Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δημ. Μαυρόπουλος

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –15 «Ὁ Χριστὸς ὡς κριτὴς τοῦ κόσμου»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IΕ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 6/ Νοέμ. – Δεκ. 2017, σελ. 23-27
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»
Μέρος ΙΑ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»
Μέρος ΙΒ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –12 «Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»
Μέρος ΙΓ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –13 «Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας »
Mέρος ΙΔ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –14 «Ἡ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ τῆς Ἐκκλησίας»

Χριστς ς κριτς το κόσμου

.               Στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως διατυπώνουμε τὴν πεποίθηση ὅτι κατὰ τοὺς ἔσχατους χρόνους ὁ Χριστὸς θὰ ἐπανέλθει στὴν ἱστορία ὡς κριτὴς τοῦ κόσμου: «… καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς». Τί σημαίνει ὅμως ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ κρίνει; Ἡ γνώμη, ποὺ διαμορφώθηκε στὸν χριστιανικὸ κόσμο ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς μέχρι σήμερα, δὲν ἦταν πάντα αὐτονόητη, πολὺ περισσότερο δὲν ἦταν πάντοτε ἴδια στὶς διάφορες ὀμέδες πιστῶν, ἐξ αἰτίας τῶν ποικίλων ἑρμηνειῶν ποὺ ἀναπτύχθηκαν, ἀκόμη κι ὅταν ἡ βάση αὐτῶν τῶν ἑρμηνειῶν ἦταν βιβλικὲς περιγραφὲς καὶ ἀναφορές, ἴδιες τὶς περισσότερες φορὲς στὶς διαφορετικὲς ὁμάδες.
.               Ἐν συνεχείᾳ ἄρχισε νὰ προσδιορίζει τὴ νοητικὴ ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐλέγχει, νὰ κατατάσσει, νὰ ἀξιολογεῖ καὶ νὰ συμπεραίνει ἐνέργειες καὶ καταστάσεις τῶν ἀνθρώπινων δραστηριοτήτων. Ὅταν οἱ λέξεις αὐτὲς χρησιμοποιήθηκαν γιὰ τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις, ἀναπτύχθηκε τὸ πλαίσιο τῶν δικονομικῶν διαδικασιῶν: κρίση εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ δικαίου. Εἰσερχόμαστε πλέον στὴ δικανικὴ διαδικασία (καὶ ἀντίληψη) ποὺ προσδιορίζει τὸν βίο τῶν ἀνθρώπων. Ἀνάλογη ἦταν καὶ ἡ σημασία τους στὴν ἑβραϊκὴ παράδοση.
.               Ὁ Μωυσῆς εἶναι τὸ πρότυπο τοῦ ἡγέτη ποὺ γνωρίζει, ὡς προφήτης τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀναγνωρίζει τὰ σημεῖα τῆς θείας δικαιοσύνης, εἶναι ὁ νομοθέτης καὶ ἐπίσης εἶναι ὁ Κριτής. Στὴ γλῶσσα τῆς Βίβλου, saphat σημαίνει κρίση καὶ saphet σημαίνει κριτής. Μετὰ ἀπὸ τὸν Μωυσῆ τὸν ρόλο αὐτὸ θὰ συνεχίσουν οἱ ἡγέτες τοῦ λαοῦ, Κριτὲς ἢ Βασιλεῖς. Καθολικὸ αἴτημα εἶναι ἡ δικαιοσύνη, θεία καὶ ἀνθρώπινη. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι ἐφικτὴ ἡ διασφάλισή της, οἱ προφῆτες εἰσάγουν τὸ πρότυπο ἑνὸς δικαίου ποὺ θὰ ἐμφανιστεῖ στὸ μέλλον καὶ θὰ ἀποκαταστήσει τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὁ Μεσσίας (=Σωτὴρ) ποὺ θὰ ἀποσταλεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ θὰ ὁδηγήσει στὴ θεία Βασιλεία, ὄντας αὐτὸς πλέον βασιλιὰς καὶ Κριτής.
.               Ὁ προφήτης Ἠσαΐας τὸν περιγράφει μὲ ἔξοχες διατυπώσεις: «Καὶ ἐξελεύσεται ράβδος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ρίζης ἀναβήσεται. Καὶ ἀναπαύσεται ἐπ᾽ αὐτὸν πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πνεῦμα σοφίας καὶ συνέσεως, πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύος, πνεῦμα γνώσεως καὶ εὐσεβείας· ἐμπλήσει αὐτὸν πνεῦμα φόβου Θεοῦ. Οὐ κατὰ τὸν δόξαν κρινεῖ οὐδὲ κατὰ τὴν λαλιὰν ἐλέγξει, ἀλλὰ κρινεῖ ταπεινῷ κρίσιν καὶ ἐλέγξει τοῖς ταπεινοῖς τῆς γῆς· καὶ πατάξει γῆν τῷ λόγῳ τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ ἐν πνεύματι διὰ χειλέων ἀνελεῖ ἀσεβῆ. καὶ ἔσται δικαιοσύνη ἐζωσμένος τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ καὶ ἀληθεία εἰλημμένος τὰς πλευρᾶς» (Ἠσ. ια´ 15). Καὶ ὁ προφήτης Ἱερεμίας ὑπογραμμίζει: «Ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ ἀναστήσω τῷ Δαυὶδ ἀνατολὴν δικαίαν, καὶ βασιλεύσει βασιλεῖς καὶ συνήσει καὶ ποιήσει κρίμα καὶ δικαιοσύνην ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἱερ. κγ´ 5).
.               Ὁ Ἰησοῦς τῆς Ναζαρὲτ ἀποκαλύπτεται ὡς ὁ Χριστὸς Κυρίου (κατὰ τὴ βάπτισή του), καὶ συνεκδοχικὰ ὡς ὁ Κριτὴς τοῦ κόσμου. Οἱ ἀρχαῖες ἐπαγγελίες πραγματοποιήθηκαν στὸ πρόσωπό του.Ἡ ἴδια ἡ παρουσία του ἐνεργεῖ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων. Ὁ θάνατός του εἶναι τὸ σημεῖον τῆς κρίσεως τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔχει σημασία ἡ εἰκόνα τοῦ ἐσχατολογικοῦ Χριστοῦ στὴν Ἀποκάλυψη: εἶναι τὸ ἐσφαγμένον ἀρνίον. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι τοῦ Σταυροῦ ἔχει προηγηθεῖ ἡ δίκη τοῦ Ἰησοῦ (θρησκευτικὴ καὶ πολιτική), ἡ καταδίκη του σὲ θάνατο, ὁ βασανισμὸς καὶ ἡ σταύρωση. Ὁ κόσμος λοιπὸν κρίνεται διαρκῶς ἀπέναντι στὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ κριθεῖ (ζῶντες καὶ τεθνεῶτες) στοὺς ἔσχατους καιρούς.
.               Στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση ἀντιλαμβανόμαστε τὸν Θεὸ (τὸν Χριστὸ) ὡς Κριτὴ τοῦ κόσμου, ὡς τὸν ἐσχατολογικὸ Κριτή. Κατ᾽ ἀρχάς, ἡ Κ. Διαθήκη μᾶς παρέχει ἀρκετὲς προσεγγίσεις στὸ θέμα (συνοπτικὰ εὐαγγέλια, ἰωάννεια καὶ παύλεια θεολογία), ἂν καὶ μερικὲς φορὲς κατὰ τὸ φαινόμενον ἀντιφατικές. Ἀπὸ τὴ μιὰ ἔχουμε τὴ δήλωση τοῦ Χριστοῦ ὅτι ἦλθε γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο καὶ ὄχι γιὰ νὰ τὸν κρίνει («οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾽ αὐτοῦ», Ἰωάν. γ´17), ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν εἰκόνα ποὺ ἀποτυπώνει ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς θὰ ἀποφανθεῖ γιὰ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων. Ἡ δεύτερη αὐτὴ εἰκόνα, ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη, ἔγινε κατανοητὴ ὡς ἀλήθεια, γιὰ νὰ μὴν πῶ ὡς ἡ μόνη ἀλήθεια, ἰδιαίτερα μάλιστα ἀπὸ χριστιανικὲς σέκτες ἐκτὸς τοῦ σώματος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
.               Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν ἀντίληψη, ὁ ἐσχατολογικὸς Χριστὸς δικάζει καὶ ἀποφαίνεται γιὰ τὸ ποιοὺς θὰ βραβεύσει καὶ ποιοὺς θὰ καταδικάσει. Καὶ ὅμως, ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, στὸ γ´ κεφάλαιο τοῦ εὐαγγελίου του, μᾶς ξεδιπλώνει μὲ εὐκρίνεια τί σημαίνει «κρίσις»: «Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν [τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ] οὐ κρίνεται· ὁ δὲ μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς· ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα. Πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ· ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν εἰργασμένα» (Ἰωάν. γ´ 18-21). Ἡ τελικὴ Κρίση ἑπομένως θὰ φανερώσει τὴν κατάσταση τῆς καρδιᾶς ἑκάστου ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ κατὰ τὴ δική της ἐπιλογή, δὲν θὰ εἶναι συνέπεια μιᾶς ἐτυμηγορίας τοῦ Θεοῦ. Κατ τοτο λοιπν εναι Κριτς το κόσμου Χριστός, γιατί νώπιόν του φανερώνεται τ βαθύτερο μυστικ κάστου νθρώπου: εναι μ τ φς εναι μ τ σκότος. Ἡ δευτέρα παρουσία τοῦ Χριστοῦ συνοδεύεται ἀπὸ κρίση. Ἡ ἴδια ἡ παρουσία του εἶναι συγχρόνως καὶ κρίση: ὅσοι εἶναι δικοί του, ὅσοι δὲν εἶναι δικοί του. Χαρὰ γιὰ τοὺς πρώτους, θλίψη –ἢ μᾶλλον βασανισμός– γιὰ τοὺς δεύτερους. Ἢ ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «Καὶ τοῦτο εἰδέναι δεῖ, ὅτι ὁ Θεὸς οὐ κολάζει τινὰ ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλ᾽ ἕκαστος ἑαυτὸν δεκτικὸν ποιεῖ τῆς μετοχῆς τοῦ Θεοῦ. Ἔστιν ἡ μὲν μετοχὴ τοῦ Θεοῦ τρυφή, ἡ δὲ ἀμεθεξία αὐτοῦ κόλασις» (Κατὰ Μανιχαίων, PG 94, 1545D-1548A), μιὰ κατάσταση ποὺ ἀποτυπώνει ἀργότερα ὡς στοιχεῖο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὁ Κάλλιστος Ξανθόπουλος, μαθητὴς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, στὸ συναξάρι τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω: «… τὰ ὁποῖα λαμπρῶς ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ δεχομένη, οἴεται [= νομίζει] τρυφὴν μὲν καὶ βασιλείαν οὐρανῶν εἶναι τὴν μετὰ Θεοῦ τῶν Ἁγίων συνδιαγωγὴν καὶ τὴν ἐσομένην ἐκείνοις ἔλλαμψιν διηνεκῆ καὶ ἀνάβασιν· βάσανον δὲ καὶ σκότος καὶ τὰ τοιαῦτα, τὸν ἀπὸ Θεοῦ μακρυσμόν, καὶ τὴν τῶν ψυχῶν διὰ τοῦ συνειδότος δαπάνην». Τόσο μόνον: μετὰ τοῦ Θεοῦ οἱ μέν, χωρὶς τὸν Θεὸ οἱ δέ. Καὶ μάλιστα σὲ μιὰ προοπτικὴ ἄχρονη.
.               Ὑπάρχει ἕνα ἐρώτημα ποὺ διατρέχει τὴν ἱστορία, ἰδιαίτερα τὴν ἱστορία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου: ἡ τελικὴ κρίση εἶναι τελεσίδικη ἢ πάντα ἀνοιχτὴ σὲ μιὰ ἄχρονη πραγματικότητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ; Τὸ ἐρώτημα δὲν ἔλαβε ποτὲ τελικὴ ἀπάντηση, ἀλλὰ ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας (βιβλική, πατερική, ἁγιολογικὴ) ἀφήνει παράθυρο γιὰ μιὰ συνεχῆ διαδικασία κρίσεως καὶ ἐπανακρίσεως τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐπιμένει νὰ ἐπιλέγει στὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν τελικὴ κρίση. Μνημονεύω τὴν ἐπιμονὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς πράξης νὰ προσεύχεται γιὰ τοὺς τεθνεῶτες, γιὰ τὴ σωτηρία τους μέσῳ τῶν μνημοσύνων. Πρόκειται γιὰ πράξη ποὺ ὑπερβαίνει τὴ λεγόμενη τελικὴ κρίση.
.               Ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς μᾶς γνωρίζει τὸ θέλημα τοῦ Πατρὸς ὡς δικό του θέλημα. Γι᾽ αὐτὸ ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ γίνεται κρίση τοῦ κόσμου, ἀφοῦ δι᾽ αὐτῆς ἀποκαθίσταται ἡ δικαιοσύνη ποὺ ἔχει διαταραχθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνταρσία τοῦ ἀνθρώπου, πραγματοποιεῖται ἡ ἀποκατάσταση τῆς σχέσης κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Ὁ Υἱός, ὡς Χριστός, φέρνει τὸν Θεὸ ἀνάμεσά μας καὶ ὁδηγεῖ τοὺς πιστοὺς στὸν Θεό. Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀλληλοπεριχωροῦνται. Ἡ κρίση καὶ ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐνεργοῦνται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἐνέργεια, ὅσο καλὴ καὶ σπουδαία κι ἂν εἶναι αὐτή, ἀλλ᾽ ἐγκαθίστανται στὴν ἱστορία ὡς κρίση καὶ δικαιοσύνη ἐναρμονισμένη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιατί ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι πλέον καὶ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.
.               Κρῖμα σημαίνει διάκριση τῶν ὁρίων ἀνάμεσα στὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀδικία, διάκριση τῶν δικαίων ἀπὸ τοὺς ἀδίκους. Ὁ Χριστὸς γίνεται τὸ κρῖμα τοῦ κόσμου, γιατί ἡ παρουσία του ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν στάση, τὴν ἐνέργεια καὶ τὴν ἔκφραση τοῦ περιεχομένου τῆς καρδιᾶς ἑκάστου ἀνθρώπου: μὲ τὸν Χριστὸ ἢ χωρὶς τὸν Χριστό. Δὲν εἶναι ὁ Θεὸς αὐτὸς ποὺ ἀποφασίζει γιὰ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ᾽ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀποφασίζουν γιὰ τὴ σχέση τους μὲ τὸν Θεό. Ὁ Ἰησοῦς διακήρυξε ὅτι ἦρθε στὸν κόσμο ὄχι γιὰ νὰ τὸν κρίνει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν σώσει. Τὸ ἔργο του δὲν εἶναι ἡ κρίση, εἶναι ἡ σωτηρία. Ἡ παρουσία του στὴν ἱστορία γίνεται κρίση, ἀποκαλύπτει τοὺς ἀνθρώπους τοῦ φωτὸς καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ σκότους

Διαφημίσεις

, , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-15 «Ἐνώπιόν Του φανερώνεται τὸ βαθύτερο μυστικὸ ἑκάστου ἀνθρώπου».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IΕ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 6, Νοεμ.- Δεκ. 2017
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»
Μέρος ΙΑ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»
Μέρος ΙΒ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –12 «Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»
Μέρος ΙΓ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –13 «Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας »
Μέρος ΙΔ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –14 «Ἡ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ τῆς Ἐκκλησίας»

Ὁ Χριστὸς ὡς κριτὴς τοῦ κόσμου

.               Στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως διατυπώνουμε τὴν πεποίθηση ὅτι κατὰ τοὺς ἔσχατους χρόνους ὁ Χριστὸς θὰ ἐπανέλθει στὴν ἱστορία ὡς κριτὴς τοῦ κόσμου: «… καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζώντας καὶ νεκρούς». Τί σημαίνει ὅμως ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ κρίνει; Ἡ γνώμη, ποὺ διαμορφώθηκε στὸν χριστιανικὸ κόσμο ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς μέχρι σήμερα, δὲν ἦταν πάντα αὐτονόητη, πολὺ περισσότερο δὲν ἦταν πάντοτε ἴδια στὶς διάφορες ὁμάδες πιστῶν, ἐξ αἰτίας τῶν ποικίλων ἑρμηνειῶν ποὺ ἀναπτύχθηκαν, ἀκόμη κι ὅταν ἡ βάση αὐτῶν τῶν ἑρμηνειῶν ἦταν βιβλικὲς περιγραφὲς καὶ ἀναφορές, ἴδιες τὶς περισσότερες φορὲς στὶς διαφορετικὲς ὁμάδες.
.               Ἐν συνεχείᾳ ἄρχισε νὰ προσδιορίζει τὴ νοητικὴ ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐλέγχει, νὰ κατατάσσει, νὰ ἀξιολογεῖ καὶ νὰ συμπεραίνει ἐνέργειες καὶ καταστάσεις τῶν ἀνθρώπινων δραστηριοτήτων. Ὅταν οἱ λέξεις αὐτὲς χρησιμοποιήθηκαν γιὰ τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις, ἀναπτύχθηκε τὸ πλαίσιο τῶν δικονομικῶν διαδικασιῶν: κρίση εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ δικαίου. Εἰσερχόμαστε πλέον στὴ δικανικὴ διαδικασία (καὶ ἀντίληψη) ποὺ προσδιορίζει τὸν βίο τῶν ἀνθρώπων. Ἀνάλογη ἦταν καὶ ἡ σημασία τους στὴν ἑβραϊκὴ παράδοση.
.               Ὁ Μωυσῆς εἶναι τὸ πρότυπο τοῦ ἡγέτη ποὺ γνωρίζει, ὡς προφήτης τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀναγνωρίζει τὰ σημεῖα τῆς θείας δικαιοσύνης, εἶναι ὁ νομοθέτης καὶ ἐπίσης εἶναι ὁ Κριτής. Στὴ γλῶσσα τῆς Βίβλου, saphat σημαίνει κρίση καὶ saphet σημαίνει κριτής. Μετὰ ἀπὸ τὸν Μωυσῆ τὸν ρόλο αὐτὸ θὰ συνεχίσουν οἱ ἡγέτες τοῦ λαοῦ, Κριτὲς ἢ Βασιλεῖς. Καθολικὸ αἴτημα εἶναι ἡ δικαιοσύνη, θεία καὶ ἀνθρώπινη. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι ἐφικτὴ ἡ διασφάλισή της, οἱ προφῆτες εἰσάγουν τὸ πρότυπο ἑνὸς δικαίου ποὺ θὰ ἐμφανιστεῖ στὸ μέλλον καὶ θὰ ἀποκαταστήσει τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὁ Μεσσίας (=Σωτὴρ) ποὺ θὰ ἀποσταλεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ θὰ ὁδηγήσει στὴ θεία Βασιλεία, ὄντας αὐτὸς πλέον βασιλιὰς καὶ Κριτής.
.               Ὁ προφήτης Ἠσαΐας τὸν περιγράφει μὲ ἔξοχες διατυπώσεις: «Καὶ ἐξελεύσεται ράβδος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ρίζης ἀναβήσεται. Καὶ ἀναπαύσεται ἐπ᾽ αὐτὸν πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πνεῦμα σοφίας καὶ συνέσεως, πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύος, πνεῦμα γνώσεως καὶ εὐσεβείας· ἐμπλήσει αὐτὸν πνεῦμα φόβου Θεοῦ. Οὐ κατὰ τὸν δόξαν κρινεῖ οὐδὲ κατὰ τὴν λαλιὰν ἐλέγξει, ἀλλὰ κρινεῖ ταπεινῷ κρίσιν καὶ ἐλέγξει τοῖς ταπεινοῖς τῆς γῆς· καὶ πατάξει γῆν τῷ λόγῳ τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ ἐν πνεύματι διὰ χειλέων ἀνελεῖ ἀσεβῆ. Καὶ ἔσται δικαιοσύνη ἐζωσμένος τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ καὶ ἀληθείᾳ εἰλημμένος τὰς πλευράς» (Ἡσ. ια´15). Καὶ ὁ προφήτης Ἱερεμίας ὑπογραμμίζει: «Ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ ἀναστήσω τῷ Δαυὶδ ἀνατολὴν δικαίαν, καὶ βασιλεύσει βασιλεὺς καὶ συνήσει καὶ ποιήσει κρίμα καὶ δικαιοσύνην ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἱερ. κγ´ 5).
.               Ὁ Ἰησοῦς τῆς Ναζαρὲτ ἀποκαλύπτεται ὡς ὁ Χριστὸς Κυρίου (κατὰ τὴ βάπτισή του), καὶ συνεκδοχικὰ ὡς ὁ Κριτὴς τοῦ κόσμου. Οἱ ἀρχαῖες ἐπαγγελίες πραγματοποιήθηκαν στὸ πρόσωπό του.Ἡ ἴδια ἡ παρουσία του ἐνεργεῖ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων. Ὁ θάνατός του εἶναι τὸ σημεῖον τῆς κρίσεως τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔχει σημασία ἡ εἰκόνα τοῦ ἐσχατολογικοῦ Χριστοῦ στὴν Ἀποκάλυψη: εἶναι τὸ ἐσφαγμένον ἀρνίον. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι τοῦ Σταυροῦ ἔχει προηγηθεῖ ἡ δίκη τοῦ Ἰησοῦ (θρησκευτικὴ καὶ πολιτική), ἡ καταδίκη του σὲ θάνατο, ὁ βασανισμὸς καὶ ἡ σταύρωση. Ὁ κόσμος λοιπὸν κρίνεται διαρκῶς ἀπέναντι στὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ κριθεῖ (ζῶντες καὶ τεθνεῶτες) στοὺς ἐσχάτους καιρούς.
.               Στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση ἀντιλαμβανόμαστε τὸν Θεὸ (τὸν Χριστὸ) ὡς Κριτὴ τοῦ κόσμου, ὡς τὸν ἐσχατολογικὸ Κριτή. Κατ᾽ ἀρχάς, ἡ Κ. Διαθήκη μᾶς παρέχει ἀρκετὲς προσεγγίσεις στὸ θέμα (συνοπτικὰ εὐαγγέλια, ἰωάννεια καὶ παύλεια θεολογία), ἂν καὶ μερικὲς φορὲς κατὰ τὸ φαινόμενον ἀντιφατικές. Ἀπὸ τὴ μιὰ ἔχουμε τὴ δήλωση τοῦ Χριστοῦ ὅτι ἦλθε γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο καὶ ὄχι γιὰ νὰ τὸν κρίνει («οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾽ αὐτοῦ», Ἰωάν. γ´ 17), ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν εἰκόνα ποὺ ἀποτυπώνει ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς θὰ ἀποφανθεῖ γιὰ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων. Ἡ δεύτερη αὐτὴ εἰκόνα, ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη, ἔγινε κατανοητὴ ὡς ἀλήθεια, γιὰ νὰ μὴν πῶ ὡς ἡ μόνη ἀλήθεια, ἰδιαίτερα μάλιστα ἀπὸ χριστιανικὲς σέκτες ἐκτὸς τοῦ σώματος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
.               Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν ἀντίληψη, ὁ ἐσχατολογικὸς Χριστὸς δικάζει καὶ ἀποφαίνεται γιὰ τὸ ποιοὺς θὰ βραβεύσει καὶ ποιοὺς θὰ καταδικάσει. Καὶ ὅμως, ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, στὸ γ´ κεφάλαιο τοῦ εὐαγγελίου του, μᾶς ξεδιπλώνει μὲ εὐκρίνεια τί σημαίνει «κρίσις»: «Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν [τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ] οὐ κρίνεται· ὁ δὲ μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς· ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα. Πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ· ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν εἰργασμένα» (Ἰωάν. γ´ 18-21). Ἡ τελικὴ Κρίση ἑπομένως θὰ φανερώσει τὴν κατάσταση τῆς καρδιᾶς ἑκάστου ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ κατὰ τὴ δική της ἐπιλογή, δὲν θὰ εἶναι συνέπεια μιᾶς ἐτυμηγορίας τοῦ Θεοῦ. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν εἶναι Κριτὴς τοῦ κόσμου ὁ Χριστός, γιατί νώπιόν Του φανερώνεται τ βαθύτερο μυστικ κάστου νθρώπου: εναι μ τ φς εναι μ τ σκότος. Ἡ δευτέρα παρουσία τοῦ Χριστοῦ συνοδεύεται ἀπὸ κρίση. Ἡ ἴδια ἡ παρουσία Του εἶναι συγχρόνως καὶ κρίση: ὅσοι εἶναι δικοί του, ὅσοι δὲν εἶναι δικοί του. Χαρὰ γιὰ τοὺς πρώτους, θλίψη –ἢ μᾶλλον βασανισμός– γιὰ τοὺς δεύτερους. Ἢ ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «Καὶ τοῦτο εἰδέναι δεῖ, ὅτι ὁ Θεὸς οὐ κολάζει τινὰ ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλ᾽ ἕκαστος ἑαυτὸν δεκτικὸν ποιεῖ τῆς μετοχῆς τοῦ Θεοῦ. Ἔστιν ἡ μὲν μετοχὴ τοῦ Θεοῦ τρυφή, ἡ δὲ ἀμεθεξία αὐτοῦ κόλασις» (Κατὰ Μανιχαίων, PG 94, 1545D-1548A), μιὰ κατάσταση ποὺ ἀποτυπώνει ἀργότερα ὡς στοιχεῖο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὁ Κάλλιστος Ξανθόπουλος, μαθητὴς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, στὸ συναξάρι τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω: «… τὰ ὁποῖα λαμπρῶς ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ δεχομένη, οἴεται [= νομίζει] τρυφὴν μὲν καὶ βασιλείαν οὐρανῶν εἶναι τὴν μετὰ Θεοῦ τῶν Ἁγίων συνδιαγωγὴν καὶ τὴν ἐσομένην ἐκείνοις ἔλλαμψιν διηνεκῆ καὶ ἀνέβασιν· βάσανον δὲ καὶ σκότος καὶ τὰ τοιαῦτα, τὸν ἀπὸ Θεοῦ μακρυσμόν, καὶ τὴν τῶν ψυχῶν διὰ τοῦ συνειδότος δαπάνην». Τόσο μόνον: μετὰ τοῦ Θεοῦ οἱ μέν, χωρὶς τὸν Θεὸ οἱ δέ. Καὶ μάλιστα σὲ μιὰ προοπτικὴ ἄχρονη.
.               Ὑπάρχει ἕνα ἐρώτημα ποὺ διατρέχει τὴν ἱστορία, ἰδιαίτερα τὴν ἱστορία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου: ἡ τελικὴ κρίση εἶναι τελεσίδικη ἢ πάντα ἀνοιχτὴ σὲ μιὰ ἄχρονη πραγματικότητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ; Τὸ ἐρώτημα δὲν ἔλαβε ποτὲ τελικὴ ἀπάντηση, ἀλλὰ ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας (βιβλική, πατερική, ἁγιολογικὴ) ἀφήνει παράθυρο γιὰ μιὰ συνεχῆ διαδικασία κρίσεως καὶ ἐπανακρίσεως τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐπιμένει νὰ ἐπιλέγει στὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν τελικὴ κρίση. Μνημονεύω τὴν ἐπιμονὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς πράξης νὰ προσεύχεται γιὰ τοὺς τεθνεῶτες, γιὰ τὴ σωτηρία τους μέσῳ τῶν μνημοσύνων. Πρόκειται γιὰ πράξη ποὺ ὑπερβαίνει τὴ λεγόμενη τελικὴ κρίση.
.               Ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς μᾶς γνωρίζει τὸ θέλημα τοῦ Πατρὸς ὡς δικό του θέλημα.Γι᾽ αὐτὸ ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ γίνεται κρίση τοῦ κόσμου, ἀφοῦ δι᾽ αὐτῆς ἀποκαθίσταται ἡ δικαιοσύνη ποὺ ἔχει διαταραχθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνταρσία τοῦ ἀνθρώπου, πραγματοποιεῖται ἡ ἀποκατάσταση τῆς σχέσης κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Ὁ Υἱός, ὡς Χριστός, φέρνει τὸν Θεὸ ἀνάμεσά μας καὶ ὁδηγεῖ τοὺς πιστοὺς στὸν Θεό. Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀλληλοπεριχωροῦνται. Ἡ κρίση καὶ ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐνεργοῦνται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἐνέργεια, ὅσο καλὴ καὶ σπουδαία κι ἂν εἶναι αὐτή, ἀλλ᾽ ἐγκαθίστανται στὴν ἱστορία ὡς κρίση καὶ δικαιοσύνη ἐναρμονισμένη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιατί ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι πλέον καὶ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.
.               Κρίμα σημαίνει διάκριση τῶν ὁρίων ἀνάμεσα στὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀδικία, διάκριση τῶν δικαίων ἀπὸ τοὺς ἀδίκους. Ὁ Χριστὸς γίνεται τὸ κρίμα τοῦ κόσμου, γιατί ἡ παρουσία του ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν στάση, τὴν ἐνέργεια καὶ τὴν ἔκφραση τοῦ περιεχομένου τῆς καρδιᾶς ἑκάστου ἀνθρώπου: μὲ τὸν Χριστὸ ἢ χωρὶς τὸν Χριστό. Δὲν εἶναι ὁ Θεὸς αὐτὸς ποὺ ἀποφασίζει γιὰ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ᾽ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀποφασίζουν γιὰ τὴ σχέση τους μὲ τὸν Θεό. Ὁ Ἰησοῦς διακήρυξε ὅτι ἦρθε στὸν κόσμο ὄχι γιὰ νὰ τὸν κρίνει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν σώσει. Τὸ ἔργο του δὲν εἶναι ἡ κρίση, εἶναι ἡ σωτηρία. Ἡ παρουσία του στὴν ἱστορία γίνεται κρίση, ἀποκαλύπτει τοὺς ἀνθρώπους τοῦ φωτὸς καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ σκότους.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –14 «Ἡ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ τῆς Ἐκκλησίας»

 

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IΔ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 5/66, Σεπτ- Ὀκτ. 2017
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»
Μέρος ΙΑ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»
Μέρος ΙΒ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –12 «Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»
Μέρος ΙΓ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –13 «Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας »

Ἡ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ τῆς Ἐκκλησίας

.               Τελειώνοντας τὸ προηγούμενο ἄρθρο ποὺ ἀναφερόταν στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ὑπογραμμίσαμε ὅτι ὅλα τὰ μυστήρια ἔχουν ἐσχατολογικὴ προοπτική. Ἡ προοπτική τους εἶναι τὸ ἔσχατο τέλος. Τίποτα δὲν γίνεται γιὰ τὸ παρόν, ὅλα γίνονται γιὰ τὸ τέλος ἢ μᾶλλον στὰ περισσότερα μυστήρια αὐτὸ τὸ τέλος γίνεται παρόν. Στὸ βάπτισμα, στὸ χρίσμα, στὴ μετάνοια καὶ κατ᾽ ἐξοχὴν στὴ θεία Κοινωνία ζοῦμε τὴν παρουσία τῶν ἐσχάτων. Ἄρα τὰ μυστήρια εἶναι κυρίως μιὰ μύηση εἰς τὸ ἔσχατον. Κάθε μυστήριο δηλαδὴ εἶναι μιὰ προτύπωση, μιὰ πρόγευση, ἕνας εἰκονισμὸς τῆς ἔσχατης πραγματικότητας. Ἡ διατύπωση αὐτὴ χρειάζεται μερικὲς διευκρινίσεις.
.               Τί ἀκριβῶς ὀνομάζουμε ἔσχατο τέλος; Ἀσφαλῶς γνωρίζουμε ὅτι ἀναφερόμαστε στὴν κατάσταση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ὀνομάζουμε «ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», ὅπως ἐξαγγέλλουμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, καὶ μάλιστα ὡς ἐπακόλουθο τῆς προσδοκίας τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν. Προηγουμένως ἔχουμε ἐπισημάνει στὸ ἴδιο Σύμβολο ὅτι ἀναμένουμε τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ («καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς»). Ἑπομένως ἔσχατο τέλος κατ᾽ ἀρχὴν ὀνομάζουμε ὅ,τι θὰ προκύψει μετὰ ἀπὸ τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἐγκαθίδρυση μιᾶς ἀτελεύτητης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, πολίτες τῆς ὁποίας θὰ εἶναι οἱ δίκαιοι καὶ ἀγαθοὶ πιστοί. Παράλληλα, ἀντιλαμβανόμαστε αὐτὴ τὴ Βασιλεία χωρὶς φθορά, θάνατο καὶ ἁμαρτία. Πράγματι, μιὰ τέτοια ἀντίληψη ὑπῆρχε στὴν πρώτη Ἐκκλησία, ἴσως νὰ ὑπάρχει καὶ στὴν ἀντίληψη πολλῶν πιστῶν ὣς σήμερα. Ἂς θυμηθοῦμε ὅτι κατὰ τοὺς πρώτους ἀποστολικοὺς χρόνους κυριαρχοῦσε ἡ ἀντίληψη ὅτι οἱ περισσότεροι πιστοὶ δὲν θὰ γνωρίσουν βιολογικὸ θάνατο, γιατί θὰ τοὺς προλάβει ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Κυριαρχοῦσε μάλιστα ἡ αἴσθηση τῆς ὁσονούπω ἐλεύσεως τοῦ Κυρίου ἐν δόξῃ, αἴσθηση ποὺ διατυπωνόταν ἀπὸ τὴ διακήρυξη «μαράν ἀθά» (= ὁ Κύριος ἐγγύς). Εἶναι γνωστὴ ἄλλωστε ἡ παρέμβαση τοῦ ἀποστόλου Παύλου στοὺς χριστιανοὺς τῆς Θεσσαλονίκης, γιὰ νὰ διευκρινίσει ὅτι μιὰ τέτοια ἀντίληψη δὲν εἶναι ὀρθή, ἀποσαφηνίζοντας μὲ τὴ θεολογία του ὅτι ἡ δεύτερη ἔνδοξη παρουσία τοῦ Κυρίου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ βούληση τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιὰ διευκρίνιση συνεπῆ μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος, ἀπαντώντας σὲ ἐρώτημα τῶν μαθητῶν του («Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνω τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὸν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ;», Πράξ. α´ 6), ἀποσαφηνίζει ὅτι ἐναπόκειται στὴ βούληση τοῦ Πατρὸς ὁ χρόνος (καὶ ὁ τρόπος) τῆς τελικῆς ἀποκαταστάσεως.
.             Στὶς ἀρχὲς τοῦ 2οῦ αἰώνα ἐμφανίζεται οὐσιώδης διαφοροποίηση, ποὺ ὀφείλεται στὴ θεολογία τοῦ Δ´ Εὐαγγελίου. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἀναπτύσσει τὶς συνέπειες τῆς δυναμικῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο μὲ τὶς ἐνέργειές του συνδέει τὴν ἱστορία μὲ τὴ θεία Βασιλεία, φωτίζοντας τὴν πρώτη ἀπὸ τὴ δεύτερη καὶ συνδέοντας ἕκαστο πιστὸ μὲ τὸν Χριστό, ὥστε μὲ τὴν ἐγχρίστωση νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ θεία υἱοθεσία: νὰ γίνουμε υἱοὶ τοῦ ἴδιου Πατέρα ποὺ εἶναι Πατέρας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Οἱ «ἔσχατοι καιροὶ» ἢ ὁ «ἔσχατος καιρός», ποὺ σήμαινε στὴ θεολογία τῶν Προφητῶν τὴ σωτηρία, ποὺ ἐνήργησε ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ (μὲ τὴν ἐνανθρώπηση, τὸν Σταυρό, τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη), τώρα, μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σημαίνει τὴν εἴσοδο τῆς μέλλουσας Βασιλείας στὸ παρὸν τῆς Ἐκκλησίας, ὑπὸ τὴν ἰωάννεια ἔκφραση «ἡ ἐσχάτη ἡμέρα» (βλ. Ἰωάν. ϛ´ 3 9 κ.ἑ.). Μὲ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ ἔργου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ εἰσάγει ὁ Ἰωάννης, τὸ ἐσχατολογικὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας γίνεται ἐπίκαιρη πραγματικότητα. Μποροῦμε πλέον νὰ γευθοῦμε τὴν παρουσία τῆς θείας Βασιλείας ὡς παρούσης, κατάσταση ποὺ τὴν ὀνομάζουμε ἁγιότητα. Κατ᾽ ἐξοχὴν «τόπος» ὅπου ψηλαφεῖται αὐτὴ ἡ πραγματικότητα εἶναι ἡ θ. Λειτουργία, καὶ μάλιστα τὸ κέντρο τῆς θ. Λειτουργίας ποὺ ὀνομάζουμε θεία Εὐχαριστία, ὅπου χάρη στὴν παρουσία καὶ τὴ δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πραγματοποιεῖται ἡ δεύτερη παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ συντελεῖται ἡ κοινωνία μαζί Του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ χρόνος τῆς θείας Λειτουργίας ὀνομάζεται «ἱερὴ ὀγδοάς».
.               Ἔχει ἐνδιαφέρον νὰ παρατηρήσουμε πώς, χάρη ἢ ἐξ αἰτίας τῆς θεολογίας τοῦ Κατὰ Ἰωάννην εὐαγγελίου, ἄρχισε νὰ ἀλλάζει σιγὰ σιγὰ ἡ διάταξη τῶν πιστῶν μέσα στὸν λειτουργικὸ χῶρο. Ἐνῶ στὴν ἀρχὴ ὁ λαὸς τῶν πιστῶν ἦταν συναγμένος σὲ κυκλικὸ σχῆμα μὲ ἐπικεφαλῆς τοῦ κύκλου τὸν ἐπίσκοπο, συνθήκη ποὺ διασώζεται στὸ τυπικὸ τῆς λειτουργίας τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου, ἀπὸ κάποια στιγμὴ καὶ μετὰ ἀρχίζει νὰ ἐμφανίζεται τὸ σχῆμα ἑνὸς ἄξονα ἀπὸ τὴ Δύση πρὸς τὴν Ἀνατολή, μὲ ἐπικεφαλῆς πάλι τὸν ἐπίσκοπο ὡς μπροστάρη πορείας πρὸς τὴ θεία Βασιλεία. Τώρα ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ πορεύεται πρὸς τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας, ἐνεργώντας συγχρόνως γιὰ νὰ φέρει τὸν Χριστὸ σὲ κοινωνία μὲ τὸν λαό του καὶ μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ θεία υἱοθεσία. Συμπαραστάτης τοῦ λαοῦ σ᾽ αὐτὴ τὴν πορεία εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Στὰ τέλη τοῦ 2ου αἰ. μάλιστα ἔχει διαμορφωθεῖ ἡ «ἐπίκληση» γιὰ τὸν ἁγιασμὸ τῶν δώρων μας (τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου) σὲ σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ διὰ τῆς ἐπενεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μιὰ ἐπίκληση ποὺ ἀποτείνεται στὸν οὐράνιο Πατέρα. Ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι κατὰ τὴν ἐπίκληση αὐτὴ ζητᾶμε πρῶτα νὰ ἔρθει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα στοὺς πιστοὺς («κατάπεμψον τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον ἐφ᾽ ἡμᾶς») καὶ ἀκολούθως νὰ ἐνεργήσει γιὰ τὴ μεταβολὴ τῶν Δώρων. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι κάθε εὐχαριστιακὴ σύναξη ἀποτελεῖ καὶ ἐνεργεῖ ἐντὸς τῆς ἱστορίας τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, κάνει τὴν ἱστορία Βασιλεία.
.               Ἔχει μεγάλη σημασία νὰ ἀντιληφθοῦμε αὐτὴ τὴ συνθήκη τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας σύναξης γύρω ἀπὸ τὸ τραπέζι τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὥστε νὰ ἐνεργοῦμε ὡς πολίτες μιᾶς παρούσας ἀλλὰ καὶ ἀναμενόμενης πολιτείας. Ἡ ἐπισήμανση τοῦ Χριστοῦ, ὅτι «ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, κἀγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ» (Ἰωάν. ϛ´ 54), σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴ δήλωση, ὅτι «ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί μς ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωὴν» (Ἰωάν. ε´ 24), σχετικοποιεῖ τὸν πρόσκαιρο (βιολογικὸ) θάνατο ἑκάστου πιστοῦ, τοποθετώντας τον ὡς ἐπεισόδιο ἢ σταθμὸ μιᾶς συνεχιζόμενης, μετὰ ἀπὸ τὴ μεταμόρφωση ποὺ ἔχει ἐπέλθει κατὰ τὴ βάπτιση, ἀπερίσταλτης ζωῆς ἐν Χριστῷ.
.               Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἑνότητα ἐνθάδε καὶ ἐπέκεινα καλούμαστε νὰ βιώσουμε σὲ κάθε θεία Λειτουργία, εἴτε ὡς πρόθεση, εἴτε ὡς πρόγευση, εἴτε ὡς ἀρραβώνα, εἴτε –γιατί ὄχι;– ὡς πραγματικότητα. Παρελθόν, παρὸν καὶ μέλλον συντέμνονται, καὶ ἀναδύεται ὁ καινὸς ἄνθρωπος, τὸ τέκνον τῆς ἁγιότητας. Μὲ τὸ τέλος κάθε θείας Λειτουργίας συντελεῖται τὸ τέλος τῆς ἁγιότητας, εἴτε τὸ ξέρουμε εἴτε δὲν τὸ ξέρουμε. Δὲν πρόκειται γιὰ γνωστικὴ διαδικασία, ἀλλὰ γιὰ μυστικὴ δυναμική, γιὰ ἁγιασμὸ κατὰ χάριν. Μπορεῖ μὲ τὴ βιωτή μας νὰ σκοτεινιάσουμε τὸ φῶς ποὺ μᾶς περιλούει («εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν»), ὡστόσο ἡ φωτοχυσία ὡς χάρη μᾶς σφραγίζει. Γι’ αὐτὸ καὶ ξαναεπιχειροῦμε σὲ κάθε ἑπόμενη θεία Λειτουργία νὰ ζήσουμε αὐτὴ τὴ δεύτερη παρουσία τοῦ ἔνδοξου Χριστοῦ καὶ νὰ κοινωνήσουμε (νὰ γίνουμε κοινωνοὶ) μὲ αὐτόν. Ἔτσι κι ἀλλιῶς, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ γίνεται ἁπτὴ πραγματικότητα, εἴτε τὸ ἀντιλαμβανόμαστε εἴτε ὄχι.
.               Πρὸς ἐπιβεβαίωση αὐτῶν, παραπέμπω στὴν ἐντελῶς «παράλογη» γιὰ τὰ λογικά μας δεδομένα διατύπωση τῆς εὐχῆς τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς: «Μεμνημένοι τοίνυν […] πάντων τῶν ὑπὲρ ἡμῶν γεγενημένων, τοῦ σταυροῦ, τοῦ τάφου, τῆς τριημέρου ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀναβάσεως, τῆς ἐκ δεξιῶν καθέδρας, τῆς δευτέρας καὶ ἐνδόξου πάλιν παρουσίας, τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα». Ἀπὸ ποῦ ἔρχεται αὐτὴ ἡ «μνήμη» τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ἂν ὄχι ἀπὸ τὴ σύνδεση τῆς ἱστορίας τῆς θείας Οἰκονομίας μὲ τὴν ἴδια τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ;
.             Τελικὰ πρέπει νὰ δεχτοῦμε ὅτι ἡ ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας ἀνάγεται στὸ μέλλον, ἢ μᾶλλον ἔρχεται ἀπὸ τὸ μέλλον. Ἀλλὰ καὶ ἡ ταυτότητα ἑκάστου πιστοῦ πρέπει νὰ λαμβάνεται ἀπὸ τὸ μέλλον, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ προσδιορίζουμε τὸν ἄλλον ὄχι ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἦταν ἢ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἶναι, ἀλλὰ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ εἶναι στὴ θεία Βασιλεία, ὅπως σφραγίστηκε κατὰ τὴ βάπτισή του: ἕνα ἅγιο τέκνο τοῦ Θεοῦ.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –15 «Ὁ Χριστὸς ὡς κριτὴς τοῦ κόσμου»

, , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –13 «Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας »

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IΓ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 4/66, Ἰούλ.- Αὔγ. 2017
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»
Μέρος ΙΑ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»
Μέρος ΙΒ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –12 «Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»

Τ Μυστήρια τς κκλησίας

.           Ὀνομάζουμε «μυστήρια» κάποιες πράξεις ἢ κάποιες καταστάσεις στὴ ζωή μας ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κατανοηθοῦν μόνον μὲ τὶς νοοητικὲς δυνάμεις μας. Ἡ Ἐκκλησία δανείστηκε αὐτὴ τὴ λέξη ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ τελετὴ τῆς μυήσεως (ἀπὸ τὸ ρῆμα «μύω», ποῦ σημαίνει «κλείνω τὰ ματιὰ» καὶ κατὰ συνεκδοχὴ «κλείνω τὸ στόμα»). Στὰ «μυστήρια» κλείνουμε τὰ μάτια καὶ τὸ στόμα, ὄχι γιατί ὑπάρχει κάτι ποὺ πρέπει νὰ κρυφτεῖ, ἀλλὰ γιατί ὅ,τι καὶ νὰ δοῦμε καὶ ὅ,τι καὶ νὰ ποῦμε γι᾽ αὐτὸ ποὺ συμβαίνει σ᾽ αὐτὲς δὲν ἐξαντλεῖ τὴν ἀλήθειά τους. Τὸ ἀληθὲς βρίσκεται πέραν τῆς ὁράσεως, πέραν τῆς ἐκφράσεως, πέραν τῆς ἀκοῆς, πέραν τῶν αἰσθήσεων. Ὡστόσο αὐτὸ τὸ «πέραν» εἶναι τὸ πραγματικό, τὸ ἀληθές. Δανείστηκε λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία αὐτὲς τὶς λέξεις (μυστήρια, μύηση μέλπ.) γιὰ κάποιες ἀπὸ αὐτὲς τὶς καταστάσεις ποὺ ζοῦμε μέσα στὴ λειτουργική της πράξη καὶ τῶν ὁποίων τὸ πραγματικὸ περιεχόμενο δὲν μποροῦμε οὔτε νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε, οὔτε νὰ τὸ ἐκφράσουμε μὲ τὰ συνήθη ἀντιληπτικὰ καὶ ἐκφραστικά μας μέσα. Παραδείγματος χάριν, τὸ βάπτισμα εἶναι ἕνα μυστήριο, διότι σ᾽ αὐτὸ καὶ δι᾽ αὐτοῦ συντελεῖται σημανικὴ πράξη ἀλλαγῆς τῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ ἰδωθεῖ αἰσθητὰ οὔτε νὰ κατανοηθεῖ λογικά. Μποροῦμε βέβαια νὰ ἔχουμε μιὰ λογικὴ ἐπεξεργασία τοῦ νοήματος τοῦ βαπτίσματος, ἢ νὰ κάνουμε μιὰ ἀνάλυση ὅλων τῶν συμβόλων του βῆμα μὲ βῆμα (νὰ ποῦμε δηλαδὴ τί σημαίνει αὐτό, τί γίνεται τώρα, τί γίνεται ἔπειτα κ.λπ.), ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει καὶ οὐσιαστικὴ κατανόηση ἢ ζωντανὴ ἀντίληψη τῆς καταστάσεως, στὴν ὁποία βρίσκεται αὐτὸς ποὺ βαπτίζεται.
.            Τὸ κυριότερο χαρακτηριστικὸ τῶν μυστηρίων εἶναι ὁ ἐκκλησιολογικός τους χαρακτήρας. Τὰ μυστήρια δὲν ἦταν ποτὲ καὶ δὲν εἶναι ἀτομικὲς τελετές, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἡ σωτηρία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀτομικὴ πράξη. Χωρὶς νὰ μποῦμε σὲ βαθύτερη ἀνάλυση, μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς ἡ σωτηρία δὲν εἶναι ἀτομικὴ πράξη, γιατί ὁ ἄνθρωπος μόνο ὡς πρόσωπο ὑπάρχει αἰωνίως, καὶ τὸ πρόσωπο λειτουργεῖ, δημιουργεῖται, διὰ τῆς σχέσεως. Ὁ τρόπος ὑπάρξεώς μας ἀντλεῖται καὶ θεμελιώνεται κατὰ τὴν ἀναλογία τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τῆς θεότητας, ποὺ τὸν ὀνομάζουμε τριαδικότητα καὶ ἐκφράζεται ὡς κοινωνία προσώπων. Ἐπειδὴ διὰ τῶν μυστηρίων γινόμαστε μέλη σώματος, γι᾽ αὐτὸ καὶ τὰ μυστήρια τελοῦνται μέσα σὲ κοινωνία προσώπων. Δυστυχῶς αὐτὸ ποὺ ζοῦμε στὶς μέρες μας μὲ τὴν τέλεση τῶν μυστηρίων, εἶναι πολλὲς φορὲς ἡ διαστροφὴ αὐτοῦ ποὺ εἶναι γιὰ τὴν Ἐκκλησία τὰ μυστήρια. Ἔτσι σήμερα μποροῦν σὲ ἕνα ναὸ νὰ τελεστοῦν πέντε γάμοι, σὲ διαφορετικὴ ὥρα ὁ καθένας ἀπὸ τὸν ἄλλο, ὁ ἕνας συνέχεια τοῦ ἄλλου. Αὐτὸ εἶναι διαστροφὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μυστηρίου. Καταντᾶ νὰ εἶναι μιὰ ἀτομικὴ πράξη, ποὺ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ ἐκκλησιολογικὸ περιεχόμενο. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἐξομολόγηση ἔχει ἐξελιχθεῖ σὲ πράξη μὲ ἀτομικὸ χαρακτήρα: ἐγὼ καὶ ὁ ἐξομολόγος. Δὲν μαζευόμαστε ὅλοι νὰ ἐξομολογηθοῦμε, νὰ τελέσουμε τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Ὁμοίως καὶ τὸ βάπτισμα, ἔχει γίνει καὶ αὐτὸ ἀτομικὸ γεγονός. Ἐμεῖς οἱ γονεῖς προσκαλοῦμε τοὺς γνωστούς μας, τοὺς κατὰ σάρκα συγγενεῖς καὶ τοὺς κατὰ κόσμον φίλους, νὰ βαπτίσουμε τὸ παιδί μας. Ἔχει πολὺ μεγάλη σημασία νὰ καταλάβουμε ὅτι ἡ κοινότητα, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα, εἶναι αὐτὴ ποὺ τελεῖ τὰ μυστήρια, μὲ προεξάρχοντά της τὸν ἐπίσκοπο (εἰς τόπον καὶ τύπον Χριστοῦ) ἢ μὲ τὸν ἱερέα ποὺ ἔχει ὁριστεῖ ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο. Αὐτὴ ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα εἶναι ποὺ βαπτίζει τὸ παιδί, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα παντρεύει τὸ ζευγάρι, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα κηδεύει αὐτὸν ποὺ φεύγει ἀπ᾽ αὐτὴ τὴ ζωή, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα θεραπεύει, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα προσφέρει τὴ χάρη, τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα προσφέρει τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἴσως τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι τὸ μόνο ποὺ ἔχει διασώσει τὸν ἐκκλησιολογικό του χαρακτήρα στὶς μέρες μας, ἂν καὶ παρουσιάστηκε στοὺς καιρούς μας τὸ φαινόμενο τῶν ἰδιωτικῶν λειτουργιῶν. Παραγγέλνεις μιὰ ἰδιωτικὴ λειτουργία καὶ ὑπάρχουν ἱερεῖς ποὺ τὸ δέχονται αὐτὸ τὸ πράγμα καὶ τὸ κάνουν.
.             Γιατί τονίζω τὸν ἐκκλησιολογικὸ χαρακτήρα τῶν μυστηρίων; Ὅλα τὰ μυστήρια πηγάζουν ἀπὸ τὴ θεία Εὐχαριστία. Ἡ θεία Εὐχαριστία κάνει καὶ τὶς ἄλλες λειτουργικὲς πράξεις νὰ εἶναι μυστήρια ἁγιασμοῦ. Γιατί μόνον ἡ θεία Εὐχαριστία παρέχει τὴ δυνατότητα τῆς τελειώσεως. Σᾶς θυμίζω ὅτι ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι ἕνα γεγονὸς τῶν ἐσχάτων, ποὺ γίνεται παρόν. Κάθε φορὰ ποὺ τελοῦμε τὴν θεία Εὐχαριστία, ζοῦμε τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Παρὼν στὴν θεία Εὐχαριστία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος παίρνει τὰ μέλη τοῦ σώματός Του, δηλαδὴ τοὺς πιστοὺς ποὺ ἔχουν βαπιστεῖ στὸ ὄνομά Του, τὴν κτίση ὅλη καὶ μᾶς ἀναφέρει ὅλους στὸν Πατέρα Του. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ κεντρικὸ γεγονὸς πηγάζουν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα γεγονότα, ὅλες οἱ ἄλλες ἁγιαστικὲς πράξεις. Παλαιότερα μάλιστα, γιὰ νὰ τονιστεῖ αὐτὸς ὁ χαρακτήρας, ὅλα τὰ μυστήρια ἦταν συνδεδεμένα μὲ τὴ θεία Εὐχαριστία κατὰ τρόπο ἁπτό. Τὸ βάπτισμα καὶ τὸ Χρίσμα τελοῦνταν μέσα στὴ θεία Λειτουργία – ἀκριβέστερα, πρὶν ἀρχίσει ἡ θεία Εὐχαριστία καὶ μὲ οὐσιώδη καὶ σαφῆ σύνδεσμο μαζί της. Ἡ μετάνοια, ὡς ἐξομολόγηση, γινόταν ἐπίσης μέσα στὴ θεία Λειτουργία, στὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς θείας Λειτουργίας ποὺ τὸ ὀνομάζουμε σήμερα Λειτουργία τοῦ λόγου, καὶ στὸ ὁποῖο παρευρίσκονται καὶ οἱ κατηχούμενοι. Ὁμοίως τὸ εὐχέλαιο, ἡ ἱερωσύνη καὶ ὁ γάμος τελοῦνταν μέσα στὴ θεία Λειτουργία. Ἀνέφερα τὰ γνωστά μας ἕξι μυστήρια, ποὺ μαζὶ μὲ τὴ θεία Κοινωνία μᾶς κάνουν τὸν ἀριθμὸ τῶν ἑπτὰ λεγομένων μυστηρίων. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἐπισήμανση τοῦ ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα: «Διὰ ταῦτα καὶ τοῖς ἄλλοις μυστηρίοις τὸ τελείοις εἶναι παρέχεται μόνη τελετῶν ἡ Εὐχαριστία» (Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, 4, PG 150, 585B).
.             Τὸ δεύτερο στοιχεῖο ποὺ θέλω νὰ τονίσω σχετικὰ μὲ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἀνάδυση τῆς κατὰ φύσιν πραγματικότητας τοῦ ἀνθρώπου. Στὶς εὐχὲς τοῦ ἁγίου βαπτίσματος τρεῖς φορὲς ἀναφέρεται ἡ ἀνάδυση τῆς καλλιελαίου ἢ ἡ μεταμόρφωση εἰς καλλιέλαιον τῶν νεοφύτων τοῦ Χριστοῦ. Νεόφυτα λέγονται τὰ βλαστάρια ποὺ βγαίνουν ἀπὸ μιὰ ἄγρια ἐλιά. Αὐτὰ τὰ βλαστάρια, ἂν τὰ ἀφήσεις μόνα τους, θὰ δώσουν μιὰ ἄγρια ἐλιά, ποὺ δὲν θὰ δώσει καρπό. Αὐτὴ ἡ ἐλιὰ πρέπει νὰ γίνει καλὴ ἐλιά, νὰ δώσει καρπό, γι᾽ αὐτὸ λέγεται καλλιέλαιος. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μὲ τὸ μυστήριο ἡ φύση θεραπεύεται. Μιὰ φύση ποὺ προοπική της εἶναι νὰ μὴν ἀποδώσει καρπό, νὰ μὴν μπορεῖ δηλαδὴ νὰ διαλεχτεῖ μὲ τὸν Θεό, θεραπεύεται, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ διαλέγεται, νὰ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει σὲ κοινωνία μὲ τὸν Χριστό.
.             Τὸ τρίτο χαρακτηριστικὸ τῶν μυστηρίων εἶναι ἡ ἐσχατολογική τους προοπική. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλα τὰ μυστήρια. Καὶ γιὰ τὸ μυστήριο τῆς ἐξόδου ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπ᾽ αὐτὴ τὴ ζωή, ποὺ τὸ λέμε κηδεία (ἀκολουθία εἰς κεκοιμημένους), καὶ γιὰ τὸ μυστήριο τοῦ ἁγιασμοῦ (εἴτε τοῦ μικροῦ ἁγιασμοῦ εἴτε τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ), καὶ γιὰ τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης μὲ μιὰ φιλάνθρωπη πράξη, μὲ μιὰ ἄσκηση – ὅλα γενικῶς τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ἐσχατολογικὴ προοπική. Ἡ προοπική τους εἶναι τὸ ἔσχατο τέλος. Τίποτα δὲν γίνεται γιὰ τὸ παρόν, ὅλα γίνονται γιὰ τὸ τέλος. Ἢ μᾶλλον στὰ περισσότερα μυστήρια αὐτὸ τὸ τέλος γίνεται παρόν. Στὸ Βάπτισμα, στὸ Χρίσμα, στὴ Μετάνοια καὶ κατ᾽ ἐξοχὴν στὴ θεία Κοινωνία, ζοῦμε τὴν παρουσία τῶν ἐσχάτων. Ἄρα τὰ μυστήρια εἶναι κυρίως μιὰ μύηση – καὶ ἔτσι ἀλλάζω λίγο τὴν ἑρμηνεία τῆς λέξης «μυστήριον»– εἰς τὸ ἔσχατον. Κάθε μυστήριο δηλαδὴ εἶναι μιὰ προτύπωση, μιὰ πρόγευση, ἕνας εἰκονισμὸς τῆς ἔσχατης πραγματικότητας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –14 «Ἡ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ τῆς Ἐκκλησίας»

, , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –12 «Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»

 

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IB´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 3/66, Μάϊος- Ἰούν. 2017
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»
Μέρος ΙΑ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»

 Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία

.             Ὁ Ἑρμᾶς, χριστιανὸς συγγραφέας τῶν ἀρχῶν τοῦ 2ου αἰ., παραθέτει στὸ ἔργο του Ποιμν τὴν ἑξῆς ἀποκαλυπικὴ εἰκόνα: «Ἀπεκαλύφθη δέ μοι, ἀδελφοί, κοιμωμένῳ, ὑπὸ νεανίσκου εὐειδεστέτου λέγοντός μοι· Τὴν πρεσβυτέραν, παρ᾽ ἧς ἔλαβες τὸ βιβλίδιον, τίνα δοκεῖς εἶναι; Ἐγώ φημι· Τὴν Σίβυλλαν. Πλανᾶσαι, φησίν, οὐκ ἔστιν. Τίς οὖν ἐστιν; φημί. Ἡ Ἐκκλησία, φησίν. Εἶπον αὐτῷ· Διατί οὖν πρεσβυτέρα; Ὅτι, φησίν, πάντων πρώτη ἐκτίσθη· διὰ τοῦτο πρεσβυτέρα, καὶ διὰ ταύτην ὁ κόσμος κατηρτίσθη» (Ποιμήν, Ὅρασις β´, ΙV). Ἡ διατύπωση μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἐννοήσουμε τὴν Ἐκκλησία ὡς πραγματικότητα ποὺ προϋπάρχει τοῦ κόσμου καὶ ἀποτελεῖ τὴ συνθήκη τοῦ κόσμου. Μ᾽ ἄλλα λόγια, ὁ κόσμος δημιουργήθηκε γιὰ νὰ εἶναι Ἐκκλησία. Μᾶς ἐπιτρέπει ἐπίσης νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία, συνδεδεμένη μὲ τὴν τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ, προσδιορίζει ἐπίσης τὴν τριαδικότητα τοῦ ἀνθρώπου, συνθήκη ποὺ διατυπώνεται μὲ τὸν ὅρο «κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν». Προχωρώντας ἕνα βῆμα ἀκόμα, μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε τὴν Ἐκκλησία ὡς τὸν τόπο καὶ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν ἐν Χριστῷ, ζωὴ ποὺ ὁρίζεται ὡς ἀγάπη («ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστι»). Μὲ τὸ ὄνομα μάλιστα «Ἄνω Ἱερουσαλὴμ» ἀντιλαμβανόμαστε τὴν Ἐκκλησία νὰ ἔρχεται ἀπὸ τὰ ἔσχατα (βλ. Ἀποκ. κα´ 2: «Καὶ τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν Ἱερουσαλὴμ καινὴν εἶδον καταβαίνουσαν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ»), ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ μιὰ σύνδεση πρωτολογίας καὶ ἐσχατολογίας, ἢ καὶ νὰ συμπεραίνουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὸ ὅλον τοῦ κόσμου. Ἀσφαλῶς ἡ ἀνταρσία δείχνει νὰ διαταράσσει τὴν ἁρμονία τῆς δημιουργίας, σὲ σκοτεινοὺς μάλιστα αἰῶνες (αἰῶνες τῆς ἀγνωσίας καὶ τῆς σύγχυσης) δείχνει νὰ «ἀκυρώνει» τὴν παρουσία τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ μυστήριο ὅμως τῆς θείας Οἰκονομίας θὰ ξαναφέρει στὸ προσκήνιο τὴ σύνδεση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ἐξαιρέτως μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ ἐμφανίσει τὴν Ἐκκλησία ὡς δυναμικὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ποὺ πορεύεται πρὸς τὴν ἐσχάτη Βασιλεία, γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ποὺ διαταράχθηκε (καὶ διαταράσσεται) ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὥστε νὰ «καταντήσουν» νὰ εἶναι «τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός».
.               Ἀντιλαμβανόμαστε τὴν δημιουργία τοῦ κόσμου ὡς ἀγαπητικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐκφράζει τὴν βούλησή του νὰ κοινωνήσει μὲ τὸν ἄνθρωπο, στὸν ὁποῖο τὰ πάντα χαρίζονται. Πρόκειται γιὰ διαρκῆ κίνηση δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ πρὸς τὴν δημιουργία του καὶ τὸ πλήρωμά της. Ὡς κίνηση δωρεᾶς δὲν ἐμπεριέχει συναλλαγὴ ἢ ἀνταλλαγή, δεδομένης ἄλλωστε τῆς διαφορᾶς τῶν φύσεων, τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρώπινης. Εἶναι μία κίνηση ποὺ χαρίζεται στὴν κτιστὴ φύση, στὸν ἄνθρωπο, χωρὶς ὁ Θεὸς νὰ ζητεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο κάποιο ἀντάλλαγμα, ἐκτὸς τῆς ἐλεύθερης θέλησής του νὰ κοινωνεῖ μὲ τὸν Θεό, γιατί οὕτως ἢ ἄλλως ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ δώσει ὁποιοδήποτε ἀντάλλαγμα ἔναντι αὐτῆς τῆς δωρεᾶς. Στὴν ἱερὴ γλώσσα αὐτὴ ἡ κίνηση ὀνομάζεται θεία Χάρη. Ἑπομένως ὀνομάζουμε θεία Χάρη τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Πῶς γίνεται ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, ὥστε ὁ δεύτερος νὰ γίνεται κοινωνὸς θείας φύσεως; (βλ. Β´ Πέτρ. α´ 4: «ἵνα γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως»). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμειχθεῖ ἡ φύση τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν φύση τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι γιατί δὲν θέλει ἢ γιατί δὲν εἶναι σωστό, ἀλλὰ γιατί εἶναι πέραν τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ἡ φύση τῆς θεότητας δὲν ἀναμειγνύεται μὲ τὴ φύση τῆς ἀνθρωπότητας, καὶ εὐρύτερα μὲ τὴν κτιστὴ φύση. Αὐτὸ λοιπὸν μὲ τὸ ὁποῖο ἑνώνεται ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ φύση τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ οἱ ἐνέργειές της, ἤ, νὰ τὸ πῶ μὲ μιὰ ἄλλη λέξη, οἱ δυνάμεις τῆς φύσεως. Ἡ φύση ἔχει δυνάμεις καὶ αὐτὲς τὶς δυνάμεις τὶς ὀνομάζουμε ἐνέργειες – ἄκτιστες ἐνέργειες. Τὸ ἄκτιστον ἐκχέει αὐτὲς τὶς ἐνέργειές του μέσα στὴν κτίση, στὸ κτιστόν. Τὸ κτιστὸν συνδέεται ἤ, ἂν θέλετε, διαποτίζεται ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐνέργειες. Ἡ παρουσία αὐτῶν τῶν ἐνεργειῶν μεταποιεῖ τὸ κτιστὸν σὲ μὴ θνητόν, σὲ μὴ φθαρτόν. Τὸ ἀφθαρτοποιεῖ, τοῦ ἀφαιρεῖ τὴν κίνησή του πρὸς τὴν ἀνυπαρξία, πρὸς τὸ μηδέν.
.               Αὐτὲς οἱ ἐνέργειες, ποὺ διαποτίζουν τὸ κτιστόν, δὲν εἶναι ἐνέργειες ἀφηρημένες, οὔτε εἶναι δυνάμεις κτιστές, ὅπως εἶναι π.χ. ἡ μαγνητικὴ δύναμη ἢ ἡ δύναμη τοῦ ἠλεκτρισμοῦ. Ἂν ἀκουμπήσεις μία ἠλεκτρικὴ πηγὴ θὰ σὲ διαποτίσει ἡ ἐνέργεια τοῦ ἠλεκτρισμοῦ, εἴτε τὸ θέλεις εἴτε δὲν τὸ θέλεις. Ἀντίθετα, οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ πηγάζουν ἀπὸ προσωπικὴ ὑπόσταση καὶ ἔχουν ἀπαραίτητο στοιχεῖο τὸν διάλογο, τὴ σχέση, τὴν ἀπόκριση. Αὐτὸ στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλώσσα τὸ ὀνομάζουμε «ἐλευθερία» ἤ, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω μιὰ λειτουργικὴ ἔκφραση, «προαίρεση». Τί σημαίνει ὅτι προαιροῦμαι, ὅτι θέλω νὰ ἀποδεχθῶ αὐτὲς τὶς ἐνέργειες; Τὸ «θέλω» δὲν εἶναι μιὰ παθητικὴ στάση, εἶναι μιὰ στάση ἐνεργητική. Πρέπει δηλαδὴ καὶ ἐγὼ τὶς δικές μου κτιστὲς φυσικὲς ἐνέργειες νὰ τὶς ἐνεργοποιήσω πρὸς τὰ ἔξω. Νὰ φύγω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου καὶ νὰ βρεθῶ «ἐκτὸς ἑαυτοῦ», πρὸς τὸν ἄλλον. Αὐτὸ τὸ ὀνομάζουμε στὴ νηπτική μας παράδοση ἔκσταση (ἀπὸ τὸ «ἐξίσταμαι», βγαίνω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου). Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία υἱοθετεῖ τώρα τὴν πρώτη κίνηση ποὺ ἀνέφερα, τὴν κίνηση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό, ἀφοῦ τὴν «διορθώνει», δίνοντάς της ἰδιαίτερο περιεχόμενο: κίνηση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεὸ σημαίνει ἀπάντηση στὴν κίνηση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο (βλ. Γαλ. δ´ 9: «γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ»). Κι αὐτὸ εἶναι τὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
.               Ὅταν λέμε ὅτι ἔργο τῆς θεμελιωμένης καὶ ἱδρυμένης ἀπὸ τὸν Θεὸ Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἁγιασμὸς τῶν πιστῶν, ἀναφερόμαστε κατ᾽ οὐσίαν σὲ μία σχέση. Ἁγιασμὸς τῶν πιστῶν εἶναι ἡ παρουσία μιᾶς σχέσης. Τὴ σχέση αὐτὴ οἱ νηπτικοὶ Πατέρες ὀνομάζουν «ἐρωτική». Ἡ σχέση αὐτὴ περιλαμβάνει τὴν κίνηση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ἀπάντηση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό. Ὑπάρχουν κείμενα ποὺ μιλοῦν γι᾽ αὐτὴ τὴ σχέση, ὅπως εἶναι ἡ Κλίμαξ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου ἢ τὰ ποιήματα τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου ἢ τὰ κείμενα τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. Μιλᾶμε γιὰ μία διαλεκτικὴ σχέση θείου καὶ ἀνθρώπινου ἔρωτα.
.               Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φτάσει ὁ ἄνθρωπος νὰ νικήσει τὴν ἐντός του φθορά, τὴν φυσική του δηλαδὴ φθορά, ἂν δὲν ἀπαντήσει ἐνεργητικά, ἂν δηλαδὴ δὲν κινητοποιήσει μέσα του ὅλες του τὶς ἐνέργειες σὲ μία φορὰ πρὸς τὸ θεῖο. Μιὰ τέτοια κίνηση ἀσφλῶς σημαίνει μιὰ ὑπερβολικὰ ἔντονη δυναμικὴ γιὰ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Στὴν ἀνθρώπινη ὅμως καθημερινότητα ὑπάρχουν οἱ πολλὲς ἥσυχες στιγμές. Ἡ Ἐκκλησία καταφάσκει σὲ αὐτὲς τὶς πολλὲς ἥσυχες στιγμὲς καὶ τὶς ἐντάσσει μέσα στὴ δική της Λειτουργία, κατὰ τρόπο ὥστε μέσα ἀπὸ τὴν ἴδια μας αὐτὴ τὴν καθημερινότητα νὰ ψηλαφοῦμε σιγὰ-σιγὰ αὐτὸν τὸν ἁγιασμό. Μέσα στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα, μέσα δηλαδὴ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, βαπτιζόμαστε, μυρωνόμαστε, κοινωνοῦμε, ἐνδεχομένως θεραπευόμαστε, ἐνδεχομένως παντρευόμαστε, ἐνδεχομένως ἀποφασίζουμε νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν ἱερὸ κλῆρο. Τέτοιες πράξεις ποὺ ἁγιάζουν ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς καθημερινότητάς μας τὶς ὀνομάζουμε καὶ «μυστήρια». Βέβαια ὅλες οἱ πράξεις τῆς Ἐκκλησίας –ὅπως π.χ. ἡ προσευχὴ τῆς κοινότητας, ἡ κατάθεση μιᾶς πράξης ἀγάπης, ἡ ἄσκηση– ὅλες αὐτὲς εἶναι ἁγιαστικὲς πράξεις, ποὺ ἐμπεριέχουν στοιχεῖα μυστηρίου. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι κι αὐτὲς οἱ πράξεις ποὺ συνηθίζουμε νὰ ὀνομάζουμε «μυστήρια» καὶ οἱ ὁποῖες ἐπιτρέπουν στὸν ἄνθρωπο σιγά-σιγὰ νὰ μαθαίνει νὰ διαλέγεται μὲ τὸν Θεό, ὀργανώνοντας τὴ ζωή του γύρω ἀπὸ τὴ σχέση του μὲ τὸν Θεό. Τὰ «μυστήρια» διδάσκουν στὸν ἄνθρωπο νὰ ἐνεργοποιεῖ σωστὰ τὶς ἐνέργειές του, νὰ τὶς κατευθύνει ὡς σωστὴ ἀπάντηση πρὸς τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες ποὺ ζητοῦν νὰ τὸν διαποτίσουν. Γιατί ὑπάρχει πάντα ὁ κίνδυνος ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχει ἀγαθὴ πρόθεση καὶ νὰ θέλει νὰ ἐνεργοποιεῖ τὶς ἐνέργειές του πρὸς τὸ θεῖο, ἀλλὰ ἂν δὲν διδαχθεῖ τὴν ὁδὸ τῆς θεογνωσίας, αὐτὲς νὰ μὴν κατευθύνονται πρὸς τὸ θεῖο, νὰ χάνονται, νὰ σκορπίζονται.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –13 «Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας »

, ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IΑ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 2/66, Μάρτ.- Ἀπρ. 2017
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»

Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν

.           Γνωρίζουμε (καὶ ἀποδεχόμαστε) ὅτι αἰτούμενο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου εἶναι ἡ σωτηρία τῆς φύσης μας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς φθορᾶς καὶ τῆς σύγχυσης (τοῦ θανάτου). Ἑπομένως ἀναφερόμαστε σὲ θεραπεία (ἀλλαγὴ) τῆς φύσης μας ἀπὸ ἐνδημοῦσα κατάσταση ἀσθενείας. Τέτοια θεραπεία καθίσταται δυνατὴ λόγῳ τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἡ θεότητα συνδέθηκε μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Καθένας πλέον ποὺ συνδέεται μὲ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει νέα γέννηση, νὰ ὑπάρξει δηλαδὴ ὡς νέος ἄνθρωπος. Τὸ ἐρώτημα εἶναι πῶς θὰ συνδεθοῦμε μὲ τὸν Χριστό, ὄχι κατὰ συμβολικὸ ἢ ἠθικὸ τρόπο, ἀλλὰ κατὰ ὑπαρξιακό. Αὐτὸν τὸν τρόπο τὸν περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καὶ τὸν ἀναλύουν οἱ Ἀπόστολοι καὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Μᾶς λένε λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ παραδοθοῦμε στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ («ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ»), βαπτιστοῦμε στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, λάβουμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς μέλη ἑνὸς νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, «τρῶμε καὶ πίνουμε» τὸν Χριστὸ καὶ γινόμαστε κοινωνία μαζί του, κοινωνοῦμε μὲ τὴ δική του θεωμένη ἀνθρώπινη φύση («Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ» – Ἰωάν. ϛ´ 56). Στὴ θεία Λειτουργία δὲν κάνουμε ἀναπαράσταση γεγονότος, ποὺ κάποτε συνέβη καὶ τὸ θυμόμαστε, ἀλλὰ δημιουργοῦμε ἀπὸ τὸ μηδέν, ἐπαναλαμβάνουμε οὐσιαστικὰ τὴν πράξη τῆς Δημιουργίας. Κάθε φορὰ ποὺ τελοῦμε τὴ θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἀρχή. Μπορεῖ νὰ συνδέεται μὲ τὴν προηγούμενη θεία Λειτουργία, γιατί καὶ σ᾽ αὐτὴν τὸ ἐπιχειρήσαμε, ἀλλὰ δὲν τὸ πετύχαμε τελειωτικά, δὲν φτάσαμε στὸ ἔσχατο τέλος. Ἡ μνήμη παραμένει, γι᾽ αὐτὸ καὶ λαχταρᾶμε νὰ πᾶμε στὴν ἑπόμενη θεία Λειτουργία. Ἡ μία Κυριακὴ διαφέρει ἀπὸ τὴν ἑπόμενη Κυριακὴ σ᾽ αὐτὸ τὸ ζεῦγος μνήμης καὶ λαχτάρας. Τί γίνεται ἐκεῖ στὴ θεία Λειτουργία; Μαζευόμαστε ὡς μέλη σώματος, ὄχι ὡς ἄτομα, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς ἀμπέλου καὶ τῶν κλημάτων, ποὺ ἀνέπτυξε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς τὰ κλήματα ποὺ θὰ συνδεθοῦν μὲ τὴν ἄμπελο (τὸν Χριστὸ) καὶ θὰ μείνουν ζωντανὰ καὶ καρποφοροῦντα. Μαζευόμαστε κουβαλώντας ὅλη τὴ Δημιουργία μαζί μας. Ὄχι μόνο τὴ διάθεσή μας, ἀλλὰ τὴν ἴδια τὴ φύση μας. Τὴ Δημιουργία τὴν προσάγουμε μέσα ἀπὸ τὰ σύμβολα τοῦ ψωμιοῦ καὶ τοῦ κρασιοῦ. Καὶ ὅλα αὐτά, ἡμῶν συμπεριλαμβανομένων, ἀρχίζουμε νὰ τὰ ἀναγάγουμε στὸν Πατέρα, γιὰ νὰ τὰ κάνει Χριστό, νὰ ἐπαναληφθεῖ τὸ μυστήριο τῆς σαρκώσεως. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ καλούμαστε ἐμεῖς νὰ ἐπαναλάβουμε τὴ λέξη τῆς Θεοτόκου: γένοιτο! Ὅμως, τίποτε δὲν γίνεται ἀπ᾽ ὅλα αὐτά, ἐὰν δὲν μᾶς συγκροτεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς κοινότητα, ὡς λαό, ὡς φίλους τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ τὰ ἐπιτύχουμε, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀκριβῶς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Πᾶμε, ὅπως λέει καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος, νὰ θεραπευτοῦμε, νὰ θεραπεύσουμε τὴ φύση μας (βλ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, ΚΔ´, PG 91, 704A: «Τῇ ἁγίᾳ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ σχολάζειν, καὶ μὴ ἀπολιμπάνεσθαι ποτὲ τῆς ἐν αὐτῇ τελουμένης ἁγίας συνάξεως […] διὰ τὴν ἀοράτως ἀεὶ παροῦσαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χάριν […] καὶ ἕκαστον τῶν εὑρισκομένων μεταποιοῦσαν τε καὶ μετασκευάζουσαν, καὶ ἀληθὲς μεταπλάττουσαν ἐπὶ τὸ θειότερον […] κἂν αὐτὸς μὴ αἰσθάνηται, εἴπερ τῶν ἔτι κατὰ Χριστὸν νηπίων ἐστι καὶ εἰς τὸ βάθος τῶν γενομένων ὁρᾶν ἀδυνατεῖ») Ἔχοντας αὐτὸ ὑπ᾽ ὄψη μας, μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε γιατί ὁ Χριστὸς μιλεῖ γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Παρακλήτου, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.           Στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο προαγγέλλεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ (σὲ δύο χωρία) ἡ διαρκὴς παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία, μετὰ ἀπὸ τὴ δική του Ἀνάληψη: στὸ ιδ´16 («Καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν Πατέρα καὶ ἄλλον Παράκλητον δώσει ἡμῖν, ἵνα μένει μεθ᾽ ἠμῶν εἰς τὸν αἰώνα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας»), παράλληλα μὲ τὸ ιδ´ 26 («Ὁ δὲ Παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ἡμᾶς διδάξει πάντα»), καὶ στὸ ιε´ 26 («Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ἠμῖν παρὰ τοῦ Πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ»). Στὸ δεύτερο ἡ ἀναφορὰ εἶναι πιὸ συγκεκριμένη γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιατί περιγράφεται τὸ ἔργο ποὺ θὰ ἐπιτελέσει. Μὲ τὴν πρόταση μάλιστα «συμφέρει ἡμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω» (Ἰωάν. ιϛ´ 7), ποὺ συνδυάζεται μὲ τὴν ἐπιδημία τοῦ Πνεύματος, προβάλλεται τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου ὡς ἑνιαία καὶ διαρκὴς μέριμνα τοῦ Θεοῦ: ὁ Πατὴρ ἀποστέλλει τὸν Υἱὸ νὰ προσλάβει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ νὰ τὴν καινουργήσει, ἔργο ποὺ ὁ Υἱὸς τὸ ἐπετέλεσε μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του καὶ τὴν Ἀνάσταση, καὶ ὁ Υἱὸς ἀποστέλλει τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενο Ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ παραμείνει ἐντὸς τῆς ἱστορίας καὶ νὰ βοηθήσει στὴν ἀνάπτυξη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ εἴσοδος καὶ παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν ἱστορία ἀποκαλύπτει τὰ πεπραγμένα της («ἐλέγξει τὸν κόσμον»), ὄχι γιὰ νὰ τὸν βραβεύσει ἢ νὰ τὸν τιμωρήσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν φωτίσει, ὥστε νὰ παύσει νὰ ἐναντιώνεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐναρμονίσει τὸ θέλημά του μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θὰ ἀποκαλύψει τὴν ἁμαρτία, τὴν ἔλλειψη ἢ τὴν ἀπουσία πίστεως δηλαδή, ὥστε νὰ γίνει δυνατὴ ἡ θεραπεία τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς φθορᾶς της. Θὰ ἀποκαλύψει τὴν πραγματικὴ δικαιοσύνη ὡς κατάσταση, ἢ μᾶλλον ἀποκατάσταση τῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό, τώρα ποὺ ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς, ὁ Χριστὸς ὡς Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, συνέδεσε στὸ πρόσωπό του τὸ κτιστὸ μὲ τὸ ἄκτιστο καὶ ἄνοιξε τὸν δρόμο τῆς θεραπείας καὶ ἀποκατάστασης ἑνὸς ἑκάστου, ὥστε νὰ γλυτώσει ἀπὸ τὴ δυναστεία ἑνὸς διαρκοῦς θανάτου. Θὰ ἀποκαλύψει ἐπίσης τὸ τέλος τοῦ ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου καὶ τὴν ἀνατολὴ νέας πραγματικότητας ὡς κοινωνίας ἀνθρώπων καὶ Θεοῦ.
.           Συνηθίσαμε νὰ μιλᾶμε γιὰ κρίση τοῦ κόσμου, τῆς ἱστορίας, τῶν ἀνθρώπων, μὲ ὅρους δικανικούς, γιὰ νὰ μὴν πῶ τιμωρητικούς. Ξεχνᾶμε ὅτι ὁ βιβλικὸς ὅρος «κρίση» ἐμπεριέχει τὴν ἔννοια τῆς εὐσπλαχνίας, τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς δικαίωσης. Ἡ πραγματικὴ κρίση ἐνεργεῖται λόγῳ τῆς παρουσίας τοῦ ἀληθοῦς – ἡ παρουσία κρίνει. Ἡ ἴδια ἡ παρουσία τοῦ Παρακλήτου κρίνει, δηλαδὴ ξεχωρίζει: εἶσαι μὲ τὴ ζωὴ ἢ εἶσαι μὲ τὸν θάνατο; Ἤδη ἔχει πεῖ ὁ Ἰησοῦς ὅτι μέχρι νὰ ἔρθει ἀνάμεσά μας ὡς Θεάνθρωπος, οἱ ἄνθρωποι δὲν ἤξεραν ὅτι βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό: «Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν» (Ἰωάν. ιε´ 22). Τώρα εἶναι ὑπεύθυνοι γιὰ τὴ στάση τους. Τὸ ἴδιο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀρχίζει ἡ εὐθύνη. Ἔχω εὐθύνη γιὰ αὐτὸ ποὺ εἶμαι. Καὶ αὐτὸ λέγεται κρίση. Ὁ Χριστὸς ὑπογράμμισε: «Οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σώσω τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιβ´ 47). Ἡ γνώση περὶ Θεοῦ δὲν προσεγγίζεται μὲ νοητικὲς δυνάμεις, ἀλλὰ μέσῳ σχέσης μὲ τὸν Θεό. Ἡ γνώση πηγάζει ἀπὸ σχέση. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι οἱ νοητικὲς δυνάμεις καὶ λειτουργίες, ἀκόμη ἀκόμη καὶ οἱ νοοτροπίες, δὲν λειτουργοῦν θετικὰ στὴν ὁδὸ τῆς θεογνωσίας (πολλὲς φορὲς ἀρνητικά), ἀλλὰ πρέπει νὰ δεχθοῦμε ὅτι εἶναι ὑποβοηθητικὴ ἡ λειτουργία τους· εἶναι ἡ πρώτη τροφή, γιὰ νὰ ἐπικαλεστῶ παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ποὺ διακρίνει μεταξὺ ἐπὶ μέρους καὶ τέλειας γνώσης «ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην», Α´ Κορ. ιγ´ 12). Τὸ Πνεῦμα θὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὸν πραγματικὸ Χριστό, συνδέοντάς μας μαζί Του. Τὸν Χριστὸ τὸν γνωρίζεις τρώγοντάς τον καὶ πίνοντάς τον, κοινωνώντας μαζί του. Αὐτὴ εἶναι γνώση βιούμενη, ὄχι μεταδιδόμενη. Τὰ ρήματα καὶ τὰ πράγματα ποὺ σοῦ ἀποκαλύπτει ὁ Χριστὸς ἔχουν μυσταγωγικὸ χαρακτήρα. Τελικὰ τὸν Χριστὸ τὸν «γνωρίζεις» ὄχι μὲ τὴ σπουδὴ (ἔστω τῆς Ἁγίας Γραφῆς), οὔτε μόνον χάρη σὲ εὐσεβεῖς πόθους, οὔτε μιμούμενος τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ γῆς (μίμηση Χριστοῦ), οὔτε χάρη στὶς καλὲς διαθέσεις, ἀλλὰ ἐπειδὴ παραδίδεσαι στὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτὸ σὲ συνδέει μαζί του, σὲ εἰσάγει στὴν ἀλήθεια του («ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν»). Βέβαια, γιὰ νὰ σὲ ὁδηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀποδίδεσαι σὲ διαρκῆ ἄσκηση (διὰ βίου), ὥστε νὰ εἶναι καθαρὴ ἡ ὕπαρξή σου γιὰ νὰ δεχτεῖ τὶς ἐνέργειές του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ὑπογραμμίζει ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας» (βλ. Στιχηρὸν Ἑσπερινοῦ Πεντηκοστῆς).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –12 «Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»

 

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 5/66, Σεπτ.-Ὀκτ. 2016
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».

Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας (Α´)

.                 Γνωρίζουμε ὅτι ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, καὶ ὅτι ἱδρυτικὴ πράξη θεωρεῖται ἡ σταυρική Του θυσία. Νοεῖται μάλιστα ὡς σηµεῖο αὐτῆς τῆς ἱδρυτικῆς πράξης ἡ ἔκχυση ἀπὸ τὸ σῶµα τοῦ αἵµατος καὶ ὕδατος, ὅταν ὁ Ρωµαῖος στρατιώτης τοῦ τρύπησε τὴν πλευρὰ μὲ τὸ δόρυ του, γιὰ νὰ διαπιστώσει ὅτι εἶναι νεκρός: «Ἀλλ᾽ εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξε, καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷµα καὶ ὕδωρ» (Ἰω. ιθ´ 34). Κατὰ τὴν πατερικὴ ἑρµηνεία, ἀναδύθηκαν τὰ δύο µυστήρια, ποὺ μᾶς συνδέουν μὲ τὸν Χριστό, τὸ Βάπτισµα καὶ ἡ θεία Εὐχαριστία. Αὐτὰ συνιστοῦν τὸ θεµελιῶδες κριτήριο ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀνήκουµε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Κατὰ τὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γενέθλιος ἡµέρα της νοεῖται ἡ ἡµέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὁπότε ἐπεδήµησε τὸ Ἅγ. Πνεῦμα, γιὰ νὰ παραµείνει στὴν ἱστορία ὡς συνεχιστὴς τοῦ ἔργου τῆς θείας Οἰκονοµίας ἐνεργουµένη ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτὴ ἡ παρουσία ἐγγυᾶται τὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν διαφυλάττει ἀπὸ τὴν αἵρεση ἢ τὸ σχίσµα. Θὰ ἐξετάσουµε ἐδῶ τὸ ἔργο τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος μὲ βάση τὶς καταθέσεις ποὺ ὑπάρχουν στὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο.
.                 Ἡ πρώτη ἀναφορὰ γίνεται στὸ 3o κεφάλαιο, ὅπου ἐκτίθεται ὁ διάλογος τοῦ Ἰησοῦ μὲ τὸν Νικόδηµο, στὸν ὁποῖο ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ προϋποθέτει «ἄνωθεν» γέννηση «ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύµατος». Στὸν στ. 8 προσδιορίζει ὅτι στοιχεῖο τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος εἶναι ἡ ἐλευθερία: «Τὸ πνεῦµα ὅπου θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλ᾽ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως ἔστι πᾶς ὁ γεγεννηµένος ἐκ τοῦ Πνεύµατος».
.                 Μὲ τὴ λέξη «πνεῦµα» οἱ Ο´ μεταφράζουν τὴν ἑβραϊκὴ λέξη «ρουὰχ» ἢ «νέφες», ποὺ σηµαίνει ἀέρας, ἀναπνοή, ἄνεµος (spiritus στὰ λατινικά). Ὀνοµάζουµε λοιπὸν Πνεῦμα τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς θεότητας, γιατί δὲν µποροῦµε νὰ προσδιορίσουµε τὴ δράση του. Ἔχει τέτοιου περιεχοµένου ἐλευθερία, ὥστε ποτὲ δὲν µπορεῖς νὰ προκαθορίσεις τὴν πορεία του. Μιλᾶµε ἑποµένως γιὰ ἐλευθερία χαοτική. Τὴν ἐλευθερία αὐτὴ προσδιορίζει μόνο ἡ σχέση, εἶναι ἐλευθερία ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴ σχέση καὶ ἀναπαύεται στὴ σχέση. Καθένας ποὺ γεννιέται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα ἔχει ἐλευθερία νὰ ἐνεργεῖ χωρὶς προσδιορισµοὺς καὶ προκαθορισµούς. Δὲν ξέρεις ἀπὸ ποῦ ἔρχεται καὶ ποῦ πάει ὁ ἅγιος, διότι εἶναι παρουσία ἐλευθερίας, καὶ ἐπειδὴ σχετίζεται μὲ τὸ Πνεῦμα εἶναι παρουσία ἀγάπης. Τὴν ἴδια τὴν ἀγάπη δὲν µπορεῖς νὰ τὴν προσδιορίσεις ἀπὸ ποῦ ἔρχεται καὶ ποῦ πάει, ὅταν εἶναι ἀγάπη βαθιά, πραγµατικὴ ἀγάπη. Αὐτὸ τὸ Πνεῦμα ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὀνοµάζει καὶ Παράκλητο, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ συµπαραστάτη: «ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦµα τὸ ἅγιον ὃ πέµψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόµατί µου, ἐκεῖνος ὑµᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑποµνήσει ὑµᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑµῖν» (Ἰω. ιδ´ 26).
.                 Στὸ 14ο κεφάλαιο ἐπανέρχεται τὸ εὐαγγέλιο ἀναλυτικότερα στὸ ἔργο τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος. Εἶναι τὸ πρόσωπο ποὺ θὰ συνεχίσει τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ μετὰ τὴν ἀνάληψή του στὸν τόπο τοῦ Θεοῦ. «Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐµὰς τηρήσατε, καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα καὶ ἄλλον παράκλητον δώσει ὑµῖν, ἵνα μένει µεθ᾽ ὑµῶν εἰς τὸν αἰῶνα, τὸ Πνεῦµα τῆς ἀληθείας, ὃ ὁ κόσµος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει αὐτό· ὑµεῖς δὲ γινώσκετε αὐτό, ὅτι παρ᾽ ὑµῖν μένει καὶ ἐν ὑµῖν ἔσται» (ιδ´ 15-17). Τώρα ὁ Ἰησοῦς ἀποκαλύπτει στοὺς μαθητές του τὴν παρουσία τοῦ Πνεύµατος εἰς τὸ διηνεκές, μετὰ τὴν Ἀνάληψή του. Ἄλλες τρεῖς φορές, ἐκτὸς αὐτῆς, συν­αντῶνται ἀναφορὲς τοῦ Χριστοῦ στὸ Ἅγ. Πνεῦµα: α) «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέµψω ὑµῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦµα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐµοῦ» (ιε´ 26) β) «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦµα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑµᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (ιϛ´ 13) γ) μετὰ τὴν Ἀνάσταση: «Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦµα ἅγιον, ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁµαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (κ´ 22-23). Μέσῳ αὐτῶν τῶν ἀναφορῶν περιγράφεται ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ θὰ γεννηθεῖ τὴν ἡµέρα τὴ μεγάλη τῆς Πεντηκοστῆς.
.                 Προϋπόθεση κοινωνίας μὲ τὸ Ἅγ. Πνεῦμα τίθεται ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ ἡ βιοτὴ τῶν πιστῶν σύµφωνα μὲ τὶς ἐντολές του. Αὐτὴ ἡ προϋπόθεση ἐνιδρύει σχέση μὲ τὸν Χριστό, καὶ αὐτὴ ἡ σχέση ὑψώνεται σὲ θεία υἱοθεσία ἐξ αἰτίας τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος, ποὺ τὴν τρέφει καὶ τὴν διατηρεῖ. Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ διακρίνεται ἀπὸ ὅποιο ἄλλο πνεῦµα καθοδηγεῖ τὸν κόσµο («ὃ ὁ κόσµος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει αὐτὸ» ιδ´17), ὅτι δηλαδὴ ἂν δὲν εἶσαι μὲ τὸν Θεό, δὲν µπορεῖς νὰ γνωρίσεις τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ παραδοθεῖς στὶς δυνάµεις του καὶ στὶς ἐνέργειές του, καὶ μάλιστα μὲ ἐσωτερικὴ ἐµπειρία τῆς παρουσίας του («γινώσκετε αὐτό, ὅτι παρ᾽ ὑµῖν μένει καὶ ἐν ὑµῖν ἔσται»). Ὁ ἀνθρώπινος πολιτισµὸς βρίθει ἰσχυρισµῶν, ὅτι ἕνα πνεῦµα καθοδηγεῖ καὶ ἐµπνέει μεγάλους µύστες, ποὺ ἱδρύουν θρησκεῖες ἢ φιλοσοφίες, ὅπως ὁ «δαίµων» τὸν Σωκράτη ἢ ὁ «φωτισµὸς» τὸν Βούδα. Ὁ Ἰωάννης διευκρινίζει στὴν Α´ Ἐπιστολή του ὅτι πρόκειται γιὰ «πνεῦµα πλάνης»: «Ὁ γινώσκων τὸν Θεὸν ἀκούει ἡµῶν· ὃς οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἀκούει ἡµῶν. Ἐκ τούτου γινώσκοµεν τὸ πνεῦµα τῆς ἀληθείας καὶ τὸ πνεῦµα τῆς πλάνης» (Α´ Ἰω. δ´6).
.                 Στὸ 15ο κεφάλαιο ὁ Εὐαγγελιστὴς παραθέτει τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ, ὅτι τὸ Πνεῦμα θὰ διδάξει καὶ θὰ ἑρµηνεύσει ὅσα ἐπὶ τρία χρόνια ἄκουγαν καὶ ἔβλεπαν οἱ μαθητές, ἀλλὰ δὲν κατανοοῦσαν: «ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦµα τὸ ἅγιον, ὃ πέµψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόµατί µου, ἐκεῖνος ὑµᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑποµνήσει ὑµᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑµῖν» (ιε´ 26). Ἡ κατανόηση τῶν λόγων καὶ τῶν πράξεων τοῦ Ἰησοῦ δὲν ἦταν αὐτονόητη γιὰ τοὺς μαθητές του, κυρίως τὸ ἀποκαλυπτικό τους στοιχεῖο, διότι, κατὰ τὴν εὐαγγελικὴ ρήση, «οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦµα Ἅγιον» (ζ´ 39). Ἐνδεικτικὸ εἶναι τὸ κήρυγµα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου μετὰ τὴν ἐπιδήµηση τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Τὸ περιεχόµενό του κατανόησαν ἄνθρωποι διαφορετικῶν γλωσσικῶν καὶ πολιτιστικῶν παραδόσεων. Ἐκείνη τὴν ἡµέρα μιλήθηκε ἡ γλῶσσα τῆς Πεντηκοστῆς, στοὺς ἀντίποδες τῆς γλώσσας τῆς Βαβέλ.
.                 Τὸ «σχῆµα» ποὺ παρουσιάζει ὁ Ἰησοῦς στοὺς μαθητές του εἶναι: Θὰ ἔλθει ὁ Παράκλητος, αὐτὸ εἶναι τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας. Αὐτὸς θὰ σᾶς πεῖ ὅλη τὴν ἀλήθεια. Δὲν θὰ σᾶς τὴν πεῖ ἀπὸ μόνος του, ἀλλὰ ἐκ μέρους µου, διότι ἡ ἀλήθεια εἶµαι ἐγώ. Οὐσιαστικὰ θὰ σᾶς συνδέσει µ᾽ ἐµένα. Δίνοντάς σας ἐµένα τὸ Πνεῦμα, σᾶς δίνει τὸν Πατέρα, γιατί ἐγὼ ὑπάρχω, ἐπειδὴ ὑπάρχει ὁ Πατέρας, ἐγὼ ἀπὸ τὸν Πατέρα τὰ ἔχω πάρει ὅλα. Μιλάει γιὰ τὸ µυστήριο τῆς υἱοθεσίας ἀναφερόµενος στὸ ἔργο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅπως ἀναπτύσσεται στοὺς δύο τελευταίους στίχους τοῦ 15ου κεφαλαίου: «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέµψω ὑµῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦµα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐµοῦ καὶ ὑµεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ᾽ ἀρχῆς µε᾽ ἐµοῦ ἐστε» (ιε´ 26-27). Ἀποκαλύπτονται δηλαδὴ οἱ σχέσεις Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, Χριστοῦ καὶ μαθητῶν, μαθητῶν καὶ κόσµου, εἰσάγοντας τὴ δυναµικὴ παρουσία τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος, τὸ ὁποῖο θὰ ἐπαληθεύσει τὴ δύναµη τοῦ Χριστοῦ, καὶ θὰ ἐνδυναµώσει τοὺς μαθητὲς γιὰ τὸ ἔργο τῆς ἀποστολῆς τους.
.                 Ὁ Χριστὸς ὀνοµάζει τὸ Ἅγ. Πνεῦμα «Πνεῦμα τῆς ἀληθείας». Στὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι ἀφηρηµένη ἔννοια ποὺ παραπέµπει ἁπλῶς σὲ ἀλήθεια ποὺ ἀντιτίθεται στὸ ψεῦδος. Προσδιορίζει τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴ δήλωσή του, ἄλλωστε, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἡ ἀλήθεια («Ἐγώ εἰµι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωὴ» ιδ´6). Ἑποµένως τὸ «Πνεῦμα τῆς ἀληθείας» εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀποκαλύπτει τὸν Χριστό, ποὺ μὲ τὴν Ἀνάληψή του βρίσκεται πλέον εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός, ὡς Θεάνθρωπος βέβαια, καὶ τὸν ξαναφέρνει δοξασµένο ἀναµεσά μας καὶ μᾶς συνδέει μὲ αὐτόν.
.                 Τὸ Ἅγ. Πνεῦμα τὸ λαµβάνουµε κατὰ τὸ βάπτισµά μας. Ὑπάρχει ἡ ὡραία προσευχὴ πρὸς τὸ Ἅγ. Πνεῦμα ποὺ λέει: «ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡµῖν». Τὸ λαµβάνουµε σηµαίνει ὅτι τὸ Ἅγ. Πνεῦμα ἔρχεται ἐντός μας, ὅλο καὶ ὄχι ἁπλῶς οἱ δυνάµεις του ἢ οἱ δωρεές του. Ἔρχεται καὶ μᾶς «σφραγίζει», ὥστε νὰ θεραπευθεῖ ἡ φύση μας καὶ νὰ συνδεθοῦµε μὲ τὸν Υἱό, ποὺ θὰ μᾶς συνδέσει μὲ τὸν Πατέρα καὶ ἔτσι νὰ πραγµατοποιηθεῖ τὸ µυστήριο τῆς θείας υἱοθεσίας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»

, , , ,

Σχολιάστε