Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δίκαιο

ΕΛΥΤΗΣ: «ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΤΕ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟ ΠΑΝΤΟΣ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ»

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.» λύτης: «Μν ξεχντε τν πατρίδα μας, κα πρ παντός, τ γλώσσα μας»Ἀλλὰ ἐμεῖς προτιμήσαμε τὶς συμβουλὲς τῶν Ἐργολάβων τῆς Ἀλλοτριώσεως, τῶν Διορισμένων, τῶν  Παπαγάλων, τῶν Ὁρκισμένων Μεταφραστῶν [π.χ. τῆς λειτουργικῆς γλώσσης!] καὶ τῶν «γαλαζοαίματων» τῆς Ὑποκρισίας καὶ τῆς Ὑποτέλειας.
.           Σήμερα δρέπουμε τοὺς πικροὺς καρποὺς τοῦ μινιμαλισμοῦ, τῆς ἀδιαφορίας, τῆς κακῶς νοουμένης ἀνεκτικότητας, τοῦ ψευτοπροοδευτισμοῦ, τῶν μουχλιασμένων ἰδεολογιῶν, τῆς γενικῆς μεταφραστικῆς μανίας, τῶν συμπλεγματικῶν συμπεριφορῶν, τῆς τριακονταετοῦς ἀφροσύνης μας.
.             Σήμερα Ἀμνήμονες  βυθιζόμαστε στὴν ἄβυσσο τῆς Μνημονιακῆς καταστροφῆς. Ἔτσι εἶναι.

λύτης: « γλώσσα εναι νας φορέας θους
πού, ν δν τν πακούσεις, θα τιμωρηθες»

.            Ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὁλοκληρώσεως τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν 100 χρόνων ἀπὸ τὴν γέννηση τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη τὸ 2011 στὴν Ἑλλάδα, τὸ Ἀθηναϊκὸ Πρακτορεῖο Εἰδήσεων παρουσίασε ἕνα ἀνέκδοτο κείμενο τοῦ ποιητῆ, ἀπὸ ὁμιλία του στοὺς Ἕλληνες μετανάστες στὴ Στοκχόλμη. Ἡ ὁμιλία τοῦ ποιητῆ ἔγινε τὸν Νοέμβριο τοῦ 1979, μετὰ τὴν τελετὴ ἀπονομῆς τοῦ βραβείου Νόμπελ τῆς Σουηδικῆς Ἀκαδημίας γιὰ τὸ ἔργο του.
.            Ἡ ὁμιλία μεταφέρεται αὐτούσια μὲ τὴν ἐπισήμανση τοῦ Ἐλύτη «ὅτι ἡ γλώσσα εἶναι ἕνας φορέας ἤθους πού, ἂν δὲν τὸν ὑπακούσεις, θὰ τιμωρηθεῖς».

 « Ἀγαπητοὶ φίλοι καὶ συμπατριῶτες,

.         Περίμενα πρῶτα νὰ τελειώσουν οἱ ἐπίσημες γιορτὲς ποὺ προβλέπει ἡ “ Ἑβδομάδα Νόμπελ” καὶ ὕστερα νά ᾽ρθῶ σ᾽ ἐπαφὴ μαζί σας. Τὸ ἔκανα, γιατί ἤθελα νὰ νιώθω ξένοιαστος καὶ ξεκούραστος.
.            Ξεκούραστος βέβαια δὲν εἶμαι. Χρειάστηκε νὰ βάλω τὰ δυνατά μου γιὰ νὰ τὰ βγάλω πέρα μὲ τὶς ἀπαιτήσεις τῆς δημοσιότητας, τὶς συνεντεύξεις καὶ τὶς τηλεοράσεις. Ἀλλὰ ἔνιωθα κάθε στιγμὴ ὅτι δὲν ἐκπροσωποῦσα τὸ ταπεινό μου ἄτομο ἀλλὰ ὁλόκληρη τὴ χώρα μου. Κι ἔπρεπε νὰ τὴν βγάλω ἀσπροπρόσωπη. Δὲν ξέρω ἂν τὰ κατάφερα. Δὲν εἶμαι καμωμένος γιὰ τέτοια. Γιὰ τιμὲς καὶ γιὰ δόξες. Τὴ ζωή μου τὴν πέρασα κλεισμένος μέσα σὲ 50 τετραγωνικὰ (μέτρα), παλεύοντας μὲ τὴ γλώσσα. πειδ ατ εναι στ βάθος ποίηση: μία πάλη συνεχς μ τ γλῶσσα. Τ γλώσσα τν λληνικ πο εναι πι παλι κα πι πλούσια γλῶσσα το κόσμου. Ὅ,τι καὶ νὰ πεῖ ἕνας ποιητής, μικρὸ ἢ μεγάλο, σημαντικὸ ἢ ἀσήμαντο, δὲν φέρνει ἀποτέλεσμα. Θέλω νὰ πῶ, δὲν γίνεται ποίηση, ν δν περάσει π τν κρισάρα τς γλώσσας, ἂν δὲν φτάσει στὴν ὅσο γίνεται πιὸ τέλεια ἔκφραση. Ἀκόμα καὶ οἱ πιὸ μεγάλες ἰδέες, οἱ πιὸ εὐγενικές, οἱ πιὸ ἐπαναστατικές, παραμένουν σκέτα ἄρθρα, ἐὰν δν καταφέρει τεχνίτης ν ταιριάσει σωστ τ λόγια του. Μόνον τότε μπορε νας στίχος ν φτάσει στ χείλια τν πολλν, ν γίνει κτμα τους. Μόνον τότε μπορεῖ νά ᾽ρθεῖ καὶ ὁ συνθέτης νὰ βάλει μουσική, νὰ γίνουν οἱ στίχοι τραγούδι. Καὶ γιὰ ἕνα τραγούδι ζοῦμε, στὸ βάθος, ὅλοι μας. Τὸ τραγούδι ποὺ λέει τοὺς καημοὺς καὶ τοὺς πόνους τοῦ καθενός μας. Τόσο εἶναι ἀλήθεια ὅτι τὸ μεγαλεῖο καὶ ἡ ταπεινοσύνη πᾶνε μαζί, ταιριάζουν.
.            Ταπεινὰ ἐργάστηκα σ᾽ ὅλη μου τὴ ζωή. Καὶ ἡ μόνη ἀνταμοιβὴ ποὺ γνώρισα πρὶν ἀπὸ τὴ σημερινά, ἦταν ν ἀκούω τοὺς συμπατριῶτες μου νὰ μὲ τραγουδοῦν. Νὰ τραγουδοῦν τὸ “Ἄξιόν Ἐστι”, ποὺ μοῦ χρειάστηκε τεσσάρων χρόνων μοναξιὰ καὶ ἀδιάπτωτη προσπάθεια, γιὰ νὰ τὸ τελειώσω. Δὲν τὸ λέω γιὰ νὰ περηφανευτῶ. Δὲν ἔρχομαι σήμερα γιὰ νὰ σᾶς κάνω τὸν σπουδαῖο. Κανεὶς δὲν εἶναι σπουδαῖος ἀπὸ μᾶς. Ἀπὸ μᾶς, ἄλλος κάνει τὴ δουλειά του σωστὰ κι ἄλλος δὲν τὴν κάνει. Αὐτὸ εἶναι ὅλο. Ὅμως θέλω νὰ μάθετε, ὅπως τὸ ἔμαθα κι ἐγὼ στὰ ἑξηνταοχτὼ μου χρόνια : μόνον ἂν κάνεις σωστὰ τὴ δουλειά σου, ὁ κόπος σου δὲν πάει χαμένος.»

 Ἀγαπητοὶ φίλοι,

.            Ξέρω, μαντεύω, ὅτι πολλοὶ ἀπὸ σᾶς περίμεναν ἄλλα πράγματα ἀπὸ μένα. Τοὺς ζητῶ συγγνώμη ποὺ δὲν θὰ τοὺς ἱκανοποιήσω. Ἂν εἶχα τὸ ταλέντο τοῦ ὁμιλητῆ, τοῦ δάσκαλου, τοῦ ἡγέτη, θὰ εἶχα ἴσως ἀφιερωθεῖ στὴν πολιτική. Τώρα δὲν εἶμαι παρὰ ἕνας γραφιὰς ποὺ πιστεύει σὲ ὁρισμένα πράγματα, κι αὐτὰ τὰ πράγματα θέλει νὰ τὰ γνωρίσει καὶ στοὺς ἄλλους, νὰ τὰ βγάλει ἀπὸ μέσα του, νὰ τὸ κάνει ἔργο. Ἐμένα μοῦ ἔλαχε ν᾽ ἀγαπήσω τὸν τόπο μου, ὅπως τὸν ἀγαπᾶτε κι ἐσεῖς. Νὰ τί εἶναι ποὺ μᾶς ἑνώνει ἀπόψε ὅλους ἐδῶ πέρα. γάπη μας γι τν λλάδα. Βέβαια, ὑπάρχουν πολλοὶ τρόποι ν᾽ ἀγαπᾶ ἕνας λαὸς τὴ χώρα του. Ἀλλὰ γιὰ τὸν ποιητή, πιστεύω, ὑπάρχει μόνον ἕνας: ν᾽ ἀνήκει σ᾽ ὁλόκληρο τὸν λαό του. Πάνω ἀπὸ τὶς διαιρέσεις καὶ τὶς διχόνοιες, ὁ ποιητὴς νὰ στέκει καὶ ν᾽ ἀγαπᾶ ὅλον τὸν λαό του, ν᾽ ἀνήκει τὸ ξαναλέω, σ᾽ ὅλο τὸν λαό του. Δὲ γίνεται ἀλλιῶς. πατρίδα εναι μία. Ὁ καθένας στὸν τομέα του ἂς ἔρθει κι ἂς κάνει κάτι, ὅπως αὐτὸ τὸ νομίζει καλύτερα. Ὅμως ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος βλέπει τὸ σύνολο. Θέλω ἢ πιστεύω πὼς ἴσως κι ὁ ξενιτεμένος, τὸ ἴδιο.
.            Γιὰ μᾶς ἡ Ἑλλάδα εἶναι αὐτὲς οἱ στεριὲς οἱ καμένες στὸν ἥλιο κι αὐτὰ τὰ γαλάζια πέλαγα μὲ τοὺς ἀφροὺς τῶν κυμάτων. Εἶναι οἱ μελαχρινὲς ἢ καστανόξανθες κοπέλες, εἶναι τ᾽ ἄσπρα σπιτάκια τ᾽ ἀσβεστωμένα καὶ τὰ ταβερνάκια καὶ τὰ τραγούδια τὶς νύχτες μὲ τὸ φεγγάρι πλάι στὴν ἀκροθαλασσιὰ ἢ κάτω ἀπὸ κάποιο πλατάνι. Εναι ο πατεράδες μας κι ο παπποδες μας μ τ τουφέκι στ χέρι, ατο πο λευτερώσανε τν πατρίδα μας κα πι πίσω, πι παλιά, λοι μας ο πρόγονοι πο κι ατο να μονάχα εχανε στ νο τος –πως κι μες σήμερα : τν γώνα γι τ λευτεριά.
.            Εἶπε ἕνας Γάλλος ποιητής, ὁ Ρεμπώ, πὼς ἡ πράξη γιὰ τὸν ποιητὴ εἶναι ὁ λόγος του. Κι εἶχε δίκιο. Αὐτὸ ἔκανε ὁ Σολωμός, ποὺ γιὰ νὰ γράψει τὸ ἀθάνατο ποίημά του “ Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι”, ἔσωσε καὶ παρέδωσε στὴ φυλετική μας μνήμη τὸ Μεσολόγγι καὶ τοὺς ἀγῶνες του. Αὐτὸ ἔκαναν ὁ Παλαμᾶς, ὁ Σικελιανός, ὁ Σεφέρης. Στὰ φτωχά μου μέτρα τὸ ἴδιο πάσχισα νὰ κάνω κι ἐγώ. Πάσχισα νὰ κλείσω μέσα στὴν ψυχή μου, τὴν ψυχὴ ὅλου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ν δ πόσο μοιάζανε λοι ο γνες του, π τν ρχαία ποχ σαμε σήμερα, γι τ δίκιο κα γι τ λευτεριά. Κι ατ θ κάνω σα χρόνια μοῦ δώσει Θες ν ζήσω. Αὐτὴ εἶναι ἡ πράξη μου. Καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔφτασαν νὰ τὴν ἀναγνωρίσουν οἱ ξένοι, εἶναι μία νίκη. Ὄχι δική μου νίκη. Δική σας. Γι᾽αὐτὸ σας εὐχαριστῶ. Κι ἄν μοῦ τὸ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς δώσω μία γνώμη -ἀκοῦστε την: ὅσο καλὰ κι ἂν ζεῖτε σ᾽ αὐτὴ τὴ φιλόξενη, τὴν εὐγενικὴ χώρα, ὅσο κι ἂν νιώθετε καλὰ καὶ στεριώνετε, καὶ κάνετε οἰκογένεια –μν ξεχντε τν πατρίδα μας, κα πρ παντός, τ γλώσσα μας. Πρέπει νσαστε περήφανοι, νμαστε λοι περήφανοι, μες κα τ παιδιά μας γι τ γλώσσα μας. Εμαστε ο μόνοι σ᾽ λόκληρη τν Ερώπη πο χουμε τ προνόμιο ν λέμε τν οραν “ οραν” κα τ θάλασσα “ θάλασσα”, πως τν λεγαν μηρος κα Πλάτωνας πρν δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Δὲν εἶναι λίγο αὐτό. γλώσσα δν εναι μόνον να μέσο πικοινωνίας. Κουβαλάει τν ψυχ το λαο μας κι λη του τν στορία κα λη του τν εγένεια. Χαίρομαι κι ατ τ στιγμ πο σς μιλάω σ᾽ ατ τ γλώσσα κα σς χαιρετ, σᾶς ἀποχαιρετῶ μᾶλλον, ἀφοῦ ἡ στιγμὴ ἔφθασε νὰ φύγω.
.            Ὅμως ἕνα κομμάτι τῆς ψυχῆς μου σᾶς τὸ ἀφήνω μαζὶ μ᾽ ἕνα μεγάλο εὐχαριστῶ ποὺ μὲ ἀκούσατε. Μακάρι νὰ μποροῦσε νὰ σᾶς μείνει, νὰ τὸ κρατήσετε, σὰν ἕνα μικρὸ φυλαχτὸ ἀπὸ τὴν πατρίδα.”

 ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

ΠΗΓΗ: greeknewsonline.com

, , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΦΑΝΑΡΑΚΙ ΤΟΥ ΔΙΟΓΕΝΗ

«Αὐτό εἶναι τὸ σύστημα ἀτιμωρησίας ποὺ ἔχει ἐφεύρει γιὰ τὸν ἑαυτό του τὸ πολιτικὸ σύστημα. Καὶ γι’ αὐτό δὲν ὑπάρχουν ἀθῶοι. Φυσικά, ἡ μεγάλη πλειονότητα τῶν πολιτικῶν προσώπων δὲν εἶναι Μαντέληδες. Ὅμως ἔχουν εὐθύνη γιατί ψήφισαν νόμους καὶ ἔφτιαξαν ἐλεγκτικοὺς μηχανισμούς (περί εὐθύνης ὑπουργῶν, πόθεν ἔσχες κ.ἄ.), ποὺ τοὺς ἀφήνουν στὸ ἀπυρόβλητο. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ψήφιζαν “ὄχι” στὴν ἄρση ἀσυλίας συναδέλφων τους, ἀκόμα κι ἂν οἱ πράξεις γιὰ τὶς ὁποῖες διώκονταν δὲν εἶχαν καμιά σχέση μὲ τὴν ἄσκηση τῶν καθηκόντων τους.
Ἡ ἀντιμετώπιση τῆς διαφθορᾶς στὴν πολιτικὴ δὲν γίνεται μὲ διακηρύξεις ἠθικοπλαστικοῦ περιεχομένου.  Χρειάζεται ρεαλισμός, ἀσφαλιστικὲς δικλεῖδες ποὺ θὰ θέτουν ἐμπόδια στοὺς ἀσκοῦντες ἐξουσία καὶ σύστημα τιμωρίας ἀποτελεσματικό.» (ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΕΛΙΑΣ, «Ἡ αἴσθηση τῆς ἀτιμωρησίας, πρώτη αἰτία τῆς ἀσυδοσίας», Ἐλευθεροτυπία, Σάββατο 29 Μαΐου 2010)
  1. Πράγματι ἡ ἀτιμωρησία εἶναι τὸ θερμοκήπιο τῆς ἀσυδοσίας. Ἡ συντεταγμένη κοινωνία, γιὰ νὰ προστατεύσει τὴν συνοχή της, ἔχει θεσπίσει ὑποχρεωτικοὺς ρυθμιστικοὺς κανόνες, ποὺ εἴτε δροῦν παιδαγωγικῶς καὶ προληπτικῶς ἀποθαρρύνοντας τὴν τέλεση ἀδικημάτων εἴτε ἐνεργοῦν κατασταλτικῶς καὶ θεραπευτικῶς ὑπὸ μορφὴν ποινῶν. Ἡ σχέση κοινωνίας, ἀδικήματος καὶ ποινῆς εἶναι πανάρχαια. Συνεπῶς “παραδοσιακή”. Μέσα ὅμως στὸ γενικότερο κλίμα ἀμφισβητήσεως τῶν παραδεδομένων ἀρχῶν φτάσαμε στὴν πραγματικὴ ἀναίρεση αὐτῆς τῆς ἀρχῆς. «Ὥσπερ γὰρ διὰ τὰ νοσήματα τὰ φάρμακα, οὕτω διὰ τὰ ἀμαρτήματα αἱ κολάσεις» (Ἄγ. Ἰω. Χρυσόστομος, Εἰς Γέν. λόγ. Δ´, 2, ΕΠΕ 8,68· PG 54, 596)
  2. Ἀλλὰ ἡ ἀνωτέρω ἐπισήμανση πάσχει, διότι ἐνῶ ἐντοπίζει τὸ πρόβλημα, ἀδυνατεῖ νὰ ἐμβαθύνει ἀποτελεσματικῶς.
    α) Μέμφεται τὶς ἠθικοπλαστικὲς διακηρύξεις, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ μέμφεται τὴν ὑποκρισία. Δὲν φταίει ἡ ἠθική, ἀλλὰ ἡ ὑποκριτικὴ μεταχείριση τῆς ἠθικῆς καὶ τὸ σκόπιμο ἀνακάτεμα τοῦ… «νόμιμου καὶ τοῦ ἠθικοῦ».  Ἂν κάτι μᾶς λείπει εἶναι πράγματι ἡ ἠθική, ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς συνειδήσεως. Ἀπαξιώνει τὴν ἠθικὴ καὶ συνεπῶς καὶ τὴν συνείδηση. Ἀλλὰ τελικῶς ὅλοι ἐπικαλοῦνται τὴν συνείδηση. Στὶς Ἐπιτροπές, στὰ δικαστήρια, στὴν πολιτικὴ βιτρίνα. Παντοῦ. Πρὸ ἔτους π. χ. τὸ Ὑπουργεῖο Οἰκονομικῶν εἶχε ἀποδυθεῖ σὲ διαφημιστικὴ καμπάνια, ὥστε νὰ ἀναπτυχθεῖ «φορολογικὴ συνείδηση»! Μὰ ἡ συνείδηση δὲν εἶναι μόνο γιὰ κεῖ ποὺ μᾶς «συμφέρει» ἢ μᾶς πονάει. Ἂν ὑπάρχει, ὑπάρχει καὶ ἰσχύει σὲ ὅλους τοῦς “τομεῖς” τῆς ζωῆς. Καὶ βεβαίως δὲν εἶναι ἠθικοπλαστικὴ διακήρυξη. Ὁ Κant παρομοιάζει μία κοινότητα ἀνθρώπων, ποὺ ἐνδιαφέρεται μόνο γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ συμμόρφωση πρὸς τὶς ἐπιταγὲς τοῦ δικαίου, μὲ τὸ κουκλοθέατρο, ὅπου οἱ μαριονέτες χειρονομοῦν σωστά, χωρὶς ὡστόσο νὰ ἐμφανίζουν ἴχνος ζωῆς.
    β) Ἐξ ἄλλου ἡ καλλιέργεια τῆς συνειδήσεως, τοῦ εὐσυνειδήτου μέλους τῆς κοινωνίας, τοῦ Πολίτου καὶ τοῦ Πολιτικοῦ, ξεκινᾶ ἀπὸ νωρίς. Στὴν Οἰκογένεια καὶ στὸ Σχολεῖο. Καὶ τὰ δύο ὅμως αὐτὰ μεγέθη ἔχουν συστηματικῶς ὑπονομευθεῖ μὲ τὴν ἀνοχή μας ἢ τὸ καπρίτσιο μας. Ὁπότε φαῦλος κύκλος.
  3. Κατὰ συνέπειαν, ὅταν δὲν ἐντοπίζεις τὸ πρόβλημα στὴ ρίζα του, τὴν ἀρρώστια στὸ βάθος της, τότε καὶ ἡ θεραπεία ἀποβαίνει ἀλυσιτελής. Οἱ προτεινόμενες «ἀσφαλιστικὲς δικλεῖδες» καὶ τὸ ἐν γένει θεσμικὸ πλαίσιο εἶναι καλά, ὅταν ὑπάρχουν ΑΝΘΡΩΠΟΙ, γιὰ νὰ τά ἐφαρμόσουν. Μιὰ κοινωνία ποὺ δὲν φρόντισε νὰ αὐτορρυθμισθεῖ σωστὰ γιὰ τὴν ἐπιβίωσή της, τότε θὰ δρέψει τοὺς καρποὺς τῆς ἀνευθυνότητάς της. Ὅσο θεσμικὸ πλαίσιο κι ἂν ὑπάρχει, ὅσες τιμωρίες κι ἂν προβλέπει ὁ νόμος, ἂν δὲν ὑπάρχουν βουλευτὲς ἢ δικαστές, δηλ. ΑΝΘΡΩΠΟΙ, μὲ ζωντανὴ συνείδηση βγαλμένοι μέσα ἀπὸ μιὰ κοινωνία ΑΝΘΡΩΠΩΝ, τότε οἱ νόμοι πολὺ εὔκολα παρακάμπτονται καὶ οἱ ἀσφαλιστικὲς δικλεῖδες παραβιάζονται.  Ἂν δὲν ὑπάρχουν ΑΝΘΡΩΠΟΙ νὰ στελεχώνουν τὴν δημόσια Λειτουργία, τότε εὐσυνείδητη ἄσκηση καθηκόντων, μὴ περιμένουμε. Ἂς μὴ μᾶς ξεφεύγει δὲ καὶ κάτι πολὺ σημαντικό: Ὁ νόμος δὲν πέφτει οὐρανοκατέβατος. Πίσω καὶ μέσα του κρύβεται ὁ Νομοθέτης. Συνεπῶς πάλι ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ζητᾶμε, ὄχι θεσμό, ὄχι δικλείδα, ἀλλὰ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ. ΜΕ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ. Αὐτοὶ μᾶς λείπουν. Αὐτοὶ μᾶς χρειάζονται. Αὐτοὺς πρέπει νὰ ψάξουμε ὡς κοινωνία. Μὲ τὸ φαναράκι τοῦ Διογένη.

, , , ,

Σχολιάστε