Ἄρθρα σημειωμένα ὡς δίψα

Η ΔΙΨΑ ΚΑΙ ΤΟ ΥΔΩΡ

Ἡ δίψα καὶ τὸ ὕδωρ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 103-106

 «ἐάν τις διψᾶ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω» 
( Ἰω. ζ´ 37)

.          Μιὰ ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες Ἰουδαϊκὲς ἑορτὲς ἦταν ἡ ἑορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας. Μὲ τὴν ἑορτὴ αὐτὴ οἱ Ἰουδαῖοι δόξαζαν τὸν Θεὸ γιὰ τὴν θαυμαστὴ διάσωσί τους. Κάθε πρωὶ γινόταν στὸν Ναὸ μία σπονδὴ εἰς ἀνάμνησιν τῆς θαυματουργικῆς ἀναβλύσεως ὕδατος ἀπὸ τὴν πέτρα διὰ τῆς ράβδου τοῦ Μωϋσέως. Ἐπίσης κάθε ἀπόγευμα ἄναβαν στὸν πρόναο δυὸ πολύφωτες λυχνίες εἰς ἀνάμνησιν τῆς φωτεινῆς νεφέλης ποὺ φώτιζε τοὺς πατέρας τους, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νυκτερινῆς πορείας. Ὁ Κύριος τὴν τελευταία ἡμέρα αὐτῆς τῆς ἑορτῆς, εὑρεθεὶς στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἀναφερόμενος στὰ δύο αὐτὰ θαυματουργικὰ γεγονότα ποὺ ὑπενθύμιζαν αὐτὲς οἱ δύο λατρευτικὲς πράξεις, ἔκραξε λέγων: «Ἐάν τις διψᾶ ἐρχέσθω ΠΡΟΣ ΜΕ καὶ πινέτω…ΕΓΩ ΕΙΜΙ τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί, οὐ μὴ περιπατήςῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἔξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς». Σήμερα θὰ μᾶς ἀπασχολήσει ἡ πρώτη διακήρυξη τοῦ Χριστοῦ «ἐάν τις διψᾶ ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω».

Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ πέτρα τῆς ζωῆς

.          Ἀπὸ τὰ λίγα ποὺ ἔχουν ἀναφερθῆ φαίνεται καθαρὰ ὅτι ὁ Κύριος, κατὰ τὴν ὁμιλία Του, ἀπεκάλυψε τὴν μεγάλη ἀλήθεια ὅτι τὸ θαῦμα τῆς ἀναβλύσεως τοῦ ὕδατος ἀπὸ τὴν πέτρα στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ ξεδιψάση ὁ λαός, δὲν προερχόταν ἀπὸ τὴν φύσι τῆς πέτρας, οὔτε ἀπὸ τὴν δύναμι τοῦ Μωϋσέως, ἀλλὰ ἦταν ἐνέργεια τῆς πνευματικῆς Πέτρας, ποὺ διαρκῶς ἀκολουθοῦσε τὸν Ἰσραηλιτικὸ λαό. Καὶ αὐτὴ ἡ πνευματικὴ Πέτρα ἦταν καὶ εἶναι ὁ Χριστός. Ἔτσι καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει στοὺς Κορινθίους: «ἔπινον γὰρ ἐκ τῆς πνευματικῆς ἀκολουθούσης πέτρας· ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστὸς» (Α´ Κορ. ι´ 4).
.          Οἱ ἅγιοι Πατέρες, φωτισθέντες ἀπὸ τὸ Πανάγιον Πνεῦμα, εἶπαν ὅτι ὅλες οἱ θεοφάνειες τοῦ Θεοῦ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἦταν θεοφάνειες τοῦ Λόγου, τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ διαφορὰ τῆς Παλαιᾶς ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη εἶναι ὅτι ἐνῶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἔχουμε ἀποκαλύψεις τοῦ ἀσάρκου Λόγου, στὴν Καινὴ Διαθήκη ἔχουμε ἀποκαλύψεις τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου. Ἐὰν διαθέτουμε μία πνευματικὴ εὐαισθησία καὶ καρδιακὴ καθαρότητα, τότε μποροῦμε νὰ συλλάβουμε τὴν ἀποκάλυψι τοῦ Θεοῦ στὴν φύσι καὶ στὴν ἱστορία.
.          Ὁ Χριστὸς πάντα ξεδιψᾶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ φλέγεται γιὰ ἀληθινὴ ζωὴ καὶ γιὰ ἀληθινὴ Χαρά. Αὐτὸς ὁ Ἴδιος εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ζωή, Χαρά, Φῶς, Εὐλογία τῶν πάντων. Ὁ ἄνθρωπος ἑνούμενος μὲ τὸν Χριστὸ ἀποκτᾶ χάρη «ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ» (Ἰωάν. α´ 16). Ὁ Χριστὸς ἱκανοποιεῖ τελείως τὴν μεταφυσικὴ δίψα τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν ἦλθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ φέρη μερικὲς ἰδέες καὶ ἀφηρημένες θεωρίες, ἀλλὰ γιὰ νὰ φέρη τὴν ζωὴ στοὺς ἀνθρώπους: «Ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν» (Ἰωάν. ι´ 10). Καταλλάσσει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεό, Χριστοποιεῖ καὶ Ναοποιεῖ τὴν ἀνθρώπινη φύσι. Ὁ Χριστός, κατὰ τὸν ἅγιο Νικόλαο τὸν Καβάσιλα, εἶναι τὸ «κατάλυμα τῶν ἀνθρωπίνων ἐρώτων».
.          Αὐτὸ τὸ βλέπουμε στὴν ζωὴ τῶν ἁγίων. Βρισκόμενοι στὴν ἔρημο τῆς νεκρώσεως, διψοῦν τὸν «ζῶντα Θεόν». Κατὰ τὸ μέτρο δὲ τῆς δίψης καὶ τῆς ὁρμῆς δέχονται στὴν ὕπαρξί τους τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν, ποὺ τοὺς αὐξάνει τὴν δίψα: «οἱ ἐσθίοντές με ἔτι πεινάσουσι καὶ οἱ πίνοντες με ἔτι διψήσουσιν» (Σόφ. Σειρὰχ κδ´ 21).
.          Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀχόρταγος χορτασμὸς τοῦ θείου ἐλέους. Ἔτσι οἱ ἅγιοί μας ἔδειξαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔχει, ἀλλὰ ἔχει αὐτὸ ποὺ εἶναι, δηλαδὴ ἡ ἀξία του δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ὅλα ὅσα διαθέτει, ἀλλὰ ἡ εὐτυχία του ξεκινάει ἀπὸ τὴν ἀνακαίνισι καὶ τὴν μεταμόρφωσι τῆς φύσεώς του. Καὶ αὐτὴ ἡ μεταμόρφωσι γίνεται ἐν Χριστῷ.

Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν

.          Ἐὰν ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Πέτρα τῆς ζωῆς, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν. Τὴν μεγάλη αὐτὴ ἀλήθεια ἀπεκάλυψεν ὁ Κύριος στὴν Σαμαρείτισσα γυναίκα. Ἐὰν ἤξερες, τῆς εἶπε, ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ σοῦ λέγει «δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν» (Ἰωάν. δ´ 10). Τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν ποὺ ὑπάρχει μέσα στὸν Χριστὸ εἶναι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.
.          Ὅπως τὸ νερὸ δροσίζει καὶ καθαρίζει, ἔτσι καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα δροσίζει τὸν ἄνθρωπο καὶ καθαρίζει ὅλες τὶς ἐσωτερικὲς πληγὲς τῆς ἁμαρτίας.
.          Φυσικὰ δὲν εἶναι ἄλλο τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἄλλο τὸ ἔργο τοῦ Παρακλήτου. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα δὲν εἶναι μιὰ ἀφηρημένη θεία ἐνέργεια, ἀλλὰ ἕνα ἀπὸ τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀναπαύεται στὸν Υἱό. Αὐτὴ ἡ ἀνάπαυσι, κατὰ τοὺς Πατέρας, εἶναι μιὰ διαρκὴς κίνησι καὶ δρᾶσι, εἶναι ἡ κατ’ ἐνέργειαν φανέρωσι τοῦ Παρακλήτου. Ἔτσι ὁ Χριστὸς ἀποστέλλει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μορφώνει τὸν Χριστὸ «ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν». Ὁ Χριστὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι οἱ δύο Παράκλητοι τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο, ποὺ ἀπεργάζονται τὴν θέωσι τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν μεταμόρφωσι ὅλου τοῦ κόσμου.
.          Ἂν δὲν εἶναι κανεὶς μέλος τῆς Ἐκκλησίας, δὲν μετέχει τῆς θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ἂν κανεὶς δὲν ἔχη τὸν Παράκλητο στὴν καρδιά του, δὲν εἶναι μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ τὴν μεγάλη ἀλήθεια τὴν βλέπουμε κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ὁ Χριστὸς ἔστειλε στοὺς Ἀποστόλους τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ οἱ Ἀπόστολοι λαβόντες τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἔδωσαν τὴν μαρτυρία περὶ τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ εἶναι πηγὴ θεολογίας

.          Ἐκεῖνος ποὺ συνδέεται μὲ τὴν ἀληθινὴ Πέτρα, τὸν Χριστό, καὶ δέχεται τὸ ὕδωρ τοῦ Παναγίου Πνεύματος, αὐτὸς γίνεται καὶ πηγὴ θεολογίας. «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ Γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος». Ἐδῶ φαίνεται τὸ ὕψος τῆς Χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας. Σὲ ποιό σημεῖο ἀνεβάζει τὸν ἄνθρωπο!
.          Ὅταν ἔρχεται ἡ χάρι τοῦ Παρακλήτου στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, τότε ὁ ἄνθρωπος ἀλλοιώνεται ἐσωτερικὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἀλλοίωσι φαίνεται καὶ ἐξωτερικά, διὰ τῶν κινήσεων, διὰ τῆς σιωπῆς, διὰ τῆς ὁμιλίας κλπ. Ἔτσι ὁλόκληρη ἡ μεταμορφωμένη ὕπαρξι θεολογεῖ. Ὁ ἄνθρωπος ἐνεργούμενος ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λαμβάνει τὸ μεγαλύτερο τῶν χαρισμάτων, τὸ χάρισμα τῆς θεολογίας.
.          Ἑπομένως Θεολόγος δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κατέχει ἕνα πτυχίο Θεολογικῆς Σχολῆς, ἀλλὰ ὁ ἅγιος ποὺ στὴν καρδιά του δέχεται τὶς ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ συνδέεται στενότατα μὲ τὴν Θεολογία. Διότι ἡ πνευματικὴ ζωὴ στηρίζεται στὴν Θεολογία, ἡ δὲ Θεολογία ἀντλεῖ ὅλη τὴν δύναμι καὶ τὴν ζωὴ ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ζωή. Ἡ ἀφετηρία ὅλων τῶν κακῶν ξεκινάει ἀπὸ τὴν ἀποσύνδεσι αὐτῶν τῶν δύο καταστάσεων, ὅταν δηλαδὴ ἡ Θεολογία ἀποσυνδέεται ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ ὅταν ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν ἀναφέρεται στὴν Θεολογία.
.            Ζῶντες σὲ ἕνα κόσμο ποὺ προσφέρει προγράμματα βελτιώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου βίου καὶ καταγίνεται στὴν διαφήμισι μόνον τῶν ὑλικῶν πραγμάτων πρέπει νὰ ἐκτιμήσουμε τὴν μεγάλη προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ φαίνεται στὶς ἑορτές της. Ἡ Ἐκκλησία, διὰ τῆς ἐνεργείας τῆς Παναγίας Τριάδος, μεταμορφώνει τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξι. Ἡ μεταμορφωμένη δὲ ὕπαρξι ἀλλάσσει πραγματικὰ καὶ οὐσιαστικὰ τὸν κόσμο.

, , ,

Σχολιάστε

«ΕΑΝ ΤΙΣ ΔΙΨΑ» (Κυρ. τῆς Πεντηκοστῆς)

ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΔΙΨΑΣΕΙ Η ΨΥΧΗ ΜΑΣ
«Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω»

.         Μεγάλη καὶ χαρμόσυνη ἡ σημερινὴ ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς, κατὰ τὴν ὁποία ἑορτάζουμε τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη τὸ Ἅγιον Πνεῦμα σὰν δροσερὸ ὁρμητικὸ ποτάμι ξεχύνεται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ποτίζει κάθε ψυχὴ ποὺ διψᾶ γιὰ τὴν σωτηρία της. Καὶ στὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο ἀκοῦμε τὸν Κύριο νὰ καλεῖ ὅσους διψοῦν πνευματικά, νὰ ἔρχονται κοντά του γιὰ νὰ πίνουν, νὰ ξεδιψοῦν. Γιὰ ποιὰ πράγματα ὅμως διψᾶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πῶς μπορεῖ πραγματικὰ νὰ ξεδιψάσει;

1. Η ΔΙΨΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

.    Εἶναι ἀλήθεια ὅτι δὲν διψᾶ μόνο τὸ σῶμα ἀλλὰ καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ τότε ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἁμάρτησε καὶ ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸν Παράδεισο, ἡ ψυχή του περιπλανιέται σὲ χώρα ἐρημικὴ καὶ ἄνυδρη. «Ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι», ὁμολογεῖ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδός (Ψαλμ. ρμβ ́ [142] 6). Κατάξερη ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου κατακαίεται ἀπὸ ἀφόρητη δίψα, δίψα πνευματική.
.     Γιὰ ποιά πράγματα ὅμως διψᾶ ὁ ἄνθρωπος καὶ τί κάνει συνήθως γιὰ νὰ ἱκανοποιηθεῖ;
.   Διψᾶ γιὰ χαρά, εὐτυχία καὶ δόξα. Καὶ γιὰ νὰ ξεδιψάσει στρέφεται συνήθως μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις στὴν ἀπόκτηση ὑλικῶν ἀγαθῶν, στὴν ἀπόλαυση τῶν πρόσκαιρων ἡδονῶν, στὴν ἱκανοποίηση προσωπικῶν φιλοδοξιῶν. Τίποτε ὅμως ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐγκόσμια δὲν ξεδιψᾶ τὴν ψυχή. Διότι αὐτὴ ἀναζητᾶ κάτι οὐράνιο καὶ ὑπερκόσμιο. Διψᾶ ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος καὶ γιὰ τὴν ἀλήθεια. Ἄπειρα τὰ ἐρωτήματα ποὺ τὸν ἀπασχολοῦν. Ὁρισμένα βασανιστικά. Ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, τὸν γύρω κόσμο, τὸν ἑαυτό του. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἱστορίας του πάνω στὴ γῆ ὁ ἄνθρωπος προσπάθησε νὰ δώσει ἀπαντήσεις στὰ θεμελιώδη αὐτὰ ἐρωτήματα. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ λανθασμένο δρόμο ἀκολούθησε. Ἀνέπτυξε φιλοσοφικὲς θεωρίες καὶ ἐγκόσμιες θρησκεῖες καὶ βέβαια πουθενὰ δὲν μπόρεσε νὰ βρεῖ τὴν ὄντως Ἀλήθεια γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὴν δίψα τῆς ψυχῆς του. Διψᾶ ἐπίσης ὁ ἄνθρωπος γιὰ ζωή. Ἐπιθυμεῖ τὴν λύτρωση καὶ τὴν σωτηρία του ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου. Καὶ εἶναι φυσικὸ αὐτό, διότι ὁ Θεὸς ἔχει πλάσει τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ ζήσει αἰώνια. Ὁ θάνατος καὶ μόνο ὡς σκέψη εἶναι ἀποκρουστικός. Δυστυχῶς ὅμως ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ πάλι νὰ ἱκανοποιήσει καὶ αὐτὴ τὴν δίψα του μὲ λανθασμένο τρόπο. Ἀγωνίζεται νὰ παρατείνει τὴν ζωή του στηριζόμενος ἀποκλειστικὰ στὴν ἐπιστήμη καὶ τὴν τεχνολογία. Ἔφτασαν μάλιστα κάποιοι ἐπιστήμονες νὰ δηλώσουν ἀλαζονικὰ ὅτι «βρισκόμαστε ἕνα βῆμα πρὶν ἀπὸ τὴν ἀθανασία». Πόσο γρήγορα ὅμως διαψεύστηκαν! Καὶ ἡ δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιὰ ζωὴ παραμένει ἀνικανοποίητη…

2. ΠΩΣ ΘΑ ΞΕΔΙΨΑΣΕΙ Η ΨΥΧΗ ΜΑΣ;

.     Ποιά εἶναι λοιπὸν ἡ πηγή ποὺ μπορεῖ νὰ ξεδιψάσει πραγματικὰ τὴν κάθε ἀνθρώπινη ψυχή; Τὴν ἀπάντηση μᾶς τὴν ἔδωσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω», εἶπε. Ἐὰν κανεὶς αἰσθάνεται πόθο καὶ δίψα γιὰ χαρά, εὐτυχία καὶ δόξα, γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν αἰώνια ζωή, ἂς ἔρχεται κοντά μου καὶ ἂς πίνει ἐλεύθερα γιὰ νὰ ξεδιψάσει.
.     Μᾶς προσφέρει ὁ Κύριος τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν», τὴν ζωογόνο χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὸ τὸ «ζῶν ὕδωρ» εἶναι ποὺ ἱκανοποιεῖ ὅλες τὶς ἅγιες ἐπιθυμίες τῆς ψυχῆς μας. Διότι ὅπως μᾶς βεβαίωσε πάλι ὁ θεῖος Διδάσκαλος: «Ὃς ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω δ ́ 14). Ἂς μὴν προσπαθοῦμε ἑπομένως νὰ ξεδιψάσουμε στὶς θολὲς πηγὲς τοῦ κόσμου. Τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν» θὰ τὸ βροῦμε μόνο μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Ἐκεῖ συναντοῦμε τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ λαμβάνουμε τὶς πλούσιες δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μὲ τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν κάθαρση τῶν παθῶν, τὴν προσευχή, τὴν μελέτη τῶν θείων Γραφῶν, καὶ προπάντων μὲ τὴν συμμετοχή μας στὰ ἱερὰ Μυστήρια καὶ μάλιστα στὴ θεία Εὐχαριστία, ὁ ἀγαθὸς Παράκλητος ἔρχεται καὶ κατοικεῖ στὴν ψυχή μας καὶ μᾶς προσφέρει ὅλα ὅσα ἐπιθυμοῦμε. Μᾶς χαρίζει τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη, τὴν τέλεια χαρὰ καὶ τὴν ἀναφαίρετη εἰρήνη, διότι αὐτὰ ἀποτελοῦν καρπὸ τῆς δικῆς του παρουσίας μέσα μας (Γαλ. ε ́ 22). Μᾶς ὁδηγεῖ «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰω. ις ́ 13). Μᾶς ἐγγυᾶται τὴν ὄντως ζωὴ καὶ τὴν δόξα τοῦ οὐρανοῦ, διότι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι «ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγός», ὅπως τὸ λέμε κάθε φορὰ στὴ γνωστὴ προσευχή, τὸ «Βασιλεῦ Οὐράνιε».

.    Μέσα στὴν πνευματικὴ ξηρασία τοῦ σύγχρονου κόσμου ὁ Κύριος δὲν μᾶς ἀφήνει ἀβοήθητους καὶ διψασμένους ψυχικά. Μᾶς χορηγεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἂς καθαρίζουμε λοιπὸν τὸ δοχεῖο τῆς ψυχῆς μας γιὰ νὰ γίνεται δεκτικὸ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ τότε ἡ ψυχή μας θὰ ξεδιψᾶ πραγματικὰ καὶ θὰ ἀπολαμβάνει πλούσιες τὶς δωρεές του.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2024, 01.06.2011
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΨΑ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΨΑ

τοῦ Ἀρχιμ. Χρυσοστ. Παπαθανασίου,
ἱεροκήρυκος Μητροπολ. Ναοῦ Ἀθηνῶν 

.     Ὁ Ἰησοῦς κουρασμένος ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία κάθεται κοντὰ στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακὼβ τῆς πόλης Συχάρ. Ἐκεῖ ἔρχεται ἡ Σαμαρείτιδα μὲ τὴν ὑδρία της, γιὰ νὰ ἀντλήσει τὸ φυσικὸ νερό. Καί τότε διεξάγεται ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον καταπληκτικοὺς διαλόγους ποὺ ὑπάρχουν στὴ Καινὴ Διαθήκη. Ό Ἰησοῦς μιλάει μὲ τὴν Σαμαρείτιδα: «Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν, ὃς δ᾽ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. δ´ 13). Καὶ ἡ γυναίκα ἐκείνη ἀκούει, ἐκπλήσσεται καὶ ζητᾶ: «Δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχομαι ἐνθάδε ἀντλεῖν» (Ἰω. δ´ 15). Καὶ ὁ διάλογος συνεχίζεται.
.    Μπροστὰ ὅμως στὴν Πηγὴ τῆς Ζωῆς, στὸν Ζωοδότη Κύριο δὲν μπορεῖ νὰ μείνει ὅπως ἦταν πρίν, ὅπως ἐρχόταν μὲ τὴν ὑδρία της στὸ φυσικὸ πηγάδι. Ἡ Σαμαρείτιδα φωτίζεται, μετανοεῖ καὶ σώζεται. Γίνεται φωτεινὴ στὴν καρδιὰ καὶ Φωτεινὴ στὸ ὄνομα. Εἶχε πλέον ξεδιψάσει ἡ ψυχή της στὴν Αἰώνια Πηγή. Ἂν ἡ Εὕα τὴν ἕκτη ὥρα «ἐξελήλυθεν ἐκ τοῦ Παραδείσου, ἀπάτῃ τοῦ ὄφεως», τώρα, τὴν ἄλλη ἕκτη ὥρα, ἡ Σαμαρείτιδα «ἐπὶ τὴν πηγήν… ἤγγικεν ἀντλῆσαι ὕδωρ, ἣν ἰδὼν ἔφη ὁ Σωτήρ· Δός μοι ὕδωρ πιεῖν, κἀγὼ ὕδατος ἁλλομένου ἐμπλήσω σε».
.   Ἀλλά, ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη τῆς ἐξόδου ἀπὸ τὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ, ἄνθρωπος δὲν σταμάτησε νὰ ψάχνει γιὰ τὸ φρέαρ τοἸακώβ. Ἐξακολουθεῖ νὰ ἀναζητᾶ τὴν πηγὴ τῆς ἀγαθότητος, τὴν ἀέναο πηγή, τὴν αἰώνια πηγή. Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος διψᾶ. Διψᾶ καὶ ξαναδιψᾶ. Ὅσο ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Παράδεισο, τόσο ἡ δίψα του μεγαλώνει. –

-Διψᾶ ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας ὅταν φιλοσοφεῖ γιὰ τὴν ἐλευθερία, γιὰ τὴν ἀνδρεία καὶ τὴν τέχνη καὶ τὸν κτιστὸ κόσμο. Διψᾶ, ὅταν βουτηγμένος στὴν εἰδωλολατρία ἀναζητᾶ τὸν «ἄγνωστο Θεό».

-Διψᾶ ὁ διανοούμενος, ὅταν μελετᾶ καὶ ψάχνει στὰ βιβλία του νὰ βρεῖ τὴν ἀλήθεια τῶν ὄντων, ὅταν προσπαθεῖ νὰ φτιάξει ἰδεολογίες, πολιτικές, φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές, ὅταν ἀναζητεῖ συνθήματα ζωῆς.

-Διψᾶ ὁ καταναλωτὴς ἐκεῖνος, ὅταν γυρεύει ὅλο πιὸ ἐπίμονα νὰ βρεῖ τὸ καλλίτερο προϊόν, ἴσως τὸ ἀκριβότερο, γιὰ νὰ δροσίσει τὴν ξεραΐλα τῆς ψυχῆς του.

-Διψᾶ ὁ τραγουδιστὴς ἐκεῖνος, ὅταν τραγουδᾶ τὴν μελαγχολία του, τὴν ἀπογοήτευσή του, τοὺς καημούς του, ὅταν περιορίζεται στὸ αἰσθησιακό του τραγούδι.

-Διψᾶ ὁ νεολαῖος ἐκεῖνος, ὅταν «σπινιάρει» μὲ τὴν μηχανή του. Ὅταν ρουφᾶ τὸ ποτὸ καὶ ὅταν ἀκόμη λικνίζεται στὰ κλάμπ.

-Διψᾶ ὁ νεοέλληνας ἐκεῖνος, ὅταν ψάχνει ἕναν τρόπο ζωῆς, ὅταν τρέχει διαρκῶς μὲ τὸ ἄγχος χαραγμένο στὸ πρόσωπό του, ὅταν καταντάει δοῦλος στὸ μαγκανοπήγαδο τῆς δουλειᾶς καὶ μόνο.

-Διψᾶ ὁ δυτικὸς ἀνθρωπος ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Κὰντ καὶ τοῦ Χέγκελ μέχρι τοὺς καιροὺς τοῦ Μὰρξ καὶ τοῦ Σάρτρ.

 – Διψᾶ καὶ ὁ ἄνθρωπος τοῦ πρώην ἀνατολικοῦ μπλόκ, ὅταν τώρα εἶναι ἐλεύθερος ἐξωτερικὰ ἀλλὰ δεσμευμένος ἐσωτερικά. Ὁ σύγχρονος εὐρωπαϊκὸς μηδενισμὸς στὸ βάθος του κρύβει τὴν δίψα του γιὰ τὸ ἀληθινὸ καὶ τὸ αἰώνιο. Ὅσο προσπαθεῖ ὁ εὐρωπαῖος ἄνθρωπος νὰ κενώσει τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἐγκαθιδρύσει στὴν θέση του εἴτε τὸν ἄνθρωπο, εἴτε τὴν φύση, εἴτε τὴν μηχανή, εἴτε τὸ χρῆμα, εἴτε τὶς ἰδέες του, τόσο ἠ τραγική του δίψα μεγαλώνει καὶ ἡ φθορὰ τοῦ κατατρώγει τὰ σωθικά. Τὸ ἀνικανοποίητο κενὸ τῆς ὕπαρξής του παραμένει.

.    Γι᾽ αὐτὸ εἶναι πάντοτε ἐπίκαιρα τὰ λόγια τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου: «Ἀνήσυχη εἶναι ἡ ψυχή μας, ὦ Θεέ, μέχρις ὅτου Σὲ βρεῖ καὶ ἀναπαυθεῖ σὲ Σένα».
.   Δίψα, λοιπόν, γιὰ τὴν ἀλήθεια, γιὰ τὸ νόημα τῆς ὕπαρξης, γιὰ τὸ ποῦ πηγαίνω, γιὰ τὸ αἰώνιο. Δίψα πνευματική, ποὺ ζητᾶ ὁ καθένας νὰ τὴν ὑπερβεῖ, νὰ τὴν καταλύσει, νὰ τὴν σβήσει. Ὁ λόγος ὅμως τοῦ Ἰησοῦ δὲν εἶναι πληθωρικός, ἀνίσχυρος, ξηρὸς καὶ ἐφήμερος. Εἶναι λόγος ζωντανός, οὐσιαστικός, αἰώνιος, θεϊκός. Εἶναι τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν». Ἀπ᾽ αὐτὸ τὸ ὕδωρ ὅποιος πιεῖ, «οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. δ´ 14). Καὶ ὄχι μόνο αὐτό. Ἀκολουθεῖ καὶ ἄλλη καρποφορία. «Τὸ ὔδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰω. δ´ 14).
.  Τὸ ὁλόδροσο ὕδωρ τῆς Θείας Χάριτος τὸ ἔχει μόνον ὁ Χριστός. Τὰ φρυγμένα χείλη τοῦ τραγικὰ ἀποστασιοποιημένου συγχρόνου ἀνθρώπου μόνο σ᾽ αὐτὴν τὴν αἰώνια Πηγὴ μποροῦν νὰ δροσισθοῦν. Μέχρις ὅτου ὅμως γίνει αὐτό, ἡ περιπλάνηση στὴν ἔρημο θά ᾽ναι ὀδυνηρή.

, , , ,

Σχολιάστε

ΑΓ. ΣΥΜΕΩΝ Ο Ν. ΘΕΟΛΟΓΟΣ “ΔΙΑΒΑΖΕΙ” ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ (τῆς Ἀπόκρεω)

ΑΓ. ΣΥΜΕΩΝ Ο Ν. ΘΕΟΛΟΓΟΣ “ΔΙΑΒΑΖΕΙ” ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (τῆς Ἀπόκρεω)

.        Μιὰ ἄλλη “ἀνάγνωση” (ἑρμηνεία) “πνευματικότερη” ἀπὸ τὴν κάπως παρεξηγημένη τῆς “ἱδρυματικῆς φιλανθρωπίας” -καὶ γιὰ τοῦτο εὔπεπτη– ἐπὶ τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου τῆς Ἐσχάτης Κρίσεως μᾶς δίνει ὁ ἅγ. Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος (ὁ τρίτος ποὺ τιμήθηκε μὲ τὴν ἐπωνυμία Θεολόγος, μετὰ τὸν Μεγαλόπνοο Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη καὶ τὸν Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνό) στὴν ἐνάτη Κατήχησή του (S .C. 104, σελ. 114-118).  Ἀποσύρει τὴν προσοχή μας ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς ἐξωστρεφοῦς ἢ ἀκόμα καὶ ἀκτιβιστικῆς “φιλανθρωπίας” καὶ τὴν ἐπικεντρώνει στὸ μόνο μεγάλο θέμα, στὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, στὴν φιλανθρωπία ποὺ ἀπαιτεῖται νὰ ἐπιδείξει καὶ νὰ προσφέρει ὁ ἄνθρωπος στὴν ἀλλοτριωμένη, διψασμένη, πεινασμένη καὶ φυλακισμένη ἀπὸ τὰ πάθη ψυχή του. Καὶ καταλήγει μὲ τὸ τρομερὸ ἐπιγραμματικό: «Σεαυτὸν οὐκ ἠλέησας, οὐκ ἐλεηθήσῃ: Ἂν δὲν ἐλεήσεις τὸν ἑαυτό σου, δὲν θὰ ἐλεηθεῖς».
.           Σήμερα, ἐποχὴ τῶν μεγάλων παραχαράξεων ἀξίζει ἡ προσέγγιση στὴν πατερικὴ ΧΑΡΑΞΗ.

Τὸ πρωτότυπο κείμενο συνοδεύεται σὲ μερικὰ  κομμάτια ἀπὸ ἀπόδοση στὰ νέα ἑλληνικά.

(π. Ἀθ. Σ. Λ.)

.          Πῶς δὲ καὶ οἱ κατὰ τὸ δοκεῖν πτωχοὶ γεγονότες – ὥσπερ Χριστὸς ὁ Θεός, πλούσιος ὤν, ἐπτώχευσε δι᾿ ἡμᾶς- , αὐτοὺς ἡμᾶς ἐλεοῦντες τὸν δι᾿ ἡμᾶς γενόμενον ὡς ἡμεῖς ἐλεεῖν λογιζόμεθα; Νόει μοι καλῶς τὸ λεγόμενον. Ἐγένετο ὁ Θεὸς διὰ σὲ πτωχὸς ἄνθρωπος, γενέσθαι χρεωστεῖς καὶ σύ, ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, ὅμοιος ἐκείνῳ πτωχός. Πτωχὸς ἐκεῖνος κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα, πτωχός σύ κατά τήν Θεότητα. Σκόπησον (ἐξέτασε) τοίνυν πῶς θρέψεις αὐτόν, πρόσεχε ἀκριβῶς.
.          Ἐπτώχευσεν ἵνα σὺ πλουτήσῃς, ἵνα σοὶ μεταδῷ τοῦ πλούτου τῆς χάριτος αὐτοῦ· διὰ τοῦτο σάρκα ἀνέλαβεν ἐκεῖνος, ἵνα μεταλάβῃς σὺ τῆς ἐκείνου Θεότητος. Ὅταν γοῦν σεαυτὸν πρὸς ὑποδοχὴν αὐτοῦ εὐτρεπίσῃς, τότε ὑποδεχθήσεσθαι αὐτὸν ὑπὸ σοῦ λέγεται. Ὅταν δὲ δι᾿ ἐκεῖνον πεινᾷς σὺ καὶ διψᾷς, τροφὴ ἐκείνῳ καὶ πόσις ταῦτα λογίζεται. Πῶς; Ὅτι διὰ τούτων καὶ τῶν τοιούτων ἔργων καί πράξεων καθαίρεις σου τήν ψυχήν καί τοῦ λιμοῦ καί τοῦ ῥύπου τῶν παθῶν ἀπαλλάττεις σαυτόν· καί ὁ ἀναδεξάμενός σε οὕτω καί ἰδιοποιησάμενος τά κατά σέ πάντα Θεός καί θεόν σε ποιῆσαι ἐπιποθῶν, ὡς ἐκεῖνος ἐγένετο ἄνθρωπος, ἅπερ ποιεῖς σεαυτῷ, ἐκεῖνος ταῦτα πανθάνειν λογίζεται καί λέγει· “Ἐφ᾿ ὅσον ἐποίησας τῇ ἐλαχίστῃ ψυχῇ σου, ἐμοί ἐποίησας”. (Ἐπτώχευσε ὁ Θεός, γιὰ νὰ πλουτήσεις ἐσύ, γιὰ νὰ σοῦ μεταδώσει ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς Χάριτός Του. Γι᾽ αὐτὸ ἔλαβε σάρκα Ἐκεῖνος, γιὰ νὰ μεταλάβεις ἐσὺ τῆς Θεότητος Ἐκείνου. Ὅταν λοιπόν εὐτρεπίσεις τὸν ἑαυτό σου πρὸς ὑποδοχή Του, τότε λέγεται ὅτι γίνεται ὑποδοχὴ σ᾽Αὐτὸν ἀπὸ σένα. Κι ὅταν γιὰ Ἐκεῖνον πεινᾶς ἐσὺ καὶ διψᾶς, τότε αὐτὰ [ἡ πείνα καὶ ἡ δίψα] λογίζονται [θεωροῦνται, “πιάνονται”] γιὰ Ἐκεῖνον τροφὴ καὶ πόση. Πῶς; Διότι μ᾽ αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοια ἔργα καὶ πράξεις καθαρίζεις τὴν ψυχή σου καὶ ἀπαλλάττεις τὸν ἑαυτό σου ἀπὸ τὸν λιμὸ καὶ τὸν ρύπο τῶν παθῶν. Καὶ ὁ Θεός ποὺ ἔτσι σὲ ἀναδέχθηκε καὶ πῆρε ἀπάνω του σὰν δικά του ὅλα ὅσα σὲ ἀφοροῦν καὶ ποθεῖ δυνατὰ νὰ σὲ κάνει θεό, ὅπως Ἐκεῖνος ἔγινε ἄνθρωπος, ὅ,τι κάνεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου Ἐκεῖνος τὰ λογαριάζει πὼς τὰ παθαίνει ὁ Ἴδιος καὶ λέει: «Ἐφ᾽ ὅσον τὰ ἔκανες γιὰ τὴν ἐλαχίστη ψυχή σου, γιὰ μένα τά ᾽κανες.»)
.            Διὰ ποίων γὰρ ἄλλων ἔργων οἱ ἐν σπηλαίοις καὶ ὄρεσι τῷ Θεῷ εὐηρέστησαν, εἰ μὴ δι᾿ ἀγάπης πάντως καὶ μετανοίας καὶ πίστεως – πάντα γὰρ τὸν κόσμον ἀφέντες καὶ αὐτῷ μόνῳ ἀκολουθήσαντες, διὰ μετανοίας καὶ δακρύων ἐδέξαντό τε αὐτὸν καὶ ἐξένισαν, ἔθρεψάν τε καί διψῶντα ἐπότισαν -, ἄλλως δέ πάντες πάντως οἳ ἐκ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος υἱοὶ Θεοῦ χρηματίζουσιν, ἐλάχιστοι δὲ καὶ κατὰ κόσμον εἰσὶ καὶ πτωχοί; Οἱ οὖν γνόντες ἐν αἰσθήσει ψυχῆς ὅτι υἱοί γεγόνασι τοῦ Θεοῦ, οὐκέτι ἀνέχονται κόσμῳ καλλωπισθῆναι φθαρτῷ, ἐνδεδυμένοι γάρ εἰσι τὸν Χριστόν. Τίς δὲ ἀνθρώπων καταδέξεταί ποτε, πορφύρᾳ βασιλικῇ ἐστολισμένος, ῥυπῶντα και διερρωγότα χιτῶνα ἐπάνω ταύτης ἐνδύσασθαι; Οἱ δέ μὴ τοῦτο εἰδότες καὶ γυμνοί τοῦ βασιλικοῦ ὄντες ἐνδύματος, σπουδάσαντες δέ διά μετανοίας καί τν λλων, ς επομεν, γαθοεργιν καί νδυσάμενοι οτω τὸν Χριστόν, ατὸν κενον νδύουσι τὸν Χριστόν· χριστοὶ γὰρ καὶ αὐτοί, ὡς υἱοί Θεοῦ ἀπό τοῦ θείου βαπτίσματος, πέλουσιν. Εἰ δέ μή τοῦτο ποιήσουσιν, ἀλλά τούς γυμνούς  μέν ἅπαντας, τούς ἐν τῷ κόσμῳ, ἐνδύσουσιν, ἑαυτούς δέ γυμνούς καταλείψουσι, τί ὠφέλησαν; (Ἂν ὅμως δὲν  τὸ κάνουν αὐτό, ἀλλὰ ντύσουν ὅλους γενικῶς τοὺς γυμνούς ποὺ εἶναι στὸν κόσμο καὶ ἀφήσουν (πνευματικὰ) γυμνοὺς τοὺς ἑαυτούς τους, τί ὠφελήθησαν;) Εἶτα πάλιν, ἀδελφοὶ Χριστοῦ οἱ βαπτισθέντες εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λεγόμεθα· καὶ οὐ τοῦτο μόνον, ἀλλὰ καὶ μέλη ἐσμέν αὐτοῦ.
.          Ἀδελφὸς οὖν ὑπάρχων αὐτοῦ καί μέλος, ἐὰν πάντας μὲν ἄλλους τιμήσῃς, ξενίσῃς, θεραπεύσῃς, σεαυτόν δέ παρίδῃς καί διά πάντων οὐκ ἀγωνίσῃ εἰς τό ἀκρότατον τῆς κατά Θεόν πολιτείας καί τιμῆς ἀνελθεῖν, ἀλλά λιμῷ ὀκνηρίας ἤ δίψει ῥᾳθυμίας ἤ φυλακῇ στενωτάτῃ τοῦδε τοῦ ῥυπαροῦ σώματος διά γαστριμαργίας ἤ φιληδονίας τήν σεαυτοῦ ψυχήν καταλείψῃς ῥυπῶσαν, αὐχμῶσαν, ἐν βαθυτάτῳ σκότει κειμένην ὡσεί νεκράν, οὐχί τόν τοῦ Χριστοῦ ἐνύβρισας ἀδελφόν; Οὐχί πεινῶντα αὐτόν καί διψῶντα κατέλιπες; Οὐχί φυλακῇ ὄντα οὐκ ἐπεσκέψω αὐτόν; Τοιγαροῦν καί διά τοῦτο ἀκούσεις· “Σεαυτόν οὐκ ἠλέησας, οὐκ ἐλεηθήσῃ”. (Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶσαι ἀδελφὸς καὶ μέλος Του, ἐὰν τιμήσεις τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς φιλοξενήσεις, καὶ τοὺς φροντίσεις καὶ συγχρόνως παραμελήσεις τὸν ἑαυτό σου καὶ δὲν ἀγωνιστεῖς μὲ ὅλα τὰ μέσα νὰ ἀνέλθεις στὸ ἀκρότατο ἐπίπδεδο τῆς κατὰ Θεὸν πολιτείας καὶ τιμῆς, ἀλλὰ ἐγκαταλείψεις στὸν λιμὸ τῆς ὀκνηρίας ἢ στὴν δίψα τῆς ραθυμίας ἢ στὴν στενωτάτη φυλακὴ αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ ρυπαροῦ σώματος διὰ τῆς γαστριμαργίας ἢ φιληδονίας τὴν ψυχή σου βρωμερή, κατάξερη καὶ πεταμένη στὸ βαθύτατο σκοτάδι σὰν νεκρή, ἄραγε (μὲ ὅλα αὐτά) δὲν καταδικάζεις τὸν ἀδελφὸ τοῦ Χριστοῦ; Ἄραγε δὲν τὸν ἐγκατέλειψες ποὺ ἦταν πεινασμένος καὶ διψασμένος; Ἄραγε δὲν τὸν ἄφησες χωρὶς ἐπίσκεψη ποὺ ἦταν στὴν φυλακή; Χωρὶς ἄλλο λοιπὸν δικαιολογημένα θὰ ἀκούσεις : «Τὸν ἑαυτό σου δὲν ἐλέησες, δὲν θὰ ἐλεηθεῖς».)

, , , , , , ,

Σχολιάστε