη φυλακή, χάνω τὸ κέφι μου καὶ θέλω γρήγορα νὰ φύγω μακρυά, ν’ ἀπομείνω μὲ τὸν ἑαυτό μου. Συζητήσεις ἀτελείωτες καὶ μπερδεμένες, δουλειές, ἐπιχειρήσεις, θέατρα, βιβλία, πολιτικὴ ἀγωνία, ἀδιαντροπιά, λεφτά, λεφτά…Ὁ ἱδρώτας τρέχει ἀπὸ πάνω μου. Μηχανὲς λογῆς-λογῆς μουγκρίζουνε γύρω μου. Οἱ ἄνθρωποι τρέχουνε σὰν νἆναι στὸ φρενοκομεῖο.
.                 Φεύγω μακριά. Τρέχω, σὰν νὰ ξέφυγα ἀπὸ ληστές.
.                 Δὲν πιστεύω  τὰ μάτια μου πὼς βρίσκουμαι μακρυὰ ἀπὸ τὴν κολαση! Ἡσυχία! Κάθομαι σὲ μία πέτρα. Κοιτάζω τὰ βουνά, τὰ δέντρα, τὸ χῶμα, τὰ σύννεφα, κι ἀναστενάζω. Βλογημένη πλάση τοῦ Θεοῦ. Ἀγαπημένο καταφύγιο…» (Μυστικὰ Ἄνθη, σελ. 223).
.                 Αὐτὸ τὸ εὐλογημένο καταφύγιο, τὴν γῆ μας, τὴν ἰθαγένειά  μας, νὰ ξαναβροῦμε.
.                 Τὴν ταπεινὴ  ὀμορφιὰ τοῦ τόπου μας, τὰ πρόσωπα τῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν μας, τὰ ἀρώματα, τὶς γεύσεις τῆς Πατρίδας μας, νὰ ζεσταθεῖ πάλι ἡ καρδιά μας, ποὺ εἶναι ξυλιασμένη ἀπὸ τὴν παγωνιὰ τῆς «μεθυσμένης» πολιτείας.
.                 Καὶ ἄς ἀνοίξουμε  τὸ στόμα μας γιὰ νὰ ποῦμε αὐτὸ ποὺ ἔλεγαν οἱ παλιοί, οἱ Ρωμηοί,  ὅταν τοὺς ὅρισκαν «περιστάσεις καὶ θλίψεις καὶ συμφοραί τοῦ βίου».
.                 «Τὴν πᾶσαν  ἐλπίδα μας εἰς  σὲ ἀνατίθεμεν Μῆτερ  τοῦ Θεοῦ φύλαξον μας  ὑπὸ τὴν  σκέπη σου». Στήν Θεομάνα μας νά στραφούν καί πάλι  οἱ ελπίδες μας. Ἡ Θεοτόκος εἶναι ελληνοσώτειρα.
.                 Ἤμασταν 400-500 χρόνια σκλάβοι, κάτω ἀπὸ τὴν πιὸ φρικτὴ καὶ βάρβαρη δουλεία ποὺ γνώρισε ποτὲ ὁ κόσμος. Καὶ ὅμως «ἰδοὺ ζῶμεν» Ἀλλὰ πῶς; Στὰ μέσα τοῦ 17ου αἰ. ἕνας Γάλλος Ἰησουίτης ὀνόματι Ρισάρντ, περιηγεῖται τὴν σκλαβωμένη Ἑλλάδα. Ἐπιστρέφοντας στὴ χώρα του ἔγραψε ἕνα βιβλίο. Ἀποσπῶ μία ἐντύπωσή του.
.                 «Πολλὲς φορὲς ἀπορῶ πῶς κατόρθωσε νὰ ἐπιβιώση ἡ χριστιανικὴ πίστη στὴν Τουρκία καὶ πῶς ὑπάρχουν στὴν Ἑλλάδα 1.200.000 Ὀρθόδοξοι. Καὶ νὰ σκεφτῆ κανεὶς ὅτι οὐδέποτε ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Νέρωνος, τοῦ Δομητιανοῦ καὶ τοῦ Διοκλητιανοῦ ἔχει ὑποστῆ ὁ Χριστιανισμὸς διωγμοὺς σκληρότερους ἀπὸ αὐτούς, ποὺ ἀντιμετωπίζει σήμερα ἡ ἀνατολικὴ Ἐκκλησία… Καὶ ὅμως οἱ Ἕλληνες εἶναι εὐτυχισμένοι ποὺ παραμένουν Χριστιανοί. Νομίζω πὼς αὐτὸὀφείλεται στὴν λατρεία ποὺ τρέφουν στὴν Παναγία… Σὲ ὅλα τὰ σπίτια βλέπεις εἰκόνες τῆς Παναγίας. Εἶναι ὁ φρουρὸς ἢ καλύτερα ἡ νοικοκυρὰ τοῦ σπιτιοῦ. Σ’ αὐτὴν τὴν εἰκόνα στρέφουν τὸ βλέμμα, ὅταν τοὺς συμβῆ κάτι κακό, ἱκετεύοντας τὴν βοήθειά της. Σ’ αὐτὴν ἀπευθύνονται γιὰ νὰ εὐχαριστήσουν τὸν Θεό, ἂν μὲ τὴ δική της μεσολάβηση ἔλθη κάτι καλὸ στὸ σπιτικό τους…Ὁ ἴδιος διαπίστωσα μὲ πόση φυσικότητα, μὲ πόση εὐγλωττία καὶ συγκίνηση μιλοῦν στὶς οἰκογενειακές τους κουβέντες γι’ αὐτὴ τὴ βασίλισσα τῶν Οὐρανῶν».
.                  Θαῦμα τῆς Παναγίας μας ἦταν ἡ σωτηρία τοῦ Γένους. Ταῖς πρεσβείας τῆς Θεοτόκου Σῶτερ σῶσον ἡμᾶς, ἔψαλλαν οἱ ἡρωικοὶ ραγιάδες. Μόνο αὐτὸ τὸ ρουσφέτι μᾶς ἐπιτρέπεται. “Καλή Παναγία”  ἀδελφοί…

Δημήτρης Νατσιός

δάσκαλος-Κιλκίς

,

Σχολιάστε

Ο ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΝΗΤΕΣ ΣΤΡΑΤΕΥΣΗΣ (Δ. Νατσιός)

Καραϊσκάκης κα ο ρνητς στράτευσης

Γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

 

Ἔλα, τῆς θάλασσας θεριὸ
καὶ τοῦ πελάγου μπόρα, 
τὸ φοβερὸ σκουπιδαριό, 
νὰ διώξεις ἀπ’ τὴ Χώρα!
[Ν. Γκάτσος]

.             Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς πάλαι ποτὲ Ἐθνικῆς καὶ νῦν νεοταξικῆς Παιδείας, δὲν ὑπηρέτησε τὴν στρατιωτική του θητεία. Σύμφωνα μὲ τὸ “Πρῶτο Θέμα”, ὅταν ὁ Κώστας Γαβρόγλου ἔφτασε σὲ ἡλικία 24 ἐτῶν, τὸ 1971, καὶ κλήθηκε νὰ ὑπηρετήσει στὸν Ἑλληνικὸ Στρατὸ γιὰ μία θητεία μόλις ὀκτὼ μηνῶν, προτίμησε νὰ τὴν ἐξαγοράσει, ὥστε νὰ συνεχίσει τὶς σπουδές του στὰ καλύτερα πανεπιστήμια τῆς Βρετανίας καὶ τῶν ΗΠΑ. (Λόγῳ  τῆς ἐκ τῆς Πόλης καταγωγῆς του). Τώρα ὑπεραμύνεται τῆς θητείας…. Ὁ Καραϊσκάκης, ὁ Ἀχιλλέας τῆς Ρούμελης, καὶ ὅλοι οἱ νέοι καὶ ἀρχαῖοι καπεταναῖοι τοῦ Γένους, στοὺς ἀρνητὲς στράτευσης, ἐφάρμοζαν κάτι περίεργες καὶ “σκοταδιστικὲς πρακτικές”, ὡς θὰ ἔλεγε μία προοδευτικὴ συνιστῶσα… Ἂς τὶς δοῦμε:
.             Στὴν ἀρχαία Ἀθήνα ὅσους ἀρνοῦνταν νὰ στρατευτοῦν, τοὺς ριψάσπιδες (= ρίπτω τὴν ἀσπίδα) τοὺς φοροῦσαν γυναικεῖα ροῦχα, τοὺς περιέφεραν στὴν πόλη καὶ τοὺς διαπόμπευαν μέχρι ἐσχάτης ξεφτίλας. Οἱ λιποτάκτες χαρακτηρίζονταν «ἄτιμοι» – καὶ τὰ τέκνα τους κληρονομοῦσαν τὸ στίγμα- δὲν εἶχαν κανένα πολιτικό, δικαίωμα, ἦταν ἠθικὰ ἐκμηδενισμένοι, ἀξιοκαταφρόνητοι. Εἶναι γνωστὸς ὁ ὅρκος τῶν Ἀθηναίων ἐφήβων: «Οὐ καταισχυνῶ τὰ ὅπλα…. ἀμυνῶ δὲ καὶ ὑπὲρ ἱερῶν καὶ ὁσίων, καὶ μόνος καὶ μετὰ πολλῶν, καὶ τὴν πατρίδα οὐκ ἐλάττω παραδώσω…».
.             Γιὰ τὴν Σπάρτη ἦταν ἀδιανόητη ἡ ἀποφυγὴ στράτευσης. Οἱ δειλοὶ ἀνασκολπίζονταν. Στὰ «ἀποφθέγματα Λακαινῶν» τοῦ Πλούταρχου διασώζεται τὸ ἑξῆς: «Ἡ Δαμάτρια, ἀκούγοντας πὼς ὁ γιός της ἦταν δειλὸς καὶ ἀνάξιός της στὴν μάχη, ὅταν αὐτὸς ἔφτασε στὸ σπίτι, τὸν σκότωσε. Τὸ ἐπίγραμμα στὸν τάφο της εἶναι τὸ ἑξῆς: “τὸν παραβάντα νόμους Δαμάτριον ἔκτανε (=σκότωσε) μήτηρ, ἡ Λακεδαιμονία τὸν Λακεδαιμόνιον”. (ἔκδ. «Κάκτος», σελ. 227).
.             Αὐτὰ στὴν ἀρχαία ἐποχὴ ὅπου ἡ φιλοπατρία καὶ ἡ ἀνδρεία ἦταν ἀρετές, τρανὲς καὶ σπουδαῖες. Γιὰ τοὺς ἀρχαίους ἡ ἀξία ἑνὸς ἄνδρα συμπυκνώνεται στὴν περίφημη ὁμηρικὴ φράση: «εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης». Ἐνῶ «τῆς δειλίας αἰσχρὰ γίγνεται τέκνα», ἡ δειλία, ἡ λιποταξία, γεννοβολᾶ αἰσχρὰ τέκνα.
.             Στὴν νεότερη ἐποχὴ ἐξόχως ἀποκαλυπτικὴ καὶ ξεκαρδιστικὴ εἶναι ἡ τακτικὴ τοῦ στρατάρχη τῆς Ρούμελης, τοῦ Καραϊσκάκη. Αὐτός, ὅπως γράφει ὁ Δημήτρης Φωτιάδης στὴν βιογραφία του, «ἔσερνε ἕνα γυναικεῖο παλιόβρακο, γνωστὸ σ’ ὅλο τὸ ἀσκέρι του μὲ τ’ ὄνομα τὸ βρακὶ τῆς Κατερίνας, ποὺ τὸ φόραγε στοὺς φοβιτσιάρηδες». Ὅταν ἡ πατρίδα κινδύνευε καὶ ἤθελε ὁ στρατηγὸς νὰ στρατολογήσει πολεμιστές, πήγαινε στὰ χωριὰ καὶ τοὺς μάζευε. Ὅσους κρύβονταν, τοὺς κιοτῆδες, «τὶς σαπιοκοιλιές», ὅπως τοὺς ὀνόμαζε ὁ Καραϊσκάκης, τοὺς ξετρύπωνε καὶ τοὺς ἀνάγκαζε νὰ φορέσουν «τὸ βρακὶ τῆς Κατερίνας». (Ἡ Κατερίνα ἦταν περιβόητο γιὰ τὴν ἐλευθεριότητά του γύναιο τῆς περιοχῆς). Ὅσοι λαγόκαρδοι καὶ κιοτῆδες φοροῦσαν «τὸ βρακὶ» ντροπιάζονταν διὰ βίου καὶ συνήθως ἐξαφανίζονταν, γιὰ νὰ γλιτώσουν τὸν περίγελω τοῦ κόσμου καὶ κυρίως τῶν οἰκείων τους, μανάδων, ἀδελφῶν καὶ γυναικῶν τους. Ἐκεῖνα τὰ χρόνια «μιλοῦσαν οἱ καρδιές, τώρα μιλοῦν τὰ χρήματα» (Κανάρης). Οἱ λιποτάκτες ἀτιμάζονταν ὡς ἀνάξιοι τῆς πατρίδας. Ἀναστήθηκε τὸ Γένος ἀπὸ ἀνθρώπους «τρελοὺς» σὰν τὸν Καραϊσκάκη, ποὺ μὲ τὶς ἠρωϊκὲς «ἀποκοτιές τους» ἔδιναν θάρρος. Χαρακτηριστικὸ τὸ παρακάτω ἐπεισόδιο, τὸ ὁποῖο ἀναφέρει ὁ Φωτιάδης (σελ. 111). Συνήθιζε στὶς μάχες ὁ στρατηγὸς νὰ προκαλεῖ τοὺς Τούρκους μὲ βρισιὲς καὶ χοντρὰ πειράγματα. «Μέσα στὸ ξάναμμα τῆς μάχης», (στὸ Κομπότι, στὶς 8 Ἰουνίου τοῦ 1821), τοὺς φωνάζει.
– Οὐχά, κιοτῆδες, σταθεῖτε ὠρὲ νὰ πολεμήσετε!
– Ποιὸς εἶσαι ἐσὺ ὠρέ, ποὺ θὰ μᾶς πεῖς κιοτῆδες;
– Εἶμαι ὁ γιὸς τῆς καλογριᾶς καὶ σᾶς χέζω!
– Ἐμᾶς, γκιαούρη, χέζεις;
– Ἐσᾶς μεμέτηδες!
– Περίμενε, μπάσταρδε, νὰ σὲ πιάσουμε, νὰ σὲ σουβλίσουμε καὶ τότες βλέπεις τί θὰ κρένει ὁ πισινός σου!
– Ἐμένα, ὠρέ, θὰ σουβλίσετε;
– Ἐσένα, ὠρέ, Καραϊσκάκη!
– Ἂμ τότες σταθῆτε ν’ ἀκούσετε ἀπὸ τώρα τί κρένει (=λέει) ὁ πισινός μου!
Πηδάει πάνω σ’ ἕνα βράχο, ξεβρακώνεται, τεντώνει γυμνὸ τὸν κῶλο του στοὺς ὀχτροὺς καὶ τοὺς φωνάζει:
– Νὰ ὠρὲ Τοῦρκοι…!
Ἦταν ὅμως κρυμμένος κοντὰ ἕνας Τοῦρκος, τὸν πυροβόλησε καὶ εἶδε καὶ τρόμαξε νὰ γιατροπορευτεῖ ἀπὸ τὸ βόλι ποὺ τὸν βρῆκε «στὰ μεριά». Ὅταν ὅμως ἔγινε τὸ βαυαροκρατούμενο κρατίδιο, οἱ ἀγωνιστὲς παραμερίστηκαν καὶ τὰ ἀξιώματα πήγαιναν στοὺς ἀπειροπόλεμους πολιτικάντηδες, στὸ ζυμάρι τῶν Τούρκων. Καὶ ἐπιδαψίλευαν τοὺς ἑαυτούς τους μὲ γελοιωδέστατους τίτλους. «Ἔλεγε ὁ Κολοκοτρώνης καταγελῶν: καὶ εὐγενέστατον καὶ πανευγενέστατον καὶ ἐνδοξότατον καὶ ἐκλαμπρότατον καὶ ἐξοχώτατον καὶ μεγαλειώτατον μὲ ὀνόμασαν, μόνο τὸν τίτλο τοῦ παναγιώτατου δὲ μ’ ἔδωκαν». (Σπηλιάδης, «Ἀπομνημονεύματα», τόμ. Γ´, σελ. 38).

.             Ἀπὸ τὴν αὐγὴ τοῦ νεοελληνικοῦ βίου διαφαίνεται ποιοὶ θὰ κυβερνοῦν: «οἱ ἐκλαμπρότατοι», οἱ ὁποῖοι στοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνες προτιμοῦσαν «τὸ βρακὶ» παρὰ τὸ πεδίο τῆς τιμῆς. Τώρα βέβαια ἐπεκτάθηκε ἡ τακτική τοῦ …«βρακοφορέματος» καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης. Τὸ 1940 κάτι παρόμοιο συμβαίνει. Οἱ γιοὶ τῶν «ἐκλαμπρότατων» ἀναπαύονται «βοηθητικοὶ» στὰ μετόπισθεν, ἐνῶ ὁ ἁπλὸς λαὸς κατασκοτώνεται γιὰ τὴν τιμὴ τοῦ ἔθνους στὰ βορειοηπειρωτικὰ βουνά, στὶς ἀετοράχες τῆς Πίνδου. Στὸ βιβλίο του «Ὁπλίτης στὸ ἀλβανικὸ μέτωπο», ὁ σπουδαῖος λαογράφος Δημ. Λουκάτος, γράφει: «Σήμερα, 25 Νοεμβρίου 1940, ἔκαμα μία βόλτα στὰ γραφεῖα τῶν Ἐμπέδων. Ἕνα σωρὸ φαντάροι ἔχουν βολευτεῖ ἐκεῖ μέσα. Μ’ ἕνα μπιλιετάκι, μ’ ἕναν γνωστό, ἀπὸ δῶ καὶ ἀπὸ κεῖ, τὰ κατάφεραν. Τώρα εἶναι ἥσυχοι. Εἶναι ὅλοι τους ἀπὸ ἀριστοκρατικὲς ἀθηναϊκὲς οἰκογένειες, καὶ πολλοὶ ἔρχονται στὸ γραφεῖο τους μὲ ἰδιόκτητη κούρσα. Τοὺς ξεχωρίζεις ἀπὸ τὰ καλοχτενισμένα μαλλιά, τὰ μεταξωτὰ πουκάμισα, τὰ καλοβαλμένα φανταρίστικα, καὶ τὸ ρολόι τοῦ χεριοῦ. Τοὺς ξεχωρίζεις ἀκόμα, ἀπὸ τὸ ἀκατάδεχτο ὕφος τους καὶ τὴν ἀπροθυμία τους νὰ σ’ ἐξυπηρετήσουν. Τὰ τσακίσματα καὶ τὶς εὐγένειες τὰ σπαταλᾶνε στοὺς ἀξιωματικούς…». (ἔκδ. «Ποταμός», σελ. 25). Αὐτοὶ οἱ κιοτῆδες, οἱ γόνοι τῶν «καλῶν» οἰκογενειῶν, διακρίθηκαν τὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς, ὡς δοσίλογοι ἢ μαυραγορίτες. Ὅταν ἀπελευθερωθήκαμε, γλίτωσαν τὴν κρεμάλα, γιατί ἐκμεταλλεύτηκαν τὸν ἐμφυλιοπολεμικὸ κυκεώνα, ἔγιναν φανατικοὶ τοῦ καθεστῶτος, ἔκαναν τὶς βρωμοδουλειές του, καὶ ἔλαβαν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Οἱ ἔκγονοί τους, μαζὶ μὲ τὶς αἱματοβαμμένες περιουσίες τους, κληρονόμησαν καὶ τὴν ἀφιλοπατρία, τὴν ἀποφυγὴ τῆς στράτευσης, τὸν παρασιτισμό.
.             Ποιοί, τὰ τελευταῖα χρόνια τοῦ σαλταδορισμοῦ, εἶναι φυγόστρατοι, ἀπαλλάσσοντα ἀπὸ τὸ χρέος τῆς ὑπηρετήσεως τῆς πατρίδας; Κάποιοι γόνοι πολιτικῶν, ἐπώνυμοι ἀθλητές, καλλιτέχνες καὶ λοιποὶ τζιτζιφιόγκοι καὶ μοσχοαναθρεμμένοι γιοὶ καὶ ἀνηψιοὶ τῶν ἰσχυρῶν οἰκονομικὰ παραγόντων, ἀφιλόπατροι καριερίστες καὶ οἱ… Ἰεχωβάδες. Ὅλο τὸ  “φοβερὸ σκουπιδαριὸ” ποὺ λυμαίνεται, δηλαδή, τὸν τόπο. Ἂν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀποκαλυφθοῦν, θὰ διαπιστώναμε πὼς εἶναι αὐτοὶ ποὺ λεηλάτησαν τὴν πατρίδα, ποὺ κατέχουν περίοπτες καὶ χρυσοπλήρωτες θέσεις τοῦ Δημοσίου, ποὺ ροκανίζουν ἐπιδοτήσεις, εἶναι ὅλοι τους «ἐκλαμπρότατοι» καὶ «πανευγενέστατοι. (Καὶ ἔνιοι «σεβασμιότατοι»). Καὶ ἀντὶ νὰ μάθουμε ποιοὶ εἶναι «οἱ σαπιοκοιλιές», νὰ τοὺς φορέσει ὁ λαὸς τὸ περιβόητο …ἐσώρουχο, μήπως καὶ ξεκουμπιστοῦν ἀπὸ τὴν ντροπὴ καὶ γλιτώσει ὁ τόπος, ἐπιβραβεύονται μὲ ἀξιώματα καὶ τιμές.
.               Καὶ ὅμως ἡ θητεία ἑνὸς νέου ἀποτελεῖ ὕψιστο καθῆκον. Παρ’ ὅλη τὴν κατασυκοφάντηση τοῦ στρατοῦ μας τὶς τελευταῖες μεταπολιτευτικὲς δεκαετίες, ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ παραμένει ἀκλόνητη σ’ αὐτόν. Ὁ στρατὸς γιὰ ἕναν νέο συνιστᾶ σχολεῖο πατριδογνωσίας, πειθαρχίας, συναλληλίας, ἀλληλεγγύης. Πηγαίνεις παιδί, γυρίζεις ἄντρας, ἔλεγαν οἱ παλιοί. Ὅποιος γιὰ ἀστεῖο λόγο δὲν ὑπηρετοῦσε, τοῦ ἔμενε κουσούρι μία ζωή, κορίτσι καλὸ γιὰ παντρειὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἐμπιστευόταν, εὔκολα δουλειὰ δὲν ἔβρισκε.
.               Ὅταν ἤμασταν ἀκόμη Ρωμιοί, πρὶν γίνουμε Εὐρωπαῖοι, οἱ ἄντρες μιλοῦσαν μὲ καμάρι γιὰ τὴν στρατιωτική τους θητεία, ἂν καὶ οἱ τότε κακουχίες καὶ οἱ στερήσεις, εἶναι ἀδιανόητες γιὰ τὴν σημερινὴ γενιὰ τοῦ κινητοῦ, τῆς κατάληψης καὶ τοῦ χαβαλέ. Τώρα τὸ ἐκσυγχρονιστικὸ – νεοεποχίτικο σαράκι τῆς ἀρνησιπατρίας καὶ τῆς ἀπέχθειας γιὰ τὴν στράτευση, φωλιάζει στὶς καρδιὲς τῶν νέων, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ θητεία νὰ θεωρεῖται χάσιμο χρόνου, κοροϊδία. Οἱ παρελάσεις, ποὺ τονώνουν τὸ αἴσθημα ἀσφάλειας τοῦ λαοῦ μας καὶ λειτουργοῦν ὡς ἀναλαμπὲς ἐθνικῆς ὑπερηφάνειας – τόσο ἀπαραίτητες γιὰ τὴν κρισιμότατη περιοχὴ καὶ ἐποχή μας – μπῆκαν στὸ στόχαστρο τῶν χασομέρηδων τῆς εἰρηνοφιλίας. Καὶ εἶναι σίγουρο ὅτι θὰ καταργηθοῦν, μόνο μία παρέλαση θὰ γίνεται: τῆς παρδαλῆς ὑπερηφάνειας.
(Ἔφτασε, θυμᾶμαι, κάποτε καὶ ἕνας πρόεδρος τῆς ΟΛΜΕ νὰ ζητήσει τὴν κατάργηση τῶν ἐθνικῶν παρελάσεων, διότι ἀποτελοῦν φασιστικὸ κατάλοιπο. Τέτοια παραδείγματα ἀπὸ τοὺς «ἐκλαμπρότατους» καὶ τοὺς νεόπλουτους τοῦ χρήματος καὶ πνεύματος παίρνει ἡ λαϊκὴ ψυχή, οἱ νέοι, καὶ ἀποβάλλουν κάθε εὐγενικὴ πνοή, κάθε ἑδραία ἀξία).
.             Τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, ὅταν γεννιόταν ἀγόρι, εὔχονταν στὴν μάνα: νὰ σοῦ ζήσει, νὰ γίνει καπετάνιος, νὰ τοῦ γράψουν καὶ τραγούδι. Τώρα γεμίσαμε «λιανοπαίδια», πού, ἀντὶ γιὰ παντελόνια, φοροῦν τοῦ Καραϊσκάκη τὸ ἀτιμωτικὸ -λέξη τοῦ  Μακρυγιάννη αὐτὴ -κωλόπανο…

Σχολιάστε

ΤΗΣ [δύσμοιρης] ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΟΥ Η ΣΗΜΑΙΑ (Δημ. Νατσιός)

Τῆς πατρίδας μου  ἡ  σημαία…

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος -Κιλκίς

Πρν π 5 περίπου χρόνια γραψα κάτι γι τς παρελάσεις κα τν σημαία [βλ. σχετ.: ΠΑΡΕΛΑΣΕΙΣ: ΜΝΗΜΗ ΑΓΩΝΩΝ ΓΙΑ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑ (Δ. Νατσιός) ]. Τώρα πο τοτοι ο καντιποτένιοι λλάζουν τ σύστημα πιλογς σημαιοφόρων στ Δημοτικό, προφανς γι ν παραδώσουν τν σημαία σ μωαμεθανος κα ν ρίξουν τν χαριστικ βολ στ τελευταο γις κίνητρο γι μελέτη, κάποτε μιλούσαμε γι εγεν μιλλα τν μαθητν, ποσπ κάποιες παραγράφους π κενο τ ρθρο:

 .             Οἱ παρελάσεις τῶν  ἐθνικῶν ἐπετείων τὰ τελευταῖα χρόνια ἔγιναν πεδίο διχογνωμιῶν καὶ ἰδεολογικῆς τριβῆς. Ὡς συνήθως ἡ κρατικοδίκαιη, ἀριστεροφανὴς ἱστοριογραφία -τὸ νεοταξικὸ κηφηναριό- καὶ ἡ λοιπὴ προοδομανὴς συνοδοιπορία, ἀμφισβητεῖ:

Πρῶτον: τὴν ἱστορικότητα τῶν παρελάσεων

Δεύτερον: Τὴν χρησιμότητα τῶν παρελάσεων, τὶς ὁποῖες θεωροῦν μεταξικὸ κατάλοιπο καί, ἑπομένως, εἶναι ἐθνικιστικὴ ἐκδήλωση.

Τρίτον: Τὸ ζήτημα τῆς σημαίας. Πρέπει ἢ ὄχι νὰ τὴν φέρουν καὶ ἀλλοδαποὶ μαθητές;

.               Ὡς πρὸς τὴν ἱστορικότητα τῶν παρελάσεων. Μία ἐλάχιστη νύξη στὴν «προϊστορία» τοῦ θεσμοῦ. Στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα οἱ παρελάσεις γίνονταν σὲ διάφορες γιορτὲς πρὸς τιμὴν θεοτήτων. Στὰ Παναθήναια, γιὰ παράδειγμα, ἐν ἐπισήμῳ πομπῇ, παρελαύνουσα «ἡ πόλις», συνόδευε τὸ πέπλο καὶ τὸ ἔθετε ἐπὶ τοῦ ξοάνου τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς-«τοῦ ἀρχαίου ἔδους»-στὸν Παρθενώνα. Στὴν πομπὴ ἔπαιρναν μέρος καὶ στρατιωτικοί: ὁπλίτες, ἁρματοδρόμοι καὶ ἱππεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔκαναν ἐπιδεικτικὴ παρέλαση, ὅπως αὐτὸ διαπιστώνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀριστουργηματικὴ ζωφόρο τοῦ Φειδία. Στὸ Βυζάντιο εἴχαμε τοὺς θριάμβους. Θρίαμβος ὀνομαζόταν ἡ μεγαλοπρεπὴς ὑποδοχὴ τῶν νικητῶν αὐτοκρατόρων ἢ στρατηγῶν, κατόπιν περιφανοῦς νίκης. Κατὰ τὸν «θρίαμβο», παρήλαυνε ὁ τροπαιοῦχος στρατός, ἀκολουθούμενος ἀπὸ τοὺς δορυάλωτους, αἰχμαλώτους ἐχθροὺς καὶ τὰ λάφυρα.
.        Τὴν περίοδο τῆς Ἐθνεγερσίας. Ὁ Παπαφλέσσας μὲ τοὺς ἀντρειωμένους του σπεύδει πρὸς ἀπελευθέρωση τῆς Τριπολιτσᾶς. Καθ’ ὁδὸν περνᾶ μέσα ἀπὸ χωριά, γιὰ νὰ δώσει θάρρος στὸ αἱματοβαμμένο Γένος. «…Καθὼς ἔβλεπαν οἱ Ἕλληνες τὰς σημαίας καὶ τοὺς στρατιώτας, ἐσήμαινον τῶν ἐκκλησιῶν τὰ σήμαντρα καὶ οἱ μὲν ἱερεῖς ἔβγαινον ἐνδεδυμένοι τὰ ἱερὰ ἄμφια καὶ μὲ τὸ Εὐαγγέλιον ἀνὰ χεῖρας, οἱ δὲ Χριστιανοὶ ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδία ἐπαρακαλοῦσαν τὸν Θεὸν νὰ τοὺς ἐνδυναμώνει. Ὁ Ἀρχιμανδρίτης (σ.σ. ὁ Παπαφλέσσας) μάλιστα ἐφοροῦσε μίαν περικεφαλαίαν καὶ διὰ τοῦτο τὸν ἐκκύταζαν μὲ πολλὴν περιέργειαν οἱ ἄνθρωποι καὶ τὸν ἐδέχοντο μὲ μεγάλην ὑποδοχήν. Εἶχε δὲ σημαιοφόρον ἕνα καλόγηρο θεόρατο, πάπα-Τούρταν ὀνομαζόμενον, ὁ ὁποῖος ἐκράτει ἕνα μεγάλο σταυρὸν ὑψηλὰ εἰς τὰ χέρια καὶ ἐπήγαινε μπροστὰ εἰς τὸ στράτευμα. Ὁ κόσμος ἐγένετο τοῖχος καὶ ἔκαμαν τὸν σταυρό τους, καθὼς ἐπέρνα ὁ καλόγηρος μὲ τὸ σταυρό». (Ἠλ. Οἰκονόμου, «Κείμενα Πίστεως καὶ Ἐλευθερίας», Ἀθήνα 1985, σελ. 206. Τὸ περιστατικὸ διασώζει, ὁ Φωτάκος στὰ «Ἀπομνημονεύματά» του). Ἐδῶ ἔχουμε μία κανονικὴ περιγραφὴ παρέλασης, μὲ σημαιοφόρο καὶ τὸν λαὸ «νὰ κάμει τοῖχος», ὅπως ἀκριβῶς γίνεται καὶ σήμερα στὶς παρελάσεις.
.             Παραπέμπω καί στὸ ἐξαιρετικό, δίτομο ἔργο τοῦ συμπολίτη μας Θ. Βαφειάδη, «Χρονικό τοῦ Κιλκὶς 1913-1940», ὁ ὁποῖος κυριολεκτικὰ «χτένισε τὶς πηγές», ποὺ γράφει στὸν α´ τόμο, σελ. 232-233: «Ἀθήνα 21 Ἰουνίου 1914. Μετὰ τὸ πέρας τῆς δοξολογίας ἄρχισε ἡ παρέλαση τῶν διαφόρων σωμάτων τοῦ στρατοῦ πρὸ τοῦ βασιλέως: “Μελαμψοί, δυνατοί, νευρώδεις περνοῦν οἱ στρατιῶται ἐνῶ ἡ μουσικὴ τῆς φρουρᾶς παίζει διάφορα ἐμβατήρια καὶ τὸν βασιλικὸν ὕμνον. Ἐμπρὸς ἀπὸ ἕνα τῶν προχωρούντων λόχων ὁ πρίγκηψ Ἀλέξανδρος βαδίζει ὑπερήφανα μὲ τὸ κεφάλι ψηλά, σκονισμένος, κοκκινισμένος, ἱδρωμένος, χαλκόχρους”. Μετὰ τὴν παρέλασι ὁ βασιλιάς, ἀφοῦ συνεχάρη ἐκ νέου τὸν ἐπικεφαλῆς τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς Στέφανο Βιλλαρὲ καὶ χαιρέτισε τὸν Μητροπολίτη καὶ τὸ ὑπουργικὸ συμβούλιο, ἀναχώρησε κάτω ἀπὸ τὶς ζωηρὲς ἐπευφημίες τοῦ συγκεντρωμένου πλήθους». Άρα δέν είναι μεταξικό κατάλοιπο.

.         Γιὰ τὴν παιδαγωγικὴ χρησιμότητα θὰ γράψω αὐτὸ ποὺ βλέπω στοὺς μαθητές μου. Ἂν μιλήσεις στὰ παιδιὰ γιὰ τοὺς πατρικοὺς ἀγῶνες καὶ τὶς θυσίες, γιὰ τὰ κόκκαλα τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά, μετέχουν στὴν παρέλαση μὲ καμάρι. Ἐξ ἄλλου οἱ παρελάσεις εἶναι φανέρωση τοῦ «ἐμεῖς», τῆς αἴσθησης τοῦ «συνανήκειν», εἶναι τὸ ὡραιότερο μάθημα φιλοπατρίας -καὶ τὰ ἔθνη λέγονται ἔθνη «ὅταν εἶναι στολισμένα μὲ πατριωτικὰ αἰστήματα». Οἱ παρελάσεις εἶναι προσανάμματα μνήμης τῶν ἀγώνων γιὰ πατρίδα ἑλληνικὴ καὶ ὄχι πολυπολιτισμικό… παστίτσιο. Ἀκόμη καὶ ἡ ἐνδυματολογικὴ ὁμοιομορφία ὑποδηλώνει τὴν ἐν Ἐπιδαύρῳ διακήρυξη τῶν προγόνων μας ὅτι «ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἰσὶν ἴσοι ἐνώπιον τῶν νόμων, ἄνευ τινὸς ἐξαιρέσεως».

.         Τὴν σημαία τοῦ Παπαφλέσσα, μὲ τὸν σταυρό, τὴν κρατοῦσε ἕνας καλόγερος, ὁ Παπατούρτας, πολεμιστής, φόβητρο τῶν Τουρκαλβανῶν. Κατὰ τὰ ἄλλα ἡ Ἐκκλησία δὲν θυσιάστηκε στὸν Ἀγώνα, ἀλλὰ συνεργάστηκε μὲ τὸν κατακτητή. «Ἀφάνισαν ὅλως διόλου τὰ μοναστήρια καὶ οἱ καϊμένοι οἱ καλόγεροι, ὅπου ἀφανίστηκαν εἰς τὸν ἀγώνα, πεθαίνουν τῆς πείνας μέσα στοὺς δρόμους, ὅπου αὐτὰ τὰ μοναστήρια ἦταν τὰ πρῶτα προπύργια τῆς ἀπανάστασής μας… Καὶ θυσίασαν οἱ καϊμένοι οἱ καλόγεροι· καὶ σκοτώθηκαν οἱ περισσότεροι εἰς τὸν ἀγώνα», γράφει ὁ Μακρυγιάννης.
.         Τὴν σημαία, τὸ ἐθνικὸ σύμβολο πρέπει νὰ τὸ κρατοῦν μαθητὲς μὲ ἰθαγένεια, χέρια Ἑλλήνων. Ἐρώτηση: ἂν αὔριο-μεθαύριο μαθητής, μουσουλμάνος τὸ θρήσκευμα, ἀριστεύσει, τί θὰ συμβεῖ; Ἴσως ἀπαιτήσει νὰ παρελάσει χωρὶς τὴν σημαία καὶ θὰ προσφύγει -μὲ τὴν συνδρομὴ τῶν Γραικύλων τοῦ πολυπολιτισμοῦ– σὲ κάποιο διεθνὲς καφενεῖο-δικαστήριο καὶ μᾶλλον θὰ δικαιωθεῖ. Τὰ περὶ ρατσισμῶν τὰ ἀκούω… βερεσέ.
.              Νὰ μὴν λησμονοῦμε ὅτι τὸ ἑξαμελὲς ἄγημα τῶν μαθητῶν ποὺ προπορεύεται καὶ ξεχωρίζει ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπο σχολεῖο, «συνοδεύει» καὶ τιμᾶ τὴν σημαία, τὸ σύμβολο τοῦ ἔθνους καὶ ὄχι τὸν σημαιοφόρο. Ἡ λέξη σημαία παράγεται ἀπὸ τὴν ἀρχαία «σῆμα» ποὺ σημαίνει τάφος. «Ἀνδρὸς μὲν τόδε σῆμα πάλαι κατατεθνηῶτος», «ἄνδρα ποὺ σκοτώθηκε παλιὰ εἶναι αὐτὸς ὁ τάφος», λέει ὁ Ἕκτορας στὴν ραψωδία Η, 89. Καὶ σ’ αὐτοὺς τοὺς τάφους ἀναπαύονται τὰ λευκασμένα κόκκαλα ὅσων ἔδωσαν τὴν ζωή τους γιὰ τὴν Ἐλευθερία μας, ποὺ πῆραν τ’ ἅρματα ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος, ὅπως βροντολαλεῖ ὁ Κολοκοτρώνης.

Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκίς

,

Σχολιάστε

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΥΔΡΑΣ, ΣΠΕΤΣΩΝ ΚΑΙ ΑΙΓΙΝΗΣ κ. ΕΦΡΑΙΜ «Ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας μας περιμένουμε στήριξη, συναντίληψη καὶ προσευχὴ» (Δ. Νατσιός)

πάντηση στν μητροπολίτη δρας, Σπετσν
κα
Αγίνης κ. φραμ

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-θεολόγος
Κιλκὶς

.                     «Δυστυχῶς ὅπου σταθεῖ κανεὶς ἀκούει ἐπικρίσεις καὶ παράπονα γιὰ τοὺς κληρικούς μας καὶ γιὰ τὴν ἀδράνεια τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτὸ στεναχωρεῖ καὶ θλίβει κάθε Ὀρθόδοξο Χριστιανὸ καὶ πολὺ περισσότερο ἐκείνους ποὺ ἔχουν πιὸ στενοὺς πνευματικοὺς δεσμοὺς μὲ τὴν Ἐκκλησία», ἔγραφε πρὶν ἀπὸ 65 περίπου χρόνια ὁ μεγάλος Φώτης Κόντογλου στὸ «Ἀσάλευτο Θεμέλιο». (ἔκδ. Ἀκρίτας σελ. 13). Στὴν ἐποχή του τὰ προβλήματα ἑστιάζονται κυρίως ἐντός της Ἐκκλησίας. Τότε ξεκίνησε ἡ τροφοδοσία τῆς παναίρεσης, τοῦ τέρατος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὸ ὁποῖο σήμερα ἐπαχύνθη, ἔγινε ἀχόρταγο καὶ «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ» (Α Πέτρ. ε´ 8). Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ τὸ κράτος -καὶ τὸ παρακράτος- δὲν τολμοῦσε νὰ ἀντιπαραταχθεῖ  στὴν Ἐκκλησία, τὸν σφοδρότερο ἐχθρὸ καὶ πολέμιο τοῦ ἄθεου κομμουνισμοῦ. Ὅταν παρῆλθε ὁ κίνδυνος καὶ ἔπεσε τό…παραπέτασμα, ξεκίνησε καὶ ὁ ὕπουλος διωγμὸς κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὰ διατάγματα τῶν χριστιανομάχων Αὐτοκρατόρων τῆς Ρώμης καὶ τὰ σουλτανικὰ φιρμάνια, ἀντικατέστησαν οἱ ἐγκύκλιοι, τὰ “Νέα Προγράμματα Σπουδῶν” τοῦ δῆθεν ὑπουργείου Παιδείας. “Τώρα, στὸν σημερινὸ καιρό, οἱ ἐχθροὶ ἀλλάξανε ὄψη, γινήκανε κρυφοδαγκανιάρηδες μὲ τὸ χαμόγελο στὰ χείλια. Φίλοι δολεροί, ποὺ φαίνονται ἄβλαβοι μάλιστα κι εὐεργέτες καὶ καλόβολοι” καὶ μειλίχιοι θὰ συμπληρώναμε καὶ πάλι τὸν Κόντογλου, ὅπως ὀνομάτισε ὁ ἀρχιεπίσκοπος τὸν ὑπουργὸ Παιδείας. Δοκὸς ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ὑπουργείου Ὑπνοπαιδείας -«Ἡ Ὑπνοπαιδεία εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἠθικὴ καὶ κοινωνιστικὴ δύναμις ὅλων τῶν ἐποχῶν», γράφει ὁ Ἄλ. Χάξλεϋ στὸν «Θαυμαστὸ Καινούργιο Κόσμο»- τὰ τελευταῖα χρόνια εἶναι τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν. Θέλουν νὰ τὸ καταργήσουν, νὰ ἐξαφανιστεῖ, νὰ λείψει. Κόβουν ὧρες, ὑπονομεύουν τὶς σπουδές, προωθοῦν καθηγητὲς στὶς θεολογικὲς σχολὲς μὲ σαφῆ οἰκουμενιστικὰ διαπιστευτήρια, σβήνουν καὶ ξαναγράφουν Προγράμματα Σπουδῶν τῆς Πρωτοβάθμιας καὶ Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης μὲ στόχο, ἀνομολόγητο, τὴν μετατροπὴ τοῦ μαθήματος σὲ θρησκειολογικῆ τιποτολογία. (Καὶ καλὸ εἶναι νὰ τὸ καταλάβουν ὅλοι αὐτὸ καὶ νὰ μυρίσει καὶ λίγο μπαρούτι ὁ διάλογος. Φτάνει πιὰ μὲ τὶς ἀνέξοδες ἀγαπολογίες καὶ τὶς ἱερὲς μουρμοῦρες περὶ συμπορεύσεως  κράτους καὶ ἐκκλησίας. Ποιό κράτος; Τὸ κράτος τῶν Φαραὼ καὶ τῶν Σοδόμων…).
.              Στὶς 27 Ἰουνίου δημοσιεύτηκε ἡ εἰσήγηση τοῦ σεβασμιωτάτου μητροπολίτου Ὕδρας, Σπετσῶν καὶ Αἰγίνης κ. Ἐφραίμ, ἡ ὁποία ἔγινε ἐνώπιον τῆς Ἐκτάκτου Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας. Σ’ αὐτὴν ὁ σεβασμιώτατος παρουσίασε τὰ ἀποτελέσματα τοῦ διαλόγου τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸ Ἰνστιτοῦτο Ἐκπαιδευτικῆς Πολιτικῆς (ΙΕΠ) γιὰ τὴν βελτίωση τῶν Νέων Προγραμμάτων Σπουδῶν τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν. Ἂς μὲ συγχωρέσει ὁ Ἐπίσκοπος, ἀλλὰ μία παράγραφος τῆς εἰσηγήσεώς του εἶναι καὶ ἀνυπόστατη καὶ ἀπαράδεκτη καὶ ἐπικίνδυνη, διότι ὁπλίζει μὲ ἐπιχειρήματα τοὺς ἀντιπάλους.
.                    Ἀντιγράφω: «Καὶ μὴν ξεχνοῦμε ὅτι σχεδὸν κανεὶς δὲν γίνεται χριστιανὸς μέσα στὴν αἴθουσα διδασκαλίας. Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ γεννιέται ἀλλοῦ καὶ ἀλλιῶς. Βλέπει τὸ μικρὸ παιδὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ, πατέρα, μάνα, γιαγιά, παπποὺ νὰ κάνουν τὸν σταυρό τους πρὶν φᾶνε, νὰ νηστεύουν, νὰ ἀνάβουν τὸ καντήλι καὶ κυρίως τοὺς βλέπουν νὰ ἐκκλησιάζονται, διότι τελικὰ ὁ δρόμος πρὸς τὴν Ἐκκλησία περνᾶ μέσα ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία προχωρεῖ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο διὰ τῆς μιμήσεως καὶ πάντως ἡ πίστη αὐτὴ δὲν πρόκειται νὰ γεννηθεῖ μέσα ἀπὸ τὰ σχολικὰ ἐγχειρίδια». Οὐδεὶς διαφωνεῖ μὲ τὸ παράδειγμα τῆς οἰκογένειας -“παράδειγμα τοῖς τέκνοις παρέχειν” βροντοφωνάζει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος. Ἀλλὰ ὡς δάσκαλος δημοτικοῦ σχολείου θεωρῶ ἐντελῶς ἄστοχη καὶ ἄδικη τὴν ὑποτίμηση τῆς παρουσίας μας μὲς στὴν τάξη. Ὁ δάσκαλος στὸ δημοτικὸ σχολεῖο ἔχει, τὸ γνωρίζω ἀπὸ πολυετῆ πείρα, περισσότερο κύρος καὶ αὐθεντία καὶ ἀπὸ τοὺς γονεῖς τὶς περισσότερες φορές. Ὅταν ὁ μικρὸς μαθητὴς τῶν Α ἢ Β τάξεων, ποὺ σημειωτέον δὲν ἔχουν βιβλία Θρησκευτικῶν, λέει στοὺς γονεῖς του ὅτι αὐτὸ τὸ εἶπε ὁ κύριος ἢ ἡ κυρία μου, σημαίνει ὅτι καταγράφηκε ἀνεξίτηλα στὴν μνήμη του καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τοῦ ἀλλάξει γνώμη. Πηγαίνω συχνὰ στὴν ἐνορία μας στὸ Κιλκίς, στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τοὺς μαθητές μου καὶ κοινωνοῦν καὶ ὅταν τοὺς λέω ὅτι ἔτσι γινόμαστε ἀδελφάκια τοῦ Χριστοῦ, λάμπουν τὰ πρόσωπά τους. Αὐτὰ δὲν τὰ ξεχνοῦν τὰ παιδιά. Ἡ αἴθουσα διδασκαλίας, σεβασμιώτατε, πολλὲς φορὲς ἀναπληρώνει τὴν ἀδιαφορία τῶν γονέων.Ὑπάρχουν σήμερα οἰκογένειες ποὺ οὔτε τὸν σταυρὸ δὲν μαθαίνουν νὰ κάνουν τὰ παιδιά τους.
.              Κακῶς ὑποτιμᾶτε τὰ σχολικὰ ἐγχειρίδια. Ἂν εἴχαμε ὑπουργεῖο Παιδείας Ἐθνικῆς, στὴν Γ´ καὶ Δ´ δημοτικοῦ, τὰ βιβλία τῶν Θρησκευτικῶν θὰ ἔπρεπε νὰ περιέχουν βίους ἁγίων καὶ Εὐαγγελικὲς Περικοπές. Πολλοὶ δάσκαλοι, ἀγνοώντας τὶς ἄνωθεν ἐντολές, διδάσκουν τὰ τιμαλφῆ τῆς Πίστεως-πνευματικὸ ἁρματολίκι λέγεται αὐτό. Τὰ τωρινὰ βιβλία, μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι τὰ καλύτερα, ἀλλὰ τὰ παιδιὰ τοῦ Δημοτικοῦ τὰ ἀγαποῦν. Ἡ κατάργησή τους ὑποβιβάζει τὸ μάθημα στὰ μάτια τῶν μαθητῶν. Καὶ εἶναι τὸ μοναδικὸ βιβλίο ποὺ ἀποσύρεται, ἐνῶ ὑπάρχουν τὰ πανάθλια βιβλία γλώσσας ποὺ ἀξίζουν μόνο γιὰ ἀνακύκλωση. Αὐτὰ γιατί δὲν τὰ ἀντικαθιστοῦν μὲ φακέλους;
.            Ὅλα αὐτὰ τὰ  τὰ θρησκειολογικὰ καρυκεύματα μόνο σύγχυση θὰ ἐπιφέρουν καὶ τίποτε ἄλλο καὶ ὅσοι δάσκαλοι νιώθουμε βαριὰ τὴν σκιὰ  τῶν προγόνων μας, θὰ πετάξουμε τό… φακέλωμα τοῦ μαθήματος στοὺς κάδους. Χριστιανοὺς μὲς στὶς τάξεις δὲν κάνουμε, ἀλλὰ ἑδραιώνουμε τὴν πίστη τῶν μικρῶν παιδιῶν, ρίχνουμε τὸν σπόρο τὸν καλό, ὁ σπόρος σήπεται ἀλλὰ δὲν χάνεται, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, θὰ βλαστήσει καὶ θὰ καρποφορήσει. Πόσες φορὲς δὲν διαβάζουμε σὲ βιογραφίες σπουδαίων ἀνθρώπων  τὴν φράση: «εὐτύχησε νὰ ἔχει δάσκαλο τὸν τάδε».
.                    Καὶ πολλοὶ ἅγιοι διαφωνοῦν μὲ τὴν ἄποψή σας γιὰ τὸ ἔργο τοῦ δασκάλου καὶ τὴν ἀξία τοῦ σχολείου. “Τὸ σχολεῖο φωτίζει τοὺς ἀνθρώπους… Ἀπὸ τὸ σχολεῖο μανθάνομεν τί εἶναι Θεὸς τί εἶναι Ἁγία Τριάς…τὸ σχολεῖο ἀνοίγει τὰς ἐκκλησίας καὶ τὰ μοναστήρια” ἔλεγε ὁ Πατροκοσμᾶς. Ἀκόμα καὶ σὲ τοῦτο τὸ ψευτορωμαίικο αὐτὸ συνεχίζεται. “Εἶναι μεγάλη ὑπόθεση ὁ σωστὸς δάσκαλος ἰδίως στὶς μέρες μας! Τὰ παιδιὰ εἶναι ἄγραφες κασέτες, ἢ θὰ γεμίσουν βρώμικα τραγούδια ἢ βυζαντινὴ μουσική. Τὸ ἔργο τοῦ δασκάλου εἶναι ἱερό. Ἔχει μεγάλη εὐθύνη καί, ἂν προσέξη, μπορεῖ νὰ πάρει μεγάλο μισθὸ ἀπὸ τὸν Θεό. Νὰ φροντίζη νὰ διδάσκη στὰ παιδιὰ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νὰ βροῦν τρόπο οἱ ἐκπαιδευτικοὶ νὰ περνᾶνε κάποια μηνύματα στὰ παιδιὰ γιὰ τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὴν Πατρίδα. Ἂς σπείρουν αὐτοὶ τὸν σπόρο κι ἂς μὴν τὸν δοῦν νὰ βλαστάνη. Τίποτε δὲν πάει χαμένο. Κάποια στιγμὴ θὰ πιάση τόπο”, ἔλεγε ὁ ἅγιος Παΐσιος, ἄποψη πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν δική σας, σεβασμιώτατε, παρήγορη γιὰ ὅσους δασκάλους ἀγωνίζονται γιὰ «ψυχὴ καὶ Χριστό».
.                    «Νὰ ἀνταποκρίνεστε στὴν ἀγάπη τῶν παιδιῶν μὲ διάκριση ἐσεῖς οἱ ἐκπαιδευτικοί. Ἔτσι ἅμα σᾶς ἀγαπήσουν, θὰ μπορέσετε νὰ τὰ ὁδηγήσετε  κοντὰ στὸν Χριστό. Θὰ γίνετε ἐσεῖς τὸ μέσο», συμβούλευε ὁ ἅγιος Πορφύριος. Οἱ ἅγιοι δὲν ἀπορρίπτουν, δὲν χλευάζουν τὸ ἔργο τοῦ δασκάλου, δὲν θεωροῦν χαμένη ὑπόθεση τὴν, μὲ διάκριση, ἐν Χριστῷ παιδαγωγία. Ὑπάρχουν πολλοὶ δάσκαλοι καὶ καθηγητὲς θεολόγοι ποὺ δὲν ἔχουν παραδοθεῖ στὶς σειρηνωδίες τῆς παραίτησης καὶ τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ μεταδίδουν μὲ τὴν φλόγα τῆς ψυχῆς τους τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ μαγιὰ τοῦ Μακρυγιάννη  ὑπάρχει στὰ σχολεῖα. Ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας μας περιμένουμε στήριξη, συναντίληψη καὶ προσευχὴ γιὰ νὰ πολλαπλασιάζονται σήμερα, ἐν μέσῳ τῆς περιρρέουσας ἀσχήμιας καὶ πολεμικῆς κατὰ τῆς ἀμωμήτου Πίστεώς μας, οἱ ὁμολογητὲς δάσκαλοι καὶ καθηγητές. Ἡττοπάθειες καὶ διαπιστώσεις γιὰ μάταιους ἀγῶνες δὲν ἁρμόζουν σὲ διαδόχους Καραβαγγέληδων ἢ Χρυσοστόμων…

 

Σχολιάστε

Η ΕΞΑΡΧIΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΧΕIΩΝ (Δ. Νατσιός)

Ἡ ἐξαρχία τῶν Ἐξαρχείων

γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

«Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, ἕνας νομάς, ἕνα παράσιτο ποὺ κατοικεῖ στὶς μεγάλες πόλεις, ἄτομο ὠμοῦ ρεαλισμοῦ, ναυάγιο μέσα στὴν τρικυμία τῆς ἄμορφης μάζας, ἄνθρωπος ἄθρησκος, ἔξυπνος καὶ στεῖρος». [Ὄσβαλντ Σπένγκλερ, «Ἡ παρακμὴ τῆς Δύσης»]

.           Ἐν πρώτοις νὰ ἐξηγήσουμε τὸν τίτλο τοῦ ἄρθρου. Τὰ Ἐξάρχεια ἦταν κάποτε ἀθηναϊκὴ συνοικία. Κτίτωρ καὶ νουνός της ἦταν κάποιος ταπεινὸς παντοπώλης, ὀνόματι Ἔξαρχος, ὁ ὁποῖος ἔκτισε ἐκεῖ σειρὰ -ἁλυσίδα θὰ λέγαμε σήμερα- καταστημάτων, τὰ ὁποῖα βάφτισε Ἐξάρχεια.
.           Ἐξαρχία εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἐξάρχου. Αὐτὸς ἔχει ὑπὸ τὴν δικαιοδοσία του μία ἐδαφικὴ περιοχή. Γνωστὴ στὴν ἱστορία μας εἶναι ἡ βουλγαρικὴ ἐξαρχία, ποὺ ἱδρύθηκε τὸ 1870 μὲ σουλτανικὸ φιρμάνι, πονήρευμα τῶν κομιτατζήδων, μὲ σκοπό, ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ, τὴν κατάληψη τῆς Μακεδονίας καὶ τὸν διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου ἐκβουλγαρισμό της.
.           Κάτι παρόμοιο συμβαίνει καὶ σήμερα μὲ τὰ Ἐξάρχεια, ποὺ δὲν εἶναι πιὰ συνοικία τῆς Ἀθήνας, ἀλλὰ μία ἰδιότυπη ἐξαρχία, ἡ ὁποία ὑπάγεται στὴν ἀπόλυτη δικαιοδοσία δεκάδων ἔξαρχων-ἔξαλλων νεαρῶν.
.               Οἱ δὲ νεαροὶ αὐτοὶ ἔξαρχοι καὶ ἄρχοντες τῆς ἐξαρχίας τῶν Ἑξαρχείων κατὰ καιροὺς λαμβάνουν ποικίλες ὀνομασίες, ὅπως: «γνωστοὶ-ἄγνωστοι», «μπαχαλάκηδες», «κουκουλοφόροι ἢ κουκουλοφλῶροι», «ἀναρχικοί», «ἀνένταχτοι», «ἀριστεριστές», «ἀντάρτες τῶν πόλεων». Τὰ λημέρια τους, ὅπου κρύβουν τὰ φυσέκια καὶ τὰ μπαρουτόβολά τους -τὶς βόμβες μολότωφ- τὰ ἔχουν μὲς στὸ πανεπιστήμιο, τὸ πάλαι ποτὲ Καποδιστριακό. Καὶ καλὸ θὰ ἦταν, γιὰ νὰ μὴν μαγαρίζουμε τὸ σεπτὸ ὄνομα τοῦ πρώτου καὶ μοναδικοῦ κυβερνήτη τοῦ Γένους ἢ τῶν ἐθνικῶν εὐεργετῶν ἀπὸ τὸ Μέτσοβο, νὰ καταργηθεῖ ὁ τίτλος καὶ νὰ μετονομαστεῖ σὲ σκέτο «ἄσυλο». Νὰ ρωτᾶς τὸν νεαρὸ φοιτητὴ “ποῦ σπουδάζεις” καὶ νὰ ἀπαντᾶ στὸ ἄσυλο τῆς Νομικῆς ἢ τῆς Φιλοσοφικῆς. Θὰ ἐκτιμηθεῖ ἡ πράξη αὐτὴ κι ἀπὸ τὸ “ρωμαλέο φοιτητικὸ κίνημα”, ποὺ μνημόνευσε ὁ… μειλίχιος, κατὰ τὸν ἀρχιεπίσκοπο, ὑπουργὸς παιδείας.
.           Τὸ θέμα μας ὅμως εἶναι ἄλλο. Ὁ Γκαῖτε ἔγραφε ὅτι ἡ ἐφηβικὴ ἡλικία εἶναι ἡ ἡλικία ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξαρτᾶται ἡ τύχη ὁποιουδήποτε ἔθνους. Καὶ ὁ Ντοστογιέφσκι θεωροῦσε κάθε γενιὰ στὴν ἱστορία ἑνὸς λαοῦ μία εἰκόνα τῆς νεολαίας του. Διαρρηγνύουμε τὰ ἱμάτιά μας γιὰ τὴν συμπεριφορὰ τῶν νέων τῆς ἐποχῆς μας. Ὅταν δικαίως καταδικάζουμε αὐτὴ τὴν συμπεριφορά, διαπράττουμε ταυτόχρονα ἕνα βαρὺ ἀδίκημα κατὰ τῆς ἀλήθειας. Γιατί περιγράφουμε ἕνα ἀντικοινωνικὸ γεγονὸς ἑξαιρώντας ἀπὸ αὐτό, ἐκεῖνο ποὺ δὲν πρέπει νὰ ἑξαιροῦμε: Τὴν ἠθικὴ αὐτουργία.
.           Τὰ παιδιά μας εἶναι παιδιὰ τῆς ἐποχῆς μας. Ἡ ἐποχή μας εἶναι δική μας κατάκτηση, δική μας εὐθύνη, δική μας λογοδοσία, δική μας ἀλαζονεία καί, κυρίως, δική μας «παιδεία». Ποιά «παιδεία» προσφέρουμε στὰ παιδιά μας, ὄχι μόνο σὰν σχολεῖα, ἀλλὰ κυρίως σὰν κοινωνικὸ μοντέλο. Μήπως θερίζουμε σήμερα, ὅ,τι σπείραμε χθές; Ποιός τροφοδοτεῖ τὰ Ἐξάρχεια; Ποιός «διδάσκει» στὰ παιδιά, ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα ποὺ θυμοῦνται τὸν κόσμο ὅτι ὁ σκοπὸς ἁγιάζει τὰ μέσα; Ποιός τὰ ἐφοδιάζει, ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων, μὲ τὰ παντοειδῆ ἠλεκτρονικὰ ἀποβλακωτικά; Ποιός τὰ ἐθίζει στὴν καταναλωτικὴ μανία καὶ τὸν πιθηκισμό; Ποιός ἔδιωξε τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ ἔλεον τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ σχολεῖο, τὴν οἰκογένεια καὶ τὴν κοινωνία; Ποιός ἀνέχεται τὶς καταλήψεις σχολικῶν κτιρίων ἀπὸ 12χρονους μαθητές; Ποιός ἐπιτρέπει τὴν ἀποαθωοποίησή τους μέσῳ τῶν τηλεοπτικῶν ἀναθυμιάσεων, ὅλα αὐτὰ τὰ λύματα ποὺ ὀνομάζονται παιχνίδια καὶ καλλιεργοῦν τὸν κανιβαλισμό; Ποιός ἄφησε μία δράκα ἐθνομηδενιστῶν νὰ πειραματίζονται στὰ σχολεῖα μας, ποινικοποιώντας τὰ τιμαλφῆ μας, πίστη, γλῶσσα καὶ παράδοση, ποὺ στάθηκαν τὰ προσανάμματα ποὺ φώτισαν τὴν οἰκουμένη; Ποιός τοὺς δίδαξε ὅτι, ὅπως λέει ὁ Καλιόρης στὸ “ἐξ ἐπαφῆς”, ὁ ὑστερῶν σὲ κακοποιὸ εὑρεσιτεχνία νιώθει ὅτι κοροϊδοπιάνεται καὶ αὐτοαδικεῖται, μ’ ἕνα λόγο τὸ κλίμα σκυβαλοκρατίας καὶ σαλταδορισμού, ποὺ ἡ λαϊκὴ θυμοσοφία συνόψισε εὐθύβολα στὸ ἀπόφθεγμα: “τὰ λίγα βγαίνουν μὲ κόπο, τὰ πολλὰ μὲ κόλπο”; Ποιός ἀφήνει νὰ κυκλοφοροῦν σχολικὰ βιβλία-πανέρια μὲ ὀχιὲς ἢ νὰ συνεχίζoνται οἱ “παρδαλὲς” παρελάσεις στὶς σχολικὲς αἴθουσες;
.             Ἐπαναλαμβάνω: Ποιός τὰ προετοίμασε ἢ τὰ ἀνέχτηκε ὅλα αὐτά; Μὰ ἐμεῖς. «Καταγγέλοντας συνεπῶς τοὺς νέους ποὺ ἐκπαιδεύσαμε, εἶναι σὰν νὰ καταδικάζουμε τὸ ἀντίγραφο, ἀθωώνοντας τὸ πρωτότυπο. Εἶναι θράσος καὶ ὑποκρισία νὰ κατακρίνουμε προϊόντα τῆς δικῆς μας μαγειρικῆς συνταγῆς. Ἡ «κουζίνα» μας…. μᾶς ὁδήγησε στὰ Ἐξάρχεια. Τὰ παιδιὰ τῶν Ἐξαρχείων δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὰ “κακὰ παιδιά”. Εἶναι ἁπλῶς τὰ πιὸ ἰδανικὰ θύματα τῆς “παιδείας” μας. Μίας παιδείας μίσους, βίας, ἀνταγωνισμοῦ, μίας παιδείας μονοσήμαντων διεκδικήσεων, δικαιωμάτων καὶ αὐτολατρείας, (Τ. Λιγνάδης, Καταρρέω, σελ. 35, ἔκδ. Ἀκρίτας).
.             Τί σκεφτόμαστε ὅλοι μας τώρα γιὰ νὰ «πολεμήσουμε» τὴν ἐξαρχία τῶν Ἐξαρχείων; Νὰ γίνει ἕνα… ντοὺ καὶ νὰ τοὺς σπάσουμε στὸ ξύλο. Λαμπρὴ ἰδέα!! Ὁ Δεκέμβριος τοῦ 2008 μὲ τὸν φόνο τοῦ ἄτυχου νεαροῦ Γρηγορόπουλου, θὰ φαντάζει μὲ φασαρία σχολικοῦ αὐλόγυρου. Τίποτε δὲν καταλάβαμε οὔτε κἂν μετανιώνουμε γιὰ τὴν ἠθική μας αὐτουργία. «Τὸ μεταβουλεύεσθαι Ἐπιμηθέως ἔργον οὐ Προμηθέως», ἔλεγε ὁ Λουκιανός. Προμηθεϊκὴ καὶ προληπτικὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ στάση μας, ἂν συνειδητοποιοῦμε τὸ χάλι ποὺ βρισκόμαστε.
.             Τί νὰ πῶ, δὲν ξέρω. Ὁ ἀσκὸς τοῦ Αἰόλου εἶναι ἀνοιχτὸς ἐδῶ καὶ δεκαετίες καὶ τὴν πατρίδα μας τὴν δέρνει «ὑδρολαίλαψ ταλανταῖος». Θέλει δουλειὰ πολλὴ καὶ πρῶτα ἀπὸ τὸν ἐπιμηθεϊκὸ ἑαυτό μας νὰ ξεκινήσουμε. Μοῦ ἔρχονται συνέχεια στὸ νοῦ κάποιοι στίχοι τοῦ Κ. Οὐράνη ἀπὸ τὸ ποίημά του «πάψετε πιά»:
«Πάψετε πιὰ νὰ ἐκπέμπετε τὸ σῆμα τοῦ κινδύνου
τοὺς γόους τῆς ὑστερικῆς σειρήνας σταματῆστε
κι ἀφῆστε τὸ πηδάλιο στῆς τρικυμίας τὰ χέρια:
τὸ πιὸ φρικτὸ ναυάγιο θὰ ἦταν νὰ σωθοῦμε».
.             Δὲν χάνουμε τὴν ἐλπίδα μας. Ὄχι. Ἂς πιάσουμε τὸ νῆμα ἀπὸ τὴν ἀρχή. Νὰ ξαναγίνουμε πάλι δάσκαλοι τῶν παιδιῶν μας, ἐμεῖς καὶ ὄχι τὸ γελοῖο κράτος καὶ ν διδάξουμε στ παιδιά μας τί θ πε νθρωπος μ κεφαλαο τ λφα, ὅπως γράφει ὁ Τ. Λιγνάδης: «Ἄνθρωπος θὰ πεῖ μία πληγὴ ἀπὸ λόγχη, δύο καρφιὰ στὶς παλάμες, ἕνα Γολγοθὰς στὸ πνεῦμα καὶ στὸ κορμί, ἕνας σταυρὸς ποὺ λάμπει στὴν καρδιὰ σὰν μαρτύριο καὶ μαρτυρία τῆς Ἀγάπης. Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ μόνη ἀγάπη ἡ ἐξόριστη, ἡ κυνηγημένη στοὺς δρόμους, ἡ λιθοβολημένη, ποὺ κυκλοφορεῖ μέσα στὶς ἀρτηρίες μας, μέσα στὸν αἷμα μας, ποὺ τελετουργεῖ τὰ πάθη μας καὶ τὴν ἀνάστασή μας: ὁ Χριστός».

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ (19-21 Ἰουνίου 1913): ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ ΓΙΑ ΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (Δ. Νατσιός) «Μὲ ἐκεῖνα τὰ ἡρωικά… παλιοτόμαρα εἶναι ραμμένη ἡ γαλανόλευκη. Τὰ τωρινὰ ὄντως παλιοτόμαρα τὴν μαγαρίζουν, σβήνοντας τὸ “ἐλευθερία ἢ θάνατος” τῶν ἐννέα λωρίδων καὶ βάζοντας στὴν θέση τους τὶς πολύχρωμες μπογιὲς τῆς διαστροφῆς…»»

Μάχη το Κιλκίς:
νύπαρκτη γι τ σχολικ βιβλία στορίας

   γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

  «Ὅλα τὰ εἶχα προβλέψει, τὰ εἶχα σκεφθεῖ, ὅλα ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τρέλα τῶν Ἑλλήνων».
[Ν. Ἰβανώφ, Βούλγαρος στρατηγός, στὴ μάχη τοῦ Κιλκίς].

.             Ἔχω ἐνώπιόν μου τρεῖς, ἂς τὸ ὀνομάσουμε ἔτσι, γενεὲς βιβλίων ἱστορίας τῆς Ϛ΄Δημοτικοῦ. Τὸ πρῶτο, τὸ ὁποῖο μόρφωνε τοὺς μαθητές μας ὣς τὸ σχολικὸ ἔτος 2005-2006, μὲ τίτλο «Στὰ νεώτερα χρόνια» καὶ εἶχε πρωτοεκδοθεῖ τὸ 1983, ἂν θυμᾶμαι καλά. Τὸ δεύτερο εἶναι τὸ “κοπρώνυμον”, τὸ βιβλίο τῆς κ. Ρεπούση, μνημεῖο γραικυλισμοῦ, τὸ ὁποῖο -εὐτυχῶς- μόλις γιὰ ἕναν χρόνο μόλυνε μὲ τὶς ἀναθυμιάσεις του τὶς σχολικὲς αἴθουσες. Τὸ τρίτο, μὲ τίτλο «Ἱστορία τοῦ νεώτερου καὶ σύγχρονου κόσμου», εἶναι αὐτὸ ποὺ διδάσκουμε.
.             Ἀπὸ τὰ τρία, ἢ μᾶλλον δύο βιβλία, τὸ καλύτερο, ποὺ ἀναδίδει καὶ τὴν εὐωδία τῆς ἱστορικῆς μας παρουσίας καὶ τὸ καταλληλότερο, γιὰ τὴν ἡλικία τῶν παιδιῶν λόγῳ γλώσσας καὶ ἱστορικῶν πηγῶν, εἶναι τὸ πρῶτο. Τὸ τιμῶ δεόντως. Πολλὲς φορὲς φωτοτυπῶ σελίδες του καὶ τὶς μοιράζω στοὺς μαθητές μου. (Μακάρι νὰ βρεθεῖ τρόπος νὰ ἐκτυπώσουμε μερικὲς χιλιάδες ἀντίτυπα, γιατί θὰ χρειαστοῦν σίγουρα. Μὲ τούτους τοὺς καντιποτένιους ἐθνομηδενιστὲς ποὺ μπλέξαμε, τὸ μάθημα τῆς Ἱστορίας, ἀπὸ «πολύτιμος φύλακας τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος», ὅπως ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς Ἀπ. Βακαλόπουλος, θὰ καταντήσει μέσο προπαγάνδας καὶ ἐπιβολῆς τῆς νεοταξικῆς ἀνομίας καὶ πλάνης).
.             Αὐτὸ ὅμως ποὺ προκαλεῖ κακή, χειρίστη ἐντύπωση εἶναι ὅτι καὶ στὰ τρία βιβλία -χάριν… «οἰκονομίας» συμπεριλαμβάνω καὶ τὸ ρεπούσειον ἄγος, μιᾶς καὶ φέρει «σφραγίδα» τοῦ ὑπουργείου Παιδείας -ἀπουσιάζει, ἔστω καὶ ὡς ἁπλὴ ἀναφορὰ καὶ νύξη, φονικότερη, κρισιμότερη κα νδοξότερη μάχη τς νεοελληνικς στορίας: μάχη το Κιλκίς.
.             Στὸ πρῶτο βιβλίο ἱστορίας, στὸ οἰκεῖο κεφάλαιο, μὲ τίτλο «Οἱ Βαλκανικοὶ πόλεμοι», σέλ. 195, διαβάζουμε: “Ἡ Βουλγαρία δὲν ἔμεινε ἱκανοποιημένη ἀπὸ τὰ ἐδάφη ποὺ πῆρε, γι’ αὐτὸ ἦρθε σὲ σύγκρουση μὲ τοὺς πρώην συμμάχους της, Ἕλληνες καὶ Σέρβους. Οἱ Ἕλληνες σημείωσαν ἐπιτυχίες ἐναντίον τῶν Βουλγάρων καὶ πῆραν τὴν Ἀνατ. Μακεδονία”. Στὴν σελ. 196 παρατίθεται ἕνας χάρτης, ὅπου καταγράφονται τὰ σπουδαιότερα πεδία τῶν μαχῶν, μὲ τὸ Κιλκὶς προκλητικὰ νὰ ἀπουσιάζει καὶ στὴν ἑπόμενη σελίδα τὸ γράμμα ἑνὸς πολεμιστῆ ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωση τῶν Ἰωαννίνων.
.             Στὸ δεύτερο, τῆς Ρεπούση τὸ «κατόρθωμα», στὸ κεφάλαιο γιὰ τοὺς «Βαλκανικοὺς πολέμους», διαβάζουμε στὴν σελίδα 94: « Ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς καταλαμβάνει ἐδάφη τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπείρου…». (Ἡ κυρὰ-Μαρία καὶ οἱ ὁμοϊδεάτες της ἀφοῦ “λιώσαν τὰ νιάτα τους” στὶς καταλήψεις, ἐξέλαβαν τὶς ἀπελευθερωτικὲς μάχες τοῦ στρατοῦ μας ὡς κάτι παρόμοιο. Τὸ κακὸ εἶναι ὅτι ἐπανακάμπτουν καὶ … καταλαμβάνουν τὶς ποικιλώνυμες ἐπιτροπὲς καὶ «συναγωγὲς» ἀναθεώρησης-καρατόμησης τῶν σχολικῶν βιβλίων. Καὶ ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης…
.             Στὶς ἑπόμενες δύο σελίδες ποὺ ἀφιέρωνε στοὺς βαλκανικοὺς πολέμους, φιλοξενοῦνται, στὴν πρώτη, χάρτες ποὺ δείχνουν τὴν Ἑλλάδα μετὰ τὶς «καταλήψεις» ἐδαφῶν. Στὴν τελευταία, σελ. 96 περιέχονται δύο φωτογραφίες. Τὸ «Γενὶ τζαμὶ» καὶ τὸ «Μπέη χαμὰμ» τῆς Θεσσαλονίκης. (Ἂς κάνουν μία βουτιὰ στὸ Αἰγαῖο καὶ ἂς περάσουν ἀπέναντι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἰσλαμολάγνοι, νὰ χορτάσει τὸ μάτι τους τζαμιὰ καί… χαμάμια. Ἴσως πρέπει νὰ σκεφτοῦμε σοβαρὰ μία νέα ἀνταλλαγή, ὄχι πληθυσμῶν, ἀλλὰ ἱστορικῶν. Ὅταν γράφεις, γιὰ παράδειγμα, «συνωστισμὸς στὸ λιμάνι τῆς Σμύρνης», πρέπει νὰ σὲ δεῖ ἕνας καλός… ἱστορικός. Αὐτὸ οὔτε Τοῦρκος ἱστορικὸς δὲν διανοήθηκε νὰ τὸ γράψει).
.             Τὸ τρίτο βιβλίο, τὸ τωρινό, στὸ ἴδιο κεφάλαιο, γιὰ τὸ ὁποῖο ἀφιερώνονται τέσσερις σελίδες (186-189), γράφει: «Ἡ ρύθμιση τῶν συνόρων ἀνάμεσα στὰ βαλκανικὰ κράτη προκάλεσε τὸν Β´ Βαλκανικὸ Πόλεμο, τὸν Ἰούνιο τοῦ 1913… Ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς κέρδισε σημαντικὲς νίκες καὶ “κατέλαβε” (δυστυχῶς καὶ ἐδῶ τὸ ἴδιο ἀπαράδεκτο ρῆμα καὶ ὄχι “ἀπελευθέρωσε”), τὴν ὑπόλοιπη Κεντρικὴ καθὼς καὶ τὴν Ἀνατολικὴ Μακεδονία…». Πουθενὰ στὶς τέσσερις σελίδες δὲν θὰ βρεῖς τὴν λέξη Κιλκίς. Καμμία ἀναφορὰ στὴν τριήμερο ἐποποΐα!!
.             Στὴν σελίδα 188, ἔχει μία ἀκατανόητη καὶ ἐντελῶς ἄσχετη μὲ τοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους παραπομπή. Γράφει γιὰ τὰ δικαιώματα τῶν γυναικῶν καὶ γιὰ τὶς λεγόμενες «σουφραζέτες» τῆς Βρετανίας.
.             Ἔχω στὴν κατοχή μου ἕνα βιβλία σπάνιο καὶ δυσεύρετο. Τιτλοφορεῖται: «Ἀθάνατη Ἑλλὰς» καὶ ὑπότιτλο «Ἐπικαὶ συρράξεις τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Βουλγάρων». Συγγραφέας του ὁ Δ. Καλλίμαχος, ἐθελοντὴς ἱεροκήρυκας τῆς Ε´ Μεραρχίας Πεζικοῦ, ποὺ ἀρίστευσε μὲ τὸν ἡρωϊσμό της κατὰ τὴν μάχη τοῦ Κιλκὶς-χωρὶς καμμιὰ νὰ ὑστερήσει. Ὁ ἐθελοντὴς ἱεροκήρυκας συμμετεῖχε, ὄχι μὲ τὸ καριοφίλι ἀλλὰ μὲ τὸ πετραχήλι, στὶς μάχες τοῦ στρατοῦ, ἰδίως στὸ Κιλκίς, καὶ τὸ 1942 ἐξέδωσε τὸ βιβλίο στὴν Νέα Ὑόρκη, σὲ ἔκδοση τοῦ «Ἐθνικοῦ Κήρυκος» τῆς ἱστορικῆς ὁμογενειακῆς ἐφημερίδας. Τὸ βιβλίο εἶναι συγκλονιστικό, τὸ μελετᾶς μὲ δάκρυα, μελετᾶς τὰ λαμπρὰ παλληκάρια… Στὴν σελ. 83 διαβάζω στὶς σημειώσεις του μετὰ τὴν μάχη:

.           «Ὁ ἀπέραντος χῶρος τοῦ θεάτρου τῆς μάχης ὡμοίαζε πρὸς μακελλεῖον. Καὶ ὅταν ἀντίκρυσα τὴν φρικιαστικὴν εἰκόνα καμμένων σπαρτῶν καὶ ψημένων σωμάτων καὶ εἶδα σκοτωμένους μὲ τὴν λόγχην στὰ χέρια καὶ μὲ ἀποκρυσταλλωμένην εἰς τὸ πρόσωπον τὴν ψυχολογίαν τῆς ὁρμῆς καὶ τῆς χαλυβδίνης ἀποφασιστικότητος, ἐδάγκασα ἀσυναισθήτως τὰ χείλη ἀποθαυμάζων.Ἀγγελιαφόρος τῆς Δ ΄Μεραρχίας ἐστάθη καὶ ἤκουσα νὰ ἀπαγγέλη:
«Στοῦ Κιλκὶς τὴν ὁλόμαυρη ράχη
περπατώντας ἡ Δόξα μονάχη
μελετᾶ τὰ λαμπρὰ παλληκάρια
καὶ στὴν κόμη στεφάνι φορεῖ
γινωμένο ἀπ’ ὀλίγα χορτάρια
πούχαν μείνη στὴν ἔρημη γῆ».

.             (Ἡ μάχη διεξήχθη 19-21 Ἰουνίου 1913 ἐν μέσῳ φοβεροῦ καύσωνος. Τὰ σιταροχώραφα τοῦ Κιλκίς, ἐξ αἰτίας τῶν ὀβίδων, πῆραν φωτιά. Πολλοὶ βαριὰ τραυματισμένοι στρατιῶτες μας ἀνήμποροι νὰ κινηθοῦν, ἦταν καὶ σὲ νηπιώδη κατάσταση τὸ σῶμα τραυματιοφορέων, κάηκαν ζωντανοί). Πόσα ἦταν τὰ λαμπρὰ παλληκάρια ποὺ ἔπεσαν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδας; 8.828 ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶτες, μεταξὺ αὐτῶν ἐννέα διοικητὲς ταγμάτων καὶ συνταγμάτων, ποὺ πήγαιναν μπροστὰ γιὰ νὰ ἐμψυχώσουν τοὺς μαχητές. Μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὁ συνταγματάρχης Καμάρας, «εὐσεβής, φιλεύσπλαχνος, ἀγαθώτατος, εὐθὺς καὶ εἰλικρινὴς καὶ πράος». Τραυματίζεται θανασίμως ἀπὸ βλῆμα ὀβίδας.

Διαβάζω:

«Γονατίζει ὁ εὐγενικὸς συνταγματάρχης καὶ μὲ τὸ λάμπον ξίφος του ἀκόμη εἰς τὰ χέρια ἀπευθύνει πρὸς τοὺς ἄνδρας του τὸν τελευταῖον χαιρετισμόν:
-Θάρρος, παιδιά, θάρρος, γενναῖοι μου!
Τὸ αἷμα τρέχει κρουνηδὸν ἀπὸ τὸ τραῦμα καὶ ὁ Καμάρας σωριάζεται. Ὅταν μετεφέρετο πρὸς τὰ χειρουργεῖα, ἀτενίσας διὰ τελευταίαν φορὰν τοὺς ἄνδρας του ἐδάκρυσε καὶ εἶπε:
-Ἄχ, ποὺ σ’ ἀφήνω Σύνταγμά μου! Σᾶς χαιρετῶ καλά μου παλληκάρια καὶ μὲ τὴν εὐχή μου ὅλοι ἐμπρὸς νὰ δοξάσετε τὴν τιμημένη μας πατρίδα». (σελ. 71).
.               Ἴδια περιγραφὴ καὶ μάλιστα γραμμένη ἀπὸ τὸν γιό του, στρατιώτη τότε, ἔχουμε καὶ γιὰ τὸν ἠρωϊκὸ θάνατο τοῦ συνταγματάρχη Καμπάνη. Καὶ γιὰ τὸν σ/χη Παπακυριαζῆ, ποὺ ἦταν σύγγαμβρος τοῦ ἄλλου ἀετοῦ, τοῦ ἥρωα τῶν ἡρώων, Ἰωάννη Βελλησαρίου, ποὺ καὶ αὐτὸς σὲ λίγες μέρες σκοτώθηκε. Παραθέτω τὰ ὀνόματα καὶ τῶν ἄλλων ἑπτὰ ἀθανάτων ἡρώων συνταγματαρχῶν, διοικητῶν μονάδων: Καραγιαννόπουλος, Κορομηλᾶς, Διαλέτης, Κουτήφαρης, Κατσιμήδης, Ἰατρίδης, Χατζόπουλος. Καὶ ἀναγκάστηκε τὸ στρατηγεῖο νὰ διατάξει νὰ βγάλουν τὰ διάσημα, γιατί δὲν θὰ ἔμενε κανεὶς ζωντανός. Οἱ Βούλγαροι σκοπευτὲς αὐτοὺς σημάδευαν.
.             Τὴν ἴδια ἀνδρεία ἔδειξαν καὶ οἱ ἁπλοὶ στρατιῶτες. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ σκηνὴ ποὺ περιγράφει ὁ Καλλίμαχος. Στρατιώτης τοῦ 22ου Σ.Π. τραυματίζεται στὸ χέρι. Τοῦ λένε νὰ φύγει γιὰ τὸ χειρουργεῖο.
«-Τί ἔκανε, λέει; Γιὰ μία τσουγκρανιὰ νὰ φύγω; Τὸ παλιοτόμαρό μου βαστάει ἀκόμη. Καὶ συνεχίζει τὸν ἀγώνα. Παίρνει δεύτερο βόλι καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ μάχεται καὶ τὸ δεύτερο τραῦμα γίνεται τρίτο καὶ ἕπεται συνέχεια. Ὅταν δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ συνεχίσει τὸν ἀγώνα, λέει:
«-Μωρὲ δὲν μποροῦσα νὰ εἶχα κι ἄλλο παλιοτόμαρο, νὰ βγάλω αὐτὸ τὸ τρυπημένο καὶ νὰ βάλω τὸ καινούργιο;». (σελ. 76).
.             Μ κενα τ ρωικά… παλιοτόμαρα εναι ραμμένη γαλανόλευκη. Τ τωριν ντως παλιοτόμαρα τν μαγαρίζουν, σβήνοντας τλευθερία θάνατος” τν ννέα λωρίδων κα βάζοντας στν θέση τους τς πολύχρωμες μπογις τς διαστροφς…
.             Ἡ μάχη τοῦ Κιλκὶς ἔκρινε τὴν τύχη τῆς Μακεδονίας, τῆς Ἑλλάδος ὅλης. Χάθηκε ὁ ἀνθὸς τότε τοῦ Γένους. Μία ἐλάχιστη μνημόσυνη ἀναφορὰ στὰ βιβλία ἱστορίας τοῦ δημοτικοῦ σχολείου δὲν ἀξίζουν τόσοι ἥρωες; Οἱ σουφραζέτες τῆς Ἀγγλίας εἶναι σπουδαιότερες; Ζῶ στὸ Κιλκὶς καὶ ντρέπομαι, ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα νὰ διδάξω τοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους. Λέω στοὺς μαθητές μου ὅτι, ἂν σκάψουμε τὴν αὐλὴ τοῦ σχολείου μας θὰ βροῦμε κόκκαλα Ἑλλήνων ἱερά. Τονίζω τὴν σπουδαιότητα τῆς μάχης, διαβάζουμε μεγαλειώδεις σκηνὲς θυσίας καὶ ἀντρειοσύνης. Καὶ πᾶς στὸ βιβλίο καὶ ἀντικρίζεις τὴν σιωπὴ καὶ τὴν περιφρόνηση. Γιατί;
Τοὺς διαβάζω ἕνα ὡραῖο, παλιὸ κείμενο, μαθητῆ σὲ σχολεῖο τοῦ Κιλκὶς λίγα χρόνια μετὰ τὴν μάχη:

.           «Ἕνα ἀπέραντο “Ἐθνικὸ Νεκροταφεῖο”, ποὺ κρύβει στὰ σπλάχνα του τὰ κορμιὰ χιλιάδων παλληκαριῶν, εἶναι ὁ τόπος μας. Καὶ πάνω στὰ κορμιὰ αὐτὰ στήθηκαν τὰ θεμέλια αὐτῆς τῆς πόλης. Καὶ τὸ σιτάρι ποὺ φτιάχνει τὸ ψωμί μας θεριεύει καὶ μεστώνει ρουφώντας ἀπὸ τὴ γῆ αἷμα ἀντὶ γιὰ νερό. Κάθε λόφος γύρω μας κι ἕνας “κρανίου τόπος”. Κάθε χωράφι κι ἕνας «ἀγρὸς αἵματος», γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω τοὺς χαρακτηρισμοὺς τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ τόσο ταιριάζουν στὴν περίπτωση.
.             Τὰ πρῶτα χρόνια, τ’ ἀλέτρια ποὺ ὄργωναν τὴ γῆ, ἔφερναν στὴν ἐπιφάνεια λευκὰ κόκκαλα, “κόκκαλα Ἑλλήνων ἱερά”, ἀντάμα μὲ σκουριασμένες ξιφολόγχες καὶ δερμάτινες παλάσκες περασμένες σὲ ζωστῆρες ποὺ ἔζωναν, κάποτε, λυγερὰ σώματα παλληκαριῶν. Κι ὅλοι μας, λίγο-πολύ, ἔχουμε νὰ θυμόμαστε πὼς κάποτε, σκάβοντας τὶς αὐλὲς τῶν σπιτιῶν μας εἴχαμε βρεῖ σκουριασμένα ὅπλα κι ἀνθρώπινα κόκκαλα.
Σὰν στοιχειωμένος ἔμοιαζε τὸ τόπος μας καὶ τὰ παιδιὰ φοβόνταν νὰ βγοῦν τὸ βράδυ ἀπὸ τὰ σπίτια τους.
.             Θυμᾶμαι τοὺς πρώτους περιπάτους ποὺ κάναμε μὲ τὸ νηπιαγωγεῖο, ἐκεῖ κοντὰ στοὺς πρόποδες τοῦ Ἅη-Γιώργη. Ἡ δασκάλα μας ἔλεγε ὅτι οἱ παπαροῦνες στὸν τόπο μας εἶναι πιὸ κόκκινες ἀπὸ ἀλλοῦ “γιατί παίρνουν τὸ χρῶμα τους ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν σκοτωμένων παλληκαριῶν”. Κι ἐμεῖς διστάζουμε νὰ τὶς κόψουμε, ἀπὸ φόβο, μήπως  καὶ ματώσουμε τὰ χέρια μας».
(Στ. Λίβα «Ἡ παλιά, μικρή μας πόλη», σελ. 179, Ἀθήνα 1988).

.             Αὐτὴ εἶναι ἡ πατρίδα μας, λέω τῶν παιδιῶν. Ἕνας «ἀγρὸς αἵματος». Αὐτὸς ὁ ἀγρός, ἡ Ἱστορία καὶ ἡ Πίστη μας, εἶναι γεμάτος ἄνθη μυρίπνοα, οἱ ἅγιοι καὶ οἱ ἥρωές μας. Τέτοια ἄνθη, σὰν αὐτὰ ποὺ φυτρώνουν στὴν ματοθρεμμένη γῆ τῆς Μακεδονίας μας, δὲν τὰ κόβεις, τὰ καμαρώνεις καὶ τὰ στολίζεις στὸ Εἰκονοστάσι τοῦ Γένους καὶ τῆς Ἐκκλησιᾶς, “ἐκεῖ νὰ λειτουργιῶνται”.

 

Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

“ΤΗΝ ΕΛΛAΔΑ ΑΠO ΤΟ ΑΥΤI ΘΑ ΤΗΝ ΑΡΠAΞΟΥΜΕ ΚΑΙ ΘΑ ΤΗN ΣΩΣΟΥΜΕ, ΘEΛΕΙ ΔΕ ΘEΛΕΙ” (Δ. Νατσιός)

“Τν λλάδα π τ ατ θ τν ρπάξουμε κα θ τν σώσουμε,
θέλει δ
θέλει”

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

.                   Δημοσίευσα τὸ 2009 ἕνα κείμενο μὲ τὴν προτροπὴ νὰ φτιάξουμε “κρυφὰ σχολειά”, φροντιστήρια πατριδογνωσίας οὐσιαστικά, γιατί ἤδη εἰσήλθαμε σὲ νύχτα σκοτεινὴ καὶ ἀσέληνο στὴν Παιδεία. Τὸ ξαναδημοσιεύω μήπως καὶ τώρα ἀκούσει κανείς, γιατί δὲν μᾶς μένει καιρός. Ἂν συνεχιστεῖ τὸ παρὸν παιδομάζωμα, σὲ λίγα χρόνια δὲν θὰ μιλᾶμε γιὰ κρίση ταυτότητας, ἀλλὰ γιὰ ὁριστικὴ ἀπώλειά της. Ἔχω κατὰ νοῦ τρία μαθήματα γι᾽ αὐτὰ τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ λειτουργοῦν τὰ ἀπογεύματα, ἀφιλοκερδῶς γιὰ ὅσους συμμερίζονται τὴν ἀγωνία γιὰ τὸ μέλλον τῶν παιδιῶν μας. Ἀρχαῖα Ἑλληνικά, διδάσκοντας κυρίως ἐτυμολογίες λέξεων, πράγμα ποὺ ἐνθουσιάζει τὰ παιδιά, Ἱστορία, μὲ βαρύτητα στὰ πρόσωπα ποὺ μεγαλούργησαν καὶ Θρησκευτικά, δηλαδὴ Εὐαγγελικὲς Περικοπὲς καὶ βίους ἁγίων.

Παραθέτω τὸ κείμενο:
.                   «Κάποτε, μία μέρα ποὺ συζητοῦσαν δύο ἁπλοὶ ἄνθρωποι – δύο ψαράδες ἦταν – γιὰ τὴν πίεση ποὺ ἀσκοῦν οἱ μεγάλες δεξιὲς καὶ οἱ ἀριστερὲς Δυνάμεις (σ.σ. καὶ νῦν οἱ λεγόμενες πάλαι ποτὲ Μεγάλες Δυνάμεις) πάνω στὴν πολιτικὴ ζωὴ τοῦ τόπου γιὰ τὰ συμφέροντά τους, ὁ ἕνας ξεστόμισε μία φράση ποὺ μὲ ξάφνιασε. Εἶπε ὀργισμένος: ἂν μᾶς πιάσει καμμιὰ μέρα τὸ ἑλληνικό μας…». (Στρατὴς Μυριβήλης, περ. «Γνώσεις», τ. 14, 1959).
.                   Τὸ θέμα εἶναι τί ἐννοοῦσε ὁ ἁπλὸς ἄνθρωπος, λέγοντας «νὰ μᾶς πιάσει τὸ ἑλληνικό μας»; Κάτι παρόμοιο εἰπώθηκε καὶ ἀπὸ τὸν Ἰω. Ζαμπέλιο στὸν Καποδίστρια. «Τὸ φρονεῖν καὶ πράττειν Ἑλληνικὰ» εἶναι ἡ βασιλικὴ ὁδὸς γιὰ ἀληθινὴ πρόοδο τοῦ ἔθνους. Ἴσως ἐδῶ ἐντοπίζεται ἡ κακοδαιμονία μας. Καταντήσαμε περίγελως τῆς οἰκουμένης καὶ μπαίγνιο τοῦ κάθε τυχάρπαστου χαρτογιακᾶ τῶν Βρυξελλῶν, γιατί δὲν «σκλαβωθήκαμε εἰς τὰ γράμματα» (Κολοκοτρώνης). Ἀλλά σὲ ποιά γράμματα; Στὰ γράμματα τὰ ἑλληνικά, ὅπως τὰ ὁραματίστηκε ὁ Καποδίστριας: «ἂν ἡ παροῦσα γενεὰ δὲν ἐνδυναμωθεῖ ἀπὸ ἀνθρώπους μορφωμένους ἐν καλῇ διδασκαλίᾳ, μάλιστα δὲ πρὸς τὸν κανόνα τῆς ἁγίας ἡμῶν πίστεως καὶ τῶν ἠθῶν μας, θὰ εἶναι δυσοίωνο τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ διακυβέρνησίς της ἀδύνατη». (Ἰω. Τσάγκα, «Ἡ ὀρθόδοξη χριστιανικὴ ἀγωγὴ στὸ ἐκπαιδευτικὸ ἔργο τοῦ Ἰω. Καποδίστρια», ἔκδ. «Κυριακίδη», σελ. 174). Ἂς προσέξουμε τρία πράγματα ἀπὸ τὰ χρυσὰ λόγια τοῦ Κυβερνήτη. (Μόνο αὐτὸς δικαιοῦται τὸν ἔξοχο αὐτὸν τίτλο. Ψηφίστηκε ἀπὸ Ἐθνικὴ Συνέλευση, οἱ διάδοχοί του πρωθυπουργοὶ ἀναρριχήθηκαν εἴτε μέσῳ κομμάτων εἴτε μέσῳ… πτωμάτων). Γιὰ νὰ εὐσθενεῖ τὸ κράτος, γιὰ νὰ εἶναι εὐοίωνο τὸ μέλλον τῆς πατρίδας, χρειάζονται: ἄνθρωποι μορφωμένοι ἐν καλῇ διδασκαλίᾳ, σύμφωνοι καὶ σύμφωνη μὲ τὰ ἤθη καὶ τὴν παράδοσή μας, «μάλιστα δὲ» πρὸς τὸν κανόνα τῆς ἁγίας ἡμῶν πίστεως. (Τὸ «μάλιστα» εἶναι ὑπερθετικὸς βαθμὸς τοῦ ἐπιρρήματος «μάλα» ποὺ σημαίνει πολύ). Ἄρα, ἂν δὲν κανοναρχεῖ τὴν Παιδεία, σὲ ὑπερθετικὸ βαθμό, ἡ ἁγία μας Ὀρθοδοξία, «οὐδὲν ποιοῦμεν». (Ὁ λόγος τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ εἶναι «τὰ μάλα» σαφής: «χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν», στὸ κατὰ Ἰωάννην ΙΕ´, 5).
«Τρία πράγματα ἐχάλασαν τὴν Ρωμανίαν ὅλην, ὁ φθόνος, ἡ φιλαργυρία καὶ ἡ κενὴ ἐλπίδα», ἔλεγε ἕνα ἀσμάτιο τὴν ἐποχὴ τῆς ἅλωσης τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Τρία πράγματα ἐχάλασαν καὶ τὴν Ἑλλάδα ὅλην, ἡ ἀμορφωσιά, ἡ περιφρόνηση τῆς παράδοσης καὶ τὸ «ἄγκιστρον τῆς ἀθεΐας» θὰ πρέπει νὰ λέει τὸ κύκνειο ἄσμα τῆς τωρινῆς ἅλωσης. Καὶ τὸ ὅτι σήμερα ἐξοβελίστηκε τὸ ἐπίθετο «ἐθνικὴ» ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖο Παιδείας εἶναι ἡ συνεπέστερη καὶ ἡ εἰλικρινέστερη πράξη τῶν κυβερνώντων. Μία Παιδεία ποὺ δὲν φρονεῖ καὶ πράττει ἑλληνικά, ὅπως εἶναι αὐτὴ ποὺ βιώνουμε τὶς τελευταῖες 3-4 δεκαετίες, δὲν μπορεῖ νὰ ὀνομάζεται ἐθνική. «Τὸ ἔθνος πρέπει νὰ μάθει νὰ θεωρεῖ ἐθνικὸν ὅ,τι εἶναι ἀληθές», γράφει τὸ σολωμικὸ ἐπίγραμμα. Ὅταν ἐμένα τὸν δάσκαλο τὸ κράτος μὲ ἀναγκάζει νὰ διδάξω «νανούρισμα γιὰ χταπόδια» (γλώσσα Δ´ Δημοτικοῦ) ἢ «ὁδηγίες χρήσης καφετιέρας» (γλώσσα ϛ´ Δημοτικοῦ), «μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις ἀπὸ ξένες γλῶσσες» (Σεφέρης) ἀπατῶ τοὺς μαθητὲς καὶ ἀπατῶμαι. Αὐτὸ εἶναι ἀμορφωσιὰ καὶ κακή, κάκιστη διδασκαλία. Ὅταν στὴν ϛ´ δημοτικοῦ πάλι, θέλω νὰ διδάξω τὸν ἡρωισμό, τὴν αὐτοθυσία καὶ ἐμφανίζω ἐνώπιον τῶν μαθητῶν μου κείμενο σὰν αὐτὸ ποὺ τιτλοφορεῖται «Μὲ λένε Σόνια», ψεύδομαι καὶ ἀκυρώνομαι ὡς δάσκαλος. Ἐξηγῶ, ἐν περιλήψει, τὸ «ἑλληνοπρεπὲς» κείμενο. «Ἕνα σπίτι πῆρε φωτιά. Ἡ Σόνια τρέχει, ἁρπάζει τὸ λάστιχο γιὰ νὰ τὴ σβήσει, φωνάζει. Τελικὰ κάποιος κοιμώμενος ξυπνᾶ, εἰδοποιεῖ τὴν Πυροσβεστική. Ἡ φωτιὰ ἔσβησε γρήγορα. Ὅλοι μακαρίζουν καὶ ἐπαινοῦν τὴν Σόνια». (Τὸ κείμενο καταλαμβάνει τρεῖς σελίδες!!). Στὸ τέλος οἱ μαθητὲς μαθαίνουν ὅτι ἡ Σόνια, ἡ ἡρωίδα αὐτῆς τῆς σπουδαίας πραγματικὰ πράξης, εἶναι μία… γάτα.
.                   Στὰ παλαιότερα βιβλία μποροῦσες νὰ μιλήσεις γιὰ τὸν ἡρωισμὸ μέσω ἑνὸς ἐξαίσιου ποιήματος γιὰ τὸν Εὐαγόρα Παλληκαρίδη. Καὶ ἀκόμη πιὸ παλιὰ ἕνα κείμενο μὲ τίτλο τὸ «φίλημα», τὸ ὁποῖο ἀναφερόταν στὴν αὐτοθυσία τοῦ Παπαφλέσσα στὸ Μανιάκι. Ἀπὸ τὸν Παπαφλέσσα καὶ τὸν Παλληκαρίδη «ἀρθήκαμε» στὸν ἡρωισμὸ μίας γάτας. Αὐτὸ εἶναι ἡ κατάργηση τῆς παράδοσης καὶ τῶν ἠθῶν μας, ἡ ὁποία, ἂν συνδυαστεῖ μὲ τὸν «δεμβαριεστισμὸ» (δὲν βαριέσαι) καὶ τὸν παφλάζοντα ἀριστερισμὸ – ἐθνομηδενισμὸ πολλῶν ἐκπαιδευτῶν (δὲν εἶναι λάθος ἡ λέξη) ἐξηγοῦμε τὴν πρωτοφανῆ διάλυση τοῦ κράτους καὶ ἀνθρώπων. Ἡ Παιδεία μᾶς ἔχασε τὴν ψυχή της, τὴν παράδοσή της, ἔχασε τὸ ἱμάτιον τῆς σωφροσύνης. Καὶ ὅπως τὸ δαιμονισμένο πλῆθος τῶν Γαδαρηνῶν, ἐκδίωξε καὶ τὸν Χριστό. Παιδεία χωρὶς «ψυχὴ καὶ Χριστὸ» (ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς) ἀφήνει τὰ παιδιὰ ἀμόρφωτα, ἀγράμματα, «παιδιὰ ὡσὰν τὰ γουρουνόπουλα» (ὁ ἴδιος ἅγιος). («Καὶ ὤρμησεν ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη», στὸ κατὰ Λουκᾶν Ἡ΄, 33). Τὸ κακὸ εἶναι ὅτι τώρα ποὺ ἡ κρίση θὰ μᾶς «τηγανίσει» καὶ θὰ μᾶς «καύσει» μείναμε ἄοπλοι, χωρὶς «τὸν θυρεὸν τῆς πίστεως» καὶ τὴν πανοπλίαν τῆς παράδοσής μας. (Παράδοση εἶναι ἡ ζωντανὴ φωνὴ τῶν κεκοιμημένων σύμφωνα μὲ ἕναν ἔξοχο ὁρισμό. Ἡ παράδοση δὲν εἶναι ἀναχρονισμὸς ὅπως διατείνονται οἱ ἀμαθεῖς. Ἡ παράδοση, σύμφωνα μὲ τὴν ἐτυμολογία τῆς λέξης, εἶναι ὅ,τι θὰ παραδώσουμε – ἀπὸ τὸ ρῆμα παραδίδωμι- καὶ ὄχι ὅ,τι παραλαμβάνουμε. Ἀλλιῶς θὰ λεγόταν παραλαβή).
.                 Τί μποροῦμε νὰ κάνουμε, ὑπάρχει ἐλπίδα; Ὑπάρχει, ἀλλά, πρῶτον «θέλει μελτέμι γερό, γεννημένο στὴν Τῆνο, ποὺ νά ᾽ρθεῖ μὲ τὴν εὐχὴ τῆς Παναγίας καὶ νὰ καθαρίσει τὸν τόπο ἀπ’ ὅλων τῶν λογιῶν τῆς Τουρκιᾶς καὶ τῆς γηραιᾶς Εὐρώπης τ’ ἀπομεινάρια» (Ἐλύτης) καί, δεύτερον, «ἀπ’ ἔξω μαυροφόρ’ ἀπελπισιὰ/ πικρῆς σκλαβιᾶς χειροπιαστὸ σκοτάδι», Κρυφὸ Σχολειό. Ἕνα σὲ κάθε ἐνορία, δάσκαλοι, Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ὑπάρχουν, «γιὰ νὰ θεριώσουν τὴν ἀποσταμένη ἐλπίδα, μὲ λόγια μαγικά». Οἱ ἐκκλησιὲς νὰ μὴν ἀνοίγουν μόνο κάθε Κυριακὴ καὶ γιορτή. Νὰ τὶς κάνουμε Κρυφὰ Σχολειά, νὰ διδάσκουμε τὰ ἱερὰ γράμματα καὶ ὄχι τὰ ἄθεα τῆς σήμερον, ποὺ μᾶς ἔφτασαν στὸ χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ. Νὰ μείνει μαγιὰ γιὰ τὸ αὐριανὸ φύραμα. Παπάδες καὶ δάσκαλοι (οἱ ἡρωικὲς «δασκαλίτσες» τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα) ἔσωσαν κάποτε τὴν Μακεδονία. «Ὥρα ἤδη ἡμᾶς ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι». Τὴν πατρίδα τὸ ’21 δὲν τὴν ἐλευθέρωσε ἡ Εὐρώπη καὶ κανένα Δ.Ν.Τ.. Τὴν ἀνέστησε ἡ μαγιά, τὰ πνευματικοπαίδια τοῦ Πατροκοσμᾶ, τῶν Δασκάλων τοῦ Γένους , τῶν Νεομαρτύρων.
.                   «Τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸ αὐτὶ θὰ τὴν ἁρπάξουμε καὶ θὰ τὴ σώσουμε, θέλει δὲ θέλει», ἔλεγε ὁ Ν. Πλαστήρας. Οἱ ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας μας, “ὅσοι ζωντανοί”, εἶναι οἱ πρῶτοι ποὺ πρέπει νὰ ἁρπάξουν τὴν δύσμοιρη πατρίδα ἀπὸ τὸ αὐτί…

,

Σχολιάστε