Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δευτέρα Παρουσία

ΠΕΡΙ τῆς ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ τοῦ ΚΥΡΙΟΥ

Λόγος περί τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου

Τοῦ Μητροπολ. Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

 .             Ὁμολογοῦμεν καί λέγομεν εἰς τό ἕβδομον ἄρθρον τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. «Καί πάλιν ἐρχόμενον μετά δόξης κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος». Πρόκειται διά τήν Δευτέραν Παρουσίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἕνα θέμα ἐξαιρετικῶς σπουδαῖον, πρωταρχικόν καί ἐνδιαφέρον γιά τόν καθένα ἄνθρωπον.
.             Ἄς ἀναμνήσωμεν εἰς παράκλησιν καί ψυχικήν οἰκοδομήν ὀλίγα περί τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου.
.             Κατ᾽ ἀρχήν, ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, ὀνομάζεται εἰς τήν Ἁγίαν Γραφήν «ἡμέρα» (Α´ Κορ. 3,13) καί μάλιστα «ἡμέρα ἐκείνη» (Ματθ. 7, 22 – Λουκ. 6, 23 – Ἰω. 14,20) «ἐσχάτη ἡμέρα» (Ἰω. 6,39), «ἡμέρα Κυρίου» (Α´ Κορ.5,5) «ἡμέρα Χριστοῦ Ἰησοῦ» (Φιλιπ. 1,6), «παρουσία» (Ματθ. 24,3) «ἐπιφάνεια τῆς δόξης» (Τετ. 2,13) «ἀποκάλυψις τῆς δόξης Αὐτοῦ» (Α´ Πετρ. 4,13). Ἡ ὑμνογραφία τήν ὀνομάζει «ἡμέρα φρικτή», «ἡμέρα φοβερά», «ἡμέρα τῆς κρίσεως».
.             Ἕνα δεύτερον στοιχεῖον τῆς ἐσχάτης αὐτῆς ἡμέρας εἶναι τό ἄγνωστον τοῦ χρόνου τῆς ἐλεύσεως καί συγχρόνως τό αἰφνίδιον αὐτῆς. «Περί τῆς ἡμέρας ἐκείνης καί ὥρας οὐδείς οἶδεν, οὐδέ οἱ Ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, οὐδέ ὁ Υἱός, εἰ μή ὁ Πατήρ μόνος» (Ματθ. 24,36). Ὁ Ἀπ. Παῦλος γράφει ὅτι ἡ «ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτί οὕτως ἔρχεται» (Α´ Θεσσ. 5,2). Ἄγνωστος παραμένει ἡ ἡμέρα αὐτή, ὅπως ἄγνωστο εἶναι καί ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου μας. Ἀλλά ἀξίζει νά προσέξουμε καί ἕνα σημεῖο. Λέγει τό Ἱ. Εὐαγγέλιο «ὅταν ἔλθῃ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου» (Ματθ. 25,31). Δέν λέγει «ἐάν ἔλθῃ», «ἴσως ἔλθῃ», ἀλλὰ «ὅταν ἔλθῃ» πού σημαίνει τό σίγουρο, ὅτι θά ἔλθει.
.             Τρίτον στοιχεῖον εἶναι μερικά σημεῖα τά ὁποῖα θά προηγηθοῦν τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου, ὡς εἶναι τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου εἰς πάντα τά ἔθνη, ἡ ἐμφάνισις ψευδοπροφητῶν, ἡ ἠθική ἐξαχρείωσις, ἡ γενική ἀκαταστασία εἰς τόν κόσμον μας. Ἡ Ἁγία Γραφή τά ἐπισημαίνει εἰς το 24ον κεφάλαιον τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου.
.             Ἄλλο στοιχεῖο τῆς ἡμέρας ἐκείνης εἶναι ἡ κοινή ἀνάσταση τῶν τεθνεώτων καί ἡ ἁρπαγή τῶν ζώντων «ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου» (Α´ Θεσσ. 4,17). Ὅλοι, οἱ ζῶντες ἀλλά καί οἱ νεκροί θά εὑρεθοῦμεν ἔμπροσθεν τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Κυρίου, ἔμπροσθεν τοῦ ἀδεκάστου Κριτοῦ τῆς οἰκουμένης εἰς τό φοβερόν «λογοθέσιον» καί κριτήριον. Εἰς τό «Εὐαγγέλιον τῆς κρίσεως», ὅπως ὀνομάζεται, ἀναγιγνώσκουμε ὅτι «συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τά ἔθνη» (Ματθ. 25,32), ὁλόκληρος ἡ ἀνθρωπότης, «πᾶσα ἡ τῶν ἀνθρώπων φύσις» θά κριθῆ καί δέν θά εἶναι δυνατόν νά διαφύγῃ κανείς.
.             Ὁ ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας γράφει: «Τότε ἡ σάλπιγξ ἠχήσει μέγα καί τά θεμέλια τῆς γῆς σεισθήσονται καί οἱ νεκροί ἐκ τῶν μνημάτων ἐξαναστήσονται καί ἡλικία μία πάντες γενήσονται καί ἐτασθήσονται (= θά ἐξετασθοῦν) οἱ πάντες».
.             Κορυφαῖο γεγονός τῆς ἡμέρας ἐκείνης βέβαια θά εἶναι ἡ ἔνδοξη παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός θά ἔλθῃ αὐτή τήν φοράν «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ» (Ματθ. 25,31) καί θά τόν συνοδεύουν χιλιάδες ἀρχαγγέλων καί μύριαι μυριάδες ἀγγέλων, ἀφοῦ «πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι» θά εἶναι «μετ’ αὐτοῦ». Τήν πρώτη φοράν ἦλθε εἰς τόν κόσμον ταπεινός, ἄσημος, πτωχός καί ἀδύναμος εἰς τό σπήλαιον τῆς Βηθλεέμ. Τότε, εἰς τήν Δευτέραν Του ἔλευσιν θά ἔλθῃ ἀπό τούς οὐρανούς, δοξασμένος μέ τήν ἰδικήν Του δόξαν. Ἐρχόμενος ὁ Χριστός θά καθίση «ἐπί θρόνου δόξης Αὐτοῦ» (Ματθ. 19,28), ὡς Δίκαιος Κριτής. Ἡ δόξα Αὐτοῦ θά εἶναι θεοπρεπεστάτη. Κατά τήν πρώτην Του παρουσία εἰς τόν κόσμον ὁ Χριστός ἦλθεν ὡς Διδάσκαλος καί Σωτήρ. Κατά τήν Δευτέραν θά ἔλθη ὡς Κριτής. Τότε, «ἵνα σώσῃ τόν κόσμον». Τώρα, «ἵνα κρίνῃ τόν κόσμον» καί «ἀποδώσει ἑκάστῳ κατά τά ἔργα αὐτοῦ».
.             Εὐθύς ἀμέσως μέ τήν ἔνδοξον Δευτέραν Παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ θά γίνει ἡ μεγάλη κρίσις, ὁ διαχωρισμός δικαίων καί ἀσεβῶν, ὥσπερ ὁ ποιμήν ἀφορίζει, δηλ. διαχωρίζει, τά πρόβατα ἀπό τῶν ἐρίφων. Τότε ὁ Κύριος θά στήσει τά μέν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τά δέ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων (Ματθ. 25,33). Μέ τά πρόβατα παρομοιάζει τούς δικαίους διά τό πρᾶον καί εὔτακτον, μέ τά ἐρίφια τούς ἁμαρτωλούς διά τό ἄγριον καί ἄτακτον. Οἱ εὐσεβεῖς θά κληρονομήσουν τήν αἰώνια ζωή, οἱ δέ ἀσεβεῖς θά πορευθοῦν «εἰς κόλασιν αἰώνιον». Εἰς αὐτό τό κριτήριον, τό θεῖον Δικαστήριον, ὡς λέγει ὁ ἱερός ὑμνογράφος, «βίβλοι ἀνοίγονται καί πράξεις ἐλέγχονται καί τά κρυπτά τοῦ σκότους δημοσιεύονται». Καί θά εἶναι ὄντως φοβερά διά τούς ἐνόχους ἡ κρίσις αὐτή, ἐνῶ θά εἶναι χαρμόσυνος διά τούς δικαίους.
.             Μέτρον κρίσεως θά εἶναι ἡ ἀγάπη, διότι ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ νόμος καί οἱ προφῆται καί τό Εὐαγγέλιον. Η Ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός. Καί ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ἄκρα δικαιοσύνη, εἶναι ἡ ἀγάπη. Μ΄ αὐτήν τήν ἄκραν δικαιοσύνην ἐν ἀγάπῃ, τήν ὁποίαν μόνον Αὐτός γνωρίζει, θά κρίνῃ ὁ Κύριος τούς ἀνθρώπους. Διά τοῦτο καί θά αἰτιολογήσῃ τήν ἀπόφασίν Του, θά εἴπῃ εἰς τούς ἐκ δεξιῶν Του: Σᾶς θεωρῶ ἀξίους νά κληρονομήσετε τήν Βασιλείαν τοῦ Πατρός μου, διότι «ἐπείνασα καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψασα καί ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καί συνηγάγετέ με, γυμνός καί περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καί ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καί ἤλθετε πρός με». Δηλαδή, ἐφαρμόσατε τήν ὑψίστην ἐντολήν τῆς ἀγάπης εἰς τήν πρᾶξιν καί εἰς τό πρόσωπον τῶν «ἐλαχίστων ἀδελφῶν μου» εἴδατε τό πρόσωπον τό ἰδικόν μου. Ἐσεῖς ὅμως, οἱ ὁποῖοι εἶσθε εἰς τά ἀριστερά μου, ἐσεῖς δέν πράξατε τίποτα, δέν ἀγαπήσατε τόν πάσχοντα συνάνθρωπόν σας καί δέν δείξατε ἀγάπην. Διά αὐτούς τούς λόγους φύγετε ἀπό τήν βασιλείαν μου καί πορεύεσθε εἰς τήν αἰωνία κόλασιν, ἡ ὁποία σᾶς περιμένει. Καμμίαν σχέσιν δέν εἴχατε μέ ἐμέ εἰς τήν ἐπίγειον ζωήν σας. Καμμίαν θέσιν δέν ἔχετε τώρα εἰς την οὐράνιον βασιλείαν μου.
.             Στό τέλος τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς γράφεται ἡ φοβερή φράσις, θά ἔλεγα ἡ ἐκτέλεσις τῆς θείας ἀποφάσεως «Καί ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δέ δίκαιοι εἰς ζωήν αἰώνιον». Δηλαδή, οἱ ἀσεβεῖς, οἱ ἁμαρτωλοί, οἱ μηδέποτε μετανοήσαντες θά ἀπέλθουν εἰς τήν αἰωνία κόλαση μαζί μέ τόν διάβολον, οἱ δέ δίκαιοι καί εὐσεβεῖς εἰς τήν αἰωνία ζωή μαζί μέ τόν Θεόν. Πορεύεσθε μακράν ἀπ’ ἐμοῦ, θά εἴπῃ ὁ Δικαιοκρίτης, πορεύεσθε εἰς τό αἰώνιον πῦρ, τό ὁποῖον εἶναι ἡτοιμασμένον ἀπ’ ἀρχῆς διά τόν διάβολον. Παρατηροῦμεν ἐδῶ, ὅτι ἐνῶ περί τῆς Βασιλείας τῶν δικαίων προσέθηκε τήν φράσιν «τήν ἡτοιμασμένην ἀπό καταβολῆς κόσμου», προκειμένου περί τοῦ αἰωνίου πυρός τῶν ἀμαρτωλῶν οὐδέν τοιοῦτον προσέθηκεν, ἀλλ’ ἁπλῶς εἶπε: «τό ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ». Διότι ἡ μέν αἰώνιος βασιλεία ὑπῆρχεν ἐν τῇ βουλῇ τοῦ Θεοῦ ἀπό καταβολῆς κόσμου, ἀλλά τό αἰώνιον πῦρ δέν ὑπῆρχε ἀπ’ ἀρχῆς ἐν τῇ βουλῇ αὐτοῦ. Συνέστη μετά ταῦτα τό αἰώνιον πῦρ.
.             Ἡ αἰώνιος ζωή τῶν δικαίων συνίσταται εἰς τήν ἕνωσιν μετά τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ θέα τοῦ Θεοῦ ὑπό τῶν δικαίων. Ἡ διηνεκής μακαριότης. Μάλιστα θά κοινωνοῦν πρός ἀλλήλους καί πρός τούς ἀγγέλους. Ἡ δέ αἰώνιος κόλασις συνίσταται ἐν τῇ ἀπομακρύνσει ἀπὸ τοῦ Θεοῦ καί τῇ διηνεκεῖ κακοδαιμονία. Εἰς τήν αἰώνιον κόλασιν οἱ ἁμαρτωλοί θά στεροῦνται τοῦ θείου φωτός καί θά διάγουσιν ἐν βαθυτάτῳ σκότει.
.             Αὐτή εἶναι ἡ μέλλουσα καί μεγάλη κρίσις, ἡ ὁποία θά λάβῃ χώραν κατά τήν Δευτέραν τοῦ Κυρίου παρουσίαν.
.             Ἀλλά δι’ ὅλας αὐτάς τάς ἀληθείας ἡ φιλόστοργος Ἐκκλησία μεριμνᾶ νά μήν εὑρίσκωνται εἰς τήν λήθην. Πολλοί ἄνθρωποι ὄντως λησμονοῦν τήν μέλλουσαν κρίσιν, τήν Δευτέραν Παρουσίαν τοῦ Κυρίου. Μερικοί ἴσως καί ἀδιαφοροῦν. Ἀποτελεῖ ὅμως ἡ Δευτέρα ἔνδοξος ἔλευσις Του μίαν πραγματικότητα. Τό εἶπεν ὁ Κύριος, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἡ Παναλήθεια. Μᾶς τό διαβεβαίωσε τό ἀψευδές στόμα τοῦ Κυρίου, ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτος ἡ τελική κρίσις, ὅτι θά γίνῃ κατά τήν Δευτέραν Παρουσίαν Του. «Ἰδού ἔρχομαι ταχύ καί ὁ μισθός μου μετ’ ἐμοῦ, ἀποδοῦναι ἑκάστῳ ὡς τό ἔργον αὐτοῦ… Μακάριοι οἱ ποιοῦντες τάς ἐντολάς αὐτοῦ» (Ἀποκ. 22,12,14). Ἡ Κυριακή τῶν Ἀπόκρεω ἔχει καθιερωθεῖ νά εἶναι ἡ Κυριακή κατά τήν ὁποίαν «μνείαν ποιούμεθα τῆς Δευτέρας καί ἀδεκάστου Παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ὁ δέ ἱερός ὑμνογράφος μᾶς προτρέπει νά «λάβωμεν αἴσθησιν ἐκείνης τῆς ἡμέρας» καί ἀκόμη μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι «ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν, οὐδέ συνετηρήσαμεν, οὐδέ ἐποιήσαμεν», γι’ αὐτό καί μᾶς καλεῖ, «προφθάσωμεν, κλαύσωμεν καί καταλλαγῶμεν Θεῷ πρό τέλους». Ἐξάλλου καί ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ ἀναφέρεται ἀποκλειστικῶς εἰς τό θέμα τῆς μελλούσης κρίσεως.
.             Συνεπῶς, «μή καθεύδωμεν, ἀλλά γρηγορῶμεν καί νήφωμεν», ὡς ὁ Ἀπ. Παῦλος μᾶς συμβουλεύει, «ἐνδυσάμενοι θώρακα πίστεως καί ἀγάπης καί περικεφαλαίαν ἐλπίδα σωτηρίας» (Α´ Θεσσ. 5,6,8). Εὐχή καί προσευχή μας νά εἶναι «ἡ καλή ἀπολογία ἐπί τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ».

 

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

,

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-3 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Μπορεῖ ἆραγε νὰ δεχτεῖ στὴ βασιλεία Του ἐκείνους ποὺ ἔβγαζαν τὴ βασιλεία αὐτὴ ἀπὸ τὴ ζωή τους;»

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ

[Γ´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Καιρὸς Μετανοίας»,
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Τελώνου καὶ Φαρισαίου
ὣς τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ – Ὁμιλίες Β´»,
Μετάφρ. – ἐπιμ. Πέτρου Μπότση,
Ἀθήνα 2012, σελ. 53-78

Μέρος Α´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Τὰ χειρότερα δὲν ἦρθαν ἀκόμα, μὰ ἔρχονται γρήγορα»

Μέρος Β´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Ἂν ἡ καρδιά μας εἶναι γυμνὴ ἀπὸ κάθε ἀγαθὸ κι εὐγενικὸ πράγμα ποὺ ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ τὴν ντύσουμε, εἶναι σὰν νὰ ντύσαμε τὸν Χριστὸ μέσα μας»

.         Σὲ κείνους ποὺ θὰ βρεθοῦν ἀριστερά Του θὰ πεῖ ὁ Κριτής: «πορεύεσθε ἂπ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἠτοιμασμένον τῷ διαβόλω καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ» (Ματθ. κε´ 41). Φύγετε μακριὰ ἀπὸ μένα ἐσεῖς οἱ καταραμένοι, πηγαίνετε στὸ αἰώνιο πῦρ ποὺ ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιὰ τὸ διάβολο καὶ τοὺς πονηροὺς ἀγγέλους του. Ὁ Κριτὴς εἶναι φοβερός, ἀλλὰ δίκαιος. Ὁ Βασιλιὰς καλεῖ τοὺς δικαίους κοντά Του καὶ τοὺς δίνει τὴ βασιλεία Του, ἐνῶ ἀπομακρύνει τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ τοὺς στέλνει στὸ αἰώνιο πῦρ, στὴν πονηρὴ συντροφιὰ τοῦ διαβόλου καὶ τῶν ὑπηρετῶν του. Στὸ ἔργο τοῦ «Περὶ Τελικῆς Κρίσεως» ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει: «Ἂν ὑπάρχει κάποιο τέλος στὰ αἰώνια βάσανα, σημαίνει πὼς ὑπάρχει τέλος στὴν αἰώνια ζωή. Καθὼς ὅμως εἶναι ἀδύνατο νὰ φανταστεῖς τὸ τέλος τῆς αἰώνιας ζωῆς, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ σκεφτεῖς ὅτι θὰ ὑπάρξει τέλος στὰ αἰώνια βάσανα;»
.             Κάτι ὅμως δὲν λέει ὁ Κύριος, ποὺ εἶναι πολὺ σπουδαῖο. Ὅτι τὸ αἰώνιο πῦρ ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, ὅπως κι ἡ βασιλεία Του γιὰ τοὺς δικαίους. Τί σημαίνει αὐτό; Εἶναι πεντακάθαρο πὼς ὁ Κύριος ἑτοίμασε τὰ αἰώνιο πῦρ μόνο γιὰ τὸ διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του, ἐνῶ τὴ βασιλεία Του τὴν ἑτοίμασε γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ὁ Θεὸς θέλει «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι» (Α´ Τιμ. β´ 4), νὰ μὴ χαθεῖ κανένας. Ὁ Θεὸς δὲν ἤθελε νὰ κολαστοῦν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ νὰ σωθοῦν. Οὔτε καὶ ἑτοίμασε προκαταβολικὰ γι᾽ αὐτοὺς τὴ φωτιὰ τῆς κόλασης ἀλλὰ τὴ βασιλεία Του, μόνο αὐτή. Ἀπὸ αὐτὸ προκύπτει μὲ σαφήνεια πὼς ἐκεῖνοι ποὺ λένε γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ ὅτι «εἶναι προορισμένος νὰ γίνει ἁμαρτωλός», ἔχουν λαθεμένη ἀντίληψη. Ἂν πραγματικὰ εἶναι προορισμένος ἁμαρτωλός, αὐτὸ δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλ᾽ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Ὅτι αὐτὸ δὲν ἔχει προοριστεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ συμπεραίνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἑτοίμασε προκαταβολικὰ κανένα εἶδος βασάνων γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὸ διάβολο. Ἑπομένως στὴν Τελικὴ Κρίση ὁ δίκαιος κριτὴς δὲν θὰ ἔχει τόπο γιὰ νὰ στείλει τοὺς ἁμαρτωλούς, παρὰ στὸ σκοτεινὸ βασίλειο τῶν δαιμόνων. Κι ὅτι εἶναι στὴ δικαιοσύνη τοῦ Κριτῆ νὰ τοὺς στείλει ἐκεῖ εἶναι φανερὸ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκεῖνοι, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς τους, εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ κι εἶχαν παραδοθεῖ στὴν ὑπηρεσία τοῦ πονηροῦ.
.         Κρίνοντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ βρίσκονται ἀριστερά Του ὁ βασιλιὰς τοὺς ἐξηγεῖ ἀμέσως γιατί εἶναι καταραμένοι καὶ γιατί τοὺς στέλνει στὸ αἰώνιο πῦρ: «ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με» (Ματθ. κε´ 42-43). Πείνασα καὶ δὲν μοῦ δώσατε νὰ φάω, δίψασα καὶ δὲν μὲ ποτίσατε. Ἤμουν ξένος καὶ δὲν μὲ πήρατε στὸ σπίτι σας, ἤμουν γυμνὸς καὶ δὲν μὲ ντύσατε, ἤμουν ἄρρωστος ἢ φυλακισμένος καὶ δὲν μὲ ἐπισκεφθήκατε.
.         Τίποτα ἀπ’ αὐτὰ ποὺ εἶχαν κάνει οἱ δίκαιοι δὲν ἔκαναν οἱ ἁμαρτωλοί. Καὶ σὰν ἄκουσαν τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου οἱ ἁμαρτωλοί, ρώτησαν, ὅπως καὶ οἱ δίκαιοι: «Κύριε, πότε σὲ εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα…;» Κι ὁ Κύριος ἀπάντησε: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾽ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε´ 45). Ἀλήθεια σᾶς λέω: ἀφοῦ δὲν ἐκάματε τίποτα στοὺς ἀδελφούς μου τοὺς ἐλαχίστους, οὔτε καὶ σὲ μένα κάματε.
.         Ἡ ἑρμηνεία ποὺ ἔκανε ὁ Βασιλιὰς στοὺς ἁμαρτωλοὺς ἔχει ἐπίσης δυὸ σημασίες, μία ἐξωτερικὴ καὶ μία ἐσωτερική, ὅπως καὶ στὴν πρώτη περίπτωση μὲ τοὺς δικαίους. Ὁ νοῦς τῶν ἁμαρτωλῶν ἦταν σκοτισμένος, ἡ καρδιά τους σκληρὴ κι ἡ ψυχή τους εἶχε κακὴ διάθεση πρὸς ἐκείνους ποὺ πεινοῦσαν, διψοῦσαν, ἦταν γυμνοί, ἄρρωστοι καὶ φυλακισμένοι στὴ γῆ. Μὲ τὸ σκοτισμένο τους νοῦ δὲν μποροῦσαν νὰ δοῦν πὼς ὁ Χριστὸς τοὺς καλοῦσε νὰ ἐλεήσουν τοὺς φτωχοὺς καὶ βασανισμένους ἀδελφούς τους. Ἡ σκληρὴ καρδιά τους δὲν μαλάκωνε μὲ τὰ δάκρυα τῶν ἄλλων. Οὔτε καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων Του ἄλλαζε τὴν κακοπροαίρετη ψυχή τους, γιὰ νὰ ἐπιθυμήσουν τὸ καλὸ καὶ νὰ τὸ κάνουν. Ἔτσι ὅπως ἦταν ἄσπλαχνοι στὸν Χριστό, μέσῳ τῶν ἀδελφῶν Του, ἦταν ἄσπλαχνοι καὶ στὸν Χριστὸ μέσα ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν ἑαυτό τους. Μὲ τὸ ποὺ τοὺς ἐρχόταν κάποια ἁγνὴ σκέψη, τὴν ἐξαφάνιζαν θεληματικὰ καὶ τὴν ἀντικαθιστοῦσαν μὲ ἄλλες σκέψεις, ἀκάθαρτες καὶ βλάσφημες. Ξερίζωσαν κάθε εὐγενικὸ συναίσθημα ἀπὸ τὴν καρδιά τους καὶ τὸ ἀντικατέστησαν μὲ ἀσπλαχνία, λαγνεία καὶ ἰδιοτέλεια. Κάθε ἐπιθυμία ποὺ ἐκδηλωνόταν μέσα τους, γιὰ νὰ κάνουν κάποια καλὴ πράξη, ἀκολουθώντας τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, τὴν καταπίεζαν ἀμέσως καὶ στὴ θέση της ἔβαζαν ἄλλη, πῶς νὰ κάνουν κακὸ στοὺς ἄλλους ἢ ν᾽ ἁμαρτήσουν, γιὰ νὰ προκαλέσουν τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι τὸν ἐλάχιστο ἀδελφό τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τὸ δίκαιο ἄνθρωπο ποὺ βρισκόταν μέσα τους, τὸν σταύρωναν, τὸν σκότωναν, καὶ τὸν ἔθαβαν. Ὁ σκοτεινὸς Γολιὰθ ποὺ εἶχαν θρέψει, δηλαδὴ ὁ ἄδικος ἄνθρωπος μέσα τους ἢ ὁ ἴδιος ὁ διάβολος, παρέμενε νικητὴς στὸ πεδίο τῆς μάχης.
.         Τί μπορεῖ νὰ κάνει ὁ Θεὸς σὲ τέτοιους ἀνθρώπους; Μπορεῖ ἆραγε νὰ δεχτεῖ στὴ βασιλεία Του ἐκείνους ποὺ ἔβγαζαν τὴ βασιλεία αὐτὴ ἀπὸ τὴ ζωή τους; Μπορεῖ νὰ καλέσει κοντά Του αὐτοὺς ποὺ ξερίζωσαν μέσα τους τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, αὐτοὺς ποὺ διακήρυξαν μυστικὰ στὴν καρδιά τους ἀλλὰ κι ἀνοιχτά, μπροστὰ σ᾽ ὅλον τὸν κόσμο, πὼς εἶναι ἐχθροί τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπηρέτες τοῦ διαβόλου; Ὄχι! Αὐτοὶ ἔγιναν μὲ τὴν ἐλεύθερη βούλησή τους ὑπηρέτες τοῦ διαβόλου. Κι ὁ Κύριος στὴν τελική Του κρίση θὰ τοὺς στείλει νὰ συντροφέψουν ἐκείνους ποὺ εἶχαν παρέα σ᾽ ὁλόκληρη τὴ ζωή τους. Θὰ τοὺς στείλει δηλαδὴ στὸ αἰώνιο πῦρ ποὺ ἔχει προετοιμαστεῖ γιὰ τὸ διάβολο καὶ τοὺς πονηροὺς ἀγγέλους του.
.         Ἀμέσως μετὰ ἀπ’ αὐτό, φτάνει στὸ τέλος της ἡ πιὸ σύντομη ἀλλὰ κι ἡ μέγιστη διαδικασία στὴν ἱστορία τοῦ κτιστοῦ κόσμου. «καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ματθ. κε´ 46). Καὶ τότε θὰ πορευτοῦν (οἱ ἁμαρτωλοὶ) στὴν αἰώνια κόλαση, οἱ δὲ δίκαιοι στὴν αἰώνια ζωή.
.         Ἡ ζωὴ καὶ ἡ κόλαση ἐδῶ στέκονται ἡ μία ἀπέναντι στὴν ἄλλη. Ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ζωή, δὲν ὑπάρχει κόλαση, δὲν ὑπάρχουν βάσανα. Ἐκεῖ ποὺ εἶναι ἡ κόλαση, δὲν ὑπάρχει ζωή. Ἡ πληρότητα τῆς ζωῆς ἀποκλείει τὴν κόλαση. Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν παρέχει τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς. Ὁ τόπος τοῦ διαβόλου παράγει κόλαση καὶ βασανιστήρια, μακριὰ ἀπὸ τὴ ζωὴ ποὺ δίνει ὁ Χριστός.
.         Στὴν ἐπίγεια ζωή μας βλέπουμε πὼς ἡ ψυχὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ποὺ ἔχει λίγη ζωὴ μέσα της (δηλ. λίγο Θεό), εἶναι γεμάτη μὲ πολὺ μεγαλύτερα βάσανα ἀπ’ ὅσα ἔχει ἡ ψυχὴ τοῦ δικαίου ἀνθρώπου ποὺ ἔχει μέσα του περισσότερη ζωὴ (δηλ. περισσότερο Θεό). Ὅπως εἰπώθηκε μὲ σοφία τοὺς ἀρχαίους χρόνους: «πᾶς ὁ βίος ἀσεβοῦς ἐν φροντίδι, ἔτη δὲ ἀριθμητὰ δεδομένα δυνάστῃ, ὁ δὲ φόβος αὐτοῦ ἐν ὠσὶν αὐτοῦ…μὴ πιστευέτω ἀποστραφῆναι ἀπὸ σκότους· ἐντέταλται γὰρ ἤδη εἰς χεῖρας σιδήρου…ἀνάγκη δὲ καὶ θλῖψις αὐτὸν καθέξει ὥσπερ στρατηγὸς πρωτοστάτης πίπτων. ὅτι ἦρκε χεῖρας ἐναντίον τοῦ Κυρίου» (Ἰώβ ιε´ 20-25). Ὁλόκληρος ὁ βίος τοῦ ἀσεβοῦς, λέει, δαπανᾶται καὶ βρίσκεται συνέχεια μὲ φροντίδες καὶ ἀγωνία. Ἀκόμα καὶ τοῦ ἰσχυροῦ καὶ κυριάρχου ἀνθρώπου, τὰ χρόνια εἶναι μετρημένα. Ὁ φόβος ποὺ τὸν συνέχει καὶ τὸν κάνει ν’ ἀγωνιᾶ, ἠχεῖ πάντοτε στ’ αὐτιά του…ἂς μὴν ἀπατᾶται πὼς κάποτε θὰ γλιτώσει ἀπὸ τὸ σκοτάδι τῆς συμφορᾶς καὶ τῆς ὀδύνης, γιατί ἔχει δοθεῖ ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ περιπέσει στὴν ἐξουσία σιδερένιου μαχαιριοῦ… θὰ τὸν κυριεύσει ὁπωσδήποτε ἡ θλίψη καὶ θὰ πέσει, ὅπως ὁ στρατηγὸς ποὺ πρωτοστατεῖ στὴ μάχη, ἀλλὰ δὲν βρίσκει τρόπο νὰ ξεφύγει.
.         Ἡ ζωὴ ἐδῶ στὴ γῆ εἶναι κόλαση μεγάλη γιὰ τὸν ἁμαρτωλό. Κι ὁ ἁμαρτωλὸς τὸ βρίσκει πολὺ πιὸ δύσκολο νὰ ὑπομένει τὰ βάσανα σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀπ’ ὅ,τι ὁ δίκαιος. Μόνο ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ζωὴ μέσα του μπορεῖ νὰ ὑπομείνει βάσανα, νὰ τὰ περιφρονήσει, νὰ ξεπεράσει ὅλα τὰ κακὰ τοῦ κόσμου καὶ νὰ νιώθει χαρούμενος. Ἡ ζωὴ κι ἡ χαρὰ εἶναι ἀδιαίρετες. Ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος λέει στὸ δίκαιο ἄνθρωπο ποὺ ὁ κόσμος ἀποκλείει, καταδιώκει καὶ ταπεινώνει: «Χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε» (Ματθ. ε´ 12).
.         Ὁλόκληρη ἡ ἐπίγεια ζωή μας δὲν εἶναι παρὰ μία ἀμυδρὰ σκιὰ τῆς πραγματικῆς, τῆς πλήρους ζωῆς στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τὰ βάσανά μας στὴ γῆ δὲν εἶναι παρὰ μία ἀμυδρὰ σκιὰ τῶν τρομερῶν βασάνων, ποὺ θὰ ὑποστοῦν οἱ ἁμαρτωλοὶ στὴν κόλαση. Στὰ ἀποφθέγματα τῶν ἁγίων πατέρων διαβάζουμε τὸ ἑξῆς: «Ρώτησαν κάποιο μεγάλο γέροντα: Πατέρα, πῶς ὑπομένεις τόσο καρτερικὰ τέτοιους ἀγῶνες; Κι ὁ γέροντας ἀπάντησε: Ὅλοι οἱ ἀγῶνες μου ἐδῶ στὴ γῆ εἶναι μικρότεροι ἀπὸ τὰ βάσανα μίας μέρας στὴν κόλαση».
.         Ἡ ζωὴ ἐδῶ στὴ γῆ, ὅσο ὑπέροχη κι ἂν εἶναι, ἀνακατεύεται μὲ βάσανα. Δὲν ὑπάρχει πληρότητα ζωῆς ἐδῶ. Ἀλλὰ καὶ τὰ βάσανα στὴ γῆ, ὅσο μεγάλα κι ἂν εἶναι, ἀνακατεύονται μὲ τὴ ζωή. Στὴν τελικὴ κρίση ὅμως τὰ βάσανα θ’ ἀπομονωθοῦν ἀπὸ τὴ ζωή. Καὶ τὰ δυό τους βέβαια θὰ εἶναι αἰώνια. Τί σημαίνει ἡ αἰωνιότητα αὐτή, ὁ ἀνθρώπινος νοῦς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ χωρέσει. Σὲ κεῖνον ποὺ θά ᾽χει τὴ χαρὰ ν’ ἀτενίσει ἔστω καὶ γιὰ μία στιγμὴ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, θὰ τοῦ φανεῖ πὼς ἡ στιγμὴ αὐτὴ κράτησε χιλιάδες χρόνια. Ἐκεῖνος ποὺ θὰ βασανιστεῖ ἀπὸ τὸ διάβολο στὴν κόλαση γιὰ μία στιγμή, αὐτὴ ἡ στιγμὴ θὰ τοῦ φανεῖ ὅτι κράτησε αἰῶνες. Ὁ χρόνος, ὁ ρυθμὸς τῆς μέρας καὶ τῆς νύχτας, δὲν θὰ εἶναι ὅπως τὸν ξέραμε, ἀλλὰ θὰ εἶναι «μία ἡμέρα, καὶ ἡ ἡμέρα αὐτὴ γνωστὴ τῷ Κυρίῳ» λέει ὁ προφήτης Ζαχαρίας (ιδ´ 7. βλ. Ἀποκ. κβ´ 5). Ἥλιος δὲν θὰ ὑπάρχει πιά, παρὰ μόνο ὁ Θεός. Κι ὁ ἥλιος αὐτὸς δὲν θ’ ἀνατέλλει καὶ θὰ δύει ὅπως τώρα. Ἡ αἰωνιότητα θὰ μετριέται μὲ μέρες, ὅπως γίνεται τώρα μὲ τὸ χρόνο. Οἱ εὐλογημένοι θὰ μετρᾶνε τὴν αἰωνιότητα μὲ τοὺς ὅρους τῆς εὐφροσύνης τους κι οἱ ἁμαρτωλοὶ ποὺ θὰ βασανίζονται μὲ τοὺς ὅρους τῶν βασάνων τους.
.         Ἔτσι μίλησε κι αὐτὰ εἶπε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ τὸ τελευταῖο καὶ μέγιστο γεγονὸς ποὺ θὰ λάβει χώρα στὰ ὅρια τοῦ τέλους τοῦ χρόνου καὶ τῆς αἰωνιότητας. Καὶ πιστεύουμε πὼς ὅλ᾽ αὐτὰ θὰ γίνουν, ἀκριβῶς ὅπως τὰ εἶπε. Πρῶτα ἐπειδὴ ὅλα ὅσα προεῖπε ὁ Χριστὸς ἐπαληθεύτηκαν ἀπόλυτα καὶ δεύτερον, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος φίλος μας, ὁ Μόνος ποὺ ἀγαπᾶ πραγματικὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Καὶ στὴν ἀληθινὴ ἀγάπη ἐμπεριέχει μόνο τὴν τέλεια ἀλήθεια. Ἂν αὐτὰ δὲν ἐπρόκειτο νὰ γίνουν, δὲν θὰ μᾶς τά ᾽λεγε ὁ Κύριος. Ὅμως μᾶς τὰ εἶπε, καὶ θὰ γίνουν. Κι αὐτὰ βέβαια δὲν μᾶς τὰ εἶπε γιὰ νὰ κάνει ἐπίδειξη τῶν γνώσεων στοὺς ἀνθρώπους. Ὄχι! Ὁ Χριστὸς δὲν ζητοῦσε τὴ δόξα τῶν ἀνθρώπων (βλ. Ἰωάν. ε´ 41). Ὅλα μᾶς τὰ εἶπε γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας μας. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀντίληψη καὶ ὁμολογεῖ Χριστό, τὸν Κύριο, θὰ συνειδητοποιήσει πὼς ἡ ἀνάγκη γιὰ νὰ τὰ γνωρίζει αὐτὰ εἶναι μόνο γιὰ τὴ σωτηρία του. Ὁ Κύριος δὲν ἔκανε τίποτα, δὲν εἶπε οὔτε λέξη, οὔτε καὶ ἐπέτρεψε νὰ τοῦ συμβεῖ κάτι στὴ διάρκεια τῆς ζωῆς Του, ποὺ δὲν ἀφοροῦσε τὴ σωτηρίας μας.
.         Ἂς γίνουμε συνετοὶ καὶ φρόνιμοι, λοιπόν, κι ἂς ἔχουμε πάντα μπροστὰ στὰ πνευματικά μας μάτια τὴν εἰκόνα τῆς Τελικῆς Κρίσης. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ ἔχει κάνει ἤδη πολλοὺς ἁμαρτωλοὺς νὰ γυρίσουν ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς ἀπωλείας στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας. Ἡ ζωή μας εἶναι μικρή. Κι ὅταν τελειώνει, δὲν θὰ ὑπάρχουν περιθώρια γιὰ μετάνοια. Στὴ σύντομη ἐπίγεια ζωή μας πρέπει ν᾽ ἀποφασίσουμε ἐκεῖνο ποὺ θὰ εἶναι κρίσιμο γιὰ μᾶς στὴν αἰωνιότητα: Θὰ σταθοῦμε στὰ δεξιὰ ἢ στ᾽ ἀριστερὰ τοῦ Βασιλιᾶ τῆς Δόξας; Ὁ Θεὸς μᾶς ἀνέθεσε ἕνα μικρὸ κι ἁπλὸ καθῆκον, ἀλλὰ ἡ ἀνταπόδοση ἢ ἡ τιμωρία εἶναι πελώρια, ξεπερνοῦν τὴ δύναμη, κάθε ἀνθρώπινης γλώσσας γιὰ νὰ τὴν ἐκφράσουν.
.         Ἂς μὴν ὀλιγωρήσουμε λοιπόν, ἂς μὴ χάσουμε οὔτε μία μοναδικὴ μέρα. Κάθε μέρα μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ἡ τελευταία μας, ἡ ἀποφασιστική. Κάθε μέρα εἶναι δυνατὸ νὰ φέρει τὴν καταστροφὴ τοῦ κόσμου αὐτοῦ, νὰ γίνει ἡ αὐγὴ τῆς πολυαναμενόμενης Ἡμέρας. Λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος: «οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ φιλία τοῦ κόσμου ἔχθρα τοῦ Θεοῦ ἐστιν;» (Ἰακ. δ΄ 4). Ἑπομένως ἐκεῖνος ποὺ δὲν χαίρεται, ὅταν ἐγγίζει τὸ τέλος τοῦ κόσμου, δείχνει πὼς εἶναι φίλος του καὶ ἑπομένως ἐχθρός τοῦ Θεοῦ. Τέτοιες σκέψεις ὅμως δὲν κάνουν οἱ πιστοί, ποὺ γνωρίζουν διὰ πίστεως πὼς ὑπάρχει καὶ ἄλλη ζωή, τὴν ὁποία καὶ ἐπιθυμοῦν εἰλικρινά».
.         Εἴθε νὰ μὴ ντροπιαστοῦμε τὴν Ἡμέρα τοῦ Κυρίου, μπροστὰ στὸν Κύριο, στὴ χορεία τῶν ἀγγέλων Του καὶ στὰ δισεκατομμύρια τῶν δικαίων καὶ τῶν ἁγίων. Εἴθε νὰ μὴ χωριστοῦμε αἰώνια ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἁγίους Του, ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους μας ποὺ θὰ βρίσκονται στὰ δεξιά Του. Ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὰ ἀμέτρητα πλήθη τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων νὰ ψάλλουμε τὸν ἐπινίκιο ὕμνο: «ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ! Ἀλληλούια!». Εἴθε νὰ δοξάζουμε μαζὶ μὲ τὶς οὐράνιες δυνάμεις τὸν Σωτήρα Κύριό μας, τὸν Υἱό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Ἂν ἡ καρδιά μας εἶναι γυμνὴ ἀπὸ κάθε ἀγαθὸ κι εὐγενικὸ πράγμα ποὺ ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ τὴν ντύσουμε, εἶναι σὰν νὰ ντύσαμε τὸν Χριστὸ μέσα μας»

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ

[Β´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Καιρὸς Μετανοίας»,
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Τελώνου καὶ Φαρισαίου
ὣς τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ – Ὁμιλίες Β´»,
Μετάφρ. – ἐπιμ. Πέτρου Μπότση,
Ἀθήνα 2012, σελ. 53-78

Μέρος Α´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Τὰ χειρότερα δὲν ἦρθαν ἀκόμα, μὰ ἔρχονται γρήγορα»

.         «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾽ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ» (Ματθ. κε´ 31). Ὅπως στὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ ὁ Θεὸς παρουσιάζεται σὰν ἄνθρωπος, ἔτσι κι ἐδῶ ὁ Χριστὸς ὀνομάζεται Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου. Εἶναι Ἐκεῖνος, κανένας ἄλλος. Ὅταν ἔρθει γιὰ δεύτερη φορὰ στὸν κόσμο, ἡ ἔλευσή Του δὲν θὰ εἶναι ἄγνωστη καὶ ταπεινή, ὅπως ἦταν πρώτη φορά, ἀλλὰ φανερὴ ἐν δόξη. Ἡ δόξα αὐτὴ εἶναι ἡ ἴδια ποὺ εἶχε ὁ Χριστὸς προαιώνια, προτοῦ δημιουργηθεῖ ὁ κόσμος (βλ. Ἰωάν. ιζ´ 5), ἀλλὰ εἶναι κι ἡ δόξα τῆς νίκης κατὰ τοῦ Σατανᾶ, τοῦ παλιοῦ κόσμου καὶ τοῦ θανάτου. Δὲν θὰ ἔρθει μόνος Του, μὰ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀμέτρητους ἀγγέλους Του. Θὰ ἔρθει μαζί τους ἐπειδή, σὰν ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ καὶ στρατιῶτες Του ποὺ ἦταν, ἔλαβαν μέρος στὸν πόλεμο κατὰ τοῦ πονηροῦ καὶ στὴ νίκη ἐναντίον του. Χαίρεται νὰ μοιράζεται τὴ δόξα Του μαζί τους. Γιὰ νὰ δοθεῖ ἔμφαση στὴ μεγαλειώδη φύση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ἀναφέρεται ἰδιαίτερα πὼς ὅλοι οἱ ἄγγελοι θὰ ἔρθουν μαζὶ μὲ τὸν Κύριο. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο γεγονὸς ποὺ ν’ ἀναφέρεται πὼς ἦταν παρόντες ὅλοι οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. Ἐμφανίζονται πάντα σὲ μεγαλύτερο ἢ μικρότερο πλῆθος. Στὴν τελικὴ Κρίση ὅμως θὰ εἶναι ὅλοι παρόντες, συγκεντρωμένοι γύρω ἀπὸ τὸ Βασιλιὰ τῆς δόξης.
Πολλοὶ προφῆτες, εἴτε ἀρχαῖοι εἴτε μεταγενέστεροι, εἶδαν τὸ θρόνο τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ (Ἡσ. ϛ´ 1, Δαν. ζ´ 9, Ἀποκ. δ´ 2, κ´ 4). Ὁ θρόνος αὐτὸς ἀποτελεῖται ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις, πάνω στὶς ὁποῖες ἐπικάθεται ὁ Κύριος. Εἶναι θρόνος τῆς δόξας, τῆς νίκης, ὅπου κάθεται ὁ οὐράνιος Πατέρας καὶ ὅπου πῆρε τὴ θέση Του ὁ Κύριος Ἰησοῦς μετὰ τὴ νίκη Τοῦ (Ἀποκ. γ΄ 21).
.         Πόσο μεγαλόπρεπη θὰ εἶναι ἡ ἔλευση τοῦ Κυρίου, ποὺ θὰ περιβάλλεται ἀπὸ τόσο ἰδιαίτερα καὶ φοβερὰ γεγονότα! Ὁ προφήτης Ἠσαΐας εἶχε προφητεύσει: «Ἰδοὺ γὰρ Κύριος ὡς πῦρ ἥξει καὶ ὡς καταιγὶς τὰ ἅρματα αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐν θυμῷ ἐκδίκησιν αὐτοῦ καὶ ἀποσκορακισμὸν αὐτοῦ ἐν φλογὶ πυρὸς» (Ἡσ. ξϛ´ 15). Ὁ Δανιὴλ εἶδε καὶ εἶπε πὼς «ποταμὸς πυρὸς εἷλκεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ· χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ, καὶ μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αὐτῷ· κριτήριον ἐκάθισε, καὶ βίβλοι ἠνεώχθησαν» (Δαν. Ζ´ 10).
.         Ὅταν ὁ Κύριος ἔρθει μὲ δόξα πολλὴ καὶ καθίσει στὸ θρόνο Του, τότε «συναχθήσονται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾽ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων» (Ματθ. κε´ 32-33). Τότε θὰ συναχθοῦν μπροστά Του ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς καὶ θὰ τοὺς χωρίσει, ὅπως ὁ τσοπάνος χωρίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ ἐρίφια. Τὰ πρόβατα θὰ τὰ βάλει στὰ δεξιά Του καὶ τὰ ἐρίφια στ’ ἀριστερά Του.
.         Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Πατέρες προβληματίστηκαν σχετικὰ μὲ τὸ χῶρο ὅπου ὁ Χριστὸς θὰ κρίνει ὅλα τὰ ἔθνη. Ἀναφερόμενοι στὸν προφήτη Ἰωήλ, συμπεραίνουν πὼς ἡ κρίση θὰ γίνει στὴν κοιλάδα Ἰωσαφάτ, ὅπου ὁ βασιλιὰς ἐκεῖνος χωρὶς νὰ πολεμήσει, χωρὶς νὰ χρησιμοποιήσει ὅπλα, εἶχε ἐνάντια στοὺς Μωαβίτες καὶ τοὺς Ἀμμωνίτες μία πολὺ σπουδαία νίκη, σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ μὴ μείνει κανένας τοὺς ζωντανός. «ἐξεγειρέσθωσαν καὶ ἀναβαινέτωσαν πάντα τὰ ἔθνη εἰς τὴν κοιλάδα Ἰωσαφάτ, διότι ἐκεῖ καθιῶ τοῦ διακρίναι πάντα τὰ ἔθνη κυκλόθεν», εἶπε ὁ προφήτης Ἰωὴλ (δ´ 12).
.         Ἴσως ὁ θρόνος τοῦ Κυρίου νὰ στηθεῖ πάνω ἀπὸ τὴν κοιλάδα αὐτή, μὰ δὲν ὑπάρχει κοιλάδα στὸν κόσμο ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ χωρέσει ὅλα τὰ ἔθνη καὶ τοὺς λαοὺς τῆς γῆς, ζωντανοὺς καὶ νεκρούς, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὣς τὸ τέλος τοῦ κόσμου, ποὺ βέβαια θὰ εἶναι πολλὰ δισεκατομμύρια. Ὁλόκληρη ἡ ἐπιφάνεια τῆς γῆς, μαζὶ μὲ τοὺς ὠκεανούς, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ δώσει τόσο χῶρο, ὥστε νὰ συγκεντρωθοῦν ἐκεῖ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου στὴ γῆ. Ἂν αὐτὴ ἦταν ἁπλὰ συγκέντρωση ψυχῶν, τότε ἴσως θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς μαζέψει ὅλους κανεὶς στὴν κοιλάδα Ἰωασαφάτ. Ἀφοῦ ὅμως θὰ συγκεντρωθοῦν ἄνθρωποι μὲ τὰ σώματά τους (γιατί οἱ νεκροὶ θὰ ἀναστηθοῦν καὶ σωματικά), τότε τὰ λόγια τοῦ προφήτη θὰ πρέπει νὰ τὰ κατανοήσουμε συμβολικά. Ἡ κοιλάδα Ἰωασαφὰτ εἶναι ὁ κόσμος ὁλόκληρος, ἀπὸ τὴ μακρινὴ ἀνατολὴ ὣς τὴ μακρινὴ δύση. Κι ὅπως ὁ Θεὸς κάποτε ἔδειξε τὴ δύναμή Του στὴν κοιλάδα Ἰωασαφάτ, ἔτσι καὶ τὴν ἔσχατη μέρα θὰ δείξει τὴν ἴδια δύναμη καὶ θὰ κρίνει ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος.
.         Καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾽ ἀλλήλων. Ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ συγκεντρώθηκαν θὰ διαχωριστοῦν σὲ μία στιγμή, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ὁ τσοπάνος στέλνει μὲ τὴ φωνή του τὰ πρόβατα ἀπὸ τὴ μία μεριὰ καὶ τὰ ἐρίφια ἀπὸ τὴν ἄλλη. Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς συγκεντρωμένους θὰ πᾶνε ἀριστερὰ καὶ ἄλλοι δεξιά. Κι ὅλα θὰ γίνουν ξαφνικά, σὰ νὰ τοὺς σπρώχνει μία ἀκαταμάχητη μαγνητικὴ δύναμη μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε κανένας νὰ μὴ μπορεῖ νὰ κινηθεῖ ἀπὸ ἀριστερὰ πρὸς τὰ δεξιὰ ἢ ἀπὸ τὰ δεξιὰ πρὸς τ᾽ ἀριστερά.
.         «Τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» (Ματθ. κε´ 34). Τότε ὁ βασιλιὰς θὰ στραφεῖ πρὸς αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται στὰ δεξιά του καὶ θὰ τοὺς πεῖ: ἐλᾶτε ἐσεῖς, οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατέρα μου, νὰ κληρονομήσετε τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ποὺ ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιὰ σᾶς ἀπὸ τότε ποὺ δημιουργήθηκε ὁ κόσμος.
.         Στὴν ἀρχὴ ὁ Χριστὸς ὀνομάζει τὸν ἑαυτό Του Υἱὸ τοῦ Ἀνθρώπου, δηλαδὴ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ ὁ ἴδιος ἀποκαλεῖ τὸν ἑαυτό Του Βασιλιᾶ, γιατί τοῦ δόθηκαν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμη καὶ ἡ δόξα. Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου. Ἐκεῖνοι ποὺ ὁ Χριστὸς καλεῖ ἔτσι, εἶναι πραγματικὰ εὐλογημένοι. Γιατί ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ περιέχει μέσα της ὅλα τ’ ἀγαθά, καθὼς τὴ χαρὰ καὶ τὴ χάρη τοῦ οὐρανοῦ. Γιατί ὁ Κύριος δὲν λέει «εὐλογημένοι μου», ἀλλὰ «εὐλογημένοι τοῦ Πατέρα Μου»; Γιατί εἶναι ὁ μοναδικὸς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Μονογενὴς καὶ ἄκτιστος προαιωνίως καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Κι οἱ δίκαιοι εἶναι μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀδελφοί τοῦ Χριστοῦ ἐξ υἱοθεσίας.
.         Ὁ Θεὸς καλεῖ τοὺς δικαίους νὰ μποῦν στὴν βασιλεία ποὺ ἔχει προετοιμαστεῖ γί᾽ αὐτοὺς ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Αὐτὸ σημαίνει πὼς ὁ Θεός, προτοῦ ἀκόμα δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο, εἶχε προετοιμάσει τὴν Βασιλεία γι᾽ αὐτόν. Προτοῦ πλάσει τὸν Ἀδάμ, ἦταν ὅλα φτιαγμένα γιὰ τὴ ζωή του στὸν παράδεισο. Ὁλόκληρη Βασιλεία, ὑπέροχη κι ὁλοφώτεινη, ποὺ περίμενε τὸ Βασιλιά της. Μετὰ ὁ Θεὸς ὁδήγησε τὸν Ἀδὰμ στὴ Βασιλεία αὐτή, κι ἡ Βασιλεία συμπληρώθηκε. Ὁ Θεὸς προετοίμασε τὴ βασιλεία γιὰ τοὺς δικαίους ἀπὸ τὴν ἀρχή. Μόνο τοὺς ἀφέντες τῆς περίμενε, μὲ τὸ Χριστὸ ὡς βασιλιὰ ἀρχηγό.
.         Ὁ Κριτὴς κάλεσε τοὺς δικαίους στὴ βασιλεία Του κι ἀμέσως μετὰ ἐξήγησε γιατί τοὺς τὴ χάριζε: «ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατά μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με» (Ματθ. κε´ 35-37). Γιατί πείνασα καὶ μοῦ δώσατε νὰ φάω, δίψασα καὶ μοῦ δώσατε νερό, ἤμουν ξένος καὶ σεῖς μὲ φιλοξενήσατε στὸ σπίτι σας, ἤμουν γυμνὸς καὶ μὲ ντύσατε, ἀρρώστησα καὶ μὲ ἐπισκεφθήκατε, ἤμουν στὴν φυλακὴ καὶ σεῖς ἤρθατε νὰ μὲ δεῖτε.
.         Ἀκούγοντας αὐτὴ τὴ θαυμάσια ἐξήγηση, οἱ δίκαιοι ζήτησαν δισταχτικὰ καὶ ταπεινὰ ἀπὸ τὸ βασιλιὰ νὰ τοὺς πεῖ πότε τὸν εἶδαν πεινασμένο καὶ διψασμένο, γυμνὸ καὶ ἄρρωστο καὶ πότε τὰ ἔκαναν ὅλ’ αὐτὰ σ’ Ἐκεῖνον. Καὶ στὴν ἐρώτηση αὐτὴ ὁ βασιλιὰς ἔδωσε πάλι τὴ θαυμάσια αὐτὴ ἀπάντηση: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε´ 40). Ἀφοῦ ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἐκάματε στοὺς ἐλαχίστους καὶ ταπεινοὺς ἀδελφούς μου, εἶναι σὰ νὰ τὰ ἐκάματε σ’ ἐμένα τὸν ἴδιο.
.         Ὅλη αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία ἔχει δύο ὄψεις, μία ἐξωτερικὴ καὶ μία ἐσωτερική. Ἡ ἐξωτερικὴ ἑρμηνεία εἶναι σαφὴς στὸν καθένα. Ἐκεῖνος ποὺ τρέφει τὸν πεινασμένο, ξεδιψάει τὸ διψασμένο, ντύνει τὸ γυμνὸ καὶ στεγάζει τὸν ἄστεγο, εἶναι σὰν νὰ τὰ κάνει ὅλ’ αὐτὰ στὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Ἐκεῖνος ποὺ ἐπισκέπτεται τοὺς ἀρρώστους ἢ τοὺς φυλακισμένους, εἶναι σὰν νὰ τὰ κάνει αὐτὰ στὸν Κύριο. Ἀναφέρεται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη σχετικὰ πὼς «δανείζει Θεῷ ὁ ἐλεῶν πτωχόν, κατὰ δὲ τὸ δόμα αὐτοῦ ἀνταποδώσει αὐτῷ» (Παρ. ιθ´ 17). Ἐκεῖνος ποὺ ἐλεεῖ τὸν φτωχό, εἶναι σὰν νὰ δανείζει τὸν Θεό, ποὺ ἀνάλογα μὲ τὸ τί ἔδωσε, θὰ τοῦ τὸ ἀνταποδώσει.
.         Ὁ Κύριος, μέσα ἀπὸ κείνους ποὺ ζητοῦν τὴ βοήθειά μας, δοκιμάζει τὶς καρδιές μας. Ὁ Θεὸς δὲν χρησιμοποιεῖ τίποτα δικό μας γιὰ λογαριασμό Του. Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτα. Ἐκεῖνος ποὺ δημιούργησε τὸ ψωμί, δὲν μπορεῖ νὰ πεινάσει. Ἐκεῖνος ποὺ δημιούργησε τὸ νερό, δὲν γίνεται νὰ διψάσει. Αὐτὸς ποὺ ντύνει τὴν κτίση ὁλόκληρη δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι γυμνός, οὔτε καὶ ν᾽ ἀρρωστήσει αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ὑγείας. Οὔτε καὶ γίνεται νὰ αἰχμαλωτιστεῖ ὁ Κύριος τῶν κυρίων.
.         Ὁ Θεὸς ζητᾶ ἀπὸ μᾶς νὰ δίνουμε ἐλεημοσύνη, ὥστε μ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ μαλακώσουν οἱ καρδιές μας, νὰ γίνουν πιὸ σπλαγχνικές. Θὰ μποροῦσε ὁ Θεὸς μὲ τὴν παντοδυναμία Του νὰ κάνει διὰ μιᾶς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους πλούσιους, χορτασμένους, ντυμένους κι εὐχαριστημένους. Ἀλλ᾽ ἀφήνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ δοκιμάσουν τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα, τὴν ἀρρώστια, τὴ φτώχεια καὶ τὴ δυστυχία γιὰ δύο λόγους. Πρῶτα, ὥστε ἐκεῖνοι ποὺ ὑποφέρουν ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ νὰ μπορέσουν ἔτσι νὰ μαλακώσουν τὴν καρδιά τους, νὰ γίνουν πιὸ σπλαγχνικοὶ καὶ νὰ ἔρθουν πιὸ κοντὰ στὸν Θεό, νὰ τὸν προσκυνήσουν μὲ πίστη καὶ προσευχή. Δεύτερο, ὥστε ὁ ἄνθρωπος μέσα ἀπὸ τὰ δικά του βάσανα νὰ κατανοήσει καὶ τοὺς ἄλλους, μὲ τὴν ταπείνωσή του νὰ κατανοήσει τὴν ταπείνωση τῶν ἄλλων. Ἔτσι θὰ καταλάβει τὴν ἀδελφότητα καὶ τὴν ἑνότητα ὅλων τῶν ἀνθρώπων μέσα ἀπὸ τὸν Ζῶντα Θεό, τὸν Δημιουργὸ καὶ δοτήρα ὅλων τῶν ἐπιγείων ἀγαθῶν. Ὁ Θεὸς ζητᾶ ἀπὸ μᾶς νὰ γίνουμε ἐλεήμονες, νὰ ἔχουμε πάνω ἀπ᾽ ὅλα ἔλεος. Γνωρίζει πὼς τὸ ἔλεος εἶναι ὁ τρόπος γιὰ ν᾽ ἀποκαταστήσει ὁ ἄνθρωπος τὴν πίστη στὸν Θεό, τὴν ἐλπίδα στὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό.
.         Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ ἑρμηνεία. Ἡ δεύτερη ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸν Χριστὸ μέσα μας. Σὲ κάθε καθαρὴ σκέψη ποὺ ἔχουμε στὸ νοῦ μας, σὲ κάθε εὐγενικὸ συναίσθημα τῆς καρδιᾶς μας καὶ σὲ κάθε ὑψηλὴ φιλοδοξία κι ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς μας γιὰ τὴν ἐπίτευξη τοῦ ἀγαθοῦ, ὁ Χριστὸς ἀποκαλύπτεται μέσα μας μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅλες αὐτὲς τὶς ἁγνὲς σκέψεις, τὰ εὐγενικὰ συναισθήματα καὶ τὶς ὑψηλὲς φιλοδοξίες, τὶς ὀνομάζει ἐλαχίστους ἀδελφούς Του. Τὰ ὀνομάζει ἔτσι ὅλ᾽ αὐτά, ἐπειδὴ βρίσκονται μέσα μας σὲ μία ἀσήμαντη μειονότητα σὲ σύγκριση μὲ τοὺς μεγάλους ἐσωτερικοὺς ἀγροὺς ποὺ εἶναι γεμάτοι ἀπορρίμματα καὶ κακία. Ἂν ὁ νοῦς μας πεινάει γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ταΐσουμε, εἶναι σὰν νὰ τρέφουμε τὸν Χριστὸ μέσα μας. Ἂν ἡ καρδιά μας εἶναι γυμνὴ ἀπὸ κάθε ἀγαθὸ κι εὐγενικὸ πράγμα ποὺ ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ τὴν ντύσουμε, εἶναι σὰν νὰ ντύσαμε τὸν Χριστὸ μέσα μας. Ἂν ἡ ψυχή μας εἶναι ἄρρωστη καὶ φυλακισμένη ἀπὸ τὴν κακή μας ὕπαρξη καὶ τὰ κακά μας ἔργα καὶ τὸ ἀντιληφθοῦμε αὐτὸ καὶ τὴν ἐπισκεφτοῦμε, τότε εἶναι σὰ νὰ ἐπισκεφτήκαμε τὸν Χριστὸ μέσα μας.
.         Μὲ λίγα λόγια, ἂν αὐτὸς ὁ δεύτερος ἑαυτὸς ποὺ ἔχουμε μέσα μας καὶ ποὺ ἀντιπροσωπεύει τὸ δίκαιο ἄνθρωπο, ὑποδουλωθεῖ καὶ ταπεινωθεῖ ἀπὸ τὸν πονηρὸ κι ἁμαρτωλὸ ἐσωτερικό μας ἄνθρωπο καὶ μεῖς τὸν προστατεύσουμε, εἶναι σὰν νὰ προστατεύουμε τὸν Χριστὸ μέσα μας. Ὁ δίκαιος ἄνθρωπος μέσα μας εἶναι πολὺ μικρός, ἐνῶ ὁ ἁμαρτωλὸς μέσα μας εἶναι ἕνας πραγματικὸς Γολιάθ. Ὁ δίκαιος ἄνθρωπος μέσα ὅμως εἶναι ὁ μικρὸς ἀδελφός τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐλάχιστος, κι ὁ ἁμαρτωλὸς Γολιὰθ μέσα μας εἶναι ὁ ἐχθρὸς τοῦ Χριστοῦ. Ἂν τότε προστατέψουμε τὸ δίκαιο ἄνθρωπο μέσα μας, ἂν τὸν ἐλευθερώσουμε, τὸν ἐνισχύσουμε καὶ τὸν βγάλουμε στὸ φῶς· ἂν τὸν σηκώσουμε ψηλότερα ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλό, ὥστε νὰ τὸν κυριεύσει καὶ νὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς» (Γαλ. β´ 20), τότε θὰ κληθοῦμε εὐλογημένοι καὶ στὴν τελευταία Κρίση θὰ ἀκούσουμε τὰ λόγια τοῦ Βασιλιᾶ: δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-3 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Μπορεῖ ἆραγε νὰ δεχτεῖ στὴ βασιλεία Του ἐκείνους ποὺ ἔβγαζαν τὴ βασιλεία αὐτὴ ἀπὸ τὴ ζωή τους;»

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Τὰ χειρότερα δὲν ἦρθαν ἀκόμα, μὰ ἔρχονται γρήγορα»

 

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Καιρὸς Μετανοίας»,
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Τελώνου καὶ Φαρισαίου
ὣς τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ – Ὁμιλίες Β´»,
Μετάφρ. – ἐπιμ. Πέτρου Μπότση,
Ἀθήνα 2012, σελ. 53-78

.               Οἱ στατιστικολόγοι ἐκτιμοῦν ὅτι πάνω στὴ γῆ ζοῦνε ἑνάμιση δισεκατομμύριο ἄνθρωποι [Αὐτὰ ἴσχυαν τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ ἅγιος Νικόλαος Βελιμ. ἔγραφε τὸ κείμενο αὐτὸ γύρω στὴν δεκαετία τοῦ 1930]. Ἀπ᾽ αὐτὸ τὸ ἑνάμιση δισεκατομμύριο οὔτε ἕνας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ σᾶς πεῖ, μὲ τὶς διανοητικές του δυνατότητες, τί θὰ γίνει, ὅταν ἔρθει τὸ τέλος τοῦ κόσμου καὶ τί θὰ γίνουμε ἐμεῖς ὅταν πεθάνουμε. Κι ὅλες αὐτὲς οἱ χιλιάδες ἑκατομμύρια ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν πρὶν ἀπὸ μᾶς στὴ γῆ, δὲ θὰ μποροῦσαν οὔτε κι αὐτοὶ μὲ τὴ διαδικασία τῶν νοητικῶν λειτουργιῶν τους νὰ μᾶς ἀπαντήσουν μὲ σιγουριὰ καὶ σαφήνεια γιὰ τὸ τέλος τοῦ κόσμου καὶ τί μᾶς περιμένει μετὰ τὸν θάνατό μας, νὰ μᾶς ποῦν ὁτιδήποτε ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ τὸ ἀποδεχτοῦμε σὰν ἀληθινὸ μὲ τὴν καρδιὰ καὶ τὸ νοῦ μας.
.           Ἡ ζωή μας εἶναι σύντομη, οἱ μέρες μας μετρημένες. Ὁ χρόνος ὅμως εἶναι μεγάλος, μετριέται σὲ ἑκατοντάδες καὶ χιλιάδες χρόνια. Ποιός ἀπὸ μᾶς μπορεῖ νὰ ξεπεράσει τὰ ὅριά του καὶ νὰ φτάσει στὸ τέλος τοῦ χρόνου, νὰ δεῖ τὰ ἔσχατα γεγονότα καὶ νὰ πληροφορήσει ὅλους ἐμᾶς λέγοντας: «Ἔτσι κι ἔτσι θὰ γίνουν τὰ πράγματα στὸ τέλος τοῦ χρόνου. Αὐτὸ θὰ συμβεῖ στὸν κόσμο κι αὐτὸ θὰ γίνει μὲ σᾶς τοὺς ἀνθρώπους»; Κανένας. Ἀλήθεια, κανένας ἀπ᾽ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν. Ἐκτὸς κι ἂν ὑπῆρχε κάποιος ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς πείσει πὼς εἶχε μπεῖ στὸ νοῦ τοῦ Δημιουργοῦ του κόσμου καὶ τῆς ἀνθρωπότητας, πὼς ἤξερε ὁλόκληρο τὸ σχέδιο τῆς δημιουργίας, πὼς ἦταν ζωντανὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξη τοῦ κόσμου καὶ εἶχε καθαρὴ ἄποψη γιὰ τὸ τέλος τοῦ χρόνου καὶ τὰ γεγονότα ποὺ θὰ σημαδέψουν τὸ τέλος αὐτό. Ὑπάρχει τέτοιος ἄνθρωπος ἀνάμεσα στὰ δισεκατομμύρια ποὺ ζοῦν σήμερα; Ὄχι, οὔτε ὑπάρχει οὔτε ὑπῆρξε ποτέ.
.                     Ὑπῆρχαν προφῆτες πού, ὄχι ἀπὸ δικό τους νοῦ ἀλλ᾽ ἀπὸ ἀποκάλυψη Θεοῦ, εἶπαν κάποια πράγματα, σύντομα καὶ ἀσαφῆ, γιὰ τὸ τί θὰ γίνει στὸ τέλος. Κι αὐτὸ ὄχι τόσο γιὰ νὰ δώσουν ἀκριβῆ περιγραφὴ τοῦ τέλους τοῦ κόσμου, ὅσο γιὰ νὰ προειδοποιήσουν μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ τοὺς ἀνθρώπους, ὥστε νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἐπιστρέψουν ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς ἀνομίας. Νὰ σκεφτοῦν περισσότερο τὰ φοβερὰ πράγματα ποὺ μᾶς περιμένουν κι ὄχι τὰ μικρὰ καὶ παροδικὰ ποὺ περνοῦν σὰν σύννεφο καὶ κρύβουν τὴν πύρινη καὶ φοβερὴ πραγματικότητα. Ν᾽ ἀναλογιστοῦν τὰ γεγονότα ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ γῆ, ἡ ὕπαρξη τοῦ ἰδίου τοῦ κόσμου, τὰ ἄστρα κι ὁ κύκλος τοῦ εἰκοσιτετραώρου θὰ φτάσουν στὸ τέλος τους.
.                 Ἕνας καὶ μόνο Ἕνας μᾶς μίλησε καθαρὰ καὶ μὲ σαφήνεια γιὰ ὅλα ὅσα θὰ γίνουν στὸ τέλος τοῦ χρόνου: Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Ἂν ὑπῆρχε ὁποιοσδήποτε ἄλλος νὰ μᾶς πεῖ αὐτὰ ποὺ Ἐκεῖνος εἶπε γιὰ τὸ τέλος τοῦ κόσμου, δὲν θὰ τὸν πιστεύαμε, ἀκόμα κι ἂν ἦταν ὁ μεγαλύτερος σοφός. Ἂν μιλοῦσε μὲ τὴν ἀνθρώπινη σοφία του καὶ ὄχι ἀπὸ θεία ἀποκάλυψη, δὲν θὰ τὸν πιστεύαμε. Ἡ ἀνθρώπινη σοφία κι ἡ ἀνθρώπινη λογική, ὅσο μεγάλες καὶ σπουδαῖες κι ἂν εἶναι, εἶναι πολὺ μικρὲς γιὰ νὰ φτάσουν στὴ δημιουργία καὶ στὸ τέλος τοῦ κόσμου. Ἡ σοφία εἶναι ἄχρηστη ἐκεῖ ποὺ χρειάζεται τὸ ὅραμα. Ἀπὸ προφήτη ἔχουμε ἀνάγκη, ποὺ βλέπει τόσο καθαρὰ ὅσο ἐμεῖς βλέπουμε τὸν ἥλιο, γιὰ νὰ δεῖ ὁλόκληρο τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἴσαμε τὸ τέλος του, καθὼς καὶ τὴν ἴδια τὴν ἀρχή, τὸ ἴδιο τὸ τέλος. Μόνο ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ἔχει ὑπάρξει: ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Μόνο Ἐκεῖνον μποροῦμε καὶ πρέπει νὰ πιστεύουμε, ὅταν μᾶς λέει τί θὰ γίνει στὸ τέλος. Ὅλα ὅσα προφήτεψε, ἐπαληθεύτηκαν. Τόσο ὅταν ἀφοροῦσαν σὲ πρόσωπα, ὅπως ὁ Πέτρος, ὁ Ἰούδας κι οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι, σὲ λαούς, ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι, σὲ κάποιους τόπους ὅπως ἡ Ἱερουσαλήμ, ἡ Καπερναούμ, ἡ Βηθσαϊδὰ καὶ τὸ Χοραζίν, καθὼς καὶ στὶς Ἐκκλησίες τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἱδρύθηκαν μὲ τὸ αἷμα Του.
.           Οἱ προφητεῖες τοῦ Κυρίου γιὰ τὰ γεγονότα ποὺ θὰ συμβοῦν κατὰ τὸ τέλος τοῦ κόσμου, τὸ ἴδιο τὸ τέλος καὶ ἡ τελικὴ κρίση, δὲν ἔχουν ἀκόμα ἐπαληθευτεῖ. Ὅποιος ἔχει μάτια ὅμως βλέπει καθαρὰ πὼς στὶς μέρες μας, τὰ γεγονότα ποὺ εἶπε πὼς θὰ εἶναι σημεῖα τῶν καιρῶν ὅτι ἔρχεται τὸ τέλος, ἔχουν ἀρχίσει νὰ ἐμφανίζονται στὸν κόσμο. Δὲν ἔχουν ἤδη ἐμφανιστεῖ διάφοροι γυρολόγοι τῆς χαρᾶς, ποὺ γυρεύουν ν᾽ ἀντικαταστήσουν τὸν Χριστὸ καὶ τὴ διδασκαλία Του μὲ τὸν ἑαυτό τους καὶ τὴ δική τους διδασκαλία; Δὲν ἔχουν ξεσηκωθεῖ ἔθνη ἐνάντια σὲ ἄλλα ἔθνη καὶ βασιλεῖες ἐνάντια σὲ βασιλεῖες; Δὲν τρέμει ἡ γῆ καὶ οἱ καρδιές μας μαζί της μὲ τοὺς πολέμους καὶ τὶς ἐπαναστάσεις ποὺ γίνονται σὲ ὅλον τὸν πλανήτη; Δὲν εἶναι πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ προδίδουν τὸν Χριστὸ κι ἄλλοι ποὺ ἀρνοῦνται τὴν Ἐκκλησία Του; Δὲν ἔχει περισσέψει ἡ ἀνομία, δὲν ἔχει ψυχραθεῖ ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν; Δὲν ἔχει κηρυχτεῖ τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ σ᾽ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, «εἰς μαρτύριον πᾶσι τοῖς ἔθνεσι» (βλ. Ματθ. κδ´ 3-14);
.             Εἶναι ἀλήθεια πὼς τὰ χειρότερα δὲν ἦρθαν ἀκόμα, μὰ ἔρχονται γρήγορα, χωρὶς καθυστέρηση. Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ Ἀντίχριστος δὲν ἐμφανίστηκε ἀκόμα, οἱ προφῆτες κι οἱ πρόδρομοί του ὅμως ὑπάρχουν σὲ κάθε ἔθνος. Εἶναι ἀλήθεια πὼς ἡ μεγαλύτερη καταστροφικὴ δυστυχία ποὺ ἔχει ὑπάρξει ἀπὸ τότε ποὺ δημιουργήθηκε ὁ κόσμος δὲν ἔφτασε ἀκόμα, ὁ ἀφόρητος ρόγχος τοῦ θανάτου δὲν ἀκούστηκε κοντά μας. Τὴν καταστροφὴ ὅμως τὴν βλέπουν καθαρὰ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι ποὺ προσμένουν τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ ἥλιος δὲν σκοτίστηκε ἀκόμα, τὸ φεγγάρι δὲν ἔχασε τὸ φῶς του, οὔτε τ᾽ ἀστέρια ἔπεσαν ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ὅταν γίνουν αὐτὰ ὅμως δὲν θὰ ὑπάρχει χρόνος νὰ γράψει κανεὶς ἢ νὰ μιλήσει γί᾽ αὐτά. Οἱ καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων θὰ γεμίσουν φόβο καὶ τρόμο, οἱ γλῶσσες τους θὰ βουβαθοῦν καὶ τὰ μάτια τους θὰ κοιτάζουν στὸ φοβερὸ σκοτάδι, σὲ μία γῆ δίχως ἡμέρα, σ᾽ ἕναν οὐρανὸ χωρὶς ἄστρα. Ξαφνικὰ μέσα σ᾽ αὐτὸ τὸ σκοτάδι, θὰ ἐμφανιστεῖ τὸ σημεῖο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου, ἕνας λαμπρὸς καὶ πανένδοξος σταυρὸς ποὺ θὰ ἐκτείνεται ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ ὣς τὴ δύση κι ἀπὸ τὸ βορρᾶ ὣς τὸ νότο, μὲ μία λαμπρότητα ποὺ ποτὲ δὲν εἶχε ὁ ἥλιος ποὺ βρίσκεται ἀπὸ πάνω μας. Καὶ τότε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θ᾽ ἀτενίσουν τὸν Κύριο Ἰησοῦ «ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς» (Ματθ. κδ´ 30). Ὁ χορὸς τῶν ἀγγέλων θὰ σαλπίσει τὶς σάλπιγγες κι ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς θὰ συναχθοῦν μπροστά Του. Ἡ σάλπιγγα θὰ ἠχήσει γιὰ νὰ γίνει μία συγκέντρωση ποὺ δὲν ἔχει προηγούμενό της ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, γιὰ τὴν κρίση ποὺ θὰ εἶναι καὶ ἡ τελική.
.           Ὅλα αὐτὰ τὰ σημεῖα καὶ τὰ γεγονότα ποὺ θὰ γίνουν στὸ τέλος τοῦ κόσμου καὶ τοῦ χρόνου περιγράφονται σὲ ἄλλο σημεῖο τοῦ εὐαγγελίου. Τὸ εὐαγγέλιο τῆς κρίσεως ποὺ διαβάζεται τὴ σημερινὴ μέρα περιγράφει τὴν τελικὴ ρύθμιση τῶν γεγονότων ἀνάμεσα στὸ χρόνο καὶ τὴν αἰωνιότητα, ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Περιγράφει τὴν τελικὴ κρίση καὶ τὸν τρόπο ποὺ αὐτὴ θὰ γίνει. Περιγράφει γιὰ μᾶς τὴ φοβερὴ ἐκείνη στιγμή, τὴν πιὸ εὐτυχισμένη γιὰ τοὺς δικαίους- ποὺ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ θὰ δώσει τὴ θέση του στὴ θεία δικαιοσύνη. Τότε θὰ εἶναι ἀργὰ πιὰ γιὰ καλὲς πράξεις, πολὺ ἀργὰ γιὰ μετάνοια. Τότε ὁ θρῆνος μας δὲν θὰ λάβει ἀπάντηση καὶ τὰ δάκρυά μας δὲν θὰ τὰ ὑποδέχονται πιὰ τὰ χέρια τῶν ἀγγέλων.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Ἂν ἡ καρδιά μας εἶναι γυμνὴ ἀπὸ κάθε ἀγαθὸ κι εὐγενικὸ πράγμα ποὺ ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ τὴν ντύσουμε, εἶναι σὰν νὰ ντύσαμε τὸν Χριστὸ μέσα μας»

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –15 «Ὁ Χριστὸς ὡς κριτὴς τοῦ κόσμου»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IΕ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 6/ Νοέμ. – Δεκ. 2017, σελ. 23-27
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»
Μέρος ΙΑ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»
Μέρος ΙΒ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –12 «Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»
Μέρος ΙΓ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –13 «Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας »
Mέρος ΙΔ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –14 «Ἡ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ τῆς Ἐκκλησίας»

Χριστς ς κριτς το κόσμου

.               Στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως διατυπώνουμε τὴν πεποίθηση ὅτι κατὰ τοὺς ἔσχατους χρόνους ὁ Χριστὸς θὰ ἐπανέλθει στὴν ἱστορία ὡς κριτὴς τοῦ κόσμου: «… καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς». Τί σημαίνει ὅμως ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ κρίνει; Ἡ γνώμη, ποὺ διαμορφώθηκε στὸν χριστιανικὸ κόσμο ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς μέχρι σήμερα, δὲν ἦταν πάντα αὐτονόητη, πολὺ περισσότερο δὲν ἦταν πάντοτε ἴδια στὶς διάφορες ὀμέδες πιστῶν, ἐξ αἰτίας τῶν ποικίλων ἑρμηνειῶν ποὺ ἀναπτύχθηκαν, ἀκόμη κι ὅταν ἡ βάση αὐτῶν τῶν ἑρμηνειῶν ἦταν βιβλικὲς περιγραφὲς καὶ ἀναφορές, ἴδιες τὶς περισσότερες φορὲς στὶς διαφορετικὲς ὁμάδες.
.               Ἐν συνεχείᾳ ἄρχισε νὰ προσδιορίζει τὴ νοητικὴ ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐλέγχει, νὰ κατατάσσει, νὰ ἀξιολογεῖ καὶ νὰ συμπεραίνει ἐνέργειες καὶ καταστάσεις τῶν ἀνθρώπινων δραστηριοτήτων. Ὅταν οἱ λέξεις αὐτὲς χρησιμοποιήθηκαν γιὰ τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις, ἀναπτύχθηκε τὸ πλαίσιο τῶν δικονομικῶν διαδικασιῶν: κρίση εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ δικαίου. Εἰσερχόμαστε πλέον στὴ δικανικὴ διαδικασία (καὶ ἀντίληψη) ποὺ προσδιορίζει τὸν βίο τῶν ἀνθρώπων. Ἀνάλογη ἦταν καὶ ἡ σημασία τους στὴν ἑβραϊκὴ παράδοση.
.               Ὁ Μωυσῆς εἶναι τὸ πρότυπο τοῦ ἡγέτη ποὺ γνωρίζει, ὡς προφήτης τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀναγνωρίζει τὰ σημεῖα τῆς θείας δικαιοσύνης, εἶναι ὁ νομοθέτης καὶ ἐπίσης εἶναι ὁ Κριτής. Στὴ γλῶσσα τῆς Βίβλου, saphat σημαίνει κρίση καὶ saphet σημαίνει κριτής. Μετὰ ἀπὸ τὸν Μωυσῆ τὸν ρόλο αὐτὸ θὰ συνεχίσουν οἱ ἡγέτες τοῦ λαοῦ, Κριτὲς ἢ Βασιλεῖς. Καθολικὸ αἴτημα εἶναι ἡ δικαιοσύνη, θεία καὶ ἀνθρώπινη. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι ἐφικτὴ ἡ διασφάλισή της, οἱ προφῆτες εἰσάγουν τὸ πρότυπο ἑνὸς δικαίου ποὺ θὰ ἐμφανιστεῖ στὸ μέλλον καὶ θὰ ἀποκαταστήσει τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὁ Μεσσίας (=Σωτὴρ) ποὺ θὰ ἀποσταλεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ θὰ ὁδηγήσει στὴ θεία Βασιλεία, ὄντας αὐτὸς πλέον βασιλιὰς καὶ Κριτής.
.               Ὁ προφήτης Ἠσαΐας τὸν περιγράφει μὲ ἔξοχες διατυπώσεις: «Καὶ ἐξελεύσεται ράβδος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ρίζης ἀναβήσεται. Καὶ ἀναπαύσεται ἐπ᾽ αὐτὸν πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πνεῦμα σοφίας καὶ συνέσεως, πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύος, πνεῦμα γνώσεως καὶ εὐσεβείας· ἐμπλήσει αὐτὸν πνεῦμα φόβου Θεοῦ. Οὐ κατὰ τὸν δόξαν κρινεῖ οὐδὲ κατὰ τὴν λαλιὰν ἐλέγξει, ἀλλὰ κρινεῖ ταπεινῷ κρίσιν καὶ ἐλέγξει τοῖς ταπεινοῖς τῆς γῆς· καὶ πατάξει γῆν τῷ λόγῳ τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ ἐν πνεύματι διὰ χειλέων ἀνελεῖ ἀσεβῆ. καὶ ἔσται δικαιοσύνη ἐζωσμένος τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ καὶ ἀληθεία εἰλημμένος τὰς πλευρᾶς» (Ἠσ. ια´ 15). Καὶ ὁ προφήτης Ἱερεμίας ὑπογραμμίζει: «Ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ ἀναστήσω τῷ Δαυὶδ ἀνατολὴν δικαίαν, καὶ βασιλεύσει βασιλεῖς καὶ συνήσει καὶ ποιήσει κρίμα καὶ δικαιοσύνην ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἱερ. κγ´ 5).
.               Ὁ Ἰησοῦς τῆς Ναζαρὲτ ἀποκαλύπτεται ὡς ὁ Χριστὸς Κυρίου (κατὰ τὴ βάπτισή του), καὶ συνεκδοχικὰ ὡς ὁ Κριτὴς τοῦ κόσμου. Οἱ ἀρχαῖες ἐπαγγελίες πραγματοποιήθηκαν στὸ πρόσωπό του.Ἡ ἴδια ἡ παρουσία του ἐνεργεῖ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων. Ὁ θάνατός του εἶναι τὸ σημεῖον τῆς κρίσεως τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔχει σημασία ἡ εἰκόνα τοῦ ἐσχατολογικοῦ Χριστοῦ στὴν Ἀποκάλυψη: εἶναι τὸ ἐσφαγμένον ἀρνίον. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι τοῦ Σταυροῦ ἔχει προηγηθεῖ ἡ δίκη τοῦ Ἰησοῦ (θρησκευτικὴ καὶ πολιτική), ἡ καταδίκη του σὲ θάνατο, ὁ βασανισμὸς καὶ ἡ σταύρωση. Ὁ κόσμος λοιπὸν κρίνεται διαρκῶς ἀπέναντι στὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ κριθεῖ (ζῶντες καὶ τεθνεῶτες) στοὺς ἔσχατους καιρούς.
.               Στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση ἀντιλαμβανόμαστε τὸν Θεὸ (τὸν Χριστὸ) ὡς Κριτὴ τοῦ κόσμου, ὡς τὸν ἐσχατολογικὸ Κριτή. Κατ᾽ ἀρχάς, ἡ Κ. Διαθήκη μᾶς παρέχει ἀρκετὲς προσεγγίσεις στὸ θέμα (συνοπτικὰ εὐαγγέλια, ἰωάννεια καὶ παύλεια θεολογία), ἂν καὶ μερικὲς φορὲς κατὰ τὸ φαινόμενον ἀντιφατικές. Ἀπὸ τὴ μιὰ ἔχουμε τὴ δήλωση τοῦ Χριστοῦ ὅτι ἦλθε γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο καὶ ὄχι γιὰ νὰ τὸν κρίνει («οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾽ αὐτοῦ», Ἰωάν. γ´17), ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν εἰκόνα ποὺ ἀποτυπώνει ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς θὰ ἀποφανθεῖ γιὰ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων. Ἡ δεύτερη αὐτὴ εἰκόνα, ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη, ἔγινε κατανοητὴ ὡς ἀλήθεια, γιὰ νὰ μὴν πῶ ὡς ἡ μόνη ἀλήθεια, ἰδιαίτερα μάλιστα ἀπὸ χριστιανικὲς σέκτες ἐκτὸς τοῦ σώματος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
.               Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν ἀντίληψη, ὁ ἐσχατολογικὸς Χριστὸς δικάζει καὶ ἀποφαίνεται γιὰ τὸ ποιοὺς θὰ βραβεύσει καὶ ποιοὺς θὰ καταδικάσει. Καὶ ὅμως, ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, στὸ γ´ κεφάλαιο τοῦ εὐαγγελίου του, μᾶς ξεδιπλώνει μὲ εὐκρίνεια τί σημαίνει «κρίσις»: «Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν [τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ] οὐ κρίνεται· ὁ δὲ μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς· ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα. Πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ· ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν εἰργασμένα» (Ἰωάν. γ´ 18-21). Ἡ τελικὴ Κρίση ἑπομένως θὰ φανερώσει τὴν κατάσταση τῆς καρδιᾶς ἑκάστου ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ κατὰ τὴ δική της ἐπιλογή, δὲν θὰ εἶναι συνέπεια μιᾶς ἐτυμηγορίας τοῦ Θεοῦ. Κατ τοτο λοιπν εναι Κριτς το κόσμου Χριστός, γιατί νώπιόν του φανερώνεται τ βαθύτερο μυστικ κάστου νθρώπου: εναι μ τ φς εναι μ τ σκότος. Ἡ δευτέρα παρουσία τοῦ Χριστοῦ συνοδεύεται ἀπὸ κρίση. Ἡ ἴδια ἡ παρουσία του εἶναι συγχρόνως καὶ κρίση: ὅσοι εἶναι δικοί του, ὅσοι δὲν εἶναι δικοί του. Χαρὰ γιὰ τοὺς πρώτους, θλίψη –ἢ μᾶλλον βασανισμός– γιὰ τοὺς δεύτερους. Ἢ ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «Καὶ τοῦτο εἰδέναι δεῖ, ὅτι ὁ Θεὸς οὐ κολάζει τινὰ ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλ᾽ ἕκαστος ἑαυτὸν δεκτικὸν ποιεῖ τῆς μετοχῆς τοῦ Θεοῦ. Ἔστιν ἡ μὲν μετοχὴ τοῦ Θεοῦ τρυφή, ἡ δὲ ἀμεθεξία αὐτοῦ κόλασις» (Κατὰ Μανιχαίων, PG 94, 1545D-1548A), μιὰ κατάσταση ποὺ ἀποτυπώνει ἀργότερα ὡς στοιχεῖο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὁ Κάλλιστος Ξανθόπουλος, μαθητὴς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, στὸ συναξάρι τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω: «… τὰ ὁποῖα λαμπρῶς ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ δεχομένη, οἴεται [= νομίζει] τρυφὴν μὲν καὶ βασιλείαν οὐρανῶν εἶναι τὴν μετὰ Θεοῦ τῶν Ἁγίων συνδιαγωγὴν καὶ τὴν ἐσομένην ἐκείνοις ἔλλαμψιν διηνεκῆ καὶ ἀνάβασιν· βάσανον δὲ καὶ σκότος καὶ τὰ τοιαῦτα, τὸν ἀπὸ Θεοῦ μακρυσμόν, καὶ τὴν τῶν ψυχῶν διὰ τοῦ συνειδότος δαπάνην». Τόσο μόνον: μετὰ τοῦ Θεοῦ οἱ μέν, χωρὶς τὸν Θεὸ οἱ δέ. Καὶ μάλιστα σὲ μιὰ προοπτικὴ ἄχρονη.
.               Ὑπάρχει ἕνα ἐρώτημα ποὺ διατρέχει τὴν ἱστορία, ἰδιαίτερα τὴν ἱστορία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου: ἡ τελικὴ κρίση εἶναι τελεσίδικη ἢ πάντα ἀνοιχτὴ σὲ μιὰ ἄχρονη πραγματικότητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ; Τὸ ἐρώτημα δὲν ἔλαβε ποτὲ τελικὴ ἀπάντηση, ἀλλὰ ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας (βιβλική, πατερική, ἁγιολογικὴ) ἀφήνει παράθυρο γιὰ μιὰ συνεχῆ διαδικασία κρίσεως καὶ ἐπανακρίσεως τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐπιμένει νὰ ἐπιλέγει στὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν τελικὴ κρίση. Μνημονεύω τὴν ἐπιμονὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς πράξης νὰ προσεύχεται γιὰ τοὺς τεθνεῶτες, γιὰ τὴ σωτηρία τους μέσῳ τῶν μνημοσύνων. Πρόκειται γιὰ πράξη ποὺ ὑπερβαίνει τὴ λεγόμενη τελικὴ κρίση.
.               Ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς μᾶς γνωρίζει τὸ θέλημα τοῦ Πατρὸς ὡς δικό του θέλημα. Γι᾽ αὐτὸ ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ γίνεται κρίση τοῦ κόσμου, ἀφοῦ δι᾽ αὐτῆς ἀποκαθίσταται ἡ δικαιοσύνη ποὺ ἔχει διαταραχθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνταρσία τοῦ ἀνθρώπου, πραγματοποιεῖται ἡ ἀποκατάσταση τῆς σχέσης κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Ὁ Υἱός, ὡς Χριστός, φέρνει τὸν Θεὸ ἀνάμεσά μας καὶ ὁδηγεῖ τοὺς πιστοὺς στὸν Θεό. Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀλληλοπεριχωροῦνται. Ἡ κρίση καὶ ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐνεργοῦνται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἐνέργεια, ὅσο καλὴ καὶ σπουδαία κι ἂν εἶναι αὐτή, ἀλλ᾽ ἐγκαθίστανται στὴν ἱστορία ὡς κρίση καὶ δικαιοσύνη ἐναρμονισμένη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιατί ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι πλέον καὶ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.
.               Κρῖμα σημαίνει διάκριση τῶν ὁρίων ἀνάμεσα στὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀδικία, διάκριση τῶν δικαίων ἀπὸ τοὺς ἀδίκους. Ὁ Χριστὸς γίνεται τὸ κρῖμα τοῦ κόσμου, γιατί ἡ παρουσία του ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν στάση, τὴν ἐνέργεια καὶ τὴν ἔκφραση τοῦ περιεχομένου τῆς καρδιᾶς ἑκάστου ἀνθρώπου: μὲ τὸν Χριστὸ ἢ χωρὶς τὸν Χριστό. Δὲν εἶναι ὁ Θεὸς αὐτὸς ποὺ ἀποφασίζει γιὰ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ᾽ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀποφασίζουν γιὰ τὴ σχέση τους μὲ τὸν Θεό. Ὁ Ἰησοῦς διακήρυξε ὅτι ἦρθε στὸν κόσμο ὄχι γιὰ νὰ τὸν κρίνει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν σώσει. Τὸ ἔργο του δὲν εἶναι ἡ κρίση, εἶναι ἡ σωτηρία. Ἡ παρουσία του στὴν ἱστορία γίνεται κρίση, ἀποκαλύπτει τοὺς ἀνθρώπους τοῦ φωτὸς καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ σκότους

, , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-15 «Ἐνώπιόν Του φανερώνεται τὸ βαθύτερο μυστικὸ ἑκάστου ἀνθρώπου».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IΕ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 6, Νοεμ.- Δεκ. 2017
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»
Μέρος ΙΑ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»
Μέρος ΙΒ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –12 «Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»
Μέρος ΙΓ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –13 «Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας »
Μέρος ΙΔ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –14 «Ἡ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ τῆς Ἐκκλησίας»

Ὁ Χριστὸς ὡς κριτὴς τοῦ κόσμου

.               Στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως διατυπώνουμε τὴν πεποίθηση ὅτι κατὰ τοὺς ἔσχατους χρόνους ὁ Χριστὸς θὰ ἐπανέλθει στὴν ἱστορία ὡς κριτὴς τοῦ κόσμου: «… καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζώντας καὶ νεκρούς». Τί σημαίνει ὅμως ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ κρίνει; Ἡ γνώμη, ποὺ διαμορφώθηκε στὸν χριστιανικὸ κόσμο ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς μέχρι σήμερα, δὲν ἦταν πάντα αὐτονόητη, πολὺ περισσότερο δὲν ἦταν πάντοτε ἴδια στὶς διάφορες ὁμάδες πιστῶν, ἐξ αἰτίας τῶν ποικίλων ἑρμηνειῶν ποὺ ἀναπτύχθηκαν, ἀκόμη κι ὅταν ἡ βάση αὐτῶν τῶν ἑρμηνειῶν ἦταν βιβλικὲς περιγραφὲς καὶ ἀναφορές, ἴδιες τὶς περισσότερες φορὲς στὶς διαφορετικὲς ὁμάδες.
.               Ἐν συνεχείᾳ ἄρχισε νὰ προσδιορίζει τὴ νοητικὴ ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐλέγχει, νὰ κατατάσσει, νὰ ἀξιολογεῖ καὶ νὰ συμπεραίνει ἐνέργειες καὶ καταστάσεις τῶν ἀνθρώπινων δραστηριοτήτων. Ὅταν οἱ λέξεις αὐτὲς χρησιμοποιήθηκαν γιὰ τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις, ἀναπτύχθηκε τὸ πλαίσιο τῶν δικονομικῶν διαδικασιῶν: κρίση εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ δικαίου. Εἰσερχόμαστε πλέον στὴ δικανικὴ διαδικασία (καὶ ἀντίληψη) ποὺ προσδιορίζει τὸν βίο τῶν ἀνθρώπων. Ἀνάλογη ἦταν καὶ ἡ σημασία τους στὴν ἑβραϊκὴ παράδοση.
.               Ὁ Μωυσῆς εἶναι τὸ πρότυπο τοῦ ἡγέτη ποὺ γνωρίζει, ὡς προφήτης τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀναγνωρίζει τὰ σημεῖα τῆς θείας δικαιοσύνης, εἶναι ὁ νομοθέτης καὶ ἐπίσης εἶναι ὁ Κριτής. Στὴ γλῶσσα τῆς Βίβλου, saphat σημαίνει κρίση καὶ saphet σημαίνει κριτής. Μετὰ ἀπὸ τὸν Μωυσῆ τὸν ρόλο αὐτὸ θὰ συνεχίσουν οἱ ἡγέτες τοῦ λαοῦ, Κριτὲς ἢ Βασιλεῖς. Καθολικὸ αἴτημα εἶναι ἡ δικαιοσύνη, θεία καὶ ἀνθρώπινη. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι ἐφικτὴ ἡ διασφάλισή της, οἱ προφῆτες εἰσάγουν τὸ πρότυπο ἑνὸς δικαίου ποὺ θὰ ἐμφανιστεῖ στὸ μέλλον καὶ θὰ ἀποκαταστήσει τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὁ Μεσσίας (=Σωτὴρ) ποὺ θὰ ἀποσταλεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ θὰ ὁδηγήσει στὴ θεία Βασιλεία, ὄντας αὐτὸς πλέον βασιλιὰς καὶ Κριτής.
.               Ὁ προφήτης Ἠσαΐας τὸν περιγράφει μὲ ἔξοχες διατυπώσεις: «Καὶ ἐξελεύσεται ράβδος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ρίζης ἀναβήσεται. Καὶ ἀναπαύσεται ἐπ᾽ αὐτὸν πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πνεῦμα σοφίας καὶ συνέσεως, πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύος, πνεῦμα γνώσεως καὶ εὐσεβείας· ἐμπλήσει αὐτὸν πνεῦμα φόβου Θεοῦ. Οὐ κατὰ τὸν δόξαν κρινεῖ οὐδὲ κατὰ τὴν λαλιὰν ἐλέγξει, ἀλλὰ κρινεῖ ταπεινῷ κρίσιν καὶ ἐλέγξει τοῖς ταπεινοῖς τῆς γῆς· καὶ πατάξει γῆν τῷ λόγῳ τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ ἐν πνεύματι διὰ χειλέων ἀνελεῖ ἀσεβῆ. Καὶ ἔσται δικαιοσύνη ἐζωσμένος τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ καὶ ἀληθείᾳ εἰλημμένος τὰς πλευράς» (Ἡσ. ια´15). Καὶ ὁ προφήτης Ἱερεμίας ὑπογραμμίζει: «Ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ ἀναστήσω τῷ Δαυὶδ ἀνατολὴν δικαίαν, καὶ βασιλεύσει βασιλεὺς καὶ συνήσει καὶ ποιήσει κρίμα καὶ δικαιοσύνην ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἱερ. κγ´ 5).
.               Ὁ Ἰησοῦς τῆς Ναζαρὲτ ἀποκαλύπτεται ὡς ὁ Χριστὸς Κυρίου (κατὰ τὴ βάπτισή του), καὶ συνεκδοχικὰ ὡς ὁ Κριτὴς τοῦ κόσμου. Οἱ ἀρχαῖες ἐπαγγελίες πραγματοποιήθηκαν στὸ πρόσωπό του.Ἡ ἴδια ἡ παρουσία του ἐνεργεῖ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων. Ὁ θάνατός του εἶναι τὸ σημεῖον τῆς κρίσεως τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔχει σημασία ἡ εἰκόνα τοῦ ἐσχατολογικοῦ Χριστοῦ στὴν Ἀποκάλυψη: εἶναι τὸ ἐσφαγμένον ἀρνίον. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι τοῦ Σταυροῦ ἔχει προηγηθεῖ ἡ δίκη τοῦ Ἰησοῦ (θρησκευτικὴ καὶ πολιτική), ἡ καταδίκη του σὲ θάνατο, ὁ βασανισμὸς καὶ ἡ σταύρωση. Ὁ κόσμος λοιπὸν κρίνεται διαρκῶς ἀπέναντι στὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ κριθεῖ (ζῶντες καὶ τεθνεῶτες) στοὺς ἐσχάτους καιρούς.
.               Στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση ἀντιλαμβανόμαστε τὸν Θεὸ (τὸν Χριστὸ) ὡς Κριτὴ τοῦ κόσμου, ὡς τὸν ἐσχατολογικὸ Κριτή. Κατ᾽ ἀρχάς, ἡ Κ. Διαθήκη μᾶς παρέχει ἀρκετὲς προσεγγίσεις στὸ θέμα (συνοπτικὰ εὐαγγέλια, ἰωάννεια καὶ παύλεια θεολογία), ἂν καὶ μερικὲς φορὲς κατὰ τὸ φαινόμενον ἀντιφατικές. Ἀπὸ τὴ μιὰ ἔχουμε τὴ δήλωση τοῦ Χριστοῦ ὅτι ἦλθε γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο καὶ ὄχι γιὰ νὰ τὸν κρίνει («οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾽ αὐτοῦ», Ἰωάν. γ´ 17), ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν εἰκόνα ποὺ ἀποτυπώνει ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς θὰ ἀποφανθεῖ γιὰ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων. Ἡ δεύτερη αὐτὴ εἰκόνα, ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη, ἔγινε κατανοητὴ ὡς ἀλήθεια, γιὰ νὰ μὴν πῶ ὡς ἡ μόνη ἀλήθεια, ἰδιαίτερα μάλιστα ἀπὸ χριστιανικὲς σέκτες ἐκτὸς τοῦ σώματος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
.               Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν ἀντίληψη, ὁ ἐσχατολογικὸς Χριστὸς δικάζει καὶ ἀποφαίνεται γιὰ τὸ ποιοὺς θὰ βραβεύσει καὶ ποιοὺς θὰ καταδικάσει. Καὶ ὅμως, ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, στὸ γ´ κεφάλαιο τοῦ εὐαγγελίου του, μᾶς ξεδιπλώνει μὲ εὐκρίνεια τί σημαίνει «κρίσις»: «Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν [τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ] οὐ κρίνεται· ὁ δὲ μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς· ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα. Πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ· ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν εἰργασμένα» (Ἰωάν. γ´ 18-21). Ἡ τελικὴ Κρίση ἑπομένως θὰ φανερώσει τὴν κατάσταση τῆς καρδιᾶς ἑκάστου ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ κατὰ τὴ δική της ἐπιλογή, δὲν θὰ εἶναι συνέπεια μιᾶς ἐτυμηγορίας τοῦ Θεοῦ. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν εἶναι Κριτὴς τοῦ κόσμου ὁ Χριστός, γιατί νώπιόν Του φανερώνεται τ βαθύτερο μυστικ κάστου νθρώπου: εναι μ τ φς εναι μ τ σκότος. Ἡ δευτέρα παρουσία τοῦ Χριστοῦ συνοδεύεται ἀπὸ κρίση. Ἡ ἴδια ἡ παρουσία Του εἶναι συγχρόνως καὶ κρίση: ὅσοι εἶναι δικοί του, ὅσοι δὲν εἶναι δικοί του. Χαρὰ γιὰ τοὺς πρώτους, θλίψη –ἢ μᾶλλον βασανισμός– γιὰ τοὺς δεύτερους. Ἢ ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «Καὶ τοῦτο εἰδέναι δεῖ, ὅτι ὁ Θεὸς οὐ κολάζει τινὰ ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλ᾽ ἕκαστος ἑαυτὸν δεκτικὸν ποιεῖ τῆς μετοχῆς τοῦ Θεοῦ. Ἔστιν ἡ μὲν μετοχὴ τοῦ Θεοῦ τρυφή, ἡ δὲ ἀμεθεξία αὐτοῦ κόλασις» (Κατὰ Μανιχαίων, PG 94, 1545D-1548A), μιὰ κατάσταση ποὺ ἀποτυπώνει ἀργότερα ὡς στοιχεῖο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὁ Κάλλιστος Ξανθόπουλος, μαθητὴς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, στὸ συναξάρι τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω: «… τὰ ὁποῖα λαμπρῶς ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ δεχομένη, οἴεται [= νομίζει] τρυφὴν μὲν καὶ βασιλείαν οὐρανῶν εἶναι τὴν μετὰ Θεοῦ τῶν Ἁγίων συνδιαγωγὴν καὶ τὴν ἐσομένην ἐκείνοις ἔλλαμψιν διηνεκῆ καὶ ἀνέβασιν· βάσανον δὲ καὶ σκότος καὶ τὰ τοιαῦτα, τὸν ἀπὸ Θεοῦ μακρυσμόν, καὶ τὴν τῶν ψυχῶν διὰ τοῦ συνειδότος δαπάνην». Τόσο μόνον: μετὰ τοῦ Θεοῦ οἱ μέν, χωρὶς τὸν Θεὸ οἱ δέ. Καὶ μάλιστα σὲ μιὰ προοπτικὴ ἄχρονη.
.               Ὑπάρχει ἕνα ἐρώτημα ποὺ διατρέχει τὴν ἱστορία, ἰδιαίτερα τὴν ἱστορία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου: ἡ τελικὴ κρίση εἶναι τελεσίδικη ἢ πάντα ἀνοιχτὴ σὲ μιὰ ἄχρονη πραγματικότητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ; Τὸ ἐρώτημα δὲν ἔλαβε ποτὲ τελικὴ ἀπάντηση, ἀλλὰ ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας (βιβλική, πατερική, ἁγιολογικὴ) ἀφήνει παράθυρο γιὰ μιὰ συνεχῆ διαδικασία κρίσεως καὶ ἐπανακρίσεως τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐπιμένει νὰ ἐπιλέγει στὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν τελικὴ κρίση. Μνημονεύω τὴν ἐπιμονὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς πράξης νὰ προσεύχεται γιὰ τοὺς τεθνεῶτες, γιὰ τὴ σωτηρία τους μέσῳ τῶν μνημοσύνων. Πρόκειται γιὰ πράξη ποὺ ὑπερβαίνει τὴ λεγόμενη τελικὴ κρίση.
.               Ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς μᾶς γνωρίζει τὸ θέλημα τοῦ Πατρὸς ὡς δικό του θέλημα.Γι᾽ αὐτὸ ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ γίνεται κρίση τοῦ κόσμου, ἀφοῦ δι᾽ αὐτῆς ἀποκαθίσταται ἡ δικαιοσύνη ποὺ ἔχει διαταραχθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνταρσία τοῦ ἀνθρώπου, πραγματοποιεῖται ἡ ἀποκατάσταση τῆς σχέσης κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Ὁ Υἱός, ὡς Χριστός, φέρνει τὸν Θεὸ ἀνάμεσά μας καὶ ὁδηγεῖ τοὺς πιστοὺς στὸν Θεό. Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀλληλοπεριχωροῦνται. Ἡ κρίση καὶ ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐνεργοῦνται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἐνέργεια, ὅσο καλὴ καὶ σπουδαία κι ἂν εἶναι αὐτή, ἀλλ᾽ ἐγκαθίστανται στὴν ἱστορία ὡς κρίση καὶ δικαιοσύνη ἐναρμονισμένη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιατί ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι πλέον καὶ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.
.               Κρίμα σημαίνει διάκριση τῶν ὁρίων ἀνάμεσα στὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀδικία, διάκριση τῶν δικαίων ἀπὸ τοὺς ἀδίκους. Ὁ Χριστὸς γίνεται τὸ κρίμα τοῦ κόσμου, γιατί ἡ παρουσία του ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν στάση, τὴν ἐνέργεια καὶ τὴν ἔκφραση τοῦ περιεχομένου τῆς καρδιᾶς ἑκάστου ἀνθρώπου: μὲ τὸν Χριστὸ ἢ χωρὶς τὸν Χριστό. Δὲν εἶναι ὁ Θεὸς αὐτὸς ποὺ ἀποφασίζει γιὰ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ᾽ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀποφασίζουν γιὰ τὴ σχέση τους μὲ τὸν Θεό. Ὁ Ἰησοῦς διακήρυξε ὅτι ἦρθε στὸν κόσμο ὄχι γιὰ νὰ τὸν κρίνει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν σώσει. Τὸ ἔργο του δὲν εἶναι ἡ κρίση, εἶναι ἡ σωτηρία. Ἡ παρουσία του στὴν ἱστορία γίνεται κρίση, ἀποκαλύπτει τοὺς ἀνθρώπους τοῦ φωτὸς καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ σκότους.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –14 «Ἡ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ τῆς Ἐκκλησίας»

 

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IΔ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 5/66, Σεπτ- Ὀκτ. 2017
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»
Μέρος ΙΑ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»
Μέρος ΙΒ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –12 «Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»
Μέρος ΙΓ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –13 «Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας »

Ἡ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ τῆς Ἐκκλησίας

.               Τελειώνοντας τὸ προηγούμενο ἄρθρο ποὺ ἀναφερόταν στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ὑπογραμμίσαμε ὅτι ὅλα τὰ μυστήρια ἔχουν ἐσχατολογικὴ προοπτική. Ἡ προοπτική τους εἶναι τὸ ἔσχατο τέλος. Τίποτα δὲν γίνεται γιὰ τὸ παρόν, ὅλα γίνονται γιὰ τὸ τέλος ἢ μᾶλλον στὰ περισσότερα μυστήρια αὐτὸ τὸ τέλος γίνεται παρόν. Στὸ βάπτισμα, στὸ χρίσμα, στὴ μετάνοια καὶ κατ᾽ ἐξοχὴν στὴ θεία Κοινωνία ζοῦμε τὴν παρουσία τῶν ἐσχάτων. Ἄρα τὰ μυστήρια εἶναι κυρίως μιὰ μύηση εἰς τὸ ἔσχατον. Κάθε μυστήριο δηλαδὴ εἶναι μιὰ προτύπωση, μιὰ πρόγευση, ἕνας εἰκονισμὸς τῆς ἔσχατης πραγματικότητας. Ἡ διατύπωση αὐτὴ χρειάζεται μερικὲς διευκρινίσεις.
.               Τί ἀκριβῶς ὀνομάζουμε ἔσχατο τέλος; Ἀσφαλῶς γνωρίζουμε ὅτι ἀναφερόμαστε στὴν κατάσταση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ὀνομάζουμε «ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», ὅπως ἐξαγγέλλουμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, καὶ μάλιστα ὡς ἐπακόλουθο τῆς προσδοκίας τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν. Προηγουμένως ἔχουμε ἐπισημάνει στὸ ἴδιο Σύμβολο ὅτι ἀναμένουμε τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ («καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς»). Ἑπομένως ἔσχατο τέλος κατ᾽ ἀρχὴν ὀνομάζουμε ὅ,τι θὰ προκύψει μετὰ ἀπὸ τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἐγκαθίδρυση μιᾶς ἀτελεύτητης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, πολίτες τῆς ὁποίας θὰ εἶναι οἱ δίκαιοι καὶ ἀγαθοὶ πιστοί. Παράλληλα, ἀντιλαμβανόμαστε αὐτὴ τὴ Βασιλεία χωρὶς φθορά, θάνατο καὶ ἁμαρτία. Πράγματι, μιὰ τέτοια ἀντίληψη ὑπῆρχε στὴν πρώτη Ἐκκλησία, ἴσως νὰ ὑπάρχει καὶ στὴν ἀντίληψη πολλῶν πιστῶν ὣς σήμερα. Ἂς θυμηθοῦμε ὅτι κατὰ τοὺς πρώτους ἀποστολικοὺς χρόνους κυριαρχοῦσε ἡ ἀντίληψη ὅτι οἱ περισσότεροι πιστοὶ δὲν θὰ γνωρίσουν βιολογικὸ θάνατο, γιατί θὰ τοὺς προλάβει ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Κυριαρχοῦσε μάλιστα ἡ αἴσθηση τῆς ὁσονούπω ἐλεύσεως τοῦ Κυρίου ἐν δόξῃ, αἴσθηση ποὺ διατυπωνόταν ἀπὸ τὴ διακήρυξη «μαράν ἀθά» (= ὁ Κύριος ἐγγύς). Εἶναι γνωστὴ ἄλλωστε ἡ παρέμβαση τοῦ ἀποστόλου Παύλου στοὺς χριστιανοὺς τῆς Θεσσαλονίκης, γιὰ νὰ διευκρινίσει ὅτι μιὰ τέτοια ἀντίληψη δὲν εἶναι ὀρθή, ἀποσαφηνίζοντας μὲ τὴ θεολογία του ὅτι ἡ δεύτερη ἔνδοξη παρουσία τοῦ Κυρίου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ βούληση τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιὰ διευκρίνιση συνεπῆ μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος, ἀπαντώντας σὲ ἐρώτημα τῶν μαθητῶν του («Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνω τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὸν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ;», Πράξ. α´ 6), ἀποσαφηνίζει ὅτι ἐναπόκειται στὴ βούληση τοῦ Πατρὸς ὁ χρόνος (καὶ ὁ τρόπος) τῆς τελικῆς ἀποκαταστάσεως.
.             Στὶς ἀρχὲς τοῦ 2οῦ αἰώνα ἐμφανίζεται οὐσιώδης διαφοροποίηση, ποὺ ὀφείλεται στὴ θεολογία τοῦ Δ´ Εὐαγγελίου. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἀναπτύσσει τὶς συνέπειες τῆς δυναμικῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο μὲ τὶς ἐνέργειές του συνδέει τὴν ἱστορία μὲ τὴ θεία Βασιλεία, φωτίζοντας τὴν πρώτη ἀπὸ τὴ δεύτερη καὶ συνδέοντας ἕκαστο πιστὸ μὲ τὸν Χριστό, ὥστε μὲ τὴν ἐγχρίστωση νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ θεία υἱοθεσία: νὰ γίνουμε υἱοὶ τοῦ ἴδιου Πατέρα ποὺ εἶναι Πατέρας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Οἱ «ἔσχατοι καιροὶ» ἢ ὁ «ἔσχατος καιρός», ποὺ σήμαινε στὴ θεολογία τῶν Προφητῶν τὴ σωτηρία, ποὺ ἐνήργησε ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ (μὲ τὴν ἐνανθρώπηση, τὸν Σταυρό, τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη), τώρα, μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σημαίνει τὴν εἴσοδο τῆς μέλλουσας Βασιλείας στὸ παρὸν τῆς Ἐκκλησίας, ὑπὸ τὴν ἰωάννεια ἔκφραση «ἡ ἐσχάτη ἡμέρα» (βλ. Ἰωάν. ϛ´ 3 9 κ.ἑ.). Μὲ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ ἔργου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ εἰσάγει ὁ Ἰωάννης, τὸ ἐσχατολογικὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας γίνεται ἐπίκαιρη πραγματικότητα. Μποροῦμε πλέον νὰ γευθοῦμε τὴν παρουσία τῆς θείας Βασιλείας ὡς παρούσης, κατάσταση ποὺ τὴν ὀνομάζουμε ἁγιότητα. Κατ᾽ ἐξοχὴν «τόπος» ὅπου ψηλαφεῖται αὐτὴ ἡ πραγματικότητα εἶναι ἡ θ. Λειτουργία, καὶ μάλιστα τὸ κέντρο τῆς θ. Λειτουργίας ποὺ ὀνομάζουμε θεία Εὐχαριστία, ὅπου χάρη στὴν παρουσία καὶ τὴ δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πραγματοποιεῖται ἡ δεύτερη παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ συντελεῖται ἡ κοινωνία μαζί Του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ χρόνος τῆς θείας Λειτουργίας ὀνομάζεται «ἱερὴ ὀγδοάς».
.               Ἔχει ἐνδιαφέρον νὰ παρατηρήσουμε πώς, χάρη ἢ ἐξ αἰτίας τῆς θεολογίας τοῦ Κατὰ Ἰωάννην εὐαγγελίου, ἄρχισε νὰ ἀλλάζει σιγὰ σιγὰ ἡ διάταξη τῶν πιστῶν μέσα στὸν λειτουργικὸ χῶρο. Ἐνῶ στὴν ἀρχὴ ὁ λαὸς τῶν πιστῶν ἦταν συναγμένος σὲ κυκλικὸ σχῆμα μὲ ἐπικεφαλῆς τοῦ κύκλου τὸν ἐπίσκοπο, συνθήκη ποὺ διασώζεται στὸ τυπικὸ τῆς λειτουργίας τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου, ἀπὸ κάποια στιγμὴ καὶ μετὰ ἀρχίζει νὰ ἐμφανίζεται τὸ σχῆμα ἑνὸς ἄξονα ἀπὸ τὴ Δύση πρὸς τὴν Ἀνατολή, μὲ ἐπικεφαλῆς πάλι τὸν ἐπίσκοπο ὡς μπροστάρη πορείας πρὸς τὴ θεία Βασιλεία. Τώρα ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ πορεύεται πρὸς τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας, ἐνεργώντας συγχρόνως γιὰ νὰ φέρει τὸν Χριστὸ σὲ κοινωνία μὲ τὸν λαό του καὶ μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ θεία υἱοθεσία. Συμπαραστάτης τοῦ λαοῦ σ᾽ αὐτὴ τὴν πορεία εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Στὰ τέλη τοῦ 2ου αἰ. μάλιστα ἔχει διαμορφωθεῖ ἡ «ἐπίκληση» γιὰ τὸν ἁγιασμὸ τῶν δώρων μας (τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου) σὲ σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ διὰ τῆς ἐπενεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μιὰ ἐπίκληση ποὺ ἀποτείνεται στὸν οὐράνιο Πατέρα. Ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι κατὰ τὴν ἐπίκληση αὐτὴ ζητᾶμε πρῶτα νὰ ἔρθει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα στοὺς πιστοὺς («κατάπεμψον τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον ἐφ᾽ ἡμᾶς») καὶ ἀκολούθως νὰ ἐνεργήσει γιὰ τὴ μεταβολὴ τῶν Δώρων. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι κάθε εὐχαριστιακὴ σύναξη ἀποτελεῖ καὶ ἐνεργεῖ ἐντὸς τῆς ἱστορίας τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, κάνει τὴν ἱστορία Βασιλεία.
.               Ἔχει μεγάλη σημασία νὰ ἀντιληφθοῦμε αὐτὴ τὴ συνθήκη τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας σύναξης γύρω ἀπὸ τὸ τραπέζι τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὥστε νὰ ἐνεργοῦμε ὡς πολίτες μιᾶς παρούσας ἀλλὰ καὶ ἀναμενόμενης πολιτείας. Ἡ ἐπισήμανση τοῦ Χριστοῦ, ὅτι «ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, κἀγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ» (Ἰωάν. ϛ´ 54), σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴ δήλωση, ὅτι «ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί μς ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωὴν» (Ἰωάν. ε´ 24), σχετικοποιεῖ τὸν πρόσκαιρο (βιολογικὸ) θάνατο ἑκάστου πιστοῦ, τοποθετώντας τον ὡς ἐπεισόδιο ἢ σταθμὸ μιᾶς συνεχιζόμενης, μετὰ ἀπὸ τὴ μεταμόρφωση ποὺ ἔχει ἐπέλθει κατὰ τὴ βάπτιση, ἀπερίσταλτης ζωῆς ἐν Χριστῷ.
.               Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἑνότητα ἐνθάδε καὶ ἐπέκεινα καλούμαστε νὰ βιώσουμε σὲ κάθε θεία Λειτουργία, εἴτε ὡς πρόθεση, εἴτε ὡς πρόγευση, εἴτε ὡς ἀρραβώνα, εἴτε –γιατί ὄχι;– ὡς πραγματικότητα. Παρελθόν, παρὸν καὶ μέλλον συντέμνονται, καὶ ἀναδύεται ὁ καινὸς ἄνθρωπος, τὸ τέκνον τῆς ἁγιότητας. Μὲ τὸ τέλος κάθε θείας Λειτουργίας συντελεῖται τὸ τέλος τῆς ἁγιότητας, εἴτε τὸ ξέρουμε εἴτε δὲν τὸ ξέρουμε. Δὲν πρόκειται γιὰ γνωστικὴ διαδικασία, ἀλλὰ γιὰ μυστικὴ δυναμική, γιὰ ἁγιασμὸ κατὰ χάριν. Μπορεῖ μὲ τὴ βιωτή μας νὰ σκοτεινιάσουμε τὸ φῶς ποὺ μᾶς περιλούει («εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν»), ὡστόσο ἡ φωτοχυσία ὡς χάρη μᾶς σφραγίζει. Γι’ αὐτὸ καὶ ξαναεπιχειροῦμε σὲ κάθε ἑπόμενη θεία Λειτουργία νὰ ζήσουμε αὐτὴ τὴ δεύτερη παρουσία τοῦ ἔνδοξου Χριστοῦ καὶ νὰ κοινωνήσουμε (νὰ γίνουμε κοινωνοὶ) μὲ αὐτόν. Ἔτσι κι ἀλλιῶς, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ γίνεται ἁπτὴ πραγματικότητα, εἴτε τὸ ἀντιλαμβανόμαστε εἴτε ὄχι.
.               Πρὸς ἐπιβεβαίωση αὐτῶν, παραπέμπω στὴν ἐντελῶς «παράλογη» γιὰ τὰ λογικά μας δεδομένα διατύπωση τῆς εὐχῆς τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς: «Μεμνημένοι τοίνυν […] πάντων τῶν ὑπὲρ ἡμῶν γεγενημένων, τοῦ σταυροῦ, τοῦ τάφου, τῆς τριημέρου ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀναβάσεως, τῆς ἐκ δεξιῶν καθέδρας, τῆς δευτέρας καὶ ἐνδόξου πάλιν παρουσίας, τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα». Ἀπὸ ποῦ ἔρχεται αὐτὴ ἡ «μνήμη» τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ἂν ὄχι ἀπὸ τὴ σύνδεση τῆς ἱστορίας τῆς θείας Οἰκονομίας μὲ τὴν ἴδια τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ;
.             Τελικὰ πρέπει νὰ δεχτοῦμε ὅτι ἡ ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας ἀνάγεται στὸ μέλλον, ἢ μᾶλλον ἔρχεται ἀπὸ τὸ μέλλον. Ἀλλὰ καὶ ἡ ταυτότητα ἑκάστου πιστοῦ πρέπει νὰ λαμβάνεται ἀπὸ τὸ μέλλον, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ προσδιορίζουμε τὸν ἄλλον ὄχι ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἦταν ἢ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἶναι, ἀλλὰ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ εἶναι στὴ θεία Βασιλεία, ὅπως σφραγίστηκε κατὰ τὴ βάπτισή του: ἕνα ἅγιο τέκνο τοῦ Θεοῦ.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –15 «Ὁ Χριστὸς ὡς κριτὴς τοῦ κόσμου»

, , ,

Σχολιάστε