Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Γλῶσσα

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΗ ΔΙΑΙΩΝΙΣΗ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ

Ἡ συμβολή τῆς Ἐκκλησίας
στή διαιώνιση τῆς ἀξίας τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας

Τοῦ Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

.                       Μέ ἀφορμή δημοσιεύματα σχετικά μέ τήν ἀξία καί χρησιμότητα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας καί γενικότερα τῆς κλασικῆς παιδείας, τά ὁποῖα προκλήθηκαν, μετά τήν γνωστή ἀπόφαση τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Princeton, ἀξίζει νά παραθέσουμε μερικές σκέψεις γιά τήν συμβολή τῆς Ἐκκλησίας στή διαφύλαξη καί διάδοση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας ἀνά τούς αἰῶνες.
.                       Τυγχάνει ἀδήριτο γεγονός, ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ἦταν καί εἶναι, ἕνα θερμοκήπιο τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας. Ἀποδεικτικά στοιχεῖα ἀποτελοῦν:

α). Τό Ἱερό Εὐαγγέλιο β). Οἱ Ἕλληνες Πατέρες γ). Ἡ ὑμνολογία δ). Οἱ ἀντιγραφεῖς τῶν μοναστηρίων ε). Τά ἐπίσημα κείμενα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας.

.                       Καί κατά πρῶτον, ἡ γλῶσσα τῶν Ἱερῶν Εὐαγγελίων εἶναι ἡ «κοινή»ἑλληνική γλῶσσα, ὡς ἐξέλιξη τῆς ἀττικῆς διαλέκτου, ἡ γλῶσσα ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖτο σ’ ὅλα τά κέντρα τοῦ ἑλληνιστικοῦ κόσμου. Καί τά ἄλλα βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὡς π.χ. οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καί οἱ Ἐπιστολές τοῦ Ἀπ. Παύλου διακρίνονται γιά τήν ἐκφραστικότητα, τήν ἐλαστικότητα καί ἐν γένει ὡραιότητα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας.
.                       Ἀποτελεῖ ὕψιστο πνευματικό προνόμιο καί εὐεργέτημα ὅτι ἔχουμε ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, πρῶτοι, τό Ἱερό Εὐαγγέλιο στή γλῶσσα μας.
.                       Ἔπειτα, ἐπί κεφαλῆς τῆς ὅλης παρατάξεως τῆς σπουδῆς καί γραφῆς τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων ἦσαν οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι μέ τίς ἑλληνικές σπουδές τους, μέ τήν βαθειά τους κλασική παιδεία διεμόρφωσαν κατ’ ἄριστον τρόπον τήν καθόλου θύραθεν καί χριστιανική σύνθεση τοῦ ἀποκαλουμένου ἑλληνοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ. Ὡς ἔγραφε ὁ κορυφαῖος Ἄγγλος ἱστορικός, ὁ Macaulay, «τά συγγράμματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐφάμιλλα πρός ὅλην τήν ὑπάρχουσαν φιλολογία τῆς καλυτέρας ἐποχῆς τῆς Ἑλλάδος, ἀπό τοῦ Ὁμήρου μέχρι τοῦ Ἀριστοτέλους». (Τhe life and letters of Lord, t. B’, London 1876).
.                       Ἔτσι ἀπό τό περίφημο ἔργο τοῦ Μεγ. Βασιλείου «Πρός τούς νέους, ὅπως ἄν ἐξἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων», τούς ὑπέροχους λόγους τοῦ Ἱ. Χρυσοστόμου, τοῦ «Δημοσθένουςτῆς Ἐκκλησίας», μέχρι τήν «Μυριόβιβλον» τοῦ Φωτίου, ἀλλά καί τά πατερικά ἔργα τῶν κατοπινῶναἰώνων, ἡ ἀρχαία ἑλληνική γλῶσσα βρῆκε τόν «φύλακα ἄγγελόν» της στά πολύτιμα συγγράμματα, ὅλων τῶν εἰδῶν, τῶν θεοφόρων ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Καί τοῦτο, γιατί ὅλοι τους, εἶχαναἰσθανθεῖ τήν ἀκρίβεια, τήν μορφή καί τό περιεχόμενο, τοὐτέστιν τό μεγαλεῖο τῆς ἀρχαίαςἑλληνικῆς γλώσσας, τήν μορφωτική δύναμή της, τήν διεύρυνση τοῦ πνεύματος, τήν βελτίωση τοῦ ἀνθρώπου, τήν κριτική σκέψη πού φέρουν τά ἀρχαῖα ἑλληνικά.
.                       Ἀπό κοντά καί ἡ ὑμνογραφία καί ἡ ὑμνολογία τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὅληἐκκλησιαστική ποίηση, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἀπαύγασμα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας. Αὐτό τόἰδιαίτερο φιλολογικό εἶδος, οἱ ὕμνοι, ὅπως ἔχουν γραφεῖ καί ἀποτυπωθεῖ ἀπό τούς κατόχους τῆςκλασικῆς γλώσσας, κυριολεκτικά, ὄχι μόνον λειτουργοῦν ὡς φύλακες τῆς γλώσσας ἀλλά συνάμαἔχουν τήν δύναμη νά μιλοῦν στή ψυχή τοῦ πιστοῦ. Καί τό παράδοξο εἶναι ὅτι μπορεῖ ὁ πιστός νά εἶναι καί ἀγράμματος, ἀλλά ἡ ἐκκλησιαστική αὐτή ποίηση κρύβει μέ τίς λέξεις της ἕνα μυστήριο πού συνέχει καί μυσταγωγεῖ τίς ψυχές. Ὡς νά ἔχουν πνευματοποιηθεῖ αὐτές οἱ λέξεις τῆς γλώσσας μας καί τελικά νά λειτουργοῦν ὡς μελωδία τῆς ψυχῆς.
.                       Ἕνα ἄλλο ἀξιόλογο σημεῖο, τό ὁποῖο ἀξίζει νά ὑπενθυμίσουμε εἶναι ἡ μέ κάθε ἐμβρίθεια μελέτη καί ἀντιγραφή ἀπό τούς μοναχούς τῆς ὅλης κληρονομιᾶς τῆς κλασικῆς ἀρχαιότητος. Μέ ἄφθαστη ὑπομονή καί φιλεργία στίς Ἱερές Μονές περισυνελέγησαν ἀπό παντοῦ καί ἀνεγράφησαν μέ ἐξαιρετική ἐπιμέλεια, πλεῖστα κείμενα τῶν ἀρχαίων φιλοσόφων, ποιητῶν, ἱστορικῶν καί ἐν γένει συγγραφέων καί ἔτσι πλούτισαν πολλές βιβλιοθῆκες, μελετήθηκαν οἱ ἀρχαῖοι συγγραφεῖς καί διεσώθη ἡ ἑλληνική γλῶσσα ἀλλά καί ὅλη αὐτή ἡ πνευματική ἐργασία ἀπετέλεσε τήν βάση τῆς διανόησης καί τῶν νεοτέρων χρόνων καί δή τῆς Ἀναγεννήσεως. Ἐνδεικτικό παράδειγμα τυγχάνει ἡ περίφημη Μονή τοῦ Στουδίου, ὅπου λειτουργοῦσε ἐργαστήριο ἀντιγραφῆς κωδίκων ὑπό τήν διεύθυνση τοῦ ἡγουμένου ὁσίου Θεοδώρου μέ τίς εἰδικότητες τῶν καλλιγράφων, ταχυγράφων, ὀξυγράφων καί χρυσογράφων.
.                       Ἀξίζει, τέλος, νά σημειώσουμε, ὅτι ἡ ἀρχαία ἑλληνική γλῶσσα διεσώθη καί ἐπεβίωσε καί χάριν τῆς διατηρήσεώς της στά ἐπίσημα κείμενα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας. Πρόκειται κάθε φορά γιά κείμενα τά ὁποῖα τυγχάνουν δείγματα τῆς συζεύξεως ἀληθείας τῆς πίστεως τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν κλασικῶν γραμμάτων.
.                       Τῷ ὄντι, τά ἀρχαῖα ἑλληνικά, ὡς πηγή ἐμπνεύσεως, ὡς γλωσσικό θυσαύρισμα, ὡς πολιτιστική ἰδιοπροσωπία μας, εἶναι ἀπολύτως δίκαιο νά ἰσχυρισθοῦμε ὅτι οὐδόλως εἶναι προγονοπληξία ἤ τι τό νεκρόν. Πικρή ἡ ἀλήθεια: Ὅποιος δέν γνωρίζει ἀρχαία ἑλληνικά ἔχει ἔλλειμμα.
.                       Γι’ αὐτό καί συνιστᾶ οἱονεί ἔγκλημα ἡ προσπάθεια ποσοτικῆς καί ποιοτικῆς μειώσεως ἤ παραγκωνισμοῦ τῶν κλασικῶν σπουδῶν καί δή τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας.
.                       Ἕνας βασικότατος λίθος τοῦ οἰκοδομήματος τῆς συνοχῆς τοῦ ἑλληνισμοῦ, εἶναι καί ἡ ἑνιαία ἑλληνική γλῶσσα ἀπό τῆς ἀπωτάτης ἀρχαιότητος μέχρι σήμερα. Καί ἡ Ἐκκλησία, τά μέγιστα, συντελεῖ στή διατήρηση τοῦ λίθου αὐτοῦ.

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

,

Σχολιάστε

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ: ΤΟ ΠΟΛΥΤΙΜΗΤΟ ΜΑΣ ΤΖΙΒΑΪΡΙΚΟ (Δ. Νατσιός)

λληνικ γλῶσσα: τ πολυτίμητό μας τζιβαϊρικ

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

«….Στὰ χρόνια μας, πρέπει νὰ μὴν τὸ ξεχνᾶμε, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι πιὰ ἂν θὰ γράφουμε καθαρεύουσα ἢδημοτική. Τὸ τραγικὸ ζήτημα εἶναι ἂν θὰ γράφουμε, ἢ ὄχι, ἑλληνικά». Εἶναι τοῦ Σεφέρη ἡ προειδοποίηση, γιὰτὴν εἰσβολὴ τῶν ξένων λέξεων, φαινόμενο ποὺ ἔλαβε ἀνεξέλεγκτες διαστάσεις στὶς μέρες μας.
.                       Ποιοί εἶναι ὅμως οἱ λόγοι ποὺ ὁδηγοῦν στὴν ἅλωση τῆς γλώσσας μας ἀπὸ τοὺς λεγόμενους ξενισμούς; Ποῦ ὀφείλεται αὐτὴ ἡ ἀδικαιολόγητη χρήση ξένων λέξεων καὶ φράσεων; Ἐν τάχει ἀπαριθμοῦμε κάποιους ἀπ’ αὐτούς.

Πρῶτον: Ἡ κάμψη τῶν παραγωγικῶν καὶ ἀφομοιωτικῶν ἱκανοτήτων τῆς γλώσσας μας. Δεῖγμα εὐρωστίας μιᾶς γλώσσας εἶναι νὰ ἐντάσσει καὶ νὰ προσαρμόζει στὸ δικό της κλιτικὸ σύστημα ξένες λέξεις ἢ νὰ πλάθει ἑλληνολεκτικὰ ἀντίστοιχα στοιχεῖα. Χάρις στὸν παλαιότερο ἀφομοιωτικὸ δυναμισμὸ τῆς γλώσσας μιλοῦμε σήμερα γιὰ καουμπόηδες, τρακτέρια, βιταμίνες, γκοφρέτες, πλατφόρμα, τεστάρω, καφετζής, ρουσφέτι, μπελάς, μουσαφίρης, λιντσάρω καὶ ἑκατοντάδες ἐξελληνισμένες ὀνομασίες ξένων πόλεων, ποταμῶν, χωρῶν. (Βρυξέλλες, Λονδίνο, Αὐστρία, Παρίσι, Ρῆνος, Βολταῖρος, κλπ). Ἔξοχα δείγματα τῆς ἱκανότητας τῆς λόγιας κυρίως γλώσσας νὰ πλάθει νέες λέξεις, ἀντλώντας ἀπὸ τὰ ἀστείρευτα γλωσσικά μας κοιτάσματα, καὶνὰ ἀντικαθιστᾶ ξένες, ἔχουμε σὲ πάμπολλες περιπτώσεις. Ἔτσι  ἡ πόστα ἔγινε ταχυδρομεῖο (ταχύς+δρομος), ὁ μίνιστρος ἔγινε ὑπουργός, ὁ ἀβοκάτος ἔγινε δικηγόρος (δίκη+ἀγορεύω), τὸ σπιτάλι ἔγινε νοσοκομεῖο (νόσος+ κομῶ=φροντίζω), ἡ γαζέτα ἔγινε ἐφημερίδα (ἐπὶ +ἡμέρα), ὁ κόνσολος ἔγινε πρόξενος (προ+ξένος), τὸ καπιτάλι ἔγινε κεφάλαιο, τὸ ρομάντζο ἔγινε μυθιστόρημα, τὸ γκουβέρνο ἔγινε κυβέρνηση, καὶ χιλιάδες ἄλλες.
.                        Ἡ ἀποκοπή μας ἀπὸ τὴν ἀρχαία γλῶσσα, ἡ περιθωριοποίηση τῆς λεγόμενης καθαρεύουσας, ποὺ ταυτίστηκε μὲ τὸν στεῖρο συντηρητισμὸ (ἂν καὶ συνιστοῦσε μία ἀνεξάντλητη, δανειοληπτικὴ γλωσσικὴδεξαμενὴ) κατάντησαν τὴν νεοελληνικὴ “νὰ ἐκλιπαρεῖ” τὶς ξένες γλῶσσες, γιὰ νὰ καλύψει τὴν ἀνεπάρκειά της καὶ νὰ μεταφυτεύει, ἀνεξέλεγκτα καὶ ἀθρόα, ξένα στοιχεῖα, χωρίς, ἐπαναλαμβάνουμε, νὰ τὰ ἐξελληνίζει ἢ νὰ τὰ προσαρμόζει στὸ δικό της τυπικό.

Δεύτερον: Ἡ συμπλεγματικὴ ἐπίδειξη «ξενογλωσσίας» ἀπὸ παντοίους θεράποντες τοῦ καλάμου, διανοούμενους, δημοσιογράφους, διαφημιστὲς καὶ λοιποὺς τιποτολόγους. Πολλοὶ ἔχουν τὴν ἐντύπωση ὅτι τὸ διάνθισμα τῆς γλώσσας τους (γραπτῆς ἢ προφορικῆς) μὲ ποικίλους ξενισμούς, τοὺς χαρίζει περιωπὴ καὶκύρος ἢ ἀξιοπιστία στὰ λεγόμενα ἢ στὰ  διαφημιζόμενα προϊόντα τους. Μία τυχαία δειγματοληπτικὴκαταγραφὴ ἀποδεικνύει τοῦ λόγου τὸ ἀληθές. Ἔτσι ἀκοῦμε νὰ μιλοῦν πολλοὶ γιά: ντόπινγκ κοντρὸλ ἀντὶ γιὰ ἔλεγχο ἀναβολικῶν, ρέκορντμαν ἀντὶ γιὰ πρωταθλητή, ριπλέι γιὰ ἐπανάληψη, πρέσινγκ γιὰ πίεση, τάνκερ γιὰδεξαμενόπλοιο, καμεραμὰν γιὰ εἰκονολήπτη, σὲτ γιὰ σύνολο, σπῆκερ γιὰ ἐκφωνητή, ἀβαντὰζ γιὰπλεονέκτημα, τεραὶν γιὰ γήπεδο, πρεσκόμφερανς γιὰ συνέντευξη τύπου, πρέσρουμ γιὰ γραφεῖο τύπου, ἀκοῦμε γιὰ σὲλφ τέστ, γιὰ κόβιντ, κλὶκ ἀγουέι καὶ δεκάδες ἄλλες περιπτώσεις ποὺ ξεβράστηκαν μὲ τὸν κορωνοϊό.

Τρίτον: Ὅπου καὶ νὰ στρέψεις σήμερα τὸ βλέμμα σου, σὲ βιβλία καὶ περιοδικά, σὲ δρόμους καὶ προθῆκες, σὲἀντικείμενα καὶ σώματα ἀνθρώπινα, σὲ παιχνίδια καὶ ἐργαλεῖα, καθὼς καὶ σὲ τεχνικὲς ἐπικοινωνίας καὶἠλεκτρονικὰ συστήματα πληροφοριῶν, συναντᾶς σχεδὸν ἀποκλειστικὰ τὴν ξενογραφὴ ἢ ξενόγλωσση διατύπωση. Ἔτσι ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ ἐξοικειώνεσαι μαζί της, ἐθίζεσαι σ’ αὐτήν, τὴν ἀποδέχεσαι σὰν αὐτονόητο εἰκαστικὸ στοιχεῖο τῆς καθημερινῆς ζωῆς. (Ὅλα αὐτὰ καλλιεργοῦν τὸ ἔδαφος, χωρὶς νὰ γίνονται κατ’ ἀνάγκη γι’ αὐτὸ τὸ σκοπό, γι τν ντικατάσταση το λληνικο λφαβήτου μ τ λατινικό). Μπορεῖσήμερα νὰ μιλᾶμε γιὰ τὴν ἀπειλὴ τῆς παγκοσμιοποίησης καὶ τὸν κίνδυνο νὰ καταντήσουμε μία ἀσήμαντη καταναλωτικὴ –καὶ «γλωσσικὴ»– ἐπαρχία τῆς Δύσεως, ἀλλὰ νὰ ἔχουμε ὑπ’ ὄψιν πὼς τὰ προκεχωρημένα της φυλάκια, εἶναι αὐτὰ ποὺ ἐπηρεάζουν τὸ ἦθος καὶ τὸν ψυχισμό μας, ὅπως ἡ μουσική, (τὸ εἶχε ἐπισημάνει ἀπὸτὴν ἀρχαιότητα ὁ Πλάτων), ἡ μόδα, τὰ τρόφιμα, ὁ χορός, ἡ τηλεόραση, τὸ διαδίκτυο. Ἂν καὶ ὑπάρχει νόμος τοῦ κράτους ἀπὸ τὸ 1984, ποὺ ἐπιβάλλει πλάι στὴν ξενόγλωσση ἐπιγραφὴ νὰ ἀναγράφεται καὶ ἡ ἑλληνική, ὡς συνήθως, ὁ νόμος πετάχτηκε στὸν κάλαθο τῶν ἀχρήστων.
.                        Τί φταίει: Ἡ παρεχόμενη παιδεία. Παράδειγμα. Τὰ γλωσσικὰ ἐγχειρίδια τοῦ Δημοτικοῦ εἶναι ἐλλιπέστατα, ποὺ ὑποτιμοῦν τὴν νοημοσύνη, τὴν προσληπτικότητα καὶ τὶς ἀνάγκες τῶν μαθητῶν. Βιβλία μὲφτωχότατο λεξιλόγιο, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀπουσιάζουν προκλητικὰ οἱ ἐπιφανεῖς χειριστὲς τῆς γλώσσας μας καὶδιαιωνίζουν, τὴν γλωσσικὴ ἀκαταστασία. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπουσιάζει ἡ ἐτυμολογία ἀπὸ τὴν ὕλη, τὸ πιὸγοητευτικὸ κομμάτι τῆς γλώσσας μας, ἐτυμολογία, ἡ ὁποία θὰ διδάξει στὸν μαθητὴ τὴν διαχρονικότητα τῆς γλώσσας μας καὶ θὰ τοῦ ἀνοίξει, διάπλατα μπροστά του, τὴν ἀκένωτη  γλωσσικὴ πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία θὰἀντλεῖ συνεχῶς. (Λὲς στὰ παιδιὰ ὅτι ἡ λέξη «πυρετός», ἔχει μέσα της τὸ «πῦρ», τὴν φωτιὰ καὶ κατανοοῦν, μὲ ἔκπληξη, τὸν ὄρο. Τοὺς ἀναθέτεις, ὡς ἄσκηση, νὰ βροῦν παράγωγα τοῦ «πυρὸς» καὶ σοῦ ἀραδιάζουν… τὸ μισὸ λεξικό).
.                        Ὁ μαθητὴς δὲν ἔρχεται νὰ ἐπαναλάβει στὸ σχολεῖο αὐτὸ ποὺ ἤδη γνωρίζει ἀπὸ τὴν αὐθόρμητη ἐμπειρία τῆς ἐξωσχολικῆς καθημερινότητας, ἀλλὰ νὰ ἐμπλουτίσει τὸ λεξιλόγιό του μὲ καινούργιες λέξεις νὰδέσει, ἑνιαία καὶ ὀργανικά, μέσῳ τῆς γραμματικῆς καὶ τοῦ συντακτικοῦ, τὰ διάφορα σκόρπια στοιχεῖα τῆς γλώσσας ποὺ μιλάει. Τὰ γλωσσικὰ βοηθήματα τοῦ Δημοτικοῦ εἶναι κατάλληλα μᾶλλον γιὰ ξενόγλωσσους καὶ ἕνας μέσος μαθητὴς δὲν χρειάζεται παραπάνω ἀπὸ 15-20 λεπτὰ γιὰ νὰ συμπληρώσει τὶς ὑπάρχουσες σ’ αὐτὸἀσκήσεις. Γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ εἶναι βαρετά. Τὸ θέμα εἶναι τεράστιο καὶ δὲν ἐξαντλεῖται μὲ μία σύντομη περιγραφή του.
.                            Νὰ κλείσω μὲ τοὺς πιὸ ὕπουλους καὶ ἐπιβλαβεῖς ξενισμούς, ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἀποπτωχεύουν τὴν γλώσσα μας, εἶναι ἡ συχνοχρησία τοῦ ρήματος κάνω. Μία σειρὰ ἀπὸ καίριες λέξεις τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἔχουν ὑποκατασταθεῖ στὴ χρήση τους ἀπὸ τὸ ρῆμα κάνω. Ἐνῶ ἡ νεοελληνικὴ γλῶσσα παρουσιάζει τὸ μέγιστο πλεονέκτημα , νὰ διαθέτει δύο ἢ καὶ περισσότερες λέξεις γιὰ τὸ ἴδιο πράγμα, γεγονὸς ἀπότοκο τῆς μακραίωνης καὶ δημιουργικῆς της διαδρομῆς, ἐν τούτοις, παρατηρεῖται σήμερα τὸ φαινόμενο νὰἐγκαταλείπονται σωρηδὸν λέξεις μὲ σαφήνεια καὶ ἐκφραστικὴ καθαρότητα καὶ νὰ χρησιμοποιεῖται « κατὰ κόρον», ἡ λέξη-τσίχλα, τὸ ρῆμα κάνω.
Ἔτσι, παραδείγματος χάριν, λέμε στὴν Νεοελληνική:
Κάνω σπίτι ἀντὶ χτίζω σπίτι,
κάνω οἰκογένεια ἀντὶ δημιουργῶ οἰκογένεια,
κάνω λεφτὰ ἀντὶ ἀποκτῶ λεφτά,
κάνω παιδιὰ ἀντὶ ἀποκτῶ παιδιά,
κάνω ἐγχείρηση ἀντὶ ἐγχειρίζομαι,
κάνω ἐρώτηση ἀντὶ ἐρωτῶ,
κάνω τὸν τρελὸ ἢ καλὸ ἢ κακὸ ἀντὶ προσποιοῦμαι ἢ ὑποδύομαι τὸν τρελό,
κάνω πίσω ἀντὶ ὀπισθοχωρῶ,
κάνω ζημιὰ ἀντὶ προκαλῶ ζημιά,
κάνω μπάνιο ἀντὶ κολυμπῶ,
κάνω τραπέζι ἀντὶ τραπεζώνω,
κάνω ἐκλογὲς ἀντὶ διεξάγω ἐκλογές,
κάνω ἐντύπωση ἀντὶ ἐντυπωσιάζω,
κάνω τσιγάρο ἀντὶ καπνίζω,
κάνω κάτι γνωστὸ ἀντὶ γνωστοπoιῶ
κάνω γυμναστικὴ ἀντὶ γυμνάζομαι.
Κάνω πλάκα ἀντὶ ἀστειεύομαι.
Ἔτσι ἀκοῦμε ἀκαλαίσθητες προτάσεις ὅπως:
Ὁ γιατρὸς μ’ ἔκανε καλά, ἀντὶ μὲ θεράπευσε.
Ἔκανε πολλοὺς ἀγῶνες γιὰ νὰ κερδίσει… ἀντὶ ἀγωνίστηκε ἢ διεξήγαγε πολλοὺς ἀγῶνες…
.                        Νὰ σημειώσουμε πὼς ἡ λεξιλογικὴ αὐτὴ ἰσοπέδωση εἶναι κατὰ κανόνα μεταφορὰ στὴν γλῶσσα μας τῆς παγκοσμιοποιημένης λέξης «do», ποὺ ἔχει εἰσαχθεῖ στὴν ἑλληνικὴ μέσα ἀπὸ ἄθλιες ὡς πρόχειρες καὶ κακοπληρωμένες μεταφράσεις, ἀπὸ ξενικὲς μιμήσεις καὶ ἀξιολύπητες  διαφημίσεις.
.                        Πῶς μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπιστεῖ ἡ καλπάζουσα αὐτὴ ἐπέκταση  τῶν ξενισμῶν στὴν γλῶσσα μας; Δύο χῶροι μποροῦν νὰ λύσουν ἢ νὰ ἁπαλύνουν τουλάχιστον τὸ πρόβλημα, τὸ σχολεῖο  καὶ τὰ μέσα μαζικῆς ἐνημέρωσης, μαζὶ μὲ τὸν ἔντυπο γενικὰ λόγο (βιβλία, περιοδικά, ἐφημερίδες). Τὸ σχολεῖο καὶ δὴ τὸ δημοτικὸεἶναι φύσει καὶ θέσει ὁ θεματοφύλακας τῶν τιμαλφῶν ἀξιῶν τοῦ Γένους μας καὶ κυρίως τοῦ γλωσσικοῦ μας πλούτου. Ἀντὶ ὅμως ἡ ἐκπαίδευση νὰ εἶναι θύλακας ἀντιστάσεως στὴν γλωσσικὴ ὑποβάθμιση, ἀπέβη συντελεστής της.

Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

ΤΟ “Τῌ ΥΠΕΡΜΑΧῼ” ΩΣ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΕΛΛΗΝΟΜΑΘΕΙΑΣ (Ὅποιος δὲν καταλαβαίνει τὸ “τῇ Ὑπερμάχῳ”, δὲν καταλαβαίνει καλὰ ἑλληνικά)

Ἀρβελέρ:
Ὅποιος δὲν καταλαβαίνει τὸ «τῇ Ὑπερμάχῳ»,
δὲν καταλαβαίνει καλὰ ἑλληνικὰ

.                      Τὴν ἀξία του νὰ διδάσκονται τὰ παιδιὰ στὸ σχολεῖο τὴν ἐξέλιξη τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὑπογράμμισε ἡ Βυζαντινολόγος- Ἱστορικός, Πρόεδρος τοῦ ΔΣ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ ΠολιτιστικοῦΚέντρου τῶν Δελφῶν καὶ πρώην Πρύτανης τῆς Σορβόννης, Ἑλένη Γλύκατζη- Ἀρβελέρ, μιλώντας στὴδιαδικτυακὴ διημερίδα «Κτῆμα ἐς ἀεί: Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ Ἑλληνικὸς Πολιτισμὸς παρακαταθήκη 40 αἰώνων», ποὺ διοργάνωσαν τὸ Πανεπιστήμιο Δυτικῆς Μακεδονίας καὶ ὁμογενειακοὶ φορεῖς, στὸπλαίσιο τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Παγκόσμιας Ἡμέρας τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας.
.                      «Διατείνομαι ὅτι κανεὶς δὲν ξέρει τέλεια ἑλληνικά», εἶπε ἡ κ. Ἀρβελὲρ ἐξηγώντας ὅτι δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἔχει μελετήσει «καὶ Σοφοκλῆ καὶ Ὅμηρο καὶ Θουκυδίδη καὶ Ξενοφώντα καὶ τὶς Ἅγιες Γραφὲς καὶ τὸν Μακρυγιάννη, καὶ καὶ καί…, ἄρα φτάνει νὰ λέμε στὰ παιδιὰ νὰ ἀρχίζουν ἀπὸ τὴβάση καὶ ἡ βάση εἶναι ἀκριβῶς ἡ Ἀλεξανδρινὴ Κοινή».
.                      «Ὅποιος δὲν καταλαβαίνει τὸ “τῇ Ὑπερμάχῳ” δὲν καταλαβαίνει καλὰ ἑλληνικὰ καὶ ἂνἀρχίσουμε ἀπὸ αὐτὴ τὴ βάση στὰ σχολειά μας, τὰ παιδιὰ θὰ μάθουν καλύτερα τὰ ἑλληνικά», τόνισε ἡκ. Ἀρβελέρ, ἐξηγώντας ὅτι τὸ Βυζάντιο, ὡς ἡ αὐτοκρατορία τοῦ μεγάλου ἑλληνισμοῦ ἔθεσε τὴ βάση τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας, ὅταν σταδιακὰ χάθηκε ἡ προτεραιότητα τῶν Λατινικῶν ὡς γλώσσα τῆς νομοθεσίας στὴν αὐτοκρατορία καὶ ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ μία ἀττικὴ γλῶσσα «πότε λογία, τὴν ὁποία χρησιμοποιοῦσαν οἱ μεγάλοι ἱστορικοὶ τῆς ἐποχῆς καὶ πότε λιτὴ τῶν θρησκευτικῶν ἁπλῶν κειμένων, ὅπως οἱ βίοι καὶ θαύματα τῶν Ἁγίων, κείμενα γιὰ νὰ διαβάζει ὁ πολὺς κόσμος».
.                      Προσέθεσε, δέ, ὅτι «δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι πρέπει νὰ μαθαίνουμε καὶ κάποια ξένη γλῶσσα, γιὰ ἕναν λόγο ἁπλό, γιὰ νὰ μὴν νομίζουμε ὅτι μόνο οἱ Ἕλληνες ἀνακαλύψανε τὰ πάντα», διότι «μία ξένη γλῶσσα ὁποιαδήποτε κι ἂν εἶναι μιλάει γιὰ φόβους, γιὰ ἀγωνίες, γιὰ ἐλπίδες καὶἀγάπες ὅπως ἀκριβῶς τὶς ξέρουμε καὶ στὰ ἑλληνικά».

«Κοινὴ Ἀλεξανδρινή, ἡ πρώτη διεθνὴς γλώσσα»

 .                      Ἡ ἀκαδημαϊκὸς μίλησε γιὰ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα ὡς σύμπτυξη τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, καθὼς «στὰ ἑλληνικὰ ἐκφέρονται ὅλες οἱ ἰδέες ποὺ εἶναι οἱ βασικὲς ἰδέες τοῦ πολιτισμοῦ, ποὺ μᾶς τρέφει σήμερα» καὶ τόνισε ὅτι οὐδέποτε τὰ ἑλληνικὰ μπορεῖ νὰ θεωρηθοῦν ὡς νεκρὴ γλῶσσα, «γι’ αὐτὸ ἄλλωστε δὲν ὑπάρχουν ἑλληνογενεῖς γλῶσσες», καὶ «ἐνῶ τὰ λατινικὰ ἔδωσαν γαλλικά, ἰταλικὰ πορτογαλικά, ἱσπανικά, ρουμανικά, τὰ ἑλληνικὰ ἔχουν μόνο ντοπιολαλιές, διαλέκτους ἀλλὰ ὄχι γλῶσσες ἑλληνογενεῖς». Σημείωσε ἀκόμη πὼς «τὰ ἑλληνικὰ δὲν εἶναι μόνο μία γλῶσσα, εἶναι σειρὰ ἀπὸ γλῶσσες, εἶναι τὰ ἑλληνικὰ τῆς ἀρχαιότητας, τῆς ποίησης, τῆς πεζογραφίας, ἡ ἀττικὴ γλῶσσα καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη».
.                      Μιλώντας γιὰ τὴν Κοινὴ Ἀλεξανδρινὴ ἐξήγησε πὼς «εἶναι ἡ πρώτη διεθνὴς γλῶσσα, ποὺ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ σημαίνει τὴ γλῶσσα τῶν λαῶν τῆς Μεσογείου» καὶ ἡ κοινὴ ἑλληνικὴ γλῶσσα «ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Ἀλεξάνδρου εἶχε γίνει ἡ γνωστὴ γλῶσσα τῶν πολιτισμῶν».
.                      «Σὲ αὐτὴ τὴ γλῶσσα ἔχει μεταφραστεῖ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη πολὺ πρὶν ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦΧριστοῦ, γιατί οἱ ἑλληνόφωνοι Ἑβραῖοι τῆς Ἀλεξάνδρειας εἶχαν ξεχάσει τὴν μητρική τους γλώσσα καὶδὲν ξέρανε παρὰ ἑλληνικά. Δὲν εἶναι μόνον ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ποὺ ἔχει μεταφραστεῖ ἐκεῖ στὰἑλληνικά. Εἴκοσι ἑπτὰ κώδικες τῆς Καινῆς Διαθήκης, πλὴν τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου, εἶναι ὅλοι γραμμένοι ἑλληνικὰ καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε ὁ ἑλληνόφωνος ἑλληνολάτρης Παῦλος ὁ Σαούλ, ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, ἴσως δὲν θὰ ὑπῆρχε ὁ χριστιανισμὸς ὅπως εἶναι σήμερα», εἶπε ἡ κ. Ἀρβελέρ, ὑπογραμμίζοντας τὸν ρόλο τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας γιὰ τὴ διάδοση τοῦ χριστιανισμοῦ.

«Ἡ μακραίωνη ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας»

.                      «Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐμπεριέχει μία οἰκουμενικὴ διάσταση καὶ ἀξία καθὼς εἶναι κεφαλαιώδους σημασίας γιὰ τὴν παγκόσμια σκέψη, τὸν πολιτισμὸ καὶ τὶς ἐπιστῆμες», τόνισε ὁΠρύτανης τοῦ Πανεπιστημίου Δυτικῆς Μακεδονίας Θεόδωρος Θεοδουλίδης, ἀνοίγοντας τὶς ἐργασίες τῆς διαδικτυακῆς διημερίδας, ποὺ περιλαμβάνει στὸ πρόγραμμά της σαράντα ὁμιλητές, διακεκριμένοι ἐπιστήμονες καὶ ἐκπρόσωποι Πανεπιστημιακῶν Ἱδρυμάτων, Ἑλληνικῶν Ἰνστιτούτων,ὁμογενειακῶν ὀργανώσεων καὶ ἄλλων φορέων ἀπὸ ὅλο τὸν κόσμο, ποὺ θὰ ἀναδείξουν τὴ μακραίωνη ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας.
.                      «Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς ἀποτελοῦν ἕναν θησαυρό, ποὺ μᾶς κληροδότησε τὸ ἱστορικὸ παρελθόν μας καὶ μετουσιώνουμε στὸν πλοῦτο τοῦ παρόντος καὶ τοῦμέλλοντος . Ἐπενδύοντας σὲ αὐτὸν τὸν πλοῦτο ἑδραιώνουμε ἀκόμη περισσότερο τὴν παρουσία μας στὸ διεθνὲς γίγνεσθαι», τόνισε στὸν χαιρετισμό του ὁ ὑφυπουργὸς Ἐξωτερικῶν γιὰ τὸν Ἀπόδημο Ἑλληνισμό, Κώστας Βλάσης.
.                      «Ἀπὸ τὶς σημαντικότερες κατακτήσεις τοῦ ἀνθρώπου, ἡ γλῶσσα διαμορφώνει τὰ ἐθνικὰχαρακτηριστικά, τὴν πνευματικὴ καὶ πολιτιστικὴ ταυτότητα , τὴν ἱστορικὴ καὶ ἐθνικὴ συνείδηση καὶμνήμη. Ἡ μακραίωνη παρουσία καὶ διαχρονικότητα τῆς πλούσιας ἑλληνικῆς γλώσσας ξεπερνᾶ τοὺς περιορισμοὺς στὴν ἔκφραση, στὴ σκέψη, στὴν παιδεία, εἶναι ἡ κινητήρια δύναμη πρὸς τὸν δρόμο τῆς μόρφωσης τοῦ πολιτισμοῦ τῆς δημοκρατίας καὶ ἡ διαφύλαξη τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἀπὸ τὴν κακοποίηση καὶ τὴ φθορὰ ἀπαιτεῖ ὡριμότητα καὶ ἑτοιμότητα στὸ σημερινὸ παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον», ὑπογράμμισε στὸν δικό της χαιρετισμὸ ἡ ὑφυπουργὸς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Ζέττα Μακρή.
.               «Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ὁμιλεῖται σήμερα περίπου ἀπὸ 13-14 ἑκατομμύρια ἀνθρώπους, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν πληθυσμὸ τῆς Ἑλλάδας, τοὺς Ἑλληνοκύπριους καὶ τὴν Ὁμογένεια […] Ἂν καὶ ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν μπορεῖ νὰ ἀνταγωνιστεῖ ἄλλες περισσότερο διαδεδομένες γλῶσσες εἶναι ἀδιανόητο νὰ σκεφθεῖκανεὶς τὸν δυτικὸ πολιτισμὸ χωρὶς τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ὡς μία γλῶσσα πάνω στὴν ὁποία ἀναπτύχθηκαν οἱ πρῶτες ἐπιστῆμες καὶ ἡ φιλοσοφία τῆς Εὐρώπης, προσδιορίζοντας τὴ σκέψη καὶ τὸν πολιτισμὸ τῶν πληθυσμῶν τῆς Εὐρώπης», ὑπογράμμισε ὁ Πρόεδρος τῆς Εἰδικῆς Μόνιμης Ἐπιτροπῆς Ἑλληνισμοῦ τῆς Διασπορᾶς, Σάββας Ἀναστασιάδης.
.                         «Ὅ,τι συνήθως ἀποκαλοῦμε πλοῦτο τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας σχετίζεται μὲ τὴν μακραίωνη καὶ ἀδιάκοπη καλλιέργειά της, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν ὑψηλὸ ρυθμὸ παραγωγῆς καὶ σύνδεσης λέξεων ποὺ αὐξάνουν τὴ συνοχὴ τὴ διαφάνεια καὶ τὴ δηλωτική της ἱκανότητα. Ἡ γλῶσσα μας εἶναι στὴν πραγματικότητα ἕνας θησαυρὸς τῆς ἄυλης παγκόσμιας πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς. Τὰ ἑλληνικὰ δὲν ἀνήκουν μόνο σὲ ἐμᾶς ἀλλὰ σὲ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα», ἐπισήμανε ὁ Γενικὸς Γραμματέας Δημόσιας Διπλωματίας καὶ Ἀπόδημου Ἑλληνισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, Γιάννης Χρυσουλάκης, ἐνῶ ἡ Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐθνικῆς Ἐπιτροπῆς γιὰ τὴν UNESCO, Αἰκατερίνη Παπαχριστοπούλου – Τζιτζικώστα τόνισε ὅτι «ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα σὲ σημαντικὸ βαθμὸ προσδιόρισε τὸν τρόπο σκέψης καὶ τὴ νοοτροπία τῆς Εὐρώπης συμβάλλοντας οὐσιαστικὰ στὴν ἑδραίωση ἑνὸς παγκόσμιου πολιτισμοῦ».

 

ΠΗΓΗ: skai.gr (ἀπὸ ΑΠΕ-ΜΠΕ)

 

,

Σχολιάστε

ΩΣ ΠΟΤΕ ΘΑ ΡΗΜΑΖΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ; (Δ. Νατσιός)

ς πότε θ ρημάζονται τ παιδι π ατν τν κπαίδευση;

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.                       «Σὸκ στὸ πανελλήνιο!». «Ἄναυδη ἡ Κοινὴ Γνώμη ἔμεινε ἀπὸ τὸ γεγονός…». «Ἔπεσαν ἀπὸ τὰ σύννεφα…». (Ἡ ἀφόρητη κοινοτοπία τῆς… ἀνθρωποβροχῆς). «Ἀποτροπιασμὸς γιὰ τὸν ξυλοδαρμό…». Κάθε φορὰ ποὺ ξανασυμβαίνει πράξη βίας ἀπὸ ἀνηλίκους, γιὰκαμμιὰ ἑβδομάδα περίπου, θὰ παρελαύνει νυχθημερὸν στὰ κανάλια, ἡ ἔκπληξη, τὸ σόκ, ἡ μετὰ βδελυγμίας περιγραφὴ τοῦ γεγονότος, ἡ πανελλήνια ἀποδοκιμασία καὶ ἀποστροφή. Ὁ θυμὸς τῶν «νοικοκυραίων», ἡ διάρρηξη τῆς μακαριότητάς τους. Θὰ ἀκουστοῦν καὶ δύο – τρεῖς ἀναλύσεις γιὰ τὴν ἔλλειψη παιδείας, καί… καληνύχτα σας, πᾶμε σὲ διαφημίσεις. Καὶ ποῦ ὀφείλεται τελικὰ ἡ εὐκολία τῆς βιαιοπραγίας τῶν ἀνηλίκων; Μὰ στὴν ἀτιμωρησία.
.                       Νὰ θυμίσω τί ἔγραφα σὲ παλαιότερο ἄρθρο μου γιὰ τὴν παρεξηγημένη λέξη «τιμωρία». Ὡς δάσκαλος, ὅταν παραλαμβάνω μία νέα τάξη, λέω, στὴν πρώτη συνάντησή μου μὲ γονεῖς καὶ μαθητές, κάτι ποὺ τοὺς ξαφνιάζει: «Εἶμαι δάσκαλος τῆς τιμωρίας!». Τί σημαίνει ὅμως τιμωρία; Πῶς ἐτυμολογεῖται ἡ λέξη; Παράγεται ἀπὸ τὴν «τιμὴ» καὶ τὴν λέξη «ὤρα» (μὲ ψιλή). Μὲ δασεία (ἡ ὥρα) σημαίνει χρονικὴ διάρκεια, μὲ ψιλὴ ὅμως σημαίνει φροντίδα, πρόνοια, ἐπίβλεψη, ἐξ οὗ καὶ θυρωρὸς (=ὁ ἐπιβλέπων τὴν θύρα), ὀλιγωρία (=λίγη φροντίδα, ἄρα ἀδιαφορία) κλπ. Ἄρα, τιμωρὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ προνοεῖ καὶ φροντίζει γιὰ τὴν τιμή, τὴν ἀξιοπρέπεια κάποιου. (Ἔτσι γίνεται κατανοητὸ καὶ περὶ τοῦ τιμωροῦ Θεοῦ μας. Δυστυχῶς, μὲ τὴν ἐγκληματικὴ ἀπόφαση μίας δράκας γλωσσοκτόνων βουλευτῶν, χάσαμε τὴν «μαγεία» τοῦ ἐτυμολογικοῦ πλούτου τῆς γλώσσας μας. Ἡ κατάργηση τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας, τὴν κατέστησε περίπου ἀνάπηρη. Καὶ ἀνάπηρη γλῶσσα σημαίνει καὶ ἀνάπηρη σκέψη!).
.                       Νὰ συμφωνήσουμε σὲ κάτι. Ἕνα παιδὶ ποὺ εἰσέρχεται στὴν Πρώτη Δημοτικοῦ εἶναι σίγουρο ὅτι μετὰ ἀπὸ δώδεκα χρόνια σπουδῆς στὶς δύο πρῶτες βαθμίδες τῆς Ἐκπαίδευσης, θὰ πάρει ἄνετα ἀπολυτήριο Λυκείου. Καὶ δὲν ἀναφέρομαι στοὺς ἐπιμελεῖς. Καὶ ἂν στὸ Δημοτικὸ τὸ παλεύει, στὸ Γυμνάσιο καὶ τὸ Λύκειο, ἀκόμη καὶ βιβλίο νὰ μὴν ἀνοίξει, τὸ «χαρτὶ» θὰ τὸ πάρει. Δηλαδή, δὲν ὑπάρχει καμμιὰ τιμωρία γιὰ τὴν ἀσυνέπεια καὶ τὴν ἀδιαφορία γιὰ τὴν μελέτη καὶ τὸν κόπο τῆς μόρφωσης. Τί μήνυμα εἰσπράττει αὐτὸ τὸ παιδί; Ἄκοπα, ἀτιμώρητα καὶ χωρὶς θυσίες στὴν ζωὴ προχωρᾶς καὶ ἐπιβραβεύεσαι.
.                       Ἐξ ἄλλου οἱ δάσκαλοι ἔχουν πλέον ἀφοπλιστεῖ. Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο, ἂν παρατηρήσεις καὶ ἐλέγξεις μὲ αὐστηρότητα μαθητή. Ἐνδέχεται τὴν ἐπαύριον νὰ ἐμφανιστεῖ κάποια προκομμένη μητέρα μὲ τὴν γνωστὴ ἀπειλή: θὰ σὲ στείλω στὸν εἰσαγγελέα! Ὁπότε, οἱπερισσότεροι δάσκαλοι, γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὸ μπλέξιμο μὲ κάποιον «περίεργο» γονέα, γιὰ νὰ ἔχουν τὸ κεφάλι τους ἥσυχο, γιατί δίκαιο δὲν θὰ βροῦν -πάντα οἱ γονεῖς τὸ ἔχουν μὲ τὸ μέρος τους- κάνουν ὅτι δὲν βλέπουν καὶ δὲν ἀκοῦν. (Ὅταν ἤμασταν μικροὶ καὶ πηγαίναμε στὸσπίτι διηγούμενοι τιμωρία δασκάλου, δὲν ὑπῆρχαν καλοπιάσματα καὶ χαϊδέματα, ἀλλὰ ἔπεφταν σφαλιάρες. «Γιὰ νὰ σὲ μαλώσει ἢτιμωρήσει ὁ δάσκαλος, ποιός ξέρει τί ἔκανες;». Ἀλλά, λησμόνησα, τότε ζούσαμε σὲ σκοταδιστικὲς κοινωνίες, μὲ ἐπιθεωρητὲς καὶαὐστηροὺς δασκάλους. Τώρα, ἐπιτέλους, ἀναπνέουμε ἀέρα «ἐλευθερίας», εὐρωπαϊκὸ ἀγέρα, ἡ πιὸ ἀξιοθρήνητη ἀπάτη τῆς ἐποχῆς μας).
.                       Χαρακτηριστικὸ εἶναι καὶ τὸ παρακάτω ἀνέκδοτο, ποὺ μᾶς ἔρχεται ἀπὸ τὴν Ἀμερική. Ἕνας πιτσιρίκος πηγαίνει μὲ τὴν μαμάτου σ’ ἕνα πολυκατάστημα. Ψωνίζει ἐκείνη κάτι εὐτελὲς καὶ ἀπαραίτητο γιὰ τὸ σπίτι, μὰ ὁ μικρὸς ἔχει χωθεῖ σ’ ἕνα αὐτοκινητάκι (παιδικό), καὶ ἀρνεῖται νὰ βγεῖ ἀπ’ αὐτό. Μὲ γοερὲς κραυγὲς καὶ τσιρίδες ἀπαιτεῖ νὰ τοῦ τὸ ἀγοράσει. Ἡ μάνα δὲν ἔχει χρήματα, τρέμει ὅμως μήπως ἡἄρνησή της δημιουργήσει στὸ παιδὶ ψυχολογικὰ προβλήματα. Εἶναι ἀπεγνωσμένη. Τὸ κατάστημα ὅμως ἔχει παιδοψυχολόγο, ὅπως ὅλα τὰκαλὰ πολυκαταστήματα παιδικῶν εἰδῶν στὴν Ἀμερική. Ζητεῖ ἀπελπισμένη βοήθεια, τοῦ ἐξηγεῖ τὸ πρόβλημα. Ὁ ψυχολόγος, πρόθυμα, πῆγε δίπλα στὸν μικρό, τοῦ ψιθυρίζει κάτι στὸ αὐτί, καὶ ἀμέσως –ὢ τοῦ θαύματος!– ὁ νεανίσκος σωφρονισμένος τὸν ἀκολούθησε, σὰν ἀρνάκι, πηγαίνοντας στὴ μητέρα του. Ἡ μάνα ἔμεινε ἔκθαμβη ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴ ἐπάρκεια τοῦ ψυχολόγου. «Τί τοῦ εἴπατε καὶ πείστηκε;» ρωτάει. Ὁ παιδοψυχολόγος χαμογελᾶ καὶ τῆς λέει: «Τοῦ εἶπα, κατέβα ἀμέσως, γιατί θὰ φᾶς δύο σφαλιάρες, ποὺ θὰ δεῖς τὸν οὐρανὸσφοντύλι!!». Λένε ὅτι ἦταν Ἕλληνας, τῆς… παλιᾶς σχολῆς.
.                       Ἐπειδὴ κι ἐγὼ εἶμαι τῆς «παλιᾶς σχολῆς» δάσκαλος, ποὺ «ἐνόσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω» (Παπαδιαμάντης), νὰ διδάσκω τὰ καλούδια τῆς ἡλιόλουστης Παράδοσής μας, «καὶ νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου», γράφω ὅ,τι γράφω. Τόσα χρόνια «μὲ τὴν κιμωλία στὸ χέρι» ἕνα πράγμα κατάλαβα. Τίποτε δὲν συγκινεῖ καὶ δὲν γαληνεύει καὶ δὲν «ἀναπαύει» τὰπαιδιά, ὅσο ἡ διδαχή τῆς, «καθ᾽ ἠμᾶς ἀνατολῆς», Παιδείας.  Ἡ τωρινὴ ἐκπαίδευση, καὶ ὄχι Παιδεία, εἶναι συνέχεια καὶ παρακολούθημα τῆς ταραγμένης καὶ τρικυμισμένης ἐποχῆς μας. Ἡ Παιδεία, διαχρονικὸ κατόρθωμα τῶν προγόνων μας, δὲν ἔχει ἀνάγκη προσαρμογῆς. Ὄχι. Ὅταν φτιάχνει ἡ μάνα μας τὸ ἁπλὸ καὶ λιτὸ φαγητό της, ἕνα λαδερὸ καρυκευμένο μὲ τὴν ἀγάπη της καὶ τὰ λίγα ποὺ τὸ νοστιμεύουν, ὅ,τι προσθέτουμε τὸ καταντᾶ ἄνοστο καὶ ψεύτικο. Τὰ ἴδια πάθαμε στὴν Παιδεία. Τρανεύαμε μὲ μία παιδεία- παίδευση, ποὺ τὴν ἄρτυζε τὸἁλάτι τῆς Πίστης καὶ τῆς Φιλοπατρίας. Παιδεία τῆς ἐλπίδας, παιδεία εἰρηνοποιός. Καὶ «ἔβγαζε γεροὺς καὶ σοφοὺς σὰν γέρους», (Καργάκος), μαθητές. Ἐρωτῶ; Γιατί νὰ ἐξοβελιστεῖ ἀπὸ τὰ βιβλία τοῦ Δημοτικοῦ ὁ ὕμνος τῆς Δημοκρατίας τοῦ Περικλῆ ἢ τὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς Ναταλίας Μελᾶ γιὰ τὸν ἡρωικὸ θάνατο τοῦ Παύλου; Ποιός νοσηρὸς σκέφτηκε νὰ τὰ ἐκπαραθυρώσει ἀπὸ τὰ σχολικὰβιβλία, τὸ 2006; Τί δίδασκαν αὐτὰ τὰ δύο κείμενα καὶ προγράφτηκαν; Μά, δύο πανανθρώπινες ἀξίες. Τὴν Δημοκρατία καὶ τὴν Φιλοπατρία. Οἱ Ἀμερικανοί, χιλιάδες σημαῖες ἅπλωσαν, γιὰ τὴν ὁρκωμοσία τοῦ νέου προέδρου τους. Μία πανίσχυρη χώρα προβάλλει διαρκς τν σημαία της, δηλαδή, τ καθκον τς φοσίωσης στ ποια δανικά της. μες, περικυκλωμένοι π φίδια κολοβά, ρνούμαστε νὰ κούσουμε τν θνικό μας μνο, πως πραξε φερόμενη ς πρόεδρος τς λληνικς Δημοκρατίας, τομο γευστο κα μόρφωτο π τ λέη το προγονικο πλούτου. Καὶ «θὰ μαραζώνει ἡ νεότητα, ἡ δυστυχισμένη, καὶ θὰ ρημάζεται», ὅπως λέει ὁ Κόντογλου, ποὺ τὸν τιμοῦν διὰ τῆς περιφρόνησης, ὅσο ὄρνια καὶ κοράκια τῆς ἐκκλησιομαχίας καὶ τοῦ ἀνθελληνισμοῦ, θὰ κρατοῦν στὰ χέρια τους τὸκρισιμότερο ὑπουργεῖο τοῦ ἔθνους μας.

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

ΚΕΙΜΕΝΟ 2.500 ΕΤΩΝ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

να κείμενο 2.500 τν
δείχνει τ
συνέχεια τς λληνικς γλώσσας 

.                   Ὁ ἐπιφανὴς γλωσσολόγος Γιῶργος Μπαμπινιώτης μὲ ἀνάρτησή του ἐξηγεῖ τὴν συνέχεια τῆς ἑλληνικῆς χρόνου μέσα ἀπὸ τὸ «ἐπίκαιρο» ἀπόσπασμα τοῦ Θουκυδίδη. Καὶ ἔρχεται νὰ ἐπιδείξει τὴν συνέχεια τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας σὲ βάθος χρόνου 2.500 ἐτῶν, μὲ νέα ἀνάρτησή του στὸFacebook.
.                Συγκεκριμένα παραθέτει τὰ ἀποσπάσματα 2.47-54 ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν «Ἱστοριῶν» τοῦ Θουκυδίδη τοῦ 5ου αἰ. π.Χ., μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο γίνεται ἀντιληπτὴ ἡ λεξιλογικὴ καὶ ἡ γραμματικοσυντακτικὴἐξέλιξη τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας.
.                 Τὸ θέμα τοῦ λοιμοῦ, ποὺ ἀναπτύσσεται στὸ ἀπόσπασμα, καὶ οἱ συνθῆκες, ποὺπεριγράφει ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας ἱστορικός, μποροῦν εὔκολα νὰ παραλληλιστοῦν μὲ τὴ σημερινὴπανδημία τοῦ κορωνοϊοῦ. Ὁ «λοιμὸς τῶν Ἀθηνῶν» (πανώλη ἢ τύφος τοῦ 430 π.Χ.) ποὺ ξέσπασε κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου, ὁδήγησε στὸν θάνατο τὸ 1/4 τοῦ ἀθηναϊκοῦ πληθυσμοῦ. Περιγράφει καὶ ὁ ἴδιος τὴν ἐμπειρία, ὁ ὁποῖος προσβλήθηκε ἀπὸ τὴ νόσο τοῦ λοιμοῦ, ἀλλὰ ἐπέζησε.
«καὶ ὄντων αὐτῶν οὐ πολλάς πω ἡμέρας ἐν τῇ Ἀττικῇ ἡ νόσος πρῶτον ἤρξατο γενέσθαι τοῖς Ἀθηναίοις, λεγόμενον μὲν καὶ πρότερον πολλαχόσε ἐγκατασκῆψαι καὶ περὶ Λῆμνον καὶ ἄλλοις χωρίοις, οὐ μέντοι τοσοῦτός γε λοιμὸς οὐδὲ φθορὰ οὕτως ἀνθρώπων οὐδαμοῦ ἐμνημονεύετο γενέσθαι. Οὔτε γὰρ ἰατροὶ ἤρκουν τὸ πρῶτον θεραπεύοντες ἀγνοίᾳ, ἀλλ’ αὐτοὶ μάλιστα ἔθνῃσκον ὅσῳ καὶ μάλιστα προσῇσαν [πλησίαζαν], οὔτε ἄλλη ἀνθρωπεία τέχνη οὐδεμία. […] Ἤρξατο δὲ τὸ πρῶτον, ὡς λέγεται, ἐξ Αἰθιοπίας τῆς ὑπὲρ Αἰγύπτου, ἔπειτα δὲ καὶ ἐς Αἴγυπτον καὶ Λιιβύην κατέβη καὶ ἐς τὴν βασιλέως γῆν [=Περσία] τὴν πολλήν. Ἐς δὲ τὴν Ἀθηναίων πόλιν ἐξαπιναίως ἐσέπεσε, καὶ τὸ πρῶτον ἐν τῷ Πειραιεῖ ἥψατο [< ἅπτομαι] τῶν ἀνθρώπων, ὥστε καὶ ἐλέχθη ὑπ’ αὐτῶν ὡς οἱ Πελοποννήσιοι φάρμακα [δηλητήρια] ἐσβεβλήκοιεν ἐς τὰ φρέατα· κρῆναι γὰρ οὔπω ἦσαν αὐτόθι. Ὕστερον δὲ καὶ ἐς τὴν ἄνω πόλιν ἀφίκετο, καὶ ἔθνῃσκον πολλῷ μᾶλλον ἤδη […] Ἐγὼ δὲ οἷόν τε [πῶς] ἐγίγνετο λέξω […], ταῦτα δηλώσω αὐτός τε νοσήσας καὶ αὐτὸς ἰδὼν ἄλλους πάσχοντας. Τὸ μὲν γὰρ ἔτος, ὡς ὡμολογεῖτο, ἐκ πάντων μάλιστα δὴ ἐκεῖνο ἄνοσον ἐς τὰς ἄλλας ἀσθενείας ἐτύγχανεν ὄν […] Τοὺς δὲ ἄλλους ἀπ’οὐδεμιᾶς προφάσεως, ἀλλ’ ἐξαίφνης ὑγιεῖς ὄντας πρῶτον μὲν τῆς κεφαλῆς θέρμαι ἰσχυραὶ καὶ τῶν ὀφθαλμῶν ἐρυθήματα καὶ φλόγωσις ἐλάμβανε, καὶ τὰ ἐντός, ἥ τε φάρυγξ καὶ ἡ γλῶσσα, εὐθὺς αἱματώδη ἦν καὶ πνεῦμα [ἀναπνοή] ἄτοπον καὶ δυσῶδες ἠφίει [< ἀφί(ν)ω]· ἔπειτα ἐξ αὐτῶν πταρμὸς καὶ βράγχος ἐπεγίγνετο, καὶ ἐν οὐ πολλῷ χρόνῳ κατέβαινεν ἐς τὰ στήθη ὁ πόνος μετὰ βηχὸς ἰσχυροῦ […] καὶ τὸ μὲν ἔξωθεν ἁπτομένῳ σῶμα οὔτ’ ἄγαν θερμὸν ἦν οὔτε χλωρόν [ὠχρό] ἀλλ’ ὑπέρυθρον, πελιτνόν, φλυκταίναις μικραῖς καὶ ἕλκεσιν ἐξηνθηκὸς [ἐξάνθημα]· τὰ δὲ ἐντὸς οὕτως ἐκάετο ὥστε μήτε τῶν πάνυ [πολύ] λεπτῶν ἱματίων καὶ σινδόνων τὰς ἐπιβολὰς [νὰ ἀκουμπᾶ ἐπάνω] μηδ’ ἄλλο τι ἥ γυμνοὶ ἀνέχεσθαι, ἥδιστά τε ἄν ἐς ὕδωρ ψυχρὸν σφᾶς αὐτοὺς ῥίπτειν […] τὰ γὰρ ὄρνεα καὶ τετράποδα ὅσα ἀνθρώπων ἅπτεται, πολλῶν ἀτάφων γιγνομένων ἢ οὐ προσῄει [δὲν πλησίαζαν] ἢ γευσάμενα διεφθείρετο. τεκμήριον δέ· τῶν μὲν τοιούτων ὀρνίθων ἐπίλειψις [ἐξαφάνιση] σαφὴς ἐγένετο, καὶ οὐχ ἑωρῶντο [δὲν τὰ ἔβλεπαν] οὔτε ἄλλως οὔτε περὶ τοιοῦτον οὐδέν· οἱ δὲ κύνες μᾶλλον αἴσθησιν παρεῖχον τοῦ ἀποβαίνοντος [τί συνέβαινε] διὰ τὸ ξυνδιαιτᾶσθαι [γιατί ζοῦν μαζί (μὲ τοὺς ἀνθρώπους)] Τὸ μὲν οὖν νόσημα, πολλὰ καὶ ἄλλα παραλιπόντι ἀτοπίας, ὡς ἑκάστῳ ἐτύγχανέ τι διαφερόντως ἑτέρῳ πρὸς ἕτερον γιγνόμενον, τοιοῦτον ἦν ἐπὶ πᾶν τὴν ἰδέαν. […] ἔθνῃσκον δὲ οἱ μὲν ἀμελείᾳ, οἱ δὲ καὶ πάνυ θεραπευόμενοι. ἕν τε οὐδὲ ἓν κατέστη ἴαμα [φάρμακο] ὡς εἰπεῖν ὅτι χρῆν [χρειάζεται] προσφέροντας ὠφελεῖν· τὸ γάρ τῳ ξυνενεγκὸν [κάποιον βοηθούσε] ἄλλον τοῦτο ἔβλαπτεν. […] δεινότατον δὲ παντὸς ἦν τοῦ κακοῦ ἥ τε ἀθυμία ὁπότε τις αἴσθοιτο κάμνων [ὅτι προσβλήθηκε] […] καὶ ὅτι ἕτερος ἀφ’ ἑτέρου θεραπείας ἀναπιμπλάμενοι [μολυνόμενοι] ὥσπερ τὰ πρόβατα ἔθνῃσκον· καὶ τὸν πλεῖστον φθόρον τοῦτο ἐνεποίει. εἴτε γὰρ μὴ ‘θέλοιεν δεδιότες [φοβούμενοι] ἀλλήλοις προσιέναι [νὰ πλησιάζουν], ἀπώλλυντο ἐρῆμοι, καὶ οἰκίαι πολλαὶ ἐκενώθησαν ἀπορίᾳ [ἐλλείψει] τοῦ θεραπεύσοντος· […] Ἐπίεσε δ’ αὐτοὺς μᾶλλον πρὸς τῷ ὑπάρχοντι πόνῳ καὶ ἡ ξυγκομιδὴ ἐκ τῶν ἀγρῶν ἐς τὸ ἄστυ, καὶ οὐχ ἧσσον [ὄχι λιγότερο] τοὺς ἐπελθόντας. οἰκιῶν γὰρ οὐχ ὑπαρχουσῶν, ἀλλ’ ἐν καλύβαις πνιγηραῖς ὥρᾳ [λόγῳ τῆς ἐποχῆς (τοῦ θέρους]) ἔτους διαιτωμένων ὁ φθόρος ἐγίγνετο οὐδενὶ κόσμῳ [ἀτάκτως], ἀλλὰ καὶ νεκροὶ ἐπ’ ἀλλήλοις ἀποθνῄσκοντες ἔκειντο καὶ ἐν ταῖς ὁδοῖς ἐκαλινδοῦντο [κυλιόντουσαν] καὶ περὶ τὰς κρήνας ἁπάσας ἡμιθνῆτες τοῦ ὕδατος ἐπιθυμίᾳ. τά τε ἱερὰ ἐν οἷς ἐσκήνηντο νεκρῶν πλέα ἦν, αὐτοῦ ἐναποθνῃσκόντων· ὑπερβιαζομένου [πιεζόμενοι ὑπερβολικά] γὰρ τοῦ κακοῦ οἱ ἄνθρωποι, οὐκ ἔχοντες ὅτι γένωνται, ἐς ὀλιγωρίαν ἐτράποντο [δὲν λογάριαζαν] καὶ ἱερῶν καὶ ὁσίων ὁμοίως. νόμοι τε πάντες ξυνεταράχθησαν οἷς ἐχρῶντο [χρησιμοποιοῦσαν] πρότερον περὶ τὰς ταφάς, ἔθαπτον δὲ ὡς ἕκαστος ἐδύνατο. καὶ πολλοὶ ἐς ἀναισχύντους θήκας ἐτράποντο σπάνει τῶν ἐπιτηδείων [τῶν ἀναγκαίων] διὰ τὸ συχνοὺς ἤδη προτεθνάναι σφίσιν [ἀπὸ αὐτούς]· ἐπὶ πυρὰς γὰρ ἀλλοτρίας φθάσαντες τοὺς νήσαντας [αὐτοὺς ποὺ στοίβαξαν ξύλα] οἱ μὲν ἐπιθέντες τὸν ἑαυτῶν νεκρὸν ὑφῆπτον [ἄναβαν], οἱ δὲ καιομένου ἄλλου ἐπιβαλόντες ἄνωθεν ὃν φέροιεν ἀπῇσαν [ἔφευγαν]»

ΠΗΓΗ:  «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ»

,

Σχολιάστε

ΕΝΟΧΗ ΑΝΟΧΗ ΑΝΑΙΣΘΗΤΩΝ

Μπαμπινιώτης κατ το «Click away»:
Ο
τε δύσκολο οτε γελοο
ν
δοκιμάσουμε τν λληνικ πόδοση

.                 Τὴ δυσαρέσκειά του γιὰ τὴν χρήση ξένων λέξεων ποὺ ἔχουν υἱοθετηθεῖ κατὰ κόρον τὴν περίοδο τῆς πανδημίας – ὅπως «lockdown», «take away» καὶ «click away»- ἐκφράζει γιὰ μία ἀκόμη φορὰ μὲ ἀνάρτησή του στὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης ὁ καθηγητὴς Γλωσσολογίας καὶ πρώην πρύτανης τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Γιῶργος Μπαμπινιώτης.
.              Συγκεκριμένα σὲ νέα ἀνάρτησή του ἀναφέρει:

Στὸ πνεῦμα τοῦ νὰ μιλᾶμε κατὰ τὸ δυνατὸν στοὺς Ἕλληνες Ἑλληνικὰ καὶ νὰ καταλαβαίνουμε ὅλοι τί λέμε προτείνω:
CLICK AWAY > παράδοση ἐκτὸς / παραλαβὴ ἐκτὸς (καταστήματος [ἐννοεῖται])
ΚΟΥΡΙΕΡ > ταχυδιανομέας
ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ ΜΕ ΚΟΥΡΙΕΡ > ταχυδιανομὲς
.                Μακάρι νὰ ὑπάρξουν καλύτερες προτάσεις. Ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ καὶ πάλι νὰ λειτουργήσω ὡς μία ἀδύναμη φωνὴ τῆς «γλωσσικῆς συνείδησής» μας μήπως καὶ κάποιοι ὀπαδοὶ τῶν εὔκολων λύσεων (μοιρολατρικῆς ἀποδοχῆς περίπου ὡς δεδομένων τῶν ξένων λέξεων καὶ ὀνομασιῶν) πιστέψουν ὅτι δὲν εἶναι οὔτε δύσκολο οὔτε γελοῖο νὰ δοκιμάσουν τὶς ἑλληνικὲς ἀποδόσεις —ὄχι, κατ’ ἀνάγκην, τὶς δικές μου, μπορεῖ νὰ ὑπάρξουν καλύτερες. (Ο «ραστς τς γλωσσικς πλάκας», πο βρίθουν στν χώρα μας λόγ περιορισμένης γλωσσικς εαισθησίας, ς συνεχίσουν τν πλάκα τους, εναι χρήσιμη κι ατ γι ν μετρμε τ ρια τς νοχης νοχς μας).
.                Θὰ ἐπιμείνω νὰ τὸ λέω: Γιὰ νὰ ἀντέξουν γλωσσικὰ καὶ νὰ μὴν ἀλλοιωθοῦν οἱ μικρὲς (δηλ. οἱ ὀλιγότερο ὁμιλούμενες) γλῶσσες χρειάζονται μεγάλες ἀντοχές! Αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν Ἑλληνική. (Ἀλλιῶς εἶναι τὰ πράγματα σὲ μεγάλες χῶρες μὲ περισσότερο ὁμιλούμενες γλῶσσες ὅπως τὰ Γαλλικά, Ἰταλικά, Ἱσπανικὰ κ.λπ.)

,

Σχολιάστε

ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕI ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚO ΣΧΟΛΕIΟ ΜAΘΗΜΑ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑΣ (Δ. Νατσιός) «Ἐπιχείρηση “πανάκεια” ὀνόμασαν οἱ Ἄγγλοι τὸ πρόγραμμα ἐμβολιασμοῦ»

Ν καθιερωθε στ Δημοτικ σχολεο
μάθημα
τυμολογίας

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

«Ὅταν οἱ ἐχθροί σου θὰ ἔχουν ξεμάθει τὴν ὀρθογραφία τους, νὰ ξέρεις ὅτι ἡ νίκη πλησιάζει». Βλαντιμὶρ Βολκώφ, Ρῶσος λογοτέχνης

.                 Ἂν εἴχαμε ὑπουργοὺς Παιδείας μὲ ἰθαγένεια ἑλληνικὴ καὶ μὲ αἴσθηση τοῦ τί βάρους καὶ ποιότητας πολιτισμοῦ εἶναι φορεῖς καὶ ὄχι ἀχθοφόροι τυμπανιαίας ἀποφορᾶς ἰδεῶν, τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ θὰ καθιέρωναν στὸ Δημοτικὸ σχολεῖο εἶναι ἡ ἐτυμολογία. Ἕνα δίωρο τὴν ἑβδομάδα, θὰ ἀφιερωνόταν στὴν διδασκαλία του, γοητευτικότατου καὶ πολὺ εὐχάριστου στοὺς μαθητές, ταξιδιοῦ στὰ γενέθλια, στὴν καταγωγή, στὴν ἀλήθεια τῶν λέξεων. (Ἔτυμον σημαίνει ἀληθινό, πραγματικό). Θὰ μποροῦσε νὰ γραφτεῖ ἕνα μικρὸ ἐτυμολογικὸ λεξικό, γιὰ τὶς δύο μεγαλύτερες τάξεις, τὴν Ε΄ καὶ τὴν Ϛ΄, στὸ ὁποῖο θὰ ἐτυμολογοῦνταν λέξεις τῆς καθημερινῆς ἐμπειρίας τῶν μαθητῶν. Τὰ κέρδη θὰ ἦταν πολλαπλὰ καὶ εὐεργετικά.

Πρῶτον: Τὸ αὐτονόητο. Ἡ μικρή, ἐξοπλιστικὴ ἡλικία εἶναι πρόσφορη γιὰ τὴν διδασκαλία τῆς Γλώσσας καὶ δὴ ἀντικειμένων ποὺ σχετίζονται μὲ τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά. Πολλοὶ ποὺ πρόλαβαν τὸ γερὸ ἑλληνικὸ σχολεῖο, μὲ τοὺς καλλιεργημένους δασκάλους, θυμοῦνται ἀκόμη καὶ ἀρχικοὺς χρόνους ρημάτων.

Δεύτερον: Θὰ ἀναχαιτιστεῖ ἡ ὀρθογραφικὴ ἀκαταληψία, ἀδιαφορία καὶ ἀκαταστασία. Καὶ γι’ αὐτὸ σίγουρα δὲν φταῖνε τὰ παιδιά. Ἀπὸ τὴν μία τὰ ἀνεπαρκῆ, ἐλλιπῆ καὶ ἀκατάλληλα γλωσσικὰ ἐγχειρίδια. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ διαιώνιση τῆς ἀπαράδεκτης σύστασης: «δὲν διορθώνουμε τὰ ὀρθογραφικὰ λάθη», (θυμόμαστε ἀκόμη τὸ κρανιοκενὲς σύνθημα «κάτω τὰ αἱματοβαμμένα γραπτά», λόγῳ τοῦ κόκκινου στυλοῦ). Ἀποτέλεσμα; Σὲ κάθε κείμενο δεκάδες τσαλακωμένες λέξεις, ἀγνώριστες, νεκρές. Ἀπὸ τὴν ἐμπειρία μου: Ἂν ἐξηγήσεις στὸ παιδὶ ὅτι ἡ λέξη «χείρ», σημαίνει χέρι, πολὺ εὔκολα θὰ βρεῖ τὴν χειραψία, τὸ χειροκροτῶ, τὸν χειρουργό, τὴν χειροτεχνία καὶ τὴν χειροδικία. Καὶ μάλιστα κατανοοῦν καὶ τὰ δεύτερα συνθετικὰ τῶν λέξεων, ὅπως ἄπτω(=ἀγγίζω), κροτῶ, ἔργο, τέχνη καὶ δίκη.

Τρίτον: Ἀποστολὴ τῆς Παιδείας εἶναι καὶ ἡ σύνδεση τῶν νέων μὲ τὸ παρελθόν. «Νὰ μὴν βαριέστε τὸ ψάξιμο καὶ νὰ μὴν κουράζεστε στὸ σκάψιμο», ἔλεγε ὁ Παλαμᾶς. Σκάψιμο στὶς ρίζες τῶν λέξεων εἶναι ἡ ἐτυμολογία καὶ προϋπόθεση γιὰ εἰς βάθος οἰκείωση τῆς γλώσσας μας. «Σκάβοντα»ς ὁ μικρὸς μαθητὴς τὴν λέξη «φθονῶ», γιὰ παράδειγμα, καταλήγει στὴν Ὀδύσσεια καὶ στὶς «ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου» καὶ θὰ τοῦ πεῖ ὁ δάσκαλος, διαβάζοντας τὸ λεξικό, ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸ «φθίνω» καὶ νά! τὸ «φθινόπωρο». Καὶ ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς χαρίζει τὰ καλούδια του «ἀφθόνως», μὰ ἐμεῖς φθονοῦμε καὶ λιώνουμε, φθίνουμε ἀπὸ ζήλεια, ζηλοφθονοῦμε… Μιλᾶμε γιὰ πανίδα καὶ χλωρίδα στὸ μάθημα τῶν Φυσικῶν καὶ ἀγνοοῦμε ὅτι ἡ πανίδα ἐτυμολογεῖται ἀπὸ τὸν μυθικὸ ποιμενικὸ θεὸ «Πάν», ὅπως καὶ ὁ πανικός. ( Στὸ λεξικὸ ὁμηρικῶν λέξεων τοῦ Ἰω. Πανταζίδη, τοῦ 1872, καταγράφονται 10.855 λέξεις, ἀπὸ τὶς ὁποῖες 3.055 τὶς χρησιμοποιοῦμε αὐτούσιες, πατρίδα, θάλασσα, ὅπλο, γάμος, πέλαγος…).
.                Ἐπιχείρηση «πανάκεια» ὀνόμασαν οἱ Ἄγγλοι τὸ πρόγραμμα ἐμβολιασμοῦ τῶν ὑπηκόων τους, στὴν ἀειθαλῆ καὶ ἀστείρευτη πηγή, τὴν γλώσσα μας, προσέτρεξαν, καὶ γιὰ τὴν ἐννοιολογική της σαφήνεια καὶ γιὰ τὴν ὀμορφιά της, ἀλλὰ καὶ γιατί ἡ λέξη περιβάλλεται μὲ κύρος καὶ σοβαρότητα. (Εἶμαι σίγουρος ὅτι οἱ ἡμέτεροι αὐτόχθονες δυτικολάγνοι καὶ ξιπασμένοι ὀψίπλουτοι θὰ ἐπέλεγαν μία ἀγγλική). Ἡ πανάκεια παράγεται, ἀπὸ τὸ παν+άκος, ποὺ σημαίνει θεραπεία, ἐξ οὗ καὶ ἀνήκεστος, ἀνίατος ἀσθένεια. Ἡ δὲ Πανάκεια, μὲ κεφαλαῖο,  ἦταν μία ἀπὸ τὶς κόρες τοῦ Ἀσκληπιοῦ, κατὰ τὴν μυθολογία, μαζὶ μὲ τὴν Ὑγεία καὶ τὴν Ἰασώ –ἀπὸ τὸ ἰάομαι-ἰῶμαι, ποὺ σημαίνει θεραπεύω καὶ ἀπὸ δῶ παράγεται ὁ ἰατρός, ἡ ἴαση καὶ ὅλα τὰ συμπαρομαρτοῦντα. Τὸ φυτὸ μαραίνεται χωρὶς τὴν ρίζα του. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὸ ὁλόδροσο δένδρο τῆς γλώσσας μας.

Τέταρτον: Πλὴν τῆς ἀνορθογραφίας πληγὴ πυορροοῦσα καί… ἀνήκεστος εἶναι ἡ λεξιπενία. Ὅσοι διδάσκουμε πολλὲς φορές, ἀκοῦμε τοὺς μαθητές μας νὰ ὁμολογοῦν μὲ ἀμηχανία καὶ θλίψη «δὲν ξέρω πῶς νὰ τὸ πῶ, κύριε!». Καὶ πῶς ἀλλιῶς; Μὲ τὶς καμμιὰ σαρανταριὰ «συνταγὲς μαγειρικῆς», ποὺ περιέχουν τὰ βιβλία τάχα καὶ Γλώσσας, θὰ ἐμπλουτιστεῖ τὸ λεξιλόγιό τους; Καὶ ἂς τὸ προσέξουμε αὐτό, ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὰ βιβλία οἱ «μεγάλες λέξεις». Ὁ σπουδαῖος Φώτης Κόντογλου στὴν «Βασάντα», γράφει. «Μία μία σβήνουν π τν γλῶσσα μας λέξεις μεγάλες, πως τιμή, ξιοπρέπεια, γνότητα, ρετή, φιλία… Δν ασθανόμαστε πς τ ν λείπουνε π τ στόμα μας τέτοιες λέξεις, σημαίνει πς σβήσανε π μέσα μας ο εγενέστερες φλέβες το νθρώπινου μεγαλείου». Τώρα μὲ τὴν τηλεκπαίδευση, ψυχοβγάλτης γιὰ γονεῖς καὶ δασκάλους, ἀκοῦμε τοὺς μαθητὲς νὰ χρησιμοποιοῦν τὴν ἀνάμεικτη καὶ παρδαλή, μὲ ὅρους τῶν νέων τεχνολογιῶν, γλῶσσα –ὅλες ξένες οἱ λέξεις της–  καὶ αἰσθανόμαστε ὅτι μᾶς μιλοῦν περίπου… κινέζικα. Τὸ μάθημα τῆς ἐτυμολογίας προσφέρεται καὶ γιὰ παραγωγὴ λέξεων, «λέξεων μεγάλων». Ἂν γνώριζε ὁ μαθητὴς τὴν ἐτυμολογία καὶ τὰ συνθετικὰ λέξεων ὅπως ἀρτοποιεῖο, ρυπογόνος, ὑδρόγειος, οἰκονομία, ναύσταθμος –τυχαῖα τὰ παραδείγματα– θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκρυπτογραφήσει ἑκατοντάδες ἄλλες. (Μὲ πόσο ἐνθουσιασμὸ ἄκουγαν οἱ μαθητές μου τὴν ἐτυμολογία τῶν λέξεων «χριστιανὸς» καὶ «Ἕλληνας». Ἡ πρώτη ἀπὸ τὸ Χριστὸς +ἀνειμι ἢ ἀνέω, ποὺ σημαίνει σηκώνω τὸν Χριστό, «ἐνδέδυμαι», ντύνομαι τὸν Χριστό. («Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε», διαβάζουμε στὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου). Γιὰ τὸ δὲ δεύτερο, ἐθνικό μας ὄνομα, δυσετυμολόγητο λόγῳ ἀρχαιότητας, ἐπιλέγω μία κατανοητὴ καὶ νόστιμη μᾶλλον παρετυμολογία. Προέρχεται ἀπὸ τὸ ἐν+λας, ποὺ σημαίνει πέτρα, λίθος. Ἀπὸ δῶ τὸ λαξεύω, τὸ λατομεῖο, τὸ λεωφορεῖο. Σχετίζεται μὲ τὸν μύθο τοῦ κατακλυσμοῦ τοῦ Δευκαλίωνος καὶ τῆς Πύρρας. Ὅταν ἔμειναν μόνοι, ζήτησαν ἀπὸ τὸν Δία, νὰ ξαναγίνει τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ὁ Δίας τοὺς εἶπε νὰ πετοῦν λίθους πίσω τους. Καὶ ἔτσι ἀπὸ τοὺς λίθους τοῦ Δευκαλίωνα ἔγιναν οἱ ἄντρες καὶ ἀπὸ τῆς Πύρρας, οἱ γυναῖκες, δηλαδή, ὁ λαός. (Ὑπάρχουν πολλὲς ἑρμηνεῖες γιὰ τὸ Ἑλλάς. Ἀπὸ τοὺς Σελλούς, ἀπὸ τὸ ἅλς-ἅλιος, ἥλιος καὶ λοιπά).

Πέμπτον: Τὸ μάθημα τῆς ἐτυμολογίας μπορεῖ νὰ συνοδεύεται μὲ κείμενα, ὅπως μύθοι τοῦ Αἰσώπου ἢ ἀκόμη καὶ Εὐαγγελικὲς Περικοπές. Μόνα τους τὰ παιδιὰ –τὸ βλέπω στὴν πράξη– μποροῦν νὰ ἐντοπίζουν λέξεις ποὺ καὶ σήμερα χρησιμοποιοῦμε, ὁπότε καμαρώνουν καὶ χαίρονται καὶ γιὰ τὴν πίστη τους καὶ γιὰ γλῶσσα τους καὶ γιὰ τὴν ἱστορία καὶ γιὰ τὴν καταγωγή τους. Αὐτὸ λέγεται ἐθνικὴ ὑπερηφάνεια, ποὺ τόσο ἔχουμε ἀνάγκη σήμερα ποὺ μᾶς «ἐκύκλωσαν ὥσπερ μέλισσαι κηρίον» τὰ παντοειδῆ προβλήματα καὶ οἱ πολεμοχαρεῖς ἐξ ἀνατολῶν μεμέτηδες…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

ΑΥΤΟΚΤΟΝΟΥΜΕ ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ

Αὐτοχειρία ἐκπαιδευτικὴ

τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ

ἐφημ. «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 09.02.20

.                     Ὑπάρχει ὁ ἐπαγγελματικὸς δημόσιος λόγος, ἡ δημοσιογραφία. Ἔχει ἀφετηρία τὴν κοινὴ σὲ μία συμβίωση ἀνάγκη τῆς πληροφόρησης καὶ ἀνταλλαγῆς ἀπόψεων. Εἶναι ὅπως ἡ κοινὴ ἀνάγκη τῆς ἐκπαίδευσης καὶ καλλιέργειας, ἡ ἀνάγκη ἀπονομῆς δικαιοσύνης, λειτουργίας τῆς ἀγορᾶς, τῶν ταχυδρομείων, τῆς ὕδρευσης – καὶ ὅσες ἀκόμα κοινὲς ἀνάγκες.
Ὀνομάζουμε κοινωνικ παρακμ τν μβλυνση κα πώλεια τς πίγνωσης τι συγκροτομε ργανωμένες συλλογικότητες γι ν κοινωνομε κοινς νάγκες. Καὶ ὀνομάζουμε ἀκμὴ τὴν κοινωνία τῶν ἀναγκῶν, ὅταν τὴ βιώνουμε, ἐμπειρικὰ καὶ αὐτονόητα, ὡς εὐταξία. Δηλαδή, ὅταν μᾶς δίνει χαρὰ πρώτιστη ἡ σχέση μὲ δευτερεύουσα τὴν ἱκανοποίηση τῆς ἀνάγκης. Ατ τν προτεραιότητα τς σχέσης τν φεραν στν νθρώπινη στορία ο λληνες ς θεσμικ ατημα.
.                     Σήμερα μοιάζει νὰ ἔχουμε ξεχάσει τὸ προνόμιο ποὺ κάποτε ἀξιωθήκαμε. Δὲν τὸ καταλαβαίνουμε καν τὸ προνόμιο, ὅταν μᾶς τὸ ἐξηγοῦν. Κρατμε τς λέξεις: πόλις, πολιτική, πολιτισμός, πο τώρα πι σημαίνουν τ κριβς ντίθετο π τν ρχική τους σημασία, παραπέμπουν σὲ θεσμικὰ μορφώματα ἐπινοημένα καὶ φτιαγμένα γιὰ νὰ ἐξασφαλίζουν τὴν ἀτομοκεντρικὴ αὐτονομία, τὴ θωράκιση συμφερόντων. Ἀπὸ καταβολῆς τοῦ ἑλληνώνυμου βαλκανικοῦ κρατιδίου, στρεβλώθηκε τὸ νόημα τῶν ὀνομάτων «δίχως αἰδὼ ἢ λύπην»: Μιλᾶμε γιὰ δημοκρατία, ἐνῶ ἡ πλειονότητα πουλάει τὴν ψῆφο της γιὰ νὰ κερδίσει, δημόσια ἀμειβόμενη, ἰσόβια ραστώνη καὶ ἀπραγία. Ὑπῆρξε πρωθυπουργὸς ποὺ καταξίωσε τὸν χρηματισμὸ σὰν «δικαίωμα» τοῦ δημόσιου λειτουργοῦ «νὰ κάνει ἕνα δῶρο στὸν ἑαυτό του» καὶ παρότρυνε τὸν ὑπουργὸ τοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ «τὰ δώσει ὅλα»: νὰ ἀδειάσει τὸ κοινωνικὸ χρῆμα στὰ πορτοφόλια τῆς κομματικῆς πελατείας.
.                     Ὁ ἐπαγγελματικὸς δημόσιος λόγος, ἡ δημοσιογραφία, καταγγέλλει, κατὰ καιρούς, τὰ κοινωνικὰ ἐγκλήματα τῶν ἐπαγγελματιῶν τῆς ἐξουσίας. Ἡ καταγγελία εἶναι μόνο πυροτέχνημα, ἀφοῦ οἱ ἐξουσιαστὲς ἔχουν προλάβει νὰ κατοχυρώσουν νομοθετικὰ τὴν ἀτιμωρησία τοὺς προσφέροντας, σπανιότατα, καὶ ἕναν ἀποδιοπομπαῖο τράγο (Τσοχατζόπουλο ἢ Παπαντωνίου) γιὰ νὰ ξεγελιῶνται οἱ μάζες. Καὶ εἶναι μεθοδευμένες οἱ καταγγελίες, ὥστε ἡ ἐμβέλεια τῶν συνεπειῶν τους νὰ ἐξαντλεῖται ἀποκλειστικὰ στὸ πεδίο ἐφήμερων ἐντυπώσεων.
.               Ἐπιπλέον, ἡ δημοσιογραφία σήμερα, γιὰ λόγους ἐπαγγελματικὰ καθιερωμένης δεοντολογίας, περιορίζει τὶς πολιτικὲς τῆς ἐπικρίσεως σὲ προγραμματικὰ προκαθορισμένους ἀντιπάλους – ἀποκλείεται μία φιλοκυβερνητικὴ ἐφημερίδα νὰ μεμφθεῖ ὑπουργὸ τῆς κυβέρνησης ἢ νὰ διαμαρτυρηθεῖ γιὰ τὴν ὑπουργοποίησή του, ἔστω κι ἂν πρόκειται γιὰ καταφανῶς ἀνεπιτήδειο ἢ καὶ διανοητικὰ καθυστερημένον. Σὲ αὐτὴν τὴν αὐτιστικὴ μονοτροπία προηγήθηκαν δουλοπρεπέστατα οἱ ἐφημερίδες τοῦ «ἀριστεροῦ» χώρου, αὐτοδιαφημιζόμενες σὰν «προοδευτικές».
.                     νήκεστη πι βλάβη ποτυπώνεται μφατικά, λλ κα πανουργότατα, στ γλῶσσα: Μὲ ἀπίστευτη ὑπομονὴ καὶ παραπειστικὴ δολιότητα, ὅσοι καπηλεύονται ἀδιάντροπα τὶς κοινωνικὲς εὐαισθησίες τῆς Ἀριστερᾶς χουν πιβάλει, στν κπαιδευτικ ποβαθμισμένη λλάδα, ν νομάζονται «προοδευτικο» ο θιαστες το σταλινικο φιάλτη κα τς ζαχαριαδικς φρικωδίας. Ἡ ἐμμονὴ σὲ προτεραιότητες συλλογικῆς καλλιέργειας, γλωσσικῆς κατάρτισης, πολιτισμικῆς αὐτοσυνειδησίας, κατασυκοφαντεῖται εὐθέως σὰν συντηρητικὴ τῆς στειρότητας, ἐθνικιστικὸς ἐπαρχιωτισμός, ὁπωσδήποτε ἢ σχεδὸν φασισμός.
.               Ἡ ἑλλαδικὴ κοινωνία ἔχει παγιδευτεῖ, τὰ τελευταῖα σαράντα χρόνια, σὲ οὐτοπίες: Οἱ λέξεις δὲν παραπέμπουν σὲ ρεαλιστικὰ δεδομένα, παραπέμπουν σὲ ἐντυπώσεις. Ἡ κυκλοφορία τῶν ἐφημερίδων καὶ ἡ ἐπίδραση τῶν ἐφημερίδων εἶναι κοινωνικὰ ἀσήμαντη, ἐπειδὴ στὸ παιχνίδι τῶν ἐντυπώσεων οἱ ἐφημερίδες (ὁ γραπτὸς λόγος, ἡ ἀνάγνωση, ἡ κριτικὴ λειτουργία τοῦ νοῦ) εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀνταγωνιστοῦν τὸ θέαμα, τὴν εἰκόνα. Δὲν μοιάζει νὰ ὑπάρχουν ἐφημερίδες ποὺ ἔχουν συνειδητοποιήσει τὸ ἀνέφικτο τῆς ἐπιβίωσής τους. Κατὰ κανόνα, συνεχίζουν νὰ ἀνταγωνίζονται τὴ λογική τῆς εἰκόνας, τὸ κυνηγητὸ τῶν ἐντυπώσεων, τὴ διαφημιστικὴ μικρόνοια, μήπως καὶ ἐπιβιώσουν.
.                     Ἐπιβιώνει ὡστόσο στὶς ἐφημερίδες, περιθωριακά, ὁ δοκιμιακὸς λόγος. Ὄχι ἡ ἐξηλιθιωτικὴ προτεραιότητα «εὐρημάτων» ἐντυπωσιασμοῦ, ἀλλὰ ἴχνη ἐμμονῆς στὴ λογικὴ ἀνάλυση καὶ στὴ σύνθεση «νοήματος» – ἡ γλῶσσα νὰ ὑπηρετεῖ τὴν κοινωνία τῆς ἐμπειρίας. Μοιάζει ἡ ἐμμονὴ νὰ εἶναι ματαιοπονία – τὰ ἠλεκτρονικὰ σχόλια ἀναγνωστῶν σὲ ἐφημερίδες πείθουν καὶ τὸν πιὸ αἰσιόδοξο ὅτι ποκατάσταση τς πληροφορίας π τν ντύπωση δν εναι περιπτωτικ νόσημα, εναι λοιμική.
.                     Ὑπάρχουν κοινωνίες ποὺ ἀντιστέκονται, ἐφημερίδες ποὺ διστάζουν νὰ ἐκμαυλιστοῦν ἀπὸ τὸ πρωτεῖο τῶν ἐντυπώσεων. Μία τέτοια ἀντίσταση στὴν Ἑλλάδα θὰ ἦταν προϋπόθεση ἱστορικῆς ἐπιβίωσης καὶ συλλογικῆς ἀξιοπρέπειας. Θὰ τὴν παραλλήλιζε κανεὶς μὲ κάτι σὰν «κρυφὸ σχολειό»: ἄμυνα τῆς ἀνθρωπιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ὅλα τὰ σκιάζει ἡ φοβέρα τῶν «Ἀγορῶν» καὶ τὰ πλακώνει ἡ σκλαβιὰ σὲ δανειστὲς καὶ «ἐπενδυτές».
.                     Εναι κρότατη δύνη, σφυκτικότερος πνιγμός: γλσσα πο μς τν δωσαν λληνική, ν κακοποιεται τιμωτικ κα ν γελοιοποιεται σ κάθε πτυχ το δημόσιου βίου, λειτουργικς ναλφαβητισμς ν μαστίζει τν μισ πληθυσμ τς χώρας, τ σχολει συνεχς ν ξευτελίζεται καὶ τὸ φροντιστήριο θριαμβικὰ νὰ ἡγεμονεύει, καὶ ὅμως πρώτη ἔγνοια τοῦ ὑπουργείου Παιδείας νὰ παραμένει ἡ ἐνίσχυση τοῦ ρόλου τῶν συνδικαλιστῶν στὴ λειτουργικὴ στελέχωση τῆς Ἐκπαίδευσης («Κ» 2.2.2020), ὅπως καὶ τὸ κομματικὸ ἀλισβερίσι γιὰ τὴν ἡγεσία τοῦ Ἰνστιτούτου Ἐκπαιδευτικῆς Πολιτικῆς, τοῦ ΔΟΑΤΑΠ, τῆς νεόφυτης Ἐθνικῆς Ἀρχῆς Ἀνώτατης Ἐκπαίδευσης! Μὰ τὴν ἀλήθεια, αὐτοκτονοῦμε παίζοντας καραγκιόζη.

 

 

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ τῶν ΤΟΝΩΝ καὶ τῶν ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ: ΜΙΑ ΑΛΛΗ, ΒΑΘΥΤΕΡΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Ο ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ:
ΜΙΑ ΒΑΘΥΤΕΡΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Γράφει ὁ Ἰωάννης Αὐξεντίου

.                 Σὲ αὐτὸ τὸ ἄρθρο δὲν θὰ ἐξετάσουμε ἐὰν τὸ πολυτονικὸ σύστημα γραφῆς προσφέρει ἢ ὄχι κάτι τὸ οὐσιαστικὸ στὴν ὀρθὴ κατανόηση τοῦ γραπτοῦ λόγου, οὔτε θὰ ἐρευνήσουμε πότε τοποθετήθηκαν τόνοι πάνω στὶς λέξεις γιὰ πρώτη φορά, καὶ ὅλη τὴ σχετικὴ θεματολογία. Ὁ σκοπὸς μᾶς εἶναι ἐντελῶς διαφορετικός: θέλουμε νὰ διερευνήσουμε τὰ ἐνδόμυχα, καὶ συχνὰ ἀσυνείδητα κίνητρα, ποὺ ὤθησαν ὅσους ἐπιδίωξαν τὴν κατάργηση τῶν διαφορετικῶν τόνων. Ἔτσι λοιπόν, θὰ ξεκινήσουμε ἀπὸ τοὺς τόνους γιὰ νὰ καταλήξουμε, στοὺς… ἐσωτερικοὺς Κόσμους.
.                 Οἱ δικαιολογίες ποὺ χρησιμοποίησαν ὅσοι ὑποστήριξαν τὴν κατάργηση τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος γραφῆς, εἶναι γνωστές: ἦταν περιττὸ (δὲν προσέδιδε κάτι τὸ οὐσιαστικὸ στὴν ἀνάγνωση), δαπανηρό, καὶ κόπος ἄνευ οὐσίας γιὰ τοὺς μαθητές. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, καὶ οἱ ἀναλύσεις ποὺ ἔκαναν οἱ ὑποστηρικτὲς τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος, ὅσον ἀφορᾶ τοὺς λόγους ποὺ ὁδήγησαν τὴν ἐξουσία νὰ τὸ καταργήσει, εἶναι καὶ αὐτὲς γνωστές: ἤθελαν νὰ κτυπήσουν τὴν παράδοση, τὴν πνευματικὴ συνέχεια, προτίμησαν τὴν εὐκολία κλπ. Κατὰ τὴν γνώμη μας αὐτὲς οἱ ἀναλύσεις, ἔχουν μία ἀλήθεια, ἀλλὰ αὐτὴ ἀποτελεῖ τὸ ἐπιφαινόμενο καὶ ὄχι τὸν πυρήνα, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀναδύθηκε ἡ θέληση γιὰ τὴν κατάργηση τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος.
.                 Πρῶτα ἀπὸ ὅλα πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ, ὅτι πάντα στὴν ἱστορία ἡ ἐπιθυμία γιὰ ἁπλούστευση, κατάργηση τοῦ “περιττοῦ”, τὸ μίσος γιὰ τὸν διάκοσμο, ἡ τάση πρὸς τὴν ἁπλότητα, τὸν μινιμαλισμό, προέρχονταν ἀπὸ τὶς δυνάμεις ποὺ τίθενται στὴν “ἀριστερὴ πλευρά”, μιλώντας μὲ ὅρους τῆς μεταφυσικῆς τοῦ χώρου. Γιὰ παράδειγμα, ὁ Ηans Sedlmayr παρατηρεῖ τὴν ἐπίδραση τοῦ Πουριτανικοῦ Προτεσταντισμοῦ στὴν τέχνη:
.                 «Ἕνα ἀπὸ τὰ πρωταρχικὰ φαινόμενα ἐκείνων τῶν κινημάτων ποὺ προετοίμασαν τὴν μοντέρνα τέχνη καὶ ποὺ ἀποτελοῦν γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἔτσι, τὸ ἔναυσμά της, εἶναι ἡ ἐπιδίωξη τῆς τέχνης καὶ ὅλων τῶν τεχνῶν νὰ εἶναι ἐντελῶς “καθαρές”. Μὲ τὸν ὄρο “καθαρὴ τέχνη” ἐννοοῦμε κάθε τέχνη ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπουσιάζουν ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα ποὺ χαρακτηρίζουν τὶς ὑπόλοιπες τέχνες. Δηλαδὴ στὴ ζωγραφικὴ νὰ μὴν ὑπάρχει τὸ πλαστικὸ καὶ τὸ ἀρχιτεκτονικὸ στοιχεῖο, στὴν ἀρχιτεκτονικὴ νὰ μὴν ὑπάρχει τὸ ζωγραφικὸ καὶ πλαστικὸ στοιχεῖο, στὴν γλυπτικὴ νὰ μὴν ὑπάρχει τὸ ζωγραφικὸ καὶ ἀρχιτεκτονικὸ στοιχεῖο. Ὅμως αὐτὸ τὸ εἶδος καθαρότητας εἶναι οὐσιαστικῶς ξένο στὴν τέχνη.(…) Μία ἀπὸ τὶς πηγὲς αὐτῆς τῆς ἐπιδίωξης γιὰ “καθαρότητα” θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναζητηθεῖ στὸν πουριτανικὸ Καλβινισμό».
.                 Καθαρότητα ὑπὸ ποία ἔννοια; Ὄχι φυσικὰ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἁγνότητας, ἀλλὰ μὲ τὴν γνωστικὴ ἔννοια τῆς ξάλειψης κάθε στοιχείου πο πενθυμίζει τ Βάθος, τ Μεγαλεο κα τ Μυστήριο τς Δημιουργίας. Γιὰ παράδειγμα, στὴν ἀρχιτεκτονική, μία κολόνα διακοσμημένη μὲ φύλλα καὶ κρινοειδεῖς ἕλικες μᾶς ταξιδεύει ἀκριβῶς μέσα σὲ αὐτὸ τὸ Μεγαλεῖο καὶ τὴ Δόξα τῆς Δημιουργίας. Ἀντίθετα, μία κολώνα “στεγνή”, χωρὶς κανένα διάκοσμο καὶ πλαστικότητα, ἀποτελεῖ ἁπλὰ ἕνα “ὀρθολογικὸ” στοιχεῖο στήριξης μίας δομῆς καὶ τίποτα ἄλλο. Πράγματι, ὁ διάκοσμος συνιστᾶ ἕνα ἀνορθολογικό, ἕνα “παράλογο” στοιχεῖο, μιᾶς καὶ δὲν ἔχει οὐσιαστικὴ πρακτικὴ χρησιμότητα. Γνωρίζουμε ὅμως ὅτι ἡ “ἀνορθολογικότητα” εἶναι ἄμεσα συνδεμένη μὲ τὸ Δέος, τὸ Βάθος, τὸ Μυστήριο, τὸ Μεγαλεῖο. Ἐδῶ, νὰ ὑπενθυμίσουμε τὴν ἐτυμολογία τῆς λέξης “διάκοσμος”: διὰ + κόσμος· ἡ λέξη “κόσμος” στὴν ἀρχαιότητα εἶχε τὶς ἔννοιες τῆς Τάξης (ἡ Τάξη τοῦ σύμπαντος τῶν Πυθαγόρειων), τῆς Εὐπρέπειας καὶ τοῦ Στολισμοῦ.
.                 Καὶ τώρα, νὰ μεταφερθοῦμε ἀπὸ τὴν ἀρχιτεκτονικὴ ἢ τὴ γλυπτική, στὶς λέξεις: «ἦτο ἑπόμενον», καί: «ήτο επόμενον». Ποιά εἶναι διαφορὰ ποὺ δημιουργεῖται στὴν ἐσωτερικὴ ἀντίληψη τῆς εἰκόνας αὐτῶν τῶν λέξεων; Στὴν πρώτη περίπτωση μᾶς δίνεται ἡ ἐντύπωση μίας “ὁλοκληρωμένης ζώσας ὑπόστασης”, εἶναι τὸ ἀνάλογο τῆς κολώνας διακοσμημένης μὲ φύλλα καὶ κρινοειδεῖς ἕλικες. Στὴν δεύτερη περίπτωση, ἀντιλαμβανόμαστε μία ἁπλὴ ὀρθολογικὴ ἀλληλουχία γραμμάτων ποὺ μεταδίδουν μία πληροφορία, ἕνα νόημα. Ἔτσι λοιπόν, ὁ “ἐξ ἀριστερῶν” προερχόμενος ἄνθρωπος , ὅταν βλέπει τὶς λέξεις: ἦτο ἑπόμενον, διερωτᾶται:
Α) «Ποι;a εἶναι ἡ ὀρθολογικὴ χρησιμότητα αὐτῶν τῶν τόνων»; Καὶ δίνει τὴν ἀπάντηση: «καμία». Ἔτσι καταλήγει: «διαπιστώνω ἕναν παραλογισμό, καὶ κατὰ συνέπεια (διαισθάνεται ἀσυνείδητα), ἔχουμε Ὑπαρξιακὸ Βάθος καὶ Μυστήριο. Ἐγὼ ὅμως αὐτὰ τὰ ἀρνοῦμαι.»
Β) «Πρὸς τί τόσος κόπος γιὰ τὴν ἐκμάθηση αὐτῶν τῶν σημείων»; Ἐδῶ ἐμφανίζεται ὁ Μηδενισμὸς τοῦ “ἐξ ἀριστερῶν” ἀνθρώπου: «ὁ διάκοσμος ἀπαιτεῖ ἕναν μόχθο, ποὺ εἶναι ἀνώφελος σὲ ἕνα κόσμο χωρὶς ἔννοια καὶ οὐσία.»
.                 Οἱ τάσεις ἁπλοποίησης, ἰσοπεδωτισμοῦ, ἡ ἀπέχθεια τοῦ στολισμοῦ, ἡ θέληση γιὰ τὸ πρακτικὰ ὀρθολογικό, ἡ συντόμευση τῆς διαδικασίας, τὸ ἀνούσιο τοῦ μόχθου, ἡ ἀπόρριψη τοῦ ὑπαρξιακοῦ βάθους, εἶναι στοιχεῖα τῆς ἀριστερῆς νοοτροπίας, στοιχεῖα τῆς γνωστικῆς ἐξέγερσης.

Υ.Σ. Μία ἀνάλογη ἑρμηνεία, φυσικὰ μὲ τὶς κατάλληλες προσαρμογές, μπορεῖ νὰ δοθεῖ καὶ γιὰ τὴν τάση τῆς ἀριστερᾶς νὰ προτιμᾶ τὴν προχειρότητα στὴν ἐνδυμασία. Στὰ στοιχεῖα ποὺ ἀναλύσαμε στὸ ἄρθρο, προστίθεται καὶ ἡ ἀπέχθεια τῆς ἀριστερᾶς γιὰ τὴν “ἱεραρχικὴ τάξη” καὶ ἑπομένως, ἡ ἀποστροφὴ γιὰ τὰ σύμβολα πού, κατὰ κάποιο τρόπο, τὴν ὑπενθυμίζουν (πχ. ἐπίσημη ἐνδυμασία, γραβάτα κλπ). Ἡ προτίμηση λοιπὸν τῆς ἀριστερᾶς γιὰ τὴν πρόχειρη ἐνδυμασία δὲν ὀφείλεται στὴν ἐναντίωσή της πρὸς τὸν ἀστικὸ κόσμο, καὶ τὴν θέλησή της νὰ προσλαμβάνει προλεταριακὴ ἐμφάνιση, διότι ὁ “ἁπλός”, ὁ φτωχὸς κόσμος, οὐδέποτε ἀρνήθηκε τὴν φροντισμένη ἐνδυμασία, ἰδιαίτερα ὅταν παρευρίσκεται σὲ ἐπίσημες ἐκδηλώσεις, σὲ ἑορτές, σὲ θρησκευτικοὺς χώρους, καὶ γενικότερα, στὸν βαθμὸ ποὺ μπορεῖ, πάντα φρόντιζε τὴν ἐνδυμασία του.

ΠΗΓΗ: paterikos.blogspot.com (ἀπὸ theodotus.blogspot.com)

 

 

,

Σχολιάστε

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Ἡ στάση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας
ἔναντι τῆς ἑλληνικῆς παιδείας
(ἀπόσπασμα Ὁμιλίας
τοῦ Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου
γιὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν
στὴν αἴθουσα Τελετῶν τοῦ Ἀριστοτελείου Παν/μίου Θεσσαλονίκης
στὶς 30.01.1998)

α) Στάση ἐκλεκτικότητας καὶ ἐπιλογῆς. Στὸ γνωστὸ ἔργο του «Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων», ὁ Μ. Βασίλειος παροτρύνει τοὺς νέους νὰ ἐπιλέγουν ἀπὸ τὴν κλασσικὴ παιδεία ὅπως οἱ μέλισσες τὰ ἄνθη καὶ τοὺς χυμούς, ποὺ θὰ τοὺς εἶναι ὠφέλιμα, καὶ νὰ ἀπορρίπτουν ὅσα εἶναι βλαβερά. Ἡ διακριτικὴ αὐτὴ διεργασία δὲν εἶναι εὔκολη, ὑπονοεῖ πάντως ὅτι ὑπάρχουν καὶ πολλὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα, στὴν κλασσικὴ ἑλληνικὴ παιδεία, τὴν ὁποία ὁ Βασίλειος παρομοιάζει μὲ τὴ φοίτηση τοῦ Μωϋσέως στὴ σοφία τῶν Αἰγυπτίων πρὶν νὰ προσέλθει «τὴ θεωρία τοῦ ὄντος», δηλαδὴ στὴ θέα τοῦ Θεοῦ στὸ ὅρος Σινᾶ. Τὴν ἴδια στάση τηρεῖ καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ἡ ἀρχή του ὡς πρὸς τὴν χρήση τῆς ἑλληνικῆς παιδείας εἶναι: κράτα τὸ ρόδον, ἀπόφευγε τὸ ἀγκάθι. Παρόμοιες εἶναι καὶ οἱ ἀπόψεις τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: «Εἰ γὰρ καὶ μή, καθὼς προσῆκε περὶ ἀναστάσεως, φιλοσοφοῦσιν ἅπαντες (οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες), ἀλλ’ ὅμως περὶ τῆς κρίσεως καὶ τῆς κολάσεως καὶ τῶν ἐκεῖ δικαστηρίων ἅπαντες συμφωνοῦσιν, ὅτι ἔσται τις τῶν ἐνταῦθα γινομένων ἀντίδοσις ἐκεῖ».
.                  Ἡ κλασσικὴ μόρφωση δὲν ἀπορρίπτεται ἐντελῶς ἀπὸ τὸν Χρυσορρήμονα: «Τί οὖν; κατασκάψομεν τὰ διδασκαλεῖα (τῶν εἰδωλολατρῶν Ἑλλήνων), φησίν; Οὐ τοῦτο λέγω, ἀλλ᾽ ὅπως μὴ τὴν τῆς ἀρετῆς καθέλωμεν οἰκοδομὴν καὶ ζῶσαν κατορύξωμεν τὴν ψυχήν».

β) «Καινοτομεῖν τὰ ὀνόματα». Ὅλες οἱ λέξεις ποὺ χρησιμοποιοῦμε στὴ γλῶσσα μας εἶναι σχετικὲς καὶ ἀνίκανες νὰ ἐκφράσουν πλήρως τὸ νοούμενο. Καμιὰ γλῶσσα δὲν εἶναι «ἱερή», οὔτε ἡ Ἑλληνικὴ οὔτε ἡ Ἑβραϊκή, ἂν καὶ ὁ Μ. Βασίλειος σημειώνει ἰδιαίτερα τὸ ὅτι οἱ Ἑβδομήκοντα δὲν μετέφρασαν, ἄλλα ἁπλῶς μεταγραμμάτισαν στὰ ἑλληνικὰ λέξεις, ποὺ ἀναφέρονται στὸ Θεό, ὅπως οἱ λέξεις Σαβαώθ, Ἀδωνάϊ, Ἐλωὶ κ.λπ. Παρὰ ταῦτα τόσον ὁ Βασίλειος ὅσον καὶ ὁ θεολόγος Γρηγόριος, ὑποστήριξαν μὲ ἐπιμονὴ τὸν ὅρο “ὁμοούσιος” τοῦ Συμβόλου τῆς Νικαίας, ἂν καὶ γνώριζαν ὅτι δὲν ὑπῆρχε στὴν Ἁγία Γραφή, καὶ ὅτι ἦταν δάνειο ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία. Ἔτσι οἱ Πατέρες αὐτοί, ἀλλὰ καὶ ἡ ὅλη Ἐκκλησία, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ χρήση τοῦ “ὁμοούσιος” ἀπὸ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, δὲν δίσταζαν νὰ χρησιμοποιήσουν φιλοσοφικοὺς ὅρους τῆς ἐποχῆς τους, καὶ μάλιστα νὰ τοὺς ἐπενδύσουν μὲ αὐθεντία δογματική, δηλαδὴ ἀκατάλυτη, καθιστώντας τους κατὰ κάποιο τρόπο ἀναντικατάστατους. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ φιλοσοφία, ὡς τὸ κύριο διαθέσιμο στὸν πολιτισμὸ τῆς ἐποχῆς μέσον ἐπικοινωνίας, ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιηθεῖ προκειμένου νὰ ἐνσωματωθεῖ στὸ πολιτισμικὸ γίγνεσθαι ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου.
.                    Ἔτσι ὁ Μ. Βασίλειος ἀποφαίνεται ὅτι εἶναι οὐσιῶδες καὶ ἀπαραίτητο γιὰ ὅσους θεολογοῦν «νὰ θεωροῦν τοὺς ὅρους ποὺ χρησιμοποιοῦνται στὴ θεολογία ὡς πρωταρχικῆς σημασίας, καὶ νὰ προσπαθοῦν νὰ ἐξάγουν ἀπὸ αὐτοὺς τὸ ὑποκρυπτόμενο σὲ κάθε φράση καὶ σὲ κάθε συλλαβὴ νόημα». Ἡ στάση αὐτὴ τῶν Πατέρων ἔναντι τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καὶ γλώσσης δηλώνει σαφῶς τὴν πρόθεσή τους νὰ μεταφέρουν ὁπωσδήποτε τὴ χριστιανικὴ πίστη στὸν πολιτισμὸ τῆς ἐποχῆς τους, ὅσους κίνδυνους καὶ ἂν αὐτὸ συνεπάγεται. Ἡ Πατερικὴ θεολογία ἀποτελεῖ αὐτὴ καθαυτὴν πολιτισμικὸ γεγονός. Ὄχι μόνο δὲν ἀρνεῖται νὰ χρησιμοποιήσει τὴ γλῶσσα τῆς φιλοσοφίας, ἀλλὰ – αὐτὸ εἶναι τὸ σημαντικό– ἐπιδιώκει καὶ κατορθώνει νὰ τῆς δώσει χριστιανικὸ περιεχόμενο, νὰ τὴν ἐκχριστιανίσει. Ἔτσι χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ τοὺς Πατέρες οἱ ὅροι οὐσία, φύση, ἐνέργεια, ὑπόστασις, πρόσωπον κ.λ.π., γιὰ νὰ πάρουν ὅμως ἄλλο περιεχόμενο, σύμφωνο μὲ τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ φιλοσοφία δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ φθάσει στὸν Θεό, ὁ Θεὸς ὅμως μπορεῖ νὰ τὴν χρησιμοποιήσει γιὰ τοὺς σκοπούς Του.

γ) Ἡ τρίτη ἀρχή, ποὺ διέπει τὴ στάση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἔναντι τῆς κλασσικῆς ἑλληνικῆς σοφίας, εἶναι καὶ ἡ πιὸ σημαντική. Πρόκειται γιὰ τὴν ὑπαρξιακὴ ἀναθεώρηση τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνισμοῦ μὲ βάση τὴ Βιβλικὴ θεώρηση τῆς σχέσεως Θεοῦ καὶ κόσμου, ἀνθρώπου καὶ ἱστορίας. «Τὸ κύριο διακριτικὸ στοιχεῖο τῆς Πατερικῆς θεολογίας ἦταν ὁ ὑπαρξιακός της χαρακτήρας». Ἡ φράση αὐτὴ ἀνήκει στὸν ἀείμνηστο π. Γ. Florovsky, καὶ δικαιώνεται πλήρως ἀπὸ τὰ Πατερικὰ κείμενα. Ὅταν κάνουμε λόγο γιὰ «ὑπαρξιακὴ» ἀναθεώρηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δὲν ἔχομε κατὰ νοῦν ἕνα συγκεκριμένο φιλοσοφικὸ σύστημα ἀνάλογο μὲ ἐκεῖνο, ποὺ εἶναι σήμερα γνωστὸ ὡς «ὑπαρξισμός». Ἐννοοῦμε τὸ ὅτι ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας δὲν ἀποβλέπει σὲ τίποτε ἄλλο παρὰ στὴν ἱκανοποίηση τῶν ὑπαρξιακῶν προβλημάτων τοῦ ἀνθρώπου, τὴ λύτρωση καὶ σωτηρία του ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα, τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο μέσα ἀπὸ μία συγκεκριμένη στάση ζωῆς, μία ὁρισμένη σχέση του μὲ τὸν Θεό, τοὺς συνανθρώπους του καὶ τὸν κόσμο. Ἡ θεολογία καὶ τὰ δόγματα δὲν εἶναι διανοητικὰ κατασκευάσματα, ποὺ ἀποβλέπουν στὴν ἱκανοποίηση τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου, ἀλλὰ σημεῖα, ποὺ παραπέμπουν σὲ ζητήματα ζωῆς καὶ θανάτου, ὑπάρξεως καὶ ἀνυπαρξίας. Ἔχουν σωτηριολογικὸ περιεχόμενο, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἠθικῆς βελτιώσεως, ἀλλὰ τῆς ὀντολογικῆς καταφάσεως καὶ βεβαιώσεως παντὸς ὅ,τι ὑπάρχει καὶ ἀπειλεῖται ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία καὶ τὸ θάνατο. Σὲ τέτοια θέματα δόθηκε ἡ πνευματικὴ μάχη μεταξὺ Πατερικῆς θεολογίας καὶ ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, καὶ στὸ ἐπίπεδο αὐτὸ κρίθηκε τελικὰ ἡ διαμόρφωση τῆς ἑλληνικῆς ταυτότητας κάτω ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τῆς χριστιανικῆς πίστεως.

, , , , , ,

Σχολιάστε