Ἄρθρα σημειωμένα ὡς γυμνότης

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-4

Πορεία τς Ψυχς (4)

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ (Σιμωνοπετρίτου),

«Ζωὴ ἐν πνεύματι» [Κατηχήσεις καὶ λόγοι -2]
ἐκδ. «Ὀρμύλια» 2003, σελ. 17 ἑπ.

Μέρος 1: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-1
Μέρος 2: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-2
Μέρος 3: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-3 «Τὸ πιὸ εὔθραυστο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιά»

.             Λοιπόν; Θὰ μπορέσει ἡ ψυχὴ νὰ νοιώσει αὐτὴ τὴν ἁμαρτία; Δὲν μπορῶ νὰ σοῦ πῶ: “Νοιῶσε τὴν ἁμαρτία!”. Δὲν μπορῶ νὰ σοῦ τὸ ἐπιτάξω. Εἶναι μία ἐνέργεια, ἕνα διάβημα τῆς ἴδιας τῆς ψυχῆς. Ἂν ἡ ψυχὴ δὲν καταλάβη, ἂν ἡ ψυχὴ δὲν τὸ χωρέση, ἂν ἡ ψυχὴ δὲν θελήση νὰ τὸ καταλάβει, οὐδεμία δύναμις ὑπάρχει, οὔτε καὶ ὁ Θεὸς ἀκόμη, ποὺ νὰ μπορῆ νὰ τὴν κάνη νὰ τὸ νοιώση. Μπορεῖ νὰ ἐξομολογῆται, μπορεῖ νὰ διαβάζη, μπορεῖ νὰ προσεύχεται, μπορεῖ νὰ χύνη δάκρυα, εἶναι δυνατὸν ὅμως ὅλα αὐτὰ νὰ γίνωνται χωρὶς καμία αἴσθησι τῆς ἁμαρτίας.
.           Ὅταν θὰ ἀποκτήση ἡ ψυχὴ τὴν αἴσθησι αὐτὴν τῆς γυμνότητος καὶ θὰ πεῖ: “Γυμνὸς εἶμαι, πρέπει νὰ ντυθῶ”, τότε ἔρχεται μέσα ἡ ἀνάγκη τῆς μετάνοιας, δηλαδὴ τοῦ ντυσίματος. Ἀλλά, γιὰ νὰ φθάσωμε στὴν μετάνοια, εἶναι ἕνα πρόβλημα ἄλλο. Ἄλλο εἶμαι γυμνὸς καὶ ἄλλο ἑτοιμάζω φόρεμα νὰ φορέσω. Πόρρω ἀπέχουν τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο.
.             Ἡ ὥρα ποὺ θὰ αἰσθανθῶ – ἡ ὥρα αὐτὴ μπορεῖ νὰ εἶναι χρόνια, μπορεῖ νὰ εἶναι στιγμὴ – ὅτι εἶμαι γυμνός, εἶναι ἡ πιὸ κρίσιμη καμπὴ τῆς ζωῆς μου, διότι ἕνα ἀπὸ τὰ δύο θὰ γίνει: ἢ θὰ σηκωθῶ καὶ θὰ ντυθῶ, ἢ θὰ μείνω γυμνός. Δηλαδή, ἢ θὰ συνεχίσω καὶ θὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γυμνὸς καὶ θὰ πῶ “ἥμαρτον”, ἢ θὰ κάνω ὅ,τι ἔκανε ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα: θὰ κρυφθῶ. Καὶ ὅταν θὰ πῆ ὁ Θεός: “Ἀδὰμ ποῦ εἶ;”, θὰ πῶ: “Κρύφθηκα, γιατί ἤμουν γυμνός”. Καὶ ὅταν θὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιόν του, θὰ δῆ τὰ φύλλα τῆς συκῆς.
.             Πῶς μπορεῖ νὰ γίνη αὐτὸ τὸ κρύψιμο; Αὐτὸ τὸ κρύψιμο μπορεῖ νὰ γίνη μὲ χίλιους δύο τρόπους, π.χ. μία στάσις μειονεκτική. Εἶναι φοβερό, ὅταν ἀνακαλύψω ὅτι εἶμαι ἕνα τίποτε. Ξέρεις, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ νόμιζες ὅτι εἶσαι σπουδαῖος καὶ μεγάλος, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ σὲ προσκυνοῦσαν οἱ ἄνθρωποι, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ νόμιζες ὅτι φθάνεις τὰ οὐράνια, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἤσουν ὁ ταλαντοῦχος, ὁ ὑπέροχος, ὁ ὄμορφος, ὁ χαριτωμένος, δὲν ξέρω τί, νὰ ἀναγνωρίσης ὅτι εἶσαι γυμνός, ὅτι εἶσαι ἕνα τίποτε. Θέλει δύναμι γιὰ νὰ τὸ παραδεχθῆς αὐτό. Θέλει πολλὴ δύναμι. Μὰ δὲν μποροῦμε νὰ παραδεχθοῦμε οὔτε μίαν ἀσχήμια ποὺ ἔχομε, δὲν παραδεχόμεθα ἕνα ἐλάττωμα, μίαν ἀποτυχία μας, ἕνα σφάλμα μας, ἕνα συγκεκριμένο ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖο κάνομε καὶ τὸ καλύπτομε μὲ ἕνα ψέμα, ἐν συνεχείᾳ τὸ ψέμα μὲ ἕνα δεύτερο ψέμα, μὲ ἕνα τρίτο ψέμα. Μπορεῖ λοιπόν, νὰ εἶναι μία μειονεκτικὴ στάσις καὶ ἀντιμετώπισις, μία ἀδυναμία νὰ ὁμολογήσω τὴν γυμνότητά μου, μπορεῖ νὰ εἶναι μία δικαιολόγησις, μπορεῖ νὰ εἶναι μία ἐπικάλυψις μὲ κάτι ἄλλο. Νὰ πῶ ἕνα παράδειγμα, τὸ ὁποῖο θὰ εἶναι ἐξωτερικό. Δὲν μπορῶ νὰ πῶ κάτι τὸ ἐσωτερικό, διότι αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ πολὺ βαθύ. Σὲ σηκώνει ἡ καθηγήτριά σου γιὰ μάθημα καὶ σὲ γιουχαΐζουν οἱ συμμαθήτριες, διότι δὲν λὲς τίποτε. Σηκώνεσαι ἀπὸ τὸ μάθημα, φεύγεις ἀμέσως, πηγαίνεις στὸ σπίτι σου, στέκεσαι ἐνώπιον τοῦ καθρέπτου, ἑτοιμάζεσαι, μακιγιαρίζεσαι… Μὰ δὲν εἶναι κανείς, δὲν σὲ βλέπει κανείς! Ναί, μὰ τὴν ὥρα ἐκείνη μπροστὰ στὸν καθρέπτη ποὺ εἶσαι μόνη σου, ὁ ἐαυτός σου ποὺ εἶναι τὸ πᾶν γιὰ σένα πληροφορεῖται ὅτι “ἐγώ, ποὺ μὲ γιουχάισαν, ἐγὼ εἶμαι τόσο ὄμορφη!”. Μπῆκε ἀμέσως τὸ ἀντιστάθμισμα στὴν ἀδυναμία μου, τὴν ὁποίαν μοῦ ἀπεκάλυψαν ἡ καθηγήτριά μου καὶ οἱ συμμαθήτριές μου. Τὴν ὥρα ἐκείνη, ποὺ στέκομαι στὸν καθρέπτη, δὲν στέκομαι στὴν γυμνότητά μου, στὴν ἀδυναμία μου νὰ πῶ μάθημα, ἀλλὰ στέκομαι στὸ προσόν μου, στὴν ὀμορφιά μου τὴν τεχνητή, τὴν μακιγιαρισμένη ἢ τὴν ἀληθινὴ ἐξωτερική. Μπορεῖ νὰ εἶναι ὀμορφιὰ καὶ ψυχική, μπορεῖ νὰ εἶναι διανοητική, πνευματική, ὅπως λέμε σήμερα ἐμεῖς, δὲν παίζει ρόλο. Πάντως εἶναι ἕνα ὑποκατάστατο αὐτῆς μου τῆς γυμνότητος.
.             Μπορεῖ ἀκόμη νὰ εἶναι ἕνα κρύψιμο ἀπὸ ἐμένα τὸν ἴδιο. Δηλαδή, ἐνῶ εἶμαι γυμνός, νὰ ζῶ σὰν νὰ μὴν εἶμαι γυμνὸς καὶ νὰ ἔχω μία διπλὴ ζωή. Ἢ μπορεῖ νὰ ἀρνοῦμαι νὰ προχωρήσω ὡσὰν νὰ μὴν ἤμουν γυμνός. Αὐτὸ εἶναι πολὺ φοβερότερο. Αὐτὸ εἶναι μία ἀπώθησις, μία ἀπώθησις μίας τραγικῆς πραγματικότητος, ποὺ θὰ μὲ ὁδηγήση κάποτε σὲ ἕνα τραγικὸ ἀποτέλεσμα.
.             Γεμάτη ἡ ζωὴ ἀπὸ τέτοιους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τὸ ξέρουν ὅτι εἶναι ἁμαρτωλοί, ὅτι εἶναι γυμνοὶ καὶ βαδίζουν πολλάκις διαπράττοντας ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μισοῦν καὶ τὰ ὁποῖα σιχαίνονται καὶ τὰ ὁποῖα ξέρουν πὼς εἶναι κατώτερα, καὶ οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν πὼς πρέπει νὰ ξεπεράσουν αὐτὴν τὴν κραυγὴ τῆς συνειδήσεώς τους, ποὺ τοὺς εἶναι κάτι τὸ φοβερό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-5

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Ε´]

Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [Ε´]

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»

(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/21/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/23/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-β´/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/25/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-γ´/
Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/27/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-δ´/

.     Γιὰ τὸν ἅγ. Ἀνδρέα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἄλλο διὰ Χριστὸν σαλὸ λατρεμένο στὸν Βορρᾶ, δὲν διαθέτομε τὶς ἴδιες ἱστορικὲς βεβαιότητες ἀφορῶσες εἴτε στὴν χρονολογία γεννήσεώς του εἴτε σ’ αὐτὴν τοῦ θανάτου του. Ἡ καταγωγὴ του πολὺ περισσότερο δὲν εἶναι καθαρή: οἱ μὲν τὸν ἔλεγαν Σκύθη, οἱ δὲ τὸν θέλουν Σλάβο. Ἡ προσωπικότητα ἀκόμα τοῦ βιογράφου του ἐγείρει ἀμφιβολίες. Καλεῖται Νικηφόρος, ἱερεὺς χάριτι Θεοῦ τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Βασιλευούσης τῶν πόλεων, ἐπονομαζομένης Ἁγίας Σοφίας, καὶ φέρεται πὼς ἔχει γράψει τὸν ἔνδοξο βίο τοῦ σεβαστοῦ Ἀνδρέου, ὅπως τὸν παρατήρησε μὲ τὰ ἴδια του τὰ μάτια καὶ ὅπως τὸν γνώρισε ἀπὸ τὰ λεγόμενα τοῦ ἐνδόξου ἐπισκόπου Ἐπιφανίου. Παραδίδει ὡς ἡμέρα τελευτῆς τοῦ Ἁγίου τὴν 28 Μαΐου, συγχρόνως ὑπόσχεται νὰ ἀναφέρει τὸ ἔτος, λέγοντας μόνον πὼς ὁ μεγάλος βυζαντινὸς κύριος, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε δοῦλος, ζοῦσε ἐπὶ αὐτοκράτορος Λέοντος τοῦ Μεγάλου (457-474) καὶ πὼς ὁ Δανιὴλ ὁ Στυλίτης († 489) ἦταν σύγχρονός του˙ κάτι ποὺ φέρνει ἀντίρρηση στὸν ἰσχυρισμό, πὼς ὁ Ἀνδρέας, ἀφ’ ὅτου «τρελάθηκε», ἄρχισε νὰ «παιδιαρίζει» μιμούμενος τὸν Συμεὼν τὸν Σαλό, ὁ ὁποῖος εἶχε πεθάνει, ὅπως γνωρίζομε, στὰ τέλη τοῦ 6ου αἰ. Ἡ εἰσβολὴ ξένου λεξιλογίου στὴν γλώσσα, ἡ συχνὴ ἀναφορὰ τῶν «σαρακηνῶν» καὶ «ἀγαρηνῶν», οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν 5ο ἀκόμη αἰώνα δὲν ἐνοχλοῦσαν τὴν εἰρήνη τῶν κατοίκων τῆς Πόλεως, καθὼς καὶ ἡ καθυστερημένη ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητος τοῦ Ἀνδρέα ἔκαναν τοὺς Βολλανδιστές, καὶ τοὺς Ἕλληνες νὰ πιστεύουν, πὼς ὁ νεαρὸς Ἀνδρέας, «τῷ γένει Σκύθης», εἶχε ἀγοραστεῖ ὡς σκλάβος ἀπὸ ἕνα μεγάλο βυζαντινὸ κύριο ὀνόματι Θεογνωστό, πρωτοσπαθάριο τοῦ Λέοντος τοῦ Στ΄ τοῦ Σοφοῦ (886-911) καὶ ὄχι τοῦ Λέοντος τοῦ Μεγάλου˙ ὑπῆρξε «πρωτονοτάριος» τοῦ κυρίου του, ὕστερα μοναχὸς καὶ ἐκοιμήθη στὰ 946, 66 χρονῶν μετὰ ἀπὸ τριάντα χρόνια ἁγίας τρέλας.
.      Ἡ βιογραφία, δὲν πρέπει νὰ τὸ ξεχνᾶμε, κυρίως ὅταν πρόκειται γιὰ τοὺς διὰ Χριστὸν σαλούς, εἶναι ἕνα ἰδιαίτερο λογοτεχνικὸ εἶδος. Θὰ ἔχομε τὴν εὐκαιρία νὰ ξαναμιλήσομε γι’ αὐτό. Ὁ Ρῶσος ἱστορικὸς Γκολουμπίνσκυ τὸ καταλάβαινε καλά, ὅταν στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰ. ἔγραφε χωρὶς νὰ συγκινεῖται: «Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ζοῦσε στοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντος τοῦ Μεγάλου (457-474) ἢ ἀργότερα, δὲν ξέρομε πότε ἀκριβῶς». Οἱ ἀναχρονισμοὶ καὶ οἱ ἀντιδράσεις, τὶς ὁποῖες ἀναφέραμε, θὰ μποροῦσα νὰ ἐξηγηθοῦν μὲ μιὰ κρατοῦσα μέθοδο, κατὰ τὴν ὁποία ἕνα χειρόγραφο θὰ ἀντιγραφεῖ, θὰ ἀναδιασκευασθεῖ καὶ θὰ ξαναστολισθεῖ ἕνα ἢ δυὸ αἰῶνες ἀργότερα. Δὲν ἐνδιαφέρει τόσο ἡ ἱστορικὴ προσωπικότητα ἑνὸς μακαρίου τὸν βιογράφο του, ὅσο ἡ εἰκόνα ποὺ αὐτὸς παρουσιάζει, θέμα θαυμασμοῦ καὶ ἅμιλλας στὸν 5ο ὅπως καὶ στὸν 6ο αἰώνα. Οἱ ἱστορικὲς ἀσάφειες δὲν βλάπτουν ποτέ, στοὺς Ὀρθόδοξους, τὴν πρὸς τὸν ἅγιο εὐλάβεια τοῦ λαοῦ. Γιὰ τοὺς Ρώσους, ὁ Ἀνδρέας ὁ Κωνσταντινουπολίτης εἶναι ὁ πρῶτος σαλὸς ποὺ ἐπικαλεῖται τὴν μητρικὴ στοργὴ τῆς Θεοτόκου. Στὴν Σκέπη της ὀφείλει ὁ Ἀνδρέας τὴν ἀγάπη ποὺ τοῦ προσφέρουν.
.     Ὁ ναὸς τῶν Βλαχερνῶν στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ ὁποῖος βρισκόταν στὰ βορειοανατολικὰ τῆς πόλεως, ἦταν αὐτὸς ποὺ ὁ μακάριος προτιμοῦσε. Χτίστηκε στὰ μέσα τοῦ 5ου αἰῶνος ἀπὸ τὴν αὐτοκράτειρα Πουλχερία, ἀδελφὴ τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Νέου (Μικροῦ). Ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ Λέων ὁ Μέγας ἦρθε ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐναπέθεσε ἐκεῖ τὴν ἄρραφη ἐσθήτα τῆς Παρθένου Μαρίας. Κάθε Σάββατο ἐτελεῖτο ἐκεῖ ἀγρυπνία. Συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν φίλο του, τὸν νεαρὸ εὐγενὴ Ἐπιφάνιο, στὸν ὁποῖον καὶ εἶχε προείπει πὼς θὰ γινόταν πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, παρευρισκόταν ὁ Ἀνδρέας, ὅταν, γύρω στὶς τρεῖς το πρωί, ἡ Παναγία συμπαραστατουμένη δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο καὶ συγγενή της καὶ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο, τὸν θετὸ υἱό της, διέσχισε τὸν νάρθηκα ἀκολουθούμενη ἀπὸ πλῆθος ψαλλόντων ἁγίων. Ὁ Ἀνδρέας γύρισε πρὸς τὸν Ἐπιφάνιο: «Βλέπεις τὴν Δέσποινά μας, τὴν Παντάνασσα», τὸν ρώτησε. – «Ναί, πάτερ μου, τὴν βλέπω».
.     Ἡ Θεοτόκος γονάτισε μπροστὰ στὴν Ὡραία Πύλη καὶ προσευχήθηκε γιὰ πολὺ «ποτίζοντας τὸ θεῖο Πρόσωπό της μὲ δάκρυα». Προχωρώντας ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὸ θυσιαστήριο προσευχήθηκε πάλι γιὰ τὸν λαό. Τέλος, γυρνώντας πρὸς τοὺς πιστοὺς ἔβγαλε τὸ μαφόριό της ποὺ σκέπαζε τὸ κεφάλι της καὶ τὸ ἅπλωσε πάνω ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα. Ἄστραφτε σὰν ἀστραπὴ καὶ δὲν χάθηκε παρὰ πολλὲς ὧρες ἀργότερα, ἀφ’ ὅτου ἔφυγε ἡ Παναγία.
.     Ἡ Κωνσταντινούπολη, κατὰ μία διαδεδομένη στὴν Ρωσία παράδοση, ἐπολιορκεῖτο τότε ἀπὸ τοὺς ἀπίστους, ἴσως Σλάβους. Ἡ κατάσταση ἦταν σοβαρή. Ἀλλὰ ἐνδυναμωμένοι ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση αὐτή, ποὺ ἔγινε γνωστὴ ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς πόλεως, οἱ Ἕλληνες ξαναπῆραν κουράγιο καὶ ἀπέκρουσαν τοὺς πολεμίους. Μία ἑορτὴ καθιερώθηκε εἰς ἀνάμνησιν τοῦ γεγονότος.

«Ἡ παρθένος σήμερον στὸν ναὸ παραμένει
καὶ ἀόρατη προσεύχεται γιὰ μᾶς μὲ τοὺς ἁγίους.
Οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἐπίσκοποι προσκυνοῦν
οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ προφῆτες ἀγάλλονται
γιὰ μᾶς παρακαλεῖ ἡ Παναγία τὸν Αἰώνιο».

ψάλλει ἡ Ἐκκλησία. Σχεδὸν ξεχασμένη* στὴν Ἑλλάδα ἡ γιορτὴ αὐτὴ ἐπιτελεῖται εὐλαβῶς τὴν 1η Ὀκτωβρίου ἀπὸ τοὺς Ρώσους ὀρθοδόξους. Συγκαταλέγεται ἀνάμεσα στὶς πιὸ λαοφιλεῖς. Ὀνομάζεται ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Σκέπης.

 

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Δ´]

Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [Δ´]

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»

(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/21/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/23/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-β´/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/25/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-γ´/

.      Δὲν θὰ μιλήσομε λεπτομερῶς οὔτε γιὰ τὸν αἱρετικὸ ταβερνιάρη καὶ τὴν γυναίκα του, τοὺς ὁποίους ὁ Συμεὼν μετέστρεψε στὴν ὀρθὴ πίστη παίρνοντας ἀναμμένα κάρβουνα μέσα στὰ χέρια του γιὰ νὰ κάψει λιβάνι˙ οὔτε γιὰ ἕνα δαίμονα τὸν ὁποῖο ἔδιωξε ἀπὸ μιὰ κρασοστάμνα αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ ταβερνιάρη (θέμα ποὺ βρίσκεται σὲ πολλὲς ἄλλες βιογραφίες ἁγίων)˙ οὔτε γιὰ τὴν μυστηριώδη ἐπίσκεψη ποὺ ἔκανε σὲ μιὰ πόρνη, ἐπίσκεψη ποὺ ἔδωσε ἀφορμὴ στὶς πιὸ κακὲς ὑποψίες, πρὶν μαθευτεῖ ἀπὸ τὸ στόμα αὐτῆς τῆς ἴδιας, πὼς ὁ ἅγιος γεροντάκος ἀνακαλύπτοντας, ὅτι αὐτὴ εἶχε μείνει τρεῖς μέρες χωρὶς τροφή, τῆς ἔφερε κρυφὰ ψωμί, κρασὶ καὶ κρέας.
.     Πόσους ἀνθρώπους, λέει ὁ βιογράφος του, δὲν ἔπεισε μὲ τὴν προσποιητὴ τρέλα του, γιὰ τὶς ἀνομολόγητες ἁμαρτίες των. Τοὺς μὲν γιὰ τὴν ἀκαθαρσία, τοὺς δὲ γιὰ κλεψιὰ κι ἄλλους πάλι γιὰ ψευδορκίες. Τοὺς μὲν παίρνοντάς τους κατὰ μέρος, τοὺς δὲ δημοσίᾳ ἀλλὰ μὲ παραβολικὲς ἀναφορὲς πρὸς αὐτούς, ὥστε νὰ ξυπνήσει τὶς συνειδήσεις των, ἢ πάλι στ’ ἀνοιχτὰ προφυλάσσοντας ἔτσι τὴν πόλη ἀπὸ τὰ ἐγκλήματά των.
.   Ὁ Συμεὼν εἶναι ἕνας τέλειος σαλός. Πότε σκωπτικὸς ἠθοποιός, πότε προορατικός, πότε προφήτης. Ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἔλεγε πὼς ἡ διορατικότητα ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς γνήσιας καθαρότητος. Στὰ 588, ὁ Συμεὼν προεῖπε τὸν φοβερὸ σεισμὸ ὁ ὁποῖος συγκλόνισε τὶς πόλεις τῆς Βηρυττοῦ, Βίβλου καὶ Τριπόλεως. Ἐφοδιασμένος μ’ ἕνα μαστίγιο διάβαινε ἀνάμεσα στοὺς στύλους τῶν κτιρίων λέγοντας σὲ μερικούς: «Κρατᾶτε καλά. Ὁ Θεὸς σᾶς τὸ προστάζει». Σ’ ἄλλους: «Μὴ πέφτετε, ἔστω καὶ χωρὶς νὰ μένετε ὄρθιοι». Οἱ πρῶτοι ἀντιστάθηκαν στὸν σεισμό, οἱ ἄλλοι ἂν καὶ ραγισμένοι, δὲν κατέρρευσαν, παρ’ ὅλο ποὺ τὰ ὑπόλοιπα βούλιαξαν».
.    Ὁ σαλὸς εἶχε στὴν Ἔμεσα μία καλύβα καλυμμένη ἀπὸ κληματίδες, μέσα στὴν ὁποία περνοῦσε τὶς νύχτες του προσευχόμενος καὶ ἀρδεύοντας τὴν γῆ μὲ δάκρυα. «Ἂν ὁ διάβολος, γράφει ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, βλέπει ἕνα ἀσκητὴ ἔνδακρυ, δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ κοντά του, ἐπειδὴ δὲν ὑποφέρει τὴν ταπείνωση ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὰ δάκρυα». Μόνος ἐνώπιον Θεοῦ ὁ Συμεὼν δὲν ἦταν πιὰ ἕνας γελοῖος γέρος γελωτοποιός, ἀλλὰ ἕνα μικρὸ παιδί, ποὺ δὲν εἶχε στὴν γῆ παρὰ τὸν διάκονο Ἰωάννη ὡς ἔμπιστο.
.   Λίγες μέρες πρὸ τοῦ θανάτου του, τοῦ ἐμπιστεύθηκε: «Εἶδα κάποιον ἔνδοξο πού μοῦ ’λεγε: “Ἔλα σαλέ, ἔλα νὰ λάβεις ὄχι μόνον ἕνα στέφανο, ἀλλὰ περισσότερους, γιατί ἔχεις σώσει πολλὲς ἀνθρώπινες ψυχές”». Ἔκτοτε δὲν ἄφησε τὴν τρώγλη του. Ἀνήσυχοι οἱ φίλοι του οἱ ζητιάνοι πήγαιναν νὰ δοῦν, ἂν ἦταν ἄρρωστος. Τὸν βρῆκαν κεκοιμημένο, ξαπλωμένο σ’ ἕνα στρῶμα ἀπὸ σχοῖνο. Δυὸ ἀπ’ αὐτοὺς πῆραν τὸ σῶμα του γιὰ νὰ τὸ μεταφέρουν «χωρὶς ψαλμωδίας, καὶ χωρὶς κηρίων καὶ θυμιάματος» στὸ «ξενοτάφιον». Καθὼς περνοῦσαν μπροστὰ ἀπ’ τὸ σπίτι ἑνὸς Ἑβραίου, προσφάτως μετεστραμμένου στὴν πίστη, καὶ ἄκουσε αὐτὸς ὁ νεοφώτιστος ὕμνους ἀσυγκρίτου ὡραιότητος, πλησίασε στὸ παράθυρο καὶ πρὸς μεγάλη του ἔκπληξη δὲν εἶδε παρὰ δυὸ ἐπαῖτες νὰ κουβαλοῦν τὸ σῶμα τοῦ Συμεών. «Μακάριος εἶ, Σαλέ!» φώναξε αὐτός, «ὅτι μὴ ἔχων ἀνθρώπους ψάλλοντάς σοι ἔχεις οὐρανίας δυνάμεις, ἐν ὕμνοις τιμῶσας σε». Κατέβηκε καὶ βοήθησε τοὺς ζητιάνους νὰ μεταφέρουν καὶ νὰ ἐνταφιάσουν τὸ σῶμα. Δύο ἡμέρες ἀργότερα ἔφθασε ὁ διάκονος Ἰωάννης καὶ ἔκλαψε πικρῶς. Πῆγε στὸ κοιμητήριο μὲ τὴν πρόθεση νὰ ἐνταφιάσει τὸν φίλο του «σὲ τόπο ταιριαστό», ἀλλὰ ἀνοίγοντας τὸν τάφο τὸν βρῆκε ἄδειο. Οἱ Ἄγγελοι, σκέφτηκε, εἶχαν πάρει τὰ λείψανα τοῦ Συμεών. Ὅσο γιὰ τοὺς κατοίκους τῆς Ἐμέσης, κατάλαβαν, πὼς ὁ σαλὸς δὲν ἦταν ἕνας τρελός, ἀλλὰ ἕνας μεγάλος ἅγιος.
.    Ὁ Συμεὼν κοιμήθηκε, πιστεύεται, στὶς 21 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 590. Ἦταν περίπου ἑξήντα ἐτῶν, ὅταν ἀφήνοντας τὴν ἔρημο ἐμφανίστηκε στὰ 582 στὴν Ἔμεσα. Ὁ Εὐάγριος, τοῦ ὁποίου ἡ Ἱστορία τελειώνει στὰ 594, χρόνο τοῦ μεγάλου σεισμοῦ τὸν ὁποῖο προφήτευσε καὶ στὸν ὁποῖο βρέθηκε, καὶ στὸν χρόνο, ποὺ ὁ Εὐάγριος τελείωσε τὴν Ἱστορία του, χάθηκε ὁ σαλός, γύρω στὰ ἑξῆντα ὀκτὼ ὑπολογίζεται. Ὅπως σχεδὸν ὅλοι οἱ σαλοί, εἶχε ἕνα φίλο συγχρόνως κι ἔμπιστο, ἐγγυημένον γιὰ τὴν ψυχική του ὑγεία, στὸ πρόσωπο τοῦ διακόνου Ἰωάννου καί, πράγμα πολὺ πιὸ σπάνιο, δύο βιογράφους διακεκριμένους καὶ ἀξιοπίστους γιὰ νὰ παρακαταθέσει τὸν βίο καὶ τὴν πολιτείαν του. Ἡ ζωή του μεταφράσθηκε σὲ πολλὲς γλῶσσες ἀνάμεσά των καὶ στὰ σλαβονικά, ποὺ ἐξηγεῖ τὴν δημοτικότητά του στὴν Ρωσία.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Γ´]

 Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [Γ´]

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»

(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/21/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/23/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-β´/

.     Γιὰ ὅλους τοὺς διὰ Χριστὸν σαλοὺς ἔχει εἰπωθεῖ πὼς εἶναι γυμνοί, ἄστεγοι, πὼς ὑποφέρουν ἀπὸ τὴν ζέστη καὶ τὸ κρύο, ἀπὸ τὴν πείνα καὶ τὴν δίψα. Κάτι συγγενὲς τοὺς συνδέει σ’ ὅλες τὶς ἐποχές. Ἡ γυμνότητα κυρίως, ποὺ ξαφνιάζει καὶ προκαλεῖ τοὺς «καθαρούς», ὑπογραμμίζεται ὡς εἰδικὴ σταθερά. Συχνὰ τὰ ἐνδύματα ἀντὶ νὰ προφυλάττουν τὴν αἰδώ, ὑπηρετοῦν τὴν ματαιοδοξία. Κρύβουν τὶς δυσάρεστες σωματικὲς διαμαρτυρίες, τονίζουν τὶς διακρίσεις ἀνάμεσα στὶς κοινωνικὲς τάξεις. Ἡ γυναίκα πάντοτε τὰ χρησιμοποίησε γιὰ τοὺς σκοπούς της. Κι ὁ ἄνδρας ἐπίσης, ἄλλωστε. Ἀρκεῖ νὰ ξαναδοῦμε μὲ τὸν νοῦ τὴν στρατιωτικὴ στολὴ ἀπὸ τὸν Ὅμηρο μέχρι τὶς μέρες μας, ὥστε νὰ πεισθοῦμε περὶ τῆς σπουδαιότητός τους γιὰ τὴν πολεμικὴ ὑπερηφάνεια καὶ τὴν ἀνδρικὴ γοητεία. Γυμνὸς ὁ σαλὸς δὲν ἀνήκει σὲ καμιὰ χωριστὴ ἱστορικὴ ἐποχή. Τὸ παρουσιαστικό του δὲν ἐγείρει τὴν ἡδυπάθεια. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅπως τὸν ἔκανε ὁ Θεός. Ἰδοὺ ὁ ἄνθρωπος.
.   Ὅλη τὴν ζωὴ του ὁ Σεραπίων πέρασε μὲ τὸ νὰ συντρέχει τὸν πλησίον του. Πουλήθηκε μόνος του σὲ σκλαβοπάζαρο σὲ κάποιους πλανόδιους κωμικούς, τοὺς ὁποίους καὶ μετέστρεψε στὴν πίστη˙ σὲ ἕνα μανιχαῖο τὸν ὁποῖο ἐπανέφερε στὸν ὀρθὸ δρόμο τῆς καθολικῆς πίστεως. Γιὰ νὰ ἐμποδίσει νὰ πουλᾶν τὸ σῶμα τους, ἔδινε χρήματα στὶς πόρνες.
.    «Πολλὲς παρόμοιες πράξεις πραγματοποιήθηκαν ἀπὸ τὸν δοῦλο τοῦ Χριστοῦ Σεραπίωνα», μᾶς πληροφορεῖ ὁ συγγραφέας τῆς Λαυσαϊκῆς Ἱστορίας. «Ἀπ’ τὸ πλῆθος αὐτὸ λίγες ἀναφέρομε».
.     Ἀλλ’ αὐτὲς οἱ λίγες ἀρκοῦσαν. Ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμων, πατριάρχης Ἀλεξανδρείας διάβαζε συχνὰ κλαίγοντας στοὺς οἰκονόμους καὶ φοροεισπράκτορες τῆς ἐπαρχίας του, ὅπως καὶ στοὺς διακόνους, τὴν ζωὴ τοῦ Σεραπίωνος τοῦ Σινδονίτου, γιὰ νὰ τοὺς δείξει πόσο κατώτερη ἀπὸ τοῦ σαλοῦ ἦταν ἡ ἀγάπη των γιὰ τοὺς φτωχούς. «Σκεφτόμουν, ἔλεγε, πὼς μοιράζοντας τὰ χρήματά μου στοὺς ἀποκλήρους εἶχα κάνει κάτι. Ἀλλὰ ἀγνοοῦσα, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀπὸ συμπάθεια φτάνουν νὰ πουληθοῦν οἱ ἴδιοι».
.     Ἡ πρώτη προσωπογραφία ἑνὸς «ἀληθινοῦ» σαλοῦ, τοῦ Συμεών, μᾶς ἔχει δοθεῖ ἀπὸ δύο συγχρόνους του: τὸν ἅγιο Λεόντιο ἐπίσκοπο Κύπρου, σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενα τοῦ διακόνου Ἰωάννου, φίλου τοῦ σαλοῦ˙ κι ἕνα δικηγόρο τῆς Ἀντιοχείας, τὸν Εὐάγριο, ὁ ὁποῖος ἀφιέρωσε στὸν Συμεὼν ἕνα ὁλόκληρο κεφάλαιο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς του Ἱστορίας, λυπούμενος ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ἀφιερώσει μόνον σὲ ἐκεῖνον ἕνα ὁλόκληρο βιβλίο. Ἡ Ἀντιόχεια δὲν ἦταν μακρυὰ ἀπὸ τὴν Ἔμεσα, ὅπου δροῦσε ὁ «τρελός», κάτι ποὺ διευκόλυνε τὴν ἐργασία τοῦ βιογράφου του.
.    Ὁ Συμεὼν ἦταν περίπου ἑξήντα χρονῶν, ὅταν ἔγινε «κωμικὸς» καὶ γελωτοποιὸς ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό. Τὰ πρῶτα τριάντα χρόνια τῆς ζωῆς του τὰ πέρασε στὸ σπίτι τῶν γονέων του, «εὐγενῶν καὶ πλουσίων». Ἐν συνεχείᾳ ἀποτραβήχθηκε στὴν ἔρημο, ὅπου, κοντὰ στὴν Νεκρὰ Θάλασσα, γιὰ ἄλλη μιὰ τριακονταετία ἀφιερώθηκε μαζὶ μὲ τὸν φίλο του διάκονο Ἰωάννη στὴν τραχύτητα μιᾶς αὐστηρὰ ἀσκητικῆς ζωῆς. Γνωρίζομε τοὺς γεμάτους δυσπιστία λόγους, τοὺς ὁποίους τοῦ ἀπηύθυνε ὁ Ἰωάννης πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς του: «Προφύλαξε τὴν καρδιά σου…». Ἀλλὰ γιὰ τὸν Συμεὼν ἡ παραμονὴ στὴν ἔρημο δὲν ἦταν παρὰ μιὰ προετοιμασία σὲ μιὰ διακονία χάριτος. «Δὲν μᾶς εἶναι χρήσιμο, ἀδελφέ, νὰ μείνομε ἐδῶ», ἀπαντᾶ. Γυρίζει στὸν κόσμο. «Ἂς γνωρίζει ἡ ἀγάπη σου, πὼς ἀνάμεσα στοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ζοῦν στὶς πόλεις καὶ καλλιεργοῦν τὴν γῆ, χωρὶς νὰ κάνουν κακὸ σὲ κανέναν καὶ τρῶνε τὸ ψωμί των μὲ τὸν ἱδρώτα τοῦ προσώπου των, βρίσκονται μεγάλοι ἅγιοι». Γιὰ νὰ τοὺς συναντήσει, θὰ γίνει περισσότερο κι ἀπὸ ἁπλός, θὰ καμωθεῖ ἐκεῖνον ποὺ σὰν τὸν μίμο τοῦ τσίρκου, δέχεται τὰ χαστούκια. Γιατί ἐκ τῶν λεγομένων τοῦ διακόνου Ἰωάννου, ποὺ μᾶς μεταφέρει ὁ Λεόντιος Νεαπόλεως, ὁ Συμεὼν μποροῦσε νὰ παίξει κωμωδία, νὰ κάνει φάρσες, νὰ εἶναι γελοῖος, ἐνῶ ὁ Ἰωάννης αὐτὸς δὲν μποροῦσε. Γιατί; Διότι ὁ σαλὸς κατεῖχε σ’ ἕνα πιὸ ὑψηλὸ βαθμὸ τὴν ἁπλότητα καὶ καθαρότητα τῆς περιστερᾶς.
.    Ἡ εἴσοδός του στὴν Ἔμεσα ὑπῆρξε θριαμβευτική. «Ὁ μακάριος», διαβάζομε στὴν σλαβονικὴ μετάφραση τοῦ Βίου του, «βρῆκε σ’ ἕνα κοπρώνα ἔξω ἀπ’ τὴν πόλη ἕνα ψόφιο σκύλο. Ἔβγαλε τὴν ζώνη του, ἔδεσε τὸν σκύλο ἀπ’ τὰ πόδια καὶ τὸν μετέφερε ἔτσι μέσα στὴν πόλη. Κάποια ἀλητάκια τὸν εἶδαν καὶ βάλθηκαν νὰ φωνάζουν: “Ἕνας μοναχὸς σαλός! Ἕνας μοναχὸς σαλός!”, καὶ νὰ τοῦ πετᾶν πέτρες καὶ νὰ τὸν κτυπᾶνε μὲ μπαστούνια». Τὸ περιστατικὸ θυμίζει αὐτὸ ποὺ διηγεῖται ἡ Ἁγ. Γραφὴ στὸ βιβλίο τῶν Βασιλειῶν. Ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος πηγαίνοντας στὴν Βαιθὴλ συνάντησε μιὰ ὁμάδα παιδιῶν ποὺ τὸν πῆραν ἀπὸ πίσω φωνάζοντας: «Ἀναβαῖνε, φαλακρέ, ἀναβαῖνε». Ἔστριψε πίσω το πρόσωπό του καὶ τὰ καταράστηκε. Δύο ἀρκοῦδες βγῆκαν ἀπ’ τὸν δρόμο καὶ σκότωσαν μιὰ σαρανταριὰ ἀπ’ αὐτά. Τιμωρία δυσανάλογη μὲ τὸ λάθος φαίνεται. Ὁ Συμεὼν δὲν καταρᾶται κανέναν. Ἀντιθέτως. Μὲ τὴν στάση του δείχνει νὰ ἐνθαρρύνει αὐτοὺς ποὺ τὸν κτυπᾶν καὶ τὸν σπρώχνουν. «Λίγο ἀργότερα κουτσαίνοντας, ἕρποντας κατὰ γῆς καὶ ἀρπάζοντας τοὺς περαστικοὺς ἀπ’ τὰ πόδια, ἢ κλωτσώντας στὴν γῆ τὰ πόδια, κατὰ τὸν χρόνο τῆς νέας σελήνης κυρίως, ἔμοιαζε δαιμονισμένος, κάνοντας πολλὰ δυσάρεστα πράγματα καὶ συμπεριφερόμενος σὰν φρενοβλαβής, ὥστε κανένας νὰ μὴ μπορεῖ νὰ τὸν πιστέψει γιὰ ἅγιο». Σύχναζε στὶς ταβέρνες, περιπατοῦσε γυμνὸς δίχως ντροπὴ στὴν ἀγορά, τρώγοντας λουκάνικα τὴν Μεγάλη Παρασκευή. Κατὰ τὴν θ. Λειτουργία πετοῦσε φουντούκια στὶς γυναῖκες μέσα στὶς ἐκκλησίες, ἔμπαινε δῆθεν ἀπὸ ἀπροσεξία μέσα στὰ θερμὰ λουτρά, ποὺ προορίζονταν γι’ αὐτές. «Καὶ πῶς αἰσθάνθηκες ἐκεῖ μέσα;» ρωτοῦσε ὁ διάκονος Ἰωάννης, πάντα δύσπιστος καὶ λιγάκι πονηρός. – «Σὰν δένδρο ἀνάμεσα σὲ δένδρα. Δὲν αἰσθανόμουν τὸ σῶμα μου. Τὸ πνεῦμα μου εἶχε ἁρπαγεῖ ἀπὸ τὸν Θεό».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , , ,

Σχολιάστε