Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Αἵρεση

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΕΩΣ (π. Γ. Μεταλληνός)

Φιλοκαλική διάκριση Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως

ἀπό τὸ νέο βιβλίο
τοῦ π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ
«Η ΟΔΟΣ»
– ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

%ce%b7-%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%83.         Εἶναι γνωστό, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἕνας ἀκριβὴς ὁρισμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς Ἐκκλησίας, διότι ἡ Ὀρθοδοξία-Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινο μέγεθος καί, ὅσον ἀφορᾶ στὸ θεῖο στοιχεῖο της, ὑπέρκειται κάθε διανοητικῆς-λογικῆς σύλληψης. Ἂν θὰ θέλαμε, λοιπόν, κατὰ προσέγγιση, νὰ ὁρίσουμε τὴν Ὀρθοδοξία, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε τὸ ἑξῆς:
.         Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Ἀκτίστου στὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία, καὶ ἡ δυνατότητα τοῦ κτίσματος νὰ ἁγιασθεῖ καὶ νὰ θεωθεῖ. Ἕνας (χριστιανικὸς) Deismus (Deus Creator, sed non Gubernator) εἶναι ὀρθόδοξα καθαρὴ πλάνη. Τὸ Ἄχρονο καὶ Ὑπέρχρονο εἶναι συνεχῶς μέσα στὸν κόσμο καὶ τὸ χρόνο, γιὰ νὰ ἁγιάζει τὸν χρόνο καὶ νὰ τὸν μεταμορφώνει σὲ χρόνο τῆς θείας βασιλείας, σὲ αἰωνιότητα (πρβλ. τὸν λόγο τοῦ ἀπ. Παύλου: «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν»· Α´ Κορ. 15, 53).

α) Η Πίστη

.           Ἡ Ὀρθοδοξία νοεῖται πάντα σὲ στενὸ σύνδεσμο μὲ τὴν πίστη. Μιλοῦμε, ἔτσι, γιὰ «ὀρθὴ καὶ ἀληθινὴ πίστη», διακρίνοντάς την ἀπὸ τὴν «νόθα πίστη», δηλαδὴ τὴν «ψευδῆ πίστη». Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἀληθινὴ δόξα καὶ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ αἵρεση εἶναι κατασκευασμένη δόξα, «νοσηρὴ» δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση συναντῶνται ἔτσι στὸ χῶρο τῆς Πίστεως, καὶ εἶναι ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ διαφοροποιοῦνται. Τί εἶναι, λοιπόν, ἡ πίστη καὶ πῶς νοεῖται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος Χριστοῦ;
.           Πίστη σημαίνει κατ’ ἀρχὴν στὴ γλώσσα τῆς θεολογίας τὴν θεία ἀποκάλυψη, τὸ ἀποκαλυπτόμενο ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο, τὸ περιεχόμενο τῆς ἀποκεκαλυμμένης θείας ἀλήθειας (Fides quae creditur). Ἡ Θεία Ἀποκάλυψη ὅμως δὲν εἶναι κάτι τὸ ἀφηρημένο, δηλαδὴ ἕνα σύνολο νοησιαρχικῶν ἀληθειῶν, ἰδεῶν καὶ βασικῶν θέσεων, τὶς ὁποῖες καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ δεχθεῖ, γιὰ νὰ σωθεῖ. Αὐτὸ εἶναι ἡ σχολαστικὴ ἐκδοχὴ τῆς πίστεως, ποὺ ἔχει περάσει καὶ στὶς Δογματικές μας. Ἡ Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Πρόσωπο· εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἔνσαρκη Παν-ἀλήθεια. Εἶναι τὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄγνωστος καὶ ἀπρόσιτος Θεὸς ἔγινε (καὶ γίνεται συνεχῶς) γνωστὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἐν Χριστῷ. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται, δηλαδὴ αὐτοφανερώνεται «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως» (Ἑβρ. 1, 1), κορυφώνοντας τὴν αὐτοφανέρωσή του «ἐν Υἱῷ», μὲ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του, ποὺ ὑπῆρξε ἡ προϋπόθεση τῆς Πεντηκοστῆς, γιὰ τὴν ὁποία κατὰ τοὺς Ἁγίους μας «συνέστηκεν» ἡ κτίση (δημιουργία). Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ ὑψίστη ἁγιοπνευματικὴ ἀποκάλυψη (τοῦ Θεοῦ) καὶ ἐμπειρία (τοῦ ἀνθρώπου) στὴν ἱστορία.
.           Ὁ Χριστός, ὡς Θεάνθρωπος, εἶναι, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη, ποὺ προσφέρεται στοὺς ἀνθρώπους «ἄνωθεν», ὥστε νὰ γνωρίσουμε τὸν Θεὸ ἐν αὐτῷ (πρβλ. Ἰω. 14, 9: «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα»). Αὐτὸς εἶναι ἡ «ὑποστατικὴ» (προσωπικὴ) πίστη μας κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή. Γινόμεθα «πιστοί», μετέχοντας σ’ αὐτὴν τὴν προσωπικὴ καὶ ἒνσαρκη Πίστη (τὸν Χριστόν). Μόνο στὸν Χριστὸ ὑπάρχει δυνατότητα γνώσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ θεμελιώνει τὴν μοναδικότητα καὶ ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας (Πράξ. 4, 12).
.           Στὴν ἀποκεκαλυμμένη Πίστη, ποὺ «πιστεύεται» (πιστώνεται) στὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀνταποκρίνεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ δική του (ὑποκειμενικὴ) πίστη (Fides qua creditur). Ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαία, γιὰ νὰ λειτουργήσει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ σωτηρία. Τὴ σημασία της τονίζει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ. 16, 16). Ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθεῖ σὲ «ὑποκειμενικὴ» πίστη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴ σωτηρία. Καὶ αὐτὸ συντελεῖται μὲ τὴν «ἐνοίκηση» (Ρωμ. 8, 9: «Εἰ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν») τῆς «ἀντικειμενικῆς» Πίστης, τοῦ Ἀκτίστου δηλαδὴ μέσα στὸ κτιστό, τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ γίνει «πιστός», δεχόμενος τὴν ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια ὡς ζωὴ ἐν Χριστῷ καὶ νὰ βιώσει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ γίνει καὶ αὐτὸς «ἀληθινός», ὅπως ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ ἀληθινός» (Α’ Ἰω. 5, 20). Ἡ ἀληθοποίηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ σωτηρία του καὶ προϋποθέτει τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεό.
.           Ὀρθόδοξη εἶναι ἡ πίστη ποὺ λειτουργεῖ σωτηριολογικά. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ποὺ διαφοροποιεῖται ἡ αἵρεση ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση εἶναι ἡ νόθευσητῆς πίστεως καὶ ταυτόχρονα ἡ ἀναίρεσή της, διότι νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸ «πιστευόμενο» (τὸν Χριστὸ) καὶ ἀφ’ ἑτέρου σὲ σχέση μὲ τὸν τρόπο ἀποδοχῆς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς στὴν αἵρεση τεμαχίζεται καὶ γίνεται δεκτός, ὄχι ὁλόκληρος, ἀλλὰ ἀποσπασματικὰ ἀπὸ ἕνα τεμαχισμένο -ὄχι ὁλόκληρο- ἄνθρωπο, ἀφοῦ προσεγγίζεται μόνο μὲ τὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὰ χείλη του, ἐνῶ ἡ «καρδία» καὶ ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου «πόρρω ἀπέχει» ἀπὸ τὸν Θεό (Ματθ. 15, 8). Ἡ αἵρεση (κάθε αἵρεση) δὲν εἶναι μόνο ψευδὴς διδασκαλία, ἀλλὰ κυριολεκτικὰ Μὴ-Ὀρθοδοξία καὶ Μὴ-Χριστιανισμός. Μιλώντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀπεμπλεκόμαστε ἀπὸ τὶς παλαιότερες ὁμολογιακὲς ἔριδες καὶ τὴ σχολαστικὴ γλώσσα τους. Σὲ τελευταία ἀνάλυση αὐτὸ ποὺ πρώτιστα ἐνδιαφέρει, δὲν εἶναι κατὰ πόσο μιὰ διδασκαλία εἶναι ψευδής, ἀλλὰ ἂν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὸν ἄνθρωπο -ὅπως δίδασκε ὁ π. Ρωμανίδης-, ἂν μπορεῖ νὰ τὸν σώσει.
.           Στὴ διαδικασία, συνεπῶς, τοῦ γεγονότος τῆς πίστεως μπορεῖ νὰ λεχθεῖ τὸ ἑξῆς συμπερασματικά: Ἡ πίστη ἀρχίζει ὡς μία λογικὴ-διανοητικὴ διαδικασία, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐξωτερικῆς καταφάσεως τοῦ ἀνθρώπου, καὶ συνεχίζεται ὡς ἀποδοχὴ τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ πιστότητα σ’ Αὐτόν, ὁλοκληρώνεται ὅμως μὲ τὴν ἐσωτερικὴ βεβαιότητα καὶ γνώση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ. Ἀκριβῶς δὲ αὐτὲς εἶναι οἱ βασικὲς σημασίες, ποὺ ἔχει γλωσσικὰ ὁ ὅρος «πίστη» στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, τὴ γλώσσα τοῦ Εὐαγγελίου: ἐμπιστοσύνη – πιστότητα – βεβαιότητα (trust – faithfulness – certainty). Θὰ προσπαθήσουμε στὴ συνέχεια, μέσα ἀπὸ τὴν φιλοκαλικὴ (ἀσκητικὴ-νηπτικὴ) παράδοσή μας νὰ ἀποσαφηνίσουμε αὐτὲς τὶς ἔννοιες, γιὰ νὰ κατανοήσουμε κατὰ τὸ δυνατὸν τὴ λειτουργία τῆς πίστεως ὡς παράγοντα σωτηρίας. 

 β) Ἡ «πρώτη» πίστη – ἡ «ἁπλὴ» πίστη – ἢ ἡ «πίστις ἐξ ἀκοῆς»

.           Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ αἰώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν αἰώνων, ἀποκαλύπτοντας μὲ τὴ διδασκαλία του τὴν ὁδὸ σωτηρίας. Αὐτὸ γίνεται ἤδη στὴν Π. Διαθήκη μὲ τὰ «στόματά» Του, τους Προφῆτες. Ἔγινε ὅμως καὶ μετὰ τὴ σάρκωσή Του μὲ τὸ δικό Του πανάγιο στόμα καὶ συνεχίζεται ἱστορικὰ μὲ τοὺς Ἀποστόλους Του καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ Μητέρες, «ἕως συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 20).
.           Ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀπάντηση/ἀνταπόκρισή του στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, στὴν χειρότερη περίπτωση εἶναι ἡ ἄρνηση-ἀπόρριψη τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν καλύτερη ἡ ἐμπιστοσύνη σ’ Αὐτόν. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἐνεργεῖ στὴν ἱστορία ὡς «Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» (Θ. Λειτουργία), θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ὅτι αὐτὸ ἰσχύει στὴν περίπτωση κάθε Ἰατροῦ: ἢ τὸν ἐμπιστεύεται κάποιος καὶ ἀκολουθεῖ τὶς ὑποδείξεις του καὶ θεραπεύεται ἢ τὸν ἀθετεῖ καὶ πεθαίνει. Αὐτὴ ἡ πρώτη «πίστη», ὡς ἐμπιστοσύνη, εἶναι ἡ πίστη ποὺ προέρχεται «ἐξ ἀκοῆς» τοῦ κηρύγματος καὶ εἶναι ἀναγκαία ὡς προϋπόθεση τῆς Θεογνωσίας (πρβλ. Ρωμ. 10, 17: «ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ρήματος Θεοῦ»).
.           Ἡ πρώτη αὐτὴ πίστη τοῦ ἀνθρώπου συνδέεται μὲ τὴ φυσικὴ γνώση του, ποὺ ἔχει ὡς ὄργανο τὴ διάνοια/λογική. Ὑπάρχουν δύο εἴδη πίστεως, ἀλλὰ καὶ δύο εἴδη γνώσεως, συγχρόνως δὲ δύο ὄργανα ἕνα γιὰ κάθε γνώση, γιὰ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ δηλαδὴ καὶ τὴ γνώση τοῦ κόσμου. Αὐτὸ δηλώνει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Ἐκκλησίας: «Ἄλλη εἶναι ἡ γνώση, ποὺ προϋποθέτει τὴν πίστη, καὶ ἄλλη ἐκείνη, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν πίστη. Ἡ πρώτη εἶναι φυσικὴ γνώση, ἐνῶ ἡ ἄλλη πνευματικὴ γνώση». Μὲ τὴ φυσικὴ-λογικὴ γνώση -μολονότι εἶναι καὶ αὐτὴ δῶρο τοῦ Θεοῦ- μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό. Πῶς ὅμως ἡ φυσικὴ γνώση μᾶς ὁδηγεῖ στὴν Πίστη; Στρέφει, ὅπως λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος, μέσῳ τῆς κτίσεως τὸν ἄνθρωπο στὸν Θεό (Ρωμ. 1, 20). Ὁ θεῖος δρόμος ὅμως εἶναι ἐκεῖνος τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν θαυμάτων, τῶν «θείων σημείων». Ἡ διδασκαλία καὶ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ προσανατολίζουν τὴ φυσικὴ γνώση τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ προκληθεῖ ἡ «πρώτη» πίστη. Ὅταν λ.χ. ὁ Χριστὸς ἔθρεψε τοὺς «πεντακισχιλίους» στὴν ἔρημο, οἱ ἄνθρωποι, βλέποντας τὸ θαῦμα ποὺ ἔκαμε ὁ Χριστὸς, ἔλεγαν: «Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. 6, 14). Σ’ ἄλλο σημεῖο παρατηρεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Πολλὰ οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ. Ταῦτα δὲ γέγραπται, ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰω. 20, 30-31). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔλεγε στοὺς Ἰουδαίους «κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύετε, ἵνα γνῶτε καὶ γινώσκητε, ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ Πατὴρ κἀγὼ ἐν τῷ Πατρί» (Ἰω. 10, 38). Καί: «Εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε· τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρός μου, ταῦτα μαρτυρεῖ, περὶ ἐμοῦ» (Ἰω. 10, 25).
.           Τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ συνεχίζονται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Του σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ἱστορίας καὶ προκαλοῦν τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Μόνο οἱ «σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν» (Πράξ. 7, 51), οἱ Φαρισαῖοι κάθε ἐποχῆς, ἀπορρίπτουν τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ στὴ σωτηρία. Ἡ σκλήρυνση καὶ πώρωση τῆς καρδιᾶς εἶναι πνευματικὸς θάνατος τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ὁ ἄνθρωπος καθίσταται ἀνίκανος νὰ δεχθεῖ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
.           Ἡ «ἁπλὴ» πίστη, ὡς λογικὴ ἀποδοχὴ τῆς θείας ἀλήθειας, δὲν ἀρκεῖ βέβαια γιὰ τὴ σωτηρία. Μία παρόμοια πίστη διαθέτουν καὶ ὁ διάβολος καὶ τὰ δαιμόνια. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰάκωβο τὸν ἀδελφόθεο: «Τί τὸ ὄφελος, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; (ἐννοεῖ τὴν «πρώτη» πίστη, ἂν σταματήσει ἐκεῖ)· Καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσιν» (Ἰακ. 2, 14-19). Ἡ πρώτη πίστη συμβάλλει στὴ σωτηρία, ὅταν κατὰ τὸν ἴδιο Ἀπόστολο, ἔχει «ἔργα». Τὰ ἔργα τῆς πίστεως εἶναι ἡ ἔμπρακτη συνέπεια τοῦ πιστεύοντος στὸν Χριστὸ ἀνθρώπου, δηλαδὴ ἡ ἐμπιστοσύνη του καὶ ὑπακοὴ του στὸν Χριστό, ἡ ἀναγνώρισή Του ὡς Σωτήρα.
.           Ποιά εἶναι ὅμως τὰ ἔργα, ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη; Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Θεολόγος (ι´-ια´ αἰ.) μιλᾶ γιὰ τὶς «ἀρετές», ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη: «Ἡ πίστη στὸν Θεὸ γεννᾶ τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ πράγματα καὶ τὸν φόβο γιὰ τὴν καταδίκη. Ἡ ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ καὶ ὁ φόβος τῆς καταδίκης ὁδηγοῦν στὴν ἀκριβὴ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, πάλι,  ἀποκαλύπτει τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Ἡ συνειδητοποίηση τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν γεννᾶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ φθάνει στὸ σημεῖο, νὰ ἔχει σύνοικό του αὐτὴ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, θὰ σπεύσει νὰ γνωρίσει, ποιὰ θὰ εἶναι ἡ κατάστασή του μετὰ τὸ θάνατο. Ὅποιος ὅμως ἐνδιαφέρεται νὰ μάθει κάτι γιὰ ὅσα συμβαίνουν μετὰ θάνατον, μένει μακριὰ ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς. Διότι καὶ μὲ μιὰ μόνη ἀπὸ αὐτὲς ἂν εἶναι κανεὶς δεμένος, δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὴν πλήρη γνώση». Οἱ ἀρετές, ποὺ γεννῶνται ἀπὸ τὴν πρώτη πίστη, βρίσκονται σὲ σχέση ἀλληλοεξαρτήσεως μεταξύ τους, διότι ἡ μία παράγει τὴν ἄλλη. Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή: «Ὅποιος σκέπτεται τὸν Κύριο, φοβεῖται τὴν κόλαση. Φοβούμενος τὴν κόλαση κρατεῖ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη. Ὅποιος κρατᾶ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη ὑπομένει τὶς θλίψεις τῆς ζωῆς. Ὑπομένοντας τὶς θλίψεις, ἀποκτᾶ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό. Ὁ ἔχων ἐλπίδα στὸν Θεό, ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ τὸ γήινο, δηλαδὴ ἀποκτᾶ τὴν ἀπάθεια. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ γήινο, ἀποκτᾶ τὴν θεία ἀγάπη».
.           Πρέπει ἐδῶ νὰ λεχθεῖ, ὅτι ἡ σύγχυση ποὺ προέκυψε στὴ Δύση γιὰ τὴ σχέση πίστεως καὶ ἔργων, εἶναι στὴν πατερικὴ παράδοση ἀνύπαρκτη. Ὁ Ἰάκωβος μιλεῖ γιὰ τὴν πρώτη πίστη, ποὺ πρέπει νὰ συμπληρωθεῖ ἀπὸ τὰ ἔργα σωτηρίας. Ὁ Παῦλος ὅμως μιλεῖ κυρίως γιὰ τὴν δευτέρα πίστη, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε στὴ συνέχεια. Αὐτὴ ἡ πίστη εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν καρδία.  Ἂς γυρίσουμε ὅμως στὴν πρώτη πίστη.
.           Τὰ ἔργα τῆς πρώτης πίστεως ἔχουν θεραπευτικὸ χαρακτήρα καὶ λειτουργοῦν ὡς πνευματικὰ φάρμακα γιὰ τὴ θεραπεία/ἀποκατάσταση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως στὴν κοινωνία της μὲ τὸν Θεό. Τὰ «ἔργα τοῦ νόμου» -αὐτὸ εἶναι οὐσιαστικὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου στὴν πρὸς Ρωμαίους- δὲν μποροῦν ἀπὸ μόνα τους νὰ τύχουν ἀξιομισθίας (ἀμοιβῆς: Λουκ. 17, 10) ἢ νὰ σώσουν τὸν ἄνθρωπο. Οἱ Φαρισαῖοι λ.χ. εἶχαν νὰ ἐπιδείξουν ἔργα τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ σωθοῦν, διότι δὲν εἶχαν «καθαρὰν καρδίαν». Ἡ κάθαρση τῆς καρδίας εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς θεογνωσίας. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8). Τὸ κριτήριο γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῆς πρώτης πίστεως εἶναι, λοιπόν, ὅτι ὁδηγεῖ στὴν κάθαρση τῆς καρδίας. Γι’ αὐτὸ ἡ πίστη ὑπόκειται σὲ ἔλεγχο, ὅπως ἀκριβῶς καὶ μία θεραπευτικὴ ἰατρικὴ μέθοδος, ποὺ ἀποδεικνύεται ὀρθή, ὅταν ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴ θεραπεία. Καὶ ἐδῶ, πάλι, φαίνεται ἡ διαφορὰ Ὀρθοδοξίας καὶ Μὴ- Ὀρθοδοξίας. Ἡ Μὴ- Ὀρθοδοξία (αἵρεση) δὲν ὁδηγεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει, στὴ θεραπεία, διότι δὲν διαθέτει τὰ «φάρμακα» τῆς σωτηρίας. Αὐτὰ εἶναι ἡ ὀρθὴ διδασκαλία τῆς Γραφῆς καὶ τὰ δόγματα (ἀποφάσεις) τῶν Οἰκουμ. Συνόδων, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν καταγραφὴ τῶν ἐμπειριῶν τῶν Ἁγίων στὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας. Τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας προσφέρουν τὴν σώζουσα πίστη καὶ καθορίζουν τὰ ὅρια τῆς πορείας τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν σωτηρία. Γι’ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι ὅλων τῶν αἰώνων ἀγωνίζονται ἕως θανάτου γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς καθαρότητος τῶν δογμάτων, ὅπως οἱ γνήσιοι Ἰατροὶ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ διάσωση μιᾶς θεραπευτικῆς μεθόδου. Νόθα δόγματα δὲν σώζουν· καὶ ἐδῶ φαίνεται, πάλι, ἡ τραγωδία τῶν αἱρέσεων. Τὰ δόγματά τους εἶναι φάρμακα νοθευμένα καὶ θανατηφόρα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ὁδηγοῦν σὲ αἰώνια καταστροφή. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ οἱ Ἅγιοι φοβοῦνται ὄχι τόσο τὴν ἁμαρτία, ὅσο τὴν αἵρεση.
.           Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ μιὰ ἱστορικὴ πρακτική, ποὺ συχνὰ παρερμηνεύεται. Ἡ αἵρεση, ὅπως ἔχει ὑποστηρίξει ὁ π. Ἰ. Ρωμανίδης, ἐθεωρεῖτο ἀπὸ τὴν Χριστιανικὴ Πολιτεία νόθο φάρμακο, ἀφοῦ περιέχει δηλητηριώδη διδασκαλία. Γι’ αὐτὸ ἐκαίοντο συχνὰ -καταστρέφονταν δηλαδὴ- τὰ βιβλία τῶν αἱρετικῶν (ὄχι ὅμως καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Αἱρετικοὶ) στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή…, ὅπως κάθε εὐνομούμενη Πολιτεία πρέπει νὰ καταστρέφει τὰ φάρμακα, ποὺ θανατώνουν τοὺς πολίτες καὶ νὰ ἐμποδίζει τὴ δράση τῶν ψευδοϊατρῶν. Στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν τίθεται θέμα ἐλευθέρας διακινήσεως τῶν ἰδεῶν, διότι ἀπειλεῖται ἡ αἰώνια «ὑγεία» τοῦ ἀνθρώπου.
.           Αὐτὲς εἶναι οἱ προϋποθέσεις, μὲ τὶς ὁποῖες ἕως σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἀγωνίζεται νὰ προφυλάξει τὸ ποίμνιό της ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς ὁμάδες Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ποὺ ἀσκοῦν -ἰδιαίτερα στὴν Πατρίδα μας- ἀνοικτὸ καὶ προκλητικὸ προσηλυτισμό. Γι’ αὐτὸ χρειαζόμεθα τὴν προσευχὴ καὶ συνεργασία ὅλων.

γ) Τελεία πίστις – ἐνδιάθετος (ἐσωτερικὴ) πίστις.

.           Ἡ πρώτη πίστη δὲν σώζει μέν, ἀλλὰ ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ τὴ σωτηρία, ποὺ δηλώνεται μόνο μὲ τὴν τελεία καὶ ἐνδιάθετη πίστη. Αὐτὸ κηρύσσεται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας, ὅπως ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος (δ’ αἰ.): «Ἐκεῖνος, ποὺ προσπαθεῖ νὰ πιστεύσει καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Κύριο, πρέπει νὰ ἐπιδιώξει νὰ λάβει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ ἦλθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, γιὰ νὰ χορηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὴν ψυχή… Ἂν κανεὶς ὅμως δὲν ἀναζητήσει ἐδῶ, ἀπὸ τώρα, τὴ ζωή, ποὺ εἶναι τὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ διατηρήσει μέσα στὴν ψυχή του, ὅταν πεθάνει, τὸν περιμένει ὁ τόπος τοῦ σκότους, στὰ ἀριστερὰ τοῦ Κυρίου».
.           Αὐτὴ ἡ πίστη ὀνομάζεται «μεγάλη», «τελεία», «ἐνδιάθετος», «ἐκ θεωρίας». Εἶναι ἡ πίστη ποὺ συνδέεται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας, διότι συνιστᾶ τὴν βεβαιότητα τῆς σωτηρίας μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ἡ «πρώτη» πίστη εἶναι περισσότερο ἀνθρώπινο ἐπίτευγμα, πάντοτε βέβαια μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ τελεία πίστη εἶναι καρπὸς καὶ δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσει κανείς, πρέπει νὰ λάβει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ ἡ πρόσληψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ Χριστιανοῦ (πρβλ. «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον», Ἰωάν. 20, 22). Ἡ προσευχὴ τοῦ ὀρθοδόξου πιστοῦ εἶναι: «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας… ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν…». Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ὡς ἄσκηση, ὀνομάζεται «πνευματικὸς ἀγώνας» διότι ἀκριβῶς ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ καταστεῖ ὁ ἄνθρωπος δεκτικὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πατερικὲς ἀναφορὲς στὴ διπλὴ πίστη:

.           Ἰω. Δαμασκηνός (PG. 94, 1125C – 1128A). «Ἡ πίστις διπλῆ ἐστιν. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς· ἀκούσαντες γὰρ τῶν θείων γραφῶν, πιστεύομεν τῇ διδασκαλίᾳ… Ἔστι δὲ πάλιν πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις… Ἡ μὲν οὖν πρώτη, τῆς ἡμετέρας γνώμης ἐστί, ἡ δὲ δευτέρα τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος».
.           Ἀναστάσιος Σιναΐτης (PG. 89, 76 CD). «Διττῶς δὲ νοεῖται ἡ πίστις ἡ ὀρθή. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς τοῦ κηρύγματος καὶ ἐστι βεβαιοτέρα πίστις ἡ τῶν ἐλπιζομένων ἀγαθῶν ὑπόστασις. Καὶ τὴν μὲν ἐξ ἀκοῆς πάντες ἄνθρωποι ἔχειν δύνανται. Τὴν δὲ δευτέραν μόνοι οἱ δίκαιοι (=ἅγιοι) κέκτηνται».
.           Ζωντανὸ μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὸ Πνεῦμα ἔνοικο μέσα του, «στεναγμοῖς ἀλαλήτοις ἐντυγχάνον» στὴν καρδιὰ του (Ρωμ. 8, 26). Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι «πιστός», «ναὸς Θεοῦ» (Α’ Κορ. 3, 16). Πνευματικὸς ἄνθρωπος στὴ γλώσσα τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὁ φορέας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἶναι αὐτός, ποὺ ἀνήκει πραγματικὰ στὸν Χριστό, ὡς γνήσιο μέλος του σώματός Του. Τὴν παύλεια διάκριση: πνευματικὸς-ψυχικὸς-σαρκικὸς ἄνθρωπος διακρατοῦν καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες, μιλώντας γιὰ ἄνθρωπο «κατὰ φύσιν», «ὑπὲρ φύσιν» καὶ «παρὰ φύσιν». Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητὴς ὑπογραμμίζει αὐτὴ τὴ διαίρεση μὲ τὰ λόγια: Ὅταν ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «παρὰ φύσιν», ὁ ἄνθρωπος λησμονεῖ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ συγκρούεται μὲ τοὺς συνανθρώπους, διότι τὸν ἀδικοῦν (σαρκικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὅμως ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «φυσική» (κατὰ φύσιν), τότε ἀνακαλύπτει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ αἰτία τῶν κακῶν λογισμῶν. Ὁμολογεῖ στὸν Θεὸ τὶς ἁμαρτίες του καὶ γνωρίζει πολὺ  καλὰ τὴν αἰτία τῶν παθῶν του (φυσικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὁ νοῦς ὅμως φθάσει στὴν κατάσταση «ὑπὲρ φύσιν», λαμβάνει τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ γνωρίζει, ὅτι, ὅταν ἀρχίσει νὰ προτιμᾶ τὴν φροντίδα τῶν σωματικῶν, δὲν μπορεῖ νὰ κρατήσει τὸ Πνεῦμα (πνευματικὸς ἄνθρωπος).
.           Ἡ ἐνδιάθετη πίστη κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμὰ εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀποδείξεις γιὰ τὸν Θεό. «Ἡ πίστη -λέγει- εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ κάθε ἀπόδειξη καὶ ἀναπόδεικτη ἀπόδειξη μιᾶς ἁγίας ἀποδείξεως», διότι εἶναι ἐμπειρία, ἐσωτερικὴ βεβαιότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀναπτύχθηκαν στὴν Ὀρθοδοξία οἱ λογικὲς ἀποδείξεις τοῦ Θεοῦ, διότι δὲν κρίθηκαν ποτὲ ἀναγκαῖες. Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ (θεοπτία) εἶναι ἡ ἄμεση καὶ ἀνυπέρβλητη ἀπόδειξη γιὰ τὴ θεία ὕπαρξη καὶ παρουσία.
.           Ἡ τελεία πίστη ἀναφέρεται συχνὰ στὴν Κ. Δ. ἀλλὰ χρειάζεται γνώση τοῦ γλωσσικοῦ κώδικα τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ τὴν κατανόησή της. Μερικὰ παραδείγματα:

Ἰω. 3, 16: «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» («αἰώνιος ζωή» = ἡ χάρη, θεία ἐνέργεια. «Ὁ πιστεύων» = ὁ ἔχων ἔνοικον τὴ χάρη).

Ἰω. 3, 18: «Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται».

Ἰω. 11, 6: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται».

Ἰω. 14, 12: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ (τὰ θαύματα) κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (πρβλ. τὰ θαύματα τῶν Ἁγίων, ἤδη στὴν Κ. Διαθήκη).

.           Μὲ τὴν τελεία πίστη σχετίζεται καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἀπ. Παύλου στὴν πρὸς Ἑβραίους (11, 1): «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». Τὸ «ἐλπιζόμενον» εἶναι ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Προσδοκῶμεν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τὴ Χάρη Του. Τὸ «μὴ βλεπόμενο», πάλι, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη χάρη. Ἡ ἐνδιάθετη πίστη γίνεται ἔλεγχος, δηλαδὴ διαπιστωτικὸς παράγων, ἐκείνου ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ σωματικὰ μάτια. Μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φθάνει ὁ ἄνθρωπος στὴ «θεωρία», στὴ θέα δηλαδὴ τῆς θείας μεγαλειότητος (βασιλείας). Αὐτὸ δηλώνει καὶ ὁ ἄλλος λόγος τοῦ Ἀποστόλου: «ἐὰν… πιστεύσῃς εἰς τὴν καρδίαν σου… σωθήσῃ» (Ρωμ. 10, 9). Δὲν πρόκειται, ἔτσι, γιὰ λογικὴ πίστη, ἀλλὰ καρδιακή, ποὺ εἶναι δυνατὴ μόνο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἀκτίστου μέσα στὴν καρδιά. Σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ κατανοηθεῖ καὶ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ (Λουκ. 18, 8): «Πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἄρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς»;
.           Θὰ μποροῦσε ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος νὰ ἐρωτήσει γιὰ τὸν τρόπο λειτουργίας τῆς ἐνδιάθετης πίστεως. Θὰ ἀπαντήσουμε μὲ μιὰ καινοδιαθηκικὴ περίπτωση (Πράξ. 3, 1-8): «Πέτρος καὶ Ἰωάννης ἀνέβαινον εἰς τὸ ἱερὸν ἐπὶ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς τὴν ἐνάτην, καί τις ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ’ ἡμέραν πρὸς τὴν θύραν τοῦ ἱεροῦ, τὴν λεγομένην ὡραίαν, τοῦ αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὸ ἱερόν. Ὃς ἰδὼν Πέτρον καὶ Ἰωάννην μέλλοντας εἰσιέναι εἰς τὸ ἱερὸν ἠρώτα ἐλεημοσύνην λαβεῖν. Ἀτενίσας δὲ Πέτρος εἰς αὐτὸν σὺν τῷ Ἰωάννῃ εἶπεν· βλέψον εἰς ἡμᾶς. Ὁ δὲ ἐπεῖχεν αὐτοῖς, προσδοκῶν τι παρ’ αὐτῶν λαβεῖν. Εἶπε δὲ Πέτρος· ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι. Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου περιπάτει… Καὶ ἐξαλλόμενος ἔστη καὶ περιεπάτει…».
.           Μόνο αὐτὸς ποὺ ἔχει συνείδηση τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του μιλεῖ ὅπως ὁ Ἀπ. Πέτρος. Ἀνάλογες στιγμὲς ἀπαντοῦν στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων (π.χ. ὁ ἅγιος Σπυρίδων πηγαίνει στὸν τάφο τῆς θυγατέρας του καὶ τὴν προσφωνεῖ βέβαιος, ὅτι θὰ λάβει τὴν ἀπάντησή της). Γιατί ἐμεῖς οἱ κληρικοί, ποὺ ἔχουμε λάβει τὴν ἴδια χειροτονία μὲ ἐκείνους, δὲν θὰ τολμούσαμε ποτὲ νὰ προβοῦμε σὲ παρόμοιες ἐνέργειες; Ἁπλούστατα, διότι ἡ χάρη δὲν εἶναι ἐνεργὸς μέσα μας. Δὲν εἴμασθε φορεῖς τῆς χάριτος, ἀλλὰ μεταφορεῖς (ἀχθοφόροι) της!
.           Κριτήριο τῆς ἀληθινῆς πίστεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων της γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους οἱ προσφερόμενες ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀποδείξεις τῆς θεώσεως, δηλαδὴ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων, ὅπως λ.χ. αὐτὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος σήμερα στὴν Κέρκυρα καὶ τὰ 120 λείψανα στὴν Μ. Λαύρα τοῦ Κιέβου στὴν Οὐκρανία. Ἡ αἵρεση δὲν ἔχει νὰ δείξει ἅγια λείψανα, ἀκέραια, θαυματουργὰ καὶ εὐωδιάζοντα (=μαρτυρία τῆς θεώσεως). Ἐξ ἄλλου, ἡ αἵρεση νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις: ἢ μεταβάλλει τὴν πίστη σὲ φιλοσοφικὸ σύστημα καὶ ἰδεολογία ἢ ἀπολυτοποιεῖ τὰ ἔργα, ὅπως οἱ Φαρισαῖοι, καὶ ὁδηγεῖ σὲ ἕνα στεῖρο ἀκτιβισμό (=ἱεραποστολὴ χωρὶς ἐσωτερικὴ ἀναγέννηση).
.           Ἐδῶ ὅμως γίνεται κατανοητὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγ. Κυπριανοῦ (γ’ αἰ.) «extra ecclesiam nulla salus» (ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει σωτηρία). Ἐκκλησία ἐδῶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ συμβατικὰ ὀνομάζεται σήμερα Ἐκκλησία (καὶ οἱ αἱρέσεις αὐτοκαλοῦνται ἐκκλησίες), ἀλλὰ τὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ λόγος του σημαίνει: Ἔξω ἀπὸ τὴν ζωή, ποὺ συνιστᾶ τὸν τρόπο ὑπάρξεως αὐτοῦ τοῦ Σώματος στὴν ἱστορία, δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου σώζεται αὐτὸς ὁ τρόπος ὑπάρξεως: Κατὰ τὸν ἅγιο Εἰρηναῖο, ἐπίσκοπο Λουγδούνου, β’ αἰ.: «Ubi Spiritus Sanctus, ibi Ecclesia et omnis Gratia». Ὅπου ὑπάρχει (αἰσθητὴ) ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ἅγιοι, θαύματα), ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ Ἐκκλησία καὶ ὅλη ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ.

 Συμπερασματικές ἐπισημάνσεις

1) Ὀρθοδοξία ὑπάρχει μόνο ἐκεῖ, ὅπου ἡ μέθοδος γιὰ τὴν τελεία πίστη εἶναι γνωστὴ καὶ ἐφαρμόζεται. Ὅπου ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν θέωση εἶναι ἄγνωστη, ἀκόμη καὶ ἂν ὁ χῶρος χαρακτηρίζεται ὡς ὀρθόδοξος, ἐκεῖ ὑπάρχει αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως καὶ συνεπῶς Μή-Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση, ὡς αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως, ἀγνοεῖ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Σ’ αὐτὴν θρησκειοποιεῖται ἡ πίστη (ἀναζητεῖται γεφύρωση τῆς ἀποστάσεως ἀνθρώπου-Θεοῦ μὲ τὰ ἐξωτερικὰ-τελετουργικὰ μέσα τῆς θρησκείας). Ἡ θρησκειοποίηση τῆς πίστεως ἀναιρεῖ τὴν πίστη, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡ ἰδεολογικοποίησή της. Οἱ αἱρετικοὶ θεολογοῦν νοησιαρχικά, ἐπιστημονικά, ἀκαδημαϊκά, καὶ δὲν μποροῦν νὰ διακρίνουν τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη. Ὀρθόδοξος, ἄρα, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν διατυπώνει αἱρετικὲς ἀπόψεις, ἀλλὰ ἐκεῖνος, ποὺ καθαρίζει τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ φθάσει στὸν ἁγιοπνευματικὸ φωτισμό. Κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Νύσσης οἱ αἱρετικοὶ ἐμφανίζονται, ὅπου ἀπουσιάζουν οἱ θεούμενοι.

2) Ὁ οἰκουμενικὸς διάλογος θὰ ἀποκτοῦσε κάποιο νόημα, ἂν ἠσχολεῖτο μὲ αὐτὰ τὰ προβλήματα καὶ ὄχι μὲ «ἐπιστημονικοὺς» συμβιβασμοὺς γιὰ τὴν ἐξεύρεση λύσεων.

3) Ἡ αἵρεση ἀποκρούεται ὄχι μὲ τὴ βία ἢ μὲ νομικὰ καὶ ἀστυνομικὰ μέτρα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ὅπου ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐμπειρία, ὑπάρχει Ἐκκλησία. Δυστυχῶς στὶς σύγχρονες χριστιανικὲς κοινωνίες ἡ ζήτηση τῆς χάριτος τείνει τελείως νὰ χαθεῖ, καὶ μόνο ὁ ὁρθόδοξος μοναχισμὸς παραμένει ἀκόμη ὁ χῶρος, ποὺ διασώζει τὴν  ζήτηση τῆς «τελείας πίστεως». Καὶ γι’ αὐτὸ μένει ὁ μοναχισμὸς συνεχιστὴς τῆς ἀποστολικοπατερικῆς πνευματικότητας.

4) Ἡ ζήτηση τῆς τελείας πίστεως εἶναι τὸ κριτήριο γιὰ τὴ γνησιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραποστολῆς. Διότι σχετικὰ μὲ τὴν Ἱεραποστολὴ ἀναδύονται κάποια βασικὰ ἐρωτήματα: Τί σημαίνει ἱεραποστολή; Τί κηρύσσεται μὲ αὐτήν; Ποῦ καλοῦνται οἱ μὴ χριστιανοί; Σὲ ποιὰ ἐκκλησία; σὲ ποιὸ Χριστό; Καλοῦνται γιὰ νὰ σωθοῦν ἢ γιὰ νὰ γίνουν ὀπαδοὶ κάποιου ἐξουσιαστικοῦ χώρου;

5) Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν φοβεῖται τοὺς διωγμούς, ἀλλὰ τὴν αἵρεση, διότι μόνο αὐτὴ μπορεῖ νὰ βλάψει τελεσίδικα τὴν πίστη.

6) Ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς Ὀρθοδοξία, γεννᾶ Ἁγίους καὶ παραμένει ἔτσι στὸν κόσμο χῶρος ἁγιασμοῦ καὶ ἁγιότητας.

ΠΗΓΗ: impantokratoros.gr

 

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΤΑΣΗ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ: Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΖΩΗ!

Ἡ στάσι μας ἔναντι τῶν αἱρετικῶν
Κυριακή τῶν Ἁγ. Πατέρων τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου

τοῦ (†) Ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Καντιώτη

«Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος» (Τίτ.γ´10-11)

.                 Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ὥρισε, ἀγαπητοί μου, ἡ πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν 11η Ἰουλίου, ἡ σημερινὴ δηλαδή, νὰ εἶναι ἀφιερωμένη στὴ μνήμη τῶν πατέρων τῆς Τετάρτης (Δ´) Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Σήμερα ἑορτάζουν ὄχι ἕνας ἢ δύο ἀλλὰ 630 πατέρες, 630 «ἀστέρια» ὅπως λέει τὸ δοξαστικό. Συνῆλθαν στὴ Χαλκηδόνα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τὸ 451 μ.Χ., στερέωσαν τὴν ὀρθόδοξο πίστι, καὶ κατεδίκασαν τοὺς τότε αἱρετικοὺς, τὸν Εὐτυχῆ καὶ τὸν Διόσκουρο, ποὺ προσέβαλλαν τὸ δόγμα τῆς θεανδρικότητος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
.                 Ἂν θέλουμε ν᾽ ἀναλύσουμε τί δίδαξε ἡ Τετάρτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, δὲν θὰ γίνουμε καταληπτοί. Ἔπαψε πιὰ ὁ κόσμος νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικά. Ἐνῷ τότε οἱ πιστοὶ παρακολουθοῦσαν μὲ ἐνδιαφέρον.
.                 Στὴν Τετάρτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο οἱ ἅγιοι πατέρες κατεδίκασαν τὴν αἵρεσι ποὺ προσέβαλλε τὴ θεανδρικὴ ὑπόστασι τοῦ Χριστοῦ καὶ δίδαξαν πῶς ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις στὸ πρόσωπό του· ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τέλειος ἄνθρωπος ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τέλειος Θεός· ὅτι ἐν τῷ Χριστῷ ὑπάρχουν δύο φύσεις, ἡ ἀνθρωπίνη καὶ ἡ θεία, κι αὐτὲς εἶναι ἑνωμένες «ἀχωρίστως» καὶ «ἀδιαιρέτως», «ἀτρέπτως» καὶ «ἀσυγχύτως». Ὅπως στὸν ἄνθρωπο εἶναι μυστήριο πῶς ἔχει σμίξει τὸ κορμὶ καὶ ἡ ψυχή, ἡ ὕλη καὶ τὸ ἄυλο, κατὰ παρόμοιο καὶ ἀκόμη πιὸ ἀνεξήγητο τρόπο εἶναι μυστήριο πῶς ἐν τῷ Χριστῷ ὑπάρχει Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἑνώθηκαν «ἀτρέπτως» καὶ «ἀσυγχύτως». Δηλαδή; Οἱ πατέρες χρησιμοποιοῦν ἕνα βοηθητικὸ παράδειγμα. Ἂν πάρῃς ἕνα κομμάτι σίδερο καὶ τὸ βάλῃς μέσα στὴ φωτιά, θὰ γίνῃ κατακόκκινο, θὰ πάρῃ τὴ φωτιὰ ὅλη ἐπάνω του. Τὸ σίδερο ὅμως δὲν παύει νὰ εἶναι σίδερο, οὔτε ἡ φωτιὰ παύει νὰ εἶναι φωτιά· κρατοῦν καθένα τὴν ἰδιότητά του. Κάπως ἔτσι μποροῦμε νὰ νοήσουμε πῶς στὸν Χριστὸ τὸ ἀνθρώπινο ἑνώθηκε μὲ τὸ θεῖο. Αὐτὴ τὴ μεγάλη ἀλήθεια δίδαξε ἡ Τετάρτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν.
.                 Ὅλη ἡ ἀκολουθία σήμερα ψάλλει τὸ ἐγκώμιο τῶν πατέρων. Ἀπ᾽ ὅλα ὅμως αὐτὰ θέλω, ἀγαπητοί μου, νὰ προσέξετε τὸ θεόπνευστο ῥητὸ τοῦ ἀποστόλου «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξ έστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος» (Τίτ. γ´10-11). Τί μᾶς συμβουλεύει; Μᾶς λέει, ποιά πρέπει νά ᾽ναι ἡ συμπεριφορά μας ἀπέναντι στοὺς αἱρετικούς.

* * *

.                 Ἂς ρωτήσουμε κατ᾽ ἀρχήν· ποιός λέγεται αἱρετικός; Αἱρετικὸς εἶναι ὅποιος δὲν συμφωνεῖ μὲ αὐτὰ ποὺ διδάσκει ἡ Ἐκκλησία· ὅποιος διαφωνεῖ μὲ τὴν Ἐκκλησία λέγεται αἱρετικός.
.                 Ὑπάρχουν ὅμως δύο κατηγορίες αἱρετικῶν. Ἡ μιὰ κατηγορία εἶναι τὰ θύματα, οἱ ἁπλοϊκοὶ δηλαδὴ ἐκεῖνοι Χριστιανοὶ ποὺ δὲν πᾶνε ἐκκλησία, δὲν ἔχουν διαβάσει Εὐαγγέλιο καὶ πνευματικὰ βιβλία, καὶ μόλις ἀκούσουν κανένα προτεστάντη ἢ φράγκο ἢ χιλιαστὴ νὰ μιλάῃ, πιάνονται στὰ δίχτυα τους. Εἶναι ὅπως οἱ χάνοι, κάτι ψάρια ποὺ κινοῦνται μὲ τὸ στόμα ἀνοιχτὸ καὶ ὁ ψαρᾶς τὰ πιάνει ἀμέσως. Αὐτοὶ εἶναι τὰ θύματα, ποὺ εὔκολα τοὺς προσηλυτίζουν οἱ αἱρετικοί. Αὐτούς, ἂν τοὺς πλησιάσῃ ἕνας Χριστιανὸς καταρτισμένος καὶ τοὺς πῇ πέντε λόγια, ὅτι ἡ διδασκαλία τῶν αἱρετικῶν εἶναι τροφὴ δηλητηριασμένη, συχνὰ καταλαβαίνουν τὴν πλάνη τους καὶ φεύγουν ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς. Γι᾽ αὐτὸ μὴ ἀδιαφοροῦμε· νὰ διαφωτίζουμε. Ἡ Γραφὴ λέει· Ἂν βρῇς κάποιον πλανεμένο καὶ τὸν ἐπαναφέρῃς στὴν Ἐκκλησία, θὰ σώσῃς «ψυχὴν ἐκ θανάτου» καὶ θὰ καλύψῃς «πλῆθος ἁμαρτιῶν» (Ἰακ. ε´ 20).
.                 Ἡ ἄλλη ὅμως κατηγορία αἱρετικῶν δὲν εἶναι θύματα· εἶναι θῦται, ὀλετῆρες ψυχῶν. Ποιοί εἶν᾽αὐτοί; Εἶναι δάσκαλοι, οἱ κράχτες τῆς πλάνης. Ἡ γλῶσσα τους στάζει μέλι, ἀλλὰ ἡ καρδιά τους εἶναι φαρμάκι. Ἀπ᾽ ἔξω τοὺς βλέπεις προβατάκια, ὅλο εὐγένεια, ἀλλὰ μέσα κρύβουν τὸ λύκο. Ἀπ᾽ ἔξω φαίνονται ἄγγελοι, ἀλλὰ κάτω ἀπὸ τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα εἶναι σατανᾶς ὁλόκληρος. Μᾶς ἔρχονται ἀπὸ διάφορα μέρη, ἀφοῦ γίναμε ἀμπέλι ξέφραγο. Αὐτοὶ εἶναι «βαμμένοι» μέχρι τὸ κόκκαλο· τὸ μικρόβιο ἔχει μπῆ βαθειὰ μέσα τους καὶ δὲν ἀλλάζουν. Ἐνῷ οἱ πρῶτοι εἶναι θύματα, αὐτοὶ εἶναι θῦται, σφαγεῖς. Αὐτοὺς δὲν μπορεῖς νὰ τοὺς ἐπηρεάσῃς, δὲν τοὺς ἀλλάζεις τὸ μυαλό. Εἶναι σὰν τὸν Ἄρειο, ποὺ οἱ πατέρες προσπάθησαν νὰ τοῦ δείξουν τὴν Ὀρθοδοξία, μὰ αὐτὸς δὲν ἄλλαζε. Εἶναι ἀμετάπειστοι. Ἔχουν ὑποστῆ ῥιζικὴ διαστροφὴ μέσα τους κι εἶναι ἀδύνατον νὰ τοὺς μεταβάλουμε.
.                 Ἀπέναντι λοιπὸν σ᾽ αὐτοὺς τοὺς αἱρετικούς, τῆς δευτέρας κατηγορίας, τί μποροῦμε νὰ κάνουμε; Νὰ βάλουμε φωτιὰ νὰ τοὺς κάψουμε, νὰ πάρουμε ῥόπαλα νὰ τοὺς χτυπήσουμε; Τέτοια πράγματα δὲν συνιστᾷ τὸ Εὐαγγέλιο.
.                 Ἂν εἴμαστε Χριστιανοί, ἂν νιώθουμε ὅτι ἀνήκουμε στὴν ἀληθινὴ πίστι, τὰ καθήκοντά μας εἶναι τὰ ἑξῆς.
.                 Ἂν δῇς κανένα αἱρετικὸ ἰνστρούχτορα, ποὺ νομίζει ὅτι μπορεῖ μέσα σ᾽ ἕνα ποτήρι νὰ χωρέσῃ τὴ θάλασσα καὶ μὲ τὸ μυαλουδάκι του νὰ λύσῃ τὰ μυστήρια τῆς θρησκείας, μὴν ἀνοίγεις κουβέντα μαζί του· ἔτσι λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Εἶναι χαμένος καιρός. Καὶ ἐπὶ ὧρες νὰ μιλᾷς καὶ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα νὰ τοὺς κατεβάσῃς, δὲν πρόκειται αὐτοὶ ν᾽ ἀλλάξουν. Πρῶτον λοιπόν, μὴ χάνεις τὸν καιρό σου μ᾽ αὐτούς.
.                 Τὸ δεύτερον. Αὐτοὶ παίρνουν μιὰ τσάντα, τὴ γεμίζουν βιβλία αἱρετικά, καὶ πηγαίνουν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι. Ἂν λοιπὸν κάποιος πλασιὲ ἀπὸ αὐτοὺς ἔρθῃ καὶ σοῦ χτυπήσῃ τὸ κουδούνι, μὴ τὸν δεχθῇς στὸ σπίτι σου· μὴ τὸν ἀφήσῃς ν᾽ ἀνεβῇ τὰ σκαλιά, μὴν πάρῃς κανένα ἔντυπο.
.                 Τρίτον νὰ εἰδοποιήσῃς τὸν ἱερέα τῆς ἐνορίας ὅτι παρουσιάστηκε «λύκος», γιὰ νὰ λάβῃ μέτρα. Ἂν ὁ ἱερεὺς εἶναι πραγματικὸς ποιμένας, θὰ τὸν κυνηγήσῃ. Ἀκόμα, νὰ εἰδοποιήσῃς καὶ ἄλλους Χριστιανούς, νὰ ἔχουν τὸ νοῦ τους.
.                 Ἀλλ᾽ αὐτὰ εἶναι τὰ εὔκολα· τὸ δύσκολο ποιό εἶναι; Αὐτὸ ποὺ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο· ὅτι πρέπει κι ἐγὼ ποὺ φορῶ τὸ ῥάσο κι ἐσεῖς, κλῆρος καὶ λαός, ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς νὰ εἶναι φῶς, ἡ ζωή του νὰ λάμπῃ· «Οὕτω λαμψάτω», λέει, «τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. ε´16).
.                 Ἐδῶ λοιπὸν τί συμβαίνει; Μᾶς νικοῦν οἱ αἱρετικοί. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, αὐτοὶ τρέχουν δεξιὰ – ἀριστερά, σὲ φτωχοὺς – ἀρρώστους καὶ δίνουν βοηθήματα, ἐνῷ ἐμεῖς δὲν ἔχουμε τὴν ἀγάπη ποὺ θὰ ἔπρεπε. Κι ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι συχνὰ δὲν ἔχουμε ζωὴ χριστιανική· ἔτσι αὐτοὶ βρίσκουν δικά μας κακὰ παραδείγματα καὶ διαβάλλουν τὴν πίστι μας. Ἂν ἐμεῖς ἤμασταν ἐν τάξει, τηρούσαμε τὸ Εὐαγγέλιο, ζούσαμε κατὰ Χριστόν, σὰν τοὺς ἀποστόλους, τοὺς πατέρας, τοὺς ἁγίους, σὰν τοὺς προγόνους καὶ τοὺς παπποῦδες μας τοὺς ἀγραμμάτους, ἂν ἤμασταν συνεπεῖς, κανένας αἱρετικὸς δὲν θὰ ὑπῆρχε· ἐμεῖς μὲ τὴν ἄτακτη ζωή, τὰ σκάνδαλα καὶ τὶς διαιρέσεις μας ζημιώνουμε τὴν Ὀρθοδοξία.
.                 Ἐπιβάλλεται, ἀγαπητοί μου, νὰ κρατήσουμε μία αὐστηρὴ στάσι στὸν αἱρετικό, ὅπως συμβουλεύει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης· «Μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε» (Β´ Ἰω. 10-12). Στὶς 14 Ἰουλίου ἑορτάζει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἐκ τῶν νεωτέρων ἁγίων μας. Ἂν δὲν θέλετε ν᾽ ἀκούσετε ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, ἀκοῦστε αὐτόν. Οἱ πρῶτοι Χριστιανοί, λέει, ὅταν ἄκουγαν αἱρετικό, ἔφευγαν μακριά, ὅπως φεύγει κανεὶς ἀπὸ τὸ φίδι. Ὅταν πήγαιναν σὲ δημόσια λουτρὰ –δὲν εἶχαν τότε λουτρὰ στὰ σπίτια– καὶ τοὺς ἔλεγε κάποιος ὅτι μέσα στὸ λουτρὸ εἶναι κάποιος αἱρετικός, ἀπομακρύνονταν μὲ φρίκη. Ἂν ἐσὺ θέλῃς νὰ νοικιάσῃς ἕνα ὡραῖο σπίτι, ἀλλὰ μάθῃς ὅτι μέσα σ᾽ αὐτὸ πέθανε ἕνας φθισικός, πᾷς νὰ κατοικήσῃς ἐκεῖ; Ἂν σοῦ πῇ κάποιος «Μὴν πιάσῃς τὸ ποτήρι αὐτὸ νὰ πιῇς νερό, για τὶ ἀπ᾽ αὐτὸ ἤπιε ἕνας λεπρός», τὸ πλησιάζεις; Ἔ, ὅπως προσέχεις νὰ μὴ προσβληθῇ τὸ σῶμα ἀπὸ μικρόβια, ἔτσι φυλάξου κι ἀπ᾽ τὰ μικρόβια τῆς αἱρέσεως. Αὐτὰ διδάσκει ὁ ἅγιος Νικόδημος, αὐτὰ οἱ πατέρες, αὐτὰ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Νὰ προσέξουμε, γιατὶ σήμερα ὑπάρχουν πολλὲς αἱρέσεις. Προσοχὴ ἰδίως ἀπὸ τοὺς ἰεχωβῖτες ἢ χιλιαστάς. εἶναι «λύκοι βαρεῖς», ὅπως λέει σήμερα ἕνα τροπάριο τῶν αἴνων. Ἤθελαν νὰ κάνουν διεθνὲς συνέδριο στὸ Μόναχο, μεγάλη πόλι τῆς Γερμανίας, καὶ τοὺς ἔδιωξαν ἀπὸ ᾽κεῖ. Ἂν ἔρθουν ἐδῶ, ἐμεῖς τί θὰ κάνουμε; Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τοὺς ποῦμε· Κύριοι, ἄλτ! πηγαίνετε ὅπου θέλετε, ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα ὄχι.

* * *

.          Σᾶς μίλησα, ἀγαπητοί μου, μὲ ζωηρότητα, γιατὶ πονῶ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, γιὰ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὸ λαό μας. Σᾶς παρακαλῶ, προσευχηθῆτε νὰ νιώσουμε καλὰ τὸ ῥητὸ τοῦ ἀποστόλου Παύλου «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον με τὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ…»· ἀμήν.

ΠΗΓΗ: tideon.org

, ,

Σχολιάστε

ΑΛΛΟ «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ» κι ΑΛΛΟ «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» (Δεκτοὶ οἱ αἱρετικοὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἤθελαν νὰ ἐπανέλθουν στὴν ΕΚΚΛΗΣΙΑ.))

ΚΙ ΕΓΩ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ

τῆς «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΕΣΤΙΑΣ ΛΑΜΙΑΣ»

.           «Βλέπετε οὖν πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ᾽ ὡς σοφοί, ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι. Διὰ τοῦτο μὴ γίνεσθε ἄφρονες, ἀλλὰ συνιέντες τί τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου. Καὶ μὴ μεθύσκεσθε οἴνῳ, ἐν ᾧ ἐστιν ἀσωτία, ἀλλὰ πληροῦσθε ἐν Πνεύματι, λαλοῦντες ἐαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ὠδαῖς πνευματικαῖς, ἄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ» (Ἐφεσ. ε´15)
.           Δὲν ὑφίσταται στὴν ὑφήλιο ἕνας διάχυτος χριστιανικὸς κόσμος, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ ὑπάρχει ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία κατέχει τὸ πλήρωμα τῆς ἀληθείας καὶ εἶναι «στύλος καὶ ἑδραίωμα τῆς Ἀληθείας», κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὑπάρχουν οἱ πλανεμένοι, αἱρετικοὶ καὶ ἀποσκιρτήσαντες χριστιανοί, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐκτενῶς προσευχόμαστε πρὸς ἐπιστροφὴ καὶ ἑνότητα (=ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων – καὶ ὄχι πασῶν τῶν «ἐκκλησιῶν» – ἑνώσεως) στὴν ἁγία καὶ ἀμώμητη πίστη τῶν Ὀρθοδόξων.
.           Οἱ Ἅγιοι Πατέρες, οἱ κατὰ πάντα ὑποχωρητικοὶ καὶ συγκαταβατικοί, οἱ ταπεινοὶ πρὸς πάντα ἄνθρωπον, ποτὲ δὲν ἐξίσωναν τὴν αἵρεση μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ ὅταν «ἡ πίστις ἦτο τὸ κινδυνευόμενον» δὲν ἔδειχναν καμμιὰ ὑποχώρηση καὶ ἁβροφροσύνη, λέγοντας, ὅτι «εἰς τὰ τῆς πίστεως οὐ χωρεῖ συγκατάβασις» (π.χ. ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, ὁ Ἀββὰς Ἀγάθων…) Μὴ συγχέομε λοιπὸν τὴν καθημερινὴ ἄσκηση τῆς ἀγάπης μὲ τὴν ἀκριβῆ διατύπωση τῆς ἀλήθειας καὶ τὰ «ὅρια ἃ ἔθεντο οἱ πατέρες ἡμῶν», ἡ ὁποία ἀλήθεια ἀκριβῶς συνιστᾶ τὴν ὄντως ἀγάπη πρὸς τοὺς αἱρετικούς.
.           Ἡ ὑπόθεση τῆς κλιματικῆς ἀλλαγῆς καὶ τῆς παγκόσμιας εἰρήνης, τοῦ μεταναστευτικοῦ προβλήματος καὶ τῆς τρομοκρατίας ἀσφαλῶς εἶναι ὀξύτατα προβλήματα ποὺ ἀπασχολοῦν ὅλο τὸν κόσμο καὶ ἰδιαίτερα ματώνουν τὶς καρδιὲς τῶν χριστιανῶν. Αὐτὸ ὅμως τὸ γεγονὸς δὲν συνιστᾶ καμμιὰ προϋπόθεση γιὰ ἔναρξη καὶ συνέχιση θεολογικῶν διαλόγων μὲ αἱρετικούς, ὡσὰν νὰ ἀναζητοῦμε λύσεις πάνω στὴν χαμένη ἀλήθεια καὶ ἑνότητα τῆς πίστεως. «Ἕτερον ἑκάτερον». Οὔτε ἕνας ἅγιος Πατέρας στὸ παρελθὸν κάθισε ποτὲ στὸ ἴδιο Τραπέζι μὲ αἱρετικοὺς γιὰ τὴν πείνα καὶ τὴ φτώχεια. Ἐξ ἄλλου μέχρι σήμερα δὲν ἔφεραν αὐτοὶ οἱ διάλογοι κανένα ἀποτέλεσμα στὰ παραπάνω θέματα οὔτε στὴ θεολογικὴ σύγκλιση τῶν δύο πλευρῶν. Ἡ Ἐκκλησία δίνει ἐπαρκῆ τὴ μαρτυρία τῆς ἐμπειρίας της στὰ κοινωνικὰ θέματα χωρὶς ἄλλα στηρίγματα καὶ δεκανίκια καὶ δὲν ἀλλάζει τὴν ὁρολογία τῆς ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων, ποὺ μᾶς λέγουν ξεκάθαρα «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ…» καὶ ὅτι οἱ Λατίνοι καὶ σχισματικοὶ καὶ αἱρετικοὶ εἶναι. Πόσο μᾶλλον ὅλοι οἱ ἄλλοι.
.           Ἐπειδὴ διὰ τὸ θέμα τοῦ βαπτίσματος λέγονται κατὰ καιροὺς πολλά, ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ ποῦμε εἶναι ὅτι οἱ πρὸ τοῦ Σχίσματος Ὀρθόδοξοι Πατέρες μας ὡς ὀρθόδοξοι ἀντιμετώπιζαν ποιμαντικὰ καὶ τοπικὰ μὲ διαφορετικὴ πιθανὸν προσέγγιση – μὲ ἀκρίβεια ἢ μὲ οἰκονομία – τὸ θέμα τς εσόδου κ νέου στν κκλησία τῶν αἱρετικῶν ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι προφανῶς διέσωζαν τὸν τύπο τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. Ἐδῶ στὴν περίπτωση τῶν μὲ ἐπίγνωση στὴν ἁγία Ὀρθοδοξία ἐπιστρεφόντων αἱρετικῶν της Δύσεως δὲν ἔχουμε κάν βάπτισμα. Ἡ συνείδηση τῶν ἐπιστρεφόντων δυτικῶν ζητοῦν τὴν κατ᾽ ἀκρίβειαν ἐπανεισδοχή τους μὲ ὀρθόδοξο βάπτισμα στὴν Ἐκκλησία μας (π. Πλακίδας Ντεσέϊγ).
.           Ἀσφαλῶς ὁ Χριστὸς ἔκανε θαύματα σὲ εἰδωλολάτρες καὶ Σαμαρεῖτες τῆς ἐποχῆς του, ὅπως κάνει θαύματα καὶ σήμερα σὲ μουσουλμάνους καὶ παπικοὺς καὶ ἑτεροδόξους… Κοινὸς Πατέρας ὅλων εἶναι. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι αὐτοὶ ὅλοι ἀνῆκαν τότε στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ (ὅπως ἀκριβῶς εἶπε καὶ διόρθωσε τὴ Σαμαρείτιδα) καὶ ὅτι οἱ σημερινοὶ αἱρετικοὶ εἶναι μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Μὲ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ τὴν Ἐκκλησία «εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε» καὶ τότε ἔδωκε τὴν τελειωτικὴ χάρη διὰ τοῦ λόγου, τῆς Πίστεως καὶ τῶν Μυστηρίων: «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται». Τότε «γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν». Ἐξ ἄλλου, ὅπως λέγει ὁ ἀείμνηστος π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος: «τὰ προσωπικὰ σὲ ἐθνικοὺς καὶ ἀλλοδόξους θαύματα σκοπὸ ἔχουν νὰ τοὺς φέρουν στὸ χῶρο τοῦ ἀντικειμενικὰ καὶ γενικὰ ἰσχύοντος θαύματος, ποὺ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία».
.           Ἄλλο διάσπαση καὶ διάτμηση τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου κι ἄλλο διάσπαση καὶ σχίσμα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ὅπως ὑπονοεῖ καὶ ὁ Παῦλος, ὅταν ὁμιλεῖ γιὰ σχίσματα καὶ διαιρέσεις τῶν Χριστιανῶν τῆς Κορίνθου. Ἀσφαλῶς οἱ ἅγιοι Πατέρες τότε δὲν θεωροῦσαν τοὺς ἀρειανοὺς Ἐκκλησία… Ἐμεῖς δυστυχῶς θεωροῦμε ὅλες τὶς μεγάλες αἱρέσεις Ἐκκλησίες καὶ ἀποκαλοῦμε τοὺς αἱρεσιάρχες σὲ συλλείτουργα μάλιστα ἁγιώτατους ἀδελφούς. Καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει συνῆλθαν οἱ ἅγιες Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι καὶ ἔθεντο τὰ ὅρια τῆς ἀμωμήτου πίστεως, κατεδίκασαν, ἀφόρισαν, ἀναθεμάτισαν τοὺς αἱρετικούς, ὅπως καὶ οἱ παπικοὶ συνοδικὰ καὶ πατερικὰ καταδικάσθηκαν καὶ ἔκτοτε δὲν γεννᾶται θέμα. Μὰ ἐπιτέλους: δὲν τὰ ἤξεραν αὐτὰ οἱ ἅγιοι πατέρες μας, ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, οἱ Πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς τὸ 1848, ὅταν μιλοῦσαν κατὰ τοῦ παπισμοῦ;
.           Ἐρωτᾶται κατὰ κόρον πῶς δέχθηκαν Πατέρες κάποιων Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων αἱρετικοὺς στὴν Ἁγία Ποίμνη τοῦ Χριστοῦ χωρὶς ἀναβαπτισμὸ καὶ ἀναχειροτόνιση καὶ μεῖς δὲν μποροῦμε σήμερα… Πρῶτον μὲν τὸ ἀποφάσισαν συνοδικά, καὶ ὄχι ἕνας ἀτομικὰ καὶ μία ἐκκλησία τοπικά. Τὰ ἀποφάσισαν συγκεκριμένα καὶ ἀσφαλῶς ὑπὸ προϋποθέσεις καὶ κατ᾽ οἰκονομίαν χάριν ἑνὸς μεγαλυτέρου καλοῦ, τῆς ἀρχῆς τῆς σωτηρίας. Τὸ σπουδαιότερο ὅμως εἶναι ὅτι

ο αρετικο κενοι θελαν ν πανέλθουν στν κκλησία.
Ε
χαν μετανιώσει κα εχαν ποκηρύξει τν πλάνη τους.

Οἱ παπικοὶ καὶ οἱ ἄλλοι δὲν θέλουν. Θέλουν νὰ μένουν στὴν αἵρεση. Τόσο ἁπλὸ εἶναι! Ἐμεῖς σπεύδουμε ἐκ τῶν προτέρων καὶ κάνουμε ἐκπτώσεις στὴν κανονικότητα, χωρὶς νὰ μᾶς τὸ ζητήσουν. σοι πιστρέφουν μως πραγματικ στν ρθοδοξία δν θέτουν θέμα βαπτίσματος κα δν ζητον διευκολύνσεις. μες βιαζόμαστε κα κάνουμε τν πρόθυμο κα τν νοιχτοχέρη.
.           «Ἀρχὴ φιλοσοφίας ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις». Πράγματι οἱ Ἅγιοι Πατέρες μαζὶ μὲ τὴν ἀκρίβεια δεχόντουσαν καὶ τὴν οἰκονομία στὸ χειρισμὸ τῶν αἱρετικῶν. Οὐδέποτε ὅμως ἔδιναν μυστήρια καὶ θεωροῦσαν ἰσότιμα μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἀνθρώπους ποὺ βρισκόντουσαν ἀκόμη μέχρι τὸ λαιμὸ στὴν αἵρεση. Μέχρι νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀποφασιζόταν συνοδικὰ καὶ συνολικά, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν εἶχαν δικαίωμα στὰ Μυστήρια. Ὕστερα δὲν εἶναι τὸ ἴδιο τὰ θαύματα καὶ οἱ βαπτίσεις τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ ἀποστελλομένων ἀπὸ τὸν Χριστὸ πρὶν ἀπὸ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ μετὰ τὴν Πεντηκοστή.
.            Πολὺς λόγος γιὰ τὸν Παπισμό. Καλά, ἔχει ὀρθὴ Τριαδολογία, ὀρθὴ Μαριολογία, ὀρθὴ Ἐκκλησιολογία, ὁ Παπισμός; Δὲν ἀσκεῖ προσηλυτισμὸ μὲ ἐγκλήματα μάλιστα ὁ Παπισμός; Ὁ παπισμὸς ἔχει περισσότερες αἱρέσεις καὶ ἀπὸ τὸν Χιλιασμὸ ποὺ εἶναι ὀργάνωση. Τί λέγει ὁ ἅγιος Ἰουστίνος ὁ Πόποβιτς γιὰ τὸν Πάπα καὶ τὸν ἀνθρωποκεντρισμὸ τοῦ παπισμοῦ; Τὰ γεγονότα τὰ καθ᾽ ἑκάστην γενεὰν εἰς βάρος τοῦ Παπισμοῦ γενόμενα ὑπὸ τοῦ Θεοῦ θαυμαστῶς προκληθέντα (θαῦμα ἁγ. Σπυρίδωνος στὴν Κέρκυρα) σὲ συλλείτουργα καὶ συμπροσευχὲς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοηθοῦν καὶ νὰ ἀφήνουν περιθώρια ἀθωώσεως τῆς παπικῆς αἱρέσεως;
.           Ἂν ἀρχίσουμε, τέλος, νὰ θέτουμε σὲ μερικὴ ἢ γενικὴ ἀμφισβήτηση τὴν ἰσχὺ τῶν ἱερῶν κανόνων, ἐπικαιροποίησης καὶ ἐκσυγχρονισμοῦ τους, ἂν τὴν ἱερὴ καύχηση περὶ τῆς ἀδόλου ἀποστολικότητας καὶ μοναδικότητας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τὴν χαρακτηρίζουμε αὐθαίρετη ἀποκλειστικότητα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἂν βλέπουμε Ἐκκλησίες καὶ Χάριτες στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Αἱρέσεων, στὸ ὁποῖο σημειωτέον ἡ Παπικὴ Αἵρεση ποτὲ δὲν ἔγινε μέλος, καὶ γιὰ τὸ ὁποῖο ἅγιοι παλαιοὶ καὶ πρόσφατοι μὲ ἀποκάλυψη Θεοῦ ἀπερίφραστα καταδίκασαν, ἂν ἐπιλεκτικὰ διαχωρίζουμε τὰ Μυστήρια, ἀναγνωρίζοντας τὸ κρεῖττον (=τὸ βάπτισμα) καὶ ἀκυροῦντες δῆθεν τὰ ἐλάσσονα, ἂν χωρὶς νὰ μᾶς τὸ ζητήσουν σπεύδουμε ἐμεῖς ἀπὸ μόνοι μας καὶ ἐγκρίνουμε βαπτίσματα αἱρετικῶν καὶ νὰ ὑποστηρίζουμε μεικτοὺς γάμους, ἂν ἐθελοτυφλοῦμε μπροστὰ στὴν ἀμετανοησία καὶ τὴν ἐγκληματικότητα τοῦ παπισμοῦ καὶ στὶς διαστροφὲς τοῦ προτεσταντικοῦ χώρου, τότε ἔχουμε ἀποτολμήσει ἀπόπειρα ἐκκλησιαστικοῦ ἐγκλήματος καὶ ἐμπιστευόμαστε τὴν κρίση μας, κυμαινόμαστε ἀντιφατικὰ καὶ αὐτοκτονικὰ μεταξὺ ὀρθοδόξου ὁμολογίας καὶ ἀντιθέου ἀνθρωπαρεσκείας.

, , , ,

Σχολιάστε

«ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ “ΑΛΛΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ”, ΠΑΡΑ ΜΟΝΟΝ ΑΙΡΕΣΕΙΣ καὶ ΣΧΙΣΜΑΤΑ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ οὐδέποτε ἀπώλεσε τὴν “ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος” καὶ δὲν δέχεται τὴ θεωρία τῆς ἀποκατάστασης τῆς ἑνότητας τῶν “εἰς Χριστὸν πιστευόντων”» (Ὁμολογιακὸ ὑπόμνημα Μητρ. Λεμεσοῦ Ἀθανασίου)

ΚΡΙΣΙΜΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
ΤΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗΣ / ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ
(Ὑπομνήματος)

τοῦ Μητρ. Λεμεσοῦ κ. Ἀθανασίου
Πρὸς τὴν ἱ. Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Μιὰ ἀκόμη ἐπίσημη ἐπισκοπικὴ φωνὴ θεολογικῆς/ἐκκλησιολογικῆς ὁμολογίας καὶ διαμαρτυρίας πάνω σὲ χρόνιες «παραφθορές» καὶ μεθοδευμένες «ἀσάφειες», οἱ ὁποῖες ἔχουν κερδίσει ἐπικοινωνιακὸ (τουλάχιστον) ἔδαφος καὶ ἔχουν σαρώσει τὶς συνειδήσεις τῶν χριστιανῶν καὶ τῶν Κληρικῶν (δυστυχῶς)!

.            Ταπεινὰ ὑποβάλλω στὴν ἁγίαν καὶ Ἱερὰν Σύνοδον τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας µας τὶς ἀπόψεις µου καὶ τὶς πεποιθήσεις µου πάνω στὰ πιὸ κάτω θέµατα.
.             Ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προσευχοµένη πάντοτε «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» πιστεύω ὅτι ἐννοεῖ τὴν ἐπιστροφὴν καὶ ἕνωσιν µαζί της ὅλῶν αὐτῶν ποὺ ἀπεκόπηκαν καὶ ἀποµακρύνθηκαν ἀπὸ αὐτήν, αἱρετικῶν καὶ σχισµατικῶν, ἀφοῦ ἀπαρνηθοῦν τὴν αἵρεση ἢ τὸ σχίσµά τους καὶ φύγουν ἀπὸ αὐτὰ καὶ µὲ µετάνοια καὶ µὲ τὴν προβλεπόµενη ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς κανόνες διαδικασία ἐνσωµατωθουν καὶ ἐνταχθοῦν -ἑνωθοῦν – µὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

.           Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ οδέποτε πώλεσε τν «νότητα τς πίστεως κατν κοινωνία τογίου Πνεύµατος» καδν δέχεται τθεωρία τς ποκατάστασης τς νότητας τν «ες Χριστν πιστευόντων», γιατί πιστεύει ὅτι ἡ ἑνότητα τῶν εἰς Χριστὸν πιστευόντων ὑπάρχει ἤδη στὴν ἑνότητα ὁλων τῶν βαπτισµένων τέκνων της µεταξύ τους καὶ µετὰ τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ ὀρθῇ πίστει της, ποὺ δὲν ὑπάρχει στοὺς αἱρετικοὺς ἢ σχισµατικοὺς καὶ γι᾽ αὐτὸ εὔχεται γι᾽ αὐτοὺς τὴν ἐν µετανοίᾳ ἐπιστροφήν τους στὴν Ὀρθοδοξία.

.           Πιστεύω ὅτι αὐτὸ ποὺ ἀναφέρεται στὸ ἄρθρο 5 γιὰ «τὴν ἀπολεσθεῖσαν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν» εἶναι λάθος, γιατί ἡ Ἐκκλησία ὡς λαὸς τοῦ Θεοῦ ἑνωµένος µεταξύ του καὶ µὲ τὴν κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι ὁ Χριστὸς δὲν ἔχασε ποτὲ τὴν ἑνότητά του αὐτὴν καὶ δὲν ἔχει ἄρα ἀνάγκη νὰ τὴν ἐπανεύρη ἢ κὰν νὰ τὴν ἀναζητήση, γιατί πάντοτε ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχη καὶ θὰ ὑπάρχη ἐφ᾽ ὅσον ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ οὐδέποτε ἔπαυσε ἢ θὰ παύση νὰ ὑπάρχη. Ἐκεῖνο, ποὺ συνέβη, εἶναι ὅτι ὁµάδες ἢ λαοὶ ἢ µεµονωµένα ἄτοµα ἔφυγαν ἀπὸ τὸ σῶµα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ Ἐκκλησία εὔχεται καὶ πρέπει νὰ προσπαθῆ ἱεραποστολικὰ νὰ ἐπιστρέψουν αὐτοὶ ὅλοι ἐν µετανοἰᾳ διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Δὲν ὑπάρχουν δηλαδὴ ἄλλες Ἐκκλησίες ἀλλὰ µόνον αἱρέσεις καὶ σχίσµατα, ἐὰν θέλωµε νὰ ἀκριβολογοῦµεν στοὺς ὁρισµούς µας. Ἡ διατύπωση «πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς χριστιανικῆς ἑνότητας» εἶναι λάθος γιατί ἡ ἑνότητα τῶν χριστιανῶν -µελῶν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ – δὲν ἔχει διασπασθῆ ποτέ, ἐφ᾽ ὅσον αὐτοὶ µένουν ἑνωµενοι µετὰ τῆς Ἐκκλησίας. Χωρισµὸς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ φυγὴ ἐκ τῆς Ἐκκλησίας ἔγινε δυστυχῶς, πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσµατα, ἀλλὰ ποτὲ ἀπώλεια ἐσωτερικὴ τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας.

.             Διερωτῶµαι γιατί στὸ κείµενο γίνεται πολλαπλὴ ἀναφορὰ σὲ «Ἐκκλησίες» καὶ «Ὁµολογίες»; Ποιά ἡ διαφορά τους καὶ ποιό στοιχεῖο τὶς χαρακτηρίζει, ὥστε ἄλλες νὰ ὀνοµάζονται Ἐκκλησίες καὶ ἄλλες Ὁµολογίες; Ποιά εἶναι Ἐκκλησία καὶ ποιά ἡ αἱρετικὴ καὶ ποιά ἡ σχισµατικὴ ὁµάδα ἢ ὁµολογία; Ἐµεῖς ὁµολογοῦµεν µία Ἐκκλησία καὶ ὅλα τὰ ἄλλα αἱρέσεις καὶ σχίσµατα.

.           Δίδεται ἡ ἐντύπωση ὅτι κι ἐµεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ψάχνουµε τὴν ἀποκατάστασή µας στὴν ὀρθὴ πίστη καὶ στὴν ἑνότητα τῆς ἀγάπης, ὡσὰν νὰ ἀπωλέσαµεν τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ τὴν ψάχνουµε νὰ τὴν βροῦµε διὰ τῶν θεολογικῶν διαλόγων µετὰ τῶν ἑτεροδόξων. Θεωρῶ ὅτι αὐτὴ ἡ θεωρία εἶναι θεολογικὰ ἀπαράδεκτη ἀπὸ ὅλους µας.

ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ

299098057-Μητροπολίτης-Λεμεσού-Κείμενο-για-τη-Μεγάλη-Σύνοδο

ΠΗΓΗ: imlemesou.org

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΒΛΑΣΦΗΜΙΕΣ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΩΝ

Βλασφημίες Προτεσταντῶν

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.                  Πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ ὁ ­ἀγγλικανὸς “Ἀρχιεπίσκοπος” τῆς Καντερβουρίας καὶ πνευματικὸς ἡγέτης 80 ἑκατομμυρίων Ἀγγλικανῶν Justin Welby παραδέχθηκε ὅτι μερικὲς φορὲς ἀμ­φιβάλλει ἂν πράγματι ὑπάρχει Θε­ός. Κατὰ τὸ NBC News ­μιλώντας σὲ μιὰ ­ἀνεπίσημη καὶ ἐλεύθερη συνέν­τευξη ­ἐνώπιον ἀκροατηρίου στὸν ­Καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Bristol (Ἀγγλία) εἶπε: «Ἀσφαλῶς ὑπάρχουν ­στιγμές, ποὺ ἀναλογίζεσθε “ὑπάρχει Θε­ός; ποῦ εἶναι ὁ Θεός;” “Χθές”, εἶ­­πε ὁ ­Ἀρ­χιεπίσκοπος, ­“προσευχό­μουνα γιὰ κάποιο ζήτημα καὶ τέλειωσα τὴν προσευχή μου λέγοντας στὸν Θεό: ‘Κύτταξε, ὅλο αὐτὸ εἶναι πολὺ καλό, ἀλλὰ μήπως εἶναι καιρὸς νὰ κάνεις κάτι – ἐὰν ὑπάρχεις ἐκεῖ;’” Οἱ ἀμφιβολίες του γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ τοῦ ἔρχονται στὸ κεφάλι πολλὲς φορὲς κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πρωϊνοῦ περιπάτου του ἢ ὅταν βγάζει βόλτα τὸν σκύλο του (βλ. ἱ­­στολόγιο protothema.gr). Θυμίζου­με ὅτι ὁ σημερινὸς ἀγγλικανὸς Ἀρ­­­χιεπίσκοπος τάχθηκε ὑπὲρ τῆς χειροτονίας γυναικῶν ἐπισκόπων καὶ ὑπὲρ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ‘‘γάμου’’ ὁμοφυλοφίλων».

 .                  Δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐκπλήσσουν οἱ ἀμφιβολίες τοῦ ἀγγλικανοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Ὅταν κανεὶς ζεῖ καὶ κινεῖται στὸ χῶρο τῆς αἱρέσεως καὶ περιφρονεῖ τὴν Ἀποστολικὴ καὶ Πατερι­κὴ Παράδοση εἰσάγοντας νέα δόγματα καὶ νέα ἤθη, εἶναι φυσικὸ νὰ φθάνει σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Ἡ ἀπορία μας εἶναι ἄλ­λη: Πῶς οἱ ἡμέτεροι συζητοῦν μὲ τοὺς Ἀγγλικανοὺς γιά… ἕνωση Ἐκκλησιῶν; Εἶναι ἐκκλησία τὸ συνονθύλευμα τῶν ἀγγλικανῶν προτεσταντῶν; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει πεδίο συνεννοήσεως μαζί τους;

 

,

Σχολιάστε

ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΕΝ ΑΓΑΠῌ Η 2α ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡ. ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ Ρ/Κ ΑΡΧΙΕΠ. ΤΗΝΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟ «Καταλάβατέ το, ἐπί τέλους! Σεῖς ἐφύγατε ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».

Ἐντιμότατε κ. Νικόλαε,
Καθολικέ Ἀρχιεπίσκοπε Νάξου, Τήνου, Ἄνδρου καί Μυκόνου
Χαίρετε καί ὑγιαίνετε!

1. Ἔλαβα τήν ἐπιστολή Σας, ἀπάντηση σέ ἰδική μου. Ἡ ἐπιστολή Σας μέ βρῆκε σέ μία ἀγωνία γιά ἕνα ἑρμηνευτικό ἔργο σέ ἕνα ἕκαστο βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς κεχωρισμένο, πού θέλω νά παρουσιάσω μέ τήν νέα χρονιά, καί γι᾽ αὐτό ἀργοπόρησα νά σᾶς ἀπαντήσω.
.               Μέ πονάει, πραγματικά, τό ὅτι πολλοί ἀδελφοί μου χριστιανοί δέν γνωρίζουν ἑρμηνευτικῶς τήν Ἁγία Γραφή καί πιστεύω ὅτι, ὅταν ἀπουσιάζει ἡ βιβλική θεολογία, μέ τήν πατερική της ἑρμηνεία, τότε χωλαίνει καί ἡ πνευματική ζωή.
.               Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία μας, Ἐντιμότατε, ἔχει ὡς δόγμα τήν ἀλήθεια ὅτι: «Ὁ θεολόγος γεννᾶται στίς Γραφές, ὅπως αὐτές τίς ἑρμήνευσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες»!
.               Πιστός ἐγώ, ὡς ὀρθόδοξος Ἀρχιερεύς, στήν βάση αὐτή, στήν προηγούμενή μου ἐπιστολή ὅ,τι σᾶς ἔγραψα τό ἐστήριζα σέ ἁγιογραφικά καί πατερικά χωρία. Σᾶς ζητῶ συγγνώμη γι᾽ αὐτό πού θά Σᾶς πῶ τώρα, Ἐντιμότατε, ἀλλά εἶδα ὅτι ἡ δική σας ἀπαντητική ἐπιστολή πρός ἐμέ ἦταν γυμνή ἀπό βιβλική καί πατερική θεολογία.
.               Ἄν θά ἤθελα νά τήν χαρακτηρίσω, θά ἔλεγα ὅτι ἡ ἐπιστολή Σας περιέχει ἀοριστολογίες, γενικολογίες καί ἀγαπητισμούς.Δέν μοῦ ἀπαντᾶτε σέ σπουδαία θεολογικά θέματα, τά ὁποῖα Σᾶς ἔθιγα.

2. Εἴχατε ὅμως στήν ἐπιστολή σας κάποια γενική ἀναφορά στήν Ἁγία Γραφή, στήν πορεία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ τούς δύο μαθητές Του πρός Ἐμμαούς, γράφοντας ὅτι ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι καί ἐσεῖς οἱ Παπικοί «εἴμαστε οἱ σημερινοί μαθητές τοῦ Χριστοῦ, πού βαδίζουμε μέ συνοδοιπόρο τόν συναναστημένο Χριστό, πού μᾶς ἑρμηνεύει τίς Γραφές… ὁδηγώντας μας στό κοινό ποτήριο στήν σύγχρονη Ἐμμαούς, πού εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία».
.               Μή ζῆτε μέ αὐτό τό ὄνειρο, Ἐντιμότατε! Ἄν πρῶτα σεῖς οἱ Παπικοί δέν ἀπαρνηθεῖτε τίς πλάνες Σας καί δέν ἐπανέλθετε μέ μετάνοια στήν μάνδρα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀπό τήν ὁποία, ὡς πλανεμένα πρόβατα, ἐφύγατε, δέν πρόκειται νά ἔχουμε κοινό Ποτήριο. 
.               Καταλάβατέ το, ἐπί τέλους! Σεῖς ἐφύγατε ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί, διά τῶν διαλόγων πού κάνουμε μαζί Σας, Σᾶς καλοῦμε νά ἐπανέλθετε.
.               Τότε, καί μόνο τότε, θά ἔχουμε κοινωνία μαζί Σας, τότε θά εἴμεθα «ἀδελφοί» μέ τήν ἐκκλησιολογική ἔννοια τῆς λέξεως. Ἀλλά κάτι ἄλλο θέλω νά πῶ ἐδῶ. Στήν πορεία ἐκείνη τοῦ Χριστοῦ πρός Ἐμμαούς, στήν ὁποίαν ἀναφέρεστε, ὁ Χριστός ἔκανε χριστολογική ἑρμηνεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στούς δύο μαθητές Του.
.               Τό κείμενο λέγει: «Ἀρξάμενος ἀπό Μωυσέως καί ἀπό πάντων τῶν προφητῶν ἡρμήνευεν ἐν πάσαις ταῖς Γραφαῖς τά περί ἑαυτοῦ» (Λουκ. κδ´27). Καί ὡς «Γραφάς» ἐννοεῖ βέβαια τήν Παλαιά Διαθήκη. Στήν προηγούμενή μου ἐπιστολή Σᾶς ἔγραψα γιά τήν λανθασμένη ἑρμηνεία πού ἔχετε Σεῖς οἱ Παπικοί περί τοῦ «Ἀγγέλου τοῦ Κυρίου» (Ἑβρ. «Μαλ᾽άχ Γιαχβέ») στήν Παλαιά Διαθήκη.
.               Κατά τήν πατερική ἑρμηνεία, ὅπως Σᾶς ἔγραψα στήν προηγούμενή μου ἐπιστολή, πρόκειται ὄχι περί κτιστοῦ ἀγγέλου, ὅπως ἑρμηνεύετε Σεῖς, ἀλλά περί τοῦ ἀκτίστου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἐνεφανίζετο σέ δίκαια πρόσωπα ὡς Ἄγγελος Θεοῦ καί πρίν ἀκόμη ἀπό τήν γέννησή Του.
.               Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, οἱ ὁποῖοι δεχόμεθα αὐτήν τήν πατερική ἑρμηνεία, ἔχουμε νά παρουσιάσουμε πολλές προφητεῖες περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στήν Πεντάτευχο (αὐτό εἶναι τό «ἀπό Μωυσέως…», πού λέγει τό κείμενο), γιατί ὑπάρχουν σ᾽ αὐτήν πολλές ἐμφανίσεις τοῦ Ἀγγέλου τοῦ Κυρίου.
.               Προσέχετε! Πρῶτα ὁ ἀναστημένος Χριστός ἔκανε τήν σωστή ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν στούς μαθητές Του καί ἔπειτα τούς ὁδήγησε στό Ποτήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Σεῖς οἱ Παπικοί, ἀφοῦ δέν ἔχετε τήν σωστή ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν, σ᾽ αὐτό μάλιστα τό πολύ σημαντικό δόγμα, γιά τό ὁποῖο μίλησε ὁ ἀναστημένος Χριστός κατά τήν πορεία Του πρός τούς Ἐμμαούς, περί τοῦ Ἀγγέλου τοῦ Κυρίου στήν Παλαιά Διαθήκη, ἀφοῦ δέν ἑρμηνεύετε σωστά τήν Γραφή, πῶς θέλετε νά κοινωνήσουμε μαζί Σας ἀπό τό Ποτήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας; Λυπᾶμαι, Ἐντιμότατε, γιατί αὐτή ἡ μόνη ἁγιογραφική περικοπή, πού χρησιμοποιήσατε στήν ἐπιστολή Σας, Σᾶς ἦλθε ἐναντίον Σας καί κατακεφαλῆς! 

3. Στήν ἐπιστολή Σας, θέλοντας νά μοῦ ἀποδείξετε ὅτι εἴμεθα ἀδελφοί μέ τήν στενή ἐκκλησιολογική ἔννοια, δέν καταφεύγετε στήν ἔρευνα, γιά νά μοῦ ἀπαντήσετε, ἀνατρέποντας – ἐάν μπορεῖτε – τά τόσα ἁγιογραφικά καί πατερικά χωρία πού Σᾶς παρέθεσα ἐγώ στήν προηγούμενή μου ἐπιστολή, ἀλλά θέλοντας, λέγω, νά μοῦ ὁμιλήσετε γιά ἑνότητα καί ἀγαπητισμό, μοῦ παρεμβάλλετε ἀπότομα τόν μακαριστό Οἰκουμενικό Πατριάρχη Ἀθηναγόρα «τοῦ ὁποίου – γράφετε – τήν προσωπικότητα ὅλοι γνωρίζουμε καί ἀναγνωρίζουμε»!
.               Τί εἶναι αὐτό πάλι πού μοῦ γράφετε, Ἐντιμότατε; Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι στά σοβαρά θέματα, ὅπως εἶναι τό θέμα τῆς ἑνότητός μας μέ τούς Παπικούς, καταφεύγουμε στό τί εἶπαν καί τί ἔπραξαν οἱ κεκηρυγμένοι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας καί ὄχι στό τί εἶπε ὁ τάδε Ἐπίσκοπος ἤ ὁ τάδε Πατριάρχης. Κεκηρυγμένοι ἅγιοι τῆς Ἐκκησίας μας, γιά τό θέμα τῆς μεταξύ μας σχέσεως, μεταξύ τῶν ἄλλων πολλῶν ἁγίων πατέρων, εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός.
.               Σ᾽ αὐτούς θά καταφύγω ἐγώ ὁ Ἐπίσκοπος γιά νά μαθητευθῶ τί πρέπει νά φρονῶ καί πῶς πρέπει νά φέρομαι πρός τούς Παπικούς. Καί αὐτοί οἱ ἅγιοι σέ πάρα-πάρα πολλά χωρία τῶν ἔργων τους, σέ πάμπολλες περικοπές, Σᾶς ὀνομάζουν «αἱρετικούς».
.               Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας – συγχωρεμένη ἄς εἶναι ἡ ψυχή του – δέν ἔχει κηρυχθεῖ ἅγιος ἀπό τήν Ἐκκλησία μας, ἐνῶ ὁ ἀντιπαπικός ἱερεύς-ἀρχιμανδρίτης πατήρ Ἰουστῖνος Πόποβιτς ἀνακηρύχθηκε ἅγιος.
.               Σωστά δέν τά λέγω, Ἐντιμότατε; Τήν ἀρχιερατική μου συνείδηση τήν βεβαιώνει τούτη τήν ὥρα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὅτι καλά τά λέγω! Σέ ἡμᾶς τούς Ὀρθοδόξους, κ. Νικόλαε, κάνει πολύ μεγάλη ἐντύπωση τό ἑξῆς: Ὁ Θεός κανένα φιλοπαπικό δέν ἀνέδειξε καί δέν ἐμαρτύρησε ὡς ἅγιο μέ μοσχοβόλημα τῶν λειψάνων του καί μέ θαύματα.
.               Ἀντίθετα, ἔχουμε πλειάδα θαυματουργῶν ἁγίων, οἱ ὁποῖοι στά βιβλία τους καλοῦν Σᾶς τούς Παπικούς «αἱρετικούς» καί ἀντέστησαν δυναμικά στήν ἕνωσή μας μαζί Σας.
.               Αὐτό σέ μᾶς τούς Ὀρθοδόξους λέγει πολλά. Λέγει ὅτι ὁ Θεός δέν συνευδοκεῖ μέ τούς Παπικούς καί δέν πρέπει λοιπόν νά ἑνωθοῦμε μαζί τους, ἄν πρῶτα αὐτοί δέν ἀπαρνηθοῦν τίς πλάνες τους.
.               Ὥστε λοιπόν, Ἐντιμότατε, μή μέ παραπέμπετε στό τί εἶπε καί ἔπραξε ὁ πατριάρχης Ἀθηναγόρας. Ἡ Ἐκκλησία στήν ὁποία ἀνήκω, ἡ ὁποία εἶναι ἡ «Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία», ἡ Μάνα μου αὐτή Ἐκκλησία, λέγω, δέν ἔχει ἀνακηρύξει τόν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα ὡς ἅγιο, ὥστε ὁ βίος του νά γίνει σέ μένα τόν Ἐπίσκοπο κανών.
.               Ἐπειδή δέ ὁ λόγος τό ἔφερε – τόν φέρατε – Σᾶς λέγω ὅτι ὁ πατριάρχης Ἀθηναγόρας κάνοντας βήματα πρός Σᾶς γιά ἕνωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς Παπικούς, αὐτό τό μόνο πού πέτυχε ἦταν νά διχάσει τούς Ὀρθοδόξους. Γι᾽ αὐτό καί ἐξήγειρε ἐκκλησιαστικούς ἄνδρας, «δεδιδαγμένους εἰς πόλεμον» (Ἆσμ. 3,8), νά δώσουν θαυμαστή μαρτυρία πίστεως.
.               Ὁ μέν ἀγωνιστής τῶν πατρώων Μητροπολίτης Φλωρίνης πατήρ Αὐγουστῖνος, ἐμός πνευματικός πατήρ καί διδάσκαλος, διέκοψε τό μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου, ὁ δέ ἄλλος σοφός κανονολόγος πατήρ Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος ἔγραψε μέ τήν ἰσχυρή του θεολογική γραφίδα ἐκτενῆ ἐπιστολή πρός τόν Πατριάρχη, τόν ὁποῖο παρουσιάζει ὡς ἐκπεσόντα γιά τά φιλοπαπικά του φρονήματα καί βήματα.
.               Ἡ ἐπιστολή αὐτή τοῦ ἀειμνήστου πατρός πρέπει νά καταχωρηθεῖ στά πατερικά κείμενα ὡς ὁμολογιακό καί ἀγωνιστικό κείμενο πίστεως. Σᾶς παραθέτω περικοπήν τινα ἀπό τήν ἐπιστολή αὐτή. Γράφει πρός τόν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα ὁ μακαριστός Γέροντας ἐλέγχοντάς τον γιά τά φιλοπαπικά του βήματα:
.               «Παναγιώτατε, προχωρήσατε ἤδη πολύ… Ἡ ὑπομονή χιλιάδων εὐσεβῶν ψυχῶν, κληρικῶν καί λαϊκῶν, συνεχῶς ἐξαντλεῖται… Μή θέλετε νά δημιουργήσετε σχίσματα καί διαιρέσεις στήν Ἐκκλησία. Προσπαθεῖτε νά ἑνώσετε τά διεστῶτα καί τό μόνο τό ὁποῖον θά κατορθώσετε, θά εἶναι νά διασπάσετε τά ἑνωμένα καί νά δημιουργήσετε ρήγματα εἰς ἐδάφη, τά ὁποῖα μέχρι σήμερα εἶναι στερεά καί συμπαγῆ.
.               Σύνετε καί συνέλθετε! Ἀλλά φεῦ! Διανύσατε πολλήν ὁδόν. Εἴθε, εἴθε Αὐτός ὁ ὁποῖος κάποτε παλαιά “ἔστησε τόν ἥλιον κατά Γαβαών καί τήν σελήνην κατά φάραγγα Αἰλών”, νά δευτερώσει τό θαῦμα … καί νά διανοίξει τούς ὀφθαλμούς σας, διά νά ἴδητε, νά κατανοήσετε καί νά ἐπιστρέψετε. ……………………………………………………………………………..
.               Μυριάκις προτιμότερον, Παναγιώτατε, νά ἐκριζωθεῖ ὁ ἱστορικός θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί νά μεταφυτευθεῖ εἰς κάποιαν ἔρημον νησίδα τοῦ πελάγους, ἀκόμη δέ καί νά καταποντισθεῖ εἰς τά βάθη τοῦ Βοσπόρου, παρά νά ἐπιχειρηθεῖ ἔστω καί ἡ ἐλαχίστη παρέκκλιση ἀπό τήν χρυσῆ γραμμή τῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ὁμοφώνως λέγουν: “Δέν χωρεῖ συγκατάβασις εἰς τά θέματα τῆς πίστεως”».1

4. Βλέπετε, κ. Νικόλαε, ἀπό τίς δύο μόνο παραπάνω περικοπές, βλέπετε πόσο ἐλεύθερα ἐκφραζόμαστε ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι; Βλέπετε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας πόσο ἐλεύθερα καί ἄφοβα καί δυναμικά ἐκφράζεται ἕνας παπάς καί σ᾽ Αὐτόν ἀκόμη τόν Πατριάρχη; Καί ξέρετε γιατί; Θά σᾶς το πῶ ξεκάθαρα: Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι δέν ἔχουμε «πρωτεῖο ἐξουσίας», ὅπως Σεῖς οἱ Παπικοί ἔχετε τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα, ἀλλά ἔχουμε «πρωτεῖον ἀληθείας»!
.               «Πρωτεῖον ἀληθείας» σημαίνει ὅτι καί ἕνας ἁπλός ἁγιασμένος μοναχός καί μιά ἀκόμη ἀγράμματη, ἀλλά ἁγιασμένη γιαγιούλα τῆς ἐπαρχίας μου, βλέπουν καί ἀπολαμβάνουν γλυκύτερα τόν Θεό καί ἐννοοῦν καθαρώτερα τά δόγματα τῆς πίστεως ἀπό ὅ,τι τά ἐννοῶ ἐγώ ὁ Ἐπίσκοπος, ἄν δέν ἔχω καθαρή καρδιά, ἤ ἀπό ὅ,τι τά ἐννοοῦσε ὁ πατριάρχης Ἀθηναγόρας μέ τά φιλοενωτικά του βήματα καί ἅλματα καί ἀγκαλιάσματα μέ τόν αἱρετικό Πάπα.
.               Θαυμᾶστε, Ἐντιμότατε, τίς παραπάνω δύο μόνο περικοπές ἀπό τήν ἐκτενῆ ἐπιστολή τοῦ μακαριστοῦ ἀρχιμανδρίτου π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου πρός τόν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα. Δεῖτε τήν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας! Σάν τολμᾶτε, γράψτε Σεῖς στόν Πάπα Σας ἕνα τέτοιο κείμενο. Ἀλλά πῶς νά ἐκφραστεῖτε ἐνάντια πρός τόν Πάπα, ἀφοῦ τόν πιστεύετε ὡς ἀλάθητο;!
.               Ἀπό τήν πλευρά τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα πρός τόν ὁμολογητήν τῆς πίστεως πατέρα Ἐπιφάνιο «οὐκ ἦν φωνή, οὐδέ ἀκρόασις»! Οὐδεμία ἀπάντησις! Τολμοῦσε ὁ Ἀθηναγόρας νά τά βάλει μέ τόν μεγάλο θεολόγο καί φημισμένο γιά τήν ἀρετή του πατέρα Ἐπιφάνιο; Τολμοῦσε;
.               Σ᾽ αὐτούς λοιπόν καί σέ ἄλλους ὁμοίους διδασκάλους τῆς Ὀρθοδοξίας, ὄχι μόνο κληρικούς, ἀλλά καί λαϊκούς (ὅπως εἶναι, γιά παράδειγμα, ὁ πρύτανις τῆς θεολογίας, ὁ μακαριστός Καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας, ὁ καταγόμενος ἀπό τήν Ἐπαρχία, τήν ὁποία διακονῶ), σ᾽ αὐτούς ἐμπιστεύομαι πολύ περισσότερο ἀπό τόν Ἀθηναγόρα, ὁ ὁποῖος, κατά τήν ἐπιστολή τοῦ μακαριστοῦ πατρός Ἐπιφανίου πού παρέθεσα, ἄν καί Πατριάρχης, προεξένησε ζημία στίς συνειδήσεις τῶν Ὀρθοδόξων χριστιανῶν.
.               Σᾶς παρακαλῶ, σέ ἄλλη Σας ἐπιστολή μή μοῦ ξαναγράψετε γιά κανένα Ἀθηναγόρα, ἀλλά θά μοῦ γράφετε τί λέγει ἡ Ἁγία Γραφή καί τί λέγουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί σύγχρονοι βεβαίως Πατέρες, ὅπως, γιά παράδειγμα, ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Πόποβιτς.

5. Ἀπομένουν καί πολλά ἄλλα σημεῖα τῆς ἐπιστολῆς Σας, στά ὁποῖα δέν ἀπήντησα. Γιά νά μή Σᾶς κουράσω σταματῶ ἐδῶ καί θά λάβετε σύντομα καί τό δεύτερο μέρος τῆς ἀπαντήσεώς μου, ἀναφερόμενο στά ἄλλα σημεῖα τῆς πρός ἐμέ ἐπιστολῆς Σας.
.               Μέ τήν διάπυρο εὐχή νά μελετήσετε καλῶς τήν Ἐκκλησιαστική Ἱστορία καί νά ἴδετε ἀπ᾽ αὐτήν τήν ἁμαρτία Σας, τήν ἀποκοπή Σας δηλαδή ἀπό τήν Ἐκκλησία 
καί νά ἐπιστρέψετε μέ εἰλικρινῆ μετάνοια σ᾽ Αὐτήν,

Σᾶς χαιρετῶ μέ τιμή καί ἀγάπη Χριστοῦ
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως
Ἰερεμίας


Ἐν Δημητσάνῃ 8 Δεκεμβρίου 2013

ΥΓ.: Ἀδίκως μέ κατηγορεῖτε ὅτι τήν ἐπιστολήν μου δέν τήν ἀπηύθυνα κατ᾽ εὐθεῖαν σέ Σᾶς. Ἐρευνήσατε εἰς τά Γραφεῖα Σας καί θά διαπιστώσετε ὅτι πρῶτα τήν ἀπέστειλα στό e-mail τῆς Γραμματείας τῆς Καθολικῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Σύρου καί ἔπειτα τήν παρέδωσα εἰς τό διαδίκτυο. Τό ἴδιο θά πράξω καί μέ τήν παροῦσα ἐπιστολή μου.

Παραπομπή

1. Οἱ περικοπές εἶναι ὀλίγον τι ἁπαλυμένες ἀπό τήν πρός τήν ἀρχαΐζουσαν γλώσσαν τοῦ μακαριστοῦ Πατρός.

ΠΗΓΗ: catholicus-laicus.blogspot.gr

, , ,

Σχολιάστε

Η “ΣΑΛΑΜΟΕΙΔΗΣ” ΕΞΟΙΚΕΙΩΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝ ΤΟΙΣ ΠΡΑΓΜΑΣΙ ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΕΩΣ

.        Ἡ σημερινὴ “θρονικὴ” Ἑορτὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μὲ τὶς ἐθιμοτυπικὲς καὶ διαρκῶς παγιουμένου ΕΘΙΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ «συμ-παραστάσεις» καὶ οἰκουμενιστικὲς ἀγάπες δὲν «συγκινεῖ». Ἐπῆλθε ἡ …ποθουμένη ἐξοικείωση! Θὰ ἀκολουθήσει ἀργὰ ἢ γρήγορα καὶ τὸ ἑπόμενο βῆμα (π.χ. κοινὸς ἑορτασμὸς τοῦ Πἀσχα)! Σαλαμοειδῶς.
.         Σημασία πάντως ἔχει καὶ ἐκεῖνο ποὺ συνήθως παραθεωρεῖται καὶ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν ΕΝ ΤΟΙΣ ΠΡΑΓΜΑΣΙ σύγχυση περὶ τὴν Πίστη (Ὁμολογικὴ Πίστη – Ἱ. Κανόνες/Τάξη – Ὀρθόδοξη Εὐσέβεια [lex credendi καὶ lex orandi]) ποὺ βιώνεται στὸν ὀρθόδοξο κόσμο καὶ εἰδικότερα στὰ ὀρθόδοξα περιβάλλοντα μέσα σὲ ἑτερόδοξα κοινωνικὰ πλαίσια, στὶς ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες τῆς Διασπορᾶς. Σύγχυση πού -παρὰ τὰ τηρούμενα ἐξωτερικὰ “ὀρθόδοξα τυπικά”- ΚΑΤΑΛΥΕΙ τὴν διάκριση τῆς Πίστεως ἀπὸ τὴν Αἵρεση.

 Τὰ κατωτέρω παραδείγματα ἁπλῶς πρὸς ὑπενθύμιση:

1. Τὸ πρῶτο καὶ γνωστό: Ἡ -ἔστω καὶ περιπτωσιακῶς ἀναφερομένη- μετάδοση τῆς Θ. Κοινωνίας σὲ μὴ Ὀρθοδόξους, εἴτε ἐξ ἀσυγγνώστου ἀπροσεξίας εἴτε ἐξ αἰτίας κακῶς νοουμένης “ἀγάπης” δημοσίων σχέσεων!

2. Τὸ ἐπίσης πασίγνωστο: Τέλεση δεύτερης Θ. Λειτουργίας τὴν ΙΔΙΑ ΗΜΕΡΑ ἀπὸ τὸν ΙΔΙΟ ΙΕΡΕΑ, μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ θεολογικοῦ ἐπιχειρήματος τῆς “ἀνάγκης”. (Ἔτσι θὰ ἠδύνατο λ. χ. νὰ γίνει “κατ᾽ ἀνάγκην” ἀποδεκτὴ καὶ ἡ τέλεση Θ. Λειτουργίας μὲ …κονιάκ! Λόγῳ ἀνάγκης, δηλ. λόγῳ ἐλλείψεως γλυκοῦ οἴνου!)

3. Θλιβερὴ καὶ ἀτέλειωτη περιπτωσιολογία πλημμελοῦς καὶ ἀντικανονικῆς ἀσκήσεως τῆς ἱερατικῆς/ποιμαντικῆς διακονίας. Ἐνδεικτικὴ ἁπλῶς ἐκείνη Ὀρθοδόξου ἱερέως (Ἕλληνος τὸ γένος καὶ πολυμηχάνου…!) σὲ εὐρωπαϊκὴ χώρα. Στοὺς μικτοὺς γάμους φέρεται νὰ ἐφάρμοζε τὸ ἑξῆς ἀπίστευτο τέχνασμα: Κατὰ τὴν ὑποδοχὴ τῶν μελλονύμφων στὴν Ἐκκλησία ἔχριε ἀκαριαία καὶ αἰφνιδιαστικὰ (ἐννοεῖται χωρὶς τὴν συγκατάθεσή του) μὲ Ἅγιο Μῦρο τὸ ἑτερόδοξο μέλος! Κατόπιν τελοῦσε, κατὰ τὴν μωρία του, ἀμιγῆ γάμο, ὀρθοδόξων!

4.  Ἡ εἰσδοχὴ ἑτεροδόξων στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία ἄνευ συστηματικῆς ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ.

5. Ἡ ἐν τοῖς πράγμασι κατάργηση τοῦ θεοπαραδότου θεσμοῦ τῆς Νηστείας καὶδημόσια ἀθέτησή της ἀπὸ Κληρικούς.

6. Ἡ ἀδίστακτη χειροτονία ἀγάμων κληρικῶν ἄνευ οἱασδήποτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ἀναφορᾶς στὸν μοναχικὸ βίο καὶ τὶς ὀρθόδοξες ἡσυχαστικὲς προϋποθέσεις μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἐκ προθέσεως ἐγκληματικὴ ΕΚΘΕΣΗ τῶν κληρικῶν αὐτῶν σὲ πνευματικοὺς κινδύνους εἰδικούς (δηλ. τῶν ἰδίων προσωπικῶς) ἀλλὰ καὶ γενικοὺς λόγῳ τοῦ ΔΙΑΣΥΡΜΟΥ  τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέσα σὲ ἀλλόδοξα περιβάλλοντα!

7. Ἡ κάλυψη ἐφημεριακῶν «ἀναγκῶν» (πάλι ἠ πρόταξη τῶν ἀναγκῶν…) μὲ ἀκατάλληλα (Κανονικῶς καὶ “μορφωτικῶς”) πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν χαίρουν ἐκτιμήσεως καὶ σεβασμοῦ (συνεπῶς μὲ μηδενικὴ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ-ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ἐπιρροή, ἄρα ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Ὀρθοδόξου Μαρτυρίας) οὔτε στὶς στενότερες ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες (Ἐνορίες), οὔτε καὶ στὸν ἀλλόδοξο-κοσμικό περίγυρο.

8. Ἡ ἐμπλοκὴ τῶν Ὀρθοδόξων Κληρικῶν [καὶ Ἀντιπροσώπων] σὲ ἕνα ἀτέρμονα καὶ ἐν πολλοῖς ἀδιέξοδο διάλογο μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, ἡ ὀποία συνεπιφέρει μιὰ διαρκῆ τριβή, ἕνα μόνιμο συμφυρμὸ μὲ ἀναπόφευκτες ἐπιδράσεις καὶ συνεπακόλουθες πνευματικὲς συνέπειες, τόσο σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο (τῶν ἰδίων τῶν ἐμπλεκομένων) ὅσο καὶ σὲ γενικὸ (ἡ ψευδὴς ἐντύπωση ποὺ δημιουργεῖται στοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸν ἐπικοινωνιακὸ ἀναμηρυκασμὸ τῶν ἴδιων ἀχώνευτων τελετῶν). Τὸ Ἰωάννειο, τοῦ Εὐαγγελιστοῦ τῆς ἀγάπης, «εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν οὐ φέρει, μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε» (Β´ Ἰω. 10) ἔχει πάει ἐν τοῖς πράγμασι “στὸν βρόντο”, μαζὶ μὲ τὴν πατερικὴ ὑπογράμμιση: «ἵνα μὴ δεχόμενοι αὐτοὺς καὶ φιλοξενοῦντες μεθέξετε ἀπὸ τὴν αἵρεσιν καὶ ἀσέβειάν του». (Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης).

,

1 Σχόλιο