«ΚΥΡΙΕ, ΔΟΣ ΜΟΙ ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ»

19 Ἰανουαρίου μνήμη Μητροπολίτου Χαλκίδος
Νικολάου Σελέντη (1975)

 Κύριε, δός μοι τὸ χάρισμα τῶν δακρύων!

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

μακάριος Μητροπολίτης Χαλκίδος Νικόλαος Σελέντης μὲ τὸ πνεῦμα τῆς θυσίας, τοῦ κατηχητικοῦ λόγου, τῆς ποιμαντικῆς δραστηριότητος, ὡς καὶ ὁ σημερινὸς διάδοχός του, ὁ Τήνιος τὴν καταγωγὴ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, κοιμήθηκε σὲ νοσοκομείου τοῦ Λονδίνου στὶς 19 Ἰανουαρίου τοῦ 1975. Εἵλκυε πάντας μὲ τὴν ὡραία του μορφή, τὸ ἀνεπιτήδευτο χαμόγελο, μὲ τὴν μεγάλη του καρδιὰ καὶ τὴν ἁγιασμένη του ψυχή, ἦταν μιὰ ψυχὴ ποὺ ποτιζόταν ἀπὸ τὴν βροχὴ τῶν δακρύων, μὲ τὴν βοήθεια τῆς ὁποίας φύτρωνε μέσα της καὶ ἀναπτυσόταν τὸ ἄνθος τῆς χαρᾶς. Ἴσχυε γι’ αὐτόν, ὅτι  τὸ χάρισμα τῶν δακρύων παράγει «χαροποιὸν πένθος» καὶ ἐπιτακτικὰ ζητοῦσε ἀπὸ τὸν γλυκύτατό μας Ἰησοῦ, ὅπως κάθε Χριστιανὸς «ἐν μετανοίᾳ», νὰ τοῦ δώσει τὸ χάρισμα τῶν δακρύων. Ἔτσι, ἔγραφε στὰ «Ξεσπάσματα τῆς καρδιᾶς μου»:

.             Ὅπως ἡ βροχὴ γονιμοποιεῖ τὰ σπέρματα τῶν καρπῶν στὴν γῆ,  ἔτσι καὶ τὸ δάκρυ τὰ σπέρματα τῶν ἀρετῶν στὴν ψυχή. Καὶ προσευχητικὰ πρακαλοῦσε: Κύριε, δός μου τὸ χάρισμα τῶν δακρύων, γιατὶ Σὺ μόνος ξέρεις πόση λάσπη κρύβω μέσα μου. Ναί, ἀκούω τὴν φωνή Σου νὰ μοῦ λέει: «Λούσου στὰ δάκρυά σου, γιὰ νὰ καθαριστεῖς». Ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου κάθε μέρα ἀπογοητεύομαι. Ἔρχου, Κύριε!

.                Ἔλεγε, ὅτι στὰ δάκρυα τῆς μετανοίας ἡ ψυχὴ ἀναβαπτίζεται. Ἡ μετάνοια εἶναι ὁ νιπτήρας μας καὶ τὰ δάκρυα τὸ εὐλογημένο νερὸ τοῦ ἀναβαπτισμοῦ. Τὸ δάκρυ, κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης ἰσοδυναμεῖ μὲ λουτρὸ παλιγγενεσίας καὶ ξαναφέρνει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἀπομακρυσμένη χάρη τοῦ Θεοῦ, αὐτὴν ποὺ ὁ ἴδιος μὲ τὴν συμπεριφορά του ἀπομάκρυνε.  «Καὶ δάκρυον στάξαν ἰσοδυναμεῖ  λουτρῷ παλλιγγενεσίας καὶ ἐπανάγει τὴν χάριν». Στὰ δάκρυα καταφεύγουν τόσοι καὶ τόσοι, γιὰ νὰ καθαρισθοῦν ἀπὸ τὸν ρύπο τῆς ἁμαρτίας. «Δακρύων ὄμβρους» «προσάγουν» στὸν αἴροντα τὰς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου, Χριστό μας. Καὶ τὰ δάκρυα τοῦ Ἐπισκόπου Νικολάου ὑπῆρξαν ἀείρρυτα.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Διαφήμιση

,

Σχολιάστε

ΟΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ ΣΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΡΟ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Οἱ διαχρονικὲς ἀξίες στὸ στόχαστρο

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .                         Οἱ πολλὲς καὶ σοβαρὲς ἀντιδράσεις ποὺ ὑπῆρξαν στὴν ἐνέργεια ἀνδρός, ποὺ ντύνεται καὶσυμπεριφέρεται ὡς γυναίκα καὶ ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὸ Σωματεῖο Ὑποστήριξης Διεμφυλικῶν, νὰδιαβάσει παραμύθια σὲ νήπια παιδικοῦ σταθμοῦ  τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἡ συνηγορία στὴν πράξη τοῦ στελεχῶν ΜΜΕ φίλων τῶν λόμπι τῶν ΛΟΑΤΚΙ θέτουν τὸ ζήτημα: Στὴν Πολιτεία ὑπάρχουν ἄραγε ἀρχές, ἀξίες καὶ νόμοι, ποὺ εἶναι ἀπόλυτοι καὶ διαχρονικοί, ἢ κάποιους τοὺς μεταβάλλει, ἀνάλογα μὲ τὴν ἰδεολογία, τὴ δική της  καὶ   ἐκείνων ποὺ καθοριστικὰ τὴν ἐπηρεάζουν;
.                       Ἀντίθετα πρὸς τὴν ἀγανάκτηση τῆς πλειονότητας τῶν πολιτῶν, ἐντυπωσιακὴ ἦταν ἡ σιωπὴτῆς ἐπίσημης Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, ἁρμοδίου τῆς κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς  νόμους ἀγωγῆς καὶ τῶν νηπίων. Ὁ ΣΥΡΙΖΑ ὑποστηρίζει τὴ νοοτροπία τῶν ΛΟΑΤΚΙ, ἐνῶ τὸΠΑΣΟΚ βρίσκεται σὲ ἀμηχανία, ἀφοῦ ἐπώνυμο στέλεχός του ἦταν ποὺ πρῶτο ἀντέδρασε στὴν προώθηση τῆς στάσης τῶν «Drag Queens» σὲ ἀθῶες ὑπάρξεις. Ἀπὸ τὴ μία ἀνακοίνωσε ὅτι θὰἐξετάσει τὴν ἐνίσχυση τῶν δικαιωμάτων τῶν ΛΟΑΤΚΙ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ πρόεδρός του Νίκος Ἀνδρουλάκης ἦταν στὸ Φανάρι γιὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων… Μακάρι, πρὸς ἐνημέρωσή του, νὰἐρώτησε τὸν Οἰκ. Πατριάρχη, τί πιστεύει ἡ Ἐκκλησία γιὰ τὸ θέμα τῆς προπαγάνδας σὲ ἀνηλίκους τῆς νοοτροπίας καὶ τοῦ τρόπου ζωῆς τῶν «Drag Queens» καὶ κατ’ ἐπέκταση τῶν ΛΟΑΤΚΙ.
.                     Ὁ ὁμότιμος καθηγητὴς τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Μαριάνος Δ. Καράσης ἀπηχώντας τὴ σκέψη τοῦ φιλοσόφου, ἱστορικοῦ καὶπολιτικοῦ Παναγιώτη Κανελλόπουλου γράφει πὼς ἡ ἄποψη τοῦ Διαφωτισμοῦ, ποὺ ἐκφράζει καὶτοὺς ΛΟΑΤΚΙ, ὅτι μόνο ἀπομακρυνόμενοι ἀπὸ τὸ παρελθὸν μποροῦμε νὰ ἐξασφαλίσουμε ἕνα καλύτερο μέλλον, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀναιρεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ θεμέλια βίωσης τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου, δηλαδὴτὸ παρελθόν,  ἀφ’ ἑτέρου δὲ θέτει ὡς κριτήριο τοῦ καλυτέρου μέλλοντος τὴν  ὑποτίμηση τοῦπνευματικοῦ πολιτισμοῦ. Ἡ τάση αὐτὴ ἀπὸ ἰσχυρὰ λόμπι φθάνει σήμερα ἕως τὸν πνευματικὸμηδενισμό, τὴν ἀχρήστευση δηλαδὴ τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν τοῦ παρελθόντος καὶ τὸ χτίσιμο ἑνὸς μέλλοντος «θαυμαστοῦ», σὰν καὶ αὐτὸ ποὺ μπόρεσε νὰ φαντασθεῖ ὁ Ἄλντους Χάξλεϊ, ἑνὸς κόσμου δηλαδὴ κατοικημένου ἀπὸ πλάσματα τοῦ δοκιμαστικοῦ σωλήνα, ποὺ θὰ ἔχουν βρεῖ τὰ ταίρια τους στὰ ἀπανθρωποποιημένα ὄντα – ρομπότ…
.                    Ὁ ἴδιος ὁ Παναγιώτης Κανελλόπουλος στὸ βιβλίο του «Τὸ τέλος τοῦ Ζαρατούστρα» (Ἔκδ. Ἑστίας) μιλάει γιὰ ἐπερχόμενη γενιά, ποὺ θὰ θελήσει νὰ ἐπιβάλει τὸ μηδὲν ὡς «πρόοδο», καὶ γι᾽αὐτὸ θὰ πολεμήσει μέχρις ἐσχάτων ἐναντίον ὅσων τὴν ἐμποδίζουν, θεσμῶν καὶ ἀνθρώπων. Θὰβάλει στὸ στόχαστρό της ὅλους ὅσοι εἶναι ὑπὲρ τῶν αἰωνίων ἀξιῶν καὶ τῶν φυσικῶν νόμων. «Δὲν ἀξίζει τὸν κόπο νὰ γυρίζει ἡ Γῆ ἀδιάκοπα γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό της καὶ γύρω ἀπὸ τὸν Ἥλιο. Ἡ γενιά μου θ’ ἀξίζει, μόνον ἂν καταφέρει νὰ σταματήσει κι αὐτὴν τὴν κίνησή της!» λέγει χαρακτηριστικὰὁ μηδενιστής… Ἀγαπητὲ ἀναγνώστη διάβασε τὰ ἐπιχειρήματα ὅσων ὑποστηρίζουν τοὺς “Drag Queens” καὶ θὰ καταλάβεις τὸν Παν. Κανελλόπουλο.-

, , , ,

Σχολιάστε

«ΜΕΡΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ»: ΜΙΑ “ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΗ” ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

 Ἀρχιμ. Νικολάου Ἰωαννίδη
Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ
Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου
«Μέρες  Ἀποκάλυψης στὴν  Ἰωνία
– Τὸ δράμα τῶν Ἑλλήνων τῆς  Ἰωνίας 1914-1922»
(ἐκδ. «Ἀρχονταρίκι»)

.             Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς θλιβερῆς ἐπετείου τῶν ἑκατὸ ἐτῶν ἀπὸ τὴν Μικρασιατικὴ καταστροφὴ (1922) καὶ τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάνης (1923), θὰ ἤθελα νὰ δημοσιεύσω μία παρουσίαση τοῦ ἐκλεκτοῦ βιβλίου «Μέρες  Ἀποκάλυψης στὴν  Ἰωνία, τὸ δράμα τῶν Ἑλλήνων τῆς  Ἰωνίας 1914-1922» τοῦ φίλου Γιώργου Παπαθανασόπουλου, δημοσιογράφου, χημικοῦ καὶ θεολόγου. Τὸ βιβλίο, ὅσο θὰ ὑπάρχουν οἱ μνῆμες τῆς Γενοκτονίας τοῦ 1922, θὰ εἶναι πάντοτε ἐπίκαιρο.
.             Τὸ βιβλίο «Μέρες  Ἀποκάλυψης στὴν  Ἰωνία, τὸ δράμα τῶν Ἑλλήνων τῆς  Ἰωνίας 1914-1922» εἶναι ἱστορικὸ μυθιστόρημα, ποὺ  ἀναδεικνύει τὸν κ. Παπαθανασόπουλο ὄχι μόνον ὡς ἕναν δόκιμο συγγραφέα καὶ δημοσιογράφο, ὅπως τὸν γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, ἀλλὰ καὶ ὡς ἕναν ὑψηλοῦ ἐπιπέδου γλαφυρὸ λογοτέχνη – μυθιστοριογράφο, τοῦ ὁποίου τὶς ἱκανότητες τὶς ἀναγνωρίζει καὶ τὶς χαίρεται ὅποιος διαβάσει τὸ βιβλίο αὐτό.
.             Προσωπικά, διαβάζοντας τὸ βιβλίο, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς σκέψεις ποὺ ἀνέφερα, ἔνιωσα πνευματικὴ κατάνυξη καὶ ἐθνικὴ ὑπερηφάνεια. Αἰσθάνθηκα τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴ σπουδαιότητα τῆς ἐθνικῆς καὶ πνευματικῆς μας ταυτότητας, καὶ τὸ πόσο σημαντικὸ εἶναι γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ μέλλον μας νὰ τὴν γνωρίζουμε.  Ὁ φίλος Γιῶργος Παπαθανασόπουλος εὐφυῶς διάλεξε τὸ εἶδος τοῦ ἱστορικοῦ μυθιστο-ρήματος, γιὰ νὰ καταγράψει τὸ κομμάτι αὐτὸ τῆς ἱστορίας μας, τὴ Μικρασιατικὴ καταστροφή, καὶ νὰ μᾶς περάσει τὰ σπουδαῖα νοήματα ποὺ ἐξάγονται ἀπ’ αὐτή. Καὶ ἔπραξε ἄριστα, γιατί τὸ ἱστορικὸ μυθιστόρημα καταγράφει πιστῶς τὴν ἱστορία καὶ ἀναδεικνύει τὰ συμπεράσματα τῶν ἱστορικῶν γεγονότων, ποὺ πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπόψη, καὶ προσφέρει -θὰ ἔλεγα διδάσκει- μὲ ἕναν εὐχάριστο καὶ ξεκούραστο τρόπο, ὅσους δυστυχῶς δὲν μποροῦν ἢ δὲν θέλουν νὰ ἀνατρέξουν σὲ ἐπιστημονικὲς ἱστορικὲς μελέτες.
.             Ἐπειδὴ ἐκτιμῶ πολὺ τὸ ἱστορικὸ μυθιστόρημα, γιατί εὔκολα μεταφέρει, ὅπως ἀνέφερα, ἱστορία, ἤθη, ἔθιμα κ.λπ., θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἀναφερθῶ γιὰ λίγο σ’ αὐτὸ καὶ νὰ πῶ ὅτι πρόκειται γιὰ ἐκεῖνο τὸ λογοτεχνικὸ εἶδος, στὸ ὁποῖο γίνεται ἀπόπειρα νὰ δημιουργηθεῖ μία δραματικὴ δομὴ μυθοπλασίας μέσα σὲ μία αὐστηρῶς ὁριοθετημένη ἱστορικὴ ἐποχή, τὴν ὁποία σκιαγραφεῖ ὁ δημιουργός του μετὰ ἀπὸ διεξοδικὴ καὶ ἀντικειμενικὴ μελέτη τῶν ἱστορικῶν γεγονότων, τῶν τόπων, τῶν χαρακτήρων, τῶν ἠθῶν καὶ συνηθειῶν, ἀκόμη καὶ τοῦ τρόπου ὁμιλίας, ποὺ χρησιμοποιοῦσαν τὰ πρόσωπα τῆς ἐποχῆς, ποὺ ὁ ἴδιος ἐπέλεξε γιὰ τὸ ἔργο του. Βεβαίως, ὀφείλω νὰ πῶ ὅτι πολλὲς φορὲς οἱ σχέσεις μυθιστορηματικῆς ἀφήγησης τῆς ἱστορίας καὶ τῆς ἱστορίας τῶν γεγονότων, ποὺ περνᾶ ἀπὸ αὐστηρὴ ἐπιστημονικὴ βάσανο, δὲν βαίνουν παραλλήλως.
.             Στὸ ἐν λόγῳ, ὅμως, ἔργο καὶ ἡ ἱστορικὴ διεισδυτικὴ ἀκρίβεια τιμᾶται καὶ ἡ δροσερότητα τῆς μυθιστορηματικῆς πλοκῆς δὲν μειώνεται.  Ἔτσι, ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα ἐμπεριέχονται στὸ βιβλίο τοῦ κ. Παπαθανασόπουλου, καὶ βλέπουμε νὰ μᾶς μεταφέρει μὲ ἐνάργεια, πιστότητα καὶ ρεαλισμὸ τὶς κοινωνικὲς συνθῆκες, τὸ πνεῦμα καὶ τὶς συμπεριφορὲς τῶν προγόνων μας, ποὺ ἀσφαλῶς μπορεῖ νὰ ἐπηρεάσουν θετικὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴ συμπεριφορὰ ὅλων μας.
.             Τὸ βιβλίο «Μέρες  Ἀποκάλυψης στὴν  Ἰωνία» ἐκπέμπει πολλὰ μηνύματα, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἀναλύσει κάποιος μόνος του -γιατί δὲν ἐμπίπτουν ὅλα στὴν ἁρμοδιότητα ἑνὸς ἀνθρώπου- καὶ γι’ αὐτό, συνήθως, ἡ παρουσίαση ἑνὸς βιβλίου γίνεται ἀπὸ περισσότερους παρουσιαστές.  Ἔτσι, ὅσον ἀφορᾶ τὸ πρόσωπό μου, θὰ ἀναφερθῶ στὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ θεολογικὰ μηνύματα τοῦ βιβλίου, ποὺ τὰ θεωρῶ πολὺ σημαντικὰ καὶ διδακτικά, ἰδιαίτερα γιὰ τὶς ἡμέρες μας, ποὺ ὅ,τι ἐκκλησιαστικό, θεολογικὸ καὶ πατριωτικὸ εὐτελίζεται, λοιδορεῖται καὶ ἀπαξιώνεται.

.             Τὸ πρῶτο θέμα ποὺ θέλω νὰ θίξω εἶναι ἡ πίστη, ἡ πίστη τῶν ἀνθρώπων ποὺ σκιαγραφοῦνται στὸ βιβλίο, δηλαδὴ τῶν προγόνων μας, ἡ πίστη μὲ τὴν ὁποία ἔζησαν, μεγαλούργησαν ἀλλὰ καὶ μαρτύρησαν, τόσο μὲ τὸ μαρτύριο τῆς συνειδήσεως, ὅσο καὶ μὲ τὸ μαρτύριο τοῦ αἵματος, ὅταν χρειάσθηκε.  Ἡ πίστη αὐτὴ ἀναφέρεται πρῶτον στὸν Θεὸ καὶ ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, ποὺ ὑπῆρξε καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς ἐν γένει ζωῆς τῶν ἀνθρώπων τῆς Μικρασίας, ὅπως μᾶς τὸ μεταφέρει τὸ βιβλίο (βλ. σ. 16, 85, 189).
.             Τὸ πρῶτο γράμμα τοῦ ἀλφαβήτου τῆς ὀρθόδοξης πίστεως εἶναι ἡ πίστη στὸν ζῶντα καὶ τρισυπόστατο Θεό. Αὐτὴ εἶναι τὸ θεμέλιο καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, ἡ ρίζα ἀπὸ τὴν ὁποία αὐξάνει καὶ ἀναπτύσσεται κάθε χριστιανός, κατὰ τὸ μέτρο, βέβαια, τοῦ ἀγώνα του καὶ τοῦ κόπου του στὸ στάδιο τῆς κατὰ Χριστὸν ζωῆς του.  Ἡ πίστη χαρίζει τὴν πραγματικὴ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἡ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ χαρίζει στὴ συνέχεια καὶ τὴν κοινωνία μὲ τοὺς συνανθρώπους. Εἶναι ἡ πρώτη βαθμίδα, πάνω στὴν ὁποία ἀνερχόμενος ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται στὴν καινὴ ζωή, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς εἶναι καὶ κοινὴ ζωή, δηλαδὴ ζωὴ κοινωνίας καὶ ἑνότητας τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους. Καὶ βλέπουμε πολὺ καθαρὰ στὸ βιβλίο ὅτι ἡ ἑνότητα τῶν Μικρασιατῶν πατέρων μας βασιζόταν στὸν Χριστὸ καὶ στὴν  Ἐκκλησία Του, ποὺ ἦταν ἡ κοινὴ ἀναφορά τους, ἡ συνεκτικὴ δύναμις ποὺ τοὺς ἔνωνε μὲ δεσμοὺς ἀκατάλυτους στὴν ἐπίγεια ζωή, καὶ συνάμα τοὺς ἔδινε τὴ βεβαιότητα τῆς κοινωνίας μέσα στὴν αἰώνια ζωὴ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ (βλ. σ. 416). Μὲ τὴν πίστη κατόρθωναν νὰ ἀποφεύγουν τοὺς πειρασμοὺς τῶν παθῶν, τὶς πτώσεις καὶ ὅλες τὶς ἀντιξοότητες τῆς ζωῆς. Μὲ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως ὅ,τι κατόρθωναν ἦταν ἀποτέλεσμα συλλογικότητας, ἔργο κοινό, στὸ ὁποῖο καθένας κατέβαλλε τὸ χάρισμά του, τὴν ἱκανότητά του, καὶ δὲν τὰ κράταγε μόνον γιὰ τὸν ἑαυτό του.
.             Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ βιβλίο μᾶς παρουσιάζει μία κοινωνία ποὺ ξεπερνᾶ τὰ ὅρια καὶ τὸ περιεχόμενο μίας συμβατικῆς κοσμικῆς κοινωνίας ἀνθρώπων, ποὺ καθορίζει τὸν τρόπο τῆς κοινωνικῆς τους ὕπαρξης, ἔχοντας ὡς μέτρο τὰ κριτήρια τῶν διαφόρων κοινωνικῶν συστημάτων, ποὺ δὲν δίνουν καμμία θέση στὸν Θεάνθρωπο Χριστὸ καὶ οὔτε ἐπιτρέπουν τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιό Του νὰ παίζει κάποιο ρόλο στὴ διαμόρφωση τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τους. Οἱ Μικρασιάτες πατέρες μας στὴ δική τους κοινωνία εἶχαν ὡς κέντρο τὸν Ἰησοῦν Χριστὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιό Του, καὶ ὁλόκληρη ἡ ζωή τους ξεκινοῦσε ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ κατέληγε στὸν Χριστό. Εἴτε ἐν ἐπιγνώσει εἴτε ἀνεπιγνώστως δὲν ἀγωνίζονταν νὰ δημιουργήσουν μία κοινωνία – ἀνθρώπινο κατασκεύασμα, ἀλλὰ μὲ πίστη καὶ ταπείνωση εἰσέρχονταν στὴν «ἡτοιμασμένην» ἀπὸ καταβολῆς  κόσμου κοινωνία Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, μέσα στὴν ὁποία «ζοῦσαν καὶ κινοῦνταν καὶ ὑπῆρχαν», γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω τὰ λόγια τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων (17,28), μέσα στὴν ὁποία ζοῦσαν τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ ὑπέμεναν ὅλα τὰ λυπηρὰ τῆς ζωῆς.
.             Θὰ ἦταν λάθος νὰ χαρακτηρίσει κανεὶς τὴν κοινωνία αὐτὴ τῶν Μικρασιατῶν ὡς κοινωνία ἀποκλειστικὰ «ἐκκλησιαστικὴ» ἢ «κοσμική», διότι ὁ χριστιανὸς ζεῖ στὸν κόσμο, ἀλλὰ συμπεριφέρεται ὡς ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ, ἐφαρμόζοντας κατὰ τὸ δυνατὸν τὸ ἅγιο θέλημά Του. Συνεπῶς, ἕνας σαφὴς διαχωρισμὸς μεταξὺ «ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς» καὶ «κοσμικῆς ζωῆς» δὲν ὑπάρχει, καὶ αὐτὸ ἀναδύεται ἀβίαστα ἀπὸ τὸ ἐν λόγῳ βιβλίο. Ἡ καθημερινὴ ζωὴ τῶν Μικρασιατῶν ἀλληλο-περιεχωρεῖτο μὲ τὴν χριστιανικὴ – ἐκκλησιαστικὴ ζωή τους. Δὲν ἦσαν ἄλλοι μέσα στὴ ἐκκλησία καὶ ἄλλοι ἔξω ἀπ’ αὐτήν.  Ἡ καθημερινὴ ζωή τους ἦταν ἡ συνέχεια τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ συνάμα ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν ἑπόμενη Θεία Λειτουργία.
.             Ἡ γενναία καὶ χριστιανικὴ στάση τῶν Μικρασιατῶν ἔναντι τῶν θλίψεων καὶ τῶν πειρασμῶν, ποὺ μᾶς δείχνει τὸ βιβλίο, ἀποτελεῖ δείκτη τῆς πνευματικῆς τους κατάστασης, εἶναι σὰν νὰ γνώριζαν τοὺς πατερικοὺς λόγους ὅτι οἱ θλίψεις καὶ οἱ πειρασμοὶ διαχωρίζουν «τοὺς υἱοὺς τοῦ Θεοῦ… ἐκ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων». Οἱ «υἱοὶ τοῦ Θεοῦ» εἶναι ἐκεῖνοι, γιὰ τοὺς ὁποίους ἡ Γραφὴ λέγει «ὂν ἀγαπᾶ Κύριος παιδεύει» ( Ἑβρ. 12,6), ἐνῶ οἱ λοιποί, οἱ ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι γιὰ τοὺς ὁποίους ἡ Γραφὴ ἀναφέρει οἱ «χωρὶς παιδείαν», «νόθοι ἐστὲ καὶ οὐχ υἱοί».
.             Ὁ συγγραφέας ἀποτυπώνει πολὺ παραστατικὰ καὶ μὲ γλαφυρότητα αὐτὴ τὴν κοινωνία τῶν Μικρασιατῶν, ἡ ὁποία πάλλεται ἀπὸ πατριωτικὸ αἴσθημα, ποὺ ἀναμφίβολα βασίζεται στὶς ἔννοιες τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀνεξιθρησκείας καὶ τῆς ἰσότητας· καὶ ἡ ἀφήγησή του δὲν ἔχει ἴχνος ἐξιδανικεύσεως -ἔστω καὶ ἂν κάποιοι ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὸν σημερινὸ τρόπο ζωῆς μπορεῖ νὰ θεωρήσουν ὅτι ὑπάρχει κάποιο εἶδος ἐξιδανίκευσης. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, αὐτοὶ ἦσαν καὶ ἔτσι ζοῦσαν· φυσιολογικοὶ ἄνθρωποι μὲ τὶς χάρες τους, ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη τους, ποὺ δὲν ἀποπειρᾶται ὁ συγγραφέας νὰ παραλείψει ἢ νὰ ἐξωραΐσει. Μὲ ἀντικειμενικότητα ἀναφέρεται σὲ θέματα ὅπως προδοσία, διχόνοια (βλ. σ. 144) κ.λπ. ὁ ἔρωτας ἢ ἁπλὲς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, ὅπως τοῦ κουτσομπολιοῦ καὶ μάλιστα μέσα στὸν Ναὸ (βλ. σ. 26).  Ἀκόμη μὲ ρεαλισμὸ καὶ συγκατάβαση στὶς  ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, μᾶς μιλᾶ γιὰ τὸν διάκονο Νήφωνα, ὁ ὁποῖος ἐγκατέλειψε τὴν ἱερωσύνη, γιὰ νὰ νυμφευθεῖ. Χωρὶς ἴχνος εὐσεβισμοῦ, ἀναφερόμενος στὸν ἔρωτα δίνει τὶς φυσιολογικές, ἀνθρώπινες διαστάσεις του, θὰ ἔλεγα καὶ τὶς χριστιανικὲς (βλ. σ. 71,74).
.             Μὲ τὸν ἴδιο ρεαλισμὸ ἀναφέρεται καὶ σὲ ἄλλες ἀδυναμίες τῶν ἀνθρώπων ἐκείνου τοῦ ἤθους, ὅπως τῆς δίκαιης ὀργῆς γιὰ τοὺς διῶκτες Τσέτες, ἀλλὰ καὶ σὲ ἀρετές, ὅπως στὴν ἔλλειψη μισαλλοδοξίας καὶ ἐκδικητικότητας (βλ. σ. 38-9 · 274), τὴ στάση τους ἔναντι τῶν ἑβραίων (βλ. σ. 41-42) καὶ τῶν μασώνων (βλ. σ. 42-43), τὴν ἀποδοχὴ τοῦ ἄλλου, τοῦ τίμιου ἄλλου, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἀλλόθρησκος (βλ. σσ. 36, 354, 450), τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς καλῶς ἐννοουμένης ὑπερηφάνειας γιὰ τὴν ἑλληνικὴ καταγωγή τους καὶ καταγωγή μας.  Ὅλα αὐτὰ σήμερα λοιδοροῦνται, καὶ ἂν κανένας τολμήσει νὰ τὰ ὑπερασπισθεῖ, θὰ χαρακτηρισθεῖ φασίστας καὶ ἄλλα φαιδρά.  Ὅμως, αὐτὰ μᾶς διδάσκουν· καὶ πρὸ πάντων μᾶς διδάσκει ἡ ἀταλάντευτη ἐμμονὴ τῶν Μικρασιατῶν Ἑλλήνων πατέρων μας στὶς ἀξίες, ποὺ ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε καὶ νὰ ὑπερασπιζόμαστε ὡς χριστιανοὶ καὶ ὡς  Ἕλληνες πατριῶτες.

 .             Ἰδιαίτερα θὰ ἤθελα νὰ ἀναφερθῶ στὴ μαρτυρία καὶ τὸ μαρτύριο, ποὺ ἦσαν πρόθυμοι οἱ Μικρασιάτες νὰ ὑποστοῦν γιὰ τὴν πίστη, γιὰ τὴν ἐλευθερία, γιὰ τὴν πατρίδα καὶ γιὰ τὴν τιμή τους.  Ὁ συγγραφέας μὲ πολλὴ διάκριση τὸ ἀναφέρει σὲ κάποια σημεῖα, μὴ θέλοντας νὰ τὸ ἐπαναλαμβάνει συνεχῶς, προφανῶς γιὰ νὰ μὴ χάσει τὴν ἀξία του, ἡ μαρτυρική, ὅμως, διάθεσή τους εἶναι διάχυτη σ’ ὅλο τὸ βιβλίο. Θὰ ἤθελα νὰ διαβάσω ἕνα ἀπόσπασμα πολὺ χαρακτηριστικὸ (βλ. 262-3).

 .             Ἕνα ἄλλο θέμα, στὸ ὁποῖο θὰ ἤθελα νὰ σταθῶ, εἶναι ὁ ρόλος τῆς  Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κλήρου στὴ ζωὴ καὶ τὸν ἀγώνα τῶν Ἑλλήνων τῆς Μικρᾶς  Ἀσίας. Τὸ βιβλίο μᾶς δίνει πολλὲς ἀφορμές. Ἡ ἀναφορὰ στοὺς Μητροπολίτες Σμύρνης Χρυσόστομο,  Ἐφέσου  Ἰωακεὶμ καὶ στὸν παπα-Γιώργη -ἡ προσωπικότητα καὶ τὸ ἔργο τοῦ ὁποίου ἐκπροσωπεῖ τὸ σύνολο σχεδὸν τῶν ἱερέων τῆς ἐποχῆς- εἶναι πολὺ ἀποκαλυπτική. Θὰ παραθέσω μόνο ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὰ πολλὰ καὶ θαυμάσια ποὺ ἀναφέρονται γιὰ τὸν Μητροπολίτη Σμύρνης (σ. 217). Τὰ ἴδια περίπου ἀναφέρονται καὶ γιὰ τὸν Μητροπολίτη  Ἐφέσου, καὶ ἰδιαίτερα θέλω νὰ σημειώσω τὴν ἀγαστὴ συνεργασία τῶν δύο ἀνδρῶν γιὰ τὸ καλὸ ὅλων τῶν ἀνθρώπων, «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανεν», καὶ γιὰ τὸ καλό του ἔθνους.
.             Ἰδιαίτερα συχνὴ καὶ ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ ἀναφορὰ στὸν παπὰ- Γιώργη, ὄχι γιατί ἦταν συγγενής, παπποὺς τοῦ συγγραφέα, ἀλλὰ πιστεύω ἐπειδὴ ὁ συγγραφέας ἤθελε νὰ δείξει ὅτι ὁ ἱερέας ἐκ τῆς θέσεώς του εἶναι κοντὰ στὸ ποίμνιό του, καὶ ὡς πατέρας καὶ διδάσκαλός του γίνεται ὁ καθοδηγητὴς καὶ ἐμνευστής του. Καὶ τὸ πετυχαίνει ὁ συγγραφέας μας· ὁ παπα-Γιώργης παρουσιάζεται ἔξοχα ὡς ἡ ψυχὴ τῆς τοπικῆς κοινωνίας, ὡς ὁ ἄνθρωπος ποὺ βρίσκεται ἐν ἐγρηγόρσει, ἀγωνιᾶ καὶ φροντίζει γιὰ ὅλες τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους θεωρεῖ ὅλους παιδιά του καὶ δὲν τοὺς ξεχωρίζει ἀπὸ τὰ κατὰ σάρκα παιδιά του· φροντίζει γιὰ τὶς ἀνάγκες τὶς ὑλικὲς καὶ πνευματικές, διδάσκει, παρηγορεῖ, συμβουλεύει, ἐμπνέει, προτρέπει, διορθώνει μὲ τὴν θεία συγκατάβαση ποὺ δίδαξε ὁ Χριστός, θεραπεύει τὶς πνευματικὲς καὶ ὑλικὲς πληγὲς τῶν τέκνων του.
.             Ὅλα αὐτά, γιατί γνώριζε καλὰ ὁ παπα-Γιώργης, ὅτι ὡς ἱερέας εἶναι  μάρτυρας τῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ καὶ μέτοχος στὴ δόξα του, ποὺ θὰ ἀποκαλυφθεῖ μελλοντικὰ (Πέτρ. 5,1-4). Γνώριζε καὶ ἐφάρμοζε τὴν πατερικὴ ρήση ὅτι τὸ ὑπούργημα τοῦ ἱερέα «εἶναι ἔργο καὶ ὄχι ἄνεσις, εἶναι φροντὶς καὶ ὄχι τρυφή, εἶναι λειτουργία ὑπεύθυνη καὶ ὄχι ἀρχὴ ἀνεξέταστος, εἶναι πατρικὴ κηδεμονία καὶ ὄχι τυραννικὴ αὐτονομία» (Βλ.  Ἰσίδωρο Πηλουσιώτη). Καὶ αὐτὸ τὸ ἀποδεικνύει ὁ παπ-Γιώργης μὲ ὅλη τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του καὶ προπάντων μὲ τὸν θάνατό του. Συνταπεινώθηκε καὶ θυσιάστηκε μὲ τὸν ταπεινωθέντα Δεσπότη Χριστό, τὴν ἱερωσύνη τοῦ Ὁποίου ἔφερε. Θυσιάστηκε κυριολεκτικὰ χάριν τοῦ ἑνὸς προβάτου, δηλ. τῆς γυναίκας ἐκείνης ποὺ πέθαινε καὶ ἔπρεπε νὰ τῆς μεταδώσει τὴ θεία Κοινωνία, πράγμα ποὺ ἔπραξε, παρὰ τὶς κακὲς καιρικὲς συνθῆκες, ἐνῶ γνώριζε καλὰ ὅτι θὰ ἐπηρεασθεῖ ἡ εὔθραστη ὑγεία του, ὅπερ καὶ ἐγένετο, καὶ τὸν ὁδήγησε τελικὰ στὸ θάνατο (σ. 312-13). Τὰ ὅσα ἀναφέρει ὁ συγγραφέας μας γιὰ τὸν παπα-Γιώργη εἶναι ἕνας ὕμνος στὴν ἱερωσύνη, τῆς ὁποίας τὸ ἔργο εἶναι ἔργο «καταλλαγῆς», δηλαδὴ συμφιλιώσεως τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν Θεὸ καὶ τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους. Εἶναι τὸ ἔργο ποὺ πάντοτε πρόσφερε στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ ὁ ὀρθόδοξος κλῆρος, ἄσχετα ἂν σήμερα παραθεωρεῖται, συκοφαντεῖται καὶ λοιδορεῖται.
.             Ὁ παπα-Γιώργης προβάλλεται ὡς ὁ γνήσιος καὶ ἀληθινὸς τύπος τοῦ ἱερέα, ποὺ κατέχει ὅλα τὰ προσόντα καὶ τὶς ἀρετές, ποὺ ὀφείλει νὰ ἔχει ὁ ἱερέας καὶ τὰ ὁποῖα λεπτομερῶς κατονομάζουν οἱ Πατέρες τῆς  Ἐκκλησίας: ταπεινόφρων, νηφάλιος, φιλάνθρωπος, σεμνός, εὐλαβής, συνετός, σοβαρὸς καὶ ἁπλός, σώφρων, διορατικός, προσηνής, κοινωνικός, ἀγωνιστής, ἀσκητικός, πράος, ἀφιλάργυρος, ἡγετικός, ἀνδρεῖος, διδακτικὸς κ.λπ. Τέτοιοι ἱερεῖς ὑπῆρξαν, ὑπάρχουν καὶ θὰ ὑπάρχουν, καὶ κάθε τέτοιος ἱερέας εἶναι «λύχνος», ποὺ φωτίζει τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ νὰ περπατᾶ στὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ ἀγώνα, τόσο γιὰ τὰ πνευματικὰ ὅσο καὶ γιὰ τὰ ἐθνικά μας πράγματα.

.             Ὅλα ὅσα μέχρι τώρα ἀνέφερα, πιστεύω ὅτι ἀποδεικνύουν τὸ ἦθος τῶν Μικρασιατῶν πατέρων μας, τὸ ἦθος τὸ χριστιανικό, τὸ ἑλληνικό, τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας, τῆς φιλανθρωπίας, τῆς ἐργατικότητας, τῆς δικαιοσύνης κ.λπ.· μὲ αὐτὸ τὸ ἦθος ἔζησαν καὶ μεγαλούργησαν στὴν Μικρασιατικὴ πατρίδα καὶ αὐτὸ μετέφεραν ἐδῶ στὴν  Ἑλλάδα.  Ἀλλὰ ἐδῶ στὴν  Ἑλλάδα μας, στὸ νεοελληνικὸ κράτος ποὺ διαμορφώθηκε καὶ ἀνδρώθηκε ὄχι μὲ τὰ πρότυπα τῶν προγόνων μας, ἀλλὰ μὲ τὰ πρότυπα τοῦ δυτικοῦ διαφωτισμοῦ, τὸ ἦθος τῶν Μικρασιατῶν δὲν ἔγινε δεκτό, δὲν ἀναγνωρίσθηκε ὡς δικό μας ἑλληνικὸ καὶ χριστανικὸ ἦθος. Καὶ τοῦτο γιατί οἱ νεοέλληνες ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τοῦ 1922 εἶχαν ἀρχίσει νὰ ἀλλοτριώνονται κάτω ἀπὸ ξενόφερτες ἐπιδράσεις, οἱ ὁποῖες κατέκλυσαν τὴν κοινωνία μας καί, ὅπως διαπιστώνουμε σήμερα, ἀλλοίωσαν, γιὰ νὰ μὴν πῶ ἀφάνισαν, ὅ,τι ἱερὸ καὶ ὅσιο εἴχαμε καὶ ἔπρεπε νὰ διαφυλάξουμε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ.
.             Αὐτὸ τὸ ἦθος, ποὺ ἦταν τὸ ἦθος τῶν μεγάλων Πατέρων καὶ τῶν βυζαντινῶν Πατέρων τῆς  Ἐκκλησίας μας,  εἶχαν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἐδῶ στὴν  Ἑλλάδα οἱ ἀπόγονοι τῶν Κολλυβάδων, τοῦ φιλοκαλικοῦ ἐκείνου κινήματος, ποὺ δίδασκε τοὺς ἀνθρώπους πῶς νὰ καλλιεργοῦν τὸν νοῦ τους προκειμένου νὰ βλέπουν, νὰ γνωρίζουν, νὰ ἀγαποῦν καὶ νὰ προσφέρουν τὴν ἁρμόζουσα εὐχαριστία γιὰ ὅ,τι εἶναι καλό, ἀληθινὸ καὶ ὄμορφο στὴν ἀνθρώπινη ζωή. Δίδασκαν δηλαδὴ τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, τὸ νόημα τῆς ζωῆς του καὶ τὸ σωστὸ προορισμό του, ποὺ δὲν τελειώνει στὰ ἐνθαδικὰ ἀλλὰ προεκτείνεται στὰ αἰώνια. Αὐτὸ τὸ ἦθος τὸ ὀρθόδοξο, τὸ ἑλληνικό, τὸ βυζαντινό, ἂν εἶχε ἀποδεχθεῖ καὶ ἀκολουθήσει τὸ νεοσύστατο τότε ἑλληνικὸ κράτος, σήμερα τὰ πράγματα θὰ ἦταν διαφορετικὰ καί, προπάντων, δὲν θὰ εἴχαμε πλήρως παραδοθεῖ στὴν ἐνδοκοσμικότητα τῆς εὐρωπαϊκῆς Δύσης, ἀλλὰ θὰ εἴχαμε διατηρήσει τὴν ὑπερβατικότητα τῆς ὀρθόδοξης  Ἀνατολῆς. Γι’ αὐτὸ ὁ φιλόκαλος συγγραφέας, ὁ ἀγαπητὸς φίλος Γιῶργος Παπαθανασόπουλος, ἐνῶ μᾶς διηγεῖται τοὺς πόνους καὶ γενικὰ τὴν τραγωδία τοῦ ξεριζωμοῦ τῶν Μικρασιατῶν καί, κυρίως, τὴν ἀπογοήτευσή τους ἀπὸ τὴν κακὴ ὑποδοχὴ ποὺ τοὺς ἐπεφύλαξαν ἐδῶ στὴν πατρίδα οἱ ἀλλοτριωμένοι ἀδελφοί τους νεοέλληνες, δὲν παραλείπει νὰ ἀναφέρει  πόσο ἀναπαύθηκε ἡ κυρὰ Βασιλεία, ἡ παπαδιὰ τοῦ παπα-Γιώργη, ἀπὸ τὴ συνάντησή της μὲ τοὺς φορεῖς αὐτοῦ τοῦ ἤθους, τῆς φιλοκαλικῆς παραδόσεως, τὸν παπα-Νικόλα Πλανᾶ, σήμερα ἅγιο Νικόλαο. Μάλιστα, γιὰ νὰ ἐπικυρώσει τῶν λόγων του τὸ ἀληθές, ἐπικαλεῖται καὶ τὴ μαρτυρία τοῦ μεγάλου λογοτέχνη μας τοῦ  Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τοῦ ἐπιλεγομένου καὶ ἁγίου τῶν γραμμάτων, ὁ ὁποῖος λίγα χρόνια ἐνωρίτερα τὸν ἐξυμνοῦσε (βλ. σ. 445-6).
.             Τὸ ἦθος ὅμως τῶν Μικρασιατῶν προσφύγων νίκησε, γιατί τελικὰ τὸ καλό, τὸ γνήσιο καὶ ἀληθινὸ πάντοτε νικᾶ, χωρὶς βέβαια νὰ ἐπικρατήσει, χωρὶς νὰ ἐπιβάλλεται καταναγκαστικὰ γιὰ νὰ ἑδραιωθεῖ. Οἱ Μικρασιάτες μὲ τὴν παρουσία τοὺς βοήθησαν τὸ ἑλληνικὸ κράτος, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρο, σὲ ὅλους τους τὸ-μεῖς: κατ’ ἀρχὰς στὴν οἰκονομία· μὲ τὴν ἐργατικότητά τους, τὴν τιμιότητά τους καὶ τὸ προοδευτικό τους πνεῦμα, συνέβαλαν στὴν οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη τῆς πατρίδας μας. Στὴν  Ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ ἔγιναν παράγοντες πνευματικῆς ἀνάπτυξης.  Ὅλες οἱ προσφυγικὲς ἐνορίες ἔγιναν κέντρα ζωντανῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ πνευματικῆς ζωῆς, διατηρώντας ὅλες τὶς προγονικὲς παραδόσεις μας καὶ τιμῶν-τὰς τὰ ἱερὰ λείψανα, τὶς ἱερὲς εἰκόνες καὶ τὰ ἄλλα ἱερὰ ἀντικείμενα, ποὺ μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς τοὺς μετέφεραν, ἀντὶ ἄλλων προσωπικῶν ἀντικειμένων ποὺ θεωροῦσαν ἤσσωνος ἀξίας. Στὸν πολιτισμό, στὰ γράμματα καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους τομεῖς ἡ συμβολὴ τοὺς ὑπῆρξε τεράστια, καὶ θὰ ἔπαιρνε πολὺ χρόνο, ποὺ δὲν ἔχουμε, γιὰ νὰ τὰ ἀναφέρω.
.             Τελειώνοντας, θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω ὅτι, μέσα ἀπὸ τὸ βιβλίο, ποὺ ἄριστα περιγράφει τὴν κοινωνία τῶν Μικρασιατῶν πατέρων μᾶς διαφαίνεται ὅτι ἡ κοινωνία τῆς ἑνότητας τῶν πάντων πραγματώνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὅπου δὲν μπορεῖ νὰ ἐπηρεασθεῖ ἀπὸ καμμιὰ φυσικὴ διαφορὰ ἡ ἀντίθεση: φύλο, φυλή, γλὼσ-σά, πολιτισμό, κοινωνικὴ τάξη. Ἡ Ἐκκλησία διακήρυξε διὰ στόματος τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὅτι “οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ  Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θήλυ” (Γαλ. 3,28). Ἡ γυναίκα παίρνει τὴν ἰσότιμη θέση τῆς δίπλα στὸν ἄνδρα· ὁ φτωχὸς καὶ ὁ πλούσιος, ὁ δοῦλος καὶ ὁ ἐλεύθερος γίνονται ἰσότιμα μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.  Ἔτσι πραγματώνεται ἡ ὑπέρβαση τῶν διακρίσεων, τῶν ἀντιθέσεων καὶ διαιρέσεων, πράγμα ποὺ σήμερα τὰ κράτη καὶ οἱ κοινωνίες προσπαθοῦν νὰ ἐπιβάλουν μὲ νόμους, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπιτυγχάνουν πλήρως, γιατί οἱ νόμοι, ἂν δὲν ἔχουν γίνει συνείδηση καὶ πίστη, δὲν μποροῦν νὰ φέρουν μία οὐσιαστικὴ ἀλλαγή. Ἀλλὰ καὶ στὸ μέτρο ποὺ τὸ ἐπιτυγχάνουν, ἡ ἐπιτυχία αὐτὴ δὲν ἀνταποκρίνεται στὴν ὑπέρβαση τῶν διακρίσεων ποὺ πραγματοποιεῖται μέσα στὴν Ἐκκλησία, γιατί τὰ κράτη ἀγωνίζονται γιὰ τὸν ἄνθρωπο, βασισμένα στὰ διάφορα οὐμανιστικὰ συστήματα, ἔχοντας στὸ κέντρο τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι τὸν Θεάνθρωπο.
.             Ἡ Ἐκκλησία, ἔχοντας στὸ κέντρο της τὸν Θεάνθρωπο, εἶναι κοινωνία ἐν Χριστῷ, κοινωνία θεάνθρωπο-κεντρική, καὶ οἱ ἄνθρωποι μέσα σ᾽ αὐτὴν συνδέονται μὲ δεσμοὺς πιὸ ἰσχυροὺς ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς ἢ σαρκικούς, συνδέονται δηλαδὴ μὲ τοὺς δεσμοὺς τῆς κοινωνίας τῆς ζωῆς, τῆς κοινωνίας τῆς πίστεως, τῆς κοινωνίας τῆς ἀγάπης, τῆς κοινωνίας τῆς χαρᾶς καὶ τοῦ πόνου, τῆς κοινωνίας τῆς θυσίας καὶ τοῦ μαρτυρίου. Καὶ τελικὰ ὁδηγοῦνται στὴν οἰκοδομὴ μίας νέας, καινῆς καὶ καθολικῆς ζωῆς, μίας ζωῆς ποὺ εἶναι πραγματικὴ κοινωνία ἁγίων μὲ κέντρο τὸν Θεάνθρωπο Χριστό, μίας κοινωνίας ποὺ βασίζεται στὴν ταπείνωση, ποὺ δὲν εἶναι θεμελιωμένη στὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὴν αὐτάρκεια, ποὺ ἀποτελοῦν τὴ βάση τῆς σημερινῆς οὐμανιστικῆς ψευδοκοινωνίας, ἡ ὁποία, τελικά, ὅπως ὅλοι συχνὰ διαπιστώνουμε, ὁδηγεῖ στὴν ἀντικοινωνικότητα.
.             Ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν ἕνα μικρὸ δεῖγμα τῆς ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογίας, ποὺ ἀβίαστα ἀναδύεται ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἦθος τῶν Μικρασιατῶν, ὅπως περιγράφεται στὸ βιβλίο.  Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ διαβαστεῖ κυρίως ἀπὸ τοὺς νέους, γιὰ νὰ δοῦν ποιὲς εἶναι οἱ παραδόσεις καὶ οἱ ἀξίες μας, ποὺ σήμερα περιφρονοῦνται καὶ χλευάζονται. Νὰ τὸ διαβάσουν ὅμως μὲ μία προϋπόθεση: νὰ ἔχουν τὴ βεβαιότητα ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ κάποιο παραμύθι ποὺ ἐξιδανικεύει κάποιους γραφικοὺς τύπους, ἀλλὰ ὅτι πρόκειται γιὰ ἀληθινὴ παρουσίαση τῶν προγόνων μας, ποὺ ἤσαν φορεῖς αὐτοῦ του χαμένου –πιστεύω ὄχι ἀνεπιστρεπτὶ- ἤθους.

  .              Ὁ Γιῶργος Παπαθανασόπουλος, μὲ τὴ συγγραφὴ τοῦ ὡραιότατου αὐτοῦ βιβλίου, ἐκπλήρωσε τὸ χρέος του στὴν παπαδιὰ γιαγιὰ τοῦ Βασιλεία, ποὺ τοῦ ἄφησε ὡς παρακαταθήκη: «Θέλω νὰ περάσεις κι ἐσὺ τὰ ὅσα θὰ μάθεις στὰ παιδιά σου καὶ στὰ ἐγγόνια σου. Εἶναι πολὺ σημαντικὸ αὐτό… Νὰ θυμᾶσαι πάντα στὴ ζωή σου πώς, ὅποιος ξεχνᾶ τὸ παρελθόν του, τὶς ρίζες του, δὲν ἔχει μέλλον καὶ ὅποιος χάνει τὴν πίστη του, εἶναι ἕνα τίποτε…». Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ χρέος ὅλων μας. –

, , ,

Σχολιάστε

ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΙΚΡΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΗΣ ὁ Ὑμνογράφος (ΣΥΝΑΞΑΡΙ) [Χαρ. Μπούσιας]

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΙΚΡΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΗΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙ

, ,

Σχολιάστε

ΧΡΟΝΟΣ ΖΩΗΣ, ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Χρόνος  ζωῆς, χρόνος μετανοίας

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

   .                      χρόνος τῆς παρεπίδημης στὴν γῆ ζωῆς μας εἶναι ἄπιαστος. Τρέχει γρήγορα καὶ ἐμεῖς ἀσθμαίνοντες τὸν κυνηγοῦμε, γιὰ νὰ τὸν πιάσουμε, νὰ χαροῦμε τὶς ὄμορφες, πολὺ λίγες- ἀλήθεια- στιγμές του, καὶ νὰ ξεχάσουμε μὲ τὴν παροδό του τὶς θλίψεις, τὰ βάσανα, τοὺς πόνους μας. Κάθε πρωῒ ἔρχεται τὸ ξημέρωμα ἐλπιδοφόρο καὶ χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε βραδυάζει καὶ οἱ προσδοκίες μας μένουν, δυστυχῶς, ἀνεκπλήρωτες.  Προβληματιζόμαστε γιὰ τὸ πόσο γρήγορα φεύγει ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μας, χωρὶς νὰ μποροῦμε νὰ τὸν συγκρατήσουμε, νὰ τὸν σταματήσουμε.  Τρέχουμε πίσω του χωρὶς ἀνάπαυλα. Τρέχουμε, ἄραγε νὰ κατακτήσουμε τὶς ὀμορφιὲς τῆς ζωῆς ἢ νὰ φύγουμε γερασμένοι καὶ ἀπογοητευμένοι ἀπὸ αὐτήν; Καὶ ποιές χαρὲς τῆς ζωῆς ζητοῦμε νὰ ἀπολαύσουμε; Τὶς πρόσκαιρες, αὐτὲς ποὺ μᾶς παρασύρουν σὰν ψόφια ψάρια στὸ ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ καὶ μᾶς ἐκβράζουν στὴν θάλασσα τῆς ἀπωλείας, ἢ τὶς οὐράνιες, τὶς αἰώνιες, αὐτὲς γιὰ τὶς ὁποῖες μᾶς ἔπλασε ὁ Δημιουργός μας;  Κυλάει σὰν ποτάμι ὁρμητικὸ καὶ στὸ πέρασμά του παρασύρει τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες μας. Μέχρι νὰ ξημερώσει, βλέπουμε τὸν ἥλιο νὰ μεσουρανεῖ καὶ πάλι νὰ δύει, χωρὶς νὰ μποροῦμε νὰ τὸν συγκρατήσουμε, νὰ τὸν σταματήσουμε, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὶς εὐχάριστες στιγμές του, τὶς μοναδικὲς καὶ ἀνεπανάληπτες στιγμὲς τοῦ σήμερα, ποὺ ἤδη ἔγινε παρελθόν, ἔγινε χθές.
.                      Ὡς ἀνθρώπινο κατασκεύασμα ὁ χρόνος δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὸν ἄχρονο Θεό μας, ἀφοῦ ὅπως λέει καὶ ὁ ποιητὴς Παναγιώτης Σοῦτσος στο ποίημά του «Εἰς τὸν Θεόν»,

Τὸ φῶς ὑπάρχει σῶμά σου
ὁ ἥλιος δὲ ὄμμα σου,
ὁ κεραυνὸς φωνή σου.
Τὸ ἄπειρον διάστημα
τὸ μέγα σου ἀνάστημα,
καὶ ὁ αἰὼν στιγμή σου
ὁ αἰώνας εἶναι στιγμὴ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅμως ὁ ἄχρονος Λόγος τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου καταδέχθηκε σὲ κάποια χρονικὴ στιγμὴ νὰ γίνει ἄνθρωπος, νὰ φορέσει τὴν ἀνθρώπινη σάρκα, χωρὶς βέβαια νὰ χάσει κάτι ἀπὸ τὴν θεϊκή Του φύση, γιὰ νὰ θεώσει ὅλους ἐμᾶς, ποὺ μᾶς φθείρει ὁ πανδαμάτορας χρόνος· αὐτὸς ποὺ περνᾶ ἀπὸ πάνω μας καὶ ἀφήνει ἔντονα τὰ σημάδια τοῦ περάσματός του. Ὅλοι μας ἀποροῦμε βλέποντας τὸν χρόνο νὰ μᾶς στιγματίζει καὶ προβληματιζόμαστε γιὰ τὴν ταχύτητά του. Τὸ παρελθὸν συνεχῶς μεγαλώνει, τὸ παρὸν μένει ἄπιαστο, τὸ μέλλον γίνεται παρὸν καὶ παρελθὸν σὲ κλάσματα δευτερολέπτου. Τρέχουμε ἄραγε νὰ κατακτήσουμε τὴν ζωὴ ἢ νὰ φύγουμε ἀπὸ τὴν ζωή; Μία εἶναι ἡ ζωή· ἡ ζωὴ κοντὰ στὸν Χριστό, αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ὄντως «Ζωή» (Ἰω. ια´ 25) καὶ ὁ σκοπὸς τῆς πρόσκαιρης ζωῆς μας εἶναι ἡ θέωση, δηλαδή, ἡ αἰώνια ζωὴ κοντά Του, ἐὰν τοῦ ὁμοιάσουμε στὴν ἀγάπη, καὶ ὁ ἀγώνας μας στὴν γῆ ἔχει ὄνομα: «Ὅλα γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ». Καὶ ἄν τὸ χρόνο τῆς πρόσκαιρης ζωῆς μας τὸν ἐκμεταλλευθοῦμε γιὰ ἀπόκτηση τῆς κατὰ Θεὸν ἀρετῆς καὶ σοφίας, μὲ ἀγάπη, εἰρήνη καὶ μετάνοια, τότε ἡ χαρά μας θὰ εἶναι ἀνυπέρβλητη, γιατὶ θὰ ἔχουμε ἐπιτύχει τὸ ἐφετό, τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν ἄχρονο Θεάνθρωπο Ἰησοῦ. Ὅμως, τὸ κύλισμα τοῦ χρόνου προκαλεῖ θλίψη βαθύτατη. Θλίψη γιὰ δύο λόγους: Πρῶτα γιατὶ δὲν ἐκμεταλλευόμαστε σωστὰ τὸ χρόνο ποὺ μᾶς ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ ζήσουμε καὶ δεύτερο γιατὶ οἱ καλὲς στιγμές του δὲν ἐπαναλαμβάνονται. Ἕνα μᾶς μένει νὰ πράξουμε. Νὰ ἐκμεταλλευτοῦμε τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας ἐπαναλαμβάνοντες τὸ αἴτημα: ” Τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ μετανοίᾳ ἐκτελέσαι παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα”.
.                      Μὲ αὐτὴ τὴν αἴτηση πρῶτα ἀπ’ ὅλα ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς ἐξασφαλίσει τὴν εἰρήνη, ἰδίως τὴν ἐσωτερική, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὰ χαμαίζηλα πάθη καὶ τὶς καθημερινὲς ἁμαρτίες. Μὴν λησμονοῦμε ὅτι ἡ εἰρήνη εἶναι καρπὸς τοῦ Παναγίου Πνεύματος, εἶναι πολύτιμο δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν ἀγωνιζόμενο καὶ ἀπὸ παντοῦ πολεμούμενο ἄνθρωπο. Μᾶς τὸ τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν ἐπιστολή του πρὸς τοὺς Γαλάτες: «Ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πραότης, ἐγκράτεια» (Γαλατ. ε´ 22). Ἡ μετάνοια ἐξ ἄλλου ἀποτελεῖ τὸ μόνο μέσο γιὰ τὴν προσέγγιση τοῦ Θεοῦ, γιὰ μιὰ δημιουργικὴ πορεία πρὸς τὸ μέλλον μὲ σαφῆ ἀξιοποίηση τῶν ἀρνητικῶν ἐμπειριῶν τοῦ παρελθόντος.
.                      Ἂς μὴν λησμονοῦμε, ὅτι ἡ ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου παραμονῆς μας ἐπάνω στὴν γῆ εἶναι ἡ ἀφετηρία τοῦ τελικοῦ στόχου τῆς ζωῆς μας, ποὺ εἶναι τὰ χριστιανικὰ τέλη καὶ ἡ καλὴ ἀπολογία ἐνώπιον τοῦ δικαιοκρίτου Κυρίου. Ὁ χρόνος μας αὐτὸς εἶναι περιορισμένος καὶ τελειώνει σύντομα. Ἀποτελεῖ, λοιπόν, θανάσιμο ἁμάρτημα ἡ μὴ σωστὴ ἀξιοποίησή του· ἁμάρτημα, ποὺ ὄχι μόνο δεικνύει ἀχαριστία μπροστὰ στὸ μεγάλο αὐτὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν καθένα μας, ἀλλὰ καὶ πονηρία καὶ ὀκνηρία μαζί. Ἄν δὲν τὸν ἀξιοποιοῦμε σωστά, γιὰ νὰ παρουσιάσουμε θετικὸ πνευματικὸ ἔργο, ἁμαρτάνουμε, ἰδίως ὅταν τὸν σπαταλοῦμε ράθυμα, σὲ φληναφήματα, μωρολογίες, ἀργολογίες, κακοήθεις διασκεδάσεις, ποὺ φουντώνουν τὴν σάρκα καὶ ἀτονοῦν τὸ πνεῦμα, τρυφηλὴ ζωή, παχυλὰ γεύματα, ἀποχαυνωτικὸ ὕπνο, ἄσεμνα ἀναγνώσματα, πονηρὰ θεάματα καὶ πολλὲς ἄλλες χρονοβόρες καί, φυσικά, ψυχοκτόνες ἀναλώσεις.
.                      Πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουμε, ὅτι ἔχουμε χρέος μας νὰ ἐξαγοράζουμε τὸν καιρὸ σύμφωνα μὲ τὴν προτροπὴ πάλι τοῦ ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν: “Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ’ ὡς σοφοί, ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσιν” (Ἐφεσ. ε´ 15 ). Νὰ ἀξιοποιοῦμε τὸν χρόνο μας μὲ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, μὲ δικαιοσύνη, μὲ σωφροσύνη, μὲ ἀδιάλειπτη προσευχὴ πρὸς τὸν ἄχρονο Δημιουργὸ καὶ Κυρίαρχο τῶν καρδιῶν μας καὶ μὲ μετάνοια. Ὁ χρόνος μετανοίας εἶναι δῶρο Θεοῦ πρὸς ἐμᾶς, τὰ ἄσωτα παιδιά Του, γιὰ νὰ τὸν πλησιάσουμε καὶ νὰ σωθοῦμε ἐπιτυγχάνοντας τὸν σκοπὸ τῆς ζωῆς μας, τὴν κληρονομία τῶν οὐρανῶν. Δὲν πρέπει νὰ  λησμονοῦμε, ὅτι τὸ τέλος ἐγγύς, καὶ οὐδεὶς αὐτὸ τὸ γνωρίζει. Μᾶς τὸ λέει καθαρὰ καὶ ὁ Προφήτης Ἀβδιού: «Ἐγγὺς ἡ ἡμέρα Κυρίου». Ἔρχεται ὅπως ὁ κλέπτης τὴν νύχτα καὶ κλέβει τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. «Ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτὶ οὕτως ἔρχεται» μᾶς προειδοποιεῖ ὁ οὐρανοβάμων Ἀπόστολος στοὺς Θεσσαλονικεῖς (Κεφ. ε´ 1-8). Ἀφοῦ, λοιπόν, τὸ γνωρίζουμε, ὅτι πλησιάζει τὸ τέλος μας,γιατί νὰ μὴν ζοῦμε ὡς υἱοὶ τοῦ φωτὸς καὶ υἱοὶ ἡμέρας καὶ νὰ πολιτευόμαστε ὡς υἱοὶ τῆς νύχτας καὶ τοῦ σκότους; Ἄς τὸν ἀκούσουμε τὶ μᾶς παρωτρύνει νὰ πράττουμε: «Μὴ καθεύδομεν ὡς οἱ λοιποί, ἀλλὰ γρηγορῶμεν καὶ νήφωμεν· οἱ γὰρ καθεύδοντες νυκτὸς καθεύδουσι καὶ μεθυσκόμενοι νυκτὸς μεθύουσιν. Ἡμεῖς δὲ ἡμέρας ὄντες νήφωμεν, ἐνδυσάμενοι θώρακα πίστεως καὶ ἀγάπης  καὶ περικεφαλαίαν ἐλπίδα σωτηρίας».
.                      Τὸ τρίπτυχον τοῦ χρόνου μας ἄς εἶναι πάντοτε ἔμβλημά μας στὴν ἐπίγεια πορεία μας: «Πάντοτε, χαίρετε, ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε» (Α΄ Θεσ. ε΄ 16-18). Δηλαδή, πάντοτε νὰ παρουσιαζόμαστε χαρούμενοι μὲ ἐσωτερικὴ χαρά, ἀνείπωτη ἀπὸ τὴν ζωντανὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὴν ζωή μας. Συνεχῶς νὰ προσευχόμαστε, γιὰ νὰ μᾶς ἐπισκιάζει ἡ χάρη τοῦ Κυρίου μας καὶ νὰ καθοδηγεῖ τὰ βήματά μας πρὸς ἔργα σωτηριώδη, καὶ γιὰ κάθε δωρεὰ τοῦ δωρεοδότη Χριστοῦ μας, ποὺ μᾶς ξημερώνει ζωντανούς, μᾶς δίνει τὸν ἄρτο τὸν ἐπιούσιο, μᾶς χαρίζει ὑγεία καὶ δύναμη καὶ  μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀπολαμβάνουμε τὰ ἀγαθὰ τῆς δημιουργίας Του, νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε ἀκατάπαυστα.
.                      Ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ τονίσουμε καὶ τὴν ἄλλη προτροπὴ τοῦ θεηγόρου Παύλου: «Ὁ ἥλιος μὴ ἐπιδυέτω ἐπὶ τῷ παροργισμῷ ὑμῶν». (Ἐφεσ. δ´ 26). Δηλαδὴ νὰ μὴ νυχτώνει καὶ μᾶς βρίσκει ἡ ἑσπέρα μαλωμένους μὲ κάποιους ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους μας. Δὲν πρέπει νὰ βαστᾶμε τὴν ὀργὴ καὶ τὸν θυμό μας γιὰ χρόνο πολύ. Ἡ ἁγία Συγκλητικὴ μᾶς διδάσκει γι’ αὐτό: «Τί μισεῖς τὸν λυπήσαντά σε ἄνθρωπον; Οὐκ αὐτός ἐστιν ὁ ἀδικήσας, ἀλλ’ ὁ διάβολος. Μίσησον τὴν νόσον, καὶ μὴ τὸν νοσοῦντα». Δηλαδή, Νὰ μὴ μισοῦμε τοὺς συνανθρώπους μας, ὅσο καὶ ἄν μᾶς ἀδικοῦν, γιατὶ πίσω ἀπὸ αὐτοὺς κρύβεται ὁ μισόκαλος διάβολος. Νὰ μισοῦμε τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ νὰ ἀγαποῦμε τοὺς ἁμαρτωλούς.
.                      Ὀφείλουμε νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἐργαζόμαστε στὴν ζωὴ αὐτή, ὅπως λένε οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, σὰν νὰ μὴν πεθάνουμε ποτέ, ἀλλὰ καὶ νὰ προετοιμαζόμαστε γιὰ τὸ θάνατο σὰν νὰ πεθάνουμε αὐτὴ τὴν στιγμή. Ἔτσι, θὰ εὐαρεστήσουμε τὸν ἄχρονο Θεό μας καὶ θὰ κληρονομήσουμε τὴν οὐράνια Βασιλεία, «τὴν ἡτοιμασμένην ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» (Ματθ. κε´ 34).
.                      Ὁ Ὅσιος Γέροντας Ἰωάννης ὁ Δομβοΐτης, ὁ φιλόσοφος καὶ θεολόγος τῆς οἰκονομίας τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς ἐφάρμοζε τὴν σιωπὴ καὶ λόγος ἀργὸς καὶ σαπρὸς δὲν ἔβγαινε ἀπὸ τὰ χείλη του, γιὰ νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο: «Λόγος σαπρὸς ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν μὴ ἐκπορευέσθω» (Ἐφεσ. δ´ 29).  Αὐτὸ δίδασκε ὄχι μόνο μὲ λόγια, ἀλλὰ πρακτικά, χωρὶς νὰ ἀφήνει οὔτε δευτερόλεπτο τῆς ζωῆς νὰ κυλᾶ χωρὶς νὰ βρίσκεται μέσα στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ὠφελεῖ ἢ νὰ ὠφελεῖται ἀπὸ τὶς συναναστροφές του ἢ ἀπὸ τὴν ἄσκηση τῆς σιωπῆς, ἡ ὁποία τὸν διατηροῦσε σὲ διαρκῆ ἑνότητα μὲ τὸν πανοκτίρμονα καὶ ψυχοσώστη Κύριό μας. Σύνθημά του ἦταν τὸ γνωστό μας «Ὠφελοῦ ἢ ὠφέλει, ἢ φεῦγε» καὶ τὴν βεβαιότητα, ὅτι μιὰ φορὰ μονάχα ζοῦμε καὶ ὅτι τὰ ἔργα μας γράφονται στὶς δέλτους τοῦ οὐρανοῦ περιγράφει πολὺ παραστατικὰ ὁ Ὅσιος Γέρων Ἰωάννης ὁ Δομβοΐτης στὸ ποίημά του «Ἅπαξ μόνον» ὡς ἑξῆς:

Θὰ διέλθω ἅπαξ μόνον
φεῦ! τοῦ βίου τὴν ὁδὸν
κ’ ἂς προσέχω πάντα χρόνον
πᾶν μου βῆμα τῶν ποδῶν.

 Κι’ ἀπὸ  τὴν ζωὴν τὴν ἄλλην
εἰς τὴν γῆν δὲν θἄλθω πάλιν.

 .                      Ἀδελφοί μου, δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι κάθε στιγμὴ τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας εἶναι ἀνεπανάληπτη καὶ ὀφείλουμε νὰ ἐξαγοράζουμε τὸν καιρὸ μὲ τὴν προσευχή. Πολλὲς φορές, ὅμως, ἐνῶ προσευχόμεθα δὲν λαμβάνουμε, δὲν βρίσκουμε ἀνταπόκριση. Τὸ ταμεῖο τῆς χάριτος δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἐκβιάσουμε. Ὁ Κύριος ἔχει στὰ χέρια Του τὸ κλειδὶ καὶ θὰ ἀνοίξει νὰ μᾶς δώσει, ὅταν πρέπει. Ἡ θεία χάρις εἶναι ἕνας πολὺ διακριτικὸς ἐπισκέπτης καὶ τὸ παραμικρὸ νὰ συμβεῖ συστέλλει τὶς ἀκτῖνες της. Αὐτὴ μᾶς σηκώνει ψηλά, μᾶς θεώνει. Μόνοι μποροῦμε νὰ σηκωθοῦμε ψηλά; Ὄχι! Πρέπει κάποιος ἄλλος ὑψηλότερος ἀπὸ ἐμᾶς νὰ μᾶς σηκώσει. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεία χάρις. Ἐὰν ποτὲ μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεὸς νὰ μποῦμε στὸν Παράδεισο, θὰ ἀπορήσουμε γιὰ τρία πράγματα:

1. Δὲν θὰ δοῦμε μέσα αὐτοὺς ποὺ περιμέναμε νὰ δοῦμε.
2. Θὰ δοῦμε αὐτοὺς ποὺ δὲν περιμέναμε νὰ δοῦμε, καί
3. Θὰ ἀπορήσουμε πῶς μπήκαμε καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι μέσα.

.                      Ὀφείλουμε, λοιπόν, νὰ συστήνουμε σὲ ὅλους νὰ μὴν χάνουν τὸν καιρό τους. Κάθε στιγμὴ τοῦ χρόνου πρέπει νὰ μᾶς εὑρίσκει εἴτε στὴν προσευχή, εἴτε στὴν κατὰ Θεὸ ἐργασία, σὲ διαρκῆ ἐπιδίωξη τοῦ ἁγιασμοῦ μας.
.                      Ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μας τρέχει. Ὅλα παρέρχονται καὶ σβήνουν. Ἕνας μόνο μένει στοὺς αἰῶνες. Ὁ Χριστός μας καὶ  μαζί του «ὁ ποιῶν τὸ θέλημα Αὐτοῦ» (Α´ Ἰωάν. β´ 17). Ὁ χρόνος κυλάει, ἀλλὰ ἀφήνει πίσω τὰ σημάδια του. Ὁ χρόνος καὶ μᾶς μεγαλώνει καὶ μᾶς μικραίνει. Ὅσο αὐξάνονται τὰ χρόνια τῆς γήϊνης ζωῆς μας τόσο φθίνει ὁ χρόνος ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα. Ὁ χρόνος καὶ μᾶς φθείρει καὶ μᾶς ἀνακαινίζει. Φθορὰ εἶναι τὸ γῆρας, οἱ ἀσθένειες, οἱ πόνοι. Ἀνακαίνιση ἡ μετάνοια, ἡ πνευματικὴ ὡριμότητα, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ» (Β´ Κορ. δ´ 16).  Γι’ αὐτὸ ἐπιγραμματικὰ ἂς τονίσουμε ὅτι τὸ χθές, ὅσο ἐπαχθὲς κι ἂν εἶναι, ὁ Χριστὸς τὸ ἀλλάζει. Τὸ σήμερα, ὅσο ἀγχῶδες καὶ  ἂν εἶναι καὶ δύσκολο καὶ ἔμπονο ὁ Χριστὸς τὸ μεταποιεῖ σὲ ἀγώνα ὡραῖο, σὲ ζυγὸ χρηστὸ καὶ ἐλαφρύ. Τὸ αὔριο, ὅσο θολὸ κι ἂν εἶναι τὸ μετατρέπει Αὐτὸς σὲ ἐλπιδοφόρο. Ἂς εἴμαστε λοιπόν, ἀδελφοί μου, πάντοτε κοντὰ στὸ Χριστό μας, τὴν ὄντως ἀγάπη, καὶ ἐκμεταλλευόμενοι τὸ χρόνο τῆς ζωῆς μας νὰ μὴ λησμονοῦμε τὰ λόγια τοῦ Γέροντός μας, τοῦ πατρὸς Γαβριήλ, ὅτι πρέπει τὴ ζωή μας νὰ τὴν θεμελιώνουμε στὸ τρίπτυχο ποὺ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία καὶ ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ Ζῶσα πίστη, βεβαία ἐλπίδα καὶ ἐνεργὸ ἀγάπη.
.                      Ὁ ὑπόλοιπος χρόνος τῆς ζωῆς μας εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ μας, γιὰ νὰ μετανοιώσουμε. Αὐτὸς μᾶς δίνει εὐκαιρίες  ἀξιοποιήσεώς του. Ἡ κάθε εὐκαιρία, ὅμως, εἶναι  γυμνή, καὶ ἂν μᾶς προσπεράσει δὲν μποροῦμε νὰ τὴν ἁρπάξουμε ἀπὸ τὰ ροῦχα της. Τρέχει πάνω στοὺς ἀδυσώπητους τροχοὺς τοῦ χρόνου, αὐτοῦ ποὺ δὲν γυρίζει πίσω. Πρὶν μᾶς προσπεράσει, ὅμως, μποροῦμε νὰ τὴν πιάσουμε ἀπὸ τὰ μαλλιά. Γιὰ νὰ τὴν πιάσουμε, ὅμως, χρειάζεται ἐπαγρύπνηση, ἐγρήγορση, ἀγωνιστικὸ φρόνημα. Καὶ ἡ εὐκαιρία δὲν εἶναι νὰ ἀπολαύσουμε ἐδῶ τὰ πάντα, ἀλλὰ νὰ ἑτοιμαζόμαστε νὰ ἀπολαύσουμε τὰ ἀγαθὰ τοῦ οὐρανοῦ «ἃ ἡτοίμασε Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» (Α´ Κορ. β´ 9). Αὐτός, ἄλλωστε, εἶναι καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας.  Δὲν εἶναι εὐκαιρία ἡ καλοπέραση, οἱ ἀνέσεις, ἡ ἐπιδίωξη τοῦ πλούτου, οἱ ἡδονές, τὸ καλὸ ντύσιμο. Εὐκαιρία εἶναι ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἀρετῆς, τῆς δικαιοσύνης, τῆς εἰρηνεύσεως τοῦ κόσμου, τῆς ἔμπρακτης ἐφαρμογῆς τοῦ, Κύριε, «ἐλθέτω ἡ Βασιλεία Σου, γενηθήτω τὸ θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» (Ματθ. ϛ´ 10).
.                      Στῶμεν, λοιπόν, καλῶς, καὶ ἂς μὴν ἀφήνουμε νὰ μᾶς προσπερνάει ὁ χρόνος, οἱ εὐκαιρίες τῆς σωτηρίας μας, λέγοντας «οὔπω καιρός», γιὰ νὰ μὴν μετανοιώσουμε καὶ ποῦμε «οὐκέτι καιρός», ἢ «μακάρι νὰ γυρνοῦσε ὁ χρόνος πίσω». Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β΄ Κορ. ϛ´ 2).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΒΑΠΤΙΣΘΗΚΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ; (Ἀρχιμ. Ἀθαν. Μυτιληναίου [†])

ΕΙΣ ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία μακαριστοῦ γέροντος Ἀθανασίου Μυτιληναίου μὲ θέμα:
«ΓΙΑΤΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΒΑΠΤΙΣΘΗ;»
[ἐκφωνήθηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Κομνηνείου Λαρίσης στὶς 6-1-1991]  (Γ 126)

.                 «Ποιός εἶναι ὁ Θεός;», ἔλεγε ὁ ἀρχαῖος κόσμος. «Τί εἶναι ὁ Θεός;», ξαναρωτοῦσε ὁ ἀρχαῖος κόσμος. Καὶ οἱ ἀπαντήσεις πολλές. Γιατί δὲν ὑπῆρχε ἀπάντησις. Ὅμως ἡ ἀγάπη καὶ ἡ φιλανθρωπία τοῦὄντως ἀληθινοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔμενε κρυμμένος ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο ἢ καλύτερα, ἡ ἁμαρτία ἐτύφλωσε τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν μποροῦσε νὰ δῆ, ἦλθε καὶ ἔγινε φανερός. Λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴ σημερινὴ ἀποστολική του περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε, πρὸς Τίτον: «Ἡ χρηστότης καὶ ἡ φιλανθρωπία ἐπεφάνη τοῦ σωτῆρος ἠμῶν Θεοῦ». «Ἐπεφάνη». Ἔγινε φανερή. Αὐτὸ θὰ πεῖ «ἐπιφάνεια». Θὰ πεῖ«φανέρωσις». Ἡ Θεοφάνεια. Θὰ πεῖ: «Φάνηκε ὁ Θεός».
.                 Πῶς «ἐπεφάνη»; Μὲ τὴν βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ, εἰς τὸν Ἰορδάνη ποταμό. Μὲ πολὺ λιτὲς γραμμές, ὁ Εὐαγγελιστὴς Μάρκος μᾶς πληροφορεῖ: «Τῷ καιρῳ ἐκείνῳ, ἦλθεν ὁ  Ἰησοῦς ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐβαπτίσθη ὑπὸ  Ἰωάννου εἰς τὸν  Ἰορδάνην. Καὶ εὐθέως ἀναβαίνων ἀπὸ τοῦ ὕδατος εἶδε σχιζομένους τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ Πνεῦμα ὡς περιστερὰν καταβαῖνον ἐπ᾽ αὐτόν· καὶ φωνὴ ἐγένετο ἐκ τῶν οὐρανῶν· σὺ εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ ηὐδόκησα». Ἔτσι ἔμαθε ὁ κόσμος, ἀγαπητοί, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι στὸν οὐρανό, ἀφοῦ ἀπ᾽ τὸν οὐρανὸ ἠκούσθη ἡ φωνή. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν γῆν. Ἀλλὰ πανταχοῦ παρών. Δὲν ἔχει ὅμως καμία σχέση μὲ τὴν κτίσιν Του ἀπὸ πλευρᾶς οὐσίας. Δὲν εἶναι δηλαδὴ ἡ κτίσις ὁ Θεός. Τότε ἀντελήφθησαν οἱ ἄνθρωποι ὅτι δὲν μποροῦσαν νὰ λατρεύουν τὴν κτίσιν ὡς Θεόν. Ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ πῆρε, προσέλαβε τὴν κτίσιν Του, δὲν ἐταυτίσθη μὲ τὴν κτίσιν Του, προσέλαβε τὴν κτίσιν Του ὑπὸ τὸ σχῆμα τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως καὶ ἦλθε ἀπὸ ἀγάπη πολλὴ σὲ μᾶς. Ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Ἕνας καὶ Τριαδικός.
.                 Ὁ Πατὴρ τώρα, στὰ Θεοφάνεια, δίνει τὴ μαρτυρία Του γιὰ τὸν ἀγαπητόν Του Υἱὸν καὶ τὸΠνεῦμα τὸ Ἅγιον δείχνει ἀκριβέστατα τοῦ Ποιὸς εἶναι ὁ Υἱός. Δείχνει. Δὲν γεμίζει τὸν Ἰησοῦν, ἐννοεῖται τὴν ἀνθρωπίνη φύση, μὲ Πνεῦμα Ἅγιον. Ἄπαγε. Δείχνει. Δηλαδὴ πλήρης καὶ ἐκπληκτικὴ Θεοφανεία. Ἔτσι ὁ Υἱὸς ἀποκαλύπτει τὸν Πατέρα καὶ ὁ Πατέρας συστήνει τὸν Υἱὸν καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον δείχνει τὸν Υἱὸν κατ᾽ ἐντολὴν τοῦ Πατρός.
.                 Ἔτσι ὁ κόσμος ἔμαθε τὸν ἀληθινὸν Θεόν, ποὺ μποροῦσε τώρα νὰ Τὸν λατρεύει καὶ νὰ Τὸν προσκυνᾶ. Εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη ἀποκάλυψις στὴν ἀνθρωπίνη Ἱστορία, ποὺ ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τὸν Δημιουργό Του. Ἡ πιὸ μεγάλη ἀποκάλυψις. Βέβαια εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλὲς φορὲς ὁ Θεὸς ἀπεκαλύφθη, ὁ Ἅγιος Τριαδικὸς Θεός, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι εἰς τὸν Ἀβραὰμ στὸ Σινὰ καὶ στὴ βάτο εἶναι ὁ Λόγος, ὅμως συσκιασμένα. Ἐδῶ ἔχομε μὲ σαφήνεια τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ. Καὶ μάλιστα ὅταν ὁ Εἷς τῆς Τριάδος, παίρνοντας τὴν ἀνθρωπίνη μορφή, τὸ ἀνθρώπινο σχῆμα, ἦλθε ἀνάμεσά μας κατὰ ἕναν ἀνείπωτα καταπληκτικὸ τρόπο.
.                 Πλάι ὅμως σὲ αὐτὴν τὴν μεγαλειώδη ἀποκάλυψη, γιατί ἔρχεται, ὅπως σᾶς εἶπα, ὁ δεύτερος τῆς Τριάδος, νὰ βαπτισθῆ εἰς τὸν Ἰορδάνη ποταμό, ἔχομε καὶ πλῆθος ἄλλες ἀποκαλύψεις. Ὥστε νὰἐρωτοῦμε, γιατί ἦρθε ὁ δεύτερος τῆς Τριάδος νὰ βαπτισθεῖ εἰς τὸν Ἰορδάνην ποταμόν; Οἱ Πατέρες, ἀγαπητοί μου, ἀναφέρουν ἀρκετοὺς λόγους ποὺ ὁ Ἰησοῦς ἐβαπτίσθη εἰς τὸν Ἰορδάνη. Βέβαια ἕνας, ὄχι, θὰ λέγαμε, κατ’ ἀξίαν πρῶτος, ἀλλὰ δὲν θὰ τοὺς πῶ κατ’ ἀξίαν πρῶτος, δεύτερος, ἁπλῶς μερικούς, δύο, τρεῖς, τέσσερις λόγους νὰ σᾶς ἀναφέρω. Ἦλθε γιὰ νὰ καθαρίσει ἐμένα τὸν ἄνθρωπο. Βαπτίζεται δὲ ὁ Χριστός, «οὐχ ὡς Αὐτὸς χρήζων καθάρσεως, ἀλλὰ τὴν ἐμὴν οἰκειούμενος κάθαρσιν». Δὲν  ἦρθε, ἐπειδὴ ὁ Ἴδιος εἶχε ἀνάγκη νὰ καθαρισθῆ, ἀλλὰ οἰκειώθηκε τὴν δική μου τὴν κάθαρσιν. Καὶ ἐπῆρε τὸ λουτρὸν τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν Ἰορδάνη ποταμό.
.                 Τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ἦταν βάπτισμα μετανοίας. Ἔχομε τρία βαπτίσματα. Εἶναι τὸ βάπτισμα τῶν Ἰουδαίων, ποὺ ἦταν τρόπον τινά, σὰν διδασκαλία, ἐννοεῖται τῶν Ραβίνων, ὑποχρεωτικό, προκειμένου κάποιος νὰ φάει. Θυμηθεῖτε ποὺ εἶπαν στὸν Κύριον οἱ Φαρισαῖοι γιὰ τοὺς μαθητάς: «Γιατί οἱ μαθηταί σου μὲ ἄπλυτα χέρια τρῶνε τὰ στάχυα, τρίβοντάς τα μὲ τὰ χέρια τους;». Οἱ Ἑβραῖοι, σημειώνει ἐκεῖ ὁ Εὐαγγελιστής, δὲν κάθονται νὰ φᾶνε, ἐὰν δὲν πλυθοῦν ἐάν, ἐάν, ἐάν… Ἦταν ὁ βαπτισμὸς ὁ ἰουδαϊκός. Εἶναι τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου, βάπτισμα μετανοίας. Καὶ τὸ βάπτισμα τὸ χριστιανικό, ποὺ εἶναι βάπτισμα συγχωρήσεως καὶ υἱοθεσίας καὶ μετοχῆς τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ.
.                 Ὁ Χριστὸς λοιπὸν ἐβαπτίσθη ὑπὸ τοῦ Ἰωάννου, τὸ μεσαῖον βάπτισμα. Τὸ βάπτισμα τοῦἸωάννου, τὸ ὁποῖον ἦταν βάπτισμα μετανοίας. Ἀλλὰ πῶς ἐγίνετο; Ἐβυθίζετο ὁ βαπτιζόμενος, ἔμενε βυθισμένος μέσα εἰς τὸ νερὸ καὶ ἔλεγε τὶς ἁμαρτίες του. Γι᾽ αὐτὸ σημειώνει ἐδῶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ὕδατος. Ἀμέσως ἀνέβηκε ἀπὸ τὸ νερό. Δὲν βγῆκε ἀπὸ τὸνερό. Ἀλλὰ ἀνέβηκε ἀπὸ τὸ νερό. Δηλαδὴ δὲν ἦταν βυθισμένος εἰς τὸ νερό, ὅπως ἦσαν οἱ ἄλλοι. Γιατί; Δὲν εἶχε ἁμαρτίες. Ἦρθε τὶς δικές μου τὶς ἁμαρτίες νὰ συγχωρήσει. Ἦρθε ἐμένα νὰ καθαρίσει, ἐμένα τὸν ἄνθρωπο. Γι᾽αὐτὸ λέγει αὐτὸ τὸ «εὐθύς», ἀμέσως ἀνέβη ἀπὸ τοῦ ὕδατος. Ὁ Ἰησοῦς βαπτίζεται, γιὰ νὰ ἀνοίξει τὸν δρόμο στὸ δικό Του τὸ βάπτισμα, δηλαδὴ αὐτὸ ποὺ θὰ μᾶς παρέδιδε, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι βάπτισμα, ὅπως σᾶς εἶπα, ἀφέσεως ἁμαρτημάτων, τόσο τοῦ προπατορικοῦ, ὅσο καὶ τῶν προσωπικῶν μας ἁμαρτημάτων.
.                 Ἀκόμη, ἐβαπτίσθη ὁ Κύριος εἰς τὸν Ἰορδάνη ποταμό –ἕνας ἀκόμη λόγος–, γιὰ νὰ συντρίψει τὶς κεφαλὲς τῶν δρακόντων, δηλαδὴ τῶν δαιμόνων, μέσα εἰς τὸ νερὸ τοῦ Ἰορδάνου. Ἴσως φαίνεται περίεργο αὐτό. Ἡ κτίσις, ἀγαπητοί μου, ποὺ ἔγινε χάριν τοῦ ἀνθρώπου, παρεχωρήθη στὴν ἐξουσία τοῦ Σατανᾶ, ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος ἤδη ἀπὸ τὸν Παράδεισον προσεκύνησε τὸν διάβολον· διότι ἔκανε τὸ θέλημά του. Ἔκτοτε ἡ κτίσις εἶναι δαιμονοκρατουμένη.
.                 Ἔρχεται λοιπὸν ὁ Κύριος νὰ ἁγιάση τὴν κτίσιν, μέσα εἰς τὸ νερὸ τοῦ Ἰορδάνου. Εἶναι δὲἐκπληκτικόν, ὅτι τὸ νερὸ ἐδῶ εἶναι ἀντιπροσωπευτικὸ ὁλοκλήρου τῆς κτίσεως. Θέλετε νὰ σᾶς πῶκάτι; Ὅσοι μπορεῖτε νὰ τὸ συλλάβετε αὐτό. Εἶναι ἐκπληκτικὸν διότι… βέβαια ἡ θεολογία τοῦ νεροῦ εἶναι ἀπέραντη καὶ βαθυτάτη, τώρα ἐδῶ μόνον ἕναν λόγο σᾶς λέγω, ποὺ τὸ νερὸ εἶναι H20, ὑδρογόνο δύο, ὀξυγόνο. Τὸ ὑδρογόνο ὅμως εἶναι τὸ πρῶτο στοιχεῖο, ποὺ ὅταν τοῦ προστίθενται πρωτόνια εἰς τὸν πυρήνα του, γίνεται δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, πεντηκοστόν, ἐνενηκοστὸν τόσο…στοιχεῖον. Ὅλη ἡ κτίσις, ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος, εἶναι, ἂς τὸ ποῦμε, ἔτσι χοντρικὰ χοντρικά, ὄχι ἐπιστημονικά, ἐπανάληψις τοῦ ἀτόμου τοῦ ὑδρογόνου. Συνεπῶς τὸ ὑδρογόνο θὰ μποροῦσε νὰκαυχηθῆ ὅτι εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ ἐκπροσωπεῖ ὁλόκληρη τὴ Δημιουργία. Αὐτὸ δὲ τὸ ὑδρογόνο ἔγινε ἀπὸτὴν ἐνέργεια τοῦ φωτός! Ἐκπληκτικόν! «Εἶπεν ὁ Θεὸς καὶ ἐγένετο φῶς». Πρῶτα τὸ φῶς. Μετὰ τὸὑδρογόνο. Μετὰ ὅλη ἡ κτίσις. Ἔτσι λοιπὸν εἶναι, τρόπον τινά, βρίσκεται νὰ ἐκπροσωπῆ τὴν κτίσιν τὸ ὑδρογόνο· τὸ ὁποῖον ἄφθονο βρίσκεται μέσα στὸ νερό.
.                 Ἔτσι, ἁγιάζει ὁ Χριστὸς τὸ νερό, τὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ, δηλαδὴ ἁγιάζει ὁλόκληρη τὴν κτίσιν! Καὶ ἁγιάζοντάς την, διώχνει τοὺς δαίμονες, ποὺ ἐδαιμονοκράτουν τὴν κτίσιν. Γι᾽ αὐτὸ γράφει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ ὑμνογράφος, στὸν σημερινὸ Κανόνα, ποὺ ἀκούσαμε στὸν Ὄρθρον, στὸ πρῶτο τροπάριο τῆς πρώτης ᾨδῆς: «Καὶ δρακόντων κεφαλὰς ἐμφωλευόντων, διαθλάττει, ῥείθροις Ἰορδάνου». «Καὶ τὰκεφάλια τῶν δρακόντων, τὰ σπάζει, στὰ ρεῖθρα τοῦ Ἰορδάνου». Τύπος δὲ τῶν δαιμονικῶν κεφαλῶν ἦσαν οἱ καταποντισθέντες Αἰγύπτιοι στὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα. Οἱ Αἰγύπτιοι, μεταφορικῶς, συμβολικῶς, θεωροῦνται ὅτι εἶναι τὸ κράτος καὶ τῆς σκιᾶς τοῦ θανάτου, τὸ κράτος τοῦ Ἅδου, οἱ δαίμονες. Προσέξτε· δὲν εἶναι οἱ Αἰγύπτιοι οἱ δαίμονες. Προσέξτε, μὴν τὸ μπερδέψετε, τύπος εἶναι. Ὅταν πῆγαν νὰ περάσουν κι αὐτοὶ καὶ ἐπνίγησαν. Ἔτσι ὁ Ψαλμωδὸς λέγει στὸν 73ον Ψαλμόν: «Σὺ συνέτριψας τὰς κεφαλὰς τῶν δρακόντων ἐπὶ τοῦ ὕδατος -Ποιῶν δρακόντων; Μεταφορικῶς. Τῶν Αἰγυπτίων, πού, τρόπον τινά, ἀντιπροσωπεύουν τοὺς δαίμονες-. Σὺ συνέθλασας –εὐθὺς παρακάτω– τὴν κεφαλὴν τοῦδράκοντος». Γιατί πρῶτα ἀκολουθεῖ πληθυντικὸς καὶ μετὰ ἑνικός; Διότι εἶναι οἱ δαίμονες καὶ ἑνικὸς εἶναι ὁ διάβολος, ὁ ἕνας, ὁ ἀρχηγός.
.                 Γι᾽αὐτό, ἀγαπητοί μου, δυνάμει τῆς βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ μας στὸν Ἰορδάνη, σὲ κάθε βάπτισι πιστοῦ λέγονται εὐχές. Ὅπως καὶ στὸν ἴδιον τὸν ὑπὸ βάπτισιν, λέγονται ἀφορισμοί, δηλαδὴ νὰφύγουν οἱ δαίμονες ποὺ τυχὸν ἐμφωλεύουν μέσα εἰς αὐτὴν τὴν ὕπαρξι, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ ὕδατος, προκειμένου νὰ γίνη ἡ βάπτισις. Ἀκοῦστε τί λέγει μία εὐχή. Δυστυχῶς ὁ χρόνος δὲν ἐπαρκεῖ νὰ σᾶς κάνω πιὸ πολλὴ ἀνάλυση. Ἀνάγνωση θὰ σᾶς κάνω: «Σὺ καὶ τὰ Ἰορδάνια ῥεῖθρα ἡγίασας, οὐρανόθεν καταπέμψας τὸ Πανάγιόν σου Πνεῦμα, καὶ τὰς κεφαλὰς τῶν ἐκεῖσε ἐμφωλευόντων συνέτριψας δρακόντων. Αὐτὸς οὖν, φιλάνθρωπε Βασιλεῦ –θὰ τ’ ἀκούσετε καὶ στὴν ἀκολουθία τῆς Βαπτίσεως [ποὺ θὰ ἀκολουθήση τώρα ἐδῶ]– πάρεσο καὶ νῦν διὰ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, καὶἁγίασον τὸ ὕδωρ τοῦτο…».  «Συντριβήτωσαν –λέει ὁ ἱερεὺς– ὑπὸ τὴν σημείωσιν τοῦ τύπου τοῦ τιμίου Σταυροῦ Σου (:μὲ τὸ σημάδι τοῦ Σταυροῦ) πᾶσαι αἱ ἐναντίαι δυνάμεις – οἱ δαίμονες-. Ὑποχωρησάτωσαν ἡμῖν (: ἂς ὑποχωρήσουν σὲ μᾶς) πάντα τὰ ἐναέρια καὶ ἀφανῆ εἴδωλα, καὶ μὴὑποκρυβήτω τῷ ὕδατι τούτῳ δαιμόνιον σκοτεινόν (:καὶ νὰ μὴν κρυφτεῖ δαιμόνιο σκοτεινὸ κάτω ἀπὸτὸ νερὸ – ἐκεῖνο τὸ «ὑπο-κρυβήτω». Δηλαδὴ στὴν κτίσιν, μὲ ἄλλα λόγια)».Ἔτσι, ὁ Χριστὸς ἦρθε στὸν Ἰορδάνη νὰ ἁγιάσει τὴν κτίσιν, ἀφοῦ θὰ συνέτριβε τὰς κεφαλὰς τῶν δρακόντων καὶ τὴν κεφαλὴν τοῦμεγάλου δράκοντος, τοῦ Διαβόλου.
.                 Ὁ Χριστός, ἀκόμη, ἀγαπητοί μου, μέσα στὸν Ἰορδάνη, ἀπέκτεινεν τὴν ἔχθραν μεταξὺ Θεοῦκαὶ ἀνθρώπου. Λέγει πάλι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ ὑμνογράφος στὴν 5η ᾨδή του, στὸν εἱρμό: «Ἰησοῦς, ὁζωῆς ἀρχηγὸς λύσαι τὸ κατακρίμα ἥκει Ἀδὰμ τοῦ πρωτοπλάστου, καθαρσίων δὲ ὡς Θεὸς μὴ δεόμενος (:ὁ Ἴδιος δὲν εἶχε ἀνάγκη νὰ καθαριστεῖ), τῷ πεσόντι καθαίρεται ἐν τῷ Ἰορδάνῃ (:ἔρχεται νὰκαθαρίσει αὐτὸν ποὺ ἔπεσε, νὰ τὸν καθαρίσει στὸν Ἰορδάνη), ἐν ᾧ( :ἐν τῷ ὁποίῳ Ἰορδάνη) τὴν ἔχθραν κτείνας».  «Ἀπέκτεινε τὴν ἔχθραν»·  γι᾽ αὐτὸ λέγεται ὅτι ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς εἶναι ὁ τάφος τῆςἔχθρας, εἶναι ὁ θάνατος τοῦ θανάτου, ὁ Ἰορδάνης θανάτωσε τὸν θάνατον. Ἐρωτᾶ κάποιος ἐκ τῶν Πατέρων: «Πῶς μὲν ὁ Παῦλος εἶπεν ὅτι ὁ Χριστὸς ἀπέκτεινεν τὴν ἔχθραν ἐν τῷ Σταυρῷ; Ὁ δὲμελωδὸς λέγει ἐδῶ ὅτι ἀπέκτεινεν αὐτὴ ἐν τῷ Ἰορδάνῃ». Ὁ Παῦλος λέγει «ἀπεκτάνθη», σκοτώθηκε ἡἁμαρτία, ἡ ἔχθρα ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν Θεό, «στὸν Σταυρό». Ἐδῶ ὁ μελωδὸς λέγει «στὸποτάμι». Τί συμβαίνει; Βέβαια, θὰ λέγαμε, ὁ Χριστὸς ἔλυσε τὴν ἔχθραν, μὲ ὅλα τὰ μυστήρια τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας Του. Ὅπως μὲ τὴ σύλληψίν Του, τὴν γέννησή Του, τὴν βάπτισή Του, τὴν Σταύρωσή Του, τὴν Ἀνάστασή Του. Ὅλα αὐτὰ εἶναι σταθμοὶ τῆς ἐνσάρκου Οἰκονομίας Του, ποὺ ἀποτελοῦν καὶ τὰ μυστήρια, ποὺ ὅλα αὐτὰ ἀπέκτειναν τὴν ἔχθραν τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό· καὶ τὰὁποία ἀποτελοῦν, κατὰ τὸν ἅγιον Νικόλαο Καβάσιλα, τὰ «ποιητικὰ τῆς σωτηρίας μας». Ἐκεῖνα τὰὁποῖα συντελοῦν στὴ σωτηρία μας.
.                 Καὶ ὁ Παῦλος λέγει: «Τοῦτο γινώσκοντες (:αὐτὸ νὰ ξέρετε) ὅτι ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος συνεσταυρώθη –ποῦ συνεσταυρώθη; –  ἐν τῷ βαπτίσματι» -λέει ὁ Παῦλος- τῷ Χριστῷ». Συνεσταυρώθη μὲ τὸν Χριστό, μέσα εἰς τὸ βάπτισμα. Γι᾽ αὐτὸ γίνεται μέτοχος τῶν παθημάτων τοῦΧριστοῦ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν βάπτισή Του. Γι᾽αὐτὸ καὶ ὁ Χρυσόστομος λέγει: «Σταυρὸν τὸ βάπτισμα ὀνομάζει». Τὸ βάπτισμα λοιπὸν εἶναι σταυρός. Καὶ ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου εἰκονίζεται μυστικῶς εἰς τὸ Βάπτισμα. Σταυρὸς καὶ Βάπτισμα οὐσιαστικὰ εἶναι ἕνα. Καὶ ἐκφράζουν τὴν ἴδιαν ἀλήθεια. Σταυρὸς καὶΒάπτισμα. Ἕνα εἶναι.
.                 Ἀκόμη, Αὐτὸς ὁ Κύριος, ὅταν μπῆκε εἰς τὸ ποτάμι, γίνεται ὁ μεσίτης δύο διεστώτων ὀχθῶν. Ἡ μία ὄχθη τοῦ ποταμοῦ καὶ ἡ ἄλλη ὄχθη τοῦ ποταμοῦ. Ἡ μία ἀπὸ δῶ, ἡ ἄλλη ἀπὸ κεῖ. Ὁ Θεὸς καὶ οἱἄνθρωποι. Μπαίνει στὴ μέση στὸ ποτάμι καὶ ἑνώνει τὰ διεστῶτα. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Χριστὸς λέγεται μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Εἶναι ἐκπληκτικόν. Τὸ ποτάμι λοιπὸν τοῦ Ἰορδάνου εἶναι τύπος διαστάσεως Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Ὁ Χριστὸς ὁ μεσίτης. Προτύπωσις, ἀγαπητοί μου, αὐτοῦ τοῦ πράγματος εἶναι ἡμηλωτὴ τοῦ Ἠλία, ἡ προβιὰ ποὺ φοροῦσε ὁ Ἠλίας, τὴν ὁποία ἔριξε εἰς τὸν Ἐλισσαῖον, ἀναλαμβανόμενος εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐκεῖνος ἐκτύπησε τὴν ὄχθην τοῦ Ἰορδάνου κι ἔγινε ξηρά. Καὶπέρασε ἀπὸ κεῖ ὁ Ἐλισσαῖος. Ἡ μηλωτὴ τοῦ Ἠλία εἶναι τύπος τῆς μεσιτείας τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἑνώνει τὶς δύο ὄχθες, τὶς δύο πλευρές. Τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους.
.                 Ἀκόμη, γιατί ἐβαπτίσθη ὁ Χριστός; Γιὰ νὰ «πληρώσει» τὸν νόμον. «Πληρῶ» θὰ πεῖ «γεμίζω», δηλαδὴ «ὁλοκληρώνω, πραγματοποιῶ, δὲν ἀφήνω τίποτε ποὺ νὰ μὴν τὸ ἔχω πραγματώσει». Ὁ ἴδιος ὁΘεὸς ἔδωσε τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου· ἔπρεπε λοιπὸν καὶ ὁ Ἴδιος ὡς ἄνθρωπος, νὰ τηρήςῆ τὸν νόμον, καὶ γι᾽ αὐτὸ ἦρθε νὰ βαπτισθῆ. Μᾶς σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος: «Τότε παραγίνεται ὁἸησοῦς ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην πρὸς τὸν Ἰωάννην τοῦ βαπτισθῆναι ὑπ᾽ αὐτοῦ. ὁ δὲἸωάννης διεκώλυεν (:τὸν ἐμπόδιζε) αὐτὸν λέγων· ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με; (:Ἐγὼ ἔχω ἀνάγκη νὰ βαπτιστῶ ἀπὸ σένα, κι ἐσὺ ἔρχεσαι σὲ μένα;) ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτόν· ἅφες ἄρτι (: Ἄστο τώρα αὐτό)· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην». «Δικαιοσύνη» θὰ πῆ «ὅλος ὁ νόμος». «Πρέπει νὰ ἐκπληρώσουμε ὅλο τὸν νόμον». Καὶμὲ τὴν ἐκπλήρωσι τοῦ παλαιοῦ νόμου στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὁ Χριστὸς μᾶς ἀπάλλαξε τοῦτελετουργικοῦ νόμου, τῆς Παλαιᾶς, δηλαδή, Διαθήκης, ἀφοῦ πλέον ἡ δικαίωσις, δηλαδὴ ἡ σωτηρία, δὲν γίνεται μὲ τὴν ἐκπλήρωσι πλέον τοῦ νόμου, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐκπλήρωσι τῆς πίστεως. Φύγαμε ἀπὸ τὴδιαθήκη τοῦ νόμου καὶ περάσαμε στὴ διαθήκη τῆς πίστεως.
.                 Θέλετε ἀκόμη; Κι ἄλλοι, κι ἄλλοι πολλοὶ λόγοι. Ἀλλὰ ἐπιτρέψατέ μου ἕναν ἀκόμη λόγο, ὅσο μᾶς παίρνει ὁ καιρός. Ἕνας σημαντικότατος. Εἶναι ὅτι ἡ φανέρωσις ὅλου του Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦγιὰ πρώτη φορά, ὅπως σᾶς εἶπα ἤδη εἰς τὴν εἰσαγωγὴ τῆς ὁμιλίας, στὴν Ἱστορία τῆς κτίσεως, κατὰἕναν τρόπο ἐναργῆ, φανερό, καθαρό, ἀλλὰ μποροῦμε κάτι ἀκόμη νὰ ποῦμε, ποὺ ἀφορᾶ σέ μᾶς. Τὸτρίτο τροπάριο τῆς 8ης ᾨδῆς τοῦ ἰδίου ὑμνογράφου, τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ, λέγει: «Τριάδος ἡ φανέρωσις, ἐν Ἰορδάνῃ γέγονεν (:Ἔγινε ἡ φανέρωση τῆς Τριάδος)· αὕτη γὰρ ὑπέρθεος φύσις –ἄλλη φορά, νὰἐξηγήσωμε τί θὰ πῆ «ὑπέρθεος φύσις»-, ὁ Πατὴρ ἐφώνησεν (:μίλησε). Οὗτος ὁ βαπτιζόμενος, Υἱὸς ὁἀγαπητός μου, τὸ Πνεῦμα συμπαρῆν τῷ ὁμοίῳ». Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἦτο συμπαρόν, μαζὶ παρόν, μὲ τὸν ὅμοιό Του, δηλαδὴ τὸν Υἱόν. Κ.λπ.
.                 Στὸ πρῶτο δὲ τροπάριο τῆς Α΄ ᾨδῆς λέει: «Ἀδὰμ τὸν φθαρέντα ἀναπλάττει, ρείθροις Ἰορδάνου» (:Ἀναπλάττει τὸν φθαρέντα Ἀδάμ, εἰς τὰ ποταμάκια τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ)».
.                 Ἔχομε λοιπὸν ἐδῶ τὴν φανέρωση τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ ἀναπλάση τὸν ἄνθρωπο, πράγμα ποὺ δείχνει ὅτι τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ δημιούργημα εἶναι ὁ ἄνθρωπος! Ἔρχεται ὁ ὅλος Θεὸς νὰ ἀναπλάση τὸν ἄνθρωπο. Γιατί; Γιατί ὁ ὅλος Θεὸς ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπο. Τί εἶπε; «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν». «Ποιήσωμεν». «Νὰ κάνωμε ἄνθρωπο». Καὶ ρωτάει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Θεσσαλονίκης, ὁ Παλαμᾶς: «Τίνος δὲ ἕνεκεν τοῦ ἀνθρώπου πλαττομένου τε καὶ ἀναπλαττομένου τὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος φανεροῦται μυστήριον;». «Ποιός ὁ λόγος ποὺ φανερώνεται ἡ Ἁγία Τριάς, τὸ μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δημιουργῆται καὶἀναδημιουργῆται τώρα, τότε εἰς τὸν Ἀδὰμ καὶ τώρα εἰς τὸν Ἰορδάνην;». «Διότι –ἀπαντάει ὁ ἴδιος Πατήρ– ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὄχι μόνον μύστης καὶ προσκυνητὴς τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐπὶ τῆς γῆς, ἀλλὰ καὶὁ ἀποκλειστικὰ μόνος δική της εἰκόνα». «Ὁ ἄνθρωπος ἀποκλειστικὰ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος». Ἀποκλειστικά. Γιατί; Διότι τὰ ζῶα δὲν διαθέτουν οὔτε λόγον, οὔτε νοῦν. Καὶ τὴ ζωὴ ποὺ ἔχουν, εἶναι ζωὴ ζωική, ὄχι ζωὴ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὕστερα οἱ ἄγγελοι, ὁ ἀγγελικὸς κόσμος, ὁμοίως καὶ τὸ ἴδιο. Ἔχουν νοῦν καὶ λόγον, ἀλλὰ δὲν ἔχουν σώματα, γιὰ νὰ ζωοποιηθοῦν ἀπὸτὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Μόνος ὁ ἄνθρωπος ἔχει ζωοποιήση ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ποὺ παίρνει τὴ ζωή του, ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἡ ζωὴ τῶν ζώων. Ἀλλὰ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι ὁνοῦς καὶ ὁ λόγος. Τρία λοιπὸν στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δίδει, ἀνακλοῦν τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
.                 «Ἀλλ’ οὐχὶ καὶ πνεῦμα ζωοποιοῦν –λέγει γιὰ τοὺς ἀγγέλους ὁ ἅγιος Γρηγόριος– ἐπεὶ μηδὲσῶμα τὸ παρ᾽ αὐτοῦ ζωοποιούμενον». Δὲν ἔχουν σῶμα οἱ ἅγιοι ἄγγελοι. Ἔτσι λοιπόν: «Ἄνθρωπος –λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος– μόνος, μοναδικότατος μόνος κατ’ εἰκόνα τῆς Τρισυποστάτου φύσεως νοῦν ἔχει καὶ λόγον καὶ πνεῦμα τοῦ σώματος ζωοποιοῦν». Νοῦς ὁ Πατήρ, Λόγος ὁ Λόγος καὶ Πνεῦμα τὸΠνεῦμα τὸ Ἅγιον. Νὰ λοιπὸν ὁ ἅγιος Τριαδικὸς Θεὸς ποὺ ἔρχεται, δημιουργεῖ τὸν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα Του καὶ ἀνακλᾶ τώρα ἡ εἰκόνα τὸ πρωτότυπον, διότι πράγματι ἡ φανέρωσι τῆς Ἁγίας Τριάδος, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ ἀρχέτυπον, τὸ ὁποῖον ἀναπλάττει τὸν κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργηθέντα ἄνθρωπον. Τὸ πρῶτον καὶ τὸ μεγάλο εἶναι αὐτό. Εἶναι κι ἄλλα πολλά.
.                 Ἀγαπητοί μου, ἡ Ἐκκλησία μας πρὸ τόσο μεγάλων γεγονότων, ἔκθαμβη ἀναβοᾶ: «Ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ πάντα ὅσα ἠθέλησεν ὁ Κύριος ἐποίησεν (:ὅσα ἤθελε, ἔκανε)». Καὶ ψάλλει ἡ Ἐκκλησία: «Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; (:Ποιός ἄλλος θεὸς εἶναι μεγάλος, ὅπως εἶναι ὁΘεός μας;)». «Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; Σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος». Ναί, ἀγαπητοί μου· κι ὁ πιστὸς διαισθανόμενος τὸ μυστήριον τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, διαρκῶς δοξάζει τὸν Ἅγιον Τριαδικὸν Θεὸν ποὺ ἐργάστηκε τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων ἐπάνω εἰς τὴν Γῆ.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ καὶ μὲ ἀπροσμέτρητη εὐγνωμοσύνη στὸν πνευματικό μας καθοδηγητὴ  μακαριστὸ γέροντα Ἀθανάσιο Μυτιληναῖο, μεταφορὰ τῆς ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας σὲ ἠλεκτρονικὸ κείμενο καὶἐπιμέλεια: Ἑλένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

Ἀπομαγνητοφώνηση ὁμιλίας διὰ χειρὸς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀθανασίου Κ.

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

, , , , , ,

Σχολιάστε

«ΖΕΥΣ ΚΑΙ ΑΙΣΧΥΝΗ» (Δ. Νατσιός) [«πρὸς ἄνδρα μάχλον»!!!]

«Ζες κα ασχύνη»

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

«Ἀνάθεμα τὴν ὥρα ποιὸς ὁρίζει ἐδῶ
τὸ ἀνάποδο βαφτίζει καὶ τὸ λέει σωστὸ»
(Ἐλύτης)

.               Ἀφοῦ τό… διακαές τους πάθος εἶναι τὰ παιδιὰ καὶ ὁ διακαέστατος πόθος τους νὰ μποῦν στὰ σχολεῖα τὰ«οὐράνια τόξα» καὶ ἡ γήινη λόξα, προτείνω τὴν ἑπόμενη φορὰ νὰ διαβαστεῖ σὲ μαθητές, ὄχι κάποιο χριστουγεννιάτικο ἢ πασχαλινὸ παραμύθι ἀπὸ κάποιο ἐξωτικὸ «ντρὰγκ κουίν», ἀλλὰ ἕνα παραμύθι τοῦ Αἰσώπου. Νὰ σταθεῖ ὁ καθηγητὴς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν του καὶ νὰ ἀναγνώσει εὐκρινῶς καὶ εὐθαρσῶς τὴν γνώμη τοῦ ἀθάνατου, ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πνεύματος γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ παρανοϊκὰ καὶ κρανιοκενῆ ποὺ σαβανώνουν τὴν ὡραία μας ἑλληνικὴ ἀτιμόσφαιρα.
.               Παραθέτω, ἐν πρώτοις, τὸ κείμενο στὸν ἀειφεγγῆ προγονικὸ λόγο καὶ κατόπιν τὴν ἀπόδοσή του στὴν νεοελληνική. (Ζητῶ συγνώμη γιὰ τὴν ἐπιλογή, ἴσως δὲν εἶναι καὶ ἡ εὐπρεπέστερη, ἀλλὰ ἀφοῦ μᾶς ἀρέσουν τὰπαραμύθια, ἂς ἀκουστεῖ καὶ κάτι διαφορετικὸ τῆς «διαφορετικότητας»). Οἱ μύθοι, ὅπως διαβάζω στὴν εἰσαγωγὴ τῆς ἔκδοσης ποὺ χρησιμοποιῶ, «ἐκθειάζουν τὶς ἀξίες τῆς ἐποχῆς τους καὶ ἐξυμνοῦν τὶς ἀρετὲς τῆς λαϊκῆς σοφίας». («Αἴσωπος, μύθοι», ἔκδ. «ΕΞΑΝΤΑΣ», σελ. 27). Τίτλος: «Ζεὺς καὶ αἰσχύνη».
«Ζεὺς πλάσας ἀνθρώπους τὰς μὲν ἄλλας διαθέσεις εὐθὺς αὐτοῖς ἐνέθηκε, μόνης δὲ αἰσχύνης ἐπελάθετο. Διόπερ ἀμηχανῶν, πόθεν αὐτὴν εἰσαγάγῃ, ἐκέλευσε αὐτὴν διὰ τοῦ ἀρχοῦ εἰσελθεῖν. Ἡ δὲ τὸ πρῶτον ἀντέλεγε καὶἀνηξιοπάθει, ἐπεὶ δὲ σφόδρα αὐτὴ ἐπέκειτο, ἔφη: ἀλλ’ ἔγωγε ἐπὶ ταύταις ταῖς ὁμολογίαις εἴσειμι ὡς ἂν ἕτερόν μοιἐπεισέλθῃ, εὐθὺς ἐξελεύσομαι. Ἀπὸ τούτου συνέβη πάντας τοὺς πόρνους ἀναισχύντους εἶναι. Τούτῳ τῷ λόγῳ χρήσαιτο ἄν τις πρὸς ἄνδρα μάχλον».
«Ὅταν ἔπλασε ὁ Δίας τοὺς ἀνθρώπους, ἔβαλε ἀμέσως μέσα τους διάφορες ψυχικὲς ἀρετὲς καὶ ἰδιότητες καὶ ξέχασε μόνο τὴν ντροπή. Ἐπειδὴ δὲν ἤξερε ἀπὸ ποὺ νὰ τὴν εἰσαγάγει καὶ αὐτήν, τὴν διέταξε νὰ εἰσέλθει ἀπὸ τὸν πισινό. Ἐκείνη κατ’ ἀρχὰς διαφωνοῦσε καὶ ἔλεγε ὅτι δὲν τῆς ἀξίζει τέτοια μεταχείριση. Ἐπειδὴ ὁ Ζεὺς ἐπέμενε σφόδρα, τοῦ εἶπε: Θὰ εἰσέλθω μόνο μὲ τὴν συμφωνία ὅτι, ἂν μπεῖ ἀπὸ ἐκεῖ τίποτε ἄλλο μετὰ ἀπὸ μένα, ἐγὼ ἀμέσως θὰ ἐξέλθω. Γι’ αὐτὸ ἀπὸ τότε καὶ ὕστερα ὅλοι οἱ πόρνοι εἶναι ἀναίσχυντοι. Ὁ μύθος αὐτὸς μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ γιά… μάχλον». (=λάγνος, ἀσελγὴς καὶ ἀκόλαστος κατὰ τὸ λεξικὸ τοῦ Δημητράκου).
.              Ἂς διαβαστεῖ, λοιπόν, τὸ κείμενο μὲς στὶς σχολικὲς αἴθουσες, τὸ ὁποῖο οὔτε προκλητικὸ εἶναι οὔτε ὁμοφοβικό. Εἶναι ἕνα λογοτεχνικὸ κείμενο, ποὺ «ἐκθειάζει ἀξίες», γραμμένο ἀπὸ κλασσικὸ συγγραφέα,  παγκοσμίου ἀναγνωρίσεως. «Σχολεῖο ἀνοιχτὸ στὴ ζωή», λέει τὸ ἐπίκαιρο σύνθημα.
.               Ζοῦμε σὲ ἐλεύθερη, εὐρωπαϊκὴ καὶ δημοκρατικὴ χώρα ἐξ ἄλλου. Ἂν ὑπάρξει «θύελλα – ἢ καταιγίδα ἢ ὑδρολαίλαπας – ἀντιδράσεων», θὰ ποῦμε ὅτι εἶναι δηλώσεις μίσους, μισαλλοδοξίας καὶ φασισμοῦ καὶ ὅτι εἴμαστε ὑπὲρ τῆς ἰσονομίας καὶ ἰσηγορίας, ὅπως ἀνέφερε καὶ ὁ βουλευτὴς τοῦ ΣΥΡΙΖΑ κ. Γιαννούλης, ποὺ τίμησε καὶ λάμπρυνε μὲτὴν παρουσία του τὴν ἐκδήλωση γιὰ τὰ παιδιὰ τῆς προσχολικῆς ἡλικίας καὶ τοὺς προστάτες γονεῖς καὶ κηδεμόνες τους. 

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

Σχολιάστε

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΩΝ ΟΡΙΩΝ-1 (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἡ ἐλευθερία τῶν ὁρίων 1

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .              Ἡ ἐλευθερία τῶν ὁρίων. Πρόκειται γιὰ τὸν τίτλο τοῦ βιβλίου, ποὺ κυκλοφορήθηκε πρόσφατα στὴν Ἑλλάδα καὶ συγγραφέας εἶναι ὁ συμπατριώτης μας Γιῶργος Καλλής, καθηγητὴς στὸἸνστιτοῦτο Περιβάλλοντος, Ἐπιστήμης καὶ Τεχνολογίας τοῦ Αὐτονόμου Πανεπιστημίου τῆς Βαρκελώνης. Τὸ ἐξέδωσαν οἱ Πανεπιστημιακὲς Ἐκδόσεις τοῦ Πανεπιστημίου Κρήτης τὸ 2022. Τὸ βιβλίο κρούει τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου γιὰ τὸ μέλλον τοῦ πλανήτη μὲ τὴ ζωὴ τῆς χωρὶς ὅρια ἐλευθερίας, ποὺ οὐσιαστικὰ εἶναι ὑποταγὴ καὶ σκλαβιὰ στὰ πιὸ ἀπάνθρωπα ἔνστικτα.
.              Σὲ ἠθικὸ ἐπίπεδο ἡ λόγῳ τῆς δῆθεν ἀπόλυτης ἐλευθερίας ἐφιαλτικὴ κίνηση ἐπιστροφῆς τῆς βαρβαρότητας στὸν κόσμο περιγράφεται εὔστοχα τὸ 1996 ἀπὸ τὸν Χρῆστο Μαλεβίτση στὸ βιβλίο του «Ὁ φωτισμὸς τοῦ ἀνθρώπου» (σελ. 7). Γράφει: «Ζοῦμε στὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἀπωθημένου. Δὲν ὑπάρχει τρομακτικότερο ἄγγελμα ἀπὸ αὐτό. Οἱ αὐστηρὲς πειθαρχίες τῆς θρησκείας, τῆς φιλοσοφίας, τῆς ἠθικῆς, καὶ τῶν κοινωνικῶν ἀναγκασμῶν ἔδεσαν τὶς δαιμονικὲς δυνάμεις καὶ τὶς ἔριξαν στὰ τάρταρα τοῦ ἀσυνειδήτου. Τώρα οἱ δυνάμεις αὐτὲς λύθηκαν καὶ ἐπιστρέφουν, γιὰ νὰ ἐκδικηθοῦν. Ἐπιστρέφουν ὡς βία, ὡς ἀνομία, ὡς ἀμοραλισμός, ὡς ἀνεμπόδιστη ἀπόλαυση τοῦ κόσμου, ὡς κατάληψη καὶ καταστροφὴ τοῦ κεκτημένου, ὡς ἴλιγγος ἀπαιδευσίας. Ὡς νέος βαρβαρισμός. Τὸ φῶς εἶχε ἀπωθήσει τὸ σκότος. Τώρα τὸ σκότος ἀπωθεῖ τὸ φῶς».
.              Στὸ τέλος τοῦ 2022 ὑπῆρξε ἕνα ἐντυπωσιακὸ γεγονός. Τὸ γαλλικὸ περιοδικὸ L’ Express, μὲ ἰδεολογία τὴν ἄθεη νεωτερικότητα, στὸ εἰδικὸ «χριστουγεννιάτικο» τεῦχος του, ποὺ κυκλοφορήθηκε στὶς 22 Δεκεμβρίου, εἶχε τίτλο «Οἱ νέοι σκοταδιστὲς –  Ἀπὸ λόγους ἰδεολογίας ἀρνοῦνται τὴ Βιολογία» καὶ σχετικὸ πολυσέλιδο ἀφιέρωμα. Ὁ δημοσιογράφος Thomas Mahler, ὑπεύθυνος σὲ θέματα ἰδεῶν καὶ πολιτισμοῦ τοῦ περιοδικοῦ, σημειώνει μὲ ἀνησυχία πὼς «ἡ ἐπιστήμη συγκρούεται μὲ τὰ νέα δόγματα, τὰ ὁποῖα, ἀπὸ ἰδεολογία, συγχέουν τὴν φύση καὶ τὴν ἠθική». Αὐτὰ τὰ καινοφανῆ δόγματα, ποὺ ἀνήκουν στὴ μετανεωτερικότητα, κατὰ τὸν Μάλερ,  εἶναι ὁ νέος σκοταδισμός,…
.              Ἀπὸ τὰ γραφόμενα τοῦ γαλλικοῦ περιοδικοῦ ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα πὼς ἡ νεωτερικότητα, ὡς νέος Φρανκεστάϊν, κατασκεύασε ἕνα τέρας, πού, ζώντας στὸ συγκεκριμένο κοινωνικὸ περιβάλλον,  μετατράπηκε σὲ ἀμείλικτο διώκτη τοῦ νεωτερικοῦ πολιτισμοῦ, προχωρώντας σὲ πιὸ ἀκραῖες θέσεις… Καὶ αὐτὸ ἔχει ἀρχίσει νὰ ἀνησυχεῖ ἕως καὶ νὰ τρομοκρατεῖτοὺς ὀπαδοὺς τοῦ ἄθεου διαφωτισμοῦ. Στὸ νέο ἰδεολογικὸ ρεῦμα, «wokisme» τὸ ἀποκαλοῦν οἱ Γάλλοι, ἀπορρίπτονται ἡ κατὰ τοὺς νεωτερικοὺς δαρβινιστὲς ἐξέλιξη τῶν εἰδῶν καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση. Στὸ νέο ρεῦμα οἱ φυσικὲς διαφορὲς μεταξὺ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν καθίστανται ταμποὺ καὶ ἀπαγορεύεται νὰ ἀναφέρονται…
.              Μὲ τὴ νέα μετανεωτερικὴ ἰδεολογία ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ  ὀρθολογισμὸς ὁδήγησε σὲ ὀδυνηρὲς συνέπειες τὴ δυτικὴ κοινωνία, ὅπως στὴν καταστροφὴ τῆς οἰκογένειας, στὴν κατάργηση κανόνων  κοινωνικῆς ζωῆς  καί, ἐν τέλει, στὴν  ἠθικὴ παρακμή.   Τὰ δόγματα τῆς μετανεωτερικότητας εἶναι: πρῶτον ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία «λευκὴ σελίδα» ποὺ ἐξ ὁλοκλήρου κατασκευάζεται ἀπὸ τὴν κοινωνία, δεύτερον ἡ ἰσότητα τῶν φύλων εἶναι καὶ ὁμοιότητα ἀπὸ βιολογικὴ πλευρὰ (…) καὶ τρίτον ἡ ἐπιστήμη εἶναι ἕνα πολιτισμικὸ κατασκεύασμα ποὺ πρέπει νὰ «ἀποαποικιοποιηθεῖ» καὶ νὰ «ἀποδυτικοποιηθεῖ»…-

Σχολιάστε

ΝΑ ΞΑΝΑΓΙΝΕΙ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ ΚΙΒΩΤΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑΣ (Δ. Νατσιός) [«Ξεβαπτίζονται καὶ ξεμυρίζονται τὰ παιδιά μας, γι’ αὐτὸ ἀγρίεψαν καὶ θὰ χαθοῦμε».]

Ν ξαναγίνει πατρίδα μας κιβωτς σωτηρίας κα λπίδας 

 Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

 .                  «…Οἱ πελαργοί, ὅταν οἱ γέροι γονιοί τους γυμνωθοῦν τελείως ἀπὸ τὸ πέσιμο τῶν φτερῶν, ποὺγίνεται στὰ γεράματα, τοὺς περικυκλώνουν καὶ τοὺς ζεσταίνουν μὲ τὰ φτερά τους, τοὺς ἑτοιμάζουν ἄφθονη τροφὴ καὶ τοὺς βοηθοῦν, ὅσο εἶναι δυνατόν, στὴν πτήση, σηκώνοντάς τους ἁπαλὰ μὲ τὸ φτερὸ καὶ ἀπὸ τὶς δύο μεριές. Καὶ αὐτὸ εἶναι τόσο πολὺ γνωστό, ὥστε μερικοὶ καὶ τὴν ἀνταπόδοση τῶν εὐεργεσιῶν νὰ τὴν ὀνομάζουν ἀντιπελάργωσιν». (ΕΠΕ 4, 318). Τοῦ Μεγάλου Βασιλείου αὐτὸ τὸ ἡλιοστάλαχτο κείμενο. Ὅταν γεράσουν οἱ πελαργοί, τὰ παιδιά τους τοὺς παίρνουν στὰ φτερά τους καὶ τοὺς σηκώνουν ψηλά… Ἀντίδωρο εὐγνωμοσύνης γιὰ τοὺς κόπους τῶν γονέων τους. Σπουδαῖο μάθημα, μεγαλοπρεπὴς εἰκόνα. «Εἰς ἀντιπελάργωσιν», τὸ ὀνομάζει ὁ ἅγιος. Ἔτσι πρέπει νὰ γίνει καὶ μὲ τὴν πατρίδα μας, ποὺ ἔπεσε, ἀλλὰ δὲν ξέπεσε. Προδομένη, συκοφαντημένη, φτωχὴ καὶ γερασμένη. Περιμένει, καρτερᾶ τὰ παιδιά της, ὅσα ἀκόμη τὴν σέβονται καὶ τὴν ἀγαποῦν, νὰ τὴν πάρουν στὰ σφριγηλὰ φτερά τους εἰς ἀνταπόδοση τῶν εὐεργεσιῶν της. Εἶναι ἡ μάνα μας ἡ πατρίδα, εἶναι βράχος, καὶ
«ὅταν γερὰ ἡ μάνα
καὶ ἄλλο κὲ μπορεῖ
ἀτότεθελ’ βοήθειαν,
ἀτότεθελ’ ζωήν», ὅπως ὄμορφα τραγουδᾶ ὁ Ποντιακὸς Ἑλληνισμός, ἀπὸ τοὺς εὐλογημένους τόπους ποὺἔζησε καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος.
.                       Γιορτάζουμε τὴν Πρωτοχρονιά, τὸν Μέγα Βασίλειο, ποὺ τόσο ἀγαποῦσε καὶ σεβόταν ὁ λαός μας, ὅταν ἀκόμη βαστοῦσε τὸ ρωμαίικο ἦθος. Λένε κάποιοι δοκησίσοφοι τῆς σήμερον ὅτι ἡ Ἐκκλησία, οἱἱερεῖς, οἱ ἱεράρχες της δὲν πρέπει νὰ παίρνουν θέση γιὰ θέματα τῆς πολιτείας, ἀλλὰ νὰ κοιτοῦν τὰ τοῦ οἴκου τους. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία ὅμως «τύπος καὶ ὑπογραμμὸς» εἶναι οἱ ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι δὲν δίσταζαν νὰσυγκρουστοῦν καὶ μὲ τὸν Καίσαρα, ὅταν αὐτὸς νομοθετοῦσε κατὰ τοῦ ποιμνίου της. «Τὴν βασιλέως φιλίαν μέγα μὲν ἡγοῦμαι μετ’ εὐσεβείας, ἄνευ δὲ ταύτης, ὀλεθρίαν ἀποκαλῶ», θὰ πεῖ ὁ ἅγιος Βασίλειος στὸν αἱρετικὸ αὐτοκράτορα Οὐάλη, ὅταν τὸν ἀπειλεῖ. Ἔχουμε σήμερα εὐσεβεῖς ἄρχοντες; Ὑποταχτήκαμε στὶς ἄπληστες συμμορίες καὶ «ἀγορὲς» καὶ γονατίζουμε ἀπὸ τὰ καταστρεπτικὰ δάνεια. «Νὰ μὴ δεχτεῖς ποτὲ δανειστή, ποὺ σὲ πολιορκεῖ. Νὰ μὴν ἀνεχθεῖς ποτὲ νὰ σὲ ἀναζητοῦν, γιὰ νὰ βροῦν τὰ ἴχνη σου καὶ νὰ σὲ συλλάβουν σὰν ἄλλο θήραμα (οἱ τοκογλύφοι). Τὸ δάνειο εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ ψεύδους· εἶναι ἀφορμὴ ἀχαριστίας, ἀγνωμοσύνης καὶ ἐπιορκίας. Ἄλλα λέει ἐκεῖνος, ποὺ δανείζεται καὶ ἄλλα ἐκεῖνος, ποὺδανείζει… Εἶσαι φτωχὸς τώρα, ἀλλὰ ἐλεύθερος. Ὅταν δανειστεῖς, ὄχι μόνο δὲν θὰ πλουτίσεις, ἀλλὰ θὰ χάσεις καὶ τὴν ἐλευθερία σου… Ἡ φτώχεια δὲν φέρνει καμμιὰ ντροπή. Γιατί λοιπὸν νὰ προσθέτουμε στὸν ἑαυτό μας τὴ ντροπὴ τοῦδανείου; Κανεὶς δὲν θεραπεύει τὰ τραύματά του μὲ ἄλλο τραῦμα, οὔτε θεραπεύει τὸ ἕνα κακὸ μὲ ἄλλο κακό, οὔτε ἐπανορθώνει τὴ φτώχεια μὲ τόκους. Εἶσαι πλούσιος; Μὴ δανείζεσαι. Εἶσαι φτωχός; Μὴ δανείζεσαι». (Μεγ. Βασιλείου, «ΙΔ΄ Ψαλμ. Καὶ περὶ τοκιζόντων, 2, ΕΠΕ 5, 78-80). Ἂν μορφώνονταν οἱ γενιὲς τῶν Ἑλλήνων μὲ τέτοια κείμενα, ἀλλιῶς θὰ ἦταν τὰ πράγματα. Ἀλλὰ τί νὰ πεῖς γιὰ ἕνα κράτος, ἑλληνώνυμο, ποὺ ἔχει στὴν οὐσία καταργήσει τὴν γιορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, δηλώνοντας ὅτι δὲν θέλει νὰ ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὴν παιδεία τῶν Πατέρων, τὰ γράμματα ποὺ διαβάζουνε οἱ ἀγράμματοι κι ἁγιάζουνε. Μόνο ἡ Παιδεία τοῦΓένους καὶ ὄχι τὰ τωρινὰ ἄθεα γράμματα, «μπορεῖ νὰ βοηθήσει τὰ παιδιὰ νὰ μείνουν ἀγράμματοι, σὰν τὸν Μακρυγιάννη, νὰ μάθουν, νὰ πάρουν τὴν χάρη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τότε νὰ γίνουν, οἱ ἀγράμματοι, οἱκαλύτεροι πεζογράφοι μας». («Ἅγιον Ὄρος καὶ ἡ Παιδεία τοῦ Γένους μας»).
.                     Τὰ κράτη, τὰ ἔθνη, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς βιολογικοὺς ὀργανισμούς, πρῶτα ἀποσυντίθενται καὶμετὰ πεθαίνουν. Βλέπουμε μὲ ὀδύνη γύρω μας τὰ σημάδια -τὰ σημεῖα καὶ τέρατα- αὐτῆς τῆς ἀποσύνθεσης. Κυρίως μὲ τὴν πνευματικὴ γενοκτονία ποὺ συντελεῖται στὸ πάλαι ποτὲ ἑλληνικὸ σχολεῖο. Ξεβαπτίζονται καὶ ξεμυρίζονται τ παιδιά μας, γι’ ατ γρίεψαν κα θ χαθομε. Καιρὸς εἶναι νὰ ἐπιστρέψουμε στὰ γράμματα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Στὴν πειθαρχία καὶ τὴν ὑπακοή. Ὄχι σὲ ἕνα ἄχαρο καὶ σκυθρωπὸ σχολεῖο, ἀλλὰ στὸσχολεῖο τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς μάθησης.
.                    Καινοτομία μεγαλειώδης, κι ς παρεξηγηθ π τος θεράπευτα προοδομανες, θ ταν ἡ παναφορ το πολυτονικο συστήματος γραφς, στορικ ρθογραφία, ρτιμελής. Εἶναι μία θαυμάσια ἄσκηση πειθαρχίας. Πολλοὶ μαθητὲς σήμερα γράφουν χωρὶς κὰν νὰ κοιτοῦν τὸ γραπτό. Δὲν ἐνδιαφέρονται γιὰ τὰ λάθη, πλήρης ἀπειθαρχία. Γράφουν, γιὰ παράδειγμα, τὴν λέξη «ἀγαπῶ», πολλὲς φορὲς ἄτονη. Στὴν ἱστορική της γραφὴ ὄφειλε ὁ μαθητὴς νὰ γνωρίζει δύο κανόνες. Ὅτι παίρνει ψιλὴ λόγῳ τοῦ ἀρχικοῦ φωνήεντος καὶ περισπωμένη ὡς συνηρημένο ρῆμα. Πειθαρχοῦσε σὲ κανόνες, δὲν «ἀλήτευε» ὁ νοῦς του. Ἐπαναφορὰ τῆς ὀρθογραφίας, τῆς «ἔκθεσης ἰδεῶν». Σήμερα τὰ παιδιὰ δὲν σκέπτονται μὲ λέξεις, ἀλλὰ μὲ εἰκόνες καὶ κινούμενα σχέδια. Στὸ δημοτικὸ νὰ καταργηθοῦν οἱ νέες τεχνολογίες, μάθημα μόνο μέσῳ κειμένων. Ὄχι τὶς «συνταγὲς μαγειρικῆς» τῶν νῦν περιοδικῶν ποικίλης ὕλης, τάχα καὶ βιβλία Γλώσσας, ἀλλὰ μὲ τὰ ἀρώματα καὶ τὰ μύρα, ποὺ μᾶς κληροδότησαν οἱ σπουδαῖοι μάστορες τοῦ ἑλληνικοῦλόγου. Ἐπιμορφωτικὰ σεμινάρια στοὺς δασκάλους, ὄχι γιὰ τὸ πῶς θὰ «διδάξουν» τὴν σεξουαλικὴ ἀγωγή, φροντιστήρια ἀποαθωοποίησης οὐσιαστικά, ἀλλὰ πῶς θὰ ἀνακτήσουν τὸ κύρος τους ἔναντι τῶν μαθητῶν, πῶς θὰ ἐμπνεύσουν καὶ πάλι, πῶς ἡ αἴθουσα θὰ ξαναγίνει χῶρος παράδοσης. «Πάω γιὰ παράδοση», ἔλεγε ὁ καθηγητὴς καὶ ἐννοοῦσε ὅτι ἔμπαινε στὴν τάξη νὰ διδάξει, γιατί ἀκριβῶς παρέδιδε τὴν κληρονομιὰ τῶν προγόνων. «Ἀρχέτυπον βίου, νόμος ἔμψυχος καὶ κανὼν ἀρετῆς», πρέπει νὰ εἶναι κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο ὁ δάσκαλος.
.            Τὰ σκουπίδια, ποὺ μαζεύτηκαν, εἶναι πολλὰ καὶ τὸ χαλὶ μικρό, δὲν τὰ κρύβει. Ἀνίκανοι καὶ ἀνίδεοι οἱκυβερνῶντες νὰ ἀντιληφθοῦν τὸ πρόβλημα, μοιράζουν ἐπιδόματα, ἀσπιρίνες σὲ βαθιὰ ἄρρωστο ὀργανισμό. Κοντόφθαλοι, χωρὶς ὅραμα, σκέπτονται μόνο τὶς ἑπόμενες ἐκλογές, τὴν διατήρηση τῶν προκλητικῶν προνομίων. Γι’ αὐτοὺς τὸ νέο ἔτος, ποὺ ξημερώνει, εἶναι ἁπλὰ ἔτος ἐκλογῶν καί… ἐπανεκλογῶν. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ ἀπογοητευτικό.
.                  Εἶναι καιρὸς πιὰ ἡ πατρίδα ἀπὸ κρουαζερόπλοιο ψευτοευημερίας, νὰ ξαναγίνει κιβωτὸς σωτηρίας καὶ ἐλπίδας. Φτάνει πιὰ μὲ τοὺς πολύξερους, μὲ τὴν «ἐπηρμένη ὀφρύν», τοὺς ἀταπείνωτους κοσμοπολίτες τῆς μίας πεντάρας.

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Τὸ ἀπόλυτο καὶ τὸ σχετικὸ στὴ ζωή μας

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.                 Κάθε νέο ἔτος, πέραν τῶν πανηγυρισμῶν καὶ τῶν εὐχῶν, εἶναι εὐκαιρία νὰ σκεφθοῦμε τὸ ἀπόλυτο καὶ τὸ σχετικὸ στὴ ζωή μας. Ὁ ὑπαρξιστὴς ποιητὴς καὶ στοχαστὴς Γιῶργος Σαραντάρης (1908-1941) στὸ φιλοσοφικό του δοκίμιο «Συμβολὴ σὲ μία φιλοσοφία τῆς ὕπαρξης» τονίζει πὼς τὸμόνο ἀπόλυτο στὸν ἄνθρωπο εἶναι ἡ αἰωνιότητα καὶ προσθέτει:
«Γιὰ νὰ ὑφίσταται ἡ αἰωνιότητα, τούτη ἡ “οὐσιώδης συνέχεια”, ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁΚίρκεγκωρντ, εἶναι ἀναγκαία ἡ πίστη σὰ στοιχεῖο ψυχολογικὸ καὶ ἐννοιολογικὸ συνάμα… Ἡ ζωὴτοῦ ἀνθρώπου ὑπονοεῖ τὴν πίστη σὰν ἀναγκαία προϋπόθεση δυνατῆς συνολικῆς πραγματικότητας ἢκαὶ ἁπλῆς αὐτάρκειας». Ὁ Σαραντάρης σημειώνει στὸ ἴδιο δοκίμιό του πὼς ὁ ἄνθρωπος ὕστεραἀπὸ τὴν κατανόηση τῆς αἰωνιότητάς του μπορεῖ μὲ σοβαρότητα νὰ ἀποτολμήσει τὸ ἔργο τῆς δημιουργίας του. Ἀντίθετα ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν πιστεύει στὴν αἰωνιότητα, τότε ὅλα στὴ ζωή τουεἶναι τύχη, ὅλα καθίστανται ἀμφίβολα καὶ στὴν ἀπόγνωση τοῦ ὑπαρξιακοῦ του ἀδιεξόδου,  μετατρέπει τὴν ἀμφιβολία σὲ βεβαιότητα καὶ τὴν ἐπενδύει μὲ τὴν ἐπίκληση τῆς γνώσης.
.                 Στὸ ἄλλο του φιλοσοφικὸ δοκίμιο, «Ἡ παρουσία τοῦ ἀνθρώπου», ὁ Σαραντάρης γράφει πὼς ὅταν τὸ ἄτομο ἐπιλέγει ὡς κοσμοθεωρία καὶ βιοθεωρία τὸν ὑπερτροφικὸ ἀτομισμό, ποὺ ὡςὅρος μπορεῖ νὰ ἀντικατασταθεῖ μὲ τὸν ἡδονισμό, τότε δὲν πιστεύει πέρα ἀπὸ τὸν κύκλο τῆς ζωῆς του. Ὁ ἡδονιστὴς  ὡς δικαιολογία τῆς στάσης του ἐπικαλεῖται τὴ γνώση. Ὁ Σαραντάρης ἀπαντᾶ: «Ἡ γνώση συνδέει τὸ ἄτομο μὲ ἕνα ὑποτιθέμενο ἀπόλυτο, ποὺ δὲν τὸ δικαιώνει ἠθικὰ παρὰ μόνο κατ’ ἐπιφάνεια, ἀκριβῶς γιατί δὲν πρόκειται γιὰ τὸ πραγματικὸ ἀπόλυτο… Ἡ γνώση εἶναι ἡ στέρεη τροφὴ τοῦ ἡδονιστῆ, εἶναι ἡ δικαιολογία του μετὰ τὴν ἡδονή. Ἕνα ἄτομο ποὺ δὲν πιστεύει στὸΘεό, μήτε στὸν ἄνθρωπο μπορεῖ νὰ βρεῖ ἄλλη πιθανότητα ἀπόλυτου καὶ ἐλευθερίας παρὰ στὸν ἔξω κόσμο, στὴ φύση… Ἀλλὰ ἡ ἐλευθερία ποὺ τὸ ἄτομο ἀντλεῖ ἀπὸ τὴ φύση εἶναι αὐταπάτη ἐλευθερίας, γιατί ἡ φύση δὲν εἶναι τὸ ἀπόλυτο».
.             Ἡ αἰωνιότητα, ὡς τὸ μοναδικὸ ἀπόλυτο στὸν ἄνθρωπο, δὲν ἔχει ὅριο. Ἀντίθετα ὅλα ὅσα τὸν περιβάλλουν στὸν πλανήτη μας εἶναι σχετικὰ καὶ ἔχουν ὅρια. Ἡ ὑπέρβαση τῶν ὁρίων αὐτῶν ὁδηγεῖ στὴν ὕβρη. Κατὰ τὸ Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης τῶν Liddell – Scott «ὕβρις εἶναι αὐθάδης βία, πηγάζουσα ἐξ ὑπερβολικῆς συναισθήσεως δυνάμεως, ἢ ἐκ τοῦ πάθους τῆς ἀλαζονείας». Ὁ Πλάτωνας στὸν «Φαῖδρο» ὁρίζει τὴν ὕβρη ὡς «τὴν ἐξουσία ποὺ ἀσκεῖ ἡ ἀκόρεστη ἐπιθυμία ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου» καὶ ὁ Εὐριπίδης στὸν «Ἰππόλυτο» τὴν περιγράφει ὡς «τὴν ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου νὰ καταστεῖ ἰσχυρότερος τῶν θεῶν».
.            Στὴν ἐποχή μας, μὲ τὴν ἐντυπωσιακὴ ἀνάπτυξη τῆς τεχνολογίας, ζοῦμε ὑπὸ μία κυριαρχοῦσα ὑλιστικὴ – ἡδονιστικὴ ἄποψη ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ ἀπόλυτο. Πρόκειται γιὰ πρόκληση πρὸς τὴν πραγματικότητα καὶ γιὰ μία ἐπικίνδυνη φαντασίωση τῶν ἰσχυρῶν τῆς Γῆς, ποὺ ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῶν ἐπιστημονικῶν δεδομένων καὶ τῆς λογικῆς καὶ εὐθέως ἀπειλεῖ τὴν ἀνθρωπότητα. Καλὴ χρονιά. –

Σχολιάστε