Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ"

ΓΙΑΤΙ ΛΕΜΕ «ΟΧΙ» ΣΤΙΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΤΥΠΟΥ ΓΙΟΓΚΑ

ΓΙΑΤΙ ΛΕΜΕ «ΟΧΙ»
ΣΤΙΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΤΥΠΟΥ ΓΙΟΓΚΑ

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2177, 15.05.2018

ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

.           Πολυδιαφημιζόμενες στὴν ἐποχή μας. Μέθοδοι ποὺ ὑπόσχονται τὴν ψυχοσωματικὴ ἐνοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, τὴν παροχὴ βοήθειας προκειμένου αὐτὸς νὰ βρεῖ τὴν ἐσωτερική του ἁρμονία καὶ ἰσορροπία. Τεχνικὲς ποὺ ἀσκοῦν τὸν ἄνθρωπο στὸν ἔλεγχο τῶν διανοητικῶν του δυνάμεων, ὥστε νὰ ἀνακαλύπτει – ἔτσι διατείνονται – τὶς τεράστιες πνευματικὲς δυνατότητες, ποὺ κρύβει μέσα του καὶ νὰ μπορεῖ νὰ τὶς διαχειρίζεται γιὰ τὴν ψυχική του ὑγεία, καὶ παράλληλα ἀσκήσεις γυμναστικὲς γιὰ τὴ σωματικὴ εὐεξία ἢ τὴ χαλάρωση ἀπὸ τὸ στρές, τὴν διαχείριση τοῦ ἄγχους κ.ο.κ.
.           Ἀντίστοιχα σεμινάρια μὲ τίτλους ὅπως «Βρὲς τὸν ἑαυτό σου», «Ἀνακάλυψε τὶς δυνάμεις ποὺ κρύβεις μέσα σου», «Ἀσκήσεις διαλογισμοῦ», «Σεμινάρια ἐσωτερικῆς ἁρμονίας»… κατακλύζουν σήμερα τὶς ἀνεπτυγμένες πόλεις τοῦ δυτικοῦ λεγομένου κόσμου, ἐνῶ σὲ πολλὰ πλέον γυμναστήρια διδάσκονται τεχνικὲς χαλάρωσης τύπου γιόγκα. Τελευταία οἱ τεχνικὲς αὐτές, ὡς μέθοδοι γυμναστικῶν ἀσκήσεων, φιλοδοξοῦν νὰ περάσουν καὶ στὰ σχολεῖα, στὴν πρωτοβάθμια καὶ δευτεροβάθμια ἐκπαίδευση, καὶ ἤδη τὸ ἔχουν σποραδικῶς πετύχει ἔχει καὶ συνεχίζουν τὴν ἐξάπλωσή τους.
.           Ἀνατολικῆς προελεύσεως ὅλες αὐτὲς οἱ μέθοδοι καὶ τεχνικές, μὲ βάση τους τὴν φιλοσοφία τοῦ βουδισμοῦ καὶ ἰνδουισμοῦ, βρίσκονται σαφῶς στὸν ἀντίποδα τῆς δικῆς μας Ὀρθοδόξου πνευματικότητος. Παρ᾽ ὅλα αὐτὰ ἔχουν βρεῖ ὄχι μικρὴ ἀπήχηση στὸν κόσμο, τὸν κουρασμένο ὁπωσδήποτε ἀπὸ τοὺς ρυθμοὺς τῆς τεχνολογικῆς ἀνάπτυξης καὶ τοῦ ὑλιστικοῦ τρόπου ζωῆς· τρόπου ποὺ ἀπομυζᾶ κυριολεκτικὰ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο κάθε ἴχνος ἰκμάδας ψυχικῆς καὶ τὸν καθιστᾶ ἕνα κινούμενο ὑποκείμενο, ρομπότ, ἄβουλο ἐνεργούμενο στὰ γρανάζια μίας ἀπρόσωπης μηχανῆς καὶ ἑνὸς σκληροῦ, ἀπάνθρωπου οἰκονομικοῦ συστήματος.
.           «Τί κακὸ λοιπὸν νὰ χαλαρώσουμε λίγο ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ρυθμούς;», ἀκοῦς τὴν ἐρώτηση καὶ ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἀρνοῦνται τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν πνευματικὴ ζωή. «Στὸ κάτω-κάτω καὶ ἡ πρόταση τῆς Ἐκκλησίας στὸ ἴδιο ἀποσκοπεῖ: στὸ νὰ βρεῖ κανεὶς τὴν ψυχική του εἰρήνη καὶ πνευματικὴ ὑγεία», συμπληρώνουν.
.           Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐπικρατεῖ ὄχι μικρὴ σύγχυση γύρω ἀπὸ τὸ θέμα, καὶ συμβαίνει ὅσοι τίθενται ἀρνητικὰ ἀπέναντι σ’ αὐτὲς τὶς μεθόδους καὶ τεχνικὲς συχνὰ νὰ μὴ γνωρίζουν ποιὰ ἡ διαφορά τους ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη πνευματικότητα, γι᾽ αὐτὸ ἐρχόμαστε νὰ ἐκθέσουμε τὶς παρακάτω γραμμές:
.           Ἐξ ἀρχῆς ξεκαθαρίζουμε ὅτι ὅλες αὐτὲς οἱ μέθοδοι καὶ τεχνικὲς βρίσκονται σὲ ἐντελῶς ἀντίθετη βάση ἀπὸ αὐτὴν τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ βάση τους λοιπόν, πάνω στὴν ὁποία στηρίζουν κάθε προσπάθεια γιὰ εὕρεση τῆς ψυχικῆς ἁρμονίας καὶ ἰσορροπίας, εἶναι ἡ φιλαυτία, ὁ ἐγωισμός, τὸ αὐτονομημένο «ἐγὼ» τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ αὐτὸ καὶ συχνὰ οἱ ὅροι ποὺ χρησιμοποιοῦνται σὲ αὐτὲς τὶς μεθόδους ἔχουν ὡς πρῶτο συνθετικό τους τὸ «αὐτο-»: «αὐτολύτρωση», «αὐτοπραγμάτωση», «αὐτοδιαχείριση», «αὐτενέργεια» κ.ο.κ. Ὅ,τι δηλαδὴ ὑπῆρξε ἡ σύσταση τῆς πρώτης ἁμαρτίας ποὺ διεπράχθη στὴν ἀνθρωπότητα, μὲ τὴν αὐτονόμηση τοῦ πρωτοπλάστου ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν βούλησή του νὰ φτάσει στὴν θέωση χωρὶς τὸν Θεό. Καὶ καθὼς αὐτὴ ἡ ἁμαρτία διεπράχθη μὲ σατανικὴ ὑποκίνηση καὶ μὲ ὑποβολὴ ἀκριβῶς τέτοιου λογισμοῦ, αὐτο-θέωσης, γίνεται φανερὸ συμπερασματικὰ ὅτι ὅλες οἱ τεχνικὲς τύπου γιόγκα ἔχουν βάση καὶ πυρήνα καθαρὰ σατανικό.
.           Στὸν ἀντίποδα αὐτοῦ τοῦ φρονήματος ἀκουμπᾶ ὅλη ἡ πνευματικὴ ζωὴ καὶ πρόοδος τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη ἀντίληψη. Ὁ πιστὸς μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν διεξάγει ἕναν ἀγώνα ποὺ στηρίζεται στὶς δυνάμεις του, ἀλλὰ κάπου ἔξω ἀπὸ τὸν ἴδιο: στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ πιστὸς εἶναι πιστός, ἐπειδὴ πιστεύει ὄχι στὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ στὸν Θεό, καὶ σὲ Ἐκεῖνον καὶ στὴν παντοδύναμη Χάρι Του ἐναποθέτει κάθε ἐλπίδα του καὶ προσπάθεια γιὰ πρόοδο, λύτρωση καὶ σωτηρία. Τὰ λόγια του Κυρίου «χωρὶς ἐμοῦ οὗ δύνασθε ποιεῖν οὐδὲν» (Ἰω. ιε´ [15] 5), ἠχοῦν συνεχῶς μέσα του καὶ ἀποτελοῦν τὴν κατευθυντήρια γραμμὴ τοῦ πνευματικοῦ του ἀγώνα. Ἐδῶ ἡ βάση εἶναι ἡ ταπείνωση, στὰ βουδιστικὰ-ἰνδουιστικὰ συστήματα ἡ ὑπερηφάνεια. Χάος ἀναμεταξύ!…
.           Αὐτὸ ἔχει καὶ τὶς ἀνάλογες προεκτάσεις στὴν καθημερινὴ ζωή:
.           Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀκολουθεῖ τὶς ἀνατολικοῦ τύπου μέθοδος αὐτοπραγμάτωσης καθίσταται προοδευτικὰ ὅλο καὶ πιὸ ἐγωκεντρικός, ναρκισσιστικός, βυθισμένος μέσα στὶς σκέψεις του, στοὺς διαλογισμούς του. Μία σοβαρότητα κλειστοῦ τύπου τὸν διακρίνει, κάποτε μὲ ἀφαίρεση ἀπὸ τὸ κοινωνικὸ περιβάλλον καὶ ὁπωσδήποτε ἀποκλειστικὴ ἐνασχόληση μὲ τὸ ὑποκείμενό του, τὸν ἑαυτό του. Νὰ πνίγεται κάποιος μέσα στὴ θάλασσα καὶ ὁ ἄλλος νὰ κάνει γιόγκα στὴν παραλία, δὲν θὰ ἐνδιαφερθεῖ νὰ τρέξει, νὰ βοηθήσει τὸν κινδυνεύοντα. Μὴ χαλάσει ἡ ἐσωτερικὴ ἁρμονία, ὁ διαλογισμός… Φρίκη!
.           Καὶ μία ἁπλὴ σύγκριση μὲ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν συνάνθρωπο εἶναι ἱκανὴ νὰ δείξει τὴν ἀβυσσώδη διαφορά. Σ᾽ ἐμᾶς δὲν νοεῖται σωτηρία ἀτομική, χωρὶς τὴ συμμετοχὴ τοῦ πλησίον, τοῦ ἀδελφοῦ. Ἀδελφοῦ! Μέσα στὴν Ἐκκλησία ὁ παράδεισος νοεῖται μόνο «σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις» (Ἐφ. γ´ 18) κι ὄχι ἀτομικά. Ἡ σωτηρία μας περνᾶ μέσῳ τοῦ συνανθρώπου, μὲ τὸν ὁποῖο συναποτελοῦμε τὸ ἑνιαῖο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, μὲ Κεφαλὴ τὸν Χριστό. Τί ὀμορφιά!
.           Στὴν Ἁγία μας Ὀρθοδοξία καὶ ὀρθοπραξία ὅλα κινοῦνται μέσα στὸ φῶς, στὴν ἀγάπη, στὴν θυσία γιὰ τὸν ἄλλον. Ὅλα εἶναι χαρούμενα καὶ ἁπλά. Παιδικά! Στοὺς χώρους τῶν ἀνατολικῶν συστημάτων ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα: πολυπλοκότητα, ἀτομισμός, βύθιση στὸ ἐγώ, ὑποσυνείδητα χάη, φρικώδεις ἄβυσσοι…
.           Ἰδιαίτερο ἐπίσης χαρακτηριστικὸ ὅλων αὐτῶν τῶν συστημάτων εἶναι τὸ ἀπρόσωπο. Τελικὸς σκοπὸς ὅλων τῶν αὐτοδιαχειρίσεων τοῦ ἀνθρώπου στὶς τεχνικὲς αὐτὲς εἶναι μία τραγικὴ ἀδράνεια, μία βύθιση σὲ κάποια ἀπρόσωπη, συμπαντικὴ οὐσία, ὅπου ἡ προσωπικὴ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου ἀπορροφᾶται τελικὰ καὶ ἐκμηδενίζεται στὸ σύμπαν. Μηδέν, τίποτε. Αὐτὸ ἀπομένει. Γι᾽ αὐτὸ καὶ μιλοῦν γιὰ «θετικὴ ἐνέργεια». Πῶς προσδιορίζεται αὐτή; Ἀοριστίες. Νεφελώδη, συγκεχυμένα, ἀπρόσωπα πράγματα.
.           Γιὰ ἐμᾶς δὲν ὑπάρχει θετικὴ ἐνέργεια. Ὑπάρχει ἡ θεϊκὴ ἐνέργεια, ἡ προσωπικὴ ἄκτιστος Χάρις καὶ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ποὺ σηκώνει, ἀνυψώνει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὸ νὰ βρεῖ ἀληθινὰ τὸν ἑαυτό του. Ἐπειδὴ βρῆκε τὸν προσωπικὸ Θεό, γιὰ αὐτὸ καὶ ἀνεῦρε τὸ πραγματικό του ἐγώ, αὐτὸ ποὺ εἶναι γεμάτο ἀπὸ Χριστό.
.           Μέσα στὴν Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος ζεῖ τὸ πλήρωμα τῆς ζωῆς, καὶ γι᾽ αὐτὸ χαίρεται μὲ ἀνεκλάλητη χαρά, καὶ μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς του δοξάζει τὸν Κύριό του μέσα στὸ αἰώνιο φῶς τῆς ἀλήθειάς Του…

Advertisements

Σχολιάστε

ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ, ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ; (Χαρ. Μπούσιας)

Παιδί μου, ποῦ εἶσαι;

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                Ἀσίγητα ἀκούγεται στὰ αὐτιά μας, στὰ αὐτιὰ τοῦ καθενός μας, ἡ φωνή του Κυρίου μας, τοῦ Δημιουργοῦ μας, τοῦ Πλάστη μας, ἡ φωνὴ τοῦ ἐνδιαφέροντός Του γιὰ ἐμᾶς:
-Παιδί μου, ποῦ εἶσαι»; Σὲ ψάχνω! Σὲ ἀναζητῶ! Γιατί μοῦ κρύβεσαι; Ἔχεις παράπονο ἀπὸ μένα; Μήπως δὲν σοῦ φέρθηκα καλά; Γιατί μὲ ἀποστρέφεσαι; Μήπως ντρέπεσαι νὰ μὲ δεῖς, γιατί ἡ συμπεριφορά σου εἶναι ἀνάρμοστη; Μήπως παρήκουσες τῶν ἀντολῶν μου; Ὅτι καὶ ἂν συμβαίνει, ἐγὼ σὲ ψάχνω! Μὴν κρύβεσαι! Σὲ θέλω! Εἶσαι τὸ παιδί μου καὶ εἶμαι ὁ πατέρας σου. Σὲ θέλω κοντά μου. Θέλω νὰ νοιώθω τὴν ἀνάσα σου δίπλα μου. Θέλω νὰ σὲ βλέπω εὐτυχισμένο καὶ χαρούμενο. Θέλω τὴν πρόοδό σου. Θέλω νὰ ζῶ γιὰ πάντα μαζί σου.
.             «Ἀδάμ, ποῦ εἶ» (Γεν. γ´ 9) ; Ἀκούστηκε κάποτε ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου μέσα στὸν Παράδεισο. Ἔψαχνε ὁ Θεὸς τοὺς Πρωτοπλάστους ποὺ εἶχαν κρυφθεῖ. Τότε ποὺ ἡ παρακοή τους στὸ θεῖο θέλημα τοὺς εἶχε ἀπομακρύνει ἀπὸ κοντά Του. Τότε ποὺ ντρέπονταν νὰ Τὸν δοῦν. Τότε ποὺ ἡ Εὔα «κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα τῷ φόβῳ ἐκρύβη», ὅταν τὸ δειλινὸ ἐκεῖνο ἄκουσε τὸν ἦχο τῶν ποδιῶν τοῦ Κυρίου «περιπατοῦντος», αὐτῶν ποὺ ἀργότερα ἄκουσε καὶ ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα, ἡ ὁποία ἔρρανε τὰ ἄχραντα πόδια τοῦ Χριστοῦ μας, ὅπως ψάλλει καὶ ἡ ὑμνωδὸς Κασσιανή. Δὲν εἶχε, ὅμως, τίποτε τὸ ἄγριο ἐκείνη ἡ φωνή, τίποτε τὸ ἀπάνθρωπο καὶ τὸ αὐστηρό. Μόνο κάτι τὸ πονεμένο καὶ τὸ ἐλεγκτικό. Ἦταν ἕνα κάλεσμα σὲ μετάνοια καὶ σὲ σωτηρία, πράξη καὶ αὐτὴ τῆς θείας Οἰκονομίας.
.             Ὁ Θεὸς ὡς παντογνώστης καὶ παντεπόπτης γνώριζε, ἀσφαλῶς, τί εἶχαν διαπράξει οἱ Πρωτόπλαστοι. Δὲν περίμενε, ὅμως, αὐτοὺς νὰ Τὸν ἀναζητήσουν. Πρῶτος Ἐκεῖνος ἔκανε τὸ μεγάλο βῆμα. Πρῶτος Ἐκεῖνος ἔσπευσε νὰ τοὺς ἀναζητήσει. Ἤθελε νὰ τοὺς δώσει τὴν εὐκαιρία νὰ Τοῦ ζητήσουν συγγνώμη. Ἔτσι, ἄρχισε νὰ τριγυρνᾶ ἀνάμεσα στὶς φυλλωσιὲς τοῦ Παραδείσου καὶ νὰ φωνάζει: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ»; Παιδί μου Ἀδάμ, ποῦ εἶσαι; Σὲ ἀναζητῶ μὲ ἀγωνία! Ἔλα, παρουσιάσου, μὴν μὲ κακοκαρδίζεις.
.             Ἔμοιαζε ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Ἀδὰμ μὲ τὴν συμπεριφορὰ τῶν μικρῶν μας παιδιῶν, ποὺ μετὰ ἀπὸ κάποια ζημιὰ ἢ ἀταξία κρύβονται φοβισμένα. Ἡ ἀγάπη, ὅμως, τοῦ πατέρα, τὰ ἀναζητᾶ περιμένοντας νὰ ὁμολογήσουν κλαίοντας τὸ λάθος τους καὶ Ἐκεῖνος νὰ τὰ σφίξει πάλι μέσα στὴ μεγάλη του ἀγκαλιά.
.             Τὸ ἐρώτημα «Ποῦ εἶσαι» ποὺ μᾶς ἀπευθύνει ὁ Κύριος  εἶναι ἐρώτημα ἀγάπης, εἶναι πρόσκληση σωτηρίας. Εἶναι ἐρώτημα ποὺ περιμένει τὴν ἀπάντηση τῆς μετανοίας γιὰ ὁποιοδήποτε λάθος ζωῆς καὶ τὸ αἰτήμα τῆς συγχωρήσεως. Μὲ τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ὁ Κύριος κάτι περιμένει. Περιμένει τὴν ἀνταπόκρισή μας στὸ ψάξιμό Του, μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ νοιώσουμε το λάθος μας καὶ νὰ τὸ διορθώσουμε μένοντας μέσα στὴν πατρικὴ ἀγκαλιά, μέσα τὸν μυρβόλο Παράδεισο.
.             Ὁ παρήκοος Ἀδὰμ τότε, μὴ μπορώντας περισσότερο νὰ κρυφθεῖ παρουσιάσθηκε γυμνὸς μπροστά Του, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ζητήσει συγγνώμη Τοῦ εἶπε:
-Ἄκουσα, Κύριε, τὴν φωνή Σου καὶ κρύφθηκα, γιατὶ ἤμουν γυμνός. Πρώτη φορὰ εἶδα τὴν γύμνια μου καὶ ντρέπομαι.
-Γιατί, Ἀδάμ, φοβήθηκες Ἐμένα ποὺ σὲ ἔπλασα; Τί τὸ τρομακτικὸ εἶδες τὴν ὄψη Μου; Στὴν ὄψη Αὐτοῦ ποὺ σὲ εὐεργέτησε μὲ τόσα ἀγαθά; Αὐτοῦ ποὺ σὲ τίμησε μὲ τόση τιμή; Ποιός σοῦ εἶπε, Ἀδάμ, ὅτι εἶσαι γυμνός; Τί σὲ ἔκανε νὰ δεῖς αὐτὴν τὴν ἀλήθεια, νὰ ἀντιληφθεῖς τὴν φτώχια σου, τί ἄλλο ἀπὸ τὸν καρπὸ τῆς γνώσεως, ποὺ σοῦ εἶχα πεῖ νὰ μὴν τὸν φᾶς;
.             Τί ἄφατη ἀγάπη! Τί διευκόλυνση τῆς ἐξομολογήσεως! Τοῦ εἶπε ὁ Κύριος τὴν ἁμαρτία ποὺ διέπραξε, γιὰ νὰ κάνει τὰ πράγματα εὔκολα στὸν Ἀδάμ. Τοῦ τὴν εἶπε πρὶν ἐκεῖνος τὴν ὁμολογήσει, γιὰ νὰ τὸν φέρει σὲ συναίσθηση καὶ σκύβοντας τὸ κεφάλι νὰ τοῦ πεῖ:
«Ναί, Κύριε, δὲν Σὲ ἄκουσα, συγχώρεσέ με».!
.             Τί ὄμορφα ποὺ θὰ εἶχαν τελειώσει ὅλα! «Συγχώρεσέ με». Ἂν ἔλεγε αὐτὴ τὴν μεγάλη λέξη, τὴν ὁποία οὔτε ἀργότερα ὁ Ἰούδας τὴν εἶπε, θὰ ἄνοιγε ἡ πόρτα τοῦ θείου ἐλέους. Αὐτὴ εἶναι ἡ λέξη ποὺ ἀνοίγει τὴν κλειστὴ πόρτα τῆς καρδιᾶς στὴν Χάρη. Εἶναι ἡ λέξη ποὺ θὰ σφράγιζε τὴν πόρτα τῆς ἐξόδου τοῦ Πρωτοπλάστου ἀπὸ τὸν ποθεινότατο Παράδεισο.
.             Ὅμως ὁ Ἀδὰμ δὲν εἶπε τὴν λέξη αὐτή. Προτίμησε νὰ ἀντιτάξει τὴν αὐθάδεια στὴν ἀγάπη.
-Ἐσὺ φταῖς, Θεέ μου! «Ναί, Ἐσὺ φταῖς, γιατὶ ἡ γυναίκα ποὺ μοῦ ἔδωσες μὲ παρέσυρε καὶ μοῦ ἔδωσε τὸν ἀπαγορευμένο καρπό».
.             Τότε ἦταν ποὺ ὁ Κύριος δέχθηκε μιὰ κλωτσιά ἀπὸ τὸ πλάσμα Του, ἀλλὰ δὲν μίλησε. Κοίταξε μήπως βρεῖ πόρτα ἀνοικτὴ στὴν καρδιὰ τῆς Εὔας.
-Γιατί τὸ ἔκανες αὐτό, Εὔα;»
.             Ἀλλὰ οὔτε ἐδῶ βρῆκε τὴν μετάνοια, τὴν συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας.
-Τί ζητᾶς ἀπὸ ἐμᾶς εὐθύνη, Κύριε, συνέχισε ὁ Ἀδάμ, ἀφοῦ φταῖς Ἐσὺ ὁ ἴδιος; Ἐσὺ δὲν δημιούργησες τὴν γυναίκα; Ἐσὺ δὲν δημιούργησες τὸν ὄφη;
.             Τὸ φαρμάκι τῆς ἀναισχυντίας καὶ τοῦ ἐγωϊσμοῦ, τῆς αὐτονομήσεως εἶχε φαρμακώσει τὶς καρδιὲς τῶν Πρωτοπλάστων. Φαρμακώθηκε ἡ καρδιὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας καὶ μίσησαν τὸν Δημιουργό τους μέχρι τοῦ σημείου νὰ τὸν μεμφθοῦν γιὰ τὰ δημιουργήματά Του. Ἔκλεισαν πιὰ οἱ φαρμακωμένες καρδιές τους στὴν Χάρη ποὺ ποτὲ δὲν ἔπαψε νὰ κτυπάει τὴν πόρτα τους. «Ἰδοὺ ἵσταμαι ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Ἀποκ. γ´ 20). Ὅμως ἡ θύρα ἦταν καλὰ ἀμπαρωμένη καὶ μέσα κατοικοῦσε ὁ Διάβολος.
.             Μὲ τὶς ἀπαντήσεις του ὁ ἀμετανότητος καὶ σκληρόκαρδος Ἀδὰμ ἔχασε τὴν εὐκαιρία τῆς ζητήσεως συγγνώμης, τὴν ὁποία ἤλπιζε νὰ ἀκούσει ὁ Θεός, ποὺ ἤθελε νὰ τὸν συγχωρήσει καὶ νὰ τὸν κρατήσει δίπλα Του μέσα στὸν Παράδεισο, ἂν καὶ τὴν προγνώριζε. Ὁ σκοτισμένος, ὅμως, Ἀδὰμ δὲν ἅρπαξε τὴν εὐκαιρία, γιὰ νὰ πέσει μέσα στὴν ἀγκαλιὰ πάλι τοῦ Θεοῦ. Δὲν κατανοοῦσε ὁ ταλαίπωρος τότε ὅτι μόνος του μὲ τὰ λόγια του καὶ μὲ τὰ ἴδια του χέρια ἄνοιγε τὴν πόρτα τῆς ἐξόδου του ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Δὲν ἦταν μόνο παρήκοος, ἦταν ἀμετανόητος καὶ τολμητίας ὕβρεως καὶ ἀχαριστίας πρὸς τὸν Εὐεργέτη του, ὅταν Τοῦ εἶπε:
-Ἐσύ, Θεέ μου, ποὺ λυπήθηκες τὴν μοναξιά μου καὶ ποὺ ἔδωσες σύντροφο στὴ ζωή μου, Ἐσὺ φταῖς. Ἐσὺ ποὺ ἀπὸ ἀγάπη δὲν μὲ ἄφησες μόνο, Ἐσὺ ποὺ καὶ τώρα ἀκόμη μὲ ψάχνεις, γιατὶ ἡ ἀγάπη Σου εἶναι ἀπέραντη.
.             Ποιός μπορεῖ νὰ νοιώσει τὴν πικρία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ πλάσματός Του; Τὴν ἀπογοήτευση ἀπὸ τὴν ἀνάρμοστη συμπεριφορά του; Μιά του λέξη θὰ εἶχε ἀλλάξει ὅλο το σκηνικὸ στὸν Παράδεισο ἐκεῖνο τὸ δειλινό. Ἕνας λόγος συγγνώμης καὶ μιὰ δροσοσταλίδα ἀπὸ δάκρυ θὰ ἅπλωνε τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ πάνω Του, ὅπως Αὐτὸς τὸ ἁπλώνει σὲ κάθε παιδί Του, ποὺ μὲ ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητός του σπεύδει μετανοημένος νὰ γευθεῖ τὸ πατρικὸ χάδι καὶ νὰ χωθεῖ μέσα στὴν πλατιὰ ἀγκαλιά Του.
.             Δὲν σκέφθηκε ὁ Ἀδάμ, ὅπως καὶ ἐμεῖς δὲν σκεπτόμαστε, ὅτι ὡς Θεὸς Αὐτὸς γνωρίζει τὰ πάντα! Πῶς μποροῦμε νὰ κρυφθοῦμε ἀπὸ τὴν χάρη Του; Πολὺ ὄμορφα μᾶς τὸ λέει αὐτὸ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδός: «Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός Σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου ποῦ φύγω; ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, Σὺ ἐκεῖ εἶ, ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην, πάρει· ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ᾿ ὄρθρον καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης, καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ Σου ὁδηγήσει με, καὶ καθέξει με ἡ δεξιά Σου (Ψαλμ. 138 7-10).
.             Ποῦ μπορῶ νὰ πορευθῶ, ὥστε νὰ εἶμαι μακριὰ ἀπὸ τὸ Πνεῦμά Σου; Καὶ ποῦ μπορῶ νὰ καταφύγω, ὥστε νὰ μὴν βρίσκομαι κάτω ἀπὸ τὸ βλέμμα Σου; Ἐὰν τολμήσω νὰ ἀνεβῶ στὸν οὐρανό, Σὺ ὑπάρχεις ἐκεῖ. Ἐὰν κατεβῶ στὸν Ἅδη, Ἐσὺ πάλι παρευρίσκεσαι ἐκεῖ. Ἐὰν ἀποκτήσω φτερὰ καὶ κατὰ τὰ χαράματα, πρὶν νὰ ἀνατείλει ὁ ἥλιος, πετάξω καὶ κατασκηνώσω στὴν ἄκρη τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θάλασσας, ἐκεῖ ὅπου δύει ὁ ἥλιος, ἐκεῖ ὑπάρχεις καὶ Ἐσύ.
.             Αὐτὸς ὁ Ψαλμὸς ποὺ δείχνει τὴν πανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ μας καὶ τὴν ἀνικανότητα μας νὰ κρυφθοῦμε ἀπὸ τὰ μάτια Του μᾶς προτυπώνει καὶ τὸν Τίμιο Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ μας, πάνω στὸν ὁποῖο σφραγίσθηκε ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, ἡ θυσία τοῦ Πατέρα τῆς ἀγάπης, τῆς συγχωρητικότητος, γιὰ τὰ τέκνα του τὰ ἁμαρτωλά. Τὸ «ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν», φανερώνει τὸ ὕψος τοῦ Σταυροῦ, τὸ «ἐὰν καταβῶ εἰς τόν ᾅδην», φανερώνει τὸ βάθος του, τὸ «ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ’ ὄρθρον», φανερώνει τὸ πλάτος του καὶ μάλιστα πρὸς τὴν κατεύθυνση ἐκείνη ὅπου ἀνατέλλει κατὰ τὸ πρωῒ ὁ ἥλιος , καὶ τὸ «καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης», δηλαδὴ πρὸς τὰ ἐκεῖ, ὅπου δύει ὁ ἥλιος, πρὸς τὴν δύση, μᾶς φανερώνει τό πλάτος τοῦ Σταυροῦ καὶ μάλιστα τῆς δεξιᾶς του ἀκτίνας. Ἔτσι, ἐπιβεβαιώνεται, ὅτι ὅλα τὰ ἐπιβλέπει ὁ Μέγας Δημιουργὸς καὶ τὰ πληροῖ μὲ τὴν παρουσία Του, ἐνθυμούμενοι καὶ τὸ τροπάριο τὸ σχετικὸ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τὸ ὁποῖο λέει ὅτι: «εὗρος καὶ μῆκος σταυροῦ οὐρανοῦ ἰσοστάσιον» δηλαδὴ οἱ ὁριζόντιες καὶ οἱ κάθετες ἀκτίνες τοῦ Σταυροῦ προεκτεινόμενες νοητὰ καλύπτουν ὅλην τὴν κτίση.
.             Τὸ ὅτι ὁ Θεὸς γνωρίζει τὰ πάντα μᾶς ὠφελεῖ, γιατὶ μᾶς γεμίζει μὲ ἀσφάλεια. Αὐτὴ τὴν ὁποία αἰσθάνεται κάθε μικρὸ παιδάκι ὅταν παίζει κοντὰ στὴ μητέρα του καὶ κάτω ἀπὸ τὸ βλέμμα της. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ πιστὸς ποὺ ἀγάπησε τὸν Θεὸ καὶ ταπεινώθηκε ἀπέναντί Του σὰν παιδί, νοιώθει τὴν καρδιά του νὰ πλημμυρίζει ἀπὸ πνευματικὴ χαρὰ καὶ ἀσφάλεια, διότι αἰσθάνεται τὸ στοργικὸ θεῖο βλέμμα ἐπάνω του, γλυκαίνεται ἀπὸ τὴν θαλπωρὴ τῆς θείας ἀγάπης. Ἀκόμη, ὅταν βαραίνει τὴν καρδιά του κάποια θλίψη, τότε, ἐπειδὴ πιστεύει ὅτι ὁ Θεὸς γνωρίζει τὴν ἐσωτερικὴ δυσκολία του, κάνει πολλὴ ὑπομονὴ καὶ παρηγορεῖται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
.             Ἐπίσης ὅταν κάθε πιστὸς βρίσκεται σὲ κίνδυνο, δὲν ὀλιγοψυχεῖ. Ἀκόμη κι ἂν βρεθῶ ἀντιμέτωπος μὲ τὸν θάνατο, λέει, δὲν θὰ φοβηθῶ νὰ πάθω κάποιο κακό, διότι Ἐσὺ εἶσαι μαζί μου. Ὑπάρχει μάλιστα ἕνας θαυμάσιος Ψαλμός, ὁ ὑπ᾿ ἀριθμὸν 138, ὁ ὁποῖος ξεχειλίζει ἀπὸ πίστη, ἅγιο φόβο, θαυμασμὸ καὶ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴ θεία παγγνωσία. «Τὸ ἀκατέργαστόν μου εἶ­δον οἱ ὀφθαλμοί σου», γράφει ὁ Ψαλμωδός. Μὲ εἶδαν τὰ μάτια Σου, Κύριε, ὅταν ἤμουν ἀδιαμόρφωτο ἔμβρυο στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας μου. Ἐσὺ γνωρίζεις ὅλες τὶς σκέψεις μου, πρὶν τὶς βάλω στὸν νοῦ μου. Πῶς νὰ κρυφθῶ ἀπὸ Ἐσένα; Ἐσὺ παντοῦ, μὲ κρατᾶς σφιχτὰ καὶ μὲ ὁδηγεῖ τὸ δεξί Σου χέρι.
.             Ἐσύ, Χριστέ μου, δείχνοντας πατρικὰ σπλάχνα οἰκτιρμῶν δὲν ἄφησες τὸν Ἀδάμ, δὲν ἄφησες ὅλες τὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων στὸν Ἅδη νὰ χαθοῦν. Καὶ γι’ αὐτὲς μερίμνησες. Ἀφήνοντας τὸν Σταυρό Σου, μετὰ τὸ «τετέλεσται» (Ἰωάν. ιθ´ 30) κατέβηκες καὶ ἔψαξες στὰ βαθύτερα σημεῖα τοῦ Ἅδη νὰ βρεῖς τὸ παιδί σου τὸ πρωτότοκο, γιὰ νὰ τὸ σώσεις. «Ἀδὰμ γὰρ τῷ προτέρῳ δεύτερος ὁ ἐν ὑψίστοις οἰκῶν κατῆλθεν μέχρις Ἅδου ταμείων». Ἐσύ, λέει ἕνα πολὺ ὡραῖο τροπάριο τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὁ δεύτερος Ἀδάμ, κατέβηκες, γιὰ νὰ τὸν ἀναζητήσεις μέχρι τὰ κατώτατα διαμερίσματα τοῦ Ἅδη. Καὶ μὲ τὴν ἀνάστασή Σου τὸν συνανέστησας παγγενεῖ, μὲ ὅλο του τὸ γένος. «Παγγενεῖ τὸν Ἀδὰμ ἀναστήσας», μᾶς λέει ἕνα ἄλλο τροπάριο τῆς Ἀναστάσεως. Ἐδῶ τὸν Χριστό μας ὁ ὑμνωδὸς τὸν ὀνομάζει δεύτερο Ἀδάμ, γιατί, ὅπως ὁ πρῶτος Ἀδὰμ δὲν γεννήθηκε ἀπὸ σαρκικὴ μίξη, ἀλλὰ πλάσθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ἔτσι καὶ Χριστός μας συνελήφθηκε ἄνευ σπορᾶς καὶ γεννήθηκε ἀπὸ παρθενική μήτρα.
.             Ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ὅλο καὶ περισσότερο παρακολουθεῖται ἡ ζωή μας ἀπὸ κάμερες καὶ δορυφόρους. Καὶ αὐτὸ γεμίζει μὲ ἀνησυχία τὴν ἀνθρωπότητα. Ὅμως πάνω καὶ πέρα ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη παρακολούθηση ὑπάρχει τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ, ποὺ παρακολουθεῖ τὰ πάντα καὶ προνοεῖ γιὰ τὰ πάντα. Γι᾽ αὐτὴν τὴν παρακολούθηση οὔτε νοιαζόμαστε. Εἴμαστε ἀνθρωποφοβούμενοι καὶ ὄχι θεοφοβούμενοι. Αὐτὴ ἡ παρακολούθηση δὲν εἶναι κατασκοπευτική. Εἶναι παρακολούθηση ἀγάπης καὶ ἐνδιαφέροντος τοῦ Πλάστη πρὸς τὸ πλάσμα Του. Εἶναι ὁ θεϊκὸς ὀφθαλμός, «ὃς τὰ πανθ᾽ ὁρᾷ». Ἂς παρακαλοῦμε τὸν Θεό μας, νὰ μᾶς δίνει αὐτὸ τὸ μεγάλο δῶρο, τὴν αἴσθηση τῆς παρουσίας Του. Παράλληλα, ἂς προσπαθοῦμε κι ἐμεῖς νὰ τὴν θυμόμαστε καὶ νὰ τὴν συνειδητοποιοῦμε δίνοντας προσοχὴ στὶς κινήσεις τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἂς τὸν ἀκοῦμε κάθε στιγμὴ ποὺ μᾶς ψάχνει καὶ μᾶς φωνάζει: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ»; Ταπεινὰ ἂς τοῦ ἀπαντήσουμε καὶ ἡ ἀπάντησή μας ἂς συνοδεύεται ἀπὸ τὸ «ἥμαρτον, Κύριε, ἐνώπιόν Σου» (Λουκ. ιε´ 18). Τότε μόνο θὰ ζοῦμε καὶ θὰ κινούμαστε πάντοτε μέσα στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, μέσα στὴν ὀμορφιὰ τοῦ Παραδείσου Ἀπὸ ἐμᾶς ἐξαρτᾶται νὰ τὸ θέλουμε. Μᾶς τὸ εἶπε ἄλλωστε: «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστι» (Λουκ. ιζ´ 21 ).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ [Χαρ. Μπούσιας]

 Ὁ Ἅγιος τῶν ἀνέργων,
Γέροντας Ἰάκωβος τῆς Βίτσας

Τὴν μνήμη του τιμᾶμε στὶς 15 Φεβρουαρίου.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Ὁ Ἅγιος τῆς Βίτσας Ζαγορίου, μακαριστὸς Γέροντας Ἰάκωβος Βαλαδῆμος (+ 15 Φεβρουαρίου 1960), ὑπῆρξε πρότυπο ἐργατικότητος, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ βοηθᾶ τοὺς ἀνέργους σὲ ἐξεύρεση ἐργασίας. Ὅταν ἐγκαταστάθηκε στὸ Μονοδένδρι, στὸ ἐρειπωμένο τότε, ὅπως, δυστυχῶς, καὶ σήμερα, Μοναστήρι τοῦ Προφήτη Ἠλία, ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο τόσο στὴν ἀνακαίνισή του ὅσο καὶ στὴν ἀνακαίνιση ψυχῶν τῆς γύρω περιοχῆς μέσα ἀπὸ τὴν ἐξομολόγηση καὶ τὴν καθαρὴ μυστηριακὴ ζωή. Ἐρείπιο βρῆκε τὸ Μοναστήρι ἀπὸ τὶς φθορὲς καὶ τὶς λεηλασίες, ἐρείπια καὶ τὶς ἀκατήχητες ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων τῆς γύρω περιοχῆς, ποὺ τὶς ἀγαποῦσε σὰν κάτι ἀτίμητο, ἀφοῦ καὶ αὐτές, ὅπως ὅλων μας, ἦσαν ψυχὲς «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανε» (Ῥωμ. ιδ´ 15). Μὲ τὴν φιλεργατικότητα του ὁ Γέροντας ἀνακαίνισε τὰ κτίρια καὶ μὲ τὴν ἀγάπη του προσείλκυε τὶς ψυχὲς σὰν μαγνήτης, γιὰ νὰ τὶς πλύνει καὶ νὰ τὶς θεραπεύσει σταδιακὰ ἀπὸ τὰ γήϊνα πάθη τους.
.           Ἡ ἐργασία ἀποτελεῖ εὐλογία Θεοῦ, χαροποιεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κάνει συνδημιουργὸ τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ κάθε ἐργαζόμενος, ὅπως ἡ ὄρνιθα, ποὺ ὅταν πίνει νερὸ στρέφει τὸ βλέμμα της δοξολογικὰ πρὸς τὸν οὐρανό, νὰ ἐπιζητεῖ καθημερινῶς τὴν θεία βοήθεια γνωρίζοντας ὅτι χωρὶς ἐκείνη τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει. Αὐτὸς ποὺ δὲν ἐργάζεται σκέπτεται πονηρά, περιπατεῖ ἄτακτα περιεργαζόμενος τοὺς ἐργαζομένους, ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Θεσ. γ´ 12), καὶ γίνεται βάρος στὸν κοινωνικό του περίγυρο. Ὁ ἄνεργος ὅμως διαφέρει ἀπὸ τὸν ἄεργο, γιατί, ἐνῶ αὐτὸς ἐπιθυμεῖ νὰ ἐργάζεται, οἱ συνθῆκες τῆς κάθε ἐποχῆς δὲν τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ βρεῖ ἐργασία.
.           Γιὰ τὸ πολυσχιδὲς ἔργο τοῦ Γέροντος Ἰακώβου στὰ Ζαγοροχώρια ὁ τότε ἐπιχώριος Μητροπολίτης τοῦ ἔδωσε τὸ ὀφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη. Αὐτός, ὅμως, ἦταν τόσο ταπεινός, ποὺ ποτέ του δὲν φόρεσε τὸ ἐπανωκαλύμαυχο καὶ τὸν σταυρό, τὰ διακριτικὰ τοῦ βαθμοῦ του. Τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ δὲν τὸν θεωροῦσε κόσμημα ἐπιδείξεως. Τὸν φοροῦσε μέσα του διακριτικὰ καὶ τὸν σήκωνε στοὺ ὤμους του ἀγόγγυστα. Ἦταν ἕνας σταυροφόρος Κυρηναῖος ψυχῶν. Γνώριζε ὅτι κανεὶς δὲν θὰ μπορέσει νὰ πλησιάσει τὸν Κύριο χωρὶς νὰ σηκώσει μὲ χαρὰ τὸν σταυρό του. Κανεὶς δὲν θὰ δεχθεῖ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του χωρὶς νὰ πλέξει γύρω ἀπὸ τὸν σταυρό του τὰ τριαντάφυλλα τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης. Κανεὶς δὲν καθαρίζεται καὶ δὲν σώζεται χωρὶς παστρικὴ ἐξομολόγηση. Κανεὶς δὲν ὁδηγεῖται στὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν μόνο μὲ γλέντια καὶ πανηγύρια. Χρειάζεται νὰ ἀκολουθήσει καὶ τὰ βήματα τοῦ Ἐσταυρωμένου στὸν ἀνηφορικὸ Γολγοθᾶ τῆς ζωῆς. Τὰ φίδια, ἔλεγε ὁ Γέροντας, στὰ πνευματικά του παιδιά, ὅταν βγοῦν ἀπὸ τὶς τρῦπες τους οἱ ἄνθρωποι τὰ σκοτώνουν. Ὅταν κάθονται μέσα χοντραίνουν. Οἱ ἁμαρτίες μας μοιάζουν μὲ φίδια. Ὅταν τὶς ἐξομολογούμαστε βγαίνουν ἀπὸ μέσα μας καὶ ψωφοῦν. Ὅταν, ὅμως, δὲν τὶς βγάζουμε μένουν μέσα μας καὶ μεγαλώνοντας μᾶς τσιμποῦν καὶ μᾶς ρίχνουν τὸ δηλητήριο τοῦ θανάτου.
.           Ἐντύπωση προξενοῦσε τὸ γεγονός, ὅτι ἐνῶ ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἦταν αὐστηρὸς ἀσκητὴς ἀπομονωμένος ἀπὸ τὸν κόσμο, ὅμως, δὲν παρουσίαζε φαινόμενα ἄκρατης αὐστηρότητος καὶ φανατισμοῦ. Ἐξυπηρετώντας ὡς ἐφημέριος καὶ πνευματικὸς τὰ γύρω του χωριὰ ἐκ περιτροπῆς ἐφάρμοζε τὸ τοῦ Παύλου: «Τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις» (Φιλιπ. δ´ 5) καί, ἐνῶ ἦταν πολὺ αὐστηρὸς στὸν ἑαυτό του, ἦταν ἐπιεικὴς στοὺς ἄλλους.
.           Ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἦταν ἀναγεννημένος πνευματικὰ καὶ δὲν θύμωνε, δὲν ἐπέπληττε, οὔτε κατέκρινε αὐτοὺς ποὺ τὸν πλησίαζαν ὅσο ἁμαρτωλοὶ καὶ ἂν ἦσαν. Μόνο ὅταν ἐπρόκειτο γιὰ θέματα πίστεως ἢ κινδύνου τοῦ ποιμνίου του ἀντιδροῦσε ἔντονα καὶ πάλι τότε μετὰ ἀπὸ πολλὲς νουθεσίες καὶ παραινέσεις.
.           Γνώριζε πολὺ καλὰ ὁ Γέροντας ὅτι ἡ ἐργασία, τόσο ἡ σωματικὴ ὅσο καὶ ἡ πνευματική, ἀποτελεῖ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ δῶρο Tου πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἐργασία εἶναι πάντοτε εὐχάριστη, ἀφοῦ ὁ σκοπός της δὲν εἶναι νὰ δυσαρεστεῖ τοὺς ἀνθρώπους, ἄσχετα ἂν πολλοὶ λέγουν ὅτι ἡ δουλειὰ εἶναι δουλεία, ἀλλὰ νὰ τοὺς προξενεῖ εὐχαρίστηση. Γράφει ὁ Ἐκκλησιαστής, ὅτι τὸ νὰ τρώγει ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὰ ἀγαθὰ τοῦ μόχθου του εἶναι χάρισμα Θεοῦ, «καί γε πᾶς ἄνθρωπος, ὃς φάγεται καὶ πίεται καὶ ἴδῃ ἀγαθὸν ἐν παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, δόμα Θεοῦ ἐστιν» (Ἐκκλ. γ´ 13).
.            Ἄλλο, ὅμως, πράγμα, νὰ μὴ θέλει κάποιος νὰ ἐργασθεῖ, καὶ ἄλλο νὰ ἐπιζητεῖ ἐργασία καὶ νὰ μὴν βρίσκει. Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση ἡ ἀεργία γίνεται ἀνεργία καὶ εἶναι ἔμπονη. Ἀποτελεῖ μάστιγα τῆς σύγχρονης κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς δύσμοιρης πατρίδος μας. Μάστιγα, ποὺ σὰν τὶς ἀσθένειες, τὴν φτώχεια καὶ τὴν δυστυχία ἐνσκύπτει στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν Θεία παραχώρηση.
.           Γιὰ θεραπεία τῆς κοινωνικῆς αὐτῆς μάστιγας τῆς ἀνεργίας ὁ καλὸς Θεὸς ἔδωσε τὴν χάρη στὸν φίλεργο Γέροντα Ἰάκωβο, νὰ μεριμνᾶ γιὰ τὴν καταπολέμησή της καὶ οἱ προσευχές του νὰ εἰσακούονται ἀπὸ Αὐτόν. Ἔτσι, ὅσοι ἄνεργοι τὸν ἐπικαλοῦνται μὲ πίστη, λὲς καὶ ἀπευθύνονται σὲ γραφεῖο ἐξευρέσεως ἐργασίας, βρίσκουν ἐργασία γιὰ νὰ μποροῦν ἀξιοπρεπῶς νὰ διανύσουν τὸν δόλιχο τῆς παρούσας ζωῆς. Πολλὲς μαρτυρίες καὶ πολλὰ περιστατικὰ ἔχουμε καταγεγραμμένα, ἀλλὰ καὶ πολλὰ μᾶς ἔχουν διηγηθεῖ σοβαρὰ πρόσωπα γιὰ τὴν ταχεῖα ἐπέμβαση τοῦ πανοσίου Γέροντος Ἰακώβου σὲ Ἀθήνα, Καλαμπάκα, Ἰωάννινα, Κύπρο, ὅπου ἀντίγραφα τῆς μορφῆς του ἔχουν διαδοθεῖ καὶ ὅπου ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του ἔχει ἐπιφέρει αἴσια ἀποτελέσματα. Ὅταν κάποτε ρωτήθηκε ὁ Γέροντας Γαβιὴλ ἀπὸ τὴν Κύπρο πότε θαυματουργοῦν οἱ Ἅγιοι μᾶς εἶπε:
-Εὑρισκόμενος πρὶν ἀπὸ χρόνια σὲ ἕνα Μοναστήρι τοῦ Ναυπλίου, ὁ τότε Μητροπολίτης Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος, μορφὴ ἁγία, ρωτήθηκε ποιοί Ἄγιοι θαυματουργοῦν; Ἡ ἀπάντησή του ἦταν ὅτι θαυματουργοῦν ἐκεῖνοι οἱ Ἅγιοι ἐκεῖνοι ποὺ δέχονται πολλὲς προσευχές. Οἱ Ἅγιοι ποὺ οἱ πιστοὶ τοὺς ἐπικαλοῦνται μὲ θερμὲς προσευχές, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὸν ὅσιο Γέροντα Ἰάκωβο τῆς Βίτσας, ὁ ὁποῖος πρόθυμα καὶ γρήγορα ἐξευρίσκει ἐργασία στοὺς ἀνέργους ποὺ θερμὰ προστρέχουν στὴν χάρη του.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

, ,

Σχολιάστε

ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–3 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

«Τὰ νοσήματα τῆς γλώσσας
καὶ οἱ ἀρετὲς τῆς “ἐν γνώσει” σιωπῆς»
-3-

Τοῦ Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου
Προηγουμένου Ἱ. Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου
[Ὁμιλία στήν ΓΕΧΑ Τρικάλων, Πέμπτη 25 Ἰανουαρίου 2018]

Mέρος Α´: ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–1 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

Mέρος Β´: ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–2 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

Ἡ θεραπεία τῆς σιωπῆς

.                 Ἀπό ὅλα ὅσα ἀναφέραμε, ἔγινε, πιστεύουμε, ἀντιληπτό τό μέγεθος καί ἡ ἐπικινδυνότητα τῆς παθολογίας τῆς γλώσσας καί τό τεράστιο πνευματικό, ἀλλά καί πρακτικό πρόβλημα πού δημιουργεῖ στόν ἑαυτό μας καί στούς ἄλλους.
.                 Γιά τήν θεραπεία τῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας καί τῶν ποικίλων παραγώγων τους εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητο νά ἐνσκύψουμε στόν ἑαυτό μας, νά ἀσχοληθοῦμε μέ τά τοῦ ἑαυτοῦ μας καί ὄχι συνεχῶς μέ τούς ἄλλους. Χρειάζεται αὐτογνωσία, αὐτοκριτική, αὐτομεμψία, ταπείνωση, μετάνοια, ἀγάπη καί συγχωρητικότητα πρός τούς ἀδελφούς μας, τήρηση τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν καί ἀγώνας γιά τήν κατά Θεόν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν. Στήν προσπάθειά μας αὐτή πολύ θά μᾶς βοηθήσει ἡ ἄσκηση τῆς ἀρετῆς τῆς σιωπῆς, ἡ ὁποία δυστυχῶς εἶναι δυσεύρετη στίς μέρες μας.
.                 Θά πρέπει ἐξ ἀρχῆς νὰ διευκρινίσουμε ὅτι δὲν ἐννοοῦμε τὴ σιωπὴ ὡς πειθαρχία καὶ ἐξαναγκασμό, ὡς πειθαναγκασμὸ ποὺ καταργεῖ τὴ θεόσδοτη ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν ἀλλοτριώνει ὀντολογικά. Δὲν μιλᾶμε γιὰ στατικὴ καὶ ἀνούσια σιωπή, γιὰ ἄσκοπη καὶ ἀτελέσφορη σιωπή, γιὰ ἀπομονωτικὴ καὶ μελαγχολικὴ σιωπή, γιὰ «ψυχοπλακωτική» καὶ βασανιστικὴ σιωπή.
.                 Μιλᾶμε γιὰ τὴν ἐν ἐπιγνώσει καὶ ἐν ἐλευθερίᾳ σιωπή, ποὺ τὴν ἐπιθυμοῦμε, τὴν ποθοῦμε καὶ τὴν ἐπιλέγουμε οἰκειοθελῶς ὡς ὁδὸ ἁγιασμοῦ. Μιλᾶμε γιὰ τὴ σιωπὴ τοῦ ἥσυχου χώρου (ταμιεῖον) στό προσευχητάρι τοῦ σπιτιοῦ μας, τοῦ προσωπικοῦ χρόνου στό γραφεῖο, στόν δρόμο, στό αὐτοκίνητο, παντοῦ. Μιλᾶμε γιὰ τὴν κατὰ Θεὸν σιωπή. Μιλᾶμε γιὰ τὴν χριστοκεντρική σιωπή. Μιλᾶμε γιὰ τὴ νηπτικὴ καὶ ἡσυχαστικὴ σιωπή, γιὰ τὴν εὐλογημένη καὶ χαριτωμένη σιωπή, γιὰ τὴν προσευχητικὴ καὶ λατρευτικὴ σιωπή, γιὰ τὴν παρακλητικὴ καὶ δοξολογικὴ σιωπή, γιὰ τὴν ἀγαπητικὴ καὶ θυσιαστικὴ σιωπή, γιὰ τὴν ὁμιλητικὴ καὶ βοῶσα καὶ ἐκκωφαντικὴ σιωπή… Μιλᾶμε γιὰ τὴ σιωπὴ ποὺ οὐρανώνει τὸν προσωπικό μας χῶρο, τό σπίτι μας, τήν δουλειά μας.
.                 Μιλᾶμε γιὰ τὴ σιωπὴ ποὺ ἑλκύει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ μαλακώνει τὴν καρδιὰ καὶ τὴν κάνει νὰ διαλέγεται μυστικὰ μαζί Του, ποὺ τὴν κάνει νὰ δέχεται, νὰ ἀγαπᾶ, νὰ συγχωρεῖ καὶ νὰ ὑπομένει τοὺς ἀδελφούς του, τούς οἰκείους του, τούς συνανθρώπους του.
.                 Μιλᾶμε γιὰ ἐκείνη τὴ σιωπὴ ποὺ εἶναι μία ἐργώδης ἀσκητικὴ ἄθληση, ποὺ εἶναι μία «θορυβώδης» πνευματικὴ δράση καὶ ζωή, ποὺ εἶναι μία διαρκὴς κίνηση πρὸς τὸν ἔσω ἄνθρωπο, ποὺ εἶναι μία συνεχὴς πορεία πρὸς τὸν οὐρα νό, ποὺ εἶναι μία ἀέναη ἐν σιωπῇ συνομιλία μὲ τὸν Χριστό, τὴν Παναγία μας καὶ τοὺς Ἁγίους μας, ποὺ εἶναι μία σιωπηλή, προσευχητικὴ καὶ ἀγαπητικὴ συνάντηση μὲ τοὺς ἀδελφούς μας…
.                 «Ἡ σιωπή εἶναι μυστήριον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, οἱ δέ λόγοι εἶναι ὄργανον τούτου τοῦ κόσμου». Ἡ φράση αὐτή τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, δίνει μέ τόν πλέον περιεκτικό τρόπο τήν ἐσχατολογική διάσταση τῆς σιωπῆς σέ συσχετισμό μέ τόν λόγο. Καί μᾶς ἀποκαλύπτει, ἔτσι, τήν ἀληθινή διάσταση τῶν πραγμάτων, μᾶς φανερώνει τήν προοπτική, σηματοδοτεῖ τόν ἀπώτερο στόχο καί ὑποδεικνύει, χωρίς περιστροφές καί χωρίς περιθώρια, τό τέρμα στό ὁποῖο πρέπει νά συντείνουμε.
.                 Ἄν ἡ κυρίαρχη ἐπιθυμία τοῦ βίου μας εἶναι νά κερδίσουμε τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, τότε δέν ἔχουμε παρά νά μετερχόμαστε τούς τρόπους αὐτούς, πού θά μᾶς κάνουν οὐρανοπολίτες. Νά ἀποποιούμεθα ὅλα ὅσα μᾶς δένουν μ’ αὐτόν τόν κόσμο, μέ τά ὄργανα καί τίς μεθόδους του. Δέν ἔχουμε παρά νά μετέχουμε σέ αὐτό, πού ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ ἀποκαλεῖ «μυστήριον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».
.                 Ἡ σιωπή εἶναι τό γνώρισμα τῶν συνετῶν, ἡ γλώσσα τῶν ἐνθέων, ἡ φωνή τῶν ἐναρέτων, ἡ μυστική ἠχώ τῶν Ἁγίων καί τῶν ἐραστῶν τοῦ Θεοῦ. Ἡ σιωπή εἶναι τό χρῶμα καί τό ἄρωμα τοῦ Παραδείσου, ἡ θαλπωρή καί ἡ γαλήνη τοῦ Οὐρανοῦ. «Ὁ φίλος τῆς σιωπῆς», κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, «προσεγγίζει τόν Θεόν καί συνομιλώντας μυστικά μαζί Του φωτίζεται ἀπό Αὐτόν».
.                 Ἡ ἀπουσία ὅλων αὐτῶν σήμερα μᾶς δείχνει πόσο μακρυά βρισκόμαστε, πόσο λανθασμένα πορευόμαστε καί πόση ἀνάγκη ἔχουμε ἀπό θεραπεία. Καί ἡ θεραπεία εἶναι ἡ σιωπή, ἐσωτερική καί ἐξωτερική. Σιωπή τῶν λογισμῶν καί σιωπή τῶν λόγων.
.                   Ἡ σιωπή τῶν λογισμῶν προϋποθέτει, βεβαίως, τήν σιωπή τῶν λόγων. Γι’ αὐτό ἄς ξεκινήσουμε ἀπό τήν σιωπή τῶν λόγων ἐπιχειρώντας νά τούς περικόψουμε κατά τό δυνατόν. Θά πρέπει νά ἀντιληφθοῦμε κατ’ ἀρχήν ὅτι ἡ ὑπερβολική ὁμιλία εἶναι διαστροφή τῆς ὀρθῆς πνευματικότητος. Ἡ σιωπή εἶναι αὐτή πού δημιουργεῖ τίς ἀσφαλεῖς προϋποθέσεις γία τήν οἰκοδόμηση τῆς πνευματικῆς μας πορείας. Ἡ σιωπή εἶναι αὐτή πού ἑλκύει τήν χάρη τοῦ Θεοῦ στήν ζωή τοῦ χριστιανοῦ, πού μαλακώνει τήν καρδιά καί τήν κάνει νά διαλέγεται μαζί Του, τήν κάνει νά δέχεται, νά ἀγαπᾶ, νά συγχωρεῖ καί νά ὑπομένει.
.                 Ἡ σιωπὴ εἶναι θεληματικὴ κατάσταση, εἶναι ἔκφραση ἐσωτερικῆς καλλιέργειας, ὡριμότητας καὶ ἁγιότητας. Εἶναι σταθερὴ καὶ ἀναλλοίωτη συμπεριφορά, εἶναι τρόπος ζωῆς. Πρέπει νὰ εἶναι μόνιμη ἱερὴ συνήθεια, νοοτροπία, βιοθεωρία. Γι’ αὐτὸ δὲν ἐπιβάλλεται μὲ μέτρα καὶ ἀπαγορεύσεις ἀλλὰ ἐπιλέγεται ἐλεύθερα καὶ ἀποκτᾶται οἰκειοθελῶς μὲ προσωπικὸ ἀγώνα, προσπάθεια καὶ ὑπομονή!…
.                 Ἡ σιωπή ὑποδηλώνει πνευματική σοφία καί σύνεση, ὑποδηλώνει διάκριση, πού γνωρίζει νά ἐπιλέγει καί τίς περιπτώσεις στίς ὁποῖες ἀπαιτεῖται νά μιλήσει κανείς διακόπτοντας τήν σιωπή. Δυστυχῶς στίς μέρες μας, στίς περισσότερες τῶν περιπτώσεων, ἡ σιωπή ἀποτελεῖ τίς ἐλάχιστες μικρές παύσεις τῆς συνεχοῦς ὁμιλίας μας.
.                 Ἔχουμε, δυστυχῶς, ἀπολέσει τήν αἴσθηση τοῦ πότε πρέπει νά μιλᾶμε, πόσο πρέπει νά μιλᾶμε καί κυρίως τοῦ τί πρέπει νά λέμε. Θεωροῦμε τίς περισσότερες φορές ἐξυπνάδα τό νά ἔχουμε νά ποῦμε πολλά πάνω σέ κάποιο θέμα. Συνηθίζουμε νά ἐπιδεικνύουμε τίς γνώσεις καί τήν εὐφράδειά μας, χωρίς αὐτό νά ἀπαιτεῖται καί χωρίς, τίς περισσότερες φορές, νά μᾶς ἔχει ζητηθεῖ.
.                 Καί ὅπως πολύ εὔστοχα σχολιάζει ὁ π. Μωυσῆς ὁ Ἁγιορείτης: «Ὁ σοφός δέν μιλᾶ πολύ. Μιλᾶ ὁ κομπλεξικός, ὁ μειονεκτικός, ὁ διχασμένος, γιά νά προ βληθεῖ, ν’ ἀνέβει, νά ἐπιβιώσει, νά ἐκτιμηθεῖ, νά δοῦν οἱ ἄλλοι πώς κι αὐτός ξέρει, ἔχει γνώσεις, πνεῦμα, σοφία. Ὁ σοφός ὅμως δέν νοιάζεται γιά τό τί λένε οἱ ἄλλοι γι’ αὐτόν».
.                Σιωπὴ δὲν εἶναι ἡ ἀπουσία τῶν λόγων, δὲν εἶναι ἡ ἀπαγόρευση τῆς ὁμιλίας. Δὲν σιωποῦμε μόνον, ὅταν δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ μιλᾶμε, ὅταν δὲν ἔχουμε κάτι νὰ ποῦμε, ὅταν δὲν θέλουμε νὰ μιλήσουμε. Μιλᾶμε μὲ τὴν σιωπή μας, λέγοντας πολλὲς φορὲς περισσότερα ἀπ’ ὅ,τι μὲ τὴν ὁμιλία μας. Καὶ σὲ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποσκοποῦμε· νὰ μιλάει ἡ σιωπή μας! Μόνον τότε θὰ ἔχουμε ἀναβαθμίσει τὸν λόγο μας, θὰ ἔχουμε ἀλλάξει τὴν ποιότητα καὶ τὴν πιστότητα τοῦ λόγου μας. Γιατὶ «σιωπὴ εἶναι καὶ ὁ καλός, ὁ πνευματικὸς λόγος». Γιατὶ κατὰ τὸν Ἀββᾶ Ἠσαΐα: «Σοφία δὲν εἶναι τὸ νὰ μιλήσεις. Σοφία εἶναι νὰ ξέρεις πότε εἶναι ἡ κατάλληλη ὥρα νὰ μιλήσεις. Νὰ γνωρίζεις γιατὶ σιωπᾶς, νὰ γνωρίζεις γιατὶ μιλᾶς, νὰ σκέφτεσαι προτοῦ μιλήσεις καὶ νὰ λὲς τὰ πρέποντα»!…
.                 Συχνά ταυτίζουμε τήν πολυλογία μας μέ τήν ἀνάπτυξη διαπροσωπικῶν σχέσεων. Τήν ἐπενδύουμε μέ τό πρόσχημα τῆς συμπαραστάσεως καί παροχῆς στηρίξεως πρός τούς ἄλλους. Τήν ἐπικαλούμαστε γιά τήν διατήρηση τῆς ἀγάπης καί τῆς ἑνότητος, τῆς οἰκογενειακῆς ἀτμόσφαιρας καί ζεστασιᾶς. Καί παραβλέπουμε ὅτι «ὁ λόγος δέν εἶναι πάντα συνδεκτικός κρίκος μεταξύ τῶν ἀνθρώπων». Παραβλέπουμε ὅτι ἡ ἀγάπη καί ἡ φιλία δοκιμάζονται, κρίνονται, στεριώνουν καί ἀντέχουν, ἀνείπωτες, καρδιακές, σιωπηλές. Ἐκδηλώνονται στόν ἄλλο ὡς θυσία, προσφορά, ὑποστήριξη. Μιλοῦν μέ τίς πράξεις καί μέ τήν προσευχή τους. Μακριά ἀπό τήν φθορά τῶν λέξεων καί τίς λεκτικές δεσμεύσεις.
.                 Ἀναφέρει σχετικά ὁ π. Μωυσῆς ὁ Ἁγιορείτης: «Ἡ σιωπή δέν εἶναι ἡ κατάσταση τοῦ ἀπομονωμένου, κουμπωμένου, μονόχνωτου ἀνθρώπου. Εἶναι τό κόσμημα τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ, πού μετροῦν τά λόγια τους καί δέν κάνουν τήν γλώσσα τους θανατικό ὄργανο. Συχνά ὅσο πιό πολύ πλησιάζει κάποιος τόν ἄλλο, τόσο ἀπομονώνεται. Διακριτική ἀπόσταση καί ἐν ἐπιγνώσει σιωπή εἶναι τελικῶς συνδετικά στοιχεῖα τῶν ἀνθρώπων». «Δέν εἶναι ἀπαραίτητο δύο ἄνθρωποι πού εἶναι μαζί συνέχεια νά μιλοῦν. Δέν ἔχει τόση δύναμη ὁ λόγος νά ὀρθοστατεῖ συνέχεια».
.                 Ἡ σιωπή, ἄλλωστε, εἶναι αὐτή πού καλλιεργεῖ τό ἔδαφος γιά τήν ἑδραίωση καί τῶν ἄλλων ἀρετῶν. Ὅπως πολύ παραστατικά περιγράφει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος: «Ἡ σιωπή πού ἀσκεῖται μέ ἐπίγνωση καί διάκριση εἶναι μητέρα τῆς προσευχῆς, ἐπιστροφή ἀπό τήν αἰχμαλωσία, διαφύλαξις τοῦ θείου πυρός, ἐπιστάτης τῶν λογισμῶν, σκοπός πού παρατηρεῖ τούς ἐχθρούς, δέσμευσις τοῦ πένθους, φίλη τῶν δακρύων, καλλιεργητής τῆς μνήμης τοῦ θανάτου, ζωγράφος τῆς αἰωνίου κολάσεως, ἐπίμονος ἐξεταστής τῆς Κρίσεως, πρόξενος πνευματικῆς ἀνησυχίας καί λύπης, ἐχθρός τῆς παρρησίας, σύζυγος τῆς ἡσυχίας, ἀντίπαλος τῆς ἀγάπης νά κάνει τόν διδάσκαλο, αὔξησις τῆς πνευματικῆς γνώσεως, δημιουργός θείων θεωρημάτων, μυστική πνευματική πρόοδος, κρυφή πνευματική ἀνάβασις».
.                 «Φεῦγε, σιώπα, ἡσύχαζε. Αὗται γάρ εἰσιν αἱ ρίζαι τῆς ἀναμαρτησίας», ἦταν ἡ προτροπή πού ἄκουσε ὁ Ἀββᾶς Ἀρσένιος ὅταν ρώτησε πῶς θά σωθεῖ. Καί εἶναι πολύτιμη ἡ διαπίστωσή του στά ἔσχατα τῆς ζωῆς του ὅτι: «πολλές φορές μετάνοιωσα γιατί μίλησα, ἐνῶ ποτέ γιατί σιώπησα».

Ἐπίλογος

.                   Προσφιλέστατοι ἀδελφοί μας, Τό θέμα τῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας καί τῆς ἀσκήσεως τῆς ἐν ἐπιγνώσει σιωπῆς εἶναι, βεβαίως, τεράστιο καί μέ ἐξέχουσα πνευματική βαρύτητα καί φυσικά δέν ἐξαντλεῖται σέ μία ὁμιλία σάν τήν ἀποψινή. Αὐτό πού προσπαθήσαμε ἀπόψε ἦταν νά θέσουμε τό γενικό περίγραμμα τοῦ ὅλου θέματος καί νά δώσουμε κυρίως τήν ἀφορμή, ὥστε νά ἀποκτήσουμε συναίσθηση τοῦ πόσο συχνά πέφτουμε στά ἁμαρτήματα αὐτά καί πόσο ἐπιζήμια εἶναι τόσο γιά μᾶς ὅσο καί γιά τούς ἀδελφούς μας καί πόσα ἀπό αὐτά παραμένουν ἀνεξομολόγητα ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ.
.                  Χρειάζεται, λοιπόν, νήψη, προσευχή, ταπείνωση, ἀγάπη, συγχωρητικότητα, φιλαδελφία καί ἔξοδος ἀπό τόν ἀτομισμό μας καί τήν ἐμπιστοσύνη στόν λογισμό μας καί στήν κρίση μας. Ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας εἶχαν ὡς κύριο γνώρισμά τους τήν ἐπιείκεια, τήν ἀγάπη καί τήν συγχωρητικότητα πρός τούς ἄλλους, ἐνῶ ἀντίθετα ἦταν ἰδιαίτερα αὐστηροί πρός τόν ἑαυτό τους.
.                 Αὐτό τό παράδειγμα τῶν ἁγίων μας ἄς μιμηθοῦμε καί μεῖς, ὥστε νά μαλακώσει ἡ καρδιά μας, νά εἰρηνεύσει ἡ ζωή μας καί νά γίνουμε, ἔτσι, δεκτικοί τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀποφυγή τῆς κατακρίσεως ἀποτελεῖ γιά ὅλους μας ἕνα ἀσφαλές ἐχέγγυο καί γιά τήν ἀπόκτηση τῆς Οὐρανίου Βασιλείας, καθώς κατά τό ἀψευδές στόμα τοῦ Κυρίου μας: «Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε» (Ματθ. ζ´1). Μή κατακρίνετε καί μή καταδικάζετε τόν πλησίον σας, διά νά μή κατακριθῆτε καί σεῖς ἀπό τόν Θεόν. Καί, ἐπίσης, «ἐν ᾧ γὰρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, καὶ ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ζ´ 2). Διότι μέ τήν σκληρή καί αὐστηρή κρίση, πού κατακρίνετε, θά κατακριθῆτε καί μέ τό ἴδιο μέτρο, πού κρίνετε τίς πράξεις τοῦ πλησίον, θά μετρηθεῖ ἀπό τόν Θεό καί θά κριθεῖ καί ἡ δική σας ζωή καί συμπεριφορά.
.                 Ἄς εὐχηθοῦμε, λοιπόν, ἀδελφοί, νά μᾶς χαρίσει ὁ Θεός τό δῶρο αὐτό τῆς ἀκατακρισίας καί σιωπῆς, πού θά ὀμορφαίνει καί θά εἰρηνεύει τήν ψυχή μας, ἀλλά συγχρόνως καί τό οἰκογενειακό, ἐργασιακό καί φιλικό μας περιβάλλον, στήν μετά θάνατο δέ ζωή μας θά μᾶς χαρίσει τήν μεγάλη δωρεά τῆς συμμετοχῆς μας στήν Οὐράνιο Βασιλεία Του. Ἀμήν.

Σχολιάστε

ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–2 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

«Τὰ νοσήματα τῆς γλώσσας
καὶ οἱ ἀρετὲς τῆς “ἐν γνώσει” σιωπῆς»
-2-

Τοῦ Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου
Προηγουμένου Ἱ. Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου
[Ὁμιλία στήν ΓΕΧΑ Τρικάλων, Πέμπτη 25 Ἰανουαρίου 2018]

Mέρος Α´: ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–1 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

Ὁρισμοί

.             Ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος στόν λόγο του «Γιά τό ὅτι δέν πρέπει νά κρίνουμε τόν πλησίον μας » δίδει τούς ὁρισμούς τῶν τριῶν αὐτῶν ἐννοιῶν πού συνιστοῦν τήν ἑτεροπαρατήρηση, παρατηρώντας ὅτι «… τίποτε δέν ξεγυμνώνει τόσο τόν ἄνθρωπο καί δέν τόν ὁδηγεῖ στήν ἐγκατάλειψη (τοῦ Θεοῦ) ὅσο ἡ καταλαλιά, ἡ κατάκριση καί ἡ ἐξουθένωση τοῦ πλησίον».
.             Καταλαλιά εἶναι νά μιλήσεις εἰς βάρος κάποιου ἄλλου φανερώνοντας μέ ἐμπάθεια τό ἁμάρτημά του. Εἶναι τό νά διαδίδεις μέ λόγια τίς ἁμαρτίες καί τά σφάλματα τοῦ πλησίον. Ὅταν, γιά παράδειγμα, πεῖς γιά κάποιον: «ὁ τάδε εἶπε ψέματα ἢ ὀργίστηκε ἢ ἔπεσε σέ πορνεία», εἶναι καταλαλιά, διότι φανερώνεις μέ ἐμπάθεια τήν ἁμαρτία του.
.             Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος χαρακτηρίζει τήν καταλαλιά «παχειά βδέλλα, κρυμμένη καί ἀφανῆ, πού ἀπορροφᾶ καί ἐξαφανίζει τό αἷμα τῆς ἀγάπης».
.            Κατάκριση εἶναι ἡ καταδικαστική γνώμη, ἀπόφαση ἤ κρίση, τήν ὁποία ἐκφέρει ἤ καί διαδίδει κάποιος γιά τήν διαγωγή, τίς ἁμαρτίες, τά σφάλματα καί τά ἐλαττώματα τοῦ πλησίον, ἡ ὁποία δέν παραμένει μόνο σέ αὐτά (πού εἶναι ἡ καταλαλιά), ἀλλά προχωρᾶ καί καταδικάζει, ἀποδοκιμάζει καί μέμφεται καί αὐτόν τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο, τόν πταίσαντα καί μάλιστα χωρίς οἶκτο καί ἐπιείκεια. Ἀντί, γιά παράδειγμα, νά πεῖ κάποιος «ὁ τάδε εἶπε ψέματα ἢ ὀργίστηκε ἢ ἔπεσε σέ πορνεία», (πού εἶναι καταλαλιά), λέει: «ὁ τάδε εἶναι ψεύτης, εἶναι ὀργίλος ἢ εἶναι πόρνος» καί ἔτσι ἀποφαίνεται ὄχι μόνο γιά τίς πράξεις του, ἀλλά γιά ὁλόκληρη τή ζωή του. Αὐτό εἶναι ἡ κατάκριση.
.             Ὁ Φαρισαῖος δέν καταδικάστηκε, ὅταν εἶπε ἀόριστα, χωρίς νά κατονομάσει κανένα, δέν εἶμαι σάν τούς ἄλλους ἅρπαξ, ἄδικος ἢ μοιχός. Ὅταν ὅμως γυρνώντας πρός τόν Τελώνη εἶπε: «οὔτε σάν καί αὐτόν τόν τελώνη», τότε βάρυνε τήν ψυχή του γιατί ἔπεσε σέ κατάκριση. Πολλές φορές, ὄχι μόνο κατακρίνουμε τόν πλησίον μας, ἀλλά καί τόν ἐξουθενώνουμε.
.             Ἐξουθένωση εἶναι ὄχι μόνο νά κατακρίνει κανείς κάποιον πού ἁμαρτάνει, ἀλλά νά φτάνει στό σημεῖο νά τόν ἀπαξιώνει, νά τόν ἐκμηδενίζει, νά τόν ἐξευτελίζει, νά τόν σιχαίνεται, σάν κάτι πού προξενεῖ ἀηδία. Ἡ ἐξουθένωση εἶναι πολύ χειρότερη καί πολύ πιό ὀλέθρια ἀπό τήν κατάκριση. Φτάνουμε, ἔτσι στό σημεῖο νά μισοῦμε ὄχι μόνο τήν ἁμαρτία ἀλλά καί τόν ἁμαρτωλό. Πολλές φορές μάλιστα χαιρόμαστε καί ἐπαιρόμαστε γι’ αὐτό.
.             Αὐτό εἶναι δεῖγμα παντελοῦς ἐλλείψεως ἀγάπης. Εἶναι κατάσταση πού μᾶς χωρίζει, ὄχι μόνον ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί ἀπό τόν Θεό. Κι αὐτό γιατί ὁ Θεός ἀγαπᾶ τόν ἁμαρτωλό, ἀκόμη καί τόν πιό ἐξαθλιωμένο ἀπό τήν ἁμαρτία καί προσπαθεῖ νά τόν συνετίσει καί νά τόν φέρει σέ μετάνοια. Τόν συγχωρεῖ δέ ἀμέσως καί ἀπροϋπόθετα ὅταν συναισθανθεῖ τό σφάλμα του, μετανοήσει καί ζητήσει τό ἔλεός Του. Μέ ποιό δικαίωμα λοιπόν ἕνας ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, ὅπως ὅλοι ἐμεῖς, μπορεῖ νά ἀπορρίψει ἕνα συνάνθρωπό του, ἔστω καί φαινομενικά πιό ἁμαρτωλό; Αὐτός πού δέν θά δείξει ἔλεος γιά τόν συνάνθρωπό του, δέν θά ἐλεηθεῖ ἀπό τό Θεό: «ἡ γάρ κρίσις ἀνέλεος, τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος» (Ἰακ . β´13) (δηλ. ἡ κρίση θά εἶναι ἄσπλαγχνη πρός ἐκεῖνον πού δέν ἔδειξε εὐσπλαγχνία), λέγει ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος στήν Καθολική ἐπιστολή του.
.                 Ὁ ἅγιος Δημήτριος τοῦ Ροστώφ μᾶς προτρέπει χαρακτηριστικά γιά τό ζήτημα αὐτό: «Μὴ σφετερίζεσαι τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Μὴ γίνεσαι ἀντίπαλος τοῦ Κυρίου, ἁρπάζοντας τὸ ἀξίωμα ποὺ κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτό Του. Καὶ μὲ τὰ ἴδια σου τὰ μάτια ἂν δῆς κάποιον νὰ ἁμαρτάνη, μὴν τὸν καταδικάσης, μὴν τὸν κακολογήσης, μὴν τὸν διασύρης, μὴν τὸν ἐξουθενώσης. Καταδίκασε τὸν διάβολο ποὺ τὸν ἐξαπάτησε καὶ τὸν ἔριξε στὴν ἁμαρτία. Ἂν ὅμως καταδικάσης τὸν ἀδελφό σου, θὰ ἐπιβεβαιώσης τὸν μεγάλο καὶ ἄλογο ἐγωισμό σου. Καὶ πρόσεξε, γιατί θὰ πέσης κι ἐσὺ στὸ ἴδιο ἁμάρτημα. Κατὰ κανόνα, ὅποιος κρίνει τὸν ἄλλον γιὰ κάτι, πέφτει κατόπιν στὸ ἴδιο. Κάλυψε λοιπὸν σπλαχνικὰ μὲ τὴ σιωπὴ τὸ σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ σου. Κι ἂν μπορῆς διόρθωσέ τον μὲ ἀγάπη καὶ ταπείνωσι. Ἂν δὲν μπορῆς, μεῖνε στὴ σιωπή σου καὶ καταδίκασε τὸν ἑαυτό σου γιὰ τὰ δικά σου ἁμαρτήματα. Σοῦ ἀρκοῦν αὐτά».
.                 Δυστυχῶς, ἐμεῖς μέ πολλή εὐκολία κατακρίνουμε ἀσύστολα τόν συνάνθρωπό μας, ἂν τύχει νά δοῦμε κάτι, ἢ νά ἀκούσουμε ἢ νά ὑποψιαστοῦμε ὅ, τι ἔκανε. Καί τό φοβερότερο εἶναι ὅτι δέν σταματᾶμε στήν βλάβη πού κάνουμε στόν ἑαυτό μας. Ἀλλά συναντᾶμε καί ἄλλον ἀδερφό καί ἀμέσως τοῦ λέμε: «αὐτό καί αὐτό ἔγινε». Ἔτσι βλάπτουμε καί ἐκεῖνον, βάζοντας στήν καρδιά του ἁμαρτίες. Γι αὐτό δέν ἐπιτρέπεται νά λέμε τίς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, ἀλλά οὔτε καί τίς δικές μας, παρά μόνο στόν πνευματικό μας κατά τήν ἐξομολόγηση. Διαφορετικά, διασπείρουμε τά μικρόβια τῆς ἁμαρτίας καί σέ ἄλλους.
.                 Ἄς δοῦμε, ὅμως, πῶς θέτει τό ζήτημα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: « Δέν πρέπει οὔτε νά ἐπιπλήττεις, οὔτε νά προσβάλλεις, ἀλλά νά νουθετεῖς· ὄχι νά κατηγορεῖς, ἀλλά νά συμβουλεύεις· οὔτε νά ἐπιτίθεσαι μέ ἀφροσύνη, ἀλλά νά διορθώνεις μέ στοργή. Διότι ὅταν συμβεῖ νά ἐκφέρεις γνώμη χωρίς συμπόνια γιά τά ἁμαρτήματα τοῦ πλησίον σου, παραδίδεις ὄχι ἐκεῖνον, ἀλλά τόν ἑαυτό σου στήν ἐσχάτη προδοσία.
.                 Θά μέ ρωτήσεις εὐλόγως, συνεχίζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, τί λοιπόν; Ἐάν πορνεύει ὁ ἄλλος νά μήν τοῦ πῶ ὅτι εἶναι κακό ἡ πορνεία καί νά μή διορθώσω αὐτόν πού προβαίνει σέ αἰσχρές πράξεις; Σοῦ ἀπαντῶ· διόρθωσέ τον μέν, ἀλλ’ ὄχι σάν ἐχθρός οὔτε σάν ἀντίπαλος πού ζητεῖ τιμωρία, ἀλλά σάν Πατέρας πού προσφέρει φάρμακα. Διότι ὁ Κύριος δέν εἶπε νά μήν ἐμποδίζεις αὐτόν πού ἁμαρτάνει, ἀλλά νά μήν τόν κρίνεις, δηλαδή νά μήν γίνεσαι σκληρός δικαστής καί ἐπικριτής».
.                 Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης χαρακτηριστικά τονίζει ὅτι ἡ κατάκριση καί δυσφήμιση τοῦ ἄλλου, καί μάλιστα ὅταν ἀποτελεῖ ἀνεξέλεγκτη συκοφαντία καί κατασπίλωση τῆς τιμῆς του, ἰσοδυναμεῖ μέ φόνο. «Ὅπως λέγεται, ἄλλωστε, ἀπό τούς ἠθικούς διδασκάλους, ἡ τιμή εἶναι ἀνώτερη ἀπό τή ζωή. Καί ἐπειδή ὁ φόνος θανατώνει τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ ἡ συκοφαντία θανατώνει τήν τιμή, ἄρα ἡ συκοφαντία εἶναι χειρότερη ἀπό τόν φόνο. Καί στ’ ἀλήθεια εἶναι μεγαλύτερη κακία τό νά φονεύει κανείς μέ τή γλῶσσα, παρά μέ τό ξίφος καί τό νά πληγώνει μέ τό λόγο παρά μέ τό βέλος. Γιατί ὁ φονιάς θανατώνει μόνον τούς ζωντανούς, μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του, ἐνῶ ὁ συκοφάντης ἐπί πλέον καί τούς νεκρούς καί μάλιστα ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς. Μέ φόνο μάλιστα ἄκοπο καί ἀκίνδυνο, ἀφοῦ γίνεται ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς στίς πολυθρόνες τῶν σαλονιῶν, ἐν ἀντιθέσει πρός τόν σωματικό φόνο, πού συνήθως ἐνέχει ἀγωνία, ποινικές διώξεις καί φυλακίσεις».
.                 Ἡ κατάκριση μᾶς ἀναδεικνύει ἄφρονες ὡς χριστιανούς, καθώς ὁ Χριστός μας εἶπε: «Ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε, καί ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ζ´ 2) (δηλ. μέ τό κριτήριο πού κρίνετε, θά κριθεῖτε καί μέ τό μέτρο πού μετρᾶτε, θά μετρηθεῖτε). Κατά συνέπεια, μέ τήν κατάκριση, καταδικάζουμε μόνοι μας τόν ἑαυτό μας νά πέση στά ἴδια ἁμαρτήματα μέ αὐτά πού κατακρίνουμε, καί δίνουμε τό μέτρο ἀνεπιεικοῦς κρίσεως στόν Δικαιοκρίτη Θεό.
.                 Τό πόσο ἐπιεικής εἶναι ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ γι’ αὐτούς πού δέν κατακρίνουν μᾶς τό φανερώνει καί τό ἑξῆς περιστατικό ἀπό τό Γεροντικό: «Ἕνας μοναχός σ’ ἕνα Κοινόβιο, ἀμελής στά πνευματικά, ἔπεσε βαριά ἄρρωστος κι ἦλθε ἡ ὥρα του νά πεθάνει. Ὁ ἡγούμενος καί ὅλοι οἱ ἀδελφοί τόν περικυκλώσανε γιά νά τοῦ δώσουν θάρρος στίς τελευταῖες του στιγμές. Παρατήρησαν ὅμως ἔκπληκτοι, πώς ὁ ἀδελφός ἀντίκρυζε τόν θάνατο μέ μεγάλη ἀταραξία καί ψυχική γαλήνη.
-Παιδί μου, τοῦ εἶπε τότε ὁ Ἡγούμενος, ὅλοι ἐδῶ ξεύρομε πώς δέν ἤσουν καί τόσο ἐπιμελής στά καθήκοντά σου. Πῶς πηγαίνεις μέ τόσο θάρρος στήν ἄλλη ζωή;
– Εἶναι ἀλήθεια, Ἀββᾶ, ψιθύρισε ὁ ἑτοιμοθάνατος, πώς δέν ἤμουν καλός μοναχός. Ἕνα πρᾶγμα ὅμως ἐτήρησα μέ ἀκρίβεια στή ζωή μου: Δέν κατέκρινα ποτέ μου ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό σκοπεύω νά εἰπῶ στό Δεσπότη Χριστό, ὅταν παρουσιαστῶ ἐνώπιόν Του: «Σύ, Κύριε, εἶπες, μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε», κι ἐλπίζω ὅτι δέν θά μέ κρίνη αὐστηρά.
– Πήγαινε εἰρηνικά στό αἰώνιο ταξίδι σου, παιδί μου, τοῦ εἶπε μέ θαυμασμό ὁ Ἡγούμενος. Ἐσύ, κατώρθωσες, χωρίς κόπο νά σωθῆς».

Αἴτια πού ὁδηγοῦν στήν κατάκριση

.                 Τά πιό συχνά αἴτια πού μᾶς ὁδηγοῦν στήν κατάκριση εἶναι καταρχήν ὁ ἐγωισμός καί ἡ ἀλαζονεία μας, ὅπως στήν περίπτωση τοῦ Φαρισαίου. Ἡ ζήλεια καί ὁ φθόνος μᾶς ὁδηγοῦν, ἐπίσης, πολύ συχνά στήν κατάκριση, καθώς καί τά ἐκδικητικά αἰσθήματα καί ἡ διάθεση νά μειώσουμε τόν ἄλλο καί νά σπιλώσουμε τήν ὑπόληψή του.
.                 Ὁ Ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ ἀπέδιδε τήν διαρκή ἐνασχόληση μέ τούς ἄλλους στήν ἀπροθυμία γιά αὐτογνωσία. Ἔλεγε συγκεκριμένα: «Γιατί κρίνουμε τοὺς ἀδελφούς μας; Διότι δὲν προσπαθοῦμε νὰ γνωρίσουμε τὸν ἑαυτό μας. Ὅποιος καταγίνεται μὲ τὴ γνώση τοῦ ἐαυτοῦ του δὲν προλαβαίνει νὰ παρατηρεῖ τοὺς ἄλλους. Κατάκρινε τὸν ἑαυτό σου καὶ θὰ παύσεις νὰ κατακρίνεις τοὺς ἄλλους».
.                 Πολλές φορές, ὡστόσο, κρυβόμαστε πίσω ἀπό δῆθεν ἀθῶα κίνητρα γιά νά δικαιολογήσουμε τίς πτώσεις μας σέ ποικίλα ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας. Ἀργολογοῦμε ἤ ἀστειολογοῦμε γιά νά περνάει ἡ ὥρα ἤ γιά νά διατηροῦμε κοινωνικές σχέσεις καί ἐπαφές ἤ κατακρίνουμε καί ἐξουθενώνουμε τούς ἄλλους, ἀκόμη κι ἄν εἶναι ἀπόντες, μέ τό πρόσχημα τῆς ἀπόδοσης δικαιοσύνης καί ἐπαναλαμβάνοντας τήν γνωστή ἐπωδό «ἡ ἀλήθεια θά πρέπει νά λέγεται».

Παράγωγα τῆς ἑτεροπαρατήρησης

.                 Ἡ ἑτεροπαρατήρηση, ἡ συνεχής, δηλαδή, ἐνασχόληση μέ τούς ἄλλους μέ ἐπικριτική διάθεση, ἐκτός ἀπό τίς κύριες ἐκδηλώσεις της, τίς ὁποῖες ἀναπτύξαμε, τήν καταλαλιά, τήν κατάκριση καί τήν ἐξουθένωση, ἔχει καί ἀρκετά παράγωγα, συνέπειες δηλαδή πού ἀφήνουν βαρύ τό ἀποτύπωμά τους στά «θύματα» τῶν ἐπικρίσεων καί τῶν κατακρίσεών μας. Πρῶτο παράγωγο εἶναι ὁ στιγματισμόςἐτικετοποίηση, ἡ ὀξύτατη δηλαδή κριτική καί ἡ δημόσια καταγγελία κάποιου, ἡ στηλίτευση καί ὁ διασυρμός του. Ὁ στιγματισμός ἑνός ἀνθρώπου ἐπιφέρει τήν ἀμαύρωση τῆς δημόσιας εἰκόνας του καί δημιουργεῖ μία ἀρνητική φήμη, τήν κοινῶς λεγόμενη «ρετσινιά» ἤ «ταμπέλα» πού τόν συνοδεύει σέ ὅλη του τήν ζωή. Ὁ στιγματισμός καί ἡ ἐτικετοποίηση ἐγκλωβίζουν τόν ἄνθρωπο σὲ χαρακτηρισμοὺς ποὺ προσδιορίζουν διὰ βίου τὴν συναναστροφή, τίς δραστηριότητες καὶ τὴν πνευματικὴ του πορεία καί τόν ὁδηγοῦν τελικά νὰ κλειστεῖ μὲ πικρία στὸν ἑαυτό του, τὸν ὁδηγοῦν στὸ περιθώριο, στὴν ἀπομόνωση, στὴν ἀποξένωση.
.                 Ἄλλο παράγωγο τῆς ἑτεροπαρατήρησης εἶναι ὁ ἐμπαιγμός, ὁ περιφρονητικός ἤ προσβλητικός, δηλαδή, ἀστεϊσμός σέ βάρος κάποιου, ὁ χλευασμός, ἡ διαπόμπευση καί ὁ ἐξευτελισμός του, ποὺ δημιουργεῖ στὸν ἄνθρωπο ψυχικὰ τραύματα καὶ διάφορα συμπλέγματα κατωτερότητος καί μειονεξίας.
.                 Ἕνα ἀκόμη παράγωγο εἶναι ὁ χαρακτηρισμός, ἡ ἔκφραση δυσμενῶν, ἄκριτων, ἀρνητικῶν, ἐπιπόλαιων καί ἐν πολλοῖς ἄδικων ἐκτιμήσεων γιὰ τὴν προσωπικότητα καὶ τὴν συμπεριφορὰ ἑνός ἀνθρώπου.
.                Στιγματισμός, ἐτικετοποίηση, ἐμπαιγμός καὶ χαρακτηρισμὸς εἶναι ἐκδηλώσεις τῆς κατακρίσεως, ποὺ χωρὶς ἀγάπη πραγματικὴ καὶ χωρὶς διάκριση ἀναφέρονται στὰ σωματικά, διανοητικὰ καὶ ψυχικὰ χαρίσματα ἢ ἐλαττώματα τῶν ἀδελφῶν μας. Ἡ ἐγκληματικὴ διάσταση αὐτῶν τῶν ὀλεθρίων ἐκδηλώσεων ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι ἀποτελοῦν πολλὲς φορὲς ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια στὴν πνευματικὴ ἄσκηση καὶ προκοπὴ ἑνός ἀνθρώπου, τοῦ δυσκολεύουν ἢ τοῦ ματαιώνουν κάθε καλὴ προσπάθεια μετανοίας καὶ διορθώσεώς του, ἐφ’ ὅσον στιγματισμοί, ἐμπαιγμοί, χαρακτηρισμοὶ καὶ ἐτικετοποιήσεις διαιωνίζονται καὶ ὡς βρόγχος καταπνίγουν τὶς φιλότιμες καὶ καρδιακὲς προσπάθειές τους, παρότι οἱ ἴδιοι ἔχουν μετανοήσει καί ἔχουν ἀλλάξει τρόπο ζωῆς.

Τά ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας

.                 Μετά τήν ἀνάπτυξη τῶν πιό σημαντικῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας καί τῶν παραγώγων τους, παραθέτουμε συνοπτικά καί κάποια ἀκόμη συναφῆ καί συχνά ἐμφανιζόμενα ἁμαρτήματα μέ σύντομους ὁρισμούς καί σχολιασμούς, πού θά μᾶς βοηθήσουν στήν αὐτοκριτική μας καί τόν ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ μας καί κυρίως θά μᾶς ὁδηγήσουν στήν ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτημάτων αὐτῶν, ὅταν προσερχόμαστε στό Μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως.
.                 Τέτοια ἁμαρτήματα εἶναι ἡ πολυλογία, ἡ ἀργολογία, ἡ φλυαρία, ἡ μωρολογία, τό καταραμένο κουτσομπολιό, ἡ αἰσχρολογία, ἡ ἀκριτομυθία (ἡ ἔλλειψη, δηλαδή, ἐχεμύθειας, ἡ ἀπερίσκεπτη ἀποκάλυψη μυστικῶν, ἡ ἄκαιρη καί ἄσκοπη ἀνακοίνωση πληροφοριῶν σέ ἀκατάλληλα καί ἀναρμόδια πρόσωπα), ἡ ἀστειολογία (ὁ συνεχής, δηλαδή, καί ἀδιάκριτος ἀστεϊσμός καί ἡ ἄκαιρη χαλαρότητα, ἡ συνήθης ἀναφορά εὐτράπελων καί πολλές φορές ἀπρεπῶν καί πονηρῶν ἀστείων) καί ἄλλα συναφῆ.
.                 «Πᾶν ῥῆμα ἀργόν, ὅ ἐάν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περί αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως» (Ματθ. ιβ´ 36) μᾶς προειδοποιεῖ ὁ Κύριός μας. (Δηλ. γιά κάθε λόγο ἀνωφελῆ πού θά ποῦν οἱ ἄνθρωποι, θά δώσουν λόγο γι’ αὐτόν κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως).
.                 Καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος μᾶς δίδει ἕναν περιεκτικότατο ὁρισμό τῆς πολυλογίας καί τῆς πληθώρας τῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας, πού ἀπορρέουν ἀπό αὐτή: «Ἡ πολυλογία εἶναι ἡ καθέδρα τῆς κενοδοξίας. Καθισμένη ἐπάνω της ἡ κενοδοξία προβάλλει καὶ διαφημίζει τὸν ἑαυτόν της. Ἡ πολυλογία εἶναι σημάδι ἀγνωσίας, θύρα τῆς καταλαλιᾶς, ὁδηγὸς στὰ εὐτράπελα, πρόξενος τῆς ψευδολογίας, σκορπισμὸς τῆς κατανύξεως. Εἶναι αὐτὴ ποὺ δημιουργεῖ καὶ ποὺ προκαλεῖ τὴν ἀκηδία. Εἶναι πρόδρομος τοῦ ὕπνου, διασκορπισμὸς τῆς «σύννοιας», δηλαδή τῆς περισυλλογῆς, ἀφανισμὸς τῆς φυλακῆς τοῦ νοός, ἀπόψυξις τῆς πνευματικῆς θερμότητος, ἀμαύρωσις τῆς προσευχῆς».
.                  Ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας στά ὁποῖα ὑποπίπτουμε συχνά εἶναι, ἐπίσης, ἡ ἀδιακρισία, ἡ περιέργεια, ἡ ὑπερβολή, ἡ διγλωσσία, ἡ διλωματία, ἡ κολακεία καί ἡ εἰρωνία. Πολύ σημαντικές πτώσεις εἶναι ἀκόμη ἡ ἀντιλογία, ἡ αὐθάδεια, ἡ ἀναίδεια, ἡ θρασύτητα, ἡ παρρησία, ἡ προκλητικότητα καί ἡ ἐλευθεριότητα στήν ὁμιλία καί ὁ ἀπότομος λόγος.
.                 Ἕνα πολύ σημαντικό ἁμάρτημα τῆς γλώσσας, στό ὁποῖο θέλουμε νά ἐπιμείνουμε, διότι εἶναι πολύ διαδεδομένο στίς μέρες μας, εἶναι ἡ προπέτεια. Προπέτεια εἶναι ἡ ἀνάγωγη καί προκλητική συμπεριφορά πού συνδυάζεται μέ τήν ἀλόγιστη καί ἄκαιρη διατύπωση γνώμης, ἄποψης, ἐπιθυμίας. Ὁ προπέτης σέ κάθε περίπτωση αὐθαιρέτως προκαλεῖ συζητήσεις, διακόπτει τόν συνομιλητή του, δέν ἀκούει τίς ἀπαντήσεις του, γιατί ἔχει στό μυαλό του μόνο τίς δικές του ἀπόψεις καί ἰδέες, γεγονός πού τόν ὁδηγεῖ σέ παρανοήσεις, σέ ἀδυναμία κατανοήσεως τοῦ ἄλλου καί τελικά καί σέ ἀδυναμία ὁποιασδήποτε συνεννοήσεως πού ὁδηγεῖ σέ ἐκνευρισμούς, ἀντεγκλήσεις καί ἀδικαιολόγητες συγκρούσεις.
.                Θά θέλαμε, ἐπίσης, νά σταθοῦμε στήν δικαιολογία, τήν προσπάθεια δηλαδή, νά ὑπερασπιζόμαστε συνεχῶς καί ἐγωιστικά τόν ἑαυτό μας καί τίς πράξεις μας προβάλλοντας διάφορες κάθε φορά προφάσεις. Ἡ δικαιολογία εἶναι ἔνδειξη φιλαυτίας καί δειλίας καί οὐσιαστική ἄρνηση ἀνάληψης τῆς εὐθύνης. Ὁ Ἅγιος Παΐσιος χαρακτηρίζει τήν δικαιολογία ὡς «μόνωση, καουτσούκ, ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί τόν Θεό… Εἶναι σάν νά χτίζης -ἔλεγε χαρακτηριστικά- ἕναν τοῖχο καί νά χωρίζης τόν ἑαυτό σου ἀπό τόν Θεό, ὁπότε κόβεις κάθε σχέση μαζί Του».
.                 Τονίζουμε, ἐπίσης, τόν ψιθυρισμό, τήν συνεχῆ, δηλαδή, καί ὕπουλη φημολογία καί διασπορά πραγματικῶν ἤ φανταστικῶν πληροφοριῶν μέ σκοπό τήν πρόκληση συγχύσεως.
.                   Σοβαρό παράπτωμα τῆς γλώσσας, πού συνθλίβει πραγματικά καί δυαλύει ἀνδρόγυνα, οἰκογένειες, φιλίες καί γενικά τίς ἀνθρώπινες σχέσεις εἶναι ὁ γογγυσμός καί ἡ γκρίνια, ἡ συνεχής, δηλαδή, καί ἐνοχλητική ἔκφραση παραπόνων, τό ἀτέλειωτο καί ἀνυπόφορο μουρμουρητό, ἡ φαγωμάρα, ἡ μεμψιμοιρία, ἡ μόνιμη ἔλλειψη ἱκανοποιήσεως ἀπό ὁ,τιδήποτε καί γιά ὁ,τιδήποτε. Ἡ γκρίνια εἶναι πραγματικά σάν τόν κισσό πού περισφίγγει τό αἰωνόβιο δέντρο καί ἀπομυζᾶ τούς χυμούς του καταδικάζοντάς το σέ μαρασμό.
.                 Τό καλύτερο ἀντίδοτο στήν γκρίνια εἶναι ἡ συνεχής δοξολογία στόν Θεό γιά ὅλα ὅσα μᾶς προσφέρει, ἀκόμη καί γι’ αὐτά πού μπορεῖ νά μᾶς φαίνονται ἀρνητικά ἐξωτερικά, ἀλλά σίγουρα λειτουργοῦν θετικά γιά τήν πνευματική μας τελείωση καί σωτηρία.
.                 Μᾶς τό περιγράφει αὐτό μέ τόν δικό του μοναδικό καί εὐφυῆ τρόπο ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης: «Γέροντα, ποῦ ὀφείλεται ἡ γκρίνια καὶ πῶς μπορεῖς νὰ τὴν ἀποφύγης;
–Στὴν κακομοιριὰ ὀφείλεται καὶ μὲ τὴν δοξολογία τὴν κάνει κανεὶς πέρα. Ἡ γκρίνια γεννᾶ γκρίνια καὶ ἡ δοξολογία γεννᾶ δοξολογία. Ὅταν δὲν γκρινιάζει κανεὶς γιὰ μιὰ δυσκολία ποὺ τὸν βρίσκει, ἀλλὰ δοξάζει τὸν Θεό, τότε σκάζει ὁ διάβολος καὶ πάει σὲ ἄλλον ποὺ γκρινιάζει, γιὰ νὰ τοῦ τὰ φέρει ὅλα ἀνάποδα. Γιατί, ὅσο γκρινιάζει κανείς, τόσο ρημάζει. Μερικὲς φορὲς μᾶς κλέβει τὸ ταγκαλάκι (διάβολος) καὶ μᾶς κάνει νὰ μὴ μᾶς εὐχαριστεῖ τίποτε, ἐνῶ μπορεῖ κανεὶς ὅλα νὰ τὰ γλεντάη πνευματικὰ μὲ δοξολογία καὶ νὰ ἔχει τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ».
.                 Βαρύτατα, ἐπίσης, ἁμαρτήματα εἶναι τό ψεῦδος, ἡ ψευδορκία, ἡ ἐπιορκία, ἡ ψευδομαρτυρία, ὁ ὅρκος, καθώς ἐπίσης καί ἡ βλασφημία, ἡ ὕβρις καί ἡ κατάρα, ἡ ἐμπαθής, δηλαδή, κακόβουλη καί ἐκδικητική «εὐχή» ἐναντίον ἑνός προσώπου γιά νά πάθει κάτι κακό, τό ὁποῖο θά μᾶς προκαλέσει εὐχαρίστηση καί ἱκανοποίηση. Νά εἶστε βέβαιοι ὅτι ἡ ἄδικη κατάρα ἐπιστρέφει σ’ αὐτόν πού τήν ἐκστομίζει.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–3 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

, , , ,

Σχολιάστε

ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–1 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

«Τὰ νοσήματα τῆς γλώσσας
καὶ οἱ ἀρετὲς τῆς “ἐν γνώσει” σιωπῆς»

Τοῦ Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου
Προηγουμένου Ἱ. Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου
[Ὁμιλία στήν ΓΕΧΑ Τρικάλων, Πέμπτη 25 Ἰανουαρίου 2018]

Εἰσαγωγή
Ἡ ἐποχή τῆς πληροφορίας

.            Ἡ σημερινή ἐποχή ἔχει χαρακτηριστεῖ ὡς ἐποχή τῆς πληροφορίας μέ κύριο γνώρισμά της τήν δυνατότητα τῶν ἀνθρώπων νά ἀνταλλάσσουν καί νά μεταφέρουν πληροφορίες μέ πολύ μεγάλη εὐκολία καί ταχύτητα καί νά ἔχουν ἄμεση πρόσβαση σέ γνώσεις καί εἰδήσεις, ἀπό ὅλο τόν κόσμο, ἀνά πᾶσα στιγμή.
.            Μία ἀκατάπαυστη ροή πληροφοριῶν συνεχῶς ἀναπαράγεται καί ἀναμεταδίδεται, κυρίως μέσῳ τῆς τεχνολογικῆς ἀνάπτυξης καί τοῦ διαδικτύου. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος εἶναι ὁ πλέον ἐνημερωμένος καί καλά πληροφορημένος. Αὐτός πού τά ξέρει ὅλα καί ἔχει ἄποψη γιά ὅλα, πού τήν ἐκφέρει καί τήν προβάλλει, ὡς ἀπόλυτα ὀρθή καί ἐνδεδειγμένη.
.             Τό φαινόμενο αὐτό ἔχει, βεβαίως, τήν θετική του διάσταση, ἀλλά ταυτόχρονα ἔχει καί μία σειρά ἀπό πολύ ἀρνητικές συνέπειες σέ πνευματικό κυρίως ἐπίπεδο. Κι αὐτό γιατί ἡ συνεχής διάδοση καί ἀναμετάδοση ὅλων αὐτῶν τῶν εἰδήσεων καί τῶν πληροφοριῶν –πού δέν εἶναι πάντοτε σοβαρές, ἀληθινές ἤ ἀπαραίτητες καί δέν ἐλέγχονται ἀπό κανέναν– μᾶς ὁδηγοῦν σέ μία διαρκῆ ἑτεροπαρατήρηση, δηλαδή ἐνασχόληση μέ τούς ἄλλους, σέ ἕναν συνεχῆ σχολιασμό τῶν ἄλλων· μᾶς ὁδηγοῦν σέ ἄκαιρους, ἀναίτιους, ἀνώφελους καί ἐπικριτικούς λόγους· μᾶς ὁδηγοῦν, δηλαδή, στήν παράχρηση τοῦ λόγου.
.           Στήν ἀποψινή μας ὁμιλία ἐπιλέξαμε νά ἀσχοληθοῦμε καί νά ἀναδείξουμε αὐτή τήν παθογένεια τῆς παράχρησης τοῦ λόγου, ὅλα αὐτά, δηλαδή, πού ἀποκαλοῦμε συνήθως ἁμαρτήματα – νοσήματα τῆς γλώσσας καί ἀφοῦ περιγράψουμε, σέ ἀδρές γραμμές, τά σημαντικώτερα ἀπό αὐτά, νά ἀναζητήσουμε τήν ἀντιμετώπιση καί τήν θεραπεία τους.
.         Ἐπιλέξαμε, ἐπίσης, νά μιλήσουμε καί γιά τήν θεραπευτική ἀρετή τῆς σιωπῆς, τῆς ἐν ἐπιγνώσει σιωπῆς, πού ἀσκεῖται συνειδητά καί ὄχι παθητικά καί πού δυστυχῶς εἶναι τόσο δυσεύρετη στίς μέρες μας, παρότι εἶναι πολύ βοηθητική καί ἀπαραίτητη στήν ἀντιμετώπιση τῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας.

Ὁ λόγος ὡς χάρισμα

.           Μιλώντας γιά τήν γλώσσα ἀναφερόμαστε συνήθως στήν ἀρνητική της πλευρά, στήν παράχρηση δηλαδή τῆς γλώσσας, πού γίνεται ἀπό τόν ἄνθρωπο ἐξαιτίας τῶν παθῶν του. Φυσικά ἡ γλώσσα, ὄχι ἁπλῶς ἡ σωματική, ἀλλά ἡ ἱκανότητα τοῦ λόγου, ἡ ὁμιλία, εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Εἶναι ἕνα ἀπό τά γνωρίσματα πού τόν ἀναβιβάζει καί τόν διαφοροποιεῖ ἀπό τήν ὑπόλοιπη δημιουργία. Εἶναι χάρισμα γιά τό ὁποῖο πρέπει νά δοξολογοῦμε τόν Κύριό μας, πού μᾶς κόσμησε μέ ἕνα ἀπό τά ἐξέχοντα δῶρα τῆς δημιουργίας Του.
.           Ὁ λόγος ἀποτελεῖ κυρίαρχο συστατικό τῆς ἀνθρώπινης ὀντότητος. Εἶναι αὐτός, πού στόν μεγαλύτερο βαθμό παρέχει τήν δυνατότητα ἐπικοινωνίας μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Καθορίζει ἄμεσα καί καταλυτικά τήν κοινωνικότητα, τίς διαπροσωπικές σχέσεις, τήν ἐξωτερίκευση τῶν αἰσθημάτων, τήν ἔκφραση καί προάσπιση τῶν ἀπόψεων. Μέ λίγα λόγια, ὁ λόγος ἐκφράζει καί ταυτόχρονα ἀποκαλύπτει τόν ἐσωτερικό ἄνθρωπο.
.           Στήν καλή χρήση του ὁ λόγος γέννησε, ἀπό τήν ἀρχαιότητα ἀκόμη καί κυρίως στόν ἑλλαδικό χῶρο, τέχνη, καλλιτεχνική δημιουργία καί ἕναν λαμπρό πολιτισμό. Ἔγινε ποίηση, φιλοσοφία, θεολογία, θέατρο, τραγούδι. Γέννησε τά λεκτικά ἀριστουργήματα τῆς ρητορικῆς καί τῶν δημηγοριῶν, γονιμοποίησε ἐπιστῆμες καί σχολές, ἐξέφρασε ἀναζητήσεις καί προβληματισμούς, διετύπωσε ἀλήθειες καί δόγματα, ἀνέδειξε ἐξέχουσες μορφές καί παγκόσμια ἀναστήματα τοῦ πνεύματος καί τοῦ πολιτισμοῦ.
.           Κυρίως, ὅμως, ἔγινε ὁ Λόγος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ σπόρος, πού ἁπλώθηκε καί καρποφόρησε σέ ὅλη τήν οἰκουμένη. Ἔγινε ὁ λόγος τῆς ἀληθείας, ὁ ὁμολογιακός λόγος, ὁ παρρησιαστικός λόγος τῶν μαρτύρων ἔναντι τῶν δημίων τους. Ἔγινε φορέας πνευματικῆς οἰκοδομῆς μέσα ἀπό τίς θεοφώτιστες καί ἐμπνευσμένες ὁμιλίες τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ λόγος τῆς ἐρήμου, τῶν μεγάλων Ἀββάδων καί Ἀμμάδων, τῆς Κλίμακος καί τῶν Σύρων Πατέρων. Ὁ μελίρρυτος χρυσοστομικός λόγος, ὁ ἀνθενωτικός λόγος τοῦ μεγάλου Φωτίου καί τοῦ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ.
.           Ἔγινε λόγος δοξολογίας καί ὑμνολογίας τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, τῆς Παναγίας καί τῶν Ἁγίων μας. Ἔγινε ἐγκώμια, παρακλήσεις, λειτουργίες, ἀκολουθίες, κανόνες, ὠδές, χαιρετιστήριοι οἶκοι.
.           Ἔγινε ὁδηγός, νουθεσία, σοφία καί σύνεση. Ἔγινε παρηγοριά καί στήριξη, ἀγάπη καί φιλία. Ἔγινε λόγος μετανοίας καί ἐξομολογήσεως. Ἔγινε στήριγμα καί θάρρος, ἔγινε κουράγιο καί δύναμη, ἀπαντοχή καί ἐλπίδα γιά τήν σωτηρία μας.

Ἡ παράχρηση τοῦ λόγου

.           Τό χάρισμα τοῦ λόγου, ὅπως καί ὅλα τά χαρίσματα, δόθηκε ἀπό τόν Θεό στόν ἄνθρωπο γιά νά ὑμνεῖ καί νά δοξάζει τόν Δημιουργό του· γιά νά χαίρεται καί νά μετέχει στήν κοινωνία μέ τόν συνάνθρωπό του. Ἡ αὐτονόμηση, ὅμως, τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό, ὡς συνέπεια τῆς πτώσεώς του, ἐπέφερε καί τήν παράχρηση τοῦ λόγου, πού γίνεται πλέον καί λόγος πλάνης καί ἀπωλείας καί λόγος ἀντιλογίας, γίνεται δικαιολογία καί ὑπεκφυγή τῶν πρωτοπλάστων πρός τόν Θεό.
.           Ἀπό μέσο ἐπικοινωνίας καί συνεννοήσεως τῶν ἀνθρώπων ὁ λόγος, ἐξ αἰτίας τῆς ὑπερηφανείας καί τῆς ἀλαζονείας τους, γίνεται λόγος ἀσυνεννοησίας καί διαιρέσεως. Κατέληξε σέ σύγχυση γλωσσῶν θαμμένος στά συντρίμμια τοῦ πύργου τῆς Βαβέλ.

Ἡ χρήση τῆς γλώσσας εἶναι ἡ λυδία λίθος.

.           Ἡ καλή ἤ κακή χρήση τῆς γλώσσας, λοιπόν, εἶναι ἡ λυδία λίθος, πού κρίνει τελικά τήν ὠφέλεια ἤ τήν ζημία γιά τόν χρήστη της, ἀλλά καί γιά τούς ἄλλους, καθώς « ἄν τήν προσέξεις, κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, γίνεται ἵππος βασιλικός, εἰ δέ μή ὄχημα διαβόλου».
.           Ἡ ποιότητα τῶν λόγων μας μαρτυρεῖ τήν πνευματική μας κατάσταση, μαρτυρεῖ τήν ποιότητα καί τό περιεχόμενο τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου· « ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τό στόμα λαλεῖ» (Ματθ. ιβ´, 35) (δηλ. τό στόμα μιλάει ἐκεῖνο ἀπό τό ὁποῖο εἶναι γεμάτη ἡ καρδιά), κατά τόν Εὐαγγελιστή Ματθαῖο. Καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς προτρέπει: «Ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος, εἰδέναι πῶς δεῖ ὑμᾶς ἑνὶ ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι» (Κολ. δ´ 6). ( Δηλ. ὁ λόγος σας νά εἶναι πάντοτε μέ χάρη, ἁρτυμένος μέ ἁλάτι, καί νά ξέρετε πῶς πρέπει νά ἀπαντᾶτε στόν καθένα) Ἑτεροπαρατήρηση: κρίση – καταλαλιά – κατάκριση – ἐξουθένωση
.           Στό Γεροντικό διαβάζουμε ὅτι ρώτησαν τόν ὅσιο Σισώη τί γνώμη εἶχε γιά τά ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας καί ὁ ὅσιος τούς ἀπάντησε: «᾽Εγώ, τριάντα χρόνια τώρα, ἕνα ἔχω προσευχή! Γιά ἕνα καί μόνο παρακαλῶ τόν Κύριο, νά μέ φυλάει ἀπό τή γλώσσα μου!». Καί σέ ἄλλο σημεῖο, ἐπίσης, τοῦ Γεροντικοῦ ἀναφέρεται πώς ἕνας ὑποτακτικός εἶπε στόν Γέροντά του: «Γέροντα, ἔχω νά φάω κρέας εἴκοσι χρόνια. Καί ἐγώ, παιδί μου, τοῦ ἀπήντησε ἐκεῖνος, ἀπό τότε πού ἔγινα μοναχός, δέν ἔχω φάει ἄνθρωπο»!
.           Ξεκινώντας τήν παράθεση τῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας, θά θέλαμε νά ἀναφερθοῦμε καί νά ἑστιάσουμε περισσότερο στά βαρύτερα ἀπό αὐτά, δηλαδή στήν καταλαλιά, τήν κατάκριση, καί τήν ἐξουθένωση, ἀφοῦ προηγηθεῖ μία ἀπαραίτητη διευκρίνιση καί διαφοροποίηση ἀνάμεσα στήν κρίση καί στήν παράχρηση τῆς κρίσεως. Νά διευκρινίσουμε δηλαδή, πότε ἡ κρίση εἶναι θεμιτή καί νόμιμη, πότε εἶναι ἐνδεδειγμένη καί ἐπιβεβλημένη καί πότε εἶναι ἄδικη, κατακριτική καί ἐφάμαρτη.
.           Θά ἀναφερθοῦμε, ἐπίσης, καί στά διάφορα παράγωγα τῆς κατάκρισης, ὅπως εἶναι ὁ ἐμπαιγμός, ὁ χαρακτηρισμός, ὁ στιγματισμός καί ἡ ἐτικετοποίηση. Ὅλα αὐτά τά ἁμαρτήματα περιέχονται στήν γενικότερη κατηγορία τῆς ἑτεροπαρατήρησης, τῆς ἐνασχόλησης, δηλαδή, μέ τούς ἄλλους μέ ἐπικριτική διάθεση καί χαρακτηρισμούς.
.           Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ συνεχής ροή πληροφοριῶν καί ἡ δυνατότητα ἄμεσης ἐνημέρωσης, ἀνά πᾶσα στιγμή, γιά ὅ,τιδήποτε συμβαίνει, ἀκόμη καί στήν πιό μακρυνή γωνιά τοῦ πλανήτη, δίνει τροφή καί ὠθεῖ τόν κόσμο στή συνεχῆ ἑτεροπαρατήρηση καί ὄχι τήν αὐτοπαρατήρηση. Γιά τούς περισσότερους ἀνθρώπους, δυστυχῶς καί γιά τούς χριστιανούς, κύρια προτίμησή τους καί συνήθεια εἶναι ἡ κριτική καί ὄχι ἡ αὐτοκριτική. Εἶναι ἡ ἐνασχόληση περισσότερο μέ τούς ἄλλους παρά μέ τόν ἑαυτό μας.
.           Τά Μέσα Μαζικῆς Ἐνημερώσεως καί τό διαδίκτυο συνεχῶς καί ἀσταμάτητα κατακλύζουν τόν κόσμο μέ ἀρνητικά κυρίως σχόλια καί γεγονότα, μέ σκανδαλοθηρικά περιστατικά, μέ πάθη, ἁμαρτίες καί παραπτώματα τῶν ἄλλων, μέ πληροφορίες καί εἰδήσεις πού προκαλοῦν καί ἐντυπωσιάζουν, πού κεντρίζουν τήν φαντασία καί διεγείρουν πάθη, ἀντιπαλότητες καί ἔχθρες, πού μολύνουν τίς αἰσθήσεις καί τόν νοῦ μέ ἀπαξία καί χυδαιότητα.
.           Ὅλα αὐτά δημιουργοῦν μία παγιωμένη κατάσταση καί ἔχουν καταστεῖ πλέον ἐθισμός γιά τόν σημερινό ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος συνηθίζει καί ἐξοικειώνεται μέ τήν ἀσχήμια, τήν μετριότητα, τήν χλιαρότητα καί τήν χαλαρότητα. Ἐξοικειώνεται καί ταυτίζεται μέ τά ἐφήμερα, τά χαμηλά καί τά ἐπιφανειακά τῆς φθηνῆς καθημερινότητος. Συγκρίνει καθημερινά τόν ἑαυτό του ὄχι μέ τούς ἁγίους καί τούς ἥρωες, ἀλλά μέ τά πρότυπα τῆς ἀπαξίας, τῆς ἀτιμίας, τῆς παρανομίας καί τῆς ἀκολασίας πού προβάλλονται κατά κόρον.
.           Γίνεται, ἔτσι, ἐπικριτικός, κατακριτικός, ἐλεγκτικός, καυστικός, ἀπαιτητικός, ἐριστικός, ἐπιθετικός. Στιγματίζει, καυτηριάζει, στηλιτεύει καί σπιλώνει, μέ μεγάλη ἄνεση καί περισσή εὐκολία, ἀνθρώπους καί καταστάσεις, θεωρώντας μάλιστα πώς αὐτό εἶναι δίκαιο καί ἐπιβεβλημένο καί πώς πράττει τό καθῆκον του ἐνεργώντας τήν δίκαιη κάθαρση.

Ἄλλο κρίση καί ἄλλο κατάκριση

.           Εὔλογα, βεβαίως, τίθεται τό ἐρώτημα ἄν θά πρέπει νά καταδικάσουμε συλλήβδην τήν ἐπιβεβλημένη κριτική καί τόν δίκαιο ἔλεγχο πού ἀσκεῖται σέ μία σειρά ἀπό φαινόμενα, ἐνέργειες καί καταστάσεις.
.           Εἶναι ἀναγκαῖο στό σημεῖο αὐτό νά κάνουμε μιά ἀπαραίτητη διευκρίνιση γιά τό θέμα τῆς κρίσεως καί τήν διαφορά της μέ τήν καταλαλιά, τήν κατάκριση καί τήν ἐξουθένωση.
.           Ἡ κρίση, ὅπως καί ἡ λογική, εἶναι, ὅπως προαναφέραμε, ἕνα ἀπό τά σημαντικότερα δῶρα τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, οἱ ὁποῖες τόν διαφοροποιοῦν ἀπό τά ἄλογα ζῶα καί τήν ὑπόλοιπη δημιουργία. Καί εἶναι δεδομένο ὅτι ὁ Θεός δέν θά ἐπεδίωκε νά καταργήσει ἤ νά ἀφαιρέσει ἀπό τόν ἄνθρωπο ἕνα χάρισμα πού ὁ Ἴδιος τοῦ προσέφερε, διότι τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμεταμέλητα, «ἀμεταμέλητα γὰρ τὰ χαρίσματα καὶ ἡ κλῆσις τοῦ Θεοῦ » (Ρωμ. ια´ 29).
.           Κρίση εἶναι ἡ διανοητική ἐνέργεια πού ἐκτιμᾶ καί ἀξιολογεῖ πρόσωπα, πράγματα καί καταστάσεις καί καταλήγει σέ λογικά συμπεράσματα καί διαμόρφωση γνώμης. Πρόκειται γιά μία πολύ σπουδαία καί ἄκρως ἀπαραίτητη διαδικασία γιά τήν καλή καί εὔρυθμη λειτουργία τῆς ζωῆς μας, τῆς οἰκογένειάς μας, τῆς ἐπαγγελματικῆς μας δραστηριότητας καί τῆς κοινωνίας μας.
.           Μία πληθώρα περιπτώσεων καί καταστάσεων τῆς καθημερινότητάς μας ἀπαιτοῦν τήν ὥριμη κρίση μας, τήν σύνεση καί τήν εὐθυκρισία μας γιά τήν σωστή ἀντιμετώπισή τους. Ὑπάρχουν, ἐπίσης, περιπτώσεις, πού παράλληλα μέ τήν κρίση μας, ἀπαιτεῖται καί ὁ ἔλεγχος προσώπων καί καταστάσεων.
.           Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή ἡ κρίση καί ὁ ἔλεγχος εἶναι λειτουργίες καθ’ ὅλα θεμιτές καί ἀπαραίτητες γιά τόν ἄνθρωπο. Θά πρέπει γιά παράδειγμα νά κρίνουμε καί νά ἐπιλέξουμε τόν τρόπο τῆς ζωῆς μας, τήν ὀργάνωση τῆς οἰκογένειάς μας, τοῦ ἐπαγγέλματός μας. Θά πρέπει νά κρίνουμε, νά ἀξιολογήσουμε καί νά ἐλέγξουμε, ὡς γονεῖς τά παιδιά μας, ὡς πνευματικοί τά πνευματικά μας τέκνα, ὡς πολίτες τήν διακυβέρνηση τῆς χώρας μας, ὡς ἐπαγγελματίες, ὡς προϊστάμενοι, ὡς δικαστές καί ὡς θεσμικοί φορεῖς τίς ἀπαιτούμενες κάθε φορά καταστάσεις καί νά λάβουμε τίς δέουσες ἀποφάσεις.
.           Ἡ κρίση καί ὁ ἔλεγχος ἔχουν ὡς βάση τήν ἀγάπη καί τήν νομιμότητα καί ὡς σκοπό τήν ἐμπέδωση τῆς νομιμότητος καί τήν διόρθωση, ὄχι μόνο τῶν σφαλμάτων καί τῶν ἁμαρτημάτων, ἀλλά καί αὐτῶν πού ἔχουν ὑποπέσει στά σφάλματα καί τά ἁμαρτήματα. Ἀντίθετα, ἡ κατάκριση καί ἡ ἐξουθένωση ἔχουν ὡς βάση τήν κακία, τήν ἐμπάθεια, τόν φθόνο καί ὡς σκοπό τήν καταδίκη, ὄχι μόνο τῶν πράξεων, ἀλλά κυρίως τήν καταδίκη, τήν καταφρόνηση, τόν ἐξευτελισμό καί τήν ἐκμηδένιση τῶν προσώπων.

Ἡ δίκαιη κρίση

.           Ὁ Χριστός μας, ἀπευθυνόμενος πρός τούς Ἰουδαίους, τούς λέγει : « μή κρίνετε κατ’ ὂψιν, ἀλλά τήν δικαίαν κρίσιν κρίνατε » (Ἰωάν ζ΄24) ( δηλ. μήν κρίνετε κατά τά ἐξωτερικά φαινόμενα, ἀλλά νά εἶστε δίκαιοι στίς κρίσεις σας). Παρατηροῦμε, λοιπόν, ἐδῶ μία σαφῆ διάκριση ἀνάμεσα στήν κρίση πού γίνεται « κατ’ ὂψιν » καί στήν « δικαία » κρίση.
.           Καί ποιά εἶναι αὐτή ἡ «δικαία κρίσις», τήν ὁποία μᾶς προτρέπει ὁ Χριστός νά κάνουμε; Μᾶς τήν ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ Εὐαγγελίου Του: «ἡ κρίσις ἡ ἐμή δικαία ἐστί, ὅτι οὐ ζητῶ τό θέλημα τό ἐμόν, ἀλλά τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός» (Ἰω. ε´30) (Δηλ. ἡ δική μου κρίση εἶναι δίκαιη, διότι δέν ἐπιδιώκω τό θέλημά μου, ἀλλά τό θέλημα τοῦ Πατέρα πού μέ ἔστειλε).
.           Ἡ δίκαιη καί σωστή κρίση, λοιπόν, εἶναι αὐτή πού γίνεται σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι αὐτή πού προϋποθέτει τήν ἐκκοπή τοῦ δικοῦ μας ἀτομικοῦ θελήματος. Προϋποθέτει τήν ἔξοδο ἀπό τόν ἀτομισμό μας, τήν ὑπερνίκηση τοῦ ἐγωισμοῦ μας, τήν ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τήν ἀγαπητική μας διάθεση ἀπέναντι στόν κρινόμενο.
.           Κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ἔξοδος τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν ἑαυτό του, τό ἐγώ του, τό θέλημά του, τήν ἰδιοτέλειά του εἶναι σταυρική. Ἡ ἔξοδος αὐτή ἔχει δύο κατευθύνσεις, μία κάθετη πρός τόν Θεό καί μία ὁριζόντια πρός τούς ἀνθρώπους. Ὅταν ἡ κάθετη εἶναι ἐλλειπής, τότε εἶναι ἀναπόφευκτο νά γίνεται ἐλλειμματική καί ἡ ὁριζόντια. Ἀλλά καί ἀντίστροφα, ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἐγγίζει περισσότερο πρός τόν Θεό, ὅσο περισσότερο ἀγαπᾶ τόν Θεό, τόσο περισσότερο ἀγαπᾶ καί τούς ἀνθρώπους· τόσο ἡ κρίση του γίνεται δικαιότερη, πιό ἀγαπητική καί φιλάδελφη.
.           Τότε φθάνουμε σέ αὐτό πού μᾶς προτρέπει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σῦρος: «Ἀγάπησε τούς ἁμαρτωλούς χωρίς νά μιμηθεῖς τά ἔργα τους, ἀλλά καί χωρίς νά τούς περιφρονήσεις γιά τά ἐλαττώματά τους. Διαφορετικά κινδυνεύεις νά πέσεις καί ἐσύ στούς ἴδιους πειρασμούς μέ αὐτούς»
Ὁ Ἅγιος Παΐσιος, ἀπαντώντας σέ ἐρώτηση μοναχῆς περί κρίσεως καί κατακρίσεως, ἔλεγε χαρακτηριστικά:
« –   Γέροντα, εὔκολα κρίνω καὶ κατακρίνω.
– Ἡ κρίση ποὺ ἔχεις, εἶναι φυσικά, χάρισμα πού σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἀλλὰ τὴν ἐκμεταλλεύεται τὸ ταγκαλάκι (ὁ διάβολος) καὶ σὲ κάνει νὰ κατακρίνεις καὶ νὰ ἁμαρτάνεις. Γι’ αὐτό, μέχρι νὰ ἐξαγνισθεῖ ἡ κρίση σου καὶ νὰ ἔρθει ὁ θεῖος φωτισμός, νὰ μὴ τὴν ἐμπιστεύεσαι. Ὅταν κανεὶς ἀσχολεῖται μὲ τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς κρίνη, ἐνῶ ἀκόμα δὲν ἔχει ἐξαγνισθῆ ἡ κρίση του, πέφτει συνέχεια στὴν κατάκριση.
–   Καὶ πῶς, Γέροντα, θὰ ἐξαγνισθεῖ ἡ κρίση μου;
–   Πρέπει νὰ τὴν λαμπικάρεις. Μπορεῖ νὰ ἔχεις καλὴ διάθεση καὶ μιὰ δύναμη μέσα σου, ἀλλὰ πιστεύεις ὅτι κρίνεις πάντοτε σωστά. Ἡ κρίση σου εἶναι ὅμως ἀνθρώπινη, κοσμική. Προσπάθησε νὰ ἀπαλλαγεῖς ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο στοιχεῖο, νὰ ἀποκτήσεις ἀνιδιοτέλεια, γιὰ νὰ ἔρθει ὁ θεῖος φωτισμὸς καὶ νὰ γίνει ἡ κρίση σου πνευματική, θεϊκή. Τότε ἡ κρίση σου θὰ εἶναι σύμφωνη μὲ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι μὲ τὴν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη. Μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι μὲ τὴν λογικὴ τὴν ἀνθρώπινη. Μόνον ὁ Θεὸς κρίνει δίκαια, γιατί μόνον Αὐτὸς γνωρίζει τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων».

Ἡ παράχρηση τῆς κρίσεως

.           Ἡ αὐτονόμηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό, ὅπως προαναφέραμε, εἶχε ὡς συνέπεια τήν ἀλλοτρίωση τοῦ ἀνθρώπου καί τήν παράχρηση ἐκ μέρους του τῶν χαρισμάτων πού τοῦ δόθηκαν ἀπό τόν Θεό. Ἡ αὐτονομία καί ἡ ἀποκοπή ἀπό τόν Θεό ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο στήν αὐτοδικαίωση καί στήν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στήν ἀτομική του κρίση καί γνώμη. Κατά συνέπεια, ἡ κρίση ἀπό χάρισμα μετατρέπεται σέ ἀτομική σκέψη, σέ ἰσχυρογνωμοσύνη, σέ ἐμπιστοσύνη στόν λογισμό μας, σέ ἔπαρση, σέ ὑπερηφάνεια καί σέ ἀλαζονεία.
.             Ἔτσι, γινόμαστε αὐθάδεις, κατακριτικοί καί ἐξουθενωτικοί πρός τούς ἄλλους, ἀκόμη καί πρός τόν ἴδιο τόν Θεό ἀπό τόν Ὁποῖο ζητοῦμε ἀπαιτητικά καί «δικαιωματικά» τήν «ἀντιμισθία» Του γιά τίς «καλές μας πράξεις». Ὅπως λέει χαρακτηριστικά ὁ Καθηγητής κ. Τσελεγγίδης: «Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κατά τήν πατερική παράδοση δέν εἶναι αὐτόφωτος, ἀλλά ἑτερόφωτος (ἀποτελεῖ, δηλαδή, κτιστό κάτοπτρο, πού στό μέτρο τῆς καθαρότητάς του ἀνακλᾶ τό Φῶς τοῦ Θεοῦ), ἀντί νά εἶναι στραμμένος ὀντολογικῶς πρός τόν Θεό (τήν πηγή τοῦ εἶναι του), ἀναστρέφει τό κάτοπτρο τοῦ εἶναι του πρός τόν ἑαυτό του. Αὐτή εἶναι ἡ φιλαυτία καί ἡ ὑπαρξιακή αὐτονόμησή του ἀπό τήν φωτεινή πηγή τῆς ὑπάρξεώς του (δηλ. τόν Θεό) καί αὐτό εἶναι αὐτόχρημα τό ὑπαρξιακό του σκοτάδι. Γίνεται ἔτσι παράχρηση ὅλων τῶν πραγμάτων, ἀκόμη καί τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἀντικειμενοποιεῖται, εἰδωλοποιεῖται καί «χρησιμοποιεῖται» μέ τήν κυριολεκτική ἔννοια τῆς λέξεως ἀπό τόν ἄνθρωπο. Στήν οὐσία, δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος, πρακτικῶς, αὐτοανακηρύσσεται αὐθαδῶς καί ἀνοήτως σέ κύριο τοῦ Θεοῦ καί ἀξιώνει τίς ὑπηρεσίες Του ἔναντι μικρῆς ἀντιπαροχῆς (π.χ. ἐκκλησιασμός, ἐξομολόγηση, θεία κοινωνία, τάματα, λαμπάδες κ.λπ.). Ἔτσι, καταλήγει νά κατακρίνει ἀσπλάγχνως ὄχι μόνο τούς συνανθρώπους του, ἀλλά ἐπεκτείνει αὐθαδῶς καί ἀνοήτως τήν σκοτισμένη κρίση του, ὄχι μόνο συμβουλεύοντας, ἀλλά κατακρίνοντας καί τόν Ἴδιο τόν Θεό καί τά ἔργα Του (πειρασμούς, δοκιμασίες, ἀσθένειες κ.λπ.), πού ἐπιτρέπονται ἀπό τόν Θεό γιά νά κάμψουν τήν φιλαυτία καί τήν ἀμετανοησία μας».
.            Γι’ αὐτό, ἀδελφοί, καί ὑπάρχουν τά ἄδικα, ἀθεολόγητα καί ἀδικαιολόγητα ΓΙΑΤΙ, πού ἀκοῦμε καθημερινά νά ὑποβάλλονται πρός τόν Θεό. Γιατί νά ὑπάρχει δυστυχία καί ἀδικία στόν κόσμο, γιατί νά ὑπάρχουν πόλεμοι, πρόωροι θάνατοι, ἀσθένειες, πειρασμοί καί τόσα ἄλλα. Ἐκδηλώσεις καί παράγωγα τῆς ἑτεροπαρατήρησης Ἡ ἑτεροπαρατήρηση ἔχει πάρει στίς μέρες μας τήν μορφή πανδημικῆς νόσου, δημιουργώντας μεταξύ τῶν ἀνθρώπων ψυχρότητες, ἐναντιώσεις, μίση, μνησικακίες, καί ἐγκατάλειψη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἑτεροπαρατήρηση ἐκδηλώνεται κυρίως μέ τήν καταλαλιά, τήν κατάκριση καί τήν ἐξουθένωση. Ἔχει δέ καί διάφορα παράγωγα, ὅπως εἶναι ὁ ἐμπαιγμός, ὁ χαρακτηρισμός, ὁ στιγματισμός καί ἡ ἐτικετοποίηση.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–1 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

 

ΠΗΓΗ: epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.gr

, ,

Σχολιάστε

«ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΤΑ καὶ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ στὴν ἀδυναμία τοῦ ἄλλου» (†Ἀρχιμ. Εὐσέβ. Βίττης)

«Ἡ ἀγάπη καὶ τὸ συναίσθημα»
ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἱερομ. Εὐσεβίου Βίττη (†)
«Ἐμεῖς καὶ ἡ ἀγάπη μας»
ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»,
Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 19-24

.             Ἡ ἀγάπη πρέπει νὰ εἶναι ἀγάπη πρώτιστα στὸν Ἰησοῦ καὶ διὰ Ἰησοῦ ἡ ἔκφρασή της στοὺς ἀδελφούς μας. Θὰ πρέπει νὰ ἀγνοηθῆ ὁ ρόλος τοῦ συναισθήματος; Θὰ ἦταν λάθος ἡ παραγνώρισή του. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἄγγελος, γιὰ νὰ ἀγαπάη σὰν ἄγγελος.  Καὶ ὡς ἄνθρωπος ἔχει τὴν ἰδιοτυπία του στὴν ἔκφραση τῆς ἀγάπης του. Μιλώντας γιὰ ἀγάπη δὲν μποροῦμε νὰ ἀποφύγουμε νὰ μιλήσουμε γιὰ τρυφερότητα καρδιᾶς, γιὰ εὐαισθησία κ.λπ. Ἡ ἀγάπη λειτουργεῖ μέσα μας ὄχι ὡς κάτι ξένο πρὸς τὸ μηχανισμὸ τοῦ ψυχικοῦ μας κόσμου. Ὅμως ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη δὲν εἶναι μόνο συναισθηματισμός. Εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ, στὸ ὁποῖο καλεῖται νὰ συμμετάσχει καὶ ὁ συναισθηματισμός μας ἐξαγιαζόμενος.
.             Ὁ Κύριός μας δὲν καταργεῖ τὸ συναίσθημα, ἀλλὰ τὸ ἐξαγιάζει. Προσέχοντας στὸ παράδειγμά Του βλέπουμε πόση ἀνθρωπιὰ δείχνει, πόσο γλυκὸς εἶναι. Τὸν συγκινοῦν τὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα παίρνει στὴν ἀγκαλιά Του καὶ τὰ παρουσιάζει ὡς εἰκόνες γιὰ μία ὥριμη καὶ συνετὴ ἀθωότητα καὶ παιδικότητα. Στενάζει μπροστὰ στὸν ἀνθρώπινο πόνο, τὸν ὁποῖο ἀπαλείφει ἀπὸ πολλὲς καρδιές. Κλαίει μπροστὰ στὸ θέαμα τοῦ θανάτου, ποὺ θέτει τέρμα στὴν ὀμορφιὰ τῆς ζωῆς. Καὶ μιλάει λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ θεῖο πάθος Του μὲ μία ἀπέραντη τρυφερότητα στοὺς μαθητάς Του, ποὺ δὲν διστάζει νὰ τοὺς ὀνομάση «τεκνία» Του. Θυμηθῆτε τὴν ὡραία καὶ τόσο παραστατικὴ εἰκόνα, ποὺ χρησιμοποιεῖ ἀπευθυνόμενος μὲ θλίψη στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὴν ἄρνησή της νὰ δεχθῆ τὴν ἀγάπη Του: «Ἱερουσαλήμ, Ἱερουσαλήμ!… ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνάξαι τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ὄρνις τῆς ἑαυτῆς νοσσιὰν ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε!». Πόση θλιμμένη τρυφερότητα δὲν κρύβει αὐτὸ τὸ παράπονο!
.             Καὶ οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ ἀκολούθησαν τὰ ἴχνη τοῦ Κυρίου, δὲν παραγνώρισαν τὸν μεγάλο θησαυρὸ τῆς εὐαισθησίας καὶ τῆς συναισθηματικότητος, προκειμένου νὰ ἐκφράσουν τὴν πεντακάθαρη ἀγάπη τους στὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, τὰ πνευματικά τους ἀδέρφια. Πρῶτος καὶ καλύτερος ὁ μεγάλος ἀπόστολος Παῦλος. Πόση ἦταν ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν Κύριο, τὸ γνωρίζουμε καλά. Καὶ δὲν μᾶς εἶναι ἄγνωστη ἡ ὑπερβολὴ τῆς ἀγάπης του γιὰ τοὺς πιστούς, τοὺς ὁποίους «ἐγέννησεν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ». Ἔτσι σὲ μία στιγμὴ ξεσπάσματος τῆς καρδιᾶς του ἀφήνει νὰ ἀκουστῆ ἐτούτη ἡ κραυγή: «Τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν! Ἤθελον δὲ παρεῖναι πρὸς ὑμᾶς ἄρτι καὶ ἀλλάξαι τὴν φωνήν μου!» (Γαλ. δ´ 19-20). Καὶ σὲ ἄλλη περίπτωση: «Τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι;» (Β´ Κορ. ια´ 29), ἔκραζε μὲ πόνο πολύ. Πῶς νὰ μὴ συγκινήσουν τὶς καρδιὲς τέτοιες ἐκδηλώσεις ἀγάπης θεϊκῆς σὲ μεγαλεῖο καὶ ντυμένης τόση ἀνθρωπιὰ καὶ κατανόηση;
.               Ἂς ἀκούσουμε καὶ δύο ἄλλες φωνές, ἀπὸ τὶς πάμπολλες, μέσα ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.
.               Εἶναι κλασικὸ καὶ ἀνυπέρβλητο τὸ χωρίο τοῦ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, ὅπου μιλάει γιὰ «καῦσιν καρδίας». Νὰ τί λέει, γιὰ νὰ τὸ ὑπενθυμίσω στὴν ἀγάπη σας: «Καρδία ἐλεήμων ἐστί καῦσις καρδίας ὑπὲρ πάσης τῆς κτίσεως, ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, καὶ τῶν ὀρνέων, καὶ τῶν ζῴων, καὶ ὑπὲρ παντὸς κτίσματος. Καὶ ἐκ τῆς μνήμης αὐτῶν, καὶ τῆς θεωρίας αὐτῶν ρέουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ δάκρυα. Ἐκ τῆς πολλῆς καὶ σφοδρᾶς ἐλεημοσύνης τῆς συνεχούσης τὴν καρδίαν, καὶ ἐκ τῆς πολλῆς καρτερίας σμικρύνεται ἡ καρδία αὐτοῦ, καὶ οὐ δύναται βαστάσαι, ἢ ἀκοῦσαι, ἢ ἰδεῖν βλάβην τινά, ἢ λύπην μικρὰν ἐν τῇ κτίσει γενομένην. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὑπὲρ τῶν ἀλόγων, καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας, καὶ ὑπὲρ τῶν βλαπτόντων αὐτὸν ἐν πάσῃ ὥρᾳ εὐχὴν μετὰ δακρύων προσφέρει, τοῦ φυλαχθῆναι αὐτούς, καὶ ἱλασθῆναι αὐτούς, ὁμοίως καὶ ὑπὲρ τῆς φύσεως τῶν ἑρπετῶν ἐκ τῆς πολλῆς αὐτοῦ ἐλεημοσύνης τῆς κινουμένης ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἀμέτρως καθ’ ὁμοιότητα τοῦ Θεοῦ». (Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Τὰ εὑρεθέντα ἀσκητικά, Λόγος ΠΑ´. ἐκδ. Σπανοῦ, Ἀθῆναι, σελ. 306)

Καὶ μὲ ἁπλὰ λόγια: «Καρδιὰ ἐλεήμων, δηλαδὴ καρδιὰ γεμάτη τρυφερὴ ἀγάπη, εἶναι τελικὰ θέρμη καρδιᾶς, ποὺ καίγεται κυριολεκτικὰ γιὰ ὅλα τὰ δημιουργήματα, γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ τὰ πουλιά, γιὰ τὰ ζῶα καὶ γιὰ τοὺς δαίμονες καὶ γενικὰ γιὰ κάθε κτίσμα. Καὶ στὴν ἀνάμνησή τους καὶ στὴ θέα τους τὰ μάτια τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἔχει ἐλεήμονα καρδιά, πλημμυρίζουν ἀπὸ δάκρυα. Ἀπὸ τὴν πολλὴ καὶ ἔντονη ἀγαπητικὴ διάθεση, ποὺ συνέχει τὴν καρδιά του, καὶ ἀπὸ τὴν πολλὴ καρτερικότητά της γίνεται πολὺ εὐαίσθητη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀνεχθῆ ἢ νὰ ἀκούση ἢ νὰ ἰδῆ νὰ συμβαίνη κάποια βλάβη ἢ κάποια μικρὴ λύπη στὴ Δημιουργία. Γι’ αὐτὸ καὶ κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ προσεύχεται μὲ δάκρυα καὶ γιὰ τὰ χωρὶς λογικὸ δημιουργήματα καὶ γιὰ τοὺς ἐχθρούς της ἀλήθειας καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ τοῦ προξενοῦν ζημιὲς καὶ βλάβες παρακαλώντας τὸ Θεὸ νὰ φυλαχτοῦν καὶ νὰ συγχωρεθοῦν. Τὸ ἴδιο προσεύχεται ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ ἑρπετὰ (ποὺ γι’ αὐτὰ νιώθει κανένας ἐνστικτώδη ἀποστροφή). Καὶ τὸ κάνει αὐτὸ ἐξαιτίας τῆς ἀμέτρητης εὐαισθησίας, ποὺ ἔχει στὴν καρδιά του, ὅπως ὁ Θεός».

.           Ἕνα ἄλλο δεῖγμα ἱερῆς τρυφερότητος ἀναφέρεται στὸν διακριτικώτατο καὶ σοφώτατο Ἀββᾶ Ποιμένα, ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους Ἀββάδες. «Παρέβαλόν τινες τῶν γερόντων πρὸς τὸν Ἀββᾶ Ποιμένα καὶ εἶπον αὐτῷ· θέλεις, ἐὰν ἴδωμεν τοὺς ἀδελφοὺς νυστάζοντας εἰς τὴν σύναξιν, ἵνα νύξωμεν αὐτούς, ἵνα γρηγορῶσιν εἰς τὴν ἀγρυπνίαν; Ὁ δὲ λέγει αὐτοῖς· ἐγὼ τέως ἐὰν ἴδω τὸν ἀδελφὸν νυστάζοντα, τιθῶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἐπὶ τὰ γόνατά μου καὶ ἀναπαύω αὐτόν». (Γεροντικόν, ἐκδ. «Άτέρος», Ἀθῆναι 1970, σελ. 99, Ἀββᾶς Ποιμήν).

 Πῆγαν, λέει ἡ διήγηση, κάποιοι γέροντες στὸν Ἀββᾶ Ποιμένα καὶ τοῦ εἶπαν·  ἐπιτρέπεις, ἂν ἰδοῦμε τοὺς ἀδελφοὺς νὰ νυστάζουν τὴν ὥρα τῆς ἱερῆς συνάξεως, νὰ τοὺς σκουντήσουμε λιγάκι, γιὰ νὰ μὴ κοιμοῦνται κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀγρυπνίας; Ὁ Ἀββᾶς τοὺς ἀποκρίθηκε· ἐγώ, ἂν ἰδῶ τὸν ἀδελφό μου νὰ νυστάζει, τοῦ βάζω τὸ κεφάλι στὰ γόνατά μου καὶ τὸν ξεκουράζω.

.               Ἀλήθεια. Τί ὑπερβολὴ τρυφερότητος καὶ κατανοήσεως τοῦ κόπου ἢ τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἄλλου!
.             Ἡ ὑπερφυσικὴ καὶ οὐράνια ἀγάπη δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐκφρασθεῖ καλύτερα, ἐξαγνισμένη καὶ ἁγιασμένη ἐν Χριστῷ, ἀπὸ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ἐκφράζονται καὶ οἱ ἀνωτέρω Πατέρες, ἀλλὰ καὶ πάρα πολλοὶ ἄλλοι. Γι’ αὐτὸ δὲν σταυρώθηκε ὁ Κύριος καὶ δὲν ἀνέστη, γιὰ νὰ μεταμορφώση τὴ φύση μας καὶ νὰ τὴν κάνη ἀπὸ θηριώδη καὶ ἀγριωπή, λεπτή, τρυφερή, πονετική, γεμάτη κατανοοῦσα ἀγάπη; Ἡ μεταμορφώνουσα τὴν «πεπτωκυῖαν» φύση μας χάρις χύνεται πλούσια στὴν ἀνθρώπινη καρδιά, τὴν ἀνασταίνει ἀπὸ τὴ σκληρότητα καὶ διαφθορά της, ὥστε νὰ μπορῆ ἄνετα διὰ μέσου της νὰ ἐκφράζωνται τὰ πλούσια χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα, τὸ κυριότερο δέ, εἶναι ἡ ἀγάπη. (Γαλ. ε´ 22)
.               Ἑπομένως, προκειμένου νὰ ἐκφράσουμε τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὰ ἔξω, δὲν πρέπει νὰ ἀλλοιώσουμε ἀφύσικα τὴν καρδιά μας καὶ νὰ στραγγαλίσουμε τὴν εὐαισθησία της, ἀλλὰ κυρίως νὰ ἀφήσουμε τὴ Χάρη τοῦ Κυρίου νὰ κατευθύνεται σωστὰ καὶ νὰ κυριαρχῆ μεταμορφωμένη στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό της, μὲ πλήρη αὐτολησμοσύνη της, χάριν τοῦ ἀγαπωμένου, «μὴ ζητοῦσα τὰ ἑαυτῆς». Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο νὰ καταπνίγουμε τὴν καρδιά μας καὶ νὰ τὴ διαστρέφουμε καὶ νὰ τὴ μικραίνουμε καὶ τὸ ἴδιο νὰ τὴ θέτουμε στὴν ὑπηρεσία τῆς πνευματικῆς ἀγάπης, νὰ τὴν εὐαισθητοποιοῦμε πιὸ πολύ, νὰ τὴν κάνουμε πλατειὰ καὶ εὐρύχωρη, ξένη πρὸς κάθε μικρότητα καὶ κάθε φίλαυτη καὶ ἐγωιστικὴ ἐπιδίωξη, ποὺ σ’ αὐτὴ θὰ μᾶς ὠθοῦσε εὐχαρίστως «ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος» (Ρωμ. ϛ´6).
.             Δὲν ἀγνοοῦμε τοὺς κινδύνους, ποὺ ἐλλοχεύουν στὸ σημεῖο αὐτό. Ὑπάρχει πάντοτε ὁ φόβος νὰ προχωρήσουμε στὴν ἀντίθετη κατεύθυνση καὶ νὰ ὑποχωρήσουμε στὶς κατώτερες κλίσεις μας, ἂν δὲν προσέξουμε. Συνεπῶς δὲν εἶναι εὔκολος ὁ δρόμος τῆς ἀγάπης, ὑποδεικνύοντας νὰ θέτουμε ὅλον τὸν συναισθηματικό μας πλοῦτο, ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος, καὶ θέτοντάς τον στὴν ὑπηρεσία τῆς ἀγάπης.  Χρειάζεται γι’ αὐτὸ ὁλοκληρωτικὴ αὐταπάρνηση. Μὴ λησμονοῦμε πὼς ἡ αὐταπάρνηση, ποὺ εἶναι ἕνα εἶδος ζωντανοῦ θανάτου, μία ἑκούσια χάριν τοῦ Ἰησοῦ σταύρωση, δὲν ἀποβλέπει παρὰ στὴν ἀνάσταση, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τώρα καὶ θὰ τελειωθῆ κατὰ τὴν τελικὴ καὶ ὁριστικὴ ἀνάστασή μας. Δύσκολη καὶ ἴσως κουραστικὴ ἡ ὁδὸς τῆς ἀγάπης, ἀλλὰ πλούσιοι οἱ καρποί της καὶ ἐν τῷ νῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι, ὅπου θὰ τελειώσουν οἱ ἀγῶνες καὶ θὰ μᾶς χαρισθῆ μία ὑπὲρ ἔννοιαν καὶ ὑπὲρ κατανόηση ἄλλη βιοτή, μὲ ἄλλο, πνευματικότατο καὶ μακάριο περιεχόμενο.

, , ,

Σχολιάστε