Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Γέννηση Χριστοῦ

«Η ΠΑΣΩΝ ΤΩΝ ΕΟΡΤΩΝ ΕΠΕΔΗΜΗΣΕΝ ΕΟΡΤΗ» (Δ. Νατσιός)

Ἡ πασῶν τῶν ἑορτῶν ἐπεδήμησεν ἑορτὴ

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.             Πλησίασε κάποτε ἕνας Εὐρωπαῖος, ἕνας Φράγκος, τὸν τροπαιοῦχο νομπελίστα μας ποιητή, Γιῶργο Σεφέρη, πειράζων αὐτὸν καὶ λέγων: «Μά, πιστεύετε σοβαρὰ ὅτι εἶστε ἀπόγονοι τοῦ Λεωνίδα, τοῦ Θεμιστοκλῆ ; Ἀπάντησε ὁ ποιητής: «Ὄχι, εἴμαστε ἀπόγονοι μονάχα τῆς μάνας μας, ποὺ μᾶς μίλησε ἑλληνικά, ποὺ προσευχήθηκε ἑλληνικά, ποὺ μᾶς νανούρισε μὲ παραμύθια γιὰ τὸν Ὀδυσσέα, τὸν Ἡρακλῆ, τὸν μαρμαρωμένο βασιλιὰ καὶ τὸν Παπαφλέσσα, ποὺ ζύμωνε κάθε Πρωτοχρονιὰ τὴν βασιλόπιτα καὶ ἔνιωθε τὴν ψυχή της νὰ βουρκώνει τὴν Μεγάλη Παρασκευή, μπροστὰ στὸ ξόδι τοῦ νεκροῦ Θεανθρώπου».
.       Βαθιὰ θεολογικὴ ἡ ἀπάντηση τοῦ ποιητῆ. Τὸ ἐρώτημα εἶναι πόσοι ἀπὸ μᾶς μποροῦν νὰ δώσουν σήμερα τὴν ἴδια ἀπόκριση.
.            Χριστούγεννα: «Ἡ πασῶν τῶν ἑορτῶν ἐπεδήμησεν ἑορτὴ καὶ τὴν οἰκουμένην εὐφροσύνης ἐπλήρωσεν. Ἑορτὴ ἡ τῶν ἁπάντων ἀκρόπολις, ἡ πηγὴ καὶ ἡ ρίζα τῶν παρ’ ἡμῖν ἀγαθῶν δι᾽ ἧς ὁ οὐρανὸς ἠνεώχθη, πνεῦμα κατεπέμφθη, τὰ διεστῶτα ἡνώθη, τὸ σκότος ἐσβέσθη, τὸ φῶς ἔλαμψεν, οἱ δοῦλοι γενόνασιν ἐλεύθεροι, οἱ ἐχθροὶ υἱοί, οἱ ἀλλότριοι κληρονόμοι…».
.             Εἶναι λόγια του ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Ἀπὸ ἐχθροί, λέει ὁ ἅγιος, χάρις στὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, γίναμε υἱοί. Ὅμως τὰ τελευταῖα χρόνια ἐγκαταλείψαμε τὸν πατρικὸ οἶκο καὶ περιπλανιόμαστε στὶς Λόντρες καὶ τὰ Βερολίνα.
.             Ἄλλους ἡ στείρα προγονολατρία, ἄλλους ἡ ξενομανία καὶ ὁ ἄκρατος πιθηκισμός, ἄλλους ὁ παρασιτικὸς καταναλωτισμὸς καὶ τὸ διογκωμένο σύμπλεγμα κατωτερότητας μᾶς ὁδήγησαν στὴν περιφρόνηση τοῦ μοναδικοῦ αὐτοῦ θησαυροῦ, τῆς παράδοσης τῆς Ρωμηοσύνης. Γιορτάζουμε τὰ Χριστούγεννα χωρὶς Χριστό.
.             Μίας οἰκονομικῆς κατάρρευσης καὶ κρίσης προηγεῖται μία πνευματικὴ ἧττα. Ἡττηθήκαμε, γιατί ξεχάσαμε τὸ ρωμαίικο ἦθος. Τὸ ἦθος αὐτὸ εἶναι ἡ «ἔντιμος πενία» τοῦ Παπαδιαμάντη, τὸ καθαρὸ μέτωπο τῶν γονέων μας, τὸ δόξα τῷ Θεῷ τῶν παππούδων μας, τὸ χιλιοτραγουδισμένο φιλότιμο τοῦ λαοῦ μας. Ἡττηθήκαμε, μὰ ὁ πόλεμος δὲν χάθηκε. «Ἡμεῖς νικῶμεν, νικώντων τῶν ἄλλων». (ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας).
.           Ρώτησαν ἕναν ἁγιορείτη μοναχό. Γέροντα ἡ κρίση θὰ περάσει; Καὶ αὐτὸς ἀπάντησε: «Δυστυχῶς παιδί μου θὰ περάσει». Τὰ ὁλονύχτια ρεβεγιόν, τὰ πανάκριβα δῶρα, τὰ διακοποδάνεια, τὸ φάγωμεν, πίωμεν δὲν εἶναι Χριστούγεννα. Ὁ πρὸ αἰώνων Θεὸς τῆς ταπεινῆς φάτνης, ἄλλα μᾶς διδάσκει.
.             «Τιμήσατε τὸν Θεὸν πλέον τῆς συνηθείας», λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ἡ κρίση εἶναι καὶ εὐκαιρία νὰ ἐπιστρέψουμε στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μας, στὴν ἡλιόλουστη Ὀρθοδοξία μας, νὰ βροῦμε τὸν ἑαυτό μας, νὰ ξαναγίνουμε Ρωμιοί. «Ὅλα τὰ ἔθνη γιὰ νὰ προοδεύσουν πρέπει νὰ βαδίσουν ἐμπρὸς πλὴν τοῦ ἑλληνικοῦ ποὺ πρέπει νὰ στραφεῖ πίσω», ἔλεγε ὁ σοφὸς ἀθηναιογράφος Δήμ. Καμπούρογλου. Πίσω, ὄχι ὡς στεῖρος συντηρητισμός, ἀλλὰ ὡς ἀναζήτηση τῆς πηγῆς ἐξ ἧς ρέει τὸ ὕδωρ τὸ ἁλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον, ὁ Χριστός. Καί, ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ ἡ φράση, πολλὰ ρουσφέτια ζητήσαμε ἀπὸ διάφορους τὰ προηγούμενα χρόνια. Γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους μόνο ἕνα ρουσφέτι μᾶς ἐπιτρέπεται.«Ταῖς πρεσβείας τῆς Θεοτόκου, Σῶτερ σῶσον ἡμᾶς». Τὴν μεσιτεία, τὸ «πνευματικὸ ρουσφέτι» τῆς Θεομάνας μας, ἂς ζητήσουμε γονυπετῶς.
.             Ἡ Παναγία μας εἶναι ἑλληνοσώτειρα. Διαβάζω τὴν ἀφήγηση τοῦ Γάλλου ἰησουίτη, περιηγητή Richard στὰ μέσα τοῦ 17αἰ., γιὰ τὴν ζωὴ τῶν ὑπόδουλων Ρωμηῶν.
.       «Πολλὲς φορὲς ἀπορῶ πῶς κατόρθωσε νὰ ἐπιβιώση ἡ χριστιανικὴ πίστη στὴν Τουρκία καὶ πῶς ὑπάρχουν στὴν Ἑλλάδα ἑκατομμύρια Ὀρθόδοξοι. Καὶ νὰ σκεφθεῖ κανεὶς ὅτι οὐδέποτε ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Νέρωνος, τοῦ Δομητιανοῦ καὶ τοῦ Διοκλητιανοῦ ἔχει ὑποστεῖ ὁ Χριστιανισμὸς διωγμοὺς σκληρότερους ἀπὸ αὐτούς, ποὺ ἀντιμετωπίζει σήμερα ἡ ἀνατολικὴ Ἐκκλησία… Καὶ ὅμως οἱ Ἕλληνες εἶναι εὐτυχισμένοι ποὺ παραμένουν χριστιανοί. Νομίζω πὼς αὐτὸ ὀφείλεται στὴ λατρεία ποὺ τρέφουν στὴν Παναγία… Σὲ ὅλα τὰ σπίτια βλέπεις εἰκόνες τῆς Παναγίας. Εἶναι ὁ φρουρὸς ἢ καλύτερα ἡ νοικοκυρὰ τοῦ σπιτιοῦ. Σ᾽ αὐτὴν τὴν εἰκόνα στρέφουν τὸ βλέμμα, ὅταν τοὺς συμβεῖ κάτι κακό, ἱκετεύοντας τὴ βοήθειά της. Σ᾽ αὐτὴν ἀπευθύνονται γιὰ νὰ εὐχαριστήσουν τὸ Θεό, ἂν μὲ τὴ δική της μεσολάβηση ἔλθει κάτι καλὸ στὸ σπιτικό τους… Ὁ ἴδιος διαπίστωσα μὲ πόση φυσικότητα, μὲ πόση εὐγλωττία καὶ συγκίνηση μιλοῦν στὶς οἰκογενειακές τους κουβέντες γι’ αὐτὴ τὴ βασίλισσα τῶν Οὐρανῶν». (ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, τόμ. 10, Ἀθήνα 1974, σ. 150).
.             Στὰ σχολεῖα, ἂς ἀφήσουν οἱ δάσκαλοι τὶς «Φρικαντέλες τὶς μάγισσες, ποὺ μισοῦν τὰ κάλαντα καὶ διώχνουν τὰ σκουπιδόπαιδα ποὺ τὰ ψέλνουν» (βιβλίο γλώσσας Ε´ Δημοτικοῦ, α´ τεῦχος, σελίδα 26-27), τὶς «συνταγὲς μαγειρικῆς» κι ἂς συλλαβίσουν στοὺς μαθητὲς τους τὰ μυρίπνοα ἄνθη τῆς παράδοσής μας. Νὰ τοὺς μάθουν καὶ κάποιο «τραγούδι τοῦ Θεοῦ», ὅπως μᾶς κανοναρχεῖ καὶ ὁ μπάρμπα-Ἀλέξανδρος ὁ Παπαδιαμάντης, τὸ ἀπολυτίκιο τῶν Χριστουγέννων, τὸ ἐξαίσιο κοντάκιον «Ἡ Παρθένος σήμερον». Νὰ μπεῖ ὁ Χριστὸς στὶς τάξεις, νὰ «ξεμουχλιάσουν» οἱ αἴθουσες, νὰ διασκορπιστοῦν οἱ ἀναθυμιάσεις τῆς φραγκοεκπαίδευσης, στὴν ὁποία καταδικάσαμε τὰ παιδιά μας. (Ἐκπαίδευση ποὺ βγάζει «Ρωμανούς», ἐγωτικὰ μειράκια, μοσχοαναθρεμμένα ἀπὸ ἀξιολύπητους γονεῖς, «κατάλληλα» γιὰ τὸ παρανοϊκὸ κράτος).
.             Αὐτὲς τὶς ἡμέρες οἱ μασκαράδες τῆς τηλεοπτικῆς κερδεμπορίας, βάλθηκαν νὰ μαγαρίσουν τὰ παιδιὰ μὲ τὶς βρωμοδιαφημίσεις τρισάθλιων παιχνιδιῶν. Ἀντὶ γιὰ τὸ ταπεινὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, ἄνοιξαν τὰ σπήλαια τοῦ θεοῦ μαμωνᾶ τῆς κατανάλωσης.
.             «Τέτοια μασκαριλίκια βλέπουν κι ἀκοῦνε τὰ παιδιά μας, κι ἡ ψυχή τους πλάθεται “ἑλληνοπρεπῶς”…. Κακόμοιρη Ἑλλάδα! Ἄλλες φορὲς παίδευες τὸν κόσμο κι ἔκανες παιδιά σου τοὺς ξένους. Μὰ τώρα ἀπόμεινες ἄκληρη, γιατί καὶ τὰ δικά σου παιδιὰ δὲν θέλουνε νὰ σὲ ξέρουνε», βροντοφωνάζει ὁ Κόντογλου.
.              Ἂς προσθέσω καὶ τὰ προφητικά, ἀπὸ τὸ 1849, λόγια τοῦ περίφημου Μοναχοῦ Κοσμᾶ Φλαμιάτου, ποὺ ἔχουν διαχρονικὴ καὶ ἑτεροχρονικὴ ἰσχύ. Ὁ Κοσμᾶς Φλαμιάτος στιγματίζει τοὺς Εὐρωπαίους, τοὺς υἱοὺς τῆς ἀνομίας τῆς Δύσεως, ὅπως τοὺς ὀνομάζει, δηλαδὴ τοὺς παράνομους καὶ πονηροὺς Εὐρωπαίους, ὡς τοὺς κύριους αἴτιους κάθε «κρίσης» καὶ γράφει: (Περιέχεται σὲ ὁμιλία ποὺ ἐκφώνησε, τὸ 2013,  ἡ ἐξαιρετικὴ καθηγήτρια Μαρία Μαντουβάλου, στὴν Ι. Μ. Ὁσίου Νικοδήμου –κάστρο πραγματικὸ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ δεσπόζει στὸ ὄρος Πάϊκο τοῦ ν. Κιλκὶς– κατὰ τὴν ἐπέτειο τῆς Ἅλωσης τῆς Πόλης). «Ὁ υἱὸς τῆς ἀνομίας τῆς Δύσεως εἶναι ὁ ὑπερόπτης, ὁ ἐπηρμένος, ἀλαζονικὸς καὶ ὑπερφίαλος ἀπατεώνας καὶ χλευαστὴς τῆς χριστιανικῆς θρησκείας καὶ δραστηριοποιεῖται, μὲ ὕπουλες κινήσεις, ὥστε νὰ ἀνεβάζει σὲ ὑψηλὰ ἀξιώματα καὶ νὰ ἐπιβραβεύει μὲ ἀνταμοιβὲς ἄτομα τῆς ἀπάτης καὶ τῆς διαφθορᾶς. Δὲν ἀναπτύσσει δραστηριότητα μόνο γιὰ νὰ ψηφίζονται νόμοι ὀλεθριότατοι, ποὺ προκαλοῦν καταστροφή, φθορὰ καὶ ἀφανισμό, ἀλλὰ φροντίζει κρυφὰ μὲ ὕπουλες σκέψεις, μηχανορραφίες καὶ δολοπλοκίες νὰ καθιερώνονται πολιτικὰ συστήματα γιὰ τὴν ἀπονέκρωση καὶ τὸν πλήρη μαρασμὸ τῆς γεωργίας, τῆς κτηνοτροφίας, τῆς βιομηχανίας, τῆς ναυτιλίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, ὥστε μὲ τὴν γενικὴ ἔνδεια, τὴν ἔλλειψη τῶν πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαίων, τὴ φτώχεια καὶ τὴν πλήρη καταστροφή, οἰκονομικὴ καὶ ἠθική, αὐτῶν ποὺ ἐπιβουλεύεται καὶ σκευωρεῖ σὲ βάρος τους, νὰ μπορεῖ ὁ δόλιος νὰ ἐνεργεῖ, ὥστε νὰ καταδυναστεύεται ὁ λαός, ἐνῶ αὐτὸς ὑποκρίνεται τὸν φίλο καὶ σύμμαχο προκειμένου νὰ διορθώσει τὰ ἐπικείμενα δεινά, τὶς ἐπαπειλούμενες συμφορὲς καὶ δραστηριοποιεῖται ἔτσι, ὥστε νὰ φέρνει χρεωκοπία στὰ ταμεῖα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐνεργεῖ ὕπουλα καὶ δόλια, ὥστε νὰ ἐπιβραβεύονται καὶ νὰ μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὸ Ταμεῖο τοῦ κράτους καὶ ἀπὸ τοὺς ἱδρῶτες τοῦ ἐπιβουλευόμενου λαοῦ πολλὰ ὄργανα τῆς προδοσίας».

, ,

Σχολιάστε

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΜΟΝΗ

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΜΟΝΗ
τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2210, 01.12.2019
ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.               Ὁ ἄνθρωπος! Χῶμα τῆς γῆς, «ὡσεὶ χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ». Σὰν τὸ χορτάρι ἡ ζωή του, σὰν τὸ λουλούδι τοῦ ἀγροῦ ἀνθίζει. Ἔπειτα, ἕνα ἁπλὸ φύσημα τοῦ ἀνέμου… καὶ χάνεται, «καὶ οὐκ ἐπιγνώσεται ἔτι τὸν τόπον αὐτοῦ» (Ψαλ. ΡΒ´ [102] 15, 16).
.              «Χθιζοὶ γάρ ἐσμεν» (Ἰὼβ η´9). Χθεσινοὶ εἴμαστε. Κάποια στιγμὴ ὁ κύκλος τῆς ζωῆς θὰ σβήσει.Ἕνα πετραδάκι στὸν ὠκεανὸ τῶν καιρῶν. Στὸν 21ο αἰώνα, στὸ ἔτος 2019. Καὶ περιμένουμε Χριστούγεννα. Περιμένουμε;
.             Ἂν εἶχαν τὰ βουνὰ φωνὴ καὶ τὰ ἄστρα ἂν μιλοῦσαν, θὰ φώναζαν:
–Ἀκοῦστε, ἄνθρωποι! Ποιοί εἶστε; Ποῦ εἶστε; Τί περιμένετε; Περιμένετε;
.               Γυρίστε πίσω!… Κοιτάξτε στὸ βάθος, στρέψτε τὸ βλέμμα σας ἐκεῖ καὶ τότε. Ἐκεῖ… Στὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ! Τότε… Στὴν πρώτη αὐγὴ τοῦ κόσμου!
.             Τότε ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ δημιουργοῦ φλεγόμενο τὸ βέλος τῆς φλογερῆς Του ἀγάπης. Μὲ τὴν ὑπόσχεση ὅτι θὰ ἔρθει κάποτε ὁ Λυτρωτής, θὰ τσακίσει τὸ κεφάλι τοῦ φιδιοῦ, θὰ δώσει τὴν χαρὰ στὸν κόσμο. Δεῖτε τὸ βέλος νὰ σκίζει σφυρίζοντας τὸν ἄνεμο, νὰ διασχίζει τὰ ἀτέλειωτα χρόνια, νὰ προσπερνάει αἰῶνες καὶ χιλιετίες, νὰ σημαδεύει τὴν ἱστορία μηνώντας: Ἔρχεται!
.               Κοιτάξτε πίσω! Μὴ σᾶς τρομάζουν ὑψωμένοι θρόνοι, οἱ προτομὲς τῶν αὐτοκρατόρων, οἱ ἐκθαμβωτικὲς φάλαγγες τῶν στρατευμάτων τους. Τὸ βέλος ἐκεῖνο ξέσχισε τὰ σπλάχνα τους, διαπέρασε τὰ πανύψηλα τείχη τους, θέρισε τὶς φάλαγγες, συνέτριψε τοὺς ἀγέρωχους θρόνους.
.               Σὲ κάθε κάστρο ποὺ ἔπεφτε, φώναζε: Ἔρχεται! Στὰ συντρίμμια κάθε θρόνου ἔγραφε: «Ἔρχεται»! Καὶ τότε κάθε σκληρὴ καὶ ἀλύγιστη προτομὴ ἔσκυβε ταπεινὰ καὶ ψιθύριζε κι αὐτή: «Ἔρχεται»!
.               Ὅμως δίπλα σὲ κάθε ἐρειπωμένο τεῖχος, κοντὰ σὲ κάθε συντετριμμένο θρόνο, πλάϊ σὲ κάθε ἐξαίσιο βασιλικὸ πτῶμα ἕνας ψίθυρος ἀκουγόταν: «Πότε, Κύριε;».
.               Τὰ χρόνια περνοῦσαν, οἱ αἰῶνες διαδέχονταν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, οἱ χιλιετίες σὰν παραλάμβαναν τὴν σκυτάλη ἄκουγαν: «Ἔρχεται»! Μὰ ὅταν τὴν παρέδιδαν προσεύχονταν τρεμουλιαστά: «Πότε Κύριε;».
.               Ἦταν ἡ περίοδος τῆς μεγάλης ἀναμονῆς. Τῶν Ἑβραίων μὰ καὶ ὅλων τῶν λαῶν. Διότι, ὅπως εἶχε προφητεύσει ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, ὁ ἐρχόμενος θὰ ἦταν λιοντάρι· «καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν» (Γεν. μθ΄[49]10). Λιοντάρι ποὺ τὸ περίμεναν ὅλοι οἱ λαοί.
.               Πόσες γενιές, πόσοι ἄνθρωποι, πόσα ἔθνη!… Ὅλοι ἀνάμεσα στὴν βεβαίωση τοῦ φλεγόμενου βέλους: «Ἔρχεται»! Καὶ στὸ πονεμένο ἐρώτημα: «Πότε, Κύριε;».
.               Μέχρι τὴν νύχτα ἐκείνη ποὺ τὸ βέλος σφηνώθηκε σὲ μία σπηλιά. Ὁ χρόνος τῆς ἀναμονῆς συμπυκνώθηκε. Λυγίζοντας τοὺς οὐρανοὺς μέσα ἀπὸ τὰ πανάγια σπλάχνα τῆς ὑπερευλογημένης Μαριάμ, κλαυθμύρισε ὁ Ἀναμενόμενος στὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ. Αὐτός, ὁ Δημιουργὸς τῶν πάντων.
.               Πόθοι, προσδοκίες, ἀναμονὴ αἰώνων καὶ χιλιετιῶν, ἀναπαάθηκαν στὴν φάτνη! Τὴ μία καὶ μοναδική! Καὶ εἶπαν: Ἦρθες ἐπιτέλους! «Ἦλθες καὶ ἔσωσας ἡμᾶς»!
.               Δύο χιλιετίες μετά, στὸ κατώφλι δραματικῶν, καθὼς φαίνεται, ἐξελίξεων, στεκόμαστε οἱ ἄνθρωποι, οἱ πιστοὶ χριστιανοί, καὶ προσμένουμε Χριστούγεννα. Ἀπ᾽ τὴν μεγάλη τῶν χιλιετιῶν ὣς σὲ μία μικρή, λίγων μονάχα ἡμερῶν, ἀναμονή.
.               Προσμένουμε. Μέσα σὲ θόρυβο πολύ, σὲ ἐντυπώσεις φανταχτερές, μὲ τὰ τηλέφωνα στὰ χέρια, μὲ τὰ αὐτιά, τὴν ἀκοὴ νὰ εἶναι στραμμένη στοῦ κόσμου τούτου τὴν ὀχλοβοή. Καὶ ἡ γιορτὴ κάπου ἐκεῖ στὸ βάθος τῶν θορύβων ξεχασμένη, μέσα στὰ φῶτα τὰ πολύχρωμα χαμένη.
.               Χῶμα τῆς γῆς, «χθιζοί ἐσμεν», λουλούδια τοῦ ἀγοριοῦ, σκιά, μία πέτρα, λίγοι κύκλοι μὲς στὸν μεγάλο ὠκεανὸ τῶν ἀδυσώπητων καιρῶν. Τοῦ χρόνου, τέτοιον καιρὸ ποῦ θά ᾽μαστε; Ἂν εἴμαστε, ἂν θὰ προσμένουμε Χριστούγεννα καὶ πάλι, δὲν γνωρίζουμε. Σκιὰ ἡ ζωή μας, «ὡσεὶ χόρτος» οἱ ἡμέρες μας.
.               Ἂν εἶχαν τὰ βουνὰ φωνὴ καὶ τὰ ἄστρα ἂν μιλοῦσαν, τοῦτο ἴσως θὰ ἔλεγαν σὲ ἐμᾶς:
– Ἦρθε ὁ μεγάλος ἀναμενόμενος!
.               Ἦρθαν, ἔφτασαν γιὰ μία χρονιὰ ἀκόμη τὰ Χριστούγεννα. Λίγες ἡμέρες μεγάλης ἀναμονῆς. Μεγάλης ὄχι χρονικῶς, ἀλλὰ διότι μεγάλο εἶναι καὶ ἀσύλληπτο τὸ γεγονός: Ἦρθε ὁ Θεὸς κοντά μας! Εἶναι κοντά μας! Χριστούγεννα!
.               Ἑτοιμαστεῖτε λοιπὸν στὶς λίγες μέρες τῆς μεγάλης τούτης ἀναμονῆς. Γιὰ νὰ γιορτάσετε ἀληθινὰ Χριστούγεννα ἐφέτος.
.               Γιὰ νὰ γεμίσει μὲ χαρά, μὲ αἰώνια χαρὰ ἡ ζωή σας.
.               Νὰ μὴν πεθάνετε ποτέ!

, ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–4

Ο τρες γεννήσεις το ησο Χριστο

Μέρος Δ´

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Στεργίου Ν. Σάκκου,
Καθηγ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης,
«Ὁ Θεὸς στὴ γῆ μας»,
ἔκδ. Δ´, ἐκδ. Ο.Χ.Α. «Ἀπολύτρωσις», Θεσ/νίκη 2005,
σ. 102 ἑπ.

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

Μέρος Α´: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–1

Μέρος Β´: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–2

Μέρος Γ´: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–3

2. Πῶς ἀναγεννιόμαστε

.         Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἀποχαιρετοῦσε τοὺς μαθητές του λίγο πρὶν τὸ πάθος, τοὺς εἶπε πὼς θὰ τοὺς στείλη τὸν Παράκλητο, ὁ ὁποῖος «παρ’ ὑμῖν μένει καὶ ἐν ὑμῖν ἔσται» (Ἰω. ιδ´ 17), ποὺ τώρα εἶναι κοντά σας, ἀλλὰ τότε θὰ εἶναι μέσα σας. Αὐτὸς ὁ Παράκλητος ἐπιτελεῖ τὴν τρίτη ἐν Πνεύματι γέννησι τοῦ Χριστοῦ μέσ’ στὴν καρδιά μας. Αὐτὸς ἑνώνεται μαζί μας καὶ φέρνει στὸν κόσμο ἕνα νέο Χριστό, τὸν ἀναγεννημένο ἑαυτό μας. Ἀλλὰ πῶς μᾶς ἐπισκέπτεται ὁ Παράκλητος;
.         Ἡ πρώτη μας συνάντησι μαζί του γίνεται μὲ τὴν πίστι. Ἡ πίστι ἀνοίγει τὴν πόρτα τῆς ψυχῆς, γιὰ νὰ μπῆ μέσα ὁ Κύριος. Ἡ πίστι τὸν ὑποδέχεται, ὑποτάσσει τὶς καρδιὲς μας σ’ αὐτὸν καὶ γεννᾶ μέσα τους θερμὸ ἐνδιαφέρον καὶ δυνατὸ πόθο γιὰ νὰ τὸν πλησιάσουν. Αὐτὴ ἀποτελεῖ τὴν πρωταρχικὴ προϋπόθεση τοῦ «κατοικῆσαι τὸν Χριστὸν ἐν ταῖς καρδίαις», λέει ὁ Παῦλος (Ἐφ. γ´ 17). Χρειάζεται, ὅμως, καὶ ἡ ἀγάπη, γιὰ νὰ μείνη μέσα μας ὁ Κύριος καὶ νὰ μᾶς κάνη ναό του καὶ θυσιαστήριό του. «Ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν», καταθέτει ὁ Ἰησοῦς (Ἰω. ιδ´ 23). Γιὰ νὰ στερεωθῆ ἡ πίστι μας καὶ νὰ αὐξηθῆ ἡ ἀγάπη, μᾶς βοηθᾶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ θεῖος λόγος, τὸ κήρυγμα καὶ ἡ διδασκαλία, κατοικεῖ πλούσια μέσα μας, τότε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, σφηνώνει ὄχι ἁπλῶς ἀνάμεσά μας, ἀλλὰ μέσα στὰ σπλάγχνα μας. Μᾶς καλλιεργεῖ μυστικὰ καὶ μᾶς ἑτοιμάζει γιὰ τὴ τέλεια ἕνωσή μας μὲ τὸν Θεό.
.           Ἀλλὰ ἐκεῖνο, μὲ τὸ ὁποῖο ἐπὶ τέλους συντελεῖται μέσα μας ἡ γέννησι τοῦ Χριστοῦ, εἶναι τὸ μυστήριο. Ὁ Κύριος τὸ δήλωσε ἀπερίφραστα· «Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ» (Ἰω. ϛ´ 56). Ἔρχεται, χτυπᾶ τὴν πόρτα μας καὶ ὅταν τοῦ ἀνοίξουμε, μᾶς κάνει αὐτὸς τὸ τραπέζι. Αὐτός, ὁ ζητιάνος τῆς σωτηρίας μας, φέρνει τὸ σῶμα του καὶ τὸ αἷμα του νὰ μᾶς θρέψη καὶ νὰ μᾶς κάνη εὐτυχισμένους. Μᾶς καλεῖ νὰ συνδειπνήσουμε, διότι «ἀληθῶς ἡ σάρξ του ἐστὶ βρῶσις, καὶ ἀληθῶς τὸ αἷμα του ἐστὶ πόσις» (Ἰω. ϛ´ 55). Τότε γιορτάζουμε ἀληθινὰ Χριστούγεννα, ὅταν μὲ φόβο Θεοῦ, μὲ πίστι καὶ μὲ ἀγάπη μεταλαμβάνουμε τὰ ἄχραντα μυστήρια καὶ ἀναγεννιόμαστε μαζὶ μὲ τὸν νεογέννητο Χριστό.

3. Ἡ σημασία τῆς ἀναγεννήσεως

.               Χωρὶς αὐτὴ τὴν τρίτη γέννησι οὔτε ἡ πρώτη ἀΐδια γέννησι οὔτε ἡ δεύτερη ἱστορικὴ ἐνσάρκωσι τοῦ Χριστοῦ ἔχουν κανένα νόημα καὶ καμία ἀξία γιὰ μᾶς, ὅσο σπουδαία καὶ μεγάλα κι ἂν εἶναι. Αὐτὴ θ’ ἀξιοποιήση τὰ δῶρα τους, διότι αὐτὴ θὰ κάνη προσωπικό μας σωτήρα τὸν Χριστό, θὰ ἰδιοποιήση τὸ ἔργο του γιὰ τὴν σωτηρία μας.
.         Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι «σωτὴρ πάντων ἀνθρώπων, μάλιστα πιστῶν» (Α´ Τιμ. δ´ 10). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦλθε στὸν κόσμο, γιὰ νὰ σώση ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, δὲν σώζονται, ὅμως, ὅλοι· σώζονται μόνο οἱ πιστοί. Ἡ σωτηρία ποὺ ἔφερε ὁ Χριστός, εἶναι ἀντικειμενική. Γιὰ νὰ γίνη ὑποκειμενική, γιὰ νὰ σωθῆ ὁ καθένας, πρέπει νὰ πιστέψη. Ὁ Χριστὸς μὲ τὸν ἐρχομό του στὸν κόσμο ἄνοιξε τὴν πύλη τῆς ζωῆς, ἔστρωσε τὸ τραπέζι τῆς χαρᾶς, ἔφερε τὰ φάρμακα τῆς σωτηρίας. Γιὰ νὰ θεραπευτῆ ὁ ἄρρωστος ἄνθρωπος, γιὰ νὰ χορτάση, γιὰ νὰ σβήση τὴ δίψα του, εἶναι ἀνάγκη νὰ καθίση καὶ νὰ φάη στὸ τραπέζι, νὰ πιῆ ἀπὸ τὴν πηγή, νὰ δεχθῆ τὰ φάρμακα. Διαφορετικά, παραμένει ὅπως καὶ πρὸ Χριστοῦ στὴ φθορὰ καὶ κατρακυλάει στὸν θάνατο. Στὴν περίπτωση, ὅμως, αὐτὴ δὲν ἔχουμε κανένα δικαίωμα νὰ κατηγοροῦμε τὸν Χριστό.
.           Στὰ παλιὰ χρόνια οἱ ληστὲς συνήθιζαν, ὅταν ἤθελαν νὰ σκοτώσουν δύο ἀνθρώπους, νὰ σκοτώνουν τὸν ἕνα, καὶ τὸν ἄλλο νὰ τὸν δένουν ζωντανὸ μὲ τὸ πτῶμα πρόσωπο μὲ πρόσωπο, καὶ νὰ τὸν ἀφήνουν ἔτσι μέχρι νὰ πεθάνη. Φαντασθεῖτε τὴ δυστυχία τοῦ ζωντανοῦ, ποὺ πέθαινε ἕναν ἀργὸ καὶ φρικιαστικὸ θάνατο. Μὲ πόση σπουδὴ θὰ τινάζονταν μακριὰ ἀπὸ τὸ πτῶμα, ἂν κάποιος τὸν ἐλευθέρωνε! Κι ὅμως στὴν περίπτωσί μας οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἀγκαλιάζουν καὶ σφίγγουν μὲ τὰ χέρια τους τὸ πτῶμα τοῦ θανάτου καὶ μετὰ τὴν ἐλευθερία ποὺ χάρισε ὁ Χριστός!
.         Τὸ παράδειγμα μᾶς βοηθᾶ νὰ βγάλουμε ὠφέλιμα συμπεράσματα. Εἶναι δυνατὸν νὰ εἴμαστε εἰδωλολάτρες καὶ μετὰ τὴν γέννησι τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς εἶναι «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. α´ 9). Φωτίζονται ὅσοι τὸ δέχονται· οἱ ἄλλοι μένουν στὸ σκοτάδι, στὴν ἀπιστία, στὴν πλάνη, στὴν διαφθορά.
.             Καὶ τὸ ἄλλο συμπέρασμα· φοβερὸ ἡ τύφλωση, κακὸ ἡ ἀρρώστια, τραγικὸ ἡ σκλαβιά. Γιὰ σκεφθῆτε, ὅμως, πόσο χειρότερη εἶναι ἡ κατάστασι νὰ εἶναι κανεὶς τυφλὸς καὶ νὰ νομίζη ὅτι βλέπει, νὰ εἶναι ἄρρωστος καὶ νὰ μὴ τὸ ξέρη, νὰ εἶναι σκλάβος καὶ νὰ πιστεύη ὅτι εἶναι ἐλεύθερος! Αὐτὸ συμβαίνει μὲ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ λεγόμενου χριστιανικοῦ κόσμου. Εἶναι εἰδωλολάτρες, προσκυνοῦν εἴδωλα καὶ ξόανα, λατρεύουν θεοὺς καὶ θεές, ζοῦν στὴν πλάνη καὶ στὴν ἀπιστία, κατοικοῦν στὰ μνήματα τοῦ θανάτου, ἔχουν ὅλα τὰ γνωρίσματα τῆς ἔκφυλης ζωῆς, καὶ ὅμως, νομίζουν, ὅτι εἶναι χριστιανοί, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀντίχριστοι. Εἶναι, ὅμως, χωρὶς Χριστό!
.             Ὤ, νὰ μπορούσαμε νὰ νιώσουμε βαθειὰ μέσα μας ὅτι ἡ γέννησι τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πιὸ μεγάλο γεγονὸς ὄχι μόνο τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ καὶ τῆς δικῆς μας ζωῆς! Ὁ ἐρχομός του δὲν χώρισε μόνο τὴν ἱστορία στὴν πρὸ Χριστοῦ καὶ μετὰ Χριστὸν ἐποχή, ἀλλὰ χώρισε καὶ τὴν ἀνθρωπότητα στὴν ἐκτὸς Χριστοῦ καὶ μετὰ Χριστοῦ. Ἐκτὸς Χριστοῦ εἶναι ὅσοι δεμένοι μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἀπιστία μένουν μακριὰ ἀπὸ τὸν Χριστό. Μετὰ Χριστοῦ εἶναι ὅσοι πιστοὶ καὶ ἁγνοὶ τὸν ἀκολουθοῦν ἢ ὅσοι ἁμαρτωλοὶ μετάνιωσαν καὶ ἐπέστρεψαν κοντὰ στὸν Θεὸ καὶ ζοῦν μαζὶ μὲ τὸν Χριστό.
.             Αὐτοὶ γιορτάζουν ἀληθινὰ Χριστούγεννα μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ δοξολογοῦν τὸν Κύριο, ποὺ ἐκένωσε τὸν ἑαυτό του (Φιλ. β´ 7), διέσπασε τὴ σφαίρα τῆς αἰωνιότητας καὶ μπῆκε στὴν τροχιὰ τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, ἔγινε ἄνθρωπος, ἦλθε ἀνάμεσά μας καὶ πλησιάζει τὸν καθένα μας προσωπικά. «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος… καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰω. α´ 1·14). Μέσα σ’ αὐτὰ τὰ θεόπνευστα λόγια του εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου κρύβεται ὅλη ἡ σωτήρια ἀλήθεια καὶ ἡ λυτρωτικὴ χαρὰ τῶν Χριστουγέννων, ποὺ δίνεται δῶρο σ’ ἐκείνους ποὺ μὲ τὴν πίστι δέχονται νὰ γεννηθῆ ὁ Χριστὸς μέσα τους, γιὰ νὰ ἀναγεννηθοῦν οἱ ἴδιοι μὲ τὴ χάρι τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐν Χριστῷ καὶ νὰ γίνουν «τέκνα Θεοῦ» (Ἰω. α´ 12-13).

, , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–3

Ο τρες γεννήσεις το ησο Χριστο

Μέρος Γ´

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Στεργίου Ν. Σάκκου,
Καθηγ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης,
«Ὁ Θεὸς στὴ γῆ μας»,
ἔκδ. Δ´, ἐκδ. Ο.Χ.Α. «Ἀπολύτρωσις», Θεσ/νίκη 2005,
σ. 102 ἑπ.

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

Μέρος Α´: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–1

Μέρος Β´: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–2

3. Τὰ περιστατικὰ τῆς γεννήσεως

 .             Τὰ περιστατικὰ ποὺ συνδέονται μὲ τὴν γέννησι τοῦ Χριστοῦ, εἶναι πολὺ γνωστά, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν θ’ ἀναφερθοῦμε σὲ λεπτομέρειες. Ἡ ἀπογραφή, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι, τὸ σπήλαιο, τὸ ἀστέρι, οἱ προφητεῖες, εἶναι ὅλα γεγονότα ποὺ ἔχουν συμβῆ μέσα σὲ ὡρισμένο χρόνο, ἀλλὰ καὶ σὲ ὡρισμένο τόπο. Αὐτὰ ἀποτελοῦν τοὺς κρίκους, ποὺ συνδέουν τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία μὲ τὴν ἱστορία τοῦ Θεοῦ.
.                 Ὅταν ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου ἐπισκέφθηκε τὴ γῆ. Τότε ποὺ ἡ ἀνθρωπότητα ἦταν ὅσο ποτὲ ἕτοιμη νὰ τὸν δεχθῆ, ὅταν διέθετε μία θρησκεία ἀληθινή, τὸν ἰουδαϊσμό, μία γλῶσσα κατάλληλη, τὴν ἑλληνική, καὶ μία διοίκηση ἑνιαία, τὴ ρωμαϊκή· τότε ποὺ τὸν εἶχε ὅσο ποτὲ ἀνάγκη, ὅταν ἡ θρησκεία ἦταν χρεωκοπημένη, ἡ φιλοσοφία ἀνήμπορη γιὰ λύτρωσι, ἡ διοίκηση διεφθαρμένη· τότε γεννήθηκε ὁ Ἰησοῦς. Ἦταν ἡ ὥρα ἀκριβῶς ποὺ ἡ ἁμαρτία ἔδωσε τὸν πιὸ σάπιο καρπό της, μία ψυχορραγοῦσα ἐξαθλιωμένη ἀνθρωπότητα, καὶ ἡ χάρις τὸ πιὸ εὐωδιαστὸ λουλούδι της, μία ταπεινὴ ἁγνὴ παρθένο. Ἦταν ὁ καιρὸς ποὺ δὲν ἐπέτρεπε ἄλλη ἀναβολὴ οὔτε ἄλλη ἀναμονή· ὁ κόσμος δὲν μποροῦσε νὰ περιμένη ἄλλο, εἶχε ἀποκάμει.
.                 Γιατί, ὅμως, ἦλθε ὁ Ἰησοῦς; «Ἔκλινε οὐρανοὺς καὶ κατέβη» (Ψαλμ. ιζ´ 10) διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ κάνη τὸν ἄνθρωπο θεό, ὅπως λέει ὁ Μ. Ἀθανάσιος, κατέβηκε στὴ γῆ, γιὰ νὰ ἀνεβάση τὸν ἄνθρωπο στὸν οὐρανό, νὰ τὸν ξαναφέρη στὴ χαμένη πατρίδα, νὰ τοῦ ξαναδώση τὸ ἀρχαῖο κάλλος. Οἱ ἄνθρωποι ἀναζητοῦσαν τὸν Θεὸ καὶ δὲν τὸν ἔβρισκαν, ἀναζητοῦσαν ἄνθρωπο καὶ δὲν εἶχαν· «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» (Ἰω. ε´ 7) ἀκούγεται χαρακτηριστικὰ τὸ παράπονο τοῦ παραλυτικοῦ. Τότε ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος καὶ ἡ ἀνθρωπότητα βρίσκει στὸ πρόσωπό του συγχρόνως καὶ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, τὸν Θεάνθρωπο, ποὺ γίνεται ὁ δοτήρας τῆς σωτηρίας καὶ τῆς εὐτυχίας της. Μὲ τὴν ἄκρα ταπεινοφροσύνη του ὁ Κύριος ἔκανε φανερὴ τὴν ἄπειρη ἀγάπη του καὶ γνώρισε στὸ πλάσμα του πόσο ἀπέραντα οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων μπορεῖ νὰ εἶναι.
.                 Μὲ τὴ γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων ἡ Ἐκκλησία μᾶς φέρνει κοντὰ σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα καὶ μᾶς βοηθᾶ νὰ τὰ δοῦμε στὴν ἀληθινή τους διάστασι, ἔξω ἀπὸ κάθε πανηγυρισμὸ τόσο δευτερεύοντα, νὰ ζήσουμε τὸ πρῶτο· πῶς ὁ Θεὸς ἔγινε Ἐμμανουήλ, ἔγινε ὁ μεθ’ ἡμῶν Θεός. Κι ὅπως αὐτὸς ἔσπασε τὴ θεία ἕλξι καὶ μπῆκε στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία, ἔτσι κι ἐμεῖς νὰ σπάσουμε τὴ γήινη ἕλξι καὶ νὰ μποῦμε στὴν τροχιὰ τοῦ Θεοῦ. Νὰ διασχίσουμε τὸν γνόφο τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ τῆς ἁμαρτίας μας καὶ νὰ βυθισθοῦμε στὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ πνεύματος, ἐκεῖ ποὺ θὰ βροῦμε τὴν τέλεια συγκατάβαση προσωποποιημένη στὸ θεῖο βρέφος τῆς φάτνης. Τότε, καθὼς θὰ ἀγκαλιάζουμε μετανιωμένοι γιὰ τὴν ἄγνοια καὶ τὴν κακία μας τὸν μικρὸ Χριστό, θὰ νιώσουμε πραγματικὰ ἕνα ἀέρα λυτρωμοῦ νὰ φουσκώνη τὰ στήθη μας. Λύτρωσι ἀπὸ τὴν ἀπελπισία καὶ τὴν ἀπογοήτευσι, ποὺ μᾶς κερνᾶ ἡ ἀπατηλὴ ἀγάπη καὶ ἡ ψεύτικη εἰλικρίνεια τοῦ κόσμου. Λύτρωσι ἀπὸ τὸ ἄγχος καὶ τὴν ἀνασφάλεια ποὺ μᾶς φορτώνουν οἱ βαριὲς ἀνέσεις μας καὶ ἡ τυφλὴ μηχανή. Ἀνάλαφροι, εἰρηνικοὶ μὲ τὸν ἑαυτό μας καὶ μὲ τὸν συνάνθρωπό μας, χαρούμενοι θὰ κρατοῦμε στὰ χέρια μας τὴν Ἐλπίδα μας, τὸν Σωτήρα μας, ἢ μᾶλλον αὐτὸς θὰ μᾶς κρατᾶ στὰ δικά του θεῖα χέρια.

Η ΤΡΙΤΗ ΓΕΝΝΗΣΙ

Γ. Ὁ Ἐμμανουὴλ
Καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν

1. Ἡ ἀναγέννησι

.                 Ἡ τρίτη γέννησι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ γέννησί του στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸν πιστεύουν καὶ τὸν δέχονται προσωπικό τους Θεό. Διότι ἂν καὶ ὁ Χριστὸς ἐνανθρώπησε, γιὰ νὰ σώση ὅλο τὸ, κόσμο, ἐν τούτοις, δὲν σώζονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Βέβαια, ὁ Κύριος «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α´ Τιμ. β´ 4), καὶ ἀσφαλῶς εἶναι παντοδύναμος, σέβεται, ὅμως, καὶ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν μπορεῖ, δὲν θέλει, νὰ μᾶς σώση, ἂν ἐμεῖς δὲν θέλουμε.Ἔτσι παρουσιάζεται στὴν Ἀποκάλυψι σὰν ἕνας ζητιάνος ὁδοιπόρος, ποὺ γυρνᾶ ἀπὸ πόρτα σὲ πόρτα, ἀπὸ ψυχὴ σὲ ψυχή, καὶ χτυπᾶ νὰ τοῦ ἀνοίξουμε. «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ’ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ’ ἐμοῦ» (Ἀποκ. γ´ 20). Καὶ ἡ ἱστορία τῆς πρώτης χριστουγεννιάτικης νύχτας ἐπαναλαμβάνεται. Κλειστὲς οἱ πιὸ πολλὲς πόρτες, ὅπως τότε στὴ Βηθλεέμ· φιλοξενοῦν ἄλλους θεοὺς καὶ θεὲς οἱ καρδιές μας. Ὁ γλυκύτατος Ἰησοῦς δὲν βρίσκει παρὰ μόνο λίγες ψυχὲς νὰ τὸν δεχθοῦν. «Εἰς τὰ ἴδια ἦλθεν καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον» (Ἰω. α´ 11). Σ’ ὅποιον ὅμως καταλύει, κάνει παλάτι τὸ σταῦλο του καὶ τὸ πιὸ πλούσιο τραπέζι τὸ παχνί του· γεννιέται μέσα του καὶ τὸν ἀναγεννᾶ.
.             Αὐτὴ ἡ ἀναγέννησι εἶναι ἀναγκαία γιὰ τὴ σωτηρία μας. Μόνο ὅσοι «γεννῶνται ἄνωθεν» (Ἰω γ´ 3), κατὰ τὴν ἔκφρασι τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, μπαίνουν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ γίνονται πολίτες της. Πῶς ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ ξαναγεννηθοῦμε; (Ἰω. γ´ 4), ἀναρωτιέται ὁ Νικόδημος καὶ μαζί του ὅλοι ἐμεῖς. Γιὰ νὰ πάρουμε τὴν ἀπάντησι, ἂς ἀκούσουμε τί εἶπε ὁ ἄγγελος στὴν Παρθένο Μαρία, ποὺ ἔκπληκτη μάθαινε πὼς θὰ γεννοῦσε χωρὶς ἄνδρα· «Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι» (Λουκ α´ 35). Μὲ Πνεῦμα ἅγιο γεννήθηκε ὁ Χριστὸς μέσα στὴν κοιλιὰ τῆς Μαρίας, μὲ Πνεῦμα ἅγιο μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ τὸν συλλάβουμε καὶ νὰ τὸν κυοφορήσουμε μέσα μας· θὰ γεννήσουμε τὸν Χριστό, ὅταν προηγηθῆ ἡ ἕνωσή μας μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο. Ναί, ἀδελφοί μου! Κάτι τὸ πολὺ καταπληκτικὸ συμβαίνει στὴ ζωή μας, ποὺ ὁ κόσμος δὲν τὸ γνωρίζει, δὲν τὸ ἔμαθε, οὔτε ποτὲ θὰ τὸ μάθη. Μὲ τὸ ἅγιο Πνεῦμα ὁ κάθε χριστιανὸς μπορεῖ νὰ συλλάβη καὶ νὰ γεννήση τὸν Ἰησοῦ. Κι ὁ Ἰησοῦς ποὺ θὰ γεννήσουμε εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας, ποὺ θὰ γίνη ἕνας ἄλλος Χριστὸς μέσα στὸν κόσμο, ἕνας μικρὸς Χριστός, δηλαδή, ἕνας πραγματικὸς χριστιανός.
.             Ὁλοζώντανο παράδειγμα μιᾶς τέτοιας ἀναγεννήσεως εἶναι ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτὸς κατώρθωσε νὰ συλλάβη τὸν Χριστὸ καὶ νὰ τὸν γεννήση πρῶτα μέσα του, ὥστε νὰ λέει· «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς» (Γαλ. β´ 20). Τὰ σπλάγχνα του ἦταν σπλάγχνα Χριστοῦ, ὁ νοῦς του νοῦς Χριστοῦ, ἡ καρδιά του καρδιὰ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ μπόρεσε ὕστερα νὰ τὸν γεννήση καὶ στὶς ψυχὲς ἄλλων γύρω του, ὅπως γράφει στοὺς Γαλάτας· «Τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν» (δ´19)· παιδάκια μου, ποὺ σᾶς κοιλοπονῶ μέχρι νὰ γεννηθῆ μέσα σας ὁ Χριστός. Τί φιλόστοργος πατέρας ὁ ἀπόστολος! Σὰν νὰ τοὺς βάζη στὴν κοιλιά του καὶ νὰ τοὺς κυοφορῆ, ὥστε νὰ γεννηθοῦν χριστιανοί, μικροὶ Χριστοί. Πόσα ἔχει νὰ πῆ αὐτὸ σ’ ὅλους τοὺς διδασκάλους τοῦ Εὐαγγελίου, στοὺς κατηχητὲς καὶ στὶς κατηχήτριες! Τὸ μεγάλο ἔργο τους, ἡ μεγάλη ἀποστολή τους εἶναι νὰ γεννήσουν τὸν Χριστὸ στὶς ἀνθρώπινες ψυχὲς μὲ τὶς ὠδίνες τῆς γυναίκας ποὺ τίκτει.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–4

, , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–2

Ο τρες γεννήσεις το ησο Χριστο

Μέρος Β´

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Στεργίου Ν. Σάκκου,
Καθηγ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης,
«Ὁ Θεὸς στὴ γῆ μας»,
ἔκδ. Δ´, ἐκδ. Ο.Χ.Α. «Ἀπολύτρωσις», Θεσ/νίκη 2005,
σ. 102 ἑπ.

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

Μέρος Α´: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–1

H ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΕΝΝΗΣΙ

Β. Ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου
Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο

1. Ἡ γέννησι ἱστορικὸ γεγονὸς

 .                 Ἡ δεύτερη γέννησι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἐνσάρκωσί του μέσα στὴν ἱστορία καὶ στὸν χρόνο. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰω α´ 14), ὁ Λόγος ἔγινε ἄνθρωπος καὶ κατοίκησε ἀνάμεσά μας, κηρύττει ὁ Ἰωάννης. Καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει· «Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκὶ» (Α´ Τιμ. γ´ 16). Αἰῶνες πιὸ πρὶν ὁ μαθητὴς τοῦ προφήτη Ἱερεμία, Βαρούχ, εἶχε μιλήσει σαφέστατα γιὰ τὸ ἴδιο γεγονός· «Ὁ Θεὸς ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» (Βαρ. γ´ 38). Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ἱστορικὸ γεγονός, ποὺ προφητεύθηκε αἰῶνες πρίν, τὸ τόσο λυτρωτικὸ γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος, γιορτάζουμε τὰ Χριστούγεννα. Ὑπάρχουν πολλοί, ἀκόμη καὶ σήμερα, ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἕνα παραμύθι, μία ἐντυπωσιακὴ λαογραφικὴ ἐπιβίωσι. Ἐν τούτοις, ἡ γέννησι τοῦ Χριστοῦ δὲν χάνεται στὰ βάθη τῶν αἰώνων, οὔτε βυθίζεται στὴ μυθολογία ἢ στὴν προϊστορία· συνέβη μόλις πρὶν 2.009 καὶ πλέον χρόνια καὶ μαρτυρεῖται ἀπὸ ἀξιόπιστους ἱστορικούς.
.               Ὅσο καὶ ἂν λυσσομανοῦν οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας νὰ παραχαράξουν τὴν ἱστορικὴ ἀξία της, ἡ ἴδια ἡ ἱστορία τὴν διαλαλεῖ σ’ ὅλα τὰ πλάτη καὶ τὰ μήκη. Διότι τί ἄλλο εἶναι παρὰ ἀδιάψευστος κήρυκας τῆς ἱστορικότητας τῶν Χριστουγέννων ἡ χρονολογία ποὺ μὲ ὁρόσημο αὐτὴ τὴ γέννησι χωρίζει τὶς ἐποχὲς σὲ πρὸ Χριστοῦ καὶ μετὰ Χριστόν; Κι ἂν κάποιος ἐπιμένει νὰ ἀρνῆται ὅτι ἡ γέννησι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἱστορικὸ γεγονός, τὸν παραπέμπουμε στὴν μαρτυρία τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ φαίνεται ὅτι βρῆκε τοὺς ἀρχαίους κώδικες τῆς ἀπογραφῆς καὶ λέει κατὰ λέξι· «Εἶναι δυνατόν, ὅποιος θέλει νὰ ξέρη μὲ ἀκρίβεια, νὰ μελετήση τοὺς ἀρχαίους δημόσιους κώδικες καὶ νὰ μάθη τὸν χρόνο τῆς ἀπογραφῆς».
.         Στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ δὲν πλάθονταν πιὰ μύθοι καὶ οἱ ἄνθρωποι ἔβλεπαν μὲ δύσπιστο καὶ εἰρωνικὸ βλέμμα κάθε παλιὰ μυθολογία. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἡ ἱστορία τῆς ἐνανθρωπήσεως μαρτυρεῖ ὅτι δὲν εἶναι ἀνθρώπινο κατασκεύασμα.
.             Εἶναι πράγματι, ἀδύνατο γιὰ τὸν ἄνθρωπο, καὶ μάλιστα γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἐκείνης τῆς ποιότητος, μίας χρεωκοπημένης ἀπὸ κάθε ἄποψι ἐποχῆς, ὅσο εὐφάνταστος καὶ ἂν εἶναι, νὰ πλάση μὲ τὴ φαντασία του τὴν ἱστορία τοῦ Θεοῦ, ὅπως μᾶς τὴν ἐξιστοροῦν τὰ εὐαγγέλια. Ὅτι οἱ θεοὶ γίνονται ἄνθρωποι, τὸ φαντάσθηκε· ἀλλὰ μόνο στὴν ἐπιθυμία του νὰ τοὺς ἀποδώση τὰ δικά του ἄσχημα καὶ βρώμικα πάθη, γιὰ νὰ ἀμνηστεύση ἀνώδυνα τὸν ἑαυτό του. Τὸ ὅτι, ὅμως, ἕνας Θεὸς μεγάλος καὶ ἄπειρος, ποὺ δημιούργησε τοὺς γαλαξίες καὶ κυβερνᾶ τὰ σύμπαντα, θέλησε νὰ γίνη ἄνθρωπος μὲ τὸν πιὸ ταπεινωτικὸ τρόπο γιὰ χάρι μας καὶ νὰ καθιερώση μία νέα λατρεία μὲ ἁγνότητα καὶ ἀγάπη, αὐτὸ καμιὰ ἀνθρώπινη φαντασία δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ συλλάβη. Τὸ εἶδαν πραγματικὸ γεγονὸς οἱ ἄνθρωποι καὶ μᾶς τὸ καταχώρησαν στὴν ἱστορία, εἴτε διότι πίστεψαν καὶ θαμπώθηκαν εἴτε διότι κακόβουλοι θέλησαν νὰ τὸ πολεμήσουν. Καὶ στὴ μία καὶ στὴν ἄλλη περίπτωση ὁ Ἰησοῦς δὲν παύει νὰ εἶναι ἱστορικὸ πρόσωπο, ποὺ γίνεται πάντοτε ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου, πάνω στὴν ὁποία σκοντάφτουν ὅλοι, καὶ ἄλλοι ἐκτοξεύονται στὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἄλλοι κατρακυλοῦν στὰ πέταυρα τοῦ Ἅδου.

2. Ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου

 .         Ἐνῶ ὁ Χριστὸς ὡς Θεὸς εἶναι ἀμήτωρ, ὡς ἄνθρωπος εἶναι ἀπάτωρ· γεννήθηκε ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου. Ἡ σύλληψί του ἔγινε ἀρρεύστως καὶ ἀσπόρως, ὅπως γράφουν οἱ πατέρες, χωρὶς θέλημα ἀνδρός. Κι ὅπως εἶναι ἀσέβεια νὰ ἐννοήσουμε μητέρα στὴν θεότητά του, λέει ὁ Χρυσόστομος, ἔτσι εἶναι βλασφημία νὰ φαντασθοῦμε πατέρα στὴν ἐνανθρώπησί του. Ἀλλὰ καὶ ἡ γέννησί του ἔγινε ἐκ παρθένου καὶ ἀφθόρως, ἀπὸ μήτρα παρθενική, ποὺ δὲν ὑπέστη φθορά, «Οὔτε γὰρ ὁ Θεὸς ρεῦσιν ὑπέμεινε· θεοπρεπῶς γὰρ ἐγέννησεν· οὔτε καὶ ἡ παρθένος φθορὰν ὑπέστη», συνοψίζει δυναμικὰ ὁ Χρυσόστομος τὸ δόγμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἄν, λοιπόν, ἀποτελεῖ μυστήριο ἡ ἄχρονη γέννησι τοῦ Χριστοῦ, εἶναι τὸ ἴδιο μυστήριο καὶ ἡ ἐν χρόνῳ γέννησί του. Στὴ δεύτερη θαυμάσια ὁμιλία του γιὰ τὰ Χριστούγεννα ὁ Χρυσόστομος λέει· «Σήμερον ὁ γεννηθεὶς ἀρρήτως ἐκ Πατρός, ἐκ Παρθένου τίκτεται ἀφράστως»· δὲν μποροῦμε νὰ περιγράψουμε τὴ γέννησί του ἀπὸ τὸν Πατέρα οὔτε ὅμως μποροῦμε νὰ ἐκφράσουμε τὴ γέννησί του ἀπὸ τὴν παρθένο. Καὶ συνεχίζει· «Ἀλλὰ τότε μὲν κατὰ φύσιν τοῦ Πατρὸς πρὸ αἰώνων ἐγεννήθη, ὡς ὁ γεννήσας οἶδε»· μόνο ὁ Θεὸς ποὺ τὸν γέννησε, γνωρίζει πῶς συμβαίνει ἡ προαιώνια γέννησί του. «Καὶ σήμερον πάλιν παρὰ φύσιν ἐτέχθη»· ἀλλ’ ὑπερφυσικὴ εἶναι καὶ ἡ ἀνθρώπινη γέννησί του. «Πάντως, καὶ ἡ ἄνω γέννησις ἀληθὴς καὶ ἡ κάτω γέννησις ἀψευδής», καταλήγει ὁ ἱερὸς πατήρ. Εἶναι δηλαδὴ τὸ ἴδιο πρόσωπο ὁ Θεὸς ἐκ Θεοῦ, ποὺ γεννιέται προαιώνια καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴν παρθένο Μαρία· υἱὸς Θεοῦ καὶ υἱὸς ἀνθρώπου ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός.
.             Ἡ ἀλήθεια αὐτὴ τονίζεται πολὺ δυνατὰ καὶ πολὺ καθαρὰ μέσα στὴν ἁγία Γραφή. Ὁ Κύριος ἔγινε ἄνθρωπος χωρὶς νὰ πάψη οὔτε μία στιγμὴ νὰ εἶναι Θεός. Ἄνω ὡς Υἱὸς Θεοῦ μονογενής, κάτω ὡς υἱὸς ἀνθρώπου, πάλι μονογενής, τῆς παρθένου. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει ἀπερίφραστα· «Ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κολ. β´ 9)· μέσα στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ κατοικεῖ ὅλη ἡ οὐσία τῆς θεότητας. Καὶ ἡ Ἐκκλησία μᾶς διακηρύττει· Ἄνθρωπος τὸ φαινόμενον, Θεὸς τὸ κρυπτόμενον, διότι «μὴ ἐκστὰς τῆς φύσεως μετέσχε τοῦ ἡμετέρου φυράματος»· ζυμώθηκε μὲ τὸ ἀνθρώπινο φύραμα χωρὶς νὰ ἀφήση στὸ ἐλάχιστο τὴν θεϊκή του φύσι.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:  ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–3

, , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–1

Ο τρες γεννήσεις το ησο Χριστο

Μέρος Α´

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Στεργίου Ν. Σάκκου,
Καθηγ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης,
«Ὁ Θεὸς στὴ γῆ μας»,
ἔκδ. Δ´, ἐκδ. Ο.Χ.Α. «Ἀπολύτρωσις», Θεσ/νίκη 2005,
σ. 102 ἑπ.

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

[…] Ἡ γέννησι καὶ ὁ θάνατος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποδεικνύουν τὴν ἀνθρωπότητά του (ἀνθρώπινη φύσι) καὶ ἡ ἀνάστασι τὴν θεότητά του (θεία φύσι). Ὁ Ἀπ. Παῦλος τονίζει ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ παραδίδει στὸν Τιμόθεο ἔχει τὴν ἐνσάρκωσι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀνάστασί του ὡς δύο πόλους, γύρω ἀπὸ τοὺς ὁποίους περιστρέφονται ὅλα τὰ ἄλλα σωτήρια γεγονότα τῆς πίστεώς μας.
.       Στὴν ζωὴ καὶ τὴν παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ οἱ δύο αὐτὲς μεγάλες γιορτὲς ἔχουν μιὰ ἰδιαίτερη σημασία. Ἔπαιξαν σπουδαῖο ρόλο στὴν ὑπόμνησι καὶ διασφάλισι τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος. πως τ Πάσχα πογράφει τ δόγμα τς θεότητος το Χριστο, τσι τ Χριστούγεννα σφραγίζουν τ δόγμα τς νθρωπότητός του. Στὴν ἀνάστασι βλέπουμε τὸν ἄνθρωπο Θεό, στὴν γέννησι βλέπουμε τὸν Θεὸ ἄνθρωπο. […]
.           Ἡ θεία ἀποκάλυψι, ὅπως μᾶς τὴν παραδίδει ἡ ἁγία Γραφὴ καὶ μᾶς τὴν ἑρμηνεύουν οἱ ἅγιοι πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, δὲν μιλᾶ μόνο γιὰ μία γέννησι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ γιὰ τρεῖς γεννήσεις.
Γιὰ τὴν ἄχρονη καὶ ἀΐδια γέννησί του ἀπὸ τὸν Πατέρα,
Γιὰ τὴν ἐν χρόνῳ ἐνανθρώπησί του ἀπὸ τὴν παρθένο Μαρία,
καὶ
Γιὰ τὴν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ γέννησί του στὴ ζωὴ τῶν ἀναγεννημένων πιστῶν.
.              Κάθε γέννησι ἀποτελεῖ καὶ μία σπουδαία δογματικὴ ἀλήθεια, ποὺ δημιουργεῖ ἀνάλογες ἠθικὲς ὑποχρεώσεις σ’ αὐτὸν ποὺ θὰ τὴν ἐγκολπωθῆ. Ἔτσι ὁ πιστὸς μελετώντας τὶς τρεῖς γεννήσεις τοῦ Χριστοῦ ἀφ’ ἑνὸς γνωρίζει καλύτερα τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου καὶ ἀφ’ ἑτέρου μαθαίνει ἀκριβέστερα τὸ θέλημά του, ὥστε νὰ τὸ ἐφαρμόση γιὰ τὴν σωτηρία του.

Η ΠΡΩΤΗ ΓΕΝΝΗΣΙ

Α. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ
Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος

1. Τὸ μυστήριο τῆς ἁγίας Τριάδος

.               Ἡ πρώτη γέννησι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἄχρονη καὶ ἀΐδια γέννησί του ἀπὸ τὸ Πατέρα. Στὴν ἁγία Γραφὴ ὁ Χριστὸς ὀνομάζεται Υἱὸς Θεοῦ. Γιὰ νὰ εἶναι Υἱός, σημαίνει ὅτι γεννήθηκε καὶ ὅτι ἔχει Πατέρα. Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστὰ στὸ μυστήριο τῆς τριαδικότητας τοῦ Θεοῦ· Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα τρία πρόσωπα, ἀλλὰ ἕνας Θεός. Πῶς συμβαίνει αὐτό, εἶναι ἀδύνατο νὰ τὸ ἐννοήση ἀνθρώπινος νοῦς, ἀλλὰ οὔτε ὑπάρχει καὶ παράλληλο παράδειγμα στὴν φύσι. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ πλησιάσουμε τὸ μυστήριο, χρησιμοποιοῦν τὰ παραδείγματα τοῦ ἥλιου καὶ τοῦ νοῦ. Ὅπως ὁ ἥλιος γεννᾶ τὸ φῶς καὶ ἐκπορεύει τὴν θερμότητα, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ ἀποτελῆ ἕνα σῶμα· ὅπως ὁ νοῦς γεννᾶ τὸ λόγο καὶ ἐκπορεύει τὴν σκέψη, ἀλλὰ δὲν παύουν νὰ εἶναι καὶ τὰ τρία ἀξεχώριστα· ἔτσι ὁ Πατὴρ γεννᾶ τὸν Υἱὸ καὶ ἐκπορεύει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, ἀλλὰ δὲν παύουν οὔτε στιγμὴ τὰ τρία πρόσωπα ν’ ἀποτελοῦν μία οὐσία καὶ μία φύσι.
.             Ἐν τούτοις, κι ἂν δὲν μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε πῶς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνος, μποροῦμε εὔκολα νὰ καταλάβουμε γιατί ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνος. Ἡ κοινὴ λογικὴ βεβαιώνει ὅτι κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι εὐτυχισμένος, ἔστω καὶ ἂν βρίσκεται στὸ ὡραιότερο μέρος, καὶ μὲ τὶς ἰδανικώτερες συνθῆκες, ὅταν τοῦ λείπη ἡ συντροφιά. Εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ φαντασθοῦμε ποτὲ τὸ μακάριο καὶ τέλειο ὂν ποὺ λέγεται Θεός, νὰ εἶναι μόνο; Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη νὰ ἀπολαμβάνη μόνος στοὺς ἄπειρους αἰῶνες ὅλα ὅσα ἡ πανσοφία καὶ ἡ παντοδυναμία του προσφέρει; Τουλάχιστον ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄποψι τὸ δόγμα τῆς ἁγίας Τριάδος ἱκανοποιεῖ πλήρως τὸ λογικό μας. Κι ἂν δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὸ πῶς, μποροῦμε ὅμως νὰ τὸ παραδεχθοῦμε· ἡ μονὰς ἐν τριάδι καὶ ἡ τριὰς ἐν μονάδι, κατὰ τὴν ἔκφρασι ἀρχαίου διδασκάλου.

2.  Γεννηθέντα, οὐ ποιηθέντα.

.                 Στὸν ψαλμὸ 109 ὁ Θεὸς μιλᾶ στὸν Δαυὶδ γι’ αὐτὴ τὴν πρώτη καὶ ἄχρονη γέννησι τοῦ Χριστοῦ· «Ἐκ γαστρὸς πρὸ ἑωσφόρου ἐγέννησά σε», λέει. Πρὶν ἀπὸ τὰ ἄστρα καὶ πρὶν ἀπὸ τὸν χρόνο ὁ Πατέρας γέννησε τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὴν γαστέρα του, ἢ ὅπως διαβάζουμε στὸ κατὰ Ἰωάννη εὐαγγέλιο, ἐκ τοῦ κόλπου του. Καὶ ἀσφαλῶς ὁ Θεὸς δὲν ἔχει γαστέρα οὔτε κόλπο, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖ αὐτὲς τὶς ἀνθρώπινες εἰκόνες, γιὰ νὰ μᾶς ἀποκαλύψη μία ὑπερφυσικὴ ἀλήθεια· ὅτι ὁ Υἱὸς εἶναι ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα, ἔχει τὴν ἴδια οὐσία μ’ αὐτὸν ὡς γνήσιο γέννημά του. Τὸ “ἐκ γαστρὸς” σημαίνει ὅτι τὸν γέννησε ἀπὸ τὴ φύσι του, ἀπὸ τὰ ἴδια του τὰ σπλάγχνα, ἀπὸ τὴν οὐσία του, ἀπὸ τὸ μυαλὸ τῆς θεότητάς του, ἑρμηνεύει ἀρχαῖος πατέρας. Ὅπως αὐτὸ ποὺ γεννιέται ἀπὸ φυτό, εἶναι φυτό, ἀπὸ ζῶο εἶναι ζῶο, ἀπὸ ἄνθρωπο εἶναι ἄνθρωπος, ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, εἶναι Θεός· εἶναι φῶς ἐκ φωτός, Θεὸς ἀληθινὸς ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, ὅπως διακηρύττει τὸ Σύμβολο τῆς πίστεως, γεννηθείς, οὐ ποιηθεὶς πρὸ πάντων τῶν αἰώνων.
.           Γεννήθηκε ὁ Χριστός, δὲν δημιουργήθηκε. Εἶναι Υἱός, καὶ μάλιστα μονογενὴς καὶ πρωτότοκος, πρῶτος καὶ μοναδικός. Ἂς τὸ ἀκούσουν αὐτὸ oἱ αἱρετικοί, ἰδιαίτερα οἱ μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ πρῶτο κτίσμα τοῦ Θεοῦ. Ὁ χαρακτηρισμὸς δὲν εἶναι πρωτόκτιστος, ἀλλὰ πρωτότοκος, κι αὐτὸ διαφέρει, ὅσο διαφέρει τὸ κτίζω ἀπὸ τὸ τίκτω, τὸ δημιουργῶ ἀπὸ τὸ γεννῶ· διαφέρει, ὅπως διαφέρει τὸ δημιούργημα ἑνὸς ἐπιπλοποιοῦ, τὸ ἔπιπλο, ἀπὸ τὸ παιδὶ τοῦ ἐπιπλοποιοῦ. Μέσα στὴν ἁγία Γραφὴ δὲν συναντᾶμε οὔτε μία φορὰ τὸ ρῆμα κτίζω ἢ ποιῶ γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ μόνο τὸ ρῆμα τίκτω ἢ γεννῶ.
.           Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος στὸν ὁποῖο κυριολεκτεῖται, πράγματι, ἡ ὀνομασία Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. «Πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι, ἐγὼ εἰμὶ» (Ἰω ε´ 58), διακηρύττει ὁ ἴδιος. Ὁ Ἀβραὰμ ἔγινε, δημιουργήθηκε· αὐτός, ὅμως, εἶναι, ὑπάρχει αἰωνίως καὶ ἀκτίστως. Βέβαια, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ δημιουργία τους, διότι τοὺς ἔπλασε ὁ Θεός. Ἀκόμη περισσότερο, οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ὀνομάζονται, μάλιστα, υἱοὶ Θεοῦ. Ἰδιαίτερα στὴν ἐποχὴ τῆς Κ. Διαθήκης, ἀφ’ ὅτου ἦλθε ἡ χάρις, ἡ υἱοθεσία τῶν πιστῶν ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα προβάλλεται σὰν σύνοψι ὅλων τῶν εὐεργεσιῶν, ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὸ λυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Κυρίου. Ἀλλὰ ἐμεῖς ἔχουμε ἁπλῶς τὴν υἱοθεσία, ὁ Χριστὸς ἔχει τὴν υἱότητα. Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ θετοὶ υἱοί, ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ γνήσιος καὶ μονογενὴς Υἱός, ποὺ ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ Πατέρα του, ποὺ τοῦ μοιάζει ἀπόλυτα, ἔχει τὴν ἴδια οὐσία. Εἶναι κι αὐτὸς Θεός.

3. Ἄχρονη καὶ ἀΐδια γέννησι

.             Ἡ πρώτη, λοιπόν, γέννησι τοῦ Χριστοῦ συνέβη ἀχρόνως, πρὶν γίνει ὁ κόσμος, καὶ προαιωνίως, χωρὶς ἀρχή. Δὲν ὑπῆρξε ἐποχὴ ποὺ νὰ μὴν ὑπῆρχε ὁ Υἱός, ὅπως δὲν ὑπῆρξε ἐποχὴ ποὺ νὰ μὴν ὑπῆρχε Θεὸς Πατέρας. Βέβαια, σύμφωνα μὲ τὰ ἀνθρώπινα δεδομένα τὸ παιδὶ δὲν ἔχει τὴν ἴδια ἡλικία μὲ τὸν γεννήτορα, ἀφοῦ γεννιέται ἀργότερα. Ἀλλὰ γιὰ τὸν Θεὸ δὲν ἰσχύουν οἱ πεπερασμένοι νόμοι μας. Ὅπως δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ ἔχουμε ἥλιο χωρὶς φῶς καὶ χωρὶς ζεστασιά, ἔτσι ἅμα Πατήρ, ἅμα Υἱός, ἅμα Πνεῦμα ἅγιο· αὐτὴ εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς ἁγίας Γραφῆς. «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος», ἀποκαλύπτει ὁ Ἰωάννης, «καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (Ἰω α´1). Ἄναρχος ὁ Λόγος Χριστός, συνάναρχος καὶ ὁμοούσιος μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα· συνομήλικος καὶ ἰσοδύναμος. Καὶ ὅταν ὁ Παῦλος στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή του περιγράφει τὸν Μελχισεδὲκ ὡς τύπο τοῦ Χριστοῦ, γράφει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι «ἀπάτωρ, ἀμήτωρ, ἀγενεαλόγητος, μήτε ἀρχὴν ἡμερῶν μήτε ζωῆς τέλος ἔχων» (Ἑβρ. ζ´ 3).
.             Ἀχρονολόγητος καὶ ἀγενεαλόγητος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἡ γέννησί του βρίσκεται ἕκτος χρόνου καὶ τόπου. Ὁ «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ´ 8), λέει ἀλλοῦ ὁ ἀπόστολος. Ὁλοκάθαρα λοιπὸν διακηρύσσεται στὴ Γραφὴ ὅτι ὁ Υἱὸς δὲν ἔχει οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος, ὅπως καὶ ὁ Πατέρας, εἶναι ἀΐδιος. Εἶναι «ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, τὸ Α καὶ τὸ Ω, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος» (Ἀπ. κβ´ 13· α´ 8).
.             Ἡ πρώτη, λοιπόν, γέννησι τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι μόνο ἄχρονη καὶ αἰώνια, εἶναι καὶ ἀΐδια. Ἡ λέξη αἰώνιος χαρακτηρίζει αὐτὸν ποὺ δὲν ἔχει τέλος, ἀλλὰ ἔχει ἀρχή· αἰώνιοι εἶναι οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἄνθρωποι. Ἡ λέξη ἀΐδιος χαρακτηρίζει αὐτὸν ποὺ δὲν ἔχει οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος· ἀΐδιος εἶναι μόνον ὁ Θεός. Γιὰ τὴν ἀΐδιο γέννησι τοῦ Χριστοῦ μαρτυρεῖ μία καταπληκτικὴ περικοπὴ στὸ θεόπνευστο βιβλίο τῶν Παροιμιῶν, μὲ τὴν ὁποία ἀσχολήθηκε καὶ ἡ Α´ Οἰκουμενικὴ σύνοδος. Στὴ περικοπὴ αὐτὴ ἡ ἐνυπόστατη Σοφία, ὁ Θεὸς Λόγος, ἀποκαλύπτει ὅτι δὲν γεννήθηκε κάποτε, ἔστω στὴν ἀρχή, ἀλλὰ γεννιέται συνεχῶς ἀπὸ τὸ Πατέρα. «Ὁ Κύριος μὲ εἶχε στὶς ἐνέργειές του δημιουργὸ τῶν ἔργων του. Μὲ εἶχε θεμέλιο πρὶν ἀπὸ τὸν χρόνο, στὴν ἀρχή, πρὶν κάνη τὴ γῆ καὶ πρὶν κάνη τὶς ἀβύσσους, πρὶν ἀναβλύσουν οἱ πηγὲς τῶν ὑδάτων, πρὶν θεμελιωθοῦν τὰ βουνά, καὶ μὲ γεννᾶ πρὶν ἀπ’ ὅλα τὰ ψηλώματα. Ὁ Κύριος ἔκανε τὴ γῆ ποὺ εἶναι κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανό, τὰ χωράφια, τὶς ἐρήμους καὶ ὅλη τὴν οἰκουμένη. Ὅταν ἑτοίμαζε τὸν οὐρανό, ἤμουν μαζί του καὶ ὅταν ξεχώριζε τὸ χρόνο του πάνω στοὺς ἀνέμους. Ὅταν σταθεροποιοῦσε τὰ σύννεφα ἐπάνω καὶ ἀσφάλιζε τὶς πηγὲς τῆς γῆς κάτω καὶ στέριωνε τὰ θεμέλια τῆς γῆς, ἤμουν μαζί του καὶ συναρμολογοῦσα. Μ’ ἐμένα χαιρόταν καὶ ἐγὼ εὐφραινόμουν κάθε μέρα, σὲ κάθε ὥρα στὴ συντροφιά του· εὐφραινόμουν στὴ συντροφιά του, ὅταν εὐφραινόταν ποὺ τελείωσε τὴν οἰκουμένη καὶ ὅταν εὐφραινόταν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους» (Παροιμ. η´ 22-31). Αὐτὸ εἶναι ἀκόμη ἕνα σημεῖο, γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν βρίσκουμε παράλληλο στὶς ἀνθρώπινες συγγένειες, ὅπου τὸ παιδὶ γεννιέται ἅπαξ καὶ σὺν τῷ χρόνῳ ξεκόβεται ὄχι μόνο ἀπὸ τὸ πατέρα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν οἰκογένειά του. Ἡ γέννησι τοῦ προαιωνίου Λόγου εἶναι ἀΐδια, συμβαίνει πάντοτε, καὶ γι’ αὐτὸ ὁ σωστότερος χρόνος γιὰ νὰ τὴν περιγράψουμε, εἶναι ὁ ἐνεστώτας.
.            Στὸν ψαλμὸ Β´[2], ἐπίσης, ὁ Κύριος λέει· «Υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε». Μέσα στὴν ἔκφρασι «σήμερον γεγέννηκά σε» περιλαμβάνεται καὶ τὸ παρὸν καὶ τὸ παρελθόν, καὶ τονίζεται ἀφ’ ἑνὸς μὲ τὸν παρακείμενο ἡ προαιώνια γέννησί του καὶ ἀφ’ ἑτέρου μὲ τὸ «σήμερον» ἡ ἀΐδια γέννησί του σὲ κάθε παροῦσα στιγμὴ τοῦ χρόνου. Τὸ σήμερον, ποὺ τόσο μπερδεύει τοὺς ἑρμηνευτές, σημαίνει ἁπλῶς τὴν ἀπειρία τῶν αἰώνων, μέσα στὴν ὁποία ὁ Υἱὸς γεννιέται ἀϊδίως καὶ ἀκαταπαύστως ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ἂν κάποια στιγμὴ ὁ Υἱὸς ἔπαυε νὰ γεννιέται, τότε καὶ ὁ Πατέρας θὰ ἔπαυε νὰ ἦταν γεννήτορας καὶ Πατέρας· ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἄτοπο γιὰ τὴ θεία φύσι καὶ ἀπαράδεκτο γιὰ τὸ ἀναλλοίωτο τοῦ Θεοῦ.
.                 Θὰ μπορούσαμε ἀσφαλῶς νὰ θεολογήσουμε περισσότερο γύρω ἀπὸ τὴν ἄχρονη καὶ ἀΐδια γέννησι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι μᾶλλον σκόπιμο νὰ ἐπιμείνουμε σὲ ἕνα θέμα ποὺ δὲν κατανοεῖται ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ. «Οὐ φέρει τὸ μυστήριον ἔρευναν»· μόνο μὲ τὴν πίστι μπορεῖ κανεὶς νὰ πλησιάση αὐτὰ τὰ μεγάλα καὶ ὑψηλὰ θέματα τῆς θεογνωσίας. Ὅπως δὲν μποροῦμε νὰ πιάσουμε τὸ ἠλεκτρισμένο σῶμα χωρὶς μονωτικό, οὔτε τὰ ἀναμμένα κάρβουνα χωρὶς λαβίδα, ἔτσι δὲν μποροῦμε ν’ ἀγγίξουμε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ μὲ γυμνὴ τὴ σκέψι· χρειάζεται ἡ πίστι στὴ θεία ἀποκάλυψη. Ἡ γέννησι τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοῦ εἶναι γέννησι ποὺ ἔγινε ἀρρήτως, δὲν λέγεται, δὲν ἐξηγεῖται. «Παραπληκτήσωμεν γὰρ εἰς τὰ τοῦ Θεοῦ μυστήρια ἐρευνῶντες», λέει ὁ θεολόγος Γρηγόριος. Ἡ μόνη ἀσφαλὴς διέξοδος, ὅπως τονίζουν οἱ πατέρες καὶ τελευταῖα ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, εἶναι νὰ πλησιάζουμε τὸ μυστήριο τῆς Τριάδος μὲ τὴ φώτισι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, μὲ τὸ θεῖο λόγο καὶ μὲ μυστηριακὴ ζωή.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–2

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ἆραγε Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΔΑΜ;

δογματικὴ σημασία
τ
ς δι Πνεύματος γίου κα Παρθένου Μαρίας
γενν
ήσεως το Χριστο

Τοῦ Πρωτοπρ. Ἰωάννου Ρωμανίδου (†)
ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Τὸ Προπατορικὸν Ἁμάρτημα»
ἔκδ. β´, ἐκδ. «Δόμος», Ἀθῆναι 1989,
σελ. 82-84

[…] Ἡ διὰ τῆς Παρθένου ἄσπορος σύλληψις τοῦ Χριστοῦ ἔχει διὰ τὴν πατερικὴν θεολογίαν τῆς Ἀνατολῆς βασικωτάτην δογματικὴν σημασίαν ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάργησιν τοῦ σατανᾶ καὶ τοῦ θανάτου οἵα δὲν δύναται νὰ ἔχει ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἔννοιαν εἰς τὰ δυτικὰ θεολογικὰ συστήματα. Διὰ τὰ συστήματα αὐτὰ ὁ θάνατος, ἐφ᾽ ὅσον εἶναι μία γενικὴ ἐκ Θεοῦ τιμωρία, δύναται νὰ καταργηθῆ ἁπλούστατα διὰ μιᾶς θεικῆς ἀποφάσεως, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ καταστραφῆ ὁ σατανᾶς.
.           Ὁ Θεὸς λαμβάνει τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν διὰ τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς δῆθεν προσβληθείσης θείας φύσεως. Βάσει τῶν προϋποθέσεων αὐτῶν θὰ ἠδύνατο, κατὰ τοὺς δυτικούς, νὰ γίνη ἡ ἐνσάρκωσις ἀκόμη καὶ διὰ τοῦ φυσικοῦ τρόπου γεννήσεως, ὅπως παραδέχονται ἀρκετοὶ Διαμαρτυρόμενοι, κατὰ τὰ ἄλλα παραδεχόμενοι τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ κληρονομία τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος δὲν ἀποτελεῖ πρόβλημα διὰ τοὺς παπικούς, ἀφοῦ κατ᾽ αὐτοὺς ἡ Παρθένος ἐγεννήθη ἀσπίλως. Γενικῶς εἰπεῖν εἰς τὴν Δύσιν ἡ διὰ τῆς παρθενίας τῆς Μαρίας καὶ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου σύλληψις τοῦ Χριστοῦ ἔχει μόνον σκοπὸν ἀπολογητικόν, ἀποβλέπουσα εἰς τὸ νὰ ἀποδείξῃ τὴν θεϊκὴν καὶ διάφορον ἢ παρὰ τοῖς λοιποῖς ἀνθρώποις προέλευσιν τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἀποσκοποῦσα οὕτως εἰς τὸ νὰ διαφυλαχθῇ ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ Θεοῦ (ὅπερ ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸ γεγονὸς τοῦ ἐν σπηλαίῳ γεννηθέντος Θεοῦ), καθ᾽ ὅτι ἄλλως ὁ Ἰησοῦς θὰ εἶχε κληρονομήσει τὴν προπατορικὴν ἐνοχήν. Ἕνεκα τῶν θεολογικῶν τούτων προϋποθέσεων ἐλλείπει ἀπὸ τοὺς Δυτικοὺς ἡ βασικὴ τῶν Ἑλλήνων Πατέρων αἰτιολογία τῆς ἐκ Πνεύματος καὶ Παρθένου γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ.
.         Ὁ Ἰγνάτιος γράφει ὅτι «ἔλαθε τὸν ἄρχοντα τοῦ αἰῶνος τούτου ἡ παρθενία Μαρίας καὶ ὁ τοκετὸς αὐτῆς». Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος ἐξηγεῖ: «Ἡ δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπεσκίασεν αὐτήν, διὸ καὶ τὸ ἐξ αὐτῆς γεννηθὲν ἅγιον καὶ Υἱὸς Ὑψίστου Θεοῦ καὶ Πατρὸς πάντων, ὃς ἐπραγματοποίησεν τὴν ἐνσάρκωσιν τοῦ ὄντος αὐτοῦ, καὶ ἔδειξε τὸ πρῶτον μίαν γέννησιν. Ὡς δὲ διὰ τῆς προηγουμένης γεννήσεως ἐκληρονομοῦμεν τὸν θάνατον, οὕτω διὰ τῆς νέας ταύτης γεννήσεως δυνάμεθα νὰ κληρονομήσωμεν τὴν ζωήν». Ὁ ἄνθρωπος διὰ τοῦ φυσικοῦ πολλαπλασιασμοῦ τοῦ γένους κληρονομεῖ τὴν ἀσθένειαν τοῦ θανάτου καὶ ἑπομένως εὑρίσκεται κατὰ διαφόρους βαθμοὺς ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ διαβόλου καὶ τῆς ἁμαρτίας. Ἡ σατανικὴ αὕτη ἐν τῇ κτίσει ἐπικράτεια ἔπαυσε τὸ πρῶτον ἐν Χριστῷ διὰ τῆς γεννήσεως Αὐτοῦ. «Διότι πῶς (ὁ ἄνθρωπος) θὰ ἐκφύγη τῆς εἰς τὸν θάνατον ὑποκειμένης γεννήσεως εἰ μὴ διὰ μιᾶς νέας γεννήσεως, διδομένης κατὰ θαυμαστὸν καὶ ἀπροσδόκητον τρόπον ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, (ἤτοι) διὰ τῆς ἀναγεννήσεως ἐκείνης ἥτις ἀπορρέει ἐκ τῆς Παρθένου διὰ τῆς πίστεως; Ἢ πῶς θὰ λάβουν οὗτοι (οἱ ἄνθρωποι) τὴν υἱοθεσίαν παρὰ τοῦ Θεοῦ, ἐὰν παραμείνωσιν ἐν τῇ γεννήσει αὔτη, ἥν ὁ ἄνθρωπος ἔχει κατὰ φύσιν ἐν τῷ κόσμω τούτῳ» (Ἅγ. Εἰρηναῖος).
.             Ἡ διὰ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Παρθένου Μαρίας γέννησις τοῦ Χριστοῦ ἔχει οὐσιαστικὴν σημασίαν δι τν κ θανάτου κα κ τς μαρτίας σωτηρίαν τς νθρωπότητος ὄχι ὅμως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς κληρονομικότητος τῆς ἐνοχῆς, ἀλλ᾽ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι λλως κα Κύριος θ ερίσκετο, ὅπως ὅλοι, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ θανάτου, τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ διαβόλου, ἤτοι π τν κληρονομικν κατάστασιν τς μαρτίας. Τοτο μως δν σημαίνει, ὅπως ἐδίδασκεν ὁ Ἁλικαρνασσοῦ Ἰουλιανός, τι νθρωπίνη φύσις το Χριστο το κ γενετς φθαρτος κα παθής, ἀλλ πλς τι Κύριος δν γεννήθη π τ κράτος το θανάτου. Ὅπως εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν πρωτοπλάστων, οὕτω καὶ πρ τς ναστάσεως νθρωπίνη φύσις το Χριστο δν το οτε φθαρτος, οτε π τ κράτος το θανάτου. Δι τοτο Χριστς εναι δεύτερος δάμ. Οὗτος ὑπέστη πράγματι τὰ πάθη καὶ τὸν θάνατον ἑκουσίως, χωρὶς ποτὲ νὰ εὑρεθῇ κυριαρχούμενος ὑπὸ τοῦ διαβόλου καὶ τῆς ἁμαρτίας. Τουναντίον, ἡ θεότης τοῦ Χριστοῦ ἐπάτησε τὸν θάνατον καὶ κατέλυσε τὸ βασίλειον τοῦ σατανᾶ διὰ τῆς ζωοποιήσεως τῶν νεκρῶν. Ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ ἀρχιερεὺς ὁ πεπιστευμένος τὰ ἅγια τῶν ἁγίων… ὢν θύρα τοῦ πατρός, δι᾽ ἧς εἰσέρχονται Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ καὶ οἱ προφῆται καὶ οἱ ἀπόστολοι καὶ ἡ ἐκκλησία» (Ἅγ. Ἰγνάτιος Θεοφόρος).

 

 

, , , , ,

Σχολιάστε