Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Βούληση

ΤO ΠΡOΣΩΠΟ ΚΑI H «ΔΙOΡΘΩΣΗ ΤΟY ΦYΛΟΥ» (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου)

Τό πρόσωπο καί ἡ «διόρθωση τοῦ φύλου»

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

βλ. σχετ. Σχόλιο «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: «ΔΕΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΩΣ ΦΥΛΑ»!

.             Τό νομοσχέδιο μέ τίτλο «Νομική Ἀναγνώριση τῆς Ταυτότητας τοῦ Φύλου» πού συζητήθηκε ἔντονα τόν τελευταῖο καιρό καί ψηφίσθηκε ἀπό τήν Βουλή τῶν Ἑλλήνων, καί μετά τήν ὑπογραφή ἀπό τόν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας καί τήν δημοσίευσή του στήν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως θά εἶναι νόμος τοῦ Κράτους, ἔχει πολλά σημεῖα τά ὁποῖα δέχονται κριτική ἀπό θεολογικῆς, ἀνθρωπολογικῆς καί ψυχολογικῆς πλευρᾶς. Παρά τό ὅτι ἔχει γίνει κριτική ἀπό πολλούς στό νομοσχέδιο αὐτό, ἐν τούτοις δέν ἔχει ἐντοπισθῆ ἕνα ἐνδιαφέρον σημεῖο, γιά τό ὁποῖο θά ὑπογραμμισθοῦν ἐδῶ τά δέοντα μέ σύντομο τρόπο, ἐννοῶ τήν «φιλοσοφία» τοῦ νομοσχεδίου.
.             Σέ κάθε νομοσχέδιο πού εἰσάγεται πρός ψήφιση στήν Βουλή γιά νά γίνη νόμος τοῦ Κράτους, στά πρῶτα ἄρθρα δίνονται οἱ ἀπαραίτητοι ὁρισμοί, οἱ ὁποῖοι, ὅπως καί ὅλα τά ἄλλα ἄρθρα πού ἀκολουθοῦν, ἑρμηνεύονται ἀπό τήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση» πού τό συνοδεύη.
.             Νομίζω, λίγοι διάβασαν προσεκτικά ὅλο τό νομοσχέδιο μέ τίς ὑπογραφές τῶν Ὑπουργῶν καί ἴσως ἐλάχιστοι διάβασαν τήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση». Ἔτσι, πολλοί ὁμίλησαν χωρίς οὐσιαστική γνώση τοῦ νομοσχεδίου, ἴσως ἀρκέσθηκαν σέ ἀναλύσεις ἄλλων, γι’ αὐτό καί ἀστόχησαν στούς λόγους τους. Γιά παράδειγμα στό νομοσχέδιο δέν γινόταν λόγος γιά «ἀλλαγή φύλου», ἀλλά γιά «διόρθωση τοῦ καταχωρισμένου φύλου».
.             Ἐκεῖνο ὅμως πού μέ ἐνδιαφέρει στό κείμενό μου αὐτό εἶναι οἱ ὁρισμοί πού δίνονται στό νομοσχέδιο γιά τήν «ταυτότητα τοῦ φύλου» καί τήν «διόρθωση τοῦ καταχωρισμένου φύλου» καί τήν ὅλη «φιλοσοφία» του. Αὐτό εἶναι γιά μένα γεγονός ἰδιαίτερης σημασίας.
.             Κατ’ ἀρχάς, στό νομοσχέδιο αὐτό συνεχῶς γίνεται λόγος γιά τό «πρόσωπο» καί τά «δικαιώματα τοῦ προσώπου». Παρατήρησα τίς λέξεις καί τίς φράσεις: «πρόσωπο»∙ «τό πρόσωπο ἔχει δικαίωμα στό σεβασμό τῆς προσωπικότητάς του μέ βάση τά χαρακτηριστικά φύλου του», τό ὁποῖο ὅμως πρέπει νά διορθωθῆ∙ «ἡ ταυτότητα φύλου» μέ τά χαρακτηριστικά πού «ἀντιστοιχοῦν στήν βούληση τοῦ προσώπου»∙ «τό πρόσωπο μπορεῖ νά ζητήσει τή διόρθωση τοῦ καταχωρισμένου φύλου του, ὥστε αὐτό νά ἀντιστοιχεῖ στή βούληση»∙ τά «δικαιώματα, ὑποχρεώσεις καί κάθε εἴδους εὐθύνη τοῦ προσώπου». Αὐτό σημαίνει ὅτι ὅλο τό νομοσχέδιο στηρίζεται στό πρόσωπο, τήν βούληση τοῦ προσώπου καί τά δικαιώματα τοῦ προσώπου.
.             Ἐπίσης, στήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση» γίνεται λόγος γιά τά «διεμφυλικά πρόσωπα (τρανσέξουαλ, τράνς)»∙ γιά «μιά μεγάλη ὑστέρηση στήν ἀπόλαυση τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων τῶν διεμφυλικῶν προσώπων»∙ γιά «τόν ἰδιαίτερα προσβλητικό ἀκρωτηριασμό τοῦ προσώπου», ὅταν «παρακολουθῆται ἀπό ψυχίατρο» καί ὅταν «ἔχει ὑποβληθεῖ σέ χειρουργική ἐπέμβαση μέ πλήρη ὁριστική ἐπικράτηση τοῦ ἀντιθέτου ἀπό τό βιολογικό του φύλο»∙ γιά τό «ὅτι τό πρόσωπο ἔχει δικαίωμα στόν σεβασμό τῆς προσωπικότητάς του μέ βάση τά χαρακτηριστικά τοῦ φύλου του», τό ὁποῖο φύλο πρέπει νά «διορθωθῆ»∙ «ὁ ἐσωτερικός καί προσωπικός τρόπος μέ τόν ὁποῖο τό ἴδιο τό πρόσωπο βιώνει τό φύλο του»∙ «τά βιολογικά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου»∙ «γιά μεσοφυλικό ἄτομο»∙ γιά «τό πρόσωπο» πού αἰσθάνεται τή «δυσφορία τοῦ γένους»∙ γιά «τή βούληση τοῦ προσώπου», «τά δικαιώματα τοῦ κάθε προσώπου» καί ἄλλες παρόμοιες ἐκφράσεις. Ἑπομένως, καί στήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση» τονίζονται οἱ ὅροι πρόσωπο, βούληση τοῦ προσώπου, δικαιώματα τοῦ προσώπου.

Θά σχολιάσω τούς τρεῖς αὐτούς ὅρους.

.             Πρῶτον. Διαβάζοντας τό νομοσχέδιο καί τήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση» παρατηρῶ ὅτι ἀποφεύγεται ἐπιμελῶς ἡ λέξη «ἄνθρωπος» καί δίνεται σημασία στήν λέξη «πρόσωπο» μέ τά χαρακτηριστικά βεβαίως τοῦ γένους ἤ τοῦ φύλου του, τό ὁποῖο ὅμως πρέπει νά «διορθωθῆ». Αὐτό δέν εἶναι οὔτε τυχαῖο οὔτε ἀθῶο.
.             Πρόκειται γιά μιά ἐπιμελῆ προσπάθεια παράκαμψης τῆς λέξης ἄνθρωπος, μέ ὅλη τήν βιβλική καί παραδοσιακή σημασία τοῦ ὅρου, καί τήν ἀντικατάστασή της μέ τήν λέξη πρόσωπο, πού μπορεῖ νά ἀποδοθῆ καί μέ τήν λέξη «περσόνα», ὅπως λέγεται στόν προφορικό ἤ γράφεται στόν γραπτό λόγο, καί νά ἐξυπηρετοῦνται ἄλλοι σκοποί. Αὐτό δέν εἶναι ἄσχετο μέ τό ὅτι τά λεγόμενα «διεμφυλικά πρόσωπα» ἤ «ἄτομα» χρησιμοποίησαν κατά κόρον τήν λέξη πρόσωπο μέ τήν ὅλη φιλοσοφική του σημασία καί τήν ἰδιαιτερότητα.
.             Δεύτερον. Αὐτό συνδέεται μέ τόν ὑπερτονισμό τῆς «βούλησης τοῦ προσώπου». Ὅσο ὁμιλοῦν γιά τήν βούληση καί τήν ἐλευθερία τοῦ προσώπου, ὑποτιμοῦν τήν φύση, τήν ὁποία θεωροῦν ἀναγκαστική, ἀφοῦ δημιουργεῖ ἀνελευθερία, «δυσφορία», «βία». Μέ αὐτήν τήν ἔννοια θεωρεῖται, ὅπως ἔχει γραφῆ ἀπό ἀνθρώπους αὐτῆς τῆς νοοτροπίας, ὅτι καί ὁ γάμος, ὅπως τόν γνωρίζουμε καί ὅπως λειτουργεῖ μέ τόν τρόπο ἐκφράσεως τῶν δύο φύλων –ἀρσενικοῦ καί θηλυκοῦ– καί τήν γέννηση τῶν παιδιῶν, θεωρεῖται ὡς μιά «ἀναγκαιότητα τοῦ ἐνστίκτου», πράγμα πού δεσμεύει ἤ καταργεῖ τήν «ἐλευθερία τοῦ προσώπου». Ὁπότε, ἡ «διόρθωση τοῦ φύλου» συνδέεται, κατ’ αὐτούς, μέ τήν «ἐλευθερία τοῦ προσώπου». Στήν προοπτική αὐτή ὑπάγεται ἡ σχολαστική θεωρία περί τῆς «βουλήσεως τοῦ προσώπου», ὁ γερμανικός ἰδεαλισμός μέ τήν «ἐλευθερία τοῦ προσώπου», ἀλλά καί ἡ ὅλη φιλοσοφία τοῦ βολονταρισμοῦ (βουλησιοκρατίας) καί τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου.
.             Νά θυμίσω τίς φιλοσοφικές ἀπόψεις τοῦ Κάντ γιά τήν ἀπόλυτη ἀξία τοῦ προσώπου καί τήν αὐτονομία του, πού εἶναι ἡ βάση τῆς «ὑπερβατολογικῆς ἀρχῆς» του, ἡ ὁποία δέν ἀσχολεῖται μέ τά ἀντικείμενα, ἀλλά μέ τόν τρόπο γνώσης τῶν ἀντικειμένων ἀπό τόν καθένα, καθώς ἐπίσης καί γιά τήν «ὑπερβατολογική ἐλευθερία», ἡ ὁποία λειτουργεῖ ἀνεξάρτητα «ἀπό τόν μηχανισμό τῆς φύσης», ὅπως ἔχουν ἀναλύσει πολλοί σύγχρονοι θεολόγοι, μεταξύ τῶν ὁποίων ὁ π. Νικόλαος Λουδοβῖκος καί ὁ Γεώργιος Παναγόπουλος.
.             Τρίτον. Μέσα σέ αὐτήν τήν νοοτροπία ὑπάγεται καί ἡ συχνά τονιζόμενη σήμερα ἄποψη περί τῶν «δικαιωμάτων τοῦ προσώπου». Ἀφοῦ τό πρόσωπο εἶναι ἐλεύθερο, ἀπαλλαγμένο «ἀπό τήν ἀναγκαιότητα τῆς φύσης», ἀλλά καί τήν ἀναγκαιότητα τοῦ φύλου, σημαίνει ὅτι ἔχει τό δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς καί τοῦ φύλου του. Ἔτσι, γίνεται κατανοητό ὅτι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τό δικαίωμα τοῦ προσώπου λειτουργεῖ ἀνεξάρτητα ἀπό τίς συνέπειες καί τίς εὐθύνες τῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ ἰδιαιτέρου φύλου μέ τήν σύλληψη καί τήν γέννηση τῶν παιδιῶν.
.             Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἔλεγε ὅτι ἕνα ἀπό τά προβλήματα πού θά ἀπασχολήσουν τήν ὀρθόδοξη θεολογία καί τήν Ἐκκλησία στήν ἐποχή μας καί τήν ἐποχή πού ἔρχεται εἶναι τό θέμα τῶν δικαιωμάτων τοῦ προσώπου ἤ τοῦ ἀνθρώπου. Φυσικά, δέν ἐννοοῦμε τά δικαιώματα πού ἔχει ὁ καθένας στήν παιδεία, τήν ὑγεία, τήν κοινωνική ζωή κλπ., ἀλλά τόν τονισμό τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων μέ τήν παράλληλη καταστρατήγηση «τῶν δικαιωμάτων τοῦ Θεοῦ» στήν ζωή μας, καί τήν βίωση τῆς ἀπόλυτης «ἐλευθερίας» ὡς πρός τίς εὐαγγελικές ἐντολές.
Συνεπῶς, ὁ ὑπερβολικός τονισμός τῆς ἔννοιας τοῦ προσώπου μέ τήν βούληση τοῦ προσώπου καί τά δικαιώματά του καί στό θέμα τῶν «διεμφυλικῶν προσώπων», στό ὁποῖο ἐκμηδενίζονται οἱ διαφορές τῶν φύλων, πού εἶναι ἡ βάση τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δέν εἶναι τόσο ἀθῶος ἀπό θεολογικῆς καί ἀνθρωπολογικῆς πλευρᾶς, ἀλλά κρύβει κάποιες σκοπιμότητες, πολιτικές καί θεολογικές.
.             Μοῦ ἔκανε δέ ἰδιαίτερη ἐντύπωση ὅτι κατά τήν συζήτηση πού ἔγινε τίς ἡμέρες αὐτές πού ψηφιζόταν τό νομοσχέδιο αὐτό στήν Βουλή, οἱ ἐκκλησιαστικοί παράγοντες πού ἀσχολήθηκαν μέ τήν κριτική τοῦ νομοσχεδίου δέν ὑποψιάσθηκαν καθόλου αὐτήν τήν βάση, στήν ὁποία στηρίζεται τό νομοσχέδιο, μάλιστα δέ μερικοί πού ἄσκησαν κριτική στό νομοσχέδιο, τό ἔκαναν μέ βάση τήν «θεολογία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου», χωρίς νά καταλάβουν ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτόν ἐκφράζουν τήν ἴδια νοοτροπία καί ἐμπλέκονται στήν ἴδια φιλοσοφική καί θεολογική προοπτική.
.             Θέλω νά διευκρινίσω ὅτι γράφοντας τά ἀνωτέρω γιά τήν λεγόμενη «διόρθωση τοῦ φύλου», δέν ἐννοῶ τίς περιπτώσεις ἐκεῖνες πού ὑπάρχουν προβλήματα ἀπό βιολογικῆς πλευρᾶς, τά ὁποῖα προέρχονται ἀπό τίς ὁρμόνες, γιά τίς ὁποῖες ἤδη ὑπάρχει ἡ σχετική νομοθεσία, οὔτε ἐννοῶ τίς ψυχολογικές καί κοινωνικές καταστάσεις πού δημιουργοῦν τήν λεγόμενη «ταυτότητα τοῦ φύλου» καί τήν «διαταραχή τοῦ φύλου», πού περνοῦν πολλοί στήν μικρή τους ἡλικία καί ἀντιμετωπίζονται μέ μιά καλή ἀγωγή καί παιδεία. Κυρίως ἐννοῶ τίς περιπτώσεις ἐκεῖνες πού τέτοιες συμπεριφορές ὀφείλονται σέ διάφορες φιλοσοφικές καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, οἱ ὁποῖες συνδέονται μέ τόν ὑπερβολικό τονισμό τῆς ἐλευθερίας καί τῶν δικαιωμάτων τοῦ προσώπου.
.             Νομίζω ὅτι ἀπό πλευρᾶς ὀρθοδόξου θεολογίας πρέπει νά εἴμαστε πολύ προσεκτικοί ὡς πρός τήν καθιέρωση τέτοιων νέων ἐκφράσεων, ὅπως «ἐλευθερία καί δικαιώματα τοῦ προσώπου», «βούληση τοῦ προσώπου», «κοινωνία τῶν προσώπων», «ἐλευθερία ἀπό τήν ἀναγκαιότητα τοῦ ἐνστίκτου» κλπ., οἱ ὁποῖες ἐφράσεις κρύβουν διάφορες ἐπικίνδυνες σκοπιμότητες, φιλοσοφικές, θεολογικές καί πολιτικές.
.             Εἶναι βασική θεολογική ἀρχή ὅτι ἡ ἐλευθερία βιώνεται μέσα ἀπό τήν ἔκφραση τῆς ἀγάπης ὡς κενωτικῆς προσφορᾶς, καί μέσα ἀπό τήν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεάνθρωπο Χριστό, ὅπως ἐκφράζεται μέσα στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, μέ τήν μυστηριακή καί εὐαγγελική ζωή, πού εἶναι πρόγευση τῆς ἐσχατολογικῆς ζωῆς, ὅπου οἱ ἄνθρωποι θά ζοῦν ὡς ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ.
.             Τέλος, ὀφείλω νά σημειώσω τήν σημαντική διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ γιά τήν ὑπέρβαση τῶν πέντε «διαιρέσεων». Συγκεκριμένα, ὁ ἅγιος Μάξιμος γράφει ὅτι ὁ Ἀδάμ ἀπέτυχε νά ὑπερβῆ τίς «πέντε διαιρέσεις» ἤ ἀντιθέσεις ἤτοι μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστῆς φύσεως, νοητῶν καί αἰσθητῶν, οὐρανοῦ καί γῆς, παραδείσου καί οἰκουμένης, ἄρρενος καί θήλεος. Αὐτή ἡ ὑπέρβαση τῶν διαιρέσεων-ἀντιθέσεων ἔγινε μέ τόν Νέο καί Ἔσχατο Ἀδάμ, δηλαδή τόν Χριστό, μέ τήν ἐνανθρώπησή Του, καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος πού συνδέεται μέ τόν Χριστό στήν Ἐκκλησία, τό Σῶμα Του, μέ τήν εὐαγγελική καί μυστηριακή ζωή, ὑπερβαίνει αὐτές τίς διακρίσεις πού ὑπάρχουν στόν κόσμο καί ζῆ τήν πραγματική ἐλευθερία. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι καταστάσεις τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου.

 

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ «“Ἡ ὀντολογία τοῦ προσώπου”» (ἡ δῆθεν ἐλεύθερη βούληση, αἰώνια, ἀΐδια τοῦ Πατρός) [Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος]

Πατῆστε γιὰ νὰ “κατεβάσετε” τὸ ἐκτενὲς κείμενο: NI_ONTOLOGIA PROSWPOY-PI_FEB2016

βλ. σχετ.:

1. ΥΨΗΛΩΝ ΤΟΝΩΝ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ καὶ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΥ [ΕΡΙΣ ΠΕΡΙ “ΠΡΟΑΙΡΕΣΕΩΣ” ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΚΑΙ “ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ” ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ] («Ὡς Ἐπίσκοπος ἔχω χρέος νὰ ὑπομνήσω κυρίως τί εἶπαν οἱ ἴδιοι οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ ὄχι πρωτίστως νὰ τοὺς μεταγράψω στὸ σήμερα»)

2. ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ “ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ” ΜΗΤΡ. ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

3. Η «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ-ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ» ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ-1

4. Η «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ-ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ» ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ-2 (Καὶ οἱ ἐπικίνδυνες συνέπειες τοῦ περσοναλισμοῦ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ)

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ-ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ» ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ-2 (Καὶ οἱ ἐπικίνδυνες συνέπειες τοῦ περσοναλισμοῦ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ)

 «λευθερία τς βούλησης – θέλησης το προσώπου»
κατ
 τν φιλοσοφία κα τν πατερικ θεολογία

[B´]

 Τοῦ  Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/10/16/ἡ-ἐλευθερία-τῆς-βουλήσεως-θελήσεω/

.              Ὕστερα ἀπὸ αὐτὴν τὴν εἰσαγωγικὴ παρατήρηση θὰ δοῦμε τὸ θέμα τῆς θελήσεως στὴν Τριαδολογία.

.              Τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος δὲν ἔχουν προσωπικὴ ἐλευθερία ἢ ὑποστατικὴ ἐλευθερία, γιατί ἂν συνέβαινε αὐτό, τότε κάθε Πρόσωπο θὰ εἶχε τὸ δικό του θέλημα, τὴν δική του ἐλευθερία, πράγμα ποὺ θὰ διασποῦσε τὴν ἑνότητα τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ πόδοση τς θέλησης στ πρόσωπο προκειμένου νὰ ξασφαλισθῆ  «λευθερία το προσώπου» δημιουργε πρόβλημα τριθεΐας στν γία Τριάδα. Ὁ ἅγιος Μάξιμος, ἀναφερόμενος στὴν Ἁγία Τριάδα, ἀποδίδει μὲ σαφήνεια τὴν θέληση στὴν φύση καὶ ὄχι στὸ πρόσωπο.  Γράφει ὅτι θ ρωτοσε εχαρίστως τος μονοθελτες ν Θες κα Πατρ λων θέλη,πειδ εναι Πατήρ,πειδ εναι Θεός, δηλαδν τ θέλημά Του συνδέεται μ τ πρόσωπο το Πατρς μ τν θεότητά Του.  Ἐὰν θέλη ἐπειδὴ εἶναι Πατήρ, τότε θὰ εἶναι ἄλλο τὸ θέλημα τοῦ Πατρὸς καὶ ἄλλο τὸ θέλημα τοῦ Υἱοῦ, γιατί εἶναι διαφορετικὰ πρόσωπα. Ἂν ὅμως θέλη ἐπειδὴ εἶναι Θεός, τότε ἐπειδὴ καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι Θεοί, αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ θέλημα εἶναι τῆς φύσεως, δηλαδὴ εἶναι θέλημα φυσικό.
.              Ὁ Θεὸς εἶναι Τριαδικός, εἶναι τρία Πρόσωπα, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, τὰ ὁποία ἔχουν μία φύση, μία ἐνέργεια, μία θέληση, μία δόξα, μία βασιλεία. περσοναλιστικ φιλοσοφία κα θεολογία γκλωβίζεται στν ταύτιση φύσεως καὶ ναγκαιότητας κα γι᾽ ατ εναι ναπόφευκτη ἡ πόδοση τς θέλησης στ πρόσωπο καὶ ἡ ξ ατς ποτιθέμενη «ν λευθερί» βουλητικ γέννηση το Υο κα βουλητικὴ κπόρευση τοῦ γίου Πνεύματος π τν Θε Πατέρα, ἡ ποία συνεπάγεται ρειανισμό.
.              Ὁ ἅγιος Μάξιμος, ὅμως, καὶ πάλι ἀποβαίνει σαφέστατος. Γράφει ὅτι ἡ γέννηση τοῦ Υἱοῦ ἀπὸ τὸν Πατέρα εἶναι «ὑπὲρ τὴν θέλησιν», δηλαδὴ δὲν μεσολαβεῖ ἡ θέληση μεταξὺ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, οὔτε ἡ θέληση τοῦ Πατρὸς προεπινοεῖται τοῦ Υἱοῦ, ἐπειδὴ οὔτε προϋπῆρχε ὁ Πατὴρ τοῦ Υἱοῦ. Ἐπειδὴ ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς εἶχαν «ἅμα τὸ εἶναι», γι᾽ αὐτὸ ἔχουν καὶ μία θέληση, «ἁπλῆν τε καὶ ἀδιαίρετον», ὅπως ἔχουν καὶ μία οὐσία καὶ μία φύση. Τὸ ὅτι ὁ Πατὴρ γεννᾶ τὸν Υἱὸ ἐκ τῆς οὐσίας Του δὲν συνεπάγεται ἀναγκαιότητα ἢ ἀνελευθερία, διότι εἶναι ἀδιανόητη ἡ ἀπόδοση ὁποιασδήποτε ἀναγκαιότητας στὴν ἄκτιστη φύση.
.              Ὁ ἅγιος Μάξιμος παρατηρεῖ ὅτι ἐὰν τὸ φυσικὸ εἶναι καὶ ἀναγκασμένο, καὶ ὁ Θεὸς εἶναι κατὰ φύση Θεός, κατὰ φύση ἀγαθὸς καὶ κατὰ φύση δημιουργός, τότε ὁ Θεὸς θὰ εἶναι καὶ κατ᾽ ἀνάγκη Θεὸς καὶ ἀγαθὸς καὶ δημιουργός, πράγμα ποὺ εἶναι βλάσφημο καὶ νὰ τὸ σκεφθῆ κανείς. Γιατί «τίς γὰρ ὁ τὴν ἀνάγκην ἐπάγων;», δηλαδή, ποιός εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκη; Παραπέμπει δὲ στὸ χωρίο τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας: «Μηδὲν φυσικὸν εἶναι ἐν τῇ νοερᾷ φύσει ἀκούσιον».
.              Τὴν ταύτιση φύσεως καὶ ἀναγκαιότητας, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ἀρειανούς, οἱ ὁποῖοι τὴν χρησιμοποιοῦσαν, προκειμένου νὰ ἀποδείξουν τὴν κτιστότητα τοῦ Θεοῦ Λόγου διὰ τῆς ἐκ τῆς βουλήσεως τοῦ Θεοῦ Πατρὸς γέννησή Του, τὴν χρησιμοποιοῦσαν καὶ οἱ φιλονεστοριανοὶ Ἀντιοχειανοί, ὅπως γιὰ παράδειγμα ὁ Θεοδώρητος Κύρου, προκειμένου νὰ ἀποδείξουν τὸ ἀδύνατον τῆς καθ᾽ ὑπόστασιν ἑνώσεως θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου.
.              Ἡ νεστοριανικὴ ἀντιπρόταση γιὰ τὴν ἕνωση θεότητας καὶ ἀνθρωπότητας στὸν Χριστὸ ἦταν ἡ «συνάφεια», ἕνωση σχέσης δυὸ ξεχωριστῶν ὑποστάσεων, ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἔσωζε κατ᾽ αὐτοὺς τὴν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀπὸ μία ἀναγκαστικὴ ἕνωση, μὲ ἀποτέλεσμα ὡστόσο τὴν μὴ πραγματικὴ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ὅμως, ἡ ὀρθόδοξη θεολογία δὲν πέφτει σὲ τέτοιες πλάνες, γιατί διδάσκει ὅτι ἡ βούληση εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι τοῦ προσώπου.

 Ἂς δοῦμε μὲ συντομία τὸ θέμα τῆς βουλήσεως-θελήσεως στὴν ἀνθρωπολογία.

.              Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ. Πολλοὶ Πατέρες τὸν ὅρο κατ᾽ εἰκόνα τὸν προσδιορίζουν ὡς τὸ νοερὸ καὶ τὸ αὐτεξούσιο, «ἡ δὲ αὐτεξουσιότης ἐστὶν αὐτοκρατὴς τοῦ θελήματος κίνησις». Πάντως, ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὕα εἶχαν τὴν δυνατότητα τῆς ἐπιλογῆς. Ὅμως, τὸ πρῶτο ἀνδρόγυνο δὲν εἶχε τὴν τελειότητα, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ φθάση σὲ αὐτήν, ἦταν νήπιοι καὶ ἔπρεπε νὰ ὁλοκληρωθοῦν, ἡ φύση τους ἦταν ἀτελής. Ἡ κακὴ χρήση τῆς προαίρεσης τοὺς ὁδήγησε στὴν πτώση. Ἔτσι, ἡ δυνατότητα τῆς ἐπιλογῆς, τῆς προαίρεσης ἦταν ἔκφραση τῆς ἀτέλειάς τους.
.              Ἑπομένως, καὶ στὸν ἄνθρωπο ἡ θέληση εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως, εἶναι φυσικὴ θέληση καὶ ὄχι ὑποστατική, ἡ θέληση δὲν κάνει ἐπιλογή, τὴν ὁποία ἐπιλογὴ κάνει ἡ προαίρεση. Τὸ προοδευτικὸ σχῆμα ποὺ διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὅπως τὸ εἴδαμε καὶ προηγουμένως, εἶναι: θέληση-βουλὴ-γνώμη-προαίρεση. Τὸ «θέλημα εἶναι φυσικὸν ἤγουν θέλησιν, δύναμιν τοῦ κατὰ φύσιν ὄντος ὀρεκτικήν». «Ἡ προαίρεσις περὶ ταῦτά ἐστι μετὰ τὴν κρίσιν, περὶ ἃ ἡ βουλὴ πρὸ τῆς κρίσεως». Λέγοντας, ὅμως, ὅτι τὸ θέλημα εἶναι τῆς φύσεως, δὲν ἀγνοοῦμε ὅτι ὁρίζουμε τὴν ὑπόσταση ὡς οὐσία μετὰ ἰδιωμάτων, ὁπότε δὲν μπορεῖ νὰ κάνουμε λόγο γιὰ προτεραιότητα τῆς φύσεως ἔναντι τοῦ προσώπου οὔτε γιὰ προτεραιότητα τοῦ προσώπου ἔναντι τῆς φύσεως.
.              Οἱ Πατέρες διακρίνουν τὸ «θέλειν» ἀπὸ τὸ «πῶς θέλειν», γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνεται σύγχυση μεταξὺ τῆς θελήσεως, ποὺ εἶναι τῆς φύσεως, καὶ τοῦ πῶς ἐκφράζεται ἡ θέληση, ποὺ εἶναι τοῦ προσώπου. Ὁ ἅγιος Μάξιμος γράφει ὅτι «οὐ ταὐτὸν τὸ θέλειν καὶ τὸ πῶς θέλειν», ὅπως δὲν εἶναι τὸ ἴδιο «τὸ ὁρᾶν καὶ τὸ πῶς ὁρᾶν». Τὸ νὰ θέλη καὶ νὰ βλέπη κανεὶς εἶναι τῆς φύσεως καὶ ὑπάρχει σὲ ὅλα τὰ ὁμοφυῆ καὶ ὁμογενῆ, ἀλλὰ «τὸ πῶς θέλειν», ὅπως καὶ «τὸ πῶς ὁρᾶν», δηλαδὴ τὸ νὰ θέλη νὰ περπατήση ἢ νὰ μὴ θέλη, τὸ νὰ βλέπη σὲ κάθε κατεύθυνση «τρόπος ἐστιν τῆς τοῦ θέλειν καὶ ὁρᾶν χρήσεως». Αὐτὸ δηλαδὴ τὸ «πῶς θέλειν» εἶναι «τῷ κεχρημένῳ προσὸν» ποὺ τὸν χωρίζει ἀπὸ τοὺς ἄλλους, κατὰ τὴν λεγομένη κοινῶς διαφορά.
.              Ἑπομένως, δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται σύγχυση μεταξὺ τοῦ «θέλειν», ποὺ εἶναι τῆς φύσεως, καὶ τοῦ «πῶς θέλειν» ποὺ εἶναι προσὸν αὐτοῦ ποὺ χρησιμοποιεῖ τὴν θέληση. Αὐτὴ εἶναι ἡ χρυσὴ τομὴ μεταξὺ τῆς οὐσιοκρατίας καὶ τοῦ περσοναλισμοῦ καὶ δείχνει ὅτι ἡ Πατερικὴ διδασκαλία ἀποφεύγει τόσο τὴν σχολαστικὴ οὐσιοκρατία ὅσο καὶ τὸν φιλοσοφικὸ περσοναλισμό.

 Ἂς δοῦμε τὸ θέμα τῆς θελήσεως στὴν Χριστολογία.

.              Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του προσέλαβε ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση, τὴν ἕνωσε μὲ τὴν θεία φύση στὴν ὑπόστασή Του, τὴν θέωσε. Ἂν καὶ ἔγινε πρὸς Χάρη μας ἄνθρωπος, Αὐτὸς ποὺ εἶναι «ὁ ποιητὴς τῶν ἀνθρώπων», ὅμως, «ἡμῖν δηλονότι καὶ τὴν ἀτρεψίαν κατώρθωσε τῆς προαιρέσεως, ὡς ἀτρεψίας δημιουργός».  Ἔτσι, «τὸ ἀνθρώπινον τοῦ Θεοῦ» (τοῦ Χριστοῦ) «κατὰ προαίρεσιν ὡς ἡμεῖς οὐ κεκίνηται», κάνοντας μὲ τὴν ἐξέταση καὶ τὴν κρίση τὸν διαχωρισμὸ τῶν ἀντιθέτων, «ἵνα μὴ φύσει κατὰ προαίρεσιν νομισθείη τρεπτόν». Ἀλλά, ἀφοῦ ἔλαβε τὸ εἶναι, ἀμέσως μετὰ τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Θεὸν Λόγον «ἀδίστακτον, μᾶλλον δὲ στάσιμον τὴν κατ᾽ ὄρεξιν φυσικήν, ἤτοι θέλησιν, κίνησιν ἔσχεν». Ὁπότε, ἡ προαίρεση στὸν Χριστὸ δὲν κινήθηκε.
.              Οἱ ἄνθρωποι ὡς ἀτελεῖς, μὲ τὴν γέννησή τους, ἔχουν τὴν προαίρεση, ἀφοῦ ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ κινηθοῦν πρὸς τὰ δύο, «τὰ καλά τε λέγω καὶ τὰ κακά». Αὐτή, ὅμως, ἡ δυνατότητα τῆς ἐπιλογῆς –τῆς προαίρεσης– παύει νὰ ὑφίσταται στοὺς ἁγίους, ποὺ ἑνώνονται μὲ τὸν Χριστὸ καὶ γίνονται μέλη τοῦ Σώματός Του, ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ ἀποκτοῦν τὴν ἀτρεψία τῆς προαίρεσης, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α´ Κορ. ιγ´, 8). Στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ ὑπάρχη δυνατότητα ἐπιλογῆς, οἱ ἅγιοι θὰ ἔχουν ἐν Χριστῷ ἀτρεψία τῆς προαίρεσης, ἀφοῦ δὲν θὰ ὑπάρχουν ἀντίθετες καταστάσεις.
.              Ἑπομένως, τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος δὲν ἔχουν ἐλευθερία, ὅπως τὴν ἐννοοῦν οἱ φιλοσοφοῦντες θεολόγοι. Ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς δὲν ἔχει δυνατότητα ἐπιλογῆς, ἤτοι γνωμικὸ θέλημα, ἀφοῦ ἔχει ἀτρεψία προαίρεσης. Καὶ ὁ ἄνθρωπος στὴν πτωτικὴ κατάσταση ἔχει μὲν δυνατότητα προαίρεσης, ἀλλὰ ὅταν φθάνη στὴν θέωση ἀποκτᾶ ἐν Χριστῷ τὴν ἀτρεψία τῆς προαίρεσης καὶ ὁδηγεῖται μὲ τὴν ἐν Χριστῷ ἄσκηση καὶ τὴν μυστηριακὴ ζωὴ ἀπὸ τὸ γνωμικὸ θέλημα στὸ φυσικὸ θέλημα.
.              Ἔτσι, ἡ λευθερία τς βουλήσεως καὶ ἡ λευθερία το προσώπου, τν ποία ο θεολόγοι σήμερα παινον περβαλλόντως, ς στοιχεο το Θεο κα τοῦ νθρώπου, ς κφραση κα καθοριστικ γνώρισμα τοῦ νθρώπου πο συνιστ τν τελειότητά του, εναι παράδεκτη π θεολογικς πλευρς.
.              Ἡ ἐλευθερία δὲν εἶναι ὑποστατική, ἀλλὰ φυσική. Αὐτὸ ἔχει μεγάλη σημασία, διότι ἔτσι διατρανώνεται ἡ καλὴ λίαν δημιουργία τοῦ Θεοῦ.  Ἀντιθέτως, τὸ πρόσωπο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ κάνοντας παράχρηση τῆς θεόσδοτης ἐλευθερίας τῆς φύσεως καταλήγει στὴν ἁμαρτία. Ἑπομένως, δὲν «ὑπερβαίνει τὸ πρόσωπο διὰ τῆς ἐλευθερίας τὴν ἀναγκαιότητα τῆς φύσεως», ἀλλὰ ἀντίστροφα, κάθε ἄνθρωπος μὲ τὴν ἐνέργεια τῆς θείας Χάριτος καὶ τὴν δική του συνέργεια διὰ τῆς φυσικῆς θελήσεως, μπορεῖ νὰ ἀχθῆ πέραν τῶν ὁρίων τῆς φύσεώς του καὶ νὰ φθάση στὴν θέωση. Ἀντίθετα, τὸ πρόσωπο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἂν δὲν κάνη καλὴ χρήση τοῦ αὐτεξουσίου, καταλήγει δέσμιο τῆς ἁμαρτίας καὶ ὑποδουλώνει τὴν φύση στὰ πάθη. Συνεπῶς, ἡ ἀπόδοση ἀναγκαιότητας στὴν φύση δείχνει εἴτε ἄγνοια τῶν πατερικῶν κειμένων εἴτε ἑρμηνευτικὸ ἐκβιασμό τους μὲ σκοπὸ τὴν ἐξαγωγὴ τῶν ποθουμένων περσοναλιστικῶν συμπερασμάτων.

 4. Οἱ συνέπειες τοῦ περσοναλισμοῦ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ

.              Πρέπει νὰ ἐπισημανθῆ κάτι πολὺ σημαντικὸ καὶ ἀξιοπρόσεκτο, ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν λεγομένη μεταπατερικὴ θεολογία τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου. Ἡ μεταφορὰ τῆς συγκεκριμένης περσοναλιστικῆς τριαδολογικῆς ἀπόψεως στὴν σημερινὴ χριστιανικὴ ἀνθρωπολογία μὲ τὴν θρυλούμενη «ἐλευθερία τοῦ προσώπου», ἡ ὁποία μάλιστα προβάλλεται καὶ ὡς οὐσιῶδες χαρακτηριστικὸ τῆς ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς σὲ σχέση μὲ τὴν οὐσιοκρατία τῆς χριστιανικῆς Δύσης, ἔχει συγκεκριμένες προεκτάσεις, ὅπως τὴν συχνὴ κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖται στὴν ὀρθόδοξη ἀσκητικὴ ὡς ἀντιστρατευόμενη τὴν «ἐλευθερία τοῦ προσώπου».
.              Ὅπως πάντοτε, ἔτσι καὶ στὴν περίπτωση αὐτή, ἡ ἐσφαλμένη δογματικὴ ἄποψη ὁδηγεῖ σὲ ποικίλες ἑρμηνευτικὲς παρεκτροπὲς ποὺ ἔχουν συνέπεια στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ζῆ ὁ Χριστιανὸς ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας.
.              Θὰ τονισθοῦν μερικὲς συγκεκριμένες παραχαράξεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ τὴν λεγόμενη ἐλευθερία τῆς βούλησης ἢ τῆς θέλησης καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου.

.              Πρῶτον, ἡ ἐκκλησιαστικὴ τάξη τῶν πραγμάτων, ἑρμηνεύεται καὶ ἐκλαμβάνεται μέσα ἀπὸ τὴν θεωρία τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου καὶ τῆς ἀγάπης, ὅπως ἑρμηνεύθηκαν ἀπὸ τὸν Ἀλέξη Χομιακὼφ καὶ τὸν Ἀφανάσιεφ. Σύμφωνα μὲ τὶς θεωρίες αὐτὲς στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ ἔχει μεγάλη σημασία ἡ βίωση τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀγάπης, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς κανονικὲς προϋποθέσεις ποὺ ἔχουν θεσπίσει οἱ Πατέρες τῶν Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἔτσι, ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ κρίνεται στὴν πράξη μὲ ὅρους «ἀστικῆς δημοκρατίας», προκειμένου νὰ στοχοποιηθοῦν ἱεραρχικὲς δομὲς τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ κριθοῦν ὡς καταπιεστικὲς καὶ ἀπάδουσες τῆς πρώτης «δημοκρατικῶς φερομένης» ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Στὴν συνέχεια χρησιμοποιεῖται ἡ ἐσφαλμένη αὐτὴ δογματικὴ θέση στὸ ἐπίπεδο τῆς θεολογίας, ὥστε νὰ εἰσαχθοῦν διάφορες οὐμανιστικὲς καὶ προτεσταντικὲς ἀπόψεις γιὰ τὴν μετοχὴ στὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς θεολογικὲς καὶ κανονικὲς προϋποθέσεις, σν πνευματικ ζω ν εναι μία «δημοκρατία στικο τύπου», στν ποία λοι πολαμβάνουν τ δρα τοῦ γίου Πνεύματος προϋποθέτως.
.              Εἶναι βέβαιο ὅτι μὲ τέτοιες προϋποθέσεις στοχοποιοῦνται καὶ ὑπονομεύονται Πατερικὰ ἔργα, ὅπως τὰ Ἀρεοπαγιτικὰ συγγράμματα, τὰ ὁποῖα ἑρμηνεύτηκαν ἀπὸ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ καὶ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά, ὅτι δῆθεν κατοπτρίζουν ἄκαμπτες ἐκκλησιαστικὲς δομὲς ποὺ ἔγιναν ἀντικείμενο ἐκμεταλλεύσεως ἀπὸ τὸν Κλῆρο.

.              Δεύτερον, ἡ ἀσκητικὴ τοῦ ἡσυχασμοῦ κρίνεται ὅτι κατοπτρίζει τὴν λογικὴ τῆς ἀτομιστικῆς σωτηρίας, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἄμεση ἀναφορὰ στὴν «ὀντολογία τοῦ προσώπου», δηλαδὴ στὸ «ὑπάρχειν ἐλευθέρως ἐν σχέσει», ἀλλὰ στὴν προοπτικὴ μιᾶς ἀτομιστικῆς καθάρσεως τῶν παθῶν χωρὶς ἀναφορὰ στὸν Ἄλλο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν προϋποθετικὴ συνθήκη τοῦ «ὑπάρχειν προσωπικῶς».
.              Ἔτσι, διασπᾶται ἡ ἑνότητα μεταξὺ Μυστηρίων καὶ ἀσκητικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία στὴν πράξη εἶναι ἡ εὐαγγελικὴ ζωή, δηλαδὴ ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, ἀμφισβητεῖται ἄμεσα ἢ ἔμμεσα ἡ ἀσκητικὴ θεολογία τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων ὡς ὡριγενικὴ καὶ νεοπλατωνική, ἀλλὰ ὑπονομεύεται ὕπουλα καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὡς «πνευματοκρατική».

.              Τρίτον, ἡ ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἀσκητικὴ εὐλάβεια, ποὺ ἐπαινεῖται ἀπὸ τοὺς ἀσκητικοὺς Πατέρες, ἐπικρίνεται ἀπὸ τοὺς ἐκφραστὲς τῆς θεωρίας «τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου», ὡς ἀνελεύθερος δυτικὸς εὐσεβισμὸς καὶ ἠθικισμός, ἀλλὰ καὶ ὡς «θρησκειοποίηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βιώματος».
.              Ἔτσι, παρατηρεῖται τὸ φαινόμενο νὰ κρίνεται καὶ νὰ ὑπονομεύεται τὸ περιεχόμενο τῆς «Φιλοκαλίας τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν Πατέρων», ὅτι δῆθεν συνιστᾶ μία «θεραπευτικὴ ἐκκλησιολογία», ἡ ὁποία ἀνέτρεψε τὴν «εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία» τῆς πρώτης Ἐκκλησίας!

.              Τέταρτον, ἡ ὑπακοὴ σὲ Πνευματικὸ Πατέρα κρίνεται ὡς κολόβωση τῆς «ἐλευθερίας τοῦ προσώπου» καὶ ἀπέκδυση τῆς εὐθύνης τῆς ὕπαρξης, «τοῦ ὑπάρχειν ἐλευθέρως», ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἐξομολογούμενο καὶ μετάθεση αὐτῆς τῆς «προσωπικῆς εὐθύνης» στὸν Γέροντα.

.              Βεβαίως, δὲν παραβλέπουμε διάφορα λάθη τὰ ὁποῖα γίνονται στὸν τομέα αὐτό, εἴτε ἀπὸ Πνευματικοὺς Πατέρες εἴτε ἀπὸ πνευματικὰ παιδιά, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τέτοια λάθη νὰ ὑπονομεύεται ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν δουλεία στὴν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ, ὅπως περιγράφεται στὴν πορεία τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο στὴν Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας μὲ τὴν θεοπτικὴ καθοδήγηση τοῦ Μωϋσέως.
.              Ἑπομένως, ἡ λανθασμένη θεωρία περὶ τῆς «ἐλευθερίας τῆς βούλησης-θέλησης» καὶ τῆς «ἐλευθερίας τοῦ προσώπου» καὶ περὶ συνδέσεως τῆς θέλησης μὲ τὸ πρόσωπο, ἔχει σημαντικὲς προεκτάσεις στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο.
.              Μὲ τέτοιες θεωρίες ὑπονομεύεται ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ προϋποθέσεις τοῦ ἁγιασμοῦ, καὶ οὐσιαστικὰ παρερμηνεύεται ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ποὺ κάνει λόγο γιὰ πρακτικὴ φιλοσοφία, φυσικὴ θεωρία καὶ μυστικὴ θεολογία, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ κάθαρση, φωτισμὸ καὶ θέωση.
.              Κατὰ συνέπεια, δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται λόγος γιὰ ἐλεύθερη βούληση τοῦ προσώπου ἀπὸ θεολογικῆς πλευρᾶς, διότι ἡ θέληση-βούληση εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς φύσης καὶ ὄχι τοῦ προσώπου, ἐνῶ ἡ ἐπιλογὴ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο γίνεται μὲ τὴν προαίρεση, ἡ ὁποία συνιστᾶ μὲν ἀτέλεια τῆς φύσης, ἀλλὰ οἱ ἅγιοι ἀποκτοῦν ἐν Χριστῷ καὶ τὴν ἀτρεψία τῆς προαίρεσης. Τὰ περὶ ὀντολογίας καὶ ἐλευθερίας τοῦ προσώπου, γιὰ νὰ ἀποφευχθῆ δῆθεν ἡ ἀναγκαιότητα τῆς φύσης, εἶναι δυτικὸς περσοναλισμός, μία «ψευδομόρφωση» στὴν σύγχρονη θεολογία, εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς λεγόμενης «μεταπατερικῆς θεολογίας».

(Σημείωση: Οἱ παραπομπὲς τοῦ κειμένου αὐτοῦ θὰ δημοσιευθοῦν στὸ βιβλίο ποὺ θὰ κυκλοφορήση προσεχῶς)

 ΠΗΓΗ: romfea.gr

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ-ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ» ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ-1

«λευθερία τς βούλησης – θέλησης το προσώπου»
κατ
τν φιλοσοφία κα τν πατερικ θεολογία

[Α´]

 Τοῦ  Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου
(γιὰ τὴν Romfea.gr)

.              Τὸ θέμα τῆς ἐλευθερίας τῆς βούλησης ἢ τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου, ὅπως παρουσιάζεται στὶς ἡμέρες μας, δὲν στηρίζεται στὴν πατερικὴ-ὀρθόδοξη θεολογία, ἀλλὰ εἶναι κυρίως ὑπόθεση τῆς σύγχρονης φιλοσοφίας καὶ μεταφέρεται ἀπὸ μερικοὺς στὴν θεολογία.
.              Θὰ ἐντοπισθοῦν μερικὰ σημεῖα γύρω ἀπὸ τὸ σοβαρὸ αὐτὸ θέμα, γιὰ νὰ φανῆ τὸ πρόβλημα ποὺ παρουσιάζεται ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς πατερικῆς θεολογίας καὶ οἱ συνέπειες ποὺ ἔχει αὐτὴ ἡ θεωρία στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή.

 1. Ἡ θέληση-βούληση στὴν δυτικὴ θεολογία καὶ φιλοσοφία

.              Ὁ καθηγηγὴς Γεώργιος Παναγόπουλος, ἀναλύοντας τὰ σχετικὰ μὲ τὴν δυτικὴ θεολογία, ἐπισημαίνει ὅτι ὁ σχολαστικὸς θεολόγος Ἰωάννης Δοὺνς Σκῶτος, ἐκφραστὴς τῆς Φραγκισκανικῆς θεολογίας, εἰσήγαγε τὸν βολονταρισμὸ (βουλησιοκρατία) σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ὀντολογία τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη.
.              Ὁ Δοὺνς Σκῶτος ἔκανε λόγο γιὰ τὴν «θεία παντοδυναμία», τὴν «ἀπόλυτη ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀπουσία κάθε ἐξαναγκασμοῦ ἀπὸ τὸ θεῖο εἶναι». Μὲ αὐτὴν τὴν ἄποψη ἄνοιξε «μιὰ καινούργια ἀτραπὸ σκέψης στὴν δυτικὴ θεολογία», ἀφοῦ «τὸ βουλητικὸ στοιχεῖο ἀνατιμᾶται σὲ σχέση μὲ τὸ ὀντολογικὸ» καὶ προοιώνισε «ἕνα ἀπὸ τὰ κεντρικὰ αἰτήματα τῆς Μεταρρύθμισης, τὴν ἀπόλυτη ἐλευθερία καὶ προτεραιότητα τοῦ Θεοῦ στὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου».
.              Ἔτσι, ὁ βολονταρισμὸς-βουλησιοκρατία ἀπὸ τὴν σχολαστικὴ θεολογία πέρασε στὴν Μεταρρύθμιση καὶ τὸν Προτεσταντικὸ κόσμο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἔφθασε καὶ στὴν δυτικὴ φιλοσοφία, στὴν ὁποία ἄλλοτε γίνεται λόγος γιὰ τὴν προτεραιότητα τῆς ὀντολογίας καὶ ἄλλοτε γιὰ τὴν προτεραιότητα τῆς βουλησιοκρατίας.
.              Ὁ καθηγητὴς Θεοδόσης Πελεγρίνης κάνοντας λόγο γιὰ τὴν βουλησιοκρατία (voluntarism) γράφει ὅτι πρόκειται γιὰ τὸ φιλοσοφικὸ ἐκεῖνο σύστημα «στὸ ὁποῖο πρωτεύοντα λόγο διαδραματίζει ἡ βούληση, κατ᾽ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὸ λόγο».  Ἐπίσης, γράφει ὅτι ἐνῶ οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι ἀντιμετώπιζαν τὰ διάφορα ζητήματα ποὺ τοὺς ἀπασχολοῦσαν ἔχοντας ὡς γνώμονα τὸν λόγο, ὁ Ἀριστοτέλης ἔδωσε ἰδιαίτερη σημασία στὸν ρόλο τῆς βουλήσεως «στὸ πλαίσιο τοῦ πρακτικοῦ συλλογισμοῦ». Ὅμως, ἰδιαίτερα στὴν νεώτερη ἐποχὴ διάφοροι φιλόσοφοι, ὅπως ὁ Ντεκάρτ, ὁ Κάντ, ὁ Σοπενχάουερ, ὁ Νίτσε καὶ ὁ Γουίλιαμ Τζέϊμς, δίνουν μεγάλη σημασία στὴν βούληση καὶ μάλιστα στὴν ἐλευθερία τῆς βουλήσεως.
.              Κατὰ τὸν Σωκράτη Γκίκα ἡ βουλησιοκρατία ὑποστηρίζει ὅτι «ἡ βούληση ἀποτελεῖ τὴν οὐσία τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας, τὸ πιὸ δυναμικό της στοιχεῖο, γιατί κατευθύνει τὴν δράση τοῦ ἀτόμου. Ἡ νόηση καὶ τὸ συναίσθημα ἔρχονται σὲ δεύτερη μοίρα».
.              Ἡ ψυχολογικὴ βουλησιοκρατία ἀναπτύχθηκε ἀπὸ τὸν Βούντ, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ βούληση ἐπιδιώκει νὰ πραγματοποιήση τοὺς σκοποὺς ποὺ ἐπιλέγει ἡ νόηση, καὶ τὸ συναίσθημα ἢ παρωθεῖ τὴν βούληση ἢ στέκεται ἐμπόδιο στὴν βουλητικὴ προσπάθεια.
.              Ἐπίσης, ἀπὸ τὸν Σοπενχάουερ ὑποστηρίχθηκε «ὁ μεταφυσικὸς βουλητισμός», σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο ὑπάρχει «ἡ παγκόσμια τυφλὴ βούληση», ἀφοῦ «ὅλα στὸν κόσμο κατευθύνονται ἀπὸ τὴν θεϊκὴ βούληση» καὶ ἡ ὁποία «βρίσκεται πίσω ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς καὶ βιολογικοὺς νόμους». Ἐπίσης, ἡ ἐλευθερία, κατὰ τὴν σύγχρονη φιλοσοφία, εἶναι «ἡ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου ἢ μίας ὁμάδας νὰ αὐτοορίζεται, νὰ μὴν πιέζεται ἢ καταδυναστεύεται, νὰ κινεῖται ὅπως θέλει, νὰ ἀναπτύσσει δράση, νὰ πραγματώνει τοὺς σκοποὺς ποὺ θέλει». Ὁ Κὰντ ἔκανε λόγο γιὰ «τὴν ἠθικὴ ἐλευθερία» ὡς δυνατότητα ἐπιλογῆς.  Ὁ Φίχτε ὁμίλησε «γιὰ τὴν ἀπεριόριστη ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, τελικὰ ὅμως θεώρησε μία τέτοια ἐλευθερία ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ». Ὁ Σάρτρ ὑποστήριζε ὅτι «ἡ ἐλευθερία ἀποτελεῖ τὴν οὐσία τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης», εἶναι ἀσταμάτητη καὶ «ὁ ἄνθρωπος εἶναι καταδικασμένος σὲ ἐλευθερία», ἀφοῦ «μὲ τὴν ἐλευθερία του δημιουργεῖ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ μηδέν».
.           Ἀκόμη, ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὴν ψυχολογικὴ ἄποψη «εἶναι ἡ ἀπουσία ἐσωτερικῶν συγκρούσεων, συμπλεγμάτων, ἔμμονων ἰδεῶν καὶ συνηθειῶν, καταναγκαστικῶν πράξεων καὶ ψυχαναγκαστικῶν τάσεων».

.              Εἶναι φανερὸ ὅτι γιὰ τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν βούληση τοῦ ἀτόμου ἢ τοῦ προσώπου ἔγινε ἰδιαίτερος λόγος τὰ τελευταῖα χρόνια ἀπὸ πλευρᾶς φιλοσοφίας, ὑπαρξισμοῦ καὶ ψυχολογίας, γιατί παραβιάζονταν τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα ἀπὸ ποικιλώνυμες ἐξουσίες. Κανεὶς δὲν ἀρνεῖται τὴν ἀξία τῆς κοινωνικῆς ἐλευθερίας καὶ τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὰ καθήκοντα, καὶ μάλιστα σὲ περιόδους ποὺ καταπιέζονται οἱ πολίτες. Τὸ πρόβλημα ὅμως εἶναι ὅταν σύγχρονοι θεολόγοι ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὰ ρεύματα αὐτὰ καὶ προσπαθοῦν νὰ δοῦν τὸ πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου μέσα ἀπὸ τὴν προοπτική τῆς ἐλεύθερης βούλησης καὶ κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀλλοιώνεται ἢ ὑπονομεύεται ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία περὶ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου.

 2. Ἡ θέληση στὴν ὀρθόδοξη θεολογία

.              Τὸ θέμα τῆς βούλησης-θέλησης ἐτέθη ἐπανειλημμένως στὶς θεολογικὲς συζητήσεις ἀπὸ τὸν 4ο αἰώνα καὶ μετά, ὅταν τὸ ρεῦμα τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας εἰσῆλθε μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε οἱ Πατέρες προσπάθησαν νὰ ἀντικρούσουν τοὺς αἱρετικοὺς ποὺ χρησιμοποιοῦσαν τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία, γιὰ νὰ κατανοήσουν τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τὸ δόγμα τῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων στὸν Χριστό.
.              Κυρίως ὅμως δυὸ φορὲς ἔγινε σοβαρὴ συζήτηση καὶ ἐλήφθησαν ἀποφάσεις. Τὴν πρώτη φορὰ ἦταν κατὰ τὸν 4ο αἰώνα καί, βεβαίως, ἀπεφάνθη ἡ Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Τότε συζητήθηκε τὸ θέμα ἐὰν ὁ Πατὴρ ἐγέννησε τὸν Λόγο ἀπὸ τὴν οὐσία Του, ὁπότε εἶναι ὁμοούσιος καὶ ἄκτιστος, ἢ ἐὰν ὁ Λόγος δημιουργήθηκε ἀπὸ τὴν βούληση τοῦ Πατρός, ὅπως ὅλη ἡ κτίση, ὅποτε ἦταν κτίσμα.
.              Ὁ ὅρος τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶναι σαφής: «Καὶ εἰς ἕναν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, γεννηθέντα ἐκ τοῦ Πατρὸς μονογενῆ, τουτέστιν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός». Αὐτὸ στρεφόταν ἐναντίον τῶν Ἀρειανῶν, ποὺ ὑποστήριζαν ὅτι ὁ Χριστὸς «οὐκ ἐστιν ἴδιος τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός», ἀλλὰ εἶναι κτίσμα καὶ δημιουργήθηκε ἐν χρόνῳ «ἀλλότριος δὲ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρὸς καὶ τρεπτὸς καὶ ἀλλοιωτὸς τὴν φύσιν».
.              Στὶς ἀποφάσεις τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς προσθῆκες στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἔγινε ἀλλαγὴ ὁρολογίας (ἐπειδὴ διακρίθηκε ἡ ὑπόσταση ἀπὸ τὴν οὐσία), δὲν ἔγινε ὅμως ἀλλαγὴ θεολογίας.  Στὸ τελικὸ κείμενο δὲν ὑπάρχει τὸ «τουτέστιν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός», ἀλλὰ σαφέστατα ὑπονοεῖται, ἄλλωστε ὑπάρχει ἡ λέξη «ὁμοούσιος», καὶ ὁπωσδήποτε οἱ Πατέρες διδάσκουν ὅτι ὁ Υἱὸς γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα ἐκ τῆς οὐσίας Του καὶ δὲν εἶναι δημιούργημα τῆς βουλήσεώς Του. Ὁ Πατὴρ εἶναι αἴτιος τῆς γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ κατὰ τὴν εὔστοχη φράση τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη: «ὁ Πατὴρ κοινωνεῖ τὴν οὐσία Του στὸν Υἱὸ διὰ τῆς γεννήσεως καὶ στὸ Ἅγιον Πνεῦμα διὰ τῆς ἐκπορεύσεως».

.              Τὴν δεύτερη φορὰ ποὺ ἔγινε συζήτηση γιὰ τὴν θέληση ἦταν τὸν 7ο αἰώνα καὶ μάλιστα στὴν Χριστολογία. Οἱ Μονοθελῆτες ἔλεγαν ὅτι στὸν Χριστὸ ὑπάρχει μία θέληση. Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητὴς δίδασκαν ὅτι ἡ θέληση καὶ ἡ ἐνέργεια εἶναι γνωρίσματα τῆς φύσεως, καὶ ἐφ᾽ ὅσον ὁ Χριστὸς ἔχει δύο φύσεις, ἔχει καὶ δύο θελήσεις, τὴν θεία καὶ τὴν ἀνθρωπίνη. Ἔτσι, κάθε φύση στὸν Χριστὸ ἤθελε καὶ ἐνεργοῦσε τὰ δικά της, ἀλλὰ σὲ κοινωνία μὲ τὴν ἄλλη, ἑνωμένες στὸ ἕνα πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου.
.              Ὁ ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητὴς ἀναπτύσσοντας τὸ θέμα τῶν δύο θελήσεων στὸν Χριστὸ θὰ πῆ ὅτι τὸ θέλημα θὰ εἶναι ἢ φυσικὸ ἢ ὑποστατικὸ ἢ παρὰ φύσιν. Ἂν τὸ θέλημα χαρακτηριστῆ ὑποστατικό, τότε ὁ Χριστὸς θὰ παρουσιασθῆ «ἐτερόβουλος» ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἀφοῦ τὸ ὑποστατικὸ θέλημα θὰ εἶναι γνώρισμα μόνον τῆς ὑπόστασης. Ἂν τὸ θέλημα τὸ χαρακτηρίσουν παρὰ φύσιν, τότε δογματίζουν τὴν ἔκπτωση τῶν οὐσιῶν, ἀφοῦ τὰ παρὰ φύσιν εἶναι φθαρτικὰ τῶν κατὰ φύσιν. Ἑπομένως, τὸ θέλημα εἶναι φυσικό, δηλαδὴ εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς φύσεως, καὶ ὄχι ὑποστατικό, δηλαδὴ δὲν εἶναι χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς ὑπόστασης.
.              Πάνω στὸ θέμα αὐτὸ ἀποφάνθηκε ἡ ϛ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἡ ὁποία μεταξὺ τῶν ἄλλων, δογμάτισε:  «Καὶ δύο φυσικὰς θελήσεις, ἤτοι θελήματα ἐν αὐτῷ, καὶ δύο φυσικὰς ἐνεργείας ἀδιαιρέτως, ἀτρέπτως, ἀμερίστως, ἀσυγχύτως κατὰ τὴν τῶν ἁγίων Πατέρων διδασκαλίαν ὡσαύτως κηρύττομεν.  Καὶ δύο μὲν φυσικὰ θελήματα οὐχ ὑπεναντία, μὴ γένοιτο, καθὼς οἱ ἀσεβεῖς ἔφησαν αἱρετικοί, ἀλλ᾽ ἑπόμενον τὸ ἀνθρώπινον αὐτοῦ θέλημα, καὶ μὴ ἀντιπῖπτον, ἢ ἀντιπαλαῖον, μᾶλλον μὲν οὖν καὶ ὑποτασσόμενον τῷ θείῳ αὐτοῦ καὶ πανσθενεῖ θελήματι…».  Ὁ Χριστὸς ἔχει δύο φυσικὰ θελήματα στὸ ἕνα πρόσωπό Του, τὰ ὁποῖα φυσικὰ θελήματα δὲν ἀντιπαλαίουν μεταξύ τους. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τ θέλημα δν εναι γνώρισμα το προσώπου, γιατί τότε Χριστς θ εχε να θέλημα, λλ εναι διότητα τς φύσεως.
.              Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀποδέχονται πλήρως τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ γι᾽ αὐτὸ κάνουν τὴν διάκριση μεταξὺ θελήσεως-βουλήσεως ποὺ συνδέεται μὲ τὴν φύση, καὶ τῆς προαιρέσεως, ποὺ κάνει τὴν ἐπιλογὴ στοὺς ἀνθρώπους. Δηλαδή, στος Πατέρες θέληση-βούληση δν εναι ἡ λευθερία, πως τν ρίζουν ο σύγχρονοι φιλόσοφοι κα φιλοσοφοντες θεολόγοι.
.              Γιὰ νὰ μὴ γίνη καμμία σύγχυση καὶ παρεξήγηση στὰ ὅσα θὰ λεχθοῦν στὴν συνέχεια, πρέπει νὰ σημειωθῆ ὅτι, σύμφωνα μὲ τὴν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, δὲν ὑπάρχει ὑπόσταση χωρὶς οὐσία, οὔτε οὐσία χωρὶς ὑπόσταση, ἀλλὰ ἡ ὑπόσταση-πρόσωπο ὁρίζεται ὡς οὐσία μὲ τὰ ἰδιώματα. Ἔτσι, ἡ ἐνέργεια εἶναι οὐσιώδης κίνηση τῆς φύσης, ἀλλὰ ὁ ἐνεργῶν εἶναι τὸ πρόσωπο. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἀποφαίνεται: «ἄλλο ἐστὶν ἐνέργεια καὶ ἄλλο ἐνεργητικὸν καὶ ἄλλο ἐνέργημα καὶ ἄλλο ἐνεργῶν». Ἐνέργεια εἶναι «ἡ δραστικὴ καὶ οὐσιώδης τῆς φύσεως κίνησις». Ἐνεργητικὸ εἶναι «ἡ φύσις ἐξ ἧς ἡ ἐνέργεια πρόεισιν». Ἐνέργημα εἶναι «τὸ τῆς ἐνεργείας ἀποτέλεσμα». Καὶ ἐνεργῶν εἶναι «ὁ κεχρημένος τῇ ἐνεργείᾳ ἤτοι ἡ ὑπόστασις».
.              Ἐπίσης, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς δίνει τοὺς ὁρισμοὺς γιὰ τὴν θέληση, τὴν βούληση, τὸ θελητό, τὸ θελητικὸ καὶ τὸν θέλοντα. Θέληση εἶναι «ἡ ἁπλὴ δύναμις τοῦ θέλειν». Βούληση εἶναι «ἡ περί τι θέλησις», δηλαδὴ ἡ θέληση γιὰ κάτι. Θελητὸ εἶναι «τὸ ὑποκείμενον τῇ θελήσει πράγμα». Χρησιμοποιεῖ ἕνα παράδειγμα γιὰ νὰ δείξη τὴν διαφορά. Ἡ ἁπλὴ ὄρεξη γιὰ βρώση εἶναι ἡ θέληση, ἡ ὄρεξη πρὸς βρώση εἶναι ἡ βούληση, ἡ τροφὴ εἶναι τὸ θελητό. Ἀκόμη, θελητικὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔχει τὴν θελητικὴ δύναμη, ὅπως ὁ ἄνθρωπος. Καὶ θέλων εἶναι «ὁ κεχρημένος τῇ θελήσει».
.              Ἔχοντας ὑπ᾽ ὄψιν τὶς βασικὲς θεολογικὲς αὐτὲς ἀρχές, γνωρίζουμε ὅτι ἡ θέληση εἶναι ὄρεξη τῆς μιᾶς ἑνιαίας φύσεως καὶ κοινὴ στὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλὰ θέλων εναι κα τ τρία πρόσωπα τς γίας Τριάδος. Ἔτσι, ὁ θέλων εἶναι ὁ Τριαδικὸς Θεός, ἡ θέληση ἀνάγεται στὴν φύση, ὅμως ἡ θεία φύση εἶναι ἀδιανόητη χωρὶς τὶς ὑποστάσεις καὶ τὸ ἀντίστροφο.  Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ αἰτιότητα τοῦ Πατρός, ὅτι αὐτὸς εἶναι αἴτιος τῆς ὑπάρξεως τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν θέληση, ἡ ὁποία εἶναι κοινὴ στὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀφοῦ κοινὴ εἶναι ἡ φύση καὶ ἡ ἐνέργεια.
.              Ἐπίσης, στὸν ἄνθρωπο ὑπάρχει ἡ βούληση τῆς φύσης καὶ ἡ προαίρεση «ἤγουν ἐπιλογὴ» ἀνάμεσα σὲ δύο διαφορετικὰ πράγματα. Ἔτσι, ὑφίσταται διαφορὰ μεταξὺ βούλησης καὶ προαίρεσης στὸν ἄνθρωπο. Ὅμως, στὸν Θεὸ «βούλησιν μὲν λέγομεν, προαίρεσιν δὲ κυρίως οὐ λέγομεν· οὐ γὰρ βουλεύεται ὁ Θεός».
.              Οὔτε ἀκόμη μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ εἶχε βουλὴ ἢ προαίρεση, γιατί δὲν εἶχε ἄγνοια καὶ γνωμικὸ θέλημα, λόγῳ τῆς ἑνώσεως τῆς ἀνθρώπινης μὲ τὴν θεία φύση στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου.  Ἔτσι, ἡ ἁγία ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ δὲν ἦταν ἐναντίον τοῦ θείου θελήματος οὔτε παρὰ τὸ θεῖον θέλημα.

 3. Ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ
γιὰ τὴν ἐλευθερία, τὴν θέληση καὶ τὴν προαίρεση

.              Ἀναλύοντας τὸ θέμα τῆς ἐλευθερίας τῆς θέλησης καὶ τῆς προαίρεσης, θὰ περιορισθῶ στὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, ὁ ὁποῖος ἰδιαιτέρως κωδικοποίησε τὴν θεολογία τοῦ σοβαροῦ αὐτοῦ θέματος.
.              Κατ᾽ ἀρχὰς ὁ ἅγιος Μάξιμος δὲν κάνει ἰδιαίτερο λόγο γιὰ τὴν ἐλευθερία μὲ τὴν ἔννοια ποὺ τὴν ἐκλαμβάνουν οἱ φιλοσοφοῦντες θεολόγοι. Στὰ σχόλιά του στὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου «περὶ θείων ὀνομάτων» κάνει λόγο γιὰ τὸν σκοπὸ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ γράφει: «ἁμαρτίαν γὰρ πάντῃ ἁγνοήσας, κατηξίωσεν ὑπὲρ ἠμῶν, μὴ ἐκστὰς τῶν οἰκείων, ἀναμαρτήτως ἁμαρτία διὰ τῆς δι᾽ ἑαυτοῦ ἡμῶν υἱοθεσίας εἰς τὴν ἀρχαίαν ἐπαναγάγῃ ἐλευθερίαν». Εἶναι προφανὲς ὅτι οἱ Πατέρες δὲν ἀναφέρονται στὴν «ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν θεότητά Του», μὲ τὴν «δυνατότητά Του νὰ ἐνανθρωπίζει», ἀφοῦ ὁ Χριστός, γενόμενος ἄνθρωπος, δὲν ἐξίσταται τῆς θείας φύσεώς Του, «τῶν οἰκείων». Δηλαδὴ οἱ ἅγιοι Πατέρες δὲν προσδιορίζουν τὴν ἐλευθερία ὡς δυνατότητα ἐκστάσεως ἀπὸ τὴν θεία φύση, ἀλλὰ κάνουν λόγο γιὰ τὴν ἐπάνοδο τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀρχαία ἐλευθερία, ποὺ εἶναι ἡ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό.
.              Καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς διδασκαλίας του ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς κάνει λόγο γιὰ τὴν ἐλευθερία ὄχι ὡς δικαίωμα ἢ δυνατότητα ἐπιλογῆς, ἀλλὰ ὡς ἀναμαρτησία, ὡς ἐλευθερία ἀπὸ τὰ πάθη.
.              Ἀναφερόμενος στὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ γράφει: «τῇ μὲν γενέσει φυσικῶς εἰς ταὐτὸν τῷ ἀνθρώπῳ κατὰ τὴν ζωτικὴν ἀγόμενος ἔμπνευσιν, ἐξ ἧς τὸ κατ᾿ εἰκόνα λαβὼν ὡς ἄνθρωπος ἄπρατον διέμεινεν ἔχων τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀναμαρτησίας καί ἄχραντον». Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀνθρώπου ἦταν ἐλεύθερη, ἀπαθής, αὐτοπροαίρετη καὶ ἁγνή. Ἀκόμη, συνδέει τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ «ἀνείδεον κάλλος».  Ὅμως, σὲ ἄλλο σημεῖο ὁμιλεῖ γιὰ τὸ ὅτι δοῦλος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐπιλέγει τὰ πάθη, ἐνῶ ἀντίθετα ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν ἀρετὴ εἶναι «ψυχῆς ἐλευθερία».
.              Ἔπειτα, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ἐνῶ δὲν κάνει λόγο γιὰ ἐλευθερία, ἀλλὰ ὁμιλεῖ γιὰ προαίρεση, ὅμως θεωρεῖ ὅτι ἡ προαίρεση δὲν εἶναι θέληση-βούληση, ἡ ὁποία εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως, ἀλλὰ εἶναι ὄρεξη διασκεπτικὴ γιὰ ὅσα ἐξαρτῶνται ἀπὸ μᾶς, δηλαδὴ ἡ προαίρεση εἶναι ἕνα κράμα, ἀπὸ ὄρεξη, βουλὴ καὶ κρίση. Γράφει: «τὴν προαίρεσιν ὄρεξιν βουλευτικὴν τῶν ἐφ᾽ ἡμῖν. Οὐκ ἔστι οὖν προαίρεσις ἡ θέλησις», «ἡ προαίρεσις ὀρέξεως καὶ βουλῆς καὶ κρίσεως σύνοδος» «οὐκ ἔστιν οὖν θέλησις ἡ προαίρεσις». Ἐπίσης, κάνει λόγο γιὰ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς μὲ τὴν θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀμέσως μὲ τὴν πρόσληψή της, ὁδήγησε τὴν προαίρεση σὲ ἀτρεψία, πράγμα τὸ ὁποῖο τὸ ζοῦν ἐν Χριστῷ καὶ οἱ ἅγιοι.
.              Ἑπομένως, στὴν πατερικὴ διδασκαλία, ἀπ᾽ ὅ,τι γνωρίζω, δὲν ἀνευρίσκεται ἡ ἔκφραση «ἐλευθερία τῆς βούλησης» ἢ «ἐλεύθερη βούληση τοῦ προσώπου», ἀφοῦ ἡ βούληση εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως, ἐνῶ ἡ προαίρεση συνδέεται μὲ τὸ πρόσωπο-ὑπόσταση, καὶ αὐτὸ ἐξηγεῖται μὲ διαφορετικὸ τρόπο ἀπὸ ὅ,τι στὴν σύγχρονη φιλοσοφία. Καὶ ὁπωσδήποτε ἡ πατερικὴ διδασκαλία περὶ ἐλευθερίας καὶ προαιρέσεως δὲν μπορεῖ νὰ συνδυασθῆ μὲ τὴν ἐλευθερία, ὅπως τὴν χαρακτηρίζει ἡ σύγχρονη φιλοσοφία καὶ ἡ σύγχρονη φιλοσοφοῦσα θεολογία.
.            Θὰ πρέπει νὰ δοῦμε μὲ συντομία ὅλα αὐτὰ στὴν Τριαδολογία, τὴν Χριστολογία καὶ τὴν ἀνθρωπολογία, κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, ποὺ ἔκανε μεγάλο ἀγώνα γιὰ τὰ θέματα αὐτά.

 .              Εἰσαγωγικὰ πρέπει νὰ σημειωθῆ ὅτι ὑπάρχουν πολλὰ χωρία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται στὶς σχέσεις μεταξὺ ὑποστάσεως, φύσεως καὶ ἐνεργείας, ὅμως ἐδῶ θὰ γίνη ἁπλῶς μία νύξη.
.              Ὁ Θεοδόσιος, Ἐπίσκοπος Καισαρείας τῆς Βιθυνίας, μεταξὺ ἄλλων, ὑποστήριζε ὅτι πρέπει νὰ λέμε «μίαν ἐνέργειαν τοῦ Χριστοῦ ὑποστατικήν», δηλαδὴ συνέδεε τὴν ἐνέργεια μὲ τὴν ὑπόσταση. Ὅμως, ὁ ἅγιος Μάξιμος ἀπάντησε ὅτι μία τέτοια ἄποψη «μόνων γὰρ αἱρετικῶν πολυθεούντων ἐστιν». Ἡ ἐνέργεια εἶναι φυσικὴ καὶ ὄχι ὑποστατική.
.              Ὅταν κανεὶς ἀπονέμη ὑποστατικὲς ἐνέργειες στὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τότε ἡ μακαρία θεότητα θὰ ἔχη τέσσερεις ἐνέργειες, δηλαδὴ τρεῖς ἐνέργειες ποὺ χωρίζουν τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ μία φυσικὴ ἐνέργεια ποὺ δηλώνει τὴν κατὰ φύση κοινότητα τῶν τριῶν ὑποστάσεων. Ὅποιος ὑποστηρίζει μία τέτοια ἄποψη νοσεῖ τὴν νόσο τῆς τετραθεΐας. Ὅμως, κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο οἱ Πατέρες διδάσκουν: «φυσικὴν γάρ, ἀλλ᾽ οὐχ ὑποστατικὴν πᾶσαν εἶναι ἐνέργειαν». Ἐννοεῖται ὅτι κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἀναφερόμαστε στὴν φυσικὴ καὶ ὄχι ὑποστατικὴ θέληση.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , ,

Σχολιάστε

ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ “ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ” ΜΗΤΡ. ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ “ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ” ΜΗΤΡ. ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

Περγάμου Ἰωάννης πρὸς Ναυπάκτου Ἱερόθεον:
«Ἡ ὁμολογία ἑνὸς σφάλματος εἶναι πάντοτε δύσκολη».

.            Μὲ ἐπιστολή μου τῆς 17ης Σεπτεμβρίου ἐ.ἔ. πρὸς τὸν Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἰερόθεον διαμαρτυρήθηκα ἐντόνως, γιατί διέστρεψε δημοσιευμένα κείμενά μου δίνοντας τὴν ἐντύπωση ὅτι ὑπάρχει κακοδοξία στὶς θέσεις, ποὺ ἐκφράζω στὶς Πανεπιστημιακὲς Παραδόσεις μου στὸ μάθημα τῆς Δογματικῆς. Τοῦ ἐδήλωσα ὅτι μὲ τὴν παραποίηση αὐτὴ τῶν κειμένων μου, διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἀποσιωπητικῶν, μὲ ἐμφανίζει, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ὅτι ἀσπάζομαι κακοδοξία, τὴν ὁποία ρητῶς καταδικάζω στὸ ἐν λόγῳ ἔργο μου. Μὲ πόνο ψυχῆς γιὰ τὴν ἐνέργειά του αὐτὴ τοῦ ἀπηύθυνα τὸ ἐρώτημα: γιατί τὸ ἔκανε; Ἐκ παραδρομῆς –ὁπότε θὰ ἀρκοῦσε μία ἔκφραση λύπης ἐκ μέρους του– ἢ ἐσκεμμένα –πράγμα δύσκολο νὰ τὸ διανοηθῶ;
.             Στὸ γράμμα μου αὐτὸ ὁ Σεβασμιώτατος ἔσπευσε νὰ ἀπαντήσει ταχύτατα, μὲ δικό του γράμμα τῆς 21ης Σεπτεμβρίου, ἀπέφυγεν ὅμως νὰ δώσει ἀπάντηση στὸ πιὸ πάνω κρίσιμο ἐρώτημά μου. Μὲ μία βιαστικὴ ἀναφορὰ σχεδὸν ὡς «ἐν παρόδῳ» δηλώνει ὅτι δὲν εἶχε τὴν πρόθεση νὰ παραποιήσει τὰ κείμενά μου (σὰν νὰ ἔχει σημασία ἡ πρόθεση καὶ ὄχι ἡ πράξη – ἄλλωστε τὰ κείμενα ὁμιλοῦν ἀπὸ μόνα τους), σπεύδει ὅμως νὰ συγκαλύψει τὸ πρόβλημα ἀναφερόμενος σὲ εὐρύτερες διαφωνίες του μαζί μου: ἡ παραποίηση αὐτὴ δὲν ἔχει σημασία, ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως ἡ διαφωνία μας ἐπεκτείνεται καὶ σὲ ἄλλα θέματα (π.χ. στὸ θέμα τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου)! Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς ἀπαντήσεώς του.
.             Κατανοῶ ἀπόλυτα τὴν θέση τοῦ ἁγίου ἀδελφοῦ: ἡ ὁμολογία ἑνὸς σφάλματος εἶναι πάντοτε δύσκολη· δὲν εἶναι εὔκολη ὑπόθεση. Πρόθεσή μου, εἰλικρινά, δὲν ἦταν, οὔτε εἶναι, νὰ δυσχεράνω τὴν θέση τοῦ Σεβασμιωτάτου. Ἐκπλήσσομαι ὅμως, εἰλικρινά, ἀπὸ τὴν ἔλλειψη κάθε εὐαισθησίας ἐκ μέρους του. Ἐκτός, ἀπὸ τὸ δημοσίευμά του στὸν τόμο τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς (ὁ ὁποῖος καί, ἀκούω, μεταφράζεται στὴν ἀγγλική!) πληροφοροῦμαι ὅτι τὴν παραποιημένη ἀναφορά του στὸ κείμενό μου τὴν ἀνήρτησε καὶ στὸ διαδίκτυο, ὅπου καί, κατὰ τὴν ἱστοσελίδα, διαβάστηκε περισσότερες ἀπὸ 16.000 φορές! Ἂν ἐξαιρέσουμε τοὺς σοβαροὺς καὶ εἰδικοὺς γνῶστες τοῦ θέματος, οἱ ὁποῖοι καὶ διέγνωσαν ἀμέσως ὅτι πρόκειται γιὰ πλαστογράφηση τῆς πραγματικότητος, χιλιάδες ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχουν πρόσβαση στὰ κείμενά μου καὶ τώρα καὶ στὸ μέλλον θὰ θεωροῦν γνήσιο τὸ παραποιημένο κείμενό μου. Καὶ αὐτὸ δὲν φαίνεται νὰ σημαίνει τίποτε γιὰ τὸν ἅγιο ἀδελφό, ὁ ὁποῖος θὰ κοιμᾶται μὲ ἥσυχη τὴν συνείδησή του!
.             Ἐφ’ ὅσον ὁ ἅγιος Ναυπάκτου θέλει γιὰ εὐνοήτους λόγους νὰ παρακάμψει τὸ θέμα αὐτὸ καί, προφανῶς, δὲν προτίθεται νὰ διορθώσει τὸ λάθος του (ἀφοῦ δὲν τὸ ἀναγνωρίζει καὶ δὲν λυπεῖται γι’ αὐτὸ) κανονικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ σταματήσει ἐδῶ ἡ συνομιλία μας. Ἐπειδὴ ὑποσχέθηκα ὅμως ὅτι θὰ ἀπαντήσω καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν ἰσχυρισμῶν του, στοὺς ὁποίους καὶ ἐπανέρχεται στὴν ἀπαντητικὴ ἐπιστολή του, ἐλπίζω σύντομα νὰ τὸ πράξω δίνοντας τέλος σὲ μία, δυστυχῶς, ἀδιέξοδη ὑπόθεση.
.             Ὡς πρὸς τὸ ἐρώτημα τοῦ Ἁγίου Ναυπάκτου, γιατί συνέδεσα τὸ ὅλον θέμα μὲ ἐκεῖνο τῆς πολεμικῆς ποὺ ἀσκεῖται κατὰ τῶν θεολογικῶν διαλόγων, τοῦ ὑπενθυμίζω ὅτι τὸ παραποιημένο κείμενό μου βρίσκεται σὲ ὁμιλία του ποὺ χειροκροτήθηκε ἀπὸ σύναξη, κατὰ τὴν ὁποία ἀκούστηκαν τὰ μύρια ὅσα κατὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῶν θεολογικῶν διαλόγων του.
.             Τέλος, ὡς πρὸς τὴν ἐπιστολή του τῆς 7ης Ὀκτωβρίου 2009, ὅπως μαρτυρεῖ τὸ περιεχόμενό της, δὲν ἀπήντησα, διότι ἀναφέρεται σὲ θέματα ἐσωτερικῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στὰ ὁποῖα δὲν εἶχα κανένα δικαίωμα νὰ ἀναμειχθῶ. Εἶμαι πάντως ὑποχρεωμένος γιὰ λόγους δικαιοσύνης πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου νὰ δηλώσω ὅτι τὸ θέμα τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου μὲ τὴν Ρώμη τὸ ἔφερε ὄντως στὴν Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο, καὶ ἡ σχετικὴ ἀπόφαση ἦταν συνοδική.

 Ἀθήνα, 27 Σεπτεμβρίου 2012

 ΠΗΓΗ: Amen.gr

 Ναυπάκτου Ἱερόθεος πρὸς Περγάμου Ἰωάννην:
«Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν “παπίζουμε”»

.             Ἔλαβα γνώση ἀπὸ τὸ διαδίκτυο τῆς ἀπὸ 27-9-2012 δήλωσης τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννη, ὕστερα ἀπὸ δική μου ἀπάντηση σὲ ἐπιστολή του, ἡ ὁποία προηγήθηκε.
.             Λυπᾶμαι ποὺ ἐξαναγκάζομαι νὰ ἀκολουθήσω τὸν δικό του τρόπο καὶ νὰ ἀπαντήσω στὴν ἀσυνήθιστη τακτικὴ τοῦ Σεβασμιωτάτου καὶ στὸν ἀσυνήθιστο τρόπο ποὺ ἐνεργεῖ στὴν παροῦσα περίπτωση, καὶ μάλιστα ὅταν δὲν ἔχη ἀπαντήσει μέχρι τώρα στὶς ἀρνητικὲς κριτικὲς ποὺ ἔχουν ἐξασκήσει ἀκαδημαϊκοὶ διδάσκαλοι καὶ συνάδελφοί του γιὰ θέσεις ποὺ κατὰ καιροὺς ὑποστηρίζει.
.             Θὰ ὑπογραμμίσω τέσσερα συγκεκριμένα σημεῖα ποὺ ἐκεῖνος θέτει μὲ τὴν δήλωσή του.

 1. Ἡ βούληση εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι τοῦ προσώπου

.             Στὴν γνωστὴ εἰσήγησή μου σὲ Συνέδριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς ἀσχολοῦμαι μὲ τὸ θέμα τῆς «ὀντολογίας τοῦ προσώπου» καὶ σημειώνω ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ συνιστᾶ μία «μεταπατερικὴ θεολογία».
.             Στὴν συγκεκριμένη δὲ παράγραφο ἐντόπιζα τὴν κακόδοξη ἄποψη ὅτι «ἡ δῆθεν ἐλευθερία τοῦ προσώπου ἔχει ἀξία, διότι ὑπερβαίνει τὴν ἀναγκαιότητα τῆς φύσης, ὅτι ἡ φύση συνδέεται μὲ τὴν ἀνάγκη καὶ ἡ βούληση μὲ τὸ πρόσωπο». Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ παρέθεσα δύο φράσεις τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννη γιὰ τὴν ἄποψή του περὶ τοῦ «ἐλευθέρου θελήματος τοῦ Πατρὸς» καὶ γιὰ «τὴν ἔννοια τῆς βουλήσεως».
.             Τὶς καταγράφω: «Τὸ ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρὸς εἶναι αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο πηγάζει ἡ τριαδικὴ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ, ὑποστασιάζεται ἡ οὐσία σὲ τριαδικὸ Θεό… Ἡ ἔννοια τῆς βουλήσεως ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἔννοια τῆς ἐπιλογῆς».
.             Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης μὲ ἐπιστολή του ἐκφράζει «τὴν κατάπληξή» του γιατί ἔγινε παραποίηση τοῦ κειμένου του. Ὅμως, τὰ ὅσα ἔγραψα στὴν προηγούμενη ἐπιστολή μου πρὸς τὸν Σεβασμιώτατο Περγάμου ἰσχύουν ἀπολύτως καὶ τὰ ἐπαναλαμβάνω γιὰ μία ἀκόμη φορὰ γιὰ νὰ γίνουν κατανοητά: «Τὴν φράση ποὺ ἐπισημαίνετε (ἔγραφα στὸν Σεβασμιώτατο Περγάμου) “ἡ ἔννοια τῆς βουλήσεως ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἔννοια τῆς ἐπιλογῆς” τὴν ἀποδίδετε στοὺς ἀνθρώπους, δηλαδὴ στὴν δυνατότητα ἐπιλογῆς ποὺ γίνεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.  Ὅμως, στὸ συγκεκριμένο κείμενό μου μὲ ἐνδιέφερε πολὺ καὶ τὸ τονίζω ἐμφαντικά, ὅτι ἡ θέληση-βούληση τόσο στὸν Θεὸ ὅσο καὶ στὸν ἄνθρωπο συνδέεται μὲ τὴν φύση, εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι τοῦ προσώπου, ἐνῶ ἡ προαίρεση, δηλαδὴ ἡ ἐπιλογὴ –ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει στὸν Θεό, ἀλλὰ μόνον στοὺς ἀνθρώπους– ἀνήκει στὴν ὑπόσταση-πρόσωπο. Αὐτὸ εἶναι τὸ καίριας σημασίας θέμα, ὅτι καὶ στοὺς ἀνθρώπους ἡ βούληση δὲν εἶναι ἐπιλογή, ἀλλὰ ὄρεξη τῆς φύσεώς τους. Ἡ ἐπιλογὴ συνδέεται μὲ τὴν προαίρεση».
.             Μὲ αὐτὴν τὴν ἐπισήμανση δὲν ἔκανα κάποια ὑπεκφυγή, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ Σεβασμιώτατος στὴν δήλωσή του, ἀλλὰ ὑπογράμμιζα ὅτι δὲν μποροῦμε ἀπὸ ὀρθοδόξου ἀπόψεως νὰ κάνουμε λόγο γιὰ τὸ «ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρός», οὔτε γιὰ τὸ ὅτι «ἡ ἔννοια τῆς βουλήσεως ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἔννοια τῆς ἐπιλογῆς» στὸν Θεὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ οἱ δύο αὐτὲς φράσεις εἶναι ἄστοχες ἀπὸ ὀρθοδόξου πλευρᾶς, ὅπως φαίνεται στὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, καὶ ἔχω ἀναλύσει σὲ ἕνα προηγούμενο κείμενό μου. Ἡ βούληση τόσο στὸν Θεὸ ὅσο καὶ στὸν ἄνθρωπο εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι τοῦ προσώπου, ἐνῶ ἡ ἐπιλογὴ στὸν ἄνθρωπο εἶναι γνώρισμα τῆς προαιρέσεως καὶ ὄχι τῆς βουλήσεως. Αὐτὸ ἦταν τὸ βασικὸ θέμα ποὺ μὲ ἐνδιέφερε στὴν περίπτωση αὐτή. Σὲ αὐτὸ δὲν ἔγινε καμμία παραποίηση καὶ καταλαβαίνω καλὰ τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ἐνοχλήθηκε ὁ Σεβασμιώτατος Περγάμου καὶ ἔχασε τὴν ψυχραιμία του.
.             Καὶ ἂν ἀκόμη ἔθετα τὶς δύο αὐτὲς φράσεις του ξεχωριστὰ –χωρὶς τὰ ἀποσιωπητικὰ– ἡ οὐσία τοῦ θέματος δὲν θὰ ἄλλαζε, ἀφοῦ ἡ βούληση-θέληση στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι ἐπιλογὴ τοῦ προσώπου. Μὴν προσπαθῆ ὁ Σεβασμιώτατος νὰ θέτη διλήμματα, γιὰ νὰ ξεφύγη ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ θέματος.
.             Ατ δν γινε οτε κ παραδρομς (μ τν ννοια τς προσεξίας) οτε σκεμμένως (μ τν ννοια τς σκόπιμης παραποίησης). θελα νὰ ναφερθ στν κακόδοξη διδασκαλία τι βούληση κάνει πιλογή.
.             Ἀκόμη, στὴν δήλωση τοῦ Σεβασμιωτάτου φαίνεται ἡ ἀντιφατικότητά του, διότι ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν ἀρνεῖται τὴν δική μου πρόθεση νὰ μὴ παραποιήσω κείμενό του –ὅταν ἔγραφα «δὲν εἶχα καμμία πρόθεση νὰ κάνω κάτι τέτοιο»– μὲ τὴν αἰτιολογία «σὰν νὰ ἔχη σημασία ἡ πρόθεση καὶ ὄχι ἡ πράξη», ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ ὁ ἴδιος στὴν ἑπομένη παράγραφο τῆς δήλωσής του ἀναφέρεται στὴν δική του πρόθεση: «πρόθεσή μου, εἰλικρινά, δὲν ἦταν, οὔτε εἶναι νὰ δυσχεράνω τὴν θέση τοῦ Σεβασμιωτάτου». Δν μπορ νὰ ξηγήσω ατν τν διπλ συμπεριφορς πρς τς «προθέσεις» μφοτέρων.
.             Ἑπομένως, γιὰ ὅσα ἀνέφερα μέχρι τώρα καὶ κυρίως γιὰ ὅσα θὰ ἀναφερθῶ στὴν συνέχεια μὲ σεβασμὸ παρακαλ τν Σεβασμιώτατο νὰ νακαλέση τ περ «παραποιήσεως τν θέσεών» του, γιατί εναι προσβλητικ γι τ πρόσωπό μου.

 2. Παρερμηνεία τοῦ χωρίου τοῦ Μ. Ἀθανασίου

.             Μελετώντας περισσότερο τὸ θέμα ποὺ θίγει ὁ Σεβασμιώτατος Περγάμου στὴν ἐπιστολή του καὶ στὴν ἐν συνεχείᾳ δήλωσή του φαίνεται μὲν ὅτι δὲν δέχεται τὴν αἱρετικὴ ἄποψη τῶν Ἀρειανῶν ὅτι ὁ Υἱὸς προῆλθε ἀπὸ τὴν βούληση-θέληση τοῦ Πατρὸς καὶ ἑπομένως εἶναι κτίσμα, μάλιστα δὲ ἐπισημαίνει ὅτι εἶναι «κακόδοξη ἀντίληψη» τὸ νὰ ἐκλαμβάνεται ὅτι «ἡ θέληση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπόφαση ἐπιλογῆς», ἀλλὰ θεωρῶ ὅτι παρερμηνεύει τὸ σχετικὸ χωρίο τοῦ Μ. Ἀθανασίου μὲ κάποιους σχολαστικοὺς ἑλιγμούς, γιὰ νὰ φθάση σὲ δύο συμπεράσματα ποὺ ἀποκλίνουν ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ παράδοση.
.             Τὸ πρῶτον εἶναι ὅτι «Τὸ ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρὸς εἶναι αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο πηγάζει ἡ τριαδικὴ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ, ὑποστασιάζεται ἡ οὐσία σὲ τριαδικὸ Θεό…». Καὶ τὸ δεύτερον εἶναι ὅτι παρουσιάζει τὸν Μ. Ἀθανάσιο νὰ θέλη «μία ἐλεύθερη βούληση, αἰώνια, ἀΐδια» τοῦ Πατρός, «ἡ ὁποία νὰ μὴν εἶναι βούληση ἐκλογῆς μεταξὺ δύο δυνατοτήτων», καὶ ὁμιλεῖ γιὰ τὴν «κακόδοξη ἀντίληψη ὅταν ἡ θέληση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπόφαση ἐπιλογῆς μεταξὺ δυνατοτήτων» καὶ γιὰ τὴν «εὐσεβῆ ἔννοια τῆς θελήσεως», ποὺ εἶναι «ἡ ὀρθόδοξη ἔννοια τῆς θελήσεως», σύμφωνα μὲ τὸ σχετικὸ χωρίο τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τὸ ὁποῖο παρερμηνεύει κατὰ τὴν γνώμη μου.
.             Ὁ καθηγητὴς Νίκος Ματσούκας στὴν Δογματική του ἐπισημαίνει αὐτὸ τὸ λάθος τοῦ Σεβασμιωτάτου Περγάμου. Γράφει ὅτι ὁ Μ. Ἀθανάσιος «ἐγκαινιάζει κατ᾽ ἀρχὴν» «καὶ ἀκολουθοῦν οἱ μετέπειτα ὀρθόδοξοι πατέρες» τὴν διάκριση τῆς «κατὰ φύσιν γεννήσεως» καὶ τῆς «κατὰ βούλησιν δημιουργίας». Αὐτὴν τὴν πατερικὴ θέση, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Νίκος Ματσούκας «φαίνεται νὰ ἀρνεῖται» κείμενο τοῦ Ἰωάννου Ζηζιούλα «προφανῶς ἀπὸ ἀστοχία ἢ κάποια παραδρομή». Στὴν συνέχεια παραθέτει τὸ σχετικὸ κείμενο τοῦ Σεβασμιωτάτου: «Ἀναλυτικώτερα αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Θεός, ὡς Πατὴρ καὶ ὄχι ὡς “οὐσία”, μὲ τὸ νὰ “εἶναι” διαρκῶς ἐπιβεβαιώνει τὴν ἐλευθέραν θέλησίν του νὰ ὑπάρχη, καὶ τὴν διαβεβαίωσιν αὐτὴν συνιστᾶ ἀκριβῶς ἡ Τριαδική Του ὕπαρξις: ὁ Πατὴρ ἀπὸ ἀγάπην –δηλαδὴ ἐλεύθερα– γεννᾶ τὸν Υἱὸν καὶ ἐκπορεύει τὸ Πνεῦμα. Ἂν ὑπάρχη Θεός, ὑπάρχει διότι ὑπάρχει ὁ Πατήρ, δηλαδὴ Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἀγάπην ἐλευθέραν γεννᾶ τὸν Υἱὸν καὶ ἐκπορεύει τὸ Πνεῦμα».
.             Καὶ στὴν συνέχεια σχολιάζει ὁ καθηγητὴς Νίκος Ματσούκας: «Ἀλλὰ τὸ “κατὰ φύσιν” δὲν ὑπόκειται στὴν ἐλευθερία τῆς θέλησης παρὰ μονάχα τὸ “κατὰ βούλησιν”.  Ὁ Ἄρειος σὲ τούτη ἀκριβῶς τὴν κακοδοξία εἶχε περιπέσει, τὴν ὁποία πολέμησε ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ἰσχυριζόταν ὅτι ὁ Λόγος εἶναι προϊὸν τῆς ἐλεύθερης βούλησης τοῦ Πατέρα, πράγμα ποὺ κατὰ τὸν Μ. Ἀθανάσιο ἰσχύει μονάχα γιὰ τὴ δημιουργία τῆς κτίσης.  Ἑπομένως ὁ Μ. Ἀθανάσιος κάνει διάκριση μεταξὺ ἀΐδιας καὶ οἰκονομικῆς Τριάδας, ἐνῶ ὁ Ἄρειος δὲν κάνει τούτη τὴ διάκριση. Κατὰ τὸν Ἄρειο εἶναι δυνατὴ ἡ διάκριση θείας οὐσίας καὶ θείας ἐνέγειας τοῦ Πατέρα, ἀλλὰ τὰ δύο ἄλλα πρόσωπα, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, δὲν κατατάσσονται στὴν οἰκογένεια τῆς ἄκτιστης καὶ ὁμοούσιας Τριάδας. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει, γιατί ὁ Λόγος, κατὰ τὸν Ἄρειο πάντοτε, προέρχεται ἀπὸ τὴν βουλητικὴ ἐνέργεια τοῦ Πατέρα, καὶ φυσικὰ ὄχι ἀπὸ μία “κατὰ φύσιν” σχέση τοῦ Πατέρα πρὸς τὸν Υἱό. Ὅπως θὰ δοῦμε ἀργότερα, οἱ ἐπιπτώσεις αὐτὲς εἶναι ἀλλοτριωτικὲς στὴν ἐμπειρία καὶ τὴ διδασκαλία τῆς ἀπολύτρωσης» (Ν. Α. Ματσούκα, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Β´: Ἔκθεση τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τὴ Δυτικὴ Χριστιανοσύνη, Φ.Θ.Β. 3, Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 96-97, ὑπ. 56).
.             Ἑπομένως, πρόκειται γιὰ παρερμηνεία ποὺ κάνει ὁ Σεβασμιώτατος Περγάμου τοῦ χωρίου τοῦ Μ. Ἀθανασίου, γιὰ νὰ φθάση στὴν ἐλευθερία τοῦ προσώπου τοῦ Πατρὸς καὶ στὴν διάκριση μεταξὺ τῶν δύο ἀντιλήψεων περὶ τῆς θελήσεως, ἡ μία «κακόδοξη ἀντίληψη» καὶ ἡ ἄλλη «ἡ εὐσεβὴς ἔννοια τῆς θελήσεως».
.             Ἂς δοῦμε ὅμως ἀναλυτικότερα πῶς ἔχει τὸ θέμα αὐτό, γιὰ νὰ διαπιστωθῆ ἡ παρερμηνεία τοῦ πατερικοῦ κειμένου ἢ «ἀπὸ ἀστοχία» ἢ ἀπὸ «κάποια παραδρομή», ὅπως ἐπισημαίνει μὲ ἀκαδημαϊκὴ εὐπρέπεια ὁ καθηγητὴς Νίκος Ματσούκας. Ἑτοιμάζω δὲ εἰδικὴ μελέτη, γιὰ νὰ ἐντοπίσω τὴν ἐσφαλμένη ἑρμηνευτικὴ μεθοδολογία του. Ἁπλῶς ἐδῶ θὰ κάνω μία εὐσύνοπτη παρουσίαση τοῦ θέματος.
.             Διαβάζοντας κανεὶς προσεκτικὰ τὸ σχετικὸ κείμενο τοῦ Μ. Ἀθανασίου, καθὼς ἐπίσης καὶ ὅσα προηγοῦνται καὶ ἕπονται αὐτοῦ, διαπιστώνει ὅτι ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἀντιμετώπισε τὸ δίλημμα ποὺ τοῦ ἔθεταν οἱ Ἀρειανοί, ἐὰν ὁ Υἱὸς γεννήθηκε ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ Πατρός, ποὺ γι᾽ αὐτοὺς ἦταν κατ᾽ ἀνάγκη, ἢ δημιουργήθηκε κατὰ τὴν βούληση τοῦ Πατρός, κάτι τὸ ὁποῖο πίστευαν οἱ ἴδιοι, καὶ εἶναι κτίσμα.
.             Ὁ Μ. Ἀθανάσιος μὲ ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα ἐξουδετέρωσε τὴν ἄποψη τῶν Ἀρειανῶν ὅτι ὁ Υἱὸς προῆλθε ἀπὸ τὴν βούληση τοῦ Πατρός, γιατί τότε θὰ ἦταν κτίσμα, καὶ ὑποστήριξε τὴν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρὸς γέννηση τοῦ Υἱοῦ. Μάλιστα δὲ τὸ κεντρικότερο σημεῖο τοῦ συγκεκριμένου χωρίου τοῦ Μ. Ἀθανασίου εἶναι ὅτι θεωρεῖ παράφρονα ἐκεῖνον ποὺ θέτει μεταξὺ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ βούληση καὶ σκέψη, καὶ γι᾽ αὐτὸ γράφει: «Μαίνοιτο γὰρ ἄν τις μεταξὺ τιθεὶς Πατρὸς καὶ Υἱοῦ βούλησιν καὶ σκέψιν. Καὶ γὰρ ἕτερόν ἐστι λέγειν, Βουλήσει γέγονεν, ἕτερον δὲ ὅτι Ἴδιον φύσει τὸν Υἱὸν αὐτοῦ ἀγαπᾶ καὶ θέλει αὐτόν».
.             Συγχρόνως ὁ Μ. Ἀθανάσιος ὑποστήριξε ὅτι τὸ κατ᾽ οὐσίαν δὲν εἶναι κατ᾽ ἀνάγκη, γι᾽ αὐτὸ γράφει: «ὥσπερ γὰρ τῆς ἰδίας ὑποστάσεώς ἐστι θελητὴς (ἐνν. ὁ Πατὴρ) οὕτω καὶ ὁ Υἱός, ἴδιος ὢν αὐτοῦ τῆς οὐσίας, οὐκ ἀθέλητος ἐστιν αὐτῷ». Τὸ «θελητὴς» χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Μ. Ἀθανάσιο γιὰ νὰ ἀπορρίψη τὸ «ἀθέλητος», τὸ «κατ᾽ ἀνάγκην» τῆς οὐσίας, τὸ ὁποῖο πρέσβευαν οἱ Ἀρειανοί, καὶ νὰ ἐκφράση ὅτι εἶναι θελητς τς οσίας Του καὶ ὄχι ἀθέλητος.
.             Ἡ λέξη «θελητὴς» δὲν ἑρμηνεύεται μὲ τὴν ἔννοια τῆς θελήσεως, τὴν ὁποία θέληση προηγουμένως ὁ Μ. Ἀθανάσιος εἶχε ἀπορρίψει γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Υἱοῦ, ἀλλὰ μ τν ννοια τοῦ πιθυμητς (θελητὸς=ἐπιθυμητός, κατὰ τὸ Liddel-Scott), ἀγαπητός.  Ἔτσι μετέφρασε τὸ χωρίο τοῦ Μ. Ἀθανασίου ὁ μεταφραστὴς στὶς «Πατερικὲς Ἐκδόσεις» (Μ. Ἀθανασίου, Ἔργα 3, Κατὰ Ἀρειανῶν Γ´, 66, ΕΠΕ, Εἰσαγ.-Κείμ.-Μετφρ.-Σχόλ. Σοφοκλέους Τοκατλίδη, “Γρηγόριος Παλαμᾶς”, Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 193) ποὺ μᾶλλον προσεγγίζει καλύτερα τὸ θέμα. Μεταφράζει: «Διότι ὅπως (ὁ Πατὴρ) ἐπιθυμεῖ τὴν ἰδικήν Του ὑπόστασιν, τοιουτοτρόπως καὶ ὁ Υἱός, ὁ ὁποῖος ἔχει κοινὴν πρὸς τὸν Πατέρα οὐσίαν, δὲν εἶναι ἀνεπιθύμητος εἰς αὐτόν». Αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία εἶναι ὀρθή, γιατί φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ Μ. Ἀθανάσιος συνδέει τὸ «θελητὴς» μὲ τὴν ἀγάπη, παραπέμποντας στὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «ὁ γὰρ πατὴρ φιλεῖ τὸν υἱὸν καὶ πάντα δείκνυσιν αὐτῷ ἃ αὐτὸς ποιεῖ» (Ἰω. ε´, 20). Καὶ ἐπισημαίνει: «Θελέσθω καὶ φιλείσθω τοίνυν ὁ Υἱὸς παρὰ τοῦ Πατρὸς καὶ οὕτω τὸ θέλειν καὶ τὸ μὴ ἀβούλητον τοῦ Θεοῦ τις εὐσεβῶς λογιζέσθω. Καὶ γὰρ ὁ Υἱὸς τῇ θελήσει ἢ θέλεται παρὰ τοῦ Πατρός, ταύτῃ καὶ αὐτὸς ἀγαπᾶ, καὶ θέλει, καὶ τιμᾶ τὸν Πατέρα καὶ ἕν ἐστι θέλημα τὸ ἐκ Πατρὸς ἐν Υἱῷ, ὡς καὶ ἐκ τούτου θεωρεῖται τὸν Υἱὸν ἐν τῷ Πατρί, καὶ τὸν Πατέρα ἐν τῷ Υἱῷ».
.             Φαίνεται σαφέστατα ὅτι στὸ χωρίο αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ τὴν κοινὴ φυσικὴ ἐνέργεια τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀφοῦ τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔχουν κοινὴ φύση καὶ κοινὴ ἐνέργεια καὶ ὅ,τι θέλει ὁ Πατὴρ θέλει καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Δν φίσταται διαφορετικ θέληση στ Πρόσωπα τς γίας Τριάδος καί, βεβαίως, δν φίσταται διαφορετικὴ λευθερία τν Προσώπων.
.             Καὶ γιὰ νὰ μὴ νομισθῆ ὅτι αὐτὸ τὸ «θελητὴς» ἀναφέρεται στὸ «θέλημα τοῦ Πατρὸς» μὲ τὸ ὁποῖο δῆθεν ἦλθε στὴν ὕπαρξη ὁ Υἱός, ὁ Μ. Ἀθανάσιος συμπεραίνει: «Οὐκοῦν μὴ λεγέσθω θελήματος δημιούργημα ὁ Υἱός, μηδὲ τὰ Οὐαλεντίνου ἐπεισαγέσθω τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀλλὰ βουλὴ ζῶσα, καὶ ἀληθῶς φύσει γέννημα, ὡς τοῦ φωτὸς τὸ ἀπαύγασμα». Ὅπως τὸ ἀπαύγασμα (ἡ λάμψη) «φύσει αὐτοῦ (τοῦ φωτὸς) γέννημα θελόμενον παρὰ τοῦ φωτὸς καὶ γεννήσαντος αὐτὸ» καὶ δὲν γίνεται «ἐν σκέψει βουλήσεως, ἀλλὰ φύσει καὶ ἀληθείᾳ», ἔτσι, θὰ μποροῦσε νὰ πῆ κανείς, ὅτι συμβαίνει καὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, «ὅτι ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶ καὶ θέλει τὸν Υἱόν, καὶ ὁ Υἱὸς ἀγαπᾶ καὶ θέλει τὸν Πατέρα». Ἑπομένως, δὲν θέλει μόνον ὁ Πατὴρ τὸν Υἱό, ἀλλὰ καὶ ὁ Υἱὸς τὸν Πατέρα. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.
.             Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος ὁ Μ. Ἀθανάσιος σὲ ἄλλο σημεῖο τοῦ ἰδίου λόγου του κατὰ Ἀρειανῶν σαφῶς ποφαίνεται τι «το βούλεσθαι τ κατ φύσιν πέρκειται, καὶ  φύσις οχ πόκειται τ βουλήσει».
.             Ὁ δὲ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀναφερόμενος σὲ αὐτὸ τὸ χωρίο τοῦ Μ. Ἀθανασίου γράφει ὅτι ὁ Υἱὸς γεννήθηκε ἐκ τῆς φύσεως τοῦ Πατρὸς καὶ ὄχι ἐκ τῆς θελήσεως καὶ ἀποφαίνεται: «ἡ γέννησις εὐδοκία καὶ θέλησις οὐκ ἔστιν, ἀλλ᾽ ὑπὲρ εὐδοκίαν καὶ θέλησιν –φύσει γὰρ δείκνυσιν ἐκ Πατρὸς ὄντα τὸν Υἱὸν ὡς αὐτῷ γνήσιον καὶ ὁμοούσιον, ἀλλ᾽ οὐ θελήσει καθὰ τὰ κτίσματα». Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρὸς (Γρηγορίου Παλαμᾶ, Συγγράμματα, ἔκδ. Παναγιώτη Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1962, σελ. 98-99).
.             Ἡ ὁποιαδήποτε διαφορετικὴ ἑρμηνεία τῆς φράσεως τοῦ Μ. Ἀθανασίου: «τῆς ἰδίας ὑποστάσεώς ἐστι θελητής», παραπέμπει σὲ κακόδοξη ἄποψη ὅτι δῆθεν ὁ Πατὴρ εἶναι θελητὴς καὶ τῆς δικῆς Του ὑπάρξεως, δηλαδὴ τοῦ ἑαυτοῦ Του!
.             Πάντως, συνιστᾶ ἔντονο θεολογικὸ πρόβλημα τὸ γιατί ἡ φράση «τῆς ἰδίας ὑποστάσεώς ἐστι θελητὴς» (ὁ Πατὴρ) ποὺ ἀπὸ τὸν Μ. Ἀθανάσιο τίθεται γιὰ νὰ ἀντιμετωπισθῆ τὸ «κατ᾽ ἀνάγκην» τῆς φύσεως τῶν Ἀρειανῶν καὶ νὰ δείξη ὅτι ὁ Υἱὸς γεννήθηκε κατὰ φύσιν ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἀπὸ τὸν Σεβασμιώτατο Περγάμου ἐπεκτείνεται στὴν «μία ἐλεύθερη βούληση, αἰώνια, ἀΐδια» τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὅτι «τὸ αἴτιο τῆς ἐλευθερίας τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ» δὲν εἶναι «ἡ ἐλευθερία ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν οὐσία, εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ αἰτίου, τοῦ Πατρός».
.             Ἑπομένως, ναὶ μὲν ὁ Σεβασμιώτατος δὲν δέχεται ὅτι ὁ Υἱὸς προῆλθε ἀπὸ τὴν βούληση τοῦ Πατρός, κατὰ τὸν τρόπο ποὺ ὁμιλοῦσαν οἱ Ἀρειανοί, ἀλλὰ ὅταν ὁμιλῆ γιὰ «τὸ ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρὸς» καὶ ὅταν γράφη σὲ ἄλλο κείμενό του ὅτι «Ἀλλ᾽ ἐὰν ὁ λόγος τῆς ὀντολογικῆς ἐλευθερίας τοῦ Θεοῦ ἔγκειται ἁπλῶς εἰς τὴν “φύσιν” του, εἰς τὸ ὅτι δηλαδὴ ἐκ φύσεως εἶναι ἄκτιστος, ἐνῶ ἐμεῖς ἐκ φύσεως κτιστοί, τότε καμμιὰ ἐλπίς, καμμιὰ δυνατότης δὲν ὑπάρχει διὰ τὸν ἄνθρωπον νὰ γίνη ποτὲ πρόσωπον, μὲ τὴν ἔννοιαν ποὺ εἶναι ὁ Θεός, δηλαδὴ ὄντως πρόσωπον. Ἀλλ᾽ ὄχι ὁ λόγος τῆς ὀντολογικῆς ἐλευθερίας τοῦ Θεοῦ δὲν ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν Του, ἀλλὰ εἰς τὴν προσωπικήν Του ὕπαρξιν, δηλαδὴ εἰς τὸν “τρόπον ὑπάρξεως” μὲ τὸ ὁποῖον ὑφίσταται ὡς θεία φύσις (ὑποσημ.: Ἐάν, ἄλλωστε, συνδέσωμε τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν φύσιν Του, αὐτόματα, ὅπως δείξαμε πρὸ ὀλίγου, τὴν ἀναιροῦμε!)» (Ἰω. Ζηζιούλα, Ἀπὸ τὸ προσωπεῖον εἰς τὸ πρόσωπον. Ἡ συμβολὴ τῆς πατερικῆς θεολογίας εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ προσώπου, ἐν Ἱμάτια Φωτὸς Ἀρρήτου: Διεπιστημονικὴ Προσέγγιση τοῦ Προσώπου, ἐπιμ. Λ. Χρ. Σιάσου, Πουρναρᾶς: Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 94), καθὼς ἐπίσης ὅταν ὑποστηρίζη ὅτι «ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀσκεῖ ὁ Θεὸς τὴν ὀντολογικὴν ἐλευθερίαν Του, ἐκεῖνο ἀκριβῶς ποὺ Τὸν κάνει νὰ εἶναι ὀντολογικὰ ἐλεύθερος, εἶναι τὸ ὅτι ὑπερβαίνει καὶ καταργεῖ τὴν ὀντολογικὴν ἀναγκαιότητα τῆς οὐσίας μὲ τὸ νὰ εἶναι Θεὸς ὡς Πατήρ, δηλαδὴ ὡς Ἐκεῖνος ποὺ “γεννᾶ” τὸν Υἱὸν καὶ “ἐκπορεύει” τὸ Πνεῦμα», αὐτὸ ὁδηγεῖ σὲ ἀποκλίσεις ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία.
.             Ὑπογραμμίζω καὶ πάλι ὅτι ὑπάρχει διάκριση μεταξὺ βούλησης-θέλησης καὶ προαίρεσης. Ἡ βούληση-θέληση, στὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι τοῦ προσώπου, καὶ γι᾽ αὐτὸ ἡ θέληση-βούληση δὲν ἔχει δυνατότητα ἐπιλογῶν, ὅπως διδάσκει ἡ δυτικὴ φιλοσοφία, ἐνῶ ἡ προαίρεση στὸν ἄνθρωπο –ὄχι στὸν Θεό, ποὺ δὲν ἔχει προαίρεση– συνδέεται μὲ τὶς ἐπιλογὲς ποὺ κάνει.
.             Ἀλλὰ καὶ ἡ προαίρεση αὐτὴ στὸν ἄνθρωπο συνιστᾶ ἀτέλεια, γιατί ὁ ἐν Χριστῷ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος, ὁ ἅγιος ἐν Χριστῷ ἀποκτᾶ καὶ τὴν ἀτρεψία τῆς προαιρέσεως. Αὐτὸ διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος καὶ θὰ τὸ ἀναλύσω σὲ νέο ἐκτενὲς κείμενό μου. Μν προσπαθε, λοιπόν, Σεβασμιώτατος Περγάμου ν ξεπερν τ σοβαρ ατ θέματα μ τν δθεν παραποίηση τν θέσεών του.
.             Ὁ ἱερομόναχος π. Μάξιμος Λαυριώτης ἤδη τὸ 1990, πρὶν 22 χρόνια, πολὺ εὐφυῶς ἀσχολήθηκε μὲ τὸ σοβαρὸ αὐτὸ θέμα καὶ παρουσίασε τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Σὲ ἄρθρο του μὲ τίτλο «Ἐλευθερία καὶ σωτηρία», στὸ πρῶτο μέρος ἀσχολεῖται μὲ τὸ «σωτηριῶδες κεφάλαιον», καὶ στὸ δεύτερο μέρος ἀσχολεῖται μὲ τὸ περὶ τῆς «αἱρετικῆς ἐλευθερίας». Ἀναφερόμενος σὲ ἀπόψεις «ὡρισμένων ἀθεράπευτα ρομαντικῶν Ρώσων “θεολόγων” καὶ φιλοσόφων» καὶ ἀναλύοντας ἀπόψεις τοῦ Εὐδοκίμωφ γιὰ τὴν σχέση ἐλευθερίας καὶ προσώπου, σὲ σύγκριση μὲ πατερικὰ χωρία, παρατηρεῖ: «Εἶχαν πάθει σύγχυση λοιπὸν ὅλοι οἱ Πατέρες; “Τὸ γὰρ αὐτεξούσιον, θέλησιν ὡρίσαντο” καὶ τὴν θέληση “φυσικὴν καὶ αὐτεξούσιον ὀρεκτικὴν τοῦ νοῦ κίνησιν”. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀναφορὰ τοῦ αὐτεξουσίου στὸ… “πρόσωπο” ἀπὸ κανένα Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχουν ὅμως πολλὲς ἀπὸ πολλοὺς αἱρετικοὺς (Εὐνομιανούς, Νεστοριανούς, Ὠριγενιστὲς καὶ προπαντὸς Μονοθελῆτες καὶ Μονοενεργῆτες), τῶν ὁποίων κοινὸ χαρακτηριστικὸ εἶναι “τὸ μὴ εἰδέναι τὴν διαφορὰν τοῦ φυσικοῦ καὶ τοῦ ὑποστατικοῦ θελήματος”, δηλαδὴ ὅτι “ἡ μὲν θέλησις τουτέστιν ἡ θελητικὴ δύναμις καὶ αὐτὸ τὸ ἁπλῶς θέλειν, φυσικόν, τὸ δὲ θελητόν, τουτέστιν τὸ τί θέλειν, γνωμικὸν καὶ ὑποστατικόν”.
.             Σὲ ἄλλο σημεῖο παρατηρεῖ: «Εἶναι λοιπὸν ἡ ἐλευθερία οὐσία προσωπικὴ καὶ ὄχι φυσικὴ ἐνέργεια, ἢ –ἔστω– ὑποστατική; Καὶ διαθέτει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο ἄραγε ὡς ἰδιαίτερη δική του οὐσία τὴν ἐλευθερία, ξεχωριστὰ ἀπὸ τὴν φύση ἢ οὐσία ποὺ ὑποστασιάζει; Στοὺς εἴκοσι αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ δὲν ἐμφανίσθηκαν ποτὲ φοβερώτερες πλάνες ἀπ’ αὐτές, παρμένες ὅλες ἀπὸ περιλάλητο ἔργο “Ὀρθοδοξία”, μὲ τὸ ὁποῖο ἔγινε διδάκτωρ καὶ καθηγητὴς στὸν Ἅγιο Σέργιο τῶν Παρισίων ὁ Εὐδοκίμωφ».
.             Πιὸ κάτω γράφει: «Κανένας Πατὴρ δὲν συνέδεσε ποτὲ πρόσωπο καὶ ἐλευθερία, ἢ φύση καὶ ἀναγκαιότητα. Κανεὶς δὲν μίλησε ποτὲ γιὰ ὑποστατικὴ ἐλευθερία. Εἶναι τῶν Μονοθελητῶν καὶ Μονοενεργητῶν αὐτὸ τὸ δόγμα καὶ ἔχει καταδικασθῆ ἀπὸ τὴν Ϛ´ Οἰκουμ. Σύνοδο. Ἀλλὰ καὶ οἱ Μονοθελῆτες ἀκόμη εὐρίσκοντο σὲ πολὺ καλύτερη θέση ἀπ’ τοὺς Ρώσους Σλαυοφίλους καθότι συμφωνοῦσαν ἀπόλυτα μὲ τοὺς ὀρθοδόξους ἀντιπάλους των στὸ ὅτι: θέλησις-ατεξούσιον-λευθερία σήμαιναν κριβς τὸ διο πράγμα. Καμμία διάκρισις μεταξ “ψυχολογικν” κα “μεταφυσικν” ρόλων σ᾽ ατος τος ρους. Ἀκόμη καὶ ἡ “βούλησις” ὁρίζεται ἀπ᾽ τοὺς ὀρθοδόξους παρὰ τὸν γνωμικό της χαρακτήρα ὡς “ποιὰ φυσικὴ θέλησις”, ἁπλούστατα διότι γίνεται κατανοητό, πὼς καὶ τ γνωμικ θέλημα δν εναι παρ προσωπικς τρόπος χρήσεως τς φυσικς θελήσεως, καὶ π᾽ οδεν λόγ μία διαίτερη θελητικὴ νέργεια, ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸ πρόσωπο σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς ὅσες πηγάζουν ἀπὸ τὴν φύση». (βλ. Ὀρθόδοξος Τύπος, 23-3-1990 καὶ 30-3-1990).
.             Ὅλα αὐτὰ μὲ ὁδηγοῦν στὸ συμπέρασμα τι Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου ωάννης φείλει νὰ ποκαταστήση τ πράγματα κα νὰ νακαλέση χι μόνο τὰ φορντα στ πρόσωπό μου, λλ κυρίως τὰ φορντα στν Μ. θανάσιο, τν ποο παρουσιάζει ν δέχεται σφαλμένες πόψεις.
.             Αὐτὰ πρὸς τὸ παρὸν γιὰ τὸ θέμα τῆς βουλήσεως-θελήσεως.

 3. Τὸ Συνέδριο γιὰ τὴν «μεταπατερικὴ θεολογία»

.             Ὅσον ἀφορᾶ στὴν εἰσήγησή μου, ἡ ὁποία προκάλεσε τὸν Σεβασμιώτατο, θέλω νὰ ὑπογραμμίσω ὅτι συμμετεῖχα στὸ Συνέδριο τὸ ὁποῖο διοργάνωσε ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Πειραιῶς γιὰ τὴν μεταπατερικὴ θεολογία ὕστερα ἀπὸ πρόσκληση τοῦ Σέβ. Μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφεὶμ καὶ διατύπωσα τὴν ἄποψή μου γιὰ τὴν «μεταπατερικὴ θεολογία», να σοβαρ θέμα πο μπορε νὰ πονομεύση τ θεμέλια τς συγχρόνου θεολογίας, γιατί ποτελε μία «ψευδομόρφωση» στν σύγχρονη θεολογία καὶ χει κκλησιολογικς κα ποιμαντικς προεκτάσεις.
.             Γιατί, μεταξὺ τῶν ἄλλων, τὸ νὰ χωρίζεται ἡ ἐκκλησιολογία σὲ «εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία» καὶ «θεραπευτικὴ ἐκκλησιολογία», ὅτι δηλαδὴ οἱ Πατέρες τῶν πρώτων αἰώνων ἐξέφραζαν τὴν πρώτη καὶ οἱ μεταγενέστεροι Πατέρες ἐξέφραζαν τὴν δεύτερη, ἐπηρεασθέντες ἀπὸ τὸν Ὠριγένη καὶ τὸν Εὐάγριο, καὶ ἀργότερα ἔγινε ἡ σύνθεση τὸ νὰ ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ «θεραπευτικὴ ἐκκλησιολογία» τῶν Πατέρων ὑπῆρξε «ἀνατροπὴ» τῆς «εὐχαριστιακῆς-ἐσχατολογικῆς ἐκκλησιολογίας» κλπ. εἶναι νάρκη στὰ θεμέλια της ὀρθοδόξου θεολογίας.
.             Πάντως, στὸ συγκεκριμένο Συνέδριο συμμετεῖχα καὶ διατύπωσα νομίζω μὲ νηφαλιότητα καὶ θεολογικὴ εὐκρίνεια τὶς ἀπόψεις μου καὶ μάλιστα στὸ τέλος ἀναφέρθηκα καὶ σὲ λόγο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου ὅτι «Τὸ μέλλον ἀνήκει εἰς μίαν αὐθεντικὴν “πατερικὴν” θεολογίαν, πέραν ἀπὸ τὸν νεοπατερισμὸν καὶ τὸν μεταπατερισμόν, εἰς μίαν ἐκκλησιαστικὴν θεολογίαν, ἡ ὁποία ζωογονεῖται ἀπὸ τὴν ἔντασιν μεταξὺ τοῦ “ἤδη” καὶ τοῦ “ὄχι ἀκόμη” τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ».
.             Ὅμως, μὲ προβληματίζει ἡ σκοπιμότητα τῆς ἀνάμειξης τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὅσον μὲ ἀφορᾶ. Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου δὲν πρέπει νὰ διεκδικῆ τὸ ἀπόλυτο καὶ τὸ μοναδικὸ στὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο. Καὶ ἡ ἐλαχιστότητά μου τὸ ἔχει ἀποδείξει στὴν πράξη καὶ εἶναι μεμαρτυρημένο.
.             Ἔπειτα, δὲν συμμετεῖχα σὲ ἕνα Συνέδριο αἱρετικῶν. Τὸ διοργάνωσε ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Πειραιῶς, καὶ ὁ Σεβ. Μητροπολίτης της κ. Σεραφείμ, ἐκπροσωποῦνταν Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ φορεῖς τοῦ Ποιμνίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου καὶ ἐτέθησαν θέματα ποὺ ἀφοροῦν τὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Ἄλλωστε, σὲ ἕνα Συνέδριο ὁ καθένας φέρει τὴν εὐθύνη τῶν δικῶν τοῦ ἀπόψεων. Ἀσφαλῶς τὸ γνωρίζει αὐτὸ ὁ Σεβασμιώτατος ἀπὸ τὰ Συνέδρια στὰ ὁποῖα συμμετέχει.

 4. Ὁ «ἐπίσημος διάλογος τῶν Ὀρθοδόξων μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς»

.             Τὸ θέμα τοῦ «ἐπισήμου διαλόγου μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς» τὸ ἀντιμετωπίζει ὁ Σεβ. Περγάμου πολὺ ἐπιφανειακά. Στὴν ἐπιστολὴ ποὺ τοῦ ἀπέστειλα ἔθεσα σοβαρὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα παρακάμπτει. Ἄλλωστε, δὲν εὐθύνεται ὁ ἴδιος γι᾽ αὐτά.
.             Ἔγραφα ὅτι δὲν ἐλήφθη ἀπόφαση ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πρὶν τὸ 2008 γιὰ τὸ θέμα αὐτό, καὶ δὲν ἐννοοῦσα τὴν Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο.
.             Πάντως, ἡ συγκεκριμένη ἐξουσιοδότηση ποὺ τοῦ δόθηκε ἀπὸ τὸν Μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο μὲ ἀπόφαση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀφοροῦσε στὸ νὰ συνεχισθῆ ὁ διάλογος μὲ τοὺς «Ρωμαιοκαθολικούς», σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ μεγάλο θέμα τῆς Οὐνίας.
.             Γράφει ἡ σχετικὴ ἐξουσιοδότηση: «Παρὰ τὶς ὑφισταμένας δυσκολίας, αἵτινες πηγάζουν ἐκ τῆς συνεχίσεως τῆς προσηλυτιστικῆς δράσεως τῆς Οὐνίας εἰς βάρος τοῦ ποιμνίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ ἐν λόγῳ Θεολογικὸς Διάλογος δέον, ὅπως συνεχισθῆ. Πεποίθαμεν, ὅτι δέον ὅπως ὁριστικῶς καὶ ἀπεριφράστως καταδικασθῆ ἡ Οὐνία ὡς μέθοδος, ἡ ὁποία, ὅπου ἐφηρμόσθη, ἀπέτυχε νὰ ὑπηρετήση τὸν σκοπὸν τῆς προσεγγίσεως τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἀντιθέτως, προεκάλεσε νέας διαιρέσεις καὶ ἐλειτούργησεν ὡς μέθοδος προσηλυτισμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων εἰς τὴν Ρωμαιοκαθολικὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ Οὐνία ἀποτελεῖ Ἐκκλησιαστικήν, Νομοκανονικήν, καὶ Δογματικὴν ἐκτροπὴν καὶ βιαίαν ἀπόσπασιν καὶ ἀπόσχισιν πιστῶν ἀπὸ τὴν Μητέρα Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, καὶ ὡς ἐκ τούτου πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ καταδικασθῆ καὶ νὰ καταργηθῆ.
.             Ὡς πρὸς τὴν θεματολογίαν τοῦ Διαλόγου, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ συνεχισθῆ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς Οὐνίας, ὅπερ οὐδόλως ἔχει ἐξαντληθῆ, δεδομένου, ὅτι συνεχίζει νὰ ὑπάρχη καὶ νὰ δρᾶ εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδοξίας.
.             Ἡ συζήτησις αὐτή, πρὸς διευκόλυνσιν τῆς πορείας τοῦ Διαλόγου, δύναται νὰ διεξαχθῆ ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς ἐκκλησιολογίας ὑπὸ τὸ πρίσμα τοῦ πρωτείου»..             Δὲν γνωρίζω ὅμως ἐὰν στὸν διάλογο ἔγινε συζήτηση γιὰ τὴν Οὐνία.Ὅμως, γιὰ τὸ θέμα τοῦ διαλόγου ἰσχύει κατὰ πάντα ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τοῦ ἔτους 2010, ἐπὶ ἀρχιεπισκοπείας Ἱερωνύμου, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία, μεταξὺ τῶν ἄλλων:

 «1. Διεπιστώθη ἡ ἀνάγκη περαιτέρω πληρεστέρας ἐνημερώσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, στὰ σημαντικὰ αὐτὰ ζητήματα. (σημ. Γνωρίζω καλὰ ὅτι αὐτὸ διατυπώθηκε πολὺ εὐγενικά). Δηλώθηκε δὲ ὅτι ἐφεξῆς ἡ Ἱεραρχία θὰ λαμβάνη γνώση ὅλων τῶν φάσεων τῶν Διαλόγων, διαφορετικὰ κανένα κείμενο δὲν δεσμεύει τὴν Ἐκκλησία. Ἄλλωστε αὐτὸ συνιστᾶ τὸ Συνοδικὸ Πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας.

2. Ὁ Διάλογος πρέπει νὰ συνεχισθεῖ, μέσα ὅμως στὰ ὀρθόδοξα ἐκκλησιολογικὰ καὶ κανονικὰ πλαίσια, πάντοτε ὕστερα ἀπὸ συνεννόηση μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ὅπως πανορθοδόξως ἔχει ἀποφασισθεῖ».

.             Ἡ πόφαση ατ τς εραρχίας τς κκλησίας τς λλάδος εναι σαφέστατη κα δείχνει τν πιθυμία της νὰ νημερώνεται πλέον ρκούντως γι τ θέμα τν διαλόγων καὶ τι «πίσημος διάλογος τν ρθοδόξων μ τος Ρωμαιοκαθολικος» πρέπει ν γίνεται σὲ ρθόδοξα κκλησιολογικ κα κανονικ πλαίσια.
.             Λυπμαι πο κα στν «δήλωση» το Σεβασμιωτάτου διέκρινα τν αχμηρ καὶ περοπτικ τρόπο, μ τν ποον γραψε κα τν πιστολή του.
.             Γνωρίζω ὅτι στν ρθόδοξη κκλησία δν «παπίζουμε», ὅλοι εἴμαστε «διδακτοὶ Θεοῦ», κατὰ τὴν ἀναλογία τῆς πίστεως, μέσα στὴν βιβλικοπατερικὴ παράδοση, ὅταν ἑρμηνεύεται ὀρθῶς, καὶ τ θεολογεν εναι ργο τοῦ πισκόπου, τὸ ποο δν μπορε νὰ σκται μονομερς πὸ καδημαϊκος διδασκάλους.
.             Ὅλοι μετέχουμε, κατὰ διαφόρους βαθμούς, στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ὁπωσδήποτε ὅμως ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι ἐμπειρία τῶν θείων καὶ οἱ ἀληθινοὶ θεολόγοι ὁμιλοῦν κατὰ τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, «ἁλιευτικῶς καὶ οὐκ ἀριστοτελικῶς».

 + Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἰερόθεος

ΠΗΓΗ: Romfea.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

ΥΨΗΛΩΝ ΤΟΝΩΝ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ καὶ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΥ [ΕΡΙΣ ΠΕΡΙ “ΠΡΟΑΙΡΕΣΕΩΣ” ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΚΑΙ “ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ” ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ] («Ὡς Ἐπίσκοπος ἔχω χρέος νὰ ὑπομνήσω κυρίως τί εἶπαν οἱ ἴδιοι οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ ὄχι πρωτίστως νὰ τοὺς μεταγράψω στὸ σήμερα»)

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἡ θεολογικὴ διαφοροποίηση τῶν δύο Ἱεραρχῶν προσέλαβε πλέον ἄμεσο ἐπιστολικὸ χαρακτήρα. Ἴσως ἔτσι δοθεῖ ἡ εὐκαιρία νὰ δοθοῦν ἑκατέρωθεν διευκρινίσεις [μὲ τὴν εὐχή: χωρὶς ἐκκλησιαστικὴ ζημία].

Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην
Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου
Κύριον Ἱερόθεον,
Εἰς Ναύπακτον.

Ἀθῆναι,  17 Σεπτεμβρίου 2012

Σεβασμιώτατε,

.         Μὲ κατάπληξιν διεπίστωσα εἰς κείμενόν Σας ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἡ μεταπατερικὴ θεολογία ἀπὸ ἐκκλησιαστικῆς προοπτικῆς», δημοσιευόμενον εἰς τὸν τόμον Πατερικὴ Θεολογία καὶ μεταπατερικὴ αἵρεση, ἔκδ. Ι. Μητροπόλεως Πειραιῶς, Πειραιεὺς 2012, κατάφωρον παραποίησιν ἰδικοῦ μου κειμένου, πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ Σας ὅτι εἰς τὸ κείμενόν μου αὐτὸ ἐκφράζονται θέσεις «ἀπαράδεκτες ἀπὸ πλευρᾶς Ὀρθοδόξου θεολογίας» (σ. 199).
.         Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν οὐσίαν τῶν ἰσχυρισμῶν Σας, ἀφοῦ ἀπεφασίσατε νὰ μᾶς διδάξετε Ὀρθόδοξον θεολογίαν, θὰ λάβετε τὴν δέουσαν ἀπάντησιν. Εἰς τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν περιορίζομαι εἰς τὴν ἐπισήμανσιν καὶ τὸν στιγματισμὸν τῆς μεθόδου, τὴν ὁποίαν χρησιμοποιεῖτε πρὸς ἀπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν Σας.
.         Εἰς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος κείμενόν μου, τὸ ὁποῖον ἀπεσπάσατε ἀπὸ τὰ Μαθήματα Χριστιανικῆς Δογματικῆς (Σημειώσεις ἀπὸ τὰς Παραδόσεις μου εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης) μὲ λανθασμένην παραπομπὴν εἰς τίτλον καὶ σελίδας (ἀλλὰ αὐτὸ τὸ τελευταῖον ἀποτελεῖ συγγνωστὴν προχειρότητα καί, ἴσως, τυπογραφικὸν λάθος), καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐλευθέρας παρὰ τοῦ Πατρὸς γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Πνεύματος, προσθέτετε μετὰ ἀπὸ ἀποσιωπητικὰ τὴν φράσιν: «Ἡ ἔννοια τῆς βουλήσεως ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιλογῆς»!
.            Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν αὐτὴν φράσιν ποῦ τὴν εὑρήκατε; Τὴν ἐπήρατε ἀπὸ  τὴν ἐπομένην  σελίδα,  εἰς την  ὁποίαν   ἀναφέρομαι  εἰς  τὰς ἀπόψεις τῶν Ἀρειανῶν (ὄχι τὰς ἰδικάς μου) καὶ εἰς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἀσκεῖ τὴν ἐλευθερίαν ὄχι ὁ Θεός, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος (ὡς ἐπιλογήν). Διαθέτω μάλιστα ἐκεῖ περισσοτέρας τῶν τριῶν σελίδων, διὰ νὰ ἐξηγήσω ὅτι εἰς τὸν Θεὸν ἡ ἐλευθερία δὲν ἀσκεῖται ὡς ἐπιλογή, καὶ τονίζω ὅτι «κακόδοξη ἀντίληψη εἶναι ὅταν ἡ θέληση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπόφαση ἐπιλογῆς» (σ. 114), δεδομένου μάλιστα ὅτι μία τοιαύτη ἀντίληψις θὰ ὁδηγοῦσε  εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Πατὴρ θὰ μποροῦσε καὶ νὰ μὴν εἶχε γεννήσει τὸν Υἱὸν καὶ ἐκπορεύσει τὸ Πνεῦμα. Αὐτὴν τὴν κακοδοξίαν, τὴν ὁποίαν καταδικάζω ρητῶς, μὲ ἐμφανίζετε διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἀποσιωπητικῶν ὅτι τὴν ἀσπάζομαι! Καὶ ἀφοῦ, ὑποτίθεται, ἀνεγνώσατε τὰ Μαθήματα Δογματικῆς, δὲν εἴδατε ὅτι τὸ νὰ «κολλήσετε» τὴν φράσιν περὶ βουλήσεως ὡς ἐπιλογῆς εἰς ὅσα λέγω περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος προσκρούει εἰς τὴν ρητὴν ἐκεῖ δήλωσίν μου ὅτι «δὲν ἀσκεῖται ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὸν Θεὸν ὡς ἐκλογὴ» (σ. 95);
.         Διερωτῶμαι, Σεβασμιώτατε, διατὶ προέβητε εἰς αὐτὴν τὴν κατάφωρον παραποίησιν τῶν θέσεών μου. Τὸ ἐπράξατε ἐκ παραδρομῆς; Ἀλλὰ δι’ ἕνα ἔμπειρον καὶ πολυγραφώτατον συγγραφέα, ὡς ἡ Σεβασμιότης Σας, τοῦτο θὰ ἔθετεν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ἀκρίβειαν καὶ ἀξιοπιστίαν καὶ τῶν λοιπῶν δημοσιευμάτων Σας. Τὸ ἐπράξατε συνειδητῶς καὶ σκοπίμως; Ἀλλὰ τοῦτο προτιμῶ οὐδὲ κἂν νὰ τὸ σκέπτωμαι.

Σεβασμιώτατε,

 .         Γνωρίζετε τὴν πολεμικήν, ἡ ὁποία ἀσκεῖται τελευταίως ὑπὸ ὡρισμένων κύκλων ἐναντίον μου καὶ αὐτοῦ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐξ ἀφορμῆς τοῦ γεγονότος ὅτι, ὑπείκων εἰς συνοδικὰς ἀποφάσεις ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, προεδρεύω ἀπὸ Ὀρθοδόξου πλευρᾶς τοῦ ἐπισήμου θεολογικοῦ Διαλόγου μετὰ τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν. Ἡ ἐμπάθεια καὶ αἱ ὕβρεις, ποὺ τὴν συνοδεύουν, καθιστοῦν ἀδύνατον καὶ ἄνευ νοήματος οἱανδήποτε ἀπάντησιν εἰς τὴν πολεμικὴν αὐτήν. Ἡ ἄμεσος ἢ ἔμμεσος ὅμως συστράτευσις ἑνὸς ἐπισκόπου της Ἐκκλησίας εἰς τὴν πολεμικὴν αὐτήν, καὶ δὴ καὶ μὲ μεθόδους παραποιήσεως τῶν θέσεών μου, ἀποτελεῖ ἰδιαιτέρως σοβαρὸν ζήτημα. Ἐλπίζω νὰ ἀνελογίσθητε, ὡς ὑπεύθυνος ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ ἡ κατάστασις αὐτή. «Εἰ γὰρ ἀλλήλους δάκνετε καὶ κατεσθίετε, βλέπετε μὴ ὑπ’ ἀλλήλων ἀναλωθῆτε» (Γαλ. 5,15).
.         Ἐπειδὴ γνωρίζω ὅτι μελετᾶτε τὸν ἅγιον Μάξιμον, τὸν Ὁμολογητήν, ἀδελφικῶς παρακαλῶ νὰ προσέξετε τὸ ἑξῆς χωρίον ἀπὸ τὰς «Πεύσεις καὶ ἀποκρίσεις» του: «Ὅστις τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τὸν ὁμόπιστον ἄθεον καὶ εἰδωλολάτρην, ἢ αἱρετικὸν καὶ ἄπιστον καλεῖ, οὗτος λέγει “μωρόν”, καὶ τῆς γεένης δικαίως ὑπεύθυνος γίνεται»  (Πεύσ. ιδ´  PG 90, 797Α)

Μετὰ τῆς ἐν Κυρίῳ ἀγάπης,

† Ὁ Περγάμου Ἰωάννης

Υ. Γ. Ἀπηυχόμην πάντοτε τὴν δημοσίαν διένεξιν μεταξὺ ἱεραρχῶν, ἡ ὁποία βλάπτει σοβαρῶς τὴν εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἔκαμα τὸ πᾶν, διὰ νὰ ἀποφευχθῆ, ἀλλὰ ἡ Σεβασμιότης Σας ἤρξατο, δυστυχῶς, χειρῶν ἀδίκων. Κατόπιν τούτου εἶμαι ὑποχρεωμένος διὰ λόγους στοιχειώδους αὐτοπροστασίας μου νὰ δημοσιοποιήσω εὐρύτερον τὴν παροῦσαν ἐπιστολήν.

† Π. Ι.

Σημείωμα καὶ Ἀπάντηση Μητροπολίτου Ναυπάκτου
στὸν Μητροπολίτη Περγάμου
μαζὶ μὲ μιὰ παλαιότερη ἐπιστολή,
ποὺ εἶχε ἀποστείλει στὸν ἴδιο Μητροπολίτη.
(ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΜΥΣΤΙΚΟΤΗΣ ΚΑΙ ΚΡΥΨΙΝΟΙΑ ΣΤΑ ΔΙΟΡΘΟΔΟΞΑ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ»: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/09/26/μυστικότης-καὶ-κρυψίνοια-στὰ-διορθό/)

Ὁ Μητροπολίτης
Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου
ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ναύπακτος, 25 Σεπτεμβρίου 2012

.         Ἔλαβα τὴν ἀπὸ 17-9-2012 ἐπιστολὴ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννη τὴν Παρασκευὴ 21 Σεπτεμβρίου μὲ τὸ Γραφεῖο Ταχυμεταφορῶν καὶ ἀπήντησα στὸν Σεβασμιώτατο αὐθημερὸν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὥστε νὰ λάβη τὴν ἀπάντησή μου τὴν ἑπομένη ἡμέρα, ἤτοι τὸ Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου.
.         Μετὰ τὴν (σημερινὴ) δημοσίευση τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Περγάμου στὸ Διαδίκτυο, εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ ἐγὼ νὰ δημοσιεύσω τὴν ἀπάντησή μου, μαζὶ μὲ τὴν ἀπὸ 7-10-2009 ἐπιστολή μου πρὸς τὸν ἴδιο, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὸ θέμα τῶν Διαλόγων, τὸ ὁποῖο θίγει ὁ Σεβασμιώτατος.
.         Ἁπλῶς θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω, γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ θέματος, ὅτι ἀμέσως μετὰ –τὸν Ὀκτώβριο 2009– ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος, μὲ πρόταση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου, ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν ἀπέστειλε σὲ ὅλους τοὺς Ἀρχιερεῖς τὰ ἕως τότε κείμενα τοῦ Διαλόγου, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ ἔγινε συζήτηση στὴν Ἱεραρχία γιὰ τὸ συγκεκριμένο θέμα καὶ ἐξεδόθη ἕνα πολὺ σημαντικὸ κείμενο.
.         Καὶ ἐγὼ ἀπηυχόμην τὴν δημόσια διένεξη μεταξὺ Ἱεραρχῶν, ἀλλὰ ὅμως τὰ θέματα εἶναι θεολογικὰ καὶ ὄχι προσωπικά.

+ Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἰερόθεος

Ἐπισυνάπτοται δύο ἐπιστολὲς: ἡ ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 2012 (ἀκολουθεῖ κατωτέρω) καὶ ἡ ἀπὸ 7 Ὀκτωβρίου 2009 (βλ. σχετ.: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/09/26/μυστικότης-καὶ-κρυψίνοια-στὰ-διορθό/)

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ
ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ναύπακτος, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Σεβασμιώτατον
Μητροπολίτην Περγάμου
κ. Ἰωάννην,
Ἀθῆναι

Σεβασμιώτατε,

.         Ἔλαβα σήμερα μόλις τὸ ἀπὸ 17-9-2012 γράμμα σας καὶ εὐχαριστῶ γιατί ἐκφράσατε μὲ αὐτὸ τὴν ἄποψή σας. Καὶ εἶναι σημαντικὸ νὰ ὑπάρχη μεταξὺ ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν συνεξήγηση καὶ συζήτηση γιὰ θέματα θεολογικοῦ ἐνδιαφέροντος. Γιατί, ὅπως γνωρίζετε, ἡ θεολογία εἶναι ὑπόθεση σοβαρὴ καὶ ἀπαιτεῖται ἐνδελεχὴς μελέτη.
.         Στὸ συγκεκριμένο θέμα, τὸ ὁποῖο θίγετε, ὅτι ἔγινε παραποίηση τοῦ κειμένου σας, θὰ ἤθελα νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι δὲν εἶχα καμμία πρόθεση νὰ κάνω κάτι τέτοιο. Βεβαίως, τὴν φράση ποὺ ἐπισημαίνετε, «ἡ ἔννοια τῆς βουλήσεως ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἔννοια τῆς ἐπιλογῆς» τὴν ἀποδίδετε στοὺς ἀνθρώπους, δηλαδὴ στὴν δυνατότητα ἐπιλογῆς ποὺ γίνεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ὅμως, στὸ συγκεκριμένο κείμενό μου μὲ ἐνδιέφερε πολὺ καὶ τὸ τονίζω ἐμφαντικά, ὅτι θέληση-βούληση τόσο στν Θεὸ σο κα στν νθρωπο συνδέεται μ τν φύση, εναι ρεξη τς φύσεως καὶ χι το προσώπου, νῶ  προαίρεση, δηλαδὴ ἡ πιλογἡ ποία δν πάρχει στν Θεό, λλ μόνο στος νθρώπουςνήκει στν πόσταση-πρόσωπο. Αὐτὸ εἶναι τὸ καίριας σημασίας θέμα, ὅτι καὶ στοὺς ἀνθρώπους ἡ βούληση δὲν εἶναι ἐπιλογή, ἀλλὰ ὄρεξη τῆς φύσεώς τους. Ἡ ἐπιλογὴ συνδέεται μὲ τὴν προαίρεση. (βλ. σχετ.: ΚΑΙΡΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ «ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΕΩΣ» ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟ «Ἡ θέληση δὲν συνδέεται μὲ τὸ πρόσωπο, ἀλλὰ μὲ τὴν φύση»: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/07/19/πατερικὴ-προσέγγιση-τῆς-θελήσεως-ἀπ/)
.         Ἄλλωστε, ἡ πρόταση, μὲ τὴν ὁποία ἀρχίζει ἡ συγκεκριμένη παράγραφος τοῦ κειμένου μου, ἑρμηνεύει τὰ ἑπόμενα. Γράφω ἐκεῖ: «Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ ἀπόψεις ὁρισμένων θεολόγων ὅτι δῆθεν ἡ ἐλευθερία τοῦ προσώπου ἔχει ἀξία διότι ὑπερβαίνει τὴν ἀναγκαιότητα τῆς φύσης, ὅτι ἡ φύση συνδέεται μὲ τὴν ἀνάγκη καὶ ἡ βούληση μὲ τὸ πρόσωπο, δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν στηρίγματα στὴν πατερικὴ θεολογία». Ἐπίσης καὶ ἡ πρόταση, ἡ ὁποία κατακλείει τὴν παράγραφο αὐτή, ἑρμηνεύει τὴν πρόθεσή μου. Γράφω: «Καὶ αὐτὸ γιατί οἱ Πατέρες συνδέουν τὴν θέληση-βούληση μὲ τὴν φύση, ὁπότε ὑπάρχει μία θέληση καὶ βούληση στὸν Θεό, καθὼς ἐπίσης ἐντοπίζουν τὴν διαφορὰ μεταξὺ θέλησης-βούλησης καὶ προαίρεσης. Βεβαίως, ἄλλο εἶναι τὸ “θέλειν” καὶ ἄλλο εἶναι τὸ “πῶς θέλειν”».
.         Ἐπίσης, μελετώντας κανεὶς προσεκτικὰ τὴν ἀνάλυση, τὴν ὁποία κάνετε τοῦ συγκεκριμένου χωρίου τοῦ Μ. Ἀθανασίου, μάλιστα δὲ σὲ συνδυασμὸ μὲ ὅσα προηγοῦνται καὶ ὅσα ἕπονται αὐτοῦ τοῦ χωρίου, φαίνεται ὅτι δημιουργεῖται ἕνας προβληματισμός, γιατί ἐκτὸς τῶν ἄλλων, γράφετε: «ἕνα θέλημα εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ γι᾽ αὐτὸ καὶ συνδέεται μὲ τὴν μία φύση Του, μὲ τὴν μία οὐσία: “καὶ ἕν ἐστι θέλημα, τὸ ἐκ Πατρὸς ἐν Υἱῷ”. Μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα, ἀλλὰ δὲν εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς οὐσίας. Μπορεῖ νὰ εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς οὐσίας, ἀλλὰ δὲν προέρχεται ἐκ τῆς οὐσίας» (δική μου ὑπογράμμιση).
.         Μὲ βάση τὸ παραπάνω κείμενο καὶ ἐπειδὴ θίξατε τὸ ζήτημα τῆς μεθόδου καὶ μόνον, ἀντιστοίχως ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ συγκεκριμένη ἑρμηνευτική σας μέθοδος ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τοῦ πατερικοῦ πλαισίου, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι οἱ Πατέρες δὲν ἤθελαν νὰ κατοχυρώσουν τὴν «ἐλευθερία τοῦ προσώπου ἔναντι στὴν ἀναγκαιότητα τῆς φύσεως», πράγματα τὰ ὁποῖα ἐσεῖς θεωρεῖτε πολὺ σημαντικά. Ὡστόσο, ὡς Ἐπίσκοπος ἀντιμετωπίζω τὶς συνέπειες μίας τέτοιας ἑρμηνευτικῆς μεταφορᾶς στὸ σήμερα, ἡ ὁποία ἔχει πολὺ συγκεκριμένες ποιμαντικὲς συνέπειες, οἱ ὁποῖες ἐνδεχομένως ὑπερβαίνουν τὶς προθέσεις σας. Μπορῶ νὰ ἀναφέρω ἕνα τέτοιο  χαρακτηριστικὸ παράδειγμα, δηλαδὴ τν ποτίμηση τς συχαστικς παραδόσεως, σὲ ναν βαθμό, ς κυρωτικο τς θρυλουμένης «λευθερίας το προσώπου».
.         Μπορῶ, λοιπόν, νὰ ἀγνοήσω τέτοιες θέσεις, οἱ ὁποῖες συχνὰ ἐρείδονται σὲ δικές σας ἑρμηνευτικὲς ὑπερβάσεις τοῦ πατερικοῦ ἱστορικοδογματικοῦ πλαισίου γιὰ χάρη μιᾶς ὑπαρξιακῆς μεταφορᾶς στὸ σήμερα, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ δὲν ἀφορᾶ τὶς δικές σας ἀφετηριακὲς προθέσεις; Δὲν νομίζετε ὅτι ς πίσκοπος χω χρέος νὰ πομνήσω κυρίως τί επαν οἱ διοι οἱ γιοι Πατέρες καὶ χι πρωτίστως ν τος μεταγράψω στ σήμερα, εἰδικὰ μάλιστα ὅταν μία τέτοια μεταγραφὴ κομίζει βλαβερὲς πνευματικὰ προεκτάσεις, ὅπως αὐτὲς ποὺ προανέφερα;
.         Πάντως, σὲ βιβλίο μου τὸ ὁποῖο θὰ δημοσιευθῆ λίαν προσεχῶς, ἐντὸς τοῦ Ὀκτωβρίου, συμπεριλαμβάνεται καὶ ἐκτενὲς κεφάλαιο, τὸ ὁποῖο ἀναφέρεται στὸ θέμα τοῦ προσώπου, τῆς θελήσεως-βουλήσεως καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου.
.         Ἐξ ἄλλου, ἡ παρατήρησή σας γιὰ τὴν λανθασμένη παραπομπὴ σὲ τίτλο καὶ σὲ σελίδα δὲν συνιστᾶ κάποια ἀβλεψία μου, γιατί ἔτσι ἔφθασαν στὰ χέρια μου οἱ σημειώσεις σας ἀπὸ τὶς παραδόσεις σας στὸ Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Δὲν γνωρίζω ποῦ μπορῶ νὰ τὸ ἀποδώσω.
.         Ὅσον ἀφορᾶ τὰ περὶ «τοῦ ἐπισήμου θεολογικοῦ διαλόγου μετὰ τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν» σας ἔχω ἀποστείλει τὶς ἀπόψεις μου μὲ ἐπιστολὴ τὸν Ὀκτώβριο 2009, δὲν ἔχω λάβει ἀπάντησή σας, ἀλλὰ μπορεῖτε νὰ τὴν δημοσιοποιήσετε. Δὲν γνωρίζω, ὅμως, γιατί ἐμπλέκετε τὰ θέματα. Ἂν τὸ ἐπιθυμῆτε, ἔχετε τὴν δυνατότητα νὰ ἀπαντήσετε σὲ αὐτοὺς ποὺ θεωρεῖτε ὅτι σᾶς ἀδικοῦν.
.         Πάντως, Σεβασμιώτατε, θέλω νὰ μὲ πιστέψετε, δὲν εἶχα πρόθεση νὰ σᾶς χαρακτηρίσω αἱρετικό, ὅπως σαφῶς ὑπονοεῖτε, παραθέτοντας κείμενο τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, παρὰ τὸ ὅτι ἔχω ἐπισημάνει ἀπόψεις σας ποὺ διαφοροποιοῦνται ἀπὸ τὴν πατερικὴ διδασκαλία, καί, βεβαίως, ἀφήνω ἀσχολίαστα τὰ περὶ «μωροῦ» καὶ «γεένης», γιατί δὲν ἀνήκουν στὴν ἁρμοδιότητά μου.

 Μὲ τὴν ἐν Χριστῷ ἀγάπη

†  Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος

(βλ. συνέχεια:  ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΜΥΣΤΙΚΟΤΗΣ ΚΑΙ ΚΡΥΨΙΝΟΙΑ ΣΤΑ ΔΙΟΡΘΟΔΟΞΑ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ»: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/09/26/μυστικότης-καὶ-κρυψίνοια-στὰ-διορθό/)

ΠΗΓΗ: Αmen.gr

, , , , , ,

Σχολιάστε