Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δημ. Νατσιός

ΤΟ ΑΓΙΟ ΦΩΣ ΚΑΙ ΟΙ…ΜΠΑΛΑΟYΡΕΣ (Δ. Νατσιός)

Τὸ Ἅγιο Φῶς καὶ οἱ…μπαλαοῦρες

γράφει ὀ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος -Κιλκίς

 .             Μπαλαούρας: τί ἐνδιαφέρον ὄνομα!! Καὶ ἐπειδὴ εἴμαστε λαὸς ποὺ μᾶς ἀρέσει νὰ παίζουμε –“ἀεὶ παῖδες εἰσὶ οἱ Ἕλληνες”- ἐνίοτε μὲ τὰ ὀνόματά μας καὶ τὰ ἐτυμολογικά τους… γενέθλια, θὰ ἀναζητήσουμε τὰ λεκτικά…“γενοτόπια” τοῦ  “μπαλαούρα”. Ἐκ πρώτης ὄψεως συνίσταται, ἐκ τῶν κάτωθι δύο συνθετικῶν: μπάλα + οὔρα, γενικὴ μπαλαούρας. Ἡ μπάλα, ἴσως παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα πάλλω, ποὺ σημαίνει σείομαι, ἀναπηδῶ, σκιρτῶ – ἀλλὰ μᾶλλον εἶναι παρετυμολογία – ἢ ἀπὸ τὸ ρῆμα ἅλλομαι ποὺ σημαίνει πηδῶ, ἐξ οὗ καὶ ἅλμα. Τέλος πάντων τὸ πρῶτο συνθετικὸ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει καὶ τόσο. Τὸ δεύτερο ἐπιφυλάσσει ἐκπλήξεις, ἀπρόσμενες…
.             Τὸ δεύτερο, λοιπόν,  συνθετικὸ “-οὔρας” ἐπιδέχεται πολλὲς ἑρμηνεῖες. Νὰ εἶναι ἀπὸ τὴν οὐρά, τὸ ὀπίσθιον ἄκρον τοῦ κορμοῦ τῶν ζώων, ὅπως γράφουν τὰ παλιά, καλὰ λεξικά; Τότε ὁ τόνος θὰ ἦταν στὴ λήγουσα, ὁπότε θὰ λεγόταν ὁ… λεγάμενος “μπαλαουρᾶς”. Τὸ κρατᾶμε…
.             Μήπως εἶναι λεκτικὸ λείψανο ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας καὶ μᾶς παραπέμπει στὰ “οὐρί”, τὶς ὀγδόντα καὶ τόσες ὡραῖες παρθένες, ποὺ ἀναμένουν τοὺς  καλοὺς  μωαμεθανοὺς στὸν παράδεισο; Νὰ ἦταν, λοιπόν, “μπαλαουρὶς” ἢ “μπαλαούρις”, δηλαδὴ ὁ σκιρτῶν ἀπὸ χαρά, ἀναλογιζόμενος τὸ τί τὸν περιμένει μετὰ τὸν θάνατον; Πολὺ πιθανόν!!
.             Προχωροῦμε στὶς ἐτυμολογικὲς περιηγήσεις. Εἴπαμε, τὸ ὄνομα προσφέρεται…
.             Ὑπάρχει ἕνα ἐπιφώνημα τὸ ὁποῖο κυριαρχοῦσε τὶς παλαιότερες ἐποχές. Τὸ “οὔρρα”, ποὺ ταυτίζεται μὲ τὸ τωρινὸ “ζήτω”. Μάλιστα, ἂν θυμᾶμαι καλά, οἱ ἐνθουσιώδεις ὄχλοι, οἱ ζητωκραυγαστὲς τὸ ἐπαναλάμβαναν ἐν χορῷ, τρεῖς φορές: οὔρρα, οὔρρα, οὔρρα!! Βεβαίως μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου λησμονήθηκε, διότι, προφανῶς,  πολλάκις οἱ λόγοι τῶν ἀγορητῶν-πολιτικῶν παρέπεμπαν  στὸ ἐκκρινόμενον ἐκ τῶν νεφρῶν καὶ συναθροιζόμενον εἰς τὴν γνωστὴν κύστιν, ὑγρόν. Μᾶς προβληματίζουν καὶ τὰ δύο “ρὸ” στὴν λέξη, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν μᾶς ἐνοχλεῖ. Ἡ τάση ἁπλοποιήσεως τῆς ζωῆς μας, δὲν ἄφησε στὸ ἀπυρόβλητο καὶ τὴν ταλαίπωρη γλώσσα μας. Θυμᾶμαι, κάποιος εὐφυὴς μαθητής μου, ποὺ μὲ ἀφόπλισε, ὅταν ἐγὼ ἐπέμενα ὅτι ἡ λέξη “Ἀττικὴ” γράφεται μὲ δύο “ταῦ”, λέγοντάς μου ὅτι καὶ μὲ ἕνα “ταῦ” πάλι Ἀττικὴ εἶναι. Ἂν δεχτοῦμε τὴν προαναφερόμενη ἐτυμολογικὴ ἐξήγηση, τότε ἡ λέξη σημαίνει κυριολεκτικῶς “ζήτω ὁ ἀναπηδῶν, ὁ ἀσπαίρων, ὁ φρικιῶν”. (Ὁ λεξικογράφος, Δημητράκος μᾶς δίδει καὶ αὐτὲς τὶς ἑρμηνεῖες γιὰ τὸ ρῆμα πάλλω). Ἐπιλέγω, ἐκ τῶν τριῶν, τὸ σπάνιο ρῆμα ἀσπαίρω, ποὺ σημαίνει σπαρταρῶ, τινάσσομαι σπασμωδικῶς, ἐπειδὴ ταιριάζει μὲ τὴν ἀντίδραση τοῦ κ. Μπαλαούρα. Ἀσπαίρει, ἐνώπιον τοῦ Ἑσπερινοῦ Φωτὸς τοῦ Κυρίου, φρίττει.
Συνεχίζουμε…
.             Ἔχουμε τὴν ἀρχαία λέξη “οὖρος”, ἀρσενικοῦ γένους, μὲ τρεῖς σημασίες:
Πρώτη: οὖρος, ποὺ ἐπέζησε στὴν φράση “οὔριος ἄνεμος”, δηλαδὴ ὁ εὐνοϊκός, ὁ ἐπιτυχής.
.             Δεύτερη: οὖρος, ποὺ σημαίνει φύλακας, φρουρός, ἐπόπτης. Αὐτὴ παράγεται ἀπὸ τὴν λέξη ὥρα, μὲ “ψιλὴ” ποὺ σημαίνει φροντίδα, πρόνοια, ἐξ οὗ καὶ θυρωρός. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ “-οὐρὸς” ἔχουμε λέξεις ὅπως ὁ κηπουρός, οἰκουρὸς (= ὁ φυλάττων τὸν οἶκο).
.             Τρίτη: οὖρος, ποὺ σημαίνει ἄγριος βούς, ἄγριο βόδι.
.             Προσωπικὰ θὰ ἐπέλεγα τὴν τρίτη σημασία γιὰ τὸ ὄνομα “μπαλαούρας”. Ὁπότε μᾶς βγαίνει μία πολὺ παραστατικὴ φράση. “Ὁ ἀναπηδῶν σὰν ἄγριο βόδι”. Πολὺ καλό!!
.             Μᾶς ἔμειναν καὶ ἄλλα δύο συνθετικά, οὐδετέρου γένους αὐτὴ τὴν φορά, τὰ ὁποῖα ἐντόπισα στὰ λεξικά μας.
.             Τὸ οὗρον. Τὸ βρίσκουμε, ἐν πρώτοις, μὲ τὴν σημασία τοῦ ὁρίου, τοῦ συνόρου, τοῦ τέρματος.
.             Καὶ ἡ συχνόχρηστη δεύτερη, ἡ ὁποία ἀπαντᾶται συνήθως στὸν πληθυντικὸ ἀριθμό:  τὰ οὖρα, τὸ χύδην λεγόμενο κάτουρο.
.             Θυμήθηκα κάτι. Ἡ λέξη “κάτουρο” εἶναι κακόηχη. Ὅταν ὅμως τὴν διαβάζεις σὲ κείμενα ἀνθρώπων ποὺ τὸ σῶμα τους ἦταν γεμάτο πληγὲς γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδας, ποὺ ἔγραφαν μὲ τὸ γιαταγάνι τους καὶ ὄχι μὲ τὴν πένα, δακρύζεις. “Σταυροὺς ἔχω κολλημένους εἰς τὸ σῶμα μου, ὅπου μοῦ τοὺς ἔδωσαν τὰ ντουφέκια τῶν Τούρκων”, ἔλεγε γιὰ τὰ τραύματά του. Εἶναι τοῦ “τοκογλύφου” Μακρυγιάννη, ὅπως τὸν χαρακτήρισε κάποιος Ἀθανασιάδης, σύμβουλος τοῦ ὑπουργείου… ἀπαιδείας. Τί νὰ πεῖ κανείς; “O καθεὶς τὴν μύξα του γιὰ βούτυρο τὴν ἔχει”). Κάποτε ἡ Διοίκηση διορίζει τὸν Μακρυγιάννη “ἀρχηγὸ τῶν Ἀθηναίων”. Τὸν πλησιάζει ὁ Γρόπιος (Gropius), πρόξενος τῆς Ἀούστριας, καὶ τοῦ λέει νὰ δεχτεῖ τὸν “Γκόρδον”, τὸν Ἄγγλο, ὡς ἀρχηγό, διότι θὰ βάλει τὰ χρήματα. Ἀπαντᾶ ὁ πατριδοφύλακας στρατηγός: “Σύρε, πές του, ὅποιος εἶναι αὐτὸς ὁπού θὰ βάλει τὰ χρήματα, ὄχι ἀρχηγὸν τὸν κάνω καμπούλι (= δέχομαι νὰ γίνει), διὰ τὴν ἀγάπη τῆς πατρίδος μου, ἀλλὰ ὅπου κατουράγει νὰ μοῦ δίνει νὰ πίνω ἐγὼ τὸ κάτουρο. Τὸ κάνω αὐτὸ καὶ τοῦ τὸ δίνω ἐγγράφως”. (Ἀπομνημονεύματα, ἔκδ. Ζαχαρόπουλος, σελ. 483). Αὐτὰ τῷ καιρῷ ἐκείνῳ. Τῷ καιρῷ ἐτούτῳ “ὁπού ἔγιναν καμπόσοι κόντηδες (καὶ βουλευτὲς) ὁπού ἦταν καντιποτένιοι”, πίνουν τὸ αἷμα τῆς πατρίδας μας καὶ λοιδοροῦν τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσιά της. Ὁ κάθε κρανιοκενὴς ἱστοριογράφος τοῦ ἐθνομηδενισμοῦ, ὁ κάθε μπαλαούρας ἀμολάει τὶς τιποτολογίες, τίς…οὐρολογίες του, γιατί ζεῖ στὴν χώρα τῆς ἀτιμωρησίας.
.             Ἐρώτηση: Γιατί δὲν λένε τὶς παλαβομάρες τους καὶ γιὰ τὸ Ἰσλάμ; Ὅταν οἱ μωαμεθανοὶ αὐτομαστιγώνονται καὶ ρέει τὸ αἷμα στοὺς δρόμους, δυστυχῶς καὶ τῆς πατρίδας μας, γιατί δὲν βγαίνουν οἱ ὄρνιθες τῆς προόδου νὰ καταδικάσουν τὸ βάρβαρο ἔθιμο;
.         Τὶς ψευτοπαλληκαριές τους, οἱ σαπιοκοιλιές, ποὺ θὰ ἔλεγε καὶ ὁ Καραΐσκάκης, τὶς περιορίζουν στὰ δικαιώματα τῶν κίναιδων, στὴν προσβολὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, στὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, στὶς παρελάσεις τῶν ἐθνικῶν ἑορτῶν, στοὺς ἥρωες, στὸ Κρυφὸ Σχολειό, στὸ Ἅγιο Φῶς.
.         Ὁ κ. Μπαλαούρας καὶ ὅλοι αὐτοὶ ποὺ ἐπιδίδονται σὲ γελοίους λεονταρισμοὺς ἂς βγάλει τὸ σκασμὸ καὶ ἂς πάει νὰ ψηφίσει, μὲ χέρια καὶ ποδάρια, τὰ μνημόνια τῆς ντροπῆς καὶ τῆς ὑποταγῆς, ποὺ κόβουν “σύρριζα” τὶς συντάξεις τῶν γερόντων γονιῶν μας, ποὺ ἔχυσαν ἱδρώτα καὶ αἷμα γιὰ νὰ στήσουν τούτη τὴν πατρίδα.
.           Ὅταν προσβάλλουν τὴν πίστη μας, τὴν ἁγία Ὀρθοδοξία, προσβάλλονται “ἅπαντες σχεδὸν οἱ Ἕλληνες, οἱ πραγματικοὶ ἀγωνισταί, οἱ κτίσαντες τὸ ἑλληνικὸν αὐτὸ ἔθνος μὲ λάσπη ζυμωμένην ἀπὸ τὰ αἵματά των καὶ μὲ λίθους κτιρίου ἀπὸ τὰ κόκκαλά των, οἱ στρώσαντες τὸ αἱμοσταγὲς αὐτὸ τραπέζι διὰ νὰ τὸ τρώγουν οἱ κηφῆνες”. (Ἀπὸ σημείωση στὰ ἀπομνημονεύματα τοῦ Μακρυγιάννη, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὸ “φυλλάδιο τῆς ἱστορίας Ν. Κριεζώτου”).
.             Νὰ κλείσω μὲ κάτι ὄμορφο ποὺ διάβασα στὰ “Ἅπαντα” τοῦ Δ. Σολωμοῦ. (ἔκδ. “Μέρμηγκας” σελ.131)
.             “Ὡς γνωστὸν ὁ Σολωμὸς ἐθέλγετο ἀπὸ τὰ αὐτοσχέδια ποιήματα τοῦ τυφλοῦ Ζακύνθιου ἐπαίτου Νίκ. Κοκονδρῆ. Μίαν ἑσπέραν, ἐνῶ ὁ ποιητὴς διήρχετο ἀπὸ ἕνα οἰνοπωλεῖον, βλέπει ἐκεῖ ἄπειρον κόσμον προσεκτικόν. Σταματᾶ. Ἦτο μέσα ὁ ἐπαίτης ραψωδὸς καὶ διηγεῖτο τὴν πυρκαϊάν, ποὺ εἶχε συμβεῖ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα. Ἦτο ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ Σολωμὸς τὴν ἤκουε. Μένει σιωπηλὸς καὶ προσεκτικός. Ἀφοῦ ὁ ἐπαίτης ἐτελείωσεν, ὁ Σολωμὸς προχωρεῖ σοβαρὸς καὶ παρακαλεῖ τὸν αὐτοσχέδιον ποιητὴν νὰ ἐπαναλάβη τὸ ὡραῖον ποίημα, τοῦ ὁποίου ἐσώθη μόνο τὸ ὡραῖο δίστιχο:
Ὁ ἅγιος τάφος τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖνος δὲν ἐκάη.
Ἐκεῖ ποὺ βγαίνει τ᾽ Ἅγιο Φῶς, ἄλλη φωτιὰ δὲν πάει.
Μόλις ἐτελείωσεν, ὁ Σολωμὸς συγκινημένος καὶ μὲ σοβαρότητα εἶπεν εἰς τὸν οἰνοπώλην: Κέρασε ὅλους, ὅσο κρασὶ πιοῦνε ἀπόψε, εἶναι ὅλο δικό μου, ἔλα αὔριο σπίτι νὰ σὲ πληρώσω. Καὶ ἔφυγε ἐνθουσιασμένος”.
Ἐκεῖνοι ἦταν “ἀληθεῖς Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες”, ὅπως ἔλεγε ὁ Παπαδιαμάντης στὴν “Ἐξοχικὴ Λαμπρή” του…
Καλὴ Ἀνάσταση, ἀδελφοί!!

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

 

,

Σχολιάστε

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ… (Δ. Νατσιός)

 Ὅλοι μαζ ο λληνες…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.             Ἂς κάνει λίγο ὑπομονὴ ὁ ἀναγνώστης, κι ἂς διαβάσει τὸ κείμενο, ποὺ λίγο πιὸ κάτω παραθέτω. Μιλᾶ κι αὐτὸ γιὰ ἕναν Ἀπρίλη, ποὺ πάντα θὰ «βγαίνουν ἄνθια καὶ καρποί». Εἶναι ὁ Ἀπρίλης τοῦ ’41. Τὸ ἔθνος καταματωμένο, ἀλλὰ ὑπερήφανο, διέσωσε τὴν τιμὴ τῆς ἀνθρωπότητας στὶς ἀετοράχες τῆς Πίνδου. Στὸν Βορρᾶ, ἡ σκοτεινὴ νύχτα τῆς γερμανικῆς Κατοχῆς, ἑτοιμάζεται νὰ προσθέσει κι ἄλλη μία ἀτίμωση. Καλῶς εἰπώθηκε, ὅτι κάποιοι λαοὶ δὲν γράφουν ἱστορία, ἀλλὰ ποινικὸ μητρῶο. Καὶ συνεχίζουν νὰ ἐγκληματοῦν…
.            Τὸ κείμενο:
.             «Εἴμαστε πιὰ στὸν Ἀπρίλη τοῦ 1941. Ἡ ἄνοιξη ἀγνοοῦσε τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων καὶ εἶχε φτάσει στὴν Ἀθήνα μὲ ὅλο τὸ φῶς της, μὲ τὰ δυνατά της χρώματα, μὲ τὸ ἐλαφρὸ ἀεράκι της, μὲ ὅλη τὴν ἐγκαρδιότητά της. Ἔλαμπε ὁ κεντρικὸς ἀθηναϊκὸς δρόμος. Μόνο ποὺ ἐνῶ ἐβούιζε ἀπὸ κίνηση, ἔμοιαζε σὰν ἄδειος. Ἔλειπε ἡ μισή, γιὰ νὰ μὴν πῶ, ἡ καλύτερη Ἑλλάδα: ἔλειπε ἡ ἑλληνικὴ νεότητα. Μὰ νὰ ποὺ ὁ δρόμος γέμισε πάλι, καὶ ἡ μισὴ Ἑλλάδα ἔγινε πάλι ὁλόκληρη. Μέσα σὲ μία στιγμή, μέσα σὲ μίαν ἁπλὴ κίνηση, μέσα σὲ μία αὐθόρμητη συνεργασία. Στὸ ἀντικρινὸ πεζοδρόμιο, κατέβαινε ἕνας τραυματίας. Ἡ στολή του τσαλακωμένη, τὸ μελαχροινὸ πρόσωπό του σκοτεινὸ ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία καὶ τὴν ἀγωνία, ἀλλὰ τὸ πανί, ποὺ κράταγε τὸ πονεμένο καὶ βαρὺ ἀπὸ δόξα δεξί του χέρι, καθαρὸ καὶ κατάλευκο. Τὸ βῆμα του, σταθερὸ κι αἰσιόδοξο, μπερδεύτηκε μία στιγμή. Ἔσκυψε, εἶδε καὶ τραβήχτηκε στὴν ἄκρη τοῦ πεζοδρομίου. Εἶχαν λυθῆ τὰ κορδόνια τῆς μίας ἀρβύλας του. Πλησίασε σ’ ἕνα πεζούλι, ἔβαλε τὸ πόδι του ἀπάνω κι ἔσκυψε. Τότε ὅμως ἄρχισε μία προσπάθεια ποὺ παραμέρισε καὶ τὴν ἄνοιξη καὶ κάθε ψευδαίσθηση. Γιὰ νὰ δεθοῦν τὰ λυμένα τοῦ κορδόνια, χρειάζονται δύο χέρια γερά. Προπάντων τὸ δεξί, μὲ τὰ ἐπιτήδεια δάχτυλά του. Μὰ αὐτὸ ἴσα-ἴσα τὸ χέρι κρεμόταν βαρὺ καὶ τιμημένο. Καὶ ἡ προσπάθεια ἔπρεπε νὰ γίνει. Μ’ ἕνα χέρι καὶ μάλιστα μὲ τ’ ἀριστερό. Ἄρχισε, λοιπόν, ἀλλὰ δὲν κράτησε πολύ. Τὴν εἶδαν πολλοί, μὰ πιὸ κοντά της ἔτυχε ἕνας ψηλὸς γέροντας, μὲ πρόσωπο πλαισιωμένο ἀπὸ μικρὴ ἄσπρη γενειάδα, ὁλόισιος σὰν λαμπάδα κι ἀξιοπρεπὴς σὰν ἑλληνικὴ ὑπερηφάνεια, καλοντυμένος μὰ κι αὐστηρὸς στὴν ἐμφάνιση. Ἕνας γνωστὸς ἄρχοντας, παλιὸ ἀθηναϊκὸ σπίτι, μὲ πλούτη καὶ μὲ ὄνομα μεγάλο. Κι ὁ ψηλὸς γέροντας δὲν εἶδε μόνο πρῶτος, μὰ καὶ πρόφτασε νὰ τρέξη πρῶτος κοντὰ στὴν προσπάθεια ποὺ γινόταν ἀπάνω ἀπὸ τὴν ἀρβύλα μὲ τὰ λυμένα κορδόνια. Μ’ ἕνα γρήγορο βῆμα, βρέθηκε πλάι στὸ σκυμμένο τραυματία, ἔβγαλε τὰ κίτρινα γάντια του, ἔσκυψε κι αὐτός, σχεδὸν γονάτισε, κ’ ἔκαμε ὅ,τι δὲν μποροῦσε νὰ κάμη τὸ πονεμένο χέρι.
Ὅταν ὁ γέροντας τελείωσε τὴ μικρὴ ἐξυπηρέτηση καὶ ὕψωσε τὸ ἀνάστημά του, ὁ νέος πολεμιστὴς τὸν κοίταξε στὰ μάτια καὶ δὲν ἤξερε τί νὰ τοῦ πῆ, πῶς νὰ τὸν εὐχαριστήση. Δὲν βρῆκε τὰ λόγια ποὺ ἤθελε, ὅπως δὲν τά ᾽βρισκε κανένας ἐκείνη τὴ στιγμή, κι ἔκανε κάτι πιὸ εὔγλωττο: πῆρε τὸ δεξὶ χέρι τοῦ γέροντα, ἔσκυψε καὶ τὸ φίλησε.
Εἶχαν σταθῆ καὶ μερικοὶ ἄλλοι μαζὶ μ’ ἐμένα κι ἔμεναν σαστισμένοι. Ἔβλεπαν καὶ δὲν πίστευαν. Ἔβλεπαν κι ἔνιωθαν νὰ δυναμώνη, νὰ κυριαρχῆ μέσα τους ὁ νέος ἄνθρωπος ποὺ γεννήθηκε σὲ ὅλες τὶς ἑλληνικὲς συνειδήσεις τοὺς μῆνες ἐκείνους. Ὅλ’ ἡ Ἑλλάδα σὲ μιὰν ἁπλὴ σκηνή! Ἐκεῖ κι ὁ μεγάλος πατριωτισμός, ἐκεῖ κι ὁ βαθὺς σεβασμός, ἐκεῖ καὶ ἡ σιδερένια κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη.
Ἔτσι ἐζήσαμε τὴ μεγάλη ἐκείνη ἐποχή, τὸ κρίσιμο ἐκεῖνο ὁρόσημο τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου: Ὅλοι μαζὶ οἱ Ἕλληνες. Ὁ ἕνας κοντά, πολὺ κοντὰ στὸν ἄλλο, τὸ ἕνα χέρι στ’ ἄλλο χέρι κι ἡ μία καρδιὰ πλάι στὴν ἄλλη καρδιά». (Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πανηγυρικοὶ λόγοι ἀκαδημαϊκῶν, 28η Ὀκτ 1940», ἐπιμέλεια Π. Χάρης, σελ. 482-483. Ὁμιλητής, τὸ 1969, εἶναι ὁ Πέτρος Χάρης).
.             Ποῦ πῆγε αὐτὴ ἡ Ἑλλάδα; Πῶς θὰ ξαναβροῦμε καὶ σήμερα ἐκείνη τὴν εὐλογημένη ὁμοψυχία καὶ ἀλληλεγγύη; Τὸν μεγάλο πατριωτισμό, τὴν σιδερένια θέληση γιὰ ἀντίσταση στοὺς ποικιλώνυμους ἐχθρούς, τὸ μακρυγιάννειο «ὅλοι μαζὶ οἱ Ἕλληνες»; Μήπως πόλεμο δὲν ζοῦμε καὶ τώρα; Ἐξ ἀνατολῶν δὲν βρυχᾶται νυχθημερὸν τὸ λυσσαμένο ἀγαρηνὸ σκυλί, ἀπειλώντας ἀπροκάλυπτα ὅ,τι ἑλληνικὸ «ἀκουμπάει» τὸ κράτος του; Γιατί ξεχνοῦμε, ὅτι εἶναι κράτος-ὕαινα, ποὺ φροντίζει τακτικὰ νὰ καταγράφει στὸ ποινικό του μητρῶο –ὅπως προεῖπα– καινούργια ἐγκλήματα; Στέναζε ὁ λαός μας, πέθαινε ἀπὸ τὴν πείνα τὸ 1942 καὶ οἱ Σαρακηνοὶ Τοῦρκοι ψήφιζαν τὸν ἔκτακτο φόρο περιουσίας, τὸ διαβόητο «βαρλὶκ βεργκισί», μὲ τὸν ὁποῖο ἁρπάχτηκαν ὅσες περιουσίες εἶχαν ἀπομείνει στοὺς Ἕλληνες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.
.           Ὁ κίνδυνος εἶναι δίπλα μας. Ἐθελοτυφλοῦν ὅσοι δὲν τὸν βλέπουν. Κάτι πρέπει νὰ γίνει, δὲν μπορεῖ ἕνας ὁλόκληρος λαὸς νὰ παρακολουθεῖ ἀποχαυνωμένος τὴν ὑποδούλωσή του. Τινάξαμε κάποτε τὴν δουλεία 400-500 ἐτῶν, πότε ἐπιτέλους θὰ ἀποτινάξουμε καὶ τὴν δουλεία τῆς καταστροφικῆς παιδείας μας;
.           «Κάποτε», γράφει τὸ 1959 ὁ Στρατὴς Μυριβήλης, «μία μέρα συζητοῦσαν δύο ἁπλοὶ ἄνθρωποι –δύο ψαράδες ἦταν– γιὰ τὴν πίεση ποὺ ἀσκοῦν οἱ μεγάλες δεξιὲς καὶ οἱ ἀριστερὲς δυνάμεις πάνω στὴν πολιτικὴ ζωὴ τοῦ τόπου γιὰ τὰ συμφέροντά τους, ὁ ἕνας ξεστόμισε μία φράση ποὺ μὲ ξάφνιασε. Εἶπε ὀργισμένος:
-Ἂν μᾶς πιάσει καμμία μέρα τὸ ἑλληνικό μας…
Αὐτὸ τὸ ἑλληνικό μας ἂς φροντίσει τὸ κράτος νὰ καλλιεργήσει συστηματικά, ἐντατικά, στὴν ψυχὴ τῆς νέας γενιᾶς, γιατί αὐτὸ εἶναι ποὺ φοβοῦνται οἱ ἐχθροὶ τῆς φυλῆς καὶ αὐτὸ βάλθηκαν νὰ ὑπονομεύσουν μὲ χίλιους τρόπους» (περιοδικὸ «Γνώσεις», τ. 14, σελ. 4, 1959).
.           Τὸ κράτος δὲν μπορεῖ καὶ δὲν θέλει νὰ καλλιεργήσει «τὸ ἑλληνικό μας» γιατί οὔτε κράτος εἶναι οὔτε ἑλληνικό. Τὸ κυβερνοῦν ἐδῶ καὶ δεκαετίες πειθήνια ἐνεργούμενα, ὑποτελεῖς μετριότητες. Ὅλα τὰ τραγικὰ καὶ ἀποτρόπαια ποὺ συμβαίνουν σήμερα στὸν τόπο μας, ἡ γενικὴ ἀποσάθρωση, ἀποτελοῦν τὸ ὕστατο στάδιο ἑνὸς ἐκφυλιστικοῦ φαινομένου, ρήξη κακοφορμισμένου ἀποστήματος, τὸ ὁποῖο ἐξέθρεψε ἡ κομματοκρατία.
.           Ἐρωτῶ καὶ πάλι: Πότε θὰ μᾶς πιάσει τὸ ἑλληνικό μας, σ’ ὅσους τουλάχιστον παραμένουμε Ἕλληνες; Δὲν κατανοοῦμε, ὅτι ἐνεδρεύει ἢ παραμονεύει ὁ κίνδυνος νὰ εἴμαστε οἱ τελευταῖοι Ἕλληνες πάνω σ’ αὐτὸ τὸ γαλάζιο ἀκρωτήρι τῆς Μεσογείου;
.           Στὸ σπουδαῖο κείμενο, ποὺ παρέθεσα τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ Πέτρου Χάρη, ὁ περήφανος γέροντας, πραγματικὸς ἄρχοντας καὶ ὄχι σκύβαλο δανειοσυντήρητο, ὅπως πολλοὶ τωρινοὶ «ἄρχοντες», γονάτισε ἐνώπιον τοῦ πληγωμένου πολεμιστῆ.
Ὁ πληγωμένος μαχητὴς εἶναι ἡ Ἑλλάδα, ἡ μάνα μας, ποὺ τώρα μᾶς χρειάζεται νὰ παρηγορήσουμε τὶς πληγές της, νὰ δέσουμε τὰ τραύματά της.
.           Ὅταν τὸν Κολοκοτρώνη τὸν ἐλευθέρωσαν ἀπὸ τὸ μοναστήρι τῆς Ὕδρας, ὅπου τὸν εἶχε φυλακισμένο ἡ «κυβέρνησις», γιὰ νὰ πολεμήσει τὸν Ἰμπραὴμ μὲ τοὺς ἀραπάδες του, μιλώντας ὁ μεγαλοπρεπὴς Γέρος τοῦ Ἔθνους μας, εἶπε: «Πρὶν ἔβγω στὸ Ἀνάπλι ἔριξα στὴ θάλασσα τὰ πικρά, τὰ περασμένα. Κάνετε κι ἐσεῖς τὸ ἴδιο! Στὸ δρόμο, ποὺ περνούσαμε νὰ ᾽ρθοῦμε στὴν ἐκκλησία, εἶδα νὰ σκάβουν κάτι ἄνθρωποι. Ρώτησα καὶ μοῦ ᾽πανε πὼς γιὰ νὰ βροῦνε κρυμμένο θησαυρό. Ἐκεῖ, στὸ λάκκο μέσα, ρίχτε καὶ ἐσεῖς τὰ μίση τὰ δικά σας. Ἔτσι θὰ βρεθῆ κι ὁ κρυμμένος θησαυρός». Ἀδελφοί, ἂς ἀκούσουμε τὸν λόγο τοῦ Κολοκοτρώνη. Καὶ σήμερα «Μπραΐμης» μᾶς ἀπειλεῖ. Μείναμε λίγοι.Ὅλοι μας, ἂς πετάξουμε στὴν θάλασσα τὰ πικρά, τὰ μίση. Ὁ κρυμμένος θησαυρὸς τοῦ Γένους μας εἶναι ἡ ὁμόνοια, ἡ ὁμοψυχία…

,

Σχολιάστε

ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΑΘΟΛΟΓΙΑΣ (Δ. Νατσιός-π. Ν. Λουδοβίκος)

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΓΡΑΦΤΟ ΕΛΕΓΕ ΠΩΣ ΘΑ ΕΝΩΘΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΓΙΑΤΙ ΕΛΛΑΣ ΘΑ ΠΕΙ… “ΕΛΑ”! «Πῶς ζήσαμεν, ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει». (Δ. Νατσιός)

Τὸ γραφτὸ ἔλεγε πὼς θὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὴν Ἑλλάδα,
γιατί Ἑλλὰς θὰ πεῖ…ἔλα

Γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.           Πλησιάζει ἡ ἐθνικὴ ἐπέτειος, τὸ ἀθάνατο Εἰκοσιένα. Οἱ ἀπόγονοι τῶν γενοκτόνων μας Τούρκων, ὀνειροφαντάζονται μεγαλεῖα. Καλὸ εἶναι νὰ θυμόμαστε τὰ πάθη τῶν προγόνων μας, γιὰ νὰ ξέρουμε μὲ ποιοὺς γειτονεύουμε καὶ γιατί οἱ ἡρωικοὶ ραγιάδες τραγουδοῦσαν τὸ ἑξῆς… ρατσιστικό, ὅπως θὰ ἔλεγε ἕνας ὑμνητὴς τοῦ πολύχρωμου-παρδαλοῦ σχολείου:  «Τοῦρκος μὴ μείνει στὸ Μοριά, μηδὲ στὸν κόσμο ὅλο».
.           Ἔχω στὴν βιβλιοθήκη μου ἕνα πολὺ παλιὸ περιοδικὸ μὲ τίτλο «ΓΝΩΣΕΙΣ». Τὸ τρίτο τεῦχος τοῦ εἶναι ἀφιερωμένο στὴν Ἐπανάσταση τοῦ ’21. Γράφουν σ’ αὐτὸ πνευματικὰ ἀναστήματα ὅπως οἱ: Κόντογλου, Καραντώνης, Περάνθης,  Χάρης, Λάπας, Ἀγγελομάτης, Μυριβήλης καὶ ἄλλοι σημαντικοί. Ξεσηκώνω ἀπὸ τὸ ἀφιέρωμα ἕνα κείμενο τοῦ Σταύρου Μάνεση, συντάκτη, τότε, τοῦ «Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν». (Τοῦ ὁποίου, ἡ συγγραφή, δὲν ἔχει ἀκόμη ἐπιτευχθεῖ. Στὴν Ἑλλάδα τὰ πράγματα πηγαίνουν «σπρωχνόμενα», ἔλεγε χαρακτηριστικὰ ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ Κολοκοτρώνη, Φωτάκος). Ὁ τίτλος τοῦ ἄρθρου εἶναι «Μακεδονικὲς Ἡμέρες». Ὁ συγγραφέας γύριζε τότε τὴν Μακεδονία μὲ σκοπὸ νὰ διασώσει λέξεις, τοπικὰ ἰδιώματα, ὥστε νὰ πλουτίσει μ’ αὐτὲς τὸ Λεξικό. Ὅπως γράφει: «Τὰ καλοκαίρια τοῦ 1952, ’52, ’53 καὶ ’55 εἶχα τὴν ἐξαιρετικὴ τύχη καὶ τιμὴ νὰ μοῦ ἀνατεθεῖ ἀπὸ ἕνα σωματεῖο μὲ λαμπρὴ ἐπιστημονικὴ δράση, τὴν ἐν Ἀθήναις Γλωσσικὴν Ἑταιρείαν, ἡ μελέτη τοῦ γλωσσικοῦ ἰδιώματος τῆς περιοχῆς Γράμμου, μὲ ἐπιτόπιο μετάβασή μου. Μὲ βασικὸ μεταφορικὸ μέσο τὸ μουλάρι, γύρισα πενήντα χωριά, κωμοπόλεις καὶ πόλεις τοῦ δυτικοῦ μέρους τῶν νομῶν Καστοριᾶς καὶ Κοζάνης σκαρφαλωμένα πάνω στὶς κορφὲς καὶ τὶς πλαγιὲς τοῦ Γράμμου καὶ τῆς Πίνδου. Ἔτσι, εἶχα τὴν εὐκαιρία καὶ τὴν ἄνεση νὰ γνωρίσω τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴ ζωή τους μὲ τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες, τὶς ἀγωνίες καὶ τὶς ἐλπίδες τους».
.           Σεργιανάει τὰ χωριὰ ὁ γλωσσολόγος καὶ συζητᾶ κυρίως μὲ ὑπερήλικους ἀνθρώπους, ποὺ εἶχαν ζήσει τὴν Τουρκοκρατία στὰ μέρη ἐκεῖνα. (Μόλις 40 χρόνια εἶχαν περάσει ἀπὸ τὸ 1912-13, ποὺ ὁ στρατός μας ἀπελευθέρωσε τὴν Μακεδονία). Οἱ μαρτυρίες (καὶ τὰ μαρτύρια) τῶν γερόντων Μακεδόνων εἶναι ἐξαιρετικὰ ἀποκαλυπτικές.
.           Διαβάζω: «Ὁ σεβασμὸς στὴν Ἐκκλησία ἔχει παλαιὰ παράδοση σ’ αὐτοὺς τοὺς τόπους κι εἶναι σὰν μία πράξη εὐγνωμοσύνης γιὰ τὴν συμπαράστασή τους στὸν ἀγώνα. “Ἐδῶ διάβασα”, μοῦ δήλωσε μὲ περηφάνια ὁ ὀγδοντάρης πρόεδρος τοῦ χωριοῦ Ἁγιὰ – Σωτήρα, Δημήτρης Ζηκόπουλος, δείχνοντάς μου τὸν νάρθηκα τῆς Ἁγιὰ – Παρασκευῆς, μίας ἐκκλησιᾶς διακοσίων χρόνων, θέλοντας νὰ μοῦ πεῖ ὅτι ἐκεῖ ἔμαθε τὰ γράμματα ποὺ ξέρει. Καὶ συνέχισε: “Οἱ Τοῦρκοι δὲν μᾶς ἄφηναν νὰ μαθαίνωμε γράμματα κι ἐρχόμασταν σὲ τοῦτο τὸ κρυφὸ σχολειό. Τὸ μόνο ποὺ δὲν τοὺς πολυένοιαζε ἦταν νὰ διαβάζωμε τὸ χτωήχι καὶ τὸ ψαλτήρι, γιὰ νὰ μὴν παίρνουν τὰ μυαλά μας ἀέρα μὲ τ’ ἄλλα διαβάσματα. Θυμᾶμαι μὲ τί χαρὰ καὶ μὲ τί τρομάρα οἰκονόμησε τῷ καιρῶ ἐκείνῳ ὁ παππούλης ποὺ μᾶς διάβαζε –ἅγιο τὸ χῶμα ποὺ τὸν σκεπάζει– μία Ἰλιάδα τοῦ Ὁμήρου. Σὰν τελειώναμε τὴν ἀνάγνωση, τὴν παράχωνε κάτω ἀπὸ τὴν πλάκα ποὺ βλέπεις ἐδωγιά».
.           Νομίζω ὅτι τὸ κείμενο, ἡ διήγηση τοῦ ὀγδοντάρη γεροπροέδρου, εἶναι ἀπὸ τὶς λίγες μαρτυρίες, ποὺ ἀποδεικνύουν τὴν ὕπαρξη αὐτοῦ ποὺ ἀρνεῖται ἡ ἀφελληνισμένη διανόησις καὶ τὰ ἀπολειφάδια τῆς ἱστοριογραφικῆς τσαρλατανιᾶς ποὺ λυμαίνονται τὰ πανεπιστήμια: τὸ Κρυφὸ Σχολειό.
.           Ἕτερη διήγηση, ἡλικιωμένου ἀγροφύλακα ἀπὸ τὸ χωριὸ Νόστιμο. Ἐξιστορεῖ ἐπιγραμματικὰ τὴ ζωὴ τῆς σκλαβιᾶς, τὴν «θαυμαστὴ τάξη», ὅπως ἔλεγε ἡ “συνωστισμένη”, τῆς Τουρκοκρατίας: «Τί τρόμους καὶ τί καρδιοχτύπια περάσαμε μὲ τοὺς Τούρκους καὶ τοὺς Ἀρβανιτάδες, ποὺ διαφέντευαν τὰ μέρη ἐτοῦτα κάναν καιρό. Οἱ πρῶτοι μὲ τὸ χαράτσι καὶ τὸ γιαταγάνι τους, οἱ δεύτεροι μὲ τὰ κούρσα καὶ τὸ πλιάτσικο. Ἀνέβαινε ὁ Ἀγάς, κατέβαινε ὁ λιάπης ἀπ’ τὰ βουνά του, ἔμπαιναν στὰ σπίτια μας:
– Βάλε μου νὰ φάω, γκιαούρ!
.           Τί νὰ κάνεις, τοῦ ᾽ψηνες ὅ,τι καλύτερο εἶχες, γιὰ νὰ τὸν μαλακώσεις: καμμιὰ κότα, αὐγά· ἔσφαζες κανένα ἀρνί, τοῦ ᾽δινες παχὺ τυρί, τοῦ ᾽φτιανες καὶ τὴν καλύτερη πίτα στὴ γάστρα νὰ περιδρομιάσει. Δῶσε μου κι ἄσπρα (= χρήματα) γιὰ τὸν κόπο πού ᾽καμα νά ᾽ρθω στὸ ρημάδι σου καὶ γιὰ τὰ δόντια μου ποὺ χάλασα μὲ τὰ παλιόφαγά σου, μούγκριζε στὸ τέλος μουδιασμένος ἀπὸ τὸ φαΐ ὁ ληστής. Μποροῦσες νὰ τοῦ πεῖς ὄχι; Τοῦ ᾽δινες κι ἄσπρα… Τί νὰ πρωτοθυμηθεῖς! Ἂν τὸν ἀπαντοῦσες στὸ δρόμο, ἔπρεπε νὰ τοῦ κάνεις μετάνοια τοῦ Τούρκου, νὰ κατέβης ἀπ’ τὸ ζῶο ν’ ἀνέβη αὐτός. Τὰ ροῦχα σου νὰ μὴν εἶναι καινούργια καὶ τὸ φέσι σου νά ᾽ναι τρύπιο καὶ πλαγιαστό. Ἂν τό ᾽βλεπε ὀρθό, σήκωσες κεφάλι, Γιουνάν, σοῦ ᾽λεγε, καὶ στὸ ἔκοβε! Οἱ κοπέλες ἔβαζαν τὰ πιὸ παλιά τους φουστάνια καὶ κουκουλώνονταν καὶ καταχώνουνταν νὰ μὴν τὶς δεῖ τὸ μάτι τὸ πόρνο… πῶς ζήσαμεν ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει, ὥσπου νάρθει τὸ ἑλληνικό».
.           (Ἀναφέρει ἡ Πηνελόπη Δέλτα στὰ «Μυστικὰ τοῦ Βάλτου» πὼς ὅταν ὁ ἥρωας καπετὰν Ἄγρας πῆγε σὲ τουρκοσκλαβωμένο χωριὸ τῆς Μακεδονίας, οἱ κάτοικοι τὸν ἐκλιπαροῦσαν νὰ μὴν βαδίζει καμαρωτός, γιατί θὰ προδοθεῖ ἀπὸ τὴν περπατησιά του. Ἔπρεπε νὰ βαδίζει σκυφτός).
.           Παρενθέτω στὸ σημεῖο αὐτὸ καὶ μία ἄλλη μαρτυρία, ποὺ περιγράφει τὰ ἀνήκουστα δεινὰ ποὺ βίωσε ὁ λαός μας κατὰ τὴν περίοδο τῆς αἰχμαλωσίας στοὺς Ἀγαρηνούς. Περιέχεται στὸ βιβλίο «τὸ Εἰκοσιένα», ἔκδοση τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν. Στὸ βιβλίο καταγράφονται οἱ πανηγυρικοὶ λόγοι τῶν Ἀκαδημαϊκῶν. Τὸν Μάρτιο τοῦ 1967, ὁμιλητὴς εἶναι ὁ Σπ. Μαρινάτος. Παραθέτει ἄδεια ταφῆς χριστιανοῦ, τὴν ὁποία ἔδιναν οἱ Τοῦρκοι: «Σὺ ὁ παπάς, τοῦ ὁποίου τὸ μὲν ἔνδυμα εἶναι μαῦρον ὡς πίσσα, τὸ δὲ πρόσωπον ὡς τοῦ σατανᾶ, σὺ ὁ ἱερεὺς τῶν μιαρῶν, σὺ ὁ ἕλκων τὴν καταγωγὴν ἀπὸ τὸν ἄπιστον Ἰησοῦν, διατάσσεσαι: Τὸν εἰς τὸ ἔθνος σου ἀνήκοντα ἄπιστον Γρηγόριον, ὁ ὁποῖος ἐψόφησε σήμερον, ἂν καὶ τὴν μὲν ψυχήν του παρέδωκεν εἰς τὸν σατανᾶν, τὸ δὲ βρωμερὸν πτῶμα του δὲν τὸ δέχεται τὸ χῶμα, ἔξω καὶ μακράν τῆς πόλεως ἀνοίξατε λάκκον καὶ διὰ λακτισμάτων ρίψατε αὐτὸν ἐντὸς τούτου». (σελ. 774).
.           Τὸ κείμενο ἀποτελεῖ μνημεῖο καὶ ἀδιαφιλονίκητη ἀπόδειξη τῆς ἁρμονικῆς, ἕως ἔρωτος, συνοίκησης σκλάβων καὶ δυναστῶν. Ἀκόμη καὶ οἱ νεκροὶ διαπομπεύονταν.  Ἐπανέρχομαι στὰ ἱερὰ χώματα τῆς Μακεδονίας, στὴν ὁποία, πρὶν αὐτοεφευρηθοῦν οἱ Σκοπιανοί, δοκίμασαν οἱ Ἕλληνες τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ. Γράφει ὁ Φιλήμων στὸ «Δοκίμιον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως».
.           «Ὅπου ἡ βαρβαρότης τῶν Τούρκων ἦτο παχυτέρα, ἐκεῖ ἡ κατὰ τῶν χριστιανῶν τυραννία ἦτο τραχυτέρα. Τοιοῦτοι ἦσαν οἱ χονδροὶ καὶ ἡμιάγριοι Τοῦρκοι τῆς Μακεδονίας. Ἐνώπιον δὲ αὐτῶν καὶ αὐτοὶ ἔτι οἱ Τοῦρκοι τῆς Κρήτης, οἱ τόσον διαβόητοι ἐπὶ φυσικῇ κακουργίᾳ καὶ κακεντρεχείᾳ, ἐθεωροῦντο ἐξηυγενισμένοι…Οὕτω τὰ παθήματα τῶν Ἑλλήνων τῆς Μακεδονίας καταντῶσιν ἀπερίγραπτα καὶ δύσληπτα, ὡς ὑπερβαίνοντα πᾶσαν ἀνθρωπίνην κακίαν καὶ πᾶσαν ὑπομονὴν ἀνθρώπου. Ἐν τῷ τόπῳ αὐτῷ αἱ πολυειδεῖς καταδυναστεύσεις καὶ αἱ ἀτελεύτητοι ἀπαιτήσεις, αἱ αὐθαίρετοι ἰδιοποιήσεις τῶν κτημάτων, οἱ φόνοι καὶ ἐπὶ πᾶσιν αἱ ἁρπαγαὶ καὶ αἱ βίαι ἀπαγωγαὶ νεανίδων καὶ νέων, ὑπερεῖχον ἀπολύτως». (τόμ. 3, σελ. 144).
.           Καὶ κλείνω μὲ τὸν ἐπίλογο τοῦ κειμένου τοῦ Στ. Μάνεση, ποὺ ἴσως, συνεχίζει τὸ κείμενο τοῦ Φιλήμονα: «Πόσο ἀκλόνητη ἦταν ἡ πεποίθηση τῶν Μακεδόνων πὼς κάποια μέρα θά ᾽ρθει τὸ ἑλληνικό, φαίνεται κι ἀπὸ τὴν ἀφελῆ διαβεβαίωση ἑνὸς γέρου ἑκατοχρονίτη, τοῦ Δημήτρη Σιμόπουλου, ἀπὸ τὸ Τσοτύλι: «Δὲν μπορούσαμεν, μοῦ εἶπε, νὰ ζήσωμε σκλάβοι σὲ ξένα χέρια ἀπ’ ἄπειρον· τὸ γραφτὸ ἔλεγε πὼς θὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὴν Ἑλλάδα, γιατί Ἑλλὰς θὰ πεῖ…ἔλα».
.           Δὲν βρῆκα ὡραιότερη ἐτυμολογικὴ ἑρμηνεία τοῦ ἐθνικοῦ μας ὀνόματος…

 

, ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΦΑΣΟΥΛΗΔΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ, ΟΙ ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΙ ΠΙΘΗΚΟΙ καὶ ΤΑ ΤΙΜΑΛΦΗ (Δημ. Νατσιός)

Tὰ τιμαλφῆ τοῦ Γένους

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός

«Εἴμαστε ἀπὸ καλὴ γενιὰ»
Ἐλύτης

.           Ὁ Καποδίστριας «δύο χρόνια κοντὰ μᾶς κυβέρνησε ἀγγελικά. Καὶ μᾶς γύμναζε καὶ στὴν οἰκονομίαν. Ὅτι καὶ ὁ Κυβερνήτης μας μίαν κότα ἔτρωγε τέσσερις ἡμέρες» (Μακρυγιάννης, «Ἀπομνημονεύματα»).
.           «Πολιτεία τροφὴ ἀνθρώπων ἐστίν, καλὴ μὲν ἀγαθῶν, ἢ δὲ ἐναντία κακῶν». Ἡ πολιτεία, εἶναι ἀνατροφή, διαπαιδαγώγηση ἀνθρώπων. Ἡ καλὴ πολιτεία, τὸ καλὸ πολίτευμα, κάνει τοὺς πολίτες ἀγαθούς, τὸ κακὸ πολίτευμα καὶ τὸ κακὸ κράτος, ἐκφαυλίζει τοὺς πολίτες (Πλάτωνας). «Ὁ γὰρ ἀληθῶς ἄρχων οὐκ ἐκ τῶν ἔξωθεν συμβόλων γνωρίζεται, οἷον πορφύρας, χλανίδος καὶ διαδήματος, ἀλλ᾽ ἐκ τοῦ ἔχειν τὴν ἀρχικὴ ἀρετήν». Ὁ ἀληθινός, ὁ σωστὸς ἡγέτης δὲν ξεχωρίζει ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ μεγαλεῖα (πολυτελεῖς καὶ ἀπαστράπτουσες λιμουζίνες, παρατρεχάμενοι καὶ λοιποὶ ζητωκραυγαστές), ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ἀρετή. (Μέγας Βασίλειος, «Περὶ ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας», Λόγος ΙΕ´, ΒΕΠΕΣ, τ. 57, σελ. 290).
.           «Ἡ γενεαλογία τῆς πολιτικῆς εἶναι συνεχὴς καὶ γνήσια κατὰ τοὺς προγόνους. Ἡ ἀργία ἐγέννησε τὴν πενίαν. Ἡ πενία ἔτεκε τὴν πείναν. Ἡ πείνα τὴν αὐθαιρεσίαν. Ἡ αὐθαιρεσία ἐγέννησε τὴν ληστείαν. Ἡ ληστεία ἐγέννησε τὴν πολιτικήν. Ἰδοὺ ἡ αὐθεντικὴ καταγωγὴ τοῦ τέρατος τούτου. Τότε καὶ τώρα, πάντοτε ἡ αὐτή. Τότε διὰ τῆς βίας, τώρα διὰ τοῦ δόλου καὶ διὰ τῆς βίας… Πάντοτε ἀμετάβλητοι, οἱ σχοινοβάται οὗτοι, οἱ Ἀθίγγανοι, οἱ γελωτοποιοὶ οὗτοι πίθηκοι (καλῶ δ᾽ οὕτω τοὺς λεγομένους πολιτικούς). (Α. Παπαδιαμάντης, «Οἱ ἔμποροι τῶν ἐθνῶν»).
.           «Ἔσκαψα» τὰ χρυσοφόρα κοιτάσματα, τὰ τιμαλφῆ τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου, στὴν διαχρονική του διάσταση, καὶ βρῆκα τὰ παραπάνω τέσσερα λαμπρὰ σπαράγματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται στὸν πολιτικὸ βίο καὶ στὸν βίο τῶν πολιτικῶν. Στὸ πρῶτο κείμενο ὁ Μακρυγιάννης ὑμνεῖ τὴν ὀλιγοδεΐα, τὸν ἀσκητικὸ τρόπο ζωῆς τοῦ Καποδίστρια. Τὸν παρουσιάζει ὡς παράδειγμα πρὸς μίμηση. Δίδασκε ὁ Κυβερνήτης τὴν «οἰκονομίαν» ὄχι μὲ λόγια παχιὰ καὶ φαρισαϊκὲς παροτρύνσεις γιὰ «λιτότητα», ἀλλά, μὲ τὸ παράδειγμά του. Ὁ Ν. Δραγούμης στὶς «Ἱστορικὲς Ἀναμνήσεις» διασώζει τὸ ἑξῆς εὔθυμο ἐπεισόδιο. Συνήθιζε ὁ Κυβερνήτης νὰ κάνει συχνὰ περιοδεῖες, γιὰ νὰ εἶναι κοντὰ στὸ λαὸ καὶ στὰ προβλήματά του. Σὲ μία ἀπ’αὐτὲς τὸν συνόδευε καὶ ὁ Κολοκοτρώνης.
.           Προπορευόταν ἕνας ταχυδρόμος, καβάλα σ’ ἕνα περήφανο ἄλογο, ντυμένος μὲ τὴ χρυσοστόλιστη στολὴ ποὺ φοροῦσαν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ κράτους. Ὁ Καποδίστριας πιὸ πίσω, ἁπλός, μὲ φτωχικὰ ροῦχα, καθόταν πάνω σ’ ἕνα ἄλογο, τὸ ὁποῖο ἔμοιαζε περισσότερο μὲ τὸ γαϊδουράκι ποὺ μετέφερε τὸν Χριστὸ στὰ Ἱεροσόλυμα. Οἱ ἁγνοὶ Ἕλληνες, ἀκούγοντας ὅτι ἔρχεται ὁ Κυβερνήτης, ἔσπευδαν νὰ τὸν προϋπαντήσουν μὲ δάκρυα στὰ μάτια, ἔκαναν τὸν σταυρό τους, ἔκαιγαν λιβάνι καὶ δόξαζαν τὸν Θεὸ ποὺ τοὺς ἔσωσε ἀπὸ τὴν δουλεία. Ὅμως ἀντὶ τὸν Κυβερνήτη, χαιρετοῦσαν τὸν κορδωμένο ταχυδρόμο. Ὁ Κολοκοτρώνης, βλέποντας τί γίνεται, λέει στὸν Καποδίστρια.
-Ἐξοχώτατε, πρέπει ὁ κόσμος νὰ γνωρίσει τὸν Κυβερνήτη του.
-Καὶ τί θέλεις νὰ κάμω; Ρωτᾶ ἐκεῖνος μὲ ἀπορία.
-Νὰ φορέσει ἡ ἐξοχότητά σου τὴν ἐπίσημο στολή, ἀπαντᾶ ὁ Γέρος.
Ξεπέζεψε ὁ Κυβερνήτης πιὸ κάτω καὶ φόρεσε τὴν ἐπίσημο στολή. Ἦταν καὶ αὐτὴ τὸ ἴδιο ἁπλὴ καὶ φτωχική. (Τὸ κείμενο περιεχόταν καὶ στὸ παλιὸ βιβλίο ἱστορίας τῆς Ϛ´Δημοτικοῦ – πρὸ τοῦ 2006. Κόπηκε. Γιατί; Προφανῶς, τέτοια κείμενα ἐλέγχουν τὰ τωρινὰ φιλάργυρα ναυάγια τοῦ κομματισμοῦ καὶ εἶναι «ἐπικίνδυνα» γιὰ τοὺς νέους. Ἴσως προβοῦν σὲ συγκρίσεις ἀνεπίτρεπτες…).
.           Αὐτὸς ἦταν ὁ Καποδίστριας. Ἐν τῇ ἁπλότητι ἡ μεγαλοπρέπεια, πράγμα ἀδύνατο γιὰ τοὺς τωρινούς, τοὺς παραφουσκωμένους ἀπὸ ἔπαρση καὶ ἐντυπωσιοθηρία. «Τοὺς νοσοῦντας ἐξ ἐλαφρότητος καὶ ρεκλαμομανίας», καταπῶς γράφει ὁ Παπαδιαμάντης. Ὁ Καποδίστριας εἶναι αὐτὸς ποὺ μὲ θαυμαστὴ διαύγεια καὶ προόραση ἔλεγε ὅτι «ἂν ἡ παροῦσα γενεὰ δὲν ἐνδυναμωθεῖ ἀπὸ ἀνθρώπους μορφωμένους ἐν καλῇ διδασκαλίᾳ καὶ μάλιστα πρὸς τὸν κανόνα τῆς ἁγίας ἡμῶν πίστεως καὶ τῶν ἠθῶν μας, θὰ εἶναι δυσοίωνο τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ διακυβέρνησή της ἀδύνατη». (Ἰω. Τσάγκα, «Ἡ Ὀρθόδοξη ἀγωγὴ στὸ ἔργο τοῦ Καποδίστρια», ἔκδ. Κυριακίδη, σελ. 174).
.           Στὸ δεύτερο παράθεμα ὁ μέγας «πολιτικὸς ἀναλυτής», ὁ Πλάτων, μᾶς λέει τὴν αὐτονόητη ἀλήθεια. «Τὸ τῆς πόλεως ἦθος ὁμοιοῦται τοῖς ἄρχουσι». Ὅταν οἱ «ἄρχοντες» κυλιοῦνται στὸ βόρβορο καὶ τὴ διαφθορά, ἡ πόλις, ἡ κοινωνία, φθείρεται καὶ διαφθείρεται. Τὰ τελευταῖα χρόνια (τὰ μεταπολιτευτικὰ) ἡ κεφαλὴ (οἱ ἄρχοντες) καλλιέργησε τὰ ἐλαττώματα τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι τὶς ἀρετές του. Αὐτὸ ποὺ ἐπλήγη καίρια εἶναι τὸ βαθύτερο ἦθος τοῦ λαοῦ μας ποὺ λέγεται φιλότιμο. Ὁ λαὸς φιλοτιμεῖται, ὅταν ὑπάρχει τὸ πρότυπο. Ἔτρωγε ὁ Κυβερνήτης μία κότα στὶς τέσσερις μέρες, τὸ ἄκουγε ὁ λαός, καὶ φιλοτιμοῦνταν. Ὑπέμεινε ἀγόγγυστα καὶ μὲ καρτερία τὶς θυσίες. Τὸ μάτι τῶν σημερινῶν γυαλίζει ἀπὸ τὴν ἀπληστία καὶ τὴν δοξομανία.
.           Στὸ τρίτο κείμενο ὁ ταπεινὸς γέροντας τῆς Καισαρείας στηλιτεύει τὴν μεγαλομανία, τὴν ξιπασιὰ καὶ τὴν οἴηση τῶν ἀρχόντων. Κυρίως οἱ μεγάλες ἐθνικὲς καὶ θρησκευτικὲς ἑορτὲς εὐτελίζονται ἀπὸ τὴν κούφια ἐξουσία ποὺ χρησιμοποιεῖ ἀναιδῶς τὸ περίλαμπρο τελετουργικὸ καὶ τὴ φανταχτερὴ σκηνογραφία ὡς διαφημιστικὸ πλαίσιο τῆς μεγαλομανίας της. Λιμουζίνες, τάπητες, ἀγήματα, φιλαρμονικὲς ποὺ παιανίζουν ἔξω ἀπὸ τὸ ναό. Γελοιοποίηση ἱερῶν καὶ ὁσίων, ἐνῶ τὸ μόνο ποὺ πρέπει νὰ ἀκούγεται εἶναι ἡ ἀρετή τους. Ὁ Καποδίστριας δολοφονήθηκε στὶς ἑπτὰ τὸ πρωί, ἔξω ἀπὸ τὸν ναό. Οἱ τωρινοὶ ἔρχονται ἐν θριάμβῳ στὸ τέλος, στὴν δοξολογία.
.           Προφανῶς νομίζουν ὅτι ψάλλεται πρὸς τιμήν τους… (Καὶ σὲ λοιπὲς κοσμικὲς ἐκδηλώσεις ἔρχονται συνήθως καθυστερημένοι, ὄχι γιατί πνίγονται στὴ δουλειά, ἀλλὰ ἀπὸ ἐπιδειξιομανία. Ἡ ἐκδήλωση θὰ σταματήσει, θὰ διατυμπανιστεῖ ὁ ἐρχομός του, καὶ ὁ πτωχοαλαζὼν θὰ καθήσει στὰ μπροστινὰ ἕδρανα, ἱκανοποιημένος γιατί δὲν πέρασε ἀπαρατήρητος. Εἶναι γνωστοὶ αὐτοὶ οἱ φανφαρονισμοὶ ἀπὸ «τοὺς φασουλῆδες τῆς πολιτικῆς», ὅπως τοὺς ὀνόμαζε ὁ Παλαμᾶς.
.           Στὸ τέταρτο κείμενο ὁ ὀξυδερκὴς Σκιαθίτης παραθέτει τὴν γενεαλογία τῆς πολιτικῆς. «Πάντοτε ἡ αὐτή». Γενέθλιος χῶρος ἡ πενία. Ὁ Παπαδιαμάντης βέβαια βίωνε μὲ ἀνδρείαν τὴν «ἔντιμον πενίαν» του. «Τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια». Ὁ ἀρχαῖος συγγραφέας Στοβαῖος ἔλεγε: «Δεῖ τὸν ἀγαθὸν ἄρχοντα παυόμενον τῆς ἀρχῆς, μὴ πλουσιώτερον ἀλλ’ ἐνδοξότερον γεγονέναι», ὅταν ἀποχωρεῖ ἀπὸ τὴν «ἐνεργὸ δράση» ὁ ἄρχοντας, δὲν πρέπει νὰ εἶναι πλουσιότερος ἀλλὰ ἐνδοξότερος. Οἱ σημερινοί, παυόμενοι τῆς ἀρχῆς, ἐξέρχονται πλουσιότατοι καὶ μᾶς βγάζουν κοροϊδευτικὰ τὴν γλῶσσα λέγοντας ὅτι «μαζὶ τὰ φάγαμε».

 

,

Σχολιάστε

ΜΑΘHΜΑΤΑ ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣIΑΣ (Δημ. Νατσιός)

                 Μαθήματα Πατριδογνωσίας:
«Τ᾽ Ἀντρούτσου ἡ μάνα χαίρεται, τοῦ Διάκου καμαρώνει…»

Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

«Ἄνοιξε μάνα μας γλυκειά, τὴν ἄφθαρτη καρδιά σου
κι ἀγκάλιασέ τα τὰ φτωχά, τὰ μαῦρα τὰ παιδιά σου»
(Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης)

.         Τούτη τὴν ἐποχή, ποὺ μᾶς «ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου ζάλαι» καὶ μᾶς περικύκλωσαν οἱ σάπιοι καὶ οἱ ὑπέρμαχοι τοῦ ἀφελληνισμοῦ, καταφύγιο καὶ παρηγορία εἶναι ἡ ἐθνική μας ἱστορία. Ξεφεύγεις ἀπὸ τὶς ἀναθυμιάσεις, τὰ πνιγηρὰ «κατορθώματα» τῶν ποικιλώνυμων γραικύλων.
.             Ἔχω τὸ συνήθειο, ὅταν ἐντοπίζω κάτι ὡραῖο καὶ διδακτικό, νὰ τὸ δίνω στοὺς μαθητές μου. «Κλέβω» τὰ κείμενα τῶν σπουδαίων Ἑλλήνων -«ἐπαινετὴν κλεψίαν», θὰ ἔλεγε ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης- καὶ τὰ παραδίδω στὰ «διψασμένα καὶ πεινασμένα» γιὰ τὴν ἀλήθεια, παιδιά μας. Παρένθεση: Ἂν εἴχαμε ὑπουργεῖο ἐθνικῆς, ἑλληνικῆς καὶ ὄχι νεοταξικῆς παιδείας, θὰ φροντίζαμε «νὰ πλουμίσουμε» τὴν δημοτικὴ ἐκπαίδευση μὲ δύο Ἀνθολόγια.
.           Τὸ πρῶτο θὰ τὸ τιτλοφορούσαμε «Ἐτυμολογικὸ Ἀνθολόγιο». Θὰ περιεῖχε λέξεις συχνόχρηστες τῆς νεοελληνικῆς καὶ τὴν γενέθλιο ἱστορία τους. Γιατί νὰ μὴν γνωρίζουν οἱ μαθητές μας τὴν ἐτυμολογικὴ συγγένεια τοῦ νεροῦ καὶ τοῦ νεαροῦ; ὅτι συνδέονται ὁ ἥλιος (ἅλιος) μὲ τὸ γιαλὸ καὶ τὴ θάλασσα, τὸ ἁλάτι, τὴ σαλάτα καὶ τὸ σαλάμι; Γιατί νὰ μὴν μαθαίνουν ὅτι νόστος καὶ νόστιμος σμιλεύτηκαν γιὰ πρώτη φορὰ στὶς «ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου»; Γιατί ὀνομάστηκαν σκίουρος ἢ ρινόκερως αὐτὰ τὰ ζῶα ἢ καλύτερα κτήνη, ἀφοῦ ἔχουμε κτηνίατρο; Μὲ πόση εὐλάβεια, μ’ ἀνοιχτὸ κυριολεκτικὰ στόμα, παρακολουθοῦν τὰ παιδιὰ τὴν γοητευτικότατη αὐτὴ περιήγηση στὸν προγονικὸ λόγο!!
.           Τὸ δεύτερο Ἀνθολόγιο θὰ τὸ ὀνομάτιζα «Ἀνθολόγιο Πατριδογνωσίας». Βεβαίως ἡ λέξη πατριδογνωσία εἶναι ποινικοποιημένη πρὸς τὸ παρόν. Ὅσο κυβερνοῦν οἱ «καντιποτένιοι» (Μακρυγιάννης) ἡ… πατριδοφθορία θὰ συνεχίζεται. Ἀντὶ στὰ σχολεῖα «νὰ γιομίζει ὁ μαθητὴς προκοπὴ κι ἀρετὴ» τώρα ἔχουμε τὴν τρανσφοβία καὶ τὴν ὁμοφοβία. Στὸ Ἀνθολόγιο αὐτὸ θὰ  ἐρανιζόμασταν ὅ,τι ἔνδοξο καὶ σπουδαῖο γράφτηκε ἀπὸ τοὺς μαϊστόρους τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὣς σήμερα. Ὅλες οἱ ἱερὲς «σκιὲς» τοῦ παρελθόντος, ἀπὸ τὸν Ὅμηρο, τὸν Πλάτωνα, τὸν Μέγα Βασίλειο, τὸν Φώτιο τὸν Μέγα, τὸν Ἰσαπόστολο Ἅγιο Κοσμᾶ, τὸν Μακρυγιάννη, τὸν Παπαδιαμάντη, τὸν Σεφέρη καὶ τὸν Κόντογλου, θὰ σιμώσουν τὸν νεαρὸ μαθητὴ καὶ «ἀγάλι γάλι ἀσηκώθη ἀπὸ χάμου, κι ὡσὰν νά ᾽χε τὸ φῶς του ἦλθε κοντά μου»,  ὅπως λέει ὁ Διονύσιος Σολωμὸς στὸ «Ἡ σκιὰ τοῦ Ὁμήρου».
.         Ἔλεγα, προλογικά, γιὰ τὰ κείμενα ποὺ ἐντοπίζω καὶ τὰ προσφέρω, ὡς κέρασμα, στοὺς μαθητές μου. Φέτος ποὺ διδάσκω Ϛ΄ Δημοτικοῦ, ἡ ἱστορία της εἶναι ἡ νεώτερη καὶ δὴ ἡ Ἐθνικὴ Ἐπανάσταση τοῦ ᾽21. Στὸ κεφάλαιο γιὰ τὸ Χάνι τῆς Γραβιᾶς, γιὰ νὰ κατανοήσουν καὶ νὰ θαυμάσουν οἱ μαθητές μου τὸν στρατηγὸ Ὀδυσσέα Ἀνδροῦτσο, τοὺς μοίρασα ἕνα μεγαλειῶδες περιστατικό. Τὰ παιδιὰ κατάλαβαν γιατί ἡ μορφή του κοσμεῖ τὸ εἰκονοστάσι τοῦ Γένους. Τὸ βρῆκα στὰ ἅπαντα τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητῆ Ἀριστοτέλη Βαλαωρίτη, (ἔκδ, “Μέρμηγκας”, σελ.155), τοῦ «φυλάκτορα τοῦ Γένους», ὅπως τὸν ὀνομάζει ὁ Παλαμᾶς σ’ ἕνα ποίημά του. Είναι γράμμα ποὺ ἔστειλε στὶς 31 Μαρτίου τοῦ 1860 στὸν Ἀνδρέα Λασκαράτο. Τὸ γεγονὸς τὸ χαρακτηρίζει «ἀνέγδοτο».
.             Τὸ 1822 ὁ Ὀδυσσέας πολιορκεῖ τὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν “ὅπου εὑρίσκοντο κλεισμένοι οἱ Τοῦρκοι καὶ τὴν ὑπερασπίζοντο μὲ μεγάλη καρτεροψυχία… καὶ δὲν ἦτο σπάνιον κάπου νὰ βλέπεις τὰ ἐνάντια μέρη νὰ στέκονται μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα καὶ ἄνεργα διὰ ἔλλειψιν ἀπὸ πολεμοφόδια. Κάτι παρόμοιο θὰ συνέβαινε βέβαια καὶ τὴν ἡμέρα ὅπου ἔτυχε τὸ ἀκόλουθο συμβάν”: «Ἐξύπνησαν κάποια παλληκάρια τοῦ Ὀδυσσέως, πρωὶ πρωὶ καὶ ἀπὸ τὸ πρῶτο γλυκοχάραμα ἔμειναν ἐκστατικά, βλέποντας τοὺς Τούρκους ἀνεβασμένους ἐπάνω εἰς τὸν Παρθενώνα καὶ ἐργαζόμενους μὲ μεγάλη βία νὰ χαλοῦν τὰ ὡραῖα ἐκεῖνα μνημεῖα. Τόσο παράξενη καὶ ἀκατανόητη τοὺς ἐφάνη τέτοια ἀνωφελὴς βαρβαρότης, ὁπού ἔτρεξαν ἀμέσως νὰ εἰδοποιήσουν τὸν Ὀδυσσέα. Ἀφοῦ ὁ στρατηγὸς ἐβεβαιώθηκε μὲ τὰ μάτια του, ἀπόλυσε τρία τέσσερα ἀπὸ τὰ παλληκάρια του νὰ πλησιάσουν εἰς τὴν Ἀκρόπολη καὶ νὰ ἐρωτήσουν τοὺς Τούρκους διατὶ ἔδειχναν τέτοια ἀγριότητα μὲ μάρμαρα, τὰ ὁποῖα δὲν τοὺς ἐπροξενοῦσαν καμμία βλάβη. Ἐπέταξαν μὲ μιᾶς οἱ γενναῖοι καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγη ὥρα ἔφεραν εἰς τὸ στρατηγὸ τὴν ἀπόκριση ὅτι οἱ Τοῦρκοι μὴν ἔχοντας ἄλλο μολύβι διὰ νὰ χύσουν βόλια καὶ ξανοίξαντες ὅτι μέσα εἰς ἐκεῖνα τὰ μάρμαρα εὑρίσκεται τοῦτο τὸ μέταλλο, χυμένο ἐπίτηδες διὰ νὰ δίδη δύναμη καὶ σταθερότητα, εἶχαν ἀποφασίσει νὰ προστρέξουνε εἰς ἐκεῖνο τὸ χαλασμὸ διὰ νὰ δυνηθοῦνε νὰ ἐξακολουθήσουνε τὸν πόλεμο. Τέτοια ἀπόκρισι ἐπροξένησε μεγάλη ἀπελπισία εἰς τοὺς Ἕλληνες καὶ ἀφοῦ ἐστοχάστηκαν τί νὰ πράξουν, διὰ νὰ σώσουν ἀπὸ τὸν ὄλεθρο τὰ μνημεῖα τοῦ μεγαλείου των, ὅλοι μὲ μία φωνὴ ἀποφάσισαν νὰ μηνύσουν εἰς τοὺς ἀποκλεισμένους νὰ παύσουν τὴν καταστροφὴ καὶ ἦσαν ἕτοιμοι νὰ τοὺς προμηθεύσουν ὅσο μολύβι τοὺς ἐχρειάζετο γιὰ τὴν ὑπεράσπισή τους. Οὕτω καὶ ἐγένετο. Ἔστρεξαν οἱ Τοῦρκοι, καὶ οἱ Ἕλληνες ἐξαγόρασαν μὲ τὸ αἷμα τους -δίδοντες εἰς τοὺς ἐχθροὺς βόλια διὰ νὰ τοὺς σκοτώσουν- τὰ πολύτιμα ἐκεῖνα μάρμαρα, τὰ ὁποῖα ἦσαν προωρισμένα νὰ ζήσουν διὰ νὰ ἴδουν πάλιν ἀναστημένο ὁλόγυρά τους ἐκεῖνο τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖο ἀπὸ τόσους αἰῶνας ἐφαίνετο βυθισμένο εἰς λήθαργο. Ἀξιοθαύμαστο παράδειγμα ἀρετῆς, γενναιότητος καὶ ζήλου πρὸς τὴν πατρίδα!».
.     Στὰ ἴδια «Ἅπαντα» τοῦ Ἀριστοτέλη Βαλαωρίτη, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντελῶς περιφρονημένος ἀπὸ τὰ σχολικὰ βιβλία -ἐνῶ συναντοῦμε κείμενο τοῦ ἀστρολόγου κ. Λεφάκη καὶ τὰ δαιμονικά του ζώδια στὴν Γ΄γυμνασίου- στὴν εἰσαγωγὴ γιὰ τὸ ἔξοχο, ἐπικό του ποίημα γιὰ τὸν «Ἀθανάση Διάκο», διαβάζω τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσαν νὰ ἀποτελοῦν πρόδρομο τῆς παπαδιαμαντικῆς ὁμολογίας πίστεως:  «Τὸ κατ’ ἐμὲ θέλω προσπαθήσει, ὅσον αἱ δυνάμεις μου τὸ ἐπιτρέπουσιν, εἴτε εἰσερχόμενος εἰς τὴν καλύβην τοῦ ποιμένος εἴτε διατρέχων τὰ ὄρη καὶ τὰς θαλάσσας εἴτε παρευρισκόμενος ὁπουδήποτε ἡ χαρὰ καὶ ὁ πόνος ἐκβιάζει τὴν ἐκδήλωσιν τῶν αἰσθημάτων, νὰ συλλέγω καὶ βαθμηδὸν νὰ διασώζω τὰ πολύτιμα κειμήλια τῆς δημοτικῆς γλώσσης, πεποιθὼς ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀπόρρητος σύνδεσμος ὁ δεικνύων τὴν γνησιότητα τῆς καταγωγῆς, ὁ μαρτυρῶν ὅτι ο πέλεκυς τῆς ξενοκρατίας οὐδέποτε κατέστρεψε τὴν ἑνότητα τῆς ἡμετέρας φυλῆς, θαυμασίως διασωθείσης τῇ παντοδυνάμῳ συνάρσει τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Πίστεως». (σελ. 60).
.           Ἀκοῦν οἱ ἐκκλησιομάχοι; Ἡ ἡμετέρα φυλὴ σώθηκε -μᾶς κανοναρχεῖ ὁ μεγάλος Βαλαωρίτης- τῇ παντοδυνάμῳ συνάρσει (=συνδρομή, ὑποστήριξη) τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως!!
.           Τέτοια κείμενα καὶ ποιήματα, ὁπού βροντοῦν τ᾽ ἀντρειωμένα ἅρματα, τὰ καριοφίλια τοῦ Ἀνδρούτσου καὶ εὐωδιάζουν τὰ ἄμφια, τὰ ματωμένα ράσα τοῦ Παπαφλέσσα, πρέπει νὰ δίνουμε στὰ παιδιά. Νὰ ξαναγίνουν τὰ σχολεῖα ἑλληνικά. Τὶς ὁμοφοβίες καὶ ὅλην αὐτὴν τὴν περιρρέουσα λέπρα καὶ δυσωδία ἂς τὴν χαρίσουν στὰ δικά τους παιδιά… Ἐμεῖς θέλουμε νὰ ἀκοῦν τὰ παιδιά μας «τ’ Ἀντρούτσου ἡ μάνα χαίρεται, τοῦ Διάκου καμαρώνει, γιατί ἔχουν γιοὺς ἁρματολοὺς καὶ γιοὺς καπεταναίους…».

 

 

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

 

Σχολιάστε

ΜΙΘΡΙΔΑΤΙΣΜΟΣ: Η ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ ΝΟΣΟΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ (Δ. Νατσιός)

Μιθριδατισμός:
ἡ χειρότερη νόσος τοῦ Νεοελληνισμοῦ.

γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

.             Ἄκουγα τὶς προάλλες μία συζήτηση μὲ θέμα τὶς ἐκλογές. Εἰπώθηκε ὅτι πολλοὶ βουλευτὲς δὲν τὶς θέλουν, ὄχι γιὰ ἄλλο λόγο, ἀλλὰ μόνο καὶ μόνο, γιατί θὰ χάσουν τὴν παχυλὴ ἀποζημίωσή τους. 10.000 εὐρὼ τὸ μήνα, προνόμια, ἀσυλίες, ἀτέλειες, λακέδες ποὺ τοὺς δορυφοροῦν αὐτὰ εὔκολα δὲν τὰ ἀποχωρίζεσαι. Τώρα τὰ περὶ ἐθνικῆς ἑνότητας καὶ πατρίδας ποὺ ψυχορραγεῖ… Ποιά πατρίδα; Τί εἶναι αὐτό; Τρώγεται;
.             «18 Ὀκτωβρίου 1926 καὶ περὶ ὥρα 2μ.μ., τὰ εἰς τὴν θέσιν Δεμὶρ Καπού, παρὰ τὸ ὅρος Μπέλες, εὑρισκόμενα βουλγαρικὰ στρατεύματα ἤνοιξαν πῦρ κατὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 69 ἑλληνικοῦ φυλακίου, κειμένου μεταξὺ Δεμὶρ Ἰσὰρ (Σιδηρόκαστρον) καὶ Δοϊράνης εἰς τὸν τομέα Πορροΐων. Δύο Ἕλληνες στρατιῶται ἐφονεύθησαν ἀπὸ τὰς βουλγαρικὰς σφαίρας. Ἡ δύναμις τοῦ ἑλληνικοῦ φυλακίου ἀπήντησεν εἰς τὸ βουλγαρικὸν πῦρ. Ὁ διοικητὴς ὅμως τοῦ συνοριακοῦ τμήματος λοχαγὸς Χαρ. Βασιλειάδης, σπεύσας εἰς τὸν τόπον τῆς συμπλοκῆς, διέταξε τὰς ἑλληνικὰς δυνάμεις νὰ σταματήσουν τὸ πῦρ. Ὑψώσας δὲ λευκὴν σημαίαν, κατηυθύνθη  πρὸς τὰς βουλγαρικὰς γραμμάς. Ἀλλὰ οἱ Βούλγαροι συνέχισαν τοὺς πυροβολισμοὺς καὶ τὸν ἐφόνευσαν. Ἐν συνεχείᾳ δὲ ἐπετέθησαν καὶ κατέλαβαν τὸ φυλάκιον. Ὁ Πάγκαλος μόλις ἐπληροφορήθη τὸ ἐπεισόδιον, ἔδωσεν ἐντολὴν εἰς τὸ Γ΄ Σῶμα Στρατοῦ νὰ προελάση εἰς Βουλγαρίαν… Ἐντὸς ἐλαχίστων ὡρῶν, τὰ ἑλληνικὰ στρατεύματα προήλασαν εἰς τὸ βουλγαρικὸ ἔδαφος, κατέλαβαν τὸ Πετρίτσι καὶ ἐπροχώρησαν πέραν τῆς βορείου ἐξόδου τοῦ στενωποῦ τοῦ Ροῦπελ. Ἡ Βουλγαρία προσέφυγε εἰς τὴν ΚΤΕ (Κοινωνία Τῶν Ἐθνῶν, πρόδρομος τοῦ ΟΗΕ). Τὸ Συμβούλιο, συνελθὸν ἐκτάκτως τὴν 26η Ὀκτωβρίου εἰς Παρισίους ἐζήτησε τὴν ἄμεσον κατάπαυσιν τῶν ἐχθροπραξιῶν καὶ τὴν ἀποχώρησιν τῶν ἑλληνικῶν στρατευμάτων ἐκ τοῦ βουλγαρικοῦ ἐδάφους…» (Γρ. Δαφνῆ, «Ἡ Ἑλλὰς μεταξὺ δύο πολέμων, 1923-1940», ἔκδ. «Ἴκαρος», σελ. 303, Ἀθήνα 1955). Τὸ ἐπεισόδιο ἔληξε.
.             «Τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ πληρώση ἡ Ἑλλὰς 50.000 χρυςὰς λίρας καὶ νὰ ἡσυχάση ἀπὸ τοὺς κομιτατζῆδες» γράφει ὁ συγγραφέας. Καὶ συνεχίζει ὁ Γρηγόρης Δαφνῆς: «ἴσως οἱ μικροὶ νὰ κερδίζουν τὰς ὑποθέσεις των, ὅταν χρησιμοποιοῦν ἀπέναντι τῶν ἰσχυρῶν τὴν γλῶσσαν ποὺ μετεχειρίσθη ἀπέναντι τοῦ Γάλλου πρεσβευτοῦ ὁ Πάγκαλος τὴν ἐπαύριον τῆς ἑλληνικῆς εἰσβολῆς εἰς τὴν Βουλγαρίαν. Ὅταν ὁ Ντὲ Σαμπρὲν τοῦ διεμαρτυρήθη διὰ τὰ γενόμενα καὶ ἐπεκαλέσθη ὡς τιμωρὸς τὴν ΚΤΕ, ὁ Πάγκαλος τοῦ ἀπήντησε: “Τὴν γράφω στὰ παλιά μου παπούτσια”. Ὁ Γάλλος πρεσβευτὴς περιωρίσθη νὰ παρατηρήσηὅτι ἡ ἀπάντησις ἦτο ἥκιστα (=ἐλάχιστα) διπλωματική». (σελ.305). Ὁ Θεόδωρος Πάγκαλος, ὁ παπποὺς τοῦ τωρινοῦ πολιτικάντη, μὲ τὶς γεροντοπαραξενιὲς καὶ λοιπὲς ἠχηρὲς ἀνοησίες, μπορεῖ νὰ χαρακτηρίστηκε δικτάτωρ, νὰ στιγματίστηκε γιὰ κάποιες γελοῖες του ἀποφάσεις, ὅπως ἐκείνη ποὺ ἤθελε τὶς φοῦστες τῶν γυναικῶν 10 ἐκ. ἀπὸ τὸ ἔδαφος, ὅμως εἶχε «τρέλλα» κολοκοτρωναίικη. Καὶ ποιά ἦταν τότε ἡ Ἑλλάς; Ἀκρωτηριασμένη, συρρικνωμένη, ταπεινωμένη μετὰ τὸ μικρασιατικὸ μακελλειό, ἔχοντας καὶ τὸ τρομακτικὸ κύμα τῆς προσφυγιᾶς. Ἡ Μεγάλη Ἰδέα νὰ κεῖται ἐκτάδην, ναυαγισμένες οἱ ἀλυτρωτικὲς ἐλπίδες καὶ μ’ ἕνα τεράστιο χρέος … Καὶ ὅμως λαὸς καὶ στρατὸς διατηροῦσαν ζωντανὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Εἰκοσιένα, τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρέπειας καὶ τῆς φιλοπατρίας. Δολοφονώντας οἱ κομιτατζῆδες τοὺς Ἕλληνες στρατιῶτες καὶ τὸν ἀξιωματικὸ -ἄνανδροι καὶ δόλιοι πάντοτε- ἔλαβαν τὴν ἀπάντηση, ποὺ τοὺς ἄξιζε καὶ ἔκτοτε δὲν ξεμύτισαν ἀπὸ τὶς φωλιές τους. Ὅταν δολοφονοῦσαν οἱ Τοῦρκοι τὸν σμηναγὸ Ἡλιάκη καὶ τοὺς ἄλλους ἥρωες τῶν αἰθέρων μας ἢ τοὺς τρεῖς ἀξιωματικοὺς τῶν Ἰμίων, τί ἔπραξαν οἱ τῆς «ἀψόγου στάσεως» δειλοὶ καὶ ἠττοπαθεῖς, μνημονιακοὶ λακέδες; Ἐκλιπαροῦσαν τοὺς διεθνεῖς ὀργανισμοὺς νὰ κατευνάσουν τὸ ἀγαρηνὸ σκυλί. Εἶναι ὅμως γνωστὸ ὅτι οἱ ποικιλώνυμοι φίλοι καὶ ἐχθροί, μικροὶ καὶ μεγάλοι, συνάγουν συμπεράσματα γιὰ τὴν πολιτική τους, ὄχι μὲ κριτήριο τὴν «ἑτοιμότητα ὑποκλίσεων», ἀλλὰ μὲ κριτήριο τὴν ἰσχὺ τῶν κρατῶν καὶ τὴν ἀποφασιστικότητα καὶ ἱκανότητα τῶν κυβερνήσεών τους νὰ ὑπερασπίσουν «πάσῃ θυσία» τὰ ἐθνικά τους συμφέροντα. «Τὶς καλὲς συμμαχίες τὶς κάνουν οἱ καλοὶ στρατοὶ», λέει τὸ γνωστὸ θέσφατο.
.             Ἡ ἐξαλλοσύνη τοῦ Ἐρντογὰν καὶ οἱ πολεμικές του ἰαχὲς «ἐπαχύνθησαν» ἐξ αἰτίας τῆς ὀρνιθοειδοῦς στάσεως τῶν ἡμετέρων. Παρένθεση: Τὶς προάλλες δίδασκα στὴν τάξη μου, ϛ´  δημοτικοῦ, Ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Ἐπέλεξα ἕναν μύθο τοῦ Αἰσώπου, ὁ ὁποῖος ἀπαντοῦσε καὶ στὴν ἐρώτηση ἑνὸς μαθητῆ μου γιὰ τοὺς αἴτιους τῆς καταστροφῆς ποὺ βιώνουμε. Τὸν παραθέτω, πρῶτα στὸν ἀειφεγγῆ προγονικὸ λόγο καὶ κατόπιν ἡ νεοελληνικὴ ἀπόδοση. Τίτλος: «Κάμηλος ἀφοδεύσασα ἐν ποταμῷ».
.             «Διέβαινεν ποταμόν, κάμηλος, ὀξὺ ρέοντα. Ἀφοδεύσασα δὲ τὴν κόπρον εὐθὺς ἔμπροσθεν αὐτῆς ἰδοῦσα, διὰ τὸ ὀξὺ τοῦ ρεύματος, εἶπεν: Τί τοῦτο; Τὰ ὄπισθέν μου ἔμπροσθέν μου νῦν ὁρῶ διερχόμενα».
Καὶ τὸ ἐπιθύμιον: «Ὅτι ἐν πόλει, ἐν ᾗ ἔσχατοι καὶ ἄφρονες κρατοῦσιν αὐτῇ, τῶν πρώτων καὶ φρονίμων, ἁρμόζει ὁ μύθος».
.             Καὶ ἡ μετάφραση: «Μία καμήλα ἀφόδευσε τὴν ὥρα ποὺ διέβαινε ἕνα ὁρμητικὸ ποτάμι. Τότε βλέποντας, ἀμέσως, μπροστά της τὴν κοπριὰ ποὺ ἔφερε τὸ γρήγορο ρεῦμα, εἶπε: Τί εἶναι αὐτὸ πάλι; Πῶς αὐτὰ ποὺ εἶναι πίσω μου, τὰ βλέπω τώρα νὰ περνοῦν μπροστά μου; Ὁ μύθος ταιριάζει σὲ πόλη ποὺ τὴν κυβερνοῦν οἱ ἔσχατοι καὶ οἱ ἄφρονες -οἱ “κοπριὲς”- καὶ ὄχι οἱ ἄξιοι καὶ οἱ φρόνιμοι». (Μὲ τὸν μύθο κατανοεῖς, σὺν τοῖς ἄλλοις, γιατί ὁ λαὸς λέει ὅτι μᾶς κυβερνοῦν «κοπριὲς» ἢ «κοπρίτες»).
.             Κόπριζαν, μαγάριζαν, μόλυναν τόσα χρόνια οἱ «καμῆλες τῆς ἐξουσίας» τὸ ποτάμι τῆς πατρίδας καὶ τώρα διέρχονται «ἔμπροσθέν» μας οἱ βρωμιὲς καὶ οἱ δυσωδίες τους. Καὶ τί πράττουμε; Τίποτε ἀπολύτως. Εἰσπνέουμε τὶς ἀναθυμιάσεις ποὺ ἀναδίδουν οἱ «κοπριές», γιατί ἔχουμε συνηθίσει, πάσχουμε ἀπὸ ἀνίατο μιθριδατισμό.
.            Ἡ λέξη ἔχει ἐνδιαφέρουσα ἐτυμολογία. Ὁ Μιθριδάτης ὁ Ϛ´, ὁ λεγόμενος Μέγας καὶ Εὐπάτωρ ἦταν βασιλιὰς τοῦ Πόντου ἀπὸ τὸ 123 ὣς τὸ 63 π.Χ. Ὅταν σὲ ἡλικία 13 ἐτῶν ἀνέλαβε τὸ θρόνο, εὑρεθεὶς μέσα στὸ ἐχθρικὸ καὶ ραδιοῦργο περιβάλλον τῆς αὐλῆς, κατέφυγε μὲ ἔμπιστους καὶ ἀφοσιωμένους ὑπηρέτες σὲ ἔρημο τόπο. Ἐπειδὴ τότε ὁ συχνότερος τρόπος δολοφονίας ἦταν ἡ δηλητηρίαση, ὁ Μιθριδάτης λάμβανε βαθμηδὸν διάφορα ἤδη δηλητηρίων, ἐθίζων τὸν ὀργανισμό του ὥσπου ἀπέκτησε ἀνοσία. Αὐτὸς ὁ ἐθισμὸς στὰ δηλητήρια, ὀνομάστηκε… «πρὸς τιμήν του», μιθριδατισμός.
.             Ἀπὸ αὐτὸ ἀκριβῶς πάσχουμε. Ἐθνικὸς μιθριδατισμός. Ἴσως ἡ χειρότερη νόσος τοῦ Νεοελληνισμοῦ.

, ,

Σχολιάστε