«ΟΙ ΚΛΗΡΙΚΟΙ ΩΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΙΣΘΟΔΟΤΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ. Τὸ ἀντίθετο σημαίνει βῆμα χαλάρωσης τοῦ δεσμοῦ τοῦ κράτους μὲ τοὺς ἐφημερίους» (Μητροπ. Μάνης Χρυσόστομος Γ´)

Ο κληρικο ς θρησκευτικο λειτουργο
πρέπει ν μισθοδοτονται π τ κράτος

τοῦ Μητροπολ. Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

Σχετικὰ μὲ τὴν πρόσφατη πρόταση συμφωνίας μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Κράτους, ποὺ ἦλθε στὸ προσκήνιο, ὁ Μητροπολίτης Μάνης Χρυσόστομος Γ´ δήλωσε τὰ κάτωθι:

.               Ἀναφανδὸν τάσσομαι κατὰ τῆς ἀναθεώρησης τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος, καθ’ ὅτι τοῦτο ἄριστα ἔχει διατυπωθεῖ καὶ οὐδόλως χρήζει τροποποιήσεως ἢ οἱασδήποτε ἀλλαγῆς. Εἰδικότερα, ἡ προτεσταντικὴ θεωρία περὶ θρησκευτικῆς οὐδετερότητας δὲν συνάδει μὲ τὸν μακραίωνο ἱστορικό, νομικό, κοινωνικὸ καὶ Χριστιανικὸ ὀρθόδοξο πολιτισμό μας. Τὸ δὲ ἄρθρο 13 τοῦ Συντάγματος καλύπτει ὅλα τὰ ζητήματα τῆς ἀνεξιθρησκείας καὶ τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας.
.               Ὅσον ἀφορᾶ τὸν ἱερὸ κλῆρο, ὡς γνωστόν, οἱ Ἐφημέριοι ἱερεῖς καὶ διάκονοι συνδέονται μὲ τὸ ν.π.δ.δ. τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ ἢ τῆς Μητρόπολης μὲ σχέση δημοσίου Δικαίου, σύμφωνα μὲ τὰ ἄρθρα 36 καὶ 42 τοῦ ν. 590/1977 καὶ ἡ ἀμοιβή τους καταβάλλεται ἀπὸ τὸ Δημόσιο (ἄρθρο 38 ν. 590/1977, ἀ.ν. 536/1945 καὶ 469/1948). Πρόκειται γιὰ τριμερῆ σχέση ἐργασίας.
.               Εἰδικότερα τὸ Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας μὲ τὴν 507/1983 (Τμ. Γ΄) ἀπόφασή του δέχθηκε ὅτι «οἱ Ἐφημέριοι ἱερεῖς εἶναι θρησκευτικοὶ λειτουργοί». Πρόκειται γιὰ εἰδικὴ κατηγορία ὑπαλλήλων, ὅπως ὑπάρχουν οἱ στρατιωτικοί, οἱ δικαστικοί, οἱ διπλωματικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ἐμπειρογνώμονες κ.ἄ.
.               Ὁ ἰδιαίτερος χαρακτήρας τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου ὡς θρησκευτικῶν λειτουργῶν καὶ τὸ εἰδικὸ καθεστώς, βάσει τοῦ ὁποίου ὑφίσταται καὶ ὁριοθετεῖται τὸ ποιμαντικὸ καὶ κοινωνικὸ ἔργο τους καὶ ἰδίᾳ τὸ μισθολογικὸ σημερινὸ καθεστὼς πρέπει νὰ διαφυλαχθεῖ ὡς ἔχει.
.               Οἱ κληρικοὶ ὅλων τῶν βαθμῶν ὡς θρησκευτικοὶ λειτουργοὶ πρέπει νὰ μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὸ κράτος. Μία ἀποσύνδεση τοῦ μισθολογίου τῶν κληρικῶν ἀπὸ τὸ κράτος αὐτομάτως θὰ ἐπισημάνει ὑποβάθμιση τῆς θέσης καὶ τῆς κοινωνικῆς καὶ μισθολογικῆς καταστάσεώς τους.
.               Εἰδικότερα:
1) Ὁ μισθοδοτούμενος ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἔχει ὡς ἐργοδότη του ἕνα νομικὸ πρόσωπο δημοσίου δικαίου, τὸ ὁποῖο ἀσκεῖ ἐξουσία πρωτογενῆ, τὴν ὁποία κανένα ἄλλο νομικὸ πρόσωπο δημοσίου ἢ ἰδιωτικοῦ δικαίου δὲν ἔχει.
2) Ὅπως εἶναι σήμερα θεσμοθετημένο τὸ νομικὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖο ἀφορᾶ τοὺς ἐφημερίους, τὸ Ἐλεγκτικὸ Συνέδριο, κατὰ τὴν ἐφαρμογὴ διατάξεων οἰκονομικοῦ περιεχομένου, δὲν ἐξαιρεῖ αὐτοὺς ἀπὸ τὸν εὐρύτερο κύκλο τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν Ν.Π.Δ.Δ. (Ἐλεγκτικὸ Συνέδριο 7/1997 Α΄ Κλιμακίου) καὶ ἡ Γνωμοδότηση 41/2008 (Γ Τμῆμα) τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους, δέχεται τὴν ὑπαγωγὴ τῶν κληρικῶν στὶς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 18 Ν. 3448/2006, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν στὴν πρόσληψη στὸ Δημόσιο συγγενοῦς ἀποβιώσαντος κατὰ τὴν ἐκτέλεση τοῦ ὑπηρεσιακοῦ καθήκοντος.
.               Μία ἀπεικόνιση τοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ τῆς χώρας θὰ μᾶς δείξει ὅτι οἱ 8000 περίπου ἐφημέριοι, οἱ ὁποῖοι μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὸ κράτος εἶναι ἕνα πολὺ μικρὸ ποσοστὸ τῶν μισθοδοτούμενων ἀπὸ αὐτό, καὶ δὲν ἐπηρεάζει καίρια τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους, καὶ ἐν προκειμένῶ ἄλλες εἶναι οἱ βουλές, ἀντιθέτου ρύθμισης.
.               Εἶναι ἕνα βῆμα χαλάρωσης τοῦ δεσμοῦ τοῦ κράτους μὲ τοὺς ἐφημερίους. Σύμφωνα μὲ ἔρευνα τοῦ συνδέσμου Ἐπιχειρήσεων καὶ Βιομηχανιῶν (ΣΕΒ) τὸ πρῶτο τρίμηνο τοῦ 2017 οἱ μισθωτοὶ τοῦ δημοσίου τομέα ἦταν 806,2 χιλιάδες ποὺ ἀντιστοιχοῦσαν στὸ 51% τῶν μισθωτῶν τοῦ ἰδιωτικοῦ τομέα (1.585.000 ἐργαζόμενοι), δηλαδὴ τὸ 34% τοῦ συνόλου τῶν μισθωτῶν.
.         Ἔπειτα, μετατροπ τς τακτικς μισθοδοσίας σ «πιδότηση» μπεριέχει πασιφανς τν κίνδυνο μίας μελλοντικς μείωσης κα κατάργησης νεκεν οκονομικς δυναμίας το κράτους.
.             Ἡ ἐπιδότηση δὲν παρέχει τὰ ἐχέγγυα τῆς κρατικῆς μισθοδοσίας. Συνωδά, ἀσάφεια ὑφίσταται γιὰ τὶς συντάξεις καὶ τὴν ἰατροφαρμακευτικὴ περίθαλψη.
.           Ἐν κατακλεῖδι, κατὰ σοφὴ κίνηση δὲν ἐτέθη καμία ὑπογραφὴ οὔτε ὑφίσταται νομικὸ κείμενο καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς βρισκόμεθα σὲ μὴ ὥριμη χρονικὴ περίοδο, τὸ πλέον συνετὸ θὰ ἦταν, νὰ μὴν συνεχισθεῖ ἡ περαιτέρω συζήτηση καὶ νὰ παραμείνουν τὰ πράγματα ὡς ἔχουν.
.           Ἡ μεγάλη πείρα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ ἡ ἀδιαμφισβήτητη ἀγάπη του γιὰ τὴν Ἐκκλησία, τοὺς κληρικοὺς καὶ τὸ Ἔθνος, ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὴν Ἱεραρχία, θὰ δώσουν τελικὰ τὴν δέουσα διευθέτηση τοῦ ὅλου ζητήματος. Μὴ λησμονοῦμε δέ, τοὺς πάντα ἐπίκαιρους λόγους τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου. «Τοιοῦτον ἔχει μέγεθος ἡ Ἐκκλησία· πολεμουμένη νικᾶ καὶ χειμάζεται, ἀλλὰ ναυάγιον οὐχ ὑπομένει».

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

 

 

Advertisements

,

Σχολιάστε

ΧΡHΣΙΜΑ ΣΥΜΠΕΡAΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΥΤΟΝΙΚO

 

 Χρήσιμα συμπεράσματα γιὰ τὸ πολυτονικό

Ἀντώνιος Α. Ἀντωνάκος
Κλασσικός φιλόλογος – Ἱστορικός – συγγραφέας
ἐφημ. «Δημοκρατία», 11.11.18

.             Ἀπὸ τὶς ἐπιστημονικὲς ἔρευνες που ἔχουν γίνει τὰ τελευταῖα χρόνια τόσο στὴν Ἑλλάδα ὅσο καὶ στὸ ἐξωτερικό ἔχει πιστοποιηθῆ ἀκόμη περισσότερο ἡ ἀξία τῆς κλασσικῆς ἑλληνικῆς καὶ τοῦ πολυτονικοῦ στὴν καταπολέμηση τῶν μαθησιακῶν δυσκολιῶν. Τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ μᾶς χρειάζονται ὄχι γιὰ λόγους ἐθνικῆς ὑπερηφάνειας, ἀλλὰ διότι τὰ ἔχει ἀνάγκη ὁ ἐγκέφαλος ὅλων τῶν ἀνθρώπων γιὰ νὰ βελτιώσει τὴν εὐφυΐα του. Τί ἐννοῶ μὲ αὐτό;
.             Ἐνῶ, δηλαδή, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν σχεδὸν τὸν ἴδιο ἀριθμὸ νευρώνων στὸν ἐγκέφαλό τους, διαφέρουν στὸν ἀριθμὸ τῶν νευρικῶν συνάψεών τους. Καὶ οἱ νευρικὲς αὐτὲς συνάψεις ἔχουν τὴν μία καὶ μοναδικὴ ἰδιότητα, νὰ αὐξάνουν σὲ ἀριθμὸ κάθε φορὰ ποὺ δέχονται καινούργιο ἐρεθισμό. Σὲ αὐτὴν τὴν παράμετρο τὰ πρωτεῖα κατέχει ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα. Ὁ λόγος εἶναι πολύ ἁπλὸς ἀλλὰ καὶ πολύ σημαντικός. Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει ἑκατοντάδες χιλιάδες λέξεις, ἑκατομμύρια λεξιτύπους, τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα καὶ τὶς τεράστιες δυνατότητες συνδυασμοῦ τῶν λέξεών της σὲ λογικές, συντακτικῶς ὀρθὲς δομὲς.
.              Τὸ συμπέρασμα λοιπὸν ποὺ προκύπτει εἶναι ὅτι ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ δημιουργεῖ κάθε ἡμέρα, κάθε ὥρα καὶ κάθε στιγμή καινούργιους ἐρεθισμοὺς, ἑπομένως καὶ καινούργιες νευρικὲς συνάψεις, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ αὐξάνει τὴν εὐφυΐα τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐτὸ καὶ στὸ ἐξωτερικό, ὅταν οἱ γονεῖς προσφεύγουν σὲ εἰδικοὺς γιατροὺς γιὰ τὶς μαθησιακὲς δυσκολίες τῶν παιδιῶν τους, ἐκεῖνοι τοὺς συνιστοῦν τὴν ἐκμάθηση μιᾶς κλασσικῆς γλώσσας καὶ κυρίως τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς καὶ τῆς κινεζικῆς.
.                Γιὰ τὴν σοβαρότητα καὶ τὴν σημασία αὐτῶν τῶν διαπιστώσεων ἔχουμε νὰ παραθέσουμε κάποια σημαντικὰ καὶ ἀξιόλογα παραδείγματα. Ὁ Ἀνδρέας Δημητρίου, καθηγητὴς στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Κύπρου, εἶχε διεξαγάγει ἔρευνα κατὰ τὸ 2004 στὴν Θεσσαλονίκη, μὲ τὴν Zhung Xiung Kui καὶ ἄλλους Ἕλληνες καὶ Κινέζους συναδέλφους του, ἐξετάζοντας Ἑλληνόπουλα καὶ Κινεζόπουλα 8-14 ἐτῶν. Μάλιστα, μέτρησαν τὶς ἴδιες μὲ τὴν έδῶ διεξαχθεῖσα ἔρευνα τοῦ Ἀνοικτοῦ Ψυχοθεραπευτικοῦ Κέντρου τοῦ ψυχιάτρου δρος Γιάννη Τσέγκου ἱκανότητες καὶ λειτουργίες.
.                Τὰ ἀποτελέσματα ἔδειξαν ὅτι τὰ Κινεζάκια ὑπερτεροῦσαν τῶν δικῶν μας ἑλληνοπαίδων στὶς ὀπτικοαντιληπτικὲς λειτουργίες καὶ ἡ ὑπεροχὴ αὐτὴ ἀποδίδεται στὴν ὑπερεντατικὴ προσπάθεια τοῦ νὰ ἐκμάθουν τὰ ἰδεογράμματα τῆς ἀρχαίας κινεζικῆς, τῆς μανδαρινικῆς. Ἡ ἔρευνα αὐτή δημοσιεύθηκε τὸν Δεκέμβριο τοῦ 2004, ἑπτὰ μῆνες μετὰ τὴν πρώτη ἀνακοίνωση τῆς ὁμάδος Τσέγκου. Αὐτὰ μὲ τὶς ἔρευνες σὲ Κινέζους καὶ δυτικούς. Ἐμεῖς, ὅμως, δηλαδὴ τὸ κράτος ἢ, ἀκριβέστερα, τὰ κόμματα, χάριν τῶν ἐφημερίδων καὶ μέσῳ ἐπιλεγμένων «ἁρμοδίων», ἐξακολουθοῦμε νὰ παρέχουμε «εὐκολίες» ἐν ὀνόματι μιᾶς ἀχαρακτήριστης «προοδευτικότητος».
.                 Ἐπίσης, στὸ ἀξιόλογο περιοδικὸ «ΕΥΘΥΝΗ» εἶχε διαπιστωθῆ, λίγα χρόνια πρὶν ἀπό τὴν ἀνωτέρω ἔρευνα, τὸ ἴδιο ἀκριβῶς ἀποτέλεσμα, ὅπου ὁ πρέσβυς Μ. Μεγαλοκονόμος περιέγραψε τὸν διάλογο ἑνὸς Ἕλληνος πολιτικοῦ καὶ ἑνὸς φίλου του, ποὺ εἶχε γνωρίσει ἀπὸ κοντά τὴν Κίνα καὶ τοὺς Κινέζους. Τὸ ἐρώτημα τοῦ πολιτικοῦ ἦταν: «Πῶς τὰ καταφέρνουν οἱ Κινέζοι μαθητὲς νὰ εἶναι πρῶτοι σὲ ὅλους τοὺς διεθνεῖς διαγωνισμοὺς Μαθηματικῶν καὶ Φυσικῆς καὶ οἱ Κινέζοι φοιτητὲς νὰ διαπρέπουν στὰ ἀμερικανικὰ πανεπιστήμια;» Ἡ ἀπάντηση ποὺ δίδει ὁ γνώστης τῆς Κίνας εἶναι ἐντυπωσιακὴ καὶ μᾶς κάνει ὄχι μόνο νὰ μελαγχολοῦμε ἀλλὰ καὶ νὰ θυμώνουμε καὶ νὰ ἀγανακτοῦμε γιὰ τὴν ἑλληνικὴ γλωσσικὴ καὶ τήν ἐκπαιδευτικὴ πολιτική.
.                Τὸ μεγάλο μυστικὸ λοιπόν τῶν Κινέζων εἶναι ὅτι τὰ μικρὰ παιδιὰ ἀφιερώνουν χρόνο, κόπο καὶ πνευματικὴ προσπάθεια στὶς δύο πρῶτες τάξεις τοῦ δημοτικοῦ γιὰ νὰ μάθουν τό πολύ δύσκολο κινεζικὸ ἀλφάβητο, μὲ τά πολλὲς ἑκατοντάδες ἰδεογράμματα, καὶ μάλιστα ἀνθίστανται σὲ κάθε πρόταση γιὰ ἁπλούστευση τοῦ ἀλφαβήτου τους. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ μαθησιακὴ προσπάθεια τῶν μικρῶν Κινέζων εἶναι ποὺ προπονεῖ τὸ μυαλό τους καὶ ἑτοιμάζει τὸν ἐγκέφαλό τους γιὰ μεγάλα ἐπιστημονικὰ ἐπιτεύγματα.
.              Ἀλλὰ καὶ οἱ Ἰάπωνες διεπίστωσαν κάτι ἀντίστοιχο. Πρίν ἀπό λίγα χρόνια, ὅταν ἀκούσθηκαν καὶ ἐκεῖ ἀπόψεις ὑπέρ τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου, ἡ κυβέρνηση ἀντέδρασε σωστά καὶ σοβαρά, ὅπως ἁρμόζει σὲ κυβέρνηση εὐνομουμένου καὶ σοβαροῦ συγχρόνου κράτους καὶ ὄχι σὲ ὑπνοβάτες τῆς πολιτικῆς. Ἀνέθεσε τό θέμα σέ μία Ἐπιτροπή Γλωσσολόγων, Παιδαγωγῶν, Οἰκονομολόγων καὶ ἄλλων ἐπιστημόνων καὶ μετά δύο χρόνια μελέτης ἐκεῖνοι κατέληξαν στὸ ἀκόλουθο συμπέρασμα-ἐντολή, τὸ ὁποῖο ἦταν τὸ ἑξῆς: «Μήν κάνετε καμία ἁπλούστευση στὸ ἀλφάβητό μας. Μὴ συζητήσετε οὔτε ὡς ἀστεῖο τὴν εἰσαγωγή τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου, διότι ἡ πνευματικὴ προσπάθεια ποὺ καταβάλλουν τά παιδιά μας γιὰ νὰ μάθουν τὰ δύσκολα ἰδεογράμματα ἀποτελεῖ τὴν βάση τοῦ οἰκονομικοῦ θαύματος τῆς Ἰαπωνίας»!
.                 Ποιά διεπιστημονική ἐπιτροπή, ὅμως, ρώτησαν οἱ μισοκοιμώμενοι βουλευτές τοῦ ἑλλαδικοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ποιόν εἰδικὸ συμβουλεύθηκαν, ὅταν ἐλάμβαναν τὴν ἀπόφαση νὰ καταργήσουν ἐν μιᾷ νυκτὶ τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα; Ἡ ἐρώτηση, βεβαίως, εἶναι ρητορική! Κανέναν!

 

,

Σχολιάστε

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ καὶ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ μέσῳ «προθέσεως γιὰ ἱστορικὴ συμφωνία» (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Θρησκευτική οὐδετερότητα τῆς Πολιτείας
καί ἀξιοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας

Τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καί Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου
«Ἐκκλησιαστικὴ Παρέμβαση»
(
parembasis.gr)

.                 Δημοσιεύθηκε τό σχέδιο ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἀπό τόν ΣΥΡΙΖΑ, ὅπως καί ἡ συνοδευτική ἔκθεση. Ὕστερα, ὅμως, ἀπό μερικές ἡμέρες ἀνακοινώθηκε ἡ «πρόθεση» γιά μιά «ἱστορική συμφωνία» μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας γιά τήν ἐκκλησιαστική περιουσία καί τήν μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν.
.                 Τά δύο αὐτά θέματα συνδέονται μεταξύ τους καί δέν εἶναι δυνατόν νά ἐκλαμβάνονται μεμονωμένα, ἄλλωστε συζητήθηκαν μαζί. Τό ἕνα εἶναι ἡ θρησκευτική οὐδετερότητα τοῦ Κράτους, «μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται κανονιστικά καί πρακτικά», κατά τήν αἰτιολογική ἔκθεση, πού ἐνδιαφέρει κυρίως τήν Κυβέρνηση, καί αὐτό προτείνεται νά γίνη μέ τήν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος, καί τό ἄλλο εἶναι ἡ ἀξιοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται, πού ἀπασχολοῦσε πάντοτε τόν Ἀρχιεπίσκοπο. Δηλαδή, στό ὅλο θέμα πού ἀνέκυψε ὑπάρχουν δύο βασικά ἑρμηνευτικά κλειδιά, τό ἕνα εἶναι ἡ «θρησκευτική οὐδετερότητα», καί τό ἄλλο εἶναι ἡ ἀξιοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας.
.                 Ἄν μερικοί περιορίζουν τήν συζήτηση στήν ἀξιοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας γιά τήν μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν, καί παραθεωροῦν τήν προτεινόμενη μεταρρύθμιση στό ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος μέ τό κυριότερο τήν εἰσαγωγή τῆς θρησκευτικῆς οὐδετερότητας τῆς Πολιτείας, τότε αὐτό λειτουργεῖ ἀποπροσανατολιστικά.
.                 Θεωρῶ ὅτι ἐμεῖς οἱ Κληρικοί δέν πρέπει νά πέσουμε στήν «παγίδα», ἐν ὀνόματι τῆς μισθοδοσίας τῶν Κληρικῶν, πού καί αὐτό εἶναι σημαντικό θέμα, νά ἀμνηστεύσουμε στήν εἰσαγόμενη θρησκευτική οὐδετερότητα τῆς Πολιτείας καί κυρίως τήν ἀλλοίωση τοῦ 3ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
.                 Στήν συνέχεια θά τονίσω μερικά σημεῖα σέ αὐτά τά δύο θέματα μέ ἁπλό καί εὐσύνοπτο τρόπο.

1.Ἡ προτεινόμενη τροποποίηση τοῦ 3ου ἄρθρου

.                 Γιά πολλά χρόνια σέ δεκάδες ἄρθρα μου καί σέ πολλές συνεντεύξεις μου, ὑποστήριζα ὅτι ἡ φράση «χωρισμός Ἐκκλησίας Πολιτείας» δέν μπορεῖ νά εὐσταθήση σέ μιά εὐνομούμενη Πολιτεία, γιατί κανένας στήν δημοκρατική Πολιτεία δέν μπορεῖ νά εἶναι χωρισμένος ἀπό αὐτήν. Γι’ αὐτό, ὅπως ὑποστήριζα, ἡ καλύτερη φράση εἶναι ὁριοθέτηση τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καί Πολιτείας ἤ ὀρθότερα ὁριοθέτηση τῶν σχέσεων ἐκκλησιαστικῆς καί κρατικῆς διοικήσεως. Κυρίως θά ἔπρεπε ἡ Πολιτεία μέ ἕνα νόμο νά καθορίση τήν νομική προσωπικότητα τῆς Ἐκκλησίας καί νά δίνη ἐξουσιοδοτήσεις γιά νά ρυθμίζη μόνη της τά τοῦ οἴκου της βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων.
.                 Τελικά, ἐπελέγη ἡ φράση «ἐξορθολογισμός τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καί Κράτους», «σχέσεων Κράτους-Ἐκκλησίας» καί «ΔΙΑΚΡΙΤΟΤΗΤΑ ΚΡΑΤΟΥΣ-ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ». Πρόκειται γιά θετικό βῆμα, ἀφοῦ κατανοήθηκε ἡ βάση τῶν σκέψεών μου πού ἀνταποκρίνονται στήν ἀλήθεια.
.                 Ἐπίσης, εἶναι σημαντικό τό ὅτι παρέμεινε τό προοίμιο τοῦ Συντάγματος, τό ὁποῖο δείχνει ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Κράτους ὀφειλόταν στήν Ἐπανάσταση τῶν Ἑλλήνων, στήν ὁποία σημαντικό ρόλο ἔπαιξαν οἱ Κληρικοί καί δέν ἔγινε μέ τήν παρέμβαση τῶν ξένων Δυνάμεων. Ἄν προτεινόταν ἡ διαγραφή τοῦ προοιμίου τοῦ Συντάγματος, τότε θά φαινόταν ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἦταν ἀποτέλεσμα ἀποφάσεων τῶν ξένων Δυνάμεων καί ἄρα συνομολογεῖται ὅτι ἦταν ἕνα προτεκτοράτο.
.            Μετά τά βασικά αὐτά σημεῖα, θά παρατεθοῦν μερικές σκέψεις μου γιά τήν προτεινόμενη μεταρρύθμιση στό ἄρθρο 3.
.                 Τό ἐν ἰσχύι Σύνταγμα ἔχει μιά λογική θεσμική διάρθρωση. Διαιρεῖται σέ τέσσερα μεγάλα μέρη, ἤτοι: Μέρος Πρῶτο: Βασικές διατάξεις (ἄρθ. 1-3). Μέρος Δεύτερο: Ἀτομικά καί κοινωνικά δικαιώματα (ἄρθ. 4-25). Μέρος Τρίτο: Ὀργάνωση καί λειτουργίες τῆς Πολιτείας (ἄρθ. 26-105). Μέρος Τέταρτο: Εἰδικές τελικές καί μεταβατικές διατάξεις (ἄρθ. 106-120).
.                 Αὐτό σημαίνει ὅτι καλῶς ἡ διάταξη πού ἀναφέρεται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία παρέμεινε στό πρῶτο μέρος, γιατί βρίσκεται στίς «βασικές διατάξεις», ὅπως τήν «μορφή τοῦ Πολιτεύματος» καί τίς «σχέσεις Ἐκκλησίας Πολιτείας». Ἄλλωστε, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι «θεσμός» πού προϋπῆρχε τῆς συγκροτήσεως τοῦ Κράτους, καί μάλιστα συνετέλεσε στήν ἐλευθερία τῶν Ἑλλήνων καί τήν ἀνεξαρτησία τους, ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ καί στήν Διακήρυξη τῆς Ἀνεξαρτησίας (1822).
.                 Ἐπί πλέον στό ἄρθρο 3, τό ὁποῖο περιλαμβάνεται στίς βασικές διατάξεις τοῦ Συντάγματος συγκαταλέγονται καί οἱ σχέσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὅπως διαλαμβάνονται στόν Πατριαρχικό Τόμο τοῦ 1850 καί τήν Πατριαρχική Πράξη τοῦ 1928. Εἶναι σημαντικό νά ὑπογραμμισθῆ ὅτι οἱ λεγόμενες «Νέες Χῶρες» πού ρυθμίζονται ἀπό τήν Πατριαρχική Πράξη τοῦ 1928, εἶναι Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἐν Ἑλλάδι, εἶναι, δηλαδή, «κανονικό ἔδαφος» τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τό ὁποῖο βρίσκεται ἐκτός Ἑλλάδος, καί παραχωρήθηκαν «ἐπιτροπικῶς» νά διοικηθοῦν «ὑπό τύπον προσωρινότητος» ἀπό τήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.
.                 Ἑπομένως, τό ἄρθρο 3 δέν θά μποροῦσε νά συμπεριληφθῆ στά ἄλλα τρία μέρη τοῦ Συντάγματος, δηλαδή οὔτε στά «ἀτομικά καί κανονικά δικαιώματα», οὔτε στίς «Ὀργανωτικές λειτουργίες τοῦ Πολιτεύματος», οὔτε, φυσικά, στίς «εἰδικές τελικές καί μεταβατικές διατάξεις». Ἄλλωστε, οὔτε ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, οὔτε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, πού ἔχει κατά διαφόρους τρόπους καί τμήματα στήν Ἑλληνική Ἐπικράτεια (Μητροπόλεις Δωδεκαννήσου καί ἡμιαυτόνομη Ἀρχιεπισκοπή Κρήτης), μποροῦν νά θεωρηθοῦν ὡς λειτουργίες τῆς Πολιτείας.
.                 Στήν συνέχεια θά παρατεθῆ τό 3ο ἄρθρο τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος καί πῶς προτείνεται γιά ἀναθεώρηση.

*Ἰσχύουσα διάταξη: «1.Ἐπικρατοῦσα θρησκεία στήν Ἑλλάδα εἶναι ἡ θρησκεία τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδας, πού γνωρίζει κεφαλή της τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, ὑπάρχει ἀναπόσπαστα ἑνωμένη δογματικά μέ τή Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης καί μέ κάθε ἄλλη ὁμόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τηρεῖ ἀπαρασάλευτα, ὅπως ἐκεῖνες, τούς ἱερούς ἀποστολικούς καί συνοδικούς κανόνες καί τίς ἱερές παραδόσεις. Εἶναι αὐτοκέφαλη, διοικεῖται ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Ἀρχιερέων καί ἀπό τή Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο πού προέρχεται ἀπό αὐτή καί συγκροτεῖται ὅπως ὁρίζει ὁ Καταστατικός Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας, μέ τήρηση τῶν διατάξεων τοῦ Πατριαρχικοῦ Τόμου τῆς κθ΄ (29) Ἰουνίου 1850 καί τῆς Συνοδικῆς Πράξης τῆς 4ης Σεπτεμβρίου 1928.

2.Τό ἐκκλησιαστικό καθεστώς πού ὑπάρχει σέ ὁρισμένες περιοχές τοῦ Κράτους δέν ἀντίκειται στίς διατάξεις τῆς προηγούμενης παραγράφου.

3.Τό κείμενο τῆς Ἁγίας Γραφῆς τηρεῖται ἀναλλοίωτο. Ἡ ἐπίσημη μετάφρασή του σέ ἄλλο γλωσσικό τύπο ἀπαγορεύεται χωρίς τήν ἔγκριση τῆς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδας καί τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας στήν Κωνσταντινούπολη».

Προτεινόμενη διάταξη: «Ἡ Ἑλληνική Πολιτεία εἶναι θρησκευτικά οὐδέτερη. Ἐπικρατοῦσα θρησκεία στήν Ἑλλάδα εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία βρίσκεται ἀναπόσπαστα ἑνωμένη δογματικά μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως καί μέ κάθε ἄλλη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τηρεῖ ἀπαρασάλευτα τούς Κανόνες τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τήν ἐκκλησιαστική παράδοση. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδας εἶναι αὐτοκέφαλη καί διοικεῖται σύμφωνα μέ ὅσα ὁρίζουν ὁ Καταστατικός Χάρτης της, ὁ Πατριαρχικός Τόμος τοῦ 1850 καί ἡ Συνοδική Πράξη τοῦ 1928. Τό ἐκκλησιαστικό καθεστώς τῆς Κρήτης καί τῶν Δωδεκανήσων δέν ἀντίκειται στίς παραπάνω διατάξεις.

Ἑρμηνευτική δήλωση: Ὁ ὅρος ἐπικρατοῦσα θρησκεία δέν ἀποτελεῖ ἀναγνώριση ἐπίσημης κρατικῆς θρησκείας καί δέν ἐπιφέρει καμιά δυσμενῆ συνέπεια σέ βάρος ἄλλων θρησκευμάτων καί γενικότερα στήν ἀπόλαυση τοῦ δικαιώματος τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας».

.           Ἀπό τήν ἐξέταση τῶν δύο αὐτῶν κειμένων, τοῦ ἰσχύοντος καί τοῦ προτεινομένου, φαίνεται ὅτι στήν προτεινόμενη ἀναθεώρηση διαγράφονται οἱ ἑξῆς φράσεις: «ἡ θρησκεία τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», «τῆς Ἑλλάδας», «πού γνωρίζει κεφαλή της τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό», «ὑπάρχει», «Μεγάλη Ἐκκλησία», «ὁμόδοξη», «καί τίς ἱερές παραδόσεις». Ἐπίσης, διαγράφεται τελείως ἡ παράγραφος 3 καί γίνονται μερικές ἐσωτερικές ἀλλαγές.

.                 Θά γίνουν μερικές ἐπισημάνσεις, γιά τήν προτεινόμενη ἀλλαγή.
.           α) Τό ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος ἀναφέρεται πρωτίστως στίς σχέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί δευτερευόντως μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Καί αὐτό, γιατί ἀναφέρεται στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί τίς ἄλλες Ὁμόδοξες Ἐκκλησίες, μνημονεύονται τά Καταστατικά κείμενα, ἤτοι ὁ Συνοδικός Τόμος τοῦ 1850 καί ἡ Πατριαρχική Πράξη τοῦ 1928, ὅπως μνημονεύονται καί τά ἐκκλησιαστικά καθεστῶτα πού ὑπάρχουν σέ ὁρισμένες περιοχές τοῦ Κράτους, ἐννοώντας τό Ἅγιον Ὄρος, τά Δωδεκάννησα, ἡ Κρήτη.
.                 Ἐπί πλέον τό ἄρθρο 3 δέν ἀντιστρατεύεται στά «ἀτομικά καί κοινωνικά δικαιώματα» οὔτε στήν ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης κάθε ἄλλης γνωστῆς θρησκείας. Ἔτσι, τό ἄρθρο 13 εἶναι εὐρύτερο καί καθολικότερο τοῦ ἄρθρου 3, γιατί ἀναφέρεται στούς πολίτες τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, οἱ ὁποῖοι θέλουν νά ἀνήκουν σέ ὁποιαδήποτε γνωστή θρησκεία. Ὁπότε, ὅπως ἔχει ὑποστηριχθῆ, τό ἄρθρο 3 στήν πραγματικότητα εἶναι ὑποκείμενο τοῦ ἄρθρου 13, ἤ καλύτερα τό ἄρθρο 13 εἶναι καθολικότερο καί γενικότερο 3.
.                 Ἑπομένως, ἡ ἐπανειλημμένη καί μέ ἔμμονη διάθεση ἐκφρασθεῖσα ἄποψη ὅτι πρέπει νά «πειραχθῆ» τό περιεχόμενο τοῦ ἄρθρου 3 εἶναι ἀλυσιτελής, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία μέ βάση τό ἄρθρο 13 περί ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως θά μποροῦσε νά ρυθμίση νομοθετικά θέματα πού ἀφοροῦν τά κοινωνικά καί ἀτομικά δικαιώματα τῶν πολιτῶν της, καί τήν ἐλευθερία τους. Ἐπίσης οἱ λειτουργοί ὅλων τῶν γνωστῶν θρησκειῶν καί τῆς «ἐπικρατούσας θρησκείας» ὑπόκεινται στήν ἴδια ἐποπτεία τῆς Πολιτείας καί στίς ὑποχρεώσεις τους ἀπέναντί της.
.                 Αὐτό σημαίνει, ἐκτός τῶν ἄλλων, ὅτι ἰσχύει αὐτό πού ὑποστηρίχθηκε προηγουμένως, ὅτι δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη χωρισμός Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, ἀλλά νά καθορισθοῦν καλύτερα οἱ σχέσεις μεταξύ τους, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία ἐποπτεύει τούς λειτουργούς ὅλων τῶν γνωστῶν θρησκειῶν.
.                 β) Γιά τήν ἀναθεώρηση προτείνονται δύο βασικές ἀλλαγές.
.                 Ἡ πρώτη ἀλλαγή εἶναι νά προηγηθῆ στό ἄρθρο 3 ἡ φράση «ἡ Ἑλληνική Πολιτεία εἶναι θρησκευτικά οὐδέτερη», καί ἀμέσως νά ἀκολουθήσουν τά σχετικά μέ τήν «ἐπικρατοῦσα θρησκεία στήν Ἑλλάδα».
.                 Στήν πρόταση τοῦ «ΣΥΡΙΖΑ» γίνεται τό ἑξῆς ἐνδιαφέρον. Ἀρχίζει τό ἄρθρο μέ τήν πρόταση «ἡ Ἑλληνική Πολιτεία εἶναι θρησκευτικά οὐδέτερη». Ἐπίσης, στήν ἑρμηνευτική δήλωση, πού εἶναι ἀπόλυτα ἰσότιμη διάταξη τοῦ Συντάγματος –γενικότερα οἱ ἑρμηνευτικές δηλώσεις, κατά τόν Εὐάγγελο Βενιζέλο, «γιά λόγους νομοτεχνικούς καί συστηματικούς ἐκφράζονται μέ τή μορφή αὐτή καί ὄχι ὡς παράγραφοι ἤ ὡς ἐδάφια τοῦ συνταγματικοῦ κειμένου»– γράφεται: «Ὁ ὅρος ἐπικρατοῦσα θρησκεία δέν ἀποτελεῖ ἀναγνώριση ἐπίσημης κρατικῆς θρησκείας καί δέν ἐπιφέρει καμιά δυσμενῆ συνέπεια σέ βάρος ἄλλων θρησκευμάτων καί γενικώτερα στήν ἀπόλαυση τοῦ δικαιώματος τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας».
.                 Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι στό ἄρθρο 3 εἰσάγεται ἡ φράση «ἡ Ἑλληνική Πολιτεία εἶναι θρησκευτικά οὐδέτερη», καί τό ἴδιο μέ ἄλλη φρασεολογία ἐπαναλαμβάνεται στήν «ἑρμηνευτική δήλωση» ὅτι δηλαδή ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν εἶναι «ἐπίσημη κρατική θρησκεία». Τό ὅλο δέ περιεχόμενο τῆς «ἑρμηνευτικῆς δήλωσης» καλύπτεται ἀπό τό ἄρθρο 13 ἤ θά μποροῦσε νά τεθῆ στό ἄρθρο 13. Ἄλλωστε ὁ ὅρος «ἐπικρατοῦσα θρησκεία», κατά πάγια νομολογία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δηλώνει τήν πλειοψηφία τῶν Ἑλλήνων Πολιτῶν.
.                 Ἡ χρησιμοποίηση ταυτόσημης φράσεως στό ἄρθρο 3 καί ἡ «ἑρμηνευτική δήλωση» στό ἴδιο ἄρθρο δείχνει μιά προσπάθεια πού ἔχει τήν ἰδιαίτερη σκοπιμότητά της.
.                 γ) Ἡ ἀπάλειψη δῆθεν «θεολογικῶν ὅρων» δημιουργεῖ ἔντονο προβληματισμό. Καί αὐτός ὁ προβληματισμός στηρίζεται σέ δύο βασικούς λόγους.
.                 Ὁ πρῶτος εἶναι ὅτι τό Σύνταγμα δέν εἶναι νομικό κείμενο γιά νά δικαιολογῆται ἀπάλειψη θεολογικῶν ὅρων, ἀλλά εἶναι θεμελιῶδες κείμενο τῆς Πολιτείας, πού ἀναφέρεται σέ θέματα ὄχι μόνον τῆς Κρατικῆς διοικήσεως, ἀλλά καί σέ θέματα θρησκευτικά.
.                 Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι ὅταν γίνεται ἀναφορά στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά τήν ἑτεροπροσδιορίζη, ἀλλά νά ἀναγράφη αὐτό μέ τό ὁποῖο ἡ ἴδια αὐτοπροσδιορίζεται. Ἔτσι, δικαιολογοῦνται ἀπόλυτα οἱ ὅροι «Ἀνατολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ» πού ἔχει «Κεφαλή τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό» καί ὄχι θρησκεία, γιατί ὑπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ θρησκείας καί Ἐκκλησίας καί ἔτσι δέν δημιουργοῦνται θεολογικές συγχύσεις, ὅπως ἐπίσης δικαιολογεῖται ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἶναι ἡ «Μεγάλη Ἐκκλησία», ὅτι ὑπάρχουν «ὁμόδοξες» Ἐκκλησίες, ὅτι ἡ Ἐκκλησία διαφυλάσσει τίς «ἱερές παραδόσεις».
.                 Ἡ ἀφαίρεση, λοιπόν, τῶν βασικῶν στοιχείων πού ἀναφέρονται στήν ὀντολογία τῆς Ἐκκλησίας δείχνει ὅτι ὑπάρχει ἰδεολογικό πρόβλημα καί ἀμφισβήτηση τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας καί ἐνδεχόμενη προσπάθεια κατευνάσεως ἀντιδράσεων ἀπό ἀνθρώπους μέ ἀριστερές ἰδέες. Νομίζω, ὅμως, ὅτι στό θέμα τοῦ Συντάγματος δέν μπορεῖ νά ὑφίστανται ἰδεολογικοί ἀνταγωνισμοί καί κομματικές σκοπιμότητες.
.                 δ) Ἡ πρότασή μου θά ἦταν τό ἄρθρο 3 νά μήν ἀρχίζη μέ τήν φράση «ἡ Ἑλληνική Πολιτεία εἶναι θρησκευτικά οὐδέτερη», ἀλλά νά παραμείνη τό ἄρθρο ὡς ἔχει μέ τήν ἀλλαγή ἀντί «θρησκεία» «Ἐκκλησία» καί νά τεθῆ ὡς ἑρμηνευτική δήλωση, ὅτι ὁ ὅρος «Ἐπικρατοῦσα θρησκεία» στήν Ἑλλάδα εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολική Ἐκκλησία, στήν ὁποία ἀνήκει ἡ πλειονότητα τῶν Ἑλλήνων Πολιτῶν. Αὐτό δέ πού λέγεται ὡς «θρησκευτική οὐδετερότητα» νά τεθῆ περιφραστικά στό ἄρθρο 13, στό ὁποῖο γίνεται λόγος γιά τήν ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσως τήν ὁποία ἐγγυᾶται τό Κράτος.
.                 Ἄλλωστε, δέν μπορῶ νά ἀποδεχθῶ τήν φράση ὅτι ἡ Ἑλληνική Πολιτεία εἶναι «θρησκευτικά οὐδέτερη» ὅταν εἶναι ὑποχρεωμένη νά ἐγγυηθῆ καί νά προστατεύση τήν μουσουλμανική μειονότητα, βάσει τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάνης.

2.Ἡ πρόθεση γιά συμφωνία γιά τήν ἀξιοποίηση τῆς Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας

.                 Ἐνῶ ἀνακοινώθηκε ἡ πρόταση τοῦ ΣΥΡΙΖΑ γιά τήν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος, μετά λίγες ἡμέρες σέ κοινή δημόσια συνάντηση μεταξύ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἀνακοινώθηκε ἡ «πρόθεση» γιά συμφωνία πού ἐκφράσθηκε μέ τό «κοινό ἀνακοινωθέν Πολιτείας-Ἐκκλησίας» τῆς 6-11-2018 (ρεπορτάζ πού δημοσιεύθηκε στήν ἐπίσημη σελίδα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τήν 6-11-2018) «γιά νά καταλήξουμε σέ μιά ἱστορική Συμφωνία μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας πού θά πάρη τή μορφή τῆς νομοθετικῆς ρύθμισης».
.                 Πρόκειται γιά 15 ἄρθρα, καί στό τελευταῖο ἄρθρο γράφεται: «Οἱ παραπάνω δεσμεύσεις τῶν μερῶν θά ἰσχύουν ὑπό τήν προϋπόθεση τήρησης τῆς Συμφωνίας στό σύνολό της», πού σημαίνει ὅτι ἡ προτεινόμενη συμφωνία προσφέρεται ὡς «πακέτο» καί δέν χωροῦν ἐπιμέρους βελτιώσεις.
.                 Διαβάζοντας κανείς προσεκτικά τά σημεῖα αὐτά, μπορεῖ νά διακρίνη μιά προσπάθεια ἐπιλύσεως ἐκκρεμούντων ζητημάτων, γιά τήν ἐκκλησιαστική περιουσία καί τήν μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν. Ἄλλωστε ἦταν πάγια ἄποψη πολλῶν ἀπό μᾶς ὅτι ἡ μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν δέν ὑπάγεται στόν λεγόμενο χωρισμό Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, ἀλλά εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν συμβάσεων πού ἔγιναν μέ τήν δέσμευση ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Ἔτσι, πολλοί ἰσχυρίζονταν νά ἐπιστρέψη ἡ Πολιτεία τήν περιουσία στήν Ἐκκλησία καί νά ἀναλάβη μόνη της τήν πληρωμή τῶν Κληρικῶν.
.                 Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι στό θέμα αὐτό ἔγινε μιά συμφωνία, μέ τήν ὁποία τό Κράτος ἀναγνωρίζει αὐτό τό αἴτημα τῆς Ἐκκλησίας καί ἐπειδή δέν μπορεῖ νά ἐπιστρέψη τήν περιουσία, πού δέσμευσε, ἀποζημιώνει τήν Ἐκκλησία καί δίδει τήν δυνατότητα τῆς ἀξιοποίησης τῆς ὑπάρχουσας Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας γιά νά ἀναλάβη ἐκείνη τήν μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν της.
.                 Τό πρόβλημα, ὅμως, εἶναι ὅτι τό κείμενο τῆς «πρόθεσης» γιά μιά «ἱστορική συμφωνία», ἀπ’ ὅ,τι γνωρίζω, δέν ἦταν ἀποτέλεσμα ἐπεξεργασίας οὔτε τῶν θεσμικῶν ὀργάνων κάθε μέρους, οὔτε ὁμάδων καί ἐπιτροπῶν ἑκατέρωθεν. Αὐτό τό αἰφνίδιο καί ἡ ἔλλειψη συνοδικότητας ἦταν αὐτά πού προκάλεσαν περισσότερο ἀπό κάθε τι ἄλλο.
.                 Γιά μένα τό σημαντικότερο εἶναι ὅτι τό κείμενο αὐτό τῆς σύμβασης ἤ τέλος πάντων τῆς «προθέσεως» γιά μιά «ἱστορική συμφωνία», γιά σύμβαση ἦλθε σχεδόν ταυτόχρονα ἤ λίγο μετά τήν δημοσίευση τῆς προτάσεως τοῦ ΣΥΡΙΖΑ γιά τήν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος.
.                 Θεωρῶ, καί μακάρι νά κάνω λάθος, ὅτι αὐτό χρησιμοποιήθηκε γιά δύο λόγους: Ἤ γιά νά λειτουργήση ἑρμηνευτικά
γιά τήν προτεινόμενη φράση πού εἰσήχθη στό 3ο ἄρθρο τοῦ Συντάγματος ὅτι «ἡ Ἑλληνική Πολιτεία εἶναι θρησκευτικά οὐδέτερη», μέ τήν ἐπεξήγηση τῆς εἰσηγητικῆς ἔκθεσης «μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται κανονιστικά καί πρακτικά», καί στήν πραγματικότητα νά δώση τό μήνυμα τοῦ χωρισμοῦ σχέσεων Ἐκκλησίας καί Πολιτείας καί νά ἱκανοποιηθῆ μιά μερίδα ψηφοφόρωνˑ ἤ χρησιμοποιήθηκε ἀποπροσανατολιστικά, ὥστε νά μή γίνουν ἀντιδράσεις γιά τίς προτεινόμενες προτάσεις γιά τήν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ στραφῆ τό ἐνδιαφέρον τῶν Κληρικῶν στήν μισθοδοσία.
.                 Τά δύο αὐτά διαζευκτικά «ἤ» ἀπευθύνονται καί στούς ὀπαδούς τοῦ κόμματος καί στούς Κληρικούς, καί λειτουργοῦν ἀφ’ ἑνός μέν κατευναστικά ἀφ’ ἑτέρου δέ ἀποπροσανατολιστικά.
.                 Τό ἐπίσης ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι ὅταν ἀνακοινώθηκε ὅτι 10.000 Κληρικοί θά ἀποδεσμευθοῦν ἀπό τήν Ἑνιαία Ἀρχή Πληρωμῶν, ἀμέσως τήν ἑπομένη ἡμέρα ἀνακοινώθηκε ὑπεύθυνα ἀπό τόν Κυβερνητικό Ἐκπρόσωπο ὅτι θά προσληφθοῦν 10.000 δημόσιοι ὑπάλληλοι. Αὐτό εἶναι ἄμεση ἤ ἔμμεση προσβολή στούς Κληρικούς καί γενικά στήν Ἐκκλησία μέ πολλά κρυφά μηνύματα!
.                 Πρέπει νά διευκρινισθῆ προσεκτικά τί σημαίνει ὅτι «ἡ Ἑλληνική Πολιτεία εἶναι θρησκευτικά οὐδέτερη», σέ συνδυασμό μέ τήν εἰσηγητική ἔκθεση «μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται κανονιστικά καί πρακτικά». Θεωρῶ ὅτι αὐτή ἡ φράση εἶναι ἐπικίνδυνη, γιατί σέ αὐτή θά στηριχθῆ μιά ὁλόκληρη σειρά νόμων καί πρακτικῶν, πού τώρα δέν μποροῦμε νά τό προσδιορίσουμε.
.                 Τό ἀκόμη πιό ἐνδιαφέρον σημεῖο εἶναι ὅτι τά δημοσιεύματα ἔμπειρων στό ρεπορτάζ δημοσιογράφων, οἱ ὁποῖοι συνήθως ἀποκαλύπτουν διάφορα θέματα πρίν ἀνακοινωθοῦν, κάνουν λόγο γιά τό ὅτι ἡ συζήτηση μεταξύ Ἀρχιεπισκόπου καί Πρωθυπουργοῦ κατορθώθηκε νά διαφυλαχθῆ μυστική γιά μεγάλο χρονικό διάστημα. Βέβαια, κανείς δεν μπορεῖ νά ἀποκλείση στούς ἡγέτες τῆς Πολιτείας καί τῆς Ἐκκλησίας νά ἀνταλλάσσουν ἀπόψεις γιά τόν χειρισμό διαφόρων θεμάτων πού τούς ἀφοροῦν, τά ὁποῖα ὅμως ἐπεξεργάζονται διάφορα θεσμικά ὄργανα.
.                 Τό ἐρώτημα ὅμως γιά μένα εἶναι: Ποιοί ἐξωθεσμικοί παράγοντες (ἐκτός Ἱεραρχίας) ἤ ποιοί Ἱεράρχες συμμετεῖχαν σέ αὐτές τίς μυστικές συζητήσεις;
.                 Ἐπίσης τό μεγαλύτερο ἐρώτημα εἶναι: Γιατί αὐτή ἡ συζήτηση κρατήθηκε μυστική ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, πού ἔχει «ἔννομο πνευματικό συμφέρον» γιά τό σοβαρό αὐτό ζήτημα. Αὐτό πρέπει κανείς νά τό δῆ σέ δύο σημαντικά σημεῖα.
.                 Τό πρῶτον στό ὅτι τό ἴδιο τό Σύνταγμα στό ἄρθρο 3, ἀναφέρεται στόν Πατριαρχικό Τόμο τοῦ 1850 καί τήν Συνοδική Πράξη τοῦ 1928. Πρόκειται γιά κείμενα πού συμφωνήθηκαν ἀπό τρεῖς παράγοντες, ἤτοι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί τήν Ἑλληνική Πολιτεία. Φυσικά ὁ Τόμος καί ἡ Πράξη ὑπεγράφησαν ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀλλά ὑπῆρξαν οἱ κατάλληλες συμφωνίες, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «προφρόνως ἀποδεξαμένης, συναινούσης καί κυρούσης καί τῆς Ἐντίμου Ἑλληνικῆς Πολιτείας» (Πατριαρχική Πράξη 1928).
.                 Ἔτσι, λοιπόν, στόν Συνοδικό καί Πατριαρχικό Τόμο τοῦ 1850, μεταξύ ἄλλων γράφεται: «ἐν τοῖς συμπίπτουσιν ἐκκλησιαστικοῖς πράγμασι, τοῖς δεομένοις συσκέψεως καί συμπράξεως πρός κρείττονα οἰκονομίαν καί στηριγμόν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἤρεσεν, ἵνα ἡ μέν ἐν Ἑλλάδι Ἱερά Σύνοδος ἀναφέρηται πρός τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην καί τήν περί αὐτόν Ἱεράν Σύνοδον· ὁ δέ Οἰκουμενικός Πατριάρχης μετά τῆς περί αὐτόν Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου παρέχει προθύμως τήν ἑαυτοῦ σύμπραξιν, ἀνακοινῶν τά δέοντα πρός τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος».
.                 Δέν νομίζω ὅτι μπορεῖ νά ὑποστηρίξη κανείς μέ λογικά ἐπιχειρήματα ὅτι τά θέματα πού θίγονται στήν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος καί στήν πρόθεση γιά μιά «ἱστορική συμφωνία» μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας δέν ὑπάγονται στά συμπίπτοντα ἐκκλησιαστικά πράγματα.
.                 Τό δεύτερον εἶναι ὅτι μεταξύ τῶν 10.000 Κληρικῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος συγκαταλέγονται καί Κληρικοί πού ἀποσπῶνται σέ Ἐνορίες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐκτός Ἑλλάδος καί ἄλλων Πατριαρχείων, γιά τίς ποιμαντικές ἀνάγκες του. Ὁπότε θά δημιουργηθοῦν πολλές δυσχέρειες στήν καλή λειτουργία τῶν Ἑλλήνων Χριστιανῶν ἐκτός Ἑλλάδος.
.                 Συνεπῶς, ἡ σύνδεση αὐτῶν τῶν δύο θεμάτων, ἤτοι ἡ εἰσαγωγή τῆς θρησκευτικῆς οὐδετερότητας τῆς Πολιτείας στό Σύνταγμα καί ἡ ἀξιοποίηση τῆς Ἐκκκλησιασικῆς περουσίας γιά τήν μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν θεωρήθηκε ἕνας «ἱστορικός συμβιβασμός». Αὐτό σημαίνει ὅτι τό Κράτος θά διατηρήση τό ἄρθρο 3 στό Σύνταγμα μέ τήν προσθήκη τῆς «θρησκευτικῆς οὐδετερότητας» καί τήν κατάθεση ἀποζημίωσης στήν Ἐκκλησία γιά τήν ἐκκλησιαστική περιουσία, ὅπως καί ἡ ἀξιοποίηση τῆς ὑπάρχουσας Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, καί ἡ Ἐκκλησία ἐμμέσως ἀποδέχεται τήν «θρησκευτική οὐδετερότητα», ἐν ὀνόματι τῆς ἀξιοποιήσεως τῆς Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας γιά τήν μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν της.
.                 Τό πρόβλημα λοιπόν ἔγκειται στό ὅτι γίνεται τροποποίηση τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος ὕστερα ἀπό 200 χρόνια, χωρίς ἐπεξεργασία ἀπό τά Συνοδικά ὄργανα καί προτείνεται μιά «ἱστορική συμφωνία», πού ἀναφέρεται καί στήν μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν, χωρίς νά ἐνημερωθοῦν οἱ ἴδιοι οἱ Κληρικοί, τούς ὁποίους ἀφορᾶ ἰδιαίτερα τό θέμα αὐτό.
.               Τελικά θεωρῶ ὅτι ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού θά συγκληθῆ σέ μερικές ἡμέρες, πρέπει νά δώση ἀπαντήσεις σέ ὅλα αὐτά τά σοβαρά ζητήματα.–

 

, , ,

Σχολιάστε

ΕΠΙΠΟΛΑΙΟ καὶ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟ τὸ «ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ» Ἐκκλησίας-Πολιτείας

.            Ἐντείνονται οἱ δημόσιες κριτικὲς παρεμβάσεις ἐπὶ τῆς «Συμφωνίας » Ἐκκλησίας –Πολιτείας ἀνάμεσα στὸν Ἀρχιεπίσκοπο καὶ στὸν Πρωθυπουργό. Σὲ σημερινή του (12.11.18) συνέντευξη στὸ protothema.gr ὁ Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος καταλογίζει «ἐπιπολαιότητα καὶ βιασύνη» στὴν λεγομένη Συμφωνία Ἐκκλησίας – Πολιτείας. Ἐπίσης ἐπισημαίνει τὴν ἀφόρητη ἀφερεγγυότητα καὶ ἀνυποληψία τοῦ Κράτους ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀπουσιάζουν ἀπὸ αὐτὴ τὴν συμφωνία οἱ καλὰ θεμελιωμένες ἐγγυήσεις ποὺ θὰ ἐξασφαλίζουν τὴν χρηματοδότηση γιὰ τὴν ἀπρόσκοπτη μισθοδοσία τοῦ Ἱ. Κλήρου.
.            Σὲ αὐτὴ τὴν Συμφωνία ἀναφέρεται καὶ τὸ κατωτέρω δημοσίευμα τῆς ἐφημ. «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» :

Φανάρι κα κληρικο «φορίζουν» τ συμφωνία
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ
Ἐφημ. «Καθημερινή», 11.11.18

.           Ἐξ αἰτίας τῶν ἀντιδράσεων ποὺ λαμβάνουν μορφὴ χιονοστιβάδας, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος ἐπέσπευσε τὴν ἐπίσημη ἐνημέρωση τῶν ἱεραρχῶν γιὰ τὸ θέμα, συγκαλώντας τὴν ἑπόμενη Παρασκευὴ ἔκτακτη συνεδρίαση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
.             Στὸν «ἀέρα» βρίσκεται ἡ συμφωνία τοῦ πρωθυπουργοῦ Ἀλέξη Τσίπρα καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ἱερωνύμου, καθὼς αὐτὴ πρέπει νὰ ξεπεράσει μὲ ἐπιτυχία τὶς συμπληγάδες τόσο ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ὅσο καὶ ἐντὸς τοῦ ΣΥΡΙΖΑ. Οἱ γκρίζες ζῶνες καὶ οἱ ἀσάφειές της προκαλοῦν ὀξύτατες ἀντιδράσεις ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες θὰ ἔχουν ἄμεση ἐπίδραση καὶ στὸ πολιτικὸ τοπίο ἐν μέσῳ παρατεταμένης προεκλογικῆς περιόδου. Ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τῆς Ἱεραρχίας, δὲν ἀποκλείεται ἡ συμφωνία νὰ «στιγματίσει» πολιτικὰ μητροπολίτες ποὺ φέρονται ὡς δελφίνοι γιὰ τὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο καὶ εἶχαν συμπράξει στὴ διαμόρφωσή της. Οἱ κλυδωνισμοὶ φθάνουν ἕως καὶ τὴν Κωνσταντινούπολη, καθὼς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο δὲν ἐνημερώθηκε γιὰ τὸ περιεχόμενο τῆς συμφωνίας.
.             Εἰδικότερα, τὰ βασικὰ σημεῖα τῆς συμφωνίας ἀφοροῦν τὴ μισθοδοσία τῶν κληρικῶν, τὸ νομικὸ πλαίσιο τῆς ἐργασιακῆς τους θέσης καὶ τὴν ἀξιοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Συγκεκριμένα, ἡ κυβέρνηση θὰ συνεχίσει νὰ ἐγγυᾶται τὴν πληρωμὴ τῶν περίπου 9.000 κληρικῶν τῆς χώρας –ἐπὶ τῆς οὐσίας θὰ τοὺς μισθοδοτεῖ, μὲ τὸ κονδύλι νὰ ἀνέρχεται περὶ τὰ 198 ἑκατ. εὐρὼ ἐτησίως– μὲ ἀντάλλαγμα ἡ Ἐκκλησία νὰ μὴν ἀντιδράσει στὶς κυβερνητικὲς προτάσεις γιὰ τὴ συνταγματικὴ ἀναθεώρηση ὡς πρὸς τὴν ἐπιταγὴ τῆς «θρησκευτικῆς οὐδετερότητας». Παράλληλα, οἱ κληρικοὶ δὲν θὰ νοοῦνται στὸ ἑξῆς ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ὡς ἐκ τούτου διαγράφονται ἀπὸ τὴν Ἑνιαία Ἀρχὴ Πληρωμῶν. Τρίτο βασικὸ σημεῖο εἶναι ὅτι θὰ δημιουργηθεῖ Ταμεῖο Ἀξιοποίησης Ἐκκλησιαστικῆς Περιουσίας, στὸ πλαίσιο τοῦ νόμου 4982/13 ποὺ ψηφίστηκε ἐπὶ κυβερνήσεως Ἀντώνη Σαμαρᾶ. Τὰ ἔσοδα θὰ μοιράζονται ἐξ ἡμισείας σὲ Κράτος καὶ Ἐκκλησία. Τὰ γκρίζα σημεῖα τῆς συμφωνίας –κυρίως ὡς πρὸς τὴ μισθοδοσία καὶ τὴν ἀπώλεια τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς ἰδιότητας τῶν κληρικῶν– ἐπέσπευσαν τὴν πολιτικοποίησή της. Οἱ ἀντιδράσεις κληρικῶν καὶ μητροπολιτῶν ἦταν ὀξεῖες. Ὅπως ἐπισήμανε στὴν «Κ» πολύπειρο κυβερνητικὸ στέλεχος, «ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἀπὸ τὸ “εὐχαριστῶ” πρὸς τὸν κ. Τσίπρα στὸ Μέγαρο Μαξίμου, ἔκανε λόγο γιὰ “πρόθεση συμφωνίας” καὶ ὄχι γιὰ συμφωνία, ὅπως ἦταν ἡ ἀρχικὴ διατύπωση, καὶ κατέληξε νὰ δηλώνει ὅτι ὅλα θὰ γίνουν ἀφοῦ προηγουμένως ἀκούσουμε τοὺς κληρικούς».
.             Λάδι στὴ φωτιὰ ἔριξε ἀρχικὰ ὁ κυβερνητικὸς ἐκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε –μὲ προεκλογικῆς κοπῆς στόχευση– νὰ προαναγγείλει (χονδρικὰ) 10.000 προσλήψεις στὸν δημόσιο τομέα στὴ θέση τῶν κληρικῶν (εἶναι περὶ τὶς 9.000) ποὺ θὰ ἀπολέσουν τὴ δημοσιοϋπαλληλικὴ ἰδιότητα. Τὸ θολὸ τοπίο ἐνέτεινε καὶ ὁ κ. Τσίπρας, ποὺ ἀνέφερε ὅτι σὲ βάθος δεκαετίας ἡ Ἐκκλησία θὰ μπορεῖ νὰ μισθοδοτεῖ τοὺς κληρικοὺς ἀπὸ τὰ ἔσοδα τῆς ἀξιοποίησης τῆς περιουσίας της. Μία προοπτικὴ πού, παρὰ τὴν ὕπαρξη τῆς ἐγγύησης τοῦ ἑλληνικοῦ Δημοσίου γιὰ τὴ μισθοδοσία, προσιδιάζει σὲ μοντέλο ἰδιωτικοῦ τομέα.

Ἔκτακτη συνεδρίαση

.             Ἡ σπίθα ἄναψε μεταξὺ τῶν κληρικῶν ποὺ ἀποκρίθηκαν στοὺς μητροπολίτες. Ἐξ οὗ καὶ οἱ σκληρὲς ἀντιδράσεις μητροπολιτῶν, οἱ ὁποῖοι «τὰ ἀκοῦν» χωρὶς νὰ φταῖνε. Ἐξ αἰτίας τῶν ἀντιδράσεων ποὺ λαμβάνουν μορφὴ χιονοστιβάδας, ὁ κ. Ἱερώνυμος ἐπέσπευσε τὴν ἐπίσημη ἐνημέρωση τῶν ἱεραρχῶν γιὰ τὸ θέμα, συγκαλώντας τὴν ἑπόμενη Παρασκευὴ ἔκτακτη συνεδρίαση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τὸ ἀνώτατο ὄργανο τῆς Ἐκκλησίας. Ἀρχικὰ ὁ κ. Ἱερώνυμος εἶχε ἀφήσει νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι ἡ συνεδρίαση θὰ ὁριστεῖ περὶ τὰ τέλη Νοεμβρίου ἢ ἀρχὲς Δεκεμβρίου.
.             Ἡ συνεδρίαση τῆς Ἱεραρχίας ἀναμένεται νὰ εἶναι τεταμένη, μὲ τοὺς μητροπολίτες ποὺ εἰσπράττουν τὴν ὀργὴ τῶν ἱερέων νὰ ἐπικρίνουν τὴν ὁμάδα ποὺ ἔκανε τὴ διαπραγμάτευση.
.             Ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Ἐκκλησίας, στὶς ἐργασίες γιὰ τὴ σύνταξη τῆς συμφωνίας μετεῖχαν ὁ μητροπολίτης Ἰωαννίνων Μάξιμος, ὁ μητροπολίτης Πατρῶν Χρυσόστομος, ὁ νομικὸς σύμβουλος τῆς Συνόδου Θεόδωρος Παπαγεωργίου, ὁ ἐπίσκοπος Σαλώνων Ἀντώνιος, ἐνῶ λόγο φέρεται νὰ εἶχε καὶ μητροπολίτης τῆς Ἀττικῆς καθὼς καὶ στέλεχος ἐμβληματικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς. Οἱ παλινωδίες σχετικὰ μὲ τὴ συμφωνία καὶ οἱ ἀσάφειές της ἐνισχύουν τὰ σκωπτικὰ σχόλια καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ὅσων ἐντὸς τῆς Ἱεραρχίας ἀλλὰ καὶ τῆς κυβέρνησης ὑποστηρίζουν ὅτι «γράφτηκε στὸ πόδι», ἀκυρώνοντας τὰ περὶ μακρᾶς προετοιμασίας. Ἄλλωστε, ἡ βάση γιὰ τὴν ἀξιοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας θὰ εἶναι νόμος τοῦ 2013.
.             Τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα ἐνισχύει ἡ ἀντίδραση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ποὺ ἐποπτεύει (εἴτε μόνο πνευματικὰ εἴτε καὶ διοικητικὰ) τὶς μητροπόλεις σὲ Ἤπειρο, Μακεδονία, Θράκη, Βόρειο Αἰγαῖο, Κρήτη καὶ Δωδεκάνησα. Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο δὲν ἐνημερώθηκε ἐπισήμως, «μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἰσπράξει τὴν ἀγωνία ἱερέων γιὰ τὸν τρόπο μισθοδοσίας καὶ τὸ νομικό τους καθεστώς», δήλωσε στὴν «Κ» ὁ ἐκπρόσωπος Τύπου τοῦ Πατριαρχείου, Νίκος Παπαχρῆστος. Ἡ δυσφορία τοῦ Φαναρίου «ἐπικυρώνει» τὶς κακὲς σχέσεις τὸ τελευταῖο διάστημα τοῦ Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου μὲ τὸν κ. Ἱερώνυμο.
.             Στὸ ἐσωτερικὸ μέτωπο, ἐνδεικτικὴ εἶναι μία δήλωση μητροπολίτη. Ὁ Δημητριάδος Ἰγνάτιος χαρακτήρισε τὴ συμφωνία «τὴ βιαιότερη ἀλλαγὴ ἐργασιακῶν σχέσεων στὴν ἱστορία» καὶ ρώτησε μὲ νόημα: «Ὅσοι σκέφτονται ὅτι ἄδειασαν 10.000 θέσεις τοῦ Δημοσίου, ἂς σκεφτοῦν πὼς ὅ,τι ἔγινε μία φορὰ μπορεῖ νὰ γίνει καὶ δεύτερη. Π.χ., ΝΠΔΔ εἶναι καὶ οἱ δῆμοι καὶ τὰ πανεπιστήμια. Τώρα ποὺ βρέθηκε ἡ διαδικασία καὶ ὁ τρόπος, τί θὰ σταματήσει αὔριο μία κυβέρνηση νὰ ἐπαναλάβει τὸ ἴδιο μοτίβο;».

«Μερικοὶ στρέφουν μέρος τοῦ λαοῦ ἐναντίον μας»

.             Μὲ ὀξύτατη ἀντίδραση, ἡ ὁποία ἀποτυπώνει τὴν ἔνταση τῆς ὀργῆς τῶν κληρικῶν γιὰ τὸ περιεχόμενο τῆς συμφωνίας ἀλλὰ καὶ τὸν αἰφνιδιασμό τους, ὁ Ἱερὸς Σύνδεσμος Κληρικῶν Ἑλλάδος ἀπάντησε στὰ σχέδια τῆς κυβέρνησης καὶ τῆς ἡγεσίας τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ μεταβάλλουν τὸν τρόπο μισθοδοσίας τῶν κληρικῶν ἀλλὰ καὶ τὸ ἐργασιακὸ πλαίσιό τους (πλέον δὲν θὰ εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι).
.             «Θὰ πράξουμε τὰ δέοντα νὰ ἀκυρωθεῖ ἡ ἐπαίσχυντη συμφωνία προβαίνοντας σὲ ὅλες τὶς νόμιμες διαδικασίες», ἀναφέρει στὴν ἀνακοίνωσή του ὁ Σύνδεσμος, προσθέτοντας ὅτι «αὐτοὶ ποὺ δὲν μᾶς ἤθελαν συνομιλητὲς στὶς δόλιες διαπραγματεύσεις τους τώρα θὰ μᾶς βροῦν μπροστά τους. Οἱ ἀντιδράσεις μας πρόκειται νὰ εἶναι μαζικὲς καὶ πρωτόγνωρες στὴν ἑλληνικὴ ἱστορία». Ὁ Σύνδεσμος βάλλει κυρίως κατὰ τῆς κυβέρνησης –στέλνοντας καὶ ἕνα μήνυμα πολιτικό–, χωρὶς ὡστόσο νὰ προσπαθεῖ νὰ κρύψει τὴ δυσφορία του καὶ γιὰ τὴν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅσων μελῶν της μετεῖχαν στὶς διαπραγματεύσεις γιὰ τὴ συμφωνία: «Ὁ ἁπλὸς παπὰς ἀπὸ τὴν Κρήτη μέχρι τὸν Ἕβρο, ἀπὸ τὰ Ἑπτάνησα μέχρι καὶ τὰ Δωδεκάνησα, θὰ ξεσηκωθεῖ καὶ θὰ ταυτισθεῖ μαζί μας σὲ ἀγῶνες ὄχι μόνο γιὰ τὰ ἐφημεριακὰ δίκαια, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ διατήρηση τῆς ἑλληνορθοδόξου παραδόσεώς μας. Ἄλλωστε, αὐτὸς εἶναι ποὺ βάσταξε καὶ βαστᾶ, μαζὶ μὲ τοὺς λαϊκοὺς ἀδελφούς μας, τὸ βάρος τῆς κρίσης καὶ συνεχίζει τὴν προσφορά του καὶ τὸν συντονισμὸ πλήθους ἐθελοντικῶν δράσεων. Αἰσθανόμεθα προδομένοι ἀπὸ ὅσους συμμετεῖχαν στὶς διαβουλεύσεις γιὰ τὴ λήψη τῶν ἀποφάσεων, ἐρήμην τῶν ἄμεσα ἐνδιαφερομένων. Ἔχουν καταφέρει μερικοὶ ἀπὸ καιρὸ νὰ στρέψουν μέρος τοῦ λαοῦ ἐναντίον τοῦ κλήρου, ἐξυπηρετώντας ἄνομα συμφέροντα, ἐπιζητώντας νὰ ἐξασθενήσουν τὸν ρόλο τοῦ παπᾶ στὴν ἑλληνικὴ κοινωνία», λένε, προειδοποιώντας: «Σὲ κάθε δύσκολη ἐποχὴ τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας, ὅποιος τὰ ἔβαλε μὲ τὴν Ἐκκλησία ἡττήθηκε κατὰ κράτος».

 

 

Σχολιάστε

ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ καὶ ΠΡΩΤΟΦΑΝΕΙΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕ ΤΗΝ «ΣΥΜΦΩΝΙΑ» ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

Ὄντως ἱστορικὴ ἡ συμφωνία Ἐκκλησίας-Πολιτείας
Οἱ ἀλλαγὲς εἶναι σημαντικές, πρωτοφανεῖς, ἱστορικές.

   Σωτήρης Μητραλέξης
Ἐντεταλμένος διδάσκων φιλοσοφίας
στὸ Ἐθνικὸ καὶ Καποδιστριακὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν
καὶ ἐρευνητικὸς ἑταῖρος στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Winchester.

.                 Τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς κριτικῆς στὴν πρόθεση συμφωνίας Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας τῆς 6ης Νοεμβρίου συνίσταται στὸ ὅτι αὐτὴ δὲν εἶναι ἀρκετὰ ριζοσπαστική, ὅτι οὐσιαστικὰ συντηρεῖ τὸ status quo. Αὐτὸ ὅμως ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα καὶ μᾶλλον δείχνει τὴν ἔλλειψη σφαιρικῆς ἀντίληψης τῶν ἐπικριτῶν γιὰ τὰ ζητήματα Ἑκκλησίας καὶ Κράτους. Οἱ ἀλλαγὲς εἶναι σημαντικές, πρωτοφανεῖς, ἱστορικές.
.                 Γιὰ ἀρχή, τὸ Κράτος γνωρίζει καλὰ πὼς ὀφείλει νὰ θωρακιστεῖ ἀπὸ μελλοντικὲς ἀξιώσεις τῆς Ἐκκλησίας σχετικὰ μὲ ἀναποζημίωτες ἀπαλλοτριώσεις, γιὰ τὶς ὁποῖες θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ δικαιωθεῖ στὸ Εὐρωπαϊκὸ Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων. Οἱ οἰκονομικὲς ἐκκρεμότητες ἀνάμεσα στὰ εὐρωπαϊκὰ κράτη καὶ στὶς ἐκκλησίες στὰ ἐδάφη τους, ποὺ προϋπάρχουν τῶν κρατῶν, εἶναι ζήτημα διακριτὸ ἀπὸ τὸν χωρισμὸ Ἐκκλησίας καὶ Κράτους. «Χωρισμὸς ἐκκλησίας-κράτους» δὲν σημαίνει πὼς μηδενίζονται ὅλες οἱ ἐκκρεμότητες, πὼς τίποτα πλέον δὲν χρειάζεται διευθέτηση, πὼς δὲν ἐπιβιώνουν ἀνάγκες ἀποζημίωσης ἀπὸ τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη πλευρά. Καὶ ἂν κάποιο κράτος τὸ ξεχάσει αὐτό, μετὰ τὴν ἀπαραίτητη προσφυγὴ θὰ σπεύσει νὰ τοῦ τὸ θυμίσει τὸ ΕΔΑΔ. Μὲ τὴ συμφωνία, αὐτὸ τὸ ζήτημα διευθετεῖται ἅπαξ καὶ διαπαντός. Ἡ Ἐκκλησία δεσμεύεται ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς λαμβάνει μία ἐτήσια ἀφηρημένη ἀποζημίωση, παραιτεῖται κάθε τέτοιας ἀξίωσης ὡς πρὸς τὶς ἀποζημιούμενες περιουσίες (σημεῖο 5 τῆς συμφωνίας).
.               Παράλληλα, ἡ κρατικὴ μισθοδοσία τοῦ κλήρου καταργεῖται. Ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ ἐπιμείνω στὸ «καταργεῖται»: δὲν παραλλάσσεται, δὲν μεταμφιέζεται, καταργεῖται. Θυμίζουμε ὅτι τὸ κράτος θὰ δίνει αὐτὸ τὸ ἐτήσιο ποσὸ ὡς ἀποζημίωση γιὰ ἀναποζημίωτες ἀπαλλοτριώσεις, οὕτως ὥστε νὰ ἀκυρωθεῖ κάθε ἐνδεχόμενο (ἐπιτυχῶν!) ἀξιώσεων. Ἂν ὑπάρχει ἕνας λόγος νὰ διατυπωθεῖ ρητῶς στὴ συμφωνία καὶ στὸ ἐπερχόμενο σχέδιο νόμου ὅτι αὐτὰ τὰ ποσὰ πρέπει, δεσμευτικά, νὰ διοχετευθοῦν στὴ μισθοδοσία τοῦ κλήρου καὶ ὄχι ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, αὐτὸ συνίσταται μᾶλλον σὲ μία εὔλογη καὶ εὐπρόσδεκτη καχυποψία γιὰ τὸ πῶς θὰ διασφαλιστεῖ ὅτι, σὲ ἕναν ὀργανισμὸ μὲ πλημμελῆ γραφειοκρατικὴ λειτουργία καὶ (αὐτο-)ἔλεγχο ὅπως ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, δὲν θὰ συμβοῦν ἀτυχήματα ποὺ θὰ προξενοῦσαν προβλήματα σὲ 10.000 κληρικοὺς καὶ τὶς οἰκογένειές τους, τὴν ὥρα ποὺ ἡ Ἐκκλησία θὰ ἔχει, πλέον, τὴ ρευστότητα νὰ τοὺς μισθοδοτεῖ. Ὅμως, εἶναι σημαντικὸ νὰ καταστεῖ κατανοητὸ πὼς ἄλλο ἡ κρατικὴ μισθοδοσία τοῦ κλήρου καὶ ἄλλο οἱ οἰκονομικὲς ἐκκρεμότητες ὀργανισμῶν τοῦ μεγέθους τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μεταξύ τους. Εἰδάλλως κάθε πόρος ποὺ θὰ διδόταν γιὰ ὁποιοδήποτε λόγο ἀπὸ ὁποιοδήποτε κράτος σὲ ὁποιαδήποτε ἐκκλησία θὰ συνιστοῦσε «ἔμμεση κρατικὴ μισθοδοσία τῶν κληρικῶν». Ἀλλὰ οὔτε ὁ πιὸ μπερδεμένος νοῦς δὲν τόλμησε νὰ φανταστεῖ ὅτι τὸ μισὸ δισεκατομμύριο ποὺ παρέχει –πέραν τοῦ περίφημου «ἐκκλησιαστικοῦ φόρου»!– τὸ γερμανικὸ κράτος στὴ ρωμαιοκαθολικὴ καὶ εὐαγγελικὴ ἐκκλησία γιὰ παρόμοιους περιουσιακοὺς λόγους συνιστᾶ «γερμανικὴ κρατικὴ μισθοδοσία τοῦ κλήρου».
.               Θὰ μποροῦσε νὰ διερωτηθεῖ κανείς: «Δὲν θὰ ἔπρεπε τὸ κράτος νὰ ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ ξοφλήσει αὐτὲς τὶς ἀπαλλοτριώσεις κάποτε; Πληρώνει ἤδη ἑβδομήντα χρόνια ἀξιοσημείωτα ποσά, καὶ τώρα δεσμεύεται ξανὰ εἰς τὸ διηνεκές;» Τὸ θέμα εἶναι ὅτι δὲν συμφέρει τὸ κράτος οἰκονομικὰ μία ἐφ’ ἅπαξ διευθέτηση/ἐξόφληση, καὶ τὸ κράτος τὸ ξέρει. Λόγ συμφέροντος το κράτους γίνεται παρν διακανονισμός. κριβς τ διο γίνεται στ Γερμανία. Στὴ Γερμανία μάλιστα ἡ Εὐαγγελικὴ ἐκκλησία εἶπε «Δὲν τὰ θέλουμε τὰ λεφτὰ» καὶ τὸ κράτος οὐσιαστικὰ εἶπε «Ὄχι θὰ τὰ πάρετε, διότι εἰδάλλως θὰ ἔχουμε μπελάδες ἐμεῖς». («Ἡ Γερμανικὴ Εὐαγγελικὴ Ἐκκλησία θὰ δεχόταν διακοπὴ τῶν κρατικῶν ἐπιχορηγήσεων», 12/11/2013, skai.gr/news/world/article/245796/i-germaniki-euaggeliki-ekklisia-tha-dehotan-diakopi-ton-kratikon-epihorigiseon)
.               Τὴν ἀποζημίωση γιὰ τὰ ἀπαλλοτριωθέντα περιουσιακὰ θὰ μποροῦσε νὰ τὴν παρέχει τὸ κράτος καὶ χωρὶς κάποια, τρόπον τινά, ἀνταποδοτικὴ πηγὴ –μόνο καὶ μόνο λόγῳ τῆς ἱστορικῆς ἐκκρεμότητας καὶ τῆς δυνατότητας τῆς Ἐκκλησίας νὰ τὴν διεκδικήσει νομικὰ σὲ ἕνα μέλλον, τοὺς μπελάδες τοῦ ὁποίου τώρα ἀποφεύγουμε. Ὅμως στὴ συμφωνία ἔχουμε καὶ τὴν ἐνεργοποίηση τοῦ ταμείου ἀξιοποίησης ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, μὲ τοὺς πόρους νὰ περιέρχονται κατὰ 50% στὸ κράτος καὶ κατὰ 50% στὴν Ἐκκλησία: οἱ ἐν μέρει ἐκκλησιαστικοὶ πόροι ποὺ θὰ περιέρχονται στὸ κράτος, δηλαδή, θὰ χρηματοδοτοῦν κατ’ οὐσία τὴν κρατικὴ ἀποζημίωση στὴν Ἐκκλησία– δυνητικὰ δὲ καὶ μὲ τὸ παραπάνω.
.               Ἂν κάποιοι δηκτικὰ σχολίασαν στὰ κοινωνικὰ μέσα ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος «τὰ πῆρε ὅλα κι ἔφυγε», μήπως πρέπει νὰ σκεφτοῦν τὸ ἐνδεχόμενο νὰ εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς ποὺ χαρακτηρίζεται καλύτερα ἀπὸ αὐτὴ τὴ φράση; Δεδομένης, δηλαδή, τῆς κατάργησης τῆς κρατικῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου καὶ τῆς εἰσαγωγῆς μίας ἀποζημίωσης ποὺ θά… αὐτο-χρηματοδοτεῖται, τὴν ὥρα ποὺ ἡ Ἐκκλησία δεσμεύεται πὼς παραιτεῖται τῶν ἀξιώσεών της; Ἐπίσης, ὅσοι φαντάζονται πὼς ἡ κυβέρνηση «τὰ ἔδωσε ὅλα στὴν Ἐκκλησία», πῶς ἀκριβῶς ἐπεξηγοῦν τὶς ὀργίλες ἀντιδράσεις τοῦ Συνδέσμου Κληρικῶν Ἑλλάδος; Γιατί καὶ τὰ δύο ταυτόχρονα δὲν γίνεται, καὶ νὰ εἶναι ἡ συμφωνία ἀποκλειστικὰ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ προκαλεῖ ἔντονες ἀντιδράσεις τοῦ σωματείου τῶν κληρικῶν.
.               Καὶ ἐδῶ ἐρχόμαστε στὸ καίριο: «Ἔμοιαζε μὲ χωρισμὸ Ἐκκλησίας-Κράτους αὐτὸ ποὺ ἔγινε, ἔστω καὶ στὸ ἐλάχιστο;» Γιὰ νὰ ἀπαντηθεῖ αὐτὴ ἡ ἐρώτηση, πρέπει νὰ ἀποσαφηνιστεῖ τὸ τί συνιστᾶ σχέσεις καὶ χωρισμὸ Ἐκκλησίας-Κράτους. Ποιός θὰ ἦταν ὁ ὁρισμός τους; Τί εἶναι στὴν πραγματικότητα ἐκτὸς θέματος, ἀκόμα κι ἂν εἶναι σημαντικὸ θέμα; Στὸν χαοτικὸ δημόσιο λόγο μάθαμε νὰ τὰ βάζουμε ὅλα σὲ ἕνα τσουβάλι:

(1) τὴν ἀντίθεση σὲ μία κοινωνικὴ ἐπιρροὴ καὶ παρρησία τῆς Ἐκκλησίας ἡ ὁποία δὲν ἀκυρώνεται νομοθετικὰ μὲ κανέναν χωρισμὸ («χωρισμό, γιὰ νὰ μὴν πολιτικολογεῖ ὁ Μητροπολίτης!»)
(2) ἀλλαγὲς ποὺ ἔχουν ἤδη γίνει καὶ συνιστοῦν ἤδη πλήρως πρακτική τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ προβάλλονται ὡς αἰτούμενα («Νὰ φορολογηθεῖ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος! Νὰ πληρώνει ΕΝΦΙΑ!» μά, φορολογεῖται κανονικά, μά, πληρώνει κανονικὰ πλὴν εὐκτηρίων οἴκων)
(3) πολιτικὰ ζητήματα ποὺ πρέπει νὰ συζητήσει ἡ Πολιτεία μὲ τὸν ἑαυτό της καὶ δὲν ἀφοροῦν τὶς σχέσεις/χωρισμὸ Ἐκκλησίας-Κράτους (π.χ. τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὸ ἄρθρο 16.2 τοῦ συντάγματος, θὰ ἄλλαζε μὲ ἀναθεώρησή του, ἀλλὰ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὶς σχέσεις Ἐκκλησίας-Κράτους καθ’ αὑτές, εἶναι θέμα ποὺ ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ λύσει μὲ τὸν ἑαυτό της)
(4) ζητήματα ἁπτόμενα τῆς «θρησκείας» ἀλλὰ ἄσχετα μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ποὺ ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν μποροῦν νὰ ἀποτελοῦν ἀτζέντα συζήτησης μαζί της, ὡς ὅλως ἀναρμόδιας (π.χ. ἡ ἐντελῶς ἰδιαίτερη περίπτωση τῆς μοναστικῆς αὐτοδιοίκητης πολιτείας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῶν διακριτῶν φορολογικῶν του θεμάτων κλπ.), καὶ στὸ τέλος τῆς λίστας,
(5) ζητήματα σχέσεων Ἐκκλησίας-Κράτους καὶ χωρισμοῦ τους, ὅπως ἡ κρατικὴ μισθοδοσία τοῦ κλήρου.

.               Ἂν κανεὶς ξεχωρίσει τὸ ποιὰ ἀπὸ τὰ σημεῖα τῆς ἀτζέντας τοῦ δημοσίου λόγου γιὰ τὸν χωρισμὸ «Ἐκκλησίας-Κράτους» ὄντως εἶναι ἐντὸς θέματος, δηλαδὴ ὄντως ἐμπίπτουν στὸ (5) καὶ δὲν ἀποτελοῦν γενικῶς περιρρέοντα ζητήματα θρησκείας στὸ δημόσιο χῶρο, τότε θὰ δεῖ ὅτι δὲν εἶναι καὶ τόσα πολλά: οἱ ἐκκρεμότητες εἶναι μᾶλλον εὔκολα μετρήσιμες. Στὴ ἱστορικὴ καὶ ἐντυπωσιακὰ συναινετικὴ συμφωνία Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, μία ἀπὸ αὐτὲς διευθετήθηκε, μὲ τρόπο ὄντως ἀμοιβαία ἐπωφελῆ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἀκριβῶς ὁ ὁρισμὸς τοῦ χωρισμοῦ Ἐκκλησίας-Κράτους.
.               Ὅσο δὲ γιὰ τοὺς φόβους ἐξ ἐκκλησιαστικῆς πλευρᾶς, ἀρκεῖ νὰ ἀποσαφηνιστεῖ πώς, ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται, ἡ μισθοδοσία τῶν κληρικῶν θὰ γίνεται πλέον ἀπὸ κεντρικὸ ἐκκλησιαστικὸ φορέα (γραφεῖο μισθοδοσίας) καὶ ὄχι διὰ μέσου τῶν μητροπόλεων (καὶ ἄρα ὄχι σὲ ἐξάρτηση μὲ τοὺς αὐθέντες αὐτῶν). Κάποιες δημόσιες ἐκκλησιαστικὲς διευκρινήσεις ἐπ’ αὐτοῦ θὰ βοηθοῦσαν.
.               Παράλληλα, διανοίγεται ἡ δυνατότητα νὰ διευθετηθεῖ μὲ ἐκκλησιαστικοὺς πλέον πόρους καὶ ἡ κατάσταση τῶν ἄμισθων σήμερα κληρικῶν λόγῳ τοῦ μνημονιακοῦ 5:1, γιὰ τὴν τύχη τῶν ὁποίων δὲν φαινόταν νὰ ἐνδιαφέρεται κανένας ἐκ τῶν ὑπερασπιστῶν τοῦ status quo.
.               Ὡς πρὸς τὸν διοικητικὸ κατακερματισμὸ τῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν ἐφαρμογὴ τῆς συμφωνίας (ὀψέποτε καὶ μὲ τὸ ἀκριβὲς περιεχόμενο μὲ τὸ ὁποῖο θὰ νομοθετηθεῖ) σὲ αὐτὴ τὴ συνάφεια, δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχει πρόβλημα. Οἱ ἀριθμητικὰ πολὺ λιγότεροι κληρικοὶ τῆς Κρήτης καὶ τῶν Δωδεκανήσων, ποὺ ὑπάγονται στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, παραμένουν στὸ παλαιὸ καθεστὼς μισθοδοσίας μέχρι νεωτέρας. Οἱ δὲ «Νέες Χῶρες» ὑπάγονται διοικητικὰ καὶ νομικὰ στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος (ἐκκλησιαστικὰ/πνευματικὰ δὲ στὸ Πατριαρχεῖο), καὶ ὡς ἐκ τούτου συμπεριλαμβάνονται στὴ συμφωνία. Ἂν ὑπάρχει κάποια προβληματικὴ ἑστία, αὐτὴ μᾶλλον ἐντοπίζεται στὴ χρήση τῆς λέξης «ἐπιδότηση» στὸ σχέδιο συμφωνίας, τὸ ὁποῖο πάντως δὲν εἶναι σχέδιο νόμου: μία «ἀποζημίωση» δίδεται, ἐπειδὴ ἀναγνωρίζεται ἡ ὑποχρέωση νὰ δοθεῖ, ἐνῶ ἕνα «ἐπίδομα» δίδεται, ὅπως θὰ λέγαμε, ἐπιδοματικά. Δὲν στερεῖται σημασίας τὸ νὰ ἀποσαφηνιστεῖ πὼς μιλᾶμε γιὰ ἐτήσια ἀποζημίωση, ὄχι γιὰ ἐπίδομα –ἂν μή τι ἄλλο, διότι ἕνα ἐπίδομα σὲ συγκεκριμένη Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ἐγείρει ἄλλα ζητήματα μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες, εἰδικὰ σὲ μία ρητὴ συνταγματικὴ κατοχύρωση τῆς οὐδετεροθρησκείας τοῦ κράτους, κάτι ποὺ ἐπ’ οὐδενὶ δὲν ἰσχύει στὴν περίπτωση ἀποζημιώσεων λόγῳ ἐκκρεμοτήτων.
.               Κάτι ποὺ πρέπει ἐπίσης νὰ σημειωθεῖ ἐπὶ τοῦ γενικότερου ζητήματος, τώρα ποὺ ἡ συζήτηση ἄνοιξε ἐπισήμως, εἶναι πὼς στὸ δημόσιο λόγο, πέρα ἀπὸ τὴ μισθοδοσία, ἐγείρεται συχνὰ καὶ τὸ αἴτημα νὰ εἶναι τὰ νομικὰ ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα Νομικὰ Πρόσωπα Ἰδιωτικοῦ Δικαίου καὶ θρησκευτικῆς φύσεως ἀντὶ γιὰ Νομικὰ Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, ὅπως εἶναι σήμερα. Ὀφείλουμε νὰ σημειώσουμε πώς, στὸ βαθμὸ ποὺ δυνάμεθα νὰ ἔχουμε ἐποπτεία τῶν πιθανῶν ἐπιπλοκῶν, ἡ πρακτικὴ διαφορὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἀνάμεσα στὸ νὰ εἶναι τὰ νομικὰ πρόσωπά της ΝΠΔΔ ἢ ΝΠΙΔ εἰδικοῦ τύπου εἶναι ἥκιστα σημαντική, οὔτε εὐνοϊκὴ οὔτε δυσμενής. Πρακτικὲς διαφορὲς καὶ ἐπιπτώσεις βέβαια θὰ προκύψουν, ἀλλὰ αὐτὲς φαίνεται πὼς θὰ ἦταν σὲ κάθε περίπτωση ἀρκούντως ἐλάσσονες. Πρόκειται γιὰ ἕνα ἀκόμη ζήτημα ποὺ ἐγείρεται περισσότερο λόγῳ τῆς συμβολικῆς του φόρτισης, παρὰ λόγῳ τοῦ πραγματικοῦ καὶ πρακτικοῦ ἀντικρύσματος ποὺ μία ἀλλαγὴ θὰ σηματοδοτοῦσε.
.               Ἀφ’ ἧς στιγμῆς λοιπὸν τηρηθεῖ ἡ συμφωνία, διότι εἰδάλλως αὐτοδικαίως θὰ κενωθεῖ, ἔχουμε τὰ ἑξῆς: παύση τῆς κρατικῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, δέουσα ἀποζημίωση γιὰ ἀναποζημίωτες ἀπαλλοτριώσεις, διευκόλυνση τῆς ἐκκλησιαστικῆς πλέον μισθοδοσίας, συνεκμετάλλευση περιουσίας, πρόληψη μελλοντικῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀξιώσεων. Συναινετικά, μὲ κοινὴ δήλωση Ἀρχιεπισκόπου καὶ Πρωθυπουργοῦ. Ὁ χαρακτηρισμὸς «ἱστορικὴ» γι’ αὐτὴν τὴ συμφωνία κυριολεκτεῖ ἀπολύτως.

 

ΠΗΓΗ: huffingtonpost.gr

,

Σχολιάστε

ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ ΕΛΛΗΝΟΣ ΚΛΗΡΙΚΟΥ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ…!

Καθολικς πιστολς λληνος κληρικο
τ νάγνωσμα…

Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Δημ. Κατούνη
Ἐφημ. «Καθημερινή», 11.11.18

Ἀγαπημένα μου ἀδέλφια ἐν Χριστῷ, χαίρετε!

.           Ὅταν ἡ ἀδικία σφίγγει τὴν ὕπαρξή σου, νιώθεις βιασμένος. Χαράζει ἡ σκέψη μου αὐτὲς τὶς γραμμὲς καὶ σκέφτομαι ποῦ νὰ τὶς ἀπευθύνω. Τὶς ἀπευθύνω λοιπὸν πρὸς ὅλους, σὰν μία καθολικὴ ἐπιστολή, σὰν τὶς ἑπτὰ ποὺ ἔχουμε στὴν Καινή μας Διαθήκη πρὸς ὠφέλεια καὶ οἰκοδομή. Νὰ συστηθῶ. Εἶμαι ἕνας τεμπέλης παπὰς τῆς ἐπαρχίας, ποὺ πρὶν ἀπὸ εἴκοσι ὀκτὼ χρόνια φόρεσα τὸ ράσο ἀνάξια. Ἡ πολιτεία μὲ προσέλαβε καὶ μὲ συντηρεῖ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια. Σήμερα ξαφνικὰ καὶ ἀπροειδοποίητα, χωρὶς λόγο καὶ αἰτία, μὲ ἀπολύει. Εἶμαι καὶ ἀνόητος, διότι ἐπενδύοντας στὴν πρόσληψή μου αὐτή, ἔκανα μία μεγάλη οἰκογένεια, πῆρα ἕνα διαμέρισμα γιὰ νὰ τὴ βάλω μέσα, ἕνα αὐτοκίνητο γιὰ νὰ τὴ μετακινῶ καὶ ἕνα δάνειο τριάντα ἐτῶν, γιὰ νὰ ἀνταποκριθῶ σὲ ὅλα αὐτά. Οἱ πιὸ μεγάλοι καὶ μυαλωμένοι μὲ συμβούλεψαν νὰ τὸ κάνω, γιατί, λέει, ὁ μισθός μου ἦταν μία διασφάλιση.
.           Σήμερα, λοιπόν, ποὺ ἠλικιακὰ βρίσκομαι «σ᾽τοῦ δρόμου τὰ μισά», ὑπερβαίνοντας σιγὰ σιγὰ τὰ πενήντα, ξυπνῶ μία ἡμέρα καὶ βλέπω τὸ φυσικό μου προστάτη, τὸν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος, νὰ συγχαίρει τὸν κ. πρωθυπουργό, διότι μὲ ἀπέλυσε. Βλέπω τὸν πνευματικὸ πατέρα καὶ Προκαθήμενο τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας νὰ εὐχαριστεῖ τὴν κοσμικὴ ἐξουσία, διότι ἐμένα καὶ μερικὲς χιλιάδες συναδέλφους μας, μαζὶ μὲ τὶς οἰκογένειές μας, μᾶς ἀφήνει μετέωρους στὶς ἀποφάσεις καὶ στὶς διαθέσεις τῶν πολιτικῶν τῆς κάθε ἐποχῆς. Μᾶλλον δὲν ἦταν ἀρκετὸ ὅτι τὰ ὀκτὼ χρόνια τῆς κρίσεως συμπαραστάθηκα στοὺς ἀνθρώπους ὑποφέροντας μαζί τους, ταΐζοντάς τους ἀπὸ τὸ συσσίτιο τῆς ἐνορίας μου, πληρώνοντας τοὺς λογαριασμούς τους, ἐξαντλώντας κάθε γνωριμία μου γιὰ νὰ ἔχουν φάρμακα καὶ περίθαλψη.
.           Ἔγινα ὁ πιὸ φτωχὸς ἀπ’ τοὺς φτωχούς, ἀφοῦ ὁ μισθός μου κατέστη ὁ χαμηλότερος τοῦ δημοσίου τομέα. Ζητιάνεψα γιὰ τὸ χατίρι τους πολλὲς φορές. Σταμάτησα τὰ ἔργα τοῦ ναοῦ, γιὰ νὰ γίνουν τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φιλανθρωπίας. Μοιραστήκαμε ὅλοι μαζὶ τὸ πιάτο, τὸ ζεστὸ φαΐ, τὸ δάκρυ τῆς ἀπόγνωσης, τὸ χαμόγελο τῆς παρηγοριᾶς, τὴν ἀγκαλιὰ τῆς ἀλληλοστήριξης… Συμπορευθήκαμε καὶ συλλειτουργήσαμε μὲ τὸ Δεσπότη μας ἀρχηγό, κι ὅλοι μαζὶ ἑνωμένοι στὴ μεγάλη Ἐκκλησιὰ τῆς ὑπομονῆς. Πήγαμε μπροστά. Δὲν διχαστήκαμε. Ἔνιωσα ἕνα σῶμα μὲ ὅλους, ἕνας λαὸς κοινός, ἀγαπημένος, γιατί κι ἐμεῖς κομμάτι αὐτοῦ τοῦ λαοῦ εἴμαστε. Τώρα ἐλπίζαμε πὼς θὰ ξεφύγουμε ἐπιτέλους. Ἐλπίζαμε σὲ ἕνα φῶς.
.           Ἐλπίδα, σὰν ὄνειρο παιδικό, ἀπραγματοποίητο ἀκόμη.
.           Σκέπτομαι τώρα πιὰ πὼς μᾶλλον ἔχουν δίκιο, δὲν ἄξιζα τὴν ἰδιότητά μου ὡς δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ ἔπρεπε νὰ ἀπολυθῶ. Σκέφτομαι πὼς ἡ πνευματικὴ ἐργασία ποὺ κατέβαλα ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια τὰ κείμενα ποὺ παρήγαγα, ἡ διδασκαλία ποὺ ἀπηύθυνα, οἱ κατασκηνώσεις τὰ καλοκαίρια ποὺ ἔστησα, ἡ νεότητα ποὺ συναναστράφηκα, οἱ τέχνες ποὺ καλλιέργησα, οἱ οἰκογένειες ποὺ ἐπανένωσα, οἱ γάμοι ποὺ εὐλόγησα, οἱ βαπτίσεις ποὺ χάρηκα, οἱ ψυχὲς ποὺ ξεκούρασα στὴν ἐξομολόγηση, οἱ οἰκογένειες ποὺ παρηγόρησα στὸ πένθος, οἱ χαρὲς ποὺ πολλαπλασίασα μὲ τὶς εὐχές μου, οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐνθάρρυνα μὲ τὶς προτροπές μου, τὸ περιβάλλον ποὺ βοήθησα μὲ τὶς εὐαισθησίες μου καὶ πολλὰ ἀκόμη, ποὺ αὐτὴ τὴ στιγμὴ μοῦ διαφεύγουν λόγῳ σύγχυσης, δὲν μετρᾶνε!
.           Τὸ «δημοσιοϋπαλληλίκι» γιὰ μένα δὲν ἦταν ντροπή. Ἦταν τιμή. Ἦταν μία ἔνδειξη ἐκτίμησης τῆς πολιτείας γιὰ μένα ποὺ δούλευα γιὰ ἐκείνη καὶ γιὰ τὸν λαό. Δὲν ἦταν βόλεμα. Ἦταν μία μικρὴ ἀνάπαυση γιὰ νὰ μὴ «διακονῶ τραπέζας», ἀλλὰ νὰ εἶμαι ἀνέμελος στὴν ἐπίδοση τῶν πνευματικῶν καθηκόντων καὶ τῆς διακονίας μου. Φαίνεται ὅμως πὼς οἱ κεφαλὲς τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐκκλησίας δὲν συμφωνοῦν μαζί μου. Ἐκεῖνοι ἀποφάσισαν πὼς ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα πρέπει νὰ ἔχω μέριμνα γιὰ τὸν βιοπορισμὸ τῶν παιδιῶν μου, γιὰ τὴν ἀποπληρωμὴ τῶν δόσεων, γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν ἀτελείωτων λογαριασμῶν, γιὰ τὴν τακτοποίηση τῶν φορολογικῶν μου ὑποχρεώσεων. Ἔτσι νας θ δώσει τ θέση μου σ κάποιον λλον, πο θ τν προσλάβει τώρα, γι ν μ κάνει μισητ κα ντιπαθητικ πέναντι στν κοινωνία, πειδ το τρωγα τ θέση τόσα χρόνια, κα λλος θ μ παρηγορήσει μ λόγια πατρικ κα μορφα, πο κούγονται πόλυτα ψεύτικα, ταν δν τ νιώθουμε μες ο κληρικοί…
.           Δόξα τῷ Θεῷ, οἱ δύο τους ἀποφάσισαν «γιὰ μένα χωρὶς ἐμένα», βεβαίως «γιὰ τὸ καλό μου» καὶ ἔτσι ξαφνικὰ «…ἀνεπαισθήτως μ’ ἔκλεισαν ἀπὸ τὸν κόσμον ἔξω», ποὺ θά ’λεγε κι ὁ φίλος μου ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἔτσι ἡ Ἑλλάδα μπορεῖ πλέον νὰ χαρεῖ, διότι ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τοὺς χαραμοφάηδες ποὺ τὴν ἄρμεγαν τόσα χρόνια καὶ τώρα πλέον λαμπρὰ θὰ τραβήξει τὸν δρόμο τῆς προόδου καὶ τῆς εὐημερίας! Καλὴ πορεία.

 

 

,

Σχολιάστε

Ο “ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ” ΜΕ ΤΑ ΑΡΑΒΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΔΗΜΑΓΩΓΙΚΟΥ ΑΜΟΡΑΛΙΣΜΟΥ ΠΟΣΟ ΑΞΙΟΠΙΣΤΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ;

Διακριτοὶ ρόλοι, ἀλλὰ ποιοὶ ρόλοι;

Τοῦ Μητροπολ. Ν. Ἰωνίας Γαβριήλ
Ἐφημ. «Καθημερινή», 11.11.18

.             Πολλοὶ χαρακτήρισαν τὴν πρόσφατη κοινὴ τοποθέτηση τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου κ. Ἱερωνύμου καὶ τοῦ πρωθυπουργοῦ κ. Ἀλέξη Τσίπρα ὡς μία «ἱστορικὴ συμφωνία». Ἄλλοι πάλι μίλησαν γιὰ τὸ τέλος μίας ἐποχῆς, ἀναφερόμενοι σὲ χωρισμοὺς καὶ διαζύγια, σύμφωνα συμβίωσης καὶ ἄλλα βαρύγδουπα.
.             Προσωπικὰ θὰ συνιστοῦσα νὰ σταθοῦμε στὴν οὐσία καὶ νὰ ἀποφύγουμε τὶς ὅποιες καὶ δίχως ἐπαρκὲς ἀντίκρισμα λεκτικὲς ἀκροβασίες.
.             Ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ ἕνας διαφορετικὸς χαρακτηρισμὸς γιὰ τὰ πεπραγμένα, ὁ ὁποῖος πιθανῶς νὰ ἀπογοητεύσει τοὺς θιασῶτες τῶν ριζικῶν ἀνατροπῶν ποὺ ἀνακοινώνονται, ἀλλὰ στὸ τέλος ποτὲ δὲν ὑλοποιοῦνται σὲ αὐτὸν τὸν τόπο.
.             Ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔθεσαν ἕνα σημαντικὸ πλαίσιο, ἔβαλαν τὸ νερὸ στὸ αὐλάκι γιὰ τὴν ἀπαρχὴ μίας συζήτησης. Δὲν ζωγράφισαν τὸν πίνακα ποὺ θὰ ἀποτυπώνει μὲ ἐνάργεια τὴν σχέση τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν Πολιτεία. Ἔστησαν τὸν καμβὰ καὶ κουβάλησαν τὶς μπογιὲς καὶ τὰ πινέλα. Ἔκαναν ἕνα προσχέδιο μὲ διάφορα ὑλικὰ καὶ φυσικὰ ἀρκετὲς παραδοχές.
.             Σταχυολογῶ τὶς πιὸ σπουδαῖες: Ὁ Ἕλληνας πρωθυπουργὸς ἀναγνώρισε τὴν οὐσιαστικὴ καὶ πρακτικὴ συνεισφορὰ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν ἀρχὴ σύστασης τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους, δίνοντας τέλος σὲ ὅσους ἰσοπεδωτικὰ μηδένιζαν τὴ συμβολή Της. Ἀναγνώρισε ἀκόμη τὴν ὑποχρέωση τῆς ἑλληνικῆς πολιτείας νὰ μισθοδοτεῖ τοὺς κληρικούς της, ὄχι ἐν εἴδει ἐπαιτείας καὶ «χαριστικά», θεώρηση ἄλλωστε ποὺ πολλοὶ εἶχαν, ἀκόμη καὶ μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων. Μία ἀριστερὴ κυβέρνηση ἀναγνώρισε τὴ συμβολὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ὑποχρέωσή της νὰ καλύπτει τοὺς μισθοὺς τῶν ἱερέων, ἐπειδὴ τῆς στέρησε τοὺς πόρους νὰ τὸ πράττει ἡ ἴδια. Δίδεται ἐπιπλέον ἡ εὐκαιρία στὴν Ἐκκλησία νὰ ἀξιοποιήσει ἐπιτέλους –στηριζόμενη καὶ στὴν πρόταση τῆς προηγούμενης κυβέρνησης– τὴν περιουσία της πρὸς ὄφελος ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο τοῦ λαοῦ ποὺ δοκιμάζεται.
.             Βεβαίως, πολλὰ σημεῖα τοῦ προσχεδίου χρήζουν διευκρινίσεων. Ὀφείλω νὰ σταθῶ περισσότερο σὲ ἕνα. Εἶναι ἐπιβεβλημένο νὰ τεθοῦν ὅλες οἱ προϋποθέσεις ποὺ θὰ προστατεύουν καὶ θὰ διασφαλίζουν τὸ μέλλον τῶν κληρικῶν μας. Ὁ ἁπλὸς παπὰς ἀποτελεῖ τὴ ραχοκοκαλιὰ τῆς Ἐκκλησίας. Χωρὶς αὐτὸν δὲν νοεῖται Ἐκκλησία. Δὲν ὑπάρχουν κληρικοὶ πολλῶν ταχυτήτων καὶ βαθμίδων. Ὅλοι εἴμαστε ἐλάχιστοι καὶ βεβαίως ἴσοι ὑπηρετώντας τὸν κοινὸ σκοπό, ἔχοντας τὸν ἴδιο ρόλο ὡς λειτουργοὶ τοῦ Ὑψίστου. Ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ ἑλληνικὴ Βουλὴ ἀποκτοῦν πιά, ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴ τὴ συνάντηση, ὑλικὸ γιὰ νὰ ἀξιολογήσουν, νὰ διαπραγματευθοῦν καὶ νὰ ἐξελίξουν. Στὶς δύο πλευρὲς δίδεται μία ἱστορικὴ εὐκαιρία: νὰ περιβάλλουν νομικὰ καὶ μὲ κριτήρια ποὺ θὰ ἔχουν ὡς ἀφετηρία τὸ δίκαιο καὶ τὴν ἀναγνώριση τῆς προσφορᾶς τῆς Ἐκκλησίας στὸ διάβα τοῦ χρόνου γιὰ νὰ σμιλέψουν τὴ σχέση τοῦ αὔριο.
.             Δὲν ἔχει πιὰ σημασία νὰ συζητᾶμε γιὰ τοὺς διακριτοὺς ρόλους ἀνάμεσα σὲ Ἐκκλησία καὶ Πολιτεία. Σημασία ἔχει νὰ ἀποσαφηνίσουμε αὐτοὺς τοὺς ρόλους. Νὰ τοὺς προσδιορίσουμε ἐπαρκῶς καὶ νὰ ξεκαθαρίσουμε ποιὸς θὰ εἶναι ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἑλλάδα τοῦ μέλλοντος, στὴν εὐρωπαϊκὴ Ἑλλάδα.
.             Δὲν μιλᾶμε πιὰ γιὰ τὸ τέλος μίας σχέσης, ἀλλὰ γιὰ μία νέα ἀρχή! Ἀναφερόμαστε σὲ ἕνα νέο ξεκίνημα, στὸ ὁποῖο πρέπει νὰ δοῦμε ὅλοι μαζὶ τὶς ἐπιμέρους λεπτομέρειες καὶ ἡ Ἱεραρχία νὰ ἀξιολογήσει ἐὰν μπορεῖ νὰ προχωρήσει μὲ τὴν πολιτεία σὲ μία δίκαιη συμφωνία ποὺ νὰ ἀναγνωρίζει τὴ συμβολὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ διασφαλίζει τοὺς κληρικούς μας.
.             Ἦρθε ἡ στιγμὴ νὰ συζητήσουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα τοῦ αὔριο, στὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία θὰ εἶναι συνοδοιπόρος καὶ δὲν θὰ θεωρεῖται ἀπὸ μέρος τῆς κοινωνίας ἀνασταλτικὸς παράγοντας.
.             Ὁ Ἕλληνας πρέπει νὰ ἀνοίξει τὴν περπατησιά του στὴν πορεία πρὸς τὸ μέλλον, κρατώντας πάντα στὸ δισάκι του καὶ στὴν καρδιά του τὴν Ἐκκλησία. Αὐτὴ ἄλλωστε εἶναι ἡ ταυτότητά μας.

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Σὲ μιὰ τέτοια κοινὴ «ζωγραφιά», ποὺ πρόκειται νὰ ζωγραφηθεῖ, πόσο ἀξιόπιστος εἶναι ἐκεῖνος ὁ Καλλιτέχνης ποὺ ἔχει δείξει ὅτι ἀντὶ γιὰ καλλιτεχνήματα φτιάχνει ἀραβουργήματα ἀφερεγγυότητας καὶ δημαγωγικοῦ ἀμοραλισμοῦ;

 

 

 

Σχολιάστε