Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δημ. Νατσιός

ΗΡΩΙΚΑ καὶ ΕΥΤΡΑΠΕΛΑ (Δ. Νατσιός)


Ἡρωικὰ καὶ εὐτράπελα
Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

.                  «Βίος ἀνεόρταστος μακριὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος», ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι. Ζωὴ χωρὶς γιορτή, ἄχαρη, εἶναι δρόμος χωρὶς πανδοχεῖο ἀνάπαυσης. Κάποτε ἀνθοῦσε σὲ τοῦτον τὸν τόπο καὶ ἡ εὐθυμογραφία, οἱ εὐτράπελες γραφές. Διέπρεψε σ’ αὐτὸ τὸ λογοτεχνικὸ εἶδος ὁ μεγάλος Δημήτρης Ψαθάς, συγγραφέας καὶ τοῦ συγκλονιστικοῦ «Γῆ τοῦ Πόντου», ἀλλὰ καὶ περίτεχνων εὐθυμογραφημάτων, ὅπως τὸ περίφημο «Ἡ Θέμις ἔχει κέφια», ποὺ πρωτοεκδόθηκε τὸ 1937 καὶ ἔγινε ἀνάρπαστο. Ἀπὸ τὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου αὐτοῦ ἀποσπῶ μία παράγραφο. «Ἐπειδὴ τὸ συγκινεῖν καὶ προκαλεῖν τὰ δάκρυα καλὴ καὶ ἅγια ἀσχολία εἶναι καὶ ὑψηλὴ τέχνη θεωρεῖται ἀλλά, βρὲ ἀδελφέ, δὲν εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη τέλος πάντων, ὅλοι οἱ γράφοντες νὰ γράφουν διὰ τὴν αἰωνιότητα, διὰ ταῦτα, ἀπὸ τὰ κέφια τῆς Θέμιδος θὰ προσπαθήσωμεν καὶ πάλι  ν νὰ ἀντλήσωμεν εὐθυμίαν, ὄχι διὰ νὰ δρέψωμεν δάφνας φιλολογικάς, ἀλλὰ μόνον ἕνα – ἔστω – χαμόγελο ἀπὸ τὰ χείλη σου, ὦ συνωφρυωμένε καὶ κατσούφη καὶ δύστροπε Ἕλλην ἀναγνῶστα!». Ἴσως κατάντησα κουραστικός, ἀλλὰ ὀφείλω νὰ ἐπισημάνω τὸ ἑξῆς. Στὸ παλιὸ ἀνθολόγιο τοῦ Δημοτικοῦ Ε´ καὶ Ϛ´τάξεων, πρὸ τοῦ 2006, ὑπῆρχε τὸ ὡραιότατο εὐθυμογράφημα τοῦ Δ. Ψαθᾶ μὲ τίτλο «ἡ τσάντα καὶ τὸ τσαντάκι». Τὸ διαβάζαμε καὶ σπαρταροῦσε καὶ τρανταζόταν ἀπὸ τὰ γέλια ὅλη ἡ τάξη. Ἐξοβελίστηκε ἀπὸ τὰ νέα. Γιατί; Προφανῶς καὶ ὁ Ψαθάς, ἀπὸ τὸν ἐθνομηδενιστικὸ ἑσμὸ τοῦ Ἰνστιτούτου Ἐκπαιδευτικῆς Πολιτικῆς κρίθηκε ὡς ἐθνοκεντρικὸς καὶ λογοκρίθηκε.
.                  Τέλος πάντων, μία καὶ σήμερα ὁ Ἕλλην, ἔγκλειστος πιὰ στὴν οἰκία του, κουρασμένος καὶ φοβισμένος, παρακολουθεῖ, ἐνεός, τὰ κεντρικὰ τρομοδελτία εἰδήσεων, «θὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἀντλήσωμεν εὐθυμίαν», ὄχι ἀπὸ τὰ κέφια τῆς Θέμιδος, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ κέφια τῆς Κλειοῦς. Ἡ Κλειώ, θυμίζω, εἶναι ἡ μούσα τῆς Ἱστορίας. Ἡ ἱστορικὴ περίοδος ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ ἀντλήσουμε καὶ θὰ ἐρανιστοῦμε εὔθυμα γεγονότα καὶ ἀστεῖες διηγήσεις εἶναι ἀπὸ τὸ ἔνδοξο Εἰκοσιένα. Καί, πρὸς Θεοῦ, ὄχι γιὰ νὰ γελοιοποιήσουμε πρόσωπα καὶ γεγονότα, ἀλλὰ γιὰ νὰ φωτίσουμε καὶ μία ἄλλη πλευρὰ τῆς ἡρωικῆς ἐποχῆς, πολὺ πιὸ ἀνθρώπινη. Πάντοτε οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὰ πάθια καὶ τοὺς καημούς τους, ἀλλὰ δὲν λείπει καὶ τὸ γέλιο, τὸ σκῶμμα, τὸ χιοῦμορ ἀπὸ τὴν ζωή τους. (Ὡς γνωστὸν ἡ ἀγγλικὴ λέξη «χιοῦμορ», ἔχει ἑλληνικὴ προέλευση, ἀφοῦ ἡ λατινικὴ humor (umor) ποὺ ἀποδίδει προέρχεται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ λέξη «χυμός»). Πολὺ περισσότερο ἔχουμε ἀνάγκη σήμερα ἀπὸ τὸ χιοῦμορ, ποὺ κάποιοι ἀχρειοπράκτες «τῆς Ἑλλάδας τὰ κλέη, μετασχημάτισαν, σὲ Ἑλλάδα ποὺ κλαίει, εὐτελιζόμενη σὲ καθημερινὴ βάση ἀπὸ ἕνα κράτος βαθιὰ νοσηρό».
.                    Ξεκινᾶμε τὴν περιήγηση. «Γέλωτα ἄσβεστο ἐπροξενοῦσε στὸν Κολοκοτρώνη ἡ ἐνθύμησις τῆς ἐπιστολῆς φίλου τινός, ὅστις τοῦ ἔγραφε ἀπὸ τὴν Εὐρώπη: Ἢ θὰ ἐλευθερωθοῦμε ἢ νὰ χαθῆτε». Κάποτε ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ πῆγε σὲ χορὸ στὸ παλάτι. Μία κυρία τῶν Ἀθηνῶν, λεπτεπίλεπτη καὶ μὲ καθωσπρέπει τρόπους, τοῦ πρότεινε νὰ καθίσει σὲ καρέκλα, ἀλλὰ ἐπειδὴ ντρεπόταν, τάχα, νὰ πεῖ τὸ πρῶτο συνθετικό του ὀνόματός του, τοῦ λέει: καθίστε κύριε… Κοτρώνη. Ἀπαντᾶ ὁ θυμόσοφος καὶ εὐφυέστατος Γέρος. Πῶς νὰ καθίσω, μωρή, ἀφοῦ μοῦ ἔκοψες τὸν κῶλο;
.               Στὰ χρόνια της Τουρκιᾶς κάποιοι Μανιάτες ἀποφάσισαν νὰ γίνουν κουρσάροι. Ἔφτιαξαν μία φελούκα καὶ ἀνοίχτηκαν στὸ πέλαγος. Συνάντησαν ἕνα ἀγγλικὸ πολεμικὸ καὶ τοῦ ρίχτηκαν. Οἱ Ἄγγλοι ἔριξαν γάντζους κι ἀνέβασαν τὴν φελούκα πάνω στὸ κατάστρωμά τους. Καὶ ὁ ἕνας «κουρσάρος» λέει στὸν ἄλλο. «Τώρα τοὺς ἐπάραμεν ἢ μᾶς ἐπάρασι;». (Τὸ ἔμαθα ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο δάσκαλό μας Σαράντο Καργάκο).
Ἀναφέρει ὁ Γ. Βλαχογιάννης στὴν Ἱστορική του Ἀνθολογία τὸ ἑξῆς: Συνέβη ὁ Κωλέττης, χωρὶς βουλευτικὴ πλειοψηφία νὰ κυβερνήσει. Ἡ ἀντιπολίτευση μάνιζε ἐναντίον του.
-Δὲν σὲ θέλουμε, δὲν σὲ θέλουμε, φώναζαν μία μέρα οἱ βουλευτές.
-Ἀγαπητοί μου, εἶπε γλυκοπόνηρα ὁ Κωλέττης, ἐσεῖς δὲν μὲ θέλετε, ἐγὼ ὅμως σᾶς θέλω.
.                 Ἔλεγαν ὅτι ἕνας Ἕλληνας δάνεισε σὲ ἕναν φίλο του κάποιο ποσό. Σὰν ἔληξε ἡ προθεσμία, ὁ ὀφειλέτης ἀρνήθηκε νὰ ἐπιστρέψει τὸ χρέος. Κατέφυγε ὁ δανειστὴς στὸν Ἀλὴ πασά. Ὁ παραπονούμενος ὁρκιζόταν ὅτι ὄντως εἶχε δανείσει τὸν φίλο του, ἐνῶ αὐτὸς τὸ ἀρνεῖτο. Ὁ Ἀλὴς πρόσταξε νὰ τοὺς ζυγίσουν καὶ τοὺς δύο καὶ τοὺς ἔδιωξε. Σὲ τρεῖς μῆνες πρόσταξε νὰ ἐμφανιστοῦν καὶ πάλι μπροστά του καὶ τοὺς ξαναζύγισε. Ἐκεῖνος ποὺ εἶχε χάσει τὰ χρήματα εἶχε λιώσει ἀπὸ τὴν στενοχώρια του. Ὁ ἄλλος εἶχε γίνει τετράπαχος. Καὶ τὸ πλήρωσε μὲ τὴν κεφαλή του.
.                 Γράφει ὁ Τρικούπης στὴν Ἱστορία του, τόμος Α, σελ 353 (στὶς σημειώσεις), τὸ ἑξῆς ποὺ συνέβη τὴν ἐποχὴ ποὺ πολιορκεῖται ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες, ἡ Τριπολιτσά. «Ἀκούσαντες οἱ ἐν Ἄργει τὰ περὶ τῆς εἰσβολῆς τοῦ Κεχαγιάμπεη καὶ θέλοντες νὰ βεβαιωθῶσιν ἂν οὕτως εἶχαν, ἔστειλαν τινὰ συμπατριώτην των, ἔφιππον, εἰς κατασκοπήν, δώσαντές τῳ καὶ γράμμα πρὸς τὸν Δικαῖον, ἂν τὸν ἀπῆντα. Ὁ σταλεὶς ἔτυχε νὰ εἶναι οἰνοπότης καὶ δὲν ἔπαυσε πίνων, ἐν ᾧ ὤδευε πρὸς τὴν Κόρινθον, ἕως οὗ ἐμέθυσεν. Φθάσας δὲ τὴν νύκτα ἐπεσεν εἰς τὴν ἐχθρικὴν φυλακήν.
-“Ποῖος εἶσαι”; τὸν ἠρώτησε ὁ φύλαξ Τουρκαλβανός.
“Ἐγώ εἶμαι, ἀδέλφια”, ἀπεκρίθη, νομίζων ὅτι ἦτο μεταξὺ φίλων. “Χριστός ἀνέστη καὶ τοῦ χρόνου τὰ κόκκινα αὐγά». Τότε ὁ φύλαξ τὸν ἐξεπέζευσε καὶ τὸν ἔφερεν ἐνώπιον τοῦ Κεχαγιάμπεη, τραυλίζοντα καθ’ ὁδὸν ἐκ τῆς μέθης τὰ ἑξῆς. “Δόξα σοι ὁ Θεός! Τὸ κερδίσαμε, ἀδέλφια, τὸ ρωμαίικο, τὸ κερδίσαμε”. Ἰδὼν δὲ τὴν γενειάδα τοῦ Κεχαγιάμπεη τὸν ὑπέλαβεν ὡς ἀρχιερέα καὶ τῷ εἶπε: “Προσκυνοῦμεν, ἀφέντη, δεσπότη”. Ἀλλὰ ὁ Κεχαγιάμπεης λαβὼν γνῶσιν τοῦ γράμματος, τὸν ἐξέλαβεν ὡς ὑποκρινόμενον τὸν μεθυσμένον καὶ διέταξε νὰ σουβλισθῆ καὶ νὰ ψηθῆ».
Ἀναφέρει ὁ Παπαρρηγόπουλος στὴν Ἱστορία του, βιβλίο ΙΔ´, τὸ κάτωθι περιστατικό. «Ὁ Μ. Τομπάζης διηγεῖτο ὅτι ὁ πατήρ του Νικόλαος, ἠναγκάσθη ποτὲ ἐξ ἐναντίων ἀνέμων νὰ καταπλεύση εἰς Πύλον, ὅπου εὖρεν ἠγκυροβολημένον τὸν φίλον του Λάμπρον ἐκ Σπετσῶν. Ἀμφότεροι οἰκειωθέντες πρὸς τὸν ἀγᾶν τοῦ τόπου, προσεκλήθησαν ὑπ’ αὐτοῦ εἰς γεῦμα. Καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῆς εὐωχίας εἶπεν ὁ Ὀσμανίδης τοπάρχης τὸν Λάμπρον, νὰ τραγουδήση. Ὁ δὲ ἤρχισε:
“Διψοῦν οἱ κάμποι γιὰ νερὰ
Καὶ τὰ βουνὰ γιὰ χιόνια
Διψᾶ καὶ ὁ δόλιο Ζαχαριὰς
Γιὰ τούρκικα κεφάλια”.
Μετὰ τὴν πρώτην αὐτὴν στροφὴν διέκοψε τὸ ἄσμα, ἵνα εἴπῃ πρὸς τὸν ξενίζοντα ἀγά. “Μὴ σοῦ κακοφανῆ, ἀγά μου, τὸ τραγούδι τὸ λέγει”. “Δεν πειράζει, Νικόλα, ἐξακολούθει”, ἀπάντησε μειδιῶν ὁ Ὀσμανίδης».

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

 

Σχολιάστε

OΙ ΑΓΙΟΙ ΠΕΝΤΕΚΑΙΔΕΚΑ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΕΣ πολιοῦχοι τοῦ Κιλκίς (Δ. Νατσιός)

Οἱ πολιοῦχοι τοῦ Κιλκὶς
ἅγιοι Πεντεκαίδεκα Ἱερομάρτυρες
καὶ ἡ Στρώμνιτσα (28 Νοεμβρίου)

Δημήτριος Νατσιὸς
δάσκαλος – θεολόγος
Κιλκὶς

Οἱ ἅγιοι Πεντεκαίδεκα ἱερομάρτυρες, ποὺ τιμῶνται ἰδιαιτέρως καὶ εἶναι πολιοῦχοι τῆς πόλεως τοῦ Κιλκίς, ἀνήκουν στὴν εὐρύτερη χορεία τῶν ἁγίων της Ἐκκλησίας μας καὶ εἰδικότερα τῶν μαρτύρων.

. – – – – – – – – . Μάρτυρες ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζει τοὺς ἀγωνισαμένους μέχρι ψυχῆς καὶ αἵματος καὶ μαρτυρήσαντας τῇ δόξῃ τοῦ Χριστοῦ. (ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων). Μάρτυρας εἶναι αὐτὸς ποὺ ὑπομένει θεληματικὰ τὸν σωματικὸ θάνατο, προκειμένου νὰ παραμείνει πιστὸς στὴν ὁμολογία τῆς πίστεώς του στὸν Χριστό. Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἀποκαλεῖ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Μαρτύρων, τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου τους, γενέθλια ἡμέρα, διότι αὐτὴν τὴν ἡμέρα εἰσῆλθαν στεφανηφόροι στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ οἱ πιστοὶ πανηγυρίζουν καὶ ἑορτάζουν μὲ χαρὰ τὴν ἡμέρα μνήμης τῆς ἀθλήσεως τῶν μαρτύρων.
«Ὁ θάνατος τῶν μαρτύρων εἶναι παρηγοριὰ τῶν πιστῶν, παρρησία τῶν Ἐκκλησιῶν, σύσταση τοῦ χριστιανισμοῦ, κατάλυση τοῦ θανάτου, ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως, γελοιοποίηση τῶν δαιμόνων, κατηγορία τοῦ διαβόλου, διδασκαλία τῆς ἐνάρετης ζωῆς, παρακίνηση γιὰ περιφρόνηση τῶν παρόντων πραγμάτων καὶ ὁδὸς γιὰ ἐπιθυμία τῶν μελλοντικῶν ἀγαθῶν, παρηγορία γιὰ τὶς θλίψεις ποὺ μᾶς ἔχουν βρεῖ καὶ αἰτία γιὰ ὑπομονή, καθὼς καὶ ρίζα καὶ πηγὴ καὶ μητέρα ὅλων τῶν ἀγαθῶν», γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.
. – – – – – – – – . Οἱ προστάτες καὶ πολιοῦχοι τῆς πόλεως τοῦ Κιλκὶς Πεντεκαίδεκα Ἱερομάρτυρες ἔζησαν τὸν 4ο μ.Χ. αἰώνα, ὅταν αὐτοκράτορας στὴν Κωνσταντινούπολη ἦταν ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης (361-363 μ.Χ.). Ἄγνωστη παραμένει ἡ καταγωγή τους, ἐνῶ τὸ Συναξάρι καὶ τὸ μαρτύριό τους (Πέτρου Βλαχάκου, Θεοφύλακτος Ἀχρίδος- Οἱ Δεκαπέντε Μάρτυρες τῆς Τιβεριούπολης, ἐκδόσεις “Ζῆτρος”) συνέγραψε ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος καὶ πάσης Βουλγαρίας (11ος – 12ος μ. Χ. αἰ.).
. – – – – – – – – . Στὴ σύντομη βασιλεία του ὁ Ἰουλιανὸς προσπάθησε νὰ ἀνασυγκροτήσει τὴν αὐτοκρατορία μὲ βάση τὶς φιλοσοφικὲς καὶ εἰδωλολατρικὲς πεποιθήσεις του. Πρωταρχικὸ μέλημα τοῦ Ἰουλιανοῦ ἦταν ἡ ἀποκατάσταση καὶ ἐπαναφορὰ τῆς εἰδωλολατρικῆς θρησκείας. Ἄνοιξε ξανὰ τοὺς ναοὺς τῶν εἰδώλων, ἐπέστρεψε τὶς περιουσίες τους καὶ ἄρχισε προσφορὰ δημοσίων θυσιῶν.
Ταυτόχρονα ἔλαβε μέτρα κατὰ τῶν Χριστιανῶν, «τῶν Γαλιλαίων» ὅπως περιφρονητικὰ τοὺς ἀποκαλοῦσε. Τοὺς ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὰ δημόσια ἀξιώματα, τοὺς ἀπαγόρευσε νὰ φοιτοῦν στὶς διάφορες σχολές, ἀντικατέστησε τὰ χριστιανικὰ σύμβολα μὲ εἰδωλολατρικά. Ἡ ἀρχική του ἀποτυχία τὸν ἐξαγρίωσε ἀφάνταστα ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν. Ὅπως ἀναφέρει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ Ἰουλιανὸς πρόσταξε τοὺς διοικητὲς τῶν πόλεων, νὰ συλλαμβάνουν τοὺς Χριστιανοὺς καὶ ἂν δὲν ἀρνοῦνταν τὸν Χριστό, νὰ τοὺς βασανίζουν μέχρι θανάτου.
Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴ διαταγή, ὁ τότε ἄρχοντας τῆς Νίκαιας διέταξε τοὺς χριστιανοὺς τῆς περιοχῆς του νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, διαφορετικά τοὺς περίμεναν ἀνεκδιήγητα βασανιστήρια καὶ ὁ θάνατος. Οἱ χριστιανοί, ὅταν τὰ ἄκουσαν αὐτά, φώναξαν ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ: «Ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ ἀρνηθοῦμε τὸν Χριστό, τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ νὰ θυσιάσουμε στὰ κουφὰ καὶ ἄφωνα εἴδωλα».
Αὐτὸ τὸν γέμισε μὲ πολὺ θυμὸ καὶ ἀκατάσχετη μανία, καὶ ἄλλους ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὑπέβαλε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια καὶ θανατώσεις, ἐνῶ πολλοὶ ξέφυγαν στὰ ὄρη καὶ τὶς ἐρημιές, κάποιοι διασκορπίσθηκαν σὲ ἄλλους τόπους.
Ἀνάμεσα στοὺς τελευταίους ἦταν οἱ Τιμόθεος, Κομάσιος, Εὐσέβιος καὶ Θεόδωρος οἱ ὁποῖοι κατέφυγαν κατ’ ἀρχὰς στὴν Θεσσαλονίκη. Δὲν ἔμειναν ὅμως πολὺ καιρὸ καὶ στὴν πόλη αὐτή, λόγῳ τῶν διωγμῶν, καὶ κατέφυγαν βόρεια, στὴν πόλη Στρώμνιτσα, ποὺ τότε ὀνομαζόταν Τιβεριούπολη.
. – – – – – – – – . Ἡ Στρώμνιτσα βρίσκεται στὶς ὑπώρειες τῆς βορειοδυτικῆς προεκτάσεως τῆς Κερκίνης, στὴ Βόρεια Μακεδονία, πλησίον εὔφορης πεδιάδας καὶ ἀπέχει ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη 104 χιλιόμετρα. Στὴν ἀρχαιότητα, στὴν ἴδια θέση βρισκόταν ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ πόλη τῶν Παιόνων, ποὺ ὀνομαζόταν Ἀστραῖον ἢ Αἰστραῖον ἢ καὶ Ἀστέριον. Κατὰ τὸν 3ο π.Χ. αἰώνα μετονομάσθηκε σὲ Καλλίπολη. Κατὰ τὴν βυζαντινὴ περίοδο ἡ πόλη ὀνομάζεται Τιβεριούπολη. Ἔτσι ὀνομάζεται ἀπὸ τὸν ἅγιο Θεοφύλακτο, Ἀρχιεπίσκοπο Ἀχρίδος καὶ πάσης Βουλγαρίας (τέλη τοῦ 11ου αἰώνα), σὲ χρυσόβουλα τῶν Κομνηνῶν καὶ ἀπὸ βυζαντινοὺς συγγραφεῖς κυρίως ἀπὸ τὸν Νικηφόρο Γρηγορᾶ.
. – – – – – – – – . Ὑπὸ ποιὲς συνθῆκες πῆρε τὴν ὀνομασία αὐτὴ δὲν ὑπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία. Ὁ καθηγητὴς Ἀθανάσιος Ἀγγελόπουλος στὸ βιβλίο του «Βόρειος Μακεδονία – Ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς Στρωμνίτσης», γράφει ὅτι ἡ ὀνομασία ἔγινε μᾶλλον ἐπὶ αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου ὀνόματι Τιβερίου. Αὐτοκράτορες μὲ αὐτὸ τὸ ὄνομα ὑπῆρξαν δύο. Ὁ πρῶτος βασίλευσε λίγο μετὰ τὸν Ἰουστινιανὸ (578-582) καὶ ὁ δεύτερος ἀργότερα (689-705). Τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ δόθηκε ἐπὶ τοῦ πρώτου Τιβερίου. Δὲν ἀποκλείει ὁ καθηγητὴς τὸ ἐνδεχόμενο νὰ μετονομάστηκε σὲ Τιβεριούπολη, λόγῳ τῆς παραμονῆς ἐκεῖ τοῦ Ρωμαίου αὐτοκράτορα Τιβερίου (14-37 μ.Χ.). Στὰ χρόνια τῆς Σερβοβουλγαρικῆς κατοχῆς τῆς πόλης, ἡ Τιβεριούπολη ἔλαβε τὴν ὀνομασία «Στρώμνιτσα». Ἀπὸ τὸν 11ο αἰώνα ἕως τὸν 13ο αἰώνα ἡ πόλη καθίσταται ἀντικείμενο ἔριδος μεταξὺ Βυζαντινῶν καὶ Βουλγάρων, ὡς παραμεθόριο κάστρο, καὶ τότε ὀνομάστηκε προφανῶς Στρώμνιτσα.
. – – – – – – – – . Ἡ ὀνομασία αὐτὴ προῆλθε ἀπὸ τὸν ποταμὸ Στρυμώνα ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους «Στρούμα». Τὴν περιοχὴ τῆς Στρώμνιτσας διαρρέει ὁμώνυμος παραπόταμος τοῦ Στρυμώνα, τὸν ὁποῖο οἱ Βούλγαροι ὀνομάζουν «Στρούμιτζα» ἢ «Στρώμνιτσα». Ἔτσι διατηρήθηκε ἡ ὀνομασία Στρώμνιτσα καὶ ἡ πόλη κατοικεῖται ἀπὸ ἀνθηρὸ Ἑλληνισμὸ ὅλη τὴν περίοδο τῆς αἰχμαλωσίας τοῦ Γένους στοὺς Ὀθωμανοὺς ὢς τὸ 1913.
. – – – – – – – – . Στὴν Τιβεριούπολη, λοιπόν, τὴν κατόπιν Στρώμνιτσα κατέφυγαν οἱ τέσσερις πρῶτοι Ἱερομάρτυρες, οἱ ὁποῖοι, μὲ τὴν ἁγία ζωή τους καὶ τὴν φλογερὴ διδασκαλία τους «ἔσπειραν τὸν σπόρο τοῦ θείου λόγου στὰ χωράφια τῶν ψυχῶν καὶ δημιούργησαν μὲ ἐπιμέλεια γιὰ τὸν Χριστὸ ἕνα εὔφορο καὶ καλλιεργημένο χωράφι, γεμάτο στάχυα» (ἅγιος Θεοφύλακτος).
. – – – – – – – – . Ὁ ἅγιος βίος καὶ ἡ χαριτόβρυτος πολιτεία τους εἵλκυσε καὶ ἄλλους ἕντεκα ἱερεῖς καὶ μοναχοὺς τῆς Τιβεριούπολης, ἀπαρτίζοντας «τὴν Τρίτη πεντάδα» τῶν πιστῶν δούλων καὶ ἐργατῶν τοῦ ἀμπελῶνος Χριστοῦ. Τὰ ὀνόματα τῶν ἁγίων εἶναι: Τιμόθεος, καὶ Θεόδωρος ἐπίσκοποι. (Ὁ Θεόδωρος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς 318 θεοφόρους πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐνῶ ὁ Τιμόθεος κατέστη ἐπίσκοπος Τιβεριουπόλεως). Πέτρος, Ἰωάννης, Σέργιος, Θεόδωρος, Νικηφόρος οἱ ἱερεῖς, Βασίλειος καὶ Θωμᾶς διάκονοι, Ἱερόθεος, Δανιήλ, Χαρίτων, Σωκράτης, Κομάσιος καὶ Εὐσέβιος οἱ μοναχοί.
. – – – – – – – – . Ὅλοι μαζὶ οἱ ἅγιοι ζοῦσαν ἀγγελικὴ ζωή, φώτιζαν τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, ἤλεγχαν τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων στὴν Τιβεριούπολη καὶ τὴν εὐρύτερη περιοχή, ἐνῶ ἔλαβαν ἀπὸ τὸν μισθαποδότη Κύριο καὶ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας, καὶ μάλιστα τῶν ἰάσεων.
. – – – – – – – – . Ἡ ἱεραποστολικὴ καὶ χριστιανικὴ δράση τῶν Δεκαπέντε ἐργατῶν τοῦ Εὐαγγελίου διαδόθηκε «ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων» καὶ ἔφτασε ὣς τὴν Θεσσαλονίκη. Ἐκεῖ ἦταν διοικητὲς ὁ Οὐάλλης καὶ ὁ Φίλιππος, φανατικοὶ εἰδωλολάτρες, τυφλὰ ὄργανα τοῦ δυσσεβοῦς Ἰουλιανοῦ. Ἀκούγοντας οἱ δύο τὴν δράση τῶν ἁγίων, ἔσπευσαν στὴν Τιβεριούπολη, τοὺς συνέλαβαν καὶ τοὺς προσήγαγαν σὲ δημόσια δίκη. Ἐκεῖ τοὺς ἐπιτίμησαν καὶ τοὺς κατηγόρησαν ὅτι περιφρονοῦν τὰ διατάγματα τοῦ βασιλέως καὶ πιστεύουν ὡς Θεὸ αὐτὸν ποὺ σταυρώθηκε μὲ ληστές. Οἱ ἅγιοι, χωρὶς δισταγμὸ καὶ μὲ θάρρος στὸν ἀληθινὸ Θεό, ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους, διαλαλώντας τὸ ἀποστολικὸ «οὐδεὶς ἡμᾶς χωρίσει τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ», ἀποδεικνύοντας ταυτόχρονα τὸ ἄλογον τῆς εἰδωλολατρίας. Μάλιστα, ἡ πειστικότητα τῶν ἐπιχειρημάτων τους ἦταν τέτοια, ὥστε οἱ δύο τύραννοι τοὺς διέκοψαν τὸν εἱρμὸ τοῦ λόγου τους λέγοντάς τους «ὁμολογεῖτε τοὺς ἀθανάτους θεοὺς ἢ ὄχι;». «Ποτέ», εἶπαν οἱ μάρτυρες, «δὲν θὰ θυσιάσουμε στοὺς δαίμονες καὶ τὰ εἴδωλά τους, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ὁ Θεὸς μᾶς ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν δαιμόνων». Ἡ γενναία ἀπάντησή τους ἐξόργισε τοὺς δύο διοικητὲς ποὺ ἀποφάσισαν τὴν μὲ ξίφος θανάτωση τῶν ἁγίων.
Ξεκίνησαν λοιπὸν μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση, γιὰ τὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου τους, ὅπου καὶ ἔλαβαν τὰ ἀμάραντα στέφανα τῆς ἀθλήσεώς τους.
. – – – – – – – – . Ἕνας ἀπὸ τοὺς Πεντεκαίδεκα ἁγίους, ὁ ἱερεὺς Πέτρος, «θείῳ ζήλῳ πυρωθεὶς τὴν καρδίαν» φώναξε λίγο πρὸ τοῦ μαρτυρίου: «Παραβάτες τῶν ἔργων καὶ ἐχθροὶ τῆς ἀληθείας, γιατί χύνετε χωρὶς αἰτία τὸ αἷμα τῶν δικαίων, γιὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἀποδείχτηκε τίποτε ποὺ ν’ ἀξίζει τὸν θάνατο, ἀλλὰ μᾶλλον ὅλες οἱ πράξεις τους ἀξίζουν τιμὲς καὶ στεφάνια;». Αὐτὰ τὰ λόγια μόλις τὰ ἄκουσαν οἱ μιαροὶ ἐκεῖνοι ἄρχοντες, πρόσταξαν νὰ ξαπλώσουν καταγῆς τὸν μάρτυρα καὶ νὰ τὸν χτυπήσουν μὲ ραβδιά, ἔπειτα νὰ τοῦ κόψουν τὰ χέρια καὶ τελικὰ νὰ τὸν θανατώσουν μὲ ξίφος. Τὰ χέρια τοῦ ἁγίου τὰ πέταξαν στὰ σκυλιά. Ἕνα ἀπὸ αὐτά, τὸ δεξὶ χέρι ἔπεσε στὰ πόδια μίας ἐκ γενετῆς τυφλῆς, ἡ ὁποία μόλις τὸ ἀντιλήφθηκε τὸ πῆρε στὸ σπίτι της καὶ τὸ φρόντισε. Καὶ ἀπὸ τὴ χαρά της γιὰ τὸν ἀνεκτίμητο θησαυρὸ ποὺ κατεῖχε, καταφιλοῦσε τὸ χέρι τοῦ μάρτυρα, τὸ ἀγκάλιαζε, τὸ τοποθετοῦσε στὰ μάτια της. Καὶ τότε ἔγινε τὸ μεγάλο θαῦμα τοῦ Κυρίου – ἀνοίξανε τὰ μάτια της καὶ βρῆκε τὸ φῶς της. Τὸ ἅγιο αὐτὸ λείψανο, ἡ εὐσεβὴς γυναίκα τὸ ἐναπέθεσε ἀργότερα στὴ Θεσσαλονίκη, στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς καλλινίκου μάρτυρος Ἀναστασίας, τὸ ὁποῖο ὅμως ἀργότερα ἐπέστρεψε στὴν Στρώμνιτσα.
. – – – – – – – – . Μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν χριστιανομάχων διοικητῶν στὴ Θεσσαλονίκη, οἱ πιστοὶ τῆς Τιβεριούπολης πῆραν τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν ἁγίων, τὰ τοποθέτησαν σὲ λάρνακες, στὶς ὁποῖες ἔγραψαν τὸ ὄνομα, τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἀξίωμά τους. Ἦταν 28 Νοεμβρίου τοῦ 362 μ. Χ. Ἀργότερα ἀνήγειραν καὶ μεγαλοπρεπῆ ναό, ὅπου τοποθετήθηκαν οἱ Δεκαπέντε λάρνακες ποὺ ἀποτέλεσαν πηγὴ θαυμάτων καὶ ἰάσεων, πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα διασώζει ὁ βιογράφος τους ἅγιος Θεοφύλακτος, ὥστε ὅπως γράφει, «νὰ γίνει ἡ Τιβεριούπολη ἕνας λαμπρὸς πυρσός, ποὺ ἅπλωνε τὸ φῶς τῆς πίστης σὲ ἄλλες πόλεις καὶ ἀνακαλοῦσε ἀπὸ τὴν σκοτεινὴ πλάνη ὅσους βρίσκονταν στὸ πέλαγος τῆς ἀπιστίας». Δυστυχῶς, ἐξ αἰτίας βαρβαρικῶν ἁλώσεων καὶ καταστροφῶν τὰ λείψανα τῶν ἁγίων χάθηκαν καὶ μόνο τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Ἱερομάρτυρα Πέτρου διασώθηκε, τὸ ὁποῖο ἐπεστράφη στὴν Στρώμνιτσα καὶ τὸ κρατοῦσαν οἱ εὐσεβεῖς Ἕλληνες τῆς Στρώμνιτσας ὡς θησαυρὸ πολυτίμητο, στοὺς δίσεκτους χρόνους τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς.
. – – – – – – – – . Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Δευτέρου Βαλκανικοῦ Πολέμου, ὁ ἔνδοξος ἑλληνικὸς στρατός, ἀπελευθερώνει καὶ τὴν Στρώμνιτσα ἀπὸ τὸν βουλγαρικὸ ζυγό. Στὶς 26 Ἰουνίου τοῦ 1913 εἰσέρχεται στὴν πόλη μία ἴλη τοῦ ἑλληνικοῦ ἱππικοῦ καὶ τὴν ἀπελευθερώνει. Χαρᾶς εὐαγγέλια. Ἡ πόλη πλημμυρισμένη ἀπὸ τὴν κυανόλευκη ὑποδέχεται τοὺς ἀπελευθερωτὲς μὲ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Δυστυχῶς ὅμως μὲ τὴ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου στὶς 26 Ἰουλίου τοῦ 1913 ἡ πόλη ἐπιδικαζόταν στοὺς Βουλγάρους. Τὸ τρομακτικὸ νέο γνωστοποιεῖται τηλεγραφικῶς στὸν τότε Μητροπολίτη Στρώμνιτσας Ἀρσένιο καὶ ἐκεῖνος περίλυπος καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια, τὸ ἀνακοινώνει στὸ ποίμνιό του. Τὰ ἄδικα καὶ θλιβερὰ νέα διαδόθηκαν ἀστραπιαία. Ἡ κατάφωρα ἄδικη ἀπόφαση τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ὑποχρέωνε τοὺς Στρωμνιτσιῶτες νὰ ζήσουν κάτω ἀπὸ τὸ μένος τῶν Βουλγάρων. Ἀποφάσισαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν ἀγαπημένη τους πατρίδα καὶ νὰ καταφύγουν στὴν Ἑλλάδα, ἀφοῦ πρῶτα κάψουν τὰ σπίτια καὶ τὰ ἀκίνητα ὑπάρχοντά τους, γιὰ νὰ μὴν βροῦν τίποτε οἱ Βούλγαροι.
. – – – – – – – – . Ἔτσι, ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς πανάρχαιας ἑλληνικῆς πόλεως Αἰστραῖον ἢ Τιβεριουπόλεως ἢ Στρώμνιτσας ἐγκατέλειπε κατώδυνος τὴν προγονική του γῆ. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν τῶν προσφύγων Στρωμνιτσιωτῶν ἐγκαταστάθηκαν στὴν ἐρειπωμένη ἀπὸ τὸν πόλεμο πόλη τοῦ Κιλκὶς (περίπου 3.500) τὴν ὁποία μὲ πολὺ ζῆλο καὶ ἀγάπη ἄρχισαν γρήγορα νὰ τὴν ἀνοικοδομοῦν. Ἄλλοι ἐγκαταστάθηκαν στὴν Θεσσαλονίκη.
. – – – – – – – – . Οἱ Στρωμνιτσιῶτες ἔφεραν μαζί τους στὸ Κιλκὶς ὡς ἱερὰ κειμήλια μία παλαιὰ εἰκόνα τῶν Πεντεκαίδεκα ἱερομαρτύρων, τὴν ὁποία ἐναπέθεσαν σ’ ἕναν παλαιὸ ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος κοντὰ στὸ Κοιμητήριο, τὸν ὁποῖο μετονόμασαν σὲ ναὸ τῶν Πεντεκαίδεκα Ἱερομαρτύρων καὶ μία παλιὰ Εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τὴν ὁποία ἐναπέθεσαν ἐπίσης σὲ ἕναν παλαιὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ποὺ μετονόμασαν καὶ αὐτὸν σὲ ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου λόγῳ τοῦ ὅτι καὶ στὴν Στρώμνιτσα ὑπῆρχε ναὸς πρὸς τιμὴν τοῦ Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, ὁ ὁποῖος μάλιστα, ἦταν ὁ μητροπολιτικὸς ναὸς τῆς πόλεως.
. – – – – – – – – . Ὁ μεγαλύτερος θησαυρὸς ὅμως ποὺ ἔφεραν ἀπὸ τὴν πατρίδα εἶναι τὸ ἱερὸ λείψανο, τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Ἱερομάρτυρα Πέτρου τοῦ Πρεσβυτέρου, ἑνὸς ἀπὸ τοὺς Πεντεκαίδεκα, τὸ ὁποῖο ἐναπέθεσαν καὶ αὐτὸ στὸν μετονομασθέντα ναό. Οἱ Στρωμνιτσιῶτες ἐγκαταστάθηκαν στὸ Κιλκὶς γύρω ἀπὸ τοὺς δύο προαναφερθέντες ναούς. Τὸ 1967 μὲ ἐνέργειες τοῦ τότε Μητροπολίτη Πολυανῆς καὶ Κιλκισίου Χαρίτωνα Συμεωνίδη τοῦ Ποντίου, πρὸς τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδας καὶ πρὸς τὸ ἁρμόδιο Ὑπουργεῖο, καθιερώθηκε μὲ Βασιλικὸ Διάταγμα τῆς 19ης Ἰουλίου 1967 νὰ ἑορτάζονται ἐπίσημα ὡς πολιοῦχοι τῆς πόλεως Κιλκὶς καὶ ἡ ἡμέρα τῆς γιορτῆς τους (28 Νοεμβρίου) ὡς ἀργία γιὰ τὸν τόπο.
. – – – – – – – – . Στὰ ἑπόμενα χρόνια ὅμως ὁ παλαιὸς ναὸς ἔπαθε σημαντικὲς ζημιὲς ἀπὸ σεισμοὺς καὶ γκρεμίσθηκε. Στὶς 12 Ἰουνίου 1977 θεμελιώθηκε ὁ σημερινὸς περικαλλὴς ναὸς τῶν ἁγίων, ἀπὸ τὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ἀμβρόσιο Στάμενα, τὸν μετέπειτα Παροναξίας, ἱερατεύοντος τοῦ π. Σταματίου Χατζοπούλου. Τὰ θυρανοίξια τοῦ νέου ναοῦ ἔγιναν στὶς 27 Νοεμβρίου 1989, ἐνῶ τὰ Ἐγκαίνια στὶς 21 Ὀκτωβρίου 1990 ἱερατεύοντος τοῦ π. Σταύρου Χριστοφορίδη.
. – – – – – – – – . Στὸ νέο πλέον ναό, βρίσκεται θησαυρισμένο καὶ τὸ ἱερὸ λείψανο καὶ ἡ παλαιὰ εἰκόνα. Ὁ εὐσεβὴς λαὸς τοῦ Κιλκίς, κάθε χρόνο στὶς 28 Νοεμβρίου, τιμᾶ καὶ γεραίρει τὴν μνήμη τῶν πολιούχων καὶ προστατῶν του Πεντεκαίδεκα Ἱερομαρτύρων.
Δημήτριος Νατσιὸς
δάσκαλος – θεολόγος
Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

ΑΝ ΕΙΧΑΜΕ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ καὶ ΟΧΙ ΝΕΟΤΑΞΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Ἂν εἴχαμε ὑπουργεῖο ἐθνικῆς,
ἑλληνικῆς καὶ ὄχι νεοταξικῆς παιδείας…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

. . Τὸ παρὸν κείμενο ἀφιερώνεται στὴν ἱερὰ μνήμη τοῦ μακαριστοῦ πιὰ πατρὸς Στεφάνου Παπαθανασίου, ποὺ ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν στὴν Κατερίνη. Ὁ ἀείμνηστος Γέροντας, ταπεινός, εὐθὺς καὶ ἀκενόδοξος, φιλόχριστος καὶ φιλότιμος, πρόσχαρος καὶ ἐλεήμων, ἀγαπητὸς πολὺ ἀπὸ τὸν ἁπλὸ λαό, παπὰς λεβέντης, φιλακόλουθος, πνευματικὸς ἀκαταπόνητος, ἀληθὴς λειτουργός τοῦ Ὑψίστου, μὲ φιλοπατρία ἀνυπόκριτο καὶ γενναιότητα ἀσυμβίβαστη, στάθηκε γιὰ πολλὲς δεκαετίες «λιθάρι ριζιμιό», στήριγμα ἀειθαλές τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας τῆς Πιερίας. Ὑπῆρξε πνευματικὸς τῆς εὐρύτερης οἰκογενείας μου, φίλος ἀφοσιωμένος καὶ συμπαραστάτης μονάκριβος. Τὸν ἀγαπᾶμε, τὸν σεβόμαστε, τὸν ἔχουμε στὴν καρδιά μας. Πλέον εἰρήνεψε ἀπὸ τοὺς κόπους του καὶ ἀναπαύεται «σιμά, πολὺ σιμὰ εἰς τὸν πτωχὸν Λάζαρον τοῦ Εὐαγγελίου». Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ μακαριστοῦ πατρὸς Στεφάνου. Νὰ ἔχουμε τὴν εὐχή του.

«Ἰδοὺ ὁ Χριστὸς ποὺ γέρνοντας
Στοῦ πόνου τὸ κρεβάτι
Σοῦ σιάζει τὸ προσκέφαλο
Καὶ σὲ παρηγορᾶ».
. – – – – – – – – – . Τοῦ Σολωμοῦ οἱ περίτεχνοι στίχοι. Τόσο παρήγοροι σήμερα, ποὺ πολλοὶ συνάνθρωποί μας ἀγωνίζονται στοῦ πόνου τὸ κρεβάτι. Σολωμός, ὁ λησμονημένος ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευση ποιητής.
. – – – – – – – – – . Ἂν εἴχαμε ὑπουργεῖο ἐθνικῆς, ἑλληνικῆς καὶ ὄχι νεοταξικῆς παιδείας, θὰ φροντίζαμε «νὰ πλουμίσουμε» τὴν δημοτικὴ ἐκπαίδευση μὲ δύο Ἀνθολόγια.
. – – – – – – – – – . Τὸ πρῶτο θὰ τὸ τιτλοφορούσαμε «Ἐτυμολογικὸ Ἀνθολόγιο». Θὰ περιεῖχε λέξεις συχνόχρηστες τῆς νεοελληνικῆς καὶ τὴν γενέθλιο ἱστορία τους. Γιατί νὰ μὴν γνωρίζουν οἱ μαθητές μας τὴν ἐτυμολογικὴ συγγένεια τοῦ νεροῦ καὶ τοῦ νεαροῦ; ὅτι συνδέονται ὁ ἥλιος (ἅλιος) μὲ τὸ γιαλὸ καὶ τὴ θάλασσα, τὸ ἁλάτι, τὴ σαλάτα καὶ τὸ σαλάμι; Γιατί νὰ μὴν μαθαίνουν ὅτι νόστος καὶ νόστιμος σμιλεύτηκαν γιὰ πρώτη φορὰ στὶς «ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου»; Γιατί ὀνομάστηκαν σκίουρος ἢ ρινόκερως αὐτὰ τὰ ζῶα ἢ καλύτερα κτήνη, ἀφοῦ ἔχουμε κτηνίατρο; Μὲ πόση εὐλάβεια, μ’ ἀνοιχτὸ κυριολεκτικὰ στόμα, παρακολουθοῦν τὰ παιδιὰ τὴν γοητευτικότατη αὐτὴ περιήγηση στὸν προγονικὸ λόγο!!
. – – – – – – – – – . Τὸ δεύτερο Ἀνθολόγιο θὰ τὸ ὀνομάτιζα «Ἀνθολόγιο Πατριδογνωσίας». Βεβαίως ἡ λέξη πατριδογνωσία εἶναι ποινικοποιημένη πρὸς τὸ παρόν. Ὅσο κυβερνοῦν οἱ ἀπτόητοι ἐθνομηδενιστές, ἡ… πατριδοφθορία θὰ συνεχίζεται. Ἀντὶ στὰ σχολεῖα «νὰ γιομίζει ὁ μαθητὴς προκοπὴ κι ἀρετή», τώρα ἔχουμε «συνταγὲς μαγειρικῆς καὶ κείμενα θρασυδειλίας, ἀφιλοπατρίας καὶ ἀθεΐας. Στὸ Ἀνθολόγιο αὐτὸ θὰ ἐρανιζόμασταν ὅ,τι ἔνδοξο καὶ σπουδαῖο ἐπιτεύχθηκε ἢ γράφτηκε ἀπὸ τοὺς μαϊστόρους τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὣς σήμερα. Ὅλες οἱ ἱερὲς «σκιὲς» τοῦ παρελθόντος, ἀπὸ τὸν Ὅμηρο, τὸν Πλάτωνα, τὸν Μέγα Βασίλειο, τὸν Φώτιο τὸν Μέγα, τὸν Ἰσαπόστολο Ἅγιο Κοσμᾶ, τὸν Μακρυγιάννη, τὸν Παπαδιαμάντη, τὸν Σεφέρη καὶ τὸν Κόντογλου, τὸν Σεφέρη.
. – – – – – – – – – . Ἕνα μεγαλειῶδες γεγονός, γιὰ παράδειγμα, ποὺ θὰ μείνει ἀνεξίτηλο στὰ παιδιὰ καὶ θὰ τροφοδοτεῖ τὴν ἐθνική μας ὑπερηφάνεια, ποὺ τόσο ἔχουμε ἀνάγκη. Περιέχεται στὰ ἅπαντα τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητῆ Ἀριστοτέλη Βαλαωρίτη, (ἔκδ, “Μέρμηγκας”, σελ.155), τοῦ «φυλάκτορα τοῦ Γένους», ὅπως τὸν ὀνομάζει ὁ Παλαμᾶς σ’ ἕνα ποίημά του. Εἶναι γράμμα ποὺ ἔστειλε στὶς 31 Μαρτίου τοῦ 1860 στὸν Ἀνδρέα Λασκαράτο. Τὸ γεγονὸς τὸ χαρακτηρίζει «ἀνέγδοτο».
Τὸ 1822 ὁ Ὀδυσσέας πολιορκεῖ τὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν «ὅπου εὐρίσκοντο κλεισμένοι οἱ Τοῦρκοι καὶ τὴν ὑπερασπίζοντο μὲ μεγάλη καρτεροψυχία… καὶ δὲν ἦτο σπάνιον κάπου νὰ βλέπεις τὰ ἐνάντια μέρη νὰ στέκονται μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα καὶ ἄνεργα διὰ ἔλλειψιν ἀπὸ πολεμοφόδια. Κάτι παρόμοιο θὰ συνέβαινε βέβαια καὶ τὴν ἡμέρα ὅπου ἔτυχε τὸ ἀκόλουθο συμβάν»:
«Ἐξύπνησαν κάποια παλληκάρια τοῦ Ὀδυσσέως, πρωὶ-πρωὶ καὶ ἀπὸ τὸ πρῶτο γλυκοχάραμα ἔμειναν ἐκστατικά, βλέποντας τοὺς Τούρκους ἀνεβασμένους ἐπάνω εἰς τὸν Παρθενώνα καὶ ἐργαζόμενους μὲ μεγάλη βία νὰ χαλοῦν τὰ ὡραῖα ἐκεῖνα μνημεῖα. Τόσο παράξενη καὶ ἀκατανόητη τοὺς ἐφάνη τέτοια ἀνωφελὴς βαρβαρότης, ὁπού ἔτρεξαν ἀμέσως νὰ εἰδοποιήσουν τὸν Ὀδυσσέα. Ἀφοῦ ὁ στρατηγὸς ἐβεβαιώθηκε μὲ τὰ μάτια του, ἀπόλυσε τρία τέσσερα ἀπὸ τὰ παλληκάρια του νὰ πλησιάσουν εἰς τὴν Ἀκρόπολη καὶ νὰ ἐρωτήσουν τοὺς Τούρκους διατὶ ἔδειχναν τέτοια ἀγριότητα μὲ μάρμαρα, τὰ ὁποῖα δὲν τοὺς ἐπροξενοῦσαν καμμία βλάβη. Ἐπέταξαν μὲ μιᾶς οἱ γενναῖοι καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγη ὥρα ἔφεραν εἰς τὸ στρατηγὸ τὴν ἀπόκριση ὅτι οἱ Τοῦρκοι μὴν ἔχοντας ἄλλο μολύβι διὰ νὰ χύσουν βόλια καὶ ξανοίξαντες ὅτι μέσα εἰς ἐκεῖνα τὰ μάρμαρα εὑρίσκεται τοῦτο τὸ μέταλλο, χυμένο ἐπίτηδες διὰ νὰ δίδη δύναμη καὶ σταθερότητα, εἶχαν ἀποφασίσει νὰ προστρέξουνε εἰς ἐκεῖνο τὸ χαλασμὸ διὰ νὰ δυνηθοῦνε νὰ ἐξακολουθήσουνε τὸν πόλεμο.
Τέτοια ἀπόκρισι ἐπροξένησε μεγάλη ἀπελπισία εἰς τοὺς Ἕλληνες καὶ ἀφοῦ ἐστοχάστηκαν τί νὰ πράξουν διὰ νὰ σώσουν ἀπὸ τὸν ὄλεθρο τὰ μνημεῖα τοῦ μεγαλείου των, ὅλοι μὲ μία φωνὴ ἀποφάσισαν νὰ μηνύσουν εἰς τοὺς ἀποκλεισμένους νὰ παύσουν τὴν καταστροφὴ καὶ ἦσαν ἕτοιμοι νὰ τοὺς προμηθεύσουν ὅσο μολύβι τοὺς ἐχρειάζετο γιὰ τὴν ὑπεράσπισή τους. Οὕτω καὶ ἐγένετο. Ἔστρεξαν οἱ Τοῦρκοι, καὶ οἱ Ἕλληνες ἐξαγόρασαν μὲ τὸ αἷμα τους -δίδοντες εἰς τοὺς ἐχθροὺς βόλια διὰ νὰ τοὺς σκοτώσουν- τὰ πολύτιμα ἐκεῖνα μάρμαρα, τὰ ὁποῖα ἦσαν προωρισμένα νὰ ζήσουν διὰ νὰ ἴδουν πάλιν ἀναστημένο ὁλόγυρά τους ἐκεῖνο τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖο ἀπὸ τόσους αἰῶνας ἐφαίνετο βυθισμένο εἰς λήθαργο. Ἁξιοθαύμαστο παράδειγμα ἀρετῆς, γενναιότητος καὶ ζήλου πρὸς τὴν πατρίδα!».
. – – – – – – – – – . Τέτοιο ἦταν τὸ μεγαλεῖο τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ ’21: «Ἔτσι ἀπὸ μερικὰ παλληκάρια κρατήθηκε τὸ Ἔθνος! Ὅσοι πεθαίνουν παλληκαρήσια, δὲν πεθαίνουν. Ἂν δὲν ὑπάρχει ἡρωισμός, δὲν γίνεται τίποτα. Καὶ νὰ ξέρετε, ὁ πιστὸς εἶναι καὶ γενναῖος. Ὁ Μακρυγιάννης ὁ καημένος τί τράβηξε! Καὶ σὲ τί χρόνια!
“-Κάπνισαν τὰ μάτια μου”, λέει κάπου Γέροντα.
. – – – – – – – – – . Ναὶ κάπνισαν τὰ μάτια του. Ἀπὸ τὴν ἔνταση καὶ τὴν ἀγωνία ποὺ εἶχε, ἦταν σὰν νὰ ἔβγαζαν ὑδρατμοὺς τὰ μάτια του. Βρέθηκε σ’ ἐκείνη τὴν κατάσταση καὶ ἀπὸ πόνο καὶ ἀγάπη θυσιαζόταν συνέχεια. Δὲν σκέφθηκε, δὲν ὑπολόγισε ποτὲ τὸν ἑαυτό του. Δὲν φοβήθηκε μὴν τὸν σκοτώσουν, ὅταν ἀγωνιζόταν γιὰ τὴν Πατρίδα.
. – – – – – – – – – . «Ὁ Μακρυγιάννης ζοῦσε πνευματικὲς καταστάσεις. Ἂν γινόταν καλόγερος, πιστεύω ὅτι ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀντώνιο δὲ θὰ εἶχε μεγάλη διαφορά. Τρεῖς χιλιάδες μετάνοιες ἔκανε καὶ εἶχε καὶ τραύματα καὶ πληγές. Ἄνοιγαν οἱ πληγές του, ἔβγαιναν τὰ ἔντερά του, ὅταν ἔκανε μετάνοιες, καὶ τὰ ἔβαζε μέσα. Τρεῖς δικές μου μετάνοιες κάνουν μία δική του. Ἔβρεχε τὸ πάτωμα μὲ τὰ δάκρυά του.
. – – – – – – – – – . Ἐμεῖς, ἂν ἤμασταν στὴ θέση του, θὰ πηγαίναμε στὸ νοσοκομεῖο νὰ μᾶς ὑπηρετοῦν….». Εἶναι λόγια τοῦ ἁγίου Παϊσίου, τοῦ Ἁγιορείτη….

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

ΤΗΛΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: ΜΗΠΩΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΡΟΔΙΝΑ; (Δ. Νατσιός)

Τηλεκπαίδευση: μήπως δὲν εἶναι ὅλα ρόδινα;
Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

. – – – – – – – – – – – – . Μπορεῖ νὰ καυχᾶται ἡ ἡγεσία τοῦ ὑπουργείου Παιδείας γιὰ τὴν τηλεδιδασκαλία ὅμως «ἐνδέχεται ἄλλως ἔχειν», ὅπως ἀκουγόταν στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου τὰ ἀρχαῖα χρόνια. Δὲν εἶναι ὅλα ρόδινα. Τὸ διαδίκτυο καὶ ἡ ἔκθεσή του σ’ αὐτὸ ἐπὶ ὧρες, γιὰ μικροὺς μαθητές, εἶναι πολλὲς φορὲς καταστρεπτικό. Ἀκόμη καὶ ἂν ὁ σκοπὸς εἶναι ἱερός, τὰ μέσα δὲν ἁγιάζονται.
. – – – – – – – – – – – – . Πρῶτον: Εἶναι γνωστὸ ὅτι τὸ διαδίκτυο μὲ τὴν τεράστια ἀποθήκευση πληροφοριῶν δημιουργεῖ στὸ χρήστη του, ἰδίως στὶς νεώτερες ἡλικίες, τὴν ὀλέθρια ψευδαίσθηση ὅτι ὁ ἴδιος κατέχει καὶ ἔχει κατακτήσει αὐτὲς τὶς γνώσεις. Τὸ θεωρεῖ, τρόπον τινά, ὡς προέκταση, ἐξάρτημα τῆς μνήμης του. Γι’ αὐτὸ ἡ μελέτη θεωρεῖται πιὰ χάσιμο χρόνου, γίνεται ἀντικείμενο χλεύης, πράγμα καταστρεπτικότατο γιὰ τὴν γλώσσα καὶ τὴν σκέψη. «Μελέτη τὸ πᾶν», ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι. Τὸ βιβλίο μορφώνει, τὸ διαδίκτυο πληροφορεῖ καί… παραπληροφορεῖ.
. – – – – – – – – – – – – . Δεύτερον: Γιὰ πολλὰ χρόνια, μετὰ τὴν λεγόμενη ἐπανάσταση τῶν νέων τεχνολογιῶν, πολλοί, ἐπιπόλαια, ὑπέθεσαν ὅτι ἡ Παιδεία θὰ ἀνεβεῖ ὀκτάνια καὶ θὰ λυθοῦν μύρια προβλήματά της. Τὸ λειτούργημα τοῦ δασκάλου ὑποτιμήθηκε. Περίπου μὲ αὐτὸ ποὺ συμβαίνει μὲ τὶς ἐπιχειρήσεις σήμερα καὶ τὴν κατ᾽ οἶκον ἐργασία. Λάθος μέγα. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑποκατασταθεῖ ἡ διὰ ζώσης διδασκαλία. Ἔπρεπε νὰ συμβεῖ ὅ,τι βιώνουμε σήμερα μὲ τὸ κλείσιμο τῶν σχολείων, γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦμε πὼς ὅσο ὄμορφος καὶ νὰ εἶναι ἕνας πίνακας ζωγραφικῆς ποὺ ἀπεικονίζει τριαντάφυλλα, δὲν συγκρίνεται μὲ τὸ ἄγγιγμα καὶ τὸ ἄρωμα ποὺ ἀπολαμβάνεις, ὅταν πιάσεις στὸ χέρι σου μία ἀνθοδέσμη μὲ ρόδα τοῦ ἀγροῦ. Δάσκαλος καὶ μαθητὴς εἶναι μία σχέση ἱερή. Ἡ λέξη ἀλληλοπεριχώρηση τὸ ἐκφράζει ὡραιότατα αὐτό. Σημαίνει πλησίασμα, κάνω χῶρο στὴν καρδιά μου, γιὰ νὰ μπεῖ καὶ ὁ πλησίον. «Οὐδὲν οὕτω πρὸς διδασκαλίαν ἐπαγωγὸν ὡς τὸ φιλεῖν καὶ φιλεῖσθαι». (Ἅγιος Χρυσόστομος). Τὰ δύο αὐτὰ ἀπαρέμφατα, τὸ «φιλεῖν» καὶ «φιλεῖσθαι» περικλείουν τὴν οὐσία τῆς σχέσης δασκάλου καὶ μαθητῆ.
. – – – – – – – – – – – – . Τρίτον: Ἐκτὸς ἀπὸ ἀποικία χρέους, κράτος ὑποτελὲς καὶ γονατισμένο, εἴμαστε καὶ ἀποικία… γλώσσας. Ὁ Σεφέρης κάποτε ἀγωνιοῦσε, ὄχι γιὰ τὴν διένεξη καθαρεύουσας καὶ δημοτικῆς, ἀλλὰ γιὰ τὸ ἂν ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα θὰ ὑποκύψει στὴν μοναρχοῦσα ἀγγλική. Βαυκαλίζεται τὸ ὑπουργεῖο γιὰ τὶς δωρεὲς ἠλεκτρονικῶν ὑπολογιστῶν σὲ ὅσους μαθητὲς δὲν ἔχουν. Ὅλη ὅμως ἡ “πλατφόρμα” -ὅπως λέγεται- τηλεκπαίδευσης εἶναι στὴν ἀγγλικὴ γλώσσα. Προϋποθέτει ἡ πρόσβαση σ’ αὐτὴν ἄριστη γνώση τῆς ἀγγλικῆς. Πόσα παιδιὰ τοῦ δημοτικοῦ τὴν κατέχουν ἢ πόσοι ἀπὸ τοὺς γονεῖς ἢ ἀκόμη καὶ ἡμῶν τῶν δασκάλων; (Τὰ προγράμματα Webex (γουέμπεξ) ἤ Cisco). Καὶ ἂν στὸν πρῶτο περιορισμὸ –καραντίνα, πιάστηκε τὸ ὑπουργεῖο «ἐξαπίνης» (ἔτσι γράφεται), ἦταν πρωτόγνωρη κατάσταση, γιατί δὲν φρόντισε, στὸ μεσοδιάστημα, νὰ μεταφραστοῦν στὴν γλῶσσα μας οἱ δυσνόητοι καὶ ἀκατανόητοι ἀγγλικοὶ ὅροι;
. – – – – – – – – – – – – . Τέταρτον: Ἀπόρροια τοῦ προηγουμένου. Ἡ ἀποδυνάμωση τῆς γλώσσας μας. (Καὶ «ὅπου γλῶσσα πατρίς», θὰ γράψει ὁ Ἐλύτης). Ὁ πρόωρος συγχρωτισμὸς μὲ τὴν ἀγγλικὴ γλῶσσα τῶν παιδιῶν, ἀπὸ τὸ νηπιαγωγεῖο κιόλας, λειτουργεῖ εἰς βάρος τῆς μητρικῆς. Ὅσοι διδάσκουμε ἀντικρίζουμε μὲ θλίψη τὴν τρομακτικὴ λεξιπενία καὶ ἀνορθογραφία τῶν παιδιῶν. Τίς ἢ τί πταίει; Ἂς προσεχθεῖ καὶ αὐτό. Μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες συνέπειες αὐτῆς τῆς γλωσσικῆς ἀνεπάρκειας εἶναι ὅτι προτρέπει σὲ πράξεις βίας, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ ἀποφευχθοῦν μόνο μὲ λόγο. Πολλὰ παιδιὰ φτάνουν στὴν ἐξαλλοσύνη καὶ τὴν ἀπελπισία ἢ δραπετεύουν ἕως ἐθισμοῦ στὸν χαώδη κόσμο τῆς εἰκονικῆς αὐταπάτης καὶ ἐπικοινωνίας, γιατί δὲν μποροῦν νὰ ἐκφραστοῦν. «Πάρε τὸν λόγο του, δῶσ’ μου τὸ χέρι σου», θὰ πεῖ ἀριστοτεχνικὰ ὁ Ἐμπειρίκος. Πληγή πυορρέουσα κατάντησε ἡ ἀνορθογραφία. Τὸ δὲ ὑπουργεῖο «φρόντισε» νὰ καταργήσει καὶ τὸ μάθημα, τὸ τετράδιο τῆς ὀρθογραφίας σὲ μία γλῶσσα ποὺ ἡ ὀμορφιὰ καὶ ἡ ἀπαράμιλλη σαφήνειά της ἑδράζονται στὶς ἐννοιολογικὲς καὶ ὀρθογραφικές της ἀποχρώσεις. Ἡ ὀρθογραφία, ἡ ὑπακοὴ στοὺς κανόνες της, εἶναι μάθημα πειθαρχίας γιὰ τὰ παιδιά, πράγμα ποὺ δὲν συνάδει μὲ τὴν ἀλλοπρόσαλλη ἐποχή μας. («Ὅταν οἱ ἐχθροί σου θὰ ἔχουν ξεμάθει τὴν ὀρθογραφία τους νὰ ξέρεις ὅτι ἡ νίκη πλησιάζει», ἔλεγε σοφὸς Ρῶσος γλωσσολόγος). Ὀρθογραφία ἐξ ἄλλου μαθαίνεις κυρίως μέσῳ τῆς ἐτυμολογίας, ἀντικείμενο ποὺ ἀγνοεῖται τελείως στὰ ἀναλυτικὰ προγράμματα. Γιὰ νὰ ἀγαπήσουν τὴν “νικήτρα τοῦ θανάτου” (Παλαμᾶς) γλῶσσα μας τὰ παιδιά, πρέπει νὰ ἀρωματιστοῦν ἀπὸ τὴν εὐωδιαστὴ ἐτυμολογία της. Καὶ εὐτυχῶς πολλοὶ δάσκαλοι χρησιμοποιοῦν τετράδιο ὀρθογραφίας, κατὰ παράβασιν τῶν ἄνωθεν ἐντολῶν καὶ διασώζουν ὅ,τι μπορεῖ νὰ περισωθεῖ. (Κάποτε εἴχαμε καὶ τετράδιο καλλιγραφίας, διότι μᾶς ἐνδιέφερε καὶ ἡ φιλοκαλία, ἡ νοικοκυροσύνη, ἡ ὀμορφιά, ὁ καλλωπισμός. Στὰ χωριά μας, στὴν Μακεδονία μας, ἀκόμη οἱ μάνες μας χρησιμοποιοῦν τὸ φουκάλι –ἡ σκούπα, τὸ σάρωθρον– καὶ φουκαλίζουν τὶς αὐλές. Καὶ ὅμως ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ φιλοκαλῶ, τὴν φιλοκαλία. Τὸ ἀναφέρει καὶ ὁ σπουδαῖος Φ. Κουκουλὲς στὸ “Βυζαντινῶν βίος καὶ πολιτισμός”).
. – – – – – – – – – – – – . Πέμπτον: Καὶ σοβαρότερον. Το ἔχω ξαναγράψει παλαιότερα, ἀλλὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω. Διδάσκω ἀνελλιπῶς ἐδῶ καὶ τριάντα περίπου χρόνια καὶ δὲν ἔχω ἀκούσει ποτὲ ἢ σχεδὸν ποτέ, μαθητὴ τῆς τάξης μου, νὰ μεταφέρει, τὰ τελευταῖα χρόνια, ἐξωσχολικὲς γνώσεις καὶ ἐμπειρίες, χωρὶς νὰ ἀρχίζει τὸν λόγο του μὲ τὴν ἑξῆς κοινότοπη φράση: «κύριε, εἶδα στὴν τηλεόραση ἢ στὸ διαδίκτυο». Τὸ «ἄκουσα ἀπὸ τοὺς γονεῖς μου ἢ τὴ γιαγιὰ ἢ τὸν παππού μου» ἔχει πλέον ἐκλείψει ἀπὸ τὸ λεξιλόγιο τῶν παιδιῶν. Καὶ αὐτὸ τὸ ἐλάχιστο παράδειγμα ἐξεικονίζει τὴν φοβερὴ ἀλήθεια: τὴν σαρωτικὴ καὶ ἀποκλειστικὴ ἐπίδραση τῆς εἰκόνας. Καὶ τὸ φαινόμενο δὲν περιορίζεται μόνο στὶς μικρὲς ἡλικίες. Στὴν ἐφηβικὴ ἡλικία, ἡ ὁποία εἶναι ἀναπτυξιακὰ εὐάλωτη σὲ ἐθισμό, ἔχει ἀναγνωριστεῖ πλέον ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴ κοινότητα, τὸ νόσημα ποὺ ὀνομάζεται διαδικτυακὸς ἐθισμός. Σύμφωνα μὲ τὴν Ἀμερικανικὴ Ψυχολογικὴ Ἐταιρία ὁ διαδικτυακὸς ἐθισμός, ἢ «ἠλεκτρονικὴ μορφίνη» ὅπως προσφυῶς ὀνομάστηκε, διαγιγνώσκεται σὲ ἄτομα ποὺ πληροῦν τὰ ἑξῆς κριτήρια:
α. Ἀνοχή, δηλαδὴ ἀνάγκη αὔξησης τοῦ χρόνου σύνδεσης μὲ τὸ διαδίκτυο.
β. Συμπτώματα στέρησης (ἀνησυχία, εὐερεθιστικότητα, ἄγχος, φαντασιώσεις, ἀκούσιες ἢ ἑκούσιες κινήσεις δακτυλογράφησης, μετὰ ἀπὸ διακοπὴ ἢ μείωση τῆς χρήσης).
γ. Ὑποχώρηση τῶν πιὸ πάνω συμπτωμάτων μόνο μετὰ ἀπὸ χρήση.
δ. Χρήση γιὰ πολὺ μεγαλύτερο διάστημα ἀπὸ ὅ,τι τὸ ἄτομο εἶχε πρόθεση.
ε. Επιλογή πολλῶν δραστηριοτήτων μέσῳ διαδικτύου (ἀγορά, ἐπικοινωνία, παιχνίδια).
ϛ´. Διακοπή ἢ σημαντικὴ μείωση τῆς κοινωνικῆς, προσωπικῆς, δημιουργικῆς καὶ ἐπαγγελματικῆς δραστηριότητας λόγῳ χρήσης τοῦ διαδικτύου. (Τὶς πληροφορίες τὶς ἄντλησα ἀπὸ τὸ ἐγκυρότερο ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ πιὸ σοβαρὰ πανευρωπαϊκῶς, περιοδικὸ «Παιδιατρική», τεῦχος 6, Νοε-Δεκ 2008).

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

EΧΟΥΜΕ ἆραγε ΟΙ ΤΩΡΙΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΕΤΟΙΑ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ; (Δ. Νατσιός)

Ἔχουμε, οἱ τωρινοὶ Ἕλληνες,
τέτοια ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα;

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

. – – – – . Πρῶτον: Κάποτε ἡ Διοίκηση διορίζει τὸν Μακρυγιάννη “ἀρχηγὸ τῶν Ἀθηναίων”. Τὸν πλησιάζει ὁ Γρόπιος (Gropius), πρόξενος τῆς Ἀούστριας καὶ τοῦ λέει νὰ δεχτεῖ τὸν “Γκόρδον”, τὸν Ἄγγλο, ὡς ἀρχηγό, διότι θὰ βάλει τὰ χρήματα. Ἀπαντᾶ ὁ πατριδοφύλακας στρατηγός: “Σύρε πές του, ὅποιος εἶναι αὐτὸς ὁπού θὰ βάλει τὰ χρήματα, ὄχι ἀρχηγὸν τὸν κάνω καμπούλι (= δέχομαι νὰ γίνει), διὰ τὴν ἀγάπη τῆς πατρίδος μου, ἀλλὰ ὅπου κατουράγει νὰ μοῦ δίνει νὰ πίνω ἐγὼ τὸ κάτουρο. Τὸ κάνω αὐτὸ καὶ τοῦ τὸ δίνω ἐγγράφως”. (Ἀπομνημονεύματα, ἐκδ. Ζαχαρόπουλος, σελ. 483). Ἔχουμε, οἱ τωρινοὶ Ἕλληνες, τέτοια ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα;
. – – – – . Δεύτερον: Ἀποσπῶ ἀπὸ τὸ “Συναξάρι” τῶν ἡρώων τοῦ ἐθνικοαπελευθερωτικοῦ ἀγώνα τῶν Ἑλλήνων τῆς Κύπρου μας, τὸ 1955, ἀπὸ τὸ πολυτίμητο βιβλίο τοῦ Σπύρου Παπαγεωργίου «Διὰ χειρὸς ἡρώων», μίαν ἐπιστολὴ τοῦ Ἰακώβου Πατάτσου. Διαβάζω καὶ «προσκυνῶ» τὰ πάθη τοῦ λαοῦ μας. Γράμμα στὴν μάνα του, στὶς 8 Αὐγούστου τοῦ 1956: «Χαῖρε. Εὑρίσκομαι μεταξὺ τῶν ἀγγέλων. Τώρα ἀπολαμβάνω τοὺς κόπους μου. Τὸ πνεῦμα μου φτερουγίζει γύρω ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ Κυρίου. Θέλω νὰ χαρεῖς, ὅπως κι ἐγώ. Ἂν κλαῖς, θὰ λυποῦμαι. Τὸ ὄνομά σου θὰ γραφεῖ στὴν ἱστορία, γιατί ἐδέχθης νὰ θυσιασθεῖ τὸ παιδί σου γιὰ τὴν Πατρίδα. Εἶναι καιρὸς τώρα νὰ καμαρώσεις τὸ παιδί σου. Εὑρίσκεται ἐκεῖ ψηλὰ ὅπου ψάλλουν οἱ ἀγγέλοι. Χαῖρε ἀγαπημένη μου μητέρα. Μὴ κλαῖς γιὰ νὰ ἀκούσεις τὴν ἀγγελικὴ φωνή μου ποὺ ψάλλει: Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ. Ψάλλε καὶ σὺ μαζί μου. Ψάλλε, προσεύχου, δόξαζε τὸν Θεὸν σ’ ὅλη σου τὴν ζωήν». Αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπιστολή, εἶναι δοξαστικὸ ἀθλητοῦ τοῦ Ἔθνους μας. Ἔχουμε, οἱ τωρινοὶ Ἕλληνες, τέτοια ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα;
. – – – – . Τρίτον: Ὁ Παῦλος Μελᾶς, ὁ ἀητὸς τῆς Μακεδονίας μας, ψυχορραγοῦσε λέγοντας: «Τὸν σταυρὸ νὰ τὸν δώσεις στὴν γυναίκα μου καὶ τὸ τουφέκι τοῦ Μίκη καὶ νὰ τοὺς πεῖς ὅτι τὸ καθῆκον μου ἔκαμα». Ἔχουμε, οἱ τωρινοὶ Ἕλληνες, τέτοια ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα;
. Τέταρτον: Μάχη τοῦ Κιλκίς. 20 Ἰουνίου 1913. Στρατιώτης τοῦ 22ου Σ.Π. τραυματίζεται στὸ χέρι. Τοῦ λένε νὰ φύγει γιὰ τὸ χειρουργεῖο. «-Τί ἔκανε, λέει; Γιὰ μία τσουγκρανιὰ νὰ φύγω; Τὸ παλιοτόμαρό μου βαστάει ἀκόμη. Καὶ συνεχίζει τὸν ἀγώνα. Παίρνει δεύτερο βόλι καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ μάχεται καὶ τὸ δεύτερο τραῦμα γίνεται τρίτο καὶ ἕπεται συνέχεια. Ὅταν δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ συνεχίσει τὸν ἀγώνα, λέει:
«-Μωρὲ δὲν μποροῦσα νὰ εἶχα κι ἄλλο παλιοτόμαρο, νὰ βγάλω αὐτὸ τὸ τρυπημένο καὶ νὰ βάλω τὸ καινούργιο;». (σελ. 76). Μὲ ἐκεῖνα τὰ ἡρωικά… παλιοτόμαρα εἶναι ραμμένη ἡ γαλανόλευκη. Ἔχουμε, οἱ τωρινοὶ Ἕλληνες, τέτοια ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα;
. – – – – . Πέμπτον: Διασώζει ὁ συγγραφέας Χρ. Ζαλοκώστας στὸ βιβλίο του «Τὸ περιβόλι τῶν θεῶν», σ. 135, ἕνα… ἀξιοπερίεγο ἐπεισόδιο: Περιγράφει τὴν ἐπίσκεψη τοῦ πρωθυπουργοῦ Μεταξᾶ στὸ στρατιωτικὸ νοσοκομεῖο «Εὐαγγελισμὸς» καὶ τὴν στιχομυθία μὲ πληγωμένο στρατιώτη:
«-Ποῦ πληγώθηκες ἐσύ, παιδί μου; -Στὸ Ἰβάν! -Ἔ, τὸ Ἰβάν τὸ τιμωρήσαμε! Ἔπεσε χθὲς τὸ βράδυ.
-Ναί, ἔπεσε κ. Πρόεδρε. Θὰ μποροῦσε ὅμως νὰ εἶχε πέσει ἐδῶ καὶ πέντε μέρες. Ὅταν βρήκαμε τὴν πρώτη ἀντίσταση, ἔπρεπε νὰ μᾶς θυσιάσει ὁ συνταγματάρχης μας. Θὰ τὸ παίρναμε ἀπὸ τότε». Ἔχουμε, οἱ τωρινοὶ Ἕλληνες, τέτοια ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα;
. – – – – . Ἕκτον: Στὸ ἐξαιρετικὸ βιβλίο τοῦ Χρήστου Ἀγγελομάτη «Χρονικὸν Μεγάλης Τραγωδίας», στὶς σελίδες 183-184, περιέχεται μία ἐπιστολὴ τοῦ Θεοδ. Μουτσούλα, ὑποναυάρχου τοῦ Λιμενικοῦ Σώματος ἐ.ἀ., ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στὸν πατέρα του, ταγματάρχη πεζικοῦ Κωνσταντῖνο Μουτσούλα.
Διαβάζω: «Ἦτο, τότε, ἡ μοιραία ἡμέρα τῆς 26ης Αὐγούστου 1922, ὄτε τὰ πάντα εἶχον διαλυθῆ. Ὅλως τυχαίως, ὅμως, συνήντησε τὸν ταγματάρχην Μουτσούλαν ὁ ὑπολιμενάρχης Σμύρνης Ἀντώνιος Μπαχᾶς καὶ τὸν ἐπιβίβασε βιαίως ἐπὶ τοῦ ἀποπλεύσαντος τὴν ἡμέραν ἐκείνην τελευταίου ἐπιτάκτου ἀτμοπλοίου “Νάξος”. Ἅμα τῇ εἰσόδῳ τῆς “Νάξος” εἰς τὸν λιμένα τῆς Χίου, ὁ ταγματάρχης Μουτσούλας, ἀνελθὼν ἐπὶ τοῦ καταστρώματος τοῦ πλοίου, τὸ ὁποῖον ἦτο κατάμεστον ἀπὸ ἀξιωματικοὺς καὶ ὀπλίτας, ἀνεφώνησεν: “Ἔπειτα ἀπὸ τὸ αἶσχος αὐτό, τὴν ἐθνικὴν αὐτὴν συμφοράν, δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ πατήσωμεν χῶμα ἑλληνικόν!. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες νὰ πᾶμε νὰ πνιγοῦμε! Καί, πρῶτος, δίδω τὸ παράδειγμα ἐγώ!!”. Καὶ πράγματι ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἐπνίγη. Οἱ Χιῶτες ἐνεταφίασαν αὐτὸν ἐκβρασθέντα μετὰ τριήμερον, εἰς τὴν ἐκκλησίαν Ἅγιος Ἰωάννης καὶ ἐπὶ μαρμαρίνης στήλης ἄγνωστος μοὶ μέχρι τοῦδε, ἐχάραξε: «Ἢ καλῶς ζῆν ἢ καλῶς τεθνάναι τὸν εὐγενῆ χρή».
Ἔχουμε, οἱ τωρινοὶ Ἕλληνες, τέτοια ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα;
(Κάποιοι θὰ σκεφτοῦν ὅτι αὐτοκτόνησε. Δὲν ξέρω, ὅμως ἐγὼ διαβάζω φιλότιμο καὶ μία εὐαίσθητη καρδιὰ ποὺ παλλόταν ἀπὸ φιλοπατρία).
. – – – – . Ἕβδομον: Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1804 στὸ Μοναστήρι τοῦ Σέλτσου, ἔγινε ὁ ξακουσμένος «χαλασμὸς τῶν Μποτσαραίων». Σκοτώθηκαν πολλοί, μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡ περίφημη κόρη τοῦ Νότη, Λένω (Ἑλένη) Μπότσαρη. Διαβάζω: «Ὁ Νότης κείτεται στὸ πεδίο τῆς μάχης, διάτρητος ἀπὸ τὶς πληγὲς πνιγμένος στὸ αἷμα κατάμαυρος ἀπὸ τὸ μπαρούτι. Ἑφτὰ πληγὲς εἶχε καὶ τὴν σοβαρότερη στὸ δεξὶ μάτι. Τὴν ὥρα ἐκείνη ἡ κόρη του Ἑλένη, λεβεντοκόριτσο 22 χρονῶν, λυγερή, ξανθή, ἦρθε μετὰ τὸν ἡρωικὸ θάνατο τοῦ θείου της Νίκηζα, μὲ τὸν ὁποῖο συμπολεμοῦσε, καὶ βρῆκε τὸν πατέρα της μισοπεθαμένο. Μὲ τὸ ματωμένο γιαταγάνι στὸ χέρι, ἔσκυψε καὶ τὸν ρώτησε:
-Τί νὰ κάνω πατέρα;
-Παιδί μου, ἦρθε ἡ ὥρα σου. Σκοτώσου! Τῆς ἀποκρίθηκε ψιθυριστά. Χίμηξε ἡ Ἑλένη μὲ τὸ γιαταγάνι, ἀναμέρισε τοὺς ἐχθροὺς καὶ πνίγηκε στὸν Ἀχελῶο», γιὰ νὰ μὴν τὴν μαγαρίσουν, τὴν κόρη, τὴν ἀτρόμητη Σουλιωτοπούλα. («Μνήμη Σουλίου», συλλογικὸ ἔργο τοῦ 1971).
Ἔχουμε, οἱ τωρινοὶ Ἕλληνες, τέτοια ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα;
. – – – – . Ὄγδοον: Γεώργιος Γεννάδιος, Δάσκαλος τοῦ Γένους. Πέθανε πάμφτωχος. Λίγο μετὰ τὴν πτώση τοῦ Μεσολογγίου, στὸ Ναύπλιο, προσπαθεῖ νὰ ἀναπτερώσει τὸ ἠθικό. Ὁ αὐτήκοος καὶ αὐτόπτης Ἀλ. Ραγκαβής, στὰ ἀπομνημονεύματά του, μεταφέρει τὴν σκηνὴ καὶ τὰ λόγια τοῦ Δασκάλου τοῦ Γένους. «Ἡ πατρὶς καταστρέφεται, ὁ ἀγὼν ματαιοῦται, ἡ ἐλευθερία ἐκπνέει. Ἀπαιτεῖται βοήθεια σύντονος. Πρέπει οἱ ἀνδρεῖοι οὗτοι, οἵτινες ἔφαγον πυρῖτιν καὶ ἀνέπνευσαν φλόγας καὶ ἤδη ἀργοὶ καὶ λιμώττοντες μᾶς περιστοιχίζουν, νὰ σπεύσωσιν ὅπου νέος κίνδυνος τοὺς καλεῖ. Πρὸς τοῦτο ἀπαιτοῦνται πόροι καὶ πόροι ἐλλείπουσιν. Ἀλλ’ ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν πατρίδα, ἂν εἴμεθα ἄξιοι νὰ ζῶμεν ἄνδρες ἐλεύθεροι, πόρους εὑρίσκομεν. Ἂς δώση ἕκαστος ὅ,τι ἔχει καὶ δύναται. Ἰδοὺ ἡ πενιχρὰ προσφορά μου. Ἂς μὲ μιμηθῆ ὅστις θέλει. Καὶ ἐπικροτοῦντος τοῦ πλήθους ἐκένωσε κατὰ γῆς τὸ ἰσχνὸν διδασκαλικὸν βαλάντιόν του… Ἀλλὰ ὄχι, ἐπανέλαβε μετ’ ὀλίγον, ἡ συνεισφορὰ αὕτη εἶναι οὐτιδανή. Ὀβολόν ἄλλον δὲν ἔχω νὰ δώσω, ἀλλ’ ἔχω ἐμαυτὸν καὶ ἰδοὺ τὸν πωλῶ. Τίς θέλει διδάσκαλον ἐπὶ τέσσαρα ἔτη διὰ τὰ παιδιά του; Ἂς καταβάλη ἐνταῦθα τὸ τίμημα». Τέσσερα χρόνια «ἰδιαίτερα» καὶ τὸ ἀντίτιμο γιὰ τὴν πατρίδα.
. – – – – . Ἔχουμε, οἱ τωρινοὶ Ἕλληνες, τέτοια ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα; Ὄχι, δὲν ἔχουμε, γι’ αὐτὸ καὶ ὑποφέρουμε καὶ ἐπιπλέουν τὰ σκουπίδια καὶ εἴμαστε γεμάτοι φόβο. Ἡ Πίστη καὶ ἡ Φιλοπατρία ἦταν τὰ δύο φτερά, μὲ τὰ ὁποῖα πετοῦσε ὁ Ἑλληνισμός. Τσακίστηκαν τὰ φτερά μας καὶ σερνόμαστε….

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ: ΔΑΣΚΑΛΟΣ τῆς ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ (Δ. Νατσιός)

Ἅγιος Νεκτάριος: δάσκαλος τῆς Ρωμιοσύνης
Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

. . –  . – . Τιμᾶ καὶ γεραίρει ἡ Ἐκκλησία μας, στὶς 9 Νοεμβρίου κάθε ἔτους, τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, ἑνὸς ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀγαπητοὺς ἁγίους του ὀρθόδοξου λαοῦ μας. Τὸν ἀγαπᾶμε καὶ τὸν εὐλαβούμαστε καὶ ἐμεῖς οἱ δάσκαλοι, ὅσοι πιστεύουμε στὸν Σωτήρα Χριστό μας, γιατί ὁ ἅγιος ὑπῆρξε καὶ δάσκαλος.
Γύρω στὸ 1866 περίπου, ὁ 20χρονος τότε Ἀναστάσιος, φεύγει ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ πηγαίνει στὴν τουρκοκρατούμενη Χίο. Ἡ εὐρεία του μόρφωση, ἡ ὁλοκάρδιος ἀγάπη καὶ τὸ ἦθος του, ἐκτιμήθηκαν καὶ ἀναλαμβάνει καθήκοντα διδασκάλου στὸ χωριὸ Λιθί. Ἐπὶ μία δεκαετία τὸ μυροβόλο καὶ γόνιμο ἀποτύπωμά του, μένει ἀνεξίτηλο στὶς καρδιὲς τῶν κατοίκων καὶ μαθητῶν του. Μαθητής του καὶ μετέπειτα καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Τιμίου Σταυροῦ Ἱεροσολύμων, Ι. Νεομονιτάκης, θὰ γράψει: «Κατὰ τὸ ἔτος 1879, εἰς Χίον, ὑπῆρξε διδάσκαλος τῶν πρώτων γραμμάτων μου. Τὸν ἐνθυμοῦμαι τότε ὡς ἁπλοῦν ρασοφόρον Νεκτάριον Κεφαλᾶν τῆς Νέας Μονῆς τῆς Χίου, ἀσκητικὸν καὶ εὐσεβῆ, λάμποντα μὲ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου καὶ τὸν ζῆλον τοῦ ἀληθοῦς χριστιανοῦ». («Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως», Στ. Καλκανδῆ, σελ. 105).
. . . –  . – .Ὁ ἅγιος διετέλεσε σχολάρχης, διευθυντὴς τῆς Ριζαρείου Σχολῆς. Νὰ παραθέσω τὸ ἐκπληκτικὸ ἐπεισόδιο ποὺ συνέβη στὴν σχολή του καὶ τὴν διαχείρισή του ἀπὸ τὸν ἅγιο. Κάποτε μία ὁμάδα τελειοφοίτων διαπληκτίστηκε, ἔφτασαν καὶ σὲ γρονθοκοπήματα. Τὸ μαθαίνει ὁ ἅγιος. Καὶ ἰδοὺ τὸ ἀνεπανάληπτο καὶ αἰώνιο παράδειγμα, σὲ δασκάλους καὶ διευθυντὲς σχολείων, ἀντιμετώπισης τῆς ἐνδοσχολικῆς βίας, τοῦ κακῶς λεγόμενου σήμερα «bullying», ποὺ ἔχει λάβει διαστάσεις ἐπιδημίας. Ἀντὶ γιὰ φωνές, τιμωρίες, τσιρίδες καὶ κλήτευση γονέων, ὁ Πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐπιβάλλει τὸ παρακάτω πρωτοφανές, ἀξιοθαύμαστο καὶ χριστομίμητο: «Αὐτὰ ποὺ κάνατε μὲ λυποῦν καὶ μὲ ἀναγκάζουν νὰ τιμωρήσω τὸν ἑαυτό μου. Ἀπὸ σήμερα τὸ μεσημέρι νὰ εἰδοποιηθεῖ ὁ μάγειρας, νὰ μὴν μοῦ ἀποστέλλει φαγητό, ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες. Τὴν ὥρα τοῦ φαγητοῦ θὰ προσεύχομαι γιὰ τὴν ἀνωμαλία. Μάλιστα. Μὲ λυποῦν παιδιά μου, μὲ λυποῦν… σεῖς οἱ αὐριανοὶ λειτουργοὶ τοῦ Ὑψίστου! Πηγαίνετε καὶ εἴθε ὁ Κύριος νὰ ἀποστείλει ἔλεος καὶ φωτισμό, εἴθε νὰ σᾶς συγχωρήσει. Πηγαίνετε καὶ παρακαλῶ μέχρι τῆς μεσημβρίας νὰ ἔχετε συμφιλιωθεῖ». ( «Ὁ ἅγιος τοῦ αἰώνας μας», Σ. Χονδρόπουλου, σελ.114, ἐκδ. «Καινούργια Γῆ). Ἔκτοτε οὐδεὶς σπουδαστὴς δημιούργησε πρόβλημα, γιατί ἤξερε ὅτι θὰ τὴν πληρώσει… ὁ ἅγιος σχολάρχης του. Τί νὰ πεῖ κανεὶς ἐνώπιον τέτοιου μεγαλείου!!
. . . –  . – .Σκέφτομαι, ἑκατὸ χρόνια ἔκλεισαν φέτος ἀπὸ τὴν ὁσιακὴ κοίμηση τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Ἂν εἴχαμε ὑπουργὸ Παιδείας μὲ ὀρθόδοξο φρόνημα, θὰ ἀφιέρωνε τὸ ἔτος στὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Θὰ ἀποστελλόταν καὶ ἕνα εὐσύνοπτο συναξάρι τοῦ ἁγίου στὰ σχολεῖα, στὸ ὁποῖο θὰ ἀναδεικνυόταν ὁ δάσκαλος καὶ σχολάρχης ἅγιος. Ἔχει ποὺ ἔχει μαυρίσει ἡ ψυχὴ δασκάλων, μαθητῶν καὶ τῶν γονιῶν τους μὲ τοὺς ἐγκλεισμοὺς καὶ τὶς συνεχεῖς ἀπειλὲς γιὰ νὰ «φοροῦν τὴν μάσκα». Πόσο παρήγορος θὰ ἦταν ὁ βίος καὶ ἡ πολιτεία του, ἡ ὅλο καλοσύνη, ἀγάπη καὶ φιλανθρωπία παιδαγωγία του. (Καὶ εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτο νὰ κατεβάζει κάποιος μικρὸς μαθητὴς τὴν μάσκα, γιὰ νὰ ἀναπνεύσει σὰν ἄνθρωπος καὶ ὁ καιροφυλακτῶν δάσκαλος νὰ πέφτει πάνω του νὰ τὸν κατασπαράξει μὲ οὐρλιαχτὰ καὶ κραυγὲς ἐμμονικές. Τὸ ἔχω ξαναγράψει εἴμαστε δάσκαλοι καὶ ὄχι λοιμωξιολόγοι ἢ χειρότερα… Εὐαγγελάτοι. Αὐτὴ ἡ ἱστορία θὰ ἀφήσει σκιὲς στὴν συμπεριφορὰ τῶν παιδιῶν).
. . . –  . – .Νὰ κλείσω μὲ τὸ ἐκπληκτικὸ ἐπεισόδιο ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, ποὺ εἶχα σημειώσει σὲ παλαιότερο ἄρθρο μου, μὲ τίτλο «Ἅγιος Νεκτάριος καὶ Παῦλος Μελᾶς».
. . . –  . – .Στὸ παλιό, καλὸ λεξικὸ τοῦ «ΗΛΙΟΥ», στὸ λῆμμα «Μελᾶς», διαβάζουμε σὲ τοῦτα τὰ κομψὰ ἑλληνικά: «Μεγάλη ἀρχοντικὴ οἰκογένεια τῶν Ἰωαννίνων, τῆς ὁποίας πλεῖστα μέλη διεκρίθησαν εἰς τὰ γράμματα καὶ τὰς ἐπιστήμας, εἰς τὸν στρατὸ τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν διπλωματίαν, σημαντικὰς δὲ ἐθνικὰς ὑπηρεσίας παρέσχον εἰς τὴν πατρίδα πολὺ πρὸς τῆς ἐκρήξεως τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος, κατ’ αὐτόν, καὶ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ κράτους». Ἀρχοντικὴ οἰκογένεια, ὄχι γιατί εἶχε μεγάλη οἰκονομικὴ ἐπιφάνεια, ἀλλὰ διότι τὰ μέλη της «παρέσχον σημαντικὰς ἐθνικὰς ὑπηρεσίας». Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ οἱ παλιὲς ἀρχοντικὲς οἰκογένειες, ἁμιλλῶνται ποιὰ θὰ εὐεργετήσει περισσότερο τὴν πατρίδα. Τῷ καιρῷ ἐτούτῳ οἱ ἀρχοντοχωριάτες, οἱ νεόπλουτοι σαλταδόροι καὶ δανειοσυντήρητοι διαγωνίζονται γιὰ τὸ ποιὸς θὰ προξενήσει μεγαλύτερη ζημιὰ στὴν πατρίδα. Οἱ Μελάδες καὶ ὅλες οἱ οἰκογένειες τῶν ἐθνικῶν εὐεργετῶν ἦταν ἀρχοντάνθρωποι, ἔτσι ὀνομάζει ὁ λαός μας τοὺς γενναιόδωρους, τοὺς ἀνοιχτόκαρδους, τοὺς φιλότιμους. Ἀρχονταρίκι ὀνομάζεται στὰ μοναστήρια ἡ αἴθουσα ὑποδοχῆς καὶ φιλοξενίας τῶν προσκυνητῶν, γιατί καὶ ἡ Ἐκκλησία μας μᾶς θέλει ἀρχοντάνθρωπους καὶ ὄχι μίζερα, οἰκτρόβια καὶ ἀξιολύπητα ἀνθρωπάρια. («Ὅ,τι καὶ νὰ κάνουμε, ταπείνωση – ἀγάπη – ἀρχοντιά, χρειάζεται», ἔλεγε καὶ ξανάλεγε ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης). Ὁ Παῦλος Μελᾶς ὀνομάστηκε Παῦλος, καὶ ὄχι Γεώργιος ὅπως ἔλεγαν τὸν παππού του, πρὸς τιμὴν τοῦ ἀδελφοῦ του παπποῦ του, Παύλου, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσε στὰ τάγματα τῶν Σουλιωτῶν ὑπὸ τὸν Μάρκο Μπότσαρη καὶ «ἔπεσε» ἡρωικῶς μαχόμενος κατὰ τὴν ἁγιασμένη Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου. Μὲ τέτοιο ὄνομα πῶς νὰ μὴν ἔχει ἡρωικό, λεβέντικο θάνατο ὁ ἀετὸς τῆς Μακεδονίας μας;
. . . –  . – .Πατέρας τοῦ Παύλου Μελᾶ ἦταν ὁ Μιχαὴλ (Μίκης) Μελᾶς, ἄνθρωπος καλλιεργημένος, μὲ φιλοπατρία, ποὺ διετέλεσε ἀπὸ τὸ 1891 ὣς τὸ 1894 καὶ δήμαρχος Ἀθηνῶν. (Ἀδελφός του ἦταν ὁ περίφημος Λέων Μελᾶς, ποὺ ἔγραψε τὸν «Γεροστάθη», βιβλίο ποὺ γαλούχησε γενιὲς Ἑλληνοπαίδων, οἱ ὁποῖες ἀργότερα ἀπελευθέρωναν πατρίδες σκλαβωμένες).
. . . –  . – .Ἦταν γύρω στὸ 1890, ποὺ ὁ κατασυκοφαντημένος στὴν Αἴγυπτο, Ἅγιος Νεκτάριος, ἔρχεται στὴν Ἀθήνα. Ζητᾶ θέση, ὄχι ἀρχιερέως, ἀλλὰ ἁπλοῦ ἱεροκήρυκα, χωρὶς μισθό. Συναντοῦσε -ποιός;- πόρτες κλειστὲς καὶ ὑποσχέσεις. Ντρεπόταν ὁ ἅγιος, τὸν συντηροῦσε μία ἁπλὴ γριούλα. «Ἀδερφέ μου», γράφει στὸν ἀδερφό του Χαράλαμπο στὴ Χίο, «ἀναγκάζομαι μετὰ πόνου καὶ δακρύων νὰ σὲ ἐνοχλήσω εὑρισκόμενος ἐν Ἀθήναις, ἐν ἡμέραις χαλεπαῖς, περιφρονημένος καὶ ἐμπαιζόμενος παρὰ τῶν ἰσχυρῶν…». (Καὶ μὲς στοὺς ἰσχυροὺς ἦταν καὶ ἡ τότε ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία). Καταφεύγει στὸν ὑπουργὸ -μετὰ ἀπὸ εἴκοσι ἀπόπειρες – «Ἐκκλησιαστικῶν καὶ Παιδείας». Τοῦ ἀρνήθηκε τὴν θέση ἱεροκήρυκα, διότι «ἐτύγχανε ἀλλοδαπὸς» καὶ «ἐστερεῖτο τῆς ἑλληνικῆς ὑπηκοότητος». «Ἀπόμεινε πελιδνός», διαβάζουμε στὸ ἀπαράμιλλο βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Σώτου Χονδρόπουλου.
. . . –  . – .Κατεβαίνοντας τὶς σκάλες τοῦ ὑπουργείου ὁ ἅγιος Ἱεράρχης, μὲ μάτια βουρκωμένα, συναντᾶ ἕναν ὀνομαστὸ ἄρχοντα. Ἦταν ὁ Μιχαὴλ Μελᾶς, ὁ πατέρας τοῦ Παύλου. Ὁ Μελᾶς βλέπει τὴν σεβάσμια μορφὴ τοῦ Ἁγίου, ἀντιλαμβάνεται τὴν λύπη του. Μαθαίνει τί συνέβη καὶ τοῦ ζητᾶ νὰ τὸν ἀκολουθήσει στὸν ὑπουργό. Καὶ σὲ λίγο ὁ ὑπουργὸς ὑπέγραφε τὸν διορισμὸ τοῦ Ἁγίου ὡς ἱεροκήρυκος στὸ νομὸ Εὐβοίας. «Ἅγιο ρουσφέτι», ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ ἡ φράση, ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ σὲ λίγα χρόνια ὁ πρωτογιός του ἔγραψε τὸν πρόλογο στὸ ἀθάνατο βιβλίο «Μαρτύρων καὶ Ἡρώων αἷμα» γιὰ τὴ λευτεριὰ τῆς Μακεδονίας μας.
. . –  . – .Ὡραία σκηνή! Μεγαλοπρεπής! νὰ κουβεντιάζουν ὁ Ἅγιος Νεκτάριος καὶ ὁ Μιχαὴλ Μελᾶς. Τὸ Γένος καὶ ἡ Ἐκκλησία του. Μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου καὶ τὸ αἷμα τοῦ Παύλου Μελᾶ σώθηκε τότε, ἡ προδομένη σήμερα Μακεδονία μας…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

ΠΟΙΟΣ ΦΤΑIΕΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΤΙΜΩΡΗΤΟΥΣ…. ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΛΩΡΟΥΣ; (Δ. Νατσιός)

Ποιός φταίει γιὰ τοὺς ἀτιμώρητους…. κουκουλοφλώρους;

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

. – – – – – – . Στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ’80, ἂν θυμᾶμαι καλά, ἐγκαινιάστηκε τὸ νοσηρὸ φαινόμενο τῶν καταλήψεων. Παιδιὰ 13 ἐτῶν πραγματοποιοῦν ἐπὶ ἑβδομάδες «καταλήψεις» σχολείων, μὲ αἴτημα κατ’ ἀρχὰς τὴν κατάργηση τῶν ἐξετάσεων. Καὶ ὑπῆρξαν πολιτικοὶ ποὺ ἔσπευσαν νὰ φωτογραφηθοῦν μαζί τους στὰ κιγκλιδώματα γιὰ νὰ ἁλιεύσουν συμπάθειες. Ἡ κοινωνία διαβρωμένη, θρυμματισμένη καὶ σὲ ἀποσύνθεση, παρακολουθοῦσε – γονεῖς, ἐκπαιδευτικοί, συνδικαλιστές, Τύπος- ἐμβρόντητη, ἀλλὰ ἄφωνη καὶ ἀπαθής, ἀπὸ δειλία καὶ καιροσκοπισμό. Μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου οἱ καταλήψεις, ἀπέκτησαν μορφὴ ἐθιμικοῦ δικαίου.
. – – – – – – . Τὸν Ἰούνιο στέλνουμε παιδιὰ στὸ γυμνάσιο καὶ κατὰ τὸν Ὀκτώβριο κάθε ἔτους, τὰ βλέπουμε νὰ περιφέρονται, σὲ ὧρες μαθημάτων, γύρω ἀπὸ τὸ δημοτικό τους σχολεῖο, πασιχαρῆ, διότι ἀπέκτησαν τὸν… περίοπτο καὶ τιμητικὸ τίτλο τοῦ καταληψία. Ἑνὸς μηνὸς φοίτηση στὸ γυμνάσιο, ἀρκεῖ, γιὰ νὰ μεταμορφώσει τὴν παιδικότητα καὶ ἁγνότητα, ποὺ παραδίδουμε στὴν ἀνώτερη ἀπὸ μᾶς ἐκπαιδευτικὴ βαθμίδα, σὲ ἐν δυνάμει ἀναρχικοὺς καὶ κουκουλοφόρους. Αὐτὸ τὸ γρήγορο μεγάλωμα, συνοδεύεται μὲν ἀπὸ τὴν ἀποβολὴ τῆς ἀθωότητας, φυλάσσεται ὅμως ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ, ἡ ἀνωριμότητα. Ὅπως ἀριστοτεχνικὰ τὸ διατύπωσε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος «ὥσπερ δεδοικότες μὴ τὸ κακὸν ἀπολέσωσιν», δηλαδή, σὰν νὰ φοβοῦνται μήπως χάσουν τὸ κακό.
. – – – – – – . Προϊόντος τοῦ χρόνου, τὰ αἰτήματα τῶν καταλήψεων στὰ γυμνάσια, καταρράκωσαν καὶ τὸ τελευταῖο ἴχνος σοβαρότητας ἀπὸ αὐτὸ ποὺ κάποτε ὀνομάζαμε «ἐθνικὴ παιδεία». Κατανοώντας οἱ μαθητὲς τὴν περιρρέουσα ἀτιμωρησία καὶ ἀδιαφορία, καταλαμβάνουν σχολεῖα μὲ δικαιολογίες, ποὺ παραπέμπουν σὲ «φραπεδοσύναξη» συνοικιακῆς καφετέριας, στὴν ὁποία «λιώνουν», ἀναπαυόμενα, τὰ ἄλκιμα νιάτα τῆς δόλιας πατρίδας. Ἔτσι ἀκούσαμε γιὰ τὴν μορφὴ τῆς τυροπίττας τοῦ κυλικείου, γιὰ τὸ χρῶμα τοῦ χαρτιοῦ στὴν τουαλέτα καὶ ἄλλα φαιδρὰ ποὺ κατεξευτελίζουν μία ὁλόκληρη κοινωνία. Τελειώνοντας τὸ λύκειο, οἱ νέοι πλέον εἶναι πανέτοιμοι, νὰ διακριθοῦν καὶ στὶς ὑψηλότερες βαθμίδες τῆς ἀνομίας, μετὰ καὶ τὴν πανηγυρικὴ ὑποδοχὴ ποὺ τοὺς ἐπιφυλάσσουν οἱ ἀειθαλεῖς κομματικὲς νεολαῖες στὸ πανεπιστήμιο, κυρίως τῆς ἀριστερομυαλης καὶ κρανιοκενοὺς ἀναρχίας, νὰ φορέσουν κουκούλα, νὰ βιαιοπραγοῦν ἀτιμωρητὶ καὶ νὰ χτίζουν ἢ νὰ εἰσβάλλουν σὲ γραφεῖα πρυτάνεων -ὅπως τὶς προάλλες μὲ τὸν πρύτανη τῆς ΑΣΟΕΕ- καὶ νὰ τοὺς κρεμοῦν «λαιμαριὲς» στὶς ὁποῖες ἀναγράφουν δημοκρατικότατα τὰ «εὐγενῆ» συνθήματά τους, ὅπως «ἀλληλεγγύη στὶς καταλήψεις». Προφανῶς καὶ κάποιοι γονεῖς θὰ καμαρώνουν ποὺ τὰ βλαστάρια τους, οἱ «κουκουλοφλῶροι» τῶν βορείων καὶ νοτίων προαστίων, διαπρέπουν στὴν κουκουλοφορία καὶ στὴν ἀσυδοσία. «Παιδιὰ εἶναι, κάνουν τὴν ἐπανάστασή τους».
. – – – – – – . Τὰ συφοριασμένο κράτος, τὸ ὁποῖο ἐπιβάλλει μὲ βαριὰ πρόστιμα καὶ ἀπειλὲς τὴν «μάσκα παντοῦ», ἀνέχεται βέβαια, σχεδὸν ὑποθάλπει, ἐδῶ καὶ δεκαετίες, τὴν κουκούλα, ἐπιτρέποντας τὴν διασπορὰ ἑνὸς πιὸ ἐπικίνδυνου «ἰοῦ». Τοῦ ἰοῦ τῆς ἀτιμωρησίας, ποὺ τὰ συμπτώματά του εἶναι πολὺ πιὸ ἐπικίνδυνα, γιατί ροκανίζουν τὸ μέλλον τοῦ λαοῦ μας. Καὶ τὸ κακὸ ἐπιτείνεται, διότι τὸ «ἐμβόλιο» κατὰ τῆς κουκουλοφορίας ὑπάρχει, ἀλλὰ καμμιὰ κυβέρνηση δὲν ἔχει τὸ σθένος νὰ τὸ χρησιμοποιήσει. Τὸ ἐμβόλιο λέγεται τιμωρία, λέξη ποὺ ἔχει ἀπαγορευτεῖ, διὰ ροπάλου, νὰ μνημονεύεται ἀπὸ τὸ νηπιαγωγεῖο ἀκόμη.
. – – – – – – . Μία… ὡραία ἐτυμολογικὴ παρένθεση. Ἡ λέξη «ὥρα», ὅταν γράφαμε ἀρτιμελῶς τὴν γλώσσα μας, μὲ πνεύματα καὶ τόνους, σήμαινε τὴν χρονικὴ διάρκεια, μὲ δασεία καὶ ὀξεία στὸ ὠμέγα, ἀλλὰ καὶ τὴν φροντίδα, τὴν πρόνοια καὶ τὸ ἐνδιαφέρον, μὲ ψιλὴ καὶ ὀξεία στὸ τονιζόμενο φωνῆεν. Ἄρα τιμή+ὥρα, δηλαδὴ «τιμωρία», σημαίνει ὅτι φροντίζω καὶ προνοῶ γιὰ τὴν τιμὴ καὶ τὴν ἀξιοπρέπειά σου. Ποῦ νὰ τὰ πεῖς ὅμως αὐτὰ σὲ ἕνα, βυθισμένο σὲ λήθαργο, ὑπουργεῖο Παιδείας, ποὺ στερεῖ τὰ παιδιὰ ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς παντέρπνου καὶ πανευφήμου ἐτυμολογίας μας;
. – – – – – – . Πῶς ἀντέδρασε ἡ «πολιτεία» στὴν διαπόμπευσή της, καὶ ὄχι τοῦ ἀτυχοῦς πρυτάνεως, ποὺ εἶναι θύμα τῆς ἀνυπαρξίας καὶ ἀβουλίας της; Μὲ τὶς χιλιοειπωμένες, ἀφόρητες κοινοτοπίες. Θὰ τοὺς πιάσουμε, θὰ τοὺς ἐπικηρύξουμε, «θὰ τὸ ποῦμε στὴν μαμά τους»… Τίποτε ἀπολύτως δὲν θὰ γίνει, θὰ ξεχαστεῖ ὅπως καὶ τόσα ἄλλα, γιατί δὲν μποροῦν νὰ κατανοήσουν τὸ πρόβλημα. (Καὶ νὰ τοὺς συλλάβουν τί θὰ γίνει; Γιὰ ἀντίποινα οἱ «κουκουλοφλῶροι» θὰ ρημάξουν καὶ πάλι κάποιο πολυτεχνεῖο, ἐνῶ οἱ ποινὲς τύπου Παρασκευόπουλου, θὰ τοὺς τιμωρήσουν μὲ μία «βαρύτατη» ἀναστολή, γιατί εἶναι παιδιὰ τῆς… ἁγιοτόκου Ἀριστερᾶς).
. – – – – – – . «Τὰ παιδιά μας εἶναι παιδιὰ τῆς ἐποχῆς μας. Ἡ ἐποχή μας εἶναι δική μας κατάκτηση, δική μας εὐθύνη, δική μας λογοδοσία, δική μας ἀλαζονεία, ἀλλὰ κυρίως δική μας παιδεία. Ὁ κάθε πολιτισμός, εἶπε ὁ Ὄσβαλντ Σπέγκλερ, εἶναι τὸ ἀναπόφευκτο πεπρωμένο μίας συγκεκριμένης παιδείας», θὰ γράψει ὁ ἀείμνηστος Τάσος Λιγνάδης στὸ περισπούδαστο πόνημά του. «Καταρρέω». (ἐκδ. «Ἀκρίτας», σελ. 33).
. – – – – – – . Ἄς μοῦ συγχωρεθεῖ ἡ σκληρὴ γλῶσσα, ἀλλὰ σήμερα τὰ παιδιὰ ἔρχονται στὰ σχολεῖο πνευματικῶς ἄρρωστα. Μοσχοαναθρεμμένοι μοναχογιοὶ καὶ μοναχοκόρες, γεμάτοι ὑπερηφάνεια καὶ κενοδοξία. (Ὑπερηφάνεια σημαίνει χειροκροτῶ τὸν ἑαυτό μου, κενοδοξία ἐπιζητῶ τὰ χειροκροτήματα τῶν ἄλλων). Μία σωστὴ παιδεία, μία παιδεία ἐθνική, ποὺ αἱματώνεται ἀπὸ τὰ ἀείχλωρα νάματα τῶν ἀρχαίων καὶ χριστιανῶν «γοναίγων τῆς ἀνθρωπότης», ποὺ θὰ ἔλεγε ὁ Μακρυγιάννης, θεραπεύει τὶς ἀσθένειες μὲ τὰ ἰαματικὰ φάρμακά της. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ πρωτίστως ἀγάπη, ἀγωγὴ καὶ τέχνη. («Τέχνη τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν τὸ ἄγειν ἄνθρωπο», κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες). Δασκάλους, φωτιστὲς τοὺς Γένους, ὅπως τοὺς ὀνόμαζαν τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας). Αὐτὸ ἀπαιτεῖ βιβλία σχολικά, ὄχι σὰν τὰ σημερινὰ δηλητήρια, στὰ ὁποῖα κατασυκοφαντοῦνται οἱ τιμαλφεῖς ἀξίες τοῦ λαοῦ μας – πίστη, φιλοπατρία, ἀξιοπρέπεια, ἐντιμότητα, φιλότιμο– ἀλλὰ βιβλία πατριδογνωσίας. (Στὴν σελίδα 85 τοῦ βιβλίου Γλώσσας τῆς Ϛ΄ Δημοτικοῦ γ΄ τεῦχος, φιλοξενεῖται μία ἀφίσα. Μὲ κόκκινα, πηχυαῖα γράμματα, καλεῖται ὁ λαὸς νὰ πάρει μέρος, «στὶς 15 Φλεβάρη, σὲ ἀντιπολεμικὸ συλλαλητήριο». Στὴν ἑπόμενη σελίδα, διαβάζουμε «Περπατώντας σὲ κάποιον κεντρικὸ δρόμο διαβάζετε αὐτὴ τὴν ἀφίσα. Θὰ θέλατε νὰ πάρετε μέρος σ’ αὐτὸ τὸ συλλαλητήριο; Δικαιολογῆστε τὴν ἀπάντησή σας».
. – – – – – – . Βεβαίως, ὅλα τὰ παιδιά, ἐπειδὴ τὸ ἐρώτημα εἶναι ὑποβολιμαῖο καὶ καθοδηγούμενο, ἀπαντοῦν, ναί. Καὶ μετὰ ἀναρωτιόμαστε ποιὸς φταίει!!).
. – – – – – – . Παιδεία ἐθνικὴ σημαίνει ἡγεσία ποὺ δὲν ὑποκύπτει στὶς θύελλες τῶν καιρῶν, ἀλλὰ μένει προσηλωμένη στὸ ὅραμα γιὰ μία νέα Παλιγγενεσία, γιὰ σύνδεση τῶν νέων μὲ τὸ παρελθόν, γιατί καὶ αὐτὸ σημαίνει Παιδεία. Δὲν ὑπάρχει μέλλον –καὶ παρὸν– χωρὶς παρελθόν. Ἔχουμε μία ἀτίμητη κληρονομιά, ἀποστολὴ τοῦ σχολείου, εἶναι νὰ μεταδώσει αὐτὴν τὴν προίκα τῶν προγόνων, νὰ τοὺς ἀναπτύξει τὸ συναίσθημα ὅτι ἀνήκουν σὲ ἕνα σύνολο, σὲ ἕναν λαὸ ποὺ «ἔρχεται ἀπὸ μακριά». (Ἐλύτης).
. – – – – – – . Ὅποιος διαβάσει τὴν ἀντίδραση τῆς νῦν ὑπουργοῦ γιὰ τὸν προπηλακισμὸ τοῦ πρυτάνεως, «νὰ καταδικάσουν τὰ κόμματα», «νὰ ἐκδιωχθοῦν οἱ φασιστικὲς ὁμάδες ἀπὸ τὰ πανεπιστήμια», μόνο θλίψη αἰσθάνεται. Ἀνούσιες τιποτολογίες, «ἀσκιὰ γιομάτα ἀγέρα» καὶ ἄγνοια τοῦ προβλήματος.
. – – – – – – . Ἕνα δέντρο, δὲν θὰ καρποφορήσει οὔτε ἂν τὸ ἐγκαταλείψεις ἀπότιστο οὔτε ἂν βάναυσα τὸ κλαδέψεις. Ἀλλὰ ἂν μὲ τέχνη τὸ ποτίσεις καὶ κόψεις τὰ κλαδιὰ ποὺ πρέπει καὶ ἀφήσεις ἐκεῖνα ποὺ θὰ δώσουν καρπό. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ σκοπὸς τῆς Παιδείας. Ποτίζουμε τὶς ρίζες καὶ κλαδεύουμε μὲ τέχνη, προσοχὴ καὶ ἀγάπη τὰ βλαβερὰ κλαδιά. Στὴν… ὥρα τους.

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

«ΕIΜΑΣΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙA ΤΗΣ ΠΑΝΑΓIΑΣ» (Δ. Νατσιός)

«Εἴμαστε τὰ παιδιὰ τῆς Παναγίας»
Δημ. Νατσιός, Δάσκαλος-Κιλκίς

.——————–. Τὴν 1η Φεβρουαρίου 1941, δημοσιεύτηκε διάλογος συντάκτου τοῦ περιοδικοῦ «ΖΩΗ» μὲ τραυματίες πολέμου μὲς στὸ θάλαμο νοσοκομείου:
«Ἐκεῖ πάνω, κύριε, ἔχουμε γίνει ἄλλοι ἄνθρωποι. Νὰ τὸ ξέρετε. Νὰ τὸ λέτε παντοῦ. Εἴμαστε τὰ παιδιὰ τῆς Παναγίας. Ἡ Μεγαλόχαρη εἶναι μάνα καὶ προστάτιδά μας».
«Μὲ βλέπετε, μᾶς λέει ἕνας νεαρὸς τραυματίας πολεμιστής, ἀπὸ τὸ ἀντικρινὸ κρεβάτι. Ἐγὼ δὲν ἤμουν θρῆσκος. Δὲν πίστευα σὲ θαύματα. Ἡ γριὰ μάνα μου θυμιάτιζε τὰ βραδάκια τὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγίας κι ἐγὼ μέσα μου τὴν κορόιδευα. Ἀλλὰ τώρα, ἄν μοῦ τὰ πεῖ ἄλλος αὐτά, θὰ τὸν θεωρήσω ἐχθρό μου.
Σᾶς μιλάω ἴσια. Αὐτὰ ποὺ εἶδα ἐκεῖ πάνω στὴν Ἀλβανία, δὲν εἶναι ἕνα θαῦμα, εἶναι χίλια θαύματα. Κάθε ὕψωμα ποὺ παίρνουμε, εἶναι ἕνα θαῦμα. Κάθε μάχη, κάθε ἐξόρμηση δική μας, ἕνα θαῦμα. Κάθε μέρα πολέμου ποὺ περνᾶ, ἕνα μεγάλο θαῦμα. Ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας…». (Μερόπη Σπυροπούλου, «Στὴν ἐποποιϊα τοῦ 1940-41. Μὲ πίστη», ἐκδ. «Ἀρχονταρίκι»).
.——————–. Ναὶ ἦταν θαῦμα τὸ Σαράντα. Ἡ Ἁγία Σκέπη τῆς Θεοτόκου. «Ἔ! λέγανε οἱ ξένοι ἄνθρωποι, ποὺ βλέπανε τὰ γινόμενα, τί θὰ κάμει τόσο μικρὸς λαὸς μὲ τόσον μεγάλο ἀντίπαλο; Θὰ γονατίσει σὲ μία μέρα!». Ἔτσι λένε καὶ σήμερα. Καὶ τὸ λένε καὶ «δικοί μας», οἱ παραλυμένοι καὶ μπουχτισμένοι ἀπὸ τὴν καλοπέραση σύμβουλοι καὶ παρασύμβουλοι τῆς ἡγεσίας. Τὸ διαλαλοῦν καὶ τὰ συφοριασμένα κανάλια τῆς ἀφιλοπατρίας καὶ τῆς ἐκκλησιομαχίας.
.——————–. Τότε ὁ λαὸς πίστευε πὼς θὰ τὸν βοηθήσει ἡ προσβεβλημένη Παναγία. Ἡ Μεγαλόχαρη, ποὺ ὕπουλα καὶ ἄνανδρα τὴν ἡμέρα ποὺ οἱ ταπεινοὶ καὶ οἱ καταφρονεμένοι τὴν προσκυνοῦσαν στὴν Τῆνο, στὸ κόσμημα τοῦ Αἰγαίου, οἱ ἐχθροὶ τὴν περιφρονοῦσαν.
.——————–. «Καλὰ περιμένετε νὰ δεῖτε. Περιμένετε ὕστερα ἀπὸ ἕναν μήνα, τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου», ἔλεγαν οἱ μάνες τῶν στρατιωτῶν. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη, στὶς 21 Νοεμβρίου τοῦ 1940, ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἀπελευθερώνει τὴν Κορυτσά. Μάνες-Μπουμπουλίνες, ἔλεγε ἡ ἀθάνατη καπετάνισσα τοῦ Αἰγαίου:
«Ἔχασα τὸν σύζυγό μου. Εὐλογητὸς ὁ Θεός!
Ὁ μεγαλύτερος γιός μου σκοτώθηκε μὲ τὸ ὅπλο στὸ χέρι. Εὐλογητὸς ὁ Θεός!
Ὁ δεύτερος γιός μου, δεκατετραετὴς τὴν ἡλικία, μάχεται μαζὶ μὲ τοὺς Ἕλληνες καὶ πιθανῶς νὰ βρεῖ ἔνδοξο θάνατο. Εὐλογητὸς ὁ Θεός!
Ὑπὸ τὴν σκιὰ τοῦ Σταυροῦ θὰ χυθεῖ ἐπίσης τὸ αἷμα μου. Εὐλογητὸς ὁ Θεός! Ἀλλὰ θὰ νικήσουμε ἢ θὰ παύσουμε νὰ ζοῦμε. Θὰ ἔχουμε ὅμως τὴν παρηγοριὰ ὅτι δὲν ἀφήσαμε πίσω μας δούλους Ἕλληνες».
.——————–. Στὴν τότε ἐφημερίδα «Πρωΐα», δημοσιεύτηκε μία ἐπιστολή, μάνας χήρας ἀπὸ τὰ Μέγαρα, ποὺ μόλις εἶχε λάβει τὸν πολεμικὸ σταυρὸ ἀνδρείας τοῦ σκοτωμένου γιοῦ της. Ἔγραφε ἡ νέα Μπουμπουλίνα:
«Ὁ Δημητρός μου, ὁ μοναχογιός μου, προστάτης τῶν τριῶν κοριτσιῶν μου, ἔπεσε ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος. Χαλάλι τῆς πατρίδος ὁ Δημητρός μου. Ἂς ἦταν νὰ πέθαινα κι ἐγὼ πολεμώντας μαζί του. Ζήτω ἡ Ἑλλάς».
.——————–. Ζοῦμε στιγμὲς ποὺ λίγο διαφέρουν ἀπὸ τὴν πρὸ τῆς 28ης τοῦ ’40 ἐποχή. Καὶ πάλι δίπλα μας ἕνας ἄφρων δικτάτορας, ἕνα φιλοπόλεμο οὐτιδανὸ σκουπίδι τῆς ἱστορίας, ποὺ εἶναι ἱκανὸ νὰ βυθίσει στὰ σκοτάδια του, τὴν ταραγμένη περιοχή μας. Περισσότερο ἀπὸ ἄλλη φορᾶ ἀπαιτεῖται ὁμοψυχία, νὰ μᾶς «πιάσει τό… ἑλληνικό μας».
.——————–.  «Κάποτε μία μέρα συζητοῦσαν δύο ἁπλοὶ ἄνθρωποι -δύο ψαράδες ἦταν- γιὰ τὴν πίεση ποὺ ἀσκοῦν οἱ μεγάλες δυνάμεις πάνω στὴν πολιτικὴ ζωὴ τοῦ τόπου γιὰ τὰ συμφέροντά τους, ὁ ἕνας ξεστόμισε μία φράση ποὺ μὲ ξάφνιασε. Εἶπε ὀργισμένος: -Ἂν μᾶς πιάσει καμμιὰ μέρα τὸ ἑλληνικό μας;».  (Σ. Μυριβήλης, περ. «ΓΝΩΣΕΙΣ» 1959 τ. 14).  Μακάρι νὰ μᾶς πιάσει τὸ ἑλληνικό μας, γιατί ἔρχεται αὐτὸ ποὺ ἔγραψε ὁ Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος στὸν Κολοκοτρώνη, ὅταν στὴν ἀρχὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἐπανάστασης ἐρίζουν οἱ καπεταναῖοι γιὰ τὰ πρωτεῖα καὶ ἡ δολερὴ διχόνοια χαμογελοῦσε «καθενὸς» μὲ τὸ σκῆπτρο της. «Σᾶς στέλνω τὸν Δράμαλη (σήμερα τὸν Ἐρντογάν), μὲ 30.000 ἀσκέρι γιὰ νὰ μονοιάσετε»… Τὸ 1940 μᾶς ἔπιασε τὸ ἑλληνικό μας. Τιμοῦμε σήμερα ἥρωες. Καὶ ὅπως μᾶς κανοναρχεῖ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, νὰ παραλλάξω λίγο τὴν φράση, «τιμὴ ἥρωος, μίμησις ἥρωος». Νὰ κλείσω μὲ ἕνα κείμενο ποὺ μοσχοβολᾶ Ἑλλάδα καὶ ὁμόνοια. Μᾶς ἔρχεται ἀπὸ τὰ μεγάλα χρόνια:.
——————–.  «Εἴμαστε πιὰ στὸν Ἀπρίλη τοῦ 1941. Ἡ ἄνοιξη ἀγνοοῦσε τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων καὶ εἶχε φτάσει στὴν Ἀθήνα μὲ ὅλο τὸ φῶς της, μὲ τὰ δυνατά της χρώματα, μὲ τὸ ἐλαφρὸ ἀεράκι της, μὲ ὅλη τὴν ἐγκαρδιότητά της. Ἔλαμπε ὁ κεντρικὸς ἀθηναϊκὸς δρόμος. Μόνο ποὺ ἐνῶ ἐβούιζε ἀπὸ κίνηση, ἔμοιαζε σὰν ἄδειος. Ἔλειπε ἡ μισή, γιὰ νὰ μὴν πῶ, ἡ καλύτερη Ἑλλάδα: ἔλειπε ἡ ἑλληνικὴ νεότητα. Μὰ νὰ ποὺ ὁ δρόμος γέμισε πάλι, καὶ ἡ μισὴ Ἑλλάδα ἔγινε πάλι ὁλόκληρη. Μέσα σὲ μία στιγμή, μέσα σὲ μίαν ἁπλὴ κίνηση, μέσα σὲ μία αὐθόρμητη συνεργασία. Στὸ ἀντικρινὸ πεζοδρόμιο, κατέβαινε ἕνας τραυματίας. Ἡ στολή του τσαλακωμένη, τὸ μελαχροινὸ πρόσωπό του σκοτεινὸ ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία καὶ τὴν ἀγωνία, ἀλλὰ τὸ πανί, ποὺ κράταγε τὸ πονεμένο καὶ βαρὺ ἀπὸ δόξα δεξί του χέρι, καθαρὸ καὶ κατάλευκο. Τὸ βῆμα του, σταθερὸ κ’ αἰσιόδοξο, μπερδεύτηκε μία στιγμή. Ἔσκυψε, εἶδε καὶ τραβήχτηκε στὴν ἄκρη τοῦ πεζοδρομίου. Εἶχαν λυθῆ τὰ κορδόνια τῆς μίας ἀρβύλας του. Πλησίασε σ’ ἕνα πεζούλι, ἔβαλε τὸ πόδι του ἀπάνω κ’ ἔσκυψε. Τότε ὅμως ἄρχισε μία προσπάθεια ποὺ παραμέρισε καὶ τὴν ἄνοιξη καὶ κάθε ψευδαίσθηση. Γιὰ νὰ δεθοῦν τὰ λυμένα του κορδόνια, χρειάζονται δύο χέρια γερά. Προπάντων τὸ δεξί, μὲ τὰ ἐπιτήδεια δάχτυλά του. Μὰ αὐτὸ ἴσα-ἴσα τὸ χέρι κρεμόταν βαρὺ καὶ τιμημένο. Καὶ ἡ προσπάθεια ἔπρεπε νὰ γίνει μ’ ἕνα χέρι καὶ μάλιστα μὲ τ’ ἀριστερό. Ἄρχισε, λοιπόν, ἀλλὰ δὲν κράτησε πολύ. Τὴν εἶδαν πολλοί, μὰ πιὸ κοντά της ἔτυχε ἕνας ψηλὸς γέροντας, μὲ πρόσωπο πλαισιωμένο ἀπὸ μικρὴ ἄσπρη γενειάδα, ὁλόισιος σὰν λαμπάδα κι ἀξιοπρεπὴς σὰν ἑλληνικὴ ὑπερηφάνεια, καλοντυμένος μὰ κι αὐστηρὸς στὴν ἐμφάνιση. Ἕνας γνωστὸς ἄρχοντας, παλιὸ ἀθηναϊκὸ σπίτι, μὲ πλούτη καὶ μὲ ὄνομα μεγάλο. Κι ὁ ψηλὸς γέροντας δὲν εἶδε μόνο πρῶτος, μὰ καὶ πρόφτασε νὰ τρέξη πρῶτος κοντὰ στὴν προσπάθεια ποὺ γινόταν ἀπάνω ἀπὸ τὴν ἀρβύλα μὲ τὰ λυμένα κορδόνια. Μ’ ἕνα γρήγορο βῆμα, βρέθηκε πλάι στὸ σκυμμένο τραυματία, ἔβγαλε τὰ κίτρινα γάντια του, ἔσκυψε κι αὐτός, σχεδὸν γονάτισε, κ’ ἔκαμε ὅ,τι δὲν μποροῦσε νὰ κάμη τὸ πονεμένο χέρι. Ὅταν ὁ γέροντας τελείωσε τὴ μικρὴ ἐξυπηρέτηση καὶ ὕψωσε τὸ ἀνάστημά του, ὁ νέος πολεμιστὴς τὸν κοίταξε στὰ μάτια καὶ δὲν ἤξερε τί νὰ τοῦ πῆ, πῶς νὰ τὸν εὐχαριστήση. Δὲν βρῆκε τὰ λόγια ποὺ ἤθελε, ὅπως δὲν τάβρισκε κανένας ἐκείνη τὴ στιγμή, κ’ ἔκανε κάτι πιὸ εὔγλωττο: πῆρε τὸ δεξὶ χέρι τοῦ γέροντα, ἔσκυψε καὶ τὸ φίλησε. Εἶχαν σταθῆ καὶ μερικοὶ ἄλλοι μαζὶ μ’ ἐμένα κ’ ἔμεναν σαστισμένοι. Ἔβλεπαν καὶ δὲν πίστευαν. Ἔβλεπαν κ’ ἔνιωθαν νὰ δυναμώνη, νὰ κυριαρχῆ μέσα τους ὁ νέος ἄνθρωπος ποὺ γεννήθηκε σὲ ὅλες τὶς ἑλληνικὲς συνειδήσεις τοὺς μῆνες ἐκείνους. Ὅλ’ ἡ Ἑλλάδα σὲ μιὰν ἁπλὴ σκηνή! Ἐκεῖ κι ὁ μεγάλος πατριωτισμός, ἐκεῖ κι ὁ βαθὺς σεβασμός, ἐκεῖ καὶ ἡ σιδερένια κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη.
Ἔτσι ἐζήσαμε τὴ μεγάλη ἐκείνη ἐποχή, τὸ κρίσιμο ἐκεῖνο ὁρόσημο τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου:
Ὅλοι μαζὶ οἱ Ἕλληνες. Ὁ ἕνας κοντά, πολὺ κοντὰ στὸν ἄλλο, τὸ ἕνα χέρι στ’ ἄλλο χέρι καὶ ἡ μία καρδιὰ πλάι στὴν ἄλλη καρδιά». (Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πανηγυρικοὶ λόγοι ἀκαδημαϊκῶν, 28η Ὀκτ 1940», ἐπιμέλεια Π. Χάρης, σελ. 482-483. Ὁμιλητής, τὸ 1969, εἶναι ὁ Πέτρος Χάρης).

Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

ΜΕ ΤΕΤΟΙΑ ΗΓΕΣΙΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΝΙΚΟΥΝ ΟΙ ΛΑΟΙ… (Δ. Νατσιός)

Μὲ τέτοια ἡγεσία καὶ παιδεία νικοῦν οἱ λαοί…
Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.—————–. Γιορτάζουμε τὴν Ἐθνικὴ Ἐπέτειο τοῦ «ΟΧΙ», τρία γράμματα, μία ἐλάχιστη λέξη ποὺ περικλείει μέσα της τὸ μεγαλεῖο τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας!! Μὲ τὰ «ΟΧΙ» ἀνήλθαμε στὶς κορυφὲς τῆς δόξας!! Μὲ τὰ «ΝΑΙ» καὶ τὶς προδοσίες τῶν διαχρονικῶν Νενέκων ποὺ κυβερνοῦν τὸν τόπο, καταντήσαμε περίγελως τῆς Οἰκουμένης. Σεργιανίζουν ἀμέριμνα τὰ καράβια τῶν Μωχαμετάνων στὸ Αἰγαῖο καὶ ἀναπολοῦμε τοὺς Κανάρηδες καὶ τοὺς Κουντουριώτηδες ποὺ ἔστελναν τὶς ναυαρχίδες τους στὸν πάτο τῆς γαλανόλευκης πατρίδας μας. Οἱ τρομεροὶ ναυμάχοι μας δὲν γνώριζαν ἀπὸ «ἐπακουμβήσεις» καὶ λοιπὲς κουτοπονηριὲς ποὺ ἐπινοοῦν οἱ τζιτζιφιόγκοι τοῦ κατευνασμοῦ, ἀλλὰ τίναζαν στὸν ἀέρα τὶς φρεγάτες τῶν θρασύδειλων Τούρκων.
.—————–. Θα ξεδιπλωθοῦν καὶ οἱ σημαῖες στὰ μπαλκόνια τῶν σπιτιῶν-ὅσων καίγονται ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸ ἱερὸ σύμβολο τοῦ Ἔθνους μας καὶ ὄχι ὅσων τὶς καῖνε- θὰ ἀκούσουμε καὶ τὸν Ἐθνικό μας Ὕμνο, ποὺ δὲν εἶναι ὕμνος εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ «Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν». Γιὰ τὸν ἐθνικό μας ποιητὴ εἶναι ἀξεδιάλυτα -ἕνα αὐτὰ τὰ δύο. Καὶ λέγεται πώς, ὅταν τὸ 1826 ὁ τότε πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, Κάνιγκ, διάβασε τὸν Ὕμνο τοῦ Σολωμοῦ, συγκλονίστηκε καὶ συνέταξε τὸ Πρωτόκολλο μὲ τὸ ὁποῖο ἀναγνώριζε τὸν αἱμόφυρτο τόπο μας ὡς κράτος. Γιατί οἱ μεγάλοι τοῦ κόσμου συνάγουν συμπεράσματα γιὰ τὴν πολιτική τους, ὄχι μὲ κριτήριο τὴν «ἑτοιμότητα ὑποκλίσεων καὶ …ἐπακουμβήσεων», ἀλλὰ μὲ κριτήριο τὴν ἀποφασιστικότητα τῶν λαῶν καὶ τῶν κυβερνήσεών τους, νὰ ὑπερασπίσουν τὴν ἐθνική τους ἀξιοπρέπεια μὲ θυσίες καὶ μὲ τὸ αἷμα τους, ἂν χρειαστεῖ!
.—————–. Τὸ ’40 νικήσαμε γιατί ὁ λαὸς καὶ οἱ μαχητές του μέθυσαν μὲ τ’ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ ’21. Γιατί ἔβλεπαν τὴν Παναγία νὰ περπατᾶ πάνω στὰ χιόνια, γιατί ντρέπονταν νὰ ντροπιαστοῦν!
.—————–. Διασώζει ὁ συγγραφέας Χρ. Ζαλοκώστας στὸ βιβλίο του «Τὸ περιβόλι τῶν θεῶν», (σ. 13), κάτι ἐκπληκτικό. Περιγράφει τὴν ἐπίσκεψη τοῦ πρωθυπουργοῦ Ἰωάννη Μεταξᾶ στὸ στρατιωτικὸ νοσοκομεῖο «Εὐαγγελισμὸς» καὶ τὴν στιχομυθία μὲ πληγωμένο στρατιώτη:
«-Ποῦ πληγώθηκες ἐσύ, παιδί μου;
-Στὸ Ἰβάν!
-Ε, τὸ Ἰβὰν τὸ τιμωρήσαμε! Ἔπεσε χθὲς τὸ βράδυ.
-Ναί, ἔπεσε κ. Πρόεδρε. Θὰ μποροῦσε ὅμως νὰ εἶχε πέσει ἐδῶ καὶ πέντε μέρες. Ὅταν βρήκαμε τὴν πρώτη ἀντίσταση, ἔπρεπε νὰ μᾶς θυσιάσει ὁ συνταγματάρχης μας. Θὰ τὸ παίρναμε ἀπὸ τότε».
Τί νὰ πεῖ κανεὶς ἐνώπιον τέτοιου μεγαλείου;
.—————–. Τὸ ’40 νικήσαμε γιατί εἴχαμε παιδεία, ἡγεσία καὶ ἐκκλησία ἀντάξιες τῆς Ἱστορίας καὶ τῆς Παράδοσής μας.
.—————–. Ἡ Παιδεία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μὲ τοὺς ἡρωικοὺς δασκάλους τῶν πολυπληθῶν τάξεων, ποὺ κρατοῦσαν γερὰ στοὺς ὤμους τους τὴν ἱστορία τοῦ ἔθνους, ποὺ ἀμείβονταν μὲ ψίχουλα, μόρφωναν γενιὲς παιδιῶν, ποὺ καμάρωναν γιατί εἶναι Ἕλληνες. Παιδιὰ ποὺ στὰ λιγοστὰ βιβλία τους, καταταλαιπωρημένα ἀπὸ τὴν πολυχρησία -τότε δὲν τὰ ἔκαιγαν στὸ τέλος τῆς σχολικῆς χρονιᾶς, ἀπὸ σέβας, γιατί ἦταν γεμάτα μὲ εἰκόνες ἁγίων καὶ ἡρώων- ἀντίκριζαν τὸν ἀνθὸ τῆς λογοτεχνίας μας, βιβλία μὲ ταυτότητα ἑλληνική. Γιατί σήμερα ἡ βλακεία, ἡ προδοσία καὶ ἡ δειλία κυριαρχοῦν στὰ «περιοδικὰ ποικίλης ὕλης», ποὺ τὰ ὀνομάζουν εὐφημιστικῶς βιβλία Γλώσσας! Καὶ εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ἀπὸ ἱδρύσεως τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους, ποὺ δὲν σέβονται οἱ συγγραφικὲς ὁμάδες καὶ παρέες τοῦ ὑπουργείου πρώην ἐθνικῆς καὶ νῦν νεοταξικῆς ἐκπαίδευσης τοὺς ἀγῶνες, τὶς ἐπετείους τοῦ λαοῦ μας!
.—————–. Στὴν Γ´ Δημοτικοῦ, στὸ α´ τεῦχος τοῦ βιβλίου Γλώσσας, σελ.79, τὸ ἀφιέρωμα στὸ Ἔπος τοῦ ’40, περιορίζεται στὴ ἑξῆς ἀναφορά: «Ἀπὸ τὸ ἡμερολόγιο τῆς Ροζίνας, μίας δεκάχρονης ἑβραιοπούλας ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη. Ὀκτώβριος 1940: Τὴ Δευτέρα 28 Ὀκτωβρίου 1940 δὲν πήγαμε σχολεῖο. Εἶχε κηρυχτεῖ ὁ Ἑλληνοϊταλικὸς πόλεμος. Ἀναστατωμένα ἤμασταν ἐμεῖς τὰ παιδιά. Οἱ Ἰταλοὶ βομβάρδισαν τὴ Θεσσαλονίκη. Στὸ μαγαζὶ τοῦ πατέρα μου γίνηκαν πολλὲς καταστροφές». Καὶ τέλος! Τίποτε ἄλλο! Αὐτὸ μαθαίνουν χιλιάδες Ἑλληνόπουλα γιὰ τὸ Σαράντα! Ἀναστάτωση (ὅπως λέμε «συνωστισμὸς») καὶ καταστροφὴ ἑνὸς μαγαζιοῦ! Σὲ ἄλλες πόλεις τῆς Ἑλλάδας, ὅπως στὴν Πάτρα, σκοτώθηκαν πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ παιδιὰ ἀπὸ ἰταλικὰ βομβαρδιστικά. Ἔγραψαν γι’ αὐτὸ οἱ ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς. Γιατί δὲν συμπεριέλαβαν ἕνα τέτοιο συμβάν; (Στὴν δὲ Ε´ δημοτικοῦ ἔγραψα σὲ προηγούμενο ἄρθρο γιὰ τὸ ἄθλιο κείμενο ποὺ τιτλοφορεῖται «Ἡ Ἰταλία μᾶς κήρυξε τὸν πόλεμο καὶ ἐμεῖς κρυφτήκαμε στὰ ὑπόγεια»).
.—————–. Τί λογῆς ἦταν οἱ δάσκαλοι τοῦ ’40; Ἀντιγράφω: «Ἡ ἐχθρικὴ ἀντεπίθεση τοῦ Μαρτίου ἔχει ἐκδηλωθεῖ. Τὸ 731 ἔχει μεταβληθεῖ σὲ ἡφαίστειο. Οἱ φαντάροι μας, πεσμένοι μὲ τὴν κοιλιὰ στοὺς λάκκους τῶν ὀβίδων, πυροβολοῦν, χωρὶς διακοπή, γιὰ νὰ συγκρατήσουν τὸ ἐχθρικὸ πεζικό. Ὁ δάσκαλος –ἔτσι ἔχει βαφτίσει τὸν διοικητή του ὁ λόχος, γιατί δημοδιδάσκαλος εἶναι τὸ ἐπάγγελμά του– μὲ προβιὲς καὶ ἐπιδέσμους, γύρω ἀπὸ τὰ κρυοπαγημένα πόδια του, ἀντὶ γιὰ παπούτσια, χωρὶς νὰ προφυλάγεται, τρέχει νευριασμένος ἀπὸ διμοιρία σὲ διμοιρία καὶ δίνει ὁδηγίες.
– Μὴν πυροβολεῖτε στὰ στραβά, παιδιά! Μὴν ξοδεύετε ἀσκόπως τὶς χειροβομβίδες σας, τοὺς λέει. Κι ὅταν ὁ ταγματάρχης τοῦ φωνάζει νὰ μὴν ἐκθέτει τόσο τὸν ἑαυτό του, ὁ δάσκαλος τοῦ ἀπαντάει:
– Φοβᾶμαι μήπως χάσουμε σήμερα τὸ ὕψωμα. Καὶ τί θὰ δικαιολογηθῶ ὕστερα ἐγὼ στοὺς μαθητές μου, ἅμα γυρίσω στὸ σχολεῖο;». (Χρ. Ζαλοκώστα, «Πίνδος», ἐκδ. «Ἑστία», σελ. 194).
.—————–.Εἴχαμε ἡγεσία μὲ φιλοπατρία. Γιὰ τὸν Μεταξὰ ποὺ ἀκόμη καὶ σήμερα δὲν τὸν ἀφήνουν οὔτε στὸ μνῆμα του νὰ ἀναπαυτεῖ, νὰ σημειώσω ὅτι λίγο μετὰ τὸ ἔνδοξο «ΟΧΙ» στὸν Μουσολίνι, στὸ πρῶτο ὑπουργικὸ συμβούλιο, ποὺ ἔγινε τὸ πρωὶ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1940, ἀφοῦ, κάνοντας τὸν σταυρό του, ὑπέγραψε τὰ διατάγματα γενικῆς ἐπιστράτευσης, ζήτησε ἀπὸ τοὺς ὑπουργούς του τὴν ἔγκριση νόμου μὲ μόνο ἄρθρο του τὸ ἑξῆς: «Οὐδεὶς Ἕλλην καθίσταται πλουσιώτερος ἐκ τοῦ πολέμου». (Ἀπὸ τὸ βιβλίο, «1940-Ὁ ἄγνωστος πόλεμος: Ἡ ἑλληνικὴ πολεμικὴ προσπάθεια στὰ μετόπισθεν», ἐκδ. «Πατάκης», σελ. 106, τῆς Μαρίνας Πετράκη). Πέθανε πάμφτωχος. Πόσοι καὶ πόσοι πρωθυπουργοὶ καὶ ὑπουργοὶ ἰδίως τῶν τελευταίων δεκαετιῶν μπῆκαν πάμφτωχοι καὶ βγῆκαν πάμπλουτοι ἀπὸ τὴν πολιτική; Καὶ τὸ μόνο ποὺ ἄφησαν στὴν ἱστορία εἶναι κουτσουλιὲς καὶ προδοσίες.
.—————–.Εἴχαμε ἡγεσία στὴν ἐκκλησία μὲ ἦθος Παπαφλέσσα. Σήμερα ἀκοῦμε «ἱερὲς μουρμοῦρες» καὶ κηρύγματα ὑποταγῆς στὰ κελεύσματα τῶν ἀνίκανων πολιτικῶν. Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἶναι ὁ Χρύσανθος ὁ ἀπὸ Τραπεζοῦντος, ὁ πολὺ σπουδαῖος, ἀσυμβίβαστος καὶ λαμπρὸς Ἱεράρχης, ποὺ «εὐλογεῖ τὰ ὄπλα τὰ ἱερὰ καὶ καλεῖ πάντας νὰ ἀποδυθοῦν εἰς Ἅγιον ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος ἀγῶνα». Ἀνδροπρεπὴς καὶ ἀπτόητος ἀντιστέκεται καὶ στοὺς Γερμανούς, ἐκδιώκεται καὶ ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὸν Δαμασκηνό. Τὸ 1943, τὸν Μάρτιο, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Δαμασκηνὸς ἡγήθηκε διαδηλώσεως γιὰ τὴν ματαίωση τῆς πολιτικῆς ἐπιστρατεύσεως, ποὺ εἶχαν ἐξαγγείλει οἱ Γερμανοί. Ὅταν ἕνας Γερμανὸς ἀξιωματικὸς τὸν ἀπείλησε μὲ ἐκτέλεση, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἀτάραχος ἀπάντησε: «Ἀκοῦστε καλὰ καὶ νὰ μὴν μὲ ἀπειλεῖτε. Σὲ τοῦτον τὸν τόπο εἶναι συνήθεια, τοὺς δεσποτάδες οἱ ἐχθροὶ νὰ μὴν τοὺς τουφεκίζουν, ἀλλὰ νὰ τοὺς κρεμᾶνε». (Ἐννοώντας τὸ μαρτύριο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ε).
.—————–. Τὴν ἑπομένη τὸ διάταγμα ποὺ θὰ μετέφερε χιλιάδες Ἕλληνες στὰ ἐργοστάσια-κρεματόρια τῆς Γερμανίας, ἀποσύρθηκε.
.—————–.Μὲ τέτοια ἡγεσία καὶ παιδεία νικοῦν οἱ λαοί…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

ΠΟΛΕΜΟΣ; ΤΡΕΞΕ ΝΑ ΣΗΚΩΣΕΙΣ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ (Δ. Νατσιός)

Πόλεμος; Τρέξε νὰ σηκώσεις τὰ λεφτὰ
ἀπὸ τὴν τράπεζα…
Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς Ἐθνικῆς Ἐπετείου τοῦ «ΟΧΙ», ποὺ πλησιάζει, θὰ ἀκουστοῦν καὶ πάλι οἱ ἴδιο τετριμμένοι «δεκάρικοι», περὶ ὁμοψυχίας καὶ ὁμονοίας του τότε λαοῦ, θὰ τὰ περδικλώσουν οἱ «ἀριστεροὶ» μὲ τὴν ἐθνικὴ ἀντίσταση, θὰ καρυκευτοῦν τὰ μηνύματα «τῆς πολιτικῆς καὶ πολιτειακῆς ἡγεσίας» καὶ μὲ ὀλίγον κορωνοϊὸ καὶ θά… σβήσουν τὰ φῶτα. Βεβαίως θὰ διατρανωθεῖ καὶ ἡ κοσμοξάκουστη ἀποφασιστικότητα τῶν πολιτικῶν, νὰ ὑπερασπιστοῦν τὰ κυριαρχικά μας δικαιώματα ἔναντί της Τουρκίας, ἡ ὁποία ἁλωνίζει ἀνενόχλητη τὸ Αἰγαῖο.
Θὰ πρότεινα φέτος νὰ πρωτοτυπήσουν καί, ἀντὶ γιὰ τὰ χιλιοειπωμένα διαγγέλματα, νὰ διαβάσουν τὸ τί μαθαίνουν τὰ Ἑλληνόπουλα στὰ σχολεῖα γιὰ τὸ «Σαράντα».
Εἶμαι δάσκαλος τῆς Ε´ Δημοτικοῦ. Στὴν σελίδα 44 τοῦ α´ τεύχους τοῦ βιβλίου Γλώσσας, περιέχεται κείμενο-ἐπίκαιρο γιὰ τὴν ἐπέτειο. Ὁπότε ὁ πρωθυπουργὸς τῆς χώρας, μπορεῖ νὰ ἀναγνώσει τὸ κείμενο ποὺ διδάσκονται τὰ Ἑλληνόπουλα, «γιὰ νὰ νιώσουν περήφανα γιὰ τὸν ἡρωισμὸ τῆς γενιᾶς τοῦ ’40, γιὰ τὴν πατρίδα μας»:
«Συμπολίτες μου». (Ἂν προσέξουμε δὲν χρησιμοποιεῖ πιὰ τὴν παραδοσιακὴ προσφώνηση «Ἑλληνίδες, Ἕλληνες», ἀλλὰ τὸ ἀόριστο «συμπολίτες μου». Εἶναι ντροπὴ καὶ δείχνει τὸ προσκύνημά τους στὴν δημογραφικὴ ἀλλοίωση, ποὺ μᾶς ἐπέβαλλε ἡ νεοταξικὴ δυσωδία). Θὰ ἀκουστοῦν, λοιπόν, τὰ παρακάτω, «ἀντάξια τῆς μεγαλειώδους θυσίας τοῦ λαοῦ μας»:
«Ἡ Ἰταλία, συμπολίτες μου, τὴν 28η Ὀκτωβρίου τοῦ 1940, μᾶς κήρυξε τὸν πόλεμο! Κι ἐμεῖς πήγαμε στὰ ὑπόγεια καὶ κρυφτήκαμε». (Ὁ τίτλος)
. Οἱ οἰκογένειες τῆς ἐποχῆς, ἐκείνης ὅταν ἄκουσαν τὶς σειρῆνες, τρομαγμένες καί… λερωμένες ἀπὸ τὸν φόβο τους, πανικοβλήθηκαν. Σᾶς μεταφέρω μία εἰκόνα, σύμφωνα μὲ τὸ σχολικὸ βιβλίο.
. Κάποια στιγμὴ γύρισε ὁ μπαμπὰς στὴ μαμὰ καὶ τῆς εἶπε πὼς θὰ τρέξει στὴν τράπεζα νὰ σηκώσει λεφτά. Δὲν ἔχουμε δραχμή, εἶπε κι ἔφυγε τρέχοντας στὴ σκάλα…
. Ὅταν ὁ μπαμπὰς γύρισε ἀπὸ τὴν τράπεζα λερωμένος πολὺ καὶ σκισμένος καὶ χωρὶς τὸ καπέλο του, εἶπε ὅτι ἡ τράπεζα ἦταν κλειστὴ καὶ δὲν μπόρεσε νὰ σηκώσει λεφτά. Τότε πήγαμε σ’ ἕνα ὑπόγειο, στῆς κυρίας Γιαννοπούλου, γιατί τὸ σπίτι τῆς ἔχει ὑπόγειο καὶ τὸ λιακωτὸ τῆς εἶναι τσιμεντένιο καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὸ τρυπήσουν οἱ μπόμπες. Καὶ ὁ μπαμπὰς πῆρε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ τὸν ἀφηγητή, παιδὶ μικρὸ καὶ τοῦ εἶπε:
-Ἄκη, ἀπὸ σήμερα θὰ γίνεις ἄντρας. Καὶ ὁ Ἄκης, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὴν γενναιότητα τοῦ πατέρα του, ἀπάντησε:
. Ἐγὼ τότε φοβήθηκα πάρα πολύ, γιατί δὲν ἤθελα νὰ γίνω σήμερα ἄντρας…».
(Πρὶν σχολιάσω νὰ τονίσω τὰ ἑξῆς: Ὅλοι οἱ εἰδικοὶ ἐπιστήμονες ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν γλῶσσα καὶ τὴν διδακτική της, γνωρίζουν ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἀθῶα παραμυθάκια καὶ ὅτι κάθε γλωσσικὸ κείμενο, ἀκόμα καὶ ἕνα πρόβλημα μαθηματικῶν, προάγει συγκεκριμένες ἀξίες καὶ στάσεις ζωῆς).
. Ἂς προσέξουμε τρία ὕπουλα μηνύματα ποὺ κρύβονται στὸ προδοτικὸ κείμενο.
. Πρῶτον: Κρυφτήκαμε στὰ ὑπόγεια. Δηλαδή, δειλία, ττοπάθεια, ἀφιλοπατρία, καλλιέργεια στὰ μικρὰ παιδιὰ αἰσθήματος ὑποταγῆς καὶ ὑποτέλειας στοὺς ἐχθρούς μας. Οἱ Τοῦρκοι ἀλυχτοῦν, ἴσως κληθεῖ ὁ λαὸς νὰ ὑπερασπιστεῖ ὅσια καὶ ἱερά, ὅμως ἐμεῖς, θὰ κρυφτοῦμε στὰ ὑπόγεια καὶ θὰ γλιτώσουμε. Ἡ ἀντίσταση στὰ… ὑπόγεια σώζει πατρίδες καὶ ὄχι τὸ «Ἐλευθερία ἢ Θάνατος».
. Δεύτερον: Τρέχει ὁ πατέρας, πρώτη του σκέψη καὶ ἀντίδραση στὸ ἄκουσμα τοῦ πολέμου, στὴν τράπεζα «νὰ σηκώσει λεφτά». Ὑπάρχει μία συγκινητικότατη φωτογραφία τῆς ἐποχῆς. Μία μαυροφορεμένη μάνα, ἡ Ἑλληνίδα ποὺ ἀνέθρεψε λεβέντες, ἀποχαιρετᾶ τὸν στρατιώτη γιό της, βάζοντάς τον νὰ φιλήσει τὴν εἰκόνα τοῦ στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἅη-Δημήτρη. Μέσῳ τοῦ σχολικοῦ κειμένου ἐξευτελίζεται ἡ ἑλληνικὴ οἰκογένεια, ὁ θεσμὸς τοῦ πατέρα, συκοφαντοῦνται οἱ 14.000 περίπου ἥρωες, ποὺ δὲν ἔτρεξαν στὶς τράπεζες, ἀλλὰ στὶς ἀετοράχες τῆς Πίνδου γιὰ νὰ πεθάνουν -καὶ ὄχι νὰ σκοτώσουν- γιὰ τὴν πατρίδα. Καὶ βέβαια προβάλλεται, ὄχι ἡ ἀρετὴ τῆς φιλοπατρίας, ἀλλὰ ἡ λέπρα τῆς ψυχῆς, ἡ φιλαργυρία.
. Τρίτον: Ἐγὼ τότε φοβήθηκα πάρα πολύ, γιατί δὲν ἤθελα νὰ γίνω σήμερα ἄντρας…
Βεβαίως, γιατί οἱ πραγματικοὶ ἄντρες στρατεύονται καὶ πολεμοῦν! Ἐνῶ ὅσοι δὲν θέλουν νὰ γίνουν ἄντρες, παίρνουν ἕνα Ι5 (γιώτα πέντε) χαρτὶ ἀπόλυσης ἢ ἐξαγοράζουν τὴν θητεία τους καὶ σπεύδουν σὰν λαγοὶ στὰ ὑπόγεια καὶ ἄσε τὰ κορόιδα νὰ κατασκοτώνονται γιὰ τὴν τιμὴ τῆς ἔθνους! Ἂν προβάλλεις τὸ ἀντρικὸ πρότυπο, κινδυνεύεις ἀπὸ τὶς «κυρακατίνες» τῆς πολιτικῆς ὀρθότητας νὰ κατηγορηθεῖς γιά… σεξισμό.
. Ἕνας πρωθυπουργός, ποὺ θὰ ἀπευθυνόταν στοὺς Ἕλληνες καὶ τὶς Ἑλληνίδες καὶ ὄχι στοὺς συμπολίτες του, θὰ διάβαζε, τὴν ἡμέρα τῆς 28ης, αὐτὸ ποὺ διέσωσε ὁ Στρατὴς Μυριβήλης.
. Στὸν πανηγυρικὸ λόγο ποὺ ἐκφώνησε στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, στὶς 27 Ὀκτωβρίου τοῦ 1960, μεταξὺ τῶν ἄλλων σπουδαίων ἀνέφερε καὶ ἕνα συγκλονιστικὸ γεγονός, ποὺ διαδραματίσθηκε, ὄχι «στὸ διάσελο τῆς Ἱστορίας» (Βρεττάκος), ἀλλὰ στὰ μετόπισθεν, ὅπου ὁ ἀπόλεμος πληθυσμὸς τῆς πατρίδας μας, συναγωνιζόταν τὴν ἀνδρεία τῶν μαχητῶν. Τὸ μεταφέρω:
. «Εἶχε ὀργανωθῆ, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἀγώνα ὑπηρεσία μεταγγίσεως αἵματος, ἀπ’ τὸν Ἐρυθρὸ Σταυρὸ τῆς Ἑλλάδος. Εἶχα καὶ ἕνα φίλο γιατρό, σ’ αὐτὴ τὴν ὑπηρεσία, λοιπὸν πήγαινα κάπου-κάπου νὰ τὸν δῶ καὶ νὰ τὰ ποῦμε. Ὁ κόσμος ἔκαμε οὐρὰ κάθε μέρα γιὰ νὰ δώση τὸ αἷμα του γιὰ τοὺς τραυματίες μας. Ἦταν ἐκεῖ νέοι, κοπέλες, γυναῖκες, μαθητές, παιδιὰ ποὺ περίμεναν τὴ σειρά τους. Μία μέρα, λοιπόν, ὁ ἐπὶ τῆς αἱμοδοσίας φίλος μου γιατρός, εἶδε μέσα στὴν σειρὰ τῶν αἱμοδοτῶν ποὺ περίμεναν, νὰ στέκεται καὶ ἕνα γεροντάκι.
-Ἐσύ, παππούλη, τοῦ εἶπε ἐνοχλημένος, τί θέλεις ἐδῶ;
Ὁ γέρος ἀπάντησε δειλά:
-Ἦρθα κι ἐγώ, γιατρέ, νὰ δώσω αἷμα.
. Ὁ γιατρὸς τὸν κοίταξε αὐστηρὰ μὲ ἀπορία καὶ συγκίνηση. Ὁ γέρος παρεξήγησε τὸ δισταγμό του. Ἡ φωνὴ τοῦ ἔγινε πιὸ ζωηρή.
-Μὴ μὲ βλέπεις ἔτσι, γιατρέ μου. Εἶμαι γερός, τὸ αἷμα μου εἶναι καθαρό, καὶ ἀκόμα ποτές μου δὲν ἀρρώστησα. Εἶχα τρεῖς γιούς. Σκοτώθηκαν καὶ οἱ τρεῖς ἐκεῖ πάνω. Χαλάλι τῆς πατρίδας. Ὅμως μοῦ εἶπαν πὼς οἱ δύο πῆγαν ἀπὸ αἱμορραγία. Λοιπόν, εἶπα στὴ γυναίκα μου, θά ᾽ναι κι ἄλλοι πατεράδες, ποὺ μπορεῖ νὰ χάσουν τὰ παλληκάρια τους, γιατί δὲν θά ᾽χουν οἱ γιατροί μας αἷμα νὰ τοὺς δώσουν. Νὰ πάω νὰ δώσω κι ἐγὼ τὸ δικό μου. Ἄιντε, πήγαινε, γέρο μου, μοῦ εἶπε, κι ἂς εἶναι γιὰ τὴν ψυχὴ τῶν παιδιῶν μας. Κι ἐγὼ σηκώθηκα κι ἦρθα». («Ἡ 28η Ὀκτωβρίου 1940», πανηγυρικὴ λόγοι ἀκαδημαϊκῶν, ἐπιμέλεια Πέτρος Χάρης, Ἀθήνα 1978, σ. 322).
. Τέτοιες γενιὲς καὶ μὲ τέτοια παιδεία, νικοῦν καὶ σώζουν πατρίδες…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε