Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ"

«ΕΞΑΓΟΡΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ καὶ ΑΧΑΛΙΝΩΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΟΠΛΗΞΙΑ»!

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Γαβριὴλ Διονυσιάτου (†)
«Λαυσαϊκὸν τοῦ Ἁγίου Ὄρους»,
Δ´ ἔκδ., ἔκδ. Ἱ. Μ. Ἁγ. Διονυσίου, 
Ἅγιον Ὄρος 2011, σελ. 27-29.
Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ.»

.               Νέαν ζωὴν βλέπομεν καὶ αὖθις ἀναθάλλουσαν ἀπὸ τὸ 1850 διὰ τῆς εἰσροῆς ρωσσικῶν κεφαλαίων ἐν Ἁγίῳ Ὄρει εἰς ἔμψυχον καὶ ἄψυχον ὑλικόν. Ἀφειδεῖς δωρεαὶ κατ᾽ ἀρχὴν εἰς χρῆμα, ἱερὰ ἄμφια καὶ σκεύη, διὰ μνημόσυνα τῶν Τσάρων καὶ Μεγιστάνων τῆς αὐλῆς, πλούσιαι προσφοραὶ εἶτα πρὸς ἐξαγορὰν ἠρειπωμένων Κελλίων μετὰ τῶν περιοχῶν των, ἐξαγοραὶ συνειδήσεων καὶ κάμψεις ἀντιστάσεων διὰ τῆς χρήσεως «ἀργυρέων βελῶν». Καὶ τὰ ἐκ τούτων, ἐπάνοδος αὖθις εἰς τὸ ὑλιστικὸν πνεῦμα, εἰσαγωγὴ τῆς πολυτελείας, ἅμιλλα οἰκοδομικῆς ρωσσικοῦ ρυθμοῦ καὶ μετατροπὴ τῆς «Σκήτης τῶν Καρυῶν» εἰς πολύβοον παζάρι, μὲ τὰ ἀπαραίτητα οὐζοπωλεῖα.
.               Τὰ ταπεινὰ οἰκήματα, τὰ παρεκκλήσια τοῦ Βυζαντινοῦ ρυθμοῦ ἀντικατέστησαν ὀγκώδη μέγαρα πολυώροφα καὶ τρούλλοι μετὰ ξυστῶν γοτθικοῦ ἢ καὶ ἀκατανοήτου ρυθμοῦ. Κατ᾽ ἀρχὴν τὸ πρᾶγμα δὲν ἐθεωρεῖτο καὶ τόσον σοβαρὸν ἀλλ᾽ ὅτε τὰ ἀγορασθέντα ταπεινὰ Κελλία ὑψούμενα ἔναντι τῶν κυριάρχων Μονῶν εἰς μεγαλυτέραν ἐμφάνισιν ἤρχισαν νὰ ἐπισκιάζουν αὐτὰς καὶ εἰς ἀριθμὸν εἰσέτι Μοναχῶν, τότε συνῆλθον οἱ ἐν αὐταῖς καὶ ἐτέθησαν ἀντιμέτωποι, καὶ κατηναλώθη τὸ ἥμισυ τοῦ αἰῶνος εἰς ἀκαιρον ἀνταγωνισμόν, ἐξαφανίσαντα πᾶσαν ἰκμάδα πρὸς πνευματικὴν παραγωγήν. Ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν ἀσκητῶν εἰσεχώρησαν τὰ κακὰ τοῦ εἰσρεύσαντος πλούτου. Τὰ ἐργόχειρά των ἠγοράζοντο προθυμότατα, ἡ ζωγραφικὴ ἀπέβη πηγὴ πλούτου καὶ αἱ εὐλογίαι ἐδίδοντο ἀβραμιαίως μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ δύναται καὶ σήμερον ὁ ἐπισκέπτης νὰ διακρίνῃ τὸ Κυριακὸν τῶν Σκήτεων, ἔν τισιν ἐξ αὐτῶν, διότι οἱ τροῦλλοι τῶν Καλυβῶν τὸ ἀποκρύπτουσιν. Ἡ περίοδος αὕτη δύναται νὰ ὀνομασθῇ «τῆς ἀχαλινώτου φαντασιοπληξίας καὶ ἐπιδείξεως», ἐποχὴ παραμορφώσεως τῆς σεμνῆς ἁγιορειτικῆς Πολιτείας καὶ τοιαύτη οὐχὶ μόνον εἰς τὴν οἰκοδομικήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν καλλιτεχνίαν διόλου. Τὰς σεμνὰς εἰκόνας τῆς τέχνης τοῦ Πανσελήνου καὶ τῶν Κρητῶν ἀντικατέστησαν νέαι τοιαῦται ρωσσικῆς ἐμφανίσεως, ἵνα καὶ ἐν τούτῳ ἱκανοποιηθῇ ἡ ἐπίδειξις τοῦ νεοπλουτισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ ματαιοδοξίᾳ του δὲν δύναται νὰ διακρίνῃ στοιχειωδῶς κἂν τὴν Ραχὴλ ἀπὸ τῆς Λείας, καὶ νομίζει ὅτι ἡ ἀξία τῆς τἐχνης ἐγκειται εἰς τὸν ὄγκον τῶν ἀργυρεπιχρύσων ἐπικαλυμμάτων.

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Πιθανὲς ἀντιστοιχίες μὲ τὴν τρέχουσα ὑπερπαραγωγὴ «ἱερῶν ἀντιγράφων», παρελάσεων σεπτῶν κειμηλίων, ἱερῶν ζητειῶν καὶ «ἅμιλλα οἰκοδομικῆς ρωσσικοῦ ρυθμοῦ» ἀξιολογοῦνται κατὰ τὴν κρίσιν ἑκάστου καὶ ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην! 

, ,

Σχολιάστε

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΡΑΓΕ ΑΞΙΟΙ ΝΑ ΥΠΟΔΕΧΘΟΥΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ; [Χάπι γιὰ τὸν πόνο τὸ «δόξα Σοι, ὁ Θεός»] (Χαρ. Μπούσιας)

Εἴμαστε ἆραγε ἄξιοι
νὰ ὑποδεχθοῦμε τὸν Χριστὸ
στὴν καρδιά μας;

Ἔχουμε ἆραγε τὴν πίστη, ἀγάπη καὶ ταπείνωση
τοῦ Ἑκατοντάρχου;

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Ὡς ἄνθρωποι ἀτελεῖς καὶ ἀδύναμοι ἔχοντας ἐπίγνωση τῆς ἀτέλειας καὶ τῆς ἀδυναμίας μας, ὀφείλουμε νὰ ὁμολογοῦμε πάντοτε μὲ μεγάλο δέος τὴν ἀναξιότητα καὶ ἁμαρτωλότητά μας, ἀναγνωρίζοντας τὴν ἄφθαστη καὶ ἄρρητη τελειότητα τοῦ Χριστοῦ μας. Τὸ πρῶτο βῆμα τοῦ συνεχοῦς καὶ ἀτελεύτητου   λυτρωτικοῦ μας ἀγῶνος εἶναι ἡ συναίσθηση τῆς ἀναξιότητάς μας, τὸ γκρέμισμα τῶν τειχῶν ποὺ συνήθως κτίζουμε, γιὰ νὰ δείξουμε στοὺς ἄλλους τὴ δύναμη καὶ τὴν ὑπεροχή μας. Αὐτὰ τὰ κτιστὰ τείχη μᾶς ἀποξενώνουν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ ταυτόχρονα ἐμποδίζουν καὶ τὴν πραγματικὴ ἐπικοινωνία μας μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους.
.           Τρεῖς ἀρετὲς ποὺ μᾶς μεταβάλλουν ἀπὸ ἀνθρώπους τοῦ παρόντος κόσμου σὲ ἀγγέλους τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ἀρετὲς ποὺ ὀφείλει νὰ καλλιεργεῖ κάθε ἕνας ποὺ πιστεύει στὸν ταπεινὸ Ναζωραῖο, εἶναι ἡ πίστη, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ταπείνωση. Μὲ τὴν ταπείνωση γνωρίζουμε καλὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ νιώθουμε ἐσωτερικὴ ἁρμονία. Μὲ τὴν ἀγάπη προσεγγίζουμε τοὺς ἀδελφούς μας καὶ ζοῦμε εἰρηνικὰ μαζί τους καὶ μὲ τὴν πίστη γνωρίζουμε καὶ συνδεόμαστε μὲ τὸν Θεό μας.
.           Οἱ τρεῖς αὐτὲς ἀρετὲς κοσμοῦσαν καὶ τὸν ἀνώνυμο Ἑκατόνταρχο τῆς Καπερναούμ, τοῦ ὁποίου ὁ Κύριος κατόπιν ἐπίμονης παρακλήσεώς του θεράπευσε τὸν δοῦλο. Ἦταν τὰ παράσημα ποὺ κοσμοῦσαν τὸ στῆθος του καὶ τὰ διαμάντια ποὺ αὐτὸς μᾶς παρουσιάζει καὶ μᾶς καλεῖ σὲ μίμησή του. Ὁ Ἑκατόνταρχος αὐτὸς ἦταν ὁ στρατιωτικός διοικητὴς τῆς Καπερναοὺμ καὶ ὅλης τῆς περιοχῆς. ῾Ως Ρωμαῖος ἀξιωματικὸς ἦταν φυσικά εἰδωλολάτρης. Στὴν πραγματικότητα, ὅμως, δὲν πίστευε στὰ εἴδωλα, ἀλλὰ στὸν ἀληθινὸ Θεό, Αὐτὸν ποὺ εἶχε γνωρίσει ἀπὸ τοὺς ᾿Ισραηλίτες. Ἔτσι ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ἀνώτερος στὴν ἀγάπη, στὴν πίστη, καὶ στὴν ταπείνωση.
.           Οἱ περισσότεροι τῶν Ἰουδαίων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἂν καὶ ἔβλεπαν σὲ καθημερινὴ βάση τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ, καὶ μάλιστα οἱ ἄρχοντές τους, οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ φαρισαῖοι, μιλοῦσαν περιφρονητικὰ γιὰ τὸ πρόσωπό Του καὶ τὸν ὀνόμαζαν, «υἱὸν τοῦ τέκτονος», παιδί τοῦ μαραγκοῦ, ἀνάξιο τιμῆς. Ὁ Ἑκατόνταρχος, ὅμως, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε στὸν Χριστό, συγκρίνοντας τὸν ἑαυτό του μὲ τὸ ἄφθαστο ὕψος τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἁγιότητος τοῦ Χριστοῦ, βλέπει ὅτι τεράστια εἶναι ἡ ἠθικὴ ἀπόσταση ποὺ τὸν χωρίζει ἀπὸ Αὐτὸν καὶ ὁμολογεῖ δημοσίως, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιος νὰ τὸν δεχθεῖ στὸ σπίτι του. Ἔτσι, ὁ Χριστός μας προγνωρίζοντας τὴν πίστη του δὲν τὸν προκαλεῖ νὰ τὴν ἐκφράσει ἔμπρακτα, ὅπως προκάλεσε σὲ παρόμοιο αἴτημά της τὴ Χαναναία.
.           Ὅταν ὁ Χριστός μας μετὰ τὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία Του ἦλθε στὴν Καπερναοὺμ τὸν πλησίασε αὐτὸς ὁ Ἑκατόνταρχος, λοχαγὸς δηλαδὴ τοῦ Ρωμαϊκοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ ὅλη τότε ἡ Παλαιστίνη ἦταν κάτω ἀπὸ τὴ ρωμαϊκὴ ἐξουσία. Αὐτὸς ἐξουσίαζε καὶ διοικοῦσε ἑκατὸ ἄνδρες. ῾Η φήμη τοῦ Χριστοῦ μας ἐκείνη τὴν ἐποχὴ συνεχῶς μεγάλωνε. Τὸ πρόσωπό Του, ἡ διδασκαλία καὶ τὰ σημεῖα Του ἦταν  τὸ θέμα τῆς συζητήσεως ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ φυσικὰ καὶ τῶν ἐπισήμων τῆς Καπερναούμ. Ὁ Ἑκατόνταρχος θαυμάζοντας τὸν Κύριο καὶ πιστεύοντας σὲ Αὐτὸν τὸν πλησίασε καὶ ἀναγνωρίζοντας τὴν ἀνώτερότητά Του τὸν παρακάλεσε νὰ τοῦ θεραπεύσει τὸν παράλυτο δοῦλο. Τὸ ἀξίωμά του καὶ ὁ τρόπος τῆς παρακλήσεώς του δείχνουν ἄνθρωπο μὲ εὐγενικὴ ψυχή, καλοπροαίρετο καὶ δεκτικὸ τῆς ἀληθείας. Δυστυχῶς, ὅλοι οἱ ἐξουσιαστὲς ἀνθρώπων, εἴτε ὀλίγων εἴτε πολλῶν ἔχουν ὑπέρμετρη ἀλαζονεία. Ἔχουν καὶ ἐπιδεικνύουν τὴν ἀλαζονεία τῆς ἐξουσίας.
.           Τί παρακάλεσε τὸν Χριστὸ μὲ πίστη καὶ ταπείνωση ὁ Ἑκατόνταρχος; Μήπως τὸν παρακάλεσε γιὰ τὴν ὑγεία του, τὴν οἰκογένειά του, γιὰ τὰ παιδιά του ἢ τὰ συμφέροντα του; Ὄχι! Τὸν παρακάλεσε γιὰ τὸν δοῦλο του ποὺ ἦταν παράλυτος λέγοντας: «Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος». (Ματθ. η´ 6).
.           ῾Η λέξη παῖς ἐδῶ σημαίνει τόν δοῦλο καὶ ὁ δοῦλος ἐκείνη τὴν ἐποχὴ στεροῦνταν τὸ πιὸ πολύτιμο πράγμα στὸν κόσμο, τὴν ἐλευθερία. Δὲν εἶχε κανένα ἀνθρώπινο δικαίωμα καὶ ἀποτελοῦσε περιουσία τοῦ κυρίου του, ὁ ὁποῖος μποροῦσε ὅποια στιγμὴ ἤθελε νά τὸν πουλήσει ἤ νὰ τὸν σκοτώσει. Ἔτσι, βλέπουμε πολλὲς ἐπαναστάσεις τῶν δούλων ἐναντίον τῶν κυρίων τους γιὰ τὴ βάναυση συμπεριφορά τους ἢ ἀκόμη καὶ δραπετεύσεις. Ἡ καλοσύνη, ὅμως, τὴν Ἑκατοντάρχου, ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν δοῦλο του, ὁ ὁποῖος ἦταν ἔντιμος, ὅπως περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ Ἑκατόνταρχος τὸν σεβόταν καὶ τὸν εἶχε νὰ μένει μαζί του στὸ σπίτι του, σὰν παιδί του πραγματικό. ᾿Ενδιαφερόταν καὶ συνέπασχε μαζί του, λὲς καὶ γνώριζε καὶ βίωνε τὴν ἀλήθεια ποὺ διακηρύττει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος· «Οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ» (Γαλ. γ´ 28).
.           Καὶ ὁ Χριστὸς στὸ αἴτημα τοῦ Ἑκατοντάρχου καὶ βλέποντας ὅτι εἶχε πίστη φιλάδελφη, ταπεινὴ καὶ ἀκλόνητη, ἀπάντησε: «Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν» (Ματθ. η´ 7), δείχνοντας τὴ διάθεση Του νὰ μεταβεῖ στὸ σπίτι του, γιὰ νὰ θεραπεύσει τὸν δοῦλο του.
.           Καί τότε ἦταν ποὺ ἀκούσθηκε ἡ ἀπόκριση τοῦ Ἑκατοντάρχου: «Κύριε, οὐκ εἰμί ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου» (Ματθ. η´ 8). Ὡς ταπεινὴ ψυχὴ ταπεινώθηκε περισσότερο μπροστὰ στὴ συγκατάβαση τοῦ Χριστοῦ μας μέχρι τῆς ἐλαχιστότητός του καὶ στὸ ἐνδιαφέρον Του γι’ αὐτόν.
.           Τὴ φράση τοῦ Ἑκατοντάρχου ἐπαναλαμβάνει ὁ Ἅγιος ᾿Ιωάννης, ὁ Χρυσόστομος, στὴν κατανυκτικὴ εὐχὴ τῆς θείας Μεταλήψεως, ποὺ ἐκφράζει τὴ συντριβὴ καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη τοῦ πιστοῦ, ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται ἀνάξιος νὰ φιλοξενήσει στὴν καρδιά του τὸν Κύριο: «Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα, ὅτι οὐκ εἰμὶ ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς». ῞Ολοι μας οἱ ἀγωνιζόμενοι γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς ἀρετῆς καὶ τὴ θέωση, ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἀναγνωρίζοντας τὴν τελειότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀτέλεια τῶν πράξεών μας ὀφείλουμε νὰ ἀκολουθοῦμε τὴν προτροπή Του: «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι Ἐγὼ Ἅγιός εἰμι» (Α´ Πέτρ. α´ 16).
.           Ἀγαπητοί μου, ὁ Θεός μας ἔκανε τὸ χατίρι καὶ θεράπευσε τὸν δοῦλο τοῦ Ἑκατοντάρχου βλέποντας τὴν πίστη του, τὴν ἀγάπη του καὶ τὴν ταπείνωσή του. Καὶ ἐμεῖς ἂς γνωρίζουμε ὅτι κάθε αἴτημά μας πρὸς τὸν Κύριο ἂν συνοδεύεται ἀπὸ ταπεινὸ φρόνημα, γνωρίζοντας τὴν ἀτέλεια καὶ ἀναξιότητά μας, ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας καὶ ἐφαρμογὴ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ: «ἕκαστος μὴ τὰ ἑαυτῶν σκοπεῖτε, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἑτέρων» (Φιλιπ. β΄ 4), καθὼς καὶ ἀπὸ πίστη στὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ μας, καθὼς εἶπεν ὁ Ἰώβ: «ἀδυνατεῖ δὲ τῷ Θεῷ οὐδὲν» (Ἰώβ Ι´, 13), τὸ αἴτημά μας θὰ γίνει ἀποδεκτό. Τὸ αἴτημά μας, ὅμως, ἂς συνοδεύεται ἀπὸ προσευχὴ καὶ δοξολογία Κυρίου.
.           Τὸ «δόξα Σοι, ὁ Θεός,» δὲν πρέπει νὰ λείπει ἀπὸ τὰ χείλη μας, ἔλεγε ὁ Ὅσιος Γέροντας Παΐσιος καὶ συνέχιζε.
Ὅταν πονᾶτε, νὰ ἔχετε γιὰ χάπι τὸ «δόξα Σοι, ὁ Θεός». Κι’ ἐμένα τίποτα ἄλλο δὲν μὲ πιάνει ὅταν πονάω, παρὰ μόνο ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Τὸ «δόξα Σοι, ὁ Θεὸς» εἶναι ἀνώτερο καὶ ἀπὸ τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Ὁ πνευματικός του Γέροντας στὴν καλύβη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὁ χαριτωμένος Παπα- Τύχων, μὲ τὸν ὁποῖο συγχαίρει αἰώνια στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ὁ Ὅσιος Παΐσιος, ἔλεγε:
-Τὸ « Κύριε, ἐλέησον» ἔχει μισθὸ ἑκατὸ δραχμές, τὸ «δόξα Σοι, ὁ Θεός» ἔχει χίλιες δραχμές, εἶναι δηλαδὴ πολὺ πιὸ ἀρεστὸ στὸν Θεό μας.
.           Ἤθελε νὰ πεῖ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, δυστυχῶς, ζητάει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ἀνάγκη, ἐνῶ Τὸν δοξολογεῖ ἀπὸ φιλότιμο. Καὶ αὐτὸ τὸ φιλότιμο ἐπιβραβεύει ὁ Θεός. Τοῦ δίνει μεγαλύτερη ἀξία. Καὶ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ φαίνεται μόνο στὶς ἀνάγκες καὶ στὶς δοκιμασίες, ἀλλὰ καὶ ὅταν αὐτὲς περάσουν. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι αὐτὲς τὶς δοκιμασίες τῆς ζωῆς τὶς ἐπιτρέπει ὁ φιλάνθρωπος καὶ γιατρὸς τῶν ψυχῶν μας καὶ παιδαγωγός μας Θεός, γιὰ σωφρονισμὸ καὶ θεραπεία μας, ἀφοῦ αὐτὲς εἶναι τὰ φάρμακα τῆς ψυχῆς.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

Σχολιάστε

«ΦΥΛΑΞΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΣΟΥ» [Ἅγ. Ἰγν. Μπριαντσιανίνωφ]

Ἀπό τό βιβλίο

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
«ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ», τ 2.
ἐκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου, Ὠρωπὸς 2009, σελ. 114 ἑξ.

.               Συνείδηση εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου, αἴσθηση λεπτὴ καὶ φωτεινή, ποὺ ξεχωρίζει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό.
.               Ἡ αἴσθηση αὐτὴ ξεχωρίζει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακὸ πιὸ καθαρὰ ἀπ’ ὅσο ὁ νοῦς. Πιὸ δύσκολο εἶναι νὰ παραπλανήσει κανεὶς τὴ συνείδηση παρὰ τὸν νοῦ. Καὶ τὸν πλανεμένο νοῦ, ποὺ τὸν ὑποστηρίζει τὸ φιλάμαρτο θέλημα, γιὰ πολὺν καιρὸ τὸν ἀντιμάχεται ἡ συνείδηση. Ἡ συνείδηση εἶναι ὁ φυσικὸς νόμος[1]. Ἡ συνείδηση χειραγωγοῦσε τὸν ἄνθρωπο πρὶν τοῦ δοθεῖ ὁ γραπτὸς νόμος. Ἡ μεταπτωτικὴ ἀνθρωπότητα βαθμιαῖα οἰκειώθηκε ἕναν λαθεμένο τρόπο σκέψεως γιὰ τὸν Θεό, τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό. Ἡ λαθεμένη σκέψη ἐπηρέασε, φυσικά, καὶ τὴ συνείδηση. Ἔτσι, ὁ γραπτὸς νόμος ἀποτέλεσε ἀναγκαιότητα γιὰ τὴ χειραγώγηση τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀληθινὴ θεογνωσία καὶ τὴ θεοφιλῆ διαγωγή.
.               Ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ἐπισφραγισμένη μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, θεραπεύει τὴ συνείδηση ἀπὸ τὴν κακὴ προδιάθεση [2] μὲ τὴν ὁποία τὴ δηλητηρίασε ἡ ἁμαρτία. Ἡ ὀρθὴ λειτουργία τῆς συνειδήσεως ἀποκαθίσταται, ἐνισχύεται καὶ σταθεροποιεῖται μὲ τὴν τήρηση τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ.
.               Ἡ ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας καὶ ἡ ὀρθὴ λειτουργία τῆς συνειδήσεως εἶναι δυνατὲς μόνο στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέσῳ τοῦ θείου νόμου της, πού κατευθύνει ὀρθὰ τὸν νοῦ. Γιατί κάθε λαθεμένη σκέψη ἐπιδρᾶ ἀρνητικὰ στὴ συνείδηση καὶ τὴ λειτουργία της.
.               Οἱ θεληματικὲς ἁμαρτίες σκοτίζουν, ἐξασθενίζουν, καταπνίγουν, ἀποκοιμίζουν τὴ συνείδηση.
.               Κάθε ἁμαρτία ποὺ δὲν ἐξαλείφεται μὲ τὴ μετάνοια, ἀφήνει τὴ βλαπτικὴ σφραγίδα της στὴ συνείδηση.
.               Ἡ ἑκούσια καὶ συνεχὴς ἁμαρτωλὴ ζωὴ σχεδὸν νεκρώνει τὴ συνείδηση. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὡστόσο, αὐτὴ νὰ νεκρωθεῖ ἐντελῶς. Θὰ συνοδεύει τὸν ἄνθρωπο μέχρι τὸ φοβερὸ Κριτήριο τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ θὰ τὸν ἐνοχοποιήσει, ἂν τὴν καταπατοῦσε. Σύμφωνα μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρες, ὁ ἀντίδικος τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀναφέρεται στὸ Εὐαγγέλιο [3], εἶναι ἡ συνείδηση. Καὶ πράγματι εἶναι ἀντίδικος, γιατί ἐναντιώνεται σὲ κάθε ἄνομο ἐγχείρημά μας.
.               Βαδίζοντας πρὸς τὸν οὐρανό, στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς σου, νὰ ἔχεις εἰρηνικὲς σχέσεις μ’ αὐτὸν τὸν ἀντίδικο, γιὰ νὰ μὴ γίνει κατήγορός σου τότε ποὺ θ’ ἀποφασίζεται ἡ κατάστασή σου στὴν αἰωνιότητα.
.               Λέει ἡ Γραφή: «Θὰ ἀπαλλάξει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ δεινὰ ἕνας ἀξιόπιστος μάρτυρας»[4]. Ἀξιόπιστος μάρτυρας εἶναι ἡ ἄμεμπτη συνείδηση. Ἡ ἄμεμπτη αὐτὴ συνείδηση τὴν ψυχὴ ποὺ ἀκούει τὶς συμβουλές της θὰ τὴ λυτρώσει ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες της μέχρι τὸν θάνατο καὶ ἀπὸ τὰ αἰώνια βάσανα μετὰ τὸν θάνατο. Ὅπως ἡ κόψη τοῦ μαχαιριοῦ ἀκονίζεται μὲ τὴν πέτρα, ἔτσι καὶ ἡ συνείδηση ἀκονίζεται ἀπὸ τὴ νοητὴ πέτρα [5], τὸν Χριστό, μὲ τὴ μελέτη τοῦ λόγου Του, ποὺ τὴ φωτίζει, καὶ μὲ τὴν τήρηση τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν.
.               Φωτισμένη καὶ ἀκονισμένη ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ ἡ συνείδηση, λεπτομερειακὰ καὶ ὁλοκάθαρα φανερώνει στὸν ἄνθρωπο τὶς ἁμαρτίες του, ἀκόμα καὶ τὶς πιὸ μικρές.
.              Μὴν ἀσκεῖς βία στὸν ἀντίδικό σου –μὴν παραβιάζεις τὴ συνείδησή σου! Διαφορετικά, θὰ στερηθεῖς τὴν πνευματική σου ἐλευθερία. Ἡ ἁμαρτία θὰ σὲ αἰχμαλωτίσει καὶ θὰ σὲ δέσει. Θλίβεται ὁ προφήτης μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ γι’ αὐτοὺς ποὺ ἐπιβουλεύονται τὸν ἴδιο τους τὸν ἑαυτό, παραβιάζοντας τὴ συνείδησή τους: «Ὁ Ἐφραΐμ καταπίεσε τὸν ἀντίδικό του, καταπάτησε τὸ δίκιο του, γιατί ἄρχισε νὰ ἀκολουθεῖ τὴ ματαιότητα»[6].
.               Ἡ «κόψη» τῆς συνειδήσεως εἶναι πολὺ λεπτή, πολὺ εὐαίσθητη, γι’ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ τὴ φυλάει προσεκτικά. Καὶ τὴ φυλάει, ὅταν ἐκτελεῖ ὅλες τὶς ὑποδείξεις τῆς συνειδήσεως καὶ ὅταν, σὲ περίπτωση ἀθετήσεως κάποιας ἀπ’ αὐτὲς λόγῳ ἀδυναμίας ἤ πλάνης, μετανοεῖ μὲ δάκρυα.
.               Καμιὰν ἁμαρτία μὴ θεωρεῖς ἀσήμαντη. Κάθε ἁμαρτία ἀποτελεῖ παράβαση τοῦ θείου νόμου, ἐναντίωση στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καταπάτηση τῆς συνειδήσεως. Ἄλλωστε, ἀπὸ τὰ μικρά, ἀπὸ τὰ μηδαμινά, ὅπως νομίζουμε, ἁμαρτήματα ὁδηγούμαστε σιγὰ-σιγὰ στὰ μεγάλα. “Πόσο σοβαρὸ εἶναι αὐτό; Εἶναι βαριὰ ἁμαρτία; Μήπως δὲν εἶναι κάν ἁμαρτία; Ναί, δὲν εἶναι ἁμαρτία!”. Ἔτσι σκέφτεται ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴ σωτηρία του, ὅταν ἀποφασίζει νὰ γευθεῖ τὴν ἁμαρτωλὴ τροφή, τὴν τροφὴ ποὺ ἀπαγορεύει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Μὲ ἀβάσιμους συλλογισμοὺς καταπατᾶ διαρκῶς τὴ συνείδησή του. Ἔτσι, μὲ τὸν καιρό, ἡ «κόψη» της στομώνει καὶ ἡ φωτεινότητά της μειώνεται. Στὴν ψυχὴ ἁπλώνονται τὸ σκοτάδι καὶ ἡ παγωνιὰ —ἡ ἀμέλεια καὶ ἡ ἀναισθησία.
.               Τελικὰ ἡ ἀναισθησία γίνεται πάγια κατάσταση τῆς ψυχῆς. Συχνὰ μάλιστα, συμβαίνει νὰ εἶναι ἱκανοποιημένη ἡ ψυχὴ μὲ τὴν ἀναισθησία της, θεωρώντας τὴν κατάσταση εὐάρεστη στὸν Θεό, κι ἔτσι νὰ ἔχει τὴ συνείδηση της ἀναπαυμένη. Στὴν πραγματικότητα, βέβαια, ἀφοῦ ἔχασε τὴ μακάρια συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς της, ποὺ εἶναι ἡ βάση τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τύφλωσε καὶ ἀποκοίμισε τὴ συνείδηση [7].
.               Ἀθέατες τότε, μέσα στὸ βαθὺ σκοτάδι τῆς ἀναισθησίας, διάφορες ἁμαρτίες ὁρμοῦν σὰν ληστὲς μέσα στὴν ψυχὴ καὶ τὴν κάνουν κρησφύγετό τους. Οἱ ἁμαρτίες αὐτές, μένοντας ἐκεῖ γιὰ πολύ, γίνονται συνήθειες. Μὲ τὸν καιρὸ ἑδραιώνονται καὶ ἰσχυροποιοῦνται ὅσο καὶ οἱ φυσικὲς ἰδιότητες τῆς ψυχῆς, καμιὰ φορά μάλιστα ξεπερνοῦν σὲ δύναμη ἀκόμα κι αὐτὲς τὶς φυσικὲς ἰδιότητες. Οἱ ἁμαρτωλὲς συνήθειες ὀνομάζονται πάθη. Χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἁλυσοδένεται σιγὰ-σιγὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ γίνεται αἰχμάλωτός της, δοῦλος της.
.               Ὅποιος ἀδιαφορεῖ συστηματικὰ γιὰ τὶς ὑπομνήσεις τῆς συνειδήσεως, ἀφήνει τὸν ἑαυτό του νὰ αἰχμαλωτιστεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος μόνο μὲ ἔντονο προσωπικὸ ἀγώνα καὶ μὲ τὴ δυναμικὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ θὰ μπορέσει νὰ σπάσει τὶς ἁλυσίδες του καὶ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη. Γιατί τὰ πάθη ταυτίστηκαν μὲ τὴ φύση του, ἔγιναν, θαρρεῖς, ἰδιότητές της.
.               Ἀγαπητέ μου ἀδελφέ! Μ’ ὅλη τὴν προσοχὴ καὶ τὴν ἐπιμέλεια φύλαξε τὴ συνείδησή σου.
.               Φύλαξε τὴ συνείδησή σου, πρῶτον, ὡς πρὸς τὴ σχέση σου μὲ τὸν Θεό. Νὰ τηρεῖς ὅλες τὶς ἐντολές Του, τόσο ὅταν σὲ βλέπουν οἱ ἄνθρωποι ὅσο καὶ ὅταν δὲν σὲ βλέπουν. Γιατί καὶ ὅταν δὲν σὲ βλέπουν οἱ ἄνθρωποι, ὅ,τι κάνεις, ἀκόμα καὶ ὅ,τι σκέφτεσαι, γίνεται γνωστὸ στὸν Θεὸ καὶ στὴ συνείδησή σου.
.               Φύλαξε τὴ συνείδησή σου, δεύτερον, ὡς πρὸς τὴ σχέση σου μὲ τὸν πλησίον. Μὴν ἀρκεῖσαι σὲ μίαν εὐπρεπῆ ἐξωτερικὴ συμπεριφορὰ πρὸς τοὺς συνανθρώπους σου. Πρέπει ἀπὸ τὴ συμπεριφορά σου νὰ ἱκανοποιεῖται ἡ συνείδησή σου. Καὶ ἡ συνείδηση ἱκανοποιεῖται, ὅταν ὄχι μόνο οἱ πράξεις σου ἀλλὰ καὶ τὰ αἰσθήματά σου γιὰ τὸν πλησίον ἀνταποκρίνονται στὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου.
.               Φύλαξε τὴ συνείδησή σου, τρίτον, ὡς πρὸς τὰ πράγματα, ἀποφεύγοντας τὰ περιττὰ καὶ τὰ πολυτελῆ. Νὰ θυμᾶσαι πὼς ὅλα τὰ ἀντικείμενα ποὺ χρησιμοποιεῖς στὴν καθημερινή σου ζωὴ εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ.
.               Φύλαξε τὴ συνείδησή σου, τέταρτον, ὡς πρὸς τὸν ἴδιο σου τὸν ἑαυτό. Μὴν ξεχνᾶς πὼς εἶσαι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ πρέπει νὰ Τοῦ μοιάσεις [8], νὰ Τοῦ παρουσιάσεις κάποτε αὐτὴ τὴν εἰκόνα καθαρὴ καὶ ἄμεμπτη.
.               Ἀλίμονο, ἀλίμονο στὴν ψυχή, στὴν ὁποία ὁ Κύριος, τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, δὲν θ’ ἀναγνωρίσει τὴν εἰκόνα Του! Ἀλίμονο στὴν ψυχή, στὴν ὁποία δὲν θὰ βρεῖ καμιὰν ὁμοιότητα μὲ τὸν ἑαυτό Του! Αὐτὴ ἡ ψυχὴ θ’ ἀκούσει τὴν τρομερὴ καταδίκη: «Δὲν σὲ ξέρω!»[9]. Ἡ ἄχρηστη εἰκόνα θὰ ριχθεῖ στὴν ἄσβεστη φλόγα τῆς γέεννας.
.               Ἀνέκφραστη καὶ ἀτελεύτητη, ἀπεναντίας, θὰ εἶναι ἡ χαρὰ τῆς ψυχῆς, στὴν ὁποία ὁ Κύριος θ’ ἀναγνωρίσει τὴν εἰκόνα Του, στὴν ὁποία θὰ δεῖ τὴν προπτωτικὴ θεία ὀμορφιά, δῶρο τῆς ἄπειρης ἀγαθότητάς Του στὸ πλάσμα Του. Αὐτὴ ἡ ὀμορφιὰ τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς μετὰ τὴν προπατορικὴ πτώση χάθηκε, ἀλλὰ ἀποκαταστάθηκε καὶ αὐξήθηκε μὲ τὴ λυτρωτικὴ οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ διατηροῦμε τὴ θεία ὀμορφιὰ τῆς ψυχῆς μας ἀκέραιη καὶ ἄσπιλη, ἀποφεύγοντας ὅλες τὶς ἁμαρτίες καὶ τηρώντας ὅλες τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές.
.               Τῆς ἀποφυγῆς τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν ἄγρυπνος ἐπιτηρητὴς καὶ ἀσίγητος παρακινητής εἶναι ἡ συνείδηση. Ἀμήν.

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Ἀββᾶ Δωροθέου, «Ἔργα Ἀσκητικά» Γ´, 40.
  2. Βλ. Ἑβρ. ι´ 22.
  3. Βλ Ματθ. ε´ 25. Λουκ. ιβ´ 58.
  4. Παρ. ιδ´ 25.
  5. Βλ. Α´ Κορ. ι´ 4.
  6. Ὠσ. ε´11.
  7. Βλ. Ὁσ. Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, «Κλῖμαξ», ΙΖ.
  8. Βλ. Γεν. Α´ 26-27.
  9. Πρβλ. Ματθ. κε´ 12. Λουκ. ιγ´ 25, 27

 

,

Σχολιάστε

«ΤΙ ΛΕΝΕ ΤΩΡΑ ΤΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ; ΛΕΝΕ ΤΟ “ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ”!» [Τὸ τελευταῖο Πάσχα τοῦ Ἁγ. Παϊσίου]

«ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΑΣΧΑ (1994) ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΑΪΣΙΟ»

ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κατερέλου,
«ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΝ ΚΑΙ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΣ»,
Ἐκδ. “Ὀρθόδοξος Κυψέλη”, Θεσσαλονίκη 2014)

[…] Τώρα, ὅσον ἀφορᾶ στὸν Γέροντα Παΐσιο, μὲ ἀφορμὴ τὴν Θεολογικὴ Σχολή, ἰδιαίτερα κατὰ τὴν περίοδο 93-94, πήγαινα τακτικὰ στὴν Σουρωτὴ καὶ ἔκανα ἀρκετές, τότε, ἀκολουθίες, Λειτουργίες, κλπ. Θυμᾶμαι ὅτι, ὅταν κάναμε ἕνα Εὐχέλαιο καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἡ ἀναξιότης μου θὰ ἔχριε τὸν Γέροντα Παΐσιο, ἐκεῖνος, λόγῳ τῆς ἱερωσύνης μου καὶ τῆς ταπείνωσής του, βέβαια, ἔσκυψε καὶ φίλησε τὸ ἁμαρτωλὸ χέρι μου. Ἐγὼ τότε, κοκκίνισα, τά ᾽χασα, καὶ ὁ μόνος τρόπος, ποὺ μποροῦσα νομίμως νὰ ἀντιδράσω, ἦταν κι ἐγώ, αὐθόρμητα, νὰ πάρω τὴν ἰδική του εὐχή, γιατί εἶχα μπροστά μου ἕναν Ἅγιο, καὶ νὰ ἀσπασθῶ κι ἐγώ, ταυτόχρονα, τὸ δικό του χέρι. Μὲ τὴν κίνηση, ὅμως, ποὺ ἔκανα γιὰ νὰ φθάσω καὶ νὰ ἀσπασθῶ τὸ δικό του χέρι, ἔγινε μία σύγκρουση κεφαλιῶν…! Μόνο ποὺ τὸ ἕνα ἦταν γεμάτο μυαλό, ἢ μᾶλλον, γεμάτο θεία Χάρι, καὶ τὸ ἄλλο ἦταν κούφιο, καὶ ἀπὸ μυαλό, καὶ ἀπὸ Χάρι, καὶ αὐτὸ φάνηκε καὶ ἀπὸ τὸν χτύπο – σχῆμα ὑπερβολῆς, βέβαια. Ἀποκορύφωμα βέβαια ὅλης αὐτῆς τῆς συγκυρίας, μὲ ἀφορμὴ τὴν Θεολογικὴ Σχολή, ποὺ μὲ ἔστειλε ὁ π. Παΐσιος, ἦταν νὰ κληθῶ στὴν Μονὴ τῆς Σουρωτῆς, γιὰ νὰ κάνω τὶς ἀκολουθίες τοῦ Πάσχα, τὸ 1994, τὸ τελευταῖο Πάσχα τῆς ἐπὶ γῆς ζωῆς τοῦ Γέροντα.
.             Τώρα, τὸ πῶς πῆρα ἄδεια ἀπὸ τὸν Δεσπότη μου, στὴν  Λαμία, καὶ πῶς ἕνας Δεσπότης εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσει  ἕναν ἱερέα, νὰ πάρει ἄδεια τὸ Πάσχα, εἶναι μυστήριο, εἶναι ἀνεξήγητο, τὸ πῶς ἄνοιγαν οἱ πόρτες… Μάλιστα, μοῦ εἶπε ὁ τότε Σεβασμιώτατος, κυρὸς Δαμασκηνός: «Φύγε ἀμέσως, δὲν θέλω νὰ μοῦ ἐξηγήσης κανένα λόγο». Καί, τότε, τοῦ εἶπα, γιατί τοῦ ἄρεσαν τὰ ἀστεῖα: «Φεύγω πρὶν τὸ μετανιώσετε»…
.            Πράγματι, ἔφυγα γιατί φοβόμουν νὰ μὴ τὸ μετανοιώση καὶ νὰ μὴν ἐπηρεασθῆ… Εἶχα προετοιμασθῆ, νὰ τοῦ πῶ πολλὰ ἐπιχειρήματα, μήπως καὶ μὲ ἄφηνε νὰ πάω ἐκεῖ, στὴν Σουρωτή, ἀλλὰ δὲν χρειάσθηκε.
.             Καὶ θυμᾶμαι ὅλα, ὅσα ἔγιναν ἐκείνη τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, στὴν Σουρωτὴ τὰ συγκινητικότατα, καὶ ἰδιαίτερα τὴν Μεγάλη Πέμπτη τὸ πρωί, στὴν Λειτουργία, στὴν ἀκολουθία, καὶ κατὰ τὴν ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ αὐτὲς ἔγιναν χωρὶς κόσμο, ἐννοεῖται. Ἔγιναν παρουσίᾳ μόνον τοῦ Γέροντος καὶ τῆς ἀδελφότητος ἐκεῖ, στὸ παρεκκλήσι τῶν Ταξιαρχῶν, τῶν Ἀρχαγγέλων.
.             Τί νὰ πρωτοαναφέρω, ἀπὸ ὅσα ἐπιτρέπονται, βέβαια. ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ π. Παΐσιος ἔπαιρνε τὸ Ἅγιο Φῶς κι ἐνῶ ἔψελνε τόσο σιγά, νόμιζες ὅτι βοᾶ πρὸς τὸν Κύριο. Ὅπως τότε, ποὺ εἶπε ὁ Θεὸς στὸν Μωυσῆ «τί βοᾶς πρός με;» κι ὁ Μωυσῆς μιλοῦσε ἀπὸ μέσα του. Πῶς σιγόψελνε σὲ ὅλη τὴν ἀκολουθία… ὁ τρόπος ποὺ ἔλεγε τὰ «Ἀληθῶς Ἀνέστη!» Ἡ εὐλάβειά του. Οἱ σταυροί του. Τὸ ὕφος του, οἱ κινήσεις του, τὰ πάντα του. Τὸ πῶς κοινωνοῦσε ἀπὸ τὴν ἀναξιότητά μου. Μᾶς ἔπιανε ἕνα τρέμουλο… Ἡ καρτερία του, ποὺ ἔδειχνε στοὺς πόνους. Ἡ ὅλη φερέπονος διάθεσίς του, κλπ., γιατί, τότε, εἶχαν ἀπομείνει μόνο 25-30 κιλὰ βάρος στὸ σῶμα του.
.             Φυσικά, μοῦ μένει ἀξέχαστη ἡ τελευταία συνάντησις ποὺ εἴχαμε μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς Ἀγάπης, ὅπου μεταξὺ τῶν ἄλλων, μοῦ ἔλεγε τί τοῦ εἶχαν πεῖ οἱ  γιατροί. Οἱ γιατροὶ τοῦ εἶπαν, ὅτι ὁ καρκίνος θὰ ἔκανε μετάστασι καὶ θὰ πήγαινε ἀπὸ τὸ Α´ ὄργανο, στὸ Β´ στὸ Γ´, στὸ Δ´… στὸ Ν, παντοῦ. Ἔτσι τοῦ εἶχαν πεῖ οἱ γιατροί, γιατί ἤθελε νὰ μάθη καὶ τὴν ἀλήθεια. Καί, τότε ὁ π. Παΐσιος ἀπήντησε χαριτωμένα, ἀναστάσιμα, εὐχάριστα: «Ἂς πάει ὅπου θέλει ὁ καρκίνος, ἀρκεῖ ἐδῶ νὰ μὴ πάει», εἶπε δείχνωντας τὸ κεφάλι του. Δηλ., ἐννοοῦσε ἀρκεῖ νὰ μὴ πειραζόταν ὁ νοῦς του, γιὰ νὰ ἔχει καλὴ ἀπολογία. Γιατί, μοῦ ἔλεγε: «Δὲν ἔχει σημασία τὸ πότε θὰ φύγωμε. Σημασία ἔχει νὰ εἴμαστε πάντοτε ἕτοιμοι».
.             Μετὰ ἀπ᾽ αὐτό, εἶπε στοὺς γιατρούς: «Μὲ κάνατε ἀστροναύτη, μὲ τὰ ὀξυγόνα, μὲ τὸ α´ καὶ μὲ τὸ β´… Τώρα, ὅμως, τελείωσε ἡ ἀποστολή σας. Τώρα ἀρχίζει ἡ δουλειὰ τοῦ Θεοῦ». Μοῦ εἶπε τότε καὶ διάφορα ἄλλα… Ἀλλά, καταλήγω ἐκεῖ ποὺ ξεκίνησα. Ἐὰν δὲν ἔκανα παράλογη ὑπακοὴ νὰ πάω Θεολογικὴ Σχολή, προφανῶς, μᾶλλον, δὲν θὰ εἶχα αὐτὲς τὶς πολλὲς καὶ ἄλλες εὐλογίες καὶ πνευματικὲς παρηγοριές, ποὺ εἶχα -ἀναξίως πάντα-, γιὰ τὶς ὁποῖες, βέβαια, εἴμαστε ἀναπολόγητοι. Ἐλπίζομε ὅμως στὶς εὐχὲς τοῦ Γέροντα.
.             Ἀνάλογες, ἀνεξίτηλες παραστάσεις ἀπὸ τὸν παππούλη, ἔχομε, ἐννοεῖται, καὶ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ ζοῦσε ἐκεῖ σὰν καιομένη λαμπάδα. Ἀπὸ ἐκεῖ, π.χ., ἔχω μία κασέτα, ἀπὸ τὴν ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως, στὸ Κελλὶ τοῦ π. Ἰσαάκ, ὅπου πάντα ἔκανε Πάσχα ὁ Γέροντας. Τότε, ἤμουν δόκιμος, ἀλλὰ καὶ ἄλλες φορές, ὡς φοιτητής, εἶχε τύχει νὰ κάνω ἐκεῖ Πάσχα. Ὅλοι ἤμασταν συγκινημένοι ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Γέροντα, ὁ ὁποῖος ἐρχόταν ἀπὸ τὸ πρωὶ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου καὶ διηγιόταν εὐχάριστα, ὠφέλιμα περιστατικά. Ὁ Γέροντας, ὅταν ἔψελνε, ἔψελνε ἀπὸ τὰ φυλλοκάρδια τῆς καρδιᾶς του. Ὅταν μάλιστα κάποιοι τοῦ ἔλεγαν «Γέροντα ψάλε κάτι κι ἐσύ», ἔλεγε «ἄ, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ψάλω κάτι, γιατί θέλω νὰ ψέλνω συνέχεια», δηλ. συνεχῶς. Πράγματι, σιγόψελνε σ᾽ ὅλην τὴν ἀκολουθία ἐκεῖ στὴν Λιτὴ -ἂς τὴν ποῦμε ἔτσι- τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Κελλιοῦ, τοῦ π. Ἰσαάκ.
.             Μάλιστα, ἐκεῖ ἦταν κι ἕνας Λιβανέζος, -γιατί ἤμαστε εἴκοσι πέντε περίπου ἄτομα ἐκ τῶν ὁποίων δύο ἦσαν Λιβανέζοι- καὶ τοῦ εἶπε ὁ π. Παΐσιος «νὰ διαβάσετε τὶς Πράξεις καὶ στὰ Ἀραβικά». Καὶ τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Λιβανέζος: «μά, Γέροντα, δὲν εἶναι σωστό, γιατί ὅλοι ἐσεῖς εἶστε Ἕλληνες, δὲν θὰ καταλαβαίνετε τίποτε ἀπὸ τὰ Ἀραβικά». Καὶ λέει ὁ π. Παΐσιος: «Καλύτερα, γιὰ νὰ μὴν ἔχωμε καὶ εὐθύνη ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως»…. Ἔλεγε κι ἄλλα τέτοια χαριτωμένα.
.             Κάποια στιγμή, τοῦ εἶπε ἕνας Λιβανέζος: «Γέροντα, νὰ σὲ βγάλω “μία” φωτογραφία;». Κι ὁ Γέροντας τοῦ λέει: «Πονηρούλη, “μία” στὰ Ἀραβικά σημαίνει 100»!
.             Ἦταν ἄνοιξη, ἄκουγε τὰ πουλιὰ ἔξω νὰ κελαϊδᾶνε καὶ μὲ ρωτάει: «Τί λένε, τώρα, τὰ πουλάκια;» «Ποῦ νὰ ξέρω Γέροντα;», τοῦ λέω. «Εὐλογημένε, λένε τὸ “Χριστὸς Ἀνέστη!”».

 

, ,

Σχολιάστε

Η ΤΕΛΙΚΗ ΜΑΧΗ ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ «Δικός μου εἶσαι ρέ… Δικός μου… Ἀκοῦς;» (γέρων Νεῖλος Ἁγιοφαραγγίτης)

τελευταία μάχη μ τν διάβολο
το
Γέροντος Νείλου το
γιοφαραγγίτου

Βλ. σχετ.: «ΕΠΙ ΣΤΑΥΡΟΥ ΔΙΑ ΣΕ, ΚΥΡΙΕ ΜΟΥ» (βιώνοντας ἰσόβια τὴν ὀδύνη τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ) [γέρ. Νεῖλος Ἁγιοφαραγγίτης]

Τοῦ Ἀρχιμ. Ἀντωνίου Φραγκάκη,
Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μ. Γορτύνης καὶ Ἀρκαδίας

.             Ἦταν μεσημέρι Μεγάλης Τρίτης 2016.
.             Φευγαλέα λόγῳ τῆς ἐργασιακῆς πληρότητας ποὺ ἐπέβαλλαν οἱ ρυθμοὶ τῶν Ἁγίων ἡμερῶν, ἐπισκεφθήκαμε στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου τὸν παλαίμαχο ἀγωνιστὴ τῆς ἐρήμου Γέροντα Νεῖλο (Θεόδωρο) τὸν Ἁγιοφαραγγίτη.
.             Τὸν βρήκαμε καταπονημένο σωματικά, σχεδὸν ξέπνοο, ἐξουθενωμένο ἀπὸ τὴν βαριὰ καὶ ἐπίπονη νόσο ποὺ ταλαιπώρησε τὸ ἀραχνῶδες χοϊκό του περίβλημα ἀλλὰ ὡρίμασε ἀπόλυτα τὴν γενναία του καὶ ἐν-Χριστωμένη ψυχή.
.             Παρὰ τὴν σωματικὴ ταλαιπωρία ἦταν θαλερότατος ψυχικά, σὲ μάχιμη ἑτοιμότητα καὶ μὲ τὴν συνήθη ὑψιπετοῦσα καρδιὰ καὶ πνευματικὴ ἀκμαιότητα.
.             Ἡ ἄνεση ποὺ μᾶς χορηγοῦσε ὁ στενότατος πνευματικὸς σύνδεσμος, ποὺ εἶχε ἀναπτυχθεῖ ἀνάμεσά μας τώρα καὶ ἀρκετὰ χρόνια, ἔδινε γιὰ μία ἄλλη φορὰ τὴν δυνατότητα νὰ ρουφήξουμε κάτι ἀπὸ τὸ νέκταρ τῆς ἐρήμου, τώρα ποὺ κατασταλαγμένο καὶ συνολικὸ ξεχυνόταν ἀπὸ τὸν κρατήρα τῆς ἄσκησης καὶ τοῦ πόνου, στὴν περίλαμπρη δεξαμενὴ τῆς αἰωνιότητας.
.             Κάποια στιγμὴ παρατήρησα ὅτι ὁ Γέροντας ὁλοπόρφυρος στὸ πρόσωπο καὶ μὲ κάποια ἐναγώνια ἐπιμονή, ἔφτυνε μέσα ἀπὸ τὴν μάσκα τοῦ ὀξυγόνου καὶ κάτι ψιθύριζε.
.             Ἡ μεταξύ μας ἀγάπη μοῦ ἔδωσε τὴν ἄνεση τοῦ ἐρωτήματος:
– Γέροντα, γιατί προσπαθεῖς νὰ φτύνεις συνέχεια μέσα ἀπὸ τὴν μάσκα τοῦ ὀξυγόνου;
.             Γέροντας: – Φτύνω τὸν ἀόρατο… νά ᾽ξερες τί μοῦ κάνει; Ἔχω νὰ κοιμηθῶ πέντε μερόνυχτα…
– Τί σοῦ κάνει Γέροντα;
.             Γέροντας: Εἶναι συνεχῶς ἀπέναντί μου. Μὲ βρίζει καὶ μὲ ἀπειλεῖ… Ἡ μορφή του εἶναι τόσο ἀπαίσια, ποὺ ἂν δὲν ἐνδυναμώσει ὁ Θεός, δὲν ἀντέχει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀγριότητα τῆς παρουσίας του…
– Πῶς εἶναι Γέροντα;
– Σὰν χοῖρος μὲ χονδρὲς – ἁδρὲς τρίχες (ἔτσι τὸν ἔβλεπε κι ὁ Γέροντας Ἀναστάσιος). Βρωμάει ἀπαίσια… Ἀλλάζει ὄψεις… Δὲν μπορεῖς νὰ τὸν περιγράψεις… Βγάζει τὴ γλώσσα του, ποὺ εἶναι τεράστια… ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξέρχονται κοκκινωπὲς φωτιές…
– Σοῦ μιλάει Γέροντα;
.             Γέροντας: Ἂν μοῦ μιλάει; Προσπαθεῖ νὰ μὲ ἀποθαρρύνει… Καὶ τί δὲν μοῦ λέει… Ἐγὼ -λέει- σοῦ ᾽φαγα τὴν σάρκα… ἐγὼ σοῦ λάβωσα τὰ πνευμόνια… Ἐγὼ ἔβαλα καὶ σὲ καταδίωκαν μία ζωή. Ἐγὼ σοῦ ἔκανα τὸ τάδε καὶ τὸ τάδε.. Ἐγὼ σ᾽ ἔφερα σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση. Ὅποιους βάλω στὰ δίχτυά μου, τοὺς περιποιοῦμαι καλά… Δικός μου εἶσαι ρέ… Δικός μου… Ἀκοῦς;
– Ἐσὺ πῶς ἀντιδρᾶς Γέροντα;
– Γέροντας: Ἀπαντῶ μὲ τὸ Χρυσοστομικὸ λόγιο: «Ἀνέστη Χριστὸς καὶ πεπτώκασι δαίμονες». Καὶ τὸν φτύνω συνέχεια… Αὐτός μοῦ λέει: «Τὸ περιποιήθηκα καλὰ καὶ τὸ Χρυσοστομάκι σας, ποὺ μοῦ πήγαινε κόντρα καὶ τά ᾽γραψε αὐτὰ (ἐννοοῦσε τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο). Τὸν συγύρισα χειρότερα ἀπὸ σένα. Ἔβαλα τοὺς δικούς μου καὶ τὸν διέλυσαν στὴν ἐξορία… Ἀφεντάδες καὶ Δεσποτάδες… Ἀκοῦς ρέ; Ἐγὼ σᾶς κατευθύνω καὶ τώρα… Θὰ τ᾽ ἀλλάξω ὅλα στὰ μπλὰ μπλά σας (στὴν διδασκαλία σας)… Ὅποιος μοῦ πάει κόντρα τὸν περιποιοῦμαι καλά… Ἔλα τώρα νὰ σέ… δροσίσω…». Βγάζει τὴν ἀπαίσια γλώσσα του, τὴν τεντώνει, ἂν καὶ βρίσκεται σὲ ἀπόσταση κάποια μέτρα μακριά, τὴν κάνει σὰν προβοσκίδα ἐλέφαντα, μὲ ἀκουμπᾶ σὲ διάφορα σημεῖα τοῦ προσώπου μου καὶ μὲ καίει ἀφόρητα… Καὶ συνεχίζει σαρκαστικά: «Αὐτὸ τὸ δῶρο ἀπὸ τὴν γλώσσα μου, ἐπειδὴ ἐσὺ μὲ ἔψηνες μὲ τὴν δική σου τὴν γλώσσα… Μπορεῖς νὰ μοῦ πεῖς γιατί δίδασκες; Ἀφοῦ ἐρχόμουνα καὶ σοῦ ᾽λεγα ὅτι δὲν ἦταν δουλειά σου νὰ διδάσκεις καὶ νὰ δίνεις κατευθύνσεις στὸν κόσμο. Νὰ διδάσκουν οἱ θεολόγοι, οἱ δεσποτάδες, μάλιστα… Ἀλλὰ ὄχι κι ἐσὺ νὰ μὲ βαρᾶς… Τὸ ξύλο τὸ ἀπελέκητο!». Ἄλλοτε γίνεται τεράστιο φίδι, περιτυλίγει καὶ σφίγγει τὸ σῶμα μου καὶ ἀντιμετωπίζω ἀφόρητο μαρτύριο. Ἐπιμένω στὸ «Χριστὸς Ἀνέστη καὶ πεπτώκασι δαίμονες» καὶ στὸ φτύσιμο… Τὰ εἶχα αὐτὰ καὶ στὴν ἔρημο ἀλλὰ καὶ πιὸ ἀραιὰ καὶ νικηφόρα… Ξεκίνησαν ἐντατικότερα τὶς τελευταῖες ἡμέρες… Ἐπιμένει καὶ δὲν φεύγει…
.                 – Ξέρετε, τοῦ εἶπα, ὁ Γέροντας Ἐφραὶμ ὁ Ἀριζονίτης γράφει, ὅτι τὸ ὑφίστανται αὐτὸ πρὸ τοῦ τέλους οἱ μεγάλοι ἀθλητὲς γιὰ νὰ ἀποκομίσουν καὶ μαρτυρικὸ στεφάνι. Γράφει συγκεκριμένα γιὰ τὴν Ὁσία Μητέρα του Γερόντισσα Θεοφανώ, ὅτι ἔβλεπε ὁ Γέροντας τὸν Ἄγγελό της, λίγες ἡμέρες πρὸ τῆς μακαρίας τελευτῆς της νὰ ἀποσύρεται διακριτικὰ καὶ νὰ παρακολουθεῖ τὸν ἀγώνα της, χωρὶς νὰ ἐπεμβαίνει. Τὴν ἄφηνε μόνη της νὰ παλεύει γιὰ νὰ αὐξηθεῖ ὁ μισθὸς τοῦ ἀγώνα καὶ τῆς ὑπομονῆς. Ἐκείνη ἀντιστέκονταν ἀδιάλειπτα μὲ δύο λέξεις: «Ἰησοῦ – Παναγία μου». Τὸν ἔβλεπε καὶ κρατοῦσε στιλέτο καὶ τὴν σημάδευε μὲ ἄγριες διαθέσεις… Τώρα καὶ ἐσεῖς εὑρίσκεσθε στὴν πύλη… Γι᾽ αὐτὸ συμβαίνουν αὐτά…
.             Μήπως καὶ ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης δὲν γράφει στὴν Κλίμακα ὅτι οἱ τελευταῖοι πειρασμοὶ τῶν μεγάλων ἀγωνιστῶν εἶναι τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἀπελπισίας;
.             Μήπως ὁ σύγχρονος ἀναγεννητὴς τοῦ Ἁγιωνύμου Ἄθωνος Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστὴς δὲν ἀπεκάλυψε στὰ πνευματικά του παιδιὰ ὅτι δέχθηκε τέτοια ἐπίθεση ἀπὸ τὸν πονηρὸ στὶς ὁριακὲς ἡμέρες πρὸ τοῦ τέλους, ποὺ πάσχιζε μὲ λυσσώδη μανία νὰ τοῦ κηρύξει φανταστικὲς καὶ ἄκυρες ὅλες του τὶς ἁγιοπνευματικὲς ἐμπειρίες;
.             Μήπως καὶ ὁ Ὅσιος Φιλόθεος ὁ Ζερβάκος, ὅταν πῆγε νὰ πληροφορήσει τὸν ἐπιστήθιο φίλο του, Ὅσιο Ἀθανάσιο τὸν Χαμακιώτη γιὰ τὸ ἐπερχόμενο τέλος τοῦ δεύτερου, δὲν τοῦ ἐπέστησε τὴν προσοχή, λέγοντάς του: «Πρόσεξε, ἀδελφέ, μὴ σὲ πειράξει τὴν τελευταία στιγμὴ ὁ παγκάκιστος;». Κάτι ποὺ βεβαίως ἔγινε, ἀλλὰ ὁ Γέροντας Ἀθανάσιος μὲ τὰ σημερινὰ ζωομύριστα καὶ μυρίπνοα ὀστᾶ, ἐξῆλθε τροπαιοῦχος καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν τελευταία πνευματικὴ γυμνασία ποὺ τοῦ παραχώρησε ὁ ἀγωνοθέτης Θεός…
.             Μήπως καὶ ὁ ἐμπνευστὴς καὶ ὁμόψυχος ἀδελφός σας, ὁ Μέγας Ἀναστάσιος ὁ Κουδουμιανός, μικρὸ πρὸ τῆς θριαμβευτικῆς μεταχωρήσεώς του στὴν αἰωνιότητα, δὲν μᾶς φανέρωσε, ὅτι εἶχε φοβερὴ συμπλοκὴ μὲ τοὺς δαίμονες, κάτι ὄχι ἀσυνήθιστο γιὰ τὸν ἐμπειροπόλεμο πυγμάχο τῆς ἀσκητικῆς κονίστρας; Τὸν ἔσυραν στὸ ἔδαφος, τοῦ κατάφεραν δύο περίεργα ἐγκαύματα στὴν πλάτη, τὰ ὁποῖα, βέβαια, μετὰ ἀπὸ παρέλευση ὀλίγιστου χρόνου, θαυματουργικῶς ἑξαλείφθησαν.
.             Καὶ ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος, ἀπὸ τοὺς σπάνιους σὲ χριστοκεντρικότητα καὶ ἀπόθεμα ἁγιότητος Ἱεράρχες, τὴν ἡμέρα ποὺ ἐκοιμήθη αἰφνιδίως, δέχθηκε ἐπίθεση ἀπὸ σμῆνος δαιμόνων…  Κατάπληκτος καὶ ἀναμαλλιασμένος βγῆκε στὸν ἐξώστη τοῦ μοναχικοῦ του ἐνδιαιτήματος καὶ φώναζε: «Γιατί ἀφήσατε τοὺς μαύρους νὰ περάσουν, τοὺς μασσώνους ποὺ ἀνέβηκαν ἐπάνω; Μοῦ ἔκαναν ἄγρια ἐπίθεση… Τοὺς ἀντιμετώπισα ἀλλὰ ζορίστηκα…». Αὐτὸ ἔγινε ἐκείνη τὴν ἡμέρα δύο φορές. Ἔχουμε καὶ πολλὰ ἄλλα παραδείγματα Γέροντα. Κάνε κουράγιο…
.             Ὁ Γέροντας μὲ πρόδηλη ἀπορία ἀποτυπωμένη στὴν ἔκφραση τοῦ προσώπου του, μοῦ ἀπάντησε:
– «Μὰ ἐγὼ δὲν ἀνήκω στοὺς μεγάλους ἀθλητές. Ὑπῆρξα ἰσόβιος ζητιάνος τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ στὴν ἔρημο διὰ τῆς μετανοίας… Εἶμαι ρεμάλι… Μεγάλος ἁμαρτωλός. Ζητοῦσα συνεχῶς ἔλεος… Δὲν εἶναι αὐτὰ γιὰ ᾽μένα. Δὲν ἀνήκω σὲ αὐτούς…».
– Αὐτά, ἀπάντησα, Γέροντα, ὁ Θεὸς τὰ ξέρει…
.             Μὲ ἱλαρὸ πρόσωπο ἔγνεψε ὅτι συμφωνεῖ καὶ ἔκλεισε τὰ ὁλόλαμπρα μάτια του ἀπὸ ἐξάντληση, περατώνοντας κάθε συζήτηση.
.             Ἄλλωστε ἀσθμαίνων καὶ μὲ πολὺ κόπο, σχεδὸν ψιθυριστά, μέχρι ἐκείνη τὴν ὥρα ἀνταποκρινόταν στὸν διάλογο. Ἀπόρησα ποῦ βρῆκε τὴν δύναμη νὰ μετάσχει τόσο εὐκρινῶς στὴ διαγενόμενη συζήτηση.
.             Ἦταν προφανῶς ἐνδυνάμωση Θεοῦ, προκειμένου νὰ ἀφήσει σὰν παρακαταθήκη καὶ τὴν τελευταία του αὐτὴ συγκλονιστικὴ ἐμπειρία, στὴν βιωματικὴ φιλοκαλία τῆς Ἐκκλησίας.
.             Αὐτὴ ἡ διήγηση ἦταν καὶ ὁ τελευταῖος μας διάλογος ἐπὶ γῆς…
.             Ὁ Γέροντας ἀπὸ τὴν Μεγάλη Τετάρτη τὸ βράδυ εἶχε πλέον ἠρεμήσει ἀπόλυτα καὶ περίμενε μὲ γαλήνη τὸ ἐπικείμενο τέλος.
.             Εἶχε λήξει ἡ τελευταία φοβερὴ μάχη μὲ τὸν δαίμονα. Νικητὴς ὁ παλαίμαχος ἀθλητὴς τῆς ἐρήμου ἔβλεπε τοὺς παλαιοὺς Ἁγιοφαραγγίτες Πατέρες νὰ τὸν περιστοιχίζουν καὶ τὶς ἐπουράνιες ἀγγελικὲς ταξιαρχίες νὰ ὑπερίπτανται ἐμφανῶς, νὰ ἐπιστατοῦν γύρω ἀπὸ τὴν κλίνη του, νὰ λαμβάνουν πρωτοβουλίες καὶ νὰ ἑτοιμάζουν τὴν ἔξοδό του.
.             Ἐκστατικὸς ἔμενε νὰ κοιτάζει καὶ δόξαζε τὸν Θεό! Ἔκανε μὲ ἀπροκάλυπτη δυσκολία ἄπειρες φορὲς τὸν σταυρό του.
.             Τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης Πέμπτης ψέλλισε: «Ὅλα τελείωσαν. Σήμερα φεύγω. Ἐπίκειται ἡ ὥρα. Νὰ εἰδοποιηθεῖ ὁ Ἀντώνης γιὰ τὴν ἄμεση μεταφορά μου μὲ τὸ ἀσθενοφόρο στὸ Κεφάλι (Ἐρημητήριο ὅπου ζοῦσε στὰ νοτιοδυτικὰ Ἀστερούσια).
.             Θέλω νὰ παραδώσω τὴν ψυχή μου ἐκεῖ… Ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ βρεθῶ στὸ Ἀσκητήριό μου ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης ἕως τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς».
.             Λίγο ἀργότερα εἶπε ξέπνοα ἀλλὰ καθαρά: «Ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος»
.             Ὅταν πρὶν λίγες ἡμέρες τὸν εἶχε ἐπισκεφθεῖ ζωντανὰ στὸ σπίτι, ποὺ ἐνοσηλεύετο στὶς Μοῖρες, ἡ κοιμηθεῖσα κόρη του Σταυρούλα, τὴν ρώτησε ὁ Γέροντας: «Πῶς εἶναι παιδί μου ὁ Παράδεισος», καὶ ἐκείνη ἀπάντησε: «Ὅπως μοῦ τὸν περιέγραφες, σεβαστέ μου πατέρα». «Ἐξήγησέ μου περισσότερο», ἐπέμεινε ἐκεῖνος καὶ αὐτὴ συμπλήρωσε: «Δὲν μοῦ ἔλεγες, ὅταν σὲ ρωτοῦσα ἐγὼ πρὶν φύγω, ὅτι ἐκεῖ “οὐκ ἔτσι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος”; Τελικὰ αὐτὸ εἶναι πατέρα».
.             Τώρα ὁ Γέροντας προγευόμενος τὰ ἔπαθλα τοῦ ἀγωνοθέτη Θεοῦ, τελείωνε τοὺς ἐπίπονους ἰσόβιους ἄθλους ἐπαναλαμβάνοντας τοῦτα τὰ λόγια καὶ ἕνα λεπτὸ ἀδιόρατο χαμόγελο σφράγιζε τὴν μυστηριώδη ἔκσταση τοῦ θανάτου. Βαριανάσαινε καὶ ἀτάραχος περίμενε. Τὸ οὐράνιο ταξίδι εἶχε πλέον ἄμεσα δρομολογηθεῖ.
.             Ἦταν Μεγάλη Πέμπτη λίγο πρὶν τὰ μεσάνυχτα 28-4-2016. Ἡ ἔνδοξη κοίμησή του ὑπῆρξε «μυστήριο κραυγῆς ὅπερ ἐν ἡσυχίᾳ Θεοῦ διεπράχθη» (Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος) ὅπως ἄλλωστε καὶ ὅλη ἡ θαυμαστὴ καὶ πνευματέμφορος βιοτή του.
.             Μόλις ἀκούμπησε τὸ κατάστικτο καὶ ὁσίαθλο σῶμα στὴν ἀσκητική του κλίνη, ἀμέσως φτερούγισε ἡ ὁλόφωτη καὶ θεοτερπὴς ψυχή του στὰ ἄφθαρτα σκηνώματα τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖον μὲ μανικὸ ἔρωτα ἀγάπησε καὶ μὲ ἀδιάλειπτη ἡσυχαστικὴ στοχοθεσία, χαρισματικῶς προσαπόκτησε.
.             Ἦταν ἡ πανίερη καὶ φοβερὴ βραδιὰ ποὺ ἐμυσταγωγεῖτο τὸ Θεῖο Πάθος στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν. Καὶ ἡ ἐσταυρωμένη ἐπίγεια διαδρομὴ τοῦ μαρτυρικοῦ Γέροντος, ἔπρεπε νὰ βρεῖ ἐκεῖνες τὶς συγκλονιστικὲς στιγμὲς τὴν νοηματοδότηση καὶ καταξίωσή της, ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ καλεῖ τοὺς φίλους Του ἐνεργὰ στὸ Σταυρό, προκειμένου νὰ τοὺς ἀναγνωρίσει δικούς Του καὶ νὰ τοὺς ἐντάξει πανηγυρικὰ καὶ στοὺς ἄληκτους ἀναβαθμοὺς τῆς Ἀναστάσεως..
.             Αἰωνία ἡ μνήμη του. Νὰ ἔχουμε τὴν εὐχή του.

ΠΗΓΗ: romfea.gr (ἀπὸ τὴν ἐφημ. «Ἀντίλαλος τῆς Μεσαρᾶς»)

 

Σχολιάστε

Η ΤΑΡΑΧΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΕΛΛΕΙΨΕΩΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Ἡ ταραχή
ἀποτέλεσμα ἐλλείψεως προετοιμασίας μας

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Ποιοὶ ξαφνιάζονται καὶ αἰσθάνονται ταραχή; Οἱ ἀπροετοίμαστοι νὰ ἀντιμετωπίσουν μιὰ δυσκολία, μιὰ ἐξέταση, μία ἐχθρικὴ ἐπιδρομή, μία ἀπρεπῆ συμπεριφορὰ ἑνὸς συνανθρώπου, μίαν ἀρρώστια, ἕνα θάνατο. Ταράσσονται οἱ ἀμελεῖς μαθητές, ὅταν ὁ δάσκαλος τοὺς καλεῖ γιὰ ἐξέταση. Ταράσσονται οἱ στρατιῶτες, ὅταν βλέπουν τὸν ἐχθρὸ νὰ προβάλλει καὶ δὲν εἶναι ἕτοιμοι νὰ τὸν ἀντιμετωπίσουν. Ταράσσονται οἱ ἀσθενεῖς ὅταν ὁ γιατρὸς τοὺς ἀνακοινώνει τὴ μορφὴ τῆς ἀσθενείας τους. Ταράσσονται οἱ μὴ ὑπομονετικοὶ συνάνθρωποί μας ἀπὸ τὶς ἀντιδράσεις, τοὺς ἐκνευρισμούς, τίς, ἄδικες πολλὲς φορές, συμπεριφορὲς τῶν ἄλλων. Ταράσσονται οἱ χλιαροὶ στὴν πίστη, οἱ εὐαίσθητοι ἀλλὰ ἀπρόσεκτοι, ὅταν πέσουν ἀναπόφευκτα στὴν ἁμαρτία. Ταράσσονται οἱ γονεῖς ὅταν μαθαίνουν ὅτι τὰ παιδιά τους ἔχουν μπλέξει μὲ κακὲς παρέες, μὲ ναρκωτικά, μὲ ἀνθρώπους τοῦ ὑποκόσμου ποὺ τὰ παρασύρουν στὸν ὄλεθρο καὶ στὴν καταστροφή. Ταράσσονται οἱ ψυχὲς ὅταν ἐννοήσουν τὸ θάνατο, γιατὶ μπροστά τους ἐπικρέμαται ἡ σπάθη τοῦ δικαιοκρίτου Κυρίου. Μᾶς τὸ λέει καὶ ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία: «Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατον». Ἡ ἔλλειψη κατάλληλης προετοιμασίας σὲ κάθε περίσταση ὁδηγεῖ στὴν ταραχή. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ψαλμωδὸς μᾶς λέει: «Ἡτοιμάσθην καὶ οὐκ ἐταράχθην» (Ψαλμ. 118, 60).
.         Οἱ ἐπιμελεῖς μαθητὲς δὲν ταράσσονται, γιατὶ ἡ προετοιμασία τους τοὺς θωρακίζει ἀπὸ ὁποιαδήποτε ξαφνικὴ ἐξέταση τοῦ δασκάλου τους. Οἱ στρατιῶτες ποὺ ἄγρυπνοι στέκουν μὲ «ἐφ’ ὅπλου λόγχην» καὶ γνωρίζουν τὶς πονηρὲς κινήσεις τοῦ ἔχθροῦ δὲν ταράσσονται μὲ τὴν παρουσία του. Τὴν περιμένουν. Ὅλοι μας ταρασσόμαστε, ὅταν οἱ ἄλλοι μᾶς συμπεριφέρονται ἀπαξιωτικά, μᾶς προσβάλλουν, μᾶς ὑποτιμοῦν, μᾶς ἐρεθίζουν μὲ λόγια καὶ πράξεις, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε μὲ ἀπάθεια, ταπεινὸ φρόνημα καὶ ὑπομονὴ νὰ τοὺς ἀντιμετωπίζουμε, γιὰ νὰ ἀποφεύγουμε τὸν πειρασμὸ καὶ τὴν ταραχή. Γιὰ τὶς κρίσιμες αὐτὲς στιγμές, ποὺ ἀναπόφευκτα ἔρχονται στὴν καθημερινότητά μας, ἄκουσα ἀπὸ ἕναν πνευματικὸ τὴ θεόσοφη φράση:
-Νὰ μαζεύεις ὑπομονή!,
δηλαδὴ νὰ σκέφτεσαι ἀπὸ πρὶν πῶς θὰ τὶς διαχειρισθεῖς. Ἡ προετοιμασία σου θὰ σοῦ διώξει κάθε ταραχή.
.       Οἱ ἀσθενεῖς ποὺ εἶναι προσγειωμένοι στὴν πραγματικότητα καὶ ἔχουν ἀποδεχθεῖ ὅτι οἱ ἀσθένειες εἶναι γιὰ ὅλους μας καὶ ὄχι γιὰ μόνο τοὺς ἄλλους, δὲν ταράσσονται στὸ ἄκουσμα τῶν ἰατρικῶν γνωματεύσεων, ἀλλὰ καρτερικὰ καὶ ἀγόγγυστα τὶς δέχονται καὶ φέρνουν στὰ χείλη τους τὰ λόγια τοῦ Ἰὼβ «ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν οὕτω καὶ ἐγένετο. Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον» (Ἰὼβ α´ 21).
.       Ὅλοι μας, οἱ χλιαροὶ περὶ τὴν πίστη, ἂς ἀκούσουμε τὸ παράδειγμα τοῦ Ὁσίου Παϊσίου καὶ ἂς μὴν θρηνοῦμε μετὰ τὶς πτώσεις μας. Ἡ στιχομυθία τοῦ Γέροντα μὲ κάποιον ἀνήσυχο νεαρὸ λίγο τροποποιημένη ἔχει ὡς ἑξῆς: Γέροντα, πῶς θὰ ξεπεράσω τὶς πτώσεις μου;
– Σκοπὸς εἶναι νὰ προλαβαίνεις νὰ μὴν φθάνεις σ’ αὐτές. Ἄμα φθάσεις, ἔχασες! Καὶ τὸ γάλα, ἂν δὲν προλάβεις νὰ τὸ κατεβάσεις ἀπὸ τὴ φωτιά, μόλις φουσκώσει, χύνεται.
-Πῶς θὰ τὶς προλαβαίνω;
– Χρειάζεται ἐπαγρύπνηση. Νὰ παρακολουθεῖς τὸν ἐαυτό σου καὶ νὰ συγκρατεῖς τὸ νοῦ σου καὶ τοὺς λογισμούς σου, γιὰ νὰ μὴ ριζώσει μέσα σου ἐπιθυμία κακή, νὰ μὴν γίνει ἀποδοχή της, νὰ μὴν γίνει πάθος, γιατὶ μετά, καὶ νὰ θελήσεις νὰ συγκρατηθεῖς καὶ νὰ τὴν κόψεις μὲ τὸ τσεκούρι, δὲν θὰ τὰ καταφέρεις. Νὰ θυμᾶσαι αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Δαβίδ: «Ἡτοιμάσθην καὶ οὐκ ἐταράχθην» (Ψαλμ, 118, 60).
.       Εἶδες ἐκεῖνος ὁ μοναχὸς τί ἔκανε; Μόλις ἔβγαινε ἀπὸ τὸ κελλί του, ἔκανε τὸν σταυρό του καὶ ἔλεγε: «Θεέ μου, φύλαξέ με ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς» καὶ ἦταν ἕτοιμος νὰ ἀντιμετωπίσει ὁποιονδήποτε πειρασμό. Ἦταν σὰν νὰ κρατοῦσε σκοπιά. Κοιτοῦσε ἀπὸ ποὺ θὰ τοῦ ἔλθει ὁ πειρασμός, γιὰ νὰ ἀμυνθεῖ. Καὶ μόνοι μας ἄμυνα δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε ὅσο καὶ ἂν προετοιμαζόμαστε. Ἡ προσευχὴ μᾶς φέρνει δίπλα μας τὸν Κύριο, ποὺ μᾶς ἐνισχύει. Εἶναι ἡ ἐπέμβαση τῆς μεγάλης δυνάμεως. Καὶ αὐτὴ τὴ χρειαζόμαστε πάντοτε!
.       Οἱ γονεῖς ποὺ μεγαλώνουν τὰ παιδιά τους μὲ «παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου» (Ἐφεσ. ϛ´ 4) χωρὶς νὰ ὑποκρίνονται, γιατὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν τὴν λεπτότητα νὰ καταλαβαίνουν τὸ γνήσιο ἀπὸ τὸ κάλπικο, τότε παρακαλουθώντας τὶς κινήσεις τῶν παιδιῶν τους, στέκουν δίπλα τους, εἶναι ἕτοιμοι κάθε στιγμὴ νὰ τὰ προστατεύσουν ἀπὸ τὰ βέλη τῆς σύγχρονης κοινωνίας, ὥστε νὰ νὰ μὴν φθάσουν νὰ κλαύσουν γιὰ ἐπερχόμενες πτώσεις. Καὶ οἱ ψυχές, ποὺ ὁ κτύπος τους εἶναι ρυθμισμένος μὲ τοὺς κτύπους τοῦ γλυκυτάτου μας Ἰησοῦ, καὶ ὁ δρόμος τῆς ἐπίγειας ζωῆς τους εἶναι δρόμος Χριστοῦ, δρόμος ἀρετῆς, δρόμος συνεχοῦς ἐγρηγόρσεως, δὲν θὰ φθάσουν νὰ ποῦν: «Τὸν χιτῶνά σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ.» Ἡ ἡμέρα καὶ ἡ ὥρα ποὺ θὰ ἔλθει ὁ Κύριος νὰ χτυπήσει τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας εἶναι ἄγνωστες. Ἐμεῖς ὡς πιστοὶ δοῦλοι Κυρίου ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε πάντοτε ἕτοιμοι. Μᾶς τὸ λέει καὶ ὁ Κύριος μὲ τὸ στόμα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου: «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν· τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής (Ματθ. κϛ´ 41). Ἔτσι, ὅταν ἔλθει ἡ εὐλογημένη ἐκείνη ὥρα τῆς ἐπισκέψεώς Του, ἡ παρουσία Του δὲν θὰ μᾶς ταράξει. Δὲν θὰ μᾶς δικαιολογήσει ἡ λαϊκὴ φράση: «Σπίτι ἀσυγύριστο μουσαφήρη περιμένει». Καὶ ἔτσι ὄχι μόνον δὲν θὰ ταραχθοῦμε, ἀλλὰ καὶ θὰ χαροῦμε καὶ θὰ πανηγυρίσουμε λέγοντας:
-Ἐλθέ, Κύριε, ὁ δοῦλος Σου μὲ χαρὰ Σὲ προσμένει. «Δέξαι με ὡς ἕνα τῶν μισθίων Σου (Λουκ. ιε´ 19). Πολὺ ἐπιθυμῶ νὰ μὲ πάρεις κοντά Σου. Ἐπιθυμῶ, ὅπως ὁ Παῦλος «ἀναλῦσαι καὶ σὺν Σοὶ εἶναι» (Φιλιπ. α´ 23). Ἐλθέ, εὐλογημένε μου Κύριε!


, ,

Σχολιάστε

«ΟΤΑΝ Ο ΠΟΝΗΡΟΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΝΙΚΗΣΕΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ…» (Ἅγ. Πορφύριος)

.             Γύριζα χαρούµενος μία μέρα, μετὰ ἀπὸ μία πολὺ ὡραία καὶ ὠφέλιµη περιοδεία ποὺ εἶχα μὲ τὸν Παππούλη [Ἅγ. Πορφύριο], ὅταν σ᾽ ἕνα δρόµο πρὶν φτάσω στὸ σπίτι μου, πέφτει ἐπάνω µου – χωρὶς ἐγὼ νὰ φταίω, καθὼς ἤµουν σταµατηµένος στὸ φανάρι- ἕνα µηχανάκι ποὺ εἶχε πάνω δύο ἄτοµα καὶ κυριολεκτικὰ χάθηκαν καὶ οἱ δύο κάτω ἀπὸ τὸ δεξιὸ μέρος τοῦ αὐτοκινήτου μου.
.               Βγῆκα ἔξω τροµαγµένος γιὰ τὸ συµβὰν καὶ ἕναν-ἕναν τοὺς τράβηξα ἀπὸ κάτω, χωρὶς νὰ ἔχουν πάθει ἀπολύτως τίποτα καὶ οἱ δύο, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ὑλικὲς ζηµιὲς στὸ αὐτοκίνητο καὶ στὸ µηχανάκι. “Δόξα σοι ὁ Θεός”, εἶπα. “Σᾶς βοήθησε ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία καὶ δὲν πάθατε τίποτα κακό”. Τοὺς φίλησα καὶ τοὺς δυὸ καὶ μετὰ ἀπὸ μία µικρὴ διαδικασία, ποὺ εἶχα μὲ τὴν τροχαία, τοὺς ἀποχαιρέτησα. Ἀµέσως πῆρα τηλέφωνο τὸν Παππoύλη καὶ τοῦ εἶπα τί µοῦ συνέβη καὶ ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ὑλικὲς ζηµιὲς καὶ τὴν ταραχή μου, γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα δὲν εἶχα κανένα πρόβληµα. Τότε µοῦ εἶπε: “Νὰ ξέρεις, παιδὶ μου, ὅτι ὁ πονηρὸς ὅταν δὲν µπορεῖ νὰ μᾶς νικήσει ἐσωτερικά, τότε μᾶς κάνει αὐτὲς τὶς ἐξωτερικὲς ἐπιθέσεις μὲ διάφορα συµβάντα, ποὺ ἐπιτρέπει ὁ Θεός, γιὰ νὰ μᾶς φοβίσει. Ἡ συµπεριφορά σου στοὺς δύο ποὺ ἔπεσαν πάνω σου ἦταν πολὺ καλή. Νὰ ἔχεις τὴν εὐχὴ τοῦ Κυρίου».

 

 

 

, ,

Σχολιάστε