Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ"

«ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ ΟΠΩΣ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ» γιὰ τὴν ὑπακοή

ἀπὸ τὸ «ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟΝ»
κεφάλαιο 65
Γιὰ τὸν ἀββά Στέφανο,
πρεσβύτερο τῆς λαύρας τῶν Αἰλιωτῶν

(P.G. 87)

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

Ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ἐπίκλην Μολυβάς, διηγήσατο ἡμῖν περὶ τοῦ γέροντος, λέγω δὴ τοῦ ἀββᾶ Στεφάνου, λέγων, ὅτι χαλεπῶς ἐν ἀσθενείᾳ καὶ νόσῳ ὑπῆρχεν· τοῦτον ἰατροὶ ἠνάγκασαν θύματος μεταλαβεῖν. Εἶχε δὲ ὁ μακάριος οὗτος ἀδελφὸς κοσμικὸν πάνυ εὐλαβῆ, καὶ κατὰ Θεὸν ζῶντα. Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἐσθίειν τὸν πρεσβύτερον τὸ θῦμα, ἐλθεῖν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τὸν κοσμικόν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσκανδαλίσθη, καὶ ἐλυπήθη πάνυ, ὅτι, φησίν, ἀπὸ τῆς τοσαύτης ἀσκήσεως καὶ ἐγκρατείας, εἰς τὴν τελευτὴν αὐτοῦ θυτοῦ μετέλαβεν. Καὶ εὐθέως γίνεται ἐν ἐκστάσει, καὶ θεωρεῖ τινα λέγοντα αὐτῷ· Τί ἐσκανδαλίσθης εἰς τὸν πρεσβύτερον, ὅτι εἶδες αὐτὸν ἐσθίοντα θυτοῦ; Οὐκ οἶδας ὅτι δι’ ἀνάγκην μετέλαβεν καὶ δι’ ὑπακοήν; Ὄντως οὐκ ὤφειλες σκανδαλισθῆναι. Εἰ δὲ θέλεις ἰδεῖν ἐν ποίᾳ δόξῃ ἐστὶν ὁ ἀδελφός σου, στράφηθι εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ βλέπε. Καὶ στραφείς, φησίν, εἶδεν τὸν πρεσβύτερον ἐσταυρωμένον, ὡς ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ, καὶ λέγει, φησίν, ὁ φανείς· Ἰδὲ ἐν ποίᾳ δόξῃ ἐστίν. Δόξαζε οὖν τὸν δοξάζοντα τοὺς ἀγαπῶντας αὐτὸν ἐν ἀληθείᾳ.

Ὁ ἀββάς Ἰωάννης ὁ ὀνομαζόμενος Μολυβάς μᾶς διηγήθηκε γιὰ τὸν γέροντα -λέω δηλαδὴ τὸν ἀββά Στέφανο- ὅτι εἶχε πέσει σέ βαριὰ ἀδυναμία καί ἀρρώστια. Τὸν ἀνάγκασαν λοιπόν οἱ γιατροὶ νὰ φάει σφαχτό. Εἶχε ὁ μακάριος ἕνα ἀδελφὸ κοσμικὸ πολὺ εὐλαβῆ καὶ ποὺ ζοῦσε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἔτυχε λοιπόν, ὅταν ἔτρωγε ὁ πρεσβύτερος τὸ κρέας, νὰ ἔλθει ὁ ἀδελφός του ὁ κοσμικός, ὁ ὁποῖος, ὅταν τὸν εἶδε, σκανδαλίστηκε πολύ, γιατί -λέει- μετὰ ἀπὸ τόση ἄσκηση καὶ ἐγκράτεια στὰ τελευταῖα του γεύτηκε κρέας. Κι ἀμέσως ἔρχεται σὲ ἔκσταση καὶ βλέπει κάποιο νὰ τοῦ λέει: «Γιατί σκανδαλίσθηκες ἀπὸ τὸν πρεσβύτερο, ποὺ τὸν εἶδες νὰ τρώει κρέας; Δὲν τὸ ξέρεις ὅτι γεύθηκε ἀπὸ ἀνάγκη καὶ γιὰ τὴν ὑπακοή; Ἀναμφισβήτητα δὲν ἔπρεπε νὰ σκναδαλισθεῖς. Ἂν ὅμως θέλεις νὰ δεῖς σὲ ποιὰ δόξα βρίσκεται ὁ ἀδελφός σου, γύρνα πίσω καὶ βλέπε». Καὶ μὲ τὸ ποὺ γύρισε πίσω, -λέει- εἶδε τὸν πρεσβύτερο σταυρωμένο ὅπως ὁ Χριστός. Καὶ τοῦ λέει αὐτὸς ποὺ τοῦ φανερώθηκε: «Δὲς σὲ ποιὰ δόξα βρίσκεται. Δόξαζε λοιπὸν αὐτὸν ποὺ δοξάζει ὅσους Τὸν ἀγαποῦν ἀληθινά».

Διαφημίσεις

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΥΨΩΜΑ ΤΟΥ ΧΑΡΤΑΕΤΟΥ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα

Τὸ ὕψωμα τοῦ χαρταετοῦ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.               Ὁ χαρταετὸς δὲν ὑψώνεται τυχαία τὴν Καθαρὰ Δευτέρα. Μᾶς προκαλεῖ νὰ ὑψωθοῦμε καὶ ἐμεῖς πνευματικὰ στὸν νοητὸ οὐρανὸ τῶν ὑψοποιῶν ἀρετῶν μέσα ἀπὸ τὴν ταπείνωση, τὴν προσευχή, τὴν νηστεία, τὴν διαρκῆ ἐγρήγορση. Μᾶς προκαλεῖ νὰ πετάξουμε, ὅπως ὁ ἀετός, τὸ ὑπερήφανο πουλὶ ποὺ ζεῖ στὰ ψηλὰ βουνά. Αὐτὸ ποὺ τὸ θέλγουν τὰ ψηλώματα, οἱ ἀπάτητες κορυφές, ποὺ ἀρέσκεται στὰ δύσκολα καὶ τὰ ἐπιδιώκει, ποὺ ἐπιθυμεῖ τὸ φῶς, ποὺ θέλει νὰ ἀγναντεύει ἀπὸ ψηλὰ τὴν θεϊκὴ δημιουργία, ποὺ πετᾶ ἐκεῖ ποὺ σπάνια μποροῦν νὰ τὸ ἀκολουθήσουν ἄλλα πτηνά. Μᾶς προκαλεῖ νὰ πετάξουμε καὶ ἐμεῖς ὁμοιάζοντάς του στὰ ὑψηλὰ ἀποφεύγοντας τὸ σούρσιμο στὰ χθαμαλά! Μᾶς προκαλεῖ νὰ φθάσουμε στὶς δυσπρόσιτες κορυφὲς πετώντας καὶ ὄχι ἕρποντας. Νὰ φθάσουμε καὶ νὰ ἀγναντέψουμε ἀπὸ ψηλὰ ὅλη τὴν φύση ποὺ ἁπλώνεται μπροστά μας καὶ θαυμάζοντάς την μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς ψυχῆς μας νὰ ἀναφωνήσουμε: «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα Σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. ΡΓ´ [103] 24).
.          Γιὰ νὰ ὑψωθεῖ, ὅμως, ὁ χαρταετὸς χρειάζεται τὰ ζύγια του, δηλαδὴ τὸ χαλινάρι του, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατευθύνεται μέσα ἀπὸ τὸ σπάγγο, νὰ εἶναι σταθερὰ καὶ μὲ ἴσες ἀποστάσεις. Ὅσο καλὸς καὶ μεγάλος καὶ ἂν εἶναι ὁ χαρταετός, ὅσο μεγάλη οὐρὰ καὶ ἂν ἔχει, ἂν τὰ ζύγια του δὲν προσεχθοῦν, δὲν σηκώνεται καὶ ἂν σηκωθεῖ γιὰ λίγο, πάλι ξαναπέφτει. Μᾶς θυμίζει τοὺς ἑαυτούς μας ποὺ δὲν ἔχουμε ζυγίσει καλὰ τὶς δυνάμεις μας καὶ προσπαθοῦμε νὰ ξεκινήσουμε τὸν ἀγῶνα τῆς σαρακοστῆς ἐπιπόλαια. Γιὰ νὰ ἀγωνισθοῦμε σωστὰ καὶ νὰ ἀνέβουμε πνευματικὰ χρειάζεται νὰ ζυγίσουμε τὸν ἀγώνα μας, νὰ ζυγίσουμε τὶς δυνάμεις μας χωρὶς ὑπερβολές, γιατὶ ἂν λίγο ξεφύγουμε, λίγο χαλαρώσουμε ἢ λίγο σφίξουμε περισσότερο, τότε δὲν ἰσορροποῦμε καὶ δὲν ἀνεβαίνουμε στὸ οὐράνιο στερέωμα.
.                 Γιὰ μιὰ ἐπιτυχημένη ἀνύψωση ἑνὸς χαρταετοῦ, ἀλλὰ καὶ δική μας, ἰδίως τὴν περίοδο αὐτῆς τοῦ πνευματικοῦ σταδίου, χρειάζεται καλὸ προγραμματισμό, ἐπίγνωση τῆς δυνάμεως τῆς ψυχικῆς ἀντοχῆς μας, ὁραματισμὸ καὶ ἀγόγγυστη ὑπομονή. Τὸ πέταγμα τοῦ χαρταετοῦ καὶ τοῦ δικοῦ μας στὸ οὐράνιο στερέωμα τῶν ἀρετῶν εἶναι ἕνα πανηγύρι. Ἔτσι τὸ νοιώθουμε, περιμένοντας τὸ φύσιγμα τοῦ ἀνέμου, ποὺ θὰ μᾶς δώσει τὴν δυνατότητα νὰ ἀπολαύσουμε τὸ πέταγμα αὐτό. Βλέπετε, χωρὶς ἄνεμο δὲν πετάει ὁ χαρταετὸς καὶ χωρὶς ἀερμώνια αὔρα, δηλαδὴ χάρη Θεοῦ, οὔτε ἐμεῖς μποροῦμε νὰ πετάξουμε. Ἂν ὁ Θεὸς τὸ θελήσει καὶ πνεύσει ἄνεμος εὐνοϊκός, τότε καὶ ἐμεῖς θὰ πετάξουμε. Ἐκεῖνος εἶναι ἡ ἀνυψωτική μας δύναμη. Ἀπὸ ἐμᾶς περιμένει τὴν ὑπομονὴ καὶ τὸ στιβαρὸ χέρι ποὺ θὰ βαστάσει σταθερὰ τὸν σπάγγο στὸ πέταγμα τοῦ χαρταετοῦ. Ἀλλοίμονο, ὅμως, ἂν στὶς πρῶτες ἀποτυχημένες προσπάθειες κλονισθοῦμε καὶ ἐγκαταλείψουμε τὶς προσπάθειές μας. Ὁ ἐπιμένων νικᾶ. Ἀρκεῖ κάθε φορὰ νὰ ἐπικαλούμαστε τὸν Χριστό μας, καὶ νὰ ζητοῦμε τὴν συνέργειά Του, ἀφοῦ μόνον Αὐτὸς μπορεῖ νὰ μᾶς ἀνυψώσει, νὰ μᾶς δώσει φτερὰ ἀετοῦ, γιὰ νὰ μὴν ἀτονίσουμε, νὰ μὴν ἀποκάμνουμε, ἀφοῦ μόνον τότε γιὰ ἐμᾶς λέει ὁ Προφήτης Ἡσαΐας: «Πτεροφυήσουσιν ὡς ἀετοί. Δραμοῦνται καὶ οὐ κοπιάσουσι, βαδιοῦνται καὶ οὐ πεινάσουσι» (Ἡσ. M´ 31).
.           Ἀλλοίμονον, ἐπίσης, ἂν φυσήξει πολὺ δυνατὸς ἀέρας καὶ ὁ χαρταετὸς πετάξει μὲ μεγάλη ταχύτητα στὸ οὐράνιο στερέωμα. Ἡ τριβὴ τοῦ σπάγγου στὰ χέρια μας θὰ ἀναπτύξει στὰ δάκτυλά μας τόσο μεγαλή θερμότητα, ὥστε νὰ προκαλέσει ἐγκαύματα. Καὶ τὸ γρήγορο πνευματικὸ πέταγμα, νομίζοντας ὅτι θὰ πετύχουμε τὴν πνευματικὴ τελειότητα σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα, μπορεῖ νὰ προκαλέσει ἐγκαύματα. Μήπως ἔτσι δὲν συνέβη καὶ μὲ τὸν Ἴκαρο, ποὺ τὰ τεχνητά του φτερὰ δὲν ἄντεξαν τὶς θερμαντικὲς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου καὶ ἔλιωσαν, μὲ ἀποτέλεσμα ἀντὶ νὰ ἀπολαύσει τὶς ὀμορφιὲς τοῦ οὐρανοῦ νὰ βρεθεῖ στὰ ἔγκατα τῆς θαλάσσης!
.           Στὸ πέταγμά μας ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε ἐπίγνωση τῶν σωματικῶν μας ἱκανοτήτων, ἀλλὰ καὶ νὰ λαμβάνουμε ὑπ’ ὄψη μας τοὺς πιθανοὺς κινδύνους ποὺ θὰ συναντήσουμε, ἀφοῦ κατὰ τὴν λαϊκὴ παροιμία: «Τοῦ φρονίμου τὰ παιδιὰ πρὶν πεινάσουν μαγειρεύουν». Πάντοτε, ὅμως, νὰ ξεκινοῦμε μὲ τὴν ἐπίκληση τῆς θείας δυνάμεως, ἀφοῦ εἶναι γνωστὰ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰω. ιε´ 5). Τεράστια εἶναι ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς, ἀφοῦ μὲ αὐτὴν ὁ πειρασμὸς τῆς ἄπνοιας ἢ τῆς μεγάλης ταχύτητας τοῦ ἀνέμου, τῆς κοπώσεως καὶ τῆς ἀπογοητεύσεως φεύγει ἄπρακτος. Ἡ προσευχὴ μὲ τὴν συνεχῆ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου μας, τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», μᾶς ἐνισχύει, γιὰ νὰ μὴν σαλευθοῦμε καὶ ἐγκαταλείψουμε τὸν ἀγῶνα τοῦ πνευματικοῦ πετάγματος σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Προφητάνακτος; «Προωρώμην τὸν Κύριόν μου διὰ παντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μου ἔστι, ἵνα μὴ σαλευθῶ » (Ψαλμ. IE´ [15] 8).

 

 

 

 

,

Σχολιάστε

ΤΡΙΑ ΒΑΣΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΑΣ ΖΩΗ

ΤΡΙΑ ΒΑΣΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΑΣ ΖΩΗ

τοῦ Μητροπολ. Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως Ἰερεμία

Ἀδελφοί χριστιανοί, θά σᾶς πῶ τρία πράγματα, τρία λόγια τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά νά εὐαρεστοῦμε καί τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους.

1.Τό πρῶτο πού πρέπει νά φροντίζουμε εἶναι τό νά εἴμαστε ἀγαπημένοι μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Μά οἱ ἄλλοι μᾶς ἔκαναν κακό, μᾶς συκοφάντησαν, μᾶς πίκραναν, πῶς νά εἴμαστε ἀγαπημένοι μαζί τους; Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὁ Θεός μας, ἀγαπητοί μου, μᾶς εἶπε νά συγχωροῦμε τά ὅσα ἔκαναν οἱ ἄλλοι ἐναντίον μας καί, ἄν τό κάνουμε αὐτό, νά εἴμαστε βέβαιοι ὅτι καί ὁ Θεός πατέρας μας θά συγχωρήσει καί τά δικά μας ἁμαρτήματα. Καί γιά νά βεβαιωθοῦμε ὅτι ἔτσι θά γίνει, ὁ Χριστός μᾶς εἶπε πάλι τόν λόγο αὐτό ἀντίστροφα. Μᾶς εἶπε δηλαδή: «Ἄν δέν συγχωρήσετε στούς ἀνθρώπους τά ἁμαρτήματά τους, οὔτε καί ὁ πατέρας σας θά συγχωρήσει τά ἀμαρτήματά σας» (βλ. Ματθ. 6,14.15). Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δέν πρέπει νά ἔχει κανένα ἐχθρό. Πρέπει νά τά ἔχει καλά μέ ὅλους καί νά λέγει γιά ὅλους καλά λόγια.

2. Τό ἄλλο, χριστιανοί μου, πού εἶναι ἀπαραίτητο γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας, εἶναι νά τό νά ζοῦμε ἀσκητικά. Οἱ ἀθλητές κάνουν ἀσκήσεις, οἱ μαθητές κάνουν καί αὐτοί ἀσκήσεις στά μαθήματά τους. Καί ὁ χριστιανός γιά νά πετύχει στά πνευματικά του παλαίσματα πρέπει νά ζεῖ ἀσκητικά. Ἕνα δυνατό μάθημα ἄσκησης, γιά τό ὁποῖο μίλησε ὁ Κύριός μας, εἶναι ἡ νηστεία (βλ. Ματθ. 6,16-18). Γιά νά ἀσκηθοῦν οἱ πρωτόπλαστοι καί νά πετύχουν τό «καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ», γιά τό ὁποῖον ἦταν πλασμένοι, τούς δόθηκε ἡ ἐντολή τῆς νηστείας. Ἀπέτυχαν ὅμως στήν ἄσκηση αὐτή καί βρέθηκαν ἔξω ἀπό τόν παράδεισο. Καί γιά νά ξαναμποῦμε λοιπόν στόν παράδεισο, ἡ Ἐκκλησία μας λέγει στά παιδιά της νά νηστεύουν. Καί καθόρισε νηστεία δυό φορές τήν ἑβδομάδα, τήν Τετάρτη καί τήν Παρασκευή, καί τίς Τεσσαρακοστές, πρίν ἀπό τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων καί τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα (τήν λεγόμενη Μεγάλη Τεσσαρακοστή) καί τήν νηστεία τοῦ Δεκαπενταύγουστου γιά τήν ἑορτή τῆς Παναγίας μας. Νά νηστεύετε, χριστιανοί μου, τίς καθορισμένες αὐτές νηστεῖες, ἄν δέν ἔχετε πρόβλημα μέ τήν ὑγεία σας. Νά νηστεύετε! Ἡ νηστεία εἶναι ἡ πρώτη ἐντολή πού δόθηκε στόν ἄνθρωπο. Τό ξαναλέγω: Δέν τηρήσαμε τήν νηστεία καί χάσαμε τόν παράδεισο. Καί θά ξαναμποῦμε στόν παράδεισο τηροῦντες τήν νηστεία. Δέν εἶσαι καλός χριστιανός, ἄν ἡ Ἐκκλησία λέγει νά νηστεύουμε καί ἐσύ, ἄν καί ἔχεις ὑγεία, ὅμως δέν νηστεύεις. Ἄρχισε μέ μεθοδικό τρόπο καί μετά θά σοῦ φανεῖ ὡραῖο καί ὄμορφο τό νά νηστεύεις. Ἄν δέν ἔχεις μάθει νά νηστεύεις, προσπάθησε τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή καί τήν νηστεία τῆς Παναγιᾶς, νά μήν τρῶς τοὐλάχιστον τό κρέας. Καί ἀπό αὐτό θά σοῦ ἔρθει ἔπειτα ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ καί θά σοῦ ἀρέσει νά νηστεύεις καί τά ἄλλα. Οἱ καλοί καί σωστοί χριστιανοί ζοῦν ἀσκητικά. Χωρίς τήν ἄσκηση, δέν θά σωθοῦμε.

3. Τρίτον, ἀγαπητοί ἀδελφοί, τό ὁποῖο εἶναι δεῖγμα καί μαρτυρία ὅτι εἴμαστε καλοί χριστιανοί, εἶναι ἡ καρδιά μας νά ἀγαπάει τόν Θεό. Νά ἀγαπᾶμε τόν Θεό περισσότερο ἀπ᾽ ὅλα καί πάνω ἀπ᾽ ὅλα. Ὅλα τά καλά καί ὠφέλιμα θά τά ἀγαπᾶμε. Ἀλλά πάνω ἀπ᾽ ὅλα θά ἀγαπᾶμε τόν Θεό. Τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό καί τήν ἁγία Του Ἐκκλησία! Οἱ σκέψεις μας καί οἱ θησαυροί μας νά εἶναι γύρω ἀπό τήν ἀγάπη αὐτή. Καί ὁ Κύριος μᾶς εἶπε: «Ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός σας, ἐκεῖ θά εἶναι καί ἡ καρδιά σας» (Ματθ. 6,21)! Ἄν ἀγαπᾶμε τόν Χριστό καί σκεπτόμαστε τά ὄμορφα τῆς θεολογίας μας, θά χοροπηδάει ἡ καρδιά μας ἀπό ὡραῖα σκιρτήματα καί θά εἶναι γλυκιές οἱ ἡμέρες καί τά ὄνειρά μας τήν νύχτα. Ἄν ἀγαπᾶμε τόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς τόν μέγιστο θησαυρό τῆς καρδιᾶς μας, θά νοιώθουμε πανευτυχισμένοι καί θά ζοῦμε καί σ᾽ αὐτή τήν ζωή τόν παράδεισο. Εἶναι πολύ σοβαρό, ἀγαπητοί μου, τό νά ἔχει ἡ καρδιά μας τόν θησαυρό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει αὐτόν τό φοβερό λόγο: Ὅποιος δέν ἀγαπάει τόν Ἰησοῦ Χριστό, νά εἶναι ἀναθεματισμένος. «Εἴ τις οὐ φιλεῖ τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἤτω ἀνάθεμα. Μαράν ἀθᾶ» (Α´ Κορ. 16,22)! Καί ἐπειδή εἴπαμε γιά καρδιά εὐτυχισμένη, σᾶς προσφέρω αὐτό τό δίστιχο στήν Παναγία μας: «Τήν Παναγία ξύπνιος καί ὅταν κοιμᾶσαι αὐτήν νά ἔχεις κρυφή συντροφιά. Νά μήν λείπει ποτέ ἀπ᾽ τό στόμα, γιά νά δοσίζει τήν δόλια καρδιά»!

Μέ πολλές εὐχές
† Ὁ Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

ΠΗΓΗ: imgortmeg

Σχολιάστε

ΑΠΟΓΝΩΣΗ καὶ ΜΕΤΑΝΟΙΑ -2 «Ἐντεῦθεν οὖν μάθωμεν, ἀδελφοί, τὴν ἄμετρον τοῦ Θεοῦ εὐσπλαγχνίαν καὶ φιλανθρωπίαν»

 

Τοῦ Ἁγίου Ἀμφιλοχίου περὶ τοῦ μὴ ἀπογινώσκειν
[Β´]
(Ἀπὸ τὸν Εὐεργετινό)
ἠλ. στοιχ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

, , , ,

Σχολιάστε

ΑΠΟΓΝΩΣΗ καὶ ΜΕΤΑΝΟΙΑ-1

Τοῦ Ἁγίου Ἀμφιλοχίου περὶ τοῦ μὴ ἀπογινώσκειν
[Α´]

(Ἀπὸ τὸν Εὐεργετινό)

ἠλ. στοιχ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.            Ἀδελφός τις ἡττηθεὶς ὑπὸ τῆς πορνείας, καθ’ ἡμέραν ηὑρίσκετο τὴν ἁμαρτίαν ἐπιτελῶν· καθ’ ἑκάστην δὲ δάκρυσι καὶ προσευχαῖς ἐξιλεοῦτο τὸν δεσπότην τὸν ἴδιον· οὕτω δὲ ποιῶν (καὶ) δελεαζόμενος τῇ κακίστῃ συνηθείᾳ, τὴν ἁμαρτίαν ἐπετέλει.
.             Ἔπειτα πάλιν μετὰ τὸ τελέσαι τὴν ἁμαρτίαν, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀπήρχετο· καὶ βλέπων τὸν τίμιον καὶ σεβάσμιον χαρακτῆρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἔρριπτεν ἑαυτὸν ἔμπροσθεν αὐτοῦ μετὰ πικρῶν δακρύων λέγων· ἐλέησόν με, Κύριε, καὶ ἆρον ἀπ’ ἐμοῦ τὸν δόλιον πειρασμὸν τοῦτον, ὅτι ὑπωπιάζει με δεινῶς, καὶ τιτρώσκει με τῇ πικρίᾳ τῶν ἡδονῶν· οὐ γὰρ ἔχω πρόσωπον, δέσποτα, ἀτενίσαι καὶ ἰδεῖν τὸν χαρακτῆρα τὸν ἅγιόν σου, καὶ τὴν ὑπερήλιον τοῦ προσώπου σου θέαν, ὅπως ἡ καρδία μου ἠδυνθεῖσα εὐφρανθήσεται.
.            Ταῦτα λέγων καὶ ἐξερχόμενος τῆς ἐκκλησίας, εἰς τὸν βόρβορον ἔπιπτεν· ἀλλ’ ὅμως οὔτε πάλιν ἐπεγίνωσκε τῆς ἑαυτοῦ σωτηρίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἁμαρτίας ἀνθυποστρέφων ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, τὰ παρόμοια ἐπεφώνει πρὸς τὸν φιλάνθρωπον λέγων Κύριον καὶ Θεόν· σέ, Κύριε, ἐγγυητὴν τίθημι ἀπὸ τοῦ νῦν , ὅτι οὐκέτι ποιῶ τὴν ἁμαρίαν ταύτην· μόνον ἀγαθὲ συγχώρησόν μοι ἅπερ ἀπ’ ἀρχῆς καὶ μέχρι τῆς δεῦρο σοι ἥμαρτον.
.             Ἡνίκα δὲ τὰς φοβερὰς ταύτας εἶχε ποιῆσαι συνθήκας, πάλιν εἰς τὴν πονηρὰν αὑτοῦ ἁμαρτίαν εὑρίσκετο· καὶ ἦν ἰδεῖν τις τὴν γλυκυτάτην τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν καὶ ἄπειρον ἀγαθότητα ἀνεχομένην καθ’ ἑκάστην, καὶ ὑπομένουσαν τὴν ἀδιόρθωτον καὶ πονηρὰν παράβασιν καὶ ἀγνωμοσύνην τοῦ ἀδελφοῦ καὶ ἀπὸ πλήθους ἐλέους ζητοῦσαν αὐτοῦ τὴν μετάνοιαν καὶ τὴν ἀμεταστρεπτὶ ἐπιστροφήν· οὐ γὰρ χρόνον τοῦτο ἐποίησεν, ἢ δύο ἢ τρεῖς, ἀλλ’ ἐπὶ δέκα ἔτεσι, καὶ ἐπέκεινα.

Ἑρμηνεία

.          Κάποιος ἀδελφός νικηθεὶς ἀπὸ τὸ πάθος τῆς πορνείας, ἐπετέλει καθημερινὰ τὴν ἁμαρτίαν. Ἀλλὰ καὶ καθ’ ἑκάστην ὅμως μὲ δάκρυα καὶ προσευχάς, προσέπιπτεν εἰς τὸν Δεσπότην καὶ Κύριον καὶ ἐλάμβανε παρ’ Αὐτοῦ συγγνώμην. Ἐνῷ δὲ εἶχε μετανοήσει, τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ἐξαπατώμενος καὶ πάλιν ἀπὸ τὴν αἰσχρὰν συνήθειαν, ἐπετέλει τὴν ἁμαρτίαν.
.           Ἔπειτα, μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἁμαρτίας, μετέβαινεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ὅπου ἔπιπτε πρὸ τῆς τιμίας καὶ σεβασμίας εἰκόνος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ μὲ πικρὰ δάκρυα ἐξωμολογεῖτο πρὸς τὸν Ἰησοῦν· «Κύριε ἐλέησόν με, καὶ σήκωσε ἀπ’ ἐπάνω μου τὸν φοβερὸν αὐτὸν πειρασμόν, διότι μὲ βασανίζει φοβερὰ καὶ μὲ τραυματίζει μὲ τὴν πικρίαν τῶν ἡδονῶν· δὲν ἔχω, Δέσποτά μου, καθαρὸν τὸ πρόσωπον πλέον, διὰ νὰ ἐνατενίσω εἰς τὴν εἰκόνα Σου καὶ νὰ ἰδῶ τὴν ἁγίαν Σου μορφήν, καὶ τὴν λαμπροτέραν ἀπὸ τὸν ἥλιον θέαν τοῦ προσώπου Σου, ὥστε νὰ γλυκανθῇ ἡ καρδία μου καὶ νὰ εὐχαριστηθῇ».
.              Ἐνῶ δὲ ἀκόμη τὰ χείλη του ἐψιθύριζον τοὺς λόγους αὐτούς, μόλις ἐξήρχετο ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, ἔπιπτεν ἐκ νέου εἰς τὸν βόρβορον.
.            Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως δὲν ἀπηλπίζετο διὰ τὴν σωτηρίαν του, ἀλλ’ ἐπιστρέφων ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ἐφώναζεν, ἐντὸς τῆς ἐκκλησίας, τὰ ἴδια πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεὸν καὶ Κύριον ἤ ἔλεγε τὰ ἑξῆς· «Κύριέ μου, σὲ ὁρίζω ἐγγυητὴν εἰς τὴν ὑπόσχεσίν μου, ὅτι ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς δὲν θὰ διαπράξω ποτὲ πλέον αὐτὴν τὴν ἁμαρτίαν. Μόνον, ἀγαθὲ καὶ πολυεύσπλαγχνε Κύριε, συγχώρησον ὅσας ἁμαρτίας ἀπὸ τὴν ἀρχὴν μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἔχω διαπράξει».
.            Μόλις δὲ ἔδιδεν αὐτὰς τὰς φοβερὰς ὑποσχέσεις, πάλιν εὑρίσκετο αἰχμάλωτος τῆς πονηρᾶς αὐτοῦ ἁμαρτίας. Καὶ ἤξιζε κανεὶς νὰ θαυμάσῃ τὴν γλυκυτάτην φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἄπειρον ἀγαθότητα, μὲ τὴν ὁποίαν ἠνείχετο καθημερινῶς τὴν ἀδιόρθωτον καὶ πονηρὰν παράβασιν καὶ ἀγνωμοσύνην τοῦ ἀδελφοῦ! Πραγματικῶς ὁ Θεός, λόγῳ τοῦ πλήθους τοῦ ἐλέους Του, ἐπεζήτει ἐπιμόνως τὴν μετάνοιαν τοῦ ἁμαρτάνοντος ἐκείνου ἀδελφοῦ καὶ τὴν ἀμεταστρεπτον ἐπιστροφήν του. Διότι αὐτὸ συνέβαινεν ὄχι ἐπὶ ἕν ἢ δύο ἢ τρία ἔτη, ἀλλὰ πλέον τῶν δέκα ἐτῶν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

,

Σχολιάστε

ΑΡΧΗ ΠΝEΥΜΑΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ

Ἀρχὴ πνευματικῶν ἀγώνων

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.             Ἀνοίγουν οἱ πύλες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Εἶναι ἡ πιὸ κατανυκτική, ἡ πιὸ πνευματική, ἡ πιὸ ὡραία περίοδος τοῦ ἔτους.
.             Καλούμαστε πιὸ σοβαρά, πιὸ ὑπεύθυνα, πιὸ ὥριμα νὰ δοῦμε τὸ σπουδαῖο θέμα τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς μας καὶ νὰ προετοιμασθοῦμε γιὰ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, γιὰ ἕναν ἀληθινὸ καὶ πνευματικὸ ἑορτασμό.
.             Ἕνας ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ συγ­κεκριμένα τὸ δοξαστικὸ τῶν αἴνων τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς ἀρχίζει μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Ἔφθασε καιρός, ἡ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ἀρχή…». Λίγο πρὶν οἱ ὕμνοι μᾶς παρουσίασαν τὴ Μεγάλη Τεσσαρα­κοστὴ ὡς στάδιο ἀρετῶν, στὸ ὁποῖο ὅσοι θέλουν μποροῦν νὰ εἰσέλθουν καὶ ν᾿ ἀγωνισθοῦν. Καὶ τώρα μᾶς λέει ὁ ὑμνωδὸς πὼς ἔφθασε ὁ καιρὸς γιὰ ν᾿ ἀρχίσουν οἱ πνευματικοὶ ἀγῶνες, τὰ πνευματικὰ ἀθλήματα.
.             Μιὰ ἀπορία κυριαρχεῖ στὸ ἐσωτερικό μας: Τώρα ξεκινοῦν οἱ πνευματικοὶ ἀγῶνες; Σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ ὁ πιστὸς δὲν καλεῖται ν᾿ ἀγωνίζεται; Γιατί ἄραγε ἡ Ἐκ­κλησία μᾶς καλεῖ τώρα σὲ ἀρχὴ πνευματικῶν ἀγώνων;
.          Ἀσφαλῶς ὁ πιστὸς Χριστιανὸς ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ βαπτίζεται, μπαίνει μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀρχίζει ν᾿ ἀγωνίζεται· καὶ ἀ­γωνίζεται σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς του. Λέει χαρακτηριστικὰ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Ὥστε ὅσον καιρὸ βρισκόμαστε σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο, εἶναι ἀνάγκη νὰ παλεύουμε, καὶ ὅταν βρισκόμαστε στὸ σπίτι καὶ ὅταν πηγαίνουμε στὴν ἀγορὰ καὶ ὅταν τρῶμε καὶ ὅταν εἴμαστε ἄρρωστοι καὶ ὅταν εἴμαστε ὑγιεῖς» (ΕΠΕ 5, 240).
.             Καλεῖται λοιπὸν ὁ καθένας μας νὰ βαδίσει τὸν δύσκολο καὶ ἀνηφορικὸ δρόμο, νὰ περάσει μέσα ἀπὸ τὴ «στενὴ πύλη» καὶ τὴν «τεθλιμμένη ὁδό», νὰ σηκώσει τὸν σταυρό του «καθ᾿ ἡμέραν» (Ματθ. ζ΄ 14, Λουκ. θ΄ 23) καὶ ν᾿ ἀγωνίζεται ἐναντίον τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους, νὰ παλεύει μὲ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτὸ καὶ νὰ περιφρονεῖ τὸ φρόνημα τοῦ κόσμου.
.             Ὁ ἀγώνας αὐτὸς ἔχει καὶ τὶς στιγμὲς τῆς ἀδυναμίας, κατὰ τὶς ὁποῖες ἡ ψυχὴ λυγίζει, χαλαρώνει, κάποιες φορὲς ἀποπροσ­ανατολίζεται, ἀναστατώνεται μπροστὰ στὶς πολυποίκιλες παγίδες τοῦ πονηροῦ καὶ σταματᾶ. Χρειάζεται τότε μιὰ καινούργια ἀρχή, ἕνα νέο ξεκίνημα.
.             Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι ὁ κατάλληλος καιρὸς γιὰ μιὰ τέτοια ἀρχή. Διότι τὴν περίοδο αὐτὴ ὅλα βοηθοῦν ὥστε ἡ ψυχὴ νὰ ξεκινήσει πιὸ ἐντατικά, πιὸ συστηματικά. Νὰ ξεκινήσει καὶ πάλι αὐτὸν τὸν ἀγώνα καὶ ν᾿ ἀνεβεῖ πνευματικά. Νὰ θέσει στόχους συγκεκριμένους ποὺ θέλει νὰ ἐπιτύχει μὲ τὶς κατάλληλες συμβουλὲς τοῦ Πνευματικοῦ της καὶ νὰ προχωρήσει.
.             Ἔπειτα βοηθᾶ ἡ νηστεία τῆς περιόδου αὐτῆς, νηστεία στὰ ὑλικὰ καὶ στὰ πνευματικά. Ἡ προσπάθειά μας νὰ ἐγκρατευθοῦμε σὲ ὅλα μᾶς κάνει προσεκτικότερους στὸν ἑαυτό μας, εὐάρεστους στὸν Θεό.
.             Τὸ κατὰ Χριστὸν πένθος γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, χωρὶς ὅμως ἀπογοήτευση ἀλλὰ μὲ τὴν ἐλπίδα μας πάντοτε στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, μᾶς βοηθᾶ νὰ φθάσουμε στὴν ἀληθινὴ μετάνοια.
.             Ἀκόμη οἱ πολλὲς καὶ ποικίλες ἱερὲς Ἀκολουθίες μὲ τοὺς κατανυκτικοὺς ὕμνους, ἀλλὰ καὶ τὰ Ἀναγνώσματα μὲ τὰ πλούσια καὶ δυνατὰ μηνύματά τους μᾶς ἀνεβάζουν ψηλότερα. Ἡ σκέψη πὼς ὅλη ἡ Ἐκκλησία, ὅλοι οἱ πιστοί, βρίσκονται σὲ ἀγώνα αὐτὴ τὴν περίοδο «μιᾷ ψυχῇ συναθλοῦντες» (Φιλιπ. α΄ 27), ἐνισχύει τὸν ἀγώνα μας. Ἕνας πνευματικὸς συναγερμὸς ἔχει ξεσηκώσει ὅλους. Αὐτὴ ἡ πνευματικὴ συνάθληση παρακινεῖ καὶ τοὺς πιὸ νωθροὺς κάτι νὰ κάνουν, κάτι νὰ προσφέρουν στὸν προσωπικό τους ἀγώνα.
.            Ἔφθασε λοιπὸν ὁ καιρὸς γιὰ νὰ γίνει «ἡ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ἀρχή». «Πρὸ τῶν ἐπάθλων ἀθλεῖν», πρὶν ἀπὸ τὰ βραβεῖα ἀπαιτεῖται ἀγώνας (ΕΠΕ 25, 126), θὰ μᾶς ὑπενθυμίσει τὸ χρυσὸ στόμα τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «οὗτος ὁ τῶν σκαμμάτων καιρὸς καὶ τῶν ἀγώνων, ἐκεῖνος δὲ τῶν στεφάνων καὶ τῶν βραβείων» (ΕΠΕ 5, 178).
.             Τὴν εὐκαιρία αὐτὴ ὅλοι μας ἂς τὴν ἐκμεταλλευθοῦμε γιὰ νὰ κάνουμε ἕνα βῆμα μπροστὰ καὶ ἕνα ἅλμα στὴν πνευματικὴ ζωή, γιὰ νὰ φθάσουμε λαμπροφόροι στὴν Ἀνάσταση ποὺ προσμένουμε!

 

Σχολιάστε

 «ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ» -4 (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.) «Παιδάκι μου, Ἐγώ γιά σένα ὑπάρχω»!

Ὁ πολυεύσπλαχνος πατέρας
 
[Δ´]

 Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου (†)
«Ἡ ἁγιότητα εἶναι κατορθωτή σήμερα;»,
Ἐκδ. «THNOΣ», Ἀθήνα 2010
Σελ. 111 ἑπ.

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Μέρος Α´ : «ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ» -1 (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.)
Μέρος Β´:
 
«ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ» -2 (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.) Γι᾽ αὐτό ἐπικρατεῖ σήμερα ἕνα φουρτουνιασμένο πέλαγος, πού λέγεται διαταραγμένες διαπροσωπικές σχέσεις.
Mέρος Γ´:
«ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ» -3 (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.) Ἐπιστρέφει, ἐλπίζοντας στή γνωστή ἀγάπη τοῦ πατέρα του. Δέν ἀμφιβάλλει γι᾽ αὐτή τήν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη αὐτή τόν ἐλέγχει, ἀλλά καί τόν κάνει νά ἐπιστρέφει.

.                 Σᾶς εἶπα, ἀγαπητοί μου, ὅτι πρόκειται γιὰ καταπληκτικὰ σκηνή, ἀπείρου κάλλους, συγκινήσεως καὶ θαυμασμοῦ. Ὁ θιγμένος, προσβεβλημένος, ἀπορημένος, γηραιὸς πατέρας τὸν εἶδε, τὸν εὐσπλαχνίστηκε «καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν». Ἐπαναλαμβάνω, καὶ συγχωρέστε με γι᾽ αὐτό, προσέξτε. Δὲν στάθηκε νὰ μετρήσει τὶς διαθέσεις του, νὰ ὑπολογίσει τὴν προοπτική του, μὲ τὶ ὅρους ἐπιστρέφει, ἂν μετανόησε εἰλικρινά, ποιά εἶναι ἡ ἀκριβής πρόθεση τῆς ἐπιστροφῆς του. Δέν περίμενε καθόλου νά τόν ἀκούσει. Μά τί πατέρας εἶναι αὐτός; Ὄχι ἁπλά πῆγε πρός αὐτόν, ἀλλά ἔτρεξε πρός αὐτόν. Αὐτό ἔχει σημασία σημαντική. Δέν τόν χαιρέτησε ἁπλά. Δέν περίμενε νά ὑποκλιθεῖ, νά γονατίσει, νά τοῦ φιλήσει τό χέρι, νά ζητήσει συγνώμη. Δέν τόν ἄφησε νά μιλήσει. Δέν χρειαζόταν ξανά τά λόγια. Ἀξία εἶχε ἡ παρουσία. Τόν ἅρπαξε λοιπόν καί τόν ἀγκάλιασε. Ὄχι ἁπλά τόν ἀγκάλιασε ἀλλά τόν σφιχταγκάλιασε. Ὄχι ἁπλά τόν φίλησε, ἀλλά τόν «κατεφίλησε», τόν γέμισε δηλαδή φιλιά. Τί θαυμάσια αὐτή ἡ εἰκόνα, ἀδελφοί μου. Ὁ φταίχτης, ὁ ἀντάρτης, ὁ ἐπαναστάτης, ὁ ἀσεβής, ὁ ἄσωτος νά σφιχταγκαλιάζεται καί νά κατασπάζεται ἀπό τόν στοργικό πατέρα του. Ὁ θαυμάσιος πατέρας δέν περιμένει τήν ἐξουδένωση κι ἐξουθένωσή του, τό στραπατσάρισμα τῆς προσωπικότητάς του, τόν ἐξευτελισμό του καί τή διάλυσή του. Δέν ζητᾶ δικαιολογίες, ὑποσχέσεις, μεγάλα καί παχιά λόγια. Δέν τόν ἀφήνει νά μιλήσει. Μόνο τόν ἀγκαλιάζει καί τόν φιλᾶ μέ ὅλη τήν πατρική στοργή του καί τρυφερότητα.
.                 Αὐτή τήν εἰκόνα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, θά πρέπει νά τή φυλᾶμε καί θυμόμαστε καλά. Εἶναι διδακτική κι εὐεργετική λίαν. Αὐτή εἶναι ἡ μόνη καί μόνιμη στάση τοῦ οὐράνιου πατέρα μας. Ὁ Θεός μας δέν εἶναι ὁ Δίας, πού κατακεραυνώνει τούς ἀνθρώπους. Εἶναι ὁ Θεός τῆς ἀγάπης, τῆς εὐσπλαχνίας, τοῦ ἐλέους, τῶν οἰκτιρμῶν, τῆς ἀγαθότητας καί φιλανθρωπίας. Δέν μᾶς ξεσυνερίζεται, δέν μᾶς περιμένει στή γωνία νά μᾶς τή φέρει, δέν ἐκδικεῖται ποτέ, δέν τιμωρεῖ, δέν κακιώνει, δέν θυμώνει. Ἀναμένει τή μετάνοια ὅλων, δίνει εὐκαιρίες, δέν κουράζεται νά ἐπανέρχεται, ἐλπίζει καί προετοιμάζει τήν ἐπιστροφή μας, σεβόμενος πάντοτε τήν ἐλευθερία πού ὁ ἴδιος μᾶς ἔδωσε. Ἡ ἐξαίσια αὐτή εἰκόνα δίνει μεγάλη παρηγοριά κι ἐλπίδα σέ ὅλους τούς ἁμαρτωλούς.
.                 Ὁ μετανοημένος ἄσωτος μέσα στήν ἀγκαλιά καί τούς ἀσπασμούς τοῦ πατέρα του συντρίβεται ἀπό τήν ἀγάπη. Ποιός εἶμαι καί πῶς μοῦ συμπεριφέρεται; Τί πατέρα ἔχω καί πόσο ἄσπλαχνα τοῦ φέρθηκα; Ἀντί νά μ᾽ ἐπιτιμήσει, μέ ἀγκαλιάζει καί ἀντί νά μέ κανονίσει, μέ καταφιλᾶ. Ἡ ἀγάπη σου δέν ἔχει ὅρια. Δέν ἀξίζω, ἀλήθεια, τέτοιας καλῆς μεταχειρίσεως. Συγκλονίζομαι ἀπό τόν τρόπο σου. Ἡ ἀγάπη σου μέ κάνει ἄφωνο, μέ ἀφοπλίζει. Πῶς σοῦ φέρθηκα καί πῶς μοῦ φέρεσαι; Γιατί τόσο πολύ μέ ἀγαπᾶς; Δέν ἔκανα κάτι γιά νά μέ ἀγαπᾶς τόσο. Δέν ἀντέχω αὐτό τό μέγεθος τῆς ἀγάπης σου. Μέσα στήν ἀγκαλιά τοῦ πατέρα του, ἀκούει τούς κτύπους τῆς καρδιᾶς του. Ὅλοι κτυποῦν γι᾽ αὐτόν. Μέσα σέ αὐτή τήν ἀπερίγραπτη θαλπωρή λησμονᾶ τήν ξενιτιά, τήν ἐρημιά, τή μοναξιά, τήν παγωνιά, τή βρωμιά, τήν ἀθλιότητα. Γαληνεύει, ἠρεμεῖ, μεταμορφώνεται, ἀναγεννᾶται, ἐμψυχώνεται, ἐνδυναμώνεται.
.                 Ὁ πατέρας εἶναι σάν νά τοῦ λέει: «Μή μιλᾶς τώρα. Μή καταστρέφεις τήν ὡραιότατη σιγή μέ φλυαρίες, κενολογίες καί περιττολογίες. Τά γνωρίζω ὅλα καλά. Ἤμουν πάντοτε μαζί σου. Σέ ἀκολουθοῦσα, δέν σέ ἐγκατέλειψα ποτέ κι ἄς μέ ἄφησες ἐσύ. Δέν σοῦ ζητῶ τίποτε. Χαίρομαι πού ἐπέστρεψες. Σ᾽ εὐχαριστῶ πού ξαναγύρισες κοντά μου. Ἐγώ γιά σένα ὑπάρχω. Γι᾽ αὐτό σ᾽ ἔπλασα, γιά νά εἴμαστε πάντοτε μαζί. Δέν μποροῦμε νά ζήσουμε χώρια. Ὁ χωρισμός εἶναι πίκρα καί θάνατος. Δέν χρειάζεται νά προφέρεις καμία δικαιολογία. Δέν μέ πείραξε πού ἔφυγες. Μέ χαροποίησε πού γύρισες. Νά χαρεῖς αὐτή τή χαρά ὅλη. Νά μή τή διακόψεις ποτέ. Νά μή τήν ἀφήσεις νά ἐλαττωθεῖ. Στό χέρι τό δικό σου εἶναι, παιδάκι μου».
.                 Κάποια στιγμή κατάφερε νά ψελλίσει μέσα ἀπό δάκρυα χαρᾶς ἀληθινῆς: «Πατέρα μου, ἁμάρτησα πολύ στόν Θεό καί σ᾽ ἐσένα καί δέν ἀξίζω πιά νά ὀνομάζομαι υἱός σου». Καλά λέει, ξέρει τί λέει, δέν ταπεινολογεῖ καί ταπεινοσχημεῖ. Τήν ἀλήθεια πού αἰσθάνεται, καταθέτει. Πῶς μπορεῖ νά εἶμαι υἱός σου, ὅταν ἔτσι ὑπερήφανα σοῦ φέρθηκα καί τόσο ταπεινά μοῦ φέρεσαι ἐσύ τώρα; Δέν ἀξίζω τῆς υἱοθεσίας. Ὁ πατέρας δέν τόν διακόπτει, δέν τόν διορθώνει, δέν χαίρεται γι᾽ αὐτή τήν ὁμολογία. Τόν ἄκουσε πολύ καλά, τόν πρόσεξε ἰδιαίτερα, ἀλλά δέν συνεχίζει τή σκέψη καί δέν τοῦ ἀπαντᾶ εὐθέως καί ἀμέσως. Κάνει σάν νά μήν ἀκούει καί νά μή κατάλαβε καλά, ἐνῶ ἀσφαλῶς καί ἄκουσε καί κατάλαβε πολύ καλά. Ἀπευθύνεται πρός τούς ὑπηρέτες του ὁ πατέρας καί εἶναι σάν νά τούς λέει: Μή τόν ἀκοῦτε. Δέν ξέρει τί λέει. Εἶναι ποτέ δυνατόν τό παιδί μου νά παύσει νά εἶναι παιδί μου; Μπορῶ ἐγώ ὁ πατέρας του, πού τό γέννησα, νά μή κάποτε εἶμαι πατέρας του; Ἡ υἱοθεσία καί ἡ πατρότητα εἶναι ἀναφαίρετη. Προστάζει λοιπόν ὁ πατέρας του καί λέγει στούς ὑπηρέτες του: «Μή κάθεστε καθόλου. Γρήγορα ξεφορέστε του τά βρώμικα ροῦχα καί φορέστε του τήν πιό λαμπρή στολή πού ἔχουμε, περάστε του στό δάχτυλο τό καλό δαχτυλίδι καί δῶστε του καινούργια ὑποδήματα. Σφάξτε τό μοσχάρι τό σιτευτό καί μαγειρέψτε το, νά τό φᾶμε, νά εὐφρανθοῦμε. Πρόκειται γιά τόν υἱό μου τόν ἀγαπητό, πού ἦταν νεκρός καί ἀναστήθηκε καί ἦταν χαμένος καί βρέθηκε». Ἔτσι κι ἔγινε κι ἄρχισε τότε μία πανευφρόσυνη πανήγυρη. Μία τέτοια μεγάλη χαρά, λέει τό ἅγιο Εὐαγγέλιο, γίνεται γιά κάθε ἁμαρτωλό πού εἰλικρινά μετανοεῖ.
.                 Μόνο μία σκιά ὑπῆρξε μέσα σέ ὅλο αὐτό τό πανηγύρι. Πρόκειται γιά τό πρόσωπο τοῦ μεγαλύτερου ἀδελφοῦ του. Ἦταν κατά γενική ὁμολογία ἕνα πολύ καλό παιδί. Ἕνας ὑπάκουος, ἔντιμος, ἥσυχος κι ἐργατικός νέος, πού ποτέ δέν ἔδωσε ἀφορμή νά τόν παρατηρήσουν. Ἐπιστρέφοντας ἀπό τά χωράφια, πού ὅλη τήν ἡμέρα μέ κόπους καί ἱδρῶτες ἐργαζόταν, παρατηρεῖ πλησιάζοντας τό σπίτι του, κάποια ἀπρόσμενη ἀλλαγή. Ξαφνικά βλέπει φωτοχυσίες καί ἀκούει μουσικές καί χοροτράγουδα. Ἀπορημένος φωνάζει ἕναν ὑπηρέτη, γιά νά μάθει τί ἀκριβῶς συμβαίνει. Ἐκεῖνος δίχως πολλά λόγια τοῦ λέει ἀμέσως: Γύρισε ὁ ἀδελφός σου, πού τόν εἴχαμε χαμένο καί ὁ πατέρας σου ἀποφάσισε γιά χάρη του νά σφάξει τό σιτευτό μοσχάρι, πού ἐπέστρεψε πίσω καλά, γερός καί δυνατός. Ποιά θά ἦταν ἡ φυσιολογική ἀντίδραση, μόλις πληροφορήθηκε κάτι τέτοιο; Νά χαρεῖ, νά τρέξει νά χαιρετήσει καί φιλήσει τόν ἀδελφό του, πού γύρισε ξανά στό σπίτι τους. Δέν ἔκανε ὅμως ἔτσι. Γιατί; Μά ἀφοῦ ἦταν τόσο καλός καί ποτέ δέν εἶχε δώσει καμιά ἀφορμή νά τόν παρατηρήσουν. Γιατί τώρα συμπεριφέρεται ἔτσι; Ὄχι ἁπλά θύμωσε ἀλλά ὀργίστηκε, ταράχτηκε, ἀναψοκοκκίνισε, δέν περίμενε κάτι τέτοιο. Αὐτή ἡ ἀπρόσμενη ἐπιστροφή τοῦ χάλαγε τά σχέδια. Ἀλλιῶς τά εἶχε προγραμματίσει ὁ ἴδιος. Συγκρινόμενος μέ τόν ἄσωτο ἀδελφό του ὑπερίσχυε. Ἔβγαινε νικητής, ἐνάρετος, ἀθῶος, πολύ καλός. Μποροῦσε νά ἔχει ὅλη τήν ἐκτίμηση καί ἀγάπη τοῦ πατέρα του. Ἡ ἐπιστροφή τοῦ ἄσωτου τόν χολόσκαγε. Δέν ἤθελε οὔτε νά μπεῖ στό σπίτι του. Δέν ἄντεχε ν᾽ ἀντικρίσει τόν ἀδελφό του. Τά ᾽βαλε καί μέ τόν πατέρα του: Ἄ, ὄχι δά κι ἔτσι, ὅλα κι ὅλα, ὥς ἐδῶ καί μή παρέκει. Δέν θά τιμᾶμε καί τούς ἀσεβεῖς, τούς ἀγνώμονες, τούς καταχραστές, τούς πονηρούς, τούς ἀνεπρόκοπους, τούς ἄσωτους καί φαύλους. Ἀναγκάσθηκε ὁ πατέρας του, ὅταν πληροφορήθηκε τήν ἀφιλάδελφη στάση του, νά ἐξέλθει ξανά τῆς οἰκίας του, γιά νά τόν συναντήσει, νά συνομιλήσει εἰλικρινά μαζί του καί νά τοῦ ἐκθέσει τίς πραγματικές προθέσεις του. Ὁ στοργικός πατέρας κατανόησε πλήρως τήν κατάστασή του καί ἄρχισε νά τοῦ μιλᾶ ὄχι ἐπιτιμητικά, πατρικά, ἱκετευτικά, ἀγαπητικά. Ἐκεῖνος ὅμως δέν ἤθελε ν᾽ ἀκούσει. Τοῦ ἀποκρίθηκε βλοσυρά: «Ἄκουσε νά δεῖς καλά καί πρόσεξε. Ἐγώ τόσα χρόνια σοῦ δουλεύω σάν εἵλωτας. Ποτέ δέν παρήκουσα καμιά ἐντολή σου. Ἄν ἔχεις παράπονο, πές μου. Σ᾽ ἐμένα ὅμως δέν ἔδωσες ποτέ οὔτε ἕνα κατσικάκι νά χαρῶ κι ἐγώ σάν ἄνθρωπος καί νά τό φάω μέ τούς φίλους μου. Μόλις ὅμως γύρισε αὐτός ὁ ἀνεπρόκοπος υἱός σου, πού πῶς τολμᾶς καί τόν ἀγαπᾶς ἀκόμη, πού ἔφαγε τήν περιουσία σου μέ τίς παλιογυναῖκες, ἔσφαξες γιά χάρη του τό πιό καλό μας ζῶο, τό σιτευτό μοσχάρι».
.                Ὁ πατέρας τόν ἄκουσε προσεκτικά. Τόν καταλάβαινε πολύ καλά. Ἔβλεπε νά μεταμορφώνεται ὁ υἱός του. Δέν ἦταν ὁ πρεσβύτερος ἐκεῖνος ὁ ὥριμος, ὁ τίμιος, ὁ εἰλικρινής, ὁ γνήσιος, ὁ ἀτόφιος, ὁ ντόμπρος, ὁ ἀφτιασίδωτος, ὁ ἀνυπόκριτος, σοβαρός καί καλοκάγαθος. Τόσα χρόνια προσποιόταν, ὑποκρινόταν, κυκλοφοροῦσε μεταμφιεσμένος, μασκοφόρος, αὐτοδικαιωμένος, αὐτάρκης, ἀφιλότιμος καί ἀπαιτητικός. Δέν ἦταν δυστυχῶς καλός, ἀλλά ἔκανε τόν καλό. Δέν ἄντεξε καί φανερώθηκε τό κενό του, ἡ ἐσωτερική του γύμνια, ἀσχήμια καί ταραχή. Κρῖμα. Πῆγαν τόσοι κόποι καί μόχθοι χαμένοι. Ὁ πατέρας δέν τόν ξεσυνερίζεται. Δέν ἀπογοητεύεται ἀπό τήν ἀποκάλυψη τοῦ πραγματικοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου. Κάνει ὅτι δέν καταλαβαίνει τίποτε ἀπ᾽ ὅλα αὐτά τά τρομερά, πού φανερώνει ἡ ψυχή τοῦ παιδιοῦ του. Ἐπιμένει νά τόν παρακαλεῖ, νά τόν ἱκετεύει, νά τόν προσκαλεῖ. Δέν παύει νά τόν ἀγαπᾶ. «Καλό παιδί μου, τοῦ λέει, ἐσύ εἶσαι πάντοτε μαζί μου κι ἐγώ μαζί σου. Ὅ,τι εἶναι δικό μου εἶναι καί δικό σου. Δέν ξεχωρίζω τίποτε. Δέν λέω ὅτι αὐτό εἶναι δικό σου καί αὐτό δικό μου. Μή γίνεσαι μικρός. Μή παρασύρεσαι ἀπό δόλιους λογισμούς. Μή ζηλοφθονεῖς καί χάνεις τήν εὐκαιρία νά χαρεῖς μαζί μας. Ἔλα νά συνευφρανθοῦμε. Εἶναι πολύ σημαντική αὐτή ἡ ἡμέρα. Τό γεγονός εἶναι κοσμοχαρμόσυνο. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός, γιά τόν ὁποῖο γίνεται ἡ ἑορτή, δέν εἶναι ἕνας τυχαῖος, ἕνας ἄγνωστος, ἕνας ξένος. Εἶναι ὁ ἀδελφός σου ὁ μοναδικός. Εἶναι τό παιδί μου. Εἶσαι τό παιδί μου. Εἶσθε τά παιδιά μου. Μή μέ λυπεῖς κι ἐσύ. Ἔλα σέ παρακαλῶ πολύ μέσα στό σπίτι, νά χαροῦμε ὅλοι μαζί. Ὁ ἀδελφός σου ἦταν νεκρός καί ἀναστήθηκε καί χαμένος καί βρέθηκε».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

βλ. σχετ.:

ΕΜΒΑΘΥΝΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (Ἰω. Κορναράκη, καθηγ.)
ΕΜΒΑΘΥΝΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Β´(Ἰω. Κορναράκη, καθηγ.)
ΕΜΒΑΘΥΝΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Γ´(Ἰω. Κορναράκη, καθηγ.)
ΕΜΒΑΘΥΝΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Δ´(Ἰω. Κορναράκη, καθηγ.)

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-1 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-2 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-3 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-4 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-5 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-6 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-7 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-8 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)

, , , ,

Σχολιάστε