Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ"

Ο ΠΑΤΕΡΟΥΛΗΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ (Χαρ. Μπούσιας)

 

Πατερούλης τοῦ οὐρανοῦ
Γέροντος Εὐσεβίου Βίττη Μνήμη
(+4 Νοεμβρίου 2009)

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μ. Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

              Μιὰ ἐμπερίστατη νέα, ἡ Β. ἀναπαυόταν πνευματικὰ στὸν Γέροντα καὶ δεχόταν τὸ προϊὸν ὄχι μόνο τῶν προσευχῶν του, ἀλλὰ καὶ τῆς ὑλικῆς του στηρίξεως. Ὁ Γέροντας γνώριζε τὸ δυφυὲς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ δὲν ἔμενε σὲ εὐχολόγια. Δὲν ἔλεγε:
-Ὕπαγε καὶ ἐγὼ θὰ προσεύχομαι γιὰ σένα.
.           Τί νὰ τὴν κάνει κανεὶς μόνο τὴν εὐχή, ὅταν τὸ στομάχι διαμαρτύρεται; Ὁ Γέροντας ὄχι μόνο πονοῦσε γιὰ τοὺς ἐνδεεῖς, τοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας, ἀλλὰ μεριμνοῦσε καὶ γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν ὑλικῶν τους ἀναγκῶν. Ἦταν πραγματικὸς πατέρας.
.            Τὴν Β. πολλὲς φορὲς τὴν εἶχε εὐεργετήσει καὶ αὐτὴ ἔνοιωθε τὸν Γέροντα ὄχι μόνο πνευματικὸ πατέρα, ἀλλὰ καὶ τροφέα καὶ ἀνακουφιστὴ καὶ ἀρωγὸ στὶς καθημερινὲς ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς.
.             Ἦλθε ἡ εὐλογημένη στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς κάλεσε τὸν Γέροντα Εὐσέβιο γιὰ νὰ τὸν κάνει οὐρανοπολίτη, νὰ τοῦ χαρίσει τὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα. Μετὰ τὴν ὁσιακή του κοίμηση ἡ κ. Β. βρέθηκε σὲ δεινὴ θέση. Ποιός τώρα θὰ τῆς κάλυπτε τὰ ἔξοδα; Ποιός θὰ τὴν βοηθοῦσε;
.          Ἀπελπισμένη σήκωσε τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ καὶ ψέλλισε:
-Πατερούλη τοῦ οὐρανοῦ, τί θὰ ἀπογίνω τώρα;
.             Ἡ ἔκπληξη ἦλθε ἀπὸ τὸν οὐρανό. Τὸ ἑπόμενο πρωῒ βρίσκει κάτω ἀπὸ τὴν ἐξώπορτα τοῦ σπιτιοῦ της ἕναν φάκελλο. Εἶχε ὄνομα: «π. Εὐσέβιος». Τὸ ἄνοιξε βιαστικὰ καὶ ἔμεινε ἄφωνη. Ὁ «Πατερούλης τοῦ οὐρανοῦ» εἶχε μεριμνήσει γιὰ τὶς ἀνάγκες της. Θαυμαστό; Ναί. Γράμμα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μὲ χρηματικὸ ποσὸν ἱκανὸ νὰ τῆς λύσει τὰ τρέχοντα οἰκονομικὰ προβλήματα καὶ ὄχι μόνον.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μ. Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

Advertisements

Σχολιάστε

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ-3

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ
Γ´

Ἀπάνθισμα ἄρθρου τοῦ Ἀρχιμ. Συμεὼν Bruschweiler,
(τῆς Ἱ. Μονῆς Τ. Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας),
μεταφρασθὲν ἐκ τοῦ γαλλικοῦ περιοδικοῦ S.O.P. (τ. 207)

Περιοδ. «ΕΡΕΙΣΜΑ»
(Ἱ. Μ. Χρυσοποδαριτίσσης Πατρῶν)
ἀρ. τ. ΙΑ´, Ἄνοιξις 2003

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ».

Μέρος Α´: Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ–1

Μέρος Β´: Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ–2

.               Ὁ λογισμὸς αὐτὸς ἦταν ἀρκετὸς γιὰ νὰ ἀνοίξη τὴν θύρα στὶς δαιμονικὲς ἐπιθέσεις. Ἔτσι, ἐπὶ δεκαπέντε ἔτη ὁ Ἅγιος ἔπρεπε ν’ ἀγωνισθῆ ἐναντίον τοῦ πάθους τῆς ὑπερηφανείας, τὸ ὁποῖο φανερωνόταν μὲ διαφόρους τρόπους. Δὲν τὸν πρoσέβαλλαν μόνον οἱ λογισμοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι οἱ δαίμονες τοῦ ἐμφανίζοντο. Τί ἔπρεπε νὰ κάνη, γιὰ νὰ ξεφεύγη ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τους;
.               Τότε, λοιπόν, τοῦ ἀπεκαλύφθη ἀπὸ τὸν Κύριον ὅτι οἱ ὑπερήφανοι ἔτσι πάντα ὑποφέρουν ἀπὸ τοὺς δαίμονες, καὶ ὅτι, γιὰ νὰ νικήση τὸν ἐγωϊσμό, ἔπρεπε νὰ βυθίση τὸν νοῦ του στὸν ἅδη. «Ὁ Κύριος μὲ ἐδίδαξε νὰ κρατῶ τὸν νοῦ μου στὸν ἅδην καὶ νὰ μὴν ἀπελπίζωμαι», ἔλεγε μετὰ ὁ Ἅγιος, «κι ἔτσι ἡ ψυχή μου ἔμαθε τὴν ταπείνωσι… Ἔτσι ὑπερνίκησα τοὺς ἐχθρούς…».
.               Αὐτὴ ἡ ἐντολὴ εἶναι βέβαια παραδόξη, ἀλλὰ ἐκφράζει ἕναν γενικὸ πνευματικὸ νόμο: «Ὁ Θεὸς ὑπερήφανοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν» (Α΄ Πέτρ. ε΄, 5). Στὴν περίπτωσι, ὅμως, τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ διετυπώθη μὲ τὸν πλέον ριζοσπαστικὸ τρόπο. Ἀλλ’ ὡς πνευματικὴ θεραπευτικὴ «ἀγωγὴ» δὲν εἶναι καθόλου καινούργια· ἀπαντᾶται καθ’ ὅλην τὴν διαρκεια τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἐκπεφρασμένη ὅμως μὲ διαφόρους τρόπους καί μὲ ποικίλους βαθμοὺς ἐντάσεως.
.               Ἔτσι, ἡ κατάστασις αὐτή, ποὺ ἐβίωσε ὁ Ἅγιος, εἶναι ἀνάλογη μὲ ἐκείνη τῶν μεγάλων πατέρων τῆς Αἰγύπτου. Ὅταν, λ.χ., εἶπαν στὸν ἀββᾶ Ποιμένα ὅτι θὰ εἰσέλθη στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνος ἀπήντησε: «Πιστέψτε με, ἀδελφοί, ὅτι εἰς τὸν τόπον ὅπου βάλλεται ὁ σατανᾶς, ἐκεῖ βάλλομαι». Ἐπίσης, ὁ μέγας Ἀντώνιος σκεπτόμενος ὅπως ὁ τσαγκάρης τῆς Ἀλεξανδρείας: «Ὅλοι θὰ σωθοῦν, μόνος ἐγὼ θὰ κολασθῶ».
.               Ὁ ἅγιος Σιλουανός, λοιπόν, ἦταν ἕνας πνευματικὸς γίγας καὶ μπόρεσε νὰ βαστάξη μία τέτοια μορφὴ ἀσκήσεως μέχρι τοῦ ἀκροτάτου ὁρίου της, δίχως νὰ ὑποκύψη στὴν ἀπελπισία. Διότι ἡ ἐντολὴ αὐτὴ εἶναι πύρινη (πρβλ. Ψαλμ. ριη΄, 140), καὶ ἀπετέλεσε τὴν βάσι τῆς ὑψηλῆς πνευματικῆς ἀσκήσεώς του, «τῆς αὐτομεμψίας ὡς καταστάσεώς» του… Ἀλλὰ μόνο ὁ Ἅγιος ἐγνώρισε τὸ βάθος τοῦ λόγου περὶ τῆς «καταστάσεως» αὐτῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῆ ὅτι κάτι τέτοιο δὲν εἶναι ἐφικτὸ γιὰ ὅλους μας.
.               Κάθε ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς πρέπει νὰ ἔχη, μέσῳ τοῦ πνευματικοῦ του πατρός, τὴν ἀναγκαία καθοδήγησι γιὰ νὰ διακρίνη μέχρι ποίου σημείου θὰ μποροῦσε νὰ πλησιάση στὴν φωτιὰν αὐτὴν δίχως νὰ καῆ, δίχως νὰ πέση στὴν ἀπόγνωσιν ἢ τὴν παραφροσύνη, καὶ πῶς θὰ μπορέση νὰ προσαρμόση στὴν δική του ζωή, στὶς δικές του δυνάμεις τὸ παράγγελμα αὐτό: «Κράτα τὸν νοῦ σου στὸν ἅδη, καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι».
.               Σὲ μᾶς, μᾶλλον ἡ αὐτομεμψία ταιριάζει, ἡ ὁποία συνίσταται πρῶτα-πρῶτα στὸ νὰ ζοῦμε ἐν μετανοίᾳ, νὰ μεμφώμεθα τὸν ἑαυτό μας γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καί, παραλλήλως, νὰ προσευχώμεθα εἰλικρινῶς: «Κύριε, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου» (Εὐχὴ τοῦ ἁγίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου). Διότι ἡ ὁδὸς τῆς μετανοίας εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ ὅλους μας, ἀφοῦ κανείς μας δὲν εἶναι ἀναμάρτητος. Καὶ ἡ μετάνοια μᾶς ἀνοίγει τὴν θύρα τῆς ταπεινώσεως, ἡ ὁποία συντρίβει «τὶς πύλες τοῦ ἅδου» καὶ τοῦ ἐγωισμοῦ. Καὶ ὅλοι πρέπει νὰ περάσωμε ἀπὸ τὸ χωνευτήρι τῆς μετανοίας, γιὰ νὰ πορευθοῦμε μὲ ταπείνωσι στὴν κεντρικὴ ὁδὸ τῆς Βασιλείας…

, ,

Σχολιάστε

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ–2

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ

Ἀπάνθισμα ἄρθρου τοῦ Ἀρχιμ. Συμεὼν Bruschweiler,
(τῆς Ἱ. Μονῆς Τ. Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας),
μεταφρασθὲν ἐκ τοῦ γαλλικοῦ περιοδικοῦ S.O.P. (τ. 207)

Περιοδ. «ΕΡΕΙΣΜΑ»
(Ἱ. Μ. Χρυσοποδαριτίσσης Πατρῶν)
ἀρ. τ. ΙΑ´, Ἄνοιξις 2003

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ».

Μέρος Α´: Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ–1

.             Ὁ Χριστός μὲ τὴν σταυρικὴ Του θυσία, τὴν ταφὴ Του καὶ τὴν κάθοδό Του στὸν ἅδῃ «ἔλυσε τὰς ὠδῖνας τοῦ θανάτου» (Πραξ. β΄, 24), καὶ «ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας». Ἂν μάλιστα μὲ τὴν Ἀνάληψί Του «ἀνέβη ὑπεράνῳ πάντων τῶν οὐρανῶν», εἶναι γιατὶ «κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς» (Ἐφ. δ΄, 9). Ἔτσι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς ἔδειξε ὅτι ὁ δρόμος γιὰ τὴν Ἀνάστασι, γιὰ τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, περνᾶ ἀπὸ τὸν ἅδη. Μὲ τὴν κάθοδό Του στὸν ἅδη, ποὺ δείχνει τὴν συγκατάβασί Του, τὴν ἄκρα ταπείνωσί Του, τὴν κένωσί Του, τὴν ἀγάπη Του, ἡ ὁποία ἀγκαλιάζει καὶ ἀναγεννᾶ ὅλους μας, ἐθριάμβευσε στὰ σκοτάδια τοῦ ἐγωϊσμοῦ, τοῦ μίσους, τοῦ διαχωρισμοῦ, κι ἔτσι κατήργησε ἐκεῖνον ποὺ κατεῖχε τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου, δηλαδὴ τὸν διάβολο (Ἑβρ. β΄, 14). Καρπὸς καὶ ὄργανο αὐτῆς τῆς νίκης εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τὴν ὁποίαν «πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσι» (Ματθ. ιϛ΄, 18).
.             Ὑπάρχει, λοιπόν, μέσα στὴν Ἐκκλησία μία ἀληθινὰ πνευματικὴ θεραπεία, ἡ ὁποία μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἰατρεύσωμεν τὶς πνευματικές μας ἀσθένειες, δηλαδὴ τὰ πάθη μας. Δὲν μποροῦμε νὰ εἰποῦμε ὅτι θὰ σωθοῦμε, ἐὰν βασιλεύη στὴν ψυχή μας ἡ ἐξουσία τοῦ διαβόλου μέσῳ τῶν παθῶν μας. Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος, ὁ πρῶτος Ἀδάμ, ἔπεσε στὴν ἁμαρτία, ἄρα στὸν πνευματικὸ θάνατο, λόγῳ τῆς ὑπερηφανείας του –(πρβλ. «καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί», Γεν. γ΄, 5), τότε τὸ κυριώτερο μέσον γιὰ νὰ θεραπευθῆ ἡ ἀσθένεια τοῦ ἐγωϊσμοῦ, εἶναι ἡ ταπείνωσις. Δὲν ὑπάρχει σωτηρία δίχως ταπείνωσι· διότι ἡ ἀρετὴ αὐτὴ ἀνοίγει τὶς θύρες τῆς καρδιᾶς μας στὴν χάριν τοῦ Θεοῦ.
.             Ἡ ὑπερηφάνεια ἀντιστέκεται μέσα μας περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο πάθος. Βέβαια, μόνον ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τελικὰ θὰ μᾶς σώση καὶ ὄχι οἱ δικὲς μας προσπάθειες, ὅσο μεγάλες καὶ ἂν εἶναι, ὅσο τελείως ἀναγκαῖες καὶ ἂν εἶναι. Γιὰ νὰ μπορέση, ὅμως, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ νὰ ἐνεργήση μέσα μας, πρέπει νὰ τῆς διαφυλάξωμε ἕνα «χῶρο», ἕνα «τόπο». Ἐὰν ὁ Θεὸς εὑρίσκη μέσα μας ὀργή, μῖσος, φιληδονία, ματαιοδοξία, ὑπεροψία, ἐγωϊσμό, τότε δὲν παραμένει ἡ χάρις Του μαζί μας· γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν ἐπιβάλλεται. Σὲ μᾶς ἐναπόκειται νὰ προετοιμάσωμε τὴν «γῆν τὴν καλή», ὥστε Αὐτὸς νὰ τὴν καλλιεργήση, ὅπως καὶ στὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ σπορέως. Ἐκεῖ, παρ’ ὅτι ὁ σπόρος διεσκορπίσθη ἀφθόνως, «ἃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, ἄλλα δὲ ἐπὶ τὰ πετρώδη, ἄλλα δὲ ἐπὶ τὰς ἀκάνθας, καὶ ἄκαρπος γίνεται…» (Ματθ. ιγ΄). Χρειάζεται, λοιπόν, μία γῆ ἐπιμελῶς ὀργωμένη, τὴν ὁποίαν ἐμεῖς οἱ ἴδιοι θὰ πρέπη νὰ ἑτοιμάσωμε. Γι’ αὐτό, ὅσο ζῆ μέσα μας τὸ πάθος τῆς ὑπερηφανείας, ὀφείλομε νὰ κάνωμε τὸ πᾶν γιᾶ νὰ τὸ ξερριζώσωμε.
.             Ὁ λόγος λοιπόν, ποὺ ἀπευθύνθη τότε στὸν ἅγιο Σιλουανό, ἦταν ἀκριβῶς ἕνας λόγος, ἕνας τρόπος πνευματικῆς θεραπείας, για νὰ καταφλεγῆ μέσα του κάθε ἴχνος ἐγωϊσμοῦ, ὥστε ἡ ψυχὴ του νὰ εὕρη τὴν ταπείνωσι. Διότι στὴν ἀρχὴ τῆς μοναχικῆς του ζωῆς, περίπου ἕξι μῆνες μετὰ τὴν ἄφιξί του στο Μοναστῆρι, ὁ ἅγιος Σιλουανὸς εὐεργετήθη μὲ μία ἀπό τὶς μεγαλύτερες δωρεές, ποὺ μπορεῖ νὰ δεχθῆ ἄνθρωπος. «Ὁ Κύριος ἐνεφανίσθη μὲ ἀκατάληπτο τρόπο στὸν νεαρὸ δόκιμο, καὶ ὅλη του ἡ ὕπαρξις, ἀκόμη καὶ τὸ σῶμα του, ἐγέμισε ἀπὸ τὸ πῦρ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἀλλ’ ὅμως δὲν διέθετε ἀκόμη τὴν πνευματικὴ ὡριμότητα, ποὺ θὰ τοῦ ἐπέτρεπε νὰ διαφυλάξη αὐτὴν τὴν χάρι. Παρεκινήθη πρὸς τὴν κενοδοξία, λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς αὐτῆς δωρεᾶς, νιώθοντας μία κάποιαν ἀνωτερότητα ἔναντι τῶν ἄλλων μοναχῶν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ-3

,

Σχολιάστε

Η ΦΥΛΑΚΗ καὶ Η ΠΕΤΡΑ (Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης)

Ἁγ. Nικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
Ἀπόσπασμα τῆς
Ἑρμηνείας τοῦ Εἱρμοῦ τῆς δ´ ᾨδῆς

τοῦ Κανόνος τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τ. Σταυροῦ
(«Ἑορτοδρόμιον», ἔκδ. Σκουρταίων, ἐν Bενετίᾳ)

Ἠλ. στοιχ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.                […] Ἐὰν σύ, ὡς ὁ Ἀββακούμ, σταθῇς εἰς τὴν φυλακήν σου, καὶ πατήσῃς ἐπάνω εἰς τὴν πέτραν· «ἐπὶ τῆς φυλακῆς μου γάρ, φησὶν ἐκεῖνος, στήσομαι, καὶ ἐπιβήσομαι ἐπὶ πέτραν» (Ἀββακ. β΄1), θέλεις ἀξιωθῇ καὶ τῆς Ἀββακοὺμ χάριτος. Ποία δὲ εἶναι ἡ φυλακὴ αὕτη; καὶ ποία ἡ πέτρα; ἄκουσον· φυλακὴ εἶναι ἡ προσοχὴ καὶ τήρησις τοῦ νοὸς ἀπὸ κάθε βλάσφημον, καὶ αἰσχρόν, καὶ πονηρὸν λογισμόν. Πέτρα δὲ εἶναι ἡ καρδία· μᾶλλον δέ, Πέτρα εἶναι, τὸ γλυκύτατον ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸ ἐν τῇ καρδίᾳ μελετώμενον, ὅστις Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ἡ στερεὰ Πέτρα, περὶ ἧς εἶπεν ὁ μέγας Παῦλος «ἡ δὲ Πέτρα ἦν ὁ Χριστὸς» (Α´ Κορ. 1, 4).
.             Ὅταν λοιπόν, ἀδελφέ μου Χριστιανέ, τραβίξῃς τὸν νοῦν σου ἀπὸ ὅλα τοῦ Κόσμου τὰ πράγματα: ἡδονάς, λέγω, καὶ δόξας καὶ ἀργύρια, καὶ ἐμβάσῃς αὐτὸν μέσα εἰς τὴν καρδίαν σου, καὶ ἐκεῖ εὑρίσκων τὸν ἐν τῇ καρδίᾳ ἐνδιάθετον καλούμενον λόγον, μὲ αὐτὸν λέγῃς τὴν μονολόγιστον ταύτην Προσευχὴν μετὰ θερμῆς πίστεως καὶ ἐλπίδος καὶ ἀγάπης: ἤγουν τό, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με, βαστῶν καὶ ὀλίγον τὴν ἀναπνοήν σου· τότε ἀποκτᾷς τὴν φυλακὴν τοῦ νοός. Διότι ἡ θέρμη ἐκείνη, ἥτις γεννᾶται ἀπὸ τὴν συχνὴν μελέτην τοῦ Ἁγίου ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, αὐτὴ μαστίζει καὶ κατακόπτει τοὺς Δαίμονας, ὡς μάχαιρα δίστομος, καὶ δὲν ἀφίνει αὐτοὺς νὰ προσβάλουν εἰς τὸν νοῦν σου τοὺς ἀτόπους αὐτῶν λογισμούς. Ὅθεν εἶπεν ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος «Ἰησοῦ ὀνόματι μάστιζε πολεμίους».
.           Ὅταν δὲ ἡ καρδία σου καθαρισθῇ ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὰς ἐπιθυμίας, ὁποίας ἔφθασε νὰ λάβῃ τῶν τοῦ Κόσμου πραγμάτων: φιληδονίας, λέγω, φιλοδοξίας καὶ φιλαργυρίας, καὶ στερεωθῇ ὅλη διόλου ἐν τῇ Πέτρα: ἤτοι ἐν τῇ πίστει τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ· τότε ἐπιβαίνεις καὶ σύ, ὡς ὁ Ἀββακούμ, ἐπάνω εἰς τὴν στερεὰν Πέτραν τῆς καρδίας σου, χωρὶς νὰ φοβηθῇς κανένα φόβον, οὔτε δαιμονικὸν καὶ ἐσωτερικόν, οὔτε ἀνθρώπινον καὶ ἐξωτερικόν, λέγων μὲ τὸν Δαβὶδ «Κύριος φωτισμός μου καὶ Σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου, ἀπὸ τίνος δειλιάσω;» (Ψαλ. κϛ΄1). Τότε λοιπὸν ἐπάνω εἰς τὴν Πέτραν ἱστάμενος τῆς καρδίας σου, ἀποσκοπεύεις καὶ σύ, τί ἔχει νὰ λαλήσῃ νοερῶς ἔνδοθέν σου ὁ Θεός. Τότε ἔχει νά σοι προστεθῇ καὶ ὠτίον νοερόν, διὰ νὰ ἀκούῃς τοὺς νοεροὺς λόγους, τοὺς ὁποίους μέλλει νὰ ἐνηχήσῃ εἰς ἐσὲ ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· καθὼς ἐπρόσθεσε τοῦτο καὶ εἰς τὸν Προφήτην Ἡσαΐαν· διὸ καὶ ἔλεγε «Προσέθηκά μοι ὠτίον τοῦ ἀκούειν» (Ἡσ. ν΄4) καὶ πάλιν «Καὶ ἡ παιδεία Κυρίου ἀνοίγει μου τὰ ὦτα» τὰ νοερὰ δηλαδὴ τῆς καρδίας· καθὼς ἑρμηνεύει ὁ Χρυσορρήμων (Ἡσ. ν΄5). Ὅθεν τότε καὶ σὺ ἔχεις νὰ λέγῃς μαζὶ μὲ τὸν Ἀββακοὺμ «Κύριε, εἰσακήκοα τὴν ἀκοήν σου καὶ ἐφοβήθην». Διὰ τοῦτο εἶπε καὶ ὁ θεοφόρος Μάξιμος «Καρδία ἐστὶ καθαρά, ἡ παντάπασιν ἀνείδεον τῷ Θεῷ καὶ ἀδιαμόρφωτον παραστήσασα τὴν μνήμην, καὶ μόνοις τοῖς αὐτοῦ ἕτοιμον ἐνσημανθῆναι τύποις, δι᾽ ὧν ἐμφανὴς πέφυκε γίνεσθαι» (Κεφ. πβ΄τῆς β΄ ἑκατοντάδος τῶν Γνωστικῶν).

, , ,

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΧΗ τὴν Θ´ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ ΜΑΤΘΑΙΟΥ-2 «Μὲ τὸν πειρασμὸ ἐξαφανίζεται ἡ λήθη. Τότε θυμόμαστε τὸν Κύριο καὶ ζητᾶμε τὴ βοήθειά Του». (ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

Διδαχ τν Θ´ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου
γι
τὴν βοήθεια το Θεο στν νθρωπο πο θλίβεται

(Ματθ. ιδ´ 22-34)

Μέρος Β´

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐπισκόπου Καυκάσου καὶ Μαύρης Θάλασσας,
«Ἀσκητικὲς ὁμιλίες Α´» [Ἔργα-7],
ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου,
Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 2015, σελ. 303-312

Μέρος Α´: ΔΙΔΑΧΗ τὴν Θ´ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ ΜΑΤΘΑΙΟΥ-1 «Μέσ’ ἀπὸ τὶς δοκιμασίες ποὺ μᾶς περικυκλώνουν, ἂς ἀναγκάσουμε τὸν ἑαυτό μας νὰ θυμηθεῖ τὸν Θεό, ἂς στραφοῦμε στὸν Θεὸ» (ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

.               Τί παρήγορη ὑπόσχεση, ἢ μᾶλλον πόσες παρήγορες ὑποσχέσεις! Ὁ παντογνώστης Θεὸς βεβαιώνει ὅτι θὰ εἰσακούσει τὸν ἄνθρωπο ποὺ θὰ κράξει σ’ Ἐκεῖνον. Ἀποκαλύπτει ὅτι μὲ τὴ θεία πρόνοιά Του θὰ βρίσκεται δίπλα σ’ αὐτὸν ποὺ θὰ Τὸν ἐπικαλεστεῖ. Ὑπόσχεται ὅτι θὰ τὸν βγάλει ἀπὸ τὴ θλίψη καὶ θὰ τὸν δοξάσει, θὰ τὸν δοξάσει μὲ τὴ δωρεὰ τῆς θείας Του χάριτος. Καὶ τελειώνει μὲ τὴν ὑπόσχεση τῆς αἰώνιας μακαριότητας καὶ τὴ φανέρωση τῆς σωτηρίας στὴν ψυχή, ἐγκαθιστώντας σ’ αὐτὴν τὴ θεία βασιλεία Του. Ἡ ἐγκατάσταση τῆς θείας βασιλείας στὴν ψυχὴ ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ εἶναι τὸ ἐχέγγυο τῆς μετοχῆς της στὴν αἰώνια. Στὸν Πέτρο ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου ἔδωσε τὸ χέρι Του, προκειμένου νὰ τὸν σώσει ἀπὸ τὸν πνιγμό. Σ’ ἐμᾶς, τοὺς ἀκολούθους Του, δίνει τὴ θεία Του χάρη, προκειμένου νὰ μᾶς σώσει, ὅταν κινδυνεύουμε νὰ χαθοῦμε μέσα στὴ φουρτουνιασμένη θάλασσα τῶν παθῶν.
.            Μετὰ τὴν κατάπαυση τῆς τρικυμίας ἀπὸ τὸν Κύριο, «ὅσοι ἦταν στὸ καΐκι, ἦρθαν καὶ Τὸν προσκύνησαν, λέγοντας: “Ἀληθινά, εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ!”». Ὅταν ἡ θύελλα τῆς καρδιᾶς κοπάσει μὲ τὴν ἐπέμβαση τοῦ Κυρίου, τότε θὰ ἐξασθενήσουν καὶ οἱ ἄνεμοι τοὺς ὁποίους ξεσήκωσαν οἱ δαιμονικοὶ λογισμοί, τότε ἡ ψυχὴ θὰ προσκυνήσει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ «πνευματικὰ καὶ ἀληθινά», ἐπειδὴ θὰ ἔχει λάβει στὰ μύχιά της τὴν πληροφορία ὅτι Αὐτὸς εἶναι πραγματικὰ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός.
.               Ο ξωτερικο πειρασμο μς δηγον στ γνώση το Θεο μ τ φανέρωση τς πρόνοιάς Του· στερεώνουν τὴν πίστη μας στὴ φιλάνθρωπη μέριμνά Του γιά μᾶς· ἐμπνέουν στὴν καρδιά μας τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εὐλάβεια σ’ Αὐτόν, καθὼς αἰσθανόμαστε ὅτι μᾶς βλέπει καὶ Τὸν βλέπουμε νοερὰ μᾶς κατευθύνουν σὲ διαγωγὴ σύμφωνη μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολὲς καὶ μᾶς ἀποτρέπουν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὴν ὁποία ἀποστρέφεται ὁ Κύριος.
.               Οἱ ψυχικοὶ πειρασμοί, πάλι, μᾶς παρέχουν βαθύτερες γνώσεις. Πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι σ’ αὐτοὺς τοὺς πειρασμοὺς καὶ στὴ δραστικὴ ἐνέργειά τους ὑποβάλλονται σχεδὸν ἀποκλειστικὰ οἱ ἀκόλουθοι ἐκεῖνοι τοῦ Κυρίου ποὺ ἔχουν ἀφιερώσει τὸν ἑαυτό τους στὴν ὑπηρεσία Του, ζώντας ἡσυχαστικὰ μὲ τὴν ἄσκηση τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Ἡ ἄσκηση αὐτὴ ἀποκαλύπτει στὸν ἄνθρωπο τὴν ψυχή του. «Ὅσοι ταξιδεύουν στὴ θάλασσα» τῆς καρδιᾶς «μὲ πλοῖα», δηλαδὴ μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ὄχι μὲ τὴν αὐθαίρετη νόηση καὶ ἄσκησή τους, «ὅσοι ἐργάζονται μέσα στὰ πολλὰ νερά», στοὺς συλλογισμοὺς τοῦ νοῦ καὶ στὰ αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς, «αὐτοὶ εἶδαν τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου καὶ τὰ θαυμαστὰ ἐπιτεύγματά Του στὸν βυθὸ» τῆς ψυχῆς.
.               Μὲ διάφορους τρόπους ὁ πάνσοφος καὶ πανάγαθος Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ πολεμηθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἐσωτερικά: «Πρόσταζε (ὁ Κύριος) καὶ σηκώθηκε ἀνεμοθύελλα. Ὑψώθηκαν τὰ κύματα τῆς θάλασσας, ποὺ τοὺς ἀνεβάζουν ὣς τὸν οὐρανὸ καὶ τοὺς κατεβάζουν ὣς τὰ βάθη τῆς ἀβύσσου». Ἀπὸ τὴ φοβερὴ ἀναταραχὴ τῶν αἰσθημάτων -αὐτὴ εἶναι ἡ «ἀνεμοθύελλα»—, τὴν ὁποία προξενοῦν οἱ δαιμονικοὶ λογισμοί, «ἡ ψυχή τους», ἡ ψυχὴ τῶν ἀσκητῶν, «ἔλιωνε ἀπὸ τὸν φόβο μὲ τὰ τόσα κακά. Ζαλίστηκαν, παραπατοῦσαν σὰν μεθυσμένοι, καὶ ὅλη τους ἡ σοφία ἐξαφανίστηκε», ἐξ αἰτίας τῆς σκοτεινιᾶς ποὺ ἔφερε ἡ καταιγίδα, ἐξ αἰτίας τῶν πολλῶν καὶ ζοφερῶν λογισμῶν, ἐξ αἰτίας τῆς φοβερῆς ταραχῆς, ἐξ αἰτίας τῶν ἀμφιβολιῶν ποὺ δὲν διαλύονται μὲ τὴν ἀνθρώπινη λογική. «Τότε μέσα στὴ θλίψη τους κραύγασαν στὸν Κύριο, κι Αὐτὸς τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὶς δυσκολίες τους. Πρόσταζε τὴν καταιγίδα κι ἔγινε ἀπανεμιά· καὶ ἡσύχασαν τὰ κύματα».
.               Μετὰ τὸν πνευματικὸ πόλεμο, συνήθως χαρίζεται ἀπὸ τὸν Θεὸ πνευματικὴ εἰρήνη. «Καὶ χάρηκαν, γιατί ἡσύχασαν, καὶ ὁ Κύριος τους ὁδήγησε στὸ λιμάνι τοῦ θελήματός Του». Διδαγμένοι οἱ πνευματικοὶ ἀγωνιστὲς ἀπὸ τοὺς ἐσωτερικοὺς πολέμους, ἀποκτοῦν τὴ γνώση τοῦ ἁγίου θελήματος τοῦ Θεοῦ καὶ σιγὰ-σιγὰ μαθαίνουν νὰ παραμένουν σ’ αὐτό. Ἡ γνώση καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ θείου θελήματος εἶναι ἕνα καταφύγιο γιὰ τὴν ψυχή, καταφύγιο στὸ ὁποῖο αὐτὴ βρίσκει ἠρεμία καὶ ἐλπίδα σωτηρίας. Ἔχοντας ἀποκτήσει μυστικὰ ἀπὸ τὸν Κύριο τὴ γνώση τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ μὲ τὴν ἐμπειρικὴ αἴσθηση τῆς ἐπενέργειας τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἐπενέργειας τῆς χάριτος στὴν ψυχή τους —ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ δεύτερη ἐξουδετερώνει τὴν πρώτη—, εὐχαριστοῦν καὶ δοξολογοῦν «τὸν Κύριο γιὰ τὸ ἔλεός Του» στὶς προσευχές τους. Παράλληλα, διακηρύσσουν «τὰ θαυμαστὰ ἔργα Του στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους», στοὺς ἀδελφούς τους, κατὰ τὶς ἐποικοδομητικὲς συζητήσεις τους. «Στὴ σύναξη τοῦ λαοῦ θὰ Τὸν ἐξυψώσουν καὶ στὸ συνέδριο τῶν πρεσβυτέρων θὰ Τὸν δοξάσουν».
.               «Σ’ ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεό», λέει ὁ ἀπόστολος, «τὰ πάντα συντελοῦν στὸ καλό τους». Ὁ Θεὸς κάνει νὰ συντελοῦν στὸ καλό τους ὄχι μόνο οἱ ἐξωτερικὲς θλίψεις καὶ συμφορές, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐσωτερικές, ἐκεῖνες δηλαδὴ ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν ξεσηκωμὸ καὶ τὴ θύελλα τῶν παθῶν. Αὐτὲς εἶναι ποὺ ἀποκαλύπτουν στὸν ἄνθρωπο τὴν πτώση του, αὐτὲς εἶναι ποὺ τὸν κατεβάζουν ἀπὸ τὰ ὕψη τῆς ὑπερηφάνειας στὴν κατάσταση τῆς αὐτογνωσίας καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης, αὐτὲς εἶναι ποὺ τοῦ δείχνουν τὴν ἀπόλυτη ἀναγκαιότητα τοῦ Λυτρωτῆ καὶ τὸν ρίχνουν μὲ αὐταπάρνηση στὰ πόδια Του.
.               Ὅταν βλέπουμε νὰ ξεσηκώνονται μέσα μας τὰ πάθη, ἂς μὴν ταραζόμαστε, ὅπως ταράζονται συνήθως ὅσοι δὲν ἔχουν αὐτογνωσία. Τὰ πάθη εἶναι φυσικὰ στὴ φθαρμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία φύση μας, ὅπως φυσικὰ σὲ μίαν ἀρρώστια εἶναι τὰ συμπτώματά της. Κάθε φορὰ ποὺ ξεσηκώνονται τὰ πάθη, πρέπει νὰ προστρέχουμε χωρὶς καθυστέρηση στὸν Κύριο μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὰ δάκρυα, περιμένοντας μὲ ὑπομονὴ τὴν προστασία Του καὶ προβάλλοντας στὸ μεταξὺ σθεναρὴ ἀντίσταση.
.               Τὰ πάθη φοβίζουν ὄχι μόνο τοὺς ἀνθρώπους ποὺ κυριαρχοῦνται ἀπ’ αὐτά, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους ποὺ ἔχουν προοδεύσει στὴν ἀρετή. Αὐτὸ συμβαίνει μὲ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, ὥστε ἡ ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς νὰ μὴν ἀποτελέσει γιὰ τὸν ἀδύναμο ἄνθρωπο αἰτία κομπασμοῦ καὶ ὑπερηφάνειας. Συχνά, ἔπειτα ἀπὸ παρατεταμένη γαλήνη, σηκώνεται φοβερὴ θύελλα. Ἔτσι, ἐκεῖνοι ποὺ νόμιζαν ὅτι βρίσκονταν σὲ ἀσφαλὲς καταφύγιο, συνειδητοποιοῦν ὅτι βρίσκονται σὲ ἀνοιχτὴ καὶ φουρτουνιασμένη θάλασσα. Ἡ ἀπάθεια δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ κατάσταση μόνιμη, παρὰ μόνο ὅταν τὸ σῶμα ἀποτεθεῖ στὸν τάφο καὶ ἡ ψυχὴ ἀφήσει αὐτὸν τὸν κόσμο, τὸν γεμάτο πλάνες, πειρασμοὺς καὶ δόλο.
.               «Σῶσε μας, Κύριε, χανόμαστε!», κραύγασαν στὸν Σωτήρα τοῦ κόσμου οἱ μαθητὲς Τοῦ κάποιαν ἄλλη φορὰ ποὺ ταξίδευαν πάλι μὲ πλοιάριο. Σηκώθηκε ξαφνικὰ μεγάλη τρικυμία στὴ θάλασσα καὶ τὰ κύματα σκέπαζαν τὸ πλοιάριο. Ὁ Κύριος, ὡστόσο, κοιμόταν. Μὲ τὸν ὕπνο Του ὑποδηλώνεται ἡ δική μας λήθη τοῦ Θεοῦ. Μ τν πειρασμ ξαφανίζεται λήθη. Τότε θυμόμαστε τν Κύριο κα ζητμε τ βοήθειά Του. Κι Ἐκεῖνος «ἐπιτιμᾶ τοὺς ἀνέμους καὶ τὴ θάλασσα», ὡς πανάγαθος καὶ παντοδύναμος, «καὶ γίνεται ἀπόλυτη γαλήνη». Φτάνει μόνο νὰ Τὸν ἐπικαλεστοῦμε στὸν καιρὸ τῆς θλίψεως. Ἀμήν.

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΧΗ τὴν Θ´ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ ΜΑΤΘΑΙΟΥ-1 «Μέσ’ ἀπὸ τὶς δοκιμασίες ποὺ μᾶς περικυκλώνουν, ἂς ἀναγκάσουμε τὸν ἑαυτό μας νὰ θυμηθεῖ τὸν Θεό, ἂς στραφοῦμε στὸν Θεὸ» (ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

 

Διδαχ τν Θ´ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου
γι
τὴν βοήθεια το Θεο στν νθρωπο πο θλίβεται

(Ματθ. ιδ´ 22-34)

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐπισκόπου Καυκάσου καὶ Μαύρης Θάλασσας,
«Ἀσκητικὲς ὁμιλίες Α´» [Ἔργα-7],
ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου,
Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 2015, σελ. 303-312

.               Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Πέτρος, ὅπως ἀκούσαμε σήμερα στὸ Εὐαγγέλιο, ὅταν εἶδε κάποτε τὸν Κύριο νὰ βαδίζει πάνω στὴν τρικυμισμένη θάλασσα, Τοῦ εἶπε: «Δῶσε μου ἐντολὴ νὰ ἔρθω κοντά Σου περπατώντας πάνω στὰ νερά». Καὶ παίρνοντας τὴν ἐντολὴ ἀπὸ τὸν παντοδύναμο Κύριο, κατέβηκε ἀπὸ τὸ καΐκι, ὅπου βρισκόταν, καὶ ἄρχισε νὰ βαδίζει πάνω στὰ νερά, τὰ ὁποῖα ἦταν σὰν νὰ εἶχαν στερεοποιηθεῖ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του. Ὅσο πίστευε ὁ Πέτρος στὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, ὅσο ἦταν προσηλωμένος μὲ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά του σ’ αὐτὴ τὴν ἐντολή, βάδιζε πάνω στὸ ὑγρὸ στοιχεῖο, ὅπως στὴ στεριά. Ἀλλὰ ὁ ἄνεμος ἦταν πολὺ δυνατὸς καὶ τὰ κύματα σηκώνονταν ψηλά. Ὁ Πέτρος, στρέφοντας τὴν προσοχή του σ’ αὐτά, ἄφησε νὰ εἰσχωρήσει μέσα του κάποιος φόβος, φόβος ποὺ ἀπὸ ἕναν ἐπιφανειακὸ κριτὴ θὰ χαρακτηριζόταν φυσικὸς καὶ εὔλογος. Τότε, ὅμως, ἄρχισε νὰ βουλιάζει. «Κύριε, σῶσε με!», κραύγασε στὸν Χριστό. Κι Ἐκεῖνος, ἁπλώνοντάς του τὸ χέρι, τὸν ἔσωσε ἀπὸ τὸν πνιγμό, λέγοντας: «Ὀλιγόπιστε, γιατί σὲ κυρίεψε ἡ ἀμφιβολία;».
.              Ὅλοι μας βαδίζουμε πάνω στὰ ἄστατα κύματα τῆς θάλασσας τοῦ βίου, ποὺ σείεται καὶ ἀναταράζεται ἀπὸ τὶς τόσες συμφορὲς καὶ δυσκολίες· ὅλοι μας βαδίζουμε πάνω σ’ αὐτὰ τὰ κύματα καὶ κατευθυνόμαστε πρὸς τὶς πύλες τοῦ θανάτου, γιὰ νὰ κριθοῦμε ἀπὸ τὸν Θεό. Πόσο ἐπισφαλὴς εἶναι κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μας ἡ θάλασσα τοῦ βίου! Δὲν μποροῦμε νὰ μάθουμε τί θὰ μᾶς συμβεῖ τὴν κάθε στιγμή. Ο πι μεγάλες λλαγς στ ζωή μας γίνονται προσδόκητα, αφνιδιαστικά. κόμα κι θάνατος μς κρυφοζυγώνει σν κλέφτης, μᾶς κρυφοζυγώνει ὅπως ὅλες σχεδὸν οἱ συμφορές.
.               Δέρνεται ἡ θάλασσα ἀπὸ ἰσχυροὺς ἀνέμους, ποὺ σηκώνονται ἀπὸ διάφορες μεριὲς γιὰ ἀνεξιχνίαστη αἰτία. Καὶ τοῦ βίου μας ἡ θάλασσα δέχεται διάφορες ἐπιθέσεις ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν γίνει ὄργανά τους. Παθαίνουμε ποικίλες συμφορὲς ἀπὸ ἀναπάντεχα περιστατικά, ἀπὸ τὴ μυστηριώδη πορεία τῶν πραγμάτων. Εναι δύνατο ν προβλέπουμε κα ν προγνωρίζουμε τί θ πινοήσει μοχθηρία, τί θ ποτελέσει φορμ μέσο κάποιου κακο, π πο θ ρθει νας πειρασμός. Καὶ ὅλα αὐτὰ εἶναι μὲν ἀδύνατο νὰ τὰ προβλέπουμε, τὶς περισσότερες φορές, ὅμως, εἶναι ἀδύνατο καὶ νὰ τὰ ἀποτρέπουμε.
.             Ὑπάρχει ἄλλη μία θάλασσα, θάλασσα ἀόρατη, κάτω ἀπὸ τὰ νοερὰ βήματά μας. Ἡ θάλασσα αὐτὴ δέρνεται καὶ ἀναταράζεται ἀπὸ ἄλλους ἀνέμους. Εἶναι ἡ καρδιά μας, ὅπου συσσωρεύονται ποικίλα αἰσθήματα. Τὰ αἰσθήματα τοῦ πεσμένου ἀνθρώπου εἶναι μολυσμένα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ γι’ αὐτὸ συνήθως δὲν εἶναι σωστά. Ὁ «παλαιὸς ἄνθρωπος», ποὺ δὲν ἔχει ἀνακαινιστεῖ ἀπὸ τὴ θεία Χάρη, σπάνια μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει σύμφωνα μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές, καὶ τότε μὲ τὴν ἄσκηση πολλῆς βίας στὸν ἑαυτό του καὶ μὲ τρόπο ἀτελῆ. Τὰ μολυσμένα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία αἰσθήματα ἐνεργοῦν ἄλλοτε περιορισμένα καὶ ἄλλοτε ἀπεριόριστα. Ὅταν ἐνεργοῦν περιορισμένα, εἶναι μὲν σφραγισμένα ἀπὸ κάποιαν ἐμπάθεια, ἀλλὰ δὲν ἐκδηλώνονται πλήρως τὰ ἀντίστοιχα πάθη. Ὅταν, ὅμως, ἐνεργοῦν ἀπεριόριστα, τότε τὰ πάθη ἐκδηλώνονται πλήρως. Τὰ αἰσθήματά μας ἐπηρεάζονται ἀπὸ τοὺς λογισμούς, τοὺς ὁποίους σπέρνουν στὸν νοῦ μας τὰ πνεύματα τῆς κακίας, οἱ ἐχθροί τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἄλλοτε μᾶς κυριεύει ἡ λύπη, ἄλλοτε μᾶς ταράζει ἡ ὀργή, ἄλλοτε μᾶς παρασύρει ἡ ἡδυπάθεια, ἄλλοτε μᾶς πλανᾶ ἡ κενοδοξία. Αὐτὸς ὁ ἄνεμος τῶν λογισμῶν συχνὰ εἶναι τόσο ἰσχυρός, ποὺ δὲν βρίσκουμε τρόπο νὰ τοῦ ἀντισταθοῦμε. Τὰ χάνουμε, παραλύουμε ἀπὸ τὴν ἀκηδία, βυθιζόμαστε στὴν ἀπόγνωση, ἀγγίζουμε τὸν ὄλεθρο.
.             Τί θὰ ποῦμε στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ἀντιληφθεῖ ὅτι τόσο στὴν ἐξωτερικὴ ὅσο καὶ στὴν πνευματική του ζωὴ βαδίζει πάνω σὲ κύματα; Θὰ τοῦ ποῦμε τοῦτο: “Βαδίζεις μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ σου”. Ἔτσι βάδιζε πάνω στὰ κύματα ὁ ἅγιος ἀπόστολος Πέτρος. Καὶ δὲν βυθιζόταν, ὅσο πίστευε ἀκλόνητα ὅτι ἐνεργοῦσε σύμφωνα μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ.
.               Ἂς πιστεύουμε, λοιπόν, κι ἐμεῖς ὅτι Θες μς κάλεσε π τν νυπαρξία στν παρξη κα μς χάρισε να συγκεκριμένο χρονικ διάστημα πίγειας ζως, μ τν ντολ ν κπληρώνουμε στ διάρκειά του τ θέλημα κείνου. Ἂς πιστεύουμε συνάμα ὅτι, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσή Του, ἂν Τὸν ὑπηρετοῦμε πιστά, ἡ πρόνοιά Του θὰ φροντίζει ἀκοίμητα γιά μᾶς. Ἂς πιστεύουμε, ἐπίσης, ὅτι ὡς πλάσματά Του βρισκόμαστε ὁλοκληρωτικὰ κάτω ἀπὸ τὸ θέλημά Του καί, ἑπομένως, τίποτα δὲν μᾶς συμβαίνει ἀνεξάρτητα ἀπ’ αὐτὸ τὸ παντοδύναμο καὶ πανάγιο θέλημα. Μ’ αὐτὴ τὴ σκέψη θὰ βαδίζουμε πάνω στὴ θάλασσα τοῦ βίου ἀδίστακτα καὶ θαρρετά. «Ἕνα ζευγάρι σπουργίτια δὲν πουλιέται γιὰ ἕνα μόνο ἀσσάριο (χάλκινο ρωμαϊκὸ νόμισμα πολὺ μικρῆς ἀξίας); Καὶ ὅμως, οὔτε ἕνα ἀπ’ αὐτὰ δὲν πέφτει στὴ γῆ χωρὶς τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα σας. Ὅσο γιὰ σᾶς, ὁ Θεὸς ἔχει μετρημένες καὶ τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς σας. Μὴ φοβηθεῖτε, λοιπόν, γιατί ἐσεῖς ἀξίζετε περισσότερο ἀπὸ πολλὰ σπουργίτια».
.             Οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἀδύναμοι. Γιὰ νὰ μᾶς παρηγορήσει, λοιπόν, καὶ νὰ μᾶς νουθετήσει ὁ Θεός, παραχώρησε νὰ κλονιστεῖ καὶ νὰ κινδυνεύσει ὁ Πέτρος. ταν τν πίστη στν Θε τν ντικαθιστον νθρώπινοι συλλογισμοί, τότε νθρωπος ταλαιπωρεται μέσα στ κύματα τς θάλασσας το βίου. Ταλαιπωρεται κα ποφέρει. Ἀπὸ τὴ μία δὲν βρίσκει κανένα ἀνθρώπινο μέσο, γιὰ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὶς ὀδυνηρὲς περιστάσεις, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ξεχνᾶ ἀκατανόητα τὸν Θεό. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ὅταν ἄρχισε νὰ καταποντίζεται, κραύγασε στὸν Κύριο νὰ τὸν σώσει. Κι ἐμεῖς, μέσ π τς δυσκολίες πο μς περικυκλώνουν, ς ναγκάσουμε τν αυτό μας ν θυμηθε τν Θεό, ς στραφομε στν Θε μ λόθερμη προσευχή, ζητώντας Του ν μς λυτρώσει. Ἡ λύτρωση δὲν θ’ ἀργήσει. Ὁ Κύριος θὰ ἔρθει. Καὶ τότε ὁ καθένας μας θ’ ἀκούσει μέσα στὴ συνείδησή του μίαν ἤρεμη ἀλλὰ συνάμα καὶ ἐλεγκτικὴ φωνή: «Ὀλιγόπιστε, γιατί σὲ κυρίεψε ἡ ἀμφιβολία;».
.               Οἱ δοκιμασίες τῆς ζωῆς εἶναι ἀπαραίτητες. Παραχωρονται π τ θεία πρόνοια. Μς στέλνονται, στε, κάτω π τν πίεσή τους, ν προστρέξουμε στν Θεό, πο Τν χουμε λησμονήσει, κα ν Τν γνωρίσουμε μπειρικά. «Ἐπικάλεσαί με ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου» (Ζήτησε τὴ βοήθειά μου τὴν ἡμέρα τῆς θλίψεως), συμβουλεύει ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο ποὺ θλίβεται, «καὶ ἐξελοῦμαί σε, καὶ δοξάσεις με» (κι ἐγὼ θὰ σὲ ἀπαλλάξω ἀπὸ τὰ δεινά σου- κι ἐσὺ τότε θὰ μὲ δοξάσεις) (Ψαλμ. ΜΘ´15). «Θὰ μὲ δοξάσεις» σημαίνει: “Θὰ μὲ γνωρίσεις ἐμπειρικὰ μὲ τὴ ζωντανὴ γνώση καὶ θὰ πιστέψεις σ’ ἐμένα μὲ τὴ ζωντανὴ πίστη. Μὲ τὴ νεκρὴ γνώση, τὴ γνώση τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, σοῦ φαίνομαι ἀνύπαρκτος”.
.             Στὸν Πέτρο, ὅταν αὐτὸς ἄρχισε νὰ βυθίζεται, ὁ Κύριος ἔδωσε τὸ χέρι Του γιὰ νὰ τὸν σώσει. Γιὰ νὰ βγοῦμε ἐμεῖς ἀπὸ μία δυσκολία, γίνεται κάποια ἐπέμβαση τῆς θείας πρόνοιας ἰδιαίτερα ἐμφανὴς καὶ ἀντιληπτή. Εἶναι ἀσήμαντο τὸ ταρακούνημά μας ἀπὸ τὶς θλίψεις μπροστὰ στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀποκτοῦμε μ’ αὐτές. Ἡ ταλαιπωρία ἀπὸ τὶς θλίψεις εἶναι πρόσκαιρη. Ἡ οὐσιαστικὴ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ συνακόλουθη οἰκείωσή Του εἶναι θησαυρὸς αἰώνιος, εἶναι τὸ ἐχέγγυο τῶν αἰώνιων ἀγαθῶν.
.           Ἔτσι ἀκριβῶς πρέπει νὰ κάνουμε, ὅταν σηκώνεται μία ψυχικὴ θύελλα, ὅταν ἡ εἰρήνη τῆς καρδιᾶς διακόπτεται καὶ διαταράσσεται ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς τῆς ἁμαρτίας. Οἱ λογισμοὶ αὐτοὶ ἐμφανίζονται συνήθως μὲ ἔνδυμα ὀρθότητας καὶ δικαιοσύνης, ἀλλὰ ἀναγνωρίζονται ἀπὸ τὴν ταραχὴ ποὺ προξενοῦν στὴν καρδιά. Εἶναι φοβερὴ ἡ θύελλα τῶν παθῶν, πιὸ φοβερὴ ἀπ’ ὅλες τὶς θύελλες τῶν ἐξωτερικῶν συμφορῶν. Ἡ ἐσωτερικὴ θύελλα εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνη ἀπὸ τὴν ἐξωτερική. Τὴν ὥρα μίας ὁρατῆς θύελλας σκοτεινιάζει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τὰ σύννεφα· τὴν ὥρα μίας ἀόρατης θύελλας τῆς καρδιᾶς σκοτεινιάζει ὁ νοῦς ἀπὸ τὰ σύννεφα τῶν λογισμῶν. Τότε λησμονοῦνται οἱ νουθεσίες τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν θεοσόφων πατέρων. Τὸ πλοιάριο τῆς ψυχῆς καλύπτεται ἀπὸ τὰ κύματα διαφόρων ἐμπαθῶν αἰσθημάτων. Οὔτε ἡ συζήτηση μὲ φίλους οὔτε ἡ ψυχωφελὴς ἀνάγνωση δροῦν εὐεργετικά. Ἡ ψυχή, σκεπασμένη ἀπὸ ἕναν θολὸ ἀχνό, δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ τίποτα. Τὸ μοναδικὸ μέσο σωτηρίας ποὺ ἀπομένει, εἶναι ἡ θερμὴ προσευχή. Σὰν τὸν ἀπόστολο Πέτρο πρέπει νὰ κραυγάσουμε μ’ ὅλη μας τὴν ψυχὴ στὸν Κύριο, ζητώντας Του βοήθεια. Κι Ἐκεῖνος τί θὰ κάνει; Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἴδιος μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη Δαβίδ: «κεκράξεται πρός με, καὶ ἐπακούσομαι αὐτοῦ, μετ᾿ αὐτοῦ εἰμι ἐν θλίψει· ἐξελοῦμαι αὐτόν, καὶ δοξάσω αὐτόν. μακρότητα ἡμερῶν ἐμπλήσω αὐτὸν καὶ δείξω αὐτῷ τὸ σωτήριόν μου (Ψαλμ. Ϡ´15). (Θὰ κράξει σ’ ἐμένα μὲ τὴν προσευχή, κι ἐγὼ θὰ τὸν ἀκούσω. Θὰ εἶμαι δίπλα του στὴ θλίψη του. Θὰ τὸν βγάλω ἀπὸ τὴ θλίψη καὶ θὰ τὸν δοξάσω. Θὰ τοῦ δώσω νὰ ζήσει πολλὰ χρόνια καὶ θὰ τοῦ δείξω ὅτι θὰ τὸν σώσω).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, , ,

Σχολιάστε

ΣΩΤΗΡΙΑ ΦΥΓΗ (παράδειγμα ἀπὸ τὸν Προφήτη Ἠλία) [Χαραλ. Μπούσιας]

Σωτήρια φυγή
(παράδειγμα ἀπὸ τὸν Προφήτη Ἠλία)

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Τὸν ὄγδοο πρὸ Χριστοῦ αἰώνα, στὰ χρόνια τοῦ Προφήτη Ἠλία, τὸ βόρειο βασίλειο τοῦ Ἰσραὴλ εἶχε ἀποστατήσει ἀπὸ τὸ Θεό. Δυστυχῶς μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Σολομῶντος ὁ λαὸς εἶχε χωρισθεῖ σὲ δύο βασίλεια, τὸ βόρειο μὲ τὶς δέκα φυλὲς καὶ τὸ νότιο μὲ τὶς φυλὲς τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Βενιαμίν. Τὸ νότιο εἶχε πρωτεύουσα τὴν Ἱερουσαλήμ, ἐνῶ τὸ βόρειο εἶχε πρωτεύουσα τὴ Σαμάρεια. Δυστυχῶς, στὸ βόρειο βασίλειο οἱ βασιλεῖς ἀκολούθησαν τὴν εἰδωλολατρία, ὅπως ὁ Ἀχαάβ. Αὐτὸς εἶχε ἕνα μαλακό, χαλαρό χαρακτήρα, μὲ τάση πρὸς τὴν εἰδωλολατρία, καὶ ἦταν ἄνθρωπος ποὺ ἐπηρεαζόταν ἀπὸ τὴ γυναίκα του Ἰεζάβελ, ἡ ὁποία δὲν ἦταν Ἑβραία, ἀλλὰ Συροφοινίκισσα, εἰδωλολάτρισσα φανατική. Γρήγορα, ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς φοβερῆς γυναίκας, ἡ λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἐξοστρακίσθηκε καὶ εἰσήχθηκε ἡ λατρεία τοῦ Βάαλ καὶ τῆς αἰσχρότατης Ἀστάρτης, ἡ ὁποία ἦταν κάτι ἀντίστοιχο μὲ τὴ δική μας Ἀφροδίτη.
.       Σ’ αὐτὴ τὴν κρίσιμη καμπὴ τῆς ἱστορίας τοῦ Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος ἔζησε, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, τὴν ἀποστασία στὶς ἡμέρες αὐτοῦ τοῦ βασιλιᾶ, ἐμφανίσθηκε ὁ φλογερός καὶ ζηλωτής Προφήτης ἀπὸ τὴ Θέσβη, ὁ Ἠλίας. Σὰν ἀστραπὴ αἰφνίδια παρουσιάσθηκε μπροστὰ στὸν βασιλιά, γιὰ νὰ τοῦ δώσει ἐκεῖνο τὸ φοβερὸ μήνυμα τῆς ἐπ’ ἀόριστον ἀνομβρίας, ὡς τιμωρία ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ τὴν ἀποστασία τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς κυβερνήσεώς του.
.       Γράφει ὁ Ἀδελφόθεος Ἰάκωβος: «Ἠλίας ἄνθρωπος ἦν ὁμοιοπαθὴς ἡμῖν καὶ προσευχὴν προσηύξατο τοῦ μὴ βρέξαι, καὶ οὐκ ἔβρεξεν ἐπὶ τῆς γῆς ἐνιαυτοὺς τρεῖς καὶ μῆνας ἕξ» (Ἰάκ. ε΄ 17). Καὶ ὁ Θεὸς εἰσήκουσε τὴν προσευχή τοῦ Ἠλία, γιατὶ ἦταν ἄνθρωπος καθαρὸς καὶ τῶν καθαρῶν ἀνθρώπων ὁ Θεὸς δέχεται τὶς προσευχές.
.       «Ζῇ Κύριος ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων», (Γ΄ Βασιλ. 17, 1) λέει στὸ βασιλιὰ ὁ Προφήτης. Ὅρκίζομαι στὸ Θεὸ τὸν ζῶντα, τὸν Θεὸ τοῦ Ἰσραήλ, ἐνώπιον τοῦ Ὁποίου στέκομαι καὶ τὸν Ὁποῖο ὑπηρετῶ, ὅτι, σ’ αὐτὰ τὰ χρόνια ποὺ θὰ ἔρθουν, οὔτε θὰ βρέξει οὔτε θὰ πέσει δροσιά. Κι ὅλα θὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ στόμα τὸ δικό μου. Ὅ,τι λέω ἐγώ, αὐτὸ θὰ γίνεται. Αὐτὰ εἶπε ὁ Προφήτης καὶ ἐξαφανίσθηκε ἀπὸ προσώπου Ἀχαάβ.
.       Ἐμεῖς, οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες, ἀλλοίμονο, βρισκόμαστε σὲ παράλληλες ἡμέρες μὲ ἐκεῖνες τῆς ἐποχῆς τοῦ βορείου Ἰσραήλ. Εἴμαστε βυθισμένοι σὲ πνευματικὴ νάρκη καὶ δὲν ἀκοῦμε τὰ μηνύματα τῶν καιρῶν καὶ τὶς σάλπιγγες τῆς Ἀποκαλύψεως. Οἱ ἡμέρες μας εἶναι κρίσιμες γιὰ τὸ λαό μας, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη. Θὰ καταλάβουμε ἄραγε ὅτι, τόσο προσωπικὰ ὅσο καὶ ἐθνικά, σὰν ἀνίκανοι καπεταναῖοι ρίχνουμε τὸ καράβι τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τοῦ ἔθνους μας στὰ βράχια, ὥστε νὰ συνέλθουμε καὶ νὰ ἀλλάξουμε πορεία πλεύσεως;
.       Ἡ μετάνοια θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴ σωτηρία. Τὰ μηνύματα τοῦ Εὐαγγελίου, τῶν Γραφῶν καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἴδια μὲ τὰ μηνύματα τοῦ Προφήτη Ἠλία πρὸς τὸ βασιλιὰ καὶ τὸ λαὸ τοῦ βόρειου Ἰσραήλ. Ἂς εὐχηθοῦμε νὰ βοηθήσει ὁ Θεός, νὰ μᾶς ἐλεήσει, νὰ μὴ νοιώσουμε, ὅ,τι ἔνοιωσαν οἱ Ἰσραηλίτισσες ἐκεῖνες, πρὸς τὶς ὁποῖες ἔλεγε προφητεύοντας ὁ Ἡσαΐας: «- Κυρίες μου… φορᾶτε τὰ φουστάνια σας τὰ ὡραῖα μὲ τὶς ζῶνες τὶς χρυσὲς καὶ τὰ χρυσοκεντημένα καὶ μεταξωτά σας ροῦχα, καὶ τὰ ἀρώματά σας… Σχοινὶ θὰ μπεῖ στὴ μέση σας καὶ θὰ συρθεῖτε ξυπόλυτες στὴ γῆ τῆς αἰχμαλωσίας!… «καὶ ἔσται ἀντὶ ὀσμῆς ἡδείας κονιορτὸς καὶ ἀντὶ ζώνης σχοινίῳ ζώσῃ καὶ ἀντὶ τοῦ κόσμου τῆς κεφαλῆς τοῦ χρυσίου φαλάκρωμα ἕξεις διὰ τὰ ἔργα σου καὶ ἀντὶ τοῦ χιτῶνος τοῦ μεσοπορφύρου περιζώσῃ σάκκον» (Ἡσ. 3, 24). Ἂν δὲν κάνουμε τοὺς συσχετισμούς μας, δὲν συνέλθουμε, δὲν μετανοιώσουμε, θὰ ἔλθουν οἱ συνέπειες καὶ τότε, ἀργὰ βέβαια, ἴσως συνετισθοῦμε.
.       Ὁ Θεός μας, ὁ «πανταχοῦ παρών» προστάτευσε σὲ δύσκολες ἡμέρες, σὲ ἡμέρες φθόνου καὶ κατατρεγμοῦ, τὸν Προφήτη Ἠλία. Τὸν προστάτευσε ἀπὸ τὸν μέχρι θανάτου φθόνο τῆς Ἰεζάβελ. Τὸν παρότρυνε νὰ φύγει μακριὰ καὶ νὰ κρυφθεῖ, γιὰ νὰ σωθεῖ λέγοντάς Του: «Πορεύου κατὰ ἀνατολὰς καὶ κρύβηθι ἐν τῷ χειμάῤῥῳ Χοῤῥάθ, τοῦ ἐπὶ προσώπου Ἰορδάνου, καὶ ἔσται ἐκ τοῦ χειμάῤῥου πίεσαι ὕδωρ καὶ τοῖς κόραξιν ἐντελοῦμαι διατρέφειν σε» (Γ΄ Βασ. 17, 3-4). Πήγαινε, τοῦ εἶπε, νὰ κρυφθεῖς καὶ ἐγὼ θὰ σὲ διαθρέψω. Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι λόγια παμμέγιστης σημασίας. «Κρύβηθι», κρύψου! Αὐτὸ τὸ «κρύβηθι» εἶναι ἕνας σπουδαῖος λόγος γιὰ ὅλους μας καὶ φυσικὰ γιὰ τὸ ἔθνος μας στὶς δύσκολες ἡμέρες ποὺ διανύει. Τὰ ἴδια λόγια τοῦ Θεοῦ μας τὰ ἔχουμε ἀκούσει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Προφήτη: – Λαέ μου, «εἴσελθε εἰς τὰ ταμιεῖα σου, ἀπόκλεισον τὴν θύραν σου, ἀποκρύβηθι μικρόν, ὅσον ὅσον, ἕως ἂν παρέλθῃ ἡ ὀργὴ Κυρίου» (Ἡσ. κστ΄ 20). Λαέ μου, περπάτα, μπὲς μέσα στὰ ἐσώτερα δωμάτια τοῦ σπιτιοῦ σου, κλεῖσε τὴν πόρτα σου, κρύψου γιὰ λίγο, «ὅσον ὅσον», ἕως ὅτου περάσει ἡ ὀργὴ τοῦ Κυρίου.
.       Γιὰ νὰ κρυφτοῦμε, ὅμως, πρέπει νὰ φύγουμε· νὰ φύγουμε ἀπὸ τὸν ἐσφαλμένο δρόμο, τὸ δρόμο τῆς ἀπωλείας, στὸν ὁποῖο, δυστυχῶς, βαδίζουμε. Χρειάζεται φυγή! Ἂς θυμηθοῦμε ὅτι γιὰ νὰ σώσει ὁ Ἰωσὴφ τὸ βρέφος Χριστό, ἔλαβε ἐντολὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ φύγει στὴν Αἴγυπτο. Γιὰ νὰ σωθεῖ ἡ οἰκογένεια τοῦ Λὼτ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία τῶν Σοδόμων, ἔλαβε ἐντολὴ νὰ φύγει, χωρὶς μάλιστα νὰ κοιτάξει πίσω, δηλαδὴ χωρὶς νὰ μολυνθεῖ μὲ φιλήδονες ἐνθυμήσεις, ποὺ προκαλοῦν πειρασμοὺς καὶ ἀναπόφευκτα πτώσεις. Γιὰ νὰ ἀποφύγει τοὺς πειρασμοὺς τῆς σάρκας τέλος ὁ Ὅσιος Μαρτινιανός, ἔφυγε μακριὰ ἀπὸ τὸ σπήλαιό του ἀναφωνώντας τὸ σοφότατο: «Μαρτινιανέ, φεῦγε καὶ σῴζου». Ἡ μετάνοιά μας, λοιπόν, καὶ ἡ φυγὴ ἀπὸ τὸ κατεστημένο θὰ μᾶς φέρει τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, θὰ ἑλκύσει γύρω μας τὸ ἔλεος Του, ἀφοῦ θὰ κρυφθοῦμε σὰν τὰ μετανοιωμένα παιδιὰ στὴν ἀγκαλιά Του, καὶ θὰ σώσουμε, ἔτσι, τὴν πατρίδα μας καὶ φυσικὰ τοὺς ἑαυτούς μας.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε