Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ"

ΑΝΑΙΔΕΙΑ καὶ ΦΙΛΟΤΙΜΟ (Ἅγ. Παΐσιος Ἁγιορ.)

ΑΝΑΙΔΕΙΑ καὶ ΦΙΛΟΤΙΜΟ

Ἅγ. Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης

.               Ὅταν βλέπω ὅτι ὁ ἄλλος δὲν βοηθιέται ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον μου, τὴν καλωσύνη, τὴν ἀγάπη, τότε λέω ὅτι δὲν ἔχω συγγένεια μαζί του καὶ ἀναγκάζομαι νὰ μὴν τοῦ φέρωμαι μὲ καλωσύνη. Κανονικά, ὅσο καλωσύνη σοῦ δείχνουν, τόσο πρέπει νὰ ἀλλοιώνεσαι, νὰ διαλύεσαι, νὰ λειώνης.
.            Ἐγὼ ἐξ ἀρχῆς φέρομαι σὲ ὅλους μὲ ἄνεση καὶ ἁπλότητα. Δὲν φέρομαι περιορισμένα, δῆθεν γιὰ νὰ μὴ δώσω θάρρος στὸν ἄλλον καὶ τὸν βλάψω. Δίνομαι ὁλόκληρος, γιὰ νὰ βοηθηθῆ, νὰ ἀναπτυχθῆ μέσα σ’ ἕνα κλίμα ἀγάπης, καὶ σιγὰ-σιγὰ τοῦ λέω τὰ κουσούρια του. Τὸν θεωρῶ ἀδελφό μου, πατέρα μου, παππού μου, ἀνάλογα μὲ τὴν ἡλικία του. Κάνω λιακάδα, γιὰ νὰ βγοῦν ὅλα τὰ φίδια, οἱ σκορπιοί, τὰ σκαθάρια – τὰ πάθη -, καὶ ὕστερα τὸν βοηθάω νὰ τὰ σκοτώση. Ἂν ὅμως δῶ ὅτι δὲν τὸ ἐκτιμάει αὐτὸ καὶ δὲν βοηθιέται ἀπὸ τὴν συμπεριφορά μου, ἀλλὰ ἐκμεταλλεύεται τὴν ἁπλότητά μου καὶ τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη μου καὶ ἀρχίζει νὰ φέρεται μὲ ἀναίδεια, τραβιέμαι σιγὰ-σιγά, γιὰ νὰ μὴ γίνη περισσότερο ἀναιδής. Ἀλλὰ στὴν ἀρχὴ δίνομαι ὁλόκληρος, γι’ αὐτὸ μετὰ ἔχω ἀναπαυμένη τὴν συνείδησή μου. Μία φορὰ στὴν Μονὴ Στομίου εἶχα πάρει ἕνα παιδί, γιὰ νὰ τὸ βοηθήσω, νὰ τοῦ μάθω καὶ τὴν τέχνη τοῦ μαραγκοῦ. Τοῦ φερόμουν μὲ πολλὴ καλωσύνη, τὸν εἶχα σὰν ἀδελφό. Ἔβλεπα ὅμως μερικὰ πράγματα ποὺ δὲν μὲ ἀνέπαυαν. Μία φορὰ τὸν ρωτάω: «Τί ὥρα εἶναι;». «Μὲ τὰ μυαλὰ τὰ δικά σου πάει τὸ ρολόι!», μοῦ λέει. Ἔ, τότε εἶπα: «Δὲν συμφέρει νὰ συνεχίσω ἔτσι. Θὰ συμμαζέψω σιγὰ-σιγὰ “τὰ μυαλά μου”, γιατί δὲν ὠφελεῖται». Κανονικὰ αὐτός, ἂν ἦταν φιλότιμος, ἔτσι ὅπως τοῦ φερόμουν, ἔπρεπε νὰ διαλυθῆ. Ἀλλὰ εἶδα ὅτι δὲν μὲ χωροῦσε, δὲν μὲ καταλάβαινε. Ὕστερα μόνος του ἔφυγε· δὲν τὸν ἔδιωξα. Βλέπεις, ἡ ἀνοχή, ἡ ἀγάπη κάνουν τὸν ἀναιδῆ πιὸ ἀναιδῆ καὶ τὸν φιλότιμο πιὸ φιλότιμο.

 

Advertisements

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ κατὰ τὸν ἅγιο Πορφύριο

 

«Τὸ θεµέλιο τῆς πνευµατικῆς ζωῆς
κατὰ τὸν ἅγιο Πορφύριο»

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Ἀπὸ τὸ Σηµειωµατάριο ἑνὸς Ὑποτακτικοῦ»,
τ. Α´, ἐκδ. «Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος»,
Μήλεσι 2016

– Τί κατάλαβα τόσα χρόνια κοντὰ στὸν Γέρoντα Πορφύριο; Κατάλαβα ὅτι ἡ ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωὴ ξεπερνάει τὴν διανοητικὴ κατανόηση τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως δηλαδὴ τὴν διανoητικὴ γνώση, ξεπερνάει τὴν ἐφαρµογὴ τόσον τῶν νοµικῶν κανόνων, δηλαδὴ τὸ τυπικό, ὅσον καὶ τῶν ἠθικῶν ἐπιταγῶν, δηλαδὴ τὴν ἠθικὴ συµπεριφορά, καὶ ἀπαιτεῖ τὴν τήρηση τῆς πρώτης καὶ µεγάλης ἐντολῆς: «Ἀγαπήσεις Κύριoν τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου» καὶ ἀσφαλῶς καὶ τὴν δευτέρα: «καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Ὅλη µάλιστα αὐτὴ ἡ ἀγάπη πρέπει νὰ ἀναπτύσσεται µέσα στὸ τρίπτυχο “ἀνιδιοτέλεια, ἑνότητα καὶ ταπείνωσις”.
.                Εἶναι χρήσιµη ἡ γνώση, εἶναι ὠφέλιµη ἡ τήρηση τῶν τύπων, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἠθικὴ ζωή, ἀλλὰ µόνα τους ὅλα αὐτὰ δὲν ἀρκοῦν. Χρειάζεται ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία φέρει σὲ προσωπικὴ κοινωνία τὸν πιστὸ µὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἔτσι ὁ πιστὸς λούζεται στὴν αἰσθητὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἀλλοιώνεται, γίνεται χαριτωµένος καὶ ἀκτινοβολεῖ τὴν χάρη ποὺ δέχεται.

Καὶ τί εἶναι ἡ ἀνιδιοτέλεια;
.              Εἶπε ὁ Γέροντας µία Μεγάλη Παρασκευὴ µετὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἑπιταφίου: «Θέλω νὰ παρακαλέσω τὸν Θεὸ νὰ βάλει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους στὸν Παράδεισo καὶ ἐµένα στὴν Κόλαση. Εἶναι πολὺ ἐφάµαρτο αὐτό;»
Ἔγραψε στὴν πνευµατική του διαθήκη:
– Τώρα ποὺ θὰ πάω στὸν οὐρανὸ ἔχω τὸ συναίσθηµα ὅτι ὁ Θεὸς θὰ µοῦ πεῖ: «Τί θέλεις ἐσὺ ἐδῶ;». Ἐγὼ ἔχω ἕνα νὰ τοῦ πῶ: Δὲν εἶµαι ἄξιος, Κύριε, γιὰ ἐδῶ, ἀλλὰ ὅ,τι θέλει ἡ ἀγάπη σoυ ἂς κάνει γιὰ µένα». Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα δὲν ξέρω τί θὰ γίνει. Ἐπιθυµῶ ὄµως νὰ ἐνεργήσει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Καὶ τί εἶναι ἑνότητα;
.              Μία βραδιὰ ποὺ τὴν φώτιζαν µόνο τ᾽ ἀστέρια στὸν οὐρανὸ ἐπιστρέφαµε µὲ τὰ πόδια ἀπὸ τὸ Καλλίσια τῆς Πεντέλης στὴν Πεντέλη καὶ µοῦ ἔλεγε κατὰ τὴν διαδροµὴ µέσα στὸ δάσος: «Τὸ µυστικὸ τῆς πνευµατικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἑνότητα. Πρέπει νὰ αἰσθανόµαστε ἐνωµένοι µἐ ὅλους, φίλους καὶ ἐχθρούς». Εἶπε πολλά. Ἀλλὰ τί µποροῦσε νὰ καταλάβει ἕνας ποὺ εἶχε µάθει νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν προσωπική του σωτηρία;
.              Ὁ Σεβασµιώτατος Χανίων κ. Eiρηναῖoς εἶπε κάποτε σὲ µία ραδιoφωνικὴ ἐκποµπή: Νὰ µερικὰ ἀπὸ ὅσα σηµείωσα ἀπὸ ὅσα ἄκουσα ἀπὸ τὸ στόµα του (τοῦ Γέρ. Πορφυρίου): «Δὲν µπορεῖς νὰ σωθεῖς µόνος σου, ἂν δὲν σωθοῦν καὶ οἱ ἄλλοι. Εἶναι λάθος γιὰ ὁποιονδήποτε νὰ προσεύχεται γιὰ τὸν ἑαυτό του, νὰ σωθεῖ ὁ ἴδιος. Τοὺς ἄλλους πρέπει νὰ ἀγαπᾶµε, τὸν κόσµο, νὰ µὴ χαθεῖ κανείς. Αὐτὸ ἔχει ἀξία».
.             Ὁ Γέρων Πορφύριος θεωροῦσε τὴν ἑνότητά µας µὲ ὅλους κεντρικὸ θέµα τῆς χριστιανικῆς µας ἀντιλήψεως καὶ ζωῆς. Moίραζε στοὺς ἐπισκέπτες του ἀποσπάσµατα ἀπὸ ἕνα λόγο τοῦ ἁγίου Συµεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου: «Ὅλους τοὺς πιστοὺς ὀφείλoυµε νὰ τοὺς βλέπουµε σὰν ἕνα…»

Καὶ τί εἶναι ταπείνωσις;
.             Δύσκoλo νὰ τὸ καταλάβει ὅποιος δὲν τὴν ἔχει. Ἡ ταπείνωσις εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἀποκτᾶται µόνο µὲ ἀνθρώπινη προσπάθεια, ἀλλὰ καὶ δὲν δωρίζεται χωρὶς προϋποθέσεις, οἱ ὁποῖες πάλι εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ποτὲ δὲν µπορεῖ ὁ ταπεινὸς νὰ καυχηθεῖ ὅτι ἔγινε ταπεινὸς µὲ τὴν προσπάθειά του.
.                Θὰ µπορούσαµε νὰ ποῦµε, κάνοντας διανοητικοὺς ἀκροβατισµούς, ὅτι ἡ ταπείνωση προϋποθέτει τὸ γνῶθι σαυτόν. Ὄχι ὅµως τὴν γνώση τῶν δυνατοτήτων µας, ἀλλὰ τὴν γνώση τῶν ἀσθενειῶν µας, τὴν γνώση τῆς ἀσθενείας µας. Χωρὶς τὴν ζωογόνο δύναµη τοῦ Θεοῦ ὁ ἀνθρωπoς, ὡσεὶ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ οὕτως ἐξανθήσει». «Χωρὶς ἐµοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Ὅλα ὅσα γίνονται «δι᾽ ἡµῶν» εἶναι ἔργα τοῦ Θεοῦ, «Τί ἔχεις ὃ οὐκ ἔλαβες; Εἰ δὲ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς µὴ λαβών;».
.              Ὅσο πλησιάζεις πρὸς τὸ φῶς, τόσο περισσότερο αἰσθάνεσαι τὴν σκοτεινότητά σου. Μακριὰ ἀπ᾽ τὸν ἥλιο νοµίζεις πὼς ἐκπέµπεις φῶς, κρατώντας ἕνα κεράκι. Κοντὰ στὸν ἥλιο συγκρίνεσαι µὲ αὐτὸν καὶ διαπιστώνεις ὅτι εἶσαι σκοτάδι.
.              Λογικὰ ἡ ταπείνωσις εἶναι αἴσθησις τῆς διαφoρᾶς µεταξὺ τοῦ ἀπολύτου φωτός, ποὺ εἶναι ὁ Θεός, ποὺ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόµενον εἰς τὸν κόσµον, καὶ τοῦ σκότους στὸ ὁποῖον θὰ εὑρίσκετο ὁ ἄνθρωπoς, ἐὰν δὲν τὸν ἐφώτιζε ὁ Θεός.
.           Καὶ ὅµως αὐτὸς ὁ ἀσθενὴς ἄνθρωπoς τολµᾶ νὰ πεῖ «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναµοῦντι µε Χριστῷ». Μπορεῖ µὲ τὴν δύναµη τοῦ Θεοῦ νὰ λέγει «στήτω ὁ ἥλιος κατὰ Γαβαὼν καὶ ἡ σελήνη κατὰ φάραγγα Αἰλών» (Ἰησ. Ναυῆ ι´12) καὶ νὰ σταµατάει τὴν κίνηση τῶν oὐρανίων σωµάτων, τὴν κίνηση τῆς γῆς γύρω ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ὥστε ταπείνωσις δὲν εἶναι ἡ ἀδυναµία, ἀλλὰ ἡ γνῶσις ὅτι ἡ δύναµις ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ χαρίζεται στὸν ἄνθρωπo.

 

 

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΠΩΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ; (Ἁγ. Νεκταρίου Πενταπόλεως)

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Μοναχοῦ Γερασίμου, Μικραγιαννανίτου,
Ἀκολουθίαι καὶ Βίος
τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Νεκταρίου
Ἐπισκόπου Πενταπόλεως τοῦ Θαυματουργοῦ,
μετὰ Παρακλητικοῦ Κανόνος, Χαιρετισμῶν καὶ Ἐγκωμίων,
ἐπιμελείᾳ Ἀρχιμ. Συμεὼν Κούτσα (νῦν Μητροπολίτου Ν. Σμύρνης),
ἔκδ. Ἱ. Μ. Ἁγίας Τριάδος Αἰγίνης, ἐν Ἀθήναις, χ.χ., σελ. 57.

ἠλ. στοιχ. «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

.                Ὁ θεῖος Νεκτάριος ἀνεδείχθη ἀληθῶς ἄγγελος ἐν σώματι. Συνεχέσι γὰρ προσευχαῖς καὶ συντόνοις ἱεραῖς μελέταις ἐσχόλαζε. Καὶ ἐκάθηρε καὶ καθήγνισε τελείως ἑαυτὸν ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος καὶ πάσης ὑλικῆς κατὰ νοῦν ἐμφάσεως, γενόμενος ταμεῖον τῶν δωρεῶν καὶ χαρισμάτων τοῦ Παρακλήτου καὶ πλήρης θείων ἐλλάμψεων. Καὶ ἦν τοῖς πᾶσιν ὑπὲρ ἄγαν ποθητὸς καὶ αἰδέσιμος, ἕλκων πρὸς ἑαυτὸν πάντας ὡς μαγνῆτις τὸν σίδηρον. Οὕτω διήγαγε τὴν μακαρίαν ζωὴν ὁ θεῖος οὗτος Πατήρ, ἀναζωγραφήσας ἐν ἑαυτῷ τῶν πάλαι Ἁγίων τὰς ἀρετὰς καὶ χάριτας ἐν τοῖς δεινοῖς καὶ χαλεποῖς τούτοις καιροῖς. Ἀσθενήσας δὲ μικρόν, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τῇ θ´ Νοεμβρίου μηνός, ἐν ἔτει 1920, ἐν τῷ ἐν Ἀθήναις νοσηλευτηρίῳ, φέροντι τὴν κλῆσιν «Ἀρεταίειον», τὸ δὲ ἱερὸν αὐτοῦ σκῆνος μετηνέχθη ἐν Αἰγίνῃ καὶ ἐτάφη ἐν τῇ ἱερᾷ αὐτοῦ Μονῇ. Ὁ θεῖος Νεκτάριος, πρὸς τοῖς ἄλλοις ἐκ Θεοῦ χαρίσμασιν, εἴληφε καὶ τὸ δαψιλῶς θαυματουργεῖν ἐν εὐκαιρίαις καὶ θλίψεσι, τοῖς προσερχομένοις αὐτῷ. Πάμπολλὰ δέ ἐστι τὰ θαύματα, ἅτινα ἐνήργησε καὶ ἐνεργεῖ τοῖς ἐγγὺς καὶ τοῖς μακράν, ἀσθενοῦντας θεραπεύων, δαίμονας διώκων, τοὺς ἐν κινδύνοις διασώζων, πολλοῖς δὲ καὶ φαινόμενος ὄψεσιν ἁγίαις καὶ πᾶσι παρέχων τὰ πρὸς σωτηρίαν αἰτήματα, ὡς ἡ δέλτος τῆς κατ’ αὐτὸν ὁσίας ζωῆς διεξοδικῶς ἱστορεῖ.

«Πῶς ἀκολουθῶμεν τῷ Σωτῆρι Χριστῷ»
Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως,
Περὶ ἐπιμελείας ψυχῆς ἕνδεκα ὁμιλίαι,
ἔκδ. Δ´, Ἀθῆναι 1999, ἐκδ. «Ἀποστολικὴ Διακονία»,
σελ. 33-34

«Ἀποβαίνομεν ἄρα ἐλεύθεροι, ἐνωτιζόμενοι τοῦ κηρύγματος τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, μένοντες ἐν αὐτῷ, αἴροντες τὸν σταυρὸν ἐπ᾽ ὦμον, καὶ ἀκολουθοῦντες αὐτῷ. Ἀπαρνούμεθα δὲ ἑαυτούς, ἀποτασσόμενοι τῷ νόμῳ τῆς σαρκὸς σὺν ταῖς πάθεσι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις, καὶ αἴρομεν τὸν σταυρόν, ὑπομένοντες ὑπὲρ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ πᾶσαν κακοπάθειαν. Κατάπαυσις δηλονότι τοῦ θελήματος τῆς σαρκός, ἐνέργεια τοῦ θελήματος τοῦ πνεύματος καὶ ὑποταγὴ τοῦ ἐλάσσονος τῷ κρείττονι, εἶνε ὁ τρόπος τοῦ νὰ διαμείνωμεν ἐλεύθεροι. Ἀνάγκη ἄρα ἀναπόδραστος νὰ ἀκολουθήσωμεν τῷ Κυρίῳ, διότι ἐὰν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐλευθερώσῃ ἡμᾶς, ὄντως ἐλεύθεροι ἐσόμεθα. Ναί, ἀληθῶς μόνος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ δύναται νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ, διότι οὗτός ἐστιν ἡ ἐλευθερία. “Ὁ δὲ Κύριος τὸ πνεῦμά ἐστιν. Οὗ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία”, λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (B´ Κορ. γ´ 17).
Τῷ Σωτῆρι Χριστῷ ἀκολουθοῦμεν, ἐὰν φυλάττωμεν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ καὶ ἀγαπῶμεν αὐτόν. Διότι αὐτὸς ὁ Σωτὴρ γνωρίζει ἡμῖν τοῦτο, λέγων “Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε” (Ἰω. ιδ´ 15) καὶ αὖθις “ἐάν τις ἀγαπᾷ με τὸν λόγον μου τηρήσει …ὁ μὴ ἀγαπῶν με τοὺς λόγους μου οὐ τηρεῖ” (Ἰω. ιδ΄ 23,24).
Κατὰ ταῦτα τῷ Χριστῷ ἀκολουθοῦμεν συνταυτίζοντες τὴν θέλησιν ἡμῶν πρὸς τὴν θέλησιν Αὐτοῦ, οὕτως ὥστε ἐνεργοῦντες, νὰ ἐνεργῆται ἐν ἡμῖν οὐχὶ τὸ θέλημα τὸ ἡμέτερον, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, νὰ ζῶμεν δὲ οὐχὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ νὰ ζῇ ἐν ἡμῖν ὁ Χριστός, ὡς περὶ ἑαυτοῦ λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος “ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς” (Γαλ. β´ 20)»

 

 

 

Σχολιάστε

«ΜΗ ΤΟ ΣΤΕΝΟΧΩΡΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ, ΜΗ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΟΥΜΕ, ΜΗ ΤΟΥ ΠΟΥΜΕ ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΙΑΣΟΥΝ ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΤΟΥ…!» (Ἅγ. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης)

«ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΑΛΚΙΝΟ ΤΕΙΧΟΣ
ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ»

(Ἀββάς Ποιμήν)

.             Ὅποιος «ἔχει θέλημα» καὶ δὲν τὸ καταπολεμᾶ διὰ τῆς ὑπακοῆς σὲ Πνευματικὸ πατέρα, ζεῖ ζωὴ ὑπερήφανη, ἐγωιστική, ζεῖ ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ πνεύματος καὶ βασανίζεται. Οἱ ἄνθρωποι ταλαιπωροῦνται καὶ ταλαιπωροῦν, διότι δὲν κόβουν τὸ θέλημά τους ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, κατὰ τὸ «Ὑπακούετε ἀλλήλοις».
.             Αὐτό, τὸ θέλημα εἶναι σύμφωνα μὲ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τὸ χάλκινο τεῖχος, ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό, διότι μᾶς ἐμποδίζει νὰ κάνουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Διαβάζουμε στὸ Γεροντικό: «Ὁ ἀββὰς Ποιμὴν εἶπε ὅτι τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τεῖχος χάλκινο ἀνάμεσα σ᾽ αὐτὸν καὶ τὸν Θεό, καὶ πέτρα ποὺ (γυρίζει) καὶ χτυπάει τὸν ἴδιο (τὸν ἄνθρωπο). Ἂν λοιπὸν τὸ ἐγκαταλείψει, θὰ λέει κι αὐτὸς (ὅπως ὁ προφήτης Δαβίδ): «Ἐν τῷ Θεῷ μου ὑπερβήσομαι τεῖχος» (Ψαλμ. ΙΖ´ 30). Ἂν πάλι τὸ δικαίωμα συνεργαστεῖ μὲ τὸ θέλημα, τότε ὁ ἄνθρωπος νικιέται»[1].
.             «Αἱματηρὸς» ἀγώνας ἀπαιτεῖται γιὰ τὴν ἀποβολὴ τοῦ ἰδίου θελήματος. «Ἡ Πατερικὴ πείρα χαρακτήρισε …τὸν ἀγώνα (τοῦ ἀνθρώπου) γιὰ τὴν ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος, σὰν μαρτύριο καὶ σταυρό. Ὁ ἀγώνας αὐτὸς ἀποτελεῖ βασικὸ στοιχεῖο τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας. Διότι ὅταν κανεὶς ἱκανοποιεῖ τὸ θέλημά του, ἀρχικὰ ἀπολαμβάνει τὴν τέρψη τῆς ἡδονῆς, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι ἐφήμερη, παραπλανητικὴ καὶ καταλήγει γρήγορα σὲ ἀπογοήτευση καὶ πίκρα. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ ἐκκοπὴ τοῦ θελήματος ἀξιολογεῖται περισσότερο ἀπὸ τὴ νηστεία καὶ τὴν προσευχή, οἱ ὁποῖες χωρὶς τὴν ὑπακοὴ αὐξάνουν τὸν ἐγωκεντρισμὸ καὶ ἐνισχύουν τὴ φιλαυτία. Αὐτὸς ποὺ ἐπιμένει στὸ θέλημά του ἔχει μεγάλη ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό του καὶ δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ»[2]. Ὅσοι δὲν ἀρνοῦνται τὸ θέλημά τους νοσοῦν ἀπὸ ὑπερηφάνεια καὶ αὐτοπεποίθηση.
.             «Ὁ ὑπερήφανος», γράφει ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, «δὲν ἀναζητεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ , ἀλλὰ προτιμᾶ νὰ κατευθύνει ὁ ἴδιος τὴ ζωή του (ἐνν. κάνοντας τὸ θέλημά του). Καὶ δὲν καταλαβαίνει πώς, χωρὶς τὸν Θεό, δὲν ἐπαρκεῖ τὸ λογικὸ τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ τὸν καθοδηγεῖ. Κι ἐγώ, ὅταν ζοῦσα στὸν κόσμο, προτοῦ νὰ γνωρίσω τὸν Κύριο καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐστηριζόμουν στὸ λογικό μου. Ὅταν ὅμως γνώρισα μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τότε παραδόθηκε ἡ ψυχή μου στὸν Θεὸ καὶ δέχομαι ὁ,τιδήποτε θλιβερὸ μοῦ συμβεῖ καὶ λέω: “Ὁ Κύριος μὲ βλέπει … Τί νὰ φοβηθῶ;” Προηγουμένως ὅμως δὲν μποροῦσα νὰ ζῶ κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο. Γιὰ ὅποιον παραδόθηκε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἡ ζωὴ γίνεται πολὺ εὐκολότερη, γιατί στὶς ἀρρώστιες, στὴ φτώχεια καὶ στὸ διωγμὸ σκέφτεται: “Ἔτσι εὐδόκησε ὁ Θεὸς καὶ πρέπει νὰ ὑπομείνω γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου”»[3] .
.             Ὁ πνευματικὰ ὑγιὴς ἄνθρωπος ἀφήνεται στὸν Θεό. Κάνει ὑπακοὴ καὶ ὅλα τοῦ γίνονται ὅπως τὰ θέλει, διότι δὲν θέλει τίποτα δικό του, ἀλλὰ πάντα αὐτὸ ποὺ θέλει ὁ Θεός. Ὅποιος ἔχει θέλημα καὶ ἐπιθυμίες αὐτὸς βασανίζεται καὶ βασανίζει.
.             Ὁ Γέροντας Πορφύριος ἦταν πολὺ αὐστηρὸς ἀπέναντι στὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν ἤθελε νὰ κάνει ὑπακοή. Χαρακτηριστικὰ ἔλεγε γιὰ κάποιον «ἀνυπότακτο ὑποτακτικό»: «Εἶχε ἔρθει ὁ … Τὸν κάλεσα, γιατί εἶπε ὅτι δὲν πηγαίνει στὴν ἐκκλησία, διότι στὴν ἐκκλησία παθαίνει κακό, ὅταν αἰσθάνεται κλεισμένο χῶρο καὶ δὲν μπορεῖ.
–Τοῦ λέω, τώρα τί εἶναι αὐτό, βρέ! Ἐγὼ θέλω νὰ πᾶς στὴν ἐκκλησία, νὰ σηκωθεῖς πρωὶ γιὰ νὰ ἔρθεις νὰ φυτέψουμε τὰ δέντρα. Κι ἐσύ μοῦ λὲς αὐτό;
–Ἄ, μπά, λέει, δὲν μπορῶ.
–Τοῦ λέω, ἄκου νὰ σοῦ πῶ, νὰ ξέρεις ὅτι σ’ ἔχω ἀφήσει ἐλεύθερο, δὲν σοῦ μιλάω, ἀλλὰ αἰσθάνομαι καὶ τύψεις, διότι ἐσύ, ἀντὶ νὰ συμμορφωθεῖς, πιὸ πολὺ ἐγωιστὴς γίνεσαι, γιατί ὅπου θέλεις, πηγαίνεις, ὅπου σοῦ καπνίσει, καὶ κάνεις καὶ ὅ,τι θέλεις καὶ ἔτσι ἰσχυροποιήθηκε τὸ θέλημά σου καὶ ζεῖς μέσα στὸ κακὸ πνεῦμα καὶ βασανίζεσαι. Ἐγώ, λέω, θ’ ἀρχίσω νὰ ἐφαρμόζω κανόνες. Δὲν ἔχεις διαβάσει περὶ ὑπακοῆς;
–Λέει, ἔχω διαβάσει.
– Ποῦ διάβασες;
– Στὴν “Κλίμακα”.
– Ἔ, δὲν θυμᾶσαι τί λέει;
– Ἔ, λέει, θυμᾶμαι. Ἀλλὰ τώρα, ἔτσι πού μοῦ τὰ λὲς μ’ ἐκβιάζεις καὶ δὲν μπορῶ ἐγώ.
– Ἐγώ, λέω, σ’ ἐκβιάζω;
– Γιατί μοῦ εἶπες ὅτι θὰ μοῦ δίνεις τρία παξιμάδια τὴν ἡμέρα νὰ τρώγω καὶ θὰ μὲ διώξεις ἀπ’ ἐδῶ. Δὲν εἶναι ἐκβιασμός;
– Ὄχι, εἶναι κανόνας αὐτός, γέροντας εἶμαι, μπορῶ νὰ σοῦ πῶ αὐτό. Τί θέλεις ἐσύ, νὰ σὲ πηγαίνουμε ὄπα ὄπα ὄπα; μὴ μοῦ ἅπτου, καὶ νὰ λέμε, πρόσεχε, μν τ στενοχωρήσουμε τ παιδί; Ν μν τ τραυματίσουμε, ν μν το πομε τίποτα κα τ πιάσουν τ νερα του, μελαγχολία του; Τ ντιδραστικά του; Δηλαδή, νὰ κοιτάζουμε ἐσένανε καὶ νὰ σὲ φοβούμαστε μήπως σοῦ ποῦμε καμιὰ λέξη καὶ στενοχωρηθεῖς. Αὐτὸ εἶναι μεγάλος ἐγωισμός, τοῦ λέω. Τί μοῦ κουβεντιάζεις;
–Μ’ ἐκβιάζεις, μοῦ λέει.
–Πῶς σ’ ἐκβιάζω;
–Νά, ποὺ μοῦ λὲς αὐτά.
–Δὲν εἶμαι πνευματικός σου; Δὲν ἔρχεσαι ἐδῶ, δὲν ἐξομολογεῖσαι, δὲν σοῦ διαβάζω εὐχὴ καὶ πηγαίνεις καὶ μεταλαβαίνεις; Δὲν ἔχω ὑποχρέωση νὰ σοῦ πῶ ἔτσι; Τί θὰ πεῖ σ’ ἐκβιάζω; Πρέπει ν μάθεις ν πακούεις, ν ταπεινώνεσαι»[4].
.           Ὁ Γέροντας-Πνευματικὸς Πατέρας ἔχει ὑποχρέωση νὰ κόβει τὸ θέλημα τοῦ ὑποτακτικοῦ-πνευματικοῦ του παιδιοῦ προκειμένου νὰ τὸν βοηθήσει πνευματικά. Ἔτσι θεραπεύεται ὁ ἄνθρωπος, διότι φεύγει ὁ ἐγωισμός, ἡ φιλαυτία ποὺ εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν παθῶν. Ἔτσι φεύγει καὶ ἡ κατάθλιψη.

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

[1] Παύλου μοναχοῦ Εὐεργετινοῦ, Μικρὸς Εὐεργετινός, κεφ. ΙΕ´: Νὰ μὴν ἀντιλέγουμε ἐριστικά, ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, σελ. 106 [users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/mikros_eyergetinos.htm.]
[2] π. Γεώργιος Κουγιουμτζόγλου, Λατρευτικὸ Ἐγχειρίδιο. Στοιχεῖα ἀγωγῆς γιὰ τὴν τάξη καὶ τὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδόσεις Συναξάρι, Θεσσαλονίκη 1998, [users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/leitoyrgika/glossary.htm]
[3] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, «Ὁ Ἅγιος Σιλουανός», Τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐλευθερία, σελ. 408.
[4] Ἁγ. Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, «Συνομιλία γιὰ τὴν κατάθλιψη», Μήλεσι 2014, σελ. 17-18.

 

 

, , ,

Σχολιάστε

«Θ. ΧΑΡΙΣ καὶ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ. ΟΧΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΤΕΧΝΕΣ καὶ ΨΥΧΟΛΟΓΙΕΣ» (Ἅγ. Παΐσιος Ἁγιορείτης) «Θεραπεύει ψυχές καί σώματα δίχως φάρμακα, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, καί τίς ἐξασφαλίζει καί τόν Παράδεισο».

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Γέροντος (Ἁγίου) Παϊσίου
«Ἐπιστολές»
ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστηρίου “Εὐαγγελ. Ἰωάννης ὁ Θεολόγος”,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης,
Α´ ἔκδοση 1994, σελ. 102-103,

.             Αὐτοί πού δέν εἶναι καλά πνευματικά, εἶναι μερικοί ἱερωμένοι πού σπουδάζουν ψυχολογία, γιά νά βοηθήσουν τίς ψυχές (μέ ἀνθρώπινες τέχνες). Καί τό παράξενο εἶναι πού οἱ δάσκαλοί τους, οἱ ψυχολόγοι, δέν πιστεύουν στόν Θεό καί δέν παραδέχονται οὔτε ψυχή, ἤ τήν παραδέχονται μέ ἕνα δικό τους τρόπο (σχεδόν ὅλοι). Ἀπό αὐτήν τήν πράξη τους οἱ κληρικοί αὐτοί φανερώνουν ὅτι πνευματικά εἶναι ἄρρωστοι καί ἔχουν ἀνάγκη ἀπό Ἁγιοπατερικές ἐξετάσεις, καί, ἀφοῦ θεραπευθοῦν, τότε θά διακρίνουν καί μόνοι τους τό ἄρρωστο αὐτό πνεῦμα καί θά γνωρίσουν παράλληλα καί τή θεία Χάρη, γιά νά χρησιμοποιοῦν στό ἑξῆς τίς ψυχές πού πάσχουν τήν θεία ἐνέργεια καί ὄχι τίς ἀνθρώπινες τέχνες.
.             Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βοηθηθεῖ νά πιστέψει στόν Θεό καί στή μέλλουσα ζωή, τήν αἰώνιο – συλλάβει δηλαδή τό βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς – καί μετανοήσει, ἀλλάξει ζωή, ἔρχεται ἀμέσως ἡ θεία παρηγοριά μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀλλοιώνει τόν ἄνθρωπο, διώχνοντας καί ὅλα τά κληρονομικά του. Ἔτσι ἔγινε σέ πολλούς ἀνθρώπους πού μετανόησαν, ἀγωνίστηκαν μέ φιλότιμο ταπεινά, χαριτώθηκαν, ἔγιναν καί Ἅγιοι καί τούς προσκυνᾶμε τώρα μέ εὐλάβεια καί ζητᾶμε καί τίς πρεσβεῖες τους, ἐνῶ πρίν εἶχαν πολλά πάθη καί κληρονομικά.
.             Ἐπί παραδείγματι, ὁ Ὅσιος Μωυσῆς ὁ Αἰθίοψ, ἐνῶ πρίν ἦταν ὁ πιό αἱμοβόρος ληστής, μέ κληρονομική κακία, μόλις πίστεψε στόν Θεό, μετανόησε, ἀσκήθηκε, ἔφυγαν ὅλα τά πάθη, τόν ἐπισκέφθηκε ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καί ἀξιώθηκε νά λάβει ἀκόμα καί τό προφητικό χάρισμα. Πέρασε δέ στήν εὐαισθησία ἀκόμα καί τό Μέγα Ἀρσένιο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀπό τή μεγαλύτερη ἀρχοντική οἰκογένεια τῆς Ρώμης, μέ κληρονομικές ἀρετές καί ἐπιστημονική μεγάλη μόρφωση.
.             Ἑπομένως, τό πᾶν εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καί τήν ψυχή μπορεῖ νά τήν βοηθήσει μόνο χαριτωμένος Πνευματικός, μέ πίστη, πού ἀγαπάει τήν ψυχή καί τήν πονάει, γιατί γνωρίζει τή μεγάλη της ἀξία, τήν βοηθάει στή μετάνοια, τήν ξαλαφρώνει μέ τήν ἐξομολόγηση, τήν ἐλευθερώνει ἀπό τό ἄγχος καί τήν ὁδηγεῖ στόν Παράδεισο ἤ πετάει τό λογισμό μέ τόν ὁποῖο βασανίζει τήν εὐαίσθητη ψυχή ὁ πονηρός, καί θεραπεύεται. Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀρρώστια στόν κόσμο ἀπό τό λογισμό, ὅταν δηλαδή πείσει ὁ διάβολος τόν ἄνθρωπο μέ λογισμούς ὅτι δέν εἶναι καλά. Ὅπως δέν ὑπάρχει καί ἀνώτερος γιατρός σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις ἀπό τόν ἔμπειρο Πνευματικό, πού ἐμπνέει ἐμπιστοσύνη μέ τήν ἁγιότητά του καί πετάει αὐτούς τούς λογισμούς ἀπό τά εὐαίσθητα πλάσματα τοῦ Θεοῦ καί θεραπεύει ψυχές καί σώματα δίχως φάρμακα, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, καί τίς ἐξασφαλίζει καί τόν Παράδεισο.

 

 

 

,

Σχολιάστε

ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ; (Χαρ. Μπούσιας)

Εἶναι ὁ Χριστὸς τὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας;

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.             Εἶναι ἡ ζωή μας χριστοκεντρική; Βλέπουμε σὲ κάθε στιγμή της τὸν Χριστὸ μπροστά μας, νὰ μᾶς εὐλογεῖ καὶ νὰ κατευθύνει τὰ βήματά μας; Γιὰ κάθε μας πράξη καὶ ἐνέργεια θέτουμε τὸ ἐρώτημα, ἂν αὐτὴ θὰ ἀρέσει στὸν Χριστό μας; Ἐγκαταλείπουμε τὸ ἐγώ μας καὶ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ θυσιασθοῦμε γιὰ τοὺς συνανθρώπους μας; Μποροῦμε μὲ παρρησία νὰ ἀναφωνοῦμε αὐτὸ ποὺ φώναζε μὲ στεντόρεια φωνὴ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. β´ 20);
.             Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς ἔχουμε ἀποθέσει τὸν ἑαυτό μας, τὰ προβλήματά μας, τὶς ἀγωνίες μας, τὶς βιοτικές μας μέριμνες, τὴν ὑγεία μας στὸν Χριστό μας; Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς ἔχουμε νεκρωθεῖ γιὰ τὸν κόσμο καὶ ζοῦμε μόνο γιὰ τὸ Σωτήρα μας Χριστό; Πόσοι μποροῦμε νὰ τοῦ λέμε: Λοιπόν, δὲν ζῶ πλέον ἐγώ, ὁ παλαιὸς ἑαυτός μου, ἀλλὰ ζεῖς μέσα μου Ἐσύ, ὁ γλυκύτατος Χριστός μου. Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς μποροῦμε νὰ ἀνοίξουμε διάπλατα τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας στὸν Χριστό, προκειμένου νὰ μπεῖ Ἐκεῖνος καὶ νὰ κατοικήσει μέσα μας; Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς παραδίδουμε τὸ τιμόνι τῆς ζωῆς μας στὸν Σωτήρα μας Ἰησοῦ ἀναγνωρίζοντάς τον ὡς σταθερὸ κυβερνήτη μας, γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει ὅπου Ἐκεῖνος θέλει καὶ ὄχι ὅπου ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε;
.             Ἐὰν πραγματικὰ ζοῦμε χριστοκεντρικά, καταλαβαίνουμε τί βάθος καὶ τί μεγαλεῖο κρύβει ἡ ἐν Χριστῷ ζωή! Δὲν πρόκειται γιὰ ἕνα σύστημα ἠθικῆς οὔτε γιὰ μιὰ σειρὰ ἀπὸ ἀκατανόητες τελετουργίες. Πρόκειται γιὰ ἕνα πέρασμα ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωή. Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα ὅλοι ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ ζοῦμε τὴ νέκρωση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καὶ συγχρόνως τὴν ἀνάσταση σὲ μιὰ νέα ζωή, τὴν ὁποία καλούμαστε νὰ διατηρήσουμε μὲ τὸν προσωπικό μας ἀγώνα κατὰ τῆς ἁμαρτίας. Ἂν ἀγωνιζόμαστε νὰ ἀκολουθοῦμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε νοιώθουμε νὰ φανερώνεται ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ μέσα μας, νὰ ζοῦμε χριστοκεντρικὰ καὶ νὰ δεχόμαστε τὴ χάρη Του σὰν ἁπαλὸ χάδι καὶ νὰ αἰσθανόμασθε τὴν παρουσία του σὰν χαρὰ καὶ εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίαση ἀτελεύτητη.
.             Χριστοκεντρικὴ ζωὴ σημαίνει σάλπισμα εἰρήνης, χαρᾶς καὶ προόδου. Πῶς νὰ ξεχάσουμε τὸ τραγούδι τῶν κατηχητικῶν μας χρόνων ποὺ λέει ὅτι «ὁ Χριστὸς εἶναι ποὺ δίνει τὴ χαρὰ καὶ τὴν εἰρήνη»; Χριστοκεντρικὴ ζωὴ σημαίνει ὅτι ζεῖ μέσα μας ὁ Χριστός· ὅτι ἔχουμε «τὸν Χριστόν ἐν τοῖς στέρνοις ἡμῶν», ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἡ πνοή μας, ἡ χαρά μας, ἡ δύναμή μας. Ὑπάρχει γλυκύτερη ἐμπειρία ἀπὸ τὸ νὰ ἔρχεται καὶ νὰ κατασκηνώνει στὴν καρδιά μας ὅλη ἡ Ἁγία μας Τριάδα; Ὑπάρχει μεγαλύτερη χαρὰ ἀπὸ τὸ νὰ ἔχουμε ἔνοικο στὴν κατοικία τῆς καρδιᾶς μας τόν Κύριο, θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος; «Τοῦ τὸν Χριστὸν ἔχοντος ἔνοικον τί γένοιτο ἂν μακαριώτερον πώποτε;». Αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη χαρὰ τοῦ χριστιανοῦ.
.             Χριστοκεντρικὴ ζωὴ σημαίνει ὅτι ἔχουμε «νοῦν Χριστοῦ» (Α´ Κορ. β´ 16). Οἱ σκέψεις μας εἶναι σκέψεις Χριστοῦ, πρῶτες καὶ καθαρές, ὄχι δεύτερες καὶ ρυπαρές, τὰ αἰσθήματά μας αἰσθήματα Χριστοῦ, οἱ πόθοι μας πόθοι Χριστοῦ, ἡ ζωή μας ζωὴ «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Σημαίνει ὅτι δίνουμε τὴν καρδιά μας ὁλοκληρωτικὰ καὶ ὄχι μέρος της στὸν Κύριο. Δὲν τοῦ νοικιάζουμε ἕνα διαμέρισμα τῆς καρδιᾶς μας, ἀλλὰ ὁλόκληρο τὸ οἰκοδόμημά της. Δὲν τὸν βάζουμε σὲ μιὰ ἀκρούλα τοῦ σπιτιοῦ μας, ἀλλὰ στὸ κέντρο του. Τὸν ἀγαποῦμε καὶ τὸν σεβόμαστε «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας μας». Χριστοκεντρικὴ ζωὴ σημαίνει ὅτι ἐφαρμόζουμε στὴν πράξη τό ἅγιο Εὐαγγέλιο, ὅτι πράττουμε τὰ ἀρεστὰ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Καθαρίζουμε τὰ χέρια μας οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἁγνίζουμε τὶς καρδιές μας οἱ δίψυχοι, σύμφωνα μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ Ἀδελφοθέου Ἰακώβου (Ἰακ. δ´ 8). Καὶ ὀφείλουμε νὰ τὶς ἁγνίζουμε, γιατὶ Ἐκεῖνος εἶναι πάναγνος καὶ πῶς θὰ κατοικήσει σὲ σπιλωμένο οἴκημα; Σημαίνει ἐπίσης ὅτι δείχνουμε σὲ ὅλους ἀγάπη καὶ καλωσύνη. Εἴμαστε εὐεργετικοί, σπλαχνικοί, φιλόστοργοι, συγχωροῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. ῞Οταν μέσα μας μένει ὁ Χριστός, λέγει ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας,, τί ἄλλο μᾶς χρειάζεται, ἤ ποιό ἀγαθὸ μᾶς διαφεύγει; Ἀρκεῖ καὶ ἐμεῖς νὰ μένουμε μαζί Του. Τότε καὶ ἔνοικο ἔχουμε καὶ κατοικία, ὥστε νὰ εἴμαστε μακάριοι τόσο γιὰ τὴν κατοικία μας ὅσο καὶ γιατὶ τὴν παραχώρησή της σὲ τέτοιο ἔνοικο. Ὅταν, λοιπόν, πάρουμε τὴν ἀπόφαση νὰ νοικιάσουμε τὸ σπίτι τῆς καρδιᾶς μας στὸν Χριστό, τότε ὅλα τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου θὰ εἶναι δικά μας, ἀφοῦ ὁ ἔνοικός μας εἶναι «ὁ δοτὴρ τῶν ἀγαθῶν», ὁ δωρεοδότης, ὁ ἀγαθόδωρος Κύριος. Τότε κάθε φαύλη πράξη καὶ ἐπιθυμία μας ἀπομακρύνεται, ἀφοῦ τίποτα πονηρὸ δὲν στέκεται ἐμπρὸς σὲ τόσο σορὸ ἀγαθῶν. Τίποτε πονηρὸ δὲν κατορθώνει νὰ μᾶς πλησιάσει, ὅταν ὁ Χριστὸς εἶναι μαζί μας, ὅταν κατοικεῖ στὴν καρδιά μας καὶ ὅταν ἡ ἁγιότητά Του διαπερνάει ὅλη μας τὴν ὕπαρξη καὶ βασιλεύει μέσα μας! Τὰ βέλη ποὺ ἔρχονται ἀπὸ ἔξω τὰ ἐμποδίζει Ἐκεῖνος νὰ μᾶς ἐγγίσουν, ἀφοῦ ἔχει περιφρουρήσει τὴν καρδιά μας μὲ τὴ χάρη Του. Ἀλλὰ καὶ κάθε τὶ τὸ φαῦλο ποὺ τυχὸν ὑπάρχει μέσα μας, τὸ ἀπομακρύνει ὠθώντας το, ὅπως τὰ μάτια μας διώχνουν μὲ τὸ δάκρυ τὰ ξένα σώματα ποὺ τολμοῦν νὰ εἰσχωρήσουν σὲ αὐτό. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μεγάλος ἔνοικος ποὺ γεμίζει ὅλη τὴν κατοικία Του μὲ χάρη, εἰρήνη, χαρά, δύναμη καὶ ὑγεία. Εἶναι ὁ φωτοδότης ἔνοικος, ποὺ διώχει τὰ σκότη. Εἶναι αὐτὸς ποὺ μᾶς ἐνδύει μὲ τὸ χιτώνα τῆς ἀφθαρσίας. Ζητάει ἀπὸ ἐμᾶς μόνο νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του καὶ νὰ τὸν ἀφήσουμε ἔνοικο τῆς καρδιᾶς μας, ποὺ γίνεται σπίτι Του καὶ νὰ τοῦ φωνάζουμε διαρκῶς: «Πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Σοὶ παραθώμεθα».
.             Ἔχοντας, λοιπόν, νοικάρη στὴν καρδιά μας τὸν Χριστὸ ζοῦμε χριστοκεντρικὰ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ μὴ νοιαζόμαστε γιὰ τὸν πρόσφυγα ἀδελφό μας ποὺ θλίβεται μόνο μὲ τὴ θύμηση τῆς γῆς ποὺ τοῦ λείπει. Μεριμνᾶμε γιὰ τὸν πάσχοντα, γιὰ αὐτὸν ποὺ λιώνει στὸ κρεββάτι τοῦ πόνου. Καὶ ὄχι μόνο μὲ στιγμιαία προσφορά, ἀλλὰ μὲ συνεχὴ καὶ ἀτελείωτη. Μοιράζουμε πραότητα καὶ συμπόνια, καλωσύνη καὶ ἀγάπη. Καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ ἀνάπλαση τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι ζήτημα ἐσωτερικῆς καθάρσεως. Ζήτημα προσωπικῆς καθάρσεως τοῦ καθενός μας καὶ γενναίας τοποθετήσεώς μας μπροστὰ στὶς ὑποχρεώσεις μας πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας.
.             Ὅταν περιστρεφόμαστε γύρω ἀπὸ τὸν Χριστό μας, ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές Του, ἀγωνιζόμαστε καὶ παλεύουμε μὲ τὸν κακὸ ἑαυτό μας, νικοῦμε τὸν ἐγωϊσμὸ καὶ προσφέρουμε τὶς δυνάμεις μας καὶ κάθε μας ἰκμάδα γιὰ ἐξυπηρέτηση τῶν συνανθρώπων μας. Ντυνόμαστε αὐταπάρνηση, ταπείνωση, ἀγάπη. Ἀντιτασσόμαστε στὸ μανιασμένο ξέσπασμα τοῦ μίσους, ποὺ φοβερίζει τὴν ἀνθρωπότητα, ἰδιαίτερα σήμερα, μὲ ἀφανισμό. Παίρνουμε στὰ χέρια μας τὴ ζύμη, γιὰ νὰ πλάθουμε μὲ τὸν πόνο καὶ τὴν ἀγάπη τὸν ἄρτο τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, τῆς αἰώνιας. Ἀνακαλύπτουμε τὸν ἄνθρωπο, τὴ γνήσια εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλα γύρω μας παίρνουν νόημα καὶ χάρη. Τὸ δάκρυ μας μαλακώνει κάθε σκληρότητα τῆς καρδιᾶς μας καὶ μέσα της φυτρώνουν τὰ ρόδα τῆς συμπόνοιας καὶ τῆς συμπαραστάσεως τῶν ἐμπεριστάτων, ἔτσι ὥστε ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ νὰ αἰσθανόμαστε πολῖτες τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, νὰ βιώνουμε τὴ διαβεβαίωση τοῦ Κυρίου μας «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστί» (Λουκ. ιζ´ 21 ).
.             Χριστοκεντρικὴ ζωὴ σημαίνει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ζωή μας. Εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος της, ἡ αἰτία καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ καθενός μας, εἶναι ἡ σφιχταγγαλιασμένη ἕνωσή μας μὲ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ὁ Σωτήρας μας, ὁ Λυτρωτής μας. Μὲ αὐτὸν ποὺ φωτίζει τὸ νοῦ μας, ἐνδυναμώνει τὴ θέλησή μας, ἁγιάζει τὴν καρδιά μας. Ὅταν ὁ Χριστὸς βρεῖ κατάλυμα στὴν καρδιά μας τότε ἔχουμε διαρκῆ ἐπικοινωνία μαζί του μὲ τὴν προσευχή μας, ρυθμίζουμε τὶς πράξεις καὶ τὶς ἐπιθυμίες μας σύμφωνα μὲ τὸ δικό Του θέλημα, ὥστε νὰ μὴν τὸν κακοκαρδίσουμε, καὶ προσδοκοῦμε τὴ Βασιλεία Του καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ κοντά Του.
.             Ὅμως, γιὰ νὰ κατοικήσει μέσα μας ὁ Χριστός, ὀφείλουμε νὰ νεκρώσουμε τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο. Αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς προτρέπει ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγοντας: «Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς»· δηλαδή, νεκρῶστε τὰ μέλη σας ποὺ ἐπιθυμοῦν τὶς γήϊνες ἀπολαύσεις καὶ ἡδονές. Νεκρῶστε κάθε πάθος καὶ ὑποδούλωση στὸ κακό, κάθε κακὴ ἐπιθυμία.
.             Μὲ τὸν Χριστό μας στὸ κέντρο ζοῦμε μιὰ νέα, ἐνάρετη καὶ ἁγία ζωή, ἡ ὁποία εἶναι ἀσυμβίβαστη μὲ τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα κατονομάζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πλεονεξίαν… ὀργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αἰσχρολογίαν». Αὐτός, ὁ Κύριός μας, δρᾶ σὰν ἀλεξικέραυνο καὶ διώχνει μακριὰ τοὺς κεραυνοὺς τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν καὶ τῶν κακῶν ἐπιθυμιῶν. Αὐτὸς μᾶς ἑνώνει γύρω Του, ὅπως ἡ ὄρνις τὰ κλωσσόπουλά της καταργώντας κάθε φυλετικὴ διαφορὰ ἢ κοινωνικὴ ἀνισότητα. Ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός». Δὲν ὑπάρχει πλέον διάκριση Ἕλληνα καὶ Ἰουδαίου, περιτμημένου Ἰσραηλίτη καὶ ἀπερίτμητου ἐθνικοῦ, βάρβαρου καὶ Σκύθη, δούλου καὶ ἐλεύθερου. Ὅλοι ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ μας εἴμαστε ἴδιοι.
.             Ὅλοι μας βάζουμε στὴ ζωή μας κάποιους στόχους καὶ ἀγωνιζόμαστε νὰ τοὺς φθάσουμε. Οἱ νέοι βάζουν στόχο νὰ σπουδάσουν καὶ νὰ βροῦν μιὰ καλὴ δουλειά, ἡ ὁποία θὰ τοὺς ἀποφέρει χρήματα καὶ ἴσως κοινωνικὴ ἀναγνώριση. Οἱ οἰκογενειάρχες βάζουν στόχο νὰ σπουδάσουν τὰ παιδιά τους καὶ νὰ τὰ ἀποκαταστήσουν ἐπαγγελματικά, οἰκογενειακὰ καὶ κοινωνικά. Ὅλοι βάζουν στόχους, βάζουν τὸν πήχυ ψηλά, καὶ ἀγωνίζονται. Ὁ ὑψηλότερος, ὅμως, πήχυς, ὁ ὡραιότερος ἀγώνας, ὁ καλύτερος στόχος, εἶναι ἡ ἕνωσή μας μὲ τὸν Χριστό, μὲ τὸν νοητὸ Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ κατέχει τὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας, ὥστε νὰ περιστρεφόμαστε γύρω Του, ὅπως οἱ πλανῆτες γύρω ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ἡ τάξη ποὺ ἐπικρατεῖ στὸ σύμπαν εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐπικρατεῖ καὶ στὶς καρδιὲς τῶν χριστιανῶν ποὺ ζοῦν χριστοκεντρικὴ ζωή. Τάξη στὴν προσευχή, τάξη στὶς ἐπιθυμίες, τάξη στὴ συμπεριφορά μας.
.             Στὴν προσευχή μας τότε ὁ Θεὸς εἶναι πολὺ οἰκεῖος. Στὶς ἐπιθυμίες μας δὲν ὑπάρχει προτεραιότητα στὰ χρήματα, στὴν κοσμικὴ ἐπιτυχία, στὴν καταξίωση. Ἀξία μας εἶναι ὁ Χριστός μας, ὁ ὁποῖος ἀπομαρύνει μακριὰ κάθε μας ἀπαξία. Ἡ πνευματικὴ ζωή, ἡ χριστοκεντρικὴ ζωὴ ποὺ συμφωνεῖ μὲ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μας, μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι εὔκολη, εἶναι, ὅμως, ἐπιτυχής. Ἀξίζει νὰ τὴν ἀκολουθήσουμε. Δὲν θὰ μετανοίωσουμε. Ὁ Χριστός μας εἶναι ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς, ἡ πηγὴ τῶν ἀγαθῶν, ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου, ἡ αἰώνια ζωή.
.             Σήμερα ὁ κόσμος δὲν ζεῖ χριστοκεντρικά. Ἔχει διώξει τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὴ ζωή του. Ἐκεῖνος σεβόμενος τὴν ἐλευθερία μας ἀπομακρύνεται θλιμμένος. Δὲν ἔχει φύγει μόνος Του. Ἐμεῖς τὸν διώξαμε μὲ τὴ συμπεριφορά μας, μὲ τοὺς ἐγωϊσμούς μας, μὲ τὶς ἁμαρτίες μας, μὲ τὴν αὐτονόμησή μας. Ἡ ἀπομάκρυνση, ὅμως, τοῦ Θεοῦ ἔχει καὶ τὶς συνέπειές της. Ἔτσι, ζοῦμε σὲ ἕνα κόσμο ταραγμένο. Σὲ ἕνα κόσμο ποὺ ψάχνει νὰ βρεῖ διεξόδους στὰ ἀδιέξοδά του, στὰ τυφλά. Ὁ Χριστός μας εἶναι τὸ φῶς τὸ ἀληθινό. Ἐὰν τὸ σβήσουμε περιπατοῦμε στὸ σκοτάδι καὶ «ὁ περιπατῶν ἐν τῆ σκοτίᾳ οὐκ οἶδεν ποῦ ὑπάγει» ( Ἰωάν. ιβ´ 35) μᾶς λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς τῆς ἀγάπης. Κοντὰ στὸ Χριστό μας εἴμαστε ἀσφαλισμένοι, μακρυά Του νοιώθουμε ἀνασφάλιστοι. Κοντά Του εἰρηνεύουμε, μακρυά Του ταραζόμαστε. Κοντά Του ζοῦμε ἥσυχα καὶ προοδεύουμε, μακρυά Του κινδυνεύουμε καὶ ὀπισθοχωροῦμε.
.             Σήμερα μὲ τὴν κρίση ποὺ μαστίζει τὴν πατρίδα μας ὅλοι νοιώθουμε ἀνασφαλεῖς, τὸ αὔριο ἔρχεται ἀβέβαιο, πόλεμοι καὶ συρράξεις ἀκούγονται γύρω μας καὶ ἡ ταραχὴ ἔχει καταλάβει τὸ μέρος τῆς εἰρήνης στὶς καρδιές μας. Τώρα περισσότερο, ὅμως, ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ ὀφείλουμε νὰ θρονιάσουμε στὶς καρδιές μας τὸν Χριστό μας, τὸ Ἄρχοντα τῆς Εἰρήνης, καὶ νὰ θυμηθοῦμε μὲ πόσο σαφῆ καὶ κατηγορηματικὸ τρόπο μᾶς διαβεβαιώνει ὁ ἴδιος λέγοντας στὸν καθένα μας: «Οὐ μὴ σὲ ἀνῶ, οὐδ’ οὐ μὴ σὲ ἐγκαταλίπω» (Ἑβρ. ιγ´ 5). Ὁ χριστοκεντρικὸς ἄνθρωπος δοξολογεῖ τὸν Θεό, ποθεῖ νὰ μένει κοντά του φωνάζοντας: «Κύριε, μεῖνον μεθ’ ἡμῶν» (Λουκ. κδ´ 29). Τότε νοιώθει τὸ χάδι Του καὶ ἀκούει τὴν εὐλογημένη του φωνὴ νὰ μᾶς λέει: Παιδί μου, δὲν πρόκειται νὰ σὲ ἀφήσω μόνο καὶ ἀπροστάτευτο. Βοηθός σου εἶμαι «ἐν θλίψεσι» (Ψαλμ. θ´ 10 ), γι’ αὐτὸ ζήτησέ Με. «Ἐπικάλεσαί με ἐν ὥρᾳ θλίψεως καὶ ἐξελοῦμαί σε» (Ψαλμ. μθ´ 15). Μὴν ἀπογοητεύεσαι ἐμπρὸς στὰ προβλήματα τῆς ζωῆς. Ζήτησε τὴ βοήθειά μου καὶ ἐγὼ θὰ σὲ βγάλω ἀπὸ κάθε δυσκολία. Σὲ περιμένουν καὶ ἐσένα θλίψεις, ἀλλὰ μὴν ἀπογοητευθεῖς ἀπὸ αὐτές. Παῖρνε δύναμη, μὴν κάμπτεσαι, μὴ χάνεις τὸ θάρρος σου. Ἐγὼ «νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιϛ´ 33). Ἡ πίστη σου ἂς γίνει πηγὴ δυνάμεως, πηγὴ ὑπομονῆς, πηγὴ ψυχικοῦ ἡρωϊσμοῦ, πηγὴ εἰρήνης. Ἐγὼ θὰ εἶμαι μαζί σου ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς ζωῆς σου «ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων» (Ματθ. κη´ 20) καὶ θὰ σοῦ δίνω πάντοτε χαρὰ καὶ εἰρήνη.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

«ΜΗ ΣΕ ΑΝΑΣΤΑΤΩΝΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΑΠ᾽ΟΣΑ ΣΕ ΒΡΙΣΚΟΥΝ»

Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου
Ἐπιστολὴ ρβ´ Θεοδότῳ ἀναγνώστῃ.

.             Τί φής; Πλείονά σοι τῶν προσδοκηθέντων τὰ κύματα ἐναπέστη νῦν, καὶ διὰ τοῦτο ἀλγεῖς; Διὰ τοῦτο μὲν οὖν αὐτὸ χαίρειν χρὴ καὶ σκιρτᾷν. Ἐπεὶ καί ὁ μακάριος Παῦλος οὕτως ἐποίει, νῦν μὲν λέγων· «Οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν»· νῦν δέ, ὅτι «Χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου». Ὅσῳ γὰρ ἂν μείζων καὶ τραχύτερος ὁ χειμὼν γένηται, τοσούτῳ πλείων ἡ ἐμπορία, λαμπρότεροι τῆς ὑπομονῆς οἱ στέφανοι, πολλὰ τὰ βραβεῖα. Ἐπεὶ καὶ αὐτός σου μὲν ἕνεκεν θαῤῥῶ· οἶδα γάρ σου τὸ ἀπερίτρεπτον, καὶ ἀκλινές, καὶ στεῤῥόν· τῶν δὲ ἐπιβουλευόντων ἕνεκεν ἀλγῶ καὶ δακρύω, ὅτι οὓς χρὴ ἐν τάξει εἶναι τῶν θεραπευόντων, τὰ τῶν ἐχθρῶν ἐπιδείκνυνται. Ἕν με λυπεῖ μόνον, τὸ τῆς τῶν ὀφθαλμῶν σου ἀσθενείας, ὧν καὶ σφόδρα ἀξιῶ πολύν σε ποιεῖσθαι λόγον, ἰατροῖς τε διαλεγόμενον, καὶ τὰ παρὰ σαὐτοῦ συνεισφέροντα. Ὡς τῶν γε θλίψεων τῶν ἐπαγομένων σοι (ὅπερ καὶ ἔμπροσθεν εἶπον), αὐτόν τε χαίρειν ἀξιῶ, καὶ ἐγὼ δὲ σοι συνήδομαι. Οἶδα γὰρ ὅσος ἐκ τούτου τίκτεταί σοι τῆς ὑπομονῆς ὁ καρπός. Μηδὲν οὖν σε θορυβείτω μηδὲ ταραττέτω τῶν παρεμπιπτόντων. Ἓν γάρ ἐστι χαλεπόν· ἁμαρτία μόνον. Ὡς τά γε ἄλλα πάντα ἀγρυπνοῦντί σοι καὶ νήφοντι καὶ κερδῶν ὑπόθεσις ἔσται μεγίστη, καὶ τὰ ἀπόῤῥητα ἐκεῖνα ἀγαθά, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, μετὰ πολλῆς οἴσει σοι τῆς δαψιλείας. Τοιαύτην τοίνυν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν πραγματευόμενος πραγματείαν, χαῖρε καὶ εὐφραίνου.

,

Σχολιάστε