Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ"

ΔΙΔΑΧΗ τὴν Θ´ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ ΜΑΤΘΑΙΟΥ-2 «Μὲ τὸν πειρασμὸ ἐξαφανίζεται ἡ λήθη. Τότε θυμόμαστε τὸν Κύριο καὶ ζητᾶμε τὴ βοήθειά Του». (ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

Διδαχ τν Θ´ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου
γι
τὴν βοήθεια το Θεο στν νθρωπο πο θλίβεται

(Ματθ. ιδ´ 22-34)

Μέρος Β´

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐπισκόπου Καυκάσου καὶ Μαύρης Θάλασσας,
«Ἀσκητικὲς ὁμιλίες Α´» [Ἔργα-7],
ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου,
Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 2015, σελ. 303-312

Μέρος Α´: ΔΙΔΑΧΗ τὴν Θ´ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ ΜΑΤΘΑΙΟΥ-1 «Μέσ’ ἀπὸ τὶς δοκιμασίες ποὺ μᾶς περικυκλώνουν, ἂς ἀναγκάσουμε τὸν ἑαυτό μας νὰ θυμηθεῖ τὸν Θεό, ἂς στραφοῦμε στὸν Θεὸ» (ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

.               Τί παρήγορη ὑπόσχεση, ἢ μᾶλλον πόσες παρήγορες ὑποσχέσεις! Ὁ παντογνώστης Θεὸς βεβαιώνει ὅτι θὰ εἰσακούσει τὸν ἄνθρωπο ποὺ θὰ κράξει σ’ Ἐκεῖνον. Ἀποκαλύπτει ὅτι μὲ τὴ θεία πρόνοιά Του θὰ βρίσκεται δίπλα σ’ αὐτὸν ποὺ θὰ Τὸν ἐπικαλεστεῖ. Ὑπόσχεται ὅτι θὰ τὸν βγάλει ἀπὸ τὴ θλίψη καὶ θὰ τὸν δοξάσει, θὰ τὸν δοξάσει μὲ τὴ δωρεὰ τῆς θείας Του χάριτος. Καὶ τελειώνει μὲ τὴν ὑπόσχεση τῆς αἰώνιας μακαριότητας καὶ τὴ φανέρωση τῆς σωτηρίας στὴν ψυχή, ἐγκαθιστώντας σ’ αὐτὴν τὴ θεία βασιλεία Του. Ἡ ἐγκατάσταση τῆς θείας βασιλείας στὴν ψυχὴ ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ εἶναι τὸ ἐχέγγυο τῆς μετοχῆς της στὴν αἰώνια. Στὸν Πέτρο ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου ἔδωσε τὸ χέρι Του, προκειμένου νὰ τὸν σώσει ἀπὸ τὸν πνιγμό. Σ’ ἐμᾶς, τοὺς ἀκολούθους Του, δίνει τὴ θεία Του χάρη, προκειμένου νὰ μᾶς σώσει, ὅταν κινδυνεύουμε νὰ χαθοῦμε μέσα στὴ φουρτουνιασμένη θάλασσα τῶν παθῶν.
.            Μετὰ τὴν κατάπαυση τῆς τρικυμίας ἀπὸ τὸν Κύριο, «ὅσοι ἦταν στὸ καΐκι, ἦρθαν καὶ Τὸν προσκύνησαν, λέγοντας: “Ἀληθινά, εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ!”». Ὅταν ἡ θύελλα τῆς καρδιᾶς κοπάσει μὲ τὴν ἐπέμβαση τοῦ Κυρίου, τότε θὰ ἐξασθενήσουν καὶ οἱ ἄνεμοι τοὺς ὁποίους ξεσήκωσαν οἱ δαιμονικοὶ λογισμοί, τότε ἡ ψυχὴ θὰ προσκυνήσει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ «πνευματικὰ καὶ ἀληθινά», ἐπειδὴ θὰ ἔχει λάβει στὰ μύχιά της τὴν πληροφορία ὅτι Αὐτὸς εἶναι πραγματικὰ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός.
.               Ο ξωτερικο πειρασμο μς δηγον στ γνώση το Θεο μ τ φανέρωση τς πρόνοιάς Του· στερεώνουν τὴν πίστη μας στὴ φιλάνθρωπη μέριμνά Του γιά μᾶς· ἐμπνέουν στὴν καρδιά μας τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εὐλάβεια σ’ Αὐτόν, καθὼς αἰσθανόμαστε ὅτι μᾶς βλέπει καὶ Τὸν βλέπουμε νοερὰ μᾶς κατευθύνουν σὲ διαγωγὴ σύμφωνη μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολὲς καὶ μᾶς ἀποτρέπουν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὴν ὁποία ἀποστρέφεται ὁ Κύριος.
.               Οἱ ψυχικοὶ πειρασμοί, πάλι, μᾶς παρέχουν βαθύτερες γνώσεις. Πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι σ’ αὐτοὺς τοὺς πειρασμοὺς καὶ στὴ δραστικὴ ἐνέργειά τους ὑποβάλλονται σχεδὸν ἀποκλειστικὰ οἱ ἀκόλουθοι ἐκεῖνοι τοῦ Κυρίου ποὺ ἔχουν ἀφιερώσει τὸν ἑαυτό τους στὴν ὑπηρεσία Του, ζώντας ἡσυχαστικὰ μὲ τὴν ἄσκηση τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Ἡ ἄσκηση αὐτὴ ἀποκαλύπτει στὸν ἄνθρωπο τὴν ψυχή του. «Ὅσοι ταξιδεύουν στὴ θάλασσα» τῆς καρδιᾶς «μὲ πλοῖα», δηλαδὴ μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ὄχι μὲ τὴν αὐθαίρετη νόηση καὶ ἄσκησή τους, «ὅσοι ἐργάζονται μέσα στὰ πολλὰ νερά», στοὺς συλλογισμοὺς τοῦ νοῦ καὶ στὰ αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς, «αὐτοὶ εἶδαν τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου καὶ τὰ θαυμαστὰ ἐπιτεύγματά Του στὸν βυθὸ» τῆς ψυχῆς.
.               Μὲ διάφορους τρόπους ὁ πάνσοφος καὶ πανάγαθος Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ πολεμηθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἐσωτερικά: «Πρόσταζε (ὁ Κύριος) καὶ σηκώθηκε ἀνεμοθύελλα. Ὑψώθηκαν τὰ κύματα τῆς θάλασσας, ποὺ τοὺς ἀνεβάζουν ὣς τὸν οὐρανὸ καὶ τοὺς κατεβάζουν ὣς τὰ βάθη τῆς ἀβύσσου». Ἀπὸ τὴ φοβερὴ ἀναταραχὴ τῶν αἰσθημάτων -αὐτὴ εἶναι ἡ «ἀνεμοθύελλα»—, τὴν ὁποία προξενοῦν οἱ δαιμονικοὶ λογισμοί, «ἡ ψυχή τους», ἡ ψυχὴ τῶν ἀσκητῶν, «ἔλιωνε ἀπὸ τὸν φόβο μὲ τὰ τόσα κακά. Ζαλίστηκαν, παραπατοῦσαν σὰν μεθυσμένοι, καὶ ὅλη τους ἡ σοφία ἐξαφανίστηκε», ἐξ αἰτίας τῆς σκοτεινιᾶς ποὺ ἔφερε ἡ καταιγίδα, ἐξ αἰτίας τῶν πολλῶν καὶ ζοφερῶν λογισμῶν, ἐξ αἰτίας τῆς φοβερῆς ταραχῆς, ἐξ αἰτίας τῶν ἀμφιβολιῶν ποὺ δὲν διαλύονται μὲ τὴν ἀνθρώπινη λογική. «Τότε μέσα στὴ θλίψη τους κραύγασαν στὸν Κύριο, κι Αὐτὸς τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὶς δυσκολίες τους. Πρόσταζε τὴν καταιγίδα κι ἔγινε ἀπανεμιά· καὶ ἡσύχασαν τὰ κύματα».
.               Μετὰ τὸν πνευματικὸ πόλεμο, συνήθως χαρίζεται ἀπὸ τὸν Θεὸ πνευματικὴ εἰρήνη. «Καὶ χάρηκαν, γιατί ἡσύχασαν, καὶ ὁ Κύριος τους ὁδήγησε στὸ λιμάνι τοῦ θελήματός Του». Διδαγμένοι οἱ πνευματικοὶ ἀγωνιστὲς ἀπὸ τοὺς ἐσωτερικοὺς πολέμους, ἀποκτοῦν τὴ γνώση τοῦ ἁγίου θελήματος τοῦ Θεοῦ καὶ σιγὰ-σιγὰ μαθαίνουν νὰ παραμένουν σ’ αὐτό. Ἡ γνώση καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ θείου θελήματος εἶναι ἕνα καταφύγιο γιὰ τὴν ψυχή, καταφύγιο στὸ ὁποῖο αὐτὴ βρίσκει ἠρεμία καὶ ἐλπίδα σωτηρίας. Ἔχοντας ἀποκτήσει μυστικὰ ἀπὸ τὸν Κύριο τὴ γνώση τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ μὲ τὴν ἐμπειρικὴ αἴσθηση τῆς ἐπενέργειας τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἐπενέργειας τῆς χάριτος στὴν ψυχή τους —ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ δεύτερη ἐξουδετερώνει τὴν πρώτη—, εὐχαριστοῦν καὶ δοξολογοῦν «τὸν Κύριο γιὰ τὸ ἔλεός Του» στὶς προσευχές τους. Παράλληλα, διακηρύσσουν «τὰ θαυμαστὰ ἔργα Του στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους», στοὺς ἀδελφούς τους, κατὰ τὶς ἐποικοδομητικὲς συζητήσεις τους. «Στὴ σύναξη τοῦ λαοῦ θὰ Τὸν ἐξυψώσουν καὶ στὸ συνέδριο τῶν πρεσβυτέρων θὰ Τὸν δοξάσουν».
.               «Σ’ ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεό», λέει ὁ ἀπόστολος, «τὰ πάντα συντελοῦν στὸ καλό τους». Ὁ Θεὸς κάνει νὰ συντελοῦν στὸ καλό τους ὄχι μόνο οἱ ἐξωτερικὲς θλίψεις καὶ συμφορές, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐσωτερικές, ἐκεῖνες δηλαδὴ ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν ξεσηκωμὸ καὶ τὴ θύελλα τῶν παθῶν. Αὐτὲς εἶναι ποὺ ἀποκαλύπτουν στὸν ἄνθρωπο τὴν πτώση του, αὐτὲς εἶναι ποὺ τὸν κατεβάζουν ἀπὸ τὰ ὕψη τῆς ὑπερηφάνειας στὴν κατάσταση τῆς αὐτογνωσίας καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης, αὐτὲς εἶναι ποὺ τοῦ δείχνουν τὴν ἀπόλυτη ἀναγκαιότητα τοῦ Λυτρωτῆ καὶ τὸν ρίχνουν μὲ αὐταπάρνηση στὰ πόδια Του.
.               Ὅταν βλέπουμε νὰ ξεσηκώνονται μέσα μας τὰ πάθη, ἂς μὴν ταραζόμαστε, ὅπως ταράζονται συνήθως ὅσοι δὲν ἔχουν αὐτογνωσία. Τὰ πάθη εἶναι φυσικὰ στὴ φθαρμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία φύση μας, ὅπως φυσικὰ σὲ μίαν ἀρρώστια εἶναι τὰ συμπτώματά της. Κάθε φορὰ ποὺ ξεσηκώνονται τὰ πάθη, πρέπει νὰ προστρέχουμε χωρὶς καθυστέρηση στὸν Κύριο μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὰ δάκρυα, περιμένοντας μὲ ὑπομονὴ τὴν προστασία Του καὶ προβάλλοντας στὸ μεταξὺ σθεναρὴ ἀντίσταση.
.               Τὰ πάθη φοβίζουν ὄχι μόνο τοὺς ἀνθρώπους ποὺ κυριαρχοῦνται ἀπ’ αὐτά, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους ποὺ ἔχουν προοδεύσει στὴν ἀρετή. Αὐτὸ συμβαίνει μὲ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, ὥστε ἡ ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς νὰ μὴν ἀποτελέσει γιὰ τὸν ἀδύναμο ἄνθρωπο αἰτία κομπασμοῦ καὶ ὑπερηφάνειας. Συχνά, ἔπειτα ἀπὸ παρατεταμένη γαλήνη, σηκώνεται φοβερὴ θύελλα. Ἔτσι, ἐκεῖνοι ποὺ νόμιζαν ὅτι βρίσκονταν σὲ ἀσφαλὲς καταφύγιο, συνειδητοποιοῦν ὅτι βρίσκονται σὲ ἀνοιχτὴ καὶ φουρτουνιασμένη θάλασσα. Ἡ ἀπάθεια δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ κατάσταση μόνιμη, παρὰ μόνο ὅταν τὸ σῶμα ἀποτεθεῖ στὸν τάφο καὶ ἡ ψυχὴ ἀφήσει αὐτὸν τὸν κόσμο, τὸν γεμάτο πλάνες, πειρασμοὺς καὶ δόλο.
.               «Σῶσε μας, Κύριε, χανόμαστε!», κραύγασαν στὸν Σωτήρα τοῦ κόσμου οἱ μαθητὲς Τοῦ κάποιαν ἄλλη φορὰ ποὺ ταξίδευαν πάλι μὲ πλοιάριο. Σηκώθηκε ξαφνικὰ μεγάλη τρικυμία στὴ θάλασσα καὶ τὰ κύματα σκέπαζαν τὸ πλοιάριο. Ὁ Κύριος, ὡστόσο, κοιμόταν. Μὲ τὸν ὕπνο Του ὑποδηλώνεται ἡ δική μας λήθη τοῦ Θεοῦ. Μ τν πειρασμ ξαφανίζεται λήθη. Τότε θυμόμαστε τν Κύριο κα ζητμε τ βοήθειά Του. Κι Ἐκεῖνος «ἐπιτιμᾶ τοὺς ἀνέμους καὶ τὴ θάλασσα», ὡς πανάγαθος καὶ παντοδύναμος, «καὶ γίνεται ἀπόλυτη γαλήνη». Φτάνει μόνο νὰ Τὸν ἐπικαλεστοῦμε στὸν καιρὸ τῆς θλίψεως. Ἀμήν.

Advertisements

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΧΗ τὴν Θ´ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ ΜΑΤΘΑΙΟΥ-1 «Μέσ’ ἀπὸ τὶς δοκιμασίες ποὺ μᾶς περικυκλώνουν, ἂς ἀναγκάσουμε τὸν ἑαυτό μας νὰ θυμηθεῖ τὸν Θεό, ἂς στραφοῦμε στὸν Θεὸ» (ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

 

Διδαχ τν Θ´ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου
γι
τὴν βοήθεια το Θεο στν νθρωπο πο θλίβεται

(Ματθ. ιδ´ 22-34)

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐπισκόπου Καυκάσου καὶ Μαύρης Θάλασσας,
«Ἀσκητικὲς ὁμιλίες Α´» [Ἔργα-7],
ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου,
Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 2015, σελ. 303-312

.               Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Πέτρος, ὅπως ἀκούσαμε σήμερα στὸ Εὐαγγέλιο, ὅταν εἶδε κάποτε τὸν Κύριο νὰ βαδίζει πάνω στὴν τρικυμισμένη θάλασσα, Τοῦ εἶπε: «Δῶσε μου ἐντολὴ νὰ ἔρθω κοντά Σου περπατώντας πάνω στὰ νερά». Καὶ παίρνοντας τὴν ἐντολὴ ἀπὸ τὸν παντοδύναμο Κύριο, κατέβηκε ἀπὸ τὸ καΐκι, ὅπου βρισκόταν, καὶ ἄρχισε νὰ βαδίζει πάνω στὰ νερά, τὰ ὁποῖα ἦταν σὰν νὰ εἶχαν στερεοποιηθεῖ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του. Ὅσο πίστευε ὁ Πέτρος στὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, ὅσο ἦταν προσηλωμένος μὲ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά του σ’ αὐτὴ τὴν ἐντολή, βάδιζε πάνω στὸ ὑγρὸ στοιχεῖο, ὅπως στὴ στεριά. Ἀλλὰ ὁ ἄνεμος ἦταν πολὺ δυνατὸς καὶ τὰ κύματα σηκώνονταν ψηλά. Ὁ Πέτρος, στρέφοντας τὴν προσοχή του σ’ αὐτά, ἄφησε νὰ εἰσχωρήσει μέσα του κάποιος φόβος, φόβος ποὺ ἀπὸ ἕναν ἐπιφανειακὸ κριτὴ θὰ χαρακτηριζόταν φυσικὸς καὶ εὔλογος. Τότε, ὅμως, ἄρχισε νὰ βουλιάζει. «Κύριε, σῶσε με!», κραύγασε στὸν Χριστό. Κι Ἐκεῖνος, ἁπλώνοντάς του τὸ χέρι, τὸν ἔσωσε ἀπὸ τὸν πνιγμό, λέγοντας: «Ὀλιγόπιστε, γιατί σὲ κυρίεψε ἡ ἀμφιβολία;».
.              Ὅλοι μας βαδίζουμε πάνω στὰ ἄστατα κύματα τῆς θάλασσας τοῦ βίου, ποὺ σείεται καὶ ἀναταράζεται ἀπὸ τὶς τόσες συμφορὲς καὶ δυσκολίες· ὅλοι μας βαδίζουμε πάνω σ’ αὐτὰ τὰ κύματα καὶ κατευθυνόμαστε πρὸς τὶς πύλες τοῦ θανάτου, γιὰ νὰ κριθοῦμε ἀπὸ τὸν Θεό. Πόσο ἐπισφαλὴς εἶναι κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μας ἡ θάλασσα τοῦ βίου! Δὲν μποροῦμε νὰ μάθουμε τί θὰ μᾶς συμβεῖ τὴν κάθε στιγμή. Ο πι μεγάλες λλαγς στ ζωή μας γίνονται προσδόκητα, αφνιδιαστικά. κόμα κι θάνατος μς κρυφοζυγώνει σν κλέφτης, μᾶς κρυφοζυγώνει ὅπως ὅλες σχεδὸν οἱ συμφορές.
.               Δέρνεται ἡ θάλασσα ἀπὸ ἰσχυροὺς ἀνέμους, ποὺ σηκώνονται ἀπὸ διάφορες μεριὲς γιὰ ἀνεξιχνίαστη αἰτία. Καὶ τοῦ βίου μας ἡ θάλασσα δέχεται διάφορες ἐπιθέσεις ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν γίνει ὄργανά τους. Παθαίνουμε ποικίλες συμφορὲς ἀπὸ ἀναπάντεχα περιστατικά, ἀπὸ τὴ μυστηριώδη πορεία τῶν πραγμάτων. Εναι δύνατο ν προβλέπουμε κα ν προγνωρίζουμε τί θ πινοήσει μοχθηρία, τί θ ποτελέσει φορμ μέσο κάποιου κακο, π πο θ ρθει νας πειρασμός. Καὶ ὅλα αὐτὰ εἶναι μὲν ἀδύνατο νὰ τὰ προβλέπουμε, τὶς περισσότερες φορές, ὅμως, εἶναι ἀδύνατο καὶ νὰ τὰ ἀποτρέπουμε.
.             Ὑπάρχει ἄλλη μία θάλασσα, θάλασσα ἀόρατη, κάτω ἀπὸ τὰ νοερὰ βήματά μας. Ἡ θάλασσα αὐτὴ δέρνεται καὶ ἀναταράζεται ἀπὸ ἄλλους ἀνέμους. Εἶναι ἡ καρδιά μας, ὅπου συσσωρεύονται ποικίλα αἰσθήματα. Τὰ αἰσθήματα τοῦ πεσμένου ἀνθρώπου εἶναι μολυσμένα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ γι’ αὐτὸ συνήθως δὲν εἶναι σωστά. Ὁ «παλαιὸς ἄνθρωπος», ποὺ δὲν ἔχει ἀνακαινιστεῖ ἀπὸ τὴ θεία Χάρη, σπάνια μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει σύμφωνα μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές, καὶ τότε μὲ τὴν ἄσκηση πολλῆς βίας στὸν ἑαυτό του καὶ μὲ τρόπο ἀτελῆ. Τὰ μολυσμένα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία αἰσθήματα ἐνεργοῦν ἄλλοτε περιορισμένα καὶ ἄλλοτε ἀπεριόριστα. Ὅταν ἐνεργοῦν περιορισμένα, εἶναι μὲν σφραγισμένα ἀπὸ κάποιαν ἐμπάθεια, ἀλλὰ δὲν ἐκδηλώνονται πλήρως τὰ ἀντίστοιχα πάθη. Ὅταν, ὅμως, ἐνεργοῦν ἀπεριόριστα, τότε τὰ πάθη ἐκδηλώνονται πλήρως. Τὰ αἰσθήματά μας ἐπηρεάζονται ἀπὸ τοὺς λογισμούς, τοὺς ὁποίους σπέρνουν στὸν νοῦ μας τὰ πνεύματα τῆς κακίας, οἱ ἐχθροί τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἄλλοτε μᾶς κυριεύει ἡ λύπη, ἄλλοτε μᾶς ταράζει ἡ ὀργή, ἄλλοτε μᾶς παρασύρει ἡ ἡδυπάθεια, ἄλλοτε μᾶς πλανᾶ ἡ κενοδοξία. Αὐτὸς ὁ ἄνεμος τῶν λογισμῶν συχνὰ εἶναι τόσο ἰσχυρός, ποὺ δὲν βρίσκουμε τρόπο νὰ τοῦ ἀντισταθοῦμε. Τὰ χάνουμε, παραλύουμε ἀπὸ τὴν ἀκηδία, βυθιζόμαστε στὴν ἀπόγνωση, ἀγγίζουμε τὸν ὄλεθρο.
.             Τί θὰ ποῦμε στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ἀντιληφθεῖ ὅτι τόσο στὴν ἐξωτερικὴ ὅσο καὶ στὴν πνευματική του ζωὴ βαδίζει πάνω σὲ κύματα; Θὰ τοῦ ποῦμε τοῦτο: “Βαδίζεις μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ σου”. Ἔτσι βάδιζε πάνω στὰ κύματα ὁ ἅγιος ἀπόστολος Πέτρος. Καὶ δὲν βυθιζόταν, ὅσο πίστευε ἀκλόνητα ὅτι ἐνεργοῦσε σύμφωνα μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ.
.               Ἂς πιστεύουμε, λοιπόν, κι ἐμεῖς ὅτι Θες μς κάλεσε π τν νυπαρξία στν παρξη κα μς χάρισε να συγκεκριμένο χρονικ διάστημα πίγειας ζως, μ τν ντολ ν κπληρώνουμε στ διάρκειά του τ θέλημα κείνου. Ἂς πιστεύουμε συνάμα ὅτι, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσή Του, ἂν Τὸν ὑπηρετοῦμε πιστά, ἡ πρόνοιά Του θὰ φροντίζει ἀκοίμητα γιά μᾶς. Ἂς πιστεύουμε, ἐπίσης, ὅτι ὡς πλάσματά Του βρισκόμαστε ὁλοκληρωτικὰ κάτω ἀπὸ τὸ θέλημά Του καί, ἑπομένως, τίποτα δὲν μᾶς συμβαίνει ἀνεξάρτητα ἀπ’ αὐτὸ τὸ παντοδύναμο καὶ πανάγιο θέλημα. Μ’ αὐτὴ τὴ σκέψη θὰ βαδίζουμε πάνω στὴ θάλασσα τοῦ βίου ἀδίστακτα καὶ θαρρετά. «Ἕνα ζευγάρι σπουργίτια δὲν πουλιέται γιὰ ἕνα μόνο ἀσσάριο (χάλκινο ρωμαϊκὸ νόμισμα πολὺ μικρῆς ἀξίας); Καὶ ὅμως, οὔτε ἕνα ἀπ’ αὐτὰ δὲν πέφτει στὴ γῆ χωρὶς τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα σας. Ὅσο γιὰ σᾶς, ὁ Θεὸς ἔχει μετρημένες καὶ τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς σας. Μὴ φοβηθεῖτε, λοιπόν, γιατί ἐσεῖς ἀξίζετε περισσότερο ἀπὸ πολλὰ σπουργίτια».
.             Οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἀδύναμοι. Γιὰ νὰ μᾶς παρηγορήσει, λοιπόν, καὶ νὰ μᾶς νουθετήσει ὁ Θεός, παραχώρησε νὰ κλονιστεῖ καὶ νὰ κινδυνεύσει ὁ Πέτρος. ταν τν πίστη στν Θε τν ντικαθιστον νθρώπινοι συλλογισμοί, τότε νθρωπος ταλαιπωρεται μέσα στ κύματα τς θάλασσας το βίου. Ταλαιπωρεται κα ποφέρει. Ἀπὸ τὴ μία δὲν βρίσκει κανένα ἀνθρώπινο μέσο, γιὰ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὶς ὀδυνηρὲς περιστάσεις, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ξεχνᾶ ἀκατανόητα τὸν Θεό. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ὅταν ἄρχισε νὰ καταποντίζεται, κραύγασε στὸν Κύριο νὰ τὸν σώσει. Κι ἐμεῖς, μέσ π τς δυσκολίες πο μς περικυκλώνουν, ς ναγκάσουμε τν αυτό μας ν θυμηθε τν Θεό, ς στραφομε στν Θε μ λόθερμη προσευχή, ζητώντας Του ν μς λυτρώσει. Ἡ λύτρωση δὲν θ’ ἀργήσει. Ὁ Κύριος θὰ ἔρθει. Καὶ τότε ὁ καθένας μας θ’ ἀκούσει μέσα στὴ συνείδησή του μίαν ἤρεμη ἀλλὰ συνάμα καὶ ἐλεγκτικὴ φωνή: «Ὀλιγόπιστε, γιατί σὲ κυρίεψε ἡ ἀμφιβολία;».
.               Οἱ δοκιμασίες τῆς ζωῆς εἶναι ἀπαραίτητες. Παραχωρονται π τ θεία πρόνοια. Μς στέλνονται, στε, κάτω π τν πίεσή τους, ν προστρέξουμε στν Θεό, πο Τν χουμε λησμονήσει, κα ν Τν γνωρίσουμε μπειρικά. «Ἐπικάλεσαί με ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου» (Ζήτησε τὴ βοήθειά μου τὴν ἡμέρα τῆς θλίψεως), συμβουλεύει ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο ποὺ θλίβεται, «καὶ ἐξελοῦμαί σε, καὶ δοξάσεις με» (κι ἐγὼ θὰ σὲ ἀπαλλάξω ἀπὸ τὰ δεινά σου- κι ἐσὺ τότε θὰ μὲ δοξάσεις) (Ψαλμ. ΜΘ´15). «Θὰ μὲ δοξάσεις» σημαίνει: “Θὰ μὲ γνωρίσεις ἐμπειρικὰ μὲ τὴ ζωντανὴ γνώση καὶ θὰ πιστέψεις σ’ ἐμένα μὲ τὴ ζωντανὴ πίστη. Μὲ τὴ νεκρὴ γνώση, τὴ γνώση τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, σοῦ φαίνομαι ἀνύπαρκτος”.
.             Στὸν Πέτρο, ὅταν αὐτὸς ἄρχισε νὰ βυθίζεται, ὁ Κύριος ἔδωσε τὸ χέρι Του γιὰ νὰ τὸν σώσει. Γιὰ νὰ βγοῦμε ἐμεῖς ἀπὸ μία δυσκολία, γίνεται κάποια ἐπέμβαση τῆς θείας πρόνοιας ἰδιαίτερα ἐμφανὴς καὶ ἀντιληπτή. Εἶναι ἀσήμαντο τὸ ταρακούνημά μας ἀπὸ τὶς θλίψεις μπροστὰ στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀποκτοῦμε μ’ αὐτές. Ἡ ταλαιπωρία ἀπὸ τὶς θλίψεις εἶναι πρόσκαιρη. Ἡ οὐσιαστικὴ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ συνακόλουθη οἰκείωσή Του εἶναι θησαυρὸς αἰώνιος, εἶναι τὸ ἐχέγγυο τῶν αἰώνιων ἀγαθῶν.
.           Ἔτσι ἀκριβῶς πρέπει νὰ κάνουμε, ὅταν σηκώνεται μία ψυχικὴ θύελλα, ὅταν ἡ εἰρήνη τῆς καρδιᾶς διακόπτεται καὶ διαταράσσεται ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς τῆς ἁμαρτίας. Οἱ λογισμοὶ αὐτοὶ ἐμφανίζονται συνήθως μὲ ἔνδυμα ὀρθότητας καὶ δικαιοσύνης, ἀλλὰ ἀναγνωρίζονται ἀπὸ τὴν ταραχὴ ποὺ προξενοῦν στὴν καρδιά. Εἶναι φοβερὴ ἡ θύελλα τῶν παθῶν, πιὸ φοβερὴ ἀπ’ ὅλες τὶς θύελλες τῶν ἐξωτερικῶν συμφορῶν. Ἡ ἐσωτερικὴ θύελλα εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνη ἀπὸ τὴν ἐξωτερική. Τὴν ὥρα μίας ὁρατῆς θύελλας σκοτεινιάζει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τὰ σύννεφα· τὴν ὥρα μίας ἀόρατης θύελλας τῆς καρδιᾶς σκοτεινιάζει ὁ νοῦς ἀπὸ τὰ σύννεφα τῶν λογισμῶν. Τότε λησμονοῦνται οἱ νουθεσίες τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν θεοσόφων πατέρων. Τὸ πλοιάριο τῆς ψυχῆς καλύπτεται ἀπὸ τὰ κύματα διαφόρων ἐμπαθῶν αἰσθημάτων. Οὔτε ἡ συζήτηση μὲ φίλους οὔτε ἡ ψυχωφελὴς ἀνάγνωση δροῦν εὐεργετικά. Ἡ ψυχή, σκεπασμένη ἀπὸ ἕναν θολὸ ἀχνό, δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ τίποτα. Τὸ μοναδικὸ μέσο σωτηρίας ποὺ ἀπομένει, εἶναι ἡ θερμὴ προσευχή. Σὰν τὸν ἀπόστολο Πέτρο πρέπει νὰ κραυγάσουμε μ’ ὅλη μας τὴν ψυχὴ στὸν Κύριο, ζητώντας Του βοήθεια. Κι Ἐκεῖνος τί θὰ κάνει; Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἴδιος μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη Δαβίδ: «κεκράξεται πρός με, καὶ ἐπακούσομαι αὐτοῦ, μετ᾿ αὐτοῦ εἰμι ἐν θλίψει· ἐξελοῦμαι αὐτόν, καὶ δοξάσω αὐτόν. μακρότητα ἡμερῶν ἐμπλήσω αὐτὸν καὶ δείξω αὐτῷ τὸ σωτήριόν μου (Ψαλμ. Ϡ´15). (Θὰ κράξει σ’ ἐμένα μὲ τὴν προσευχή, κι ἐγὼ θὰ τὸν ἀκούσω. Θὰ εἶμαι δίπλα του στὴ θλίψη του. Θὰ τὸν βγάλω ἀπὸ τὴ θλίψη καὶ θὰ τὸν δοξάσω. Θὰ τοῦ δώσω νὰ ζήσει πολλὰ χρόνια καὶ θὰ τοῦ δείξω ὅτι θὰ τὸν σώσω).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, , ,

Σχολιάστε

ΣΩΤΗΡΙΑ ΦΥΓΗ (παράδειγμα ἀπὸ τὸν Προφήτη Ἠλία) [Χαραλ. Μπούσιας]

Σωτήρια φυγή
(παράδειγμα ἀπὸ τὸν Προφήτη Ἠλία)

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Τὸν ὄγδοο πρὸ Χριστοῦ αἰώνα, στὰ χρόνια τοῦ Προφήτη Ἠλία, τὸ βόρειο βασίλειο τοῦ Ἰσραὴλ εἶχε ἀποστατήσει ἀπὸ τὸ Θεό. Δυστυχῶς μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Σολομῶντος ὁ λαὸς εἶχε χωρισθεῖ σὲ δύο βασίλεια, τὸ βόρειο μὲ τὶς δέκα φυλὲς καὶ τὸ νότιο μὲ τὶς φυλὲς τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Βενιαμίν. Τὸ νότιο εἶχε πρωτεύουσα τὴν Ἱερουσαλήμ, ἐνῶ τὸ βόρειο εἶχε πρωτεύουσα τὴ Σαμάρεια. Δυστυχῶς, στὸ βόρειο βασίλειο οἱ βασιλεῖς ἀκολούθησαν τὴν εἰδωλολατρία, ὅπως ὁ Ἀχαάβ. Αὐτὸς εἶχε ἕνα μαλακό, χαλαρό χαρακτήρα, μὲ τάση πρὸς τὴν εἰδωλολατρία, καὶ ἦταν ἄνθρωπος ποὺ ἐπηρεαζόταν ἀπὸ τὴ γυναίκα του Ἰεζάβελ, ἡ ὁποία δὲν ἦταν Ἑβραία, ἀλλὰ Συροφοινίκισσα, εἰδωλολάτρισσα φανατική. Γρήγορα, ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς φοβερῆς γυναίκας, ἡ λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἐξοστρακίσθηκε καὶ εἰσήχθηκε ἡ λατρεία τοῦ Βάαλ καὶ τῆς αἰσχρότατης Ἀστάρτης, ἡ ὁποία ἦταν κάτι ἀντίστοιχο μὲ τὴ δική μας Ἀφροδίτη.
.       Σ’ αὐτὴ τὴν κρίσιμη καμπὴ τῆς ἱστορίας τοῦ Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος ἔζησε, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, τὴν ἀποστασία στὶς ἡμέρες αὐτοῦ τοῦ βασιλιᾶ, ἐμφανίσθηκε ὁ φλογερός καὶ ζηλωτής Προφήτης ἀπὸ τὴ Θέσβη, ὁ Ἠλίας. Σὰν ἀστραπὴ αἰφνίδια παρουσιάσθηκε μπροστὰ στὸν βασιλιά, γιὰ νὰ τοῦ δώσει ἐκεῖνο τὸ φοβερὸ μήνυμα τῆς ἐπ’ ἀόριστον ἀνομβρίας, ὡς τιμωρία ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ τὴν ἀποστασία τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς κυβερνήσεώς του.
.       Γράφει ὁ Ἀδελφόθεος Ἰάκωβος: «Ἠλίας ἄνθρωπος ἦν ὁμοιοπαθὴς ἡμῖν καὶ προσευχὴν προσηύξατο τοῦ μὴ βρέξαι, καὶ οὐκ ἔβρεξεν ἐπὶ τῆς γῆς ἐνιαυτοὺς τρεῖς καὶ μῆνας ἕξ» (Ἰάκ. ε΄ 17). Καὶ ὁ Θεὸς εἰσήκουσε τὴν προσευχή τοῦ Ἠλία, γιατὶ ἦταν ἄνθρωπος καθαρὸς καὶ τῶν καθαρῶν ἀνθρώπων ὁ Θεὸς δέχεται τὶς προσευχές.
.       «Ζῇ Κύριος ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων», (Γ΄ Βασιλ. 17, 1) λέει στὸ βασιλιὰ ὁ Προφήτης. Ὅρκίζομαι στὸ Θεὸ τὸν ζῶντα, τὸν Θεὸ τοῦ Ἰσραήλ, ἐνώπιον τοῦ Ὁποίου στέκομαι καὶ τὸν Ὁποῖο ὑπηρετῶ, ὅτι, σ’ αὐτὰ τὰ χρόνια ποὺ θὰ ἔρθουν, οὔτε θὰ βρέξει οὔτε θὰ πέσει δροσιά. Κι ὅλα θὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ στόμα τὸ δικό μου. Ὅ,τι λέω ἐγώ, αὐτὸ θὰ γίνεται. Αὐτὰ εἶπε ὁ Προφήτης καὶ ἐξαφανίσθηκε ἀπὸ προσώπου Ἀχαάβ.
.       Ἐμεῖς, οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες, ἀλλοίμονο, βρισκόμαστε σὲ παράλληλες ἡμέρες μὲ ἐκεῖνες τῆς ἐποχῆς τοῦ βορείου Ἰσραήλ. Εἴμαστε βυθισμένοι σὲ πνευματικὴ νάρκη καὶ δὲν ἀκοῦμε τὰ μηνύματα τῶν καιρῶν καὶ τὶς σάλπιγγες τῆς Ἀποκαλύψεως. Οἱ ἡμέρες μας εἶναι κρίσιμες γιὰ τὸ λαό μας, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη. Θὰ καταλάβουμε ἄραγε ὅτι, τόσο προσωπικὰ ὅσο καὶ ἐθνικά, σὰν ἀνίκανοι καπεταναῖοι ρίχνουμε τὸ καράβι τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τοῦ ἔθνους μας στὰ βράχια, ὥστε νὰ συνέλθουμε καὶ νὰ ἀλλάξουμε πορεία πλεύσεως;
.       Ἡ μετάνοια θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴ σωτηρία. Τὰ μηνύματα τοῦ Εὐαγγελίου, τῶν Γραφῶν καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἴδια μὲ τὰ μηνύματα τοῦ Προφήτη Ἠλία πρὸς τὸ βασιλιὰ καὶ τὸ λαὸ τοῦ βόρειου Ἰσραήλ. Ἂς εὐχηθοῦμε νὰ βοηθήσει ὁ Θεός, νὰ μᾶς ἐλεήσει, νὰ μὴ νοιώσουμε, ὅ,τι ἔνοιωσαν οἱ Ἰσραηλίτισσες ἐκεῖνες, πρὸς τὶς ὁποῖες ἔλεγε προφητεύοντας ὁ Ἡσαΐας: «- Κυρίες μου… φορᾶτε τὰ φουστάνια σας τὰ ὡραῖα μὲ τὶς ζῶνες τὶς χρυσὲς καὶ τὰ χρυσοκεντημένα καὶ μεταξωτά σας ροῦχα, καὶ τὰ ἀρώματά σας… Σχοινὶ θὰ μπεῖ στὴ μέση σας καὶ θὰ συρθεῖτε ξυπόλυτες στὴ γῆ τῆς αἰχμαλωσίας!… «καὶ ἔσται ἀντὶ ὀσμῆς ἡδείας κονιορτὸς καὶ ἀντὶ ζώνης σχοινίῳ ζώσῃ καὶ ἀντὶ τοῦ κόσμου τῆς κεφαλῆς τοῦ χρυσίου φαλάκρωμα ἕξεις διὰ τὰ ἔργα σου καὶ ἀντὶ τοῦ χιτῶνος τοῦ μεσοπορφύρου περιζώσῃ σάκκον» (Ἡσ. 3, 24). Ἂν δὲν κάνουμε τοὺς συσχετισμούς μας, δὲν συνέλθουμε, δὲν μετανοιώσουμε, θὰ ἔλθουν οἱ συνέπειες καὶ τότε, ἀργὰ βέβαια, ἴσως συνετισθοῦμε.
.       Ὁ Θεός μας, ὁ «πανταχοῦ παρών» προστάτευσε σὲ δύσκολες ἡμέρες, σὲ ἡμέρες φθόνου καὶ κατατρεγμοῦ, τὸν Προφήτη Ἠλία. Τὸν προστάτευσε ἀπὸ τὸν μέχρι θανάτου φθόνο τῆς Ἰεζάβελ. Τὸν παρότρυνε νὰ φύγει μακριὰ καὶ νὰ κρυφθεῖ, γιὰ νὰ σωθεῖ λέγοντάς Του: «Πορεύου κατὰ ἀνατολὰς καὶ κρύβηθι ἐν τῷ χειμάῤῥῳ Χοῤῥάθ, τοῦ ἐπὶ προσώπου Ἰορδάνου, καὶ ἔσται ἐκ τοῦ χειμάῤῥου πίεσαι ὕδωρ καὶ τοῖς κόραξιν ἐντελοῦμαι διατρέφειν σε» (Γ΄ Βασ. 17, 3-4). Πήγαινε, τοῦ εἶπε, νὰ κρυφθεῖς καὶ ἐγὼ θὰ σὲ διαθρέψω. Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι λόγια παμμέγιστης σημασίας. «Κρύβηθι», κρύψου! Αὐτὸ τὸ «κρύβηθι» εἶναι ἕνας σπουδαῖος λόγος γιὰ ὅλους μας καὶ φυσικὰ γιὰ τὸ ἔθνος μας στὶς δύσκολες ἡμέρες ποὺ διανύει. Τὰ ἴδια λόγια τοῦ Θεοῦ μας τὰ ἔχουμε ἀκούσει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Προφήτη: – Λαέ μου, «εἴσελθε εἰς τὰ ταμιεῖα σου, ἀπόκλεισον τὴν θύραν σου, ἀποκρύβηθι μικρόν, ὅσον ὅσον, ἕως ἂν παρέλθῃ ἡ ὀργὴ Κυρίου» (Ἡσ. κστ΄ 20). Λαέ μου, περπάτα, μπὲς μέσα στὰ ἐσώτερα δωμάτια τοῦ σπιτιοῦ σου, κλεῖσε τὴν πόρτα σου, κρύψου γιὰ λίγο, «ὅσον ὅσον», ἕως ὅτου περάσει ἡ ὀργὴ τοῦ Κυρίου.
.       Γιὰ νὰ κρυφτοῦμε, ὅμως, πρέπει νὰ φύγουμε· νὰ φύγουμε ἀπὸ τὸν ἐσφαλμένο δρόμο, τὸ δρόμο τῆς ἀπωλείας, στὸν ὁποῖο, δυστυχῶς, βαδίζουμε. Χρειάζεται φυγή! Ἂς θυμηθοῦμε ὅτι γιὰ νὰ σώσει ὁ Ἰωσὴφ τὸ βρέφος Χριστό, ἔλαβε ἐντολὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ φύγει στὴν Αἴγυπτο. Γιὰ νὰ σωθεῖ ἡ οἰκογένεια τοῦ Λὼτ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία τῶν Σοδόμων, ἔλαβε ἐντολὴ νὰ φύγει, χωρὶς μάλιστα νὰ κοιτάξει πίσω, δηλαδὴ χωρὶς νὰ μολυνθεῖ μὲ φιλήδονες ἐνθυμήσεις, ποὺ προκαλοῦν πειρασμοὺς καὶ ἀναπόφευκτα πτώσεις. Γιὰ νὰ ἀποφύγει τοὺς πειρασμοὺς τῆς σάρκας τέλος ὁ Ὅσιος Μαρτινιανός, ἔφυγε μακριὰ ἀπὸ τὸ σπήλαιό του ἀναφωνώντας τὸ σοφότατο: «Μαρτινιανέ, φεῦγε καὶ σῴζου». Ἡ μετάνοιά μας, λοιπόν, καὶ ἡ φυγὴ ἀπὸ τὸ κατεστημένο θὰ μᾶς φέρει τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, θὰ ἑλκύσει γύρω μας τὸ ἔλεος Του, ἀφοῦ θὰ κρυφθοῦμε σὰν τὰ μετανοιωμένα παιδιὰ στὴν ἀγκαλιά Του, καὶ θὰ σώσουμε, ἔτσι, τὴν πατρίδα μας καὶ φυσικὰ τοὺς ἑαυτούς μας.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΔΙΔΑΧΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (Μητροπ. Μάνης Χρυσόστομος Γ´)

Λόγος περὶ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Τοῦ Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

.           Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει καὶ τιμᾶ μία μεγάλη προσωπικότητα, ἕνα ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες καὶ Διδασκάλους τοῦ Γένους, τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Εἶναι ὁ ὅσιος τῶν χρόνων τῆς δεινῆς τουρκοκρατίας ποὺ στερέωσε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη καὶ ἐξύψωσε τὸ φρόνημα τοῦ ὑποδούλου τότε ἔθνους. Στὸ πρόσωπό του συνδυάστηκαν σπουδαιότατα νοητικὰ χαρίσματα, βαθυτάτη θεολογικὴ σοφία καὶ πλούσια χριστιανικὴ βιοτή.
.             Ὁ ἅγιος, κατὰ κόσμον Νικόλαος Καλιβούρτζης, γεννήθηκε στὴν ὡραία νῆσο Νάξο, ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς γονεῖς Ἀντώνιο καὶ Ἀναστασία καὶ ἀνετράφη «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου». Τὰ ἐγκύκλια γράμματα τὰ ἔμαθε στὴ Σχολὴ τοῦ Ἁγ. Γεωργίου, στὴ γενέτειρά του, κοντὰ στὸ διακεκριμένο διδάσκαλο τοῦ Γένους ἀρχιμανδρίτη Χρύσανθο, ἀδελφὸ τοῦ Ἁγ. Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Ἐκεῖ συμμαθήτευσε μὲ τοὺς μετέπειτα Πατριάρχες Κων/πόλεως Νεόφυτο Ζ´ καὶ Γρηγόριο Ε´. Τὶς γνώσεις του τὶς συμπλήρωσε στὴν περίφημη Εὐαγγελικὴ Σχολὴ τῆς Σμύρνης ὅπου φοίτησε μία πενταετία, ἔχοντας διευθυντὴ τῆς περιωνύμου ἐκείνης Σχολῆς, τὸν λόγιο ἄνδρα Ἱερόθεο Βουλισμᾶ, τὸν Ἰθακήσιο. Ἐκεῖ ἔλαβε πράγματι πολύπλευρη ἐκπαίδευση, ἡ ὁποία, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ θεολογικὴ ἐπιστήμη περιελάμβανε καὶ γνώσεις φιλοσοφικές, ἰατρικές, οἰκονομικές, γεωπονικές, ἀστρονομικὲς μαθαίνοντας ἀκόμη καὶ ξένες γλῶσσες. Τοῦ ἔγινε πρόταση μάλιστα νὰ ἀναλάβει τὴν διεύθυνση τῆς Σχολῆς, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀρνήθηκε ἔχοντας κατὰ νοῦ ἄλλα ἀνώτερα ἰδανικά.
.           Ἀργότερα ἀνεχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἐγκατεστάθη στὴν Ἱερὰ Μονὴ Διονυσίου, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Νικόδημος.
.               Ὡς μοναχός, διεκρίθη γιὰ τοὺς πνευματικούς του ἀγῶνες καὶ τὴν πνευματικότητά του, γιὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀφιέρωσή του στὸ Θεό. Γι᾿ αὐτὸν ἡ ἀφιέρωση δὲν ἦταν ἄρνηση ζωῆς. Ἦταν πράγματι, ἕνας ἄλλος τρόπος ζωῆς, «ζωῆς ἐν Κυρίῳ», ὡς γράφει ὁ Ἀπ. Παῦλος στὶς Ἐπιστολές του. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὡς μοναχὸς εἶχε πάντοτε ἄγρυπνη τὴν καρδία του, καὶ μέριμνά του πῶς δηλαδὴ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Χριστόν. Ἦταν μία μαρτυρία τῆς «καινῆς κτίσεως», ὡς ἄλλη γρηγοροῦσα προφητικὴ συνείδηση ζῶντας τὸ ἀδιάκοπο παρὼν τοῦ Θεοῦ στὴν καθημερινὴ βιοτή. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔβλεπε καὶ τὰ συμβαίνοντα στὸ περίγυρό του, δὲν ἀδιαφοροῦσε ἀλλὰ μελετοῦσε τὰ θέματα, προσευχόταν γι᾿ αὐτά, καὶ λάμβανε θέση στηριζόμενος πάντοτε στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἱερὰ Παράδοση.
.             Ἕνα ἀπὸ τὰ μεγάλα θέματα ποὺ ἀπησχόλησαν στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸν Ὅσιο Νικόδημο ἦταν καὶ τὸ περίφημο «Κολλυβαδικό», ὡς ἀπεκλήθη θέμα, ὅπου καὶ πρωτοστάτησε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους δύο μεγάλους πατέρες, τοὺς ἁγίους Μακάριο Κορίνθου καὶ Ἀθανάσιο Πάριο. Δηλαδή, μετὰ τὸ «Ἡσυχαστικὸ» ζήτημα τοῦ 14ου αἰώνα, τὸ σπουδαιότερο πνευματικὸ κίνημα στὴν Ἀθωνικὴ Πολιτεία καὶ στὸν εὑρύτερο ἑλλαδικὸ χῶρο ἦταν τὸ λεγόμενο «Κολλυβαδικὸ κίνημα», κυρίως τὸν 18ο αἰώνα. Τὸ κίνημα αὐτὸ δὲν ἦταν ἁπλῶς μία ἔριδα περὶ τῆς ἡμέρας τελέσεως τῶν ἱερῶν μνημοσύνων, ὅπως ἐξωτερικὰ φαινόταν, οὔτε σὲ μία ρομαντικοῦ τύπου πολιτιστικὴ φιλολογία. Ἦταν ἕνα «ἀναμορφωτικὸ» κίνημα, ἀπὸ τὰ πιὸ ἀξιόλογα πνευματικὰ φαινόμενα μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδοξίας. Σηματοδότησε τὴν ἐπιστροφὴ καὶ τὴ βίωση τῆς ὀρθόδοξης πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως τὴν παρέδωσαν οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὴ οἱ Πατέρες τῆς ἐρήμου. Εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸ ὅτι τὸ σπουδαιότερο ἔργο ποὺ ἔδωσε αὐτὴ ἡ Κολλυβαδικὴ κίνηση, εἶναι τὸ συνθετικὸ σύγγραμμα ὑπὸ τὸν τίτλο «Φιλοκαλία», (σήμερα ἔχει μεταφραστεῖ σὲ πολλὲς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες), τὸ ὁποῖο πραγματικὰ ἐκφράζει αὐτὸν τὸν ἁγιοπνευματικὸ πλοῦτο τὸν ὁποῖο προσέφεραν οἱ πρωτεργάτες τοῦ κινήματος.
.           Εἰδικότερα, ὁ ἅγιος Νικόδημος καὶ οἱ ἄλλοι «Κολλυβάδες» μοναχοί, ἔνθερμοι ὑποστηρικτὲς τῶν ὅρων καὶ κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, ὑπερασπίζονταν τὴν Κυριακή, ὡς ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως καὶ τῆς χαρᾶς, ὡς τὴν κατ᾿ ἐξοχὴν ἡμέρα τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου. Διετύπωσαν καὶ τὴν διδασκαλία γιὰ τὴ συνεχῆ καὶ ὄχι κατ᾿ ἀραιὰ διαστήματα Θεία μετάληψη, θέμα σπουδαιότατο γιὰ ἕνα πιστὸ καὶ συνειδητὸ χριστιανό, τὸ ὁποῖο ὑποστήριξε ὁ ἅγιος καὶ ἔγραψε καὶ εἰδικὴ μελέτη γιὰ αὐτὸ τὸ θέμα ὑπὸ τὸν χαρακτηριστικὸν τίτλον «Περὶ συνεχοῦς Θείας Μεταλήψεως». Ἡ λύση βέβαια καὶ στὰ δύο θέματα δόθηκε ἀπὸ τὸ σεπτὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.
.           Ὡστόσο μὲ ἀφορμὴ τὸ «κολλυβαδικὸ» ζήτημα, ὁ Ἅγιος Νικόδημος, μὲ τὴν εὑρυτάτη παιδεία του καὶ τὸν ὁσιακὸ βίο του ἀγωνίστηκε ὄχι μόνο γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, ἀλλὰ συνετέλεσε τὰ μέγιστα καὶ γιὰ τὴν ἀνανέωση -ὑπὸ τὴν ὀρθὴ ἔννοια τοῦ ὅρου- τῶν ἀρχαίων ἱερῶν θεσμῶν καὶ ἁγίων παραδόσεων. Πνευματικὰ καὶ λατρευτικὰ θέματα ποὺ εἶχαν ξεχασθεῖ, ἦλθαν καὶ πάλι στὸ πνευματικὸ προσκήνιο καὶ στὴν καθημερινὴ ζωὴ τῶν πιστῶν Χριστιανῶν. Οἱ Κολλυβάδες, γνήσιοι Φιλοκαλικοὶ Πατέρες, μίλησαν γιὰ τὸ βάθος ποὺ κρύβεται στὴν ὀρθόδοξη λειτουργικὴ ζωή, καὶ καθοδήγησαν οὐσιαστικὰ καὶ δυναμικὰ τὸν εὐσεβῆ λαὸ τοῦ Θεοῦ μὲ τὶς ἀγρυπνίες, μὲ τὶς νηστεῖες, μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς ἁγίους, μὲ τὴ μελέτη τῶν ὠφελίμων βιβλίων. Εἶναι πασίδηλο ὅτι ἡ ὁσιακὴ μορφὴ τοῦ Ἁγίου ἀναδύεται ζωηρῶς ἀπὸ τὸ πλουσιότατο συγγραφικό του ἔργο. Γενεὲς  καὶ γενεὲς ὀρθοδόξων ἐτράφησαν ἐκ τῶν μελιρρύτων συγγραμμάτων του καὶ εὑρῆκαν στὶς σελίδες αὐτὲς μοναδικὸ ὁδηγὸ ὀρθοδόξου πίστεως καὶ βιοτῆς. Ὑπῆρξε καὶ ἀνεδείχθη ἄριστος ἑρμηνευτικὸς συγγραφεύς, πατρολόγος, ἁγιολόγος καὶ ὑμνογράφος. Ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε μερικοὺς τίτλους ἔργων του: «Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν» (1782), «Περὶ τῆς συνεχοῦς μεταλήψεως τῶν ἀχράντων τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων» (1783), ὁ «Εὐεργετινὸς» (1784), «Ἐξομολογητάριον» (1794), «Βιβλίον καλούμενον Ἀόρατος πόλεμος» (1796), «Νέον Μαρτυρολόγιον» (1799), «Πηδάλιον» (1800), «Συμβουλευτικὸν ἐγχειρίδιον περὶ φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων» (1801), «Νέον ἐκλόγιον» (1803).
.           Πλὴν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐτυπώθησαν ζῶντος τοῦ ἁγ. Νικοδήμου, ἐξεδόθησαν μετὰ τὴν κοίμησή του καὶ ἄλλα πονήματά του, μεταξὺ τῶν ὁποίων «Συναξαριστὴς τῶν Δώδεκα μηνῶν» (1819), «Ἑρμηνεία εἰς τὰς ιδ´ ἐπιστολὰς τοῦ Παύλου» (1819), «Ἑρμηνεία εἰς τοὺς ψαλμοὺς» κ.ἄ.
.           Τὰ συγγράμματα τοῦ Νικοδήμου ὑπερβαίνουν τὰ ἑκατὸν καὶ αὐτὸ δηλώνει τὴν ὅλη δυναμικὴ τῆς γραφίδος τοῦ ἁγίου. Θὰ λέγαμε ὅτι αὐτὰ τὰ ἔργα του ἀποτελοῦν μιὰ ὁλόκληρη βιβλιοθήκη.
.           Τυγχάνει ἐξόχως σπουδαία ἡ γνώμη τοῦ λογίου μοναχοῦ Θεοκλήτου τοῦ Διονυσιάτου ὁ ὁποῖος ἔγραφε: «… ὁ Ὅσιος Νικόδημος, ἐκτὸς τῆς πολυμεροῦς συγγραφικῆς του ἀποδόσεως, ὑπῆρξε κατ᾿ ἐξοχὴν φορεὺς τῆς Ἀνατολικῆς μυστικῆς Θεολογίας, συνδυάσας ἐν ἐκπληκτικῇ ἑνότητι, τὸν Διδάσκαλον τοῦ γένους μὲ τὸν Ἀθωνίτην Ἡσυχαστήν, τὸν γονιμώτατον ἐκκλησιαστικὸν συγγραφέα, μὲ τὸν βιοῦντα τὴν “θεωρίαν τοῦ Ἀκτίστου φωτὸς” τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν Ἡσυχαστῶν τοῦ 14ου αἰῶνος, μὲ τὴν πλησμονὴν τοῦ θείου ἔρωτος καὶ τὰς “μυστικὰς” ἀκτινοβολίας του».
.           Στὶς 14 Ἰουλίου 1809 παρέδωσε τὸ πνεῦμα του σὲ ἡλικία 60 ἐτῶν. Τάφηκε ἔξω ἀπὸ τὸ κελλὶ τῶν Σκουρταίων στὶς Καρυὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἡ Ἐκκλησία μας ἐπάξια τὸ 1955 τὸν κατέταξε στὶς δέλτους τοῦ Ἁγιολογίου της καὶ ἑορτάζει τὴ μνήμη του στὶς 14 Ἰουλίου, ἡμερομηνία τῆς κοιμήσεώς του μάλιστα δὲ ὅλως ἰδιαιτέρως, πανδήμως στὴν γενέτειρά του, τὴν νῆσο Νάξο, ὅπου καὶ ὁ ὁμώνυμος ὡραῖος ναός.
.           Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὑπῆρξε πράγματι κορυφαῖος διδάχος τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητος. Καὶ αὐτὸ τὸ σημεῖο εἶναι τὸ πιὸ σπουδαῖο τὸ ὁποῖο ὀφείλουμε νὰ κρατήσουμε. Αὐτὸ χρειαζόμεθα σήμερα στοὺς τόσο ὑλόφρονες καιρούς μας. Νὰ εἴμεθα ἄνθρωποι τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητος. Νὰ φέρουμε τοὺς καρποὺς τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὸ θεῖο θέλημα, μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἀρετὲς στὴν ζωή μας.
.           Ὀρθόδοξη πνευματικότητα σημαίνει σύνθεση δόγματος καὶ ἤθους, θεωρίας καὶ πράξεως. Θεμελιώνεται στὴ βιβλικὴ  καὶ πατερικὴ θεολογία καὶ βιώνεται στὰ Ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Σ᾿ ὅλα τὰ Ἱερὰ Μυστήρια. Ἡ Ὀρθόδοξος πνευματικότης ὁρίζεται ὡς ἡ ἀληθινή, βαθειὰ καὶ γνήσια «ἐν Χριστῷ ζωή». Μιὰ ζωὴ ποὺ γίνεται διαρκῶς πλουσιότερη σὲ ἁγιότητα καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Μιὰ ζωὴ ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἕνα ἀδιάκοπο ἀγῶνα γιὰ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Γι᾿ αὐτὸ ἀγωνίστηκε ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καὶ ὡς δῶρο τῆς ἁγίας του βιοτῆς εἶχε τελικὰ τὴν θεογνωσία, τὴν ὁποία μακάρι ν᾿ ἀποκτήσουμε ὅλοι μας.

 

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

 

,

Σχολιάστε

«ΤΩΡΑ, ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΕΙΜΑΙ ΕΤΟΙΜΗ! ΕΛΑ, ΣΕ ΚΑΛΗ ΩΡΑ»

Ἀπὸ τὸ περιοδ. «Ὅσιος Γρηγόριος»
(ἐτήσια ἔκδ. Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους)
ἀρ. τ. 7

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.               Τὸ κατωτέρω περιστατικὸ μὲ μιὰ ἡρωίδα μητέρα ἀποτελεῖ ἕνα χειροπιαστὸ τεκμήριο τῆς «ἐλπίδας τοῦ παραδείσου»! Ὁ γιὸς τῆς μακαρίας Δέσποινας, μετὰ τὴν ἁγία κοίμησή της ἔγινε μοναχὸς στὴν Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὁ ἴδιος περιγράφει τὴν συγκλονιστικὴ καὶ μακάρια κοίμηση τῆς μητέρας του, ποὺ εἶχε προσβληθεῖ ἀπὸ καρκίνο.

.               «Τὴν Τρίτη 26 Ὀκτωβρίου 1972 πρότεινε ἀπὸ μόνη της νὰ κοινωνήση τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων …Τὸ Σάββατο 30 Ὀκτωβρίου 1972, ὁ πατέρας μου καὶ ὁ ἀδελφός μου ἔβγαλαν εἰσιτήριο, γιὰ νὰ πᾶνε στὴν Πάτρα γιὰ τὴν τακτοποίηση τοῦ ἀδελφοῦ μου στὴν καινούργια του κατοικία. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἀπόγευμα ἡ μητέρα μου τοὺς παρακάλεσε ν’ ἀναβάλουν τὸ ταξίδι τους, γιατί δὲν αἰσθανόταν καλά. Τοὺς τὸ εἶχε πεῖ καθαρά:
– Θὰ πεθάνω ἀπόψε! Γι’ αὐτὸ νὰ τακτοποιήσουμε τὸ σπίτι, νὰ εἶναι ἕτοιμο γιὰ τὴν κηδεία.
.               Ἡ ἴδια πρότεινε νὰ στρώσουν τὰ χειμωνιάτικα στρωσίδια στὰ δωμάτια καὶ μάλιστα εἶχε σηκωθεῖ καὶ κατεύθυνε τὴν τακτοποίησή τους. Μετὰ ὁ πατέρας μου πῆγε νὰ εἰδοποιήση ὅλους τους συγγενεῖς, νὰ ἔρθουν γιὰ νὰ περάσουν μαζί της τὸ τελευταῖο της βράδυ στὴν γῆ. Ἔτσι στὸ δωμάτιο ἦταν ὁ πατέρας μου, ὁ ἀδελφός μου, ἡ μητέρα της, ἡ ἀδελφή της, ἡ γιαγιά της, δύο θεῖες της καὶ ἄλλες ἐξαδέλφες της, ποὺ εἶχε μαζί τους στενὸ σύνδεσμο.
.               Οἱ στιγμὲς ποὺ κυλοῦσαν ἦταν συγκλονιστικές. Ὅλοι κλαίγαμε. Δὲν μπορούσαμε νὰ σηκώσουμε τὸν πόνο. Μόνο αὐτὴ ἦταν ἀτάραχη! Μάλιστα κάθε λίγο μας παρηγοροῦσε τὸν καθένα ξεχωριστά. Κι ἐνῶ περνοῦσε ἡ ὥρα κάποια στιγμὴ μέσα σὲ μιὰ εὔθραυστη σιγὴ ποὺ ἐπικρατοῦσε στὸ δωμάτιο, μᾶς εἶπε:
– Γιὰ νὰ μπορέσω νὰ φύγω πιὸ γρήγορα καὶ πιὸ εὔκολα, νὰ διαβάσουμε τὸ Ψαλτήρι. (Συνήθιζε ἡ ἴδια νὰ διαβάζη σ’ ὅλους τοὺς γνωστοὺς κεκοιμημένους τὸ Ψαλτήρι).
.               Ἄρχισα νὰ διαβάζω, ἐναλλὰξ μὲ τὸν ἀδελφό μου, ἐνῶ αὐτὴ εἶχε σηκωθῆ καὶ στεκόταν ὄρθια. Ἐμεῖς τὴ μαλώσαμε, ἀλλ’ ὅμως ἦταν ἀνένδοτη! Μᾶς ἔλεγε ὅτι εἶναι ἁμαρτία νὰ εἶναι ξαπλωμένη καὶ νὰ διαβάζεται τὸ Ψαλτήρι. Μάλιστα σὲ πολλοὺς ψαλμούς, ποὺ κι αὐτὴ ἤξερε, συμμετεῖχε μαζί μας, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἔπιασαν ἀπὸ μία γωνία καὶ περίμεναν τὴν ἐξέλιξη.
.               Τὸ Ψαλτήρι τὸ συνέχισαν οἱ θεῖες μου, οἱ ὁποῖες καὶ τὸ τελείωσαν. Κατόπιν ἄρχισε νὰ δίνη ὁδηγίες στὴν μητέρα της καὶ στὶς ἐξαδέλφες της γιὰ τὴν προετοιμασία τῆς κηδείας. Στὴν μητέρα της εἶπε νὰ καθίση στὸ σπίτι μας, ὅσο μπορεῖ περισσότερο καιρό, γιὰ νὰ μᾶς περιποιῆται.
.               Μετὰ κάλεσε τὸν πατέρα μου. Τὸν παρακάλεσε νὰ παντρευτῆ γρήγορα καὶ νὰ μὴν ἀκούη τὸν κόσμο. Τοῦ εἶπε χαρακτηριστικά: Εἶσαι νέος καὶ τὰ παιδιὰ εἶναι ἀγόρια. Ἔχετε ἀνάγκη μιᾶς γυναίκας. Μὲ τὰ μαγειρεῖα καὶ τὰ καθαριστήρια δὲν τελειώνει ἡ δουλειά. Γι’ αὐτὸ νὰ παντρευτῆς γρήγορα. Μὴν ἀκοῦς τὸν κόσμο. Ἂς ποῦν ὅ,τι θέλουν. Ἐσὺ νὰ κοιτάξης τὸ συμφέρον σου.
.           Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἔβγαλε τὴν βέρα της, τὴν ἔδωσε στὸν πατέρα μου καὶ μὲ φοβερὴ ψυχραιμία τοῦ εἶπε:
– Ἀπὸ μένα εἶσαι πλέον ἐλεύθερος…
.               Ἀμέσως ὁ πατέρας μου ἔβαλε πάλι στὸ δάχτυλό της τὴν βέρα καὶ προσπάθησε νὰ τὴν παρηγορήσει ὅτι τάχα δὲν θὰ πεθάνει. Ὅμως αὐτὴ ἦταν ἀτάραχη καὶ ἤξερε τὸ τί θὰ ἐπακολουθοῦσε. Μάλιστα μετὰ τὸν θάνατό της βρήκαμε τὴν βέρα κάτω ἀπὸ τὸ προσκέφαλό της δεμένη σ’ ἕνα μαντήλι. Ἀφοῦ τὰ τακτοποίησε λοιπὸν ὅλα, ζήτησε ἀπ’ ὅλους συγχώρηση, στράφηκε στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ εἶπε:
Τώρα, Χριστέ μου, εἶμαι ἕτοιμη! Ἔλα, σὲ καλὴ ὥρα.
.           Ἀμέσως μετὰ τὴν ἔπιασε ἕνας βήχας καὶ προθυμοποιήθηκε μιὰ θεία μου νὰ τῆς φέρει νερό. Ὅμως ἡ μητέρα μου τὴν σταμάτησε λέγοντας:
– Δὲν χρειάζεται! Αὐτὸ δὲν εἶναι βήχας. Εἶναι ρόγχος. Σὲ λίγο φεύγω.
.           Τότε ὁ πατέρας μου τῆς ἔπιασε τὸ κεφάλι, γιὰ νὰ μὴ δυσκολεύεται καὶ μετὰ ἀπὸ 5-6 βαθειὲς ἀνάσες ξεψύχησε στὰ χέρια του!
.               Ἔτσι ὅπως ἀθόρυβα ἔζησε τὰ 41 της χρόνια, ἔτσι ἀθόρυβα ἔφυγε γιὰ τὸν οὐρανό. Ἔφυγε γι’ Αὐτὸν ποὺ πόθησε περισσότερο ἀπὸ κάθε τί ἐδῶ στὴν γῆ».

 

 

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΛΕΜΕ «ΟΧΙ» ΣΤΙΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΤΥΠΟΥ ΓΙΟΓΚΑ

ΓΙΑΤΙ ΛΕΜΕ «ΟΧΙ»
ΣΤΙΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΤΥΠΟΥ ΓΙΟΓΚΑ

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2177, 15.05.2018

ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

.           Πολυδιαφημιζόμενες στὴν ἐποχή μας. Μέθοδοι ποὺ ὑπόσχονται τὴν ψυχοσωματικὴ ἐνοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, τὴν παροχὴ βοήθειας προκειμένου αὐτὸς νὰ βρεῖ τὴν ἐσωτερική του ἁρμονία καὶ ἰσορροπία. Τεχνικὲς ποὺ ἀσκοῦν τὸν ἄνθρωπο στὸν ἔλεγχο τῶν διανοητικῶν του δυνάμεων, ὥστε νὰ ἀνακαλύπτει – ἔτσι διατείνονται – τὶς τεράστιες πνευματικὲς δυνατότητες, ποὺ κρύβει μέσα του καὶ νὰ μπορεῖ νὰ τὶς διαχειρίζεται γιὰ τὴν ψυχική του ὑγεία, καὶ παράλληλα ἀσκήσεις γυμναστικὲς γιὰ τὴ σωματικὴ εὐεξία ἢ τὴ χαλάρωση ἀπὸ τὸ στρές, τὴν διαχείριση τοῦ ἄγχους κ.ο.κ.
.           Ἀντίστοιχα σεμινάρια μὲ τίτλους ὅπως «Βρὲς τὸν ἑαυτό σου», «Ἀνακάλυψε τὶς δυνάμεις ποὺ κρύβεις μέσα σου», «Ἀσκήσεις διαλογισμοῦ», «Σεμινάρια ἐσωτερικῆς ἁρμονίας»… κατακλύζουν σήμερα τὶς ἀνεπτυγμένες πόλεις τοῦ δυτικοῦ λεγομένου κόσμου, ἐνῶ σὲ πολλὰ πλέον γυμναστήρια διδάσκονται τεχνικὲς χαλάρωσης τύπου γιόγκα. Τελευταία οἱ τεχνικὲς αὐτές, ὡς μέθοδοι γυμναστικῶν ἀσκήσεων, φιλοδοξοῦν νὰ περάσουν καὶ στὰ σχολεῖα, στὴν πρωτοβάθμια καὶ δευτεροβάθμια ἐκπαίδευση, καὶ ἤδη τὸ ἔχουν σποραδικῶς πετύχει ἔχει καὶ συνεχίζουν τὴν ἐξάπλωσή τους.
.           Ἀνατολικῆς προελεύσεως ὅλες αὐτὲς οἱ μέθοδοι καὶ τεχνικές, μὲ βάση τους τὴν φιλοσοφία τοῦ βουδισμοῦ καὶ ἰνδουισμοῦ, βρίσκονται σαφῶς στὸν ἀντίποδα τῆς δικῆς μας Ὀρθοδόξου πνευματικότητος. Παρ᾽ ὅλα αὐτὰ ἔχουν βρεῖ ὄχι μικρὴ ἀπήχηση στὸν κόσμο, τὸν κουρασμένο ὁπωσδήποτε ἀπὸ τοὺς ρυθμοὺς τῆς τεχνολογικῆς ἀνάπτυξης καὶ τοῦ ὑλιστικοῦ τρόπου ζωῆς· τρόπου ποὺ ἀπομυζᾶ κυριολεκτικὰ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο κάθε ἴχνος ἰκμάδας ψυχικῆς καὶ τὸν καθιστᾶ ἕνα κινούμενο ὑποκείμενο, ρομπότ, ἄβουλο ἐνεργούμενο στὰ γρανάζια μίας ἀπρόσωπης μηχανῆς καὶ ἑνὸς σκληροῦ, ἀπάνθρωπου οἰκονομικοῦ συστήματος.
.           «Τί κακὸ λοιπὸν νὰ χαλαρώσουμε λίγο ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ρυθμούς;», ἀκοῦς τὴν ἐρώτηση καὶ ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἀρνοῦνται τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν πνευματικὴ ζωή. «Στὸ κάτω-κάτω καὶ ἡ πρόταση τῆς Ἐκκλησίας στὸ ἴδιο ἀποσκοπεῖ: στὸ νὰ βρεῖ κανεὶς τὴν ψυχική του εἰρήνη καὶ πνευματικὴ ὑγεία», συμπληρώνουν.
.           Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐπικρατεῖ ὄχι μικρὴ σύγχυση γύρω ἀπὸ τὸ θέμα, καὶ συμβαίνει ὅσοι τίθενται ἀρνητικὰ ἀπέναντι σ’ αὐτὲς τὶς μεθόδους καὶ τεχνικὲς συχνὰ νὰ μὴ γνωρίζουν ποιὰ ἡ διαφορά τους ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη πνευματικότητα, γι᾽ αὐτὸ ἐρχόμαστε νὰ ἐκθέσουμε τὶς παρακάτω γραμμές:
.           Ἐξ ἀρχῆς ξεκαθαρίζουμε ὅτι ὅλες αὐτὲς οἱ μέθοδοι καὶ τεχνικὲς βρίσκονται σὲ ἐντελῶς ἀντίθετη βάση ἀπὸ αὐτὴν τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ βάση τους λοιπόν, πάνω στὴν ὁποία στηρίζουν κάθε προσπάθεια γιὰ εὕρεση τῆς ψυχικῆς ἁρμονίας καὶ ἰσορροπίας, εἶναι ἡ φιλαυτία, ὁ ἐγωισμός, τὸ αὐτονομημένο «ἐγὼ» τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ αὐτὸ καὶ συχνὰ οἱ ὅροι ποὺ χρησιμοποιοῦνται σὲ αὐτὲς τὶς μεθόδους ἔχουν ὡς πρῶτο συνθετικό τους τὸ «αὐτο-»: «αὐτολύτρωση», «αὐτοπραγμάτωση», «αὐτοδιαχείριση», «αὐτενέργεια» κ.ο.κ. Ὅ,τι δηλαδὴ ὑπῆρξε ἡ σύσταση τῆς πρώτης ἁμαρτίας ποὺ διεπράχθη στὴν ἀνθρωπότητα, μὲ τὴν αὐτονόμηση τοῦ πρωτοπλάστου ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν βούλησή του νὰ φτάσει στὴν θέωση χωρὶς τὸν Θεό. Καὶ καθὼς αὐτὴ ἡ ἁμαρτία διεπράχθη μὲ σατανικὴ ὑποκίνηση καὶ μὲ ὑποβολὴ ἀκριβῶς τέτοιου λογισμοῦ, αὐτο-θέωσης, γίνεται φανερὸ συμπερασματικὰ ὅτι ὅλες οἱ τεχνικὲς τύπου γιόγκα ἔχουν βάση καὶ πυρήνα καθαρὰ σατανικό.
.           Στὸν ἀντίποδα αὐτοῦ τοῦ φρονήματος ἀκουμπᾶ ὅλη ἡ πνευματικὴ ζωὴ καὶ πρόοδος τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη ἀντίληψη. Ὁ πιστὸς μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν διεξάγει ἕναν ἀγώνα ποὺ στηρίζεται στὶς δυνάμεις του, ἀλλὰ κάπου ἔξω ἀπὸ τὸν ἴδιο: στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ πιστὸς εἶναι πιστός, ἐπειδὴ πιστεύει ὄχι στὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ στὸν Θεό, καὶ σὲ Ἐκεῖνον καὶ στὴν παντοδύναμη Χάρι Του ἐναποθέτει κάθε ἐλπίδα του καὶ προσπάθεια γιὰ πρόοδο, λύτρωση καὶ σωτηρία. Τὰ λόγια του Κυρίου «χωρὶς ἐμοῦ οὗ δύνασθε ποιεῖν οὐδὲν» (Ἰω. ιε´ [15] 5), ἠχοῦν συνεχῶς μέσα του καὶ ἀποτελοῦν τὴν κατευθυντήρια γραμμὴ τοῦ πνευματικοῦ του ἀγώνα. Ἐδῶ ἡ βάση εἶναι ἡ ταπείνωση, στὰ βουδιστικὰ-ἰνδουιστικὰ συστήματα ἡ ὑπερηφάνεια. Χάος ἀναμεταξύ!…
.           Αὐτὸ ἔχει καὶ τὶς ἀνάλογες προεκτάσεις στὴν καθημερινὴ ζωή:
.           Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀκολουθεῖ τὶς ἀνατολικοῦ τύπου μέθοδος αὐτοπραγμάτωσης καθίσταται προοδευτικὰ ὅλο καὶ πιὸ ἐγωκεντρικός, ναρκισσιστικός, βυθισμένος μέσα στὶς σκέψεις του, στοὺς διαλογισμούς του. Μία σοβαρότητα κλειστοῦ τύπου τὸν διακρίνει, κάποτε μὲ ἀφαίρεση ἀπὸ τὸ κοινωνικὸ περιβάλλον καὶ ὁπωσδήποτε ἀποκλειστικὴ ἐνασχόληση μὲ τὸ ὑποκείμενό του, τὸν ἑαυτό του. Νὰ πνίγεται κάποιος μέσα στὴ θάλασσα καὶ ὁ ἄλλος νὰ κάνει γιόγκα στὴν παραλία, δὲν θὰ ἐνδιαφερθεῖ νὰ τρέξει, νὰ βοηθήσει τὸν κινδυνεύοντα. Μὴ χαλάσει ἡ ἐσωτερικὴ ἁρμονία, ὁ διαλογισμός… Φρίκη!
.           Καὶ μία ἁπλὴ σύγκριση μὲ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν συνάνθρωπο εἶναι ἱκανὴ νὰ δείξει τὴν ἀβυσσώδη διαφορά. Σ᾽ ἐμᾶς δὲν νοεῖται σωτηρία ἀτομική, χωρὶς τὴ συμμετοχὴ τοῦ πλησίον, τοῦ ἀδελφοῦ. Ἀδελφοῦ! Μέσα στὴν Ἐκκλησία ὁ παράδεισος νοεῖται μόνο «σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις» (Ἐφ. γ´ 18) κι ὄχι ἀτομικά. Ἡ σωτηρία μας περνᾶ μέσῳ τοῦ συνανθρώπου, μὲ τὸν ὁποῖο συναποτελοῦμε τὸ ἑνιαῖο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, μὲ Κεφαλὴ τὸν Χριστό. Τί ὀμορφιά!
.           Στὴν Ἁγία μας Ὀρθοδοξία καὶ ὀρθοπραξία ὅλα κινοῦνται μέσα στὸ φῶς, στὴν ἀγάπη, στὴν θυσία γιὰ τὸν ἄλλον. Ὅλα εἶναι χαρούμενα καὶ ἁπλά. Παιδικά! Στοὺς χώρους τῶν ἀνατολικῶν συστημάτων ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα: πολυπλοκότητα, ἀτομισμός, βύθιση στὸ ἐγώ, ὑποσυνείδητα χάη, φρικώδεις ἄβυσσοι…
.           Ἰδιαίτερο ἐπίσης χαρακτηριστικὸ ὅλων αὐτῶν τῶν συστημάτων εἶναι τὸ ἀπρόσωπο. Τελικὸς σκοπὸς ὅλων τῶν αὐτοδιαχειρίσεων τοῦ ἀνθρώπου στὶς τεχνικὲς αὐτὲς εἶναι μία τραγικὴ ἀδράνεια, μία βύθιση σὲ κάποια ἀπρόσωπη, συμπαντικὴ οὐσία, ὅπου ἡ προσωπικὴ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου ἀπορροφᾶται τελικὰ καὶ ἐκμηδενίζεται στὸ σύμπαν. Μηδέν, τίποτε. Αὐτὸ ἀπομένει. Γι᾽ αὐτὸ καὶ μιλοῦν γιὰ «θετικὴ ἐνέργεια». Πῶς προσδιορίζεται αὐτή; Ἀοριστίες. Νεφελώδη, συγκεχυμένα, ἀπρόσωπα πράγματα.
.           Γιὰ ἐμᾶς δὲν ὑπάρχει θετικὴ ἐνέργεια. Ὑπάρχει ἡ θεϊκὴ ἐνέργεια, ἡ προσωπικὴ ἄκτιστος Χάρις καὶ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ποὺ σηκώνει, ἀνυψώνει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὸ νὰ βρεῖ ἀληθινὰ τὸν ἑαυτό του. Ἐπειδὴ βρῆκε τὸν προσωπικὸ Θεό, γιὰ αὐτὸ καὶ ἀνεῦρε τὸ πραγματικό του ἐγώ, αὐτὸ ποὺ εἶναι γεμάτο ἀπὸ Χριστό.
.           Μέσα στὴν Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος ζεῖ τὸ πλήρωμα τῆς ζωῆς, καὶ γι᾽ αὐτὸ χαίρεται μὲ ἀνεκλάλητη χαρά, καὶ μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς του δοξάζει τὸν Κύριό του μέσα στὸ αἰώνιο φῶς τῆς ἀλήθειάς Του…

Σχολιάστε

ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ, ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ; (Χαρ. Μπούσιας)

Παιδί μου, ποῦ εἶσαι;

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                Ἀσίγητα ἀκούγεται στὰ αὐτιά μας, στὰ αὐτιὰ τοῦ καθενός μας, ἡ φωνή του Κυρίου μας, τοῦ Δημιουργοῦ μας, τοῦ Πλάστη μας, ἡ φωνὴ τοῦ ἐνδιαφέροντός Του γιὰ ἐμᾶς:
-Παιδί μου, ποῦ εἶσαι»; Σὲ ψάχνω! Σὲ ἀναζητῶ! Γιατί μοῦ κρύβεσαι; Ἔχεις παράπονο ἀπὸ μένα; Μήπως δὲν σοῦ φέρθηκα καλά; Γιατί μὲ ἀποστρέφεσαι; Μήπως ντρέπεσαι νὰ μὲ δεῖς, γιατί ἡ συμπεριφορά σου εἶναι ἀνάρμοστη; Μήπως παρήκουσες τῶν ἀντολῶν μου; Ὅτι καὶ ἂν συμβαίνει, ἐγὼ σὲ ψάχνω! Μὴν κρύβεσαι! Σὲ θέλω! Εἶσαι τὸ παιδί μου καὶ εἶμαι ὁ πατέρας σου. Σὲ θέλω κοντά μου. Θέλω νὰ νοιώθω τὴν ἀνάσα σου δίπλα μου. Θέλω νὰ σὲ βλέπω εὐτυχισμένο καὶ χαρούμενο. Θέλω τὴν πρόοδό σου. Θέλω νὰ ζῶ γιὰ πάντα μαζί σου.
.             «Ἀδάμ, ποῦ εἶ» (Γεν. γ´ 9) ; Ἀκούστηκε κάποτε ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου μέσα στὸν Παράδεισο. Ἔψαχνε ὁ Θεὸς τοὺς Πρωτοπλάστους ποὺ εἶχαν κρυφθεῖ. Τότε ποὺ ἡ παρακοή τους στὸ θεῖο θέλημα τοὺς εἶχε ἀπομακρύνει ἀπὸ κοντά Του. Τότε ποὺ ντρέπονταν νὰ Τὸν δοῦν. Τότε ποὺ ἡ Εὔα «κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα τῷ φόβῳ ἐκρύβη», ὅταν τὸ δειλινὸ ἐκεῖνο ἄκουσε τὸν ἦχο τῶν ποδιῶν τοῦ Κυρίου «περιπατοῦντος», αὐτῶν ποὺ ἀργότερα ἄκουσε καὶ ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα, ἡ ὁποία ἔρρανε τὰ ἄχραντα πόδια τοῦ Χριστοῦ μας, ὅπως ψάλλει καὶ ἡ ὑμνωδὸς Κασσιανή. Δὲν εἶχε, ὅμως, τίποτε τὸ ἄγριο ἐκείνη ἡ φωνή, τίποτε τὸ ἀπάνθρωπο καὶ τὸ αὐστηρό. Μόνο κάτι τὸ πονεμένο καὶ τὸ ἐλεγκτικό. Ἦταν ἕνα κάλεσμα σὲ μετάνοια καὶ σὲ σωτηρία, πράξη καὶ αὐτὴ τῆς θείας Οἰκονομίας.
.             Ὁ Θεὸς ὡς παντογνώστης καὶ παντεπόπτης γνώριζε, ἀσφαλῶς, τί εἶχαν διαπράξει οἱ Πρωτόπλαστοι. Δὲν περίμενε, ὅμως, αὐτοὺς νὰ Τὸν ἀναζητήσουν. Πρῶτος Ἐκεῖνος ἔκανε τὸ μεγάλο βῆμα. Πρῶτος Ἐκεῖνος ἔσπευσε νὰ τοὺς ἀναζητήσει. Ἤθελε νὰ τοὺς δώσει τὴν εὐκαιρία νὰ Τοῦ ζητήσουν συγγνώμη. Ἔτσι, ἄρχισε νὰ τριγυρνᾶ ἀνάμεσα στὶς φυλλωσιὲς τοῦ Παραδείσου καὶ νὰ φωνάζει: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ»; Παιδί μου Ἀδάμ, ποῦ εἶσαι; Σὲ ἀναζητῶ μὲ ἀγωνία! Ἔλα, παρουσιάσου, μὴν μὲ κακοκαρδίζεις.
.             Ἔμοιαζε ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Ἀδὰμ μὲ τὴν συμπεριφορὰ τῶν μικρῶν μας παιδιῶν, ποὺ μετὰ ἀπὸ κάποια ζημιὰ ἢ ἀταξία κρύβονται φοβισμένα. Ἡ ἀγάπη, ὅμως, τοῦ πατέρα, τὰ ἀναζητᾶ περιμένοντας νὰ ὁμολογήσουν κλαίοντας τὸ λάθος τους καὶ Ἐκεῖνος νὰ τὰ σφίξει πάλι μέσα στὴ μεγάλη του ἀγκαλιά.
.             Τὸ ἐρώτημα «Ποῦ εἶσαι» ποὺ μᾶς ἀπευθύνει ὁ Κύριος  εἶναι ἐρώτημα ἀγάπης, εἶναι πρόσκληση σωτηρίας. Εἶναι ἐρώτημα ποὺ περιμένει τὴν ἀπάντηση τῆς μετανοίας γιὰ ὁποιοδήποτε λάθος ζωῆς καὶ τὸ αἰτήμα τῆς συγχωρήσεως. Μὲ τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ὁ Κύριος κάτι περιμένει. Περιμένει τὴν ἀνταπόκρισή μας στὸ ψάξιμό Του, μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ νοιώσουμε το λάθος μας καὶ νὰ τὸ διορθώσουμε μένοντας μέσα στὴν πατρικὴ ἀγκαλιά, μέσα τὸν μυρβόλο Παράδεισο.
.             Ὁ παρήκοος Ἀδὰμ τότε, μὴ μπορώντας περισσότερο νὰ κρυφθεῖ παρουσιάσθηκε γυμνὸς μπροστά Του, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ζητήσει συγγνώμη Τοῦ εἶπε:
-Ἄκουσα, Κύριε, τὴν φωνή Σου καὶ κρύφθηκα, γιατὶ ἤμουν γυμνός. Πρώτη φορὰ εἶδα τὴν γύμνια μου καὶ ντρέπομαι.
-Γιατί, Ἀδάμ, φοβήθηκες Ἐμένα ποὺ σὲ ἔπλασα; Τί τὸ τρομακτικὸ εἶδες τὴν ὄψη Μου; Στὴν ὄψη Αὐτοῦ ποὺ σὲ εὐεργέτησε μὲ τόσα ἀγαθά; Αὐτοῦ ποὺ σὲ τίμησε μὲ τόση τιμή; Ποιός σοῦ εἶπε, Ἀδάμ, ὅτι εἶσαι γυμνός; Τί σὲ ἔκανε νὰ δεῖς αὐτὴν τὴν ἀλήθεια, νὰ ἀντιληφθεῖς τὴν φτώχια σου, τί ἄλλο ἀπὸ τὸν καρπὸ τῆς γνώσεως, ποὺ σοῦ εἶχα πεῖ νὰ μὴν τὸν φᾶς;
.             Τί ἄφατη ἀγάπη! Τί διευκόλυνση τῆς ἐξομολογήσεως! Τοῦ εἶπε ὁ Κύριος τὴν ἁμαρτία ποὺ διέπραξε, γιὰ νὰ κάνει τὰ πράγματα εὔκολα στὸν Ἀδάμ. Τοῦ τὴν εἶπε πρὶν ἐκεῖνος τὴν ὁμολογήσει, γιὰ νὰ τὸν φέρει σὲ συναίσθηση καὶ σκύβοντας τὸ κεφάλι νὰ τοῦ πεῖ:
«Ναί, Κύριε, δὲν Σὲ ἄκουσα, συγχώρεσέ με».!
.             Τί ὄμορφα ποὺ θὰ εἶχαν τελειώσει ὅλα! «Συγχώρεσέ με». Ἂν ἔλεγε αὐτὴ τὴν μεγάλη λέξη, τὴν ὁποία οὔτε ἀργότερα ὁ Ἰούδας τὴν εἶπε, θὰ ἄνοιγε ἡ πόρτα τοῦ θείου ἐλέους. Αὐτὴ εἶναι ἡ λέξη ποὺ ἀνοίγει τὴν κλειστὴ πόρτα τῆς καρδιᾶς στὴν Χάρη. Εἶναι ἡ λέξη ποὺ θὰ σφράγιζε τὴν πόρτα τῆς ἐξόδου τοῦ Πρωτοπλάστου ἀπὸ τὸν ποθεινότατο Παράδεισο.
.             Ὅμως ὁ Ἀδὰμ δὲν εἶπε τὴν λέξη αὐτή. Προτίμησε νὰ ἀντιτάξει τὴν αὐθάδεια στὴν ἀγάπη.
-Ἐσὺ φταῖς, Θεέ μου! «Ναί, Ἐσὺ φταῖς, γιατὶ ἡ γυναίκα ποὺ μοῦ ἔδωσες μὲ παρέσυρε καὶ μοῦ ἔδωσε τὸν ἀπαγορευμένο καρπό».
.             Τότε ἦταν ποὺ ὁ Κύριος δέχθηκε μιὰ κλωτσιά ἀπὸ τὸ πλάσμα Του, ἀλλὰ δὲν μίλησε. Κοίταξε μήπως βρεῖ πόρτα ἀνοικτὴ στὴν καρδιὰ τῆς Εὔας.
-Γιατί τὸ ἔκανες αὐτό, Εὔα;»
.             Ἀλλὰ οὔτε ἐδῶ βρῆκε τὴν μετάνοια, τὴν συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας.
-Τί ζητᾶς ἀπὸ ἐμᾶς εὐθύνη, Κύριε, συνέχισε ὁ Ἀδάμ, ἀφοῦ φταῖς Ἐσὺ ὁ ἴδιος; Ἐσὺ δὲν δημιούργησες τὴν γυναίκα; Ἐσὺ δὲν δημιούργησες τὸν ὄφη;
.             Τὸ φαρμάκι τῆς ἀναισχυντίας καὶ τοῦ ἐγωϊσμοῦ, τῆς αὐτονομήσεως εἶχε φαρμακώσει τὶς καρδιὲς τῶν Πρωτοπλάστων. Φαρμακώθηκε ἡ καρδιὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας καὶ μίσησαν τὸν Δημιουργό τους μέχρι τοῦ σημείου νὰ τὸν μεμφθοῦν γιὰ τὰ δημιουργήματά Του. Ἔκλεισαν πιὰ οἱ φαρμακωμένες καρδιές τους στὴν Χάρη ποὺ ποτὲ δὲν ἔπαψε νὰ κτυπάει τὴν πόρτα τους. «Ἰδοὺ ἵσταμαι ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Ἀποκ. γ´ 20). Ὅμως ἡ θύρα ἦταν καλὰ ἀμπαρωμένη καὶ μέσα κατοικοῦσε ὁ Διάβολος.
.             Μὲ τὶς ἀπαντήσεις του ὁ ἀμετανότητος καὶ σκληρόκαρδος Ἀδὰμ ἔχασε τὴν εὐκαιρία τῆς ζητήσεως συγγνώμης, τὴν ὁποία ἤλπιζε νὰ ἀκούσει ὁ Θεός, ποὺ ἤθελε νὰ τὸν συγχωρήσει καὶ νὰ τὸν κρατήσει δίπλα Του μέσα στὸν Παράδεισο, ἂν καὶ τὴν προγνώριζε. Ὁ σκοτισμένος, ὅμως, Ἀδὰμ δὲν ἅρπαξε τὴν εὐκαιρία, γιὰ νὰ πέσει μέσα στὴν ἀγκαλιὰ πάλι τοῦ Θεοῦ. Δὲν κατανοοῦσε ὁ ταλαίπωρος τότε ὅτι μόνος του μὲ τὰ λόγια του καὶ μὲ τὰ ἴδια του χέρια ἄνοιγε τὴν πόρτα τῆς ἐξόδου του ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Δὲν ἦταν μόνο παρήκοος, ἦταν ἀμετανόητος καὶ τολμητίας ὕβρεως καὶ ἀχαριστίας πρὸς τὸν Εὐεργέτη του, ὅταν Τοῦ εἶπε:
-Ἐσύ, Θεέ μου, ποὺ λυπήθηκες τὴν μοναξιά μου καὶ ποὺ ἔδωσες σύντροφο στὴ ζωή μου, Ἐσὺ φταῖς. Ἐσὺ ποὺ ἀπὸ ἀγάπη δὲν μὲ ἄφησες μόνο, Ἐσὺ ποὺ καὶ τώρα ἀκόμη μὲ ψάχνεις, γιατὶ ἡ ἀγάπη Σου εἶναι ἀπέραντη.
.             Ποιός μπορεῖ νὰ νοιώσει τὴν πικρία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ πλάσματός Του; Τὴν ἀπογοήτευση ἀπὸ τὴν ἀνάρμοστη συμπεριφορά του; Μιά του λέξη θὰ εἶχε ἀλλάξει ὅλο το σκηνικὸ στὸν Παράδεισο ἐκεῖνο τὸ δειλινό. Ἕνας λόγος συγγνώμης καὶ μιὰ δροσοσταλίδα ἀπὸ δάκρυ θὰ ἅπλωνε τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ πάνω Του, ὅπως Αὐτὸς τὸ ἁπλώνει σὲ κάθε παιδί Του, ποὺ μὲ ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητός του σπεύδει μετανοημένος νὰ γευθεῖ τὸ πατρικὸ χάδι καὶ νὰ χωθεῖ μέσα στὴν πλατιὰ ἀγκαλιά Του.
.             Δὲν σκέφθηκε ὁ Ἀδάμ, ὅπως καὶ ἐμεῖς δὲν σκεπτόμαστε, ὅτι ὡς Θεὸς Αὐτὸς γνωρίζει τὰ πάντα! Πῶς μποροῦμε νὰ κρυφθοῦμε ἀπὸ τὴν χάρη Του; Πολὺ ὄμορφα μᾶς τὸ λέει αὐτὸ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδός: «Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός Σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου ποῦ φύγω; ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, Σὺ ἐκεῖ εἶ, ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην, πάρει· ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ᾿ ὄρθρον καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης, καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ Σου ὁδηγήσει με, καὶ καθέξει με ἡ δεξιά Σου (Ψαλμ. 138 7-10).
.             Ποῦ μπορῶ νὰ πορευθῶ, ὥστε νὰ εἶμαι μακριὰ ἀπὸ τὸ Πνεῦμά Σου; Καὶ ποῦ μπορῶ νὰ καταφύγω, ὥστε νὰ μὴν βρίσκομαι κάτω ἀπὸ τὸ βλέμμα Σου; Ἐὰν τολμήσω νὰ ἀνεβῶ στὸν οὐρανό, Σὺ ὑπάρχεις ἐκεῖ. Ἐὰν κατεβῶ στὸν Ἅδη, Ἐσὺ πάλι παρευρίσκεσαι ἐκεῖ. Ἐὰν ἀποκτήσω φτερὰ καὶ κατὰ τὰ χαράματα, πρὶν νὰ ἀνατείλει ὁ ἥλιος, πετάξω καὶ κατασκηνώσω στὴν ἄκρη τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θάλασσας, ἐκεῖ ὅπου δύει ὁ ἥλιος, ἐκεῖ ὑπάρχεις καὶ Ἐσύ.
.             Αὐτὸς ὁ Ψαλμὸς ποὺ δείχνει τὴν πανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ μας καὶ τὴν ἀνικανότητα μας νὰ κρυφθοῦμε ἀπὸ τὰ μάτια Του μᾶς προτυπώνει καὶ τὸν Τίμιο Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ μας, πάνω στὸν ὁποῖο σφραγίσθηκε ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, ἡ θυσία τοῦ Πατέρα τῆς ἀγάπης, τῆς συγχωρητικότητος, γιὰ τὰ τέκνα του τὰ ἁμαρτωλά. Τὸ «ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν», φανερώνει τὸ ὕψος τοῦ Σταυροῦ, τὸ «ἐὰν καταβῶ εἰς τόν ᾅδην», φανερώνει τὸ βάθος του, τὸ «ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ’ ὄρθρον», φανερώνει τὸ πλάτος του καὶ μάλιστα πρὸς τὴν κατεύθυνση ἐκείνη ὅπου ἀνατέλλει κατὰ τὸ πρωῒ ὁ ἥλιος , καὶ τὸ «καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης», δηλαδὴ πρὸς τὰ ἐκεῖ, ὅπου δύει ὁ ἥλιος, πρὸς τὴν δύση, μᾶς φανερώνει τό πλάτος τοῦ Σταυροῦ καὶ μάλιστα τῆς δεξιᾶς του ἀκτίνας. Ἔτσι, ἐπιβεβαιώνεται, ὅτι ὅλα τὰ ἐπιβλέπει ὁ Μέγας Δημιουργὸς καὶ τὰ πληροῖ μὲ τὴν παρουσία Του, ἐνθυμούμενοι καὶ τὸ τροπάριο τὸ σχετικὸ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τὸ ὁποῖο λέει ὅτι: «εὗρος καὶ μῆκος σταυροῦ οὐρανοῦ ἰσοστάσιον» δηλαδὴ οἱ ὁριζόντιες καὶ οἱ κάθετες ἀκτίνες τοῦ Σταυροῦ προεκτεινόμενες νοητὰ καλύπτουν ὅλην τὴν κτίση.
.             Τὸ ὅτι ὁ Θεὸς γνωρίζει τὰ πάντα μᾶς ὠφελεῖ, γιατὶ μᾶς γεμίζει μὲ ἀσφάλεια. Αὐτὴ τὴν ὁποία αἰσθάνεται κάθε μικρὸ παιδάκι ὅταν παίζει κοντὰ στὴ μητέρα του καὶ κάτω ἀπὸ τὸ βλέμμα της. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ πιστὸς ποὺ ἀγάπησε τὸν Θεὸ καὶ ταπεινώθηκε ἀπέναντί Του σὰν παιδί, νοιώθει τὴν καρδιά του νὰ πλημμυρίζει ἀπὸ πνευματικὴ χαρὰ καὶ ἀσφάλεια, διότι αἰσθάνεται τὸ στοργικὸ θεῖο βλέμμα ἐπάνω του, γλυκαίνεται ἀπὸ τὴν θαλπωρὴ τῆς θείας ἀγάπης. Ἀκόμη, ὅταν βαραίνει τὴν καρδιά του κάποια θλίψη, τότε, ἐπειδὴ πιστεύει ὅτι ὁ Θεὸς γνωρίζει τὴν ἐσωτερικὴ δυσκολία του, κάνει πολλὴ ὑπομονὴ καὶ παρηγορεῖται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
.             Ἐπίσης ὅταν κάθε πιστὸς βρίσκεται σὲ κίνδυνο, δὲν ὀλιγοψυχεῖ. Ἀκόμη κι ἂν βρεθῶ ἀντιμέτωπος μὲ τὸν θάνατο, λέει, δὲν θὰ φοβηθῶ νὰ πάθω κάποιο κακό, διότι Ἐσὺ εἶσαι μαζί μου. Ὑπάρχει μάλιστα ἕνας θαυμάσιος Ψαλμός, ὁ ὑπ᾿ ἀριθμὸν 138, ὁ ὁποῖος ξεχειλίζει ἀπὸ πίστη, ἅγιο φόβο, θαυμασμὸ καὶ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴ θεία παγγνωσία. «Τὸ ἀκατέργαστόν μου εἶ­δον οἱ ὀφθαλμοί σου», γράφει ὁ Ψαλμωδός. Μὲ εἶδαν τὰ μάτια Σου, Κύριε, ὅταν ἤμουν ἀδιαμόρφωτο ἔμβρυο στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας μου. Ἐσὺ γνωρίζεις ὅλες τὶς σκέψεις μου, πρὶν τὶς βάλω στὸν νοῦ μου. Πῶς νὰ κρυφθῶ ἀπὸ Ἐσένα; Ἐσὺ παντοῦ, μὲ κρατᾶς σφιχτὰ καὶ μὲ ὁδηγεῖ τὸ δεξί Σου χέρι.
.             Ἐσύ, Χριστέ μου, δείχνοντας πατρικὰ σπλάχνα οἰκτιρμῶν δὲν ἄφησες τὸν Ἀδάμ, δὲν ἄφησες ὅλες τὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων στὸν Ἅδη νὰ χαθοῦν. Καὶ γι’ αὐτὲς μερίμνησες. Ἀφήνοντας τὸν Σταυρό Σου, μετὰ τὸ «τετέλεσται» (Ἰωάν. ιθ´ 30) κατέβηκες καὶ ἔψαξες στὰ βαθύτερα σημεῖα τοῦ Ἅδη νὰ βρεῖς τὸ παιδί σου τὸ πρωτότοκο, γιὰ νὰ τὸ σώσεις. «Ἀδὰμ γὰρ τῷ προτέρῳ δεύτερος ὁ ἐν ὑψίστοις οἰκῶν κατῆλθεν μέχρις Ἅδου ταμείων». Ἐσύ, λέει ἕνα πολὺ ὡραῖο τροπάριο τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὁ δεύτερος Ἀδάμ, κατέβηκες, γιὰ νὰ τὸν ἀναζητήσεις μέχρι τὰ κατώτατα διαμερίσματα τοῦ Ἅδη. Καὶ μὲ τὴν ἀνάστασή Σου τὸν συνανέστησας παγγενεῖ, μὲ ὅλο του τὸ γένος. «Παγγενεῖ τὸν Ἀδὰμ ἀναστήσας», μᾶς λέει ἕνα ἄλλο τροπάριο τῆς Ἀναστάσεως. Ἐδῶ τὸν Χριστό μας ὁ ὑμνωδὸς τὸν ὀνομάζει δεύτερο Ἀδάμ, γιατί, ὅπως ὁ πρῶτος Ἀδὰμ δὲν γεννήθηκε ἀπὸ σαρκικὴ μίξη, ἀλλὰ πλάσθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ἔτσι καὶ Χριστός μας συνελήφθηκε ἄνευ σπορᾶς καὶ γεννήθηκε ἀπὸ παρθενική μήτρα.
.             Ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ὅλο καὶ περισσότερο παρακολουθεῖται ἡ ζωή μας ἀπὸ κάμερες καὶ δορυφόρους. Καὶ αὐτὸ γεμίζει μὲ ἀνησυχία τὴν ἀνθρωπότητα. Ὅμως πάνω καὶ πέρα ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη παρακολούθηση ὑπάρχει τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ, ποὺ παρακολουθεῖ τὰ πάντα καὶ προνοεῖ γιὰ τὰ πάντα. Γι᾽ αὐτὴν τὴν παρακολούθηση οὔτε νοιαζόμαστε. Εἴμαστε ἀνθρωποφοβούμενοι καὶ ὄχι θεοφοβούμενοι. Αὐτὴ ἡ παρακολούθηση δὲν εἶναι κατασκοπευτική. Εἶναι παρακολούθηση ἀγάπης καὶ ἐνδιαφέροντος τοῦ Πλάστη πρὸς τὸ πλάσμα Του. Εἶναι ὁ θεϊκὸς ὀφθαλμός, «ὃς τὰ πανθ᾽ ὁρᾷ». Ἂς παρακαλοῦμε τὸν Θεό μας, νὰ μᾶς δίνει αὐτὸ τὸ μεγάλο δῶρο, τὴν αἴσθηση τῆς παρουσίας Του. Παράλληλα, ἂς προσπαθοῦμε κι ἐμεῖς νὰ τὴν θυμόμαστε καὶ νὰ τὴν συνειδητοποιοῦμε δίνοντας προσοχὴ στὶς κινήσεις τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἂς τὸν ἀκοῦμε κάθε στιγμὴ ποὺ μᾶς ψάχνει καὶ μᾶς φωνάζει: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ»; Ταπεινὰ ἂς τοῦ ἀπαντήσουμε καὶ ἡ ἀπάντησή μας ἂς συνοδεύεται ἀπὸ τὸ «ἥμαρτον, Κύριε, ἐνώπιόν Σου» (Λουκ. ιε´ 18). Τότε μόνο θὰ ζοῦμε καὶ θὰ κινούμαστε πάντοτε μέσα στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, μέσα στὴν ὀμορφιὰ τοῦ Παραδείσου Ἀπὸ ἐμᾶς ἐξαρτᾶται νὰ τὸ θέλουμε. Μᾶς τὸ εἶπε ἄλλωστε: «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστι» (Λουκ. ιζ´ 21 ).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, ,

Σχολιάστε