Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Γλῶσσα

ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–2 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

«Τὰ νοσήματα τῆς γλώσσας
καὶ οἱ ἀρετὲς τῆς “ἐν γνώσει” σιωπῆς»
-2-

Τοῦ Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου
Προηγουμένου Ἱ. Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου
[Ὁμιλία στήν ΓΕΧΑ Τρικάλων, Πέμπτη 25 Ἰανουαρίου 2018]

Mέρος Α´: ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–1 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

Ὁρισμοί

.             Ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος στόν λόγο του «Γιά τό ὅτι δέν πρέπει νά κρίνουμε τόν πλησίον μας » δίδει τούς ὁρισμούς τῶν τριῶν αὐτῶν ἐννοιῶν πού συνιστοῦν τήν ἑτεροπαρατήρηση, παρατηρώντας ὅτι «… τίποτε δέν ξεγυμνώνει τόσο τόν ἄνθρωπο καί δέν τόν ὁδηγεῖ στήν ἐγκατάλειψη (τοῦ Θεοῦ) ὅσο ἡ καταλαλιά, ἡ κατάκριση καί ἡ ἐξουθένωση τοῦ πλησίον».
.             Καταλαλιά εἶναι νά μιλήσεις εἰς βάρος κάποιου ἄλλου φανερώνοντας μέ ἐμπάθεια τό ἁμάρτημά του. Εἶναι τό νά διαδίδεις μέ λόγια τίς ἁμαρτίες καί τά σφάλματα τοῦ πλησίον. Ὅταν, γιά παράδειγμα, πεῖς γιά κάποιον: «ὁ τάδε εἶπε ψέματα ἢ ὀργίστηκε ἢ ἔπεσε σέ πορνεία», εἶναι καταλαλιά, διότι φανερώνεις μέ ἐμπάθεια τήν ἁμαρτία του.
.             Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος χαρακτηρίζει τήν καταλαλιά «παχειά βδέλλα, κρυμμένη καί ἀφανῆ, πού ἀπορροφᾶ καί ἐξαφανίζει τό αἷμα τῆς ἀγάπης».
.            Κατάκριση εἶναι ἡ καταδικαστική γνώμη, ἀπόφαση ἤ κρίση, τήν ὁποία ἐκφέρει ἤ καί διαδίδει κάποιος γιά τήν διαγωγή, τίς ἁμαρτίες, τά σφάλματα καί τά ἐλαττώματα τοῦ πλησίον, ἡ ὁποία δέν παραμένει μόνο σέ αὐτά (πού εἶναι ἡ καταλαλιά), ἀλλά προχωρᾶ καί καταδικάζει, ἀποδοκιμάζει καί μέμφεται καί αὐτόν τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο, τόν πταίσαντα καί μάλιστα χωρίς οἶκτο καί ἐπιείκεια. Ἀντί, γιά παράδειγμα, νά πεῖ κάποιος «ὁ τάδε εἶπε ψέματα ἢ ὀργίστηκε ἢ ἔπεσε σέ πορνεία», (πού εἶναι καταλαλιά), λέει: «ὁ τάδε εἶναι ψεύτης, εἶναι ὀργίλος ἢ εἶναι πόρνος» καί ἔτσι ἀποφαίνεται ὄχι μόνο γιά τίς πράξεις του, ἀλλά γιά ὁλόκληρη τή ζωή του. Αὐτό εἶναι ἡ κατάκριση.
.             Ὁ Φαρισαῖος δέν καταδικάστηκε, ὅταν εἶπε ἀόριστα, χωρίς νά κατονομάσει κανένα, δέν εἶμαι σάν τούς ἄλλους ἅρπαξ, ἄδικος ἢ μοιχός. Ὅταν ὅμως γυρνώντας πρός τόν Τελώνη εἶπε: «οὔτε σάν καί αὐτόν τόν τελώνη», τότε βάρυνε τήν ψυχή του γιατί ἔπεσε σέ κατάκριση. Πολλές φορές, ὄχι μόνο κατακρίνουμε τόν πλησίον μας, ἀλλά καί τόν ἐξουθενώνουμε.
.             Ἐξουθένωση εἶναι ὄχι μόνο νά κατακρίνει κανείς κάποιον πού ἁμαρτάνει, ἀλλά νά φτάνει στό σημεῖο νά τόν ἀπαξιώνει, νά τόν ἐκμηδενίζει, νά τόν ἐξευτελίζει, νά τόν σιχαίνεται, σάν κάτι πού προξενεῖ ἀηδία. Ἡ ἐξουθένωση εἶναι πολύ χειρότερη καί πολύ πιό ὀλέθρια ἀπό τήν κατάκριση. Φτάνουμε, ἔτσι στό σημεῖο νά μισοῦμε ὄχι μόνο τήν ἁμαρτία ἀλλά καί τόν ἁμαρτωλό. Πολλές φορές μάλιστα χαιρόμαστε καί ἐπαιρόμαστε γι’ αὐτό.
.             Αὐτό εἶναι δεῖγμα παντελοῦς ἐλλείψεως ἀγάπης. Εἶναι κατάσταση πού μᾶς χωρίζει, ὄχι μόνον ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί ἀπό τόν Θεό. Κι αὐτό γιατί ὁ Θεός ἀγαπᾶ τόν ἁμαρτωλό, ἀκόμη καί τόν πιό ἐξαθλιωμένο ἀπό τήν ἁμαρτία καί προσπαθεῖ νά τόν συνετίσει καί νά τόν φέρει σέ μετάνοια. Τόν συγχωρεῖ δέ ἀμέσως καί ἀπροϋπόθετα ὅταν συναισθανθεῖ τό σφάλμα του, μετανοήσει καί ζητήσει τό ἔλεός Του. Μέ ποιό δικαίωμα λοιπόν ἕνας ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, ὅπως ὅλοι ἐμεῖς, μπορεῖ νά ἀπορρίψει ἕνα συνάνθρωπό του, ἔστω καί φαινομενικά πιό ἁμαρτωλό; Αὐτός πού δέν θά δείξει ἔλεος γιά τόν συνάνθρωπό του, δέν θά ἐλεηθεῖ ἀπό τό Θεό: «ἡ γάρ κρίσις ἀνέλεος, τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος» (Ἰακ . β´13) (δηλ. ἡ κρίση θά εἶναι ἄσπλαγχνη πρός ἐκεῖνον πού δέν ἔδειξε εὐσπλαγχνία), λέγει ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος στήν Καθολική ἐπιστολή του.
.                 Ὁ ἅγιος Δημήτριος τοῦ Ροστώφ μᾶς προτρέπει χαρακτηριστικά γιά τό ζήτημα αὐτό: «Μὴ σφετερίζεσαι τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Μὴ γίνεσαι ἀντίπαλος τοῦ Κυρίου, ἁρπάζοντας τὸ ἀξίωμα ποὺ κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτό Του. Καὶ μὲ τὰ ἴδια σου τὰ μάτια ἂν δῆς κάποιον νὰ ἁμαρτάνη, μὴν τὸν καταδικάσης, μὴν τὸν κακολογήσης, μὴν τὸν διασύρης, μὴν τὸν ἐξουθενώσης. Καταδίκασε τὸν διάβολο ποὺ τὸν ἐξαπάτησε καὶ τὸν ἔριξε στὴν ἁμαρτία. Ἂν ὅμως καταδικάσης τὸν ἀδελφό σου, θὰ ἐπιβεβαιώσης τὸν μεγάλο καὶ ἄλογο ἐγωισμό σου. Καὶ πρόσεξε, γιατί θὰ πέσης κι ἐσὺ στὸ ἴδιο ἁμάρτημα. Κατὰ κανόνα, ὅποιος κρίνει τὸν ἄλλον γιὰ κάτι, πέφτει κατόπιν στὸ ἴδιο. Κάλυψε λοιπὸν σπλαχνικὰ μὲ τὴ σιωπὴ τὸ σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ σου. Κι ἂν μπορῆς διόρθωσέ τον μὲ ἀγάπη καὶ ταπείνωσι. Ἂν δὲν μπορῆς, μεῖνε στὴ σιωπή σου καὶ καταδίκασε τὸν ἑαυτό σου γιὰ τὰ δικά σου ἁμαρτήματα. Σοῦ ἀρκοῦν αὐτά».
.                 Δυστυχῶς, ἐμεῖς μέ πολλή εὐκολία κατακρίνουμε ἀσύστολα τόν συνάνθρωπό μας, ἂν τύχει νά δοῦμε κάτι, ἢ νά ἀκούσουμε ἢ νά ὑποψιαστοῦμε ὅ, τι ἔκανε. Καί τό φοβερότερο εἶναι ὅτι δέν σταματᾶμε στήν βλάβη πού κάνουμε στόν ἑαυτό μας. Ἀλλά συναντᾶμε καί ἄλλον ἀδερφό καί ἀμέσως τοῦ λέμε: «αὐτό καί αὐτό ἔγινε». Ἔτσι βλάπτουμε καί ἐκεῖνον, βάζοντας στήν καρδιά του ἁμαρτίες. Γι αὐτό δέν ἐπιτρέπεται νά λέμε τίς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, ἀλλά οὔτε καί τίς δικές μας, παρά μόνο στόν πνευματικό μας κατά τήν ἐξομολόγηση. Διαφορετικά, διασπείρουμε τά μικρόβια τῆς ἁμαρτίας καί σέ ἄλλους.
.                 Ἄς δοῦμε, ὅμως, πῶς θέτει τό ζήτημα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: « Δέν πρέπει οὔτε νά ἐπιπλήττεις, οὔτε νά προσβάλλεις, ἀλλά νά νουθετεῖς· ὄχι νά κατηγορεῖς, ἀλλά νά συμβουλεύεις· οὔτε νά ἐπιτίθεσαι μέ ἀφροσύνη, ἀλλά νά διορθώνεις μέ στοργή. Διότι ὅταν συμβεῖ νά ἐκφέρεις γνώμη χωρίς συμπόνια γιά τά ἁμαρτήματα τοῦ πλησίον σου, παραδίδεις ὄχι ἐκεῖνον, ἀλλά τόν ἑαυτό σου στήν ἐσχάτη προδοσία.
.                 Θά μέ ρωτήσεις εὐλόγως, συνεχίζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, τί λοιπόν; Ἐάν πορνεύει ὁ ἄλλος νά μήν τοῦ πῶ ὅτι εἶναι κακό ἡ πορνεία καί νά μή διορθώσω αὐτόν πού προβαίνει σέ αἰσχρές πράξεις; Σοῦ ἀπαντῶ· διόρθωσέ τον μέν, ἀλλ’ ὄχι σάν ἐχθρός οὔτε σάν ἀντίπαλος πού ζητεῖ τιμωρία, ἀλλά σάν Πατέρας πού προσφέρει φάρμακα. Διότι ὁ Κύριος δέν εἶπε νά μήν ἐμποδίζεις αὐτόν πού ἁμαρτάνει, ἀλλά νά μήν τόν κρίνεις, δηλαδή νά μήν γίνεσαι σκληρός δικαστής καί ἐπικριτής».
.                 Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης χαρακτηριστικά τονίζει ὅτι ἡ κατάκριση καί δυσφήμιση τοῦ ἄλλου, καί μάλιστα ὅταν ἀποτελεῖ ἀνεξέλεγκτη συκοφαντία καί κατασπίλωση τῆς τιμῆς του, ἰσοδυναμεῖ μέ φόνο. «Ὅπως λέγεται, ἄλλωστε, ἀπό τούς ἠθικούς διδασκάλους, ἡ τιμή εἶναι ἀνώτερη ἀπό τή ζωή. Καί ἐπειδή ὁ φόνος θανατώνει τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ ἡ συκοφαντία θανατώνει τήν τιμή, ἄρα ἡ συκοφαντία εἶναι χειρότερη ἀπό τόν φόνο. Καί στ’ ἀλήθεια εἶναι μεγαλύτερη κακία τό νά φονεύει κανείς μέ τή γλῶσσα, παρά μέ τό ξίφος καί τό νά πληγώνει μέ τό λόγο παρά μέ τό βέλος. Γιατί ὁ φονιάς θανατώνει μόνον τούς ζωντανούς, μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του, ἐνῶ ὁ συκοφάντης ἐπί πλέον καί τούς νεκρούς καί μάλιστα ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς. Μέ φόνο μάλιστα ἄκοπο καί ἀκίνδυνο, ἀφοῦ γίνεται ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς στίς πολυθρόνες τῶν σαλονιῶν, ἐν ἀντιθέσει πρός τόν σωματικό φόνο, πού συνήθως ἐνέχει ἀγωνία, ποινικές διώξεις καί φυλακίσεις».
.                 Ἡ κατάκριση μᾶς ἀναδεικνύει ἄφρονες ὡς χριστιανούς, καθώς ὁ Χριστός μας εἶπε: «Ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε, καί ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ζ´ 2) (δηλ. μέ τό κριτήριο πού κρίνετε, θά κριθεῖτε καί μέ τό μέτρο πού μετρᾶτε, θά μετρηθεῖτε). Κατά συνέπεια, μέ τήν κατάκριση, καταδικάζουμε μόνοι μας τόν ἑαυτό μας νά πέση στά ἴδια ἁμαρτήματα μέ αὐτά πού κατακρίνουμε, καί δίνουμε τό μέτρο ἀνεπιεικοῦς κρίσεως στόν Δικαιοκρίτη Θεό.
.                 Τό πόσο ἐπιεικής εἶναι ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ γι’ αὐτούς πού δέν κατακρίνουν μᾶς τό φανερώνει καί τό ἑξῆς περιστατικό ἀπό τό Γεροντικό: «Ἕνας μοναχός σ’ ἕνα Κοινόβιο, ἀμελής στά πνευματικά, ἔπεσε βαριά ἄρρωστος κι ἦλθε ἡ ὥρα του νά πεθάνει. Ὁ ἡγούμενος καί ὅλοι οἱ ἀδελφοί τόν περικυκλώσανε γιά νά τοῦ δώσουν θάρρος στίς τελευταῖες του στιγμές. Παρατήρησαν ὅμως ἔκπληκτοι, πώς ὁ ἀδελφός ἀντίκρυζε τόν θάνατο μέ μεγάλη ἀταραξία καί ψυχική γαλήνη.
-Παιδί μου, τοῦ εἶπε τότε ὁ Ἡγούμενος, ὅλοι ἐδῶ ξεύρομε πώς δέν ἤσουν καί τόσο ἐπιμελής στά καθήκοντά σου. Πῶς πηγαίνεις μέ τόσο θάρρος στήν ἄλλη ζωή;
– Εἶναι ἀλήθεια, Ἀββᾶ, ψιθύρισε ὁ ἑτοιμοθάνατος, πώς δέν ἤμουν καλός μοναχός. Ἕνα πρᾶγμα ὅμως ἐτήρησα μέ ἀκρίβεια στή ζωή μου: Δέν κατέκρινα ποτέ μου ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό σκοπεύω νά εἰπῶ στό Δεσπότη Χριστό, ὅταν παρουσιαστῶ ἐνώπιόν Του: «Σύ, Κύριε, εἶπες, μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε», κι ἐλπίζω ὅτι δέν θά μέ κρίνη αὐστηρά.
– Πήγαινε εἰρηνικά στό αἰώνιο ταξίδι σου, παιδί μου, τοῦ εἶπε μέ θαυμασμό ὁ Ἡγούμενος. Ἐσύ, κατώρθωσες, χωρίς κόπο νά σωθῆς».

Αἴτια πού ὁδηγοῦν στήν κατάκριση

.                 Τά πιό συχνά αἴτια πού μᾶς ὁδηγοῦν στήν κατάκριση εἶναι καταρχήν ὁ ἐγωισμός καί ἡ ἀλαζονεία μας, ὅπως στήν περίπτωση τοῦ Φαρισαίου. Ἡ ζήλεια καί ὁ φθόνος μᾶς ὁδηγοῦν, ἐπίσης, πολύ συχνά στήν κατάκριση, καθώς καί τά ἐκδικητικά αἰσθήματα καί ἡ διάθεση νά μειώσουμε τόν ἄλλο καί νά σπιλώσουμε τήν ὑπόληψή του.
.                 Ὁ Ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ ἀπέδιδε τήν διαρκή ἐνασχόληση μέ τούς ἄλλους στήν ἀπροθυμία γιά αὐτογνωσία. Ἔλεγε συγκεκριμένα: «Γιατί κρίνουμε τοὺς ἀδελφούς μας; Διότι δὲν προσπαθοῦμε νὰ γνωρίσουμε τὸν ἑαυτό μας. Ὅποιος καταγίνεται μὲ τὴ γνώση τοῦ ἐαυτοῦ του δὲν προλαβαίνει νὰ παρατηρεῖ τοὺς ἄλλους. Κατάκρινε τὸν ἑαυτό σου καὶ θὰ παύσεις νὰ κατακρίνεις τοὺς ἄλλους».
.                 Πολλές φορές, ὡστόσο, κρυβόμαστε πίσω ἀπό δῆθεν ἀθῶα κίνητρα γιά νά δικαιολογήσουμε τίς πτώσεις μας σέ ποικίλα ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας. Ἀργολογοῦμε ἤ ἀστειολογοῦμε γιά νά περνάει ἡ ὥρα ἤ γιά νά διατηροῦμε κοινωνικές σχέσεις καί ἐπαφές ἤ κατακρίνουμε καί ἐξουθενώνουμε τούς ἄλλους, ἀκόμη κι ἄν εἶναι ἀπόντες, μέ τό πρόσχημα τῆς ἀπόδοσης δικαιοσύνης καί ἐπαναλαμβάνοντας τήν γνωστή ἐπωδό «ἡ ἀλήθεια θά πρέπει νά λέγεται».

Παράγωγα τῆς ἑτεροπαρατήρησης

.                 Ἡ ἑτεροπαρατήρηση, ἡ συνεχής, δηλαδή, ἐνασχόληση μέ τούς ἄλλους μέ ἐπικριτική διάθεση, ἐκτός ἀπό τίς κύριες ἐκδηλώσεις της, τίς ὁποῖες ἀναπτύξαμε, τήν καταλαλιά, τήν κατάκριση καί τήν ἐξουθένωση, ἔχει καί ἀρκετά παράγωγα, συνέπειες δηλαδή πού ἀφήνουν βαρύ τό ἀποτύπωμά τους στά «θύματα» τῶν ἐπικρίσεων καί τῶν κατακρίσεών μας. Πρῶτο παράγωγο εἶναι ὁ στιγματισμόςἐτικετοποίηση, ἡ ὀξύτατη δηλαδή κριτική καί ἡ δημόσια καταγγελία κάποιου, ἡ στηλίτευση καί ὁ διασυρμός του. Ὁ στιγματισμός ἑνός ἀνθρώπου ἐπιφέρει τήν ἀμαύρωση τῆς δημόσιας εἰκόνας του καί δημιουργεῖ μία ἀρνητική φήμη, τήν κοινῶς λεγόμενη «ρετσινιά» ἤ «ταμπέλα» πού τόν συνοδεύει σέ ὅλη του τήν ζωή. Ὁ στιγματισμός καί ἡ ἐτικετοποίηση ἐγκλωβίζουν τόν ἄνθρωπο σὲ χαρακτηρισμοὺς ποὺ προσδιορίζουν διὰ βίου τὴν συναναστροφή, τίς δραστηριότητες καὶ τὴν πνευματικὴ του πορεία καί τόν ὁδηγοῦν τελικά νὰ κλειστεῖ μὲ πικρία στὸν ἑαυτό του, τὸν ὁδηγοῦν στὸ περιθώριο, στὴν ἀπομόνωση, στὴν ἀποξένωση.
.                 Ἄλλο παράγωγο τῆς ἑτεροπαρατήρησης εἶναι ὁ ἐμπαιγμός, ὁ περιφρονητικός ἤ προσβλητικός, δηλαδή, ἀστεϊσμός σέ βάρος κάποιου, ὁ χλευασμός, ἡ διαπόμπευση καί ὁ ἐξευτελισμός του, ποὺ δημιουργεῖ στὸν ἄνθρωπο ψυχικὰ τραύματα καὶ διάφορα συμπλέγματα κατωτερότητος καί μειονεξίας.
.                 Ἕνα ἀκόμη παράγωγο εἶναι ὁ χαρακτηρισμός, ἡ ἔκφραση δυσμενῶν, ἄκριτων, ἀρνητικῶν, ἐπιπόλαιων καί ἐν πολλοῖς ἄδικων ἐκτιμήσεων γιὰ τὴν προσωπικότητα καὶ τὴν συμπεριφορὰ ἑνός ἀνθρώπου.
.                Στιγματισμός, ἐτικετοποίηση, ἐμπαιγμός καὶ χαρακτηρισμὸς εἶναι ἐκδηλώσεις τῆς κατακρίσεως, ποὺ χωρὶς ἀγάπη πραγματικὴ καὶ χωρὶς διάκριση ἀναφέρονται στὰ σωματικά, διανοητικὰ καὶ ψυχικὰ χαρίσματα ἢ ἐλαττώματα τῶν ἀδελφῶν μας. Ἡ ἐγκληματικὴ διάσταση αὐτῶν τῶν ὀλεθρίων ἐκδηλώσεων ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι ἀποτελοῦν πολλὲς φορὲς ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια στὴν πνευματικὴ ἄσκηση καὶ προκοπὴ ἑνός ἀνθρώπου, τοῦ δυσκολεύουν ἢ τοῦ ματαιώνουν κάθε καλὴ προσπάθεια μετανοίας καὶ διορθώσεώς του, ἐφ’ ὅσον στιγματισμοί, ἐμπαιγμοί, χαρακτηρισμοὶ καὶ ἐτικετοποιήσεις διαιωνίζονται καὶ ὡς βρόγχος καταπνίγουν τὶς φιλότιμες καὶ καρδιακὲς προσπάθειές τους, παρότι οἱ ἴδιοι ἔχουν μετανοήσει καί ἔχουν ἀλλάξει τρόπο ζωῆς.

Τά ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας

.                 Μετά τήν ἀνάπτυξη τῶν πιό σημαντικῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας καί τῶν παραγώγων τους, παραθέτουμε συνοπτικά καί κάποια ἀκόμη συναφῆ καί συχνά ἐμφανιζόμενα ἁμαρτήματα μέ σύντομους ὁρισμούς καί σχολιασμούς, πού θά μᾶς βοηθήσουν στήν αὐτοκριτική μας καί τόν ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ μας καί κυρίως θά μᾶς ὁδηγήσουν στήν ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτημάτων αὐτῶν, ὅταν προσερχόμαστε στό Μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως.
.                 Τέτοια ἁμαρτήματα εἶναι ἡ πολυλογία, ἡ ἀργολογία, ἡ φλυαρία, ἡ μωρολογία, τό καταραμένο κουτσομπολιό, ἡ αἰσχρολογία, ἡ ἀκριτομυθία (ἡ ἔλλειψη, δηλαδή, ἐχεμύθειας, ἡ ἀπερίσκεπτη ἀποκάλυψη μυστικῶν, ἡ ἄκαιρη καί ἄσκοπη ἀνακοίνωση πληροφοριῶν σέ ἀκατάλληλα καί ἀναρμόδια πρόσωπα), ἡ ἀστειολογία (ὁ συνεχής, δηλαδή, καί ἀδιάκριτος ἀστεϊσμός καί ἡ ἄκαιρη χαλαρότητα, ἡ συνήθης ἀναφορά εὐτράπελων καί πολλές φορές ἀπρεπῶν καί πονηρῶν ἀστείων) καί ἄλλα συναφῆ.
.                 «Πᾶν ῥῆμα ἀργόν, ὅ ἐάν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περί αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως» (Ματθ. ιβ´ 36) μᾶς προειδοποιεῖ ὁ Κύριός μας. (Δηλ. γιά κάθε λόγο ἀνωφελῆ πού θά ποῦν οἱ ἄνθρωποι, θά δώσουν λόγο γι’ αὐτόν κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως).
.                 Καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος μᾶς δίδει ἕναν περιεκτικότατο ὁρισμό τῆς πολυλογίας καί τῆς πληθώρας τῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας, πού ἀπορρέουν ἀπό αὐτή: «Ἡ πολυλογία εἶναι ἡ καθέδρα τῆς κενοδοξίας. Καθισμένη ἐπάνω της ἡ κενοδοξία προβάλλει καὶ διαφημίζει τὸν ἑαυτόν της. Ἡ πολυλογία εἶναι σημάδι ἀγνωσίας, θύρα τῆς καταλαλιᾶς, ὁδηγὸς στὰ εὐτράπελα, πρόξενος τῆς ψευδολογίας, σκορπισμὸς τῆς κατανύξεως. Εἶναι αὐτὴ ποὺ δημιουργεῖ καὶ ποὺ προκαλεῖ τὴν ἀκηδία. Εἶναι πρόδρομος τοῦ ὕπνου, διασκορπισμὸς τῆς «σύννοιας», δηλαδή τῆς περισυλλογῆς, ἀφανισμὸς τῆς φυλακῆς τοῦ νοός, ἀπόψυξις τῆς πνευματικῆς θερμότητος, ἀμαύρωσις τῆς προσευχῆς».
.                  Ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας στά ὁποῖα ὑποπίπτουμε συχνά εἶναι, ἐπίσης, ἡ ἀδιακρισία, ἡ περιέργεια, ἡ ὑπερβολή, ἡ διγλωσσία, ἡ διλωματία, ἡ κολακεία καί ἡ εἰρωνία. Πολύ σημαντικές πτώσεις εἶναι ἀκόμη ἡ ἀντιλογία, ἡ αὐθάδεια, ἡ ἀναίδεια, ἡ θρασύτητα, ἡ παρρησία, ἡ προκλητικότητα καί ἡ ἐλευθεριότητα στήν ὁμιλία καί ὁ ἀπότομος λόγος.
.                 Ἕνα πολύ σημαντικό ἁμάρτημα τῆς γλώσσας, στό ὁποῖο θέλουμε νά ἐπιμείνουμε, διότι εἶναι πολύ διαδεδομένο στίς μέρες μας, εἶναι ἡ προπέτεια. Προπέτεια εἶναι ἡ ἀνάγωγη καί προκλητική συμπεριφορά πού συνδυάζεται μέ τήν ἀλόγιστη καί ἄκαιρη διατύπωση γνώμης, ἄποψης, ἐπιθυμίας. Ὁ προπέτης σέ κάθε περίπτωση αὐθαιρέτως προκαλεῖ συζητήσεις, διακόπτει τόν συνομιλητή του, δέν ἀκούει τίς ἀπαντήσεις του, γιατί ἔχει στό μυαλό του μόνο τίς δικές του ἀπόψεις καί ἰδέες, γεγονός πού τόν ὁδηγεῖ σέ παρανοήσεις, σέ ἀδυναμία κατανοήσεως τοῦ ἄλλου καί τελικά καί σέ ἀδυναμία ὁποιασδήποτε συνεννοήσεως πού ὁδηγεῖ σέ ἐκνευρισμούς, ἀντεγκλήσεις καί ἀδικαιολόγητες συγκρούσεις.
.                Θά θέλαμε, ἐπίσης, νά σταθοῦμε στήν δικαιολογία, τήν προσπάθεια δηλαδή, νά ὑπερασπιζόμαστε συνεχῶς καί ἐγωιστικά τόν ἑαυτό μας καί τίς πράξεις μας προβάλλοντας διάφορες κάθε φορά προφάσεις. Ἡ δικαιολογία εἶναι ἔνδειξη φιλαυτίας καί δειλίας καί οὐσιαστική ἄρνηση ἀνάληψης τῆς εὐθύνης. Ὁ Ἅγιος Παΐσιος χαρακτηρίζει τήν δικαιολογία ὡς «μόνωση, καουτσούκ, ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί τόν Θεό… Εἶναι σάν νά χτίζης -ἔλεγε χαρακτηριστικά- ἕναν τοῖχο καί νά χωρίζης τόν ἑαυτό σου ἀπό τόν Θεό, ὁπότε κόβεις κάθε σχέση μαζί Του».
.                 Τονίζουμε, ἐπίσης, τόν ψιθυρισμό, τήν συνεχῆ, δηλαδή, καί ὕπουλη φημολογία καί διασπορά πραγματικῶν ἤ φανταστικῶν πληροφοριῶν μέ σκοπό τήν πρόκληση συγχύσεως.
.                   Σοβαρό παράπτωμα τῆς γλώσσας, πού συνθλίβει πραγματικά καί δυαλύει ἀνδρόγυνα, οἰκογένειες, φιλίες καί γενικά τίς ἀνθρώπινες σχέσεις εἶναι ὁ γογγυσμός καί ἡ γκρίνια, ἡ συνεχής, δηλαδή, καί ἐνοχλητική ἔκφραση παραπόνων, τό ἀτέλειωτο καί ἀνυπόφορο μουρμουρητό, ἡ φαγωμάρα, ἡ μεμψιμοιρία, ἡ μόνιμη ἔλλειψη ἱκανοποιήσεως ἀπό ὁ,τιδήποτε καί γιά ὁ,τιδήποτε. Ἡ γκρίνια εἶναι πραγματικά σάν τόν κισσό πού περισφίγγει τό αἰωνόβιο δέντρο καί ἀπομυζᾶ τούς χυμούς του καταδικάζοντάς το σέ μαρασμό.
.                 Τό καλύτερο ἀντίδοτο στήν γκρίνια εἶναι ἡ συνεχής δοξολογία στόν Θεό γιά ὅλα ὅσα μᾶς προσφέρει, ἀκόμη καί γι’ αὐτά πού μπορεῖ νά μᾶς φαίνονται ἀρνητικά ἐξωτερικά, ἀλλά σίγουρα λειτουργοῦν θετικά γιά τήν πνευματική μας τελείωση καί σωτηρία.
.                 Μᾶς τό περιγράφει αὐτό μέ τόν δικό του μοναδικό καί εὐφυῆ τρόπο ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης: «Γέροντα, ποῦ ὀφείλεται ἡ γκρίνια καὶ πῶς μπορεῖς νὰ τὴν ἀποφύγης;
–Στὴν κακομοιριὰ ὀφείλεται καὶ μὲ τὴν δοξολογία τὴν κάνει κανεὶς πέρα. Ἡ γκρίνια γεννᾶ γκρίνια καὶ ἡ δοξολογία γεννᾶ δοξολογία. Ὅταν δὲν γκρινιάζει κανεὶς γιὰ μιὰ δυσκολία ποὺ τὸν βρίσκει, ἀλλὰ δοξάζει τὸν Θεό, τότε σκάζει ὁ διάβολος καὶ πάει σὲ ἄλλον ποὺ γκρινιάζει, γιὰ νὰ τοῦ τὰ φέρει ὅλα ἀνάποδα. Γιατί, ὅσο γκρινιάζει κανείς, τόσο ρημάζει. Μερικὲς φορὲς μᾶς κλέβει τὸ ταγκαλάκι (διάβολος) καὶ μᾶς κάνει νὰ μὴ μᾶς εὐχαριστεῖ τίποτε, ἐνῶ μπορεῖ κανεὶς ὅλα νὰ τὰ γλεντάη πνευματικὰ μὲ δοξολογία καὶ νὰ ἔχει τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ».
.                 Βαρύτατα, ἐπίσης, ἁμαρτήματα εἶναι τό ψεῦδος, ἡ ψευδορκία, ἡ ἐπιορκία, ἡ ψευδομαρτυρία, ὁ ὅρκος, καθώς ἐπίσης καί ἡ βλασφημία, ἡ ὕβρις καί ἡ κατάρα, ἡ ἐμπαθής, δηλαδή, κακόβουλη καί ἐκδικητική «εὐχή» ἐναντίον ἑνός προσώπου γιά νά πάθει κάτι κακό, τό ὁποῖο θά μᾶς προκαλέσει εὐχαρίστηση καί ἱκανοποίηση. Νά εἶστε βέβαιοι ὅτι ἡ ἄδικη κατάρα ἐπιστρέφει σ’ αὐτόν πού τήν ἐκστομίζει.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–3 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

Advertisements

, , , ,

Σχολιάστε

ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–1 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

«Τὰ νοσήματα τῆς γλώσσας
καὶ οἱ ἀρετὲς τῆς “ἐν γνώσει” σιωπῆς»

Τοῦ Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου
Προηγουμένου Ἱ. Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου
[Ὁμιλία στήν ΓΕΧΑ Τρικάλων, Πέμπτη 25 Ἰανουαρίου 2018]

Εἰσαγωγή
Ἡ ἐποχή τῆς πληροφορίας

.            Ἡ σημερινή ἐποχή ἔχει χαρακτηριστεῖ ὡς ἐποχή τῆς πληροφορίας μέ κύριο γνώρισμά της τήν δυνατότητα τῶν ἀνθρώπων νά ἀνταλλάσσουν καί νά μεταφέρουν πληροφορίες μέ πολύ μεγάλη εὐκολία καί ταχύτητα καί νά ἔχουν ἄμεση πρόσβαση σέ γνώσεις καί εἰδήσεις, ἀπό ὅλο τόν κόσμο, ἀνά πᾶσα στιγμή.
.            Μία ἀκατάπαυστη ροή πληροφοριῶν συνεχῶς ἀναπαράγεται καί ἀναμεταδίδεται, κυρίως μέσῳ τῆς τεχνολογικῆς ἀνάπτυξης καί τοῦ διαδικτύου. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος εἶναι ὁ πλέον ἐνημερωμένος καί καλά πληροφορημένος. Αὐτός πού τά ξέρει ὅλα καί ἔχει ἄποψη γιά ὅλα, πού τήν ἐκφέρει καί τήν προβάλλει, ὡς ἀπόλυτα ὀρθή καί ἐνδεδειγμένη.
.             Τό φαινόμενο αὐτό ἔχει, βεβαίως, τήν θετική του διάσταση, ἀλλά ταυτόχρονα ἔχει καί μία σειρά ἀπό πολύ ἀρνητικές συνέπειες σέ πνευματικό κυρίως ἐπίπεδο. Κι αὐτό γιατί ἡ συνεχής διάδοση καί ἀναμετάδοση ὅλων αὐτῶν τῶν εἰδήσεων καί τῶν πληροφοριῶν –πού δέν εἶναι πάντοτε σοβαρές, ἀληθινές ἤ ἀπαραίτητες καί δέν ἐλέγχονται ἀπό κανέναν– μᾶς ὁδηγοῦν σέ μία διαρκῆ ἑτεροπαρατήρηση, δηλαδή ἐνασχόληση μέ τούς ἄλλους, σέ ἕναν συνεχῆ σχολιασμό τῶν ἄλλων· μᾶς ὁδηγοῦν σέ ἄκαιρους, ἀναίτιους, ἀνώφελους καί ἐπικριτικούς λόγους· μᾶς ὁδηγοῦν, δηλαδή, στήν παράχρηση τοῦ λόγου.
.           Στήν ἀποψινή μας ὁμιλία ἐπιλέξαμε νά ἀσχοληθοῦμε καί νά ἀναδείξουμε αὐτή τήν παθογένεια τῆς παράχρησης τοῦ λόγου, ὅλα αὐτά, δηλαδή, πού ἀποκαλοῦμε συνήθως ἁμαρτήματα – νοσήματα τῆς γλώσσας καί ἀφοῦ περιγράψουμε, σέ ἀδρές γραμμές, τά σημαντικώτερα ἀπό αὐτά, νά ἀναζητήσουμε τήν ἀντιμετώπιση καί τήν θεραπεία τους.
.         Ἐπιλέξαμε, ἐπίσης, νά μιλήσουμε καί γιά τήν θεραπευτική ἀρετή τῆς σιωπῆς, τῆς ἐν ἐπιγνώσει σιωπῆς, πού ἀσκεῖται συνειδητά καί ὄχι παθητικά καί πού δυστυχῶς εἶναι τόσο δυσεύρετη στίς μέρες μας, παρότι εἶναι πολύ βοηθητική καί ἀπαραίτητη στήν ἀντιμετώπιση τῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας.

Ὁ λόγος ὡς χάρισμα

.           Μιλώντας γιά τήν γλώσσα ἀναφερόμαστε συνήθως στήν ἀρνητική της πλευρά, στήν παράχρηση δηλαδή τῆς γλώσσας, πού γίνεται ἀπό τόν ἄνθρωπο ἐξαιτίας τῶν παθῶν του. Φυσικά ἡ γλώσσα, ὄχι ἁπλῶς ἡ σωματική, ἀλλά ἡ ἱκανότητα τοῦ λόγου, ἡ ὁμιλία, εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Εἶναι ἕνα ἀπό τά γνωρίσματα πού τόν ἀναβιβάζει καί τόν διαφοροποιεῖ ἀπό τήν ὑπόλοιπη δημιουργία. Εἶναι χάρισμα γιά τό ὁποῖο πρέπει νά δοξολογοῦμε τόν Κύριό μας, πού μᾶς κόσμησε μέ ἕνα ἀπό τά ἐξέχοντα δῶρα τῆς δημιουργίας Του.
.           Ὁ λόγος ἀποτελεῖ κυρίαρχο συστατικό τῆς ἀνθρώπινης ὀντότητος. Εἶναι αὐτός, πού στόν μεγαλύτερο βαθμό παρέχει τήν δυνατότητα ἐπικοινωνίας μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Καθορίζει ἄμεσα καί καταλυτικά τήν κοινωνικότητα, τίς διαπροσωπικές σχέσεις, τήν ἐξωτερίκευση τῶν αἰσθημάτων, τήν ἔκφραση καί προάσπιση τῶν ἀπόψεων. Μέ λίγα λόγια, ὁ λόγος ἐκφράζει καί ταυτόχρονα ἀποκαλύπτει τόν ἐσωτερικό ἄνθρωπο.
.           Στήν καλή χρήση του ὁ λόγος γέννησε, ἀπό τήν ἀρχαιότητα ἀκόμη καί κυρίως στόν ἑλλαδικό χῶρο, τέχνη, καλλιτεχνική δημιουργία καί ἕναν λαμπρό πολιτισμό. Ἔγινε ποίηση, φιλοσοφία, θεολογία, θέατρο, τραγούδι. Γέννησε τά λεκτικά ἀριστουργήματα τῆς ρητορικῆς καί τῶν δημηγοριῶν, γονιμοποίησε ἐπιστῆμες καί σχολές, ἐξέφρασε ἀναζητήσεις καί προβληματισμούς, διετύπωσε ἀλήθειες καί δόγματα, ἀνέδειξε ἐξέχουσες μορφές καί παγκόσμια ἀναστήματα τοῦ πνεύματος καί τοῦ πολιτισμοῦ.
.           Κυρίως, ὅμως, ἔγινε ὁ Λόγος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ σπόρος, πού ἁπλώθηκε καί καρποφόρησε σέ ὅλη τήν οἰκουμένη. Ἔγινε ὁ λόγος τῆς ἀληθείας, ὁ ὁμολογιακός λόγος, ὁ παρρησιαστικός λόγος τῶν μαρτύρων ἔναντι τῶν δημίων τους. Ἔγινε φορέας πνευματικῆς οἰκοδομῆς μέσα ἀπό τίς θεοφώτιστες καί ἐμπνευσμένες ὁμιλίες τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ λόγος τῆς ἐρήμου, τῶν μεγάλων Ἀββάδων καί Ἀμμάδων, τῆς Κλίμακος καί τῶν Σύρων Πατέρων. Ὁ μελίρρυτος χρυσοστομικός λόγος, ὁ ἀνθενωτικός λόγος τοῦ μεγάλου Φωτίου καί τοῦ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ.
.           Ἔγινε λόγος δοξολογίας καί ὑμνολογίας τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, τῆς Παναγίας καί τῶν Ἁγίων μας. Ἔγινε ἐγκώμια, παρακλήσεις, λειτουργίες, ἀκολουθίες, κανόνες, ὠδές, χαιρετιστήριοι οἶκοι.
.           Ἔγινε ὁδηγός, νουθεσία, σοφία καί σύνεση. Ἔγινε παρηγοριά καί στήριξη, ἀγάπη καί φιλία. Ἔγινε λόγος μετανοίας καί ἐξομολογήσεως. Ἔγινε στήριγμα καί θάρρος, ἔγινε κουράγιο καί δύναμη, ἀπαντοχή καί ἐλπίδα γιά τήν σωτηρία μας.

Ἡ παράχρηση τοῦ λόγου

.           Τό χάρισμα τοῦ λόγου, ὅπως καί ὅλα τά χαρίσματα, δόθηκε ἀπό τόν Θεό στόν ἄνθρωπο γιά νά ὑμνεῖ καί νά δοξάζει τόν Δημιουργό του· γιά νά χαίρεται καί νά μετέχει στήν κοινωνία μέ τόν συνάνθρωπό του. Ἡ αὐτονόμηση, ὅμως, τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό, ὡς συνέπεια τῆς πτώσεώς του, ἐπέφερε καί τήν παράχρηση τοῦ λόγου, πού γίνεται πλέον καί λόγος πλάνης καί ἀπωλείας καί λόγος ἀντιλογίας, γίνεται δικαιολογία καί ὑπεκφυγή τῶν πρωτοπλάστων πρός τόν Θεό.
.           Ἀπό μέσο ἐπικοινωνίας καί συνεννοήσεως τῶν ἀνθρώπων ὁ λόγος, ἐξ αἰτίας τῆς ὑπερηφανείας καί τῆς ἀλαζονείας τους, γίνεται λόγος ἀσυνεννοησίας καί διαιρέσεως. Κατέληξε σέ σύγχυση γλωσσῶν θαμμένος στά συντρίμμια τοῦ πύργου τῆς Βαβέλ.

Ἡ χρήση τῆς γλώσσας εἶναι ἡ λυδία λίθος.

.           Ἡ καλή ἤ κακή χρήση τῆς γλώσσας, λοιπόν, εἶναι ἡ λυδία λίθος, πού κρίνει τελικά τήν ὠφέλεια ἤ τήν ζημία γιά τόν χρήστη της, ἀλλά καί γιά τούς ἄλλους, καθώς « ἄν τήν προσέξεις, κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, γίνεται ἵππος βασιλικός, εἰ δέ μή ὄχημα διαβόλου».
.           Ἡ ποιότητα τῶν λόγων μας μαρτυρεῖ τήν πνευματική μας κατάσταση, μαρτυρεῖ τήν ποιότητα καί τό περιεχόμενο τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου· « ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τό στόμα λαλεῖ» (Ματθ. ιβ´, 35) (δηλ. τό στόμα μιλάει ἐκεῖνο ἀπό τό ὁποῖο εἶναι γεμάτη ἡ καρδιά), κατά τόν Εὐαγγελιστή Ματθαῖο. Καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς προτρέπει: «Ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος, εἰδέναι πῶς δεῖ ὑμᾶς ἑνὶ ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι» (Κολ. δ´ 6). ( Δηλ. ὁ λόγος σας νά εἶναι πάντοτε μέ χάρη, ἁρτυμένος μέ ἁλάτι, καί νά ξέρετε πῶς πρέπει νά ἀπαντᾶτε στόν καθένα) Ἑτεροπαρατήρηση: κρίση – καταλαλιά – κατάκριση – ἐξουθένωση
.           Στό Γεροντικό διαβάζουμε ὅτι ρώτησαν τόν ὅσιο Σισώη τί γνώμη εἶχε γιά τά ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας καί ὁ ὅσιος τούς ἀπάντησε: «᾽Εγώ, τριάντα χρόνια τώρα, ἕνα ἔχω προσευχή! Γιά ἕνα καί μόνο παρακαλῶ τόν Κύριο, νά μέ φυλάει ἀπό τή γλώσσα μου!». Καί σέ ἄλλο σημεῖο, ἐπίσης, τοῦ Γεροντικοῦ ἀναφέρεται πώς ἕνας ὑποτακτικός εἶπε στόν Γέροντά του: «Γέροντα, ἔχω νά φάω κρέας εἴκοσι χρόνια. Καί ἐγώ, παιδί μου, τοῦ ἀπήντησε ἐκεῖνος, ἀπό τότε πού ἔγινα μοναχός, δέν ἔχω φάει ἄνθρωπο»!
.           Ξεκινώντας τήν παράθεση τῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας, θά θέλαμε νά ἀναφερθοῦμε καί νά ἑστιάσουμε περισσότερο στά βαρύτερα ἀπό αὐτά, δηλαδή στήν καταλαλιά, τήν κατάκριση, καί τήν ἐξουθένωση, ἀφοῦ προηγηθεῖ μία ἀπαραίτητη διευκρίνιση καί διαφοροποίηση ἀνάμεσα στήν κρίση καί στήν παράχρηση τῆς κρίσεως. Νά διευκρινίσουμε δηλαδή, πότε ἡ κρίση εἶναι θεμιτή καί νόμιμη, πότε εἶναι ἐνδεδειγμένη καί ἐπιβεβλημένη καί πότε εἶναι ἄδικη, κατακριτική καί ἐφάμαρτη.
.           Θά ἀναφερθοῦμε, ἐπίσης, καί στά διάφορα παράγωγα τῆς κατάκρισης, ὅπως εἶναι ὁ ἐμπαιγμός, ὁ χαρακτηρισμός, ὁ στιγματισμός καί ἡ ἐτικετοποίηση. Ὅλα αὐτά τά ἁμαρτήματα περιέχονται στήν γενικότερη κατηγορία τῆς ἑτεροπαρατήρησης, τῆς ἐνασχόλησης, δηλαδή, μέ τούς ἄλλους μέ ἐπικριτική διάθεση καί χαρακτηρισμούς.
.           Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ συνεχής ροή πληροφοριῶν καί ἡ δυνατότητα ἄμεσης ἐνημέρωσης, ἀνά πᾶσα στιγμή, γιά ὅ,τιδήποτε συμβαίνει, ἀκόμη καί στήν πιό μακρυνή γωνιά τοῦ πλανήτη, δίνει τροφή καί ὠθεῖ τόν κόσμο στή συνεχῆ ἑτεροπαρατήρηση καί ὄχι τήν αὐτοπαρατήρηση. Γιά τούς περισσότερους ἀνθρώπους, δυστυχῶς καί γιά τούς χριστιανούς, κύρια προτίμησή τους καί συνήθεια εἶναι ἡ κριτική καί ὄχι ἡ αὐτοκριτική. Εἶναι ἡ ἐνασχόληση περισσότερο μέ τούς ἄλλους παρά μέ τόν ἑαυτό μας.
.           Τά Μέσα Μαζικῆς Ἐνημερώσεως καί τό διαδίκτυο συνεχῶς καί ἀσταμάτητα κατακλύζουν τόν κόσμο μέ ἀρνητικά κυρίως σχόλια καί γεγονότα, μέ σκανδαλοθηρικά περιστατικά, μέ πάθη, ἁμαρτίες καί παραπτώματα τῶν ἄλλων, μέ πληροφορίες καί εἰδήσεις πού προκαλοῦν καί ἐντυπωσιάζουν, πού κεντρίζουν τήν φαντασία καί διεγείρουν πάθη, ἀντιπαλότητες καί ἔχθρες, πού μολύνουν τίς αἰσθήσεις καί τόν νοῦ μέ ἀπαξία καί χυδαιότητα.
.           Ὅλα αὐτά δημιουργοῦν μία παγιωμένη κατάσταση καί ἔχουν καταστεῖ πλέον ἐθισμός γιά τόν σημερινό ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος συνηθίζει καί ἐξοικειώνεται μέ τήν ἀσχήμια, τήν μετριότητα, τήν χλιαρότητα καί τήν χαλαρότητα. Ἐξοικειώνεται καί ταυτίζεται μέ τά ἐφήμερα, τά χαμηλά καί τά ἐπιφανειακά τῆς φθηνῆς καθημερινότητος. Συγκρίνει καθημερινά τόν ἑαυτό του ὄχι μέ τούς ἁγίους καί τούς ἥρωες, ἀλλά μέ τά πρότυπα τῆς ἀπαξίας, τῆς ἀτιμίας, τῆς παρανομίας καί τῆς ἀκολασίας πού προβάλλονται κατά κόρον.
.           Γίνεται, ἔτσι, ἐπικριτικός, κατακριτικός, ἐλεγκτικός, καυστικός, ἀπαιτητικός, ἐριστικός, ἐπιθετικός. Στιγματίζει, καυτηριάζει, στηλιτεύει καί σπιλώνει, μέ μεγάλη ἄνεση καί περισσή εὐκολία, ἀνθρώπους καί καταστάσεις, θεωρώντας μάλιστα πώς αὐτό εἶναι δίκαιο καί ἐπιβεβλημένο καί πώς πράττει τό καθῆκον του ἐνεργώντας τήν δίκαιη κάθαρση.

Ἄλλο κρίση καί ἄλλο κατάκριση

.           Εὔλογα, βεβαίως, τίθεται τό ἐρώτημα ἄν θά πρέπει νά καταδικάσουμε συλλήβδην τήν ἐπιβεβλημένη κριτική καί τόν δίκαιο ἔλεγχο πού ἀσκεῖται σέ μία σειρά ἀπό φαινόμενα, ἐνέργειες καί καταστάσεις.
.           Εἶναι ἀναγκαῖο στό σημεῖο αὐτό νά κάνουμε μιά ἀπαραίτητη διευκρίνιση γιά τό θέμα τῆς κρίσεως καί τήν διαφορά της μέ τήν καταλαλιά, τήν κατάκριση καί τήν ἐξουθένωση.
.           Ἡ κρίση, ὅπως καί ἡ λογική, εἶναι, ὅπως προαναφέραμε, ἕνα ἀπό τά σημαντικότερα δῶρα τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, οἱ ὁποῖες τόν διαφοροποιοῦν ἀπό τά ἄλογα ζῶα καί τήν ὑπόλοιπη δημιουργία. Καί εἶναι δεδομένο ὅτι ὁ Θεός δέν θά ἐπεδίωκε νά καταργήσει ἤ νά ἀφαιρέσει ἀπό τόν ἄνθρωπο ἕνα χάρισμα πού ὁ Ἴδιος τοῦ προσέφερε, διότι τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμεταμέλητα, «ἀμεταμέλητα γὰρ τὰ χαρίσματα καὶ ἡ κλῆσις τοῦ Θεοῦ » (Ρωμ. ια´ 29).
.           Κρίση εἶναι ἡ διανοητική ἐνέργεια πού ἐκτιμᾶ καί ἀξιολογεῖ πρόσωπα, πράγματα καί καταστάσεις καί καταλήγει σέ λογικά συμπεράσματα καί διαμόρφωση γνώμης. Πρόκειται γιά μία πολύ σπουδαία καί ἄκρως ἀπαραίτητη διαδικασία γιά τήν καλή καί εὔρυθμη λειτουργία τῆς ζωῆς μας, τῆς οἰκογένειάς μας, τῆς ἐπαγγελματικῆς μας δραστηριότητας καί τῆς κοινωνίας μας.
.           Μία πληθώρα περιπτώσεων καί καταστάσεων τῆς καθημερινότητάς μας ἀπαιτοῦν τήν ὥριμη κρίση μας, τήν σύνεση καί τήν εὐθυκρισία μας γιά τήν σωστή ἀντιμετώπισή τους. Ὑπάρχουν, ἐπίσης, περιπτώσεις, πού παράλληλα μέ τήν κρίση μας, ἀπαιτεῖται καί ὁ ἔλεγχος προσώπων καί καταστάσεων.
.           Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή ἡ κρίση καί ὁ ἔλεγχος εἶναι λειτουργίες καθ’ ὅλα θεμιτές καί ἀπαραίτητες γιά τόν ἄνθρωπο. Θά πρέπει γιά παράδειγμα νά κρίνουμε καί νά ἐπιλέξουμε τόν τρόπο τῆς ζωῆς μας, τήν ὀργάνωση τῆς οἰκογένειάς μας, τοῦ ἐπαγγέλματός μας. Θά πρέπει νά κρίνουμε, νά ἀξιολογήσουμε καί νά ἐλέγξουμε, ὡς γονεῖς τά παιδιά μας, ὡς πνευματικοί τά πνευματικά μας τέκνα, ὡς πολίτες τήν διακυβέρνηση τῆς χώρας μας, ὡς ἐπαγγελματίες, ὡς προϊστάμενοι, ὡς δικαστές καί ὡς θεσμικοί φορεῖς τίς ἀπαιτούμενες κάθε φορά καταστάσεις καί νά λάβουμε τίς δέουσες ἀποφάσεις.
.           Ἡ κρίση καί ὁ ἔλεγχος ἔχουν ὡς βάση τήν ἀγάπη καί τήν νομιμότητα καί ὡς σκοπό τήν ἐμπέδωση τῆς νομιμότητος καί τήν διόρθωση, ὄχι μόνο τῶν σφαλμάτων καί τῶν ἁμαρτημάτων, ἀλλά καί αὐτῶν πού ἔχουν ὑποπέσει στά σφάλματα καί τά ἁμαρτήματα. Ἀντίθετα, ἡ κατάκριση καί ἡ ἐξουθένωση ἔχουν ὡς βάση τήν κακία, τήν ἐμπάθεια, τόν φθόνο καί ὡς σκοπό τήν καταδίκη, ὄχι μόνο τῶν πράξεων, ἀλλά κυρίως τήν καταδίκη, τήν καταφρόνηση, τόν ἐξευτελισμό καί τήν ἐκμηδένιση τῶν προσώπων.

Ἡ δίκαιη κρίση

.           Ὁ Χριστός μας, ἀπευθυνόμενος πρός τούς Ἰουδαίους, τούς λέγει : « μή κρίνετε κατ’ ὂψιν, ἀλλά τήν δικαίαν κρίσιν κρίνατε » (Ἰωάν ζ΄24) ( δηλ. μήν κρίνετε κατά τά ἐξωτερικά φαινόμενα, ἀλλά νά εἶστε δίκαιοι στίς κρίσεις σας). Παρατηροῦμε, λοιπόν, ἐδῶ μία σαφῆ διάκριση ἀνάμεσα στήν κρίση πού γίνεται « κατ’ ὂψιν » καί στήν « δικαία » κρίση.
.           Καί ποιά εἶναι αὐτή ἡ «δικαία κρίσις», τήν ὁποία μᾶς προτρέπει ὁ Χριστός νά κάνουμε; Μᾶς τήν ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ Εὐαγγελίου Του: «ἡ κρίσις ἡ ἐμή δικαία ἐστί, ὅτι οὐ ζητῶ τό θέλημα τό ἐμόν, ἀλλά τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός» (Ἰω. ε´30) (Δηλ. ἡ δική μου κρίση εἶναι δίκαιη, διότι δέν ἐπιδιώκω τό θέλημά μου, ἀλλά τό θέλημα τοῦ Πατέρα πού μέ ἔστειλε).
.           Ἡ δίκαιη καί σωστή κρίση, λοιπόν, εἶναι αὐτή πού γίνεται σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι αὐτή πού προϋποθέτει τήν ἐκκοπή τοῦ δικοῦ μας ἀτομικοῦ θελήματος. Προϋποθέτει τήν ἔξοδο ἀπό τόν ἀτομισμό μας, τήν ὑπερνίκηση τοῦ ἐγωισμοῦ μας, τήν ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τήν ἀγαπητική μας διάθεση ἀπέναντι στόν κρινόμενο.
.           Κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ἔξοδος τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν ἑαυτό του, τό ἐγώ του, τό θέλημά του, τήν ἰδιοτέλειά του εἶναι σταυρική. Ἡ ἔξοδος αὐτή ἔχει δύο κατευθύνσεις, μία κάθετη πρός τόν Θεό καί μία ὁριζόντια πρός τούς ἀνθρώπους. Ὅταν ἡ κάθετη εἶναι ἐλλειπής, τότε εἶναι ἀναπόφευκτο νά γίνεται ἐλλειμματική καί ἡ ὁριζόντια. Ἀλλά καί ἀντίστροφα, ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἐγγίζει περισσότερο πρός τόν Θεό, ὅσο περισσότερο ἀγαπᾶ τόν Θεό, τόσο περισσότερο ἀγαπᾶ καί τούς ἀνθρώπους· τόσο ἡ κρίση του γίνεται δικαιότερη, πιό ἀγαπητική καί φιλάδελφη.
.           Τότε φθάνουμε σέ αὐτό πού μᾶς προτρέπει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σῦρος: «Ἀγάπησε τούς ἁμαρτωλούς χωρίς νά μιμηθεῖς τά ἔργα τους, ἀλλά καί χωρίς νά τούς περιφρονήσεις γιά τά ἐλαττώματά τους. Διαφορετικά κινδυνεύεις νά πέσεις καί ἐσύ στούς ἴδιους πειρασμούς μέ αὐτούς»
Ὁ Ἅγιος Παΐσιος, ἀπαντώντας σέ ἐρώτηση μοναχῆς περί κρίσεως καί κατακρίσεως, ἔλεγε χαρακτηριστικά:
« –   Γέροντα, εὔκολα κρίνω καὶ κατακρίνω.
– Ἡ κρίση ποὺ ἔχεις, εἶναι φυσικά, χάρισμα πού σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἀλλὰ τὴν ἐκμεταλλεύεται τὸ ταγκαλάκι (ὁ διάβολος) καὶ σὲ κάνει νὰ κατακρίνεις καὶ νὰ ἁμαρτάνεις. Γι’ αὐτό, μέχρι νὰ ἐξαγνισθεῖ ἡ κρίση σου καὶ νὰ ἔρθει ὁ θεῖος φωτισμός, νὰ μὴ τὴν ἐμπιστεύεσαι. Ὅταν κανεὶς ἀσχολεῖται μὲ τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς κρίνη, ἐνῶ ἀκόμα δὲν ἔχει ἐξαγνισθῆ ἡ κρίση του, πέφτει συνέχεια στὴν κατάκριση.
–   Καὶ πῶς, Γέροντα, θὰ ἐξαγνισθεῖ ἡ κρίση μου;
–   Πρέπει νὰ τὴν λαμπικάρεις. Μπορεῖ νὰ ἔχεις καλὴ διάθεση καὶ μιὰ δύναμη μέσα σου, ἀλλὰ πιστεύεις ὅτι κρίνεις πάντοτε σωστά. Ἡ κρίση σου εἶναι ὅμως ἀνθρώπινη, κοσμική. Προσπάθησε νὰ ἀπαλλαγεῖς ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο στοιχεῖο, νὰ ἀποκτήσεις ἀνιδιοτέλεια, γιὰ νὰ ἔρθει ὁ θεῖος φωτισμὸς καὶ νὰ γίνει ἡ κρίση σου πνευματική, θεϊκή. Τότε ἡ κρίση σου θὰ εἶναι σύμφωνη μὲ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι μὲ τὴν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη. Μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι μὲ τὴν λογικὴ τὴν ἀνθρώπινη. Μόνον ὁ Θεὸς κρίνει δίκαια, γιατί μόνον Αὐτὸς γνωρίζει τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων».

Ἡ παράχρηση τῆς κρίσεως

.           Ἡ αὐτονόμηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό, ὅπως προαναφέραμε, εἶχε ὡς συνέπεια τήν ἀλλοτρίωση τοῦ ἀνθρώπου καί τήν παράχρηση ἐκ μέρους του τῶν χαρισμάτων πού τοῦ δόθηκαν ἀπό τόν Θεό. Ἡ αὐτονομία καί ἡ ἀποκοπή ἀπό τόν Θεό ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο στήν αὐτοδικαίωση καί στήν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στήν ἀτομική του κρίση καί γνώμη. Κατά συνέπεια, ἡ κρίση ἀπό χάρισμα μετατρέπεται σέ ἀτομική σκέψη, σέ ἰσχυρογνωμοσύνη, σέ ἐμπιστοσύνη στόν λογισμό μας, σέ ἔπαρση, σέ ὑπερηφάνεια καί σέ ἀλαζονεία.
.             Ἔτσι, γινόμαστε αὐθάδεις, κατακριτικοί καί ἐξουθενωτικοί πρός τούς ἄλλους, ἀκόμη καί πρός τόν ἴδιο τόν Θεό ἀπό τόν Ὁποῖο ζητοῦμε ἀπαιτητικά καί «δικαιωματικά» τήν «ἀντιμισθία» Του γιά τίς «καλές μας πράξεις». Ὅπως λέει χαρακτηριστικά ὁ Καθηγητής κ. Τσελεγγίδης: «Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κατά τήν πατερική παράδοση δέν εἶναι αὐτόφωτος, ἀλλά ἑτερόφωτος (ἀποτελεῖ, δηλαδή, κτιστό κάτοπτρο, πού στό μέτρο τῆς καθαρότητάς του ἀνακλᾶ τό Φῶς τοῦ Θεοῦ), ἀντί νά εἶναι στραμμένος ὀντολογικῶς πρός τόν Θεό (τήν πηγή τοῦ εἶναι του), ἀναστρέφει τό κάτοπτρο τοῦ εἶναι του πρός τόν ἑαυτό του. Αὐτή εἶναι ἡ φιλαυτία καί ἡ ὑπαρξιακή αὐτονόμησή του ἀπό τήν φωτεινή πηγή τῆς ὑπάρξεώς του (δηλ. τόν Θεό) καί αὐτό εἶναι αὐτόχρημα τό ὑπαρξιακό του σκοτάδι. Γίνεται ἔτσι παράχρηση ὅλων τῶν πραγμάτων, ἀκόμη καί τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἀντικειμενοποιεῖται, εἰδωλοποιεῖται καί «χρησιμοποιεῖται» μέ τήν κυριολεκτική ἔννοια τῆς λέξεως ἀπό τόν ἄνθρωπο. Στήν οὐσία, δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος, πρακτικῶς, αὐτοανακηρύσσεται αὐθαδῶς καί ἀνοήτως σέ κύριο τοῦ Θεοῦ καί ἀξιώνει τίς ὑπηρεσίες Του ἔναντι μικρῆς ἀντιπαροχῆς (π.χ. ἐκκλησιασμός, ἐξομολόγηση, θεία κοινωνία, τάματα, λαμπάδες κ.λπ.). Ἔτσι, καταλήγει νά κατακρίνει ἀσπλάγχνως ὄχι μόνο τούς συνανθρώπους του, ἀλλά ἐπεκτείνει αὐθαδῶς καί ἀνοήτως τήν σκοτισμένη κρίση του, ὄχι μόνο συμβουλεύοντας, ἀλλά κατακρίνοντας καί τόν Ἴδιο τόν Θεό καί τά ἔργα Του (πειρασμούς, δοκιμασίες, ἀσθένειες κ.λπ.), πού ἐπιτρέπονται ἀπό τόν Θεό γιά νά κάμψουν τήν φιλαυτία καί τήν ἀμετανοησία μας».
.            Γι’ αὐτό, ἀδελφοί, καί ὑπάρχουν τά ἄδικα, ἀθεολόγητα καί ἀδικαιολόγητα ΓΙΑΤΙ, πού ἀκοῦμε καθημερινά νά ὑποβάλλονται πρός τόν Θεό. Γιατί νά ὑπάρχει δυστυχία καί ἀδικία στόν κόσμο, γιατί νά ὑπάρχουν πόλεμοι, πρόωροι θάνατοι, ἀσθένειες, πειρασμοί καί τόσα ἄλλα. Ἐκδηλώσεις καί παράγωγα τῆς ἑτεροπαρατήρησης Ἡ ἑτεροπαρατήρηση ἔχει πάρει στίς μέρες μας τήν μορφή πανδημικῆς νόσου, δημιουργώντας μεταξύ τῶν ἀνθρώπων ψυχρότητες, ἐναντιώσεις, μίση, μνησικακίες, καί ἐγκατάλειψη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἑτεροπαρατήρηση ἐκδηλώνεται κυρίως μέ τήν καταλαλιά, τήν κατάκριση καί τήν ἐξουθένωση. Ἔχει δέ καί διάφορα παράγωγα, ὅπως εἶναι ὁ ἐμπαιγμός, ὁ χαρακτηρισμός, ὁ στιγματισμός καί ἡ ἐτικετοποίηση.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–1 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

 

ΠΗΓΗ: epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.gr

, ,

Σχολιάστε

ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΜΑΣ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ… (Δ. Νατσιός)

Τς γλώσσας μας τυμολογικο θησαυροί…

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός

«Ἀπ᾽ ὅ,τι κάλλη ἔχει ὁ ἄνθρωπος τὰ λόγια ἔχουν τὴ χάρη 
νὰ κάνουσι κάθε καρδιά, παρηγοριὰ νὰ πάρει». (Ἐρωτόκριτος)

.                     Ταξίδι, καρποβριθὲς καὶ εὐφρόσυνο, εἶναι ἡ ἀναζήτηση τῆς ἐτυμολογίας, τῶν γενεθλίων τῶν λέξεων. «Ὁ Θεὸς μᾶς χάρισε μία γλῶσσα ζωντανή, εὔρωστη, πεισματάρα καὶ χαριτωμένη», ὅπως ἔλεγε ὁ Σεφέρης. Ξεφλουδίζεις τὶς λέξεις της, τὸ ἀλλεπάλληλο φύλλωμα ποὺ πρόσθεσε ὁ λαὸς στὸ νεογέννητο ρῆμα καὶ καταλήγεις στὸν ἐκπληκτικὸ σπόρο. Στὴν ἀρχικὴ λέξη-γεννήτορα.
.               Παίρνεις, γιὰ παράδειγμα, τὴν λέξη «λαός», ποὺ πρὶν κατέγραψα. Σπουδαία λέξη ἡ ἐτυμολογία της μᾶς φέρνει στὸ κατώφλι τῆς μυθολογίας. Σύμφωνα μ΄αὐτὴν -τὴν μυθολογία- εἶναι συνομήλικη τῆς παρουσίας τοῦ ἀνθρώπου στὴ γῆ.
.               Μετὰ τὸν κατακλυσμό, θέλοντας ὁ Ζεὺς νὰ ἐπιβραβεύσει, γιὰ τὴν ἀρετή τους, τὸν Δευκαλίωνα καὶ τὴν Πύρρα, τοὺς διεμήνυσε ὅτι ἦταν ἕτοιμος νὰ ἐκπληρώσει ὁποιαδήποτε ἐπιθυμία τους. Αὐτοὶ ζήτησαν ἀνθρώπους γιὰ νὰ ἐπανακατοικήσουν τὴν ἔρημη γῆ. Ὁ Δίας τοὺς ὑπέδειξε νὰ βαδίζουν ρίχνοντας πίσω τους πέτρες (λίθους). Ἀπὸ τὴν μὲν Πύρρα θὰ δημιουργοῦνταν γυναῖκες, ἀπὸ τὸν δὲ Δευκαλίωνα ἄντρες. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τοῦ Ὁμήρου, ὁ λίθος ὀνομαζόταν λάας. «Τόσσον τις τ’ ἐπιλεύσει , ὅσον τ᾽ ἐπὶ λάαν ἴησιν», “κι ἡ ματιὰ ἁπλώνεται, ὅσο μία πέτρα ποὺ τὴ ρίχνεις”, διαβάζουμε στὴ ραψωδία Γ,12 τῆς Ἰλιάδας. Ἀπὸ τὴν λέξη λάας, προῆλθε ὁ λαός, οἱ ἄνθρωποι οἱ λίθινοι. Ἡ λέξη λάας-λᾶς ἐπιβιώνει σήμερα στὸ λατομεῖο, στὸ λαξεύω καὶ στὰ παράγωγά τους.
.           Πολλοὶ θεωροῦν ὅτι καὶ τὸ δυσετυμολόγητο ἐθνικό μας ὄνομα «Ἑλλάς», προῆλθε ἀπὸ τὴν σύνθεση τῆς λέξης “λᾶς” μὲ τὴν προσθήκη τῆς πρόθεσης «ἐν» ποὺ σημαίνει «ἐντός». Ἄρα ἐν+λας, Ἑλλάς, ἡ χώρα τῶν ἀνθρώπων τοῦ λίθου, τοῦ λαοῦ. Μᾶλλον πρόκειται ὅμως γιὰ παρετυμολογία. Ἐξ ἄλλου, λόγῳ ἀρχαιότητας, τῆς λέξεως Ἑλλάς, ἀκόμη δὲν ἔχει ἐξακριβωθεῖ ἡ προέλευσή της. Διασώζεται πλῆθος ἐτυμολογικῶν ριζῶν τοῦ ὀνόματος. Σίγουρα ὅμως ὑπάρχει συγγένεια μὲ τὶς λέξεις σέλας, σελήνη καὶ ἥλιος, λέξεις ποὺ σχετίζονται μὲ τὸ φῶς. Ἡ λέξη ἥλιος, γιὰ παράδειγμα, στὴν δωρικὴ διάλεκτο προφέρεται ἅλιος. Τὸ ἐπίθετο ἅλιος ἐτυμολογεῖται ἀπὸ τὸ οὐσιαστικό, θηλυκοῦ γένους, ἡ ἅλς-τῆς ἁλός. Ἀπὸ δῶ προέρχεται τὸ ἁλάτι, ἡ σαλάτα, τὸ σαλάμι – γιατί εἶναι ἁλμυρὰ – ἀλλὰ καὶ τὸ λατινικὸ sol (ἥλιος), ἡ Μασσαλία (=πόλη φωτεινή). Ἐπίσης τὰ ἁλιεύς, ἅλμη, ἁλυκή. Προφανῶς ὁ ἥλιος (ἅλιος) ὀνομάστηκε ἔτσι γιατί ὁ λαὸς ἔβλεπε τὸν ἥλιο νὰ ἀνατέλλει ἀπὸ τὴν θάλασσα. Ἂν χαρακτηρίζει κάτι τὴν πατρίδα μας εἶναι ὁ ἥλιος, ἡ θάλασσα καὶ ἡ… ἐλιά. Θυμήθηκα ὅτι μὲ τὴν θάλασσα συνδέεται  καὶ ἡ λέξη «κύμα». Προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα κύω, ὁμηρικὸ καὶ αὐτὸ ποὺ σημαίνει εἶμαι ἔγκυος. Κύμα εἶναι ἡ φουσκοθαλασσιά. Ἀπὸ δῶ καὶ τὰ ρήματα ἐγκυμονῶ-κυοφορῶ.
.             Τὸ ἔχω ξαναγράψει: Ἐνθουσιάζονται οἱ μαθητές μας ἀπὸ τὸ ὡραιότατο αὐτὸ ταξίδι ποὺ λέγεται ἐτυμολογία. Μαζὶ μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὸν σεβασμὸ στὴ γλώσσα μας, προοδεύουν καὶ στὴν ὀρθογραφία, ποὺ κατάντησε πληγὴ τῆς ἐκπαίδευσης. Ἂν εἴχαμε σοβαρὸ ὑπουργεῖο παιδείας θὰ φρόντιζε νὰ ἐκδώσει ἕνα ἐτυμολογικὸ λεξικὸ γιὰ παιδιὰ τοῦ δημοτικοῦ, στὸ ὁποῖο θὰ θησαυρίζονταν λέξεις καθημερινές, συχνόχρηστες.
.           Λένε τὰ παιδιὰ πολὺ συχνά. «Πηγαίνω στὸ κυλικεῖο νὰ ψωνίσω». Ἐδῶ ἔχουμε τρεῖς λέξεις ποὺ μᾶς ὁδηγοῦν στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.
.              Τὸ πηγαίνω σχηματίστηκε ἀπὸ τὸ ὁμηρικὸ ὑπάγω. «Τῷ δὲ καὶ Αὐτομέδων ὕπαγε ζυγὸν ὠκέας ἵππους», «ἔζεψε ὁ Αὐτομέδων τὰ γρήγορα ἄλογά του». (Θὰ ἐξηγήσουμε παρακάτω γιατί λέμε ἄλογο καὶ ὄχι ἵππος. Ἡ παραπομπὴ ἀπὸ τὴν Ἰλιάδα, Π,148). Ἀρχικὰ σήμαινε ὑποτάσσω, διατάσσω: «ὕπαγε». Στὴν ἑλληνιστικὴ ἐποχὴ ἀποκτᾶ τὴν ἔννοια τοῦ πηγαίνω. «Ὑπάγετε καὶ ἠμεῖς εἰς τὸν ἀμπελώνα», στὸ κατὰ Ματθαῖον 20,7. Τὸ ὑπάγω εἶναι σύνθετο ἀπὸ τὴν πρόθεση ὑπο+ἄγω. Τὸ ἄγω εἶναι  λέξη-γεννήτωρ εὐρείας ἐτυμολογικῆς οἰκογένειας. Εἶναι σύνθετο μὲ ὅλες τὶς προθέσεις (ἐξάγω, διάγω). Μπορεῖ νὰ τονιστεῖ καὶ τὸ ἑξῆς: Ἀπὸ τὸ ἄγω παράγεται καὶ ἡ ἀγωγή. Στὸν μέλλοντα τὸ ρῆμα κάνει «ἄξω», ἀπὸ δῶ οἱ ἀξίες. Ἄρα ἡ ἀγωγὴ πρέπει νὰ ὁδηγεῖ, νὰ ἄγει σὲ ἀξίες, στὴν ἀξιοπρέπεια.
(Λέμε ἄλογο καὶ ὄχι ἵππος, διότι ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα, χωρὶς λόγο-λογική, αὐτὸ ποὺ ὑπῆρξε τὸ πιὸ χρήσιμο καὶ ἀπαραίτητο στὸν ἄνθρωπο εἶναι ὁ ἵππος. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ἡ λέξη ἄλογο, ποὺ περιγράφει ὅλα τὰ ζῶα, ταυτίστηκε μὲ τὸν ἵππο).
.              Ἄς… ὑπάγουμε στὴν λέξη κυλικεῖο. Προέρχεται ἀπὸ  τὴν λέξη κύλιξ-κύλικος, εἶδος κυπέλλου γιὰ κρασί. Ἤδη τὴν βρίσκουμε στὴν Σαπφώ, 7ος π.X. αἰώνας. «Χρυσίαισιν ἐν κυλίκεσιν» (ἀποσπ. 2,14). Κυλικεῖο εἶναι τὸ ράφι, ὁ χῶρος ὅπου τοποθετοῦσαν κύλικες, ποτήρια.
.             Τὸ ρῆμα “ψωνίζω” παράγεται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο “ὀψωνέω”. Στὸ ἔγκριτο λεξικὸ τῶν Liddel-Scott, διαβάζουμε τὴν ἑρμηνεία. «Ἀγοράζω τὰ πρὸς τροφὴν ἀναγκαία, κοινῶς ψωνίζω κυρίως δὲ ἰχθύες». Τὸ «ὀψωνέω» παράγεται ἀπὸ τὸ «ὄψον». Στὸ ἴδιο λεξικὸ διαβάζουμε γιὰ τὸ «ὄψον». «Ἐν Ἀθήναις, ἰδίως ἰχθύς, ψάρι, τὸ κυρίως προσφάγιον, πρόγευμα τῶν Ἀθηναίων». Ὑποκοριστικό του «ὄψον», εἶναι τὸ ὀψάριον. Ἐπειδή, λοιπόν, γιὰ πρωϊνό, «ὄψον», οἱ Ἀθηναῖοι ἔτρωγαν κυρίως μικροὺς ἰχθύες, φτάσαμε στὸ ὀψάριον, στὸ ψάρι καὶ στὸν ψαρά. Ἄρα λέγοντας ὁ μαθητὴς ψωνίζω, ὀρθῶς ὁμιλεῖ περὶ ἀγορᾶς προγεύματος μὲ τὴν διαφορὰ ὅτι δὲν ψωνίζει… ὀψάριον.
.             Μ᾽αὐτὲς τὶς νόστιμες ἐτυμολογικὲς ἑρμηνεῖες, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, διασκεδάζεις τὰ παιδιά, γλυκαίνει ἡ διδασκαλία, καταλήγεις στὸ πλατωνικὸ «τέρπειν καὶ διδάσκειν», ποὺ εἶναι ἡ καλύτερη ὁδὸς μάθησης. Στὸ ὑπουργεῖο ὅμως αὐτὰ θεωροῦνται… κινέζικα. Ὁ καημὸς τοὺς εἶναι νὰ καταργηθεῖ ὁ ἐθνικὸς ὕμνος, εἶναι ρατσιστικό, θὰ μᾶς ποῦν, νὰ ἀκούει ὁ πακιστανὸς τὸν στίχο «ἀπ΄τὰ κόκκαλα βγαλμένη τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά». Καὶ ἐκεῖνον τὸν σταυρὸ στὴ σημαία τί τὸν ἤθελαν οἱ πρόγονοι; (Στὸ Γ´ τόμο τῶν «Ἀπομνημονευμάτων τοῦ Κολοκοτρώνη», τοῦ Γ. Τερτσέτη, στὴ σαλ. 69, διαβάζουμε μία ὡραία ἀναφορὰ τοῦ Γέρου: «Τὰ πρωτεῖα εἰς τὸν Σταυρόν! Καὶ δόξα αἰῶνας αἰώνων εἰς τοὺς σταυρωμένους διὰ τὴν Πίστιν καὶ διὰ τὸ Γένος». Αὐτὸ κάποτε θὰ τὸ γράψουμε στὶς εἰσόδους τῶν σχολείων…).
.            Ἂν τοὺς ρωτήσεις τὴν αἰτία, θὰ σοὺ ἀπαντήσουν ὅτι εἶναι ἀριστεροί. Ἄρα καλὰ ἔκανε ἡ εὐφυὴς  γλώσσα μας καὶ «περιποιήθηκε» καταλλήλως τὴν λέξη ἀριστερά. Στὸ λεξικὸ τοῦ Μπαμπινιώτη διαβάζουμε: “Ἡ ἀριστερὴ πλευρὰ εἶναι συνδεδεμένη στοὺς περισσότερους πολιτισμοὺς μὲ τὴν δυσμένεια τὴν ἐλαττωματικότητα καὶ τὴν ἀρνητικὴ ἐξέλιξη πράγμα ποὺ βασίζεται στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων χρησιμοποιεῖ τὰ δεξιὰ μέλη τοῦ σώματος. Ἐπειδὴ ἡ ἀριστερὴ πλευρὰ συσχετίστηκε μὲ τοὺς κακοὺς οἰωνοὺς ἢ τὴν ἀναποδιά, χρησιμοποιήθηκαν γιὰ τὴν ἀριστερὰ λέξεις εὐφημιστικοῦ χαρακτήρα”. Ἡ λέξη ἀριστερὸς προέρχεται ἀπὸ τὸ ἄριστος. Ἐπίσης καὶ ἡ λέξη εὐώνυμος (εὐ+ὄνομα).
.             Ἀλήθεια γνωρίζει ὁ κ.ὑπουργὸς ὅτι οἱ λέξεις ἀριστεία καὶ ἀριστερὸς εἶναι ὁμόρριζες; Καλὸ εἶναι νὰ ἐπινοηθεῖ μία νέα λέξη γιὰ τὴν ἀριστερά, δυσώνυμος αὐτὴ τὴν φορά…

 

ΥΓ. Σὲ ὅλες τὶς βαθμίδες ἐκπαίδευσης, σὲ ὅλα τὰ μαθήματα, ὅλοι οἱ δάσκαλοι, ὅλων τῶν εἰδικοτήτων ἔχουν τὴ δυνατότητα σὲ κάθε διδακτικὴ ὥρα ἢ μὲ κάθε διδακτικὴ ἑνότητα νὰ ἐπιχειρήσουν εὐκαιριακὰ μία ἐτυμολογικὴ ἀναδρομὴ –μία ἀναγνωριστικὴ κίνηση πρὸς τὸ παρελθὸν τῆς γλώσσας. Ὁ μαθηματικὸς θὰ κάνει πιὸ κατανοητὴ τὴ διχοτόμο, (ἀπὸ τά: δίχα + τέμνω),  ὁ γυμναστὴς τὴ σταδιοδρομία (στάδιο + δρόμος, διαδρομὴ στὸ στάδιο), ὁ θεολόγος τὸ νόημα τοῦ ναοῦ (ἀπὸ τὸ ναίω = κατοικῶ, ἄρα ναὸς = κατοικία) κλπ. κλπ. Καὶ ὅλοι μαζὶ θὰ προσφέρουν μὲ παιδαγωγικὴ ἄνεση γλωσσικοὺς θησαυροὺς καὶ σεβασμὸ γιὰ ὅλη τὴν ἱστορία τῆς γλώσσας μας

 

 

Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

 

,

Σχολιάστε

Η ΑΡΙΣΤΕΙΑ, Η ΠΑΙΔΕΙΑ, Η ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΙΑ ΣΤΗΝ “ΣΙΓΚΑΠΟΥΡΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ” «Ἐν ἀναμονῇ τῶν μορφωμάτων ποὺ θὰ προκύψουν ἀπὸ τὴν κρατικὴ διάλυση»

Ἑλληνισμὸς μὲ συνείδηση Σιγκαπούρης

Χρ. Γιανναρᾶς,
ἐφημ. «Καθημερινή», 27.08.2017

.               Ἀποροῦσε ὁ ἔφηβος: «Γιατί νὰ ταυτίζουμε τὴν τιμὴ τῆς σημαιοφορίας μὲ τὶς ἐπιδόσεις στὰ μαθήματα καὶ τὴν ἀριστεία; H ἀριστεία ἐπιβραβεύεται μὲ τὴν ὑψηλὴ βαθμολογία, γιατί νὰ προστίθεται καὶ ἡ διάκριση τῆς σημαιοφορίας;».
.               Τὸ ἐρώτημα τοῦ ἐφήβου καίριο, ἀποκλείεται νὰ τὸ θέσουν οἱ κομματικοὶ πραιτωριανοὶ τοῦ ὑπουργείου Παιδείας. O ἔφηβος θέλει νὰ ξεχωρίσει τὸν ρεαλισμὸ τῆς γνησιότητας ἀπὸ τὴ συμβατικότητα τῆς ἐθιμοτυπίας. Οἱ πραιτωριανοὶ λειτουργοῦν μόνο μὲ κίνητρα ἐντυπωσιοθηρίας. Ὅποιο κόμμα κι ἂν κυβερνάει. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἐνστάσεις τῆς ἀντιπολίτευσης στὴν ἀπόφαση τοῦ ὑπουργείου γιὰ κλήρωση τῆς σημαιοφορίας ἦταν μόνο συμβατικές.
.               Ἡ ἀπάντηση, ποὺ θὰ ἔδινε στὸν ἔφηβο ἕνας εὐφυὴς καὶ καταρτισμένος παιδαγωγός, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ μεταγραφεῖ σὲ ἐπιφυλλιδογραφικὸ λόγο (παγιδευμένον ἐξ ὁρισμοῦ στὴν ἰδεολογικὴ ἐκφραστική). Ἡ περίπου μεταγραφὴ τῆς ἀπάντησης θὰ τόνιζε ὅτι: Ἡ βαθμολογία ἀξιολογεῖ καὶ ἐπιβραβεύει τὴν ἀτομικὴ ἐπίδοση τοῦ μαθητῆ, ἱκανοποιεῖ καὶ ἀνταμείβει τὸ ἄτομο. Ἡ σημαιοφορία, ς προνόμιο το ρίστου, ντάσσει τν τομικ πίδοση στν κοινωνία τν σχέσεων πο συγκροτον τν «τάξη» κα τ «σχολεο». Τὴν ἐξαρτᾶ ἀπὸ τὴν ἅμιλλα, τὴν καλλιέργεια (ποιότητα) κοινωνικοῦ ἤθους ποὺ προϋποθέτει ἡ ἀπόδοση τιμῆς ἀπὸ ὅλους στὸν ἕνα: τὸν ἑκάστοτε πρῶτο.
.               Ἡ πρωτιὰ δὲν εἶναι προνόμιο ταξικὸ οὔτε ἐξαγοράζεται μὲ χρηματισμὸ ἢ «φροντιστήριο». Προσφέρεται σὲ ὅλους, ὅταν λειτουργεῖ ἡ ἅμιλλα, καὶ τὴν ἅμιλλα τὴν καθιστοῦν δυνατὴ ἡ αὐστηρὴ ἀξιολόγηση, τὸ ἀξιόπιστο ἐξεταστικὸ σύστημα, ἡ ἀμερόληπτη βαθμολογία. ΠAΣOK καὶ N.Δ. κακούργησαν μὲ ἔγκλημα ἀπανθρωπίας, σαράντα ὁλόκληρα χρόνια, ξεριζώνοντας κάθε λογικὴ «κοινωνικοποίησης» τοῦ παιδιοῦ ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ σχολεῖο. Ἀπὸ τὸ νηπιαγωγεῖο ὣς καὶ τὸ διδακτορικό, ἡ παιδεία στὴν Ἑλλάδα εἶναι ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο χρηστική, πρωτόγονα ἀτομοκεντρικὴ – γι’ αὐτὸ καὶ εἴμαστε ἡ μόνη χώρα διεθνῶς μὲ παραδεκτὸ καὶ αὐτονόητο τὸ καρκίνωμα τῆς παραπαιδείας (φροντιστήριο).
.               Ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία, ἑξήντα χρόνια τώρα, δὲν στέλνει τὰ παιδιά της στὸ σχολεῖο γιὰ νὰ μυηθοῦν στὴ χαρὰ τῆς κοινωνίας, στὴ δυναμικὴ τῆς συνεργασίας, στὸ ἄθλημα τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὸ ἐγὼ καὶ τῆς δημιουργικῆς μετοχῆς στὸ ἐμεῖς. Στέλνει ὁ Ἑλλαδίτης τὸ παιδί του στὸ σχολεῖο μόνο γιὰ νὰ τοῦ ἐξασφαλίσει «ἐφόδια» ἀτομικῆς κατοχύρωσης, «ὄπλα» ἀτομικῆς ἐπιβολῆς, νὰ προσλάβει τὴ γνώση σὰν ἐργαλεῖο (ἕνα «χαρτὶ») ποὺ θὰ τοῦ χρησιμεύσει γιὰ βιοπορισμό. Ἑξήντα χρόνια τώρα, μεθοδικά, προγραμματικά, θεσμικά, τὸ σχολειὸ (καὶ τὸ πανεπιστήμιο) στὴν Ἑλλάδα ἀποκλείει ἔστω καὶ τὴν πρόθεση νὰ ἑτοιμάζει πολίτες, νὰ καλλιεργεῖ κοινωνικὲς προτεραιότητες, συνείδηση «δημοσίου συμφέροντος». τοιμάζει παδούς, διεκδικητς τομικν κα μόνο δικαιωμάτων, κβιαστές, ποὺ ἀπὸ τὸ Δημοτικὸ κιόλας ξέρουν τὴ λογικὴ τῶν «καταλήψεων», τῆς πρόκλησης κοινωνικοῦ κόστους. Τὸ σχολειὸ ἑτοιμάζει βανδάλους, τροφοδοτεῖ τὸ κοινωνικὸ περιθώριο, τὴν ψυχοπαθολογία τῆς ἐκδικητικῆς ἀλογίας.
.               Εἴμαστε μᾶλλον ἡ μοναδικὴ χώρα διεθνῶς ποὺ ἔχει παραδώσει τὰ πανεπιστήμιά της νὰ τὰ νέμονται οἱ ἀδίστακτες κομματικὲς συντεχνίες: Ἱδρύονται πανεπιστήμια, γιὰ νὰ ἱκανοποιηθεῖ ἡ ἐπιχώρια ἐκλογικὴ πελατεία. Στελεχώνονται, γιὰ νὰ βολευτεῖ καὶ ἀνταμειφθεῖ ἡ στρατευμένη στὸ κόμμα δευτεράντζα τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς διανόησης. Λειτουργοῦν τὰ πανεπιστήμια, ὅταν τὸ ἐπιτρέπουν οἱ κομματικὲς νεολαῖες, κάτω ἀπὸ τὴν τρομοκρατία τῆς αὐθαιρεσίας τους καὶ μόνο σὰν ἀνταγωνιστικὸ πεδίο ἄγρευσης ψηφοφόρων.
.               Στὸν τομέα τῆς Παιδείας ὁ πολιτικὸς ἐκχυδαϊσμός μας καὶ ἡ καπηλεία τῆς δημοκρατίας φτάνουν στὰ ὅρια τῆς ἀνυπόφορης κακουργίας. Φενακιζόμαστε ὅτι εἶναι θέμα «ἐλευθερίας» νὰ μπορεῖ κάθε κομματικὴ κυβέρνηση νὰ ἐφαρμόσει τὴ δική της «πολιτικὴ» στὴν Παιδεία. Ὡσὰν νὰ μὴ βλέπουμε, ἑξήντα χρόνια τώρα, ὅτι οἱ «πολιτικὲς» διαφοροποιοῦνται μόνο μὲ τερτίπια ἐντυπωσιασμοῦ. Ρωτήθηκε ποτ λας ν συμφωνε μ τ μία κα νιαία πολιτική, πράσινη, γαλάζια, ψευτοκόκκινη, πο χει κυριολεκτικ στρεβλώσει, διαλύσει, χρηστέψει τ γλῶσσα; Συμφωνεῖ μὲ τὸ «πρακτοριλίκι» τῆς «ἀπροκατάληπτης» ἱστοριογραφίας ποὺ ἀπεργάζεται μεθοδικὰ ἕναν Ἑλληνισμὸ μὲ συνείδηση Σιγκαπούρης;
.               Κατὰ κοινὴ ὁμολογία ἡ Ἄννα Διαμαντοπούλου ἦταν ἡ μόνη ποὺ τόλμησε νὰ ἐπιδιώξει τὴν ἀποκατάσταση στοιχειώδους λογικῆς συνέπειας στὴ λειτουργία τῆς ἐκπαίδευσης. Ὅσα πρόλαβε νὰ κατορθώσει ἦρθε ἀμέσως μετὰ ἡ «ἐθνικόφρων» παρωδία (Σαμαρᾶς) μὲ ὑπουργὸ τὸν Κων. Ἀρβανιτόπουλο ἐντεταλμένον νὰ ξηλώσει κάθε ἴχνος ἐλπίδας ποὺ ἔσπειρε ἡ Διαμαντοπούλου. Στὸ κενὸ καὶ τὸ δικό της ἐγχείρημα, ἴσως γιατί, παρὰ τὰ τόσα θετικά του, ἦταν ἐπίσης παγιδευμένο στὴ χρηστικὴ ἐκδοχὴ τῆς Παιδείας, δηλαδὴ στὸ ἀπόλυτο τίποτα.
.               Εἶναι περισσότερο ἀπὸ φανερό: λέξη λλάδα παραπέμπει πι μόνο σ να τυπικ κρατικ μόρφωμα, ὄχι σὲ πραγματικότητα κοινωνίας, συλλογικότητας ποὺ κοινωνεῖ ἀνάγκες, στόχους, ἐλπίδες. Ἡ γλῶσσα χει σκεμμένα καταστραφε, λογικ συν-ννόησης δν πάρχει, ο χρηστικς προτεραιότητες κα τομοκεντρισμς χουν ποθηριώσει τ θη κα τ νοο-τροπία, στορικ συνείδηση παλείφθηκε γι χάρη τς ξιπασις το «ξευρωπαϊσμο», τῆς λιγούρας τοῦ «δανειολήπτη».
.               Ὅταν οἱ ἐπαγγελματίες τῆς ἐξουσίας, ἡ δημοσιογραφία καὶ ἡ (κατὰ τὴ φιλοδοξία της) διανόηση δὲν μποροῦν νὰ διακρίνουν τὴ διαφορὰ τῆς βαθμολογικῆς ἐπιβράβευσης ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ δυναμική της ἅμιλλας, διαφορ τς χρηστικς «παιδείας» π τ χαρ τς μετοχς κα κοινωνίας, τ παιχνίδι εναι πι χαμένο. Ὅσοι μποροῦν φεύγουν, οἱ ὑπόλοιποι περιμένουμε ποιὰ μορφώματα θὰ προκύψουν ἀπὸ τὴν κρατικὴ διάλυση.

 

 

, , , , ,

Σχολιάστε

«ΑΝ ΣΒΗΣΟΥΝ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ, ΤΟΤΕ ΧΑΘΗΚΕ Η ΟΜΟΓΕΝΕΙΑ»

Κουκ σ μογενες στς ΗΠΑ:
Ζητ
τε στήριξη τς λλάδας λλ μιλτε γγλικά. Δν βοηθτε τσι

Παράπονα ἀπὸ τὸν ὑφυπουργὸ Ἐξωτερικῶν.

Ἀνθὴ Κουτσουμποῦ,  news247
08 Ἰανουαρίου 2017 21:09

.             Τὰ παράπονά του στὴν ὁμογένεια τῆς Φλόριντα γιὰ τὸ ὅτι δὲν μιλοῦν ἑλληνικά, ἐξέφρασε ὁ ὑφυπουργὸς Ἐξωτερικῶν Τέρενς Κουὶκ κατὰ τὴν παρουσία του, τὴν Κυριακή, σὲ ἐκδήλωση στὸ Τάρπον Σπριγκς.
.           “Θὰ ξεκινήσω τὴν ὁμιλία μου μὲ μία ἐξομολόγηση. Ὅταν πρὶν ἀπὸ 24 ὧρες ἔφευγα ἀπὸ τὸ σπίτι μου, γιὰ νὰ ἔλθω ἐδῶ στὴν Τάμπα, στὸ Τάρπον Σπριγκς, ἤξερα ὅτι θὰ ἐρχόμουνα σὲ μία πόλη ποὺ εἶναι ἡ κόρη τῆς Καλύμνου. Πίστευα ὅτι ἐρχόμουνα σὲ ὁμογενεῖς ποὺ κρατοῦν τὴν γλῶσσα τῆς πατρίδας. Ἀλλὰ μὲ αἰφνιδιάσατε. Μὲ μπερδέψατε. Στενοχωρήθηκα”, εἶπε ὁ ὑφυπουργός.
.            Καὶ συνέχισε: “Εἶμαι ὁ προτελευταῖος ὁμιλητὴς σὲ αὐτὴ τὴν ἐκδήλωση καὶ ὅλοι οἱ προηγούμενοι, ὅλοι ὁμογενεῖς, μὲ τοὺς ὁποίους πρὶν καθίσουμε στὰ τραπέζια, τὰ λέγαμε στὴ γλώσσα μας, μίλησαν ὄχι ἑλληνικά, ἀλλὰ ἀγγλικά. Δηλαδὴ στὴ σημερινὴ ἐκδήλωση ἄκουγα τὶς Ἑλληνίδες καὶ τοὺς Ἕλληνες νὰ βάζουν στὴν ἄκρη τὴ γλῶσσα τῆς πατρίδας μας.
.                 Προσωπικὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς πῶ τὰ πράγματα, ὅπως τὰ αἰσθάνομαι. Ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα εἶναι ἕνα ἰσχυρότατο σημεῖο ἀναφορᾶς ποὺ πρέπει νὰ χαρακτηρίζει τὸν Ἑλληνισμὸ τῆς Διασπορᾶς. Ὅπως καὶ ἡ Ὀρθοδοξία.
.          Ἐδῶ στὶς ΗΠΑ ἔχουμε φτάσει πλέον στὴν τέταρτη καὶ πέμπτη γενιά, μὲ τὰ ἑλληνικὰ νὰ φθίνουν. Ἐσεῖς, οἱ γονεῖς τους, οἱ παπποῦδες καὶ οἱ γιαγιάδες ἂν δὲν στηρίξετε, ἀκόμα καὶ στὶς ὁμογενειακὲς συγκεντρώσεις, τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, τότε τὰ ἑλληνικὰ ἔσβησαν. Κι ν σβήσουν τ λληνικά, τότε χάσαμε κα τν μογένεια. Ἔτσι, λοιπόν, παρὰ τὸ ὅτι ὅλοι οἱ προηγούμενοι Ἕλληνες μίλησαν ἀγγλικά, ἐγὼ θὰ ἐπιλέξω τὰ ἑλληνικά, ποὺ εἶναι καὶ ἡ μητέρα ὅλων τῶν γλωσσῶν”.

ΠΗΓΗ: news247

,

Σχολιάστε

ΤΟ …ΜΗΔΕΝ ΣΑΝ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΙΤΙΟ χιονοπτώσεων!

«Ἔντονη χιονόπτωση καὶ θερμοκρασίες ὑπὸ τοῦ μηδενός»

Ἡ κακοκαιρία ἔχει τελικῶς καὶ τὰ καλά της: ἔδωσε τὴν εὐκαιρία νὰ μάθουμε ὅτι τὸ Μηδὲν σὰν καθαρόαιμο ποιητικὸ αἴτιο προκαλεῖ χιονοπτώσεις καὶ θερμοκρασίες! (ὅπως οἱ ἀγγλόφωνοι θὰ ἔλεγαν: open the light…!)

 Υ.Γ. Αὐτὰ συμβαίνουν βεβαίως λόγῳ ὑποβαθμίσεως τῆς γλωσσικῆς παιδείας. Ἀλλὰ στὸν καιρὸ τῆς ἐθνικῆς κακοκαιρίας τί μπορεῖ νὰ περιμένει κανένας!

 

Σχολιάστε

ΓΙ᾽ ΑΥΤΟ ΥΛΑΚΤΟΥΜΕ [«Οὐάου!»]

Μήπως φραγκέψαμε;

 τοῦ Κώστα Β. Καραστάθη

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Καὶ γι᾽ αὐτὸ τελικῶς ὑλακτοῦμε;

 .             Γιά δύο πράγματα ἀνησυχοῦσαν πάνω ἀπ’ ὅλα οἱ βυζαντινοί προπάτορές μας: Νά μήν ἐκλατινισθοῦν καί νά μή φραγκέψουν. Ὁ πρῶτος κίνδυνος μᾶλλον ἐξέλιπε, ἀφοῦ ἔδωσε τή θέση του σ’ ἄλλη, μεγαλύτερη ἀπειλή, τήν ἀθεΐα.
.             Οἱ ἐπιστήμονες κατά τόν 19ο αἰώνα (ὅπως οἱ ἱστορικοί Παπαρρηγόπουλος, Σάθας κ. ἄ.) δέν δίσταζαν νά ὁμολογοῦν τήν χριστιανική πίστη τους μέσα ἀπό τά κείμενά τους. Σήμερα κάποιοι ἀπό τούς ἐπιστήμονές μας ἀποφεύγουν νά κάνουν ἀκόμη καί ὑπαινιγμό γιά χριστιανική πίστη τους, ἀκόμη καί ὅταν πιστεύουν, γιά νά μή χαρακτηρισθοῦν ἀπό τούς συναδέλφους τους ὡς … θρησκόληπτοι! Καί ἄλλοι – εὐτυχῶς λίγοι – ἰδίως ἀπό τούς σπουδαγμένους στήν Ἑσπερία, θεωροῦν τόν λίαν περιορισμένο γνωστικό κύκλο τῆς ἐπιστημονικῆς ἐξειδίκευσής τους ὡς ὅλη τή σοφία τοῦ κόσμου τούτου, καί θεωροῦν παρωχημένα τά πάντα στόν τόπο τους, ἀκόμα καί τήν πίστη τῶν προγόνων τους καί ἐπαίρονται γιά τό καινούργιο πνεῦμα πού φέρνουν.
.              Πρός τί ἄραγε αὐτή ἡ ἔπαρση; Ἐκεῖ, σέ κάποιες εὐρωπαϊκές χριστιανικές χῶρες, πού οἱ χριστιανοί εὐτύχησαν νά μήν ἔχουν στόν τράχηλό τους τόν ἄθεο Στάλιν καί τούς ὁμοίους του, πουλιοῦνται σήμερα οἱ χριστιανικοί ναοί γιά ἀλλότριους σκοπούς, ἐξαιτίας παντελοῦς σχεδόν ἐλλείψεως πιστῶν! Δέν πληροφορήθηκαν ὅτι σέ Ὀρθόδοξες εὐρωπαϊκές χῶρες, πού εἶχαν ὥς λίγο πρίν τέτοιους ἡγέτες, οἱ ἐκκλησίες πλημμυρίζουν σήμερα ἀπό τούς καταπιεσμένους χριστιανούς;
.             Ἡ δεύτερη ἀπειλή, ὁ ἐκφραγκισμός, ἀφοροῦσε τόν τρόπο τῆς ζωῆς, τῆς ἐνδυμα­σίας καί τῆς κουρᾶς, τά ἤθη, τά ἔθιμα, τούς χορούς, τά τραγούδια καί πάνω ἀπ’ ὅλα τήν ἑλληνική γλώσσα. Πράγματι καινούργια ἤθη, χοροί, τραγούδια, ἀλλά διόλου καλύτερα τῶν ἑλληνικῶν, ἀπό μιμητισμό καί μόνον ἦρθαν καί ἐπιβλήθηκαν στά ἀστικά κέντρα τῆς χώρας, ἀπωθώντας τά ἡμέτερα στά χωριά μας.
.             Ἡ προθυμία μας αὐτή στήν κατάλυση τῆς Παράδοσής μας ἦταν ἀδιανόητη γιά τίς προηγούμενες γενιές. Ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα ἀποτελεῖ τό παρακάτω ἱστορικό γεγονός: Ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἦσαν τόσο προσηλωμένοι πρός τήν ἐπίσημη παραδοσιακή ἐνδυμασία τους, τήν ἱστορική φουστανέλλα, καθώς καί στή μακριά κόμη, ὥστε ὅταν κατά τό 1821 ὁ φιλλέληνας Γάλλος Φαβιέρος ζήτησε ἀπό μερικούς νά καταταγοῦν στό στράτευμά του μέ τήν προϋπόθεση νά φορέσουν εὐρωπαϊκή ἐνδυμασία (παντελόνια κλπ.) καί νά κουρέψουν τά μακριά μαλλιά τους, ἐκεῖνοι ἀποκρίθηκαν μέ φρίκη ὅτι προτιμοῦσαν νά τουρκέψουν, παρά νά ὑποβληθοῦν σ’ αὐτόν τόν ἐξευτελισμό!
.             Τό γεγονός μοιάζει μέ ἀστεῖο, ἀλλά δέν εἶναι, διότι σήμερα ἔχουμε φτάσει στήν ἄλλη ἄκρη: Διακωμωδεῖται ἡ φουστανέλλα συχνά στήν ἑλληνική τηλεόραση, γιά νά βγάζει γέλιο… Ντύνουν συνήθως κωμικούς ἠθοποιούς μέ ὁμοιώματα φουστανέλλας, φροντίζοντας ὥστε ἡ ὅλη ἐμφάνισή τους νά γίνεται κωμικότερη. Ἀλλά τέτοιες συμπεριφορές ἀπάδουν πρός τήν ἔνδυση τοῦ Διάκου, τοῦ Κολοκοτρώνη, τοῦ Καραϊσκάκη, τῶν προπαππούδων μας, ἀλλά καί τῶν σημερινῶν ἐντυπωσιακῶν εὐζώνων μας, πού τόσο θαυμάζουν οἱ ξένοι τουρίστες.
.             Στήν Ἑλλάδα παλιά μαθαίναμε νά μιλοῦμε καί νά γράφουμε σωστά τά Ἑλληνικά μας. Σήμερα ἐπιτρέψαμε στά παιδιά νά βολεύουνται μέ τά «γκρίκλις». Ἤ μαθαίνουν Ἀγγλικά, Γαλλικά, Κινέζικα, ἀλλά τραυλίζουν τά Ἑλληνικά. Ὅλα πῆραν τόν κατήφορο, ἀφότου βάλαμε μαχαίρι στή μητέρα τῶν γλωσσῶν, τήν Ἑλληνική, καί καταργήσαμε τούς νόμους της… Λιτός καί λακωνικός στήν ἔκτασή του ἦταν ὁ πρῶτος κανόνας πού μαθαίναμε: «Μακρόν πρό βραχέος περισπᾶται». Ἦταν καί ὁ πρῶτος νόμος τῆς γλώσσας μας, τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς μας, πού ὀφείλαμε νά τηρήσουμε. Καί τόν τηρούσαμε, ἀλλιῶς προκαλούσαμε τό γέλιο καί τήν εἰρωνεία τῶν ἄλλων, τήν ἀπαξίωσή μας. Ἡ τήρηση τῶν νόμων τῆς γλώσσας ἦταν ἡ προπαιδεία στήν τήρηση τῶν νόμων τῆς πολιτείας, πού σήμερα ὁλοένα γίνεται λιγότερη… Καταργήσαμε τούς νόμους τῆς γλώσσας μας, γιά νά διευκολύνουμε – τάχα – τούς ξένους στήν ἐκμάθησή της, ἀλλά δέ λογαριάσαμε τίς πολλαπλές ζημιές, πού ἐπιφέραμε στίς νεότερες γενιές, μιά ἀπό τίς ὁποῖες εἶναι ἡ ἀγλωσσία, καθώς διαπιστώνεται καθημερινά στό λόγο τῶν Μ.Μ.Ε. Γιατί ἄραγε δέν πειράζουν τήν ὄντως δύσκολη γραφή τῶν γλωσσῶν τους οἱ προοδευμένοι Ἰάπωνες, οἱ Κινέζοι καί ἄλλοι λαοί; Ἕνα εἶδος περισπωμένης πῆγαν νά καταργήσουν οἱ Γάλλοι καί ἔγινε σεισμός στή χώρα τους ἀπό τίς διαμαρτυρίες.
.             Ἀκόμη καί τά ἐπιφωνήματα τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας παραμερίστηκαν γιά χάρη τῶν εὐρωπαϊκῶν. Μέ τό «ἄ!» καί τό «ὤ!» ἐκφράζαμε μέχρι χθές τόν θαυμασμό ἤ τήν ἔκπληξή μας. Σήμερα ἀκοῦμε ἀπό τά παιδιά μας τήν ὑλακή: «Οὐάου!»…

,

Σχολιάστε