Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δημ. Μαυρόπουλος

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 2/65, Mάρτ. -Ἀπρ. 2016

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

Μέρος E´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

 

Ἡ ὁδὸς Κυρίου ὡς ὁδὸς σωτηρίας (β´ μέρος)

.                 Ὁ Ψαλμικὸς στίχος: «γνώρισόν µοι, Κύριε, ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσοµαι, ὅτι πρὸς σὲ ᾖρα τὴν ψυχήν µου» (Ψαλµ. ΡΜΒ, 8), ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς οὐσιώδεις διδασκαλίες τῆς Π. Διαθήκης. Ὁ προφήτης Ἠσαΐας ἔχει 4-5 κεφάλαια πάνω στὴ θεολογία τῆς ὁδοῦ Κυρίου. Θὰ ἔλεγα, μάλιστα, ὅτι τὸ 35ο κεφάλαιο τοῦ Ἠσαΐα εἶναι ἡ σύνοψη ὅλης τῆς διδασκαλίας, γιὰ νὰ µὴν πῶ ἡ σύνοψη ὅλης τῆς Π. Διαθήκης, γιὰ νὰ µὴν πῶ ἡ σύνοψη ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Περιγράφει τὴ νέα δηµιουργία, αὐτὴ ποὺ καινουργεῖ τὸν κόσµο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, μιὰ ἄλλη μέρα, ἕναν ἄλλο καιρό, ἕναν ἄλλο τρόπο ζωῆς: «Εὐφράνθητι, ἔρηµος διψῶσα, ἀγαλλιάσθω ἔρηµος καὶ ἀνθήτω ὡς κρίνον» – ἡ ἔρηµος νὰ γίνει ἄνθος, ὅλη ἡ ἔρηµος. Ἤ, παρακάτω λέει: «ἐκεῖ ἔσται ὁδὸς καθαρὰ καὶ ὁδὸς ἁγία κληθήσεται. Αὐτὸς ὁ δρόµος εἶναι ἅγιος, καὶ οὐ µὴ παρέλθῃ ἐκεῖ ἀκάθαρτος, οὐδὲ ἔσται ἐκεῖ ὁδὸς ἀκάθαρτος· οἱ δὲ διεσπαρµένοι πορεύσονται ἐπ᾽ αὐτῆς καὶ οὐ µὴ πλανηθῶσι» (Ἠσ. ΛΕ´1 καὶ 7-8). Τὰ διεσκορπισµένα τέκνα τοῦ Θεοῦ (αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκόνα ποὺ παρουσιάζεται μέσα στὴν Ἁγία Γραφή), μόνον ἂν βροῦν αὐτὸν τὸν δρόµο, θὰ πάψουν νὰ εἶναι διασκορπισµένα καὶ δὲν θὰ πλανηθοῦν, ἂν ἀκολουθοῦν αὐτὸν τὸν δρόµο. Ἐκεῖ ἀπέδρα, ὀδύνη, λύπη, στεναγµός.
.                 Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ὁδὸς θεώσεως ἔχει στάδια, ἀπὸ τὴ νηπιότητα στὴν ὡριμότητα. Σύµφωνα μάλιστα μὲ μιὰ ἔξοχη διατύπωση τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἔπρεπε ὁ ἄνθρωπος πρῶτα νὰ δηµιουργηθεῖ, καὶ ἐν συνεχείᾳ κατὰ στάδια νὰ αὐξηθεῖ, νὰ ἀνδρωθεῖ, νὰ πληθυνθεῖ, νὰ ἐνισχυθεῖ, νὰ δοξαστεῖ καὶ τελικὰ νὰ φτάσει στὴ θέα τοῦ Θεοῦ, θέα ποὺ γεννάει τὴν ἀφθαρσία («Ἔδει δὲ τὸν ἄνθρωπον πρῶτον γενέσθαι, καὶ γενόµενον αὐξῆσαι, καὶ αὐξήσαντα ἀνδρωθῆναι, καὶ ἀνδρωθέντα πληθυνθῆναι, καὶ πληθυνθέντα ἐνισχύσαι, καὶ ἐνισχύσαντα δοξασθῆναι, καὶ δοξασθέντα ἰδεῖν τὸν ἑαυτοῦ δεσπότην. Θεὸς γὰρ ὁ μέλλων ὁρᾶσθαι, δράσις δὲ Θεοῦ περιποιητικὴ ἀφθαρσίας» (Εἰρηναίου, Κατὰ αἱρέσεων 4,38, 3, PG 7, 1108C).
.                 Στὸ σηµεῖο αὐτὸ ἀνοίγω παρένθεση, γιὰ νὰ ἐπισηµάνω ὅτι ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας περὶ ἀρετῆς εἶναι ἐναρµονισµένη μὲ τὴν ἀντίστοιχη θεολογία τῆς ἀρχαιοελληνικῆς (Σημ. «Χρ. Βιβλ.»: στὸ περιοδ. “Ἐφημέριος” γράφεται «ἀρχαιολογικῆς») παράδοσης, ἀφοῦ τρεῖς αἰῶνες πρὶν τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ἐπιτυγχάνεται, στὸ σηµεῖο αὐτό, ὄσµωση τῶν δύο προσεγγίσεων, μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς σοφιολογικῆς λεγοµένης γραµµατείας (Σοφία Σολοµῶντος, Ἐκκλησιαστής, Παροιμίες, Σοφία Σειράχ).
.                 Πράγµατι, στὴν Π.Δ. ἡ τετρακτὺς τῶν ἀρετῶν ἐµφανίζεται στὰ βιβλία Σοφία Σολοµῶντος καὶ Δ´ Μακκαβαίων, ποὺ γράφτηκαν κατὰ τοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους (3ος-2ος αἰ. π.Χ.). Σοφία Σολ. η´,7: «καὶ εἰ δικαιoσύνην ἀγαπᾷ τις, οἱ πόνοι ταύτης εἰσὶν ἀρεταί· σωφρoσύνην γὰρ καὶ φρόνησιν ἐκδιδάσκει, δικαιοσύνην καὶ ἀνδρείαν, ὧν χρησιµώτερον οὐδέν ἐστιν ἐν βίῳ ἀνθρώποις». Καὶ Δ´ Μακ. α´16: «τῆς δὲ σοφίας ἰδεαι καθεστήκασιν φρόνησις καὶ δικαιοσύνη καὶ ἀνδρεία καὶ σωφροσύνη».
.                 Ὁ Ἰουδαῖος φιλόσοφος Φίλων, ποὺ ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 1ου π.Χ. αἰ. καὶ πέθανε στὰ μέσα τοῦ 1ου µ.Χ. αἰ., ἀντιλαµβάνεται τὴν ἀγαθότητα ὡς τὴ γενικὴ ἀρετή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπορρέουν οἱ τέσσερις συγκεκριµένες πλατωνικὲς ἀρετές. Γιὰ τὸν Φίλωνα ἡ ἀγαθότητα χαρακτηρίζει τὸν ἄνθρωπο ποὺ διασώζει τὴν εἰκόνα τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ (Φίλων, Ἀλληγοριῶν Α´, 64,1): «Διὰ τούτων βούλεται τὰς κατὰ μέρος ἀρετὰς ὑπογράφειν· εἰσὶ δὲ τὸν ἀριθµὸν τέτταρες, φρόνησις, σωφροσύνη, ἀνδρεία, δικαιοσύνη. Ὁ µὲν δὴ μέγιστος ποταµός, οὗ αἱ τέτταρες ἀπόρροιαι γεγόνασιν, ἡ γενική ἐστιν ἀρετή, ἣν ἀγαθότητα ὠνοµάσαµεν, αἱ δὲ τέτταρες ἀπόρροιαι αἱ ἰσάριθµοι ἀρεταί». Καὶ (Φίλων, Πρεσβεία πρὸς Γάιον, 128, 4): «Γενικαὶ µὲν γὰρ εἰσὶν ἀρεταὶ τέσσαρες, φρόνησις, ἀνδρεία, σωφροσύνη, δικαιοσύνη· τούτων δ᾽ ἡγεµονὶς ἑκάστη καὶ βασιλίς ἐστι, καὶ ὁ κτησάµενος αὐτὰς ἄρχων καὶ βασιλεὺς εὐθέως, κἂν µηδεµιᾶς ὕλης εὐπορῇ».
.                 Τὸν 2ο αἰ. π.Χ. παρουσιάζεται στὸ βιβλίο Δ´ Μακκαβαίων, τὸ ὁποῖο γράφτηκε κατ᾽ εὐθείαν στὰ ἑλληνικὰ καὶ ἀνήκει στὰ δευτερο-κανονικὰ βιβλία τῆς Π.Δ., τὸ θέµα τῶν ἀρετῶν ὡς θεµέλιο τοῦ ἀνθρωπίνου βίου. Εἶναι ὅμως ἐνδιαφέρον νὰ ὑπογραµµίσουµε, ὅτι στὸ βιβλίο αὐτὸ γίνεται σύνδεση τῆς ὁδοῦ τῆς ἀρετῆς, ὅπως ἔχει ἀναπτυχθεῖ στὴν ἑβραϊκὴ παράδοση (Π. Διαθήκη) ὡς ὑπακοὴ στὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ, καὶ τῶν ἀρετῶν, ὅπως ἔχουν ἀναπτυχθεῖ στὴν ἀρχαιοελληνικὴ παράδοση. Ὁ ἄγνωστος συγγραφεὺς τοῦ βιβλίου ἐντάσσει τὸ θέµα τῶν ἀρετῶν στὴν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας: «Φιλοσοφώτατον λόγον ἐπιδείκνυσθαι μέλλων, εἰ αὐτοδέσποτός ἐστι τῶν παθῶν ὁ εὐσεβὴς λογισµός, συµβουλεύσαιµ᾽ ἂν ὑµῖν ὀρθῶς, ὅπως προθύµως προσέχητε τῇ φιλοσοφίᾳ» (Δ´ Μακ. α´1). Στρέφεται, λοιπόν, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ θεολογία τῆς Π.Δ. καὶ στὴ φιλοσοφία τῶν Ἑλλήνων. Εἶναι ἡ ἐποχὴ τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων, καὶ ὅπως εἴπαµε, ἡ ὄσµωση ἑλληνισµοῦ καὶ ἑβραϊκῆς παράδοσης ἔχει ἀρχίσει. Αὐτὸ θὰ προετοιµάσει τὸ ἔδαφος, γιὰ νὰ γίνει ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ ἡ ἑλληνικὴ ὁρολογία βασικὸ ἐργαλεῖο στὸ κήρυγµα τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Ὁ λόγος περὶ ἀρετῶν τοῦ Πλάτωνα θὰ ἐνσωµατωθεῖ στὴ φιλοσοφία τῶν Ἰουδαίων τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων, γιὰ νὰ προσληφθεῖ ἀργότερα ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὡς θεµελιώδης βάση, ἐπάνω στὴν ὁποία θὰ ἀναπτύξουν τὰ γνωρίσµατα καὶ τὴν πορεία τοῦ πνευµατικοῦ βίου. Κλείνει ἡ παρένθεση. Μετὰ τὴν ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας θὰ µπορούσαµε νὰ ποῦµε ὅτι τὸ θέµα τῆς διὰ βίου ἄσκησης ἔλαβε πνευµατικὸ περιεχόµενο, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι προσδιόρισε πλέον τὸν πνευµατικὸ βίο τοῦ χριστιανοῦ, ὥστε νὰ µποροῦµε νὰ μιλᾶµε γιὰ πνευµατικὴ ζωὴ ἐννοώντας ἀσκητικὴ ζωὴ – καὶ ἀντίστροφα. [Ὑπενθυµίζω ὅτι στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας οἱ ὅροι «πνευµατικὸς» καὶ «πνευµατικότης», ἀναφέρονται στὴν παρουσία τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος.]
.                 Τὸ πρῶτο σηµαντικὸ στοιχεῖο, ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ἄσκηση, εἶναι ἡ συνεχὴς καὶ διαρκὴς μετάνοια. Ἡ μετάνοια ὄχι μὲ τὴν ἠθική της διάσταση, ἀλλὰ ὡς τάση τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀλλάξει τὸν τρόπο τοῦ νοεῖν (θὰ λέγαµε σήµερα, νὰ ἀλλάξει νοοτροπία). Μιὰ τέτοια συνεχὴς μετάνοια προϋποθέτει καὶ μιὰ συνεχῆ ἐγρήγορση τοῦ ἀνθρώπου, μιὰ συνεχῆ προσοχή του, ὥστε νὰ βρίσκεται πάντα στὸν δρόµο πρὸς τὴ γνώση-σχέση. Τελικὰ ἡ μετάνοια (ἡ διαρκὴς μετάνοια) εἶναι μιὰ προσοχὴ (διαρκὴς προσοχὴ) τοῦ ἀνθρώπου νὰ µὴν ξεφύγει ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ ὀνοµάζαµε σπουδαῖο. Νὰ µὴν ἀφεθεῖ στὸ µὴ σπουδαῖο, στὴν ἐνασχόληση μὲ τὰ µὴ σπουδαῖα τῆς ζωῆς.
.                 Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ποὺ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσης χαρακτηρίζεται ἀκριβῶς ὡς ἀσκητική, δηλαδὴ ἐµπεριέχει μιὰ διαρκῆ ἄσκηση, ἢ καλύτερα διαρκεῖς ἀσκήσεις, πνευµατικὲς καὶ σωµατικές. Μὲ τὶς ἀσκήσεις αὐτές, δηλαδὴ τὴν προσευχή, τὴ νηστεία, τὶς πράξεις ἀρετῶν, τὸν ἔλεγχο τῶν λογισµῶν, τὴ συµµετοχὴ στὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες, ὅπου σπουδάζουµε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, προετοιµαζόµαστε συνεχῶς γιὰ νὰ µποροῦµε νὰ λαµβάνουµε μέρος στὴν θ. Εὐχαριστία. Ἑποµένως, μὲ τὴν κατὰ Χριστὸν ζωή μας, τὴν ὁποία θὰ µπορούσαµε νὰ τὴν ὀνοµάσουµε ἠθικὸ βίο, ἢ καλύτερα χριστιανικὸ βίο, προετοιµαζόµαστε προκειµένου νὰ δεχθοῦµε ἐντός μας τὸν Χριστὸ ὥστε νὰ συντελεσθεῖ ἡ θεραπεία τῆς φύσης μας.
.                 Ἤδη, στὴ θεολογία τοῦ ἀποστόλου Παύλου περιγράφεται αὐτὸς ὁ χριστιανικὸς βίος ὡς διαρκὴς ἄσκηση, μὲ σκοπὸ τὸ τελικὸ κέρδος τῆς μετὰ τοῦ Χριστοῦ σχέσης: «Ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν µὴ νοµίµως ἀθλήσῃ» (Β´ Τιµ. β´ 5), μὲ τὸ «νοµίµως» νὰ προσδιορίζει τὴν παρουσία τοῦ θελήµατος τοῦ Θεοῦ. Στὴν πραγµατικὴ εὐσέβεια ὁδηγεῖ ἡ διαρκὴς ἄσκηση, ποὺ ὀνοµάζεται καὶ «γυµνασία»: «Γύµναζε δὲ σεαυτὸν πρὸς εὐσέβειαν· ἡ γὰρ σωµατικὴ γυµνασία πρὸς ὀλίγον ἐστὶν ὠφέλιµος, ἡ δὲ εὐσέβεια πρὸς πάντα ὠφέλιµός ἐστιν, ἐπαγγελίαν ἔχουσα ζωῆς τῆς νῦν καὶ τῆς µελλούσης» (Α´ Τιµ. δ´ 7-8). Καὶ ἐπίσης, αὐτὴ ἡ γυµνασία συν-τείνει στὴ δυνατότητα διάκρισης καλοῦ καὶ κακοῦ: «Πᾶς γὰρ ὁ μετέχων γάλακτος ἄπειρος λόγου δικαιοσύνης νήπιος γάρ ἐστι· τελείων δὲ ἐστὶν ἡ στερεὰ τροφή, τῶν διὰ τὴν ἕξιν τὰ αἰσθητήρια γεγυµνασµένα ἐχόντων πρὸς διάκρισιν καλοῦ τε καὶ κακοῦ» (Ἑβρ. ε´ 13-14).
.                 Ὑπάρχει ἡ ἀντίληψη ὅτι ἡ ἀσκητικὴ παράδοση καὶ πρακτικὴ ἀναπτύχθηκε σὲ κύκλους ἀσκητῶν καὶ πέρασε στοὺς κύκλους τῶν κοινοβιατῶν, ἑποµένως ἀφορᾶ σὲ µοναχοὺς καὶ ὄχι λαϊκούς. Ἡ ἀντίληψη αὐτή, κατὰ τὴ γνώµη µου, ἑδράζεται στὴν ἀπουσία βαθιᾶς πίστης. Ἡ καλλιέργεια τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς ἀφορᾶ σὲ ὅλους. Ὁ ἔλεγχος τοῦ οἰκείου θελήµατος, ὁ ἔλεγχος τῶν παθῶν καὶ κατ᾽ ἐπέκτασιν ἡ καταπολέµηση τῶν κακῶν λογισµῶν, εἶναι ὁδὸς ποὺ ἀφορᾶ σὲ κάθε ἄνθρωπο, εἴτε µοναχὸ εἴτε κοσµικό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».

 

, , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ε´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 1/65, Ἰαν.-Φεβρ. 2016

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

.               Ἕνα κορυφαῖο θέµα ποὺ θὰ µπορούσαµε νὰ προσεγγίσουµε, στὸ πλαίσιο τῶν ὅσων καταθέσαµε μέχρι τώρα, ὅσον ἀφορᾶ στὸ σῶµα Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου μέλη εἶναι οἱ πιστοί, εἶναι τὸ θέµα τῆς ἁγιότητας. Τί σηµαίνει «ἅγιος» στὸν ἐκκλησιαστικό μας βίο καὶ πῶς οἰκειοποιεῖται ἕνας πιστὸς τὴν ἁγιότητα; Ὅλοι γνωρίζουµε ὅτι ἡ ἁγιότητα εἶναι ὁµόλογη ἔννοια μὲ τὴ σωτηρία, δηλαδὴ ἀποτελεῖ τὸ τέλος µιᾶς ὁδοιπορίας ἑκάστου πιστοῦ, ἑνὸς τέλους ποὺ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνοµάζει «στέφανο τῆς δικαιοσύνης» («τὸν καλὸν ἀγῶνα ἠγώνισµαι, τὸν δρόµον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· λοιπὸν ἀπόκειταί µοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει µοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡµέρᾳ»«, Β´ Τιμ. δ´ 7-8).
.               Ἀλλά, τί σηµαίνει ἀκριβῶς ἁγιότητα; Ἡ ἔννοια «ἅγιος» εἰσάγεται καὶ ἀναδύεται στὴ θεολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, συνδεδεµένη κατ᾽ ἀρχὴν ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν θεότητα. Ὁ μόνος καὶ ἀποκλειστικὰ ἅγιος εἶναι ὁ Θεός, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι μία ἑτερότητα ὡς πρὸς τὰ ὄντα καὶ τὴν κατάσταση τοῦ πεπτωκότος κόσµου. Εἶναι κάτι τὸ ξεχωριστό, ἢ µᾶλλον κάποιος ξεχωριστὸς ἀπὸ τὰ δηµιουργήµατα. Ἡ ἴδια ἡ ἑβραϊκὴ λέξη (κοντὲς / qodes) παράγεται ἀπὸ μία ρίζα ποὺ σηµαίνει «κόβω», «χωρίζω», σηµαίνει ἐποµένως τὸν ξεχωριστό. Μὲ τὴ λέξη αὐτὴ προσδιορίζεται στὴν ἰουδαϊκὴ γραµµατεία ἡ μία καὶ μόνη ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ. Σὲ αὐτὴ τὴν ἁγιότητα μετέχουν ὅσοι καὶ ὅσα συνδέονται μὲ τὸν Θεό, ἕνας ἄνθρωπος, ἕνας λαός, ἕνας τόπος, ἕνα ἀντικείµενο, ἢ μία ἐνέργεια. Εἶναι γνωστὸ τὸ περιστατικὸ ποὺ συνδέεται μὲ τὴ φλεγοµένη καὶ µὴ καιοµένη βάτο· ὅταν ὁ Μωυσῆς πλησιάζει νὰ δεῖ αὐτὸ τὸ παράδοξο φαινόµενο, ἀκούει τὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἐπισηµαίνει ὅτι πρέπει νὰ βγάλει τὰ ὑποδήµατά του, γιατί ὁ τόπος εἶναι ἅγιος («ὡς δὲ εἶδε Κύριος ὅτι προσάγει ἰδεῖν, ἐκάλεσεν αὐτὸν ὁ Κύριος ἐκ τοῦ βάτου λέγων· Μωυσῆ, Μωυσῆ. ὁ δὲ εἶπε· τί ἐστι; ὁ δὲ εἶπε· μή ἐγγίσῃς ὧδε. λῦσαι τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν σου· ὁ γὰρ τόπος, ἐν ᾧ σὺ ἕστηκας, γῆ ἁγία ἐστί.», Ἔξοδ. γ´4-5). Ἑποµένως ἡ ἁγιότητα λαµβάνει περιεχόµενο ἀπὸ τὴν πηγή της, τὸν Θεό, καὶ τελειοῦται στὴ σχέση μὲ τὸν Θεό, ὅπως διατυπώνεται ἀπὸ τὴ θεία ἀποκάλυψη «Καὶ ἔσεσθε ἅγιοι, ὅτι ἅγιος ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑµῶν [ … ] Ἐγὼ Κύριος ὁ ἁγιάζων ὑµᾶς» (Λευ. κ´ 7 -8), ἀποκάλυψη τὴν ὁποία θὰ ἐπαναλάβει ὁ ἀπόστολος Πέτρος: «Ἀλλὰ κατὰ τὸν καλέσαντα ὑµᾶς ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε, διότι γέγραπται ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰµι» (Α´ Πέτρ. α´ 15-16). Ὅ,τι ἀκυρώνει αὐτὴ τὴ μετοχὴ στὴν ἁγιότητα, εἶναι ἁµαρτία.
.               Αὐτὴ ἡ ἁγιότητα ἀποδίδεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στὰ μέλη τοῦ λαοῦ του, εἴτε στὰ μέλη τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ ὡς λαοῦ τοῦ Θεοῦ (Παλαιὰ Διαθήκη), μὲ ἱδρυτικὴ πράξη τὴν περιτοµή, εἴτε στὰ μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ (Καινὴ Διαθήκη), μὲ ἱδρυτικὴ πράξη τὸ βάπτισµα. Αὐτὴ ἡ ἱδρυτικὴ ἁγιότητα δὲν δίδεται μὲ ἀξιολογικὰ κριτήρια, ἀλλὰ ἀποτελεῖ συνέπεια ἐπιλογῆς ἑκάστου πιστοῦ νὰ ἀποτελεῖ μέλος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὴν ἀποστολικὴ περίοδο ὅλοι οἱ βαπτισµένοι εἶναι ἅγιοι, ὅπως μαθαίνουµε ἀπὸ τὶς Πράξεις καὶ τὶς ἐπιστολὲς τῶν Ἀποστόλων (βλ. µεταξὺ ἄλλων· «Ἐγένετο δὲ Πέτρον διερχόµενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν», Πράξ. θ´ 32 « … πᾶσι τοῖς ἁγίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τοῖς οὖσιν ἐν Φιλίπποις», Φιλ. α´ 1 «τοῖς ἐν Κολοσσαῖς ἁγίοις καὶ πιστοῖς ἀδελφοῖς ἐν Χριστῷ», Κολ. α´ 2).
.               Ὑπάρχει ὅμως, ἐντὸς τῆς ἱστορίας, ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος καὶ ἀναφέροµαι στὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς. Ἔκτοτε, ἡ ἁγιότητα ἐγκαθίσταται ἐντὸς τοῦ σώµατος τῆς Ἐκκλησίας, γίνεται κατάσταση ὑπαρξιακῆς τάξεως. Ἡ κεφαλὴ τοῦ σώµατος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, ὡς ὁ κατ᾽ ἐξοχὴν ἅγιος, καὶ μάλιστα κατὰ τὴ θεανθρώπινη ὑπόστασή του. Ὁ ἴδιος, στὴ λεγόµενη ἀρχιερατικὴ προσευχή Του, διατυπώνει αὐτὴ τὴ νέα κατάσταση ποὺ ἐγκαινιάζει: «Ἐγὼ ἁγιάζω ἐµαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασµένοι» (Ἰωάν. ιζ´ 19-24). Αὐτὴ ἡ ἁγιότητα ἐκχέεται πρὸς τὰ μέλη τοῦ σώµατός του διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Κατ᾽ ἀρχὴν μὲ αὐτὴ τὴν ἁγιότητα σφραγίζεται ἕκαστος πιστὸς μὲ τὸ Βάπτισµα καὶ τὸ Χρίσµα, συνθήκη ποὺ διατυπώνει ὁ ἱερεύς: «Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύµατος Ἅγιου», καὶ ἀνανεώνεται συνεχῶς γιὰ καθέναν, ποὺ παραµένει μέλος τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Θέλω νὰ πῶ, καὶ νὰ ὑπογραµµίσω μάλιστα, ὅτι αὐτὴ ἡ ἁγιότητα δὲν ἔχει ἠθικὸ περιεχόµενο, ἀλλὰ ὑπαρξιακό, δηλαδὴ ἀναφέρεται στὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἐγκαινιάζει μία ὁδό, τὴν «ὁδὸ Κυρίου». Τὸ μέγα θέµα, θέµα ζωῆς, εἶναι νὰ διατηροῦµε αὐτὴ τὴν ἁγιότητα ἐνεργό, παρὰ τὶς συνεχεῖς πτώσεις μας καὶ τὴν ἐγγενῆ ροπὴ τῆς φύσης μας πρὸς τὴν ἁµαρτία. Μὴν ξεχνᾶµε ὅτι ἡ ζωὴ ἑκάστου πιστοῦ διακρίνεται ἀπὸ τὴ δυναµικὴ παρουσία τῆς μετάνοιας.
.             Ἰδιαίτερα αὐτὸ τὸ µυστήριο τῆς ἁγιότητας ἐνεργεῖται μέσα στὸ µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὴν ἀπόλυση (καὶ πέραν αὐτῆς) ἀποτελεῖ φανέρωση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ (βλ. τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο «Λέγω γὰρ ὑµῖν ὅτι οὐ µὴ πίω ἀπὸ τοῦ γενήµατος τῆς ἀµπέλου ἕως ὅτου ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔλθῃ» (Λουκ. κβ´ 18). Ἄλλωστε, ἡ θεία Λειτουργία ἀποτελεῖ κατάσταση ἐντὸς τῆς θείας Βασιλείας, ὅπως ἐξαγγέλλει ἡ ἐναρκτήρια φράση «Εὐλογηµένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος». Ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος συγκροτεῖ τὸ ὅλον τῆς ἱερᾶς συνάξεως καὶ διανέµει τὰ δῶρα πρὸς τὰ ἅγια μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ κατὰ τὴν εὐχὴ τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς ζητᾶµε ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα νὰ μᾶς ἑνώσει ἐν Ἁγίῳ Πνεύµατι: «κατάπεµψον τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον ἐφ᾽ ἡµᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείµενα δῶρα … ». Ἐὰν ἐµεῖς, ὡς λαὸς ἅγιος Θεοῦ, δὲν παραδοθοῦµε στὴν παρουσία τοῦ Πνεύµατος, κάθε περαιτέρω βηµατισµὸς μένει μετέωρος. Καὶ ἀκόµη πιὸ δυναµικά, ὁ ἱερέας μᾶς καλεῖ, μετὰ τὸν καθαγιασµὸ καὶ τὴ μεταβολὴ τῶν Δώρων μας σὲ σῶµα καὶ αἷµα Χριστοῦ, νὰ προσέλθουµε σὲ κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ ὡς ἅγιοι: «Τὰ Ἅγια τοῖς ἁγίοις». Ἀσφαλῶς γνωρίζουµε ὅτι εἴµαστε ἁµαρτωλοί, ὅτι δὲν εἴµαστε ἅγιοι, ὅτι ἕνας μόνον ἅγιος ὑπάρχει, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός, «εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστὸς … ». Τὴν ἀποδεχόµαστε ὅμως αὐτὴ τὴν ἁγιότητα ποὺ μᾶς προσφέρεται ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς σφράγισε κατὰ τὸ βάπτισµά μας, ποὺ ἀνανεώνεται διαρκῶς μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, καὶ προσερχόµαστε στὴ θεία Κοινωνία. Ἀποδεχόµαστε δηλαδὴ τὸ µυστήριον τῆς θείας υἱοθεσίας, δυνάµει τῆς συµµετοχῆς μας στὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Μὴν ξεχνᾶµε, ὅτι μὲ τὴν προσέλευσή μας στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη ἔχουµε καταθέσει τὴν προαίρεσή μας νὰ εἴµαστε πολίτες τῆς θείας Βασιλείας.
.             Μιλᾶµε λοιπὸν γιὰ µιὰ ἁγιότητα ποὺ μᾶς ἔχει σφραγίσει, ὅταν βαφτιστήκαµε, ὅταν δηλαδὴ προσχωρήσαµε στὴν κοινότητα ποὺ ἐγκαθιδρύθηκε τὴν ἡµέρα τῆς Πεντηκοστῆς διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Πνεύµατος, ἀλλὰ ἐπίσης μιλᾶµε γιὰ μιὰ ἁγιότητα ἀπὸ τὴν ὁποία συνεχῶς ἀποµακρυνόµαστε λόγῳ τῆς ἀµαρτωλότητάς μας. Γι᾽ αὐτὸ ἀντιλαµβανόµαστε τὴ ζωή μας ὡς ἕνα διαρκῆ ἀγώνα, ἤ, γιὰ νὰ χρησιµοποιήσω τὴν καταστατικὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου λέξη, ὡς διαρκῆ μετάνοια. Ἡ μετάνοια, ποὺ τόσο χαρακτηριστικὰ περιγράφεται στὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, ἢ στὴν περίπτωση τοῦ Πέτρου (ποὺ μετὰ τὴν τριπλῆ ἄρνηση «ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσεν πικρῶς»), εἶναι ἡ πιὸ «τρυφερή», ἡ πιὸ φιλάνθρωπη συνθήκη ποὺ ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ χαρακτηρίζει τὸν βίο μας. Μέσῳ αὐτῆς ἡ ἁγιότητα εἶναι διαρκῶς παροῦσα, ἀκόµη κι ὅταν τραγικὰ βιώνουµε τὴν ἀπουσία της.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»

 

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Δ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 4, Ἰούλ.- Αὔγ. 2015

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».

Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»

Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».

.               Νομίζω ὅτι ἔχει γίνει κατανoητό, ἀπὸ ὅσα εἴπαµε μέχρι τώρα, ὅτι τὸ «σωµα Χριστοῦ» εἶναι τὸ σῶµα ἑνὸς λαοῦ τοῦ ὁποίου ἡ ἑνότητα προκύπτει ἀπὸ τὴ σχέση τῶν µελῶν του µεταξύ τους καὶ ὅλων μὲ τὴν κεφαλὴ τοῦ σώµατος, τὸν Χριστό. Ὅταν λοιπὸν µιλᾶµε γιὰ Ἐκκλησία, ἐννοοῦµε ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ θεο-ίδρυτο σῶµα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο ἱδρύθηκε µὲν τὴν ἡµέρα τὴ µεγάλη τῆς Πεντηκοστῆς, λαµβάνει ὅμως ὑπόσταση ἀπὸ τὸ μέλλον, ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ποὺ γίνεται παροῦσα ἐδῶ καὶ τώρα μέσα στὴν θεία Εὐχαριστία.
.               Ἐὰν δεχθοῦµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ ἁγίου Μαξίµου ὅτι «εἰκών ἐστι τοῦ Θεοῦ ἡ ἁγία Ἐκκλησία … (Μυσταγωγία, Α´, 77), µἐ ἐξειδικευµένη μάλιστα ἀναφορὰ στὴ θεία Λειτουργία, τὴν ὁποία προσεγγίζει ὡς οὐσιώδη µετοχή μας στὴ ζωὴ τῆς τριαδικῆς θεότητας, τότε δικαιούµαστε νὰ παρακολουθήσουµε τὰ τελούµενα -καλύτερα, τὰ συµβαίνοντα- στὴν εὐχαριστιακὴ μας σύναξη, καὶ νὰ ποῦµε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ὁρατὸς τόπος, στὸν ὁποῖο πραγµατοποιεῖται ἡ συναγωγὴ τῶν διεσκορπισµένων τέκνων τοῦ Θεοῦ εἰς ἓν διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Ἡ σύναξη αὐτὴ ἐνεργεῖται ἐντὸς τῆς Ἱστορίας, ὡς πράξη ὅμως συνδέει τὴν Ἱστορία μὲ τὴ θεία Βασιλεία, ξανακάνει τὴν Ἱστορία Ἱερή, συνδέοντας κατὰ συνέπεια ἕκαστο μέλος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ μὲ τὰ ἄλλα μέλη του, καὶ συγχρόνως μὲ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Τὰ συµβαίνοντα (τὸ γεγονὸς) ποὺ ἀναδεικνύει αὐτὴ τὴν κατάσταση, τὸ βιώνουµε στὴ θεία Εὐχαριστία, κατὰ τὴν ὁποία, μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος καὶ μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Χριστό, ὁ οὐράνιος Πατέρας ἀποδέχεται τὴν προσφορὰ τῆς Δηµιουργίας ἐκ μέρους μας ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς τροφῆς μας (ψωµὶ καὶ κρασί, τὴν µεταβάλλει σὲ σῶµα καὶ αἷµα τοῦ Υἱοῦ Του καὶ µᾶς «ἀντικαταπέµπει» τὴν ἴδια τὴν Δηµιουργία του ἐγχριστωµένη, δηλαδὴ ὡς θεία Βασιλεία, καθιστώντας μας μέλη της.
.               Μιὰ τέτοια ἐπισήµανση, ποὺ ἀντιλαµβάνεται τὴ θεία Εὐχαριστία ὡς τὴν κύρια ἔκφραση τοῦ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας, παρουσιάζεται κατὰ τὸν 14ο αἰ. ἀπὸ τὸν Νικόλαο Καβάσιλα, σήµερα ἅγιο της Ἐκκλησίας. Ὁ Καβάσιλας δείχνει νὰ ἀνησυχεῖ γιὰ τὴν σταδιακὴ εἴσοδο τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισµοῦ στὴ θεολογία, ποὺ προσπαθεῖ νὰ διατυπώσει ὁρισµοὺς γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ, ὅπως ἔχουµε πεῖ, ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν θεολογία τῶν Πατέρων ὁρισµὸς τῆς Ἐκκλησίας ὣς τὸν 13ο αἰώνα, ἀφοῦ τὴν Ἐκκλησία τὴν ἀντιλαµβάνονταν ὡς βιούµενη πραγµατικότητα. Πράγµατι, µετὰ τὸν 13ο αἰ. ἀρχίζει νὰ ἐπηρεάζει τὴν θεολογία τῆς Ὀρθοδοξίας ἕνα ρεῦµα σχολαστικισµοῦ, ποὺ ἀναπτύχθηκε στὴ δυτικὴ θεολογία, τὸ ὁποῖο, παρὰ τὶς σποραδικὲς ἀντιδράσεις καὶ ἀντιστάσεις, κατέκλυσε τελικὰ τὴ θεολογία μας, ὅπως τουλάχιστον ἐµφαίνεται στὰ ἐγχειρίδια τῶν τελευταίων αἰώνων. Γιὰ παράδειγµα, καὶ σὲ σχέση μὲ τὸ θέµα μας, ἀναφέρω ὅτι στὰ δογµατικὰ ἐγχειρίδια (περιλαµβανοµένων τῶν γνωστῶν Ὁµολογιῶν τοῦ 17ου καὶ 18ου αἰ.), ἡ θ. Εὐχαριστία γίνεται ἀντιληπτὴ ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ µυστήρια ποὺ διαµορφώνουν τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας, καὶ ἐξετάζεται σχεδὸν αὐτόνοµα (ὅπως καὶ καθένα ἀπὸ τὰ ἄλλα «µυστήρια»), μὲ ἔµφαση σὲ ἕναν ἀναγκαστικὸ αὐτοµατισµὸ ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσµατα.
.               Ἀντιδρώντας στὸ ρεῦµα τοῦ σχολαστικισµοῦ, ὁ Καβάσιλας ἐπεχείρησε νὰ ἀναγνωρίσει τὴν παρουσία τῆς Ἐκκλησίας ὡς γεγονότος ποὺ συνδέει τὴν Ἱστορία μὲ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι τὸ ἔργο του Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν συνοψίζει τὴ θεολογία τῶν Πατέρων (ὅπως ἀνάλογα ἔκανε τὸν 8ο αἰ. ὁ Ἰωάννης Δαµασκηνὸς στὸ ἔργο του Ἔκθεσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως). Ἡ ἰδιάζουσα συµβολὴ τοῦ Καβάσιλα συνδέεται μὲ διατυπώσεις ποὺ ὑποκρύπτουν λανθάνουσα ἀντίδραση στὰ ρεύµατα τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισµοῦ, ποὺ ἀπειλοῦν νὰ ἀλλοιώσουν τὸ ὀρθόδοξο ἦθος. Οἱ διατυπώσεις του, ὄχι µόνον στὸ ἔργο ποὺ ἀναφέραµε ἀλλὰ καὶ στὸ ἄλλο ἔργο του, ποὺ φέρει τὸν τίτλο Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἀναδεικνύει τὴ σχέση Ἐκκλησίας καὶ θ. Λειτουργίας μέσῳ τῶν ἑξῆς ἀναφορῶν:

α) Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὰ «µυστήρια»: «ἡ Ἐκκλησία σηµαίνεται ἐν τοῖς µυστηρίοις» (Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν, ΛΗ´, 6). Ἡ διατύπωση αὐτὴ ἀπαιτεῖ µιὰ οὐσιώδη ἐπισήµανση: ἡ λέξη «µυστήρια» (στὸν πληθυντικὸ) στὴ λειτουργική μας παράδοση σηµαίνει τὸ ἕνα µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας (βλ. τὴ διατύπωση στὸ κείµενο τῆς θείας Λειτουργίας τοῦ Χρυσοστόµου, στὴν εὐχὴ πρὸ τοῦ χερουβικοῦ ὕµνου: « … δὸς αὐτοῖς πάντοτε µετὰ φόβου καὶ ἀγάπης λατρεύειν σοί, ἀνενόχως καὶ ἀκατακρίτως µετέχειν τῶν ἁγίων σου µυστηρίων καὶ τῆς ἐπουρανίου σου βασιλείας ἀξιωθῆναι», στὴν εὐχὴ πρὸ τῆς µεγάλης Εἰσόδου: «τῶν προσενεγκόντων καὶ δι᾽ οὓς προσήγαγον καὶ ἡµᾶς ἀκατακρίτους διαφύλαξον ἐν τῇ Ἱερουργίᾳ τῶν θείων σου µυστηρίων», στὴν εὐχὴ πρὸ τῆς Κυριακῆς προσευχῆς: «Καταξίωσον ἡµᾶς µεταλαβεῖν τῶν ἐπουρανίων σου καὶ φρικτῶν µυστηρίων ταύτης τῆς ἱερᾶς καὶ πνευµατικῆς τραπέζης», στὴν ἐκφώνηση τοῦ διακόνου µετὰ τὴν θεία Κοινωνία: «Μεταλαβόντες τῶν θείων, ἁγίων, ἀχράντων, ἀθανάτων, ἐπουρανίων καὶ ζωοποιῶν, φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ µυστηρίων, ἀξίως εὐχαριστήσωµεν τῷ Κυρίῳ», στὴν εὐχαριστήρια εὐχὴ µετὰ τὴν θεία Κοινωνία: «Εὐχαριστουµεν σοι, Δέσποτα φιλάνθρωπε, εὐεργέτα τῶν ψυχῶν ἡµῶν, ὅτι καὶ τῇ παρούσῃ ἡµέρᾳ κατηξίωσας ἡµᾶς τῶν ἐπουρανίων σου καὶ ἀθανάτων µυστηρίων». Μποροῦµε λοιπὸν νὰ ἐπαναδιατυπώσουµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ Καβάσιλα: ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ «µυστήριο» τῆς θείας Εὐχαριστίας.

β) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι παροῦσα ὡς σῶµα Χριστοῦ, ὅπως αὐτὸ ἱερουργεῖται στὸ µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, γι᾽ αὐτὸ καὶ σηµαίνεται ὡς Κυριακὸ σωµα, σῶµα τοῦ Κυρίου, ὑπὸ διττὴ ἔννοια, ἀφ᾽ἑνὸς τὸ σῶµα Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου μέλη εἶναι οἱ πιστοί, ἀφ᾽ ἑτέρου τὸ ἁγιασµένο ἐπὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης σῶµα Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο καλούµαστε νὰ «φᾶµε» («σῶµα Χριστοῦ µεταλάβετε … »): «Τὴν τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίαν, εἴ τις ἰδεῖν δυνηθείη [ … ] οὐδὲν ἕτερον ἢ αὐτὸ µόνον τὸ Κυριακὸν ὄψεται σῶµα [ … ] Διὰ ταῦτα οὐδὲν ἀπεικὸς [= τίποτε τὸ παράλογο ἢ ἀταίριαστο] ἐνταῦθα διὰ τῶν µυστηρίων τὴν ἐκκλησίαν σηµαίνεσθαι» (Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν, ΛΗ´ 2-3). Εἶναι φανερὸ ὅτι γιὰ τὸν Καβάσιλα Ἐκκλησία καὶ θεία Λειτουργία ταυτίζονται.

γ) Ὅλα τὰ ἄλλα λεγόµενα «µυστήρια» (Βάπτισµα, Χρίσµα, Ἱερωσύνη κλπ.) συνδέονται μὲ τὴ θεία Εὐχαριστία, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι σ᾽ αὐτὴν ἀναφέρονται καὶ ἐξ αὐτῆς λαµβάνουν τὸ περιεχόµενό τους: «Διὰ ταῦτα καὶ τοῖς ἄλλοις µυστηρίοις τὸ τελείοις εἶναι παρέχεται µόνη τελετῶν ἡ Εὐχαριστία» (Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, 4). Αὐτὸ σηµαίνει ὅτι τὰ µυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ ἑξῆς ἕνα: ἡ θεία Εὐχαριστία. Ἄλλες ἁγιαστικὲς ἢ θεραπευτικὲς πράξεις µποροῦν ἐπίσης νὰ ὀνοµάζονται «µυστήρια», µόνο καὶ µόνο γιατί συνδέονται μὲ τὴν θεία Εὐχαριστία.

.             Ἂν θελήσουµε, λοιπόν, νὰ γνωρίσουµε τὸ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ, ὁ ἀσφαλέστερος δρόµος εἶναι νὰ γίνουµε μέτοχοι τῆς θείας Λειτουργίας. Νὰ γνωρίσουµε σηµαίνει νὰ σχετισθοῦµε. Ἔτσι ἀντιλαµβάνεται ἄλλωστε τὴν «γνώση» ἡ Ἁγία Γραφή, ἔτσι ἐπίσης τὴν ἀντιλαµβάνεται ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς θυµηθοῦµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως διατυπώνεται στὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο: «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑµᾶς» (Ἰωάν. η´ 32), ποὺ σηµαίνει, συνδεθεῖτε μὲ τὴν ἀλήθεια, δηλαδὴ μὲ τὸν Χριστὸ (βλ. «ἐγώ εἰµι ἡ ἀλήθεια … »), καὶ ὁ Χριστὸς θὰ σᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν ἀµαρτία καὶ τὸν θάνατο. Γνωρίζω τὴν Ἐκκλησία σηµαίνει συνδέοµαι κατὰ ὑπαρξιακὸ τρόπο μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ συνδέοµαι σηµαίνει ἐλευθερώνοµαι ἀπὸ τὰ δεσµὰ τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου.
.           Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ ποῦµε ὅτι ὑπάρχει ταύτιση Ἐκκλησίας καὶ θ. Λειτουργίας, κάτι ποὺ ὁ λαὸς ἀντιλαµβάνεται, ὅταν λέει «πάω στὴν Ἐκκλησία», ἐννοώντας πάω στὸν ναὸ γιὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας. Γνωρίζω τὴν Ἐκκλησία σηµαίνει παραδίδοµαι στὸ εἶναι της. Καὶ παραδίδοµαι στὸ εἶναι της σηµαίνει σχετίζοµαι μὲ τὰ μέλη της, ὅλα τὰ μέλη της, ζῶντες καὶ τεθνεῶτες, ποὺ εἶναι μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Ἕνα βῆµα ἀκόµη ἂν προχωρήσουµε, µποροῦµε νὰ ποῦµε ὅτι ὡς ἐνεργὰ μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ γινόµαστε Ἐκκλησία. Ἡ ἀληθὴς ὕπαρξή μας ἀναδύεται καὶ ἀναπαύεται στὸν τρόπο τῆς σχέσης, µίας σχέσης μὲ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ καὶ µίας σχέσης ἐπίσης μὲ τὴν κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ σώµατος, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ αὐτὸ τὸ ἀντιλαµβανόµαστε ὡς Ἐκκλησία, χωρὶς νὰ ἔχουµε ἀνάγκη ἑνὸς ἐξειδικευµένου ὁρισµοῦ. Εἴπαµε, ἡ Ἐκκλησία γνωρίζεται ὡς βιούµενη πραγµατικότητα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Γ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 3, Μάϊος- Ἰούν. 2015

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».

Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»

.             Στὸ παρὸν ἄρθρο θὰ προσεγγίσουµε τὶς συνέπειες ποὺ ἱδρύονται ἀπὸ τὴν ἀντίληψη τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ:
.           α) Ἡ ἑνότητα τῶν πολλῶν μὲ ἕναν ἕκαστο καὶ ἀντίστροφα: Σύµφωνα μὲ τὴν περιγραφὴ ποὺ μᾶς παρέχει ὁ ἀπόστολος Παῦλος («Ὑµεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ µέρους», Α´ Κορ. ιβ´ 27) καὶ στὴν πρὸς Ρωµαίους («καθάπερ γὰρ ἐν ἑνὶ σώματι μέλη πολλὰ ἔχομεν, τὰ δὲ μέλη πάντα οὐ τὴν αὐτὴν ἔχει πρᾶξιν, οὕτως οἱ πολλοὶ ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ᾿ εἷς ἀλλήλων μέλη, Ρωμ. ιβ´ 4-5), ἡ ἔνταξη τῶν πολλῶν στὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ (τὴν Ἐκκλησία) ἀναδεικνύει ἑνότητα τῶν µελῶν µεταξύ τους καὶ μὲ τὴν κεφαλὴ τοῦ σώµατος (τὸν Χριστό), διαφυλάσσοντας συγχρόνως τὴν ἑτερότητα ἑκάστου μέλους. Αὐτὸ σηµαίνει ὅτι ἡ ἑτερότητα ἑκάστου πιστοῦ, τὸ µοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο τοῦ προσώπου του, ἀναδύεται ἀκριβῶς λόγῳ τῆς σχέσης μὲ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Τέτοια ὑπαρξιακοῦ περιεχοµένου σχέση ἱδρύεται μὲ τὸ βάπτισµα ἑκάστου πιστοῦ, μὲ τὸ ὁποῖο καταργοῦνται οἱ φυσικὲς σχέσεις (οἰκογενειακές, φυλετικὲς ἢ κοινωνικὲς) καὶ ἐγκαινιάζονται οἱ πνευµατικές, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι µιὰ νέα, μὴ βιολογικὴ γέννηση, δι᾽ ὕδατος καὶ Πνεύµατος, μᾶς εἰσάγει σὲ νέο τρόπο ὕπαρξης. Αὐτὴ ἡ νέα πραγµατικότητα λαµβάνει περιεχόµενο ἀπὸ τὴ µέλλουσα Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ νοηµατοδοτεῖ τὸν παρόντα βίο τῶν πιστῶν. Ψηλαφεῖται ὡς πραγµατικότητα καὶ ὡς νέα βιωτή, ναὶ µὲν στὴ ζωὴ ἑκάστου πιστοῦ, κυρίως ὅµως στὴν ἔκφρασή της ἐντὸς τῆς θείας Λειτουργίας.
.               Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἀπὸ τὰ ἀποστολικὰ χρόνια ὣς σήµερα, στὴν θεία Λειτουργία προσερχόµαστε ἀφήνοντας πίσω τὶς µέριµνες τοῦ βίου («πᾶσαν τὴν βιωτικὴν ἀποθώµεθα µέριµναν … »), ἀλλὰ καὶ τὴν ἀτοµικότητα μας. Ὑπόβαθρο ἀλλὰ καὶ ἐνεργούµενο στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη εἶναι ἡ ἑνότητα τῶν πολλῶν στὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ λόγος στὴν θεία Λειτουργία ἐκφέρεται σὲ πληθυντικὸ ἀριθµὸ (µὲ δύο ἐξαιρέσεις: α) τὴν µυστικὴ εὐχὴ τοῦ ἱερέα πρὸς τὸν Χριστό, νὰ τὸν ἀξιώσει νὰ λειτουργήσει ὡς ὁ Χριστὸς ἀναµεσά μας: «ἱκάνωσόν µε […] ἱερουργῆσαι τὸ ἅγιον καὶ ἄχραντόν σου σῶµα σου καὶ τὸ τίµιον αἷµα», καὶ β) τὸ Σύµβολο τῆς Πίστεως ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἐγγύηση ἑνὸς ἑκάστου γιὰ τὴν ἔγκυρη παρουσία του στὸ εὐχαριστιακὸ δεῖπνο. Αὐτὸ ἐπίσης σηµαίνει ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ πιστοῦ δὲν εἶναι ἀτοµική, ἀλλὰ ἐνεργεῖται µέσῳ σχέσης μὲ τοὺς πολλούς, καὶ βέβαια τῶν πολλῶν σὲ σχέση μὲ τὸν ἕνα Χριστό. Ἡ διατύπωση τοῦ ἀποστόλου Ἰωάννου εἶναι ἐξαιρετικὰ εὔστοχη στὸ σηµεῖο αὐτό: «Καὶ ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔχοµεν ἀπ᾽ αὐτοῦ, ἵνα ὁ ἀγαπῶν τὸν Θεὸν ἀγαπᾷ καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ» (Α´ Ἰωάν. δ´ 21).

.               β) Ἡ σχέση τῶν µελῶν τοῦ σώµατος (τῶν πιστῶν) μὲ τὴν κεφαλὴ (τὸν Χριστό): Ἡ ἁγιότητα ποὺ χαρακτηρίζει τοὺς πολίτες τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἀντλεῖται ἀπὸ τὴν ἁγιότητα τῆς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὴ ἡ ἁγιότητα πρὸς τοὺς πιστοὺς χαρίζεται, εἶναι δωρεὰ τοῦ Χριστοῦ σὲ ὅσους ἐπιθυµοῦν νὰ Τοῦ ἀνήκουν. Πρόκειται γιὰ συνθήκη ποὺ τὴν ζοῦµε µέσα στὴ θ. Λειτουργία καὶ γνωρίζουµε τὴν σηµασία της, δεδοµένης τῆς ἁµαρτωλότητάς μας καὶ τῆς ροπῆς τῆς φύσης μας πρὸς τὴν ἀµαρτία. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὅταν ὁ ἱερέας ὑψώνει τὰ τίµια Δῶρα, γιὰ νὰ μᾶς προσκαλέσει στὴν κοινωνία μὲ τὸν Χριστό, ἐπισηµαίνει: «Τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις», γιὰ νὰ λάβει τὴν ἐνσυνείδητη ἀπάντησή μας ὅτι ἅγιος εἶναι ἕνας καὶ µόνον: «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστὸς … ». Δὲν προσερχόµαστε στὴν θ. Κοινωνία μὲ ἀπαιτήσεις ποὺ προέρχονται ἀπὸ ἀντικειμενικὲς πρακτικὲς εὐσέβειας καὶ ἀρετῆς, ἀλλὰ ἀποδεχόµενοι αὐτὴ τὴν δωρεὰ ποὺ μᾶς παρέχει ἡ ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ. Τὸ κρίσιμο στοιχεῖο ποὺ θὰ ἐπιτρέψει στὰ μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν θεία χάρη, τὴν θεία υἱοθεσία, εἶναι ἡ ἄσκηση τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς ἀρετῆς ἑκάστου πιστοῦ, ἔστω καὶ ὡς πρόθεση («… καὶ τὴν πρόθεσιν ἐπαινεῖ», ἐπισηµαίνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστοµος). Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁµολογητής (Πρὸς Θαλάσσιον, Λ´, PG 90, 369Α) ὑπογραµµίζει ὅτι «διὰ τὴν ἀλήθειαν ἐστιν ἡ ἀρετή, ἀλλ᾽ οὐ διὰ τὴν ἀρετὴν ἡ ἀλήθεια».
.                   Αὐτὰ ὅλα σηµαίνουν ὅτι μὲ τὸ βάπτισµά του κάθε πιστὸς ἐντάσσεται στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο τὸν ὁδηγεῖ ὡς μέλος του στὴν ἕνωση μὲ τὸν Χριστὸ καὶ στὸν ἁγιασµό του. Ὁ Χριστὸς ἁγιάζει τὸ σῶµα του καὶ κατὰ συνέπεια κάθε μέλος του. Στὴν πρώτη χριστιανικὴ περίοδο ἡ Ἐκκλησία ὑποδεχόταν τὸν νεοφώτιστο, τὸν ἔχριε μὲ τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος (Χρῖσµα) καὶ τὸν ἕνωνε διὰ τῆς θ. Κοινωνίας μὲ τὸν Χριστό. Τὸ Βάπτισµα δηλαδὴ δὲν εἶναι ἰδιωτικὴ ὑπόθεση ποὺ ἀφορᾶ στὴ φυσικὴ οἰκογένεια (µὲ τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους), ὅπως φαίνεται νὰ γίνεται σήµερα, ἀλλὰ ὑπόθεση τῆς Ἐκκλησίας. Μετὰ τὴ βάπτιση κάθε πιστὸς αὐξάνει καὶ σώζεται ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ὡς μέλος τοῦ σώµατος Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο τροφοδοτεῖται ἀπὸ τὴν κεφαλή του, τὸν Χριστό: «Εἰς οἰκοδοµὴν τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ, µέχρι καταντήσωµεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς µέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώµατος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. δ´ 12-13).

.              γ) Τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ λειτουργήµατα ἐντὸς αὐτοῦ: Εἶναι γνωστὴ ἡ περιγραφὴ τῶν διακονηµάτων ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ ἀναπτύξει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐντάσσοντας ἕκαστο μέλος τοῦ σώµατος Χριστοῦ σὲ συναρµογὴ μὲ τὰ ἄλλα μέλη καὶ τελικὴ ἀναφορὰ στὴν κεφαλὴ τοῦ σώµατος, τὸν Χριστό: «καθάπερ γὰρ ἐν ἑνὶ σώματι μέλη πολλὰ ἔχομεν, τὰ δὲ μέλη πάντα οὐ τὴν αὐτὴν ἔχει πρᾶξιν, οὕτως οἱ πολλοὶ ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ᾿ εἷς ἀλλήλων μέλη. ἔχοντες δὲ χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα, εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως, εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ, εἴτε ὁ διδάσκων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ, εἴτε ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι.» (Ρωµ. ιβ´ 4-8). Αὐτὴ ἡ περιγραφὴ ἐπαναλαµβάνεται, κατὰ κάποιο τρόπο, καὶ στὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολή του, μὲ σαφῆ ἀναφορὰ στοὺς λειτουργοὺς τῆς Ἐκκλησίας, σ αὐτὸ ποὺ ὀνοµάζουµε «Ἱεραρχία»: «Ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ. [ … ] Καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους» (δ´ 7 καὶ 11). Ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας συµβάλλουν στὴν αὔξηση τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ, γι᾽ αὐτὸ καὶ κάθε πιστὸς ἀντλεῖ ἀπὸ τοὺς ἄλλους νόηµα ὕπαρξης. Λαὸς καὶ κλῆρος συνεργάζονται σ᾽ αὐτὴ τὴν ἁγιαστικὴ αὔξηση. Εἶναι λάθος νὰ ἀποµονώνουµε τὴν Ἐκκλησία ὡς ὑπόθεση τῶν κληρικῶν καὶ µάλιστα νὰ ἀντιπαρατιθέµεθα σὲ µιὰ τέτοια Ἐκκλησία, ποὺ τὴν ἀντιλαµβανόµαστε σὰν νὰ μὴν τῆς ἀνήκουµε. Κλῆρος καὶ λαὸς εἴµαστε μέλη τοῦ ἑνὸς καὶ µόνου σώµατος τοῦ Χριστοῦ, ὅλοι ἀµαρτωλοὶ ποὺ πορευόµαστε πρὸς τὴν ἁγιότητα, ἐπειδὴ ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ σώµατος, ὁ Χριστός, εἶναι ἅγιος.

.                Ἐπίκαιρες ὡς πρὸς τὸ θέµα μας θεωρῶ δύο καταγραφὲς ποὺ παραθέτει ὁ Ζήσιµος Λορεντζάτος στὸ ἔργο του Collectanea
α) τὴν 192: «Ἡ Ἐκλησία εἶναι κλῆρος καὶ λαός. Ὅπως µέσα στὸ λαὸ ὑπάρχουν παλιάνθρωποι, ἔτσι καὶ µέσα στὸν κλῆρο ὑπάρχουν παλιάνθρωποι. Γιὰ τοῦτο βαφτιστήκαµε Χριστιανοί: γιὰ νὰ ἔχοµε τὴ δυνατότητα νὰ δοκιμάσοµε (ἂν θέλοµε) νὰ πάψοµε νὰ εἴµαστε παλιάνθρωποι ἢ µοναχὰ ἄνθρωποι ἁµαρτωλοί. Κάθε φορὰ ποὺ ἀκούω σκάνδαλα στὸν κλῆρο («τῶν ἡµετέρων ἁµαρτηµάτων») προσπαθῶ νὰ μὴν κάνω διάκριση ἀπὸ σκάνδαλα ποὺ ἀκούω στὸ λαὸ («τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοηµάτων»). Ἡ Ἐκκλησία εἶναι αὐτὴ ποὺ στεγάζει καὶ τὰ µὲν καὶ τὰ δέ, µιὰ ποὺ στὴν Ἑλλάδα ὅλοι οἱ κάτοικοι εἶναι Ὀρθόδοξοι. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μᾶς στεγάζει ὅλους, μὲ τὰ ἐλαττώµατά μας ἢ τὶς παλιανθρωπιές μας -καὶ τὰ προτερήµατά μας, ἂν ἔχοµε- ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ὑποσχεµένη δυνατότητα νὰ πάψοµε ἀποτελεσµατικὰ νὰ εἴµαστε παλιάνθρωποι ἢ µοναχὰ ἄνθρωποι ἁµαρτωλοὶ καὶ νὰ ἐπωφεληθοῦµε (ἂν θέλοµε) ἀπὸ τὸ θεοτικὸ «ἀµέτρητον ἔλεος». Τί σκάνδαλα στὸν κλῆρο, τί σκάνδαλα στὸ λαό, σκάνδαλα δικά μας εἶναι καὶ τὰ δυό, σκάνδαλα τοῦ κόσµου τούτου. Πῶς ἔλεγε ὁ Πλάτωνας; “Αἰτία ἑλοµένου, θεὸς ἀναίτιος”».
.          καὶ
β) τὴν 895: «Ἔφυγε καὶ ὁ Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ τελευταῖος ἀπὸ τοὺς Γέροντες -πνευµατικοπαίδι μὲ τὴν ἀράδα του καὶ αὐτὸς τοῦ Ἀρσενίου ἀπὸ τὰ Φάρασα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας (ἀπὸ τὰ Φάρασα καὶ αὐτὸς)- ποὺ ἀξιώθηκα νὰ διαβάσω βιβλίο του ἢ νὰ γνωρίσω στὴ ζωή µου. Νὰ ἔχει τὴν εὐχή του ὁ κόσµος ὅλος καὶ ἰδιαίτερα οἱ Ὀρθόδοξοι, ὅσοι θέλουν, γιὰ τὸν ἕνα ἢ γιὰ τὸν ἄλλο λόγο, νὰ διορθώσουν ἐκεῖνοι τὴν Ἐκκλησία ἀντὶ νὰ διορθώσει ἡ Ἐκκλησία ἐκείνους. Ἀμήν!».
.         Λόγος ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ προαιώνια βουλὴ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅπως ὁ Θεὸς εἶναι κοινωνία προσώπων ἀσυγχύτως καὶ ἀδιαιρέτως, τὸ ἴδιο τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κοινωνία προσώπων. Ἡ Ἐκκλησία σώζει τὸν κόσµο μὲ αὐτὸ ποὺ εἶναι: σῶμα Χριστοῦ. Κι ἂν δεχόµαστε ὅτι ὁ Χριστὸς σώζει τὸν κόσµο, τὸ δεχόµαστε γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι Ἐκκλησία. Εἶναι ματαιοπονία, καὶ µάλιστα παγιδευτική, νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ Χριστὸς τὴν κεφαλὴ τοῦ σώµατος. Διάσταση µεταξύ τους δὲν ὑπάρχει. Ἡ κεφαλὴ «ἐκτρέφει καὶ θάλπει» τὸ σῶµα, καὶ τὸ σῶμα ζωογονεῖται ἀπὸ τὴν κεφαλή. Οὔτε ἡ ἀµαρτία, ἐγγενὴς ροπὴ τῆς ἀνθρώπινης φύσης, µπορεῖ νὰ διαιρέσει τὸ σῶμα ἀπὸ τὴν κεφαλή. Ἡ θεραπεία τῆς ἁµαρτίας (ἢ ἀπὸ τὴν ἁµαρτία) συντελεῖται ἐντὸς τοῦ σώµατος, ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Β

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 2, Μάρτ.- Ἀπρ. 2015

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».

.                 Στὸ προηγούμενο ὑπογραµµίσαµε ὅτι δὲν ἔχει διατυπωθεῖ ὁλοκληρωµένος ὁρισµὸς γιὰ τὴν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας – καὶ πάντως δὲν ἔχει διατυπωθεῖ ἀπὸ τὴ βιβλικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση, ἀφοῦ τὸ περιεχόµενό της ἀναδυόταν µέσῳ µιᾶς βιουμένης πραγµατικότητας. Ὡστόσο, ἀναπτύχθηκε µιὰ θεολογία γιὰ τὴν προσέγγιση αὐτῆς τῆς ταυτότητας µέσῳ εἰκονολογικῆς γλώσσας ποὺ ἀντλεῖ τὸ περιεχόµενό της ἀπὸ τὸ µέλλον, ἀπὸ τὴν κατάσταση τῆς ἐρχοµένης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Κυριαρχοῦσα εἰκόνα ποὺ µᾶς ἐπιτρέπει νὰ προσεγγίζουµε τὸ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ «σώµατος», καὶ µάλιστα µὲ τὴν ἐξειδίκευση «σῶµα Χριστοῦ». Τί θὰ µποροῦσε, λοιπόν, νὰ σηµαίνει ἡ ἔκφραση: «ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ»;
.                 Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ διατύπωση αὐτὴ πρωτοεισάγεται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο στὴν Α´ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ τοῦ προκειµένου νὰ καταγγείλει τὶς φυγόκεντρες τάσεις ποὺ ἐµφανίζονταν στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν, ἰδιαίτερα στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη, τονίζοντας ὅτι: «Ὑµεῖς δὲ ἐστε σῶµα Χριστοῦ καὶ µέλη ἐκ µέρους» (Α´ Κορ. ιβ´ 17), ἀφοῦ προηγουµένως ἔχει ἐπισηµάνει: «ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶµα οἱ πολλοὶ ἐσµεν οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου µετέχοµεν» (Α´ Κορ. ι´ 17). Ἕνα ἔτος ἀργότερα θὰ ἐπεξεργαστεῖ αὐτὴ τὴν εἰκόνα, ὅσον ἀφορᾶ στὴν Ἐκκλησία, στὴν πρὸς Ρωµαίους ἐπιστολή: «καθάπερ γὰρ ἐν ἑνὶ σώματι μέλη πολλὰ ἔχομεν, τὰ δὲ μέλη πάντα οὐ τὴν αὐτὴν ἔχει πρᾶξιν, οὕτως οἱ πολλοὶ ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ᾿ εἷς ἀλλήλων μέλη. ἔχοντες δὲ χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα, εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως, εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ, εἴτε ὁ διδάσκων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ, εἴτε ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι». (Ρωµ. ιβ´ 4-8), ἀναπτύσσοντας τὴν ἱεραρχικὴ καὶ χαρισµατικὴ δοµὴ τῶν ἐκκλησιαστικῶν λειτουργηµάτων, ποὺ ναὶ µὲν ἀναδεικνύουν τὴν ἑτερότητα, διασώζουν ὅμως τὴν ἑνότητα.
.             Ἡ πληρέστερη ὅμως περιγραφὴ τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ ἀναπτύσσεται στὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολή. Ἐκεῖ, ἀφοῦ θεµελιώσει τὴν ἑνότητα τῶν µελῶν τοῦ σώµατος στὴ µία καὶ µοναδικὴ πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ἀντλεῖται («εἷς Κύριος, µία πίστις, ἓν βάπτισµα, εἷς Θεὸς καὶ πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων καὶ διὰ πάντων, καὶ ἐν πᾶσιν ὑµῖν»), ἀφοῦ ἐπίσης ἀναδείξει τὴν ἑτερότητα ἑνὸς ἑκάστου τῶν πιστῶν («ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡµῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ µέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ»), ἀφοῦ ἐπίσης ὑπογραµµίσει τὴ διάκριση τῶν λειτουργηµάτων («Καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς µὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιµένας καὶ διδασκάλους»), κορυφώνει τὴν περιγραφὴ γιὰ νὰ δηλώσει τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας («πρὸς τὸν καταρτισµὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδοµὴν τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ, µέχρι καταντήσωµεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς µέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώµατος τοῦ Χριστοῦ»). Γι᾽ αὐτὸ καὶ µπορεῖ τώρα νὰ εἰσαγάγει τὸ στοιχεῖο ἐκεῖνο ποὺ ἀνάγει τὴν Ἐκκλησία σὲ θεῖο γεγονός, ἀφοῦ ἀντλεῖ τὴν ὕπαρξή της καὶ τὴν ἑνότητά της ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, τὴν κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ σώµατος τῶν πιστῶν («ἀληθεύοντες δὲ ἐν ἀγάπῃ αὐξήσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλή, ὁ Χριστός, ἐξ οὗ πᾶν τὸ σῶμα συναρμολογούμενον καὶ συμβιβαζόμενον διὰ πάσης ἁφῆς τῆς ἐπιχορηγίας κατ᾽ ἐνέργειαν ἐν μέτρῳ ἑνὸς ἑκάστου μέρους τὴν αὔξησιν τοῦ σώματος ποιεῖται εἰς οἰκοδομὴν ἑαυτοῦ ἐν ἀγάπῃ» (βλ. Ἐφεσ. δ´ 4-16 passim). Στὴν ἴδια ἐπιστολὴ ἀνάγει αὐτὴ τὴ σχέση σώµατος καὶ κεφαλῆς σὲ νυµφικὴ σχέση Χριστοῦ καὶ Ἐκκλησίας: «ὡς καὶ ὁ Χριστὸς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας, καὶ αὐτός ἐστι σωτὴρ τοῦ σώµατος» (Ἐφεσ. ε´ 23).
.                 Δύο ἀκόµη ἀναφορὲς στὴν εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ ὑπάρχουν στὴν πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολή, οἱ ὁποῖες κατ᾽ οὐσίαν ἀποτελοῦν ἐπαναλήψεις ὅσων ἀναπτύχθηκαν στὶς προηγούµενες καταγραφές, ἴσως ἐµφαντικότερα, µιᾶς καὶ ἔχουν ἀποφθεγµατικὸ χαρακτήρα: α) «Καὶ αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώµατος, τῆς ἐκκλησίας» (Κολ. α´ 18), καὶ β) « Νῦν χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ἀνταναπληρῶ τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ ἐκκλησία» (Κολ. ι´ 24).
.                   Σύµφωνα µὲ τὴ θεολογία τοῦ Παύλου, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα γεγονός, µιὰ κατάσταση ποὺ συµβαίνει. Ἔρχεται ἀπὸ τὴν αὐγὴ τῆς ἱστορίας, δρᾶ ἐν τῇ ἱστορίᾳ, καὶ πορεύεται πρὸς τὰ ἔσχατα ἔρχεται ἀπὸ τὴν πρώτη βούληση τοῦ Θεοῦ («ποιήσωµεν ἄνθρωπον κατ᾽ εἰκόνα ἡµετέραν καὶ καθ᾽ ὁµοίωσιν», Γέν. Α´ 26) καὶ πορεύεται πρὸς τὴ Βασιλεία του, µὲ µέγα σταθµὸ τὴν παρουσία καὶ τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Μέλη της εἶναι οἱ φίλοι του, στὴ µὲν προχριστιανικὴ πορεία της οἱ δίκαιοι τῆς Π. Διαθήκης (βλ. Ἰακ. β´ 23: «ἐπίστευσε δὲ Ἀβραὰµ τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην, καὶ φίλος Θεοῦ ἐκλήθη», καὶ Ἔξ. ΛΓ´11 : «καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν ἐνώπιος ἐνωπίῳ, ὡς εἴ τις λαλήσει πρὸς τὸν ἑαυτοῦ φίλον»), στὴ δὲ χριστιανικὴ πορεία της τὰ βαπτισµένα µέλη της, ζῶντες καὶ τεθνεῶτες (βλ. τὴ δήλωση τοῦ Χριστοῦ: «ὑµεῖς φίλοι µού ἐστε, […] ὑµᾶς δὲ εἴρηκα φίλους» (Ἰωάν. ιε´ 14-15). Ὅλοι αὐτοὶ οἱ φίλοι τοῦ Νυµφίου ἀποτελοῦν µέλη σώµατος ποὺ κεφαλή του εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτὸ σηµαίνει ὅτι τὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ, ὡς σῶµα τῆς Ἐκκλησίας, λαµβάνει ὑπόσταση ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.
.                 Τὰ µέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἅγια, ἐπειδὴ µὲ τὸ βάπτισµα λαµβάνουν τὴ σφραγίδα τῆς θείας χάρης, καὶ ἡ ἑνότητά τους πηγάζει ἀπὸ αὐτὴ ἀκριβῶς τὴ µία θεία χάρη («εἷς Κύριος, µία πίστις, ἓν βάπτισµα»). Καὶ ἡ ζωὴ τῶν πιστῶν εἶναι µία διαρκὴς πορεία πρὸς µία ἁγιότητα ποὺ τοὺς εἶναι δοσµένη οὕτως ἢ ἄλλως, ἀλλὰ ποὺ χρειάζεται νὰ εἶναι πάντα ἐνεργός. Ἤ, ὅπως δηλώνουν τὰ ἁγιολογικά µας κείµενα, µία πορεία πτώσεων καὶ ἀναστάσεων, µὲ κυρίαρχο ὅπλο καὶ µέσο τὴν µετάνοια. Ἐνδιαφέρον καὶ σηµαντικὸ εἶναι ἐπίσης νὰ γνωρίζουµε ὅτι ἡ ἑνότητα τῶν µελῶν τοῦ σώµατος δὲν αἴρει τὴ µοναδικότητα ἑνὸς ἑκάστου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Μποροῦµε ἑποµένως νὰ ἀντιληφθοῦµε τὴ δυναµικὴ τῆς σχέσης ἀνάµεσα στοὺς πολλοὺς καὶ στὸν ἕνα ἕκαστο, ἀλλὰ ἐπίσης ἀνάµεσα στοὺς πολλοὺς καὶ στὸν Ἕνα, τὸν Χριστό.
.                 Τὴν εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ θὰ τὴν παραλάβει ἡ πατερικὴ θεολογία καὶ θὰ οἰκοδοµήσει σ᾽ αὐτὴν τὴ διδασκαλία της γιὰ τὴν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διατύπωση ἀπαντᾶται στοὺς ἁγίους Κλήµη Ρώµης καὶ Ἰγνάτιο Ἀντιοχείας (τέλη 1ου καὶ ἀρχὲς 2ου αἰ.). Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος (µέσα 2ου καὶ ἀρχὲς 3ου αἰ. χαρακτηρίζει τὴν Ἐκκλησία «µέγα καὶ ἔνδοξον σῶµα Χριστοῦ», ὁ Μ. Ἀθανάσιος τὴν προσδιορίζει ὡς «πνευµατικὸ σῶµα» καὶ ὁ ἅγιος Κύριλλος ὡς «πνευµατικὴ σάρκα». Στὰ “Ἀσκητικά” του ὁ Μ. Βασίλεως ὑπογραµµίζει τὴν ἁρµονία καὶ τὸ ἀστασίαστον αὐτοῦ τοῦ σώµατος, ποὺ φυλάσσεται ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος: «Ταύτης τῆς τάξεως ἐν πνευµατικῷ συστήµατι φυλασσοµένης, δειχθήσεται, ὅτι ὄντως ἐσµὲν σώµα Χριστοῦ, καὶ µέλη ἐκ µέρους, τὴν ἁρµονίαν τῆς συναφείας καὶ τὴν πρὸς ἀλλήλους ἀστασίαστον ἕνωσιν διαπαντὸς φυλάττοντες» (Ἀσκητικά, PG 31,1421).
.             Τὸν 13ο ὅμως αἰ, ποὺ ἔχουµε τὴν εἴσοδο τοῦ σχολαστικισµοῦ (ὁ ὁποῖος µᾶς ταλαιπωρεῖ µέχρι σήµερα καὶ µᾶς σκοτεινιάζει τὴν ἀληθινὴ ἐκκλησιαστικὴ ζωή µας), εἰσάγεται τὸ ἐπίθετο «µυστικὸς» καὶ ἐµφανίζεται ἡ διατύπωση «µυστικὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ» (corpus Christi mysticum), ἀντὶ τῆς διατύπωσης «µυστηριακὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ» (corpus Christi mysteriacum ἢ mystericum) ποὺ εἶχε εἰσαγάγει ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων (4ος αἰ.). Ἡ καινοτοµία αὐτὴ δὲν εἶναι ἀµελητέα, γιατί µετακινεῖ τὸ περιεχόµενο τῆς Ἐκκλησίας σὲ µιὰ ἀόρατη, κρυφὴ ἀντίληψη. Ἀντὶ νὰ σηµαίνει τὸ σῶµα τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ «κέκρυπται» σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ, εἰσάγει τὴν ἀντίληψη µιᾶς ἀτοµικιστικῆς ἑνώσεως τῶν ἀνθρώπων µὲ τὸν Θεό, εἴτε µὲ τὴν ἁγιάζουσα χάρη εἴτε µὲ τὴ χάρη τοῦ προορισµοῦ, χωρὶς δηλαδὴ τὴ σχέση καὶ τὴν ἀνάγκη µιᾶς ὁρατῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὴ Μεταρρύθµιση µάλιστα ἡ Ἐκκλησία ἔγινε ἀντιληπτὴ ὡς ἄσαρκη καὶ ἀόρατη, ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἱεραρχίας, δράσεως ἢ ὀργανώσεως –οὔτε κἂν µυστηρίων.
.                 Θὰ συνεχίσουµε ὅμως τὴν ἐξέταση τοῦ περιεχοµένου τῆς εἰκόνας τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».

,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Α

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 1
, Ἰαν.- Φεβρ. 2015

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.                 Στὴ µετάφραση τῶν Ἑβδοµήκοντα ἡ λέξη «ἐκκλησία» δηλώνει τὴν σύναξη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ (Ἰσραήλ), καὶ τὴν πρωτοσυναντᾶµε κατὰ τὴν περίοδο τῆς συνάψεως τῆς Διαθήκης τοῦ Σινᾶ (βλ. Δευτ. ΛΑ´ 30: «καὶ ἐλάλησε Μωυσῆς εἰς τὰ ὦτα πάσης ἐκκλησίας τὰ ρήµατα τῆς ᾠδῆς ταύτης ἕως εἰς τέλος»). Οἱ Ἑβδοµήκοντα µεταφράζουν τὴν ἑβραϊκὴ λέξη «καχὰλ» (qahal), ἡ ὁποία περιγράφει τὴν συγκέντρωση τοῦ λαοῦ γιὰ λατρευτικὴ πράξη. Στὶς ἑβραϊκὲς γραφὲς χρησιµοποιεῖται καὶ ὁ ὅρος «ἐντὰχ» (édah), ἡ ὁποία µεταφράζεται μὲ τὸν ὅρο «συναγωγὴ» (βλ. Δευτ. Ε´ 22: «Ταῦτα τὰ ρήµατα ἐλάλησε Κύριος πρὸς πᾶσαν συναγωγὴν ὕµων ἐν τῷ ὄρει ἐκ μέσου τοῦ πυρός»). Αὐτοὶ οἱ δύο  ὅροι, ἐκκλησία καὶ συναγωγή, χρησιµοποιοῦνται σχεδὸν ὡς ταυτόσηµοι στὰ κείµενα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
.                 Εἶναι φανερὸ ὅτι ὁ ὅρος ἐκκλησία, τόσο στὴν ἑλληνικὴ γραµµατεία ὅσο καὶ στὴν ἰουδαϊκή, σήµαινε συνέλευση, στὴ μὲν ἑλληνικὴ ὡς πράξη λαοῦ (τοῦ Δήµου) γιὰ νὰ ληφθοῦν ἀποφάσεις πολιτικοῦ περιεχοµένου, στὴν δὲ ἰουδαϊκὴ ὡς πράξη θρησκευτικοῦ περιεχοµένου τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
.                 Στὴν Καινὴ Διαθήκη τὸ περιεχόµενο τοῦ ὅρου διαφοροποιεῖται, ἕως καὶ ἀνατρέπεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος ἀνάγει τὴν Ἐκκλησία στὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Τώρα ἡ ἐκκλησία δὲν εἶναι µιὰ σύναξη, µιὰ συνέλευση, ἔστω ὅσων ἔχουν κοινὴ πίστη καὶ κοινὸ προσανατολισµό, ἀλλὰ εἶναι τὸ ἴδιο τὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Κι ἐπειδὴ τὰ µέλη αὐτοῦ τοῦ σώµατος εἶναι συνδεδεµένα μὲ τὸν Χριστό, συνδεδεµένα µάλιστα μὲ ἐνέργειες ποὺ χορηγεῖ τὸ Ἅγιο Πνεύµα, γι᾽ αὐτὸ τὸ ὀνοµάζουµε µυστικὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ.
.                 Ἐνῶ λοιπὸν ὁ ὅρος “ἐκκλησία” στὴν ἑλληνικὴ καὶ ἰουδαϊκὴ παράδοση εἶναι εὔκολο νὰ προσδιοριστεῖ καὶ νὰ ὁριστεῖ (σύναξη ἢ συµβούλιο τοῦ Δήµου ἢ τοῦ λαοῦ τῶν πιστῶν), στὴ χριστιανικὴ παράδοση δὲν ὑπάρχει ὁρισµὸς ὅσον ἀφορᾶ στὸ περιεχόµενο τοῦ ὅρου, τουλάχιστον μέχρι τὴν ἐµφάνιση τοῦ σχολαστικισµοῦ (12ος αἰ.), γιατί μὲ τὴν εἴσοδο στὴν ἱστορία τοῦ γεγονότος τῆς Πεντηκοστῆς ἡ Ἐκκλησία γίνεται ἀντιληπτὴ ὡς βιουµένη πραγµατικότητα, ἀκριβῶς γιατί ἡ σχέση τῶν πιστῶν μὲ τὸν Χριστὸ ἐνεργεῖται σὲ ὑπαρξιακὸ (ὀντολογικὸ) ἐπίπεδο καὶ ὄχι σὲ πολιτικὸ ἢ ἠθικό.
.                 Μὲ βάση τὰ ὅσα ἀναφέρθηκαν, θὰ µπορούσαµε νὰ θέσουµε τὸ ἐρώτηµα πῶς καὶ ποῦ γίνεται ἀντιληπτὴ ἡ παρουσία τῆς Ἐκκλησίας, πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐµεῖς ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας. Τὸ ἐρώτηµα προϋποθέτει βέβαια µιὰ ἐλεύθερη ἀπόφαση (ἢ πρόθεση) ἑκάστου πιστοῦ νὰ ζήσει τὴν πραγµατικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι γιὰ νὰ µάθει γι᾽ αὐτὴν ἀλλὰ γιὰ νὰ µετάσχει σ᾽ αὐτήν. Ἂς θυµηθοῦµε, στὸ σηµεῖο αὐτό, ὅτι γιὰ ἀρκετοὺς αἰῶνες λειτουργοῦσε µιὰ «µυστηριακὴ πειθαρχία» γιὰ ὅσους µετεῖχαν στὸ µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἡ ὁποία ἀπαγόρευε στοὺς χριστιανοὺς νὰ µιλοῦν ἢ νὰ κοινοποιοῦν στοὺς ἐκτὸς ὅ, τι ἀφοροῦσε στὰ λεγόµενα ἢ τεκταινόµενα στὶς ἱερὲς συνάξεις (βλ. Μ. Ἀθανασίου, Ἀπολογητικὸς Β, ΙΑ 2: «οὐ χρεῖ τὰ µυστήρια ἀµυήτοις τραγῳδεῖν, ἵνα µὴ Ἕλληνες μὲν ἀγνοοῦντες γελῶσι, κατηχούµενοι δὲ περίεργοι γενόµενοι σκανδαλίζωνται».
.                 Ἡ µονοσήµαντη ἀπάντηση στὸ ἐρώτηµα δὲν εἶναι εὔκολη, γιατί ἀπὸ πολὺ νωρὶς (3ος αἰώνας) ἐµφανίστηκαν καὶ διαµορφώθηκαν δύο τάσεις, συνήθως αὐτονοµηµένες, μέσῳ τῶν ὁποίων βιώνεται τὸ µυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ μία ἀντιλαµβάνεται τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας ὡς μία διαρκῆ ἄσκηση ποὺ ἀποβλέπει στὴν ἐσωτερικὴ κάθαρση τοῦ πιστοῦ καὶ ποὺ ἐπιτρέπει τὴν «καλὴν ἀλλοίωσιν» τῆς φύσεως (τὸν φωτισµὸ τοῦ νοὸς ἢ τῆς καρδίας), ἄσκηση ποὺ ἐνεργεῖται κατ᾽ ἐξοχὴν στὶς κοινότητες τῶν µοναχῶν καὶ ποὺ ἐµπεριέχει ἐπίσης ἕνα διαρκῆ πόλεµο ἐναντίον τῶν παθῶν καὶ τῶν δαιµονικῶν ἐνεργειῶν. Ἡ ἄλλη ἀντιλαµβάνεται αὐτὴ τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας ὡς µετοχὴ στὴν πράξη τῆς θείας Εὐχαριστίας, πράξη στὴν ὁποία γιὰ νὰ φτάσει ὁ πιστὸς χρειάζεται ἐπίσης διαρκῆ ἄσκηση, ποὺ θὰ τοῦ ἐπιτρέψει νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, κατάσταση ποὺ τὴν ὀνοµάζουµε «µυστήριον τῆς υἱοθεσίας».
.                 Οἱ δύο αὐτὲς ὁδοὶ δὲν ἔπαψαν μέχρι σήµερα συχνὰ νὰ «συγκρούονται», παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐµφανίστηκαν συνθέσεις, μὲ κορυφαῖες αὐτὲς ποὺ πρότειναν ὁ ἅγιος Μάξιµος Ὁµολογητής (6ος αἰώνας) καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαµᾶς (14ος αἰώνας), οἱ ὁποῖες συµποσοῦνται στὴν ἑξῆς μία: ἡ ὁδὸς τῆς σωτηρίας βρίσκεται στὴ σύνθεση ἀσκήσεως καὶ θείας Λειτουργίας. Ἐνδιαφέρουσα εἶναι καὶ ἡ περίπτωση τῆς συνθέσεως ποὺ ἐµφανίστηκε τὸν 11ο αἰώνα μὲ τὴν καθιέρωση τῆς ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, σύµφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ αὐτόνοµη ἔκφραση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους μέσῳ τῆς ἄσκησης ἢ μέσῳ τῆς θεωρίας (θεολογίας) ἢ μέσῳ τῆς µετανοίας ὡς ἔµπρακτης ἀγάπης πρὸς τὸν ἑαυτό, πρὸς τὸν πλησίον καὶ πρὸς τὸν Θεό, εἰσάγει µιὰ διακινδύνευση καὶ µιὰ σύγχυση, ἐνῶ ἡ σύνθεση καὶ τῶν τριῶν αὐτῶν ἐπὶ μέρους ὁδῶν ὁδηγεῖ στὴν ἐγχρίστωση καὶ θεογνωσία.
.                 Εἶναι γνωστὸ ὅτι ναὶ μὲν δὲν µποροῦµε νὰ ὁρίσουµε τὸ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως κάνει περιττῶς καὶ ἐσφαλµένως ἡ σχολαστικὴ θεολογία ἔχοντας ἐπηρεάσει τὰ δογµατικά µας ἐγχειρίδια, περισσεύουν ἐν τούτοις οἱ ἀναφορὲς ποὺ τὴν περιγράφουν καὶ τὴν προσδιορίζουν. Πρόκειται γιὰ µιὰ εἰκονολογικὴ προσέγγιση βιουµένης πραγµατικότητας. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καταθέτει µερικὲς εἰκόνες ποὺ ἀναφέρονται στὴν Ἐκκλησία ὡς σχέση τῶν πιστῶν µαζί του:
α) ἄµπελος καὶ κλήµατα («Ἐγώ εἰµι ἡ ἄµπελος, ὑµεῖς τὰ κλήµατα» [Ἰωάν. ιε´ 5])
β) οἰκοδοµὴ («ἐπὶ ταύτην τὴν πέτραν [= τὴν ὁµολογία πίστεως] οἰκοδοµήσω µου τὴν ἐκκλησίαν» [Ματθ. ιϛ´ 18], καὶ ἐµµέσως «λίθον ὃν ἀπεδοκίµασαν οἱ οἰκοδοµοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας» [Ματθ. κα´ 42])
γ) ποίµνη («Ἐγώ εἰµι ὁ ποιµὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐµὰ καὶ γινώσκοµαι ὑπὸ τῶν ἐµῶν» [Ἰωάν. ι´ 14]) .
.               Στὴν θεολογία τοῦ ἀποστόλου Παύλου θὰ ἐπαναληφθεῖ ἡ εἰκόνα τῆς οἰκοδοµῆς, ποὺ εἰσήγαγε ὁ Χριστός, καὶ θὰ ἀναπτυχθεῖ περισσότερο («ἐποικοδοµηθέντες ἐπὶ τῷ θεµελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐν ᾧ πᾶσα ἡ οἰκοδοµὴ συναρµολογουµένη αὔξει εἰς ναὸν ἅγιον ἐν Κυρίῳ ἐν ᾧ καὶ ὑµεῖς συνοικοδοµεῖσθε εἰς κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ ἐν Πνεύµατι» [Ἐφεσ. β´ 20-22]). Κυρίως ὅμως θὰ εἰσαχθεῖ καὶ θὰ ἀναπτυχθεῖ ἡ εἰκόνα τοῦ σώµατος, τοῦ ὁποίου µέλη εἶναι οἱ πιστοὶ καὶ κεφαλὴ ὁ Χριστὸς («πάντα ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ, καὶ αὐτὸν ἔδωκε κεφαλὴν ὑπὲρ πάντα τῇ ἐκκλησίᾳ ἥτις ἐστὶ τὸ σῶµα αὐτοῦ, τὸ πλήρωµα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουµένου [Ἐφεσ. α´ 22]), εἰκόνα ποὺ παγιώθηκε ὡς ἀκριβέστερη ὅλων καὶ ἔγινε οἰκεία στὴν πατερικὴ θεολογία, ἡ ὁποία θεµελίωσε τὴν ἀντίληψη τοῦ µυστικοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Μάλιστα, στὴν πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολή, συνδέοντας τὴν εἰκόνα τοῦ σώµατος μὲ τὴν γαµήλια σχέση στοὺς ἀνθρώπους, εἰσάγει καὶ τὴν εἰκόνα τῆς γαµήλιας σχέσης Χριστοῦ καὶ Ἐκκλησίας («καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς, ἵνα αὐτὴν ἁγιάσῃ καθαρίσας τῷ λουτρῷ τοῦ ὕδατος ἐν ρήµατι, ἵνα παραστήσῃ αὐτὴν ἑαυτῷ ἔνδοξον τὴν ἐκκλησίαν, µὴ ἔχουσαν σπίλον ἢ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων, ἀλλ᾽ ἵνα ᾖ ἁγία καὶ ἄµωµος» [Ἐφεσ. ε´ 26-27]).
.           Σ᾽ αὐτὴ τὴν εἰκόνα τῆς γαµήλιας σχέσης Χριστοῦ καὶ Ἐκκλησίας θὰ στηρίξει καὶ θὰ ἀναπτύξει ὁ συγγραφέας τῆς Ἀποκαλύψεως τὴν θεολογία ἑνὸς θείου ἔρωτα, σύµφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἀποστέλλει τὸν Υἱό του γιὰ νὰ λυτρώσει τὴ Γυναίκα (= Ἐκκλησία) καὶ νὰ τὴν συνάψει μὲ τὸν Νυµφίο Χριστό, ὁ ὁποῖος ὡς ἐσφαγµένο Ἀρνίο τὴν περικλείει στὴν ἀγκαλιά του καὶ ἑνώνεται µαζί της («Χαίρωµεν καὶ ἀγαλλιώµεθα καὶ δῶµεν τὴν δόξαν αὐτῷ, ὅτι ἦλθεν ὁ γάµος τοῦ ἀρνίου, καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἡτοίµασεν ἑαυτήν» [Ἀποκ. ιθ´ 7]).

Συνεχίζεται: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»

,

Σχολιάστε