Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Βαρλαάμ μοναχός

ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -3 «Ἡ πορεία τῶν βαρλααμιστῶν καὶ τῶν βαρλααμιζόντων: πρῶτα ἀλλοιώνονται ὡς πρὸς τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ἔπειτα συμφύρονται λατρευτικῶς μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ στὴν συνέχεια ἐπέρχεται ἡ τελικὴ προσχώρηση στὴν δική τους παράταξη». (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Βαρλααμισμς [Γ´]

 τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ», 
Σεπτέμβριος 2014 -Τεῦχος 218

Mέρος Α´: ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -1 «Οἱ βαρλααμιστὲς ἐπιτίθενται ἐναντίον αὐτῶν ποὺ δὲν συμφωνοῦν μαζί τους μὲ πολλοὺς τρόπους, μιμούμενοι “τὸ πολυέλικτον καὶ δολερὸν τοῦ ὄφεως”, χρησιμοποιώντας πολλὲς στροφὲς καὶ πλοκὲς λόγων». (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Mέρος Β´: ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -2 «Οἱ βαρλααμιστὲς καὶ οἱ βαρλααμίζοντες ὄχι μόνον ἀγνοοῦν ἐμπειρικῶς αὐτὴν τὴν πνευματικὴ καὶ ἀγγελικὴ λειτουργία, ἀλλὰ τὴν ἀρνοῦνται, τὴν ὑποτιμοῦν καὶ τὴν εἰρωνεύονται. Ταυτίζουν ἀπόλυτα τὴν λατρεία μὲ τοὺς ὕμνους καὶ τὶς εὐχές, τὶς ὁποῖες θέλουν νὰ κατανοοῦν λογικά, γιατί διαφορετικὰ δὲν αἰσθάνονται ὅτι προσεύχονται».. (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

.           Τρίτον σημεῖον εἶναι ὅτι ὁ Βαρλαὰμ ἀπομακρύνθηκε πρῶτα νοητῶς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἔπειτα πραγματικῶς, πράγμα τὸ ὁποῖο δείχνει ὅτι ὅταν ἀπομακρύνεται κανεὶς ἀπὸ τὴν θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔπειτα εἶναι ζήτημα χρόνου νὰ προσχωρήση σὲ ἄλλη χριστιανικὴ-αἱρετικὴ παράδοση.
.           Ὁ Βαρλαὰμ ἦταν ἕνας οὐνίτης μοναχὸς ποὺ ἦλθε στὴν ἀνατολικὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία χωρὶς νὰ γνωρίζη τὸν ὀρθόδοξο ἡσυχασμό, ἀφοῦ γνώριζε τὸν δυτικὸ σχολαστικισμὸ καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀντέδρασε ὀξύτατα μόλις πληροφορήθηκε τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖον προσεύχονταν οἱ ἁγιορεῖτες μοναχοί. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἐντόπισε ἀμέσως αὐτὸ τὸ γεγονὸς καὶ μάλιστα ἑρμήνευσε καὶ τὸ πῶς ξεκίνησε καὶ πῶς τελείωσε τὴν ζωή του ὁ Βαρλαάμ.
.           Ἀναιρώντας ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὶς ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, ποὺ ὑποστήριζε ὅτι ἡ τελειότης ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν γνώση τῶν ἑλληνικῶν μαθημάτων καὶ τῆς φιλοσοφίας, γράφει ὅτι θὰ προσπαθήση νὰ ἐκθέση «τὴν αἰτίαν τῆς νόσου» καὶ νὰ συνθέση «τὸ φάρμακον σὺν Θεῷ». Ἐκφράζει δὲ τὸν πόνο του γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀσθένεια τοῦ Βαρλαάμ, γράφοντας: «Τί γὰρ οὐκ ἂν πάθοι τὴν ψυχήν, οὕτω καλὸν μέλος τῆς Ἐκκλησίας νοητῶς ὁρῶν ταύτης ἀπορρηγνύμενον;». Μὲ τὸ χαρακτηρισμὸ «καλὸν μέλος τῆς Ἐκκλησίας» ὁ ἁγιορείτης Ἅγιος ἐπιδιώκει νὰ διατηρήση μερικὲς γέφυρες μὲ τὸν Βαρλαάμ, γιὰ νὰ μὴν ἀπομακρυνθῆ τελείως ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Πάντως, ἐπισημαίνει ὅτι ἤδη ὁ Βαρλαὰμ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία «νοητῶς», διότι δὲν δέχεται τὴν διδασκαλία της, ἀφοῦ ὑποτιμᾶ τὴν ἐμπειρία τῶν Προφητῶν ἐξαίροντας τὴν διδασκαλία τῶν φιλοσόφων.
.           Ὅμως, πιὸ κάτω ἀντιμετωπίζοντας τὴν ἄποψη τοῦ Βαρλαὰμ ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ δίνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι κτιστὴ –προφανῶς ἐδῶ κρύπτεται ἡ αἱρετικὴ διδασκαλία τῶν Λατίνων περὶ actus purus– γράφει ὅτι μὲ αὐτὸ ὁ Βαρλαὰμ προσπαθεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήση «δολίως» καὶ «βιαίως» στὸ φρόνημα τῶν Λατίνων. «Τοῖς ὁμοφύλοις Λατίνοις ᾗ δυνάμεως ἔχει χαρίζεται, πρὸς τὸ ἐκείνων φρόνημα δολίως ἅμα καὶ βιαίως ἡμᾶς ὑφελκόμενος».
.           Στὴν συνέχεια γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅτι ὁ Βαρλαὰμ τελικὰ προσχώρησε στὸν Πάπα, τὸν παρεκάλεσε νὰ τοῦ δώση τὶς σωτήριες εὐχές, ἀσπάσθηκε μὲ ἡδονὴ καὶ σεβασμὸ τὸ γόνατό του, ἀπέθεσε τὴν κεφαλή του στὰ χέρια τοῦ Πάπα καὶ δέχθηκε «τὴν ἐκεῖθεν σφραγίδα χαίρων».
.           Ἐπισημαίνει ἀκόμη ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅτι ἡ ὅλη παρουσία τοῦ Βαρλαὰμ στὸν χῶρο τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἦταν μιὰ σκηνοθεσία, ἀφοῦ διακωμώδησε καὶ περιέπαιξε τὰ ἰδικά μας. Μάλιστα, ὅπως γράφει, δὲν δέχθηκε κανέναν ἁγιασμὸ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας, κανεὶς δὲν τὸν εἶδε νὰ κοινωνῆ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, οὔτε δέχθηκε μοναχικὴ κουρά, κατὰ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἔτσι ἦταν «αὐτόπλαστος μοναχὸς» καὶ «ἐπίπλαστος».
.           Τὸ σημαντικὸ ἐδῶ εἶναι, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ὅτι πρῶτα ἀποχωρεῖ κανεὶς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία «νοητῶς», ἀφοῦ δὲν ἀποδέχεται ὅλα τὰ δόγματα καὶ τὶς παραδόσεις της, ἔπειτα προσπαθεῖ «δολίως» καὶ «βιαίως» νὰ κάνη τοὺς ὀρθοδόξους νὰ ἀποδεχθοῦν τὶς λατινικὲς παραδόσεις καὶ ἀκόμη ἀποδέχεται ἢ ἐπιδιώκει νὰ δεχθῆ τὶς «εὐχὲς» τοῦ Πάπα, ὁπότε καὶ προσχωρεῖ ὁλοκληρωτικῶς στὴν αἵρεση. Αὐτὴ εἶναι ἡ πορεία τῶν βαρλααμιστῶν καὶ τῶν βαρλααμιζόντων, ἀφοῦ πρῶτα ἀλλοιώνονται ὡς πρὸς τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ἔπειτα συμφύρονται λατρευτικῶς μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ στὴν συνέχεια ἐπέρχεται ἡ τελικὴ προσχώρηση στὴν δική τους παράταξη.

Advertisements

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -2 «Οἱ βαρλααμιστὲς καὶ οἱ βαρλααμίζοντες ὄχι μόνον ἀγνοοῦν ἐμπειρικῶς αὐτὴν τὴν πνευματικὴ καὶ ἀγγελικὴ λειτουργία, ἀλλὰ τὴν ἀρνοῦνται, τὴν ὑποτιμοῦν καὶ τὴν εἰρωνεύονται. Ταυτίζουν ἀπόλυτα τὴν λατρεία μὲ τοὺς ὕμνους καὶ τὶς εὐχές, τὶς ὁποῖες θέλουν νὰ κατανοοῦν λογικά, γιατί διαφορετικὰ δὲν αἰσθάνονται ὅτι προσεύχονται».. (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Βαρλααμισμς [Β´]

 τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ», 
Σεπτέμβριος 2014 -Τεῦχος 218

Μέρος Α´: ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -1 «Οἱ βαρλααμιστὲς ἐπιτίθενται ἐναντίον αὐτῶν ποὺ δὲν συμφωνοῦν μαζί τους μὲ πολλοὺς τρόπους, μιμούμενοι “τὸ πολυέλικτον καὶ δολερὸν τοῦ ὄφεως”, χρησιμοποιώντας πολλὲς στροφὲς καὶ πλοκὲς λόγων». (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

γ) Σημαντικὲς βαρλααμικὲς ἀπόψεις

.             Διαβάζοντας κανεὶς τὴν θεολογικὴ κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸν Βαρλαὰμ βλέπει καὶ μερικὰ ἐνδιαφέροντα σημεῖα, τὰ ὁποῖα δείχνουν τὴν μοιότητα πο πάρχει μεταξ διαφόρων συγχρόνων θεολόγων κα το Βαρλαάμ.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀντικρούοντας τὸν Βαρλαὰμ τοῦ ἀποδίδει πολλοὺς χαρακτηρισμούς, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι «αὐτόπλαστος μοναχός», μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν ἔγινε μοναχὸς ὕστερα ἀπὸ νόμιμη ἄθληση σὲ κάποιον Πνευματικὸ Πατέρα, γιὰ νὰ μάθη τὴν μοναχικὴ ζωὴ καὶ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Αὐτὸ φαίνεται σὲ ὅλες τὶς ἀπόψεις του, οἱ ὁποῖες διαφοροποιοῦνται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Θὰ ὑποδειχθοῦν μερικὰ σημαντικὰ σημεῖα.
.           Πρῶτον, ὁ Βαρλαὰμ ὄχι μόνον δὲν γνώριζε ἐπακριβῶς τὴν μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου ἡσυχίας, ἀλλὰ ἦταν ἀντίθετος μὲ τὴν ἱερὰ ἡσυχία, ὅπως τὴν βίωναν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες καὶ οἱ σύγχρονοί του μοναχοί τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Γι᾽ αὐτὸ στρεφόταν ἐναντίον τῶν ἡσυχαστῶν καὶ ἰδιαιτέρως ἐναντίον τοῦ ὁμολογητοῦ Νικηφόρου, ποὺ ἦταν διδάσκαλος τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας καὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὑπερασπιζόταν τὴν ἱερὰ ἡσυχία, τὴν ὁποία γνώρισε στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὴν παρέλαβε ἀπὸ τοὺς Πνευματικούς του Πατέρες καὶ ἀσκητὲς καὶ τὴν ἀσκοῦσε στὴν προσωπική του ζωή. Ὅλο τὸ περιεχόμενο τοῦ ἔργου του «Τρεῖς Τριάδες» ἀναφέρεται στὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, γι᾽ αὐτὸ καὶ τιτλοφορεῖται «Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων». Ἡ ἱερὰ ἡσυχία συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θέωση, ὅπως ἀναλύεται διεξοδικὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά. Ἡ πλήρης ἀποδοχὴ τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ ὄχι τῶν θεωριῶν τῶν φιλοσόφων, ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ νοῦ στὴν καρδιά, ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, τὸ ὁποῖο μετέχει τῆς θείας Χάριτος, ὁ φωτισμὸς τοῦ νοῦ ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἡ γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων, ἡ θέα-θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ποὺ εἶναι ἡ δόξα τῆς θεότητος, εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ὀρθοδόξου ἡσυχασμοῦ.
.           Ἀναφερόμενος ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸν Νικηφόρο τὸν Μονάζοντα λέγει ὅτι μετὰ τὴν καταδίκη τῆς κακοδοξίας τῶν Ἰταλῶν (Παπικῶν) προσῆλθε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ δέχθηκε πλήρως τὴν διδασκαλία καὶ τὴν ζωή της. Προσῆλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ εἶναι τὸ μεθόριον «κόσμου καὶ τῶν ὑπερκοσμίων», «τῆς ἀρετῆς ἑστία», καὶ ὑποτάχθηκε στοὺς ἐγκρίτους Πατέρες. Ἀφοῦ γιὰ πολὺ χρόνο ἔδωσε σὲ ἐκείνους τὴν πείρα τῆς ταπεινώσεώς του, παρέλαβε ἀπὸ αὐτοὺς ὡς ἀντάλλαγμα «τῆς τῶν τεχνῶν εἰρήνης, δηλαδὴ τῆς ἡσυχίας τὴν πείραν». Ἐδῶ συχία χαρακτηρίζεται π τν γιο Γρηγόριο ς «τέχνη τς ερήνης», γιατί μ τν μέθοδο ατ ερηνεύει σωτερικς κόσμος το νθρώπου π τν ταραχ τν λογισμν, τς φαντασίας κα τν παθν. λλ ατ συχία μανθάνεται μλλον μυσταγωγεται π πεπειραμένους Πατέρες σ κείνους πο μαθητεύουν μακροχρονίως σ ατούς.
.           Ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, κατὰ τὸν Βαρλαάμ, δὲν εἶναι ἡ συνεχὴς ἐπανάληψη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἔκαναν οἱ ἡσυχαστές, ἀλλὰ τὸ νὰ νομίζη κανεὶς ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ πράξη καὶ νὰ περατώση κάτι ἂν δὲν θέλη ὁ Θεός. Πρόκειται, δηλαδή, γιὰ μιὰ ἀφηρημένη πίστη στὸν Θεό, τὴν ὕπαρξή Του καὶ τὴν παρουσία Του.
.           Ἔτσι, ὁ ὅσιος Νικηφόρος ἀπέκτησε τὴν ἱερὰ ἡσυχία καὶ ἔγινε «ἀρχηγὸς» ἐκείνων ποὺη ἀγωνίζονται στὸν κατὰ διάνοια κόσμο, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας, δηλαδὴ τοὺς δαίμονες. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ὁ ἴδιος συνέλεξε πολλὰ πατερικὰ χωρία τῶν νηπτικῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι καθορίζουν τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες καὶ τὴν ἔκβασή τους. Μάλιστα ἐπειδὴ πολλοὶ ἀρχάριοι δὲν μποροῦσαν νὰ συγκρατήσουν «τὴν ἀστασίαν τοῦ νοῦ» οὔτε κὰν μετρίως, προέτεινε τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ συστείλουν μετρίως «τὸ πολυπόρευτον καὶ φαντασιῶδες αὐτοῦ», δηλαδὴ τὶς ψυχοτεχνικὲς μεθόδους.
.           Οἱ διὰ μέσου τῶν αἰώνων βαρλααμιστὲς καὶ βαρλααμίζοντες δὲν ἀποδέχονται στὴν πράξη τὸν ἡσυχασμό, τὴν ἱερὰ μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου ἡσυχίας, γιατί προφανῶς διακρίνονται ἀπὸ τὶς φιλοσοφικὲς ἀρχές, δίνουν μεγάλη σημασία στὶς λογικὲς ἀναλύσεις καὶ τοὺς διαλεκτικοὺς συλλογισμοὺς καὶ στοχασμούς. Ὄχι μόνον δὲν ἀποδέχονται τὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, ἀλλὰ καὶ ἀρνοῦνται ὅλην αὐτὴν τὴν μέθοδο, πολλὲς φορὲς εἰρωνεύονται αὐτοὺς ποὺ τὴν ἐξασκοῦν. Μ τν τρόπο ατ διακυβεύεται λη ρθόδοξη θεολογία. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ φιλόσοφος Βαρλαάμ, ὅπως λέγει χαρακτηριστικὰ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, χρησιμοποίησε τὴν «φαντασιώδη πολύνοιά» του ὡσὰν πῦρ ποὺ κατακαίει κάθε ἀντίθετο. Τὸ ἴδιο πράττουν καὶ οἱ φιλοσοφοῦντες θεολόγοι ἐναντίον τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, μὲ τὴν «φαντασιώδη πολύνοιά» τους, μὲ τὶς γνώσεις τους, ποὺ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς λογικῆς καὶ τῆς φαντασίας τους.

 .           Δεύτερον σημεῖον εἶναι ὅτι ὁ Βαρλαὰμ δὲν συντονίζεται μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση στὸ θέμα τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς.
.           Ἡ ἱερὰ ἡσυχία συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ τὴν νοερὰ προσευχή, διότι μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀσκεῖται ἡ ἱερὰ ἡσυχία, καθαρίζονται οἱ αἰσθήσεις, κυρίως ἡ καρδιά, δηλαδὴ τὸ παθητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ἀπαλλάσσεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς ἐμπαθεῖς λογισμούς, ἀπελευθερώνεται ὁ νοῦς ἀπὸ τὴν ὑποδούλωσή του στὶς αἰσθήσεις, τὴν λογική, τὰ πάθη καὶ τὸ περιβάλλον, καὶ στὴν συνέχεια προσεύχεται καθαρῶς καὶ ἀθολώτως στὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ νοερὰ προσευχὴ καὶ ἔτσι γίνεται ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ περὶ τῆς ὁποίας κάνει λόγο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α´ Θεσ. ε´, 17).
.           Ὁ Βαρλαὰμ δὲν μποροῦσε νὰ ἀρνηθῆ τὴν προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιὰ ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀλλὰ τὴν ἑρμήνευε ἐντελῶς ἐπιφανειακά, ἐξωτερικά, στοχαστικά. Ἰσχυριζόταν ὅτι τὸ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» δὲν δηλώνει τὸ «ἐνεργεῖν τὴν προσευχήν, ἀλλὰ τὸ τὴν ἕξιν ἔχειν αὐτῆς». Δηλαδή, ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, κατὰ τὸν Βαρλαάμ, δὲν εἶναι ἡ συνεχὴς ἐπανάληψη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἔκαναν οἱ ἡσυχαστές, ἀλλὰ τὸ νὰ νομίζη κανεὶς ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ πράξη καὶ νὰ περατώση κάτι ἂν δὲν θέλη ὁ Θεός. Πρόκειται, δηλαδή, γιὰ μιὰ ἀφηρημένη πίστη στὸν Θεό, τὴν ὕπαρξή Του καὶ τὴν παρουσία Του.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀντικρούει μιὰ τέτοια ἑρμηνεία γιὰ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀφοῦ μάλιστα, ὅπως γράφει, Βαρλαμ εναι νας φιλόσοφος «διαλείπτως κα μηδέποτε προσευχόμενος». Ὁ Βαρλαὰμ δὲν γνώριζε οὔτε τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ οὔτε τὴν «ἐκ διαλειμμάτων», δηλαδὴ τὴν διακεκομμένη, τὴν κατὰ καιροὺς προσευχή. Μιᾶς τέτοιας ὅμως προσευχῆς, ὅπως τὴν ἑρμηνεύει ὁ Βαρλαάμ, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο, δὲν εἶναι ἀμέτοχος οὔτε καὶ αὐτὸς ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ὅτι δὲν εἶχε ἐξουσία οὔτε στοὺς χοίρους, ἂν δὲν τοῦ τὸ ἐπέτρεπε ὁ Θεός.
.           Στὴν συνέχεια ὁ ἡσυχαστὴς Ἅγιος κάνει μιὰ περίφημη ἀνάλυση γιὰ τὸ τί εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἔχω ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι στὸ σημεῖο αὐτό, ὅπως καὶ σὲ ἄλλα παρόμοια σημεῖα, ὁ Ἅγιος ἐκφράζει ἔντονα τὴν δική του προσωπικὴ πείρα. Ἄλλωστε, αὐτὴ εἶναι μιὰ βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Βαρλαάμ. Καὶ οἱ δύο χρησιμοποιοῦσαν πατερικὰ χωρία, ἀλλὰ ὁ μὲν Βαρλαὰμ τὰ ἑρμήνευε φιλοσοφικὰ-στοχαστικὰ καὶ οὐσιαστικὰ τὰ παρερμήνευε, ἐνῶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὰ ἑρμήνευε μέσα ἀπὸ τὴν δική του προσωπικὴ πείρα. Τὸ χωρίο αὐτὸ περὶ τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς εἶναι σημαντικότατο, ἀλλὰ ἀναγκαστικὰ θὰ παραθέσω μόνο τὸ οὐσιῶδες περιεχόμενό του.
.           Ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅτι μιλώντας γιὰ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, στὴν πραγματικότητα ἐννοοῦμε ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς «μυστικοῦ καὶ ἀπορρήτου πνευματικοῦ δώρου» τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο καταξιώνονται νὰ λάβουν ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς κατέλαβε ὁ θεῖος ἔρως νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Κύριο τοῦ παντός, οἱ ὁποῖοι μένουν χωρὶς τροφὴ καὶ πνοὴ κατὰ τὴν προσευχή, ἐπιστρέφουν τὸν νοῦ στὸν ἑαυτό τους καὶ ἑνώνονται μὲ τὸν Θεό. Ἔπειτα, αὐτὸ τὸ πνευματικὸ δῶρο τῆς προσευχῆς, ποὺ δίνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο, ἄλλοτε ἑλκύει «τὸν κατηξιωμένον νοῦν» πρὸς τὴν ἄρρητη ἕνωση καὶ ἀπὸ αὐτὸ πηγάζει ἡ ἱερὰ εὐφροσύνη, καὶ ἄλλοτε ἐνῶ ὁ νοῦς ἀνυψώνεται πρὸς τὸν Θεό, ὑπηχεῖ μέσα σὲ αὐτὸν ὠδήν, ὡσὰν μουσική. Δηλαδή, στὸν νοῦ ποὺ βρίσκεται στὴν καρδιὰ καὶ ὑψώνεται πρὸς τὸν Θεὸ γίνεται μιὰ λατρεία νοερά. Καὶ ὅσοι ἔγιναν μέτοχοι αὐτῆς τῆς ἀεικινήτου καὶ ἀκαμάτου Χάριτος, ἔχουν ἀδιάλειπτη ἐρριζωμένη στὴν ψυχὴ τὴν προσευχή, ἐνῶ ἀσκοῦν τὰ ἀναγκαῖα καθημερινὰ ἔργα, γίνεται δὲ αὐτὴ ἡ προσευχὴ ἀκόμη καὶ ὅταν κοιμοῦνται. Καὶ γιὰ τεκμηρίωση αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας περὶ ἀδιαλείπτου προσευχῆς ὁ ἅγιος Γρηγόριος προσκομίζει τὶς σχετικὲς ἁγιογραφικὲς καὶ πατερικὲς μαρτυρίες.
.           Ἔτσι, ἡ ἀδιάλειπτη νοερὰ προσευχὴ δὲν εἶναι μιὰ αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔλεγε ὁ Βαρλαάμ, ἀλλὰ μιὰ διαρκὴς ἐνέργεια τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν καθαρὴ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐκφράζεται μὲ προσευχές, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «πληροῦσθε ἐν Πνεύματι, λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ἄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ» (Ἑφ. ε´, 18-19).
.           Αὐτὴν τὴν νοερὰ προευχὴ ὁ ἅγιος Γρηγόριος τὴν ἀποκαλεῖ «λογικήν, μᾶλλον δὲ πνευματικὴν ἠμῶν λατρείαν», ποὺ γίνεται ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν τιμοῦν καὶ εἶναι ἀφοσιωμένοι σὲ αὐτὴν «μεθ᾽ ἡσυχίας ἀπεριμερίμνως διὰ βίου» καὶ βοηθοῦν τοὺς ἀρχαρίους νὰ συμμετέχουν στὴν «ἀγγελικὴν καὶ ὑπερκόσμιον λειτουργίαν». Ἑπομένως, ἡ νοερὰ προσευχή, ποὺ γίνεται μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας εἶναι «πνευματικὴ λατρεία», ποὺ συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ «τὴν ἀγγελικὴν καὶ ὑπερκόσμιον λειτουργίαν».
.           Ο βαρλααμιστς κα ο βαρλααμίζοντες χι μόνον γνοον μπειρικς ατν τν πνευματικ κα γγελικ λειτουργία, λλ τν ρνονται, τν ποτιμον κα τν ερωνεύονται. Ταυτίζουν πόλυτα τν λατρεία μ τος μνους κα τς εχές, τς ποες θέλουν ν κατανοον λογικά, γιατί διαφορετικ δν ασθάνονται τι προσεύχονται. Μὲ ἄλλα λόγια στηρίζονται μόνον στὴν λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἀπολυτοποιοῦν. Τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται εἶναι ὅτι ν τσι σκέπτονται κα τσι πιθυμον ν προσεύχωνται, τότε πς θ μάθουν τν περκόσμια λειτουργία κα πς θ εσέλθουν σ ατν μετ τν θάνατό τους, φο τν γνοον κα τν πολεμον;

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -3 «Ἡ πορεία τῶν βαρλααμιστῶν καὶ τῶν βαρλααμιζόντων: πρῶτα ἀλλοιώνονται ὡς πρὸς τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ἔπειτα συμφύρονται λατρευτικῶς μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ στὴν συνέχεια ἐπέρχεται ἡ τελικὴ προσχώρηση στὴν δική τους παράταξη». (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -1 «Οἱ βαρλααμιστὲς ἐπιτίθενται ἐναντίον αὐτῶν ποὺ δὲν συμφωνοῦν μαζί τους μὲ πολλοὺς τρόπους, μιμούμενοι “τὸ πολυέλικτον καὶ δολερὸν τοῦ ὄφεως”, χρησιμοποιώντας πολλὲς στροφὲς καὶ πλοκὲς λόγων». (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Βαρλααμισμς

 τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ», 
Σεπτέμβριος 2014 -Τεῦχος 218

.           Ὁ βαρλααμισμὸς εἶναι ἕνα συγκεκριμένο ρεῦμα, τὸ ὁποῖο προηγήθηκε τοῦ Βαρλαὰμ καὶ ἀκολούθησε μετὰ ἀπὸ αὐτόν. Στὴν πραγματικότητα εἶναι ἡ θεωρία καὶ ἡ πράξη τοῦ σχολαστικισμοῦ, ποὺ ἀναπτύχθηκε ἀπὸ τὸν 11ο αἰώνα στὸν δυτικὸ χῶρο καὶ ἀπέβη ἡ κύρια ἔκφραση τῆς λατινικῆς θεολογίας. Γιὰ πρώτη φορὰ οἱ ὀρθόδοξοι ἀνατολικοὶ γνώρισαν τὴν κίνηση αὐτὴ στὸ πρόσωπο τοῦ Βαρλαάμ. Ἡ πλειονότητα ἀπὸ αὐτούς, μὲ ὑπέρμαχο τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, τὸν ἀντιμετώπισαν ἐπιτυχῶς, μερικοὶ δὲ ἄλλοι ἐπηρεάσθηκαν ἀπὸ μερικὲς ἀπόψεις του.
.             Ἐπειδή δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω πρόσωπα καὶ νοοτροπίες, γι᾽ αὐτὸ θὰ ἐπιχειρήσω μιὰ εὐρύτερη ἀνάλυση γιὰ τὸ ποιὲς ἦταν οἱ ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, οἱ ὁποῖες κατὰ διαφόρους τρόπους ἐπηρέασαν καὶ ἐπηρεάζουν μερικοὺς σύγχρονους φιλοσοφοῦντες θεολόγους, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζονται βαρλααμίτες ἢ βαρλααμιστές. Τὸν ὅρο βαρλααμίτες τὸν χρησιμοποίησε πρῶτος ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γιὰ νὰ χαρακτηρίση τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Βαρλαάμ, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ Γρηγόριος Ἀκίνδυνος.

α) Ἡ θεολογικὴ συγκρότηση τοῦ Βαρλαὰμ

.           Κατὰ τὸν καθηγητὴ Παναγιώτη Χρήστου, ὁ ὁποῖος ἀσχολήθηκε ἰδιαιτέρως μὲ τὴν περίοδο αὐτή, ὁ Βαρλαὰμ ἦταν φορεὺς τῆς Ἀναγεννήσεως, ἡ ὁποία ἄρχισε νὰ ἀνατέλη στὴν ἐποχή του καὶ θεωροῦσε τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μὲ τρόπο στατικό, περιορίζοντας τὴν ἐνέργειά της μόνον στοὺς βιβλικοὺς χρόνους καὶ ἠρνεῖτο τὴν τρέχουσα ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ τὴν ἐμπειρία τῶν μοναχῶν. Συγχρόνως ἀναζητοῦσε μιὰ νέα αὐθεντία, ἔξω ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό, στὰ πρόσωπα τῶν μεγάλων φιλοσόφων τῆς ἀρχαιότητας.
.           Ἔτσι ἑρμήνευε τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μὲ βάση τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ ὄχι μὲ βάση τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση, ἡ ὁποία διασωζόταν ζωντανὴ στὴν ἀνατολικὴ χριστιανικὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία, κυρίως στὸ Ἅγιον Ὄρος. Αὐτὸς ἦταν ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖον ὁ Βαρλαὰμ ἦλθε σὲ διάσταση μὲ τὸν ἁγιορειτικὸ μοναχισμό, ὅπως τὸν ἐξέφραζε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.
.           Ὁ Βαρλαάμ, ὡς πρὸς τὸ «γνωσιολογικὸ κριτήριο», θεωροῦσε ὅτι, σύμφωνα μὲ τὸν Ἀριστοτέλη, γνωριστὸ εἶναι μόνο κάθε τί ποὺ προσλαμβάνεται διὰ τῶν αἰσθητηρίων. Ὡς πρὸς τὸ «θεολογικὸ κριτήριο» θεωροῦσε ὅτι ὁ Θεός, σύμφωνα μὲ πλατωνικὰ καὶ διονυσιακὰ πρότυπα, βρίσκεται πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ ἐπιστητοῦ, γι᾽ αὐτὸ εἶναι πέρα ἀπὸ κάθε συλλογισμὸ καὶ γνώση. Ἔτσι, ὅπως ἔλεγε, δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε λόγο γιὰ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργείας στὸν Θεό, καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ἀποκτήσουμε γνώση τοῦ Θεοῦ, γιατί διαφορετικὰ θὰ ἔχουμε γνώση τῆς οὐσίας Του. Ἐπειδὴ κατ᾽ αὐτὸν ἡ ψυχὴ εἶναι φυλακισμένη στὸ σῶμα, γι᾽ αὐτὸ ἀδυνατεῖ νὰ γνωρίση τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ὑπερβατὴ καὶ ἀπόλυτη, ὁπότε τὰ ἰδιώματα τοῦ Θεοῦ εἶναι «πλάσματα τῆς φαντασίας ἢ εἴδωλα» καὶ γι᾽ αὐτὸ στὴν θεολογία χρησιμοποιοῦνται οἱ διαλεκτικοὶ συλλογισμοὶ καὶ ὄχι οἱ ἀποδεικτικοί, ποὺ στηρίζονται στὴν προσωπικὴ ἐμπειρία.
.           Τὸ σημαντικό τῆς νοοτροπίας τοῦ βαρλααμισμοῦ εἶναι ὅτι ἡ ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς γίνεται βάσει τῆς φιλοσοφίας καὶ τῶν διαλεκτικῶν συλλογισμῶν καὶ στοχαστικῶν ἀναλύσεων καὶ ὄχι βάσει τῆς ζωντανῆς ἐμπειρίας τοῦ ἠσυχασμοῦ, καθὼς ἐπίσης ἡ θεολογία, ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀντικείμενο ἐμπειρίας τῶν αἰσθήσεων, τῆς φαντασίας καὶ τῆς λογικῆς ἐπεξεργασίας, καὶ ὄχι καρπὸς προσωπικης ἐμπειρίας, ὅπως τὴν βίωναν οἱ ἡσυχαστὲς μοναχοί. Ἔτσι, ὅταν ὑποτιμᾶται ὁ ἡσυχασμός, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποκτοῦμε μέθεξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ «πράξη» καὶ ἡ «θεωρία», ἀλλὰ καὶ ἡ ἄσκηση, κρύβονται μέσα στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸ θεωρεῖται ὡς βαρλααμισμὸς ἢ ἔστω νεοβαρλααμισμός.
.           Βεβαίως, ὁ Βαρλαὰμ δὲν παρουσιάσθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν Θεσσαλονίκη ὡς σχολαστικὸς φιλόσοφος, οὔτε ὡς οὐνίτης μοναχός, ὅπως καὶ πράγματι ἦταν, ἀλλ᾽ ὡς ὀρθόδοξος μοναχὸς καὶ στὴν ἀρχὴ ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση στοὺς φιλοσοφοῦντες θεολόγους καὶ σὲ ἄλλους Χριστιανούς. Ὅμως, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ποὺ γνώριζε τὸν Ἀριστοτέλη καὶ εἶχε θεοπτικὲς ἐμπειρίες, κατάλαβε πολὺ καλὰ τὴν θεολογικ διγλωσσία το Βαρλαάμ, τὸ ἀστήρικτο θεολογικό του σύστημα, ἀπὸ πλευρᾶς πατερικῆς παραδόσεως, καὶ τὸ «πνευματικὸ δηλητήριο» ποὺ κρυβόταν κάτω ἀπὸ τὶς ὡραῖες αἰσθητικὲς καὶ φιλοσοφικὲς ἀναλύσεις καὶ γι᾽ αὐτὸ τὸν ἀπεκάλυψε πλήρως. Ὁπότε, Βαρλαμ ξαναγκάσθηκε ν ναχωρήση π τν ρθόδοξο χρο κα ν καταλήξη στν λατινικ-παπικ παράδοση π τν ποία προερχόταν κα τν ποία ξέφραζε.

β) Οἱ ἀπόψεις τοῦ Βαρλαὰμ ποὺ ἀντικρούονται ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ

.           Τὰ θεολογικὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἐναντίον τοῦ Βαρλαὰμ φαίνονται ἔντονα στὸ ἔργο του «Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων», στὶς λεγόμενες «Τρεῖς Τριάδες». Στὴν πρώτη Τριάδα ἀπάντησε στὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Βαρλαὰμ ἀπὸ τὶς ἐρωτήσεις ποὺ τοῦ ὑπέβαλε ἕνας μοναχός, ἀλλὰ ὅταν ἀπέκτησε τὰ ἴδια τὰ κείμενα τοῦ Βαρλαάμ, τὰ ὁποῖα ἐπιμελῶς ἐκεῖνος ἀπέκρυπτε, τότε ἀπάντησε διεξοδικὰ στὴν δεύτερη Τριάδα τοῦ ἔργου του. Καὶ ὅταν ὁ Βαρλαὰμ ἀνέγνωσε τὰ κείμενα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τὸν κατηγόρησε μὲ τὸ ἔργο του «Κατὰ Μασαλιανῶν», τότε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀπήντησε μὲ τὴν τρίτη Τριάδα, καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀνέτρεψε πλήρως τὶς ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, οἱ ὁποῖες ἂν κυριαρχοῦσαν σήμερα, θὰ ἤμασταν στὴν πράξη καὶ τὴν θεωρία οὐνίτες. Ἔτσι συγκροτήθηκε τὸ σημαντικὸ ἔργο «Τρεῖς Τριάδες» ἢ «Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων».
.           Ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ νοῦ στὴν καρδιά, ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, τὸ ὁποῖο μετέχει τῆς θείας Χάριτος, ὁ φωτισμὸς τοῦ νοῦ ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἡ γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων, ἡ θέα-θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ποὺ εἶναι ἡ δόξα τῆς θεότητος, εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ὀρθοδόξου ἡσυχασμοῦ.
.           Ὅμως, παρὰ τὸ ὅτι ἀντιμετωπίσθηκαν σθεναρὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ οἱ ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, ἐν τούτοις ὅμως ὑπάρχουν ὀρθόδοξοι θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι στὸ δικό τους «θεολογικὸ σύστημα», ἐν γνώσει ἢ ἐν ἀγνοίᾳ τους, συμπεριέλαβαν ἀπόψεις τοῦ Βαρλαὰμ ἢ τουλάχιστον χρησιμοποιοῦν τὴν μεθοδολογία του. Γιὰ νὰ δοῦμε περίπου τί πρέσβευε ὁ Βαρλαάμ, θὰ παρουσιάσουμε τὴν σκέψη του, ὅπως τὴν συναντᾶμε στὴν πρώτη καὶ τὴν δεύτερη Τριάδα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.
.           Οἱ τίτλοι τῶν ἔργων τοῦ Βαρλαὰμ καὶ τὸ περιεχόμενό τους ἀνιχνεύονται κυρίως στὴν δεύτερη Τριάδα, ὅπου παρατίθενται ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο ὁλόκληροι παράγραφοι τοῦ Βαρλαάμ, ὅπως καὶ ἄλλες σκέψεις του διατυπώθηκαν ἐλεύθερα ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά, οἱ ὁποῖες βαρλααμικὲς ἀπόψεις ἀναιρέθησαν μὲ πολὺ μεγάλη δύναμη λόγου καὶ ζωῆς ἀπὸ τὸν ἁγιορείτη Ἅγιο. Ὅλο δὲ τὸ «πνεῦμα» τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ Βαρλαὰμ διαφαίνεται στὶς ἐρωτήσεις ποὺ ὑπέβαλε ὁ μοναχὸς στὸν ἅγιο Γρηγόριο καὶ στὶς ἀπαντήσεις ποὺ δόθηκαν καὶ συμπεριλαμβάνονται στὴν πρώτη Τριάδα. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν μποροῦμε νὰ διακρίνουμε καθαρὰ τὸ ἐννοιολογικὸ περιεχόμενο τοῦ βαρλααμισμοῦ. Κυρίως τονίζονται τρία σημεῖα.

.             Τὸ πρῶτο, ἀναφέρεται στὴν γνώση καὶ ἐξαίρεται ἡ ἀνθρώπινη σοφία σὲ βάρος τῆς θείας σοφίας. Τὸ ἔργο τοῦ Βαρλαὰμ γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ πρέπει νὰ εἶχε τὸν τίτλο Περὶ λόγων ἢ Περὶ γνώσεως ἢ Περὶ σοφίας κτίσεως.
.             Οἱ ἀπόψεις τοῦ Βαρλαὰμ γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ φαίνεται ὅτι ἦταν οἱ ἀκόλουθες: Δίνεται προτεραιότητα στὴν «ἔξω σοφία»-φιλοσοφία, τὴν ὁποία πρέπει νὰ ἐπιδιώκουν καὶ οἱ μοναχοί, γιατί μόνον μὲ τὴν ἀνθρώπινη σοφία μπορεῖ κανεὶς νὰ φθάση στὴν ἀπάθεια, νὰ πλησιάση τὴν τελειότητα καὶ τὴν ἁγιότητα. Καὶ αὐτὸ γιατὶ ἡ ἑλληνικὴ παιδεία θεωρεῖται ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ ὅμοιο μὲ τὴν ἀποκάλυψη ποὺ δόθηκε στοὺς Προφῆτες καὶ τοὺς Ἀποστόλους. Ἐπίσης, «οἱ λόγοι τῶν ὄντων» βρίσκονται στὸν θεῖο καὶ πρῶτο καὶ δημιουργικὸ νοῦ καὶ οἱ εἰκόνες τῶν λόγων αὐτῶν ἔχουν τοποθετηθῆ μέσα στὴν ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων, ὁπότε θὰ πρέπει νὰ τοὺς γνωρίσουμε γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν ἄγνοια μὲ μεθόδους διαιρετικές, συλλογιστικὲς καὶ ἀναλυτικὲς καὶ ἔτσι θὰ γίνουμε καθ᾽ ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ ζήσουμε μετὰ θάνατον.
.             Στὶς ἀπόψεις αὐτὲς βλέπει κανεὶς τὴν ἀρχαία πλατωνικὴ παράδοση, τὴν κλασσικὴ μεταφυσική, τὴν σχολαστικὴ θεολογία, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία στὴν γνώση τοῦ Θεοῦ ἔχει προτεραιότητα ἡ λογικὴ μὲ τοὺς συλλογισμούς της καὶ ἡ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ διὰ τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων. Ἐδῶ βλέπει κανεὶς τὴν πλατωνικὴ μέθοδο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δὲν ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς καὶ τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ, ἀλλὰ μὲ τὴν γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων.
.             Οἱ διὰ μέσου τῶν αἰώνων βαρλααμιστὲς καὶ βαρλααμίζοντες δὲν ἀποδέχονται στὴν πράξη τὸν ἡσυχασμό, τὴν ἱερὰ μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου ἡσυχίας, γιατί προφανῶς διακρίνονται ἀπὸ τὶς φιλοσοφικὲς ἀρχές, δίνουν μεγάλη σημασία στὶς λογικὲς ἀναλύσεις καὶ τοὺς διαλεκτικοὺς συλλογισμοὺς καὶ στοχασμούς.

.             Τὸ δεύτερο σημεῖο τῶν ἀπόψεων τοῦ Βαρλαὰμ ἀναφέρεται στὸν τρόπο τῆς προσευχῆς καὶ τὴν σχέση τοῦ νοῦ μὲ τὸ σῶμα. Τὸ ἔργο τοῦ Βαρλαὰμ πρέπει νὰ εἶχε τίτλο Περὶ προσευχῆς ἢ Περὶ τελειότητος ἀνθρωπίνης ἢ Περὶ προσευχῆς καὶ τελειότητος ἀνθρωπίνης.
.             Σύμφωνα μὲ τὶς ἀπόψεις αὐτὲς ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὴν προσευχὴ πρέπει νὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ ὄχι νὰ περικλεισθῆ μέσα σὲ αὐτό. Δηλαδὴ ἀναιρεῖται ἡ διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων περὶ ἐλεύσεως τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ στὸ σῶμα διὰ τοῦ νοός.
.             Μὲ τὶς ἀπόψεις αὐτὲς σαφέστατα παραθεωρεῖται ἡ νοερὰ προσευχή, δν γίνεται διάκριση μεταξ νο κα λογικς καὶ κυριαρχεῖ ὁ φιλοσοφικὸς τρόπος σωτηρίας, ἤτοι ἡ γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων, διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ τῶν διαλεκτικῶν στοχασμῶν. Ἐπὶ πλέον ὄχι μόνον ἀμφισβητεῖται ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση, ὅπως τὴν βίωναν οἱ μοναχοὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλὰ ἀπορρίπτεται τελείως ὡς δῆθεν ξένη μὲ τὴν Χριστιανικὴ διδασκαλία. Καὶ ἐδῶ φαίνεται σαφέστατα πόσο εἶχε ἐπιδράσει πάνω στὸν Βαρλαὰμ ἡ κλασσικὴ μεταφυσική.

 .             Τὸ τρίτο σημεῖο τῶν ἀπόψεων τοῦ Βαρλαὰμ ἀναφέρεται στὸ Φῶς τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ ποιὰ εἶναι ἡ φύση τοῦ θείου Φωτός, τὸ ὁποῖο φανερώθηκε στὸ ὄρος Θαβώρ. Τὸ ἔργο τοῦ Βαρλαὰμ γιὰ τὸ συγκεκριμένο αὐτὸ θέμα πρέπει νὰ ἔφερε τὸν τίτλο Περὶ φωτός.
.             Σὲ αὐτὸ τὸ ἔργο ὑποστηριζόταν ὅτι κάθε φωτισμὸς ποὺ γίνεται ἀντιληπτὸς μὲ τὶς αἰσθήσεις εἶναι πλάνη καὶ εἶναι συμβολικός. Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ ἐνέτασσε ὅλες τὶς ἀποκαλύψεις τοῦ Θεοῦ στοὺς Προφῆτες, τὸ θαβώρειο Φῶς κατὰ τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὴν Πεντηκοστή. Ἀντίθετα, θεωροῦσε μόνο τὴν ἀνθρώπινη γνώση ὡς ὑπερ-αἴσθηση φωτισμό, γι᾽ αὐτὸ τὴν ἀνθρώπινη γνώση τὴν ὁποία ἀποκτᾶ κανεὶς μὲ τὴν λογικὴ θεωροῦσε ὡς καλυτέρα τοῦ φωτὸς καὶ ὡς τέλος κάθε θεωρίας.
.             Ἐδῶ σαφέστατα προτιμᾶται ἡ φιλοσοφία, ὁ στοχασμός, ἡ μεταφυσική, οἱ λογικὲς ἀναλύσεις σὲ βάρος τῆς θεοπτικῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς μεθόδου ποὺ ὁδηγεῖ σὲ αὐτήν, δηλαδὴ τὸν ἡσυχασμό. Ὅπως γίνεται φανερόν, ὁ Βαρλαὰμ θεωροῦσε ὡς πλάνη τὴν ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου Φωτὸς ποὺ γινόταν μέσα ἀπὸ τὶς μεταμορφωμένες αἰσθήσεις, ἐνῶ ἔδινε βαρύτητα στὴν φιλοσοφία, ποὺ γνώριζε τὸν Θεὸ μέσα ἀπὸ τὴν λογικὴ ἐπεξεργασία, ἀφοῦ ἡ λογικὴ εἶναι τὸ εὐγενέστερο στοιχεῖο τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου.
.             Καὶ οἱ τρεῖς αὐτὲς ἀπόψεις τοῦ Βαρλαὰμ παρατίθενται αὐτολεξεὶ στὴν δεύτερη Τριάδα, ὅταν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κατόρθωσε νὰ ἀνεύρη τὰ ἴδια τὰ κείμενα τοῦ Βαρλαάμ, ὅπου καὶ φυσικὰ ἀναιροῦνται ἀπὸ τὸν ἁγιορείτη Ἅγιο μὲ ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα, ποὺ εἶναι εἰλημμένα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, τὴν Πατερικὴ παράδοση καὶ τὴν σύγχρονη πείρα τῶν ἡσυχαστῶν, προφανῶς καὶ τὴν δική του.
.             Ἡ ἀδιάλειπτη νοερὰ προσευχὴ δὲν εἶναι μιὰ αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔλεγε ὁ Βαρλαάμ, ἀλλὰ μιὰ διαρκὴς ἐνέργεια τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν καθαρὴ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐκφράζεται μὲ προσευχές.
.             Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω φαίνεται καθαρὰ ὅτι ὁ Βαρλαὰμ ὑπερτόνιζε τὴν ἔξω σοφία, δηλαδὴ τὴν φιλοσοφία τῶν φιλοσόφων, σὲ βάρος τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἐμπειρίας τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ Πατέρων, κατέκρινε ὡς πλάνη τὴν νοερὰ προσευχή, ἐπειδὴ στηριζόταν ὁ ἴδιος στὶς συλλογιστικές, στοχαστικὲς ἀναλύσεις καὶ ἠρνεῖτο τὴν συμμετοχὴ τοῦ σώματος στὴν θέωση, καθὼς ἐπίσης παραθεωροῦσε ἢ παρερμήνευε ἐπικίνδυνα τὰ περὶ θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Φωτός, διότι κατ᾽ αὐτὸν ἡ τελειότητα δὲν ἔρχεται μὲ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θέωση, ἀλλὰ μὲ τὶς λογικὲς γνώσεις, τὴν γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων, τὴν σχολαστικὴ ἀναλογία, τὴν μεταφυσική. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ παρακάμπτεται ὅλη ἡ ἀποκαλυπτικὴ ἐμπειρία τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ Ἁγίων καὶ ἑρμηνεύεται ἢ ὑποτιμᾶται ἡ μέθοδος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν θεοπτία, ποὺ εἶναι ὁ ἱερὸς ἡσυχασμός. Ἑπομένως, κατ᾽ ἐπέκταση ὑπερτονίζεται ἡ «λογικὴ λατρεία», σὲ βάρος τῆς νοερᾶς λατρείας.
.             Σημαντικὸς εἶναι καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἐργάζονταν ὁ Βαρλαὰμ καὶ οἱ ὁμόφρονές του, ὅπως φαίνεται στὴν τρίτη ἐρώτηση ποὺ ὑπέβαλε ὁ ἀνώνυμος μοναχὸς στὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ. Συγκεκριμένα, ὅπως λέγει, ὁ Βαρλαὰμ καὶ ὅσοι ὑποστηρίζουν τὶς ἀπόψεις του, εἶναι ἀμαθεῖς στοὺς πατερικοὺς λόγους, δὲν ἔχουν προσωπικὴ πείρα τοῦ Θεοῦ, διακρίνονται ἀπὸ φυσίωση-ἀλαζονεία καὶ χρησιμοποιώντας τὸν νοῦ τῆς σαρκός, δηλαδὴ τὴν λογική, συκοφαντοῦν φανερῶς τοὺς Πατέρες. ν κάποιος ντιδράση στος λόγους τους, ατ τ ποδίδουν στν μπάθειά του, πο εναι δεγμα τς πλάνης τους. Μάλιστα δὲ πιτίθενται ο βαρλααμιστς ναντίον ατν πο δν συμφωνον μαζί τους μ πολλος τρόπους, μιμούμενοι «τ πολυέλικτον κα δολερὸν τοῦ φεως», χρησιμοποιώντας πολλς στροφς κα πλοκς λόγων κα κάθε φορ ξηγον τς πόψεις τος ντιφατικς. Ἐπειδὴ δὲν ἔχουν βεβαιότητα τῆς ἀληθείας, γι᾽ αὐτὸ εἶναι «εὐεπίτρεπτοι εἰς τἀναντία» καὶ ὅταν ἐλέγχωνται ἀπὸ τὴν συνείδησή τους, προσπαθον ν κρυφτον, πως κανε δμ μετ τν παράβαση, κάτω π τν ποικιλία κα τ γραφοειδς-γριφοειδς κα μφιρρεπς το λόγου πρς διάφορα νοήματα.

.        Αὐτὰ ἰσχυριζόταν ὁ Βαρλαὰμ σὲ σχέση μὲ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ τὴν θεοπτικὴ ἐμπειρία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων. Οἱ ἀπόψεις αὐτὲς χαρακτηρίζονται ὡς βαρλααμισμός, ὅπως ἐπίσης βαρλααμισμὸς χαρακτηρίζεται καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἐργάζονταν ὁ Βαρλαὰμ καὶ οἱ ὁμόφρονές του καὶ ποὺ ἀναλύθηκε πιὸ πάνω.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -2 «Οἱ βαρλααμιστὲς καὶ οἱ βαρλααμίζοντες ὄχι μόνον ἀγνοοῦν ἐμπειρικῶς αὐτὴν τὴν πνευματικὴ καὶ ἀγγελικὴ λειτουργία, ἀλλὰ τὴν ἀρνοῦνται, τὴν ὑποτιμοῦν καὶ τὴν εἰρωνεύονται. Ταυτίζουν ἀπόλυτα τὴν λατρεία μὲ τοὺς ὕμνους καὶ τὶς εὐχές, τὶς ὁποῖες θέλουν νὰ κατανοοῦν λογικά, γιατί διαφορετικὰ δὲν αἰσθάνονται ὅτι προσεύχονται».. (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

, ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – Ὅσοι ἰσχυρίζονται ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν 3ο αἰώνα καὶ μετὰ ἐπηρεάσθησαν ἀπὸ μία ἄλλη “(νεο)πλατωνικὴ ἐκκλησιολογία”, ὁπότε ἐκδιώχθηκε καὶ παραθεωρήθηκε ἡ “ἀρχέγονη ἐκκλησιολογία”, στὴν πραγματικότητα ἐκφράζουν τὴν καταδικασμένη αἵρεση τοῦ Βαρλαάμ καὶ σαφῶς εἶναι βαρλααμίτες μὲ φοβερὲς συνέπειες».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Ϛ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

ε. Ἡ νηπτικὴ-ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι

.        Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση υἱοθετήθηκε ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις τῶν Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ εἶναι δεδομένη θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ δόγματα εἶναι ἡ καταγραφὴ τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἀποκαλύψεως, καὶ οἱ κανόνες εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀναφέρονται στὴν συγκρότηση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ σηματοδοῦν τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν βίωση τῆς Ἀποκαλύψεως, ἰδιαιτέρως οἱ κανόνες ἐκεῖνοι ποὺ ἀναφέρονται στὸ πῶς κανονίζεται ἡ μετάνοια.
.        Ὅλη ἡ θεολογία τῶν Τοπικῶν καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων φαίνεται στὴν Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἰδιαιτέρως στὸν «προσφωνητικὸν λόγον» καὶ τοὺς α´ καὶ ρβ´ κανόνες της.
.        Ἔπειτα, οἱ ἡσυχαστικὲς Σύνοδοι τοῦ 14ου αἰῶνος (1341, 1347, 1351, 1368), στὶς ὁποῖες πρωταγωνίστησε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ἡ ἡσυχαστική του θεολογία, ποὺ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων, κατοχύρωσαν τὸν ἡσυχασμό, ὡς προϋπόθεση τῆς ἁγιότητος, τῆς θεώσεως, ἀλλὰ δογμάτισαν καὶ γιὰ τὴν θεολογία περὶ τῆς μεθέξεως τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.
.        Καὶ ὅταν σκεφθῆ κανεὶς ὅτι οἱ Σύνοδοι αὐτές, κυρίως τοῦ ἔτους 1351 ποὺ ἀποδέχθηκε καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων Συνόδων (1341, 1347), ἔχει ὅλες τὶς προϋποθέσεις νὰ χαρακτηρισθῆ ὡς Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, τότε καταλαβαίνει τὴν μεγάλη ἀξία τῆς ἡσυχαστικῆς νηπτικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, ὡς γνησίας εὐαγγελικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
.        Διαβάζοντας κανεὶς προσεκτικὰ τὰ Πρακτικὰ καὶ τὸν Συνοδικὸ Τόμο τῆς Συνόδου τοῦ 1351, διακρίνει σαφῶς ὅτι ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὅτι ἀσχολήθηκε μὲ ἕνα σοβαρὸ δογματικὸ θέμα, ὡς συνέχεια τῆς Δ´ καὶ τῆς Ϛ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅτι οἱ Αὐτοκράτορες ὑπέγραψαν τὰ Πρακτικά, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου τὴν ἀποκαλοῦν «θεία καὶ ἱερὰ σύνοδον».
.        Μάλιστα γι’ αὐτὸ καὶ ἔχει χαρακτηρισθῆ ὡς Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Κυρίως στὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου αὐτῆς φαίνονται εὐδιάκριτα τὰ ἑξῆς σημεῖα:

.           Πρῶτον, στὴν Σύνοδο αὐτὴν συμπεριελήφθησαν οἱ συνοδικοὶ τόμοι τῶν ἐτῶν 1341 καὶ 1347 καὶ ἀπέκτησαν ἔτσι οἰκουμενικὸ κύρος. Γράφεται στὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου τοῦ 1351: «..καὶ ἀκριβῆ καὶ προσήκουσαν τὴν περὶ τῶν προκειμένων σκέψιν καὶ ἐξέτασιν ποιησάμενοι, καὶ τοὺς πρώην ἐπὶ τούτοις συνοδικοὺς τόμους ὡς εὐσεβεστάτους ἐπικυροῦντες, μᾶλλον δὲ καὶ τούτοις ἑπόμενοι….». Ἑπομένως, ὅλες αὐτὲς οἱ Σύνοδοι θεωροῦνται ὡς μία Σύνοδος καί, βεβαίως, μὲ αὐτὲς τὶς Συνόδους κατεδικάσθηκαν οἱ ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, ἀλλὰ καὶ τῶν μαθητῶν του, τῶν βαρλααμιτῶν, ἤτοι τοῦ Ἀκινδύνου καὶ τοῦ Γρηγορᾶ.
.        Δεύτερον, θεωρεῖ τὸν ἑαυτό της ὡς συνέχεια τῶν προηγουμένων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἰδίως δὲ τῆς Ϛ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἀποφάνθηκε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε δύο θελήσεις, θεία καὶ ἀνθρώπινη, γι’ αὐτὸ καὶ μνημονεύεται ὁ συνοδικὸς τόμος της: «καὶ ἀπεδείχθη καὶ τοῦτο ὑπὸ τῶν ἁγίων ἐναργῶς κηρυττόμενον· ὧν κεφάλαιον ἡ ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, καθὼς ἀνωτέρω διὰ τῶν κατὰ μέρος προτεθέντων αὐτῆς ρητῶν μάλιστα ἱκανῶς ἀποδέδεικται».
.        Μάλιστα, ὁ Βαρλαὰμ καὶ οἱ ὁμόφρονές του, ποὺ μιλοῦν γιὰ τὴν κτιστὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, χαρακτηρίζονται ὡς χειρότεροι καὶ ἀπὸ τοὺς Μονοθελῆτες: «Κἀντεῦθεν καὶ αὐτοὶ φανερῶς ἀναδείκνυνται· χείρους δὲ ἐκείνων πολλῷ», «χείρους καὶ ἀτοπώτεροι», γιατί ἐκεῖνοι ὑπεστήριζαν ὅτι στὸν Χριστὸ ὑπάρχει μία θέληση καὶ μία ἐνέργεια, ἀλλὰ τὴν θεωροῦσαν ὡς ἄκτιστη καὶ ὄχι κτιστή, ἐνῶ οἱ βαρλααμίτες θεωροῦν ὅτι στὸν Χριστὸ ὑπάρχει ἕνα θέλημα καὶ μία ἐνέργεια, ἀλλὰ τὴν δέχονται φανερῶς ὡς κτιστή.
.        Τρίτον, καταγράφει τὶς αἱρετικὲς ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, τοῦ Ἀκινδύνου καὶ τοῦ Γρήγορα, ποὺ ἀναφέρονται στὴν ἄκτιστη ἐνέργεια καὶ τὴν μέθεξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας ἀπὸ τοὺς θεουμένους ἁγίους.
.        Τὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους1351 ἐπικύρωσε καὶ τοὺς προηγούμενους συνοδικοὺς τόμους ποὺ ἀναφέρονται καὶ στὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, ποὺ εἶναι ἀπαραίτηση προϋπόθεση γιὰ τὴν ὅραση τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ ἀποφάσεις αὐτὲς δὲν ἀναφέρονται μόνον στὴν φύση τοῦ ἀκτίστου φωτός, ἀλλὰ καὶ στὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, τὴν ἀπαραίτητη προϋπόθεση ὁράσεως τοῦ ἀκτίστου Φωτός.
.        Γράφεται ἐκεῖ ὅτι ὁ Βαρλαὰμ καταφερόταν ἐναντίον τῶν ἱερῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι «διὰ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ κεκαθαρμένοι τὰς καρδίας» δέχονται μυστικῶς καὶ ἀπορρήτως θεῖες ἐλλάμψεις, καθὼς ἐπίσης καταφερόταν «κατὰ τῶν καθ’ ἡσυχίαν ζώντων μοναχῶν».
.        Ὁ Βαρλαὰμ ἐγγράφως διέστρεψε καὶ κατηγόρησε «πολλὰ καὶ τῶν τῆς ἡσυχίας ἐθίμων», καὶ μάλιστα πιτέθηκε καναντίον τς συνηθισμένης προσευχς στος συχαστές, λλ κα σλους τος Χριστιανούς, στν προσευχ «Κύριε ησο Χριστέ, Υἱὲ το Θεολέησόν με».
.        Ἀναφέρεται μάλιστα στὴν σχέση μεταξὺ ἡσυχίας, προσευχῆς καὶ θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ποὺ εἶναι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ἕνα ἀπόσπασμα: «Μήτηρ γὰρ προσευχῆς ἡ ἡσυχία. Προσευχὴ δὲ θείας δόξης ἐμφάνεια. Ὅταν γὰρ τὰς αἰσθήσεις μύσωμεν καὶ ἑαυτοῖς καὶ τῷ Θεῷ συγγενώμεθα, καὶ τῆς ἔξωθεν τοῦ κόσμου περιφορᾶς ἐλευθερωθέντες ἐντὸς ἑαυτῶν γενώμεθα, τότε τρανῶς ἐν ἑαυτοῖς τὴν τοῦ Θεοῦ βασιλείαν ὀψόμεθα. “Ἡ βασιλεία γὰρ τῶν οὐρανῶν, ἥτις ἐστι Βασιλεία Θεοῦ, ἐντὸς ἡμῶν ἐστιν”, Ἰησοῦς ὁ Θεὸς ἐπεφθέγξατο». Ὁπότε, γίνεται φανερτι ραση τς Βασιλείας το Θεο κασχατολογικ βίωση π τν ζω ατ συνδέεται ρρηκτα μ τν συχασμό. Ὁ συχασμς δν εναι κάτι ποὺ λθε στν ζω τς κκλησίας μεταγενέστερα, κατπίδραση τν νεοπλατωνικν κα δθεν παρέκαμψε τν κκλησιολογία τς πρώτης κκλησίας πο στηριζόταν στν θεία Εχαριστία κα τν ασθηση τς Βασιλείας το Θεο, λλ εναι προϋπόθεση τς θέας τοκτίστου Φωτός, πως σαφς κατοχύρωσε κα «θεία καερ Σύνοδος» το 1351.
.        Ὁ Βαρλαὰμ ἀντὶ νὰ ἀκολουθῆ τὴν διδασκαλία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων, στηριζόταν περισσότερο στὴν φιλοσοφία, θεωρώντας τὸ Φῶς τῆς θεότητος ποὺ ἕλλαμψε στὸ ὄρος Θαβὼρ ὅτι δὲν ἦταν ἀπρόσιτον καὶ κατὰ ἀλήθεια Φῶς θεότητος οὔτε ἦταν ἱερώτερο καὶ θειότερο τῶν ἀγγέλων, «ἀλλὰ καὶ χεῖρον καὶ κατώτερον καὶ αὐτῆς τῆς ἡμετέρας νοήσεως». Δηλαδή, ὁ Βαρλαὰμ θεωροῦσε ὅτι «πάντα τα τε νοήματα καὶ νοούμενα σεμνότερά ἐστι τοῦ φωτὸς ἐκείνου».
.        Τέταρτον, τεκμηριώνει ὅλη αὐτὴν τὴν θεολογία στὰ κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς –Παλαιᾶς καὶ Καινῆς– στὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τοῦ Μ. Βασιλείου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ ἁγίου Διαδόχου τοῦ Φωτικῆς, τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης κ.ἄ.
.        Τὰ ἀποσπάσματα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ἀναφέρονται στὴν ἱερὰ ἡσυχία, τὴν νοερὰ καρδιακὴ προσευχή, τὴν νήψη τοῦ νοός, τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, τὴν σύνδεση τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας μὲ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, τὴν μέθεξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
.           Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἀποδεικνύεται περίτρανα ὅτι μόνη σχατολογικ βίωση τς Βασιλείας το Θεο εναι δι τς ερς συχίας μέθεξη τς κτίστου δόξης το Θεο, τς θεωρίας τοκτίστου Φωτός.
.        Πέμπτον, ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 1351 ἐπικύρωσε τὰ δίκαια ἀναθέματα ποὺ ἐπεβλήθησαν στὸν Βαρλαὰμ καὶ τὸν Ἀκίνδυνον ἀπὸ τὶς προηγούμενες συνόδους, ἀφοῦ δὲν μετενόησαν, στοὺς δὲ «ὁμόφρονάς» τους «καὶ ἁπλῶς ὅσοι τῆς συμμορίας αὐτῶν», τοὺς τιμώρησε «ὡς ἀποκηρύκτους τε καὶ ἀποβλήτους τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας», ἐὰν δὲν μεταμεληθοῦν.
.        Ἐπίσης, ἐπέβαλε καὶ τὸ ἀνάθεμα τῆς ἀκοινωνησίας καὶ ἀπογύμνωσε τοὺς Κληρικοὺς «πάσης ἱερατικῆς λειτουργίας», ὅταν κοινωνοῦν ἐν γνώσει τους μὲ τοὺς αἱρετικοὺς αὐτούς. Ἀκόμη, καταδικάζονται καὶ ὅσοι θὰ καταφερθοῦν στὸν μέλλον ἐναντίον τῶν ἡσυχαστῶν καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει, μὲ τὸν Συνοδικὸ τόμο τοῦ ἔτους 1351 ἐπικυρώνεται ἡ προηγουμένη καταδίκη: «Ἀλλ’ καὶ εἴ τις ἕτερος τῶν ἁπάντων τὰ αὐτὰ ποτὲ φωραθείη ἢ φρονῶν ἢ λέγων ἢ συγγραφόμενος κατὰ τοῦ ἱερωτάτου Θεσσαλονίκης (στὸν τόμο τοῦ 1347 γράφεται: «τοῦ εἰρημένου τιμιωτάτου ἱερομονάχου κυροῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ μοναχῶν») μᾶλλον δὲ κατὰ τῶν ἱερῶν θεολόγων καὶ τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, τὰ αὐτὰ καὶ κατ’ αὐτοῦ ψηφιζόμεθα καὶ τῇ αὐτῇ καταδίκῃ καθυποβάλλομεν (καθαίρεση καὶ ἀκοινωνησία), εἴτε τῶν ἱερωμένων εἴη τις, εἴτε τῶν λαϊκῶν».
.        Στὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ φαίνεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς υἱοθέτησε πλήρως τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν ἡσυχαστῶν περὶ τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, τοῦ θαβωρείου Φωτός, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ ἱεροῦ ἡσυχασμοῦ. πότε, δν πρόκειται γι διδασκαλία τογίου Γρηγορίου το Παλαμ, λλ γι διδασκαλία τν Προφητν, τν ποστόλων κα τν Πατέρων κα ατς τς διας της κκλησίας.
.        Ἔτσι, ὄχι μόνον τότε, ἀλλὰ καὶ στὸ μέλλον («ποτὲ») ὅποιος φρονεῖ ἢ λέγει ἢ γράφει ἐναντίον αὐτῶν τῶν θεμάτων, ὅποιος ἀρνεῖται τὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, τὴν θεοπτία, καὶ τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, εἴτε εἶναι ἱερωμένος εἴτε λαϊκὸς δέχεται τὸν ἴδιο ἀφορισμὸ καὶ ἀκοινωνησία, ποὺ δέχθηκαν οἱ σύγχρονοι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἀντιησυχαστές.
.        Ἀπὸ τὰ Πρακτικὰ αὐτὰ φαίνεται σαφέστατα ὅτι σοι σχυρίζονται τι ο Πατέρες τς κκλησίας π τν 3ο αώνα κα μετπηρεάσθησαν π μία λλη «(νεο)πλατωνικκκλησιολογία», τν ποία δθεν νεκάλυψαν κα παρουσίασαν Εάγριος Ποντικς κα Μακάριος Αγύπτιος, οποοι καπηρέασαν τος μεταγενέστερους Πατέρες, πότε κδιώχθηκε κα παραθεωρήθηκε «ρχέγονη κκλησιολογία» τς Εχαριστίας κα τς Βασιλείας, στν πραγματικότητα κφράζουν τν καταδικασμένη αρεση το Βαρλαάμ, τοκινδύνου, το Γρηγορ, κα σαφς εναι βαρλααμίτες μ φοβερς συνέπειες.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Ζ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/21/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ζ´/

, , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑ ΤΗΝ “ΙΣΤΟΡΙΑ” ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΠΥΡΗΝΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ (τοῦ π. Γ. Μεταλληνοῦ)

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοΠρωτ. Γεωργίου Μεταλληνοῦ,
Ὁμοτ. Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Παν. Ἀθηνῶν

«Ἑλληνισμὸς Μαχόμενος»,
Ἐκδόσεις «ΤΗΝΟΣ», Ἀθήνα 1995.

κεφάλαιο: «Ἡσυχαστὲς καὶ Ζηλωτὲς-
Πνευματικὴ ἀκμὴ καὶ κοινωνικὴ κρίση στὸν Βυζαντινὸ 14ο αἰώνα»,
σελ. 14-17

.              α. (…) Οἱ ἔρευνες ὅμως τῶν τελευταίων δεκαετιῶν [σημ. «Χρ. Βιβλιογρ.: περὶ τῆς θεολογικῆς ἔριδος τοῦ 14ου αἰ.] πείθουν, ὅτι πρόκειται σαφῶς γιὰ σύγκρουση ἀνατολικῆς καὶ δυτικῆς, ὀρθοδόξου δηλαδὴ καὶ φραγκολατινικῆς παραδόσεως, ποὺ ἔλαβε χώραν ἐπὶ «βυζαντινοῦ» ἐδάφους. Τὴν ἔριδα ὄχι μόνο τὴν προκάλεσε, ἀλλὰ ὑπῆρξε ὑπεύθυνος καὶ γιὰ τὴν ὀξύτητά της, ἕνας «μοιραῖος» ἄνθρωπος, ὁ μοναχὸς Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρός, ἡ παρουσία τοῦ ὁποίου στὴν ἑλληνικὴ Ἀνατολὴ ἐπιβεβαίωσε τὴ ρήση: contraria juxta se posita magis illucescunt (τὰ ἀντίθετα, τοποθετούμενα τὸ ἕνα πλησίον τοῦ ἄλλου, φωτίζονται περισσότερο).
.      Ὁ Βαρλαὰμ (1290-1348), λόγιος μοναχὸς ἀπὸ τὴ «Μεγάλη Ἑλλάδα», σπουδασμένος στὴ Ρώμη (μαθηματικά, φιλοσοφία καὶ θεολογία) ἦταν ἐνθουσιώδης ὑποστηρικτὴς τῆς ἀναβιώσεως τῆς πλατωνικῆς καὶ ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας (οὐμανιστής). Ἀνταποκρινόταν, ἔτσι, στὸ ἰδανικὸ τῆς παλαιολόγειας ἐποχῆς καὶ γι’ αὐτό, ὅταν ἐπισκέφθηκε (1330) -μιμούμενος τὸν Ἰωάννη Ἰταλὸ- τὰ πάτρια ἐδάφη (Ἄρτα – Θεσσαλονίκη – Κωνσταντινούπολη), ἔγινε δεκτὸς μὲ τιμές. Διορίσθηκε καθηγητὴς στὴν Πόλη (ἐπὶ Ἀνδρονίκου Γ´ Παλαιολόγου) καὶ τοῦ ἀνατέθηκαν θεολογικὲς ἀποστολές, διότι δὲν ἐξετιμᾶτο μόνον ὡς λόγιος, ἀλλ’ ἐθεωρεῖτο καὶ ὀρθόδοξος. Γρήγορα ὅμως θὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία του περιοριζόταν στὰ λόγια, ἐνῶ ἀπουσίαζαν σ’αὐτὸν οἱ γνήσιες θεολογικὲς προϋποθέσεις. Ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ ἀντιορθόδοξου φρονήματός του ἔδωσε ἡ στάση του ἀπέναντι στὴν ἡσυχαστικὴ πρακτική, ἔστω καὶ μετὰ τὴν ἀτελῆ πληροφόρησή του γι’ αὐτήν. Ἡ μέθοδος καὶ κυρίως τὸ φρόνημα τοῦ ἡσυχασμοῦ εἶναι γνωστὰ σ’ αὐτόν, ποὺ ζεῖ μέσα στὴν ὀρθόδοξη πραγματικότητα καὶ μόνο ὁ ἡσυχαστὴς μπορεῖ νὰ τὰ κατανοήσει. Ὁ Βαρλαάμ, ὅπως ἀπέδειξαν τὰ πράγματα, δὲν εἶχε τὶς κατάλληλες γι’αὐτὸ προϋποθέσεις. Στὴν Ἀνατολὴ μετέφερε ἕνα διαφορετικὸ χριστιανισμό, δίνοντας ἔτσι τὴ δυνατότητα νὰ συνειδητοποιηθεῖ ἡ ἀλλοτρίωση καὶ ἀποστασιοποίηση τῆς δυτικῆς χριστιανικῆς κοινωνίας μετὰ τὴν καθολικὴ ἐκφράγκευσή της (11ος αἰ. -σχίσμα). Ἡ ἰδιοσυγκρασία τοῦ Βαρλαὰμ καὶ κυρίως ἡ ἔπαρση γιὰ τὴν παιδεία του τὸν ὁδήγησαν στὴν ἀπόφαση νὰ γελοιοποιήσει τοὺς Ἡσυχαστὲς καὶ τὴν ἀσκητικὴ μέθοδό τους, χαρακτηρίζοντάς τους ὄχι μόνο «ὀμφαλοψύχους», ἀλλὰ καὶ αἱρετικοὺς (μασσαλιανούς).[σημ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: σήμερα ἀπὸ θεολογικοὺς κύκλους ἐκτοξεύονται -πιθανὸν κατ᾽ ἀναλογίαν;- ἐναντίον τῶν ὑποστηρικτῶν τῶν “παραδοσιακῶν” ἀντιλήψεων οἱ χαρακτηρισμοί «φοναταμενταλιστές, φανατικοί» κ.λπ. Ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται] Τὸ 1337 ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ προκαλέσει συνοδικὴ καταδίκη τῶν Ἡσυχαστῶν, θεωρώντας τὴν παράδοσή τους ξένη πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ αὐτὸς δῆθεν ἐκπροσωποῦσε. Αὐτὸ ἦταν καὶ τὸ ἔναυσμα γιὰ τὴν ἀνοικτὴ πιὰ σύγκρουση.

.           β. Τὴν ὑπεράσπιση τῶν Ἡσυχαστῶν καὶ τῆς ἀσκητικῆς μεθόδου τους ἀνέλαβε ὁ ἁγιορείτης μοναχὸς Γρηγόριος Παλαμᾶς. Γιὸς συγκλητικοῦ, γεννήθηκε περὶ τὸ 1296 καὶ ἔκαμε σπουδαῖες φιλοσοφικὲς σπουδὲς κοντὰ στὸν μεγάλο οὐμανιστὴ Θεόδωρο Μετοχίτη. Δὲν τὸν κέρδισε ὅμως ἡ λογιοσύνη. Ἐνωρὶς στράφηκε στὴν ἄσκηση καὶ μυήθηκε στὴν αὐθεντικὴ ἀσκητικὴ παράδοση κοντὰ σὲ μεγάλους Γέροντες (Θεοληπτο Φιλαδελφείας-πατριάρχη Ἀθανάσιο καὶ Νεῖλο τὸν ἐξ Ἰταλῶν). Ὅταν ἄρχισε ὁ διάλογος μὲ τὸν Βαρλαάμ, εἶχε ἤδη μακρὰ ἀσκητικὴ ἐμπειρία, ἀποκτημένη στὸ Παπίκιον Ὄρος καὶ ἀπὸ τὸ 1331 -μονιμότερα- στὸν Ἄθωνα.
.        Ὁ Γρηγόριος πληροφορήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη τὶς θέσεις τοῦ Βαρλαὰμ στὸ ζήτημα τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Filioque), ἔδειξε δὲ τὴν πατερικότητά του μὲ τὴν ἄμεση ἐπισήμανση τῆς ἀντιπατερικότητας τῶν θεολογικῶν προϋποθέσεων καὶ κριτηρίων τοῦ ἐκ Καλαβρίας Μοναχοῦ: ὑποκατάσταση τῆς πατερικῆς μεθόδου μὲ φιλοσοφικοὺς-διαλεκτικοὺς συλλογισμούς, χρήση δηλαδὴ τῆς διαλεκτικῆς (φιλοσοφικῆς) μεθόδου στὴν θεολόγηση. Στὰ ἀντιησυχαστικὰ κείμενα τοῦ Βαρλαὰμ ἀπάντησε ὁ Γρηγόριος μὲ τρεῖς «τριάδες» «πρ τν ερς συχαζόντων», ἀποδεικνύοντας ὄχι μόνο τὴν ἀντιπατερικότητα –καὶ συνεπῶς τὴν ἀντιεκκλησιαστικότητα– τοῦ ἀντιπάλου, ἀλλὰ καὶ τὴ συνέχιση τῆς πατερικῆς παραδόσεως ἐκ μέρους τῶν Ἡσυχαστῶν. Ἡ συζήτηση, ποὺ γρήγορα ἐξελίχθηκε σὲ εὐρύτερη διένεξη, μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη στὴν καρδιὰ τῆς αὐτοκρατορίας, τὴν Πόλη. Ἀπὸ τὴν χρήση διαλεκτικῶν συλλογισμῶν στὴ θεολόγηση (ἐκφιλοσόφηση τῆς πίστεως) ὁ διάλογος προχώρησε στὴν ἡσυχαστικὴ ἀσκητικὴ μέθοδο καὶ τὰ ἀποτελέσματά της (θεοπτικὴ ἐμπειρία, ἐξ οὗ καὶ ὁ ὅρος «θεολογία τῆς θεοπτίας»), τὴν σωτηριολογικὴ διάσταση τοῦ προβλήματος καὶ κυρίως τὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργείας στὸν Θεό, ὡς καὶ τὴ δυνατότητα καὶ τὸν τρόπο θεώσεως, κοινωνίας δηλαδὴ κτιστοῦ καὶ Ἀκτίστου.

.           γ. Ὁ Ἡσυχασμός, ὡς ζωὴ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι, συνιστᾶ τὴν πεμπτουσία τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ταυτιζόμενος ἀκριβῶς μὲ αὐτὸ ποὺ περικλείει καὶ ἐκφράζει ὁ ὅρος Ὀρθοδοξία. Ὀρθοδοξία ἔξω ἀπὸ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση εἶναι ἀδιανόητη καὶ ἀνύπαρκτη. Ἡ ἡσυχαστικὴ δὲ πρακτικὴ εἶναι ἡ «λυδία λίθος» γιὰ τὴν ἀναγνώριση τῆς αὐθεντικῆς χριστιανικότητας. Ὁ Ἡσυχασμός, ἀνταποκρινόμενος στὸν σκοπὸ τῆς παρουσίας τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματος Χριστοῦ στὸν κόσμο, μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ «ἀσκητικὴ θεραπευτικὴ ἀγωγὴ» (π. Ι. Ρωμανίδης) καὶ ἔγκειται στὴν προσπάθεια ἀποκαταστάσεως τῆς «νοερᾶς λειτουργίας» στὴν καρδιὰ τοῦ πιστοῦ. Προϋπόθεση τῆς ἡσυχαστικῆς πράξεως εἶναι ἡ ἁγιογραφικὴ διάκριση νοῦ («πνεύματος» τοῦ ἀνθρώπου) καὶ λόγου (διανοίας). Ὁ νοῦς ἐκκλησιαστικὰ εἶναι ὁ «ὀφθαλμὸς» τῆς ψυχῆς καὶ ὄργανο θεογνωσίας. Στὴν κανονικὴ λειτουργία του ὁ νοῦς ἑδρεύει στὴν καρδιά. Ὅταν ἀδρανοποιηθεῖ ἡ λειτουργία του (=πτώση), συγχέεται μὲ τὴν διάνοια καὶ τοὺς λογισμούς της. Στὴ φυσική του λειτουργία ὁ νοῦς εἶναι ἔμπλεως χάριτος (ναὸς Θεοῦ) καὶ προσεύχεται ἀδιάλειπτα. Ἔχει δηλαδὴ τὴν «ἀέναη μνήμη» τοῦ Θεοῦ (νοερὰ εὐχὴ) καὶ ἑτοιμάζει τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Θεὸ (θέωση). Ἡ νοερὰ εὐχή, συνεπῶς, εἶναι ἡ φυσικὴ λειτουργία τοῦ νοῦ μέσα στὴn καρδία, ἡ ὁποία πέραν ἀπὸ τὴ βιολογική, ἔχει καὶ πνευματικὴ λειτουργία. Ἡ προσευχητικὴ λειτουργία τοῦ νοῦ μέσα στὴν καρδία εἶναι ἕνα μνημονικὸ σύστημα, παράλληλα μὲ τὸ κυτταρικὸ καὶ ἐγκεφαλικό, ἀλλὰ ἀσύλληπτο -καὶ γι’ αὐτὸ ἄγνωστο- στὴν ἐπιστήμη.
.        Σκοπὸς τοῦ Ἡσυχασμοῦ εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδίας καὶ τοῦ νοῦ, ἀντίστοιχα, ἀπὸ τὰ πάθη (μεταβολὴ τῶν διαβλητῶν παθῶν σὲ ἀδιάβλητα) καὶ ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς (ὅλους, καλοὺς καὶ κακούς). Ἡ διαδικασία αὐτὴ ὀνομάζεται πατερικὰ θεραπεία, διότι μέσῳ αὐτῆς θεραπεύεται ὁ νοῦς καὶ ἀνακτᾶ τὴ φυσικὴ λειτουργία του. Τότε τὸ ἅγιον Πνεῦμα προσεύχεται («ἐντυγχάνει», Ρωμ. η´24) σ’αὐτὸν «ἀδιαλείπτως» (Α´Θεσ. ε´17), ἐνῶ ἡ διάνοια συνεχίζει τὴν δική της φυσικὴ λειτουργία. Στὴ συνάφεια αὐτὴ πρέπει νὰ λεχθεῖ, ὅτι καὶ ὁ Ἰνδουισμὸς γνωρίζει τὴν ὕπαρξη τοῦ νοῦ καὶ μὲ τὶς μεθόδους του τὸν κενώνει ἀπὸ τοὺς λογισμούς. Λόγῳ ὅμως τῆς ἀγνοίας τοῦ Χριστοῦ ὡς καὶ τοῦ εἰδωλολατρικοῦ προσανατολισμοῦ του, ἀδυνατεῖ νὰ τὸν πληρώσει μὲ (ἄκτιστη) χάρη. Ἔτσι, ἡ σκανδαλιστικὴ γιὰ πολλοὺς «σύμπτωση» Ὀρθοδοξίας καὶ Ἰνδουισμοῦ περιορίζεται στὰ φαινόμενα. Μὲ τὴν ἔλευση («ἐπίσκεψιν») τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἀκολουθεῖ τὴ θεραπεία, ὁ νοῦς γίνεται «ναὸς» τοῦ (Α´Κορ. ϛ´ 19) καὶ ὁ ἄνθρωπος μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ (Α´ Κορ.ιβ´ 27· Ρωμ. η´  9). Τὸ πνευματικὸ αὐτὸ στάδιο ὀνομάζεται στὴ φιλοκαλικὴ γλώσσα «φωτισμὸς» καὶ εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς θεώσεως, τοῦ δοξασμοῦ μέσα στὴν ἄκτιστη φυσικὴ Χάρη (ἐνέργεια) τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἔτσι, ἀποδεικνύεται ὁ Χριστιανισμός, ὡς Ὀρθοδοξία, ὑπέρβαση τῆς θρησκείας (ριτουαλισμοῦ, θρησκευτικῆς καθηκοντολογίας). Ἡ θρησκειοποίηση τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι ἡ ριζικὴ ἀλλοτρίωσή του.

 

, , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε