Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Αἴσωπος

Η ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ «Μιὰ σφεντονιὰ στὸν ὑπερφίαλο Γολιὰθ τῆς Εὐρώπης!»

Ἡ ἀλαζονεία τῆς Εὐρώπης

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2110, 01.05.15

Ἠλ. κείμενο: «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

.                Πρὶν ἀπὸ δυόμισι περίπου χιλιάδες χρόνια ἕνας κουτσός δοῦλος, σοφὸς καὶ ἐφευρετικός, περιέγραψε ἐκφραστικότατα τὰ πάθη καὶ τὰ λάθη τῶν ἀνθρώπων μὲ πρωτότυπα καὶ ἐμπνευσμένα παραμύθια. Τὸ ὄνομά του ἦταν Αἴσωπος καὶ τὰ παραμύθια του οἱ γνωστοὶ «μύθοι τοῦ Αἰσώπου».
.           Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς μύθους εἶναι καὶ ἐκεῖνος μὲ τὸ ἀρνὶ καὶ τὸν λύκο: Ἕνα ἀρνάκι ἔπινε νερὸ ἀπὸ ἕνα ποταμάκι. Τὸ εἶδε ὁ λύκος καὶ ὀρἐχτηκε νὰ τὸ φάει, ἀλλὰ θέλησε νὰ τὸ κάνει «μετά τινος εὐλόγου αἰτίας»· μὲ κάποια δικαιολογημένη ἀφορμή. Κατηγόρησε λοιπὸν τὸ ἀρνάκι ὅτι τοῦ θολώνει τὸ νερό. Ἐκεῖνο δικαιολογήθηκε λέγοντας ὅτι κάτι τέτοιο ἦταν ἀδύνατο, ἀφοῦ τὸ ἴδιο βρισκόταν σὲ πιὸ χαμηλὸ σημεῖο ἀπὸ τὸν λύκο.
– Ναὶ ἀλλὰ πέρυσι ἔβρισες τὸν πατέρα μου, συνέχισε ὁ λύκος.
– Μὰ πέρυσι δὲν εἶχα ἀκόμη γεννηθεῖ, ἀπάντησε τρέμοντας τὸ ἀρνάκι.
– Ἂν ἐσὺ ξέρεις νὰ φέρνεις πειστικὲς δικαιολογίες, δὲν σημαίνει ὅτι ἐγὼ θὰ στερηθῶ τὸ δεῖπνο μου, εἶπε ὁ λύκος καὶ τὸ κατασπάραξε.
.               Ὁ αἰσώπειος μύθος περιγράφει μιὰ διαχρονικὴ κατάσταση, αὐτὴ ποὺ συμπυκνώνεται στὴν φράση: «τὸ δίκαιο τοῦ ἰσχυροτέρου». Αὐτὸ τὸ ἄδικο «δίκαιο» τοῦ ἰσχυροτέρου πολλὲς φορὲς ἐπιβάλλεται ὠµὰ καὶ δυναστικά. Ἄλλες φορὲς ὅµως, κι αὐτὲς εἶναι οἱ περισσότερες, ἀναζητοῦνται κάποια προσχήµατα, γιὰ νὰ δοθεῖ ἡ ἐντύπωση ὅτι ἡ τυραννική του ἐπιβολὴ εἶναι δίκαιη καὶ ἀναγκαία. Γι᾽ αὐτὸ καὶ συχνά, ὅταν ἀπουσιάζει κάποιο ψευδοεπιχείρηµα, οἱ ἰσχυρότεροι δὲν διστάζουν νὰ σκηνοθετήσουν διάφορα προκλητικὰ περιστατικά, δῆθεν ἔργα τῶν λαῶν ποὺ ἐπιβουλεύονται – αὐτὰ ποὺ σήµερα περιγράφονται µὲ τὸν ξενικὸ ὅρο «προβοκάτσια» – προκειµένου νὰ ἐπέµβουν στρατιωτικά. Αὐτὸ ἔγινε ἀναρίθµητες φορὲς στὴ διάρκεια τῆς ἱστορίας, ἀναδείχθηκε σὲ ἐπιστήµη ἀπὸ τὸν Χίτλερ, τὸν Στάλιν καὶ τὸν Μουσολίνι, ἔχει δὲ φτάσει στὸ ἀποκορύφωµά του στὶς µέρες µας. Κοινὸ στοιχεῖο αὐτῆς τῆς συµπεριφορᾶς τῶν ἰσχυρῶν εἶναι ἡ ἀλαζονεία.
.               Τὰ τελευταῖα τοῦτα χρόνια παρακολουθοῦµε µὲ θλίψη τέτοια ἀλαζονικὴ συµπεριφορὰ ἐκ µέρους τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ ἀλαζονικὴ συµπεριφορὰ ἐκφράζεται µὲ τὴν ἀντίληψη µιᾶς χώρας ποὺ διεκδικεῖ τὸ ἀλάθητο: Ἐµεῖς ἔχουµε τὴν καλύτερη οἰκονοµία, ἄρα ἐµεῖς ἔχουµε ἀλάθητη κρίση, ἄρα ὀφείλετε ὅλοι νὰ ὑποταχθεῖτε καὶ νὰ προσκυνήσετε. Στὰ ἁπλὰ καὶ λογικὰ ἐπιχειρήµατα ἀντιτάσσεται ἡ παράλογη «λογικὴ» τοῦ λύκου: Μοῦ θολώνεις τὸ νερὸ … (διασαλεύεις τὴν ἀπόλυτη τάξη) … πέρυσι ἔβρισες τὸν πατέρα µου (ἔχεις κάνει τόσες ἀτασθαλίες στὸ παρελθόν)… µὴ νοµίσεις ὅτι µὲ τὶς πειστικὲς δικαιολογίες σου θὰ στερηθῶ τὸ δεῖπνο µου (τὰ λογικὰ ἐπιχειρήµατά σου δὲν θὰ κλονίσουν τὴν ἠγεµονική µου θέση).
.               Τρεῖς χιλιάδες χρόνια πρὶν ὁ ἱερὸς Ψαλµωδὸς προσδιόρισε ἀκριβῶς τὴν πηγὴ αὐτῆς τῆς βάναυσης νοοτροπίας. Νὰ ἄνθρωπος, εἶπε, ποὺ ἀρνεῖται νὰ ἔχει βοηθό του τὸν Θεό, «ἀλλ᾽ ἐπήλπισεν ἐπὶ τὸ πλῆθος τοῦ πλούτου αὐτοῦ» (Ψαλ. ΝΑ´ [51] 9)· στήριξε τὴν ἐλπίδα του στὸ πλῆθος τοῦ πλούτου του.
.             Ἂν θελήσει κανεὶς νὰ ἑρµηνεύσει τὸ βάθος τῆς νοοτροπίας τοῦ λύκου, θὰ διαπιστώσει ὅτι αὐτὴ ἔχει θρησκευτικὲς ρίζες. Ἂν καὶ ἡ πολιτικὴ ζωὴ στὴν Εὐρώπη ἔχει ἀποστασιοποιηθεῖ ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ πίστη, ἐν τούτοις τὸ φρόνηµά της ἐξακολουθεῖ νὰ διέπεται ἀπὸ τὴ νοοτροπία τοῦ Παπικοῦ ἀλαθήτου καὶ πρωτείου. Ἀποτελεῖ ἄθρησκη µετάλλαξή του.
.             Ἀπέναντι σ᾽ αὐτὴ τὴν εὐρωπαϊκὴ ἀγέλη λύκων οἱ ἑκάστοτε Ἑλληνικὲς Κυβερνήσεις µοιάζουν µὲ κοπάδι προβάτων. Καί είναι θαυµαστό ὅτι κάποτε ἀποφασίζουν νὰ ἀντισταθοῦν µὲ ἄκαµπτo φρόνηµα. Νικοῦν; Πετυχαίνουν πύρρειες νίκες; Ὑφίστανται τιµητικές ἧττες; Αὐτὸ ὁ χρόνος θὰ τὸ ἀποδείξει.
.                Ὅµως ἔχουµε χρέος νὰ έπισηµάνουµε ὅτι στὴν ἄνιση αὐτὴ ἀναµέτρηση οἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις µας δὲν πρέπει νά πηγαίνουν ἄοπλες. Ὄχι ἀπὸ οἰκονοµικά ἐπιχειρήµατα – τέτοια µπορεῖ νά διαθέτουν πολλά – ἀλλά ἀπὸ τὸ µοναδικὸ ἀνίκητο ὅπλο: τὴν πίστη στὸν Θεό!
.                  Ἂν ἔχουν τὴν πίστη, µὲ µιὰ καὶ µόνη σφεντονιὰ σὰν τὸν Δαβὶδ θα ξαπλώσουν κατάχαµα τὸν ὑπερφίαλο Γολιὰθ τῆς Εὐρώπης! Καὶ θὰ ὑπηρετήσουν ἔτσι µὲ τὸν καλύτερο τρόπο τὸν πιστὸ Ὀρθόδοξο λαὸ τῆς Ἑλλάδος.

,

Σχολιάστε

Ο ΑΙΣΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΑ… “ΒΟΔΙΝΑ” ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ! (Δ. Νατσιός)

Ὁ Αἴσωπος καὶ οἱ… πολιτικοί!
Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς 

.            Τώρα ποὺ ἡσυχάσαμε κάπως ἀπὸ τὴν ὀχλοβοὴ καὶ τὸ ποδοβολητὸ τῶν ἐκλογῶν, εἶναι εὐκαιρία, μεσοῦντος καὶ τοῦ εὐκάρπου θέρους, «νὰ ἐλαφρώσει» κάπως καὶ ἡ γραφή. Συμβούλευε παλιὸς ἀρθρογράφος τοὺς ἐκκολαπτόμενους συναδέλφους του, νὰ μὴν πολυζαλίζουν τοὺς ἀναγνῶστες τους τὸ καλοκαίρι, μὲ θέματα «βαριά». Ἂς ἀφήσουν τὸν κόσμο νὰ ἀπολαύσει τὸ κάλλος τῆς Πατρίδας, τὰ ρόδινα ἀκρογιάλια της, μακριὰ ἀπὸ τὶς «μύγες τῆς ἀγορᾶς», ὅπως θὰ ἔλεγε καὶ ὁ Ἐλύτης. Ἂς ἀντλήσουμε, λοιπόν, προσανάμματα γραφῆς ἀπὸ τὸ προγονικό, ἀείχλωρο κοίτασμα.
.            Ἀπὸ τοὺς μύθους τοῦ Αἰσώπου ἡ παρακάτω ἱστορία. Στὸ ἀρχαῖο κείμενο ὁ τίτλος εἶναι: «Ἵππος, βοῦς, κύων καὶ ἄνθρωπος». Ὡς γνωστόν, ὁ μεγάλος ἀρχαῖος μυθοποιὸς ἦταν ἐχθρὸς τῶν κίβδηλων ἠθῶν, τῆς ὑποκρισίας, τῆς φιλαργυρίας, τῆς δοξομανίας, τῶν «ἀρετῶν», δηλαδή, ποὺ συνοδοιποροῦν μὲ τὸν πολιτικὸ βίο τῆς ἡμετέρας Πατρίδος ἐξ ἀρχαιοτάτων χρόνων. Διηγεῖται, λοιπόν, ὁ παραμυθὰς Αἴσωπος:  «Ὅταν ὁ Δίας ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο, τὸν ἔκανε ὀλιγοχρόνιο, λιγόζωο. Κι ὁ ἄνθρωπος χρησιμοποιώντας τὴν ἐξυπνάδα του, ἔφτιαξε σπίτι, ὅταν ἔφτασε ὁ χειμώνας, καὶ ζοῦσε μέσα σ’ αὐτό. Κάποτε ποὺ τὸ κρύο δυνάμωσε καὶ ὁ Δίας ἔριχνε βροχὴ πολλὴ καὶ σφοδρή, τὸ ἄλογο, μὴ ἀντέχοντας τὸ κακό, πρόστρεξε στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τοῦ δώσει καταφύγιο. Δέχτηκε ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν ὅρο νὰ τοῦ παραχωρήσει ὁ ἵππος ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ χρόνια του. Τὸ ἄλογο συμφώνησε μετὰ χαρᾶς. Ὕστερα ἀπὸ λίγο ἐμφανίστηκε τὸ βόδι, ποὺ δὲν μποροῦσε καὶ αὐτὸ νὰ ἀντέξει τὸν βαρὺ χειμώνα. Ὁ ἄνθρωπος τὸ δέχτηκε, ὅπως καὶ πρὶν τὸ ἄλογο, λέγοντάς του νὰ τοῦ δώσει κι αὐτὸ ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ χρόνια του. Τὸ βόδι δέχτηκε ἀσμένως. Τέλος, ἔφτασε τὸ σκυλὶ ταλαιπωρημένο ἀπὸ τὸ κρύο, ἀφοῦ ἔδωσε ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ χρόνια του, βρῆκε κι αὐτὸ στέγη νὰ μείνει. Ἔτσι, λοιπόν, οἱ ἄνθρωποι, ὅταν φτάσουν στὰ χρόνια ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Δίας, εἶναι ἀκέραιοι καὶ ἀγαθοί. Ὅταν φτάσουν στὰ χρόνια ποὺ τοὺς ἔδωσε τὸ ἄλογο εἶναι ἀλαζόνες καὶ ὑψαύχενοι (=ἐγωιστές). Ὅταν φτάσουν στὰ χρόνια ποὺ τοὺς ἔδωσε τὸ βόδι διαπλέκονται μὲ τὴν ἐξουσία, γίνονται ἐξουσιομανεῖς καὶ ὅταν φτάσουν στὰ χρόνια τοῦ σκύλου εἶναι ὀργίλοι καὶ γκρινιάρηδες». Αὐτὸς εἶναι ὁ αἰσώπειος μύθος.
.            Θὰ προσπαθήσουμε τώρα νὰ ἀποκρυπτογραφήσουμε τὸ κείμενο, νὰ ἀνιχνεύσουμε τὸν συμβολισμὸ τῆς μυθοπλοκῆς. Τὰ χρόνια, τὰ ἀνθρώπινα, αὐτὰ ποὺ ἔδωσε ὁ Δίας, συμβολίζουν τὴν νεανικὴ ἡλικία τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ἔαρ τῆς ἡλικίας. «Οἱ νέοι εἰσὶν ἔαρ τοῦ δήμου», ἔλεγε ὁ ρήτορας Δημάδης. (Τὸ παρὸν σημείωμα δὲν θὰ ἀναφερθεῖ γενικῶς στὶς ἠλικιακὲς μεταβολὲς τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ θὰ παρακολουθήσει τοὺς ἀναβαθμοὺς καὶ τὶς μεταλλάξεις τῶν πολιτικῶν ὄντων).
.            Οἱ πολιτικοί, λοιπόν, ὅταν εἶναι νέοι -καὶ κυρίως ἀναφέρομαι στοὺς πορφυρογέννητους τζιτζιφιόγκους τῶν πολιτικῶν τζακιῶν– εἶναι ἀκέραιοι, γεμάτοι ὄνειρα, βλέπουν μὲ οἶκτο καὶ μυκτηρίζουν τὸ βαρύμοχθο καὶ ἀγχοβριθὲς ἐπάγγελμα τοῦ μπαμπᾶ, θείου, θείας, ἐξαδέλφου, κουμπάρου… τοῦ μεγάλου, δηλαδή, συγγενῆ, ποὺ ἡ βαριά του σκιὰ κρέμεται ἐπὶ τῆς κεφαλῆς των. Κανείς τους, ὅπως ἐξομολογοῦνται στὰ ὑστερινὰ χρόνια, δὲν σκέφτεται νὰ γίνει πολιτικός, ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν θὰ ὀφείλεται στὴν ἀδιαμφισβήτητη ἀξία τους, ἀλλὰ στὸ κληροδοτημένο ὄνομα.
.            Ὅταν ἐνηλικιωθοῦν καὶ μποῦν στὴν ἡλικία τοῦ ἀλόγου, ἀρχίζει ἡ… ἀλογία καὶ ἡ παραλογία. Ἀποστέλλονται σὲ ὀνομαστὰ πανεπιστήμια τῆς ἀλλοδαπῆς, ὅπου, ὅλως τυχαίως, σπουδάζουν τὴν πολιτικοοικονομικὴ ἐπιστήμη. Μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρῶα γῆ ἀρχίζουν καὶ βλέπουν τὰ πράγματα πιὸ «στρόγγυλα». Μπαζώνουν τὶς ὀνειροφαντασίες τους γιὰ καλοκαγαθία τὸ «κληρονομικῷ δικαιώματι» περιουσιακό τους στοιχεῖο, ἡ «προίκα» τοῦ ὀνόματος τοὺς κολακεύει. Ἡ ὀσμὴ τῆς ἐξουσίας τοὺς ἕλκει. Ἐπιστρέφουν στὴν πτωχὴ Πατρίδα, (ὅπου τοὺς περιμένουν τὰ ἐκλογικὰ ὑποζύγια τοῦ μπαμπᾶ), ὁραματιζόμενοι μεγαλεῖα, αὐτοχρίονται λαοσωτῆρες. Ἄλλοι ὁμοιάζουν μὲ τὸ ὑπερήφανο ἄτι, ἄλλοι δὲ αἴρονται σὲ τέτοιο ἐπίπεδο ποὺ μόλις καὶ μετὰ βίας γίνονται γαϊδούρια. Πάντως γαϊδούρια ἢ ἄλογα, τοὺς διακρίνει ἡ ἐγωτικὴ μεγαλαυχία. Τὰ κυριότερα χαρακτηριστικὰ αὐτοῦ τοῦ σταδίου εἶναι ἡ δημαγωγία καὶ ἡ κούφια ρητορεία. Ξαφνικὰ ὁ πολιτικὸς νεοσσὸς ἀποκτᾶ δύναμη. Καὶ τότε «ἀπογειώνεται». Νιώθει τὴν ἀνάγκη νὰ βρίσκεται διαρκῶς στὸ προσκήνιο, νὰ προβάλλει τὸν ἑαυτό του μὲ κάθε τρόπο. Διακατέχεται ἀπὸ ἔπαρση καὶ ἐπιδίδεται σὲ ξιπασμένη καυχησιολογία. Ἡ δύναμη μεθάει, ἀποχαλινώνει. Τὰ «τηλεπαράθυρα» τὸν ἡδονίζουν, οἱ ζητωκραυγὲς τὸν γεμίζουν οἴηση, μετεωρίζεται πεφυσιωμένος, νιώθει κυρίαρχος, ὁ Ἕνας, ὁ μοναδικός.
.            Κάπου ἐκεῖ ἐξαντλεῖ τὰ χρόνια τοῦ ἀλόγου. Ἐπιστρατεύονται τὰ χρόνια τοῦ βοδιοῦ, εἰσέρχεται ὁ πολιτικὸς στὸ στάδιο τῆς ἐξουσίας, ἀναλαμβάνει ἕνα ὑψηλὸ ἀξίωμα, γίνεται τρόπον τινά, βουκόλος (=Ὁ ποιμαίνων καὶ περιποιούμενος βόδια. Στὴν ἀρχαία Ἀθήνα τὸ «βουκόλειον» ἦταν ἡ ἕδρα τοῦ ἀρχείου τοῦ «ἄρχοντος βασιλέως»). Τὰ «βοδινὰ» χρόνια τῶν πολιτικῶν εἶναι τὰ πιὸ ἐπικίνδυνα γιὰ τὸν λαό. Ρίχνοντας μία ματιὰ σὲ κάποιες λαογραφικὲς παρατηρήσεις γιὰ τὸ βόδι, διαπιστώνεις ὅτι ὁ λαός μας παρομοιάζει τὸν δύσνουν μὲ βόδι. Παλαιότερα, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, στὴν Πελοπόννησο ἔλεγαν: «Ἀνάθεμά σε, ντοβλετί, ἀναθεμά σε Πόλη ποὺ σοῦ ᾽στειλα τὸν ἄνθρωπο καὶ μοῦ ᾽στειλες τὸ βόδι». Οἱ ἀρχαῖοι ἔλεγαν «βοῦς ἀνούστερος», δηλαδή, πιὸ ἀνόητος καὶ ἀπ’ τὸ βόδι. Ἕνα χαρακτηριστικὸ τοῦ βοδιοῦ εἶναι ἡ παχυδερμία του. Γι’ αὐτό, γιὰ νὰ τὰ ἐπαναφέρουν στὴν τάξη, τὰ κέντριζε ὁ λαὸς μὲ τὴν βουκέντρα, ραβδὶ δηλαδή, ποὺ εἶχε σφηνωμένο στὴν ἄκρη του ἕνα καρφὶ-κεντρί. Σήμερα καταργήθηκαν οἱ βουκέντρες καὶ τὰ βόδια βόσκουν ἀνεξέλεγκτα.
.            Ξαναγυρίζοντας, τώρα, στὸν μύθο τοῦ Αἰσώπου, θὰ λέγαμε, ὅτι ἡ περίοδος ποὺ ροκανίζει ὁ πολιτικὸς τὰ χρόνια «τοῦ βοός», εἶναι περίοδος πάχυνσης, ἄφθονου καὶ ἄκοπου σιτισμοῦ. Ὁ ἴδιος, βεβαίως, θεωρεῖ ὅτι εἶναι τὰ πιὸ παραγωγικά του χρόνια («Δουλεύουν τὰ βόδια, τρῶν τὰ γομάρια», λέει ὁ λαός, καὶ εἶναι γνωστό, ὅτι γιὰ τοὺς πολιτικούς, ὅταν κατακτήσουν τὴν πολυπόθητη ἐξουσία, ὁ λαὸς μεταβάλλεται σὲ μία ἐκφυλισμένη καὶ ἐκχυδαϊσμένη ὀρδή, ἡ ὁποία πιέζει καὶ ἐκλιπαρεῖ γιὰ ρουσφέτια, «γομάρι» ποὺ μόνο νὰ ζητεῖ ξέρει).
.            Ὁ ἀδυσώπητος ὅμως χρόνος τρέχει. «Ὡς ἄνθος μαραίνεται καὶ ὡς ὄναρ παρέρχεται» ὁ τρυφηλὸς βίος τῆς ἐξουσίας. Τὸ γῆρας καταφθάνει. Τότε γίνεται χρήση τῶν χρόνων τοῦ σκύλου. Πολλὲς φορές, γιὰ νὰ ἁπαλυνθεῖ ἡ ἀποστρατεία, ἐπιδαψιλεύεται ὁ πολιτικὸς καὶ μὲ ἕναν ἀνούσιο, πλὴν ὅμως ἠχηρὸ τίτλο, ὅπως εἶναι τὸ «ἐπίτιμος». Συνήθως φεύγουν ἀπὸ τὸ προσκήνιο, μένουν, ὅμως, στὸ παρασκήνιο. Ἔχουν τὴν ἀπατηλὴ αἴσθηση ὅτι ἡ πείρα τους εἶναι πολύτιμη. Εἰσπράττουν συνήθως περιφρόνηση, λησμονιοῦνται γρήγορα, ἐπέρχεται ὁ πολιτικὸς θάνατος, ὀδυνηρότερος ἀπὸ τὸν φυσικό. Τότε γίνονται ὀργίλοι, γκρινιάρηδες. Γερόντια ὀνοικονόμητα, ἀνυπόφορα, βαρετά.
.            «Γῆρας ἄγνωστον τίθει ἄνδρα», τὰ γηρατειὰ κάνουν ἀγνώριστο τὸν ἄνθρωπο, ἔλεγε ὁ Μίμνερμος, καὶ δὲν ἐννοοῦσε μόνο τὴν «ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση». Καὶ μιᾶς καὶ τὸ ἄρθρο κινεῖται στὰ ἀρχαῖα χρόνια θὰ κλείσει μὲ τὰ λόγια μιᾶς ἑλληνικῆς ἐπιγραφῆς τοῦ 3ου π.Χ. αἰώνα, ποὺ βρίσκεται στὸ μουσεῖο τῆς Καμπούλ, στὸ ταλαίπωρο Ἀφγανιστάν: «Παῖς ὢν γίνου κόσμος. Ἡβῶν ἐγκρατής. Μέσος Δίκαιος. Πρεσβύτης εὔβουλος (=σοφός). Τελευτῶν ἄλυπος». Ἀρχαῖο πνεῦμα ἀθάνατο.

, ,

Σχολιάστε

Η ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΒΛΑΚΕΙΑ ΚΑΙ ΑΜΑΘΕΙΑ

Η ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΒΛΑΚΕΙΑ ΚΑΙ ΑΜΑΘΕΙΑ
τοῦ Δημήτρη Νατσιοῦ 

.     Ἐπειδὴ στοὺς μαθητές, στὰ παιδιὰ ἀρέσουν τὰ παραμύθια, πολλὲς φορὲς διαβάζουμε στὴν τάξη τοὺς ὡραιότατους καὶ διδακτικότατους μύθους τοῦ Αἰσώπου, τοὺς ὁποίους ἡ διὰ βίου ἀμάθεια καὶ ἀνοησία τοὺς ἔχει προγραμμένους ἀπὸ τὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο. Οἱ μύθοι τοῦ Αἰσώπου ὅμως ἐνθουσιάζουν τὰ παιδιὰ καὶ κυρίως, παιδαγωγοῦν «ἀνεπαισθήτως» χωρὶς ἐκεῖνα τὰ ἀχώνευτα «πρέπει» καὶ «πρέπει». (Ὁ Ἐλύτης ἔλεγε περὶ αὐτοῦ: «νὰ πιάσω πρέπει ἀπὸ τὸ γιῶτα καὶ νὰ τὸ γδάρω ὣς τὸ πῖ»). Τὸ πλατωνικὸ θέσφατο «τέρπειν ἅμα τε καὶ διδάσκειν», τὸ νὰ γίνεται, δηλαδή, ἡ διδασκαλία μὲ εὐχάριστο τρόπο, βρίσκει τὴν ἀπόλυτη ἐφαρμογή του στοὺς αἰσώπειους μύθους.
.     Παρένθεση. Θὰ μποροῦσαν οἱ ποικιλώνυμοι «τζιτζιφιόγκοι» ποὺ ἔγραψαν τὰ τρισάθλια βιβλία – περιοδικὰ ποικίλης ὕλης – νὰ βάλουν, γιὰ παράδειγμα, τοὺς μύθους καὶ στὸ ἀρχαῖο κείμενο, στὴν ϛ΄ τάξη, ὥστε οἱ μαθητὲς νὰ ἐξοικειώνονται καὶ νὰ οἰκειώνονται τὸ ἀρχαῖο ἀθάνατο πνεῦμα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀρτιμελῆ μορφὴ ὀρθογραφίας, τὸ λεγόμενο πολυτονικό. [ΣΧΟΛΙΟ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Φτού κακά, Δημήτρη. Ἀκοῦς ἐκεῖ πολυτονικό!  Τέτοιες ξεπερασμένες λέξεις! Ἀλλὰ μὴν πᾶς μακριά. Πρῶτοι κάτι ἀσυλλόγιστοι προοδευτικοὶ (καὶ νῦν «ἀγανακτισμένοι») τῆς ἐκκλησιαστικῆς παρεμβολῆς ἔσπευσαν νὰ ἐνστερνισθοῦν τὰ Γλωσσικὰ «Μνημόνια», ποὺ ΕΠΕΒΑΛΑΝ οἱ ἀφανεῖς «Τρόϊκες» ἐδῶ καὶ δύο δεκαετίες καὶ τὰ φορέσαμε πρόθυμα, γιὰ νὰ ξημερωθοῦμε καὶ νὰ «αἰφνιδιαστοῦμε» τώρα.] Κρατῶ ἀκόμη στὰ χέρια μου μὲ συγκίνηση καὶ τὸ χρησιμοποιῶ πολλὲς φορὲς στὴν τάξη ἐκεῖνο τὸ θαυμαστὸ βοήθημα γιὰ τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν τῆς ϛ΄ Δημοτικοῦ, τὸ βιβλίο ποὺ τιτλοφορεῖται «Εὐαγγελικὲς Περικοπές». Διάβαζε ὁ μαθητὴς στὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου: «Ἀξίζει κανεὶς ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἡλικία νὰ ἐργάζεται μὲ ὅλη του τὴν καρδιὰ γιὰ νὰ πλησιάζει τὶς ἀλήθειες τοῦ Εὐαγγελίου. Τὸ Εὐαγγέλιο ζωντανεύει τὸν ἄνθρωπο, ποὺ τὸ πιστεύει καὶ τὸ παραδέχεται. Ἂς ζητᾶμε καὶ τὴν βοήθεια καὶ τὴν συμπαράσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιατί μόνον ἔτσι ὁλοκληρώνεται ἡ συμμετοχή μας σ’ ἕνα ζωντανὸ μάθημα, ποὺ θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἀντιμετωπίσουμε μεθαύριο σωστὰ καὶ νικηφόρα τὴν ζωή μας!»». Ὡραῖα λόγια, προσάναμμα γιὰ μία ἐμπνευσμένη καὶ ζωντανὴ διδασκαλία. Καὶ στὸ κάθε κεφάλαιο περιεχόταν τὸ πρωτότυπο κείμενο- στὸ πολυτονικὸ– δίπλα του ἡ μετάφραση, ἁπλὴ κατανοητὴ καὶ εὐμνημόνευτη, ἀκολουθοῦσε ἀνάλυση καὶ ἐπεξεργασία πλαισιωμένη μὲ κείμενο Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Πράγματα σοβαρά, ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ἔφκιαχναν σχολειά, γιὰ νὰ γιομίζει ὁ μαθητὴς προκοπὴ κι ἀρετὴ καὶ ὄχι σκύβαλα, ἄξια «τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς παραλυσίας» (Μακρυγιάννης) σὰν αὐτὸ ποὺ περιέχει βιβλίο γλώσσας Γ΄ Δημοτικοῦ καὶ μοῦ τὸ διάβασε ἐμβρόντητη καὶ ἀπελπισμένη δασκάλα τῆς τάξης. Μεταφέρω τὴν «ἀριστουργηματικὴ» ποιητικὴ σύλληψη, γραμμένη ἀπὸ τὴν τάχα καὶ συγγραφικὴ ὁμάδα.

 «Ἔχω μιλιά, ἔχω λαλιὰ 
καὶ ξέρω ἀπὸ ἔξω ἑλληνικά.
Γνωρίζω ἐπίσης Ἰνδικὰ
Ποὺ τὰ ἔχω μάθει ἀπὸ τὴ μαμά.
Μὰ ἀπὸ ὅλα πιὸ καλὰ
μοῦ ἀρέσουν τὰ ἀγγλικά. [ΣΧΟΛΙΟ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Μήπως ἔχει ἀκουστὰ κανένας τὸν Ἐφιάλτη; Ναί, ἀλλὰ ποιόν ἀπ᾽ ὅλους, θὰ ἀπαντήσετε. Ἀλλὰ εἴπαμε: Ποιός νοιαζότανε, χρόνια τώρα. Τώρα πόνεσε τὸ πορτοφόλι καὶ ξύπνησαν οἱ «ἀγανακτισμένοι»].
Ἂν δὲν βαριόμουν νὰ πετῶ,

ταξίδια θὰ ἔκανα σωρό.
Θὰ τὸ ἔσκαγα ἀπὸ τὸ κλουβὶ
γυρίζοντας σὲ ὅλη τὴν γῆ»
(Τετράδιον Ἐργασιῶν, α΄ τεῦχος, σελ. 34). Πρόκειται βεβαίως γι τς γνωστς πολυπολιτισμικς μπορδες, ερολογίες (κα σχιζοφρένειες) πο τ πάτριδα, καλοπληρωμένα κα ργυρώνητα σαΐνια το Παιδαγωγικο νστιτούτου πέρασαν στ βιβλία, γι ν διδάξουν στος μαθητς τν νοχ κα τν σεβασμ στος λλους, στος ξένους. Μὰ ἡ αὐταπάρνηση καὶ τὸ φιλότιμο διδάσκεται πολὺ καλύτερα μὲ μίαν ἀνάγνωση τῆς παραβολῆς τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη, ὅμως αὐτὸ δημιουργεῖ ἄλλο πρόβλημα. Ἐμπίπτει στὴν ὀρθόδοξη προπαγάνδα, ὅπως θὰ ἔλεγε καὶ τὸ προοδευτικὸ ἀσκέρι. Τέλος πάντων, κλείνει ἡ παρένθεση. Ἤδη ἄρχισε νὰ μᾶς πιάνει τὸ ἑλληνικό μας καὶ ἐλπίζω μαζὶ μὲ τὰ καθάρματα τς πολιτικς ν γλιτώσουμε κα π τ ψυχοφθόρα κα βλακώδη βιβλία πο ταλαιπωρον δασκάλους κα μαθητές.
.    Μιλοῦσα γιὰ τοὺς μύθους τοῦ Αἰσώπου. Τὰ παιδιά, αὐτὴν τὴν ἐποχή, ἔχουν πολλὲς ἀπορίες. Πολλὰ βιώνουν καὶ δράματα στὸ σπίτι. Ἔχω ἀκούσει μαθητὲς μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι, μὲ θλίψη καὶ φόβο, νὰ μοῦ ἱστοροῦν τὴν ἀπόλυση τοῦ γονιοῦ τους. Μαυρίζει ἡ καρδιά μας, κλαῖμε μαζί τους, τί νὰ κάνουμε; Εἶναι τὰ πιὸ ἀθῶα καὶ ἀνυπεράσπιστα θύματα τῆς πολιτικῆς ἀλητείας ποὺ μᾶς κατάντησε ζήτουλες τῆς οἰκουμένης. Οἱ παντοειδεῖς ἄκηδες ἀπολαμβάνουν τὰ κλεμμένα καὶ φτωχότατες, ἔντιμες οἰκογένειες στεροῦνται κυριολεκτικὰ καὶ τὸν ἐπιούσιον ἄρτον. Τὸ ἀμείλικτο ἐρώτημα τῶν παιδιῶν εἶναι τὸ πῶς φτάσαμε ὣς ἐδῶ; «Πέρυσι ὁ μπαμπάς μου, κύριε, εἶχε δουλειά. Ἤμασταν μία χαρά. (καὶ μὲ ἕνα μισθό). Τώρα τί ἄλλαξε;». Τί νὰ πεῖς τοῦ παιδιοῦ καὶ νὰ τὸ καταλάβει; Σίγουρα δὲν τὰ ἔφαγε μαζὶ μὲ τὸν κυρ- Πάγκαλο. Γι’ αὐτὴν τὴν ἐρώτηση ἐπιστράτευσα, γιὰ νὰ ἀπαντήσω, τοὺς μύθους τοῦ Αἰσώπου. Στὸν μύθο ποὺ διάβασα ἐντόπισα τὸ κακὸ στὴν ἀτιμωρησία, στὴν ἔλλειψη Δικαιοσύνης. Τόνισα στοὺς μαθητές μου ὅτι «ἐν δικαιοσύνῃ συλλήβδην πᾶσα ἀρετή», ἔλεγε ὁ Θέογνις ὅτι ὅλες οἱ ἀρετὲς εἶναι θυγατέρες τῆς Δικαιοσύνης. Ἂν τὴν διδαχθοῦμε ἀπὸ μικροί, ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων, θὰ εἶναι στολίδι γιὰ ὅλη μας τὴ ζωή. Ὁ μύθος ποὺ παραθέτω τοὺς ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση καὶ χαράχτηκε στὴν μνήμη τους. (Τὸ διαπίστωσα ρωτώντας νὰ μοῦ τὸν διηγηθοῦν μετὰ ἀπὸ 2-3 ἑβδομάδες. Ὅσοι ἔχετε παιδιὰ στὸ Δημοτικὸ ρωτῆστε τα, νὰ σᾶς ἀφηγηθοῦν ἕνα κείμενο ποὺ διάβασαν στὸ βιβλίο γλώσσας καὶ τὸ θυμοῦνται. Δν θυμονται τίποτε κα μ τ δίκιο τους. Μ τόση σαβούρα κα τ λίγα καλ πνίγονται). Παραθέτω πρῶτα τὸ ἀρχαῖο κείμενο, νὰ καμαρώσουμε λίγο γιὰ τὸ ἀρχαῖο κλέος.

 Τίτλος: «Παῖς κλέπτης καὶ μήτηρ».

 .  «Πας κ διδασκαλείου τν το συμφοιτητο δέλτον φελόμενος τ μητρ κόμισε. Τς δ ο μόνον ατν μ πιπληξάσης, λλ κα παινεσάσης ατν κ δευτέρου μάτιον κλέψας νεγκεν ατῇ. τι δ μλλον ποδεξαμένης ατς προϊν τος χρόνοις ς νεανίας γένετο, δη κα τ μείζονα κλέπτειν πεχείρει. Ληφθες δέ ποτε π’ ατοφώρῳ κα περιαγκωνισθες π τν δήμιον πήγετο. Τς δ μητρς πακολουθούσης ατ κα στερνοκοπούσης, επε βούλεσθαί τι ατ πρς τ ος επεν κα προσελθούσης ατς ταχέως το τίου πιλαβόμενος καταδήξας φείλετο. Τς δ κατηγορούσης ατο δυσσέβειαν, επερ μ ρκεσθες ος δη πεπλημμέληκε κα τν μητέρα λωβήσατο, κενος πολαβν φη. λλτε σο πρτον τν δέλτον κλέψας νεγκα, ε πέπληξάς μοι, οκ ν μέχρι τούτου χώρησα κα π θάνατον γόμην. λόγος δηλοῖ, τι «τ κατρχς μ κολαζόμενον π μεζον αξεται».

 .      Ἀπόδοση στὴν νεοελληνικὴ: «Ἕνα παιδὶ ἔκλεψε στὸ σχολεῖο τὴν πλάκα ἑνὸς συμμαθητῆ του καὶ τὴν πῆγε στὴ μάνα του. Αὐτή, ὄχι μόνο δὲν τὸ μάλωσε, ἀλλὰ τὸ ἐπαίνεσε κι ἀπὸ πάνω. Ἔτσι αὐτὸ ἔκλεψε γιὰ δεύτερη φορὰ ἕνα πανωφόρι καὶ τῆς τὸ ἔφερε. Αὐτὴ τὸ δέχτηκε ἀκόμη πιὸ πρόθυμα κι ἔτσι, μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου, ὅταν ἔγινε τὸ παιδὶ ἔφηβος, ἐπιχειροῦσε πιὰ μεγάλες κλοπές. Μία φορὰ τὸν ἔπιασαν ἐπ’ αὐτοφώρῳ κι ἀφοῦ τὸν ἔδεσαν πισθάγκωνα, τὸν τραβοῦσαν στὸν δήμιο. Ἡ μάνα του τὸν ἀκολουθοῦσε καὶ στηθοκοπιόταν. Τότε ἐκεῖνος τῆς εἶπε πὼς θέλει κάτι νὰ τῆς πεῖ στ’ αὐτὶ καί, ὅταν ἐκείνη ἔτρεξε γρήγορα κοντά του, τῆς δάγκωσε τὸ αὐτὶ καὶ τὸ ἔκοψε. Κι ἐνῶ ἐκείνη τὸν κατηγοροῦσε γιὰ τὴν ἀσέβειά του, ἐπειδὴ δὲν εἶχε ἀρκεστεῖ στὰ ἀνομήματά του, ἀλλὰ τώρα τραυμάτισε καὶ τὴν μάνα του, ἐκεῖνος γύρισε καὶ τῆς εἶπε: Ἂν μὲ μάλωνες τότε ποὺ ἔκλεψα γιὰ πρώτη φορὰ τὴν πλάκα, δὲν θά ᾽φτανα στὸ σημεῖο νὰ μὲ σέρνουν στὸν θάνατο. Ὁ μύθος σημαίνει ὅτι ἐκεῖνο ποὺ δὲν τιμωρεῖται ἀπ’ τὴν ἀρχή, ἀποκτᾶ ὁλοένα καὶ μεγαλύτερες διαστάσεις».

 .      Ἂν στὴν χαραυγὴ τῆς δεκαετίας τοῦ ’80, ὅταν κάποιες ζιβαγκοφόρες λίγδες κα τ προοδευτικ κηφηναρι ποὺ τοὺς ἀνέδειξε, τιμωροῦνταν ἀμείλικτα, ἀπὸ τὴν παρακοιμώμενη τῆς ἐξουσίας, Δικαιοσύνη, γιὰ τὰ δωράκια καὶ τὴν ἀναίσχυντη παρανομία, ἡ «φιλτάτη πατρὶς» (Κάλβος) δὲν θὰ ἐξάπλωνε σήμερα τὴν χεῖρα ψωμοζητοῦσα. Λέω τῶν μαθητῶν μου, καὶ παρηγοριοῦνται τὰ ἑλληνάκια μου, ὅτι τώρα ἡ πατρίδα θέλει τὴν βοήθεια ὅλων μας. Καὶ τοὺς μιλῶ γιὰ τὸν γέροντα Παϊσιο, λέω τὰ λόγια του καὶ ἀκοῦν τὰ παιδιά.

 .     «Κλείνουμε λάθος τὴν ἀντωνυμία. Λέμε: ἐγὼ , ἐσὺ , αὐτὸς
τὸ σωστὸ εἶναι: αὐτός , ἐσύ, ἐγώ».

.   Τουρκοκρατίες, Κατοχὲς καὶ Μνημόνια «ξεπλένονται» μόνον ὅταν εἴμαστε στὸ ἐμεῖς ἢ στὸ ἡμῶν.

Δημήτρης Νατσιὸς 
δάσκαλος -Κιλκὶς

 ΠΗΓΗ: «Ἀντίβαρο»

, , , , , , ,

Σχολιάστε