Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ"

ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΩΣ

Τ Πατριαρχεο στόχος τς ναθεώρησης!

Τί κρύβει ἡ κυβερνητικὴ σπουδὴ στὴν πρόταση γιὰ τὴν πλήρη διαγραφὴ τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 3 στὸ Σύνταγμα

Ρεπορτὰζ
Ἀντώνης Τριανταφύλλου
ἐφημ. «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», 27.11.2018

.             Ὅταν ἡ κυβέρνηση στὶς ἀρχὲς τοῦ μήνα ἔδωσε στὴ δημοσιότητα τὴν πρότασή της γιὰ τὴν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος, ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ἡ δημόσια συζήτηση ἑστίασαν στὴν ἑρμηνευτικὴ δήλωση περὶ οὐδετερόθρησκου κράτους καὶ τὴν ἐπικοινωνιακὴ σπουδὴ τῆς κυβέρνησης νὰ πείσει ὅτι μὲ αὐτὴ τὴν προσθήκη ἑδραιώνει τὴν οὐδετερότητα τοῦ κράτους ἀπέναντι σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες.
.             Μία προσεκτικὴ ἀνάγνωση καὶ ἀντιπαραβολὴ τοῦ ὑφισταμένου ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος μὲ τὴν κυβερνητικὴ πρόταση, ὅμως, φανερώνει τὸν πραγματικὸ λόγο ποὺ «κόπηκε καὶ ράφτηκε» μὲ τὸν συγκεκριμένο τρόπο. Οἱ διατυπώσεις στὴν πρόταση τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα μὲ ἔμπειρους νομικοὺς ἑρμηνευτές, εἶναι τόσο εὔστοχες, ποὺ ἀκόμα καὶ ὁ πιὸ καλόπιστος ἀναγνώστης δὲν μπορεῖ νὰ παραγνωρίσει ὅτι στόχος δὲν εἶναι γενικὰ καὶ ἀόριστα ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ εἰδικὰ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Αὐτὸ γίνεται εὐκολότερα ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ Φανάρι οὐδέποτε ἐνημερώθηκε, ὅπως ὄφειλε νὰ κάνει ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνηση, γιὰ τὸ περιεχόμενο τῆς συνταγματικῆς ἀναθεώρησης, παρὰ τὸ ζωτικὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ αὐτὴ τὴ διαδικασία.
.             Ἡ ἀλλαγὴ ποὺ προτείνει ὁ ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα μὲ νομικοὺς κύκλους, μόνο πρόχειρη δὲν εἶναι. Ἁπλοποιεῖ ἐπικίνδυνα τὴ διατύπωση ποὺ περιγράφει τὸ πλέγμα τῶν σχέσεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ τὶς ἐν Ἑλλάδι ἐπαρχίες του, μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνπάγεται.
.             Ἡ ἐπιλεκτικὴ διόρθωση συγκεκριμένων σημείων, πολὺ περισσότερο ἡ σπουδὴ γιὰ τὴν πλήρη διαγραφὴ τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 3, ὅπως ἀναφέρουν οἱ ἴδιοι νομικοὶ κύκλοι, ὁδηγεῖ κάπου συγκεκριμένα καὶ ἐπικίνδυνα. Παύει ἡ γενικὴ ἀναφορὰ στὶς Νέες Χῶρες, κάτι ποὺ δυνητικὰ μπορεῖ νὰ ἀποδυναμώσει νομικὰ τὸν δεσμὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μὲ τὶς ἐπαρχίες του στὴ βόρεια Ἑλλάδα καὶ στὰ νησιὰ τοῦ ἀνατολικοῦ Αἰγαίου, καθὼς καὶ τὸ ἰδιαίτερο νομικὸ καθεστὼς τῶν Πατριαρχικῶν Σταυροπηγίων τῆς Μονῆς Βλατάδων στὴ Θεσσαλονίκη καὶ τῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Φαρμακολύτριας στὴ Χαλκιδική.
.             Μὲ ἐπιστολὴ ἀπὸ τὸ καλοκαίρι τοῦ 2017, ποὺ ἔφερε στὴ δημοσιότητα ἡ ἰστοσελίδα orthodoxia.info, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης εἶχε φροντίσει νὰ θέσει τὸν πρωθυπουργὸ τῆς Ἑλλάδας ἐνώπιον τῶν εὐθυνῶν του, καθιστώντας σαφὲς πὼς τὸ Φανάρι δὲν ἦταν σὲ καμία περίπτωση διατεθειμένο νὰ δεχτεῖ νὰ διαγραφοῦν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα οἱ ἀναφορὲς σὲ αὐτό, στὶς δικαιοδοσίες τοῦ ἀλλὰ καὶ στὴν Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Πράξη τοῦ 1928.
.             Οἱ ἐξελίξεις καὶ κυρίως ὁ τρόπος ποὺ διατυπώθηκε ἡ πρόταση τοῦ ΣΥΡΙΖΑ γιὰ τὴν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος φανερώνουν ὅτι τὸ αἴτημα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νὰ μὴ θιγεῖ καθόλου τὸ ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος ποτὲ δὲν ἐλήφθη ὑπ᾽ ὄψη.
.             Μὲ αὐτὰ τὰ δεδομένα ἡ σημερινὴ παρουσία τοῦ ὑπουργοῦ Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου ἐνώπιον τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ οἱ ἐξηγήσεις ποὺ θὰ δώσει -ἢ μᾶλλον οἱ δικαιολογίες ποὺ θὰ πρέπει νὰ ἐπιστρατεύσει- ἔχουν ξεχωριστὸ ἐνδιαφέρον.

Ἆρον ἆρον στὸ Φανάρι ὁ Γαβρόγλου

.             Δεύτερη φορὰ μέσα σὲ διάστημα δύο ἑβδομάδων ὁ Κώστας Γαβρόγλου ταξιδεύει στὴν Κωνσταντινούπολη, σὲ ρόλο πυροσβέστη τῆς δυσφορίας τοῦ Φαναρίου. Ὁ ὑπουργὸς Παιδείας, ὡς ἁρμόδιος γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα, θὰ σταθεῖ ἐνώπιόν της Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου καὶ θὰ κληθεῖ νὰ δώσει πειστικὲς ἐξηγήσεις γιὰ τὴν περιθωριοποίηση τῆς πρωτόθρονης Ἐκκλησίας ἀπὸ πολὺ σημαντικὲς διαπραγματεύσεις γιὰ τὴ συνταγματικὴ ἀναθεώρηση καὶ γιὰ τὴ συμφωνία Τσίπρα – Ἱερωνύμου. Μπορεῖ ὁ Κώστας Γαβρόγλου νὰ ὑποστηρίζει ὅτι ἡ συμφωνία ποὺ ἀνακοίνωσε στὶς 6 Νοεμβρίου ὁ Ἀλέξης Τσίπρας ἀφορᾶ ἀποκλειστικὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ ὄχι τὸ Φανάρι, αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι ἀληθές.
.             Τόσο ἡ συνταγματικὴ ἀναθεώρηση ὅσο καὶ οἱ προτεινόμενες δομικὲς ἀνατροπὲς ποὺ θὰ ἐπιφέρει πιθανὴ ἀλλαγὴ στὸ μισθολογικὸ καθεστὼς τῶν κληρικῶν στὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον τῶν ἀποσπάσεων κληρικῶν στὸ ἐξωτερικὸ ἀφοροῦν ἄμεσα καὶ τὴν πρωτόθρονη Ἐκκλησία, ἐφ᾽ ὅσον μέσα στὴ διαπραγμάτευση περιλαμβάνονται καὶ οἱ Νέες Χῶρες ποὺ ἀνήκουν πνευματικὰ στὸ Φανάρι, ἡ ἡμιαυτόνομη Ἐκκλησία τῆς Κρήτης καὶ οἱ μητροπόλεις τῶν Δωδεκανήσων ποὺ ὑπάγονται ἀπευθείας στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.

 

 

Advertisements

,

Σχολιάστε

«ΜΕΤΩΠΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ» (παραβίαση τῶν Ἀρχῶν τῆς Ἰσότητος καὶ τῆς Λαϊκῆς Κυριαρχίας)

ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ᾽ ΑΡΕΙῼ ΠΑΓῼ

ΕΥΒΟΙΑΣ 36Β΄ Α΄ ΟΡΟΦΟΣ –
ΑΘΗΝΑΙ ΤΗΛ. 690 77 27 088

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΙΣ

Ἐπί τῆς ἀτύπου συμφωνίας μεταξύ
Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος καί Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως
διά τήν ἀπόλυσιν ἁπάντων τῶν ἐν Ἑλλάδι ὑπηρετούντων Ἱερέων καί Λειτουργῶν

τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
καί τήν ἐντεῦθεν ἐπιδοματικήν των ἐνίσχυσιν.

ΘΕΣΙΣ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ:

Ὑπό τοῦ Ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Ἑστίας Πατερικῶν Μελετῶν Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου κ.κ. Σαράντου Σαράντου ἐτέθη ἡμῖν τό ζήτημα τῆς νομικῆς ἀξιολογήσεως καί ἐγκυρότητος τῆς ἀνωτέρω ἀτύπου συμφωνίας καί ἡ ἐπίδρασίς της τόσον ἐπί τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου, ὅσον καί ἐπί τοῦ Χριστεπωνύμου Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἐκ τῆς ἐν θέματι συμφωνίας παραβιάζονται ἀμέσως αἱ ἀρχαί τῆς ἰσότητος, τῆς ἰσονομίας καί τῆς Δημοκρατίας κατά παράβασιν τῶν ἑξῆς διατάξεων τοῦ Συντάγματος καί τοῦ Νόμου.

1) ΠΑΡΑΒΙΑΣΙΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΟΣ

.               Ἡ ἀνωτέρω ἄτυπος συμφωνία παραβιάζει πρωτίστως τάς δικαϊκάς ἀρχάς τῆς ἰσότητος καί τῆς ἰσονομίας καί παραβαίνει τάς διατάξεις τῶν παραγράφων 1 καί 2 τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Συντάγματος, ὡς καί τάς ὑπερνομοθετικῆς ἰσχύος διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐξ ἴσου κατοχυροῦν τάς δικαϊκάς ἀρχάς τῆς ἰσότητος καί τῆς μή διακρίσεως ἀμέσως ἰσχύουσαι 2 δυνάμει τοῦ ἄρθρου 28 παρ. 1 τοῦ Συντάγματος, ἤτοι τῶν ἄρθρων 2 καί 6 παρ. 1 ἐδάφιον πρῶτον τῆς Συνθήκης περί Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως, 7 ἐδάφιον πρῶτον τῆς Οἰκουμενικῆς Διακηρύξεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν περί Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων, 20 τοῦ Χάρτου θεμελιωδῶν δικαιωμάτων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως καί 26 ΔΣΑΠΔ. Συγκεκριμένως, κατ’ ἄρθρον 4 παράγραφοι 1 καί 2 Σ. ὁρίζεται ὅτι “1. Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Νόμου. 2. Οἱ Ἕλληνες καί αἱ Ἑλληνίδες ἔχουν ἴσα δικαίωματα καί ὑποχρεώσεις”. Δυνάμει δέ τοῦ ἄρθρου 2 τῆς Συνθήκης περί τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως προβλέπονται τά ἑξῆς: “Ἡ Ἕνωση βασίζεται στίς ἀξίες τοῦ σεβασμοῦ (…) τῆς ἰσότητας, τοῦ κράτους δικαίου, καθώς καί τοῦ σεβασμοῦ τῶν ἀνθρώπινων δικαιωμάτων, (…) Οἱ ἀξίες αὐτές εἶναι κοινές στά κράτη μέλη ἐντός κοινωνίας πού χαρακτηρίζεται ἀπό τόν πλουραλισμό, τήν ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων, τήν ἀνοχή, τή δικαιοσύνη, τήν ἀλληλεγγύη (…)”. Δυνάμει δέ τοῦ ἄρθρου 6 παρ. 1 ἐδάφιον πρῶτον τῆς Συνθήκης περί τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως προβλέπεται ὅτι: “Ἡ Ἕνωση ἀναγνωρίζει τά δικαιώματα, τίς ἐλευθερίες καί τίς ἀρχές πού περιέχονται στόν Χάρτη τῶν Θεμελιωδῶν Δικαιωμάτων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης τῆς 7ης Δεκεμβρίου 2000, ὅπως προσαρμόσθηκε στίς 12 Δεκεμβρίου 2007, στό Στρασβοῦργο, ὁ ὁποῖος ἔχει τό ἴδιο νομικό κῦρος μέ τίς Συνθῆκες”.
.               Κατά τό ἄρθρον δέ 20 τοῦ Χάρτου θεμελιωδῶν δικαιωμάτων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως ὁρίζεται ὅτι “ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Νόμου”. Προσέτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 7 ἐδάφιον πρῶτον τῆς Οἰκουμενικῆς Διακηρύξεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν υἱοθετηθείσης διά τῆς ἀπό 10-12-1948 καί ὑπ᾽ ἀριθ. 217 Α(ΙΙΙ) ἀποφάσεως τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν ὁρίζονται τά ἑξῆς: “Ὅλοι εἶναι ἴσοι απέναντι στόν Νόμο καί ἔχουν δικαίωμα σέ ἴση προστασία τοῦ Νόμου, χωρίς καμμία διάκριση”. Ἀκόμη συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 26 ἐδάφιον πρῶτον τοῦ ΔΣΑΠΔ κυρωθέντος διά τοῦ Ν. 2462/1997 (ΦΕΚ Α΄-25/26-2-1997): “ὅλα τά πρόσωπα εἶναι ἴσα ἐνώπιον τοῦ Νόμου καί ἔχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σέ ἴση προστασία τοῦ Νόμου”. Ἡ ἀρχή τῆς ἰσότητος, τῆς ἰσονομίας καί μή διακρίσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ θεμελιώδη κανόνα τοῦ Συντάγματος, ἀλλά καί τοῦ ἀναγκαστικοῦ διεθνοῦς καί τοῦ ἑνωσιακοῦ δικαίου, ἐπιτάσσει τήν ἰδίαν ρύθμισιν τῶν ὁμοειδῶν περιπτώσεων, ὅπως γίνεται δεκτόν κατά παγιωτάτην Νομολογίαν τόσον τοῦ παρ’ ἡμῖν Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας (ΟλΣτΕ 660/2018, 926/2018, ΣτΕ 686/2018), ὅσον καί πάντων τῶν διεθνῶν Δικαστηρίων, συμπεριλαμβανομένου τοῦ Δικαστηρίου τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως (mutatis mutandis ἀπόφασις ΔΕΚ τῆς 8ης-9-2005 ἐπί τῆς ὑποθέσεως ὑπ’ αριθ. C-191/03, North Western Health Board κατά Margaret McKenna). Ἐν προκειμένῳ συντελεῖται μαζική κατά τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου τῶν Λειτουργῶν τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας παραβίασις τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος διά μέσου τῆς ὡς ἄνω ἀτύπου συμφωνίας καί τῆς διά ταύτης ἐξαγγελθείσης ἀπολύσεως τῶν καί τῆς περαιτέρω ἐπιδοματικῆς των ἐνισχύσεως, καθ᾽ ὅσον τοιαύτη μεταχείρισις δέν ἐπιφυλάσσεται ὑπό τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους διά τούς Λειτουργούς τῶν ἑτέρων θρησκειῶν, ἤτοι διά τούς Μουφτῆδες, τούς παπικούς ἱερεῖς καί τούς Ραββίνους, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἴσου ὑπάλληλοι ὄντες τοῦ κράτους καί ἀμειβόμενοι διά τάς ὑπηρεσίας των πρός τούς πιστούς τῆς οἰκείας θρησκείας των, ἐν τούτοις οὐδόλως ἐξήγγελται καί δι᾽ αὐτούς ἀνάλογος ἀντιμετώπισις μαζικῆς ἀπολύσεως ἐπί τῇ βάσει τοῦ συγκεκριμένου κριτηρίου τῆς ἰδιότητός των. Ἐπί πλέον, ἡ ὡς ἄνω ἀντισυνταγματική καί παράνομος διάκρισις, τήν ὁποίαν ὑφίστανται οἱ Ὀρθόδοξοι Ἱερεῖς καί ὁ ἰδιότυπος οὗτος ἐργασιακός διωγμός, ἡ χαρακτηριστική μαζικότης τῶν ἐξαγγελλομένων ἀπολύσεων ἁπάντων ὅσων τυγχάνουν Λειτουργοί τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἐπί τῇ βάσει τῆς συγκεκριμένης των ἐργασιακῆς ἰδιότητος, συνεπάγεται ἄρδην κατάργησιν μιᾶς ὁλοκλήρου κοινωνικῆς τάξεως καί ἐργασιακῆς ὁμάδος ἀποτελουμένης ἐκ χιλιάδων ἀνθρώπων καί συνάμα συνιστᾶ μείζονα προσβολήν τῆς ἀξίας τῶν ὡς ἀνθρωπίνων ὄντων θίγουσα τήν προσωπικήν των ἀξιοπρέπειαν καί προσωπικότητα κατά παράβασιν τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 2 παρ. 1 καί 5 παρ. 1 τοῦ Συντάγματος, ἀκριβῶς ὁριζόντων ἀντιστοίχως τά ἑξῆς: “Ὁ σεβασμός καί ἡ προστασία τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελοῦν τήν πρωταρχικήν ὑποχρέωσιν τῆς Πολιτείας”. “Ἕκαστος δικαιοῦται νά ἀναπτύσση ἐλευθέρως τήν προσωπικότητά του καί νά συμμετέχη εἰς τήν κοινωνικήν, οἰκονομικήν καί πολιτικήν ζωήν τῆς Χώρας, ἐφ’ ὅσον δέν προσβάλλει τά δικαιώματα τῶν ἄλλων καί δέν παραβιάζει τό Σύνταγμα ἤ τά χρηστά ἤθη”. Προσέτι, ἡ νομική ὑποχρέωσις πάντων καί δή τῶν κρατικῶν ἀρχῶν νά σέβωνται καί νά προστατεύουν τήν ἀνθρωπίνην ἀξίαν καί προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου, ὡς καί τό ἀντίστοιχον δικαίωμα τῶν θιγομένων προσώπων κατοχυροῦται εἰς τάς ἑξῆς διατάξεις τοῦ Νόμου. Δυνάμει τοῦ προοιμίου τῆς Οἰκουμενικῆς Διακηρύξεως Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων διευκρινίζεται ὅτι: “(…) ἡ ἀναγνώριση τῆς ἀξιοπρέπειας, πού εἶναι σύμφυτη σέ ὅλα τά μέλη τῆς ἀνθρώπινης οἰκογένειας, καθώς καί τῶν ἴσων καί ἀναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων τους ἀποτελεῖ τό θεμέλιο τῆς ἐλευθερίας, τῆς δικαιοσύνης καί τῆς εἰρήνης στόν κόσμο. (…)
.               Ἐπειδή ἔχει οὐσιαστική σημασία νά προστατεύονται τά ἀνθρώπινα δικαιώματα ἀπό ἕνα καθεστώς δικαίου, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά μήν ἀναγκάζεται να προσφεύγει, ὡς ἔσχατο καταφύγιο, στήν ἐξέγερση κατά τῆς τυραννίας καί τῆς καταπίεσης (…). Ἐπειδή μέ τόν Καταστατικό Χάρτη, οἱ λαοί τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν διακήρυξαν καί πάλι τήν πίστη τους στά θεμελιακά δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, στήν ἀξιοπρέπεια καί τήν ἀξία τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας (…). Ἐπειδή τά κράτη μέλη ἀνέλαβαν τήν ὑποχρέωση νά ἐξασφαλίσουν, σέ συνεργασία μέ τόν Ὀργανισμό τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, τόν ἀποτελεσματικό σεβασμό τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καί τῶν θεμελιακῶν ἐλευθεριῶν σέ ὅλο τόν κόσμο”. Επίσης κατά τό ἄρθρον 1 τοῦ Χάρτου θεμελιωδῶν ἐλευθεριῶν τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως, προβλέπεται ὅτι: “Ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια εἶναι ἀπαραβίαστη. Πρέπει νά εἶναι σεβαστή καί νά προστατεύεται”. Ἡ ἀνθρωπίνη ἀξία καί ἡ προσωπικότης εἶναι δικαίωμα μή περιουσιακόν, τό ὁποῖον ἐνδιαφέρει τήν δημοσίαν τάξιν, ἀσκούμενον παρ’ ἑκάστου ἀνθρώπου, ἀπαράγραπτον, ἀπολύτως προσωπικόν καί ἀπόλυτον ὑπό τήν ἔννοιαν ὅτι οὐδεμία συγχωρεῖται προσβολή καί παραβίασίς του, ἐξ οὗ καί ὡς ἀπαραβίαστον προστατευόμενον δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Χάρτου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως. Ἐπίσης τυγχάνει ἀγώγιμον, ὥστε ἡ παραβίασίς του γεννᾶ ἀξίωσιν ἀποζημιώσεως ἔναντι παντός προσβάλλοντος τοῦτο.

2) ΠΑΡΑΒΙΑΣΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

.               Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Συντάγματος ὁρίζονται τά ἑξῆς:
“1. Τό πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος εἶναι προεδρευομένη κοινοβουλευτική Δημοκρατία.
2. Θεμέλιον τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ λαϊκή κυριαρχία.
3. Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν ἐκ τοῦ λαοῦ καί ὑπάρχουν ὑπέρ αὐτοῦ καί τοῦ Ἔθνους, ἀσκοῦνται δέ καθ᾽ ὅν τρόπον ὁρίζει τό Σύνταγμα”. Δυνάμει δέ τοῦ ἄρθρου 2 τῆς Συνθήκης περί τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως προβλέπονται τά ἑξῆς: “Ἡ Ἕνωση βασίζεται στίς ἀξίες τοῦ σεβασμοῦ (…) τῆς δημοκρατίας, τῆς ἰσότητας, τοῦ κράτους δικαίου, καθώς καί τοῦ σεβασμοῦ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, (…). Οἱ ἀξίες αὐτές εἶναι κοινές στά κράτη μέλη (…)”. Ἡ ἐν λόγῳ διάταξις τοῦ ἑνωσιακοῦ δικαίου ἀποτελεῖ ὡσαύτως ἀναπόσπαστον μέρος τοῦ ἑλληνικοῦ δικαίου δυνάμει τοῦ ἄρθρου 28 παρ. 1 τοῦ Συντάγματος ἐν συνδυασμῷ πρός τάς διατάξεις τοῦ Νόμου 6945/1979 περί κυρώσεως τῆς Συνθήκης προσχωρήσεως τῆς Ελλάδος εἰς τάς Συνθήκας τῆς ΕΟΚ καί τῆς ΕΚΑΕ. Αἱ ἀνωτέρω συνταγματικαί διατάξεις καί δικαϊκαί ἀρχαί ἐπιτάσσουν τήν πλήρως δεσμευτικήν νομικήν ὑποχρέωσιν πάντων τῶν Ἑλλήνων καί ὡσαύτως πάντων τῶν μελῶν τῆς ἑκάστοτε ἑλληνικῆς κυβερνήσεως νά ὑλοποιῇ τήν ἐφ’ ἑκάστου ζητήματος νομίμως ἐκπεφρασμένην ἤ γνωστήν εἰς τόν Νομοθέτην θέλησιν τοῦ λαοῦ καί μάλιστα μετ’ ἀφοσιώσεως πρός τήν Πατρίδα καί τήν Δημοκρατίαν, ἀλλά καί μετά σεβασμοῦ πρός τό Σύνταγμα καί τούς συνάδοντας πρός αὐτό Νόμους, ὅπως ρητῶς ἐπιτάσσει ἡ διάταξις τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 120 τοῦ Συντάγματος, ἥτις ἐξ ἴσου παρεβιάσθη ἐκ τῆς ὡς ἄνω ἀτύπου συμφωνίας. Ἄλλωστε ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Συντάγματος ὁρίζουσα ὅτι “ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν ἐκ τοῦ λαοῦ” συνοδεύεται καί ἀπό τάς λέξεις “καί ὑπάρχουν ὑπέρ αὐτοῦ καί τοῦ Ἔθνους”, εἰς τρόπον, ὥστε οὐδεμία ἀμφιβολία ὑφίσταται ὡς πρός τό ὅτι ναί μέν ἡ νομιμοποίησις τῆς ἐξουσίας τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς λειτουργίας ἄρχεται κατά τήν χρονικήν στιγμήν τῆς δημοκρατικῆς ἐκλογῆς των ὑπό τοῦ λαοῦ, πλήν ὅμως ἡ νομιμοποίησις τῆς ἐν συνεχείᾳ ἐξακολουθήσεως τῆς ἐκ μέρους των τετραετοῦς διακυβερνήσεως τελεῖ ὑπό τήν συνταγματικήν αἵρεσιν τῆς διαρκοῦς καί ἀδιασπάστου συμφωνίας της πρός τήν κυρίαρχον λαϊκήν βούλησιν, εἰς ἥν καί ὑπήκει, ἀφοῦ ἡ συγκεκριμένη ἀκριβῶς ἐξουσία ὑπάρχει –ὀφείλουσα διαρκῶς νά λειτουργῇ– ὑπέρ τοῦ λαοῦ καί σύμπαντος τοῦ Ἔθνους. Ὡς προείρηται, κατά τήν παράγραφον 2 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Συντάγματος ἡ δικαϊκή κανονιστική ἀρχή τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας κατοχυροῦται ὡς “Θεμέλιον τοῦ πολιτεύματος”.
.               Ἐξ ἴσου δέ κατ’ ἄρθρον 2 τῆς Συνθήκης περί τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως ὁρίζεται ὅτι ἡ Ἕνωσις βασίζεται ἐπί τῆς ἀξίας “τοῦ σεβασμοῦ (…) τῆς δημοκρατίας”. Ὁ σεβασμός οὗτος τῆς δημοκρατικῆς ἀρχῆς εἶναι τόσον δεδομένος καί αὐτονόητος εἰς τήν Εὐρωπαϊκήν Ἕνωσιν, ὥστε δέν δύναται νά καταστῇ μέλος της κράτος μή δημοκρατικῶς διακυβερνώμενον ἤ μή σεβόμενον τάς ἀρχάς ἀκριβῶς τῆς Δημοκρατίας, τῆς ἰσότητος, τοῦ κράτους δικαίου καί τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ἀφοῦ ρητῶς δυνάμει τῆς αὐτῆς ἐν λόγῳ διατάξεως ἡ ἀξία τῆς Δημοκρατίας, ὅπως καί αἱ λοιπαί ὡς ἄνω ἀρχαί, ἀναγνωρίζονται ὡς «κοινές στά κράτη μέλη».
.               Κινητήριος δέ, κατά κυριολεξίαν, δύναμις τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ ἀρχή τῆς πλειονοψηφίας, ἡ κάμψις δηλαδή τῆς βουλήσεως τῶν ὀλίγων ἔναντι τῆς βουλήσεως τῶν πολλῶν. Δημοκρατία συνοπτικῶς κέκληται ὁ ἐντός καθεστῶτος πλήρους ἰσότητος καί ἰσονομίας σεβασμός καί ἡ ὑποταγή πάντων εἰς τήν βούλησιν τῆς πλειονοψηφίας τοῦ λαοῦ. Δημοκρατία ἐπ’ οὐδενί σημαίνει τήν ἐπιβολήν εἰς τήν πλειονοψηφίαν τοῦ λαοῦ τῆς βουλήσεως ὄχι ἁπλῶς τῆς μειονοφηφίας, δηλαδή τῶν ὀλίγων, ἀλλά δύο ανθρώπων ή ἔστω μιᾶς ἐντελῶς ἰσχνοτάτης μερίδος ἀτόμων καί δή ἐνίων ἐκ τῶν φορέων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Οὔτε ἡ γνώμη, ἡ ψῆφος καί ἡ ἀπόφασις τοῦ πρωθυπουργοῦ καί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἔχει ex officio ἤ ἀριστίνδην μείζονα ἀξίαν καί βαρύτητα ἤ ἑνός ἑκάστου τῶν λοιπῶν Ἑλλήνων. Ἐν προκειμένῳ ἡ ὡς ἄνω ἄτυπος συμφωνία, δι᾽ ἧς ἐξήγγελται ὅτι θά ἀπολυθοῦν ἀπαξιούμενοι καί δή ἐπιδοματικῶς ἐνισχυόμενοι ΑΠΑΝΤΕΣ οἱ Λειτουργοί τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δυνάμει ἀντισυνταγματικῆς διακρίσεως ἐπί τῇ βάσει τοῦ κριτηρίου τῆς συγκεκριμένης ἰδιότητός των, παραβιάζει ὠμῶς τάς δικαϊκάς κανονιστικάς ἀρχάς τῆς Δημοκρατίας καί τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἀλλά καί τῆς ἰσότητος εἰς βάρος τῆς συντριπτικῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ κατά παράβασιν τῶν ἀνωτέρω διατάξεων. Τοῦθ᾽ ὅπερ ἐπειδή οἱ ταύτην συνομολογήσαντες παρεῖδον τό γεγονός ὅτι ὁ Ἑλληνικός Λαός, ὁ ὁποῖος κατά συντριπτικόν ποσοστόν – μεῖζον τοῦ 98% – πρεσβεύει τήν Ὀρθόδοξον Χριστιανικήν Πίστιν καί θρησκεύει καί λατρεύει τόν ἐν Τριάδι Θεόν εἰς τούς Ἱερούς του Ναούς, ὅπερ προϋποθέτει τήν λειτουργίαν τῶν Ναῶν τούτων καί ὡσαύτως τήν ὕπαρξιν – καί δή τήν ἐπιβίωσιν – τῶν Λειτουργῶν τῆς Πίστεώς του ἐπί τῇ βάσει κανονικῶν καί πλήρων σχέσεων ἐργασίας καί πλήρων παροχῶν κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως καί ἐπ’ οὐδενί ἐπί τῇ βάσει ἐπιδοματικῶν ἐνισχύσεων. Ἡ μαζική ἀπόλυσις ἁπάντων τῶν μελῶν τοῦ Ὀρθοδόξου κλήρου ὄχι μόνον δέν συνάδει πρός τήν βούλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀλλά συγκρούεται μετωπικῶς πρός αὐτήν, καθ’ ὅσον μάλιστα πλήττει ἀμέσως πρωτίστως τόν ἴδιον τόν Ἑλληνικόν Λαόν – ὄχι μόνον τούς Ὀρθοδόξους Ἱερεῖς – κατά τοῦ συνόλου τοῦ Χριστεπωνύμου Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, διότι εἶναι ἀνέκαθεν γνωστόν εἰς τόν ἑκάστοτε συνταγματικόν Νομοθέτην ἀπό τῆς συστάσεως τοῦ συγχρόνου ἑλληνικοῦ κράτους ἄχρι τοῦδε τό ἀνωτέρω γεγονός, ὅτι ἡ συντριπτική δηλαδή πλειονοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ πρεσβεύει τήν Ὀρθόδοξον Χριστιανικήν Πίστιν, ἐξ οὗ καί ἡ ἐπίκλησις τοῦ ἑλληνικοῦ Συντάγματος εἰς τήν Μίαν, Ἁγίαν καί Ὁμοούσιον Τριάδα. Αὕτη δέ ἡ Πίστις τῶν Ἑλλήνων, ἀποτελεῖ γνωστόν τοῖς πᾶσι συστατικόν στοιχεῖον τῆς ἰδιοπροσωπείας τοῦ Ἔθνους καί συνιστᾶ ἀληθῶς ζήτημα ὑπαρξιακόν διά τούς Ἕλληνας καί οὐδείς δικαιοῦται νά τήν θίγει. Διά τοῦτο ἄλλωστε τό ἄρθρον 3 παρ. 1 ἐδάφια πρῶτον καί δεύτερον τοῦ Συντάγματος ἐπί λέξει καί ἐπιτακτικῶς ὁρίζει καί ρητῶς ἀναγνωρίζει τό πανθομολογούμενον γεγονός ὅτι “Ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, κεφαλήν γνωρίζουσα τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετά τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης καί πάσης ὁμοδόξου του Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως, ὡς ἐκεῖναι, τούς ἱερούς ἀποστολικούς καί συνοδικούς κανόνας καί τᾶς ἱεράς παραδόσεις”. Σύμπας ὁ Ἑλληνικός Λαός πλήττεται καί πᾶς Ἕλλην Ὀρθόδοξος προσβάλλεται εἰς τό δυνάμει τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ Συντάγματος κατοχυρούμενον ἀτομικό δικαίωμά του διά τήν θρησκευτικήν του ἐλευθερίαν καί διά τήν ἄσκησιν τῆς λατρείας τοῦ ἐκ τῆς ὑπό κρίσιν ἐπαπειλουμένης περιπτώσεως μαζικῶν ἀπολύσεων καί ἐκ τῆς ἐπιδοματικῆς τοῦ λοιποῦ ἐνισχύσεως τῶν Ἱερέων, διότι αὔτη θά λειτουργεῖ ἀποτρεπτικῶς διά τούς νέους ἀνθρώπους ἐπί τῷ ἱερατεύεσθαι. Τοῦτο θά ἔχει ὡς ἄμεσον καί πρακτικόν ἀποτέλεσμα ὅλοι οἱ Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί νά στεροῦνται Ἱερέων καί ἐφημερίων εἰς τούς πλείστους Ἱερούς ἀνά τήν Χώρα Ναούς καί εἰς τά πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος καί ἄρα (οἱ Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί) θά ἐμποδίζονται ἐξ ἀντικειμένου εἰς τήν ἐκδήλωσιν τῆς θρησκευτικῆς των Πίστεως καί εἰς τήν ἄσκησιν τῆς λατρείας των εἰς τούς Ἱερούς ἀνά τήν Ἑλλάδα Ναούς κατά παράβασιν ἁπασῶν τῶν ὡς ἄνω διατάξεων τοῦ Συντάγματος καί τοῦ Νόμου. Καί πάντα ταῦτα ἐντός μίας πολιτείας, ἡ ὁποία θέλει νά ὀνομάζεται δημοκρατική καί εὐνομουμένη καί λειτουργοῦσα ἐντός τοῦ πλαισίου τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως…

Ἀθῆναι, 11 Νοεμβρίου 2018
Ὁ γνωμοδοτῶν Δικηγόρος
ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ

 

Σχολιάστε

«ΟΙ ΚΛΗΡΙΚΟΙ ΩΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΙΣΘΟΔΟΤΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ. Τὸ ἀντίθετο σημαίνει βῆμα χαλάρωσης τοῦ δεσμοῦ τοῦ κράτους μὲ τοὺς ἐφημερίους» (Μητροπ. Μάνης Χρυσόστομος Γ´)

Ο κληρικο ς θρησκευτικο λειτουργο
πρέπει ν μισθοδοτονται π τ κράτος

τοῦ Μητροπολ. Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

Σχετικὰ μὲ τὴν πρόσφατη πρόταση συμφωνίας μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Κράτους, ποὺ ἦλθε στὸ προσκήνιο, ὁ Μητροπολίτης Μάνης Χρυσόστομος Γ´ δήλωσε τὰ κάτωθι:

.               Ἀναφανδὸν τάσσομαι κατὰ τῆς ἀναθεώρησης τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος, καθ’ ὅτι τοῦτο ἄριστα ἔχει διατυπωθεῖ καὶ οὐδόλως χρήζει τροποποιήσεως ἢ οἱασδήποτε ἀλλαγῆς. Εἰδικότερα, ἡ προτεσταντικὴ θεωρία περὶ θρησκευτικῆς οὐδετερότητας δὲν συνάδει μὲ τὸν μακραίωνο ἱστορικό, νομικό, κοινωνικὸ καὶ Χριστιανικὸ ὀρθόδοξο πολιτισμό μας. Τὸ δὲ ἄρθρο 13 τοῦ Συντάγματος καλύπτει ὅλα τὰ ζητήματα τῆς ἀνεξιθρησκείας καὶ τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας.
.               Ὅσον ἀφορᾶ τὸν ἱερὸ κλῆρο, ὡς γνωστόν, οἱ Ἐφημέριοι ἱερεῖς καὶ διάκονοι συνδέονται μὲ τὸ ν.π.δ.δ. τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ ἢ τῆς Μητρόπολης μὲ σχέση δημοσίου Δικαίου, σύμφωνα μὲ τὰ ἄρθρα 36 καὶ 42 τοῦ ν. 590/1977 καὶ ἡ ἀμοιβή τους καταβάλλεται ἀπὸ τὸ Δημόσιο (ἄρθρο 38 ν. 590/1977, ἀ.ν. 536/1945 καὶ 469/1948). Πρόκειται γιὰ τριμερῆ σχέση ἐργασίας.
.               Εἰδικότερα τὸ Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας μὲ τὴν 507/1983 (Τμ. Γ΄) ἀπόφασή του δέχθηκε ὅτι «οἱ Ἐφημέριοι ἱερεῖς εἶναι θρησκευτικοὶ λειτουργοί». Πρόκειται γιὰ εἰδικὴ κατηγορία ὑπαλλήλων, ὅπως ὑπάρχουν οἱ στρατιωτικοί, οἱ δικαστικοί, οἱ διπλωματικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ἐμπειρογνώμονες κ.ἄ.
.               Ὁ ἰδιαίτερος χαρακτήρας τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου ὡς θρησκευτικῶν λειτουργῶν καὶ τὸ εἰδικὸ καθεστώς, βάσει τοῦ ὁποίου ὑφίσταται καὶ ὁριοθετεῖται τὸ ποιμαντικὸ καὶ κοινωνικὸ ἔργο τους καὶ ἰδίᾳ τὸ μισθολογικὸ σημερινὸ καθεστὼς πρέπει νὰ διαφυλαχθεῖ ὡς ἔχει.
.               Οἱ κληρικοὶ ὅλων τῶν βαθμῶν ὡς θρησκευτικοὶ λειτουργοὶ πρέπει νὰ μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὸ κράτος. Μία ἀποσύνδεση τοῦ μισθολογίου τῶν κληρικῶν ἀπὸ τὸ κράτος αὐτομάτως θὰ ἐπισημάνει ὑποβάθμιση τῆς θέσης καὶ τῆς κοινωνικῆς καὶ μισθολογικῆς καταστάσεώς τους.
.               Εἰδικότερα:
1) Ὁ μισθοδοτούμενος ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἔχει ὡς ἐργοδότη του ἕνα νομικὸ πρόσωπο δημοσίου δικαίου, τὸ ὁποῖο ἀσκεῖ ἐξουσία πρωτογενῆ, τὴν ὁποία κανένα ἄλλο νομικὸ πρόσωπο δημοσίου ἢ ἰδιωτικοῦ δικαίου δὲν ἔχει.
2) Ὅπως εἶναι σήμερα θεσμοθετημένο τὸ νομικὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖο ἀφορᾶ τοὺς ἐφημερίους, τὸ Ἐλεγκτικὸ Συνέδριο, κατὰ τὴν ἐφαρμογὴ διατάξεων οἰκονομικοῦ περιεχομένου, δὲν ἐξαιρεῖ αὐτοὺς ἀπὸ τὸν εὐρύτερο κύκλο τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν Ν.Π.Δ.Δ. (Ἐλεγκτικὸ Συνέδριο 7/1997 Α΄ Κλιμακίου) καὶ ἡ Γνωμοδότηση 41/2008 (Γ Τμῆμα) τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους, δέχεται τὴν ὑπαγωγὴ τῶν κληρικῶν στὶς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 18 Ν. 3448/2006, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν στὴν πρόσληψη στὸ Δημόσιο συγγενοῦς ἀποβιώσαντος κατὰ τὴν ἐκτέλεση τοῦ ὑπηρεσιακοῦ καθήκοντος.
.               Μία ἀπεικόνιση τοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ τῆς χώρας θὰ μᾶς δείξει ὅτι οἱ 8000 περίπου ἐφημέριοι, οἱ ὁποῖοι μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὸ κράτος εἶναι ἕνα πολὺ μικρὸ ποσοστὸ τῶν μισθοδοτούμενων ἀπὸ αὐτό, καὶ δὲν ἐπηρεάζει καίρια τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους, καὶ ἐν προκειμένῶ ἄλλες εἶναι οἱ βουλές, ἀντιθέτου ρύθμισης.
.               Εἶναι ἕνα βῆμα χαλάρωσης τοῦ δεσμοῦ τοῦ κράτους μὲ τοὺς ἐφημερίους. Σύμφωνα μὲ ἔρευνα τοῦ συνδέσμου Ἐπιχειρήσεων καὶ Βιομηχανιῶν (ΣΕΒ) τὸ πρῶτο τρίμηνο τοῦ 2017 οἱ μισθωτοὶ τοῦ δημοσίου τομέα ἦταν 806,2 χιλιάδες ποὺ ἀντιστοιχοῦσαν στὸ 51% τῶν μισθωτῶν τοῦ ἰδιωτικοῦ τομέα (1.585.000 ἐργαζόμενοι), δηλαδὴ τὸ 34% τοῦ συνόλου τῶν μισθωτῶν.
.         Ἔπειτα, μετατροπ τς τακτικς μισθοδοσίας σ «πιδότηση» μπεριέχει πασιφανς τν κίνδυνο μίας μελλοντικς μείωσης κα κατάργησης νεκεν οκονομικς δυναμίας το κράτους.
.             Ἡ ἐπιδότηση δὲν παρέχει τὰ ἐχέγγυα τῆς κρατικῆς μισθοδοσίας. Συνωδά, ἀσάφεια ὑφίσταται γιὰ τὶς συντάξεις καὶ τὴν ἰατροφαρμακευτικὴ περίθαλψη.
.           Ἐν κατακλεῖδι, κατὰ σοφὴ κίνηση δὲν ἐτέθη καμία ὑπογραφὴ οὔτε ὑφίσταται νομικὸ κείμενο καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς βρισκόμεθα σὲ μὴ ὥριμη χρονικὴ περίοδο, τὸ πλέον συνετὸ θὰ ἦταν, νὰ μὴν συνεχισθεῖ ἡ περαιτέρω συζήτηση καὶ νὰ παραμείνουν τὰ πράγματα ὡς ἔχουν.
.           Ἡ μεγάλη πείρα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ ἡ ἀδιαμφισβήτητη ἀγάπη του γιὰ τὴν Ἐκκλησία, τοὺς κληρικοὺς καὶ τὸ Ἔθνος, ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὴν Ἱεραρχία, θὰ δώσουν τελικὰ τὴν δέουσα διευθέτηση τοῦ ὅλου ζητήματος. Μὴ λησμονοῦμε δέ, τοὺς πάντα ἐπίκαιρους λόγους τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου. «Τοιοῦτον ἔχει μέγεθος ἡ Ἐκκλησία· πολεμουμένη νικᾶ καὶ χειμάζεται, ἀλλὰ ναυάγιον οὐχ ὑπομένει».

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

 

 

,

Σχολιάστε

«ΔEΝ ΞΕΡΩ ΤΙ ΕΝΝΟΕΙ Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ» (Ἀρχιεπ. Ἱερώνυμος)

Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος:
Δὲν ξέρω τί ἐννοεῖ ὁ πρωθυπουργὸς
μὲ τὴν θρησκευτικὴ οὐδετερότητα

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Πράγματι, ἐπειδὴ ὑπάρχουν πολλῶν εἰδῶν «οὐδετερότητες»…!

Ἀποφάσεις γιὰ τὴ Συνταγματικὴ Ἀναθεώρηση ἀναμένεται νὰ λάβει αὔριο ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος
– Τὸ στίγμα τῶν θέσεων τῆς Ἐκκλησίας ἔδωσε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος
μετὰ τὴ σημερινὴ συνεδρίαση τῆς ΔΙΣ, καταλογίζοντας προχειρότητα στὴν κυβέρνηση

.           Αὔριο ἀναμένεται νὰ καταλήξει σὲ ἀπόφαση γιὰ τὴ συνταγματικὴ ἀναθεώρηση ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος, ποὺ συνεδρίασε καὶ σήμερα γὰ τὸ θέμα. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος ἔδωσε τὸ στίγμα τῆς θέσης τῆς Ἐκκλησίας, δηλώνοντας πώς, ἂν πίσω ἀπὸ τὴν «θρησκευτικὴ οὐδετερότητα» τῆς Πολιτείας, κρύβεται τὸ γαλλικὸ μοντέλο, τότε δὲν συμφωνεῖ.
.           «Εἶναι μία εὐκαιρία τώρα νὰ ἐξετάσουμε πολλὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ νὰ ἀλλάξουμε καὶ μερικὲς ἰδέες. Καὶ ἐμεῖς τὴν πολὺ αὐστηρότητα καὶ ἡ Πολιτεία τὴν πολὺ προχειρότητα», εἶπε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος στοὺς δημοσιογράφους γιὰ τὸ θέμα τῆς συνταγματικῆς ἀναθεώρησης. «Τὸ θέμα εἶναι νὰ καταλήξουμε τί ἐννοοῦμε θρησκευτικὰ οὐδέτερος», εἶπε χαρακτηριστικὰ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καὶ προσέθεσε: «Ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ξέρω τί ἐννοεῖ, θὰ μᾶς πεῖ τί ἐννοεῖ».
.           Εἰδικὰ γιὰ τὸ ζήτημα τῆς θρησκευτικῆς οὐδετερότητας, ὁ κ.Ἱερώνυμος ἐπισήμανε: «Θρησκευτικὰ οὐδέτερο εἶναι τὸ κράτος τῆς Γερμανίας. Θὰ ἤθελα νὰ ζήσω στὴ Γερμανία, καὶ νὰ εἶμαι θρησκευτικὰ οὐδέτερος. Εἶναι θρησκευτικὰ οὐδέτερο κράτος, συνεργάζονται, βοηθάει τὴν Ἐκκλησία ἄριστα. Θρησκευτικὰ οὐδέτερο κράτος εἶναι καὶ ἡ Γαλλία ἀλλὰ εἶναι ἐχθρικὲς οἱ σχέσεις, δὲν θὰ μοῦ ἄρεσε. Θρησκευτικὰ οὐδέτερο εἶναι τὸ Βέλγιο, ἀλλὰ καλύπτει τὸ κράτος ὅλους τοὺς μισθοὺς τῶν κληρικῶν. Θὰ ἐργασθοῦμε καὶ αὔριο, γιὰ νὰ δοῦμε», εἶπε.
.           Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καταλόγισε προχειρότητα στὴν κυβέρνηση, λέγοντας ὅτι ἔχουμε συνηθίσει στὴν Ἑλλάδα σὲ μὲ μία πρόχειρη σκέψη. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος εἶπε στοὺς δημοσιογράφους ὅτι: «Ἐμᾶς πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ περισσότερο ὅλους, καὶ τὴν Πολιτεία καὶ τὴν Ἐκκλησία ἡ Ἑλλάδα ὡς Ἔθνος, ὄχι ὁ ἑλλαδισμὸς ἀλλὰ ὁ Ἑλληνισμὸς κι αὐτὸ τὸ ξεχνᾶμε», εἶπε καὶ συμπλήρωσε «Εἶναι μία εὐκαιρία ὅλα αὐτὰ καὶ ἡ ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος καὶ οἱ διαφορὲς ποὺ ἔχουμε μεταξὺ μας νὰ γίνουν ἀφορμές, ὥστε νὰ ἀποφασίσουμε πράγματα ποὺ θὰ ὠφελήσουν τὸ λαό μας». κατέληξε σημειώνοντας πὼς τὸ ἰδανικὸ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, εἶναι νὰ εἶναι ὁ καθένας στὸ σπίτι του ἀλλὰ νὰ δουλεύουμε μαζὶ γιὰ νὰ περνᾶμε καλὰ ὅλοι. Πολιτεία καὶ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἀντίπαλα πράγματα πρέπει νὰ μάθουμε νὰ συνεργαστοῦμε.

 

ΠΗΓΗ: protothema.gr

Σχολιάστε

Η ΤΣΙΧΛΟΦΟΥΣΚΑ ΤΗΣ «ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» κατὰ τὸ Συνταγματικὸ Δίκαιο

Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Δημήτρη Τσάτσου,
«Συνταγματικό Δίκαιο», 1993,
σελ. 309
σχετικῶς πρὸς τὴν ἀνάληψη «πολιτικῆς εὐθύνης»

Ἕλληνας πρωθυπουργός: «Θέλω νά ἀναλάβω ἀκέραια, ἐνώπιον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἀλλά καί ἐνώπιον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, τήν πολιτική εὐθύνη γιά τήν τραγωδία». (=μιὰ τσιχλόφουσκα ἐπικοινωνιακῆς καταναλώσεως γιὰ τὴν ἀγέλη τῶν ὑποβαθμισμένων)

.               Ἡ νομικὴ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν ἔχει ὡς συνέπεια τήν ἐπιβολὴ σὲ αὐτοὺς ποινικῶν κυρώσεων, ἐὰν πρόκειται γιὰ ποινικὴ εὐθύνη (βλ. παρακάτω ΧΙΙ), ἢ τὴ νομικὴ ὑποχρέωσή τους νὰ ἀποκαταστήσουν τὶς ζημιὲς ποὺ προξένησαν παράνομα κατὰ τὴν ἄσκηση τῶν καθηκόντων τους, ἐὰν πρόκειται γιὰ ἀρχικὴ εὐθύνη.
Σημαντική, ὅμως εἶναι καὶ ἡ κύρωση ποὺ προκύπτει ἀπό τήν ὁμολογία ἢ τὴν ἀπόδοση (ἀτομικῆς ἤ συλλογικῆς) πολιτικῆς εὐθύνης στὰ μέλη τῆς Κυβέρνησης. Ὁ καταλογισμὸς πολιτικῆς εὐθύνης σὲ μέλος τῆς Κυβέρνησης ἢ στὴν Κυβέρνηση συλλογικά, εἴτε ἡ ὁμολογία πολιτικῆς εὐθύνης, συνεπάγεται τὴν πτώση, τὴν παραίτηση τῆς Κυβέρνησης, ὅπως ὡς νομικὴ ὑποχρέωση προκύπτει ἀπὸ τὸ ἄρθρο 85 τοῦ Συντάγματος καὶ διαδικαστικὰ ὀργανώνεται ἀπὸ τὸ ἄρθρο 84 §§2-7. Ἡ σπανιότερη, σήμερα, περίπτωση τῆς πολιτικῆς εὐθύνης μεμονωμένου μέλους τῆς Κυβέρνησης, παρουσιάζει καὶ τὰ λιγότερα θεωρητικά προβλήματα. Ἄν καί στήν πράξη εἶναι δυσχερής ἡ ὁροθέτηση ἀτομικῆς καί συλλογικῆς πολιτικῆς εὐθύνης, ὅταν καταλογίζεται σέ Ὑπουργό πολιτική εὐθύνη ἤ ὅταν αὐτός τήν ὁμολογεῖ –γιά πράξεις ἤ παραλείψεις κατά τήν ἄσκηση τῶν καθηκόντων του ἀπό τίς ὁποῖες ζημιώνεται τό δημόσιο συμφέρον– τότε ὁ Ὑπουργός ὑποχρεοῦται παραίτησης…..

 

Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος
Ἄρθρο 84

  1. H Κυβέρνηση ὀφείλει νά ἔχει τήν ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς. Μέσα σέ δεκαπέντε ἡμέρες ἀπό τήν ὁρκωμοσία τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἡ Κυβέρνηση ὑποχρεοῦται νά ζητήσει ψῆφο ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς καί μπορεῖ νά τή ζητεῖ καί ὁποτεδήποτε ἄλλοτε. H Βουλή, ἄν ἔχουν διακοπεῖ οἱ ἐργασίες της κατά τό σχηματισμό τῆς Κυβέρνησης, καλεῖται μέσα σέ δεκαπέντε ἡμέρες νά ἀποφανθεῖ γιά τήν πρόταση ἐμπιστοσύνης.
  2. H Βουλή μπορεῖ μέ ἀπόφασή της νά ἀποσύρει τήν ἐμπιστοσύνη της ἀπό τήν Κυβέρνηση ἤ ἀπό μέλος της. Πρόταση δυσπιστίας μπορεῖ νά ὑποβληθεῖ μόνο μετά τήν πάροδο ἑξαμήνου ἀφότου ἡ Βουλή ἀπέρριψε πρόταση δυσπιστίας. Ἡ πρόταση δυσπιστίας πρέπει νά εἶναι ὑπογραμμένη ἀπό τό ἕνα ἕκτο τουλάχιστον τῶν βουλευτῶν καί νά περιλαμβάνει σαφῶς τά θέματα γιά τά ὁποῖα θά διεξαχθεῖ ἡ συζήτηση.
  3. Κατ’ ἐξαίρεση μπορεῖ νά ὑποβληθεῖ πρόταση δυσπιστίας καί πρίν ἀπό τήν πάροδο ἑξαμήνου, ἄν εἶναι ὑπογραμμένη ἀπό τήν πλειοψηφία τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν.
  4. Ἡ συζήτηση γιά τήν πρόταση ἐμπιστοσύνης ἤ δυσπιστίας ἀρχίζει μετά δύο ἡμέρες ἀπό τήν ὑποβολή τῆς σχετικῆς πρότασης, ἐκτός ἄν ἡ Κυβέρνηση, σέ περίπτωση πρότασης δυσπιστίας, ζητήσει νά ἀρχίσει ἀμέσως ἡ συζήτηση, ἡ ὁποία δέν μπορεῖ νά παραταθεῖ πέρα ἀπό τρεῖς ἡμέρες ἀπό τήν ἔναρξή της.
  5. H ψηφοφορία γιά τήν πρόταση ἐμπιστοσύνης ἤ δυσπιστίας διεξάγεται ἀμέσως μόλις τελειώσει ἡ συζήτηση, μπορεῖ ὅμως νά ἀναβληθεῖ γιά σαράντα ὀκτώ ὧρες, ἄν τό ζητήσει ἡ Κυβέρνηση.
  6. Πρόταση ἐμπιστοσύνης δέν μπορεῖ νά γίνει δεκτή, ἄν δέν ἐγκριθεῖ ἀπό τήν ἀπόλυτη πλειοψηφία τῶν παρόντων βουλευτῶν, ἡ ὁποία ὅμως δέν ἐπιτρέπεται νά εἶναι κατώτερη ἀπό τά δύο πέμπτα τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Πρόταση δυσπιστίας γίνεται δεκτή, μόνο ἄν ἐγκριθεῖ ἀπό τήν ἀπόλυτη πλειοψηφία τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν.
  7. Κατά τήν ψηφοφορία γιά τίς πιό πάνω προτάσεις ψηφίζουν οἱ Ὑπουργοί καί Ὑφυπουργοί πού εἶναι μέλη τῆς Βουλῆς.

Ἄρθρο 85

Τά μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καθώς καί οἱ Ὑφυπουργοί εἶναι συλλογικῶς ὑπεύθυνοι γιά τή γενική πολιτική τῆς Κυβέρνησης καί καθένας ἀπό αὐτούς γιά τίς πράξεις ἤ παραλείψεις τῆς ἁρμοδιότητάς του, σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τῶν νόμων γιά τήν εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν. Σέ καμία περίπτωση ἡ ἔγγραφη ἤ προφορική ἐντολή τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας δέν ἀπαλλάσσει τούς Ὑπουργούς καί τούς Ὑφυπουργούς ἀπό τήν εὐθύνη του

Σχολιάστε

ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ Σ.τ.Ε. ΓΙΑ ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ: ΝΕΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ – ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ «Ἐπιστημονική Ἡμερίδα» [10.06.18]

,

Σχολιάστε

ΦΟΒΕΡΗ ΕΚΤΡΟΠΗ: «ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΠΙ ΤΟΥ ΘΕΣΜΙΚΟΥ» (Παραίτηση προέδρου τοῦ ΣτΕ)

Ἡ δήλωση τοῦ Νίκου Σακελλαρίου

Ὁ πρόεδρος τοῦ ΣτE, Νίκος Σακελλαρίου, ἀφήνοντας αἰχμὲς γιὰ διαρροές, εἰδικὰ γιὰ τὸ Ἀσφαλιστικό, ποὺ ὅπως εἶπε δὲν τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ ἐπιτελέσει τὰ καθήκοντά του. Στὴν ἀνακοίνωση τῆς παραίτησής του, ποὺ διάβασε ἐμφανῶς συγκινημένος ἐνώπιον τῶν δημοσιογράφων, ὁ κ. Σακελλαρίου ἔκανε λόγο γιὰ πλήρη κυριαρχία τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπὶ τοῦ θεσμικοῦ, ἐνῶ προειδοποίησε γιὰ τοὺς κινδύνους ποὺ ἐλλοχεύουν ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴ κρίση.

.          «Στὴν ἀπόφασή μου αὐτὴ κατέληξα μετὰ τὴν πρόσφατη παραβίαση τοῦ ἀπορρήτου τῆς διασκέψεως τοῦ Δικαστηρίου σχετικὰ μὲ τὸ νέο ἀσφαλιστικὸ σύστημα καὶ τὴν εὔλογη ἀναταραχή, ποὺ προκάλεσε σὲ ὁλόκληρη τὴν ἑλληνικὴ κοινωνία.
Ἡ ἀδιανόητη ὅσο καὶ ἀπαράδεκτη αὐτὴ παραβίαση τοῦ δικαστικοῦ ἀπορρήτου, τὴν ὁποία ἀντικειμενικὰ ἀδυνατῶ νὰ ἐλέγξω, ἐπέφερε καίριο πλῆγμα στὴν ἀξιοπιστία καὶ τὸ κύρος τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ δὲν μοῦ ἐπιτρέπει, πλέον, νὰ ἐξακολουθήσω νὰ ἀσκῶ τὰ δικαστικά μου καθήκοντα μὲ τὴν δέουσα ἠρεμία καὶ νηφαλιότητα.
Ἡ σημερινὴ ἀπόφασίς μου – ἔστω καὶ ἂν ἀπέχει λίγες μόνον ἡμέρες ἀπὸ τὴν ὑποχρεωτικὴ ἀποχώρησή μου ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία δὲν παύει – ὅσο ἐπιβεβλημένη καὶ ἂν εἶναι – νὰ ἀποτελεῖ μία πολὺ ἐπώδυνη ἀπόφαση, γιὰ μένα ποὺ διανύω τὸ 42ο ἔτος τῆς δικαστικῆς μου σταδιοδρομίας, ἔχοντας ἀφιερώσει τὰ περισσότερα χρόνια της ζωῆς μου στὴν ὑπηρεσία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἕναν θεσμό, τὸν ὁποῖο ἀγαπῶ καὶ θὰ συνεχίσω νὰ ἀγαπῶ μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς μου.
Ἔχω τὴ συνείδησή μου ἥσυχη, διότι δὲν ἀποχωρῶ ἀμαχητί, ἀφοῦ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια ἀγωνίσθηκα, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τὸν ἀγώνα τὸν καλό.
Τὴ στιγμή, ὅμως, αὐτὴ ἡ σκέψις μου στρέφεται στοὺς ἁπλοὺς πολίτες, ποὺ εἶναι τὰ θύματα τῶν μνημονίων καὶ τῆς κλιμακούμενης ἐπικυριαρχίας τοῦ οἰκονομικοῦ παράγοντος ἐπὶ τοῦ θεσμικοῦ, οἱ ἀντοχὲς τῶν ὁποίων συνεχῶς δοκιμάζονται ἀπὸ τὰ ἀλλεπάλληλα οἰκονομικὰ μέτρα, ποὺ λαμβάνονται μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ λεγομένου δημοσιονομικοῦ συμφέροντος καὶ ποὺ συνεπάγονται ὑπέρογκες γὶ αὐτοὺς ἐπιβαρύνσεις, λόγω τοῦ σωρευτικοῦ τους χαρακτῆρος.
Ἤδη, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ πρώτου μνημονίου, ὁρισμένοι συνάδελφοί μου μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐγώ, εἴχαμε, μὲ τὶς μειοψηφίες μᾶς ἐπισημάνει, τὴ μὴ συμβατότητα τῶν ρυθμίσεων τοῦ μνημονίου μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ εἴχαμε, ἐγκαίρως, προειδοποιήσει, χωρὶς δυστυχῶς νὰ εἰσακουστοῦμε, γιὰ τὴν ἐπερχόμενη πλήρη ἐπικυριαρχία τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπὶ τοῦ θεσμικοῦ, ποὺ ἐπηρέασε, καίρια, τὸ σύνολο σχεδὸν τῆς κρατικῆς δράσεως καὶ σηματοδότησε τὴν συνακόλουθη ὑποχώρηση τοῦ Κράτους Δικαίου καὶ τοῦ Κοινωνικοῦ Κράτους.
Τὰ χρόνια ποὺ ἀκολούθησαν, οἱ ἀντοχὲς ὅλων μας δοκιμάσθηκαν ἀκόμη περισσότερο ἀπὸ τὰ νεώτερα μνημόνια ποὺ ἐπέβαλαν τὴ λήψη καὶ νέων ἐπώδυνων οἰκονομικῶν μέτρων, ποὺ συνοδεύθηκαν ἀπὸ τὶς συνεχεῖς μειώσεις μισθῶν καὶ συντάξεων.
Οἱ καταστάσεις αὐτές, ὁδήγησαν τὸ Δικαστήριο στὴν ἔκδοση σειρᾶς ἀποφάσεων τῆς Ὁλομελείας του σχετικὰ μὲ τὴν μὴ περαιτέρω μείωση τῶν συντάξεων καὶ τὴν θεσμικὴ θωράκιση τῶν προσώπων, ποὺ εἶναι ἐπιφορτισμένα μὲ βασικὲς ἀποστολὲς τοῦ Κράτους, ὅπως ἡ ἐθνικὴ ἄμυνα, ἡ ἀσφάλεια, ἡ ὑγεία, ἡ παιδεία καὶ ἡ δικαιοσύνη.
Φρονοῦμε, ὅτι τὰ δικαστικὰ αὐτὰ προηγούμενα καὶ οἱ ἐγγυήσεις ποὺ ἐτέθησαν μὲ αὐτά, δὲν μποροῦν, χωρὶς νὰ παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, νὰ ἀγνοηθοῦν οὔτε, πολὺ περισσότερο, νὰ παρακαμφθοῦν ἀπὸ τὸ νομοθέτη, μὲ τὸ πρόσχημα τῆς καταρτίσεως ἑνὸς νέου ἀσφαλιστικοῦ συστήματος μέσῳ τοῦ ἐπανυπολογισμοῦ ὅλων, τῶν μέχρι σήμερα, ἀπονεμηθεισῶν συντάξεων – πράγμα ποὺ θέτει τοὺς ἤδη συνταξιούχους σὲ καθεστὼς πλήρους ἀνασφαλείας, κατὰ παράβαση τῆς ἀρχῆς τῆς ἐμπιστοσύνης – καὶ μέσῳ τῆς εἰσαγωγῆς, σὲ συνάρτηση, πάντοτε, μὲ τὸν ἐπανυπολογισμό, ἑνὸς νέου τρόπου ὑπολογισμοῦ τῶν ἐφεξῆς ἀπονεμομένων συντάξεων, μέτρα ποὺ ὁδηγοῦν, μὲ μαθηματικὴ ἀκρίβεια, σὲ περαιτέρω μείωση τοῦ ὕψους τῶν συντάξεων, τὸ ὁποῖο, ὅμως, ἔχει ἤδη διαμορφωθεῖ, μετὰ τὶς ἀλλεπάλληλες περικοπές τους, σὲ ἰδιαίτερα χαμηλὸ ἐπίπεδο.
Σὲ ἀντίθετη περίπτωση, ἐκτιμοῦμε, ὅτι εἶναι πλέον ἢ ὁρατὸς ὁ κίνδυνος περαιτέρω μειώσεως τοῦ ὕψους τῶν ἀπονεμομένων συντάξεων, μὲ τελικὸ ἀποτέλεσμα τὴν πλήρη ἐξαθλίωση ὅλων τῶν συνταξιούχων.
Ἀναμφιβόλως, εὐρισκόμεθα πρὸ μίας πολὺ δυσχεροῦς καταστάσεως, ἡ ὁποία, ὅμως, εὐελπιστοῦμε ὅτι θὰ ἀντιμετωπισθεῖ μὲ τὸν καλύτερο δυνατὸ τρόπο, γιὰ μία ἀκόμη φορά, ἀπὸ τὴν ἀνεξάρτητο ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη, στὴν ὁποία μετακυλίεται, παγίως, ἀπὸ τὴν ἑκάστοτε πολιτικὴ ἐξουσία, ἡ ἐπίλυσις τῶν πιὸ σημαντικῶν προβλημάτων τῆς Χώρας.
Ἐκφράζουμε, τέλος, τὴ βεβαιότητα ὅτι « ἔχουν γνῶσιν οἱ φύλακες» καὶ ὅτι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοί τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἀρθοῦν στὸ ὕψος τῶν περιστάσεων, ἀνταποκρινόμενοι στὴν ἱστορικὴ παράδοση τοῦ Σώματος.
Ἑπομένως, πρέπει ὅλοι νὰ ἐξακολουθήσουμε νὰ ἐμπιστευόμεθα τὴν Δικαιοσύνη καὶ τοὺς λειτουργούς της, τελοῦντες πάντοτε ἐν πλήρη ἐπιγνώσει τοῦ γεγονότος, ὅτι «Ὑπάρχουν ἀκόμη δικασταὶ εἰς τὰς Ἀθήνας».

Ἀθήνα, 16 Μαΐου 2018
Νικόλαος Σακελλαρίου
Πρόεδρος τοῦ ΣτE»

ΠΗΓΗ: news247.gr

Σχολιάστε