Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ"

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΥΠΕΡ ΘΑΝΑΤΟΠΟΙΝΙΤΟΥ

Προσευχή γιά θανατοποινίτη

 τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.                  Πρίν λίγα χρόνια ἄρχισα ἀλληλογραφία μέ ἕναν θανατοποινίτη στήν Ἀμερική, τόν Ἀντώνιο, πού κατηγορήθηκε γιά ἕνα βαρύτατο παράπτωμα, τό ὁποῖο αὐτός ἀρνεῖται ὅτι ἔπραξε, καί φαίνεται ὅτι ἔχει δίκιο, καί καταδικάστηκε ἀπό τά Δικαστήρια τῆς Ἀμερικῆς σέ θάνατο. Ὁ ἴδιος ἔκανε διάφορες προσφυγές στήν Ἀμερικανική Δικαιοσύνη καί παρέμενε σέ φυλακή ὑψίστης ἀσφαλείας γιά πολλά χρόνια μέχρι νά τελεσιδικήση ἀμετάκλητα ἡ συγκεκριμένη ἀπόφαση.
.                  Ἀφορμή τῆς ἀλληλογραφίας μας ἦταν ἡ μελέτη τοῦ βιβλίου μου Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία καί ἄλλων συναφῶν βιβλίων, πού ἐκδόθηκαν στήν ἀγγλική γλώσσα καί τόν ἐντυπωσίασαν.
.                  Μοῦ ἔστειλε τό πρῶτο γράμμα, τοῦ ἀπάντησα καί ἀκολούθησαν καί ἄλλα γράμματά του καί ἀπαντήσεις μου, τά ὁποῖα τώρα πού τά συγκέντρωσα ἐκτείνονται σέ περίπου 100 σελίδες δακτυλογραφημένες μεγάλου μεγέθους.
.                  Ἐπειδή ἀνέμενε τήν τελική ἀπόφαση γιά νά ὁρισθῆ ἡ ἡμέρα τῆς ἐκτελέσεώς του τόν ἀπασχολοῦσαν διάφορα πνευματικά ζητήματα.
.                  Βαπτίσθηκε στήν φυλακή ὀρθόδοξα, ζοῦσε μέ μετάνοια, προ­σευχή, ἔκανε ἀγρυπνίες καί κομποσχοίνι, ἀλλά κυρίως τόν ἐνδιέφερε τό πῶς θά ἀποκτήση νοερά-καρδιακή προσευχή, ὥστε ὅταν ἐκτελεσθῆ νά περάση ἀπό τά «τελώνια», ὅπως μοῦ ἔγραφε, καί νά συναντήση τόν Χριστό στόν Παράδεισο.
.                  Μέ τίς ἀπαντήσεις πού τοῦ ἔστειλα προσπαθοῦσα νά τόν καθοδηγήσω στήν πνευματική ζωή στήν δύσκολη αὐτή περίοδο, νά τόν ἐνδυναμώσω γιά νά ἀντιμετωπίση μέ γενναιότητα τόν θάνατο. Ἦταν γιά μένα μιά ἔκπληξη καί κάτι τό συγκλονιστικό νά ἀλληλογραφῶ μέ ἕναν θανατοποινίτη καί νά τόν προετοιμάζω γιά τόν θάνατο!! Δέν μοῦ εἶχε συμβῆ ποτέ ἄλλοτε στήν ζωή μου ἕνα τέτοιο γεγονός, ἐνῶ ἀσκῶ τήν διακονία τῆς πνευματικῆς πατρότητας 50 χρόνια, τό νά προετοιμάζω μέ τήν ἁρμόζουσα εὐαισθησία κάποιον γιά τήν ἐκτέλεσή του, σέ τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Ὅπως εἶναι γνωστό στήν Ἑλλάδα ἔχει καταργηθῆ ἡ θανατική ποινή, γι᾽ αὐτό δέν ἔχουμε τέτοιες ἐμπειρίες. Κάποτε θά δημοσιευθῆ αὐτή ἡ ἀλληλογραφία καί θά δῆ κανείς τόν τρόπο πού σκεφτόταν αὐτός ὁ εὐλογημένος ἄνθρωπος καί πῶς δεχόταν τήν καθοδήγησή μου.
.                  Πρίν λίγες ἡμέρες μοῦ ἔστειλε ἐπιστολή καί μέ ἐνημέρωνε ὅτι τελικά ὁρίσθηκε ἡ ἐκτέλεσή του νά γίνη στίς ἀρχές Ἰουνίου, δηλαδή ἔπειτα ἀπό λίγες ἡμέρες. Μοῦ ἔγραφε ὅτι τώρα τά μέτρα ἀσφαλείας εἶναι πιό δυνατά.
.                  Στό γράμμα του ἔχει τρία αἰτήματα. Μέ τό ἕνα μέ παρακαλεῖ νά προσευχηθῶ νά γίνη κάτι καί νά μή πιῆ «τό ποτήριο τῆς ἐκτέλεσης».
.                  Τό δεύτερο αἴτημα εἶναι: «Ἄν ὁ Θεός, στήν ἄπειρη ἀγάπη καί σοφία Του, ξέρη ὅτι εἶναι τό καλύτερο γιά μένα νά ἐκτελεσθῶ γιά νά περάσω ἀπό τά τελώνια καί νά μπῶ στόν Παράδεισο, Σᾶς παρακαλῶ νά προσευχηθῆτε νά ἔχω δύναμη γιά νά ἀντέξω μέχρι τό τέλος, γιά νά εἶμαι γενναῖος καί νά ἔχω ἐμπιστοσύνη στόν Θεό!».
.                  Τό τρίτο αἴτημα εἶναι νά τοῦ δώσω τήν «τελική συμβουλή». Γράφει: «Ἐπίσης θά ἤθελα πάρα πολύ νά ἀκούσω ὁποιαδήποτε τελική συμβουλή πού μπορεῖτε νά μοῦ δώσετε. Σᾶς παρακαλῶ! Ὁ χρόνος εἶναι λίγος, γι’ αὐτό Σᾶς παρακαλῶ νά μοῦ στείλετε email ὅσο τό δυνατόν συντομότερα. Θά συνεχίζω νά θυμᾶμαι Ἐσᾶς καί τήν Ναύπακτο στίς καθημερινές μου προσευχές!».
.                  Ἔκανα τόν σταυρό μου καί τοῦ ἀπάντησα κατάλληλα.
.                  Ὁ λόγος πού δημοσιοποιῶ αὐτό τό γεγονός εἶναι ὅτι παρακαλῶ πολύ ὅσους διαβάσουν αὐτό τό κείμενο νά προσευχηθοῦν γιά τόν φίλο μου Ἀντώνιο, εἴτε νά ἀνασταλῆ ἡ ἐκτέλεσή του, ἄν εἶναι δυνατόν, εἴτε νά προχωρήση ὁ ἴδιος μέ γενναιότητα καί ἐμπιστοσύνη στόν Θεό στήν ἐκτέλεση, καί, βέβαια, πρός συνάντησή του μέ τόν Χριστό, πού Τόν ἀγάπησε μέσα ἀπό τήν φυλακή ὑψίστης ἀσφαλείας.
.                  Ἄς προσευχηθοῦμε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον τόν δοῦλον σου Ἀντώνιον».

ΠΗΓΗ:parembasis.gr

,

Σχολιάστε

«Ο ΑΓΙΟΣ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ», Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος τῆς Βίτσας.

Ὁ Ἅγιος τῶν ἀνέργων,
Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος τῆς Βίτσας.
Ἐλεημοσύνη: Τὸ Α καὶ τὸ Ω τῆς σωτηρίας μας.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                      Ὁ Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος στὴν Βίτσα τοῦ Ζαγορίου, στὸ Μοναστήρι τοῦ Προφήτη Ἠλία,  ζοῦσε μὲ ἀκρίβεια τὴν ἀσκητικὴ ζωή.

-Λίγο ζουμάκι βάλε μου ἀπὸ τὶς φακὲς ἢ τὰ φασόλια, ἔλεγε.

.                     Αὐτὸ ἦταν τὸ φαγητό του κάθε ἡμέρα. Μαγείρευε στὸ κελλί του καὶ ζύμωνε ἡ τυφλὴ ἀδελφή του. Ὅ,τι ἔφτιαχνε ἐκείνη τὸ ἔτρωγε ὁ Γέροντας μὲ εὐχαρίστηση καὶ τῆς ἔλεγε ὅτι ἦταν καὶ πολὺ νόστιμο. Στὰ δύσκολα χρόνια τῆς πείνας καὶ τῆς ἀνέχειας, ἂν ἐξοικονομοῦσε καμιὰ ὀκὰ ἀλεύρι ἢ καμιὰ χούφτα φασόλια, μποροῦσε νὰ πάει καὶ δυὸ ὧρες δρόμο σὲ κάποιο χωριό, γιὰ νὰ τὰ δώσει σὲ φτωχὲς οἰκογένειες.  Ὅλα γιὰ τοὺς ἄλλους! Τίποτα δὲν κρατοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του.
.               Μία γνωστή του κυρία πήγαινε σὲ μιὰ γειτόνισσα καὶ τὴν βοηθοῦσε στὶς δουλειές της, ἐνῶ τὴν ἀδελφή της τὴν παραμελοῦσε. Ὁ Γέροντας τῆς ἔλεγε ὅτι δὲν ποτίζουμε τὴν αὐλὴ τοῦ γείτονα, ὅταν ἡ δική μας διψάει. Ἤθελε, ἔτσι, νὰ τῆς πεῖ νὰ βοηθάει πρῶτα τὴν ἀδελφή της, ποὺ εἶχε ἀνάγκη. Μάλιστα, γιὰ νὰ τῆς αὐξήσει τὴν ἐπιθυμία γιὰ βοήθεια, ἔκανε ἔκπτωση καὶ σὲ βασικὲς ἀρχές, ἀφοῦ τῆς ἔλεγε:
-Εὐλογημένη, πιὲς καφὲ τὴν Κυριακὴ τὸ πρωῒ καὶ μετὰ πήγαινε στὴν Ἐκκλησία καὶ ἂς παίρνεις καὶ ἀντίδωρο. Πῶς θὰ τὰ βγάλει πέρα μόνη ἡ ἀδελφή σου;
.                   Ὁ Γέροντας συνιστοῦσε πολὺ τὴν ἐλεημοσύνη.
Αὐτὴ εἶναι τὸ Ἄλφα καὶ τὸ Ὠμέγα τῆς σωτηρίας μας, ἔλεγε.
.                    Ὅταν ἀρρώστησε ὁ Γέροντας, στὸ Νοσοκομεῖο πῆγε νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ μιὰ γνωστή του καὶ τοῦ ἀνακοίνωσε, ὅτι κάποια συγγενής της ἔπαθε ἐγκαύματα καὶ ὄχι μόνο πονοῦσε πολύ, ἀλλὰ δὲν εἶχε καὶ οἰκονομικὴ συμπαράσταση ἀπὸ πουθενά. Ὁ Γέροντας λυπήθηκε καὶ ἄρχισε νὰ ψάχνει κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι του. Μιὰ νοσοκόμα τοῦ ἔκανε παρατήρηση:
-Δὲν θὰ ἀφήσεις τίποτα, παππούλη; Τί κάνεις ἐκεῖ;
.         Ὁ Γέροντας ἔβγαλε ἕνα δεκάρικο, τὸ τελευταῖο ποὺ εἶχε, καὶ τὸ ἔδωσε στὴν ἐπισκέπτρια νὰ πάρει κάτι γιὰ τὴν ἐμπερίστατη συγγενή της, ποὺ εἶχε καεῖ. Τὰ πάντα ἔδινε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ πλησίον.

.                    Σήμερα ὁ π. Ἰάκωβος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἔχει τὴν χάρη νὰ ἐλεεῖ τοὺς ἀνέργους·  νὰ τοὺς βρίσκει ἐργασία. Εἶναι ὁ Ἅγιός τους. Γνώριζε, ὅτι ὅλοι μας σὲ αὐτὴ τὴν ζωή, θέλοντας καὶ μή, ἀφοῦ εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ζήσουμε, ἐργαζόμαστε ὡς μεταπτωτικοὶ ἄνθρωποι μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου μας, κατὰ τὴ ρήση τοῦ Δημιουργοῦ μας «ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου» (Γεν. 3, 19).
.                Ἡ ἐργασία ὡς εὐλογία Θεοῦ χαροποιεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κάνει συνδημιουργὸ τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ κάθε ἐργαζόμενος, ὅπως ἡ ὄρνιθα, ποὺ ὅταν πίνει νερὸ στρέφει τὸ βλέμμα της δοξολογικὰ πρὸς τὸν οὐρανό, νὰ ἐπιζητεῖ καθημερινῶς τὴν θεία βοήθεια γνωρίζοντας ὅτι χωρὶς ἐκείνη τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ πράξει.
.                  Ἡ βοήθεια τοῦ Ὁσίου Γέροντος Ἰακώβου στοὺς ἀνέργους εἶναι σημαντική, γιατὶ ἡ ἀνεργία ἀποτελεῖ μάστιγα τῆς σύγχρονης κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς δύσμοιρης πατρίδος μας. Μάστιγα, ποὺ σὰν τὶς ἀσθένειες, τὴν φτώχεια καὶ τὴν δυστυχία, ἐνσκήπτει στοὺς ἀνθρώπους κατὰ  Θεία παραχώρηση. Καὶ ὁ ὅσιος Ἰάκωβος ἐπεμβαίνει μὲ τὸν τρόπο του, μὲ τὴν χάρη ποὺ ἔχει λάβει ἀπὸ τὸν δωρεοδότη μας Κύριο. Ἔτσι, μεριμνᾶ   γιὰ τὴν καταπολέμησή της καὶ οἱ προσευχές του εἰσακούονται ἀπὸ Αὐτόν. Ὅσοι, λοιπόν, ἄνεργοι τὸν ἐπικαλοῦνται μὲ πίστη, λὲς καὶ ἀπευθύνονται σὲ γραφεῖο ἐξευρέσεως ἐργασίας, βρίσκουν ἄμεσα ἐργασία, γιὰ νὰ μποροῦν ἀξιοπρεπῶς νὰ διανύσουν τὸν δόλιχο τῆς παρούσας ζωῆς.
.                 Πολλὲς μαρτυρίες καὶ πολλὰ περιστατικὰ ἔχουμε καταγεγραμμένα, ἀλλὰ καὶ πολλὰ μᾶς ἔχουν διηγηθεῖ σοβαρὰ πρόσωπα γιὰ τὴν ταχεῖα ἐπέμβαση τοῦ πανοσίου Γέροντος Ἰακώβου σὲ Ἀθήνα, Καλαμπάκα, Ἰωάννινα, Κύπρο, Τρίπολι, Θεσσαλονίκη, ὅπου ἀντίγραφα τῆς μορφῆς του ἔχουν διαδοθεῖ καὶ ὅπου ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του ἔχει ἐπιφέρει αἴσια ἀποτελέσματα.
.                 Ὅταν κάποτε ρωτήθηκε ὁ Γέροντας Γαβιὴλ ἀπὸ τὴν Κύπρο πότε θαυματουργοῦν οἱ Ἅγιοι μᾶς εἶπε:
-Εὑρισκόμενος πρὶν ἀπὸ χρόνια σὲ ἕνα Μοναστήρι τοῦ Ναυπλίου, ὁ τότε Μητροπολίτης Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος, μορφὴ ἁγία,  ρωτήθηκε ποιοί Ἄγιοι θαυματουργοῦν; Ἡ ἀπάντησή του ἦταν, ὅτι θαυματουργοῦν ἐκεῖνοι οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι δέχονται πολλὲς προσευχές. Οἱ Ἅγιοι ποὺ οἱ πιστοὶ τοὺς ἐπικαλοῦνται μὲ θερμὲς προσευχές, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὸν ὅσιο Γέροντα Ἰάκωβο τῆς Βίτσας, θαυματουργοῦν. Αὐτὸς πρόθυμα καὶ γρήγορα ἐξευρίσκει ἐργασία στοὺς ἀνέργους ποὺ θερμὰ προστρέχουν στὴν χάρη του. Αὐτὴν τὴν ὑπηρεσία μᾶς προαφέρει ἀπὸ τὸν οὐρανό.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

ΖΗΤΙΑΝΟΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Ζητιάνος τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς μας

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                        Ὁ Χριστός μας, ὁ Λυτρωτής μας, ἡ αἰώνια ἀγάπη, εἶναι ὁ εὔσπλαγχνος Θεός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἱκετευτικὸς ζητιάνος. Μᾶς κτυπᾶ τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς καὶ μᾶς ἱκετεύει νὰ τοῦ προσφέρουμε κάτι. Τί μᾶς ζητᾶ; Μᾶς παρακαλεῖ λέγοντας: «Υἱέ μου, δός μοι σὴν καρδίαν» (Σοφ. Σολ. 18΄ 26)!  Τί κρίμα, ἐμεῖς δὲν τὸν ἀκοῦμε καί, φυσικά, δὲν τοῦ προσφέρουμε τίποτα, οὔτε τὴν καρδιά μας, ποὺ μᾶς ζητᾶ, ἀλλὰ οὔτε ἕνα λεπτὸ τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς μας, ἕνα λεπτὸ μετανοίας· ἕνα λεπτὸ ποὺ εἶναι ὑπεραρκετὸ νὰ φωνάξουμε τὸ τοῦ εὐγνώμονος Λῃστοῦ: «Μνήσθητί  μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου» (Λουκ. κγ΄ 42).
.                 Ζητιάνος ὁ Θεός μας, Αὐτὸς ποὺ μᾶς παρέχει πλούσια τὰ ἀγαθά Του καὶ τὸ μεγαλύτερο ἀγαθό, τὸν χρόνο τῆς ζωῆς μας, τὸν χρόνο γιὰ ἐκζήτηση μετανοίας, ὥστε νὰ μᾶς ἀγκαλιάσει στὴν ὁλόθερμη ἀγκαλιά Του καὶ μᾶς μᾶς χαρίσει τὸ δῶρο τῆς αἰωνιότητος, τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
.                 Ἔγινε ζητιάνος ὁ Θεός μας, γιὰ νὰ μᾶς κάνει ἄρχοντες, πλούσιους, εὐγενεῖς, ἁγίους, νὰ μᾶς δείξει τὸν μόνο προορισμό μας, τὴν μετάβασή μας ἀπὸ τὸ «κατ’ εἰκόνα» στὸ καθ’ ὁμοίωσιν», στὴν θέωση. Ζητιάνος ὄχι γιὰ δικό Του ὄφελος, ἀλλὰ γιὰ δικό μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὕψιστη ἀγάπη.
.                 Ἔγινε ζητιάνος, Αὐτὸς ποὺ δημιούργησε τὰ σύμπαντα, τὸν ἥλιο, τὴν σελήνη, τὴν γῆ μας, τὰ ἄστρα, ὅλο τὸ στερέωμα, ποὺ δουλεύει σὰν καλοκουρδισμένη μηχανὴ ἔχοντας κάθε δημιούργημα ἕνα προορισμό, ἀπὸ τὸν ὁποῖο δὲν ξεφεύγει οὔτε κατ’ ἐλάχιστον.
.                 Καὶ ἐνῶ ὅλα στὸ στερέωμα ἔχουν τὸν προορισμό τους, τὸ ἀκριβότερο, ἡ κορωνίδα τῆς δημιουργίας, ἐμεῖς, οἱ ἄνθρωποι ξεφεύγουμε ἀπὸ τὸν προορισμό μας, ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τοῦ ζητιάνου Δημιουργοῦ ποὺ μᾶς  προτρέπει: «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι» (Α΄Πέτρ.α΄ 16).
.                 Πλούσιος δωρεοδότης ὁ Χριστός μας σὲ κάθε ἕνα δίνει τὸ δῶρο τῆς ζωῆς. Τὸ κάθε ἔτος ποὺ μᾶς χαρίζει, θέλει νὰ τὸ ἀξιοποιήσουμε, νὰ τὸ κάνουμε χρόνο μετανοίας. Σὲ κάθε ἔτος μᾶς ἔχει δώσει 365 ἡμέρες ποὺ περιέχουν 8760 ὧρες καὶ 525.300 λεπτά. Ἀπ’ αὐτὲς τὶς χιλιάδες τὰ λεπτὰ ποὺ ὁ ἴδιος μᾶς χαρίζει μὲ ἀγάπη ἔρχεται ζητιανεύοντας νὰ μᾶς ζητήσει νὰ τοῦ δώσουμε ἕνα λεπτό. Καὶ αὐτὸ ἐμεῖς ἢ δὲν τὸ δίνουμε, ἢ τὸ δίνουμε μὲ τσιγγουνιὰ καὶ γογγυσμό. Εἴμαστε ἀχάριστοι, ἀγνώμονες, ἀπέναντι στὴν εὐεργεσία τοῦ χρόνου ποὺ μᾶς χαρίζει. Καὶ αὐτὸ γιατὶ ἔχουμε ξεχάσει τὸν προορισμό μας, τὴν ἐπιδίωξη τῆς θεώσεως. Στὸν ἐτήσιο χρόνο μας δὲν ἐργαζόμαστε πνευματικά, δὲν ἀναλωνόμαστε σὲ ἔργα ἀγάπης, στὴν ψυχοτρόφο προσευχὴ ποὺ μᾶς ἀνεβάσει στὸν οὐρανό, σὲ ἔργα εἰρήνης, συμπαραστάσεως ἀσθενῶν, ἐνισχύσεως πτωχῶν, ψυχικῆς κενώσεως στὶς ἀνάγκες τῶν ἐμπεριστάτων. Εἴμαστε σπάταλοι τοῦ χρόνου μας. Τὸν καταναλώνουμε σὲ ἔργα πρόσκαιρων ἠδονῶν, καλοπεράσεως, ἀκολουθώντας τὸ «φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν» (Ἡσ. κβ΄ 13).
.                 Γιὰ πολλὰ ζητήματα δίνουμε μεγάλη σημασία στὸν χρόνο τῆς ζωῆς μας, ζητήματα, ὅμως, μικρότερης σημασίας ἀπὸ τὴν ἀξιοποίησή του γιὰ τὴν ἐπιδίωξη τοῦ προορισμοῦ τῆς ὑπάρξεώς μας. Προσέχουμε γιατὶ γιὰ λίγα λεπτὰ μπορεῖ νὰ χάσουμε τὸ μεταφορικὸ μέσο, λεωφορεῖο, τραῖνο, καράβι, ἀεροπλάνο, ποὺ θὰ μᾶς μεταφέρει σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς πρόσκαιρους προορισμούς μας. Προσέχουμε, γιατὶ λίγα λεπτὰ καθυστέρηση μπορεῖ ἕναν ἀσθενῆ μας νὰ τὸν ὁδηγήσουμε στὸν θάνατο, μιὰ μικρὴ φωτιὰ νὰ τὴν μετατρέψουμε σὲ πυρκαϊά, ὁκανὴ νὰ κάψει μιὰ τεράσια ἔκταση. Προσέχουμε, γιατὶ λίγα λεπτὰ ἀναμονῆς βοηθείας σὲ μιὰ μάχη μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ συντριπτικὴ ἧττα.
.                 Ἐὰν τὰ λεπτὰ τῆς ζωῆς μας ἔχουν τόσο μεγάλη σημασία στὴν καθημερινότητα πόσο μεγάλη σημασία ἔχουν γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ προορισμοῦ μας, γιὰ τὴν ὁποία, δυστυχῶς, δείχνουμε ἀμέλεια! Αὐτὴν βλέποντας ὁ Χριστός μας ἔρχεται ζητιάνος καὶ μᾶς παρακαλεῖ νὰ τοῦ δώσουμε ἕνα λεπτὸ μετανοίας, ἕνα λεπτὸ ποὺ δὲν εἶναι δικό μας, δικό Του εἶναι αὐτό, ἀλλὰ δὲν Τοῦ τὸ χαρίζουμε. Δὲν τοῦ λέμε: «Τὰ Σὰ ἐκ τῶν Σῶν»!
.                 Ὁ σοφὸς Χίλων ὁ Λακεδαιμόνιος ἔλεγε: «Χρόνου φείδου» καὶ ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δομβοΐτης, ὁ οἰκονόμος τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς ἔγραφε:
Θὰ διέλθω ἅπαξ μόνον
φεῦ! τοῦ βίου τὴν ὁδὸν
κι’ ἂς προσέχω πάντα χρόνον
πᾶν μου βῆμα τῶν ποδῶν.
Κι’ ἀπὸ  τὴν ζωὴν τὴν ἄλλην
εἰς τὴν γῆν δὲν θἄλθω πάλιν.
.                 Ὁ χρόνος μας εἶναι ἀνεκτίμητος. Γιὰ τὴν σπατάλη του θὰ δώσουμε λόγο στὸν ζητιάνο Χριστό μας, ποὺ στέκει μπροστὰ στὴν πόρτα καὶ τῆς καρδιᾶς μας καὶ μᾶς παρακαλεῖ νὰ τοῦ δώσουσε, ἔστω ἕνα λεπτό. Ἕνα λεπτὸ μετανοίας, ἕνα λεπτὸ σωτηρίας, γιὰ νὰ γιατρευτοῦμε ψυχικὰ καὶ σωματικά, γιὰ νὰ μὴν καοῦμε στὸ πῦρ τὸ ἐξώτερο,  γιὰ νὰ μὴν χάσουμε τὸ τραῖνο τοῦ ποθεινοῦ προορισμοῦ μας, τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν.

Δρ Χαραλάμπης Μ.Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Πρότυπο φιλαγιότητος καὶ φιλακολουθίας,
ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Καστορίας, κυρὸς Σεραφείμ

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                   Συγχύζεται ὁ νοῦς μου μὲ τὴν ἐκφώνηση  «μακαριστὸς Μητροπολίτης Σεραφείμ», γιατὶ δὲν μπορῶ ἀκόμη, παρότι παρῆλθε ἕνας χρόνος, νὰ συνειδητοποιήσω ὅτι ἔφυγε ἀπὸ κοντά μας ἕνα ζωντανὸ πρότυπο διαυγοῦς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἀναπαύομαι μόνο μὲ τὴν πεποίθηση, ὅτι μὲ τὴν λέξη «μακαριστός» γιὰ τὸν Μητροπολίτη Σεραφεὶμ δὲν ἐννοοῦμε τὸν κεκοιμημένο, ἀλλὰ τὸν συγκαταριθμούμενο μεταξὺ τῶν μακάρων, αὐτῶν ποὺ μακαρίζει ὁ Κύριος, τοὺς ἐλεήμονες, τοὺς εἰρηνοποιούς, τοὺς πραεῖς, τοὺς καθαροὺς τῇ καρδίᾳ, τοὺς πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ καὶ τοὺς δεδιωγμένους δι’ αὐτήν.
.                  Ὁ  Μητροπολίτης Σεραφεὶμ ὑπῆρξε φιλοκαλικὸς Ἐπίσκοπος, βγαλμένος μέσα ἀπὸ Παπαδιαμαντικὰ κείμενα, τοῦ ὁποίου ἡ καρδιὰ ἦταν φάτνη Χριστοῦ, καὶ ὁ ἀγώνας του συνέτεινε στὴν προσπάθεια νὰ μὴν λυπεῖ τὸ «Πνεῦμα τὸ Ἅγιον» (Ἐφεσ. δ΄ 30), νὰ μὴν λυπεῖ Αὐτὸν ποὺ εἶχε γεννηθεῖ στὴν καρδιά του, τὸν γλυκύτατό μας Ἰησοῦν, Αὐτὸν γιὰ τὸν ὁποῖο καθένα μας παρώτρυνε ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος τῆς Εὐβοίας μὲ τὴν φράση: «Ἀδελφέ, μὴν λυπεῖς τὸν Ἰησοῦν»!
.                   Ὁ Μητροπολίτης Σεραφεὶμ ὑπῆρξε ἕνας ὑψιπέτης ἀετὸς τοῦ Πνεύματος, διακατεχόμενος ἀπὸ τὸ ἡρωϊκὸ φρόνημα τοῦ προκατόχου του Γερμανοῦ Καραβαγγέλη καὶ τοῦ ἥρωος Παύλου Μελᾶ. Ἦταν ὁ φίλος τῶν Ἁγίων, τῶν Μαρτύρων καὶ τῶν Ὁσίων, ὁ ἀνύστακτος Λειτουργὸς τῶν Θείων Μυστηρίων, τὸ πρότυπο τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φιλανθρωπίας, ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ ὁποίου ἦταν πάντοτε ἀνοικτὴ καὶ χωροῦσε ὅλους, ἦταν «οὐρανοῦ ἰσοστάσιος».
.                   Ὁ Μητροπολίτης Σεραφεὶμ ἦταν ἀκέραιος περὶ τὴν πίστη τῶν πατέρων μας μὲ γνήσιο Ὀρθόδοξο φρόνημα, ποὺ ἄνοιγε τὰ φτερά του καὶ πετοῦσε στὶς ἐπάλξεις τῶν οὐρανῶν, συνομιλοῦσε καὶ συνευφραινόταν μὲ τοὺς Ἁγίους, τοὺς ἀσκητές, τοὺς ὁμολογητές, τοὺς μάρτυρες, τοὺς ἱεράρχες, αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ποίμαιναν καὶ διαπαιδαγωγοῦσαν τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ σύμφωνα μὲ τὸ πλήρωμα τοῦ νόμου, τὴν ἀγάπη, τοὺς ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τὶς πατρῶες παραδόσεις.
.                  Ὁ Μητροπολίτης Σεραφεὶμ ἀξιώθηκε νὰ  ἀρχιερατεύσει  στὴν βυζαντινὴ ἐπαρχία τῆς Καστοριᾶς καὶ νὰ ἀναδείξει καὶ νὰ τιμήσει τὸ πλῆθος τῶν Καστοριέων Ἁγίων. Ρέκτης καὶ φιλοΐστωρ καθὼς ἦταν, ἔψαξε καὶ βρῆκε τοὺς Ἁγίους ποὺ γεννήθηκαν, ἔδρασαν, κοιμήθηκαν ὁσιακὰ ἢ μαρτυρικὰ στὴν θεόσωστη ἐπαρχία του, καὶ αὐτοὺς ποὺ ἐξαιρέτως τιμῶνται σὲ αὐτήν.
.                   Ὁ Μητροπολίτης Σεραφεὶμ κήρυττε ἀνελλιπῶς τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ γραπτὸ ἢ προφορικὸ κήρυγμα πάντοτε ψυχωφελές, μεστὸ νοημάτων καὶ Θείας ἀγάπης, κατηχοῦσε, λόγος σαπρὸς δὲν ἐξερχόταν ἀπὸ τὰ χείλη του καὶ μεριμνοῦσε γιὰ τὴν ἐπιμόρφωση τῶν ἱερέων καὶ τῶν στελεχῶν τῆς Μητροπόλεώς του.
.                    Ὁ Μητροπολίτης Σεραφεὶμ ἦταν ἄκρως ἐλεήμων καὶ φιλόξενος. Ἔκλαιε μετὰ κλαιόντων καὶ ἔχαιρε μετὰ χαιρόντων. Δὲν ἡσύχαζε νύχτα καὶ ἡμέρα, ἀφοῦ γνώριζε ὅτι ὑπῆρχαν γύρω του, ἐγγὺς καὶ μακράν, συνάνθρωποί μας ἐμπερίστατοι. Ἄλλωστε ἀγαποῦσε τὴν πτωχεία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἐφάρμοζε κοινοβιάζοντας στὸ ἐπισκοπεῖο μαζὶ μὲ τὴν θεοσύλλεκτη ἀδελφότητά του, ἀπὸ τὴν ὁποία οὔτε ἀπαιτοῦσε, οὔτε  ἀπολάμβανε διαφορετικὰ ἀγαθὰ καὶ περιποιήσεις.
.                    Ὁ Μητροπολίτης Σεραφεὶμ μεριμνοῦσε ἀδιάκοπα γιὰ τὰ Μοναστήρια τῆς ἐπαρχίας του, γιὰ ὅλους τοὺς Ναούς, μικρούς, μεγάλους, ἀρχαίους καὶ νεόδμητους, τοὺς ὁποίους εἶχε εὐπρεπίσει καὶ τοὺς λειτουργοῦσε μὲ κάθε εὐκαιρία. Καμάρωνε γιὰ τὸν Ἅγιο Νικάνορα στὴν Χλόη καὶ γιὰ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο στὸ Ἄργος Ὀρεστικό.
.                   Ὁ Μητροπολίτης Σεραφεὶμ ὑπῆρξε πρότυπο ἱεράρχη μὲ ἄμετρη ἀγάπη γιὰ τὴν μυστηριακὴ ζωή, γιὰ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου, γιὰ τὴν τιμὴ καὶ τὴν δόξα τῶν Ἁγίων μας. Ἤθελε νὰ προβάλλουμε πρότυπα ἤθους καὶ πίστεως στὴν ρευστὴ σημερινὴ πραγματικότητα, στὶς ἡμέρες τοῦ χάους, τῆς ἀνασφάλειας, τῆς ἀβεβαιότητος, τῆς ἀπαξίας κάθε ἠθικῆς τάξεως, τῆς αὐτονομήσεως καὶ τῆς ἐγωκεντρικῆς συμπεριφορᾶς τῶν ἀνθρώπων, τῆς ἀπαρνήσεως τοῦ ἱστορικοῦ μας παρελθόντος, τῆς χωρὶς παιδαγωγία ἐκπαιδεύσεως τῶν παιδιῶν μας, αὐτῶν ποὺ οἱ συμπεριφορές μας τοὺς ἀποστεροῦν τὴν ἀνάπτυξη ὁραματισμῶν γιὰ κάτι καλύτερο, ἀφοῦ τὸ καλύτερο δὲν τὸ διδάχθηκαν καί, φυσικά, δὲν τὸ γνωρίζουν. Ἤθελε  νὰ προβάλλονται σὰν φωτεινὰ ἀστέρια, σὰν ὁδοδεῖκτες πρὸς τὴν ἠθικὴ πρόοδο, τὴν ἀνθρωπιὰ καὶ τὶς ἀξίες τῆς ζωῆς ποὺ δὲν σταματᾶ ἐδῶ, ἀλλὰ συνεχίζεται στὸ ἐπέκεινα, οἱ μορφὲς τῶν Ἁγίων μας, τῶν ἡρώων τῆς πατρίδος μας, τῶν κυβερνητῶν ποὺ αἰσθάνονται τὴν ἐξουσία ὡς διακονία καὶ ὄχι ὡς πηγὴ πλουτισμοῦ, ὅλων αὐτῶν ποὺ βιωματικὰ ὁμολογοῦν, ὅτι «οὐκ ἔχομεν ᾧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ιγ΄ 14).
.                     Γνώριζε ὅτι σήμερα ἡ ἀξία εἶναι πολὺ περιορισμένη στοὺς ἄρχοντες, στοὺς καθηγητές, στοὺς ἡγέτες, στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες, στοὺς δικαστικούς, στοὺς στρατιωτικοὺς καὶ γενικὰ στὴν ἡγεσία τοῦ κοινωνικοῦ ἱστοῦ, σ’ αὐτοὺς ποὺ μερικὲς φορὲς ἐπιδιώκουν ἀξιώματα, γιὰ νὰ κρύψουν τὴν ἀπαξία τους καὶ ἐπιμένουν νὰ δίνουν τὸ παράδειγμα καὶ νὰ παιδαγωγοῦν τὸ λαό. Θλιβόταν βλέποντας ὅτι δὲν ὑπάρχουν φωτεινοὶ ἀστέρες νὰ φωτίζουν τὴν σκοτεινιὰ τοῦ κόσμου, νὰ δίνουν τὸ καλὸ παράδειγμα, νὰ εἶναι βαπτισμένοι στὴν Ὀρθόδοξη πατερικὴ θεολογία καὶ νὰ βρίσκουν τὴν πράξη «εἰς θεωρίας ἐπίβασιν», ὅπως οἱ μεγάλοι ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου, οἱ θεοφόροι Ἅγιοι Πατέρες,  οἱ σφραγισμένοι μὲ τὴν σφραγίδα τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.                   Ὁ ἐνιαύσιος κύκλος τῶν λειτουργιῶν καὶ τῶν ἀκολουθιῶν τοῦ εἰκοσιτετραώρου ὑπῆρχε ἡ πνευματικὴ ἀγαλλίαση τοῦ Μητροπολίτου Σεραφεὶμ καὶ δὲν ἐννοοῦσε νὰ ἀπέχει ἀπὸ αὐτὲς παρὰ τὸν φόρτο τῶν καθηκόντων του καὶ ἐνίοτε τῶν προβλημάτων ὑγείας του. Ἦταν ὁ Ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ. Ἡ Χαρὰ τοῦ Χριστοῦ μας ἀντανακλοῦσε στὸ πρόσωπό του καὶ στὰ χείλη του ὑπῆρχε μιὰ ἀέναη δοξολογία. Ἂν ἀπομονώναμε τὴν καρδιά του, θὰ βλέπαμε, ὅπως στὴν καρδιὰ τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, ὅτι ἦταν γραμμένη ἡ λέξη «Χριστός». Ἔτσι, ὅταν τελοῦσε τὶς λειτουργίες του ἔλαμπε ἀπὸ χαρὰ καὶ συνήνωνε σὲ αὐτὲς γῆ καὶ οὐρανό, στρατευόμενη καὶ θριαμβεύουσα Ἐκκλησία. Ἰδιαιτέρως ἔχαιρε, ὅταν ἔψαλλε τὸ ὄνομα τοῦ κάθε ἑορταζομένου Ἁγίου μὲ κατάνυξη καὶ μὲ ἄπειρη εὐλάβεια ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Ἀναγίγνωσκε τὶς προφητεῖες εὐκρινῶς, τὰ αἰτήματα μὲ ἱκετευτικὸ τόνο, τὶς εὐχὲς μὲ μυστηριακὸ ὕφος. Ζοῦσε καὶ  βίωνε τὰ γεγονότα τοῦ λειτουργικοῦ χρόνου ὡς σημερινά, ἀφοῦ στὴν λατρεία κυριαρχεῖ ἡ φράση «σήμερον», τόσο στὶς ἀκολουθίες ὅσο καὶ στὶς ἑορτὲς τῆς πίστεώς μας. Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου· σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου· σήμερον ὁ Χριστὸς παραγίνεται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Φαρισαίου· σήμερον δέχεται ἡ Βηθλεὲμ τὸν καθήμενον διὰ παντὸς σὺν Πατρί. Ἔτσι, ἐνῶ τὰ τελούμενα συντελέσθηκαν ἅπαξ ἀποκαλύπτονταν μπροστά του καὶ μπροστὰ σὲ ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα ὡς παρόντα, καθὼς συμβαίνει πάντοτε, καλώντας ὅλους νὰ συμμετέχουμε σὲ αὐτά. Νὰ τὰ οἰκειωθοῦμε. Τὸ ἐκκλησιαστικό του φρόνημα ἦταν σταθερὸ καἲ σὲ ὑψηλὸ βαθμό. Ἔλεγε, ὅτι χρειάζεται ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν φορέων της νὰ «γινώσκει ἃ ἀναγιγνώσκει» (Πραξ.η΄ 40), ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκκλησιαζόμενοι νὰ αἰσθάνονται ὡς σπίτι τους τὴν λατρεύουσα ἐνορία.  Θλιβόταν ὅταν ἔβλεπε τὶς προκαταλήψεις σὲ βάρος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἀδιαφορίας πολλῶν ἐκπαιδευτικῶν ἔναντι τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, λόγῳ τῆς ὁποίας ἡ Λειτουργικὴ Παράδοση ὁλοένα καὶ περιορίζεται.
.                    Ὁ Μητροπολίτης Σεραφεὶμ βίωνε καθημερινὰ ἕνα πανηγύρι. Ἡ λειτουργική του ζωὴ ἦταν ἕνα «γλέντι», ὅπως ἔλεγε ὁ νέος Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας μας, Καλλίνικος τῆς Ἐδέσσης. Γνώριζε πολὺ καλὰ ὅτι ἡ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι τὸ ἀρραγὲς θεμέλιο γιὰ τὸ κτίσιμο τῆς σταδιακῆς πνευματικῆς ὡριμότητας καὶ τῆς γνήσιας χριστιανικῆς ἀγωγῆς τῶν πιστῶν. Μὲ τὴν συμμετοχὴ τῶν πιστῶν στὴν Θεία Λατρεία, ἔλεγε, βιώνουμε τὴν «καλὴν ἀλλοίωσιν», μεταμορφωνόμαστε, γινόμαστε «καινὴ κτίσις» (Β΄ Κορ. ε΄ 17), γινόμαστε πολίτες τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
.                       Στὶς λειτουργικές του πρωταρχικὲς δραστηριότητες δὲν πρέπει νὰ παραλείψουμε ὅτι ἑτοίμασε τοὺς φακέλλους ποὺ ἔστειλε στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο γιὰ τὶς ἁγιοκατατάξεις τῶν Ἁγίων τῆς ἐπαρχίας του καὶ αὐτοὺς τῶν ἱερῶν τους Ἀκολουθιῶν πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὅπως, τῆς Ὁσίας Σοφίας, τῆς Κλεισούρας, τοῦ Ἱερομάρτυρος Βασιλείου ἀπὸ τὸ Χιλιόδενδρο καὶ τῶν προσφάτων, τῶν Ἁγίων Νεομαρτύρων τῆς Καστοριᾶς, Μάρκου Κλεισουριέως, Γεωργίου Χασὰν καὶ Ἰωάννου Νούλτσου, τῶν Καστοριέων καθὼς καὶ Πλάτωνος,τοῦ  νέου ἱερομάρτυρος, τοῦ Ἀϊβαζίδου,  ἔχοντας τοὺς Ἁγίους αὐτοὺς πρεσβεύοντας πρὸς τὸν Ὕψιστον ὑπὲρ αὐτοῦ.
.                         Ὡς πρότυπο φιλαγιότητος καὶ φιλακολουθίας, ὁ Ἐπίσκοπος Σεραφεὶμ μερίμνησε γιὰ τὴν ὑμνογραφικὴ κάλυψη τῶν κενῶν ποὺ ὑπῆρχαν στὶς μνῆμες τῶν Ἁγίων τῆς Καστοριᾶς, τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ, πολιούχου Καστοριᾶς, τοῦ Προφήτου Ἠλιού, προστάτου τῶν γουναροποιῶν, τοῦ Ὅσίου Διονυσίου ἐκ τῆς Κορησοῦ, κτίτορος τῆς Μονῆς Φιλοθέου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, Θεοδοσίου Ὁσίου ἐκ τῆς Κορησοῦ, Μητροπολίτου Τραπεζοῦντος, Ναοὺμ Ὁσίου, τοῦ φωτιστοῦ τῶν Σλαύων, Νικοδήμου Ὁσίου, κτίτορος Μονῆς Τισμάνας στὴν Ρουμανία, Ἰωάσαφ Ὁσίου τοῦ Μετεωρίτου, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Διονυσίου Ὁσίου, τοῦ ἐν Ὀλύμπῳ, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, Γερασίμου τοῦ Παλλαδᾶ, τοῦ ἐκ Καστορίας Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, Ἰακώβου Ὁσιομάρτυρος τοῦ ἐκ τῆς  Καστορίας, Νικάνορος Ὁσίου, λυτρωτοῦ τῆς Καστορίας ἐκ τῆς πανώλους καὶ προστάτου τῶν παίδων, Σοφίας, τῆς νεοφανοῦς Ποντίας Ὁσίας, τῆς ἐν Κλεισούρᾳ, Ἰωάννου  Βατάτζη, τοῦ αὐτοκράτορος, Νεκταρίου Ὁσίου τοῦ Ἰάγαρη, Πλάτωνος Νεομάρτυρος, τοῦ Ἀϊβαζίδου, Πρωτοσυγκέλλου Καστορίας ἐπὶ Μητροπολίτου Γερμανοῦ Καραβαγγέλη, Ἰωάννου  (Νούλτσου) Νεομάρτυρος καὶ Γεωργίου τοῦ Χασὰν Νεομάρτυρος, τῶν Καστοριέων, Νικοδήμου Ὁσιομάρτυρος ἐκ Βυθκουκίου, Μάρκου Νεομάρτυρος τοῦ Κλεισουριέως, Βασιλείου νέου Ἱερομάρτυρος ἐν Χιλιοδένδρῳ καὶ Ἀλυπίου Ὁσίου τοῦ Κιονίτου τιμωμένου ἐν Καστορίᾳ.
.                  Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ εὐλάβεια τοῦ Μητροπολίτου Σεραφεὶμ στὴν Παναγία μας δὲν περιγράφεται. Μερίμνησε γιὰ τὴν καταγραφή, συντήρηση, διάσωση καὶ ἐξύμνηση πολλῶν ἱερῶν εἰκόνων τῆς Θεοτοκοφρουρήτου, ὅπως ἔλεγε, Καστοριᾶς. Στὸ ὑπὸ ἔκδοση Θεοτοκάριο ποὺ εἶχε κατὰ νοῦν νὰ ἐκδόσει, ἀλλὰ παρέμεινε ἡ ἐπιθυμία του ἀνεκπλήρωτη, περιλαμβάνονται 18 Παρακλητικοὶ Κανόνες, στὶς ἑξῆς περίπυστες καὶ θαυματουργὲς εἰκόνες τῆς Παναγίας μας, ποὺ ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε: Παναγία, Πορφύρα, Μαυριώτισσα, Ρασιώτισσα, Ἑβραΐς, Καστριώτισσα ἢ Κουμπελίδικη, Προφητῶν τὸ Κήρυγμα, Ὁδηγήτρια Ἄργους Ὀρεστικοῦ ἢ Γραμμούστιανη,, Φανερωμένη, Ἐλεοῦσα Μονῆς Κλεισούρας, Βλαχερνίτισσα, Παραμυθία, Ἐλεοῦσα Καστορίας, Ἐλπὶς ἀπηλπισμένων, Δακρυῤῥοοῦσα, Πορταΐτισσα, Γοργοϋπήκοος, Τριχεροῦσα, Φοβερὰ Προστασία. Ἐπίσης μερίμνησε γιὰ συγγραφὴ Ἀκολουθιῶν στὴν Παναγία τῆς Γράμμουστας καὶ ἀναστάσιμη στὴν Παναγία τὴν Μαυριώτισσα.
.                         Μεταδημότευσε γιὰ τοὺς οὐρανοὺς ὁ Μητροπολίτης Σεραφείμ, ἀλλὰ μᾶς ἄφησε παρακαταθήκη τὸ παράδειγμά του, παράδειγμα φιλαγιότητος καὶ φιλακολουθίας, ὥστε νὰ τὰ ἔχουμε πυξίδα στὴν οὐρανοδρόμο πορεία μας, τὴν πορεία μας πρὸς τὸν ἀναστημένο Λυτρωτή μας, τὸν γλυκύτατό μας Ἰησοῦ.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

,

Σχολιάστε

ΠΡΟΣΜΟΝΗ καὶ ΒΙΩΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Προσμονὴ καὶ βίωμα Χριστουγέννων

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                      Ἡ γλυκύτατη προσμονὴ τῆς Μεγάλης Ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, τῆς Μητροπόλεως τῶν Ἑορτῶν, ὅπως τὴν ἐπονομάζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐπαναφέρει στὴν σκέψη μας τὰ λόγια τῆς Γραφῆς: «Καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν» (Γεν. μθ´ 10). «Ὁ λαὸς ὁ κείμενος ἐν σκότει ἴδε φῶς μέγα· οἱ κατοικοῦντες ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς λάμψει ἐφ’ ὑμᾶς» (Ἠσ. θ΄ 2), καὶ αὐτὸ τὸ Φῶς ποὺ ἔλαμψε στὴν κτίση ἦταν ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, ὁ νοητὸς Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος «δι’ ἄκραν ἀγαθότητα καὶ φιλανθρωπίαν» ἔλαβε τὸ ἀνθρώπινο φύραμα, γιὰ νὰ τὸ φωτίσει, νὰ τὸ θεώσει καὶ νὰ τὸ ἐπαναφέρει στὴν ἀρχαία του δόξα, στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
.                 Προσδοκοῦσε ὁ κόσμος τὴν ἡμέρα τῆς ἀπολυτρώσεως ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου, ὅπως προσδοκᾶ ὁ φυλακισμένος τὴν ἡμέρα τῆς ἀποφυλακίσεώς του, ὁ ἀπόδημος τὴν ἡμέρα τῆς ἐπιστροφῆς στὴν πατρίδα. Καὶ ἡ ἡμέρα αὐτὴ ἦλθε καὶ χαρὰ γέμισε ὅλη τὴν κτίση, ὅταν τὸ ἀπέριττο σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ δέχθηκε τὸν Ποιητὴ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, τὸν Παμβασιλέα Χριστό. Αὐτὸς ἦλθε καὶ συνένωσε οὐρανὸ καὶ γῆ, τότε ποὺ  Ἄγγέλοι δοξολογοῦσαν, ποιμένες ἀγραυλοῦσαν καὶ Μάγοι τοῦ προσφέφεραν τίμια Δῶρα. Οἱ στιγμὲς ἐκεῖνες, στιγμὲς   μοναδικὲς  στὴν ἱστορία τῆς σωτηρίας τῆς ἀνθρωπότητος, εἶναι στιγμὲς ποὺ κατανύσσουν τὶς ψυχὲς τῶν Χριστιανῶν στοὺς αἰῶνες, ὅλων μας ποὺ ἑνώνουμε τὶς φωνές μας μὲ τὴν ὑμνῳδία τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων ψάλλοντας: «Δόξα ἐν Ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. β΄ 14).
.                Εἴκοσι αἰῶνες ἤδη πανηγυρίζουμε τὴν Γέννηση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καὶ κάθε ἔτος ἀναμένουμε τὴν χαρμόσυνη αὐτὴν ἑορτὴ μὲ ἀμείωτο ζῆλον καὶ ἐνδιαφέρον. Ἡ προσδοκία μας στρέφεται στὴν ἔλευση τοῦ Σωτῆρα μας Χριστοῦ καὶ ἀναμένουμε τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση μας σπεύδοντες, «εἰς τὸ ἀναλῦσαι καὶ σὺν Αὐτῷ εἶναι»  (Φιλιπ. α΄ 23). Ἡ προσδοκία μας, ὅμως, συνοδεύεται ἀπὸ θεάρεστο βίωμα; Ἡ ζωή μας, ὅπως ἡ ζωὴ κάθε συνειδητοῦ Χριστιανοῦ, εἶναι χριστοκεντρική;   Περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὸν Χριστό,  ὅπως ἡ γῆ γύρω ἀπὸ τὸν ἥλιο; Γνωρίζουμε ὅτι, ἂν ἡ συνεκτική, κεντρομόλος δύναμη ποὺ διατηρεῖ τὴν περιστροφὴ τῆς γῆς γύρω ἀπὸ τὸν ἥλιο ἀτονήσει, τότε τὸ σύμπαν θὰ διαλυθεῖ, γιατὶ ἡ δύναμη αὐτή, ἡ ὁποία  σταθεροποιεῖ τὸ σύμπαν δὲν μεταβάλλεται, δὲν ἀποῤῥυθμίζεται, δὲν τροποποιεῖται. Κάθε μεταβολὴ καὶ ἡ ἐλαχίστη θὰ σημάνει τὸ τέλος τοῦ κόσμου, ἀφοῦ αὐτὴ δὲν προβλέπεται ἀπὸ τὸν νόμο τῆς φυσικῆς, τὸν νόμο τῆς Δημιουργίας.
.         Ἡ ζωή μας ἐδῶ στὴν γῆ εἶναι πεπερασμένη. Τελειώνει πολὺ σύντομα, τόσο ποὺ δὲν ἀντιλαμβανόμαστε πότε ὀρθρίζει ἡ ἡμέρα καὶ πότε νυκτώνει. Εἴμεθα φθαρτοί! Ὑποκείμεθα στὴν φθορά, μᾶς ἀναμένει ὁ θάνατος, καί, ὅμως, ἀντὶ νὰ τρέχουμε νὰ συναντήσουμε τὸν Λυτρωτή μας, τρέχουμε πρὸς τὴν ἁμαρτία, τὴν ὁποία ἡ συνέργεια τοῦ πονηροῦ θεοποίησε. Καί, ἐνῶ τρέχουμε πρὸς τὴν ἁμαρτία, ῥαθυμοῦμε στὰ πνευματικά, ἀτονεῖ ἡ κεντρομόλος δύναμη, ἡ ὁποία μᾶς ἑνώνει μὲ τὸν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης, τὸν Χριστό μας, καὶ κινδυνεύουμε ἀπὸ ὥρας εἰς ὥραν νὰ χαθοῦμε στὸ χάος, ὡς διάττοντες ἀστέρες νὰ σβήσουμε καὶ νὰ εὑρεθοῦμε στὸ αἰώνιο σκότος, ὅπου ποτὲ δὲν θὰ ὀρθρίσει ὁ ἥλιος, νὰ μᾶς ζωογονήσει καὶ νὰ μᾶς θερμάνει.  Ἀλλοίμονό μας! Δὲν ἐρχόμαστε σὲ ἐπίγνωση, ὥστε νὰ ἀναφωνήσουμε μετὰ τοῦ Παύλου: «Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος. Τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου αὐτοῦ;» (Ῥωμ. ζ΄ 24).
.        Τὶς ὀλίγες δεκαετίες ποὺ ἔχει ἐπιτρέψει ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς νὰ ἀγωνιζόμαστε στὸ στάδιο τῆς παρούσης ζωῆς βλέπουμε καὶ θλιβόμαστε γιὰ τὶς ἀλλαγὲς καὶ τὶς ἀλλοτριώσεις τοῦ κόσμου καὶ μάλιστα τῶν Χριστιανῶν. Δυστυχῶς, «ἡ ἀγάπη ἐψύγη, ἡ ἐγρήγορσις ἐμειώθη, ἡ πίστις ἠτόνησεν». Ἑτοιμαζόμεθα νὰ γιορτάσουμε Χριστούγεννα μὲ ἀπουσία τοῦ Βρέφους Ἰησοῦ. Δὲν μεριμνοῦμε γιὰ τὴν πνευματικὴ τελειότητα, γιὰ τὴν καθαριότητα τῆς ψυχῆς μας, γιὰ νὰ βρεῖ τόπο νὰ κατοικήσει ὁ Κύριός μας. Μεριμνοῦμε γιὰ τὶς ὑλικὲς ἀπολαύσεις καὶ παραμελοῦμε τὶς πνευματικές. Ἀντικαθιστοῦμε τὸν Ἥλιο Χριστὸ μὲ τὶς φωτεινὲς γιρλάνδες καὶ τὰ φῶτα στοὺς δρόμους καὶ στὰ σπίτια μας. Προγραμματίζουμε τὶς ἐκδρομές, τὶς διασκεδάσεις, τὶς οἰνοποσίες, τὰ πλούσια γεύματα, τὴν ἐνήδονη ζωή. Προγραματίζουμε Χριστούγεννα χωρὶς Χριστό. Τὸ  ταπεινὸ βρέφος τῆς Βηθλεὲμ  δὲν μᾶς συγκινεῖ. Στὰ πρόσωπα τῶν ἀδελφῶν μας δὲν βλέπουμε τὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Δὲν τὸν ἀγαποῦμε. Μᾶς ἐνδιαφέρει μόνον ὁ ἑαυτός μας καὶ τὶς προσωπικές μας ἀνάγκες μόνον θεραπεύουμε. Ὅλος ὁ κόσμος περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας. Καταντήσαμε ἐγωκεντρικοὶ καὶ ὄχι χριστοκεντρικοί. Ἀλλοίμονόν μας, θὰ ἐκτροχιασθοῦμε καὶ μὲ πάταγο θὰ εὑρεθοῦμε στὸ πῦρ τὸ ἐξώτερο. Ἂς ἀγωνισθοῦμε ἡ προσμονή μας νὰ μᾶς ὁδηγήσει σὲ ἔντονη παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὴν ζωή μας, μὲ μέριμνα γιὰ τὴν πνευματική μας ὁλοκλήρωση, μὲ συμπάθεια πρὸς τοὺς πάσχοντες καὶ ἐμπεριστάτους, μὲ εὐλάβεια πρὸς τὸ Θεῖο Βρέφος, τὸν Λυτρωτήν μας Ἰησοῦ, γιὰ νὰ ἀναγεννηθοῦμε καὶ νὰ ζήσουμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά Του. Ἡ τροχιὰ τῆς ζωῆς μας νὰ εἶναι σταθερὴ γύρω ἀπὸ τὸ Φῶς Του, «ἵνα μὴ σκοτία ἡμᾶς καταλάβῃ» (Ἰωάν. ιβ΄ 35), ὥστε νὰ ζοῦμε μέσα στὸ ἀπρόσιτο φῶς τῆς Θείας Χάριτος ὁδηγούμενοι χωρὶς παύση ἀπὸ τὸ πάμφωτο ἀστέρι τῆς Βηθλεέμ, τὸ ἀστέρι τῆς ἀλήκτου μακαριότητος.

,

Σχολιάστε

ΚΑΤΑΛΑΛΙΑ καὶ ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ (Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου)

Καταλαλιὰ καὶ κατάκριση

Κων/νου Ἀθ. Οἰκονόμου
 δασκάλου -συγγραφέα

ΤΑ “ΦΙΛΤΡΑ” ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ: Κάποτε, ἐνῶ ὁ Σωκράτης βάδιζε στὴν Ἀγορά, κάποιος γνωστός, τοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι ἔχει νὰ τοῦ πεῖ κάτι σημαντικὸ γιὰ κάποιον μαθητή του. Ὁ Σωκράτης τοῦ ζήτησε, νὰ κάνουν πρῶτα τὸ τέστ τῆς “τριπλῆς διύλισης”. “Τριπλή διύλιση;” ρώτησε ἀπορώντας ἐκεῖνος. “Ναί, πρὶν πεῖς τί ἄκουσες γι᾽αὐτόν, θὰ ἤθελα νὰ φιλτράρουμε αὐτὸ ποὺ θὰ μοῦ πεῖς. Τὸ πρῶτο, λοιπόν, φίλτρο εἶναι τῆς ἀλήθειας. Εἶσαι σίγουρος ὅτι αὐτὸ ποὺ πρόκειται νὰ μοῦ πεῖς εἶναι ἀλήθεια;” “Ὄχι ἀκριβῶς, ἁπλὰ τὸ ἄκουσα καί…”, ψέλλισε ὁ συνομιλητής του. Κι ὁ Σωκράτης συνέχισε: “Μάλιστα. Ἄρα δὲν ἔχεις ἰδέα ἂν αὐτὸ ποὺ θὰ μοῦ πεῖς εἶναι ἀλήθεια ἢ ψέματα. Ἂς δοκιμάσουμε τὸ δεύτερο φίλτρο, αὐτὸ τῆς καλοσύνης. Αὐτὸ ποὺ πρόκειται νὰ πεῖς γιὰ τὸν μαθητή μου εἶναι κάτι καλό;” “Καλό; Ὄχι· τὸἀντίθετο μᾶλλον”, ἀπάντησε θορυβημένος ἐκεῖνος. “Ἄρα”, εἶπε ὁ Σωκράτης, “θέλεις νὰ πεῖς κάτι κακὸ γι᾽αὐτόν, ἂν καὶ δὲν εἶσαι καθόλου σίγουρος ὅτι εἶναι ἀλήθεια.” Ὁ γνωστός του ἔσκυψε τὸ κεφάλι ἀπὸ ἀμηχανία. “Παρόλα αὐτά”, προσέθεσε ὁ μεγάλος φιλόσοφος, “μπορεῖς ἀκόμα νὰ περάσεις τὴ δοκιμασία, γιατί ὑπάρχει καὶ τὸ τρίτο φίλτρο, τῆς χρησιμότητας. Εἶναι αὐτὸ ποὺ θέλεις νὰμοῦ πεῖς γι’ αὐτὸν κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ μοῦ φανεῖ χρήσιμο (ὠφέλιμο);” “Ὄχι· δὲν νομίζω”, ἀπάντησε ὁ “πληροφοριοδότης”. “Ἄρα, λοιπόν, ἀφοῦ αὐτὸ ποὺ θὰ μοῦ πεῖς δὲν εἶναι οὔτε ἀλήθεια οὔτε καλὸ οὔτε ὠφέλιμο, γιατί θὰ πρέπει νὰ τὸ ἀκούσω;”, κατέληξε ὁ Σωκράτης. Κι ἐκεῖνος ἔφυγε ντροπιασμένος, παίρνοντας ἕνα καλὸ μάθημα.

ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ “ΥΛΙΚΟ” ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ: Μὲ τὴν κακολογία συκοφαντοῦμε ἀνθρώπους, τοὺς διασύρουμε ἐξευτελίζοντάς τους, ἔχοντας δηλητήριο μίσους καὶ ζηλοφθονίας, χωρὶς νὰ ὑπολογίζουμε ὅτι αὐτὸ μειώνει τὴν ὑπόληψη κάποιων ἀνθρώπων. Μὲ τὴν καταλαλιὰφανερώνει κανεὶς ἐλαττώματα τοῦ ἀδελφοῦ του. Μὲ τὴν κατάκριση καταδικάζει τὰ φανερά. Δὲν ὑπάρχει ποτὲ καταλαλιά, ποὺ νὰγίνεται ἀπὸ εὐθύτητα καρδίας. Τὸ πάθος τῆς φιλοκατηγορίας εἶναι ἀφύσικο ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Ψυχολογίας, γιατί στρέφεται κατὰ ἄλλου χωρὶς προσδοκία κέρδους γιὰ τὸν φιλοκατήγορο, καὶ τὸ μόνο ποὺ ἐπιτυγχάνει εἶναι ἡ “μείωση” αὐτοῦ ποὺ κατηγορεῖ, σὲἀντίθεση μὲ ἄλλες πράξεις, π.χ. τὴν κλοπή, ὅπου ὁ διαπράττων στερεῖ κάτι ἀπὸ κάποιον, ἀλλὰ τὸ κερδίζει ὁ ἴδιος. Μὲ τὴν καταλαλιὰ-κακόηθες κουτσομπολιὸ ἔχει δαιμονικὸ κέρδος παρὰ ἀνθρώπινο: τὴν ἐξουδένωση τοῦ πλησίον.

ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ: Κατὰ ἕναν ἄλλο ὁρισμὸ ἡ καταλαλιά, ἡ κατάκριση καὶ ἡ ἐξουδένωση εἶναι τρία στάδια τῆς ἴδιας κακότητας. Ἔτσι: Καταλαλιά εἶναι ἡ διάδοση μὲ λόγια ἁμαρτιῶν καὶ σφαλμάτων τοῦ πλησίον. Με τὴ διάδοση αὐτή, κάποιος «καταλαλεῖ», μιλάει ἐμπαθῶς, ἐναντίον κάποιου, σχετικὰ μὲ ὑπαρκτὸ ἢ ἀνύπαρκτο – καὶ τότε πρόκειται γιὰ συκοφαντία – ἁμάρτημά του.  Κατάκριση είναι ἡκατηγορία κατὰ τοῦ ἴδιου ἀνθρώπου, λέγοντας ὅτι αὐτὸς εἶναι ψεύτης, ὀργίλος, κλέφτης, κατακρίνοντας τὴ διάθεση τῆς ψυχῆς του, βγάζοντας γενικὰ συμπεράσματα. Καὶ αὐτὸ εἶναι πολὺ κακό. Γιατί εἶναι ἄλλο νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι κάποιος ὀργίστηκε καὶ ἄλλο νὰ πεῖ ὅτι κάποιος εἶναι ὀργίλος βγάζοντας γενικὸ συμπέρασμα. Ὁ Κύριος λέει γιὰ τοὺς κατακρίνοντες: «ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου.” (Λουκ. ϛ΄ 42). Βαρύτερο παράπτωμα ἀπὸ τὴν κατάκριση εἴναι η ἐξουδένωση, ὅταν, ὄχι μόνον κατακρίνει κανεὶς κάποιον, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐκμηδενίζει, ἀποστρεφόμενος αὐτὸν σὰν κάτι ἀηδιαστικό.

Η ΑΝΩΘΕΝ ΣΟΦΙΑ: Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη διαβάζουμε: «Τὸν καταλαλοῦντα λάθρα τὸν πλησίον αὐτοῦ, τοῦτον ἐξεδίωκον» (Ψλμ. ρ΄ 5). Ἡ Καινὴ Διαθήκη λέει: «ἐν ᾧ γὰρ κρίνεις τὸν ἕτερον, σεαυτὸν κατακρίνεις», ἐνῶ ἀλλοῦ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τονίζει: «ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε» (Ματθ. ζ´ 2). Ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς προσθέτει: “Δὲν εἶναι, ἀλήθεια, ν᾽ ἀπορεῖ ὁ ἄνθρωπος ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἀφαιροῦν τὸ δικαίωμα τοῦ Υἱοῦ νὰ κρίνει καί, σὰν ἀναμάρτητοι, κρίνουν οἱ ἴδιοι καταδικάζοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον;” Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, τονίζει πὼς γιὰ ὅσα ἁμαρτήματα κατηγορήσαμε τὸν πλησίον θὰ πέσουμε καὶ ἐμεῖς στὰ ἴδια. Ἀκόμη γράφει: Γιὰ τὴν προέλευσή της: “Καταλαλιά, ἀποκύημα μίσους. Λεπτὴ νόσος, κεκρυμμένη καὶ λανθάνουσα βδέλλα, ἀγάπης ἐκδαπανῶσα καὶἐξαφανίζουσα αἷμα· ἀγάπης ὑπόκρισις· καρδίας ρύπου καὶ βάρους πρόξενος· ἀφανισμὸς ἁγνείας.” Ὁ Ἰωάννης πιστεύει ὅτι ἡ κατάκριση: “εἶναι ἀναιδὴς ἁρπαγὴ τοῦ δικαιώματος τοῦ Θεοῦ, καὶ ὄλεθρος τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ποὺ κατακρίνει”, δίνοντας στὸ πάθος προέλευση φαρισαϊκή. Γιὰ τὴν ὠφέλεια τῆς ἀποφυγῆς τῆς κατάκρισης διηγεῖται τὸ Γεροντικό: “Ἕνας μοναχὸς σ᾽ ἕνα Κοινόβιο, ἀμελὴς στὰπνευματικά, ἔπεσε βαριὰ ἄρρωστος. Κι ἐνῶ βρισκόταν στὴν ἐπιθανάτια κλίνη, ἔχαιρε. Στοὺς συμμοναστές του, ποὺ ἀποροῦσαν γιὰ τὴν παρρησία του, διευκρίνισε: “Ἤμουν πάντα ἀμελὴς στὰ πνευματικά, ὅμως ἕνα πράγμα τήρησα μὲ ἀκρίβεια: Δὲν κατέκρινα ποτέ μου ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ σκοπεύω νὰ πῶ στὸ Δεσπότη Χριστό, ὅταν παρουσιαστῶ: «Σύ, Κύριε, εἶπες, μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε», κι ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ μὲ κρίνει αὐστηρά”. Κι ὁ ἡγούμενος τοῦ ἀπάντησε μὲ θαυμασμό: “Πήγαινε εἰρηνικὰ στὰ αἰώνιο ταξίδι σου, ἀδελφέ. Ἐσὺκατόρθωσες, χωρὶς κόπο νὰ σωθεῖς”. Ἀλλοῦ διαβάζουμε γιὰ ἕναν γέροντα ποὺ κρίνοντας γιὰ κάποιο σφάλμα ἕναν ἀδελφό του εἶχε πεῖ: “πολὺ ἄσχημα ἔκανε”. Ὅταν αὐτὸς ὁ ἀδελφὸς πέθανε, Ἄγγελος Κυρίου πῆγε στὸ γέροντα κρατώντας τὴν ψυχὴ ἐκείνου λεγοντας: “Αὐτὸς ποὺ κατέκρινες, πέθανε. Ποῦ ὁρίζεις νὰ τὸν κατατάξω;” “Ἥμαρτον”, ἐφώναξε ἔνδακρυς ὁ Γέροντας. Καὶ ἔκτοτε παρακαλοῦσε καθημερινὰ τὸν Θεὸ νὰ τοῦ συγχωρήσει ἐκείνη τὴν ἁμαρτία, ἐνῶ δὲν τόλμησε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του νὰ κατακρίνει ἄνθρωπο.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Ἡ κακολογία ἑδρεύει στὴν ὑποκριτικὴ ἀγάπη. Ἔτσι κρίνουμε κάποιον, δῆθεν, γιὰ νὰ τὸν διορθώσουμε. Ὅμως μὲ τὴν κατάκριση γινόμαστε ἐμπαθεῖς, ἐνῶ τὸ μόνο ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ κοροϊδεύουμε τὸν πλησίον μας χαιρέκακα, εἰσερχόμενοι ἔτσι στὸ “τέναγος” τοῦ παραλόγου πάθους τῆς καταλαλιᾶς. Ἡ καταλαλιὰ καὶ ἡ κατάκριση ἀντιμετωπίζονται μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ συμπόνοια πρὸς τὸν πλησίον διότι “ἡ ἀγάπη σκεπάζει πλῆθος ἁμαρτιῶν” (Α’ Πέτρ. δ΄8.). Ὁ φιλοκατήγορος δὲν σταματᾶ στὴ ζημιὰ ποὺ κάνει στὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ περνᾶ τὶς κακολογίες καὶ σὲ ἄλλους “ἐνημερώνοντάς” τους γιὰ “γεγονότα” ἢ ὑποψίες, βάζοντας στὴν καρδιὰ τῶν ἀκροατῶν ἁμαρτίες. Ἂν ὅμως ὁ ἐμπαθὴς ἄνθρωπος εἶχε ἀγάπη, ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη θὰ σκέπαζε κάθε σφάλμα. Ὁ πατὴρ Παΐσιος τόνιζε: “Ὅταν δὲν ἔχεις ἀγάπη, δὲν βλέπεις μὲ ἐπιείκεια τὰ λάθη τῶν ἄλλων, ὁπότε τοὺς ταπεινώνεις μέσα σου καὶ τοὺς κατακρίνεις.” Ἄρα ἡ λύση εἶναι μόνο ἡ ἀγάπη. Λέει πάλι ὁ ἅγιος τῶν καιρῶν μας: “Μὴν κρίνετε κανέναν. Ὁ πονηρὸς παρακινεῖ τοὺς ἀνθρώπους νὰ κάνουν ἀταξίες, καὶ βάζει λογισμοὺς σὲ ἄλλους, γιὰ νὰ κρίνουν καὶ νὰ κατακρίνουν, καὶ ἔτσι νικάει καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ. Καὶ αὐτοὶ μὲν ποὺνικιοῦνται καὶ κάνουν ἀταξίες, αἰσθάνονται μετὰ ἐνοχὴ καὶ μετανοοῦν, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ποὺ κατακρίνουν δικαιώνουν τὸν ἑαυτό τους, ὑπερηφανεύονται καὶ καταλήγουν στὴν ἴδια πτώση μὲ τὸν πονηρό, τὴν ὑπερηφάνεια.”

ΑΥΤΟΜΕΜΨΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΗ: Οἱ ἅγιοι πῶς ἁγίασαν; Εἶχαν στραφεῖ στὸν ἑαυτό τους καὶ ἔβλεπαν μόνον τὰ δικά τους πάθη. Μὲαὐτοκριτικὴ καὶ αὐτομεμψία, καθάρισαν τοὺς ψυχικοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἔφτασαν νὰ βλέπουν καθαρὰ καὶ βαθιά. Ἔβλεπαν τὸν ἑαυτότους κάτω ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους θεωρώντας τους καλύτερους ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Εἶχαν ἀποκτήσει διάκριση, ὥστε νὰ δίνουν στοὺς ἄλλους ἐλαφρυντικὰ δικαιολογώντας τους. Οἱ Πατέρες λένε πὼς πρέπει, μιμούμενοι τοὺς ἁγίους, νὰ βλέπουμε μὲ πόνο αὐτὸν ποὺ σφάλλει. Ἂς σκεφτόμαστε τὸ παρελθὸν τοῦ ἀνθρώπου, τὶς εὐκαιρίες ποὺ τοῦ δόθηκαν νὰ καλλιεργήσει τὸν ἑαυτό του καὶ τὶς ἀναξιοποίητες εὐκαιρίες ποὺ εἴχαμε ἐμεῖς. Αὐτὸ θὰ μᾶς φέρει σὲ κατάνυξη καὶ θὰ ταπεινωθοῦμε βλέποντας πὼς δὲν ἀνταποκριθήκαμε, στὶς δωρεὲς ποὺ μᾶς δόθηκαν. Τότε, κατὰ τοὺς Πατέρες, θὰ νοιώσουμε μόνο ἀγάπη καὶ πόνο γιὰ τὸν ἀδελφὸ ποὺ δὲν εἶχε τὶς δικές μας εὐκαιρίες καὶ θὰ προσευχηθοῦμε γι’ αὐτόν.

, ,

Σχολιάστε

ΤΑΠΕΙΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΔΕΗΣΗ

 

Ταπεινή, χριστουγεννιάτικη δέηση!

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 .                              Γλυκύτατέ μας Ἰησοῦ, καλέ μας Χριστέ, συγχώρεσέ μας, γιατὶ γιορτάζουμε τὰ γενέθλιά Σου χωρὶς ‘Eσένα. Λέμε ὅτι εἴμαστε χριστιανοὶ καὶ γιορτάζουμε τὰ Χριστούγεννα, τὴν γιορτή Σου, ἀλλά, δυστυχῶς, χωρὶς τὴν ζωντανὴ παρουσία Σου. Πήραμε μόνο τὸ ὄνομά Σου καὶ κτίσαμε πάνω Του ἔθιμα καὶ γλέντια. Ἐσένα σὲ βάλαμε στὸ περιθώριο καὶ σὰν εἰδωλολάτρες στολίζουμε χριστουγενιάτικα δένδρα, στολίζουμε βιτρίνες, στολίζουμε δρόμους, στολίζουμε τὰ σπίτια μας, ἀλλὰ καμμιὰ μέριμνα γιὰ στολισμὸ τῆς καρδιᾶς μας· αὐτὴν ποὺ μᾶς ζητᾶς Ἐσύ, νεογέννητε Χριστέ μας, νὰ Σοῦ δώσουμε σιγοψελλίζοντας στὰ αὐτιὰ τοῦ καθενός μας: «Υἱέ μου, δός μοι σὴν καρδίαν» (Σοφ. Σολ. 18΄ 26)! Ζητᾶς, Χριστέ μου, τὴν καρδιά μας, ἀλλὰ μὲ διάκριση. Δὲν τὴν ἀπαιτεῖς. Θέλεις μόνοι μας νὰ Σοῦ τὴν προσφέρουμε. Θέλεις νὰ μᾶς ἐπισκεφθεῖς καὶ νὰ κατοικήσεις μαζί μας. Νὰ μᾶς μεταβάλλεις μὲ τὴν χάρη Σου καὶ νὰ μᾶς θεώσεις. Ὁποία τιμὴ γιὰ ἐμᾶς! Ὁποία ἐξύψωσις! Ὁποῖος ἐξαγιασμός, ἀλλὰ καὶ ὁποῖο προνόμιο!
.                      Ἐμεῖς, ὅμως, εἴμαστε ἄθλιοι, Χριστέ μου! Δὲν κατανοοῦμε τὴν τιμὴ ποὺ μᾶς ἔχεις κάνει! Δὲν κατανοοῦμε τὸ πόσο προνομιούχους μᾶς ἔχεις καταστήσει! Θέλουμε οἱ ἀχάριστοι νὰ γιορτάζουμε χωρὶς Ἐσένα. Ἡ παρουσία Σου εἶναι ἐμπόδιο στὶς φαῦλες καὶ πονηρὲς συνήθειές μας. Θέλουμε, οἱ τυφλοὶ ἀπὸ ἁμαρτίες, νὰ γιορτάζουμε σὲ φωταγωγημένη ἀτμόσφαιρα, μὲ λαμπιόνια καὶ βεγγαλικὰ καὶ ὄχι μὲ φωταγωγημένες καρδιὲς ἀπὸ μετάνοια, συμπόνοια, ἀγάπη, ἐλεημοσύνες.
.                  Γιορτάζουμε, Χριστέ μου, Ἐσένα, ποὺ ποτὲ ἀληθινὰ δὲν Σὲ γνωρίσαμε «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» (Ἰωάν, δ΄ 23), ἀφοῦ δὲν εἴδαμε καὶ ἐξακολουθοῦμε νὰ μὴν βλέπουμε τὴν παρουσία Σου στὰ πρόσωπα τῶν συνανθρώπων μας, τῶν ἀδελφῶν μας ποὺ πάσχουν, ποὺ ὑποφέρουν, ποὺ στεροῦνται τὰ ἀναγκαῖα, ἐνῶ ἐμεῖς σπαταλοῦμε αὐτὰ ποὺ μᾶς ἔδωσες σὲ περιττὰ πράγματα.
.                     Δὲν σὲ ἀγαπᾶμε, Χριστέ μου, καὶ ἂς γιορτάζουμε τὴν γιορτή Σου. Εἴμαστε Χριστιανοὶ κατ’ ὄνομα, χωρὶς πνευματικὴ ἀναγέννηση. Εἴμαστε Χριστιανοὶ χωρὶς Ἐσένα ἰδιοκτήτη τῆς καρδιᾶς μας.  Καὶ μετὰ διερωτώμεθα γιατί ἡ κρίση τῆς κοινωνίας μας; Γιατί οἱ πανδημίες, ἡ οἰκονομικὴ ἐξαθλίωση, οἱ ἀκαταστασίες, οἱ πόλεμοι, οἱ ἀπογοητεύσεις, ἡ ἀσέβεια πρὸς τὸ περιβάλλον, ἡ κοινωνικὴ ἀποσύνθεση;  
.                    Παιδαγώγησέ μας, Χριστέ μου, ὅπως Ἐσὺ θέλεις, ἀλλὰ μὴν συνερισθεῖς τὰ ἄνομα καὶ ἀχάριστα πλάσματα  Σου. Τὸ δῶρο Σου πρὸς ἐμᾶς στὴν γιορτή Σου ἂς εἶναι νὰ μᾶς ἀξιώσεις νὰ Σὲ ἀγαπήσουμε. Νὰ σὲ ἀγαπήσουμε, γιὰ νὰ νιώσουμε τὴν πραγματικὴ χαρὰ τῆς γιορτῆς Σου, νὰ ζήσουμε μὲ νόημα τὰ γενέθλιά Σου!  Βοήθησέ μας νὰ ἐνδοσκοπήσουμε· νὰ ἔλθουμε σὲ περισυλλογὴ καὶ αὐτοσυγκέντρωση· νὰ ἐγκαταλείψουμε τὸ σκοτεινὸ παρελθόν μας καὶ νὰ χαράξουμε μαζί Σου τὸ ἀνεξίτηλο μέλλον μας μὲ πνεῦμα ἥσυχο καὶ ἀτάραχο, μὲ ὁμόνοια καὶ φιλαδελφία, μὲ ἐμπιστοσύνη σὲ Σένα, τὴν ὄντως Ἀγάπη, ποὺ ἦλθες στὴν γῆ μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ μᾶς ἀνεβάσεις στὸν οὐρανό, γιὰ νὰ γιορτάζουμε μόνιμα μαζί Σου καὶ νὰ Σὲ δοξολογοῦμε μαζὶ μὲ τοὺς Ἀγγέλους Σου ψάλλοντας ἀδιάκοπα: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. β΄ 14).

 

,

Σχολιάστε

ΦΛΥΑΡΙΑ καὶ ΑΡΓΟΛΟΓΙΑ (ὅταν ὁ φίλος μας μᾶς κουράζει)

Φλυαρία κα ργολογία: ταν φίλος μας μς κουράζει

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου
δασκάλου  – συγγραφέα

Φλυαρία εἶναι ἡ κουραστική, γιὰ τοὺς ἀκροατές, πολυλογία κάποιου, κενὴ οὐσιαστικοῦ περιεχομένου, ἐνῶ ἀργολογία εἶναι ἡ ἀδρανής, τεμπέλικη, ἀνούσια, ὁμιλία.

ΑΡΧΑΙΑ ΣΟΦΙΑ: Ὁ Θουκιδίδης διασώζει μία χαρακτηριστικὴ ἀπάντηση τῶν Σπαρτιατῶν, σὲ μία φλύαρη ἀντιπροσωπεία-πρεσβεία τῶν Σαμίων: “Τὸ πρῶτο μισὸ τῆς ὁμιλίας σας ξεχάσαμε, ἐνῶ τὸ δεύτερο δὲν καταλάβαμε, ἀφοῦ ξεχάσαμε τὸ πρῶτο!” Ὁ Πλούταρχος ἔλεγε πώς: “Ἡ πολυλογία εἶναι μάστιγα ποὺ συνδέεται μὲ τὴν περιέργεια, γιατί οἱ φλύαροι θέλουν ν’ ἀκοῦνε πολλά, γιὰ νὰ ἔχουν νὰ λένε πολλά.” Στὰ ἀρχαιότατα Δελφικὰ Παραγγέλματα τονίζεται:“ συγκράτησε τὴ γλῶσσα καὶ κυριάρχησε σ’ αὐτή”. Ὁ Πυθαγόρας συμβούλευε: “πρέπει νὰ σιωπᾶς ἢ νὰ λὲς λόγια ἀνώτερα τῆς σιωπῆς”. Ὁ Σόλων δίνοντας σημασία περισσότερο στὰ ἔργα, ἔλεγε: “Τὰἔργα εἶναι ὁ καθρέφτης τῶν λόγων”. Ὁ Θαλὴς ἔδειχνε πίσω ἀπὸ τὴ φλυαρία τὸν ἄφρονο ἄνθρωπο: “Τὰ πολλὰ λόγια δὲν εἶναι ἀπόδειξη φρονιμάδας”. Κατὰ τὸν Δημόκριτο, ἡ ἀλήθεια δίνεται πάντα μὲ λίγα λόγια, ἐνῶ τόνιζε: “Ὅσοι μὲ τὰ λόγια κάνουν τὰ πάντα ἀλλὰ μὲ τὰἔργα τίποτε, εἶναι ψεύτικοι καὶ κατ΄ ἐπίφαση ἐνάρετοι”. Τέλος ὁ Πλάτων σημείωνε τὴν σημασία αὐτῶν ποὺ ἔπρεπε νὰ λεχθοῦν: “Αὐτὰποὺ πρέπει νὰ εἰπωθοῦν, πρέπει νὰ συμφέρουν καὶ τὸν ὁμιλητὴ καὶ τὸν ἀκροατή”.

ΝΕΟΤΕΡΗ ΣΟΦΙΑ: Μία γερμανικὴ παροιμία λέει πὼς “τὸ ψέμα συνήθως φλυαρεῖ”, δείχνοντας ὅτι συχνὰ φλυαρία σημαίνει δικαολόγηση ἑνὸς ψέματος. Ὁ Σίλλερ πίστευε στὴ στενὴ σχέση μέθης καὶ φλυαρίας. Ὁ Λαφονταὶν διακωμωδώντας ἔγραψε: “Κάθε φλύαρος ζεῖ μὲδαπάνες ἐκείνου ποὺ τὸν ἀκούει¨, ἀποδίδοντας εὐθύνη καὶ στοὺς ἀκροατὲς τῆς φλυαρίας. Ὁ Μοντεσκιὲ πίστευε πὼς τὸ πάθος εὐθύνεται στὴν ἔλλειψη βαθύτητας τοῦ ὁμιλητῆ, ἐνῶ ὁ Νίτσε, ἀλαζονικότερα, τόνιζε γιὰ τὸν ἑαυτό του: “Φιλοδοξία μου εἶναι νὰ πῶ σὲδέκα προτάσεις αὐτὸ ποὺ ἄλλοι λένε σὲ ἕνα ὁλόκληρο βιβλίο”. Ἀκόμη, ὁ ὠμὸς Γκαῖμπελς τόνιζε σὲ στελέχη τῆς ὁμάδας του: “Δὲ μιλᾶμε γιὰ νὰ ποῦμε κάτι, ἀλλὰ γιὰ νὰ πετύχουμε ἀποτέλεσμα”. Τὸ Ταλμούδ, ἱερὸ βιβλίο τῶν , τονίζει σοφά: “Σιωπᾶς καλύτερα, παρὰ μιλᾶς!”

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ: Γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία σημαντικότατη εἶναι ἡ κατανυκτικὴ εὐχὴ τοῦ ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, στὴν ὁποία μεταξὺἄλλων αἰτημάτων ὁ προσευχόμενος ζητᾶ: “Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας μήμοι δος”. Ἡ εὐχὴ αὐτὴ “ξυπνᾶ” καὶ προτρέπει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀνέβει τὶς βαθμίδες τῆς πνευματικότητας. Ἕνα, λοιπόν, ἀπὸ τὰ βασικὰαἰτήματα τῆς Εὐχῆς αὐτῆς εἶναι νὰ βοηθήσει ὁ Θεὸς στὴν ἀπομάκρυνση τοῦ πνεύματος τῆς ἀργολογίας. “Ἡ ἀργολογία-φλυαρίαὁλοκληρώνει τὸ ἔργο τῆς πνευματικῆς καταστροφῆς μας μὲ τὴν πνευματικὴ δολοφονία τῶν ἀδελφῶν μας” (Ι. Κορναράκης). Τὸ λόγο τοῦ ἀνθρώπου, ἀνεκτίμητο θεῖο δῶρο, ποὺ μᾶς κάνει νὰ διαφέρουμε ἀπὸ τὰ ζῶα, εἶναι κρίμα νὰ τὸν ἀφήνουμε χαλαρό, παραποιημένο, ἀναιδῶς ψεύτικο. Ἄλλωστε τὰ λόγιά μας μένουν πάντα στὴ μνήμη τῶν ἀνθρώπων. Τὰ ἀνακαλοῦν στὴ μνήμη τους σὲ ὧρες ἡσυχίας καὶλυποῦνται ἢ χαίρονται ἀναλόγως. Πόσο προσεκτικοὶ πρέπει νὰ εἴμαστε σὲ ἐκφράσεις, χαρακτηρισμοὺς καὶ κρίσεις! Ὁ σκανδαλισμός, ἡσυκοφαντία, ἡ καταλαλιά, ἀρχίζουν πάντα ἀπὸ τὴ φλυαρία καὶ τὴν περιττολογία. “Θρόνο ματαιοδοξίας, σημάδι ἀγνωσίας, εἴσοδο κατάκρισης, πρόξενο ψεύδους, διάλυση πνευματικῆς εὐφορίας τῆς προσευχῆς”, χαρακτηρίζει τὴν πολυλογία ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, προσθέτοντας: “δημιουργεῖ ἀδιαφορία γιὰ τὶς ἁμαρτίες, ποὺ ἐξαφανίζει τὴν προφύλαξη τοῦ νοῦ κατὰ τῶν παθῶν, ψυχραίνει τὴν πνευματικὴ θερμότητα καὶ σκοτίζει τὴν προσευχή”. Ὁ Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης, τὴν ὀνομάζει ὀξύμωρα: “ψυχρότητα τῆς εὐλαβοῦς θερμότητος”. Ὁ ἀββὰς Δωρόθεος παρατηρεῖ: “συχνὰ συζητᾶμε ἀπὸ διάθεση ἀργολογίας. Κάτι θὰ μᾶς ξεφύγει, καὶ θὰ λυπήσουμε τὸνὀδελφό μας”. Ἡ ἀργία “ἀδιαφορεῖ” γιὰ τὸν Θεό, ἡ περιέργεια διαστρέφει τὴν πραγματικὴ γνώση, ἡ φιλαρχία, “σκοτώνει” τὴν συνείδηση ἔναντι τοῦ πλησίον καὶ ἡ ἀργολογία στρέφεται κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ μας διὰ τῆς σπατάλης τοῦ λόγου. Γι’ αὐτὸ ἀπὸ τὰ τριακόσια πάθη, ποὺγράφει ὁ Πέτρος ὁ Δαμασκηνός, ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ ἐπέλεξε αὐτὰ τὰ τέσσερα στὴν προσευχὴ ποὺ προαναφέραμε. Γιατί ἔχουν τόση δύναμη, ὥστε εὔκολα νὰ νεκρώνουν “σιωπηλὰ” τὴν ψυχή.

Η ΣΙΩΠΗ ΩΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ἀντὶ τοῦ κυριαρχοῦντος μεστοῦ ὕβρεως, ψεύδους, κολακείας, σαρκασμοῦ λόγου, ὑπάρχει καὶ ἡ διακριτικὴσιωπή. Λέμε “διακριτική”, διότι μποροῦμε νά ᾽χουμε σιωπὴ ἀπὸ δειλία ἢ ἀπὸ ἀλαζονικὴ οἴηση καὶ ξιπασιά. Ὅμως, ἡ ἐνσυνείδητη ἀπόρριψη φλυαρίας καὶ κουτσομπολιοῦ ἀποτελεῖ ἀρετή, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀποφυγὴ φιλονικιῶν. Οἱ σιωπηλοὶ μιλοῦν μὲ τὴ σοβαρὴ σιωπή τους. Σιωποῦν ἐξ αἰτίας τῆς ταπεινῆς αἴσθησης ὅτι δὲν ἔχουν κάτι σημαντικὸ νὰ ποῦν. Οἱ σιωπηλοὶ ἀπὸ διάκριση ἄνθρωποι, δὲν εἶναι συνηθισμένοι, ἀρεστοί, προτιμητέοι. Ὁ κόσμος ἀναζητᾶ τολμηροὺς συζητητές, θεωρώντας συχνά τοὺς σιωπῶντες νοσηρούς, μειονεκτικούς, δειλούς. Ὅταν ὅμως μιλοῦν, καταθέτουν μεστὸ περιεχομένου λόγο. Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν μᾶς θέλει πάντοτε σιωπῶντες. Μᾶς καλεῖ συχνὰ σὲ ἱεραποστολή, ὁμολογία, νουθεσία. Ὁ Χριστὸς εἶπε στὸν ἀπόστολο Παῦλο: “Μὴ φοβοῦ, ἀλλὰ λάλει καὶ μὴ σιωπήσης διότι ἐγώ εἰμι μετὰ σοῦ”. Ὅμως, τὰ μυστήρια τῆς Ὀρθοδοξίας γεννῶνται ἀπὸ τὴ σιωπή. Μετὰ ἀπὸ μακρὰ σιγὴ στὴν ἔρημο μίλησε ὁΧριστός. Τὸ μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατανοεῖται καλύτερα σιωπηλά. Ἡ σιωπὴ “δηλώνει ταπείνωση νοῦ, ὅραση καρδιᾶς, εὐχαριστία ψυχῆς” (Μωυσῆς ὁ Ἁγιορείτης).

Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ: Διαβάζουμε στὸ Εὐαγγέλιο: “Ὁ δὲ Ἰησοῦς οὐδὲν ἀπεκρίνατο”. Δὲν ἀπαντᾶ, στοὺς “δικαστές” του. Θεωρεῖ ὅτι δὲν βγαίνει τίποτε μὲ τὰ λόγια, θὰ ἔπεφταν οἱ λόγοι του στὸ κενὸ ἐξ αἰτίας τῆς ἑκούσιας κώφευσης τῶν ἀνθρώπων, ἐπιβεβαιώνοντας τὸν προφήτη Ἠσαΐα ποὺ λέει: «Δὲν ἄνοιξε τὸ στόμα του καθόλου κι ἔμεινε ἄφωνος μπροστὰ στοὺς διῶκτες του». Ἀκόμη, ὁλόκληρος ὁ βίος τῆς Θεοτόκου εἶναι μία ἀπέραντη σιωπή. Ἐλάχιστοι λόγοι τῆς Θεοτόκου διασώθηκαν. Ἠθελημένα σιωποῦσε ἀπὸ ταπείνωση. Ἄφηνε νὰ μιλᾶ ὁ Υἱός Της, μένοντας στὴ σκιά Του. Ἡ “ἠχηρὴ” σιωπὴ τῆς Θεοτόκου εἶναι αὐστηρὸ κήρυγμα ἐλέγχου κάθε γυναικείας φλυαρίας. 

“ΚΕΡΔΗ” ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΟΓΙΑΣ: Οἱ πνευματικὲς ἐμπειρίες ἀδυνατοῦν νὰ ἀποδοθοῦν μὲ λόγια. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει, ἀδυνατώντας νὰ ἐκφράσει τὴν ἐμπειρία του μὲ λόγια: “ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ρήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι”. Κατὰ τὸν ὅσιο Ἐφραὶμ τὸν Σύρο, τὰ λόγια εἶναι τὰ φύλλα καὶ τὰ ἔργα οἱ καρποί. Ὁ ἅγιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητὴς ἔγραψε: «Ἡ γλῶσσα πολλοὺς κενόδοξους κατέστρεψε». Ἀκόμη, ὁ τελώνης τῆς παραβολῆς δικαιώθηκε γιὰ τὴ σιωπηλὴ προσευχή του, ὅπως καὶ ἡαἱμορροοῦσα. Ὅταν κάποιος προκαλούμενος, ταπεινὰ σιωπᾶ, γιὰ νὰ μὴ γίνουν τὰ πράγματα χειρότερα, ὑποχωρεῖ, ἀποποιοιούμενος τῶν δικαιωμάτων του, χάριν τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης, τότε κερδίζει ἐνῶ φαίνεται ὅτι χάνει. Κι ἐνῶ πολυλογία, κενολογία, περιττολογία, ἀργολογία, δηλώνουν ἀδιάκριτη κενοδοξία, ἀντιθέτως ἡ διακριτικὴ ἡσυχία γεννᾶ τὴ σιωπή. Ὁ κόσμος κουράστηκε ἀπὸ τὰ πολλά, τὰπαχειά, τ’ ἀδιαφανῆ, τὰ ὑποκριτικὰ λόγια. Ἀντιθέτως: “Ἡ σιωπὴ ποὺ ἀσκεῖται μ΄ ἐπίγνωση καὶ διάκριση εἶναι μητέρα τῆς προσευχῆς, ἀνάκληση ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία τῶν παθῶν, ἐπιστάτης λογισμῶν, (…) φίλη καρδιακῶν δακρύων, καλλιεργητὴς μνήμης θανάτου, ἐχθρὸς τοῦ ἀδιάκριτου θάρρους, σύζυγος ἡσυχίας, κρυφὴ πνευματικὴ ἀνάβαση” (Κλίμαξ).

ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Ἕνας ἀδόκιμος νοῦς μπορεῖ νὰ νομίζει πὼς εἶναι σοφὸς μὲ τὸ νὰ λέει ὅτι θέλει παντοῦ καὶ πάντα. Ὅμως “ἠ υπεροψία τῆς φλυαρίας ἀποτελεῖ ἀνόητη προσπάθεια ἐπιβολῆς ἐπὶ πάντων” (π. Μωυσῆς Ἁγιορ.). Ἡ ἐκκοσμίκευση σήμερα τοῦ ἀνθρώπου συμπορεύεται μὲ τὴ φλυαρία. Ἔτσι, ὁ λόγος, τελικά, ἀποσυνδέει τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ κατάκτηση τῆς σιωπῆς εἶναι δύσκολη, ἀποτελεῖὅμως μορφὴ ἀσκήσεως, ὅπως ἡ νηστεία καὶ ἡ ἐγκράτεια. Τὰ τροπάρια τῆς Μ. Σαρακοστῆς μιλοῦν συχνὰ καὶ γιὰ ἐγκράτεια γλώσσης. Ἡσιωπὴ πηγάζει ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς εἰρήνης τῆς καρδιᾶς καὶ συνδέεται μὲ τὶς ἄλλες ἀρετές. Σπουδαῖο ἀντίδοτο στὴ φλυαρία καὶ τὴν ἀργολογία ἀποτελεῖ ἡ καρδιακὴ προσευχή. “Η προσευχὴ ἀποτελεῖ βίωμα μυστικό, δύσκολο -ἔκφραση, αἴσθηση καὶ ἀλάλητο στεναγμὸτῆς καρδιᾶς. Ὁ Θεὸς δὲν ἀνακαλύπτεται ἀλλὰ ἀποκαλύπτεται. Τότε σιγᾶ πάσα σάρκα βροτεία..” (Μωυσῆς Ἁγιορείτης).

, , ,

Σχολιάστε

«ΕΙ ΖΩΜΕΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙ, ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΩΜΕΝ»

Εἰ ζῶμεν Πνεύματι, Πνεύματι καὶ στοιχῶμεν (Γαλ. ε΄ 25).

Ζωὴ πνευματικὴ καὶ ζωὴ σαρκική.
Ὁ Γέροντας Γαβριὴλ Ἁγιοβαρναβίτης  πρότυπό μας

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                 Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ὑποβοηθεῖ νὰ ἀντιληφθοῦμε τὴν ἀληθινὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ὁποία ἀποκαλεῖ «ζωὴ ἐν Πνεύματι», σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ψεύτικη, τὴν ζωὴ «ἐν σαρκί», ἡ ὁποία εἶναι ἡ ζωὴ τῆς ἀπωλείας καὶ προεικονίζει τὸν θάνατο, ἀφοῦ τῆς λείπει ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι ἡ Ζωὴ καὶ ἡ Ἀνάσταση.
.                  Τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς πνευματικῆς ζωῆς προσδιορίζονται ἀπὸ τοὺς καρπούς της, τοὺς ὁποίους ὀνομάζει ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν: « Ἀγάπη,  χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία,  χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης καὶ ἐγκράτεια» (Γαλ. ε΄ 22).
.                 Αὐτοὺς τοὺς ἀγαθοὺς καρποὺς παράγει ὁ πραγματικὸς χριστιανός, τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ χαρακτηρίζεται πνευματικὴ , ὄχι σὰν συνέπεια τῆς ἐξωτερικῆς ἐπιβολῆς κάποιου νόμου, ἀλλά, σὰν καρποφορία ἑνὸς δένδρου, τὸ ὁποῖο εἶναι ριζωμένο στὸ λιπασμένο χῶμα καὶ ἀναπτύσεται σὲ εὔκρατο, κατάλληλο γι’ αὐτὸ κλῖμα, ὥστε νὰ παράγει μόνο καλοὺς καρπούς, αὐτοὺς  ποὺ ἀρέσουν στὸν Χριστό μας.
.                  Τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς σαρκικῆς ζωῆς εἶναι ἡ «Μοιχεία, πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια, εἰδωλολατρία, φαρμακεία, ἔχθραι, ἔρεις, ζῆλοι, θυμοί, ἐριθεῖαι, διχοστασίαι, αἱρέσεις, φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κῶμοι καὶ τὰ ὅμοια τούτοις »  (Γαλ. ε΄ 23).
.                    Ἡ πνευματικὴ ζωὴ μὲ τοὺς ἀγαθοὺς καρποὺς ἁρμόζει κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο στοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ σαρκικὴ στοὺς σαρκικοὺς ἢ ψυχικοὺς ἀνθρώπους.
.                     Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος ὑπερβαίνει τὴν ὑλικότητά του καὶ τὴν φθαρτότητά του διὰ τῆς ἑνώσεώς του μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπόκτηση θεϊκῶν ἰδιοτήτων, αὐτῶν ποὺ  περιγράφει ὁ Κύριος στοὺς Μακαρισμούς [1], ὅπου  ἀνατρέπονται ὅλες οἱ κοσμικὲς ἀντιλήψεις, αὐτὲς ποὺ θεωροῦν εὐτυχισμένους ὅσους ἔχουν χρήματα, αὐτοὺς ποὺ ἀπολαμβάνουν ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ δόξα. Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ζωογονεῖται καὶ τρέφεται μὲ τὴν ἁγιαστικὴ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἔχει τὶς δυνατότητες νὰ παράγει καρποὺς πνευματικοὺς ἀνάλογα μὲ τὴν χάρη, τὴν ὁποία λαμβάνει καὶ ἐγκαινιάζει μιὰ καινούρια ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία εὐτυχισμένοι εἶναι οἱ πράοι, οἱ θλιμμένοι, οἱ ἔχοντες πίστη καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό, ὅσοι ἀνέχονται κακολογίες, ὅσοι μοχθοῦν γιὰ τὴν εἰρηνικὴ συνύπαρξη τῶν ἀνθρώπων  καὶ ὅσοι διώκονται.
.                   Οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι βιώνουν τὴν καινὴ ζωὴ ποὺ ἀνέτειλε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέσα στὴν «καινὴ κτίσιν» (Β΄ Κορ.5.17). Χωρὶς τὴν καινὴ ζωὴ ὁ  ἄνθρωπος παραμένει  γήϊνος, φθαρτός, «γῆ καί σποδός» [2].
.                «Εἰ ζῶμεν Πνεύματι, Πνεύματι καὶ στοιχῶμεν (Γαλ. ε’ 25), παραγγέλλει ὁ μέγας ἀπόστολος Παῦλος. Ἐάν, δηλαδή, ἐμεῖς οἱ πιστοὶ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὶς ἐμπνεύσεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε ζωὴ καὶ συμπεριφορὰ κατὰ πάντα σύμφωνη μὲ τὶς ὑπαγορεύσεις καὶ τὸ θέλημα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.                        Ἡ ζωὴ αὐτὴ παρουσιάζει διπλὴ ὄψη. Τὴν ἀποφυγὴ καὶ τὴν πλήρωση.  Τὴν ἀποφυγὴ κάθε πράξεως, ἡ ὁποία θὰ λυποῦσε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, κάθε ἐνεργείας, ἡ ὁποία εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὸ θέλημά Του, καὶ ἡ ὁποία ἀντιστρατεύεται πρὸς τὶς ὑπαγορεύσεις καὶ παραγγελίες τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ μὲ  πραγματικὰ πατρικὴ στοργὴ συμβουλεύει ὁ ἀπόστολος Παῦλος τοὺς Χριστιανούς: «Μὴ λυπεῖτε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον» (Ἐφεσ. δ’ 30). Μὴν τὸ λυπεῖτε μὲ τὶς ἁμαρτίας σας. Μὴν τὸ λυπεῖτε μὲ τὴν ἔνοχη συμπεριφορά σας. Μετὰ τὴν ἀποφυγὴ αὐτὴ τῆς λύπης ἔρχεται ἡ πλήρωση. Μᾶς λέγει: «Πληροῦσθε ἐν Πνεύματι» (Ἐφεσ. ε’ 18), νὰ εἶσθε πάντοτε γεμᾶτοι ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νὰ παράγετε ἄφθονους πνευματικοὺς καρπούς.
.                    Ἐὰν ζοῦμε, λοιπόν, μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ συντασσόμαστε μὲ αὐτὸ παράγουμε τοὺς καρπούς Του, αὐτοὺς ποὺ γλυκαίνουν τὴν παροῦσα ζωή μας, ἀλλὰ καὶ ἀποτελοῦν τὴν τροφὴ τῆς αἰωνιότητος.
.                    Ἡ πνευματικὴ αὐτὴ καρποφορία δὲν εἶναι ἀδύνατη, οὔτε δύσκολη. Ἡ μεταβολὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔγινε στοὺς Ἀποστόλους κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅταν κατῆλθε σὲ αὐτοὺς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, πραγματοποιεῖται καὶ σὲ ὅλους μας. Ὁ φωτισμὸς τῆς διανοίας, ἡ δύναμη καὶ ἡ ἐνίσχυση, ἡ ὁποία δόθηκε στοὺς μαθητὲς τοῦ Κυρίου, ὁ ἐξαγιασμὸς τῆς ψυχῆς τους καὶ ἡ νέα ζωὴ μὲ τὴν παρουσία τοῦ Πνεύματος συντελοῦνται καὶ πραγματοποιοῦνται σὲ ὅλους μας, ἀνάλογα μὲ τὴν ἐπιδεκτικότητά μας καὶ τὴν προσωπική μας συμμετοχὴ  σὲ ὅσα μᾶς φωτίζει καὶ μᾶς ὁδηγεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ σήμερα, καὶ σὲ κάθε ἐποχή, οἱ μεταβολὲς αὐτὲς ἐξακολουθοῦν νὰ γίνονται, ἔστω καὶ ἂν οἱ σωματικοί μας ὀφθαλμοί δὲν ἀντιλαμβάνονται τὶς μυστηριώδεις ἐπιδράσεις καὶ ἐνέργειες καὶ τὶς μυστικὲς ζυμώσεις, τὶς ὁποῖες τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐπιτελεῖ στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀνθρώπου.
.                             Γιὰ νὰ πραγματοποιεῖται ἡ καρποφορία αὐτὴ ἐπανειλημμένως κατὰ τὴν θεία Λειτουργία ἡ Ἐκκλησία εὔχεται διὰ τοῦ Ἱερέως, νὰ ἐξαποστείλει ὁ Θεὸς τὴν χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος στοὺς πιστούς. Καὶ σὲ αὐτὴ τὴν κρισιμώτατη καὶ ἱερώτατη στιγμὴ τῆς καθαγιάσεως τῶν τιμίων δώρων, ὅταν μὲ πολλὴ εὐλάβεια καὶ κατάνυξη δέεται ὁ Ἱερεὺς στὸν Θεό, «ἵνα καταπέμψῃ τὸ Πνεῦμά Του τὸ Ἅγιον», γιὰ νὰ τελεσθεῖ ἡ θυσία, πρῶτον δέεται, γιὰ νὰ  ἔλθει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον στοὺς πιστοὺς καὶ ἔπειτα ἐπὶ τὰ τίμια δῶρα: Κατάπεμψον τὸ Πνεῦμά Σου τὸ Ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα δῶρα ταῦτα. Ὅπως δὲ κατὰ τὴν ἱερὴ ἐκείνη ὥρα τῆς μετουσιώσεως τῶν τιμίων δώρων τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον μεταβάλλει τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, κατὰ παρόμοιο τρόπο ἡ παντοδύναμη χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ζωοποιεῖ καὶ ἀναγεννᾶ τὶς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία νεκρωμένες ψυχὲς καὶ τὶς μεταβάλλει σὲ ναοὺς ἁγίους ἐν Κυρίῳ.
.                    Ποιός τώρα μπορεῖ νὰ περιγράψει τὴν ἐξαίρετη πνευματικὴ κατάσταση, στὴν ὁποία εὑρίσκονται οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, στοὺς ὁποίους πλούσια ἔπνευσε ἡ θεόρρητη χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Λάμποντες, ἀστράποντες, ἁλλοιωμένοι ἀπὸ τὴν φωτιστικὴ καὶ ἁγιαστικὴ χάρη τοῦ Παρακλήτου, ὡς ἄτομα εὑρίσκονται σὲ κατάσταση ἐξαιρετικῆς ψυχικῆς ἱκανοποιήσεως καὶ χαρᾶς. Ὡς μέλη οἰκογενείας μεταβάλλουν αὐτὴ σὲ κατ’ οἶκον ἐκκλησία. Καὶ ὡς μέλη τῆς κοινωνίας, ὡς «ἅλας τῆς γῆς»  προλαμβάνουν τὴν σήψη καὶ τὴν ἠθικὴ ἀποσύνθεση καὶ ὡς «φῶς τοῦ κόσμου» σκορπίζουν τὸ φῶς τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἀληθείας καὶ προσκαλοῦν ὅλους νὰ γευθοῦν τὶς χάριτες καὶ τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τέτοιους ἀνθρώπους ἔχει καὶ σήμερα ἀνάγκη ἡ κοινωνία. Ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, ἔχοντες τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, παράγουν τοὺς ἐξαίσιους καρποὺς τοῦ Πνεύματος.
.                           Αὐτοὺς τοὺς καρποὺς παρήγαγε ὡς πνευματοφόρος καὶ ὁ Γέροντας Γαβριήλ, τοῦ ὁποίου σήμερα τελοῦμε τὸ ὀκταετὲς μνημόσυνο.
.                    Ὁ Γέροντας, ὁ ὁποῖος κενοδοξία καὶ φθόνο δὲν ἄφησε νὰ εἰσέλθει στὴν ψυχή του.
.                 Ὁ Γέροντας, ποὺ συμβούλευε μὲ πνεῦμα πραότητος νὰ σηκώνουμε ὁ ἕνας τὰ βάρη τοῦ ἄλλου, γιὰ νὰ ἐκπληρώνουμε τὸν νόμο τοῦ Χριστοῦ.
.                     Ὁ Γέροντας, ποὺ ἐπισήμαινε νὰ ἀφήνουμε κατὰ μέρος τὴν κατάκριση γιὰ τὰ σφάλματα ἢ γιὰ τὶς ἀτέλειες τῶν ἀδελφῶν μας, ἀκόμη καὶ  ἂν αὐτοὶ συλληφθοῦν ἐπ’ αὐτοφώρῳ νὰ διαπράττουν κάποιο παράπτωμα.
.                      Ὁ Γέροντας, ποὺ τόνιζε νὰ μὴν ἀγανακτοῦμε γιὰ ἐλλείψεις ποὺ ἐνδεχομένως κάποιος πλησίον μας ἔχει, γιατὶ τότε ἀποδεικνύουμε ὅτι δὲν ἔχουμε μακροθυμία οὔτε ἀγάπη, ἄρα καὶ ἡ ἀρετὴ ποὺ νομίζουμε ὅτι ἔχουμε δὲν ἀποτελεῖ καρπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀλλὰ νοθευμένη κατάσταση στὴν ψυχή μας.
.                 Ἐὰν θέλουμε νὰ ζοῦμε μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, νὰ συντασσόμαστε μὲ αὐτό, δηλαδή, νὰ ἀγωνιζόμαστε, ὥστε ὅλοι οἱ καρποὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ ἀνθίζουν στὴν καρδιά μας χωρὶς ἐξαιρέσεις, ἂς μελετήσουμε τὴν ζωὴ τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, γιὰ νὰ δοῦμε ὅτι ἦταν μεστὴ ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου πνεύματος, ὅπως ἦταν καὶ ἡ ζωὴ τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Γαβριήλ.
.                         Αὐτὸς ἀπέφευγε ἐπιμελῶς τὴν κατάκριση, μακροθυμοῦσε καὶ δίδασκε ὅλους μὲ ἁπλὸ καὶ ἤρεμο τρόπο, ἰδίως μὲ τὴν συμπεριφορά του νὰ μὴν κατακρίνουμε.
.                       Ἐργαζόταν πνευματικὰ χωρὶς νὰ αἰσθάνεται κόπο, μὲ μόνο ἀντιμίσθιο τὴν χαρὰ τῆς προσφορᾶς λέγοντας ὅτι ἡ «ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν κόπον».
.                     Μοχθοῦσε γιὰ τὸν  καταρτισμὸ τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, ἦταν ποιμένας καὶ πατέρας καὶ ἀδελφός, κάνοντας πράξη τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ὅτι, δηλαδή, ὅποιος θέλει νὰ εἶναι πρῶτος, πρέπει νὰ γίνει πάντων διάκονος (Μᾶρκ. θ΄ 35).
.                   Ἂν τολμήσουμε νὰ παραβάλλουμε τὴν ζωή μας μὲ τὴν ζωὴ τοῦ Γέροντος Γαβριὴλ  πολὺ φοβοῦμαι ὅτι θὰ βρεθοῦμε ἐντελῶς λειψοί. Ἡ ζωή μας δὲν ἔχει χαρὰ καὶ εἰρήνη Θεοῦ, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος εἶχε ἀστασίαστη. Ἀγωνιζόμαστε νὰ δείξουμε στὸν ἑαυτό μας καὶ στοὺς γύρω μας ὅτι εἴμαστε καλοὶ χριστιανοί, λησμονώντας ὅτι ὁ Χριστὸς ἔδωσε ἔμφαση στὸ «ἔσωθεν τοῦ ποτηρίου» (Ματθ. κγ΄ 25). Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι γινόμαστε κενόδοξοι, ποθώντας νὰ διακριθοῦμε γιὰ ἀρετὲς ποὺ δὲν ἔχουμε, οἱ ὁποῖες, ἀκόμα καὶ ἂν τὶς εἴχαμε, δὲν ἀποτελοῦν ἀνθρώπινα ἐπιτεύγματα, ἀλλὰ δῶρο καὶ καρπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅταν Αὐτὸ κατοικεῖ μέσα μας. Ὄντας κενοί, γινόμαστε κενόδοξοι, γι’  αὐτὸ φθονοῦμε καὶ προκαλοῦμε τοὺς ἀδελφούς μας μὲ λόγια καὶ μὲ συμπεριφορὲς ἀνοίκειες πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, μὲ μισόλογα, μὲ κατηγορίες, μὲ συκοφαντίες, καλλιεργώντας μιὰ ἐπίφαση εὐσεβείας στὴν ὁποία κυριαρχεῖ ἡ αὐτοδικαίωση καὶ ἡ ἐπιμέλεια τῆς εἰκόνας μας πρὸς τὰ ἔξω.
.                         Ὁ Γέροντας ἀφήνοντας τὸν ἑαυτό του πλήρως στὸν Θεό, κατὰ τὴν προτροπὴ τῆς Ἐκκλησίας μας «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα», δὲν εἶχε ἄγχος. Πάντοτε ἤρεμος γνώριζε ὅτι ὁ Κύριος ποὺ ἐπιτρέπει τοὺς πειρασμοὺς θὰ φέρει καὶ τὴν ἔκβασή τους. Ἀντίθετα ἐμεῖς σήμερα βλέπουμε ὅτι  ἡ ζωή μας διέπεται ἀπὸ ἄγχος, ἀπὸ ἀνασφάλεια πνευματική, ἀπὸ ταραχή, ἰδίως ὅταν συναντήσουμε κάποιον ποὺ δὲν μᾶς ἀρέσει ἡ ζωή του, ἢ κάποιον ἀδελφό μας ποὺ σκέφτεται λίγο διαφορετικὰ ἀπὸ ἐμᾶς. Τότε παραβλέποντας τὶς δικές μας ἀδυναμίες  καὶ πτώσεις γινόμαστε αὐστηροὶ τιμωροί, ἀπαιτοῦμε νὰ πέσει φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό, νὰ κάψει τοὺς πάντες, καὶ λησμονοῦμε προφανῶς, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν βρίσκεται στὴν φωτιά, οὔτε στοὺς κεραυνοὺς καὶ στὶς ἀστραπές, ἀλλὰ στὴν λεπτὴ αὔρα, ἡ ὁποία δροσίζει καὶ ἀνακουφίζει τοὺς ἀνθρώπους.
.                  Ἐνθυμούμενοι καὶ παραδειγματιζόμενοι ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ Γέροντος Γαβριὴλ ἂς εἴμαστε προσεκτικοί, σὲ διαρκὴ ἐπιφυλακὴ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ νοῦ μας, ὥστε νὰ ἀποφεύγουμε τοὺς σκοπέλους τοῦ πονηροῦ.
.                      Ἂς ἀφήσουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ καρποφορήσει μέσα μας, ἔχοντας μετάνοια μὲ προσευχὴ θερμὴ πρὸς τὸν γλυκύτατό μας Ἰησοῦ.
.                       Ἂς σπεύδουμε νὰ σηκώσουμε, ἐμεῖς ποὺ εἴμαστε πιὸ δυνατοί, τὰ βάρη τῶν ἀδελφῶν μας, ἀφοῦ ὀφείλουμε «ἐμεῖς οἱ δυνατοὶ τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν» (Ῥωμ. ιε΄ 1),    ἀποδεικνύοντας ἔμπρακτα, ὅτι ἔχουμε στὴν καρδιά μας τὸν φωτισμὸ καὶ τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.                      Καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης θὰ γαληνέψει τὸν τρικυμισμένο βίο μας καὶ θὰ μᾶς φωτίζει, ὥστε νὰ βλέπουμε τὰ δικά μας σφάλματα καὶ νὰ πορευόμαστε τὴν εὐθεία καὶ βασιλικὴ ὁδό, αὐτὴν ποὺ μέχρι τέλους βάδισε καὶ ὁ πνευματοφόρος Γέροντας Γαβριήλ.

[1] Ματθαίου ε΄, 3-11.

[2] Γενέσεως ιη΄, 27.

, , ,

Σχολιάστε

«ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΠΙΝΟΟΥΜΕ ΤΡΟΠΟΥΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΓΛΙΤΩΝΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ» (Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης)

,

Σχολιάστε