Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ"

ΑΟΡΙΣΤΗ, ΑΣΑΦΗΣ καὶ ΞΕΠΕΡΑΣΜΕΝΗ Η «ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ» ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ (Μητροπ. Μάνης Χρυσόστομος Γ´)

Ἡ θρησκευτικὴ οὐδετερότητα στὸ Σύνταγμα

Τοῦ Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

.             Κατ’ αὐτάς, ἦλθε στό προσκήνιο, ὡς μή ὤφελε, ἡ ἔννοια τῆς οὐδετεροθρησκείας. Εἰσήχθη στήν πρώτη παράγραφο τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος, ὡς πρόταση στήν ἀναθεώρηση τοῦ ὅλου ἄρθρου, τό ὁποῖο, ὡς γνωστόν, καθορίζει τίς σχέσεις Ἑκκλησίας καί Πολιτείας.
.             Ὡστόσο ἡ ἔννοια, τῆς οὐδετεροθρησκείας εἶναι μία ἀόριστη καί ἀσαφής ἔννοια, ἡ ὁποία στό διεθνές ἐκκλησιαστικό δίκαιο ἔχει ποικίλες ἑρμηνεῖες.
.             Ὁ ὅρος «θρησκευτική οὐδετερότητα» ἤ «οὐδετεροθρησκεία» ἔχει βαθειά τήν ρίζα του στόν ταραγμένο 16ο αἰῶνα στήν Εὐρώπη, μέ τά γεγονότα τῆς Μεταρρύθμισης καί τούς θρησκευτικούς πολέμους. Τό ἰδεολογικό αὐτό μόρφωμα εἶναι γέννημα τῆς ἀπολυτοποίησης τοῦ ὀρθοῦ λόγου καί τοῦ δόγματος Deus Creator, sed non Gubernator, παραποιήσεις τοῦ χριστιανισμοῦ.
.             Στό βάθος κρύβεται μία πεπλανημένη ἀντίληψη γιά λύτρωση ἀπό τόν «σκοταδισμό τῆς θρησκείας», δηλαδή ἀθεϊσμός. Ὁ Διαφωτισμός, στή συνέχεια, τόν 18ο αἰῶνα, φάνηκε ὡς πανάκεια γιά τήν εἰρήνευση τῶν κοινωνιῶν, χωρίς βέβαια νά ἐπιλύσει τά βασικά ὀντολογικά προβλήματα τοῦ ἁνθρώπινου βίου.
.             Μερικά κράτη υἱοθέτησαν τόν ὅρο οὐδετεροθρησκεία γιά νά σταματήσουν οἱ διενέξεις καί ἀντιπαραθέσεις τῆς διχασμένης χριστιανωσύνης κυρίως μεταξύ Καθολικισμοῦ καί Προτεσταντισμοῦ. Ἰδίως τό πολίτευμα τῶν ΗΠΑ χρησιμοποίησε τά μέγιστα τήν οὐδετεροθρησκεία γιά νά ἐξασφαλίσει τήν ἀμεροληψία του ἔναντι τῶν πολυαρίθμων θρησκευμάτων καί αἱρέσεων πού ἐμφανίστηκαν στή χώρα.
.             Ἀλλά γεννᾶται τό εὔλογο ἐρώτημα: Στήν δική μας χώρα πρός τί ἡ υἱοθέτηση τῆς οὐδετεροθρησκείας, ἑνός ξένου δηλαδή προτάγματος στό Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος; Εἴχαμε στόν ἑλλαδικό χῶρο θρησκευτικούς πολέμους; Ὑφίσταται στενός ἐναγκαλισμός Ἐκκλησίας καί Κράτους; Δέν ἀσκεῖ τήν νομοθετική, ἐκτελεστική καί δικαστική λειτουργία τό Κράτος μέ τά θεσμικά ὄργανά του; (Πρόεδρος Δημοκρατίας-Βουλή-Κυβέρνηση-Δικαστήρια).
.            Ἔπειτα τί προσθέτει ἡ ρήτρα τῆς οὐδετεροθρησκείας, ἄν προσθέτει, τήν στιγμή πού ὑπάρχει τό ἄρθρο 13 τοῦ Συντάγματος, τό ὁποῖο κατοχυρώνει πληρέστατα τό δικαίωμα τῆς θρησκευτικῆς ἑλευθερίας μέ ὅλα τά θετικά ἐπακόλουθα τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ;
.             Ἄλλωστε δέν θα μποροῦσε νά εἶναι καί διαφορετικά, ἀφοῦ ἡ ἐθνική ἔννομη τάξη ἔχει ἄρρηκτο σύνδεσμο μέ τήν Εὐρωπαϊκή Σύμβαση Ἁνθρωπίνων Δικαιωμάτων καί εἰδικότερα, μέ τό ὅλο περιεχόμενο τοῦ ἄρθρου 9 καί τήν νομολογία τοῦ ἀντίστοιχου Δικαστηρίου τοῦ Στρασβούργου.
.             Ἐξ ἄλλου, ἀείποτε ἡ ὀρθόδοξη Ἑκκλησία σέβεται τά ἀνθρώπινα, ἀτομικά δικαιώματα καί διδάσκει παγίως ὅτι «ὅπου ἡ τῆς πίστεως εὐγένεια, οὐδείς βάρβαρος, οὐδείς Ἕλλην, οὐδείς ξένος, οὐδείς πολίτης, ἀλλ’ εἰς μίαν ἅπαντες ἀξιώματος ἀναβαίνουσιν ὑπεροχήν» (Ἰω. Χρυσοστόμου PG. 60,406). Στό ἰσχῦον Σύνταγμα θετικότατα συνυπάρχουν τά ἄρθρα 3 και 13 καί οὐδόλως διαταράσσει τό ἕνα τό ἄλλο.

*

.             Ἡ ἀοριστολογία τῆς ρήτρας αὐτῆς φέρει συνάμα καί ἕναν ἄλλο προβληματισμό.
.             Τίθεται τό μεῖζον ἐρώτημα: Γνωρίζουμε, μέ συγκεκριμένη ἑπάρκεια, τό σκεπτικό τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτη, τό βούλημα, καθορίζον σαφέστατα τήν ἔννοια, τό περιεχόμενο, τήν αἰτία καί τόν σκοπό τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ρήτρας αὐτῆς στό ὑπό ἀναθεώρηση Σύνταγμα; Ποιό εἶναι τό back-ground, καί ποιός θά τό ἑρμηνεύσει;
.             Θά προσθέσουμε στά ἑκάστοτε Δικαστήρια τήν ἐπίλυση τῶν διαφορῶν πού θα προκύψουν καί ἁντί τῆς συνοχῆς καί ἠρεμίας τῆς κοινωνίας θά ἐπικρατεῖ ἡ ἀβεβαιότητα καί ἡ ἀστάθεια μέχρι τήν ἔκδοση τῆς δικαστικῆς ἀπόφασης;
.             Ἀκόμη μία σειρά ζητημάτων, ὡς ἑορτολόγιο, ἐπίσημες ἀργίες καί τελετές, ἱερά σύμβολα, καί ἄλλες θρησκευτικές ἐκδηλώσεις, πώς θά ἀντιμετωπισθοῦν ὅλα αὐτά μέ τήν ἑφαρμογή τῆς οὐδετεροθρησκείας;
.             Τά ζητήματα αὐτά δέν εἶναι οὐδόλως δευτερεύουσας σημασίας γιά τόν ἑλληνικό λαό πού στήν συντριπτική πλειοψηφία του ἀποδέχεται τήν ὀρθόδοξη χριστιανική διδασκαλία. Γι’ αὐτό καί προχειρότητα στόν ὑπέρτατο νόμο δέν συγχωρεῖται. Ἰσχύει ἑν προκειμένῳ ὁ βιβλικός λόγος κατ’ ἀναλογίαν, «ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καί ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι, ἰδού ἔρχομαι ταχύ καί ὁ μισθός μου μετ’ ἐμοῦ , ἀποδοῦναι ἑκάστῳ ὡς τό ἔργον ἔσται αὐτοῦ». (Ἀποκ. κβ´ 11-12).
.             Στό σημεῖο αὐτό ἀξίζει νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι ἡ ρήτρα αὐτή δέν ἔχει καί γιά ἕνα ἀκόμη λόγο, θέση στό ἄρθρο 3 καί μάλιστα ἑμφαντικά ὡς πρώτη παράγραφος. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι ἔρχεται σέ εὐθεία ἀντίφαση μέ τό ἀμέσως παρακάτω κείμενο, τό ὁποῖο ὁμιλεῖ γιά «ἐπικρατοῦσα θρησκεία στήν Ἑλλάδα, τήν Ὀρθόδοξη Ἑκκλησία». Δηλαδή, ἀπό τό ἕνα μέρος οὐδετεροθρησκεία καί ἀπό τό ἄλλο ἐπικρατοῦσα θρησκεία, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἐξαρτᾶται βεβαίως ποία ἑρμηνεία δίδεται ἑκάστοτε στόν ὅρο «ἐπικρατοῦσα θρησκεία» πού ἔχει καί διαπιστωτικό καί κανονιστικό χαρακτήρα.
.             Ὅπως ἐπίσης ἀπαράδεκτη κρίνεται ἡ ἀπάλειψη τῆς λέξεως «Ἀνατολικῆς» Ὁρθόδοξης Ἑκκλησίας, τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ ὡς καί ἡ ἐν συνεχείᾳ φράση, «ἡ ὀρθόδοξη Ἑκκλησία, πού γνωρίζει κεφαλή της τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό».
.             Ἐν προκειμένῳ δημιουργεῖται σύγχυση καί ἀκόμη περισσότερη ἀοριστολογία, καθ’ ὅτι ἔχει πάντοτε σημασία ἡ ἀκρίβεια τῆς ὁρολογίας καί μάλιστα σέ νομικά κείμενα ὡς καί ἡ ἀντίστοιχη θεολογική καί ἑκκλησιολογική. Ποιανοῦ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἑκκλησία; Δέν εἶναι τοῦ Χριστοῦ; Τί μᾶς φοβίζει ἡ ἐπίκληση τοῦ θείου Ὀνόματος; Τί ἐμποδίζει νά ἀναγράφεται τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ; Γιατί ἄραγε αὐτός ὁ ἐξοβελισμός τοῦ Χριστοῦ, ὑπενθυμίζοντας ἐν προκειμένῳ τήν γνωστή φράση τῶν Γαδαρηνῶν τοῦ Εὐαγγελίου: «Καί ἤρξαντο παρακαλεῖν (τόν Χριστόν) ἀπελθεῖν ἁπό τῶν ὁρίων αὐτῶν» (Μαρκ. ε´17).

*

.             Γιά νά γίνει ὅμως κατανοητό αὐτό χρειάζεται μιά ὁλόκληρη παιδεία μέ τήν εὑρύτερη ἔννοια τοῦ ὅρου. Παιδεία στό τί εἶναι τελικά Ἑκκλησία; Καθ’ ὅτι ἐπικρατεῖ ἄγνοια ἢ ἡμιμάθεια. Ἔχουμε ἕνα σοβαρό ἔλλειμμα ἐκκλησιολογίας.
.             Ὁμιλοῦν πολλοί περί Ἐκκλησίας χωρίς γνώση γιά τήν φύση, τήν οὐσία, καί τό περιεχόμενό της. Αὐτός εἶναι στό βάθος ὁ λόγος καί ἡ αἰτία τῶν ἀντιεκκλησιαστικῶν ἀπόψεων, τοῦ ἀρνητισμοῦ γιά τήν Ἐκκλησία, τῆς παρεξηγημένης εἰκόνας της καί τοῦ λόγου της.
.             Θεωροῦν πολλοί ὅτι Ἐκκλησία εἶναι μία καλή ἔστω ΜΚΟ, ἕνα σωματεῖο, ἕνα σύστημα πού φτιάχνει ὀπαδούς. Γι’αὐτό φθάνουν ἄλλοι νά διαχωρίζουν Χριστό καί Ἐκκλησία καί ἄλλοι νά θέλουν, νά «ἐπιδιορθώσουν» καί «σώσουν» τήν Ἐκκλησία.
Βέβαια εἶναι γεγονός, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὡς θεοΐδρυτο καθίδρυμα καί μυστήριο μέ τήν θεολογική ἔννοια τοῦ ὅρου, ὡς «σῶμα» καί «πλήρωμα» Χριστοῦ θά συνεχίζει νά συναντᾶ στά πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων τήν ἀρνηση καί τήν περιφρόνηση, ἀλλά συνάμα καί τήν κατάφαση καί βίωση τοῦ μυστηρίου αὐτῆς, τῆς ἄλλης πραγματικότητος.
.             Καί φυσικά ἡ Ἐκκλησία διά μέσου τῶν αἰώνων θά πορεύεται καί θά ἀναγεννᾶ τόν κόσμον «οὐ τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου μεταβαλλομένης, ἀλλά τῆς κακίας ἐλαυνομένης».

*

.             Ἀπό τά παραπάνω καθίσταται ἑνεργέστατο ὅτι ἡ μεταφύτευση μιᾶς ὀθνείας ρήτρας γιά τήν ἑλληνική ἱστορία καί τήν πραγματικότητα ὁμοιάζει ὡς φύτευμα σέ ἄγονη γῆ. Τοῦτος ὁ τόπος ἀείποτε στηρίζεται στήν ἑλληνορθόδοξη πίστη. Ἔτσι προχώρησε καί μεγαλούργησε.
.             Εἰδικῶς δέ, τό ὀρθῶς διατυπωμένο καί ἐν ἰσχύι ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος 1975 δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνα νομικό κείμενο, ἀλλά ἕνα μνημειῶδες ρῆμα, ἐμβληματικό τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους καί τῆς μακραίωνης ἱστορίας του.
.             Ἡ Ὀρθοδοξία καί περαιτέρω ἡ Ὀρθόδοξη Ἑκκλησία μέ τήν οὐδετεροθρησκεία δέν φοβᾶται, οὔτε μειώνεται, οὔτε ἔχει ἀνάγκη ἐξωτερικοῦ γοήτρου.
.             Ἡ Πολιτεία μέ μία τέτοια υἱοθέτηση, τῆς οὐδετεροθρησκείας, δηλαδή ἀποστασιοποιημένη ἁπό τίς προγονικές ρίζες της, θά πορεύεται συνεχῶς, μέ ἀντιφάσεις, μέ ἐγκλωβισμούς σέ ἰδεολογικά μορφώματα, σέ παρακμιακές ἠθικές καταστάσεις, τελικά σέ βλάβη τοῦ συνόλου τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας.
.             Ἡ Πολιτεία ἔχει ἀνάγκη τήν Ἐκκλησία καί ὄχι ἀντιθέτως. Γιά νά μιλήσουμε ἑνδοκοσμικῶς αὐτό ἀπαιτεῖ τό ἐθνικό συμφέρον, ὁ ρεαλισμός γιά τήν συντήρηση τῆς ὑπόστασης τοῦ Ἔθνους μέσα στή δίνη τῆς συνεχῶς αὐξανόμενης παγκοσμιοποίησης καί ἀστάθειας λαῶν καί κρατῶν ἡ μή καταγραφή τῆς ρήτρας αὐτῆς.
.             Κοντολογίς, μέ τήν ψυχοσύνθεση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, δέν συνάδει ἡ οὐδετεροθρησκεία οὔτε καί ἐπικροτεῖται.
.             Ἐν τέλει, ἄραγε, ἔχουμε σκεφθεῖ ἑκείνους, τούς πρώτους συντάκτες τῶν Συνταγμάτων τῆς Ἑλλάδος ἀμέσως μετά τήν ἀνεξαρτησία τοῦ Ἔθνους μέ ποῖο πνεῦμα διετύπωσαν τά νομοθετικά ἐκεῖνα κείμενα;
.             Ὑπάρχει σήμερα, αὐτή ἡ σοφία τους γιά τήν ὀρθοδοξία καί τόν ἑλληνισμό; Αὐτό ὅμως εἶναι θέμα πρωτίστως συνείδησης.

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

 

Διαφημίσεις

, , ,

Σχολιάστε

ΘΕΣΕΙΣ τῆς ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ τῆς ΕΛΛΑΔΟΣ γιὰ τὴν ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

Θέσεις τς κκλησίας τς λλάδος
γι
τν Συνταγματικ
ναθεώρηση

12.2.2019

Πρὸς τοὺς κ.κ. Προέδρους
τῶν Κοινοβουλευτικῶν Κομμάτων
καὶ τοὺς ἀνεξάρτητους Βουλευτὲς

Ἀξιότιμοι,

.             Συνοδικῇ Ἀποφάσει, ληφθείσῃ ἐν τῇ Συνεδρίᾳ τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς 7ης μηνὸς Φεβρουαρίου ἐ.ε., σᾶς γνωρίζουμε ὅτι ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος, ἐν τῇ ρηθείσῃ Συνεδρίᾳ Αὐτῆς, ἀπεφάσισε τὴν διὰ τοῦ παρόντος ἀποστολὴ τῶν κατωτέρω θέσεων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐκκρεμῆ διαδικασία ἀναθεωρήσεως τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος ἐπὶ τῶν ζητημάτων ἐνδιαφέροντός Της καὶ παρακαλοῦμε νὰ συνεκτιμηθοῦν κατὰ τὶς συζητήσεις καὶ ψηφοφορίες στὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων.

.             Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος θεωρεῖ ὅτι:

1.Ἡ προμετωπίδα τοῦ Συντάγματος, ποὺ ἐπικαλεῖται τὴν Ἁγία Τριάδα, ἀποτελεῖ βασικὸ στοιχεῖο ἱστορικῆς συνδέσεως τοῦ παρόντος Συντάγματος μὲ τὴν ἐπαναστατικὴ προέλευση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἡ προμετωπίδα αὐτὴ ὑπῆρχε σὲ ὅλα τὰ ἐπαναστατικὰ Συντάγματα καὶ ἡ διατήρησή της τεκμηριώνει τὴν διαρκῆ πεποίθηση τοῦ συντακτικοῦ νομοθέτη, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἀσκοῦσε πρωτογενῆ συντακτικὴ ἐξουσία καὶ πρὶν τὴν 3η Φεβρουαρίου 1830 (Πρωτόκολλο Λονδίνου), ὁπότε ἔλαβε χώρα ἡ διεθνὴς ἀναγνώριση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Τὸ Ἑλληνικὸ Κράτος δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα δημιούργημα τῶν συμφωνιῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἀλλὰ ἐρείδεται στὴ βάση ἑνὸς Ἔθνους μὲ συγκεκριμένη πολιτιστικὴ καὶ θρησκευτικὴ ταυτότητα. Δὲν εἶναι τυχαῖο, ὅτι ὁ πατριωτικὸς αὐτὸς συμβολισμὸς τῆς προμετωπίδας καὶ ἡ ἀναγωγή της στὴν Ἁγία Τριάδα ξεκίνησε μὲ τὶς Ἐθνοσυνελεύσεις τῆς ἐποχῆς τῆς Ἐπανάστασης ὡς πολιτικὴ ἐπιλογὴ τῶν χριστιανῶν ἱδρυτῶν τοῦ νέου Κράτους. Ἡ παραμονὴ τῆς προμετωπίδας τῶν ἐπαναστατικῶν Συνταγμάτων στὸ ἰσχῦον Σύνταγμα, ἀποδεικνύει ὡς σταθερὴ τὴν ἄποψη τῆς Πολιτείας μας ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, μέσα ἀπὸ ἀγώνα γιὰ ἐθνικὴ ἀνεξαρτησία ἀπέναντι στὴν ἀλλόθρησκη ἐξουσία, δημιούργησε τὸ νέο κράτος.

2. Τὸ ἄρθρο 3 ἀποτελεῖ θεμέλιο νομικῆς ὀργανώσεως τῶν σχέσεων τόσο τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅσο καὶ τῆς τελευταίας μὲ τὴν Μεγάλη του Χριστοῦ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀποτελεῖ ἀμετάβλητο στοιχεῖο πάγιας συνταγματικῆς παραδόσεως, ἔτυχε ἐπιμελοῦς ἑρμηνευτικῆς ἐπεξεργασίας ἀπὸ τὰ δικαστήρια καὶ δὴ τὸ Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας, χωρὶς ποτὲ νὰ προκαλέσει προβλήματα στὴν πράξη, ἐνῶ, ὅταν ἀπαιτήθηκε, συνερμηνεύθηκε ἀπὸ τὰ δικαστήρια μὲ τὸ ἄρθρο 13 Συντ. περὶ θρησκευτικῆς ἐλευθερίας. Ὁ ὅρος «ἐπικρατοῦσα θρησκεία» ἔχει περιεχόμενο ἱστορικὸ καὶ πολιτισμικό, πληθυσμιακὸ καὶ διαπιστωτικό τῆς ἱστορικῆς, ἀλλὰ καὶ ἐνεργοῦ σχέσης τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους μὲ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση. Ἀπὸ τὸ ἄρθρο 3 παρ. 1 τοῦ Συντάγματος δὲν προκύπτει κανένας περιορισμὸς τῶν δικαιωμάτων πλήρους θρησκευτικῆς ἐλευθερίας τῶν μὴ ὀρθόδοξων θρησκευτικῶν κοινοτήτων ἢ κατοίκων τῆς Ἐπικράτειας. Σὲ κάθε περίπτωση ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος στηρίζει κάθε ἰδιαίτερη συνταγματικὴ ἀναφορὰ καὶ προστασία πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τὴν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης καὶ τὶς Ἱερὲς Μητροπόλεις τῆς Δωδεκανήσου.

3. Ἡ προτεινόμενη τροποποίηση τοῦ ἄρθρου 3 Συντ. εἰσάγει στὸ ἀνωτέρω σύστημα ρυθμίσεως παράγοντα νοηματικὰ ἀόριστο, ὁ ὁποῖος εἶναι βέβαιο ὅτι θὰ προκαλέσει ἑρμηνευτικὰ προβλήματα καὶ παραδοχὲς ἐπικίνδυνες στὶς σχέσεις τῶν δύο ἐγχωρίων θεσμῶν (Κράτους – Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος) καὶ περαιτέρω καὶ στὶς σχέσεις αὐτῶν μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως.
.             Ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ρήτρας περὶ θρησκευτικὰ οὐδέτερου κράτους, εἰδικὰ στὴν πρώτη παράγραφο τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος, ποὺ ἀναγνωρίζει τὸν ρόλο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι ἀποσκοπεῖ νὰ ἀνταγωνισθεῖ, καὶ στὴν πράξη νὰ ἀκυρώσει, τὴν ὑφιστάμενη στὸ ἴδιο ἄρθρο ἀναγνώριση τῆς πλειοψηφούσας ὀρθόδοξης χριστιανικῆς κοινότητας τῆς χώρας. Ἡ εἰσαγωγὴ στὸ Σύνταγμα τῆς ρήτρας ὅτι ἡ Ἑλλάδα εἶναι «θρησκευτικὰ οὐδέτερο κράτος» εἶναι πολιτικά, νομικὰ καὶ ἐν γένει ἐπιστημονικὰ ἀόριστη. Δὲν μπορεῖ νὰ γίνει καμία συζήτηση, ἐὰν δὲν διευκρινίζεται ποιὸ μοντέλο θρησκευτικῆς οὐδετερότητας ὑπονοεῖται, διότι ὑπάρχουν διεθνῶς τόσα μοντέλα θρησκευτικῆς οὐδετερότητας, ὅσα καὶ τὰ κράτη, ποὺ δηλώνουν θρησκευτικῶς οὐδέτερα, εἴτε μέσῳ τῆς καθιερώσεώς τους ρητῶς στὰ οἰκεῖα Συντάγματα, εἴτε μέσῳ τῆς σχετικῆς νομοθεσίας καὶ τῆς ἱστορικῆς τους παραδόσεως. Εἶναι προβληματικὴ καὶ ἐπικίνδυνη ἡ εἰσαγωγὴ μίας ρήτρας συνθηματικῆς συντομίας, ἡ ὁποία διεθνῶς ἔχει πολύσημο περιεχόμενο. Θὰ πρέπει νὰ διευκρινίζεται, ἐὰν πρόκειται γιὰ μία δυσμενῆ οὐδετερότητα (θρησκευτικὰ ἀδιάφορο κράτος) ἢ γιὰ μία εὐμενῆ οὐδετερότητα (μὴ παρεμβατικὸ κράτος, τὸ ὁποῖο ἐνισχύει τὰ θρησκεύματα καὶ ἀναγνωρίζει ἰδιαίτερο καθεστὼς γιὰ τὴ διευκόλυνση τῆς ἀποστολῆς τους). Δὲν εἶναι τυχαῖο ἐξ ἄλλου ὅτι κράτη, θρησκευτικῶς οὐδέτερα, ἔχουν ἐπιλέξει στὰ Συντάγματά τους περιφραστικὴ περιγραφὴ τοῦ εἴδους τῆς οὐδετερότητας, ποὺ υἱοθετοῦν (π.χ. «δὲν ὑπάρχει ἐπίσημη θρησκεία», «τὸ κράτος δὲν παρεμβαίνει στὶς θρησκευτικὲς κοινότητες» κ.λπ.), ὥστε νὰ εἶναι σαφὲς τὸ περιεχόμενο τῆς οὐδετερότητας, ποὺ ἐννοοῦν καὶ δὲν μεταχειρίζονται αὐτὸν τὸν ὄρο, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ ἐπιστηρίξει ἀκόμα καὶ νομοθετικὲς πολιτικὲς ἐχθρικὲς πρὸς τὸ θρησκευτικὸ φαινόμενο. Φυσικὰ ὁ ἀναθεωρητικὸς ζῆλος περὶ τὶς συνταγματικὲς σχέσεις Κράτους καὶ Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, στὸ μέτρο ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ παρουσιάσει ὡς μείζονες θεσμικὲς ἀλλαγὲς καὶ ὡς νέες ἀξιακὲς κατακτήσεις, νομικὲς ἀρχὲς ποὺ εἶναι ἀπὸ καιροῦ δεδομένες στὴν νομολογία τῶν ἑλληνικῶν δικαστηρίων, ἀποβλέπει ἁπλῶς στὴν παραγωγὴ ἐντυπώσεων ὅτι ὁ δημόσιος χῶρος στὴν Ἑλλάδα δῆθεν «θεοκρατεῖται» καὶ ἐπέρχεται θεσμικὸς ἐκσυγχρονισμὸς τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ὡστόσο ὁ κοσμικὸς χαρακτήρας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπαρκῶς προκύπτει ἀπὸ τρεῖς ἰσχυρὲς ρῆτρες (ἄρθρα 1 παρ. 2-3, 87 παρ. 2, 13 παρ. 4 Συντ.).

4. Ἡ τυχὸν ἐπιβολὴ ἀποκλειστικὰ πολιτικοῦ ὅρκου σὲ ὅλους τοὺς κρατικοὺς ἀξιωματούχους καὶ δημόσιους λειτουργοὺς καὶ ὑπαλλήλους, ἀντὶ τῆς δυνατότητας ἐπιλογῆς μεταξὺ πολιτικῆς ἢ θρησκευτικῆς ὁρκοδοσίας, συνιστᾶ μία μορφὴ ἀπόλυτης ἀπαγόρευσης ἐκδήλωσης θρησκευτικῶν πεποιθήσεων, ἀλλὰ ταυτόχρονα, συνδυαζόμενη μὲ τὴν ρήτρα περὶ θρησκευτικῆς οὐδετερότητας, ἀποκαλύπτει ὅτι τὸ νόημα τῆς τελευταίας ρήτρας ἀποσκοπεῖ στὴ θεμελίωση τοῦ θρησκευτικὰ ἀδιάφορου κράτους.

5. Ἡ συνταγματικὴ ἀναφορὰ καὶ προστασία τοῦ θεσμοῦ τῆς οἰκογένειας ὡς «θεμελίου συντήρησης καὶ προαγωγῆς τοῦ Ἔθνους» πρέπει νὰ διατηρηθεῖ. Τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Ἐκκλησίας πηγάζει ἀπὸ τὴν ὅλη διδασκαλία της, ἰδιαίτερα ἀπὸ τὰ κείμενα τῶν Εὐαγγελίων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ ρόλο τῆς παραδοσιακῆς οἰκογένειας στὴν ἐπιβίωση τοῦ Ἔθνους. Ἡ σχετικὴ διάταξη περὶ ἀναγνώρισης τῆς οἰκογένειας, ὡς βασικοῦ κυττάρου τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, δὲν πρέπει νὰ ἀπαλειφθεῖ ἢ νὰ δώσει τὴν θέση τῆς μέσα στὸ κείμενο τοῦ Συντάγματος σὲ ἄλλες μορφὲς συμβίωσης, οἱ ὁποῖες δὲν ἔχουν καμία παράδοση στὴν ἑλληνικὴ κοινωνία, ἀλλὰ οὔτε ἐξασφαλίζουν καὶ τὴν προοπτικὴ ἱστορικῆς ἐπιβίωσης τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἢ ἐθνικῆς καὶ κοινωνικῆς συνοχῆς τῆς χώρας.

6. Τέλος παρατίθενται καὶ οἱ κατωτέρω συνοπτικὲς παρατηρήσεις, ὥστε νὰ καταστεῖ σαφὲς ποιὰ ζητήματα σχέσεων Κράτους καὶ Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δὲν ἀφοροῦν οἱ ὑφιστάμενες συνταγματικὲς διατάξεις:

α. Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ κρατικὴ μισθοδοσία τοῦ Κλήρου καὶ ἐπιχορήγηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαίδευσης δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὸ ἄρθρο 3 πάρ. 1 ἐδαφ. α´ Συντ. (δηλαδὴ τὴν ρήτρα περὶ ἐπικρατούσας θρησκείας).

β. Ἡ νομικὴ μορφὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν φορέων Της ὡς «νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου» δὲν προκύπτει ἀπὸ τὸ ἄρθρο 3 Συντ. Εἶναι ζήτημα τοῦ νομοθέτη ὁ καθορισμὸς τῆς νομικῆς προσωπικότητας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν φορέων Της.

γ. Ἐπιπλέον, μετὰ τὸ 2010 δὲν ὑπάρχει στὴν νομοθεσία κανένα φορολογικὸ προνόμιο εἰδικὰ προβλεπόμενο γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι οὐδεμία σχέση ἔχει τὸ ἄρθρο 3 Συντ. μὲ τὴν φορολογία τῶν φορέων τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὅτι οὐδεμία προνομιακὴ φορολογικὴ μεταχείρισή Της ἐπιβάλλει.

δ. Τὸ Μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν δὲν ὑφίσταται στὴν ἐκπαίδευση λόγῳ τοῦ ἄρθρου 3 Συντ. Τὸ μάθημα ὑφίσταται λόγῳ τοῦ ἄρθρου 16 παρ. 2 Σύντ., ποὺ ἐπιβάλλει τὴν θρησκευτικὴ ἀγωγὴ τῶν νέων. Ἀκόμα καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ ἄρθρο 3 Συντ., ποὺ τεκμαίρει τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ πλειοψηφία τῶν Ἑλλήνων εἶναι ὀρθόδοξοι χριστιανοί, τὸ Μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν καὶ πάλι θὰ εἶχε πλειοψηφία ὕλης ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴ Ὀρθοδοξία, ἀφοῦ τὸ ἀνωτέρω ἀντικειμενικὸ γεγονὸς συντρέχει εἴτε τὸ τεκμαίρει τὸ ἄρθρο 3 Συντ., εἴτε ὄχι. Τὸ μάθημα πρέπει νὰ ἀνταποκρίνεται στὶς μορφωτικὲς ἀνάγκες τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία κατὰ πλειοψηφία ἀνήκει στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀγνοεῖ τὴν ἱστορικὴ πορεία καὶ κοινωνικὴ πραγματικότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Αὐτὰ ὅμως δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὸ ἄρθρο 3 Συντ.

ε. Τὸ ἄρθρο 3 Συντ. ἐγγυᾶται ὅτι τὸ Κράτος ἀναγνωρίζει ὡς Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς φορέα τῆς ἐπικρατούσας θρησκείας τῶν Ἑλλήνων ἐκείνη τὴν Ἐκκλησία ποὺ διοικεῖται μὲ βάση τὰ Πατριαρχικὰ ἔγγραφα (Τόμος 1850, Πράξη 1928) καὶ ἔχει «κοινωνία» μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν μποροῦν νὰ διεκδικήσουν τὴν θρησκευτικὴ ἐκπροσώπηση τῶν ἐν Ἑλλάδι ὀρθόδοξων χριστιανῶν ἔναντι τοῦ Κράτους ἄλλες θρησκευτικὲς κοινότητες καὶ ὁμάδες, ποὺ δὲν πληροῦν τὰ παραπάνω κριτήρια. Τὸ ἄρθρο 3 Συντ. ἀποτελεῖ ἕνα χρήσιμο κανόνα ἀναγνώρισης ἀπὸ τὸ Κράτος ποιὰ Ἐκκλησία εἶναι αὐτή, ποὺ ἐκπροσωπεῖ τὴν πλειοψηφία τῶν Ἑλλήνων.

.            Συνεπῶς, ὑπὸ τὴν ἰσχὺ τοῦ ἄρθρου 3 Συντ. καὶ τῶν ὁρισμῶν, ποὺ αὐτὸ εἰσάγει (= ὁρίζει ποιὰ Ἐκκλησία εἶναι ὁ φορέας τῆς ἐπικρατούσας θρησκείας τῆς χώρας), οἱ σχέσεις Κράτους καὶ Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μποροῦν νὰ τροποποιοῦνται μὲ κοινοὺς νόμους, χωρὶς τὴν ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος. Πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἔχει ζητήσει νομοθετικὲς ἀλλαγές, ἤτοι πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς μεγαλύτερης αὐτονομίας Της ἀπὸ τὸ Κράτος, ποὺ ἐκκρεμοῦν καὶ δὲν προϋποθέτουν καμία συνταγματικὴ ἀναθεώρηση.
.           Ἐπὶ δὲ τούτοις, εὐελπιστοῦντες ὅτι θέλετε κατανοήσει τὴν σημασία τῶν ὡς ἄνω ἐκτεθέντων καὶ ὅτι θὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὶς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐπικαλούμεθα ἐφ’ ὑμᾶς πλούσια τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ διατελοῦμε μετ᾽ εὐχῶν καὶ τιμῆς.

 

Ὁ Ἀρχιγραμματεὺς
† Ὁ Μεθώνης Κλήμης

ΠΗΓΗ: ecclesia.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΟΙΚΟΥΜ. ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ: «ΟΧΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ»

πιμένει τ Φανάρι:
Δ
ν πιθυμομε τροποποιήσεις στ Σύνταγμα

.             Τὴν θέση τοῦ Φαναρίου ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ τροποποιήσεις στὰ ἄρθρα 3 καὶ 21 τοῦ Συντάγματος διατύπωσε ἀντιπροσωπεία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου κατὰ τὴ συνάντησή της μὲ τὸν Ὑπουργὸ Παιδείας, Κώστα Γαβρόγλου. Γιὰ τὸ κείμενο ποὺ δόθηκε χθὲς στὴ δημοσιότητα καὶ ἀφορᾶ στὴν ὑλοποίηση τῆς συμφωνίας μεταξὺ ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, ὑποστήριξε ὅτι «θέλει ἐπεξεργασία» ἀπὸ πλευρᾶς Πατριαρχείου.
.             «Ἐπαναλάβαμε τὴν ἀνησυχία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τὸν προβληματισμό του γιὰ τὶς συζητούμενες τροποποιήσεις τοῦ ἑλληνικοῦ Συντάγματος», ἀνέφερε, μετὰ τὸ πέρας τῆς συνάντησης, ὁ μητροπολίτης Γέρων Πριγκιποννήσων, Δημήτριος. Ὅπως σημείωσε, τὸ Πατριαρχεῖο δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν τροποποίηση τῶν ἄρθρων 3 καὶ 21 τοῦ Συντάγματος.
.             «Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν τροποποίηση τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖο ἔγινε στὸν καιρό του μὲ πάρα πολλοὺς κόπους μετὰ ἀπὸ πολλὲς θυσίες καὶ ἀναμονὲς καὶ τὸ ὁποῖο τιμᾶ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ὡς θεσμὸ διεθνοῦς δημοσίου δικαίου καὶ ρυθμίζει τὶς σχέσεις του μὲ τὴν ἑλληνικὴ Πολιτεία καὶ τὴν ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία καὶ ἀποτρέπει κρίσεις ποὺ ὑπῆρξαν στὸ παρελθόν. Δὲν ἐπιθυμεῖ, ἐπίσης, τὴν προσθήκη στὸ ἄρθρο αὐτὸ περὶ οὐδετεροθρησκείας. Τὴ θεωρεῖ μὴ ἀπαραίτητη τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Ἐπίσης, τὸ Πατριαρχεῖο τιμᾶ τὴν ἑλληνικὴ οἰκογένεια. Πιστεύει, ὄντως, ὅτι εἶναι θεμέλιο τοῦ ἔθνους καὶ δὲν ἐπιθυμεῖ στὸ ἄρθρο 21 νὰ διασαλευθεῖ φραστικά», τόνισε.
.             Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς μισθοδοσίας τῶν κληρικῶν, ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου -ἐπισημαίνοντας ὅτι ὁ διάλογος περιελάμβανε τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ἑλληνικὴ Πολιτεία χωρὶς τὴ συμμετοχὴ τοῦ Πατριαρχείου- ὑπογράμμισε: «Ἡ Μητέρα Ἐκκλησία ἀγκαλιάζει ὅλον τὸν κλῆρο. Ὄχι μόνο τὸν κλῆρο τῶν δικῶν της καθεστώτων τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐν Ἑλλάδι. […] Διερμηνεύσαμε στὸν κύριο ὑπουργό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἕνας πολὺ σοβαρὸς ἄνθρωπος καὶ ξέρει νὰ ἀκούει, τὴν ἀνησυχία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γι᾽ αὐτό. Δὲν θέλει τὸ Πατριαρχεῖο νὰ διασαλευθοῦν τὰ δίκαια τὰ μισθολογικά, τὰ ἐργασιακά, τὰ ἀσφαλιστικὰ καὶ ἄλλα τοῦ κλήρου». Πάντως, χαρακτήρισε «ἐλπιδοφόρο» τὸ γεγονὸς ὅτι θὰ συνεχιστεῖ ὁ διάλογος.
.             Ὁ ὑπουργὸς Παιδείας ἀνέφερε γιὰ τὸ θέμα τῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου: «Περιμένουμε συγκεκριμένα σχόλια καὶ σὲ περίπτωση ποὺ ὑπάρχουν ἐνστάσεις, συγκεκριμένες ἐνστάσεις καὶ ὄχι κάτι τὸ γενικό, γιατί θεωροῦμε ὅτι γιὰ πρώτη φορὰ ὁ κλῆρος ἐξασφαλίζεται μὲ τὸν τρόπο ποὺ πρέπει νὰ ἐξασφαλίζεται σὲ ἕνα σύγχρονο εὐρωπαϊκὸ κράτος».
.             Ἐξ ἄλλου, σημείωσε ὅτι οἱ δύο πλευρὲς ἄρχισαν τὸν διάλογο σχετικὰ μὲ «τὶς ἰδιαιτερότητες καὶ τὰ ἰδιαίτερα προβλήματα ποὺ ἔχει τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης, γιὰ νὰ δοῦμε πῶς αὐτὰ θὰ μπορέσουν νὰ λυθοῦν, πάλι στὸ πλαίσιο ἑνὸς δεδομένου σεβασμοῦ πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης».
.             Τέλος, ὁ κ. Γαβρόγλου ἐπιβεβαίωσε ὅτι θὰ συνεχιστεῖ ὁ διάλογος καὶ ἐξέφρασε τὴν πεποίθηση πὼς θὰ ἐπιλυθοῦν τὰ ζητήματα ποὺ ἔχουν τεθεῖ ἐπὶ τάπητος. Ὡστόσο, τόνισε ὅτι «τὴν τελικὴ εὐθύνη καὶ τὸν τελικὸ λόγο λόγο τὸν ἔχει ἡ Πολιτεία».

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: «Τὴν τελικὴ εὐθύνη καὶ τὸν τελικὸ λόγο λόγο τὸν ἔχει ἡ Πολιτεία», λέει ὁ «σοβαρὸς» ὑπουργός, Κωνσταντινουπολίτης στὴν καταγωγή, γιὰ νὰ δείξει τὰ «μπράτσα του» στὸν δισχιλιόχρονο θεσμὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Μικροὶ ἄνθρωποι. Ἀχάριστοι καὶ σπιθαμιαῖοι!

ΠΗΓΗ: liberal.gr (μὲ πληροφορίες ἀπο ΑΠΕ-ΜΠΕ)

 

 

, , ,

Σχολιάστε

ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ Η ΑΝΤΕΘΝΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ

ντισυνταγματικ ντεθνικ συμφωνία

ἐφημ. «Δημοκρατία»
23.01.2019

.               Εἶναι παραβίαση τοῦ Συντάγματος νὰ τεθεῖ πρὸς ψήφιση ἡ Συμφωνία τῶν Πρεσπῶν μὲ ἀπαιτούμενη πλειοψηφία τοῦ 151 βουλευτές. Ἀπαιτοῦνται 180 γιὰ αὐτό, ὅπως ὁρίζει ὁ καταστατικὸς χάρτης τῆς χώρας στὸ ἄρθρο 28 (παράγραφος 2).
.               Ἡ «Δημοκρατία», ἂν καὶ θεωρεῖ μοναδικὸ ἁρμόδιο νὰ ἀπαντήσει γιὰ τὸ θέμα τὸν λαό, μέσῳ δημοψηφίσματος, πιστεύει ὅτι οἱ θεσμοὶ πρέπει νὰ μὴν ξεφύγουν ἀπὸ τὶς ράγες τὶς ὁποῖες θέτουν τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι τοῦ κράτους, διότι ἡ πατρίδα θὰ μπεῖ σὲ πρωτοφανεῖς περιπέτειες. Τὴν πλειοψηφία τῶν 180 βουλευτῶν στηρίζουν μὲ ἀκλόνητα ἐπιχειρήματα οἱ ἐγκυρότεροι συνταγματολόγοι καὶ νομικοί. Σχετικὴ μὲ τὸ θέμα ἐπιστολὴ ἔστειλε στὸν πρόεδρο τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων Νίκο Βούτση ὁ πρόεδρος τῆς Ὁλομέλειας τῶν προέδρων τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων Ἑλλάδος, Δημήτρης Βερβεσός.
.               Ὁ κ. Βερβεσὸς ὑποδεικνύει στὸν κ. Βούτση τὴν ἀπόφαση-ψήφισμα τῆς Ὁλομέλειας τῶν προέδρων τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων Ἑλλάδος γιὰ τὴ συμφωνία μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ ΠΓΔΜ, ποὺ εἶχε ληφθεῖ στὶς 17.06.2018 στὴ συνεδρίασή της στὴν Ἀλεξανδρούπολη, ὅπου μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρεται: «Ἡ συμφωνία ἀφορᾶ ὅλους τοὺς Ἕλληνες, πρέπει νὰ ἔχει τὴν εὐρύτερη δυνατὴ κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ ἀποδοχή, καὶ νὰ ἐξυπηρετεῖ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Γιὰ νὰ διασφαλίζεται ἡ βιωσιμότητά της στὸν χρόνο δὲν πρέπει νὰ στηρίζεται σὲ περιστασιακὲς καὶ ἰσχνὲς πλειοψηφίες. Πρέπει νὰ ληφθοῦν ὑπ᾽ ὄψη οἱ ἐνστάσεις ὡς πρὸς τὴν ἀναγνώριση “μακεδονικῆς” ἐθνικότητας καὶ γλώσσας. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν προτείνεται ἡ ψήφιση τοῦ σχετικοῦ νόμου, ποὺ θὰ κυρώνει τὴ συμφωνία, νὰ γίνει μὲ πλειοψηφία τῶν 3/5 τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, κατ᾽ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 28, παρ. 2 τοῦ Συντάγματος».
.               Εἶναι ἁρμοδιότητα, ἀλλὰ -πάνω ἀπ᾽ ὅλα- εὐθύνη τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας νὰ μεριμνήσει, ὥστε νὰ ἀπαιτηθεῖ πλειοψηφία 180 βουλευτῶν γιὰ τὴ συγκεκριμένη συμφωνία.
.               Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται κουρελόχαρτο τὸ Σύνταγμα καὶ μία ἰσχνὴ μειοψηφία στὸν λαό, μία ἀσταθὴς καὶ εὔθραυστη πλειοψηφία στὸ Κοινοβούλιο νὰ αὐθαιρετεῖ καὶ νὰ προδίδει τὸν λαὸ καὶ τὸ ἔθνος.

 

 

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΩΣ

Τ Πατριαρχεο στόχος τς ναθεώρησης!

Τί κρύβει ἡ κυβερνητικὴ σπουδὴ στὴν πρόταση γιὰ τὴν πλήρη διαγραφὴ τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 3 στὸ Σύνταγμα

Ρεπορτὰζ
Ἀντώνης Τριανταφύλλου
ἐφημ. «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», 27.11.2018

.             Ὅταν ἡ κυβέρνηση στὶς ἀρχὲς τοῦ μήνα ἔδωσε στὴ δημοσιότητα τὴν πρότασή της γιὰ τὴν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος, ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ἡ δημόσια συζήτηση ἑστίασαν στὴν ἑρμηνευτικὴ δήλωση περὶ οὐδετερόθρησκου κράτους καὶ τὴν ἐπικοινωνιακὴ σπουδὴ τῆς κυβέρνησης νὰ πείσει ὅτι μὲ αὐτὴ τὴν προσθήκη ἑδραιώνει τὴν οὐδετερότητα τοῦ κράτους ἀπέναντι σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες.
.             Μία προσεκτικὴ ἀνάγνωση καὶ ἀντιπαραβολὴ τοῦ ὑφισταμένου ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος μὲ τὴν κυβερνητικὴ πρόταση, ὅμως, φανερώνει τὸν πραγματικὸ λόγο ποὺ «κόπηκε καὶ ράφτηκε» μὲ τὸν συγκεκριμένο τρόπο. Οἱ διατυπώσεις στὴν πρόταση τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα μὲ ἔμπειρους νομικοὺς ἑρμηνευτές, εἶναι τόσο εὔστοχες, ποὺ ἀκόμα καὶ ὁ πιὸ καλόπιστος ἀναγνώστης δὲν μπορεῖ νὰ παραγνωρίσει ὅτι στόχος δὲν εἶναι γενικὰ καὶ ἀόριστα ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ εἰδικὰ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Αὐτὸ γίνεται εὐκολότερα ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ Φανάρι οὐδέποτε ἐνημερώθηκε, ὅπως ὄφειλε νὰ κάνει ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνηση, γιὰ τὸ περιεχόμενο τῆς συνταγματικῆς ἀναθεώρησης, παρὰ τὸ ζωτικὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ αὐτὴ τὴ διαδικασία.
.             Ἡ ἀλλαγὴ ποὺ προτείνει ὁ ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα μὲ νομικοὺς κύκλους, μόνο πρόχειρη δὲν εἶναι. Ἁπλοποιεῖ ἐπικίνδυνα τὴ διατύπωση ποὺ περιγράφει τὸ πλέγμα τῶν σχέσεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ τὶς ἐν Ἑλλάδι ἐπαρχίες του, μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνπάγεται.
.             Ἡ ἐπιλεκτικὴ διόρθωση συγκεκριμένων σημείων, πολὺ περισσότερο ἡ σπουδὴ γιὰ τὴν πλήρη διαγραφὴ τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 3, ὅπως ἀναφέρουν οἱ ἴδιοι νομικοὶ κύκλοι, ὁδηγεῖ κάπου συγκεκριμένα καὶ ἐπικίνδυνα. Παύει ἡ γενικὴ ἀναφορὰ στὶς Νέες Χῶρες, κάτι ποὺ δυνητικὰ μπορεῖ νὰ ἀποδυναμώσει νομικὰ τὸν δεσμὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μὲ τὶς ἐπαρχίες του στὴ βόρεια Ἑλλάδα καὶ στὰ νησιὰ τοῦ ἀνατολικοῦ Αἰγαίου, καθὼς καὶ τὸ ἰδιαίτερο νομικὸ καθεστὼς τῶν Πατριαρχικῶν Σταυροπηγίων τῆς Μονῆς Βλατάδων στὴ Θεσσαλονίκη καὶ τῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Φαρμακολύτριας στὴ Χαλκιδική.
.             Μὲ ἐπιστολὴ ἀπὸ τὸ καλοκαίρι τοῦ 2017, ποὺ ἔφερε στὴ δημοσιότητα ἡ ἰστοσελίδα orthodoxia.info, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης εἶχε φροντίσει νὰ θέσει τὸν πρωθυπουργὸ τῆς Ἑλλάδας ἐνώπιον τῶν εὐθυνῶν του, καθιστώντας σαφὲς πὼς τὸ Φανάρι δὲν ἦταν σὲ καμία περίπτωση διατεθειμένο νὰ δεχτεῖ νὰ διαγραφοῦν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα οἱ ἀναφορὲς σὲ αὐτό, στὶς δικαιοδοσίες τοῦ ἀλλὰ καὶ στὴν Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Πράξη τοῦ 1928.
.             Οἱ ἐξελίξεις καὶ κυρίως ὁ τρόπος ποὺ διατυπώθηκε ἡ πρόταση τοῦ ΣΥΡΙΖΑ γιὰ τὴν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος φανερώνουν ὅτι τὸ αἴτημα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νὰ μὴ θιγεῖ καθόλου τὸ ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος ποτὲ δὲν ἐλήφθη ὑπ᾽ ὄψη.
.             Μὲ αὐτὰ τὰ δεδομένα ἡ σημερινὴ παρουσία τοῦ ὑπουργοῦ Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου ἐνώπιον τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ οἱ ἐξηγήσεις ποὺ θὰ δώσει -ἢ μᾶλλον οἱ δικαιολογίες ποὺ θὰ πρέπει νὰ ἐπιστρατεύσει- ἔχουν ξεχωριστὸ ἐνδιαφέρον.

Ἆρον ἆρον στὸ Φανάρι ὁ Γαβρόγλου

.             Δεύτερη φορὰ μέσα σὲ διάστημα δύο ἑβδομάδων ὁ Κώστας Γαβρόγλου ταξιδεύει στὴν Κωνσταντινούπολη, σὲ ρόλο πυροσβέστη τῆς δυσφορίας τοῦ Φαναρίου. Ὁ ὑπουργὸς Παιδείας, ὡς ἁρμόδιος γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα, θὰ σταθεῖ ἐνώπιόν της Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου καὶ θὰ κληθεῖ νὰ δώσει πειστικὲς ἐξηγήσεις γιὰ τὴν περιθωριοποίηση τῆς πρωτόθρονης Ἐκκλησίας ἀπὸ πολὺ σημαντικὲς διαπραγματεύσεις γιὰ τὴ συνταγματικὴ ἀναθεώρηση καὶ γιὰ τὴ συμφωνία Τσίπρα – Ἱερωνύμου. Μπορεῖ ὁ Κώστας Γαβρόγλου νὰ ὑποστηρίζει ὅτι ἡ συμφωνία ποὺ ἀνακοίνωσε στὶς 6 Νοεμβρίου ὁ Ἀλέξης Τσίπρας ἀφορᾶ ἀποκλειστικὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ ὄχι τὸ Φανάρι, αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι ἀληθές.
.             Τόσο ἡ συνταγματικὴ ἀναθεώρηση ὅσο καὶ οἱ προτεινόμενες δομικὲς ἀνατροπὲς ποὺ θὰ ἐπιφέρει πιθανὴ ἀλλαγὴ στὸ μισθολογικὸ καθεστὼς τῶν κληρικῶν στὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον τῶν ἀποσπάσεων κληρικῶν στὸ ἐξωτερικὸ ἀφοροῦν ἄμεσα καὶ τὴν πρωτόθρονη Ἐκκλησία, ἐφ᾽ ὅσον μέσα στὴ διαπραγμάτευση περιλαμβάνονται καὶ οἱ Νέες Χῶρες ποὺ ἀνήκουν πνευματικὰ στὸ Φανάρι, ἡ ἡμιαυτόνομη Ἐκκλησία τῆς Κρήτης καὶ οἱ μητροπόλεις τῶν Δωδεκανήσων ποὺ ὑπάγονται ἀπευθείας στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.

 

 

,

Σχολιάστε

«ΜΕΤΩΠΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ» (παραβίαση τῶν Ἀρχῶν τῆς Ἰσότητος καὶ τῆς Λαϊκῆς Κυριαρχίας)

ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ᾽ ΑΡΕΙῼ ΠΑΓῼ

ΕΥΒΟΙΑΣ 36Β΄ Α΄ ΟΡΟΦΟΣ –
ΑΘΗΝΑΙ ΤΗΛ. 690 77 27 088

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΙΣ

Ἐπί τῆς ἀτύπου συμφωνίας μεταξύ
Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος καί Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως
διά τήν ἀπόλυσιν ἁπάντων τῶν ἐν Ἑλλάδι ὑπηρετούντων Ἱερέων καί Λειτουργῶν

τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
καί τήν ἐντεῦθεν ἐπιδοματικήν των ἐνίσχυσιν.

ΘΕΣΙΣ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ:

Ὑπό τοῦ Ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Ἑστίας Πατερικῶν Μελετῶν Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου κ.κ. Σαράντου Σαράντου ἐτέθη ἡμῖν τό ζήτημα τῆς νομικῆς ἀξιολογήσεως καί ἐγκυρότητος τῆς ἀνωτέρω ἀτύπου συμφωνίας καί ἡ ἐπίδρασίς της τόσον ἐπί τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου, ὅσον καί ἐπί τοῦ Χριστεπωνύμου Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἐκ τῆς ἐν θέματι συμφωνίας παραβιάζονται ἀμέσως αἱ ἀρχαί τῆς ἰσότητος, τῆς ἰσονομίας καί τῆς Δημοκρατίας κατά παράβασιν τῶν ἑξῆς διατάξεων τοῦ Συντάγματος καί τοῦ Νόμου.

1) ΠΑΡΑΒΙΑΣΙΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΟΣ

.               Ἡ ἀνωτέρω ἄτυπος συμφωνία παραβιάζει πρωτίστως τάς δικαϊκάς ἀρχάς τῆς ἰσότητος καί τῆς ἰσονομίας καί παραβαίνει τάς διατάξεις τῶν παραγράφων 1 καί 2 τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Συντάγματος, ὡς καί τάς ὑπερνομοθετικῆς ἰσχύος διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐξ ἴσου κατοχυροῦν τάς δικαϊκάς ἀρχάς τῆς ἰσότητος καί τῆς μή διακρίσεως ἀμέσως ἰσχύουσαι 2 δυνάμει τοῦ ἄρθρου 28 παρ. 1 τοῦ Συντάγματος, ἤτοι τῶν ἄρθρων 2 καί 6 παρ. 1 ἐδάφιον πρῶτον τῆς Συνθήκης περί Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως, 7 ἐδάφιον πρῶτον τῆς Οἰκουμενικῆς Διακηρύξεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν περί Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων, 20 τοῦ Χάρτου θεμελιωδῶν δικαιωμάτων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως καί 26 ΔΣΑΠΔ. Συγκεκριμένως, κατ’ ἄρθρον 4 παράγραφοι 1 καί 2 Σ. ὁρίζεται ὅτι “1. Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Νόμου. 2. Οἱ Ἕλληνες καί αἱ Ἑλληνίδες ἔχουν ἴσα δικαίωματα καί ὑποχρεώσεις”. Δυνάμει δέ τοῦ ἄρθρου 2 τῆς Συνθήκης περί τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως προβλέπονται τά ἑξῆς: “Ἡ Ἕνωση βασίζεται στίς ἀξίες τοῦ σεβασμοῦ (…) τῆς ἰσότητας, τοῦ κράτους δικαίου, καθώς καί τοῦ σεβασμοῦ τῶν ἀνθρώπινων δικαιωμάτων, (…) Οἱ ἀξίες αὐτές εἶναι κοινές στά κράτη μέλη ἐντός κοινωνίας πού χαρακτηρίζεται ἀπό τόν πλουραλισμό, τήν ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων, τήν ἀνοχή, τή δικαιοσύνη, τήν ἀλληλεγγύη (…)”. Δυνάμει δέ τοῦ ἄρθρου 6 παρ. 1 ἐδάφιον πρῶτον τῆς Συνθήκης περί τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως προβλέπεται ὅτι: “Ἡ Ἕνωση ἀναγνωρίζει τά δικαιώματα, τίς ἐλευθερίες καί τίς ἀρχές πού περιέχονται στόν Χάρτη τῶν Θεμελιωδῶν Δικαιωμάτων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης τῆς 7ης Δεκεμβρίου 2000, ὅπως προσαρμόσθηκε στίς 12 Δεκεμβρίου 2007, στό Στρασβοῦργο, ὁ ὁποῖος ἔχει τό ἴδιο νομικό κῦρος μέ τίς Συνθῆκες”.
.               Κατά τό ἄρθρον δέ 20 τοῦ Χάρτου θεμελιωδῶν δικαιωμάτων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως ὁρίζεται ὅτι “ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Νόμου”. Προσέτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 7 ἐδάφιον πρῶτον τῆς Οἰκουμενικῆς Διακηρύξεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν υἱοθετηθείσης διά τῆς ἀπό 10-12-1948 καί ὑπ᾽ ἀριθ. 217 Α(ΙΙΙ) ἀποφάσεως τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν ὁρίζονται τά ἑξῆς: “Ὅλοι εἶναι ἴσοι απέναντι στόν Νόμο καί ἔχουν δικαίωμα σέ ἴση προστασία τοῦ Νόμου, χωρίς καμμία διάκριση”. Ἀκόμη συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 26 ἐδάφιον πρῶτον τοῦ ΔΣΑΠΔ κυρωθέντος διά τοῦ Ν. 2462/1997 (ΦΕΚ Α΄-25/26-2-1997): “ὅλα τά πρόσωπα εἶναι ἴσα ἐνώπιον τοῦ Νόμου καί ἔχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σέ ἴση προστασία τοῦ Νόμου”. Ἡ ἀρχή τῆς ἰσότητος, τῆς ἰσονομίας καί μή διακρίσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ θεμελιώδη κανόνα τοῦ Συντάγματος, ἀλλά καί τοῦ ἀναγκαστικοῦ διεθνοῦς καί τοῦ ἑνωσιακοῦ δικαίου, ἐπιτάσσει τήν ἰδίαν ρύθμισιν τῶν ὁμοειδῶν περιπτώσεων, ὅπως γίνεται δεκτόν κατά παγιωτάτην Νομολογίαν τόσον τοῦ παρ’ ἡμῖν Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας (ΟλΣτΕ 660/2018, 926/2018, ΣτΕ 686/2018), ὅσον καί πάντων τῶν διεθνῶν Δικαστηρίων, συμπεριλαμβανομένου τοῦ Δικαστηρίου τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως (mutatis mutandis ἀπόφασις ΔΕΚ τῆς 8ης-9-2005 ἐπί τῆς ὑποθέσεως ὑπ’ αριθ. C-191/03, North Western Health Board κατά Margaret McKenna). Ἐν προκειμένῳ συντελεῖται μαζική κατά τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου τῶν Λειτουργῶν τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας παραβίασις τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος διά μέσου τῆς ὡς ἄνω ἀτύπου συμφωνίας καί τῆς διά ταύτης ἐξαγγελθείσης ἀπολύσεως τῶν καί τῆς περαιτέρω ἐπιδοματικῆς των ἐνισχύσεως, καθ᾽ ὅσον τοιαύτη μεταχείρισις δέν ἐπιφυλάσσεται ὑπό τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους διά τούς Λειτουργούς τῶν ἑτέρων θρησκειῶν, ἤτοι διά τούς Μουφτῆδες, τούς παπικούς ἱερεῖς καί τούς Ραββίνους, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἴσου ὑπάλληλοι ὄντες τοῦ κράτους καί ἀμειβόμενοι διά τάς ὑπηρεσίας των πρός τούς πιστούς τῆς οἰκείας θρησκείας των, ἐν τούτοις οὐδόλως ἐξήγγελται καί δι᾽ αὐτούς ἀνάλογος ἀντιμετώπισις μαζικῆς ἀπολύσεως ἐπί τῇ βάσει τοῦ συγκεκριμένου κριτηρίου τῆς ἰδιότητός των. Ἐπί πλέον, ἡ ὡς ἄνω ἀντισυνταγματική καί παράνομος διάκρισις, τήν ὁποίαν ὑφίστανται οἱ Ὀρθόδοξοι Ἱερεῖς καί ὁ ἰδιότυπος οὗτος ἐργασιακός διωγμός, ἡ χαρακτηριστική μαζικότης τῶν ἐξαγγελλομένων ἀπολύσεων ἁπάντων ὅσων τυγχάνουν Λειτουργοί τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἐπί τῇ βάσει τῆς συγκεκριμένης των ἐργασιακῆς ἰδιότητος, συνεπάγεται ἄρδην κατάργησιν μιᾶς ὁλοκλήρου κοινωνικῆς τάξεως καί ἐργασιακῆς ὁμάδος ἀποτελουμένης ἐκ χιλιάδων ἀνθρώπων καί συνάμα συνιστᾶ μείζονα προσβολήν τῆς ἀξίας τῶν ὡς ἀνθρωπίνων ὄντων θίγουσα τήν προσωπικήν των ἀξιοπρέπειαν καί προσωπικότητα κατά παράβασιν τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 2 παρ. 1 καί 5 παρ. 1 τοῦ Συντάγματος, ἀκριβῶς ὁριζόντων ἀντιστοίχως τά ἑξῆς: “Ὁ σεβασμός καί ἡ προστασία τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελοῦν τήν πρωταρχικήν ὑποχρέωσιν τῆς Πολιτείας”. “Ἕκαστος δικαιοῦται νά ἀναπτύσση ἐλευθέρως τήν προσωπικότητά του καί νά συμμετέχη εἰς τήν κοινωνικήν, οἰκονομικήν καί πολιτικήν ζωήν τῆς Χώρας, ἐφ’ ὅσον δέν προσβάλλει τά δικαιώματα τῶν ἄλλων καί δέν παραβιάζει τό Σύνταγμα ἤ τά χρηστά ἤθη”. Προσέτι, ἡ νομική ὑποχρέωσις πάντων καί δή τῶν κρατικῶν ἀρχῶν νά σέβωνται καί νά προστατεύουν τήν ἀνθρωπίνην ἀξίαν καί προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου, ὡς καί τό ἀντίστοιχον δικαίωμα τῶν θιγομένων προσώπων κατοχυροῦται εἰς τάς ἑξῆς διατάξεις τοῦ Νόμου. Δυνάμει τοῦ προοιμίου τῆς Οἰκουμενικῆς Διακηρύξεως Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων διευκρινίζεται ὅτι: “(…) ἡ ἀναγνώριση τῆς ἀξιοπρέπειας, πού εἶναι σύμφυτη σέ ὅλα τά μέλη τῆς ἀνθρώπινης οἰκογένειας, καθώς καί τῶν ἴσων καί ἀναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων τους ἀποτελεῖ τό θεμέλιο τῆς ἐλευθερίας, τῆς δικαιοσύνης καί τῆς εἰρήνης στόν κόσμο. (…)
.               Ἐπειδή ἔχει οὐσιαστική σημασία νά προστατεύονται τά ἀνθρώπινα δικαιώματα ἀπό ἕνα καθεστώς δικαίου, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά μήν ἀναγκάζεται να προσφεύγει, ὡς ἔσχατο καταφύγιο, στήν ἐξέγερση κατά τῆς τυραννίας καί τῆς καταπίεσης (…). Ἐπειδή μέ τόν Καταστατικό Χάρτη, οἱ λαοί τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν διακήρυξαν καί πάλι τήν πίστη τους στά θεμελιακά δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, στήν ἀξιοπρέπεια καί τήν ἀξία τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας (…). Ἐπειδή τά κράτη μέλη ἀνέλαβαν τήν ὑποχρέωση νά ἐξασφαλίσουν, σέ συνεργασία μέ τόν Ὀργανισμό τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, τόν ἀποτελεσματικό σεβασμό τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καί τῶν θεμελιακῶν ἐλευθεριῶν σέ ὅλο τόν κόσμο”. Επίσης κατά τό ἄρθρον 1 τοῦ Χάρτου θεμελιωδῶν ἐλευθεριῶν τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως, προβλέπεται ὅτι: “Ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια εἶναι ἀπαραβίαστη. Πρέπει νά εἶναι σεβαστή καί νά προστατεύεται”. Ἡ ἀνθρωπίνη ἀξία καί ἡ προσωπικότης εἶναι δικαίωμα μή περιουσιακόν, τό ὁποῖον ἐνδιαφέρει τήν δημοσίαν τάξιν, ἀσκούμενον παρ’ ἑκάστου ἀνθρώπου, ἀπαράγραπτον, ἀπολύτως προσωπικόν καί ἀπόλυτον ὑπό τήν ἔννοιαν ὅτι οὐδεμία συγχωρεῖται προσβολή καί παραβίασίς του, ἐξ οὗ καί ὡς ἀπαραβίαστον προστατευόμενον δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Χάρτου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως. Ἐπίσης τυγχάνει ἀγώγιμον, ὥστε ἡ παραβίασίς του γεννᾶ ἀξίωσιν ἀποζημιώσεως ἔναντι παντός προσβάλλοντος τοῦτο.

2) ΠΑΡΑΒΙΑΣΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

.               Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Συντάγματος ὁρίζονται τά ἑξῆς:
“1. Τό πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος εἶναι προεδρευομένη κοινοβουλευτική Δημοκρατία.
2. Θεμέλιον τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ λαϊκή κυριαρχία.
3. Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν ἐκ τοῦ λαοῦ καί ὑπάρχουν ὑπέρ αὐτοῦ καί τοῦ Ἔθνους, ἀσκοῦνται δέ καθ᾽ ὅν τρόπον ὁρίζει τό Σύνταγμα”. Δυνάμει δέ τοῦ ἄρθρου 2 τῆς Συνθήκης περί τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως προβλέπονται τά ἑξῆς: “Ἡ Ἕνωση βασίζεται στίς ἀξίες τοῦ σεβασμοῦ (…) τῆς δημοκρατίας, τῆς ἰσότητας, τοῦ κράτους δικαίου, καθώς καί τοῦ σεβασμοῦ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, (…). Οἱ ἀξίες αὐτές εἶναι κοινές στά κράτη μέλη (…)”. Ἡ ἐν λόγῳ διάταξις τοῦ ἑνωσιακοῦ δικαίου ἀποτελεῖ ὡσαύτως ἀναπόσπαστον μέρος τοῦ ἑλληνικοῦ δικαίου δυνάμει τοῦ ἄρθρου 28 παρ. 1 τοῦ Συντάγματος ἐν συνδυασμῷ πρός τάς διατάξεις τοῦ Νόμου 6945/1979 περί κυρώσεως τῆς Συνθήκης προσχωρήσεως τῆς Ελλάδος εἰς τάς Συνθήκας τῆς ΕΟΚ καί τῆς ΕΚΑΕ. Αἱ ἀνωτέρω συνταγματικαί διατάξεις καί δικαϊκαί ἀρχαί ἐπιτάσσουν τήν πλήρως δεσμευτικήν νομικήν ὑποχρέωσιν πάντων τῶν Ἑλλήνων καί ὡσαύτως πάντων τῶν μελῶν τῆς ἑκάστοτε ἑλληνικῆς κυβερνήσεως νά ὑλοποιῇ τήν ἐφ’ ἑκάστου ζητήματος νομίμως ἐκπεφρασμένην ἤ γνωστήν εἰς τόν Νομοθέτην θέλησιν τοῦ λαοῦ καί μάλιστα μετ’ ἀφοσιώσεως πρός τήν Πατρίδα καί τήν Δημοκρατίαν, ἀλλά καί μετά σεβασμοῦ πρός τό Σύνταγμα καί τούς συνάδοντας πρός αὐτό Νόμους, ὅπως ρητῶς ἐπιτάσσει ἡ διάταξις τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 120 τοῦ Συντάγματος, ἥτις ἐξ ἴσου παρεβιάσθη ἐκ τῆς ὡς ἄνω ἀτύπου συμφωνίας. Ἄλλωστε ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Συντάγματος ὁρίζουσα ὅτι “ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν ἐκ τοῦ λαοῦ” συνοδεύεται καί ἀπό τάς λέξεις “καί ὑπάρχουν ὑπέρ αὐτοῦ καί τοῦ Ἔθνους”, εἰς τρόπον, ὥστε οὐδεμία ἀμφιβολία ὑφίσταται ὡς πρός τό ὅτι ναί μέν ἡ νομιμοποίησις τῆς ἐξουσίας τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς λειτουργίας ἄρχεται κατά τήν χρονικήν στιγμήν τῆς δημοκρατικῆς ἐκλογῆς των ὑπό τοῦ λαοῦ, πλήν ὅμως ἡ νομιμοποίησις τῆς ἐν συνεχείᾳ ἐξακολουθήσεως τῆς ἐκ μέρους των τετραετοῦς διακυβερνήσεως τελεῖ ὑπό τήν συνταγματικήν αἵρεσιν τῆς διαρκοῦς καί ἀδιασπάστου συμφωνίας της πρός τήν κυρίαρχον λαϊκήν βούλησιν, εἰς ἥν καί ὑπήκει, ἀφοῦ ἡ συγκεκριμένη ἀκριβῶς ἐξουσία ὑπάρχει –ὀφείλουσα διαρκῶς νά λειτουργῇ– ὑπέρ τοῦ λαοῦ καί σύμπαντος τοῦ Ἔθνους. Ὡς προείρηται, κατά τήν παράγραφον 2 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Συντάγματος ἡ δικαϊκή κανονιστική ἀρχή τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας κατοχυροῦται ὡς “Θεμέλιον τοῦ πολιτεύματος”.
.               Ἐξ ἴσου δέ κατ’ ἄρθρον 2 τῆς Συνθήκης περί τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως ὁρίζεται ὅτι ἡ Ἕνωσις βασίζεται ἐπί τῆς ἀξίας “τοῦ σεβασμοῦ (…) τῆς δημοκρατίας”. Ὁ σεβασμός οὗτος τῆς δημοκρατικῆς ἀρχῆς εἶναι τόσον δεδομένος καί αὐτονόητος εἰς τήν Εὐρωπαϊκήν Ἕνωσιν, ὥστε δέν δύναται νά καταστῇ μέλος της κράτος μή δημοκρατικῶς διακυβερνώμενον ἤ μή σεβόμενον τάς ἀρχάς ἀκριβῶς τῆς Δημοκρατίας, τῆς ἰσότητος, τοῦ κράτους δικαίου καί τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ἀφοῦ ρητῶς δυνάμει τῆς αὐτῆς ἐν λόγῳ διατάξεως ἡ ἀξία τῆς Δημοκρατίας, ὅπως καί αἱ λοιπαί ὡς ἄνω ἀρχαί, ἀναγνωρίζονται ὡς «κοινές στά κράτη μέλη».
.               Κινητήριος δέ, κατά κυριολεξίαν, δύναμις τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ ἀρχή τῆς πλειονοψηφίας, ἡ κάμψις δηλαδή τῆς βουλήσεως τῶν ὀλίγων ἔναντι τῆς βουλήσεως τῶν πολλῶν. Δημοκρατία συνοπτικῶς κέκληται ὁ ἐντός καθεστῶτος πλήρους ἰσότητος καί ἰσονομίας σεβασμός καί ἡ ὑποταγή πάντων εἰς τήν βούλησιν τῆς πλειονοψηφίας τοῦ λαοῦ. Δημοκρατία ἐπ’ οὐδενί σημαίνει τήν ἐπιβολήν εἰς τήν πλειονοψηφίαν τοῦ λαοῦ τῆς βουλήσεως ὄχι ἁπλῶς τῆς μειονοφηφίας, δηλαδή τῶν ὀλίγων, ἀλλά δύο ανθρώπων ή ἔστω μιᾶς ἐντελῶς ἰσχνοτάτης μερίδος ἀτόμων καί δή ἐνίων ἐκ τῶν φορέων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Οὔτε ἡ γνώμη, ἡ ψῆφος καί ἡ ἀπόφασις τοῦ πρωθυπουργοῦ καί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἔχει ex officio ἤ ἀριστίνδην μείζονα ἀξίαν καί βαρύτητα ἤ ἑνός ἑκάστου τῶν λοιπῶν Ἑλλήνων. Ἐν προκειμένῳ ἡ ὡς ἄνω ἄτυπος συμφωνία, δι᾽ ἧς ἐξήγγελται ὅτι θά ἀπολυθοῦν ἀπαξιούμενοι καί δή ἐπιδοματικῶς ἐνισχυόμενοι ΑΠΑΝΤΕΣ οἱ Λειτουργοί τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δυνάμει ἀντισυνταγματικῆς διακρίσεως ἐπί τῇ βάσει τοῦ κριτηρίου τῆς συγκεκριμένης ἰδιότητός των, παραβιάζει ὠμῶς τάς δικαϊκάς κανονιστικάς ἀρχάς τῆς Δημοκρατίας καί τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἀλλά καί τῆς ἰσότητος εἰς βάρος τῆς συντριπτικῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ κατά παράβασιν τῶν ἀνωτέρω διατάξεων. Τοῦθ᾽ ὅπερ ἐπειδή οἱ ταύτην συνομολογήσαντες παρεῖδον τό γεγονός ὅτι ὁ Ἑλληνικός Λαός, ὁ ὁποῖος κατά συντριπτικόν ποσοστόν – μεῖζον τοῦ 98% – πρεσβεύει τήν Ὀρθόδοξον Χριστιανικήν Πίστιν καί θρησκεύει καί λατρεύει τόν ἐν Τριάδι Θεόν εἰς τούς Ἱερούς του Ναούς, ὅπερ προϋποθέτει τήν λειτουργίαν τῶν Ναῶν τούτων καί ὡσαύτως τήν ὕπαρξιν – καί δή τήν ἐπιβίωσιν – τῶν Λειτουργῶν τῆς Πίστεώς του ἐπί τῇ βάσει κανονικῶν καί πλήρων σχέσεων ἐργασίας καί πλήρων παροχῶν κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως καί ἐπ’ οὐδενί ἐπί τῇ βάσει ἐπιδοματικῶν ἐνισχύσεων. Ἡ μαζική ἀπόλυσις ἁπάντων τῶν μελῶν τοῦ Ὀρθοδόξου κλήρου ὄχι μόνον δέν συνάδει πρός τήν βούλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀλλά συγκρούεται μετωπικῶς πρός αὐτήν, καθ’ ὅσον μάλιστα πλήττει ἀμέσως πρωτίστως τόν ἴδιον τόν Ἑλληνικόν Λαόν – ὄχι μόνον τούς Ὀρθοδόξους Ἱερεῖς – κατά τοῦ συνόλου τοῦ Χριστεπωνύμου Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, διότι εἶναι ἀνέκαθεν γνωστόν εἰς τόν ἑκάστοτε συνταγματικόν Νομοθέτην ἀπό τῆς συστάσεως τοῦ συγχρόνου ἑλληνικοῦ κράτους ἄχρι τοῦδε τό ἀνωτέρω γεγονός, ὅτι ἡ συντριπτική δηλαδή πλειονοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ πρεσβεύει τήν Ὀρθόδοξον Χριστιανικήν Πίστιν, ἐξ οὗ καί ἡ ἐπίκλησις τοῦ ἑλληνικοῦ Συντάγματος εἰς τήν Μίαν, Ἁγίαν καί Ὁμοούσιον Τριάδα. Αὕτη δέ ἡ Πίστις τῶν Ἑλλήνων, ἀποτελεῖ γνωστόν τοῖς πᾶσι συστατικόν στοιχεῖον τῆς ἰδιοπροσωπείας τοῦ Ἔθνους καί συνιστᾶ ἀληθῶς ζήτημα ὑπαρξιακόν διά τούς Ἕλληνας καί οὐδείς δικαιοῦται νά τήν θίγει. Διά τοῦτο ἄλλωστε τό ἄρθρον 3 παρ. 1 ἐδάφια πρῶτον καί δεύτερον τοῦ Συντάγματος ἐπί λέξει καί ἐπιτακτικῶς ὁρίζει καί ρητῶς ἀναγνωρίζει τό πανθομολογούμενον γεγονός ὅτι “Ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, κεφαλήν γνωρίζουσα τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετά τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης καί πάσης ὁμοδόξου του Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως, ὡς ἐκεῖναι, τούς ἱερούς ἀποστολικούς καί συνοδικούς κανόνας καί τᾶς ἱεράς παραδόσεις”. Σύμπας ὁ Ἑλληνικός Λαός πλήττεται καί πᾶς Ἕλλην Ὀρθόδοξος προσβάλλεται εἰς τό δυνάμει τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ Συντάγματος κατοχυρούμενον ἀτομικό δικαίωμά του διά τήν θρησκευτικήν του ἐλευθερίαν καί διά τήν ἄσκησιν τῆς λατρείας τοῦ ἐκ τῆς ὑπό κρίσιν ἐπαπειλουμένης περιπτώσεως μαζικῶν ἀπολύσεων καί ἐκ τῆς ἐπιδοματικῆς τοῦ λοιποῦ ἐνισχύσεως τῶν Ἱερέων, διότι αὔτη θά λειτουργεῖ ἀποτρεπτικῶς διά τούς νέους ἀνθρώπους ἐπί τῷ ἱερατεύεσθαι. Τοῦτο θά ἔχει ὡς ἄμεσον καί πρακτικόν ἀποτέλεσμα ὅλοι οἱ Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί νά στεροῦνται Ἱερέων καί ἐφημερίων εἰς τούς πλείστους Ἱερούς ἀνά τήν Χώρα Ναούς καί εἰς τά πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος καί ἄρα (οἱ Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί) θά ἐμποδίζονται ἐξ ἀντικειμένου εἰς τήν ἐκδήλωσιν τῆς θρησκευτικῆς των Πίστεως καί εἰς τήν ἄσκησιν τῆς λατρείας των εἰς τούς Ἱερούς ἀνά τήν Ἑλλάδα Ναούς κατά παράβασιν ἁπασῶν τῶν ὡς ἄνω διατάξεων τοῦ Συντάγματος καί τοῦ Νόμου. Καί πάντα ταῦτα ἐντός μίας πολιτείας, ἡ ὁποία θέλει νά ὀνομάζεται δημοκρατική καί εὐνομουμένη καί λειτουργοῦσα ἐντός τοῦ πλαισίου τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως…

Ἀθῆναι, 11 Νοεμβρίου 2018
Ὁ γνωμοδοτῶν Δικηγόρος
ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ

 

Σχολιάστε

«ΟΙ ΚΛΗΡΙΚΟΙ ΩΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΙΣΘΟΔΟΤΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ. Τὸ ἀντίθετο σημαίνει βῆμα χαλάρωσης τοῦ δεσμοῦ τοῦ κράτους μὲ τοὺς ἐφημερίους» (Μητροπ. Μάνης Χρυσόστομος Γ´)

Ο κληρικο ς θρησκευτικο λειτουργο
πρέπει ν μισθοδοτονται π τ κράτος

τοῦ Μητροπολ. Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

Σχετικὰ μὲ τὴν πρόσφατη πρόταση συμφωνίας μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Κράτους, ποὺ ἦλθε στὸ προσκήνιο, ὁ Μητροπολίτης Μάνης Χρυσόστομος Γ´ δήλωσε τὰ κάτωθι:

.               Ἀναφανδὸν τάσσομαι κατὰ τῆς ἀναθεώρησης τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος, καθ’ ὅτι τοῦτο ἄριστα ἔχει διατυπωθεῖ καὶ οὐδόλως χρήζει τροποποιήσεως ἢ οἱασδήποτε ἀλλαγῆς. Εἰδικότερα, ἡ προτεσταντικὴ θεωρία περὶ θρησκευτικῆς οὐδετερότητας δὲν συνάδει μὲ τὸν μακραίωνο ἱστορικό, νομικό, κοινωνικὸ καὶ Χριστιανικὸ ὀρθόδοξο πολιτισμό μας. Τὸ δὲ ἄρθρο 13 τοῦ Συντάγματος καλύπτει ὅλα τὰ ζητήματα τῆς ἀνεξιθρησκείας καὶ τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας.
.               Ὅσον ἀφορᾶ τὸν ἱερὸ κλῆρο, ὡς γνωστόν, οἱ Ἐφημέριοι ἱερεῖς καὶ διάκονοι συνδέονται μὲ τὸ ν.π.δ.δ. τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ ἢ τῆς Μητρόπολης μὲ σχέση δημοσίου Δικαίου, σύμφωνα μὲ τὰ ἄρθρα 36 καὶ 42 τοῦ ν. 590/1977 καὶ ἡ ἀμοιβή τους καταβάλλεται ἀπὸ τὸ Δημόσιο (ἄρθρο 38 ν. 590/1977, ἀ.ν. 536/1945 καὶ 469/1948). Πρόκειται γιὰ τριμερῆ σχέση ἐργασίας.
.               Εἰδικότερα τὸ Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας μὲ τὴν 507/1983 (Τμ. Γ΄) ἀπόφασή του δέχθηκε ὅτι «οἱ Ἐφημέριοι ἱερεῖς εἶναι θρησκευτικοὶ λειτουργοί». Πρόκειται γιὰ εἰδικὴ κατηγορία ὑπαλλήλων, ὅπως ὑπάρχουν οἱ στρατιωτικοί, οἱ δικαστικοί, οἱ διπλωματικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ἐμπειρογνώμονες κ.ἄ.
.               Ὁ ἰδιαίτερος χαρακτήρας τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου ὡς θρησκευτικῶν λειτουργῶν καὶ τὸ εἰδικὸ καθεστώς, βάσει τοῦ ὁποίου ὑφίσταται καὶ ὁριοθετεῖται τὸ ποιμαντικὸ καὶ κοινωνικὸ ἔργο τους καὶ ἰδίᾳ τὸ μισθολογικὸ σημερινὸ καθεστὼς πρέπει νὰ διαφυλαχθεῖ ὡς ἔχει.
.               Οἱ κληρικοὶ ὅλων τῶν βαθμῶν ὡς θρησκευτικοὶ λειτουργοὶ πρέπει νὰ μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὸ κράτος. Μία ἀποσύνδεση τοῦ μισθολογίου τῶν κληρικῶν ἀπὸ τὸ κράτος αὐτομάτως θὰ ἐπισημάνει ὑποβάθμιση τῆς θέσης καὶ τῆς κοινωνικῆς καὶ μισθολογικῆς καταστάσεώς τους.
.               Εἰδικότερα:
1) Ὁ μισθοδοτούμενος ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἔχει ὡς ἐργοδότη του ἕνα νομικὸ πρόσωπο δημοσίου δικαίου, τὸ ὁποῖο ἀσκεῖ ἐξουσία πρωτογενῆ, τὴν ὁποία κανένα ἄλλο νομικὸ πρόσωπο δημοσίου ἢ ἰδιωτικοῦ δικαίου δὲν ἔχει.
2) Ὅπως εἶναι σήμερα θεσμοθετημένο τὸ νομικὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖο ἀφορᾶ τοὺς ἐφημερίους, τὸ Ἐλεγκτικὸ Συνέδριο, κατὰ τὴν ἐφαρμογὴ διατάξεων οἰκονομικοῦ περιεχομένου, δὲν ἐξαιρεῖ αὐτοὺς ἀπὸ τὸν εὐρύτερο κύκλο τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν Ν.Π.Δ.Δ. (Ἐλεγκτικὸ Συνέδριο 7/1997 Α΄ Κλιμακίου) καὶ ἡ Γνωμοδότηση 41/2008 (Γ Τμῆμα) τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους, δέχεται τὴν ὑπαγωγὴ τῶν κληρικῶν στὶς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 18 Ν. 3448/2006, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν στὴν πρόσληψη στὸ Δημόσιο συγγενοῦς ἀποβιώσαντος κατὰ τὴν ἐκτέλεση τοῦ ὑπηρεσιακοῦ καθήκοντος.
.               Μία ἀπεικόνιση τοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ τῆς χώρας θὰ μᾶς δείξει ὅτι οἱ 8000 περίπου ἐφημέριοι, οἱ ὁποῖοι μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὸ κράτος εἶναι ἕνα πολὺ μικρὸ ποσοστὸ τῶν μισθοδοτούμενων ἀπὸ αὐτό, καὶ δὲν ἐπηρεάζει καίρια τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους, καὶ ἐν προκειμένῶ ἄλλες εἶναι οἱ βουλές, ἀντιθέτου ρύθμισης.
.               Εἶναι ἕνα βῆμα χαλάρωσης τοῦ δεσμοῦ τοῦ κράτους μὲ τοὺς ἐφημερίους. Σύμφωνα μὲ ἔρευνα τοῦ συνδέσμου Ἐπιχειρήσεων καὶ Βιομηχανιῶν (ΣΕΒ) τὸ πρῶτο τρίμηνο τοῦ 2017 οἱ μισθωτοὶ τοῦ δημοσίου τομέα ἦταν 806,2 χιλιάδες ποὺ ἀντιστοιχοῦσαν στὸ 51% τῶν μισθωτῶν τοῦ ἰδιωτικοῦ τομέα (1.585.000 ἐργαζόμενοι), δηλαδὴ τὸ 34% τοῦ συνόλου τῶν μισθωτῶν.
.         Ἔπειτα, μετατροπ τς τακτικς μισθοδοσίας σ «πιδότηση» μπεριέχει πασιφανς τν κίνδυνο μίας μελλοντικς μείωσης κα κατάργησης νεκεν οκονομικς δυναμίας το κράτους.
.             Ἡ ἐπιδότηση δὲν παρέχει τὰ ἐχέγγυα τῆς κρατικῆς μισθοδοσίας. Συνωδά, ἀσάφεια ὑφίσταται γιὰ τὶς συντάξεις καὶ τὴν ἰατροφαρμακευτικὴ περίθαλψη.
.           Ἐν κατακλεῖδι, κατὰ σοφὴ κίνηση δὲν ἐτέθη καμία ὑπογραφὴ οὔτε ὑφίσταται νομικὸ κείμενο καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς βρισκόμεθα σὲ μὴ ὥριμη χρονικὴ περίοδο, τὸ πλέον συνετὸ θὰ ἦταν, νὰ μὴν συνεχισθεῖ ἡ περαιτέρω συζήτηση καὶ νὰ παραμείνουν τὰ πράγματα ὡς ἔχουν.
.           Ἡ μεγάλη πείρα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ ἡ ἀδιαμφισβήτητη ἀγάπη του γιὰ τὴν Ἐκκλησία, τοὺς κληρικοὺς καὶ τὸ Ἔθνος, ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὴν Ἱεραρχία, θὰ δώσουν τελικὰ τὴν δέουσα διευθέτηση τοῦ ὅλου ζητήματος. Μὴ λησμονοῦμε δέ, τοὺς πάντα ἐπίκαιρους λόγους τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου. «Τοιοῦτον ἔχει μέγεθος ἡ Ἐκκλησία· πολεμουμένη νικᾶ καὶ χειμάζεται, ἀλλὰ ναυάγιον οὐχ ὑπομένει».

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

 

 

,

Σχολιάστε