Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Γέρων Ἰάκωβος Βίτσας

«Ο ΑΓΙΟΣ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ», Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος τῆς Βίτσας.

Ὁ Ἅγιος τῶν ἀνέργων,
Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος τῆς Βίτσας.
Ἐλεημοσύνη: Τὸ Α καὶ τὸ Ω τῆς σωτηρίας μας.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                      Ὁ Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος στὴν Βίτσα τοῦ Ζαγορίου, στὸ Μοναστήρι τοῦ Προφήτη Ἠλία,  ζοῦσε μὲ ἀκρίβεια τὴν ἀσκητικὴ ζωή.

-Λίγο ζουμάκι βάλε μου ἀπὸ τὶς φακὲς ἢ τὰ φασόλια, ἔλεγε.

.                     Αὐτὸ ἦταν τὸ φαγητό του κάθε ἡμέρα. Μαγείρευε στὸ κελλί του καὶ ζύμωνε ἡ τυφλὴ ἀδελφή του. Ὅ,τι ἔφτιαχνε ἐκείνη τὸ ἔτρωγε ὁ Γέροντας μὲ εὐχαρίστηση καὶ τῆς ἔλεγε ὅτι ἦταν καὶ πολὺ νόστιμο. Στὰ δύσκολα χρόνια τῆς πείνας καὶ τῆς ἀνέχειας, ἂν ἐξοικονομοῦσε καμιὰ ὀκὰ ἀλεύρι ἢ καμιὰ χούφτα φασόλια, μποροῦσε νὰ πάει καὶ δυὸ ὧρες δρόμο σὲ κάποιο χωριό, γιὰ νὰ τὰ δώσει σὲ φτωχὲς οἰκογένειες.  Ὅλα γιὰ τοὺς ἄλλους! Τίποτα δὲν κρατοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του.
.               Μία γνωστή του κυρία πήγαινε σὲ μιὰ γειτόνισσα καὶ τὴν βοηθοῦσε στὶς δουλειές της, ἐνῶ τὴν ἀδελφή της τὴν παραμελοῦσε. Ὁ Γέροντας τῆς ἔλεγε ὅτι δὲν ποτίζουμε τὴν αὐλὴ τοῦ γείτονα, ὅταν ἡ δική μας διψάει. Ἤθελε, ἔτσι, νὰ τῆς πεῖ νὰ βοηθάει πρῶτα τὴν ἀδελφή της, ποὺ εἶχε ἀνάγκη. Μάλιστα, γιὰ νὰ τῆς αὐξήσει τὴν ἐπιθυμία γιὰ βοήθεια, ἔκανε ἔκπτωση καὶ σὲ βασικὲς ἀρχές, ἀφοῦ τῆς ἔλεγε:
-Εὐλογημένη, πιὲς καφὲ τὴν Κυριακὴ τὸ πρωῒ καὶ μετὰ πήγαινε στὴν Ἐκκλησία καὶ ἂς παίρνεις καὶ ἀντίδωρο. Πῶς θὰ τὰ βγάλει πέρα μόνη ἡ ἀδελφή σου;
.                   Ὁ Γέροντας συνιστοῦσε πολὺ τὴν ἐλεημοσύνη.
Αὐτὴ εἶναι τὸ Ἄλφα καὶ τὸ Ὠμέγα τῆς σωτηρίας μας, ἔλεγε.
.                    Ὅταν ἀρρώστησε ὁ Γέροντας, στὸ Νοσοκομεῖο πῆγε νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ μιὰ γνωστή του καὶ τοῦ ἀνακοίνωσε, ὅτι κάποια συγγενής της ἔπαθε ἐγκαύματα καὶ ὄχι μόνο πονοῦσε πολύ, ἀλλὰ δὲν εἶχε καὶ οἰκονομικὴ συμπαράσταση ἀπὸ πουθενά. Ὁ Γέροντας λυπήθηκε καὶ ἄρχισε νὰ ψάχνει κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι του. Μιὰ νοσοκόμα τοῦ ἔκανε παρατήρηση:
-Δὲν θὰ ἀφήσεις τίποτα, παππούλη; Τί κάνεις ἐκεῖ;
.         Ὁ Γέροντας ἔβγαλε ἕνα δεκάρικο, τὸ τελευταῖο ποὺ εἶχε, καὶ τὸ ἔδωσε στὴν ἐπισκέπτρια νὰ πάρει κάτι γιὰ τὴν ἐμπερίστατη συγγενή της, ποὺ εἶχε καεῖ. Τὰ πάντα ἔδινε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ πλησίον.

.                    Σήμερα ὁ π. Ἰάκωβος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἔχει τὴν χάρη νὰ ἐλεεῖ τοὺς ἀνέργους·  νὰ τοὺς βρίσκει ἐργασία. Εἶναι ὁ Ἅγιός τους. Γνώριζε, ὅτι ὅλοι μας σὲ αὐτὴ τὴν ζωή, θέλοντας καὶ μή, ἀφοῦ εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ζήσουμε, ἐργαζόμαστε ὡς μεταπτωτικοὶ ἄνθρωποι μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου μας, κατὰ τὴ ρήση τοῦ Δημιουργοῦ μας «ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου» (Γεν. 3, 19).
.                Ἡ ἐργασία ὡς εὐλογία Θεοῦ χαροποιεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κάνει συνδημιουργὸ τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ κάθε ἐργαζόμενος, ὅπως ἡ ὄρνιθα, ποὺ ὅταν πίνει νερὸ στρέφει τὸ βλέμμα της δοξολογικὰ πρὸς τὸν οὐρανό, νὰ ἐπιζητεῖ καθημερινῶς τὴν θεία βοήθεια γνωρίζοντας ὅτι χωρὶς ἐκείνη τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ πράξει.
.                  Ἡ βοήθεια τοῦ Ὁσίου Γέροντος Ἰακώβου στοὺς ἀνέργους εἶναι σημαντική, γιατὶ ἡ ἀνεργία ἀποτελεῖ μάστιγα τῆς σύγχρονης κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς δύσμοιρης πατρίδος μας. Μάστιγα, ποὺ σὰν τὶς ἀσθένειες, τὴν φτώχεια καὶ τὴν δυστυχία, ἐνσκήπτει στοὺς ἀνθρώπους κατὰ  Θεία παραχώρηση. Καὶ ὁ ὅσιος Ἰάκωβος ἐπεμβαίνει μὲ τὸν τρόπο του, μὲ τὴν χάρη ποὺ ἔχει λάβει ἀπὸ τὸν δωρεοδότη μας Κύριο. Ἔτσι, μεριμνᾶ   γιὰ τὴν καταπολέμησή της καὶ οἱ προσευχές του εἰσακούονται ἀπὸ Αὐτόν. Ὅσοι, λοιπόν, ἄνεργοι τὸν ἐπικαλοῦνται μὲ πίστη, λὲς καὶ ἀπευθύνονται σὲ γραφεῖο ἐξευρέσεως ἐργασίας, βρίσκουν ἄμεσα ἐργασία, γιὰ νὰ μποροῦν ἀξιοπρεπῶς νὰ διανύσουν τὸν δόλιχο τῆς παρούσας ζωῆς.
.                 Πολλὲς μαρτυρίες καὶ πολλὰ περιστατικὰ ἔχουμε καταγεγραμμένα, ἀλλὰ καὶ πολλὰ μᾶς ἔχουν διηγηθεῖ σοβαρὰ πρόσωπα γιὰ τὴν ταχεῖα ἐπέμβαση τοῦ πανοσίου Γέροντος Ἰακώβου σὲ Ἀθήνα, Καλαμπάκα, Ἰωάννινα, Κύπρο, Τρίπολι, Θεσσαλονίκη, ὅπου ἀντίγραφα τῆς μορφῆς του ἔχουν διαδοθεῖ καὶ ὅπου ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του ἔχει ἐπιφέρει αἴσια ἀποτελέσματα.
.                 Ὅταν κάποτε ρωτήθηκε ὁ Γέροντας Γαβιὴλ ἀπὸ τὴν Κύπρο πότε θαυματουργοῦν οἱ Ἅγιοι μᾶς εἶπε:
-Εὑρισκόμενος πρὶν ἀπὸ χρόνια σὲ ἕνα Μοναστήρι τοῦ Ναυπλίου, ὁ τότε Μητροπολίτης Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος, μορφὴ ἁγία,  ρωτήθηκε ποιοί Ἄγιοι θαυματουργοῦν; Ἡ ἀπάντησή του ἦταν, ὅτι θαυματουργοῦν ἐκεῖνοι οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι δέχονται πολλὲς προσευχές. Οἱ Ἅγιοι ποὺ οἱ πιστοὶ τοὺς ἐπικαλοῦνται μὲ θερμὲς προσευχές, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὸν ὅσιο Γέροντα Ἰάκωβο τῆς Βίτσας, θαυματουργοῦν. Αὐτὸς πρόθυμα καὶ γρήγορα ἐξευρίσκει ἐργασία στοὺς ἀνέργους ποὺ θερμὰ προστρέχουν στὴν χάρη του. Αὐτὴν τὴν ὑπηρεσία μᾶς προαφέρει ἀπὸ τὸν οὐρανό.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

ΑΠΛΟΤΗΤΑ καὶ ΠΡΟΦΗΤΙΚΟ ΧΑΡΙΣΜΑ Ὁσίου Γέροντος Ἰακώβου τῆς Βίτσας (Χαρ. Μπούσιας)

 

Ἁπλότητα καὶ προφητικὸ χάρισμα
Ὁσίου Γέροντος Ἰακώβου τῆς Βίτσας

Ἀφιέρωμα στὴν μνήμη του, 15 Φεβρουαρίου 

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ  Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                               Ὁ ἁπλός, καλοκάγαθος, ἀπειρόκακος Λειτουργὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, ὁ Ὅσιος Γέροντας π. Ἰάκωβος εἶναι μιὰ σύγχρονη ἁγιασμένη μορφὴ ποὺ κατακόσμησε τὰ τελευταῖα χρόνια τὴν Ἤπειρό μας καὶ ἔφυγε μόλις τὸ 1960 σὲ βαθιὰ γεράματα, γιὰ νὰ διακοσμήσει καὶ τὴ χορεία τῆς θριαμβεύουσας στὸν οὐρανὸ Ἐκκλησίας.
.                               Ὁ Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος ἦταν ἕνας βιαστὴς τοῦ πνεύματος, ἕνας μοναστὴς τῆς Ἀθωνικῆς πολιτείας, ἕνας σύγχρονος Πατροκοσμᾶς, ἕνα φιλέρημο στρουθίο τῆς ἀρετῆς, ἀπὸ τὰ ἐρημοπούλια τῆς πίστεως, ποὺ χτίζουν τὶς φωλιές τους στὶς ἀπάτητες κορυφὲς τῆς ἀρετῆς, καλλικέλαδο ὡς πρὸς τὴν ἀδιάκοπη  δοξολογία τοῦ Θεοῦ μας. Ὑπῆρξε ὁ Ὅσιος Ἀσκητὴς τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Προφήτη Ἠλία, στὰ ψηλώματα τῆς Βίτσας τῶν Ζαγοροχωρίων, κοντὰ στὸ μοναδικὸ «πέτρινο δάσος», ὁ πνευματικὸς πατέρας τοῦ νεαροῦ τότε ἐπισκέπτη του μὲ τὴ φλόγα τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφιερώσεως στὸν Θεό μας,   τοῦ σημερινοῦ Ὁσίου Παϊσίου, ἡ γνήσια ἐπιβεβαίωση ὅτι ἡ ἁγιότητα εἶναι διαχρονικὸ φαινόμενο καὶ μάλιστα τῶν λόγων τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν: «Ὅπου ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία ὑπερεπερίσευσεν ἡ χάρις» (Ῥωμ. ε΄ 20).
.                               Ὁ Γέροντας γεννήθηκε κοντὰ στὸ Ἀργυρόκαστρο τῆς Βορείου Ἠπείρου, στὸ χωριὸ Βοδίνο, μόλις τὸ 1870. Εἶναι ὡς ἐκ τούτου ὁ Ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας ποὺ ζοῦσε διαρκῶς  στὰ ὑψηλά. Δὲν ἀναπαυόταν στὰ χαμηλά, ἀφοῦ εἶχε ὑψηλὲς πνευματικὲς ἀνατάσεις καὶ δὲν συμβιβαζόταν μὲ τὴν ζωὴ στὰ χιμαδιὰ τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἀνέπνεε τὸν καθαρὸ ἀέρα τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφιερώσεως στὸ ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ψυχῶν καὶ στὴν θεία ἀγάπη. Προτιμοῦσε τὴν σκληρὴ ζωὴ τῶν στερήσεων καὶ τῶν θλίψεων λέγοντας ὅτι «διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν» (Πράξ. ιδ΄ 22). Κακουχία γι’ αὐτὸν σήμαινε ἀναψυχή. Στέρηση σήμαινε πλουτισμός. Λύπη καὶ πειρασμὸς σήμαινε ἀγαπητικὴ ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ. Ἤθελε νὰ βιώνει τὴν πτωχεία τοῦ Ἰησοῦ σὲ ὅλο της τὸ μεγαλεῖο. Εἶχε ἐγκαταλείψει τὸν ἑαυτό του στὸ θεῖο ἔλεος καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἀντλοῦσε δύναμη καὶ ὑγεία.
.                               Ἀσκητικός, γλυκύτατος, λαμπερὸς ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, μὲ ἁπλᾶ λόγια ἐξηγοῦσε τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο στοὺς πιστούς. Ὁ λόγος του ἦταν βαθειὰ θεολογικός, ἀλλὰ ἀπόλυτα κατανοητὸς καὶ πάντοτε συμβουλευτικός. Γιὰ κάθε πρόβλημα ἔδινε μία λύση, ἡ ὁποία ἦταν πάντοτε ἡ καλύτερη. Ἂν κάποιος ἔκανε σοβαρὴ ἁμαρτία τὸν συμβούλευε πατρικὰ καὶ ἔδειχνε ἰδιαίτερη εὐαισθησία στὴν συκοφαντία, τὴν ὁποία θεωροῦσε μεγάλο ὀλίσθημα μισητὸ ἀπὸ τὸν ἀκατάκριτο Κύριό μας. Αὐτὴ εἶναι διαβολή, ἔλεγε, καὶ εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ διάβολος εἶναι ὁ ἐφευρέτης της, ἀφοῦ εἶναι ὁ πατέρας τοῦ ψεύδους.
Ὁ βίος τοῦ π. Ἰακώβου ἦταν στολισμένος μὲ ὅλες τὶς ἀρετές, μὲ καρτερία, σεμνότητα, ἐγκράτεια, ἀγάπη καὶ πρὸ πάντων μὲ τὴν ὑψοποιὸ ταπείνωση. Γι’ αὐτὸ κέρδισε καὶ τὴν Οὐράνια Βασιλεία.
.                               Στὰ χωριὰ ποὺ περιόδευε ἱεραποστολικὰ ὁ Γέροντας διδάσκοντας τὴν εὐσέβεια μαζευόταν ὅλη ἡ γειτονιά, γιὰ νὰ ἀκούσει τὸν ψυχωφελῆ λόγο του. Ὅταν τοῦ πρότειναν νὰ φάει ἐκεῖνος ἔτρωγε μόνο δυὸ κουταλιές, πάντοτε νηστίσιμο, καὶ εὐχαριστοῦσε  τοὺς πάντες. Μιλοῦσε καὶ προφητικὰ λέγοντας: «Μὴ χαίρεστε! Πίσω θὰ ἔρθουν χειρότερες ἡμέρες». Ἐπίσης ἔλεγε: «Θὰ ἔρθει καιρὸς ποὺ ὁ ἕνας δὲν θὰ θέλει νὰ δεῖ τὸν ἄλλον. Θὰ ἀλλάξει ὁ κόσμος. Τὸ μεγάλο ποτάμι δὲν ἦρθε ἀκόμη, πίσω εἶναι. Γι’ αὐτὸ ἐξομολογηθεῖτε, κοινωνεῖστε. Δὲν ξέρουμε τὴν ὥρα μας. Θὰ ἔχετε ὅλα τὰ καλά, ἀλλὰ δὲν θὰ τὰ χαίρεστε»!
.                               Στὰ δύσκολα χρόνια τῆς πείνας καὶ τῆς ἀνέχειας, ἂν ἐξοικονομοῦσε καμμιὰ ὀκᾶ ἀλεύρι ἢ καμμιὰ χούφτα φασόλια, μποροῦσε νὰ πάει καὶ δυὸ ὧρες δρόμο σὲ κάποιο χωριό, γιὰ νὰ τὰ δώσει σὲ φτωχὲς οἰκογένειες. Ὅλα γιὰ τοὺς ἄλλους! Τίποτα δὲν κρατοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Τὰ βράδια, στὴν μικρὴ ἀνάπαυση ποὺ ἔδινε στὸν ἑαυτό του κοιμόταν κατάχαμα πάνω σὲ ἕνα χράμι ἀπὸ γιδόμαλλο μὲ μαξιλάρι μιὰ πέτρα.
.                   Στὸν ἐμφύλιο σπαραγμὸ ποὺ ἔζησε σὲ δυσχείμερα χρόνια τὸν ρωτοῦσαν:
-Γέροντα, πόλεμος γίνεται, φονικὰ βλέπουμε, μὲ ποιόν νὰ πᾶμε;
-Μὲ αὐτὸν ποὺ ἔχει τὸ μικρότερο πειρασμό», ἀπαντοῦσε, χωρὶς νὰ παίρνει θέση.
Στὴν ἀμφίεσή  του ἦταν πάντοτε ταπεινός. Ἔτσι, ὅταν τοῦ ἔδωσαν σὲ ἕνα Ναό, ὅπου πῆγε γιὰ νὰ λειτουργήσει, ὡραῖα ἄμφια μὲ φανταχτερὰ χρώματα χωρὶς νὰ τοὺς προσβάλει ρώτησε:
-Δὲν ὑπάρχουν ἄλλα πιὸ ἁπλά, μὲ πιὸ μουντὰ χρώματα;
Φρονοῦσε καὶ ἔλεγε, ὅτι ὁ Ἱερεὺς εἶναι ὑπηρέτης τοῦ Παμβασιλέως Θεοῦ. Καὶ ὅπως ὁ ὑπηρέτης παρουσιάζεται πάντοτε στὸ Βασιλέα εὐπρεπής, καθαρός, καλοντυμένος καὶ πρόθυμος νὰ τὸν ἐξυπηρετήσει, ἔτσι καὶ ὁ Ἱερεὺς παρουσιάζεται εὐπρεπὴς καὶ ἱεροπρεπὴς στὸ Ἱερὸ Θυσιαστήριο. Δὲν ντύνεται, ὅμως, ὁ ὑπηρέτης μὲ βασιλικὲς φορεσιές. Δὲν μπορεῖ ὁ ὑπηρέτης νὰ ντύνεται μὲ ἀκριβότερα ροῦχα ἀπὸ τὸ ἀφεντικό του. Δὲν τοῦ ταιριάζει ἡ πορφύρα καὶ ὁ βύσσος. Κόσμημά του εἶναι ἡ ἁπλότητα, ἡ καθαριότητα, ἡ σεμνότητα. Τὰ πολύτιμα κοσμήματα καὶ ἐνδύματα τὰ φυλάει γιὰ τὴν ἀθάνατη ψυχή του, αὐτὴ ποὺ θὰ μετέχει τοῦ οὐρανίου Μεγάλου Δείπνου.
.                               Ἀφοῦ σώθηκε ἀπὸ νάρκες καὶ πολλοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀοράτους ἐχθροὺς μὲ τὴ Θεία συνέργεια καὶ μὲ θαυμαστοὺς τρόπους ποὺ μόνο σὲ Ἁγίους συμβαίνουν, ὁ Ὅσιος π. Ἰάκωβος κοιμήθηκε τὶς 15 Φεβρουαρίου τοῦ 1960 ἥσυχα καὶ Ἄγγελοι Κυρίου παρέλαβαν τὴν μακαρία του ψυχή, γιὰ νὰ τὴν μεταφέρουν στὸ θρόνο τοῦ Ἐσφαγμένου Ἀρνίου. Ἦταν ἡμέρα νίκης, ἡμέρα λυτρωμοῦ, ἡμέρα θριάμβου, γιὰ τὸ Γέροντα, ποὺ ἔσπαγε τὸ φράγμα τῆς ὕλης καὶ πορευόταν στὴν ἀφθαρσία, στὴν αἰωνιότητα, κοντὰ στὸ Χριστό μας.
.                      Στὴν ἐκταφὴ τῶν λειψάνων του βρῆκαν ἕνα λουλούδι στὸ κεφάλι του. Πῶς νὰ μὴν ἀνθήσει λουλούδι, ὅταν ὁ ἴδιος ἦταν τὸ ρόδο τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς, τὸ κρίνο τῆς ἱεραποστολικῆ δράσεως καὶ τὸ ζουμπούλι τῆς ψυχικῆς κενώσεως στὶς ἀνάγκες τῶν συνανθρώπων του; Τὸ ἄνθισμα τοῦ λουλουδιοῦ ἔδειχνε τὴν εὐαρέσκεια τοῦ οὐρανοῦ στοὺς ἀγῶνες τοῦ Γέροντος Ἰακώβου.

 

 

 

 

,

Σχολιάστε

Ο ὅσ. Γέροντας ΙΑΚΩΒΟΣ τῆς ΒΙΤΣΑΣ ΣΩΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΑΛΒΑΝΟΥΣ

Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς μνήμης του, 15 Φεβρουαρίου.

Ὁ Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος τῆς Βίτσας
σώζεται ἀπὸ τοὺς τουρκαλβανούς.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.              Ὁ πόθος προσφορᾶς τοῦ πατρὸς Ἰακώβου στὴν πολύπαθη πατρίδα του, τὴν Βόρειο Ἤπειρο, ποὺ στέναζε κάτω ἀπὸ τὸ βαρὺ φορτίο τῶν στυγνῶν Τουρκαλβανῶν, τὸν ὤθησε νὰ ἐγκαταλείψει ὡς ἄλλος Κοσμᾶς Αἰτωλὸς τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ νὰ ἐπιστρέψει σὲ αὐτήν. Ἐκεῖ τοποθετήθηκε ἐφημέριος σὲ διπλανὸ χωριὸ ἀπὸ τὸ δικό του, στὴν Πέπελη, καὶ διέμενε στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας, στὰ Ζωνάρια. Ὁ ἔνθερμος ζῆλος καὶ ἡ δράση του τόσο γιὰ σωτηρία ψυχῶν ὅσο καὶ γιὰ ἐνίσχυση τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος τοῦ ὑποδούλου ποιμνίου του τὸν ἔθεσαν στὸ στόχαστρο τῶν τυράννων κατακτητῶν, ποὺ ἀποφάσισαν νὰ τὸν ἐκτελέσουν. Ἡ σωτηρία του ὑπῆρξε θαυμαστή, γιὰ νὰ δείχνει στοὺς αἰῶνες τὸ πῶς ὁ Θεὸς τυφλώνει τοὺς ἐχθρούς μας στὴν προσπάθεια τῆς διασώσεώς μας.
.              Καιροφυλακτοῦσαν οἱ ἐχθροὶ νὰ πετύχουν τὸν πατέρα Ἰάκωβο στὸ δρόμο ποὺ ἑνώνει τὸ χωριὸ τῆς ἐφημερίας του μὲ αὐτὸ τῆς γεννήσεώς του. Ὅταν τὸν σταμάτηταν καὶ τὸν ρώτησαν ἀπὸ ποῦ εἶναι, γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν γιὰ τὴν ταυτότητά του καὶ νὰ μὴ σκοτώσουν ἄδικα κάποιο ἄσχετο πρόσωπο, ἐκεῖνος χωρὶς δεύτερη σκέψη τοὺς ἔδειξε τὸ πατρικό του χωριό. Οἱ Ἀλβανοὶ λόγω ἀμφιβολιῶν, ἀφοῦ προσωπικὰ δὲν τὸν ἤξεραν, τὸν ἄφησαν νὰ φύγει. Ὅταν ἀργότερα ρώτησαν στὸ χωριὸ τῆς ἐφημερίας του, καὶ τοὺς εἶπαν ἀπονήρευτοι οἱ κάτοικοι, ὅτι ἐκεῖνος ἦταν ποὺ συνάντησαν στὸ δρόμο, σκύλιασαν ἀπὸ τὸ κακό τους καὶ ζητοῦσαν εὐκαιρία νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν ἐκτελέσουν. Ὁ πατὴρ Ἰάκωβος συνέχισε τὸ δρόμο του καὶ φθάνοντας σὲ κάτι «κονάκια», σὲ βλαχόσπιτα, ἔμαθε ὅτι τὸν καταζητοῦν. Κρύφθηκε ἐκεῖ γιὰ λίγο καὶ σώθηκε.
.                  Ἡ μανία τῶν τουρκαλβανῶν, ὅμως, γιγαντώθηκε καὶ ἡ σύλληψή του ἦταν θέμα χρόνου, ἀφοῦ ὄλες του οἱ κινήσεις παρακολουθοῦνταν. Ἔτσι σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα τρεῖς ἔνοπλοι ἀπὸ αὐτοὺς πῆγαν στὸ σπίτι του μὲ ἐγκληματικὲς διαθέσεις. Ὁ Γέροντας βρισκόταν μέσα καὶ ὅταν τοὺς ἀντιλήφθηκε ἦταν ἀδύνατο νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ αὐτό. Ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ κρυφθεῖ σὲ αὐτὸ μποροῦσε, ἀφοῦ ὅλο κι ὅλο ἕνα δωμάτιο εἶχε καὶ αὐτὸ χωρὶς πάτωμα καὶ ταβάνι. Κρυψῶνες δὲν διέθετε καὶ ἦταν γυμνὸ καὶ ἀπὸ πράγματα καὶ ἔπιπλα, ἀφοῦ ὁ Γέροντας ζοῦσε ἐντελῶς φτωχικὰ μοιράζοντας τὸ ὑστέρημά του στοὺς ἐνδεεῖς τοῦ τόπου του. Τὰ μαδέρια στὴ στέγη ποὺ βαστοῦσαν τὰ κεραμίδια ἦταν ἐπίσης γυμνά. Σὲ αὐτὰ τόλμησε νὰ κρυφθεῖ προσευχόμενος ὁ πατὴρ Ἰάκωβος καὶ σιγοψέλλιζε τὸν Ψαλμό: «Ὁ κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται. Ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός μου καὶ ἐλπιῶ ἐπ’ Αὐτόν. Ὅτι Αὐτὸς ρύσεταί με ἐκ παγίδος θηρευτοῦ καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους. Ἔθεντο με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. Ἐγὼ δὲ πρὸς Κύριον ἐκέκραξα ἐν τῷ θλίβεσθαί με καὶ εἰσήκουσέ μου. Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν μου καὶ τὴν ἔξοδόν μου ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. Πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου Κύριε, τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν, οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεόν ἡμῶν, ἕως οὗ οἰκτιρῆσαι ἡμᾶς» (Ψαλμ. 90΄ 1-3, 87΄ 7, 119’ 1, 120΄ 8, 122΄ 1-2 ). Ἀγκάλιασε ἕνα μαδέρι ὁ Ἅγιος καὶ κουλουριάσθηκε σὰν φίδι γύρω του. Μὲ δυσκολία ἀνέπνεε, γιὰ νὰ μὴν τὸν προδώσει καὶ αὐτὴ ἡ ἀνάσα του. Ἡ μόνη του ἐλπίδα ἦταν ὁ Θεός μας, ὁ ὁποῖος καὶ τύφλωσε τοὺς τουρκαλβανούς, ποὺ δὲν κοίταξαν ψηλά, ἀλλὰ καὶ ἂν κάποιος κοίταξε δὲν ἀντιλήφθηκε τὸ παραμικρό, γιατὶ μιὰ θεϊκὴ νεφέλη τὸν τύλιξε καθιστώντας τον ἀόρατο. Καὶ νὰ σκεφθεῖ κανεὶς ὅτι οἱ τουρκαλβανοὶ δὲν ἀπεχώρησαν ἀμέσως ἀπὸ τὸ σπίτι, ἀλλὰ μὴ βρίσκοντάς τον κάθησαν στὴ μοναδικὴ κασέλα ποὺ ὑπῆρχε καὶ ἔσπαζαν καρύδια, αὐτὰ ποὺ βρῆκαν στὸ σπίτι, καὶ ἔτρωγαν. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν ἐπέτρεψε νὰ δοῦν στὴν ὀροφὴ τοῦ σπιτιοῦ τὸ Γέροντα. Τοὺς κρατοῦσε τὰ μάτια κλειστά, ὅπως ἄλλοτε τοῦ Λουκᾶ καὶ τοῦ Κλεόπα στὸ δρόμος πρὸς Ἐμμαούς. Ὅταν ἄνοιξαν τὴν πόρτα καὶ ἀπομακρύνθηκαν ὁ πατὴρ Ἰάκωβος ἀνακουφίσθηκε. Κατέβηκε μὲ προσοχὴ καὶ ἕνας δοξολογικὸς ὕμνος βγῆκε ἀπὸ τὰ χείλη του.
-Ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομά Σου, Κύριε, εἶπε, ποὺ μὲ ἔσωσες «ἐκ τῆς παγίδος τῶν θηρευόντων με» (Ψαλμ. 123, 7). Κύριε, Σὺ εἶσαι καὶ παραμένεις πάντοτε «στερέωμά μου καὶ καταφυγή μου καὶ ῥύστης μου» (Ψαλμ. 17,3).
.             Ἔτσι, σώθηκε ὁ μακάριος, ἀλλὰ φοβούμενος τὴ μανία τῶν ἀλλοπίστων ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὸ πάτριον ἔδαφος καὶ νὰ καταφύγει στὰ Ζαγοροχώρια, ὅπου ἤθελε ὁ Κύριός μας νὰ διαλάμψει γιὰ πολλὰ χρόνια ὡς ἥλιος ἀρετῆς, ἀπαθείας, νήψεως καὶ παραδόξων θαυμάτων.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΗ τοῦ ΣΤΑΥΡΟΥ καὶ ὁ ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ τῆς ΒΙΤΣΑΣ

Ἡ δύναμη τοῦ Σταυροῦ καὶ ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος τῆς Βίτσας

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

   .              Τὸν καιρὸ τῆς πνευματικῆς δράσεως τοῦ Γέροντος Ἰακώβου τῆς Βίτσας, τοῦ Ἁγίου τοῦ Ζαγορίου, τοῦ διδασκάλου τοῦ Ὁσίου Παϊσίου, (1870-1960), στὸ γειτονικὸ Μονοδένδρι εἶχε ἐπιστρέψει ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ μετὰ ἀπὸ πολυετῆ ἐπιτυχῆ ἀποδημία ἕνας χωριανός, ποὺ μαζὶ μὲ τὰ χρήματα ἔφερε στὸν τόπο του καὶ τὸ μικρόβιο τοῦ πνευματισμοῦ. Ἐκεῖ στὸ ἐξωτερικὸ εἶχε παρασυρθεῖ ὁ δύστυχος καὶ εἶχε ἐμπλακεῖ στὰ δίχτυα τοῦ πνευματισμοῦ, ποὺ εἶναι δαιμονικὴ ἐπιχείρηση καμουφλαρισμένη. Αὐτὴ ἔχει στηθεῖ ἀπὸ τὸν πολυμήχανο ἐχθρὸ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τὸν καταστροφέα τῶν ψυχῶν, τὸν διάβολο. Παρουσιάζεται σὰν μιὰ ἐπικοινωνία μὲ τὰ πνεύματα τῶν νεκρῶν, ποὺ στὴν πραγματικότητα εἶναι δαίμονες μεταμορφωμένοι, ἀφοῦ αὐτοὶ ἔχουν τὴ ἱκανότητα νὰ μετασχηματίζονται ἀκόμη καὶ σὲ φωτόμορφους Ἀγγέλους, ὅπως μᾶς λέει καὶ ὁ μέγας Παῦλος (Β΄ Κορ. ια΄ 14), γιὰ νὰ παρασύρουν ψυχὲς στὴν ἀπώλεια. Πνευματισμὸς σημαίνει καθαρὰ δαιμονισμός. Στὶς ἡμέρες μας αὐτὴ ἡ ἠθοποιΐα ἔχει χιλιάδες θύματα. Τὰ πονηρὰ πνεύματα, τὰ πνεύματα τῆς κακίας, ὑποδύονται διάφορους ρόλους καὶ κάνουν παιχνίδια τους ὅλους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μαζί τούς.
.           Ὁ πνευματιστὴς τοῦ Μονοδενδρίου ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα τῶν μεγάλων εὐεργετῶν τοῦ Ἔθνους μας, ὄχι ὅμως μὲ τὴν εὐσέβεια ἐκείνων. Εἶχε ἐπιστρέψει ὡς Δούρειος τῶν πνευματιστῶν Ἵππος προβάλλοντας τὰ πλούτη του καὶ ἀπομακρύνοντας τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη ποίμνη. Ὁ πατὴρ Ἰάκωβος βλέποντάς τον ὡς λύκο νὰ τοῦ κατασπαράσσει τὰ πρόβατα προσπάθησε νὰ τὸν νουθετήσει πρῶτα κατ’ ἰδίαν καὶ ἔπειτα δημόσια. Δὲν πέτυχε, ὅμως, τίποτα καὶ ὡς ἀντιμίσθιο ἔλαβε τὴν ὑπεροπτικὴ καὶ περιφρονητικὴ στάση του. Δὲν τοῦ ἔμενε τίποτα ἄλλο, παρὰ νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ κάθε του προσπάθεια ἐνθυμούμενος τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν: «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» (Τίτ. γ΄ 10). Σταμάτησε νὰ τὸν νουθετεῖ, ἐπέμενε, ὅμως, νὰ προσεύχεται γι’ αὐτόν, ποὺ τὸν εἶχε στὴν ἀγκαλιά του ὁ πονηρὸς καὶ μισάνθρωπος διάβολος.
.           Γνωστὸ στοὺς πνευματιστικοὺς κύκλους εἶναι τὸ φαινόμενο τῶν «στοιχειωμένων σπιτιῶν», ὅπου συμ­βαίνουν παράδοξα, ἐξωφρενικὰ καὶ ἀνησυχητικὰ φαι­νόμενα καὶ γεγονότα. Ἄλλοτε πάλι ἐξαφανίζονται ἢ μετακινοῦνται ἀντικείμενα, ἀκούονται ἐνοχλητικοὶ θόρυβοι ἢ συμβαίνουν παραδοξότητες μέσα στὸ σπίτι καὶ «δαιμονικά πράγματα», ὅπως τὰ χαρακτηρίζει ἠ λαϊκὴ σοφία.
.           Ἕνα πρωϊνὸ ὁ πνευματιστὴς ξυπνώντας εἶδε μὲ ἔκπληξη ὅλα τὰ ὑπάρχοντα τοῦ σπιτιοῦ του πεταγμένα στὸ δρόμο. Ὁ πονηρὸς εἶχε ἀρχίσει τὴ δράση του. Εἶδε ὁ πνευματιστὴς τὸ σπίτι του νὰ ἔχει ἐντελῶς ἀδειάσει. Μὲ μεγάλο κόπο ἐπανέφερε τὰ ἀντικείμενα στὴ θέση του, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ συμβὰν ἐπαναλαμβανόταν συνέχεια καὶ τὰ ἑπόμενα πρωϊνά. Ἦταν, βλέπετε, δαιμονικὴ ἐνέργεια! Στὴν ἀμηχανία του, ἂν καὶ ἔπρεπε νὰ τὸ περιμένει, ἀφοῦ ὅλες του οἱ ἐνέργειες γίνονταν μὲ τὴν ἐπίκληση τῶν πονηρῶν πνευμάτων, οἱ συγχωριανοί του τοῦ πρότειναν νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν πατέρα Ἰάκωβο. Αὐτὸς μόλις τὸν εἶδε, τοῦ εἶπε νὰ ἀλλάξει ἀφεντικό, ἀφοῦ αὐτὸς ποὺ τὸν ὑπηρετεῖ ἐργάζεται τὴ συμφορὰ καὶ τὸ κακό μας. Τὸν συμβούλευσε νὰ χαράξει μὲ κιμωλία ἀπὸ ἕνα σταυρὸ σὲ κάθε ἀντικείμενο, γιὰ νὰ μὴν μπορεῖ ὁ πονηρὸς νὰ τὸ μετακινεῖ. Ὁ πνευματιστὴς δέχθηκε καὶ χάραξε σταυροὺς στὰ εἴδη τοῦ νοικοκυριοῦ του. Ὄχι, ὅμως, σὲ ὅλα. Τὸ ἄλλο πρωϊνὸ ὅσα ἀντικείμενα εἶχαν σταυρὸ παρέμειναν στὶς θέσεις τους. Ὅσα δὲν εἶχαν βρέθηκαν πάλι στὸ δρόμο. Τὸν Σταυρὸ τὸν φοβᾶται ὁ πονηρὸς καὶ δὲν τὸν πλησιάζει, ἀφοῦ εἶναι τῶν «δαιμόνων τὸ τραῦμα» κατὰ τὸν ὕμνο τῆς Ἐκκλησίας μας.
.           Μὲ χάραγμα ἑνὸς κύκλου γύρω του μέσα στὸ σπήλαιο τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ καὶ μὲ τὴ σημείωση τοῦ τύπου τοῦ τιμίου Σταυροῦ κατόρθωσε ἀργότερα νὰ πατάξει τοὺς δαίμονες, ποὺ τοῦ παρουσιάσθηκαν σὰν σκορπιοί, καὶ ὁ συνονόματος τοῦ πατρὸς Ἰακώβου, ἐπίσης θαυμαστὸς Γέροντας Ἰάκωβος Τσαλίκης, ὁ Ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Ὁσίου Δαβίδ, στὴν Εὔβοια. Μὲ τὸν ὕμνο: «Συντριβήτωσαν ὑπὸ τὴν σημείωσιν τοῦ τύπου τοῦ τιμίου Σταυροῦ Σου πᾶσαι αἱ ἐναντίαι δυνάμεις», κατόρθωσε νὰ ἀπομονώσει καὶ εὐσεβὴς Χριστιανὸς τὰ σμήνη ἀπὸ σφῆκες ποὺ ἐπέδραμον τὴν ὥρα ποὺ ἐκεῖνος ἔψαλλε τὸν Ἑσπερινό. Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν πιστεύσουμε ὅτι ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου μας παραλύει τὴ δύναμη τοῦ διαβόλου; Γιὰ ἐμᾶς τοὺς ὀρθοφρονοῦντες Χριστιανοὺς τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ εἶναι τὸ σημεῖο τῆς νίκης, τὸ σημεῖο τῆς ἐπιτυχημένης πορείας στὸ δρόμο τῆς ἐπίγειας διαδρομῆς μας. Καὶ μὲ τὴ δύναμη τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ σταυροῦ κατορθώνουμε καὶ ἀπωθοῦμε μακριὰ τὴν δύναμη τοῦ πονηροῦ.
.           Τὸ θαῦμα αὐτὸ τοῦ Σταυροῦ συγκλόνισε τὸν πνευματιστὴ τοῦ Μονοδενδρίου, ὅμως, μόνο ἐπιδερμικά, ἀφοῦ δὲν θέλησε νὰ ἀρνηθεῖ τὴν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ καὶ νὰ δεχθεῖ νὰ μπεῖ στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Χριστοῦ μας. Τὸν εἶχε κερδίσει, ἀλλοίμονο, ὁ μισάνθρωπος, «ὁ κοσμοκράτωρ τοῦ σκότους» (Ἐφ. ϛ΄ 12) τοῦ αἰῶνος τούτου, γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν τὰ λόγια τοῦ Ψαλμωδοῦ: «Θάνατος ἁμαρτωλῶν πονηρὸς» (Ψαλμ. ΛΓ´[33], 22).

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

, , , ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ [Χαρ. Μπούσιας]

 Ὁ Ἅγιος τῶν ἀνέργων,
Γέροντας Ἰάκωβος τῆς Βίτσας

Τὴν μνήμη του τιμᾶμε στὶς 15 Φεβρουαρίου.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Ὁ Ἅγιος τῆς Βίτσας Ζαγορίου, μακαριστὸς Γέροντας Ἰάκωβος Βαλαδῆμος (+ 15 Φεβρουαρίου 1960), ὑπῆρξε πρότυπο ἐργατικότητος, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ βοηθᾶ τοὺς ἀνέργους σὲ ἐξεύρεση ἐργασίας. Ὅταν ἐγκαταστάθηκε στὸ Μονοδένδρι, στὸ ἐρειπωμένο τότε, ὅπως, δυστυχῶς, καὶ σήμερα, Μοναστήρι τοῦ Προφήτη Ἠλία, ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο τόσο στὴν ἀνακαίνισή του ὅσο καὶ στὴν ἀνακαίνιση ψυχῶν τῆς γύρω περιοχῆς μέσα ἀπὸ τὴν ἐξομολόγηση καὶ τὴν καθαρὴ μυστηριακὴ ζωή. Ἐρείπιο βρῆκε τὸ Μοναστήρι ἀπὸ τὶς φθορὲς καὶ τὶς λεηλασίες, ἐρείπια καὶ τὶς ἀκατήχητες ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων τῆς γύρω περιοχῆς, ποὺ τὶς ἀγαποῦσε σὰν κάτι ἀτίμητο, ἀφοῦ καὶ αὐτές, ὅπως ὅλων μας, ἦσαν ψυχὲς «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανε» (Ῥωμ. ιδ´ 15). Μὲ τὴν φιλεργατικότητα του ὁ Γέροντας ἀνακαίνισε τὰ κτίρια καὶ μὲ τὴν ἀγάπη του προσείλκυε τὶς ψυχὲς σὰν μαγνήτης, γιὰ νὰ τὶς πλύνει καὶ νὰ τὶς θεραπεύσει σταδιακὰ ἀπὸ τὰ γήϊνα πάθη τους.
.           Ἡ ἐργασία ἀποτελεῖ εὐλογία Θεοῦ, χαροποιεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κάνει συνδημιουργὸ τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ κάθε ἐργαζόμενος, ὅπως ἡ ὄρνιθα, ποὺ ὅταν πίνει νερὸ στρέφει τὸ βλέμμα της δοξολογικὰ πρὸς τὸν οὐρανό, νὰ ἐπιζητεῖ καθημερινῶς τὴν θεία βοήθεια γνωρίζοντας ὅτι χωρὶς ἐκείνη τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει. Αὐτὸς ποὺ δὲν ἐργάζεται σκέπτεται πονηρά, περιπατεῖ ἄτακτα περιεργαζόμενος τοὺς ἐργαζομένους, ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Θεσ. γ´ 12), καὶ γίνεται βάρος στὸν κοινωνικό του περίγυρο. Ὁ ἄνεργος ὅμως διαφέρει ἀπὸ τὸν ἄεργο, γιατί, ἐνῶ αὐτὸς ἐπιθυμεῖ νὰ ἐργάζεται, οἱ συνθῆκες τῆς κάθε ἐποχῆς δὲν τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ βρεῖ ἐργασία.
.           Γιὰ τὸ πολυσχιδὲς ἔργο τοῦ Γέροντος Ἰακώβου στὰ Ζαγοροχώρια ὁ τότε ἐπιχώριος Μητροπολίτης τοῦ ἔδωσε τὸ ὀφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη. Αὐτός, ὅμως, ἦταν τόσο ταπεινός, ποὺ ποτέ του δὲν φόρεσε τὸ ἐπανωκαλύμαυχο καὶ τὸν σταυρό, τὰ διακριτικὰ τοῦ βαθμοῦ του. Τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ δὲν τὸν θεωροῦσε κόσμημα ἐπιδείξεως. Τὸν φοροῦσε μέσα του διακριτικὰ καὶ τὸν σήκωνε στοὺ ὤμους του ἀγόγγυστα. Ἦταν ἕνας σταυροφόρος Κυρηναῖος ψυχῶν. Γνώριζε ὅτι κανεὶς δὲν θὰ μπορέσει νὰ πλησιάσει τὸν Κύριο χωρὶς νὰ σηκώσει μὲ χαρὰ τὸν σταυρό του. Κανεὶς δὲν θὰ δεχθεῖ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του χωρὶς νὰ πλέξει γύρω ἀπὸ τὸν σταυρό του τὰ τριαντάφυλλα τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης. Κανεὶς δὲν καθαρίζεται καὶ δὲν σώζεται χωρὶς παστρικὴ ἐξομολόγηση. Κανεὶς δὲν ὁδηγεῖται στὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν μόνο μὲ γλέντια καὶ πανηγύρια. Χρειάζεται νὰ ἀκολουθήσει καὶ τὰ βήματα τοῦ Ἐσταυρωμένου στὸν ἀνηφορικὸ Γολγοθᾶ τῆς ζωῆς. Τὰ φίδια, ἔλεγε ὁ Γέροντας, στὰ πνευματικά του παιδιά, ὅταν βγοῦν ἀπὸ τὶς τρῦπες τους οἱ ἄνθρωποι τὰ σκοτώνουν. Ὅταν κάθονται μέσα χοντραίνουν. Οἱ ἁμαρτίες μας μοιάζουν μὲ φίδια. Ὅταν τὶς ἐξομολογούμαστε βγαίνουν ἀπὸ μέσα μας καὶ ψωφοῦν. Ὅταν, ὅμως, δὲν τὶς βγάζουμε μένουν μέσα μας καὶ μεγαλώνοντας μᾶς τσιμποῦν καὶ μᾶς ρίχνουν τὸ δηλητήριο τοῦ θανάτου.
.           Ἐντύπωση προξενοῦσε τὸ γεγονός, ὅτι ἐνῶ ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἦταν αὐστηρὸς ἀσκητὴς ἀπομονωμένος ἀπὸ τὸν κόσμο, ὅμως, δὲν παρουσίαζε φαινόμενα ἄκρατης αὐστηρότητος καὶ φανατισμοῦ. Ἐξυπηρετώντας ὡς ἐφημέριος καὶ πνευματικὸς τὰ γύρω του χωριὰ ἐκ περιτροπῆς ἐφάρμοζε τὸ τοῦ Παύλου: «Τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις» (Φιλιπ. δ´ 5) καί, ἐνῶ ἦταν πολὺ αὐστηρὸς στὸν ἑαυτό του, ἦταν ἐπιεικὴς στοὺς ἄλλους.
.           Ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἦταν ἀναγεννημένος πνευματικὰ καὶ δὲν θύμωνε, δὲν ἐπέπληττε, οὔτε κατέκρινε αὐτοὺς ποὺ τὸν πλησίαζαν ὅσο ἁμαρτωλοὶ καὶ ἂν ἦσαν. Μόνο ὅταν ἐπρόκειτο γιὰ θέματα πίστεως ἢ κινδύνου τοῦ ποιμνίου του ἀντιδροῦσε ἔντονα καὶ πάλι τότε μετὰ ἀπὸ πολλὲς νουθεσίες καὶ παραινέσεις.
.           Γνώριζε πολὺ καλὰ ὁ Γέροντας ὅτι ἡ ἐργασία, τόσο ἡ σωματικὴ ὅσο καὶ ἡ πνευματική, ἀποτελεῖ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ δῶρο Tου πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἐργασία εἶναι πάντοτε εὐχάριστη, ἀφοῦ ὁ σκοπός της δὲν εἶναι νὰ δυσαρεστεῖ τοὺς ἀνθρώπους, ἄσχετα ἂν πολλοὶ λέγουν ὅτι ἡ δουλειὰ εἶναι δουλεία, ἀλλὰ νὰ τοὺς προξενεῖ εὐχαρίστηση. Γράφει ὁ Ἐκκλησιαστής, ὅτι τὸ νὰ τρώγει ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὰ ἀγαθὰ τοῦ μόχθου του εἶναι χάρισμα Θεοῦ, «καί γε πᾶς ἄνθρωπος, ὃς φάγεται καὶ πίεται καὶ ἴδῃ ἀγαθὸν ἐν παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, δόμα Θεοῦ ἐστιν» (Ἐκκλ. γ´ 13).
.            Ἄλλο, ὅμως, πράγμα, νὰ μὴ θέλει κάποιος νὰ ἐργασθεῖ, καὶ ἄλλο νὰ ἐπιζητεῖ ἐργασία καὶ νὰ μὴν βρίσκει. Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση ἡ ἀεργία γίνεται ἀνεργία καὶ εἶναι ἔμπονη. Ἀποτελεῖ μάστιγα τῆς σύγχρονης κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς δύσμοιρης πατρίδος μας. Μάστιγα, ποὺ σὰν τὶς ἀσθένειες, τὴν φτώχεια καὶ τὴν δυστυχία ἐνσκύπτει στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν Θεία παραχώρηση.
.           Γιὰ θεραπεία τῆς κοινωνικῆς αὐτῆς μάστιγας τῆς ἀνεργίας ὁ καλὸς Θεὸς ἔδωσε τὴν χάρη στὸν φίλεργο Γέροντα Ἰάκωβο, νὰ μεριμνᾶ γιὰ τὴν καταπολέμησή της καὶ οἱ προσευχές του νὰ εἰσακούονται ἀπὸ Αὐτόν. Ἔτσι, ὅσοι ἄνεργοι τὸν ἐπικαλοῦνται μὲ πίστη, λὲς καὶ ἀπευθύνονται σὲ γραφεῖο ἐξευρέσεως ἐργασίας, βρίσκουν ἐργασία γιὰ νὰ μποροῦν ἀξιοπρεπῶς νὰ διανύσουν τὸν δόλιχο τῆς παρούσας ζωῆς. Πολλὲς μαρτυρίες καὶ πολλὰ περιστατικὰ ἔχουμε καταγεγραμμένα, ἀλλὰ καὶ πολλὰ μᾶς ἔχουν διηγηθεῖ σοβαρὰ πρόσωπα γιὰ τὴν ταχεῖα ἐπέμβαση τοῦ πανοσίου Γέροντος Ἰακώβου σὲ Ἀθήνα, Καλαμπάκα, Ἰωάννινα, Κύπρο, ὅπου ἀντίγραφα τῆς μορφῆς του ἔχουν διαδοθεῖ καὶ ὅπου ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του ἔχει ἐπιφέρει αἴσια ἀποτελέσματα. Ὅταν κάποτε ρωτήθηκε ὁ Γέροντας Γαβιὴλ ἀπὸ τὴν Κύπρο πότε θαυματουργοῦν οἱ Ἅγιοι μᾶς εἶπε:
-Εὑρισκόμενος πρὶν ἀπὸ χρόνια σὲ ἕνα Μοναστήρι τοῦ Ναυπλίου, ὁ τότε Μητροπολίτης Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος, μορφὴ ἁγία, ρωτήθηκε ποιοί Ἄγιοι θαυματουργοῦν; Ἡ ἀπάντησή του ἦταν ὅτι θαυματουργοῦν ἐκεῖνοι οἱ Ἅγιοι ἐκεῖνοι ποὺ δέχονται πολλὲς προσευχές. Οἱ Ἅγιοι ποὺ οἱ πιστοὶ τοὺς ἐπικαλοῦνται μὲ θερμὲς προσευχές, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὸν ὅσιο Γέροντα Ἰάκωβο τῆς Βίτσας, ὁ ὁποῖος πρόθυμα καὶ γρήγορα ἐξευρίσκει ἐργασία στοὺς ἀνέργους ποὺ θερμὰ προστρέχουν στὴν χάρη του.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

, ,

Σχολιάστε