Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δημ. Νατσιός

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ καὶ ἡ ΜΑΧΗ τοῦ ΚΙΛΚΙΣ «Ἀπὸ τὶς ἀετοφωλιὲς τῶν ἐθνικῶν ἀγώνων, στὶς ποντικότρυπες τοῦ ἐμφυλίου». (Δ. Νατσιός)

ποιητς Βασίλης Ρώτας
κα
μάχη το Κιλκς

 Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.             Τὸ 2000 ἡ «ΤΕΧΝΗ» Κιλκὶς ἐπανεξέδωσε, ὑπὸ τὴν φιλολογικὴ ἐπιμέλεια τοῦ ἀειμνήστου φιλολόγου Μανόλη Γκαράνη, ἕνα μικρὸ βιβλίο, ὀλιγοσέλιδο, μὲ τίτλο “Ἡ μάχη τοῦ Κιλκίς”. Συγγραφέας του ὁ Βασίλης Ρώτας. (Ἡ α´ ἔκδοση ἔγινε τὸ 1987). Τὸ βιβλίο βασίζεται σὲ ἀφήγηση ποιητῆ, ὁ ὁποῖος πῆρε μέρος στὴν ἐπικὴ μάχη, στὴν σύντροφό του Β. Δαμιανάκου. Ὁ Β. Ρώτας ὑπηρετεῖ ὡς ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς καὶ μάλιστα στὶς 20 Ἰουνίου τοῦ 1913 τραυματίζεται στὴν μάχη, προσπαθώντας ὄρθιος, ἐν μέσῳ πυκνῶν πυρῶν τοῦ βουλγαρικοῦ πυροβολικοῦ, νὰ μετρήσει μὲ τὸ μάτι τὴν ἀπόσταση καὶ νὰ συντονίσει τὶς βολὲς τῶν κανονιῶν μας. Γενναῖος, μὲ ἡρωικὸ φρόνημα, ὅπως σχεδὸν ὅλοι οἱ τότε ἀξιωματικοί τοῦ στρατοῦ μας, ἔδινε τὸ παράδειγμα.
.             Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ ἥρωας συνταγματάρχης Ἀντώνιος Καμπάνης, ἐπειδὴ τὸ βουλγαρικὸ πυροβολικὸ θέριζε τὸ 8ο ΣΠ, βρῆκε ἔνδοξο θάνατο.  Χαρακτηριστικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἄφησε νεότερους ἀξιωματικοὺς νὰ ἀνέβουν σὲ ὕψωμα, γιὰ νὰ ἐντοπιστεῖ τὸ σημεῖο ἀπὸ ὅπου βάλλουν οἱ Βούλγαροι, ἀλλὰ πῆγε ὁ ἴδιος, λέγοντάς τους: «Ἀφῆστε, θὰ πάω ἐγώ. Ἐσεῖς εἶστε νέοι, ἐγὼ ἔφαγα τὰ ψωμιά μου». (Ἦταν 55 ἐτῶν).  Ἐκεῖ συνάντησε ὁ ἀθάνατος  Καμπάνης τὴν δόξα. (Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ γιοῦ τοῦ Δημητρίου Καμπάνη “Ἀναμνήσεις  τοῦ πολέμου καὶ τῆς εἰρήνης”, ἔκδ. 1983, μετὰ τὸν θάνατό του, τὸ 1977).
.             Ὁ Ρώτας, γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε, μετὰ τὸν τραυματισμό του, μεταφέρθηκε στὴν Θεσσαλονίκη στὸ νοσοκομεῖο, ὅπου, μὴν ἀντέχοντας τὴν ἰδέα ὅτι οἱ στρατιῶτες του κινδύνευαν μόνοι  τους, ἔφυγε, μὲ ἀνοιχτὸ τραῦμα στὴν κοιλιά, πῆρε τὸ τρένο γιὰ τὴν Δοϊράνη καί…. ὅπως γράφει ὁ ἴδιος: «Πληροφορήθηκα ποῦ βρισκόταν ὁ λόχος μου. Εὐθὺς ἐκίνησα  γιὰ ἐκεῖ.  Ἤμουν ἀποκαμωμένος ἀπὸ τὴν πορεία καὶ ἐξαντλημένος. Τὸ τραῦμα δὲν εἶχε κλείσει καὶ ἡ νύχτα μὲ δυσκόλευε νὰ προχωρῶ. Ξάπλωσα σὲ μία θημωνιὰ καὶ ἀποκοιμήθηκα ἀμέσως. Κοντὰ στὸ ξημέρωμα, μόλις εἶχε ἀρχίσει ν’ ἀσπρογαλιάζει ἡ μέρα, ξυπνάω καὶ βλέπω ἕναν τοῖχο νὰ μὲ περιβάλλει ὁλόγυρα.  Μοῦ φέρνει δάκρυα στὰ μάτια ἐκείνη ἡ ἀνάμνηση.  Ἦταν οἱ στρατιῶτες μου ποὺ εἶχαν μάθει ὅτι ἐρχόμουνα κι εἶχαν κάμει πάνω ἀπὸ μία ὥρα δρόμο μέσα στὴ νύχτα καὶ μὲ περίμεναν ὄρθιοι νὰ ξυπνήσω….». Ὡραία, μεγαλειώδης σκηνή. «Ἦταν τότε ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἔζων δι’ ἕνα ἔπαινον καὶ πέθαινον δι’ ἕνα τραγούδι»,  ὅπως ἔλεγε ὁ Ἀνδρέας Καρκαβίτσας.
.             Ὁ Ρώτας μετέπειτα ἐντάχθηκε στὸ ΚΚΕ, ἀκολούθησε τὶς αὐταπάτες του, τὴν χιμαιρικὴ τροχιά του, τὸ «ἀδειανὸ πουκάμισο».  Πέθανε τὸ 1977 δὲν ἔζησε τὸ τέλος τῆς ὑπαρκτοσοσιαλιστικῆς τερατογονίας, τῆς παταγώδους κατάρρευσης τῶν σοβιετικῶν καθεστώτων. Ἁγνὸς ἄνθρωπος, πραγματικὰ ἰδεολόγος, ἔζησε σὲ χρόνους δίσεκτους, μίση καὶ ἀδικίες, ποὺ ἀκόμη στιγματίζουν τὴν ζωὴ τῆς πατρίδας. Ἀφηγούμενος, πρὸς τὴν δύση τοῦ βίου του, τὰ περασμένα, ἀναφέρει κάτι ἐντυπωσιακό. «Ὅσες φορὲς τύχαινε νὰ νιώθω μείωση ἀπὸ κάτι εἴτε διότι μὲ κατέκριναν εἴτε γενικά, ὅπως τύχαινε καμιὰ φορὰ ἕνας ἄνθρωπος νὰ ἔχει φταίξει, ἔστελνα τὸ νοῦ μου σὲ ἐκείνη  τὴν ἡμέρα, στὴν μάχη τοῦ Κιλκὶς καὶ τὸν  τραυματισμό μου.  Ἔλεγα, μὴ σκέφτεσαι, δὲν εἶναι μείωση, δὲν ἔχεις τίποτα, διότι σ’ ἐκείνη τὴν  περίσταση ἐφέρθηκες ἔτσι» (σελ. 47). Δηλαδή, ἀπ’ ὅσα εἶχε κάνει στὴν ζωή του, αὐτὸ ποὺ τὸν ἔκανε νὰ καμαρώνει καὶ τοῦ ἀναπτέρωνε τὸ ἠθικὸ ἦταν ὁ ἡρωισμός του κατὰ τὴν μάχη τοῦ Κιλκίς. Οὔτε τὸ ΕΑΜ οὔτε ἡ Γυάρος οὔτε τὰ ἔργα του- μὲ σπουδαιότερο τὸ «Κολοκοτρώνης ἢ ἡ νίλα τοῦ Δράμαλη», ἡρωικὸ δράμα – τὸν γέμιζαν ὑπερηφάνεια. Τὸ αἷμα ποὺ ἔχυσε γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς Μακεδονίας, οἱ ἀγῶνες τοῦ Ἔθνους, τοῦ «ἔδιναν εὐχαρίστηση, ἕνα εἶδος σεβασμοῦ γιὰ τὸν ἑαυτό» του, ὅπως γράφει.
(Θυμήθηκα τὸν Αἰσχύλο, τὸν μέγιστο τῶν τραγικῶν, ὅλων τῶν αἰώνων, ποὺ ζήτησε ἐπὶ τοῦ τάφου του, νὰ χαραχθεῖ τὸ ἐπίγραμμα ποὺ ὁ ἴδιος συνέθεσε. Πολλὲς δόξες εἶχε γνωρίσει, ὅμως τὸ μόνο ποὺ θέλησε νὰ γραφτεῖ στὸ μνῆμα του ἦταν ἡ καταγωγή του καὶ  «…ἁλκὴν δ’ εὐδόκιμον Μαραθώνιον ἄλσος ἂν εἴποι καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος»,  ὁ ἡρωισμὸς ποὺ ἐπέδειξε στὴν μάχη τοῦ Μαραθώνα, τὴν ὁποία ὁ ἀλαζὼν Μῆδος γνωρίζει).
.             Τώρα. Θέλησα νὰ βρῶ τὸ πῶς ἀναφέρουν τὰ ἀριστερὰ ἔντυπα τὸν Βασίλη Ρώτα, τί γράφουν «οἱ σύντροφοι» γιὰ τὸν σπουδαῖο ποιητή. Σκόνταψα σὲ ἕνα ἄρθρο τοῦ «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ», στὶς 5 Ἰουνίου (τοῦ «Γιούνι») τοῦ 2011. Γράφουν λοιπὸν οἱ ἀμετανόητοι ὀμφαλοσκόποι τοῦ ΚΚΕ: «Ὁ Β. Ρώτας ἀνήκει σὲ κείνους… ποὺ ἀφοσιώθηκαν καὶ ἀγωνίστηκαν γιὰ τὰ ἰδανικὰ τοῦ Μαρξισμοῦ – Λενινισμοῦ, στὴν πανανθρώπινη ἰδεολογία ποὺ ἀποφασιστικὰ καὶ σταθερὰ διδάσκει τὸ ΚΚΕ.  Ἔδωσε ἀγῶνες γιὰ τὴν ἐργατικὴ τάξη….» καὶ λοιπὰ καὶ λοιπά. (Τὰ ὑπόλοιπα δὲν χρειάζεται νὰ τὰ γράψω. Τὰ γνωστὰ ξύλινα καὶ κούφια ἀναμασήματα καὶ γλωσσικὰ ἀπολιθώματα, ποὺ ἀπαλλάσσουν τοὺς συντάκτες τους ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση τῆς συγκεκριμένης ἀναλύσεως). Πουθενὰ ὅμως στὸ… ριζοσπαστικὸ ἀφιέρωμα δὲν γίνεται νύξη γιὰ αὐτὸ ποὺ «ὁ μπάρμπα Βασίλης ὁ Ἀβασίλευτος», ὅπως τὸν ὀνομάζει ὁ Γ. Ρίτσος σὲ ποίημά του, καμάρωνε καὶ διὰ βίου καυχόταν: τὴν συμμετοχή του στὴν μάχη τοῦ Κιλκίς, τὸν ἡρωικὸ τραυματισμὸ καὶ τὴν «δραπέτευσή» του ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο, γιὰ νὰ ἐπανέλθει, ἂν καὶ τραυματίας, στὸ πεδίο τῆς τιμῆς. Αὐτὸ τὸ «ἀσήμαντο» ἐπεισόδιο τὸ προσπέρασε καὶ πῆγε κατευθείαν στὸ ΕΑΜ. π τς ετοφωλις τν θνικν γώνων, στς ποντικότρυπες το μφυλίου. Γιὰ τοὺς ἀριστερόμυαλους, κυρίως τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, ἀπὸ τότε ἀρχίζει ἡ νεώτερη ἑλληνικὴ ἱστορία. Οἱ πόλεμοι τῶν ᾽12-᾽13, ἡ Μικρασία, ἦταν ἰμπεριαλιστικὲς ἐξορμήσεις, καθοδηγούμενες ἀπὸ τὴν ντόπια πλουτοκρατία. Τὸ δὲ ᾽21, ἦταν ταξικὴ ἐξέγερση κατὰ τῶν Κοτζαμπάσηδων καὶ τῆς Ἐκκλησίας.  Ἔχουμε ἀκούσει πολλὲς φορὲς τὸν κ. Τσίπρα, τὸν προδότη τῆς Μακεδονίας μας, νὰ ἐκθειάζει τὸ ΕΑΜ, γιὰ νὰ ἀντλήσει διδάγματα ἀπὸ τὴν ἱστορία. Οὐδέποτε ἀναφέρθηκε στὰ ψηλώματα τῆς ἱστορίας μας, τὸ ᾽21, οἱ Βαλκανικοὶ Πόλεμοι, ὁ Μακεδονικὸς Ἀγώνας, τὸ Ἔπος τοῦ ’40.
.             Ἡ δὲ χαριτόβρυτος κ. Σία, στὶς 25-1-2019, δήλωνε στὴν Βουλὴ ὅτι ὁ ΣΥΡΙΖΑ ἦρθε στὴν ἐξουσία γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ἔργο τοῦ ΕΑΜ. Ξέρουμε ποιανοῦ συνεχιστὲς εἶναι. Τοῦ Στάλιν, ποὺ γιὰ νὰ ἐπιταχύνει τὴν Ἱστορία (μὲ τὸν βούρδουλα) ἔπληξε τὶς πολιτιστικὲς ρίζες, τὶς ἐθνικὲς φυσιογνωμίες, τὴν γλῶσσα καὶ τὴν πίστη ἑνὸς ὁλόκληρου κόσμου, μετατρέποντας τὴν χώρα του σὲ ἀπέραντο ἐργοτάξιο κνουτοκρατούμενων μυρμηγκιῶν.
.             Ὅμως ἡ πατρίδα μας, ἡ ἱστορία της, θὰ συνεχίσει τὴν περπατησιά της, γιατί κρατιέται ἀπὸ τὶς «ὁλόμαυρες ράχες» τῶν Ψαρῶν, τοῦ Κιλκίς, τῆς Πίνδου.  Θὰ συνεχίσει νὰ «μελετᾶ τὰ λαμπρὰ παλληκάρια», ὅπως ὁ Ρώτας.  Νὰ κλείσω μὲ αὐτὸ ποὺ ἔγραψε γιὰ τὸν ποιητὴ ὁ αὐτόπτης μάρτυρας τῆς μάχης τοῦ Κιλκίς, Δ. Καλλίμαχος, ἐθελοντὴς ἱεροκήρυκας τῆς Ε΄ Μεραρχίας, στὸ βιβλίο του «Ἀθάνατη Ἑλλάς».
.          «Εἰς ἄλλο σημεῖον τῆς μάχης ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ 23ου, ἐνῶ ἐτραυματίσθη, αὐτὸς ἐξηκολούθει νὰ τραγουδεῖ.  Ἦτο ὁ Ρώτας, ὁ ἠθοποιός, ἕνα ἐκλεκτὸ παλληκάρι… Τὸν ἔσυραν πρὸς τὰ χειρουργεῖα καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τὸν εἶδα πάλιν εἰς τὴν γραμμὴν» (σελ. 117).  Τί θὰ ἔλεγε ἄραγε τὸ «ἐκλεκτὸ παλληκάρι» γιὰ τὴν προδοσία τῆς Μακεδονίας;  Γι’ αὐτοὺς ποὺ ξεπούλησαν στοὺς νεοκομιτατζῆδες τῶν Σκοπίων, αὐτὸ ποὺ μὲ τὸ αἷμα τους κέρδισαν στὴν μάχη τοῦ Κιλκίς;

Διαφημίσεις

Σχολιάστε

H ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ (Δ. Νατσιός)

Ἡ Μάχη τοῦ Κιλκίς
Τοῦ Δημήτρη Νατσιοῦ,
Δασκάλου – Θεολόγου

Σάν σήμερα ξεκινοῦσε ἡ μάχη τοῦ Κιλκίς….

.              «Ὅλα τά εἶχα προβλέψει, τά εἶχα σκεφθεῖ, ὅλα ἐκτός ἀπό τήν τρέλλα τῶν Ἑλλήνων». Εἶναι λόγια τοῦ Νικολάου Ἰβανώφ, ἀντιστρατήγου, διοικητῆ τῆς 2ης Βουλγαρικῆς Στρατιᾶς, μετά τήν ἧττα του στό Κιλκίς. Χωρίς νά τό γνωρίζει ὁ Βούλγαρος στρατηγός ἐπαναλαμβάνει τά λόγια τοῦ θρυλικοῦ Γέρου τοῦ Μοριᾶ, τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, πού ἔλεγε λίγα χρόνια μετά τήν ἁγιασμένη Ἐπανάσταση τοῦ ’21: «Ὁ κόσμος μᾶς ἔλεγε τρελλούς. Ἡμεῖς, ἄν δέν ἤμεθα τρελλοί, δέν ἐκάναμεν τήν ἐπανάστασιν, διατί ἠθέλαμεν συλλογισθῆ πρῶτον διά πολεμοφόδιαν, καβαλλαρία μας, πυροβολικό μας, πυροτοθῆκες μας, τά μαγαζιά μας, ἠθέλαμεν λογαριάσει τήν δύναμιν τῆν ἐδικήν μας, τήν τούρκικη δύναμη. Τώρα ὅπου ἐνικήσαμεν, ὅπου ἐτελιώσαμεν μέ καλό τόν πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, ἐπαινόμεθα. Ἄν δέν εὐτυχούσαμεν, ἠθέλαμεν τρώγει κατάρες ἀναθέματα…» («Ἅπαντα περί Κολοκοτρωναίων», ἐκ. «ΙΔΕΒ», σελ. 215) Ναί, ἡ ἴδια «τρέλλα», ὁ ἡρωισμός, ἡ «νηφάλιος μέθη» τῶν Ἑλλήνων, φανερώθηκε καί στή Σαλαμίνα καί στήν Πόλη καί στό Μεσολλόγι καί στό ἔνδοξο ’40.
.            Ἡ ἑλληνική ἱστορία ἔχει μία ἰδιοτυπία, μοναδική ἴσως στήν οἰκουμένη. Εἶναι ἱστορία ἀδιάλειπτων ἀγώνων γιά ἐπιβίωση. Μῆλον τῆς ἔριδος οἱ γεωγραφικές ἑστίες του στή συμβολή δύο ἠπείρων, ἀντιμετωπίζουν εἰσβολές, ἐπιθέσεις, κατοχές καί φρικτές σκλαβιές, ἐρημώσεις κατά τήν διάρκεια ἀδιάκοπων ἐπεκτατικῶν ἐξορμήσεων ἀπό ὅλα τά σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα. Ὅλοι τίς διεκδικοῦν, ὅλοι τίς ποδοπατοῦν μέ τά στίφη τους. Ἀλέθεται ὁ Ἑλληνισμός, ἡ «Πονεμένη Ρωμηοσύνη» στίς μυλόπετρες τῆς ἱστορίας, ἀλλά «… ἰδού ζῶμεν». Ἤ, ὅπως ὡραῖα τό διατύπωσε ὁ στρατηγός Μακρυγιάννης στά «Ἀπομνημονεύματά» του: «Ὅτι ἀρχή καί τέλος, παλαιόθεν καί ὡς τώρα, ὅλα τά θερία πολεμοῦν νά μᾶς φᾶνε καί δέν μποροῦνε· τρῶνε ἀπό μᾶς καί μένει καί μαγιά…».
.            Ἀπό τήν ἴδια τήν μαγιά τῶν ἡρώων τοῦ ’21 ἦταν φτιαγμένοι καί οἱ μαχητές τῶν Βαλκανικῶν πολέμων, οἱ ὁποῖοι εἶναι συνέχεια τῆς μεγάλης Ἐπανάστασης. Ἑκατό περίπου χρόνια μετά, τό Γένος, ἑδραζόμενο στήν λαϊκή ὁμοψυχία: «Ἕλληνας ὁμοφρονέοντας… χαλαπούς εἶναι περιγίγνεσθαι», ὅταν ὁμονοοῦν οἱ Ἕλληνες εἶναι ἀνίκητοι διαλαλεῖ ὁ Ἡρόδοτος («Ἱστορία» ΙΧ, 2) χάρις καί στήν θυσία τῶν παλληκαριῶν τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα, διπλασιάζει τά φτερά του.
.             Οἱ Βαλκανικοί Πόλεμοι τοῦ 1912-13 εἶναι ἀπελευθερωτικοί πόλεμοι. Καί ὁ στρατός μας ἐλευθέρωνε σκλάβους Ρωμηούς, οἱ ὁποῖοι γιά 500 καί πλέον χρόνια διατήρησαν ἄσβεστη τήν ἐθνική τους συνείδηση, γιατί –ἀναμφίλεκτη ἀλήθεια αὐτό– κρατήθηκαν ἀπό «τό ἄμφιο» τῆς ἑλληνοσώτειρας Ἐκκλησίας μας.
.               Στίς 30 Αὐγούστου τοῦ 1907 ὁ λαός τῆς Δράμας ἀποχαιρετᾶ τόν ἐθνο-ιερομάρτυρα Ἐπίσκοπο Χρυσόστομο, πού ὅδευε γιά τόν τόπο τοῦ μαρτυρίου του, τήν αἱματοκυλισμένη Σμύρνη. Λίγο πρίν τήν ἐπιβίβασή του στό τρένο, ὁ δημογέροντας Νίκας, προσφωνώντας τον, ὑψώνει τήν φωνή του, ὀρθώνει τήν λεβέντικη κορμοστασιά του, ἀτενίζει ἀγέρωχα τόν ποιμενάρχη καί τοῦ φωνάζει: «Δέσποτα, μᾶς παρέλαβες λαγούς καί μᾶς ἔκαμες λιοντάρια. Μεῖνε ἥσυχος. Θά γίνει τό θέλημά σου.» (Ν. Βασιλειάδη: «Γιά τήν Ἐλευθερία», σελ. 265) Ἡ Ἐκκλησία στάθηκε ὁ Κυρηναῖος τοῦ Γένους σ’ ὅλη τήν πολυαίωνη σκλαβιά, αὐτή, μέ τούς ἀτρόμητους Μητροπολίτες της, ἦταν ἡ ψυχή τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα. Ἄς τό θυμοῦνται αὐτό ὅσοι ἐκκλησιομάχοι κουνοῦν σήμερα τό δάχτυλο καί βυσσοδομοῦν κατά τῆς ἀμωμήτου πίστεώς μας.
.             Ἔλεγε μεταξύ ἄλλων ὁ μεγάλος λογοτέχνης μας Στρατής Μυριβήλης, σέ ὁμιλία του, τό 1953: «Σάν ἔπεσε τό Βυζάντιο, ἡ Ἐκκλησία ἀντικατέστησε τόν τσακισμένο κρατικό ὀργανισμό σάν ὑποκατάστατος μηχανισμός τῆς ἐθνικῆς ἑνότητας. Τά σύμβολα τῆς Αὐτοκρατορίας τά κράτησε ἡ Ἐκκλησία καί τά διατήρησε μέσα στούς μαύρους αἰῶνες τῆς σκλαβιᾶς. Καί μέσα σ’ αὐτούς τούς φοβερούς αἰῶνες, αὐτή στάθηκε τό πνευματικό καί ἐθνικό κέντρο τῆς μαρτυρικῆς φυλῆς. Ἐνάντια στούς ἀρχηγούς της ξέσπαγε κάθε ἐπίθεση τῶν ἐχθρῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τόσο ἀπό μέρους τῶν κατακτητῶν, ὅσον καί ἀπό μέρους τῶν Φράγκων. Καί σωστά τόπανε, πώς σέ πολλές κρίσιμες ὧρες τό ράσο στάθηκε ἡ ἐθνική σημαία τῆς Ἑλλάδας στά χρόνια της σκλαβιᾶς. Σ’ αὐτό τό διάστημα, ἑκατοντάδες χιλιάδες Ἕλληνες χάθηκαν γιά τό ἑλληνικό ἐθνικό σύνολο. Ποιοί ἦταν αὐτοί; Ἦταν ὅλοι ὅσοι μέ τή βία ἤ μέ τόν φόβο ἄφησαν τή θρησκεία τους.» Συμπέρασμα ἀδιάσειστο: «Ἄν ὑπάρχουμε σήμερα σάν ἑλληνική φυλή, εἶναι γιατί κρατηθήκαμε ἀπό τό ἄμφιο τῆς Ἐκκλησίας μας ὅλα αὐτά τά χρόνια».
(Ὁ Μυριβήλης πολέμησε στούς Βαλκανικούς πολέμους καί τραυματίστηκε. Ὅταν ὁ πατέρας του ἔμαθε στή Λέσβο τό νέο, ἀπό τή χαρά του κέρασε ὅλο τό χωριό. «Ἄλλοι καιροί, ἄλλα ἤθη». Τότε μεγαλουργοῦσαν οἱ καρδιές, τώρα μεγαλουργοῦν τά χρήματα, ὅπως ἔλεγε ὁ Κανάρης).
.               Ἔτσι φτάσαμε στούς Βαλκανικούς πολέμους καί στήν τριήμερη μάχη τοῦ Κιλκίς, στίς 19-21 Ἰουνίου τοῦ 1913 πού φέτος τιμοῦμε τά ἑκατόχρονα ἀπό τήν διεξαγωγή της. Ἡ μάχη τοῦ Κιλκίς – Λαχανᾶ, ἤ δίδυμη μάχη ὡς εἴθισται νά λέγεται, ἦταν ἡ πρώτη ἀποφασιστική σύγκρουση μεταξύ τῶν Ἑλλήνων καί τῶν Βουλγάρων κατά τόν Β’ Βαλκανικό Πόλεμο (Β’ ΒΠ) ὑπῆρξε ἡ πιό κρίσιμη καί ἡ πλέον φονική μάχη, ὄχι μόνο τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων, ἀλλά καί τῆς νεότερης ἐλλληνικῆς ἱστορίας. Χάρις στήν νίκη τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἡ Μακεδονία, ἡ Ἤπειρος, τά νησιά τοῦ Αἰγαίου, ἀκόμη καί ἡ Κρήτη καί ἡ Θράκη ἑνώθηκαν ὁριστικά μέ τό λυμφατικό τότε ἑλληνικό κράτος καί απετράπη ἡ προσπάθεια τῶν Βουλγάρων νά ὑλοποιήσουν το ὄνειρο τῆς «Μεγάλης Βουλγαρίας» (Συνθήκη Ἁγίου Στεφάνου, 1878).
.                 Ἔλεγε ὁ ἀθηναιογράφος λογοτέχνης Δημήτρης Καμπούρογλου: «Ὅλα τά ἔθνη γιά νά προοδεύσουν πρέπει νά βαδίσουν ἐμπρός πλήν τοῦ ἑλληνικοῦ πού πρέπει νά στραφεῖ πίσω», ὄχι βέβαια ὡς στείρα προγονολατρία ἀλλά ὡς μελέτη τῶν τιμαλφῶν ἀξιῶν τοῦ Γένους, μέ σκοπό τήν παιδαγωγία κυρίως τῶν νέων. Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ σπουδή τῆς ἱστορίας ἐμφυσεῖ στό παιδί ἀγάπη γιά τήν πατρίδα, τοῦ προσφέρει πρότυπα ζωῆς, τοῦ γνωρίζει τά ἐλλατώματα καί τά προτερήματα τοῦ Γένους, ἐνεργεῖ, μ’ ἕναν λόγο, ἐντός του διαπλαστικά, ὡς κατ’ ἐξοχήν παράγοντας αὐτοσυνειδησίας. Καί δή τί καλύτερο παράδειγμα φιλοπατρίας ἀπό τήν μάχη τοῦ Κιλκίς, τήν ὁποία ἐν συντομίᾳ θά ἐξιστορήσουμε, ἐπιμένοντας κυρίως στά βιώματα αὐτήκοων καί αὐτοπτῶν μαρτύρων.

Τό ἀθάνατο ἔπος
.            Τό κίνημα τῶν Νεοτούρκων (Ιούνιος τοῦ 1908) κι ὁ κίνδυνος νά ἐξοντωθοῦν ἀπό τήν τουρκική μισαλλοδοξία ὅλοι οἱ Χριστιανοί τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θράκης, ὁδήγησε τό 1912 τούς Ἕλληνες, τούς Βούλγαρους, Σέρβους καί Μαυροβούνιους νά ξεχάσουν προσωρινά τίς διαφορές τους καί νά συσσωματωθοῦν κατά τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας.
Ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος ἔληξε νικηφόρος γιά τά βαλκανικά κράτη, ὅμως οἱ Βούλγαροι «ἐμνήσθησαν ἡμερῶν ἀρχαίων», ξαναθυμήθηκαν τόν χάρτη τῆς Μεγάλης Βουλγαρίας καί νόμισαν ὅτι ἔφτασε ἡ ὥρα νά πραγματοποιήσουν τά παλιά χιμαιρικά τους σχέδια εἰς βάρος καί τῆς Σερβίας καί τῆς Ἑλλάδας. Ἡ ἀπληστία τῆς Βουλγαρίας, ἡ ὑπερφίαλη συμπεριφορά της πρός τούς συμμάχους κι ἕνα πλῆθος ἀπό δόλιες ἐνέργειες, ἔστρεψαν τήν Ἑλλάδα καί τήν Σερβία ἐναντίον της καί ὁδήγησαν στόν Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο (Β’ ΒΠ).
.                Στίς 19 Μαΐου τοῦ 1913 ὑπεγράφη στη Θεσσαλονίκη ἡ συνθήκη συμμαχίας μεταξύ Ἑλλάδας καί Σερβίας γιά νά ἀντισταθμίσει τίς ἐνέργειες τῶν Βουλγάρων, πού συγκέντρωναν μυστικά τό στρατό τους, γιά νά χτυπήσουν αἰφνιδιαστικά τούς πρώην συμμάχους τους. Μία τελευταία προσπάθεια τῶν κυβερνήσεων Ἑλλάδας καί Σερβίας, γιά νά ἀποφευχθεῖ ἡ σύγκρουση, ματαίωσαν οἱ ἴδιοι οἱ Βούλγαροι μέ τήν ἀξίωσή τους νά ἁπλωθοῦν σ’ ὁλόκληρη τή ΝΔ Μακεδονία, τήν ὁποία κατεῖχε ὁ ἑλληνικός στρατός. Ἔτσι ὁδηγήθηκαν τα πράγματα στήν σύγκρουση.
.               Στίς 16 Ἰουνίου τοῦ 1913 οἱ Βούλγαροι, ἀφοῦ μετέτεφεραν τίς περισσότερες δυνάμεις τους ἀπό τή Θράκη στή Μακεδονία πρός τήν πλευρά τῶν Ἑλλήνων καί τῶν Σέρβων ἄρχισαν σφοδρότατη ἐπίθεση. Γιά τούς Ἕλληνες καί τούς Σέρβους δέν ἀπέμενε παρά μονάχα ἡ γενική ἀντεπίθεση. Ἀλλά πρίν ἀπό κάθε ἄλλη ἐνέργεια ὁ στρατός μας ξεκαθάρισε τήν Θεσσαλονίκη ἀπό τούς Βουλγάρους, πού μέ δόλο εἶχαν εἰσδύσει στήν πρωτεύουσα τῆς Μακεδονίας, ἀπό τήν ἡμέρα κιόλας τῆς ἀπελευθέρωσής της. Καί ὕστερα ἄρχισαν οἱ μεγάλες ἐπιχειρήσεις. Καί πρώτη στή σειρά ἡ ἔνδοξη μάχη τοῦ Κιλκίς.
.              Τό Γενικό Ἐπιτελεῖο Στρατοῦ στήν ἔξοχη πολύτομη ἔκδοσή του, πού ἐπιγράφεται «ὁ Ἑλληνικός στρατός κατά τούς Βαλκανικούς Πολέμους τοῦ 1912-1913 (Ἀθήνα, 1932)» περιγράφει μέ θαυμαστό καί ἀναλυτικό τρόπο ὅλες τίς φάσεις τῆς πολεμικῆς ἐκείνης ἐπιχείρησης, πού δόξασε γιά μία φορά ἀκόμη τά ἑλληνικά ὄπλα καί ὑπῆρξε θέατρο ἀσύγκριτων ἡρωισμῶν τῶν ἀξιωματικῶν καί τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ μας.
.            Στά νότια τοῦ Κιλκίς ἦσαν γερά ὀχυρωμένοι οἱ Βούλγαροι καί 4 μεραρχίες τοῦ κέντρου τούς χτύπησαν δυνατά στίς 19 Ἰουνίου 1913. Στίς 20 Ἰουλίου, δεύτερη μέρα της μάχης, τό Γενικό Στρατηγεῖο πρόσταξε γενική ἐπίθεση ἀπό τήν αὐγή σέ ὅλο τό μέτωπο. Κι ἐνῶ στό δεξιό ἄκρο τοῦ μετώπου ἡ 7η Μεραρχία ἀνέτρεψε τούς ἀπέναντι ἐχθρούς της καί μπῆκε στή Νιγρίτα, οἱ μεραρχίες τοῦ κέντρου προχωροῦν πρός τό Κιλκίς μέ πολύ ἀργό ρυθμό, γιατί ἡ ἄμυνα τῶν Βουλγάρων, πού ἔκαναν συνεχῶς ἰσχυρές ἀντεπιθέσεις, ἦταν ἀποφασιστική καί πεισματώδης. Στόν τομέα τοῦ Λαχανά ἡ 1η Μεραρχία (στρατηγός Μανουσογιαννάκης) προχώρησε πιό γρήγορα πρός τίς νότιες προσβάσεις τῆς ὀχυρωμένης τοποθεσίας καί κυρίευσε καί 6 ἐχθρικά κανόνια.
.               Τό δειλινό τῆς 20ης Ἰουνίου ἡ κατάσταση εἶναι πολύ κρίσιμη. Ἡ ἀντίσταση τῶν Βουλγάρων εἶναι λυσσαλέα. Τό ἑλληνικό πεζικό ἔπρεπε νά τούς βγάζει μέ τίς λόγχες ἀπό τά χαρακώματά τους καί οἱ ἀπώλειες ἦταν τεράστιες. Τό Γενικό Στρατηγεῖο ἔστειλε νέα διαταγή στίς Μεραρχίες τοῦ κεντρικοῦ μετώπου νά κυριεύσουν «πάση θυσία» τό Κιλκίς, πρίν σκοτεινιάσει. Ἡ 2η Μεραρχία (στρατηγός Καλάρης) σέ ἐκτέλεση τῆς διαταγῆς ἐνήργησε νυκτερινή ἐπίθεση. Μέ ἐπικό ἀγώνα, φοβερές ἀπώλειες (οἱ περισσότεροι ἀξιωματικοί τέθηκαν ἐκτός μάχης). Ἀνατρέποντας τήν μία μετά τήν ἄλλη τίς 3 γραμμές ἄμυνας τῶν Βουλγάρων, στίς 9:40 τό πρωί τῆς 21ης Ἰουνίου, ἡ γαλανόλευκη κυματίζει στήν πόλη καί περιχαρής ὁ διοικητής στρατηγός Καλάρης τηλεγραφεῖ στό Γενικό Ἐπιτελεῖο: «Ἀγγέλω νίκην Κιλκίς. Ἐχθρός ὑποχωρεῖ ἐγκαταλείψας ὀχυρωμένας θέσεις…» Τό κάστρο τοῦ Βουλγαρισμοῦ πάρθηκε. Ἀλλά μέ πόσες θυσίες! Κατά ἀνακοίνωση τοῦ Στρατηγείου οἱ ἀπώλειες ἀνῆλθαν σέ 10.000 νεκρούς καί τραυματίες. (Ὁ Γαβριήλ Συντομόρου, στό βιβλίο τοῦ «Σαραντάπορο, Κιλκίς, Λαχανᾶς: οἱ πρῶτες μας νίκες», ἔκδ. Ζῆτρος, γράφει: «Στήν πραγματικότητα οἱ ἀπώλειες αὐτές δέν πρέπει νά ξεπέρασαν τούς 8.670 νεκρούς καί τραυματίες, σέ σύνολο περίπου 110.000 περίπου ἀνδρῶν τῶν 8 Μεραρχιῶν καί τῆς Ταξιαρχίας Ἱππικοῦ, πού πῆραν μέρος στή τριήμερη μάχη Κιλκίς – Λαχανᾶ). Εἶναι χαρακτηριστικό της μάχης ὁ θάνατος 10 διοικητῶν μονάδων, οἱ ὁποῖοι πρόβαλλαν τήν προσωπική τους συμπεριφορά καί ἐθελοθυσία ὡς παράδειγμα μίμησης στούς ἄνδρες τους. Παραθέτουμε τά ὀνόματα τῶν ἡρώων, τιμώντας ἔτσι καί τούς χιλιάδες «ἀγνώστους στρατιῶτες» τους, πού πάντοτε θά τούς εὐγνωμονεῖ τό ἔθνος μας: Καμάρας, Καμπάνης, Παπακυριαζῆς, Κορομηλᾶς, Καραγιαννόπουλος, Διαλέτης, Κουτήφορης, Κατσιμήδης, Χατζόπουλος, Ἰατρίδης… Αἰωνία ἡ μνήμη… Τά «κόκκαλα» τους τά ἱερά πότισαν τήν λευτεριά μας.
.              Μαθητής μικρός τήν δεκαετία τοῦ 30, ὁ Σ. Λίβας, μετέπειτα στρατιωτικός γιατρός, ἔγραψε τίς ἀναμνήσεις του, μέ τίτλο «Ἡ παλιά, μικρή μας πόλη». Σέ κείμενο μέ τίτλο «οἱ Μαχητές τοῦ Κιλκίς», γράφει τά ἑξῆς συγκινητικά: «Ἕνα ἀπέραντο «Ἐθνικό Νεκροταφεῖο», πού κρύβει στά σπλάχνα τοῦ τά κορμιά χιλιάδων παλληκαριῶν, εἶναι ὁ τόπος μας. Καί πάνω στά κορμιά αὐτά στήθηκαν τά θεμέλια αὐτῆς τῆς πόλης. Καί τό σιτάρι πού φτιάχνει τό ψωμί μας, θεριεύει καί μεστώνει ρουφώντας ἀπό τή γῆ αἷμα ἀντί για νερό. Κάθε λόφος γύρω μας κι ἕνας «κρανίου τόπος». Κάθε χωράφι κι ἕνας «ἀγρός αἵματος» για νά χρησιμοποιήσω τοῦ χαρακτηρισμούς τοῦ Εὐαγγελίου πού τόσο ταιριάζουν στήν περίπτωση».
.             Τά πρῶτα χρόνια, τ΄ ἀλέτρια πού ὄργωναν τή γῆ, ἔφεραν στήν ἐπιφάνεια λευκά κόκκαλα «κόκαλα Ἑλλήνων ἱερά», ἀντάμα μέ σκουριασμένες ξιφολόγχες καί δερμάτινες παλάσκες, περασμένες σέ ζωστῆρες πού ἔζωναν, κάποτε λυγερά σώματα παλληκαριῶν. Κι ὅλοι μας λίγο – πολύ, ἔχουμε νά θυμόμαστε πώς κάποτε, σκάβοντας τίς αὐλές τῶν σπιτιῶν μας εἴχαμε βρεῖ σκουριασμένα ὄπλα κι ἀνθρώπινα κρανία. Σάν στοιχειωμένος ἔμοιαζε ὁ τόπος μας καί τά παιδιά φοβόταν νά βγοῦν τό βράδυ ἀπό τά σπίτια τους.
.             Θυμᾶμαι τούς πρώτους περιπάτους πού κάναμε μέ τό νηπιαγωγεῖο, ἐκεῖ κοντά στούς πρόποδες τοῦ Ἀη- Γιώργη. «Ἡ δασκάλα μᾶς ἔλεγε ὅτι οἱ παπαροῦνες στόν τόπο μας, εἶναι πιό κόκκινες ἀπό ἀλλοῦ, γιατί παίρνουν τό χρῶμα τους ἀπό τό αἷμα τῶν σκοτωμένων παλληκαριῶν. Κι ἐμεῖς διστάζαμε νά τίς κόψουμε, ἀπό φόβο, μήπως καί ματώσουμε τά χέρια μας…» (σελ. 179).
Μαρτυρίες πρωταγωνιστῶν
.            Μεταξύ τῶν ἡρώων διοικητῶν συνταγμάτων πού ἔπεσαν στήν μάχη τοῦ Κιλκίς, εἶναι καί ὁ Ἀντώνιος Καμπάνης, διοικητής τοῦ 8ου Συντάγματος τῆς 4ης Μεραρχίας. Τόν ἴδιο καιρό ὁ γιός τοῦ Δημήτριος, ὑπηρετεῖ καί αὐτός ὡς στρατιώτης. Στό βιβλίο τοῦ «Ἀναμνήσεις τοῦ Πολέμου καί τῆς Εἰρήνης» περιγράφει τήν σκηνή πού σπεύδει γιά τόν «τελευταίο ἀσπασμόν» τοῦ ἠρωϊκοῦ σκηνώματος τοῦ γονιοῦ του. Φτάνει στή μεγάλη σκηνή πού ἦταν τό χειρουργεῖο τῆς IV Μεραρχίας:
«Μπῆκα στή σκηνή καί πάνω σ’ ἕνα φορεῖο είδα τόν πατέρα. Εἶχε τά μάτια ἀνοιχτά. Τό πρόσωπο γελαστό καί εὐχαριστημένο. Μόνο τό στῆθος του ἦταν γεμάτο τρύπες. Στά χέρια του φοροῦσε γάντια καλοκαιρινά χακί, ἀλλά ὅπως ἦταν σκισμένα καί κρεμασμένα, κατάλαβα ὅτι εἶχαν κοπεῖ τά δάχτυλά του. Ἀργότερα, ὅταν εἶδα τά κιάλια του, πού ἦταν καί αὐτά γεμάτα βλήματα, ἀντελήφθηκα πώς ἡ ὀβίδα εἶχε σκάσει τήν ὥρα πού τά σήκωνε, γιά νά παρατηρήσει τίς ἐχθρικές θέσεις.
Τό θέαμα γιά μένα ἦταν τραγικό, ἀλλά μεγαλύτερη ἀκόμη συγκίνηση μοῦ προξένησαν οἱ ἑκατοντάδες τραυματίες τοῦ Συντάγματός του, πού περνοῦσαν καί τόν ἀσπάζονταν κλαίγοντας. Ἄκουσα μερικούς νά λένε: Ἦταν αὐστηρός, ἀλλά δίκαιος καί ἀγαποῦσε τούς ἄνδρες του».
.            Νομίζω πώς ὁ ἐπικήδειος αὐτός, ἄν μποροῦσε νά τόν ἀκούσει, θά τόν εἶχε ἀπολύτως ἱκανοποιήσει. Γιατί πραγματικά πρόσεχε ξεχωριστά τους ἄνδρες του, καί γιά νά προστατεύσει τή ζωή τούς εἶχε σκοτωθεῖ ὁ ἴδιος» (σελ. 123).
Μέ τέτοιους ἄξιους ἡγήτορες φθάσαμε στή νίκη. Ἕνας στρατός γενναίων μέ ἀρχηγούς «λιοντάρια» πῶς νά μήν ἀνέλθει στήν κορυφή τῆς δόξης καί τῆς ἀθανασίας.
.                Τό 1964 ἐκδίδεται τό «Ἀναμνηστικό Λεύκωμα» ἐπί τή 50/ἐτηρίδι ἀπό τῆς μάχης τοῦ Κιλκίς. Στήν σελίδα 44 διαβάζουμε: «Ἦταν δύο σύγγαμβροι ἀπό τήν Κύμη τῆς Εὐβοίας, ὁ συνταγματάρχης Ἰωάννης Παπακυριαζής καί ὁ ταγματάρχης Ἰωάννης Βελισσαρίου. Καί οἱ δύο λεβέντες. Τά ἀνδραγαθήματα τους ὑπῆρξαν ἀπό τά φωτεινότερα δείγματα ἀτομικῆς γενναιότητος. Οἱ δύο αὐτοί συγγενεῖς εἶχαν τσακωθῆ… σάν σύγγαμβροι πού ἤσαν. Στήν μάχη τοῦ Κιλκίς βρέθηκαν οἱ μονάδες τους νά πολεμοῦν πλάι- πλάι καί ὁ συναγωνισμός τῶν δύο τσακωμένων ἔφθασε στό ἀποκορύφωμα.» Στήν τελευταία μάχη, ὅπως ἀναφέρει ὁ στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος στά ἡμιτελῆ ἀπομνημονεύματά του, ἐπῆλθε τό δράμα «…Ἤρξατο τότε σφοδρότατος καταιγισμός πυρός, κατά τήν διάρκειαν τοῦ ὁποίου οἱ 6 λόχοι τοῦ Βελισσαρίου, προχωροῦντες ταχέως ἔφθασαν εἰς ἀπόστασιν ἑφόδου ἀπό τῆς πρώτης γραμμῆς τῶν βουλγαρικῶν ὀρυγμάτων. Καί εἶδον τό ἀλησμόνητον θέαμα τῆς ἑφόδου τῶν 6 εὐζωνικῶν λόχων τοῦ Βελισσαρίου, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἄς εἶχον ὁδηγίας ὑπό τοῦ διοικητοῦ των, ἔβαλον αἰφνιδίως ταχύτατον ὀλιγόλεπτον πῦρ ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, μετά τό ὁποῖον ὤρμησαν ἀκάθεκτοι καί μέ βροντώδεις ἀλαλαγμούς ἐναντίον τῶν ἐπί τῆς πρώτης ὀφρύος τοῦ λόφου βουλγαρικῶν χαρακωμάτων. Ἡ γραμμή τῶν ἐφορμούντων λόχων μέ τάς ἀπαστραπτούσας ὑπό τόν ἥλιον ὑπερχιλίας λόγχας ὠμοίαζεν πρός χαλύβδινην ταινία, ἡ ὁποία ἀπειλητική ἐπήρχετο ἐναντίον τῶν ἐχθρικῶν ὀρυγμάτων. Ὁ ἀγών ὑπῆρξεν μεγαλειώδης. Οἱ Βούλγαροι ἀνετράπησαν ἤ ἐξοντώθησαν διά τῆς λόγχης. Αὐτό ἦτο τό μεγαλύτερον κατόρθωμα τοῦ Βελισσαρίου καί μέ δικαίαν ὑπερηφάνειαν ἐφώναξεν εἰς τόν λοχαγόν Ζήραν, ἄλλον γενναῖον, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσεν εἰς τό σύνταγμα τοῦ Παπακυριαζῆ, τοῦ μπατζανάκη τοῦ Βελισσαρίου.
Βρέ Ζήρα, ποῦ εἶναι ὁ διοικητής σου νά δή;
ΖΗΡΑΣ. Σκοτώθηκε… Εἶχε πέσει πρό ὀλίγου μόλις, μαχόμενος μέ τόν ἴδιον ἀπαράμμιλον τρόπον. Καί τότε τό πρόσωπον τοῦ συγγάμβρου «ἐμαύρισεν ἀπό τό πένθος». Ἔβγαλε τό πηλήκιόν του, ἔκαμε τόν σταυρό του, ἐδάκρυσεν καί ἐτράβηξεν μπροστά μέ περισσοτέραν ὁρμήν. Ἐκεῖ παρακάτω στή Τζουμαγιά, στό ὑψόμετρο 1378, τόν περίμενε κι’ αὐτόν ὁ Χάρος».
Ἕνα ἐξαιρετικό βιβλίο, πραγματικός θησαυρός, πού ἀναφέρεται στή μάχη τοῦ Κιλκίς εἶναι τοῦ π. Δημητρίου Καλλίμαχου, ἐθελοντή ἱεροκήρυκος τῆς Ἐ’ Μεραρχίας. Ὁ Καλλίμαχος παρακολουθεῖ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τήν μάχη παίρνει μέρος σ’ αὐτήν, ἐμψυχώνει τούς στρατιῶτες, παρηγορεῖ τούς πληγωμένους καί ἀναλαμβάνει, πολλές φορές, τό βαρύ καθῆκον τῆς ταφῆς τῶν νεκρῶν πολεμιστῶν. Τό 1942, ἐξέδωσε στή Νέα Ὑόρκη τίς ἐμπειρίες του, σέ βιβλίο μέ τίτλο: «Ἀθάνατη Ἑλλάς» Ἀπό τό ἔξοχο αὐτό πόνημα, ἀποσποῦμε κάποιες σελίδες του, στίς ὁποῖες μοσχοβολᾶ ἡ πίστη καί ἡ φιλοπατρία τοῦ στρατοῦ μας. Στήν μακραίωνη ἱστορία μας πάντοτε τό Γένος ἀγωνίζεται «ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος» καί ματαιοπονοῦν ὅσοι θέλουν νά χωρίσουν τά δύο αὐτά «ριζιμιά λιθάρια» τοῦ ἱστορικοῦ μας βίου. Ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων ἡ φωνή τοῦ Μακρυγιάννη μᾶς κανοναρχεῖ: «Ἡ πατρίδα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καί ἡ θρησκεία εἶναι τό πᾶν… Καί τότε λέγονται ἔθνη, ὅταν εἶναι στολισμένα μέ πατριωτικά αἰσθήματα· τό ἐναντίον λέγονται παλιόμαθες τῶν ἐθνῶν καί βάρος τῆς γης.»
.            Περιγράφει ὁ Καλλίμαχος τόν θάνατο τοῦ ἥρωα Καμάρα, τήν στιγμή πού τραυματίζεται, μπροστά καί ὄρθιος, θανάσιμα:
«Γονατίζει ὁ εὐγενικός συνταγματάρχης καί μέ τό λάμπον ξίφος του ἀκόμη εἰς τά χέρια ἀπευθύνει τόν τελευταῖον πρός τούς ἄνδρας του χαιρετισμόν:
Θάρρος παιδιά, θάρρος, γενναῖοι μου!
Τό αἷμα τρέχει κρουνηδόν ἀπό τό τραῦμα καί ο Καμάρας σωριάζεται:
Πονῶ, πονῶ πολύ, καίομαι…
Ὅταν μετεφέρετο πρός τά χειρουργεῖα, ἀτενίσας διά τελευταίαν φοράν τούς ἄνδρας του ἐδάκρυσε καί εἶπε:
Ἄχ, πού σ’ ἀφήνω, σύνταγμά μου. Σᾶς χαιρετῶ, καλά μου παλληκάρια, καί μέ τήν εὐχήν μου ὅλοι ἐμπρός νά δοξάσετε τήν τιμημένη μας πατρίδα!
Καί τώρα ζῆ εἰς τήν ἀθανασίαν ὁ ἀλησμόνητος Καμάρας μας, ἰδεώδης τῦπος ἀνθρώπου καί στρατιώτου, ἐπιβαλλόμενος μᾶλλον μέ τήν ἀπέραντον καλοκαγαθίαν τοῦ πατρός, παρά μέ τήν συνηθισμένην τραχύτητα τοῦ στρατιωτικοῦ.
Εὐσεβής, φιλεύσπλαχνος, ἀγαθώτατος, εὐθύς καί εἰλικρινής καί πράος, ἠδύνατο νά εἶναι καί ἰδεώδης τύπος λειτουργοῦ τοῦ Ὑψίστου. Εἰς τά Βοδενά, ὅπου ἔμεινεν ἐπί μήνας τό σύνταγμά του, ἔγινεν ἱεροφάντης τῆς Ἑλληνικῆς Ἰδέας, προσηλυτίζων τά ἑτερογενῆ στοιχεῖα μέ μέσα ἀνθρωπιστικά. Καί ὅταν προυκάλει χορούς καί διασκεδάσεις καί ἐορτᾶς καί ὅταν συνωμίλει μειλίχιος στρατιώτης, πάντοτε ἐν εἶχεν ἰδεῶδες, πῶς νά ἐμπεδώση τήν πεποίθησιν εἰς τήν ἐκπολιτιστικήν ἀποστολήν τῆς Ἑλληνικῆς διοικήσεως. Ὅταν ἔφυγεν ἀπό τά Βοδενά, δέν ἔμεινε κανείς ἀδάκρυτος πάσης φυλῆς καί θρησκείας.
Αὐτός ἦτο ὁ Καμάρας, ὁ πρωτομάρτυς τῆς γιγαντομαχίας τοῦ Κιλκίς. (σελ. 71)»
Συγκινητικότατες ὅμως εἶναι καί οἱ ἀναφορές στούς ἁπλούς στρατιῶτες. Ἔδειξε ἀπαράμιλλο ἡρωισμό ὁ Ἕλληνας στρατιώτης στήν μάχη τοῦ Κιλκίς. Ἦθος ὀρθόδοξο καί ἀγάπη ἄδολη καί ἀπρασάλευτη προς την πατρίδα εἶναι οἱ δύο ὀδοδεῖκτες πού τόν ὁδηγοῦν στά «κρημνά τῆς ἀρετῆς».
.              Διαβάζουμε στήν σελίδα 165:
«Εἶδα ματωμένο γράμμα νεκροῦ· τό ἐπῆρα καί ἀνέγνωσα: (παρατίθεται ὅπως το ἔγραψε ο ἡρωικός μαχητής)
«Ἦνε τόρα δυό μέρες Ἀγαπημένη μου Βασιληκούλα, πού κάμωμε πόλεμο μέ αὐτά τά παληόσκυλα· μᾶς βαροῦνε πολί μί οὐβίδες· χαθήκανε πουλᾶ πεδιά θκάμας· πάγ κι’ ἡ Γιανςμας τὸν πῆρε οὐβίδα τοῦ κεφάλτ. Τόρα περιμένομ σέ μιά ρεματιά νά ξαπουστάσουμ λιγουλάκι κι σί γράφο. Βασιληκούλα σί χάνο γιά τή Πατρίδα· αὐτό τό χουριό πού θέλουμ νά πάρουμ τού λέν Κιλκίδα κέ λέν πὼς τό μουσχάρη θά πλέξ στό ἔμα· ἔχο ἕνα ἔστημα πώς κεγῶ θά πάγο νά φάγο κούμαρα νά βρό τόν παπούλημ ἀλά νά μή κλάψσ Βασιληκούλαμ· ἅμα ἦνε γιά τί Πατρίδα δάκρια δέν ἐχ’ κλάματα μοναχά γιά ὅσοι ψοφοῦν στό στρόμα· θημᾶμε τί ἔλεγε κι Μῆτρος τοῦ Παπούλ γιά τσεγναίκες τό παλιό κερό στή Σπάρτ: ἡ τάς ἡ ἐπιτᾶς. Κλάματα δέ θέλο· ντροπῆς πράματα νά σκοῦζτε γιά μᾶς ἐδό τσβουλγαροχτόν, ἐγκδιτάδες ντίπ κι γιά οὖλες τσατιμίες πού πράξαν σταδέλφια μας Μακεδόνοι. Μόνο ἕνα κερί στήν ἅγια Παρασκεβί φτάνι· γιά διαθήκ ἴνε τά πεδάκιά μας· ἅμα μιγαλόσν νά πᾶν κιφτά στόν πόλεμο, στή Πόλ μί τόν Βουλγαροχτόνο βασιληά μας νά μνιμονεύσν τόν τάφουν μί ἔμα.
Σί φιλό Βασιληκούλαμ πολύ· γιά χαρά γιά τή Πατρίδα. Ἁπτό ρέμα Κιλκίδας Ἀντρέας».
.               Μεγαλειώδης ὕμνος ἀγωνιστού τῆς νέας μας ἐποποιίας. Ἀπό τό γράμμα αὐτό τοῦ ἁπλοϊκοῦ ὀρεσιβίου σπαρταρίζει θυσία τοῦ ἀθανάτου μαχητοῦ, ὅστις βαδίζει εἰς τόν θάνατον ὡς νυμφίος καί ἀπαγορεύει τά δάκρυα, ἐνθυμίζων τήν ἡρωικήν καρτερίαν τῶν Σπαρτιατίδων εἰς τήν ἁπλοϊκήν σύντροφον τῆς ζωῆς του».
Εἶναι γνωστό πώς ἡ μάχη διεξήχθη ἐν μέσω φοβεροῦ καύσωνος (περίπου 40 βαθμούς Κελσίου). Τά σιταροχώραφα τοῦ κάμπου του Κιλκίς, ἐξαιτίας τῶν ὀβίδων πῆραν φωτιά. Πολλοί βαριά τραυματισμένοι στρατιῶτες, μή μπορώντας νά μετακινηθοῦν, κάηκαν ζωντανοί…
.            Ἄλλο ἡρωικό παράδειγμα αὐταπάρνησης καί ἀνδρείας στή σελίδα 76:
«Στρατιώτης τοῦ 22ου ἐτραυματίσθη εἰς τόν βραχίονα.
Τυχηρός ἤσουνα, συνάδελφε, πού πῆρες τό παράσημο, τοῦ λέγει ὁ παραπλεύρως του, αἶντε τράβα τώρα στό χειρουργεῖο…
Τί ἔκανε, λέει; Μέ μία τσουγκρανιά νά φύγω; Τό παληοτόμαρό μου βαστάει ἀκόμα· ἔχω νά φάγω καί ἄλλους ἀπ’ αὐτούς τούς ἄτιμους πού σφάξανε γυναικόπαιδα!
Καί συνεχίζει τόν ἀγώνα.
Παίρνει δεύτερο βόλι καί ἐξακολουθεῖ νά μάχεται καί τό δεύτερον τραῦμα γίνεται τρίτον καί ἕπεται συνέχεια… Καί ὅταν πλέον ἡ δυνατή αἱμορραγία τόν ἀναγκάζη νά πέση κάτω, οἱ τραυματοφορεῖς, ὅταν ἐπλησίασαν νά τόν παραλάβουν, ἐπέδσεαν ἐν ὄλω ἑπτά τραύματα! Καί παρεπονεῖτο ὁ Ρουμελιώτης στρατιώτης, διότι δέν ἦτο δυνατόν πλέον νά συνεχίση τόν ἀγώνα του.
Μωρ’ δέν μποροῦσε νά εἶχα κι’ ἄλλο παληοτόμαρο, νά βγάλω αὐτό τό τρυπημένο καί νά τό βάλω τό καινούργιο!»
Μία τελευταία μαρτυρία ἀπό τό τέλος τῆς μάχης. Ὁ Ἕλληνας στρατιώτης ἔχει συνείδηση τῆς ἀποστολῆς:
«Ὤ τριακόσιοι, σηκωθεῖτε
Καί ξανάλθετε σ’ εμᾶς
Τα παιδιά σας θελ’ ἰδῆτε
Πόσο μοιάζουνε μέ σᾶς»
έψαλλε ὁ ἐθνικός μας ποιητής. Καί ὁ μαχητής τοῦ Κιλκίς ἀπό τό ἴδιο χρέος ἐμφορεῖται. Σηκώνει στίς πλάτες τοῦ τήν ἱστορία τοῦ Γένους καί «ντροπή νά ντροπιασθεῖ».
«Μετά τήν μάχην ἐγύρισα νά μεταβῶ πρός τά χειρουργεῖα, νά παρακολουθήσω τόν βουβόν πόνον τῶν ἡρώων. Ἤθελα νά ἐπισκοπήσω συγχρόνως τήν ἀκτίνα, ὅπου διεδραματίζετο πρό ὀλίγου ἀκόμη μία ἀπό τάς ἀγριωτέρας πολεμικᾶς τραγωδίας τῶν νεωτέρων χρόνων.
Ἐνδιαφερόμην νά ὑπολογίσω τόν ἀριθμόν τῶν εὐγενῶν θυμάτων, διά τούς ὁποίους ἤμην ὑποχρεωμένος νά μεριμνήσω πρός ταφήν καί τέλεσιν τῶν νομίμων.
Ὁ ἀπέραντος χῶρος τοῦ θεάτρου τῆς μάχης ὠμοίαζε πρός μακελλεῖον. Καί ὅταν ἀντίκρυσα τήν φρικιαστικήν εἰκόνα καμμένων σπαρτῶν καί ψημένων σωμάτων καί εἶδα σκοτωμένους μέ τήν λόγχην στά χέρια καί μέ ἀποκρυσταλλωμένην εἰς τό πρόσωπον τήν ψυχολογίαν της ὁρμῆς καί τῆς χαλυβδίνης ἀποφασιστικότητος, ἐδάγκασα ἀσυναισθήτως τά χείλη ἀποθαυμάζων. Ἀγγελιοφόρος τῆς Δ’ Μεραρχίας ἐστάθη καί ἤκουσα νά ἀπαγγέλη:
Στοῦ Κιλκίς τήν ὁλόμαυρη ράχη
Περπατώντας ἡ δόξα μονάχη
Μελετᾶ τά λαμπρά παλλικάρια
Καί στήν κόμη στεφάνη φορεῖ
Γινομένο ἀπ’ ὀλίγα χορτάρια
Πούχαν μείνη στήν ἔρημη γῆ
.               Ἔρημη ἡ γῆ μέ τά ὀλίγα της ἐναπομείναντα χόρτα ἐστολίζετο ἀπό τῆς ἡμέρας αὐτῆς μέ τόν στέφανον τῆς Ἀθανασίας καί τά ἄσημα ἕως χθές καί πτωχά ἐκεῖνα ὑψώματα παρεδίδοντο εἰς τήν δόξαν καί τόν θαυμασμόν τῶν αἰώνων» (σελ. 83).
Γι’ αὐτό νίκησαν ἐκεῖνα τά λαμπρά παλλικάρια. Ἦταν φτιαγμένα ἀπό τή μαγιά τῶν πολέμαρχων τοῦ Εἰκοσιένα. Ἦταν φτωχά παιδιά, ἡ ψυχή τους ὅμως σπίθιζε ἀπό φιλοπατρία. Ἡ πατρίδα εἶναι ἡ μάνα μας καί τήν ἀγαπᾶμε καί ὅταν εἶναι φτωχή καί ἀναγκεμένη σάν σήμερα. «Φίλει τήν πατρίδα καν ἄδικος ἤ» ἔλεγε ὁ Πλάτων. Πατρίδα εἶναι οἱ τάφοι τῶν προγόνων, τά ἁγιασμένα κόκκαλα τῶν ἡρώων, τά ξωκλήσια τῆς Παναγίας μας.
.              «Δέν θά μοῦ πήγαινε αὐτό τό ντούφεκι, ἄν δέν ἤσουν ἐσύ γλυκό χῶμα πού νιώθεις σάν ἄνθρωπος. Ἄν δέν ἦταν πίσω μας λίκνα καί τάφοι πού μουρμουρίζουν, ἄν δέν ἦταν άνθρωποι, κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα μέτωπα, κομμένα στόν ἥλιο μέ τό σπαθί τοῦ Θεοῦ» γράφει περήφανα ὁ Νίκ. Βρεττάκος.
.              «Ἡ μεγαλωσύνη στά Έθνη δέν μετριέται μέ τό στρέμμα, μέ τῆς καρδιᾶς τό πύρωμα, μετριέται και μέ τό αἷμα» λέει ὁ ποιητής.
Τώρα πού μᾶς ταλανίζει ἡ κρίση καί σκύψαμε τό κεφάλι, ἄς στραφοῦμε «πίσω» γιά νά ἀντλήσουμε δύναμη. Ἄς κλείσουμε μές στήν ψυχή μας ἕνα Μεσσολόγι, ἕνα Κιλκίς, ἕνα Σαράντα καί ἄς βαδίσουμε στίς ἀτραπούς τῆς ἱστορίας ὁλόρθοι. «Εἴμαστε παλαβοί ἐμείς οὶ Ἑλληνες, ἁλλά ἔχουμε γνωστικό Θεό» ἔλεγε ὁ Κολοκοτρώνης καί Αὐτός θά μᾶς σώσει. Δέν μᾶς πρέπει ὁ φόβος, καταγόμαστε ἀπό γενιές ἡρώων σάν αὐτούς πού δόξασαν τήν πατρίδα στόν τόπο τόν ἱερό τοῦ Κιλκίς.
Κλείνουμε μέ τούς στίχους τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητῆ Κωστῆ Παλαμᾶ, πού τούς ἀπήγγειλε τό 1928, κατά τά ἀποκαλυπτήρια του μνημείου πού δεσπόζει στό ἡρῶον τῆς μάχης. Ὁ ὕμνος ὀνομάζεται «ἡ Πατρίδα στούς νεκρούς της» Νά, πῶς τελείωνε ὁ ποιητής:
« – Παιδιά μου, ὅσοι, προφῆτες μου, στρατιῶτες, ἀρχηγοί,
σάν τά λιοντάρια στήσατε κορμιά καί σάν τά κάστρα,
καί μεσ’ στή μακεδονική ματοθρεμμένη γῆ
βάλατε τήν εἰκόνα μου φερτή σάν ἀπό τ΄ ἄστρα
στοῦ Λαχανά καί στοῦ Κιλκίς τήν ἐκκλησιά τήν πλάστρα,
πνοές κι ἄν πλανάστε σ’ ἄλλη ζωή, λείψανα κι ἄν κοιμάστε,
σᾶς λειτουργῶ στή δόξα μου. Μακαρισμένοι νά ‘στε».

Σχολιάστε

«ΝA ΜΗΝ ΧΑΣΟΥΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΑΣ» (Δ. Νατσιός)

Ν μν χάσουμε τ νομά μας

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

Τ 2008 τν Αγουστο δημοσίευσα τ παρακάτω κείμενο στ πολυτονικό. Ατ πο σημείωνα, δυστυχς τ βιώνουμε. Τν Μακεδονία τν πρόδωσαν. Ο προδότες-Τσίπρας, Κοτζις κα λη νθελληνικ λέπρα πο τος χειροκροτοσε- ρθε ρα ν ξαφανιστον. Κανες λληνας, μ καρδι κα φιλότιμο, δν πρέπει ν ψηφίσει τος λετρες. 10.000 ξιωματικο κα στρατιτες “πεσαν” στν μάχη το Κιλκς-Λαχαν γι τν λευθερία τς Μακεδονίας. κυρώνεται τ αμα τους μ τ μελάνι μίας πογραφς; OXI. Ο πικείμενες κλογς ν λάβουν τν μορφ δημοψηφίσματος γι τ γκλημα τν Πρεσπν. Ν σώσουμε τν Μακεδονία μας, μήπως κα σωθομε…

.               Μπαίνω ἀπευθείας στὸ θέμα, ἄνευ περιστροφῶν καὶ προλόγων. Ἂν βρεθεῖ, ἂν τολμήσει ἑλληνικὴ κυβέρνηση νὰ ὑπογράψει τὴν προδοσία, τὴν μεγαλύτερη ἀπὸ καταβολῆς κράτους, ποὺ λέγεται «Βόρεια» ἢ «Ἄνω Μακεδονία», θὰ πρέπει νὰ γνωρίζει ὅτι:
.               Πρῶτον: τὸ πλέον εὐτελὲς καὶ ἀνάξιο λόγου. Δὲν πρόκειται νὰ ξαναδεῖ ἐξουσία. Ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ ἱστορικοῦ κουρελουργήματος τῆς Ρεπούση, θὰ ὑπάρξει τέτοια κινητοποίηση ἀπὸ τὸν πατριωτικὸ χῶρο, ποὺ οἱ κυβερνῶντες –ὅποιοι κι ἂν εἶναι– θὰ τρίβουν κυριολεκτικὰ τὰ μάτια τους. δίως ο βουλευτς τς Μακεδονίας, ς τοιμάζονται γι σόβια, τιμη κα χι τιμητική, διώτευση. Ἂς γνωρίζουν ὅτι θὰ ἀντιμετωπίσουν, σὲ περίπτωση ὑπογραφῆς τῆς προδοσίας, ὅ,τι ἀντιμετώπισαν οἱ παπόδουλοι ἐπίσκοποι, ὅταν γύρισαν στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1438, μετὰ τὴν ψευτοσύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας. Ὑπέγραψαν ἕνωση – ὑποταγὴ τῆς Ὀρθοδοξίας – τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ φτάνοντας στὴν Πόλη τοὺς ἀνέμενε ὁ λαός… Ὅταν μαθεύτηκε ὅτι λατινοφρόνησαν καὶ ὑπέκυψαν στὰ «φλωρία» τοῦ Πάπα, ὁ εὐσεβὴς  λαὸς τοὺς προπηλάκισε. Ταραγμένοι καὶ μετανιωμένοι ψέλλιζαν οἱ ταλαίπωροι «Πεπράκαμεν (πουλήσαμε) τὴν πίστιν ἡμῶν, ἀντηλλάξαμεν τῇ ἀσεβείᾳ τὴν εὐσέβειαν, προδόντες τὴν καθαρὰν θυσίαν (τὴν Ὀρθοδοξία), ἀζυμῶται (παπικοὶ) γεγόναμεν. Κόψατε τὴν δεξιὰν ἡμῶν τὴν ὑπογράψασαν (κόψτε τὸ χέρι ποὺ ὑπέγραψε), ἐκριζώσατε τὴν γλῶσσαν ἡμῶν τὴν τοιαῦτα ὁμολογήσασαν». (Δ. Παναγόπουλου, «Εἷς ἔναντι μυρίων»). Χέρι πο θ πογράψει κα γλσσα ποὺ θ μολογήσει «Βόρεια νω Μακεδονία» θέλουν κόψιμο ξερίζωμα. Τελεία κα παύλα. Σ θέματα πατρίδος κα πίστεως δν χωρε συγκατάβασις.

.           Δεύτερον: ἡ στάση μας στὸ θέμα τῆς Μακεδονίας εἶναι ἡ λυδία λίθος γιὰ τὸ σύνολο τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς. Ἂν ὑποκύψουμε στοὺς ὠμοὺς ἐκβιασμοὺς καὶ παραδώσουμε ἀμαχητὶ τὸ ὄνομα, ἀνοίγει ὁ ἀσκὸς τοῦ Αἰόλου. Πέραν τῆς διεθνοῦς ἀνυποληψίας καὶ περιφρόνησης, δημιουργεῖται κακὸ προηγούμενο. Ὅλοι θὰ ἀπαιτοῦν καὶ ἐμεῖς θὰ ἐπαιτοῦμε τὴν σύμπραξη ἀνύπαρκτων συμμάχων. Ὡς γνωστὸν οἱ μεγάλες δυνάμεις ἐξάγουν συμπεράσματα γιὰ τὴν πολιτική τους ὄχι μὲ κριτήριο τὴν «ἑτοιμότητα ὑποκλίσεων», ἀλλὰ μὲ κριτήριο τὴν ἰσχὺ τῶν κρατῶν στὶς περιφέρειες, τὴν ἱκανότητα – ἀποφασιστικότητα τῶν κυβερνήσεών τους νὰ ὑπερασπίσουν τὰ ἐθνικά τους συμφέροντα καὶ τὸ εἰδικὸ γεωπολιτικὸ βάρος ποὺ ἀναπτύσσουν στοὺς περιφερειακοὺς συσχετισμοὺς ἰσχύος.

.           Τρίτον, σὲ συνάφεια μὲ τὰ προηγούμενα. Ὅλα δείχνουν πὼς οἱ Σκοπιανοὶ κατανοοῦν πὼς εὐνοϊκὴ ἀπόληξη τοῦ ζητήματος θὰ πετύχουν μόνο ἐπὶ τῆς νῦν ἀμερικανικῆς κυβέρνησης. Ἄρα ὁδεύουμε πρὸς ἀτιμωτικὴ συναλλαγή: «Βόρεια Μακεδονία». Ἂν συμβεῖ τὸ ἀπευκταῖο, εἶναι σίγουρο πὼς οἱ Σκοπιανοὶ εὐθὺς θὰ καταπατήσουν τὶς ὑπογραφές τους καὶ θὰ θέσουν, ἀπὸ θέσεως ἰσχύος πλέον, ὅλα τὰ συμπαρομαρτοῦντα μὲ τὸ Σκοπιανὸ ζητήματα: ἀλυτρωτισμός, περιουσίες, ὀνοματοδοσία προϊόντων, τοπωνυμίων, ἀεροδρομίων, «μακεδονικὴ» ἐκκλησία, ἱστορικὴ κληρονομιά. Μᾶς ἀναμένει, δὲν ἔχει σημασία ἂν εἶναι τὸ ἐγγὺς ἢ τὸ ἀπώτερο μέλλον,  τὸ μακεδονικὸ Κόσοβο. Καὶ τότε θὰ ἐρωτηθοῦμε ἐμεῖς οἱ Μακεδόνες, οἱ γηγενεῖς. «Εἶστε Ἕλληνες ἢ Μακεδόνες; ὅσοι Ἕλληνες κάτω ἀπὸ τὸν Ὄλυμπο… ἡ Μακεδονία ἀνήκει στοὺς Μακεδόνες».

            Τέταρτον: «Τὴν δὲ πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ’ ἐμὸν ἐστὶ οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν αὐτῇ…». Ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος, ὁ ἡρωικὸς αὐτοκράτορας, διδάσκει ἐς ἀεί. Κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πουλήσει πατρίδα. Στὴν πατρίδα ἀνήκουμε καὶ δὲν μᾶς ἀνήκει. Αὐτὸ ποὺ κερδήθηκε μὲ αἷμα δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ περιφέρει σὲ συνέδρια παρανόμων, νὰ τὸ διαγράψει μὲ τὸ μελάνι μιᾶς ὑπογραφῆς. Κάποιοι θέλουν νὰ «ρευστοποιήσουν» κόκαλα ἱερὰ σὲ σταδιοδρομίες, ἀξιώματα ἕδρανα πρωθυπουργικά. «Παίζουνε πασιέντζες τὸ ἔθνος ὁλάκερο γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουν τὶς μωροφιλοδοξίες τους», ὅπως ἔλεγε ὁ Παν. Κολοκοτρώνης. Ματαιοπονοῦν. Πολλὲς φορὲς σταυρώθηκε ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπὸ ξένους καὶ βαρβάρους, πολιτισμένους καὶ ἀπολίτιστους, πολλὲς φορὲς καὶ ἀπὸ τοὺς δικούς μας, τοὺς ἐφιάλτες καὶ μηδίζοντες, παλαιοὺς καὶ νέους, ἀλλά, «ἰδοὺ ζῶμεν».  «Τρῶνε ἀπό μας καὶ μένει καὶ μαγιά». Καὶ ἄλλη φορὰ ἡ Μακεδονία χάθηκε μὲ τὸ μελάνι τῆς ὑπογραφῆς. Τὸ 1878 ἡ συνθήκη τοῦ Ἁγίου Στεφάνου τὴν παραχωροῦσε σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου στὴ Βουλγαρία. Εἰς μάτην. Κατέπεσε μέσα σὲ λίγους μῆνες τὸ ψεῦδος καὶ ἡ ἀδικία. Ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου ἀποκατέστησε τὴν τότε τάξη τῶν πραγμάτων. Σ’ αὐτὰ τὰ ζητήματα λειτουργοῦν κὰ πνευματικοὶ νόμοι. «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς, ἡ οἰκουμένη καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐτῇ». (Ψαλμός ΚΔ΄).

.               Πέμπτον: Τυχὸν ὑπογραφὴ σὲ κείμενο καταισχύνης καὶ διασυρμοῦ ποὺ θὰ ἀναγνωρίζει κράτος Μακεδονίας, θὰ τινάξει στὸν ἀέρα τὴν ἑλληνικὴ ἐκπαίδευση. Θὰ παρουσιαστοῦμε ἐνώπιον τῶν μαθητῶν μας ψεῦτες, ὑποκριτές, μὲ ἔλλειψη φιλοπατρίας, ἀφοῦ τόσα χρόνια διδάσκουμε μία καὶ μοναδικὴ Μακεδονία, ἀναπόσπαστο τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐλεγχόμαστε ἔτσι γιὰ τὴν πνευματική μας ἀνεντιμότητα, γιὰ τὴν παιδαγωγική μας εἰλικρίνεια. Ὅταν ἀντικρίσουν οἱ μαθητές μας στὶς ὀθόνες τοὺς Σκοπιανοὺς νὰ πανηγυρίζουν γιὰ τὴν ὑποκλοπή, καὶ τοὺς χάρτες νὰ ἐμφανίζουν «Βόρεια Μακεδονία», τί θὰ τοὺς ποῦμε τὸ ἄλλο πρωί; Πῶς ὁ φιλότιμος καὶ εὐαίσθητος Ἕλληνας δάσκαλος θὰ ἀτενίσει τὸ βλέμμα τῶν μαθητῶν του; Θὰ μᾶς τοξεύει ἀλύπητα ἡ ἀπορία ἡ εἰρωνεία, ἡ ἀγωνία τῶν παιδιῶν γιὰ τὴν ἐπερχόμενη θύελλα.

.              Τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας οἱ γυναῖκες ἔδιναν στὸ παιδὶ ποὺ βαφτίζανε μία εὐχή: «Μὴ χάσεις τὸ ὄνομά σου», ὑπονοώντας τὸν κίνδυνο ἀλλαξοπιστίας. Καὶ σήμερα στὴν ἀλαλιασμένη ἐποχή μας μιὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ εὐχὴ καὶ ἡ προσευχή μας: νὰ μὴν χάσουμε τὸ ὄνομά μας, τὸ ὄνομά μας ποὺ εἶναι Μακεδονία.

 

,

Σχολιάστε

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ περὶ ΤΩΝ ΠΡΟΣΕΧΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ (Δ. Νατσιός)

Εθυμογράφημα περ τν προσεχν κλογν

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

«Τὴν πλιατσικολογίαν διεδέχθη ἡ φορολογία, καὶ ἔκτοτε ὅλος ὁ περιούσιος λαὸς ἐξακολουθεῖ νὰ δουλεύη διὰ τὴν μεγάλην κεντρικήν, γαστέρα, τὴν ὦτα οὐκ ἔχουσαν». (Παπαδιαμάντης, «Φόνισσα»)

.                 Φαρμάκια καταπίνουμε νυχθημερόν. «Καπνίζουν τὰ μάτια μας» ἀπὸ ὀργὴ βλέποντας καὶ ἀκούγοντας τὴν περιρρέουσα εὐήθεια. Δὲν γίνεται ἔτσι. Εὐτυχῶς ποὺ μπαίνω καθημερινὰ στὴν αἴθουσα καὶ ἀντικρίζω τὴν χαρὰ τοῦ παραδείσου, τὸ γέλιο τῶν μαθητῶν μου. Δημοσιεύω ἕνα εὐθυμογράφημα, μὴν τὸ πάρει κανεὶς στὰ σοβαρά, γιατί τὸ θέμα εἶναι μὲν πολὺ σοβαρό, ἀλλά, ὡς συνήθως, στὴν χώρα τῆς «φαιδρᾶς πορτοκαλέας» οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸ ὑπηρετοῦν εἶναι σπουδαιογελοῖοι. Ὑπακούω ἐξ ἄλλου στὴν παρότρυνση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ποὺ συμβουλεύει ὑπέροχα: «Διεγέλα τὰ πάντα, γέλωτος ὁρῶν ἄξια τὰ τοῖς πολλοῖς σπουδαζόμενα».
.                   Πῶς κατορθώνουν οἱ πολιτικοὶ , ἀντὶ νὰ ἀσχολοῦνται αὐτοὶ μὲ τὰ προβλήματα τοῦ λαοῦ, νὰ ἀσχολεῖται ὁ λαὸς μὲ τὰ δικά τους, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι προβλήματα πολυτελείας, ἔναντι τῆς τρομερῆς δυσπραγίας καὶ φτώχειας ποὺ ἀντιμετωπίζει ὁ ἁπλὸς πολίτης Πετυχαίνουν τὸ ἀκατόρθωτο ὄντως.
.                   Ἡ προεκλογικὴ περίοδος ἔχει κάποια ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐπισημανθοῦν. Οἱ ὑποψήφιοι ἀκολουθοῦν κάποιες συγκεκριμένες μεθόδους ὑφαρπαγῆς τῆς ψήφου, οἱ κυριότερες τῶν ὁποίων εἶναι οἱ ἑξῆς:
.                   Πρῶτον: θριαμβεύει, βρίσκεται στὶς καλύτερες στιγμές της, ἡ ψηφοθηρία. Αὐτὴν μετέρχονται κυρίως οἱ ἀτάλαντοι, οἱ τυχοδιῶκτες. Κληροδοτημένη ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ἡ τακτικὴ αὐτή. Ὁ Πλούταρχος στὰ περίφημα «Πολιτικὰ παραγγέλματα» (802 D-E), στηλιτεύει κάποιους «ἄμουσους» καὶ «ἄτεχνους», δηλαδὴ ἀπαίδευτους καὶ ἀπελέκητους, ὑποψηφίους, ποὺ ἁλίευαν ἐκλογικὴ πελατεία μὲ τραπεζώματα καὶ φαγοπότια, μὲ χοροστάσια, μὲ ἄμεσο χρηματισμό. Δὲν εἶναι ἐξ ἄλλου κρυφὸ ὅτι διακινοῦνται φάκελοι «εὐρωγεμεῖς» μὲ τοὺς ὁποίους δελεάζονται οἱ ἀνεμιαίας καὶ ὑδαροῦς συνείδησης ψηφοφόροι. Γενικῶς ἡ ψηφοθηρία ἀνθεῖ καὶ φέρει ψήφους πολλοὺς καὶ μονάκριβους.
.                   Δεύτερον: μέσο ἀπόσπασης τῆς περιποθήτου ψήφου εἶναι ἡ ὑπενθύμιση στὴν ἐκλογικὴ «πελατεία» κάποιας ὑποχρέωσης ἢ ἑνὸς ρουσφετιοῦ. Νῦν καιρὸς ἀνταπόδοσης τῆς εὐεργεσίας. Ἐδῶ βέβαια ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος τῆς ἀχαριστίας. Σύμφωνα μὲ τὸν Ἀριστοτέλη ἡ εὐγνωμοσύνη εἶναι αὐτὴ ποὺ γερνάει γρηγορότερα ἀπ’ ὅλα τὰ ἀνθρώπινα. «Τί γηράσκει τάχιστα;», τὸν ρώτησαν οἱ μαθητές του. «Χάριτος μνήμη», ἀπάντησε ὁ μέγας φιλόσοφος.
.                   Τρίτον: εἶναι ἡ ἐπιλογὴ κατάλληλων προσώπων, αὐλοκολάκων, ἀφοσιωμένων σφουγγοκωλάριων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναλάβουν τὴν «βρώμικη», τὴν βάναυση δουλειά. Δηλαδή: ἀφισοκόλληση, διακίνηση προεκλογικοῦ ὑλικοῦ, προσέγγιση μὲ πιθανὰ θύματα, ψηφοφόρους, περιφρούρηση, στελέχωση κομματικοῦ κέντρου ἢ γιάφκας, ἀπειλὲς ἢ ὑποσχέσεις σὲ ἀναποφάσιστους τενεκέδες, ὀργάνωση μεγαλειώδους ὑποδοχῆς στὰ μέρη, ποὺ ἐξορμᾶ ὁ λαοφιλὴς ὑποψήφιος, (τὸ ὁποῖο ἔχει ἀτονήσει κάπως σήμερα, διότι ἐνίοτε, ἀντὶ γιὰ κομματοτσιρίδες καὶ λιβανωτούς, οἱ ὑποψήφιοι εἰσπράττουν αὐγὰ καὶ ντομάτες), συντονισμὸς χειροκροτημάτων, ζητωκραυγῶν, ὑλακῶν, οὐρλιαχτῶν καὶ χρεμετισμῶν τῶν ὀπαδῶν κατὰ τὴν ἐκφώνηση ἑνὸς βαρυσήμαντου ἀερογεμοῦς λόγου, σύμπηξη σωματοφυλακῆς γιὰ περιφρούρηση τοῦ λεγόμενου ἀπὸ τυχὸν παρεκτρεπόμενους ἀντιπάλους ἢ ἀβόλευτους ὀπαδοὺς καὶ λοιπὰ συμπαρομαρτοῦντα. Οἱ ἐν λόγῳ παρακεντέδες εἶναι ἀπαραίτητοι,  δορυφοροῦν τὸν ἐθνοσωτήρα, εἶναι πιστοὶ ἄχρι θανάτου. (Οἱ λεγόμενοι καὶ «χρήσιμοι ἠλίθιοι»).
.                   Τέταρτον: Βασικὸ μέσο ἐντυπωσιασμοῦ ἡ διαφήμιση, ἡ εἰκόνα τοῦ ὑποψηφίου. ς γνωστν στν εκονικ δημοκρατία, χλοκρατία κα σαχλοκρατία, πο ζομε, κα ψφος εναι μπόρευμα, ρα σο πι φανταχτερ τ περιτύλιγμα, τ καρύκευμα κα εστοχη προώθησή του, τόσο εκολότερη προσέλκυση το καταναλωτ– ψηφοφόρου. Πρῶτα-πρῶτα οἱ φωτογραφίες τῶν ὑποψηφίων ὑπόκεινται σὲ ἐξωραϊστικὴ ἐπεξεργασία. Σημάδια γήρανσης, ρυτίδες, λευκότριχες, «ἀποψιλωμέναι κεφαλαὶ» (κοινῶς φαλάκρα), ἐνοχλητικὰ στίγματα (θυμόμαστε τὴν ἀψεγάδιαστη φυσιογνωμία τοῦ ἀξιοδάκρυτου, ἐξαφανισθέντος νῦν, ἐκσυγχρονιστῆ Κ. Σημίτη), ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ ἀφανιστοῦν. Καὶ ἐξαφανίζονται, ὅπως συμβαίνει μὲ κάποιες γηραλέες, λαϊκὲς τραγουδίστριες, ποὺ ἀνασύρουν γιὰ διαφήμιση, δροσερὲς φωτογραφίες τους ἀπὸ τὴν δεκαετία τοῦ ᾽60. Ἡ εἰκόνα τοῦ ὑποψηφίου πρέπει νὰ τονίζει τὴν ἐπιβλητικότητα, τὴν γοητεία, τὸν δυναμισμό, τὴν προσήνειά του. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπανδρώνουν τὰ ἕδρανα τῆς Βουλῆς ἠθοποιοί, τραγουδιστές, καλλίγραμμες τῆς πασαρέλας ὀδαλίσκες, ποδοσφαιριστὲς καὶ λοιποὶ ἀπελέκητοι τηλεαστέρες. Ὁ Ἕλλην στὶς μεγαλουπόλεις ψηφίζει μὲ τὴ λογική του Σοῦπερ-Μάρκετ: ψηφίζει τὸ προϊὸν ποὺ διαφημίζεται περισσότερο, τὸ ἐντυπωμένο στὸ ὑποσυνείδητο, αὐτὸ ἀγοράζει, αὐτὸ ξέρει, αὐτὸ παίρνει, ὅπως μᾶς λέει διαφήμιση γνωστοῦ ἀπορρυπαντικοῦ.
.                   Πέμπτον: Ὁ ὑποψήφιος ὀφείλει «νὰ ἀγγίξει τὶς εὐαίσθητες χορδὲς» τῶν ψηφοφόρων, ὅπως λέγεται. Κατ’ ἀρχὰς πρέπει ὅλοι γύρω του νὰ εἶναι οἰκεῖοι καὶ γνώριμοι. (Εἶναι γνωστὸ πὼς ἀειθαλὴς πολιτικὸς ἐξασφάλιζε ψήφους μέσῳ κουμπαριῶν. Βάφτισε τὸ μισὸ νησί. Γιὰ νὰ μὴν μπερδεύει τὰ ὀνόματα τῶν βαφτιστικῶν του καὶ ἐκτίθεται, ἔδινε σ’ ὅλα τὸ ἴδιο. Ὁ Κολοκοτρώνης, ἐπειδὴ ἦταν περιζήτητος «σύντεκνος» – ὡραία λέξη, ὀρθοδοξότατη, μαζὶ στὴν ἀνατροφὴ τοῦ τέκνου). Δὲν λησμονοῦν βέβαια οἱ ὑποψήφιοι νὰ δείξουν τὴν προσήλωσή τους στὶς παραδοσιακὲς ἀξίες, τὶς ὁποῖες μετὰ τὴν ἐκλογή τους ποδοπατοῦν ποικιλοτρόπως καὶ… ἀσυστόλως. Ἔτσι καὶ οἰκογενειάρχες καὶ πατριῶτες καὶ πιστοὶ ἄνθρωποι καὶ προσηλωμένοι στὴν ἐντιμότητα παρουσιάζονται καὶ τρυφεροὶ σύζυγοι, στοργικοὶ γονεῖς, ἐνίοτε καὶ ποδοσφαιρόφιλοι. (Ποιός Θεσσαλονικιὸς τολμᾶ νὰ μὴ δηλώσει ὀπαδὸς τοῦ ΠΑΟΚ ἢ τοῦ Ὀλυμπιακοῦ στὸν Πειραιά; Τὸ γήπεδο, ἡ κερκίδα βγάζει κυβέρνηση).
.                   Γενικά, πρέπει, ὁ ὑποψήφιος, κατὰ τὴν ἀχώνευτη γι’ αὐτὸν προεκλογικὴ περίοδο, «νὰ κλαίει μετὰ κλαιόντων καὶ νὰ χαίρει μετὰ χαιρόντων». Ὅπου γάμος καὶ χαρὰ ἢ κηδεία καὶ μνημόσυνο, ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία του. (Ἕνα δάκρυ, ἕνας λυγμὸς χαρᾶς ἢ θλίψης προσπορίζει ἀρκετὲς ψήφους. Οἱ εὐσυγκίνητοι… συγκινοῦν τὸν φτωχολαό).
.                   Ἕκτον: Παρουσία στὴν τηλεόραση, τὸ ἀκαταμάχητο, τὸ ἀπόλυτο μέσο προβολῆς καὶ ἀναγνώρισης. Ὁ μόνος κίνδυνος εἶναι μόνο μήπως βρεθεῖ ἀπέναντί σου κάποιος μοσχόμαγκας δημοσιογράφος, τύπου Τράγκα γιὰ παράδειγμα, καὶ τὸν ξεπουπουλιάσει.
.                   Τέλος πάντων οἱ ἐκλογές, πλὴν τῶν ἀερόπλαστων συνθημάτων, τῆς ὑποκρισίας, τοῦ θεατρινισμοῦ, τῆς γελοιότητας, τῆς ἀνοησίας καὶ τῆς καταδημαγώγησης τῶν μαζῶν, εἶναι μία ἐνδιαφέρουσα στιγμὴ τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου. Μιὰ καὶ τὸ ἄρθρο κινεῖται σὲ σκωπτικὸ τόνο (πῶς ἀλλιῶς νὰ ἀντέξεις ) θὰ παραθέσω ὀλιγόστιχα ποιήματα ποὺ ἀναφέρονται στὶς ἐκλογές. Τὸ πρῶτο τιτλοφορεῖται ὁ «ἀντιπολιτευόμενος». Δὲν ἐκλέγεται ὁ ταλαίπωρος καὶ αὐτὸ στάθηκε μοιραῖο, τὸν ὁδήγησε «εἰς τὸν τάφον». Γράφει ὁ Δ. Κόκκος στὴν τελευταία του στροφή: «Ἀντιπολιτευόμενος ὁ μακαρίτης ἦτο /εἶχε εὐγενῆ αἰσθήματα, ἀρχὰς καὶ πεποιθήσεις καὶ/ ὑπὸ τούτων πάντοτε ἁγνῶς ἐνεφορεῖτο/ ἀλλ’ ὅμως τὸν κατέλαβον στομαχικαὶ παθήσεις/ Ἀπέθανε φιλόπατρις καὶ ὁμιλῶν καὶ γράφων/ μὲ ἄλλους λόγους: νηστικὸς κατῆλθεν εἰς τὸν τάφον».
.                   Τὸ ἄλλο εἶναι τοῦ Γ. Σουρῆ, ἐξαιρετικό, μὲ τίτλο «Ἐκλογεύς», ὁ ψηφοφόρος δηλαδή, ποὺ εἶναι τὸ ἀφεντικὸ μιᾶς Κυριακῆς. Ἀπευθύνεται λοιπόν, ὁ «ἐκλογεύς», πασιχαρὴς στοὺς ὑποψηφίους λέγοντάς τους:

«Φέρτε μου κανάτες, φέρτε μου βαρέλες
στρώσατε γιὰ μένα περσικὰ χαλιὰ
φέρτε μου κουζίνες, φέρτε μου κοπέλες
φέρτε μου λαοῦτα, φέρτε μου βιολιὰ
Ἄϊντε πάλι γλέντι καὶ χουβαρνταλίκι
Λύστε τὸ πουγγί σας, δῶστε χαρτζηλίκι!
Χύνω τοὺς καφέδες καὶ τὰ βάζα ἀπάνω
Ὤχ! Χριστὲ κι ἂς φέξει… Ὤχ! ψυχή μου γλέντι!
Ἐκλογὲς καὶ πάλι…σ’ ὅ,τι κι ἂν σᾶς κάνω
σεῖς νὰ λέτε ὅλοι «μάλιστα ἀφέντη»
Ὅλων σας τὰ σπίτια ἀνοιχτὰ νὰ τὰ βρῶ
εἰδ’ ἀλλιῶς σκεφθεῖτε πὼς θὰ φᾶτε μαῦρο».

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

Ο “ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ” καὶ ΤΑ ΗΜΕΤΕΡΑ ΓΙΟΥΣΟΥΦΑΚΙΑ ΤΟΥ (Δ. Νατσιός) Καταδικάζουν τὸν λαό, μαζὶ μὲ τὶς πανταχοῦ παροῦσες τουρκοσειρὲς καὶ τὰ κοπροριάλιτι, τύπου «survivor», σὲ νωθρότητα, ἀποβλάκωση και ψυχοσωματικὴ παράλυση καὶ τύφλωση.

“σουλτάνος” κα τ μέτερα γιουσουφάκια του

γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.               Πρὶν ἀπὸ τὸν πόλεμο τοῦ 1940, δὲν περνοῦσε μέρα ποὺ ὁ Μουσολίνι καὶ ὅλος ὁ θλιβερὸς θίασος τῶν κρανιοκενῶν δορυφόρων του -ὁ ΥΠΕΞ Τσιάνο ἦταν γαμπρός του- νὰ μὴν προκαλέσουν ποικιλοτρόπως τὴν Ἑλλάδα. Καὶ παράνομες ὑπερπτήσεις ἰταλικῶν ἀεροπλάνων εἴχαμε και προκλητικὲς δηλώσεις τοῦ Μουσολίνι γιὰ τὴν Μεσόγειο, γιὰ τὴν ὁποία χρησιμοποιῦσε τὴν γνωστὴ λατινικὴ φράση «mare nostrum», που σημαίνει «ἡ θάλασσά μας» καὶ θέμα Τσάμηδων ἤγειραν οἱ Ἰταλοί. Και ἑλληνικὰ νησιὰ ἀπαιτοῦσε, φτάνοντας στὴν ἐξευτελιστικὴ πράξη να βομβαρδίσει καὶ νὰ καταλάβει τὴν Κέρκυρα στὶς 31 Αὐγούστου του 1923. (Σκοτώθηκαν 15 ἄνθρωποι, κυρίως πρόσφυγες ἀπὸ τὴν Μικρά Ἀσία. Ὄχι «πρόσφυγες καὶ μετανάστες», ἀλλὰ δικοί μας Ἕλληνες, ξεριζωμένοι καὶ σφαγμένοι ἀπὸ τὶς ὀρδὲς τοῦ Κεμάλ). Ἀφορμὴ ὑπῆρξε ἡ σκηνοθετημένη δολοφονία τοῦ Ἰταλοῦ στρατηγοῦ Τελίνι στὶς 27 Αὐγούστου τοῦ 1923. Τὴν δολοφονία εἶχαν διαπράξει Ἀλβανοὶ λήσταρχοι καθ’ ὑπόδειξιν τοῦ Μουσολίνι (τὸ θερμὸ ἐπεισόδιο τῆς ἐποχῆς).Ἡ δύσμοιρη πατρίδα μας, ποὺ προσπαθοῦσε νὰ συνέλθει ἀπὸ τὶς πληγὲς τῆς συμφορᾶς στὴν Μ. Ἀσία, προσέφυγε στὴν κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, πρόδρομο τοῦ ΟΗΕ, ὅμως ἡ ΚτΕ, δικαίωσε τοὺς Ἰταλοὺς καὶ ὑποχρέωσε τὴν αἱμόφυρτη πατρίδα νὰ καταβάλει στὴν Ἰταλία ἀποζημίωση 50 ἐκ. λιρέτες. Οἱ 50 ἐκ. λιρέτες ἀντιστοιχοῦσαν μὲ 500.000 λίρες Ἀγγλίας. Ἂν λάβει κανεὶς ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ  Ἑλλάδα μὲ πολὺ κόπο ἐξασφάλισε τότε ἀπὸ τὴν τράπεζα τῆς Ἀγγλίας δάνειο 750.000 λιρῶν, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς ἄμεσες ἀνάγκες τῶν προσφύγων, γίνεται ἀντιληπτὴ ἡ τραγωδία καὶ ἠ κακουργία τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ποὺ ἰχθυοπρεπῶς σιώπησαν γιὰ τὴν καταφανῆ ἀδικία). Καί, νὰ προσεχθεῖ αὐτό, ἡ ἐπιτυχία του Μουσολίνι στὴν πρώτη του διεθνῆ ἀναμέτρηση μεγάλωσε τὸ γόητρο του, ἀλλὰ ὑποδαύλισε καὶ τὴν περιφρόνησή του στοὺς τότε θεσμούς συλλογικης ἀσφάλειας. Ἡ ἴδια τακτικὴ κατευνασμοῦ υἱοθετήθηκε ἀργότερα καὶ γιὰ τὸν Χίτλερ, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἑκατόμβη τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
.             Μάλιστα ὁ Ἰταλὸς δικτάτορας μιλώντας στὶς 18 Νοεμβρίου τοῦ 1940, στὸ «Παλάτσιο Βενέτσια» τῆς Ρώμης, μὲ τὸ γνωστὸ γελοῖο, θεατρινίστικο ὕφος του, διαπίστωνε ὅτι οἱ Ἕλληνες μισοῦσαν τὴν Ἰταλία, γι’ αὐτὸ θὰ «ἔσπαζε τὰ πλευρὰ τῆς Ἑλλάδας» στὸ μέτωπο τῆς Πίνδου. Καὶ ἀπὸ κάτω χιλιάδες ἀφιονισμένα φασιστόμουτρα πανηγύριζαν, βλέποντας τὸ μάτι τοῦ ἀρχηγοῦ τους νὰ γυαλίζει… Βεβαίως 20 μέρες ἀργότερα, ὁ στρατάρχης του, Π. Μπαντόλιο, ἀρχηγός τοῦ ἰταλικοῦ γενικοῦ ἐπιτελείου, εἶχε παραιτηθεῖ ἐνῶ ὁ στρατός μας ἀπελευθέρωνε, ἐπαναλαμβάνω, ἀπελευθέρωνε, μία μία τὶς ἑλληνικότατες πόλεις – Ἅγιοι Σαράντα, Ἀργυρόκαστρο, Πρεμετή, Δέλβινο-τῆς Βορείου Ἠπείρου).
.             Γιατί τὰ γράφω αὐτά; Διότι λίγο πολὺ τὰ ἴδια ζοῦμε τούτη τὴν ἐποχὴ με το «λυσσασμένο σκυλί», τὸν Ἐρντογὰν καὶ τοὺς ἀρλεκίνους ποὺ τον περιβάλλουν. (Ὁ ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν εἶναι γαμπρός του). Γιὰ «γαλάζια πατρίδα», ἡ Ἀν. Μεσόγειος καὶ τὸ Αἰγαῖο, μιλοῦν οἱ Τοῦρκοι, παραλλαγὴ θὰ λέγαμε τοῦ mare nostrum τῶν Ἰταλῶν. Θέμα Μειονοτήτων, εὐκαίρως ἀκαίρως, ἐγείρουν. Καθημερινὰ ἔχουμε παραβιάσεις καὶ ὑπερπτήσεις ἀεροπλάνων. Νυχθημερὸν ἀμφισβητοῦν την ἑλληνικότητα τῶν νησιῶν μας. Κατὰ καιροὺς θὰ ἐμφανιστεῖ καὶ κάποιος Μεμέτης ἐπίσημος νὰ μᾶς ἀπειλεῖ καὶ νὰ δηλώνει μὲ θράσος καὶ κομπασμὸ ὅτι θὰ μᾶς συντρίψει σὲ περίπτωση πολέμου. Ὁ ἴδιος ὁ Ἐρντογάν, ὁ σουλτάνος…
.             Παρένθεση. Τὰ ἡμέτερα ἔντυπα καὶ ἠλεκτρονικὰ γενιτσαροκάναλα, στὰ πλαίσια τῆς ἐμετικῆς προπαγάνδας, χειραγώγησης τοῦ λαοῦ καὶ καταρράκωσης, τοῦ ἐναπομείναντος ἠθικοῦ του, τὸν ἔχουν ἀνακηρύξει «σουλτάνο». Τί ἦταν οἱ Σουλτάνοι;
.             Αἱμοπότες, βρικόλακες τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Διοχετεύουν στὸ λαὸ (κυριολεκτικὰ ὀχετὸς) τὸ ἄθλιο μήνυμα ὅτι εἶναι ἕνας πανίσχυρος ἡγέτης. Ἑτοιμαστεῖτε γιὰ τὴν νέα Τουρκοκρατία, ὑποδεχτεῖτε τὸν Σουλτάνο, προσκυνῆστε τον!! Καταδικάζουν τὸν λαό, μαζὶ μὲ τὶς πανταχοῦ παροῦσες τουρκοσειρὲς καὶ τὰ κοπροριάλιτι, τύπου «survivor», σὲ νωθρότητα, ἀποβλάκωση και ψυχοσωματικὴ παράλυση καὶ τύφλωση. Τὸ μήνυμα σαφές: οἱ Τοῦρκοι ειναι καλοί, εἰρηνικοὶ ἄνθρωποι, μοιάζουμε τόσο, γιατί νὰ μὴν ζήσουμε καὶ πάλι μαζί, ἀδελφωμένοι; Τί εἶναι ὁ Ἐρντογάν; Ἕνας στυγνός, ἐλεεινὸς δικτάτορας, κακέκτυπο τοῦ Μουσολίνι, ποὺ ὀνειροφαντάζεται ὀθωμανικὲς αὐτοκρατορίες καὶ προφανῶς ἡδονίζεται, ὅταν τὸν ἀποκαλοῦν «σουλτάνο», ἰδίως τὰ ἡμέτερα δημοσιογραφικά γιουσουφάκια. Τί νὰ πεῖς γιὰ «πουλημένα τομάρια», ποὺ στὴν πατρίδα μας κυκλοφοροῦν μὲ μεγεθυντικὸ φακό, μήπως ἀνακαλύψουν κάποιον ταλαίπωρο «ἐθνικιστὴ καὶ φασίστα», ποὺ ψελλίζει κάτι γιὰ Πίστη καὶ Πατρίδα καὶ καταπίνουν ἀμάσητα τὰ χιτλερικῆς νοοτροπίας καθάρματα τύπου Ἐρντογάν, Ράμα ποὺ ἔχουν τοὺς λαούς τους στὸ παχνὶ καὶ τοὺς ταΐζουν μὲ τὸν σανὸ τοῦ μίσους καὶ τῆς περιφρόνησης τῆς πατρίδας μας;
.             Ἐπανέρχομαι στὸ ἀρχικὸ θέμα. Ὁ γελοιοτρόπως μιμούμενος, λοιπόν, τὸν Μουσολίνι, Ἐρντογάν, μιλώντας προεκλογικῶς στὴν Σμύρνη, στὸ ἀσκέρι του, δήλωσε μεταξὺ ἄλλων: «Σμύρνη, ἐσὺ ποὺ ρίχνεις τοὺς γκιαούρηδες στὴ θάλασσα καὶ προστατεύεις τοὺς ἀνήμπορους». Μάλιστα. Σκέφτομαι. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, θὰ μποροῦσε ἕνας Ἕλληνας πρωθυπουργος νὰ πάει στὰ Δερβενάκια καὶ νὰ πεῖ περίπου τὰ ἑξῆς: «Δερβενάκια, ποὺ τὸ χῶμα σου ἀκόμη τρῶνε τὰ ἀντίχριστα μεμέτια, ποὺ γνώρισαν ἀπὸ κοντὰ τὸ γιαταγάνι τοῦ Νικηταρᾶ». (Ἐδῶ, ξέρω, πολλοὶ θὰ γελάσουν πικρόχολα. Ἐμεῖς εἴμαστε… super πολιτισμένοι, ἐκλεπτυσμένοι, λεπτοστόμαχοι δανδῆδες, Εὐρωπαῖοι. Τέτοια δὲν λέμε. Δεν προκαλοῦμε, δὲν ἀπαντᾶμε στὶς προκλήσεις καταφεύγουμε στοὺς διεθνεῖς ὀργανισμούς, οἱ ὁποῖοι κατανοοῦν τὸ πρόβλημα καὶ μᾶς συμβουλεύουν «νὰ τὰ βροῦμε» καὶ νὰ μὴν διαταράξουμε τὴν εἰρήνη τῆς περιοχῆς. Ἐπιδεικνύουμε τὴν κοσμοξάκουστη σωφροσύνη μας, ἐπιβεβαιώνοντας τὸν Θουκυδίδη ποὺ μᾶς κανοναρχεῖ «τὸ σῶφρον τοῦ ἀνάνδρου πρόσχημά ἐστι», πρόσχημα φόβου καὶ δειλίας εἶναι ἡ σωφροσύνη σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις). Μετά, λοιπόν, ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἱστορικὴ ἀντιπαραβολή, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, σὲ τί συμπέρασμα ὁδηγούμαστε; Μήπως ὁ Μουσολίνι τῆς Τουρκίας ἐπιδιώκει, πάσῃ θυσίᾳ (κυριολεκτικῶς), πολεμική ἀναμέτρηση; Μόνο τυφλοί: «τὰ τ’ ὦτα τόν τε νοῦν, τὰ τ’ ὄμματα» δὲν ἀντιλαμβάνονται, ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Σοφοκλῆς, ὅτι ὁδεύουμε σὲ “θερμό, ψυχρό, κρύο” πολεμικὸ ἐπεισόδιο-σύρραξη. Καί, δυστυχῶς, αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη τραγωδία τῆς πατρίδας μας: τὸ θηρίο κατανοεῖ ὅτι ἀπέναντί του ἔχει μία ἡττοπαθῆ ἡγεσία ἐθνομηδενιστῶν, ποὺ ἀντὶ νὰ ἀναπτερώνει τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, καλλιεργώντας τὰ πολυτίμητα τζιβαϊρικά του-πίστη, φιλοπατρία, παράδοση-ὑπογράφει μὲ χέρια και ποδάρια, προδοσίες, μαγαρίζει τὴν παιδεία τοῦ και  προσβάλλει τὴν ἐκκλησία του,ὁ μοναδικὸς «θεσμὸς» ποὺ μπορεῖ νὰ ἀφυπνίσει, νὰ ἑνώσει καὶ νὰ χαλυβδώσει τὴν θέλησή του γιὰ ἀντίσταση, ἀγώνα καὶ ἐλευθερία.
.             Τὸ ΄40 ὁ Μουσολίνι εἶχε ἀπέναντί του τὸν Ἰωάννη Μεταξά, τὸν πρωθυπουργὸ τοῦ ΟΧΙ καὶ τοῦ «Ροῦπελ» καὶ ἕναν λαό, ἑλληνικό, ποὺ μεθοῦσε μὲ τ’ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ ᾽21. Σήμερα ὁ νέος Μουσολίνι, ἔχει ἀπέναντί του τὸν φαιδρὸ Τσίπρα καὶ ὅλη την ἀριστερόμυαλη μετριότητα ποὺ τὸν λιβανίζει καὶ ἕναν λαὸ ποὺ οἱ ἀγωνίες του περιορίζονται γιὰ τὸν πρωταθλητὴ Ἑλλάδος στὸ ποδόσφαιρο ἢ στὸ ποιὸς θὰ ἐπικρατήσει στὰ γνωστὰ ριάλιτι.
.             Χριστὸς Ἀνέστη καὶ ἄμποτε νὰ ξαναγίνουμε Ἕλληνες…

 

Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

 

 

Σχολιάστε

«…ΤΟΝ ΒΛAΣΦΗΜΟ ΟΥΤΕ Η ΓΗ ΔΕΝ ΤΟΝ ΔΕΧΕΤΑΙ» (Δ. Νατσιός)

«…τν βλάσφημο οτε γ δν τν δέχεται»

Δημ. Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκὶς

«Ἂν ὑβρίσεις τὴν μάνα μου καὶ τὸν πατέρα μου σὲ συγχωρῶ, 
ἂν βλαστημήσεις τὴν Παναγία καὶ τὸν Χριστό, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ»
(Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς)

.           Ἀποτυχημένοι διανοούμενοι, πανεπιστημιακοὶ μὲ προσόντα ἀκρίδας, ἐκκλησιομάχοι, καντιποτένιοι νεοσταλινικοί, ἡμιμαθεῖς, μετατρέπουν τὴν πατρίδα σὲ «ράκος ἀσθμαῖνον», σὲ ρημαδιό.  Ἄνοιξαν τὶς φυλακὲς -ὁ νόμος τοῦ ἀπίθανου αὐτοῦ τύπου Παρασκευόπουλου- καὶ ἀμόλησαν στυγεροὺς ἐγκληματίες γιὰ νὰ συνεχίσουν τὸ ἔργο τους, τὶς ἀνομίες τους.
.           Ὁ Κουφοντίνας, τρισάθλιο ὑποκείμενο, δολοφόνος ἀμετανόητος, λὲς καὶ ὑπηρετοῦσε τὴν θητεία του σὲ στρατόπεδο νεοσυλλέκτων, ἔπαιρνε ἄδειες καὶ προκλητικά, σεργιανοῦσε γιὰ ψώνια στὴν ἀγορὰ τῆς Ἀθήνας.  (Καὶ ὁ γιός του, τὸ ζαγάρ’, «νὰ βγάζει τὴν γλώσσα» στοὺς διαφωνοῦντες ἢ νὰ ἐλεεινολογεῖ καὶ νὰ εἰρωνεύεται ὅσους συμμετεῖχαν στὰ ἐθνικὰ συλλαλητήρια κατὰ τῆς προδοσίας τῆς Μακεδονίας μας).
.           Τώρα ἑτοιμάζονται νὰ καταργήσουν τὰ ἄρθρα τοῦ Ποινικοῦ Κώδικα ποὺ ἀφοροῦν στὴν κακόβουλη βλασφημία, στὴν καθύβριση θρησκευμάτων καὶ στὴν περιύβριση τῶν νεκρῶν. Καὶ ποιὰ «θεία» βλασφημοῦνται στὴν πατρίδα μας; Τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας μας. Οὔτε ὁ Μωάμεθ οὔτε ὁ Βούδας βλασφημοῦνται.  Καὶ τί θὰ συμβεῖ; «Χαῦνοι ὀρνεοκέφαλοι (θὰ) βυσσοδομοῦν. Σκυλοκοῖτες καὶ νεκρόσιτοι κι ἐρεβομανεῖς (θὰ) κοπροκρατοῦν τὸ μέλλον». (Ἐλύτης, Τὸ Ἄξιόν ἐστι). Ὅλα τὰ κατακάθια καὶ τὰ δυσώδη περιθώρια τοῦ τόπου, ἐλεύθεροι πλέον, θὰ βλασφημοῦν τὰ ὅσια καὶ τὰ ἱερά μας. Οὔτε «φύλλο συκῆς» πλέον δὲν κρατοῦν οἱ ἐχθροί τοῦ σταυροῦ «ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία». Ἡ Ἑλλάδα μας, ἂν συνεχιστεῖ αὐτὸ τὸ κακό, ὁδηγεῖται σὲ ἱστορικὴ εὐθανασία.
.           Ξεκίνησε μὲ ἕνα ἅγιο Κυβερνήτη, ποὺ τὴν ἀνέστησε, ποὺ πίστευε πὼς «…ἂν ἡ παροῦσα γενεὰ δὲν ἐνδυναμωθεῖ ἀπὸ ἀνθρώπους μορφωμένους ἐν καλῇ διδασκαλίᾳ καὶ μάλιστα πρὸς τὸν κανόνα τῆς ἁγίας ἡμῶν πίστεως καὶ τῶν ἠθῶν μας, θὰ εἶναι δυσοίωνο τὸ μέλλον της καὶ ἡ διακυβέρνησίς της ἀδύνατη». (Ι. Καποδίστρια, Κείμενα, «ΟΕΔΒ», σελ. 75). Ἡ Ἑλλάδα μας, ἡ ὁποία, διὰ στόματος τοῦ στρατηγοῦ Μακρυγιάννη, ὁμολογοῦσε ὅτι « τὸν Χριστὸν φοβόμαστε καὶ αὐτείνη ἡ θρησκεία μᾶς λευτέρωσεν καὶ βγήκαμε εἰς τὴν κοινωνίαν τοῦ κόσμου», αὐτὴ ἡ Ἑλλάδα κατασπαράσσεται, ὁδηγεῖται στὸν τάφο ἀπὸ τὰ ἀπολειφάδια τοῦ μαρξισμοῦ, ἀπὸ τσιράκια τοῦ διαβόλου. Ποιοί; Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, πάλαι ποτὲ λαὸς ἀρχοντικός, «διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητος, κατὰ θείαν πρόνοιαν» (ἅγιος Νεκτάριος), χλεύη τῆς Οἰκουμένης καὶ παλιοψάθα τῶν ἐθνῶν. Κατήργησαν τὸν Ἐθνικὸ Ὕμνο στὸ δημοτικὸ σχολεῖο, μετέτρεψαν τὴν γιορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, σὲ ἀργία, «λέρωσαν» τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν τὸ ὁποῖο κατάντησε προπαγάνδα τῆς πανθρησκείας, πρόδωσαν τὴν Μακεδονία, ξηλώνουν ἀπὸ τὴν Ἱστορία τὸ Εἰκοσιένα καὶ τὸν Μακεδονικὸ Ἀγώνα, τί ἔμεινε γιὰ νὰ θυμίζει ὅτι τοῦτος ὁ τόπος εἶναι τῶν Ἑλλήνων;  Μαγαρίζουν τὴν Παράδοσή μας καὶ καὶ μένουμε μὲ τὰ μνημόνια καὶ τὴν ἀνικανότητά τους.  λων
.           Καὶ ὅμως δὲν πέρασαν πολλὰ χρόνια ποὺ ὁ λαός μας εἶχε σέβας.  Ποὺ θεωροῦσε ἀδιανόητη τὴν βλασφημία. Θὰ ἀναφερθῶ σὲ δύο ἐπεισόδια ἀπὸ τὴν πρόσφατη Ἱστορία μας, ποὺ παραπέμπουν στὴν ἀδυσώπητη φράση τοῦ Σεφέρη «νὰ νοσταλγεῖς τὸν τόπο σου, ζώντας στὸν τόπο σου, τίποτε δὲν εἶναι πιὸ πικρό». Καὶ τόπος εἶναι οἱ ἄνθρωποι, ποὺ κάποτε μοσχοβολοῦσαν σὰν τὸ Τίμιο Ξύλο καὶ τώρα γεμίσαμε δίποδες ἀναθυμιάσεις. Τὸ πρῶτο εἶναι ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ βιβλίο τοῦ Χρήστου Σαμουηλίδη, Κιλκισσιώτη συγγραφέα, «τὸ χρονικό του Κάρς», στὸ ὁποῖο περιγράφει τὰ πάθια, τοὺς καημοὺς καὶ τὶς σφαγὲς τῶν Ἑλλήνων τοῦ Καυκάσου καὶ τὴν μετεγκατάστασής τους στὴν Ἑλλάδα, ὅσων γλύτωσαν ἀπὸ τὸν αἱμοσταγῆ Κεμάλ.
Ἡ σκηνὴ εἶναι ἀπὸ τὸν ἐρχομὸ τῶν πλοίων γιὰ τὸ «νόστιμον ἧμαρ».  «Ἐκείνη τὴν στιγμὴ κατέφθασαν στὸ λιμάνι καὶ δύο ἄνδρες τοῦ κλιμακίου τῆς Μίσιας (=ἡ ἑλληνικὴ ἀποστολὴ ποὺ θὰ μετέφερε τοὺς πρόσφυγες στὴν πατρίδα). Ὁ ἕνας βλέποντας τὴν κατάσταση ἐκνευρίστηκε τόσο πολὺ ὥστε ἄρχισε νὰ βρίζει Χριστοὺς καὶ Παναγίες.  Μόλις τὸν ἄκουσαν οἱ πρόσφυγες ποὺ δὲν ἦταν συνηθισμένοι οὔτε νὰ λένε οὔτε νὰ ἀκοῦνε παρόμοιες βρισιές, ἔγιναν ἔξαλλοι καὶ στράφηκαν ἐναντίον τοῦ ὑβριστῆ, παρ’ ὅλο ποὺ εἶδαν ὅτι ἦταν ὑπερασπιστής τους.  Τὸν ἅρπαξαν καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν δέρνουν ἄγρια».  (σελ. 249).
.           Οἱ ἀγαθοὶ ἐκεῖνοι Ρωμιοί, τί ἔκαναν;  Ἐφάρμοσαν τὴν ἐντολὴ τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου: «Καν ἀκούσης τινὸς ἐν ἀμφόδῶ (=σὲ δρόμο) ἢ ἐν ἀγορᾷ βλασφημοῦντος τὸν Θεόν…ράπισον αὐτοῦ τὴν ὄψιν, σύντριψον τὸ στόμα.. ἁγίασόν σου τὴν χείρα» (πρὸς Ἀνδριάντας, α΄ ).
.           Τὸ δεύτερο: «Στὸν ἐπικὸ πόλεμο τοῦ 1940 ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς διακρινόταν γιὰ τὴν εὐσέβειά του. Στὸ μέτωπο ἡ βλασφημία εἶχε καταργηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἴδιους τους στρατιῶτες μας, ποὺ ἀγωνίζονταν μὲ δυνατὴ πίστη στὸν Θεὸ καὶ κάτω ἀπὸ τὴ σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου. Δυστυχῶς ὑπῆρχαν καὶ οἱ θλιβερὲς ἐξαιρέσεις. Τὸ πιὸ κάτω περιστατικὸ ἀποτελεῖ φοβερὸ δεῖγμα παραδειγματικὴς τιμωρίας ἑνὸς βλάσφημου. Τὸ διηγείται ως αὐτόπτης μάρτυρας ο μακαριστος ἀρχιμανδρίτης Χαράλαμπος Δ. Βασιλοπουλος, ποὺ τότε ὑπηρετοῦσε ὡς λοχίας τοῦ τάγματος τῶν εὐζώνων».
«Ἦταν ἡ 27η Δεκεμβρίου 1940, τότε ποὺ οἱ Ἕλληνες ἀγωνίζονταν τὸν ἐνδοξότερο ἀγώνα τῆς πατρίδας. Ἡ μάχη ἐμαίνετο στὸ Τεπελένι. Μεταγωγικὰ μετέφεραν πυρομαχικὰ στοὺς μαχόμενους. Καθ᾽ ὁδὸν συναντοῦν τραυματία μὲ τραῦμα στὴν κνήμη. “Κουράγιο, συνάδελφε, τοῦ λένε. Θὰ γυρίσουμε καὶ θὰ σὲ πάρουμε”. Ἐκεῖνος βλασφήμησε τὸ ὄνομα τῆς Παναγίας. Στὸ ἄκουσμα τῆς βλασφημίας ἔφριξαν οἱ στρατιῶτες, διότι ἐκεῖ ἡ βλασφημία εἶχε κοπεῖ ἐντελῶς. “Συνάδελφε, τοῦ λένε, μὴ βλασφημεῖς! Πὲς “Παναγία βόηθα”. Ἀλλὰ ἐκεῖνος ἐξακολούθησε νὰ βλασφημεῖ συνεχῶς.
.           Ὅταν ἐπέστρεψαν, τὸν βρῆκαν πεθαμένο. Λυπήθηκαν κατάκαρδα γιὰ τὴν ψυχή του, διότι ἔφυγε μὲ αὐτὸν τὸν ἀμετανόητο τρόπο. Ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε ἱερέας στὸ σύνταγμα, ἔσκαψαν πρόχειρα μὲ τὶς ξιφολόγχες τους καὶ τὸν ἔθαψαν. Ἔκαμαν τὸν σταυρό τους καὶ ἔφυγαν. Ἄλλα μόλις ἀπομακρύνθηκαν γύρω στὰ εἴκοσι μέτρα, ἔρχεται μία ὀβίδα ἀπὸ τὸ Τεπελένι, τὸν ξεθάφτει καὶ τὸν πετάει δέκα μέτρα μακριά! Ἔπεσαν οἱ ἄνδρες κάτω νὰ προφυλαχθοῦν. Κατάλαβαν ὅτι ἡ ὀβίδα ἦταν σταλμένη γιὰ τὸν βλάσφημο. Τὸν ἔχωσαν ξανὰ στὸν λάκκο ποὺ ἄνοιξε ἡ ὀβίδα καὶ ξεκίνησαν νὰ φύγουν.
.           Μόλις ἔφθασαν στὰ εἴκοσι μέτρα, ἔρχεται δεύτερη ὀβίδα καὶ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο τὸν ξεχώνει καὶ τὸν πετᾶ δέκα μέτρα μακριά! Τότε κατάλαβαν ὅτι τὸν βλάσφημο οὔτε ἡ γῆ δὲν τὸν δέχεται. Τὸν παράτησαν ἄταφο καὶ ἔφυγαν…
.           Φόβος καὶ τρόμος τοὺς κατέλαβε, ὄχι μόνο αὐτοὺς ἄλλα ὅλο τὸν ἐκεῖ στρατό. Ὁ γράφων ἦταν ἐκεῖ αὐτόπτης μάρτυρας». (Βιβλίο, «ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ᾽40»).

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤI ΜΑΓΑΡIΖΟΥΝ ΤΑ ΑΙΜΑΤΟΒΑΜΜEΝΑ ΧΩΜΑΤΑ τῆς ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΜΑΣ; (Δ. Νατσιός)

Γιατί μαγαρίζουν τ αματοβαμμένα χώματα τς Μακεδονίας μας;

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

«Ἡ νίκη θὰ εἶναι δική μας, ἂν βασιλεύει τὴν καρδίαν μας, θεὸς ζηλότυπος, μόνο τὸ   αἴσθημα τὸ Ἑλληνικὸ»
Ἰωάννης Καποδίστριας

.             Γιατί ἔρχονται οἱ προδότες στὴν Μακεδονία μας; Γιατί μαγαρίζουν τὰ αἱματοβαμμένα χώματά της; Τί δουλειὰ ἔχουν στὶς παρελάσεις τῶν ἐθνικῶν ἐπετείων, ἀφοῦ ποδοπατοῦν τὴν ἱστορία μας, ἀρνοῦνται ὅλους τοὺς συμβολισμοὺς τῆς γαλανόλευκης καὶ τὶς θεωροῦν «μεταξικὸ κατάλοιπο», ἐθνικιστικὴ ἐκδήλωση. (Στὰ Σκόπια χαρὲς καὶ πανηγύρια, στὴν Μακεδονίας μας ἀρὲς καὶ κατάρες. Τὶς πταίει; ).
.             Ἦρθε τὶς προάλλες, ἐδῶ στὸ Κιλκίς, ὁ Παππᾶς στὰ πλαίσια προφανῶς τῆς ἐπιχείρησης «ἀντιστροφὴ τοῦ κλίματος» μετὰ τὶς ἐμετικές  ὑπογραφὲς-σάβανα τῆς Μακεδονίας μας.  (Αὐτὸ τὸ κτητικὸ «μᾶς» δὲν πρέπει νὰ λείπει ἀπὸ τὸ στόμα κανενὸς Ἕλληνα καὶ κυρίως τοὺς φιλογενεῖς δασκάλους. Νὰ διδάξουμε ἐπιτέλους στοὺς μαθητές μας καὶ μία ἄλλη γραμματική, τὴν Γραμματική τοῦ Γένους. Νὰ τοὺς συλλαβίσουμε πρῶτα τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Παϊσίου, τὸ μάθημα γιὰ τὴν ὑψοποιὸ ταπείνωση. «Κλείνουμε λάθος τὴν ἀντωνυμία. Λέμε ἐγώ, ἐσύ, αὐτός. Νὰ λέμε αὐτός, ἐσὺ καὶ τελευταῖο τὸ ἐγώ».  Καὶ στὴ συνέχεια, συνεχίζοντας τὸ μάθημα τῆς Πατριδογνωσίας, νὰ τοὺς ζητήσουμε νὰ ἀπομνημονεύσουν τὸ «Μακεδονία Ξακουστή», τὶς δύο πρῶτες στροφές. Τώρα, γιατί σὲ λίγο καιρὸ θὰ συλλαμβάνονται οἱ δάσκαλοι, ποὺ διαπράττουν τὸ ἀδίκημα τῆς διδασκαλίας περὶ τῆς ἑλληνικότητας τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς πίστης στὸν Χριστό).
.             Ἐπανέρχομαι στὴν ἔλευση Παππᾶ, στὸ Κιλκίς. Τόσα μπλόκα, κλοῦβες καὶ μοτοσυκλέτες, ἀκροβολισμένες μὲς στὴν πόλη, ἔχει νὰ δεῖ τὸ Κιλκὶς ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς. Μόνο οἱ Γερμανοὶ ἐγκληματίες ἔπαιρναν τέτοια καὶ τόσα μέτρα προφύλαξης. Οἱ ἀστυνομικοὶ ἦταν περισσότεροι ἀπὸ τοὺς κατοίκους ποὺ κυκλοφοροῦσαν στοὺς δρόμους. Τί συνάντησε ὁ Παππᾶς στὸ Κιλκίς; Παγερὴ ἀδιαφορία, ἐχθρότητα, κλειστὰ παραθυρόφυλλα, ἁπλὸ κόσμο ποὺ μουρμούριζε «πότε θὰ γλιτώσουμε ἀπό σᾶς», ὅ,τι συνέβαινε, δηλαδή, τὸ 1941-44. Καὶ ποιά εἶναι ἡ ἐπίσημη κυβερνητικὴ γραμμὴ γιὰ ὅλες αὐτὲς τὶς ἀντιδράσεις τοῦ λαοῦ; Τὰ λόγια τοῦ Τσίπρα στὸν Μακρόν. «Λίγοι ἀκροδεξιοί, περιθωριακοί, λαϊκιστές». Τὰ ἴδια ἐπανέλαβε ὁ Παππᾶς, τὰ ἴδια λένε ὅλοι τους. Παίρνουν γραμμὴ καί… μπαίνουν στὴ γραμμή. Φοβερὸ πράγμα. Πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία μας ποινικοποιεῖται καὶ συκοφαντεῖται ἡ ἄποψη ἑνὸς λαοῦ, ὄχι ἀπὸ ξένους καὶ ἐχθρούς, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν κυβέρνησή του καὶ τὰ ποικιλώνυμα παπαγαλάκια της. (Πρώτη φορὰ τόσοι κατάφρακτοι σωματοφύλακες, δορυφοροῦν πολιτικοὺς στὶς ἐξορμήσεις τους. Ἕνας λόγος ποὺ οἱ ἐγκληματίες ἀποχαλινώθηκαν εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀπόσπαση χιλιάδων ἀστυνομικῶν στὴν φύλαξη πολιτικῶν. Ἀλλοίμονό μας ἂν ἀρχίσει ὁ Τσίπρας περιοδεύει «γιὰ νὰ ἀντιστρέψει τὸ κλίμα»… Πανηγύρια θὰ στήσουν οἱ κλεφτοκατσικάδες πρωτευούσης καὶ περιχώρων).
.           Ἀνέφερα γιὰ ὑποδοχὴ πολιτικῶν ἀπὸ τὸν λαὸ καὶ θυμήθηκα τὸν Καποδίστρια. Τούτη τὴν ἐποχὴ ποὺ μᾶς «βρῆκε τὸ κακὸ καὶ θολώνει ὁ νοῦς», ὅπως θὰ ἔλεγε καὶ ὁ Ἐλύτης, «δυστυχὴς παρηγορία» καὶ ἀνασασμὸς ἐν μέσῳ ἀναθυμιάσεων εἶναι τὸ «κοίταγμα» στὴν ἱστορία μας. Διασώζει ὁ σπουδαῖος Γ. Τερτσέτης στὰ «Ἀπόλογα γιὰ τὸν Καποδίστρια» τὸν διάλογο τοῦ Κυβερνήτη, τὸ 1828 στὴν Αἴγινα, μὲ τὸν Γεώργιο Μαυρομιχάλη, ποὺ ἐμφανίστηκε μπροστά του μὲ ἐνδυμασία «βουτηγμένη εἰς τὸ μάλαμα». Μεγαλειώδης λόγος, ἐθνικός, ἔμπονος, ξεχείλισμα ἀπὸ μία καρδιὰ ποὺ εὐωδίαζε ἀπὸ πίστη καὶ φιλοπατρία. «Σήμερον ὁ Κυβερνήτης μὲ ἔκανε νὰ ντραπῶ», εἶπε ὁ Μαυρομιχάλης σὲ φίλο του. (ἔκδ. «Βαλέτα», τόμ. Γ΄, σελ. 240-242). Θὰ γράψω κάτι κι ἂς θεωρηθεῖ «γραφικό». Θὰ ἔπρεπε μετὰ ἀπὸ κάθε ὁρκωμοσία νέας κυβέρνησης, νὰ διαβάζεται στὴ Βουλή ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ ἀθάνατου Κυβερνήτη. Πολλοὶ ἴσως θὰ ντρέπονταν νὰ ντροπιαστοῦν.  Ἴσως καμμιὰ σπίθα φιλότιμου, ξεπηδοῦσε μέσα ἀπὸ τὰ μπάζα τῆς ἰδιοτέλειάς τους.
.           «Δὲν σ᾽ ἐπαινῶ διὰ τὰ φορέματά σου καὶ πρὶν πατήσω τὰ χώματα τὰ Ἑλληνικά, καὶ ἀφοῦ ἦλθα καὶ εἶδα, τὸ ἐβεβαιώθηκα. Εἶναι καιροὶ ποὺ πρέπει νὰ φοροῦμε ὅλοι ζώνη δερματένια, καὶ νὰ τρῶμε ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριο. Εἶδα πολλὰ εἰς τὴ ζωή μου, ἀλλὰ σὰν τὸ θέαμα ὅταν ἔφθασα ἐδῶ εἰς τὴν Αἴγινα, δὲν εἶδα τι παρόμοιο ποτέ, καὶ ἄλλος νὰ μὴν τὸ ἰδεῖ· προεῖδα μεγάλα δυστυχήματα διὰ τὴν πατρίδα, ἂν ἐσεῖς δὲν θὰ εἶσθε σύμφωνοι μαζί μου καὶ ἐγὼ μὲ ἐσᾶς.“Ζήτω ὁ Κυβερνήτης, ὁ σωτήρας μας, ὁ ἐλευθερωτής μας”, ἐφώναζαν γυναῖκες ἀναμαλλιάρες, ἄνδρες μὲ λαβωματιὲς πολέμου, ὀρφανὰ γδυτά, κατεβασμένα ἀπὸ τὲς σπηλιές· δὲν ἦτον τὸ συναπάντημά μου φωνὴ χαρᾶς, ἀλλὰ θρῆνος· ἡ γῆ ἐβρέχετο ἀπὸ δάκρυα· ἐβρέχετο ἡ μυρτιὰ καὶ ἡ δάφνη τοῦ στολισμένου δρόμου ἀπὸ τὸ γιαλὸ εἰς τὴν Ἐκκλησία· ἀνατρίχιαζα, μοῦ ἔτρεμαν τὰ γόνατα, ἡ φωνὴ τοῦ λαοῦ ἔσχιζε τὴν καρδιά μου· μαυροφορεμένες, γέροντες, μοῦ ἐζητοῦσαν νὰ ἀναστήσω τοὺς ἀποθαμένους τους, μανάδες μοῦ ἔδειχναν εἰς τὸ βυζὶ τὰ παιδιά τους, καὶ μοῦ ἔλεγαν νὰ τὰ ζήσω, καὶ ὅτι δὲν τοὺς ἀπέμειναν παρὰ ἐκεῖνα καὶ ἐγώ».
.             Αὐτὰ γιὰ τὴν ὑποδοχή. Καὶ ἰδοὺ τὰ χρυσά του λόγια γιὰ κάθε πραγματικὸ ἡγέτη: «…Δὲν λυποῦμαι, δὲν ἀπελπίζομαι· προτιμῶ αὐτὸ τὸ σκῆπτρο τοῦ πόνου καὶ τῶν δακρύων παρὰ ἄλλο· ὁ Θεός μοῦ τὸ ἔδωσε, τὸ παίρνω, θέλει  νὰ  μὲ δοκιμάσει· εἶμαι ἀπὸ τὴ φυλή σας· εἰς ἕνα μνῆμα μαζὶ  μὲ σᾶς θὰ θαφτῶ· ὅ,τι ἔχω, ζωή, περιουσία, φιλίες εἰς τὴν Εὐρώπη, κεφάλαια γνώσεων, ἀποκτημένα ἀπὸ τόσα θεάματα καὶ ἀκροάματα συμβάντων τοῦ κόσμου τῆς ἡμέρας μου, τὰ ἀφιερώνω εἰς τὴν κοινὴν πατρίδα. Ἂς ὑψώσω τὸ μεγαλεῖον της, ὥστε ὅποιος θελήσει, δυσκόλως νὰ τὸ ταπεινώσει. Στερεωμένο εἰς  ρίζες  ἀρετῆς, εἶναι ἀκαταμάχητο. Ἐκάμετε   ἔργα πολεμικὰ  ἀθάνατα. Βασιλεῖς καὶ ἔθνη σᾶς ἐπαίνεσαν, ἀλλὰ πίστευσέ μου, διὰ πολυετίαν ἀκόμη, ἡ ζώνη  τοῦ Προδρόμου πρέπει νὰ εἶναι στολισμός μας, ὄχι χρυσοΰφαντη χλαμύδα…. Μέτρο μας καὶ ἄστρο, εἰς δεινὰ ἑλληνικά, θεραπεία ἑλληνική…
.           Ἂν δὲν μᾶς ἀποστραφεῖ ὁ μεγαλοδύναμος καὶ ἀξιωθοῦμε τὴν εὐλογία του, τὰ ἀκροθαλάσσια μας θὰ στολιστοῦν ἀπὸ εὔμορφες πολιτεῖες, ἡ σημαία ἡ Ἑλληνικὴ θὰ δοξάζεται εἰς τὰ πελάγη, ἥμερα δένδρα θὰ ἀνθίζουν εἰς τὰ ἄγρια βουνά, καὶ οἱ ἐρημιὲς θὰ πληθύνουν ἀπὸ κατοίκους -καὶ ὄχι εἰς τὲς ὄψιμες ἡμέρες τῶν ἀπογόνων ὅσα σοῦ προλέγω, ἀλλὰ ἐσὺ θὰ τὰ ἰδεῖς ποῦ ᾽σαι νέος, θὰ ζήσεις καὶ θὰ γεράσεις. Ἕνα μόνο φοβοῦμαι πολὺ καὶ μὲ δέρνει ὑποψία: τρέμω τὴν ἀπειρία σας. Ἂν ἡ νέα κυβέρνησις τύχει νὰ συγκρουσθεῖ μὲ συμφέροντα ξένων δυνάμεων- ἐπειδὴ κάθε τόπος ἔχει χωριστὰ τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς του, τὸ νόμο τῆς εὐτυχίας του- ἂν πλανεθεῖ ὁ Ἑλληνισμός σας, θὰ σηκωθεῖ σκοτάδι μεταξύ μας… Ἐτινάξατε τὸ καβούκι τῶν ἀλλοφύλων, ἀλλ’ οἱ πλεκτάνες τῆς διπλωματίας ἔχουν κλωστὲς πλανήτριες, φαρμακερές, κλωστὲς θανάτου, ἄφαντες, καὶ ἐσεῖς δὲν τὲς ἐννοεῖτε. Κατεβαίνω πολεμιστὴς εἰς τὸ στάδιον, θὰ πολεμήσω ὡς κυβέρνησις. Δὲν λαθεύομαι (=δὲν ξεχνῶ) τὸν ἔρωτα τῶν προνομίων ποὺ εἶναι φυτευμένος εἰς ψυχὲς πολλῶν, τὰ ὀνειροπολήματα τῶν λογιωτάτων ξένων, τὸ φιλύποπτο, κυριαρχικὸ καὶ ἀνήμερο ἀλλοεθνῶν ἀνδρῶν. Ἡ νίκη θὰ εἶναι δική μας, ἂν βασιλεύει τὴν καρδίαν μας, θεὸς ζηλότυπος, μόνο τὸ αἴσθημα τὸ Ἑλληνικό·  ὁ φιλήκοος τῶν ξένων εἶναι προδότης».

Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε