Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Γ. Φίλιας

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΣΥΛΛΗΨΕΩΣ τῆς Θεοτόκου (Ἑορτὴ τῆς Ἁγ. Ἄννης);

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ
ΤΗΣ ΣΥΛΛΗΨΕΩΣ τῆς Θεοτόκου

(Ἑορτὴ τῆς Ἁγ. Ἄννης);

 Βλ. σχετ.:
ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΓΕΝΕΣΙΟΥ τῆς Θεοτόκου;
ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ τῆς Θεοτόκου;
ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ τῆς Θεοτόκου;
ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς Θεοτόκου; (παρὰ τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν)
ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς Θεοτόκου; (παρὰ τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν)-2

Ἡ ἑορτὴ τῆς Συλλήψεως

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Γεωργίου Ν. Φίλια, καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν:
«Οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας»,
ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι, 2004,
σελ. 27-29

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.              Στὶς 9 Δεκεμβρίου ἑορτάζεται ἡ «Σύλληψις τῆς Θεοτόκου» (ἑορτὴ τῆς ἁγίας Ἄννης, μητέρας τῆς Θεοτόκου). Τὸ μηνολόγιο τῆς ἡμέρας ἐκθέτει τὰ ἑορταζόμενα γεγονότα: πρὸς τὸν Ἰωακεὶμ καὶ τὴν Ἄννα, ὁ Θεὸς προεμήνυσε τὴ σύλληψη τῆς ἀγόνου καὶ στείρας, ἵνα βεβαιώσῃ τῆς Παρθένου τὴν γέννησιν. Ὅθεν συνελήφθη ἡ ἁγία παρθένος…ἐξ ἐπαγγελίας μέν, ἐξ ἀνδρὸς δὲ συναφείας [1]. Ἀπὸ τὸ ἑορτολογικὸ περιεχόμενο ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἡ βαρύτητα εὑρίσκεται στὸ γεγονός, τὸ ὁποῖο θὰ ἐπακολουθήσει καὶ στὸ ὁποῖο εἰσάγει ἡ Σύλληψη: στὴν γέννηση τῆς Παρθένου. Γι᾿αὐτὸ οἱ δύο ἑορτὲς (Σύλληψη καὶ Γενέσιον) εὑρίσκονται σὲ συνάφεια περιεχομένου, τοῦτο δὲ φαίνεται καὶ στοὺς ἐγκωμιαστικοὺς λόγους τῶν ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων.
.             Τὰ αἴτια καὶ οἱ χρονικὲς παράμετροι τοῦ ἡμερολογιακοῦ καθορισμοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ διερευνηθοῦν πλήρως. Θὰ ἀναμείνουμε, μᾶλλον, τὰ δεδομένα καθορισμοῦ τῆς ἑορτῆς τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου), ἐκ τῆς ὁποίας προφανῶς καθορίστηκε ἡ κατὰ ἐννέα μῆνες ἐνωρίτερον (περίοδος κυήσεως) ἡμερομηνία τῆς 9ης Δεκεμβρίου. Γι᾽ αὐτὸ ἡ ἑορτὴ τῆς Συλλήψεως δὲν ἀπετέλεσε ἀντικείμενο κάποιας ἰδιαίτερης σύγχρονης μελέτης, ἀλλὰ καὶ δὲν ἀπησχόλησε εὐρέως τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς. Ὅπως θὰ ἐπισημάνουμε κατωτέρω, ἐλάχιστοι ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς ἀσχολήθηκαν μὲ τὴν ἑορτή, κυρίως δὲ μετὰ τὸν 8ο αἰ.
.             Οἱ πρῶτες μαρτυρίες τελέσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Συλλήψεως ἀνάγονται στὰ τέλη τοῦ 7ου- ἀρχὲς τοῦ 8ου αἰ. [2] Ἔκτοτε, ἡ ἑορτὴ διαδόθηκε εὐρύτατα, μὲ ἀποκορύφωμα τὸν 12ο αἰ., ὅταν ἐπὶ αὐτοκράτορος Μανουὴλ Κομνηνοῦ ἔλαβε ἐπίσημο κρατικὸ χαρακτήρα[3]. Εἶναι προφανές –μὲ βάση τὰ προεκτεθέντα εἰσαγωγικὰ περὶ χρονολογικῆς ἐμφανίσεως τῶν θεομητορικῶν ἑορτῶν– ὅτι ἡ ἑορτὴ τῆς Συλλήψεως εἶναι σχετικῶς μεταγενέστερη τῶν πρώτων θεομητορικῶν ἑορτῶν. Οἱ πηγὲς τῶν γεγονότων τῆς ἑορτῆς εἶναι μὲν τὰ ἀπόκρυφα κείμενα ἀλλὰ ἡ ἑορτολογικὴ παράδοση φαόινεται ὄτι ὑπῆρξε διστακτικὴ ἀπέναντι σὲ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐγκυμονοῦσαν κινδύνους συγχύσεως μὲ εἰδωλολατρικὰ παράλληλα.
.             Δὲν ὑπάρχουν ἐρωτηματικὰ ἱστορικῆς φύσεως σχετικῶς μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Συλλήψεως. Οἱ πτυχὲς τῆς πανηγύρεως, ὅπως θὰ ἀποκαλυφθοῦν στὶς ἐλάχιστες συναφεῖς Ὁμιλίες τῶν ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, φρονοῦμε ὅτι περισσότερο μᾶς εἰσάγουν στὸ θαυμαστὸ γεγονὸς τῆς γεννήσεως τῆς Θεοτόκου ὡς μητέρας τοῦ Σωτήρα, καὶ ὀλιγότερο μᾶς ἐμποιοῦν τὴν ἐντύπωση ἑνὸς ἑορτασμοῦ μὲ θεολογικὲς ἰδιαιτερότητες. Ἡ ἑορτὴ τῆς Συλλήψεως, βεβαίως, ἐμπίπτει στὶς θεομητορικὲς ἑορτὲς καὶ ὡς ἐκ τούτου θεωρεῖται ἡ ἐναρκτήριος ὅλων τῶν ὑπολοίπων. Ἐδῶ εὑρίσκεται καὶ ἡ σημασία της, καθὼς καὶ ἡ ἀξία τῶν Ἐγκωμιαστικῶν Ὁμιλιῶν.
.         Τὸ ἀρχαιότερο ἐγκώμιο τῆς ἑορτῆς εἶναι ὁ Λόγος εἰς τὴν Σύλληψιν τῆς Ἁγίας Ἄννης τοῦ Ἰωάννου μοναχοῦ καὶ πρεσβυτέρου Εὐβοίας (8ος αἰ.)[4].

[…]

1. Μηναῖο τοῦ Δεκεμβρίου, Ἀθῆναι, Ἀποστολικὴ Διακονία, 1963, σ.66.
2. Βλ. Περισσότερα ἐν M. Jugie, «Homélies mariales byzantines», ἐν P.Graffin, Patrologia Orientalis 16(3), 1921, σ. 483.
3. Ἰω. Καλογήρου, «Μαρία», Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία, 8, 1966, στ. 664.
4. PG 96, 1459C- 1500B.

, , ,

Σχολιάστε

ΛΙΤΑΝΕΥΕΤΑΙ ΑΡΑΓΕ Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ;

ΛΙΤΑΝΕΥΕΤΑΙ ΑΡΑΓΕ Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ;

Ὁ θεολογικός σύμβουλος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μάνης καθηγητής τῆς Λειτουργικῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Γ. Φίλιας, στόν ὁποῖο θέσαμε τό παραπάνω ἐρώτημα, ἔδωκε τήν παρακάτω ἀπάντησιν, τήν ὁποίαν καί προσυπογράφουμε.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΑΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Γ´

 

Η ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ

.             §1 Ἡ ἀπεικόνισις τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἀπότοκος τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ καταγράφει τὶς σχέσεις μεταξὺ τῶν τριῶν Προσώπων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Εἰκονολογίαν ἐπιτρεπτὴ εἶναι ἡ ἀπεικόνισις μόνον ὅσων εἴδαμεν καὶ συνέβησαν ἱστορικῶς, τῶν προφητικῶν ὁράσεων καὶ συμβόλων τοῦ σαρκωθέντος Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν Ἁγίων.
.             Εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἡ ἀπεικόνισις τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἀπαγορευμένες, ἐπειδὴ ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀπαγορεύει σὲ πολλὰ ἐδάφια τὶς ἀπεικονίσεις τῆς ἀόρατης Θεότητας1. Σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἡ Ἐνσάρκωσις τοῦ Λόγου δίδει τὴν δυνατότητα ἀπεικονίσεως μόνον τοῦ Υἱοῦ, καὶ μόνον κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν Του. Μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου, κατὰ τὴν τελευταίαν βυζαντινὴν περίοδον καὶ ἑξῆς, ἤρχισε νὰ ὑποστηρίζεται ἡ ἄποψις ὅτι καὶ ὁ ἄναρχος Πατὴρ πρέπει νὰ ζωγραφίζεται καθὼς ἐφάνη εἰς τὸν προφήτην Δανιὴλ ὡς «Παλαιὸς τῶν Ἡμερῶν».
.             Ἡ ἀπεικόνισις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς περιστεριοῦ ἐπιτρέπεται μόνον εἰς τὴν εἰκόνα τῶν Θεοφανείων, ὅπου τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐμφανίστηκε «ἐν εἴδει περιστερᾶς». Ἐπιτρέπεται, ἐπίσης, ἡ ἀπεικόνισις τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν Πεντηκοστήν, ὅταν «διεμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός» ἦλθον καὶ ἐστάθηκαν ἐπάνω τῆς κεφαλῆς τῶν Ἀποστόλων (Πράξεις 2, 3).

.             §2 Εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ὑπάρχουν δύο ἀπεικονίσεις τοῦ συνόλου τῆς Ἁγίας Τριάδος: ἡ πρώτη εἶναι ἡ παράστασις τῶν τριῶν Ἀγγέλων καὶ φέρει τὴν ἐπιγραφὴν «Ἡ Ἁγία Τριάς» ἤ «Ἡ φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ». Ἡ ἀπεικόνισις αὐτὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἡ παραδοσιακὴ καὶ γενικῶς ἡ πλέον ἀποδεκτή.
.             Ἡ δευτέρα ἀπεικόνισις εἶναι ἡ παράστασις τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, δηλαδὴ τοῦ Πατρὸς ὡς γέροντος μὲ λευκὰ μαλλιὰ καὶ γένια, τοῦ Υἱοῦ ποὺ εἰκονίζεται καθισμένος εἰς τὰ δεξιά Του καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴ μορφὴν περιστερᾶς νὰ ἵπταται ἀνάμεσά τους. Ὁ τύπος αὐτὸς τῆς ἀπεικονίσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος μαρτυρεῖται (ὅπως προανεφέρθη) εἰς τοὺς ἔσχατους βυζαντινοὺς καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τοὺς μεταβυζαντινοὺς χρόνους ἐξ αἰτίας δυτικῆς ἐπιδράσεως.
.             Ὑπάρχει καὶ μία τρίτη ἀπεικόνισις, εἰς τὴν ὁποίαν παρουσιάζεται ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Τριάς, χωρὶς ὡστόσο τὸ ἀντικείμενον τῆς εἰκόνος νὰ ἀναφέρεται εἰς Αὐτήν. Εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου, ποὺ ἴσως νὰ εἶναι καὶ ἡ πλέον ἀντιπροσωπευτικὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος.

.             §3 Νὰ ἐπιμείνομεν εἰδικότερον περὶ τῆς ἀπεικονίσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος μέσῳ τοῦ γεγονότος τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ.
.             Διὰ τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ρητὲς μαρτυρίες τῆς Καινῆς Διαθήκης, μαρτυροῦνται καὶ ὑπαινιγμοὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι καὶ ἡ εμφάνισις τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν Ἀβραὰμ ὑπὸ τὴν μορφὴν τριῶν ἀνδρῶν.
Εἰς τὴν Γένεσιν (18,1)  ἀναφέρεται ὅτι ἐνῶ ὁ Ἀβραὰμ ἐκάθητο πλησίον τῆς δρυὸς τοῦ Μαμβρῆ, ὅπου εἶχε κατασκηνώσει, τὸν ἐπεσκέφθηκαν τρεῖς ἄγνωστοι ἄνδρες. Ὁ Ἀβραὰμ τοὺς ὑπεδέχθη μὲ ἐγκαρδιότητα καὶ ἀγάπη, ἐν συνεχείᾳ δὲ τοὺς παρέθεσε πλούσιον γεῦμα. Κατὰ τὴν συζήτησιν οἱ ἄγνωστοι ἐπισκέπται ἀνήγγειλαν εἰς τὸν Ἀβραὰμ ὅτι ἡ γυναίκα του, Σάρρα, θὰ ἀποκτήσει συντόμως παιδί, ὅπως καὶ ἔγινε.
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ βιβλικὸν αὐτὸ γεγονὸς εἶδον μίαν προτύπωσιν τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸ ὁποῖον ἀπεκαλύφθη πλήρως εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην. Ἐπειδὴ- εἰς τὴν συνέχειαν τῆς βιβλικῆς διηγήσεως- οἱ δύο ἀπὸ τοὺς τρεῖς ἄνδρας ἐμφανίζονται ὡς Ἄγγελοι, ἐπεκράτησε νὰ εἰκονίζονται καὶ οἱ τρεῖς μὲ τὴν ἀγγελικὴν μορφήν. Παρόμοια εἰκόνα ὑπῆρχε καὶ ἐτιμᾶτο εἰς τοὺς ἀρχαίους καιροὺς εἰς τὸν τόπον, ὅπου ἔγινε ἡ φιλοξενία τοῦ Ἀβραὰμ κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ Εὐσεβίου Καισαρείας. 

Ἡ ὑπεροχὴ τοῦ μέσου Ἀγγέλου ἐπεκράτησε εἰς πολλὰς εἰκόνας τῆς φιλοξενίας. Αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωσαν ὁρισμένοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός) εἰς τὸ γεγονός.
.             Οἱ Πατέρες εἶδαν (εἰς τὸ γεγονὸς τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ) τὴν ἐμφάνισιν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ συνοδευομένου ὑπὸ δύο Ἀγγέλων, ἐνῶ ἄλλοι Πατέρες (Κύριλλος ὁ Ἀλεξανδρείας, Ἀμβρόσιος ὁ Μεδιολάνων) ἑρμήνευσαν τὴν ἐπίσκεψιν τῶν τριῶν ἀνδρῶν ὡς προτύπωσιν ὁλοκλήρου τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως, ὅτι ὁ μέσος Ἄγγελος ὄχι μόνον ὑπερέχει εἰς μέγεθος τῶν δύο ἄλλων, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὁ μόνος ποὺ κρατᾶ εἰλητάριον. Αὐτὸ ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸν στοιχεῖον τῆς εἰκονογραφίας τοῦ Χριστοῦ, ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς χρόνους· διὰ τοῦτο καὶ ὑπεστηρίχθη ὅτι, ἐπειδὴ μάλιστα ἔχει καὶ ἔνσταυρον φωτοστέφανον, συμβολίζει τὸν Χριστὸν ἤ κατ᾿ ἄλλους τὸν Θεὸν Πατέρα.
Εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν (κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ἄγγελοι εἰκονίζονται ὡς ἰσοκέφαλοι, χωρὶς δηλαδὴ διάκρισιν μεγέθους καὶ ἄλλων χαρακτηριστικῶν), ἡ εἰκόνα θέλει νὰ δηλώσει τὴν ἰσοτιμίαν τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος.
.             Ἡ πατερικὴ ἑρμηνεία τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραὰμ ὡς συμβολισμοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐπηρέασε καὶ τὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔτσι, ἕνα τροπάριον τῆς Κυριακῆς τοῦ Παραλύτου παρουσιάζει ὡραιότατα τὸν συμβολισμόν: «Μέτοικος ὑπάρχων ὁ Ἀβραάμ, κατηξιώθη τυπικῶς ὑποδέξασθαι, ἑνικὸν μὲν Κύριον ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν, ὑπερούσιον, ἀνδρικαῖς δέ μορφώσεσιν» (Κανὼν Μεσονυκτικοῦ, ᾠδὴ ϛ´).

.             §4 Ἄς ἐπιμείνομεν περισσότερον εἰς τὴν θεολογικὴν ἑρμηνείαν τοῦ γεγονότος τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραὰμ ὡς ἀπεικονίσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος.
.             Ποῖα τὰ σημάδια ὅτι οἱ τρεῖς ξένοι εἶναι ὁ Θεός; Ὁ Ἀβραὰμ τρέχει καὶ τοὺς προσκυνᾶ ὡς τὸ ἔδαφος. Προσκύνησις καὶ μάλιστα ἐδαφιέα, οἱ Ἑβραῖοι ἐπεφύλασσαν μόνον εἰς τὸν Θεόν. Ἄς θυμηθοῦμε τοὺς τρεῖς παίδας ἐν καμίνῳ, οἱ ὁποῖοι ἐμαρτύρησαν διότι δὲν προσεκύνησαν τὸν Ναβουχοδονόσωρα καὶ τὴν εἰκόνα του. Συνεπῶς, ἡ ἐδαφιέα προσκύνησις μαρτυρεῖ ὅτι τὸ πρόσωπον ποὺ προσκυνεῖται εἶναι ὁ Θεός. Ὁ Ἀβραὰμ ἀποκαλεῖ τὸν ἕναν ἀπὸ τοὺς τρεῖς ὡς «Κύριο». Εἰς τὴν Π. Διαθήκην, «Κύριος» εἶναι μόνον ὁ Γιαχβέ, ὁ Θεός. Συνεπῶς, ὁ Ἀβραὰμ ἔχει θεοφάνειαν καὶ ἀναγνωρίζει εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἑνὸς Ἀγγέλου τὸν Θεόν.
.             Τὸ δεύτερον ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἀπὸ τὴν διήγησιν εἶναι τὸ ἀκόλουθον: οἱ τρεῖς αὐτοὶ ἄνδρες εἶναι τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος; Σαφῶς καὶ ὄχι. Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς εἶναι μόνον ὁ ἕνας (ὁ μεσαῖος ἄνδρας). Γιατὶ αὐτὸν ἀπεκάλεσεν ὡς «Κύριον» ὁ Ἀβραάμ. Εἰς τὸ κείμενον ὑπάρχουν τρεῖς ἄνδρες, ὁ Ἀβραὰμ ὅμως ἀπευθύνεται μόνον πρὸς τὸν ἕνα καὶ τὸν ἀποκαλεῖ ὡς «Κύριον». Ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ οἱ τρεῖς ἄνδρες; Ὅπως θὰ ἀποκαλυφθεῖ εἰς τὸ κείμενον ἀπὸ τὴν διήγησιν τῶν Σοδόμων καὶ τῶν Γομόρων (τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ μετὰ τὴν διήγησιν περὶ τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ), οἱ δύο ἀπὸ τοὺς τρεῖς εἶναι Ἄγγελοι. Ὁ τρίτος εἶναι ὁ ἄσαρκος Λόγος, τὸ δεύτερον Πρόσωπον τῆς Ἁγίας Τριάδος. Διότι, οἱ προφῆται καὶ οἱ θεούμενοι (εἰς τὴν Π. Διαθήκην), καθὼς καὶ οἱ Ἀπόστολοι εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην, βλέπουν μόνον τὸν Λόγον· ἄσαρκον εἰς τὴν Παλαιὰν καὶ σαρκωμένον εἰς τὴν Καινήν. Ὁ «μελέκ-Γιαχβέ» («Ἄγγελος Κυρίου»), ὁ «Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος» εἰς τὴν Π. Διαθήκην, εἶναι ὁ ἄσαρκος Λόγος.
.             Ἔτσι, ὁ θεόπτης Μωυσῆς, μέσα εἰς τὴν φλεγομένην καὶ μὴ καιομένην βάτον, συνομιλεῖ μὲ τὸν «μελέκ-Γιαχβέ», τὸν ἄσαρκον Λόγον, τὸν Υἱὸν τοῦ Πατρός. Ἔτσι καὶ ὁ Ἀβραὰμ βλέπει καὶ προσκυνεῖ τὸν ἄσαρκον Λόγον, τὸν Υἱὸν τοῦ Πατρός. Ὅμως, ὅπως γνωρίζομεν ἀποκαλυπτικῶς πλέον ἀπὸ τὴν Καινὴν Διαθήκην, μέσα εἰς τὸν Υἱὸν εὑρίσκεται καὶ ὁ Πατὴρ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ὅταν ὁ Φίλιππος λέγει εἰς τὸν Χριστόν: «Δεῖξε μας τὸν Πατέρα», ὁ Χριστὸς τοῦ ἀπαντᾶ: «Τόσον καιρὸ εὑρίσκεσαι μαζί μου Φίλιππε καὶ δὲν βλέπεις τὸν Πατέρα; Ὁ ἐμὲ ἑωρακώς, ἑώρακε καὶ τὸν Πατέρα» (Ἰω. ιδ´: 8-9). «Ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοί εστι» (Ἰω. ιδ´: 10). Δηλαδή, λέγει ὁ Χριστὸς: «Αὐτὸς ποὺ βλέπει ἐμένα, βλέπει καὶ τὸν Πατέρα. Γιατὶ ἐγὼ εὑρίσκομαι μέσα εἰς τὸν Πατέρα καὶ ὁ Πατέρας μέσα σὲ ἐμένα». Καὶ ὁ ἀπ. Παῦλος γράφει πρὸς τοὺς Κολασσαεῖς: «Μέσα στον Χριστὸ κατοικεῖ ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (β´: 9). Δηλαδή, μέσα εἰς τὸν Χριστὸν κατοικεῖ ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Τριάς. Ἔτσι, οἱ θεούμενοι καὶ οἱ προφῆται τῆς Π. Διαθήκης ἔβλεπαν τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μέσα εἰς τὸν ἄσαρκον Λόγον. Βλέποντας τὸν ἄσαρκον Λόγον, ἀντιλαμβάνονταν καὶ τὴν ὕπαρξιν τῶν ἄλλων δύο Προσώπων. Ἔτσι καὶ ὁ Ἀβραάμ, ἀξιώθηκε νὰ φιλοξενήσῃ τὴν Ἁγίαν Τριάδα εἰς τὸ Πρόσωπον τοῦ ἄσαρκου Λόγου.

.             §5 Εἰς τὴν εἰκόνα τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου παρουσιάζεται ὁλόκληρος ἡ Ἁγία Τριάς, χωρὶς ὡστόσο τὸ ἀντικείμενον τῆς εἰκόνος νὰ ἀναφέρεται εἰς Αὐτήν. Εἰς τὸ ἄνω τμῆμα τῆς εἰκόνος ὑπάρχει ἕνα ἡμικύκλιον, τὸ ὁποῖον συμβολίζει τὸ ἄνοιγμα τῶν οὐρανῶν. Ἀπὸ αὐτὸ ἐξέρχονται ἀκτίνες καὶ κατεβαίνει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Χριστοῦ «ἐν εἴδει περιστερᾶς». Οἱ οὐρανοὶ εἶναι ὁ τόπος τοῦ Θεοῦ-Πατέρα, ὁ ὁποῖος εἰς ὁρισμένας εἰκόνας τῆς Βαπτίσεως (ὅπως π.χ. εἰς τὴν Βάπτισιν τῆς Μονῆς τοῦ Δαφνίου καὶ τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ εἰς τὴν Φωκίδα) σημαίνεται μὲ ἕνα χέρι ποὺ εὐλογεῖ. Ἡ φανέρωσις τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι τὸ σημαντικότερο σὲ σημασία στοιχεῖο εἰς τὴν εἰκόνα τῆς Βαπτίσεως.
.             Ἡ εἰκόνα τῆς Βαπτίσεως ἀποτελεῖ μίαν ὀρθὴν ἀπεικόνισιν τῆς Ἁγίας Τριάδος (ἄν καὶ ὄχι τὴν πλέον ἐνδεδειγμένην), διότι εἰς τὴν εἰκόνα ἀπεικονίζεται ὁ Ἰησοῦς Χριστός, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μὲ τὴ μορφὴν περιστερᾶς καὶ ὁ Πατέρας εἰς τὸν οὐρανόν, εἴτε εὐλογῶν διὰ τῆς χειρός, εἴτε ὄχι. Ἄλλωστε, ἡ μορφὴ τοῦ Πατρὸς δὲν μαρτυρεῖται εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφήν, παρὰ μόνον ἡ παράστασις τοῦ Θεοῦ Πατέρα ὡς «Παλαιοῦ τῶν ἡμερῶν», εἰς τὸ προφητικὸν βιβλίον τοῦ Δανιήλ (7,9).

.             §6 Ὁ δεύτερος τύπος τῆς εἰκόνος εἶναι ἡ παράστασις τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, δηλαδὴ τοῦ Πατρὸς ὡς γέροντος, τοῦ Υἱοῦ ποὺ εἰκονίζεται ἀπὸ τὰ δεξιά Του καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴν μορφὴν περιστερᾶς. Ὁ τύπος αὐτὸς τῆς ἀπεικονίσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀναφέρεται (ὅπως προαναφέρθηκε) εἰς τοὺς ἐσχάτους βυζαντινοὺς καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τοὺς μεταβυζαντινοὺς χρόνους ἐξαιτίας δυτικῆς ἐπιδράσεως.
.             Εἰς τὴν βυζαντινὴν ἁγιογραφίαν ὁ Πατὴρ δὲν εἰκονίζεται, ἀλλ᾿ ἀντιπροσωπεύεται κατὰ κανόνα ἀπὸ τὸν Υἱὸν γιὰ δύο λόγους: πρῶτον, διότι ὁ Πατὴρ δὲν σαρκώθηκε, ὅπως ὁ Υἱὸς μὲ τὴν Ἐνανθρώπησίν Του καὶ συνεπῶς οὐδεὶς ἔχει δεῖ τὸν Θεὸν Πατέρα. Δεύτερον, διότι ἕκαστον Πρόσωπον τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ὁλόκληρος ὁ Θεός. Ἐξαίρεσιν ἀπὸ τὸν κανόνα αὐτὸν ἀποτελεῖ (ὅπως προανεφέρθη) ἡ παράστασις τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ὡς «Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν (Δανιήλ, ζ´: 9).
.             §7 Εἰς τὸν ναὸν τῆς Παναγίας Κουμπελίδικης εἰς τὴν Καστο-ριά (περίπου 1260-1280) ὑπάρχει μία πολὺ ἐνδιαφέρουσα καὶ σπάνια ἀπεικόνισις τῆς Ἁγίας Τριάδoς. Ἡ ἀπεικόνισις αὐτὴ καταλαμβάνει τὸν θόλον τοῦ ἐσωνάρθηκος τοῦ ναοῦ καὶ ὁ εἰκονογραφικός της τύπος εἶναι αὐτός «τῆς Πατρότητος». Ὁ Θεὸς Πατέρας, ὁλόσωμος, μὲ τὴν μορφὴν τοῦ «Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν», κάθεται ἐπὶ ἑνὸς οὐρανίου τόξου κρατώντας εἰς τὴν ἀγκαλιάν του ἕνα γενειοφόρον Χριστὸν εἰς ὥριμον ἡλικίαν. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μὲ τὴν μορφὴν περιστερᾶς ἔχει τοποθετηθεῖ εἰς τὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ μέσα σὲ ἕνα «μετάλλιο» φωτός. Ὁ Θεὸς Πατέρας φέρει φωτοστέφανον σὲ σχῆμα σταυροῦ.
.             Αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἀπεικονίσεως, ὅπου τὰ τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀναπαριστῶνται σὲ κάθετον ἄξονα, εἶναι σπάνιον εἰς τὴν Δυτικὴν καὶ Ἀνατολικὴν χριστιανικὴν τέχνην πρὶν ἀπὸ τὸν 13ο αἰώνα.

.             §8 Σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ «Πηδαλίου» (σσ. 320-321), «καὶ ὁ ἄναρχος Πατὴρ πρέπει νὰ ζωγραφίζεται καθὼς ἐφάνη εἰς τὸν προφήτην Δανιὴλ ὡς παλαιός ἡμερῶν» καὶ «τὸ Ἅγιον Πνεῦμα πρέπει νὰ ζωγραφίζεται ἐν εἴδει περιστερᾶς».

.             Συμπερασματικῶς

1. Εἰς τὴν ὀρθόδοξον ἁγιογραφίαν ἡ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἡ φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ. Ἡ ἁγιογραφία δὲν εἶναι ζωγραφική, ἀλλὰ εἶναι θεολογία. Ὁ ἁγιογράφος θεολογεῖ μέσα ἀπὸ τὴν εἰκόνα.
.             Ἡ ἀπεικόνισις τῆς Ἁγίας Τριάδος διὰ τοῦ γέροντος Πατρός, τοῦ νεώτερου Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡσεὶ περιστερᾶς εἶναι εἰκόνα ξένη πρὸς τὴν διδασκαλίαν τῶν Πατέρων, μεταφερθεῖσα εἰς τὸν ὀρθόδοξον χῶρον ἀπὸ τὴν Δύσιν, μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Κωνσταντι-νουπόλεως καὶ ἐμπερικλείει σοβαρὲς ἀνακολουθίες θεολογίας καὶ πίστεως.
Πρῶτον λάθος, ὅτι τὰ πρόσωπα δὲν εἶναι ὅμοια, ἐφόσον οἱ δύο εἶναι ἄνθρωποι καὶ τὸ τρίτον εἶναι πτηνόν. Ἑπομένως, δὲν ὑπάρχει ὁμοουσιότητα εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα. Ἄλλο λάθος εἶναι ὅτι ὁ Πατὴρ εἰκονίζεται μὲ ἄσπρα μαλλιὰ καὶ ὁ Υἱὸς μὲ μαῦρα. Συνεπῶς, ὁ ἕνας εἶναι γεροντότερος καὶ ὁ ἄλλος νεώτερος. Τοῦτο σημαίνει ὅτι τοποθετοῦμε κτιστὸν χρόνον εἰς τὴν ἄκτιστον Ἁγίαν Τριάδα (ὅπως ἔπραξεν ὁ Ἄρειος καὶ διακηρύσσουν οἱ νεο-Ἀρειανοὶ Μάρτυρες τοῦ Ἱεχωβᾶ). Ἄλλο λάθος εἶναι ὅτι εἰκονίζονται ὁ Πατέρας καὶ τὸ Πνεῦμα μὲ σάρκα. Ἐμεῖς γνωρίζομεν, ὅμως, ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅτι μόνον ὁ Υἱὸς σαρκώθηκε. Ἐὰν ἐσαρκοῦντο καὶ τὰ ἄλλα δύο Πρόσωπα, τότε θὰ εἴχομεν πρόβλημα εἰς τὰ ὑποστατικὰ ἰδιώματα, δηλαδὴ εἰς τὰ προσωπικὰ γνωρίσματα τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Πατὴρ γεννᾶ τὸν Υἱὸν καὶ ἐκπορεύει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἐὰν σαρκώνονται, δηλαδὴ γεννῶνται καὶ τὰ ἄλλα δύο Πρόσωπα, τότε ἔχομεν σύγχυσιν Προσώπων μέσα εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα, μὲ πολυθεϊστικὲς προεκτάσεις.
.             Ἀλλά, ἐπίσης, ἡ ἀπεικόνισις αὐτὴ ἀποτελεῖ συγκεκαλυμμένην εἰδωλολατρίαν, καθὼς μέσα ἀπὸ ὀρθολογιστικὲς διαδικασίες περιθέτει σωματικὰ σχήματα εἰς τὴν θεότητα. Ἡ ἀποτύπωσις τῶν ἐνδοτριαδικῶν σχέσεων εὐνοεῖ τὴν παπικὴν ἀντίληψιν περὶ τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλαδὴ ἐκπορευομένου ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱόν (ἡ γνωστὴ πλάνη του filioque).

2. Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀσχολήθηκε, ὡς γνωστόν, ἀποκλειστικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν εἰκόνων. Τὸ θέμα τῆς ἀπεικονίσεως τοῦ Θεοῦ Πατέρα ὡς «Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν» ὑπῆρξε ἀντικείμενον ἐξετάσεως κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐκεῖ οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου ἐρωτοῦν: «Διὰ τὶ τὸν πατέρα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ οὐχ ἱστοροῦμεν καὶ ζωγραφοῦμεν;»· διὰ νὰ δώσουν ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν: «Ἐπειδὴ οὐκ οἴδαμεν τὶς εστιν (…) καὶ εἰ ἐθεασάμεθα καὶ ἐγνωρίσαμεν καθὼς τὸν Υἱὸν Αὐτοῦ, κακεῖνον ἄν εἴχομεν ἱστορῆσαι καὶ ζωγραφῆσαι».
.             Ἐπίσης, διὰ τὴν ἀπεικόνισιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ἴδια ἡ Σύνοδος ἀναφέρει: «… καίτοι τῶν εὐαγγελικῶν οὐδαμῶς παραδεδοκότων γραμμάτων, ὅτι γέγονε περιστερὰ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλ᾽ ὅτι ἐν εἴδει περιστερᾶς ὤφθη ποτέ».
.             Πρέπει νὰ σημειωθοῦν ἐδῶ δύο στάσεις συμπληρωματικὲς τῶν ἀνωτέρω κειμένων τῆς Ζ΄ Οἰκ. Συνόδου, δύο ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ ἁγίου Μακαρίου Καλογερᾶ ἐκ Πάτμου καὶ τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ ἁγιορείτου. Ὁ πρῶτος, ἐπικρίνοντας τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ἐρωτᾶ: «Εἶναι χριστιανοὶ αὐτοί, ποὺ ἀντίθετα πρὸς τὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον ἀναπαριστάνουν τὸν ἀόρατον Πατέρα;». Ἀπὸ τὴν πλευράν του, ὁ ἅγιος Νικόδημος παρατηρεῖ: «Συμπεραίνεται ὅτι ὁ ἄναρχος Πατὴρ πρέπει νὰ ζωγραφίζεται καθὼς ἐφάνη εἰς τὸν προφήτην Δανιὴλ ὡς παλαιὸς τῶν ἡμερῶν. Εἰ δὲ καὶ Πάπας Γρηγόριος ἐν τῇ πρὸς τὸν Ἴσαυρον Λέοντα ἐπιστολὴν λέγει, ὅτι δὲν ἱστοροῦμεν τὸν Πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ τοῦτο λέγει ἁπλῶς, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἐζωγραφοῦμεν αὐτὸν κατὰ τὴν θείαν φύσιν» (Πηδάλιον, σελ. 320).
.             Ἀλλὰ τὸ θέμα τῆς ἀπεικονίσεως  τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔχει λήξει τελεσιδίκως εἰς τὴν Μεγάλην Σύνοδον τῆς Μόσχας τὸ 1666, τῆς ὁποίας τὸ κεφάλαιον 43 εἶναι ἀφιερωμένον εἰς τὸ θέμα τῆς ἀπεικονίσεως τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Αὐτὸ τὸ κεφάλαιον ἔχει τὸν τίτλον: «Περὶ τῶν εἰκονογράφων καὶ τοῦ Σαβαώθ».
.           Εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου περὶ τοῦ συγκεκριμένου θέματος ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς: «Ἐντελλόμεθα νὰ μὴν ζωγραφίζεται στὸ ἑξῆς ἡ εἰκόνα τοῦ Κυρίου Σαβαὼθ σύμφωνα μὲ μὴ λογοκριμένες ὁράσεις καὶ ἀνάρμοστες, διότι οὐδεὶς ἔχει δεῖ τὸν Κύριο Σαβαώθ (δηλαδὴ τὸν Θεὸ Πατέρα) μὲ σάρκα. Μόνος ὁ Χριστὸς ἔχει εἰκονιστεῖ, ὅπως τὸν εἶδαν σαρκωμένο, δηλαδὴ ἀναπαριστανόμενο μὲ τὸ σῶμα Του καὶ ὄχι κατὰ τὴν θεότητά Του… Εἶναι ἐντελῶς παράλογο νὰ εἰκονογραφοῦν τὸν Κύριο Σαβαώθ (δηλαδὴ τὸν Πατέρα), μὲ ἄσπρα γένια, μὲ τὸν μονογενὴ Υἱὸ στὸ στῆθος Του καὶ ἕνα περιστέρι ἀνάμεσά Τους, διότι οὐδεὶς εἶδε τὸν Πατέρα μέσα εἰς τὴν Θεότητά Του. Ὁ Πατέρας, πράγματι, δὲν ἔχει σάρκα καὶ ὁ Υἱὸς δὲν ἐγεννήθη κατὰ σάρκα ἀπὸ τὸν Πατέρα πρὸ τῶν αἰώνων. Κι’ ἄν ὁ προφήτης Δαβίδ λέει: «ἐκ γαστρὸς πρὸ ἑωσφόρου ἐγέννησά σε» (Ψαλμ. ΡΘ΄ 3), αὐτὴ ἡ γέννηση, σίγουρα, δὲν εἶναι σωματική· αὐτὴ ἦταν ἀνέκφραστη καὶ ἀπερινόητη. Διότι, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς λέγει εἰς τὸ Εὐαγγέλιο: «οὐδεὶς γινώσκει τὸν Πατέρα εἰ μὴ ὁ Υἱός». Καὶ ὁ προφήτης Ἠσαΐας ζητᾶ εἰς τὸ 40ο κεφάλαιο: «τίνι ὡμοιώσατε κύριον καὶ τίνι ὁμοιώματι ὡμοιώσατε αὐτόν; μὴ εἰκόνα ἐποίησεν τέκτων ἤ χρυσοχόος χωνεύσας χρυσίον περιεχρύσωσεν αὐτὸν ὁμοίωμα κατασκεύασεν αυτόν; (18-19)». Τὸ ἴδιο καὶ ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος λέγει εἰς τὸ κεφάλαιο 17 τῶν Πράξεων: «γένος οὖν ὑπάρχοντες τοῦ Θεοῦ οὐκ ὀφείλομεν νομίζειν χρυσῷ ἤ ἀργύρῳ ἤ λίθῳ χαράγματι τέχνης καὶ ἐνθυμήσεως ἀνθρώπου τὸ θεῖον εἶναι ὅμοιον».

.             3. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς λέγει ἐπίσης (Περὶ οὐρανοῦ, κεφ. 20): «Μόνον δὲ τὸ Θεῖον ἀπερίγραπτόν ἐστι πάντα πληροῦν καὶ πάντα περιέχον καὶ πάντα περιορίζον ὡς ὑπὲρ πάντα ὄν καὶ πάντα δημιουργήσαν». Ἐξ ἄλλου, εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσόστομου χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ εὐχή, στὴν ὁποία ὑποδηλώνεται τὸ ἀδύνατον τῆς ἀναπαραστάσεως τοῦ Κυρίου Σαβαώθ: «Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀόρατος, ἀκατάληπτος…..«.
.             Καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα δὲν εἶναι ἀπὸ τὴ φύση Του ἕνα περιστέρι, ἀλλὰ Θεός. Οὐδείς, λοιπόν, εἶδε τὸν Θεόν, καθὼς μαρτυρεῖ ὁ ἅγιος εὐαγγελιστὴς καὶ θεολόγος Ἰωάννης. Ὡστόσο, εἰς τὴν ἁγίαν Βάπτισιν τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸν Ἰορδάνην ποταμόν, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐφάνη μὲ τὴν μορφὴν περιστερᾶς καὶ γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς μποροῦμε νὰ τὸ ἀναπαριστάνουμε μὲ τὴν μορφὴν αυτὴν εἰς τὴν ἀπεικόνισιν τῆς Βαπτίσεως.
.             Συνεπῶς, ἡ μόνη ὀρθὴ ἀπεικόνισις τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἡ ἀπεικόνισις τῆς Φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ.
.             Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, ἀποφαινόμεθα ὅτι μπορεῖ νὰ λιτανευθῇ ἡ εἰκὼν τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ, ἐφόσον τὸ θρησκευτικὸν συναίσθημα τοῦ λαοῦ μας ἔχει συνδέσει τὴν λιτάνευσιν μὲ τοὺς πανηγυρίζοντας ἱεροὺς Ναούς, τοὺς ἀφιερωμένους εἰς τιμὴν τῆς Ἁγίας Τριάδος.

 

1 Ἐνδεικτικῶς ἀναφέρομεν τὰ ἀκόλουθα:

«οὐκ εἴδετε ὁμοίωμα ἐν τῇ ἡμέρᾳ, ᾗ ἐλάλησε Κύριος πρὸς ὑμᾶς ἐκ μέσου τοῦ πυρός» (Δευτ. δ΄: 15-17). «Γένος οὖν ὑπάρχοντες τοῦ Θεοῦ, οὐκ ὀφείλομεν νομίζειν χρυσῷ ἤ ἀργύρῳ ἤ λίθῳ, χαράγματι τέχνης καὶ ἐνθυμήσεως ἀνθρώπου, τὸ θεῖον εἶναι ὅμοιον» (Πράξεις ιζ΄: 29.) «Τίνι ὡμοιώσατε Κύριον καὶ τίνι ὁμοιώματι ὡμοιώσατε αὐτόν;” (Ἠσαΐα μ΄: 18). «Οὐχ ὅτι τὸν Πατέρα τις ἑώρακεν» (Ἰω. ϛ΄: 46). «Τὶς ἑώρακεν αὐτὸν καὶ ἐκδιηγήσεται;» (Σοφία Σειράχ μγ΄: 31). «Ὅν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων, οὐδὲ ἰδεῖν δύναται”. (Α΄ Τιμ., ϛ΄: 16). «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πόποτε» (Ἰω. α΄: 18).

 

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

 

, , ,

Σχολιάστε

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ τῆς Θεοτόκου;

Ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Γεωργίου Ν. Φίλια, καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν:
«Οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας»,
ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι, 2004,
σελ. 91-99

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.               Ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου στὶς 25 Μαρτίου εἶναι ἡ μόνη Θεομητορική, τὰ γεγονότα τῆς ὁποίας μαρτυροῦνται ἀπὸ βιβλικὸ κείμενο (Λουκ. α΄, 26-38), συγχρόνως δὲ ἀπὸ τὴν ἀπόκρυφη πηγὴ τοῦ Πρωτευαγγελίου τοῦ Ἰακώβου. Δύο παραμέτρους τῆς ἑορτῆς θὰ προσπαθήσουμε ἀρχικῶς νὰ διερευνήσουμε: τὴν ἐποχὴ συστάσεώς της καὶ τὴν αἰτία καθορισμοῦ της στὶς 25 Μαρτίου.

1. Ἡ ἐποχὴ τῆς συστάσεως

.               Ὁ Εὐαγγελισμὸς ἀποτελεῖ τὸ σωτηριῶδες γεγονὸς τῆς ἀναγγελίας καὶ συλλήψεως τοῦ Κυρίου. Εἶναι σφάλμα νὰ ταυτίζουμε τὸ γεγονὸς αὐτὸ μὲ τὴν ἑορτή. Ἡ διήγηση τοῦ κατὰ Λουκᾶν εἶναι παροῦσα στὰ ἀρχαιότερα Σύμβολα τῆς πίστεως (ἤδη ἀπὸ τὸ 2ο αἰ.), καθὼς καὶ στὶς παλαιοχριστιανικὲς παραδόσεις, σὲ ἐποχή, ὅμως, κατὰ τὴν ὁποία δὲν ὑφίσταται ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἀποτελεῖ, ἄλλωστε, κανόνα τῆς ἱστορίας τῶν ἑορτῶν ἡ ὕπαρξη ἑνὸς ἱεροῦ γεγονότος στὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας χωρὶς νὰ συνοδεύεται ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τὴν ἑορτολογικὴ θεσμοθέτηση.
.               Σύνηθες, ἐπίσης, φαινόμενο στὴν ἑορτολογία ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς προελεύσεως μιᾶς ἑορτῆς ἀπὸ τὴν ὕπαρξη ναοῦ σχετικοῦ μὲ τὰ γεγονότα τῆς ἑορτῆς. Γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἁγ. Ἑλένη εἶχε ἀνεγείρει βασιλικὴ στὴ Ναζαρέτ, ἐκεῖ ὅπου κατὰ τὴν παράδοση βρισκόταν ὁ οἶκος στὸν ὁποῖο πραγματοποιήθηκε ὁ Εὐαγγελισμός. Εἶναι προφανὲς ὅτι περὶ τὸν ναὸ αὐτὸ θὰ εἶχε διαμορφωθεῖ κάποια τιμὴ πρὸς τὴν Θεοτόκο καὶ τὸ γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἡ ὁποία (τιμὴ) ὅμως δὲν συνιστοῦσε θεσμοθετημένη ἡμερολογιακῶς ἑορτή, ὁπωσδήποτε δὲ ἡ ὕπαρξή της θὰ ἐξαντλεῖτο στὰ ὅρια τῆς πόλεως. Ἄν ὄχι γιὰ τὸν συγκεκριμένο τόπο, φαίνεται πάντως ὅτι στὴ Ναζαρὲτ ὑφίστατο τιμὴ πρὸς τὴν Θεοτόκο, ὅπως ἀπέδειξαν οἱ ἀνασκαφὲς στὰ θεμέλια τῆς βυζαντινῆς βασιλικῆς, ὅπου ἀνακαλύφθηκε στήλη, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἦσαν χαραγμένες οἱ λέξεις «χαῖρε Μαρία».
.               Ἐφ᾽ ὅσον οἱ ἐξελίξεις αὐτὲς ἐπισυμβαίνουν διαρκοῦντος τοῦ 4ου αἰ., τὸ ἐνδιαφέρον μας στρέφεται πρὸς τὴ μοναδικὴ πηγὴ τοῦ τέλους τοῦ 4ου αἰ., στὴν ὁποία καταγράφονται ἑορτὲς τῶν Ἱεροσολύμων καί, εὐρύτερον, τῆς χριστιανικῆς Παλαιστίνης: τὸ Ὁδοιπορικὸ τῆς Αἰθερίας. Ἡ προσκυνήτρια Αἰθερία καταγράφει ἀναλυτικότατα ἑορτὲς καὶ ἀκολουθίες. Ἐὰν ἡ περὶ τὴ βασιλικὴ τῆς Ναζαρὲτ τιμὴ τῆς Θεοτόκου εἶχε θεσμοθετηθεῖ ἡμερολογιακῶς, ἡ Αἰθερία θὰ ἀναφερόταν ὁπωσδήποτε. Ὅπως, ὅμως, προαναφέρθηκε, ἀπὸ τὴ διήγηση τῆς Αἰθερίας ἐλλείπει τὸ τμῆμα τῆς πρὸ τῶν Χριστουγέννων περιόδου. Θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχει κατὰ τὸ ἐν λόγῳ τμῆμα κάποια ἑορτὴ τιμῆς τῆς συλλήψεως τοῦ Κυρίου; Σὲ παρόμοια ὑποψία μᾶς εἰσάγει ὁ Θεόδωρος Πέτρας, ὁ ὁποῖος βιογραφώντας περὶ τὸ 530 τὸν Θεοδόσιο Κοινοβιάρχη ἀναφέρει ὅτι, κατὰ περίοδον, ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ, τῆς Θεοτόκου μνήμην ἐπιτελοῦμεν, ἀναφερόμενος ἐμμέσως σὲ Κυριακὴ πρὸ τῶν Χριστουγέννων. Ἡ μαρτυρία αὐτὴ ὁδήγησε κάποιους νὰ ὑποστηρίξουν –ὄχι χωρὶς ἐρείσματα– ὅτι ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὡς τιμὴ τοῦ γεγονότος τῆς συλλήψεως τοῦ Χριστοῦ, ἦταν συνυφασμένη μὲ τὴ Γέννησή του, προφανῶς δὲ ἡ ἀπὸ τοῦ 4ου αἰ. καὶ ἐκ τῆς βασιλικῆς τῆς Ναζαρὲτ προελθοῦσα τιμὴ τῆς Θεοτόκου θὰ πρέπει νὰ συνυφαίνεται μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, χωρὶς ὅμως νὰ γνωρίζουμε τὴν ἀκριβῆ ἐπιτέλεσή της (ἐὰν δηλαδὴ ἐτελεῖτο πρὸ ἢ μετὰ τὰ Χριστούγεννα).
.               Μελετώντας τὶς ἑορτὲς στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀντιοχείας μετὰ ἀπὸ τὸν 4ο αἰ., ὁ A. Baumstark ἀποδεικνύει ὅτι ἐκεῖ ὑφίστατο ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ πρὸ τῶν Χριστουγέννων. Ἡ Ἀντιόχεια ἐδέχετο τὴν ἄμεση ἐπίδραση ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα ὡς πρὸς τὴ Λατρεία. Θὰ ἦταν, ἑπομένως, ἀπολύτως νόμιμο νὰ συμπεράνουμε ὅτι ὁ παλαιότερος ἑορτασμὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στὸ περιβάλλον τῆς Παλαιστίνης τοποθετεῖται κατὰ τὴν πρὸ τῶν Χριστουγέννων περίοδο. Ὁ M. Jugie ἀπέδειξε ὅτι τὸ ἴδιο ἴσχυε στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ. στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐνῶ τὸ ἴδιο διαπιστώνουμε σὲ μεταγενέστερα ἑορτολόγια τῆς Δύσεως (ὅπως τὸ Μοζαραβικὸ καὶ τὸ Ἀμβροσιανὸ), σύμφωνα μὲ τὰ ὁποῖα ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τοποθετεῖται στὶς 18 Δεκεμβρίου.
.               Περὶ τοῦ θέματος ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κατὰ τὴν πρὸ τῶν Χριστουγέννων περίοδο θὰ πρέπει νὰ ἀξιολογηθοῦν δύο ἀπὸ τὶς ἀρχαιότερες θεομητορικὲς Ὁμιλίες ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, ἀμφότερες τοῦ 5ου αἰ.: πρόκειται περὶ τῆς Ὁμιλίας Εἰς τὴν ἁγίαν Μαρίαν τὴν Θεοτόκον τοῦ ἱεροσολυμίτη πρεσβυτέρου Χρυσίππου (†πρῶτο ἥμισυ 5ου αἰ.) καθὼς καὶ περὶ τῆς ἀντίστοιχης Εἰς τὴν ἁγίαν Μαρίαν τὴν Θεοτόκον καὶ εἰς τὴν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ γέννησιν τοῦ Θεοδότου Ἀγκύρας (†438-446). Ὁ ἐν λόγῳ Θεόδοτος ὑπῆρξε ἐξέχον μέλος τῆς Γ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἑπομένως ἐκ τῶν Πατέρων οἱ ὁποῖοι ἀγωνίστηκαν γιὰ τὴν περὶ Θεοτόκου ὀρθόδοξη διδασκαλία. Στὴν Ὁμιλία του μᾶς προϊδεάζει ἤδη ἀπὸ τὸν τίτλο περὶ συναφείας κάποιων γεγονότων περὶ τὴν «ἁγία Μαρία» (ἐπεξηγεῖ σαφῶς ὅτι πρόκειται περὶ τῶν γεγονότων τοῦ Εὐαγγελισμοῦ) καὶ τοῦ γεγονότος τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Χωρίς, ἑπομένως, νὰ παρέχει πληροφορίες γιὰ ἰδιαίτερη ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὑποδηλώνει ὅτι τὰ δύο γεγονότα (Εὐαγγελισμὸς καὶ Χριστούγεννα) ἑορτάζονταν μὲ χρονικὴ ἐγγύτητα.
.               Ἀλλὰ καὶ ὁ Χρύσιππος συνδέει τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μὲ τὰ Χριστούγεννα, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ὡς τὸν κατάλληλο χρόνο συναφείας μὲ τὰ γεγονότα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Μαζὶ μὲ τὸν Θεόδοτο Ἀγκύρας ἀπηχοῦν τὴν παλαιὰ παράδοση περὶ ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ σὲ συνάφεια μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου. Ἡ σύλληψη τοῦ Χριστοῦ (Εὐαγγελισμὸς) καὶ ἡ Γέννησή Του εὑρίσκοντο στὸ σύνδεσμο δύο ἀλληλοδιαδόχων γεγονότων. Καὶ ἐνῶ ἡ λογικὴ θὰ ἐτοποθετοῦσε τὴ σύλληψη ἐννέα μῆνες πρὸ τῆς Γεννήσεως, αὐτὸ φαίνεται ὅτι δὲν ἴσχυε κατὰ τὰ πρῶτα στάδια ἐπιτελέσεως τῆς ἑορτῆς, ἀλλὰ ἀπετέλεσε μεταγενέστερη ἑορτολογικὴ παράμετρο.
.               Τὰ συμπεράσματα περὶ ἑνὸς ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κατὰ τὴν πρὸ τῶν Χριστουγέννων περίοδο διαρκοῦντος τοῦ 4ου-5ου αἰ. ἀμφισβήτησε ὁ Dom Cabrol. Παρατηρώντας τὴν ἀναφορὰ τοῦ Ὁδοιπορικοῦ τῆς Αἰθερίας (τέλη 4ου αἰ.) σὲ τέλεση Λειτουργίας στὴ Βηθλεὲμ –καὶ συγκεκριμένως στὸ σπήλαιο τῆς Γεννήσεως– κατὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς Ἀναλήψεως, διετύπωσε τὴν ἄποψη ὅτι ἐπρόκειτο περὶ συνεορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, μὴ μαρτυρουμένου κατὰ τρόπο ἄμεσο ὑπὸ τῆς Αἰθερίας. Τὸ συμπέρασμα τοῦ Cabrol στερεῖται τεκμηριώσεως, πολὺ περισσότερο ἐφ᾽ ὅσον ἡ Αἰθερία δὲν συνηθίζει νὰ ἀποκρύπτει ἑορτὲς καὶ ἀκολουθίες, οἱ ὁποῖες ὑφίσταντο. Πουθενά, ἄλλωστε, κατὰ τοὺς 4ο καὶ 5ο αἰ. δὲν μαρτυρεῖται ἑορτασμὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τὴν περίοδο τῆς ἀνοίξεως (περίπου τότε τοποθετεῖται ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως), παρὰ μόνο στὴν ἑορτολογικὴ παράδοση τῆς Ἀρμενικῆς Ἐκκλησίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ὀνομάζεται «Ἀβεδούκ» καὶ τελεῖται στὶς 7 Ἀπριλίου, ἐννέα μῆνες δηλαδὴ πρὸ τῶν Θεοφανείων (ἡμερομηνία ἑορτασμοῦ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν ἀρμενικὴ παράδοση).
.                Μικρὴ σύνοψη ὅλων τῶν παραπάνω: Μετὰ τὴν ἀνέγερση ναοῦ στὴ Ναζαρὲτ ἀπὸ τὴν ἁγ. Ἑλένη ἐνεργοποιεῖται ἡ τιμὴ τοῦ γεγονότος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ ὑπάρχει ἀκόμα συγκεκριμένος κατ᾽ ἔτος ἑορτασμός. Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ. ὑπάρχουν ἐνδείξεις ὅτι παρόμοιος ἑορτασμὸς συνδυάζεται μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, χωρὶς ὅμως πάλι νὰ γίνεται λόγος «expressis verbis» περὶ ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ὁ 51ος κανόνας τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας (4ος αἰ.) ἀπαγορεύει τὴν τέλεση Θείας Λειτουργίας κατὰ τὴ Μ. Τεσσαρακοστὴ σὲ ἡμέρες ἑορτῶν, ἐκτὸς Σαββάτου καὶ Κυριακῆς). Στὶς ἑορτὲς δὲν γίνεται μνεία τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Σὲ ἀναλόγου περιεχομένου ὅμως κανόνα, τὸν 52ο τῆς ἐν Τρούλλῳ (692) καθορίζεται ὅτι «κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ δὲν τελεῖται Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων». Στὸ χρονικὸ διάστημα μεταξὺ τῶν δύο Συνόδων (Λαοδικείας καὶ ἐν Τρούλλῳ) θεσμοθετεῖται ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. […]
.               Ἡ σαφὴς μαρτυρία –καὶ συγχρόνως ἡ πρώτη χρονολογικῶς– περὶ ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τὴν 25η Μαρτίου παρέχεται ἀπὸ τὸ Πασχάλιο Χρονικὸ (624), στὸ ὀποῖο παρέχεται ἡ πληροφορία ὅτι ἡ ἑορτὴ «συνεστήθη τὴν 25η Μαρτίου ὑπὸ τῶν ἁγίων Πατέρων». […] Γι᾿αὐτὸ εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρηση τοῦ Δ. Μωραΐτη ὅτι ὑπῆρξε σταδιακὴ διαμόρφωση τῆς ἑορτῆς ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 5ου αἰ., γεγονὸς τὸ ὁποῖο δικαιολογεῖ τὴ μαρτυρία τοῦ Χρονικοῦ περὶ συστάσεως τῆς ἑορτῆς ἀπὸ ποικίλους ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες. Ἐὰν στὰ δεδομένα αὐτὰ προσθέσουμε τὴν παρατήρηση τοῦ Ἰ. Καλογήρου ὅτι «ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ σχετίζεται μὲ τὴν ἐκ τοῦ περιεχομένου αὐτῆς προέλευση τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, διὰ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ σχετικοῦ κοντακίου τοῦ Ρωμανοῦ Μελωδοῦ», θέση τὴν ὁποία ἐπιβεβαιώνει ἡ ἐξειδικευμένη μελέτη τοῦ Fletcher, θὰ πρέπει νὰ δεχθοῦμε τὴ θεσμοθέτηση τῆς ἑορτῆς κατὰ τὴν 25η Μαρτίου στὸ μεταίχμιο 6ου-7ου αἰ.

2. Ἡ ἡμερομηνία τῆς 25ης Μαρτίου

.               Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι, ὅταν ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἐμφανίζεται στὴ Ρώμη περὶ τὸν 7ο αἰ., λαμβάνει τὸν τίτλο «Annunciatio Domini» («ἀναγγελία τοῦ Κυρίου»). Ὁ τίτλος αὐτὸς εἶναι ἐνδεικτικὸς τοῦ περιεχομένου τῆς ἑορτῆς, ὅτι δηλαδὴ ἑορτάζεται ἡ σύλληψη τοῦ Κυρίου, ἡ ἀναγγελία τῆς μετὰ ἐννεάμηνο Γεννήσεώς Του.
.               Ἐπισημάναμε τὴν παραπάνω διάσταση διότι ἀποτελεῖ τὴν αἰτία καθορισμοῦ τῆς 25ης Μαρτίου ὡς ἡμερομηνίας ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Εὔλογο εἶναι, ἑπομένως, ἕνα πρῶτο συμπέρασμα ὅτι, μετὰ τὸν κατὰ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. καθορισμὸ τῶν Χριστουγέννων τὴν 25η Δεκεμβρίου ὑπολογίστηκε ἡ κατὰ ἐννέα μῆνες ἐνωρίτερον σύλληψις τοῦ Κυρίου, δηλαδὴ ὁ Εὐαγγελισμός. Οὐδόλως, ἑπομένως, ἐκπλησσόμαστε ἀπὸ τὴ μαρτυρία τοῦ Αὐγουστίνου στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ. ὅτι ὁ ἑορτασμὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἐτελεῖτο στὶς 8 Ἀπριλίου τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου (25η Μαρτίου τοῦ Γρηγοριανοῦ). Ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ὁ ἡμερολογιακὸς καθορισμὸς εἶχε ἀρχίσει νὰ παγιώνεται, ἐνῶ ἀκόμα δὲν εἶχε διαδοθεῖ ὁ ἑορτασμός. Φαίνεται ὅτι ὑφίστανται τελικῶς τρία στάδια διαμορφώσεως τῆς ἑορτῆς: ἡ παλαιοχριστιανικὴ τιμὴ πρὸς τὴν Θεοτόκο καὶ τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς της, ὁ καθορισμὸς τῆς 25ης Μαρτίου ὡς ἡμέρας συλλήψεως τοῦ Κυρίου, ἐννέα μῆνες πρὸ τῆς κατὰ τὸν 4ο αἰ. καθορισθείσας στὶς 25 Δεκεμβρίου Γεννήσεως τοῦ Κυρίου καί, τέλος, ἡ ὁριστικὴ θεσμοθέτηση καὶ διάδοση τῆς ἑορτῆς στὰ τέλη τοῦ 6ου-ἀρχὲς τοῦ 7ου αἰ.

βλ. σχετ.:

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς Θεοτόκου; (παρὰ τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν)

 ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς Θεοτόκου; (παρὰ τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν)-2

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΓΕΝΕΣΙΟΥ τῆς Θεοτόκου;

, , , ,

Σχολιάστε

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ τῆς Θεοτόκου;

Ἡ ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Γεωργίου Ν. Φίλια, καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν:
«Οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας»,
ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι, 2002, σελ. 59-63

Ἡ δημιουργία τῆς ἑορτῆς

.               Τὸ κατὰ τὴν 21η Νοεμβρίου ἑορταζόμενο γεγονὸς τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στὸ ναὸ ἀποτελεῖ μία ἀκόμα θεομητορικὴ ἑορτή, ἡ ὁποία ἐμφανίστηκε σταδιακῶς καὶ δι᾽ ὁρισμένων συγκυριῶν. Τὰ γεγονότα τῆς ἑορτῆς δὲν μαρτυροῦνται στὰ Εὐαγγέλια, μνημονεύει δὲ αὐτὰ τὸ Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου, στὸ ὁποῖο περιγράφεται πῶς ἡ Παρθένος ὁδηγήθηκε ἀπὸ τὸ τρίτο ἔτος τῆς ἡλικίας της στὸ ναό, ὅπου καὶ ἔμεινε ἕως τὸ δωδέκατο ἔτος. […] Ὅπως διαπιστώθηκε καὶ περὶ τῶν ὑπολοίπων θεομητορικῶν ἑορτῶν, τὰ Εἰσόδια ἦσαν γνωστὰ ὡς γεγονὸς στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση προφανῶς ἀπὸ τοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους, ἑορτὴ ὅμως εἰς ἀνάμνηση τοῦ γεγονότος αὐτοῦ δὲν μαρτυρεῖται κατὰ τοὺς πέντε πρώτους αἰῶνες.
.               Μία σειρὰ γεγονότων συνεργοῦν στὴ διαμόρφωση τῆς ἑορτῆς. Τὸ πρῶτο καὶ βασικὸ γεγονὸς εἶναι ἡ ἀνέγερση ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανὸ Α΄ (527-565) στὰ Ἱεροσόλυμα μιᾶς μεγαλοπρεποῦς βασιλικῆς, ἡ ὁποία ἐπονομάστηκε «Νέα Ἐκκλησία» ἤ «Ἁγία Μαρία ἡ Νέα». Ὁ ναὸς αὐτὸς κτίστηκε στὴ νότια πλευρὰ τοῦ ναοῦ τῶν Ἱεροσολύμων, πάνω στὴν κορυφὴ τοῦ λόφου «Μορία». Γνωρίζουμε ὅτι στὶς 20 Νοεμβρίου τοῦ 543 ἐγκαινιάστηκε ἡ «Νέα Ἐκκλησία». Δὲν πρέπει νὰ παραθεωρεῖται τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἱεροσολυμιτικὴ Ἐκκλησία ἀπέκτησε ἰδιαίτερη αἴγλη μετὰ τὴν ἀνακήρυξη τῶν Ἱεροσολύμων σὲ Πατριαρχεῖο τὸ 455. Τὴν ἴδια ἐποχὴ ἀκμάζει ὁ παλαιστινὸς μοναχισμὸς (ἅγ. Σάββας, Θεοδόσιος ὁ Κοινοβιάρχης, Μέγας Εὐθύμιος), ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἀναπτύχθηκε ἰδιαίτερη τιμὴ πρὸς τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Οἱ παράμετροι αὐτὲς εἶναι σημαντικὲς γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὸ γεγονὸς ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων.
.               Ἀρκετοὶ μελετητὲς πιστεύουν ὅτι ἡ ἡμερομηνία τῶν ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ ὑπῆρξε ἡ ἀφορμὴ γιὰ τὸν καθορισμὸ τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων, δεδομένης τῆς γειτνιάσεως τῆς «Νέας Ἐκκλησίας» μὲ τὸ ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου ἔλαβαν χώρα τὰ γεγονότα τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου. […] Πότε ὅμως ἡ ἡμερομηνία τῶν ἐγκαινίων ἀπετέλεσε τὸ ἔναυσμα καθορισμοῦ τῆς ἡμερομηνίας τῶν Εἰσοδίων; Ὑπῆρξε συνεορτασμὸς τῶν δύο γεγονότων, ἢ ἡ ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων διαδέχθηκε καὶ ὑπεκατέστησε τὴν ἑορταστικὴ ἀνάμνηση τῶν ἐγκαινίων; Στὰ ἐρωτήματα αὐτὰ δὲν ὑπάρχει σαφὴς ἀπάντηση. […]
.               Γνωρίζουμε ὅτι ὁ ναὸς τῶν Ἱεροσολύμων μετατράπηκε σὲ μουσουλμανικὸ τέμενος ἀπὸ τοὺς Ἄραβες τὸ 638. Ἄς θεωρηθεῖ νόμιμο νὰ συμπεράνουμε ὅτι, ὅταν πλέον παύει νὰ ὑφίσταται κάποιος ναός, τότε χάνεται καὶ ἡ ἀνάμνηση τῶν ἐγκαινίων του. Ἐὰν τὸ ὅλο σκεπτικὸ εὐσταθεῖ, μετὰ τὸ 638 ἐπισυμβαίνει ἡ ὑποκατάσταση τῆς ἑορτῆς τῶν ἐγκαινίων μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων, τὰ ὁποῖα (Εἰσόδια) καθορίζονται μία ἡμέρα μετὰ τὴν ἡμερομηνία τῶν ἐγκαινίων, ἑπομένως στὶς 21 Νοεμβρίου. Πρέπει ἑπομένως νὰ συμπεράνουμε ὅτι ἡ ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων ὑφίσταται στὰ Ἱεροσόλυμα τὸ 685, ὅταν ὁ Ἀνδρέας Κρήτης ἐγκαταλείπει τὴν πόλη γιὰ νὰ ἐγκατασταθεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη. Εὔλογο, ἐπίσης, εἶναι τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Ἀνδρέας Κρήτης ὑπῆρξε ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἑορτῆς στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ δεδομένη μάλιστα τὴν ἐπισήμανση τοῦ Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως (ἀρχὲς τοῦ 8ου αἰ.) ὅτι ἡ ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων ἦταν «ἀρτιύμνητη», δηλαδὴ νεοσύστατη»[…]
.               Ἡ θεσμοθέτηση μιᾶς ἑορτῆς δὲν συνεπάγεται ταυτοχρόνως καὶ τὴ διάδοση καὶ παγίωσή της στὴν ἑορτολογικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων: ἡ περαιτέρω ἀνάπτυξή της σημειώνεται μετὰ τὸν 9ο αἰ., ἡ δὲ ὁριστικὴ καὶ καθολικὴ ἐπικράτησή της ἐπισυμβαίνει τὸν 12ο αἰ., ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Μανουὴλ Α´ Κομνηνὸς (1143- 1180) τὴν καθιερώνει ὡς ἡμέρα ἀργίας. […]
.             Στὴν Δύση ἡ θεσμοθέτηση τῆς ἑορτῆς καθυστέρησε ἀκόμα περισσότερο σὲ σχέση μὲ τὴν Ἀνατολή. Ἐμφανίστηκε μὲν μεμονωμένα κατὰ τὸ 10ο καὶ 11ο αἰ., ἡ εἰσαγωγή της ὅμως στὸ ἑορτολόγιο τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας πραγματοποιήθηκε τὸ 14ο αἰ. […] Τὸ 1372 ἑορτάστηκαν ἐπισήμως γιὰ πρώτη φορὰ στὴν δυτικὴ «ἐκκλησία» τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου.

[…]

, , ,

Σχολιάστε

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΓΕΝΕΣΙΟΥ τῆς Θεοτόκου;

Ἡ ἑορτὴ τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Γεωργίου Ν. Φίλια, καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν:
«Οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας»,
ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι, 2002,

Ἡ δημιουργία τῆς ἑορτῆς

.               Ἡ κατὰ τὴν 8η Σεπτεμβρίου τελoυμένη ἑορτὴ τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου μαρτυρεῖται συνοπτικῶς στὸ Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου. Σύμφωνα μὲ παλαιὰ παράδοση, ἡ πατρικὴ οἰκία τῆς Θεοτόκου στὰ Ἱεροσόλυμα, στὴν ὁποία γεννήθηκε, εὑρισκόταν κοντὰ στὴν προβατικὴ κολυμβήθρα τῆς Βηθεσδά, στὴν πύλη εἰσόδου τῶν ποιμνίων στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου συντελέστηκε τὸ θαῦμα θεραπείας τοῦ παραλυτικοῦ ἀπὸ τὸν Χριστὸ (Ἰω. 5, 1-19). Ἡ παράδοση αὐτὴ εἶναι γνωστὴ καὶ κατὰ τὸν 9ο αἰ., ὅταν ὁ Ἰωάννης ὁ 198e2a07-143a-4879-a3bc-02fbbffa5f28Δαμασκηνὸς ἀναφέρει ὅτι ἐτέχθη ἡμῖν μήτηρ Θεοῦ ἐν ἁγίᾳ προβατικῇ.
.               Στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ., στὸν τόπο τῆς προβατικῆς κολυμβήθρας κτίστηκε μία Ἐκκλησία χωρὶς σχέση μὲ τὴν Θεοτόκο. Ἕνα αἰώνα ἀργότερα, στὸ ναὸ αὐτὸ ἄρχισε νὰ τιμᾶται τὸ Γενέσιο τῆς Θεοτόκου, λόγῳ τῆς ἐγγύτητάς του μὲ τὴν πατρικὴ οἰκία τῆς Θεοτόκου, ὁπότε καὶ μαρτυρεῖται ὡς ναὸς τῆς «κυρίας Θεοτόκου». Ἡ συνάφεια τῆς προβατικῆς κολυμβήθρας μὲ τὸ γεγονὸς τῆς γεννήσεως τῆς Θεοτόκου ἐμπερικλείει καὶ μία μεταφορικὴ ἀναλογία, ἐφόσον ἡ ἐν λόγῳ κολυμβήθρα ἀποτελοῦσε πηγὴ ἰάσεων, ἐνῶ ἡ γέννηση τῆς Θεοτόκου ἀποτελεῖ γεγονὸς προξενήσεως τῆς σωτηρίας.
.               Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱεροσολυμιτικὴ ἔναρξη τῆς ἑορτῆς. Ἡ ἡμερομηνία τῆς 8ης Σεπτεμβρίου δὲν διερευνᾶται εὐκὀλως. Πρόκειται ἆραγε περὶ ἡμερομηνίας ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ ἤ περὶ συμβολικῆς ἡμερομηνίας, ἡ ὁποία ἔχει σχέση μὲ τὴν ἔναρξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους κατὰ μήνα Σεπτέμβριο; Στὴν ἱστορία τῶν ἑορτῶν δὲν εἶναι σπάνιο τὸ φαινόμενο ἡμερολογιακοῦ καθορισμοῦ ἑορτῶν μὲ ἀφορμὴ κάποια ἡμερομηνία ἐγκαινίων ναοῦ· ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅμως, ἐλλείπουν παντελῶς σχετικὲς μαρτυρίες. Ἀντιθέτως, ὑπάρχει μαρτυρία Νεοφύτου τοῦ Ἐγκλείστου (†1220) περὶ τοποθετήσεως τῆς ἑορτῆς στὶς ἀρχὲς Σεπτεμβρίου, ὥστε νὰ εὐλογηθεῖ ὁλόκληρο τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἔτος μὲ τὸ νὰ εἶναι, ἡ Θεοτόκος, ἡ ἀρχὴ (Σεπτέμβριος) καὶ τὸ τέλος (Αὔγουστος, ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως) τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους.
.             Ἐκ τῶν Ἱεροσολύμων ἡ ἑορτὴ εἰσήχθη στὴν Κωνσταντινούπολη τὸν 7ο αἰ. Ἡ πρώτη μαρτυρία τοῦ γεγονότος αὐτοῦ εὑρίσκεται στὸ Πασχάλιο χρονικό. Φαίνεται ὅτι εἰσηγητὴς τῆς ἑορτῆς στὴν Κωνσταντινούπολη ὑπῆρξε ὁ Ἀνδρέας Κρήτης, ὁ ὁποῖος ἔφθασε ἐκεῖ τὸ 685 μ.Χ. προερχόμενος ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, τόπο γενέσεως καὶ ἰσχύος τῆς ἑορτῆς. Ἡ ἑορτὴ τοῦ Γενεσίου μπορεῖ νὰ χαρακτηριστεῖ ὡς ἑορτὴ τῆς Ἀνατολῆς, ἐν ὅσῳ στὴ Δύση ἐπεκράτησε μετὰ τὸ 10ο αἰ., ἂν καὶ ὁ συριακῆς καταγωγῆς πάπας Σέργιος τὴν εἶχε εἰσαγάγει στὴ Ρώμη περὶ τὰ τέλη τοῦ 7ου αἰ. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία τῆς Ἀνατολῆς, πάντως, ἔδειξε ἐξαιρετικὸ ἐνδιαφέρον περὶ τῆς ἑορτῆς, γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἀποκαλύπτει ὅτι τὸ Γενέσιο εἶχε λάβει μεγάλες ἑορτολογικὲς διαστάσεις ἤδη καὶ ἐκτὸς Ἱεροσολύμων.

, , , ,

Σχολιάστε

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς Θεοτόκου; (παρὰ τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν)-2

Ἡ δημιουργία τῆς ἑορτῆς τς Κοιμήσεως
Β´

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Γεωργίου Ν. Φίλια, καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν:
«Οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας»,
ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι, 2002,
σελ. 119-134

Μέρος Α´: ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς Θεοτόκου; (παρὰ τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν)

.             Ποιά ἦταν ὅμως, ἡ ἀκριβὴς ἡμερομηνία τῆς μίας αὐτῆς ἑορτῆς κατ᾽ ἔτος καὶ ποιό ἦταν τὸ ἐορτολογικό της περιεχόμενο; Ὁ Baumstark διατείνεται ὅτι συγκεκριμένη ἡμερομηνία ἦταν αὐτὴ τῆς 13-15 Αὐγούστου (τὴν περὶ 13ης Αὐγούστου ἄποψη υἱοθετεῖ καὶ ὁ καθ. Ἰω. Φουντούλης), ἀλλὰ περιπλέκει τὸ ὅλο θέμα ὑποστηρίζων ὅτι τὸ περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς εἶχε σχέση μὲ τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς Ἰκελίας κατὰ τὴ συγκεκριμένη ἡμερομηνία. Εἶναι πιθανὸν οἱ ἐκτιμήσεις τοῦ Baumstark περὶ τοῦ ἑορτολογικοῦ περιεχομένου νὰ πηγάζουν ἀπὸ τὸ γενικότερο κανόνα ὅτι, πρὸ τῆς διαμορφώσεως μίας ἑορτῆς, προηγεῖται ἡ ἀνάμνηση ἐγκαινίων ἑνὸς ἀντιστοίχου ναοῦ. Θεωροῦμε, ὅμως, ὅτι ἡ ἄποψη αὐτὴ τοῦ μεγάλου Γερμανοῦ λειτουργιολόγου στερεῖται συγκεκριμένης ἱστορικῆς κατοχυρώσεως περὶ πιθανοῦ ἐγκαινιασμοῦ τοῦ ναοῦ τῆς Ἰκελίας στὶς 13 Αὐγούστου κάποιου ἔτους, ἀλλὰ καὶ παρακάμπτει τὴ συνάφεια τοῦ «Καθίσματος» μὲ τὴν τιμὴ τῆς Θεοτόκου ὡς Μητέρας τοῦ Κυρίου.

4. Ἡ ἐορτολογικὴ ἐξέλιξη πρὸς τὴν 15η Αὐγούστου

.           Τὰ παραπάνω στοιχεῖα πιστοποιοῦν ὅτι, ορτ το «Καθίσματος» τς Θεοτόκου προετοιμάζει μν μερολογιακς τν ορτ τς Κοιμήσεως, λλ τ ορτολογικ περιεχόμενό της εναι παντελς διαφορετικ π τ γεγονς τς Κοιμήσεως. Ἐὰν λάβουμε ὑπ᾽ ὄψη τὸ «ἀρμενικὸ λεκτσιονάριο» ἢ «ἐκλογάδιο», τὸ ὁποῖο ἐξέδωσε σὲ παράρτημα ὁ Conybeare καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἐκδότης ἰσχυρίζεται ὅτι καταγράφει τὴ λειτουργικὴ πράξη τῶν Ἱεροσολύμων κατὰ τὸν 6ο αἰ., συμπεραίνουμε ὅτι τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἰσχύει ἀκόμα ἡ ἑορτὴ μὲ τὸ γενικὸ θεομητορικὸ περιεχόμενο (ἡ ἑορτὴ τοῦ «Καθίσματος»). Στὸ χρονικὸ αὐτὸ σημεῖο φαίνεται ὅτι ἐπαληθεύεται ἡ ἄποψη τοῦ Cabrol περὶ δημιουργίας τς ορτς τς Κοιμήσεως π τ βάρος το κύρους, τ ποο κτινοβολοσε τάφος τς Θεοτόκου στ Γεθσημανή.
.               Ο ορτολογικς ξελίξεις μφανίζονται καταιγιστικς π τ μέσα το 5ου αἰ., ταν ατοκράτορας Μαρκιανς (450-457) κτισε να πρς τιμ τς Θεοτόκου στ Γεθσημανή. Τρία τη μετ τ θάνατο το ατοκράτορα, τ 460, μφανίζεται γι πρώτη φορ ορτασμς τς Κοιμήσεως τς Θεοτόκου στς 15 Αγούστου κα στν συγκεκριμένο ναό, ἐκτοπιζομένης τοιουτοτρόπως τῆς παλαιᾶς θεομητορικῆς ἑορτῆς τοῦ «Καθίσματος». Στὸ σημεῖο αὐτὸ πολύτιμη ἐμφανίζεται ἡ μαρτυρία τοῦ «Γεωργιανοῦ Κανοναρίου», ἑνὸς κειμένου τὸ ὁποῖο ἀντικατοπτρίζει τὴν ἱεροσολυμιτικὴ λατρεία μεταξὺ 450 καὶ 750, τὸ ὁποῖο φαίνεται ὅτι γνωρίζει ὁ Μόδεστος Ἱεροσολύμων (645-646) καὶ τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ γεωργιανὴ μετάφραση ἀπολεσθέντος ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου, ἡ ὕπαρξη τοῦ ὁποίου ἦταν ἄγνωστη ἕως τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰ.
.                 Σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ «Κανοναρίου», στὶς 15 Αὐγούστου «τιμᾶται ἡ μνήμη τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανὴ στὸ ναὸ τοῦ αὐτοκράτορα Μαρκιανοῦ («Μαυρικίου» κατὰ γεωργιανὴ παραλλαγὴ). Ἡ ἐπιβεβαίωση τῶν ἐξελίξεων εἶναι σαφής: ἡ παλαιὰ θεομητορικὴ ἑορτὴ τοῦ ναοῦ τῆς Ἰκελίας ἔχει ἐκτοπισθεῖ (οἱ δύο ἐκδότες τοῦ «Κανοναρίου» ἀναφέρουν ὅτι ἡ ἑορτὴ αὐτὴ μετατοπίσθηκε στὶς 13 Αὐγούστου καὶ ἐξαφανίσθηκε σταδιακῶς, στὴ θέση της δὲ κατὰ τὶς 15 Αὐγούστου τοποθετήθηκε ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως. Οὐδείς, βεβαίως, δύναται νὰ συμπεράνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων ἐπανέφερε στὴν ἱστορική της μνήμη τὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τὸ 460. Ἡ ἑορτολογικὴ ἔρευνα θὰ πρέπει νὰ διακρίνει μεταξύ τς τιμς νς θεομητορικο γεγονότος στ συνείδηση τς κκλησίας τ τιμ εναι πρωτοχριστιανικ) κα το μερολογιακο καθορισμο ορτασμο τουτς καθορισμς πισυμβαίνει πάντοτε κατόπιν μακρν χρονικν ξελίξεων).
.               Εὐνόητο εἶναι ὅτι ἡ περὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἐορτολογικὴ ἐξέλιξη δὲν μπορεῖ νὰ ἐννοηθεῖ ἀνεξαρτήτως τῆς διατυπώσεως το ρθοδόξου Μαριολογικο δόγματος κατ τν Γ´ Οκουμενικ Σύνοδο. Ἡ ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 5ου αἰ. ἐορτολογικὴ παράδοση περὶ τῆς Κοιμήσεως συμπορεύεται μὲ τὴν ἑδραίωση τοῦ περὶ τῆς Θεοτόκου ὀρθοδόξου δόγματος, γεγονὸς τὸ ὁποῖο εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἑδραίωση, διάδοση καὶ καθολικὴ ἐπισημοποίηση τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως. Ἡ ἐπισημοποίηση αὐτὴ ἐπισυμβαίνει περὶ τὰ τέλη τοῦ 6ου αἰ., ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Μαυρίκιος (582-602), σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία Νικηφόρου τοῦ Καλλίστου, καθορίζει δι διατάγματος τν πιτέλεση τς ορτς στς 15 Αγούστου.
.            Πρόκειται περ ποκρυσταλλώσεως μίας μακραίωνης θεομητορικς παραδόσεως, ἐν ὅσῳ ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως περιβάλλεται πλέον μὲ νομικὴ ἰσχύ. Εἶναι σαφὲς ὅτι μὲ τὸ διάταγμα τοῦ Μαυρικίου δὲν ἐπιτελεῖται σύσταση νέας ἑορτῆς, ἐφ᾽ ὅσον ἀναφέρεται ὅτι ἡ σύστασή της ἔχει συντελεσθεῖ κατὰ τὸ παρελθόν. Μαυρίκιος υοθέτησε πισήμως κα καθολικς τν εροσολυμιτικ μερομηνία περ τς «Μνήμης τς Θεοτόκου», συνειδητοποιήσας προφανς τν καθολικ ελάβεια πρς τ μνμα τς Θεοτόκου στ Γεθσημαν κα π τν αξουσα κτινοβολία το ν λόγῳ προσκυνήματος, που συνέρρεε πλθος προσκυνητν. Δὲν φαίνεται, ὅμως, ὅτι ἡ κατὰ τὸν 6ο αἰ. ἀποκρυσταλλωθεῖσα ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως ἐπεβλήθη αὐτομάτως σὲ ὅλο τὸ εὖρος τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Ὅπως τονίζει τὸν 7ο αἰ. ὁ Ἰωάννης Θεσσαλονίκης, «ὑπῆρχαν κάποιοι τόποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἑόρταζαν ἀκόμα τὴν ἐτήσια μνήμη τῆς Κοιμήσεως», μεταξὺ δὲ αὐτῶν ὁ Ἰωάννης συγκαταλέγει καὶ τὴ Θεσσαλονίκη.

5. Περαιτέρω ἐξέλιξη τῆς ἑορτῆς στὸν ὑπόλοιπο χριστιανικὸ κόσμο

.                 Στὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰ. ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως υἱοθετεῖται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Συρίας. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ποίηση περὶ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ τάφου τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία κατέλειπε ὁ Ἰάκωβος τοῦ Sarug (Σύρος ἐπίσκοπος περὶ τὸ 518). Στὴν ποίηση αὐτὴ εἶναι σαφὴς ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι σαφὴς ἡ ἡμερομηνία. Ἡ ἀσάφεια τῆς ἡμερομηνίας ἔγκειται στὴν παράδοση τῆς Συριακῆς Ἐκκλησίας νὰ υἱοθετήσει μὲν τὴν ἱεροσολυμιτικὴ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως, ἀλλὰ νὰ τὴν τοποθετήσει στὶς 26 Δεκεμβρίου, σύμφωνα μὲ τὴν ἀπόκρυφη παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τὴν ἴδια ἡμέρα Γεννήσεως τοῦ Κυρίου, μετατεθείσης τῆς ἑορτῆς κατὰ μία ἡμέρα, ὥστε νὰ μὴ συμπέσουν οἱ δύο ἑορτές.
.               Ἀπὸ τὴ Συρία ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως μεταλαμπαδεύτηκε στὴ Ρώμη. Διαρκοῦντος, ἤδη, τοῦ 6ου αἰ., ὁ Γρηγόριος Τουρώνης (573-593) ἀναφέρεται σὲ ἑορτὴ ὑπὸ τὸν γενικὸ τίτλο «Festivitas S. Mariae». Στὴ συγκεκριμένη μαρτυρία οὐδεμία ἀναφορὰ γίνεται στὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως, συμπεραίνουμε δὲ ὅτι πρόκειται προφανῶς περὶ κάποιας θεομητορικῆς ἑορτῆς γενικοῦ χαρακτῆρος. Ὁ πάπας Θεόδωρος Α´ (647-649) εἶναι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἐπεχείρησε εἰσαγωγὴ τῆς ἑορτῆς στὴ Ρώμη, φαίνεται ὅμως ὅτι ἡ προσπάθειά του δὲν στέφθηκε ἀπὸ ἐπιτυχία. Ἡ παραπάνω ἐπισήμανση, ὅτι ἡ Συρία ἐπέδρασε ἐπὶ τῆς Ρώμης στὴν υἱοθέτηση τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, ἀφορᾶ στὴν ἑδραίωση τῆς ἑορτῆς στὴ Ρώμη ἀπὸ τὸ Σύρο πάπα Σέργιο Α´ (687-701), ὁ ὁποῖος μετέφερε στὴ Ρώμη τὴν τελετουργικὴ λαμπρότητα τῆς Συρίας κατὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς Κοιμήσεως. Ἡ ὁρολογία τῆς ἑορτῆς φαίνεται ὅτι ἀποκρυσταλλώθηκε σταδιακῶς: τὸ «εὐαγγελιστάριο» τοῦ 740 ἀναγγέλλει τὴν ἑορτὴ ὡς «Sollemnitas de pausatione sanctae Mariae», ἐνῶ τὸ «Ἀνδριανὸ εὐχολόγιο» (περὶ τὸ 770) καταχωρίζει ἀκολουθία ἑορτῆς τῆς «Μεταστάσεως» (Transitus). Γνωρίζουμε ὅτι o πάπας Ἀδριανὸς ἐγκαινίασε τὴν ἑορτὴ στὸ ναὸ τῆς «Ἁγίας Μαρίας τῆς Μείζονος» στὴ Ρώμη.
.             Στὴν αἰγυπτιακὴ Ἐκκλησία φαίνεται ὅτι κατὰ τὸν 5ο αἰ. ἐμφανίζεται ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως ἐξ ἐπιδράσεως τῶν Ἱεροσολύμων. […]

,

Σχολιάστε

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς Θεοτόκου; (παρὰ τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν)

Ἡ δημιουργία τῆς ἑορτῆς τς Κοιμήσεως

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Γεωργίου Ν. Φίλια, καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν:
«Οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας»,
κδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι, 2002,
σελ. 119-134

1.Εἰσαγωγικὴ ἀναφορὰ στὸ θέμα τῶν πηγῶν

.               (α) […] Μὲ δεδομένη τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν περὶ τῶν γεγονότων τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὸ ἑορτολογικὸ περιεχόμενο ἀναζητεῖται σὲ ἐξωβιβλικὲς πηγές. Ἀναφερόμεθα, οὐσιαστικῶς, σὲ ἕνα ἀπόκρυφο κείμενο τὸ ὁποῖο φέρει τὸν τίτλο «De Transitu beatae Mariae virginis» (περὶ Μεταστάσεως τῆς μακαρίας Παρθένου Μαρίας), χρονολογεῖται περὶ τὸν 5ο αἰ. καὶ εἶναι λατινικὴ μετάφραση παλαιοτέρου ἀπολεσθέντος ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου.[…]
.               Οἱ ἀπόκρυφες διηγήσεις περὶ τῶν σχετικῶν μὲ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου γεγονότων δὲν μπορεῖ νὰ περιορίζονται μόνο στὸ ἐν λόγῳ κείμενο, ἐφ᾽ ὅσον ἡ Κοίμησις δὲν ἀποτελεῖ γεγονὸς ἐλάσσονος σημασίας γιὰ τὴν χριστιανικὴ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Φαίνεται, ἐν προκειμένῳ, ὅτι ἰσχύει ἡ θέση τοῦ P. Voulet, ἐκδότου τῶν θεομητορικῶν Ὁμιλιῶν τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε ὅτι τὸ «Transitus Mariae» ἀποτελεῖ σύνοψη τοῦ συνόλου τῶν περὶ τῆς Κοιμήσεως ἀπόκρυφων διηγήσεων, μὴ διασωθεισῶν στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἐφ᾽ ὅσον εἶχαν ἐνσωματωθεῖ στὸ ἐν λόγῳ κείμενο. […] Ἡ μελέτη τοῦ περιεχομένου του, ἄλλωστε, ἐνισχύει τὴ διαίσθηση ὅτι στὸ ἐν λόγῳ κείμενο περιέχονται πρωτοχριστιανικὲς διηγήσεις περὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

.               (β) Τὸ κείμενο τῆς «Transitus Mariae» ὑπῆρξε πηγὴ τῆς περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου παραδόσεως, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ὡς «Εὐθυμιακὴ ἱστορία» καὶ ἡ ὁποία διασώθηκε στὸν Β´ Λόγο τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ στὴν Κοίμηση. Ἡ ἀπόκρυφη αὐτὴ διήγηση ἔχει δανειστεῖ, μέν, στοιχεῖα ἐκ τῆς «Transitus», περιέχει ὅμως καὶ ἄλλα ἑξαιρετικῶς ἄτοπα καὶ ἐλεγχόμενα (ὅπως τὸ αἴτημα τῆς Πουλχερίας -5ος αἰ.- περὶ μεταφορᾶς στὴν Κωνσταντινούπολη τοῦ λειψάνου τῆς Θεοτόκου!), τὰ ὁποῖα τὴν καθιστοῦν «διπλὰ ἀπόκρυφη». Ἡ ἐπιβίωση τῆς «Εὐθυμιακῆς ἱστορίας» ἕως τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰω. Δαμασκηνοῦ ἐπιβεβαιώνει τὴν ἐπισήμανση τῆς προηγουμένης παραγράφου ὅτι, τ γεγονς τς Κοιμήσεως τς Θεοτόκου εχε μεγάλη σημασία γι τν κκλησιαστικ παράδοση, μ ποτέλεσμα τν πεξεργασία του σ διάφορες πόκρυφες παραδόσεις.

2.Ἡ παράδοση περὶ τῆς ταφῆς τῆς Θεοτόκου

.                 Οἱ ἀπόκρυφες διηγήσεις παρέχουν μὲν στοιχεῖα τοῦ ἐορτολογικοῦ περιεχομένου (τῶν γεγονότων τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως), δὲν σχετίζονται ὅμως μὲ τὴ διαδικασία ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς. Τὸ ἐνδιαφέρον τῆς περὶ τοῦ θέματος τῆς ἐμφανίσεως μελέτης πρέπει νὰ ἐπικεντρωθεῖ στὴν παράδοση περὶ τοῦ τόπου τῆς Κοιμήσεως καὶ τῆς ταφῆς τῆς Θεοτόκου, ἐφ᾽ ὅσον εἶναι εὔλογο οἱ τοποθεσίες αὐτὲς νὰ ἀπετέλεσαν τὸ λίκνο ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς.
.               Ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν ἐν Ἱεροσολύμοις οἰκία της καὶ ταφῆς της στὴν ἴδια πόλη ἀναφαίνεται περὶ τὸν 5ο αἰ. (περὶ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. ὁ Ἐπιφάνιος Σαλαμίνος οὐδεμία παρόμοια παράδοση γνωρίζει) καὶ ἐνισχύεται ἀπὸ μαρτυρίες «Ὁδοιπορικῶν» του 6ου αἰ., τόσο τοῦ προσκυνητοῦ Θεοδοσίου (530) περὶ ὑπάρξεως ναοῦ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανὴ, ὅσο καὶ τοῦ Ἀντωνίου τῆς Πλακεντίας (570), ὁ ὁποῖος ἐπισημαίνει ὅτι ἐντός τοῦ ναοῦ αὐτοῦ ὑπῆρχε καὶ ὁ τάφος τῆς Θεοτόκου. Μνεία τοῦ τάφου αὐτοῦ γίνεται τὸν 7ο αἰ. στὴν Ἀνακρεόντειο ποίηση τοῦ Σωφρονίου Ἱεροσολύμων (+638), ὁ ὁποῖος τιμᾶ τὴ Θεοτόκο στὴ συγκεκριμένη τοποθεσία. Ἡ παράδοση τῆς «Dormitio hierosolymitana» (Κοιμήσεως ἐν Ἱεροσολύμοις), ὅπως ἀναφέρεται στὸ «Brevarius de Hierosolyma» τοῦ 6ου αἰ., φαίνεται νὰ κατέχει τὴν αἴγλη τῆς ἱστορικότητας, πρὸς αὐτὴν δὲ προσανατολίζονται σημαντικὲς ἔρευνες περὶ τοῦ τάφου τῆς Θεοτόκου.
.               Κατὰ συγκυρίαν περισσότερο «μυστικιστικὴ» καὶ ὀλιγότερο ἐρευνητικὴ ἀνεφάνη ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως καὶ ταφῆς τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο. Ἀναφερόμεθα στὴν περὶ τοῦ θέματος «δραματικὴ ἀποκάλυψη», τὴν ὁποία διετείνετο ὅτι εἶχε ἡ Anna Catherine Emmerich, αὐγουστινιανὴ μοναχή τοῦ ἀββαείου Agnetenberg τῆς Βεστφαλίας (+1824). Οἱ «ἀποκαλύψεις» τῆς Emmerich σχετίζονται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία (Κοίμηση) τοποθετοῦν στὴν Ἔφεσο καί, μάλιστα, στὴν οἰκία τὴν ὁποία εἶχε οἰκοδομήσει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Ἡ περιοχὴ τῆς Ἐφέσου «Παναγία-Καπούλη» (πόρτες τῆς Παναγίας) ἐθεωρήθη ὡς ἡ τοποθεσία Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Οἱ ἀπόψεις αὐτὲς δὲν εἶχαν μὲν τὴν ἀπαιτούμενη τεκμηρίωση, συνεκίνησαν ὅμως τοὺς διατεινομένους ὅτι ἡ Θεοτόκος δὲν ἐτάφη στὴ Γεθσημανή. Ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο, ἄλλωστε, συντηρήθηκε ἀπὸ τὴν ἀπόκρυφη γραμματεία, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὸ γεγονὸς συγκλήσεως τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὸ ναὸ τῆς «ἁγίας Μαρίας» στὴν Ἔφεσο, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχει βεβαιότητα περὶ ἀφιερώσεως τοῦ ναοῦ αὐτοῦ στὴν παρθένο Μαρία ἢ σὲ ὁμώνυμη ἁγία.
.               Ἡ «παράδοση τῆς Ἐφέσου» ἀποτελεῖ μᾶλλον παρένθεση στὸ ὅλο θέμα τοῦ τόπου Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἡ μετακίνηση τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννη στὴν Ἔφεσο πραγματοποιεῖται σὲ χρονικὴ στιγμὴ μεταγενέστερη τοῦ ἡμίσεως τοῦ 1ου αἰ., γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἀποδυναμώνει ἐξαιρετικὰ τὴν περίπτωση μεταφορᾶς τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο. Ἡ περὶ Θεοτόκου παράδοση στὴν πόλη αὐτὴ δὲν εἶναι ἀναγκαῖο νὰ σχετίζεται μὲ τὴν αὐτοπρόσωπη παρουσία τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ προφανῶς μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση εὑρίσκετο στενὰ συνδεδεμένος μὲ τὴ Θεοτόκο. Ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων, ἄλλωστε, κατέχει μεγαλύτερες «περγαμηνὲς» -σὲ σχέση μὲ τὴν Ἔφεσο- ὥστε νὰ θεωρεῖται ὡς τὸ λίκνο ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως.

3. Ἡ πρώτη ἑορτὴ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στἹεροσόλυμα

.               Οἱ ἑορτὲς γεννῶνται σ’ ἕνα τόπο διὰ τῆς ἰσχύος τῶν τοπικῶν παραδόσεων καὶ ἀναμνήσεων. Δὲν ἀπαιτεῖται ἰδιαίτερη ἱκανότητα ἔρευνας τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ὥστε νὰ συμπεράνουμε ὅτι τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖο κυριαρχοῦσε στὶς συνειδήσεις σχετικῶς μὲ τὴ Θεοτόκο ἦταν ἡ θεϊκὴ μητρότητα. Ἡ ὑπὸ τῆς Θεοτόκου Γέννηση τοῦ Κυρίου εἶναι εὔλογο νὰ ἀποτελοῦσε τὸ ἐορτολογικὸ περιεχόμενο τῆς ὅποιας πρωτογενοῦς θεομητορικῆς ἑορτῆς. Ἂς μὴν παραθεωρεῖται μία σημαντικὴ παράμετρος τῆς ἱστορίας τῶν ἑορτῶν, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποία ἡ ἐμφάνιση κάποιας ἑορτῆς σὲ συγκεκριμένη χρονικὴ περίοδο δὲν συμπίπτει μὲ τὴ γένεση τοῦ ἐορτολογικοῦ της περιεχομένου. Τὸ γεγονός, δηλαδή, ὅτι ὑπῆρχε ἀντικείμενο τιμῆς τῆς Θεοτόκου (ἐν προκειμένῳ ἡ Γέννηση τοῦ Κυρίου) εἶναι προγενέστερο ἀπὸ τὴν ἡμερολογιακὴ διαμόρφωση ἀντίστοιχης ἑορτῆς. Τὰ δύο δεδομένα ὄχι μόνο δὲν ταυτίζονται, ἀλλὰ χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἐπαγωγικὴ σχέση ἐφ᾽ ὅσον τὸ πρῶτο (ἡ πρωτοχριστιανικὴ τιμὴ πρὸς τὴν Θεοτόκο) προετοίμασε τὴν ἐμφάνιση τοῦ δευτέρου (τὸν ἡμερολογιακὸ καθορισμὸ ἀντίστοιχης ἑορτῆς).
.               Ἡ ἐκτίμηση περὶ ὑπάρξεως ἑνὸς «πρωτογενοῦς Θεομητορικοῦ ἑορτολογικοῦ ὑλικοῦ» συνδέεται μὲ μία τοποθεσία τρία μίλια μετὰ τὰ Ἱεροσόλυμα καθ᾽ ὁδὸν πρὸς Βηθλεέμ, ἡ ὁποία ἐπονομάζεται «Κάθισμα». Ἡ ἐν λόγῳ τοποθεσία ἐκίνησε τὸ εὐρύτερο ἀρχαιολογικὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἐρευνητῶν, εἰδικότερον ὅμως ὡς πρὸς τὴν Θεοτόκο ἀπετέλεσε τόπο ἱερό, ἐφ᾽ ὅσον κατὰ τὴν ἀπόκρυφη παράδοση τοῦ Πρωτευαγγελίου τοῦ Ἰακώβου (17, 2-3) ἡ Θεοτόκος, καθ᾽ ὁδὸν πρὸς τὴ Βηθλεὲμ καὶ εὑρισκομένη ὀλίγον πρὸ τῆς κυήσεως, ἐζήτησε ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ νὰ κατέλθει ἐκ τῆς ὄνου γιὰ νὰ ξεκουρασθεῖ. Τὴν παράδοση αὐτὴ ἐπιβεβαιώνει τὸ 530 ὁ προσκυνητὴς Θεοδόσιος, φαίνεται δὲ ὅτι ἦταν ἡ κυρίαρχη σὲ σχέση μὲ ἄλλη, περὶ παραμονῆς ἐπ᾽ ὀλίγον τῆς Θεοτόκου στὸ συγκεκριμένο τόπο κατὰ τὴ φυγὴ πρὸς τὴν Αἴγυπτο.
.               Σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία Κυρίλλου τοῦ Σκυθοπολίτου, στὸ «Κάθισμα» ἀνοικοδομήθηκε ναὸς πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου ἀπὸ μία Ρωμαία, εὐγενοῦς καταγωγῆς καὶ μεγάλης πίστεως προσκυνήτρια, τὴν Ἰκελία (ἢ Ἰκηλία), κατὰ τοὺς χρόνους πατριαρχείας τοῦ Ἰουβεναλίου Ἱεροσολύμων (417-458). Ὁ ναὸς αὐτὸς δὲν φαίνεται νὰ ἀντικατέστησε κάποιον παλαιότερο, ἐφ᾽ ὅσον ἀποκαλεῖται ὡς «Κάθισμα παλαιὸν» ἀπὸ τὸ Θεόδωρο Πέτρας, τὸ βιογράφο Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, ὁ ὁποῖος βεβαιώνει καὶ περὶ ἀνεγέρσεως ναοῦ ὑπὸ τῆς Ἰκελίας. Ὡς ἐκ τούτου, τ ν λόγῳ «Κάθισμα» πρέπει ν πετέλεσε τν πρτο συγκεκριμένο τόπο τιμς πρς τ Θεοτόκο στς ρχς το 5ου αἰ. καί, ἑπομένως, τὸν πρῶτο τόπο ἐπιτελέσεως μίας ἑορτῆς, τὴν ὁποία ὁ προαναφερθεὶς Θεόδωρος Πέτρας ἀποκαλεῖ «μνήμην Θεοτόκου» καὶ ἐπισημαίνει ὅτι τελεῖται «ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς Θεοτόκου; (παρὰ τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν)-2

, , ,

Σχολιάστε