Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ"

ΙΣΟΥΡΑΝΙΑ ΜΝΗΜΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛ. ΧΑΛΚΙΔΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ (Χαρ. Μπούσιας)

Ἰσουράνια Μνήμη Μητροπολίτου Χαλκίδος
Νικολάου Σελέντη
(19 Ἰανουαρίου 1975)


Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Στὶς 19 Ἰανουαρίου ἐνθυμούμεθα ἐγκωμιαστικὰ καὶ παρακλητικὰ τὸν ἰσάγιο Μητροπολίτη Χαλκίδος, τὸν «μετ’ Ἀγγέλων συναγαλλόμενον», μακαριστὸ Νικόλαο Σελέντη.
.           Τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, τὸν φθάσαντα, ὄχι χωρὶς πόνους καὶ θυσίες, ἀπὸ τὸ «κατ’ εἰκόνα» στὸ «καθ’ ὁμοίωσιν». Αὐτὸν ποὺ ἐργάσθηκε στὸν ἀγρὸ τοῦ Κυρίου φιλόπονα, αὐτὸν ποὺ διέπρεψε ὡς φοιτητής, ὅπως καὶ ἀργότερα ὡς Ἱερεύς, Κατηχητής, Ἱεροκήρυκας καὶ Ἐπίσκοπος, μὲ τὴν κενωτικὴ προσφορὰ καὶ ἀγάπη του, μὲ τὸ ἀκατάβλητο φρόνημά του, τὸν κατηχητικό του λόγο καὶ τὴν ὑπομονή του στὶς ἀντιξοότητες, τὶς ἀδικίες καὶ τῆς δυσκολίες τῆς ζωῆς.

.           Ὁ Νικόλαος ζοῦσε καὶ ἀνέπνεε γιὰ τὸν Χριστό μας, τὸ ἐφετὸ τῆς καρδιᾶς του, πρὸς τὸν ὁποῖο προσευχητικά, ἀδιάλειπτα ἔλεγε: Κύριε, σὺ εἶναι «λύχνος τοῖς ποσί μου καὶ φῶς ταῖς τρίβοις μου» (Ψαλμ. ΡΙΗ´ [118] 105). Στὸ φοιτητικὸ οἰκοτροφεῖο τῶν Ἀθηνῶν συνδέθηκε μὲ μεγάλες σύγχρονες μορφὲς τῆς στρατιᾶς τοῦ Ἰησοῦ. Μεταξὺ αὐτῶν ἦταν καὶ ὁ νῦν μαζί του συναγαλλόμενος στὶς ἐπάλξεις τοῦ οὐρανοῦ, ὁσιώτατος Γέροντας Εὐσέβιος Βίττης. Αὐτόν, τὸν τότε Στέργιο, θαύμαζε γιὰ τὸ γνήσιο φρόνημά του, τὴν ἀγωνιστική του διάθεση, τὴν μαθησιακή του τελειότητα, τὴν ἀκεραιότητα τοῦ χαρακτῆρος. Τὸν θαύμαζε καὶ προσπαθοῦσε νὰ τὸν μιμηθεῖ στὸν ἔνθεο ζῆλο μεταποιώντας τὸν στίχο τοῦ Μεγάλου Κανόνος: «Ψυχή μου, ψυχή, μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις»; Ὁ Νικόλαος τὸν τότε Στέργιο χαρακτήρισε «Ραγιᾶ τοῦ μεγάλου ἰδανικοῦ του καὶ δοῦλο τοῦ Ἰησοῦ». Καὶ γι’ αὐτὸν ἔγραφε στὰ «Ξεσπάματα τῆς καρδιᾶς του»: «… ὁ Στέρ­γι­ος… Εἶ­ναι τό­σο κα­λὸ σκεῦ­ος γιὰ τὴν δι­α­κο­νί­α Σου… Εἶ­ναι θυ­σί­ας ἄν­θρω­πος… Δοῦλος τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Ψυ­χή μου, σὺ τί κά­νεις; Σ᾿ εὐ­χα­ρι­στῶ, Κύ­ρι­ε, γι­α­τὶ μοῦ χα­ρί­ζεις τέ­τοι­ους ἀ­δελ­φοὺς καὶ συ­νερ­γά­τες».
.           Ἐγκωμιαστικὰ ἐπαναλαμβάνουμε τὰ λόγια τοῦ φίλου του, συναγωνιστοῦ του στὸ μετερίζι τῆς πίστεως, τοῦ παναξίου ἐν ζωῇ Μητροπολίτου Καρυστίας κ. κ. Σεραφείμ: «Ὁ Νικόλαος δέν προσέβλεπε οὔτε ἀπέβλεπε στήν δόξα τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά ἀκράδαντα πίστευε στήν μισθαποδοσία τοῦ Θεοῦ. Αὐτήν ποθοῦσε καί γιά αὐτήν ἐργάστηκε…. Μεταρσιωμένος κατά τήν διάρκεια τῆς Θείας λατρείας ὁ ἴδιος ἒδινε καί ἔδειχνε καί στόν λαό τόν Οὐρανό μέ τήν ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ καί ζῶσα λατρευτική του στάση. Δοσμένος ὁλόκληρος καί καταρτισμένος στόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀνέπτυξε τό κήρυγμα καί κατέστησε τόν ἄμβωνα κέντρο τοῦ Ναοῦ καί τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ λαοῦ. Συνείχετο ἀπό τό αἴσθημα τῆς εὐθύνης καί διαρκῶς ἐσκέπτετο καί ἀγωνιοῦσε γιά τήν σωτηρία τῶν ἐμπεπιστευμένων εἰς αὐτόν ψυχῶν “ὑπέρ ὧν Χριστός ἀπέθανε” καί γιά τοῦτο δέν ἔδινε “ὕπνον τοῖς βλεφάροις καί νυσταγμόν τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ”. Ὁ Νικόλαος ὑπῆρξε τύπος τῶν πιστῶν “ἐν ἔργῳ, ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἁγνείᾳ”. Ἡ ψυχή του, ἐξαγνισμένη καί ἐξαγιασμένη, ἦτο δοχεῖον καί λύρα τοῦ Πνεύματος. Ἡ καρδιά του, καθαρή καί ἀγαθή, ἦτο ἐργαστήριον καί πηγή ἀστείρευτη καλῶν ἔργων καί λόγων. Τό χέρι του , πάντα ἀνοιχτό, νά μοιράζει γιά νά δίνει ὅλα τά δικά του καί ὅλα ὅσα οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἔβαζαν στό χέρι. Ἔμεινε διά βίου καί ἔφυγε ἐκ τοῦ βίου πτωχός καί ἔτσι ἀνεδείχθη ὅτι ἀξίως τοῦ ὀνόματος (τοῦ ἁγίου Νικολάου) ἐπολιτεύθη. Ὁ Νικόλαος, ἄν καί ἔζησε ἐπί τῆς γῆς ὀλίγα χρόνια, ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς. Ἐδοκιμάσθη ὡς χρυσός ἐν χωνευτηρίῳ καί ἔλαμψε μέ τήν ὑπομονή του, τήν ἀνεξικακία του, τήν ἐν γένει ἀρετή του. Τόν Νικόλαο δέν μπορεῖς νά τόν γνωρίσεις ἀπό τήν περιγραφή καί μάλιστα τήν σύντομη καί περιληπτική. Τόν Νικόλαο, μόνο ἄν τόν εἶχες ζήσει ἀπό κοντά, θά μπορέσεις νά τόν ἐννοήσεις καί νά τόν ἐκτιμήσεις. Μέ τήν ὡραία του μορφή, τό ἀνεπιτήδευτο χαμόγελο, μέ τήν μεγάλη του καρδιά καί τήν ἁγιασμένη του ψυχή,ὅπως μᾶς ἔδινε τήν ζωή του,θά μᾶς δίνει τήν εὐχή του, πού τόσο τήν ἔχομε ἀνάγκη. Καί τήν προσευχή του,διότι “πολύ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη”»
.           Προσευχητικὰ τὸν Μητροπολίτη Νικόλαο ἐνθυμούμεθα, ἀφοῦ τὸν παρακαλοῦμε νὰ μᾶς ἀξιώσει καὶ ἐμᾶς νὰ ἀγαπήσουμε τὸν Χριστό μας, ὅπως Ἐκεῖνος. Ἂν τὸ πετύχουμε αὐτὸ τότε ὅλη ἡ ζωή μας θὰ εἶναι χριστοκεντρικὴ καὶ θὰ δοξάζεται καὶ ἀπὸ ἐμᾶς, ὅπως δοξάσθηκε καὶ ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Ἅγιο Χαλκίδος, Νικόλαο Σελέντη, «ὡς ἐν οὐρανῶ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» (Ματθ. ϛ´ 10).

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Advertisements

,

Σχολιάστε

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

τοῦ Μητροπολ. Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμία

.                1. Ἄνθρωπέ μου, φίλε μου καί ἀδελφέ μου, νά προσεύχεσαι. «Προσευχή» σημαίνει νά μιλᾶς μέ τόν Θεό. Καί εἶναι αὐτό ἡ ἀνώτερη ἔκφραση τοῦ ἀνθρώπου, τό νά μιλάει μέ τόν Θεό του, τόν πλάστη του καί δημιουργό του! Ἐπειδή ἡ προσευχή εἶναι καί μία ὁμολογία τῆς πίστης μας στό Θεό, πρέπει νά τήν ἀρχίζουμε μέ τήν Ἁγία Τριάδα. Αὐτός εἶναι ὁ Θεός μας. Νά τήν ἀρχίζουμε, δηλαδή, μέ τό, «Εἰς τό Ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Ἀμήν». Ἐπίσης ἀπό τήν προσευχή μας δέν πρέπει νά ἀπουσιάζει ἡ Παναγία. Γιατί, ὅπως ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός μας, πέρασε ἀπό τήν Παναγία γιά νά ἔρθει ἀνάμεσά μας, ἔτσι καί ἡ προσευχή μας πρέπει νά περνάει ἀπό τήν Παναγία, γιά νά φθάσει στόν Θεό.
.                2. Νά προσεύχεσαι, ἀγαπητέ μου, παντοῦ καί πάντοτε. «Ἐν παντί καιρῷ καί τόπῳ». Καί περπατῶντας στό δρόμο καί ξαπλωμένος στό κρεβάτι μπορεῖς νά προσεύχεσαι. Ὁ Ἰώβ ἦταν πεταμένος στήν κοπριά γιά τήν ἀρρώστια του, ἀλλά ἐκεῖ ἔλεγε τήν ὡραία δοξαστική προσευχή του: «Εἴη τό Ὄνομα Κυρίου, εὐλογημένον ἀπό τοῦ νῦν καί ἕως τοῦ αἰῶνος»! Στήν προσευχή σου, ἄνθρωπέ μου, νά λές στό Θεό ὅ,τι θέλεις. Σάν τό μικρό παιδάκι, πού λέει στόν μπαμπᾶ του ὅτι θέλει καραμέλλες! Ὅλα τά προβλήματά σου καί τίς ἀγωνίες σου, ὅλα νά τά λές στόν Θεό. Μήν ξεχνᾶς ὅμως νά παρακαλεῖς τόν Θεό νά σοῦ συγχωρέσει τά ἁμαρτήματά σου. Ἐπίσης στήν πρωϊνή σου καί βραδυνή προσευχή, νά λές καί τό «Πάτερ ἡμῶν», γιατί μᾶς τό εἶπε ὁ Κύριος νά λέμε τήν προσευχή αὐτή, γι᾽ αὐτό καί τήν λέμε «Κυριακή προσευχή». Ἄν ἡ ψυχή σου θέλει περισσότερα, πές τούς Χαιρετισμούς στήν Παναγία, ἔστω μία Στάση τήν ἡμέρα. Ἔχουν μεγάλη δύναμη οἱ Χαιρετισμοί στήν Παναγία. Ἀλλά μήν παραλείπεις νά λές στήν προσευχή σου καί τά ἀτομικά σου αἰτήματα, βγαλμένα ἀπό τήν καρδιά σου. Καί μέ τήν προσευχή σου, ἀγαπητέ, νά ἀγκαλιάζεις ὅλο τόν κόσμο παρακαλῶντας τόν Θεό γιά χῆρες, γιά ὀρφανά, γιά ἀρρώστους, γιά χρεωμένους, γιά ἀστέγους, γιά τούς πρόσφυγες ἀδελφούς καί γιά ὅλο γενικά τόν κόσμο.
.                3. Τέλος, σοῦ συνιστῶ νά λές κάθε μέρα αὐτή τήν σύντομη καί πεντάλογη προσευχή: «ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΕ ΜΕ». Καί νά λές καί τήν ἄλλη σύντομη προσευχή τῆς Ἐκκλησίας μας στήν Παναγία: «Θεοτόκε Παρθένε, Χαῖρε Κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά Σοῦ. Εὐλογημένη Σύ ἐν γυναιξί καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς Κοιλίας Σου» ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

Μέ πολλές εὐχές,

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

, , , , ,

Σχολιάστε

Ο ΠΑΤΕΡΟΥΛΗΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ (Χαρ. Μπούσιας)

 

Πατερούλης τοῦ οὐρανοῦ
Γέροντος Εὐσεβίου Βίττη Μνήμη
(+4 Νοεμβρίου 2009)

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μ. Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

              Μιὰ ἐμπερίστατη νέα, ἡ Β. ἀναπαυόταν πνευματικὰ στὸν Γέροντα καὶ δεχόταν τὸ προϊὸν ὄχι μόνο τῶν προσευχῶν του, ἀλλὰ καὶ τῆς ὑλικῆς του στηρίξεως. Ὁ Γέροντας γνώριζε τὸ δυφυὲς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ δὲν ἔμενε σὲ εὐχολόγια. Δὲν ἔλεγε:
-Ὕπαγε καὶ ἐγὼ θὰ προσεύχομαι γιὰ σένα.
.           Τί νὰ τὴν κάνει κανεὶς μόνο τὴν εὐχή, ὅταν τὸ στομάχι διαμαρτύρεται; Ὁ Γέροντας ὄχι μόνο πονοῦσε γιὰ τοὺς ἐνδεεῖς, τοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας, ἀλλὰ μεριμνοῦσε καὶ γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν ὑλικῶν τους ἀναγκῶν. Ἦταν πραγματικὸς πατέρας.
.            Τὴν Β. πολλὲς φορὲς τὴν εἶχε εὐεργετήσει καὶ αὐτὴ ἔνοιωθε τὸν Γέροντα ὄχι μόνο πνευματικὸ πατέρα, ἀλλὰ καὶ τροφέα καὶ ἀνακουφιστὴ καὶ ἀρωγὸ στὶς καθημερινὲς ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς.
.             Ἦλθε ἡ εὐλογημένη στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς κάλεσε τὸν Γέροντα Εὐσέβιο γιὰ νὰ τὸν κάνει οὐρανοπολίτη, νὰ τοῦ χαρίσει τὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα. Μετὰ τὴν ὁσιακή του κοίμηση ἡ κ. Β. βρέθηκε σὲ δεινὴ θέση. Ποιός τώρα θὰ τῆς κάλυπτε τὰ ἔξοδα; Ποιός θὰ τὴν βοηθοῦσε;
.          Ἀπελπισμένη σήκωσε τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ καὶ ψέλλισε:
-Πατερούλη τοῦ οὐρανοῦ, τί θὰ ἀπογίνω τώρα;
.             Ἡ ἔκπληξη ἦλθε ἀπὸ τὸν οὐρανό. Τὸ ἑπόμενο πρωῒ βρίσκει κάτω ἀπὸ τὴν ἐξώπορτα τοῦ σπιτιοῦ της ἕναν φάκελλο. Εἶχε ὄνομα: «π. Εὐσέβιος». Τὸ ἄνοιξε βιαστικὰ καὶ ἔμεινε ἄφωνη. Ὁ «Πατερούλης τοῦ οὐρανοῦ» εἶχε μεριμνήσει γιὰ τὶς ἀνάγκες της. Θαυμαστό; Ναί. Γράμμα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μὲ χρηματικὸ ποσὸν ἱκανὸ νὰ τῆς λύσει τὰ τρέχοντα οἰκονομικὰ προβλήματα καὶ ὄχι μόνον.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μ. Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

Σχολιάστε

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ-3

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ
Γ´

Ἀπάνθισμα ἄρθρου τοῦ Ἀρχιμ. Συμεὼν Bruschweiler,
(τῆς Ἱ. Μονῆς Τ. Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας),
μεταφρασθὲν ἐκ τοῦ γαλλικοῦ περιοδικοῦ S.O.P. (τ. 207)

Περιοδ. «ΕΡΕΙΣΜΑ»
(Ἱ. Μ. Χρυσοποδαριτίσσης Πατρῶν)
ἀρ. τ. ΙΑ´, Ἄνοιξις 2003

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ».

Μέρος Α´: Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ–1

Μέρος Β´: Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ–2

.               Ὁ λογισμὸς αὐτὸς ἦταν ἀρκετὸς γιὰ νὰ ἀνοίξη τὴν θύρα στὶς δαιμονικὲς ἐπιθέσεις. Ἔτσι, ἐπὶ δεκαπέντε ἔτη ὁ Ἅγιος ἔπρεπε ν’ ἀγωνισθῆ ἐναντίον τοῦ πάθους τῆς ὑπερηφανείας, τὸ ὁποῖο φανερωνόταν μὲ διαφόρους τρόπους. Δὲν τὸν πρoσέβαλλαν μόνον οἱ λογισμοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι οἱ δαίμονες τοῦ ἐμφανίζοντο. Τί ἔπρεπε νὰ κάνη, γιὰ νὰ ξεφεύγη ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τους;
.               Τότε, λοιπόν, τοῦ ἀπεκαλύφθη ἀπὸ τὸν Κύριον ὅτι οἱ ὑπερήφανοι ἔτσι πάντα ὑποφέρουν ἀπὸ τοὺς δαίμονες, καὶ ὅτι, γιὰ νὰ νικήση τὸν ἐγωϊσμό, ἔπρεπε νὰ βυθίση τὸν νοῦ του στὸν ἅδη. «Ὁ Κύριος μὲ ἐδίδαξε νὰ κρατῶ τὸν νοῦ μου στὸν ἅδην καὶ νὰ μὴν ἀπελπίζωμαι», ἔλεγε μετὰ ὁ Ἅγιος, «κι ἔτσι ἡ ψυχή μου ἔμαθε τὴν ταπείνωσι… Ἔτσι ὑπερνίκησα τοὺς ἐχθρούς…».
.               Αὐτὴ ἡ ἐντολὴ εἶναι βέβαια παραδόξη, ἀλλὰ ἐκφράζει ἕναν γενικὸ πνευματικὸ νόμο: «Ὁ Θεὸς ὑπερήφανοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν» (Α΄ Πέτρ. ε΄, 5). Στὴν περίπτωσι, ὅμως, τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ διετυπώθη μὲ τὸν πλέον ριζοσπαστικὸ τρόπο. Ἀλλ’ ὡς πνευματικὴ θεραπευτικὴ «ἀγωγὴ» δὲν εἶναι καθόλου καινούργια· ἀπαντᾶται καθ’ ὅλην τὴν διαρκεια τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἐκπεφρασμένη ὅμως μὲ διαφόρους τρόπους καί μὲ ποικίλους βαθμοὺς ἐντάσεως.
.               Ἔτσι, ἡ κατάστασις αὐτή, ποὺ ἐβίωσε ὁ Ἅγιος, εἶναι ἀνάλογη μὲ ἐκείνη τῶν μεγάλων πατέρων τῆς Αἰγύπτου. Ὅταν, λ.χ., εἶπαν στὸν ἀββᾶ Ποιμένα ὅτι θὰ εἰσέλθη στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνος ἀπήντησε: «Πιστέψτε με, ἀδελφοί, ὅτι εἰς τὸν τόπον ὅπου βάλλεται ὁ σατανᾶς, ἐκεῖ βάλλομαι». Ἐπίσης, ὁ μέγας Ἀντώνιος σκεπτόμενος ὅπως ὁ τσαγκάρης τῆς Ἀλεξανδρείας: «Ὅλοι θὰ σωθοῦν, μόνος ἐγὼ θὰ κολασθῶ».
.               Ὁ ἅγιος Σιλουανός, λοιπόν, ἦταν ἕνας πνευματικὸς γίγας καὶ μπόρεσε νὰ βαστάξη μία τέτοια μορφὴ ἀσκήσεως μέχρι τοῦ ἀκροτάτου ὁρίου της, δίχως νὰ ὑποκύψη στὴν ἀπελπισία. Διότι ἡ ἐντολὴ αὐτὴ εἶναι πύρινη (πρβλ. Ψαλμ. ριη΄, 140), καὶ ἀπετέλεσε τὴν βάσι τῆς ὑψηλῆς πνευματικῆς ἀσκήσεώς του, «τῆς αὐτομεμψίας ὡς καταστάσεώς» του… Ἀλλὰ μόνο ὁ Ἅγιος ἐγνώρισε τὸ βάθος τοῦ λόγου περὶ τῆς «καταστάσεως» αὐτῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῆ ὅτι κάτι τέτοιο δὲν εἶναι ἐφικτὸ γιὰ ὅλους μας.
.               Κάθε ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς πρέπει νὰ ἔχη, μέσῳ τοῦ πνευματικοῦ του πατρός, τὴν ἀναγκαία καθοδήγησι γιὰ νὰ διακρίνη μέχρι ποίου σημείου θὰ μποροῦσε νὰ πλησιάση στὴν φωτιὰν αὐτὴν δίχως νὰ καῆ, δίχως νὰ πέση στὴν ἀπόγνωσιν ἢ τὴν παραφροσύνη, καὶ πῶς θὰ μπορέση νὰ προσαρμόση στὴν δική του ζωή, στὶς δικές του δυνάμεις τὸ παράγγελμα αὐτό: «Κράτα τὸν νοῦ σου στὸν ἅδη, καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι».
.               Σὲ μᾶς, μᾶλλον ἡ αὐτομεμψία ταιριάζει, ἡ ὁποία συνίσταται πρῶτα-πρῶτα στὸ νὰ ζοῦμε ἐν μετανοίᾳ, νὰ μεμφώμεθα τὸν ἑαυτό μας γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καί, παραλλήλως, νὰ προσευχώμεθα εἰλικρινῶς: «Κύριε, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου» (Εὐχὴ τοῦ ἁγίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου). Διότι ἡ ὁδὸς τῆς μετανοίας εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ ὅλους μας, ἀφοῦ κανείς μας δὲν εἶναι ἀναμάρτητος. Καὶ ἡ μετάνοια μᾶς ἀνοίγει τὴν θύρα τῆς ταπεινώσεως, ἡ ὁποία συντρίβει «τὶς πύλες τοῦ ἅδου» καὶ τοῦ ἐγωισμοῦ. Καὶ ὅλοι πρέπει νὰ περάσωμε ἀπὸ τὸ χωνευτήρι τῆς μετανοίας, γιὰ νὰ πορευθοῦμε μὲ ταπείνωσι στὴν κεντρικὴ ὁδὸ τῆς Βασιλείας…

, ,

Σχολιάστε

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ–2

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ

Ἀπάνθισμα ἄρθρου τοῦ Ἀρχιμ. Συμεὼν Bruschweiler,
(τῆς Ἱ. Μονῆς Τ. Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας),
μεταφρασθὲν ἐκ τοῦ γαλλικοῦ περιοδικοῦ S.O.P. (τ. 207)

Περιοδ. «ΕΡΕΙΣΜΑ»
(Ἱ. Μ. Χρυσοποδαριτίσσης Πατρῶν)
ἀρ. τ. ΙΑ´, Ἄνοιξις 2003

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ».

Μέρος Α´: Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ–1

.             Ὁ Χριστός μὲ τὴν σταυρικὴ Του θυσία, τὴν ταφὴ Του καὶ τὴν κάθοδό Του στὸν ἅδῃ «ἔλυσε τὰς ὠδῖνας τοῦ θανάτου» (Πραξ. β΄, 24), καὶ «ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας». Ἂν μάλιστα μὲ τὴν Ἀνάληψί Του «ἀνέβη ὑπεράνῳ πάντων τῶν οὐρανῶν», εἶναι γιατὶ «κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς» (Ἐφ. δ΄, 9). Ἔτσι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς ἔδειξε ὅτι ὁ δρόμος γιὰ τὴν Ἀνάστασι, γιὰ τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, περνᾶ ἀπὸ τὸν ἅδη. Μὲ τὴν κάθοδό Του στὸν ἅδη, ποὺ δείχνει τὴν συγκατάβασί Του, τὴν ἄκρα ταπείνωσί Του, τὴν κένωσί Του, τὴν ἀγάπη Του, ἡ ὁποία ἀγκαλιάζει καὶ ἀναγεννᾶ ὅλους μας, ἐθριάμβευσε στὰ σκοτάδια τοῦ ἐγωϊσμοῦ, τοῦ μίσους, τοῦ διαχωρισμοῦ, κι ἔτσι κατήργησε ἐκεῖνον ποὺ κατεῖχε τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου, δηλαδὴ τὸν διάβολο (Ἑβρ. β΄, 14). Καρπὸς καὶ ὄργανο αὐτῆς τῆς νίκης εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τὴν ὁποίαν «πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσι» (Ματθ. ιϛ΄, 18).
.             Ὑπάρχει, λοιπόν, μέσα στὴν Ἐκκλησία μία ἀληθινὰ πνευματικὴ θεραπεία, ἡ ὁποία μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἰατρεύσωμεν τὶς πνευματικές μας ἀσθένειες, δηλαδὴ τὰ πάθη μας. Δὲν μποροῦμε νὰ εἰποῦμε ὅτι θὰ σωθοῦμε, ἐὰν βασιλεύη στὴν ψυχή μας ἡ ἐξουσία τοῦ διαβόλου μέσῳ τῶν παθῶν μας. Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος, ὁ πρῶτος Ἀδάμ, ἔπεσε στὴν ἁμαρτία, ἄρα στὸν πνευματικὸ θάνατο, λόγῳ τῆς ὑπερηφανείας του –(πρβλ. «καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί», Γεν. γ΄, 5), τότε τὸ κυριώτερο μέσον γιὰ νὰ θεραπευθῆ ἡ ἀσθένεια τοῦ ἐγωϊσμοῦ, εἶναι ἡ ταπείνωσις. Δὲν ὑπάρχει σωτηρία δίχως ταπείνωσι· διότι ἡ ἀρετὴ αὐτὴ ἀνοίγει τὶς θύρες τῆς καρδιᾶς μας στὴν χάριν τοῦ Θεοῦ.
.             Ἡ ὑπερηφάνεια ἀντιστέκεται μέσα μας περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο πάθος. Βέβαια, μόνον ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τελικὰ θὰ μᾶς σώση καὶ ὄχι οἱ δικὲς μας προσπάθειες, ὅσο μεγάλες καὶ ἂν εἶναι, ὅσο τελείως ἀναγκαῖες καὶ ἂν εἶναι. Γιὰ νὰ μπορέση, ὅμως, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ νὰ ἐνεργήση μέσα μας, πρέπει νὰ τῆς διαφυλάξωμε ἕνα «χῶρο», ἕνα «τόπο». Ἐὰν ὁ Θεὸς εὑρίσκη μέσα μας ὀργή, μῖσος, φιληδονία, ματαιοδοξία, ὑπεροψία, ἐγωϊσμό, τότε δὲν παραμένει ἡ χάρις Του μαζί μας· γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν ἐπιβάλλεται. Σὲ μᾶς ἐναπόκειται νὰ προετοιμάσωμε τὴν «γῆν τὴν καλή», ὥστε Αὐτὸς νὰ τὴν καλλιεργήση, ὅπως καὶ στὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ σπορέως. Ἐκεῖ, παρ’ ὅτι ὁ σπόρος διεσκορπίσθη ἀφθόνως, «ἃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, ἄλλα δὲ ἐπὶ τὰ πετρώδη, ἄλλα δὲ ἐπὶ τὰς ἀκάνθας, καὶ ἄκαρπος γίνεται…» (Ματθ. ιγ΄). Χρειάζεται, λοιπόν, μία γῆ ἐπιμελῶς ὀργωμένη, τὴν ὁποίαν ἐμεῖς οἱ ἴδιοι θὰ πρέπη νὰ ἑτοιμάσωμε. Γι’ αὐτό, ὅσο ζῆ μέσα μας τὸ πάθος τῆς ὑπερηφανείας, ὀφείλομε νὰ κάνωμε τὸ πᾶν γιᾶ νὰ τὸ ξερριζώσωμε.
.             Ὁ λόγος λοιπόν, ποὺ ἀπευθύνθη τότε στὸν ἅγιο Σιλουανό, ἦταν ἀκριβῶς ἕνας λόγος, ἕνας τρόπος πνευματικῆς θεραπείας, για νὰ καταφλεγῆ μέσα του κάθε ἴχνος ἐγωϊσμοῦ, ὥστε ἡ ψυχὴ του νὰ εὕρη τὴν ταπείνωσι. Διότι στὴν ἀρχὴ τῆς μοναχικῆς του ζωῆς, περίπου ἕξι μῆνες μετὰ τὴν ἄφιξί του στο Μοναστῆρι, ὁ ἅγιος Σιλουανὸς εὐεργετήθη μὲ μία ἀπό τὶς μεγαλύτερες δωρεές, ποὺ μπορεῖ νὰ δεχθῆ ἄνθρωπος. «Ὁ Κύριος ἐνεφανίσθη μὲ ἀκατάληπτο τρόπο στὸν νεαρὸ δόκιμο, καὶ ὅλη του ἡ ὕπαρξις, ἀκόμη καὶ τὸ σῶμα του, ἐγέμισε ἀπὸ τὸ πῦρ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἀλλ’ ὅμως δὲν διέθετε ἀκόμη τὴν πνευματικὴ ὡριμότητα, ποὺ θὰ τοῦ ἐπέτρεπε νὰ διαφυλάξη αὐτὴν τὴν χάρι. Παρεκινήθη πρὸς τὴν κενοδοξία, λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς αὐτῆς δωρεᾶς, νιώθοντας μία κάποιαν ἀνωτερότητα ἔναντι τῶν ἄλλων μοναχῶν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ-3

,

Σχολιάστε

Η ΦΥΛΑΚΗ καὶ Η ΠΕΤΡΑ (Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης)

Ἁγ. Nικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
Ἀπόσπασμα τῆς
Ἑρμηνείας τοῦ Εἱρμοῦ τῆς δ´ ᾨδῆς

τοῦ Κανόνος τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τ. Σταυροῦ
(«Ἑορτοδρόμιον», ἔκδ. Σκουρταίων, ἐν Bενετίᾳ)

Ἠλ. στοιχ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.                […] Ἐὰν σύ, ὡς ὁ Ἀββακούμ, σταθῇς εἰς τὴν φυλακήν σου, καὶ πατήσῃς ἐπάνω εἰς τὴν πέτραν· «ἐπὶ τῆς φυλακῆς μου γάρ, φησὶν ἐκεῖνος, στήσομαι, καὶ ἐπιβήσομαι ἐπὶ πέτραν» (Ἀββακ. β΄1), θέλεις ἀξιωθῇ καὶ τῆς Ἀββακοὺμ χάριτος. Ποία δὲ εἶναι ἡ φυλακὴ αὕτη; καὶ ποία ἡ πέτρα; ἄκουσον· φυλακὴ εἶναι ἡ προσοχὴ καὶ τήρησις τοῦ νοὸς ἀπὸ κάθε βλάσφημον, καὶ αἰσχρόν, καὶ πονηρὸν λογισμόν. Πέτρα δὲ εἶναι ἡ καρδία· μᾶλλον δέ, Πέτρα εἶναι, τὸ γλυκύτατον ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸ ἐν τῇ καρδίᾳ μελετώμενον, ὅστις Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ἡ στερεὰ Πέτρα, περὶ ἧς εἶπεν ὁ μέγας Παῦλος «ἡ δὲ Πέτρα ἦν ὁ Χριστὸς» (Α´ Κορ. 1, 4).
.             Ὅταν λοιπόν, ἀδελφέ μου Χριστιανέ, τραβίξῃς τὸν νοῦν σου ἀπὸ ὅλα τοῦ Κόσμου τὰ πράγματα: ἡδονάς, λέγω, καὶ δόξας καὶ ἀργύρια, καὶ ἐμβάσῃς αὐτὸν μέσα εἰς τὴν καρδίαν σου, καὶ ἐκεῖ εὑρίσκων τὸν ἐν τῇ καρδίᾳ ἐνδιάθετον καλούμενον λόγον, μὲ αὐτὸν λέγῃς τὴν μονολόγιστον ταύτην Προσευχὴν μετὰ θερμῆς πίστεως καὶ ἐλπίδος καὶ ἀγάπης: ἤγουν τό, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με, βαστῶν καὶ ὀλίγον τὴν ἀναπνοήν σου· τότε ἀποκτᾷς τὴν φυλακὴν τοῦ νοός. Διότι ἡ θέρμη ἐκείνη, ἥτις γεννᾶται ἀπὸ τὴν συχνὴν μελέτην τοῦ Ἁγίου ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, αὐτὴ μαστίζει καὶ κατακόπτει τοὺς Δαίμονας, ὡς μάχαιρα δίστομος, καὶ δὲν ἀφίνει αὐτοὺς νὰ προσβάλουν εἰς τὸν νοῦν σου τοὺς ἀτόπους αὐτῶν λογισμούς. Ὅθεν εἶπεν ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος «Ἰησοῦ ὀνόματι μάστιζε πολεμίους».
.           Ὅταν δὲ ἡ καρδία σου καθαρισθῇ ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὰς ἐπιθυμίας, ὁποίας ἔφθασε νὰ λάβῃ τῶν τοῦ Κόσμου πραγμάτων: φιληδονίας, λέγω, φιλοδοξίας καὶ φιλαργυρίας, καὶ στερεωθῇ ὅλη διόλου ἐν τῇ Πέτρα: ἤτοι ἐν τῇ πίστει τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ· τότε ἐπιβαίνεις καὶ σύ, ὡς ὁ Ἀββακούμ, ἐπάνω εἰς τὴν στερεὰν Πέτραν τῆς καρδίας σου, χωρὶς νὰ φοβηθῇς κανένα φόβον, οὔτε δαιμονικὸν καὶ ἐσωτερικόν, οὔτε ἀνθρώπινον καὶ ἐξωτερικόν, λέγων μὲ τὸν Δαβὶδ «Κύριος φωτισμός μου καὶ Σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου, ἀπὸ τίνος δειλιάσω;» (Ψαλ. κϛ΄1). Τότε λοιπὸν ἐπάνω εἰς τὴν Πέτραν ἱστάμενος τῆς καρδίας σου, ἀποσκοπεύεις καὶ σύ, τί ἔχει νὰ λαλήσῃ νοερῶς ἔνδοθέν σου ὁ Θεός. Τότε ἔχει νά σοι προστεθῇ καὶ ὠτίον νοερόν, διὰ νὰ ἀκούῃς τοὺς νοεροὺς λόγους, τοὺς ὁποίους μέλλει νὰ ἐνηχήσῃ εἰς ἐσὲ ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· καθὼς ἐπρόσθεσε τοῦτο καὶ εἰς τὸν Προφήτην Ἡσαΐαν· διὸ καὶ ἔλεγε «Προσέθηκά μοι ὠτίον τοῦ ἀκούειν» (Ἡσ. ν΄4) καὶ πάλιν «Καὶ ἡ παιδεία Κυρίου ἀνοίγει μου τὰ ὦτα» τὰ νοερὰ δηλαδὴ τῆς καρδίας· καθὼς ἑρμηνεύει ὁ Χρυσορρήμων (Ἡσ. ν΄5). Ὅθεν τότε καὶ σὺ ἔχεις νὰ λέγῃς μαζὶ μὲ τὸν Ἀββακοὺμ «Κύριε, εἰσακήκοα τὴν ἀκοήν σου καὶ ἐφοβήθην». Διὰ τοῦτο εἶπε καὶ ὁ θεοφόρος Μάξιμος «Καρδία ἐστὶ καθαρά, ἡ παντάπασιν ἀνείδεον τῷ Θεῷ καὶ ἀδιαμόρφωτον παραστήσασα τὴν μνήμην, καὶ μόνοις τοῖς αὐτοῦ ἕτοιμον ἐνσημανθῆναι τύποις, δι᾽ ὧν ἐμφανὴς πέφυκε γίνεσθαι» (Κεφ. πβ΄τῆς β΄ ἑκατοντάδος τῶν Γνωστικῶν).

, , ,

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΧΗ τὴν Θ´ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ ΜΑΤΘΑΙΟΥ-2 «Μὲ τὸν πειρασμὸ ἐξαφανίζεται ἡ λήθη. Τότε θυμόμαστε τὸν Κύριο καὶ ζητᾶμε τὴ βοήθειά Του». (ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

Διδαχ τν Θ´ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου
γι
τὴν βοήθεια το Θεο στν νθρωπο πο θλίβεται

(Ματθ. ιδ´ 22-34)

Μέρος Β´

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐπισκόπου Καυκάσου καὶ Μαύρης Θάλασσας,
«Ἀσκητικὲς ὁμιλίες Α´» [Ἔργα-7],
ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου,
Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 2015, σελ. 303-312

Μέρος Α´: ΔΙΔΑΧΗ τὴν Θ´ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ ΜΑΤΘΑΙΟΥ-1 «Μέσ’ ἀπὸ τὶς δοκιμασίες ποὺ μᾶς περικυκλώνουν, ἂς ἀναγκάσουμε τὸν ἑαυτό μας νὰ θυμηθεῖ τὸν Θεό, ἂς στραφοῦμε στὸν Θεὸ» (ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

.               Τί παρήγορη ὑπόσχεση, ἢ μᾶλλον πόσες παρήγορες ὑποσχέσεις! Ὁ παντογνώστης Θεὸς βεβαιώνει ὅτι θὰ εἰσακούσει τὸν ἄνθρωπο ποὺ θὰ κράξει σ’ Ἐκεῖνον. Ἀποκαλύπτει ὅτι μὲ τὴ θεία πρόνοιά Του θὰ βρίσκεται δίπλα σ’ αὐτὸν ποὺ θὰ Τὸν ἐπικαλεστεῖ. Ὑπόσχεται ὅτι θὰ τὸν βγάλει ἀπὸ τὴ θλίψη καὶ θὰ τὸν δοξάσει, θὰ τὸν δοξάσει μὲ τὴ δωρεὰ τῆς θείας Του χάριτος. Καὶ τελειώνει μὲ τὴν ὑπόσχεση τῆς αἰώνιας μακαριότητας καὶ τὴ φανέρωση τῆς σωτηρίας στὴν ψυχή, ἐγκαθιστώντας σ’ αὐτὴν τὴ θεία βασιλεία Του. Ἡ ἐγκατάσταση τῆς θείας βασιλείας στὴν ψυχὴ ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ εἶναι τὸ ἐχέγγυο τῆς μετοχῆς της στὴν αἰώνια. Στὸν Πέτρο ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου ἔδωσε τὸ χέρι Του, προκειμένου νὰ τὸν σώσει ἀπὸ τὸν πνιγμό. Σ’ ἐμᾶς, τοὺς ἀκολούθους Του, δίνει τὴ θεία Του χάρη, προκειμένου νὰ μᾶς σώσει, ὅταν κινδυνεύουμε νὰ χαθοῦμε μέσα στὴ φουρτουνιασμένη θάλασσα τῶν παθῶν.
.            Μετὰ τὴν κατάπαυση τῆς τρικυμίας ἀπὸ τὸν Κύριο, «ὅσοι ἦταν στὸ καΐκι, ἦρθαν καὶ Τὸν προσκύνησαν, λέγοντας: “Ἀληθινά, εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ!”». Ὅταν ἡ θύελλα τῆς καρδιᾶς κοπάσει μὲ τὴν ἐπέμβαση τοῦ Κυρίου, τότε θὰ ἐξασθενήσουν καὶ οἱ ἄνεμοι τοὺς ὁποίους ξεσήκωσαν οἱ δαιμονικοὶ λογισμοί, τότε ἡ ψυχὴ θὰ προσκυνήσει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ «πνευματικὰ καὶ ἀληθινά», ἐπειδὴ θὰ ἔχει λάβει στὰ μύχιά της τὴν πληροφορία ὅτι Αὐτὸς εἶναι πραγματικὰ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός.
.               Ο ξωτερικο πειρασμο μς δηγον στ γνώση το Θεο μ τ φανέρωση τς πρόνοιάς Του· στερεώνουν τὴν πίστη μας στὴ φιλάνθρωπη μέριμνά Του γιά μᾶς· ἐμπνέουν στὴν καρδιά μας τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εὐλάβεια σ’ Αὐτόν, καθὼς αἰσθανόμαστε ὅτι μᾶς βλέπει καὶ Τὸν βλέπουμε νοερὰ μᾶς κατευθύνουν σὲ διαγωγὴ σύμφωνη μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολὲς καὶ μᾶς ἀποτρέπουν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὴν ὁποία ἀποστρέφεται ὁ Κύριος.
.               Οἱ ψυχικοὶ πειρασμοί, πάλι, μᾶς παρέχουν βαθύτερες γνώσεις. Πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι σ’ αὐτοὺς τοὺς πειρασμοὺς καὶ στὴ δραστικὴ ἐνέργειά τους ὑποβάλλονται σχεδὸν ἀποκλειστικὰ οἱ ἀκόλουθοι ἐκεῖνοι τοῦ Κυρίου ποὺ ἔχουν ἀφιερώσει τὸν ἑαυτό τους στὴν ὑπηρεσία Του, ζώντας ἡσυχαστικὰ μὲ τὴν ἄσκηση τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Ἡ ἄσκηση αὐτὴ ἀποκαλύπτει στὸν ἄνθρωπο τὴν ψυχή του. «Ὅσοι ταξιδεύουν στὴ θάλασσα» τῆς καρδιᾶς «μὲ πλοῖα», δηλαδὴ μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ὄχι μὲ τὴν αὐθαίρετη νόηση καὶ ἄσκησή τους, «ὅσοι ἐργάζονται μέσα στὰ πολλὰ νερά», στοὺς συλλογισμοὺς τοῦ νοῦ καὶ στὰ αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς, «αὐτοὶ εἶδαν τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου καὶ τὰ θαυμαστὰ ἐπιτεύγματά Του στὸν βυθὸ» τῆς ψυχῆς.
.               Μὲ διάφορους τρόπους ὁ πάνσοφος καὶ πανάγαθος Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ πολεμηθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἐσωτερικά: «Πρόσταζε (ὁ Κύριος) καὶ σηκώθηκε ἀνεμοθύελλα. Ὑψώθηκαν τὰ κύματα τῆς θάλασσας, ποὺ τοὺς ἀνεβάζουν ὣς τὸν οὐρανὸ καὶ τοὺς κατεβάζουν ὣς τὰ βάθη τῆς ἀβύσσου». Ἀπὸ τὴ φοβερὴ ἀναταραχὴ τῶν αἰσθημάτων -αὐτὴ εἶναι ἡ «ἀνεμοθύελλα»—, τὴν ὁποία προξενοῦν οἱ δαιμονικοὶ λογισμοί, «ἡ ψυχή τους», ἡ ψυχὴ τῶν ἀσκητῶν, «ἔλιωνε ἀπὸ τὸν φόβο μὲ τὰ τόσα κακά. Ζαλίστηκαν, παραπατοῦσαν σὰν μεθυσμένοι, καὶ ὅλη τους ἡ σοφία ἐξαφανίστηκε», ἐξ αἰτίας τῆς σκοτεινιᾶς ποὺ ἔφερε ἡ καταιγίδα, ἐξ αἰτίας τῶν πολλῶν καὶ ζοφερῶν λογισμῶν, ἐξ αἰτίας τῆς φοβερῆς ταραχῆς, ἐξ αἰτίας τῶν ἀμφιβολιῶν ποὺ δὲν διαλύονται μὲ τὴν ἀνθρώπινη λογική. «Τότε μέσα στὴ θλίψη τους κραύγασαν στὸν Κύριο, κι Αὐτὸς τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὶς δυσκολίες τους. Πρόσταζε τὴν καταιγίδα κι ἔγινε ἀπανεμιά· καὶ ἡσύχασαν τὰ κύματα».
.               Μετὰ τὸν πνευματικὸ πόλεμο, συνήθως χαρίζεται ἀπὸ τὸν Θεὸ πνευματικὴ εἰρήνη. «Καὶ χάρηκαν, γιατί ἡσύχασαν, καὶ ὁ Κύριος τους ὁδήγησε στὸ λιμάνι τοῦ θελήματός Του». Διδαγμένοι οἱ πνευματικοὶ ἀγωνιστὲς ἀπὸ τοὺς ἐσωτερικοὺς πολέμους, ἀποκτοῦν τὴ γνώση τοῦ ἁγίου θελήματος τοῦ Θεοῦ καὶ σιγὰ-σιγὰ μαθαίνουν νὰ παραμένουν σ’ αὐτό. Ἡ γνώση καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ θείου θελήματος εἶναι ἕνα καταφύγιο γιὰ τὴν ψυχή, καταφύγιο στὸ ὁποῖο αὐτὴ βρίσκει ἠρεμία καὶ ἐλπίδα σωτηρίας. Ἔχοντας ἀποκτήσει μυστικὰ ἀπὸ τὸν Κύριο τὴ γνώση τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ μὲ τὴν ἐμπειρικὴ αἴσθηση τῆς ἐπενέργειας τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἐπενέργειας τῆς χάριτος στὴν ψυχή τους —ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ δεύτερη ἐξουδετερώνει τὴν πρώτη—, εὐχαριστοῦν καὶ δοξολογοῦν «τὸν Κύριο γιὰ τὸ ἔλεός Του» στὶς προσευχές τους. Παράλληλα, διακηρύσσουν «τὰ θαυμαστὰ ἔργα Του στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους», στοὺς ἀδελφούς τους, κατὰ τὶς ἐποικοδομητικὲς συζητήσεις τους. «Στὴ σύναξη τοῦ λαοῦ θὰ Τὸν ἐξυψώσουν καὶ στὸ συνέδριο τῶν πρεσβυτέρων θὰ Τὸν δοξάσουν».
.               «Σ’ ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεό», λέει ὁ ἀπόστολος, «τὰ πάντα συντελοῦν στὸ καλό τους». Ὁ Θεὸς κάνει νὰ συντελοῦν στὸ καλό τους ὄχι μόνο οἱ ἐξωτερικὲς θλίψεις καὶ συμφορές, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐσωτερικές, ἐκεῖνες δηλαδὴ ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν ξεσηκωμὸ καὶ τὴ θύελλα τῶν παθῶν. Αὐτὲς εἶναι ποὺ ἀποκαλύπτουν στὸν ἄνθρωπο τὴν πτώση του, αὐτὲς εἶναι ποὺ τὸν κατεβάζουν ἀπὸ τὰ ὕψη τῆς ὑπερηφάνειας στὴν κατάσταση τῆς αὐτογνωσίας καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης, αὐτὲς εἶναι ποὺ τοῦ δείχνουν τὴν ἀπόλυτη ἀναγκαιότητα τοῦ Λυτρωτῆ καὶ τὸν ρίχνουν μὲ αὐταπάρνηση στὰ πόδια Του.
.               Ὅταν βλέπουμε νὰ ξεσηκώνονται μέσα μας τὰ πάθη, ἂς μὴν ταραζόμαστε, ὅπως ταράζονται συνήθως ὅσοι δὲν ἔχουν αὐτογνωσία. Τὰ πάθη εἶναι φυσικὰ στὴ φθαρμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία φύση μας, ὅπως φυσικὰ σὲ μίαν ἀρρώστια εἶναι τὰ συμπτώματά της. Κάθε φορὰ ποὺ ξεσηκώνονται τὰ πάθη, πρέπει νὰ προστρέχουμε χωρὶς καθυστέρηση στὸν Κύριο μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὰ δάκρυα, περιμένοντας μὲ ὑπομονὴ τὴν προστασία Του καὶ προβάλλοντας στὸ μεταξὺ σθεναρὴ ἀντίσταση.
.               Τὰ πάθη φοβίζουν ὄχι μόνο τοὺς ἀνθρώπους ποὺ κυριαρχοῦνται ἀπ’ αὐτά, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους ποὺ ἔχουν προοδεύσει στὴν ἀρετή. Αὐτὸ συμβαίνει μὲ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, ὥστε ἡ ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς νὰ μὴν ἀποτελέσει γιὰ τὸν ἀδύναμο ἄνθρωπο αἰτία κομπασμοῦ καὶ ὑπερηφάνειας. Συχνά, ἔπειτα ἀπὸ παρατεταμένη γαλήνη, σηκώνεται φοβερὴ θύελλα. Ἔτσι, ἐκεῖνοι ποὺ νόμιζαν ὅτι βρίσκονταν σὲ ἀσφαλὲς καταφύγιο, συνειδητοποιοῦν ὅτι βρίσκονται σὲ ἀνοιχτὴ καὶ φουρτουνιασμένη θάλασσα. Ἡ ἀπάθεια δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ κατάσταση μόνιμη, παρὰ μόνο ὅταν τὸ σῶμα ἀποτεθεῖ στὸν τάφο καὶ ἡ ψυχὴ ἀφήσει αὐτὸν τὸν κόσμο, τὸν γεμάτο πλάνες, πειρασμοὺς καὶ δόλο.
.               «Σῶσε μας, Κύριε, χανόμαστε!», κραύγασαν στὸν Σωτήρα τοῦ κόσμου οἱ μαθητὲς Τοῦ κάποιαν ἄλλη φορὰ ποὺ ταξίδευαν πάλι μὲ πλοιάριο. Σηκώθηκε ξαφνικὰ μεγάλη τρικυμία στὴ θάλασσα καὶ τὰ κύματα σκέπαζαν τὸ πλοιάριο. Ὁ Κύριος, ὡστόσο, κοιμόταν. Μὲ τὸν ὕπνο Του ὑποδηλώνεται ἡ δική μας λήθη τοῦ Θεοῦ. Μ τν πειρασμ ξαφανίζεται λήθη. Τότε θυμόμαστε τν Κύριο κα ζητμε τ βοήθειά Του. Κι Ἐκεῖνος «ἐπιτιμᾶ τοὺς ἀνέμους καὶ τὴ θάλασσα», ὡς πανάγαθος καὶ παντοδύναμος, «καὶ γίνεται ἀπόλυτη γαλήνη». Φτάνει μόνο νὰ Τὸν ἐπικαλεστοῦμε στὸν καιρὸ τῆς θλίψεως. Ἀμήν.

Σχολιάστε