Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Γλῶσσα

ΧΡHΣΙΜΑ ΣΥΜΠΕΡAΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΥΤΟΝΙΚO

 

 Χρήσιμα συμπεράσματα γιὰ τὸ πολυτονικό

Ἀντώνιος Α. Ἀντωνάκος
Κλασσικός φιλόλογος – Ἱστορικός – συγγραφέας
ἐφημ. «Δημοκρατία», 11.11.18

.             Ἀπὸ τὶς ἐπιστημονικὲς ἔρευνες που ἔχουν γίνει τὰ τελευταῖα χρόνια τόσο στὴν Ἑλλάδα ὅσο καὶ στὸ ἐξωτερικό ἔχει πιστοποιηθῆ ἀκόμη περισσότερο ἡ ἀξία τῆς κλασσικῆς ἑλληνικῆς καὶ τοῦ πολυτονικοῦ στὴν καταπολέμηση τῶν μαθησιακῶν δυσκολιῶν. Τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ μᾶς χρειάζονται ὄχι γιὰ λόγους ἐθνικῆς ὑπερηφάνειας, ἀλλὰ διότι τὰ ἔχει ἀνάγκη ὁ ἐγκέφαλος ὅλων τῶν ἀνθρώπων γιὰ νὰ βελτιώσει τὴν εὐφυΐα του. Τί ἐννοῶ μὲ αὐτό;
.             Ἐνῶ, δηλαδή, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν σχεδὸν τὸν ἴδιο ἀριθμὸ νευρώνων στὸν ἐγκέφαλό τους, διαφέρουν στὸν ἀριθμὸ τῶν νευρικῶν συνάψεών τους. Καὶ οἱ νευρικὲς αὐτὲς συνάψεις ἔχουν τὴν μία καὶ μοναδικὴ ἰδιότητα, νὰ αὐξάνουν σὲ ἀριθμὸ κάθε φορὰ ποὺ δέχονται καινούργιο ἐρεθισμό. Σὲ αὐτὴν τὴν παράμετρο τὰ πρωτεῖα κατέχει ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα. Ὁ λόγος εἶναι πολύ ἁπλὸς ἀλλὰ καὶ πολύ σημαντικός. Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει ἑκατοντάδες χιλιάδες λέξεις, ἑκατομμύρια λεξιτύπους, τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα καὶ τὶς τεράστιες δυνατότητες συνδυασμοῦ τῶν λέξεών της σὲ λογικές, συντακτικῶς ὀρθὲς δομὲς.
.              Τὸ συμπέρασμα λοιπὸν ποὺ προκύπτει εἶναι ὅτι ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ δημιουργεῖ κάθε ἡμέρα, κάθε ὥρα καὶ κάθε στιγμή καινούργιους ἐρεθισμοὺς, ἑπομένως καὶ καινούργιες νευρικὲς συνάψεις, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ αὐξάνει τὴν εὐφυΐα τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐτὸ καὶ στὸ ἐξωτερικό, ὅταν οἱ γονεῖς προσφεύγουν σὲ εἰδικοὺς γιατροὺς γιὰ τὶς μαθησιακὲς δυσκολίες τῶν παιδιῶν τους, ἐκεῖνοι τοὺς συνιστοῦν τὴν ἐκμάθηση μιᾶς κλασσικῆς γλώσσας καὶ κυρίως τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς καὶ τῆς κινεζικῆς.
.                Γιὰ τὴν σοβαρότητα καὶ τὴν σημασία αὐτῶν τῶν διαπιστώσεων ἔχουμε νὰ παραθέσουμε κάποια σημαντικὰ καὶ ἀξιόλογα παραδείγματα. Ὁ Ἀνδρέας Δημητρίου, καθηγητὴς στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Κύπρου, εἶχε διεξαγάγει ἔρευνα κατὰ τὸ 2004 στὴν Θεσσαλονίκη, μὲ τὴν Zhung Xiung Kui καὶ ἄλλους Ἕλληνες καὶ Κινέζους συναδέλφους του, ἐξετάζοντας Ἑλληνόπουλα καὶ Κινεζόπουλα 8-14 ἐτῶν. Μάλιστα, μέτρησαν τὶς ἴδιες μὲ τὴν έδῶ διεξαχθεῖσα ἔρευνα τοῦ Ἀνοικτοῦ Ψυχοθεραπευτικοῦ Κέντρου τοῦ ψυχιάτρου δρος Γιάννη Τσέγκου ἱκανότητες καὶ λειτουργίες.
.                Τὰ ἀποτελέσματα ἔδειξαν ὅτι τὰ Κινεζάκια ὑπερτεροῦσαν τῶν δικῶν μας ἑλληνοπαίδων στὶς ὀπτικοαντιληπτικὲς λειτουργίες καὶ ἡ ὑπεροχὴ αὐτὴ ἀποδίδεται στὴν ὑπερεντατικὴ προσπάθεια τοῦ νὰ ἐκμάθουν τὰ ἰδεογράμματα τῆς ἀρχαίας κινεζικῆς, τῆς μανδαρινικῆς. Ἡ ἔρευνα αὐτή δημοσιεύθηκε τὸν Δεκέμβριο τοῦ 2004, ἑπτὰ μῆνες μετὰ τὴν πρώτη ἀνακοίνωση τῆς ὁμάδος Τσέγκου. Αὐτὰ μὲ τὶς ἔρευνες σὲ Κινέζους καὶ δυτικούς. Ἐμεῖς, ὅμως, δηλαδὴ τὸ κράτος ἢ, ἀκριβέστερα, τὰ κόμματα, χάριν τῶν ἐφημερίδων καὶ μέσῳ ἐπιλεγμένων «ἁρμοδίων», ἐξακολουθοῦμε νὰ παρέχουμε «εὐκολίες» ἐν ὀνόματι μιᾶς ἀχαρακτήριστης «προοδευτικότητος».
.                 Ἐπίσης, στὸ ἀξιόλογο περιοδικὸ «ΕΥΘΥΝΗ» εἶχε διαπιστωθῆ, λίγα χρόνια πρὶν ἀπό τὴν ἀνωτέρω ἔρευνα, τὸ ἴδιο ἀκριβῶς ἀποτέλεσμα, ὅπου ὁ πρέσβυς Μ. Μεγαλοκονόμος περιέγραψε τὸν διάλογο ἑνὸς Ἕλληνος πολιτικοῦ καὶ ἑνὸς φίλου του, ποὺ εἶχε γνωρίσει ἀπὸ κοντά τὴν Κίνα καὶ τοὺς Κινέζους. Τὸ ἐρώτημα τοῦ πολιτικοῦ ἦταν: «Πῶς τὰ καταφέρνουν οἱ Κινέζοι μαθητὲς νὰ εἶναι πρῶτοι σὲ ὅλους τοὺς διεθνεῖς διαγωνισμοὺς Μαθηματικῶν καὶ Φυσικῆς καὶ οἱ Κινέζοι φοιτητὲς νὰ διαπρέπουν στὰ ἀμερικανικὰ πανεπιστήμια;» Ἡ ἀπάντηση ποὺ δίδει ὁ γνώστης τῆς Κίνας εἶναι ἐντυπωσιακὴ καὶ μᾶς κάνει ὄχι μόνο νὰ μελαγχολοῦμε ἀλλὰ καὶ νὰ θυμώνουμε καὶ νὰ ἀγανακτοῦμε γιὰ τὴν ἑλληνικὴ γλωσσικὴ καὶ τήν ἐκπαιδευτικὴ πολιτική.
.                Τὸ μεγάλο μυστικὸ λοιπόν τῶν Κινέζων εἶναι ὅτι τὰ μικρὰ παιδιὰ ἀφιερώνουν χρόνο, κόπο καὶ πνευματικὴ προσπάθεια στὶς δύο πρῶτες τάξεις τοῦ δημοτικοῦ γιὰ νὰ μάθουν τό πολύ δύσκολο κινεζικὸ ἀλφάβητο, μὲ τά πολλὲς ἑκατοντάδες ἰδεογράμματα, καὶ μάλιστα ἀνθίστανται σὲ κάθε πρόταση γιὰ ἁπλούστευση τοῦ ἀλφαβήτου τους. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ μαθησιακὴ προσπάθεια τῶν μικρῶν Κινέζων εἶναι ποὺ προπονεῖ τὸ μυαλό τους καὶ ἑτοιμάζει τὸν ἐγκέφαλό τους γιὰ μεγάλα ἐπιστημονικὰ ἐπιτεύγματα.
.              Ἀλλὰ καὶ οἱ Ἰάπωνες διεπίστωσαν κάτι ἀντίστοιχο. Πρίν ἀπό λίγα χρόνια, ὅταν ἀκούσθηκαν καὶ ἐκεῖ ἀπόψεις ὑπέρ τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου, ἡ κυβέρνηση ἀντέδρασε σωστά καὶ σοβαρά, ὅπως ἁρμόζει σὲ κυβέρνηση εὐνομουμένου καὶ σοβαροῦ συγχρόνου κράτους καὶ ὄχι σὲ ὑπνοβάτες τῆς πολιτικῆς. Ἀνέθεσε τό θέμα σέ μία Ἐπιτροπή Γλωσσολόγων, Παιδαγωγῶν, Οἰκονομολόγων καὶ ἄλλων ἐπιστημόνων καὶ μετά δύο χρόνια μελέτης ἐκεῖνοι κατέληξαν στὸ ἀκόλουθο συμπέρασμα-ἐντολή, τὸ ὁποῖο ἦταν τὸ ἑξῆς: «Μήν κάνετε καμία ἁπλούστευση στὸ ἀλφάβητό μας. Μὴ συζητήσετε οὔτε ὡς ἀστεῖο τὴν εἰσαγωγή τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου, διότι ἡ πνευματικὴ προσπάθεια ποὺ καταβάλλουν τά παιδιά μας γιὰ νὰ μάθουν τὰ δύσκολα ἰδεογράμματα ἀποτελεῖ τὴν βάση τοῦ οἰκονομικοῦ θαύματος τῆς Ἰαπωνίας»!
.                 Ποιά διεπιστημονική ἐπιτροπή, ὅμως, ρώτησαν οἱ μισοκοιμώμενοι βουλευτές τοῦ ἑλλαδικοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ποιόν εἰδικὸ συμβουλεύθηκαν, ὅταν ἐλάμβαναν τὴν ἀπόφαση νὰ καταργήσουν ἐν μιᾷ νυκτὶ τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα; Ἡ ἐρώτηση, βεβαίως, εἶναι ρητορική! Κανέναν!

 

Advertisements

,

Σχολιάστε

ΕΛΛΗΝΙΚΑ: Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΓΛΩΣΣΑ

ΕΛΛΗΝΙΚΑ: Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΓΛΩΣΣΑ

Ἀθανάσιος Παπανδρόπουλος
ἐφημ. «ΕΣΤΙΑ», 19.03.2018

Ἕνα βιβλίο-ὕμνος τῆς Andrea Marcolongo, ἑλληνίστριας, ἀποφοίτου τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Μιλάνου

.               Τὰ χαρτιὰ τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς πολιτισμικῆς κληρονομιᾶς μας, τῆς ἀνακαλύψεως τοῦ ὀρθοῦ λόγου ἀπὸ τοὺς προσωκρατικοὺς φιλοσόφους μας, καὶ τῆς γλώσσας μας, ἀποτελοῦν κορυφαία συγκριτικὰ πλεονεκτήματα στὸν σημερινὸ κόσμο τῆς παγκοσμιοποίησης, τῆς μαζικῆς παραγωγῆς καὶ κατανάλωσης. Ἀρκεῖ κάποιοι νὰ τὸ καταλάβουν καὶ νὰ κάνουν τὶς ἀπαραίτητες προσπάθειες γιὰ νὰ τὰ ἀξιοποιήσουν.
.               Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὀπτικὴ γωνία, τὸ βιβλίο τῆς ἑλληνίστριας Andrea Marcolongo, ποὺ μεταφράστηκε στὰ ἑλληνικὰ καὶ κυκλοφόρησε ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Πατάκη, εἶναι ἕνας ὕμνος γιὰ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα ποὺ δὲν πρέπει νὰ περάσει ἀπαρατήρητος. Μὲ τίτλο Ἡ Ὑπέροχη Γλῶσσα, τὸ βιβλίο μιλάει γιὰ τὴν ἀρχαία ἑλληνική, ἀλλὰ ὑπὸ πρίσμα ποὺ ἐντυπωσιάζει. Καὶ τοῦτο διότι, κατὰ τὴν συγγραφέα, ἡ κατανόηση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὑπῆρξε πάντα τὸ μεγάλο ἐρωτηματικὸ στὴν ζωή της καὶ σὲ αὐτὴν ἀφιέρωσε κάμποσες νύχτες ἀγρύπνοιας. Ἤδη δέ, τὸ βιβλίο ἔχει ξεπεράσει τὶς 100.000 πωλήσεις στὴν Ἰταλία καὶ μεταφράζεται καὶ σὲ ἄλλες γλῶσσες.
.               Ἐντυπωσιακὸς εἶναι ἐπίσης καὶ ὁ πρόλογος τῆς συγγραφέως στὴν ἑλληνικὴ ἔκδοση τοῦ βιβλίου, τὸ ὁποῖο προσφέρει στὸν ἀναγνώστη μοναδικὲς ἐμπειρίες ἐμπνεύσεως καὶ γνώσης: «Εἶναι πραγματικὰ μαγικὸ νὰ βλέπω τὶς λέξεις μου, τὶς ἰταλικὲς λέξεις, νὰ ἱστοροῦν τὴν δική σας γλῶσσα, τὴν ἀρχαία ἑλληνική, ποὺ ἡ Βιρτζίνια Γοὺλφ τὸ 1905 ὅριζε ὡς The Magic Language. Χάρη σὲ ἐσᾶς, οἱ λέξεις μου ὁλοκληρώνουν τὸ ταξίδι τους σὲ ὅλο τὸν κόσμο καὶ σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες στὶς ὁποῖες μεταφράστηκαν, γιὰ νὰ ἀγκυροβολήσουν στὸ τελικό τους λιμάνι, τὴν σημερινὴ Ἑλλάδα.
.               »Θαρρεῖς πὼς ἐκείνη ἡ θεώρηση τοῦ κόσμου, μοναδικὴ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων –ἀπὸ τὸν πολὺ ἰδιαίτερο τρόπο νὰ σκέφτονται τὸν χρόνο μέχρι τὴν ἔκφραση τῆς ἐπιθυμίας, ἀπὸ τὴν ἱκανότητα νὰ ἐκφράζουν τὸν ἔρωτα καὶ νὰ ξεπερνοῦν τὸ φράγμα ποὺ ὑψώνουν τὰ γένη τῶν ὀνομάτων καὶ τῆς ζωῶς– ἔχει ξεκινήσει τὸ τελευταῖο της ταξίδι, ἐκεῖνον τὸν νόστο ποὺ εἶναι μόνο δικός σας, ποὺ ἀνήκει σὲ ἐσᾶς, τοὺς σύγχρονους Ἕλληνες. Σὰν τὸν Ὀδυσσέα, χάρη σὲ αὐτὴ τὴν ἔκδοση τῶν ἐκδόσεων Πατάκη ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα, ποὺ ζεῖ καὶ ὑπάρχει ἐδῶ καὶ πάνω ἀπὸ δύο χιλιάδες χρόνια, ἐπιστρέφει στὸ σπίτι της, στὴν Ἰθάκη τῆς γλώσσας σας.
.               »Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ταξίδι ποὺ ἔφτασε σὲ κάποιον προορισμὸ καὶ δὲν ἀναγκάστηκε νὰ ἀναμετρηθεῖ μὲ τὴν διαφορετικότητα ποὺ συνάντησε στὴν πορεία: ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι ἀνεπανόρθωτα διαφορετική, γι’ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς “οἱ ξενοι” νιώθουμε γι’ αὐτὴν κάτι σὰν θλίψη, λὲς καὶ πρόκειται γιὰ μία ἱστορία ἀγάπης ποὺ δὲν ζήσαμε ἀλλὰ πάντα λαχταρούσαμε. Ἐσεῖς οἱ Ἕλληνες, οἱ μόνοι στὸν κόσμο, αὐτὴ τὴν ἱστορία ἀγάπης τὴν ζήσατε.
.               »Δὲν ἔχει σημασία ἂν γνωρίζετε ἀρχαία ἑλληνικὰ ἢ ὄχι, αὐτὸ τὸ βιβλίο εἶναι ἀφιερωμένο σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀναζητοῦν λέξεις γιὰ νὰ μιλήσουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους, στὴν σύγχρονη ἐποχή. Ἡ Ὑπέροχη Γλῶσσα δὲν εἶναι ἕνα παραδοσιακὸ ἐγχειρίδιο, ἕνα ἀκαδημαϊκὸ δοκίμιο, ἕνα μάθημα ἀπὸ καθέδρας. Εἶναι μία συνταρακτικὴ ἔκφραση καὶ δομὴ τῆς ψυχῆς μέσῳ μίας γλώσσας ἀρχαιότατης ποὺ ποτὲ δὲν ὑπῆρξε πιὸ σύγχρονη, ὅσο ἡ δική σας.
.               »Μὲ αὐτὸ τὸ βιβλίο ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα ξαναγύρισε σὲ ἐμένα, ποὺ πάντα τὴν ἀγαποῦσα, καὶ τώρα ἐπιστρέφει σὲ ἐσᾶς, ἐπιστρέφει στὴν πατρίδα της, στὸν δικό σας τρόπο σκέψης, στὶς λέξεις σας καὶ στὶς καθημερινές σας πράξεις. Ἐπιστρέφει γιατί ποτὲ δὲν ἔφυγε. Κλασσικὸ δὲν εἶναι κάτι ἀρχαῖο, παλιό, ἀλλὰ κάτι ποὺ δὲν ἔπαψε ποτὲ νὰ ἔχει κάτι νὰ πεῖ, ἔλεγε ὁ Ἰταλὸς Καλβίνο. Μέσῳ τῆς Ὑπέροχης Γλώσσας ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει πολλὰ νὰ σᾶς πεῖ –καὶ πολλὰ νὰ σᾶς ρωτήσει.
.               »Πότε ἦταν ἡ τελευταία φορὰ ποὺ εἴπατε σ’ ἀγαπῶ στ’ ἀλήθεια; Ποῦ δώσατε ὅλο σας τὸν ἑαυτὸ γιὰ νὰ ὑλοποιήσετε ἕνα ὄνειρο; Πότε νιώσατε στ’ ἀλήθεια ἐλεύθεροι νὰ διαθέσετε ὅπως θέλετε τὴν ζωή σας καὶ ἑπομένως ἀναλάβατε ἀναγκαστικὰ τὴν ἡρωϊκή, ἀπόλυτα ἑλληνικὴ εὐθύνη νὰ πάρετε μία ἀπόφαση ποὺ ἄλλαξε γιὰ πάντα τὴν πορεία τῆς ζωῆς σας;
.               »Ἡ Ὑπέροχη Γλῶσσα ἀποδεικνύει αὐτὸ ποὺ πίστευα πάντα, ἀπὸ τότε ποὺ κοριτσάκι ἀκόμα ἐρωτεύτηκα τὰ ἑλληνικὰ καὶ τὰ ἔκανα πυξίδα τῆς καθημερινῆς κοσμικῆς ζωῆς μου, σὲ χαρὲς καὶ λύπες, σὲ ἕναν σημερινὸ κόσμο τόσο γεμάτο μὲ ἀντιθέσεις: δὲν ὑπάρχουν νεκρὲς ἢ ζῶσες γλῶσσες, ὑπάρχουν γλῶσσες καρποφόρες, τόσο γόνιμες ὅσο ἡ ἑλληνική, ποὺ νὰ γίνονται κομμάτι τῆς δικῆς σας μητρικῆς γλώσσας, τόσο ἰσχυρὲς ποὺ νὰ γίνονται κομμάτι τοῦ ἑαυτοῦ σας.
.               »Τελειώνοντας τὴν ἀνάγνωση τοῦ βιβλίου, ἴσως νιώσετε νοσταλγία, ὄχι γιὰ μία ἐποχὴ ὅπως τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας, ἀλλὰ γιὰ ἕναν τρόπο νὰ βλέπετε καὶ νὰ μπορεῖτε νὰ ἐκφράζετε τὸν κόσμο μὲ λέξεις, ἕναν τρόπο σαφῆ, λιτό, αἰχμηρό, ἀποτέλεσμα μίας διαδικασίας καὶ μίας σκέψης στὰ μέτρα τοῦ ἀνθρώπου».
.               Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ λόγια της συγγραφέως, μήπως ἔχει ἔλθει ἡ ὥρα νὰ ξανασκεφτοῦμε αὐτὰ ποὺ ἀλόγιστα καταστρέφουμε, ὅπως τὴν γλῶσσα, καὶ νὰ δοῦμε τί μποροῦν νὰ μᾶς προσφέρουν;

 

 

ΠΗΓΗ: tovimatisaigialeias.gr

Σχολιάστε

«MΙΑ ΓΛΩΣΣΑ ΒΑΘΙΑ ΣΑΝ ΘΑΛΑΣΣΑ»

 

«Μιὰ γλῶσσα βαθιὰ σὰν θάλασσα»

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.               Τὰ λόγια ποὺ ἀκολουθοῦν – ἐγκώμιο τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας – ἀκούσθηκαν ἀπὸ τὸ ἐπισημότερο βῆμα τοῦ ἔθνους μας, αὐτὸ τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων. Καὶ δὲν ἀκούσθηκαν ἀπὸ Ἕλληνα· ἀπὸ μιὰ φοιτήτρια ἀπὸ τὸ μακρινὸ Κίεβο ἐκφωνήθηκαν. Μιὰ κοπέλα, ποὺ θέλησε νὰ γνωρίσει τὸν θησαυρὸ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καί, μαγεμένη ἀπὸ αὐτόν, ἐξέφρασε ἀπὸ τὸ βῆμα αὐτό, μεταξὺ ἄλλων, τὰ παρακάτω:
.               «Θυμᾶμαι ὅτι κάποιος μοῦ εἶπε: ‘‘Κάνεις λάθος (σ.σ. ἐννοεῖ στὴν ἐπιλογή της νὰ διαλέξει ὡς γλώσσα ἐκμάθησης τὴν Ἑλληνική)… εἶναι μιὰ δύσκολη γλώσσα… καὶ ἂν τυχὸν καταφέρεις νὰ τὴ μάθεις, δὲν θὰ μπορέσεις νὰ βρεῖς δουλειά” (σ.σ. ὡς μεταφράστρια, ὅπως τὸ ἤθελε). Ἀκουγόταν σὰν πρόκληση. Δὲν σᾶς κρύβω, ἦταν τὸ πρῶτο καὶ καλύτερο λάθος ποὺ εἶχα διαπράξει στὴ ζωή μου. Ἤδη ἀγάπησα τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα ἀπὸ τὸ πρῶτο μάθημα. Τὴν ἀγάπησα γιὰ τὴν ψυχή της, τὸν πλοῦτο της, γιὰ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ἐκφραστικότητά της. Καὶ ξέρετε κάτι; Ἀνακάλυψα πὼς μόνον οἱ ἄνθρωποι μὲ ἐκλεκτὸ γοῦστο μπαίνουν στὴ διαδικασία νὰ μάθουν μιὰ τόσο μοναδικὴ ξένη γλῶσσα, ὅπως εἶναι τὰ Ἑλληνικά, μιὰ γλῶσσα βαθιὰ σὰν θάλασσα ποὺ σὲ καλεῖ νὰ μπεῖς στὰ βαθιὰ νερά της. Καὶ μπαίνεις, καὶ μαθαίνεις νὰ κολυμπᾶς μέσα στὰ κύματα. Μαζὶ μὲ τὴ γλῶσσα ἀγάπησα καὶ τοὺς ἀνθρώπους».
.               Πρόκειται γιὰ τὴ μεταπτυχιακὴ φοιτήτρια Μαρίνα Ντμιτρουσένκο, μαθηματικό, ἡ ὁποία παρακολούθησε τὸ πρόγραμμα Θερινῶν Ὑποτροφιῶν Ἑλληνικῶν Σπουδῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, πρόγραμμα ποὺ λειτουργεῖ ἐδῶ καὶ 30 χρόνια καὶ φιλοξενεῖ φοιτητὲς ξένων πανεπιστημίων, προκειμένου νὰ τοὺς φέρει σὲ ἐπαφὴ καὶ γνωριμία μὲ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα, σπουδὲς καὶ πολιτισμό. Κατὰ τὸ φετινὸ πρόγραμμα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐκμάθηση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας οἱ ξένοι φοιτητὲς μπόρεσαν νὰ ἀκούσουν διαλέξεις μὲ θέματα ποὺ ἀφοροῦσαν στὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ πολιτισμό, τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία, τὴ λογοτεχνία, τὴν Κύπρο, τὴ Μακεδονία κ.ἄ.
.               Τί νὰ σχολιάσει κανεὶς ἀπὸ τὸ «ποίημα» ποὺ ἐκφώνησε ἡ νεαρὴ Οὐκρανὴ φοιτήτρια γιὰ τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα; Καὶ εἶναι κρίμα ποὺ οἱ Ἕλληνες μαθητὲς δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ καταλαβαίνουν τὴ γλώσσα τοῦ Βιζυηνοῦ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη, τὴ γλῶσσα τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτὴ τὴ γλῶσσα, ποὺ εἶναι «βαθιὰ σὰν θάλασσα», ποὺ μπορεῖ νὰ ἐκφράζει νοήματα τόσο λεπτὰ καὶ ἐξευγενισμένα, σὰν τὸν ἦχο ἀπὸ τὸν φλοῖσβο τοῦ κύματος στὴν ἀκρογιαλιά, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τόσο δυνατὰ καὶ μὲ πάθος φορτισμένα, σὰν τὸν ρόχθο τῶν κυμάτων πάνω στὰ βράχια…
.               Ἀλλὰ μήπως πρέπει νὰ πᾶμε στὸ Κίεβο ἢ ἀκόμη καὶ σ᾿ αὐτὸ τὸ Κονγκὸ τῆς Ἀφρικῆς γιὰ νὰ μᾶς μάθουν ἐκεῖ «τὴν ψυχή, τὸν πλοῦτο, τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ἐκφραστικότητα» τῆς γλώσσας μας; Καθόλου παράξενο κι αὐτό, μὲ τὶς ἐδῶ ἐπιλογὲς τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας γιὰ τὴν Α΄βάθμια καὶ Β΄βάθμια ἐκπαίδευση.

 

Σχολιάστε

«ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΑΜ καὶ ΝΑΝΙ»: ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ… ΡΙΖΕΣ ΜΑΣ (Δ. Νατσιός)

«Κάνουμε μμ κα νάνι»:
πιστροφ στς… ρίζες μας

Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος -Κιλκίς

«Γιατί νὰ μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ ἑπόμενες γενιές; Τί ἔκαναν ποτὲ αὐτὲς γιὰ μᾶς;» [Γ. Μὰξ (κωμικὸς)]

.           Τὸ ρῆμα εἴναι  τὸ βασικὸ μέρος τοῦ λόγου. Ἄλλωστε καὶ ἡ λέξη «ρῆμα» σημαίνει λόγος. ( « …πᾶν ῥῆμα ἀργὸν ὃ ἐὰν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι», διαβάζουμε στὰ κατὰ Ματθαῖον ιβ´ 36). Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀποπτώχευση τοῦ λεξιλογίου ἔχει ἀρχίσει ἀπὸ τὰ ρήματα. Ὑπάρχει μάλιστα κι ἕνα ρῆμα, ρῆμα-τσίχλα θὰ τὸ ὀνομάζαμε,  τὸ συχνόχρηστο «κάνω». Πάρα πολλὲς λέξεις-σημασίες  τῆς ἑλληνικῆς ἔχουν ὑποκατασταθεῖ στὴν χρήση τους ἀπὸ τὸ ρήμα  «κάνω». Νὰ σημειώσω , σκωπτικῶς καὶ περιπαικτικῶς, ὅτι τὸ ρῆμα «κάνω» τὸ ἔχει μέσα του ὁ ἄνθρωπος ἐκ γενετῆς τρόπον τινά. Οἱ πρῶτες φράσεις ποὺ ἀκούει  τὸ παιδὶ ἀπὸ τὴν μάνα του εἶναι: Κάνε ἄτα (περπάτα). Κάνε μὰμ (φάγε). Ἔλα νὰ κάνεις νάνι (νὰ κοιμηθεῖς). Θὰ σὲ κάνω ντὰ (θὰ σὲ δείρω). Κάνε τσίσα (Ἡ ἄφθονη διούρησις ποὺ «ἔκανε» κάποτε ὁ Ἀνδρέας). Καὶ λοιπά… Προφανῶς ὁ λαός μας μὲ τὴν χρήση τοῦ «κάνω» ἐπιστρέφει  στὶς «ρίζες  του, στὴν νηπιακὴ ἡλικία καὶ σκέψη, ἕνα εἶδος παλιμπαιδισμοῦ. (Αὐτὸ ἐπιμαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τὶς πολιτικές του ἐπιλογές. Ψηφίζει πρωθυπουργὸ νεανία κομμουνιστὴ –κουμμουνισμός, ἴσον, ἕνας ἄταφος νεκρός, τυμπανιαίας ἀποφορᾶς, ποὺ κανεὶς στὴν Ἑλλάδα δὲν τολμάει νὰ θάψει ἐλπίζοντας ἴσως στὸ θαῦμα τῆς νεκροφάνειας, κατὰ τὸν Γ. Καλλιόρη. Βεβαίως, πλὴν τῆς ἀγραβάτωτης ἐμφάνισης, ὁ νεκροθάφτης τῆς Μακεδονίας μας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ «σύντροφοι καὶ συντρόφισσες», ρίχτηκαν ξελιγωμένοι στὰ καλούδια καὶ λοιπὰ συμπαρομαρτοῦντα τῆς ἐξουσίας, διότι τὰ ἄδεια στομάχια καὶ ἄντερα ἀνήκουν σ’ ὅλους τοὺς χώρους). Ἐπανερχόμεθα στὸ ρῆμα «κάνω» καὶ τὰ …καμώματά του. Καταγράφω κάποιες περιπτώσεις . (Τὸ ἀντικατασταθὲν ρῆμα σημειώνεται ἐντὸς παρενθέσεως).

Ἔκανε (πραγματοποίησε) δρομολόγια
Κάνει (ἐκτελεῖ) ἀνασκαφὲς
Ἔκανε (ὑπέβαλε) μήνυση
Ἔκανε (προέβη σὲ) δηλώσεις
Ἔκανε (συγκρότησε) ἐπιτροπὴ
Ἔκανε  (κατήρτισε) πρόγραμμα
Ἔκανε (διετέλεσε) ὑπουργὸς
Κάνει (ὑπηρετεῖ) τὴν θητεία του
Ἔκαναν (προέβαλαν) ἄμυνα
Κάνει (φοιτᾶ σὲ) φροντιστήριο
Ἔκανε (ὑπεβλήθη σὲ) ἐγχείριση
Ἔκανε (προξένησε) ζημιὲς
Κάνει (παριστᾶ) τὸν τρελὸ
Ἔκανε (ἐνήργησε) ἐπιθεώρηση
Ἔκανε (διεξήγαγε) διαπραγματεύσεις
Ἔκανε (διέπραξε) ἔγκλημα
Ἔκανε (ἄσκησε) προσφυγὴ
Ἔκαναν  (κήρυξαν) ἀπεργία
Ἔκανε (συγκάλεσε) σύσκεψη
Κάνει (διδάσκεται) ἀγγλικὰ
Κάνει (παραδίδει) γαλλικὰ
Ἔκανε (πέτυχε) παγκόσμιο ρεκὸρ
Ἔκανε (ὀργάνωσε) ἐκδήλωση
Ἔκανε (ἔχτισε) σπίτι
Ἔκανε (ἐμφάνισε) ρυτίδες.
Καὶ ἕνα τελευταῖο:
Ἔκανε (κορόιδεψε τὸν λαὸ) διάγγελμα στὴν Ἰθάκη. (Ὁ κατάλογος εἶναι ἐνδεικτικὸς καὶ μπορεῖ ὁ καθεὶς νὰ ἐπισυνάψει, «νὰ κάνει» τὶς προσθέσεις του καὶ ὅσα «κατὰ διάνοιαν ἔχει».
.             Ὅπως ἔγραψε σὲ κείμενό του, τὸ 1985, ὁ Γ. Μπαμπινιώτης: «Χρειάζεται ἀλήθεια, νὰ σημειώσουμε πὼς ἡ λεξιλογικὴ αὐτὴ ἰσοπέδωση εἶναι, κατὰ κανόνα, μεταφορὰ στὴν γλῶσσα μας τῶν πολυεθνικῶν λέξεων do και faire, ποὺ ἔχουν εἰσαχθεῖ στὴν Ἑλληνικὴ μέσα ἀπὸ ἄθλιες ὡς πρόχειρες κακοπληρωμένες μεταφράσεις, ἀπὸ ξενικὲς μιμήσεις καὶ πονηρὲς διαφημίσεις». («Δημόσιος διάλογος γιὰ τὴν γλῶσσα», συλλογικὸς τόμος, ἔκδ. ΔΟΜΟΣ, σελ. 27).
.             Καὶ ἂς προσέξουμε, αὐτὸ τὸ «θαυματουργὸ» ρῆμα «κάνω», δὲν καταργεῖ μόνο τὰ ἐντὸς παρενθέσεως ρήματα τῶν ἀνωτέρων παραδειγμάτων, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα τῶν ὁποίων παράγωγο εἶναι τὸ ἀντικείμενο.
.             Ἔτσι μὲ τὰ «κάνω ἄμυνα», «κάνω διαπραγματεύσεις», «κάνω προσφυγὴ» κλπ, δὲν καταργοῦνται μόνο τὰ ρήματα, προβάλλω, διεξάγω, ἀσκῶ ἀλλὰ καὶ τὸ ἀμύνομαι, διαπραγματεύομαι, προσφεύγω.
.             Ἂν νομίζουν κάποιοι, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα καὶ… ὑπερβολικά, τοὺς παραπέμπω στὸν Ὄργουελ, στὴν περιγραφὴ τῆς μελλοντικῆς γλώσσας τῆς «Νέας Ὁμιλίας», ἀπὸ τὸ 1948 ἀκόμη (Ἄλλαξε τὴν σειρὰ τῶν ἀριθμῶν 4 καὶ 8 καὶ ὀνόμασε τὸ ἔργο του «1984»).
.             «Στὸν αὐτοματισμὸ καὶ τὴν ἀχρήστευση τῆς σκέψης, βοηθοῦσε καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ὑπῆρχε πολὺ μικρὴ ἐκλογὴ στὶς λέξεις. Τὸ λεξιλόγιο της  “Νέας Ὁμιλίας” σὲ σύγκριση μὲ τὸ δικό μας, ἦταν πολὺ μικρό, καὶ ἀναζητοῦσαν διαρκῶς καινούργιους τρόπους νὰ τὸ λιγοστεύσουν πιὸ πολύ. Ἡ “Νέα Ὁμιλία” διέφερε πραγματικὰ ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες γλῶσσες σὲ τοῦτο: Κάθε χρόνο γινόταν πιὸ φτωχὴ ἀντὶ νὰ ἐμπλουτίζεται. Κάθε ἀφαίρεση ποὺ τῆς ἔκαναν, ἦταν κέρδος, γιατί ὅσο λιγότερη εὐχέρεια ἔχει κανεὶς νὰ διαλέγει ἀνάμεσα σὲ λέξεις , τόσο μικρότερος εἶναι ὁ πειρασμὸς νὰ σκεφθεῖ. Ἔλπιζαν νὰ δημιουργήσουν τελικὰ μία ὁμιλία ποὺ θὰ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ λαρύγγι χωρὶς καμμιὰ συμμετοχὴ τοῦ ἐγκεφάλου». (μεταφρ. Ν. Μπάρτης, ἔκδ. Κάκτος, 1978, σελ. 305-6).
.             Παρένθεση. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα «Νέας Ὁμιλίας» καὶ ὁλικῆς …ἀποσύνδεσης ἐγκεφάλου καὶ λαρυγγιοῦ εἶναι ὁ ὑβριστικὸς νεολογισμὸς «ἐθνίκια». Ἔτσι ἀποκάλεσε ὁ κ. Καρανίκας τὰ ἑκατομμύρια τῶν Ἑλλήνων, ποὺ προσῆλθαν, δημοκρατικῶς καὶ εὐπρεπῶς, στὰ συλλαλητήρια γιὰ νὰ ἀγωνιστοῦν κατὰ τῆς προδοσίας τοῦ ὀνόματος τῆς Μακεδονίας. (Καὶ προσοχή! Οὔτε παραίτηση, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς τὸν ἔλεγξε γιὰ τὴν κακοήθειά του. Ἄρα ἐπικρότηση). Βεβαίως, ἂν ὅσοι ἀγαπᾶμε τὴν πατρίδα εἴμαστε «ἐθνίκια», ὅπως, κατὰ τὴν… λαρυγγικὴ σκέψη του μᾶς ὀνομάζει ὁ κ. σύμβουλος, ἐθνίκια εἶναι καὶ ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Παῦλος Μελᾶς ἢ ὁ Γρηγόριος Αὐξεντίου. Ὁπότε οὐδόλως μᾶς ἐνοχλεῖ. Τιμή μας καὶ καμάρι μας.
.             Οἱ Ἕλληνες, σήμερα, διαιροῦνται σὲ δύο κατηγορίες: Τὰ “ἐθνίκια” καὶ τὰ… “καθίκια”. Τὸ καθίκι, ἐκτὸς ἀπὸ «δοχεῖο νυκτός», σημαίνει μεταφορικῶς καὶ «ἄνθρωπος ἀχρεῖος, φαῦλος καὶ ἐλεεινός»! Προτιμῶ τὴν κυριολεκτικὴ ἔννοια.
.             Τέλος πάντως ζητῶ συγγνώμη ποὺ «ἔριξα» τὸ ἐπίπεδο τοῦ ἄρθρου μου, ὄχι μὲ τὰ καθίκια, ἀλλὰ μὲ τὸν Καρανίκα, ὅμως, ἀκόμη «καπνίζουν τὰ μάτια μου» (Μακρυγιάννης) ἀπὸ ὀργή, ὅταν θυμᾶμαι τὶς προδοσίες καὶ τὶς φαυλότητες ποὺ τὶς συνόδεψαν.
.             Νὰ σημειώσω κάτι καὶ ἐν ὄψει τῆς νέας σχολικῆς χρονιᾶς. Ἡ ἠλεκτρονικὴ ἐξάρτηση, τὰ κινητὰ καὶ ἡ κάκιστη σχολικὴ γλωσσικὴ ἐκπαίδευση, μᾶς ὁδήγησαν στὴν …ἀλεξία τῶν παιδιῶν.
.             Καὶ ὅταν δὲν ἔχεις τὶς λέξεις, τὰ ρήματα γιὰ νὰ σκεφτεῖς καὶ νὰ συνεννοηθεῖς, τότε ἀγριεύεις καὶ πολλὲς φορὲς ἀναλαμβάνουν τὰ ἄνω καὶ τὰ κάτω ἄκρα νὰ λύσουν τὶς διαφορές.
.             «Πάρε τὶς λέξεις μου, δῶσ’ μου τὸ χέρι σου», λέει ὑπέροχα ὁ Ἀν. Ἐμπειρίκος. Ἢ ὅπως ὡραῖα τὸ ἱστοροῦν καὶ τὰ ὄμορφα τραγούδια τοῦ λαοῦ μας:
«Λόγος στυλώνει τὴν ψυχὴ
καὶ λόγος τὴν γκρεμίζει».

 

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΠΑΝΤΕΡΠΝΗ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΜΑΣ (Δ. Νατσιός)

Ταξίδι στὴν πάντερπνη ἐτυμολογία μας

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

“Σήμερα εἶναι σπάνιο νὰ δεῖς Ἕλληνες ἢ Ἑλληνίδες ἐπιβαίνοντες ὄνου, ἀλλὰ θὰ δεῖς πολλοὺς ὄνους ἐπιβαίνοντες Ἑλλήνων”

.                 Εἶναι παραδεκτὸ ἀπ’ ὅλους ὅτι τὸ πιὸ γοητευτικὸ καὶ συναρπαστικὸ κεφάλαιο τῆς Γλώσσας μας εἶναι ἡ ἐτυμολογία, ἡ ἀναζήτηση τῆς καταγωγῆς, τῶν «γενεθλίων» τῶν λέξεων. Εἶναι τόσο ὡραῖο τὸ ἐτυμολογικὸ ταξίδι, ποὺ ἀκόμη καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ τοῦ Δημοτικοῦ ἐνθουσιάζονται καὶ συναρπάζονται. Ἐὰν εἴχαμε, ὅπως ἔχω ξαναγράψει, σοβαρὸ ὑπουργεῖο ἐθνικῆς Παιδείας καὶ ὄχι νεοταξικῆς Προπαγάνδας, θὰ εἶχε γραφτεῖ ἕνα μικρό, εὔχρηστο ἐτυμολογικὸ λεξικὸ μὲ λέξεις συχνόχρηστες. Οἱ ὠφέλειές του θὰ ἦταν πολλαπλές.
.             Πρῶτον: Θὰ κατανοοῦσαν οἱ μαθητές τὴν συνέχεια τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὅτι “εἶναι κόρη ἀπὸ μεγάλη γενιά, εἶναι ἡ θυγατέρα τῆς γλώσσας τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων συγγραφέων, τὸ σόι της βαστᾶ ἀπὸ τοὺς τραγικούς, τὸν Πλάτωνα, τὸν Θουκυδίδη κι ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη”, σημειώνει ὁ Γιῶργος Θεοτοκᾶς σὲ κείμενό του τὸ 1939. (Νὰ προσθέσουμε στὴν ἀπαρίθμηση τῶν γεννητόρων καὶ τὸν Ὅμηρο).
.           Δεύτερον: Ἡ ἐτυμολογία καὶ ἡ διδασκαλία της προξενεῖ σεβασμὸ καὶ θαυμασμὸ στὰ παιδιὰ γιὰ τὴν γλῶσσα. Τὸ συνάντησα αὐτὸ πολλὲς φορὲς μὲς στὴν αἴθουσα. Θυμᾶμαι τὴν ἔκπληξη καὶ τὸν ἐντυπωσιασμὸ τῶν μαθητῶν, ὅταν σὲ κάποιο μάθημα, τὴν περασμένη σχολικὴ χρονιά, συζητούσαμε γιὰ κάποιες λέξεις «κακές», χλευαστικές, ὄχι ὕβρεις, ποὺ μᾶς ἔρχονται ἀπὸ τὸ λεγόμενο Βυζάντιο. Πήραμε τὸ ρῆμα κοροϊδεύω. (Ἡ ἀφορμὴ ἦταν ἡ διαμαρτυρία κάποιου μαθητῆ, διότι τὸν κορόιδευαν, αὐτὸ ποὺ σήμερα πέρασε καὶ θρονιάστηκε δυστυχῶς στὴν γλώσσα ὡς μπούλινγκ, ἀγγλ. bullying).
.               Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἀπὸ τὸ Βυζάντιο ἴσχυε ἡ ποινῆς τῆς διαπόμπευσης, τοῦ δημόσιου ἐξευτελισμοῦ. Ἀπὸ τὶς χειρότερες καὶ ταπεινοτικότερες καταδίκες ἦταν τὸ κούρεμα «ἐν χρῷ» (κοινῶς γουλί). Τὸν ἀποκαλοῦσαν, τὸν κατάδικο, κουρόγιδο-κουρεμένο γίδι- ἐξ οὗ καὶ κορόιδο καὶ κοροϊδεύω. Κατὰ τὴν πάνδημη περιαγωγὴ τοῦ κουρόγιδου (κορόιδου) στοὺς δρόμους καὶ στὴν ἀγορά, καθισμένου συνήθως πάνω σὲ γαϊδούρι (γαϊδουροκαθισμένος), τὸ πλῆθος τοῦ πετοῦσε στὸ πρόσωπο ἀσβόλη (=καπνιὰ), ἐξ οὗ καὶ ἀποσβολώθηκα – ἔμεινα ἀποσβολωμένος. Ἀκόμη πασπάλιζαν τὴν χούφτα τους μὲ «μοῦζα» (=βρομιὰ) καὶ μουτζούρωναν τὸ πρόσωπο τοῦ διαπομπευμένου. Ἀπὸ δῶ βγῆκε καὶ τὸ ρῆμα μουντζώνω. Ἄλλες φορὲς τοὺς ἄλειβαν μὲ πίσσα καὶ ἔτσι μᾶς «κληροδοτήθηκε» τὸ ρῆμα «πασαλείβω» τῆς νεοελληνικῆς. Ἐνίοτε ὁ ὄχλος ἐξακόντιζε καὶ πηλό, λάσπη, κατὰ τὸ βασανιστήριο τοῦ διασυρμοῦ, καὶ προῆλθε ὁ προπηλακισμός, ποὺ περιορίστηκε πλέον στὸν λεκτικὸ ὀνειδισμό. Ἀκόμη κάποιες νεοελληνικὲς παροιμιώδεις φράσεις ἔχουν τὴν καταγωγή τους σὲ ἐκείνη τὴν ἐποχή. Λέμε «θὰ σὲ συγυρίσω» ἀπὸ τὸ βυζαντινὸ «συγύρισμα», τὸ γύρισμα, τὴν περιφορὰ στοὺς δρόμους. Τὸ «γίναμε θέατρο» ἀπὸ τὸ «θεατρίζεσθαι», ταυτόσημο τοῦ «πομπεύεσθαι». Τὸ «γίναμε βούκινο», ἐπειδὴ συχνὰ προπομποὶ κατὰ τὸ γύρισμα ἦταν σαλπιγκτές, οἱ «τρουμπετάρηδες» μὲ τὶς τρουμπέτες, τὰ βούκινα καὶ τὶς σάλπιγγες. (Ἡ διαπόμπευση ἐπὶ γαϊδάρου ἦταν ἀρχαῖο ἔθιμο. Τὸ συνήθιζαν μάλιστα καὶ στὶς μοιχαλίδες γυναῖκες. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀτιμωτικὴ περιφορὰ ὀνομάζονταν διὰ βίου «ὀνοβάτιδες» καὶ ζοῦσαν μὲς στὴν ντροπή. Βεβαίως σήμερα εἶναι σπάνιο νὰ δεῖς Ἕλληνες ἢ Ἑλληνίδες ἐπιβαίνοντες ὄνου, ἀλλὰ θὰ δεῖς πολλοὺς ὄνους ἐπιβαίνοντες Ἑλλήνων καὶ ὁ νοῶν, νοείτω…) Θὰ σκεφτεῖ κάποιος. Μὰ δὲν βρῆκες καλύτερο παράδειγμα, γιὰ τὴν ἐτυμολογία, δάσκαλε; Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πολλά. Ὅμως τὸ πιὸ δύσκολο στὴν διδασκαλία εἶναι νὰ ἑλκύσεις τὴν προσοχὴ τῶν μαθητῶν καὶ νὰ καταλήξεις στὸ πλατωνικὸ «τέρπειν καὶ διδάσκειν». Ἂν τὸ μάθημα δὲν εἶναι εὐχάριστο, σὲ ἀναμένει ἡ ἀποτυχία.
.                Ὅταν ἐτυμολογούσαμε τὸ κουρόγιδο (κορόιδο), πήραμε καὶ τὰ δύο συνθετικά, τὶς λέξεις καὶ προχωρήσαμε βαθύτερα. Ἡ γίδα προέρχεται ἀπὸ τὴν αἰτιατικὴ τοῦ ὀνόματος ἡ αἶξ – τῆς αἰγὸς – τὴν αἰγίδα. Ἔφυγε τὸ «αἰ» καὶ μᾶς ἔμεινε ἡ γίδα. Σήμερα ὅμως  λέμε  «ὑπὸ τὴν αἰγίδα», ὑπὸ τὴν προστασία κάποιου ἐπίσημου προσώπου ἢ φορέα. Σύμφωνα μὲ τὸν μύθο, ὁ Ζεὺς θήλασε, ὅταν ἦταν βρέφος  στὴν Κρήτη, ἀπὸ ἕνα ζῶο, μία γίδα, ποὺ λεγόταν Ἀμάλθεια. Τὸ γάλα παρεχόταν μέσῳ τοῦ κέρατος τῆς Ἀμαλθείας καὶ ἔκτοτε ἡ φράση ἔγινε σύμβολο ἀφθονίας ἀγαθῶν. Μεγαλώνοντας ὁ Δίας μετέβαλε τὴν Ἀμάλθεια καὶ τὸ κέρας της σὲ ἀστερισμό. Τὸ δέρμα της ἐπίσης τὸ μετέτρεψε σὲ ὅπλο, τὴν αἰγίδα, τὸ ὄνομα τῆς ἀσπίδας του. Ἡ αἰγίδα τὸν προστάτευε. (Ἀπὸ δῶ καὶ ἡ καταιγίδα, προφανῶς ἡ λέξη ἀπηχεῖ τὶς ἀντιλήψεις τῶν ἀρχαίων γιὰ τὸν νεφεληγερέτη καὶ ὀμβροτόκο Δία). Τὸ πρῶτο συνθετικὸ «κοῦρο» προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα κείρω ποὺ σημαίνει κόβω, κουρεύω. Ἀπὸ ἐδῶ παράγονται τά: κουρά, κουρέας, κουρεῖο, ἀλλὰ καὶ τὸ κουράζω ποὺ ἀρχικὰ σήμαινε ὅτι τιμωρῶ κάποιον διὰ κουρᾶς, ὁ κοῦρος, ἡ κόρη (κούρη), τὸ κέρμα (ἔκοψε χρῆμα), ὁ κορμός, ὁ καιρὸς (κομμάτι χρόνου), ὁ ἀκέραιος (ποὺ δὲν κομματιάζεται), ὁ ἀκραιφνὴς ἐκ τοῦ ἀκ(ε)ραι(ο)φ(α)νής, (ἄθικτος, ἀνέπαφος), ὁ ἀκαριαῖος καὶ λοιπά. Ὡραῖα πράγματα καὶ ὅσο δὲν τὰ προβάλλουμε στὴν ἐκπαίδευση, «πιανόμαστε… κορόιδα».
.                 Τρίτον: Πληγὴ πυορροοῦσα σήμερα κατάντησε ἡ ἀνορθογραφία. Τὸ δὲ ὑπουργεῖο «φρόντισε» νὰ καταργήσει καὶ τὸ μάθημα, τὸ τετράδιο τῆς ὀρθογραφίας σὲ μία γλῶσσα ποὺ ἡ ὀμορφιὰ καὶ ἡ ἀπαράμιλλη ἡ σαφήνειά της ἑδράζονται στὶς ὀρθογραφικές της ἀποχρώσεις. Ἡ ὀρθογραφία, ἡ ὑπακοὴ στοὺς κανόνες της, εἶναι μάθημα πειθαρχίας γιὰ τὰ παιδιά, πράγμα ποὺ δὲν συνάδει μὲ τὸν ἀναρχικό… κουκουλοφλῶρο τῆς ἐποχῆς μας. («Ὅταν οἱ ἐχθροί σου θὰ ἔχουν ξεμάθει τὴν ὀρθογραφία τους, νὰ ξέρεις ὅτι ἡ νίκη πλησιάζει», ἔλεγε σοφὸς Ρῶσος γλωσσολόγος). Ἴσως δὲν λείπει ἀπὸ τὸν νοῦ τῶν Ἑλληνομάχων καὶ ἡ καθιέρωση τῆς φωνητικῆς γραφῆς, γιὰ νὰ γίνουμε ἐπιτέλους… ἀκραιφνεῖς Εὐρωπαῖοι. Ὀρθογραφία μαθαίνεις κυρίως μέσῳ τῆς ἐτυμολογίας· τελεία καὶ παῦλα. Καὶ εὐτυχῶς πολλοὶ δάσκαλοι χρησιμοποιοῦν τετράδιο ὀρθογραφίας, κατὰ παράβασιν τῶν ἄνωθεν ἐντολῶν καὶ διασώζουν ὅ,τι μπορεῖ νὰ περισωθεῖ. (Κάποτε εἴχαμε καὶ τετράδιο καλλιγραφίας, διότι μᾶς ἐνδιέφερε καὶ ἡ φιλοκαλία, ἡ νοικοκυροσύνη, ἡ ὀμορφιά, ὁ καλλωπισμός. Στὰ χωριά μας, στὴν Μακεδονία μας, ἀκόμη οἱ μάνες μας χρησιμοποιοῦν τὸ φουκάλι – ἡ σκούπα, τὸ σάρωθρον- καὶ φουκαλίζουν τὶς αὐλές. Καὶ ὅμως ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ φιλοκαλῶ, τὴν φιλοκαλία. Τὸ ἀναφέρει νομίζω καὶ ὁ σπουδαῖος Φ. Κουκουλὲς στὸ “Βυζαντινῶν βίος καὶ πολιτισμός”).

.                 «Ὤ! Γλῶσσα τῆς Ρωμηοσύνης, Ὤ! νικήτρα τοῦ θανάτου», γράφει ὁ Παλαμᾶς γιὰ τὴν πανσεβάσμια λαλιά μας. Καὶ ὁ μεγάλος Σολωμὸς μᾶς κληροδότησε τὸ ἀειθαλὲς ρητό: “μήγαρις ἔχω ἄλλο στὸ νοῦ μου, πάρεξ ἐλευθερία καὶ γλῶσσα”. Τὸ ἕνα συντηρεῖ τὸ ἄλλο. Γιὰ νὰ ἀγαπήσουν τὴν “νικήτρα τοῦ θανάτου” γλῶσσα μας τὰ παιδιά, πρέπει νὰ ἀρωματιστοῦν απο τὴν εὐωδιαστὴ ἐτυμολογία της. Καὶ σήμερα μὲς στὴν ἐρημιὰ καὶ τὸν ξεπεσμὸ τοῦ κόσμου, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ μελέτη τῆς γλώσσας μας εἶναι ὄντως γνώρισμα ἐλεύθερου ἀνθρώπου.Ἔτσι κατανοῶ τὴν φράση τοῦ Σολωμοῦ. Ἐπαναλαμβάνω καὶ τὴν προλογικὴ σκέψη. Ἕνα ἐτυμολογικὸ λεξικὸ γιὰ παιδιὰ τοῦ Δημοτικοῦ νὰ γράψουν κάποιοι ἐπαΐοντες καὶ ἂς κυκλοφορεῖ κάτω ἀπὸ τὴν μύτη τῆς ὀνοβάτιδος ἐξουσίας…

 

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ! Μπορεῖ νὰ μιλήσει στὴν καρδιὰ ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Τέτοιους θέλουμε!

ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ!

Tοῦ Μανώλη Κοττάκη

ἐφημ. «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», 23.06.2018

Ἐντυπωσιακά στοιχεῖα ἀπὸ τὸν Ἀντ. Κουνάδη γιὰ τὴ γλῶσσα μας

.         Ἡ χρονικὴ συγκυρία ποὺ ἐπέλεξε τὸ Ἵδρυμα «Μαριάννα Βαρδινογιάννη» νὰ διοργανώσει εἰδικὸ συνέδριο γιὰ τὴν ἐθνικὴ ταυτότητα δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι καλύτερη. Ἡ Μακεδονία «βράζει» αὐτὴ τὴν ἐποχή, μετὰ τὴν ἀναγνώριση μακεδονικοῦ ἔθνους ἀπὸ τὴν κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. «Βράζει», διότι ἡ συμφωνία ὑπεγράφη στοὺς Ψαράδες, ἐκεῖ ὅπου τὸ 1949 ὁ Νίκος Ζαχαριάδης κήρυξε τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν «αὐτόνομη Μακεδονία».
.         Δὲν θὰ μποροῦσε, ἐπίσης, νὰ εἶναι καλύτερη ἡ συγκυρία, δεδομένου ὅτι βρισκόμαστε στὴν τελικὴ εὐθεία γιὰ τὴν ὑπογραφὴ τῆς συμφωνίας Ἑλλάδας – Ἀλβανίας, ποὺ περιλαμβάνει ὁριοθέτηση θαλάσσιων ζωνῶν, ρυθμίσεις γιὰ τὰ περιουσιακά της ἑλληνικῆς μειονότητας στὴν Ἀλβανία, ἄρση τοῦ ἐμπολέμου κ.λπ. Δὲν θὰ μποροῦσε, τέλος, νὰ εἶναι περισσότερο ἰδανική, διότι ὁλοκληρώνεται ἡ ὀκταετὴς περιπέτεια τῶν Μνημονίων, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων διαμορφώθηκε ἐκ νέου ἡ ταυτότητα τῶν Ἑλλήνων. Γνωριστήκαμε ξανὰ μεταξύ μας. Παρακολούθησα ἕως ἕνα σημεῖο τὸ ἐνδιαφέρον συνέδριο (ἀποχώρησα λόγῳ ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων), ὡστόσο ὀφείλω νὰ ἐπισημάνω ὅτι ἐντυπωσιάστηκα. Ἐντυπωσιάστηκα κυρίως ἀπὸ τὴν ὁμιλία τοῦ προέδρου τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν Ἀντώνη Κουνάδη, καθὼς εἶναι ὁ πρῶτος ἡγέτης τοῦ ἀνώτατου ἱδρύματος ποὺ μίλησε κατευθείαν στὴν καρδιά μου καὶ φρονῶ ὅτι μπορεῖ νὰ μιλήσει στὴν καρδιὰ ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Τέτοιους θέλουμε! Ὁ κ. Κουνάδης μίλησε γιὰ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ παρουσίασε ἐντυπωσιακὰ στοιχεῖα γιὰ τὴ διαχρονικότητα, τὴν ἀκτινοβολία καὶ τὴ διείσδυσή της σὲ ἄλλες γλῶσσες τοῦ κόσμου.
.         Ὅπως τόνισε ὁ πρόεδρος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, ἀπὸ τὶς 6.000 λέξεις τοῦ λεξιλογίου τοῦ Ὁμήρου χρησιμοποιοῦνται σήμερα στὴν καθομιλουμένη 1.600! Νὰ γιατί εἴμαστε παλαιὸς λαός, ἰδοὺ γιατί πρέπει νὰ φυλᾶμε ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ τοὺς ἱστορικοὺς τίτλους μας καὶ τὰ ὀνόματα, ἰδοὺ γιατί δὲν πρέπει νὰ ἀναγνωρίζουμε «μακεδονικὲς γλῶσσες». Ἐπίσης, σύμφωνα μὲ τὸν κ. Κουνάδη, ἀπὸ τὶς 4.900 ἑλληνικὲς λέξεις τοῦ Εὐαγγελίου χρησιμοποιοῦνται περίπου οἱ 2.400! Τὸ 65% τῶν λέξεων τῆς γαλλικῆς γλώσσας καὶ τὸ 85% τῶν λέξεων τῆς πορτογαλικῆς γλώσσας ἔχουν ἑλληνικὴ ρίζα, ἐνῶ 150.000 λέξεις τῆς ἀγγλικῆς γλώσσας εἶναι «ἑλληνικῆς καταγωγῆς»! Ὁ Λούθηρος προχώρησε στὴ συγγραφὴ τοῦ συντακτικοῦ της γερμανικῆς γλώσσας βασιζόμενος στὸ συντακτικό της ἀρχαίας ἑλληνικῆς. Ὁ πρόεδρος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν σημείωσε ἐπίσης ὅτι στὶς ΗΠΑ, στὴν Ἀγγλία καὶ τὴν Αὐστραλία τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ εἶναι ἡ ὑποχρεωτικὴ δεύτερη ξένη γλῶσσα, καθὼς οἱ ἐκεῖ κυβερνήσεις ἔκριναν ὅτι ἡ ἐκμάθησή της ἀνεβάζει τὸ ἐπίπεδο ἀντίληψης τῶν μαθητῶν.
.         «Χωρὶς γλῶσσα δὲν ὑπάρχει σκέψη – μὲ τὶς λέξεις σκεφτόμαστε», ἐπεσήμανε ὀρθότατα ὁ κ. Κουνάδης, ὁ ὁποῖος μὲ τὸν ρωμαλέο λόγο του «κέρδισε» τὸ ἀπαιτητικὸ ἀκροατήριο τῶν μελῶν τοῦ Ἱδρύματος «Μαριάννα Βαρδινογιάννη» καὶ τῆς Παναθηναϊκῆς Ὀργάνωσης Γυναικῶν. Ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Κουνάδη, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἀπὸ στήθους ὁμιλία τοῦ Προκόπη Παυλόπουλου, ποὺ ἦταν μία διακήρυξη κατὰ τοῦ ἐλιτισμοῦ, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν παρουσίαση τῶν νέων εὑρημάτων τῆς ἔρευνας τῆς MRB γιὰ τὴ «Διανέοσις», ἔφτασαν καὶ περίσσεψαν γιὰ νὰ θεωρῶ τὴν ἐκδήλωση αὐτὴ ἄκρως ἐπιτυχημένη.
.         Ἔχω, ὅμως, ἀκόμη ἕναν λόγο γιὰ νὰ συγχαρῶ τὴν πρόεδρο τοῦ ἱδρύματος γιὰ τὴν ἐξαιρετικὴ αὐτὴ πρωτοβουλία της: Κάλεσε στὸ συνέδριο ὡς ὁμιλητὴ τὸν πρόεδρο μίας μικρῆς κοινότητας ἔξω ἀπὸ τὴ Φλώρινα, τὸν πολύτεκνο κ. Τάσκα, τὸ πέμπτο παιδὶ τοῦ ὁποίου βάφτισε ὡς πρωθυπουργὸς ὁ Κώστας Καραμανλής. Ὁ κ. Τάσκας ἐξήγησε πῶς σώζεις τὴν ἐθνικὴ ταυτότητα στὰ σύνορα. Καὶ ἀποκάλυψε ὅτι ὁ κόσμος ποὺ πῆγε στὸ Πισοδέρι τὴν Κυριακὴ δὲν ἦταν 4.000, ὅπως εἶπε ἡ ΕΛ.ΑΣ., ἀλλὰ 12.000. Καὶ ὅτι δὲν θὰ τὸ βάλει κάτω. Ἰδού, λοιπόν, τὰ στοιχεῖα τῆς νέας ταυτότητάς μας, κι ἂς ἀκούγονται κλισέ. Ἐρχόμαστε ἀπὸ μακριά, μὰ καὶ πᾶμε μακριά. Νιώθουμε μερικὲς φορὲς ἀξιολύπητοι, ἀλλὰ γρήγορα ξυπνᾶμε καὶ γινόμαστε μεγαλειώδεις. Δὲν εἶναι σπουδαῖο;

 

 

, ,

Σχολιάστε

ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–2 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

«Τὰ νοσήματα τῆς γλώσσας
καὶ οἱ ἀρετὲς τῆς “ἐν γνώσει” σιωπῆς»
-2-

Τοῦ Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου
Προηγουμένου Ἱ. Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου
[Ὁμιλία στήν ΓΕΧΑ Τρικάλων, Πέμπτη 25 Ἰανουαρίου 2018]

Mέρος Α´: ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–1 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

Ὁρισμοί

.             Ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος στόν λόγο του «Γιά τό ὅτι δέν πρέπει νά κρίνουμε τόν πλησίον μας » δίδει τούς ὁρισμούς τῶν τριῶν αὐτῶν ἐννοιῶν πού συνιστοῦν τήν ἑτεροπαρατήρηση, παρατηρώντας ὅτι «… τίποτε δέν ξεγυμνώνει τόσο τόν ἄνθρωπο καί δέν τόν ὁδηγεῖ στήν ἐγκατάλειψη (τοῦ Θεοῦ) ὅσο ἡ καταλαλιά, ἡ κατάκριση καί ἡ ἐξουθένωση τοῦ πλησίον».
.             Καταλαλιά εἶναι νά μιλήσεις εἰς βάρος κάποιου ἄλλου φανερώνοντας μέ ἐμπάθεια τό ἁμάρτημά του. Εἶναι τό νά διαδίδεις μέ λόγια τίς ἁμαρτίες καί τά σφάλματα τοῦ πλησίον. Ὅταν, γιά παράδειγμα, πεῖς γιά κάποιον: «ὁ τάδε εἶπε ψέματα ἢ ὀργίστηκε ἢ ἔπεσε σέ πορνεία», εἶναι καταλαλιά, διότι φανερώνεις μέ ἐμπάθεια τήν ἁμαρτία του.
.             Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος χαρακτηρίζει τήν καταλαλιά «παχειά βδέλλα, κρυμμένη καί ἀφανῆ, πού ἀπορροφᾶ καί ἐξαφανίζει τό αἷμα τῆς ἀγάπης».
.            Κατάκριση εἶναι ἡ καταδικαστική γνώμη, ἀπόφαση ἤ κρίση, τήν ὁποία ἐκφέρει ἤ καί διαδίδει κάποιος γιά τήν διαγωγή, τίς ἁμαρτίες, τά σφάλματα καί τά ἐλαττώματα τοῦ πλησίον, ἡ ὁποία δέν παραμένει μόνο σέ αὐτά (πού εἶναι ἡ καταλαλιά), ἀλλά προχωρᾶ καί καταδικάζει, ἀποδοκιμάζει καί μέμφεται καί αὐτόν τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο, τόν πταίσαντα καί μάλιστα χωρίς οἶκτο καί ἐπιείκεια. Ἀντί, γιά παράδειγμα, νά πεῖ κάποιος «ὁ τάδε εἶπε ψέματα ἢ ὀργίστηκε ἢ ἔπεσε σέ πορνεία», (πού εἶναι καταλαλιά), λέει: «ὁ τάδε εἶναι ψεύτης, εἶναι ὀργίλος ἢ εἶναι πόρνος» καί ἔτσι ἀποφαίνεται ὄχι μόνο γιά τίς πράξεις του, ἀλλά γιά ὁλόκληρη τή ζωή του. Αὐτό εἶναι ἡ κατάκριση.
.             Ὁ Φαρισαῖος δέν καταδικάστηκε, ὅταν εἶπε ἀόριστα, χωρίς νά κατονομάσει κανένα, δέν εἶμαι σάν τούς ἄλλους ἅρπαξ, ἄδικος ἢ μοιχός. Ὅταν ὅμως γυρνώντας πρός τόν Τελώνη εἶπε: «οὔτε σάν καί αὐτόν τόν τελώνη», τότε βάρυνε τήν ψυχή του γιατί ἔπεσε σέ κατάκριση. Πολλές φορές, ὄχι μόνο κατακρίνουμε τόν πλησίον μας, ἀλλά καί τόν ἐξουθενώνουμε.
.             Ἐξουθένωση εἶναι ὄχι μόνο νά κατακρίνει κανείς κάποιον πού ἁμαρτάνει, ἀλλά νά φτάνει στό σημεῖο νά τόν ἀπαξιώνει, νά τόν ἐκμηδενίζει, νά τόν ἐξευτελίζει, νά τόν σιχαίνεται, σάν κάτι πού προξενεῖ ἀηδία. Ἡ ἐξουθένωση εἶναι πολύ χειρότερη καί πολύ πιό ὀλέθρια ἀπό τήν κατάκριση. Φτάνουμε, ἔτσι στό σημεῖο νά μισοῦμε ὄχι μόνο τήν ἁμαρτία ἀλλά καί τόν ἁμαρτωλό. Πολλές φορές μάλιστα χαιρόμαστε καί ἐπαιρόμαστε γι’ αὐτό.
.             Αὐτό εἶναι δεῖγμα παντελοῦς ἐλλείψεως ἀγάπης. Εἶναι κατάσταση πού μᾶς χωρίζει, ὄχι μόνον ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί ἀπό τόν Θεό. Κι αὐτό γιατί ὁ Θεός ἀγαπᾶ τόν ἁμαρτωλό, ἀκόμη καί τόν πιό ἐξαθλιωμένο ἀπό τήν ἁμαρτία καί προσπαθεῖ νά τόν συνετίσει καί νά τόν φέρει σέ μετάνοια. Τόν συγχωρεῖ δέ ἀμέσως καί ἀπροϋπόθετα ὅταν συναισθανθεῖ τό σφάλμα του, μετανοήσει καί ζητήσει τό ἔλεός Του. Μέ ποιό δικαίωμα λοιπόν ἕνας ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, ὅπως ὅλοι ἐμεῖς, μπορεῖ νά ἀπορρίψει ἕνα συνάνθρωπό του, ἔστω καί φαινομενικά πιό ἁμαρτωλό; Αὐτός πού δέν θά δείξει ἔλεος γιά τόν συνάνθρωπό του, δέν θά ἐλεηθεῖ ἀπό τό Θεό: «ἡ γάρ κρίσις ἀνέλεος, τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος» (Ἰακ . β´13) (δηλ. ἡ κρίση θά εἶναι ἄσπλαγχνη πρός ἐκεῖνον πού δέν ἔδειξε εὐσπλαγχνία), λέγει ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος στήν Καθολική ἐπιστολή του.
.                 Ὁ ἅγιος Δημήτριος τοῦ Ροστώφ μᾶς προτρέπει χαρακτηριστικά γιά τό ζήτημα αὐτό: «Μὴ σφετερίζεσαι τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Μὴ γίνεσαι ἀντίπαλος τοῦ Κυρίου, ἁρπάζοντας τὸ ἀξίωμα ποὺ κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτό Του. Καὶ μὲ τὰ ἴδια σου τὰ μάτια ἂν δῆς κάποιον νὰ ἁμαρτάνη, μὴν τὸν καταδικάσης, μὴν τὸν κακολογήσης, μὴν τὸν διασύρης, μὴν τὸν ἐξουθενώσης. Καταδίκασε τὸν διάβολο ποὺ τὸν ἐξαπάτησε καὶ τὸν ἔριξε στὴν ἁμαρτία. Ἂν ὅμως καταδικάσης τὸν ἀδελφό σου, θὰ ἐπιβεβαιώσης τὸν μεγάλο καὶ ἄλογο ἐγωισμό σου. Καὶ πρόσεξε, γιατί θὰ πέσης κι ἐσὺ στὸ ἴδιο ἁμάρτημα. Κατὰ κανόνα, ὅποιος κρίνει τὸν ἄλλον γιὰ κάτι, πέφτει κατόπιν στὸ ἴδιο. Κάλυψε λοιπὸν σπλαχνικὰ μὲ τὴ σιωπὴ τὸ σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ σου. Κι ἂν μπορῆς διόρθωσέ τον μὲ ἀγάπη καὶ ταπείνωσι. Ἂν δὲν μπορῆς, μεῖνε στὴ σιωπή σου καὶ καταδίκασε τὸν ἑαυτό σου γιὰ τὰ δικά σου ἁμαρτήματα. Σοῦ ἀρκοῦν αὐτά».
.                 Δυστυχῶς, ἐμεῖς μέ πολλή εὐκολία κατακρίνουμε ἀσύστολα τόν συνάνθρωπό μας, ἂν τύχει νά δοῦμε κάτι, ἢ νά ἀκούσουμε ἢ νά ὑποψιαστοῦμε ὅ, τι ἔκανε. Καί τό φοβερότερο εἶναι ὅτι δέν σταματᾶμε στήν βλάβη πού κάνουμε στόν ἑαυτό μας. Ἀλλά συναντᾶμε καί ἄλλον ἀδερφό καί ἀμέσως τοῦ λέμε: «αὐτό καί αὐτό ἔγινε». Ἔτσι βλάπτουμε καί ἐκεῖνον, βάζοντας στήν καρδιά του ἁμαρτίες. Γι αὐτό δέν ἐπιτρέπεται νά λέμε τίς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, ἀλλά οὔτε καί τίς δικές μας, παρά μόνο στόν πνευματικό μας κατά τήν ἐξομολόγηση. Διαφορετικά, διασπείρουμε τά μικρόβια τῆς ἁμαρτίας καί σέ ἄλλους.
.                 Ἄς δοῦμε, ὅμως, πῶς θέτει τό ζήτημα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: « Δέν πρέπει οὔτε νά ἐπιπλήττεις, οὔτε νά προσβάλλεις, ἀλλά νά νουθετεῖς· ὄχι νά κατηγορεῖς, ἀλλά νά συμβουλεύεις· οὔτε νά ἐπιτίθεσαι μέ ἀφροσύνη, ἀλλά νά διορθώνεις μέ στοργή. Διότι ὅταν συμβεῖ νά ἐκφέρεις γνώμη χωρίς συμπόνια γιά τά ἁμαρτήματα τοῦ πλησίον σου, παραδίδεις ὄχι ἐκεῖνον, ἀλλά τόν ἑαυτό σου στήν ἐσχάτη προδοσία.
.                 Θά μέ ρωτήσεις εὐλόγως, συνεχίζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, τί λοιπόν; Ἐάν πορνεύει ὁ ἄλλος νά μήν τοῦ πῶ ὅτι εἶναι κακό ἡ πορνεία καί νά μή διορθώσω αὐτόν πού προβαίνει σέ αἰσχρές πράξεις; Σοῦ ἀπαντῶ· διόρθωσέ τον μέν, ἀλλ’ ὄχι σάν ἐχθρός οὔτε σάν ἀντίπαλος πού ζητεῖ τιμωρία, ἀλλά σάν Πατέρας πού προσφέρει φάρμακα. Διότι ὁ Κύριος δέν εἶπε νά μήν ἐμποδίζεις αὐτόν πού ἁμαρτάνει, ἀλλά νά μήν τόν κρίνεις, δηλαδή νά μήν γίνεσαι σκληρός δικαστής καί ἐπικριτής».
.                 Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης χαρακτηριστικά τονίζει ὅτι ἡ κατάκριση καί δυσφήμιση τοῦ ἄλλου, καί μάλιστα ὅταν ἀποτελεῖ ἀνεξέλεγκτη συκοφαντία καί κατασπίλωση τῆς τιμῆς του, ἰσοδυναμεῖ μέ φόνο. «Ὅπως λέγεται, ἄλλωστε, ἀπό τούς ἠθικούς διδασκάλους, ἡ τιμή εἶναι ἀνώτερη ἀπό τή ζωή. Καί ἐπειδή ὁ φόνος θανατώνει τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ ἡ συκοφαντία θανατώνει τήν τιμή, ἄρα ἡ συκοφαντία εἶναι χειρότερη ἀπό τόν φόνο. Καί στ’ ἀλήθεια εἶναι μεγαλύτερη κακία τό νά φονεύει κανείς μέ τή γλῶσσα, παρά μέ τό ξίφος καί τό νά πληγώνει μέ τό λόγο παρά μέ τό βέλος. Γιατί ὁ φονιάς θανατώνει μόνον τούς ζωντανούς, μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του, ἐνῶ ὁ συκοφάντης ἐπί πλέον καί τούς νεκρούς καί μάλιστα ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς. Μέ φόνο μάλιστα ἄκοπο καί ἀκίνδυνο, ἀφοῦ γίνεται ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς στίς πολυθρόνες τῶν σαλονιῶν, ἐν ἀντιθέσει πρός τόν σωματικό φόνο, πού συνήθως ἐνέχει ἀγωνία, ποινικές διώξεις καί φυλακίσεις».
.                 Ἡ κατάκριση μᾶς ἀναδεικνύει ἄφρονες ὡς χριστιανούς, καθώς ὁ Χριστός μας εἶπε: «Ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε, καί ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ζ´ 2) (δηλ. μέ τό κριτήριο πού κρίνετε, θά κριθεῖτε καί μέ τό μέτρο πού μετρᾶτε, θά μετρηθεῖτε). Κατά συνέπεια, μέ τήν κατάκριση, καταδικάζουμε μόνοι μας τόν ἑαυτό μας νά πέση στά ἴδια ἁμαρτήματα μέ αὐτά πού κατακρίνουμε, καί δίνουμε τό μέτρο ἀνεπιεικοῦς κρίσεως στόν Δικαιοκρίτη Θεό.
.                 Τό πόσο ἐπιεικής εἶναι ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ γι’ αὐτούς πού δέν κατακρίνουν μᾶς τό φανερώνει καί τό ἑξῆς περιστατικό ἀπό τό Γεροντικό: «Ἕνας μοναχός σ’ ἕνα Κοινόβιο, ἀμελής στά πνευματικά, ἔπεσε βαριά ἄρρωστος κι ἦλθε ἡ ὥρα του νά πεθάνει. Ὁ ἡγούμενος καί ὅλοι οἱ ἀδελφοί τόν περικυκλώσανε γιά νά τοῦ δώσουν θάρρος στίς τελευταῖες του στιγμές. Παρατήρησαν ὅμως ἔκπληκτοι, πώς ὁ ἀδελφός ἀντίκρυζε τόν θάνατο μέ μεγάλη ἀταραξία καί ψυχική γαλήνη.
-Παιδί μου, τοῦ εἶπε τότε ὁ Ἡγούμενος, ὅλοι ἐδῶ ξεύρομε πώς δέν ἤσουν καί τόσο ἐπιμελής στά καθήκοντά σου. Πῶς πηγαίνεις μέ τόσο θάρρος στήν ἄλλη ζωή;
– Εἶναι ἀλήθεια, Ἀββᾶ, ψιθύρισε ὁ ἑτοιμοθάνατος, πώς δέν ἤμουν καλός μοναχός. Ἕνα πρᾶγμα ὅμως ἐτήρησα μέ ἀκρίβεια στή ζωή μου: Δέν κατέκρινα ποτέ μου ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό σκοπεύω νά εἰπῶ στό Δεσπότη Χριστό, ὅταν παρουσιαστῶ ἐνώπιόν Του: «Σύ, Κύριε, εἶπες, μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε», κι ἐλπίζω ὅτι δέν θά μέ κρίνη αὐστηρά.
– Πήγαινε εἰρηνικά στό αἰώνιο ταξίδι σου, παιδί μου, τοῦ εἶπε μέ θαυμασμό ὁ Ἡγούμενος. Ἐσύ, κατώρθωσες, χωρίς κόπο νά σωθῆς».

Αἴτια πού ὁδηγοῦν στήν κατάκριση

.                 Τά πιό συχνά αἴτια πού μᾶς ὁδηγοῦν στήν κατάκριση εἶναι καταρχήν ὁ ἐγωισμός καί ἡ ἀλαζονεία μας, ὅπως στήν περίπτωση τοῦ Φαρισαίου. Ἡ ζήλεια καί ὁ φθόνος μᾶς ὁδηγοῦν, ἐπίσης, πολύ συχνά στήν κατάκριση, καθώς καί τά ἐκδικητικά αἰσθήματα καί ἡ διάθεση νά μειώσουμε τόν ἄλλο καί νά σπιλώσουμε τήν ὑπόληψή του.
.                 Ὁ Ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ ἀπέδιδε τήν διαρκή ἐνασχόληση μέ τούς ἄλλους στήν ἀπροθυμία γιά αὐτογνωσία. Ἔλεγε συγκεκριμένα: «Γιατί κρίνουμε τοὺς ἀδελφούς μας; Διότι δὲν προσπαθοῦμε νὰ γνωρίσουμε τὸν ἑαυτό μας. Ὅποιος καταγίνεται μὲ τὴ γνώση τοῦ ἐαυτοῦ του δὲν προλαβαίνει νὰ παρατηρεῖ τοὺς ἄλλους. Κατάκρινε τὸν ἑαυτό σου καὶ θὰ παύσεις νὰ κατακρίνεις τοὺς ἄλλους».
.                 Πολλές φορές, ὡστόσο, κρυβόμαστε πίσω ἀπό δῆθεν ἀθῶα κίνητρα γιά νά δικαιολογήσουμε τίς πτώσεις μας σέ ποικίλα ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας. Ἀργολογοῦμε ἤ ἀστειολογοῦμε γιά νά περνάει ἡ ὥρα ἤ γιά νά διατηροῦμε κοινωνικές σχέσεις καί ἐπαφές ἤ κατακρίνουμε καί ἐξουθενώνουμε τούς ἄλλους, ἀκόμη κι ἄν εἶναι ἀπόντες, μέ τό πρόσχημα τῆς ἀπόδοσης δικαιοσύνης καί ἐπαναλαμβάνοντας τήν γνωστή ἐπωδό «ἡ ἀλήθεια θά πρέπει νά λέγεται».

Παράγωγα τῆς ἑτεροπαρατήρησης

.                 Ἡ ἑτεροπαρατήρηση, ἡ συνεχής, δηλαδή, ἐνασχόληση μέ τούς ἄλλους μέ ἐπικριτική διάθεση, ἐκτός ἀπό τίς κύριες ἐκδηλώσεις της, τίς ὁποῖες ἀναπτύξαμε, τήν καταλαλιά, τήν κατάκριση καί τήν ἐξουθένωση, ἔχει καί ἀρκετά παράγωγα, συνέπειες δηλαδή πού ἀφήνουν βαρύ τό ἀποτύπωμά τους στά «θύματα» τῶν ἐπικρίσεων καί τῶν κατακρίσεών μας. Πρῶτο παράγωγο εἶναι ὁ στιγματισμόςἐτικετοποίηση, ἡ ὀξύτατη δηλαδή κριτική καί ἡ δημόσια καταγγελία κάποιου, ἡ στηλίτευση καί ὁ διασυρμός του. Ὁ στιγματισμός ἑνός ἀνθρώπου ἐπιφέρει τήν ἀμαύρωση τῆς δημόσιας εἰκόνας του καί δημιουργεῖ μία ἀρνητική φήμη, τήν κοινῶς λεγόμενη «ρετσινιά» ἤ «ταμπέλα» πού τόν συνοδεύει σέ ὅλη του τήν ζωή. Ὁ στιγματισμός καί ἡ ἐτικετοποίηση ἐγκλωβίζουν τόν ἄνθρωπο σὲ χαρακτηρισμοὺς ποὺ προσδιορίζουν διὰ βίου τὴν συναναστροφή, τίς δραστηριότητες καὶ τὴν πνευματικὴ του πορεία καί τόν ὁδηγοῦν τελικά νὰ κλειστεῖ μὲ πικρία στὸν ἑαυτό του, τὸν ὁδηγοῦν στὸ περιθώριο, στὴν ἀπομόνωση, στὴν ἀποξένωση.
.                 Ἄλλο παράγωγο τῆς ἑτεροπαρατήρησης εἶναι ὁ ἐμπαιγμός, ὁ περιφρονητικός ἤ προσβλητικός, δηλαδή, ἀστεϊσμός σέ βάρος κάποιου, ὁ χλευασμός, ἡ διαπόμπευση καί ὁ ἐξευτελισμός του, ποὺ δημιουργεῖ στὸν ἄνθρωπο ψυχικὰ τραύματα καὶ διάφορα συμπλέγματα κατωτερότητος καί μειονεξίας.
.                 Ἕνα ἀκόμη παράγωγο εἶναι ὁ χαρακτηρισμός, ἡ ἔκφραση δυσμενῶν, ἄκριτων, ἀρνητικῶν, ἐπιπόλαιων καί ἐν πολλοῖς ἄδικων ἐκτιμήσεων γιὰ τὴν προσωπικότητα καὶ τὴν συμπεριφορὰ ἑνός ἀνθρώπου.
.                Στιγματισμός, ἐτικετοποίηση, ἐμπαιγμός καὶ χαρακτηρισμὸς εἶναι ἐκδηλώσεις τῆς κατακρίσεως, ποὺ χωρὶς ἀγάπη πραγματικὴ καὶ χωρὶς διάκριση ἀναφέρονται στὰ σωματικά, διανοητικὰ καὶ ψυχικὰ χαρίσματα ἢ ἐλαττώματα τῶν ἀδελφῶν μας. Ἡ ἐγκληματικὴ διάσταση αὐτῶν τῶν ὀλεθρίων ἐκδηλώσεων ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι ἀποτελοῦν πολλὲς φορὲς ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια στὴν πνευματικὴ ἄσκηση καὶ προκοπὴ ἑνός ἀνθρώπου, τοῦ δυσκολεύουν ἢ τοῦ ματαιώνουν κάθε καλὴ προσπάθεια μετανοίας καὶ διορθώσεώς του, ἐφ’ ὅσον στιγματισμοί, ἐμπαιγμοί, χαρακτηρισμοὶ καὶ ἐτικετοποιήσεις διαιωνίζονται καὶ ὡς βρόγχος καταπνίγουν τὶς φιλότιμες καὶ καρδιακὲς προσπάθειές τους, παρότι οἱ ἴδιοι ἔχουν μετανοήσει καί ἔχουν ἀλλάξει τρόπο ζωῆς.

Τά ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας

.                 Μετά τήν ἀνάπτυξη τῶν πιό σημαντικῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας καί τῶν παραγώγων τους, παραθέτουμε συνοπτικά καί κάποια ἀκόμη συναφῆ καί συχνά ἐμφανιζόμενα ἁμαρτήματα μέ σύντομους ὁρισμούς καί σχολιασμούς, πού θά μᾶς βοηθήσουν στήν αὐτοκριτική μας καί τόν ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ μας καί κυρίως θά μᾶς ὁδηγήσουν στήν ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτημάτων αὐτῶν, ὅταν προσερχόμαστε στό Μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως.
.                 Τέτοια ἁμαρτήματα εἶναι ἡ πολυλογία, ἡ ἀργολογία, ἡ φλυαρία, ἡ μωρολογία, τό καταραμένο κουτσομπολιό, ἡ αἰσχρολογία, ἡ ἀκριτομυθία (ἡ ἔλλειψη, δηλαδή, ἐχεμύθειας, ἡ ἀπερίσκεπτη ἀποκάλυψη μυστικῶν, ἡ ἄκαιρη καί ἄσκοπη ἀνακοίνωση πληροφοριῶν σέ ἀκατάλληλα καί ἀναρμόδια πρόσωπα), ἡ ἀστειολογία (ὁ συνεχής, δηλαδή, καί ἀδιάκριτος ἀστεϊσμός καί ἡ ἄκαιρη χαλαρότητα, ἡ συνήθης ἀναφορά εὐτράπελων καί πολλές φορές ἀπρεπῶν καί πονηρῶν ἀστείων) καί ἄλλα συναφῆ.
.                 «Πᾶν ῥῆμα ἀργόν, ὅ ἐάν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περί αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως» (Ματθ. ιβ´ 36) μᾶς προειδοποιεῖ ὁ Κύριός μας. (Δηλ. γιά κάθε λόγο ἀνωφελῆ πού θά ποῦν οἱ ἄνθρωποι, θά δώσουν λόγο γι’ αὐτόν κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως).
.                 Καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος μᾶς δίδει ἕναν περιεκτικότατο ὁρισμό τῆς πολυλογίας καί τῆς πληθώρας τῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας, πού ἀπορρέουν ἀπό αὐτή: «Ἡ πολυλογία εἶναι ἡ καθέδρα τῆς κενοδοξίας. Καθισμένη ἐπάνω της ἡ κενοδοξία προβάλλει καὶ διαφημίζει τὸν ἑαυτόν της. Ἡ πολυλογία εἶναι σημάδι ἀγνωσίας, θύρα τῆς καταλαλιᾶς, ὁδηγὸς στὰ εὐτράπελα, πρόξενος τῆς ψευδολογίας, σκορπισμὸς τῆς κατανύξεως. Εἶναι αὐτὴ ποὺ δημιουργεῖ καὶ ποὺ προκαλεῖ τὴν ἀκηδία. Εἶναι πρόδρομος τοῦ ὕπνου, διασκορπισμὸς τῆς «σύννοιας», δηλαδή τῆς περισυλλογῆς, ἀφανισμὸς τῆς φυλακῆς τοῦ νοός, ἀπόψυξις τῆς πνευματικῆς θερμότητος, ἀμαύρωσις τῆς προσευχῆς».
.                  Ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας στά ὁποῖα ὑποπίπτουμε συχνά εἶναι, ἐπίσης, ἡ ἀδιακρισία, ἡ περιέργεια, ἡ ὑπερβολή, ἡ διγλωσσία, ἡ διλωματία, ἡ κολακεία καί ἡ εἰρωνία. Πολύ σημαντικές πτώσεις εἶναι ἀκόμη ἡ ἀντιλογία, ἡ αὐθάδεια, ἡ ἀναίδεια, ἡ θρασύτητα, ἡ παρρησία, ἡ προκλητικότητα καί ἡ ἐλευθεριότητα στήν ὁμιλία καί ὁ ἀπότομος λόγος.
.                 Ἕνα πολύ σημαντικό ἁμάρτημα τῆς γλώσσας, στό ὁποῖο θέλουμε νά ἐπιμείνουμε, διότι εἶναι πολύ διαδεδομένο στίς μέρες μας, εἶναι ἡ προπέτεια. Προπέτεια εἶναι ἡ ἀνάγωγη καί προκλητική συμπεριφορά πού συνδυάζεται μέ τήν ἀλόγιστη καί ἄκαιρη διατύπωση γνώμης, ἄποψης, ἐπιθυμίας. Ὁ προπέτης σέ κάθε περίπτωση αὐθαιρέτως προκαλεῖ συζητήσεις, διακόπτει τόν συνομιλητή του, δέν ἀκούει τίς ἀπαντήσεις του, γιατί ἔχει στό μυαλό του μόνο τίς δικές του ἀπόψεις καί ἰδέες, γεγονός πού τόν ὁδηγεῖ σέ παρανοήσεις, σέ ἀδυναμία κατανοήσεως τοῦ ἄλλου καί τελικά καί σέ ἀδυναμία ὁποιασδήποτε συνεννοήσεως πού ὁδηγεῖ σέ ἐκνευρισμούς, ἀντεγκλήσεις καί ἀδικαιολόγητες συγκρούσεις.
.                Θά θέλαμε, ἐπίσης, νά σταθοῦμε στήν δικαιολογία, τήν προσπάθεια δηλαδή, νά ὑπερασπιζόμαστε συνεχῶς καί ἐγωιστικά τόν ἑαυτό μας καί τίς πράξεις μας προβάλλοντας διάφορες κάθε φορά προφάσεις. Ἡ δικαιολογία εἶναι ἔνδειξη φιλαυτίας καί δειλίας καί οὐσιαστική ἄρνηση ἀνάληψης τῆς εὐθύνης. Ὁ Ἅγιος Παΐσιος χαρακτηρίζει τήν δικαιολογία ὡς «μόνωση, καουτσούκ, ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί τόν Θεό… Εἶναι σάν νά χτίζης -ἔλεγε χαρακτηριστικά- ἕναν τοῖχο καί νά χωρίζης τόν ἑαυτό σου ἀπό τόν Θεό, ὁπότε κόβεις κάθε σχέση μαζί Του».
.                 Τονίζουμε, ἐπίσης, τόν ψιθυρισμό, τήν συνεχῆ, δηλαδή, καί ὕπουλη φημολογία καί διασπορά πραγματικῶν ἤ φανταστικῶν πληροφοριῶν μέ σκοπό τήν πρόκληση συγχύσεως.
.                   Σοβαρό παράπτωμα τῆς γλώσσας, πού συνθλίβει πραγματικά καί δυαλύει ἀνδρόγυνα, οἰκογένειες, φιλίες καί γενικά τίς ἀνθρώπινες σχέσεις εἶναι ὁ γογγυσμός καί ἡ γκρίνια, ἡ συνεχής, δηλαδή, καί ἐνοχλητική ἔκφραση παραπόνων, τό ἀτέλειωτο καί ἀνυπόφορο μουρμουρητό, ἡ φαγωμάρα, ἡ μεμψιμοιρία, ἡ μόνιμη ἔλλειψη ἱκανοποιήσεως ἀπό ὁ,τιδήποτε καί γιά ὁ,τιδήποτε. Ἡ γκρίνια εἶναι πραγματικά σάν τόν κισσό πού περισφίγγει τό αἰωνόβιο δέντρο καί ἀπομυζᾶ τούς χυμούς του καταδικάζοντάς το σέ μαρασμό.
.                 Τό καλύτερο ἀντίδοτο στήν γκρίνια εἶναι ἡ συνεχής δοξολογία στόν Θεό γιά ὅλα ὅσα μᾶς προσφέρει, ἀκόμη καί γι’ αὐτά πού μπορεῖ νά μᾶς φαίνονται ἀρνητικά ἐξωτερικά, ἀλλά σίγουρα λειτουργοῦν θετικά γιά τήν πνευματική μας τελείωση καί σωτηρία.
.                 Μᾶς τό περιγράφει αὐτό μέ τόν δικό του μοναδικό καί εὐφυῆ τρόπο ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης: «Γέροντα, ποῦ ὀφείλεται ἡ γκρίνια καὶ πῶς μπορεῖς νὰ τὴν ἀποφύγης;
–Στὴν κακομοιριὰ ὀφείλεται καὶ μὲ τὴν δοξολογία τὴν κάνει κανεὶς πέρα. Ἡ γκρίνια γεννᾶ γκρίνια καὶ ἡ δοξολογία γεννᾶ δοξολογία. Ὅταν δὲν γκρινιάζει κανεὶς γιὰ μιὰ δυσκολία ποὺ τὸν βρίσκει, ἀλλὰ δοξάζει τὸν Θεό, τότε σκάζει ὁ διάβολος καὶ πάει σὲ ἄλλον ποὺ γκρινιάζει, γιὰ νὰ τοῦ τὰ φέρει ὅλα ἀνάποδα. Γιατί, ὅσο γκρινιάζει κανείς, τόσο ρημάζει. Μερικὲς φορὲς μᾶς κλέβει τὸ ταγκαλάκι (διάβολος) καὶ μᾶς κάνει νὰ μὴ μᾶς εὐχαριστεῖ τίποτε, ἐνῶ μπορεῖ κανεὶς ὅλα νὰ τὰ γλεντάη πνευματικὰ μὲ δοξολογία καὶ νὰ ἔχει τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ».
.                 Βαρύτατα, ἐπίσης, ἁμαρτήματα εἶναι τό ψεῦδος, ἡ ψευδορκία, ἡ ἐπιορκία, ἡ ψευδομαρτυρία, ὁ ὅρκος, καθώς ἐπίσης καί ἡ βλασφημία, ἡ ὕβρις καί ἡ κατάρα, ἡ ἐμπαθής, δηλαδή, κακόβουλη καί ἐκδικητική «εὐχή» ἐναντίον ἑνός προσώπου γιά νά πάθει κάτι κακό, τό ὁποῖο θά μᾶς προκαλέσει εὐχαρίστηση καί ἱκανοποίηση. Νά εἶστε βέβαιοι ὅτι ἡ ἄδικη κατάρα ἐπιστρέφει σ’ αὐτόν πού τήν ἐκστομίζει.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–3 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

, , , ,

Σχολιάστε