Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δεκαπενταύγουστος

ΟΙ ΕΥΕΡΓΕΣΙΕΣ ποὺ μᾶς ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΟΙ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ στὴν ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

 

Οἱ εὐεργεσίες ποὺ μᾶς παρέχουν
οἱ Παρακλήσεις στὴν Παναγία μας.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Αὔγουστος εἶναι ὁ μήνας τῆς Παναγίας μας, τῆς μεγάλης μας μητέρας, τῆς ἄγρυπνης μεσίτριάς μας πρὸς τὸν γλυκύτατο Υἱό της καὶ Θεό μας, τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ. Ἀπὸ τὴν Πρωταυγουστιὰ μέχρι τὸν Δεκαπενταύγουστο κάθε ἀπόγευμα ἐναλλὰξ ψάλλουμε τὸν Μικρὸ καὶ τὸν Μεγάλο Παρακλητικὸ Κανόνα μὲ μεγάλη κατάνυξη καὶ μὲ μοναδικὴ προσέλευση πιστῶν. Οἱ Παρακλητικοὶ αὐτοὶ Κανόνες ἀποτελοῦν τὶς προσφιλέστερες ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ Μικρὴ Παράκληση εἶναι σύνθεση ἀνωνύμου μοναχοῦ, ἴσως τοῦ Θεοστηρίκτου, ἴσως τοῦ Θεοφάνους. Πιθανὸν νὰ πρόκειται καὶ περὶ τοῦ ἰδίου προσώπου μετονομασθένος κατὰ τὴν μοναχικὴ κουρά. Ἡ Μεγάλη Παράκληση ἀποτελεῖ ποίημα τοῦ Δούκα Θεοδώρου τοῦ Β΄ τοῦ Λασκάρεως, Βασιλέως τῆς Νικαίας, ὁ ὁποῖος ἔζησε στὰ μέσα τοῦ 13ου αἰῶνος. Τὸ περιεχόμενο καὶ τῶν δύο Παρακλήσεων εἶναι ἱκετευτικό, μᾶς συγκινεῖ ἀφάνταστα, μᾶς διδάσκει καὶ μᾶς προτρέπει σὲ καθε δυσκολία τῆς ζωῆς μας νὰ καταφεύγουμε μὲ θάρρος καὶ ἐμπιστοσύνη στὴν Παναγιά μας, γιὰ νὰ βρίσκουμε κοντά της παρηγοριὰ καὶ νὰ παίρνουμε δύναμη γιὰ τὴν ἀνηφορικὴ πορεία τῆς ζωῆς μας. Ἄπειρες εἶναι οἱ εὐεργεσίες ποὺ δεχόμαστε ἀπὸ τὶς Παρακλήσεις αὐτές. Εὐεργεσίες πνευματικὲς καὶ σωματικές. Διατηρούμαστε σὲ πνευματικὴ ἐγρήγορση μὲ τὴν ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητός μας καὶ προσπαθοῦμε μὲ τὴν βοήθεια τῆς Παναγίας μας νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ, ἰδίως αὐτὸ τὸ διάστημα τοῦ θέρους, ὅπου ὅλοι κάνουμε διακοπές, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν κάνει καὶ εἶναι ἑτοιμοπόλεμος, ἔχει τὴν φαρέτρα του γεμάτη γιὰ νὰ μᾶς τρώσει μὲ τὰ φαρμακερά του βέλη, καὶ νὰ μᾶς θανατώσει. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν παρακαλοῦμε τὴν Παναγιά μας μόνο γιὰ σωματικὴ ρώμη καὶ ὑγεία, ἀλλά, καὶ τὸ κυριότερο γιὰ ἀποφυγὴ πειρασμῶν, πτώσεων πνευματικῶν καὶ γιὰ ὑπόδειξη τοῦ δρόμου ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθήσουμε, γιὰ νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν σωτηρία. Καὶ ἡ παράκληση δὲν μένει χωρὶς εὐχαριστία. «Ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε» (Α΄ Θεσ. ε΄ 18) μᾶς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Τὴν ἀχαριστία τὴν μισεῖ καὶ ὁ Θεός. Αὐτὴ μᾶς πληγώνει, ὅπως πλήγωσε καὶ τὸν θεραπευτὴ Κύριό μας ἡ ἀχαριστία τῶν ἐννέα λεπρῶν ἀπὸ τοὺς δέκα ποὺ καθάρισε, γι’ αὐτὸ καὶ ρώτησε μὲ ἐπιδεικτικὴ ἀπορία: «Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν, οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;» (Λουκ. ιζ΄ 17).
.           Σὲ ἕνα ὄμορφο τροπάριο τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος ψάλλουμε: «Τί σοὶ δῶρον προσάξω, τῆς εὐχαριστίας ἀνθ᾽ ὧνπερ ἀπήλαυσα, τῶν σῶν δωρημάτων, καί τῆς σῆς ἀμέτρητου χρηστότητος; Τοιγαροῦν δοξάζω, ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω, σοῦ τὴν ἄμετρον πρός με συμπάθειαν».
.           Ποιό δῶρο μπορῶ νὰ σοῦ προσφέρω, Παναγία μου, τῆς φωνάζει ὁ καθένας μας, ὡς εὐχαριστία γιὰ ἐκεῖνα ποὺ μοῦ χαρίζεις καθημερινὰ καὶ ἀπολαμβάνω, τόσο γιὰ τὰ δωρήματά σου πρὸς τὴν ἀναξιότητά μου ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἀμέτρητη ἠθικότητά σου, ἡ ὁποία εἶναι πυξίδα στὴν ζωή μου, καὶ μὲ τὴν ὁποία γίνεσαι πρότυπο καὶ ὑπόδειγμα ζωῆς; Γι’ αὐτὸ δοξάζω, ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω τὴν ἀπερίγραπτη πρὸς ἐμένα συμπάθειά σου.
Ὁ ἑνικὸς δὲν πρέπει νὰ ταυτισθεῖ μὲ προσωπικὴ ἱκεσία, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖται ἐπειδὴ ἡ παράκληση βγαίνει ἀπὸ τὴν καρδιὰ κάθε χριστιανοῦ, ἀποτελεῖ προσωπικὴ παράκληση τοῦ καθενός μας πρὸς τὴν μεγάλη μητέρα μας, ἡ ὁποία, ὅπως κάθε μητέρα, ὅσες φορὲς καὶ νὰ ἀκούσει τὴν προσφώνησή μας «μάνα» θὰ συγκινηθεῖ καὶ δὲν θὰ πεῖ «τί μὲ φωνάζεις, βαρέθηκα νὰ σὲ ἀκούω»!
.           Ἡ Παναγία μας, ἡ μητέρα μας, δὲν μᾶς βοηθάει συμφεροντολογικά, ἐνεργεῖ πάντοτε ἀπὸ γνήσια ἀγάπη βλέποντας τὸ συμφέρον μας καὶ προφυλάσσοντάς μας ἀπὸ κινδύνους ποὺ ἐμεῖς δὲν ἀντιλαμβανόμαστε, δὲν γνωρίζουμε. Τὸ συμφέρον δὲν εἶναι μόνο ὑλικὸ εἶναι καὶ πνευματικό, γι’ αὐτὸ καὶ τὰ περισσότερα τροπάρια ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐκζήτηση τῆς ὑγείας, τῆς δυνάμεως, τῆς προκοπῆς, τῆς εὐτεκνίας, ζητοῦν πρώτιστα τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν μὲ τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ. Τὸ συμφέρον τῆς Παναγίας μας εἶναι τὸ συμφέρον τὸ δικό μας, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ἡ χειραγωγός μας πρὸς τὴν σωτηρία. Μᾶς βοηθάει ὅλους ἀνεξαιρέτως, ὅπως ὁ πολυεύσπλαγχνος Υἱός της βοηθάει ὅλους βρέχοντας ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους, ἀνατέλλοντας τὸν ἥλιο ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς. Μᾶς τὸ λέει καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος: «Τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» (Ματθ. ε΄ 45).
.           «Τί σοὶ δῶρον προσάξω», λοιπόν, τῆς λέμε. Δὲν μποροῦμε τίποτα νὰ σοῦ προσφέρουμε, γιὰ νὰ ξεπληρώσουμε τὰ καλά, τὶς εὐεργεσίες, ποὺ μᾶς ἔχεις κάνει καὶ ποὺ μᾶς κάνεις καθημερινά. Τί μποροῦμε νὰ σοῦ προσφέρουμε ἀντάλλαγμα γιὰ τὸ ὅτι ἤσουν τόσο καθαρὴ καὶ ἀμόλυντη καὶ ἔφθασες σὲ τέτοιο πνευματικὸ ὕψος, ὥστε νὰ γίνεις ἡ Μητέρα Θεοῦ καὶ νὰ θεώσεις μὲ τὴν προσφορά σου αὐτὴ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος; Δὲν μποροῦμε νὰ προσφέρουμε τίποτα, ἀφοῦ, ὅπως λέμε καὶ στὸν Υἱό της καὶ Θεό μας «ἰσαρίθμους τῆ ψάμμῳ ᾠδὰς ἂν προσφέρωμέν Σοι, Κύριε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον». Τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε καὶ πρέπει νὰ προσφέρουμε στὴν Παναγία μας εἶναι νὰ τὴν δοξάζουμε, νὰ τὴν ὑμνολογοῦμε, καὶ νὰ τὴν μεγαλύνουμε.
.           Δὲν ἔχουν τοποθετηθεῖ τυχαία μὲ αὐτὴν τὴν σειρὰ τὰ ρήματα, δοξάζω, ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω, οὔτε εἶναι ταυτόσημα. Στὸ τροπάριο αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ρῆμα ἀργό, ἀφοῦ κάθε ἕνα ἔχει τὸ νόημά του καὶ δὲν μῆκε ἔτσι, γιὰ νὰ γεμίζει ὁ στίχος.
.           Ἡ ὑποχρέωση τοῦ καθενός μας, τοῦ κάθε Χριστιανοῦ εἶναι ὁ εὐαγγελισμὸς ἑαυτοῦ καὶ ἀλλήλων, ἡ φώτιση τοῦ κόσμου μὲ τὴν ἁγία ζωή μας καὶ τὴν κήρυξη τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑποχρέωση ὁ πιστὸς πρέπει νὰ ὑμνεῖ τὴν Θεοτόκο καὶ νὰ τὴν μεγαλύνει, γι’ αὐτὸ ἔχουμε μετὰ τὸ δοξάζω, τὰ ρήματα ἀνυμνῶ καὶ μεγαλύνω, εἰδάλλως ἂν ὁ ἴδιος δὲν πράττω ὀρθά, τότε μὲ τὰ χείλη μόνο ὑμνῶ καὶ ὄχι μὲ τὴν καρδιά, ἡ ὁποία ὑπαγορεύει τὶς πράξεις καὶ τὴν ζωντανὴ πίστη, ἡ ὁποία φέρνει τὸν εὐαγγελισμὸ καὶ τὴν ὀρθοπραξία. Λέγει ὁ Κύριος: «ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος τῷ στόματι αὐτῶν καὶ τοῖς χείλεσι μὲ τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ» (Ματθ. ιε΄ 3)· ὁ λαὸς αὐτὸς μὲ τὰ χείλη μὲ τιμᾶ, ἀλλὴ ἡ καρδιά του ἀπέχει μακριὰ ἀπὸ ἐμένα. Ἔτσι, στὴν ἀντίθετη πλευρὰ ὅποιος Χριστιανὸς δὲν ἔχει συνέπεια βίου, δὲν ἔχει ὀρθοπραξία γίνεται αἰτία σκανδαλισμοῦ καὶ βλασφημήσεως τοῦ Θεοῦ μας. Δὲν τοῦ λέμε καθημερινὰ στὴν Κυριακὴ Προσευχή, «Κύριε, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου»; Αὐτὸ τὸ «ἁγιασθήτω» σημαίνει τὴν μεγάλυνση καὶ δοξολογία τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου μας ἀπὸ τὶς πράξεις μας.
.           Τὸ δοξάζω τοῦ τροπαρίου σημαίνει ὅτι πρέπει πρῶτα νὰ κάνουμε ἔργο εὐαγγελισμοῦ, καὶ αὐτὸ ξεκινάει πρῶτα ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, καὶ ταυτόχρονα καὶ ἔπειτα συνεχίζει μὲ τὸν εὐαγγελισμὸ τῶν ἄλλων. Στὴν φράση ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω ἡ λέξη ὑμνολογῶ κάνει λόγο γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἡ λέξη μεγαλύνω κάνει λόγο γιὰ τὴν ἰδιωτικὴ προσευχὴ καὶ τὸ κήρυγμα.
.           Ἡ λέξη «τοιγαροῦν» δηλώνει ταπείνωση στὴν Παναγία μας, ὅτι, γιὰ αὐτὸ καὶ ἐγὼ σὲ δοξάζω, ἐπειδὴ εἶμαι ἀνάξιος νὰ σοῦ προσφέρω κάτι. Αὐτὸ ποὺ μπορῶ, ποὺ πρέπει, ποὺ ποθεῖς ὡς δῶρο, Παναγιά μου, εἶναι ὁ ἑαυτός μου.
.           Ἡ τιμὴ ποὺ ἀποδίδει ὁ κάθε Χριστιανὸς στὴν Θεοτόκο γιὰ τὴν βοήθεια ποὺ ἐκείνη μᾶς παρέχει δὲν βγαίνει ἀπὸ τὰ χείλη μας, ἀλλὰ προσωπικὰ ἀπὸ τὸν καθένα μας μὲ τὴν συνετή, τὴν ἁγία ζωή μας, μὲ τὴν μίμησή της, ἡ ὁποία ἀποβαίνει ἐν τέλει στὸν Θεό μας, ὅπως ἡ μίμηση Παύλου ἀπέβαινε στὸν Θεό. «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ. (Α Κορ. ια΄ 1).
.           Πνευματικὰ αἰτήματα ἀπευθύνουμε στὴν Παναγία μας καὶ μὲ τὸ παρακάτω τροπάριο μὲ τὴν ἀ­κρά­δαν­τη βεβαιότητα ὅτι «δὲν θὰ πα­ρί­δῃ τὴν πε­νι­χρὰν δέ­η­σίν μας, τὸν κλαυθ­μὸν καὶ τὰ δά­κρυ­α καὶ τοὺς στεναγμούς μας, ἀλ­λὰ θὰ ἐκπλη­ρώ­σει τὶς αἰ­τή­σεις μας», γιὰ νὰ τὴν δοξάζουμε με­τὰ πό­θου πάν­το­τε.
.           Βλέψον ἱλέῳ ὄμματί σου καὶ ἐπίσκεψαι τὴν κάκωσιν ἣν ἔχω καὶ δεινῶν συμφορῶν καὶ βλάβης καὶ κινδύνων καὶ πειρασμῶν με λύτρωσαι, ἀμετρήτῳ σου ἐλέει.
.           Ἐδῶ ὁ Χριστιανὸς ἐκζητεῖ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, γιατὶ δὲν μπορεῖ κάποιος νὰ τελειωθεῖ, ἂν δὲν ἀπαλλαγεῖ ἐντελῶς καὶ ἀπὸ τὸ παραμικρὸ σκουπιδάκι ποὺ βρίσκεται μέσα σὲ αὐτήν, ἀφοῦ καὶ αὐτὸ τὴν μολύνει. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἕνα μικρὸ ρῆγμα μπορεῖ νὰ βουλιάξει καὶ τὸ μεγαλύτερο καράβι. Ἂν δὲν ἐξαφανισθεῖ καὶ ἡ παραμικρὴ εἰσροὴ σὲ αὐτὸ ὑδάτων ἢ ἡ παραμικρὴ ὕπαρξη ὑδάτων, ποὺ ἐδῶ καταγράφεται μὲ τὴν φράση «κάκωσιν ἣν έχω», ὑδάτων προερχομένων ἀπὸ τὸ πέλαγος τοῦ κόσμου τούτου, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποφευχθεῖ τὸ ναυάγιο, ὅπως δὲν μπορεῖ νὰ ἐπέλθει πλήρης τελειότητα στὸν καθένα μας, ἂν ὁ νοῦς ἀποσπᾶται, δὲν ὑπάρχει φυλακὴ τῶν πέντε αἰσθήσεων καὶ ἰδίως ἂν ἡ ὅρασή μας δὲν εἶναι καθαρή, γιατὶ ὁ κοσμικὸς καταρράκτης τὴν ἔχει θολώσει.
.           Ὁ Θεός μας, ἀγαπητοί μου, κατέβηκε στὴν γῆ, ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ ἀνεβάσει τὸν ἄνθρωπο στὸν οὐρανό. Ὅταν, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀποζητάει νὰ καθαρθεῖ ἐντελῶς, τότε ἀπὸ τὴν μία κρατάει τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη εἶναι δεμένος σὰν μὲ ἁλυσίδα ἀπὸ τὸ πόδι, ἡ ὁποία εἶναι καρφωμένη στὴν Γῆ. Ἐδῶ ἔχουμε ξανὰ παράκληση, ὥστε ἡ Θεοτόκος μὲ τὸν ἐλεήμονα ὀφθαλμό της, «ἱλέῳ ὄμματί σου», ὁ ὁποῖος μὲ τὴν φώτιση καὶ τὴν πληροφορία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ δεῖ καὶ τὴν παραμικρὴ κάκωση ποὺ ἔχουμε, δηλαδὴ τὴν κάκωση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία στὴν ὁποία βρισκόμαστε. Ζητάει νὰ τὴν ἐπισκεφθεῖ, ὥστε νὰ καθαρθεῖ ἐντελῶς, διότι ἂν ὑπάρχει κάτι στὴν καρδιά μας αὐτὸ γίνεται αἰτία, ὥστε νὰ ὑπάρξουν φοβερὲς συμφορές, νὰ ὑπάρξουν πειρασμοί, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς νικήσουν ἂν χαλαρὰ ἀγωνιζόμαστε, ἀφοῦ ὁ Διάβολος ἔχει τὰ κατάλληλα σχέδια γιὰ τὸν κάθε ἕνα μας, καὶ γιὰ τοὺς ἀρχάριους καὶ γιὰ τοὺς προχωρημένους.

Ἡ Παναγία καταφυγή μας

.           Ἡ Παναγία μας εἶναι ἡ καταφυγή μας στὶς δυσκολίες, τὸ ἐξιλαστήριό μας. Σὲ κάθε δύσκολη περίσταση ὅλοι μας καταφεύγουμε στὴν χάρη της μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ τὶς ἐπαναλαμβάνουμε ὁλόθερμα τὸ Τροπάριο τοῦ Παρακλητικοῦ της Κανόνος:
.           Πρὸς τίνα καταφύγω ἄλλην, ἁγνή, ποῦ προσδράμω λοιπὸν καὶ σωθήσομαι, ποῦ πορευθῶ; Ποίαν δὲ ἐφεύρω καταφυγήν, ποίαν θερμὴν ἀντίληψιν,
ποίαν ἐν ταῖς θλίψεσι βοηθόν; Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, εἰς σὲ μόνην καυχῶμαι καὶ ἐπὶ σὲ θαῤῥῶν κατέφυγον.
.           Στὴν ζωὴ τῆς Παναγίας μας, συναντοῦμε δυὸ μοναδικὲς ὑπερβάσεις. Σ’ αὐτὲς βλέπουμε νὰ ξεπερνῶνται οἱ νόμοι τῆς φύσεως καὶ νὰ λειτουργοῦν οἱ ἔκτακτοι νόμοι τοῦ θαύματος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐκστατικὸς ὁ ποιητὴς τῆς Ἀκολουθίας τῆς Μεταστάσεώς της γράφει: «Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοί, Παρθένε Ἄχραντε». Αὐτὲς οἱ δύο ὑπερβάσεις ἀποτελοῦν καὶ τὰ μεγαλεῖα τῆς Παναγίας μας, ἀποτελοῦν τὰ παράδοξα μὲ τὰ ὁποῖα στόλισε ὁ Θεάνθρωπος Υἱός της τὴν ταπεινὴ καὶ πάναγνη Κόρη τῆς Ναζαρέτ.
.           Στὴν ἐνάτη ὠδὴ τοῦ Κανόνος τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τῆς ὁποίας προαναφέραμε τοὺς πρώτους στίχους, συνοψίζονται καὶ οἱ δύο ὑπερβάσεις τῆς φύσεως στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Λέει αὐτὸ:
.           Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοί, Παρθένε ἄχραντε· παρθενεύει γὰρ τόκος καὶ ζωὴν προμνηστεύεται θάνατος. Ἡ μετὰ Τόκον παρθένος καὶ μετὰ θάνατον ζῶσα, σῴζοις ἀεί, Θεοτόκε,τὴν κληρονομίαν σου,  δηλαδή, Παρθένε ἄχραντε, νικήθηκαν στὸ πρόσωπό σου οἱ φυσικοὶ νόμοι, γι’ αὐτό, ἐσύ, ποὺ μετὰ τὸν τοκετό του παρένειμες παρθένος καὶ μετὰ τὸν θάνατό σου ζεῖς αἰώνια ἂς σώζεις μὲ τὶς πρεσβεῖες σου τὴν κληρονομία σου, ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος μας.
.           Πῶς ὅμως ἡ Θεοτόκος μπορεῖ νὰ σώζει μὲ τὶς πρεσβεῖες της τὸ γένος μας; Ἀγαπητοί μου, ὅπως ὑπάρχουν στὰ Μοναστήρια μας ἀκοίμητες κανδῆλες, ἔτσι ὑπάρχει καὶ στὰ διαμερίσματα τοῦ οὐρανοῦ ἡ ἀκοίμητη κανδήλα τῆς Θεοτόκου μας. Αὐτὴ δὲν κοιμᾶται· εἶναι ἀκοίμητη κανδήλα πρεσβειῶν πρὸς τὸ Μονογενῆ της. Μᾶς τὸ τονίζει ἄλλωστε καὶ τὸ Κοντάκιο τῆς ἑορτῆς της: «Τὴν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον». Ἡ Παναγία μας βρίσκεται πάντοτε σὲ κατάσταση ἑτοιμότητος. Περιμένει νὰ μεταφέρει τὶς ἱκεσίες μας στὸν Υἱό της καὶ Θεό μας. Καὶ οἱ πρεσβεῖες της ἀποτελοῦν τὴν καλύτερη προστασία μας.
.           Ἡ Παναγία μας εἶναι τῶν Χριστιανῶν ἡ προστάτις. Καὶ τοῦτο γιατὶ ὅλοι μας αἰσθανόμαστε ἀδύνατοι. Προστασία ζητάει τὸ κράτος ἀπὸ τὶς μεγάλες δυνάμεις, ἀλλὰ πολλὲς φορὲς γελιέται. Προστασία ζητάει ἡ οἰκογένεια ἀπὸ τὸ κράτος, ἀλλὰ τὶς περισσότερες φορὲς μάταια. Προστασία ζητοῦν οἱ πολίτες ἀπὸ τοὺς νόμους, ποὺ ὅμως πολλὲς φορὲς μεροληπτοῦν. Προστασία ζητάει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του, ἀλλὰ ἀπογοητεύεται. Προστασία ζητᾶμε ὅλοι μας ἐπίσης ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, ποὺ ὅμως αὐτὰ ἀκολουθοῦν τὸν αἰώνιο νόμο τους ἀμίληκτα. Ποιός, λοιπόν, μπορεῖ νὰ προστατεύσει ὅλους μας καὶ μάλιστα μὲ βεβαιότητα, μὲ σιγουριά; Ὀξὺ τὸ πρόβλημα τῆς προστασίας, ἀφοῦ ὅλοι μας κατὰ καιροὺς αἰσθανόμαστε ἀπροστάτευτοι. Ἀπροστάτευτοι ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ στὶς ἀρρώστιες μας, στοὺς σεισμούς, στοὺς κυκλῶνες, στοὺς κεραυνούς, στοὺς πειρασμοὺς τῆς ζωῆς. Κινδυνεύουμε σωματικὰ καὶ πνευματικά. Μοιάζουμε σὰν νὰ βρισκόμαστε στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ μετώπου, ὅπου οἱ σφαῖρες πέφτουν βροχὴ γύρω μας καὶ ἐμεῖς παραμένουμε ἀκάλυπτοι. Θέλουμε κάλυψη, θέλουμε προστασία, θέλουμε σκέπη. Αὐτὴ τὴν κάλυψη μᾶς τὴν προσφέρει ἡ Παναγία. Δίκαια λοιπὸν ὁ ὑμνογράφος τὴν ὀνομάζει «Προστασίαν τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντον». Μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὶς θλίψεις ἡ Παναγία μας, μᾶς μετασχηματίζει τὸν πόνο σὲ χαρά, μᾶς λυτρώνει ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, μᾶς διασφαλίζει ἀπὸ τὰ αἰώνια βάσανα. Τὸ γνωρίζουμε αὐτὸ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ, γι’ αὐτὸ καὶ τὴν παρακαλοῦμε νὰ μᾶς σώσει: «Ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι τῶν αἰωνίων βασάνων» τῆς λέμε. Μπορεῖ ἡ Παναγία μας νὰ μᾶς λυτρώσει. Ἔχει τὸν τρόπο της νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν μετάνοια, νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἀνεβοῦμε τὴν κλίμακα τῶν ἀρετῶν καὶ νὰ φθάσουμε στὴν ἀπάθεια. Ἔχει τὴν δύναμη μὲ τὴν μητρική της παρρησία νὰ κατευνάσει τὴν ὀργὴ τοῦ Υἱοῦ της καὶ Θεοῦ μας, ὥστε νὰ γίνει ἵλεως καὶ νὰ ὑπερνικήσει τὸ ἔλεός Του τὴν δίκαιη Κρίση Του. Ἄλλωστε «ἀφοῦ «κατακαυχᾶται ἔλεος κρίσεως» (Ἰάκ. β΄ 13) καὶ θέλει ὁ Θεός μας «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ. β΄ 4 ) εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἂν ἀγωνισθοῦμε νόμιμα καὶ ἀδιάκοπα τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου μας μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας μας θὰ μᾶς καλύπτει μέχρι ποὺ θὰ βρεθοῦμε κοντά της, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὰ ἀγαθὰ τοῦ οὐρανοῦ, «ἃ ἡτοίμασε Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α΄ Κορ. β΄ 9).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Διαφημίσεις

, , , ,

Σχολιάστε

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (τοῦ Δεκαπενταυγούστου) [Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης]

Περὶ τῆς Νηστείας τοῦ Δεκαπενταυγούστου
(τῆς Παναγίας)

Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου
Ἑρμηνεία εἰς τὸν ΞΘ´ κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων,
Πηδάλιον, ἐκ τοῦ τυπογρ. Βαρβαρρήγου,
Ἐν Ἀθήναις 1886, σελ. 85-87

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ.»

[…] Διὰ τοῦτο πρέπει ὅλοι καὶ ἱερωμένοι καὶ λαϊκοί, κοντὰ εἰς τὴν νηστείαν τῆς μεγάλης μ´ (Τεσσαρακοστῆς) νὰ φυλάττουν καὶ τὰς τρεῖς ταύτας νηστείας, τὴν τοῦ σαρανταημέρου, λέγω, εἰς τιμὴν τοῦ γεννηθησομένου Χριστοῦ γενομένην καὶ εἰς τὴν τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων ἐξάλειψιν. Τὴν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καλουμένην […] καὶ τρίτην τὴν τοῦ Αὐγούστου εἰς τιμὴν τῆς Θεοτόκου, ἥτις μάλιστα ἐνήστευεν ἐν τῷ καιρῷ τῆς κοιμήσεώς της. Πρέπει δὲ νὰ φυλάττουν ταύτας ὄχι μὲ ξηροφαγίαν, καθὼς τὴν μεγάλην μ´, ἀλλὰ μὲ οἰνέλαιον καὶ ἰχθυοφαγίαν, ἔξω μόνον τῶν Τετράδων καὶ Παρασκευῶν ὁποῦ τυχαίνουν ἀναμεταξὺ εἰς τὰς νηστείας αὐτάς, καὶ ἔξω τῆς νηστείας τοῦ Αὐγούστου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἅπαξ μόνον ἐν τῇ ἑορτῇ τῆς Μεταμορφώσεως ἰχθύος μεταλαμβάνομεν. Διότι αἱ νηστεῖαι αὗται, ἀγκαλὰ καὶ ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων δὲν εἶναι διωρισμέναι, ὅμως χρέος ἔχομεν νὰ φυλάττωμεν καὶ τὰς τῶν Πατέρων παραδόσεις διὰ τὴν μακρὰν συνήθειαν, τὴν ἀντὶ νόμου κρατοῦσαν. […]
…Τὰς τρεῖς νηστείας τῶν τοῦ Χριστοῦ γεννῶν, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τοῦ Αὐγούστου ἐπικυροῦν ἀκόμη καὶ Συμεὼν ὁ Θεσσαλονίκης καὶ αἱ ἀπαρχῆς Διατάξεις καὶ τὰ κοινὰ τυπικὰ τῶν Ἱεροσολυμιτῶν καὶ Στουδιτῶν, καὶ πάντα ἁπλῶς τὰ ἴδια τυπικὰ τῶν βασιλικῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τοῦτο, τὸ νὰ ὀνομάζηται ἡ Τεσσαρακοστὴ μεγάλη, φανερώνει ὅτι εἶναι καὶ ἄλλαι νηστεῖαι, αὐτὴ ὅμως ὑπερέχει καθὼς τοῦτο κομψῶς συνάγει Συμεὼν ὁ Θεσσαλονίκης […]

, ,

Σχολιάστε

«Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ» (Οἰκουμεν. Πατριάρχης) «Παρακαλοῦμε μόνον καὶ δεόμεθα ἡ Παναγία μας, κινουμένη μεταξὺ τοῦ Υἱοῦ Της καὶ ἡμῶν, ποὺ εἴμεθα κατὰ χάριν υἱοθεσίας καὶ ἐμεῖς παιδιά της, ἔμψυχος κληρονομία της, ποτὲ νὰ μὴ μᾶς ἐγκαταλείψῃ ἢ λησμονήσῃ!»

Ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ. κ. Βαρθολομαίου
κατὰ τὴν Θείαν Λειτουργίαν
ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Παναγίας Σουμελᾶ Πόντου
(15 Αὐγούστου 2015)

.               Ἡμέρα χαρμόσυνη, γεμάτη ἀπὸ ἑόρτια εὐφροσύνη, ἀνέτειλε ἡ σημερινή, Ἱερώτατοι ἀδελφοὶ καὶ εὐλαβέστατοι λοιποὶ συλλειτουργοί, ἐντιμότατοι ἐκπρόσωποι τῶν ἀρχῶν, ἐντεῦθεν καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας εὐλογημένα καὶ πεφιλημένα!
.               Ἡμέρα πασχάλιος, ἡμέρα νίκης τῆς Ζωῆς κατὰ τοῦ θανάτου, ἡμέρα συναντήσεως τοῦ οὐρανοῦ μὲ τὴν γῆν, ἡμέρα θείας καὶ ἀνθρωπίνης πανηγύρεως! Ἡ πάνδημος ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως καὶ εἰς οὐρανοὺς Μεταστάσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς Μητρὸς τοῦ Εὐλογητοῦ, τῆς Μητρὸς τῶν Χριστιανῶν, τῆς Κυρίας τῶν Ἀγγέλων, τῆς προστάτιδος τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶν Γένους, τῆς Ἀρχόντισσας τοῦ ὄρους Μελᾶ καὶ ὅλου τοῦ εὐάνδρου καὶ ἁγιοτόκου Πόντου!
.               Λοιπόν, «ἐν κυμβάλοις ἠχήσωμεν, ἐν ὠδαῖς ἀλαλάξωμεν, ἑορτὴν ἐξόδιον προεξάρχοντες καὶ ἐπιτύμβια ἄσματα φαιδρῶς ἐκβοήσωμεν» πρὸς τὴν Παναγία μας, τὴν Μητέρα μας, μαζὶ μὲ τὰς ἁγίας οὐρανίους δυνάμεις καὶ τὰ ἀνὰ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην συστήματα τῶν εὐσεβῶς συνεορταζόντων ἀδελφῶν μας! Δὲν εἶναι «ξόδι» πρὸς τὸν θάνατο τὸ σημερινό. Εἶναι ἐξόδιος πομπὴ παγχαρμόσυνη, ποὺ καταλήγει στὴν Πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς χαρᾶς, στὴν Πηγὴ τοῦ φωτὸς καὶ τῆς αἰωνίου μακαριότητος, δηλαδὴ στὸν Ἰησοῦ Χριστό.
.               Πορευθήκαμε καὶ ἐμεῖς σήμερα ἐν κατανύξει πρὸς τὴν γλυκυτάτη Μητέρα μας, συνελθόντες εἰς τὸν Πόντον ἀπὸ τὴν Πόλι, ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἀπὸ τὴν Ρωσσίαν, ἀπὸ τὴν Οὐκρανίαν καὶ ἄλλας Παρευξεινίους χώρας, ἀπὸ τὴν Κύπρον, ἀπὸ τὴν Ἐσθονίαν καὶ ἀπὸ κάθε σχεδὸν γωνίαν τῆς γῆς, καὶ ἀνεβήκαμε, μετὰ ἀπὸ νηστεῖες καὶ ψυχικοὺς καθαρμοὺς καὶ Παρακλήσεις δύο ἑβδομάδων, εἰς τὸ ἐπίγειον τοῦτο ἀνάκτορόν της, τὴν ἱστορικὴν Μονὴν Σουμελᾶ, τὴν τόσο ἐκκωφαντικὰ σιωπηλὴν εἰς τὰς ἡμέρας μας! Τὸ Μοναστήρι ποὺ ὁ ποιητὴς «ἀροθυμῶν καὶ τραγωδῶν, ἀροθυμῶν καὶ κλαίγων» τὸ βλέπει «πρῶτον σὴν πίστιν, σὴν χαράν, σὸν πόνον τῆ πατρίδας». Τὸ Σεμνεῖον ποὺ ὑπῆρξε μέγα σέβασμα τόσον τοῦ πιστοῦ λαοῦ, ὅσον καὶ τῶν εἰς τὰ ὕψιστα ἀξιώματα εὑρισκομένων. Σέβασμα τῶν ἡμετέρων εὐσεβῶν Αὐτοκρατόρων, ἀλλὰ καὶ ἀρκετῶν Ὀθωμανῶν Σουλτάνων καὶ ἀξιωματούχων, τοὺς ὁποίους εἶχεν εὐεργετήσει καὶ αὐτοὺς θαυμαστῶς ἡ φιλάνθρωπος «Ἀννὲ Μαριάμ», ἡ Meryem -ana, ἡ Σουμελιώτισσα.
.               Ἀνεβήκαμε μὲ τὴν καρδίαν καὶ τὴν ψυχὴν γεμάτη ἀπὸ ἱερὸν πόθον καὶ μυστικὸν φῶς, μὲ τὰ μάτια ὑγρὰ ἀπὸ τὸ παράπονον, ἀλλὰ καὶ μὲ αἴσθησιν ἰσχυρὰν ὅτι πάντοτε ὁ τελευταῖος λόγος εἶναι τοῦ Θεοῦ, καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντοτε δίκαιος καὶ λυτρωτικὸς διὰ τοὺς πιστοὺς καὶ σωτήριος! Ἐφέραμε μαζί μας κανίσκι εὐλαβὲς τὸ μελισσοκέρι τῆς Ὑπομονῆς, τὸ πρόσφορο τῆς Πίστεως, τὸ νάμα τῆς Ἐλπίδος, τὸ μοσχολίβανο τῆς Ἀγάπης! Γιὰ τὸν Κύριο, μὰ καὶ γιὰ τὴν Κυρία! Γιὰ τὸν ἐν Τριάδι προσκυνητὸν Ἕνα Θεόν, Αὐτὸν ποὺ ἐλάτρευσαν μὲ συνέπειαν ζωῆς οἱ πατέρες καὶ πρόγονοί μας. Καὶ γιὰ Ἐκείνην ποὺ ἔχει «τὰ δευτερεῖα τῆς Τριάδος», μᾶς ἐστάθη καὶ μᾶς στέκεται πάντοτε Μητέρα φιλόστοργος καὶ Προστάτις, καὶ τὴν ἀγάπησεν εἰς τέλος ὁ λαὸς τοῦ Πόντου καὶ ὅλη ἡ εὐσεβοῦσα Ὀρθοδοξία! Κατ᾿ ἀκρίβειαν, ἀπὸ χθὲς «ἀρχίνησε τῶν νηστεμένων ἡ πορεία, σὰν μιὰ ἡρωϊκὴ κοινὴ ἀνάβαση, μὲ τὸ ρυθμὸ τῆς πίστης στὴ καρδιά καὶ μὲ τοῦ προσκυνήματος τὴν προσδοκία», ὅπως ἐσημείωνε ποιητὴς Ἱεράρχης τοῦ Θρόνου (Μητροπολίτης Πέργης Εὐάγγελος) γιὰ τὸν πρῶτο πρὸ ἐξαετίας Πατριαρχικὸν ἑορτασμὸ τῆς Κοιμήσεως σὲ τοῦτο τὸ πανίερον πανορθόδοξο Σέβασμα, καὶ ἤδη «ἀντιλάλησε τὸ θεῖο ἔλεος ἀπὸ τῶν νηστεμένων τὸ ἱκέτευμα, τὸ κερωμένο στὴν εἰκόνα Της», ποὺ μπορεῖ μὲν αὐτὴ νὰ μὴ εὑρίσκεται πρωτοτύπως ἐδῶ, καθὼς προσωρινῶς φιλοξενεῖται εἰς τὸ Ἑλλαδικὸν Βέρμιον, παρηγοροῦσα καὶ στηρίζουσα ἐκεῖ τὰ πρὸ 90 τόσων ἐτῶν ἐκριζωθέντα ἐντεῦθεν, εἰς τὰ πλαίσια τῆς τότε ἀποφασισθείσης ὀδυνηρᾶς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν, τέκνα καὶ ἔκγονα τοῦ Πόντου, ἀλλὰ ἐν ἀντιγράφῳ ἱερῷ εὑρίσκεται καὶ ἐδῶ ἡ «Ξενητεμέντσα Παναΐα» καὶ δίδει ἥσυχα καὶ κατανυκτικὰ τὸ «παρών» εἰς τὴν προσφιλῆ της γῆν τοῦ Πόντου, εὐλογεῖ τὰ ἀγαπημένα χώματα ποὺ μοσχοβολοῦν ἀκόμη τὴν ἀρχαίαν εὐσέβειαν, στέλλει εὐλογίας καὶ χαιρετισμοὺς εἰς τὸν Βαζελῶνα καὶ τὸν Περιστερεῶτα, ἁγιάζει τὸν ἀέρα, τὰ ραχία, τὰ παρχάρια, τὰ δάση, τοὺς ποταμούς, τὴν ὅλην φύσιν, καὶ φιλοδωρεῖ ἁπλόχερα μὲ μητρικὰ χαρίσματα τοὺς «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» προσκυνητάς.
.               Εἶναι ἡ ἕκτη φορὰ πού, τοῦ Θεοῦ θελήσαντος καὶ ἰσχυρῶς συνεργήσαντος, ἀξιούμεθα νὰ τελέσωμεν Πατριαρχικὴν Θείαν Λειτουργίαν εἰς τὸ μέγα τοῦτο Μοναστήρι, κατόπιν ἀδείας τῶν Ἀρχῶν τῆς Χώρας καὶ μὲ τὴν πρόφρονα καὶ εὐγενῆ συμπαράστασιν καὶ διευκόλυνσιν τῶν τοπικῶν Ἀρχῶν τῆς περιοχῆς, πρὸς τὰς ὁποίας καὶ ἐκφράζομεν πρὸς τοῦτο θερμὰς καὶ εἰλικρινεῖς εὐχαριστίας. Ἕκτη ἐπανάληψις ἑνὸς πραγματικοῦ καὶ μεγάλου θαύματος! Μυριάκις ἑξάκις δόξα τῷ Θεῷ, ποὺ ἐγείρει τοὺς νεκροὺς καὶ ἀνιστᾶ ἐκ ταπεινώσεως τοὺς συντετριμένους! Καὶ εἶναι ἡ Λειτουργία μας αὐτὴ λειτουργία Εὐχαριστίας τοῦ Θεοῦ δι᾿ ὅλα ὅσα μᾶς συνέβησαν καὶ μᾶς συμβαίνουν. Καὶ τὰ γλυκὰ καὶ τὰ πικρά. Καὶ τὰ εὐχάριστα καὶ τὰ ὀδυνηρά. Καὶ τὰ εἰρηνικὰ καὶ τὰ θυελλώδη. Διὰ τὰς φανερὰς εὐεργεσίας Του καὶ διὰ τὰς ἀφανεῖς. Τὰς ἀριδήλους καὶ τὰς συγκεκαλυμμένας. Δι᾿ ὅλας! Δὲν γνωρίζομεν ποῖαι εἶναι μεγαλύτεραι καὶ σπουδαιότεραι. Ἐκεῖνος γνωρίζει καὶ αὐτὸ μᾶς ἀρκεῖ… Καὶ εἶναι ἀκόμη ἡ Λειτουργία μας αὐτὴ λειτουργία εἰρήνης καὶ καταλλαγῆς καὶ συμφιλιώσεως καὶ ἀγάπης. Λειτουργία καθάρσεως τοῦ παρελθόντος, ἁγιασμοῦ τοῦ παρόντος καὶ κατὰ Θεὸν προσανατολισμοῦ τοῦ μέλλοντος, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ συγχωροῦμε, νὰ χωροῦμε δηλαδὴ μαζί, νὰ εὑρισκώμεθα ὁμοῦ, νὰ συνυπάρχωμεν, ὡς ἐγκάρδιοι φίλοι, οἱ πρώην καὶ οἱ σήμερον κάτοικοι αὐτοῦ τοῦ εὐλογημένου τόπου καὶ ὅσοι, ἀκόμη, τρίτοι τὸν ἀγαποῦν καὶ τὸν ἐπισκέπτονται. Δύο μεγάλοι ἡγέται τοῦ παρελθόντος, ὁ Μουσταφᾶ Κεμὰλ Ἀτατοὺρκ καὶ ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος εἶχαν ὁραματισθῆ μίαν Ἑλληνο-Τουρκικὴν φιλίαν. Καὶ εἰς τὰ πλαίσια ἐκείνου τοῦ ὁράματος, ὁ παλαιὸς Πρωθυπουργὸς τῆς Τουρκίας Ἰσμὲτ Ἰνονοῦ ἔδωσε τὴν ἄδειαν νὰ παραληφθοῦν ὑπὸ τῶν προσφύγων πατέρων τῆς Μονῆς καὶ νὰ μεταφερθοῦν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ τρία τιμαλφέστατα κειμήλια τῆς Μονῆς: Ἡ πάνσεπτος εἰκὼν τῆς Σουμελιώτισσας, ὁ τίμιος Σταυρὸς Μιχαὴλ τοῦ Κομνηνοῦ καὶ τὸ χειρόγραφον Εὐαγγέλιον τοῦ Ὁσίου Χριστοφόρου, τὰ ὁποῖα πλέον θησαυρίζονται εἰς τὴν Νέαν Σουμελᾶ εἰς τὴν Καστανιὰν τῆς Βεροίας. Εἰς ὅλας τὰς πλευρὰς συμφέρει ἡ ἀναβίωσις τοῦ ὡραίου ἐκείνου ὁράματος τῶν μεγάλων ἡγετῶν τῶν δύο γειτόνων χωρῶν καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ ἡ Λειτουργία μας ἡ σημερινὴ καὶ τὸν χαρακτῆρα ἑνὸς βήματος, μικροῦ ἴσως, ἀλλὰ οὐσιαστικοῦ καὶ ἁγίου, πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν. Παραλλήλως, ἡ Λειτουργία μας εἶναι μία ὁλόθερμος καὶ ὁλοκάρδιος προσευχὴ διὰ τὴν καταστολὴν τῶν παθῶν καὶ τὴν εἰρήνευσιν τῶν πληθυσμῶν ἐν δικαιοσύνῃ, τόσον εἰς τὴν σπαρασσομένην Ἐγγὺς Ἀνατολὴν καὶ διάφορα σημεῖα τῆς Ἀφρικῆς, ὅπου εἰς τὸ ὄνομα δῆθεν τοῦ Θεοῦ διαπράττονται ἀνήκουστα καὶ θηριώδη ἐγκλήματα φανατισμοῦ, ὅσον καὶ εἰς τὴν Οὐκρανίαν, ὅπου ὁ τάραχος καὶ ἡ σύγκρουσις εἶναι, ὡς μὴ ὤφελε, μεταξὺ Χριστιανῶν, καὶ ἀλλαχοῦ ἀσφαλῶς, ὅπου δυστυχῶς ἐπικρατοῦν ἐντάσεις μεταξὺ συνοίκων πληθυσμιακῶν στοιχείων. Εἶναι ἀκόμη μία θερμὴ ἱκεσία δι᾿ ὅλους τοὺς συνανθρώπους μας, οἱ ὁποῖοι ταλανίζονται ἀπὸ τὰς δραματικὰς συνεπείας τῆς σοβούσης ὄχι μόνον οἰκονομικῆς, ἀλλὰ καὶ πνευματικῆς καὶ ἠθικῆς κρίσεως εἰς πλείστας χώρας, τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Κύπρου συμπεριλαμβανομένων. Εἴθε ὁ Θεός, διὰ πρεσβειῶν τῆς Θεοτόκου, νὰ εἰσακούσῃ τὰς ἱκεσίας μας καὶ νὰ ἐπέμβῃ κατὰ περίπτωσιν δυναμικῶς, ὅπως Ἐκεῖνος γνωρίζει!
.               Ἀλλὰ εἶναι προφανές, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὅτι ζοῦμε στιγμάς, τὰς ὁποίας γενεαὶ ὁλόκληροι Ὀρθοδόξων, καὶ ἰδιαιτέρως Ποντίων, πατέρων καὶ ἀδελφῶν μας σφοδρότατα ἐπεθύμησαν νὰ βιώσουν καὶ ὅμως ἀνεχώρησαν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζωὴν χωρὶς νὰ ἀξιωθοῦν νὰ τὰς ζήσουν, παραπονεμένοι, μὲ πνιγμένη εἰς τὰ στήθη των τὴν λαχτάρα καὶ τὸν πόθον! «Κι ἂν ἒν Δεκαπενταύγουστον, κι ἂν ἒν τῆ Παναΐας, ς σὸν Ἀεσὲρ κὶ ἀχπάσκουμες, ς σὴν Σουμελᾶν κὶ πᾶμε! Κὶ ἔχουμε τὰ παρχάρα μουν καὶ τ᾿ ἅγια Μοναστήρα, κὶ ἔχουμε τὰ ψηλὰ ραχὰ καὶ τὰ νερὰ τὰ κρῦα», ἐπαραπονοῦντο ἀπαρηγόρητοι. Ἂς συγχαίρουν λοιπὸν σήμερα ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἂς ἀγάλλωνται μαζί μας τὰ πνεύματά των! Ἄλλωστε, τοὺς ἐμνημονεύσαμεν ἤδη, ἀναφέραμε τὰ ὀνόματά των περιληπτικῶς εἰς τὴν Προσκομιδήν. Τοὺς ἔχουμε ἔτσι μυστικῶς ὅλους ἐδῶ. Εἰς τὸ ἱερὸν τοῦτο καὶ κορυφαῖον παλλάδιον τοῦ Πόντου. Εἰς τὸν ἀρραγῆ πύργον τῶν ἐλπίδων κάθε Ποντιακῆς καρδίας! Ἔχουμε τοὺς Σουμελιώτας ἡγουμένους, ἱερομονάχους καὶ μοναχούς. Τοὺς μακαριστοὺς ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς τοῦ Πόντου. Τοὺς παπποῦδες καὶ τὶς γιαγιάδες, τοὺς γονεῖς, τοὺς τρανοὺς καὶ τοὺς ταπεινούς, τοὺς λογίους καὶ τοὺς ἁπλουστέρους! Τοὺς ἐδῶ τελευτήσαντας καὶ τοὺς εἰς χώρας διασπορᾶς μετὰ τὸ 1924. Ὅλους! Ὁλους μαζί μας, ἐπάνω εἰς τὸ ἱερὸν Δισκάριον τῆς Λειτουργίας, μετ᾿ ὀλίγον δὲ καὶ εἰς τὸ ἅγιον Ποτήριον, εἰς τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὅπου καὶ οἱ δικές μας μερίδες βαπτίζονται, μαζὶ μὲ τὶς μερίδες ὅλων τῶν Ἁγίων, ἐξαιρέτως δὲ τῆς «Παναγίας, Ἀχράντου, Ὑπερευλογημένης, Ἐνδόξου, Δεσποίνης ἡμῶν, Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας». Ὅλοι μαζί, ζῶντες, κεκοιμημένοι ἐν Κυρίῳ, Ἅγιοι καὶ δίκαιοι πάσης φυλῆς καὶ κάθε γλώσσης, ἀποτελοῦμε ἕνα ἑνιαῖον καὶ ἀχώριστον χορὸν ἱερῶς ἑορταζόντων τὴν πάνσεπτον Κοίμησιν, μαζὶ μὲ ὅλας τὰς ἁγίας Ἀγγελικὰς δυνάμεις, γύρω ἀπὸ τὸν Θρόνον τῆς Χάριτος, μὲ Κορυφαίαν πάντοτε καὶ προεξάρχουσαν τῆς ὅλης μυσταγωγίας καὶ πανηγύρεως αὐτὴν τὴν ἱερῶς σήμερον μεθισταμένην Ὑπεραγίαν Θεοτόκον καὶ Μητέρα τοῦ Φωτός. Δόξα τῷ Θεῷ διὰ τὴν μεγάλην αὐτὴν εὐλογίαν! Δόξα τῷ Θεῷ διὰ τὴν μεγάλην αὐτὴν χαράν! Παρακαλοῦμε μόνον καὶ δεόμεθα ἡ Παναγία μας, κινουμένη μεταξὺ τοῦ Υἱοῦ Της καὶ ἡμῶν, ποὺ εἴμεθα κατὰ χάριν υἱοθεσίας καὶ ἐμεῖς παιδιά της, ἔμψυχος κληρονομία της, ποτὲ νὰ μὴ μᾶς ἐγκαταλείψῃ ἢ λησμονήσῃ! Αὐτὴν θεωροῦμε ἁγίαν Σκέπη μας! Αὐτὴν ἀναγνωρίζουμε κραταιὰν Προστασία μας! Ἀποδεδειγμένα εἶναι ἡ Γοργοεπήκοος τῶν προσευχῶν μας, ἡ Ὑπέρμαχος Στρατηγός μας, ἡ Παυσολύπη μας καὶ ἡ Παντοχαρά μας! Μὲ τὶς διαρκεῖς, τὶς θερμές, τὶς ἐπίμονες, ὅσον καὶ πεπαρρησιασμένες μητρικὲς πρεσβεῖες της πρὸς τὸν Χριστόν, κρατᾶ τὸν κόσμο, στηρίζει τὴν οἰκουμένη, βαστάζει τὰ ἀσθενήματά μας καὶ λυτρώνει ἀπὸ τὸν θάνατο τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν, ἡ Κοσμοσώτειρα!
.               Ἂς εἶναι εὐλογημένη ἡ σύναξίς μας! Ἂς εἶναι εὐλογημένο τὸ ἱερό μας ἀντάμωμα! Ἂς ἀνέλθῃ ἡ προσευχή μας, ἡ λογικὴ λατρεία μας, ἡ ἀναίμακτος θυσία μας, ἡ νηστεία μας, ἡ παράκλησις, τὸ δάκρυ καὶ ὁ ἀλάλητος στεναγμὸς τῆς καρδιᾶς μας ὡς θυμίαμα εὐῶδες καὶ εὐπρόσδεκτον ἐνώπιον τοῦ Θρόνου τοῦ Θεοῦ! Νὰ ἐπιστρέψετε ὅλοι σας, ἀγαπητοὶ προσκυνηταί, εἰς τὰ σπίτια σας χαρούμενοι, ἱλαροί, ὁλόφωτοι, πλούσιοι εἰς ἱερὰ βιώματα καὶ θεῖες εὐλογίες. Εἰς χάριτας καὶ δωρεὰς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τῆς Μητρός! Καὶ τοῦ Σωτῆρος, καὶ τῆς Παναγίας! Χρόνια πολλὰ εἰς ὅλους, ἰδιαιτέρως δὲ εἰς ὅσας καὶ ὅσους ἄγουν τὰ ὀνομαστήριά των. Καὶ τοῦ χρόνου πάλιν ἐδῶ, πάλιν εἰς τὸν Πόντον καὶ τὴν προσκυνητὴν Βασίλισσά του τὴν Σουμελιώτισσα! Γένοιτο!

ΠΗΓΗ: ec-patr.org

, , ,

Σχολιάστε

ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ

ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ

περιοδ. «ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΕΣ»,
ἀρ. τ. 270, Αὔγ. 2014
(Ὑπεύθ.: Δημ. Π. Ρίζος, Φλώρινα)

Ἠλ. στοιχειοθ.: «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.               Ὁ Αὔγουστος εἶναι ἀφιερωμένος στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Στὰ μέσα τοῦ μηνὸς γίνεται τὸ Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ, ὅπως λέγεται ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ὁ Δεκαπενταύγουστος κατέχει ἰδιαίτερη θέσι στὸ ἑορτολόγιο, στὴν ὑμνολογία τῆς Ἑκκλησίας μας, ἀλλὰ καὶ στὴν καρδιὰ τῶν ὀρθοδόξων. Μὲ εὐλάβεια οἱ πιστοὶ μετέχουν στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες τῶν Παρακλήσεων. Καὶ κοντὰ στοὺς προσευχητικοὺς ὕμνους, στοὺς ὁποίους ἀκούγεται τὸ μεγαλυνάριο “Ἀπόστολοι ἐκ περάτων”, προσθέτουμε καὶ τὴν λυτρωτικὴ μετάνοια καὶ ἐξομολόγησι συνοδευομένη μὲ τὴν εὐλογημένη νηστεία. Ἔτσι προετοιμαζόμαστε γιὰ τὴν λαμπρὴ ἑορτή.
.               Τὰ τελευταῖα ὅμως χρόνια, ποὺ ἔχει σημειωθῆ μιὰ μεγάλη χαλάρωσι στὰ ἤθη μας, μιὰ ἀποστασία θὰ ἔλεγα, ἔχει ἐπηρεασθεῖ καὶ ἡ σαρακοστὴ τῆς Παναγίας. Ὑπογραμμίζω ὅτι ὁ καθένας εἶναι ἐλεύθερος νὰ καθορίζη τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο μετέχει στὴν πνευματικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἢ ποσῶς νὰ μὴ μετέχη. Ὑπάρχει προσωπικὴ ἐπιλογὴ μὲ τὴν συνεπακόλουθη εὐθύνη. Δὲν εἶναι ὅμως τὸ ἴδιο, ὅταν ὑπάρχη ὀργανωμένη κίνησι ποὺ καλεῖ τὸν λαὸ σὲ ἐκδηλώσεις, ποὺ ἔρχονται σὲ ἀντίθεσι μὲ τὸ πνεῦμα τῶν ἡμερῶν.
.                     Σήμερα ὑπάρχουν πάμπολλοι σύλλογοι, δὲν ὑπάρχει χωριὸ ποὺ νὰ μὴν ἔχη κάποιο πολιτιστικὸ σύλλογο. Μἀλιστα, ἐπειδὴ μόνο οἱ πολιτιστικοὶ εἶχαν δικαίωμα σὲ κρατικὲς ἐπιχορηγήσεις –πρὸ τρόϊκας- τότε ὣς καὶ οἱ ἀθλητικοὶ σύλλογοι τρποποίησαν τὰ καταστατικά τους καὶ προσέθεσαν τὴν λέκι “πολιτιστικός”. Ἔτσι ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Δήμους ὀργανώνουν αὐτοὶ οἱ σύλλογοι πανηγύρια καὶ ἄλλες φολκλορικὲς ἐκδηλώσεις, (ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: σὲ τέτοιου χαρακτῆρος, φολκλορικοῦ, τείνουν νὰ μετατραποῦν καὶ οἱ ἐκκλησιαστικὲς ἑορτὲς καὶ τελετὲς μὲ τὴν ἄκριτη καὶ ἀνερμάτιστη τακτικὴ ἐνίων ἐκκλησιαστικῶν ἀρχόντων…!) χαρακτηρισμένες ὅλες ὡς πολιτιτιστικὲς καὶ παραδοσιακές, ὅπου ρέει ἄφθονο τὸ ἀλκοὸλ καὶ ἐκκωφαντικὲς μεγαφωνικὲς συσκευὲς συγχέουν μὲ μουσικὴ τὴν ἀναδιδομένη ἀπὸ τὶς ψησταριὲς τσίκνα. Ἀπαραίτητη εἶναι ἡ παρουσία χορευτικῶν ὁμάδων μὲ παραδοσιακὲς στολές.
.                  Πιστεύω ὅτι καλῶς γίνονται αὐτὲς οἱ ἐκδηλώσεις, τὶς χρειαζόμαστε παρὰ τὶς ἐνστάσεις πολλῶν, ἂν μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ παράγεται πολιτισμὸς καὶ διασώζεται ἢ συνεχίζεται ἡ παράδοσις. Ἐκεῖ ποὺ διαφωνῶ εἶναι ὁ χρόνος.
.               Τί θὰ πείραζε ἂν αὐτὲς οἱ ἐκδηλώσεις γίνοντα στὰ τέλη Ἰουλίου ἢ μετὰ τῆς Παναγίας; Ἐξ ἄλλου ἕνας ἀπὸ τοὺς καταστατικοὺς σκοποὺς τῶν συλλόγων εἶναι καὶ ἡ διατήρησις τῆς παραδόσεως. Ἡ νηστεία τοῦ Δεκαπενταυγούστου δὲν εἶναι παράδοσις τοῦ λαοῦ μας; Αὐτὴ ἡ παράδοσις δὲν πρέπει νὰ διαφυλαχθῆ; Γιατί ὅσοι θέλουν νὰ τηρήσουν τὴν νηστεία τῆς Παναγίας, νὰ μὴ μποροῦν νὰ μετέχουν σὲ ἐκδηλώσεις ποὺ εἶναι γιὰ ὅλους καὶ ποὺ ὀργανώνονται, κατὰ κανόνα, μὲ χρήματα τῆς φορολογίας μας;

.           Θέτω ἁπλοϊκά, αὐθόρμητα, λίγα, ἴσως ὅμως ἐνοχλητικά, ἐρωτήματα.

,

Σχολιάστε

«Η ΜΑΝΑ ΜΑΣ» (Μητρ. Καστορίας Σεραφείμ)

Η ΜΑΝΑ ΜΑΣ

Το  Μητροπολίτου Καστορίας Σεραφεμ

c5949b98a954ba20a6a6d17790280cde_L.            Καὶ πάλι βρισκόμαστε στὸ μήνα Αὔγουστο. Ὁ τελευταῖος μήνας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας ἔτους, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν 1η Σεπτεμβρίου, ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου, ἀρχίζει ἡ καινούργια ἐκκλησιαστικὴ χρονιά.
.            Ἀφιερωμένος ὁ μήνας αὐτὸς κατὰ τὰ ἔνδοξα βυζαντινὰ χρόνια στὸν Τίμιο Σταυρό, ἐξ οὗ καὶ τὴν 1η Αὐγούστου γιορτάζουμε τὴν Πρόοδο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἐξήρχετο, δηλαδή, ὁ Τίμιος Σταυρός, τὸ Τίμιο Ξύλο, ποὺ φυλασσόταν στὸ Ἱερὸ Παλάτι, ἔφθανε στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία καὶ ἐπὶ δεκαπέντε συνεχεῖς ἡμέρες περιήρχετο ὁλόκληρη τὴν Πόλη πρὸς ἁγιασμὸ τῶν πιστῶν.
.            Ὅλες αὐτὲς τὶς ἡμέρες τελοῦνταν διάφορες Ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ Ἀγρυπνίες, καθὼς καὶ ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἁγιασμοῦ, «βαπτιζόταν τὸ Τίμιο Ξύλο μέσα σὲ ἁγιασμένο νερό», προκειμένου νὰ φυλαχθοῦν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὶς μολυσματικὲς ἀσθένειες καὶ ἐπιδημίες τὶς ὁποῖες εὐνοοῦσε ὁ καύσωνας τοῦ Αὐγούστου. Καὶ ἡ νηστεία, ἀκόμη, ἀφιερωμένη στὸν Τίμιο Σταυρό. Συνδεδεμένη μαζὶ μὲ τὴν προσευχὴ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, γίνεται σκάλα συνομιλίας μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἐκζητήσεως τοῦ θείου ἐλέους. «Νηστείᾳ, ἀγρυπνίᾳ, προσευχῇ, οὐράνια χαρίσματα λαβών». Μέθοδοι τὶς ὁποῖες χρησιμοποιοῦσε πάντοτε ἡ Ἐκκλησία μας καὶ πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ χρησιμοποιοῦμε μέχρι σήμερα, γιὰ νὰ φυλάξουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ τὴ δαιμονικὴ ἐπήρεια, ἀλλὰ καὶ ὡς ἕνα μέτρο γιὰ νὰ ἑλκύσουμε τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ.
.            Τὸ Τίμιο Ξύλο ὅμως κλάπηκε ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους, ὅπως καὶ τόσα ἄλλα κειμήλια, καὶ μεταφέρθηκε στὴ Δύση. Ἔτσι σταμάτησε ἡ λιτανεία τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ ἀφιερώθηκε ἐν συνεχείᾳ ὁ μήνας αὐτὸς στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας, ἀπὸ τὴν 1η Αὐγούστου σχεδὸν μέχρι καὶ τὴν 31η, ἀφοῦ γιορτάζουμε τὴν κατ᾽ ἐξοχὴν θεομητορικὴ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως στὶς 15 τοῦ αὐτοῦ μηνός. Τὸ πρόσωπο, λοιπόν, τῆς Παναγίας μονοπωλεῖ τὴ σκέψη ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων ποὺ βρίσκονται σ᾽ ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς γῆς τὸ μήνα αὐτό.

.            Γιορτάζει ἡ μάνα τοῦ κόσμου.
.             Ἡ μάνα, ποὺ καταλαβαίνει, ποὺ ἀκούει καὶ ὑπακούει γοργά, ὡς Γοργοϋπήκοος, ὅπως ὀνόμασε τὸν ἑαυτό της στὴ Μονὴ Δοχειαρίου στὸ Ἅγιον Ὄρος.
.            Ἡ μάνα, ποὺ σκεπάζει τὰ παιδιά της, ποὺ τοὺς σκουπίζει τὰ δάκρυα στὶς συμφορὲς καὶ στὶς δοκιμασίες.
.            Ἡ μάνα, ποὺ γαληνεύει τὶς καρδιὲς ἀπὸ τὶς τρικυμίες τοῦ βίου, ποὺ εἰρηνεύει τὸ νοῦ, ὅπως θὰ γράψει καὶ θὰ ψάλλει ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης.
.            Ἡ μάνα, ποὺ μόλις ἀντικρύσει κανεὶς τὴν εἰκόνα της, γεμίζει ἀπὸ χαρά, γι᾽ αὐτὸ καὶ ψάλλει μαζὶ μὲ τὸν ἱερὸ ὑμνογράφο: «Ἐν ὕμνοις εὐχαρίστοις δοξολογῶ καὶ γεραίρω τὸ ἄμετρον ἔλεος καὶ τὴν πολλὴν δύναμίν σου πᾶσιν ὁμολογῶ».
.            Ἡ μάνα, ἡ προστάτης ὅλων τῶν Χριστιανῶν. «Χριστιανῶν ἡ προστάτις Παρθένε μήτηρ Κυρίου».
.            Στὴ μάνα μας.
.            Στὴ μάνα τοῦ κόσμου ἀφήνουμε τὴν ἐλπίδα μας καὶ τὴν ἀπαντοχή μας πάντοτε καὶ ἰδιαίτερα τὶς δύσκολες αὐτὲς ἡμέρες ποὺ διέρχεται ἡ πατρίδα μας.
.            Στὴν Παναγία μας ἀνοίγουμε τὴν καρδιά μας, ὅπως ἔλεγε ἡ Ὁσία Σοφία τῆς Κλεισούρας.
.            Τὴν Παναγία παρακαλοῦμε μὲ τὰ ἱερὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως συμβούλευε ὁ Γέροντας Παΐσιος προκειμένου νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸν Υἱὸ καὶ Θεό της.
.            Τὴν Παναγία παρακαλοῦν καὶ σήμερα πρόσωπα ποὺ ἐμεῖς δὲν τοὺς δίνουμε καμμία σημασία ἐπαναλαμβάνοντας καθημερινὰ χιλιάδες φορὲς τὸν ἀρχαγγελικὸ χαιρετισμό, τὸ «Θεοτόκε Παρθένε».
.            Μαζὶ μὲ ὅλη τὴ χορεία τῶν Ἁγίων στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, μαζὶ μὲ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν καὶ σήμερα στὸ σκάμμα τῆς ζωῆς καὶ μὲ τὶς προσευχές τους στηρίζουν τὸν κόσμο, τὴν παρακαλοῦμε κι ἐμεῖς:

Γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας,
Γιὰ τὴν πατρίδα μας,
Γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς ποὺ ὑποφέρουν,
Γιὰ τοὺς ἀναγκεμένους ἀδελφούς μας,
Γιὰ τοὺς χτυπημένους ἀπὸ τὶς μάστιγες τῆς ἐποχῆς μας,
Γιὰ τὸ αἷμα ποὺ χύνεται στὴ Συρία, στὴν Αἴγυπτο καὶ σ᾽ ἄλλες χῶρες,
Γιὰ κάθε ἀνθρώπινη ψυχὴ ποὺ βρίσκεται σὲ κάθε ἀνάγκη.
Ἂς μιλήσει ἡ Παναγία στὶς καρδιὲς τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς.
Ἂς μιλήσει στὶς καρδιὲς ὅλων μας.
Ἂς μᾶς διδάξει τὴν ταπείνωση γιὰ νὰ βροῦμε τὸν χαμένο μας ἑαυτό.
Ἂς μᾶς βοηθήσει νὰ ἀποκτήσουμε καὶ πάλι αὐτὸ τὸ ὁποῖο χάσαμε, δηλαδή, τὴν τροφή μας μὲ τὴν ζωοτρόφο καὶ ζωογόνο Παράδοσή μας.
Παναγία μου, χαρά μου, παρηγορία μου, ἐλπίδα μου, ἀναπνοή μου, σῶσον ἡμᾶς ἐκ πάσης περιστάσεως.

ΠΗΓΗ: imkastorias.gr

, ,

Σχολιάστε

«ΕΙΝΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΕΙΜΕΘΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ» (ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ Τοῦ Μητροπ. Φθιώτιδος Νικολάου)

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
Τοῦ Μητροπ. Φθιώτιδος Νικολάου

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί.
.              Περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο θέμα ἀγαπᾶμε καί ἐπιθυμοῦμε νά διηγούμεθα στήν Ἐκκλησία μας τά μεγαλεῖα τῆς ἀειπαρθένου Θεομήτορος. Ὁ λόγος μας ὅμως δέν ἠμπορεῖ νά προσεγγίσει τά ὑπεράνω τοῦ λόγου, ὅπως καί οἱ ὀφθαλμοί μας δέν ἠμποροῦν ἀτενῶς νά προσβλέψουν πρός τόν ἥλιο. Τό μυστήριο πού λέγεται «Πα­να­γία» εἶναι ὑπέρ λόγον καί ἔννοιαν. Ἡ φιλανθρωπία της ὅμως μᾶς ἐπιτρέπει νά προσεγγίσωμε μέ ἀγάπη καί ταπείνωση, γιά νά γευθοῦμε τήν εὐωδία τῶν χα­ρι­σμά­των της καί νά βιώσωμε τή νέα ζωή, πού ἔφερε στόν κόσμο ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
.              Πολλοί ἄνθρωποι ἀπό τήν παλαιά ἐποχή ἐπέτυχαν Θεία εὐμένεια, δόξα καί δύ­ναμη καί κατά τόν Σολομῶντα πολλές θυγατέρες «ἐποίησαν δύναμιν». Ἡ Θεο­τό­κος, ὅμως, ὑπερέβη ὅλες κατά πολύ. Διότι μόνο αὐτή ὄντας ἀνάμεσα στόν Θεό καί σέ ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, τόν μέν Θεό κατέστησε υἱό ἀνθρώπου, τούς δέ ἀνθρώπους ἔκανε υἱούς τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἔκανε οὐρανό τή γῆ καί ἐθέωσε τό γένος. Μόνη αὐτή ἀπό ὅλες τίς γυναῖκες ἀναδείχθηκε Μητέρα Θεοῦ «ὑπέρ φύ­σιν» καί μέ τόν ἄφραστο τόκο ὑπῆρξε Βασίλισσα κάθε ἐγκοσμίου καί ὑπερκοσμίου κτίσματος.
.              Τώρα ἔχει τόν Οὐρανό κατάλληλο κατοικητήριο καί ἵσταται στά δεξιά τοῦ Παμβασιλέως μέ διάχρυσο ἱματισμό ἐνδεδυμένη καί στολισμένη. Διάχρυσος ἱμα­τι­σμός εἶναι τό διαυγές σῶμα της στολισμένο μέ παντοειδεῖς ἀρετές. Αὐτό τό σῶ­μα, γῆ καί τάφος καί θάνατος, δέν ἠμπόρεσαν νά κρατήσουν, γιατί ὑπῆρξε ἐν­διαί­τη­μα οὐρανοῦ καί τοῦ οὐρανοῦ τῶν οὐρανῶν. Αὐτό τό σῶμα πού γέννησε, συν­δο­ξά­ζε­ται μέ το γένημα μέ δόξα θεοπρεπῆ καί εἶναι κόσμημα ὁρατῶν καί ἀοράτων ἀγαθῶν.
.              «Ποιός λόγος ἠμπορεῖ νά περιγράψει τό θεόλαμπο κάλλος σου, Θεομήτορ Παρθένε;» ἀναφωνεῖ ὁ ἅγιος τοῦ ἀκτίστου Φωτός, Ἀρχιεπί­σκο­πος Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Καί συνεχίζει: «Διότι σύ εἶσαι τόπος ὅλων τῶν χαρίτων καί πλήρωμα παντοειδοῦς καλοκαγαθίας, ἔμ­ψυχος πίνακας καί εἰκόνα κάθε ἀγαθοῦ καί κάθε χρηστότητος, ἀφοῦ εἶσαι ἡ μόνη πού ἀξιώθηκες ὅλα μαζί τά χαρίσματα τοῦ Πνεύματος καί μάλιστα ἀφοῦ εἶσαι ἡ μόνη πού ἔλαβες παραδόξως ἔνοικο στά σπλάχνα σου τόν θησαυρό τῶν ἀγαθῶν καί τῶν χαρισμάτων».
.              Ἡ Παναγία εἶναι «τοσοῦτον ἐγγυτέρα τῶν Θεῷ ἐγγιζόντων». Εἶναι πιό κοντά στόν Θεό ἀπό ἐκείνους πού τόν πλησιάζουν, δηλαδή, ἀπό ὅλους τούς ἁγίους καί ἀπ΄ὅλους τούς ἀγγέλους. Γι’ αὐτήν λέγει ὁ Δαβίδ: «παρέστη ἡ Βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου» (Ψ. ΜΔ´ 11). Βλέπετε τήν διαφορά τῆς στάσεως; Ἀπό αὐτήν ἠμποροῦμε νά ἐννοήσουμε καί τήν διαφορά τῆς τάξεως. Στά δεξιά τῆς μεγαλωσύνης ἵσταται ὁ Χριστός, στά δεξιά ἵσταται καί ἡ Θεοτόκος. Σ΄αὐτόν τόν φοβερό τόπο, πού εἶδε ὁ Πατριάρχης Ἰακώβ, ἡ Θεοτόκος εὐεργετεῖ τήν κτίση καί πρεσβεύει ὑπέρ ἡμῶν. Ὅπως δι΄Αὐτῆς ὁ Θεός ἐπεδήμησε πρός ἐμᾶς «ἐπί τῆς γῆς ὤφθη καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη», ἐνῶ πρίν ἦταν ἀθέατος ἐπί τῆς γῆς, ἔτσι καί τώρα διά τῆς Θεοτόκου ἔρχεται στή ζωή μας ὁ Σωτήρας μας ἀνάλογα μέ τήν προαίρεση καί τήν πίστη μας καί καθίσταται ἡ Παναγία πηγή ζωῆς καί σωτηρίας.
.              Ἀδιάλειπτη εἶναι ἡ φιλανθρωπία τῆς ἀειπαρθένου Θεοτόκου. Εἶναι Μητέρα τῶν ἀνθρώπων καί ὡς Μητέρα ἀγαπᾶ κάθε ἄνθρωπο. Διά μέσου Αὐτῆς γεννηθήκαμε στή νέα ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί ὅλοι εἴμεθα συγγενοῦς φύσεως μέ Αὐτήν. Αὐτή ἡ συγγένεια καθορίζει καί τήν σχέση πού ἔχομε μέ τήν Παναγία. Εἶναι ἡ Μητέρα μας καί εἴμεθα τά παιδιά της. Ἡ Θεοτόκος χαρίζει θεραπεία καί βοήθεια, ὡς ἀντίμετρο στά πάθη μας, κατανέμοντας στίς ψυχές καί στά σώματα πλούσια χάρη.
.              Σ᾽ Αὐτήν τήν ἀκένωτη πηγή τῆς ἀγάπης ἄς καταφεύγωμε πάντοτε. Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἐλπίς τῶν ἀπελπισμένων, ἡ προστάτις τῶν ἀδικουμένων, ἡ παρηγορία τῶν πενθούντων, ἡ προστασία πάντων τῶν ἀνθρώπων.
.              Αὐτήν ἄς παρακαλέσωμε ἐκ πόθου, νά ἐνισχύει κάθε ψυχή θλιβομένη, νά σκεπάζει τήν πατρίδα μας ἀπό κάθε ἐπιβουλή, νά φωτίζει τούς κυβερνῶντας νά μεριμνοῦν ἀγαθά ὑπέρ τοῦ λαοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας καί νά κρατεῖ ἄσβεστη τήν πίστη καί τήν ἐλπίδα στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων.
.              Ἐκ βάθους ψυχῆς, σᾶς εὔχομαι, ἀδελφοί μου, ἔτη πολλά μέ ἰσχυράν καί ἀμετάθετον τήν προστασίαν τῆς Θεομήτορος.

Μετά πατρικῶν εὐχῶν καί ἀγάπης.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

†Ο ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

 ΠΗΓΗ: imfth.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ («Καὶ αὐτὸς ἦλθεν εἰς τὴν Παναγίαν διὰ νὰ κλαύσῃ καὶ νὰ πῇ τὸν πόνο του».)

.     EΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ὁ ἄνθρωπος ἀτόφιος, χωρὶς τὰ φτιασίδια τῆς ἀνθρωποκεντρικῆς καταξιώσεως, ἀνοιχτὸς στοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ θείου ἐλέους. 
.      Ἕνα ἀπὸ τὰ «κλασσικὰ» παπαδιαμαντικὰ ἔργα, ἐντελῶς ἀκατάλληλο γιὰ τοὺς ἐνηλίκους τῆς νεοελληνικῆς ξιππασιᾶς καὶ τοῦ κρυπτοφαρισαϊκοῦ ἀνθρωπομοντέλου τῶν golden boys (γράφε: νεογενιτσάρων) τοῦ Νέου Σχολείου τῆς κ. Diamantopoulou! 

Ρεμβασμς το Δεκαπενταυγούστου 
το λεξάνδρου Παπαδιαμάντη

Γιὰ νὰ τὸ διαβάσετε σὲ καλὴ ἐκτυπώσιμη μορφή,
πατῆστε ἐδῶ: Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου

.      Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων, ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτήν, πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των, εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον- ἐκεῖ ἀνάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν.
.      Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ, καί τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμόν, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.
.      Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι τσόχινον, μὲ ζώνην πλατείαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμόν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὡς πενήντα πέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου.
.      Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαγχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρύς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρίνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικὰ τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρήν, ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του, ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος.
.      Τὴν Σινιώραν, ὡραίαν νέαν, λεπτοφυῆ, λευκοτάτην, τὴν εἶχε νυμφευθῆ ἀπὸ ἔρωτα. Ἤδη εἶχε συζήσει μαζί της ὑπὲρ τὰ εἴκοσι πέντε ἔτη, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει τέσσαρας υἱοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρας. Ἀλλὰ τώρα, εἰς τὸν οὐδὸν τοῦ γήρατος, δὲν συνέζη πλέον μαζί της.
.      Εἶχε χωρίσει ἅπαξ ἤδη, ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ τέσσαρα πρῶτα παιδία, δύο υἱοὶ καὶ δύο θυγατέρες· ὁ πρῶτος οὗτος χωρισμὸς διήρκεσεν ἐπί τινας μήνας. Εἶτα ἐπῆλθε συνδιαλλαγὴ καὶ συμβίωσις πάλιν. Τότε ἐγεννήθησαν ἄλλα δύο τέκνα, υἱὸς καὶ θυγάτριον. Εἶτα ἐπῆλθε δεύτερος χωρισμός, ὑπὲρ τὸ ἔτος διαρκέσας. Μετὰ τὸν χωρισμὸν δευτέρα συνδιαλλαγή. Τότε ἐγεννήθη ὁ τελευταῖος υἱός. Ἀκολούθως ἐπῆλθε μακρὸς χωρισμὸς μεταξὺ τῶν συζύγων. Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμός, μετὰ πολλὰς ἀγόνους ἀποπείρας συνδιαλλαγῆς, διήρκει ἀπὸ τριῶν ἐτῶν καὶ ἡμίσεος. Δὲν ἦτο πλέον φόβος νὰ γεννηθοῦν ἄλλα τέκνα. Ἡ Σινιώρα ἦτο ὑπερτεσσαρακοντοῦτις ἤδη.

.      Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τῆς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 186… ἐκάθητο μόνος, ὁλομόναχος, ἔξω του ναΐσκου, εἰς τὸ προαύλιον, ἔμπροσθεν τῆς καλύβης τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει, ἐκάπνιζε τὸ τσιμπούκι τοῦ κ᾽ ἐρρέμβαζεν. Ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸν λουλᾶν ἀνέθρωσκε καὶ ἀνέβαινεν εἰς κυανοὺς κύκλους εἰς τὸ κενόν, καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφαίνοντο νὰ παρακολουθοῦν τοὺς κύκλους τοῦ καπνοῦ καὶ νὰ χάνωνται μετ᾽ αὐτῶν εἰς τὸ ἀχανές, τὸ ἄπειρον. Τί ἐσκέπτετο;
.      Βεβαίως τὴν σύζυγόν του, μὲ τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς διάστασιν, καὶ τὰ τέκνα του, τὰ ὁποία σπανίως ἔβλεπεν. Ἐσχάτως τοῦ εἶχον παρουσιασθῆ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του, καὶ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι. Ὁ Φραγκούλας ἦτο μεγαλοκτηματίας. Εἶχε παμπόλλους ἐλαιῶνας, ἀμπέλια ἀρκετά, καὶ χωράφια ἀμέτρητα. Μόνον ἀπὸ τὸν ἀντισπόρον τῶν χωραφιῶν ἠμποροῦσε νὰ μὴν ἀγοράζη ψωμὶ δι᾽ ὅλου τοῦ ἔτους αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Οἱ δὲ ἐλαιῶνες, ὅταν ἐκαρποφόρουν ἔδιδον ἀρκετὸν εἰσόδημα.
.      Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ποτὲ μόνος του, τὰ ἔξοδα «τὸν ἔτρωγαν!» Εἶτα, αὐξανομένης τῆς οἰκογενείας, συνηυξάνοντο καὶ αἱ ἀνάγκαι. Καὶ ὅσον ηὔξανον τὰ ἔξοδα, τόσον τὰ ἔσοδα ἠλαττοῦντο. Ἦλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», ἀφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Εἶτα, διὰ πρώτην φοράν, ἔλαβεν ἀνάγκην μικρῶν δανείων. Δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι μία μικρὴ καμπὴ ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον φυτείαν. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τοκογλύφον τοῦ τόπου.
.      Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ἄνθρωποι «φερτοί», ἀπ᾽ ἔξω, καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον, ἐν ὥρᾳ συμφορᾶς καὶ ἀνεμοζάλης, κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν, ἢ κατὰ τὰ ἄλλα κινήματα τὰ πρὸ αὐτῆς, ἀρχομένης τῆς ἑκατονταετηρίδος, κανεὶς δὲν ἔδωκεν προσοχὴν καὶ σημασίαν εἰς αὐτούς.
.      Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ οἱ ἐντόπιοι εἶχον ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήματα, οὗτοι, οἱ ἐπήλυδες, ς πράττουσιν λοι ο φύσει κα θέσει βραοι, ἔδωκαν ὅλην τὴν σημασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήματα.
.      Ἤνοιξαν ἐργαστήρια, μαγαζεία, κ᾽ ἐμπορεύοντο κ᾽ ἐχρηματίζοντο. Εἶτα ἦλθεν ἡ ὥρα, ὅπως καὶ τώρα καὶ πάντοτε συμβαίνει, οἱ ἐντόπιοι ἔλαβον ἀνάγκην τῶν χρημάτων, καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήματα. Ἑωσότου παρῆλθε μία γενεά, ἢ μία καὶ ἠμισεία, καὶ τὰ χρήματα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστὰς συμπαραλαβόντα μεθ᾽ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήματα.
.      Ἕως τότε δὲν εἶχε συλλογισθῆ τοιαῦτα πράγματα ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας, οὔτε τὸν ἔμελε ποτέ του περὶ χρημάτων. Ἀλλ᾽ ἐπ᾽ ἐσχάτων εἶχε λάβει ἀνάγκην καὶ δευτέρου καὶ τρίτου δανείου, καὶ οἱ δανεισταὶ προθύμως τοῦ ἔδιδαν, ἀλλ᾽ ἀπῄτουν νὰ τοὺς καθιστᾶ ὑπέγγυα τὰ καλλίτερα κτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶχε κατ᾽ αὐτὸν ἐκτιμητήν, δεκαπλασίαν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανειζομένου… Πλὴν φεῦ! αὐτὸς δὲν ἦτο μόνος καϋμός του.
.      Ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας δὲν ἐφόρει πλέον τὸ ὡραῖον του μαῦρον φέσι, τὸ τουνεζιάνικον· ἔφερεν οἰκιακὸν μαῦρον σκοῦφον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Ἀλλ᾽ εὐρίσκετο σήμερον εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἐὰν τὸν συνηντῶμεν τὴν προτεραίαν εἰς τὴν ἀγοράν, κάτω εἰς τὴν πολίχνην, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι εἶχε βάψει μαῦρον τὸ φέσι του… Εἶχε πρόσφατον πένθος.
-Ἄ! Τὤχασα τὸ καϋμένο μ᾽, τὸ εὐάγωγο, τὤχασα.

.      Ὁ γέρο-Φραγκούλης ἐστέναζε, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ στενάζη. Τὸ καλλίτερον κοράσιόν του, τὸ τρίτον, τὸ μικρότερον, δεκατετραετὲς μόλις τὴν ἡλικίαν – τὸ ὁποῖον εἶχε γεννηθῆ κατά τι διάλειμμα ἔρωτος, μεταξὺ δύο χωρισμῶν- τοῦ εἶχεν ἀποθάνει πρὸ ὀλίγων μηνῶν…
.      Καὶ αὐτὸς ἦλθεν εἰς τὴν Παναγίαν διὰ νὰ κλαύσῃ καὶ νὰ πῇ τὸν πόνο του. Ἦτον κτῆμα του ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας.
.      Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτο εὐπρεπέστατον, ὡραία στολισμένον, καὶ εἶχε καλὰς εἰκόνας -καὶ μάλιστα τὴν φερώνυμον, τὴν γλυκείαν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν- σκαλιστὸν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλαιον καὶ μανουάλια ὀρειχάλκινα, κανδήλια ἀργυρᾶ. Ἔφερε πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης μαζί του τὴν βαρείαν ὑπερμεγέθη κλεῖδα τῆς δρυΐνης θύρας τῆς στερεᾶς, καὶ δὲν ἔλειπε συχνὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Παναγίαν. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην θὰ ἐτελεῖτο πανήγυρις εἰς τὸν ναΐσκον, τιμώμενον ἐπ᾽ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως.
.      Θὰ ἤρχοντο ἀπὸ τὸν τόπον πολλαὶ οἰκογένειαι καὶ ἄτομα, δωδεκάδες τινὲς προσκυνητῶν καὶ πανηγυριστῶν καὶ ὁ Παππανικόλας ὁ συμπέθερός του. Εἰς τὸν Παππανικόλαν ἔδιδεν ὁ Φραγκούλης διὰ τὸν κόπον του ἓν τάλληρον, περιπλέον δὲ εἰσέπραττεν ὁ παππᾶς διὰ λογαριασμόν του τὰς δεκάρας, ὅσας ἔδιδον αἱ γυναῖκες «διὰ νὰ γράψουν τὰ ὀνόματα» ἢ τὰ «ψυχοχάρτια». Ὅλα τ᾽ ἄλλα, προσφοράς, ἀρτοκλασίαν, πώλησιν κηρίων κ.τ.λ. τὰ εἰσέπραττεν ὁ Φραγκούλης ὡς εἰσόδημα ἰδικόν του…
.      Καὶ τώρα τοὺς ἐπερίμενε νὰ ἔλθουν πάλιν… καὶ ἀνελογίζετο πῶς ἄλλοτε, ὅταν ἦτο νέος ἀκόμη, μετὰ τὸν πρῶτον χωρισμὸν ἀπὸ τὴν γυναίκα του, πανήγυρις ατη τς Παναγίας τς Κοιμήσεως γινεν φορμ δι ν πέλθη συνδιαλλαγ μετ τς γυναικός του. Κατόπιν τῆς συνδιαλλαγῆς ἐκείνης ἐγεννήθη ὁ τρίτος υἱός, καὶ τὸ Κουμπῶ, τὸ θυγάτριον τὸ ὁποῖον ἐθρήνει τώρα ὁ γερο-Φραγκούλης.
-Τὤχασα, τὸ καυμένο μου, τὸ εὐάγωγο, τὤχασα!…

.      Ὤ, δὲν ἐλυπεῖτο τώρα τόσον πολὺ τὸν ἀπὸ τῆς γυναικός του χωρισμὸν -τὴν ὁποίαν ἄλλως τε τρυφερῶς ἠγάπα-, ὅσον ἐθρήνει τὴν σκληρὰν ἀπώλειαν ἐκείνην τῆς κορασίδος, τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἤλπιζε μόνον νὰ ἐπανεύρῃ… Καὶ κατενύσσετο πολὺ ἡ καρδία του καὶ ἐθλίβετο…
.      Καὶ ἀνελογίσθη ὅτι τὸ πάλαι ἐδῶ οἱ χριστιανοί, ὅσοι ἦσαν ὡς αὐτὸς τεθλιμμένοι, εἰς τὸν ναΐσκον αὐτὸν τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτάς, νὰ εὕρωσι διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ ἄσματος ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν… Τὸν παλαιὸν καιρόν, πρὸ τοῦ εἰκοσιένα, ὅταν τὸ σήμερον ἔρημον καὶ κατηρειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι, καὶ τῶν δύο ἐνοριῶν, ἤρχοντο εἰς τὸν ναὸν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾽ ἀκούσωσι τὰς ψαλλομένας Παρακλήσεις καθ᾽ ὅλον τὸν Δεκαπενταύγουστον…
.      Ἄφησεν εἰς τὴν ἄκρην τὸ τσιμπούκι, τὸ ὁποῖον εἶχε σβύσει ἤδη ἀνεπαισθήτως, ἐν μέσῳ τῆς ἀλλοφροσύνης τῶν ρεμβασμῶν τοῦ καπνιστοῦ, καὶ ἀκουσίως ἤρχισε νὰ ὑποψάλλῃ.
.      Ἔλεγε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν Κανόνα καὶ τὸν εἰς τὴν Παναγίαν, ὅπου διεκτραγωδοῦνται τὰ παθήματα καὶ τὰ βάσανα μιᾶς ψυχῆς καὶ τὴν σειρὰν ὅλην τῶν κατανυκτικῶν ὕμνων, ὅπου εἷς βασιλεὺς Ἕλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, ἀπὸ Λατίνους καὶ Ἄραβας καὶ τοὺς ἰδικούς του, διεκτραγωδεῖ πρὸς τὴν Παναγίαν τοὺς ἰδίους πόνους του, καὶ τοὺς διωγμούς, ὅσους ὑπέφερεν ἀπὸ τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει «νέφη».
.      Εἶτα, κατὰ μικρόν, ἀφοῦ εἶπεν ὅσα τροπάρια ἐνεθυμεῖτο ἀπὸ στήθους, ὕψωσεν ἀκουσίως τὴν φωνήν, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο:

«Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε
Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα,
Καὶ Σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα»,

…Καὶ εἶτα προσέτι, παρεκάλει διὰ τοῦ ἄσματος τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεόν, «μὴ μοῦ ἐλέγξῃ τὰς πράξεις ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων…» , ατ εχε τν δύναμιν κα τ προνόμιον ν κάμν πολλ ζεύγη φθαλμν ν κλαίωσι τν παλαιν καιρόν, ταν ο νθρωποι κλαιον κόμη κούσια δάκρυα κ συναισθήσεως…
.     Ὁ γέρο-Φραγκούλης ἐπίστευε καὶ ἔκλαιεν… Ὤ, ναί, τον νθρωπος σθενής· γάπα κα μάρτανε κα μετενόει… γάπα τν θρησκείαν, γάπα τν σύζυγον κα τ τέκνα του, πόθει κόμη τν συζυγικν βίον, πόθει κα τν βίον τν μοναχικόν. Τν καιρν κενον εχε γαπήσει ξ λης καρδίας τν Σινιωρίτσα του… κα τν γάπα κόμη. λλ᾽ σον τρυφερς τον ες τν ρωτα, τόσον εεπίφορος ες τ πεσμα, κα τόσον γοργς ες τν ργήν. , τέλειαι τν νθρώπων!
.      Τώρα εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶχε γνωρίσει ἀκόμη καὶ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, τὸ παραπόνον τῆς ξεπεσμένης ἀρχοντιᾶς, τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν τοκογλύφων. «Τὸ διάφορο κεφάλι! τὸ διάφορο κεφάλι! τὸ διάφορο κεφάλι!» Ἐπὶ τέσσαρας ἐνιαυτοὺς ἦτον ἀφορία, αἱ ἐλαῖαι δὲν ἐκαρποφόρησαν· καρπς εχε προσβληθ π γνωστον σθένειαν, δι τς μαρτίας τν διοκτητν. Εἶχαν κιτρινίσει καὶ μαυρίσει αἱ ἐλαῖαι, καὶ ἦσαν γεμᾶται ἀπὸ βοῦλες καὶ εἶχαν πέσει ἄκαιρα.
.      Τόσα «ὑποστατικά», τόσα «μούλκια», τόσο «βίος», ἀγύριστα κτήματα, σχεδὸν τσιφλίκια, ἠπειλοῦντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. Ἐγέννα ἢ ὄχι ἡ γῆ, ἐκαρποφόρουν ἢ ὄχι τὰ δένδρα, ὁ τόκος δὲν ἔπαυε. Τὰ κεφάλαια «ἔτικτον». Ἔπαυσε νὰ τίκτῃ ἡ γόνιμος (ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Βασίλειος), ἀφοῦ τὰ ἄγονα ἤρχισαν κ᾽ ἐξηκολούθουν νὰ τίκτουν…
.      Ἀνελογίζετο αὐτά, κ᾽ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του. Δὲν ἤλπιζε πλέον, οὔτε ηὔχετο σχεδόν, νὰ ἤρχετο ἡ Σινιωρίτσα αὔριον εἰς τὴν πανήγυριν, ὅπως ἤρχετο τακτικὰ κάθε χρόνον ἄλλοτε, ὅταν ἦσαν «μονιασμένοι», -ὅπως εἶχεν ἔλθει καὶ ἅπαξ, εἰς καιρὸν ὁπού εὐρίσκοντο χωρισμένοι πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν… Τώρα μόνον ψυχ τς Κούμπως, τς θώας μικρς παρθένου, εθε ν παρίστατο οράτως ες τν πανήγυριν γαλλομένη.
.      ! λλοτε, πρ δεκαπέντε τν, πρν γεννηθ κόμη Κούμπω ναί, Παναγία εχε δωρήσει τ βρν κενο νθος ες τν Φραγκούλην κα τν Σινιώραν, κα Παναγία πάλιν τ εχε δρέψει κα τ εχεν ναλάβει πλησίον της, πρν μολυνθ κ τς παφς τν ματαίων το κόσμου.
Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, εἶχε συμβῆ ὁ πρῶτος χωρισμός, τὸ πρῶτον πεῖσμα, τὸ πρῶτον κάκιωμα μεταξὺ τῶν συζύγων. Καὶ ὁ Φραγκούλης, θυμώδης, ὀξύχολος, δριμύς, εἶχεν ἀναβῆ ὅπως τώρα, ἀπὸ τὴν πολίχνην τὴν κατοικημένην εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον τὸ ἔρημον, τοῦ ὁποίου ἐσώζοντο τότε ἀκόμη ὀλίγισται οἰκίαι καὶ δὲν ἦτο ἐρείπιον ὅλον, ὅπως σήμερον. Καὶ καθὼς τώρα, εἶχεν ἔλθει δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρέκλας, ἐκάθητο δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναΐσκου κι᾽ ἐκάπνιζε τὸ μακρὸν τσιμπούκι μὲ τὸ ἠλέκτρινον ἐπιστόμιον.
.      Πλὴν τότε τὸ φέσι του ἦτο κατακόκκινον, καὶ τώρα ἐφόρει μαῦρον σκοῦφον… Καὶ τότε ὁ Φραγκούλης ἦτο σαράντα χρόνων καὶ τώρα ἦτο πενηνταπέντε. Τότε ἔτρεφε πεῖσμα καὶ χολήν, ἀλλ᾽ εἶχε πολὺ περισσότερον καὶ βαθύτερον συζυγικὸν ἔρωτα, καὶ μόνον νύξιν ἤθελεν· ἦτον ἕτοιμος νὰ συγχωρήση καὶ ν᾽ ἀγαπήση… Ἀλλὰ τώρα δὲν εἶχε πλέον οὔτε πεῖσμα σχεδὸν οὔτε ὀργήν, ἠγάπα τὴν Σινιώραν, τὴν ἐπόνει, ἀλλ᾽ ἔκλαιε πολὺ περισσότερον διὰ τὸ θυγάτριόν του, τὸ Κουμπῶ. «Τὸ καϋμένο, τὸ εὐάγωγο!».
.      Ἐκείνην τὴν φοράν, ὁ παππὰ-Νικόλας, ἅμα ἔφθασε τὴν παραμονήν, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος προσκυνητῶν διὰ τὴν πανήγυριν, ἐστάθη πλησίον τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, παρὰ τὴν γωνίαν, καὶ τοῦ εἶπε μυστηριωδῶς:

–Θἄχῃς μουσαφιρλίκια, θαρρῶ.
–Τί τρέχει, παππά; ἠρώτησε μειδιῶν ὁ Φραγκούλης, ὅστις ἐμάντευσε πάραυτα.
–Θὰ σοῦ ἔλθει τ᾽ ἀσκέρι… Κύτταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρὶς πείσματα.

.      Ὁ Παππᾶς, ἀσκέρι λέγων, ἐννοοῦσε προφανῶς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Φραγκούλα· ἀλλὰ τάχα μόνον τὰ παιδία, τὰ δύο μεγαλείτερα ἐκ τῶν τεσσάρων; -καθόσον τὰ ἄλλα δύο τὰ μικρά, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κουβαληθοῦν εἰς διάστημα τριῶν ὡρῶν ὁδοιπορίας χωρὶς τὴν μητέρα των. Ὁ Φραγκούλης ἠθέλησε νὰ βεβαιωθῇ.
–Θἄρθη μαζὶ κι᾽ ἡ μάνα τους;
–Βέβαια… πιστεύω, εἶπεν ὁ παππᾶς.

.     Τῷ ὄντι, ὅταν ἐβράδυασε καλὰ καὶ ἄρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ, ἡ κυρὰ Σινιώρα ἦλθε, μαζὺ μὲ τὴν γραίαν μητέρα της καὶ μὲ τὰ τέσσερα παιδιά της, ἐν συνοδείᾳ καὶ ἄλλων προσκυνητριῶν, γειτονισσῶν ἢ συγγενῶν της. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν συζυγόν της, ὅστις εἶχε κατοικήσει χωριστά -εἰς εὐτελὲς δωμάτιον, χάριν ταπεινώσεως, τὸ ὁποῖον ὀνόμαζε «τὸ κελλί του», καὶ ἔζη ἀπὸ μηνῶν ὡς καλόγηρος. Ἐπλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ὁ Φραγκούλης ἵστατο ἐκεῖ παραπέρα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας, κ᾽ ἔκαμνε πὼς ἔβλεπεν ἀλλοῦ καὶ πὼς ἐπρόσεχεν εἴς τινα ὁμιλίαν περὶ ἀγροτικῶν ὑποθέσεων μεταξὺ δύο ἢ τριῶν χωρικῶν.
.      Ἡ Σινιώρα εἰσῆλθεν εἰς τὸν Ναΐσκον, ἐπροσκύνησεν, ἐκόλλησε κηρία καὶ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας. Εἶτα μετά τινα ὥραν ἐξῆλθεν. Ἐπλησίασε συνεσταλμένη κ᾽ ἐχαιρέτησε τὸν σύζυγόν της. Οὗτος ἔτεινε πρὸς αὐτὴν τὴν χεῖρα καὶ ἠσπάσθη φιλοστόργως τὰ τέκνα του.
.      Ἤδη ἐνύκτωνε καὶ ἐψάλη ὁ Μικρὸς Ἑσπερινός. Ἀκολούθως μετὰ τὸ λιτὸν σαρακοστιανόν, τὸ ὁποῖον ἔφαγον καθ᾽ ὁμάδας καθίσαντες οἱ διάφοροι προσκυνηταὶ ἐδῶ κι᾽ ἐκεῖ ἐπὶ τῶν χόρτων καὶ τῶν ἐρειπίων, ὁ Φραγκούλης ἠτοίμασεν ἰδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον πρόχειρον κατὰ μίμησιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνηθίζονται εἰς τὰ μοναστήρια, καὶ φέρων τρεῖς γύρους περὶ τὸν ναόν, τὸ ἔκρουσε μόνος του, πρῶτον εἰς τροχαϊκὸν ρυθμόν: «τὸν Ἀδάμ,Ἀδάμ,Ἀδάμ!» εἶτα εἰς ἰαμβικόν: «τὸ τάλαντον, τὸ τάλαντον!»
.      Εὐθὺς τότε τὰ δύο παιδία τοῦ Φραγκούλα καὶ πέντε ἢ ἐξ ἄλλοι μικροὶ μοσχομάγκαι ἀνερριχήθησαν ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ, ἄνωθεν τῆς θύρας, καὶ ἤρχισαν νὰ βαροῦν τρελλά, ἀλύπητα, ἀχόρταστα, τὸν μικρὸν μισορραγισμένον κώδωνα, τὸν κρεμάμενον ἀπὸ δύο διχαλῶν ξύλων, ἐκεῖ ἐπάνω.
.      Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς φωνάς, μαλώματα καὶ ἐπιπλήξεις τοῦ Φραγκούλα, τοῦ μπάρμπα-Δημητροῦ, τοῦ ψάλτου καὶ τοῦ Παναγιώτου τῆς Ἀντωνίτσας (ἑνὸς καλοῦ χωρικοῦ, ὅστις δὲν ἐκουράζετο νὰ τρέχῃ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια καὶ νὰ κάμνῃ «κουμάντο», ἕως οὗ ἐπὶ τέλους ἡ Δημαρχία ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰσόβιον ἐπίτροπον ὅλων τῶν ἐξοχικῶν ναῶν), τὰ παιδία μόλις ἔπαυσαν ὀψέποτε νὰ κρούουν τὸν κώδωνα, κ᾽ ἐξεκόλλησαν τέλος ἀπὸ τὴν στέγην τοῦ ναΐσκου. Ὁ παππὰ-Νικόλας ἔβαλεν εὐλογητόν, καὶ ἤρχισεν ἡ Ἀκολουθία τῆς Ἀγρυπνίας.
.       Ὁ Φραγκούλης ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τὴν ἑσπέραν, ὥστε ἀπὸ τοῦ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός», τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου μέχρι τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα», εἰς τὸ τέλος τῆς λειτουργίας, ὅπου ἡ παννυχὶς διήρκεσεν ὀκτὼ ὥρας ἄνευ διαλείμματος -ὅλα τὰ ἔψαλλε καὶ τὰ ἀπήγγειλε μόνος του, ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τὸν κὺρ-Δημητρὸν τὸν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ νὰ λέγῃ κι᾽ αὐτὸς ἀπὸ κανένα τροπαράκι, διὰ νὰ ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τὸ «Θεαρχίῳ νεύματι» καὶ εἰς τοὺς ὀκτὼ ἤχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κὺρ -Δημητρός, «δὲν εὕρισκεν εὔκολα τὸν ἦχον».
.     Εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, μοναχός του ἐδιάβασε τὸ Συναξάρι, καί, χωρὶς νὰ πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἄρχισε τὸν Ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμοὺς καὶ Προκείμενα, εἶτα ὅλον τὸ «Πεποικιλμένη» ἕως τὸ «Συνέστειλε χορός», καὶ ὅλον τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου», ἕως τὸ «Δέχου παρ᾽ ἡμῶν». Εἶτα ἔψαλε Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὥρας καὶ Μετάληψιν, πρὸς χάριν ὅλων τῶν ἠτοιμασμένων διὰ τὴν θείαν Κοινωνίαν, καὶ εἰς τὴν Λειτουργίαν πάλιν ὅλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τὸ Χερουβικόν, τὸ «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι», τὸ Κοινωνικὸν κ.τ.λ.

.      Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνθυμεῖτο ἀκόμη, ὡς νὰ ἦταν χθές, ὁ γερο-Φραγκούλας, καὶ εἶχον παρέλθει δεκαπέντε ἔτη ἔκτοτε. Ἀκόμη καὶ μικρὰ τινὰ φαιδρὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν Λιτήν, μικρὸν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, κατὰ τὴν ἔξοδον τῆς ἱερᾶς εἰκόνος εἰς τὴν ὕπαιθρον. Ἐπειδὴ αἱ γυναῖκες εἶχον κολλήσει πολλὰ καὶ χονδρὰ κηρία, τὰ πλεῖστα ἔργα αὐτῶν τῶν ἰδίων χειρομάλακτα, τὰ δὲ κηρία συμπλεκόμενα εἰς δέσμας καὶ περικοκλάδας ἀπὸ τὸν Παναγιώτην τῆς Ἀντωνίτσας, τὸν πρόθυμον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἱερᾶς πανηγύρεως, εἶχον λαμπαδιάσει, εἰς μίαν στιγμὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάρῃ φωτιὰ τὸ φελόνι τοῦ παππᾶ, εἶτα καὶ τὸ γένειόν του. Τότε ὁ Παναγιώτης τῆς Ἀντωνίτσας, μὴ εὑρίσκων ἄλλο προχειρότερον μέσον, ἤρπαζε τὰς ὀγκώδεις δέσμας τῶν φλεγόντων κηρίων, τὰς ἔφερε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος κ᾽ ἐπάτει δυνατὰ μὲ τὰ τσαρούχια του, διὰ νὰ τὰ σβύσῃ. Αἱ γυναῖκες δυσφοροῦσαι ἐγόγγυζον νὰ μὴ πατῇ τὰ κηρία, γιατί εἶναι κρῖμα.
.      Τότε εἷς τῶν παρεστώτων υἱὸς πλουσίου τοῦ τόπου, ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες εἰς τὸ ὕστερον κατέστησαν δανεισταὶ τοῦ Φραγκούλα -καὶ ὅστις ἐλέγετο ὅτι εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐμελέτα νὰ βάλῃ κάλπην ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος-, ἠκούσθη νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ μάθουν νὰ κάμνουν «οἰκονομία, οἰκονομία στὰ κηρία!… ἡ νύχτα μεγαλώνει… ἰσημερία τώρα κοντεύει… ἔχει νύκτα…»
.      Ἀλλ᾽ αἱ γυναῖκες, ἐνῶ εἴξευραν καλλίτερα ἀπὸ ἐκεῖνον ὅλας τὰς οἰκονομίας τοῦ κόσμου, δὲν ἐννοοῦσαν τί θὰ πῆ «οἰκονομία στὰ κηρία», ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι ἀγορασμένα καὶ πληρωμένα καὶ εἶναι μελετημένα καὶ ταμένα ἐξ ἅπαντος νὰ καοῦν διὰ τὴν χάριν τῆς Παναγίας.
.      Μία ἀπ᾽ αὐτάς, γερόντισσα, ἀνεπόλησε κάτι τί δι᾽ ἓν θαῦμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου ὁ Ἅγιος, εἰς τὴν Σαλονίκην, ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸν νεωκόρον, ἔχοντα τὴν μανίαν νὰ σβύνη μισοκαμμένα τὰ κηρία -καὶ ἡ γερόντισσα ἤρχισε νὰ τὸ διηγῆται χθαμαλῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν πλησίον της: «Ἀδελφὲ Ὀνήσιμε, ἄφες νὰ καοῦν τὰ κηρία ὅσα προσφέρουν οἱ Χριστιανοὶ καὶ μὴ ἁμαρτάνης…»
.      Τὴν ἴδιαν ὥραν συνέβη καὶ τοῦτο. Ἐνῶ ὁ παππᾶς ἀπήγγελε τὰς μακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς, ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόματα ὅλα ζωντανὰ καὶ πεθαμένα, ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾽ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι, ὁ Φραγκούλης ἔψαλλε μεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» μὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του, καὶ μὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. Τότε ὁ μπάρμπα-Δημητρός, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον, ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτομανίᾳ του δὲν ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾽ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστὸ (διότι, ἅμα ἤρχιζεν ὁ Δημητρὸς τὸ δικό του, ὁ Φραγκούλας μὲ τὴν γερὴν κεφαλικὴν φωνήν του, ἐκθύμως συνέψαλλε, τοῦ ἤρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν, καὶ ὑπέτασσε κ᾽ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου) ἔλαβε τὸ θάρρος νὰ κάμῃ παρατήρησιν.

–Πειό σιγά, πειό ταπεινά, κὺρ-Φραγκούλη· σιγανώτερα νὰ λὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον», γιατί δὲν ἀκούονται τὰ ὀνόματα, καὶ θέλουν αἱ γυναῖκες νὰ τ᾽ ἀκοῦνε.

.      Εἶχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αἱ γυναῖκες ἀπῄτουν νὰ λέγωνται ἐκφώνως τὰ ὀνόματα, ὅσα εἶχαν εἰπεῖ εἰς τὸν παππᾶν νὰ γράψῃ. Ἐννοοῦσαν νὰ τ᾽ ἀκούῃ κι᾽ ὁ Θεός, κι᾽ ἡ Παναγία, κι ὅλος ὁ κόσμος. Ἡ καθεμία ἤθελε ν᾽ ἀκούσῃ «τὰ δικά της τὰ ὀνόματα», καὶ νὰ τ᾽ ἀναγνωρίσῃ, καθὼς ἀπηγγέλοντο ἀραδιαστά. Ἄλλως θὰ εἶχαν παράπονα κατὰ τοῦ παππᾶ, κι᾽ ὁ παππᾶς ἂν ἤθελε νὰ φάῃ κι᾽ ἄλλοτε, εἰς τὸ μέλλον, προσφορές, ὤφειλε νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ μὲ τὶς ἐνορίτισσαις.
.      Τότε ἡ Ἀργυρή, ἡ πρωτότοκος τοῦ Φραγκούλα, οὖσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθὼς ἔστεκε πλησίον εἰς τὸν πατέρα της, ἐψήλωσεν ὀλίγον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ οὖς του, καὶ τοῦ λέγει κρυφά:

– Πατέρα, ἄφησε καὶ τὸν μπάρμπα -Δημητρὸ νὰ ψάλλη «Κύριε ἐλέησον!!»

.      Τοῦτο ἦτο ὡς ἔμπνευσις καὶ βοήθημα διὰ τὸν Φραγκούλην. Ἐπειδὴ οὗτος δὲν ἤθελε φανερὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν σχεδὸν αὐθάδη παραίνεσιν τοῦ Δημητροῦ, καὶ πάλιν δὲν ἤθελε νὰ δείξῃ ὅτι ἐθύμωσεν, ἐστράφη πρὸς τὸν καλὸν γέροντα καὶ τοῦ λέγη:

– Πέ, Δημητρό, σαράντα φορὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον».

Τότε ὁ μπάρμπα-Δημητρός, ὅστις ἂν καὶ εἶχε γηράσει, δὲν εἶχε μάθει ἀκόμη καλὰ τὰ τυπικά, καὶ δὲν εἴξευρεν ἀκριβῶς πότε κατὰ τὴν Λιτὴν τὸ Κύριε ἐλέησον λέγεται τρὶς καί… πότε τεσσαρακοντάκις, ἤρχισε πράγματι νὰ τὸ ψάλλῃ σαράντα φορές, ὥστε ὁ παππᾶς ἐβιάσθη ν᾽ ἀπαγγείλῃ ραγδαίως καὶ ἀθρόα τὰ τελευταῖα ὀνόματα, καὶ διὰ νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν ψάλτην, ἤρχισε πρὸ τῆς ὥρας νὰ λέγη: «… ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθῆναι, ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας» καὶ τὰ ἑξῆς.
.      Τέλος μετὰ τὴν Λειτουργίαν ὁ παππᾶς, ὁ Φραγκούλας καὶ ἡ οἰκογένειά του καὶ ὀλίγοι φίλοι ἐκάθισαν κ᾽ ἔφαγαν ὁμοῦ καὶ ηὐφράνθησαν, καὶ τὴν ἑσπέραν ὁ Φραγκούλας ἐπανήρχετο εἰρηνικῶς καὶ μὲ ἀγάπην, μετὰ τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του ὑπὸ τὴν οἰκιακὴν στέγην.
.      Πρὶν παρέλθη ἔτος ἐγεννήθη ἡ Κούμπω. Ἡ κόρη αὕτη, πλάσμα χαριτωμένον καὶ συμπαθές, ἀνετρέφετο καὶ ἠλικιοῦτο, ἐγένετο τὸ χάρμα καὶ ἡ παρηγορία τοῦ πατρός της. Δὲν εἶχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, ἀλλὰ κάτι ἄλλο παράδοξον γνώρισμα, οἰονεὶ χαρακτήρα φρονίμου γυναικὸς εἰς ἡλικίαν παιδίσκης. Ὕστερον, μετὰ χρόνους, ὅταν ἐπῆλθεν ὁ δεύτερος χωρισμός, ἡ Κούμπω, ὀκταέτις τότε, ἔτρεχε πλησίον τοῦ πατρός της, εἰς τὸ «κελλί του», ὅπου κατώκει εἰς τὴν ἀνωφερῆ ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, καὶ τὸν ἐγέμιζε περιποιήσεις καὶ τρυφερότητας.
.      Αὐτὴ μόνον ἐδέχετο προθύμως τοὺς πατρικοὺς χαλινούς, ἐνῶ τὰ ἄλλα τέκνα δὲν ἤρχοντο ποτὲ πλησίον του πατρός των, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνος τὴν ὠνόμαζε «τὸ εὐάγωγο». Καθημερινῶς ἔτρεχε νὰ τὸν εὕρῃ, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὸν παρακαλῇ.

–Ἔλα, πατέρα, στὸ σπίτι· μὴ μᾶς ἀφήσης, λεγ᾽ ἡ μητέρα, ζωντάρφανα.

Μίαν τῶν ἡμερῶν ἔτρεξε δρομαία, φαιδρά, καὶ πνευστιῶσα τοῦ εἶπε:

–Τἄμαθες, πατέρα; … Θὰ παντρέψουμε τ᾽ Ἀργυρῶ μας … Ἔλα στὸ σπίτι, γιατί δὲν εἶναι πρέπον, λέγει ἡ μητέρα, νὰ εἶσθε χωρισμένοι ἐσεῖς, ποὺ θὰ παντρευτῇ τ᾽ Ἀργυρῶ μας … γιὰ νὰ μὴν κακιώσῃ ὁ γαμπρός! …

.      Τῷ ὄντι ὁ Φραγκούλας ἐπείσθη κ᾽ ἐφιλιώθη μὲ τὴν σύζυγόν του. Ἠρραβώνισαν τὴν Ἀργυρῶ, εἶτα μετ᾽ ὀλίγους μῆνας τὴν ἐστεφάνωσαν … Εἶτα πάλιν ἐπῆλθε τρίτος χωρισμὸς μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ ἀνδρογύνου καὶ μ᾽ ἕνα γεροντόπαιδον μαζί, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον σχεδὸν συγχρόνως μὲ τὸν γάμο τῆς πρωτοτόκου.
.      Τότε ἡ Κούμπω, ἥτις εἶχε γίνει δεκατριῶν ἐτῶν, δὲν ἔπαυε νὰ τρέχῃ πλησίον του πατρός της, καὶ νὰ τὸν παρακινῇ ν᾽ ἀγαπήσῃ μὲ τὴν μητέρα.
.     Μίαν ἡμέραν θλιβερὰ τοῦ εἶπεν:
.      – Δὲν θὰ μπορῶ πλέον νἄρχωμαι, οὔτε στὸ κελλί σου, πατέρα … Εἶναι κάτι κακὲς γυναῖκες ἐκεῖ στὸν μαχαλὰ στὸ δρόμο ποὺ περνῶ, καὶ τὶς ἄκουσα ποὺ λέγανε καθὼς περνοῦσα: Νά, τὸ κορίτσι τῆς Φραγκούλαινας, ποὺ τὴν ἔχει ἀπαρατήσει ὁ ἄνδρας της». Δὲν τὸ βαστῶ πλέον, πατέρα.
.      Τῷ ὄντι, παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι, καὶ ἡ Κούμπω δὲν ἐφάνη εἰς τὸ κελλὶ τοῦ πατρός της. Τὴν τετάρτην ἡμέραν ἦλθε πολὺ ὠχρὰ καὶ μαραμένη· ἐφαίνετο νὰ πάσχῃ.

–Τί ἔχεις κορίτσι μου; τῆς εἶπεν ὁ πατήρ της.
–Ἂν δὲν ἔλθῃς, πατέρα, τοῦ ἀπήντησεν ἀποτόμως αἴφνης, μὲ παράπονον καὶ μὲ πνιγμένα δάκρυα, νὰ ξεύρῃς, θὰ πεθάνω ἀπ᾽ τὸν καϋμό μου!
–Ἔρχομαι, κορίτσι μου, εἶπεν ὁ Φραγκούλης.

.      Τῷ ὄντι, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾽ ἡ νεαρὰ κόρη ἔπεσε πράγματι ἀσθενὴς καὶ εἶχεν δεινὸν πυρετόν. Ὅταν ὁ πατέρας ἦλθεν παρὰ τὴν κλίνην της καὶ τῆς ἀνήγγειλεν ὅτι ἔκαμε ἀγάπην μὲ τὴν μητέρα της διὰ νὰ χαρῇ, ἦτο ἀργὰ πλέον. Ἡ τρυφερὰ παιδίσκη ἐμαράνθη ἐξ ἀγνώστου νόσου, καὶ οὔτε φάρμακον οὔτε νοσηλεία ἴσχυσε νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον. Ἐκοιμήθη χωρὶς ἀγωνίαν καὶ πόνον, ἐξέπνευσεν ὡς πουλί, μὲ τὴ λαλιὰν εἰς τὸ στόμα.

Πατέρα! Πατέρα! στν Παναγία ν κάμετε μία λειτουργία … μ τν μητέρα μαζί!… Εἶπε καὶ ἀπέθανε!
.      Ὁ Φραγκούλης ἔκλαυσεν ἀπαρηγόρητα· ἔκλαυσεν ἀχόρταστα ὁμοὺ μὲ τὴν σύζυγόν του … Κατόπιν ἀπεσύρθη, κ᾽ ἐξηκολούθησε νὰ κλαίῃ μόνος του εἰς τὴν ἐρημίαν …
.      Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμὸς ἦτο μᾶλλον φιλικὸς καὶ μὲ τὴν συναίνεσιν τῆς Σινιώρας, ἥτις ἔβλεπεν ὅτι ὁ γέρων σύζυγός της ἐπεθύμει μᾶλλον νὰ γείνῃ μοναχός. Ὁ Φραγκούλης ἐνεθυμεῖτο μίαν τελευταίαν σύστασιν τῆς Κούμπως: «μὲ τὴν μητέρα μαζί». Μόνον ἓν παροδικὸν πεῖσμα τοῦ εἶχεν ἔλθει.
.    Τοῦ ἐφάνη ὅτι αἱ ἴδιαι ἀδελφαί της, ἡ ὕπανδρος, καὶ ἡ ἄλλη ἡ δευτερότοκος, δὲν τὴν ἐλυπήθησαν ὅσον ἔπρεπε, δὲν τὴν ἐπένθησαν, ὅσον τῆς ἤξιζε, τὴν ἀτυχῆ μικράν, τὴν Κούμπω. Ἔκτοτε ἐξηκολούθει νὰ ζῇ ὁλομόναχος πάλιν, τώρα «ἐπὶ γήρατος οὐδῷ». Καὶ ἐνθυμεῖτο τὸν στίχον τοῦ Ψαλτηρίου: «Μὴ ἀπώσῃ μὲ εἰς καιρὸν γήρως … καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου, μὴ ἐγκαταλίπῃς με».

 .      Καὶ τὴν ἡμέραν αὐτήν, τὴν παραμονὴν τῆς Κοιμήσεως πάλιν, τὸν εὑρίσκομεν νὰ κάθηται εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου, καὶ νὰ καπνίζῃ μελαγχολικῶς τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμόν… ἀναλογιζόμενος τόσα ἄλλα καὶ τοὺς ὀχληροὺς δανειστάς του, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶχαν πάρει ἐν τῷ μεταξὺ τὸ καλλίτερον κτῆμα -ἕνα ὁλόκληρον βουνόν, ἐλαιῶνα, ἄμπελον, ἀγρὸν μὲ ὀπωροφόρα δένδρα, μὲ βρύσιν, μὲ ρέμα, μὲ νερόμυλον -καὶ ν κχύν τ παράπονά του ες θρηνώδεις μελωδίας πρς τν Παναγίαν.

«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι, κηρίον, Παρθένε…»

.     Καὶ ἐπόθει ὁλοψύχως τὸν μοναχικὸν βίον, ὀλίγον ἀργά, καὶ ἐπεκαλεῖτο μεγάλῃ τῇ φωνῇ τὸν «Γλυκασμὸν τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων τὴν χαράν», ὅπως ἔλθῃ εἰς αὐτὸν βοηθὸς καὶ σώτειρα:

«Ἀντιλαβοῦ μου καὶ ρῦσαι τῶν αἰωνίων βασάνων…»

ΠΗΓΗ Διαδικτύου: agios-dimitrios.blogspot.com
Ἑλληνικὸς τονισμός «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ» 

,

Σχολιάστε