Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ"

«ΚΥΡΙΕ, ΔΟΣ ΜΟΙ ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ»

19 Ἰανουαρίου μνήμη Μητροπολίτου Χαλκίδος
Νικολάου Σελέντη (1975)

 Κύριε, δός μοι τὸ χάρισμα τῶν δακρύων!

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

μακάριος Μητροπολίτης Χαλκίδος Νικόλαος Σελέντης μὲ τὸ πνεῦμα τῆς θυσίας, τοῦ κατηχητικοῦ λόγου, τῆς ποιμαντικῆς δραστηριότητος, ὡς καὶ ὁ σημερινὸς διάδοχός του, ὁ Τήνιος τὴν καταγωγὴ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, κοιμήθηκε σὲ νοσοκομείου τοῦ Λονδίνου στὶς 19 Ἰανουαρίου τοῦ 1975. Εἵλκυε πάντας μὲ τὴν ὡραία του μορφή, τὸ ἀνεπιτήδευτο χαμόγελο, μὲ τὴν μεγάλη του καρδιὰ καὶ τὴν ἁγιασμένη του ψυχή, ἦταν μιὰ ψυχὴ ποὺ ποτιζόταν ἀπὸ τὴν βροχὴ τῶν δακρύων, μὲ τὴν βοήθεια τῆς ὁποίας φύτρωνε μέσα της καὶ ἀναπτυσόταν τὸ ἄνθος τῆς χαρᾶς. Ἴσχυε γι’ αὐτόν, ὅτι  τὸ χάρισμα τῶν δακρύων παράγει «χαροποιὸν πένθος» καὶ ἐπιτακτικὰ ζητοῦσε ἀπὸ τὸν γλυκύτατό μας Ἰησοῦ, ὅπως κάθε Χριστιανὸς «ἐν μετανοίᾳ», νὰ τοῦ δώσει τὸ χάρισμα τῶν δακρύων. Ἔτσι, ἔγραφε στὰ «Ξεσπάσματα τῆς καρδιᾶς μου»:

.             Ὅπως ἡ βροχὴ γονιμοποιεῖ τὰ σπέρματα τῶν καρπῶν στὴν γῆ,  ἔτσι καὶ τὸ δάκρυ τὰ σπέρματα τῶν ἀρετῶν στὴν ψυχή. Καὶ προσευχητικὰ πρακαλοῦσε: Κύριε, δός μου τὸ χάρισμα τῶν δακρύων, γιατὶ Σὺ μόνος ξέρεις πόση λάσπη κρύβω μέσα μου. Ναί, ἀκούω τὴν φωνή Σου νὰ μοῦ λέει: «Λούσου στὰ δάκρυά σου, γιὰ νὰ καθαριστεῖς». Ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου κάθε μέρα ἀπογοητεύομαι. Ἔρχου, Κύριε!

.                Ἔλεγε, ὅτι στὰ δάκρυα τῆς μετανοίας ἡ ψυχὴ ἀναβαπτίζεται. Ἡ μετάνοια εἶναι ὁ νιπτήρας μας καὶ τὰ δάκρυα τὸ εὐλογημένο νερὸ τοῦ ἀναβαπτισμοῦ. Τὸ δάκρυ, κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης ἰσοδυναμεῖ μὲ λουτρὸ παλιγγενεσίας καὶ ξαναφέρνει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἀπομακρυσμένη χάρη τοῦ Θεοῦ, αὐτὴν ποὺ ὁ ἴδιος μὲ τὴν συμπεριφορά του ἀπομάκρυνε.  «Καὶ δάκρυον στάξαν ἰσοδυναμεῖ  λουτρῷ παλλιγγενεσίας καὶ ἐπανάγει τὴν χάριν». Στὰ δάκρυα καταφεύγουν τόσοι καὶ τόσοι, γιὰ νὰ καθαρισθοῦν ἀπὸ τὸν ρύπο τῆς ἁμαρτίας. «Δακρύων ὄμβρους» «προσάγουν» στὸν αἴροντα τὰς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου, Χριστό μας. Καὶ τὰ δάκρυα τοῦ Ἐπισκόπου Νικολάου ὑπῆρξαν ἀείρρυτα.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Διαφήμιση

,

Σχολιάστε

ΤΑΛΑΙΠΩΡΟΣ ΕΓΩ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος
(Ῥωμ. ζ´ 24)

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                  Εἶμαι ταλαίπωρος ἄνθρωπος, γιατί, δυστυχῶς, προτιμῶ

*τὸ σκοτάδι, ἀπὸ τὸ φῶς,
*τὴ δυσωδία τῆς ἁμαρτίας ἀπὸ τὴν εὐωδία τῆς ἀναμαρτησίας,
*τὸ τραγούδι τοῦ θανάτου ἀπὸ τὸ τραγούδι τῆς ζωῆς,
*τὴ συμπόρευση μὲ τὸν πονηρὸ παρὰ μὲ τὸ Θεό,
*τὴν ἀπόκτηση ἀγαθῶν, αὐτῶν ποὺ γεμίζουν τὰ χέρια  ἀπὸ τὸ μοίρασμα τῶν ἀγαθῶν, αὐτῶν ποὺ γεμίζουν τὴν ψυχή,
*τὴν ἱκανοποίηση τοῦ ἐγὼ σὲ βάρος τῶν ἄλλων,
*τὴν ἡδονικὴ θέα τῶν προσκαίρων ἀπὸ τὴ θέα τοῦ ἀπείρου κάλλους τῶν ἀθεάτων, τῶν ἐπέκεινα.

.                  Εἶμαι ταλαίπωρος, γιατὶ ἐγκλωβίζομαι στὰ προσωπικά μου πάθη, στὶς προσωπικές μου ἀνάγκες καὶ ἐπιδιώξεις, στὸ προσωπικό μου συμφέρον, ποὺ μὲ ἀποξενώνει ἀπὸ τὸ περιβάλλον μου, ἀπὸ τὰ προβλήματα τοῦ γείτονα, ἀπὸ τὶς ὅποιες ἀνάγκες τοῦ πλησίον. Δὲν εἰρηνεύω καὶ δὲν νιώθω χαρά, ἀφοῦ λείπεις Ἐσύ, Χριστέ μου, ἀπὸ τὴν καρδιά μου, Ἐσὺ ποὺ δίνεις τὴ χαρὰ καὶ τὴν εἰρήνη. Δὲν εἶμαι ἄνθρωπος τῆς προσφορᾶς, δὲν ἔχω κενωτικὴ ἀγάπη στὶς χρεῖες τῶν γύρω μου. Κρατῶ κλειστὸ τὸ παράθυρο τῆς ψυχῆς μου καὶ δὲν τὸ ἀνοίγω, γιὰ νὰ μὴν ἰδῶ τοὺς πάσχοντες συνανθρώπους μου, νὰ μὴν ἀκούσω τὰ προβλήματά τους, νὰ μὴ σκύψω στὸν πόνο τους. Ἀκόμη καὶ στὰ προσωπικά μου προβλήματα, στὶς θλίψεις τὶς «εὑρούσαις με σφόδρα» (Ψαλμ. ΜϚ´ [46] 1) προτιμῶ νὰ παραμένω στὸ ἐγωϊστικό μου σκοτάδι καὶ νὰ προσπαθῶ νὰ τὸ διώξω μὲ τὰ χέρια μου.  Δὲν ἀνοίγω τὸ παράθυρό μου σὲ Ἐσένα, Χριστέ μου, ὅπως μᾶς παρότρυνε ὁ Ὅσιος Πορφύριος, γιὰ νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὸ σκοτάδι. Μιὰ τρυπίτσα ἂν ἄνοιγα καὶ ἔμπαινε μέσα μου ἔστω καὶ μιὰ ἀκτίνα Σου, τοῦ νοητοῦ Ἥλιου τῆς δικαιοσύνης, θὰ φωτιζόμουν καὶ θὰ ἄλλαζα ζωή. Οἱ ἀκτίνες τοῦ φωτός Σου  εἶναι ἡ ἀγκαλιά Σου.
.                  Ὁ τέλειος τρόπος γιὰ νὰ διώξω τὴν προσωπική μου ταλαιπωρία εἶναι νὰ μὴν πολεμῶ μόνος μου τὸ κακό, ἀλλὰ μὲ τὴ βοήθεια τῶν φωτεινῶν ἀκτίνων τῆς ἀγάπης Σου, Χριστέ μου.  Αὐτὴ ἔχει τὴ δύναμη νὰ μὲ μεταφέρει ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς, ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση στὴ χαρά, ἀπὸ τὴν κόλαση στὸν παράδεισο.
.                  Αὐτή, ὅταν ἀποκάμνω στὴ μαραθώνια πορεία τοῦ βίου μου καὶ συνεχίζω κάθιδρος, ἔρχεται μὲ τὸ σφουγάρι τῶν Θείων Οἰκτιρμῶν Σου νὰ μοῦ σκουπίσει τοὺς θρόμβους τοῦ ἱδρώτα, μὲ τὴ βροχὴ τοῦ Θείου Ἐλέους Σου νὰ μὲ δροσίσει καὶ μὲ τὸ λουτρὸ τῆς Θείας Χάριτός Σου νὰ μὲ ἀνακουφίσει καὶ νὰ μὲ ξεκουράσει.
.                  Αὐτή, ὅταν καίγομαι ἀπὸ τὸν καύσωνα τῶν λυπηρῶν καὶ τῶν θλίψεων μὲ ὁδηγεῖ σὰν ἐλάφι διψασμένο στὴν πηγὴ τῆς χαρᾶς, στὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, στὴν πηγὴ ποὺ ξεδιψᾶ κάθε διψασμένο, ἑκούσιο ἀπόδημο ἀπὸ τὴ Θεία Σου Ἐπιστασία μὲ τὰ νάματα τῆς γλυκειᾶς ἐπιστροφῆς στὴν πατρίδα, ἀφοῦ Ἐσὺ εἶσαι ὁ ἴδιος ὁ Θεός μου, ὁ ὁποῖος γιὰ ἄφατη ἀγαθότητα ἐπεδήμησες πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς Χάριτός Σου.      
.                  Αὐτή, ὅταν τὰ πάντα γύρω μου πωλοῦνται καὶ ἀγοράζονται, ἀπὸ ὑλικὰ ἀγαθὰ μέχρι συνειδήσεις, χωρὶς διάκριση στὴ μακραίωνη παράδοση μας, στὶς ἑλληνορθόδοξες ἀξίες μας καὶ στὶς αἰώνιες ἀλήθειες καὶ βλέπει, Παντέφορε, ὅτι μάταια κοπιάζω καὶ στὰ κούφια ἀγωνίζομαι « ὡς ἂν εἰς ἀέρα δέρων» (Α´ Κορ. θ´ 25 ), ἔρχεται μὲ παιδαγωγικὸ τρόπο, ἔστω καὶ ἔμπονο, νὰ μὲ ἐλέγξει ὡς παραβάτη καὶ νὰ μὲ θεραπεύσει ὡς ἀνίατο ἀσθενή.
.                  Ἡ ταλαιπωρία μου θὰ παύσει, τὸ πιστεύω, Χριστέ μου, ὅταν πάρω ἀπόφαση νὰ μείνω γιὰ πάντα κοντά Σου. Μαζί Σου μὲ περιμένει χαρά, εἰρήνη, ὑγεία, προκοπὴ καὶ κατάπαυση ἄγχους καὶ ἀγωνίας. Μακριά Σου ζῶ μέσα στὴ  θλίψη, στὴ μελαγχολία, στὸν ἐκνευρισμό, στὴ στενοχώρια, στὴν ἐνθύμηση τῶν κακῶν μου ἀναμνήσεων καὶ τραυμάτων καθὼς καὶ τῶν ἀγωνιωδῶν καταστάσεων τοῦ χθές. Ὅταν ἀποδέχομαι τὶς φωτεινὲς ἀκτίνες τῆς ἀγάπης Σου, ὅπου καὶ ἂν εἶμαι, στὸ σπίτι, στὸ γραφεῖο, στὸν ἐργασιακό μου χῶρο, σὲ ἐπισκέψεις σὲ σπίτια ἀρχοντικὰ ἢ σὲ καλύβια φτωχικά, σὲ σπηλιές, σὲ δάση, στὰ βάθη τῆς  θάλασσας, δὲν θέλω νὰ φύγω ἀπὸ ἐκεῖ, γιὰ νὰ μὴ χάσω τὸν πολύτιμο μαργαρίτη μου, Ἐσένα Χριστέ μου, καὶ ἡ ταλαιπωρία μου διαιωνισθεῖ. Σὲ ὅποιο σημεῖο τῆς γῆς καὶ ἂν ἀνοίξω τὸ παράθυρο τῆς σκοτεινιασμένης ψυχῆς μου στὶς θεϊκὲς ἀκτίνες τῆς ἀγάπης Σου καὶ νιώσω ὅτι εἰρηνεύω, τότε εἶμαι σίγουρος ὅτι μὲ ἔχει ἐπισκεφθεῖ ἡ Χάρη Σου καὶ δὲν θέλω νὰ μετακινηθῶ ἀπὸ ἐκεῖ γιὰ νὰ μὴν Σὲ χάσω. Μόνον ὅπου Ἐσύ,  Χριστέ μου, εἶσαι παρὼν δὲν αἰσθάνομαι ὅτι ἔχω ἀνάγκες καὶ ἡ ταλαιπωρία μου μεταποιεῖται σὲ εὐτυχία, ὅπως τὴν ἐννοεῖ ὁ κόσμος καὶ αἰώνια ἀγαλλίαση, ὅπως τὴν ἐννοοῦν οἱ πιστοὶ ἀδελφοί μας, τὰ παιδιά Σου.

 

Σχολιάστε

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ «ΤΗΛΕΚΑΤΕΥΘΥΝΟΜΕΝΟ ΑΕΡΟΣΚΑΦΟΣ», ὅσιος Γέροντας Εὐσέβιος Βίττης

Πνευματικὸ  drone,
ὅσιος Γέροντας Εὐσέβιος Βίττης
4 Νοεμβρίου 2009

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                      Ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ τεχνολογία ἐξελίσσονται καὶ μᾶς δίνουν ζωηρὰ παραδείγματα βελτιώσεως τῆς ζωῆς μας μέσα ἀπὸ τὴν ἀποκρυπτογραφούμενη σοφία τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν βοήθειά τους, πολλὴ κατανοητὴ στὶς ἡμέρες μας, μποροῦμε ἀναμφισβήτητα νὰ παρομοιάσουμε τὸν Ὅσιο Γέροντα Εὐσέβιο μὲ ἕναν δορυφόρο. Ἦταν ἕνας τηλεκατευθυνόμενος δορυφόρος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ ὁποῖος ἔπαιρνε ἐντολὲς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὶς μετέφερε στὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ, τὰ ἀναγκεμένα, τὰ ἐμπερίστατα, αὐτὰ ποὺ ἔστρεφαν τὸ βλέμμα σὲ Αὐτὸν καὶ ζητοῦσαν τὴν ἐνεργὴ καὶ ἄμεση συμπαράστασή Του στὰ προβλήματά τους. Προσδιορίζοντας περισσότερο τὸν Ὅσιο Γέροντα, θὰ λέγαμε ὅτι ἦταν ἕνα drone  ποὺ τὸ κατηύθυνε ἡ Θεία Χάρις στὶς καρδιὲς τῶν ὅπου γῆς ἀνθρώπων, αὐτῶν ποὺ ζητοῦσαν τὸ μέγα καὶ πλούσιον ἔλεος τοῦ Κυρίου μας. Αὐτοῦ καὶ μόνον Αὐτοῦ ποὺ εἶχε μέσα στὴν ψυχή του ὁ π. Εὐσέβιος καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Ὁποίου ἀφιέρωσε ὅλη τὴν ἐπίγεια ζωή του.
.                      Τὸ πνευματικὸ drone, ὁ π. Εὐσέβιος, κατευθυνόταν ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ ἔχοντας ἄμεση ἐπαφὴ μαζί Του μὲ τὴν  προσευχή, τὴν λειτουργική του διακονία, τὶς ἐλεημοσύνες του, τὸν κατηχητικό του λόγο, τὴν διδασκαλία του, τὴν ὁλοκληρωτική του ἀφιέρωση στὴν ἐν Χριστῷ «Καινὴν κτίσιν» (Β΄ Κορ. ε΄ 17). Ἦταν ὡς ἐκ τούτου ὡς θεοκίνητος χαριτωμένος καὶ πλημμύριζε ὅλους, ὅσοι τῶν προσέγγιζαν, μὲ χαρά, μὲ τὸν ἀφηγηματικό του τρόπο, μὲ τὸ δόσιμο ἀπὸ τὸ περίσσευμα τῆς καρδιᾶς του,  ἀφοῦ εἶναι γνωστὸ ὅτι «ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας λαλεῖ τὸ στόμα» (Λουκ. Στ΄ 45). Ὁ π. Εὐσέβιος ἀντλοῦσε ὕδωρ σωτηρίας ἀπὸ τὸν ὑδάτινο ὄγκο τοῦ ψυχικοῦ του περισσεύματος. Καὶ τὸ ἄντλημα του ἦταν πλούσιο, ὥστε νὰ ξεδιψάει καρδιές, αὐτὲς ποὺ διψοῦν γιὰ λόγο Θεοῦ καὶ ταυτόχρονα νὰ τὶς ποτίζει καὶ νὰ τὶς κάνει νὰ θάλλουν καὶ νὰ καρποφοροῦν.
.                      
Τὰ drones, δηλαδὴ τηλεκατευθυνόμενα ἀεροσκάφη, κατευθύνονται ἀπὸ ἀνθρώπινα χέρια καὶ πετοῦν, γιὰ νὰ φωτογραφίζουν αὐτὰ ποὺ θέλει ὁ ἰδιοκτήτης τους καὶ νὰ παρέχουν σχετικὲς πληροφορίες γιὰ αὐτὰ ποὺ βλέπουν, καὶ τὰ πιὸ σύγχρονα νὰ μεταφέρουν ἀντικείμενα, προϊόντα πρώτων βοηθειῶν, ἄμεσης ἀνάγκης στοὺς ἐμπεριστάτους. Χρησιμοποιοῦνται ἐπίσης γιὰ κατασκοπευτικὸ σκοπό, μεταφέροντας πληροφορίες γιὰ τὸ ἀντίπαλο στρατόπεδο.   Πνευματικὸ  drone  ὁ Γέροντας Εὐσέβιος κατευθυνόταν μόνον ἀπὸ τὰ ἄχραντα χέρια τοῦ Χριστοῦ μας καὶ ἐπέβλεπε ἐπὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ μόχθου, τῆς φτώχειας, τῆς ἁμαρτίας, ἐπ’ αὐτὰ  τὰ παιδιὰ τοῦ Χριστοῦ μας, γιὰ τὰ ὁποῖα Ἐκεῖνος ἦρθε στὸν κόσμο, γιὰ νὰ τὰ σώσει· ἦρθε τοῦ «ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός»  (Λουκ. ιθ΄ 10).
.                      
Πετοῦσε ὁ π. Εὐσέβιος μὲ τὴν κατευθυντήρια δύναμη τοῦ Χριστοῦ μας σὲ μέρη ποὺ ὑπῆρχαν ψυχὲς πρὸς σωτηρία.  Τὸν σήκωσε Αὐτὸς ἀπὸ τὴν Βλάστη τῆς Κοζάνης καὶ τὸν μετέφερε στὴν Ἀθήνα, στὴν Θεσσαλονίκη, στὸ Παρίσι, στὴν Σουηδία, στὸ Ἅγιο Ὄρος, στὸ Σιδηρόκαστρο τῆς Σιντικῆς, στὰ βουνὰ τοῦ Μπέλλες. Μοναδικὸ φορτίο τοῦ  drone Εὐσεβίου ἦταν τὸ Ἅγιο καὶ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Τὸ Εὐαγγέλιο τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης, τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ Ἀναστάντος Χριστοῦ μας, τοῦ κατευθυντῆρός του. Μὲ αὐτὸ ἔδρασε ἱεραποστολικά, ἀψηφώντας κινδύνους, φθόνους, μίση, κακουχίες, ξενιτεία, καιρικὲς συνθῆκες, ἀλλὰ καὶ φιλανθρωπικά, μεριμνώντας γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ κάθε ἀναξιοπαθοῦντος καὶ ἐμπεριστάτου, σωματικὲς  καὶ ψυχικές, καὶ γνωρίζοντας ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη σύγκειται ἀπὸ σῶμα καὶ ψυχή, χωρὶς νὰ παραθεωρεῖται οὔτε τὸ ἕνα οὔτε ἡ ἄλλη.

.                      Γιὰ τὴν ἱεραποστολική του δράση, ἰδίως στὴν Σουηδία, νὰ ἀναφέρουμε δύο περιστατικά. Κατὰ τὸ πρῶτο ὁ πατὴρ Εὐσέβιος τὰ Σαββατοκύριακα ταξίδευε μὲ τὸ τραῖνο ἀπὸ πόλη σὲ πόλη, συναντοῦσε μετανάστες παλιοὺς καὶ νέους στοὺς σιδηροδρομικοὺς σταθμούς, συγκέντρωνε σὲ σπίτια ἢ κατάλληλες αἴθουσες τοὺς Ὀρθοδόξους Ἕλληνες, τελοῦσε Ἀκολουθίες, Βαπτίσεις, Τρισάγια, Θεῖες Λειτουργίες. Ταυτόχρονα, ἐξομολογοῦσε, μετέφραζε, συμβούλευε, ἔκανε τὸν διερμηνέα καί, γενικά, συμπαραστεκόταν στὶς πολυποίκιλες ἀνάγκες τῶν Ἑλλήνων μεταναστῶν. Διαπιστώνοντας μάλιστα πόσο ὀξὺ ἦταν τὸ πρόβλημα τῆς γλώσσας, στοὺς μὲν ἐνήλικες μάθαινε σουηδικά, στὰ δὲ παιδιά τους ἑλληνικά, ὥστε νὰ μὴν ἀφελληνισθοῦν στὸ ξένο περιβάλλον.

.                      Κατὰ τὸ δεύτερο περιστατικὸ ἀναφέρουμε τὸ πῶς ὁ π. Εὐσέβιος ἔσωσε ἀπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ ἕνα δυστυχισμένο παιδί, τὸν μικρὸ Γιωργάκη. Αὐτοῦ ποὺ ὁ παππούς του τὸν εἶχε κλέψει ἀπὸ τοὺς γονεῖς σου σὲ ἡλικία δύο ἐτῶν καὶ τὸν εἶχε μεταφέρει σὲ Μοναστήρι στὸ Θιβέτ. Ὅταν ὁ μικρὸς μεγάλωσε καὶ ἦλθε σὲ ἐπαφὴ μὲ κόσμο, ἔμαθε ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τοὺς φυσικούς τους γονεῖς καὶ τοῦ δημιουργήθηκε ἡ περιέργεια νὰ γνωρίσει κι αὐτὸς τοὺς γονεῖς του, τοὺς ὁποίους δὲν εἶχε γνωρίσει ἕως τότε. Ἔμαθε πὼς οἱ γονεῖς του ζοῦσαν σὲ κάποια πόλη τῆς Σουηδίας καὶ ὁ πατέρας του ἦταν ἔμπορος ξυλείας. Μὲ τὴν σατανιστικὴ ἐπήρεια πῆρε φτερὰ καὶ ταξίδεψε μὲ ὑπερφυσικὸ τρόπο στὸν τόπο ποὺ ζοῦσαν οἱ γονεῖς του.
.                      Τὶς πρῶτες μέρες ποὺ αὐτοὶ τὸν φιλοξενοῦσαν, πέρασε ἀπὸ τὸ σπίτι ὁ π. Εὐσέβιος Βίττης, Ἕλληνας ἱεραπόστολος. Μόλις ὁ μικρὸς τὸν εἶδε νόμιζε ὅτι ἦταν κινέζος καὶ ἄρχισε νὰ τοῦ μιλάει κινέζικα. Τὸν χαιρέτησε κάνοντας μιὰ μικρὴ ὑπόκλιση, ὅπως ἀκριβῶς συνηθίζεται στὴν Κίνα. Ὁ ἱερέας παραξενεύθηκε μὲ τὴν συμπεριφορά του καὶ ρώτησε τὸν πατέρα του:
-Γιατὶ αὐτὸ τὸ παιδὶ συμπεριφέρεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο;
.                      
Ὁ πατέρας μετέφερε στὸν μικρὸ τὴν ἀπορία τοῦ ἐπισκέπτη καὶ τοῦ ἐξήγησε ὅτι ἦταν ὀρθόδοξος ἱερέας ἰδιότητα ἄγνωστη στὸν μικρό, ποὺ πίστευε μόνο στὴν παντοδυναμία τοῦ σατανᾶ.
.                      
Ὁ π. Εὐσέβιος ἄρχισε τότε μὲ τὴν σωτηριώδη ἀποστολική του δράση νὰ τοῦ ἐξηγεῖ τὰ τῆς πίστεως καὶ ὁ μικρὸς ἀκούγοντας γελοῦσε, γιατὶ πίστευε μόνο στὴν δύναμη τοῦ σατανᾶ, μὲ τὰ τόσα θαυμαστὰ γεγονότα ποὺ τοῦ εἶχαν συμβεῖ μέχρι τότε στὴν ζωή του. Ὅταν ὁ Γέροντας κάποια στιγμὴ ζήτησε ἕνα ποτήρι νερό, ὁ Γιωργάκης ἀπευθύνθηκε στὸν πονηρὸ καὶ ἀμέσως ἕνα ποτήρι πεντακάθαρο νερὸ βρέθηκε πάνω στὸ τραπέζι. Ὁ μικρὸς σατανιστὴς ἄρχισε τότε νὰ λέει στὸν Γέροντα:
-Βλέπεις, σοῦ ἀπέδειξα πὼς ὁ δικός μου θεὸς εἶναι δυνατὸς καὶ μπορεῖ νὰ κάνει θαυμαστὰ πράγματα. Θέλω νὰ κάνεις κι ἐσὺ κάτι, γιὰ νὰ μοῦ ἀποδείξεις ὅτι ὁ δικός σου Θεὸς εἶναι πιὸ δυνατὸς ἀπὸ τὸν δικό μου, κι  ἔτσι νὰ μὲ πείσεις.
-Ξέρεις, λέει ὁ π. Εὐσέβιος, ὁ δικός μου Θεὸς εἶναι ταπεινὸς καὶ δὲν κάνει ἐπιδείξεις.
.                      
Βγάζει τότε ἀπὸ τὴν τσέπη του ἕνα ξύλινο σταυρουδάκι καὶ τοῦ λέει:
-Κράτα αὐτὸ στὸ χέρι σου καὶ κάνε πάλι αὐτὸ ποὺ ἔκανες.
Ὁ Γιωργάκης γέλασε μόλις τὸ εἶδε καὶ εἶπε:
-Αὐτὸ τὸ ξυλαράκι θὰ σταματήσει τὴν δύναμη τοῦ σατανᾶ;
-Δοκίμασε, λέει ὁ Γέροντας μὲ αὐτοπεποίθηση.
.                      
Πράγματι, ὁ Γιωργάκης βαστώντας τὸ ξύλινο σταυρουδάκι εἶπε τὰ λόγια τῆς ἐπικλήσεως, ἀλλὰ ὁ σατανᾶς δὲν ἐμφανίσθηκε.
.                      
«Κάποιο λάθος θὰ ἔκανα», σκέφθηκε, γι’ αὐτὸ δὲν ἐμφανίσθηκε. Τὰ λέει δεύτερη φορὰ τὰ λόγια, μὲ περισσότερη προσοχή, γιατὶ πίστεψε ὅτι εἶχε κάνει λάθος, ἀλλὰ καὶ πάλι δὲν εἶχε ἀποτέλεσμα.
.                      Τὴν τρίτη φορὰ εἶπε τὰ λόγια ἀργὰ καὶ καθαρά, μὲ περισσότερη προσοχὴ καὶ λίγο νευριασμένα. Ἐμφανίσθηκε τότε μπροστά του ὁ διάβολος ποὺ τὸν ὑπηρετοῦσε, τρέμοντας.
-Τὶ ἔπαθες, τοῦ λέει, γιατὶ δὲν ἔρχεσαι τόση ὥρα ποὺ σὲ καλῶ;
-Πέταξε ἀμέσως αὐτὸ ποὺ κρατᾶς στὸ χέρι σου. Τοῦ λέει οὐρλιάζοντας δυνατά.
.                      Ζήτησε τότε ὁ μικρός, ὅπως εἶναι φυσικό, κάποιες ἐξηγήσεις ἀπὸ τὸν σατανᾶ, γιατὶ μέχρι ἐκείνη τὴν στιγμὴ δὲν εἶχε βρεθεῖ ἄλλη δύναμη μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν δική του.
Μετὰ λέει, λοιπόν, στὸν π. Εὐσέβιο:
-Θέλω νὰ μοῦ μιλήσεις γιὰ τὸν δικό σου τὸν Θεό, τὸν ἀληθινὸ ὅπως λές.
.                      Ὅλο χαρὰ ἐκεῖνος ἄρχισε περιληπτικά, ἀλλὰ ἐμπεριστατωμένα, νὰ τοῦ διηγεῖται ἐπιγραμματικὰ τὴν ἱστορία τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔκτοτε τὸν ἐπισκεπτόταν τακτικά. Ὁ Γιωργάκης πίστεψε καὶ σώθηκε. Ἀργότερα ἦρθε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἀφιερώθηκε στὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό μας. Ἡ ἱεραποστολὴ τοῦ πατρὸς Εὐσεβίου καὶ σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση εἶχε αἴσιο ἀποτέλεσμα.

.                      Γιὰ τὴν φιλανθρωπικὴ δράση τοῦ Γέροντος Εὐσεβίου πάλι θὰ ἀναφέρουμε δύο παραδείγματα, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὄχι μόνο ἐφάρμοζε τὸ «λάθε βιώσας», ἀλλὰ καὶ τὸ «λάθε εὐεργετήσας», κατὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου μας «Μὴ γνώτω  ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. ϛ΄ 3).  Οἱ ἐλεημοσύνες του γίνονταν μὲ πολὺ διακριτικὸ τρόπο. Ἔπαιρνε πληροφορίες γιὰ αὐτοὺς ποὺ εἶχαν ἀνάγκες καὶ προσπαθοῦσε τὶς ἀνάγκες αὐτὲς νὰ τὶς θεραπεύσει ὅσο γινόταν καλύτερα καὶ χωρὶς τυμπανοκρουσίες. Ἀκόμη καὶ σὲ βενζινάδικα ἔπαιρνε τηλέφωνο καὶ ἔδινε ἐντολὴ νὰ πᾶνε πετρέλαιο θερμάνσεως σὲ σπίτια ποὺ δὲν εἶχαν τὴν παραμικρὴ θέρμαση, χωρὶς νὰ φαίνεται ὁ δωρητής.
.                      
Τὸ πρῶτο παράδειγμα σχετίζεται μὲ μιὰ Ἑλληνοκυπρία βασανισμένη, διαζευγμένη μὲ ἕνα παιδί, ποὺ  βρέθηκε στὴν Σουηδία. Αὐτὴ ἀλληλογραφοῦσε μὲ κάποιο συμπατριώτη της πού, ὅμως, δὲν τὸν γνώριζε προσωπικά. Τὴν ἔφερε, ὅμως, στὴν χώρα αὐτὴ τοῦ βορρᾶ ὑποσχόμενος ὅτι θὰ τὴν παντρευθεῖ. Ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ ἡ κοπέλλα καὶ συναντήθηκε μαζί του διαπίστωσε, ὅτι ἐκεῖνος εἶχε τὴν διπλάσια ἀπὸ αὐτὴν ἡλικία καὶ ὅτι οἱ προθέσεις του γι’ αὐτὴν δὲν ἦσαν ἁγνές. Ἤθελε νὰ ἀνοίξει οἶκο ἀνοχῆς, γιὰ νὰ κερδίσει χρήματα, καὶ δὲν τὸν ἔμελλε οὔτε ὁ γάμος οὔτε ἡ ἀπώλεια τῶν ψυχῶν τῶν ἁμαρτανόντων. Τὴν καλοδέχθηκε καὶ μὲ ὄμορφο, ἀλλὰ δόλιο τρόπο ποὺ ἔκρυβε δηλητήριο, τὴν παρώτρυνε πρὸς τὴν ἁμαρτία.
.                      
Ξένη καὶ ἔρημη ἡ ταλαίπωρη ψυχὴ δὲν εὕρισκε κάπου νὰ ἀκουμπήσει. Ἔνοιωθε ἀδύναμη καὶ μόνη στὸν παγωμένο βορρᾶ. Ἔσφιγγε στὴν ἀγκαλιά της τὸ μικρὸ βλαστάρι της, τὴν μόνη ἐπὶ γῆς παρηγοριά της καί, εὐτυχῶς, ἔστρεφε τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ ζητώντας τὴν ἐξ ὕψους βοήθεια.
.                      
Στὴν ἀπελπισία της κατέφυγε στὸν ἱερέα τῆς ἑλληνικῆς παροικίας. Αὐτὸς τὴν κατεύθυνε στὸν Γέροντα Εὐσέβιο πού, ὅμως, βρισκόταν, τριακόσια χιλιόμετρα μακριά. Τοῦ ἔγραψε μία ἐπιστολὴ διεκτραγωδώντας τὴν κατάστασή της.  Καὶ αὐτὸς δὲν ἔμεινε ἀδρανής. Μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ ἔστειλε χρήματα, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἡ γυναίκα ἀπὸ τὸν μαστροπὸ καὶ διεφθαρμένο ἐκεῖνον ἄνθρωπο, καὶ σὲ λίγες ἡμέρες κατέβηκε στὴ Στοκχόλμη, γιὰ νὰ τὴν συναντήσει. Πολλὰ ἀπὸ τὰ ἐκεῖ πνευματικά του παιδιὰ ὁ Γέροντας ἐπιστράτευσε γιὰ τὴν ἐξεύρεση τῶν ἀναγκαίων καὶ τὴν ἄμεση ἀρωγή της. Τὴν ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὸν ἐπίβουλο ἄνθρωπο τῆς ψυχῆς της, τὴν σπούδασε καὶ τὴν ὁδήγησε σὲ ἔντιμο γάμο καὶ δημιουργία μιᾶς εὐλογημένης οἰκογένειας. Πῶς αὐτὴ νὰ μὴν ἦταν εὐγνώμων στὸν σωτήρα της, τὸν Γέροντα ποὺ μεριμνοῦσε γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα;
.                      Τὸ δεύτερο περιστατικὸ ἀφορᾶ μιὰ ἐμπερίστατη νέα, τὴν Β. ποὺ ἀναπαυόταν πνευματικὰ στὸν Γέροντα καὶ δεχόταν τὸ προϊὸν ὄχι μόνο τῶν προσευχῶν του, ἀλλὰ καὶ  τῆς ὑλικῆς του στηρίξεως. Ὁ Γέροντας γνώριζε τὸ δυφυὲς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ δὲν ἔμενε σὲ εὐχολόγια. Δὲν ἔλεγε:
-Ὕπαγε καὶ ἐγὼ θὰ προσεύχομαι γιὰ σένα.
.                      Τί νὰ τὴν κάνει κανεὶς μόνο τὴν εὐχή, ὅταν τὸ στομάχι διαμαρτύρεται; Ὁ Γέροντας ὄχι μόνο πονοῦσε γιὰ τοὺς ἐνδεεῖς, τοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας, ἀλλὰ μεριμνοῦσε καὶ γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν ὑλικῶν τους ἀναγκῶν. Ἦταν πραγματικὸς πατέρας.

.                      Τὴν Β. πολλὲς φορὲς τὴν εἶχε εὐεργετήσει καὶ αὐτὴ ἔνοιωθε τὸν Γέροντα ὄχι μόνο πνευματικὸ πατέρα, ἀλλὰ καὶ τροφέα καὶ ἀνακουφιστὴ καὶ ἀρωγὸ στὶς καθημερινὲς ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς.
.                      Ἦλθε ἡ εὐλογημένη στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς κάλεσε τὸν Γέροντα Εὐσέβιο γιὰ νὰ τὸν κάνει οὐρανοπολίτη, νὰ τοῦ χαρίσει τὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα. Μετὰ τὴν ὁσιακή του κοίμηση ἡ κ. Β. βρέθηκε σὲ δεινὴ θέση. Ποιός τώρα θὰ τῆς κάλυπτε τὰ ἔξοδα; Ποιός θὰ τὴν βοηθοῦσε;
.                      Ἀπελπισμένη σήκωσε τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ καὶ ψέλλισε:
-Πατερούλη τοῦ οὐρανοῦ, τί θὰ ἀπογίνω τώρα;
.                      Ἡ ἔκπληξη ἦλθε ἀπὸ τὸν οὐρανό. Τὸ ἑπόμενο πρωῒ βρίσκει κάτω ἀπὸ τὴν ἐξώπορτα τοῦ σπιτιοῦ της ἕναν φάκελλο. Εἶχε ὄνομα: «π. Εὐσέβιος». Τὸ ἄνοιξε βιαστικὰ καὶ ἔμεινε ἄφωνη. Ὁ «Πατερούλης τοῦ οὐρανοῦ» εἶχε μεριμνήσει γιὰ τὶς ἀνάγκες της. Θαυμαστό; Ναί. Γράμμα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μὲ χρηματικὸ ποσὸν ἱκανὸ νὰ τῆς λύσει τὰ τρέχοντα οἰκονομικὰ προβλήματα καὶ ὄχι μόνον.
.                      
Ὁ Γέροντας Εὐσέβιος ἦταν ἕνας ὑψιπέτης ἀετὸς τοῦ πνεύματος, ποὺ πετοῦσε σὲ ἀπάτητες κορυφές,  ζοῦσε τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία καὶ αὐτὴν κήρυττε μὲ λόγια καὶ μὲ ἔργα. Μήπως καὶ ὁ σκοπὸς τῶν drones  δὲν εἶναι νὰ βρίσκονται στὰ ὕψη;  Ἔλεγε ὅτι ὁ  φανατισμὸς καὶ ἡ ἐμπάθεια εἶναι δύο φοβερὰ ἀνασταλτικὰ τῆς ἐλευθερίας τόσο τῶν ἴδιων τῶν φορέων τους, ὅσο καὶ τῶν ἄλλων. Εἶναι δυνατὸν ἐμπαθεῖς καὶ φανατικοὶ νὰ θεωροῦνται ἐλεύθεροι ἄνθρωποι; Καὶ εἶναι δυνατὸν αὐτοί, ὅταν ἔχουν ὅλη τὴν ἐξωτερικὴ ἄνεση, νὰ μὴν ἐκτρέψουν τὴν ἐλευθερία σὲ ἀσυδοσία ἢ καὶ τυραννία; Καί, ὅμως, αὐτοὶ φωνάζουν γιὰ ἐλευθερία, δημοκρατία, ἀνθρώπινα δικαιώματα, καὶ ὅ,τι ἄλλο μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει δημαγωγικὸ σύνθημα, γιὰ νὰ ἐπιδιωχθοῦν ἄλλοι σκοποί. Καταλυτικοὶ τῆς ἐλευθερίας στὴν πραγματικότητα. Καταλυτικοὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἄλλων…
.                      
Δὲν ὑπάρχουν μεγαλύτεροι δυνάστες ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ μὲ φανατισμὸ κόπτονται ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας. Ποιᾶς δημοκρατίας, ὅμως, τῶν ὀλίγων ἢ τῶν πολλῶν; Τῶν καταδυναστευομένων, αὐτῶν ποὺ πασχίζουν νὰ ἀναπνεύσουν ἀέρα λευτεριᾶς, ἰσονομίας, ἰσοπολιτείας καὶ ἀμβλύνσεως τῶν κοινωνικῶν τάξεων, ἢ αὐτῶν ποὺ ζοῦν σὰν ἀγάδες καί, ἀλλοίμονον, ἂν ἡ ἐλευθερία τῶν ἄλλων περιορίσει τὴν δική τους; Αὐτῶν ποὺ οὔτε κἂν σκέπτονται νὰ μοιρασθοῦν τοὺς βαθμοὺς ἐλευθερίας ποὺ ἔχουν,- ἀλήθεια ἀπὸ ποὺ τοὺς πῆραν,-μὲ ἄλλους ποὺ τοὺς στεροῦνται ὁλοσχερῶς. Ὁ Γέροντας αὐτὲς τὶς κοινωνικὲς ἀνισότητες τὶς καυτηρίαζε, γιατὶ πόρρω ἀπέχουν ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ ἐλευθερία, ἀπὸ τὴν ἐλευθερία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ οἱ χειρότεροι εἶναι οἱ κράχτες τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δημοκρατίας. Ἄνθρωποι δοῦλοι τῶν παθῶν τους χωρὶς πνευματικὴ ὡριμότητα. Αὔξηση τῆς πνευματικῆς ὡριμότητας τοῦ ἀνθρώπου σημαίνει σπάσιμο τῶν δεσμῶν τῆς δουλείας καὶ ἄνοιγμα τῶν πτερύγων τῆς καρδιᾶς τους γιὰ πέταγμα στὸν οὐρανὸ τῆς ἐλευθερίας. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας ἔρριχνε τὸ σύνθημα, αὐτὸ ποὺ εἶχε κάνει λάβαρο ὁ ἀγωνιστὴς ἱεράρχης Φλωρίνης, ὁ νῦν οὐρανοπολίτης πατὴρ Αὐγουστῖνος Καντιώτης, «Ζητοῦμε ἐλευθέρα καὶ ζῶσα Ἐκκλησία».
.                      Ὅσο ἀφορᾶ τὸ ταπεινὸ φρόνημα καὶ τὴν αὐτομεμψία τοῦ Γέροντος Εὐσεβίου θὰ ἀναφέρουμε τὸ ἑξῆς χαριτωμένο περιστατικό:
.                      Σὲ μία ὁμιλία του στὸ Σιδηρόκαστρο ἀναφερόμενος σὲ τρίτο πρόσωπο, ἀλλὰ φωτογραφίζοντας τὸν ἑαυτό του ἔλεγε:
– Ἐντυπωσιαζόμαστε σήμερα, ὅπως καὶ παλαιότερα, ὅταν βλέπουμε κάποιον νὰ ὁμιλεῖ  ξένες γλῶσσες. Καὶ ἂν ξέρει καὶ μία καὶ δύο καὶ τρεῖς καὶ τέσσερεις ἢ καὶ πέντε γλῶσσες, τότε ἐντυπωσιαζόμαστε ἀκόμη πιό πολύ!
.                      
Ρωτήθηκε τότε ἀπὸ κάποιον ἀκροατή, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀκούσει ὅτι ὁ Γέροντας ὁμιλοῦσε ἄπταιστα Γαλλικά, Ἀγγλικά, Γερμανικά, Σουηδικά, Λατινικὰ καὶ ἀρκετὰ καλὰ Ἰταλικά, γιὰ ἐπιβεβαίωση τῶν ὅσων εἶχε ἀκούσει:
-Ἐσεῖς πόσες γλῶσσες ξέρετε;
.                      Καὶ ὁ μακάριος Γέροντας  βυθίζοντας τὸ μεγάλο του χάρισμα μέσα στὸν ὠκεανὸ τῆς ταπεινώσεώς του ἀπήντησε:
-Δυστυχῶς, ξέρω περισσότερες ἀπὸ μιὰ καὶ ἑπομένως σὲ κάθε μία ἀπὸ αὐτὲς ἐπαναλαμβάνω τὶς ἴδιες ἀνοησίες. Θὰ τὶς ἒλεγα μόνο στὰ ἁπλὰ Ἑλληνικά, ἂν ὁμιλοῦσα μόνο Ἑλληνικά.
.                      Καὶ συνέχισε τὴν ὑποτίμηση τοῦ χαρίσματός του μέχρις ἐξοντώσεώς του μὲ ἐκεῖνο τὸ ἀφοπλιστικὸ χαμόγελό του λέγοντας:
-Ἡ γλωσσομάθεια δὲν αὐξάνει τὴν ἐξυπνάδα καὶ τὴν ἱκανότητα κριτικῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος παραμένει αὐτὸς ποὺ εἶναι. Καὶ ξαναλέω, ὅτι ὅποιος ξέρει μόνο ἑλληνικὰ ἐπαναλαμβάνει μία φορὰ τὴν ἀνοησία του.
.                      
Στὸν π. Εὐσέβιο σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας: «Ὁ ποιήσας καὶ διδάξας οὗτος μέγας κληθήσεται»  (Ματθ. ε΄ 19), θὰ μποροῦσε νὰ τοῦ ἀποδοθεῖ ὁ τίτλος τοῦ Μεγάλου, γιατὶ δὲν ἔμενε στὰ λόγια, ἀλλὰ  εὕρισκε πάντοτε «τὴν πρᾶξιν εἰς θεωρίας ἐπίβασιν». Κάποτε μοῦ ζήτησε νὰ συνθέσω μιὰν ἀκολουθία γιὰ τὸν ὅσιο Εὐσέβιο τὸν Αἴθριο. Τὸν ρώτησα γιατὶ τὴν ἤθελε καὶ μοῦ ἀπάντησε ὅτι αὐτὸν τὸν Ἅγιο ἐπέλεξε νὰ τιμᾶ καὶ νὰ τὸν ἑορτάζει. Στὴν ἐρώτησή μου πάλι γιατὶ ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μὲ τὸ ὄνομα Εὐσέβιος ἐπέλεξε νὰ τιμᾶ αὐτὸν μοῦ εἶπε χαμηλώνοντας τὸ βλέμμα.
-Γιατὶ ἦταν ἀκτήμων καὶ δὲν εἶχε, ὅπως ὁ Κύριός μας «ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Λουκ. θ΄ 58)! Δὲν εἶχε κελλὶ στεγασμένο, γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται «αἴθριος». Εἶχε στέγη τὸν οὐρανὸ καὶ ἡ οὐράνια στέγη δίνει τὴν πιὸ σίγουρη προστασία ἀπὸ ὅλες τὶς καιρικὲς συνθῆκες. Αὐτὴ στὰ κρύα τοῦ χειμῶνος μᾶς θερμαίνει περισσότερο ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινο θερμαντῆρα καὶ στοὺς καύσωνες τοῦ θέρους μᾶς ψύχει μὲ μιὰ οὐράνια δρόσο. Καὶ ἐγώ, ὁ κεχριαῖος προσπαθῶ τιμώντας τον νὰ τὸν μιμηθῶ, ἀνεπιτυχῶς βέβαια, – νὰ ἡ ἔμφυτη αὐτομεμψία του καὶ ἡ ἄκρα του ταπείνωση- καὶ περιφέρω τὸ σαρκίο μου στὰ ἄλση καὶ τὰ βουνά, παρακαλώντας τον νὰ μὲ ἀξιώσει στὸ ἐλάχιστο νὰ τὸν μιμηθῶ.
.                      
Καὶ νὰ σκεφθοῦμε ὅτι τὰ δασύσκια βουνὰ τοῦ Μπέλλες μὲ τὶς βροχές, τὶς παγωνίες, τὰ χιόνια, ὁ Γέροντας Εὐσέβιος τὰ ἅγιασε περπατώντας καὶ εὐχόμενος ἀδιάκοπα.
.                      
Τί ἀπ’ ὅλα μποροῦσε κανεὶς νὰ πρωτοθαυμάσει στὸν Γέροντα; Τὸ βάθος τῆς γνώσεως; Τὰ χαρίσματά του; Τὸ  ταπεινό του φρόνημα; Τὴν ἑτοιμολογία του; Τὸν ἀνάλαφρο λόγο του; Τὴν προσήνειά του; Τὴν ἀγἀπη του χωρὶς ὅρια, ἀφοῦ σύνθημά του εἶχε τὴν φράση: «Ζῶ γιὰ ν’ ἀγαπῶ καὶ νιώθω ζωντανὸς ἐπειδὴ ἀγαπῶ. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ζωὴ τῆς καρδιᾶς μου»; Ἦταν ὅλος ἕνα διαυγέστατο δοχεῖο τῆς Χάριτος, ἦταν ὅλος ἁγιασμένος. Ἦταν μιὰ μορφή, ποὺ ὅπως εἶχε γράψει στὰ φοιτητικά τους χρόνια ὁ συνομήλικός του μετέπειτα Ἅγιος Μητροπολίτης Χαλκίδος, Νικόλαος Σελέντης: Εἶναι  μιὰ μεγάλη αὐτὴ ψυχή, ψυχὴ ποὺ γεννήθηκε γιὰ νὰ ἁγιάσει!.

,

Σχολιάστε

«ΜΕ ΜΙΑ ΜΠΟΥΚΙΑ ΨΩΜΙ ΔΕΝ ΧΟΡΤΑΙΝΕΙΣ»

Μὲ μιὰ μπουκιὰ ψωμὶ δὲν χορταίνεις.

Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος τῆς Βίτσας
( Ὁ Ἅγιος τῶν ἀνέργων)

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                              Ὁ ὅσιος Ἰάκωβος τῆς Βίτσης τοῦ Ζαγορίου, ὁ ἅγιος προστάτης τῶν ἀνέργων, δὲν εἶχε μεριμνήσει ποτὲ γιὰ ἀποθεματικὰ τροφίμων. Βίωνε τὸ «Πάτερ ἡμῶν»! Ζητοῦσε μόνιμα «τὸν ἄρτον τὸν ἐπιούσιον» (Ματθ. ϛ΄ 11) καὶ ἐφάρμοζε ἔμπρακτα τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας: «Μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε» (Ματθ. ϛ΄ 19). Ὁ χορτασμός του ἦταν πάντα μὲ πνευματικὴ τροφή.
.                  Στὶς ἱεραποστολικὲς περιοδεῖες του ὁ Γέροντας Ἰάκωβος  στὰ Ζαγοροχώρια δὲν εἶχε ἀξιώσεις φιλοξενίας ὕπνου καὶ τροφῆς. Χόρταινε μὲ τὸν ἄρτο τῆς πίστεως, ποὺ τὸν μοίραζε πλουσιοπάροχα· χόρταινε μὲ τὸν χορτασμὸ τῶν ἄλλων. Καὶ δὲν ἦταν μόνος του. Συνοδευόταν πάντοτε ἀπὸ τὴν γερόντισσα ἀδελφή του, τὴν τυφλή, ποὺ προσπαθοῦσε νὰ τὸν περιποιεῖται βλέποντας ὄχι μὲ τὸ φῶς τῶν κλειστῶν χοϊκῶν ὀφθαλμῶν της, ἀλλὰ μὲ τὸ φῶς τῆς κενωτικῆς της ἀδελφικῆς προσφορᾶς, τῆς προσφορᾶς τῆς ἀγάπης. Ἡ τυφλὴ Γερόντισσα, ἡ παρθενόκλητη Δέσποινα μοναχή, ὅταν ὁ Γέροντας Ἰάκωβος δίδασκε ἢ ἐξομολογοῦσε, ζητιάνευε καὶ τὸ ἀλεύρι ποὺ τῆς ἔδιναν οἱ πτωχοὶ Χριστιανοί, πότε σταρένιο, πότε κριθαρένιο, πότε καλαμποκίσιο, πότε σικάλεως, τὸ ἀνακάτευε καὶ ἔψηνε τὸ ζυμάρι στὴν στάχτη. Αὐτὸ ἦταν τὸ ψωμὶ ποὺ ἔδινε στὸν Γέροντα, ὁ ὁποῖος ποτὲ δὲν διαμαρτυρήθηκε, ἀφοῦ ἡ τυφλὴ ἀδελφή του ὅ,τι μποροῦσε ἔκανε. Ἄλλωστε τὸ αἰσθητήριο τῆς γεύσεως τοῦ Γέροντος ἦταν πολὺ ἁπλό. Ἔτρωγε γιὰ νὰ ζήσει καὶ δὲν ζοῦσε γιὰ νὰ τρώει. Τὸ ἀνακατεμένο μὲ στάχτη ψωμί, μισοψημένο ἢ μισοφουσκωμένο, γιὰ τὸν Γέροντα ἦταν τὸ καλύτερο γλύκισμα. Τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ποὺ πρόφερε μὲ τὸ στόμα του νοστίμιζε καὶ τὸ πιὸ ἄνοστο παρασκεύασμα τῆς ἀδελφῆς του. Πικρὸ τὸ ψωμί, ἀλλὰ γλυκὺς ὁ Παράδεισος ἔλεγε, τροποποιώντας τὰ λόγια τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων ποὺ ἔλεγαν, ὅταν τοὺς ἔρριξαν στὰ παγωμένα νερὰ τῆς λίμνης τῆς Σεβαστείας: «Δριμὺς ὁ χειμών, ἀλλὰ γλυκὺς ὁ Παράδεισος».
.                        Ὅταν πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ὁ ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος βρισκόταν στὸ νοσοκομεῖο τῶν Ἰωαννίνων, τὸν ἐπισκέφθηκε μιὰ λόγια καὶ εὐσεβὴς ψυχή, ἡ ὁποία ποθοῦσε νὰ γίνει καὶ νύμφη Χριστοῦ ἀκολουθώντας τὴν μοναχικὴ πολιτεία. Ὁ Γέροντας κατὰ τὴν πάντοτε ψυχωφελῆ συζήτηση τὴν ρώτησε:
-Προσεύχεσαι καθημερινά, κόρη, στὸν γλυκύτατό μας Ἰησοῦ;
-Προσεύχομαι, Γέροντα, τοῦ ἀπάντησε μὲ κατεβασμένο ἀπὸ συστολὴ κεφάλι.
-Τὴν εὐχὴ τὴν λές; Συνέχισε.
-Τὴν λέω Γέροντα!
-Πόσες φορὲς τὴν λές;
 -Τὴν λέω, Γέροντα, ἐπανέλαβε ἀμήχανα.
-Ἄκου, κόρη μου, τῆς εἶπε. Τὴν λὲς μιὰ ἢ πολλὲς φορές; Γιατὶ μὲ μὲ μιὰ μπουκιὰ ψωμὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν χορταίνει καὶ ἡ εὐχὴ εἶναι ὁ ἄρτος τῆς ψυχῆς. Ὅσο περισσότερες φορὲς τὴν λές, τόσο ἡ γλυκύτητα μένει μόνιμα στὸ στόμα σου καὶ τόσο πιὸ πολὺ αἰσθάνεσαι τὸν τροφοδότη Χριστὸ νὰ σὲ γεμίζει μὲ τὴν χάρη Του.
.                         Καὶ μόνο αὐτὴ ἡ στιχομυθία δείχνει τὴν συνεχῆ τροφοδοσία τοῦ Γέροντος ἀπὸ τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς, τὸν ἄρτο «ζωῆς τῆς αἰωνιζούσης», τὸν ἄρτο ποὺ δὲν ξεραίνεται οὔτε μουχλιάζει, τὴν μονολόγιστη εὐχή «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». 

, , ,

Σχολιάστε

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΥΠΕΡ ΘΑΝΑΤΟΠΟΙΝΙΤΟΥ

Προσευχή γιά θανατοποινίτη

 τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.                  Πρίν λίγα χρόνια ἄρχισα ἀλληλογραφία μέ ἕναν θανατοποινίτη στήν Ἀμερική, τόν Ἀντώνιο, πού κατηγορήθηκε γιά ἕνα βαρύτατο παράπτωμα, τό ὁποῖο αὐτός ἀρνεῖται ὅτι ἔπραξε, καί φαίνεται ὅτι ἔχει δίκιο, καί καταδικάστηκε ἀπό τά Δικαστήρια τῆς Ἀμερικῆς σέ θάνατο. Ὁ ἴδιος ἔκανε διάφορες προσφυγές στήν Ἀμερικανική Δικαιοσύνη καί παρέμενε σέ φυλακή ὑψίστης ἀσφαλείας γιά πολλά χρόνια μέχρι νά τελεσιδικήση ἀμετάκλητα ἡ συγκεκριμένη ἀπόφαση.
.                  Ἀφορμή τῆς ἀλληλογραφίας μας ἦταν ἡ μελέτη τοῦ βιβλίου μου Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία καί ἄλλων συναφῶν βιβλίων, πού ἐκδόθηκαν στήν ἀγγλική γλώσσα καί τόν ἐντυπωσίασαν.
.                  Μοῦ ἔστειλε τό πρῶτο γράμμα, τοῦ ἀπάντησα καί ἀκολούθησαν καί ἄλλα γράμματά του καί ἀπαντήσεις μου, τά ὁποῖα τώρα πού τά συγκέντρωσα ἐκτείνονται σέ περίπου 100 σελίδες δακτυλογραφημένες μεγάλου μεγέθους.
.                  Ἐπειδή ἀνέμενε τήν τελική ἀπόφαση γιά νά ὁρισθῆ ἡ ἡμέρα τῆς ἐκτελέσεώς του τόν ἀπασχολοῦσαν διάφορα πνευματικά ζητήματα.
.                  Βαπτίσθηκε στήν φυλακή ὀρθόδοξα, ζοῦσε μέ μετάνοια, προ­σευχή, ἔκανε ἀγρυπνίες καί κομποσχοίνι, ἀλλά κυρίως τόν ἐνδιέφερε τό πῶς θά ἀποκτήση νοερά-καρδιακή προσευχή, ὥστε ὅταν ἐκτελεσθῆ νά περάση ἀπό τά «τελώνια», ὅπως μοῦ ἔγραφε, καί νά συναντήση τόν Χριστό στόν Παράδεισο.
.                  Μέ τίς ἀπαντήσεις πού τοῦ ἔστειλα προσπαθοῦσα νά τόν καθοδηγήσω στήν πνευματική ζωή στήν δύσκολη αὐτή περίοδο, νά τόν ἐνδυναμώσω γιά νά ἀντιμετωπίση μέ γενναιότητα τόν θάνατο. Ἦταν γιά μένα μιά ἔκπληξη καί κάτι τό συγκλονιστικό νά ἀλληλογραφῶ μέ ἕναν θανατοποινίτη καί νά τόν προετοιμάζω γιά τόν θάνατο!! Δέν μοῦ εἶχε συμβῆ ποτέ ἄλλοτε στήν ζωή μου ἕνα τέτοιο γεγονός, ἐνῶ ἀσκῶ τήν διακονία τῆς πνευματικῆς πατρότητας 50 χρόνια, τό νά προετοιμάζω μέ τήν ἁρμόζουσα εὐαισθησία κάποιον γιά τήν ἐκτέλεσή του, σέ τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Ὅπως εἶναι γνωστό στήν Ἑλλάδα ἔχει καταργηθῆ ἡ θανατική ποινή, γι᾽ αὐτό δέν ἔχουμε τέτοιες ἐμπειρίες. Κάποτε θά δημοσιευθῆ αὐτή ἡ ἀλληλογραφία καί θά δῆ κανείς τόν τρόπο πού σκεφτόταν αὐτός ὁ εὐλογημένος ἄνθρωπος καί πῶς δεχόταν τήν καθοδήγησή μου.
.                  Πρίν λίγες ἡμέρες μοῦ ἔστειλε ἐπιστολή καί μέ ἐνημέρωνε ὅτι τελικά ὁρίσθηκε ἡ ἐκτέλεσή του νά γίνη στίς ἀρχές Ἰουνίου, δηλαδή ἔπειτα ἀπό λίγες ἡμέρες. Μοῦ ἔγραφε ὅτι τώρα τά μέτρα ἀσφαλείας εἶναι πιό δυνατά.
.                  Στό γράμμα του ἔχει τρία αἰτήματα. Μέ τό ἕνα μέ παρακαλεῖ νά προσευχηθῶ νά γίνη κάτι καί νά μή πιῆ «τό ποτήριο τῆς ἐκτέλεσης».
.                  Τό δεύτερο αἴτημα εἶναι: «Ἄν ὁ Θεός, στήν ἄπειρη ἀγάπη καί σοφία Του, ξέρη ὅτι εἶναι τό καλύτερο γιά μένα νά ἐκτελεσθῶ γιά νά περάσω ἀπό τά τελώνια καί νά μπῶ στόν Παράδεισο, Σᾶς παρακαλῶ νά προσευχηθῆτε νά ἔχω δύναμη γιά νά ἀντέξω μέχρι τό τέλος, γιά νά εἶμαι γενναῖος καί νά ἔχω ἐμπιστοσύνη στόν Θεό!».
.                  Τό τρίτο αἴτημα εἶναι νά τοῦ δώσω τήν «τελική συμβουλή». Γράφει: «Ἐπίσης θά ἤθελα πάρα πολύ νά ἀκούσω ὁποιαδήποτε τελική συμβουλή πού μπορεῖτε νά μοῦ δώσετε. Σᾶς παρακαλῶ! Ὁ χρόνος εἶναι λίγος, γι’ αὐτό Σᾶς παρακαλῶ νά μοῦ στείλετε email ὅσο τό δυνατόν συντομότερα. Θά συνεχίζω νά θυμᾶμαι Ἐσᾶς καί τήν Ναύπακτο στίς καθημερινές μου προσευχές!».
.                  Ἔκανα τόν σταυρό μου καί τοῦ ἀπάντησα κατάλληλα.
.                  Ὁ λόγος πού δημοσιοποιῶ αὐτό τό γεγονός εἶναι ὅτι παρακαλῶ πολύ ὅσους διαβάσουν αὐτό τό κείμενο νά προσευχηθοῦν γιά τόν φίλο μου Ἀντώνιο, εἴτε νά ἀνασταλῆ ἡ ἐκτέλεσή του, ἄν εἶναι δυνατόν, εἴτε νά προχωρήση ὁ ἴδιος μέ γενναιότητα καί ἐμπιστοσύνη στόν Θεό στήν ἐκτέλεση, καί, βέβαια, πρός συνάντησή του μέ τόν Χριστό, πού Τόν ἀγάπησε μέσα ἀπό τήν φυλακή ὑψίστης ἀσφαλείας.
.                  Ἄς προσευχηθοῦμε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον τόν δοῦλον σου Ἀντώνιον».

ΠΗΓΗ:parembasis.gr

,

Σχολιάστε

«Ο ΑΓΙΟΣ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ», Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος τῆς Βίτσας.

Ὁ Ἅγιος τῶν ἀνέργων,
Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος τῆς Βίτσας.
Ἐλεημοσύνη: Τὸ Α καὶ τὸ Ω τῆς σωτηρίας μας.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                      Ὁ Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος στὴν Βίτσα τοῦ Ζαγορίου, στὸ Μοναστήρι τοῦ Προφήτη Ἠλία,  ζοῦσε μὲ ἀκρίβεια τὴν ἀσκητικὴ ζωή.

-Λίγο ζουμάκι βάλε μου ἀπὸ τὶς φακὲς ἢ τὰ φασόλια, ἔλεγε.

.                     Αὐτὸ ἦταν τὸ φαγητό του κάθε ἡμέρα. Μαγείρευε στὸ κελλί του καὶ ζύμωνε ἡ τυφλὴ ἀδελφή του. Ὅ,τι ἔφτιαχνε ἐκείνη τὸ ἔτρωγε ὁ Γέροντας μὲ εὐχαρίστηση καὶ τῆς ἔλεγε ὅτι ἦταν καὶ πολὺ νόστιμο. Στὰ δύσκολα χρόνια τῆς πείνας καὶ τῆς ἀνέχειας, ἂν ἐξοικονομοῦσε καμιὰ ὀκὰ ἀλεύρι ἢ καμιὰ χούφτα φασόλια, μποροῦσε νὰ πάει καὶ δυὸ ὧρες δρόμο σὲ κάποιο χωριό, γιὰ νὰ τὰ δώσει σὲ φτωχὲς οἰκογένειες.  Ὅλα γιὰ τοὺς ἄλλους! Τίποτα δὲν κρατοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του.
.               Μία γνωστή του κυρία πήγαινε σὲ μιὰ γειτόνισσα καὶ τὴν βοηθοῦσε στὶς δουλειές της, ἐνῶ τὴν ἀδελφή της τὴν παραμελοῦσε. Ὁ Γέροντας τῆς ἔλεγε ὅτι δὲν ποτίζουμε τὴν αὐλὴ τοῦ γείτονα, ὅταν ἡ δική μας διψάει. Ἤθελε, ἔτσι, νὰ τῆς πεῖ νὰ βοηθάει πρῶτα τὴν ἀδελφή της, ποὺ εἶχε ἀνάγκη. Μάλιστα, γιὰ νὰ τῆς αὐξήσει τὴν ἐπιθυμία γιὰ βοήθεια, ἔκανε ἔκπτωση καὶ σὲ βασικὲς ἀρχές, ἀφοῦ τῆς ἔλεγε:
-Εὐλογημένη, πιὲς καφὲ τὴν Κυριακὴ τὸ πρωῒ καὶ μετὰ πήγαινε στὴν Ἐκκλησία καὶ ἂς παίρνεις καὶ ἀντίδωρο. Πῶς θὰ τὰ βγάλει πέρα μόνη ἡ ἀδελφή σου;
.                   Ὁ Γέροντας συνιστοῦσε πολὺ τὴν ἐλεημοσύνη.
Αὐτὴ εἶναι τὸ Ἄλφα καὶ τὸ Ὠμέγα τῆς σωτηρίας μας, ἔλεγε.
.                    Ὅταν ἀρρώστησε ὁ Γέροντας, στὸ Νοσοκομεῖο πῆγε νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ μιὰ γνωστή του καὶ τοῦ ἀνακοίνωσε, ὅτι κάποια συγγενής της ἔπαθε ἐγκαύματα καὶ ὄχι μόνο πονοῦσε πολύ, ἀλλὰ δὲν εἶχε καὶ οἰκονομικὴ συμπαράσταση ἀπὸ πουθενά. Ὁ Γέροντας λυπήθηκε καὶ ἄρχισε νὰ ψάχνει κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι του. Μιὰ νοσοκόμα τοῦ ἔκανε παρατήρηση:
-Δὲν θὰ ἀφήσεις τίποτα, παππούλη; Τί κάνεις ἐκεῖ;
.         Ὁ Γέροντας ἔβγαλε ἕνα δεκάρικο, τὸ τελευταῖο ποὺ εἶχε, καὶ τὸ ἔδωσε στὴν ἐπισκέπτρια νὰ πάρει κάτι γιὰ τὴν ἐμπερίστατη συγγενή της, ποὺ εἶχε καεῖ. Τὰ πάντα ἔδινε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ πλησίον.

.                    Σήμερα ὁ π. Ἰάκωβος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἔχει τὴν χάρη νὰ ἐλεεῖ τοὺς ἀνέργους·  νὰ τοὺς βρίσκει ἐργασία. Εἶναι ὁ Ἅγιός τους. Γνώριζε, ὅτι ὅλοι μας σὲ αὐτὴ τὴν ζωή, θέλοντας καὶ μή, ἀφοῦ εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ζήσουμε, ἐργαζόμαστε ὡς μεταπτωτικοὶ ἄνθρωποι μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου μας, κατὰ τὴ ρήση τοῦ Δημιουργοῦ μας «ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου» (Γεν. 3, 19).
.                Ἡ ἐργασία ὡς εὐλογία Θεοῦ χαροποιεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κάνει συνδημιουργὸ τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ κάθε ἐργαζόμενος, ὅπως ἡ ὄρνιθα, ποὺ ὅταν πίνει νερὸ στρέφει τὸ βλέμμα της δοξολογικὰ πρὸς τὸν οὐρανό, νὰ ἐπιζητεῖ καθημερινῶς τὴν θεία βοήθεια γνωρίζοντας ὅτι χωρὶς ἐκείνη τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ πράξει.
.                  Ἡ βοήθεια τοῦ Ὁσίου Γέροντος Ἰακώβου στοὺς ἀνέργους εἶναι σημαντική, γιατὶ ἡ ἀνεργία ἀποτελεῖ μάστιγα τῆς σύγχρονης κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς δύσμοιρης πατρίδος μας. Μάστιγα, ποὺ σὰν τὶς ἀσθένειες, τὴν φτώχεια καὶ τὴν δυστυχία, ἐνσκήπτει στοὺς ἀνθρώπους κατὰ  Θεία παραχώρηση. Καὶ ὁ ὅσιος Ἰάκωβος ἐπεμβαίνει μὲ τὸν τρόπο του, μὲ τὴν χάρη ποὺ ἔχει λάβει ἀπὸ τὸν δωρεοδότη μας Κύριο. Ἔτσι, μεριμνᾶ   γιὰ τὴν καταπολέμησή της καὶ οἱ προσευχές του εἰσακούονται ἀπὸ Αὐτόν. Ὅσοι, λοιπόν, ἄνεργοι τὸν ἐπικαλοῦνται μὲ πίστη, λὲς καὶ ἀπευθύνονται σὲ γραφεῖο ἐξευρέσεως ἐργασίας, βρίσκουν ἄμεσα ἐργασία, γιὰ νὰ μποροῦν ἀξιοπρεπῶς νὰ διανύσουν τὸν δόλιχο τῆς παρούσας ζωῆς.
.                 Πολλὲς μαρτυρίες καὶ πολλὰ περιστατικὰ ἔχουμε καταγεγραμμένα, ἀλλὰ καὶ πολλὰ μᾶς ἔχουν διηγηθεῖ σοβαρὰ πρόσωπα γιὰ τὴν ταχεῖα ἐπέμβαση τοῦ πανοσίου Γέροντος Ἰακώβου σὲ Ἀθήνα, Καλαμπάκα, Ἰωάννινα, Κύπρο, Τρίπολι, Θεσσαλονίκη, ὅπου ἀντίγραφα τῆς μορφῆς του ἔχουν διαδοθεῖ καὶ ὅπου ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του ἔχει ἐπιφέρει αἴσια ἀποτελέσματα.
.                 Ὅταν κάποτε ρωτήθηκε ὁ Γέροντας Γαβιὴλ ἀπὸ τὴν Κύπρο πότε θαυματουργοῦν οἱ Ἅγιοι μᾶς εἶπε:
-Εὑρισκόμενος πρὶν ἀπὸ χρόνια σὲ ἕνα Μοναστήρι τοῦ Ναυπλίου, ὁ τότε Μητροπολίτης Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος, μορφὴ ἁγία,  ρωτήθηκε ποιοί Ἄγιοι θαυματουργοῦν; Ἡ ἀπάντησή του ἦταν, ὅτι θαυματουργοῦν ἐκεῖνοι οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι δέχονται πολλὲς προσευχές. Οἱ Ἅγιοι ποὺ οἱ πιστοὶ τοὺς ἐπικαλοῦνται μὲ θερμὲς προσευχές, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὸν ὅσιο Γέροντα Ἰάκωβο τῆς Βίτσας, θαυματουργοῦν. Αὐτὸς πρόθυμα καὶ γρήγορα ἐξευρίσκει ἐργασία στοὺς ἀνέργους ποὺ θερμὰ προστρέχουν στὴν χάρη του. Αὐτὴν τὴν ὑπηρεσία μᾶς προαφέρει ἀπὸ τὸν οὐρανό.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

ΖΗΤΙΑΝΟΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Ζητιάνος τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς μας

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                        Ὁ Χριστός μας, ὁ Λυτρωτής μας, ἡ αἰώνια ἀγάπη, εἶναι ὁ εὔσπλαγχνος Θεός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἱκετευτικὸς ζητιάνος. Μᾶς κτυπᾶ τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς καὶ μᾶς ἱκετεύει νὰ τοῦ προσφέρουμε κάτι. Τί μᾶς ζητᾶ; Μᾶς παρακαλεῖ λέγοντας: «Υἱέ μου, δός μοι σὴν καρδίαν» (Σοφ. Σολ. 18΄ 26)!  Τί κρίμα, ἐμεῖς δὲν τὸν ἀκοῦμε καί, φυσικά, δὲν τοῦ προσφέρουμε τίποτα, οὔτε τὴν καρδιά μας, ποὺ μᾶς ζητᾶ, ἀλλὰ οὔτε ἕνα λεπτὸ τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς μας, ἕνα λεπτὸ μετανοίας· ἕνα λεπτὸ ποὺ εἶναι ὑπεραρκετὸ νὰ φωνάξουμε τὸ τοῦ εὐγνώμονος Λῃστοῦ: «Μνήσθητί  μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου» (Λουκ. κγ΄ 42).
.                 Ζητιάνος ὁ Θεός μας, Αὐτὸς ποὺ μᾶς παρέχει πλούσια τὰ ἀγαθά Του καὶ τὸ μεγαλύτερο ἀγαθό, τὸν χρόνο τῆς ζωῆς μας, τὸν χρόνο γιὰ ἐκζήτηση μετανοίας, ὥστε νὰ μᾶς ἀγκαλιάσει στὴν ὁλόθερμη ἀγκαλιά Του καὶ μᾶς μᾶς χαρίσει τὸ δῶρο τῆς αἰωνιότητος, τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
.                 Ἔγινε ζητιάνος ὁ Θεός μας, γιὰ νὰ μᾶς κάνει ἄρχοντες, πλούσιους, εὐγενεῖς, ἁγίους, νὰ μᾶς δείξει τὸν μόνο προορισμό μας, τὴν μετάβασή μας ἀπὸ τὸ «κατ’ εἰκόνα» στὸ καθ’ ὁμοίωσιν», στὴν θέωση. Ζητιάνος ὄχι γιὰ δικό Του ὄφελος, ἀλλὰ γιὰ δικό μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὕψιστη ἀγάπη.
.                 Ἔγινε ζητιάνος, Αὐτὸς ποὺ δημιούργησε τὰ σύμπαντα, τὸν ἥλιο, τὴν σελήνη, τὴν γῆ μας, τὰ ἄστρα, ὅλο τὸ στερέωμα, ποὺ δουλεύει σὰν καλοκουρδισμένη μηχανὴ ἔχοντας κάθε δημιούργημα ἕνα προορισμό, ἀπὸ τὸν ὁποῖο δὲν ξεφεύγει οὔτε κατ’ ἐλάχιστον.
.                 Καὶ ἐνῶ ὅλα στὸ στερέωμα ἔχουν τὸν προορισμό τους, τὸ ἀκριβότερο, ἡ κορωνίδα τῆς δημιουργίας, ἐμεῖς, οἱ ἄνθρωποι ξεφεύγουμε ἀπὸ τὸν προορισμό μας, ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τοῦ ζητιάνου Δημιουργοῦ ποὺ μᾶς  προτρέπει: «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι» (Α΄Πέτρ.α΄ 16).
.                 Πλούσιος δωρεοδότης ὁ Χριστός μας σὲ κάθε ἕνα δίνει τὸ δῶρο τῆς ζωῆς. Τὸ κάθε ἔτος ποὺ μᾶς χαρίζει, θέλει νὰ τὸ ἀξιοποιήσουμε, νὰ τὸ κάνουμε χρόνο μετανοίας. Σὲ κάθε ἔτος μᾶς ἔχει δώσει 365 ἡμέρες ποὺ περιέχουν 8760 ὧρες καὶ 525.300 λεπτά. Ἀπ’ αὐτὲς τὶς χιλιάδες τὰ λεπτὰ ποὺ ὁ ἴδιος μᾶς χαρίζει μὲ ἀγάπη ἔρχεται ζητιανεύοντας νὰ μᾶς ζητήσει νὰ τοῦ δώσουμε ἕνα λεπτό. Καὶ αὐτὸ ἐμεῖς ἢ δὲν τὸ δίνουμε, ἢ τὸ δίνουμε μὲ τσιγγουνιὰ καὶ γογγυσμό. Εἴμαστε ἀχάριστοι, ἀγνώμονες, ἀπέναντι στὴν εὐεργεσία τοῦ χρόνου ποὺ μᾶς χαρίζει. Καὶ αὐτὸ γιατὶ ἔχουμε ξεχάσει τὸν προορισμό μας, τὴν ἐπιδίωξη τῆς θεώσεως. Στὸν ἐτήσιο χρόνο μας δὲν ἐργαζόμαστε πνευματικά, δὲν ἀναλωνόμαστε σὲ ἔργα ἀγάπης, στὴν ψυχοτρόφο προσευχὴ ποὺ μᾶς ἀνεβάσει στὸν οὐρανό, σὲ ἔργα εἰρήνης, συμπαραστάσεως ἀσθενῶν, ἐνισχύσεως πτωχῶν, ψυχικῆς κενώσεως στὶς ἀνάγκες τῶν ἐμπεριστάτων. Εἴμαστε σπάταλοι τοῦ χρόνου μας. Τὸν καταναλώνουμε σὲ ἔργα πρόσκαιρων ἠδονῶν, καλοπεράσεως, ἀκολουθώντας τὸ «φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν» (Ἡσ. κβ΄ 13).
.                 Γιὰ πολλὰ ζητήματα δίνουμε μεγάλη σημασία στὸν χρόνο τῆς ζωῆς μας, ζητήματα, ὅμως, μικρότερης σημασίας ἀπὸ τὴν ἀξιοποίησή του γιὰ τὴν ἐπιδίωξη τοῦ προορισμοῦ τῆς ὑπάρξεώς μας. Προσέχουμε γιατὶ γιὰ λίγα λεπτὰ μπορεῖ νὰ χάσουμε τὸ μεταφορικὸ μέσο, λεωφορεῖο, τραῖνο, καράβι, ἀεροπλάνο, ποὺ θὰ μᾶς μεταφέρει σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς πρόσκαιρους προορισμούς μας. Προσέχουμε, γιατὶ λίγα λεπτὰ καθυστέρηση μπορεῖ ἕναν ἀσθενῆ μας νὰ τὸν ὁδηγήσουμε στὸν θάνατο, μιὰ μικρὴ φωτιὰ νὰ τὴν μετατρέψουμε σὲ πυρκαϊά, ὁκανὴ νὰ κάψει μιὰ τεράσια ἔκταση. Προσέχουμε, γιατὶ λίγα λεπτὰ ἀναμονῆς βοηθείας σὲ μιὰ μάχη μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ συντριπτικὴ ἧττα.
.                 Ἐὰν τὰ λεπτὰ τῆς ζωῆς μας ἔχουν τόσο μεγάλη σημασία στὴν καθημερινότητα πόσο μεγάλη σημασία ἔχουν γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ προορισμοῦ μας, γιὰ τὴν ὁποία, δυστυχῶς, δείχνουμε ἀμέλεια! Αὐτὴν βλέποντας ὁ Χριστός μας ἔρχεται ζητιάνος καὶ μᾶς παρακαλεῖ νὰ τοῦ δώσουμε ἕνα λεπτὸ μετανοίας, ἕνα λεπτὸ ποὺ δὲν εἶναι δικό μας, δικό Του εἶναι αὐτό, ἀλλὰ δὲν Τοῦ τὸ χαρίζουμε. Δὲν τοῦ λέμε: «Τὰ Σὰ ἐκ τῶν Σῶν»!
.                 Ὁ σοφὸς Χίλων ὁ Λακεδαιμόνιος ἔλεγε: «Χρόνου φείδου» καὶ ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δομβοΐτης, ὁ οἰκονόμος τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς ἔγραφε:
Θὰ διέλθω ἅπαξ μόνον
φεῦ! τοῦ βίου τὴν ὁδὸν
κι’ ἂς προσέχω πάντα χρόνον
πᾶν μου βῆμα τῶν ποδῶν.
Κι’ ἀπὸ  τὴν ζωὴν τὴν ἄλλην
εἰς τὴν γῆν δὲν θἄλθω πάλιν.
.                 Ὁ χρόνος μας εἶναι ἀνεκτίμητος. Γιὰ τὴν σπατάλη του θὰ δώσουμε λόγο στὸν ζητιάνο Χριστό μας, ποὺ στέκει μπροστὰ στὴν πόρτα καὶ τῆς καρδιᾶς μας καὶ μᾶς παρακαλεῖ νὰ τοῦ δώσουσε, ἔστω ἕνα λεπτό. Ἕνα λεπτὸ μετανοίας, ἕνα λεπτὸ σωτηρίας, γιὰ νὰ γιατρευτοῦμε ψυχικὰ καὶ σωματικά, γιὰ νὰ μὴν καοῦμε στὸ πῦρ τὸ ἐξώτερο,  γιὰ νὰ μὴν χάσουμε τὸ τραῖνο τοῦ ποθεινοῦ προορισμοῦ μας, τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν.

Δρ Χαραλάμπης Μ.Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Πρότυπο φιλαγιότητος καὶ φιλακολουθίας,
ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Καστορίας, κυρὸς Σεραφείμ

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                   Συγχύζεται ὁ νοῦς μου μὲ τὴν ἐκφώνηση  «μακαριστὸς Μητροπολίτης Σεραφείμ», γιατὶ δὲν μπορῶ ἀκόμη, παρότι παρῆλθε ἕνας χρόνος, νὰ συνειδητοποιήσω ὅτι ἔφυγε ἀπὸ κοντά μας ἕνα ζωντανὸ πρότυπο διαυγοῦς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἀναπαύομαι μόνο μὲ τὴν πεποίθηση, ὅτι μὲ τὴν λέξη «μακαριστός» γιὰ τὸν Μητροπολίτη Σεραφεὶμ δὲν ἐννοοῦμε τὸν κεκοιμημένο, ἀλλὰ τὸν συγκαταριθμούμενο μεταξὺ τῶν μακάρων, αὐτῶν ποὺ μακαρίζει ὁ Κύριος, τοὺς ἐλεήμονες, τοὺς εἰρηνοποιούς, τοὺς πραεῖς, τοὺς καθαροὺς τῇ καρδίᾳ, τοὺς πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ καὶ τοὺς δεδιωγμένους δι’ αὐτήν.
.                  Ὁ  Μητροπολίτης Σεραφεὶμ ὑπῆρξε φιλοκαλικὸς Ἐπίσκοπος, βγαλμένος μέσα ἀπὸ Παπαδιαμαντικὰ κείμενα, τοῦ ὁποίου ἡ καρδιὰ ἦταν φάτνη Χριστοῦ, καὶ ὁ ἀγώνας του συνέτεινε στὴν προσπάθεια νὰ μὴν λυπεῖ τὸ «Πνεῦμα τὸ Ἅγιον» (Ἐφεσ. δ΄ 30), νὰ μὴν λυπεῖ Αὐτὸν ποὺ εἶχε γεννηθεῖ στὴν καρδιά του, τὸν γλυκύτατό μας Ἰησοῦν, Αὐτὸν γιὰ τὸν ὁποῖο καθένα μας παρώτρυνε ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος τῆς Εὐβοίας μὲ τὴν φράση: «Ἀδελφέ, μὴν λυπεῖς τὸν Ἰησοῦν»!
.                   Ὁ Μητροπολίτης Σεραφεὶμ ὑπῆρξε ἕνας ὑψιπέτης ἀετὸς τοῦ Πνεύματος, διακατεχόμενος ἀπὸ τὸ ἡρωϊκὸ φρόνημα τοῦ προκατόχου του Γερμανοῦ Καραβαγγέλη καὶ τοῦ ἥρωος Παύλου Μελᾶ. Ἦταν ὁ φίλος τῶν Ἁγίων, τῶν Μαρτύρων καὶ τῶν Ὁσίων, ὁ ἀνύστακτος Λειτουργὸς τῶν Θείων Μυστηρίων, τὸ πρότυπο τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φιλανθρωπίας, ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ ὁποίου ἦταν πάντοτε ἀνοικτὴ καὶ χωροῦσε ὅλους, ἦταν «οὐρανοῦ ἰσοστάσιος».
.                   Ὁ Μητροπολίτης Σεραφεὶμ ἦταν ἀκέραιος περὶ τὴν πίστη τῶν πατέρων μας μὲ γνήσιο Ὀρθόδοξο φρόνημα, ποὺ ἄνοιγε τὰ φτερά του καὶ πετοῦσε στὶς ἐπάλξεις τῶν οὐρανῶν, συνομιλοῦσε καὶ συνευφραινόταν μὲ τοὺς Ἁγίους, τοὺς ἀσκητές, τοὺς ὁμολογητές, τοὺς μάρτυρες, τοὺς ἱεράρχες, αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ποίμαιναν καὶ διαπαιδαγωγοῦσαν τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ σύμφωνα μὲ τὸ πλήρωμα τοῦ νόμου, τὴν ἀγάπη, τοὺς ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τὶς πατρῶες παραδόσεις.
.                  Ὁ Μητροπολίτης Σεραφεὶμ ἀξιώθηκε νὰ  ἀρχιερατεύσει  στὴν βυζαντινὴ ἐπαρχία τῆς Καστοριᾶς καὶ νὰ ἀναδείξει καὶ νὰ τιμήσει τὸ πλῆθος τῶν Καστοριέων Ἁγίων. Ρέκτης καὶ φιλοΐστωρ καθὼς ἦταν, ἔψαξε καὶ βρῆκε τοὺς Ἁγίους ποὺ γεννήθηκαν, ἔδρασαν, κοιμήθηκαν ὁσιακὰ ἢ μαρτυρικὰ στὴν θεόσωστη ἐπαρχία του, καὶ αὐτοὺς ποὺ ἐξαιρέτως τιμῶνται σὲ αὐτήν.
.                   Ὁ Μητροπολίτης Σεραφεὶμ κήρυττε ἀνελλιπῶς τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ γραπτὸ ἢ προφορικὸ κήρυγμα πάντοτε ψυχωφελές, μεστὸ νοημάτων καὶ Θείας ἀγάπης, κατηχοῦσε, λόγος σαπρὸς δὲν ἐξερχόταν ἀπὸ τὰ χείλη του καὶ μεριμνοῦσε γιὰ τὴν ἐπιμόρφωση τῶν ἱερέων καὶ τῶν στελεχῶν τῆς Μητροπόλεώς του.
.                    Ὁ Μητροπολίτης Σεραφεὶμ ἦταν ἄκρως ἐλεήμων καὶ φιλόξενος. Ἔκλαιε μετὰ κλαιόντων καὶ ἔχαιρε μετὰ χαιρόντων. Δὲν ἡσύχαζε νύχτα καὶ ἡμέρα, ἀφοῦ γνώριζε ὅτι ὑπῆρχαν γύρω του, ἐγγὺς καὶ μακράν, συνάνθρωποί μας ἐμπερίστατοι. Ἄλλωστε ἀγαποῦσε τὴν πτωχεία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἐφάρμοζε κοινοβιάζοντας στὸ ἐπισκοπεῖο μαζὶ μὲ τὴν θεοσύλλεκτη ἀδελφότητά του, ἀπὸ τὴν ὁποία οὔτε ἀπαιτοῦσε, οὔτε  ἀπολάμβανε διαφορετικὰ ἀγαθὰ καὶ περιποιήσεις.
.                    Ὁ Μητροπολίτης Σεραφεὶμ μεριμνοῦσε ἀδιάκοπα γιὰ τὰ Μοναστήρια τῆς ἐπαρχίας του, γιὰ ὅλους τοὺς Ναούς, μικρούς, μεγάλους, ἀρχαίους καὶ νεόδμητους, τοὺς ὁποίους εἶχε εὐπρεπίσει καὶ τοὺς λειτουργοῦσε μὲ κάθε εὐκαιρία. Καμάρωνε γιὰ τὸν Ἅγιο Νικάνορα στὴν Χλόη καὶ γιὰ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο στὸ Ἄργος Ὀρεστικό.
.                   Ὁ Μητροπολίτης Σεραφεὶμ ὑπῆρξε πρότυπο ἱεράρχη μὲ ἄμετρη ἀγάπη γιὰ τὴν μυστηριακὴ ζωή, γιὰ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου, γιὰ τὴν τιμὴ καὶ τὴν δόξα τῶν Ἁγίων μας. Ἤθελε νὰ προβάλλουμε πρότυπα ἤθους καὶ πίστεως στὴν ρευστὴ σημερινὴ πραγματικότητα, στὶς ἡμέρες τοῦ χάους, τῆς ἀνασφάλειας, τῆς ἀβεβαιότητος, τῆς ἀπαξίας κάθε ἠθικῆς τάξεως, τῆς αὐτονομήσεως καὶ τῆς ἐγωκεντρικῆς συμπεριφορᾶς τῶν ἀνθρώπων, τῆς ἀπαρνήσεως τοῦ ἱστορικοῦ μας παρελθόντος, τῆς χωρὶς παιδαγωγία ἐκπαιδεύσεως τῶν παιδιῶν μας, αὐτῶν ποὺ οἱ συμπεριφορές μας τοὺς ἀποστεροῦν τὴν ἀνάπτυξη ὁραματισμῶν γιὰ κάτι καλύτερο, ἀφοῦ τὸ καλύτερο δὲν τὸ διδάχθηκαν καί, φυσικά, δὲν τὸ γνωρίζουν. Ἤθελε  νὰ προβάλλονται σὰν φωτεινὰ ἀστέρια, σὰν ὁδοδεῖκτες πρὸς τὴν ἠθικὴ πρόοδο, τὴν ἀνθρωπιὰ καὶ τὶς ἀξίες τῆς ζωῆς ποὺ δὲν σταματᾶ ἐδῶ, ἀλλὰ συνεχίζεται στὸ ἐπέκεινα, οἱ μορφὲς τῶν Ἁγίων μας, τῶν ἡρώων τῆς πατρίδος μας, τῶν κυβερνητῶν ποὺ αἰσθάνονται τὴν ἐξουσία ὡς διακονία καὶ ὄχι ὡς πηγὴ πλουτισμοῦ, ὅλων αὐτῶν ποὺ βιωματικὰ ὁμολογοῦν, ὅτι «οὐκ ἔχομεν ᾧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ιγ΄ 14).
.                     Γνώριζε ὅτι σήμερα ἡ ἀξία εἶναι πολὺ περιορισμένη στοὺς ἄρχοντες, στοὺς καθηγητές, στοὺς ἡγέτες, στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες, στοὺς δικαστικούς, στοὺς στρατιωτικοὺς καὶ γενικὰ στὴν ἡγεσία τοῦ κοινωνικοῦ ἱστοῦ, σ’ αὐτοὺς ποὺ μερικὲς φορὲς ἐπιδιώκουν ἀξιώματα, γιὰ νὰ κρύψουν τὴν ἀπαξία τους καὶ ἐπιμένουν νὰ δίνουν τὸ παράδειγμα καὶ νὰ παιδαγωγοῦν τὸ λαό. Θλιβόταν βλέποντας ὅτι δὲν ὑπάρχουν φωτεινοὶ ἀστέρες νὰ φωτίζουν τὴν σκοτεινιὰ τοῦ κόσμου, νὰ δίνουν τὸ καλὸ παράδειγμα, νὰ εἶναι βαπτισμένοι στὴν Ὀρθόδοξη πατερικὴ θεολογία καὶ νὰ βρίσκουν τὴν πράξη «εἰς θεωρίας ἐπίβασιν», ὅπως οἱ μεγάλοι ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου, οἱ θεοφόροι Ἅγιοι Πατέρες,  οἱ σφραγισμένοι μὲ τὴν σφραγίδα τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.                   Ὁ ἐνιαύσιος κύκλος τῶν λειτουργιῶν καὶ τῶν ἀκολουθιῶν τοῦ εἰκοσιτετραώρου ὑπῆρχε ἡ πνευματικὴ ἀγαλλίαση τοῦ Μητροπολίτου Σεραφεὶμ καὶ δὲν ἐννοοῦσε νὰ ἀπέχει ἀπὸ αὐτὲς παρὰ τὸν φόρτο τῶν καθηκόντων του καὶ ἐνίοτε τῶν προβλημάτων ὑγείας του. Ἦταν ὁ Ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ. Ἡ Χαρὰ τοῦ Χριστοῦ μας ἀντανακλοῦσε στὸ πρόσωπό του καὶ στὰ χείλη του ὑπῆρχε μιὰ ἀέναη δοξολογία. Ἂν ἀπομονώναμε τὴν καρδιά του, θὰ βλέπαμε, ὅπως στὴν καρδιὰ τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, ὅτι ἦταν γραμμένη ἡ λέξη «Χριστός». Ἔτσι, ὅταν τελοῦσε τὶς λειτουργίες του ἔλαμπε ἀπὸ χαρὰ καὶ συνήνωνε σὲ αὐτὲς γῆ καὶ οὐρανό, στρατευόμενη καὶ θριαμβεύουσα Ἐκκλησία. Ἰδιαιτέρως ἔχαιρε, ὅταν ἔψαλλε τὸ ὄνομα τοῦ κάθε ἑορταζομένου Ἁγίου μὲ κατάνυξη καὶ μὲ ἄπειρη εὐλάβεια ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Ἀναγίγνωσκε τὶς προφητεῖες εὐκρινῶς, τὰ αἰτήματα μὲ ἱκετευτικὸ τόνο, τὶς εὐχὲς μὲ μυστηριακὸ ὕφος. Ζοῦσε καὶ  βίωνε τὰ γεγονότα τοῦ λειτουργικοῦ χρόνου ὡς σημερινά, ἀφοῦ στὴν λατρεία κυριαρχεῖ ἡ φράση «σήμερον», τόσο στὶς ἀκολουθίες ὅσο καὶ στὶς ἑορτὲς τῆς πίστεώς μας. Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου· σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου· σήμερον ὁ Χριστὸς παραγίνεται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Φαρισαίου· σήμερον δέχεται ἡ Βηθλεὲμ τὸν καθήμενον διὰ παντὸς σὺν Πατρί. Ἔτσι, ἐνῶ τὰ τελούμενα συντελέσθηκαν ἅπαξ ἀποκαλύπτονταν μπροστά του καὶ μπροστὰ σὲ ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα ὡς παρόντα, καθὼς συμβαίνει πάντοτε, καλώντας ὅλους νὰ συμμετέχουμε σὲ αὐτά. Νὰ τὰ οἰκειωθοῦμε. Τὸ ἐκκλησιαστικό του φρόνημα ἦταν σταθερὸ καἲ σὲ ὑψηλὸ βαθμό. Ἔλεγε, ὅτι χρειάζεται ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν φορέων της νὰ «γινώσκει ἃ ἀναγιγνώσκει» (Πραξ.η΄ 40), ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκκλησιαζόμενοι νὰ αἰσθάνονται ὡς σπίτι τους τὴν λατρεύουσα ἐνορία.  Θλιβόταν ὅταν ἔβλεπε τὶς προκαταλήψεις σὲ βάρος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἀδιαφορίας πολλῶν ἐκπαιδευτικῶν ἔναντι τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, λόγῳ τῆς ὁποίας ἡ Λειτουργικὴ Παράδοση ὁλοένα καὶ περιορίζεται.
.                    Ὁ Μητροπολίτης Σεραφεὶμ βίωνε καθημερινὰ ἕνα πανηγύρι. Ἡ λειτουργική του ζωὴ ἦταν ἕνα «γλέντι», ὅπως ἔλεγε ὁ νέος Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας μας, Καλλίνικος τῆς Ἐδέσσης. Γνώριζε πολὺ καλὰ ὅτι ἡ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι τὸ ἀρραγὲς θεμέλιο γιὰ τὸ κτίσιμο τῆς σταδιακῆς πνευματικῆς ὡριμότητας καὶ τῆς γνήσιας χριστιανικῆς ἀγωγῆς τῶν πιστῶν. Μὲ τὴν συμμετοχὴ τῶν πιστῶν στὴν Θεία Λατρεία, ἔλεγε, βιώνουμε τὴν «καλὴν ἀλλοίωσιν», μεταμορφωνόμαστε, γινόμαστε «καινὴ κτίσις» (Β΄ Κορ. ε΄ 17), γινόμαστε πολίτες τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
.                       Στὶς λειτουργικές του πρωταρχικὲς δραστηριότητες δὲν πρέπει νὰ παραλείψουμε ὅτι ἑτοίμασε τοὺς φακέλλους ποὺ ἔστειλε στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο γιὰ τὶς ἁγιοκατατάξεις τῶν Ἁγίων τῆς ἐπαρχίας του καὶ αὐτοὺς τῶν ἱερῶν τους Ἀκολουθιῶν πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὅπως, τῆς Ὁσίας Σοφίας, τῆς Κλεισούρας, τοῦ Ἱερομάρτυρος Βασιλείου ἀπὸ τὸ Χιλιόδενδρο καὶ τῶν προσφάτων, τῶν Ἁγίων Νεομαρτύρων τῆς Καστοριᾶς, Μάρκου Κλεισουριέως, Γεωργίου Χασὰν καὶ Ἰωάννου Νούλτσου, τῶν Καστοριέων καθὼς καὶ Πλάτωνος,τοῦ  νέου ἱερομάρτυρος, τοῦ Ἀϊβαζίδου,  ἔχοντας τοὺς Ἁγίους αὐτοὺς πρεσβεύοντας πρὸς τὸν Ὕψιστον ὑπὲρ αὐτοῦ.
.                         Ὡς πρότυπο φιλαγιότητος καὶ φιλακολουθίας, ὁ Ἐπίσκοπος Σεραφεὶμ μερίμνησε γιὰ τὴν ὑμνογραφικὴ κάλυψη τῶν κενῶν ποὺ ὑπῆρχαν στὶς μνῆμες τῶν Ἁγίων τῆς Καστοριᾶς, τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ, πολιούχου Καστοριᾶς, τοῦ Προφήτου Ἠλιού, προστάτου τῶν γουναροποιῶν, τοῦ Ὅσίου Διονυσίου ἐκ τῆς Κορησοῦ, κτίτορος τῆς Μονῆς Φιλοθέου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, Θεοδοσίου Ὁσίου ἐκ τῆς Κορησοῦ, Μητροπολίτου Τραπεζοῦντος, Ναοὺμ Ὁσίου, τοῦ φωτιστοῦ τῶν Σλαύων, Νικοδήμου Ὁσίου, κτίτορος Μονῆς Τισμάνας στὴν Ρουμανία, Ἰωάσαφ Ὁσίου τοῦ Μετεωρίτου, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Διονυσίου Ὁσίου, τοῦ ἐν Ὀλύμπῳ, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, Γερασίμου τοῦ Παλλαδᾶ, τοῦ ἐκ Καστορίας Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, Ἰακώβου Ὁσιομάρτυρος τοῦ ἐκ τῆς  Καστορίας, Νικάνορος Ὁσίου, λυτρωτοῦ τῆς Καστορίας ἐκ τῆς πανώλους καὶ προστάτου τῶν παίδων, Σοφίας, τῆς νεοφανοῦς Ποντίας Ὁσίας, τῆς ἐν Κλεισούρᾳ, Ἰωάννου  Βατάτζη, τοῦ αὐτοκράτορος, Νεκταρίου Ὁσίου τοῦ Ἰάγαρη, Πλάτωνος Νεομάρτυρος, τοῦ Ἀϊβαζίδου, Πρωτοσυγκέλλου Καστορίας ἐπὶ Μητροπολίτου Γερμανοῦ Καραβαγγέλη, Ἰωάννου  (Νούλτσου) Νεομάρτυρος καὶ Γεωργίου τοῦ Χασὰν Νεομάρτυρος, τῶν Καστοριέων, Νικοδήμου Ὁσιομάρτυρος ἐκ Βυθκουκίου, Μάρκου Νεομάρτυρος τοῦ Κλεισουριέως, Βασιλείου νέου Ἱερομάρτυρος ἐν Χιλιοδένδρῳ καὶ Ἀλυπίου Ὁσίου τοῦ Κιονίτου τιμωμένου ἐν Καστορίᾳ.
.                  Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ εὐλάβεια τοῦ Μητροπολίτου Σεραφεὶμ στὴν Παναγία μας δὲν περιγράφεται. Μερίμνησε γιὰ τὴν καταγραφή, συντήρηση, διάσωση καὶ ἐξύμνηση πολλῶν ἱερῶν εἰκόνων τῆς Θεοτοκοφρουρήτου, ὅπως ἔλεγε, Καστοριᾶς. Στὸ ὑπὸ ἔκδοση Θεοτοκάριο ποὺ εἶχε κατὰ νοῦν νὰ ἐκδόσει, ἀλλὰ παρέμεινε ἡ ἐπιθυμία του ἀνεκπλήρωτη, περιλαμβάνονται 18 Παρακλητικοὶ Κανόνες, στὶς ἑξῆς περίπυστες καὶ θαυματουργὲς εἰκόνες τῆς Παναγίας μας, ποὺ ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε: Παναγία, Πορφύρα, Μαυριώτισσα, Ρασιώτισσα, Ἑβραΐς, Καστριώτισσα ἢ Κουμπελίδικη, Προφητῶν τὸ Κήρυγμα, Ὁδηγήτρια Ἄργους Ὀρεστικοῦ ἢ Γραμμούστιανη,, Φανερωμένη, Ἐλεοῦσα Μονῆς Κλεισούρας, Βλαχερνίτισσα, Παραμυθία, Ἐλεοῦσα Καστορίας, Ἐλπὶς ἀπηλπισμένων, Δακρυῤῥοοῦσα, Πορταΐτισσα, Γοργοϋπήκοος, Τριχεροῦσα, Φοβερὰ Προστασία. Ἐπίσης μερίμνησε γιὰ συγγραφὴ Ἀκολουθιῶν στὴν Παναγία τῆς Γράμμουστας καὶ ἀναστάσιμη στὴν Παναγία τὴν Μαυριώτισσα.
.                         Μεταδημότευσε γιὰ τοὺς οὐρανοὺς ὁ Μητροπολίτης Σεραφείμ, ἀλλὰ μᾶς ἄφησε παρακαταθήκη τὸ παράδειγμά του, παράδειγμα φιλαγιότητος καὶ φιλακολουθίας, ὥστε νὰ τὰ ἔχουμε πυξίδα στὴν οὐρανοδρόμο πορεία μας, τὴν πορεία μας πρὸς τὸν ἀναστημένο Λυτρωτή μας, τὸν γλυκύτατό μας Ἰησοῦ.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

,

Σχολιάστε

ΠΡΟΣΜΟΝΗ καὶ ΒΙΩΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Προσμονὴ καὶ βίωμα Χριστουγέννων

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                      Ἡ γλυκύτατη προσμονὴ τῆς Μεγάλης Ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, τῆς Μητροπόλεως τῶν Ἑορτῶν, ὅπως τὴν ἐπονομάζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐπαναφέρει στὴν σκέψη μας τὰ λόγια τῆς Γραφῆς: «Καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν» (Γεν. μθ´ 10). «Ὁ λαὸς ὁ κείμενος ἐν σκότει ἴδε φῶς μέγα· οἱ κατοικοῦντες ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς λάμψει ἐφ’ ὑμᾶς» (Ἠσ. θ΄ 2), καὶ αὐτὸ τὸ Φῶς ποὺ ἔλαμψε στὴν κτίση ἦταν ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, ὁ νοητὸς Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος «δι’ ἄκραν ἀγαθότητα καὶ φιλανθρωπίαν» ἔλαβε τὸ ἀνθρώπινο φύραμα, γιὰ νὰ τὸ φωτίσει, νὰ τὸ θεώσει καὶ νὰ τὸ ἐπαναφέρει στὴν ἀρχαία του δόξα, στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
.                 Προσδοκοῦσε ὁ κόσμος τὴν ἡμέρα τῆς ἀπολυτρώσεως ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου, ὅπως προσδοκᾶ ὁ φυλακισμένος τὴν ἡμέρα τῆς ἀποφυλακίσεώς του, ὁ ἀπόδημος τὴν ἡμέρα τῆς ἐπιστροφῆς στὴν πατρίδα. Καὶ ἡ ἡμέρα αὐτὴ ἦλθε καὶ χαρὰ γέμισε ὅλη τὴν κτίση, ὅταν τὸ ἀπέριττο σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ δέχθηκε τὸν Ποιητὴ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, τὸν Παμβασιλέα Χριστό. Αὐτὸς ἦλθε καὶ συνένωσε οὐρανὸ καὶ γῆ, τότε ποὺ  Ἄγγέλοι δοξολογοῦσαν, ποιμένες ἀγραυλοῦσαν καὶ Μάγοι τοῦ προσφέφεραν τίμια Δῶρα. Οἱ στιγμὲς ἐκεῖνες, στιγμὲς   μοναδικὲς  στὴν ἱστορία τῆς σωτηρίας τῆς ἀνθρωπότητος, εἶναι στιγμὲς ποὺ κατανύσσουν τὶς ψυχὲς τῶν Χριστιανῶν στοὺς αἰῶνες, ὅλων μας ποὺ ἑνώνουμε τὶς φωνές μας μὲ τὴν ὑμνῳδία τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων ψάλλοντας: «Δόξα ἐν Ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. β΄ 14).
.                Εἴκοσι αἰῶνες ἤδη πανηγυρίζουμε τὴν Γέννηση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καὶ κάθε ἔτος ἀναμένουμε τὴν χαρμόσυνη αὐτὴν ἑορτὴ μὲ ἀμείωτο ζῆλον καὶ ἐνδιαφέρον. Ἡ προσδοκία μας στρέφεται στὴν ἔλευση τοῦ Σωτῆρα μας Χριστοῦ καὶ ἀναμένουμε τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση μας σπεύδοντες, «εἰς τὸ ἀναλῦσαι καὶ σὺν Αὐτῷ εἶναι»  (Φιλιπ. α΄ 23). Ἡ προσδοκία μας, ὅμως, συνοδεύεται ἀπὸ θεάρεστο βίωμα; Ἡ ζωή μας, ὅπως ἡ ζωὴ κάθε συνειδητοῦ Χριστιανοῦ, εἶναι χριστοκεντρική;   Περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὸν Χριστό,  ὅπως ἡ γῆ γύρω ἀπὸ τὸν ἥλιο; Γνωρίζουμε ὅτι, ἂν ἡ συνεκτική, κεντρομόλος δύναμη ποὺ διατηρεῖ τὴν περιστροφὴ τῆς γῆς γύρω ἀπὸ τὸν ἥλιο ἀτονήσει, τότε τὸ σύμπαν θὰ διαλυθεῖ, γιατὶ ἡ δύναμη αὐτή, ἡ ὁποία  σταθεροποιεῖ τὸ σύμπαν δὲν μεταβάλλεται, δὲν ἀποῤῥυθμίζεται, δὲν τροποποιεῖται. Κάθε μεταβολὴ καὶ ἡ ἐλαχίστη θὰ σημάνει τὸ τέλος τοῦ κόσμου, ἀφοῦ αὐτὴ δὲν προβλέπεται ἀπὸ τὸν νόμο τῆς φυσικῆς, τὸν νόμο τῆς Δημιουργίας.
.         Ἡ ζωή μας ἐδῶ στὴν γῆ εἶναι πεπερασμένη. Τελειώνει πολὺ σύντομα, τόσο ποὺ δὲν ἀντιλαμβανόμαστε πότε ὀρθρίζει ἡ ἡμέρα καὶ πότε νυκτώνει. Εἴμεθα φθαρτοί! Ὑποκείμεθα στὴν φθορά, μᾶς ἀναμένει ὁ θάνατος, καί, ὅμως, ἀντὶ νὰ τρέχουμε νὰ συναντήσουμε τὸν Λυτρωτή μας, τρέχουμε πρὸς τὴν ἁμαρτία, τὴν ὁποία ἡ συνέργεια τοῦ πονηροῦ θεοποίησε. Καί, ἐνῶ τρέχουμε πρὸς τὴν ἁμαρτία, ῥαθυμοῦμε στὰ πνευματικά, ἀτονεῖ ἡ κεντρομόλος δύναμη, ἡ ὁποία μᾶς ἑνώνει μὲ τὸν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης, τὸν Χριστό μας, καὶ κινδυνεύουμε ἀπὸ ὥρας εἰς ὥραν νὰ χαθοῦμε στὸ χάος, ὡς διάττοντες ἀστέρες νὰ σβήσουμε καὶ νὰ εὑρεθοῦμε στὸ αἰώνιο σκότος, ὅπου ποτὲ δὲν θὰ ὀρθρίσει ὁ ἥλιος, νὰ μᾶς ζωογονήσει καὶ νὰ μᾶς θερμάνει.  Ἀλλοίμονό μας! Δὲν ἐρχόμαστε σὲ ἐπίγνωση, ὥστε νὰ ἀναφωνήσουμε μετὰ τοῦ Παύλου: «Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος. Τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου αὐτοῦ;» (Ῥωμ. ζ΄ 24).
.        Τὶς ὀλίγες δεκαετίες ποὺ ἔχει ἐπιτρέψει ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς νὰ ἀγωνιζόμαστε στὸ στάδιο τῆς παρούσης ζωῆς βλέπουμε καὶ θλιβόμαστε γιὰ τὶς ἀλλαγὲς καὶ τὶς ἀλλοτριώσεις τοῦ κόσμου καὶ μάλιστα τῶν Χριστιανῶν. Δυστυχῶς, «ἡ ἀγάπη ἐψύγη, ἡ ἐγρήγορσις ἐμειώθη, ἡ πίστις ἠτόνησεν». Ἑτοιμαζόμεθα νὰ γιορτάσουμε Χριστούγεννα μὲ ἀπουσία τοῦ Βρέφους Ἰησοῦ. Δὲν μεριμνοῦμε γιὰ τὴν πνευματικὴ τελειότητα, γιὰ τὴν καθαριότητα τῆς ψυχῆς μας, γιὰ νὰ βρεῖ τόπο νὰ κατοικήσει ὁ Κύριός μας. Μεριμνοῦμε γιὰ τὶς ὑλικὲς ἀπολαύσεις καὶ παραμελοῦμε τὶς πνευματικές. Ἀντικαθιστοῦμε τὸν Ἥλιο Χριστὸ μὲ τὶς φωτεινὲς γιρλάνδες καὶ τὰ φῶτα στοὺς δρόμους καὶ στὰ σπίτια μας. Προγραμματίζουμε τὶς ἐκδρομές, τὶς διασκεδάσεις, τὶς οἰνοποσίες, τὰ πλούσια γεύματα, τὴν ἐνήδονη ζωή. Προγραματίζουμε Χριστούγεννα χωρὶς Χριστό. Τὸ  ταπεινὸ βρέφος τῆς Βηθλεὲμ  δὲν μᾶς συγκινεῖ. Στὰ πρόσωπα τῶν ἀδελφῶν μας δὲν βλέπουμε τὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Δὲν τὸν ἀγαποῦμε. Μᾶς ἐνδιαφέρει μόνον ὁ ἑαυτός μας καὶ τὶς προσωπικές μας ἀνάγκες μόνον θεραπεύουμε. Ὅλος ὁ κόσμος περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας. Καταντήσαμε ἐγωκεντρικοὶ καὶ ὄχι χριστοκεντρικοί. Ἀλλοίμονόν μας, θὰ ἐκτροχιασθοῦμε καὶ μὲ πάταγο θὰ εὑρεθοῦμε στὸ πῦρ τὸ ἐξώτερο. Ἂς ἀγωνισθοῦμε ἡ προσμονή μας νὰ μᾶς ὁδηγήσει σὲ ἔντονη παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὴν ζωή μας, μὲ μέριμνα γιὰ τὴν πνευματική μας ὁλοκλήρωση, μὲ συμπάθεια πρὸς τοὺς πάσχοντες καὶ ἐμπεριστάτους, μὲ εὐλάβεια πρὸς τὸ Θεῖο Βρέφος, τὸν Λυτρωτήν μας Ἰησοῦ, γιὰ νὰ ἀναγεννηθοῦμε καὶ νὰ ζήσουμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά Του. Ἡ τροχιὰ τῆς ζωῆς μας νὰ εἶναι σταθερὴ γύρω ἀπὸ τὸ Φῶς Του, «ἵνα μὴ σκοτία ἡμᾶς καταλάβῃ» (Ἰωάν. ιβ΄ 35), ὥστε νὰ ζοῦμε μέσα στὸ ἀπρόσιτο φῶς τῆς Θείας Χάριτος ὁδηγούμενοι χωρὶς παύση ἀπὸ τὸ πάμφωτο ἀστέρι τῆς Βηθλεέμ, τὸ ἀστέρι τῆς ἀλήκτου μακαριότητος.

,

Σχολιάστε

ΚΑΤΑΛΑΛΙΑ καὶ ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ (Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου)

Καταλαλιὰ καὶ κατάκριση

Κων/νου Ἀθ. Οἰκονόμου
 δασκάλου -συγγραφέα

ΤΑ “ΦΙΛΤΡΑ” ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ: Κάποτε, ἐνῶ ὁ Σωκράτης βάδιζε στὴν Ἀγορά, κάποιος γνωστός, τοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι ἔχει νὰ τοῦ πεῖ κάτι σημαντικὸ γιὰ κάποιον μαθητή του. Ὁ Σωκράτης τοῦ ζήτησε, νὰ κάνουν πρῶτα τὸ τέστ τῆς “τριπλῆς διύλισης”. “Τριπλή διύλιση;” ρώτησε ἀπορώντας ἐκεῖνος. “Ναί, πρὶν πεῖς τί ἄκουσες γι᾽αὐτόν, θὰ ἤθελα νὰ φιλτράρουμε αὐτὸ ποὺ θὰ μοῦ πεῖς. Τὸ πρῶτο, λοιπόν, φίλτρο εἶναι τῆς ἀλήθειας. Εἶσαι σίγουρος ὅτι αὐτὸ ποὺ πρόκειται νὰ μοῦ πεῖς εἶναι ἀλήθεια;” “Ὄχι ἀκριβῶς, ἁπλὰ τὸ ἄκουσα καί…”, ψέλλισε ὁ συνομιλητής του. Κι ὁ Σωκράτης συνέχισε: “Μάλιστα. Ἄρα δὲν ἔχεις ἰδέα ἂν αὐτὸ ποὺ θὰ μοῦ πεῖς εἶναι ἀλήθεια ἢ ψέματα. Ἂς δοκιμάσουμε τὸ δεύτερο φίλτρο, αὐτὸ τῆς καλοσύνης. Αὐτὸ ποὺ πρόκειται νὰ πεῖς γιὰ τὸν μαθητή μου εἶναι κάτι καλό;” “Καλό; Ὄχι· τὸἀντίθετο μᾶλλον”, ἀπάντησε θορυβημένος ἐκεῖνος. “Ἄρα”, εἶπε ὁ Σωκράτης, “θέλεις νὰ πεῖς κάτι κακὸ γι᾽αὐτόν, ἂν καὶ δὲν εἶσαι καθόλου σίγουρος ὅτι εἶναι ἀλήθεια.” Ὁ γνωστός του ἔσκυψε τὸ κεφάλι ἀπὸ ἀμηχανία. “Παρόλα αὐτά”, προσέθεσε ὁ μεγάλος φιλόσοφος, “μπορεῖς ἀκόμα νὰ περάσεις τὴ δοκιμασία, γιατί ὑπάρχει καὶ τὸ τρίτο φίλτρο, τῆς χρησιμότητας. Εἶναι αὐτὸ ποὺ θέλεις νὰμοῦ πεῖς γι’ αὐτὸν κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ μοῦ φανεῖ χρήσιμο (ὠφέλιμο);” “Ὄχι· δὲν νομίζω”, ἀπάντησε ὁ “πληροφοριοδότης”. “Ἄρα, λοιπόν, ἀφοῦ αὐτὸ ποὺ θὰ μοῦ πεῖς δὲν εἶναι οὔτε ἀλήθεια οὔτε καλὸ οὔτε ὠφέλιμο, γιατί θὰ πρέπει νὰ τὸ ἀκούσω;”, κατέληξε ὁ Σωκράτης. Κι ἐκεῖνος ἔφυγε ντροπιασμένος, παίρνοντας ἕνα καλὸ μάθημα.

ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ “ΥΛΙΚΟ” ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ: Μὲ τὴν κακολογία συκοφαντοῦμε ἀνθρώπους, τοὺς διασύρουμε ἐξευτελίζοντάς τους, ἔχοντας δηλητήριο μίσους καὶ ζηλοφθονίας, χωρὶς νὰ ὑπολογίζουμε ὅτι αὐτὸ μειώνει τὴν ὑπόληψη κάποιων ἀνθρώπων. Μὲ τὴν καταλαλιὰφανερώνει κανεὶς ἐλαττώματα τοῦ ἀδελφοῦ του. Μὲ τὴν κατάκριση καταδικάζει τὰ φανερά. Δὲν ὑπάρχει ποτὲ καταλαλιά, ποὺ νὰγίνεται ἀπὸ εὐθύτητα καρδίας. Τὸ πάθος τῆς φιλοκατηγορίας εἶναι ἀφύσικο ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Ψυχολογίας, γιατί στρέφεται κατὰ ἄλλου χωρὶς προσδοκία κέρδους γιὰ τὸν φιλοκατήγορο, καὶ τὸ μόνο ποὺ ἐπιτυγχάνει εἶναι ἡ “μείωση” αὐτοῦ ποὺ κατηγορεῖ, σὲἀντίθεση μὲ ἄλλες πράξεις, π.χ. τὴν κλοπή, ὅπου ὁ διαπράττων στερεῖ κάτι ἀπὸ κάποιον, ἀλλὰ τὸ κερδίζει ὁ ἴδιος. Μὲ τὴν καταλαλιὰ-κακόηθες κουτσομπολιὸ ἔχει δαιμονικὸ κέρδος παρὰ ἀνθρώπινο: τὴν ἐξουδένωση τοῦ πλησίον.

ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ: Κατὰ ἕναν ἄλλο ὁρισμὸ ἡ καταλαλιά, ἡ κατάκριση καὶ ἡ ἐξουδένωση εἶναι τρία στάδια τῆς ἴδιας κακότητας. Ἔτσι: Καταλαλιά εἶναι ἡ διάδοση μὲ λόγια ἁμαρτιῶν καὶ σφαλμάτων τοῦ πλησίον. Με τὴ διάδοση αὐτή, κάποιος «καταλαλεῖ», μιλάει ἐμπαθῶς, ἐναντίον κάποιου, σχετικὰ μὲ ὑπαρκτὸ ἢ ἀνύπαρκτο – καὶ τότε πρόκειται γιὰ συκοφαντία – ἁμάρτημά του.  Κατάκριση είναι ἡκατηγορία κατὰ τοῦ ἴδιου ἀνθρώπου, λέγοντας ὅτι αὐτὸς εἶναι ψεύτης, ὀργίλος, κλέφτης, κατακρίνοντας τὴ διάθεση τῆς ψυχῆς του, βγάζοντας γενικὰ συμπεράσματα. Καὶ αὐτὸ εἶναι πολὺ κακό. Γιατί εἶναι ἄλλο νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι κάποιος ὀργίστηκε καὶ ἄλλο νὰ πεῖ ὅτι κάποιος εἶναι ὀργίλος βγάζοντας γενικὸ συμπέρασμα. Ὁ Κύριος λέει γιὰ τοὺς κατακρίνοντες: «ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου.” (Λουκ. ϛ΄ 42). Βαρύτερο παράπτωμα ἀπὸ τὴν κατάκριση εἴναι η ἐξουδένωση, ὅταν, ὄχι μόνον κατακρίνει κανεὶς κάποιον, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐκμηδενίζει, ἀποστρεφόμενος αὐτὸν σὰν κάτι ἀηδιαστικό.

Η ΑΝΩΘΕΝ ΣΟΦΙΑ: Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη διαβάζουμε: «Τὸν καταλαλοῦντα λάθρα τὸν πλησίον αὐτοῦ, τοῦτον ἐξεδίωκον» (Ψλμ. ρ΄ 5). Ἡ Καινὴ Διαθήκη λέει: «ἐν ᾧ γὰρ κρίνεις τὸν ἕτερον, σεαυτὸν κατακρίνεις», ἐνῶ ἀλλοῦ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τονίζει: «ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε» (Ματθ. ζ´ 2). Ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς προσθέτει: “Δὲν εἶναι, ἀλήθεια, ν᾽ ἀπορεῖ ὁ ἄνθρωπος ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἀφαιροῦν τὸ δικαίωμα τοῦ Υἱοῦ νὰ κρίνει καί, σὰν ἀναμάρτητοι, κρίνουν οἱ ἴδιοι καταδικάζοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον;” Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, τονίζει πὼς γιὰ ὅσα ἁμαρτήματα κατηγορήσαμε τὸν πλησίον θὰ πέσουμε καὶ ἐμεῖς στὰ ἴδια. Ἀκόμη γράφει: Γιὰ τὴν προέλευσή της: “Καταλαλιά, ἀποκύημα μίσους. Λεπτὴ νόσος, κεκρυμμένη καὶ λανθάνουσα βδέλλα, ἀγάπης ἐκδαπανῶσα καὶἐξαφανίζουσα αἷμα· ἀγάπης ὑπόκρισις· καρδίας ρύπου καὶ βάρους πρόξενος· ἀφανισμὸς ἁγνείας.” Ὁ Ἰωάννης πιστεύει ὅτι ἡ κατάκριση: “εἶναι ἀναιδὴς ἁρπαγὴ τοῦ δικαιώματος τοῦ Θεοῦ, καὶ ὄλεθρος τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ποὺ κατακρίνει”, δίνοντας στὸ πάθος προέλευση φαρισαϊκή. Γιὰ τὴν ὠφέλεια τῆς ἀποφυγῆς τῆς κατάκρισης διηγεῖται τὸ Γεροντικό: “Ἕνας μοναχὸς σ᾽ ἕνα Κοινόβιο, ἀμελὴς στὰπνευματικά, ἔπεσε βαριὰ ἄρρωστος. Κι ἐνῶ βρισκόταν στὴν ἐπιθανάτια κλίνη, ἔχαιρε. Στοὺς συμμοναστές του, ποὺ ἀποροῦσαν γιὰ τὴν παρρησία του, διευκρίνισε: “Ἤμουν πάντα ἀμελὴς στὰ πνευματικά, ὅμως ἕνα πράγμα τήρησα μὲ ἀκρίβεια: Δὲν κατέκρινα ποτέ μου ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ σκοπεύω νὰ πῶ στὸ Δεσπότη Χριστό, ὅταν παρουσιαστῶ: «Σύ, Κύριε, εἶπες, μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε», κι ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ μὲ κρίνει αὐστηρά”. Κι ὁ ἡγούμενος τοῦ ἀπάντησε μὲ θαυμασμό: “Πήγαινε εἰρηνικὰ στὰ αἰώνιο ταξίδι σου, ἀδελφέ. Ἐσὺκατόρθωσες, χωρὶς κόπο νὰ σωθεῖς”. Ἀλλοῦ διαβάζουμε γιὰ ἕναν γέροντα ποὺ κρίνοντας γιὰ κάποιο σφάλμα ἕναν ἀδελφό του εἶχε πεῖ: “πολὺ ἄσχημα ἔκανε”. Ὅταν αὐτὸς ὁ ἀδελφὸς πέθανε, Ἄγγελος Κυρίου πῆγε στὸ γέροντα κρατώντας τὴν ψυχὴ ἐκείνου λεγοντας: “Αὐτὸς ποὺ κατέκρινες, πέθανε. Ποῦ ὁρίζεις νὰ τὸν κατατάξω;” “Ἥμαρτον”, ἐφώναξε ἔνδακρυς ὁ Γέροντας. Καὶ ἔκτοτε παρακαλοῦσε καθημερινὰ τὸν Θεὸ νὰ τοῦ συγχωρήσει ἐκείνη τὴν ἁμαρτία, ἐνῶ δὲν τόλμησε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του νὰ κατακρίνει ἄνθρωπο.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Ἡ κακολογία ἑδρεύει στὴν ὑποκριτικὴ ἀγάπη. Ἔτσι κρίνουμε κάποιον, δῆθεν, γιὰ νὰ τὸν διορθώσουμε. Ὅμως μὲ τὴν κατάκριση γινόμαστε ἐμπαθεῖς, ἐνῶ τὸ μόνο ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ κοροϊδεύουμε τὸν πλησίον μας χαιρέκακα, εἰσερχόμενοι ἔτσι στὸ “τέναγος” τοῦ παραλόγου πάθους τῆς καταλαλιᾶς. Ἡ καταλαλιὰ καὶ ἡ κατάκριση ἀντιμετωπίζονται μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ συμπόνοια πρὸς τὸν πλησίον διότι “ἡ ἀγάπη σκεπάζει πλῆθος ἁμαρτιῶν” (Α’ Πέτρ. δ΄8.). Ὁ φιλοκατήγορος δὲν σταματᾶ στὴ ζημιὰ ποὺ κάνει στὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ περνᾶ τὶς κακολογίες καὶ σὲ ἄλλους “ἐνημερώνοντάς” τους γιὰ “γεγονότα” ἢ ὑποψίες, βάζοντας στὴν καρδιὰ τῶν ἀκροατῶν ἁμαρτίες. Ἂν ὅμως ὁ ἐμπαθὴς ἄνθρωπος εἶχε ἀγάπη, ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη θὰ σκέπαζε κάθε σφάλμα. Ὁ πατὴρ Παΐσιος τόνιζε: “Ὅταν δὲν ἔχεις ἀγάπη, δὲν βλέπεις μὲ ἐπιείκεια τὰ λάθη τῶν ἄλλων, ὁπότε τοὺς ταπεινώνεις μέσα σου καὶ τοὺς κατακρίνεις.” Ἄρα ἡ λύση εἶναι μόνο ἡ ἀγάπη. Λέει πάλι ὁ ἅγιος τῶν καιρῶν μας: “Μὴν κρίνετε κανέναν. Ὁ πονηρὸς παρακινεῖ τοὺς ἀνθρώπους νὰ κάνουν ἀταξίες, καὶ βάζει λογισμοὺς σὲ ἄλλους, γιὰ νὰ κρίνουν καὶ νὰ κατακρίνουν, καὶ ἔτσι νικάει καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ. Καὶ αὐτοὶ μὲν ποὺνικιοῦνται καὶ κάνουν ἀταξίες, αἰσθάνονται μετὰ ἐνοχὴ καὶ μετανοοῦν, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ποὺ κατακρίνουν δικαιώνουν τὸν ἑαυτό τους, ὑπερηφανεύονται καὶ καταλήγουν στὴν ἴδια πτώση μὲ τὸν πονηρό, τὴν ὑπερηφάνεια.”

ΑΥΤΟΜΕΜΨΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΗ: Οἱ ἅγιοι πῶς ἁγίασαν; Εἶχαν στραφεῖ στὸν ἑαυτό τους καὶ ἔβλεπαν μόνον τὰ δικά τους πάθη. Μὲαὐτοκριτικὴ καὶ αὐτομεμψία, καθάρισαν τοὺς ψυχικοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἔφτασαν νὰ βλέπουν καθαρὰ καὶ βαθιά. Ἔβλεπαν τὸν ἑαυτότους κάτω ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους θεωρώντας τους καλύτερους ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Εἶχαν ἀποκτήσει διάκριση, ὥστε νὰ δίνουν στοὺς ἄλλους ἐλαφρυντικὰ δικαιολογώντας τους. Οἱ Πατέρες λένε πὼς πρέπει, μιμούμενοι τοὺς ἁγίους, νὰ βλέπουμε μὲ πόνο αὐτὸν ποὺ σφάλλει. Ἂς σκεφτόμαστε τὸ παρελθὸν τοῦ ἀνθρώπου, τὶς εὐκαιρίες ποὺ τοῦ δόθηκαν νὰ καλλιεργήσει τὸν ἑαυτό του καὶ τὶς ἀναξιοποίητες εὐκαιρίες ποὺ εἴχαμε ἐμεῖς. Αὐτὸ θὰ μᾶς φέρει σὲ κατάνυξη καὶ θὰ ταπεινωθοῦμε βλέποντας πὼς δὲν ἀνταποκριθήκαμε, στὶς δωρεὲς ποὺ μᾶς δόθηκαν. Τότε, κατὰ τοὺς Πατέρες, θὰ νοιώσουμε μόνο ἀγάπη καὶ πόνο γιὰ τὸν ἀδελφὸ ποὺ δὲν εἶχε τὶς δικές μας εὐκαιρίες καὶ θὰ προσευχηθοῦμε γι’ αὐτόν.

, ,

Σχολιάστε