Ἄρθρα σημειωμένα ὡς αἰώνιος ζωή

H ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ

Ἡ αἰώνια ζωή!

 .             Τί εἶναι ἡ αἰώνια ζωή; Μὰ ὅ,τι ὑψηλότερο, ὅ,τι ἁγιότερο, ὅ,τι ὡραιότερο καὶ μεγαλειωδέστερο μπορεῖ νὰ πο­θήσει καὶ νὰ ζήσει ὁ ἄνθρωπος! Εἶναι ἡ κατεξοχὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ. «Αὕτη ἐστὶν ἡ ἐπαγγελία ἣν αὐτὸς ἐπηγγείλατο ἡμῖν, τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον», σημειώνει ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης (β´ 25). Εἶναι ἡ κατ᾽ ἐξοχὴν δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Γράφει σχετικὰ ὁ ἀπόστολος Παῦλος: Ὁ μισθὸς μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἁμαρτία πληρώνει τοὺς δούλους της εἶναι ὁ θάνατος, «τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν» (Ρωμ. Ϛ´ 23)· τὸ δῶρο ἀντίθετα ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στοὺς δούλους Του εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, τὴν ὁποία ἀποκτοῦμε μὲ τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό,τὸν Κύριό μας.
.             Ἀλλὰ πῶς μποροῦμε νὰ ὁρίσουμε τὴν αἰώνια ζωή; Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας διευκρινίζει ὅτι αἰώνια ζωὴ δὲν εἶναι «ἡ μακροημέρευσις», ἡ ζωὴ ποὺ δὲν τελειώνει ποτέ, ποὺ δὲν διακόπτεται ἀπὸ τὸν θάνατο, τὴν ὁποία ὅλοι πρόκειται νὰ ἔχουν μετὰ τὴν ἀνάσταση, δίκαιοι καὶ ἁμαρτωλοί, ἀλλὰ «καὶ τὸ ἐν εὐθυμίᾳ διάγειν». Ἡ αἰώνια ζωὴ λοιπὸν εἶναι ἡ ζωὴ τῆς ἀτελείωτης «εὐθυμίας», τῆς ἀτε­λείωτης εὐτυχίας. Εἶναι ὁ Παράδεισος, ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἐκεῖ ὅπου δὲν θὰ ὑπάρχει θάνατος καὶ ἁμαρτία, πένθος, θλίψη, ἀσθένεια, ἀδικία, φθορά, γηρατειά, στέρηση, κούραση, κορεσμός, ἀλλὰ ἀπόλυτη καὶ ἀδιατάρακτη εὐτυχία.
.             Ὁ Κύριος στὴν ἀρχιερατική Του προσ­ευχὴ μᾶς ἔδωσε ὁρισμὸ τῆς αἰώνιας ζω­­ῆς: «Αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν» (Ἰω. ιζ´ [17] 3). Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, τὸ νὰ γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι συνεχῶς ὅλο καὶ περισσότερο Ἐσένα, τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό, καὶ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Ὁποῖο ἀπέστειλες στὸν κόσμο, ἔχοντας ζωντανὴ ἐπικοινωνία μὲ Σένα καὶ ἀπολαμβάνοντας τὶς ἄπειρες τελειότητές Σου. Ἑπομένως ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι ἡ ζωὴ κατὰ τὴν ὁποία συνεχῶς γνωρίζει κανεὶς τὸν Θεό.
.             Ὡστόσο ἐδῶ δὲν ἐννοεῖται ἡ γνώση ποὺ ἀποκτᾶ κανεὶς διαβάζοντας βιβλία ἢ σπουδάζοντας σὲ Πανεπιστήμια. Εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζει κάποιος πολὺ καλὰ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιὰ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ τὸν Κύριο Ἰησοῦ, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἀποκλεισμένος ἀπὸ τὴν αἰώνια ζωή. «Ὁ λέγων, ἔγνωκα αὐτόν, καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ μὴ τηρῶν, ψεύστης ἐστί» (Α´ Ἰω. β´ 4). Ὅποιος λέει· «ἔχω γνωρίσει τὸν Θεό», ἀλλὰ δὲν ἐφαρμόζει τὶς ἐντολές Του, εἶναι ψεύτης. Ἄρα γνωρίζει τὸν Θεὸ καὶ ζεῖ τὴν αἰώνια ζωή, ὅποιος ἐφαρμόζει τὶς ἐντολές Του – διότι «ἡ ἐντολὴ αὐτοῦ ζωὴ αἰώνιός ἐστιν» (Ἰω. ιβ´ [12] 50). Τότε τοῦ ἐμφανίζεται ὁ Χριστὸς καὶ ἔρχεται καὶ κατοικεῖ μέσα του μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως ὁ Ἴδιος τὸ ὑποσχέθηκε (βλ. Ἰω. ιδ´ [14] 15-17, 21, 23).
.             Εἶναι πανευτυχής, διότι ὁ Θεὸς εἶναι «τῶν ἐφετῶν ἡ ἀκρότης», ὅ,τι πιὸ ποθητὸ καὶ ἀξιαγάπητο. Ἡ γνωριμία μαζί Του εἶ­ναι ἀνέκφραστη χαρὰ καὶ ἀπόλαυση. Ὁ πιστὸς ποὺ συνεχῶς Τὸν γνωρίζει, γεύεται ὅλο καὶ περισσότερο τὸ κάλλος Του, ζεῖ τὴν ἀγάπη Του, αἰσθάνεται τὸ μεγαλεῖο Του: τὴν πανσοφία, τὴν παντοδυναμία, τὴν ἁγιότητά Του… Δοκιμάζει ἀλλεπάλληλες ἐκπλήξεις ποὺ τὸν εὐφραίνουν, τὸν κυριεύει ἕνας ἅγιος θαυμασμός. Καὶ ἀ­­γαπᾶ ὅλο καὶ περισσότερο τὸν Θεὸ καὶ περιφρονεῖ ὅλα τὰ ἐγκόσμια καὶ κάθε ἄλλη ἀπόλαυση, καὶ ἀγωνίζεται νὰ ἐφαρμόζει ὅλο καὶ περισσότερο τὸ θέλημά Του γιὰ νὰ ζεῖ πλουσιότερα τὴν κοινωνία μαζί Του.
.             Ἀντίθετα, «ὁ ἀπειθῶν τῷ υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλ᾿ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ μένει ἐπ᾿ αὐτόν» (Ἰω. γ´ 36)· ὅποιος δὲν ὑπακούει στὸ θέλημά Του, δὲν θὰ δεῖ, δὲν θὰ γευθεῖ τὴ ζωή, ἀλλὰ ἡ ἀποδοκιμασία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ θεληματική του ἀμετανοησία θὰ μένει αἰώνια ἐπάνω του. Μάλιστα, ὅπως ὑποδηλώνεται ἀπὸ τὰ παραπάνω, ἡ αἰώνια ζωή (ὅπως ἐξάλλου καὶ ἡ κόλαση, ὁ αἰώνιος θάνατος) βιώνεται ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Διεκήρυξε ὁ Κύριος: «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἔχει ζωὴν αἰώνιον»· «ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον» (Ἰω. Ϛ´ 47, 54). «Ἔχει»: τώρα. Τὴ ζεῖ ἀπὸ τώρα τὴν αἰώνια ζωή, τὴν προγεύεται ἀπὸ τώρα. Θὰ τὴν ἀπολαύσει στὴν πληρότητά της μετὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου.
.             Ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι ἡ ζωὴ τῆς ἐμπειρικῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεό. Καὶ τὴ ζεῖ ὅποιος ἔχει ζωντανὴ πίστη, τηρεῖ τὶς ἐντολές Του, ζεῖ συνειδητὴ μυστηριακὴ ζωὴ μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ γενικὰ ἁγιάζεται. Αἰώνια ζωὴ εἶναι νὰ ἔχει κανεὶς τὸν Χριστὸ μέσα στὴν καρδιά του τὴν καθαρισμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Χριστό. Διότι ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι πρόσωπο, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός: «Οὗτός ἐστιν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ζωὴ αἰώνιος» (Α´ Ἰω. ε´ 20).
.           Ἂς τρέξουμε λοιπὸν στὸ Χριστό. Ἂς προσκολληθοῦμε πάνω Του. Ἂς Τὸν ἀ­­γαπήσουμε μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή μας. Ἂς μὴν προτιμήσουμε τίποτε περισσότερο ἀπὸ Ἐκεῖνον. Ἂς φροντίσουμε τὴν ψυχή μας. Ἂς ἐπιμεληθοῦμε τὴ μετάνοιά μας, τὸν ἐξαγιασμό μας. Ἂς μισήσουμε τὶς ἁμαρτίες μας, ποὺ μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὸν Κύριο. Ὅσο θὰ πεθαίνει μέσα μας ἡ ἁ­μαρ­τία, τόσο πλουσιότερα θὰ γευόμαστε αὐτὴ τὴν ἄλλη ζωή, τὴ μόνη ἀληθινή, τὴν αἰώνια, γιὰ τὴν ὁποία ἔχουμε πλαστεῖ καὶ στὴν ὁποία βρίσκεται τὸ μυστικὸ τῆς εὐτυχίας μας.

 

,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ AΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ-3 «ὁ Κύριος Ἰησοῦς λίγο πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό Του, ἐδῶ καὶ δυὸ χιλιάδες χρόνια, σκέφτηκε καί σᾶς, προσευχήθηκε στὸν Θεὸ γιὰ σᾶς». (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ AΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ
τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου
(Ἰωάν. ιζ´ 1-13)
[Γ´ Μέρος] 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Ἀναστάσεως ἡμέρα»,
 Ἀθῆναι 2011,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 177-198

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ» (ἀπὸ imaik.gr)

Μέρος Α´ : ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ AΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ-1 «Γιατί διαβάζουμε τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ στὴ σημερινὴ γιορτή;» (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

Μέρος Β´:  ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ AΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ-2 «Μόνο μέσα ἀπὸ τὸν Χριστὸ μποροῦν νὰ φτάσουν οἱ ἄνθρωποι στὴν πληρέστερη γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅσο αὐτὸ εἶναι δυνατὸ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.» (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

.               Πολλοὶ νεωτεριστὲς στὴ διαδρομὴ τῆς Ἱστορίας, φυσιωμένοι ἀπὸ τὶς γνώσεις καὶ τὴν ἔπαρσή τους, προσπάθησαν μὲ τὶς θεωρίες τους νὰ φέρουν τὴν εὐτυχία στὸ ἀνθρώπινο γένος μὲ μιὰ κίνηση, κάνοντας ἔκκληση σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. οἱ προσπάθειές τους ὅμως γρήγορα ἐκμηδενίστηκαν καὶ χάθηκαν σὰν φουσκάλες τοῦ νεροῦ, ἀφήνοντας τὸν ἀπατημένο κόσμο σὲ ἀκόμα μεγαλύτερη δυστυχία.
.               Τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου ἔχουν μιὰν ἀόρατη, μιὰ δυσθεώρητη ἀρχή, ὅπως ὁ σπόρος τοῦ σιναπιοῦ πού σπέρνεται κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς κι ἀναπτύσσεται ἀργά. Ὅταν μεγαλώσει ὅμως καὶ γίνει δέντρο, δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κουνήσει κανένας ἄνεμος. Ὅταν γίνεται σεισμὸς καταστρέφει πύργους ὑψηλούς, κατασκευάσματα ἀνθρώπων, μὰ δὲν μπορεῖ νὰ βλάψει οὔτε ἕνα δέντρο. Σὲ κάθε περίπτωση ὁ Κύριος δὲν μπορεῖ νὰ προσευχήθηκε στὸν Πατέρα Του μόνο γιὰ τοὺς μαθητές Του, ἀλλά ὅπως θὰ δοῦμε ἀργότερα, καὶ περὶ τῶν πιστευὸντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ. Καὶ πάλι ὅμως ὄχι γιὰ ὅλους τούς ἄγονους κι ἀκαλλιέργητους ἀγροὺς τοῦ κόσμου, ἀλλά μόνο γιὰ τὸν διευρυμένο ἀγρό, ὅπου οἱ μαθητὲς θὰ σπείρουν τὸν πολύτιμο σπόρο τοῦ εὐαγγελίου.
.             «Καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς» (Ἰωάν. ιζ´ 10). Ἐκτος ἀπὸ τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά Του, ὁ Υἱός εἶναι σὲ ὅλα ἴσος μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἴσος στὴν ἰσότητα καὶ τὴν ἀθανασία  ἴσος στὴ δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία  ἴσος στὴ σοφία καὶ τὴ δικαιοσύνη. Στὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τους ὅμως, ὁ Πατέρας εἶναι ἀγέννητος, ὁ Υἱὸς εἶναι γεννητὸς καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ἡ σχέση τοῦ Πατέρα μὲ τὸν Υἱό εἶναι τοῦ Γεννήτορα καὶ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τῆς Πηγῆς. Ἡ κυριότητα κι ἡ αὐθεντία σ’ ὅλα τὰ πλάσματα τοῦ ὁρατοῦ καὶ ἀόρατου κόσμου ἀνήκουν ἐξίσου καὶ ἀδιαίρετα στὸν Πατέρα, τὸν Υἱό καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ οὐσία κι ἡ ὕπαρξη τῶν τριῶν προσώπων εἶναι μιὰ ἀόρατη μονάδα, τῶν ὑποστάσεων εἶναι ἀσύγχυτη Τριάδα.
.               Ἔτσι ὅλα ὅσα ἔχει ὁ Πατέρας τὰ ἔχει καὶ ὁ Υἱός καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς πιστοὺς τοῦ Χριστοῦ. Ἀνήκουν στὸν Πατέρα ὅπως ἀνήκουν καὶ στὸν Υἱό, καθὼς καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί ὁ Κύριος εἶπε λίγο νωρίτερα, Σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας καὶ τώρα λέει, καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά; Ἐπειδὴ ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Πατέρα τοὺς εἶχε παραλάβει ἀπὸ Ἐκεῖνον ὡς ἀκατέργαστο ὑλικὸ κι ὁ ἴδιος τούς ἐπεξεργάστηκε καὶ τοὺς λύτρωσε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Καὶ τώρα τοὺς παραδίδει ξανὰ καλλιεργημένους καὶ λυτρωμένους στὸν Πατέρα Του. Ἑπομένως ὅσα εἶναι τοῦ Πατέρα εἶναι δικά Του  κι ὅσα εἶναι δικά Του, εἶναι καὶ τοῦ Πατέρα. Ὅπως εἶναι δύσκολο νὰ μοιράσεις τὴν ἀγάπη δυὸ ἀνθρώπων πού ἀγαπιοῦνται, τὸ ἴδιο εἶναι καὶ νὰ μοιράσεις αὐτὸ πού ἀνήκει ξεχωριστὰ στὸν καθένα. Ὁ Κύριος εἶπε ἐπίσης: «καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς». Ὡς Θεὸς δοξάζεται ἀπό τούς ἀνθρώπους. Κι ὡς ἄνθρωπος δοξάζεται ἐνώπιόν τῆς Ἁγίας Τριάδας καὶ τῶν ἀγγέλων. Ἀπὸ τί ἐγκωμιάζεται ἕνα δέντρο ἂν ὄχι ἀπό τούς καρπούς του; Ὁ Κύριος δέν ζητεῖ μάταιη δόξα, κενή, ζητεῖ τὴ δόξα Του ἀπό τούς καρποὺς Του -τοὺς μαθητές Του- πού τὸν ἀκολούθησαν μὲ πίστη καὶ καλὰ ἔργα, μὲ ἀγάπη καὶ ζῆλο. Ὑπάρχουν γονεῖς πού ζητοῦν μεγαλύτερη δόξα ἀπ’ αὐτὴν πού τοὺς δίνουν τὰ παιδιά τους; Ἡ μεγαλύτερη χαρὰ τοῦ Κυρίου εἶναι νὰ δοξάζεται ἀπὸ τὰ παιδιά Του, τοὺς πιστοὺς ὀπαδούς Του.
.               «Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς» (Ἰωάν. ιζ´ 11). Γιατί λέει ὁ Κύριος πώς δὲν εἶναι πιὰ στὸν κόσμο; Ἐπειδὴ τελείωσε τὸ ἔργο Του καὶ τώρα πιὰ περιμένει νὰ ὑποστεῖ τὸ ἔσχατο καὶ μέγιστο πάθος, νὰ σφραγίσει τὸ τελειωμένο ἒργο μὲ τὸ ἀθῶο αἷμα Του. Προσέξτε μὲ πόση ἀγάπη προσεύχεται γιὰ τοὺς μαθητές Του! Καμιὰ μητέρα δέν θὰ προσευχόταν μὲ τόση στοργὴ γιὰ τὰ παιδιά της. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτούς. Τοὺς ἀφήνει ὡς πρόβατα ἀνάμεσα σὲ λύκους. Ἂν δὲν τοὺς προστάτευε κάποιο μάτι ἀπὸ τὸν οὐρανό, θὰ τοὺς εἶχαν κατασπαράξει ὅλους οἱ λύκοι. Τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου, ὡς γονιός, ὡς Πατέρας. Γίνου δικός τους Πατέρας, ὅπως εἶσαι καὶ δικός Μου. Μὲ τὴν πατρική Σου ἀγάπη στήριξέ τους καὶ προστάτεψέ τους ἀπό τους κακοὺς λύκους, ὁδήγησέ τους, ἵνα ὦσιν ἕν καθὼς ἡμεῖς. Στὴν τέλεια αὐτὴ ἑνότητα δέν θὰ δεῖς μόνο τὴν πανίσχυρη δύναμη τῶν πιστῶν, μὰ καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ὁ Πατέρας κι ὁ Υἱός ἔχουν τὴν ἴδια οὐσία καὶ διαφέρουν μόνο στὰ πρόσωπα, ἂς γίνει τὸ ἴδιο καὶ στοὺς πιστούς: πολλὰ καὶ διάφορα τὰ πρόσωπα, ἀλλά οὐσιαστικὰ ἕνας στὴν ἀγάπη, τὸ θέλημα καὶ τὸ νοῦ.
.               Καὶ συνεχίζει ὁ Κύριος: «Ὅτε ἤμην μετ᾽ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ» (Ἰωάν. ιζ´ 12). Κανένας ἀπ’ ὅσους διάλεξε ὁ Κύριος δέν θὰ χαθεῖ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἰούδα τὸν προδότη, ὅπως εἶναι γραμμένο καὶ στὴ Γραφή. Ὁ Ἰούδας βέβαια δέν χάθηκε ἐπειδὴ εἶναι γραμμένο, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔδειξε ὅτι ἀπίστησε στὸν Θεὸ καὶ λάτρεψε τὸ χρῆμα. Στὴν Ἁγία Γραφὴ ἔχουν γραφεῖ τὰ ἑξῆς προφητικὰ λόγια γιὰ τὸν Ἰούδα: «Ὁ ἐσθίων ἄρτους μου, ἐμεγάλυνεν ἐπ’ ἐμέ πτερνισμὸν» (Ψαλμ. μ’ 10), τὸ χωρίο αὐτό ἐξηγεῖ ὁ Ἰωάννης στὸ εὐαγγέλιό του (βλ. Ἰωάν. ιγ´ 18). «Καί τήν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ λάβοι ἕτερος» (Ψαλμ. ρη´ 8), ἀναφέρει ξανὰ ἡ Ἁγία Γραφή. Καὶ οἱ δυὸ αὐτὲς προφητεῖες ἐκπληρώθηκαν στὸν Ἰούδα. Ἔφαγε τὸν ἄρτο μαζὶ μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ κι ἔπειτα σήκωσε τὴν φτέρνα ἐναντίον Του, ὅπως λέει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μὲ τὰ λόγια τοῦ προφήτη: «Ὁ τρώγων μετ’ ἐμοῦ τὸν ἄρτον ἐπῆρεν ἐπ’ ἐμέ τὴν πτέρναν» (Ἰωάν. ιγ´ 18). Καὶ μετὰ τὴν προδοσία του ὁ Ἰούδας κρεμάστηκε κι ὁ Ματθίας πῆρε τὴν ἀποστολικὴ θέση του. Καὶ τελειώνει ὁ Κύριος:
.           «Νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς» (Ἰωάν. ιζ´ 13). Ὁ Κύριος κάνει τὴν προσευχὴ αὐτὴ πρὸς τὸν Οὐράνιο Πατέρα Του λίγο προτοῦ ἀποχωριστεῖ ἀπό τούς μαθητές Του κι ἀπὸ τὸν κόσμο. Ὁ Κύριος γνωρίζει πώς τὸν περιμένει ὁ θάνατος κι ὁ τάφος. δέν μιλάει γι’ αὐτὸ ὅμως στὸν ἀθάνατο Πατέρα Του, ἀφοῦ ὁ θάνατος κι ὁ τάφος δὲν ἔχουν καμιὰ σημασία στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Μιλάει γιὰ ἐπιστροφὴ στὸν Πατέρα Του -νῦν δέν πρὸς σὲ ἔρχομαι- στὴν αἰώνια δόξα -τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον, πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. Μετὰ προσεύχεται γιὰ τοὺς μαθητές Του, γιὰ νὰ ἔχουν τὴ δική Του χαρὰ καὶ μάλιστα πεπληρωμένην.
.               Τί εἴδους χαρὰ εἶναι αὐτή; Εἶναι ἡ χαρὰ πού ἔχει ὁ ὑπάκουος γιὸς ὅταν ἐκπληρώνει τὸ θέλημα τοῦ πατέρα του. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ εἰρηνοποιοῦ, πού ἡ δική του ἐσωτερικὴ καὶ θεϊκὴ εἰρήνη δὲν μπορεῖ νὰ διαταραχθεῖ ἀπὸ τὰ παραληρήματα αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ νοικοκύρη, πού ἀφοῦ καθάρισε τὸν ἀγρό του, τὸν ὄργωσε καὶ τὸν ἔσπειρε, ὕστερα βλέπει τὸν καρπὸ ν’ ἀναπτύσσεται, νὰ ὡριμάζει καὶ ν’ ἀποδίδει. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ νικητή, πού κατατρόπωσε ὅλους τούς ἐχθρούς του καὶ χάρισε τὴ δύναμη τῆς νίκης στοὺς φίλους του, γιὰ νὰ ‘ναι νικητὲς ὡς τὸ τέλος τοῦ χρόνου. Εἶναι τελικὰ ἡ χαρὰ τῆς ἁγνῆς καὶ θεοφίλητης καρδιᾶς, ἡ χαρὰ αὐτὴ πού εἶναι ζωή, ἀγάπη καὶ δύναμη. Τέτοια χαρὰ εἶναι στὴν πληρότητά της ἐκείνη πού ζητοῦσε ὁ Κύριος γιὰ τοὺς μαθητὲς Του προτοῦ ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν κόσμο.
.               Ἡ προσευχὴ αὐτὴ πού ἔκανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό Του εἶχε τὴν ἄμεση καὶ πλήρη προσοχὴ τοῦ Πατέρα Του. Τ᾽ ἀποτελέσματά της φάνηκαν σύντομα. Τὴ στιγμὴ τοῦ μαρτυρίου του ὁ πρωτομάρτυρας τῆς χριστιανικῆς πίστης ἀρχιδιάκονος Στέφανος, εἶδε «δόξαν Θεοῦ καὶ τὸν Ἰησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. ζ´ 55). Κι ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος γράφει πώς ὁ Θεὸς «ἐκάθισεν (τὸν Χριστὸ) ἐν δεξιᾷ αὐτοῦ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας καὶ δυνάμεως καὶ κυριότητος καὶ παντὸς ὀνόματος ὀνομαζόμενου οὐ μόνον ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλά καί ἐν τῷ μέλλοντι· καὶ πάντα ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ» (Ἐφ. α´ 20-22). Αὐτὰ ἀναφέρονται στὴ δόξα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Γιὰ τὴν πνευματικὴ ἑνότητα τῶν πιστῶν τώρα, ὅλα ἐξελίχτηκαν ἀκριβῶς ὅπως ὁ ἴδιος ζήτησε ἀπὸ τὸν Πατέρα Του. Στὶς Πράξεις τῶν ἀποστόλων ἀναφέρεται πὼς «ἦσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν» (Πράξ. α’ 14) καὶ «τοῦ δέ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία» (δ´ 32).
.               Ὅπως ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει, ἡ προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀναφέρεται μόνο στοὺς ἀποστόλους -ἂν καὶ κατὰ κύριο λόγο ἀναφέρεται σ᾽ αὐτοὺς- ἀλλά καὶ σ’ ὅλους ἐκείνους πού πίστεψαν ἤ θὰ πιστέψουν στὸν Χριστὸ ἀπὸ τὰ λόγια τους. Ἡ προσευχὴ αὐτὴ ἑπομένως ἦταν καὶ γιὰ τοὺς ἅγιους πατέρες τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού γιορτάζουμε σήμερα. Τήρησον αὐτούς, προσευχήθηκε ὁ Χριστὸς στὸν Πατέρα Του. Κι ὁ Πατέρας τοὺς τήρησε καὶ τοὺς προφύλαξε ἀπὸ τὶς πλάνες τοῦ Ἀρείου. Τοὺς φώτισε, τοὺς ἐνέπνευσε καὶ τοὺς ἐνίσχυσε μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γιὰ νὰ ὑπερασπιστοῦν καὶ νὰ ὁμολογήσουν τὴν ὀρθόδοξη πίστη.
.               Ἡ προσευχὴ αὐτὴ ὅμως ἔγινε καὶ γιὰ ὅλους ἐμᾶς πού ἔχουμε βαφτιστεῖ στὴν ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ πού μάθαμε ἀπό τούς ἀποστόλους καὶ τοὺς διαδόχους τους τὸ σωτήριο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Σωτήρα μας.
.               Ἀδελφοί μου! Σκεφθεῖτε πώς ὁ Κύριος Ἰησοῦς λίγο πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό Του, ἐδῶ καὶ δυὸ χιλιάδες χρόνια, σκέφτηκε καί σᾶς, προσευχήθηκε στὸν Θεὸ γιὰ σᾶς! Εὔχομαι ἡ παντοδύναμη αὐτὴ προσευχὴ νὰ σᾶς προστατεύει καὶ νὰ σᾶς καθαρίζει ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, νὰ σᾶς γεμίζει χαρὰ καὶ νὰ ἑνώσει τὶς καρδιὲς καὶ τὶς ψυχές σας! Εἴθε καὶ μεῖς νὰ δοξολογοῦμε ἑνωμένοι τὸν Πατέρα, τὸν Υἱό καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!

 

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ AΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ-2 «Μόνο μέσα ἀπὸ τὸν Χριστὸ μποροῦν νὰ φτάσουν οἱ ἄνθρωποι στὴν πληρέστερη γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅσο αὐτὸ εἶναι δυνατὸ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.» (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ AΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ
τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου
(Ἰωάν. ιζ´ 1-13)
[Β´ Μέρος] 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Ἀναστάσεως ἡμέρα»,
 Ἀθῆναι 2011,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 177-198 ἑξ.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ» (ἀπὸ imaik.gr)

Μέρος Α´ : ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ AΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ-1 «Γιατί διαβάζουμε τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ στὴ σημερινὴ γιορτή;» (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

.              «Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν» (Ἰωάν. ιζ´ 3). Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ στὴν ἐπίγεια ζωὴ μας εἶναι ἀπαρχὴ καὶ πρόγευση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ γιὰ μᾶς πού ζοῦμε ἀκόμα στὴ γῆ. Πῶς ὅμως θὰ εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ στὴ μέλλουσα κατάστασή μας; «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη» (Α´ Κορ. β´ 9). Αὐτὸ τὸ ἀπεκάλυψε πνευματικὰ ὁ Θεὸς σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο μόνο σὲ κείνους πού Τὸν εὐαρέστησαν. Ἡ μεγαλύτερη εὐφροσύνη ὅμως στὴν αἰώνια ζωή, στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, πρέπει νὰ συνίσταται στὴ μέγιστη γνώση τοῦ Θεοῦ, στὴ θέα τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὅταν μιλοῦσε γιὰ τὰ παιδιὰ εἶχε πεῖ: «… οἱ ἄγγελοι αὐτῶν ἐν οὐρανοῖς διὰ παντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. ιη´ 10).
.               Ἡ ἀκόρεστη θέαση τοῦ Θεοῦ, ἡ διαρκής ζωὴ μὲ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, μέσα σὲ μιὰν ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση καὶ χαρά, ἀέναη δοξολογία κι ἀγάπη, δὲν εἶναι ζωὴ ἀγγελική, πού ἁρμόζει καὶ στοὺς ἁγίους στὸν ἄλλο κόσμο; Δὲν εἶναι ζωὴ μὲ γνώση τοῦ Θεοῦ; Ὅσο ζοῦμε στὸν κόσμο αὐτόν, στὴ γῆ, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος, «βλὲπομεν δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δέ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α´ Κορ. ιγ´ 12). Ἡ γνώση πού ἔχουμε τώρα γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι μερική, τότε ὅμως θὰ εἶναι πλήρης. Ἑπομένως, δὲν πρέπει νὰ νομίζουμε πώς ἕνας ἄνθρωπος γνωρίζει τὸν Θεό, ὅταν φτάνει μὲ τὶς διεργασίες τοῦ νοῦ στὸ συμπέρασμα πὼς ὁ Θεὸς ὑπάρχει κατὰ κάποιο τρόπο καὶ κατοικεῖ κάπου. Τὸν Θεὸ γνωρίζει ἐκεῖνος πού νιώθει μέσα του ἀλλά καὶ γύρω του τὴ ζείδωρη πνοὴ τοῦ Θεοῦ· αὐτὸς ποὺ μὲ τὴν καρδιά, τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχὴ του αἰσθάνεται τὴ μεγαλειώδη καὶ φοβερὴ παρουσία τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ στὴ φύση, μὰ καὶ στὴν προσωπικὴ ζωή του.
.               Γιατί ὁ Χριστὸς τονίζει τὰ λόγια τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν; Ἐπειδὴ θέλει νὰ προφυλάξει τοὺς μαθητές Του ἀπὸ τὸν πανθεϊσμὸ καὶ τὴν εἰδωλολατρία, νὰ βεβαιώσει γιὰ μιὰ ἀκόμα φορά τὰ λόγια πού εἶπε μέσῳ τοῦ Μωυσῆ: «Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου… οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ» (Ἐξ. κ´ 2, 3). Καὶ γιατί ἐπισημαίνει πώς αἰώνια ζωὴ εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ; Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται μέσῳ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅσο μπορεῖ ν᾽ ἀποκαλυφθεῖ στὸν θνητὸ ἄνθρωπο, κι ἐπειδὴ μόνο μέσα ἀπὸ τὸν Χριστὸ μποροῦν νὰ φτάσουν οἱ ἄνθρωποι στὴν πληρέστερη γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅσο αὐτὸ εἶναι δυνατὸ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς στοὺς Ἰουδαίους, «εἰ ἐμὲ ᾔδειτε, καὶ τὸν πατέρα μου ᾔδειτε ἄν» (Ἰωάν. η´ 19). Ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ βγαίνει ἀβίαστα τὸ συμπέρασμα πώς τὸν Πατέρα μποροῦμε νὰ τὸν γνωρίσουμε μόνο μέσῳ τοῦ Υἱοῦ, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
.               «Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω» (Ἰωάν. ιζ´ 4). Τί σημαίνουν τὰ λόγια ἐπὶ τῆς γῆς; Σημαίνουν πώς αὐτὸ τὸ ἔκανε ἐν σαρκί, ζώντας ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Τὸ ἔργο πού ἔκανε καὶ τελείωσε ὁ Κύριος ἐν σαρκί, ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, ἦταν ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Μέχρι τὴν ὥρα τοῦ θανάτου Του στὸν σταυρό, τὸ ἔργο αὐτὸ ἀποτελεῖτο ἀπὸ λόγια ζωοποιά, τέτοια πού δὲν εἶχαν ξανακουστεῖ στὴ γῆ, καθὼς κι ἀπὸ ἀμέτρητα θαύματα, τέτοια πού δὲν εἶχαν ξαναγίνει. Ὁ Κύριος ὅμως πιστώνει τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα Του στὸν Οὐράνιο Πατέρα, γιὰ νὰ διδάξει σ᾽ ἐμᾶς τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ὑπακοή.
.               «Καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί» (Ἰωάν. ιζ´ 5). Τί μποροῦν νὰ ποῦν τώρα ἐκεῖνοι πού λένε πὼς ὁ Χριστὸς ἦταν ἕνας συνηθισμένος ἄνθρωπος, ἕνα πλάσμα τοῦ Θεοῦ ὅπως καὶ τ᾽ ἄλλα πλάσματά Του; Ὁ Κύριος ἐδῶ μιλάει γιὰ τὴ δόξα πού εἶχε μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα Του πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου! Εἶπε κάποτε ὁ Κύριος γιὰ τὸν ἑαυτό Του: «πρὶν ᾿Αβραὰμ γενέσθαι ἐγώ εἰμι» (Ἰωάν. η´ 58). Εἶπε πώς ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ. Αὐτὸ μόνο μποροῦσε νὰ πεῖ στοὺς ἄφρονες Ἰουδαίους, μὰ στὴν προσευχή Του εἶπε πώς ὑπῆρχε καὶ μάλιστα μὲ δόξα, πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου. Δὲν ἤθελε νὰ τοὺς ἀποκαλύψει περισσότερα. Τώρα ὅμως μὲ τὴν προσευχή Του, τὸ ἀποκαλύπτει στὸν κόσμο ὁλόκληρο. Γιατί τώρα μόνο; Ἐπειδὴ γνωρίζει ὡς παντογνώστης πώς ἡ προσευχή Του θὰ φτάσει στ᾽ αὐτιὰ τῶν ἀνθρώπων μόνο μετὰ τὴν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του, τότε πού θὰ εἶναι εὔκολο νὰ πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι στὴν προαιώνια δόξα Του.
.              Ἡ δόξα Του εἶναι ἴδια μὲ τὴ δόξα τοῦ Πατέρα, ἀφοῦ εἶναι «δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ἰωάν. α´ 14). Δὲν εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς πώς «πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ἰωάν. ιϛ´ 15); Ἑπομένως ἡ δόξα τοῦ Πατέρα εἶναι καὶ δική Του δόξα. Τόσο στὴ δόξα ὅσο καὶ στὴν ἐξουσία εἶναι ἴσος μὲ τὸν Πατέρα. Τότε γιατί προσεύχεται στὸν Πατέρα νὰ τὸν δοξάσει; Δέν ζητάει νὰ δοξαστεῖ ὡς πρὸς τὴ Θεία φύση Του, ἀλλὰ τὴν ἀνθρώπινη. Γιὰ τὸν πλασμένο κόσμο ἡ ἀνθρώπινη φύση Του εἶναι καινούργια, ὄχι ἡ Θεία. Ἡ ἀνθρώπινη φύση Του πρέπει νὰ θεωθεῖ, νὰ φτάσει στὴ Θεία δόξα, ὥστε κι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι νὰ προσεγγίσουμε τὴ δόξα Του. Αὐτὸ εἶναι τὸ τέλος, τὸ στεφάνωμα ὅλων ὅσα ἔκανε ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο μυστήριο τῆς εἰρήνευσης τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ἡ εὐλογημένη υἱοθεσία τους ὡς κατὰ Χάρη υἱῶν, μέσῳ τῆς δόξας τοῦ Θεανθρώπου.
.               Πρόσεξε ἐπίσης ποιὰ σπουδαία στιγμὴ διάλεξε ὁ Κύριος γιὰ νὰ προσευχηθεῖ στὸν Πατέρα καὶ νὰ τὸν δοξάσει. Κι αὐτὸ ἔγινε τότε πού, ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὁ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω. Αὐτὴ εἶναι μιὰ πολὺ καθαρὴ καὶ σαφὴς διδασκαλία πρὸς ἐμᾶς. Μᾶς λέει πώς, γιὰ νὰ περιμένουμε ἀνταπόδοση ἀπὸ τὸν Θεό, πρέπει πρῶτα νὰ τηρήσουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θυμήσου τὰ προφητικὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ πώς, στὸ τέλος τοῦ χρόνου, ὅταν «μέλλει γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεσθαι ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ, καὶ τότε ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ» (Ματθ. ϛ´ 27). Εὐλογημένοι καὶ μακάριοι θὰ εἶναι τότε οἱ ἅγιοι κι οἱ δίκαιοι, γιατί θὰ λάβουν ὡς ἀνταπόδοση ἑκατὸ φορὲς περισσότερα ἀπ’ ὅσα καλὰ ἔργα ἔκαμαν, θὰ λάμψουν σὰν τὸν ἥλιο μὲ τὸ φῶς τῆς δόξας τοῦ Χριστοῦ, μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ Ὑψίστου.
.               «᾿Εφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι» (Ἰωάν. ιζ´ 6). Ποιό εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ πού φανέρωσε ὁ Κύριος στὸν κόσμο; τὸ ὄνομα «Πατέρας». Τὸ ὄνομα αὐτὸ ἦταν ἄγνωστο τόσο στοὺς εἰδωλολάτρες ὅσο καὶ στοὺς Ἰουδαίους. Εἶναι μιὰ ὁλότελα καινούργια ἀποκάλυψη στὸν κόσμο. οἱ προφῆτες κι οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γνώριζαν τὸν Θεὸ μὲ τὰ ὀνόματα «Θεός», «Δημιουργός», «Κύριος», «Βασιλιᾶς», «Κριτής», ποτὲ ὅμως δὲν τὸν ἤξεραν ὡς «Πατέρα». Τὸ ὄνομα αὐτὸ ἦταν ἄγνωστο στοὺς ἀνθρώπους ἀνά τούς αἰῶνες. Κανένας θνητὸς ἄνθρωπος δέν θὰ μποροῦσε ν᾽ ἀποκαλύψει τὸ οἰκεῖο αὐτὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, γιατί κανένας θνητὸς δέν θὰ μποροῦσε νὰ νιώσει τὴν πατρότητα τοῦ Δημιουργοῦ Του, ζώντας κάτω ἀπὸ τὸ ζυγὸ τοῦ σκότους καὶ τοῦ τρόμου, τῆς ἁμαρτίας. Κι αὐτὸ πού δὲν μπορεῖ νὰ νιώσει κανείς, ἀκόμα κι ἂν τὸ ἐκφράσει μὲ τὴ γλώσσα του, δὲν ἔχει οὐσιαστικὴ σημασία. Μόνο ὁ Μονογενὴς Υἱός μπορεῖ ν᾽ ἀποκαλέσει τὸν Θεὸ «Πατέρα». «Ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» (Ἰωάν. α´ 18).
.              Σὲ ποιόν ἀποκάλυψε ὁ Κύριος τὸ γλυκύτατο αὐτὸ ὄνομα τοῦ «Πατέρα»; Στοὺς ἀνθρώπους, οὕς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. Κάποιοι σχολιαστὲς νομίζουν πὼς τόνισε ἰδιαίτερα ἐκ τοῦ κόσμου, ὥστε νὰ μὴ θεωρηθεῖ ὅτι ἀναφέρεται στοὺς ἀγγέλους, τοὺς «οὐράνιους ἀνθρώπους», ἀλλά στοὺς συνηθισμένους, τοὺς ἐπίγειους ἀνθρώπους. Ὁπωσδήποτε ὅμως φαίνεται πιὸ ὀρθὸ νὰ θεωρήσουμε πώς ὁ Κύριος ἐδῶ ἀναφέρεται στοὺς μαθητές Του, τόσο μὲ τὴ στενὴ ὅσο καὶ μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια. Αὐτὸ προκύπτει μὲ σαφήνεια ἀπὸ ἐκεῖνα πού λέει στὴ συνέχεια στὴν προσευχή Του: «Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευσόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ» (Ἰωάν. ιζ´ 20). Τὸ σκεπτικὸ ἐκείνων πού ἰσχυρίζονται πὼς στὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει ὁ «προορισμός», πού διακρίνουν στὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ προειλημμένη ἀπόφαση σωτηρίας ἢ καταδίκης, εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμο.
.               «Σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας» (Ἰωάν. ιζ´ 6). Δηλαδή, δικοί Σου ἦταν ὡς πλάσματα καὶ δοῦλοι, Σὲ γνώριζαν μόνο ὡς Δημιουργὸ καὶ Κριτή. Τώρα ὅμως ἔμαθαν ἀπὸ Ἐμένα τὸ γλυκύτερο καὶ ἀγαπητὸ ὄνομά Σου, υἱοθετήθηκαν ἀπὸ Μένα κατὰ Χάρη. Μοῦ τοὺς ἔδωσες ὡς σκλάβους, γιὰ νὰ τοὺς παραδώσω σὲ Σένα ὡς υἱούς. Ἀπόδειξαν πώς εἶναι ἄξιοι τῆς τιμῆς αὐτῆς, γιατί τὸν λόγον σου τετηρήκασι. Μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος ὁ Κύριος ἐδῶ ἐγκωμιάζει τοὺς μαθητές Του στὸν Οὐράνιο Πατέρα Του. Καὶ συνεχίζει τὰ ἐγκώμια Του:
.               «Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν» (Ἰωάν. ιζ´ 7). Οἱ πονηροὶ Ἰουδαῖοι δὲν ἤθελαν νὰ τὸ καταλάβουν αὐτό. Γι᾽ αὐτὸ καὶ συκοφαντοῦσαν τὸν Κύριο, ἔλεγαν πώς εἶχε δαιμόνιο καὶ πώς ἡ θαυματουργική Του δύναμη προερχόταν ἀπὸ τὸν Βεελζεβούλ, τὸν ἄρχοντα τῶν δαιμόνων. Πρέπει νὰ ‘χουμε κατὰ νοῦ πώς ἀνάμεσα στοὺς πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων ὑπῆρχε κάποια σύγχυση καὶ διαφωνία γιὰ τὸν Χριστό: Ἦταν ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ ὄχι; Ἔτσι μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε γιατί ὁ Κύριος ἐδῶ ἐγκωμιάζει τοὺς ἀποστόλους ποὺ πίστευαν πὼς ἦταν Θεός. Πάντα ὅσα δέδωκάς μοι, δηλαδή, ὅλα τὰ λόγια κι ὅλα τὰ ἔργα.
.               «Ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας» (Ἰωάν. ιζ´ 8). Μὲ τὰ ρήματα πρέπει νὰ κατανοήσουμε ὅλη τὴ σοφία καὶ τὴ δύναμη πού ἔδωσε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του, ὄχι μόνο τὰ λόγια. Τὴν ἐνέργεια τῆς σοφίας καὶ τῆς δύναμης τὴν εἶχαν ἤδη δοκιμάσει οἱ μαθητὲς ὅλο τὸ διάστημα πού ἔζησαν κοντὰ στὸν Κύριο στὴ γῆ καὶ εἶχαν πειστεῖ πώς ὅλη ἡ σοφία κι ἡ δύναμή Του ἦταν ἀπὸ τὸν Θεό.
.               «᾿Εγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι» (Ἰωάν. ιζ´ 9). Μήπως αὐτὸ σημαίνει πώς ὁ Κύριος δὲν προσεύχεται γιὰ ὅλον τὸν κόσμο, ἀλλά μόνο γιὰ τοὺς μαθητές Του; οἱ μαθητὲς ἦταν ἡ καλὴ γῆ, ὅπου ὁ οὐράνιος Σπορέας ἔσπειρε τὸ σωστικό Του σπόρο. Γιὰ τὸν ἀγρό αὐτόν, πού ὁ ἴδιος ὁ Σπορέας καλλιέργησε κι ἔσπειρε, προσευχήθηκε στὸ πρῶτο μέρος. Ὁ Κύριος τὸ ἔκανε αὐτὸ γιὰ νὰ μᾶς διδάξει πὼς πρέπει νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ ταπεινοφροσύνη μόνο αὐτὰ πού μᾶς εἶναι ἀπαραίτητα. Μέσα στὴν ἀκαλλιέργητη καὶ ἄγονη γῆ αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ὁ ἴδιος διάλεξε ἕνα μικρὸ ἀγρό, τὸν περιέφραξε κι ἔσπειρε ἐκεῖ τὸν πολύτιμο σπόρο. Καθὼς ὁ σπόρος αὐτὸς ἀναπτύσσεται καὶ καρποφορεῖ, ὁ ἀγρὸς μεγαλώνει κι ὁ σπόρος ποὺ θὰ σπαρεῖ θὰ εἶναι περισσότερος. Ἑπομένως δὲν εἶναι φυσικὸ γιὰ τὸ γεωργὸ νὰ προσεύχεται μόνο γιὰ τὸν περιφραγμένο, καλλιεργημένο καὶ σπαρμένο ἀγρό κι ὄχι γιὰ τὸν ἄγονο κι ἀκαλλιέργητο;

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΕΛΠΙΔΑ THΣ AΙΩNΙAΣ ZΩHΣ (Ἀποστολ. ἀνάγν. Κυρ. Ἁγ. Πάντων)

Η ΕΛΠΙΔΑ THΣ AΙΩNΙAΣ ZΩHΣ

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

(ἀρ. τ. 2047, 15.06. 2012)

Στοιχειοθεσία: «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

«Ἄλλοι ἐτυμπανίσθησαν, οὐ πρoσδεξάμενoι τὴν ἀπολύτρωσιν,
ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν»

.          Ἡ πρώτη Κυριακὴ µἐτὰ τὴν Πεντηκοστὴ εἶναι ἀφιερωµένη στὴν µνήµη τῶν Ἁγίων Πάντων, δηλαδὴ ὅλων «τῶν ἁπανταχοῦ τῆς οἰκουµένης» γνωστῶν καὶ ἀγνώστων Ἁγίων. Πολλοὶ ἀπ᾽ αὐτούς, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸ σηµερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσµα, ἐπειδὴ δὲν δέχθηκαν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, ὑποβλήθηκαν σὲ σκληρὰ βασανιστήρια. Ἀρνήθηκαν νὰ δεχθοῦν «τὴν ἀπολύτρωσιν», νὰ γλυτώσουν δηλαδὴ τὰ βασανιστήρια καὶ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἐπίγεια ζωή τους. Προτίµησαν τὸ µαρτύριο, «ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν», γιὰ νὰ ἀναστηθοῦν στὴν τελικὴ ἀνάσταση καὶ ὄχι νὰ πετύχουν µιὰ πρόσκαιρη ἀποκατάσταση σ᾽ αὐτὴ τὴν ζωή.
.          Ἂς δοῦµε λοιπὸν πῶς ἡ ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως στὴν αἰώνια ζωὴ ἐνίσχυε τοὺς Ἁγίους µπροστὰ στὶς κάθε εἴδους δοκιµασίες, καὶ τί σηµασία ἔχει αὐτὸ γιὰ τὴν δική µας ζωή.

1. Πρoσδoκία «ἄλλης βιοτῆς»

.          Εἶναι ἀξιοθαύµαστη ἡ ὑποµονὴ καὶ ἡ καρτερία ποὺ ἔδειξαν οἱ Ἅγιοι µπροστὰ σὲ κάθε δυσκολία καὶ κίνδυνο, ἀκόµη καὶ µπροστὰ στὸν θάνατο! Ἐκεῖνο ποὺ ὅπλιζε τὶς ψυχές τους µἐ θάρρος καὶ ἀνδρεία ἦταν ἡ ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως καὶ ἡ κληρονοµία τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔµεναν ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ τὰ θέλγητρα τοῦ κόσµου καὶ ἀτρόµητοι µπροστὰ στὰ φόβητρα τῶν τυράννων.
.         Ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγµα εἶναι τὸ µαρτύριο τῶν ἑπτὰ Μακκαβαίων, ποὺ ἀναφέρεται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Τὰ ἑπτὰ αὐτὰ ἀδέλφια προτίµησαν νὰ πεθάνουν παρὰ νὰ προδώσουν τὴν πίστη τῶν πατέρων τους. Ὅταν ὁ δήµιος ἀπείλησε τὸν τρίτο ἀδελφὸ ὅτι θὰ τοῦ κόψει τὴν γλώσσα καὶ τὰ χέρια, ἐκεῖνος ἤρεµος ἀπάντησε: «Ἀπὸ τὸν Θεὸ τοῦ οὐρανοῦ ἔχω τὰ µέλη αὐτὰ (τὴν γλῶσσα καὶ τὰ χέρια) καὶ προκειµένου νὰ µείνω στὸν Νόµο τοῦ Θεοῦ ἀδιαφορῶ γι᾽ αὐτά, γιατὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ τὰ λάβω καὶ πάλι ἀπὸ τὸν Θεό» (Β´ Μακ. ζ´11). Κι ἡ ἁγία µητέρα τους, ποὺ παρακολουθοῦσε µἐ πόνο τὰ µαρτύριά τους, ὄχι µόνο δὲν λύγισε ἀλλὰ στεκόταν µἐ γενναιοψυχία καὶ ἐνίσχυε τὰ παιδιά της µὲ λόγια γεµάτα πίστη κι ἐλπίδα. Τοὺς ἔλεγε: ὁ Δηµιουργὸς τοῦ κόσµου, ποὺ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο κι ἔδωσε ζωὴ σὲ ὅλα τὰ δηµιουργήµατα, αὐτὸς θὰ σᾶς χαρίσει καὶ πάλι κατὰ τὴν εὐσπλαχνία του πνεῦµα καὶ ζωή! (Β´ Μακ. ζ´ 23).
.          Ἐπίσης ἐντυπωσιακὸ εἶναι καὶ τὸ παράδειγµα τοῦ δικαίου Ἰώβ, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ ἔχασε ξαφνικὰ τὴν περιουσία του καὶ ὅλα τὰ παιδιά του, ἐν τούτοις δὲν ἀπελπίστηκε. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἐνίσχυε ἦταν ἡ πίστη στὸν Θεὸ καὶ ἡ ἐλπίδα στὴν µέλλουσα ζωή. Ἔλεγε: Γνωρίζω ὅτι ὁ Κύριος «ἀένναος ἐστιν», δηλαδὴ ζεῖ στοὺς αἰῶνες καὶ εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ µὲ λυτρώσει ἀπὸ τὰ φοβερὰ δεινὰ καὶ θὰ µὲ ἀναστήσει (Ἰὼβ ιθ´ 25-26). Γι᾽ αὐτὸ καὶ δόξαζε τὸν Θεὸ µἐ τὰ γνωστὰ λόγια του: «Εἴη τὸ ὄνοµα Κυρίου εὐλογηµενον εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἰὼβ α´ 21).

2. Ἡ ἐλπίδα μας σήμερα

.         Ἔτσι ζοῦσαν οἱ Ἅγιοι. Μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως καὶ τὴν προσδοκία τῆς αἰωνιότητος. Κι αὐτὸ τοὺς ἔδινε δύναµη κι ἐνίσχυση γιὰ νὰ ὑπερνικοῦν κάθε δυσκολία, ἀκόµη καὶ τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου. Κι ἂν ἔτσι πολιτεύονταν ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν στὰ χρόνια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐµεῖς ποὺ ζοῦµε στὴν ἐποχὴ τῆς χάριτος, µετὰ τὸν θρίαµβο τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, καλούµαστε νὰ ἔχουµε πολὺ περισσότερο στερεωµένη τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα µας στὴν αἰωνιότητα. Ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται ἡ ἀληθινὴ ζωή.
.          Ἂς στρέψουµε λοιπὸν τὸ βλεµµα µας στὸν οὐρανό· στὸν τελικὸ στόχο καὶ προορισµό µας. Ἂν συνειδητοποιούσαµε ποιὰ δόξα µᾶς ἔχει ἑτοιµάσει ὁ Θεὸς ἐφ᾽ ὅσον µείνουµε ἑνωµένοι µαζί του, τότε θὰ περιφρονούσαµε κάθε ἐπίγεια δόξα καὶ πρόσκαιρη ἀπόλαυση καὶ θὰ ὑποµέναµε µἐ καρτερία κάθε ταλαιπωρία. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος µᾶς βεβαιώνει ὅτι «οὐκ ἄξια τὰ παθήµατα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν µέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡµᾶς», ποὺ σηµαίνει ὅτι δὲν εἶναι ἄξια τὰ ὅσα πάσχουµε καὶ ὑποφέρουµε στὴν παροῦσα ζωὴ ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν δόξα ποὺ πρόκειται νὰ µᾶς ἀποκαλυφθεῖ γιὰ νὰ µᾶς δοθεῖ στὴν µέλλουσα ζωὴ (Ρωµ. η´ 18). Ἂς δεχόµαστε λοιπὸν ὅσα ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς µἐ ἀκλόνητη ἐµπιστοσύνη στὴν ἀγαθὴ Πρόνοιά του κι ἂς κάνουµε ὑποµονή, διότι, ὅπως λέγει πάλι ὁ ἴδιος θεόπνευστος Ἀπόστολος, «τὸ παραυτίκα ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως ἡµῶν καθ᾽ ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡµῖν» δηλαδή, οἱ θλίψεις µας ποὺ γρήγορα περνοῦν καὶ εἶναι γι᾽ αὐτὸ ἐλαφρές, ἑτοιµάζουν σὲ ὑπερβολικὰ µεγάλο βαθµὸ αἰώνιο βάρος δόξας σὲ µᾶς (Β´ Κορ. δ´ 17).

* * *

.        Ἀξίζει πράγµατι νὰ µελετοῦµε συχνὰ τὴν ζωὴ τῶν Ἁγίων, ὥστε οἱ ψυχές µας νὰ λαµβάνουν θάρρος, ἐνίσχυση καὶ πολλὴ πνευµατικὴ ὠφέλεια. Καθὼς λοιπὸν ἡ ἁγία µας Ἐκκλησία σήµερα τιµᾶ τὴν µνήµη τῶν Ἁγίων Πάντων, εἶναι εὐκαιρία νὰ στρέψουµε τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά µας στοὺς ἥρωες αὐτοὺς τῆς πίστεως καὶ νὰ τοὺς παρακαλέσουµε νὰ πρεσβεύουν γιὰ ὅλους ἐµᾶς, ὥστε νὰ τοὺς µιµηθοῦµε στὴν ὑποµονὴ καὶ τὴν σταθερότητά τους καὶ νὰ ἀξιωθοῦµε νὰ κληρονοµήσουµε µαζί τους τὴν ἄφθαρτη δόξα καὶ χαρὰ τοῦ οὐρανοῦ, τὴν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ!

, ,

Σχολιάστε

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΙΩΝΙΟΣ ΖΩΗ; Αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας αὐτὸ προσπάθησαν νὰ διασφαλίσουν.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α´ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Τοῦ πρωτ. Γ. Δορμπαράκη

Αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν
καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν (Ἰωάν. ιζ´ 3)

.           Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν Πατέρων ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου, τὴν ὁποία ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Οὐράνιο Πατέρα Του λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν σύλληψή Του στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Ὁ Κύριος ἀναφέρεται στὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου Του ἐπὶ τῆς γῆς καὶ συνεπῶς στὴν ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς ποὺ Τοῦ ἀνέθεσε ὁ Θεὸς Πατέρας καὶ ποὺ δὲν ἦταν ἄλλη ἀπὸ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, γεγονὸς ποὺ συνιστᾶ ταυτοχρόνως, κατὰ τὰ δικά Του λόγια, καὶ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Τὶς πραγματικὲς διαστάσεις αὐτοῦ τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀποκαλύπτουν καὶ τὴν ὁμοουσιότητά Του ἀπέναντι στὸν Πατέρα Του προσπάθησαν νὰ διακρατήσουν καὶ νὰ διατρανώσουν καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μάλιστα τῆς Α´ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τὸ 325 μ.Χ., ὅταν παρουσιάστηκαν αἱρετικοί, ἀμφισβητίες δηλαδὴ καὶ διαστρεβλωτὲς τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ – μὲ προεξάρχοντα τὸν ἱερέα Ἄρειο –οἱ ὁποῖοι λίγο-πολὺ θέλησαν κατ᾽ οὐσίαν νὰ ὑποβιβάσουν Αὐτὸν στὸ ἐπίπεδο τοῦ κτίσματος καὶ συνεπῶς νὰ θέσουν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Προϋπόθεση βεβαίως τῆς ἀμφισβήτησης αὐτῆς ἦταν ἡ δαιμονικὴ ἐξύψωση τῆς λογικῆς τῶν αἱρετικῶν ὑπεράνω τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἀποκάλυψής Του, κάτι ποὺ σήμαινε ὅτι μὲ τὴν αἵρεση ἀναμετριόταν στὴν πραγματικότητα ὁ ἀνθρώπινος μὲ τὸν Θεϊκὸ λόγο! Ἐκεῖνος ὁ λόγος μάλιστα τοῦ Κυρίου ποὺ μᾶς καθοδηγεῖ στὴν κατανόηση τῆς ἀποστολῆς Του καὶ τῆς θεανδρικῆς φύσεώς Του εἶναι ὁ ἑξῆς:  Αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὂν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν (Ἰωάν. ιζ´ 3)

.            1. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ βεβαίως ποὺ ὁ Κύριος κάνει λόγο γιὰ τὴν αἰώνια ζωή. Διαρκῶς ἀναφέρεται σ᾽ αὐτὴν καὶ μάλιστα θεωρεῖται ὁ σκοπὸς τῆς ἀναζήτησης καὶ τῶν Ἰουδαίων στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ἂς θυμηθοῦμε γιὰ παράδειγμα τὴν προσέγγιση τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὸν νομοδιδάσκαλο ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θέτει στὸν Κύριο ἀκριβῶς αὐτὸν τὸν προβληματισμό:  Διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; (Λουκ. ι´ 25), προβληματισμὸ ποὺ δίνει ἀφορμὴ στὸν Χριστὸ νὰ πεῖ καὶ τὴν γνωστὴ παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου.
.        Ἡ αἰώνια ζωὴ λοιπὸν προβάλλεται ὡς τὸ ὅραμα τῆς Π. Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς τοῦ Κυρίου, ὅπως μᾶς ἀφήνει νὰ κατανοήσουμε αὐτὸν καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἴδιου στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο:  Πάτερ…δόξασόν Σου τὸν Υἱόν…καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον (Ἰωάν. ιζ´1-2).

.            2. Ὁ Κύριος σπεύδει νὰ διευκρινίσει τί σημαίνει αἰώνια ζωή. Δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς ἄλλης ζωῆς ποὺ ἐκτείνεται μετὰ τὴν ἐδῶ-στὸν κόσμο τοῦτο ζωή. Οὔτε πολὺ περισσότερο περὶ τῆς συνέχειας τῆς ζωῆς αὐτῆς χωρὶς τέλος καὶ θάνατο. Τέτοιες κατανοήσεις ἀκούγονται καὶ λέγονται, ἀλλὰ συνιστοῦν παραποιήσεις, διότι διαιωνίζουν τὴν κατάσταση τοῦ πεσμένου στὴν ἁμαρτία κόσμου καὶ πρωτίστως δὲν λαμβάνουν καθόλου ὑπ᾽ ὄψιν τὴν σωτηριώδη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ στὸν κόσμο, συνεπῶς εἶναι κατανοήσεις ἀπιστίας. Ἡ αἰώνια ζωή, κατὰ τὸν Κύριο, συναρτᾶται ἄμεσα μὲ τὸν  Ἑαυτό Του: εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀπεσταλμένου τοῦ Θεοῦ.  Αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὂν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν.

.            3. Ἡ γνώση αὐτὴ δὲν ἔχει χαρακτήρα νοησιαρχικό: δὲν εἶναι δηλαδὴ θέμα ἐγκεφάλου, δὲν πρόκειται γιὰ κάποιες πληροφορίες ποὺ κινητοποιοῦν τὶς νοητικὲς ἱκανότητες τοῦ ἀνθρώπου – τέτοια γνώση ὑπάρχει καὶ ὑφίσταται, ἀλλ᾽ ὅταν μιλᾶμε γιὰ τὰ πράγματα τοῦ παρόντος κόσμου. Ἡ γνώση γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγο ὁ Κύριος ἀποκτᾶται ἀπὸ τὴν προσωπικὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ Ἐκεῖνον, ποὺ θὰ πεῖ τὴν αἰώνια ζωὴ βιώνει ὁ ἄνθρωπος ποὺ δέχτηκε τὴν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ νὰ Τὸν ἀκολουθήσει καὶ νὰ μετάσχει ἔτσι στὴ δική Του ζωή.  Γνῶσις ἐστιν μετουσία, θὰ πεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ὁ βαθὺς καὶ ἐμφιλόσοφος αὐτὸς θεολογικὸς νοῦς, ἀδελφὸς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Πρέπει νὰ μετάσχει δηλαδὴ κανεὶς στὸν Θεό, νὰ κοινωνήσει μαζί Του, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ πεῖ ὅτι Τὸν γνωρίζει. Κι αὐτὴ ἡ γνώση ὡς κοινωνία μὲ τὸν Θεό, ποὺ δηλώνει τὴν παρουσία Ἐκείνου μέσα στὸν ἄνθρωπο, συνιστᾶ ἀκριβῶς τὴν αἰώνια ζωή. Μὲ ἄλλα λόγια ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωὴ τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐνέργεια τῆς χάριτός Του, τὴν ὁποία μπορεῖ καὶ ζεῖ στὰ προσωπικά του ὅρια, τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ πιστέψει στὸν Χριστό. Προϋπόθεση γι᾽ αὐτό, κατὰ τὸν Κύριο, εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν. Ἄνθρωπος ποὺ ἐν πίστει θὰ τηρήσει τὶς ἐντολές Του, καὶ μάλιστα τὴν περιεκτικὴ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, θὰ διαπιστώσει  ἰδίοις ὄμμασι τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐγκατοίκησή Του μέσα σ᾽ Αὐτόν. Τότε ἐμπειρικὰ θὰ γνωρίσει τὸν Θεό. Αὐτὸ ἀποκάλυψε ὁ Κύριος καὶ προκάλεσε τὸν κάθε πιστό Του νὰ  πειραματιστεῖ στὸν ἑαυτό του προκειμένου νὰ τὸ ἐπιβεβαιώσει.  Ὁ λέγων ἔγνωκα αὐτὸν καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ μὴ τηρῶν ψεύστης ἐστὶν (Α´ Ἰωάν. β´ 4).  Ὁ μὴ ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τὸν Θεόν, ὅτι ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστι. (Α´ Ἰωάν. δ´ 8).  Ἐαν τις ἀγαπᾶ με τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτὸν καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ᾽ αὐτῷ ποιήσομεν (Ἰωάν. ιδ´ 23 ).

.           4. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, τὸν κάνει νὰ πλατύνεται τόσο, ὥστε νὰ ζεῖ τὴν αἰώνια ζωὴ μέσα στὰ ἀσφυκτικὰ καὶ περιορισμένα πλαίσια τῆς ζωῆς αὐτῆς, μέσα στὸ ἐδῶ καὶ στὸ τώρα, νὰ ζεῖ δηλαδή, ὅπως εἴπαμε, τὴν ἐνέργεια τῆς χάριτος τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, νὰ γίνεται καὶ ὁ ἴδιος ἄκτιστος.  «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. β´ 20) κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ ἀπ. Παύλου. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ μυστήριο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς: σὲ παίρνει ὁ Χριστός, σὲ κάνει ἕνα μὲ Ἐκεῖνον, κι ἐνῶ φαίνεσαι ὅτι ζεῖς τὴν ἴδια ζωὴ μὲ τοὺς ἄλλους, ἐσὺ ἔχεις γίνει ἕνας μικρὸς Θεός,  “ἐν σαρκὶ περιπολῶν Θεός”, κατὰ τὴν ἔκφραση ἐκκλησιαστικοῦ Πατέρα. Ὁπότε καταλαβαίνει κανεὶς ὅτι αὐτὸ ποὺ λέμε ζωὴ εἶναι πέρα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἐπισημαίνουν οἱ αἰσθήσεις. Ζωὴ μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ αἰώνια ζωή: ἡ ζωὴ τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο, μπορεῖ ὅμως νὰ εἶναι καὶ μία νέκρωση ποὺ ἁπλῶς φαίνεται ὡς ζωή. Σὰν τὴν περίπτωση ποὺ λέει ὁ Κύριος γιὰ ἐκείνους ποὺ δὲν τὸν ἀκολουθοῦσαν καὶ τοὺς χαρακτήρισε ὡς ζωντανοὺς νεκρούς.  «Ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς» (Ματθ. η´ 22).

.            5. Εἶναι περιττὸ βεβαίως καὶ νὰ ὑπενθυμίσουμε ὅτι τὴ ζωὴ αὐτὴ στὴν ὁποία μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος, μπορεῖ κανεὶς νὰ τὴ ζήσει μέσα στὸ ζωντανὸ σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησία, γιατί, ἐκεῖ, ὡς μέλος αὐτοῦ τοῦ σώματος, ἱκανώνεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ τηρεῖ τὶς ἅγιες ἐντολές Του. Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνον ἀδυνατεῖ νὰ τηρήσει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τὶς θεωρεῖ πολλὲς φορὲς ἀνοησία. Ποιός “λογικός” ἄνθρωπος, μὴ χριστιανός, θὰ θεωροῦσε ὡς κάτι φυσικό, γιὰ παράδειγμα, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἐχθρό; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δὲν εἶπε ὅτι  χωρὶς Αὐτοῦ οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδέν; (Πρβλ. Ἰωάν. ιε´ 5). Αὐτὸ σημαίνει ὅμως ὅτι καὶ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία εἶναι ἀδύνατη καὶ τὸ βάθος τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ – ἡ ἴδια ἡ αἰώνια ζωὴ – δὲν εἶναι κατορθωτά.

.           Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως οἱ συγκεκριμένοι 318 τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, αὐτὸ προσπάθησαν νὰ διασφαλίσουν: τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ, τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, τὴν αἰώνια ζωὴ μέσα στὴ ζωὴ αὐτή, τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ὡς πραγματικὴ σχέση μὲ τὸν Θεὸ ἐν Χριστῷ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τοὺς τιμᾶμε καὶ τοὺς γεραίρουμε. Καὶ τοὺς παρακαλοῦμε νὰ εὔχονται γιὰ μᾶς, ὥστε νὰ μένουμε στὴν ἴδια μὲ ἐκείνους χάρη, δηλαδὴ στὴ χάρη τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ μας.

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, , ,

Σχολιάστε

Η ΑΙΩΝΙΟΣ ΖΩΗ (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἡ αἰώνιος ζωή

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 43-46

 «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου,
κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν…»

(Ματθ. κε´ 34)


.          Ἐνῶ οἱ ἁμαρτωλοὶ (οἱ ἀμετανόητοι) ἀκούοντας τὴν σημερινὴ περικοπὴ καταλαμβάνονται ἀπὸ φόβο καὶ τρόμο, οἱ δίκαιοι (οἱ μετανοοῦντες) αἰσθάνονται ἀγαλλίασι, γιατί ἀκοῦνε τὸ Εὐαγγέλιο τῶν οὐρανίων καὶ αἰωνίων γάμων τους. Οἱ ἅγιοι ἐδῶ στὴν γῆ ἐτέλεσαν τοὺς ἀρραβῶνας μὲ τὸν Νυμφίο Χριστό, τότε ὅμως στὴν Δευτέρα Παρουσία θὰ ἀπολαύσουν τοὺς γάμους των. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι γιὰ τοὺς ἁγίους ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὁ Παράδεισος, ἡ αἰώνιος ζωὴ δὲν εἶναι μόνο κατάσταση τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, δὲν εἶναι πέρα ἀπὸ τὸν χρόνο, ἀλλὰ μία παροῦσα πραγματικότητα. Αὐτὴν τὴν μεγάλη καὶ θεμελιώδη γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ ἀλήθεια θὰ ἐπιδιώξουμε νὰ παρουσιάσουμε, ὅσο μποροῦμε πιὸ σύντομα.

Τί εἶναι αἰώνιος ζωὴ

.          Αἰώνιος ζωὴ δὲν εἶναι μία ἀφηρημένη κατάστασι, μία ἔξοδος ἀπὸ τὰ χρονικὰ ὅρια, ἀλλὰ ἡ ἐν Χριστῷ ζωή. Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος διεκήρυξε τὴν μεγάλη ἀλήθεια: «Αὕτη δὲ ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστὸν» (Ἰωάν. ιζ´ 13). Δηλαδὴ ἡ γνῶσι τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ γνῶσι τοῦ Χριστοῦ εἶναι αἰώνιος ζωή. Καὶ ὅταν λέμε γνῶσι ἐννοοῦμε τὴν ἕνωσι τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Χριστὸ καὶ αὐτὴ ἡ ἕνωσι εἶναι ἡ θέωσι.
.          Μὲ τὴν ἐνανθρώπησι τοῦ Χριστοῦ ὁλόκληρη ἡ ἱστορία περιεχωρήθη ὑπὸ τῆς αἰωνιότητος καὶ ἡ γῆ ἔγινε Παράδεισος. Ἔτσι καὶ ἡ γαστὴρ τῆς Θεοτόκου, ποὺ δέχθηκε τὸν Χριστό, λέγεται Παράδεισος. «Παράδεισος καὶ γὰρ ἡ ἐκείνης γαστὴρ ἐδείχθη νοητὸς ἐν ᾧ τὸ θεῖον φυτόν».  Γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ κέντρον τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ εἶναι ἡ μεταμόρφωσι τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τῆς ἱστορίας.
.          Οἱ ὀρθόδοξοι τὸ βιώνουν καὶ τὸ γνωρίζουν καλά, ὅτι τὸ αἰώνιο δὲν εἶναι πέρα ἀπὸ τὸν χρόνο καὶ τὴν ἱστορία, ἀλλὰ τέμνει τὴν ἱστορία καὶ τὸν χρόνο. Στὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει ἡ γραμμικὴ διατύπωσι περὶ χρόνου, ἀλλὰ ἡ σταυρική. Αὐτὸ θέλει νὰ πῆ ὅτι δὲν περιμένουμε νὰ ἀπολαύσουμε τὸ αἰώνιο στὸ τέλος τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ χρόνου, ἀλλὰ τὸ ἀπολαμβάνουμε σὲ κάθε χρονικὴ καὶ ἱστορικὴ στιγμή.

Ἐμπειρίες αἰωνίου ζωῆς

.          Ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ αἰωνιότης, ὑπάρχει πλούσια μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι τὸ εὐλογημένο Σῶμα Του. Ὅπως στὸν ἀνθρώπινο ὀργανισμὸ δὲν εἶναι ἄλλη ἡ ζωὴ τῆς κεφαλῆς καὶ ἄλλη ἡ ζωὴ τοῦ σώματος, ἔτσι καὶ στὴν περίπτωσι ποὺ ἐξετάζουμε δὲν εἶναι ἄλλη ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἄλλη ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Μέσα στὴν Ἐκκλησία εἰσρέουν ἰσχυρὰ κύματα αἰωνίου ζωῆς, ἀφοῦ ἡ αἰωνιότης εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς τῆς θείας ὑπάρξεως, ποὺ εἶναι ἡ κεφαλή Της. Στὸν Χριστὸ «εὐδόκησε πᾶν τὸ πλήρωμα κατοικῆσαι» (Κολ. α´ 19), τὸ πλήρωμα τῆς Ζωῆς, τῆς Δικαιοσύνης, τῆς Ἀγάπης, τῆς Αἰωνιότητος ὑπάρχει καὶ μέσα στὸ Σῶμα Του, δηλαδὴ στὴν Ἐκκλησία. Ἔτσι μὲ τὴν Χάρι τοῦ Χριστοῦ ἀπολαμβάνουμε ἐμπειρίες τῆς αἰωνιότητος ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

.          Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα ἡ Ἐκκλησία καινοποιεῖ τὸν κτιστὸ ἄνθρωπο καὶ τὸν εἰσάγει κατὰ τοὺς Πατέρας, «εἰς τὴν ὑπὲρ αἴσθησιν καὶ νοῦν ζωὴν τοῦ νέου αἰῶνος». Πράγματι ὅπως ἡ ἐνσάρκωσι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς θεώσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἔτσι καὶ ἡ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα ἐνσωμάτωσί μας στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς θεώσεώς μας. Γι’ αὐτὸ τὸ ἅγιο Βάπτισμα λέγεται φώτισμα καὶ γέννησι. «Βαπτιζόμενοι φωτιζόμεθα· φωτιζόμενοι, υἱοθετούμεθα· υἱοθετούμενοι, τελειούμεθα· τελειούμενοι, ἀποθανατιζόμεθα» (Κλήμης Ἀλεξανδρείας).

.          Μὲ τὴν θεία Εὐχαριστία ἡ Ἐκκλησία ζωοποιεῖ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ θεία Εὐχαριστία, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν βαθυτάτη ἔκφρασι τῆς Ἐκκλησίας, ἀρχίζει μὲ τὴν δοξολογία τῆς Βασιλείας τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἰδίως ὅταν ὁ πιστὸς μεταλαμβάνει τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, γίνεται κατὰ Χάριν υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ «ἅπαντα τὰ μέλη του γίνονται φωτοφόρα». Φωτίζονται καὶ δοξάζονται, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος δέχεται τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι τὸ Φῶς καὶ ἡ Ζωή. Μεταλαμβάνοντας ὁ Χριστιανὸς τὸ ἄχραντο καὶ ἄφθαρτο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μετέχει τῆς ἀφθαρσίας, ἑνώνεται μὲ τὸν Χριστὸ καὶ θεώνεται. Στὸ τέλος τῆς θείας Εὐχαριστίας τοῦ Μ. Βασιλείου ὁ Ἱερεὺς ὁμολογεῖ: «ἐνεπλήσθημεν τῆς ἀτελευτήτου σου ζωῆς».
.          Τὴν μετοχὴ τῆς αἰωνίου ζωῆς, τὴν ἀπόκτησι τῆς ἐμπειρίας τῆς αἰωνιότητος ἀπολαμβάνει ὁ ἄνθρωπος καὶ κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Ὑπάρχουν στιγμὲς ποὺ ὁ προσευχόμενος δέχεται τὴν ἐπίσκεψι τῆς ἀκτίστου Χάριτος, ὁπότε παύει νὰ ὑπάρχει ὁ χρόνος, γιατί τότε ὁ προσευχόμενος «θεωρεῖ» τὸν Θεὸ καὶ βιώνει τὴν αἰωνιότητα, ὅπως οἱ μαθηταὶ ἐπάνω στὸ Θαβώρ. Τότε, κατὰ τὴν μαρτυρία τῶν ἁγίων, ὁ κόσμος λησμονεῖται καὶ ὁ προσευχόμενος ζῆ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἑρμηνεύοντας τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ, εἶπαν ὅτι ἡ θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτὸς εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, «ἡ καλλονὴ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», «ἡ ὑπόστασις τῶν μελλόντων ἀγαθῶν», «τὸ βρῶμα τῶν ἐπουρανίων» (ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς).  Βέβαια ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀκατανόητα γιὰ τὸν ἐκκοσμικευμένο ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς μας, ἀλλὰ εἶναι πραγματικότητα γι’ αὐτοὺς ποὺ καὶ σήμερα τὰ ζοῦν.

.          Ἑπομένως ἡ ζωή μας μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἡ πρώτη ἀνάστασι, ἡ ὁποία μᾶς δίδει τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ ἀπολαύσουμε καὶ τὴν δευτέρα ἀνάστασι, μετὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι πρέπει νὰ ἑρμηνευθῆ τὸ τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου ὅτι ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν δῆ ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτὴ τὸ ἄκτιστο Φῶς νὰ μὴ περιμένη νὰ τὸ δῆ στὴν ἄλλη ζωή.

.          Ὅλα αὐτὰ ποὺ ἀναφέραμε δὲν εἶναι ἀφηρημένες θεολογικὲς ἔννοιες, ἀλλὰ ἔχουν μεγάλη κοινωνιολογικὴ σημασία. Γιατί οἱ ἅγιοι ζώντας ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτὴ τὴν αἰωνιότητα βλέπουν καθαρὰ τὰ πράγματα, ἀντιμετωπίζουν σωστὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο. Τὸν πλησίον οἱ ἅγιοι δὲν τὸν ἀντιμετωπίζουν σὰν θνητὸ ἄνθρωπο ποὺ πρέπει νὰ τοῦ αὐξηθεῖ ὁ μισθὸς κλπ., ὅπως κάνουν ὅλα τὰ ὑλιστικὰ ἀνθρώπινα συστήματα, ἀλλὰ σὰν αἰώνιο ἄνθρωπο, ἀδελφὸ τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Στὸ πρόσωπο τοῦ συνανθρώπου τους βλέπουν τὸν Χριστό, ὅπως εἶπε τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο.
.          Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἐνδιαφέρεται μόνον γιὰ τὸ αἰώνιο, ἀλλὰ βιώνουσα τὸ αἰώνιο λύει σωστὰ τὸ παρόν. Γι’ αὐτὸ ὄπιο τοῦ λαοῦ εἶναι τὰ ἀθεϊστικὰ συστήματα, ποὺ ἀντιμετωπίζουν μονοδιάστατα τὰ προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ κοινωνία θὰ ἦταν διαφορετική, ἂν δεχόταν τὴν ἐπίδρασι τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ κοινωνία. Ἂς ἐπιδιώξουμε νὰ ζήσουμε τὴν πρώτη ἀνάστασι μέσα στὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ εἴμαστε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός.

, , ,

Σχολιάστε

«ΕΚΑΤΟΝΤΑΠΛΑΣΙΟΝΑ ΛΗΨΕΤΑΙ»

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ
(Ματθ. ι΄ 32-33, 37-38, ιθ΄ 27-30)

Εἶπεν ὁ Κύριος· πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.
Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.

Ἀπόδοση στὴν Νεοελληνική:
Εἶπε ὁ Κύριος: «Καθέναν ποὺ θὰ μὲ ὁμολογήσῃ ἐμπρὸς στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ὁμολογήσω καὶ ἐγὼ ἐμπρὸς στὸν Πατέρα μου τὸν οὐράνιον. Ἐκεῖνον ὅμως ποὺ θὰ μὲ ἀρνηθῇ ἐμπρὸς στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ἀρνηθῶ καὶ ἐγὼ ἐμπρὸς στὸν Πατέρα μου τὸν οὐράνιον. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ πατέρα ἢ μητέρα περισσότερον ἀπὸ ἐμέ, δὲν μοῦ εἶναι ἄξιος. Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ ἀγαπᾶ υἱὸν ἢ θυγατέρα περισσότερον ἀπὸ ἐμέ, δὲν μοῦ εἶναι ἄξιος. Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ δὲν παίρνει τὸν σταυρόν του καὶ δὲν μὲ ἀκολουθεῖ δὲν μοῦ εἶναι ἄξιος». 
Τότε ἔλαβε τὸν λόγον ὁ Πέτρος καὶ τοῦ εἶπε, «Νά, ἐμεῖς ποὺ ἀφήκαμε ὅλα καὶ σὲ ἀκολουθήσαμε· τί λοιπὸν θὰ ἀπολαύσωμεν;». 
Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε, «Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅτι σεῖς, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀκολουθήσατε, ὅταν ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ καθήσῃ εἰς τὸν θρόνον τῆς δόξης του εἰς τὴν Νέαν Δημιουργίαν, θὰ καθήσετε καὶ σεῖς σὲ δώδεκα θρόνους, διὰ νὰ κρίνετε τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ καθένας ποὺ ἀφῆκε σπίτια ἢ ἀδελφούς ἢ ἀδελφές ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ παιδιά ἢ χωράφια διὰ τὸ ὄνομά μου, θὰ πάρῃ ἑκατὸ φορὲς περισσότερα καὶ θὰ κληρονομήσῃ ζωὴν αἰώνιον. Πολλοὶ δέ, οἱ ὁποῖοι εἶναι πρῶτοι, θὰ γίνουν τελευταῖοι, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι τελευταῖοι, θὰ γίνουν πρῶτοι».

ΑΣΥΓΚΡΙΤΗ ΑΜΟΙΒΗ
«Ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει»

.     Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων σήμερα, καὶ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν μνήμη ὅλων τῶν Ἁγίων ποὺ ἔζησαν σὲ κάθε τόπο καὶ ἐποχὴ καὶ ἀκολούθησαν μὲ πιστότητα καὶ αὐταπάρνηση τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου.
.      Γιὰ ὅλους αὐτοὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ κάθε μαθητὴ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ παράδειγμα τῆς αὐτοθυσίας τους, ἰσχύει ἡ ἀδιάψευστη ὑπόσχεση τοῦ θείου Διδασκάλου: «Πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει» (Ματθ. ιθ´ 29). Δηλαδὴ ὅποιος ἀναλαμβάνει θυσίες γιὰ τὸν Κύριο, θὰ ἀπολαύσει ἑκατονταπλάσια καὶ θὰ κληρονομήσει αἰώνια ζωή.
.       Ἂς δοῦμε ὅμως πιὸ συγκεκριμένα ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀμοιβὴ ποὺ ὑπόσχεται ὁ Κύριος σὲ ὅσους φανοῦν ἀντάξιοι μαθητές του.

 .     Ἡ ἀμοιβὴ ποὺ ὑπόσχεται ὁ Κύριος Ἰησοῦς σὲ ὅποιον Τὸν ἀκολουθήσει θυσιάζοντας ἐπίγεια ἀγαθά, συγγενικοὺς δεσμούς, ἀκόμη καὶ τὴν ἴδια του τὴν ζωή, εἶναι διπλὴ καὶ ἀναφέρεται ὄχι μόνο στὴ μέλλουσα ἀλλὰ καὶ στὴν παροῦσα ζωή!
.     Πράγματι! Ὅποιος ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ λαμβάνει πλούσιες τὶς θεῖες δωρεὲς ἤδη ἀπὸ αὐτὴ τὴν ζωή, ἐδῶ καὶ τώρα! Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν διαβεβαίωση τοῦ Κυρίου σημειώνει ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος: Κάθε πιστὸς ἀκόλουθός μου, λέει ὁ Κύριος, θὰ λάβει «ἑκατονταπλασίονα νῦν ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ» (Μάρκ. ι´ 30).
.      Καὶ ποιές εἶναι αὐτὲς οἱ δωρεές; Εἶναι ἡ ἀσφάλεια καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη ποὺ αἰσθάνεται ὁ πιστὸς στὴν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ὁ χριστιανὸς ζεῖ χωρὶς τὸ ἄγχος καὶ τὴν ἀβεβαιότητα ποὺ προκαλεῖ ὁ πλοῦτος, ἐνῶ παράλληλα ἔχει τὴν ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι ὁ πανάγαθος Θεὸς φροντίζει, ὥστε ποτὲ νὰ μὴ στερηθεῖ τὰ ἀπαραίτητα. Εἶναι ἀκόμη ἡ κοινωνία τῶν ἀδελφῶν. Διότι μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας ὁ κάθε πιστὸς αἰσθάνεται τὸν ἄλλον περισσότερο ἀπὸ ἀδελφὸ καὶ εἶναι πρόθυμος νὰ τοῦ συμπαρασταθεῖ στὴν τυχὸν δυσκολία του μὲ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη καὶ ὑποδειγματικὴ αὐτοθυσία. Δῶρο τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐπίσης ἡ παρηγορία καὶ ἡ ἐνίσχυση ποὺ λαμβάνει ὁ πιστὸς μέσα στὶς θλίψεις καὶ τὶς δοκιμασίες τῆς ζωῆς. Καὶ ἡ μεγαλύτερη δωρεά: τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πιστὸς χριστιανὸς μὲ τὴν συμμετοχή του στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ζεῖ ἑνωμένος μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ καὶ δέχεται πλούσια τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.     Μαζὶ ὅμως μὲ τὶς δωρεὲς σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴν ζωὴ ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε ὅτι ὅποιος Τὸν ἀκολουθήσει μὲ πιστότητα καὶ ἀφοσίωση θὰ κληρονομήσει καὶ τὴν αἰώνια ζωή. Κι ἂν σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴν ζωὴ ὁ πιστὸς χριστιανὸς ἀπολαμβάνει τόσο πλούσια τὶς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ, ποιά λόγια, ἀλήθεια, θὰ μποροῦσαν νὰ περιγράψουν τὴν ἀτελείωτη χαρὰ καὶ τὴν ἀπέραντη μακαριότητα τοῦ Παραδείσου; Τότε «οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος», δηλαδὴ αὐτοὶ ποὺ ἔζησαν ἐνάρετο βίο θὰ δοξασθοῦν μὲ ἄπειρη δόξα καὶ θὰ ἀπολαμβάνουν αἰώνια τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό, τοὺς Ἀγγέλους καὶ τοὺς Ἁγίους του!

.      Πόσο μεγάλος εἶναι ὁ πλοῦτος τῶν θείων δωρεῶν ποὺ ὑπόσχεται ὁ Κύριος σὲ ὅποιον Τὸν ἀκολουθήσει! Ἀντὶ γιὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ καὶ πρόσκαιρες ἀπολαύσεις Ἐκεῖνος χαρίζει πλῆθος εὐλογιῶν τόσο στὴν γῆ ὅσο καὶ στὸν οὐρανό. Ἂς Τὸν ἀκολουθήσουμε λοιπόν, ὅ,τι κι ἂν αὐτὸ μᾶς κοστίσει. Γιὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ ἀξίζει κάθε θυσία! Ὄχι μόνο διότι μᾶς ὑπόσχεται πολλαπλάσια ἀνταμοιβή, ἀλλὰ διότι εἴμαστε ὑποχρεωμένοι στὴν ἀγάπη του. Ἐκεῖνος ταπεινώθηκε, ἔγινε ἄνθρωπος καὶ θυσιάστηκε γιὰ τὴν δική μας σωτηρία. Ἂς θυσιάσουμε κι ἐμεῖς κάτι γιὰ τὴν πολλή του ἀγάπη! Καὶ νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἡ ὅποια θυσία μας θὰ φέρει πολλοὺς καρπούς, ὅπως Ἐκεῖνος μᾶς τὸ ὑποσχέθηκε!

 ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2025, 15.06.2011
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»


, ,

Σχολιάστε

«Η ΖΩΗ ΕΦΑΝΕΡΩΘΗ»: «ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ» (Ἅγ. Ἰουστῖνος Πόποβιτς)

«Ὃ  ἦν ἀπ᾽ ἀρχῆς,
ὃ ἀκηκόαµεv,
ὃ ἑωράκαµεv τοῖς ὀφθαλµοῖς ἡμῶν,

ὃ ἐθεασάµεθα
καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν,
περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς»

.        Τὸ κύριο εὐαγγέλιο καὶ ἡ σκέψη καὶ ἡ ἀλήθεια: ὁ Θεὸς Λόγος ἐνσαρκώθηκε, ὥστε κι ἐµεῖς νὰ συσσαρκωθοῦµε µαζί Toυ·Αὐτὸς ἔγινε ἄνθρωπος, ὥστε νὰ µᾶς θεώσει·Αὐτὸς – Ζωὴ αἰώνια – ἐµφανίστηκε στὴν γῆ, ὥστε νὰ ἔχουµε κοινωνία µαζί Του, ζώντας µαζί Του· «περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς» εἶναι τὸ θέµα αὐτοῦ τοῦ Εὐαγγελίου. Λὲς καὶ θέλει ὁ ἅγιος Θεολόγος νὰ µᾶς δώσει νέα ἐξήγηση τῆς κύριας χαρµόσυνης ἀγγελίας τοῦ Εὐαγγελίου του: «Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ  ἐγένετο» (Ἰω. α´, 14). Ὁ Θεὸς Λόγος, ποὺ εἶναι Αἰώνια Ζωή, πέρασε σὲ µᾶς: «ὃ ἦν ἀπ᾽ ἀρχῆς» δηλαδὴ τὸ Αἰώνιο κατέβηκε στὴν γῆ, ἔγινε σάρκα, ἔγινε ἡ δική µας γήινη πραγµατικότητα, ἔγινε προσιτὸ στὰ αἰσθητήριά µας, στὴν γνώση µας καὶ στὶς αἰσθήσεις µας· κι αὐτὸ εἶναι «ὃ ἀκηκόαµεν»: ἀκούσαµε τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ Λόγου· εἶναι ἐκεῖνο «ὃ ἑωράκαµεν τοῖς ὀφθαλµοῖς ἡµῶν»: εἴδαµε Θεὸ σὲ σῶµα, Θεὸ στὸν κόσµο, τὸν Θεὸ ἀνάµεσά µας· εἶναι ἐκεῖνο «ὃ ἐθεασάµεθα»: ἔχουµε δεῖ, ἔχουµε παρατηρήσει τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο· εἶναι ἐκεῖνο ποὺ «αἱ χεῖρες ἡµῶν ἐψηλάφησαν»: ἄγγιξαν τὸ σῶµα τοῦ Θεοῦ Λόγου, τόσο πρὶν ἀπὸ τὸν σταυρικό του θάνατο, ὅσο καὶ µετὰ τὴν ἀνάστασή του ἀπὸ τοὺς νεκρούς. «Ἀκούσαµε, εἴδαµε, παρατηρήσαµε, ψηλαφήσαµε» – τὸν Λόγο τῆς ζωῆς, τὸν Θεὸ τῆς ζωῆς. Ὁ Θεὸς Λόγος ἔγινε ἡ δική µας πιὸ προσιτὴ πραγµατικότητα· κι ἐµεῖς αὐτὸ τὸ ἐπαληθεύουµε µὲ τὸν πιὸ ὀφθαλµοφανῆ, τὸν πλέον πειραµατικὸ τρόπο. Ἡ µέθοδος εἶναι καθαρὰ πειραµατική, δοκιμαστική. «Ὁ λόγος τῆς ζωῆς» εἶναι στὴν πραγµατικότητα ἡ Λογικὴ τῆς ζωῆς, ἡ Σοφία τῆς ζωῆς, ἡ Λέξη τῆς ζωῆς. Ἕως Αὐτὸν – ἡ ζωὴ ἦταν ἄλογος, ἀνόητη· ἕως Αὐτὸν -ἡ ζωὴ ἦταν α-λογική, καὶ γι᾽αὐτὸ µὴ λογική, σ᾽αὐτὴν δὲν ὑπῆρχε κάποια στοιχειώδης λογική, ὅλα – χάος, τὰ πάντα – «πανηγύρι µάταιο»· ἕως Αὐτὸν -Λόγο τῆς ζωῆς – ἡ ζωὴ ἦταν ἄλαλη καὶ ἄφωνη, δὲν ἤξερε νὰ µιλήσει, νὰ πεῖ, νὰ ἐκφράσει, νὰ ἐκφέρει τὸν ἑαυτόν της, τὸ µυστήριό της, τὸ βάσανό της, τὸν πόνο της, τὴν χαρά της. Μὲ Αὐτὸν – ἡ ζωὴ τὰ προσλαµβάνει ὅλα αὐτὰ: ἡ ζωὴ ἄρχισε νὰ µιλᾶ, ἐφ᾽ ὅσον ἐλλογοποιήθηκε· ἡ ζωὴ πῆρε νόηµα, ἐφ᾽ ὅσον ἐλλογοποιήθηκε· ἡ ζωὴ ἔγινε σοφή, ἐφ᾽ ὅσον ἐλλογοποιήθηκε. Ἐνῶ ἡ ζωὴ εἶχε γίνει ἄλογος, μὴ λογικὴ – χωρὶς νόημα, χωρὶς στόχο, ἀνόητη – μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ λόγῳ τῆς ἁμαρτίας.

 .       Ἐκεῖνο ποὺ γιὰ τὴν ἀνθρώπινη σκέψη, εἴτε τὴν ἑλληνική, τὴν ρωμαϊκή, τὴν ἰνδικὴ ἢ ὅποια ἄλλη, ἦταν καὶ ἔμεινε ἰδανικὸ ἢ ἰδέα, ἀφηρημένο καὶ ἐπέκεινα, μὲ τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔγινε ζωή, δική μας γήινη ζωή. Γιὰ τὸν Λόγο καὶ γιὰ τὴν Λογικὴ τῆς ζωῆς δὲν χρειάζεται νὰ πᾶμε σ᾽ἄλλο κόσμο, ἐφ᾽ ὅσον ἡ Λογικὴ καὶ ὁ Λόγος τῆς ζωῆς εἶναι ἐδῶ, ἀνάμεσά μας. Ἐμεῖς ἔχουμε τὸν Λόγο τῆς ζωῆς, γι᾽αὐτὸ ξέρουμε τὴν Λογικὴ τῆς ζωῆς, τὸν στόχο τῆς ζωῆς, τὸ νόημα τῆς ζωῆς. Ἐὰν ὣς τώρα δὲν ξέραμε τὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς, ἰδού: ὁ Θεὸς Λόγος! Ἀφοῦ εἶναι Ἐκεῖνο «ποὺ ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ» – «ὃ ἦν ἀπ᾽ ἀρχῆς». Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι κάτι χωρὶς νόημα, ἀλλὰ ἐξ ἀρχῆς κάτι θεϊκὰ λογικό. Ἐνῶ ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ δύναμη ποὺ ἀπολογοποιεῖ, στερεῖ τὴν θεϊκὴ λογική, τὸ θεϊκὸ νόημα καὶ τὴν πρόνοια. Στὴν πραγματικότητα, ἡ ἁμαρτία εἶναι ὁ μόνος ἀπονοητὴς τῆς ζωῆς.

«Καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη,
καὶ ἑωράκαμεν
καὶ μαρτυροῦμεν
καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον,
ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν·»

.     Ἕως τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου λὲς καὶ δὲν ὑπῆρχε ζωὴ στὴν γῆ. Ἐὰν ὑπῆρχε, αὐτὸ ἦταν ἀπομίμηση τῆς ζωῆς, κακέκτυπο τῆς ζωῆς, ἡ πλαστογράφηση τῆς ζωῆς· ἁπλά: ψευδοζωή. Γιατί τί ζωὴ εἶναι αὐτὴ στὴν ὁποία ὑπάρχει θάνατος καὶ ποὺ τελειώνει μὲ τὸν θάνατο; Αὐτὸ μοιάζει περισσότερο μὲ βαθμιαία θανάτωση. Κι αὐτὸ σημαίνει βαθμιαῖο μαρτύριο. Μόνο ἐκείνη ἡ ζωὴ εἶναι ἄξια τοῦ ὀνόματός της, αὐτὴ ποὺ δὲν πεθαίνει, ποὺ δὲν τελειώνει μὲ τὸν θάνατο, ἀλλὰ νικᾶ τὸν θάνατο καὶ μὲ τὴν ἀνάσταση φτιάχνει γέφυρα πρὸς τὴν ἀθανασία. Δηλαδὴ ζωὴ εἶναι μόνο ἡ αἰώνια Ζωή. Καὶ αὐτὴ ἡ ζωὴ ἐμφανίστηκε πρώτη φορὰ στὸν δικό μας ἀνθρώπινο κόσμο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο: τὸν Θεάνθρωπο Χριστό. Γι᾽αὐτὸ ὁ ἅγιος Θεολόγος εὐαγγελίζεται: «καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν·». Ἡ ζωὴ καὶ ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι συνώνυμα. Δὲν ὑπάρχει ζωὴ χωρὶς τὴν αἰώνια ζωή. Μὲ τὸν Θεάνθρωπο «ἡ ζωὴ ἐφανερώθη» στὸν δικό μας κόσμο τοῦ θανάτου καὶ τῆς ψευδοζωῆς. Μόλις σ᾽ Ἐκεῖνον «ἑωράκαμεν» τὴν ἀληθινὴ ζωή, «ἑωράκαμεν» τί εἶναι ἡ ζωή· εἴδαμε καὶ βλέπουμε ὅτι μόνο ἡ αἰώνια ζωὴ  εἶναι πραγματικὴ ζωή. Αὐτὸ εἶναι τὸ πλέον ὀφθαλμοφανὲς στὸν Θεάνθρωπο. Ὅλος ὁ Θεάνθρωπος κι ὅλα ἐν αὐτῷ ἀνασαίνουν καὶ ἀκτινοβολοῦν μὲ τὴν αἰώνια ζωή: δὲν ὑπάρχει σκέψη Του ποὺ νὰ μὴν ἐκπηγάζει ἀπὸ τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ νὰ μὴ ἐκβάλλει σ᾽αὐτὴν- ἔτσι καὶ κάθε λέξη Του καὶ ἔργο καὶ αἴσθημα. Σὲ ὅ,τι δικό Του αἰσθάνεσαι τὴν παρουσία τοῦ αἰωνίου· καὶ τὰ κύματα τῆς αἰώνιας ζωῆς μᾶς ραντίζουν ἀπ᾽ ὅ,τι δικό Του. Θέλεις νὰ δεῖς πῶς ζεῖ ὁ αἰώνιος στὸν χρόνο; Κοίτα τὸν Ἰησοῦ. Ὅλα ὅσα εἶναι ἐν Αὐτῷ σφύζουν αἰώνια ζωή, ὅλη ἡ ζωή! Τέτοια ποὺ εἶναι καὶ στὸν ἄλλο κόσμο, ὄχι, ὅμως ὅμοια μ᾽αὐτὴν τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ἐφ᾽ ὅσον Αὐτὸς «ἔδωκε καὶ τῷ υἱῷ ζωὴν ἔχειν ἐν ἑαυτῷ» (Ἰω. ε´ 26). Εἶναι μαρτυρία αὐτοπτῶν. Κι ἐκεῖνοι ἀναγγέλλουν μὲ ἀτελείωτη βεβαιότητα: «μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν». Ἕως τὴν φανέρωσή Του ὁ θάνατος ἦταν μέσα μας καὶ γύρω μας· οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦσαν οὔτε νὰ ξέρουν οὔτε νὰ ἀποκτήσουν τὴν αἰώνια ζωὴ μέχρι ποὺ Αὐτὸς ὁ ἴδιος κατέβηκε στὸν κόσμο μας καὶ φανερώθηκε σέ μᾶς.

ΠΗΓΗ: Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς,
«Ἑρμηνεία τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου»,
σελ. 15-19, Ἀθῆναι 2006, “Ἐν Πλῷ”)
ΣτοιχειοθεσίαÚ «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΝΟΥ (Ἁγ. Ἰγνατ. Μπριαντσανίνωφ) [Δ´]

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
Συνομιλία ψυχῆς καὶ νοῦ Γ´
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν νέο (τρίτο) τόμο «ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ Γ´»
τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ, 2010, σελ.172. κ. ἑξ.

ΜΕΡΟΣ Α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/10/συνομιλία-ψυχῆς-καὶ-νοῦ-α´/
ΜΕΡΟΣ Β´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/12/συνομιλία-ψυχῆς-καὶ-νοῦ-β´/
ΜΕΡΟΣ Γ´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/13/συνομιλία-ψυχῆς-καὶ-νοῦ-γ´/

ΝΟΥΣ: Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ψυχή, λύνει τὴν ἀπορία μας μὲ τὸν  πιὸ ἱκανοποιητικὸ ὁρισμό. Πολλοὶ ἄνθρωποι, ὡστόσο, ὅταν ἄκουσαν τὸν  λόγο τοῦ Πνεύματος, τὸν  παρανόησαν μὲ τὸν σαρκικό τους λογισμὸ καὶ εἶπαν: «Σκληρὸς εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος, ποιός μπορεῖ νὰ τὸν  ἀκούει;» Ἄκου, λοιπόν, ψυχή μου, τί εἶπε ὁ Κύριος: «Ὅποιος θελήσει νὰ σώσει τὴ ζωή του, θὰ τὴν χάσει· κι ὅποιος χάσει τὴν ζωή του γιὰ μένα, θὰ τὴν σώσει». «Αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ τὴν ζωή του, θὰ τὴν χάσει αὐτός, ὅμως, ποὺ δὲν λογαριάζει τὴν ζωή του στὸν  κόσμο αὐτό, θὰ τὴν φυλάξει γιὰ τὴν αἰώνια ζωή».
ΨΥΧΗ: Πρόθυμη εἶμαι νὰ χάσω τὴν ζωή μου, ἂν τὸ προστάζει ὁ Θεός. Ἀλλὰ πῶς νὰ πεθάνω, ἀφοῦ εἶμαι ἀθάνατη; δὲν γνωρίζω κάτι ποὺ  θὰ μποροῦσε νὰ μοῦ στερήσει τὴν ζωή.
ΝΟΥΣ: Μὴ νομίζεις, ψυχή, πὼς ὁ Χριστὸς παραγγέλλει νὰ πεθάνεις μόνο ἐσύ. Ὄχι! τὸ ποτήρι τοῦ θανάτου πρέπει νὰ τὸ μοιραστῶ μαζί σου, πίνοντας μάλιστα πρῶτος ὡς κύριος αἴτιος τῆς κοινῆς μας πτώσεως. Ἡ ἀποφυγὴ τοῦ ποτηρίου αὐτοῦ συνεπάγεται ὄλεθρο, θάνατο πρόσκαιρο καὶ αἰώνιο. Ὁ θάνατος, ποὺ μᾶς ζητάει ὁ Κύριος, δν συνίσταται στν ξόντωση τς πάρξεώς μας, λλ στν ξόντωση το γωισμο, πο τν  ταυτίσαμε μ τὴν ζωή μας. Ὁ ἐγωισμὸς εἶναι στρεβλὴ ἀγάπη τοῦ πεσμένου ἀνθρώπου πρὸς τὸν ἴδιο του τὸν  ἑαυτό. Ὁ ἐγωισμὸς θεοποιεῖ τὴν μεταπτωτικὴ ψευδώνυμη σοφία του καὶ προσπαθεῖ πάντοτε νὰ ἱκανοποιεῖ τὸ μεταπτωτικὸ θέλημά του, ποὺ κατευθύνεται ἀπὸ τὸ ψεῦδος. Ὡς πρὸς τὴν σχέση του μὲ τὸν πλησίον, ὁ ἐγωισμὸς ἐκδηλώνεται εἴτε μὲ ἀvτιπάθεια εἴτε μὲ ἀνθρωπαρέσκεια, δηλαδὴ μὲ κάποιο πάθος. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἐγκόσμια πράγματα τὰ κακομεταχειρίζεται, τὰ χρησιμοποιεῖ μὲ ἐμπάθεια. Ὅπως ἡ ἀγάπη δένει σὲ τέλειο σύνολο ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ ἀποτελεῖ τὴν τέλεια ἐκπλήρωσή τους, ἔτσι κι ὁ ἐγωισμὸς δένει ὅλα τὰ πάθη καὶ ἀποτελεῖ τὴν τελεία ἐκπλήρωσή τους.
.      Γιὰ νὰ θανατώσω τὸν  ἐγωισμό μου, πρέπει ν’  ἀπαρνηθῶ ὅλους «τοὺς ἀπατηλοὺς καὶ κούφιους συλλογισμοὺς τῆς ἀνθρωπίνης σοφίας, ποὺ στηρίζονται σὲ ἀνθρώπινες παραδόσεις καὶ σὲ μία ἐσφαλμένη πίστη στὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου». Πρέπει ν’  ἀποκτήσω βαθιὰ συναίσθηση τῆς πνευματικῆς μου φτώχειας. Καί, γυμνὸς μέσα σ’  αὐτὴ τὴ φτώχεια, λουσμένος στὰ δάκρυα τοῦ πένθους, μαλακωμένος μὲ τὴν πραότητα, τὴν καθαρότητα καὶ τὸ ἔλεος, νὰ δεχθῶ τὸν  τρόπο σκέψεως ποὺ εὐδόκησε νὰ χαράξει πάνω μου τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Λυτρωτῆ μου. Κι αὐτὸ τὸ χέρι εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο.
.      Ὅσο γιὰ σένα, ψυχή, πρέπει ν’  ἀπαρνηθεῖς τὸ θέλημά σου, ἔστω κι ἂν αὐτὴ ἡ ἀπάρνησή σου φαίνεται βαριά, ἔστω κι ἂν στὰ αἰσθήματα καὶ τὶς τάσεις τῆς καρδιᾶς σου δὲν βρίσκεις κανένα σφάλμα, κανένα κακό. Ἀντὶ γιὰ τὸ δικό σου θέλημα, νὰ κάνεις τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας, κι ἂς εἶναι αὐτὸ σκληρὸ γιὰ τὴν ἐγωιστική σου καρδιά!
.      Νά, λοιπόν, ποιὸ θάνατο ζητάει ἀπὸ μᾶς ὁ Θεός: Μᾶς ζητάει νὰ θανατώσουμε ἑκούσια τὸν  θάνατο ποὺ ζεῖ μέσα μας, καὶ νὰ λάβουμε ὡς δῶρο τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ζωὴ ποὺ ξεχύνεται ἀπὸ τὸν  Κύριο Ἰησοῦ.
ΨΥΧΗ: Ἀποφασίζω ν’  ἀποκτήσω αὐταπάρνηση! Καὶ μόνο ἀπὸ τὰ λόγια σου γι’  αὐτήν, ἄρχισα κιόλας νὰ αἰσθάνομαι χαρὰ καὶ παρηγοριά. Ἂς ἀφήσουμε τὴν ζωὴ ποὺ  γεννᾶ τὴν ἀπελπισία. Ἂς δεχθοῦμε τὸν  θάνατο ποὺ  ἐγγυᾶται τὴν σωτηρία. Ὁδήγησέ με, νοῦ, στὰ ἴχνη τῶν θελημάτων τοῦ Θεοῦ. Κι ἐσὺ μεῖνε σταθερὰ προσκολλημένος στὸν Λόγο ἐκεῖνο ποὺ  εἶπε γιὰ τὸν ἑαυτό Του: «Ὅποιος μένει ἑνωμένος μαζί μου κι ἐγὼ μαζί του, αὐτὸς δίνει πολὺ καρπό, γιατί χωρὶς ἐμένα δὲν μπορεῖτε νὰ κάνετε τίποτα». Ἀμήν.

 

, , , ,

Σχολιάστε

Ο …“ΚΟΛΛΗΜΕΝΟΣ” ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΝΕΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ 28.11.2010
Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα:
Λουκ. ιη ́ 18-27

Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΝΕΟΣ

Ὁ πλούσιος νέος εἶχε μεγάλα πνευματικὰ ἐνδιαφέροντα. Ἦταν κι ἄρχοντας τῆς Συναγωγῆς καὶ εἶχε μεταφυσικὲς ἀναζητήσεις. Μόλις λοιπὸν ἀντίκρισε τὸν Κύριο, Τὸν πλησίασε καὶ μὲ ἰσχυρὸ ἐνδιαφέρον Τὸν ρώτησε: Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή; Κι ὁ Κύριος τοῦ ἀπάντησε: Γιατί μὲ ὀνομάζεις «ἀγαθό», ἀφοῦ νομίζεις ὅτι εἶμαι ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος; Κανεὶς δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀγαθὸς παρὰ μόνο ἕνας, ὁ Θεός. Γνωρίζεις τὶς ἐντολές! Νὰ μὴ μοιχεύσεις· νὰ μὴ φονεύσεις· νὰ μὴ κλέψεις· νὰ μὴ ψευδομαρτυρήσεις· νὰ τιμᾶς τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου. Ἐκεῖνος ξαφνιασμένος ἀπὸ τὴν ἀπροσδόκητη αὐτὴ ἀπάντηση εἶπε μὲ ἀπορία: Μὰ ὅλα αὐτὰ τὰ φύλαξα ἀπὸ τὰ παιδικά μου χρόνια! Ἕνα σοῦ λείπει ἀκόμη, ἀνταπάντησε ὁ Κύριος. Πούλησε τὴν περιουσία σου, μοίρασέ την στοὺς πτωχοὺς καὶ θὰ ἔχεις θησαυρὸ στὸν οὐρανό· κι ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις. Αὐτὸς ὅμως ὅταν τὸ ἄκουσε αὐτό, λυπήθηκε πολύ. Διότι ἦταν πολὺ πλούσιος καὶ δὲν ἤθελε νὰ ἀποχωρισθεῖ τὰ πλούτη του. Κι ἔφυγε ἀπὸ τὸν Χριστό.
Πῶς ὅμως ἀρνήθηκε τὴν προτροπὴ τοῦ Κυρίου ὁ νέος αὐτός, ὁ ὁποῖος εἶχε τόσο μεγάλες πνευματικὲς ἀναζητήσεις; Εἶχε μεγάλο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν αἰωνιότητα, κάτι ποὺ δὲν ἔχουν οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι, ποὺ ζοῦν μόνο γιὰ τὶς ἡδονὲς καὶ τὴν ὕλη. Ἤθελε νὰ κληρονομήσει τὴν αἰώνια ζωή. Καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια ἀγωνιζόταν νὰ τηρεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Κι ἔψαξε νὰ βρεῖ τὸν κατάλληλο διδάσκαλο γιὰ νὰ πάρει ἀπάντηση σ᾽ ἕνα τόσο σοβαρὸ θέμα. Διότι προσδοκοῦσε ὅτι ὁ Κύριος θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὁδηγήσει μὲ ἀσφάλεια στὴν ὁδὸ ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή. Περίμενε λοιπὸν ν᾽ ἀκούσει κάτι τὸ ἰδιαίτερο καὶ ἀνώτερο ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔκανε. Ὅταν ὅμως πῆρε τὴν ἀπάντηση αὐτή, ξαφνιάστηκε. Αὐτὸς εἶχε ζωὴ καθαρή, εἶχε πίστη, εἶχε ἀναζητήσεις, δὲν εἶχε ὅμως αὐτογνωσία καὶ διάθεση θυσιαστικῆς ὑπακοῆς. Ἐπιθυμοῦσε τὴν ἄλλη ζωή, ἀλλὰ ἦταν κυριευμένος ἀπὸ τὸ φοβερὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας. Κι ἐνῶ στὴν ἀρχὴ φάνηκε πρόθυμος νὰ ἀκούσει τὶς ὁδηγίες τοῦ Κυρίου καὶ νὰ τὶς ἐφαρμόσει, ἐν συνεχείᾳ, ὅταν τοῦ τέθηκε τὸ δίλημμα, ἢ ὁ Χριστὸς  ὁ χρυσός, προτίμησε τὰ πλούτη του κι ἀρνήθηκε τὴν αἰώνια Βασιλεία.Δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν μόνο νὰ πιστεύουμε καὶ νὰ ποθοῦμε τὴν αἰώνια ζωή. Δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχουμε πνευματικὰ ἐνδιαφέροντα καὶ νὰ ἀκοῦμε θρησκευτικὲς ὁμιλίες. Δὲν μᾶς ἐξασφαλίζει τὸ γεγονὸς ὅτι πολλοὶ ἔχουμε ἀπὸ τὰ παιδικά μας χρόνια τηρήσει κάποιες βασικὲς ἐντολές. Μπορεῖ κάποιο πάθος μας νὰ ἀποβεῖ καταστροφικὸ γιὰ τὴν σωτηρία μας, ἐὰν δὲν ἔχουμε διάθεση ὑπακοῆς καὶ θυσίας. Γι᾽ αὐτὸ χρειάζεται νὰ μάθουμε νὰ ὑπακοῦμε στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Σὲ ὅλες κι ὄχι μόνο σ᾽ ἐκεῖνες ποὺ θέλουμε. Ἐὰν θέλουμε νὰ εἴμαστε γνήσιοι μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ Τὸν ἀκολουθοῦμε ὅπου μᾶς καλέσει, θυσιάζοντας τὰ πάντα γι᾽ Αὐτόν, ὅσο κι ἂν αὐτὸ μᾶς φαίνεται δύσκολο ἢ ἀκατόρθωτο.
Ὅταν ὁ Χριστὸς εἶδε τὸν νέο νὰ φεύγει τόσο πολὺ λυπημένος, εἶπε: Πόσο δύσκολα θὰ μποῦν στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα! Εἶναι εὐκολότερο μία καμήλα νὰ περάσει ἀπὸ τὴν μικρὴ τρύπα ποὺ ἀνοίγει ἡ βελόνα, παρὰ νὰ μπεῖ ἕνας πλούσιος στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι τότε ποὺ τὸ ἄκουσαν αὐτό, ἀπόρησαν: Μὰ τότε ποιός μπορεῖ νὰ σωθεῖ; Κι ὁ Κύριος ἀπάντησε: Ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνουν μὲ τὴν ἀσθενικὴ δύναμη τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὰ εἶναι κατορθωτὰ καὶ δυνατὰ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ.Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ λοιπὸν κάνει δυνατὰ ὄχι μόνο τὰ δύσκολα ἀλλὰ καὶ τὰ ἀδύνατα. Διότι μόνο μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ μπορεῖ ὁ πλούσιος νὰ ἀπαγκιστρωθεῖ ἀπὸ τὴν προσκόλλησή του στὰ πλούτη του. Βέβαια καὶ γενικότερα ὅλες οἱ προσκολλήσεις στὰ διάφορα πάθη ποὺ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι μόνο μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ μποροῦν νὰ ὑπερνικηθοῦν. Ὁ Κύριος τονίζει ὅμως τὴν προσκόλληση στὸν πλοῦτο, ἐπειδὴ αὐτὴ δημιουργεῖ πολὺ μεγάλη ἐξάρτηση. Αἰχμαλωτίζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κυριεύει. Τὸν ταυτίζει μὲ τὴν ὕλη καὶ τὸν σκληραίνει πολύ. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Κύριος μᾶς ἐξηγεῖ ὅτι ἡ ἀπεξάρτηση ἀπὸ τὰ πλούτη εἶναι ἀδύνατη μὲ τὶς φτωχές μας ἀνθρώπινες δυνάμεις καὶ δυνατὴ μόνο μὲ τὴν Χάρη του.
Γενικότερα ὅμως ὅλοι μας, σ᾽ ὅποιο πάθος κι ἂν ἔχουμε κάποια ἀδυναμία, θὰ πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι στον̀ δρόμο μας πρὸς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ χρειαζόμαστε ὅλοι μας τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Μόνο μὲ τὶς δικές μας δυνάμεις τίποτε δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε. Δὲν μποροῦμε νὰ ξεπεράσουμε κανένα πάθος. Διότι ἡ πνευματικὴ ζωὴ εἶναι ζωὴ ὑπερφυσική, εἶναι θαῦμα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Τὸ νὰ ἀποκολληθεῖ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ὕλη, τὸν κόσμο καὶ τὴν σάρκα καὶ νὰ στραφεῖ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὰ οὐράνια ἀποτελεῖ θαῦμα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεία Χάρις μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὰ πάθη μας, μᾶς κινεῖ σὲ μετάνοια, μᾶς καθαρίζει, μᾶς ἀναγεννᾶ, μᾶς ἁγιάζει. Ἐμεῖς κάνουμε τὸ ἐλάχιστο, προσφέρουμε τὴν διάθεσή μας, καὶ τὸ μεγάλο καὶ ἀκατόρθωτο τὸ ἐργάζεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Ἂς κάνουμε λοιπὸν ἐμεῖς τὸ ἐλάχιστο, γιὰ νὰ μᾶς προσφέρει ὁ Θεὸς τὸ ἄπειρο, τὴν παντοδύναμη Χάρη του.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», τ. 1989/ 15.11.09
Στοιχειοθεσία :« ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , ,

Σχολιάστε