Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ"

ΤΟ ΑΛΗΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ

Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου
Λόγοι Α´- Μὲ πόνο καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο,
ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος»,
Σουρωτὴ Θεσ/νίκης 1998, σελ. 265-266

.               Ἡ Γραφὴ λέει «ἔλεγξον τὸν ἀδελφόν σου», δὲν λέει «ἔλεγξον τὸν πατέρα σου». Οἱ σημερινοὶ νέοι ἔχουν λόγο, ἔχουν τὸ ἀντάρτικο, δίχως νὰ τὸ καταλαβαίνουν. Τὴν θεωροῦν φυσιολογικὴ αὐτὴν τὴν συμπεριφορά. Μιλοῦν μὲ ἀναίδεια καὶ σοῦ λένε: «Τὸ εἶπα ἁπλά». Ἔχουν ἐπηρεασθῆ ἀπὸ αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου τὸ ἀλήτικο, ποὺ δὲν σέβεται τίποτε. Δὲν ὑπάρχει σεβασμὸς στὴν συμπεριφορὰ τοῦ μικροῦ πρὸς τὸν μεγάλο καὶ δὲν τὸ καταλαβαίνουν πόσο κακὸ εἶναι αὐτό. Ὅταν ὁ μικρὸς λέη κατεστημένο τὸν σεβασμὸ στὸν μεγάλο, γιὰ νὰ ἔχη δῆθεν προσωπικότητα, τί περιμένεις; Χρειάζεται πολλὴ προσοχή. Τὸ κοσμικὸ πνεῦμα, τὸ σύγχρονο, λέει: «Μὴν ἀκοῦτε τοὺς γονεῖς, τοὺς δασκάλους κ.λπ.». Γι’ αὐτὸ τὰ μικρότερα παιδιὰ γίνονται χειρότερα τώρα. Μεγαλύτερη ζημιὰ παθαίνουν ἰδίως ἐκεῖνα τὰ παιδιὰ ποὺ οἱ γονεῖς τους δὲν καταλαβαίνουν τί κακὸ τὰ κάνουν μὲ τὸ νὰ τὰ θαυμάζουν καὶ νὰ τὰ θεωροῦν σπουδαῖα, ὅταν μιλοῦν μὲ ἀναίδεια.
.             Εἶχαν ἔρθει στὸ Καλύβι δυὸ ξαδελφάκια ὀκτὼ-ἐννιὰ χρονῶν μὲ τὸν πατέρα τους. Τὰ πῆρα τὸ ἕνα δεξιά, τὸ ἄλλο ἀριστερά. Ἦταν ἐκεῖ καὶ ἕνας γνωστός μου ζωγράφος, πολὺ καλὸ παιδὶ καὶ καλλιτέχνης· σὲ ἕνα λεπτό, τὰκ-τάκ, τὸν ζωγραφίζει τὸν ἄλλον. «Διονύση, τοῦ λέω, ζωγράφισε τὰ παιδιὰ ἔτσι, ὅπως καθόμαστε μαζί». «Γιὰ νὰ δοῦμε, λέει, ἂν τὰ καταφέρω, γιατί κουνιοῦνται». Ἔβγαλε μία κόλλα καὶ ἄρχισε νὰ ζωγραφίζη. Πετιέται τὸ ἕνα καὶ λέει: «Γιὰ νὰ δοῦμε, βρὲ βλάκα, τί θὰ φτιάξης!», καὶ νὰ εἶναι κόσμος μπροστά! Ὁ νέος δὲν ταράχτηκε καθόλου. «Αὐτὰ  εἶναι τὰ σημερινὰ παιδιά, Πάτερ!», μοῦ λέει καὶ συνέχισε νὰ ζωγραφίζη. μένα μο νέβηκε τ αμα στ κεφάλι. Καὶ ὁ πατέρας του σὰν νὰ μὴ συνέβαινε τίποτε! Νὰ λένε ἔτσι σὲ ἄνθρωπο τριάντα χρονῶν καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ κάθεται καὶ νὰ ζωγραφίζη! Ἀναίδεια, ἀσέβεια καὶ πόσα ἄλλα!… Φοβερό! Ἄντε τώρα κάποιο ἀπὸ αὐτὰ τὰ παιδιὰ νὰ θελήση νὰ γίνη καλόγερος. Πόση δουλειὰ χρειάζεται, γιὰ νὰ γίνη αὐτὸ τὸ παιδὶ σωστὸς μοναχός! ταν ο μανάδες δν τ προσέχουν, καταστρέφονται τ παιδιά. λη βάση εναι ο μανάδες. Στὴν Ρωσία, ἂν ἄλλαξε κάτι, εἶναι γιατί οἱ μανάδες κρυφὰ κράτησαν τὴν πίστη, τὴν εὐλάβεια καὶ βοήθησαν τὰ παιδιά. Εὐτυχῶς ποὺ ὑπάρχει καὶ λίγο προζύμι ἀπὸ χριστιανικὲς οἰκογένειες, ἀλλιῶς θὰ ἤμασταν χαμένοι.

Διαφημίσεις

, , , , ,

Σχολιάστε

«Η ΨΥΧΟΣΩΜΑΤΙΚΗ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ καὶ ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ AΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ τὸν AΓΙΟΡΕΙΤΗ» [Νέα ἔκδοση]

 

ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ

Μαρίας Βασιλειάδου,
Ἀναπλ. Καθηγητρίας Θεολογικῆς Σχολῆς Ε.Κ.Π.Α.
«Ἡ Ψυχοσωματική Φυσιολογία καί Παθολογία
κατά τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη»
ἔκδ. Ἱ. Κοινοβίου ὁσίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου,
Πεντάλοφος Παιονίας Κιλκίς
Σεπτέμβριος 2019

.          Στό νέο αὐτό βιβλίο, πού ἐξέδωσε τό Ἱερό Κοινόβιο Ὁσ. Νικοδήμου, ἡ ἰατρός καί Ἀναπληρώτρια Καθηγήτρια τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Μαρία Σ. Βασιλειάδου παρουσιάζει τίς θεμελιώδεις ἀρχές ἐπί τῶν ὁποίων οἰκοδομεῖται ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ ἁγίου Νικοδήμου σέ συνάφεια μέ τά πορίσματα τῆς σύγχρονης ἰατρικῆς ἐπιστήμης. Βασικές πηγές ἄντλησης ὑλικοῦ γιά τό ἔργο τῆς συγγραφέως ἀποτέλεσαν τά δύο βιβλία τοῦ Ἁγίου, τό ἀριστουργηματικό Συμβουλευτικόν Ἐγχειρίδιον καί τό Ἐξομολογητάριον.
.             Ὑπό τό φῶς τῆς «κατά Χριστόν» ζωῆς καί φιλοσοφίας τοῦ ἁγίου Νικοδήμου στό βιβλίο αὐτό ἐξετάζονται οἱ λειτουργίες τοῦ ἀνθρώπινου ὀργανισμοῦ καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος, κάνοντας ὀρθή χρήση τῶν ψυχοσωματικῶν του δυνάμεων νά ὁδηγηθεῖ ἀπό τό «κατά φύσιν» (ἤ τό «παρά φύσιν») στό «ὑπέρ φύσιν».
.               
Ὁ πολύσοφος ἅγιος Νικόδημος, ἐκτός ἀπό μέγας θεολόγος ἦταν συγχρόνως καί μεγάλος ψυχολόγος, ἕνας ἀνατόμος τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς. Ὑπερβαίνοντας τά ὅρια τῆς ἰατρικῆς Φυσιολογίας καί Παθολογίας, οἱ ὁποῖες ἀσχολοῦνται μέ τή λειτουργικότητα τοῦ «ὑγιοῦς» ἤ «νοσοῦντος» ἀντίστοιχα ἀνθρωπίνου ὀργανισμοῦ, ὁ Ἅγιος προχωρεῖ ἕνα ἀκόμη βῆμα παραπέρα περιγράφοντας τήν ψυχοσωματική λειτουργικότητα τοῦ ἐν πτώσει ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά ἐπιλέξει μεταξύ σωτηρίας καί φθορᾶς, ἤ ἀλλιῶς τοῦ «ὑπέρ φύσιν» καί τοῦ «παρά φύσιν» προσανατολισμοῦ τῆς ἐπίγειας πορείας του.
.              Στό βιβλίο αὐτό συναντῶνται, σέ μιά ἀγαστή συμφωνία, τά πορίσματα τῆς σύγχρονης ἰατρικῆς ἐπιστήμης (Ψυχιατρικῆς, Νευρολογίας, Νευροφυσιολογίας) μέ τήν θεοφώτιστη σκέψη τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου. Ὑπάρχει πλούσια παράθεση βιβλιογραφίας, ξένης καί ἑλληνικῆς, ὅπου ἡ κυρία Μ.Βασιλειάδου στηρίζει τίς ἀπόψεις της σέ παραλληλισμό μέ τίς ἀπόψεις πού ἐκφράζει ἡ θεόπνευστη γραφίδα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου.
.              Ἡ μελέτη τοῦ ἔργου ἀναδεικνύει μιά ἀκόμη πτυχή -ἄγνωστη ἴσως στούς περισσότερους- τῆς προσωπικότητας τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, αὐτήν τοῦ ἀνατόμου τῆς ψυχῆς.
.              Ὁ ἀναγνώστης κρατάει στά χέρια του ἕνα ἐπιστημονικό ἔργο καί μέ τή μελέτη του ὁδηγεῖται σέ χρήσιμα καί ἀσφαλῆ συμπεράσματα, τά ὁποῖα ἔχουν ἄμεση σχέση μέ τή σωτηρία του.
.              Ἡ Ψυχοσωματική Φυσιολογία καί Παθολογία κατά τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη εἶναι λοιπόν ἕνα βιβλίο ἀπαραίτητο γιά τόν πιστό πού ἔχει θέσει ὡς στόχο στή ζωή του τή θέωση καί ἀγωνίζεται νά τήν πετύχει. Αὐτός εἶναι, ἄλλωστε, καί ὁ ἀληθινός σκοπός τοῦ ἀνθρώπου στή γῆ, ἡ ὁμοίωσή του μέ τόν Θεό.

, , ,

Σχολιάστε

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΒΙΩΜΑ ΜΕΣΑ ἀπὸ ἕνα κατηχητικὸ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (Χαρ. Μπούσιας)

Χριστιανικὸ βίωμα
μέσα ἀπὸ ἕνα κατηχητικὸ τραγούδι
 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.             να ὄμορφο τραγούδι τῶν κατηχητικῶν μας χρόνων μὲ θαυμάσιους στίχους, ὅλο νόημα, τραγούδι ποὺ ἐμπεριέχει τὴν ἔμπρακτη χριστιανικὴ ζωή, αὐτὴν μὲ τὴν ὁποία γνωρίζεται ὁ γνήσιος χριστιανὸς καὶ ἀπὸ τὴν ὁποία δοξάζεται ὁ Κύριός μας, λέει:
Χαρὰ στὰ μάτια ποὺ δακρύζουν
γιὰ κάποιον ἄλλον ποὺ πονᾶ,
γιατὶ τὰ μάτια αὐτὰ θὰ δοῦνε
τοῦ Παραδείσου τὰ ἀγαθά.
.             Εὐλογημένα εἶναι τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων ποὺ δακρύζουν γιὰ τὸν πόνο τῶν ἄλλων, ποὺ τοὺς ἐγγίζουν τὰ βάσανα τῶν γύρω τους, ποὺ συμπάσχουν μὲ αὐτούς, συμμετέχουν στὸν πόνο καὶ στὶς θλίψεις τους, ποὺ «χαίρουν μετὰ χαιρόντων καὶ κλαίουν μετὰ κλαιόντων (῾Ρωμ. ιβ´ 15). Αὐτὲς οἱ εὐλογημένες ὑπάρξεις θὰ βραβευθοῦν ἀπὸ τὸν οὐράνιο Κριτὴ καὶ θὰ ἀξιωθοῦν νὰ ἀπολαύσουν τοῦ Παραδείσου τὰ ἀγαθά, «ἃ ἡτοίμασε Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» (Α´ Κορ. β´ 9).
.             Γιὰ νὰ δακρύσουν, ὅμως, τὰ μάτια μας, στὶς δυσκολίες τῶν συνανθρώπων μας πρέπει ἡ καρδιά μας νὰ εἶναι σπλαγχνική. Γιὰ νὰ ἀναβλύσουν δάκρυα στὰ μάτια μας πρέπει νὰ ὑπάρχει μέσα μας μιὰ πηγή, ἡ πηγὴ τῆς συμπόνοιας, τῆς εὐσπλαγχνίας, αὐτῆς ποὺ εἶναι τὸ ὀξυγόνο τῆς ψυχῆς. Χωρὶς εὐσπλαγχνία οἱ πνεύμονές της δὲν λειτουργοῦν καὶ ἐπέρχεται ἐπώδυνος ὁ αἰώνιος θάνατος. Καὶ στὸ ὡραιότερο καὶ πιὸ θαλερὸ δάσος μὲ τὸ πλούσιο ὀξυγόνο ἂν βάλλουμε τὸν ἄσπλαγχνο, ἐκεῖνος δὲν μπορεῖ νὰ τὸ χαρεῖ, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀναπνεύσει, ἀφοῦ ἔχει κατεστραμένους τοὺς πνεύμονές του! Τὸ κακὸ εἶναι ὅτι ὁ ἄσπλαγχνος καὶ τὶς ὀμορφιὲς αὐτῆς τῆς ζωῆς δὲν μπορεῖ νὰ ἀπολαύσει, ἀφοῦ ὅλες οἱ ὀμορφιὲς στηρίζονται στὴν εὐσπλαγχνία καὶ τὶς ὀμορφιὲς θὰ στερηθεῖ τοῦ Παραδείσου, ἀφοῦ αὐτὲς ἔχουν δημιουργηθεῖ γιὰ τοὺς εὐσπλάγχνους ἀπὸ τὸν Κύριο τῆς ἀγάπης.
.             Οἱ φτωχοὶ ἀλλὰ εὔσπλαγχνοι αὐτῆς τῆς ζωῆς θὰ εἶναι οἱ πρίγκηπες τοῦ οὐρανοῦ καὶ οἱ πρίγκηπες σκληρόκαρδοι αὐτῆς τῆς ζωῆς θὰ εἶναι οἱ πάμφτωχοι τῆς ἄλλης, αὐτοὶ ποὺ δὲν θὰ τοὺς δοθεῖ τὸ εἰσιτήριο τῆς ἄλλης ζωῆς, ἀλλὰ τὸ εἰσιτήριο τοῦ διαρκοῦς θανάτου. Γνωστὴ εἶναι ἡ παραβολὴ τοῦ ἄσπλαγχνου πλουσίου καὶ τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου.
.             Ἕνας σύγχρονος ποιητὴς γράφει ὅτι ἂν δὲν πεθαίνει ὁ ἕνας ἄνθρωπος γιὰ τὸν ἄλλο στὴν κοινωνία τῶν προσώπων ποὺ ζοῦμε, τότε εἴμαστε κιόλας νεκροί, εἴμαστε ζωντανοὶ νεκροί. Ὁ ὁσιώτατος Γέροντας Εὐσέβιος Βίττης ἔλεγε: «Ὅσο κτυπάει ἡ καρδιά μου δὲν θὰ πάψω νὰ ἀγαπῶ. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη μοῦ δίνει ζωή. Ζῶ γιὰ νὰ ἀγαπῶ καὶ νοιώθω ζωντανὸς ἐπειδὴ ἀγαπῶ». Ἂν θέλουμε ὅλοι μας νὰ λεγόμαστε ἄνθρωποι ὀφείλουμε νὰ ἀναζητοῦμε τὴν ὀμορφιὰ τῆς ζωῆς στὴν εὐτυχία τοῦ ἄλλου. Καὶ ἡ εὐτυχία τοῦ ἄλλου περνάει μέσα ἀπὸ τὴν ἁπλοχεριὰ τὴν δική μας, ἀπὸ τὴν συμπόνοια μας, ἀπὸ τὴν εὐπλαγχνία μας. Καὶ αὐτή, ὅμως, ὅσο μεγάλη καὶ νὰ εἶναι, εἶναι ἐλάχιστη ἐμπρὸς στὴν εὐπλαγχνία τοῦ Θεοῦ μας. Ἔγραφε ἡ Γερόντισσα Μακρίνα τῆς Πορταριᾶς ὅτι, «ὅπως ἡ θάλασσα καὶ ὁ οὐρανὸς δέν ἔχουν τέλος, ἔτσι καὶ ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀτελείωτη. Καὶ ὅση εἶναι ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ,τόση πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ ὑπομονὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀτελείωτη, γιὰ νὰ ἔρθει καὶ τὸ ποθεινὸ εἰσιτήριο τοῦ Παραδείσου».
.             Ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς ἔλεγε ὅτι «ἡ εὐσπαλγχνία εἶναι ἀπέραντη δύναμη. Αὐτὴ μικραίνει τὸ χάσμα ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν Θεό, ἀνάμεσα στὴν γῆ καὶ τὸν οὐρανό. Ἐκεῖ ὅπου πραγματοποιεῖται τὸ Εὐαγγέλιο, ἐκεῖ ἤδη ἐμφανίζεται ὁ Παράδεισος. Ὁ Θεός τίποτε δὲν ἀγαπάει τόσο, ὅσο τὴν εὐσπλαγχνία. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ σπλαχνικὸς ἄνθρωπος μοιάζει μὲ τὸν Θεό. Ἡ εὐσπλαγχνία ἔχει θεϊκὴ καταγωγή, διότι, ἀπὸ τὸν Θεὸ γεννιέται, μὲ τὸν Θεὸ ἀναπτύσσεται καὶ μὲ τὸν Θεὸ ὡριμάζει. Χωρὶς εὐσπλαγχνία ὁ Θεὸς θὰ ἔπαυε νὰ εἶναι Θεός, ὅπως καὶ ὁ ἄνθρωπος παύει νὰ εἶναι Ἄνθρωπος».
.             Ἁπλὸ παράδειγμα εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ βλέπουμε στὸ χορτασμὸ τῶν πεντακισχιλίων ἀνδρῶν μὲ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθεῖς. Διαβάζουμε στὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον ὅτι «ὁ Ἰησοῦς εἶδεν πολὺν ὄχλον καὶ «εὐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτοῖς» (Ματθ. ιδ´ 14)! Κατάλαβε ὁ Χριστός μας ὅτι πεινοῦσαν. Πῶς μποροῦσε νὰ τοὺς ἀφήσει νηστικούς, Αὐτὸς ποὺ διατρέφει τὰ σύμπαντα; Τοὺς σπλαγχνίσθηκε καὶ ἔκανε τὸ θαῦμα Του, γιὰ νὰ μᾶς δείξει ὅτι καὶ ἐμεῖς ὅταν σπλαγχνιζόμαστε τοὺς ἄλλους γίνεται μέγα θαῦμα μυστικὰ καὶ ὄχι μόνο πολλαπλασιάζουμε τὰ ἀγαθά μας, ἀλλὰ βλέπουμε καὶ τὸ εἰσιτήριο τοῦ Παραδείσου νὰ μᾶς δίνεται ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ πολυεύσπλαγχνου Θεοῦ μας.
.             Τὰ δάκρυα τώρα τῆς συμπόνοιας, ὅπως καὶ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας ἀποτελοῦν δῶρο Θεοῦ, ἀφοῦ ὑποδουλώνουν ὅτι προέρχονται ἀπὸ καρδιὰ δοσμένη ὁλοκληρωτικὰ στὸν Θεό μας. Οἱ δικές μας καρδιές, ὅμως, δὲν τοῦ εἶναι ὁλοκληρωτικὰ δοσμένες. Εἴμαστε δίψυχοι. Μᾶς ἀρέσει καὶ ὁ Θεός, μᾶς ἀρέσει καὶ ο μαμωνᾶς. Μᾶς ἀρέσει ἡ ἀρετή, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ἡ ἁμαρτία. Μᾶς ἀρέσει ἡ πνευματικὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ τὸ κοσμικὸ φρόνημα. Λησμονοῦμε ὅτι, «οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. ϛ´ 14, Λουκ. ιϛ´ 13). Ἔτσι, πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς αὐτὸ τὸ δῶρο τῶν δακρύων δὲν τὸ θέλουμε, τὸ ἀποφεύγουμε, γιατὶ ἡ καρδιά μας ἔχει σκληρύνει. Δὲν θέλουμε νὰ κλαῖμε, νὰ στενοχωριόμαστε, νὰ στερούμαστε γιὰ νὰ δίνουμε, νὰ δοκιμαζόμαστε. Ἔτσι, μάθαμε καὶ τὰ παιδιά μας, γι’ αὐτὸ τὰ ἔχουμε «μὴ στάξει καὶ μὴ βρέξει» καὶ δημιουργοῦμε ἄβουλα παιδιὰ καὶ εὐάλωτα στὶς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ, ἀπαιτητικά, ἀχόρταγα καὶ ἀχάριστα.
.              Συνεχίζει τὸ τραγούδι μας:
Χαρὰ στὸ στόμα ὅπου λέγει

λόγια παρήγορα, γλυκά,
γιατὶ τὸ στόμα αὐτὸ θὰ ψάλλει
μὲ τοὺς Ἀγγέλους: Ὠσαννά!
.             Εὐλογημένο εἶναι τὸ στόμα ποὺ λέει λόγια παρήγορα, γλυκά. Τὸ στόμα ἀποτελεῖ τὴν θύρα τῆς καρδιᾶς, εἶναι ὁ «ἐκπρόσωπος τύπου» της. Μᾶς λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ὅτι, «ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ» (Ματθ. ιβ´ 34). Ὅ,τι ἔχει ἡ καρδιά, αὐτὸ θὰ πεῖ ἡ γλῶσσα. Αὐτὴ ἀποκαλύπτει τὸν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ καθενός μας. Ἂν σὲ μιὰ δεξαμενὴ ρίχνουμε συνεχῶς νερό, αὐτὴ γεμίζει μέχρι πάνω, καὶ ξεχειλίζει. Αὐτὸ ποὺ ξεχειλίζει, εἶναι τὸ περίσσευμα, καὶ αὐτὸ βγάζει τὸ στόμα. Ἂν στὴν δεξαμενὴ μέσα πέσει ἕνα φίδι ἁμαρτίας, κοσμικῆς ζωῆς, ἐμπάθειας, ἐγωϊσμοῦ, φιλοχρηματίας, φιλοπρωτίας, καὶ τὴν δηλητηριάσει τότε ὅλο τὸ νερὸ εἶναι ἀκατάλληλο καὶ φυσικὰ καὶ τὸ ξεχείλισμά της εἶναι δηλητηριασμένο. Ἂν στὴν δεξαμενὴ ρίξουμε λίγο ἁγιασμὸ καλῶν ἔργων, μετανοίας, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς, προσευχητικῆς διαθέσεως, τότε ἁγιάζεται ὅλη καὶ τὸ ξεχειλισμά της εἶναι ἁγιασμός, εἶναι «ὕδωρ ἁλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ´ 14).
.             Ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἔχει στὴν ψυχή του πολύτιμο θησαυροφυλάκιο ἀγαθῶν σκέψεων καὶ συναισθημάτων, καὶ ἀπὸ τὸν ἀγαθὸ αὐτὸ θησαυρὸ τῆς καρδιᾶς του βγάζει καλωσύνη, λόγια καὶ πράξεις ἀγαθές. Ἐνῶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν κακὸ θησαυρὸ τῆς καρδιᾶς του βγάζει κακότητα. Ἔτσι, τὸ στόμα μας μιλάει ἀπὸ τὸ περίσσευμα καὶ τὸ ξεχείλισμα τῆς καρδιᾶς μας μὲ ἀποτέλεσμα, ὅταν συμβουλεύουμε τοὺς ἄλλους νὰ τοὺς συμβουλεύουμε ἀνάλογα μὲ ἐκεῖνο ποὺ ἔχουμε στὴν κρυμμένο μέσα της. Καὶ ἂν δὲν ἔχουμε διορθώσει τὸν ἑαυτό μας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουμε ὁδηγοὶ ὠφέλιμοι σὲ αὐτούς; Μᾶς τονίζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Καθαρθῆναι πρῶτον καὶ εἶτα καθάραι, φωτισθῆναι καὶ εἶτα φωτίσαι, ἐγγίσαι Θεῷ καὶ προσαγαγεῖν ἄλλους». Πρῶτα θὰ καθαρισθοῦμε, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ καθαρίσουμε καὶ τοὺς ἄλλους, πρῶτα τὰ φωτισθοῦμε καὶ ἔπειτα θὰ φωτίσουμε, πρῶτα ἐμεῖς θὰ προσεγγίσουμε τὸν Θεό μας καὶ ἔπειτα θὰ ὁδηγήσουμε σὲ Αὐτὸν καὶ ἄλλους.
.             Λέγει πάλιν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Λόγος σαπρὸς ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν μὴ ἐκπορευέσθω, ἀλλὰ εἴ τις ἀγαθὸς πρὸς οἰκοδομὴν τῆς χρείας» (Ἐφεσ. δ´ 29). Νὰ μὴν βγαίνει ἀπὸ τὰ χείλη μας λόγος ἄσχημος, ἀλλὰ καλός, γιὰ νὰ οἰκοδομοῦμε μὲ αὐτὸν ψυχές.
.             Εὐλογημένο, λοιπόν, εἶναι τὸ στόμα ποὺ λέει λόγια παρήγορα, λόγια ἀγάπης, λόγια παραμυθίας, λόγια οἰκοδομῆς. Ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη νὰ ἀκούσουμε τέτοια λόγια, γιατὶ ὅλοι σηκώνουμε τὸν προσωπικό μας σταυρό. Μᾶς προστρέπει σὲ αὐτὸ πάλιν ὁ Παῦλος λέγοντας: «Παραμυθεῖσθε τοὺς ὀλιγοψύχους» (Α´ Θεσ. ε´ 14), γιὰ νὰ συνεχίσει: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν καὶ Θεὸς πάσης παρακλήσεως, ὁ παρακαλῶν ἡμᾶς ἐν πάσῃ τῇ θλίψει ἡμῶν, εἰς τὸ δύνασθαι ἡμᾶς παρακαλεῖν τοὺς ἐν πάσῃ θλίψει διὰ τῆς παρακλήσεως ἧς παρακαλούμεθα αὐτοὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ» (Β´ Κορ. α´ 3-4).
.             Εὐλογητὸς ἂς εἶναι, μᾶς λέει, ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ φιλεύσπλαγχνος Πατέρας καὶ Θεὸς κάθε παρηγορίας, ὁ ὁποῖος μᾶς παρηγορεῖ σὲ κάθε μας θλίψη, ὥστε νὰ μποροῦμε καὶ ἐμεῖς νὰ παρηγοροῦμε ἄλλους σὲ ὁποιανδήποτε θλίψη τους, μὲ τὴν παρηγοριά, μὲ τὴν ὁποία ἐμεῖς οἱ ἴδιοι παρηγορούμεθα ἀπὸ τὸν Θεό.
.                 Ὁ Γέροντας Εὐσέβιος Βίττης, ὁ σύγχρονος ὅσιος ἱεραπόστολος, ὡς γνήσιος δοῦλος Χριστοῦ ἦταν ἀπόλυτος ἐκφραστὴς τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὰ παραστρατημένα παιδιὰ ἦταν ἄμεση. Ὡς πνευματικὸς δὲν ἔβαζε ἐπιτίμιο. Τὸ «ἐγὼ φταίω» εἶχε ἀντικαταστήσει μέσα του τὸ «φταῖς»! Πάντα ἔρριχνε στὸν ἑαυτό του τὸ φταίξιμο. «Ἄν ἐμεῖς εἴμαστε καλύτεροι, δὲν θὰ ἔπεφταν στὴν ἁμαρτία οἱ ἄλλοι», ἔλεγε. «Ἂν ἐμεῖς τοὺς ρίχναμε τὸ σωσίβιο τῆς ἀγάπης, θὰ τοὺς σώζαμε πρὶν καταποντισθοῦν στὸν βυθὸ τῆς ἁμαρτίας. Ἔπεσαν οἱ ἄλλοι στὴν ἁμαρτία ἀπὸ δική μας ἀμέλεια». Βλέπετε, ὁ Γέροντας, βίωνε μέσα του τὴν εὐθύνη τῶν ψυχῶν, βίωνε τὴν ἱεραποστολή, βίωνε τὴν φιλαδελφία. Ἔτρεχε νὰ σώσει ψυχὲς καὶ ὄχι νὰ δικάσει, μιμούμενος τὸν ἀρχηγό μας καὶ τελειωτὴ Ἰησοῦ ποὺ ἔλεγε: «Οὐκ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σώσω τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιβ´ 47). Ἔτρεχε νὰ προλάβει, γιὰ νὰ μὴν κλάψει ἀργότερα ὡς «γλαὺξ θρηνωδοῦσα ἐπὶ τῶν ἐπειπίων»κατὰ τὴ ρήση τοῦ μεγάλου μας Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ἄλλωστε, ποιός εἶναι ἀναμάρτητος; Αὐτὸς τοῦ ἀναθέματος τὸν «λίθον βαλέτω» (Ἰωάν. η´ 7). Ὁ Γέροντας ἦταν ὄχι μόνο μιμητής, ἀλλὰ καὶ ὁμότροπος τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, στὸν Ναὸ τοῦ ὁποίου ἐξομολογοῦσε, στὸ Σιδηρόκαστρο. Θυμόταν ὅτι τὴν Ριζάρειο Σχολὴ, ὅπου ἐκεῖνος ἦταν Διευθυντής, ἐπέβαλε στὸν ἑαυτό του τὸ ἐπιτίμιο ποὺ ἅρμοζε στὸν ἄτακτο μαθητὴ μὲ τὴν ἀνάρμοστη συμπεριφορά. Καὶ μὲ τὴν πράξη του αὐτὴ τὸν κέρδισε.
.              Συνεχίζει στὸν ἑπόμενο στίχο τὸ τραγούδι:
Xαρά στὰ χέρια ὅπου ντύνουν
μικρὰ παιδιὰ καὶ ὀρφανά,
γιατὶ τὰ χέρια αὐτὰ θα γίνουν
φτερά, γιὰ νὰ πετοῦν ψηλά.
.             Ἐδῶ τὸ τραγούδι μᾶς προτρέπει στὴν ἔμπρακτη ἱεραποστολή. Μᾶς λέει ὅτι εἶναι σίγουρο, ὅτι μέσα ἀπὸ τὶς ἀγαθὲς πράξεις, τὶς πράξεις ἀγάπης γνωρίζει κανεὶς τὸν Θεό μας καὶ ὄχι μέσα ἀπὸ τὴν γνωσιολογικὴ θεωρία: «Θρησκεία καθαρὰ καὶ ἀμίαντος παρὰ τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ αὕτη ἐστίν, ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανοὺς καὶ χήρας ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτὸν τηρεῖν ἀπὸ τοῦ κόσμου δηλαδή, θρησκεία καθαρὴ καὶ ἀμόλυντος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Πατρὸς εἶναι νὰ ἐπισκέπτεται κανεὶς ὀρφανοὺς καὶ χῆρες στὴν θλίψη τους καὶ νὰ τηρεῖ τὸν ἑαυτό του ἄσπιλο ἀπὸ τὸν κόσμο, δηλαδὴ τὸ κοσμικὸ φρόνημα» (Ἰακ. α´ 27). Ὁ Θεὸς μᾶς θέλει ἀλληλέγγυους καὶ μακαρίζει τὰ χέρια ποὺ προσφέρουν, ποὺ ντύνουν γυμνούς, ποὺ στεγάζουν ἀστέγους, ποὺ δίνουν χαρὰ σὲ φτωχὰ παιδιά, σὲ ὀρφανά, σὲ ἐμπερίστατα. Νὰ μὴν λέμε ὅτι δὲν ἔχουμε πολλά, γιὰ νὰ δώσουμε. Ὅσο δίνουμε τόσο περισσότερα μᾶς δίνει ὁ Θεός μας. Ὅχι μόνο δὲν θὰ στερηθοῦμε, ἀλλὰ καὶ θὰ ἀποταμιεύσουμε στὰ ταμεῖα τοῦ οὐρανοῦ. Λησμονοῦμε ὅτι «τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (Ῥωμ. η´ 28); Μὲ ἄλλα λόγια: Δῶσε καὶ ὁ Θεὸς θὰ σοῦ δώσει. Ἐὰν ὁ Θεὸς σὲ ἔκανε μούσκεμα μὲ τὴν βροχή Του, ὁ ἴδιος καὶ θὰ σὲ στεγνώσει μὲ τὸν ἥλιο Του, ὅπως λέει καὶ μιὰ Σλοβένικη παροιμία. Ὁ Χριστός μας ποὺ μεριμνᾶ γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα, δὲν θὰ μεριμνήσει καὶ γιὰ τοὺς ἐλεήμονες; Καὶ ἂν περάσουμε ἀπὸ κάποιο μικρὸ πειρασμὸ θὰ ποῦμε ὅτι ἦταν νεφύδριο καὶ ἔφυγε. Ὁ Θεὸς δίνει «σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν» (Α´ Κορ. ι´ 13 ). Γιατί, λοιπόν, νὰ θλιβόμαστε, γιατὶ νὰ ἀποθαρρυνόμαστε; Ἡ προσευχή μας θὰ μᾶς γεμίσει χαρά, ἀφοῦ ὁ Χριστός μας εἶναι ἡ ἴδια ἡ χαρά. Μὴν λησμονοῦμε ὅτι «ὅποιος ἔχει θλίψη, ὁ Χριστὸς τοῦ λύπει».
.             Σύγχρονο παράδειγμα ὀρφανοτρόφου ἔχουμε τὴν Γερόντισσα Ἀμφιλοχία, ἢ ὅπως πολλοὶ τὴν ξέρουν Μαρίκα Κουφάκη, ποὺ ἀναλώθηκε στὴν ὑπηρεσία τῶν ὀρφανῶν τῶν Χανίων. Τὰ ὀρφανὰ αὐτὰ τὴν λάτρευαν σὰν μητέρα τους, τὴν φώναζαν «Μανούλα», γιατὶ ἡ ἀγάπη της ἦταν μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτὴν πολλῶν μητέρων, ἦταν, ὅπως ἡ ἀγάπη τῆς Παναγίας μας, καὶ δὲν σταματοῦσε μὲ τὴν ἐνηλικίωση τῶν ὀρφανῶν, ἀλλὰ συνέχιζε μὲ τὴν οἰκογενειακή τους ἀποκατάσταση καὶ τὸ ἄγρυπνο ἐνδιαφέρον της γιὰ ὅλη τὴν μετέπειτα ζωή τους.
.             Τὸ πνευματικὸ βάθος τῆς Γερόντισσας φάνηκε, ὅταν κάποτε αὐτὴ ἀνθρώπινα ἀγανάκτησε, γιατὶ εἶδε ἀκαταστασία στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου ποὺ ἡ ἴδια εἶχε κτίσει, καὶ ἀναστατώθηκε. Τότε τῆς παρουσιάσθηκε ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, ὁ Ἅγιος ποὺ πολὺ ὑπέφερε ἀπὸ τὴν κακότητα τῶν ἀνθρώπων στὴ ζωή του, ἀλλὰ οὐδέποτε ἀγανάκτησε, ἀλλὰ μὲ τὴν προσευχὴ ἔλυνε ὅλα τὰ προβλήματα, καὶ τὴν ἐνδυνάμωσε πνευματικὰ λέγοντας; Παράβλεπε! «Εἰ δ’ ἀγανακτεῖς καὶ σαυτὸν λυπεῖς καὶ τὸ φέρον σὲ φέρει», ὅπως ἔλεγαν καὶ οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι.
.             Γι’ αὐτὸ ἀπὸ τότε τὸ σύνθημα ποὺ ἐφάρμοζε πάντοτε στὴν ζωή της ἡ Γερόντισσα ἦταν τὸ «Συγχώρει καὶ προχώρει»!
Καὶ τελειώνει τὸ τραγούδι μὲ τὸν ὑπέροχο στίχο:
Χαρὰ στὸ σπίτι, ποὺ ἀνοίγει
τὴν πόρτα στὸν περαστικό,
γιατὶ ἡ πόρτα αὐτὴ ἀνοίγει
στὴν Παναγιὰ καὶ στὸν Χριστό.
.             Μία ἀπὸ τὶς μεγάλες χαρὲς τῆς ζωῆς εἶναι ἡ χαρὰ τῆς φιλοξενίας. Εὐλογημένο, λοιπόν, τὸ σπίτι ποὺ ἔχει τὴν πόρτα του ἀνοικτὴ στοὺς περαστικούς. Μοιάζει μὲ τὸ σπίτι τῆς Μαρίας, τῆς μητέρας τοῦ Εὐαγγελιστῆ Μάρκου καὶ ἀδελφῆς τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα στὰ Ἱεροσόλυμα. Εἶναι τὸ σπίτι στὸ ὁποῖο ἔγινε ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος καὶ ἡ Πεντηκοστή. Εἶναι τὸ σπίτι καταφύγιο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, στὸ ὁποῖο ἔτρεξε ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ὅταν λύθηκαν τὰ δεσμά του καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν φυλακή.
.             Ἡ φιλοξενία λογιζόταν ὡς ἀρετὴ ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες, ἂν καὶ δὲν εἶχαν γνωρίσει τὰ μηνύματα τοῦ Χριστοῦ. Λογιζόταν πράξη χρέους καὶ ἀρετῆς. Μάλιστα δέ, καθιέρωσαν ὡς προστάτη τῶν ξένων τὸν «πατέρα τῶν θεῶν τοῦ Ὀλύμπου, τὸν Δία, δίνοντάς του καὶ τὸ προσωνύμιο Ξένιος Ζεύς. Ὁποιαδήποτε ἀσέβεια ἢ ἀπρεπὴς συμπεριφορὰ πρὸς τοὺς ξένους λογιζόταν ὕβρις πρὸς τὸν ἴδιο τὸν Δία. Γνώριζαν ὅτι μέσα ἀπὸ τὸν ἱερὸ δεσμὸ τῆς φιλοξενίας ἀναπτύσσονται ὄχι μόνο ἀδελφικὲς σχέσεις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔννοια καὶ ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου προσλαμβάνει τὴν θεία καὶ ἀληθινή  της ἀποστολή.  Μὲ τὴν φιλοξενία ἀποδίδεται  ὁ ἐπιβαλλόμενος σεβασμὸς καὶ  ἡ δέουσα τιμὴ  στὸν κάθε συνάνθρωπό μας, ἀκόμη καὶ στὴν περίοδο ἑνὸς πολέμου. Ἡ ἀρετὴ τῆς φιλοξενίας εἶναι τόσο μεγάλης ἀξίας, ὥστε στὴν βυζαντινὴ ἁγιογραφία ἡ Ἁγία Τριάδα μας νὰ ἀπεικονίζεται μὲ τὴν Φιλοξενία τοῦ Ἀβραὰμ στοὺς τρεῖς ξένους ἀγγέλους κάτω ἀπὸ τὴν Δρὺ τὴν Μαμβρῆ, οἱ ὁποῖοι ἄγγελοι προτυπώνουν τὰ τρία Πρόσωπα τοῦ Τριαδικοῦ μας Θεοῦ.
.             Τὴν ὕψιστη ἀξία τῆς φιλοξενίας ἐπισημαίνει ἐμφαντικὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς στὴν ἀναφορά του γιὰ τὴν μέλλουσα κρίση, ὅπου παρουσιάζει τὸν ἑαυτό του ξένο, τὸν ὁποῖο οἱ εὐλογημένοι τὸν πῆραν στὸ σπίτι τους, ἐνῶ οἱ καταραμένοι ὄχι. Ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με» ἢ «ξένος ἤμην καὶ οὐ συνηγάγετέ με» (Ματθ. κε´ 31-35).
.             Στὸ ἴδιο πνεῦμα κινούμενος καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει καὶ παραγγέλει στοὺς Ρωμαίους: «Ταῖς χρείαις τῶν ἁγίων κοινωνοῦντες, τὴν φιλοξενίαν διώκοντες» (Ρωμ. ιβ´ 9-13). Καὶ στοὺς Ἑβραίους γράφει χαρακτηριστικά: «Ἡ φιλαδελφία μενέτω, τῆς φιλοξενίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε·  διὰ ταύτης γὰρ ἔλαθόν τινες ξενίσαντες ἀγγέλους» (Ἑβρ. ιγ´ 1-2). Ἄλλωστε καὶ ὁ Ἀριμαθαίας Ἰωσὴφ τὴν φιλοξενία ἐπιδιώκοντας καὶ τὴν τιμὴ στοὺς νεκροὺς ἔσπευσε νὰ καθικετεύσει τὸν Πιλάτο νὰ τοῦ δώσει τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Πολὺ συγκινητικὸ εἶναι τὸ τροπάριο τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ποίημα τοῦ 13ου αἰῶνος τοῦ Γεωργίου Ἀκροπολίτου στηριζόμενο σὲ παλαιότερο κείμενο τοῦ Ἁγίου Ἐπιφανίου Κύπρου, μὲ τὴν ἱκεσία του: «Δός μοι τοῦτον τὸν Ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον. Δός μοι τοῦτον τὸν ξενον, ὅστις οἶδε ξενίζειν τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ξένους. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον…».
.             Ἔχοντες ἔμβλημα τὸν λόγο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: «Ξένους ξένιζε, μὴ ξένος γένῃ Θεοῦ», ἂς ἐμβαθύνουμε καὶ ἂς βιώσουμε μὲ πνεῦμα ταπεινώσεως, καταλλαγῆς καὶ φιλοξενίας στὰ πρόσωπα τῶν συνανθρώπων μας τοὺς στίχους τοῦ τραγουδιοῦ, γιὰ νὰ τύχουμε καὶ ἐμεῖς φιλοξενίας στὴν οὐράνια Βασιλεία.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

Σχολιάστε

«ΔΟΣ ΜΟΙ, ΥΙΕ, ΣΗΝ ΚΑΡΔΙΑΝ»

«Δός μοι, υἱέ, σήν καρδίαν»

Τοῦ Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

.             Πατρικόν φίλτρον ἐκφράζει ἡ φράση αὐτή τοῦ ἐξόχου βιβλίου τῶν Παροιμιῶν τοῦ Σολομῶντος. «Δός μοι, υἱέ, σήν καρδίαν» (Παροιμ. 23,26). Καί εἶναι φράση – πρόσκληση τοῦ οὐρανίου καί Παναγάθου Θεοῦ πρός τόν κάθε ἄνθρωπο. Εἶναι πατρική φωνή γεμάτη ἀγάπη, ἀγαθότητα, εὐσπλαγχνία, πιστότητα.
.             Ὁ Θεός ζητεῖ νά τοῦ δώσουμε τήν καρδιά μας. Δέν ζητεῖ κάτι ἄλλο, τά ἀγαθά μας καί τά πλούτη μας. Δέν ἀρκεῖται οὔτε μόνο στά λόγια μιᾶς τυπικῆς θρησκευτικότητας. Καί τοῦτο γιά νά μήν ἰσχύει ὁ φοβερός ἐκεῖνος λόγος «ὁ λαός οὗτος τοῖς χείλεσί με τιμᾶ, ἡ δέ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ’ ἐμοῦ» (Ματθ. 15,8).
.             Ζητεῖ ὁ Θεός τήν καρδιά. «Σήν καρδίαν» λέγει τό θεόπνευστο κείμενο. Δηλαδή, ζητεῖ τόν ἐσωτερικόν ἄνθρωπο, τήν ὅλην πνευματικήν μας ὑπόσταση καί ὀντότητα. Γιατί ἡ καρδία στήν ὀρθόδοξη χριστιανική διδασκαλία καί στήν πατερική γραμματεία αὐτό ἀκριβῶς σημαίνει, τόν «ἔσω ἄνθρωπο», ἀφοῦ ἡ καρδιά λογίζεται ὡς τό κέντρο τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος. Ἡ καρδιά εἶναι ἡ ἔδρα ὅλων τῶν θρησκευτικῶν βιωμάτων καί ἐκδηλώσεων, ἡ ἔδρα τῆς ἠθικῆς συνειδήσεως, ἡ παλαίστρα τῶν πνευματικῶν ἀγώνων κάθε ἀνθρώπου. Ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου βοᾶ πρός τόν Κύριον, εὐφραίνεται, ἀγάλλεται, δειλιᾶ ἀλλά καί λατρεύει, ἀπαλλοτριοῦται καί ἐξοργίζεται, συνάμα ὅμως ἐξομολογεῖται καί ὑψοῦται. Ὅλος ὁ ψυχικός καί πνευματικός βίος τοῦ ἀνθρώπου συγκεντροῦται στή καρδία του καί ἀπ’ αὐτήν ἀπορρέουν οἱ ἀποφάσεις ζωῆς.
.             Ἀλλά ὡς καταδεικνύεται ἀπό τήν βιβλική αὐτή φράση ὁ Θεός δέν ζητεῖ ἕνα μέρος ἀπό τήν καρδία μας. «Δός μοι, υἱέ, σήν καρδίαν». Ὁλόκληρον. Ὄχι ἕνα τμῆμα ἤ τμήματα. Δέν θέλει ὁ Θεός νά εἶναι δοσμένη ἡ καρδιά μας σέ πρόσωπα ἤ πράγματα, ἤ γεγονότα ἤ καταστάσεις, τά ὁποῖα διασποῦν τήν ἑνότητα τοῦ ὅλου ἀνθρώπου καί εἶναι βιώματα ἀπαγορευμένα καί φθαρτά. Δέν θέλει ὁ Θεός καρδιά μοιρασμένη στόν οὐρανό καί στή γῆ, στό Θεό καί στόν κόσμο. Ὁλόκληρον τήν καρδίαν μας ἐπιζητεῖ παρακλητικά καί ἐλεύθερα. Ἡ ἐντολή εἶναι χαρακτηριστική: «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ’ ὅλης τῆς καρδίας σου» (Μάρκ. 12,30).
.             Αὐτή ὡστόσο ἡ καρδιά πού ζητεῖ ὁ Θεός γιά νά κατοικήσει ὁ ἴδιος εἶναι πολλές φορές μολυσμένη καί ἀκάθαρτη. Δέν εἶναι κατοικητήριο ἀντάξιο τῆς μεγαλωσύνης καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό ξέρει βέβαια ὁ Θεός. Παρά ταῦτα, ζητεῖ τήν ἁμαρτωλή αὐτή καρδία. «Δός μοι», ὅπως εἶναι, ἀκούγεται ἡ θεία φωνή. Ἐδῶ καταφαίνεται ὅτι ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου, ὅποια κι’ ἄν εἶναι , ἀδυνατεῖ νά νικήσει τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ Πατρός. Τό μέγεθος αὐτό τῆς θείας ἀγάπης μᾶς ἀποκαλύπτεται πλέον στό γεγονός τῆς προσωπικῆς μας εἰλικρινοῦς μετάνοιας.
.              Ἐκεῖ συντελεῖται ἡ συγκλονιστική προσφορά. Ἡ προσφορά τῆς καρδίας στό Θεό πού ἐξομολογεῖται, ὁμολογεῖ, μετανοεῖ καί προσεύχεται καρδιακά. Θά προχωρήσουμε, λοιπόν, στήν κάθαρση τῆς καρδίας μας καί στό δόσιμο στό Θεό; Ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται.

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

,

Σχολιάστε

ΑΡΑΓΕ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ;

Καταδικασμένοι;

.                 Μερικὲς φορὲς ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος μᾶς «ταρακουνάει», ὅπως λέμε, συθέμελα!
.                 Ἂν ξεφεύγαμε λίγο ἀπὸ τὰ τρέχον­τα γεγονότα τοῦ πολιτικοῦ ἢ καὶ τοῦ Ἐκ­κλησιαστικοῦ χώρου, καὶ μελετούσαμε μὲ προσοχὴ τὰ λόγια τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου, θὰ μέναμε ἄφωνοι. Ἡ ψυχή μας θὰ ἀνακάλυπτε θησαυροὺς ἀτίμητους ἀπὸ τὴν εἰς βάθος μελέτη τῶν κειμένων του.
.                 Νά, παραδείγματος χάριν, τρεῖς φοβερὲς λεξοῦλες ἀπὸ μία ἐπιστολή του: «Εἰς τοῦτο κείμεθα», ἔγραψε στοὺς Θεσσαλονικεῖς (Α΄ Θεσ. γ΄ 3).
.                 «Εἰς τοῦτο κείμεθα»! Ὁ Παῦλος φτάνει στὴν Ἀθήνα, καὶ ἀνησυχώντας γιὰ τὴ στάση τῶν Θεσσαλονικέων στοὺς διωγμοὺς ποὺ εἶχαν ξεσπάσει, ἔστειλε τὸν Τιμόθεο στὴ Θεσσαλονίκη, προκειμένου νὰ τοὺς στηρίξει. Καὶ τώρα, ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὶς εὐχάριστες εἰδήσεις ποὺ τοῦ μετέφερε ἐπιστρέφοντας ὁ Τιμόθεος, τοὺς γράφει, καὶ τί τοὺς λέει;
.                 «Εἰς τοῦτο κείμεθα»!
.                 Ἔχετε θλίψεις; Ἀντιμετωπίζετε διω­γμούς; Σᾶς κατατρέχουν; Σᾶς ἀδικοῦν; Σᾶς φυλακίζουν; Σᾶς δέρνουν; Ἁρπάζουν τὴν περιουσία σας; Ποῦ εἶναι τὸ παράξενο; Οἱ πιστοὶ Χριστιανοὶ σ᾿ αὐτὸ ἔχουμε ταχθεῖ: «Εἰς τοῦτο κείμεθα»! Ἀ­πὸ τὴν ὥρα ποὺ πιστέψαμε, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ βαπτισθήκαμε καὶ ἐνταχθήκαμε στὴν Ἐκκλησία, εἴμαστε «καταδικασμένοι» νὰ ὑποφέρουμε. Αὐτὴ εἶναι ἡ τύχη μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέση μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολή μας. Σ᾿ αὐτὸ ἔχουμε ταχθεῖ!
.                 Μᾶς συνταράζει ἴσως ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Ἀποστόλου. Διότι κάποιοι ἀπὸ μᾶς, ἐπειδὴ ἔχουμε τὴν ὅποια λίγη πίστη ἔχουμε, καὶ ἐπειδὴ μετέχουμε, ὅπως μετέχουμε, κάπως συνειδητότερα, στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, νομίζουμε ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς ἔρχονται ὅλα βολικὰ καὶ εὔκολα στὴ ζωή. Γι᾿ αὐτὸ καί, ὅταν κάτι ἔρχεται, κατὰ τὴ γνώμη μας, ἀνάποδα, ἀγανακτοῦμε καὶ δυσφοροῦμε.
.                 Σκεφτόμαστε: Εἶμαι ἄνθρωπος πιστός… ἐκκλησιάζομαι… προσεύχομαι… ἀγωνίζομαι νὰ βαδίζω σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ…
.                 Λοιπόν… Θὰ ἔχω τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μου… θὰ περπατάω σὲ ἀνθισμένους δρόμους. Χωρὶς δυσκολίες, χωρὶς προβλήματα, χωρὶς θλίψεις, χωρὶς ἀποτυχίες, χωρὶς συμφορές.
.                 Ἀλλὰ ὄχι! Ἄλλο γράφει ὁ Ἀπόστολος: «Εἰς τοῦτο κείμεθα»! Οἱ θλίψεις, οἱ συμφορές, οἱ ὁποιεσδήποτε δοκιμασίες, ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἀταίριαστες μὲ τὴ ζωὴ τῆς πίστεως, ἀλλὰ εἶναι ἀναπόσπαστο τμῆμα τῆς εὐσεβοῦς ζωῆς.
.                 Τότε ὅμως, τί σημαίνει τὸ ὅτι ὁ πιστὸς ἄνθρωπος ἔχει τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή του;
.                 Μὰ ἀκριβῶς αὐτό! Σημαίνει ὅτι τοῦ δίνει ὁ Θεὸς τὴ δύναμη νὰ ἀντιμετωπίζει τὶς θλίψεις μὲ χαρά! Εἶναι κάτι μεγαλειῶδες! Οἱ ἄλλοι μπορεῖ νὰ τὸν θεωροῦν ἀδικημένο, δυστυχισμένο, κακότυχο… κι αὐτὸς μέσα στὶς ὅποιες δυσκολίες καὶ θλίψεις του νὰ πλέει σὲ πελάγη εὐτυχίας.
.                 Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Βελιμίροβιτς, Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος, ποὺ ἔζησε δύο σχεδὸν χρόνια στὴ φρίκη τοῦ στρατοπέδου συγκεντρώσεως τοῦ Νταχάου, ἔλεγε ἀργότερα μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του: «Θὰ ἔδινα ὅλη τὴ ζωὴ ποὺ μοῦ ἀπομένει γιὰ μία ὥρα στὸ Νταχάου, γιατὶ ἐκεῖ εἶδα πρόσωπο μὲ πρόσωπο τὸν Θεό»!
.                 Διότι ἤξερε, εἶχε μάθει ὅτι… «εἰς τοῦτο κείμεθα»…
.                 Ἤξερε, ἔμαθε! Εἶναι «καταδικασμένος» νὰ ὑποφέρει…
.                 Δηλαδὴ νὰ ζεῖ ἀπὸ τώρα στὸν Παράδεισο! Διότι μέσα στὶς θλίψεις καὶ τὶς δοκιμασίες εἶχε βρεῖ τὸν Παράδεισο.
.                 Εἶχε βρεῖ τὸν Χριστό.
.                 Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Παράδεισος!

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ τῶν ΑΓΙΩΝ

.                   Ἐκεῖνος λοιπόν πού θέλει νά γίνει μιμητής τοῦ Χριστοῦ, γιά νά ὀνομαστεῖ καί αὐτός υἱός Θεοῦ, γεννημένος ἀπό τό πνεῦμα, ὀφείλει πρίν ἀπ’ ὅλα νά ὑπομένει τίς θλίψεις πού ἔρχονται, δηλαδή τίς σωματικές ἀσθένειες ἤ τίς ὕβρεις καί τούς ὀνειδισμούς ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀκόμη καί τίς ἐπιθέσεις τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν, μέ γενναιοψυχία καί καρτερία. Γιατί κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ παραχωρεῖται στίς ψυχές ἡ δοκιμασία τῶν διαφόρων θλίψεων, γιά νά φανερωθοῦν οἱ ψυχές πού τόν ἀγαποῦν εἰλικρινά. Αὐτό εἶναι τό σημάδι τῶν Ἁγίων ὅλων τῶν αἰώνων, Πατριαρχῶν, Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Μαρτύρων, ὅτι πέρασαν ὄχι ἀπό ἀλλοῦ, ἀλλά ἀπό τό στενό δρόμο τῶν πειρασμῶν καί τῶν θλίψεων καί ἔτσι εὐαρέστησαν τό Θεό. «Παιδί μου, λέει ἡ Γραφή, ἄν ἔρχεσαι γιά νά ὑπηρετήσεις τόν Κύριο, ἑτοίμασε τήν ψυχή σου γιά πειρασμούς. Ἔχε εὐθύτητα στήν καρδιά καί καρτερία» (Σ. Σειράχ Β´ 1-2). Καί ἀλλοῦ λέει: «Ὅλα ὅσα σοῦ ἔρχονται, δέξου τα σάν καλά, γνωρίζοντας ὅτι χωρίς νά θέλει ὁ Θεός τίποτε δέν γίνεται».
.                   Λοιπόν ἡ ψυχή πού θέλει νά εὐαρεστήσει τό Θεό, πρέπει πρίν ἀπ’ ὅλα νά ἀναλάβει τήν ὑπομονή καί τήν ἐλπίδα. Μία τέχνη τῆς κακίας εἶναι καί αὐτό, στόν καιρό τῆς θλίψεως νά βάζει μέσα μας τήν ἀκηδία, γιά νά μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τήν ἐλπίδα στόν Θεό. Οὐδέποτε ὅμως ὁ Θεός ἄφησε τήν ψυχή πού ἐλπίζει σ’ Αὐτόν νά καταβληθεῖ ἀπό τούς πειρασμούς, ὥστε νά φτάσει σέ ἀδιέξοδο. Ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος: «Ὁ Θεός κρατᾶ τίς ὑποσχέσεις Του καί δέν θά ἀφήσει νά δοκιμάσετε πειρασμό πάνω ἀπό τή δύναμή σας, ἀλλά ὅταν ἔρθει ὁ πειρασμός, θά δώσει μαζί καί τόν τρόπο ἐξόδου ἀπό αὐτόν, ὥστε νά μπορέσετε νά τόν ἀντέξετε» (Α΄ Κορ. ι´ 13).
Ἀλλά καί ὁ πονηρός, δέν στενοχωρεῖ τήν ψυχή ὅσο θέλει αὐτός, ἀλλά ὅσο τοῦ ἐπιτρέπει ὁ Θεός. Οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν πόσο βάρος μπορεῖ νά σηκώσει ὁ ἡμίονος, πόσο ὁ ὄνος, πόσο ἡ καμήλα, καί τόσο τά φορτώνουν· καί ὁ κεραμοποιός γνωρίζει
πόση ὥρα νά βάλει τά κεραμικά σκεύη στή φωτιά, γιά νά μή σπάσουν ἄν μείνουν περισσότερο, μήτε πάλι νά γίνουν ἄχρηστα βγαίνοντας πρίν ἀπό τό κανονικό ψήσιμο.
.                   Ἄν λοιπόν ὁ ἄνθρωπος ἔχει τόση σύνεση, πολύ περισσότερο, ἀπείρως περισσότερο ἡ σύνεση τοῦ Θεοῦ γνωρίζει πόσον πειρασμό πρέπει νά ἐπιτρέψει νά ἔρθει σέ κάθε ψυχή, γιά νά γίνει δόκιμη καί κατάλληλη γιά τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Σχολιάστε

«ΤΟΝ ΕΙΔΕ. ΠΩΣ ΤΟΝ ΕΙΔΕ; ΕΚΕΙΝΟΣ ΞΕΡΕΙ. ΕΙΔΕ. ΤΙ ΕΙΔΕ; ΕΙΔΕ ΤΟ ΛΑΜΠΡΟΤΑΤΟ ΦΩΣ».

«ΤΟΝ ΕΙΔΕ. ΠΩΣ ΤΟΝ ΕΙΔΕ; ΕΚΕΙΝΟΣ ΞΕΡΕΙ.
ΕΙΔΕ. ΤΙ ΕΙΔΕ; ΕΙΔΕ ΤΟ ΛΑΜΠΡΟΤΑΤΟ ΦΩΣ.»

Ἐπιλεγμένο ἀπόσπασμα ὁμιλίας
τοῦ Ἀρχιμ. Ἐλισσαίου Σιμωνοπετρίτου
μὲ θέμα: «Βίος καὶ διδαχὲς Γέροντος Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου»
(1934 – 9 Μαΐου 2019),
ποὺ ἐκφωνήθηκε κατὰ τὸν Κατανυκτικὸ Ἑσπερινὸ
τῆς Κυριακῆς τῆς Σταυροπροσκυνήσεως
στὴ Μητρόπολη Καλαμαριᾶς, 31 Μαρτίου 2019

[…] Νὰ δοῦμε ἕναν ἄνθρωπο ἀνικανοποίητο ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή. Ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὰ ὅρια αὐτοῦ τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου καὶ νὰ βρεῖ μία ἄλλη ζωή, ποὺ νὰ ἀνταποκρίνεται στὴν πείνα καὶ στὴν δίψα τῶν βαθυτάτων μυχίων τοῦ εἶναι του. Μία ζωὴ πού, ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος, «ἀξίζει νὰ τὴν ζεῖ κανείς». Μία ζωὴ ἀντάξια τοῦ ἀνθρώπου ποὺ εἶναι στολισμένος μὲ νοῦν καὶ ζωντανὴ ψυχή.
[…] Ν δομε ναν θεοερωτευμένο, ποὺ μπλέκεται σὲ μία περιπέτεια, ὅπου χρειάζεται νὰ τὰ παίξει ὅλα γιὰ ὅλα, ὥστε νὰ κερδίσει τὸ πρόσωπο ποὺ ἀγάπησε.
.             Στὴν περιπέτεια αὐτὴ ἀρχίζει προκαλώντας πολὺ ἔντονα τὸ ἀγαπημένο πρόσωπο ποὺ μένει ἐπίμονα κρυμμένο – καταλαβαίνετε ποιὸ εἶναι αὐτὸ τὸ πρόσωπο, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς – τὸν προκαλεῖ λοιπὸν ὁ Γέροντας νὰ τοῦ φανερωθεῖ, γιὰ νὰ ἀρχίσουν τὸν διάλογο. Φτάνει στὴν πλήρη ἐξάντληση ἀπὸ τὶς ἀδίστακτες προσπάθειες καὶ κραυγὲς καὶ προσδοκίες καὶ προσμονές. Τότε λοιπόν, μέσα σὲ αὐτὸν τὸν ἀγώνα, τὴν ἀγωνία, τὴν ἄσκηση, ἔρχεται ὁ πρῶτος ψίθυρος ἀπὸ τὸ κρυμμένο πρόσωπο. Τί τοῦ λέει; – Ἡσύχασε. Εἶμαι ἐδῶ, δὲν χρειάζεται νὰ μὲ ψάχνεις καὶ νὰ φωνάζεις δυνατά. Ἡσυχάζει πλέον ὁ ἀναζητητὴς καὶ σιγὰ-σιγὰ ἡ σιωπή του βαθύνεται μέσα του καὶ τὸν κατακτᾶ ἐντελῶς καθὼς συνοδεύεται μὲ μία θέρμη ἀγάπης καὶ ἀγωνίας.
.             Μέσα στὸ μυστήριο αὐτῆς τῆς βαθιᾶς καὶ σιωπηλῆς ἐντρυφήσεως ἀντιλαμβάνεται κάτι γιὰ πρώτη φορὰ ὁ Γέροντας. Ἀντιλαμβάνεται νὰ ἔρχεται ἀπὸ πίσω του – τρόπον τινὰ νὰ τοῦ κλείνει τὰ μάτια – καὶ νὰ τὸν ρωτάει μυστικά: Μάντεψε ποιός εἶμαι! Ὁ ἴδιος ἀναρωτιέται. Ποιός να εἶναι ἆραγε; Μήπως εἶσαι ὁ τάδε φίλος μου; Μήπως ὁ τάδε; Ὄχι! –Μήπως εἶσαι ὁ Θεός μου; Εἶμαι! Ἐγὼ εἶμαι, ἀπαντᾶ τὸ κρυμμένο πρόσωπο. Τοῦ λύνει τὰ μάτια. Ἔρχεται μπροστά του. Ἀνοίγει τὰ χέρια καὶ τὸν ἀγκαλιάζει. Τὸν ρωτάει: Ἐσὺ εἶσαι ὁ Θεός μου ποὺ σὲ ψάχνω; Ναί, ἐγὼ εἶμαι. Δὲν μὲ γνωρίζεις; Τόσον καιρὸ μὲ φωνάζεις καὶ τώρα ρωτᾶς ποιός εἶμαι; Μένει ἔκθαμβος γιὰ πολύ, ἀφοῦ ὁ φίλος χάθηκε πάλι. Εἶδε γιὰ πρώτη φορὰ «ὃν ἠγάπησε ἡ ψυχή του». Τν εδε. Πς τν εδε; κενος ξέρει. Εδε. Τί εδε; Εδε τ λαμπρότατο φς. Ἀλλὰ ὅταν ἔμεινε πάλι μόνος, τὸ βίωμά του ἐξελίχθηκε καὶ ἄλλαξε. Ἄρχισε τότε μία περιπέτεια ποὺ δὲν τὴν φαντάστηκε ποτέ. Τί ἔγινε δηλαδή; Τὸ φῶς ἐκεῖνο τὸν ἔκανε νὰ δεῖ θέλοντας καὶ μὴ τὸν ἑαυτό του. Τὸν ἐσωτερικὸ ἑαυτό του. Μετὰ τὸ ὁλόλαμπρο θέαμα εἶδε τὸ ὁλοσκότεινο θέαμα, τὸ θέαμα τοῦ ἑαυτοῦ του. Τὸ εἶδε καθαρὰ μέσα στὸ φῶς. Δὲν τὸ ἤξερε. Νόμιζε, ὅπως νομίζει ὁ καθένας μας, ὅτι ἦταν σπουδαῖος πνευματικός. Ἀνώτερος. Τώρα βλέπει τὴν ἀλήθεια, ἐνῶ ὣς τώρα ἔπεφτε ἔξω. Εἶχε ἀπατηθεῖ. Δὲν ἀντέχει αὐτὴν τὴν ἀλήθεια. Δὲν μπορεῖ νὰ τὴν παραδεχτεῖ.
.             Ὅλοι λέμε ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Ἀλλὰ κάτι μέσα μας μᾶς λέει ὅτι εἴμαστε καὶ κάτι. Ἔχουμε αὐτὰ τὰ χαρίσματα. Εἴμαστε ἱκανοί. Εἴμαστε τὸ ἕνα, εἴμαστε τὸ ἄλλο. Ἀλλὰ ἔχουμε μέσα μας αὐτὴν τὴν ἀδυναμία, τὸ σκότος. Τότε ὁ Γέροντας κλαίει καὶ πονάει. Συγχρόνως θυμᾶται καὶ τὸν ἀγαπημένο φίλο του. Τὰ βιώματά του ἀναμοχλεύουν καὶ ἐκεῖνος ὁ κρυμμένος φίλος του ἀρχίζει νὰ τοῦ κάνει μυστικὲς προκλήσεις, τοῦ κάνει ὅπως λέμε ἀντεπίθεση.
.             Ἂν θέλεις τὴ φιλία μου, εἶναι ἀνάγκη νὰ παραδεχτεῖς τὴ γύμνια σου. Ἂν τὴν παραδεχτεῖς, θὰ σὲ γεμίσω μὲ ὅλα τὰ καλὰ καὶ θὰ διώξω ἀπὸ πάνω σου κάθε ἀσχήμια καὶ κάθε κακία. Νὰ πῶς ξεκινάει ἀδελφοί μου ἡ μετάνοια. Ἡ ἀληθινὴ γνῶσις τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἂν ὄχι, ἂν δὲν τὴν παραδεχθεῖς αὐτὴν τὴ γύμνωση καὶ πεῖς ὅτι εἶσαι κάτι, τότε θὰ μένεις ὅπως εἶσαι. Ἂν ἀποφασίζεις νὰ κρύβεις τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸν ἑαυτό σου καὶ νὰ μὴν τὴν παραδέχεσαι, θὰ φύγω, θὰ ἀπουσιάσω. Μὲ κόπο ὁ ἀναζητητὴς ἀποφάσισε τὸ «Ναί». Ἡ χαρὰ ξαναῆλθε στὴν ψυχή. Μέσα στὴν ταπεινωμένη πλέον ὕπαρξη κυριάρχησε τὸ σκίρτημα τοῦ ἠγαπημένου. Ναί, ατς εμαι. λα, λοιπόν, σύ, λαμπρός, τ φς. λα, κα ντύσε με. Ντύσε τν γυμν ψυχή μου. Τὸ βίωμα ἐξελίσσεται. Ξαναέρχεται Ἐκεῖνος καὶ πάλι ξαναπλημμύρισε τὸ φῶς. Ἀλλὰ τώρα τὸ φῶς μπῆκε βαθιὰ μέσα του. Φώτισε ὅλα τὰ σκοτάδια, τὶς πιὸ κρυφὲς σπηλιὲς τῆς καρδιᾶς. Παραδέχεσαι λοιπὸν ὅτι εἶσαι μηδὲν καὶ Ἐγὼ τὸ πᾶν γιὰ σένα; Ἂν ναί, εἶμαι μαζί σου.
.             Στὸ ἑξῆς λοιπόν, δὲν ἔχουμε ἁπλῶς ἐξέλιξη τοῦ βιώματος ἀλλὰ μία καινούργια ζωή. Σὲ ἐκείνη τὴν κρισιμότατη στιγμὴ τῆς ὁλοκληρωτικῆς αὐτογνωσίας ποὺ τὸ «ναὶ» ἢ τὸ «ὄχι» θὰ εἶχε αἰώνιες διαστάσεις ὁ Γέροντας Αἰμιλιανὸς ἔνιωσε μέσα του ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ παραδέχτηκε τὴν νέκρα τῆς μεγάλης πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Κατάλαβε πς πεσε νθρωπος κα κατάλαβε τί εναι τραυματισμς τς νθρωπίνης φύσεως.
.             Μὲ πανηγυρικὴ λοιπὸν διάθεση δόθηκε ὅλος στὸν ἠγαπημένο του Χριστὸ χωρὶς καμμία προϋπόθεση. Νίκησε τὸν παντοδύναμο. Κέρδισε τὸν πολύτιμο μαργαρίτη. Ἔγινε ἕτοιμος γιὰ κάθε ὑπακοὴ σὲ Αὐτόν, γιὰ κάθε ὑπηρεσία ποὺ θὰ τοῦ ζητήσει, γιὰ κάθε θέλημά του. Γέμισε ἀπὸ ὅλες τὶς χάρες καὶ τὶς ἀρετὲς τοῦ Παναρέτου. Προπαντὸς λαβώθηκε ἀπὸ τὴν ἀπερίγραπτη ἀγάπη, τὴν κραταιὰ ὡς θάνατον. Ὅλο καὶ περισσότερο διψᾶ νὰ εἰσχωρήσει ὁλόκληρος καὶ γιὰ πάντα μέσα στὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ. Νὰ γίνει ἕνα μὲ Αὐτόν. Ὁ ὑπερκόσμιος φίλος, ὡς παντοδύναμος, τὸν ἁρπάζει καὶ τὸν μεταφέρει ἐκεῖ ἐπάνω – ὅπως πολλὲς φορὲς ἔλεγε ὁ ἴδιος – «ἐκεῖ ἐπάνω». Εἶχε τὸ βίωμα τοῦ «ἐκεῖ ἐπάνω». Αὐτὸ ἐπαναλήφθηκε πολλὲς φορές. Παρὰ τὴν ὁλοσχερῆ ἐπιθυμία του νὰ μείνει γιὰ πάντα «ἐκεῖ ἐπάνω» πάντοτε ἐπέστρεφε κάτω στὴ γῆ, ἀνάμεσα στὰ παιδιά του καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Ἀκόμη δὲν ἀνέβηκε – Κύριος οἶδε γιατί – στὰ ποθητὰ σκηνώματα. Ἡ θεϊκὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ τὸν θέλει ἀκόμη ἀνάμεσά μας.
.             Ὅλα αὐτά, ψάχνοντας μὲ προσοχή, – καὶ νομίζετε ὅτι σᾶς λέω κάτι πολὺ μυστικό– ψάχνοντας μὲ προσοχή, τὰ συναντᾶς συνεχῶς στὰ κείμενα τοῦ Γέροντα ποὺ τὰ περιγράφει μὲ λεπτομέρειες καὶ τὰ ἀποκαλύπτει κάπως κρυμμένα. Γιὰ νὰ ξυπνήσουν τὴ δίψα γιὰ πνευματικὴ ζωὴ σὲ ὅσους τὸ θέλουν. Ὅπως ὅλοι οἱ ἅγιοι πατέρες προτρέπουν, ὅμως καλὸ εἶναι νὰ μὴν ἀρχίσει κανεὶς ἀμέσως νὰ ἀναζητᾶ αὐτὰ τὰ βιώματα. Ὄχι. Ὅλοι πρέπει νὰ ἀρχίσουμε ἀπὸ τὸ νὰ νιώσουμε τὸ πρῶτο βίωμα, ὅτι εἴμαστε γυμνοί, ἁμαρτωλοί, σκοτάδια ἔχουμε μέσα μας. Ἀπὸ τὴν ταπείνωση, τὴν ὑπακοή, τὴν ἄσκηση, καὶ ὅλα θὰ ἐπακολουθήσουν μόνα τους.
.             Αὐτὴ λοιπόν, ἀδελφοί μου, εἶναι ἡ κλ(ῆ)ίσις τοῦ Γέροντος Αἰμιλιανοῦ. Ἔκτοτε αὐτὸ τὸ γεγονός, αὐτὴ ἡ ἐμπειρία, ἡ συνεχόμενη ἐμπειρία, καθορίζει τὴν πορεία του ποὺ εἶναι συνεχῶς μυστικὴ ἕνωσις μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἐπηρεάζει τὸ φρόνημα καὶ τὴν ἀγωγὴ ποὺ δίδει καὶ ἐμπνέει στοὺς ἄλλους.
[…]

 

ΠΗΓΗ: orp.gr

Σχολιάστε