Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δεῖπνο

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ΛΟΥΚΑ Ἡ παραβολὴ τοῦ Μεγάλου Δείπνου-3 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς) «

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ ΛΟΥΚΑ
(Ἁγίων Προπατόρων)
Ἡ παραβολὴ τοῦ Μεγάλου Δείπνου
(Λουκ. ιδ´ 16-24)
(ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 63 ἑξ.

Γ´

Μέρος Α´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ΛΟΥΚΑ Ἡ παραβολὴ τοῦ Μεγάλου Δείπνου-1 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)
Μέρος Β´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ΛΟΥΚΑ Ἡ παραβολὴ τοῦ Μεγάλου Δείπνου-2 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς) «Ὅλα εἶναι ἕτοιμα, τὰ πάντα. Ὅλα ὅσα χρειάζεται ἡ μολυσμένη νύμφη γιὰ νὰ καθαριστεῖ, οἱ πεινασμένοι νὰ τραφοῦν, οἱ πληγωμένοι νὰ γιατρευτοῦν, οἱ γυμνοὶ νὰ ντυθοῦν, οἱ παράφρονες νὰ ᾽ρθοῦν στὰ λογικά τους, οἱ μέθυσοι νὰ γίνουν νηφάλιοι, οἱ νεκροὶ ν’ ἀναστηθοῦν».

.           «Ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε» (Ματθ. κβ´ 7). Βασιλιὰς εἶναι ὁ Θεός. Ἡ ὀργή Του εἶναι ἡ ἐσχάτη ἐξάντληση τῆς ὑπομονῆς Του, ἡ ὥρα ποὺ ἡ εὐσπλαχνία Του μετατρέπεται σὲ δικαιοσύνη. Στρατεύματα εἶναι ὁ ρωμαϊκὸς στρατός, φονεῖς εἶναι οἱ Ἰουδαῖοι καὶ πόλις αὐτῶν εἶναι ἡ Ἱερουσαλήμ. Ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμέτρητη, ἀνεξάντλητη. Δὲν τιμώρησε ἀμέσως τοὺς Ἰουδαίους μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, περίμενε ἄλλα σαράντα χρόνια. Ὅπως ὁ Κύριος εἶχε ἀναλάβει νὰ κάνει νηστεία γιὰ σαράντα μέρες, ἔτσι ὁ Δημιουργός τῆς ἀνθρωπότητας μετὰ τὸ Γολγοθᾶ ἔκανε νηστεία ὑπομονῆς γιὰ σαράντα χρόνια. Δὲν βιαζόταν νὰ τιμωρήσει τὰ ἐγκλήματα ποὺ διέπραξαν οἱ ἄνθρωποι ἐναντίον Του, γιὰ νὰ μὴν ποῦν ἔπειτα: «Δές, ὁ Θεὸς εἶναι ἐκδικητικός. Ἂς ἐκδικηθοῦμε κι ἐμεῖς λοιπόν». Ὄχι. Ὁ Θεὸς μόνο μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια ἐπέτρεψε νὰ τιμωρηθεῖ τὸ ἔθνος τῶν Ἰουδαίων γιὰ τὰ ἐγκλήματα ποὺ ἔκαναν οἱ ἄρχοντές του ἐναντίον τῶν δούλων Του.
.           Ἀπ’ αὐτὸ πρέπει νὰ διδαχτοῦμε πὼς δν πρέπει ν ζητμε κδίκηση γι δικίες πο γιναν προσωπικ σ μς. Πρέπει ν προσπαθομε σο γίνεται περισσότερο ν διορθώνουμε τος δίκους. Γιατί ὁ Θεὸς ὀνομάζει στρατεύματά Του τὸ ρωμαϊκὸ στρατό; Ἐπειδὴ χρησιμοποίησε τὸν στρατὸ αὐτόν, γιὰ νὰ τιμωρήσει τὸν ἀχάριστο περιούσιο λαό Του. Ὅπως παλιότερα εἶχε χρησιμοποιήσει τὰ εἰδωλολατρικὰ στρατεύματα τῆς Ἀσσυρίας, τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς Βαβυλώνας, γιὰ νὰ τιμωρήσει καὶ νὰ προειδοποιήσει τοὺς Ἰσραηλίτες, ἔτσι καὶ τώρα χρησιμοποίησε τὰ στρατεύματα τῆς Ρώμης γιὰ νὰ τιμωρήσει τὸ ἀχάριστο αὐτὸ ἔθνος. Οἱ Ρωμαῖοι αὐτοκράτορες Βεσπασιανὸς καὶ Τίτος, ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον, κυριάρχησαν στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν κατέκαψαν, σκότωσαν πολλοὺς Ἰουδαίους καὶ σκόρπισαν τοὺς ὑπολοίπους στὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ γνωστοῦ τότε κόσμου. Αὐτὸ ποὺ προφήτεψε ὁ Κύριος μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ Γάμου τοῦ Υἱοῦ τοῦ Βασιλιᾶ, ἐκπληρώθηκε στὸ ἀκέραιο. Ἂς δοῦμε τώρα τί κάνει ὁ βασιλιὰς μετὰ τὴν τιμωρία καὶ τὸν διωγμὸ τῶν Ἰουδαίων:
.           «Τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι· πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους» (Ματθ. κβ´ 8, 9). Ὁ γάμος ἕτοιμός ἐστιν, εἶπε ὁ Θεὸς στοὺς καινούργιους δούλους Του. Ἀπὸ τὴν πλευρά μου, λέει ὁ Θεός, εἶναι ὅλα ἕτοιμα. Οἱ πρῶτοι καλεσμένοι ὅμως δὲν ἦταν ἄξιοι καὶ γι’ αὐτὸ δὲν μποροῦσαν νὰ ἔρθουν. Κοίταξαν μὰ δὲν εἶδαν, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν χάρηκαν. Ἀφουγκράστηκαν μὰ δὲν ἄκουσαν, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀνταποκρίθηκαν. Ἀγάπησαν περισσότερο τὰ εἴδωλα τὰ σωματικά, τὸν μαμμωνᾶ, τὰ πλούτη, γι’ αὐτὸ καὶ ἀρνήθηκαν τὴν πρόσκληση. Ἦταν δεμένοι μὲ τὶς ἁλυσίδες τῆς δουλείας στὰ κατώτερα, στὰ ὑποδεέστερα, γι’ αὐτὸ καὶ σήκωσαν τὰ χέρια τοὺς ἐναντίον τοῦ Ὑψίστου.
.           Τώρα, λοιπόν, πορεύεσθε ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν καὶ καλέστε ὅποιον βρεῖτε μπροστά σας. Ὁ Ἰσραὴλ εἶναι σὰν ἕνα περιφραγμένο ἀμπέλι. Ἀποδείχτηκε ἄκαρπο ὅμως. Γι’ αὐτὸ βγεῖτε ἀπὸ τὸν ἀμπελώνα αὐτόν, πηγαίνετε στὰ ἀπερίφραχτα ἀμπέλια τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ καλέστε τους ὅλους. Ὁ Ἰσραὴλ μοιάζει μὲ ἕνα κλειστὸ ἐνυδρεῖο, φίδια ὅμως ἔχουν ἀφήσει ἐκεῖ τ’ αὐγά τους. Πηγαίνετε λοιπὸν στὰ ἀνοιχτὰ καὶ ρίξτε τὰ δίχτυα στὴ θάλασσα ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ Ἰσραὴλ δείχνει νὰ εἶναι ἕνα φυτώριο, βαλμένο μέσα στὸν ἀγρὸ τοῦ Θεοῦ, ἀπ’ ὅπου θὰ μεταφυτεύονταν εὐγενῆ φροῦτα στὸν ἀγρὸ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Τὸ φυτώριο ὅμως ἔμεινε ἄγονο. Πηγαίνετε λοιπὸν στὸν ἀνοιχτὸ ἀγρὸ τῆς γῆς καὶ φυτέψτε εὐγενεῖς καρπούς.
.           Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῶν λόγων ποὺ εἶπε μετὰ ὁ Χριστός: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κη´ 19). Ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, ἐννοοῦσε τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο, ἐκεῖ ποὺ οἱ δρόμοι τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ εἶναι ἀνηφορικοὶ καὶ δύσβατοι. Τὰ δρομάκια ἔχουν ἀγκάθια κι οἱ μεγάλοι δρόμοι ἔχουν κροκάλες γλιστερές. Οἱ σπόροι τοῦ Θεοῦ ἐκεῖ εἶναι ἐκτεθειμένοι σὲ κάθε κίνδυνο. Ὁ Θεὸς κοίταζε αὐτὸν τὸν μεγάλο καὶ πυκνοκατοικημένο κόσμο μὲ τὴν ἴδια πατρικὴ ἀγάπη καὶ μέριμνα ὅπως καὶ τὸν Ἰσραήλ. Τὸν φρόντιζε κι αὐτόν, ἀλλὰ μὲ διαφορετικὸ τρόπο. Τὸν Ἰσραὴλ τὸν καθοδηγοῦσε μὲ ἀποκαλύψεις, μὲ προφῆτες καὶ σημεῖα. Τὰ ἄλλα ἔθνη τὰ καθοδηγοῦσε μὲ τὸ νὰ τοὺς χαρίζει ἐσωτερικὴ δύναμη συνείδησης καὶ ἀντίληψης. Ἦταν πολλοὶ ἐκεῖνοι ποὺ σώθηκαν ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλίτες, ὅσοι ἦταν πιστοὶ καὶ ὑπάκουοι. Ἦταν πολλοὶ ὅμως καὶ ἀνάμεσα στοὺς εἰδωλολατρικοὺς λαούς – ὅσοι ζοῦσαν σύμφωνα μὲ τὴ συνείδηση καὶ τὴν ἀντίληψή τους. Τώρα, ποὺ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦρθε στὴ γῆ καὶ τὸν ἀπέρριψε τὸ προηγούμενο ἔθνος, ὁ Θεὸς ἄνοιξε διάπλατα σὲ ὅλους τὸν ἕνα καὶ μοναδικὸ δρόμο.

.           «Καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων» (Ματθ. κβ´ 10). Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ. Αὐτὴ εἶναι ἡ νέα Διαθήκη ποὺ κάνει ὁ Θεὸς μὲ τὸν ἄνθρωπο στὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ Του, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μαζεύει (ἡ Ἐκκλησία) ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ κάτω ἀπὸ τὶς φτεροῦγες της, ἀπὸ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, ἀπὸ Βορρᾶ καὶ Νότο, ἀπ’ ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ἀπ’ ὅλες τὶς γλῶσσες καὶ τὶς τάξεις ἀνθρώπων. Αὐτὸς εἶναι ὁ νέος περιούσιος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ νέος Ἰσραήλ, ἡ καινούργια γενιὰ τοῦ δικαίου Ἀβραάμ. Ὁ παλαιὸς Ἰσραὴλ ἀπίστησε, ἀφοῦ ἔπαιξε τὸν ρόλο του ὡς περιούσιος λαὸς στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Τώρα ὁ Θεὸς δημιούργησε ἕνα καινούργιο κανάλι γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων: τὸν νέο Ἰσραήλ. Γιὰ νὰ ἐξηγήσουν τὴν στροφή τους ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊκὸ λαὸ στοὺς εἰδωλολάτρες, οἱ ἀπόστολοι Παῦλος καὶ Βαρνάβας εἶπαν στοὺς πρώτους: «Ὑμῖν ἦν ἀναγκαῖον πρῶτον λαληθῆναι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ· ἐπειδὴ δὲ ἀπωθεῖσθε αὐτὸν καὶ οὐκ ἀξίους κρίνετε ἑαυτοὺς τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ἔθνη» (Πράξ. ιγ´ 46). Ἔτσι ἔγινε ἡ καινούργια ἐπιλογὴ μιᾶς νέας ἀνθρωπότητας, μία νέα ἱστορία, νέα σωτηρία μὲ τοὺς ἀποστόλους καὶ τοὺς διαδόχους τους, καθὼς ἡ παλιὰ ἐπιλογὴ ξεκίνησε καὶ πραγματοποιήθηκε μὲ τοὺς πατριάρχες, τὸν Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες.
.           Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ γέμισε μὲ καλοὺς καὶ κακούς, ἀφοῦ ὅλοι κλήθηκαν. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶχε χωρίσει τὸν κόσμο σὲ Ἰουδαίους καὶ μὴ Ἰουδαίους. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Καινῆς Διαθήκης χωρίζει σὲ καλοὺς καὶ κακούς. Ὅλοι κλήθηκαν, καλοὶ καὶ κακοί. Δὲν σώζονται ὅλοι ὅμως ἐκεῖνοι ποὺ ἁπλὰ γίνονται μέλη τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸ βάπτισμα. Ὁ Πολυεύσπλαχνος Κύριος φανερώνει τὴν ὑπομονή Του στὴν Ἐκκλησία τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅπως ἔκανε καὶ στὴν παλιὰ Ἐκκλησία. Ὁ σοφὸς οἰκοδεσπότης λέει στοὺς ὑπηρέτες του νὰ μὴν ξεριζώσουν τὰ ζιζάνια τοῦ σίτου ἀμέσως, ἀλλὰ νὰ τ’ ἀφήσουν νὰ ὡριμάσουν καὶ τὰ δύο καὶ νὰ εἶναι ἕτοιμα γιὰ τὸ θερισμό. Μέσα στὰ μεγάλα δίχτυα τοῦ Χριστοῦ μπαίνουν καλὰ καὶ κακὰ ψάρια κι ὅλα τ’ ἀδειάζουν στὴν παραλία. Τότε μόνο ξεχωρίζουν τὰ καλὰ ψάρια ἀπὸ τὰ κακά. Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς προσθέτει τὰ ἑξῆς στὴν ἐντολὴ τοῦ βασιλιᾶ: «Ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ρύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ τυφλοὺς καὶ χωλοὺς εἰσάγαγε ὧδε» (Λουκ. ιδ´ 21).
.           Οἱ Ἰουδαῖοι θὰ σκέφτηκαν ὅτι ἔτσι ὁ Χριστὸς ἔκανε μία σωστὴ περιγραφὴ ὅλων τῶν ἐθνῶν τῆς γῆς, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Στὴν πραγματικότητα ἔτσι ἦταν ὅλοι οἱ λαοὶ καὶ τὰ ἔθνη στὴ γῆ, ὡσότου γνώρισαν τὸν Χριστὸ καὶ κάθησαν στὴν πλούσια τράπεζα ποὺ τοὺς παρέθεσε μὲ ὅλα τ’ ἀγαθὰ ποὺ χορηγοῦσε κι ἐξακολουθεῖ νὰ χορηγεῖ στὸν κόσμο. Χωρὶς τὸ Χριστὸ εἴμαστε ὅλοι φτωχοί, ἀνάπηροι, χωλοὶ καὶ τυφλοί. Μόνο ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ μᾶς κάνει πλούσιους μὲ τ’ ἀληθινὰ πλούτη Του. Μόνο Ἐκεῖνος μπορεῖ νὰ μᾶς θεραπεύσει ἀπ’ ὅλες τὶς ἀρρώστιες μας, νὰ μᾶς στρέψει πρὸς τὰ ἀγαθὰ ἔργα καὶ νὰ ὁδηγήσει τὰ πόδια μας στὸ δρόμο τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς δικαιοσύνης. Μόνο Ἐκεῖνος μπορεῖ ν’ ἀνοίξει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας καὶ νὰ μᾶς δώσει τὸ φῶς γιὰ νὰ δοῦμε τὸν αἰώνιο προορισμό μας, ποὺ εἶναι γεμάτος ἀπὸ γαμήλια δῶρα, ἀπὸ κάθε χαρὰ κι εὐφροσύνη.

.           «Εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου, καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη» (Ματθ. κβ´ 11, 12). Ποιό εἶναι αὐτὸ τὸ ἔνδυμα γάμου; Τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου τῆς ψυχῆς εἶναι πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα ἡ ἁγνότητα. Γράφει στοὺς πιστοὺς ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἡρμοσάμην ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρί, παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ Χριστῷ» (Β´ Κορ. ια´ 2). Ἡ παρθενικὴ ἁγνότητα καὶ καθαρότητα εἶναι τὸ πρῶτο καὶ βασικὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς. ἘΝ συνεχείᾳ ὁ ἴδιος ἀπόστολος λέει καὶ σὲ ἄλλους πιστοὺς ποιὸ ἔνδυμα πρέπει νὰ φορᾶνε: «Ἐνδύσασθε οὖν, ὡς ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ ἅγιοι καὶ ἠγαπημένοι, σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πραότητα, μακροθυμίαν… ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶ σύνδεσμος τῆς τελειότητος» (Κολ. γ´ 12, 14). Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς, ὅταν συνάπτει γάμο μὲ τὸν ἀθάνατο Χριστό.
.           Τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ τελειότητα ἁγνείας τῆς ψυχῆς, ἀπ’ ὅλες τὶς ἐπίγειες ὑπάρξεις, τὴν ἔδειξε ἡ πάναγνη καὶ παναγία Παρθένος Μητέρα τοῦ Θεοῦ, Ἐκείνη ποὺ ἔδωσε σάρκα ἀπὸ τὴ σάρκα της στὸν Κύριο καὶ Σωτήρα μας. Κανένας ἀπὸ μᾶς δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει τὸν Χριστὸ στὴν καρδιά του, ἂν ἡ καρδιὰ αὐτὴ δὲν εἶναι ἐντελῶς καθαρή, ἂν δὲν εἶναι ἀμέριστα καὶ ὁλοκληρωτικὰ δοσμένη στὸν Χριστό. Σὰν ἁγνὴ παρθένος ἔχει μία μόνο ἀγάπη: τὴν ἀγάπη της γιὰ τὸν Κύριο. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου της, φτιαγμένο ἀπὸ ὕφασμα καὶ χρυσό. Ἡ ἁγνότητα κι ἡ ἀγάπη κυοφοροῦν καὶ πολλὲς ἄλλες ἀρετές, εἴτε τὶς ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος εἴτε ὄχι, ποὺ καρποφοροῦν πλούσια καλὰ ἔργα. Τὰ καλὰ ἔργα εἶναι τὰ στολίδια καὶ τὰ διαμάντια ποὺ στολίζουν τὸ ἱμάτιο τῆς ἁγνότητας καὶ τὸ χρυσοποίκιλτο ἔνδυμα τῆς ἀγάπης.
.           Ὁ ὅσιος Μακάριος γράφει στὴν 15η Ὁμιλία του: «Μὲ τὸ ἔνδυμα γάμου κατανοοῦμε τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶναι ἄξιος νὰ φορέσει τὸ ἔνδυμα αὐτό, δὲν μπορεῖ νὰ συμμετάσχει στὴ γαμήλια τελετὴ καὶ στὸ συμπόσιο».
.           Ὅταν ὁ βασιλιὰς πῆγε καὶ εἶδε τοὺς καλεσμένους, εἶδε κι ἕναν ποὺ δὲν φοροῦσε αὐτὸ τὸ ἔνδυμα γάμου. Ἑταῖρε, τοῦ εἶπε. Γιατί τὸν ὀνόμασε «ἑταῖρο», φίλο Του; Πρῶτον, γιὰ νὰ δείξει πόσο ἐκτιμᾶ τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου. Δεύτερον, ἐπειδὴ Ἐκεῖνος, ὁ Θεός, εἶναι πραγματικὰ φίλος κάθε ἀνθρώπου, χωρὶς διάκριση, ἐκτὸς ἂν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἀνάξιος κι ἀπορρίπτει τὴ φιλία Του. «Ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν» (Ἰωάν. ιε´ 14), εἶχε πεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στοὺς ἀποστόλους. Ἀλήθεια, πόση συγκατάβαση καὶ πόση μεγαλοκαρδία δείχνει ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους! Ὁ παντοδύναμος Δημιουργὸς καὶ Κύριος τῶν πάντων, ὀνομάζει φίλους Του τοὺς ἀδύναμους ἀνθρώπους! Μὲ τὴν προϋπόθεση βέβαια πὼς ἐκτελοῦν τὶς ἐντολές Του.
.           Ὁ φιλοξενούμενος αὐτὸς ὅμως δὲν φοροῦσε ἔνδυμα γάμου. Δὲν ἔκανε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διαφορετικὰ θὰ εἶχε βρεῖ τέτοιο ἔνδυμα γιὰ νὰ φορέσει. Γιατί λοιπὸν ὁ Θεὸς τὸν ὀνομάζει φίλο Του; Ἐπειδὴ εἶναι βαφτισμένος κι ἔτσι συγκαταλέγεται μὲ τοὺς πιστούς, λογαριάζεται ἕνας ἀπὸ τοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ. Καλώντας τὸν φίλο, ὁ Θεὸς τὸν ἐπιτιμᾶ, ἐπειδὴ δὲν ἔμεινε πιστὸς στὴ φιλία του. Αὐτὸς δὲν ἔμεινε πιστὸς στὴ φιλία του μὲ τὸν Θεό, ὄχι ὁ Θεὸς ἀπέναντί του. Ὁ δὲ ἐφιμώθη.
.           Τί θὰ μποροῦσε ν’ ἀπαντήσει; Πῶς δὲν μποροῦσε ν’ ἀγοράσει τέτοιο ἔνδυμα; Ἢ πῶς δὲν μποροῦσε ν’ ἀγοράσει ὕφασμα γιὰ νὰ τὸ κόψει καὶ νὰ τὸ ράψει στὰ μέτρα του; Ὅλα θὰ ἦταν μάταια. Ὁ Θεὸς εἶχε προμηθεύσει ὅλους τοὺς καλεσμένους μ’ ἕνα ἕτοιμο ἔνδυμα. Μόνο ἡ καλὴ θέληση τοῦ ἔλειπε, γιὰ νὰ βγάλει τὰ παλιὰ καὶ βρώμικα ροῦχα του τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ φορέσει τὸ καινούργιο ἔνδυμα τῆς σωτηρίας, τὸ χρυσοποίκιλτο γαμήλιο ἔνδυμα. Δὲν τὸ ἔκανε αὐτὸ ὅμως καὶ τώρα ἔμεινε σιωπηλός, δὲν εἶχε τίποτα νὰ πεῖ.
.           «Τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χείρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων» (Ματθ. κβ´ 13). Τὰ χέρια του τὰ εἶχε κιόλας δέσει μὲ τὶς ἁμαρτίες του, ὅπως καὶ τὰ πόδια του, μὲ τὸ νὰ βαδίζει τὸν δρόμο τῆς ἀνομίας καὶ τῆς ἀδικίας. Ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ εἶχε κιόλας διαλέξει τὸ σκοτάδι ἀπὸ τὸ φῶς, τὸν βρυγμὸ καὶ τὸν τρυγμὸ τῶν ὀδόντων, ἀντὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς. Εἶχε καταδικάσει τὸν ἑαυτό του στὴν ἀπώλεια. Στὸν Θεὸ δὲν ἀπέμενε παρὰ ν’ ἀπαγγείλει τὴ δίκαιη κρίση Του. Ὁ ἄθεος «σειραῖς τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν σφίγγεται» (Παρ. ε´ 22), μᾶς λέει ἡ Ἁγία Γραφή. Ὅπως ἦταν δεμένος καὶ συρόταν ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του ὁ ἁμαρτωλὸς αὐτός, ἔτσι θὰ εἶναι δεμένος καὶ στὸν ἄλλο κόσμο. Στὴν ἄλλη ζωὴ δὲν ὑπάρχει μετάνοια. Τὸ δέσιμο τῶν χεριῶν καὶ τῶν ποδιῶν αὐτὸ δείχνει: πὼς δὲν ὑπάρχει μετάνοια, πὼς δὲν ὑπάρχει καμιὰ δυνατότητα νὰ κάνει κάτι ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ κερδίσει τὴ σωτηρία του καὶ τὴν εἴσοδό του στὴν οὐράνια βασιλεία.
.           Ὁ Κύριος τελείωσε τὴν ὑπέροχη καὶ προφητικὴ παραβολή Του μὲ τ’ ἀκόλουθα λόγια: «Πολλοὶ γὰρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοὶ» (Ματθ. κβ´ 14). Τὰ λόγια αὐτὰ ἰσχύουν τόσο γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, ὅσο καὶ γιὰ τοὺς χριστιανούς. Ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους ἦταν λίγοι οἱ ἐκλεκτοί, ὅπως λίγοι ὑπάρχουν κι ἀνάμεσα στοὺς χριστιανούς. Ὅλοι ἐμεῖς οἱ βαφτισμένοι εἴμαστε καλεσμένοι στὸ τραπέζι τοῦ Βασιλέως, μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει ὅμως ποιοὶ εἶναι οἱ ἐκλεκτοί. Ἀλίμονο σ’ ἐκείνους ἀπὸ μᾶς ποὺ θ’ ἀκούσουν τὸν Ὕψιστο Βασιλιὰ νὰ τοῦ λέει ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων: ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; Τί ντροπή, τί ἀνώφελη ντροπή! Τί ἀπώλεια, τί ἀναπότρεπτη ἀπώλεια! Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ Θεὸς μᾶς ἀπευθύνει τὰ λόγια αὐτὰ καὶ τώρα, κάθε φορὰ ποὺ πλησιάζουμε στὸ ἱερὸ γιὰ νὰ κοινωνήσουμε, νὰ ἑνωθοῦμε πνευματικὰ μὲ τὸν Νυμφίο Χριστό. Ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; Ἂς τεντώσουμε τ’ αὐτιὰ καὶ τὴ συνείδησή μας, ὅταν πλησιάζουμε τὸ ἅγιο ποτήριο καὶ θ’ ἀκούσουμε σίγουρα τὰ λόγια αὐτά, αὐτὴν τὴν ἐπίπληξη. Εὔχομαι τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Θεοῦ νὰ μὴν ἐπιφέρουν τὸν κλαυθμὸ καὶ τὸ βρυγμὸ τῶν ὀδόντων, στὸ σκότος ποὺ θ’ ἀκολουθήσει τὰ τελευταῖα λόγια Του.

* * *

.           Ποιός μπορεῖ νὰ μᾶς ἐγγυηθεῖ πὼς ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς πεῖ τὰ λόγια αὐτὰ σήμερα, γιὰ τελευταία φορὰ στὴν ἐπίγεια ζωή μας; Ποιός μπορεῖ νὰ ἐγγυηθεῖ πὼς ἡ ψυχή του δὲν θὰ βρεθεῖ τὴν ἴδια αὐτὴ νύχτα στὴν πανένδοξη οὐράνια σύναξη, γύρω ἀπὸ τὸ βασιλικὸ τραπέζι, φορώντας τὸ λερωμένο ἔνδυμα τῆς ἁμαρτίας; Ποιός θνητὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γνωρίζει πῶς ἡ σημερινὴ μέρα δὲν εἶναι καθοριστικὴ γι’ αὐτόν, γιὰ ὁλόκληρη τὴν αἰωνιότητα; Λίγα δευτερόλεπτα ἦταν ἀποφασιστικὰ γιὰ τὴν τύχη τῶν δύο ληστῶν στὸ σταυρό. Ὁ ἕνας τους στάθηκε ἀνίκανος νὰ ἐκμεταλλευτεῖ τὰ λίγα αὐτὰ δευτερόλεπτα καὶ ὁδηγήθηκε στὸ ἀπόλυτο σκοτάδι. Ὁ ἄλλος χρησιμοποίησε μὲ σοφία καὶ σύνεση τὰ λίγα αὐτὰ δευτερόλεπτα: μετανίωσε, ὁμολόγησε τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ζήτησε τὴ σωτηρία του: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. κγ´ 42). Τὴν ἴδια ἐκείνη στιγμὴ ἡ ψυχή του ἀπεκδύθηκε τὸ παλιὸ ἔνδυμα τῆς ἁμαρτίας καὶ φόρεσε τὸ ὑπέροχο ἔνδυμα τοῦ γάμου. Ὁ μετανιωμένος ληστὴς παρουσιάστηκε στὸ βασιλικὸ τραπέζι στὸν παράδεισο, μαζὶ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς.
.           Ἂς μὴν καθυστερήσουμε λοιπὸν οὔτε γιὰ μία μόνο στιγμὴ τὴ μετάνοιά μας. Κάθε στιγμή, ποὺ περνάει, ἴσως νὰ εἶναι ἡ τελευταία ποὺ μᾶς συγκαταριθμεῖ μὲ τοὺς κατοίκους αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἂς καθαρίσουμε κι ἂς πλύνουμε γρήγορα τὴν ψυχή μας, τουλάχιστον μὲ τὸν ἴδιο ζῆλο ποὺ καθαρίζουμε τὸ σῶμα μας, ποὺ αὔριο θ’ ἀποτελέσει τροφὴ γιὰ τὰ σκουλήκια. Ἂς τὴν καθαρίσουμε μὲ μετάνοια καὶ δάκρυα, ἂς τὴν πλύνουμε μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Ἂς τὴν ντύσουμε μὲ ἔνδυμα ὑφασμένο μὲ ἁγνότητα κι ἀγάπη, στολισμένο μὲ καλὰ ἔργα, μὲ συγχωρητικότητα καὶ συμπάθεια. Ἂς κάνουμε αὐτὸ τὸ λίγο ποὺ ζητάει ἀπὸ μᾶς ὁ Θεός. Ἐκεῖνος θὰ κάνει τὰ ὑπόλοιπα.
.           Ὅταν ἕνα παιδὶ φωνάζει στὴ μαμά του πὼς λερώθηκε, ἐκείνη τὸ καθαρίζει, τὸ πλένει καὶ τὸ ἀλλάζει. Πόσο ποιὸ εὔσπλαχνος ὅμως εἶναι ὁ οὐράνιος Πατέρας μας ἀπ’ ὅσο εἶναι ὁποιαδήποτε μητέρα στὰ παιδιά της! Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ἡ ψυχὴ ὅλων τῶν ἀνθρώπων εἶναι τόσο λεκιασμένη, ποὺ ἀπὸ μόνη της δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ καθαριστεῖ καὶ νὰ γίνει ἄξια γιὰ νὰ παρουσιαστεῖ μπροστὰ στὸν Θεό.
.           Ἂς συνειδητοποιήσει λοιπὸν κάθε ἄνθρωπος τὸν πνευματικό του ρύπο. Ἂς νιώσει ἀπέχθεια γι’ αὐτὸν μ’ ὅλη του τὴν καρδιὰ κι ἂς κάνει αὐτὸ τὸ λίγο ποὺ μᾶς ζητᾶ ὁ Θεός. Τὸ σπουδαιότερο ποὺ ἔχει νὰ κάνει, εἶναι νὰ κραυγάσει στὸν Θεό, νὰ ζητήσει νὰ τὸν καθαρίσει Ἐκεῖνος ἐν πυρὶ καὶ πνεύματι. Ὁ Θεὸς περιμένει τέτοιες κραυγὲς ἀπὸ τὰ μετανιωμένα παιδιά Του, κρατώντας τὸ καλλίτερο ἀγγελικὸ ἔνδυμα στὰ χέρια Του. Περιμένει πάντα γιὰ νὰ καθαρίσει, νὰ πλύνει, νὰ φωτίσει, νὰ χρίσει, μὲ μύρο καὶ νὰ ντύσει ὅλους ἐκείνους ποὺ μετανοοῦν καὶ κραυγάζουν.
.           Ἂς ἔχει δόξα ὁ πανεύσπλαγχνος Θεός μας! Δόξα καὶ αἶνος στὸν οὐράνιο Νυμφίο τῶν ψυχῶν μας, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, ,

Σχολιάστε

ΑΓ. ΓΡΗΓ. ΠΑΛΑΜΑ «ΟΜΙΛΙΑ ΕΚΦΩΝΗΘΕΙΣΑ Τῌ ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ»

Ἁγ. Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ,
Ὁμιλία ἐκφωνηθεῖσα τῇ Κυριακῇ τῶν Προπατόρων,

ἐν ᾗ καὶ πρὸς τοὺς ρᾳθύμως ἔχοντας πρὸς τὴν ἀκρόασιν τῆς διδασκαλίας
διὰ τὴν τοῦ καιροῦ δυσχέρειαν καὶ τὴν ἔνδειαν τῶν σωματικῶν πραγμάτων

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος, σελ. 403 καὶ ἑξῆς.

«Τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ σαρκωθέντος δι᾽ ἡμᾶς ἐκ Παρθένου καὶ διὰ τῆς ἐν σαρκὶ πολιτείας αὐτοῦ τὸν διὰ Μωσέως δεδομένον νόμον τελέσαντος καὶ τὸν νόμον τῆς χάριτος τελειώσαντος καὶ πρὸς τὴν καθ᾽ ἡμᾶς Ἐκκλησίαν τὸν παλαιὸν ἐκεῖνον νόμον μετασκευάσαντος, τὸ τῶν Ἑβραίων ἐκβάλλεται γένος τῆς ἱερᾶς Ἐκκλησίας ἀντεισαγόμεθα δὲ ἡμεῖς, ἡ ἀπὸ τῶν ἐθνῶν ἐκλογή, οὓς ἑαυτῷ καὶ τῷ Πατρὶ συνίστησιν ὁ Κύριος, εἰς υἱῶν τούτους καὶ ἀδελφῶν γνησιότητα, πρὸς δὲ καὶ γονέων οἰκείων (ὢ τῆς ἀφάτου φιλανθρωπίας) εἰσποιησάμενος. «Ὁ γὰρ ποιῶν», φησί, «τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν ούρανοῖς, οὗτος καὶ ἀδελφός μου καὶ ἀδελφή μου καὶ μήτηρ μού ἐστι». («ΧΡ. ΒΙΒΛ.»)

 .         Ὅταν ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐσαρκώθη πρὸς χάριν μας ἀπὸ τὴν Παρθένον, διὰ τῆς μετὰ σαρκὸς πολιτείας του, ἐτελειοποίησε τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος εἶχε δοθῆ διὰ τοῦ Μωυσέως. Τὸν ὁλοκλήρωσε δίδοντας τὸν νόμο τῆς χάριτος, καὶ μεταποίησε ἔτσι τὸν παλαιὸν ἐκεῖνο νόμο στὴν ἰδική μας Ἐκκλησία. Ἐκβάλλεται τότε τὸ γένος τῶν Ἑβραίων ἀπὸ τὴν ἱερὰν Ἐκκλησία, καἀντὶ αὐτῶν εἰσαγόμεθα ἐμεῖς, οὁποῖοι ἔχουμε ἐκλεγεἀπὸ τἔθνη. Καὶ μᾶς συνήνωσε ὁ Κύριος μὲ τὸν ἑαυτόν του καὶ μὲ τὸν Πατέρα, μᾶς παραλαμβάνει δηλαδὴ ὡς γνησίους νέους καὶ ἀδελφούς, ἀκόμη δέ, ὢ τῆς ἀνεκφράστου φιλανθρωπίας, καὶ γονεῖς ἰδικούς του. Πράγματι, λέγει «ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, οὗτος καὶ ἀδελφός μου καὶ ἀδελφή μου καὶ μήτηρ ἐστι».
.         Σήμερα ὅμως, ἑορτάζουμε στὴν Ἐκκλησία τοὺς προπάτορες, οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀνῆκαν στὸ γένος τῶν Ἑβραίων. Γιὰ ποιόν λόγο; Γιὰ νὰ μάθουν ὅλοι ὅτι οἸουδαῖοι δὲν ἀπεκηρύχθησαν καὶ οἐθνικοὶ δὲν υἱοθετήθησαν ἀδίκως οὔτε παραλόγως οὔτε ἀναξίως ἀπὸ τὸν Θεόν, ὁποῖος τὰ πραγματοποιεῖ αὐτὰ καὶ τὰ ρυθμίζει. Ἀλλὰ ὅπως ἀκριβῶς ἀπὸ τοὺς προσκεκλημένους ἐθνικοὺς συγκαταλέγονται στοὺς συγγενεῖς του Θεοῦ μόνον ὅσοι ὑπακούουν, ἔτσι καὶ τὸ γένος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ὅλοι ὅσοι προῆλθαν ἀπὸ τὸν ‘Ἀδὰμ μέχρι αὐτὴν τὴν γενεάν, εἶναι πλῆθος πολύ, ἀληθεῖς ὅμως Ἰσραηλίτες εἶναι ὅσοι ἀπὸ αὐτοὺς ἔζησαν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ μόνον εἶναι ἀληθινοὶ πατέρες καὶ προπάτορες, πρῶτον μὲν ἐκείνης ποὺ ἐγέννησε παρθενικῶς κατὰ σάρκα τὸν Θεὸν τῶν ὅλων Χριστόν, ἔπειτα δὲ δι’ αὐτοῦ καὶ ἰδικοί μας. Αὐτοὶ οἱ πατέρες καὶ προπάτορες δὲν ἐξεβλήθησαν βεβαίως ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἑορτάζονται σήμερα ἐπισήμως ἀπὸ ἐμᾶς, θεωρούμενοι ὡς μέρος τοῦ πληρώματος τῶν Ἁγίων. «Ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὐκ ἔστι παλαιός, οὐ νέος, οὐχ Ἕλλην, οὐκ Ἰουδαῖος, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός». Καὶ «οὐχ ὁ ἐν τῷ φανερῷ Ἰουδαῖος, οὐδὲ ἡ ἐν τῷ φανερῷ περιτομή, ἀλλὰ ὁ ἐν τῷ κρυπτῷ Ἰουδαῖος καὶ περιτομὴ καρδίας ἐν πνεύματι, οὐ γράμματι». Αὐτὴν τὴν περιτομὴ τὴν ἔχουν ὅλοι ὅσοι εὐηρέστησαν τὸν Θεόν, καὶ μὲ αὐτὴν ἔχουν γίνει ὅλοι ἕνα, παλαιοὶ καὶ νέοι, καὶ οἱ πρὶν τὸν νόμο, καὶ οἱ μέσα στὸν νόμο, καὶ ὅσοι μετὰ τὸν νόμον ἐπολιτεύθησαν θεαρέστως μὲ τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Χάριτος. Ὥστε ἂν ἰδεῖ κανεὶς μὲ σύνεση τὴν οἰκονομίαν τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ ἀνθρώπινον γένος, θὰ τὴν ἰδεῖ σύμφωνο καὶ συνεπῆ μὲ τὸν ἑαυτόν της. Ὅπως δηλαδὴ λαμβάνουν τὴν χριστιανικὴν ὀνομασία μόνον οἱ ἐπίλεκτοι ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς, οἱ δὲ ἄχρηστοι ἐκβάλλονται, ἀλλὰ καὶ «πολλοὶ μὲν κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί», καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος, ἔτσι καὶ στὴν περίπτωσιν ἐκείνων τῶν ἀρχαίων καὶ τοῦ μετὰ ἀπὸ αὐτοὺς γένους τῶν Ἰουδαίων, προσλαμβάνονται μόνον ὅσοι ἔχουν ἐκλεγεῖ καὶ μετονομασθεῖ, ἐνῶ καὶ σ’ ἐκείνους τἀχρεῖον πλῆθος ἐκβάλλεται. Πράγματι, ὅσοι ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Σήθ, οἱ ὁποῖοι ὀνομάσθησαν υἱοὶ Θεοῦ, κατελήφθησαν ἀπὸ μανία γιὰ τὶς θυγατέρες τῶν ἀνθρώπων, αὐτοί, ὅπως ἔχει γραφεῖ, ἀπεκηρύχθησαν. Ἀχρεῖον δὲ πλῆθος καὶ στοὺς Ἰουδαίους δὲν εἶναι οἱ προσήλυτοι Ἰουδαῖοι, ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἤσαν μὲν αὐτόχθονες καὶ γνήσιοι υἱοὶ κατὰ σάρκα τοῦ ἰδίου τοῦ Ἰακώβ, ὁ ὁποῖος πρῶτος ὀνομάσθη Ἰσραήλ, ἀλλὰ ἐφάνησαν παρήκοοι σὰν τὸν Ἠσαῦ. Ἀκόμη καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Προφήτου καὶ βασιλέως Δαυίδ, τοῦ πρώτου μετὰ τὸν Σαοὺλ βασιλέως των, εἶναι ξένος πρὸς τὸ ἱερὸν γένος, ἐπειδὴ ἐπεβουλεύθη τὴν ζωὴ τοῦ πατέρα του.

.         τσι λοιπὸν καὶ σἐμᾶς, πάλι δὲν ὑπολογίζονται στὸ γένος τοῦ Χριστοὅλοι ὅσοι ὀνομάζονται χριστιανοί, ὅπως ἀκριβῶς ἔγινε καὶ μὲ τοὺς Ἰσραηλίτες, ἀλλἐκεῖνοι οὁποῖοι ζοῦν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, καὶ τηροῦν τὶς ἐντολές Του, καἀναπληροῦν τὶς παραλείψεις τους μὲ τὴν μετάνοια. Ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης ἦταν ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς κλητούς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, καὶ ὄχι ἁπλῶς ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν χορεία τῶν δώδεκα, δηλαδὴ τῶν κορυφαίων. Ἦταν ὅμως ἀποξενωμένος ἀπὸ τὴν συγγένεια πρὸς τὸν Χριστό, καὶ ἀπεμακρύνθη ἀπὸ αὐτὸν περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον χριστιανόν. Γιατί; Ὅτι οὐ πρὸς τὴν κηρυττομένην τῶν οὐρανῶν ἔσπευδε βασιλείαν, οὐδὲ πρὸς τὰ ἐξαίσια ἔργα καὶ τὴν διδασκαλίαν ἔβλεπε τοῦ Σωτῆρος (Διότι δὲν ἔσπευδε πρὸς τὴν κηρυττομένην Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, οὔτε ἔβλεπε πρὸς τὰ ἐξαίσια ἔργα καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ Σωτῆρος).
.         Πράγματι, τὰ μὲν σημεῖα καὶ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, ὅταν κατανοοῦνται, ὁδηγοῦν πρὸς τὴν πίστιν ὅσους ποθοῦν νὰ τὰ γνωρίσουν, ἡ δὲ ἀκρόασις τῆς ἱερᾶς διδασκαλίας ὑποδεικνύει τὴν ἐν Θεῷ ἀλήθεια καὶ τὸν θεάρεστον βίον. Αὐτὰ τὰ δύο μᾶς βοηθοῦν νὰ περιφρονήσομε τὰ σωματικὰ καὶ γήινα, καὶ νὰ ἀνυψώσομε τὴν διάνοιά μας πρὸς τὴν ἐλπίδα ποὺ ἀπόκειται στοὺς οὐρανούς.
.         Ἐκεῖνος ὅμως δὲν ἦταν ἐπιθυμητὴς τούτων, ἀλλὰ ἔβλεπε πρὸς τὴν γῆ καὶ τὴν κλοπὴ καὶ τὰ γήινα καὶ βδελυρὰ κέρδη καὶ πρὸς τὴν σωματικὴν ὠφέλεια ποὺ προσδοκοῦσε νὰ ἔχει ἀπὸ αὐτά. Καὶ ἀπεδείχθη ἐραστὴς τούτων τῶν ἀπηγορευμένων πολλὲς φορὲς καὶ ποικιλοτρόπως, ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ Δεσπότη τῶν ὅλων καὶ Διδάσκαλον. Ἦταν λοιπὸν συγγενὴς ὄχι τοῦ Χριστοῦ οὔτε τῶν τότε συναποστόλων, ἀλλὰ ἐκείνων πρὸς τοὺς ὁποίους ὁ Κύριος ἔλεγε, «ζητεῖτε μ, οὒχ ὅτι εἴδετε σημεῖα, ἀλλ’ ὅτι ἐφάγετε ἐκ τῶν ἄρτων καὶ ἐχορτάσθητε». Ὅπως δηλαδὴ ἐκεῖνοι, μὲ ὅλο ποὺ καὶ τὰ θαύματα εἶδαν καὶ τοὺς ἄρτους ἔφαγον καὶ τοὺς λόγους ἤκουσαν τοῦ ἐνυποστάτου Λόγου, ὁ ὁποῖος ἐνηνθρώπησε γιὰ ἐμᾶς, ἐφώναζαν ὕστερα πρὸς τὸν Πιλάτον «ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὐτόν», ἔτσι ἀκριβῶς καὶ αὐτός, ἂν καὶ εἶδε μὲ τοὺς ὀφθαλμούς του καὶ ἀπέκτησε περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους, πείρα τῆς μεγαλειότητος καὶ τῆς θεότητος τοῦ Κυρίου, ἔπειτα τὸν παρέδωκε στοὺς φονευτάς του. Καὶ αὐτὸς ὑπέμεινε –ὤ, τί ἀπερίγραπτος μακροθυμία!– «μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ», ὁδηγώντας καὶ ἐμᾶς πρὸς ὑπομονήν, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἰδικόν του θρίαμβο κατὰ τοῦ ἀρχεκάκου, καὶ μάλιστα ἔδειξε ὅτι οἱ πειρασμοὶ καὶ οἱ θλίψεις μᾶς ὠφελοῦν. Διότι λέγει, «ἐν θλίψει ἐμνήσθημέν σου», καὶ «παιδείαν Κυρίου ὑποίσω (θὰ ὑπομείνω δηλαδή)», καὶ «ἡ παιδεία σου, Κύριε, ἀνώρθωσέ με», ἐνῶ δηλαδὴ ἤμουν σκυμμένος πρὸς τὸ σῶμα καὶ τὶς σωματικὲς φροντίδες, μὲ ἀνήγειρε καὶ μὲ ἔπεισε νὰ βλέπω μόνον πρὸς ἐσέ.
.         Σ’ ἐσένα ὅμως, ἐὰν στὸν καιρὸ τῶν θλίψεων δὲν προστρέχεις στὸν Θεόν, ἐὰν δὲν διορθώνεσαι μὲ τὴν παιδαγωγία του, ποία ἄλλη εὐκαιρία, ποῖον ἀπὸ τὰ ὄντα ἢ τὰ γεγονότα θὰ συντελέσει στὴν ἐπανόρθωσή σου; Ἀλλὰ ὅμως, θὰ ἔλεγε κάποιος, ἔχει ἀνάγκη καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὴν σωματικὴν τροφὴν καὶ τὰ ἄλλα χρήσιμα. Βεβαίως, γιατί ὄχι; Ἂν λοιπὸν αὐτὰ τὰ ἔχεις, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἀπὸ τὸν Θεὸν τὰ ἔλαβες, διότι λέγει, «τί ἔχεις o οὐκ ἔλαβες;»- εὐχαρίστησε αὐτὸν ποὺ σοῦ τὰ ἔδωσε, ἀνταπόδωσέ του ἐμπράκτως τὴν εὐχαριστίαν. Ὅπως αὐτὸς ἐπήκουσε στὸ θέλημά σου καὶ ἐξεπλήρωσε τὴν ἐπιθυμία σου, ἔτσι καὶ σὺ πρόσελθε καὶ ἄκου καὶ μάθε καλὰ τὸ θέλημά του, καὶ ὑπάκουσε καὶ πραγματοποίησέ το, ὥστε καὶ νὰ ἐπαινεθεῖς ὡς φρόνιμος. «Ὁ ἀκούων μου», λέγει, «τοὺς λόγους καὶ ποιῶν αὐτούς, ὁμοιωθήσεται ἀνδρὶ φρονίμῳ». Καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ τὸν ἔχεις πλουσιοπάροχον εὐεργέτην, ὄχι μόνο γιὰ τὰ παρερχόμενα καὶ τὰ γήινα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ μέλλοντα καὶ μένοντα καὶ οὐράνια. Διότι λέγει, «εὖ δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ. Ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σὲ καταστήσω. Εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου». Ἐὰν ὅμως δὲν διαθέτεις τώρα τὰ ἀναγκαῖα τοῦ σώματος ἢ φοβῆσαι προσδοκωμένην ἀπορίαν, πάλι σ’ αὐτὸν πρόσελθε, πάλιν ἀπὸ αὐτὸν ζήτησε, πάλι σ’ αὐτὸν ὑπάκουσε. «Ὑποτάγηθι», λέγει, «τῷ Κυρίῳ καὶ ἱκέτευσον αὐτόν». Πάλι λοιπὸν δεῖξε μὲ τὰ ἔργα ὅτι εἶσαι δοῦλος του ἀγαθός. Πράγματι, αὐτὸς εἶναι, κατὰ τὸ ψαλμικόν, «ὁ διδοὺς τροφὴν ἐν εὐκαιρίᾳ (ἐγκαίρως δηλαδή). Ὁ ἀνοίγων τὴν χεῖρα αὐτοῦ, καὶ ἐμπιπλῶν πᾶν ζῶον εὐδοκίας». Αὐτὸς ποὺ εἶπε «οὐ μὴ σὲ ἀνῶ (δὲν θὰ σὲ ἀφήσω δηλαδὴ) οὐδ’ οὐ μή σε ἐγκαταλείπω».
.         Γιατί ἀπὸ τὶς ἰδιότητες τῶν ἀλόγων ζώων μιμεῖσαι ἐκείνην ποὺ σὲ βλάπτει, τὸ νὰ ὑποκύπτεις στὴν γαστέρα, καὶ νὰ μὴν ἀνυψώνεσαι ἀπὸ τὰ γήινα, ἂν καὶ ἐπλάσθης ὄρθιος γιὰ νὰ φρονεῖς τὰ ἄνω, νὰ ζητεῖς τὰ ἄνω; Γιατί θέλεις νὰ εἶσαι δεμένος ὅπως ἐκείνη ἡ «συγκύπτουσα, ἣν ἔδησεν ὁ Σατανᾶς δέκα καὶ ὀκτὼ ἔτη», ἂν καὶ αὐτός, ὁ Λόγος τῆς ζωῆς ποὺ ἔλυσε καὶ ἐκείνην, εὔκολα καὶ ἠμπορεῖ καὶ θέλει νὰ λύσει καὶ σένα, ἐὰν μόνον προστρέχεις σ’ αὐτόν, καὶ τὸν ἀκούεις, καὶ τοῦ ὑπακούσεις, καὶ δὲν κωφεύεις, δὲν ἀντιδρᾶς, δὲν ἐπαναστατεῖς;
.         Γιατί, λοιπόν, μιμεῖσαι τὴν ἐπιβλαβῆ γιὰ σένα ἰδιότητα τῶν ἀλόγων ζώων καὶ δὲν μιμεῖσαι τὴν ἐπωφελῆ; Ἄκου τὸν Προφήτη ποὺ λέγει ὅτι καὶ οἱ σκύμνοι (οἱ μικροὶ λέοντες δηλαδὴ) ὅταν χρειάζονται τροφήν, ὠρύονται καὶ ζητοῦν ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ ἔτσι λαμβάνουν, γιὰ νὰ καταβροχθίσουν. Ὅταν λέγει σκύμνους λεόντων, ἀφήνει μὲ αὐτὸ νὰ ἐννοηθεῖ ἀπὸ τοὺς νοήμονες εὐκόλως ὅτι τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ ὅλα τὰ ἄλλα ζῶα. Διότι, ἂν ὁ λέων, ποὺ εἶναι τὸ πιὸ ὠμοφάγον καὶ ἁρπακτικὸν καὶ ρωμαλέον ἀπὸ τὰ θηρία, δὲν εὑρίσκει τί νὰ ἁρπάξει, τί θὰ εἰποῦμε γιὰ τὰ ἄλλα ζῶα; Αὐτὸ μᾶς τὸ παρουσιάζει καὶ ὁ Χριστὸς στὸ Εὐαγγέλιον, λαμβάνοντας ἀφορμὴν ἀπὸ τὰ πτηνὰ καὶ λέγοντας, «ἴδετε τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ Πατὴρ ἡμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά».
.         Ἀδελφοί, «ζητεῖτε πρῶτον τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ», καὶ θὰ εἶσθε αἰωνίως κληρονόμοι, ὄχι μόνο τῆς ἀδιαδόχου αὐτῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, δικαιωμένοι μὲ τὴν χάρη του, ἀλλὰ καὶ τὰ παρόντα «προστεθήσεται ὑμῖν». Ἐὰν ὅμως δὲν ζητεῖτε πρωτίστως τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀρετὴν ποὺ πηγάζει ἀπὸ αὐτόν, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνα ποὺ τρέφουν καὶ θάλπουν τὸ ρευστὸν τοῦτο σῶμα, οὔτε αὐτὰ θὰ λάβετε. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὰ λάβετε, θὰ εἶναι γιὰ μεγαλυτέραν ταλαιπωρίαν καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ σώματος καὶ καταδίκην καὶ ζημίαν τῆς ψυχῆς αἰώνιον.
.         Αὐτὸ ἔδειξε καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἤκουσε ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ ὅτι «ἀπέλαβες τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου». Ἐζήτησαν κάποτε καὶ οἱ Ἰουδαῖοι νὰ φάγουν κρέας στὴν ἔρημο. Καὶ ὁ Θεὸς τοὺς ἔδωσε ἀναρίθμητον πλῆθος ὀρτυγομήτρας, «καὶ ἔφαγον καὶ ἐνεπλήσθησαν σφόδρα, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν ἤνεγκεν αὐτοῖς (τὴν ἱκανοποίησε δηλαδή). Ἀλλὰ ἔτι τῆς βρώσεως οὔσης ἐν τῷ στόματι αὐτῶν, ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἀνέβη ἐπ’ αὐτούς, καὶ ἀπέκτεινεν ἐν τοῖς πλείοσιν αὐτῶν, καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ Ἰσραὴλ συνεπόδισεν (τοὺς ἔριξε νεκροὺς δηλαδή)». Γιατί ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐφόνευσεν μεγάλο μέρος ἀπὸ τὸ πλῆθος; Ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἐγόγγυζαν ἀφόβως ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ κατὰ Θεὸν προϊσταμένου των, καὶ τοὺς κατηγοροῦσαν. Καὶ γιατί ἔριψε κάτω νεκροὺς τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ Ἰσραήλ; Διότι δὲν συγκρατοῦσαν τὸ πλῆθος ἀπὸ τὴν ὁρμὴν πρὸς τὸ χειρότερο. Τοιοῦτοι εἶναι ὅσοι ἐκβάλλονται ἀπὸ τὴν ἱερὰν Ἐκκλησία καὶ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, εἴτε στὸν παλαιὸν εἴτε στὸν νέο λαὸ τοῦ Ἰσραὴλ ἀνήκουν. Αὐτὸ δεικνύει καὶ ὁ Κύριος, ὅταν λέγει στὰ Εὐαγγέλια, «ἐλεύσονται ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν καὶ βορρᾶ, καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ, οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται ἔξω, εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον». Ποῖοι εἶναι λοιπὸν οἱ υἱοὶ τῆς Βασιλείας ποἐκβάλλονται στὸ σκότος; Εἶναι ἐκεῖνοι ποἔχουν μὲν τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως, μὲ τἔργα ὅμως ἀρνοῦνται τὸν Θεόν, καὶ εἶναι βδελυκτοὡς ἀπειθεῖς καἀδόκιμοι γιὰ κάθε ἀγαθὸν ἔργο. Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ ποἀπολαμβάνουν μαζὶ μὲ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακὼβ τὸ Δεῖπνον τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν; Ὅσοι ἀκολουθοῦν μὲ πίστιν εἰλικρινῆ τὸν νόμο καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ Πνεύματος, καἀποδεικνύουν τὴν πίστη μὲ τἔργα τους.
.         Ὅποιος θέλει νὰ συνταχθεῖ μὲ αὐτούς, καὶ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον καὶ νὰ ἀξιωθεῖ τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ συνδιαιωνίζει μὲ τοὺς ἁγίους ποὺ ἀναπαύονται στοὺς οὐρανούς, ἂς ἐκδυθεῖ τὸν παλαιὸν ἄνθρωπο ποὺ φθείρεται μὲ τὶς ἀπατηλὲς ἐπιθυμίες, δηλαδὴ μέθη, πορνεία, μοιχεία, ἀκαθαρσία, πλεονεξία, φιλαργυρία, μίσος, ὀργή, καταλαλιὰ καὶ κάθε πονηρὸν πάθος. Ἂς ἐνδυθεῖ δὲ μὲ ἔργα «τὸν νέον ἄνθρωπον τὸν ἀνακαινούμενον κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν», μέσα στὸν ὁποῖον ὑπάρχει ἀγάπη, φιλαδελφία, καθαρότης, ἐγκράτεια καὶ κάθε εἶδος ἀρετῆς. Μὲ τὶς ἀρετὲς αὐτὲς ἐνοικίζεται μέσα μας ὁ Χριστός, καὶ μᾶς εἰρηνοποιεῖ μὲ τὸν ἑαυτόν του καὶ μεταξύ μας «εἰς δόξαν ἑαυτοῦ καὶ τοῦ ἀνάρχου αὐτοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ συναϊδίου καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς

ΠΗΓΗ: orp.gr («ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ»)

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΜΕΓΑ ΔΕΙΠΝΟ (Κυρ. ΙΑ´ Λουκ.)

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΑ´ ΛΟΥΚΑ
(11.12.2011)

ΤΟ ΜΕΓΑ ΔΕΙΠΝΟ

«Ἄνθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα
καὶ ἐκάλεσε πολλοὺς»

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»
(ἀρ. τ. 2034, 01.12.2011)


Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.           Γιὰ μιὰ ξεχωριστὴ καὶ ἰδιαίτερη τιμητικὴ πρόσκληση μᾶς ὁμιλεῖ ὁ Κύριος στὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Πρόσκληση σὲ ἕνα μεγάλο καὶ ἐπίσημο δεῖπνο. Ποιὸ εἶναι αὐτὸ τὸ δεῖπνο; Εἶναι πρωτίστως ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ὅπου οἱ δίκαιοι θὰ ἀπολαμβάνουν αἰωνίως τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἔχει ἑτοιμάσει γι’ αὐτοὺς ὁ φιλάνθρωπος Δεσπότης. Τοῦ οὐρανίου αὐτοῦ δείπνου ὅμως προτύπωση καὶ πρόγευση ἐδῶ στὴ γῆ εἶναι τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Κάθε φορὰ ποὺ τελεῖται θεία Λειτουργία, ὁ πανάγαθος Θεὸς μᾶς προσκαλεῖ νὰ λάβουμε μέρος σὲ μέγα δεῖπνο. Κι ἂν εἴχαμε στ’ ἀλήθεια συνειδητοποιήσει τί σημαίνει αὐτὸ τὸ θεϊκὸ τραπέζι, κανεὶς δὲν θὰ ἔλειπε ἀπὸ τὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη!
.           Στὴν εἰκόνα τῆς θείας Εὐχαριστίας ὡς μεγάλου Δείπνου θὰ ἐπιμείνουμε στὴ συνέχεια γιὰ νὰ ἐπισημάνουμε ποῦ ἔγκειται τὸ μεγαλεῖο αὐτοῦ τοῦ δείπνου.

 1. Ποιὸς μᾶς καλεῖ.

.           Εἶναι μεγάλο καὶ ὑπερφυὲς αὐτὸ τὸ δεῖπνο τῆς θείας Εὐχαριστίας, διότι αὐτὸς ποὺ μᾶς καλεῖ δὲν εἶναι κάποιος ἐπίγειος βασιλιὰς ἢ ἄλλος ἐπίσημος ἄρχοντας ἀλλὰ ὁ μέγας καὶ ἄπειρος καὶ παντοδύναμος Θεός. Μᾶς καλεῖ ὁ ἐπουράνιος Βασιλεὺς καὶ Κύριος τῶν Ἀγγέλων. Αὐτὸς ποὺ δημιούργησε τὸν ὑλικὸ καὶ πνευματικὸ κόσμο καὶ κατευθύνει τὰ πάντα σύμφωνα μὲ τὴν ἀγαθὴ Πρόνοιά του. Μᾶς καλεῖ ὁ Θεὸς ποὺ ἀπὸ ἄπειρη ἀγάπη ἔγινε καὶ ἄνθρωπος καὶ θυσιάστηκε γιὰ τὴν δική μας σωτηρία. Καὶ ἀκοῦμε μὲν στὴν θεία Λειτουργία τὸν ἱερέα νὰ λέγει «Λάβετε, φάγετε…» καὶ «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…», στὴν πραγματικότητα ὅμως οἱ λόγοι αὐτοὶ εἶναι τοῦ Κυρίου καὶ ἀπευθύνονται στὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς, γιὰ νὰ συμμετάσχουμε μὲ τὴν ἀνάλογη πάντα προετοιμασία στὴν θεία Κοινωνία. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος διδάσκει: «Πάρεστιν ὁ Χριστὸς καὶ νῦν, ἐκεῖνος ὁ τὴν τράπεζαν διακοσμήσας ἐκείνην, οὗτος καὶ ταύτην διακοσμεῖ νῦν» (P.G. 49, 380). Δηλαδὴ ὅπως καὶ τότε στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο, ἔτσι καὶ τώρα τὸ δεῖπνο τῆς θείας Εὐχαριστίας τὸ ἑτοιμάζει ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
.           Ποιός λοιπὸν μπορεῖ νὰ μείνει ἀσυγκίνητος, ὅταν γνωρίζει ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς τὸν καλεῖ στὸ μέγα Δεῖπνο τῆς Εὐχαριστίας;

 2. Τί μᾶς προσφέρει

 .        Εἶναι ὅμως ἐπίσης μέγα τὸ δεῖπνο τῆς θείας Εὐχαριστίας, διότι εἶναι μεγάλα καὶ ἀνεκτίμητα τὰ Τίμια Δῶρα ποὺ προσφέρονται σ’ αὐτό. Τὸ δεῖπνο αὐτὸ εἶναι πλουσιότατο, ὄχι διότι παραθέτει ποικιλία ἐδεσμάτων, ποὺ ἱκανοποιοῦν τὴν γεύση καὶ τὴν σωματικὴ πείνα, ἀλλὰ διότι ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ μυστικὴ καὶ θειοτάτη πνευματικὴ τροφή, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ προσφέρεται «ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς» (Ἰω. ϛ΄ 51).
.        Ἡ τροφὴ αὐτὴ τοῦ μεγάλου δείπνου δὲν ἀποβλέπει στὴν ἐνδυνάμωση τοῦ σώματος ἀλλὰ στὴν πνευματικὴ πρόοδο καὶ τελειοποίηση τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ δεῖπνο αὐτὸ μᾶς μεταδίδει πλούσια τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ μᾶς ἐξαγιάζει. Μεταλαμβάνουμε Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν τὴν αἰώνιον». Ὁ Κύριος, ποὺ κοινωνοῦμε, μᾶς ἐνισχύει στὸν ἀγώνα κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ μᾶς φωτίζει γιὰ νὰ βαδίζουμε στὸν δρόμο τῆς ζωῆς, μέχρι νὰ φθάσουμε στὸ οὐράνιο θεῖο δεῖπνο, ἐκεῖ ὅπου θὰ ἀπολαμβάνουμε αἰωνίως τὴν χαρὰ καὶ τὴν μακαριότητα τῆς δόξας του.

*   *   *

.          Τίποτε τὸ γήινο καὶ φθαρτὸ δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ τὸ «μέγα δεῖπνο», τὸ ὁποῖο μᾶς παρουσίασε ὁ Κύριος στὴν σημερινὴ Παραβολή. Ἂν συναισθανθοῦμε ὅτι μᾶς καλεῖ ὁ πανάγαθος καὶ πλουσιόδωρος Κύριος· ἂν ἀναλογισθοῦμε τὰ δῶρα ποὺ μᾶς προσφέρει σ’ αὐτὸ τὸ πνευματικὸ τραπέζι· τότε εἶναι ἀδύνατον νὰ μείνουμε ἀδιάφοροι στὴν πρόσκλησή του. Κανένα ἐμπόδιο δὲν θὰ στέκεται πλέον ἱκανὸ νὰ μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν συμμετοχή μας στὴν θεία Λειτουργία καὶ ἰδιαίτερα στὴν θεία Κοινωνία.
.           Καθὼς πλησιάζει ἡ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ἡ πρόκληση τοῦ Κυρίου γιὰ νὰ συμμετάσχουμε στὸ «μέγα δεῖπνο» λαμβάνει ἰδιαίτερη σημασία καὶ ἐπικαιρότητα. Ἂς προετοιμαστοῦμε καταλλήλως κι ἂς προσέλθουμε ἀξίως στὸ «μέγα δεῖπνο», γιὰ νὰ λάβουμε τὰ πολύτιμα ἀγαθὰ καὶ θεῖα δῶρα ποὺ Ἐκεῖνος ἔχει ἑτοιμάσει γιὰ κάθε ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος θὰ ἀνταποκριθεῖ στὸ κάλεσμά του.

, ,

Σχολιάστε

«ΕΡΧΕΣΘΕ, ΟΤΙ ΗΔΗ ΕΤΟΙΜΑ ΕΣΤΙ ΠΑΝΤΑ»

«Ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα».
Σχόλιο στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο

Ἡ πρόσκληση παρουσιάζεται τιμητικὴ καὶ ἐπίμονη. «Ἐλᾶτε, ὅλα εἶναι ἕτοιμα», λέει ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ οἰκοδεσπότη στοὺς πρώτους – προσκεκλημένους. Καὶ ὅταν ἐκεῖνοι μὲ διάφορες προφάσεις ἀρνοῦνται, κατ’ ἐντολὴν τοῦ κυρίου του τρέχει στὶς πλατεῖες, στὰ στενὰ τῆς πόλης, γιὰ νὰ ὁδηγήση στὸ δεῖπνο τοὺς φτωχοὺς καὶ κατατρεγμένους τῆς ζωῆς. Θέλει νὰ ἀπολαύσουν ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότεροι ἄνθρωποι τὴν μεγάλη χαρά, ποὺ ἔχει ἑτοιμάσει. Ἀλλὰ γιὰ τί εἴδους δεῖπνο πρόκειται;
Ἐδῶ ὑπάρχει ἕνας διπλὸς συμβολισμός, ποὺ πρέπει νὰ προσέξουμε. Ὁ Κύριος μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ δείπνου ἀναφέρεται στὴν μεγάλη χαρὰ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Οἰκοδεσπότης τοῦ σύμπαντος γιὰ ὅλους ἐμᾶς. Ἡ λέξη «μέγα» τονίζει τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν σημασία αὐτοῦ τοῦ δείπνου. Δὲν πρόκειται ἐδῶ γιὰ κάτι ἁπλό, συνηθισμένο. «Ἐποίησε δεῖπνον μέγα».
Ἂς τὸ προσέξουμε αὐτό, γιατί συχνά μᾶς διαφεύγει. Ἡ «βασιλεία τοῦ Θεοῦ», στὴν ὁποία μᾶς καλεῖ ὁ  Χριστός, δὲν εἶναι κάτι μικρό. Στὸ δεῖπνο αὐτὸ τὸ «μέγα», ποὺ μᾶς περιμένει στὸ ἑσπέρας τῆς ζωῆς μας, θὰ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία ὄχι ἁπλῶς νὰ χαροῦμε, ἀλλὰ νὰ παρακαθήσουμε, νὰ συνομιλήσουμε «πρόσωπο πρὸς πρόσωπο» μὲ τὸν Θεό, νὰ ἀπολαύσουμε τὰ ἀγαθά του.
Ἀλλὰ καὶ ὅσοι βρισκόμαστε ἀκόμη σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴν γῆ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ γευθοῦμε κάτι ἀπὸ τὴ μεγάλη αὐτὴ εὐφροσύνη. Γιατί καὶ ἐδῶ στὴ γῆ τελεῖται ἕνα «δεῖπνο μέγα»: Τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, στὸ ὁποῖο μᾶς καλεῖ ὁ Χριστός, γιατί ἀποτελεῖ τὴν οὐράνια πρόγευση, ἀλλὰ καὶ τὴν προϋπόθεση συμμετοχῆς στὸ διαρκὲς μέγα δεῖπνο τῆς βασιλείας του. «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς. Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον…» (Ἰω. Ϛ´ 53-54). Ὑπάρχει μία ἐσωτερικὴ σχέση τοῦ ἑνὸς δείπνου, τοῦ ὁριστικοῦ στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, μὲ τὸ ἄλλο, τῆς θείας Εὐχαριστίας, ποὺ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ παρέλαβε καὶ τελεῖ ἡ Ἐκκλησία. Τὸ πρῶτο εἶναι κάτι ποὺ προσδοκοῦμε. Τὸ δεύτερο, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου, εἶναι ἤδη ἐμπρός μας, συγκεκριμένο. Συνεχῶς ὁ Κύριος μᾶς προσκαλεῖ σ᾽ αὐτό. Ἡ πρόσκλησή του ὅμως γίνεται ἰδιαίτερα ἐπίμονη σὲ περιόδους μεγάλων πνευματικῶν γεγονότων, ὅπως οἱ ἡμέρες τῶν Χριστουγέννων, στὶς ὁποῖες ὁδηγούμαστε.
Ἀλλὰ πῶς πρέπει νὰ δοῦμε αὐτὴ τὴν πρόσκληση;
Ὅπως εἶναι. Πρόσκληση τιμῆς σὲ «δεῖπνο μέγα», δεῖπνο χαρᾶς πολλαπλῆς εἶναι. «Ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα», μᾶς φωνάζει ὁ Κύριος. Καὶ ὁ λειτουργός του σὲ κάθε Λειτουργία πιὸ συγκεκριμένα μᾶς δείχνει τὸν τρόπο καὶ τὸν δρόμο ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθήσουμε, γιὰ νὰ προσέλθουμε ἀξίως στὸ δεῖπνο αὐτό. «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε». Ὁ λόγος τοῦ ἀφορᾶ τὴν συγκεκριμένη προσέλευσή μας στὸ «μυστικό δεῖπνο» τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἀλλὰ καὶ γενικώτερα καθορίζει τὸ πῶς θὰ ὁδηγηθοῦμε στὸ οὐράνιο δεῖπνο, τοῦ ὁποίου ἡ θεία Κοινωνία ἀποτελεῖ τὸν ἀρραβώνα.
Μετὰ φόβου Θεοῦ. Μὲ δέος, κατάνυξη, φόβο ἱερό. Μὲ συναίσθηση βαθιὰ ὅτι μᾶς καλεῖ ὃ Θεός, ὅτι προσεγγίζουμε Αὐτόν, στὸν ὁποῖο ὀφείλεται τὸ πᾶν, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐξαρτᾶται τὸ πᾶν, ποὺ εἶναι τὸ πᾶν, ἡ ἄπειρη Σοφία καὶ Ἀλήθεια καὶ Δύναμη, ἡ μόνη ἀπόλυτη ὕπαρξη. Ἂς μιμηθοῦμε τοὺς ἁγίους, πού, ὅταν σκέπτονταν τὸν Θεό, ἔνιωθαν ρίγος καὶ θάμβος.
Τὸν γνήσιο φόβο τοῦ Θεοῦ συνοδεύει πάντοτε ἡ πίστη. Κανεὶς δισταγμὸς δὲν χωράει γιὰ τὴν πραγματικότητα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὸ νόημα τῆς θείας Εὐχαριστίας.
Ἀλλὰ δὲν φθάνουν ὁ φόβος καὶ ἡ πίστη. Σ᾽ ἕνα δεῖπνο, ποὺ τὸ προσφέρει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀπαραίτητα ἡ ψυχὴ πρέπει νὰ εἶναι ντυμένη μὲ ἀγάπη. Πῶς θὰ καλέ­σουμε καὶ θὰ δεχθοῦμε στὴν ψυχή μας τὸν Χριστό, ὅταν τὴν πλημμυρίζουν αἰσθήματα ἀντιπάθειας γιὰ τοὺς ἀδελφούς μας; Καὶ πῶς θὰ μπορέσουμε ποτὲ νὰ εἴμαστε συνδαιτυμόνες στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι Ἀγάπη, κουβαλώντας στὴν ψυχή μας τὸ μίσος;
Ἂς ἁγνίζουμε τὶς καρδιές μας. Ἰδιαίτερα αὐτὲς τὶς ἅγιες ἡμέρες ποὺ πλησιάζουν, καὶ στὴν πρόσκληση ποὺ ὁ Κύριός μας ἀπευθύνει: «ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα» μὲ συναίσθηση ἂς ἀπαντήσουμε: «Ναί, Κύριε, ἐρχόμαστε. Ἀξίωσέ μας τὸ κάθε μας βῆμα νὰ εἶναι βῆμα πρὸς τὸ δεῖπνο σου μετὰ φόβου, πίστεως καὶ ἀγάπης»

ΠΗΓΗ: περ.: «ΖΩΗ», τ. 4224, 02.12.2010

 

,

Σχολιάστε

ΜΕΓΑ ΔΕΙΠΝΟ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΑ´ ΛΟΥΚΑ
(ιδ´ 16- 24. Μέγα Δεῖπνο)

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς· καὶ ἀπέστειλε τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα. καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες. ὁ πρῶτος εἶπεν αὐτῷ· ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. καὶ ἕτερος εἶπε· ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. καὶ ἕτερος εἶπε· γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν. καὶ παραγενόμενος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἀπήγγειλε τῷκυρίῳ αὐτοῦ ταῦτα. τότε ὀργισθεὶς ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε τῷ δούλῳ αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ρύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε. καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος· κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ἔτι τόπος ἐστί. καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκός μου. λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου. πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.

1. Ἕνα Σάββατο ὁ Κύριος προσκλήθηκε καὶ κάθισε στὸ σπίτι κάποιου Φαρισαίου γιὰ φαγητό. Κι ἕνας ἀπ᾽ αὐτοὺς ποὺ ἦταν στὸ τραπέζι, τοῦ εἶπε: Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ θὰ φάει γεῦμα στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος τότε πῆρε ἀφορμὴ γιὰ νὰ μιλήσει γιὰ τὴν αἰώνια εὐφροσύνη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ Μεγάλου Δείπνου. Κάποιος ἄνθρωπος, εἶπε, ἔκανε μεγάλο βραδινὸ συμπόσιο καὶ κάλεσε πολλούς. Κι ἔστειλε τὸν δοῦλο του γιὰ νὰ πεῖ στοὺς προσκεκλημένους: Ἐλᾶτε, ὅλα πλέον εἶναι ἕτοιμα γιὰ τὸ μεγάλο δεῖπνο.Μᾶς προκαλεῖ ἐντύπωση ὅτι, ἐνῶ ὁ Κύριος ρωτήθηκε γιὰ γεῦμα, μιλάει γιὰ δεῖπνο. Γιατί λοιπὸν ὀνομάζει τὴν οὐράνια Βασιλεία του δεῖπνο καὶ μάλιστα μέγα δεῖπνο; Ὁ Κύριος προτιμάει νὰ ἀναφερθεῖ σὲ δεῖπνο, διότι ἕνα δεῖπνο ἔχει μεγαλύτερη διάρκεια ἀπὸ ἕνα μεσημεριανὸ τραπέζι καὶ ἔχει μεγαλύτερη εὐφροσύνη. Θέλει ἔτσι νὰ δείξει ὅτι τὸ πανηγύρι τῆς Βασιλείας του θὰ εἶναι ἀτελεύτητο καὶ λαμπρό. Μὴ φαντασθοῦμε βέβαια μὲ τὴ λέξη «δεῖπνο» κάποιο ὑλικὸ βραδινὸ συμπόσιο ποὺ κάποτε τελειώνει ἢ δημιουργεῖ κορεσμό, ἀλλὰ δεῖπνο πνευματικό, ὅπου θὰ ἀπολαμβάνουμε τὰ πλούσια πνευματικὰ ἀγαθὰ ποὺ ἑτοίμασε ὁ Θεὸς για μᾶς. Καὶ ποιὰ εἶναι τὰ ἀγαθὰ τοῦ οὐρανίου δείπνου; Οὔτε μποροῦμε νὰ τὰ κατανοήσουμε, οὔτε νὰ τὰ φαντασθοῦμε. Πῶς νὰ καταλάβουμε τί σημαίνει ὅτι αἰωνίως θὰ συναναπαυόμαστε μὲ τοὺς δικαίους καὶ ὅλες τὶς ἀγγελικὲς θεῖες δυνάμεις καὶ θὰ γευόμαστε τὶς ἄπειρες πνευματικὲς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ; Πῶς νὰ κατανοήσουμε τί σημαίνει αἰώνια ἀναψυχὴ καὶ εὐφροσύνη, τί σημαίνει πνευματικὸς χορτασμὸς τῶν πτωχῶν ψυχῶν μας στὴν ἐπουράνια Βασιλεία του;Ὁ Θεὸς λοιπὸν ἑτοίμασε γιὰ μᾶς ἄπειρα καὶ ἀπερίγραπτα ἀγαθά, ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ σκεφθοῦμε καὶ νὰ συλλάβουμε. Καὶ ἀπευθύνεται στὸν καθένα μας καὶ μᾶς καλεῖ στὴ Βασιλεία του γιὰ νὰ μᾶς καταστήσει αἰώνια εὐτυχισμένους. Μᾶς καλεῖ μέσα ἀπὸ τὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς μας, μὲ διάφορα πρόσωπα δικά του ποὺ στέλνει στὴ ζωή μας, μᾶς καλεῖ μὲ τὴν Ἐκκλησία του καὶ τὰ Μυστήριά της, μὲ τὴ μελέτη καὶ τὴν ἀκρόαση τοῦ θείου λόγου, μὲ τὶς θεῖες ἐπισκέψεις στὸ νοῦ καὶ στὴν καρδιά μας, μὲ θεῖα σκιρτήματα καὶ νεύσεις. Μᾶς καλεῖ μὲ μία ἐσωτερικὴ φωνὴ στὴ συνείδησή μας, στὰ μύχια τῶν καρδιῶν μας. Ἐλᾶτε, μᾶς λέει ὁ Θεός. Ὅλα εἶναι ἕτοιμα. Τὸ οὐράνιο δεῖπνο σᾶς περιμένει. Μᾶς περιμένει δηλαδὴ μιὰ ζωὴ αἰώνια, μιὰ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἁγίους, ἕνα πανηγύρι ποὺ δὲν θὰ τελειώσει ποτέ.
2.Οἱ προσκεκλημένοι τῆς Παραβολῆς σὰν νὰ ἦταν συνεννοημένοι ἄρχισαν νὰ ἀρνοῦνται τὸ κάλεσμα τοῦ οἰκοδεσπότη καὶ νὰ δικαιολογοῦν τὴν ἀπουσία τους ἀπὸ τὸ δεῖπνο. Ὁ πρῶτος εἶπε: Ἀγόρασα ἕνα χωράφι καὶ πρέπει νὰ πάω ἐκεῖ νὰ τὸ δῶ. Σὲ παρακαλῶ, θεώρησε δικαιολογημένη τὴν ἀπουσία μου. Ἄλλος πάλι εἶπε: Ἀγόρασα πέντε ζευγάρια βόδια καὶ πηγαίνω νὰ τὰ δοκιμάσω. Σὲ παρακαλῶ, δικαιολόγησε τὴν ἀπουσία μου. Κι ὁ τρίτος ἀπάντησε πιὸ ψυχρά: Πρὶν ἀπὸ λίγο ἔκανα τὸ γάμο μου καὶ δὲν μπορῶ νὰ ἔλθω.Ὅταν ἐπέστρεψε ὁ δοῦλος στὸν κύριό του καὶ τοῦ διηγήθηκε τὰ ὅσα ἔγιναν, ἐκεῖνοςθύμωσε καὶ τοῦ εἶπε: Βγὲς γρήγορα στὶς πλατεῖες καὶ τὰ στενὰ καὶ φέρε ἐδῶ μέσα τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς σακάτηδες, τοὺς χωλοὺς καὶ τυφλούς. Ὕστερα ἀπὸ λίγο ἐπέστρεψε πάλι ὁ δοῦλος καὶ εἶπε: Κύριε, ἔγινε ὅπως διέταξες.Ὑπάρχει ὅμως ἀκόμη χῶρος στὸ σπίτι. – Βγὲς λοιπὸν ἔξω ἀπ᾽ τὴν πόλη στοὺς δρόμους καὶ παρακίνησε ἐπίμονα ὅσους βρεῖς νά ’ρθουν ἐδῶ, νὰ γεμίσει τὸ σπίτι μου, τοῦ εἶπε ὁ οἰκοδεσπότης. Κι ἔκλεισε ὁ Κύριος τὴν παραβολὴ λέγοντας: Κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀρνήθηκαν τὸ κάλεσμα, δὲν θὰ γευθεῖ τὸ δεῖπνο μου.Βέβαια μέσα ἀπὸ τὴν Παραβολὴ ὁ Κύριος θέλει νὰ ὑποδηλώσει ὅτι οἱ Ἑβραῖοι, ποὺ θεωροῦσαν ὅτι ἔχουν πρῶτοι τὸ δικαίωμα στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τελικὰ ἀποκλείσθηκαν ἀπ᾽ αὐτὴν γιὰ νὰ τὴν ἀπολαύσουν οἱ ἐθνικοί. Ὅμως ἡ Παραβολὴ αὐτὴ ἔχει καὶ γενικότερη ἐφαρμογὴ στὸν καθένα μας. Διότι ὁ Θεὸς καλεῖ ὅλους μας. Καὶ εἶναι φοβερὸ νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν κλήση του προβάλλοντας τὶς ἀνόητες προφάσεις τῶν ἀρνητῶν τῆς Παραβολῆς. Εἶναι προφάσεις μικρὲς καὶ ὑποκριτικές, ποὺ ξεσκεπάζουν τὴν κακὴ διάθεση τῶν προσκεκλημένων. Διότι ὅλοι τους εἶχαν εἰδοποιηθεῖ ἀπὸ καιρὸ γιὰ τὸ δεῖπνο αὐτό. Θὰ μποροῦσαν νὰ εἶχαν ρυθμίσει τὸ πρόγραμμά τους, ὥστε νὰ μπορέσουν νὰ συμμετάσχουν. Αὐτὲς οἱ προφάσεις ὅμως ἐπιπλέον δείχνουν πόσο μᾶς περισποῦν καὶ μᾶς δένουν οἱ φροντίδες τῆς ζωῆς, ἡ ἐργασία μας καὶ οἱ οἰκογενειακές μας ὑποχρεώσεις.Ἂν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἱεραρχούσαμε σωστὰ τὰ πράγματα καὶ ἐκτιμούσαμε τὴν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ, θὰ λέγαμε: Μὲ καλεῖ ὁ Θεὸς στὴν Βασιλεία του. Κανένα ἐμπόδιο δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἱκανὸ νὰ μοῦ στερήσει τὸν Παράδεισο. Διαφορετικὰ περιφρονώντας τὴν πρόσκληση καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ κινδυνεύουμε νὰ τὴ χάσουμε γιὰ πάντα. Κινδυνεύουμε νὰ χάσουμε ὄχι κάτι μικρό, ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερο, τὸ ἄπειρο, τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Κι ἂν χάσουμε τὸν Θεό, χάσαμε τὰ πάντα. Καμία πρόφαση λοιπὸν νὰ μὴ σταθεῖ ἐμπόδιο στὸ δρόμο μας πρὸς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Δὲν θὰ ἔχουμε καμία δικαιολογία.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. φ. 1990, 1 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2009
Στοιχειοθεσία: «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Σχολιάστε