Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δημ. Νατσιός

ΤΟ ΓΡΑΦΤΟ ΕΛΕΓΕ ΠΩΣ ΘΑ ΕΝΩΘΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΓΙΑΤΙ ΕΛΛΑΣ ΘΑ ΠΕΙ… “ΕΛΑ”! «Πῶς ζήσαμεν, ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει». (Δ. Νατσιός)

Τὸ γραφτὸ ἔλεγε πὼς θὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὴν Ἑλλάδα,
γιατί Ἑλλὰς θὰ πεῖ…ἔλα

Γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.           Πλησιάζει ἡ ἐθνικὴ ἐπέτειος, τὸ ἀθάνατο Εἰκοσιένα. Οἱ ἀπόγονοι τῶν γενοκτόνων μας Τούρκων, ὀνειροφαντάζονται μεγαλεῖα. Καλὸ εἶναι νὰ θυμόμαστε τὰ πάθη τῶν προγόνων μας, γιὰ νὰ ξέρουμε μὲ ποιοὺς γειτονεύουμε καὶ γιατί οἱ ἡρωικοὶ ραγιάδες τραγουδοῦσαν τὸ ἑξῆς… ρατσιστικό, ὅπως θὰ ἔλεγε ἕνας ὑμνητὴς τοῦ πολύχρωμου-παρδαλοῦ σχολείου:  «Τοῦρκος μὴ μείνει στὸ Μοριά, μηδὲ στὸν κόσμο ὅλο».
.           Ἔχω στὴν βιβλιοθήκη μου ἕνα πολὺ παλιὸ περιοδικὸ μὲ τίτλο «ΓΝΩΣΕΙΣ». Τὸ τρίτο τεῦχος τοῦ εἶναι ἀφιερωμένο στὴν Ἐπανάσταση τοῦ ’21. Γράφουν σ’ αὐτὸ πνευματικὰ ἀναστήματα ὅπως οἱ: Κόντογλου, Καραντώνης, Περάνθης,  Χάρης, Λάπας, Ἀγγελομάτης, Μυριβήλης καὶ ἄλλοι σημαντικοί. Ξεσηκώνω ἀπὸ τὸ ἀφιέρωμα ἕνα κείμενο τοῦ Σταύρου Μάνεση, συντάκτη, τότε, τοῦ «Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν». (Τοῦ ὁποίου, ἡ συγγραφή, δὲν ἔχει ἀκόμη ἐπιτευχθεῖ. Στὴν Ἑλλάδα τὰ πράγματα πηγαίνουν «σπρωχνόμενα», ἔλεγε χαρακτηριστικὰ ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ Κολοκοτρώνη, Φωτάκος). Ὁ τίτλος τοῦ ἄρθρου εἶναι «Μακεδονικὲς Ἡμέρες». Ὁ συγγραφέας γύριζε τότε τὴν Μακεδονία μὲ σκοπὸ νὰ διασώσει λέξεις, τοπικὰ ἰδιώματα, ὥστε νὰ πλουτίσει μ’ αὐτὲς τὸ Λεξικό. Ὅπως γράφει: «Τὰ καλοκαίρια τοῦ 1952, ’52, ’53 καὶ ’55 εἶχα τὴν ἐξαιρετικὴ τύχη καὶ τιμὴ νὰ μοῦ ἀνατεθεῖ ἀπὸ ἕνα σωματεῖο μὲ λαμπρὴ ἐπιστημονικὴ δράση, τὴν ἐν Ἀθήναις Γλωσσικὴν Ἑταιρείαν, ἡ μελέτη τοῦ γλωσσικοῦ ἰδιώματος τῆς περιοχῆς Γράμμου, μὲ ἐπιτόπιο μετάβασή μου. Μὲ βασικὸ μεταφορικὸ μέσο τὸ μουλάρι, γύρισα πενήντα χωριά, κωμοπόλεις καὶ πόλεις τοῦ δυτικοῦ μέρους τῶν νομῶν Καστοριᾶς καὶ Κοζάνης σκαρφαλωμένα πάνω στὶς κορφὲς καὶ τὶς πλαγιὲς τοῦ Γράμμου καὶ τῆς Πίνδου. Ἔτσι, εἶχα τὴν εὐκαιρία καὶ τὴν ἄνεση νὰ γνωρίσω τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴ ζωή τους μὲ τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες, τὶς ἀγωνίες καὶ τὶς ἐλπίδες τους».
.           Σεργιανάει τὰ χωριὰ ὁ γλωσσολόγος καὶ συζητᾶ κυρίως μὲ ὑπερήλικους ἀνθρώπους, ποὺ εἶχαν ζήσει τὴν Τουρκοκρατία στὰ μέρη ἐκεῖνα. (Μόλις 40 χρόνια εἶχαν περάσει ἀπὸ τὸ 1912-13, ποὺ ὁ στρατός μας ἀπελευθέρωσε τὴν Μακεδονία). Οἱ μαρτυρίες (καὶ τὰ μαρτύρια) τῶν γερόντων Μακεδόνων εἶναι ἐξαιρετικὰ ἀποκαλυπτικές.
.           Διαβάζω: «Ὁ σεβασμὸς στὴν Ἐκκλησία ἔχει παλαιὰ παράδοση σ’ αὐτοὺς τοὺς τόπους κι εἶναι σὰν μία πράξη εὐγνωμοσύνης γιὰ τὴν συμπαράστασή τους στὸν ἀγώνα. “Ἐδῶ διάβασα”, μοῦ δήλωσε μὲ περηφάνια ὁ ὀγδοντάρης πρόεδρος τοῦ χωριοῦ Ἁγιὰ – Σωτήρα, Δημήτρης Ζηκόπουλος, δείχνοντάς μου τὸν νάρθηκα τῆς Ἁγιὰ – Παρασκευῆς, μίας ἐκκλησιᾶς διακοσίων χρόνων, θέλοντας νὰ μοῦ πεῖ ὅτι ἐκεῖ ἔμαθε τὰ γράμματα ποὺ ξέρει. Καὶ συνέχισε: “Οἱ Τοῦρκοι δὲν μᾶς ἄφηναν νὰ μαθαίνωμε γράμματα κι ἐρχόμασταν σὲ τοῦτο τὸ κρυφὸ σχολειό. Τὸ μόνο ποὺ δὲν τοὺς πολυένοιαζε ἦταν νὰ διαβάζωμε τὸ χτωήχι καὶ τὸ ψαλτήρι, γιὰ νὰ μὴν παίρνουν τὰ μυαλά μας ἀέρα μὲ τ’ ἄλλα διαβάσματα. Θυμᾶμαι μὲ τί χαρὰ καὶ μὲ τί τρομάρα οἰκονόμησε τῷ καιρῶ ἐκείνῳ ὁ παππούλης ποὺ μᾶς διάβαζε –ἅγιο τὸ χῶμα ποὺ τὸν σκεπάζει– μία Ἰλιάδα τοῦ Ὁμήρου. Σὰν τελειώναμε τὴν ἀνάγνωση, τὴν παράχωνε κάτω ἀπὸ τὴν πλάκα ποὺ βλέπεις ἐδωγιά».
.           Νομίζω ὅτι τὸ κείμενο, ἡ διήγηση τοῦ ὀγδοντάρη γεροπροέδρου, εἶναι ἀπὸ τὶς λίγες μαρτυρίες, ποὺ ἀποδεικνύουν τὴν ὕπαρξη αὐτοῦ ποὺ ἀρνεῖται ἡ ἀφελληνισμένη διανόησις καὶ τὰ ἀπολειφάδια τῆς ἱστοριογραφικῆς τσαρλατανιᾶς ποὺ λυμαίνονται τὰ πανεπιστήμια: τὸ Κρυφὸ Σχολειό.
.           Ἕτερη διήγηση, ἡλικιωμένου ἀγροφύλακα ἀπὸ τὸ χωριὸ Νόστιμο. Ἐξιστορεῖ ἐπιγραμματικὰ τὴ ζωὴ τῆς σκλαβιᾶς, τὴν «θαυμαστὴ τάξη», ὅπως ἔλεγε ἡ “συνωστισμένη”, τῆς Τουρκοκρατίας: «Τί τρόμους καὶ τί καρδιοχτύπια περάσαμε μὲ τοὺς Τούρκους καὶ τοὺς Ἀρβανιτάδες, ποὺ διαφέντευαν τὰ μέρη ἐτοῦτα κάναν καιρό. Οἱ πρῶτοι μὲ τὸ χαράτσι καὶ τὸ γιαταγάνι τους, οἱ δεύτεροι μὲ τὰ κούρσα καὶ τὸ πλιάτσικο. Ἀνέβαινε ὁ Ἀγάς, κατέβαινε ὁ λιάπης ἀπ’ τὰ βουνά του, ἔμπαιναν στὰ σπίτια μας:
– Βάλε μου νὰ φάω, γκιαούρ!
.           Τί νὰ κάνεις, τοῦ ᾽ψηνες ὅ,τι καλύτερο εἶχες, γιὰ νὰ τὸν μαλακώσεις: καμμιὰ κότα, αὐγά· ἔσφαζες κανένα ἀρνί, τοῦ ᾽δινες παχὺ τυρί, τοῦ ᾽φτιανες καὶ τὴν καλύτερη πίτα στὴ γάστρα νὰ περιδρομιάσει. Δῶσε μου κι ἄσπρα (= χρήματα) γιὰ τὸν κόπο πού ᾽καμα νά ᾽ρθω στὸ ρημάδι σου καὶ γιὰ τὰ δόντια μου ποὺ χάλασα μὲ τὰ παλιόφαγά σου, μούγκριζε στὸ τέλος μουδιασμένος ἀπὸ τὸ φαΐ ὁ ληστής. Μποροῦσες νὰ τοῦ πεῖς ὄχι; Τοῦ ᾽δινες κι ἄσπρα… Τί νὰ πρωτοθυμηθεῖς! Ἂν τὸν ἀπαντοῦσες στὸ δρόμο, ἔπρεπε νὰ τοῦ κάνεις μετάνοια τοῦ Τούρκου, νὰ κατέβης ἀπ’ τὸ ζῶο ν’ ἀνέβη αὐτός. Τὰ ροῦχα σου νὰ μὴν εἶναι καινούργια καὶ τὸ φέσι σου νά ᾽ναι τρύπιο καὶ πλαγιαστό. Ἂν τό ᾽βλεπε ὀρθό, σήκωσες κεφάλι, Γιουνάν, σοῦ ᾽λεγε, καὶ στὸ ἔκοβε! Οἱ κοπέλες ἔβαζαν τὰ πιὸ παλιά τους φουστάνια καὶ κουκουλώνονταν καὶ καταχώνουνταν νὰ μὴν τὶς δεῖ τὸ μάτι τὸ πόρνο… πῶς ζήσαμεν ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει, ὥσπου νάρθει τὸ ἑλληνικό».
.           (Ἀναφέρει ἡ Πηνελόπη Δέλτα στὰ «Μυστικὰ τοῦ Βάλτου» πὼς ὅταν ὁ ἥρωας καπετὰν Ἄγρας πῆγε σὲ τουρκοσκλαβωμένο χωριὸ τῆς Μακεδονίας, οἱ κάτοικοι τὸν ἐκλιπαροῦσαν νὰ μὴν βαδίζει καμαρωτός, γιατί θὰ προδοθεῖ ἀπὸ τὴν περπατησιά του. Ἔπρεπε νὰ βαδίζει σκυφτός).
.           Παρενθέτω στὸ σημεῖο αὐτὸ καὶ μία ἄλλη μαρτυρία, ποὺ περιγράφει τὰ ἀνήκουστα δεινὰ ποὺ βίωσε ὁ λαός μας κατὰ τὴν περίοδο τῆς αἰχμαλωσίας στοὺς Ἀγαρηνούς. Περιέχεται στὸ βιβλίο «τὸ Εἰκοσιένα», ἔκδοση τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν. Στὸ βιβλίο καταγράφονται οἱ πανηγυρικοὶ λόγοι τῶν Ἀκαδημαϊκῶν. Τὸν Μάρτιο τοῦ 1967, ὁμιλητὴς εἶναι ὁ Σπ. Μαρινάτος. Παραθέτει ἄδεια ταφῆς χριστιανοῦ, τὴν ὁποία ἔδιναν οἱ Τοῦρκοι: «Σὺ ὁ παπάς, τοῦ ὁποίου τὸ μὲν ἔνδυμα εἶναι μαῦρον ὡς πίσσα, τὸ δὲ πρόσωπον ὡς τοῦ σατανᾶ, σὺ ὁ ἱερεὺς τῶν μιαρῶν, σὺ ὁ ἕλκων τὴν καταγωγὴν ἀπὸ τὸν ἄπιστον Ἰησοῦν, διατάσσεσαι: Τὸν εἰς τὸ ἔθνος σου ἀνήκοντα ἄπιστον Γρηγόριον, ὁ ὁποῖος ἐψόφησε σήμερον, ἂν καὶ τὴν μὲν ψυχήν του παρέδωκεν εἰς τὸν σατανᾶν, τὸ δὲ βρωμερὸν πτῶμα του δὲν τὸ δέχεται τὸ χῶμα, ἔξω καὶ μακράν τῆς πόλεως ἀνοίξατε λάκκον καὶ διὰ λακτισμάτων ρίψατε αὐτὸν ἐντὸς τούτου». (σελ. 774).
.           Τὸ κείμενο ἀποτελεῖ μνημεῖο καὶ ἀδιαφιλονίκητη ἀπόδειξη τῆς ἁρμονικῆς, ἕως ἔρωτος, συνοίκησης σκλάβων καὶ δυναστῶν. Ἀκόμη καὶ οἱ νεκροὶ διαπομπεύονταν.  Ἐπανέρχομαι στὰ ἱερὰ χώματα τῆς Μακεδονίας, στὴν ὁποία, πρὶν αὐτοεφευρηθοῦν οἱ Σκοπιανοί, δοκίμασαν οἱ Ἕλληνες τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ. Γράφει ὁ Φιλήμων στὸ «Δοκίμιον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως».
.           «Ὅπου ἡ βαρβαρότης τῶν Τούρκων ἦτο παχυτέρα, ἐκεῖ ἡ κατὰ τῶν χριστιανῶν τυραννία ἦτο τραχυτέρα. Τοιοῦτοι ἦσαν οἱ χονδροὶ καὶ ἡμιάγριοι Τοῦρκοι τῆς Μακεδονίας. Ἐνώπιον δὲ αὐτῶν καὶ αὐτοὶ ἔτι οἱ Τοῦρκοι τῆς Κρήτης, οἱ τόσον διαβόητοι ἐπὶ φυσικῇ κακουργίᾳ καὶ κακεντρεχείᾳ, ἐθεωροῦντο ἐξηυγενισμένοι…Οὕτω τὰ παθήματα τῶν Ἑλλήνων τῆς Μακεδονίας καταντῶσιν ἀπερίγραπτα καὶ δύσληπτα, ὡς ὑπερβαίνοντα πᾶσαν ἀνθρωπίνην κακίαν καὶ πᾶσαν ὑπομονὴν ἀνθρώπου. Ἐν τῷ τόπῳ αὐτῷ αἱ πολυειδεῖς καταδυναστεύσεις καὶ αἱ ἀτελεύτητοι ἀπαιτήσεις, αἱ αὐθαίρετοι ἰδιοποιήσεις τῶν κτημάτων, οἱ φόνοι καὶ ἐπὶ πᾶσιν αἱ ἁρπαγαὶ καὶ αἱ βίαι ἀπαγωγαὶ νεανίδων καὶ νέων, ὑπερεῖχον ἀπολύτως». (τόμ. 3, σελ. 144).
.           Καὶ κλείνω μὲ τὸν ἐπίλογο τοῦ κειμένου τοῦ Στ. Μάνεση, ποὺ ἴσως, συνεχίζει τὸ κείμενο τοῦ Φιλήμονα: «Πόσο ἀκλόνητη ἦταν ἡ πεποίθηση τῶν Μακεδόνων πὼς κάποια μέρα θά ᾽ρθει τὸ ἑλληνικό, φαίνεται κι ἀπὸ τὴν ἀφελῆ διαβεβαίωση ἑνὸς γέρου ἑκατοχρονίτη, τοῦ Δημήτρη Σιμόπουλου, ἀπὸ τὸ Τσοτύλι: «Δὲν μπορούσαμεν, μοῦ εἶπε, νὰ ζήσωμε σκλάβοι σὲ ξένα χέρια ἀπ’ ἄπειρον· τὸ γραφτὸ ἔλεγε πὼς θὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὴν Ἑλλάδα, γιατί Ἑλλὰς θὰ πεῖ…ἔλα».
.           Δὲν βρῆκα ὡραιότερη ἐτυμολογικὴ ἑρμηνεία τοῦ ἐθνικοῦ μας ὀνόματος…

 

, ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΦΑΣΟΥΛΗΔΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ, ΟΙ ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΙ ΠΙΘΗΚΟΙ καὶ ΤΑ ΤΙΜΑΛΦΗ (Δημ. Νατσιός)

Tὰ τιμαλφῆ τοῦ Γένους

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός

«Εἴμαστε ἀπὸ καλὴ γενιὰ»
Ἐλύτης

.           Ὁ Καποδίστριας «δύο χρόνια κοντὰ μᾶς κυβέρνησε ἀγγελικά. Καὶ μᾶς γύμναζε καὶ στὴν οἰκονομίαν. Ὅτι καὶ ὁ Κυβερνήτης μας μίαν κότα ἔτρωγε τέσσερις ἡμέρες» (Μακρυγιάννης, «Ἀπομνημονεύματα»).
.           «Πολιτεία τροφὴ ἀνθρώπων ἐστίν, καλὴ μὲν ἀγαθῶν, ἢ δὲ ἐναντία κακῶν». Ἡ πολιτεία, εἶναι ἀνατροφή, διαπαιδαγώγηση ἀνθρώπων. Ἡ καλὴ πολιτεία, τὸ καλὸ πολίτευμα, κάνει τοὺς πολίτες ἀγαθούς, τὸ κακὸ πολίτευμα καὶ τὸ κακὸ κράτος, ἐκφαυλίζει τοὺς πολίτες (Πλάτωνας). «Ὁ γὰρ ἀληθῶς ἄρχων οὐκ ἐκ τῶν ἔξωθεν συμβόλων γνωρίζεται, οἷον πορφύρας, χλανίδος καὶ διαδήματος, ἀλλ᾽ ἐκ τοῦ ἔχειν τὴν ἀρχικὴ ἀρετήν». Ὁ ἀληθινός, ὁ σωστὸς ἡγέτης δὲν ξεχωρίζει ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ μεγαλεῖα (πολυτελεῖς καὶ ἀπαστράπτουσες λιμουζίνες, παρατρεχάμενοι καὶ λοιποὶ ζητωκραυγαστές), ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ἀρετή. (Μέγας Βασίλειος, «Περὶ ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας», Λόγος ΙΕ´, ΒΕΠΕΣ, τ. 57, σελ. 290).
.           «Ἡ γενεαλογία τῆς πολιτικῆς εἶναι συνεχὴς καὶ γνήσια κατὰ τοὺς προγόνους. Ἡ ἀργία ἐγέννησε τὴν πενίαν. Ἡ πενία ἔτεκε τὴν πείναν. Ἡ πείνα τὴν αὐθαιρεσίαν. Ἡ αὐθαιρεσία ἐγέννησε τὴν ληστείαν. Ἡ ληστεία ἐγέννησε τὴν πολιτικήν. Ἰδοὺ ἡ αὐθεντικὴ καταγωγὴ τοῦ τέρατος τούτου. Τότε καὶ τώρα, πάντοτε ἡ αὐτή. Τότε διὰ τῆς βίας, τώρα διὰ τοῦ δόλου καὶ διὰ τῆς βίας… Πάντοτε ἀμετάβλητοι, οἱ σχοινοβάται οὗτοι, οἱ Ἀθίγγανοι, οἱ γελωτοποιοὶ οὗτοι πίθηκοι (καλῶ δ᾽ οὕτω τοὺς λεγομένους πολιτικούς). (Α. Παπαδιαμάντης, «Οἱ ἔμποροι τῶν ἐθνῶν»).
.           «Ἔσκαψα» τὰ χρυσοφόρα κοιτάσματα, τὰ τιμαλφῆ τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου, στὴν διαχρονική του διάσταση, καὶ βρῆκα τὰ παραπάνω τέσσερα λαμπρὰ σπαράγματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται στὸν πολιτικὸ βίο καὶ στὸν βίο τῶν πολιτικῶν. Στὸ πρῶτο κείμενο ὁ Μακρυγιάννης ὑμνεῖ τὴν ὀλιγοδεΐα, τὸν ἀσκητικὸ τρόπο ζωῆς τοῦ Καποδίστρια. Τὸν παρουσιάζει ὡς παράδειγμα πρὸς μίμηση. Δίδασκε ὁ Κυβερνήτης τὴν «οἰκονομίαν» ὄχι μὲ λόγια παχιὰ καὶ φαρισαϊκὲς παροτρύνσεις γιὰ «λιτότητα», ἀλλά, μὲ τὸ παράδειγμά του. Ὁ Ν. Δραγούμης στὶς «Ἱστορικὲς Ἀναμνήσεις» διασώζει τὸ ἑξῆς εὔθυμο ἐπεισόδιο. Συνήθιζε ὁ Κυβερνήτης νὰ κάνει συχνὰ περιοδεῖες, γιὰ νὰ εἶναι κοντὰ στὸ λαὸ καὶ στὰ προβλήματά του. Σὲ μία ἀπ’αὐτὲς τὸν συνόδευε καὶ ὁ Κολοκοτρώνης.
.           Προπορευόταν ἕνας ταχυδρόμος, καβάλα σ’ ἕνα περήφανο ἄλογο, ντυμένος μὲ τὴ χρυσοστόλιστη στολὴ ποὺ φοροῦσαν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ κράτους. Ὁ Καποδίστριας πιὸ πίσω, ἁπλός, μὲ φτωχικὰ ροῦχα, καθόταν πάνω σ’ ἕνα ἄλογο, τὸ ὁποῖο ἔμοιαζε περισσότερο μὲ τὸ γαϊδουράκι ποὺ μετέφερε τὸν Χριστὸ στὰ Ἱεροσόλυμα. Οἱ ἁγνοὶ Ἕλληνες, ἀκούγοντας ὅτι ἔρχεται ὁ Κυβερνήτης, ἔσπευδαν νὰ τὸν προϋπαντήσουν μὲ δάκρυα στὰ μάτια, ἔκαναν τὸν σταυρό τους, ἔκαιγαν λιβάνι καὶ δόξαζαν τὸν Θεὸ ποὺ τοὺς ἔσωσε ἀπὸ τὴν δουλεία. Ὅμως ἀντὶ τὸν Κυβερνήτη, χαιρετοῦσαν τὸν κορδωμένο ταχυδρόμο. Ὁ Κολοκοτρώνης, βλέποντας τί γίνεται, λέει στὸν Καποδίστρια.
-Ἐξοχώτατε, πρέπει ὁ κόσμος νὰ γνωρίσει τὸν Κυβερνήτη του.
-Καὶ τί θέλεις νὰ κάμω; Ρωτᾶ ἐκεῖνος μὲ ἀπορία.
-Νὰ φορέσει ἡ ἐξοχότητά σου τὴν ἐπίσημο στολή, ἀπαντᾶ ὁ Γέρος.
Ξεπέζεψε ὁ Κυβερνήτης πιὸ κάτω καὶ φόρεσε τὴν ἐπίσημο στολή. Ἦταν καὶ αὐτὴ τὸ ἴδιο ἁπλὴ καὶ φτωχική. (Τὸ κείμενο περιεχόταν καὶ στὸ παλιὸ βιβλίο ἱστορίας τῆς Ϛ´Δημοτικοῦ – πρὸ τοῦ 2006. Κόπηκε. Γιατί; Προφανῶς, τέτοια κείμενα ἐλέγχουν τὰ τωρινὰ φιλάργυρα ναυάγια τοῦ κομματισμοῦ καὶ εἶναι «ἐπικίνδυνα» γιὰ τοὺς νέους. Ἴσως προβοῦν σὲ συγκρίσεις ἀνεπίτρεπτες…).
.           Αὐτὸς ἦταν ὁ Καποδίστριας. Ἐν τῇ ἁπλότητι ἡ μεγαλοπρέπεια, πράγμα ἀδύνατο γιὰ τοὺς τωρινούς, τοὺς παραφουσκωμένους ἀπὸ ἔπαρση καὶ ἐντυπωσιοθηρία. «Τοὺς νοσοῦντας ἐξ ἐλαφρότητος καὶ ρεκλαμομανίας», καταπῶς γράφει ὁ Παπαδιαμάντης. Ὁ Καποδίστριας εἶναι αὐτὸς ποὺ μὲ θαυμαστὴ διαύγεια καὶ προόραση ἔλεγε ὅτι «ἂν ἡ παροῦσα γενεὰ δὲν ἐνδυναμωθεῖ ἀπὸ ἀνθρώπους μορφωμένους ἐν καλῇ διδασκαλίᾳ καὶ μάλιστα πρὸς τὸν κανόνα τῆς ἁγίας ἡμῶν πίστεως καὶ τῶν ἠθῶν μας, θὰ εἶναι δυσοίωνο τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ διακυβέρνησή της ἀδύνατη». (Ἰω. Τσάγκα, «Ἡ Ὀρθόδοξη ἀγωγὴ στὸ ἔργο τοῦ Καποδίστρια», ἔκδ. Κυριακίδη, σελ. 174).
.           Στὸ δεύτερο παράθεμα ὁ μέγας «πολιτικὸς ἀναλυτής», ὁ Πλάτων, μᾶς λέει τὴν αὐτονόητη ἀλήθεια. «Τὸ τῆς πόλεως ἦθος ὁμοιοῦται τοῖς ἄρχουσι». Ὅταν οἱ «ἄρχοντες» κυλιοῦνται στὸ βόρβορο καὶ τὴ διαφθορά, ἡ πόλις, ἡ κοινωνία, φθείρεται καὶ διαφθείρεται. Τὰ τελευταῖα χρόνια (τὰ μεταπολιτευτικὰ) ἡ κεφαλὴ (οἱ ἄρχοντες) καλλιέργησε τὰ ἐλαττώματα τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι τὶς ἀρετές του. Αὐτὸ ποὺ ἐπλήγη καίρια εἶναι τὸ βαθύτερο ἦθος τοῦ λαοῦ μας ποὺ λέγεται φιλότιμο. Ὁ λαὸς φιλοτιμεῖται, ὅταν ὑπάρχει τὸ πρότυπο. Ἔτρωγε ὁ Κυβερνήτης μία κότα στὶς τέσσερις μέρες, τὸ ἄκουγε ὁ λαός, καὶ φιλοτιμοῦνταν. Ὑπέμεινε ἀγόγγυστα καὶ μὲ καρτερία τὶς θυσίες. Τὸ μάτι τῶν σημερινῶν γυαλίζει ἀπὸ τὴν ἀπληστία καὶ τὴν δοξομανία.
.           Στὸ τρίτο κείμενο ὁ ταπεινὸς γέροντας τῆς Καισαρείας στηλιτεύει τὴν μεγαλομανία, τὴν ξιπασιὰ καὶ τὴν οἴηση τῶν ἀρχόντων. Κυρίως οἱ μεγάλες ἐθνικὲς καὶ θρησκευτικὲς ἑορτὲς εὐτελίζονται ἀπὸ τὴν κούφια ἐξουσία ποὺ χρησιμοποιεῖ ἀναιδῶς τὸ περίλαμπρο τελετουργικὸ καὶ τὴ φανταχτερὴ σκηνογραφία ὡς διαφημιστικὸ πλαίσιο τῆς μεγαλομανίας της. Λιμουζίνες, τάπητες, ἀγήματα, φιλαρμονικὲς ποὺ παιανίζουν ἔξω ἀπὸ τὸ ναό. Γελοιοποίηση ἱερῶν καὶ ὁσίων, ἐνῶ τὸ μόνο ποὺ πρέπει νὰ ἀκούγεται εἶναι ἡ ἀρετή τους. Ὁ Καποδίστριας δολοφονήθηκε στὶς ἑπτὰ τὸ πρωί, ἔξω ἀπὸ τὸν ναό. Οἱ τωρινοὶ ἔρχονται ἐν θριάμβῳ στὸ τέλος, στὴν δοξολογία.
.           Προφανῶς νομίζουν ὅτι ψάλλεται πρὸς τιμήν τους… (Καὶ σὲ λοιπὲς κοσμικὲς ἐκδηλώσεις ἔρχονται συνήθως καθυστερημένοι, ὄχι γιατί πνίγονται στὴ δουλειά, ἀλλὰ ἀπὸ ἐπιδειξιομανία. Ἡ ἐκδήλωση θὰ σταματήσει, θὰ διατυμπανιστεῖ ὁ ἐρχομός του, καὶ ὁ πτωχοαλαζὼν θὰ καθήσει στὰ μπροστινὰ ἕδρανα, ἱκανοποιημένος γιατί δὲν πέρασε ἀπαρατήρητος. Εἶναι γνωστοὶ αὐτοὶ οἱ φανφαρονισμοὶ ἀπὸ «τοὺς φασουλῆδες τῆς πολιτικῆς», ὅπως τοὺς ὀνόμαζε ὁ Παλαμᾶς.
.           Στὸ τέταρτο κείμενο ὁ ὀξυδερκὴς Σκιαθίτης παραθέτει τὴν γενεαλογία τῆς πολιτικῆς. «Πάντοτε ἡ αὐτή». Γενέθλιος χῶρος ἡ πενία. Ὁ Παπαδιαμάντης βέβαια βίωνε μὲ ἀνδρείαν τὴν «ἔντιμον πενίαν» του. «Τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια». Ὁ ἀρχαῖος συγγραφέας Στοβαῖος ἔλεγε: «Δεῖ τὸν ἀγαθὸν ἄρχοντα παυόμενον τῆς ἀρχῆς, μὴ πλουσιώτερον ἀλλ’ ἐνδοξότερον γεγονέναι», ὅταν ἀποχωρεῖ ἀπὸ τὴν «ἐνεργὸ δράση» ὁ ἄρχοντας, δὲν πρέπει νὰ εἶναι πλουσιότερος ἀλλὰ ἐνδοξότερος. Οἱ σημερινοί, παυόμενοι τῆς ἀρχῆς, ἐξέρχονται πλουσιότατοι καὶ μᾶς βγάζουν κοροϊδευτικὰ τὴν γλῶσσα λέγοντας ὅτι «μαζὶ τὰ φάγαμε».

 

,

Σχολιάστε

ΜΑΘHΜΑΤΑ ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣIΑΣ (Δημ. Νατσιός)

                 Μαθήματα Πατριδογνωσίας:
«Τ᾽ Ἀντρούτσου ἡ μάνα χαίρεται, τοῦ Διάκου καμαρώνει…»

Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

«Ἄνοιξε μάνα μας γλυκειά, τὴν ἄφθαρτη καρδιά σου
κι ἀγκάλιασέ τα τὰ φτωχά, τὰ μαῦρα τὰ παιδιά σου»
(Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης)

.         Τούτη τὴν ἐποχή, ποὺ μᾶς «ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου ζάλαι» καὶ μᾶς περικύκλωσαν οἱ σάπιοι καὶ οἱ ὑπέρμαχοι τοῦ ἀφελληνισμοῦ, καταφύγιο καὶ παρηγορία εἶναι ἡ ἐθνική μας ἱστορία. Ξεφεύγεις ἀπὸ τὶς ἀναθυμιάσεις, τὰ πνιγηρὰ «κατορθώματα» τῶν ποικιλώνυμων γραικύλων.
.             Ἔχω τὸ συνήθειο, ὅταν ἐντοπίζω κάτι ὡραῖο καὶ διδακτικό, νὰ τὸ δίνω στοὺς μαθητές μου. «Κλέβω» τὰ κείμενα τῶν σπουδαίων Ἑλλήνων -«ἐπαινετὴν κλεψίαν», θὰ ἔλεγε ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης- καὶ τὰ παραδίδω στὰ «διψασμένα καὶ πεινασμένα» γιὰ τὴν ἀλήθεια, παιδιά μας. Παρένθεση: Ἂν εἴχαμε ὑπουργεῖο ἐθνικῆς, ἑλληνικῆς καὶ ὄχι νεοταξικῆς παιδείας, θὰ φροντίζαμε «νὰ πλουμίσουμε» τὴν δημοτικὴ ἐκπαίδευση μὲ δύο Ἀνθολόγια.
.           Τὸ πρῶτο θὰ τὸ τιτλοφορούσαμε «Ἐτυμολογικὸ Ἀνθολόγιο». Θὰ περιεῖχε λέξεις συχνόχρηστες τῆς νεοελληνικῆς καὶ τὴν γενέθλιο ἱστορία τους. Γιατί νὰ μὴν γνωρίζουν οἱ μαθητές μας τὴν ἐτυμολογικὴ συγγένεια τοῦ νεροῦ καὶ τοῦ νεαροῦ; ὅτι συνδέονται ὁ ἥλιος (ἅλιος) μὲ τὸ γιαλὸ καὶ τὴ θάλασσα, τὸ ἁλάτι, τὴ σαλάτα καὶ τὸ σαλάμι; Γιατί νὰ μὴν μαθαίνουν ὅτι νόστος καὶ νόστιμος σμιλεύτηκαν γιὰ πρώτη φορὰ στὶς «ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου»; Γιατί ὀνομάστηκαν σκίουρος ἢ ρινόκερως αὐτὰ τὰ ζῶα ἢ καλύτερα κτήνη, ἀφοῦ ἔχουμε κτηνίατρο; Μὲ πόση εὐλάβεια, μ’ ἀνοιχτὸ κυριολεκτικὰ στόμα, παρακολουθοῦν τὰ παιδιὰ τὴν γοητευτικότατη αὐτὴ περιήγηση στὸν προγονικὸ λόγο!!
.           Τὸ δεύτερο Ἀνθολόγιο θὰ τὸ ὀνομάτιζα «Ἀνθολόγιο Πατριδογνωσίας». Βεβαίως ἡ λέξη πατριδογνωσία εἶναι ποινικοποιημένη πρὸς τὸ παρόν. Ὅσο κυβερνοῦν οἱ «καντιποτένιοι» (Μακρυγιάννης) ἡ… πατριδοφθορία θὰ συνεχίζεται. Ἀντὶ στὰ σχολεῖα «νὰ γιομίζει ὁ μαθητὴς προκοπὴ κι ἀρετὴ» τώρα ἔχουμε τὴν τρανσφοβία καὶ τὴν ὁμοφοβία. Στὸ Ἀνθολόγιο αὐτὸ θὰ  ἐρανιζόμασταν ὅ,τι ἔνδοξο καὶ σπουδαῖο γράφτηκε ἀπὸ τοὺς μαϊστόρους τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὣς σήμερα. Ὅλες οἱ ἱερὲς «σκιὲς» τοῦ παρελθόντος, ἀπὸ τὸν Ὅμηρο, τὸν Πλάτωνα, τὸν Μέγα Βασίλειο, τὸν Φώτιο τὸν Μέγα, τὸν Ἰσαπόστολο Ἅγιο Κοσμᾶ, τὸν Μακρυγιάννη, τὸν Παπαδιαμάντη, τὸν Σεφέρη καὶ τὸν Κόντογλου, θὰ σιμώσουν τὸν νεαρὸ μαθητὴ καὶ «ἀγάλι γάλι ἀσηκώθη ἀπὸ χάμου, κι ὡσὰν νά ᾽χε τὸ φῶς του ἦλθε κοντά μου»,  ὅπως λέει ὁ Διονύσιος Σολωμὸς στὸ «Ἡ σκιὰ τοῦ Ὁμήρου».
.         Ἔλεγα, προλογικά, γιὰ τὰ κείμενα ποὺ ἐντοπίζω καὶ τὰ προσφέρω, ὡς κέρασμα, στοὺς μαθητές μου. Φέτος ποὺ διδάσκω Ϛ΄ Δημοτικοῦ, ἡ ἱστορία της εἶναι ἡ νεώτερη καὶ δὴ ἡ Ἐθνικὴ Ἐπανάσταση τοῦ ᾽21. Στὸ κεφάλαιο γιὰ τὸ Χάνι τῆς Γραβιᾶς, γιὰ νὰ κατανοήσουν καὶ νὰ θαυμάσουν οἱ μαθητές μου τὸν στρατηγὸ Ὀδυσσέα Ἀνδροῦτσο, τοὺς μοίρασα ἕνα μεγαλειῶδες περιστατικό. Τὰ παιδιὰ κατάλαβαν γιατί ἡ μορφή του κοσμεῖ τὸ εἰκονοστάσι τοῦ Γένους. Τὸ βρῆκα στὰ ἅπαντα τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητῆ Ἀριστοτέλη Βαλαωρίτη, (ἔκδ, “Μέρμηγκας”, σελ.155), τοῦ «φυλάκτορα τοῦ Γένους», ὅπως τὸν ὀνομάζει ὁ Παλαμᾶς σ’ ἕνα ποίημά του. Είναι γράμμα ποὺ ἔστειλε στὶς 31 Μαρτίου τοῦ 1860 στὸν Ἀνδρέα Λασκαράτο. Τὸ γεγονὸς τὸ χαρακτηρίζει «ἀνέγδοτο».
.             Τὸ 1822 ὁ Ὀδυσσέας πολιορκεῖ τὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν “ὅπου εὑρίσκοντο κλεισμένοι οἱ Τοῦρκοι καὶ τὴν ὑπερασπίζοντο μὲ μεγάλη καρτεροψυχία… καὶ δὲν ἦτο σπάνιον κάπου νὰ βλέπεις τὰ ἐνάντια μέρη νὰ στέκονται μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα καὶ ἄνεργα διὰ ἔλλειψιν ἀπὸ πολεμοφόδια. Κάτι παρόμοιο θὰ συνέβαινε βέβαια καὶ τὴν ἡμέρα ὅπου ἔτυχε τὸ ἀκόλουθο συμβάν”: «Ἐξύπνησαν κάποια παλληκάρια τοῦ Ὀδυσσέως, πρωὶ πρωὶ καὶ ἀπὸ τὸ πρῶτο γλυκοχάραμα ἔμειναν ἐκστατικά, βλέποντας τοὺς Τούρκους ἀνεβασμένους ἐπάνω εἰς τὸν Παρθενώνα καὶ ἐργαζόμενους μὲ μεγάλη βία νὰ χαλοῦν τὰ ὡραῖα ἐκεῖνα μνημεῖα. Τόσο παράξενη καὶ ἀκατανόητη τοὺς ἐφάνη τέτοια ἀνωφελὴς βαρβαρότης, ὁπού ἔτρεξαν ἀμέσως νὰ εἰδοποιήσουν τὸν Ὀδυσσέα. Ἀφοῦ ὁ στρατηγὸς ἐβεβαιώθηκε μὲ τὰ μάτια του, ἀπόλυσε τρία τέσσερα ἀπὸ τὰ παλληκάρια του νὰ πλησιάσουν εἰς τὴν Ἀκρόπολη καὶ νὰ ἐρωτήσουν τοὺς Τούρκους διατὶ ἔδειχναν τέτοια ἀγριότητα μὲ μάρμαρα, τὰ ὁποῖα δὲν τοὺς ἐπροξενοῦσαν καμμία βλάβη. Ἐπέταξαν μὲ μιᾶς οἱ γενναῖοι καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγη ὥρα ἔφεραν εἰς τὸ στρατηγὸ τὴν ἀπόκριση ὅτι οἱ Τοῦρκοι μὴν ἔχοντας ἄλλο μολύβι διὰ νὰ χύσουν βόλια καὶ ξανοίξαντες ὅτι μέσα εἰς ἐκεῖνα τὰ μάρμαρα εὑρίσκεται τοῦτο τὸ μέταλλο, χυμένο ἐπίτηδες διὰ νὰ δίδη δύναμη καὶ σταθερότητα, εἶχαν ἀποφασίσει νὰ προστρέξουνε εἰς ἐκεῖνο τὸ χαλασμὸ διὰ νὰ δυνηθοῦνε νὰ ἐξακολουθήσουνε τὸν πόλεμο. Τέτοια ἀπόκρισι ἐπροξένησε μεγάλη ἀπελπισία εἰς τοὺς Ἕλληνες καὶ ἀφοῦ ἐστοχάστηκαν τί νὰ πράξουν, διὰ νὰ σώσουν ἀπὸ τὸν ὄλεθρο τὰ μνημεῖα τοῦ μεγαλείου των, ὅλοι μὲ μία φωνὴ ἀποφάσισαν νὰ μηνύσουν εἰς τοὺς ἀποκλεισμένους νὰ παύσουν τὴν καταστροφὴ καὶ ἦσαν ἕτοιμοι νὰ τοὺς προμηθεύσουν ὅσο μολύβι τοὺς ἐχρειάζετο γιὰ τὴν ὑπεράσπισή τους. Οὕτω καὶ ἐγένετο. Ἔστρεξαν οἱ Τοῦρκοι, καὶ οἱ Ἕλληνες ἐξαγόρασαν μὲ τὸ αἷμα τους -δίδοντες εἰς τοὺς ἐχθροὺς βόλια διὰ νὰ τοὺς σκοτώσουν- τὰ πολύτιμα ἐκεῖνα μάρμαρα, τὰ ὁποῖα ἦσαν προωρισμένα νὰ ζήσουν διὰ νὰ ἴδουν πάλιν ἀναστημένο ὁλόγυρά τους ἐκεῖνο τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖο ἀπὸ τόσους αἰῶνας ἐφαίνετο βυθισμένο εἰς λήθαργο. Ἀξιοθαύμαστο παράδειγμα ἀρετῆς, γενναιότητος καὶ ζήλου πρὸς τὴν πατρίδα!».
.     Στὰ ἴδια «Ἅπαντα» τοῦ Ἀριστοτέλη Βαλαωρίτη, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντελῶς περιφρονημένος ἀπὸ τὰ σχολικὰ βιβλία -ἐνῶ συναντοῦμε κείμενο τοῦ ἀστρολόγου κ. Λεφάκη καὶ τὰ δαιμονικά του ζώδια στὴν Γ΄γυμνασίου- στὴν εἰσαγωγὴ γιὰ τὸ ἔξοχο, ἐπικό του ποίημα γιὰ τὸν «Ἀθανάση Διάκο», διαβάζω τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσαν νὰ ἀποτελοῦν πρόδρομο τῆς παπαδιαμαντικῆς ὁμολογίας πίστεως:  «Τὸ κατ’ ἐμὲ θέλω προσπαθήσει, ὅσον αἱ δυνάμεις μου τὸ ἐπιτρέπουσιν, εἴτε εἰσερχόμενος εἰς τὴν καλύβην τοῦ ποιμένος εἴτε διατρέχων τὰ ὄρη καὶ τὰς θαλάσσας εἴτε παρευρισκόμενος ὁπουδήποτε ἡ χαρὰ καὶ ὁ πόνος ἐκβιάζει τὴν ἐκδήλωσιν τῶν αἰσθημάτων, νὰ συλλέγω καὶ βαθμηδὸν νὰ διασώζω τὰ πολύτιμα κειμήλια τῆς δημοτικῆς γλώσσης, πεποιθὼς ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀπόρρητος σύνδεσμος ὁ δεικνύων τὴν γνησιότητα τῆς καταγωγῆς, ὁ μαρτυρῶν ὅτι ο πέλεκυς τῆς ξενοκρατίας οὐδέποτε κατέστρεψε τὴν ἑνότητα τῆς ἡμετέρας φυλῆς, θαυμασίως διασωθείσης τῇ παντοδυνάμῳ συνάρσει τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Πίστεως». (σελ. 60).
.           Ἀκοῦν οἱ ἐκκλησιομάχοι; Ἡ ἡμετέρα φυλὴ σώθηκε -μᾶς κανοναρχεῖ ὁ μεγάλος Βαλαωρίτης- τῇ παντοδυνάμῳ συνάρσει (=συνδρομή, ὑποστήριξη) τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως!!
.           Τέτοια κείμενα καὶ ποιήματα, ὁπού βροντοῦν τ᾽ ἀντρειωμένα ἅρματα, τὰ καριοφίλια τοῦ Ἀνδρούτσου καὶ εὐωδιάζουν τὰ ἄμφια, τὰ ματωμένα ράσα τοῦ Παπαφλέσσα, πρέπει νὰ δίνουμε στὰ παιδιά. Νὰ ξαναγίνουν τὰ σχολεῖα ἑλληνικά. Τὶς ὁμοφοβίες καὶ ὅλην αὐτὴν τὴν περιρρέουσα λέπρα καὶ δυσωδία ἂς τὴν χαρίσουν στὰ δικά τους παιδιά… Ἐμεῖς θέλουμε νὰ ἀκοῦν τὰ παιδιά μας «τ’ Ἀντρούτσου ἡ μάνα χαίρεται, τοῦ Διάκου καμαρώνει, γιατί ἔχουν γιοὺς ἁρματολοὺς καὶ γιοὺς καπεταναίους…».

 

 

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

 

Σχολιάστε

ΜΙΘΡΙΔΑΤΙΣΜΟΣ: Η ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ ΝΟΣΟΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ (Δ. Νατσιός)

Μιθριδατισμός:
ἡ χειρότερη νόσος τοῦ Νεοελληνισμοῦ.

γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

.             Ἄκουγα τὶς προάλλες μία συζήτηση μὲ θέμα τὶς ἐκλογές. Εἰπώθηκε ὅτι πολλοὶ βουλευτὲς δὲν τὶς θέλουν, ὄχι γιὰ ἄλλο λόγο, ἀλλὰ μόνο καὶ μόνο, γιατί θὰ χάσουν τὴν παχυλὴ ἀποζημίωσή τους. 10.000 εὐρὼ τὸ μήνα, προνόμια, ἀσυλίες, ἀτέλειες, λακέδες ποὺ τοὺς δορυφοροῦν αὐτὰ εὔκολα δὲν τὰ ἀποχωρίζεσαι. Τώρα τὰ περὶ ἐθνικῆς ἑνότητας καὶ πατρίδας ποὺ ψυχορραγεῖ… Ποιά πατρίδα; Τί εἶναι αὐτό; Τρώγεται;
.             «18 Ὀκτωβρίου 1926 καὶ περὶ ὥρα 2μ.μ., τὰ εἰς τὴν θέσιν Δεμὶρ Καπού, παρὰ τὸ ὅρος Μπέλες, εὑρισκόμενα βουλγαρικὰ στρατεύματα ἤνοιξαν πῦρ κατὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 69 ἑλληνικοῦ φυλακίου, κειμένου μεταξὺ Δεμὶρ Ἰσὰρ (Σιδηρόκαστρον) καὶ Δοϊράνης εἰς τὸν τομέα Πορροΐων. Δύο Ἕλληνες στρατιῶται ἐφονεύθησαν ἀπὸ τὰς βουλγαρικὰς σφαίρας. Ἡ δύναμις τοῦ ἑλληνικοῦ φυλακίου ἀπήντησεν εἰς τὸ βουλγαρικὸν πῦρ. Ὁ διοικητὴς ὅμως τοῦ συνοριακοῦ τμήματος λοχαγὸς Χαρ. Βασιλειάδης, σπεύσας εἰς τὸν τόπον τῆς συμπλοκῆς, διέταξε τὰς ἑλληνικὰς δυνάμεις νὰ σταματήσουν τὸ πῦρ. Ὑψώσας δὲ λευκὴν σημαίαν, κατηυθύνθη  πρὸς τὰς βουλγαρικὰς γραμμάς. Ἀλλὰ οἱ Βούλγαροι συνέχισαν τοὺς πυροβολισμοὺς καὶ τὸν ἐφόνευσαν. Ἐν συνεχείᾳ δὲ ἐπετέθησαν καὶ κατέλαβαν τὸ φυλάκιον. Ὁ Πάγκαλος μόλις ἐπληροφορήθη τὸ ἐπεισόδιον, ἔδωσεν ἐντολὴν εἰς τὸ Γ΄ Σῶμα Στρατοῦ νὰ προελάση εἰς Βουλγαρίαν… Ἐντὸς ἐλαχίστων ὡρῶν, τὰ ἑλληνικὰ στρατεύματα προήλασαν εἰς τὸ βουλγαρικὸ ἔδαφος, κατέλαβαν τὸ Πετρίτσι καὶ ἐπροχώρησαν πέραν τῆς βορείου ἐξόδου τοῦ στενωποῦ τοῦ Ροῦπελ. Ἡ Βουλγαρία προσέφυγε εἰς τὴν ΚΤΕ (Κοινωνία Τῶν Ἐθνῶν, πρόδρομος τοῦ ΟΗΕ). Τὸ Συμβούλιο, συνελθὸν ἐκτάκτως τὴν 26η Ὀκτωβρίου εἰς Παρισίους ἐζήτησε τὴν ἄμεσον κατάπαυσιν τῶν ἐχθροπραξιῶν καὶ τὴν ἀποχώρησιν τῶν ἑλληνικῶν στρατευμάτων ἐκ τοῦ βουλγαρικοῦ ἐδάφους…» (Γρ. Δαφνῆ, «Ἡ Ἑλλὰς μεταξὺ δύο πολέμων, 1923-1940», ἔκδ. «Ἴκαρος», σελ. 303, Ἀθήνα 1955). Τὸ ἐπεισόδιο ἔληξε.
.             «Τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ πληρώση ἡ Ἑλλὰς 50.000 χρυςὰς λίρας καὶ νὰ ἡσυχάση ἀπὸ τοὺς κομιτατζῆδες» γράφει ὁ συγγραφέας. Καὶ συνεχίζει ὁ Γρηγόρης Δαφνῆς: «ἴσως οἱ μικροὶ νὰ κερδίζουν τὰς ὑποθέσεις των, ὅταν χρησιμοποιοῦν ἀπέναντι τῶν ἰσχυρῶν τὴν γλῶσσαν ποὺ μετεχειρίσθη ἀπέναντι τοῦ Γάλλου πρεσβευτοῦ ὁ Πάγκαλος τὴν ἐπαύριον τῆς ἑλληνικῆς εἰσβολῆς εἰς τὴν Βουλγαρίαν. Ὅταν ὁ Ντὲ Σαμπρὲν τοῦ διεμαρτυρήθη διὰ τὰ γενόμενα καὶ ἐπεκαλέσθη ὡς τιμωρὸς τὴν ΚΤΕ, ὁ Πάγκαλος τοῦ ἀπήντησε: “Τὴν γράφω στὰ παλιά μου παπούτσια”. Ὁ Γάλλος πρεσβευτὴς περιωρίσθη νὰ παρατηρήσηὅτι ἡ ἀπάντησις ἦτο ἥκιστα (=ἐλάχιστα) διπλωματική». (σελ.305). Ὁ Θεόδωρος Πάγκαλος, ὁ παπποὺς τοῦ τωρινοῦ πολιτικάντη, μὲ τὶς γεροντοπαραξενιὲς καὶ λοιπὲς ἠχηρὲς ἀνοησίες, μπορεῖ νὰ χαρακτηρίστηκε δικτάτωρ, νὰ στιγματίστηκε γιὰ κάποιες γελοῖες του ἀποφάσεις, ὅπως ἐκείνη ποὺ ἤθελε τὶς φοῦστες τῶν γυναικῶν 10 ἐκ. ἀπὸ τὸ ἔδαφος, ὅμως εἶχε «τρέλλα» κολοκοτρωναίικη. Καὶ ποιά ἦταν τότε ἡ Ἑλλάς; Ἀκρωτηριασμένη, συρρικνωμένη, ταπεινωμένη μετὰ τὸ μικρασιατικὸ μακελλειό, ἔχοντας καὶ τὸ τρομακτικὸ κύμα τῆς προσφυγιᾶς. Ἡ Μεγάλη Ἰδέα νὰ κεῖται ἐκτάδην, ναυαγισμένες οἱ ἀλυτρωτικὲς ἐλπίδες καὶ μ’ ἕνα τεράστιο χρέος … Καὶ ὅμως λαὸς καὶ στρατὸς διατηροῦσαν ζωντανὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Εἰκοσιένα, τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρέπειας καὶ τῆς φιλοπατρίας. Δολοφονώντας οἱ κομιτατζῆδες τοὺς Ἕλληνες στρατιῶτες καὶ τὸν ἀξιωματικὸ -ἄνανδροι καὶ δόλιοι πάντοτε- ἔλαβαν τὴν ἀπάντηση, ποὺ τοὺς ἄξιζε καὶ ἔκτοτε δὲν ξεμύτισαν ἀπὸ τὶς φωλιές τους. Ὅταν δολοφονοῦσαν οἱ Τοῦρκοι τὸν σμηναγὸ Ἡλιάκη καὶ τοὺς ἄλλους ἥρωες τῶν αἰθέρων μας ἢ τοὺς τρεῖς ἀξιωματικοὺς τῶν Ἰμίων, τί ἔπραξαν οἱ τῆς «ἀψόγου στάσεως» δειλοὶ καὶ ἠττοπαθεῖς, μνημονιακοὶ λακέδες; Ἐκλιπαροῦσαν τοὺς διεθνεῖς ὀργανισμοὺς νὰ κατευνάσουν τὸ ἀγαρηνὸ σκυλί. Εἶναι ὅμως γνωστὸ ὅτι οἱ ποικιλώνυμοι φίλοι καὶ ἐχθροί, μικροὶ καὶ μεγάλοι, συνάγουν συμπεράσματα γιὰ τὴν πολιτική τους, ὄχι μὲ κριτήριο τὴν «ἑτοιμότητα ὑποκλίσεων», ἀλλὰ μὲ κριτήριο τὴν ἰσχὺ τῶν κρατῶν καὶ τὴν ἀποφασιστικότητα καὶ ἱκανότητα τῶν κυβερνήσεών τους νὰ ὑπερασπίσουν «πάσῃ θυσία» τὰ ἐθνικά τους συμφέροντα. «Τὶς καλὲς συμμαχίες τὶς κάνουν οἱ καλοὶ στρατοὶ», λέει τὸ γνωστὸ θέσφατο.
.             Ἡ ἐξαλλοσύνη τοῦ Ἐρντογὰν καὶ οἱ πολεμικές του ἰαχὲς «ἐπαχύνθησαν» ἐξ αἰτίας τῆς ὀρνιθοειδοῦς στάσεως τῶν ἡμετέρων. Παρένθεση: Τὶς προάλλες δίδασκα στὴν τάξη μου, ϛ´  δημοτικοῦ, Ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Ἐπέλεξα ἕναν μύθο τοῦ Αἰσώπου, ὁ ὁποῖος ἀπαντοῦσε καὶ στὴν ἐρώτηση ἑνὸς μαθητῆ μου γιὰ τοὺς αἴτιους τῆς καταστροφῆς ποὺ βιώνουμε. Τὸν παραθέτω, πρῶτα στὸν ἀειφεγγῆ προγονικὸ λόγο καὶ κατόπιν ἡ νεοελληνικὴ ἀπόδοση. Τίτλος: «Κάμηλος ἀφοδεύσασα ἐν ποταμῷ».
.             «Διέβαινεν ποταμόν, κάμηλος, ὀξὺ ρέοντα. Ἀφοδεύσασα δὲ τὴν κόπρον εὐθὺς ἔμπροσθεν αὐτῆς ἰδοῦσα, διὰ τὸ ὀξὺ τοῦ ρεύματος, εἶπεν: Τί τοῦτο; Τὰ ὄπισθέν μου ἔμπροσθέν μου νῦν ὁρῶ διερχόμενα».
Καὶ τὸ ἐπιθύμιον: «Ὅτι ἐν πόλει, ἐν ᾗ ἔσχατοι καὶ ἄφρονες κρατοῦσιν αὐτῇ, τῶν πρώτων καὶ φρονίμων, ἁρμόζει ὁ μύθος».
.             Καὶ ἡ μετάφραση: «Μία καμήλα ἀφόδευσε τὴν ὥρα ποὺ διέβαινε ἕνα ὁρμητικὸ ποτάμι. Τότε βλέποντας, ἀμέσως, μπροστά της τὴν κοπριὰ ποὺ ἔφερε τὸ γρήγορο ρεῦμα, εἶπε: Τί εἶναι αὐτὸ πάλι; Πῶς αὐτὰ ποὺ εἶναι πίσω μου, τὰ βλέπω τώρα νὰ περνοῦν μπροστά μου; Ὁ μύθος ταιριάζει σὲ πόλη ποὺ τὴν κυβερνοῦν οἱ ἔσχατοι καὶ οἱ ἄφρονες -οἱ “κοπριὲς”- καὶ ὄχι οἱ ἄξιοι καὶ οἱ φρόνιμοι». (Μὲ τὸν μύθο κατανοεῖς, σὺν τοῖς ἄλλοις, γιατί ὁ λαὸς λέει ὅτι μᾶς κυβερνοῦν «κοπριὲς» ἢ «κοπρίτες»).
.             Κόπριζαν, μαγάριζαν, μόλυναν τόσα χρόνια οἱ «καμῆλες τῆς ἐξουσίας» τὸ ποτάμι τῆς πατρίδας καὶ τώρα διέρχονται «ἔμπροσθέν» μας οἱ βρωμιὲς καὶ οἱ δυσωδίες τους. Καὶ τί πράττουμε; Τίποτε ἀπολύτως. Εἰσπνέουμε τὶς ἀναθυμιάσεις ποὺ ἀναδίδουν οἱ «κοπριές», γιατί ἔχουμε συνηθίσει, πάσχουμε ἀπὸ ἀνίατο μιθριδατισμό.
.            Ἡ λέξη ἔχει ἐνδιαφέρουσα ἐτυμολογία. Ὁ Μιθριδάτης ὁ Ϛ´, ὁ λεγόμενος Μέγας καὶ Εὐπάτωρ ἦταν βασιλιὰς τοῦ Πόντου ἀπὸ τὸ 123 ὣς τὸ 63 π.Χ. Ὅταν σὲ ἡλικία 13 ἐτῶν ἀνέλαβε τὸ θρόνο, εὑρεθεὶς μέσα στὸ ἐχθρικὸ καὶ ραδιοῦργο περιβάλλον τῆς αὐλῆς, κατέφυγε μὲ ἔμπιστους καὶ ἀφοσιωμένους ὑπηρέτες σὲ ἔρημο τόπο. Ἐπειδὴ τότε ὁ συχνότερος τρόπος δολοφονίας ἦταν ἡ δηλητηρίαση, ὁ Μιθριδάτης λάμβανε βαθμηδὸν διάφορα ἤδη δηλητηρίων, ἐθίζων τὸν ὀργανισμό του ὥσπου ἀπέκτησε ἀνοσία. Αὐτὸς ὁ ἐθισμὸς στὰ δηλητήρια, ὀνομάστηκε… «πρὸς τιμήν του», μιθριδατισμός.
.             Ἀπὸ αὐτὸ ἀκριβῶς πάσχουμε. Ἐθνικὸς μιθριδατισμός. Ἴσως ἡ χειρότερη νόσος τοῦ Νεοελληνισμοῦ.

, ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΤΡΙΔΑ “ΑΧΟΥΡΙ ΚΟΠΡΙΣΜΕΝΟ”… (Δ. Νατσιός)

Γιατί εἶναι ἡ πατρίδα “ἀχούρι κοπρισμένο”…

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός

.             Ἀκούγοντας, βλέποντας καὶ διαβάζοντας κανεὶς τὶς σάπιες τοῦτες ἡμέρες, ἔχει τὴν αἴσθηση ὅτι ἐπίκειται τὸ τέλος τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους. Μέχρις ἐδῶ ἦταν, «ἑάλω ἡ Πόλις».
.             Παρόμοια αἰσθήματα βίωναν καὶ οἱ δυστυχεῖς Ρωμηοί, λίγο πρὸ τῆς ἁλώσεως τῆς Βασιλεύουσας. Τὸ Γένος ἀνέβαινε στὸν αἱμάτινο δρόμο του Γολγοθά του, στὴν μακραίωνη σκλαβιὰ στοὺς ἀντίχριστους Ἀγαρηνοὺς ἐξαιτίας κυρίως τῆς ἠθικῆς κρίσης. Τὸ διαπιστώνουμε σὲ κείμενά της ἐποχῆς: «Οἱ ἄρχοντες συμμετέχουν στὶς παρανομίες, οἱ διαχειριζόμενοι τὰ κοινὰ εἶναι κλέφτες, οἱ δικαστὲς δωρολῆπτες μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπικρατοῦν οἱ ἐγωιστές, οἱ ἀλαζόνες, οἱ ἀχάριστοι, οἱ συκοφάντες… Δὲν ὑπάρχει ἀγάπη, ἀδελφῶν ὁμόνοια «οὐδαμοῦ σπλάχνον χριστιανικόν, οὐδαμοῦ δάκρυον συμπαθές», θρηνεῖ ὁ μοναχὸς (καὶ ἅγιος, νομίζω, τῆς Ἐκκλησίας μας) Ἰωσὴφ Βρυέννιος. (Ἀπ. Βακαλόπουλος, «Ὁ χαρακτήρας τῶν Ἑλλήνων», σελ. 81).
.             Στὸ ἴδιο βιβλίο, ὁ ἀείμνηστος καθηγητής, σημειώνει ὅτι «οἱ πλούσιοι τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ἐνῶ κατέρρεαν τὰ τελευταῖα ὑπολείμματα τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, ξένοι τελείως πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἦταν σκληρότεροι ἀπέναντι στοὺς φτωχοὺς καὶ ταπεινοὺς τῆς ζωῆς». Εἴμαστε καὶ σήμερα ἐνώπιον μίας νέας ἅλωσης, περιμένουμε τῶν ἐχθρῶν τὰ φουσάτα…
.             Γιατί εἶναι ἡ πατρίδα «ἀχούρι κοπρισμένο/ ἀπὸ τ’ ἀλόγατα τοῦ ὀχτροῦ. Καπίστρια τὰ φελόνια /καὶ οἱ κολυμπῆθρες γοῦρνες. Νά! Διαγουμιστὲς ὅλοι/ τῶν ὅλων. Τίμιων, ἱερῶν μαγαριστὲς καὶ σφάχτες». (Παλαμᾶς, «Ἡ φλογέρα τοῦ βασιλιᾶ»). Κόπρισε, διαγούμισε, μαγάρισε τόσα χρόνια τὸ πολιτικὸ χτικιό, ἄχρηστοι καὶ ἀνίκανοι λεβαντίνοι, οἱ συμμορίες τοῦ κομματισμοῦ καὶ μᾶς παραδίδουν ἀμαχητὶ στοὺς Φραγκογερμανούς, στοὺς «Βενετούς», στοὺς ἐμπόρους τῶν ἐθνῶν- τοκογλύφους.
.             Γιατί δὲν ξεσηκωνόμαστε, γιατί δὲν ἐπαναστατοῦν οἱ νέοι; Ἀναρωτιέται ἡ μεσόκοπη ἄνοια καὶ ἀνία, ἡ συφοριασμένη «γενιὰ τοῦ Πολυτεχνείου»; Ἐπανάσταση; Τί εἶναι αὐτό, τρώγεται; Μία διαδήλωση, μία πορεία διαμαρτυρίας γιὰ τὴν θεϊκὴ ὁμάδα μας, ναί! «Προοδευτικὲς» συμπλοκὲς μὲ τὴν ἀστυνομία καὶ βεβήλωση τῆς ἀσυλαίας ἀνοησίας, ὅλα αὐτὰ ποὺ ξεσηκώνουν ἐνίοτε τὴ νερουλὴ νεολαία μας -εἰκόνα καὶ ὁμοίωσή μας- γίνονται, ἔτσι περνάει ἡ ὥρα, ξεθυμαίνει, ἀπελευθερώνεται καὶ ἡ σωρευμένη ἐνέργεια.
.             Ἡ Ἐπανάσταση ὅμως «θέλει δουλειὰ πολλή», πρίν, ὄχι τώρα. Ποῦ νὰ ξέρουν οἱ νέοι ἀπὸ ἐπαναστάσεις, ποιός τοὺς δίδαξε; Μὲ ὀλίγον Τσὲ Γκεβάρα ἢ Φιντὲλ ὡς καρδιοκατακτητὲς κυρίως καὶ ἀτίθασα πλουσιόπαιδα, ἐπαναστάτες δὲν φτιάχνεις. «Ὁ γύφτος καὶ φθισικὸς» Καραϊσκάκης δέν μᾶς κάνει, τοῦ λείπει ἡ πολυπολιτισμικὴ διάσταση, ἔκοβε καὶ ἔχτιζε λοφίσκους μὲ τούρκικα κεφάλια, ρατσισμὸς ἀσυγχώρητος. Ἐσυνηθίσαμε, ὡς θὰ ἔλεγε ὁ γερὸ – Κολοκοτρώνης, νὰ μᾶς καταφρονοῦν οἱ ξένοι, δύο αἰῶνες, ὑποτέλειας καὶ ξενοδουλείας, βιώσαμε. Τώρα, στὶς γενιές μας ξεβράζεται τὸ κακό. Οἱ κοπριές, οἱ κοπρώνυμοι, ποὺ κυβέρνησαν ἰδίως κατὰ τὴν λαμπρή τους περίοδο – τὴν εὐρωπαϊκή τῆς μακαρίτισσας ΕΟΚ – ἄφησαν τὴν πατρίδα χωρὶς παιδεία ἐθνική, χωρὶς χρηστὴ δημόσια διοίκηση καὶ μᾶς παραδίδουν στὰ ἁρπακτικά τῆς Τρόϊκας.
.           Γιατί δὲν ἐπαναστατοῦν οἱ Ἕλληνες; ἰδοὺ ἡ ἀπορία…
.            Ὁ χρόνιος ἐθισμὸς στὴν δουλοπρέπεια, ἡ καθημερινὴ εἰσπνοὴ τηλεοπτικῶν ἀναθυμιάσεων, μεταμόρφωσαν τὸν πάλαι ποτὲ ἀτίθασο, ἀγωνιστή, ἐπαναστάτη καὶ πολεμιστὴ Ρωμηό, σὲ ἀσπόνδυλο καλοπερασάκια, σὲ ἤρεμο «τίποτε». Διασώζει ὁ Φωτάκος στὰ «Ἀπομνημονεύματα περὶ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν», ἕνα περιστατικό.
.             Συμβαίνει κατὰ τὸ πρῶτο ἔτος τῆς Ἐθνεγερσίας. Οἱ πολιορκημένοι Τοῦρκοι τοῦ Νεοκάστρου ἀποφάσισαν νὰ συνθηκολογήσουν καὶ πρότειναν διαπραγματεύσεις. Συμφωνήθηκε συνάντηση τῶν δύο ἀντιπροσωπειῶν ἔξω ἀπὸ τὸ φρούριο. Ἀλλὰ οἱ συνομιλίες δυσκολεύονταν καὶ ἀργοῦσαν, ἐπειδὴ ἑκατοντάδες ἀγωνιστές, περίεργοι, χασομέρηδες, καὶ λοιποὶ «ἄτακτοι» εἶχαν συγκεντρωθεῖ γύρω καὶ θορυβοῦσαν ἀδιαφορώντας γιὰ τὶς διαταγὲς τῶν ἀρχηγῶν τους. Ἀφηγεῖται ὁ Φωτάκος: «Ἀφοῦ πλέον εἶδαν οἱ Τοῦρκοι ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν ἀκούουν τοὺς καπεταναίους των, μία ἡμέραν ὁ Τσιντάραγας, κλειδοῦχος τοῦ Φρουρίου, ἔχασε τὴν ὑπομονὴν κι στραφεὶς πρὸς τοὺς στρατιῶτας ἐφώναξεν οὕτως: σοὺτ βρὲ Ρωμηοί! Ἡ φωνὴ αὐτὴ ἀμέσως ἔφερε σιωπήν. Ἐδῶ δὲ ἐφαρμόζεται τὸ ρητόν: «Εἶδε ὁ δοῦλος τὸν δεσπότην καὶ ἐφοβήθη». Κατ’ οὐδένα τρόπον ἐδύναντο οἱ καπεταναῖοι νὰ ἀπομακρύνουν τοὺς στρατιῶτας διὰ νὰ σταθοῦν οἱ Τοῦρκοι εἰς ὁμιλίαν, ἡ δὲ φωνὴ τοῦ Ἀγὰ μόνη τους ἠσύχασεν». Καὶ παρατηρεῖ συγκαταβατικὰ ὁ ἀγωνιστής: «Πόσον ὁ φόβος εἶναι δυνατὸς καὶ ἀνεξάλειπτος, ὅταν εἶναι παιδιόθεν ριζωμένος εἰς τὰ ψυχᾶς τῶν ἀνθρώπων». Ἔτσι ἀκριβῶς. Μόνο ποὺ στὴν τωρινὴ περίπτωση δὲν πρόκειται περὶ ριζωμένου φόβου, ἀλλὰ γιὰ ριζωμένη ἕως μιθιδρατισμοῦ ἀφασία καὶ παχυδερμία.
.         Κατ’ ἀρχὰς καὶ ἡ λέξη Ἐπανάσταση ἔχει ποινικοποιηθεῖ. Παραπέμπει στὶς ἑπταετεῖς καρικατοῦρες, ποὺ ἴσως τὸ μεγαλύτερο ἔγκλημά τους ἦταν ὅτι μὲ τὶς γελοῖες τους πατριδοκαπηλίες καὶ θρησκοληψίες, ἔδωσαν μία οὐρανόπεμπτη δικαιολογία στοὺς μεταπολιτευτικοὺς νάνους καὶ ἀρλεκίνους τῆς «προόδου», νὰ ποδοπατήσουν, νὰ στρεβλώσουν ἀξίες ἀειθαλεῖς, ἑλληνοσώτειρες, «πίστιν καὶ πατρίδα», πού, ὅταν προσβάλλονται καὶ ἁλυσοδένονται, ξεσηκώνουν λαούς. Παιδιόθεν, ρίζωσε «εἰς τὰς ψυχὰς» τῶν σημερινῶν Νεοελλήνων αὐτὴ ἡ ἀποστροφή, ἡ καχυποψία, ἡ ἀπάρνηση στὰ τιμαλφῆ τοῦ Γένους μας, ὁ φόβος τοῦ ραγιᾶ. Τοῦ ραγιᾶ, τοῦ κατακυριευμένου στὰ βορβορώδη πάθη του. Διότι ψυχὴ χωρὶς νὰ εἶναι θρεμμένη μὲ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη καὶ μὲ τὴν φιλοπατρία, καταντᾶ παλιοψάθα, φανταχτερὴ ἀσημαντότητα κι ἂς νομίζει ὅτι ἔχει ἀξία. Οἱ ἐπαναστάσεις δὲν γίνονται μὲ μπουκωμένα στόματα καὶ ἄδειες, νεκρὲς ψυχές. «Σηκώθηκα καὶ πῆγα εἰς τὶς εἰκόνες καὶ κάνω τὴν προσευχή μου καὶ λέγω· Κύριε βλέπεις σὲ τί κατάστασιν ἔφτασα. Ὁ μόνος σωτήρας εἶναι ἡ παντοδυναμία σου καὶ ἡ εὐσπλαχνία σου σὲ μᾶς ὁπού κιντυνεύομεν καὶ εἰς τὴν ματοκυλισμένη μας πατρίδα. Πιάνω καὶ φκιάνω μίαν σημαία καὶ γράφω Ἐθνικὴ Συνέλευση, Σύνταμα. Λέγω. Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί τῆς βασιλείας του σηκώνεται ἡ σημαία τῆς πατρίδος». Καὶ ἐπαναστάτησε ὁ ματοκυλισμένος στρατηγὸς τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1843 κατὰ τῶν Μπαυαρέζων καὶ κέρδισε ὁ βασανισμένος ἀγωνιστής, μαζὶ μὲ τὸν λαὸ ποὺ τὸν ἀκολούθησε, ἀναίμακτα τὸ “Σύνταμα”. Ἡ ἐπανάσταση δὲν θὰ ξεκινήσει ἀπὸ τοὺς… κουκουλοφλώρους, μοσχοαναθρεμμένους μοναχογιοὺς τῶν βορείων προαστίων. Ἐπανάσταση, ἂν γίνει καὶ πρέπει νὰ γίνει, θὰ ἔλθει ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἀγαποῦν τὴν πατρίδα μὲ τὸν τρόπο τοῦ Μακρυγιάννη. Ἄνθρωποι «ὧν ὁ Θεὸς κοιλία, οἱ ἐχθροί τοῦ σταυροῦ», οἱ ψευτοεπαναστάτες τῆς σήμερον, στηρίζουν ὕπουλα τοὺς κατοχικούς, τοὺς προδότες τῆς πατρίδας…

Νατσιὸς Δημήτρης δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

«ΟΤΙ ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ, ΟΛΑ ΤΑ ΘΕΡΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥΝ ΝΑ ΜΑΣ ΦΑΝΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝΕ» (Δ. Νατσιός)

«….Ὅτι ἀρχὴ καὶ τέλος, ὅλα τὰ θεριὰ πολεμοῦν νὰ μᾶς φᾶνε καὶ δὲν μποροῦνε»

Δημ. Νατσιός

.               Κάτι συμβαίνει. Δὲν περνᾶ μέρα ποὺ νὰ μὴν μᾶς ἀπειλεῖ μὲ πόλεμο ὁ «βλαμμένος» Τοῦρκος πρόεδρος καὶ …ἡμεῖς ἄδομεν. Ἂν δὲν κάνω λάθος, ἀναθεώρηση τῆς συνθήκης τῆς Λωζάνης, σημαίνει πόλεμος. «Ἐπαχύνθη ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου». Δὲν ἐξηγεῖται ἀλλιῶς. Ἀντὶ νὰ ὁμοφρονήσουμε – «Ἕλληνας ὁμοφρονέοντας …χαλεποὺς εἶναι περιγίγνεσθαι», ἑνωμένοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἀνίκητοι, ἔλεγε ὁ Ἡρόδοτος (Ἱστορία ΙΧ,2)- καὶ νὰ προετοιμαστοῦμε γιὰ τὴν ἐπερχόμενη θανάσιμη ἀπειλή, προσκυνοῦμε ἀκόμη τὴν εὐρωπαϊκὴ δυσωδία καὶ τοὺς ἡμέτερους μνημονιακοὺς λακέδες. Γιατί, ὅμως, λύσσαξε τώρα τὸ ἐξ ἀνατολῶν θηρίο; Γιατί τώρα ἀπροκάλυπτα μᾶς ἀπειλεῖ μὲ πόλεμο καὶ ὀνειροφαντάζεται ὀθωμανικὲς αὐτοκρατορίες; Πιστεύει κανεὶς τὰ σαλιαρίσματα τῶν πολιτικῶν ποὺ μιλοῦν γιὰ ἐξαγωγὴ τῆς κρίσης τῆς Τουρκίας καὶ μετατόπιση τῶν προβλημάτων της; Εἶναι στριμωγμένος ὁ Ἐρντογάν ἤ, ἀντίθετα, αἰσθάνεται πανίσχυρος; Μήπως ὀσμίζεται, ὅπως τὰ θεριὰ τὰ πληγωμένα θηράματα, τὴν θνησιμαία κατάστασή μας καὶ ἑτοιμάζεται νὰ μᾶς κατασπαράξει; Πιστεύει κανείς, ὅτι ἂν μᾶς ἐπιτεθεῖ ἡ Τουρκία, θὰ μᾶς προστατεύσει ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση;
.               Ἡ ἀπειλὴ τοῦ Ἐρντογάν, ὅτι θὰ στείλει 2-3 ἑκατομμύρια μωαμεθανῶν λαθρομεταναστῶν σὲ ποιούς ἀπευθύνεται; Στοὺς Ἰρλανδούς, στοὺς Οὔγγρους ἢ στοὺς Φιλανδοὺς ἢ στὶς μικρὲς Ὀλλανδέζες;
.               Παρένθεση: Ἔχει γραφτεῖ καὶ σὲ τουρκικὲς ἐφημερίδες, ὅτι πρότυπό του εἶναι ὁ Μωάμεθ (Μεχμὲτ) ὁ Πορθητής. Κάποιοι χαζοχαρούμενοι τῶν βορείων προαστίων, τὸ ἐκλαμβάνουν ὡς μία ἀκόμη ἐκκεντρικὴ παρέκκλιση τοῦ Ἐρντογάν. Εἶναι λάθος. Διαβάζω ἀπὸ τὸν Παπαρρηγόπουλο γιὰ τὴν Ἅλωση τῆς Πόλης στὶς 29 Μαΐου τοῦ 1453: «Κατέναντι (τῶν πολιορκουμένων Ἑλλήνων) παρετάξεν ὁ σουλτάνος ἀλλεπάλληλα τρία σώματα, ὧν τὸ μὲν συνέκειτο (ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ πρῶτο ἀποτελοῦνταν) ἐκ νεοσυλλέκτων καὶ ἄλλων ἥκιστα (=ἐλάχιστα) χρησίμων ἀνδρῶν, τὸ δεύτερον ἐξ ἀτάκτων, τὸ δὲ τρίτον ἐν ᾧ ἐτάσσετο καὶ αὐτός, ἀπηρτίσθη ἐκ τῶν γενιτσάρων καί τῆς ἄλλης κρατίστης στρατιᾶς. Καὶ ἐξέπεμψε κατ’ ἀρχὰς τὸ πρῶτον τῶν σωμάτων τούτων ἐπὶ τῷ προδήλῳ (=φανερὸ) σκοπό του νὰ ἐξαντλήσῃ τὰς δυνάμεις τῶν πολιορκουμένων, ἀδιαφορῶν περὶ τῆς τύχης τοῦ συρφετοῦ ἐκείνου». (τόμ. 6, σελ. 373). Ἂς προσέξουμε τὴν τελευταία πρόταση τοῦ μεγάλου ἱστορικοῦ. Ἔστειλε τὸν συρφετὸ ἐκεῖνο «ἀδιαφορῶν» γιὰ τὴν τύχη του, γιὰ νὰ ἐξαντλήσει τὶς δυνάμεις τοῦ Παλαιολόγου. Ἐρωτῶ: Μήπως κάτι παρόμοιο θέλει νὰ πράξει ὁ θαυμαστὴς καὶ μιμητής του, Ἐρντογάν;
.               Τότε βέβαια μὲς στὴν Πόλη δὲν ὑπῆρχαν ἀλληλέγγυοι καὶ λοιπὰ σαπρόφυτα τῆς προοδομανίας, γι’ αὐτὸ καὶ τὰ πράγματα εἶναι χειρότερα σήμερα. Καὶ εἶναι χειρότερα καὶ γιὰ ἕναν ἀκόμη λόγο. Διαβάζω στὴν Ἱστορία τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου τοῦ Θουκυδίδη (Β, 8): «Τότε δὲ καὶ νεότης πολλὴ μὲν οὖσα ἐν ταῖς Ἀθήναις, οὐκ ἀκουσίως, ὑπὸ ἀπειρίας ἤπτετο τοῦ πολέμου». Δηλαδὴ «ὑπῆρχε κατὰ τὸν χρόνο ἐκεῖνο πολυάριθμος νεολαία στὴν Ἀθήνα, ἡ ὁποία, ἐξ ἀπειρίας, ἐπιθυμοῦσε τὸν πόλεμο».
.               Στὴν Τουρκία τὰ μισὰ μέλη τῆς κοινωνίας της εἶναι νεώτερα τῶν 30 ἐτῶν. Διαβάζω ἀπὸ τὸ ἐξαιρετικὸ πόνημα «Θεωρία τοῦ Πολέμου» τοῦ μακαρίτη Παν. Κονδύλη: «Αὐτὴ ἡ πληθώρα διάχυτης καὶ ἀκαταστάλαχτης ἀνθρώπινης ἐνέργειας ζητᾶ νὰ διοχετευθεῖ καὶ μποροῦμε νὰ εἴμαστε βέβαιοι, ὅτι πέρα ἀπὸ ἢ καὶ παράλληλα μὲ τὴν στενὰ ἐννοούμενη οἰκονομικὴ δραστηριότητα θὰ διοχετευθεῖ σὲ δραστηριότητες συναπτόμενες ἄμεσα ἢ ἔμμεσα μὲ τὸν προσδιορισμὸ καὶ τὴν ἔμπρακτη προάσπιση τῆς τουρκικῆς ταυτότητας καὶ τὴν θέση της μέσα στὸν κόσμο. Μόνον ἐκεῖ ὅπου κοχλάζει νεανικὸ αἷμα γεννιοῦνται ἰδέες ἱκανὲς νὰ κινητοποιήσουν μάζες, ὅσο “πρωτόγονες” κι ἂν φαίνονται αὐτὲς στὰ μάτια φθινόντων γειτόνων, ἐκλεπτυσμένων ἀπὸ τὴν ξαφνικὴ εὐζωία ἢ διανοουμένων ποὺ ἐξ ἐπαγγέλματος παράγουν ἰδεολογίες τοῦ εἰρηνιστικοῦ εὐδαιμονισμοῦ ὑπὸ τὶς διαφορετικὲς μορφές». (ἔκδ. «Θεμέλιο», σελ. 388).
.               Στὴν Τουρκία «κοχλάζει» νεανικὸ αἷμα, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἐρντογὰν στέλνει στὴν φυλακὴ ὅσους θέλει, ὑπάρχει ἄφθονο καὶ «φθηνὸ» κρέας γιὰ μακέλλεμα. Ἐδῶ τὸ νεανικὸ αἷμα σπανίζει καὶ ὅσο ἀπέμεινε ἢ φεύγει στὰ ξένα ἢ προγραμματίζει τὴν ἀγορὰ τοῦ νέου κινητοῦ. Τόσα χρόνια τὸ ἐθνομηδενιστικό, προδοτικὸ κηφηναριὸ ἐνσταλάζει στὰ σχολεῖα τὰ δηλητήριά του, τώρα δρέπουμε τοὺς καρπούς, πράγμα ποὺ δὲν ξεφεύγει ἀπὸ τὰ ἄγρυπνο βλέμμα τῆς Τουρκίας. Φρόντισαν καὶ τὰ τηλεοπτικὰ σκύβαλα νὰ ἐνσπείρουν τεχνηέντως καὶ τὸν φόβο ἔναντι τῆς «συμμάχου καὶ φίλης» γείτονος, ἡ ξαφνικὴ εὐζωία, ἡ περιρρέουσα ἠθικὴ κατάπτωση, τὸ σάπισμα μὲ τὴν προβολὴ καὶ διαφήμιση ὅλων τῶν διαστροφῶν καὶ «Λατίνοι, Νορμανδοί, Κέλτοι, Μογγόλοι, Τοῦρκοι./ Νά! Μὲ τὸν Πάπα τὸ σταυρό, μὲ τὸ ἄστρο τοῦ Σουλτάνου/ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου πρόδρομος καὶ ὁδηγητής. Ἀδέλφια/Καὶ ἡ Πόλη καὶ ἡ κοσμόπολη ζωστή. Παρμένη. Πάει, πάει…» (Κ. Παλαμᾶς, «Ἡ φλογέρα τοῦ βασιλιᾶ»).
.               Τὸ 1821 ἱερούργησε ὁ Ἑλληνισμὸς τοὺς πόθους τους, διότι ἔλαβε συνείδηση τῆς Ἐλευθερίας του πρὶν τὴν ἀποκτήσει καὶ ἐξωτερικά. «Ἡ ζωὴ ποὺ ἐκάναμε μᾶς ἐβοήθησε στὴν Ἐπανάσταση. Διότι ἠξεύραμε τὰ κατατόπια, τοὺς δρόμους καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Ἐμάθαμε στὴν πείνα, τὴ λέρα, τὴν κακοπάθεια. Ἐσυνηθίσαμε νὰ καταφρονοῦμε τοὺς Τούρκους», λέει ὁ Θόδωρος Κολοκοτρώνης στὴν «διήγησή» του. Τώρα ἐσυνηθίσαμε νὰ φοβόμαστε τοὺς Τούρκους, γιατί ἡ τρυφὴ καὶ ἡ καλοπέραση δὲν γεννοῦν Κολοκοτρώνηδες, ἀλλὰ κιοτῆδες. Ὁ τουρισμός, ἡ βαριὰ μας βιομηχανία, ὅπως διατείνεται ὁ κάθε τιποτολόγος, τρέμει στὸ ἐνδεχόμενο θερμοῦ ἐπεισοδίου στὸ Αἰγαῖο. Αὐτὴ ἡ προοπτικὴ ἐπιδεινώνει τὴν ὑποτέλεια καὶ ἡττοπάθειά μας. Εἰρήνη, πάσῃ θυσίᾳ, ἀρκεῖ τὰ rooms to let καὶ οἱ ξαπλῶστρες τῆς Μυκόνου νὰ εἶναι σὲ 100% πληρότητα. Ἡ καταστροφή τῆς ἑλληνικῆς γεωργοκτηνοτροφίας, ὁ ὑπερδανεισμὸς τῶν Ἑλλήνων συντέλεσαν καίρια στὴν ἐπιδείνωση τοῦ αἰσθήματος φιλοπατρίας. Εἶναι γνωστό, ὅτι ἡ κατοχὴ γῆς, ἡ ἰδιοκτησία τονώνει τὸ ἐθνικὸ αἴσθημα λόγῳ προσωπικοῦ γοήτρου καὶ ἀλληλεγγύης πρὸς τὴν πατρίδα. Νιώθουμε «γιὰ τὴν πατρίδα μας στὰ σπλάχνα χαλασμό» (Βαλαωρίτης), ὅταν διακονοῦμε τὴν γῆ της καὶ τὰ ρόδινα ἀκρογιάλια της, μὲ τὸν ἱδρώτα τοῦ προσώπου μας. Τὰ κόκκινα δάνεια, οἱ ὑποθῆκες καὶ οἱ ….. «μαῦρες Παρασκευὲς» γεννοβολοῦν «πουρκουάδες».
.              «Οἱ μετριότητες, ὑπομετριότητες, καὶ ἀνθυπομετριότητες ποὺ συναπαρτίζουν τὸν ἑλληνικὸ πολιτικὸ καὶ παραπολιτικὸ κόσμο δὲν ἔχουν τὸ ἀνάστημα νὰ θέσουν καὶ νὰ λύσουν ἱστορικὰ προβλήματα τέτοιας ἔκτασης καὶ τέτοιους βάθους, ἴσως καταρρεύσουν ἀκόμη καὶ στὴν περίπτωση, ὅπου θὰ βρεθοῦν μπροστὰ στὴ μεγάλη ἀπόφαση νὰ διεξαγάγουν ἕναν πόλεμο», ἔγραφε ὁ Κονδύλης στὸ προαναφερθὲν πόνημά του. Ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει ὅτι τέτοιες ἔκτασης προκλήσεις μᾶς ὁδηγοῦν σὲ …ἀλησμόνητες πατρίδες.

Σχολιάστε

Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ (Δ. Νατσιός) « Οἱ ἄνθρωποι ἐκτελοῦν ἐντολές, κάνουν τό κέφι τους, ρυπαίνουν ψυχές, βαπτίζοντας τά ἀνοσιουργήματά τους Παιδεία καί ὅλα ἀτιμωρητί».

Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός

«Ὅς δ’ ἄν σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων τῶν πιστευόντων εἰς ἐμέ, συμφέρει αὐτῷ ἵνα κρεμασθῇ μύλος ὀνικός εἰς τόν τράχηλον αὐτοῦ καί καταποντισθῇ ἐν τῷ πελάγει τῆς θαλάσσης» (Ματθ. ιδ´ 6)

.       Συχνή ἡ ἐπωδός: «Τά παιδιά δέν διαβάζουν ἐξωσχολικά βιβλία». Τήν ἀκοῦμε ἀπό γονείς, τήν προσυπογράφουμε καί ἐμεῖς οἱ δάσκαλοι. Εἶναι τέχνη λησμονημένη ἡ ἀνάγνωσις πιά. Ὅπως κάθε τέχνη πού διδάσκεται, πρέπει νά μαθητεύσῃς «παρά τούς πόδας ἀνθρώπου» καί ἀφοῦ μιλᾶμε γιά μαθητές ἰσχύει τό ἀπροσπέλαστο, ὑπό τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου, λεχθέν «παράδειγμα τοῖς τέκνοις παρέχειν».
.              Τό  παράδειγμα προσφέρεται πρῶτα στό σπίτι. Ὅμως σήμερα «οἱ ἀπασχολημένοι γονεῖς παρκάρουν τά παιδιά τους μπροστά στήν τηλεόρασι…. οἱ ἄνθρωποι πού δέν ἐδιάβασαν ἢ δέν τούς εἶπαν ἱστορίες, τείνουν νά ἐπιβάλλουν τήν ἴδια στέρησι καί στά παιδιά τους». Ἀποτέλεσμα; «Ἕνα νέο εἶδος ἀνθρώπου ἔχει ἀναδυθῇ τόν τελευταῖο καιρό: ὁ μορφωμένος βάρβαρος  –πού ἔχει σπουδάσει εἴκοσι χρόνια, ἔχει ἀποκατασταθῇ θαυμάσια ἐπαγγελματικῶς, ἀλλά δέν ἔχει διαβάσει τίποτα, δέν ξέρει ἱστορία καί ἀγνοεῖ ὁτιδήποτε εὑρίσκεται ἐκτός τῆς εἰδικότητός του….Μερικοί τυγχάνει νά εἶναι καί δάσκαλοι. Δέν διαβάζουν τίποτε ἐκτός ἀπό τά βιβλία πού πρέπει νά διδάξουν∙ δέν ἔχουν νοιώσει ποτέ τήν ἀπόλαυσι τῆς ἀνάγνωσης∙ καί δέν μποροῦν νά μεταγγίσουν ἐνθουσιασμό, γιά νά μήν πῶ ἀγάπη γιά τό ἀντικείμενό τους». (Τό ἀπόσπασμα περιέχεται στό βιβλίο «ὁ ἀντιχριστιανισμός», τοῦ Σ. Γουνελᾶ, ὁ ὁποῖος παραπέμπει σέ ἄρθρο τῆς Βρετανίδος Ντ. Λέσιγκ, πού δημοσίευσε ἡ «Ἐλευθεροτυπία»). Τό προαναφερθέν χωρίο μιλάει γιά γονεῖς ἀδιάφορους, γιά δασκάλους ἀπονήρευτους καί ἀκοινώνητους, ἀποσιωπᾶ ὅμως τόν φθοροποιό ρόλο τῶν σχολικῶν βιβλίων.
.            Θά ἀναφερθῶ καί πάλι σ᾽ τοῦ Γυμνασίου τά γλωσσικά ἐγχειρίδια. Κατ’ ἀρχάς ὑπῆρχε στά βιβλία αὐτά (κυρίως τῶν κειμένων Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας) μία ρητή προδιαγραφή, τήν ὁποίαν ἔπρεπε νά ἐφαρμόσουν οἱ συγγραφικές ὁμάδες πού εἶχαν ἀναλάβει τήν ἐκπόνησί τους: τά νέα βιβλία ἔπρεπε νά μή περιλαμβάνουν οὕτε ἕνα ἀπό τά κείμενα πού περιελαμβάνοντο στά παληά. (Ἡ γνωστή «ἐθνική νόσος» πού περιέγραψε ὁ Παπαδιαμάντης: περιφρονοῦμε «ὅ,τι παλαιόν, ὅ,τι ἐγχώριον, ὅ,τι ἑλληνικόν»).
.            Κατά δεύτερον τά κείμενα πού ἐπιλέχτηκαν ὤφειλαν  –στά πλαίσια της πολυπολιτισμικότητας–  νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό «παρωχημένες» πλέον ἰδέες (ἔθνος, πίστις, παράδοσι), νά προσαρμοστοῦν στά νέα δεδομένα. Ἡ γνῶσι δέν πρέπει νά ὑφαίνεται γύρω ἀπό κοινές ἀξίες, οἱ ὁποῖες, ποινικοποιήθηκαν ὡς ἑλληνοχριστιανικό ἰδεολόγημα, νά μήν συγκινῇ, ἀλλά νά διασκεδάζῃ, νά εἶναι ἐπικοινωνιακή. (Παράδειγμα: «Ἡ Φρικαντέλα ἡ μάγισσα πού ἐμισοῦσε τά κάλαντα» ὡς κυρίαρχο ἀνάγνωσμα Χριστουγέννων στὴν Ε´ δημοτικοῦ). «Τό σχολεῖο δέν ἔχει πιά σκοπό νά μεταδίδῃ οὐσιαστικές γνώσεις, πού ἡ κατοχή τους φωτίζει τήν συνείδησι καί προσφέρει τά ὑλικά της ἐλευθερίας», ἀλλά, ὑπό τό πρόσχημα τῆς ἀναβαθμίσεως, καταλήγει σ’ αυτό πού ἀνομολογήτως στοχεύει: στήν παραγωγή ὑποταγμένων μυαλῶν, «μορφωμένων βαρβάρων» καί χειρότερα, γενιτσάρων. Γιά νά συμβῇ αὐτό ἐφρόντισαν οἱ ἐπίδοξοι ἀναβαθμιστές  –ἰσοπεδωτές τῆς Παιδείας νά καταστρέψουν (κυριολεκτικῶς) τήν κλασσική μας λογοτεχνία. Ἀποκαθήλωσαν τούς μάστορες τοῦ λόγου, αὐτούς πού γράφουν μέ «ἰθαγένεια τόπου καί τοπίου», τους «ἐθνικούς συγγραφεῖς» (Λιγνάδης), ὄχι μέ τόν ἐξοβελισμό τους ἀπό τά βιβλία, ἀλλά μέ πιό ὕπουλο, ἀναίσχυντο, γκεμπελικό τρόπο. Δηλαδή: Δέν βάζεις στά βιβλία τά πιό ἀξιόλογα καί ὡραῖα, τά ἀριστουργήματά τους, ἀλλά τά χειρότερα, τά ξέψυχα, τά μίζερα. (Σ’ όλους τους λογοτέχνες βρίσκεις καί ἀτυχεῖς ἐμπνεύσεις).
.                Παίρνεις γιά παράδειγμα τόν Παπαδιαμάντη, κλέος καί ἀγλάϊσμα τῆς λογοτεχνίας μας, καί ἰδοῦ τό ἀπόσπασμα ἀπό τά εὐφρόσυνα «ρόδιν’ ἀκρογιάλια»:… «Μᾶς ἦρθε, εἶπεν, ἡ μυζήθρα, μυρωδάτη, ἀχνιστή. Τήν ἔφερε πεσκέσι τό Ξενιώ, ἡ μικρή τσούπα τοῦ Πατσοστάθη. Ὕστερ’ ἀπό λίγο θἄρθη, λέει, ὁ ἀφέντης της  –δηλαδή ὁ πατέρας της-  νά μᾶς φέρῃ, λέει, τό κοκορέτσι ψημένο, ἔτοιμο.  Ὅσον διά τά δύο μπούτια θά μᾶς τά φέρη, λέει, ὠμᾶ, γιά νά τά ψήσουμε ἀργότερα ἐδῶ  -Μπεκερεβέτσιν (ὁ θεός νά τά πληθύνῃ). – Τό ἄλλο μισό κατσίκι, τό ἐκράτησε, λέει, γιά τήν φαμίλια του. Τώρα θά μᾶς ἔρθῃ κι ὁ Ἀγάλλος, νά μᾶς ζυμώσῃ τήν πίττα. Σ’ ἀρέσει ἡ τυρόπιττα μέ χλωρό τυρί καί μέ δέκα αὐγά;». (Νεοελληνική Γλώσσα, Α´ Γυμνασίου, σελ. 70-71).
.              Μέ κείμενο δώδεκα ἀράδων τιμᾶται ὁ Σκιαθίτης γέροντας. Καί τόν κατήντησαν, τόν ἀσκητικό καί ὀλιγοδεῆ λογοτέχνη μας, πρότυπο πολυφαγίας καί καλοπέρασης. «Κακουργοῦν ἐν γνώσει» ὡς θά ἔλεγε ὁ ἐξαίσιος ὑμνητής τῆς ἐντίμου πενίας.
.       Οἱ ἴδιες κουτοπόνηρες ἐπιλογές ἐφαρμόζονται καί στά «ἀπομνημονεύματα» τοῦ πατριδοφύλακα στρατηγοῦ Μακρυγιάννη:  «Οἱ ἄρχοντές μας, οἱ ἄρχηγοί, ἔγιναν ἐκλαμπρότατοι, ἔγιναν γενναιότατοι καί οἱ ντόπιοι καί οἱ φερτικοί… ἔγινε ὁ Κολοκοτρώνης καί οἱ ἄλλοι συγγενεῖς καί φίλοι πλούσιοι ἀπό γαῖες, ἐργαστήρια, μύλους, σπίτια, σταφίδες καί ἄλλα πλούτη τῶν Τούρκων. Ὅταν ὁ Κολοκοτρώνης καί οἱ σύντροφοί του ἦρθαν ἀπό τήν Ζάκυνθο, δέν εἶχαν οὔτε πιθαμή γης∙  τώρα φαίνεται τί ἔχουν…» . («Κείμενα Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας», Γ´ Γυμνασίου, σελ. 48).
.            Ἐρωτῶ: Γιατί ὄχι ἐκεῖνο τό θαυμάσιο «τούτην τήν πατρίδα τήν ἔχομεν ὅλοι μαζί…» ἢ τό ἀνδρεῖο  «ἐκεῖ ὅπου ἔφκιανα τίς θέσεις εἰς τούς Μύλους ἦρθε νά μέ δῇ ὁ Ντερνύς…». Αὐτά δέν ἀντέχουν στήν προκρούστειο κλίνη τῶν νεογραικύλων.
.           Σαφές τό μήνυμα: τέτοιοι καί οἱ ἥρωές σας, μικροπρεπεῖς, ἰδιοτελεῖς, μήν τούς διαβάζετε, ξεπεράστηκαν… ἐνῷ στήν «Γλῶσσα» τῆς Α´ Γυμνασίου, ἐξυμνεῖται τό σαχλούργημα μιᾶς λοξῆς Ἀγγλίδος, ὁ «Χάρι Πότερ», «γιατί ξανάφερε τά παιδιά στό διάβασμα καί τά ἀπεμάκρυνε γιά λίγο ἀπό τήν ὀθόνη τῶν βίντε–γκέιμς». (video–games) (σελ. 4).
.                 Ἡ ἴδια τακτική τῆς… μύγας καί στό ἔργο τοῦ Ξενόπουλου. (Τήν μύγα καί μέσα σέ ἀνθόκηπο νά τήν βάλῃς, θαὕρῃ κοπριά νά καθίσῃ). «Κείμενα Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας», Α´ Γυμνασίου, σελ. 222, τίτλος: Ἡ γάτα τοῦ παπᾶ». Πηγαίνει ὁ Χρῆστος ὁ κλαμπανάρος (=κωδωνοκρούστης) καί λέει στόν παπα-Ζήσιμο: «Πάλε τά ἴδια παπᾶ μου». « Ἡ γάτα πανάθεμά την». «Ὤ! συμφορά μου…στό ἴδιο μέρος;». «Ὄχι, στήν Ἁγία Πρόθεσι». Δηλαδή,  ἡ γάτα, ἐμπῆκε στό Ἅγιο Βῆμα, στήν Ἁγία Πρόθεσι καί ἔκανε τίς ἀκαθαρσίες της. (Οἱ εὐλαβεῖς ἱερεῖς φρίττουν μέ αὐτήν τήν μιαρά καί βέβηλη ἀναφορά).
.               Στό ἴδιο βιβλίο. «Τό θέλγητρο τῆς Ἀνδαλουσίας), τοῦ Κ. Οὐράνη (σελ. 4), καί πάλι ἡ μαγαρισιά. Διαβάζει τό πρωτάκι τοῦ Γυμνασίου φράσεις ὅπως: «Ἡ Ἀνδαλουσία εἶναι μία νέα γυναίκα τοῦ λαοῦ… πού δίνει ἐρωτικές συνεντεύξεις μέσα στίς ἐκκλησίες» καί ὅτι ἡ Σιέρρα Νεβάδα εἶναι «χώρα ὅπου οἱ ἄνθρωποι ἀγαπᾶν τήν γυναίκα σάν Παναγία καί τήν Παναγία σάν γυναίκα» (σελ. 4-5). Καταλάβαμε. Πνευματικός ὑποσιτισμός, ἀφελληνισμός καί ἐκκλησιομαχία.
.          Οἱ ἄνθρωποι ἐκτελοῦν ἐντολές, κάνουν τό κέφι τους, ρυπαίνουν ψυχές, βαπτίζοντας τά ἀνοσιουργήματά τους Παιδεία καί ὅλα ἀτιμωρητί. «Δυστυχισμένη Ἑλλάς, δυστυχισμένοι Ἕλληνες. Ἀναθεματισμένοι κυβερνῆτες ὅπου μᾶς ἐκυβέρνησαν ἀρχή ὣς τέλος».

,

Σχολιάστε