Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Γ. Σαραντάρης

ΟΓΔΟΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ Γ. ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ὀγδόντα χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Γ. Σαραντάρη

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .                 Πρὶν ἀπὸ ὀγδόντα χρόνια ἀπεβίωσε ὁ σημαντικὸς ποιητὴς καὶ στοχαστὴς Γιῶργος Σαραντάρης. Καχεκτικὸς στὸ σῶμα καὶ φιλάσθενος πολέμησε στὴν πρώτη γραμμὴ τοὺς Ἰταλοὺς καὶ δὲν ἄντεξε. Ἀπεβίωσε στὶς 25 Φεβρουαρίου 1941, σὲ ἡλικία 33 ἐτῶν
.                 Γιὰ τὴν τραγικότητα τοῦ τέλους τοῦ Σαραντάρη καὶ τὸν χριστιανικὸ τρόπο ποὺἀντιμετώπισε τὸν θάνατο ἔγραψε ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης στὰ «Ἀνοιχτὰ Χαρτιὰ» (ἐκδ. Ἴκαρος, σελ. 392-393). Καταγγέλλει τὸ ἐπιστρατευτικὸ σύστημα ὅτι κράτησε στὸ Κολωνάκι «τὰ χοντρόπετσα θηρία τῶν ἀθηναϊκῶν ζαχαροπλαστείων καὶ ξαπόστειλε στὴν πρώτη γραμμὴ τὸ πιὸ ἁγνὸ καὶ ἀνυπεράσπιστο πλάσμα». Ἕναν εὔθραυστο διανοούμενο, ὅπως τὸν χαρακτηρίζει, «ποὺ μόλις στεκότανε στὰ πόδια του, ποὺ ὅμως εἶχε προφτάσει νὰ κάνει τὶς πιὸ πρωτότυπες καὶ γεμάτες ἀπὸ ἀγάπη σκέψεις γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ μέλλον της».
.                 Ἐξηγεῖ ὁ Ἐλύτης ὅτι ἀφοῦ ἦταν διπλωματοῦχος νομικὸς ἰταλικοῦ πανεπιστημίου –ὁ μόνος ἴσως σὲ ὁλόκληρο τὸ στράτευμα παρατηρεῖ–, θὰ μποροῦσε νά ᾽ναι περιζήτητος στὶς ὑπηρεσίες τῆς ἀντικατασκοπείας, ἢ τῆς ἀνάκρισης αἰχμαλώτων, ἀντὶ νὰ φορτωθεῖ τὸ γυλιὸ καὶ τὸν ὁπλισμὸ τῶν τριάντα ὀκάδων καὶ «νὰ χαθεῖ παραπατώντας μὲς στὰ χιονισμένα φαράγγια ἕνας ἀκόμη ποιητής, ἕνας ἀκόμη ἀθῶος στὸ δρόμο τοῦ μαρτυρίου».
.                  Συνεχίζοντας ὁ Ἐλύτης γράφει γιὰ τὸ τραγικό του τέλος: «Φαίνεται ὅτι πέρασε φρικτὲς ὧρες… Φώναζε βοήθεια στοὺς ἄλλους φαντάρους, αὐτὸς ὁ Χριστιανὸς φώναζε «ἀδέλφια» καὶ τ’ «ἀδέλφια» τὸν κοροϊδεύανε, τὰ πιὸ ἀδίσταχτα βαλθήκανε κιόλας νὰ τοῦ κλέβουνε κουβέρτες, μάλλινα, ὁτιδήποτε χρήσιμο μποροῦσε ὁ δόλιος νὰ κουβαλεῖ. Ἀπόμεινε σὰν τὸ κατατρεγμένο πουλὶμέσα στὴν παγωνιά. Χωρὶς νὰ βαρυγκομήσει. Χωρὶς νὰ ξεστομίσει ἕναν πικρὸ λόγο. Περήφανος, μ’ ἕνα σῶμα ἐλάχιστο καὶ μία μεγάλη ψυχή, ποὺ τὸν κράτησε ὅσο ποὺ νὰ τραγουδήσει ἀκόμη λίγο: “Ἐγὼ ποὺ ὁδοιπόρησα μὲ τοὺς ποιμένες τῆς Πρεμετῆς” – κι ὕστερα ν’ ἀνεβεῖ “στοὺς τόπους ποὺἀγγέλλουν τὸν οὐρανὸ καὶ συνομιλοῦν μὲ τὸν ἥλιο”. Καὶ καταλήγει ὁ Ἐλύτης:
.                 «Ἔτσι πέθανε ἕνας Ἕλληνας ποιητής, ὅταν οἱ συνάδελφοί του στὴ Δύση βλαστημούσανε τὸ Θεὸ κι ἐμπιστεύονταν στὴ μαριχουάνα. Ἔπρεπε νὰ τὸ διαφυλάξουμε αὐτό, νὰτὸ κάνουμε σύμβολό μας καὶ κουράγιο μας, τώρα ποὺ ἄρχιζαν ἄλλα δεινά, ἡ πείνα, ἡ κλούβα, οἱ ἐκτελέσεις στὸν τοῖχο».
.                 Ὁ Σαραντάρης ἐκτὸς ἀπὸ πρωτοπόρος στὴ σύγχρονη ποίηση καὶ στὸν χριστιανικὸ ὑπαρξισμὸ ἦταν καὶ πρότυπο πατριώτη. Ἡ οἰκογένειά του ζοῦσε γιὰ ἑκατὸ καὶ πλέον χρόνια στὴν Ἰταλία. Ὅμως ὅλα τὰ μέλη της διατηροῦσαν τὴν ἑλληνική τους συνείδηση καὶ ταυτότητα. Ὁ Σαραντάρης τελειώνει τὰ Νομικὰ στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ματσεράτα  καὶ ἔρχεται στὴν Ἑλλάδα νὰ ὑπηρετήσει τὴ στρατιωτική του θητεία καὶ μένει πλέον μόνιμα. Αὐτοδίδακτος στὰ ἑλληνικὰ τὰ καλλιεργεῖ καὶ ἐκφράζεται ἄριστα στὴν ποίησή του καὶ στὸν φιλοσοφικό του στοχασμό. Ἀνακαλύπτει τὸ μεγάλο ταλέντο τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη, ἐνισχύει τὴ Ζωὴ Καρέλλη νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν ποίηση, ἔχει ἐνδιαφέροντα φιλοσοφικὸ ἐπιστολικὸ διάλογο μὲ τὸν Πεντζίκη. Στὴν περίπτωσή του ἔχει ἐφαρμογὴ τὸ πῶς ἡ Ἑλλάδα τρώγει καμιὰ φορὰ τὰ ἄξια παιδιά της.-

,

Σχολιάστε

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΟΥ ΘΥΣΙΑΣΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΠΙΝΔΟ

Ὁ ποιητὴς ποὺ θυσιάστηκε στὴν Πίνδο
Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.———————-. Ὁ μεγάλος μας ποιητὴς Γιῶργος Σαραντάρης θυσιάστηκε στὴν Πίνδο, σὲ ἡλικία 33 ἐτῶν. Πρόλαβε πάντως νὰ κάνει τομὴ στὴν ποίηση καὶ στὸν φιλοσοφικὸ στοχασμὸ τοῦ τόπου μας. Ἀσθενικός, καχεκτικός, μύωπας, πτυχιοῦχος Νομικῆς στὴν Ἰταλία κρίθηκε ὅτι ἔπρεπε νὰ πολεμήσει στὴν πρώτη γραμμὴ καὶ ὄχι νὰ βοηθήσει στὶς ἀνακρίσεις αἰχμαλώτων καὶ στὴ συγκέντρωση στοιχείων ἀπὸ τοὺς Ἰταλούς…
.———————-. Ὁ Ἀνδρέας Καραντώνης γράφει ὅτι τὸν συνάντησε ὁ Σαραντάρης τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1940 καὶ τοῦ εἶπε «φεύγω, πάω φαντάρος», μὲ πρόσωπο ἤρεμο, χαμογελαστὸ καὶ ὁλότελα σχεδὸν ἀποπνευματωμένο. Ὁ Καραντώνης μελαγχολεῖ στὴ σκέψη ὅτι δὲν θὰ τὰ βγάλει πέρα στὴν τραχύτητα τῆς ἐμπόλεμης ζώνης καὶ προσθέτει: «Κι ὅμως ἀκολούθησε καρτερικὰ τὴ μοίρα του, μὲ τὴ συναίσθηση ὅτι δίνει καὶ αὐτός, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι, τὸ “παρών” του στὸ κάλεσμα τῆς Πατρίδας».
.———————-. Ὁ Θεμιστοκλῆς Πολιτάρχης διηγεῖται στὴν ποιήτρια Ὀλυμπία Καράγιωργα ὅτι στὸ μέτωπο καὶ στὸν 3ο λόχο συνάντησε τὸν Σαραντάρη καὶ μαζὶ προέλασαν στὴν Κλεισούρα καὶ στὴν Τρεμπεσίνα. Κοντὰ στὸ χωριὸ Κιλαρίτσι εἶδε τὸν Σαραντάρη ἐξαντλημένο, χλωμὸ καὶ ἀδύναμο. Γονάτισε γιὰ νὰ τοῦ μιλήσει. Ὁ ποιητὴς τοῦ εἶπε: «Ἔχεις κάτι νὰ μοῦ δώσεις νὰ φάω;». Εἶχε ἕνα κομμάτι ξερὴ κουραμάνα. Τοῦ τὸ ἔδωσε. Ὕστερα ὁ Σαραντάρης ἔβγαλε ἀπὸ τὴν τσέπη του χαρτιά. Τοῦ τὰ ἔδειξε. Τὸ ἕνα ἦταν ἰατρικὴ γνωμάτευση, ποὺ τὸν ἔστελνε στὸ νοσοκομεῖο, στὰ Γιάννενα. Τὸ ἄλλο ἕνα ποίημα ποὺ ἄρχιζε: «Ἐγὼ ποὺ ὁδοιπόρησα μὲ τοὺς ποιμένες τῆς Πρεμετῆς…». Τοῦ τὸ χάρισε. Ἐκεῖνος τόχασε, ὅμως θυμόταν τὸν πρῶτο στίχο…
.———————-. Ἕνας ἄλλος συστρατιώτης τοῦ Σαραντάρη, ὁ Γιῶργος Πολιτάρχης, θυμᾶται καὶ λέγει στὴν Καράγιωργα ὅτι στὸ μέτωπο καὶ σὲ ἕνα γείσωμα συνάντησε τὸν Σαραντάρη. Ἦταν ἐξουθενωμένος. «Ἔχασα τὰ γυαλιά μου Γιώργη. Δὲν βλέπω τίποτε, τίποτε…». Τὸν σήκωσε ὄρθιο, τὸν κράτησε, τὸν ὁδήγησε στὸ ἀντίσκηνό του, τούδωσε τὴν κουβέρτα του καὶ κάτι σύκα καὶ ψωμὶ ποὺ τούχαν δώσει. Ἔφαγε καὶ τὸν πῆρε ὁ ὕπνος. Ὅταν ξημέρωσε, τοῦ εἶπε νὰ φύγει καὶ νὰ τὸν ἀφήσει ἐκεῖ. Ὁ Πολιτάρχης δὲν τὸν ἄκουσε. Ὅταν περνοῦσε ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο μία φάλαγγα τὸν παρέδωσε στὸν ἀνθυπολοχαγό…
.———————-. Ὁ Ἐλύτης, ὅταν ἔμαθε τὸν θάνατο τοῦ Σαραντάρη, σχολίασε πὼς ἦταν «ἡ μόνη καὶ ἡ πιὸ ἄδικη ἀπώλεια πνευματικοῦ ἀνθρώπου» καὶ κατάγγειλε τὸ ἐπιστρατευτικὸ σύστημα γιὰ δολοφονία: «Κράτησε στὰ Γραφεῖα καὶ τὶς Ἐπιμελητεῖες ὅλα τὰ χοντρόπετσα θηρία τῶν ἀθηναϊκῶν ζαχαροπλαστείων καὶ ξαπόστειλε στὴν πρώτη γραμμὴ τὸ πιὸ ἁγνὸ καὶ ἀνυπεράσπιστο πλάσμα. Ἕναν εὔθραυστο διανοούμενο, ποὺ μόλις στεκότανε στὰ πόδια του, ποὺ ὅμως εἶχε προφτάσει νὰ κάνει τὶς πιὸ πρωτότυπες καὶ γεμάτες ἀπὸ ἀγάπη σκέψεις γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ μέλλον της. Ἦταν σχεδὸν μία δολοφονία… Στὸ μέτωπο ἀπόμεινε σὰν τὸ κατατρεγμένο πουλὶ μέσα στὴν παγωνιά. Χωρὶς νὰ βαρυγκομήσει… Περήφανος, μ’ ἕνα σῶμα ἐλάχιστο καὶ μία μεγάλη ψυχή… Ἔτσι πέθανε ἕνας Ἕλληνας ποιητής, ὅταν οἱ συνάδελφοί του στὴ Δύση βλαστημούσανε τὸ Θεὸ κι ἐμπιστεύονταν στὴ μαριχουάνα».-

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Τὸ τέλος τοῦ Γιώργου Σαραντάρη

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.           Μέσα στὴν λασπωμένη ἀπὸ τὶς μικρότητες τῆς καθημερινότητας ζωὴ τοῦ σημερινοῦ Ἕλληνα πολίτη, ἡ μνήμη τοῦ θανάτου ἑνὸς δικαίου, νέου στὴν ἡλικία καὶ ἰδιοφυοῦς ποιητῆ καὶ στοχαστὴ μᾶς δίνει κουράγιο νὰ συνεχίσουμε νὰ προσπαθοῦμε νὰ ζήσουμε μὲ μίαν ἐλπίδα, τὴν ἐλπίδα «μίας ἄλλης χαρᾶς». 25 Φεβρουαρίου 1941. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἔσβησε τὸ καντήλι τοῦ Γιώργου Σαραντάρη.
.           Ἀσθενικός, καχεκτικὸς καὶ μὲ αὐξημένη μυωπία, ὁ Σαραντάρης πολέμησε στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ ἑλληνοϊταλικοῦ μετώπου. Φυσικὸ ἦταν νὰ λυγίσει σωματικά, ὑπερασπιζόμενος τὴν Πατρίδα. Ἑτοιμοθάνατο τὸν ἄφησαν στὴν τύχη του. Ἐκεῖνος ζοῦσε κιόλας τὴν «ἄλλη χαρά». Ἐγκαταλελειμμένος ἀπὸ τὸ στράτευμα γύρισε καὶ πέθανε σὲ μία ἰδιωτικὴ κλινικὴ τῶν Ἀθηνῶν…Ἡ κηδεία του στὴν ἐκκλησία τοῦ Α΄ Νεκροταφείου, μὲ παρόντες λίγους, συγγενεῖς καὶ φίλους. Τὸ φέρετρό του σκεπασμένο μὲ τὴν ἑλληνικὴ σημαία. Ἡ μόνη ἠθικὴ ἀνταμοιβὴ ποὺ ἔλαβε, γιὰ ὅσα προσέφερε στὴν Πατρίδα.
.           Ἡ «Καθημερινὴ» ἀνακοίνωσε, στὶς 2 Μαρτίου 1941, μὲ ἕνα σύντομο κείμενο στὴν πρώτη σελίδα, τὸν θάνατό του: «Μεταξὺ τῶν ἡρωικῶς πεσόντων εἰς τὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς ἰταλικῆς βαρβαρότητος καταλέγεται καὶ ὁ νέος λόγιος Γεώργιος Σαραντάρης. Ὁ Γ. Σαραντάρης ἦτο ἀπὸ τοὺς ἀξιολόγους ποιητὰς τῆς νέας γενεᾶς, δημοσιεύσας τρεῖς ποιητικὰς συλλογὰς καὶ δύο φιλοσοφικὰ δοκίμια. (Σημ. Στὴν πραγματικότητα ἦσαν πέντε οἱ ποιητικὲς συλλογές του καὶ τρία τὰ φιλοσοφικά του δοκίμια). Ὑπῆρξε συνεργάτης τῆς φιλολογικῆς σελίδος τῆς “Καθημερινῆς”, δημοσιεύσας σημειώματα δι’ ἄλλους νέους λογοτέχνας, ὡς καὶ στίχους του. Στρατιώτης εἰς τὸ ἀλβανικὸν μέτωπον, προσέφερε τὴν ζωήν του ὑπὲρ τοῦ ἀγωνιζομένου Ἔθνους. Λόγῳ τῶν πολεμικῶν ἡμερῶν περιοριζόμεθα εἰς τὰς ὀλίγας αὐτὰς γραμμὰς εἰς μνήμην τοῦ ἐκλιπόντος διανοουμένου».
.           Ὁ φίλος τοῦ ποιητῆ, ἀκαδημαϊκὸς Κωνσταντῖνος Δεσποτόπουλος, ἔγραψε στὸ βιβλίο τοῦ «Φήμη ἀποντων» (Ἔκδ. Καστανιώτη) γιὰ τὸν θάνατο τοῦ ποιητῆ καὶ στοχαστῆ: «Ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ βεβαιώσω πὼς εἶχε ὁ Σαραντάρης, τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του, νικήσει τὸν φόβο τοῦ θανάτου…Ἦταν γαλήνιος ἐνώπιον τοῦ θανάτου καὶ ψιθύριζε πρὸς τοὺς νέους, ποὺ τὸν εἶχαν ἐπισκεφθεῖ, παραινέσεις γιὰ ἐμμονὴ στὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς, ὑψωμένος ἤδη ὁ ἴδιος στὴν σφαίρα τῆς ἁγιότητας».
.           Ὁ Ἀνδρέας Καραντώνης, κριτικὸς καὶ συνεκδότης τοῦ λογοτεχνικοῦ περιοδικοῦ «Νέα Γράμματα», σημειώνει ἀργότερα πὼς τὰ τελευταῖα ποιήματα τοῦ Σαραντάρη ἀντανακλοῦσαν «μία πνευματικὴ καὶ ψυχικὴ εὐδαιμονία, εἴτε ὡς ἕνα τέρμα τῆς πνευματικῆς του πορείας, εἴτε ὡς τὸ θριαμβευτικὸ ἑξάγγελμα αὐτῆς τῆς “ἄλλης χαρᾶς”, ποὺ τὴν ἔνιωθε νὰ ξημερώνει μέσα του, καθὼς ἀγκάλιαζε ὁλοένα καὶ πιὸ σφικτὰ τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου».
.           Ἡ μηδενιστικὴ καὶ ἡδονιστικὴ ἰντελιγκέντσια ἀπορρίπτει τὸν Σαραντάρη καὶ τὸν ἀγνοεῖ. Ὅμως, ὅπως πάλι γράφει ὁ Καραντώνης, «γιὰ ἕνα μποροῦμε νὰ εἴμαστε βέβαιοι: ὁ γνήσιος πνευματικὸς ἄνθρωπος, μ’ ὅ, τι κι ἂν κάνει, ὅπου κι ἂν βρεθεῖ, ποτὲ δὲν κινδυνεύει νὰ χαθεῖ. Καὶ ὁ Γιῶργος Σαραντάρης δὲ χάθηκε γιὰ τὴν πνευματικὴ Ἑλλάδα».-

,

Σχολιάστε

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΟΥ “ΟΧΙ” Γιῶργος Σαραντάρης: Ὁ ποιητὴς ποὺ ἔδωσε τὴ ζωή του γιὰ τὴν Ἑλλάδα (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος) «Ἐγὼ ποὺ ὁδοιπόρησα/Μὲ τοὺς ποιμένες τῆς Πρεμετῆς/Εἶχα τὰ μάτια μου /Παντοτινὰ στραμμένα /Στὸ ἑωθινό σου πρόσωπο…»

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΟΥ ΟΧΙ
Γιῶργος Σαραντάρης:
Ὁ ποιητὴς ποὺ ἔδωσε τὴ ζωή του γιὰ τὴν Ἑλλάδα

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.           Στοὺς πεσόντες κατὰ τὸν ἑλληνο – ιταλικὸ πόλεμο τοῦ 1940 – 41 συγκαταλέγεται ὁ Γιῶργος Σαραντάρης, ὁ σημαντικὸς αὐτὸς ποιητὴς καὶ στοχαστὴς τῆς δεκαετίας τοῦ 1930. Δὲν πέθανε στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου, ὅπως ἄλλοι συστρατιῶτες του. Ἀπὸ τὶς κακουχίες, βαριὰ ἄρρωστος, μεταφέρθηκε πρῶτα στὸ Στρατιωτικὸ Νοσοκομεῖο τῶν Ἰωαννίνων καὶ μετὰ στὴν Ἀθήνα, ὅπου καὶ ἀπεβίωσε, στὶς 25 Φεβρουαρίου 1941, σὲ ἡλικία 33 ἐτῶν. Στὴ νεκρολογία γιὰ τὸν θάνατό του ἡ «Καθημερινὴ» ἔγραψε, στὶς 2 Μαρτίου 1941:
«Μεταξὺ τῶν ἡρωικῶς πεσόντων εἰς τὸν ἀγώνα κατὰ τῆς ἰταλικῆς βαρβαρότητος καταλέγεται καὶ ὁ νέος λόγιος Γεώργιος Σαραντάρης. Ὁ Γ. Σαραντάρης ἦτο ἀπὸ τοὺς ἀξιόλογους ποιητὰς τῆς νέας γενεᾶς, δημοσιεύσας τρεῖς ποιητικὰς συλλογὰς καὶ δύο φιλοσοφικὰ δοκίμια. Ὑπῆρξε συνεργάτης τῆς φιλολογικῆς σελίδος τῆς “Καθημερινῆς”, δημοσιεύσας σημειώματα δι’ ἄλλους νέους λογοτέχνας ὡς καὶ στίχους του. Στρατιώτης εἰς τὸ ἀλβανικὸν μέτωπον, προσέφερε τὴν ζωήν του ὑπὲρ τοῦ ἀγωνιζομένου Ἔθνους. Λόγῳ τῶν πολεμικῶν ἡμερῶν περιοριζόμεθα εἰς τὰς ὀλίγας αὐτὰς γραμμὰς εἰς μνήμην τοῦ ἐκλιπόντος νέου διανοουμένου». Τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1951 ὁ «Ἀθηναῖος» τῆς «Καθημερινῆς», στὰ δεκάχρονα ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Σαραντάρη, ἔγραψε: «Ὁ Γιῶργος Σαραντάρης ἦτο ὁ πρῶτος λογοτέχνης ποὺ ἔπεσεν εἰς τὸν ἀγώνα τῆς πατρίδος του διὰ τὴν ἐλευθερίαν».
.           Λίγες μόνο δεκάδες ὀκάδες ζύγιζε ὁ Σαραντάρης καὶ σὲ ὅλη τὴ βραχύχρονη ζωή του παρέμεινε παντελῶς ἀγύμναστος. Τὸ μόνο, ποὺ γνώριζε, ἦταν νὰ διαβάζει ἀδιαλείπτως καὶ νὰ γράφει ἀκατάπαυστα ποιήματα καὶ φιλοσοφικοὺς στοχασμούς, παντοῦ ὅπου εὕρισκε χαρτὶ ἢ χαρτόνι: ἀπὸ κουτιὰ τσιγάρων, ἕως προγράμματα συναυλιῶν καὶ ἄλλων ἐκδηλώσεων… Εἶχε αὐξημένο βαθμὸ μυωπίας, κάτι ποὺ τὸν ἐμπόδιζε νὰ χειριστεῖ σωστὰ τὸ ὅπλο, ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως δυσκολευόταν νὰ σηκώσει μαζὶ μὲ τὸν βαρὺ γυλιό του. Αὐτὸς ὁ ἀδύναμος, ἀγύμναστος καὶ μύωπας ποιητὴς ἐπελέγη νὰ ἐπιστρατευθεῖ μυστικὰ μετὰ τὸν τορπιλισμὸ τῆς Ἕλλης καὶ νὰ σταλεῖ στὰ σύνορα, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους Ἕλληνες τὸν στρατὸ τῆς φασιστικῆς Ἰταλίας… Καὶ πῆγε οὐσιαστικὰ πρὸς τὸν θάνατο χωρὶς γογγυσμό, ἀτενίζοντας τὸν οὐρανό, πιστεύοντας στὴν Ἀνάσταση καὶ ἀγαπώντας Χριστὸ καὶ Ἑλλάδα.
.           Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης, ποὺ μὲ κάθε τρόπο ἔδειξε τὴν πρὸς τὸν Σαραντάρη εὐγνωμοσύνη του, ἀφοῦ πρῶτος ἐκεῖνος ἀντελήφθη τὸ ταλέντο του καὶ τὸν ἐνθάρρυνε νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν ποίηση, ἔγραψε: «Δὲν ἔχω γνωρίσει, θὰ ᾽θελα νὰ τὸ διακηρύξω, μορφὴ πνευματικοῦ ἀνθρώπου ἁγνότερη ἀπὸ τὴ δική του. Ἄπραγος, ἀδέξιος, ἀνίκανος γιὰ ὁτιδήποτε πρακτικό, ζοῦσε μὲ τὸ τίποτε, καὶ δὲν τοῦ χρειαζότανε τίποτε ἄλλο ἔξω ἀπὸ τὴν Ποίηση…». Καὶ ἀλλοῦ: «Ἐπιτέλους, νά, κάποιος ἀδικημένος ἀπὸ τὴ φύση, φτωχός, ἔρημος, ποὺ ἔστρεψε τὸ κάτοπτρο ἀπὸ τὴν ὕβρι τῆς ζωῆς πρὸς τὸ θαῦμα της».
.           Γιὰ τὴν ἐπιστράτευση τοῦ Σαραντάρη καὶ τὸ πῶς τὴν ἀντιμετώπισε ἔγραψε ὁ Ἀνδρέας Καραντώνης, ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους κριτικοὺς ποίησης τοῦ περασμένου αἰώνα:
«Τὸ Σεπτέμβριο τοῦ 1940 ἕνα Διάταγμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, κάλεσε στὰ ὅπλα τὴν κλάση τοῦ 1930 – σ’ αὐτὴν ἀνῆκε στρατολογικὰ ὁ Σαραντάρης – καὶ τὸν ἔστειλε νὰ φυλάξει τὰ σύνορα ποὺ φοβέριζε ὁ Ἰταλικὸς φασισμός. Τὸν εἶδα γιὰ τελευταία φορὰ στὴν πλατεία Κάνιγγος, ἀνάμεσα στὸ πλῆθος τῶν ἐπιστρατευμένων ἐφέδρων ποὺ πολιορκοῦσαν τὴν πόρτα τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφεῖο. Τὸ πρόσωπό του ἤρεμο καὶ χαμογελαστὸ πάντα, ἦταν ὁλότελα ἀποπνευματωμένο. “Φεύγω, μοῦ λέει, φίλε μου, πάω φαντάρος”. Ἀποχαιρετιστήκαμε μὲ συγκίνηση. Τὸν εἶδα νὰ χάνεται μέσα στὸ πλῆθος, κάνοντας μελαγχολικὲς σκέψεις, καθὼς συλλογιζόμουν πῶς θὰ μποροῦσε νὰ τὰ βγάλει πέρα μὲ τὶς δυσκολίες καὶ τὶς τραχύτητες τῆς στρατιωτικῆς ἐμπόλεμης ζωῆς, αὐτὸς ὁ καθόλου στρατιώτης. Κι ὅμως ἀκολούθησε καρτερικὰ τὴ μοίρα του, μὲ τὴ συναίσθηση ὅτι δίνει καὶ αὐτός, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι, τὸ παρών του στὸ κάλεσμα τῆς πατρίδας». Ὁ Καραντώνης θεωροῦσε ὅτι ὁ Σαραντάρης εἶχε ἕνα δικαίωμα: «νὰ θεωρεῖται σὰν ἕνας ἀπὸ τοὺς προδρόμους τοῦ σύγχρονου ποιητικοῦ μας λόγου».
.         Ὁ συστρατιώτης του συγγραφέας Θεμιστοκλῆς Ἀθηνογένης μίλησε γιὰ τὶς κακουχίες στὸ μέτωπο τῆς Ἀλβανίας:
«Ἡ Ἰταλία μᾶς κήρυξε τὸν πόλεμο. Οἱ συνοριακὲς φρουρές μας προσπαθοῦν νὰ ἀποκρούσουν τὸν ἐχθρὸ ποὺ κατεβαίνει μέσα ἀπὸ τὰ φαράγγια τῆς Πίνδου. Πρέπει νὰ σπεύσομε νὰ ἐνισχύσομε τὰ παιδιὰ τοῦ 4ου Συντάγματος Λαρίσης ποὺ ἀντιμετωπίζουν τὶς Ἰταλικὲς φάλαγγες τῆς Μεραρχίας Julia… Ἄρχισε ἡ πορεία. Μία πορεία ἀδιάκοπη. Σὲ κάποιες στάσεις οἱ φαντάροι μοιράζονταν ζάχαρη καὶ ξηροὺς καρπούς. Ἡ πορεία κράτησε 40 ὧρες. Τότε τὸν ἔχασα (Σημ. Τὸν Σαραντάρη)… Σὲ λίγο βρισκόμουν στὸ λόχο τοῦ Γιώργου Σαραντάρη. Ἦταν ὁ λόχος ὁ δικός του, ὁ 3ος λόχος. Χάρηκε πολὺ σὰν μὲ εἶδε ἔτσι ἀπρόσμενα, ξαφνικὰ μπροστά του. Δὲν τὸ περίμενε. Ἦταν πολὺ κουρασμένος, βρεγμένος.
Μοῦ ᾽σφιξε τὸ χέρι: “Τί θὰ γίνει τώρα;”
Ἡ αἰσιοδοξία εἶχε φύγει. – Γυρέψαμε κάπου νὰ κουρνιάσουμε τὴ νύχτα στὸ χωριὸ Βωβοῦσα. Βρήκαμε ἕνα πεζούλι ἐκκλησίας. Κοιμηθήκαμε ἐκεῖ. Ἦταν ὧρες φοβερές. Τὸ ἄγνωστο. Οἱ ἀρβύλες μεσ’ στὴ λάσπη….
Σὰν ἔφεξε ἡ μέρα ἀκροβολιστήκαμε σ’ ἕνα ὕψωμα καὶ περιμέναμε διαταγές. Ἀκούστηκαν οἱ σάλπιγγες τῶν Λαρισινῶν κι ἀμέσως ἄρχισαν νὰ κροταλίζουν τὰ ἰταλικὰ πολυβόλα. Ἀπ’ τὸ δικό μας λόχο δὲν εἴχαμε κανένα θύμα. Οἱ Λαρισινοὶ ὅμως πλήρωσαν ἀκριβά. – Ἦταν ἡ πρώτη μας ἐπαφὴ μὲ τὸν ἐχθρὸ καὶ τὴν κρυάδα τοῦ πολέμου.
Ἐκεῖ τὸν ἔχασα. Δὲν ἦταν κοντά μου.
Ἡ προέλαση συνεχίστηκε…
Πολλὲς φορὲς συναντηθήκαμε μὲ τὸν Σαραντάρη στὰ λασποχώρια, ἀπ’ ὅπου περνούσαμε. Ἤμαστε ἐξουθενωμένοι καὶ οἱ δύο. Πολὺ περισσότερο ὅμως ἐκεῖνος. Δὲν εἶχε, ἀπὸ τὴν ἀρχή, πολλὰ ἀποθέματα ἀντοχῆς.
Κάποτε βρέθηκα ἔξω ἀπὸ ἕνα χωριό, τὸ Κιλαρίτσι. Σὲ κάτι στάβλους εἶδα τὸν Σαραντάρη καθισμένο κάτω στὸ χῶμα σὲ φοβερὴ ἐξάντληση. Ἦταν χλωμός, ἀδύναμος. Τὰ μάτια του φωσφόριζαν παράξενα. Τὸν πλησίασα. Θυμᾶμαι ὅτι γονάτισα νὰ τοῦ μιλήσω καθὼς ἦταν καθισμένος.
“Ἔχεις τίποτα νὰ μοῦ δώσεις νὰ φάω;” μοῦ εἶπε. Ἔψαξα στὸ σακίδιο. Βρῆκα ἕνα κομμάτι ξερὴ κουραμάνα. Τοῦ ᾽δωσα. Ὕστερα μὲ κόπο ἀνάσυρε ἀπὸ τὸ χιτώνα του ἕνα μάτσο χαρτιά. Τὸ πρῶτο ποὺ μοῦ ᾽δειξε χαμογελώντας ἦταν μία ἰατρικὴ γνωμάτευση ποὺ τὸν ἔστελνε στὸ νοσοκομεῖο στὰ Γιάννενα, πού ᾽λεγε πὼς μποροῦσε νὰ ἀφήσει τὸ μέτωπο καὶ νὰ γυρίσει πίσω.
Τοῦ εἶπα:
“Μπράβο Γιῶργο!. Ἐσὺ σώθηκες. Κανεὶς δὲν ξέρει ἐμένα τί μὲ περιμένει”.
Τὸ δεύτερο χαρτὶ ἦταν ἕνα ποίημα. Μοῦ τὸ ἐμπιστεύτηκε. Μὲ μεγάλη συγκίνηση τὸ ἔβαλε στὸ χέρι μου. Τότε γιὰ πρώτη φορὰ κατάλαβα πὼς ὁ Σαραντάρης ἦταν Ποιητής. Ἐνῶ ἐγὼ ἀγωνιζόμουν νὰ ἐπιβιώσω, ἐκεῖνος, τὶς ὧρες τὶς ἐλάχιστες ποὺ ἔμενε ἐλεύθερος ἀπὸ πορεῖες, κακουχίες καὶ ἀγγαρεῖες ἀποσυρόταν στὴ γωνιὰ ἑνὸς ἀντίσκηνου κι ἔγραφε ποιήματα… Τὸ ποίημα αὐτὸ τὸ ἔχασα. Θυμᾶμαι ὅμως πολὺ καλὰ πῶς ἄρχιζε:
Ἐγὼ ποὺ ὁδοιπόρησα
Μὲ τοὺς ποιμένες τῆς Πρεμετῆς
Εἶχα τὰ μάτια μου
Παντοτινὰ στραμμένα
Στὸ ἑωθινό σου πρόσωπο…».
.         Γιὰ τὸν Σαραντάρη καὶ τὸν θάνατό του ἔγραψαν:
Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης χαρακτηρίζει τὸν θάνατο τοῦ Σαραντάρη ὡς «τὴ μόνη καὶ πιὸ ἄδικη ἀπώλεια ἀνθρώπου τῶν γραμμάτων». Παράλληλα καταγγέλλει τὸ ἐπιστρατευτικὸ σύστημα τῆς ἐποχῆς: «Θέλω ἀπροκάλυπτα νὰ καταγγείλω τὸ ἐπιστρατευτικὸ σύστημα ποὺ ἐπικρατοῦσε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη καὶ πού, δὲν ξέρω πῶς, κατάφερε νὰ κρατήσει στὰ Γραφεῖα καὶ στὶς ἐπιμελητεῖες ὅλα τὰ χοντρόπετσα θηρία τῶν ἀθηναϊκῶν ζαχαροπλαστείων καὶ νὰ ξαποστείλει στὴν πρώτη γραμμὴ τὸ πιὸ ἁγνὸ καὶ ἀνυπεράσπιστο πλάσμα. Ἕναν εὔθραυστο διανοούμενο, ποὺ μόλις στεκότανε στὰ πόδια του, ποὺ ὅμως εἶχε προφτάσει νὰ κάνει τὶς πιὸ πρωτότυπες καὶ γεμάτες ἀπὸ ἀγάπη σκέψεις γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ μέλλον της. Ἦταν σχεδὸν μία δολοφονία. Διπλωματοῦχος ἰταλικοῦ πανεπιστημίου – ὁ μόνος ἴσως σὲ ὁλόκληρο τὸ στράτευμα -, θὰ μποροῦσε νά ’ναι περιζήτητος σὲ ὁποιαδήποτε ἀπὸ τὶς Ὑπηρεσίες ποὺ εἶχαν ἀναλάβει τὴν ἀντικατασκοπεία, ἢ τὴν ἀνάκριση τῶν αἰχμαλώτων. Ἀλλὰ ὄχι. Ἔπρεπε νὰ φορτωθεῖ τὸ γυλιὸ καὶ τὸν ὁπλισμὸ τῶν τριάντα ὀκάδων, γιὰ νὰ χαθεῖ παραπατώντας μὲς στὰ χιονισμένα φαράγγια ἕνας ἀκόμη ποιητής, ἕνας ἀκόμη ἀθῶος στὸ δρόμο τοῦ μαρτυρίου. Φαίνεται ὅτι πέρασε φρικτὲς ὧρες. Τὰ χοντρὰ μυωπικά του γυαλιά, ποὺ χωρὶς αὐτὰ δὲν μποροῦσε νὰ κάνει βῆμα, τά ’χασε μέσα στὴν παραζάλη. Φώναζε “βοήθεια” στοὺς ἄλλους φαντάρους, αὐτὸς ὁ Χριστιανὸς φώναζε “ἀδέρφια” καὶ τ’ “ἀδέρφια” τὸν κοροϊδεύανε, τὰ πιὸ ἀδίστακτα βαλθήκανε κιόλας νὰ τοῦ κλέβουνε κουβέρτες, μάλλινα, ὁτιδήποτε χρήσιμο μποροῦσε ὁ δόλιος νὰ κουβαλεῖ. Ἀπόμεινε σὰν τὸ κατατρεγμένο πουλὶ μέσα στὴν παγωνιά. Χωρὶς νὰ βαρυγκομήσει. Χωρὶς νὰ ξεστομίσει ἕναν πικρὸ λόγο. Περήφανος, μ’ ἕνα σῶμα ἐλάχιστο καὶ μία μεγάλη ψυχή, ποὺ τὸν κράτησε ὅσο ποὺ νὰ τραγουδήσει ἀκόμη λίγο: Ἐγὼ ποὺ ὁδοιπόρησα μὲ τοὺς ποιμένες τῆς Πρεμετῆς κι ὕστερα ν’ ἀνεβεῖ “στοὺς τόπους ποὺ ἀγγέλλουν τὸν οὐρανὸ καὶ συνομιλοῦν μὲ τὸν ἥλιο”. Ἔτσι πέθανε ἕνας Ἕλληνας ποιητής, ὅταν οἱ συνάδελφοί του στὴ Δύση βλαστημούσανε τὸ Θεὸ κι ἐμπιστεύονταν τὴ μαριχουάνα…».
.       Γιὰ τὸ τέλος τοῦ Γιώργου Σαραντάρη ἔχουμε τὴ μαρτυρία τῆς ἀδελφῆς του Λέλας Μιχοπούλου – Σαραντάρη, ὅπως τὴν μετέφερε στὸν ὑπογράφοντα ὁ πρῶτος ἐξάδελφός τους Παναγιώτης (Τάκης) Σαραντάρης:
«Τὸ τέλος του ἦταν πολὺ κοντά. Ἐμεῖς, οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ φίλοι, περιτριγυρίζαμε τὸ κρεβάτι του καὶ κλαίγαμε βουβά. Μᾶς εἶδε καὶ μὲ τὸ γλυκό του χαμόγελο, γεμάτος ἀπὸ εἰρήνη καὶ πίστη, ἄρχισε ἐκεῖνος νὰ μᾶς παρηγορεῖ καὶ νὰ μᾶς ἐνδυναμώνει, παροτρύνοντάς μας νὰ μὴν κλαῖμε, διότι ἡ ζωὴ δὲν τελειώνει στὸν κόσμο αὐτόν, διότι ἡ ζωὴ εἶναι αἰώνια καὶ συνεχίζεται, διότι μετὰ τὸν θάνατό του θὰ ζήσει μίαν ἄλλη, μεγαλύτερη χαρά…».
.           Ὁ φίλος του, ἀκαδημαϊκὸς Κωνσταντῖνος Δεσποτόπουλος ἔγραψε:
«Ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ βεβαιώσω πὼς εἶχε ὁ Σαραντάρης, τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του, νικήσει τὸν φόβο τοῦ θανάτου. Ἄρρωστος βαριὰ τὶς πρῶτες ἑβδομάδες τοῦ 1941, ὕστερ’ ἀπὸ τὸν ὑποσιτισμὸ καὶ τὶς ἄλλες κακουχίες του ἐπάνω στὰ χιονισμένα βουνὰ τῆς Ἀλβανίας, ὅπου ὑπηρετοῦσε ὡς ἁπλὸς στρατιώτης, ἐνταγμένος, παρὰ τὴ μεγάλη μυωπία του, σὲ μονάδα τῆς πρώτης γραμμῆς τοῦ μετώπου, εἶχε μεταφερθεῖ τελικὰ σὲ κλινικὴ τῶν Ἀθηνῶν. Ἐκεῖ τὸν ἐπισκέφθηκαν οἱ αἰσθαντικοὶ φοιτητὲς Καλλίτσης καὶ Παπαμικρόπουλος, μέλη τοῦ φιλοσοφικοῦ μας Κύκλου, ποὺ θαύμαζαν τὸ πνεῦμα του καὶ τὸ ἦθος του. Πρόλαβε ὁ Παπαμικρόπουλος – πρὶν χαθεῖ, νομίζω, καὶ αὐτός, ὅπως χάθηκε καὶ ὁ Καλλίτσης, τόσο πρόωρα καὶ τόσο ἄδικα στὴ διάρκεια τῆς Κατοχῆς – νὰ μοῦ παρουσιάσει, καὶ μὲ ἀναφορὰ στὸ πρόσωπό μου, τὴν τότε εἰκόνα τοῦ Σαραντάρη, γαλήνιου ὁλωσδιόλου ἐνώπιον τοῦ θανάτου, νὰ ψιθυρίζει πρὸς τοὺς δύο νέους παραινέσεις γιὰ ἐμμονὴ στὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς, ὑψωμένος ἤδη ὁ ἴδιος στὴ σφαίρα τῆς ἁγιότητας».
.           Ὁ Σαραντάρης εἶναι ἀπὸ τὶς ἐλάχιστες περιπτώσεις στὰ ἑλληνικὰ γράμματα ποὺ συνδύασε τὴν ποίηση μὲ τὴ φιλοσοφία καὶ μάλιστα μὲ μία τάση πρὸς τὸν χριστιανικὸ ὑπαρξισμό. Γιὰ τὴ φιλοσοφικὴ σκέψη τοῦ ποιητῆ ὁ διαπρεπὴς καθηγητὴς φιλοσοφίας στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν καὶ ἀκαδημαϊκὸς Ἰωάννης Θεοδωρακόπουλος, σὲ ὁμιλία του στὸ Λεωνίδιο, τόπο καταγωγῆς τῆς οἰκογένειας Σαραντάρη, – ὁ ἴδιος γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ μεγάλωσε στὴν Ἰταλία – σημείωσε ὅτι σὲ συζήτηση ποὺ εἶχε μὲ τὸν Γερμανὸ ὑπαρξιστὴ φιλόσοφο Κὰρλ Γιάσπερς τοῦ εἶπε, μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι στὴν Ἑλλάδα ὁ Σαραντάρης «ἦλθε στὴ ζωή μας μὲ μία ὁλωσδιόλου καινούργια γλώσσα, καινούργια ἔκφραση προσωπική, βαθύτατα προσωπική, ἀλλὰ συγχρόνως βαθύτατα μεταφυσική». Καὶ πρόσθεσε: «Ὁ Γιῶργος Σαραντάρης εἶναι ὁ μεταφυσικὸς λυρικὸς ποιητὴς τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος. Τὸ νὰ τὸν χαρακτηρίσωμε μὲ λίγα λόγια, εἶναι δεσμὰ γιὰ μία προσωπικότητα, ἀλλὰ πρέπει νὰ τολμήσωμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Σαραντάρης ἦταν ὁ πρῶτος μεταφυσικὸς λυρικὸς ποιητὴς τῆς Νεωτέρας Ἑλλάδος».
.           Ὁ καθηγητὴς καὶ διακεκριμένος φιλόσοφος Βασίλειος Τατάκης στὴ βιβλιοπαρουσίαση στὸ Θεσσαλονικιώτικο περιοδικὸ «Μακεδονικὲς Ἡμέρες» (Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου 1937) τοῦ φιλοσοφικοῦ δοκιμίου τοῦ Γ. Σαραντάρη «Συμβολὴ σὲ μία φιλοσοφία τῆς Ὕπαρξης» γράφει πὼς σ’ αὐτὸ ὁ συγγραφέας ἀσχολεῖται μὲ τὰ οὐσιαστικότερα προβλήματα τῆς ἀνθρώπινης συνείδησης καὶ πὼς συμβάλλει στὸ νὰ καταδείξει (προφητικὰ γιὰ τὶς ἡμέρες μας) πὼς ἡ κρίση ποὺ διέρχεται ἡ ἀνθρωπότητα δὲν εἶναι μόνο ἢ κυρίως οἰκονομική, ἀλλὰ αὐτὴ θρονιάζει μέσα μας.
.           Ὁ Θεσσαλονικιὸς ποιητὴς Τάκης Βαρβιτσιώτης ἔγραψε: «Ὁ Σαραντάρης πίστευε στὸν πνευματικὸ προορισμὸ τοῦ ἀνθρώπου καὶ εἶχε κάθε δικαίωμα νὰ ἐλπίζει στὴν ὑπέρτατη παραμυθία, γιατί πορεύονταν τὸν ἐπίπονο δρόμο τῆς ζωῆς, ἀναζητώντας τὴ μακαριότητα καὶ στὸ τέρμα αὐτοῦ τοῦ δρόμου δὲν ἔβλεπε τὸ “ἀνεπανόρθωτο”, τὴν παγερὴ ὁριστικότητα ἑνὸς ἀδυσώπητου κύκλου, ἀλλὰ μίαν “ἄλλη χαρά”…».
.           Ὁ Παναγιώτης Κανελλόπουλος σημείωσε ὅτι εἶχε ξεχωρίσει τὸν Σαραντάρη: «Ἀπὸ τοὺς μαθητές μας, ποὺ ἂν καὶ νεώτατοι τότε, ἦταν ἰσότιμα καὶ πνευματικὰ ἐλεύθερα μέλη τοῦ κύκλου, ξεχώρισαν πρὸ πάντων ὁ Γιῶργος Σαραντάρης, ποὺ πέθανε νέος, τὸ 1941, ἐκτελώντας τὸ στρατιωτικό του καθῆκον στὸ Ἀλβανικὸ μέτωπο, ἕνα ὡραῖο ποιητικὸ πνεῦμα ποὺ ἀντιμετώπισε προβλήματα τοῦ ὑπαρξισμοῦ μὲ μία καταπληκτικὰ πρωτότυπη σκέψη, καὶ ὁ Κώστας Δεσποτόπουλος…».
.           Ὁ Γιῶργος Σαραντάρης ἦταν ὁ πρῶτος καὶ ἴσως ὁ μόνος ποιητὴς καὶ στοχαστὴς ποὺ πέθανε, ἀφοῦ ρούφηξε στὸ κορμὶ καὶ στὴν ψυχή του ὅλη τὴ δοκιμασία τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου, στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου. Ὅταν, χρόνια μετά, ὁ Παν. Κανελλόπουλος ρωτήθηκε τί ἔνοιωσε, ὅταν ἔμαθε τὸ θάνατο τοῦ Σαραντάρη, ἀπάντησε: «Στὴν ἀρχὴ ἦταν μία ἀκόμα τραγωδία ἀπὸ τὶς τόσες ποὺ συσσωρεύονταν γύρω μας… Μετὰ συνειδητοποίησα τὸ μεγάλο κενό… ». Γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Σαραντάρη ὁ Κων. Τσάτσος ἔγραψε: «Ἡ Ἑλλάδα θυσιάζοντας τόσα παιδιά της στὸ βωμὸ τῆς ἰδέας, ποὺ ἀπὸ αἰῶνες ὑπηρετεῖ, θυσίασε ἀνάμεσα σ’ αὐτὰ καὶ τὸ πνευματικό της παιδί, τὸ Γιῶργο Σαραντάρη».
.           Ὁ φίλος τοῦ Σαραντάρη Νικηφόρος Βρεττάκος ἔγραψε: «Ἦρθε ὁ πόλεμος τοῦ ’40. Ἐγὼ ἔφυγα ἀπὸ τοὺς πρώτους. Βρέθηκα στὰ ἑλληνοαλβανικὰ σύνορα μὲ τὴν ἔναρξη τοῦ πολέμου. Χάσαμε κάθε ἐπαφὴ ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλο. Ἀργότερα, δὲν θυμᾶμαι ποιὰ ἀκριβῶς ἡμερομηνία, ἦρθε ἕνα γράμμα ἀπὸ τὴ Μελισσάνθη πάνω στὰ βουνὰ ποὺ βρισκόμουνα. Ἔλεγε πὼς ὁ Σαραντάρης ἦταν βαριὰ ἄρρωστος. Ἔχοντας συλλάβει μὲ τὴν ἀπόσταση καὶ τὸν καιρὸ τὴν πνευματική του ἀξία ἔνοιωσα φοβερὴ συγκίνηση. Ἔγραψα ἕνα γράμμα γιὰ τὸν ἴδιο στὴ Μελισσάνθη παρακαλώντας νὰ πάει στὸ νοσοκομεῖο νὰ τοῦ τὸ δώσει. Ἔλαβα τὴν ἀπάντησή της: “Ἔλαβα τὸ γράμμα σου ἀλλὰ ὁ φίλος μας πέθανε. Πῆγα καὶ τοῦ τὸ διάβασα στὸν τάφο”».
.           Ὁ Κώστας Λασσιθιωτάκης ἔγραψε γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Σαραντάρη: «Συχνὰ θέλησα νὰ συλλάβω τὴν εἰκόνα τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου μὰ τὸ εὕρισκα δύσκολο τόσο ὅσο τὸ νὰ συλλάβω τὸ ἴδιο τὸ πνεῦμα. Ὅταν συνάντησα τὸν Σαραντάρη, δὲν ἀντίκρυσα μονάχα τὴν εἰκόνα μὰ καὶ τὸ ἤρεμο μεγαλεῖο τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Σαραντάρης εἶχε τόσο κορμί, ποὺ ἀποροῦσες πῶς μποροῦσε νὰ ἐνοικεῖ μέσα σὲ ἕνα τόσο ἀσήμαντο σκεῦος τόση καὶ τέτοια ζωή… Ὤ, ναί! Πόνεσα πολὺ γι’ αὐτὸ τὸ θάνατο».
.           Τὸν σημαντικὸ αὐτὸ ποιητὴ καὶ στοχαστὴ λίγοι τὸν προσέγγισαν καὶ τὸν προσεγγίζουν. Καὶ λίγοι τὸν μνημόνευσαν καὶ τὸν μνημονεύουν. Ὁ Παν. Κανελλόπουλος δίνει μίαν ἐξήγηση: «Δὲν θὰ τὸν πλησιάσουν, γιατί τὴν ἐπαφὴ μαζί του θὰ ἀποκλείσει ὁ φόβος, μήπως ἡ πρωτοτυπία ἐκείνου ἀποκαλύψει πιὸ πολὺ (στὰ ἴδια τους τὰ μάτια) τὴν κοινοτοπία τοῦ δικοῦ τους λόγου. Ὅσοι κάθονται ἄνετα καὶ ἀξένοιαστα δὲν θέλουν νὰ χάσουν τὴν ἰσορροπία, ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν πνευματικὴ νωθρότητά τους».
.           Μπορεῖ ἡ ἰντελιγκέντσια τοῦ καιροῦ, τοῦ καιροῦ του καὶ τοῦ καιροῦ μας νὰ μὴν ἄντεχε καὶ νὰ μὴν ἀντέχει τὸν Γιῶργο Σαραντάρη καὶ νὰ τὸν ἔχει ἀπωθήσει στὴ λησμονιά, ὅμως ἐμεῖς, σὲ κάθε εὐκαιρία καὶ πρὸ πάντων στὴν ἐπέτειο τοῦ μεγάλου «Ὄχι», θὰ τὸν θυμόμαστε, πάντα μὲ ἀγάπη καὶ μὲ βαθιὰ ἐκτίμηση στὸ ἔργο του. –

Βιβλιογραφικὸ σημείωμα

       Οἱ περισσότερες δηλώσεις περιέχονται στὸ μοναδικὸ βιβλίο τῆς Ὀλυμπίας     Καράγιωργα «Γιῶργος Σαραντάρης, ὁ Μελλούμενος», Ἔκδ. Δίαυλος, Ἀθήνα, 1995.
Ἄλλα βιβλία ποὺ χρησιμοποιήθηκαν εἶναι:      
– Βαρβιτσιώτη Τάκη «Ποίηση καὶ ποιητικὰ θέματα τοῦ Γιώργου Σαραντάρη», Περ/κό «Διαγώνιος», Θεσσαλονίκη, τεῦχος 2, 1958.
– Δεσποτόπουλου Κωνσταντίνου «Φήμη Ἀπόντων», Ἔκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα, 1995.
– Ἐλύτη Ὀδυσσέα «Ἀνοιχτὰ χαρτιά», Ἔκδ. «Ἴκαρος», 6η Ἔκδ., Ἀθήνα 2004.
– Κανελλόπουλου Παναγιώτη «Τὰ Δοκίμια», Ἐκδόσεις Ἑταιρείας Φίλων Παν. Κανελλόπουλου, Τόμος Τρίτος.
– Καραντώνη Ἀντρέα «Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία – Φυσιογνωμίες, Β΄ Τόμος, Ἔκδ. Δήμ. Ν. Παπαδήμα, Ἀθήνα, 1977.
– Λορεντζάτου Ζήσιμου «Διόσκουροι», Ἔκδ. «Δόμος», Ἀθήνα, 1997.
– Λορεντζάτου Ζήσιμου «Collectanea», Ἔκδ. «Δόμος», Ἀθήνα, 2009.
– Μπενάκη Λίνου Γ. «Μνήμη – Κείμενα γιὰ τοὺς πέντε φιλοσόφους, Ἰωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλο, Παναγιώτη Κ. Κανελλόπουλο, Κωνσταντῖνο Δ. Τσάτσο, Εὐάγγελο Π. Παπανοῦτσο, Βασίλειο Ν. Τατάκη. Βιογραφικὰ σημειώματα καὶ ἐξαντλητικὴ ἐργογραφία τους. Ἔκδ. «Παρουσία», Ἀθήνα, 2006.
– Παπαθανασόπουλου Γιώργου Ν. «Γιῶργος Σαραντάρης: Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ποιητής, ὁ διανοούμενος», Ἔκδ. «Ἔκπληξη», Ἀθήνα, 2011.
– Τσάκωνα Δημ. «Ἰδεαλισμὸς καὶ Μαρξισμὸς στὴν Ἑλλάδα», Ἔκδ. «Κάκτος», Ἀθήνα, 1988.
–   Χρονικὰ τῶν Τσακώνων, Τόμος πέμπτος.

, ,

Σχολιάστε

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ, Ο ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ ΚΑΙ Ο ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ὁ Χριστός, ὁ Ντοστογιέφσκι καὶ ὁ Σαραντάρης

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.         Ἡ Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ βιωθεῖ χρειάζεται Πίστη, ἀλλά, πρὸ πάντων, Ἀγάπη πρὸς Ἐκεῖνον, γράφει ὁ Ντοστογιέφσκι. Ὁ μεγάλος Ρῶσος συγγραφέας Τὸν ἀγάπησε καὶ Τὸν λάτρεψε μὲ ὅλο του τὸ εἶναι. Γράφει σχετικὰ ὁ σύγχρονος Σέρβος Ἅγιος Ἰουστίνος (Πόποβιτς):
.         «Τὸ πάγκαλλο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ μόνο, τὸ ὁποῖο ὁ Ντοστογιέφσκι λατρεύει χωρὶς δισταγμό. Γι’ αὐτὸν εἶναι ἡ προσωποποίηση τοῦ κάθε ὑψηλότερου, τοῦ κάθε τελειότερου, τοῦ κάθε ἀνθρωπινότερου… Γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκι ὁ Χριστὸς προσελκύει πρὸς τὸν Ἑαυτόν Του ὅ, τι καλύτερο ὑπάρχει στὴν ἀνθρώπινη ψυχή, μὲ τὸν ἀκαταμάχητο μαγνητισμὸ τῆς Ἀγάπης Του… Στὸν κόσμο τὸν ἐπὶ τῶν παραλόγων ἑδραιωμένο, ὁ Ντοστογιέφσκι ἀδυνατεῖ νὰ ζήσει χωρὶς Χριστό… Τὸ πικρὸ μυστήριο τοῦ κόσμου καθίσταται γλυκὺ μόνο ἐν Χριστῷ. Τὸ τραχὺ μυστήριό του, νὰ πάσχει, μετατρέπεται βαθμηδὸν σὲ γαλήνια χαρά… Ὁ Ντοστογιέφσκι εἶναι ἀφοσιωμένος καὶ μαρτυρικῶς πιστὸς στὸν Χριστό».
.         Ὅσα ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Ἰουστίνος (Πόποβιτς) τὰ ἐξομολογεῖται ὁ ἴδιος ὁ Ντοστογιέφσκι. Γράφει: «Πιστεύω ὅτι οὐδὲν χαριέστερο, βαθύτερο, συμπαθέστερο, καὶ τελειότερο ὑπάρχει ἀπὸ τὸν Χριστό. Μὲ ζηλότυπη ἀγάπη λέγω στὸν ἑαυτό μου: Ὅμοιος μὲ Αὐτὸν ὄχι μόνο δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει. Πολὺ περισσότερο δηλώνω τὸ ἑξῆς: Ἐὰν μποροῦσε κάποιος νὰ μοῦ ἀποδείξει ὅτι ὁ Χριστὸς βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν ἀλήθεια…, ἐγὼ θὰ προτιμοῦσα νὰ μείνω μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ὄχι μὲ τὴν ἀλήθεια»… Ὁ Ντοστογιέφσκι, μὲ τὴν   ἀπόλυτη ὁμολογία πίστεώς του στὸν Χριστό, καθίσταται σκάνδαλο γιὰ τοὺς αἰσθησιακούς, καὶ ἀνοησία γιὰ τοὺς ὀρθολογιστές, ἀλλὰ γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους χριστιανοὺς παράδειγμα Ὀρθόδοξης φιλοσοφικῆς σκέψης.
.         Ὁ Γιῶργος Σαραντάρης (1908-1941), πρότυπο Ὀρθόδοξου στοχαστῆ καὶ ποιητή, σὲ ἕνα του τετράδιο γράφει πὼς ἡ παιδεία μας πρέπει νὰ ἀρχίσει ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ τὸν Ντοστογιέφσκι, «τὸν πιὸ χριστιανὸ συγγραφέα τοῦ 19ου αἰώνα, ποὺ δημιούργησε παραδείγματα γιὰ τὶς ἑπόμενες γενιές, μίας ζωῆς ποὺ δὲν εἶναι ἡδονιστική». Ὁ Σαραντάρης σημειώνει σχετικὰ πώς, ὅταν ὁ ἡδονισμὸς γίνεται ἡ μοναδικὴ βίωση τοῦ ἀτόμου, τὸ ὁδηγεῖ νὰ ἀπολυτοποιήσει τὴ γνώση, κάτι ποὺ ὑπαρξιακὰ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ δικαιώσει, παρὰ μονάχα ἐπιφανειακά, ἀκριβῶς γιατί ἡ γνώση, ἡ ἡδονή, ἡ ὕλη, ἡ φύση δὲν ἀποτελοῦν τὰ πραγματικὰ ἀπόλυτα. Σημειώνει ἐπίσης πὼς ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος δὲν θὰ ἐπιτύχει ὁ Θεάνθρωπος νὰ διαμορφώνει τὴ ζωή του καὶ νὰ εἶναι παρὼν στὶς πράξεις του, ὅταν ἔχει στὶς φλέβες του τὸ δηλητήριο τοῦ ἡδονισμοῦ τῶν πρόσφατων αἰώνων τῆς εὐρωπαϊκῆς ἱστορίας. Ἀλλά, προσθέτει, καμία δύναμη δὲν μπορεῖ νὰ σβήσει μήτε τὴν ἱστορία, μήτε τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ. Τὸ παράδειγμά Του εἶναι γιὰ τοὺς χριστιανοὺς ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ γιὰ κάθε ἄνθρωπο, ποὺ ὅταν πιστέψει καὶ δώσει λόγο καὶ αἰτία στὴ γέννηση καὶ στὴν ὕπαρξή του, δὲ μπορεῖ παρὰ νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν Ἀλήθεια τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ.-

, , , ,

Σχολιάστε

«ΑΡΧΕΙΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ (1686-1897)»: Η ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΟΝΤΙΚΗΣ ΤΣΑΚΩΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ, ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

«ρχεο οκογένειας Σαραντάρη (1686-1897)»:
ποποιία τς ρχοντικς τσακώνικης οκογένειας,
ποποιία λου τοῦ λληνισμο

Παρουσίαση* τοῦ βιβλίου
ἀπὸ τὸν Γιῶργο Ν. Παπαθανασόπο
υλο

.             Τὸ βιβλίο «Ἀρχεῖο Οἰκογένειας Σαραντάρη (1686-1897» ἀποτελεῖ ἕνα ἀνεκτίμητο θησαυρὸ γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Τσακωνιᾶς καὶ γενικότερα τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
.             Θεωρῶ ἐξαιρετικὴ τιμή μου ποὺ ὁ Δῆμος Νότιας Κυνουρίας καὶ τὸ Ἀρχεῖο Τσακωνιᾶς μὲ προσκάλεσαν νὰ παρουσιάσω τὸ βιβλίο «Ἀρχεῖο Οἰκογένειας Σαραντάρη 1686-1897)». Στὴν ἀρχὴ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ μιλήσω γιὰ τὸν ἀγαπητό μου Ἀριστείδη Χρ. Κορολόγο, φιλόλογο καὶ τέως προϊστάμενο τῶν Γενικῶν Ἀρχείων τοῦ Κράτους, Τοπικοῦ Ἀρχείου Λεωνιδίου καὶ τέως Γενικὸ Γραμματέα τοῦ Ἀρχείου Τσακωνιᾶς. Τὸ βιβλίο, τὸ ὁποῖο παρουσιάζομε σήμερα εἶναι μία ἐξαιρετικὴ πνευματικὴ δημιουργία καὶ ψυχὴ αὐτῆς τῆς δημιουργίας εἶναι ὁ Ἀριστείδης Κορολόγος. Παρακολούθησα ἀπὸ κοντὰ καὶ ἐξετίμησα τὴν θαυμάσια ἐργασία του. Αὐτὴ εἶναι συνδυασμὸς γνώσης, ἐπιστημονικῆς κατάρτισης, ἀγάπης στὸ δημιούργημά του καὶ πολυετοῦς μόχθου.
.             Ὅποιος δεῖ τὰ πρωτότυπα ἔγγραφα ἀντιλαμβάνεται ἀμέσως τὴ δυσκολία τῆς ἀνάγνωσης καὶ τῆς μεταφορᾶς τους στὸ χαρτί. Ἐπίσης οἱ παρατηρήσεις καὶ τὰ σχόλιά του δείχνουν τὴν ποιότητα τῆς ἐντρυφήσεώς του στὰ γλωσσολογικά, πραγματικά, ἱστορικὰ καὶ κοινωνικὰ ζητήματα τῶν Τσακώνων τῆς περιόδου 1686 -1897. Οἱ γνώσεις του καὶ ἡ φιλολογικὴ ἱκανότητά του ‘Ἁρ. Κορολόγου τὸν βοήθησαν, μέσα ἀπὸ τὰ δημοσιευόμενα ἔγγραφα, νὰ δώσει  μὲ τὴν εἰσαγωγή, τὶς παρατηρήσεις καὶ τὰ σχόλιά του μία πολὺ γλαφυρὴ εἰκόνα τῆς τσακώνικης πραγματικότητας τῆς ἐποχῆς, ποὺ μπορεῖ, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν καὶ τῶν τοπικῶν ἰδιατεροτήτων, νὰ εἶναι ἡ πραγματικότητα ποὺ ἔζησε ὅλος ὁ Ἑλληνισμὸς ἐκεῖνα τὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς του. Χωρὶς νὰ εἶμαι εἰδικός, ἡ ταπεινή μου ἄποψη εἶναι πὼς τὸ παρουσιαζόμενο βιβλίο εἶναι ἡ πληρέστερη μελέτη γιὰ τὴ ζωὴ τῶν Τσακώνων γιὰ τὴν προαναφερθεῖσα περίοδο.
.             Ὁ δεύτερος ἀλλὰ ὄχι λιγότερο σημαντικὸς γιὰ τὴν ἔκδοση τοῦ ἐν λόγῳ βιβλίου εἶναι ὁ προσφιλέστατός μας Παναγιώτης Σαραντάρης. Ὁ Παν. Σαραντάρης συνεχίζοντας τὴν Παράδοση τῆς οἰκογενείας του, προσφέρει τὸν ἑαυτό του στὸ Λεωνίδιο ἐδῶ καὶ περισσότερο ἀπὸ σαράντα χρόνια καὶ ἔχει ἐπιτελέσει σπουδαῖο ἔργο ἐπιστημονικὸ – ἀρχιτεκτονικό, κοινωνικὸ καὶ πατριωτικό. Στὴν πατριωτικὴ προσφορὰ τοῦ περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἔκδοση τοῦ παρουσιαζόμενου βιβλίου. Πρῶτον διατήρησε τὸ πολύτιμο ὑλικὸ ποὺ τοῦ παρέδωσαν οἱ πρόγονοί του, καὶ τὸ παρέδωσε πρὸς ἐπεξεργασία στὸν Ἄρ. Κορολόγο. Βίωσα τὴν ἀγωνία του ἡ ἐργασία νὰ προχωρήσει καὶ νὰ ἐκδοθεῖ. Χρηματοδότησε τὸ βιβλίο καὶ τὸ διέθεσε στὸ Ἀρχεῖο Τσακωνιᾶς. Εἶναι μία ἀκόμη συνεισφορὰ τοῦ Παν. Σαραντάρη στὴν διατήρηση τῆς Τσακωνικῆς κληρονομιᾶς.
.         Σημειώνω πὼς ὁ Θανάσης Βαγενᾶς ἔγραψε ὅτι ἡ οἰκογένεια Σαραντάρη τοῦ Πραστοῦ εἶναι μία ἀπὸ τὶς παλαιότερες, πλουσιότερες καὶ σημαντικότερες τῆς Τσακωνιᾶς. Τὸ ἀποδεικνύει ἡ κτητορικὴ ἐπιγραφὴ τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας τῆς Ὀρθοκωστᾶς, ἡ ὁποία χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ 1425 καὶ στὴν ὁποία ἀναφέρεται ὡς εὐεργέτης της ὁ Ἀντώνιος Σαραντάρης.

.            Θὰ ἀναφερθῶ τώρα ἐν συντομίᾳ στὴν ὕλη τοῦ βιβλίου. Μέσα ἀπὸ τὰ ἔγγραφα τοῦ Ἀρχείου τῆς οἰκογένειας Σαραντάρη μπορεῖ κανεὶς νὰ ἔχει μία καλὴ καὶ σαφῆ εἰκόνα τῆς ζωῆς τῶν Τσακώνων γιὰ πάνω ἀπὸ διακόσια χρόνια. Ὅπως εἶναι γνωστὸ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωσή τους, τὸ 1821, καὶ μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως πέρασαν τρεῖς περιόδους σκλαβιᾶς, δύο φορὲς τουρκοκρατία (1464 – 1685 καὶ 1715-1821) καὶ μία, ἐνετοκρατία (1685-1715).

Σ’ αὐτὲς τὶς περιόδους ἔχω σημειώσει τὰ ἑξῆς:

1. Τὰ ἰδιωτικὰ ἔγγραφα ἀποδεικνύουν ὅτι οἱ Τσάκωνες ζοῦσαν ὡς νὰ ἦσαν ἐλεύθεροι καὶ ὄχι σκλαβωμένοι. Σημειώνω ὅτι ὁ Δημ. Δερνίκος ἀναφέρει σὲ ἄρθρο του στὰ «Χρονικὰ τῶν Τσακώνων» (Τόμος Α΄, Ἀθῆναι, 1956, σελ. 17 κ.ε.) πὼς κατὰ τὴν γενομένη ἐπὶ τουρκοκρατίας, τὸ 1811, ἀπογραφὴ τὸ βιλαέτιο τοῦ Ἁγίου Πέτρου καὶ Πραστοῦ εἶχε 3.000 ἑλληνικὰ σπίτια καὶ ἕνα μόνο τούρκικο, τοῦ κατῆ… Στὰ ἔγγραφα δὲν ὑπάρχει καμία ἀναφορὰ σὲ τοῦρκο, ἢ σὲ τουρκικὴ ἐξουσία. Ἐκ τῶν ἐγγράφων ὑπάρχει μόνο μία ἀπόφαση, τοῦ 1801, ποὺ ἐξέδωσε ὁ ὀθωμανὸς κατὴς τοῦ Μυστρᾶ καὶ ζητάει ἀπὸ Πραστιῶτες νὰ ὁριοθετήσουν χωράφι,§ ποὺ ἦταν καταπατημένο. Βεβαίως ὑπῆρχε φορολογία. Στὰ 1718 οἱ Μαλεβίτες μοναχοὶ ὑποχρεώθηκαν νὰ πουλήσουν 12 στρέμματα χωράφι γιὰ νὰ πληρώσουν τὴ «δεκατία», τὸ φόρο στὴν ὀθωμανικὴ ἐξουσία, ποὺ ἦταν τὸ 1/10 τοῦ θεωρούμενου ἀπὸ αὐτὴν εἰσοδήματος τῆς Μονῆς.

2. Σημαντικὴ εἶναι ἡ παρουσία τῆς Ἐκκλησίας. Στὰ περισσότερα ἔγγραφα ὑπάρχει ὁ παπὰς ἢ ὁ καλόγερος, ὡς μάρτυρας, ἢ ὡς γραμματικός. Εἶναι μία ἀπάντηση σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀμφισβητοῦν τὸ ρόλο τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὶς περιόδους τῆς τουρκοκρατίας καὶ τῆς ἐνετοκρατίας. Στὸ πρῶτο καὶ παλαιότερο ἔγγραφο, τοῦ 1686 – μόλις εἶχε ἀρχίσει ἡ ἐνετοκρατία-, ποὺ εἶναι ἕνα πωλητήριο, ὑπάρχει στὴν ἀρχὴ ἕνας Σταυρὸς καὶ μεταξὺ αὐτῶν ποὺ ὑπογράφουν εἶναι καὶ ὁ «ἠοασάφης ὑερομόναχος ἀπὸ ὀρθωκοστὰ περικαλλαιτῶς ἔγραψα καὶ μαρτηρω τὰ ἀνόθεν». Δηλαδὴ τὸν ἱερομόναχο τῆς Μονῆς Ὀρθοκωστᾶς παρακάλεσαν ἡ πωλήτρια καὶ ὁ ἀγοραστὴς νὰ γράψει τὸ πωλητήριο καὶ νὰ εἶναι μάρτυρας τῆς πράξης. Αὐτὸ ἐπαναλαμβάνεται σὲ πολλὰ ἔγγραφα. Τὸ πῶς ἔγραφαν τὰ ἔγγραφα; Πιὸ ἀνορθόγραφα δὲν γινόταν! Ὅμως ἦσαν ἑλληνικὰ καὶ κατανοητά!
.           Οἱ Ἐπίσκοποι ἔκριναν τὶς δικαστικὲς ὑποθέσεις μὲ τὴ βυζαντινὴ νομοθεσία, ὅπως κατεγράφη ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἁρμενόπουλο στὸ «Πρόχειρο τῶν Νόμων», ἢ «Ἑξάβιβλο». Ἐπέβαλαν ἐπίσης ἐπιτίμια, ὅταν κάπου εὕρισκαν ὅτι ὑπάρχει ἀδικία. Τὸ 1789 μπροστὰ στὸν Ἐπίσκοπο Ρέοντος καὶ Πραστοῦ, «λογαριάστηκαν» γιὰ χρέος δύο Πραστιῶτες καὶ συμφώνησαν γιὰ τὴν ἐξόφλησή του ὁ ὀφειλέτης νὰ δώσει στὸ δανειστὴ τοῦ μισὸ λιοτρίβι, ἐλιὲς στὴ Στάη (συνοικία τοῦ Λεωνιδίου) καὶ μισὸ χωράφι στὸν Πραστό..
.              Ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν καὶ οἱ διαθῆκες μὲ πολλὲς ὄμορφες ἐκκλησιαστικὲς ἐκφράσεις. Στῆς Παγώνας Γιώργη Σαραντάρη λ.χ. τὴ διαθήκη στὴν ἀρχὴ γράφεται: « Ἐπειδὴ ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ ἐλεεινά τοῦ πανδαμάτορος θανάτου τρόπαια…». Τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα στὶς Διαθῆκες ἐκφράζεται παραστατικὰ μὲ προσφορὲς στὸν ΠανάγιοΤαφο, σὲ ναοὺς καὶ μοναστήρια τῆς περιοχῆς, ἀλλὰ καὶ μὲ καλοσύνες κυρίως πρὸς ὀρφανὲς κοπέλες.

3. Οἱ γυναῖκες εἶναι ἰσότιμες ἀπολύτως μὲ τοὺς ἄνδρες. Ὑπογράφουν ὅπως οἱ ἄνδρες τὰ ἔγγραφα. Ὅταν εἶναι χῆρες, οἱ υἱοὶ πάντα ἐνεργοῦν μὲ τὴ συγκατάθεση καὶ τὴν εὐχὴ τῶν μητέρων τους. Αὐτὸ τὸ περνᾶμε κάπως ἐπιφανειακά. Δὲν γνωρίζω ἂν σὲ ἄλλη χώρα στὸν κόσμο οἱ γυναῖκες ἦσαν τόσο χειραφετημένες ἐκείνους τοὺς αἰῶνες. Δὲν ξέρω, ἂν ἀκόμη σὲ κάποιο μέρος τοῦ κόσμου στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰώνα ὑπῆρχαν καπετάνισσες, ὅπως ἡ Μπουμπουλίνα καὶ σπουδαῖες στρατιωτικὲς ἡγέτιδες, ὅπως ἡ Μαντὼ Μαυρογένους. Ὁ Ἁρ. Κορολόγος θεωρεῖ καὶ εἶναι ἀξιομνημόνευτη καὶ σπάνια ἡ ἀμεροληψία τῆς μάνας, ποὺ ὅταν ὁ γυιός της δὲν μπόρεσε νὰ βρεῖ μάρτυρες, ὅτι ἕνα κτῆμα τῆς ἀνῆκε καὶ μετὰ τὸν ὅρκο τοῦ Γιώργη Πλαφιτζῆ ὅτι ἦταν δικό του, τοῦ τὸ ἄφησε νὰ τὸ πάρει.

4. Οἱ δοσοληψίες ἕως τὴν καθιέρωση τῆς δραχμῆς στὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα γίνονταν κυρίως σὲ γρόσια, ἀνεξάρτητα μάλιστα ἂν ἦταν τουρκοκρατία, ἢ ἐνετοκρατία. Τὸ γρόσι ἀπὸ τὸ 1687 δημιούργησε ἕνα νέο νομισματικὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖο 1 γρόσι = 40 παράδες = 120 ἄσπρα. Ἦταν ἀσημένιο νόμισμα, ποὺ πάντως σὺν τῷ χρόνῳ ἔχανε τὴν περιεκτικότητά του στὸ πολύτιμο μέταλλο. Ἀπὸ περιεκτικότητα 900/1000 στὸν 14ο αἰώνα στὸν 17ο ἔφτασε αὐτὴ νὰ εἶναι ἀνεξέλεγκτη. Κυκλοφοροῦσαν ἐπίσης ρεάλια, ποὺ ἦσαν τὰ ἑνετικὰ νομίσματα ἐκείνης τῆς περιόδου. Οἱ ἰσοτιμίες καὶ οἱ ἀξίες ἔπαιζαν τόσο, ποὺ ἀκόμη καὶ σήμερα, οὔτε οἱ εἰδικοὶ νομισματολόγοι ἔχουν κατασταλάξει σὲ μία σαφῆ εἰκόνα τῶν νομισμάτων καὶ τῶν συναλλαγῶν ἐπὶ τουρκοκρατίας καὶ ἐνετοκρατίας. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση καὶ τὴν καθιέρωση τῆς δραχμῆς ἔχουμε καὶ συναλλαγὲς μὲ ὁμολογίες, ἀκόμη καὶ μὲ ἐπιταγές, ἐνῶ φαίνεται καὶ ἡ ἀπὸ τότε τάση γιὰ τοκογλυφία, ὅταν ἀπὸ τὰ ἔγγραφα φαίνεται ὅτι ὑπῆρχε δανεισμὸς μὲ ἐπιτόκιο 1,5% τὸ μήνα!… Ἀπὸ τὰ ἔγγραφα φαίνονται ἐπίσης συμφωνίες γιὰ συμμετοχὴ Πραστιωτῶν σὲ ἐπιχειρήσεις, κυρίως ναυτιλιακὲς καὶ ἐμπορικές. Ἀκόμη ὑπῆρχε τὸ ἔθος τὰ ἔναντι τοῦ δανεισμοῦ ἐνέχυρα (χωράφια ἢ κάποια ἐμπορικὴ ἢ βιοτεχνικὴ ἐπιχείρηση) νὰ τὰ ἐκμεταλλεύεται ὁ δανειστής, ἕως ὅτου ἐξοφληθεῖ τὸ δάνειό του.
.             Τὸ βιβλίο «Ἀρχεῖο Οἰκογένειας Σαραντάρη» ἀποτελεῖ μία συμβολὴ ἔμπρακτη στὴν ἀπόδειξη τῆς συνέχειας τοῦ Ἔθνους μας. Ἡ σκυτάλη τοῦ Ἔθνους εἶναι ἡ πολύτιμη συνέχειά μας. Γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ ὑπάρχουν δύο τάσεις σήμερα. Ἡ μία ὑποστηρίζει πὼς ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες εἴμαστε ἕνα πρόσφατο ἐθνικὸ μόρφωμα. Ὑποστηρίζουν ὅτι ἔτυχε νὰ κατοικοῦμε στὸν χῶρο, ποὺ ζοῦσαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες καὶ πὼς – οἱ ἀφελεῖς – πιστέψαμε, ἢ μᾶς ἔκαμαν οἱ ξένοι νὰ πιστέψουμε ὅτι εἴμαστε συνέχεια τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Κατὰ τὸν ἰδιοφυῆ ἱστορικὸ Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο, δογματικ ντίληψη τς ρνησης τς συνέχειας το θνους μας ξεκιν π ξένους: τν Gibbon κα τν de Montesquieu, πο πηρέασαν τν Κοραή.
.           Ἡ ἄλλη τάση, ὅλων τῶν ὑπόλοιπων Ἑλλήνων, εἶναι πὼς εἴμαστε ἡ συνέχεια τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, τῶν Ρωμιῶν τοῦ Βυζαντίου καὶ τῶν ραγιάδων τῆς Τουρκοκρατίας καὶ τῆς Ἐνετοκρατίας.
.           Ὁ σημαντικὸς σύγχρονος ἱστορικὸς Διονύσιος Ζακυθηνὸς στὸ σύγγραμμά του «Μεταβυζαντινὰ καὶ Νέα Ἑλληνικὰ» γράφει: « Ρωμαιοκρατία κα Τουρκοκρατία, κτιμώμεναι κα κρινόμεναι π τ φς τν σημερινν δεδομένων τς πιστήμης, ποδεικνύονται ποχα μείζονες τῆς λληνικς στορίας». Πράγματι οἱ Ἕλληνες περάσαμε βάσανα πολλά. Στὸ διάβα τῶν αἰώνων πολλοὶ μηδίσανε, πολλοὶ κατάντησαν γραικύλοι, πολλοὶ ἐξισλαμίστηκαν καὶ γίνηκαν γενίτσαροι, ἀρκετοὶ συνεργάστηκαν μὲ τοὺς Φράγκους καὶ τοὺς Ἐνετούς, μπολιάστηκαν μὲ τὴ νοοτροπία τους καὶ ἀφομοιώθηκαν ἀπὸ αὐτούς. μως πάντα πρχαν ο λληνες πο κρατοσαν τ σκυτάλη κα τν διναν στν πόμενη γενιά, ἕως τὶς ἡμέρες μας, ὅπως σοφὰ περιέγραψε τὸ γεγονὸς ὁ Σεφέρης, στὴν ὁμιλία του κατὰ τὴν ἀπονομὴ τοῦ Νόμπελ τῆς Λογοτεχνίας, στὶς 11 Δεκεμβρίου 1963. Εἶπε τότε, μεταξὺ ἄλλων:
«Ἀνήκω σὲ μία χώρα μικρή. Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Εἶναι μικρὸς ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγμα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι μᾶς παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. λληνικ γλώσσα δν παψε ποτέ της ν μιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται κάθε τί ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη….».
.               Στὶς ἡμέρες μας ὁ κίνδυνος νὰ πετάξουμε κάτω τὴ σκυτάλη τῆς ἐθνικῆς συνέχειας εἶναι ὑπαρκτός. Ὅμως οἱ Ἕλληνες πιστεύουμε σ’ αὐτὸ ποὺ γράφει ὁ Παλαμᾶς στὸν «Δωδεκάλογο τοῦ Γύφτου»: «Κι ἂν πέσαμε σὲ πέσιμο πρωτάκουστο καὶ σὲ γκρεμὸ κατρακυλήσαμε, ποὺ πιὸ βαθὺ καμμιὰ φυλὴ δὲν εἶδ’ ὣς τώρα, εἶναι γιατί μὲ τῶν καιρῶν τὸ πλήρωμα ὅμοια βαθὺ εν’ ἀνέβασμα μᾶς μέλλεται πρὸς ὕψη οὐρανοφόρα». Ἡ παράδοσή μας πάντως ἀποδεικνύει πὼς θὰ ἀντιμετωπίσουμε πάλι μὲ ἐπιτυχία τὴν ἐθνοκτόνα ἐπίθεση ποὺ δεχόμαστε, ὅπως ὅλες τὶς προηγούμενες φορές.
.             Οἱ Τσάκωνες εἶχαν τὴν εὐλογία νὰ μὴν ὑποστοῦν τὴν ἔντονη καταπίεση τῶν κατακτητῶν τῆς χώρας μας. Γι’ αὐτὸ καὶ διατήρησαν τὴν πολύτιμη καὶ αὐθεντικὴ ἑλληνική τους παράδοση, στὴν ὁποία περιλαμβάνεται καὶ τὸ γλωσσικό τους ἰδίωμα. Εἶναι εὐχάριστο τὸ γεγονὸς πὼς οἱ σημερινοί τους ἀπόγονοι εἶναι ἀποφασισμένοι νὰ συνεχίσουν αὐτὴ τὴν Παράδοση. Στὴ συνέχιση τῆς σημαντικῆς αὐτῆς ἐθνικῆς παράδοσης συμβάλλει μὲ πρότυπο καὶ ἐξαιρετικὸ τρόπο ὁ Δῆμος Νότιας Κυνουρίας καὶ τὸ Ἀρχεῖο Τσακωνιᾶς μὲ τὸ ἐκδοθὲν καὶ παρουσιαζόμενο σήμερα βιβλίο «Τὸ Ἀρχεῖο τῆς οἰκογένειας Σαραντάρη». Εἶναι πολὺ εὐχάριστο τὸ γεγονὸς ὅτι νέοι ἄνθρωποι ἐργάζονται μὲ κέφι, γνώση καὶ ἀγάπη γιὰ τὴ διατήρηση αὐτῆς τῆς πολύτιμης Παράδοσης.

Εὐχαριστοῦμε καὶ πάλι τοὺς Παν. Σαραντάρη, Ἀριστείδη Κορολόγο, τὸ Δῆμο Νότιας Κυνουρίας καὶ τὸ Ἀρχεῖο Τσακωνιᾶς γι᾽ αὐτή τους τὴν προσφορὰ πρὸς τὸν τόπο καὶ γενικότερα πρὸς τὸν Ἑλληνισμό.-

,

Σχολιάστε

Ο ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ ΘΥΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ὁ Σαραντάρης θύμα τοῦ πολέμου

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

«Ὁ Γιῶργος Σαραντάρης ἦτο ὁ πρῶτος λογοτέχνης ποὺ ἔπεσεν εἰς τὸν ἀγώνα τῆς πατρίδος του διὰ τὴν ἐλευθερίαν». [Ὁ «Ἀθηναῖος» τῆς «Καθημερινῆς»]

 .             Ὁ Γιῶργος Σαραντάρης ἦταν θύμα τῆς ἄνανδρης ἐπίθεσης τῆς φασιστικῆς Ἰταλίας, στὶς 28 Ὀκτωβρίου 1940. Ὁ Νομπελίστας ποιητὴς μας Ὀδυσσέας Ἐλύτης χαρακτηρίζει τὴν ἀπώλειά του ὡς «τὴν πιὸ ἄδικη». Καταγγέλλει τὸ ἐπιστρατευτικὸ σύστημα, ποὺ ἐπικρατοῦσε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη «ποὺ κατάφερε νὰ κρατήσει στὰ Γραφεῖα καὶ στὶς Ἐπιμελητεῖες ὅλα τὰ χοντρόπετσα θηρία τῶν ἀθηναϊκῶν ζαχαροπλαστείων καὶ νὰ ξαποστείλει στὴν πρώτη γραμμὴ τὸ πιὸ ἁγνὸ καὶ ἀνυπεράσπιστο πλάσμα. Ἕναν εὔθραυστο διανοούμενο, ποὺ μόλις στεκότανε στὰ πόδια του, ποὺ ὅμως εἶχε προφτάσει νὰ κάνει τὶς πιὸ πρωτότυπες καὶ γεμάτες ἀπὸ ἀγάπη σκέψεις γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ μέλλον της. Ἦταν σχεδὸν μία δολοφονία».
Καὶ συνεχίζει ὁ Ἐλύτης:
.             «Διπλωματοῦχος ἰταλικοῦ πανεπιστημίου ὁ Σαραντάρης –ὁ μόνος ἴσως σὲ ὁλόκληρο τὸ στράτευμα–, θὰ μποροῦσε νά ’ναι περιζήτητος σὲ ὁποιαδήποτε ἀπὸ τὶς Ὑπηρεσίες, ποὺ εἶχαν ἀναλάβει τὴν ἀντικατασκοπεία, ἢ τὴν ἀνάκριση τῶν αἰχμαλώτων. Ἀλλὰ ὄχι. Ἔπρεπε νὰ φορτωθεῖ τὸ γυλιὸ καὶ τὸν ὁπλισμὸ τῶν τριάντα ὀκάδων, γιὰ νὰ χαθεῖ παραπατώντας μὲς στὰ χιονισμένα φαράγγια ἕνας ἀκόμη ποιητής, ἕνας ἀκόμη ἀθῶος στὸ δρόμο τοῦ μαρτυρίου.
.             Φαίνεται ὅτι πέρασε φρικτὲς ὧρες. Τὰ χοντρὰ μυωπικά του γυαλιά, ποὺ χωρὶς αὐτὰ δὲν μποροῦσε νὰ κάνει βῆμα, τά ’χασε μέσα στὴν παραζάλη. Φώναζε “βοήθεια” στοὺς ἄλλους φαντάρους, αὐτὸς ὁ Χριστιανὸς φώναζε “ἀδέλφια” καὶ τ’ “ἀδέλφια” τὸν κοροϊδεύανε, τὰ πιὸ ἀδίσταχτα βαλθήκανε κιόλας νὰ τοῦ κλέβουνε κουβέρτες, μάλλινα, ὁτιδήποτε χρήσιμο μποροῦσε ὁ δόλιος νὰ κουβαλεῖ. Ἀπόμεινε σὰν τὸ κατατρεγμένο πουλὶ μέσα στὴν παγωνιά. Χωρὶς νὰ βαρυγκομήσει. Χωρὶς νὰ ξεστομίσει ἕναν πικρὸ λόγο. Περήφανος, Μ’ ἕνα σῶμα ἐλάχιστο καὶ μία μεγάλη ψυχή, ποὺ τὸν κράτησε ὅσο νὰ τραγουδήσει ἀκόμη λίγο:
Ἐγὼ ποὺ ὁδοιπόρησα μὲ τοὺς ποιμένες τῆς Πρεμετῆς
-κι ὕστερα ν’ ἀνεβεῖ “στοὺς τόπους ποὺ ἀγγέλλουν τὸν οὐρανὸ καὶ συνομιλοῦν μὲ τὸν ἥλιο”.
.           Ἔτσι πέθανε ἕνας Ἕλληνας ποιητής, ὅταν οἱ συνάδελφοί του στὴ Δύση βλαστημούσανε τὸ Θεὸ κι ἐμπιστεύονταν στὴ μαριχουάνα. Ἔπρεπε νὰ τὸ διαφυλάξουμε αὐτό, νὰ τὸ κάνουμε σύμβολό μας καὶ κουράγιο μας, τώρα ποὺ ἄρχιζαν ἄλλα δεινά, ἡ πείνα, ἡ κλούβα, οἱ ἐκτελέσεις στὸν τοῖχο». (Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἀνοιχτὰ χαρτιά». Ἔκδ. Ἴκαρος, σελ. 392-393).
.         Στὰ δέκα χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατό του ὁ «Ἀθηναῖος» τῆς ἐφημερίδας «Καθημερινή», δηλαδὴ ὁ Σταῦρος Ἀγγ. Βλάχος, ἀδελφός τοῦ διευθυντῆ τῆς ἐφημερίδας Γεωργίου Βλάχου, ἔγραψε:
.         «Ἡ Ἑλληνικὴ Λογοτεχνία κατὰ τὸν πόλεμο καὶ τὴν Κατοχὴ ἐθρήνησε τὸν θάνατον πολλῶν ἐκλεκτῶν ἐργατῶν της, παλαιῶν καὶ νεωτέρων… Μεταξὺ αὐτῶν τοῦ Γιώργου Σαραντάρη. Ὁ Σαραντάρης πέθανε πρὸ δέκα ἐτῶν εἰς μίαν ἀθηναϊκὴν κλινικήν, νεώτατος, μόλις τριάντα τριῶν χρόνων. Εἶχε πολεμήσει εἰς τὸ ἀλβανικὸν μέτωπον, λεπτὸς ὅμως καὶ εὐαίσθητος ὅπως ἦτο, ὑπέκυψε γρήγορα εἰς τὰς κακουχίας τοῦ πολέμου. Μία σοβαρὴ ἀρρώστεια τὸν εὑρῆκε καὶ ἐτσάκισε τὸ ἀδύνατον σῶμα του. Ἦλθε καὶ ἀπέθανε ἐδῶ, ἀνάμεσα εἰς τοὺς οἰκείους καὶ τοὺς φίλους του, μὲ τὴν ἱκανοποίησιν ὅτι εἶχεν ἐκτελέσει τὸ χρέος του πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς Ἐλευθερίας καὶ πρὸς τὴν ἀγαπημένην του Ἑλλάδα. Εἰς τὴν πατρίδα του ἐν τούτοις δὲν εἶχε προφθάσει νὰ ζήση ὁ Σαραντάρης παρὰ δέκα μόνον ἔτη. Γεννημένος εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν εἶχε μεγαλώσει εἰς τὴν Ἰταλίαν, ὅπου εἶχε σπουδάσει νομικὰ καὶ μόλις τὸ 1931 ἦλθε καὶ ἐγκατεστάθη ὁριστικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα.
.             Εἰς τὰ δέκα ἔτη τῆς ἐδῶ ζωῆς του συνοψίζεται ὅλη ἡ λογοτεχνικὴ δράσις τοῦ Σαραντάρη. Κυρίως ἐξεδηλώθη ὡς ποιητής, ἐξέδωκεν ἕξη – ἑπτὰ ὀλιγοσέλιδες ποιητικὲς συλλογές. Ἀλλ’ ἔγραψε καὶ μερικὰ δοκίμια, ποὺ τὰ χαρακτηρίζει ἡ ἴδια λυρικὴ καὶ φιλοσοφικὴ διάθεσις ποὺ χαρακτηρίζει καὶ τὴν ποίησίν του. Ἐδιάβασα τὰ βιβλία του καὶ ἐγνώρισα καὶ τὸν ἴδιον τὸν Σαραντάρην. Ὑπῆρχε πλήρης ἀνταπόκρισις μεταξὺ ἀνθρώπου καὶ ἔργου. Ἡ ἀνησυχία ποὺ αἰσθανόμεθα εἰς τὸ ἔργον, καὶ ἡ εἰλικρίνεια καὶ ἡ εὐθύτης, ἐγίνοντο ἀμέσως ἀντιληπταὶ εἰς τὸν ἄνθρωπον. Ὁ Σαραντάρης ἐπίστευεν, ἦτο ἕνας γνήσιος Χριστιανός, ἢ τουλάχιστον ἡ πίστις του ἦτο ἡ ὑψηλοτέρα καὶ πλέον σταθερὰ ἐπιδίωξίς του. Ὑποπτεύομαι μάλιστα, ἐὰν κρίνω ἀπὸ τὴν ζωηρὰν ἀντιπάθειαν ποὺ ἠσθάνετο διὰ τὸν σκεπτικισμὸν καὶ ἀπὸ τὴν φανερὰν προτίμησιν ποὺ ἔδειχνε διὰ τὴν ὑπαρξιακὴν φιλοσοφίαν, καὶ ἰδιαιτέρως διὰ τὸν Δανὸν φιλόσοφον Κίρκεγκωρντ καὶ τὸν σύγχρονον θρησκευτικὸν στοχαστὴν Μπερντιάεφ, ὅτι ὁ πραγματικὸς πνευματικὸς καὶ ψυχικὸς χῶρος τοῦ Σαραντάρη δὲν ἦτο ἡ βεβαιότης τῆς πίστεως, ἀλλ’ ἡ ἐναγώνιος ἀναζήτησις τῆς βεβαιότητος.
.           Ὡς ποιητὴς εἶχεν ἐπηρεασθῆ ἀπὸ τὸν σύγχρονον Ἰταλὸν ὁμότεχνόν του, τὸν Οὐγκαρέτι, τὸν ὁποῖον συχνὰ ἀνέφερεν εἰς τὰς συνομιλίας του, ἀλλ’ ἡ ἐξαερωμένη καὶ διαλελυμένη μορφὴ τῆς ποιήσεώς του ἦτο κάτι ποὺ τὸ ὤφειλεν ὁ Σαραντάρης εἰς ὅλην τὴν διανοητικὴν καὶ καλλιτεχνικὴν ἀτμόσφαιραν τῆς ἐποχῆς του. Τὴν διάλυσιν αὐτὴν εὑρίσκομεν καὶ εἰς τὴν ἀποσπασματικὴν μορφὴν ποὺ ἠρέσκετο νὰ δίδη εἰς ὅ, τι ἐξέφραζεν ὡς καθαρὸν στοχασμόν. Τὰ κύρια θέματα τῆς ποιήσεώς του εἶναι οἱ δύο μεγάλοι πόλοι τῆς μοίρας τοῦ ἀνθρώπου: ἡ ἀγάπη καὶ ὁ θάνατος. Ἀλλὰ καὶ ἡ φύσις καὶ ἡ πατρὶς παρουσιάζονται συχνὰ εἰς τὴν ποίησίν του. Τὰ ὑψηλὰ καλλιτεχνικὰ καὶ πνευματικὰ ἰδεώδη του Σολωμοῦ ἀσφαλῶς δὲν ἄφησαν ἀνεπηρέαστον τὸν Σαραντάρην κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς του. Ἦτο ἕνας γνήσιος καὶ συμπαθέστατος πνευματικὸς ἄνθρωπος, σεμνός, ἐγκάρδιος, ἁπλός, δοσμένος ὁλόκληρος εἰς τὸ ἀνθρώπινον δράμα του, τὸ ὁποῖον ἐζοῦσε μὲ ἔντασιν καὶ ἀλήθειαν εἰς τὸ ἔργον του. Καὶ ἦτο καὶ ὁ πρῶτος λογοτέχνης ποὺ ἔπεσεν εἰς τὸν ἀγώνα τῆς πατρίδος του διὰ τὴν ἐλευθερίαν».
.           Γιὰ τὴ μνήμη τοῦ Γιώργου Σαραντάρη εἶπε ὁ ἀείμνηστος Ἰωάννης Θεοδωρακόπουλος σὲ ἐκδήλωση στὸ Δημαρχεῖο Λεωνιδίου, τὴν 22α Μαΐου 1977:
.         «…Γιὰ νὰ προχωρήσω σὲ μερικὰ ἄλλα γνωρίσματα τοῦ Σαραντάρη, ποὺ εἶναι ἑλληνικὰ – τὴν ἐλευθερία τὴν εἶπα–. Εἶχε τὴ λεβεντιά. Ἦταν λεβέντης. Ὁ λεβέντης εἶναι πάντοτε ἀδέσμευτος, ὄχι ἠθικῶς ἀδέσμευτος, ἠθικῶς εἶναι δεσμευμένος- ἀδέσμευτος ἀπὸ σκοπιμότητες. Ἀδέσμευτος καὶ ἀπὸ τὴν πολιτική, ἀπὸ ὅ, τι τέλος πάντων εἶναι γύρω του ὡς ἐπίκαιρο.
.         Εἶναι, λοιπόν, ὁ Σαραντάρης ἕνα παράδειγμα γιὰ ὅλους, ἀλλὰ περισσότερο γιὰ τοὺς νέους. Νὰ τὸν ἀγαπήσουν, νὰ τὸν διαβάσουν, ἴσως στὴν ἀρχὴ νὰ μὴν μποροῦν ἀμέσως νὰ εἰσέλθουν στὸ νόημά του, ἀλλὰ αὐτὸς ὑπομένει, γιατί ἐπιμένει καὶ εἶναι πάντα ὁ ἴδιος. Καλός, καλοπροαίρετος, μὲ ἄπειρη καλοσύνη, ἀναβλύζει ἡ καλοσύνη ἀπὸ τὴν ψυχή του. Δὲ νομίζω νὰ σκέφτηκε ποτὲ κακὸ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος.
.             Ἔτσι ἔφυγε χαρούμενος καὶ ὅλο θέρμη καὶ ὅλος χαρά. Ἔφυγε στὸ 40, ὅταν ἦλθε νὰ μ’ ἀποχαιρετήσει στὸ σπίτι μου, ἐκεῖ στὴν ὁδὸ Ἀναπήρων Πολέμου, πλάϊ στὴ Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Τὸν ἀποχαιρέτησα, τὸν κατέβασα κάτω, φιληθήκαμε καὶ μοῦ εἶπε “Καλὴ ἀντάμωση”…». Αὐτὰ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Θεοδωρακόπουλο.
.           Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ Γιώργου Σαραντάρη, τοῦ ὑψηλοῦ χριστιανικοῦ ἤθους καὶ ἰδιοφυοῦς Τσάκωνα λογοτέχνη καὶ στοχαστῆ.-

 

,

Σχολιάστε

ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ – ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ: ΜΙΑ ΕΓΚΑΡΔΙΑ ΦΙΛΙΑ* (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Δεσποτόπουλος – Σαραντάρης: μία ἐγκάρδια φιλία*

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.           Μὲ τὸν θάνατο τοῦ Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου (1913-2016) ἐξέλιπε καὶ ὁ τελευταῖος τῶν φιλοσοφούντων Ἑλλήνων διανοητῶν τοῦ 20οῦ αἰώνα. Φίλοι του ἦσαν οἱ μεγαλύτεροί του στὴν ἡλικία Παναγιώτης Κανελλόπουλος (1902-1986), Κωνσταντῖνος Τσάτσος (1899-1987) καὶ Ἰωάννης Θεοδωρακόπουλος (1900-1981). Οἱ τρεῖς τους, σπουδασμένοι στὸ πανεπιστήμιο τῆς Χαϊδελβέργης, τὸ 1928 συναποφάσισαν τὴν ἔκδοση τοῦ φιλοσοφικοῦ περιοδικοῦ «Ἀρχεῖον Φιλοσοφίας καὶ Θεωρίας τῶν Ἐπιστημῶν», τὸ ὁποῖο ἀπὸ τὸ 1929 ἕως τὸ 1940 διακόνησε τὴ φιλοσοφία καὶ ἦταν μία ἰδεολογικὰ ἀντίρροπη προσπάθεια στὴν ἰδεολογία τῶν μαρξιστῶν.
.           Ὁ Κωνσταντῖνος Δεσποτόπουλος ἦταν ἐκ τῶν πρώτων φοιτητῶν τοῦ Παναγιώτη Κανελλόπουλου, ὅταν, 29 ἐτῶν, τὸ 1929, ἐξελέγη ὑφηγητὴς τῆς κοινωνιολογίας στὸ Πανεπιστήμιο τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἔκτοτε ὄχι μόνο συνεργάσθηκε μαζί τους, στὸ περιοδικὸ ποὺ ἐξέδιδαν, ἀλλὰ κατέστη καὶ φίλος τους. Ὁ Δεσποτόπουλος συνεδέθη ἐπίσης μὲ τὸν Παναγῆ Παπαληγούρα, μὲ τὸν ὁποῖο, τὸ 1938, συνεργάσθηκε στὴν ἔκδοση τοῦ περιοδικοῦ «Προπύλαια», μηνιαίου περιοδικοῦ πνευματικῆς καλλιέργειας.
.           Ὅμως στὰ φιλοσοφικὰ θέματα ἡ πιὸ ἐγκάρδια φιλικὴ σχέση τοῦ Δεσποτόπουλου μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ αὐτὴ μὲ τὸν ποιητὴ καὶ διανοούμενο Γιῶργο Σαραντάρη (1908-1941). Ὁ Σαραντάρης στὴ σύντομη ζωή του ἦταν ὁ πρῶτος καὶ ὁ μόνος στοχαστὴς ποὺ κατέθεσε μία πρωτότυπη, ὁλοκληρωμένη φιλοσοφικὴ πρόταση, ἀπὸ ὑπαρξιστικὴ χριστιανικὴ ἄποψη. Ὁ Δεσποτόπουλος γράφει γιὰ τὴ γνωριμία τους: «Ἡ φιλικὴ μὲ τὸν Σαραντάρη ἐπικοινωνία μου ὑπῆρξε ἀδιάπτωτη ἀπὸ τὸ 1933 (Σημ. Τότε ἦταν ποὺ ὁ Σαραντάρης ἀφοῦ, ἔχοντας πάρει τὸ πτυχίο τῆς Νομικῆς τοῦ πανεπιστημίου τῆς Ματσεράτα, εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὴν Ἰταλία, ὅπου ἔμενε μόνιμα μὲ τὴν οἰκογένειά του, εἶχε ὁλοκληρώσει τὶς στρατιωτικές του ὑποχρεώσεις στὴν Πατρίδα καὶ εἶχε ἐμφανιστεῖ στοὺς φιλολογικοὺς καὶ φιλοσοφικοὺς κύκλους τῆς πρωτεύουσας) ἕως τὸ 1940 (Σημ. Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1940 ὁ Σαραντάρης ἐπιστρατεύθηκε καὶ ἀπὸ τὶς κακουχίες πέθανε κατὰ τὸν Ἑλληνο-ἰταλικὸ πόλεμο, στὶς 25 Φεβρουαρίου τοῦ 1941). Ὅσο ἀκόμα ζοῦσε, εἶχα δημοσιεύσει ἐκτενέστατη ἔκθεση καὶ ἀξιολόγηση τῆς φιλοσοφίας του, ὅπως ἐκφράστηκε στὸ βιβλίο του «Ἡ παρουσία τοῦ ἀνθρώπου». Εἶχε ὁ Σαραντάρης εὐφρανθεῖ μὲ τὴ μελέτη μου αὐτή, ὅταν δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ τῆς συντροφιᾶς μᾶς «Προπύλαια», τὸ 1938». (Κων. Δεσποτόπουλου «Φιλολογικὰ», Ἔκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 2007, σελ. 222-223). Ὁ Δεσποτόπουλος σημειώνει ὅτι ἐνδεικτικὸ τῆς φιλίας τους εἶναι ὅτι ὁ Σαραντάρης στὴν ποιητικὴ συλλογή του «Τὰ οὐράνια», ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1934, τοῦ ἀφιέρωσε ποίημα μὲ τίτλο «Φιλοσοφία».
.           Μὲ τὸ φιλοσοφικὸ ἔργο τοῦ Γιώργου Σαραντάρη πλὴν τοῦ Κων. Δεσποτόπουλου, ἀσχολήθηκαν, στὴ δεκαετία τοῦ 1930, οἱ Παν. Κανελλόπουλος, Βασ. Τατάκης καὶ Ἕλλη Λαμπρίδη. Ἐξ αὐτῶν οἱ δύο (Δεσποτόπουλος, Κανελλόπουλος) χωρὶς νὰ συμφωνήσουν ἀπόλυτα μὲ τὴν φιλοσοφικὴ πρόταση τοῦ Σαραντάρη, τὴν ἐξετίμησαν. Καὶ ὁ Βασ. Τατάκης σχολίασε θετικὰ τὸ ἔργο τοῦ Σαραντάρη. Ἀντίθετα ἡ Ἕλλη Λαμπρίδη τὸ ἀπέρριψε.
.             Ἀργότερα, ἀπὸ τὸ 1962, μὲ τὰ φιλοσοφικὰ δοκίμια τοῦ Σαραντάρη ἀσχολήθηκε ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος, ποὺ τὰ ἐκτίμησε πολύ. Γράφει σχετικά: «Τὸ φιλοσοφικὸ ἔργο τοῦ Σαραντάρη δὲν ἦταν καθόλου, μὰ καθόλου, γιὰ τὸ ἀρχεῖο – ὅπου τὸ βάλαμε– ἀλλὰ πὼς γιὰ τὸ ἀρχεῖο εἴμαστε μᾶλλον ἐμεῖς (οἱ ζωντανοὶ) κάθε φορᾶ ποὺ μᾶς τυχαίνει νὰ βρεθοῦμε μπροστὰ στὸ ἀσυνήθιστο, ἢ μπροστὰ σὲ ἕνα ἔργο ποὺ ξεπερνάει ἀπὸ παντοῦ τὰ ὅσα ἀναχαράζομε μονόχνωτα χρόνον καιρό…» (Ζησ. Λορεντζάτου «Διόσκουροι», ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα. 1997, σελ. 98).
.             Ἐνδεικτικὰ τῆς φιλίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐκτίμησης ποὺ ἔτρεφε ὁ Κων. Δεσποτόπουλος στὸν Σαραντάρη εἶναι τὰ ὅσα εἶπε ἢ ἔγραψε γι’ αὐτόν. Στὶς 2 Φεβρουαρίου 1983 στὴν τηλεόραση τῆς ΕΡΤ εἶπε, μεταξὺ τῶν ἄλλων: «Ἄδολος καὶ ἀνεξίκακος ὁ Γιῶργος Σαραντάρης, ἐνσάρκωνε τὸν ποιητὴ καὶ φιλόσοφο στὴν πιὸ καθαρὴ μορφή, ἀλλὰ εἶχε καὶ ὑπαρξιακὴ αὐτάρκεια, μὲ τὴν κατανυκτικὴ σχέση του ἐμπρὸς στὸ μυστήριο τοῦ θανάτου… Ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ βεβαιώσω πὼς ὁ Σαραντάρης εἶχε, τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του, νικήσει τὸν φόβο τοῦ θανάτου. Ἄρρωστος βαριὰ τὶς πρῶτες ἑβδομάδες τοῦ 1941, ὕστερ’ ἀπὸ τὸν ὑποσιτισμὸ καὶ τὶς ἄλλες κακουχίες ἐπάνω στὰ χιονισμένα βουνὰ τῆς Ἀλβανίας, ὅπου ὑπηρετοῦσε ὡς ἁπλὸς στρατιώτης, ἐνταγμένος, παρὰ τὴ μεγάλη μυωπία του, σὲ μονάδα τῆς πρώτης γραμμῆς τοῦ μετώπου, εἶχε μεταφερθεῖ τελικὰ σὲ κλινικὴ τῶν Ἀθηνῶν. Ἐκεῖ τὸν ἐπισκέφθηκαν οἱ αἰσθαντικοὶ φοιτητὲς Καλίτσης καὶ Παπαμικρόπουλος, μέλη τοῦ φιλοσοφικοῦ μας Κύκλου, ποὺ θαύμαζαν τὸ πνεῦμα καὶ τὸ ἦθος του. Πρόλαβε ὁ Παπαμικρόπουλος – πρὶν χαθεῖ καὶ αὐτός, ὅπως χάθηκε ὁ Καλίτσης, τόσο πρόωρα καὶ τόσο ἄδικα, στὴ διάρκεια τῆς Κατοχῆς – νὰ μοῦ παρουσιάσει καὶ μὲ ἀναφορὰ στὸ πρόσωπό μου τὴν τότε εἰκόνα τοῦ Σαραντάρη, γαλήνιου ὁλωσδιόλου ἐνώπιον τοῦ θανάτου, νὰ ψιθυρίζει πρὸς τοὺς δύο νέους παραινέσεις γιὰ ἐμμονὴ στὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς, ὑψωμένος ἤδη ὁ ἴδιος στὴ σφαίρα τῆς ἁγιότητας».
.           Καὶ στὴν παρουσίαση τῶν Ἁπάντων τοῦ Σαραντάρη ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γκούτενμπεργκ, στὴν Παλαιὰ Βουλή, τὸ 1988, ὁ Κων. Δεσποτόπουλος εἶπε μεταξὺ τῶν ἄλλων: «Δὲν θὰ βιογραφήσω τὸν μοναδικὸ αὐτὸ φιλόσοφο καὶ ποιητὴ καὶ ἅγιο τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων, ἀλησμόνητο ἄλλωστε καὶ ὑψωμένο σὲ θρύλο σχεδόν, ἀκόμη καὶ γιὰ ὅσους ἐζήσαμε πλάι του ἐπὶ δεκαετία…Ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς καλλιτέχνες, ὅπως ὁ Πλάτων ζητοῦσε, “τοὺς εὐφυῶς δυναμένους ἰχνεύειν τὴν τοῦ καλοῦ τε καὶ εὐσχήμονος φύσιν”, τοὺς παραδεκτοὺς ἄρα καὶ στὴν “ἀρίστην πόλιν”. Εἶχε τὴν ἐρωτικὴ φύση τοῦ γνήσιου φιλοσόφου καὶ ἄξιου ποιητῆ. Ἀλλά, πέραν αὐτῆς, εἶχε καὶ τὸ ἄχραντο ἦθος ἀληθινοῦ χριστιανοῦ, ὥστε, ἂν καὶ ὡραιολάτρης ποιητής, νὰ μεταρσιωθεῖ τελικά, μὲ τὴ δύναμη τῆς ἀγάπης, στὴ σφαίρα τῆς ἁγιότητας».
.           Ὁ Κων. Δεσποτόπουλος στὴ μακρὰ ζωή του καὶ πέραν τῆς δικῆς του ἀνεκτίμητης προσφορᾶς στὴν ἐπιστήμη καὶ στὴν κοινωνία γνώρισε πολλὲς σημαντικὲς προσωπικότητες τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν. Καθόλου δὲν δίστασε νὰ τὶς προβάλλει σὲ βιβλία του. Μὲ εὐθυκρισία, καὶ λιτότητα ὕφους περιγράφει χωρὶς νὰ ἐξιδανικεύει, δίνοντας στοὺς ἀναγνῶστες του παραδείγματα πρὸς μίμηση. Ἀνάμεσα σὲ αὐτὰ σημαντικὴ θέση καταλαμβάνει ὁ φίλος του Γιῶργος Σαραντάρης.-

*Αὔριο, 25 Φεβρουαρίου, συμπληρώνονται 75 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Τσάκωνα ποιητῆ καὶ στοχαστῆ Γιώργου Σαραντάρη (20/4/1908 – 25/2/1941) ἀπὸ τὶς κακουχίες στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου, κατὰ τὸν Ἑλληνο-Ἰταλικὸ πόλεμο, στὴν ἡλικία τῶν 33 μόλις ἐτῶν. Φέτος στὶς 7 Φεβρουαρίου ἀπεβίωσε ὁ φίλος του Σμυρνιὸς Ἀκαδημαϊκὸς Κωνσταντῖνος Δεσποτόπουλος μίαν ἡμέρα πρὶν συμπληρώσει τὰ 103 του χρόνια. Γεννήθηκε στὶς 8 Φεβρουαρίου τοῦ 1913 καὶ ἀπεβίωσε στὶς 7 Φεβρουαρίου τοῦ 2016. Στὴ μνήμη τῶν δύο φίλων ἀφιερώνεται τὸ παρὸν κείμενο.

ΓΝΠ

,

Σχολιάστε

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ: Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΗΡΩΑΣ ΤΟΥ ΕΠΟΥΣ ΤΟΥ 40 (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Γιῶργος Σαραντάρης: Ὁ ποιητὴς ἥρωας τοῦ Ἔπους τοῦ 40

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.           Ὁ Γιῶργος Σαραντάρης, ὁ μέγας αὐτὸς ποιητὴς καὶ στοχαστὴς τῆς γενιᾶς τοῦ 1930, δὲν εἶναι ὅπως οἱ ἄλλοι ἥρωές μας τοῦ ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου. Πολέμησε ἡρωικὰ στὴν πρώτη γραμμή, ἀλλὰ δὲν ἔπεσε νεκρὸς ἐκεῖ, ὅπως ὁ συνταγματάρχης Δαβάκης, ὁ Ὑπολοχαγὸς Διάκος καὶ ἑκατοντάδες ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶτες. Τὸ ἰσχνὸ καὶ ἀσθενικὸ σῶμα τοῦ ὑπέφερε ἀγόγγυστα τὶς κακουχίες, ἀρρώστησε ἀπὸ αὐτὲς καὶ πέθανε σὲ νοσοκομεῖο τῆς Ἀθήνας, στὶς 25 Φεβρουαρίου τοῦ 1941, 33 ἐτῶν.
.               Λίγες μόνο δεκάδες ὀκάδες ζύγιζε ὁ Σαραντάρης καὶ σὲ ὅλη του τὴ βραχύχρονη ζωή του παρέμεινε παντελῶς ἀγύμναστος. Τὸ μόνο ποὺ γνώριζε ἦταν νὰ διαβάζει ἀδιαλείπτως καὶ νὰ γράφει ἀκατάπαυστα ποιήματα καὶ φιλοσοφικοὺς στοχασμούς. Εἶχε αὐξημένο βαθμὸ μυωπίας, κάτι ποὺ τὸν ἐμπόδιζε νὰ χειριστεῖ σωστὰ τὸ ὅπλο, ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως δυσκολευόταν νὰ σηκώσει μαζὶ μὲ τὸν βαρὺ γυλιό του. Αὐτὸς ὁ ἀδύναμος, ἀγύμναστος καὶ μύωπας ποιητὴς ἐπελέγη νὰ ἐπιστρατευθεῖ μυστικὰ μετὰ τὸν τορπιλισμὸ τῆς Ἕλλης καὶ νὰ σταλεῖ στὰ σύνορα, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους Ἕλληνες τὸν στρατὸ τῆς φασιστικῆς Ἰταλίας…Ἔγραψε σχετικὰ ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης:
.           «Δὲν ἔχω γνωρίσει, θά ΄θελα νὰ τὸ διακηρύξω, μορφὴ πνευματικοῦ ἀνθρώπου ἁγνότερη ἀπὸ τὴ δική του. Ἄπραγος, ἀδέξιος, ἀνίκανος γιὰ ὁτιδήποτε πρακτικό, ζοῦσε μὲ τὸ τίποτε, καὶ δὲν τοῦ χρειαζότανε τίποτε ἄλλο ἔξω ἀπὸ τὴν Ποίηση… Ἔτσι ὅμως εἶχε φτάσει ὣς τὸ σημεῖο νὰ μπορεῖ νὰ ὑψώνει τὰ μεγάλα του ἀσθενικὰ μάτια ὣς τὶς πλατωνικὲς Οὐσίες» (1).
.           Γιὰ τὴν ἐπιστράτευσή του καὶ τὸ πῶς τὴν ἀντιμετώπισε γράφει ὁ Ἀνδρέας Καραντώνης, ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους κριτικοὺς ποίησης τοῦ περασμένου αἰώνα:
.           «Τὸ Σεπτέμβριο τοῦ 1940 ἕνα Διάταγμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, κάλεσε στὰ ὅπλα τὴν κλάση τοῦ 1930 – σ’ αὐτὴν ἀνῆκε στρατολογικὰ ὁ Σαραντάρης – καὶ τὸν ἔστειλε νὰ φυλάξει τὰ σύνορα ποὺ φοβέριζε ὁ Ἰταλικὸς φασισμός. Τὸν εἶδα γιὰ τελευταία φορὰ στὴν πλατεία Κάνιγγος, ἀνάμεσα στὸ πλῆθος τῶν ἐπιστρατευμένων ἐφέδρων ποὺ πολιορκοῦσαν τὴν πόρτα τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφεῖο. Τὸ πρόσωπό του ἤρεμο καὶ χαμογελαστὸ πάντα, ἦταν ὁλότελα ἀποπνευματωμένο. “Φεύγω, μοῦ λέει, φίλε μου, πάω φαντάρος”. Ἀποχαιρετιστήκαμε μὲ συγκίνηση. Τὸν εἶδα νὰ χάνεται μέσα στὸ πλῆθος, κάνοντας μελαγχολικὲς σκέψεις καθὼς συλλογιζόμουν πῶς θὰ μποροῦσε νὰ τὰ βγάλει πέρα μὲ τὶς δυσκολίες καὶ τὶς τραχύτητες τῆς στρατιωτικῆς ἐμπόλεμης ζωῆς, αὐτὸς ὁ καθόλου στρατιώτης. Κι ὅμως ἀκολούθησε καρτερικὰ τὴ μοίρα του, μὲ τὴ συναίσθηση ὅτι δίνει καὶ αὐτός, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι, τὸ παρών του στὸ κάλεσμα τῆς Πατρίδας». (2).
.           Ἡ οἰκογένεια τοῦ ποιητῆ ζοῦσε ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰώνα στὴν Ἰταλία. Ὅμως ὅλα τὰ ἀγόρια τῆς οἰκογένειας ἔρχονταν στὴν Ἑλλάδα νὰ ὑπηρετήσουν τὴ στρατιωτική τους θητεία καὶ διατηροῦσαν τὴν ἑλληνική τους ὑπηκοότητα. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὸν Γιῶργο Σαραντάρη. Μεγάλωσε, πῆγε σχολεῖο καὶ σπούδασε τὶς νομικὲς ἐπιστῆμες στὰ ἰταλικὰ πανεπιστήμια τῆς Μπολόνια καὶ τῆς Ματσεράτα, ἀλλὰ τὸ 1931 ἦρθε νὰ ὑπηρετήσει στὸν ἑλληνικὸ στρατὸ καὶ ἔμεινε πλέον στὴν Ἑλλάδα ἕως τὸν θάνατό του. Γράφει ὁ φίλος του ποιητῆ Νίκος Σημηριώτης, ποὺ ἦταν καὶ ὁ ἴδιος ποιητὴς καὶ μεταφραστὴς ἔργων τοῦ Πόε, τοῦ Λόρκα καὶ ἄλλων:
.           «Εἴμαστε πιὰ στὸ ΄40. Τότε ποὺ εἶχαν ἀγριέψει τὰ πράγματα μεταξὺ Ἑλλάδας καὶ Ἰταλίας, τέλη Αὐγούστου, ἐκεῖ. Καθίσαμε σὲ ἕνα τραπεζάκι σὲ ἕνα μαγαζὶ στὴ Σταδίου πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἦταν ἀγανακτισμένος μὲ τὸν τορπιλισμὸ τῆς “Ἕλλης” καὶ ἔλεγε πὼς ἦταν χαρακτηριστικὸ τῶν Ἰταλῶν, ὅτι κάνουν τὸ σπουδαῖο ἐκεῖ ποὺ δὲν κινδυνεύουν. Μπαμπεσιά.
.           Ἦταν πολὺ Ἕλληνας. Στὴν ὁμιλία τοῦ ἦταν σαφὲς αὐτό. Ὅταν συνέκρινε ἕναν Ἕλληνα μὲ ἕναν Ἰταλὸ ἔλεγε ὅτι ὁ Ἕλληνας εἶχε αἷμα ζεστὸ στὶς φλέβες τοῦ ἐνῶ ὁ Ἰταλὸς εἶχε …σιρόπι.
.           Ὄχι δὲν ἔδειξε νὰ φοβᾶται γιὰ τὸν ἴδιο. Δὲν σκεφτόταν τὸν ἑαυτό του. Δὲν ἐνδιαφερόταν γιὰ τὸ πεπρωμένο του στὸ μέλλον. Δὲν τὸν ἐνοίαζε ἂν πάθαινε κάτι. Ἂν ἦταν νὰ τὸ πάθει, ἂς τὸ πάθαινε…Μία χριστιανικὴ ἄποψη τῶν πραγμάτων». (3)
.           Ὁ συστρατιώτης τοῦ συγγραφέας Θεμιστοκλῆς Ἀθηνογένης μίλησε γιὰ τὶς τελευταῖες ἡμέρες τοῦ Γιώργου Σαραντάρη στὸ μέτωπο τῆς Ἀλβανίας:
.           «Φύγαμε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα τὴν 5η Ὀκτώβρη, μία μέρα ποὺ ἦταν χαρὰ Θεοῦ, τάχα γιὰ νὰ ἀσκηθοῦμε στὰ ὄπλα…Μετὰ ἀπὸ δύο μέρες μᾶς πῆραν μ’ αὐτοκίνητα στρατιωτικὰ καὶ μᾶς μετέφεραν στὸ Καστράκι – ἕνα θαυμάσιο χωριὸ ἔξω ἀπὸ τὴν Καλαμπάκα…Οἱ περισσότεροι φαντάροι κατέβαιναν στὴν Καλαμπάκα νὰ πιοῦν κρασὶ στὶς ταβερνοῦλες τῆς μικρῆς κωμόπολης. Κάποτε πήγαμε μαζὶ σὲ μία ταβέρνα. Καθίσαμε ἔξω. Μείναμε ὡς ἀργὰ τὴ νύχτα. Ἐκεῖνος δὲν ἤπιε κρασί. Εἶχε ὅμως μεθύσει ἀπὸ τὰ ἴδια τοῦ τὰ λόγια ποὺ ἔρχονταν μετρημένα σὲ στίχους κι ἁπλώνονταν κάτω ἀπ’ τὸν γυμνὸ ἄξονα τοῦ αἰθέρα.- Ἦταν παράξενα καὶ γοητευτικὰ ν’ ἀκοῦς τὴ φωνὴ τοῦ Σαραντάρη ν’ ἀπαγγέλλει σ’ ἕνα ταβερνάκι στὴ Θεσσαλία ποιήματά του, πότε στὰ Ἑλληνικά, πότε στὰ Ἰταλικά…
.           Μείναμε στὸ Καστράκι ὡς τὸ ξημέρωμα τῆς 28ης Ὀκτωβρίου….Κάποια στιγμή, ξημερώματα, σήμαναν οἱ σειρῆνες τοῦ συναγερμοῦ καὶ μεῖς βρεθήκαμε στὴν πλατεία τοῦ χωριοῦ περιμένοντας τὸν ταγματάρχη μᾶς Παπαδημητρίου νὰ μᾶς πεῖ τί συνέβαινε καὶ νὰ μᾶς δώσει διαταγές…Ἐμφανίστηκε ὁ ταγματάρχης:
.           “Η Ἰταλία μᾶς κήρυξε τὸν πόλεμο. Οἱ συνοριακὲς φρουρὲς μᾶς προσπαθοῦν νὰ ἀποκρούσουν τὸν ἐχθρὸ ποὺ κατεβαίνει μέσα ἀπὸ τὰ φαράγγια τῆς Πίνδου. Πρέπει νὰ σπεύσομε νὰ ἐνισχύσομε τὰ παιδιὰ τοῦ 4ου Συντάγματος Λαρίσης ποὺ ἀντιμετωπίζουν τὶς Ἰταλικὲς φάλαγγες τῆς Μεραρχίας Julia….Ἄρχισε ἡ πορεία. Μία πορεία ἀδιάκοπη. Σὲ κάποιες στάσεις οἱ φαντάροι μοιράζονταν ζάχαρη καὶ ξηροὺς καρπούς. Ἡ πορεία κράτησε 40 ὧρες.- Τότε τὸν ἔχασα (Σήμ. Τὸν Σαραντάρη)….Τὴ νύχτα μὲ πλησίασε ὁ διμοιρίτης μου. Μὲ διέταξε νὰ φύγω ἀπὸ τὸ λόχο μου καὶ νὰ ἀκολουθήσω τὸν 3ο λόχο, γιατί τὸ δικό τους ὁπλοπολυβόλο εἶχε ἀχρηστευθεῖ καὶ ἔπρεπε νὰ ἀναπληρώσω τὸ κενὸ ἐγὼ μὲ τὸ δικό μου. Ὑπάκουσα.
.           Σὲ λίγο βρισκόμουν στὸ λόχο τοῦ Γιώργου Σαραντάρη. Ἦταν ὁ λόχος ὁ δικός του, ὁ 3ος λόχος. Χάρηκε πολὺ σὰν μὲ εἶδε ἔτσι ἀπρόσμενα, ξαφνικὰ μπροστά του. Δὲν τὸ περίμενε. Ἦταν πολὺ κουρασμένος, βρεγμένος.
.           Μούσφιξε τὸ χέρι: “Τί θὰ γίνει τώρα;”
.           Ἡ αἰσιοδοξία εἶχε φύγει. – Γυρέψαμε κάπου νὰ κουρνιάσουμε τὴ νύχτα στὸ χωριὸ Βωβοῦσα. Βρήκαμε ἕνα πεζούλι ἐκκλησίας. Κοιμηθήκαμε ἐκεῖ. Ἦταν ὧρες φοβερές. Τὸ ἄγνωστο. Οἱ ἀρβύλες μεσ’ στὴ λάσπη.
.           Τὰ χαράματα μᾶς ξύπνησαν γιὰ νὰ βαδίσομε ἔξω ἀπὸ τὴ Βωβοῦσα. Ἔπρεπε νὰ ἐνισχύσουμε τοὺς φαντάρους τοῦ 4ου Συντάγματος Λαρίσης. Ὑποχωροῦσαν μπρὸς στὴ μεγάλη ἀριθμητικὴ ὑπεροχὴ τῶν Ἰταλῶν.
.           Θυμᾶμαι καλὰ τὸν Σαραντάρη ποὺ βάδιζε πίσω ἀπὸ ἐμένα, νὰ μὲ ἀκολουθεῖ στὸ στενὸ μονοπάτι χωρὶς μιλιὰ καὶ χωρὶς θόρυβο γιατί οἱ Ἰταλοὶ ἦταν κοντά. – Εἴχαμε μπεῖ πιὰ γιὰ καλὰ στὴ μάχη.
.           Σὰν ἔφεξε ἡ μέρα ἀκροβολιστήκαμε σ’ ἕνα ὕψωμα καὶ περιμέναμε διαταγές. Ἀκούστηκαν οἱ σάλπιγγες τῶν Λαρισινῶν κι ἀμέσως ἄρχισαν νὰ κροταλίζουν τὰ ἰταλικὰ πολυβόλα. Ἀπ’ τὸ δικό μας λόχο δὲν εἴχαμε κανένα θύμα. Οἱ Λαρισινοὶ ὅμως πλήρωσαν ἀκριβά. – Ἦταν ἡ πρώτη μας ἐπαφὴ μὲ τὸν ἐχθρὸ καὶ τὴν κρυάδα τοῦ πολέμου.
.           Ἐκεῖ τὸν ἔχασα. Δὲν ἦταν κοντά μου.
.           Ἡ προέλαση συνεχίστηκε…
.           Πολλὲς φορὲς συναντηθήκαμε μὲ τὸν Σαραντάρη στὰ λασποχώρια ἀπ’ ὅπου περνούσαμε. ΄Ἤμαστε ἐξουθενωμένοι καὶ οἱ δύο. Πολὺ περισσότερο ὅμως ἐκεῖνος. Δὲν εἶχε, ἀπὸ τὴν ἀρχή, πολλὰ ἀποθέματα ἀντοχῆς.
.           Κάποτε βρέθηκα ἔξω ἀπὸ ἕνα χωριό, τὸ Κιλαρίτσι. Σὲ κάτι στάβλους εἶδα τὸν Σαραντάρη καθισμένο κάτω στὸ χῶμα σὲ φοβερὴ ἐξάντληση. Ἦταν χλωμός, ἀδύναμος. Τὰ μάτια τοῦ φωσφόριζαν παράξενα. Τὸν πλησίασα. Θυμᾶμαι ὅτι γονάτισα νὰ τοῦ μιλήσω καθὼς ἦταν καθισμένος.
.           “Έχεις τίποτα νὰ μοῦ δώσεις νὰ φάω;”, μοῦ εἶπε. Ἔψαξα στὸ σακίδιο. Βρῆκα ἕνα κομμάτι ξερὴ κουραμάνα. Τούδωσα. Ὕστερα μὲ κόπο ἀνάσυρε ἀπὸ τὸ χιτώνα τοῦ ἕνα μάτσο χαρτιά. Τὸ πρῶτο ποὺ μούδειξε χαμογελώντας ἦταν μία ἰατρικὴ γνωμάτευση ποὺ τὸν ἔστελνε στὸ νοσοκομεῖο στὰ Γιάννενα, πούλεγε πὼς μποροῦσε νὰ ἀφήσει τὸ μέτωπο καὶ νὰ γυρίσει πίσω.
Τοῦ εἶπα:
“Μπράβο Γιῶργο!. Ἐσὺ σώθηκες. Κανεὶς δὲν ξέρει ἐμένα τί μὲ περιμένει”.
Τὸ δεύτερο χαρτὶ ἦταν ἕνα ποίημα. Μοῦ τὸ ἐμπιστεύτηκε. Μὲ μεγάλη συγκίνηση τὸ ἔβαλε στὸ χέρι μου. Τότε γιὰ πρώτη φορὰ κατάλαβα πὼς ὁ Σαραντάρης ἦταν Ποιητής. Ἐνῶ ἐγὼ ἀγωνιζόμουν νὰ ἐπιβιώσω, ἐκεῖνος, τὶς ὧρες τὶς ἐλάχιστες ποὺ ἔμενε ἐλεύθερος ἀπὸ πορεῖες, κακουχίες καὶ ἀγγαρεῖες ἀποσυρόταν στὴ γωνιὰ ἑνὸς ἀντίσκηνου κι ἔγραφε ποιήματα….Τὸ ποίημα αὐτὸ τὸ ἔχασα. Θυμᾶμαι ὅμως πολὺ καλὰ πῶς ἄρχιζε:
Ἐγὼ ποὺ ὁδοιπόρησα
Μὲ τοὺς ποιμένες τῆς Πρεμετῆς
Εἶχα τὰ μάτια μου
Παντοτινὰ στραμμένα
Στὸ ἑωθινό σου πρόσωπο…»(4)
.           Ὁ ἐπίσης συστρατιώτης τοῦ Σαραντάρη Γιῶργος Πολιτάρχης γράφει γι’ αὐτὸν καὶ γιὰ τὴν ἐμπειρία του στὴν Πίνδο:
.           «Μερικὲς ἡμέρες μετὰ τὴν κήρυξη τοῦ πολέμου, μπαίναμε στὴν Ἀλβανία μὲ τὸ 7ο Σύνταγμα Χαλκίδας. Ὑπηρετοῦσα ὡς ἔφιππος ἀνιχνευτής. Εἶχα ἤδη λάβει μέρος σὲ τρεῖς μάχες: στὴ μάχη τῆς Σαμαρίνας, στὴ μάχη τοῦ Δουτσικό, στὴ μάχη τοῦ Σμόλικα. Ἦταν δειλινὸ κατὰ τὶς ἔξι, σκοτεινίαζε. Ἐκεῖ πάνω σκοτεινιάζει γρήγορα. Ἤμασταν κατάκοποι καὶ χαμένοι μὲς στὰ ἔλατα, τὸ χιόνι καὶ τὴν ταλαιπωρία.
.           Κατεβαίναμε μία πλαγιά. Μπροστὰ μας ἦταν ἕνα γείσωμα, μετὰ πάλι κατωφέρεια. Ἐκεῖ στὸ γείσωμα βλέπομε κάποιον ποὺ μᾶς φάνηκε σὰ χαμένος Ἰταλὸς στρατιώτης. Κρατοῦσε μία ἰταλικὴ καραβάνα στὸ ἕνα χέρι καὶ στὸ ἄλλο μία κοντὴ ἰταλικὴ ξιφολόγχη. Στεκόταν ἀκίνητος στὴν ἐρημιὰ καὶ περίμενε. Κάτι μου θύμιζε. Κοίταξα καλύτερα. Ἦταν ὁ Γιῶργος Σαραντάρης. Ἔτρεξα κοντά του. Μὲ γνώρισε.
.           Ἔχασα τὰ γυαλιά μου, Γιώργη. Δὲ βλέπω τίποτε, τίποτε…
.           Ἦταν κι ἐκείνη ἡ ἀσπρίλα τοῦ χιονιοῦ.
“Μὴ φοβᾶσαι μωρὲ Γιῶργο”, τοῦ λέγω. “Ἄνθρωποι εἴμαστε. Ὅ, τι χρειαστεῖ ἐγὼ θάμαι κοντά σου”.
.           Νά, τὰ λόγια της παρηγοριᾶς.
.           Δὲν ἀντέδρασε. Ἦταν ἐξουθενωμένος. Τὸν κράτησα ἀπὸ τὴν πλάτη καὶ τὸν βοήθησα νὰ κατεβοῦμε τὴ χαράδρα. Δὲν εἶχε δύναμη. Τὸν κρατοῦσα. Κάπου κάτω ἀπ’ τὰ κάτασπρα ἔλατα, ψευτοκατασκηνώσαμε. Οἱ δικοί μου προχώρησαν. Τοὺς ἄφησα…Δὲ σκέφτηκα τίποτα.
.           Στὴ Σαμαρίνα, σ’ ἕνα ἄδειο σπίτι, βρῆκα μία κάπα βαριά, τσοπάνικια καὶ μία κουρελού. Τὰ ἔκοψα καὶ τὰ δύο στὴ μέση. Τὰ μισὰ τὰ χάρισα σ’ ἕνα συνάδελφο (εἶναι δικηγόρος τώρα) καὶ τὴ μισὴ κουρελοὺ τὴν τύλιξα γύρω στὸ πόδι μου γιατί εἶχε χαλάσει ἡ ἀρβύλα. Ὅταν βρῆκα τὸν Σαραντάρη εἶχα μία κουβέρτα τοῦ στρατοῦ καὶ τὴ μισὴ κάπα. Τούδωσα λοιπὸν τὸ ἀντίσκηνό μου, τὸν τύλιξα καλὰ-καλὰ στὴν κουβέρτα καὶ τούδωσα ἀπὸ τὰ σύκα καὶ τὸ ψωμὶ ποὺ ἕνας θεὸς ξέρει πῶς βρισκόταν ἀκόμα πάνω μου. Τὸν ἔβλεπα ποὺ ἔτρωγε τὸ ψωμάκι τοῦ ἀργά, ἐξαντλημένος καὶ σκεφτόμουνα: < Ποῦ νὰ πάει ὁ Γιῶργος Σαραντάρης χωρὶς μάτια καὶ ποιὸν νὰ ἀκολουθήσει;>…
.           Ἀφοῦ τὸν βόλεψα στὸ ἀντίσκηνο, ἐγὼ πῆρα τὴ μισὴ κάπα, ἔβαλα τὰ δύο μου πόδια στὸ ἕνα μανίκι, τυλίχτηκα στὴν ὑπόλοιπη καὶ ξάπλωσα πάνω στὸ χιόνι, κάτω ἀπὸ τὰ ἔλατα….
.           Σὲ λίγο τὸν εἶχε πάρει ὁ ὕπνος. Ἀποκοιμήθηκα κι ἐγώ. Γύρω τὰ πάντα ἄσπρα, ἐρημιὰ θεοῦ.
.           Ὅταν ξημέρωσέ μου λέει:
<Πήγαινε τώρα ἐσύ. Ἄσε μὲ ἐμένα.>
.           Ἤθελε νὰ μείνει ἐκεῖ. Νὰ πεθάνει. Δὲν τὸν ἄφησα. Ἀνεβήκαμε ἀγκαλιασμένοι στὸ γείσωμα. Κατὰ σύμπτωση περνοῦσε μία στρατιωτικὴ φάλαγγα. Τὸν παρέδωσα στὸν ἀνθυπολοχαγό.
.           Χαιρετιστήκαμε.
“Σε εὐχαριστῶ”, μοῦ λέγει.
“Ἄντε Γιῶργο μου, ἄντε. Καὶ μὴ φοβᾶσαι. Μὴ φοβᾶσαι!”
Ἄσε ποὺ δὲ φοβόταν πιὰ τίποτα. Εἶχε ἀφεθεῖ στὸν ἑαυτό του…». (5)
.           Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης χαρακτηρίζει τὸν θάνατο τοῦ Σαραντάρη ἀπὸ τὶς κακουχίες τοῦ πολέμου, ὡς « τὴ μόνη καὶ πιὸ ἄδικη ἀπώλεια ἀνθρώπου τῶν γραμμάτων» στὸν ἑλληνοϊταλικὸ πόλεμο. Παράλληλα καταγγέλλει τὸ ἐπιστρατευτικὸ σύστημα τῆς ἐποχῆς:
.           «Θέλω ἀπροκάλυπτα νὰ καταγγείλω τὸ ἐπιστρατευτικὸ σύστημα ποὺ ἐπικρατοῦσε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη καὶ πού, δὲν ξέρω πῶς, κατάφερε νὰ κρατήσει στὰ Γραφεῖα καὶ στὶς ἐπιμελητεῖες ὅλα τὰ χοντρόπετσα θηρία τῶν ἀθηναϊκῶν ζαχαροπλαστείων καὶ νὰ ξαποστείλει στὴν πρώτη γραμμὴ τὸ πιὸ ἁγνὸ καὶ ἀνυπεράσπιστο πλάσμα. Ἕναν εὔθραυστο διανοούμενο ποὺ μόλις στεκότανε στὰ πόδια του, ποὺ ὅμως εἶχε προφτάσει νὰ κάνει τὶς πιὸ πρωτότυπες καὶ γεμάτες ἀπὸ ἀγάπη σκέψεις γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ μέλλον της. Ἦταν σχεδὸν μία δολοφονία. Διπλωματοῦχος ἰταλικοῦ πανεπιστημίου – ὁ μόνος ἴσως σὲ ὁλόκληρο τὸ στράτευμα -, θὰ μποροῦσε νὰ ’ναι περιζήτητος σὲ ὁποιαδήποτε ἀπὸ τὶς Ὑπηρεσίες ποὺ εἶχαν ἀναλάβει τὴν ἀντικατασκοπεία, ἢ τὴν ἀνάκριση τῶν αἰχμαλώτων. Ἀλλὰ ὄχι. Ἔπρεπε νὰ φορτωθεῖ τὸ γυλιὸ καὶ τὸν ὁπλισμὸ τῶν τριάντα ὀκάδων, γιὰ νὰ χαθεῖ παραπατώντας μὲς στὰ χιονισμένα φαράγγια ἕνας ἀκόμη ποιητής, ἕνας ἀκόμη ἀθῶος στὸ δρόμο τοῦ μαρτυρίου.
.           Φαίνεται ὅτι πέρασε φρικτὲς ὧρες. Τὰ χοντρὰ μυωπικά του γυαλιά, ποὺ χωρὶς αὐτὰ δὲν μποροῦσε νὰ κάνει βῆμα, τὰ ’χασε μέσα στὴν παραζάλη. Φώναζε <βοήθεια> στοὺς ἄλλους φαντάρους, αὐτὸς ὁ Χριστιανὸς φώναζε <ἀδέρφια> καὶ τ’ <ἀδέρφια> τὸν κοροϊδεύανε, τὰ πιὸ ἀδίστακτα βαλθήκανε κιόλας νὰ τοῦ κλέβουνε κουβέρτες, μάλλινα, ὁτιδήποτε χρήσιμο μποροῦσε ὁ δόλιος νὰ κουβαλεῖ. Ἀπόμεινε σὰν τὸ κατατρεγμένο πουλὶ μέσα στὴν παγωνιά. Χωρὶς νὰ βαρυγκομήσει. Χωρὶς νὰ ξεστομίσει ἕναν πικρὸ λόγο. Περήφανος, μ’ ἕνα σῶμα ἐλάχιστο καὶ μία μεγάλη ψυχή, ποὺ τὸν κράτησε ὅσο ποὺ νὰ τραγουδήσει ἀκόμη λίγο:

.           Ἐγὼ ποὺ ὁδοιπόρησα μὲ τοὺς ποιμένες τῆς Πρεμετῆς
κι ὕστερα ν’ ἀνεβεῖ <στοὺς τόπους ποὺ ἀγγέλλουν τὸν οὐρανὸ καὶ συνομιλοῦν μὲ τὸν ἥλιο>.
.           Ἔτσι πέθανε ἕνας Ἕλληνας ποιητής, ὅταν οἱ συνάδελφοί του στὴ Δύση βλαστημούσανε τὸ Θεὸ κι ἐμπιστεύονταν τὴ μαριχουάνα…». (6)
.           Γιὰ τὸ τέλος τοῦ Σαραντάρη ὁ καθηγητὴς Δήμ. Τσάκωνας γράφει: «Στρατιώτης ὁ Σαραντάρης στὸ Ἀλβανικὸ Μέτωπο ἔχασε τὰ γυαλιά του καὶ τὸ σακίδιό του, κοιμόταν γυμνὸς στὸ ἀντίσκηνό του καὶ μολονότι <ὁδοιπόρησε μὲ τοὺς ποιμένες τῆς Πρεμετῆς> διεκομίσθη ἄρρωστος στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ ὑποκύψει στὴ μοίρα του, στὶς ἀρχὲς τοῦ Ὁ μόνος σύντροφος ποὺ τὸν συνόδευσε στὸ διάστημα τῆς τελευταίας του περιπέτειας ἦταν τὸ Εὐαγγέλιο. Ἀπὸ τὸν κύκλο τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων ἦταν ὁ πρῶτος νεκρός του πολέμου». (7)
.           Γιὰ τὸ τέλος τοῦ Γιώργου Σαραντάρη ἔχουμε τὴ μαρτυρία τῆς ἀδελφῆς του Λέλας, ὅπως τὴν μετέφερε στὸν ὑπογράφοντα ὁ πρῶτος ἐξάδελφός τους Παναγιώτης (Τάκης) Σαραντάρης:
.           «Τὸ τέλος τοῦ ἦταν πολὺ κοντά. Ἐμεῖς, οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ φίλοι, περιτριγυρίζαμε τὸ κρεβάτι του καὶ κλαίγαμε βουβά. Μᾶς εἶδε καὶ μὲ τὸ γλυκὸ τοῦ χαμόγελο, γεμάτος ἀπὸ εἰρήνη καὶ πίστη, ἄρχισε ἐκεῖνος νὰ μᾶς παρηγορεῖ καὶ νὰ μᾶς ἐνδυναμώνει, παροτρύνοντάς μας νὰ μὴν κλαῖμε, διότι ἡ ζωὴ δὲν τελειώνει στὸν κόσμο αὐτόν, διότι ἡ ζωὴ εἶναι αἰώνια καὶ συνεχίζεται, διότι μετὰ τὸν θάνατό του θὰ ζήσει μίαν ἄλλη, μεγαλύτερη χαρά…» (8).
.           Γιὰ τὸ τέλος τοῦ Γιώργου Σαραντάρη γράφει καὶ ὁ φίλος του ἀκαδημαϊκὸς Κωνσταντῖνος Δεσποτόπουλος:
.           «Ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ βεβαιώσω πὼς εἶχε ὁ Σαραντάρης, τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του, νικήσει τὸν φόβο τοῦ θανάτου. Ἄρρωστος βαριὰ τὶς πρῶτες ἑβδομάδες τοῦ 1941, ὓστερ’ ἀπὸ τὸν ὑποσιτισμὸ καὶ τὶς ἄλλες κακουχίες τοῦ ἐπάνω στὰ χιονισμένα βουνὰ τῆς Ἀλβανίας, ὅπου ὑπηρετοῦσε ὡς ἁπλὸς στρατιώτης, ἐνταγμένος, παρὰ τὴ μεγάλη μυωπία του, σὲ μονάδα τῆς πρώτης γραμμῆς τοῦ μετώπου, εἶχε μεταφερθεῖ τελικὰ σὲ κλινικὴ τῶν Ἀθηνῶν. Ἐκεῖ τὸν ἐπισκέφθηκαν οἱ αἰσθαντικοὶ φοιτητὲς Καλλίτσης καὶ Παπαμικρόπουλος, μέλη τοῦ φιλοσοφικοῦ μας Κύκλου, ποὺ θαύμαζαν τὸ πνεῦμα του καὶ τὸ ἦθος του. Πρόλαβε ὁ Παπαμικρόπουλος – πρὶν χαθεῖ, νομίζω, καὶ αὐτός, ὅπως χάθηκε καὶ ὁ Καλλίτσης, τόσο πρόωρα καὶ τόσο ἄδικα στὴ διάρκεια τῆς Κατοχῆς – νὰ μοῦ παρουσιάσει, καὶ μὲ ἀναφορὰ στὸ πρόσωπό μου, τὴν τότε εἰκόνα τοῦ Σαραντάρη, γαλήνιου ὁλωσδιόλου ἐνώπιόν του θανάτου, νὰ ψιθυρίζει πρὸς τοὺς δύο νέους παραινέσεις γιὰ ἐμμονὴ στὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς, ὑψωμένος ἤδη ὁ ἴδιος στὴ σφαίρα τῆς ἁγιότητας». (9)
.           Ὁ Αἰμίλιος Χουρμούζιος στὴν ἐφημερίδα «Καθημερινὴ» καὶ στὸ φύλλο τῆς Κυριακῆς, 2ας Μαρτίου τοῦ 1941, στὴν πρώτη σελίδα ἀπὸ τὶς μόνο τέσσερις ποὺ εἶχε, λόγω τῆς ἐλλείψεως χάρτου ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου, γράφει τὴ θλιβερὴ εἴδηση τοῦ θανάτου τοῦ ποιητῆ:
.           «Μεταξὺ τῶν ἠρωικῶς πεσόντων εἰς τὸν ἀγώνα κατὰ τῆς ἰταλικῆς βαρβαρότητος καταλέγεται καὶ ὁ νέος λόγιος Γεώργιος Σαραντάρης. Ο Γ. Σαραντάρης ἦτο ἀπὸ τοὺς ἀξιολόγους ποιητᾶς τῆς νέας γενεᾶς, δημοσιεύσας τρεῖς ποιητικᾶς συλλογᾶς καὶ δύο φιλοσοφικὰ δοκίμια. Ὑπῆρξε συνεργάτης τῆς φιλολογικῆς σελίδας τῆς «Καθημερινῆς», δημοσιεύσας σημειώματα δὶ’ ἄλλους νέους λογοτέχνας, ὡς καὶ στίχους του. Στρατιώτης εἰς τὸ ἀλβανικὸν μέτωπον, προσέφερε τὴν ζωὴν τοῦ ὑπὲρ τοῦ ἀγωνιζομένου Ἔθνους. Λόγῳ τῶν πολεμικῶν ἡμερῶν περιοριζόμεθα εἰς τὰς ὀλίγας αὐτᾶς γραμμᾶς, εἰς μνήμην τοῦ ἐκλιπόντος νέου διανοουμένου».
.           Γιὰ τὸν τάφο τοῦ Γιώργου Σαραντάρη γράφει ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος τὸ 1965:
Στὰ ἀρχεῖα τοῦ Α´ Νεκροταφείου στὴν Ἀθήνα ὁ τάφος τοῦ Σαραντάρη ἔχει τὸν ἀριθμό: Τμῆμα 4/329. Ξέρομε πὼς πέθανε τὸ Φεβρουάριο τοῦ Γεννημένος τὸ 1908, μόλις καὶ συμπλήρωσε τὰ 33 χρόνια του. Εἶχε ἔρθει στὴν Ἑλλάδα τὸ 1932 γιὰ νὰ κάνει τὸ στρατιωτικό του καὶ τελικὰ ἔδωσε στὴν Ἑλλάδα τὴ ζωή του – στὸν Ἰταλοελληνικὸ πόλεμο τοῦ 1940-1941 – ἀλλὰ καὶ τὸ ἔργο του ποὺ στάθηκε, μπορεῖ νὰ πεῖ κανένας, ἡ ζωὴ τῆς ζωῆς του. Τὸ ἔργο αὐτὸ ἀνήκει τώρα στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα.
Μερικῶν ἡ μοίρα μοιάζει παράξενη. Τοῦ John Keats ὁ τάφος στὸ Νεκροταφεῖο τῶν Διαμαρτυρομένων στὴ Ρώμη γράφει στὴν πλάκα του: <Ἐδῶ κείτεται ἕνας ποὺ τὸ ὄνομά του γράφτηκε στὸ νερό>. Τοῦ Σαραντάρη τὸ ὄνομα δὲν γράφτηκε πουθενά, μήτε στὸ νερό. Τὸ ἀσυμπλήρωτο οὐδέτερο ὑλικὸ ποὺ σκεπάζει τὸν τάφο του ( στὰ 1965 ὅταν πῆγα) δὲν γράφει τίποτα. Ὁ προσκυνητὴς βρίσκει τὸ μέρος, ἀνάμεσα στὰ κυπαρίσσια, μοναχὰ ἀπὸ τὸ τμῆμα καὶ τὸν ἀριθμό». (10). Σημειώνεται ὅτι τὰ πράγματα στὸν τάφο τοῦ Γ. Σαραντάρη ἔχουν ἀλλάξει, μὲ τὴ φροντίδα τοῦ πρώτου του ἐξαδέλφου Παναγιώτη Σαραντάρη. Τὸ ὄνομα τοῦ ποιητῆ ὑπάρχει πλέον στὸν τάφο τῆς οἰκογένειας Σαραντάρη.
.           Ὁ Σαραντάρης ἦταν στὴ ζωὴ τοῦ μακριὰ ἀπὸ τὶς κοσμικότητες, μακριὰ ἀπὸ δημόσιες σχέσεις καὶ τὴν ἡδονιστικὴ –ὑλιστικὴ ζωή. Ἔτσι ἔμεινε στὸ περιθώριο, ἔστω κι ἂν ἡ ἀξία του, ὡς ἀνθρώπου, ὡς ποιητῆ καὶ ὡς στοχαστή, εἶναι πολὺ μεγάλη. Ὁ Τσάκωνας θεωρεῖ ὅτι οἱ πολλοὶ λογοτέχνες μένουν μακριὰ ἀπὸ τὸν Σαραντάρη, γιατί ἡ πρωτοτυπία του θὰ ἀποκαλύψει τὴν κοινοτοπία τοῦ δικοῦ τους λόγου. Ἐπίσης ὅσοι ἀπὸ τοὺς λογοτέχνες συνήθισαν νὰ ζοῦν στὴν πνευματικὴ νωθρότητα δὲν θέλουν νὰ χάσουν τὴν ἰσορροπία τοὺς ἀποδεχόμενοι τὸν Σαραντάρη. Ἀκόμη καὶ οἱ ἄξιοι ποιητὲς ἀποφεύγουν νὰ τὸν πλησιάσουν γιατί δὲν τοὺς μοιάζει στὴν ἄξια ἔστω ἀτομικότητά τους (11). Ὁ Λορεντζάτος ἀναλόγως γράφει πὼς εἶναι αἰσιόδοξος ὅτι ὁ Σαραντάρης ὅσο θὰ περνάει ὁ καιρὸς τόσο καὶ περισσότερο θὰ ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τὶς ἐρχόμενες γενιὲς (12). Αὐτὸ ποὺ πράγματι συμβαίνει.
.           Ὁ Γιῶργος Σαραντάρης ἦταν ὁ πρῶτος καὶ ἴσως ὁ μόνος ποιητὴς καὶ στοχαστὴς ποὺ πέθανε, ἀφοῦ ρούφηξε στὸ κορμὶ καὶ στὴν ψυχὴ τοῦ ὅλη τὴ δοκιμασία τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου. Δυστυχῶς ἡ θυσία του δὲν ἀναγνωρίστηκε ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ Πολιτεία. Τὸ ὅτι τὸ φέρετρό του στολίστηκε μὲ τὴ γαλανόλευκη εἶναι κάτι τὸ ἐλάχιστο μπρὸς στὴ θυσία του. Ὁ Στρατὸς καὶ ἡ ἁρμόδια ὑπηρεσία του δὲν τὸν γνωρίζει καὶ ἡ μετὰ θάνατο τιμὴ πρὸς τὸν ἥρωα ἔχει μπλέξει στὴ γραφειοκρατία. Ἂς ἐλπίσουμε ὅτι κάποια ἡμέρα θὰ τιμηθεῖ ὅπως τοῦ πρέπει, ὄχι γιὰ τὸν ἴδιο, ἀλλὰ γιὰ τὴν Πολιτεία, καὶ γιὰ τοὺς καινούργιες γενιές, ποὺ ἔχουν ἀνάγκη προτύπων ὑψηλοῦ ἤθους καὶ μεγάλης ποιητικῆς καὶ φιλοσοφικῆς προσφορᾶς.-

  1. Σημειώσεις
  2. Ὀδυσσέα Ἐλύτη «Ἀνοιχτὰ χαρτιά», Ἔκδ. «Ἴκαρος», 6η Ἔκδ., Ἀθήνα 2004, σελ. 344.
  3. Ἀντρέα Καραντώνη «Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία – Φυσιογνωμίες, Β΄ Τόμος, Ἔκδ. Δήμ. Ν. Παπαδήμα, Ἀθήνα, 1977, σελ. 86.
  4. Ὀλυμπίας Καράγιωργα «Γιῶργος Σαραντάρης, ὁ Μελλούμενος», Ἔκδ. Δίαυλος, Ἀθήνα, 1995, σελ. 381.
  5. Ἡ μαρτυρία εἶναι στὸ βιβλίο ποὺ ἀναφέρεται στὴν προηγούμενη σημείωση (3) τῆς ποιήτριας καὶ φιλολόγου Ὀλυμπίας Καράγιωργα, καὶ στὶς σελίδες 363-369.
  6. Αὐτ. σελ. 371-373
  7. Ὄδ. Ἐλύτη «Ἀνοιχτὰ χαρτιά», σέλ. 392-393
  8. Δήμ. Τσάκωνα «Ἰδεαλισμὸς καὶ Μαρξισμὸς στὴν Ἑλλάδα», Ἔκδ. «Κάκτος», Ἀθήνα, 1988 σέλ. 258.
  9. Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου « Γιῶργος Σαραντάρης: Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ποιητής, ὁ διανοούμενος», Ἔκδ. «Ἔκπληξη», Ἀθήνα, 2011, σελ. 82.
  • Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου «Φήμη Ἀποντων», Ἔκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα, 1995, σελ. 105.
  1. Ζήσιμου Λορεντζάτου «Διόσκουροι», Ἔκδ. «Δόμος», Ἀθήνα, 1997, σελ. 324
  • Ἔνθ. Ἀνωτ. Σελ. 259
  1. Ζήσιμου Λορεντζάτου «Collectanea», Ἔκδ. «Δόμος», Ἀθήνα, 2009, σελ. 620.

,

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ποιητὴ καὶ στοχαστὴ ΓΙΩΡΓΟ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ

                 ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

καθηγήτρια τς Νεοελληνικς Φιλολογίας το Πανεπιστημίου το Παλέρμο ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΑΚΑΟΥΣΙ θ μιλήσει στ λληνικ γι τν ποιητ κα στοχαστ ΓΙΩΡΓΟ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ, στν χρο τς Βιβλιοθήκης Λεωνιδίου τ Σάββατο, 9 Μαΐου 2015 στς 7.30 μ.μ.. Παράλληλα θ παρουσιάσει γι πρώτη φορ στν λλάδα τ βιβλίο της «Ghiorgos Sarandaris: Giorni», (Γιργος Σαραντάρης: Μέρες), τ ποο πρόσφατα κδόθηκε στν ταλία.

Θ κολουθήσει πρόγραμμα μ νοσταλγικ λληνικ κα ταλικ τραγούδια. Θ τ τραγουδήσει, μ τ συνοδεία τς κιθάρας του, σπουδασμένος στν ταλία ρχιτέκτονας κα εκαστικς καλλιτέχνης ΔΗΜΟΣ ΦΛΕΣΣΑΣ.

ΑΡΧΕΙΟ ΤΣΑΚΩΝΙΑΣ  –   ΜΟΡΦΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΛΕΩΝΙΔΙΟΥ

Σχολιάστε