Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ"

H ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟY ΧΡΙΣΤΙΑΝΟY, ΔΙΑ ΤHΣ EΡΗΜΟΥ, ΣΤΗΝ AΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ (Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος))

Ἡ μυστική πορεία τοῦ Χριστιανοῦ, διά τῆς ἐρήμου, στήν Ἀνάσταση καί τήν Πεντηκοστή

 τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

                                  .                      Ἡ περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, στήν ὁποία εἰσήλθαμε, εἶναι μιά περίοδος ἔντονης πνευματικῆς ζωῆς, μέ νηστεία, προσευχή, μετάνοια, ἐγκράτεια καί ὅλα τά μέσα τά ὁποῖα ἔχει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
.                                   Αὐτή ἡ ἔντονη πνευματική καί ἐσωτερική ζωή διασώζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας στίς ἱερές Ἀκολουθίες πού γίνεται αὐτή τήν περίοδο καί στά τροπάρια τά ὁποῖα ψάλλονται. Ὅταν διαβάση κανείς προσεκτικά τό βιβλίο Τριώδιο καί συμμετάσχει βιωματικά στήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, θά διαπιστώση ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ Ἐκκλησία μας θέλει νά μᾶς δώση τήν αἴσθηση ποιός εἶναι ὁ σκοπός τοῦ Χριστιανοῦ καί ποιό εἶναι τό περιεχόμενο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.
.                                      Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἀγάπησαν ἰδιαίτερα αὐτήν τήν περίοδο, πού ὁδηγεῖ στό Πάσχα, καί τήν περίοδο τοῦ Πεντηκοσταρίου, γιατί μέσα σέ αὐτήν τήν περίοδο διακρίνουν τήν ἐσωτερική ἀναπνοή τῆς Ἐκκλησίας μας.
.                                       Μέ ἀφορμή τήν εἴσοδό μας σέ αὐτήν τήν περίοδο, θά ἤθελα νά κάνω ἕνα σχεδιάγραμμα τῆς πορείας τοῦ Χριστιανοῦ ἀπό τήν Αἴγυπτο τῶν παθῶν στήν ἔρημο τῆς ἀπαθείας καί τήν εἴσοδο στήν γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Αὐτή τήν πορεία τήν συναντᾶμε στά ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι μέ αὐτόν τόν τρόπο δείχνουν καί τόν σκοπό τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί τό νόημα τῆς ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Στήν πραγματικότητα εἶναι πορεία ἀπό τήν ἔναρξη τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μέχρι τό Πάσχα καί τήν Πεντηκοστή, σέ περίοδο πραγματικῆς ἐρημίας.
.                                   Ὡς βάση θά ἔχω τήν βιογραφία καί τήν θεολογία τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου, ὅπως τήν παρουσίασε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος. Μέ τόν τρόπον αὐτό θά δοῦμε ἀφ’ ἑνός μέν πῶς ἕνας ἅγιος ἑρμηνεύει ἕναν ἄλλον ἅγιο καί πῶς μέσα ἀπό αὐτήν τήν τήν ἑρμηνεία μποροῦμε νά καταλάβουμε τήν ἐσωτερική μυστική ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
.                                     Καί αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο, γιατί δυστυχῶς στίς ἡμέρες μας τά γεγονότα πού περνᾶμε μέ τήν ὑγιειονομική καί τήν θεολογική κρίση μᾶς ἀποπροσανατολίζουν καί δέν μᾶς ἀφήνουν νά αἰσθανθοῦμε αὐτήν τήν ὁρμή τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.
.                                Εἶναι γνωστόν τό πρῶτο βιβλίο πού ἔγραψε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος εἶναι τό βιβλίο μέ τόν τίτλο «ὁ Γέρων Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης» πού ἀργό­τερα, μετά τήν ἁγιο­κατάταξη τοῦ Γέροντος Σιλουανοῦ, κυκλο­φόρησε μέ τόν τίτλο «Ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης».
.                                     Τό βιβλίο αὐτό εἶναι ἕνας μεγάλος πνευματικός θησαυρός, ἕνας ἀκένω­τος πνευματικός πλοῦτος, μιά ζωντανή παρουσίαση τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στήν ἀπόλυτη μορφή της, μιά ζωντανή «Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν», ὅπως βιώθηκε ἀπό δύο ἁγίους, τόν ἅγιο Σιλουανό, καί τόν ἅγιο Σωφρόνιο. Παρουσιάζει στόν τέλειο βαθμό καί μέ αὐθεντικό τρόπο τήν πορεία τῆς πνευματικῆς ζωῆς αὐτῶν πού ἐπιθυμοῦν τήν συνάντησή τους μέ τόν Χριστό.
.                      Θά καταγραφοῦν δέκα βασικά σημεῖα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως φαίνεται στό πρῶτο μέρος τοῦ βιβλίου μέ τίς θεολογικές διασαφήσεις τοῦ ἁγίου Σωφρονίου. Τά σημεῖα αὐτά πρέπει νά κατανοηθοῦν μέσα στήν προοπτική ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου γίνεται μέσα στήν  Ἐκ­κλησία, πού εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μέ τήν ἕνωσή του μέ τόν Χριστό, ἐν Πνεύματι Ἁγίω, μέ τά Μυστήρια καί τήν κατά Χριστόν ἄσκηση.
.              Οἱ φράσεις ἐντός εἰσαγωγικῶν εἶναι λόγοι τοῦ ἁγίου Σωφρονίου.

1. «Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καί τά ἔσχατα δυνατά ὅρια στό κτιστό ὄν»

.                         Ἐάν κάθε ἀνθρώπινος λόγος ἔχει δύναμη καί ἐνέργεια, πολύ περισσό­τερο αὐτό ἰσχύει γιά τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, πού ἔχει θεία ἐνέργεια. Ὁ Θεός μέ τόν λόγο Του δημιούργησε τόν κόσμο καί ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα σέ ὅλη τήν κτίση, εἶναι ἡ οὐσιοποιός, ζωοποιός καί ἡ προνοητική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.
.                                     Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί ὁ λόγος Του εἶχε μεγάλη ἐνέργεια μέ τήν ὁποία ὁμιλοῦσε, θεράπευε καί ἀνέσταινε νεκρούς. Ὁ λόγος Του «περιβάλλεται μέ τήν ταπεινή, ἀντιλη­πτή στίς αἰσθήσεις, μορφή τοῦ ἀνθρώπινου κτιστοῦ λόγου, πού μπορεῖ νά δια­τυπωθεῖ ἀκόμη καί γραπτῶς». Παρά ταῦτα ὁ λόγος αὐτός «στό βάθος του, στήν βάση του, εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Μεγάλου Πανδημιουργοῦ Θεοῦ καί μπο­ροῦμε νά ποῦμε γι’ αὐτόν ὅ,τι λέγεται στή Γραφή γιά τόν Θεό, δηλαδή εἶναι “πῦρ καταναλίσκον” καί ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά τόν προσεγγίζει μέ μεγάλη “αἰδώ καί εὐλάβεια” (Ἑβρ. ιβ΄, 29 καί 28)».
.                                             Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἔχει μέσα του ἕνα μυστήριο. «Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσο ἐγγύς, τόσο καταληπτός καί φυσικός, τόσο βαθιά οἰκεῖος στήν ἀνθρώπινη καρδιά, συγχρόνως ὅμως ὑπερβαίνει ἀναμφίβολα ἀπείρως τίς δυνατότητες τοῦ κτιστοῦ ὄντος». Ὅταν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ γίνεται δεκτός ἀπό τόν ἄνθρωπο, τότε τόν ὁδηγεῖ «στήν αἰώνια ζωή ἀπό ἕνα δρόμο πού θά συναντήσει πολλά ἀσυνήθιστα πράγματα, ἄγνωστα σέ ὅσους δέν ἀκολουθοῦν τόν Χριστό».
.                                             Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὡς ἐνέργεια εἶναι φῶς καί τό φῶς αὐτό «φθάνει ὡς τά ἔσχατα ὅρια τῆς σκοτεινῆς ἀβύσσου καί ἀποκαλύπτει τή φύση πολλῶν φα­σμάτων τῆς ἀληθείας, πού παρα­σύρουν τόν ἄνθρωπο μέσα στό σκοτάδι». Ἔτσι, «ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι φωτιά, πού δοκιμάζει τό καθετί πού ὑπάρχει στόν ἄνθρωπο καί γενικότερα στόν κόσμο».
.                                             Ἐπίσης, «ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι πνεῦμα καί ζωή αἰώνια, πλήρωμα τῆς ἀγάπης καί εὐφροσύνη αἰώνια. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἄκτιστο Θεῖο Φῶς» καί «ὅταν γίνει δεκτός στή ζωή, ἀπεργάζεται τόν ἄνθρωπο θεό».
.                                             Αὐτό πρέπει νά τονίζεται στήν ἀρχή τῆς πορείας τῆς πνευματικῆς ζωῆς, γιατί ὅλα γίνονται μέ τήν θεολογική συνέρ­γεια, ὅτι δηλαδή ὁ Θεός εἶναι ὁ ἐνεργῶν καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ συνεργῶν. Ὅπως ὁ κόσμος καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ διά τοῦ λόγου Του, ἔτσι καί ἡ ἀναδημιουργία τοῦ κόσμου καί ἡ ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου  γίνεται μέ τήν ἐνέργεια τοῦ θείου λόγου.

2. «Ἡ ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ»

.                                             Ὁ λογισμός εἶναι ἡ ἀρχική πρόταση, ἡ ὁποία ἐξελίσσεται σέ ἁμαρτία καί πάθος, γι’ αὐτό ὁ ἀσκητής δίνει μεγάλη σημασία στό νά μή ἐξελιχθῆ ὁ λογι­σμός.
.                                             Ἡ πρώτη μορφή τοῦ λογισμοῦ εἶναι αὐτή πού προσεγγίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό ἔξω «καί εἶναι ἀσαφής, ἀόριστη», εἶναι μιά εἰκόνα καί ὅταν δέν ἐξελιχθῆ καί δέν συνδεθῆ μέ τήν θέληση τοῦ ἀνθρώπου, αὐτό δέν λογίζεται ὡς ἁμαρτία. Οἱ εἰκόνες αὐτές ἔχουν ἄλλοτε «ἐποπτικό» καί ἄλλοτε «νοητικό» καί πολλές φορές «μικτό» χαρακτῆρα. Οἱ εἰκόνες πού ἑλκύουν μιά σκέψη καί ἔχουν αὐτό τό «μικτό» χαρακτῆρα (εἰκόνες καί νόημα) χαρακτηρίζονται στήν ἀσκητική φρασεολογία ὡς «λογισμός».
.                                             Ἡ ἐνέργεια τοῦ λογισμοῦ, ὅταν ὑπάρχη προδιάθεση στό πάθος, «προ­καλεῖ ἕνα αἴσθημα ἡδονῆς», ἀνάλογα μέ τό πάθος, καί στό σημεῖο αὐτό ἀρχίζει ὁ πειρασμός. Αὐτή εἶναι «ἡ πρό­τα­ση» τῆς ἁμαρτίας, καί ἡ στιγμή αὐτή τῆς ἐμφάνισης τῆς ἡδονῆς «παρότι μαρ­τυρεῖ γιά τήν ἀτέλεια τοῦ ἀνθρώπου, δέν λογίζεται ὡς ἁμαρτία». Ἐδῶ πρέπει νά δοθῆ σημασία: ἡ ἐμπλοκή τῆς ἡδονῆς μέ τόν λογισμό πού βρίσκεται ἀκόμη στό στάδιο τῆς «πρότασης» τῆς ἁμαρτίας.
.                                             Στήν συνέχεια αὐτή «ἡ προτεινόμενη ἐμπαθής ἡδονή προσελκύει τήν προσοχή τοῦ νοῦ». Ὅταν ἑνωθῆ ὁ νοῦς μέ τόν ἐμπαθῆ λογισμό, τότε ἀνα­πτύσσεται περαιτέρω, γιατί παρατη­ρεῖται ἡ «συμπάθεια», ἀκολουθεῖ ὁ «συνδυασμός», πού εἶναι δυνατόν νά ἐξελιχθῆ στήν «ἐνεργητική συγκα­τάθεση». Ἔπειτα, ὅταν αὐξηθῆ ἡ ἡδονή, τότε μπορεῖ νά κυριαρχήση «στό νοῦ καί τή θέληση τοῦ ἀνθρώπου καί αὐτό λέγεται “αἰχμαλωσία”». Ἀμέσως μετά ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου πού αἰχμα­λω­τί­σθηκαν προχωροῦν στήν πραγματοποίηση τῆς ἁμαρ­τίας. Ἄν οἱ αἰχμαλωσίες αὐτές ἐπανα­λαμ­βά­νονται, τότε «ὁδηγοῦν στήν “ἕξη” τοῦ πάθους».
.                                             Παρατηρεῖ κανείς ἐδῶ τίς λεπτές ἀναλύσεις πού γίνονται στήν ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ σέ συνδυασμό μέ τίς εἰκόνες, τήν φαντασία, τήν ἡδονή, τόν νοῦ, τήν συμπάθεια, τήν συγκατάθεση, οἱ ὁποῖες ἀναλύσεις δείχ­νουν ἕναν ἔμπειρο ἄνθρωπο σέ αὐτόν τόν ἐσωτερικό λεπτό ἀγώνα, ἕναν μεγάλο ἀσκητή θεολόγο.
.                                             Ἐπειδή αὐτή εἶναι ἡ ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ πού γίνεται ἁμαρτία καί πάθος, γι’ αὐτό ὁ ἀσκητής πρέπει νά τόν ἀντι­με­τωπίση σέ ὅποιο στάδιο καταλάβη αὐτήν τήν ἐξελικτική του πορεία. Γιά νά ἀποφευχθῆ ἡ ἁμαρτία «εἶναι ἀνάγκη νά ἐγκα­τοικήση ὁ νοῦς μέ προσευχή μέσα στήν καρδιά». Πρέπει ὁ ἀσκητής νά κλείνη «τίς εἰσόδους τῆς καρδίας, τοποθετώντας ἐκεῖ ὡς φρουρό τό νοῦ πού ἀπαλλάχθηκε ἀπό φαντασίες καί διαλογισμούς καί εἶναι ὁπλι­σμένος μέ τήν προσευχή καί τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Αὐτή εἶναι «ἡ οὐσία τῆς νοερᾶς νήψεως, πού ἔχει ὡς σκοπό τόν ἀγώνα γιά τήν ἀπάθεια».
.                                             Ἡ ἀνάλυση αὐτή δέν δείχνει μόνον τήν γνώση τῆς ἐξελίξεως τοῦ λογι­σμοῦ, ἀλλά καί τήν γνώση τῆς ἀντιμετωπίσεώς του.

3. «Ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὁ ἀγώνας κατά τῶν παθῶν»

.                                             Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται κάτω «ἀπό δαιμονική ἐπή­ρεια», τότε «ὑφίσταται ἧττα στήν καθ’ ὁμοίωση Θεοῦ ἐλευθερία του, καί ἔτσι στερεῖται τή θεία ζωή. Μιά τέτοια κατάσταση ὀνο­μάζεται “πάθος” καί γίνεται δοῦλος τῆς ἁμαρτίας». Ἡ στέρηση τῆς θείας ζωῆς εἶναι αὐτό πού χαρακτηρίζεται πάθος, πού στήν πραγματικότητα εἶναι ἡ παρά φύση κίνηση τῶν ἐνερ­γειῶν τῆς ψυχῆς. Ἔτσι, τά πάθη δέν ἑρμηνεύονται ἐξωτερικά καί ἠθικιστικά, ἀλλά θεολογικά, εἶναι ὅταν ὁ ἀσκητής ἠττᾶται στήν κίνησή του πρός τό καθ’ ὁμοίωση, δηλαδή στήν θέωση, καί αὐτό σημαίνει ὅτι στερεῖται τήν μετοχή στήν θεία ζωή.
.                                             «Τά πάθη διαθέτουν κάποια ἑλκτική δύναμη». Ἀλλά τό νά ριζωθῆ καί νά στερρεωθῆ μιά ἐμπαθής εἰκόνα καί ἕνας λογισμός στήν ψυχή, «δέν μπορεῖ νά συμβεῖ χωρίς τήν συγκατάθεση τοῦ ἀνθρώπου γι’ αὐτό». Ὅλα τά θέματα καί στήν πάρα φύση κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου καί στήν ὑπέρ φύση κατάστασή του προϋποθέτουν τήν συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου, στήν πρώτη περίπτωση συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν ἐπίδραση τοῦ δια­βόλου καί τοῦ λογισμοῦ, στήν δεύτερη περίπτωση συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου στήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
.                                             Ἔτσι, «ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ὁ ἀγώνας κατά τῶν παθῶν». Στόν ἀγώνα αὐτόν παρατηροῦνται δύο στάδια∙ τό πρῶτο στάδιο βρίσκεται στήν ἀποφυγή τῆς ἡδονῆς ἡ ὁποία ὅταν ἀνα­πτύσσεται αἰχμαλωτίζει τόν νοῦ, καί τό δεύτερο στάδιο εἶναι «ὅταν τό ἀνικανοποίητο πάθος ἀρχίζη νά τυραννᾶ τόν ἄνθρωπο μέ τίς πιό περίεργες ἀσθένειες». Τό πρῶτο θά ἦταν εὔκολο νά ἀντιμετωπιστῆ, ἀλλά τό δεύτερο εἶναι τό πιό δύσκολο, ἐπειδή χρειάζεται «μεγάλη ὑπομονή καί ἐπιμονή», «γιατί τό εὐεργετικό ἀποτέλεσμα τῆς ἀντιστάσεως στά πάθη δέν ἔρχεται σύντομα».
.                                             Ἐκτός ἀπό τά πάθη, πού εἶναι ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ καί βασανίζουν τόν ἄνθρωπο, ὑπάρχουν καί τά λεγόμενα «ἀδιάβλητα πάθη», δηλαδή οἱ διάφορες ἀνάγκες, ὅπως εἶναι «ἡ διατροφή, ὁ ὕπνος κτλ. πού χωρίς τήν ἱκανοποίησή τους γίνεται ἀδύνατη ἡ συνέχιση τῆς ζωῆς». «Γιά ὁρισμένα χρονικά διαστήματα ὁ ἀσκη­τής καταφρονεῖ τίς ἀνάγκες αὐτές». Ὅταν, ὅμως, ἀπειλεῖται ἀπό διάφορες ἀσθένειες, «τότε ὁ ἀσκητής ὁρισμένες στιγμές ἀντιστέ­κεται μέχρι θανάτου μέ τήν ἀπόφασή του νά μήν ὑποχωρήσει», καί συνήθως ὁ θάνατος δέν ἔρχεται, γιατί ὁ Θεός τόν διαφυλάσση. Σέ αὐτές τίς περιπτώσεις ἀπαιτεῖται μεγάλη ἀνδρεία, πού εἶναι «μιά ἀποφασιστικότητα μέχρι θανάτου», ἡ ὁποία «ὁμοιάζει μέ πύρινη φλόγα», τήν ὁποία ὁ ἀσκητής κρατᾶ μέσα στήν ψυχή του «χωρίς νά δείχνει ὁλόκληρη τή δύναμή της».
.                                             Ὁ ἀσκητής ἀπαλλάσσεται ἀπό τά πάθη ὅταν ὁ νοῦς του μέ τήν εὐχή κατεβαίνη στήν «βαθεία καρδία» καί μέ τήν καθαρότητα παρίσταται «ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ», δέχεται τό Θεῖο Φῶς, «ζεῖ τήν αἰώνια ζωή», ὑπερβαίνει τόν φόβο τοῦ θανάτου, γνωρίζει «ἐν Θεῷ τήν πρωτόκτιστη ὡραιότητα τοῦ ἀνθρώπου», «καί βλέπει τήν ἀμορφία καί ἀδοξία πού βασιλεύει στόν κόσμο» καί «ἔτσι θρηνεῖ καί ὀδύρεται», ὁπότε ἀνα­πτύσσεται, μέ φυσικό τρόπο, ἡ μετάνοια ὡς χάρισμα.
.                                             Ἡ ὅλη ἀνάπτυξη πού γίνεται στό βιβλίο αὐτό γιά τά πάθη προϋποθέτει μιά μεγάλη πνευματική πείρα τοῦ συγγραφέα στήν γνώση τῶν ἐσωτερικῶν διεργασιῶν, ὄχι μόνον τῶν παθῶν, ἀλλά καί τῆς θεραπείας τους. Πρόκειται γιά μιά πνευματική χειρουρ­γική ἐργασία ὑψηλῆς γνώσεως.

4. «Ἀγώνας ἐναντίον τῆς φαντασίας»

.                                             Ὁ ἀσκητής στόν ἀγώνα του γιά τήν καθαρότητα τοῦ ἐσω­τερικοῦ του κόσμου καί τήν διαφύλαξή της καλεῖται νά ἀγωνισθῆ ἐναντίον τῆς φαντασίας, ἡ ὁποία εἶναι μιά ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, πού ὅμως ὅταν λειτουργῆ παρά φύση καί δέχεται ἐπι­δράσεις ἀπό τόν ἔξω κόσμο καί ἀπό τόν διάβολο παραμορ­φώνει τήν ἐσωτε­ρική κατάσταση τοῦ ἀσκητοῦ.
.                                             «Ὁ κόσμος τῆς ἀνθρωπίνης φαντασίας εἶναι κόσμος τῶν “φαντα­σμάτων” τῆς ἀλήθειας, κοινός στούς ἀνθρώπους καί τούς πεπτωκότας ἀγγέλους καί γι’ αὐτό ἡ φαντασία γίνεται πολλές φορές ἀγωγός δαιμονικῆς ἐνεργείας». Ἔτσι μέσα ἀπό τήν φαντασία ἐνεργοῦν οἱ δαίμονες καί παραμορφώνουν τήν ἐσωτερική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου.
.                                             Ὁ ἀσκητής ἀγωνίζεται ἐναντίον ὅλων τῶν εἰδῶν τῆς φαντα­σίας πού τόν ἀποσποῦν ἀπό τόν Θεό. Κυρίως, παρατη­ροῦνται τέσσερα εἴδη φαντασίας.
.                                             Τό πρῶτο εἶδος «συνδέεται μέ τήν ἐνέργεια τῶν χονδρῶν σαρκικῶν παθῶν». «Κάθε πάθος ἔχει τή μορφή του» καί «ἡ ἐνέργεια τῆς ἐμπαθοῦς ἐπιθυμίας» πού συνδέεται μέ τό πάθος, «ἀποκτᾶ δύναμη στόν ἄνθρωπο ὅταν ἡ ἐμπαθής εἰκόνα γίνεται ἐσωτερικά δεκτή καί προσελκύει τό νοῦ μέ τό μέρος της». Ὅμως, «ἄν ὁ νοῦς δέν δεχθεῖ αὐτή τήν εἰκόνα, τό πάθος δέν μπορεῖ νά ἀναπτύξει τήν ἐνέργειά του». Ὁ ἀρχάριος μοναχός θεραπεύεται ἀπό αὐτήν τήν φαντασία μέ τήν νήψη, τήν μετάνοια, τήν ἐξομολόγηση καί τήν καθοδήγηση ἀπό κατάλληλο πνευμα­τικό ὁδηγό.
.                                             Τό δεύτερο εἶδος τῆς φαντασίας «ὀνομάζεται συνήθως ὀνει­ρο­πόληση-ρεμβασμός». Σέ αὐτήν τήν κατάσταση «ὁ ἄνθρωπος βγαίνει ἀπό τήν ἀντικειμενική κατάσταση τῶν πραγμάτων στόν κόσμο καί ζεῖ στήν σφαίρα τῆς φαντασίας». Σέ αὐτό τό εἶδος τῆς φαντασίας συγκα­ταλέγεται καί ἡ μέθοδος τοῦ χρι­στιανικοῦ «διαλογισμοῦ», ὅταν ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖ μέσα του διάφορες «ἐποπτικές εἰκόνες ἀπό τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ ἤ ἄλλες ἱερές παραστάσεις». Αὐτή εἶναι μιά «φαντασιώδη προ­σευχή» ἀπό τήν ὁποία ἀγωνίζεται νά ἀπαλλαγῆ ὁ ἡσυχαστής, γιατί διαφο­ρετικά «φθάνει σέ παραισθήσεις καί ψυχικές ἀσθένειες ἤ στήν καλύτερη περίπτωση παραμένει στήν πλάνη περνώντας τή ζωή του σέ φανταστικό κόσμο». «Συνήθως στήν ἐργασία αὐτή καταφεύγουν οἱ ἀρχάριοι ἤ ἄπειροι ἀσκητές». Ἡ ἡσυχαστική ζωή μέ τήν νοερά προσευχή καί τήν βαθύτατη μετάνοια ἀποκλείει κάθε εἰκόνα καί ρεμβασμό, ὅταν νοῦς καί καρδιά ἑνώνονται μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
.                                             Τό τρίτο εἶδος τῆς φαντασίας, δηλαδή «τῆς ἐκδηλώσεως τῆς δυνάμεως τῆς φαντασίας», εἶναι ὅταν «ὁ ἄνθρωπος χρησιμοποιεῖ τήν ἱκανότητα τῆς μνήμης καί τῆς παραστάσεως καί ἔτσι μπορεῖ νά σκέπτεται, γιά νά βρεῖ τή λύση κάποιου προβλήματος». Αὐτό τό εἶδος τῆς φαντασίας «ἔχει μεγίστη σημασία γιά τόν πολιτισμό καί εἶναι ἀπαραίτητο στοιχεῖο στή δομή τῆς ζωῆς». Ὅμως, ὁ ἀσκητής πού θέλει νά ζήση μέ τήν καθαρά προσευχή ἀγωνίζεται καί ἐναντίον αὐτῆς καί ἐπιδιώκει νά δώση ὅλη τήν σκέψη του στόν Θεό καί «συγκεντρώνεται πλήρως στόν Θεό».
.                                             Τό τέταρτο εἶδος τῆς φαντασίας «εἶναι οἱ ἀπόπειρες τοῦ λογικοῦ νά διεισδύσει στά μυστήρια τοῦ εἶναι καί νά συλλάβει τό Θεῖο κόσμο». Στήν κατάσταση αὐτή ρέπουν ὅσοι προσπαθοῦν νά θεολογοῦν μέ τήν λογική καί τήν φαντασία τους, ὅπως τό κάνει καί ἡ φιλοσοφία, γι’ αὐτό καί πολλοί θεολόγοι κατέληξαν σέ αἵρεση. Πρόκειται γι’ αὐτό πού πολλοί ὀνομάζουν «θεολογική δημιουργία». Ὅμως, ὁ ἀσκητής πού ἀσχολεῖται μέ τήν ἐπιστήμη τῆς νοερᾶς ἡσυχίας καί τῆς καθαρᾶς προσευχῆς ἀγωνίζεται καί ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῆς φαντασίας, γιατί «ξεκινᾶ ἀπό τήν πίστη ὅτι ὁ Θεός δημιούργησε ἐμᾶς καί ὄχι ἐμεῖς τόν Θεό», «γι’ αὐτό ἀποσπᾶται ἀπό κάθε θεολογική ἤ φιλοσοφική δημιουργία καί στρέφεται πρός τόν Θεό μέ μιά “ἀνείδεη” προσευχή».
.                                             Ἡ  ὅλη ἀνάλυση αὐτοῦ τοῦ πολυποίκιλου ἀγῶνος ἐναντίον τῆς φαντα­σίας δείχνει ἕναν πνευματικό ἰατρό πού κάνει λεπτές διαγνώσεις τοῦ ἐσωτε­ρικοῦ κόσμου καί δίνει καί τήν ὀρθή θερα­πεία.

5. «Νοερά ἡσυχία καί καθαρά προσευχή»

.                                             Νοερά ἡσυχία εἶναι ἡ νήψη, ἡ προσοχή γιά νά μή δεχθῆ ὁ ἀσκητής κάποιο λογισμό καί κάποια φαντασία, καί καθαρά προσευχή εἶναι ἡ προσευχή πού γίνεται ἀπό τόν καθαρό νοῦ, χωρίς νά ὑπάρχη σέ αὐτόν κάποιος λογισμός. Ὑπάρχει στενή σχέση μεταξύ τῆς νοερᾶς ἡσυχίας καί τῆς καθαρᾶς προσευχῆς, ἀφοῦ ἡ νοερά ἡσυχία εἶναι προϋπόθεση τῆς καθαρᾶς προσευχῆς καί ἀντιστρόφως.
.                                             Ἡ ἐξέλιξη τῆς προσευχῆς «συμπίπτει μέ τά στάδια τῆς φυσικῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος» πού ἀκολουθεῖ τρεῖς κινήσεις. Ἡ πρώτη κίνησή του εἶναι «ἡ πρός τά ἔξω κίνη­ση», γιατί θέλει νά παρατηρήση τόν κόσμο πού τόν περιβάλλει καί τόν ἐντυπωσιάζει καί αὐτό γίνεται μέ τήν χρησιμοποίηση τῶν αἰσθήσεων. Ἡ δεύτερη κίνησή του εἶναι «ἡ ἐπιστροφή στόν ἑαυτό του», ὅταν σκέπτεται γύρω ἀπό αὐτά τά ὁποῖα εἶδε μέ τίς αἰσθή­σεις του καί τά ἐπεξεργάζεται λογικά. Ἡ τρίτη κίνησή του εἶναι ἡ κίνηση «πρός τόν Θεό μέ τόν ἔσω ἄνθρωπο», δηλαδή δοξάζει τόν Θεό «ἐκ καρδίας» γιά ὅλη τήν δημιουργία.
.                                             Κατά τόν ἴδιο τρόπο ἡ  προσευχή ἀκολουθεῖ αὐτές τίς τρεῖς κινήσεις τοῦ νοῦ καί γι’ αὐτό ὑπάρχουν τρεῖς τρόποι προσευχῆς.  Ὁ πρῶτος τρόπος προ­σευχῆς χαρακτηρίζεται ἀπό τήν «φαντα­σία», ὁ δεύτερος ἀπό τήν «νόη­ση» καί ὁ τρίτος «ἀπό τήν κατάδυση στήν “θεωρία”». Ἡ ἀνάλυση τῶν τριῶν αὐτῶν τρόπων προσευχῆς δείχνει τήν μεγάλη ἀξία τῆς καθαρῆς ἤ νοερᾶς προσευχῆς.
.                                             Τό πρῶτο εἶδος τῆς προσευχῆς, ὅταν ὁ νοῦς ἐξέρχεται ἀπό τήν καρδιά καί διαχέεται στόν περιβάλλοντα κόσμο καί βεβαίως συνδέεται μέ τήν φαντασία, «κρατᾶ τόν ἄνθρωπο σέ διαρκῆ παρα­πλάνηση, στόν κόσμο τῆς φαντασιοκοπίας, τῆς ὀνειρο­πό­λησης» καί «τῆς ποιητικῆς δημιουργίας». Σέ αὐτήν τήν κατά­σταση τό θεῖο καί κάθε πνευματικό «παίρνει διάφορες φαντα­στικές μορ­φές» καί ἔπειτα «ἡ πραγματική ζωή λίγο-πολύ γεμίζει μέ στοιχεῖα ἀπό τή σφαίρα τῆς φαντασίας».
.                                             Κατά τόν δεύτερο τρόπο τῆς προσευχῆς, ἐπειδή «οἱ ἐσωτερικές εἴ­σο­δοι τῆς καρδίας καί τοῦ νοῦ εἶναι ἀνοικτές» «μποροῦν εὔκολα νά διεισδύσουν κάθε εἴδους ξένα στοιχεῖα». Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος «ζεῖ συνεχῶς ἔκθετος στίς παντός εἴδους ἐξωτερικές ἐπιδράσεις». Στήν κατάσταση αὐτήν, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχη ἀποκτήσει καί ὁρι­σμέ­­νες θεολογικές γνώσεις, ἱκανοποιεῖται καί «παρασύρεται βα­θμη­δόν πρός τή διανοητική θεολογία». Τό χαρακτηριστικό γνώ­ρισμα αὐτοῦ τοῦ τρόπου τῆς προσευχῆς εἶναι ὅτι ἡ προσοχή συγκεντρώνεται στόν ἐγκέφαλο καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ὁδηγεῖται «σέ φιλοσοφικές θεωρίες», οἱ ὁποῖες εἰσάγουν τόν νοῦ του «στή σφαίρα τῶν ἀφηρημένων ἐννοιῶν καί τῆς φαντασίας».
.                                             Ὁ τρίτος τρόπος τῆς προσευχῆς πού εἶναι «ἡ ἕνωση τοῦ νοῦ μέ τήν καρδιά» ποθεῖται ἀπό τόν ἀσκητή καί αὐτή ἡ προσευχή «δίνεται ἄνωθεν» ἀπό τόν Θεό. Αὐτήν τήν ἕνωση νοῦ καί καρδίας τήν  αἰσθάνεται ὁ ἀσκητής «ὅταν προσεύχεται προσεκτικῶς “ἐκ καρδίας”». Ἔνδειξη ὅτι ὁ νοῦς ἑνώθηκε μέ τήν καρδιά εἶναι τά δάκρυα τῆς κατανύξεως κατά τήν προσευχή, καί τότε ὁ νοῦς βρῆκε τόν τρόπο τῆς καρδιᾶς πού εἶναι «τό πρῶτο σκαλοπάτι τῆς ἀναβάσεως πρός τόν Θεό». Τότε διακόπτεται ἡ ἐνέργεια τῆς φαντασίας. Ὁ νοῦς ἀπαλλάσσεται ἀπό κάθε εἰκόνα πού βρίσκεται σέ αὐτόν καί «γίνεται ὅλος ἀκοή καί ὅραση καί βλέπει καί ἀκούει κάθε λογισμό πού πλησιάζει ἀπό ἔξω, προτοῦ αὐτός μπεῖ στήν καρδιά». Ἔτσι ἀπαλλάσσεται ἀπό κάθε πάθος.
.                                             Εἶναι ὄντως μεγάλη πνευματική ἐπιστήμη ἡ προσευχή καί ἀκόμη μεγαλύτερη πνευματική ἐπιστήμη εἶναι ἡ γνώση τῶν διαφόρων τρόπων τῆς προσευχῆς, ἰδιαιτέρως ὅταν ἡ προσευχή γίνε­ται μέ ἀνίδεο καί ἀνείδεο τρόπο, δηλαδή χωρίς κάποια ἰδέα καί χωρίς κάποιο εἶδος, καί αὐτή ἡ προσευχή γίνεται ὅταν ὁ νοῦς ἑνώνεται μέ τήν καρδιά μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.

6. «Τό ἄκτιστο Φῶς καί οἱ τρόποι θεωρίας του»

.                                             Τό ἄκτιστο Φῶς εἶναι ἡ «θεία ἐνέργεια» «εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τῆς Θεό­τητας».
.                                             Τό ἄκτιστο Φῶς εἶναι «τελείως διαφορετικό ἀπό τό φυσικό φῶς», εἶναι ἡ θέα τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν θεόπτη μέσα στό Φῶς, καί στήν κατάστααη αὐτή «ἐπικρατεῖ προπαντός ἡ αἴσθηση τοῦ ζῶντος Θεοῦ πού ἀπορροφᾶ ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο». Δέν εἶναι αἴσθηση λογική, ἀλλά «αἴσθηση νοερή», «αἴσθηση μέ δύναμη ἐξου­σια­στική, πού ἀρπάζει τόν ἄνθρωπο σέ ἄλλον κόσμο, ὅμως τόσο γαλήνια, πού αὐτός δέν ἀντιλαμβάνεται τή στιγμή πού τοῦ συνέβη αὐτό καί δέν γνωρίζει ἄν ὁ ἴδιος βρίσκεται στό σῶμα ἤ ἐκτός τοῦ σώματος». Τότε ἀποκτᾶ «συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ του», ἀλλά «συγχρόνως λησμονεῖ τόν ἑαυτό του καί τόν κόσμο πλημμυ­ρισμένος ἀπό τή γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Βλέπει μέ τό πνεῦμα του τόν Ἀόρατο, Τόν ἀναπνέει καί βρίσκεται ὅλος ἐν Αὐτῷ».
.                                             Ἡ ὅραση τοῦ Θεοῦ γίνεται «ἔσωθεν» διά τῆς θεώσεως, γιατί τότε «ὁ ἄνθρωπος μένει στό φῶς καί ἐξομοιώνεται μέ τό φῶς πού βλέπει», «δέν βλέπει καί δέν αἰσθάνεται οὔτε τήν δική του ὑλικότητα οὔτε τήν ὑλικότητα τοῦ κόσμου». Ὁ Θεόπτης «δέν γνωρίζει οὔτε χῶρο οὔτε χρόνο οὔτε γέννηση οὔτε θάνατο οὔτε φῦλο οὔτε ἡλικία οὔτε κοινωνική ἤ ἱεραρχική θέση οὔτε ἄλλες συνθῆκες καί σχέσεις αὐτοῦ τοῦ κόσμου». «Τό Θεῖο Φῶς θεωρεῖται ἀνεξάρτητα ἀπό συνθῆκες, καί στό σκοτάδι τῆς νύχτας καί στό φῶς τῆς ἡμέρας». Μερικές φορές ἡ ὅραση τοῦ θείου Φωτός γίνεται μέ τέτοιο τρόπο «ὥστε νά διατηρεῖται ἡ ἀντίληψη καί τοῦ σώματος καί τοῦ γύρω κόσμου». Τότε ὁ ἄνθρωπος «μπορεῖ νά μένει μέ τά μάτια ἀνοικτά καί συγχρόνως νά βλέπει δύο φῶτα, καί τό φυσικό καί τό Θεῖο Φῶς».
.                                             Τό φυσικό φῶς τοῦ ἡλίου ἤ τοῦ ἡλεκτρισμοῦ «προκαλεῖ τή γνωστή διέγερση τοῦ ὀπτικοῦ νεύρου, πού στήν συνέχεια μετα­βαίνει στήν ψυχολογική διαδικασία τῆς ὁράσεως», ἐνῶ «τό Θεῖο Φῶς εἶναι διαφορετικό κατά τή φύση του, εἶναι φῶς νοερό, φῶς πνευματικό, φῶς ἀγάπης, φῶς ζωῆς».
.                                             Ὁ χαρακτηρισμός τοῦ φωτός μπορεῖ νά δοθῆ καί σέ ἄλλες καταστάσεις, ὅπως, γιά παράδειγμα, «καί ἡ πίστη φῶς εἶναι, ἀλλά ἀνεπαρκές. Καί ἡ ἐλπίδα φῶς, ἀλλά ἀκόμη ἀτελές. Καί ἡ ἀγάπη φῶς, ἀλλά πλέον τέλειο». «Τό ἄκτιστο φῶς φέρει μέσα του τήν αἰώνια ζωή καί τήν πνοή τῆς Θείας ἀγάπης, μᾶλλον τό ἴδιο εἶναι καί ἡ αἰώνια ζωή καί ἡ Θεία ἀγάπη».
.                                             Ὑπάρχει καί ὁ λεγόμενος «γνόφος τῆς ἀπεκδύσεως» «ὅταν ἡ ψυχή τοῦ ἀσκητῆ βυθίζεται ἐσωτερικά», ὅταν «μέ τήν χρήση εἰδικῶν μεθόδων ἀπεκδύεται ἀπό κάθε παράσταση καί φαντασία τῶν ὁρατῶν πραγμάτων καί τῶν λοιπῶν συλλογισμῶν καί ἐν­νοιῶν, ὅταν “καθηλώνει” τό νοῦ καί τήν φαντασία». Σέ αὐτόν τόν «γνόφο τῆς ἀπεκδύσεως δέν βρίσκεται ἀκόμη ὁ Θεός. Ὁ Θεός ἐμφανίζεται ἐν τῷ Φωτί καί ὡς Φῶς καί εἰσάγει τόν ἄνθρωπο στό ἄδυτο Φῶς τῆς Θείας ὑπάρξεως» καί τότε καί τό σῶμα του ἀποκτᾶ χάρη μάρτυρος.

.                                             Ἡ διάκριση μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου Φωτός, εἶναι τό χα­­ρα­κτηριστικό γνώρισμα τῆς ἐμπειρικῆς θεολογίας, πού γίνεται ἀπό ἐκεῖνον πού ἀπέκτησε πείρα τῆς θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Φω­τός.

7. «Πνευματικές δοκιμασίες»

.                                             Ὅταν ὁ ἀσκητής δῆ τόν Θεό μέσα στό Φῶς, τότε βιώνει τό προ­σωπικό του Πάσχα, καί τήν προσωπική του Πεντηκοστή. Ἐπειδή, ὅμως, δέν μπορεῖ νά παραμείνη μόνιμα σέ αὐτήν τήν κατά­­σταση, δέχεται μιά «πνευματική δοκιμασία» ἀπό τήν λεγό­μενη «ἄρση τῆς Χάριτος», πράγμα πού τοῦ προκαλεῖ ἰδιαίτερο πόνο. Αὐτή ἡ ἄρση τῆς θείας Χάριτος «διαρκεῖ πολλά χρόνια». Τότε «ὁ Θεός μπορεῖ νά φανεῖ στήν ψυχή ἀνίλεως».
.                                             Τότε ὁ ἄνθρωπος «σάν τό πιό ἀνυπεράσπιστο ὄν αἰωρεῖται ἐπάνω ἀπό τή φοβερή ἄβυσσο καί ἐπικαλεῖται τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀλλά κανένας στε­ναγμός δέν εἰσακούεται. Ὁ Θεός φαίνεται σάν νά μήν ἐνδιαφέρεται καθόλου γιά τό πάθος του». Ὁ ἄνθρωπος «βυθίζεται στήν σκιά τοῦ θανάτου ὄχι φανταστικά, ἀλλά πραγματικά καί ὑποφέρει φρικτά, γιατί δέν βρίσκει κοντά του τόν Θεό, τόν Ὁποῖο ἐπικαλεῖται ἡμέρα καί νύχτα».
.                                             Σέ αὐτήν τήν ἐγκατάλειψη τοῦ ἀσκητοῦ ἀπό τόν Θεό «ἡ ψυχή κατεβαίνει στόν ἅδη, ὄχι ὅπως ἐκεῖνοι πού δέν γνώρισαν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ὅσοι δέν ἔχουν μέσα τους τό φῶς τῆς ἀληθινῆς Θεογνωσίας καί συνεπῶς εἶναι τυφλοί. Ὄχι. Ἡ ψυχή κατεβαίνει ἐκεῖ ἱκανή νά κατανοήσει τό βαθύ σκοτάδι πού ἀντικρύζει».
.                                             Αὐτή ἡ κατάσταση γεννᾶ στόν ἄνθρωπο μεγάλη μετάνοια «ἀπευθύνεται πρός τόν Θεό μέ μεγάλο θρῆνο, μέ ὅλη τήν δύναμή του, μέ ὅλο τό εἶναι του καί ἔτσι μαθαίνει τήν προσευχή πού τόν ἀποσπᾶ ἀπό τόν κόσμο αὐτόν σέ ἕναν ἄλλο κόσμο, ὅπου ἀκούει ρήματα ἄρρητα γιά ἀνθρώπινη γλώσσα».
.                                             Αὐτές οἱ δοκιμασίες εἶναι ἄλλης καταστάσεως ἀπό τίς συνη­θισμένες δοκιμασίες πού αἰσθάνεται κανείς στόν ἀγώνα του ἐναν­τίον τῶν παθῶν, τῶν λογισμῶν καί τῆς φαντασίας. Εἶναι δοκιμα­σίες ἀπό τήν ἄρση τῆς θείας Χάριτος. «Καί ὅταν ἡ ψυχή περάσει ἀπό ὅλες αὐτές τίς βαρεῖς δοκιμασίες, διαβλέπει μέσα της ὅτι δέν ὑπάρχει στό κόσμο τόπος, πόνος, χαρά, δύναμη ἤ κτίσμα, πού θά μποροῦν νά τήν χωρίσουν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καί τό σκοτάδι ἀδυνατεῖ πιά νά καταβροχθίσει τό φῶς τῆς νέας ζωῆς πού ἔχει μέσα της».
.                                             Ὁ Θεός ἐπανέρχεται καί δίνει στόν ἄνθρωπο τήν αἴσθηση τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἔτσι, τήν πρώτη ὅραση τοῦ Θεοῦ ἀκολουθεῖ ἡ ἄρση τῆς Χάριτος καί στήν συνέχεια ἐπανέρχεται ὁ Θεός καί δίνει στόν ἄνθρωπο τήν ἀδιατάρακτη αἴσθηση τῆς παρουσίας Του.
.                                             Στόν ἅγιο Σιλουανό σέ τέτοιες καταστάσεις ἄρσεως τῆς θείας Χάριτος, τοῦ ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν Θεό τό: «Κράτα τόν νοῦ σου στόν ἅδη καί μή ἀπελπίζεσαι». Κατά τόν ἅγιο Σωφρόνιο ἐκείνη τήν νύκτα πού τοῦ ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν Θεό αὐτή ἡ ἀλήθεια, στήν πραγματικότητα τοῦ ἀποκαλύφθηκε «τό μυστήριο τῆς πτώσεως καί τῆς λυτρώσεως καί ὅλη ἡ πνευματική πορεία τοῦ ἀνθρώπου».
.                                             Ὁ ἅγιος Σιλουανός στήν περίοδο τῆς ἄρσεως τῆς θείας Χά­ριτος γνώρισε τόν ἅδη, τό βαθύ σκοτάδι του, «γνώρισε πραγ­ματικά τήν κατάσταση τῶν βασάνων τοῦ ἅδη», ἀλλά συγχρόνως τοῦ ἀποκαλύφθηκε τό νά μήν ἀπελπίζεται. Ἔτσι, ἔκτοτε κρατοῦσε τόν νοῦ του στόν ἅδη, ἔχοντας ἐλπίδα στόν Θεό καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐκδίωκε κάθε πειρασμική κατά­σταση.
.                                             Μέ τόν τρόπο αὐτόν «μποροῦσε μέ μιά ὁρισμένη κίνηση τοῦ πνεύματός του» νά ἐπαναφέρη μέσα του «τό πραγματικό βίωμα τῶν κολάσεων τοῦ ἅδη», «ἄλλοτε σέ μεγαλύτερο καί ἄλλο­τε σέ μικρότερο βαθμό». «Καί ὅταν τό πῦρ τῶν κολάσεων τοῦ ἅδη προκαλοῦσε τήν ἐπιδιωκόμενη ἐνέργεια, δηλαδή φόνευε τόν ἐμπαθῆ λογισμό, τότε ἀντέτασσε στήν παμφάγο ἐνέργειά του τή σωτήρια ἐνέργεια τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία ἐπίσης γνώρισε καί ἔφερε μέσα του». «Λίγοι μόνο μποροῦν νά ἀκολουθοῦν τόν τρόπο αὐτόν τῆς ἀσκήσεως».
.                                             Ἡ περιγραφή τῶν πνευματικῶν δοκιμασιῶν τοῦ Θεόπτου ἀσκητή μετά τήν ὅραση τοῦ ἀκτίστου Φωτός δείχνει ἕναν θεο­λόγο μεγάλου μεγέθους πού εἶναι δύσκολο νά βρεθοῦν μέτρα προσμετρήσεως τῆς πνευματικῆς αὐτῆς ἐμπει­ρίας καί τῆς ὁρά­σεως τοῦ Φωτός καί τῆς βιώσεως τοῦ ἅδου.

8. « Ἡ Χάρη καί ἡ δογματική συνείδηση»

.                                             Ὁ ἀσκητής μετά ἀπό μεγάλο ἀγώνα κατά τῶν παθῶν, ἀλλά καί ἀπό τίς ἐλεύσεις καί τίς ἀποκρύψεις τῆς θείας Χάριτος ἀποκτᾶ τήν λεγόμενη «δογματική συνείδηση». Ὅπως εἶναι κατανοητό ἀπό τά προηγούμενα ἡ «δογματική συνείδηση» δέν εἶναι μιά διανοητική γνώση τῶν δογμάτων τῆς πίστεως, ἀλλά μιά ἐσω­τερική πνευματική ἐμπει­ρία, πού προσφέρει ὁ Θεός στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.
.                                             Ὁ ὀρθόδοξος μοναχός αἰσθάνεται ὅτι ἡ θεία Χάρη ἀπό πλευρᾶς θεολογικῆς εἶναι «ἡ ἀγαθή δωρεά ἤ χάρισμα τῆς Θείας ἀγαθότητος», εἶναι «ἡ ἄκτιστη ὑπερκόσμια ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ὡς ἄκτιστη εἶναι “Θεότητα”». «Ὅταν ἡ Θεό­τητα εὐδοκήσει νά συνενωθεῖ μέ τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, τότε ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται μέσα του τήν παρουσία τῆς Θείας δυνά­μεως, πού τόν μεταμορφώνει, τόν κάνει θεοειδῆ ὄχι μόνον δυνά­μει, “κατ’ εἰκόνα”, ἀλλά καί ἐνεργείᾳ, “καθ’ ὁμοίωσιν”».
.                                             Ἡ ἀφομοίωση τῆς θείας Χάριτος, ὕστερα ἀπό πολλές ἐπι­σκέψεις καί ὁράσεις της, προσφέρει μιά «μορφή πνευματικῆς γνώσεως» καί αὐτό χαρακτηρίζεται ὡς «δογματική συνείδηση». Αὐτή ἡ «δογματική συνείδηση» «εἶναι καταστάλαγμα μακροχρόνιας πείρας τῆς Χάριτος καί ὄχι μιά διανοητική ἐργα­σία», εἶναι ἡ πνευματική γνώση πού συνδέεται μέ τήν «γνήσια ἐν τῷ Θεῷ ζωή» πού εἶναι δυνατή μόνο «ὅταν ἐνοικήσει ὁ Θεός μέσα μας».
.                                             Ἔτσι, καταλαβαίνουμε γιά τό ποιά εἶναι ἡ οὐσιώδης διαφορά μετα­ξύ στοχαστοῦ καί θεολόγου, μεταξύ φιλοσοφοῦντος αἱρε­τι­κοῦ καί ἐμπειρικοῦ θεολόγου Πατρός, μεταξύ «στοχαστικῆς ἀνα­λογίας» καί ἡσυχαστικῆς χαρι­σματικῆς θεολογίας, ἀλλά κατα­λα­βαίνουμε καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο θεολόγησαν καί θεο­λογοῦν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στίς Οἰκουμενικές Συνό­δους. Χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ἡ «δογμα­τική συνείδηση».

9. «Ἡ διορατικότητα καί τά εἴδη της»

.                                             Ὁ ἀσκητής στήν πορεία τῆς πνευματικῆς του ζωῆς ἀποκτᾶ τό χάρισμα τῆς διορατικότητας πού ἔρχεται ἀπό τόν ἀγώνα του ἐναντίον τῶν λογισμῶν, τῆς φαντασίας καί τῶν παθῶν, ἀπό τήν ἐπήρεια τῶν δαιμόνων, ἀλλά καί ἀπό τήν ἔλευση τῆς θείας Χάριτος. Ἔτσι, «ὁ ἀσκητής συναντᾶται μέ τρία εἴδη διορατικό­τητας».
.                                             Τό πρῶτο εἶδος «εἶναι ἡ φυσική σέ ὁρισμένους ἀνθρώπους διαίσθηση, πού ἐκλεπτύνεται μέ τήν ἀσκητική ζωή». Αὐτό  μπο­ρεῖ νά φανῆ ὠφέλιμο γιά τόν  εὐσεβῆ καί ταπεινό ἄνθρωπο, ἀλλά βλάπτει τόν ὑπερήφανο καί ἐμπαθῆ ἄνθρωπο, γιατί τοῦ δίνει ἀφορμές γιά νά ἀναπτυχθοῦν τά πάθη. Τό δεύτερο εἶδος διορα­τικότητας «προέρχεται ἀπό δαιμονική ἐνέργεια» καί εἶναι ἐπι­κίνδυνο γιά ὅσους τό δέχονται, «γιατί ἀργά ἤ γρήγορα ὁδηγεῖ στήν ἀλγεινή διατάραξη ὅλων τῶν ψυχικῶν καί πνευματικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου, παραμορφώνοντας φοβερά ἀκόμη καί τήν ἐξωτερική του ὄψη». Τό τρίτο εἶδος διορατικότητας εἶναι «δωρεά τῆς χάριτος» πού δέν δίνεται στόν ὑπερήφανο, ἀλλά αὐτό «συνδέεται μέ πολύ μεγάλη εὐθύνη καί εἶναι πηγή πολλῶν πνευ­ματικῶν θλίψεων γιά ὅποιον τό ἀξιώθηκε».
.                                             Καί τά τρία αὐτά εἴδη διορατικότητας «εἶναι αἰτία βασάνων» καί προκαλοῦν πόνο γιά διαφορετική αἰτία τό καθένα ἀπό αὐτά. Στό πρῶτο, δηλαδή «στή φυσική διαίσθηση» «ὁ πόνος ἐμφα­νίζεται ὡς ἀποτέλεσμα τῆς μεγάλης λεπτότητας καί εὐαι­σθησίας τοῦ νευροψυχικοῦ συστήματος». Στό δεύτερο, «ὁ πόνος εἶναι συνακόλουθο τοῦ ἐν γένει καταστρεπτικοῦ χαρα­κτῆρα τῶν δαι­μονικῶν ἐνεργειῶν», πού φανερώνεται ὅταν περάσει πολύς χρόνος. Στό τρίτο, πού εἶναι «ἡ χαρισματική πνευματική διορατικότητα» εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ μέ τό ὁποῖο ἀποκα­λύπτονται τά βάθη τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, «δέν ἔχει καθόλου ψυχοπαθολικό χαρακτῆρα» καί «ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ εἶναι γεμάτη ἀγάπη καί βλέπει ὡς ἐπί τό πλεῖστον τήν ἀμορφία καί τήν ἀδοξία τοῦ ἀνθρώπου καί πονᾶ καί θλίβεται γι’ αὐτόν. Εἶναι πά­θος ἀγάπης». Ὅσοι ἔχουν αὐτό τό χάρισμα «δέν ἐπιδιώκουν ποτέ νά τό διατηρήσουν».
.                                             Αὐτό δείχνει τήν μεγάλη δωρεά τῆς ὑπάρξεως πνευματικῶν Πατέρων, ὑψηλῶν πνευματικῶν προδιαγραφῶν, ὅπως τούς καταρ­τίζει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι καθοδηγοῦν ἁπλανῶς τά πνευματικά τους παιδιά μέσα ἀπό ποικίλες πονηρές καταστάσεις  στήν θέωση καί «τήν ἄνω λαμπροφορία».

10. «Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς γιά ὅλο τόν κόσμο» καί «ἡ ἀγάπη γιά τούς ἐχθρούς».

.                                             Συνέπεια καί συνέχεια ὅλων τῶν ἀνωτέρω ὁ ἀσκητής πού πέρασε ἀπό αὐτές τίς καταστάσεις προσεύχεται γιά ὅλο τόν κόσμο. Βιώνοντας τήν «χριστοειδῆ ἀγάπη», μετέχοντας τῆς αἰωνιότητος στήν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἀλλά καί περνώ­ντας μέσα ἀπό τίς δοκιμασίες, καί μάλιστα τόν χαρισματικό πόνο τοῦ ἅδου, κατά φυσική συνέπεια ἀρχίζει νά προσεύχεται γιά ὅλον τόν κόσμο, κατά τό πρότυπο τοῦ Χριστοῦ.
.                                             Συνήθως «ἡ προσευχή γιά ὅλο τόν κόσμο, γιά ὅλο τόν Ἀδάμ, ὁδηγεῖ πολλές φορές στήν ἀπομάκρυνση ἀπό τήν εἰδική ὑπηρεσία πρός τούς ἀνθρώπους», γιατί ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτήν τήν κατάσταση δέν μπορεῖ νά συμβιβάση τήν προσευχή αὐτή μέ τήν ποιμαντική δράση στόν κόσμο, ὁπότε ἀποσύρεται στήν ἔρημο καί προσεύχεται μέρα καί νύκτα στόν Θεό γιά τούς ἀνθρώπους, ζῶν­τες καί κεκοιμημένους, γιά ὅλο τόν Ἀδάμ. Τό «νά προσεύχεσαι γιά τούς ἀνθρώπους σημαίνει νά χύνεις αἷμα».
.                                             Μιά τέτοια προσευχή τόν ὁδηγεῖ καί στήν ἀγάπη γιά τούς ἐχθρούς, γιατί αὐτή ἡ ἀγάπη εἶναι «τό κριτήριο τῆς γνήσιας κοινωνίας μέ τόν Θεό, τό γνώ­ρισμα τῆς ἐνεργείας τῆς χάριτος». Ἔτσι, ὁ ἡσυχαστής συμμετέχει στό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀνα­στάσεως τοῦ Χριστοῦ.
.                                             Αὐτό δείχνει «τήν ὁδό τῆς Ἐκκλησίας». Ὁ ἅγιος Σιλουανός ἔλεγε ὅτι «στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μᾶς δόθηκε ἡ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ἐπίγνωση τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ καί (Αὐτή)  εἶναι ἰσχυρή μέ τήν ἅγια σκέψη καί τήν ὑπομονή της». Καί ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἐπισημαίνει ὅτι «τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ πού γνωρίζει ἡ Ἐκκλησία ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ» πού θέλει «νά σωθοῦν οἱ πάντες». «Καί ἡ ὁδός πού πορεύεται ἡ Ἐκκλησία, γιά νά πετύχει τόν ἅγιο σκοπό Της, εἶναι ἡ ὑπομονή, δηλαδή ἡ θυσία».
.                                             Ἡ Ἐκκλησία κηρύσσει αὐτήν τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ «καί καλεῖ ὅλους στό πλήρωμα τῆς θείας ζωῆς, ἀλλά οἱ ἄνθρωποι δέν ἐννοοῦν τήν κλήση αὐτή καί τήν ἀπορρίπτουν». Ἔτσι, «ἡ Ἐκκλη­σία στέκεται στή μέση ὅλων τῶν ἐχθρικῶν δυνάμεων». Ἡ ὀργή πού ἔχουν οἱ ἄνθρωποι μέσα τους «ξεσπᾶ ἐναντίον της». «Καί ἡ Ἐκκλησία πού πραγματοποιεῖ τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς, δηλαδή τῆς σωτηρίας ὅλου τοῦ κόσμου, δέχεται συνειδητά ἐπάνω της τό βάρος τῆς γενικῆς ὀργῆς, ὅπως καί ὁ Χριστός σήκωσε ἐπάνω Του τίς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου». Ἔτσι, «καί ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀναπόφευκτα θά διωχθεῖ καί θά ὑποστῆ τό μαρτύριο». Αὐτό θά γίνη καί μέ τά πραγματικά παιδιά τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι οἱ ἅγιοι.
.                                             Πρέπει νά περάση κανείς ὅλες τίς προηγούμενες χαρισμα­τικές βαθμίδες τῆς πνευματικῆς ζωῆς, γιά νά ἀποκτήση αὐτήν τήν καθαρή καί χαρισματική ἀγάπη γιά ὅλο τόν κόσμο καί πρός τούς ἐχθρούς, πράγμα πού δείχνει τό ἀποκορύφωμα τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἑνός μεγάλου ἐμπειρικοῦ θεολόγου καί Πατρός τῆς Ἐκκλη­σίας.
.                                             Τά δέκα αὐτά σημεῖα πού ἀνεφέρθησαν προηγουμένως, καί γιά τήν ἀνάλυσή τους χρησιμοποιήθηκαν τά ἴδια τά λόγια τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, δείχνουν τήν πορεία τοῦ ἀληθινοῦ ἀσκητοῦ καί ἡσυχαστοῦ, ἀλλά καί τοῦ ἀληθινοῦ Χριστιανοῦ μέ μετριώτερη μορφή καί ἀνάλογη προσαρμογή πρός τήν σωτηρία του. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὡς ἐνέργεια  εἰσέρχεται μέσα του καί ἀρχίζει νά ἐνεργῆ τό μυστήριο τῆς σωτηρίας, ἐνεργοποιεῖται τό κατ’ εἰκόνα πού εἶναι μέσα του καί στήν συνέχεια ἀνεβαίνει τίς βαθμίδες τοῦ πνευματικοῦ οὐρανίου θυσιαστηρίου.
.                                             Αὐτό σημαίνει ὅτι μέ τήν ἐνέργεια τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ πού ἀπο­καλύπτεται στήν καρδιά, ὁ ἀσκητής καί ὁ Χριστιανός ἀνέρχεται τίς βαθμίδες τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἤτοι: μέ τήν νήψη σταματᾶ τήν ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ· ἀγω­νίζεται ἐναντίον τῶν παθῶν, καί ἐναντίον τῆς φαντασίας· ἀσκεῖ τήν νοερά ἡσυχία καί τήν καθαρά προσευχή· ἄν ὁ Θεός θελήση ἀνέρχεται στήν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός· περνᾶ μέσα ἀπό τίς δοκιμασίες τῆς μειώσεως αὐτῆς τῆς μεγάλης θεοπτικῆς Χάριτος· ἀποκτᾶ τήν δογματική συνείδηση· μέ τό χάρισμα τῆς διορατι­κότητας ξεχωρίζει τό κτιστό ἀπό τό ἄκτιστο, τό θεϊκό ἀπό τό δαιμονικό· καί στό τέλος προσεύχεται γιά ὅλο τόν κόσμο καί ἀγαπᾶ καί αὐτούς τούς ἐχθρούς του.
.                                             Αὐτή εἶναι «ἡ ὁδός τῆς Ἐκκλησίας», ἡ ὁδός τῆς ἁγιότητος, αὐτές εἶναι οἱ βαθμίδες πού ἀνεβαίνουν οἱ ἅγιοι. Καί βεβαίως αὐτές τίς βαθμίδες ἀνῆλθε προηγουμένως ὁ ἅγιος Σιλουανός καί στήν συνέχεια ὁ ἅγιος Σωφρόνιος. Ἔτσι, ὅσα ἀναφέρθησαν προη­γουμένως εἶναι ἀφ’ ἑνός μέν μιά θεολογική ἀνάλυση τῶν γραπτῶν τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δέ καί μιά αὐτο­βιογραφία τοῦ ἰδίου τοῦ ἁγίου Σωφρονίου.
.                                             Ὅλοι οἱ ἅγιοι ἔτσι ἔζησαν τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σαρακοστή, αὐτήν τήν ἔνδοξη πορεία πρός τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί στήν συνέχεια πρός τήν Πεντηκοστή.

, , ,

Σχολιάστε

ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΑΥΣΑΪΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ἀρξάμενος τοίνυν τῶν διηγήσεων οὐ τοὺς ἐν ταῖς πόλεσιν οὔτε τοὺς ἐν ταῖς κώμαις ἢ ἐρημίαις σοι καταλείψω ἀγνώστους τῷ λόγῳ. Οὐ γὰρ ὁ τόπος ἐστὶν ὁ ζητούμενος ἔνθα κατῴκησαν οὗτοι, ἀλλ᾿ ὁ τρόπος τῆς προαιρέσεως.

Περὶ Ἰσιδώρου

.                        Πρώτως πατήσας τὴν Ἀλεξανδρέων πόλιν ἐν τῇ δευτέρᾳ ὑπατείᾳ Θεοδοσίου τοῦ μεγάλου βασιλέως, ὃς νῦν ἐν ἀγγέλοις ὑπάρχει διὰ τὴν αὐτοῦ πίστιν εἰς τὸν Χριστόν, περιέτυχον ἐν τῇ πόλει ἀνδρὶ θαυμασίῳ παντόθεν κεκοσμημένῳ ἔν τε ἤθει καὶ γνώσει, Ἰσιδώρῳ πρεσβυτέρῳ ξενοδόχῳ ὄντι τῆς Ἀλεξανδρέων ἐκκλησίας· ὃς τὰ μὲν πρῶτα τῆς νεότητος ἆθλα ἐλέγετο ἠνυκέναι ἐν τῇ ἐρήμῳ· οὗ καὶ τὴν κέλλαν ἐθεασάμην ἐν τῷ ὄρει τῷ τῆς Νιτρίας. Κατέλαβον δὲ τοῦτον ἐτῶν ἑβδομήκοντα γέροντα, ὃς ἐπιζήσας πεντεκαίδεκα ἔτη ἄλλα τελευτᾷ ἐν εἰρήνῃ. Οὗτος μέχρις αὐτῆς τῆς τελευτῆς οὐκ ὀθόνην ἐφόρεσεν ἐκτὸς φακιολίου, οὐ λουτροῦ ἥψατο, οὐ κρεῶν μετέλαβεν· ὃς ἔσχε τοιοῦτον τὸ σωμάτιον ὑπὸ τῆς χάριτος συγκροτούμενον, ὡς προσδοκῆσαι πάντας τοὺς ἀγνοοῦντας αὐτοῦ τὴν δίαιταν ὅτι ἐν τρυφῇ διάγει. Τούτου τὰς ἀρετὰς τῆς ψυχῆς ἐὰν θέλω διηγήσασθαι κατὰ μέρος ἐπιλείψει μοι ὁ χρόνος· ὃς τοσοῦτον ἦν φιλάνθρωπος καὶ εἰρηνικός, ὡς καὶ αὐτοὺς τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ τοὺς ἀπίστους αἰδεῖσθαι αὐτοῦ τὴν σκιὰν διὰ τὸ λίαν χρηστόν. Τοσαύτην δὲ ἔσχε γνῶσιν τῶν ἁγίων γραφῶν καὶ τῶν θείων δογμάτων, ὡς καὶ παρ᾿ αὐτὰ τὰ συμπόσια τῶν ἀδελφῶν ἐξίστασθαι τὴν διάνοιαν καὶ ἐνεάζειν· καὶ παρακαλούμενος διηγήσασθαι τὰ τῆς ἐκστάσεως, ἔλεγεν ὅτι «Ἀπεδήμησα τῇ διανοίᾳ, ἁρπαγεὶς ὑπὸ θεωρίας τινός». Ἔγνων κἀγὼ τοῦτον πολλάκις δακρύσαντα ἐπὶ τραπέζης, καὶ τὴν αἰτίαν πυθόμενος τῶν δακρύων ἤκουσα αὐτοῦ λέγοντος ὅτι «Αἰδοῦμαι μεταλαμβάνων ἀλόγου τροφῆς, λογικὸς ὑπάρχων καὶ ὀφείλων ἐν παραδείσῳ τρυφῆς διάγειν διὰ τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν παρὰ τοῦ Χριστοῦ ἐξουσίαν». Οὗτος γνώριμος ὢν τῇ κατὰ Ῥώμην συγκλήτῳ πάσῃ ταῖς τε γυναιξὶ τῶν μεγιστάνων, ὁπηνίκα σὺν Ἀθανασίῳ τῷ ἐπισκόπῳ ἀπεληλύθει τὸ πρῶτον, ἔπειπα σὺν Δημητρίῳ τῷ ἐπισκόπῳ, καὶ περισσεύων πλούτῳ καὶ ἀφθονίᾳ χρειῶν, οὐ διαθήκην ἔγραψε τελευτῶν, οὐ νόμισμα καταλέλοιπεν, οὐ πρᾶγμα ταῖς ἰδίαις αὐτοῦ ἀδελφαῖς παρθένοις οὔσαις· ἀλλὰ παρέθετο αὐτὰς τῷ Χριστῷ λέγων· «Ὁ κτίσας ὑμᾶς οἰκονομήσει ὑμῶν τὴν ζωήν, ὡς κἀμέ». Ἦν δὲ σὺν ταῖς ἀδελφαῖς αὐτοῦ σύστημα παρθένων ἑβδομήκοντα. Οὗτος φοιτήσαντί μοι νέῳ ὄντι πρὸς αὐτὸν καὶ παρακαλοῦντι στοιχειωθῆναι ἐν τῷ μονήρει βίῳ, σφριγώσης ἔτι τῆς ἡλικίας καὶ λόγου μὴ δεομένης ἀλλὰ πόνων τῶν κατὰ σάρκα, ὡς καλὸς πωλοδάμνης ἐξήγαγέ με ἔξω τῆς πόλεως εἰς τὰ λεγόμενα ἐρημικὰ ἀπὸ σημείων πέντε.

, ,

Σχολιάστε

ΠΡΩΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ στὴν ΚΑΣΤΟΡΙΑ (Χαρ. Μπούσιας)

Πρόσφατα πρωτοχριστιανικὰ χρόνια στὴν Καστοριά
Στὸ 40νθήμερο μνημόσυνο τοῦ Ἐπισκόπου Σεραφείμ

γράφει
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                   Μποροῦμε στὰ χρόνια μας νὰ ζήσουμε ὅπως οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ τῶν Ἱεροσολύμων; Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἀπάντησε πρόσφατα καὶ μάλιστα ἔμπράκτα ὁ ἀοίδιμος Μητροπολίτης Καστοριᾶς, ὁ πολύκλαυστος κυρὸς Σεραφείμ· ὁ φιλάγιος Ἱεράρχης, ποὺ ἔζησε τὴν ζωὴ τῶν ἀποστολικῶν χρόνων καὶ μᾶς ἔδωσε τὴν ἀπάντηση. Ναί, μποροῦμε, ἅμα ἀγαποῦμε πραγματικὰ τὸν Χριστό μας καὶ ἔχουμε φιλαγιότητα. Ὅταν προσπαθοῦμε νὰ ὁμοιάσουμε μὲ τοὺς Ἁγίους μας, ὅταν ἡ ζωή μας εἶναι χριστοκεντρική, ὅταν ἔχουμε ἐγκαταστήσει μόνιμο ἔνοικο τῆς καρδιᾶς μας τὸν εὐεργέτη καὶ λυτρωτή μας, τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ.
.                 Ὅταν ὁ Χριστὸς εἶναι μόνιμα ἐγκαταστημένος στὴν καρδιά μας, τότε μᾶς πλημμυρίζει μὲ τὴν πλούσια τὴ χάρη Του καὶ μᾶς ἀξιώνει νὰ ζοῦμε καθαρὴ Χριστιανικὴ ζωή, νὰ γινόμαστε παραδείγματα πρὸς μίμηση, νὰ εἴμαστε «τὸ φῶς τοῦ κόσμου» [1] καὶ νὰ φαινόμαστε ὡς «πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη»[2]. Μᾶς ἀξιώνει νὰ μὴν ἀρκούμασε μόνο  στὶς θρησκευτικές μας ὑποχρεώσεις, στὴν εὔκολη ἱκανοποίησή μας ἀπὸ τὴν ἐπιφανειακὴ πνευματικὴ ζωή, ἀλλὰ νὰ διεισδύσουμε στὸ Μυστήριο τῆς ἀνακαινίσεως, κατὰ τὸ ὁποῖο ἀποτασσόμεθα τὸν διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του καὶ συντασσόμεθα μαζὶ μὲ τὸν Χριστό μας. Μᾶς ἀξιώνει νὰ ζοῦμε ἢ τουλάχιστον νὰ προσπαθοῦμε τὴν προσωπική μας ὑπέρβαση, γιὰ νὰ λειτουργήσουν οἱ πνευματικές μας αἰσθήσεις, ποὺ θὰ γεμίσουν τὶς ψυχές μας μὲ τὴν θεία παρουσία Του. Ἔτσι, αὐτὲς καθαρίζονται, καὶ δεχόμενες τὴν Θεία Χάρη ποὺ ἡ παρουσία Του ἐκπέμπει, πληροῦνται ἀπὸ εὐλογία καὶ φῶς, ἀπὸ τὸ Αὐτοφῶς, τὸ ἀΐδιο Φῶς τῆς ζωῆς.
.                 Ἡ ζωὴ καὶ ἡ ποιμαντικὴ δράση τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Σεραφεὶμ στὴν Καστοριὰ μᾶς θυμίζει τὰ λόγια τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων γιὰ τὴν  ζωὴ καὶ τὴν δράση τῶν πρώτων Χριστιανῶν, ποὺ ζοῦσαν ἔντονα τὴν ἐν Χριστῷ ζωή, ὅπως τὴν ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: «Εἶχον ἅπαντα κοινά»[3], σὰν μέλη μιᾶς οἰκογενείας. Καὶ «ἦσαν ὁμοθυμαδόν»[4] δηλαδὴ ζοῦσαν, θὰ λέγαμε σήμερα, κοινοβιακά, μὲ πλούσια  αἰσθήματα ἀγάπης, προσανατολισμένα ὁλοκάρδια στὴν ἐπικοινωνία, «ἐν ἀγαλλιάσει καὶ ἀφελότητι καρδίας»[5], δηλαδὴ μὲ ἁπλότητα, χωρὶς νὰ περνᾶ ἀπὸ τὶς σκέψεις τους δεύτερος πονηρὸς λογισμὸς γιὰ τὰ λεγόμενα τῶν ἄλλων. Ἦσαν ἄδολοι, ἁγνοί, δοσμένοι σὲ αὐτὸ τὸ παραδείσιο βίωμα τῆς εἰλικρίνειας, τῆς ἀθωότητος, τῆς αὐτοπροσφορᾶς. Ζοῦσαν, λοιπόν, μὲ ἁπλότητα, ἀλλὰ καὶ ἦταν «προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν Ἀποστόλων καὶ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς»[6]. Προσκαρτεροῦντες σημαίνει, ὅτι ἔστεκαν μὲ ἐγκαρτέρηση καὶ ἐπιμονή, ἀφοσιωμένοι σὲ τέσσερα πράγματα, τὰ ὁποῖα τοὺς γέμιζαν τὴν ζωὴ καὶ τοὺς ὁδηγοῦσαν κοντὰ στὸ Χριστό μας. Ἔτσι, καὶ ὁ κυρὸς Σεραφεὶμ μὲ τὴν εὐλογημένη καὶ ἁγιόλεκτη συνοδεία του προσκαρτεροῦσαν:

 *Στὴν διδαχὴ τῶν Ἀποστόλων, δηλαδὴ στὴν ἐμβάθυνσή τους στὰ λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀφοῦ «πᾶσα Γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἔλεγχον, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ»[7].

*Στὴν κοινωνία τῶν προσώπων, δηλαδὴ στὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους Χριστιανούς, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ὡς κοινωνικὸ ὂν ἔχει ἀνάγκη πνευματικῆς ἐπικοινωνίας. Ἐπικοινωνίας, ὅμως, πνευματικῆς, ποὺ δὲν σκορπίζει τὸν νοῦ, οὔτε σπαταλᾶ σὲ ἄσκοπα πράγματα τὸν χρόνο τῆς ζωῆς του, γιὰ τὴν χρήση τοῦ ὁποίου γνωρίζει ὅτι θὰ δώσει λόγο στὸν Θεό μας. Ἡ ἐπικοινωνία ἦταν σύμφωνη μὲ τὴ ρήση τοῦ Ὁσίου Γέροντος Ἰωάννου τοῦ Δομβοΐτου «ὠφελοῦ ἢ ὠφέλει ἢ φεῦγε»[8].

*Στὴν κλάση τοῦ ἄρτου, δηλαδὴ στὴν ἱκανοποίηση τῶν τροφικῶν ἀναγκῶν τους. Ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ σύγκειται ἀπὸ σάρκα καὶ πνεῦμα ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ δύο τροφές· πνευματικὴ καὶ σωματική. Γι’ αὐτὸ καὶ πάντοτε στὶς πνευματικὲς συνάξεις ἀπαραίτητη εἶναι ἡ παράθεση πνευματικῆς τράπεζας, γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία, ἀλλὰ καὶ ὑλικῆς πρὸς παράκληση τοῦ σαρκίου. Ἡ ὑλικὴ τράπεζα ποὺ παρατίθεται εἶναι εὐλογημένη, ὅταν στὴν κορυφή της κάθεται πάντοτε ὁ Κύριός μας εὐλογώντας καὶ ἁγιάζοντάς την.

*Καὶ στὴν προσευχή, ἀφοῦ αὐτὴ μᾶς ἑνώνει μὲ τὸ δωρεοδότη μας Χριστό, ἀπὸ τὸν ὁποῖον προέρχεται «πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον»[9].

.                 Ἡ ἐν Χριστῷ αὐτὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων, ὅπως ἐπονομάζονταν οἱ πρῶτοι πιστοὶ τῶν Ἱεροσολύμων, ἀποτελοῦσε τὴν προτύπωση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς τοῦ Ἱεράρχου Καστορίας, ποὺ ἐπιθυμοῦμε νὰ εὑρίσκεται συνεχῶς ἑνωμένος μαζὶ μὲ τὸν Κύριο καὶ νὰ πορεύεται  κατὰ τὸ ἅγιο θέλημά Του. Τὴν ἕνωση αὐτὴ τὴν ἐπιτύγχανε μόνο μέσα στὴν μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολική μας Ἐκκλησία, τὴν ὁποία ὑπηρέτησε ἄοκνα μέχρι τῆς κοιμήσεώς του, καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας καὶ καθοδηγεῖται ἀπὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα. Καὶ εἶναι ἀποδεδειγμένο ὅτι ὅπου ὑπάρχει ζῶσα πίστη ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ ποὺ συντελεῖ στὴν πνευματικὴ πρόοδο ποὺ προάγει τὸν ἄνθρωπο σὲ τέλεια προσωπικότητα καὶ διανοίγει τὰ χείλη του σὲ ἐξύμνηση τῶν κατορθωμάτων τῶν ἀριστέων τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ σταδίου, τῶν Ὀλυμπιονικῶν στοὺς ὑπὲρ τοῦ ἐσταυρωμένου Ἀρνίου ἀγῶνες, ὁ ὁποῖος ἀνὰ τοὺς αἰῶνες ὑπῆρξε σημεῖο ἀμφιλεγόμενο, «Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν» [10].
.              Ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Σεραφεὶμ εἶχε τὴν σφραγίδα τῆς θεοτοκοφιλίας καὶ τῆς φιλαγιότητος ἀνεξίτηλα χαραγμένη στὴν καρδιά του. Βρισκόταν πάντοτε ὑπὸ τὴν σκέπη τῆς Παναγίας μας, «τῆς Πορφύρας, Μαυριώτισσας, Ρασιώτισσας, Ἑβραΐδος, Καστριώτισσας, Προφητῶν τοῦ Κήρυγματος, Ὁδηγήτριας Γραμμούστιανης Ἄργους Ὀρεστικοῦ, Φανερωμένης, Ἐλεούσας Μονῆς Κλεισούρας, Βλαχερνίτισσας, Παραμυθίας, Ἐλεούσας Καστοριᾶς, Ἐλπίδος ἀπηλπισμένων, Δακρυρροούσας, Πορταΐτισσας, Γοργοϋπηκόου καὶ Τριχερούσας». Βρισκόταν ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ πολιούχου τῆς Καστοριᾶς Ἁγίου Μηνᾶ, τοῦ προστάτου τῶν γουναράδων τῆς περιοχῆς του, τοῦ Προφήτου Ἠλία, τοῦ Ἁγίου Νικάνορος, τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, τῆς Ἁγίας Σοφίας τῆς Κλεισούρας καὶ τοῦ Ἱερομάρτυρος Βασιλείου Χιλιοδένδρου, διὰ τὴν ἁγιοκατάταξη τῶν ὁποίων εἶχε μεριμνήσει, τῶν Ἁγίων Νεομαρτύρων, Μάρκου τοῦ Κλεισουριέως, Γεωργίου καὶ Ἰωάννου-Νούλτσου, τῶν Καστοριέων καὶ τοῦ νέου Ἱερομάρτυρος, Πλάτωνος Ἀϊβαζίδη, ὡς καὶ ὅλου τοῦ νέφους τῶν Ἁγίων, τὶς μνῆμες τῶν ὁποίων καθημερινὰ τιμοῦσε.
.                Ὁ θεοπρόβλητος καὶ θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Σεραφεὶμ εἶχε νοικιάσει τὴν καρδιά του ὁλοκληρωτικὰ στὸν Χριστό μας. Ὁ ἴδιος  δὲν εἶχε οὔτε νοῦ ἰδικό του οὔτε θέληση οὔτε ζωή, ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ τοῦ ἦταν ὁ Χριστός. Ἔτσι, λέγοντας ὅτι εἶχε «νοῦν Χριστοῦ» [11], πιστοποιοῦμε ὅτι εἶχε τὴν ἴδια μὲ Ἐκεῖνον θέληση, γι’ αὐτὸ καὶ θὰ μποροῦσε νὰ φωνάζει τὸ παύλειο: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» [12]. Ὁ μακαριστὸς Ἱεράρχης, ποὺ τόσο ἀναπάντεχα μεταδημότευσε γιὰ τὴν οὐράνια Βασιλεία, ἔζησε πρωτοχριστιανικὰ μαζὶ μὲ τὴν ἀπορφανισθεῖσα ἐπισκοπική του ἀδελφότητα. Τώρα ὁ Ἐπίσκοπος βρίσκεται κοντὰ στὸν ἀγαπημένο του Ἰησοῦ καὶ μαζὶ μὲ τοὺς φίλους του Ἁγίους  ἀπολαμβάνει τὰ ἀγαθά, «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» [13]. Ἀπολαμβάνει τοὺς καρποὺς τῶν ἔργων του καὶ δέεται τοῦ Κυρίου γιὰ τὴν εὐλογημένη του ἀδελφότητα, γιὰ τὸ θεοσεβὲς πλήρωμα τῆς ἐπαρχίας του, γιὰ τὴν πολυαγαπημένη του Μακεδονία, γιὰ ὅλους μας, ποὺ μᾶς ἀνέψυχε μὲ τὶς εὐχὲς καὶ τὶς εὐλογίες του.

[1]  Ματθ. ε΄ 14.

[2]  Ματθ. ε΄ 14.

[3]  Πράξ. β΄ 44.

[4]  Πράξ. β΄ 46.

[5]  Πράξ. β΄ 46.

[6]  Πράξ. β΄ 42.

[7]  Β΄ Τιμ. γ΄ 16.

[8]  Τὰ ποιήματα τοῦ Καλόγερου, Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θηβῶν καὶ Λεβαδείας, τόμος α΄, σελὶς 196, Ἀθῆναι 1971.

[9]  Ἰακ. α΄ 17.

[10] Α΄ Κορινθ. α΄ 23.

[11]  Β’ Κορ. β΄ 16.

[12]  Γαλ. β 20.

[13] Α΄ Κορ. β΄ 9.

,

Σχολιάστε

Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ (Ἁγ. Καλλινίκου Ἐδέσσης)

Ὁ σκοπός τῆς ζωῆς
Ἀπό Ἐγκύκλιο τοῦ Ἁγίου Καλλινίκου Ἐδέσσης


ΠΗΓΗ: parembasis.gr


. –. –. –. Προβλήματα πολλά ἔχει ἡ ζωή, ἄλλα μεγαλυτέρας καί ἄλλα μικροτέρας σημασίας. Πάντως τό πρόβλημα τῶν προβλημάτων εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Διατί ζῶμεν; Ἄν δέν γνωρίζωμεν τόν προορισμόν μας, ὁμοιάζομεν μέ ἕνα δυστυχῆ ταξιδιώτην, ὁ ὁποῖος πλανᾶται εἰς τήν ἔρημον, χωρίς νά γνωρίζῃ ποῦ κατευθύνεται.
. . –. –. –.Ποῖος λοιπόν εἶναι ὁ σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου; Μᾶς τό λέγει ἡ Ἁγία Γραφή, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Πρό τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου ὁ Μέγας Δημιουργός εἶπεν: “Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾽ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ᾽ ὁμοίωσιν” (Γεν. Α´, 26). Ἄς δημιουργήσωμεν τώρα τόν ἄνθρωπον, σύμφωνα μέ τήν ἰδικήν μας εἰκόνα καί νά ἔχῃ τήν δυνατότητα νά ὁμοιάσῃ μέ ἡμᾶς. Ἔδωκεν ὁ Ὕψιστος Θεός χαρίσματα εἰς τόν ἄνθρωπον διά νά τοῦ ὁμοιάσῃ εἰς τήν καλωσύνην, εἰς τήν ἀγάπην, εἰς τήν ἁγιότητα.
. . –. –. –.Ἀκριβῶς διά τόν λόγον αὐτόν ἦλθεν ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ εἰς τόν κόσμον. “Ὁ Θεός ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς Θεοποιηθῶμεν” κατά τόν Μέγαν Ἀθανάσιον. Ἦλθε διά νά μᾶς ἀνοίξῃ τόν δρόμον πρός τόν Οὐρανόν. Ἦλθε διά νά μᾶς δώσῃ τό παράδειγμα. “Ὑπόδειγμα δέδωκα ὑμῖν, ἵνα καθώς ἐγώ ἐποίησα ὑμῖν καί ὑμεῖς ποιῆτε” (Ἰωάν. ιγ´, 15).
Μερικά συστήματα παρουσιάζονται ὡς ἀγωνιζόμενα διά νά κάνουν τόν ἄνθρωπον, ἄνθρωπον χωρίς τόν Θεόν καί τόν καταβιβάζουν εἰς τήν θέσιν τῶν κτηνῶν. Ὁ Χριστιανισμός κάμνει τόν ἄνθρωπον Θεόν.
. . –. –. –.Ἀγαπητοί, Ἄς ἐρευνήσῃ ὁ καθένας μας ἐάν ἔλυσε τό μέγα πρόβλημα τοῦ προορισμοῦ του. Ἐάν πολλά προβλήματα ἔλυσεν, ἔστω μέ τόν καλύτερον τρόπον, ἐάν δέν ἔλυσε τό πρόβλημα τοῦ προορισμοῦ, ἀπολύτως τίποτε δέν ἔκανε, τίποτε δέν ἐπέτυχεν.

Σχολιάστε

ΧΡΙΣΤΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ ΑΔΑΜΙΤΗΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Χριστοποιημένος ἀδαμίτης,
Γέροντας Εὐσέβιος Βίττης

Ἀφιέρωμα στὴν μνήμη του, 4 Νοεμβρίου 2009
Γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκλησίας

. – . – . Ὁ Γέροντας Εὐσέβιος ζοῦσε στὴν γῆ ἀλλὰ εἶχε τὸ πολίτευμα στὸν οὐρανό, ὅπως ὅλοι οἱ πιστοὶ τηρητὲς τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ἀγάπης, γιὰ τοὺς ὁποίους «τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» [Φιλιπ. γ΄ 20]. Ἦταν σπάνιος ἄνθρωπος, ποὺ μποροῦσε νὰ κατανοήσει τοὺς πάντες, νὰ μιμηθεῖ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους καὶ τοὺς παλαιοὺς ἐρημίτες, νὰ πραγματώσει τὴν ἐσωτερικὰ μεγάλη του ὑπερβατικότητα, τὴν γεμάτη μακροθυμία, συγχωρητικότητα καὶ προσευχή. Δὲν ξεχνᾶμε τὴν σιωπηλὴ στάση του καὶ τὴν μὴ ἀντίδρασή του στὴν ἀλγεινὴ περίπτωση τῆς κλοπῆς τῆς πνευματικῆς του ἰδιοκτησίας, τῆς ἐπιστημονικῆς διατριβῆς του. Ἄφησε ὁ νεαρὸς ἐπιστήμων νὰ χαθεῖ μιὰ ἀνθρώπινη προσπάθεια, μιὰ χοϊκή, γιὰ νὰ κερδηθεῖ ὁ αἰώνιος Χριστός, τοῦ ὁποίου τὴν χάρη ἐπιζητοῦσε ἀσταμάτητα. Ἄφησε νὰ χαθεῖ τὸ φθαρτό, τὸ πεπερασμένο, γιὰ νὰ κερδηθεῖ τὸ πνευματικό, τὸ αἰώνιο. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὁδὸς πού, παρὰ τὶς λογικὲς ἀντιρρήσεις καὶ τὶς ἐγκεφαλικὲς ἐνστάσεις, ἀκολουθοῦν ὅλοι οἱ ἔνθεοι ἄνθρωποι, οἱ ἰσάγγελοι βροτοί, οἱ «χριστοποιημένοι ἀδαμίτες», θὰ μᾶς πεῖ ὁ πολὺς Παῦλος Εὐδοκίμωφ .
. – . – .Ὁ Γέροντας εἶχε εὐαίσθητη καρδιὰ καὶ ὑπέροχο πνευματικὸ μεγαλεῖο. Αὐτὸ ἐμφαίνεται καθαρὰ στὸ βαθυστόχαστο καὶ φιλοκαλικό του βιβλίο μὲ ἔντονο τὸν αὐτοβιωματικὸ χαρακτήρα, «Εἰς ὕψος νοητόν». Ἐκεῖ περιγράφει τὴν στάση του ἀπέναντι στὸν ἐχθρό του, στάση ἀγάπης, ἀφοῦ ὁ «ἐχθρός» δὲν παύει νὰ εἶναι ὁ παντοτινὰ ἀδελφός μας, γιὰ χάρη καὶ τοῦ ὁποίου ὁ Χριστός μας σταυρώθηκε. Φέρει τὴν εὐαγγελικὴ σφραγίδα τῆς ἀνεξικακίας καὶ τῆς ὑπομονῆς, σφραγίδας ποὺ ἴσως σφραγίσει καὶ τὴν μετάνοια τῶν «ἐχθρῶν» καὶ τὴν σωτηρία τους. Ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα εἶναι βιωματικὴ καὶ ἐκδηλώνεται ἀπερίφραστα μὲ τὴν «ἐν Χριστῷ καινὴν ζωήν». Ἡ συγχωρητικότητα καὶ ἡ μακροθυμία βαστοῦν τὰ κλειδιὰ τῆς πόρτας τοῦ Παραδείδου. Διερωτᾶται ὁ ἀγαθὸς Γέροντας: «Πῶς ἀλλιῶς θὰ ἀνοίξουν οἱ Πύλες τοῦ Παραδείσου; Πῶς ἀλλιῶς θὰ ἔρθει μέσα μας ἡ Βασιλεία τοῦ εἰρηνάρχου Κυρίου; Πῶς ἀλλιῶς θὰ ἐπέλθει ὁ ὄμβρος τοῦ ἁγιασμοῦ στὴν ψυχή μας παρὰ μὲ τὴν συγχωρητικότητα καὶ τὴν μακροθυμία; Ὁ κόσμος θεωρεῖ τὴν ἄμυνα δικαιολογημένη καὶ δικαίωμά του. Ὁ ἀληθινὰ προσευχόμενος παραιτεῖται ἀπὸ τὸ δικαίωμα αὐτό. Ρίχνει στὴν λησμοσύνη ὁποιαδήποτε ἀδικία κι’ ἂν τοῦ ἔγινε. Ἡ ἄμυνα ἐναντίον αὐτῶν ποὺ μᾶς ἀδικοῦν καὶ ποὺ δὲν εἶναι ξένοι, ἀλλὰ ἀδέλφια ἐν Χριστῷ, σημαίνει στάση ἐχθρικὴ ἐναντίον τους καὶ διάθεση χρόνου καὶ δυνάμεων γιὰ νὰ γίνει ἀποτελεσματική. Σημαίνει συναισθήματα ἔντονα, σκέψη συστηματικὴ καὶ σχέδια στρατηγικὰ γιὰ τὸ πῶς θὰ ἀμυνθοῦμε καὶ πῶς θὰ ἐξουδετερώσουμε καὶ θὰ ἐκμηδενίσουμε αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἀδίκησαν. Ὅλες αὐτὲς οἱ ἐνέργειες καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀρνητικὰ συναισθήματα μέσα μας συντελοῦν στὸ νὰ χάνουμε τὴν εἰρήνη μας καὶ νὰ ἀναστατωνόμαστε. Καὶ βέβαια δὲν χάνει τὴν ὡραία γι’ αὐτὸν εὐκαιρία ἐτούτη ὁ πονηρός, γιὰ νὰ μᾶς ἀνακατέψει ἀκόμα πιὸ πολύ, ὥστε νὰ χάσουμε περισσότερο τὴν ἐσωτερική μας ἰσορροπία. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ μὴν μποροῦμε πιὰ νὰ προσευχηθοῦμε. Ἔτσι, γιὰ πράγματα ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὸν κόσμο αὐτό, χάνουμε πράγματα αἰώνιας ἀξίας. Ἐξαιτίας πραγμάτων σχετικῶν καὶ φθαρτῶν χάνουμε τὸν Ἀπόλυτο Θεό» [«Εἰς ὕψος νοητόν…», Λόγος περὶ Προσευχῆς, τοῦ ἁγίου Νείλου τοῦ Ἀσκητοῦ, κεφ. 4ο, ΙΙΙ, §α΄, σελ. 159, εκδόσεις Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 1993.].
. – . – . Γιὰ τὰ πνευματικὰ ἀναστήματα τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας μόνον ἐξ ἴσου ἅγια ἀναστήματα μποροῦν τὰ ὁμιλοῦν. Ἔτσι, γιὰ τον φίλτατό του Στέργιο ποιός ἄλλος θὰ μποροῦσε νὰ γράψει, παρὰ ὁ ἅγιος Μητροπολίτης Χαλκίδος Νικόλαος Σελέντης; Στὰ «ξεσπάσματα τῆς καρδιᾶς του», στὸ προσωπικό του ἡμερολόγιο, μὲ τὴν ζεστὴ φωνὴ τῆς προσευχητικῆς καρδιᾶς του γράφει πηγαῖα καὶ αὐθόρμητα: «Ἄχ, αὐτὸς ὁ Στέργιος!… Κύριε, φύλαξε τὸν Στέργιό μας!… Ὁ Στέργιος· Ἡ μεγάλη αὐτὴ ψυχή, ποὺ γεννήθηκε, γιὰ ν’ ἁγιάσει!..» [Μητροπολίτου Χαλκίδος †Νικολάου: «Ξεσπάσματα τῆς καρδιᾶς μου» –Προσωπικὸ  ἡμερολόγιο καὶ ἐπιλεγμένα κείμενα– σελ. 38 και 45, ἐπιμέλεια Στ. Λαγουροῦ, ἐκδόσεις «Τῆνος», Ἀθήνα 2002).]. Ἡ μεγάλη αὐτὴ ψυχή, ποὺ βιωματικὰ μᾶς περνάει τὸ χριστοκεντρικὸ μήνυμα τῆς παραιτήσεώς μας ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως τοῦ ἀδικουμένου ἑαυτοῦ μας.

,

Σχολιάστε

ΟΙ ΔΥΟ ΠΟΡΕΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ

Οἱ δύο πορεῖες τῆς ζωῆς μας

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας
 

.                   Μὲ τὴ γέννησή μας ξεκινᾶμε δύο πορεῖες στὴ ζωή μας. Τὴ βιολογική μας πορεία στὴ γῆ καὶ τὴν πορεία μας πρὸς τὸν οὐρανό. Ξεκινᾶμε δυὸ πορεῖες σὲ παράλληλα μονοπάτια ποὺ θέλοντας καὶ μὴ τὶς ἀκολουθοῦμε, ἀφοῦ εἶναι πορεῖες πρὸς τὸ χρόνο. Ἡ πρώτη πορεία ἔχει ὁρισμένο τέλος σὲ κάποια χρονικὴ στιγμὴ ποὺ δὲν τὴν γνωρίζουμε, ἀλλὰ μόνο ὁ Θεὸς καὶ Πλάστης μας τὴ γνωρίζει. Ἡ δεύτερη εἶναι ἀτελεύτητη, ὁδηγεῖ στὴν αἰωνιότητα.
.                   Γιὰ τὴν πρώτη πορεία μας ἐφοδιαζόμαστε ἀπὸ τὰ παιδικά μας χρόνια μὲ τὴ βοήθεια τῶν γονέων καὶ τῶν διδασκάλων μας, ὥστε νὰ τὴ διανύσουμε ὅσο γίνεται πιὸ ἀνώδυνα, μὲ περισσότερη γνώση, μὲ περισσότερα ἀγαθά, καὶ νὰ τὴν χαροῦμε μὲ τὶς ἐναλλαγές, τὶς περιπέτειες καὶ τὶς ἐμπειρίες ποὺ αὐτὴ μᾶς γεμίζει. Γιὰ τὴ δεύτερη, αὐτὴ ποὺ εἶναι ἀτελεύτητη καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν θέσουμε σὲ προτεραιότητα ἐφοδιασμοῦ, δυστυχῶς, δὲν ἐνδιαφερόμαστε καὶ πολύ, νὰ μὴν πῶ ὅτι δὲν ἐνδιαφερόμαστε καθόλου. Καὶ ὅμως ἡ ἐπιτυχὴς πρώτη πορεία προϋποθέτει καὶ τὴ μέριμνά μας γιὰ τὴ δεύτερη.
.                   Βασικὸς ἐφοδιασμὸς γιὰ τὶς πορεῖες μας εἶναι τὸ νερό. Χωρὶς νερὸ ὁ ἄνθρωπος δὲν ζεῖ. Ἡ δίψα εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτική. Ἔτσι, κάθε ὁδοιπόρος ἔχει πάντοτε μαζί του ἕνα παγούρι μὲ νερό, γιατὶ ὁ ἱδρώτας τοῦ δρόμου τῆς ζωῆς μᾶς κάνει νὰ διψοῦμε. Οἱ πορεῖες μας δὲν εἶναι ποτὲ σὲ δρόμο εὐθὺ καὶ ἐπίπεδο. Ἔχουν ἀνηφόρες καὶ κατηφόρες, ἔχουν κακοτράχαλα βουνά, ἔχουν ρεματιὲς καὶ χαράδρες, ἔχουν ἀμμουδερὲς καὶ ἄνυδρες ἐρήμους, ἔχουν σκαρφάλωμα σὲ πέτρες μέσα ἀπὸ ἀγκάθια καὶ βάτα καὶ τριβόλια. Σὲ κάθε στάση μας σηκώνουμε τὸ παγούρι μας καὶ πίνουμε νερό, γιὰ νὰ ξεδιψάσουμε. Ὅμως τὸ περιεχόμενό του σύντομα ἐξαντλεῖται καὶ εἴμαστε ὑποχρεωμένοι, γιὰ νὰ συνεχίσουμε τὴν πορεία μας, νὰ ἀναζητήσουμε πηγὲς ὕδατος. Πορευόμαστε καὶ ψάχνουμε γιὰ γάργαρο, καθαρὸ νερό, νερὸ ἀνεφοδιασμοῦ μας, νερὸ ζωῆς, ἀφοῦ πάλι καὶ πάλι θὰ διψάσουμε καὶ δὲν θὰ πάψουμε νὰ πίνουμε μέρχι νὰ φθάσουμε στὸ τέλος τῆς πορείας μας.
.                   Γιὰ τὴν πρώτη μας πορεία στὸ ταξίδι μας στὴ γῆ προσπαθοῦμε νὰ ἔχουμε πάντοτε ἢ νὰ βρίσκουμε στὸ δρόμο μας πηγὲς ὕδατος. Γιὰ τὸ δεύτερο, τὸ αἰώνιο τί κάνουμε; Γι’ αὐτὸ ἀδρανοῦμε; Δι’ αὐτὸ δὲν μεριμνοῦμε; Ἄλλοι ναί, ἄλλοι ὄχι! Ὅταν ὅμως ζητήσουμε τὸ νερὸ τῆς αἰωνιότητος, αὐτὸ θὰ μᾶς κάνει νὰ μὴν ξαναδιψάσουμε ποτέ. Μὲ αὐτὸ ἡ πορεία τῆς ζωῆς θὰ γίνει πιὸ εὐχάριστη, δὲν θὰ νοιώθουμε μοναξιὰ στὸ ταξίδι μας καὶ θὰ ἀπολαμβάνουμε κάθε στιγμὴ μοναδικὴ μὲ τὸ μάτι ὄχι τῆς πρόσκαιρης πορείας μας, ἀλλὰ τῆς αἰώνιας. Καὶ ποιός μπορεῖ νὰ μᾶς ἐφοδιάσει μὲ αὐτὸ νερό; Μόνον ὁ Χριστός μας, ποὺ μᾶς λέει μέσα ἀπὸ τὸ Ἀπολυτίκο τῆς Μεσοπεντηκοστῆς: «Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω». Μόνον αὐτὸς ποὺ μᾶς λέει: «Ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰωάν. δ´ 14).
.                   Τί ζητάει ὁ Χριστός μας ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ὁδοιπόρους; Ζητάει νὰ τοῦ ποῦμε μαζὶ μὲ τὴ Σαμαρείτισσα: «Δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ» (Ἰωάν. δ´ 15). Θὰ μᾶς πεῖ κάποιος: Θὰ τὸν βροῦμε τὸν Χριστό μας στὴν πορεία μας; Μά, βρίσκεται διαρκῶς δίπλα μας. Ἐμεῖς δὲν τὸν βλέπουμε, ἐμεῖς δὲν τὸν ἀναζητοῦμε. Αὐτὸς γιὰ νὰ βρεῖ καὶ νὰ σώσει τὴ Σαμαρείτισσα ἔκανε μακριὰ πορεία ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ σὴ Σαμάρεια. Δὲν ὑπολόγιζε τὴ ζέστη, τὸν κόπο καὶ τὸν ἱδρῶτα. Ἂς τὸ δοῦν αὐτὸ οἱ σύγχρονοι κυβερνῆτες καὶ ἄρχοντες καὶ μεγιστᾶνες τῆς γῆς, οἱ πλούσιοι μὲ τὶς ἀστραφτερές σας λιμουζίνες, ποὺ δὲν ὁδοιποροῦν, οὔτε ἀναζητοῦν τὸν πτωχὸ Ναζωραῖο, ἂν καὶ εἶναι δίπλα τους, γιὰ νὰ μιμηθοῦν τὴν ἁπλότητα τῆς ζωῆς Του! Ἐκεῖνος δὲν εἶχε ἅμαξα ποὺ τὴν σύρουν ὑπερήφανα ἄλογα, ἀλλὰ ἔλεγε ὅτι «Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. η´ 20, Λουκ. θ´ 58). Ἐκεῖνον τὸν βλέπουμε νὰ πεζοπορεῖ σὰν τὸν πιὸ φτωχὸ ἄνθρωπο, νὰ βαδίζει δεκάδες χιλιόμετρα, νὰ διασχίζει πεδιάδες καὶ βουνά, γιὰ νὰ ἔλθει στὴ Συχὲμ τῆς Σαμαρείας, νὰ δώσει νερὸ στὴ διψασμένη Σαμαρείτισσα. Γιὰ μία ψυχὴ σηκώθηκε ὁ Κύριος μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα καὶ ἦρθε στὴ Σαμάρεια; Ναί, γιὰ μιὰ ψυχὴ ὁδοιπόρησε τόση ἀπόσταση, ἡ ὁποία, ὅμως, εἶναι πολὺ μικρὴ ἐμπρὸς στὴν ἄλλη, ἐκείνη τὴν ἰλιγγιώδη ἀπόστασι ποὺ διήνυσε ὅταν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἦρθε στὴ γῆ νὰ γίνει ἄνθρωπος, ὅταν «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη» (Β´ Βασ. 22, 10, Ψαλμ. 17, 10). Ἐνανθρώπησε ὁ Χριστός μας καὶ ἔπαθε καὶ σταυρώθηκε, γιὰ νὰ σώσει ἔστω καὶ μία ψυχὴ ἁμαρτωλή. Δηλαδή, καὶ ἂν ἀκόμη κάτω ἐδῶ στὴ γῆ ὑπῆρχε μία μόνο ψυχὴ διψασμένη, ἁμαρτωλή, γι᾿ αὐτὴν καὶ μόνο θὰ ὑπέφερε προθύμως τὰ πάντα, ὅπως τοὺς ἐμπτυσμούς, τὴ μαστίγωση, τὸ ἀγκάθινο στεφάνι, τὴν κόκκινη χλαμύδα καὶ πρὸ πάντων τὸ σταυρικὸ θάνατο, γιὰ νὰ τὴν ξεδιψάσει, νὰ τὴν ξεστρατίσει ἀπὸ τὸ μονοπάτι τῆς ἁμαρτίας, νὰ τὴν σώσει ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ σατανᾶ καὶ νὰ τῆς χαρίσει τὴ σωτηρία, στὴν αἰώνια ἀπόλαυση.
.                   Τὸ νερὸ ποὺ χρειαζόμαστε γιὰ τὴ δεύτερη πορεία μας, δὲν εἶναι ὑλικό. Εἶναι ἄϋλο. Καὶ μᾶς τὸ δίνει δωρεὰν ὁ Χριστός μας, ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς εὐσπλαγχνίας Του, τῆς φιλανθρωπίας Του. Ὅταν ἐμεῖς τὸ ἀναζητήσουμε, τότε Ἐκεῖνος διανύει πρόθυμα καὶ χαρούμενα χιλιάδες χιλιάδων χιλιόμετρα, γιὰ νὰ ἔλθει νὰ νᾶς ξεδιψάσει. Ἂς τοῦ τὸ ζητήσουμε, ὅπως ἡ Ἁγία Φωτεινή, ἡ Σαμαρείτισσα, λέγοντες: «Δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, Κύριε»! Καὶ τότε θὰ συνεχίσουμε ἐπιτυχῶς τόσο τὴν πρόσκαιρη πορεία μας, ὅσο καὶ τὴν πορεία μας πρὸς τὴν αἰωνιότητα μὲ τὴ βεβαιοτητα ὅτι δὲν ὁδοιποροῦμε μόνοι μας, ἀλλὰ μαζὶ μὲ Ἐκεῖνον ποὺ μᾶς εἶπε: «Χωρὶς ἐμοῦ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. ιε´ 5). Καὶ ὄχι μόνο ἐμεῖς θὰ ξεδιψᾶμε, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ νερὸ αὐτὸ τῆς Χάριτός Του θὰ ξεδιψάσουμε καὶ ἄλλες ψυχές, ποὺ δὲν γνωρίζουν τὴν ὕπαρξή Του. Θὰ γίνουμε Ἀπόστολοι, ὅπως ἡ Ἁγια Φωτεινή. Θὰ γίνουμε κήρυκες, ὁ καθένας στὸν κύκλο μας, μέσα στὸ σπίτι μας, στὴ γειτονιά μας, στὴν ἐργασία μας, στὰ σχολεῖα μας, στὴν πατρίδα μας, σὲ ἄλλα μέρη μακρινά, ἐκεῖ ποὺ περιμένουν ἀναρίθμητες ψυχὲς περιφρονημένες ἀπὸ τὸν κόσμο, κουρασμένες ἀπὸ τὴν πορεία μέσα στὶς θλίψεις καὶ στὰ βάσανα τῆς ζωῆς. Ἂν τὶς πλησιάσουμε καὶ ἂν τὶς ἀνακουφίσουμε λέγοντάς τους, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ἡ πηγὴ τοῦ ζῶντος ὕδατος, καὶ ὅτι ἂν κάποιος πιεῖ ἀπὸ τὸ δικό Του τὸ νερό, δὲν θὰ ξαναδιψάσει ποτέ, τότε στὴν πορεία μας πρὸς τὴν αἰωνιότητα θὰ εἴμαστε εὐλογημένοι, χαρούμενοι, χωρὶς νὰ νοιώθουμε κόπωση καὶ θὰ ἔχουμε τὴν ἠθικὴ ἱκανοποίηση ὅτι μαζί μας συμπορεύονται καὶ ἄλλες ψυχὲς ξεδιψασμένες ἀπὸ τὸ «Ὕδωρ τὸ ζῶν» (Ἰωάν. δ´ 11).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

, ,

Σχολιάστε

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΗ ΕΚΠΕΙΡΑΖΕΙΝ ΤΟΝ ΘΕΟΝ («Ἐκπειράζει τις τὸν Θεόν, ὅταν ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου ἐκθέτῃ εἰς προφανῆ κίνδυνον τὴν ἰδίαν ζωὴν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ὁ Θεὸς θὰ σώσῃ αὐτόν θαυματουργικῶς»)

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΗ ΕΚΠΕΙΡΑΖΕΙΝ ΤΟΝ ΘΕΟΝ

1.

Παναγ. Τρεμπέλα,
Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον,
ἐκδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», Ἀθῆναι 1995, σελ. 153-154

.             «Οὐ δεῖ εἰς προφανεῖς κινδύνους ἐμβάλλειν τινὰ ἑαυτὸν δοκιμάζοντα εἰ βοηθήσει αὐτῷ ὁ Θεός» (γράφει ὁ Θεοφύλακτος). «Οὐ γὰρ τοῖς πειράζουσι χαρίζεται ὁ Θεὸς τὰς ἐπικουρίας, ἀλλὰ τοῖς πιστεύουσιν εἰς αὐτόν. Οὐ γὰρ ἐπειδὴ φειδοῦς ἡμᾶς ἀξιοῖ, διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἐπιδεικτιᾷν ὀφείλομεν. Πρὸς τούτοις οὐδέποτε Χριστὸς τοῖς πειράζουσιν αὐτὸν ἐδίδου σημεῖον· Γενεὰ γάρ, φησί, πονηρὰ σημεῖον ἐπιζητεῖ, καὶ σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ. Τοῦτο καὶ νῦν ἀκουέτω πειράζων ὁ Σατανᾶς» (γράφει ὁ ἅγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας). Ἀξιοσημείωτος καὶ ἡ ἑπομένη παρατήρησις: Ὁ Κύριος χρησιμοποιεῖ ἐνταῦθα τὸ Δευτ. ϛ´ 16: «Οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου, ὃν τρόπον ἐξεπειράσατε ἐν τῷ πειρασμῷ». Ὅταν τις ἐπιθυμῇ νέον σημεῖον πρὸς ἀπόδειξιν θείας ἀποκαλύψεως, καθ᾽ ὃν χρόνον ἐδόθησαν ἤδη εἰς αὐτὸν ἐπαρκεῖς ἀποδείξεις τῆς περὶ αὐτοῦ προνοίας τοῦ Θεοῦ, ἐκπειράζει τὸν Θεόν. Οὕτω καὶ οἱ Ἰσραηλῖται εἶπον ἐν τῇ ἐρήμῳ, ὅταν ἐπείρασαν τὸν Θεόν: Ἔδωκεν ἡμῖν ὕδωρ ἐκ πέτρας. Μὴ καὶ ἄρτον δύναται δοῦναι ἡμῖν; Καὶ ὁ Χριστὸς ἤδη παρόμοιόν τι θὰ ἔλεγεν, ἐκπειράζων τὸν Πατέρα του: Ἀπέδειξεν ὅτι εἶμαι πράγματι ὀ Υἱός Του διὰ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Πνεύματός Του ἐν τῷ Ἰορδάνῃ καὶ τῆς ἀμέσου μαρτυρίας του διὰ τῆς ἐνεχθείσης ἐκεῖ φωνῆς. Καὶ τὸ σημεῖον αὐτὸ ἦτο πολὺ μεγαλύτερον. Ἀλλ᾽ ἆρά γε δύναται καὶ τώρα νὰ διατάξῃ τοὺς ἀγγέλους του, ὅπως μὲ σηκώσουν εἰς τὰς χεῖράς των, τοῦθ᾽ ὅπερ εἶναι σημεῖον μικρότερον.

—————

2.

Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία [Θ.Η.Ε.]
τόμ.10, σελ. 252-253

.           Ἐκτὸς τῶν ἐσωτερικῶν πειρασμῶν ὑπάρχουν καὶ ἄλλου τινὸς εἴδους πειρασμοί, ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἀπαγορεύει ἡ ἐντολὴ «οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου» (Δευτερ. ϛ´ 16). Ἐκπειράζειν τὸν Θεόν σημαίνει τὸ νὰ ὑποβάλλῃ τις τὸν Θεόν εἰς δοκιμασίαν, προκαλῶν αὐτόν νὰ φανερώσῃ μίαν ἢ περισσοτέρας τῶν ὑπερφυῶν αὐτοῦ ἰδιοτήτων κατὰ τρόπον ὑποκείμενον εἰς τὴν πεῖραν αὐτοῦ. Τοιοῦτος πειρασμὸς π.χ. εἶναι ἡ πρόκλησις τοῦ Θεοῦ, ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου, νὰ ἐνεργήσῃ θαῦμα τι, ἢ καταστροφὴν ὡς ἀπόδειξιν τῆς ὑπάρξεώς του. Ἐπίσης ἐκπειράζει τις τὸν Θεόν ὅταν ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου ἐκθέτῃ εἰς προφανῆ κίνδυνον τὴν ἰδίαν ζωὴν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ὁ Θεὸς θὰ σώσῃ αὐτόν θαυματουργικῶς (πρβλ. Ματθ. δ´ 6,7). Πᾶς τρόπος, δι᾿ οὗ πειρᾶταί τις νὰ ὑποβάλῃ εἰς δοκιμασίαν τὸν Θεόν, δύναται νὰ ἐκφράζεται διὰ λόγου ἢ προσευχῆς ἢ προκλήσεως, μὲ τὴν σαφῆ πρόθεσιν νὰ βεβαιωθῇ ἐμπειρικῶς περὶ τῆς παντοδυναμίας ἢ περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ.
.                Τὸ ἐκπειράζειν τὸν Θεόν ἀποτελεῖ εἰς πᾶσαν περίπτωσιν θανάσιμον ἁμάρτημα, ὡς σαφῶς διδάσκει ἡ Ἁγ. Γραφὴ (Ἔξ. ιζ´ 7, Δευτερ. ϛ´ 16, Ματθ. δ´ 7, Κορ. ι´ 9). Εἶναι ἀπόδειξις ἐλλείψεως σεβασμοῦ πρὸς τὸν Θεόν, διότι εἰς τὴν πραγματικότητα τὸ νὰ ζητῶμεν ἀπὸ τὸν Θεόν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν πεῖραν ἡμῶν ἰσοδυναμεῖ πρὸς ἀσέβειαν εἰς τὸν ὑπερθετικόν βαθμόν. Τὸ ὑποβάλλειν εἰς δοκιμασίαν τὸν Θεόν εἶναι προσέτι ἔκφρασις ἐλαττωματικῆς πίστεως, ἀσταθοῦς ἐμπιστοσύνης εἰς τὸν θεῖον λόγον καὶ εἰς πλείστας περιπτώσεις νοσηρᾶς φιλοπεριεργείας. Ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, τὸ ἐκπειράζειν τὸν Θεὸν εἶναι ταυτόσημον πρὸς θρασύτητα, ἀσέβειαν, βλασφημίαν καὶ τοῦτ᾿ αὐτὸ πρὸς αἵρεσιν, διότι ὁ θέλων νὰ ὑποβιβάσῃ τὸν Θεόν εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀντικειμένων, τῶν ὁποίων ἡ πειραματικὴ γνῶσις ἀποτελεῖ ἱκανοποίησιν τῆς περιεργείας αὐτοῦ, σημαίνει ὅτι ἔχει αἱρετικὴν ἀντίληψιν περὶ τῆς οὐσίας καὶ τῶν ἰδιοτήτων τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἐκπειράζειν τὸν Θεόν κατεδίκασεν αὐτὸς ὁ Χριστὸς ὡς ἁμαρτίαν θανάσιμον, ὅταν ἐπετίμησε τὸν Σατανᾶν προτείνοντα εἰς αὐτόν νὰ βάλῃ ἑαυτὸν κάτω ἐκ τοῦ πτερυγίου τοῦ ναοῦ ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ὁ Θεὸς θὰ διατάξῃ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ νὰ ἄρουν αὐτὸν εἰς τὰς χεῖρας των, ἵνα μὴ προσκόψῃ πρὸς λίθον τὸν πόδα του, εἰπὼν εἰς αὐτόν· «γέγραπται· οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου» (Ματθ. δ´ 6-7).
.              Ἀλλ᾿ ἡ παράκλησις πρὸς τὸν Θεόν ὅπως ἐπιδείξῃ θαυμαστῶς τὴν εὔνοιαν του πρὸς τὸν παρακαλοῦντα εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις δὲν συνιστᾷ ἀναγκαίως πειρασμὸν τοῦ Θεοῦ. Τὸ νὰ ζητῶμεν ἀπὸ τὸν Θεόν ἐν πάσῃ ταπεινοφροσύνῃ θαυμαστόν τι σημεῖον ἐν ἐπειγούσῃ ἢ ἐξαιρετικῇ ἀνάγκῃ, ἔχοντες ἐν νῷ μόνον τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν σωτηρίαν ψυχῶν, οὐδόλως σημαίνει ὅτι ἐκπειράζομεν τὸν Θεόν. Τοῦτο εἶναι μᾶλλον πρᾶξις μαρτυροῦσα μεγάλην ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἀγαθότητα καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἀντιθέτως, ὅταν τις παρακαλῇ τὸν Θεὸν νὰ θεραπεύσῃ θαυματουργικῶς σοβαρὰν τινα νόσον, ἀπορρίπτῃ δὲ ἐντελῶς τὴν ἐκ τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης βοήθειαν, ὡς καὶ πᾶσαν ἐκ μέρους ἀνθρώπων δυνατὴν θεραπείαν, ἐκπειράζει τὸν Θεόν. Τέλος, ἡ παραμέλησις τῶν συνήθων μέσων καὶ τῶν ἀπαιτουμένων ἐνεργειῶν διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος ἡμῶν νὰ προάγωμεν τὴν ἀποστολὴν ἡμῶν ὡς χριστιανῶν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι θαυματουργικῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Θεοῦ, συμφώνως πρὸς ἀφελῆ ἐμπιστοσύνην εἴς τινα ἀποκάλυψιν ἢ προσωπικὴν ἔμπνευσιν, δὲν ἀποτελεῖ τόσον πειρασμὸν τοῦ Θεοῦ ὅσον ἀσύγγνωστον ἔνοχον δεισιδαίμονα πίστιν καὶ παραμέλησιν τοῦ καθήκοντος.

——————

3.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο:
«ΣΥΝΑΓΩΓΗ τῶν θεοφθόγγων ρημάτων καὶ διδασκαλιῶν…»
[«Εὐεργετινός»],
δεύτερο βιβλίο, ὑπόθεσις ΛΕ´ (35),
ἐν Κωνσταντινουπόλει 1861, σελ. 104.

Ὅτι οὐ δεῖ ἐπιτρέχειν τῷ θαυματουργεῖν,
ἀλλὰ παραιτεῖσθαι τοῦτο ἐκ ταπεινώσεως

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφίας»

.                Παρεγένοντο ποτὲ εἰς τὸ Μοναστήριον τὸ ὑπὸ τὸν Ἅγιον Παχώμιον αἱρετικοί τινες ἀσκηταί, τριχίνοις ἐνδύμασι τὸν ἔνδοθεν κατακρύπτοντες λύκον, καὶ ἐπιστάντες τῷ πυλῶνι, τοῖς ἀδελφοῖς ἔλεγον ὑπὸ τοῦ ἰδίου πατρός εἰς τὸν μέγαν ἀπεσταλμένοι εἶναι· εἰσελθόντες οὖν εἴπατε αὐτῷ, εἰ ἀληθῶς ἄνθρωπος εἶ τοῦ Θεοῦ καὶ πέποιθας εἰσακούειν σου τὸν Θεόν, δεῦρο δὴ κοινῶς τοῖς ἡμετέροις ποσὶ τὸν ποταμὸν διαβῶμεν τοῦτον, ὅπως γνῶσι πάντες τίς ἡμῶν παῤῥησίαν κέκτηται μᾶλλον πρὸς τὸν Θεόν. Ἀναγγειλάντων δὲ τῶν ἀδελφῶν ταῦτα τῷ Παχωμίῳ ἀγανακτήσας ἔφη πρὸς αὐτούς· ὅλως γὰρ εἴπατέ μοι, κατεδέξασθε κλῖναι τὰ ὦτα αὐτοῖς; οὐκ ἔγνωτε ὅτι ταῦτα τὰ προβλήματα, ἀλλότρια τυγχάνει Θεοῦ; καὶ ξένα παντελῶς, οὐ λέγω τῆς ἡμετέρας πολιτείας ἀλλὰ καὶ κοσμικῶν τῶν εὖ φρονούντων, καὶ ἀληθῶς ὄντων Χριστιανῶν; ποῖος γὰρ νόμος ἐπιτρέπει ἡμῖν ταῦτα προβάλλεσθαι καὶ ποιεῖν; τί δὲ ἀθλιώτερον τῷ ὄντι τῆς ἀγνοίας ταύτης καθέστηκε, τὸ καταλείψαντά με πενθεῖν τὰς ἐμὰς ἁμαρτίας καὶ ὅπως ὀφείλω φυγεῖν τὴν αἰώνιον κόλασιν; νηπιάζειν ταῖς φρεσὶ καὶ προβλήματα σχᾶσθαι τοιαῦτα;
.           Εἶπον οἱ ἀδελφοὶ πρὸς αὐτόν· ἆρα οὖν αἱρετικοὶ ὄντες οὖτοι καὶ ἀλλότριοι τοῦ Θεοῦ προσκαλέσασθαί σε εἰς τοιοῦτον ὕψος τεθαῤῥήκασιν; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· ναὶ τῶν αἱρετικῶν τοῦ τοὸ πρόβλημα, οὐκ ἀνέγνωτε τὴν ῥῆσιν τὴν ἀποστολικὴν τὴν λέγουσαν, κατὰ δὲ τὴν σκληρότητα αὐτῶν καὶ ἀμετανόητον καρδίαν, παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς ἀδόκιμον νοῦν; οὗτοι κατὰ συγχώρησιν Θεοῦ ἠδύναντο ἴσως τὸν ποταμὸν περᾶσαι ὡς διὰ ξηρᾶς, συνεργοῦντος αὐτοῖς τοῦ διαβόλου πρὸς τὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἀσεβείας αὐτῶν τοῖς ἐπερειδομένοις ἐπ᾽ αὐτῷ βεβαιωθῆναι καὶ τῷ δράματι τούτῳ πίστιν τισὶ τῶν ἤδη ἠπατημένων παρ᾽ αὐτοῦ παρασχεῖν, ἐμοὶ δὲ οὐκ ἀναγκαῖον τοῦτο.
.             Ἐξελθόντες οὖν εἴπατε αὐτοῖς, τάδε λέγει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Παχώμιος, ὁ ἐμὸς ἀγὼν καὶ ἡ πᾶσά μου σπουδὴ οὐ τὸ πεζοπορεῖν ἐστι ποταμὸν ἢ διαπτῆναι ὄρη ἢ ἐπιτάττειν θηρίοις ἀλλὰ διαλαβεῖν ἐν ἑαυτῷ τὴν κρίσιν τοῦ Θεοῦ, καὶ ὑπερπηδᾷν τὰς διαβολικὰς μεθοδείας τῇ τοῦ Κυρίου δυνάμει, τοῦ πατεῖν κελεύσαντος ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ· τούτων γάρ μοι παρὰ Κυρίου δωρηθέντων καὶ τὰ λοιπὰ πάντα ἐπακολουθήσει· καὶ ταῦτα εἰπὼν παρεγγυᾶτο τοῖς ἀδελφοῖς μὴ ἐπὶ οἰκείοις κατορθώμασι μέγα φρονεῖν, μηδὲ ἐπτοῆσθαι ὀπτασίαις τισι, μηδὲ πειράζειν διὰ τοιούτων αἰτήσεων τὸ θεῖον, ὅτι πολλαὶ αἱ μηχαναὶ τοῦ ἀντιπάλου καὶ ὅτι τοιαῦτα πάντα παντὶ ἀνθρώπῳ περιττὰ καὶ ἐπικίνδυνα ὑπάρχει, φήσαντος πρὸς τὸν ἐχθρὸν τοῦ σωτηρίου λόγου, οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου».

Νεοελληνικὴ ἀπόδοση:

.             Πῆγαν κάποτε στὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου Παχωμίου μερικοὶ αἱρετικοὶ ἀσκητές, ποὺ ἔκρυβαν μέσα τους τὸν λύκο κάτω ἀπὸ τρίχινα ἐνδύματα. Φτάνοντας στὴν πύλη, εἶπαν στοὺς ἀδελφοὺς ὅτι τοὺς ἔστελνε ὁ γέροντάς τους στὸν μέγα Παχώμιο, καὶ προσέθεσαν: «Πηγαίνετε λοιπὸν νὰ τοῦ πεῖτε· ἂν εἶσαι ἀληθινὰ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ πιστεύεις ὅτι σὲ εἰσακούει ὁ Θεός, ἔλα νὰ περάσουμε μαζὶ αὐτὸν τὸν ποταμὸ μὲ τὰ πόδια, γιὰ νὰ μάθουν ὅλοι ποιός ἀπὸ ἐμᾶς ἔχει μεγαλύτερη παρρησία πρὸς τὸν Θεό».
.               Ὅταν οἱ ἀδελφοὶ τὰ εἶπαν αὐτὰ στὸν Παχώμιο, ἐκεῖνος ἀγανάκτησε καὶ τοὺς εἶπε: «Πεῖτε μου, καταδεχτήκατε ἀκόμη καὶ νὰ τοὺς ἀκούσετε; Δὲν ξέρετε ὅτι τέτοιου εἴδους προβλήματα δὲν ἔχουν καμία σχέση μὲ τὸν Θεὸ καὶ εἶναι ἐντελῶς ἀνάρμοστα ὄχι μόνο στὴ μοναχικὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ σὲ καλῶς σκεπτομένους λαϊκοὺς (ποὺ ζοῦν στὸν κόσμο) καὶ εἶναι ἀληθινοὶ χριστιανοί; Ποιός νόμος δηλαδὴ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ θέτουμε καὶ νὰ κάνουμε τέτοια; Καὶ ἆραγε τί εἶναι ἀθλιότερο ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀνοησία, ἀπὸ τὸ νὰ ἀφήσω δηλαδὴ τὸ πένθος γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου καὶ τὴ φροντίδα πῶς νὰ ἀποφύγω τὴν αἰώνια κόλαση καὶ νὰ παιδιαρίζω καὶ νὰ ἀσχολοῦμαι μὲ τέτοια προβλήματα;»
.             Τὸν ρώτησαν τότε οἱ ἀδελφοί: «Ἄρα λοιπὸν αὐτοί, ἐπειδὴ εἶναι αἱρετικοὶ καὶ ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὸν Θεό, γι’ αὐτὸ τόλμησαν νὰ σὲ προσκαλέσουν σὲ τέτοιο ὑψηλὸ κατόρθωμα;»
.            «Ναί», τοὺς ἀποκρίθηκε, «αἱρετικῶν εἶναι αὐτὴ ἡ πρόταση. Δὲν διαβάσατε αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος· “Γιὰ τὴ σκληρότητα καὶ τὴν ἀμετανοησία τους, ὁ Θεὸς τοὺς παρέδωσε στὴ μωρία τους”; (Ρωμ. ε´ 5· α´ 28) Αὐτοί, κατὰ παραχώρηση Θεοῦ, θὰ μποροῦσαν ἴσως νὰ διαβοῦν τὸν ποταμὸ σὰν νὰ ἦταν στεριά, καθὼς τοὺς βοηθᾶ ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος ἐπιδιώκει νὰ βεβαιωθοῦν γιὰ τὴν ἀσεβῆ αἵρεσή τους αὐτοὶ ποὺ στηρίζονται σὲ αὐτὸν καὶ νὰ δώσει, μὲ τὴ θεαματικὴ αὐτὴ πράξη, μίαν ἀπόδειξη σὲ μερικοὺς ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχει ἤδη ἐξαπατήσει. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ κάτι τέτοιο.
.              Πηγαίνετε λοιπὸν ἔξω καὶ πεῖτε τους· “Νὰ τί σᾶς ἀπαντᾶ ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Παχώμιος: Ὁ δικός μου ἀγώνας καὶ ὅλη μου ἡ προσπάθεια δὲν εἶναι νὰ περάσω ποταμὸ μὲ τὰ πόδια ἢ νὰ πετάξω ἐπάνω ἀπὸ βουνὰ ἢ νὰ διατάζω θηρία, ἀλλὰ νὰ ἔχω στὴ σκέψη μου τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ὑπερπηδῶ τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου μὲ τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ πατᾶμε ἐπάνω σὲ φίδια καὶ σκορπιοὺς καὶ σὲ ὅλη τὴ δύναμη τοῦ ἐχθροῦ (Λουκ. ι´ 19). Γιατί ἄν μοῦ χαρίσει ὁ Κύριος αὐτά, τότε θὰ ἀκολουθήσουν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα”».
.              Μετὰ ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ γέροντας συνέχισε προτρέποντας τοὺς ἀδελφοὺς νὰ μὴν ὑπερηφανεύονται γιὰ τὰ κατορθώματά τους, μήτε νὰ ἐπιθυμοῦν ὀπτασίες, μήτε νὰ δοκιμάζουν τὸν Θεὸ ζητώντας του τέτοια πράγματα, γιατί εἶναι πολλὲς οἱ παγίδες τοῦ διαβόλου ποὺ μᾶς πολεμᾶ καὶ ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι περιττὰ καὶ ἐπικίνδυνα γιὰ κάθε ἄνθρωπο, ἀφοῦ (καὶ ὁ Ἴδιος) εἶπε στὸν ἐχθρὸ (διάβολο) τοῦ σωτηρίου λόγου: «Δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλεις σὲ δοκιμασία τὸν Κύριο, τὸν Θεό σου» (Ματθ. δ´ 7).

 

Σχολιάστε

«ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ» -5 (μον. Μωυσῆς Ἁγιορείτης) «Ἕνα “Κύριε ἐλέησον” ἐκ βαθέων ἔχει μεγαλύτερη βαρύτητα ἀπ᾽ ὅ,τι ἕνας κουβὰς δάκρυα συναισθηματικὰ καὶ κουραστικὲς εὐσεβεῖς φλυαρίες».

Ὁ πολυεύσπλαχνος πατέρας
 
[Ε´]

 Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου (†)
«Ἡ ἁγιότητα εἶναι κατορθωτή σήμερα;»,
Ἐκδ. «THNOΣ», Ἀθήνα 2010
Σελ. 111 ἑπ.

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Μέρος Α´ : «ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ» -1 (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.)
Μέρος Β´: 
«ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ» -2 (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.) Γι᾽ αὐτό ἐπικρατεῖ σήμερα ἕνα φουρτουνιασμένο πέλαγος, πού λέγεται διαταραγμένες διαπροσωπικές σχέσεις.
Mέρος Γ´: «ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ» -3 (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.) Ἐπιστρέφει, ἐλπίζοντας στή γνωστή ἀγάπη τοῦ πατέρα του. Δέν ἀμφιβάλλει γι᾽ αὐτή τήν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη αὐτή τόν ἐλέγχει, ἀλλά καί τόν κάνει νά ἐπιστρέφει.
Μέρος Δ´: «ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ» -4 (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.) «Παιδάκι μου, Ἐγώ γιά σένα ὑπάρχω»!

.                 Σὰν νὰ τελειώνει κάπως ἀπότομα ἡ παραβολή. Δὲν μᾶς λέει τί ἀπέγινε ὁ πρεσβύτερος υἱός. Πείσθηκε ἀπὸ τὸν πατέρα του καὶ εἰσῆλθε στὸν οἶκο τους, γιὰ νὰ συνευφρανθεῖ; Μᾶλλον ὄχι. Οἱ θεῖοι ἑρμηνευτὲς λέγουν πὼς μᾶλλον ὄχι, δὲν φαίνεται νὰ εἰσῆλθε. Ἂν εἰσήρχετο, θὰ τὸ ἀνέφερε σίγουρα. Τὸ θέμα εἶναι ἀρκετὰ σοβαρό. Γιὰ νὰ τὸ προσέξουμε λίγο, στὸν χρόνο ποὺ μᾶς ἀπομένει. Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς κατ᾽ ἀρχὰς φαίνεται νὰ ἔχει δίκιο. Κατηγορεῖ τὸν πατέρα του ὅτι τὸν ἀδικεῖ. Θεωρεῖ ὅτι δὲν λαμβάνει τὴν πρέπουσα ἀμοιβὴ γιὰ τὴν κοπιαστικὴ ἐργασία ποὺ τοῦ προσφέρει ὁλημερίς. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἄσωτο ἀδελφό του, ποὺ ἀπολαμβάνει ἐξαιρετικῆς ὑποδοχῆς, ἔκτακτης τιμῆς καὶ πλούσιου συμποσίου καὶ δείπνου. Τιμώντας ὁ πατέρας τὸν μετανοήσαντα κι ἐπιστρέψαντα υἱό του δὲν ἀδικεῖ διόλου τὸν πρεσβύτερο. Τὸ προσφερόμενο δεῖπνο εἶναι ἔκφραση χαρᾶς γιὰ τὴ σωτηρία μίας ψυχῆς. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει πῶς ὁ Θεὸς θυσίασε τὸν Υἱό Του στὸν σταυρὸ γιὰ τὴ σωτηρία ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
.                 Εἶναι γεγονὸς πὼς κάπου σκανδαλίζει ὁρισμένους ἡ τόσο μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἁμαρτωλούς. Εἶναι γιὰ μερικοὺς σκανδαλώδης αὐτὴ ἡ ὑπερβολικὴ εὐσπλαχνικὴ συμπεριφορὰ τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς μετανοοῦντες. Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων. Ἀξίζει νὰ προσεχθεῖ ἰδιαίτερα πὼς κληρικοὶ καὶ πνευματικοὶ ἄνθρωποι ποὺ ἐργάζονται ἐπὶ ἔτη μέσα στὴν Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ κρύβουν μέσα τους μία αἴσθηση κάποιας ὑπεροχῆς ἀπέναντι στοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Μπορεῖ νὰ κυοφορεῖται κι ἐπωάζεται ἕνας κρύφιος λανθάνων φαρισαϊσμός, ὅτι δὲν εἴμαστε ἐμεῖς ὅπως οἱ λοιποὶ ἄνθρωποι, ὅτι διαφέρουμε κι εἴμαστε κάπου πιὸ ψηλὰ καὶ θὰ πρέπει ἀργὰ ἢ γρήγορα καὶ νὰ μᾶς τιμήσουν. Λησμονοῦμε ὅτι οἱ ἁμαρτωλοὶ μποροῦν νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ σωθοῦν κι ἐμεῖς νὰ μένουμε μὲ νοσηροὺς ναρκισσισμοὺς νομιζόμενης πνευματικότητος κι ὅτι δὲν μᾶς κατανοοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ μποροῦμε νὰ κρίνουμε εὔκολα τοὺς πάντες. Συμβαίνει οἱ ἀκόλουθοί του πρεσβύτερου υἱοῦ τῆς παραβολῆς ὅτι ἔχουν πιὸ πολλὰ δικαιώματα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· ὅτι τοὺς ἀξίζει μία καλύτερη θέση καὶ ἀνταμοιβή. Ἔχουν μία ἰδέα μεγάλη περὶ τοῦ ἑαυτοῦ τους καὶ μία ἀπαράδεκτη ἀπαιτητικότητα ἀπὸ τὸν Θεό. Μερικὲς φορὲς ἔχουν μάλιστα μία ἀποκρουστικὴ σκληρότητα, ἀνυπομονησία, ἀπολυτότητα, αὐτοπεποίθηση, κυριαρχία κι ἐξουσιαστικότητα.
Λησμονοῦν δυστυχῶς ὅτι ἡ μετάνοια καὶ ἡ ταπείνωση εἶναι ἀνώτερες ἀπὸ τὰ ὅποια καλὰ ἔργα ποὺ αὐτὰ καθ᾽ ἑαυτὰ δὲν μᾶς δικαιώνουν, κατὰ τὸν ἅγιο Μάρκο τὸν Ἀσκητή. Ὁ ἅγιος Κύριλλος πατριάρχης Ἀλεξανδρείας μάλιστα τονίζει πὼς ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα λίγων ἢ πολλῶν καλῶν πράξεων. Κατὰ τὴν εὔστοχη παρατήρηση τοῦ μητροπολίτη Ἐδέσσης Ἰωήλ, γιὰ ὁρισμένους ἠθικολόγους, ὁ ληστής, ἡ πόρνη, ὁ τελώνης, ὁ ἄσωτος καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἄνθρωποι δὲν ἔπρεπε νὰ σωθοῦν. Ὁ Θεὸς εἶναι πέλαγος ἀγάπης καὶ θέλει ὅλους νὰ τοὺς σώσει. Δὲν σώζονται οἱ ἰσχυρογνώμονες ἀμετανόητοι. Ὁ ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος λέγει χαρακτηριστικὰ πὼς ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ ὀνομάζεται δίκαιος, ἀλλὰ περισσότερο εἶναι χρηστὸς καὶ ἀγαθός. Ἀπὸ μᾶς ζητᾶ νὰ τοῦ δώσουμε τὴν καρδιά μας καθαρή.
.                 Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς τῆς παραβολῆς στάθηκε πιὸ ἀνώριμος ἀπὸ τὸν νεώτερο. Ὁ νεώτερος μὲ τὴ μετάνοιά του διόρθωσε ὅλα του τὰ λάθη. Ὁ πρεσβύτερος μὲ τὴν ἀμετανοησία του ἔχασε ὅ,τι εἶχε κερδίσει τόσα χρόνια ἐργαζόμενος κι ἐγκρατευόμενος καὶ τελικὰ δὲν εἰσῆλθε στὴ χαρὰ τοῦ δείπνου. Ἡ σκληρότητα τῆς νομιζόμενης ἀρετῆς του τὸν ἔκανε ἀφιλάδελφο καὶ τὸν αὐτοκαταδίκασε. Ὁ Θεός μας, Θεὸς τῆς ἀγάπης, τῆς ἀγαθότητος καὶ τῆς χρηστότητος μᾶς ἀγαπᾶ ὑπερβαλλόντως καὶ δίνει συνεχεῖς εὐκαιρίες γιὰ νὰ μετανοήσουμε. Ἀγαπᾶ ὅλως ἰδιαιτέρως τὴ ντομπροσύνη καὶ τὸ ἀνυπόκριτο. Ὅπως λέει ὁ μακαριστὸς Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, ἕνας βαθὺς ἀναστεναγμὸς κι ἕνα “Κύριε ἐλέησον” ἐκ βαθέων ἔχει μεγαλύτερη βαρύτητα ἀπ᾽ ὅ,τι ἕνας κουβὰς δάκρυα συναισθηματικὰ καὶ κουραστικὲς εὐσεβεῖς φλυαρίες.
.                 Ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ πολὺ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν κι ἀγαποῦν καὶ τοὺς ἄλλους ἀφειδώλευτα, ἀτσιγγούνευτα καὶ δίχως ἀνταλλάγματα. Ἀγαπᾶ ἰδιαιτέρως τὶς προσευχὲς ὑπὲρ τῶν ἄλλων. Τῶν φτωχῶν, τῶν ἀδικημένων, τῶν συκοφαντημένων, τῶν ἀρρώστων, τῶν μοναχικῶν, τῶν ἄσωτων, τῶν ὑποκριτῶν. Ὅπως λέει πολὺ ὡραία, ὁ πρόσφατα κοιμηθεὶς μακαριστὸς π. Εὐσέβιος Βίττης, προσευχητικά, ἂς ὁμολογήσουμε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ποὺ τὰ πάντα βλέπει καὶ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας, ὅτι ἡ ψυχή μας εἶναι «δούλη τῶν αἰσθήσεων, σκλάβα τῶν παθῶν, δέσμια τῆς ὑπερηφάνειας, πληγωμένη ἀπὸ τὴν εὐθιξία, ἐγωϊστικὴ ὅσο δὲν τὸ φαντάζεται, χαλαρὴ χωρὶς προηγούμενο, φιλύποπτη χωρὶς λόγο, ἀδιάφορη καὶ ἀμελής, δυσκίνητη σὰν παράλυτη, δεμένη πολὺ μὲ τὸν κόσμο, ὀλιγόπιστη στὶς δοκιμασίες, πάμφτωχη σὲ ἀρετές, μὲ ἀσήμαντη πνευματικὴ πρόοδο».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

βλ. σχετ.

ΕΜΒΑΘΥΝΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (Ἰω. Κορναράκη, καθηγ.)
ΕΜΒΑΘΥΝΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Β´(Ἰω. Κορναράκη, καθηγ.)
ΕΜΒΑΘΥΝΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Γ´(Ἰω. Κορναράκη, καθηγ.)
ΕΜΒΑΘΥΝΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Δ´(Ἰω. Κορναράκη, καθηγ.)

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-1 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-2 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-3 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-4 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-5 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-6 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-7 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-8 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)

, , ,

Σχολιάστε

ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΔΙΑΣΩΣΗ ὁσίου ΙΕΡΕΩΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗ

Θαυμαστὴ διάσωση
Ὁσίου Λευΐτου π. Δημητρίου Γκαγκαστάθη
ἀπὸ τὸν Ταξιάρχη Μιχαήλ
κοιμηθέντος στὶς 29 Ἰανουαρίου 1975

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                 ἀοίδιμος καὶ χαριτωμένος ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, τὸ σέμνωμα τῆς ἱερωσύνης, τῆς ἀπλανοῦς ποδηγεσίας τῶν πιστῶν καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ πολύτεκνος, ἀγαθὸς καὶ ἁπλοϊκὸς λευΐτης τοῦ Πλατάνου (Βάνιας) τῶν Τρικάλων, ἀγαποῦσε καὶ ἔτρεφε ἰδιαίτερη εὐλάβεια στὸν Ταξιάρχη μας Μιχαήλ.
.                 Ὁ Παπα-Δημήτρης δὲν ἦταν κάτοχος τῆς σοφίας τοῦ κόσμου. Μὲ δυσκολίες τελείωσε τὸ δημοτικὸ στὸ χωριό του. Ἦταν βοσκὸς προβάτων καὶ ἀξιώθηκε νὰ γίνει καὶ βοσκὸς ψυχῶν. Ἀπὸ μικρὸς εἶχε πλήρη ἐπικοινωνία μὲ τὸν Χριστό μας μέσα ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τῆς προσευχῆς, εἶχε μνήμη θανάτου καὶ πόθο ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ὅταν ἔκλεινε τὰ πρόβατα στὴν στάνη πήγαινε μὲ δάκρυα κατ’ εὐθείαν στὴν Ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του, στοὺς ἀγαπημένους του Ταξιάρχες, γιὰ νὰ ζητήσει τὴν χάρη τους, νὰ τοὺς διακονήσει, νὰ τοὺς νοιώσει κοντά του. Ὅταν δὸν κατορθωνε νὰ τὸ κάνει, γιὰ κάποιους λόγους ποὺ ἦταν πέρα ἀπὸ τὶς δυνάμεις του, γονάτιζε ἐκεῖ ποὺ ἦταν στὰ βουνὰ καὶ ἔκλαιγε, ζητώντας τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ συγγνώμη, γιατὶ βρισκόταν μακριὰ ἀπὸ τὸν οἶκο Του. Διάβαζε μὲ πολλὴ κατάνυξη βίους Ἁγίων καὶ τοὺς αἰσθανόταν φύλακες, εὐεργέτες καὶ προστάτες, τοὺς ἔνοιωθε δίπλα του. Εἶχε ζωντανὴ τὴν αίσθηση τῆς παρουσίας τους. Φεύγοντας κάθε πρωῒ γιὰ νὰ φυλάξει τὰ πρόβατα, περνοῦσε πρώτα ἀπὸ τοὺς Ταξιάρχες, τὸν κοντινὸ στὸ σπίτι του Ναό τους μὲ τὶς κατανυκτικὲς τοιχογραφίες τοῦ 1600, γιὰ νὰ τοὺς χαιρετήσει, νὰ τοὺς πεῖ «καλημέρα».
.                 Εἶχε τόση οἰκειότητα μαζί τους, ὥστε ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νὰ πάει στὸν στρατό, τὸ 1921, καὶ μάλιστα στὸ μικρασιατικὸ μέτωπο, τοὺς προσκύνησε καὶ τοὺς ἔκανε συμφωνητικό λέγοντας: «Σᾶς ζητῶ μιὰ χάρη. Ἐγὼ σᾶς ὑπηρετῶ ἀπὸ μικρὸ παιδί. Καθαρίζω τὰ καντήλια σας, κάνω ὅ,τι μπορῶ. Τώρα ποὺ μὲ καλεῖ ἡ πατρίδα θέλω νὰ μὲ ἐνισχύσετε, νὰ μὲ βοηθήσετε, νὰ μὲ φέρετε πίσω χωρὶς νὰ μὲ ἀγγίξει κανένα κακό. Νὰ μὲ φέρετε σῶο καὶ ἀβλαβῆ. Εἶσθε ὑποχρεωμένοι. Καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς τὸ ἀνταποδώσω. Θὰ ὑπηρετήσω τὴν χάρη σας μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά. Ἂς μὴν μοῦ φέρει κωλύματα ἱερωσύνης ἡ στρατιωτική μου θητεία».
.                 Ἕνα βράδυ κάπου στὴν Σμύρνη, τὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια ποὺ κατέληξαν στὴν τραγωγία τῆς καταστροφῆς, ὁ νεαρὸς τότε στρατιώτης Δημήτριος, φύλαγε σκοπιὰ μαζὶ μὲ ἄλλους δύο συστρατιῶτες του. Τὰ μεσάνυκτα ἔφθασε ἕνα τουρκικὸ ἀπόσπασμα ἱππικοῦ καὶ ἔπεσε πάνω στοὺς σκοποὺς ἀπειλητικό. Ο πιστὸς στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς πατρίδος, ὁ Δημήτριος, πρόφθασε νὰ φωνάξει:
-Μιχαὴλ Ἀρχιστράτηγε, σῶσέ με!
.                 Μὲ γρηγοράδα ἔπεσε στὸν διπλανὸ λαχανόκηπο. Μιὰ ἀόρατη δύναμη τὸν ἔσπρωξε καὶ τὸν ἔκανε ἀόρατο. Οἱ Τοῦρκοι γύρισαν ὅλον τὸν κῆπο μὲ τὰ ἄλογα. Ἕνας ἔφθασε μισὸ μέτρο ἀπὸ αὐτόν. Τὸ ἄλογο φοβήθηκε, ἀλλὰ ὁ Δημήτριος προσευχόμενος καὶ καλυπτόμενος ἀπὸ ἀρχαγγελικὴ προστασία ἔμεινε ἀκίμητος. Μιὰ φωνὴ ἀπομάκρυνε τοὺς Τούρκους. Οἱ δύο στρατιῶτες, δυστυχῶς, φονεύθηκαν, ἔπεσαν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ὁ Δημήτριος σώθηκε καὶ γύρισε σῶος, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ὑποσχέση του. Νὰ ὑπηρετήσει τοὺς Ταξιάρχες ὡς Ἱερεὺς στὸν Ναό τους.
.                 Πολλὰ χρόνια ἀργότερα, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1945, ὁ ἐμφύλιος σπαραγμὸς κατέτρωγε τὰ σπλάγχνα τοῦ ἔθνους. Ὁ Παπα-Δημήτρης μιὰ Κυριακὴ πρωῒ βλέποντας τὸν κίνδυνο ἐπιδρομῆς κτύπησε τὴν καμπάνα καὶ ἔφυγε πρὸς τὸ διπλανὸ χωριό. Καβαλάρηδες, ὅμως, ἐπιδρομεῖς ἔτρεχαν ὀπίσω του καὶ σὲ μιὰ στιγμὴ τὸν περικύκλωσαν. Ὁ ἀγαθὸς λευΐτης ἔχοντας ἰσχυρὴ προστασία ἀπὸ τον οὐρανὸ σήκωσε τὰ χέρια ψηλὰ καὶ φώναξε:
-Μιχαὴλ Ἀρχιστράτηγε, σῶσε με, κινδυνεύω.
.                 Ἀμέσως τότε σὰν ἀστραπὴ παρουσιάσθηκε ὁ Ἀρχάγγελος, πλησίασε τὸν ἀρχηγό τους, ἔκοψε μὲ τὸ σπαθί του τὰ λουριὰ τῆς σέλας καὶ τὸν ἔρριξε κάτω. Οἱ ἄλλοι ἔμειναν ἀκίνητοι, σὰν νὰ τοὺς εἶχε κτυπήσει ἠλεκτρικὸ ρεῦμα. Πῆρε τότε τὸν λόγο ὁ ἀρχηγὸς καὶ τοῦ λέει:
-Παπά μου, νὰ μᾶς συγχωρᾶς. Πήγαινε στὸ καλό. Ἔχεις ἰσχυροὺς προστάτες!
.                 Ἔκτοτε ὁ Παπα-Δημήτρης πιστὸς στὰ ἱερατικά του καθήκοντα λετουργοῦσε μὲ εὐγνωμοσύνη ἀπέραντη στοὺς Ἁγίους Ταξιάρχες στὸν Ναό τους. Μάλιστα ἔφθασε σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς καὶ ἀξιώθηκε νὰ ἐπιτελεῖ θαυμαστὰ σημεῖα. Ἀπὸ προσωπικὴ ἐμπειρία καταθέτω τὴν μυροβλυσία τῆς Ἁγίας Τραπέζης κατὰ τὸν καθαγιασμὸ τῶν Τιμίων Δώρων. Τὸ θαῦμα μᾶς εἶχε διηγηθεῖ ὁ φίλος του, Ὅσιος Φιλόθος, ὁ Ζερβᾶκος, ὁ ὁποῖος καὶ σὲ μιὰ ἐκδρομὴ ποὺ εἶχε ὀργανώσει μᾶς εἶπε καὶ τοποθετήσαμε βαμβάκια στὴν βάση τοῦ Ἐσταυρωμένου, πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τραπεζα. Ὅταν τελείωσε ἡ Θεία Λειτουργία, ἱερουργούντων τῶ δύο αὐτῶν ὁσιακῶν μορφῶν, τοῦ Παπα-Δημήτρη καὶ τοῦ Παπα-Φιλόθεου, τὰ βαμβάκια ἔσταζαν μύρο.
.                 Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς Ὁσίοις Αὐτοῦ καὶ μεγάλη ἡ δύναμη καὶ προστασία τῶν Ἀγίων Ἀρχαγγέλων καὶ μάλιστα τοῦ Ταξιάρχη Μιχαήλ, τοῦ «Ἀρχιστρατήγου Δυνάμεως Κυρίου».

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

«ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΓΙΑ Ν᾽ ΑΓΙΑΣΕΙ»- Ὑποθέσεις καὶ πεποιθήσεις γιὰ τὸν π. Εὐσέβιο Βίττη (Χαραλ. Μπούσιας)

Ὑποθέσεις καὶ πεποιθήσεις
γιὰ τὸν π. Εὐσέβιο Βίττη

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας
(Ὁμιλία στὶς Σέρρες στὴν Ἡμερίδα [19.01.20] γιὰ τὰ 10 χρόνια
ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ ὁσίου Γέροντος Εὐσεβίου Βίττη)

Σεβασμιώτατε, φερωνύμως καὶ ἁγιοπνευματικῶς Θεολόγε, σεβαστοὶ Πατέρες, ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

 .         ν ζοῦσε σήμερα ὁ Λεονάρντο Ντα Βίντσι καὶ τοῦ παρήγγειλαν νὰ ζωγραφίσει τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας, ἀσφαλῶς θὰ ἐπέλεγε γιὰ πρότυπο τὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἂν ζοῦσε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, ὀ Χρυσόστομος, καὶ ἀνέπτυσσε τὴν ὁμιλία του γιὰ τὴν ἱεραποστολή, ἀσφαλῶς θὰ ἀναφερόταν στὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἂν ζοῦσε ὁ ποιητὴς τῶν Κοντακίων, Ἅγιος Ρωμανός, ὁ Μελῳδός, καὶ συνέθετε Κοντάκιο γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους μας, θὰ ἐμπνεόταν ἀπὸ τὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἂν Ἄγγελος κυρίου κατέβαινε ἀπὸ τὸν οὐρανό, γιὰ νὰ καταγράψει τὴν ἄριστη ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, ἀσφαλῶς θὰ βράβευε τὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἂν ὁ Κίπλινγκ εἶχε γνωρίσει τὸν π. Εὐσέβιο στὸ ποίημά του «Ἄν», “ If” στὰ ἀγγλικά, ποὺ ξεκινᾶ μὲ τὸν στίχο: «Ἂν νὰ κρατᾶς καλὰ μπορεῖς τὰ λογικά σου, ὅταν τριγύρω σου ὅλοι τάχουνε χαμένα…», δὲν θὰ τελείωνε μὲ τὸν στίχο: «τότε μόνο θὰ λέγεσαι ἄνδρας», ἀλλὰ μὲ τὸν στίχο: «τότε μόνο θὰ λέγεσαι Εὐσέβιος».
.         Ἂν στοὺς ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες ὑπῆρχε ἄθλημα ἐναρέτου διαγωγῆς καὶ ἀγάπης Χριστοῦ, τότε ὀλυμπιονίκης θὰ στεφανωνόταν ὁ π. Εὐσέβιος.
.         Ἂν ὁ ὀδοστρωτήρας τῆς κοινωνίας, ὁ ὁποῖος ἰσοπεδώνει τὰ πάντα, περνοῦσε πάνω ἀπὸ τὸν π. Εὐσέβιο, θὰ καταστρεφόταν ἀπὸ τὴν γρανιτώδη καρδιὰ καὶ θέληση τοῦ π. Εὐσεβίου.
.         Ἂν διδασκόταν ὁ βίος τοῦ πατρὸς Εὐσεβίου στὰ λύκεια καὶ στὶς πανελλήνιες ἐξετάσεις ἔμπαινε θέμα: «Περιγράψατε ἕναν σύγχρονο ἅγιο», οἱ ὑποψήφιοι θὰ περιέγραφαν ἀπολύτως τὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἄν, τέλος, ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, βάζαμε σὲ μία ζυγαριὰ ἀπὸ τὴν μία μεριὰ ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸν π. Εὐσέβιο, ἡ πλάστιγα θὰ ἔγερνε πρὸς τὴν μεριά του, γιατὶ αὐτὸς εἶχε τὸ βάρος ὅλων τῶν ἀρετῶν καὶ αὐτὸ τῆς Θείας Χάριτος ποὺ ἐνοικοῦσε μέσα του.      

 Ψυχή, ποὺ γεννήθηκε, γιὰ ν’ ἁγιάσει.

.         Στὰ συναξάρια κάποιων Ἁγίων διαβάζουμε, ὅτι αὐτοὶ ἦταν ἁγιασμένοι «ἐκ κοιλίας μητρός». Ἦταν, δηλαδή, ἀπὸ τὰ βρεφικά τους χρόνια δοχεῖα τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἦταν ἐπιλεγμένα πρόσωπα, γιὰ νὰ «ἁγιάσουν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ὡς ἐν τῶ οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς», καθὼς παρακαλοῦμε νὰ μᾶς ἀξιώσει καὶ ἐμᾶς ὁ Χριστός μας στὴν Κυριακὴ προσευχή. «Ψυχή, ποὺ γεννήθηκε, γιὰ ν’ ἁγιάσει»,εἶναι νεανικὴ φράση καταγεγραμμένη ἀπὸ τὸν σὰν σήμερα κοιμηθέντα ἐν Κυρίῳ τὸ 1975, ἀοίδιμο Μητροπολίτη Χαλκίδος, κυρὸ Νικόλαο Σελέντη, τὸν ἱεράρχη μὲ τὸ νεανικὸ σφρίγος καὶ τὴν πολιὰ φρόνηση. Τὴν ἔγραψε στὸ ἡμερολόγιό του γιὰ τὸν Γέροντα Εὐσέβιο Βίττη, τότε νεαρὸ φίλο καὶ συμφοιτητή του Στέργιο, ποὺ κυκλοφόρησε ἀργότερα μὲ τίτλο «Ξεσπάσματα τῆς καρδιᾶς μου».
.         Στὸ φοιτητικὸ οἰκοτροφεῖο τῶν Ἀθηνῶν εἶχε συνδεθεῖ ὁ ἐνάρετος Νικόλαος μὲ τὴν ἐν Χριστῷ φιλία μὲ τὸν τότε νεαρὸ Στέργιο, καὶ εἶχε δεῖ στὸ πρόσωπό του τὸν ἰσάγγελο ἄνθρωπο, τὸν ἀγωνιστὴ καὶ βιαστὴ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, τὸν νηστευτή, τὸν εἰρηνοποιὸ στοὺς διαξιφισμοὺς τῶν συνομιλήκων καὶ τῶν μεγαλυτέρων του. Ὁ νεανικὸς τοῦ Στέργιου ζῆλος, ζῆλος μὲ ἐπίγνωση τῶν ὅσων ἤθελε νὰ πράξει, μὲ ἀγάπη ἀνυπόκριτη, μὲ πίστη ἀκαταίσχυντη, μὲ πλησμονὴ σοφίας, μὲ περιποίηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, τὸν εἶχε συναρπάσει. Διαπίστωνε ὅτι τὸ κάθε βῆμα τοῦ νεαροῦ συμφοιτητῆ καὶ συνοικοτρόφου του ἦταν προσεγμένο πιστοποιώντας τὸν λόγο τοῦ Σοφοῦ Σειραχίδου: «Στολισμὸς ἀνδρὸς καὶ βῆμα ποδὸς καὶ γέλως ὀδόντων ἀναγγελεῖ τὰ περὶ αὐτοῦ» (Σοφ. Σειρ. 19 30). Δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος γνωρίζεται ἀπὸ τὸν στολισμὸ τοῦ σώματός του, πῶς ντύνεται, ἀπὸ τὸν βηματισμό του, πῶς περπατάει, καὶ ἀπὸ τὸ γέλιο του, πῶς ἀντιδρᾶ στὶς εὐχάριστες στιγμὲς τῆς ζωῆς του.
.         Ὁ Γέροντας Εὐσέβιος ἦταν διακοσμημένος μὲ σεμνότητα ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια. Τὸν στόλιζε τὸ κόκκινο χρῶμα τῆς ντροπῆς, αὐτὸ ποὺ ὁ Ἀριστοτέλης δίδασκε στὸν μαθητή του, τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο, ὅτι εἶναι τὸ ὡραιότερο χρῶμα. Ἦταν, ἐπίσης, μοσχοβολημένος μὲ τὸ ἄρωμα τῆς ἀγάπης. Ἦταν ὅλος «εὐωδία Χριστοῦ» (Β´ Κορ. β´ 15). Ἐνσάρκωνε καὶ βίωνε τὴν Διαθήκη τῆς Χάριτος καὶ εὔφραινε ὅλους, ὅσοι τὸν πλησίαζαν. Τοὺς ἀνέπαυε μὲ τὴν γλυκύτητα τῶν λόγων του καὶ τοὺς μετέδιδε τὰ ἀγαθὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, «χαρά, εἰρήνη καὶ πραότητα» (Γαλ. ε´ 22), μὲ τὰ ὁποῖα ἦταν προικισμένος ἐπιβεβαιώνοντας τὴν εὐαγγελικὴ φράση «ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας ὁμιλεῖ ἡ γλῶσσα» (Ματθ. ιβ´ 34). Ἡ νεανικὴ ὁρμὴ καὶ τὸ σφρίγος του διοχετευόταν στὴν προσφορὰ ἀγάπης, στὴν διακονία τοῦ πλησίον, στὴν ἐνδελεχῆ μελέτη τῶν Γραφῶν, στὸν κατηχητικὸ λόγο καὶ στὴν ἐξισορροπητικὴ τάση μέσα στὸν περιβάλλοντα χῶρο του, διεκδικώντας τὸν τίτλο τοῦ μάκαρος, καὶ τῆς θεϊκῆς υἱοθεσίας, ἀφοῦ κατὰ τὰ ἀδιάψευστα χείλη τοῦ Κυρίου μας εἶναι «μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται» (Ματθ. ε´ 9). Ὁ Στέργιος δὲν συμβιβαζόταν μὲ κάθε τὶ τὸ ὁποῖο μείωνε μέσα του, ἀλλὰ καὶ στοὺς γύρω του, τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ μποροῦσε νὰ σκανδαλίσει ψυχὲς «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανε» (Ῥωμ. ιδ´ 15). Κάθε του ἐργασία, κάθε του ἐνέργεια, κάθε του λόγος ἔκρυβε τὴν ἀπόλυτη ψυχική του κένωση, ἔκρυβε τὴν τελειότητα. Ἦταν ὁ οἰκουμενικὸς ἀναζητητὴς τοῦ ἀπολύτου, θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἐπίσης ἐπιστήθιος φίλος του, συμφοιτητής του καὶ πνευματικός του ἀδελφός, ὁ νῦν Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος. Ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Γέροντα ὡς «οἰκουμενικοῦ» ὑποδηλώνει αὐτὴν ποὺ χωρὶς διάκριση ἔδειχνε σὲ ὅλους μεγάλη του καρδιὰ καὶ μεγάλη του ἀγκαλιά, αὐτὴν ποὺ χωροῦσε μέσα της ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως φάνηκε στὴν περαιτέρω πορεία τῆς ζωῆς του καὶ τῆς ἱεραποστολικῆς του δράσεως, ἀνεξάρτητα ἀπὸ καταγωγή, φυλὴ καὶ θρησκευτικὸ δόγμα.
.         Ἡ ἀέρινη αὐτὴ καὶ ἀγγελικὴ παρουσία τοῦ νεαροῦ Στέργιου στὸ οἰκοτροφεῖο κίνησε τὴν γραφίδα τοῦ φίλου του, ἀγγελόμορφου ἐπίσης, Νικολάου Σελέντη, σὲ ὥρα ἐκφράσεως θαυμασμοῦ του γι’ αὐτὸν νὰ γράψει: «Ἂχ, αὐτὸς ὁ Στέργιος, μιὰ ψυχή, ποὺ γεννήθηκε, γιὰ ν’ ἁγιάσει».

Ὑψηλοὶ στόχοι

.         Τὸν πῆχυ τῆς προσφορᾶς του στὴν Ἐκκλησία ἀπὸ νεαρὸς ὁ Γέροντας τὸν εἶχε θέσει πολὺ ψηλά. Ἔθετε στόχους ὑψηλοὺς καὶ ἀγωνιζόταν, πάντοτε μὲ ἐπιτυχία, στὴν ἐπιτευξή τους. Ἦταν ἕνας ὀλυμπιονίκης τοῦ πνεύματος, ἕνας Ἄνθρωπος μὲ Α κεφαλαῖο, ἀφοῦ ἄνω ἔθρωσκε, εἶχε στραμμένο μόνιμα τὸ βλέμμα του στὸν Ἀρχηγὸ καὶ τελειωτή μας Ἰησοῦ. Αὐτὸν εἶχε βάλει κυβερνήτη τοῦ πλοίου τῆς καρδιᾶς του στὸ πολυκύμαντο πέλαγος τῆς ζωῆς μὲ στόχο τὴν προσόρμησή του στὸ λιμάνι τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Δώδεκα στόχους συνοπτικὰ εἶχε θέσει στὸν ἑαυτό του ὁ «κεχριαῖος, ὅπως ὑπέγραφε, π. Εὐσέβιος. *Νὰ μὴν λυπήσει τὸν Κύριο.*Νὰ ὁλοκληρώσει τὴν ἀρετή. *Νὰ μάθει πολλὲς γλῶσσες, γιὰ νὰ μεταδίδει παντοῦ τὸν λόγο τοῦ εὐαγγελίου τῆς ἀγάπης. *Νὰ μὴν χαθεῖ οὔτε μιὰ ψυχή, ἀπὸ αὐτὲς ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος. *Νὰ μὴν ἀλλοτριωθεῖ ἀπὸ τὰ σύγχρονα ρεύματα. *Νὰ μὴν σταματήσει νὰ δέεται τοῦ Κυρίου ὑπὲρ πάσης ψυχῆς τρυχομένης καὶ καταπονουμένης. *Νὰ μὴν ξηραθεῖ ἡ μελάνη στὸ μελανοδοχεῖο τῆς καρδιᾶς του πρὸς οἰκοδομὴ ψυχῶν μέσα ἀπὸ συγγραφὴ βιβλίων καὶ ἀλληλογραφίας. *Νὰ τιμᾶ καὶ διακονεῖ τοὺς ἄλλους μὴ δεχόμενος ὁ ἴδιος τιμές. *Νὰ ἀπέχει ἀπὸ χρηματικὲς ἀπολαυὲς ἐφαρμόζοντας τὴν πτωχεία τοῦ Ἰησοῦ. *Νὰ βιώνει τὴν ἁπλότητα, τὴν λιτότητα καὶ νὰ ἀποφεύγει τὸ σκάνδαλο. *Νὰ ζεῖ τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία καὶ *Νὰ ἀποφεύγει τὴν κρίση τῶν ἄλλων.

 Ἄνθρωπος Σταυροφόρος

 .         Εὐρυμαθὴς καὶ βαθυνούστατος, καθὼς ἦταν ὁ π. Εὐσέβιος, γνώριζε ὅτι ἡ προσφορὰ πρὸς τοὺς ἄλλους συνεπάγεται ἀγώνα, ὁ ἀγώνας πίστη καὶ ἡ πίστη συνοδεύεται πάντοτε ἀπὸ ἀγάπη, ἀφοῦ «πίστις ἄνευ ἔργων νεκρὰ ἐστί» (Ἰακ. β´ 26). Γνώριζε καλὰ ὅτι κανεὶς δὲν θὰ δεχθεῖ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του χωρὶς νὰ πλέξει γύρω ἀπὸ τὸν σταυρό του τὰ τριαντάφυλλα τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης. Ὁ σταυρὸς τοῦ ἦταν δεδομένος, ὅπως εἶναι γιὰ ὅλους μας. Ἤξερε νὰ τὸν σηκώνει ἀγόγγυστα, ἀφοῦ γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν ἀνάσταση περνᾶμε πάντοτε ἀπὸ τὸν Γολγοθᾶ. Γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν ἀπόλαυση τῶν οὐρανῶν πρέπει νὰ περάσουμε ἀπὸ τὶς συμπληγάδες τῆς γῆς. Ἔλεγε ὁ Γέροντας ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάσταση χωρὶς σταυρό. Δὲν ὑπάρχει νίκη χωρὶς ἀγώνα. Δὲν ὑπάρχει θρίαμβος χωρὶς προσπάθεια. Καὶ λυπόταν, γιατὶ ζοῦμε σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ ἐμφορεῖται ἀπὸ ἀντισταυρικὸ πνεῦμα, σὲ ἕναν κόσμο ποὺ φίλαυτα ἔχει ὡς ἰδανικά του τὴν εὐημερία, τὴν καλοπέραση, τὴν ἄνεση, τὸν λίγο μόχθο καὶ τὶς πολλὲς ἀπολαύσεις. Σὲ ἕναν κόσμο ποὺ τοποθετεῖ τὴν ἐλευθερία στὸν ἐγωϊσμὸ καὶ ὄχι στὴν θυσία καὶ τὴν κενωτικὴ ἀγάπη. Σὲ ἕναν κόσμο ποὺ βλέπει τὸν πλησίον ὄχι σὰν κομμάτι ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ σὰν ἀντίπαλο ποὺ τοῦ καταναλώνει τὸ πολύτιμο ὀξυγόνο τῆς ζωῆς. Σὲ ἕναν κόσμο ποὺ τὸν τρομάζει ὁ ἀγώνας, τὸν τρομάζει ὁ σταυρός. Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ φυσικὴ συνέπεια τῆς σύγχρονης ἐγωκεντρικῆς ζωῆς, τῆς νιρβάνας, δηλαδὴ τῆς ἀνέσεως ποὺ ἀποκοιμίζει πνευματικά, ἠθικά, κοινωνικὰ καὶ ἐργασιακὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ζωὴ καὶ ἰδίως ἡ κατὰ Χριστὸν ζωὴ προϋποθέτει σταυρικὴ θυσία, προϋποθέτει διαρκὴ προσπάθεια καὶ κενωτικὴ προσφορὰ καὶ θλιβόταν ὁ Γέροντας, γιατὶ ὁ σημερινὸς κόσμος δὲν ἔχει μάθει νὰ δίνει. Γνωρίζει μόνο νὰ παίρνει. Ἔχει ἀπαιτήσεις χωρὶς ὑποχρεώσεις. Αὐτὸν τὸν κόσμο ὁ π. Εὐσέβιος τὸν λυπόταν καὶ προσπαθοῦσε μὲ τὸ παράδειγμά του, μὲ τὴν ἀγάπη του, νὰ τὸν ἀλλάξει, νὰ τὸν διορθώσει. Ἐδῶ ἔμπαινε καὶ ἡ ἱεραποστολική του δράση. Ἡ δράση ποὺ στηριζόταν στὴν ἀγάπη, γιὰ τὴν ὁποία ἔλεγε: «Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ζωὴ τῆς καρδιᾶς μου». Ζῶ γιὰ νὰ ἀγαπῶ καὶ νοιώθω ζωντανός, ἐπειδὴ ἀγαπῶ. Ἔτσι ἐξηγοῦσε ὁ ἅγιος Γέροντας τὴν κενωτικὴ προσφορὰ τοῦ ἴδιου πρὸς τοὺς γύρω του καὶ ἔτσι ἐπιθυμοῦσε καὶ δίδασκε μὲ τὸ παράδειγμά του νὰ συμπεριφέρονται καὶ οἱ ἄλλοι. Ἄλλωστε, ὅποιος δὲν ἀγαπᾶ λογίζεται νεκρὸς ἄνθρωπος, εἶναι νεκρὸ κύτταρο στὸν κοινωνικὸ ἱστὸ καὶ νεκρὸ μέλος στὴν χριστιανικὴ ὁμήγυρη.
.         Ἔφερνε στὸν νοῦ του ὁ Γέροντας τὴν φράση τῆς Ἀντιγόνης ἀπὸ τὴν ὁμώνυμη τραγωγία τοῦ Σοφοκλέους: «Δὲν γεννήθηκα γιὰ νὰ μισῶ, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀγαπῶ» (στ. 523) καὶ ἔλεγε ὅτι, ἡ ζωὴ χωρὶς ἀγάπη δὲν ἔχει νόημα, ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία «οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α´ Κορίνθ. ιγ´ 8), καθὼς μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, εἶναι κενωτικὴ καὶ σφαιρική. Δὲν ἔχει περιορισμούς, δὲν ἔχει ὅρια, ὅπως δὲν ἔχει καὶ ὁρισμένους μόνον ἀποδέκτες. Ἡ ἀγάπη ἀπευθύνεται σὲ ὅλους, εἶναι παγκόσμια, χωρὶς σύνορα, ἐθνότητες, πολιτισμούς, γνώσεις.

Μεῖζον ἡ ἀγάπη

.         Ἡ φράση ποὺ προείπαμε τῆς Ἀντιγόνης «γεννήθηκα, γιὰ νὰ ἀγαπῶ» ἔλεγε, εἶναι φράση μὲ νόημα ξεκάθαρο καὶ διαχρονικό, ποὺ σπάνια συναντοῦμε στὴν παγκόσμια ποίηση καὶ λογοτεχνία. Αὐτὴν εἶχε χαραγμένη στὰ φυλλοκάρδια του ὁ π. Εὐσέβιος καὶ τὴν βίωνε, ἀφοῦ τὴν θεωροῦσε, ὅπως καὶ εἶναι, ὡς αὐθεντικὴ διατύπωση τῆς πιὸ ἀρχέγονης καὶ ἀκατάλυτης ἀγάπης πολὺ πρὶν τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ φυσικὰ τοῦ οὑμανισμοῦ ποὺ ἀναπτύχθηκε τὸν 14ο καὶ 15ο αἰώνα.
.         Κάθε ἄνθρωπος γεννήθηκε, γιὰ νὰ ἀγαπᾶ, γιατὶ μόνο ἡ ἐκ φύσεως ἀγάπη μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν ἀδικία, τὴν κακότητα, τὴν βία. Ἀντιστέκεται στοὺς πολέμους, ποὺ γεννιοῦνται ἀπὸ τὸ μίσος, τὴν κακία, τὴν πλεονεξία, καὶ τὴν ζήλεια, στοιχεῖα ἐπίκτητα στὴν ζωή μας.
.         Ἡ πολυδιάστατη, ὅμως, αὐτὴ ἀγάπη δὲν εἶναι προϊὸν ἠθικῆς ἀγωγῆς καὶ παιδείας, ἀλλὰ μιὰ ὑπαρξιακὴ δύναμη καὶ ἕνας ἀνώτερος φυσικὸς προορισμὸς στὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ δὲν εἶναι μόνο συναίσθημα καὶ σκέψη, εἶναι βίωμα καὶ πράξη, ποὺ διώχνει τὴν δειλία καὶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου. Εἶναι ἴσως ἡ μόνη ἐλπίδα, γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος. Νὰ νοιώσει τὸν πόνο καὶ τὴν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου, νὰ συναισθανθεῖ τὸν προορισμό του καὶ κατὰ συνέπεια τὸ χρέος του. Γιὰ κάθε λογικὸ καὶ εὐαίσθητο ἄνθρωπο ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ ἀληθινὸ νόημα καὶ ἡ οὐσία τῆς ὑπάρξεώς του. Εἶναι ἡ ἐλπίδα στὸ νὰ γίνει ἡ γῆ μας Παράδεισος, νὰ δοξάζεται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας «ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» (Μαθ. ϛ´ 10).

Προσευχὴ ὅλο φῶς

.         Ὁ Γέροντας Εὐσέβιος γιὰ νὰ ἀναλωθεῖ στὴν ἀγάπη ἔπρεπε νὰ συνδεθεῖ μὲ τὸ καλώδιο τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ ἡ σύνδεση γινόταν, ὅπως γίνεται σὲ ὅλους μας, μὲ τὴν καρδιακὴ προσευχή. Αὐτὴ δὲν ἔλειπε ποτὲ ἀπὸ τὰ χείλη του. Ἄλλωστε τὸ ἐφετὸ τῆς καρδιᾶς του ἦταν ὁ γλυκύτατός μας Ἰησοῦς, Αὐτὸς ποὺ τὶς ἄσχημες στιγμὲς τῆς ζωῆς του τὶς ὀμόρφαινε, Αὐτὸς γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Γέροντας εἶχε διακαῆ ἐπιθυμία «εἰς τὸ ἀναλῦσαι καὶ σὺν Αὐτῷ εἶναι» (Φιλιπ. α´ 21). Τὸ μήνυμα τῆς προσευχῆς του ἦταν, ὅτι ὅποιος γεύθηκε τὴν γλυκύτητα της δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἐγκαταλείψει, γιατὶ γλυκύτερο πράγμα στὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ὑπάρχει.
.         Κάποτε ἕνα πνευματικὸ τέκνο του, χωρὶς νὰ γίνει ἀντιληπτὸ ἀπὸ αὐτόν, τὸν εἶδε νὰ προσεύχεται στὸ Κελλί του. Εἶχε ὑπερυψωμένα τὰ χέρια, αὐτὰ μὲ τὰ ὁποῖα δεόταν στὸν Κύριο γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, καὶ ἔμοιαζαν μὲ δύο λαμπάδες ὁλόφωτες, ποὺ ἐκτείνονταν πρὸς τὰ πάνω. Εἶχαν ἐπικαλυφθεῖ ἀπὸ δέσμες πυρός, ὅπως αὐτὲς τῶν δύο αὐταδέλφων νεαρῶν ἀσκητῶν, τοῦ Μαξίμου καὶ τοῦ Δομετίου, στὴν χάρη καὶ τῶν ὁποίων εἶχε ἀφιερώσει τὸ ἀσκητικό του κελλάκι, τὸν εὐκτήριο οἶκο του, στὸ Κρυονέρι. Ζοῦσε ὁ π. Εὐσέβιος στὴν χώρα τοῦ ἀκτίστου, τοῦ Θαβωρείου φωτός.
.         Μὲ τὴν προσευχή του ὁ π. Εὐσέβιος μποροῦσε καὶ «ὄρη μεθιστάνειν» (Α´ Κορ. ιγ´ 2), ὄρη ψυχῶν ποὺ ἐμπόδιζαν τὰ ζωήρρυτα νάματα τῆς ἐπιγνώσεως καὶ τῆς μετανοίας νὰ διεισδύσουν καὶ νὰ τὶς καλλιεργήσουν πνευματικά. Στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Νικολάου, κοντὰ στὴν πόλη Ratvik, ὅπου ἡ πρόσβαση ἦταν δύσκολη καὶ ἡ περιοχὴ ἐρημική, μιὰ ψυχὴ μὲ τὴν δύναμη τῆς θελήσεώς της, καὶ γιατὶ ὄχι μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ διορατικοῦ Γέροντος, κατάφερε καὶ ἔφθασε. Ἦταν καλοκαίρι καὶ τὸ τοπίο ἦταν ὑπέροχο, γεμάτο ἔλατα. Ὁ Γέροντας ποὺ ἔδειχνε νὰ μὴν γνωρίζει τίποτα γιὰ τὸν ἐρχομό της, ἀφοῦ δὲν εἶχε εἰδοποιηθεῖ, ὅταν τὴν ὑποδέχθηκε, τὴν ἀποκάλεσε μὲ τὸ ὄνομά της, -τυχαῖο;- καὶ τὴν ἔβαλε νὰ φάει σὲ ἕνα τραπέζι ποὺ εἶχε ἑτοιμάσει ἐκ τῶν προτέρων. Τὸ γεῦμα καὶ τὸ τραπέζι ἦταν ὅλα προετοιμασμένα γιὰ δύο ἄτομα -καὶ αὐτὸ τυχαῖο;-. Στὸ Ἡσυχαστήριο δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἄλλος.
Ἡ ἐπισκέπτρια ἔθεσε στὸν Γέροντα τὶς ἀπορίες της, ἔκλαυσε, παραπονέθηκε, ἐξομολογήθηκε καὶ ἔνοιωσε τὴν ψυχή της πραγματικὰ ἀνάλαφρη. Ἦταν τόσο χαρούμενη καὶ ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὰ ψυχικά της βάρη ποὺ μονολόγησε: «Τὸ μόνο ἐπιπλέον πράγμα ποὺ θὰ ἤθελα αὐτὴ τὴν στιγμὴ εἶναι νὰ ἔβλεπα αὐτὸ τὸ ὑπέροχο δάσος χιονισμένο». Ὁ π. Εὐσέβιος μὲ τὸ διορατικό του φίλτρο συνέλαβε τὴν ἐπιθυμία της καὶ προσευχήθηκε θερμά. Νὰ ποὺ ἡ «προσευχὴ ταπεινοῦ νεφέλας διέρχεται» (Σοφ. Σειρ. 35, 17) καὶ εἶναι ἱκανὴ νὰ μετακινεῖ καὶ βουνά.
.         Σὲ λίγα λεπτὰ ἄρχισαν νὰ χορεύουν νιφάδες καὶ ἕνα ἁπαλὸ ἄσπρο σεντόνι σκέπασε τὰ πάντα μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ καλοκαιριοῦ! Ἡ προσευχὴ τοῦ Γέροντα εἶχε εἰσακουσθεῖ καὶ ὁ καλός μας Θεὸς καὶ αὐτὴ τὴν κρύφια ἐπιθυμία τῆς προσκυνήτριας ἐκπλήρωσε, γιὰ νὰ μᾶς δείξει ὅτι ὁ Θεὸς ἀκούει τὶς προσευχὲς τῶν δικαίων. Μᾶς τὸ εἶπε: «Ὅ,τι ἂν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐγὼ ποιήσω» (Ἰωάν. ιδ´ 14).

Μάξιμος καὶ Δομέτιος

.         Ὁ π. Εὐσέβιος ἔτρεφε ἰδιαίτερη εὐλάβεια στοὺς σήμερα ἑορταζομένους Ὁσίους αὐταδέλφους, τὸν Μάξιμο καὶ τὸν Δομέτιο, τοὺς δύο νεαροὺς Ὁσίους, «τοὺς ἁγιασθέντας διὰ τῆς εὐχῆς. Θαύμαζε τὴν ἄσκησή τους, τὴν προσευχή τους, τὴν σκληραγωγία καὶ τὴν σιωπή τους, τὴν ἐπιδίωξη τῆς ἀφάνειας, ὥστε τὴν ἀρετή τους νὰ γνωρίζει μόνο ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε καὶ στὸν πνευματικό τους καθοδηγητὴ νὰ τὴν γνωρίσει λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ὁσιακή τους κοίμηση. Θαύμαζε καὶ τοὺς τιμοῦσε κατὰ τὸ χρυσοστομικὸ «τιμὴ ἁγίου, μίμησις ἁγίου».
.         Οἱ Μάξιμος καὶ Δομέτιος ἦταν ἀδελφοὶ ἀπὸ ἀρχοντικὴ οἰκογένεια τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Παρὰ τὴν εὐμάρεια καὶ τὶς ἀνέσεις τῆς οἰκογενείας τους ἦσαν ἀκάματοι ἐργάτες τῆς νοερᾶς προσευχῆς, τῆς σιωπῆς, τῆς ξενιτείας καὶ τῆς σκληραγωγίας. Ἡ ὄψη τους, ὄψη νεαρῶν ποὺ εἶχαν μεγαλώσει μέσα σὲ χλιδή, ξεγελοῦσε καὶ δὲν ἄφηνε νὰ καταλάβει κανεὶς τὴν μυστική τους πνευματικότητα καὶ νὰ δεῖ τὰ πολύτιμα διαμάντια τῆς ἀποταγῆς τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ποὺ κρύβονταν μέσα τους. Τὰ διαμάντια αὐτὰ τὰ ἔκρυβαν μὲ τόση ἐπιμέλεια, ποὺ δὲν τὰ διέκρινε οὔτε καὶ ὁ μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Νιτρίας, ὁ Ἅγιος Μακάριος.
.         Ὅταν σὲ αὐτὸν ζήτησαν νὰ γίνουν μαθητές του στὴν ἔρημο, ἐκεῖνος θέλησε νὰ τοὺς διώξει βλέποντάς τους καλοαναθρεμμένους καὶ ἴσως ἀνίκανους γιὰ τὴν σκληρὴ δοκιμασία τῆς ἐρήμου. Ὁ λογισμός του, ὅμως, τοῦ ὑπαγόρευσε νὰ τοὺς δεχθεῖ, γιὰ νὰ μὴν τοὺς σκανδαλίσει, ἀφοῦ ἂν δὲν ἄντεχαν, θὰ ἔφευγαν μόνοι τους. Μὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικὸ τοὺς ὑπέδειξε ἕνα μέρος, γιὰ νὰ κτίσουν ἕνα λιθόκτιστο κελλάκι καί, ἀφοῦ τοὺς ἐφοδίασε μὲ ἕναν πέλεκυ καὶ ἕνα σακκούλι γεμάτο ψωμιὰ καὶ ἁλάτι, τοὺς ἔδειξε πὼς νὰ πλέκουν ζεμπίλια μὲ βαγιὲς ἀπὸ ἕνα κοντινὸ ἕλος. Αὐτὰ θὰ τὰ πωλοῦσαν γιὰ νὰ   ἐξασφαλίσουν τὸν «ἐπιούσιον ἄρτον».
.         Γιὰ τρία ὁλόκληρα χρόνια οἱ νεαροὶ ἀγωνίσθηκαν ὑπεράνθρωπα μὲ ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ σιωπὴ καὶ ἔφθασαν σὲ μέτρα ἀρετῆς πολὺ ὑψηλά. Ζοῦσαν, ὅμως, καὶ ἐπιδίωκαν τὴν ἀφάνεια. Δὲν ἔδιναν σημεῖα προκοπῆς οὔτε σὲ αὐτὸν στὸν ἀββᾶ Μακάριο, ἀφοῦ μόνο στὴν ἐκκλησιὰ πήγαιναν, γιὰ νὰ μεταλάβουν, καὶ ἐκεῖ σιωπώντας.
.         Κάποια ἡμέρα αὐτὸς μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ ξεκίνησε νὰ τοὺς ἐπισκεφθεῖ, γιὰ νὰ γνωρίσει τὴν κρυφή τους, ἂν ὑπῆρχε, πρόοδο. Ὅταν ἔφθασε στὸ κελλί τους, τὸν ὑποδέχθηκαν οἱ δύο νεαροὶ ἀσκητὲς καὶ τὸν ἀσπάσθηκαν μὲ σιωπή, ἐνῶ ὁ μικρότερος μὲ νεῦμα τοῦ μεγάλου συνέχισε τὴν πλοκὴ τῶν ζεμπιλιῶν του. Μετὰ τὴν ἐνάτη παρέθεσαν λίγο λιτὸ φαγητὸ καὶ τρία παξιμάδια γιὰ δεῖπνο. Σιωπώντας πάλι κάλεσαν τὸν Ἀββᾶ Μακάριο στὸ τραπέζι καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸν ρώτησαν, ἂν θὰ ἔφευγε ἢ θὰ ἔμενε μαζί τους τὸ βράδυ. Ἡ σιωπή τους τὸν εἶχε μαγνητίσει καὶ στὴν διερευνητική του ἐπιθυμία νὰ γνωρίσει τὸν ἐσωτερικό τους κόσμο, ἔδωσε καταφατικὴ ἀπάντηση. Ἐκεῖνοι τότε ἔστρωσαν ἕνα ψαθὶ γιὰ τὸν ἐπισκέπτη τους καὶ ἕνα ἄλλο στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς καλύβας γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Μόλις πλάγιασαν, ὁ Ἀββᾶς Μακάριος προσευχήθηκε στὸν Θεό, νὰ τοῦ ἀποκαλύψει τὴν ἐργασία τους. Τότε ἄνοιξε ἡ στέγη καὶ ἔγινε φῶς, σὰν νὰ ἦταν ἡμέρα. Οἱ δύο ἀδελφοί, ὅμως, δὲν ἔβλεπαν τὸ φῶς καί, πιστεύοντας ὅτι ὁ Ἀββᾶς Μακάριος κοιμήθηκε, σηκώθηκαν καὶ ἁπλώνοντας τὰ χέρια στὸν οὐρανὸ ἄρχισαν νὰ προσεύχονται. Ἔβλεπε τότε ὁ Μέγας Καθηγητὴς τῆς ἐρήμου μυῖγες, νὰ προσπαθοῦν τὰ πλησιάσουν τὸν μικρότερο ἀδελφό, ποὺ τὸν περιτείχιζε Ἄγγελος Κυρίου κρατώντας πύρινη ρομφαία. Τὸν μεγαλύτερο ἀδελφὸ δὲν τὸν πλησίασαν.
.         Κατὰ τὸ πρωῒ ξεκίνησαν ὅλοι μαζὶ τὴν ὀρθρινὴ προσευχή. Καὶ ἔβλεπε πάλι στὴν διάρκειά της ὁ Ἀββᾶς Μακάριος, σὲ κάθε στίχο τοῦ ψαλτηρίου ποὺ ἔλεγαν, νὰ βγαίνει λαμπάδα φωτιᾶς ἀπὸ τὸ στόμα τους, ποὺ ἔφθανε ὡς τὸν οὐρανό. Μετὰ τὸ τέλος τῆς προσευχῆς ὁ θεῖος Μακάριος ἔκπληκτος γιὰ τὸ ὑπερφυέστατο θέαμα τοὺς ζήτησε νὰ εὔχονται γι’ αὐτὸν καὶ αὐτοὶ πάλι σιωπώντας πῆραν τὴν εὐχή του καὶ τὸν χαιρέτησαν. Ὁ Γέροντας ἀπομακρύνθηκε, ἀφοῦ εἶχε διαπιστώσει ὅτι ὁ μεγαλύτερος ἀδελφὸς εἶχε φθάσει στὴν τελειότητα, ἐνῶ ὁ μικρότερος δεχόταν ἀκόμη ἐπιθέσεις ἀπὸ τὸν πονηρό, ἀπὸ τὶς ὁποῖες, ὅμως, προστατευόταν ἀπὸ Ἄγγελο γιὰ τὴν ὑπερφυσική του ἄσκηση καὶ τὸν πόθο του γιὰ πνευματικὴ τελείωση.
.         Ὕστερα ἀπὸ λίγες ἡμέρες κοιμήθηκε ὁ μεγάλος ἀδελφὸς τὸν ὕπνο τῶν δικαίων καὶ μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες καὶ ὁ μικρότερος. Ὁ ἀββᾶς Μακάριος ἔκτοτε τοὺς παρουσίαζε σὰν πρότυπα ἀσκήσεως καὶ ἔδειχνε τὸν τόπο τους γιὰ παραδειγματισμὸ στοὺς ἄλλους ἀσκητὲς λέγοντας: «Ἐλᾶτε τὰ δεῖτε τὸν τόπο μαρτυρίου τῶν νεαρῶν, ποὺ ἁγίασαν μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τὴν σιωπή».
.         Οἱ ἀδελφοὶ αὐτοί, Μάξιμος καὶ Δομέτιος, τιμῶνται πολὺ στὴν ἔρημο τῆς Νιτρίας καὶ τὸ μοναστήρι ποὺ δημιουργήθηκε στὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς τους ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς Αἰγυπτίους σήμερα «Μονὴ Baramous», ποὺ σημαίνει «Μονὴ τῶν Ρωμιῶν», τῶν νεαρῶν χριστιανῶν εὐγενῶν αὐταδέλφων, τῶν ἐραστῶν τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Αὐτοὺς τοὺς αὐταδέλφους εἶχε πρότυπα ὁ π. Εὐσέβιος μιμούμενος τὴν ἀποταγὴ τοῦ κόσμου, τὴν προσευχή, τὴν σιωπὴ καὶ τὴν ἐργασία.
.         Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν φθάσει σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς αὐτὴ ἡ ψυχή, ποὺ γεννήθηκε γιὰ ν’ ἁγιάσει, ὁ Γέροντας Εὐσέβιος, ὁ ἱεραπόστολος τῆς ἀγάπης καὶ τῆς προσευχῆς, ὀ ἀναζητητὴς τοῦ ἀπολύτου!

Ἐλάχιστη προσφορά

.         Σεβασμιώτατε, σεβαστοί μοι Πατέρες, ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, ἔχοντας πλήρη ἐπίγνωση ὅτι ὁ μοναδικὸς Γέροντας Εὐσέβιος ἦταν ἕνας πολύεδρος ἀδάμαντας τῆς ἀρετῆς, τῆς ἀγάπης, τῆς προσευχῆς, τὸν ὁποῖο ἀπὸ ὅποια ὀπτικὴ γωνία καὶ ἂν τὸν κοίταζες αἰσθανόσουν θάμβος, τόλμησα νὰ τὸν δῶ μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου καὶ ἡ ἀκτινοβολία του μὲ θάμπωσε. Στὴν ἱερὴ μνήμη του, ἔτσι θαμπωμένος, τόλμησα ὁ ἀνάξιος νὰ καταθέσω αὐτὲς τὶς σκέψεις νομίζοντας ἀφελῶς ὅτι κάτι προσφέρω. Τὸ ἔκανα, γιὰ νὰ ἐξωτερικεύσω τὴν ἀνάγκη μου νὰ προσφέρω ἀπὸ τὸ ἄντλημα τῆς καρδιᾶς μου «εὐσεβείας νάματα».
.         Ὁ π. Εὐσέβιος δὲν ἔχει ἀνάγκη προβολῆς ὡς οὐρανοπολίτης, οὔτε ἤθελε προβολὲς καὶ παρουσίες στὴν ἐπίγεια ζωή του. Ζοῦσε στὴν ἀφάνεια καὶ τὸν γέμιζε ἡ πανταχοῦ παρουσία τοῦ Κυρίου μας, τὸ κάλλος τῆς μορφῆς τοῦ ὁποίου τώρα ἀπολαμβάνει μὲ τὰ ἴδια του τὰ μάτια. Ἐμεῖς, ὅμως, οἱ ζῶντες, «οἱ περιλειπόμενοι» (Α´ Θεσ. δ´ 15), ἔχουμε ἀνάγκη νὰ δροσισθοῦμε μὲ νάματα σωτηρίας, μὲ νάματα εὐσεβείας. Τὸ ἄντλημά μου, δυστυχῶς, εἶναι μικρό. Ἴσως, ὅμως, προβάλλοντας τὸν π. Εὐσέβιο, νὰ ἐπέμβει ἐκεῖνος καὶ ὡς ἀντίδωρο ἀγάπης νὰ δροσίσει κάποιες διψασμένες καρδιές, ὅπως ἔπραττε καὶ ὅσο χρόνο ἦταν μαζί μας, ὁδηγώντάς τες στὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸν Χριστό μας, ποὺ τόσο αὐτὸς ἀγάπησε. Ἔτσι, δροσισμένες στὸ καῦμα τοῦ σύγχρονου κόσμου, τοῦ κόσμου τοῦ αἰῶνος τούτου, τοῦ ἀπατεῶνος, ἂς ἀνάψουν ἕνα κερὶ στὴν μνήμη του καὶ ἂς τὸν ἐπικαλεσθοῦν στὰ προβλήματά τους ὡς «Πατερούλη τοῦ οὐρανοῦ». Μὲ τὴν ἐπεξήγηση αὐτῆς τῆς φράσεως θὰ κλείσω τὴν σύντομη γιὰ τὸν π. Εὐσέβιο εἰσήγησή μου.
.         Ὁ Γέροντας, γνωστὸ σὲ ὅλους, ὑπῆρξε ἀφιλάργυρος. Βίωνε τὴν πτωχεία τοῦ Ἰησοῦ καὶ πλούτιζε τοὺς ἄλλους μὲ ἀγάπη καὶ μὲ ὅσα ἡ ἀγάπη τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν τοῦ ἔδινε, γιὰ φιλανθρωπία. Γιὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἐνδεεῖς ἧταν «»πατερούλης», ὅσο ζοῦσε καὶ ὁ «πατερούλης τοῦ οὐρανοῦ» μετὰ τὴν κοίμησή του. Χαρακτηριστικὴ ἡ περίπτωση μιᾶς νέας κοπέλλας ποὺ ἀναπαυόταν πνευματικὰ στὸν Γέροντα καὶ δεχόταν τὸ προϊὸν ὄχι μόνο τῶν προσευχῶν του, ἀλλὰ καὶ τῆς ὑλικῆς του στηρίξεως. Ὁ Γέροντας γνώριζε τὸ δυφυὲς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ δὲν ἔμενε σὲ εὐχολόγια. Δὲν ἔλεγε:
-Ὕπαγε καὶ ἐγὼ θὰ προσεύχομαι γιὰ σένα.
.         Τί νὰ τὴν κάνει κανεὶς μόνο τὴν εὐχή, ὅταν τὸ στομάχι διαμαρτύρεται; Ὁ π. Εὐσέβιος ὄχι μόνο πονοῦσε γιὰ τοὺς ἐνδεεῖς, τοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας, ἀλλὰ μεριμνοῦσε καὶ γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν ὑλικῶν τους ἀναγκῶν. Ἦταν πραγματικὸς πατέρας. Ἦταν εἰς τύπον Χριστοῦ.
.         Τὴν κοπέλλα αὐτὴ πολλὲς φορὲς τὴν εἶχε εὐεργετήσει καὶ αὐτὴ ἔνοιωθε τὸν Γέροντα ὄχι μόνο πνευματικὸ πατέρα, ἀλλὰ καὶ τροφέα καὶ ἀνακουφιστὴ καὶ ἀρωγὸ στὶς καθημερινὲς ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς.
.         Ἦλθε ἡ εὐλογημένη στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς κάλεσε τὸν Γέροντα Εὐσέβιο γιὰ νὰ τὸν κάνει οὐρανοπολίτη, νὰ τοῦ χαρίσει τὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα. Μετὰ τὴν ὁσιακή του κοίμηση ἡ νεαρὴ βρέθηκε σὲ δεινὴ θέση. Ποιός τώρα θὰ τῆς κάλυπτε τὰ ἔξοδα; Ποιός θὰ τὴν βοηθοῦσε;
.         Ἀπελπισμένη σήκωσε τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ καὶ ψέλλισε:
-Πατερούλη τοῦ οὐρανοῦ, τί θὰ ἀπογίνω τώρα;
.         Ἡ ἔκπληξη ἦλθε ἀπὸ τὸν οὐρανό. Τὸ ἑπόμενο πρωῒ βρίσκει κάτω ἀπὸ τὴν ἐξώπορτα τοῦ σπιτιοῦ της ἕναν φάκελλο. Εἶχε ὄνομα: «π. Εὐσέβιος». Τὸ ἄνοιξε βιαστικὰ καὶ ἔμεινε ἄφωνη. Ὁ «Πατερούλης τοῦ οὐρανοῦ» εἶχε μεριμνήσει γιὰ τὶς ἀνάγκες της. Θαυμαστό; Ναί. Γράμμα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μὲ χρηματικὸ ποσό, ἱκανὸ νὰ τῆς λύσει τὰ τρέχοντα οἰκονομικὰ προβλήματα καὶ ὄχι μόνον.
.         Σεβασμιώτατε, ἡ ἐποχή μας ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ Εὐσεβίους. Εὐσέβιοι μᾶς χρειάζονται, γιὰ νὰ μᾶς καθοδηγοῦν στὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸν Ζωοδότη μας Χριστό. Εὔχεσθε, νὰ πληθαίνουν οἱ Εὐσέβιοι πρὸς σωτηρίαν ψυχῶν καὶ δόξαν τοῦ παναγίου ὀνόματός Του. Ἀμήν.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

 

 

 

 

, ,

Σχολιάστε