Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΙΣΤΟΡΙΑ"

«Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ. Η ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΨΥΧΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΥΚ ΕΑΛΩ, ΟΥΚ ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ, ΟΥΚ ΕΑΛΩ ΤΟ ΦΩΣ»

«Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ.
Η ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΨΥΧΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΥΚ ΕΑΛΩ,
ΟΥΚ ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ, ΟΥΚ ΕΑΛΩ ΤΟ ΦΩΣ»

563 ὁλόκληρα χρόνια πέρασαν, ἀφ᾽ ὅτου ἡ Κωνσταντινούπολη,
ἡ Βασιλεύουσα,
ποὺ διέγραψε μία φωτεινὴ πορεία 1123 ἐτῶν καὶ 18 ἠµερῶν, ἔπεσε.

τῆς Δρ. Φιλ. Μαρίας – Ἐλευθερίας Γιατράκου

περιοδ. «ΚΑΜΠΑΝΕΣ»

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

.           Ἑάλω τοίνυν ἐπὶ Κωνσταντίνου βασιλέως, ἑβδόµου Παλαιολόγων, ἐνάτῃ καὶ εἰκοστῇ φθίνοντος Μαΐου παρὰ Ρωµαίοις, ἑξήκοντος ἔτους τῶν ἀπ᾽ ἀρχῆς ἑνός τε καὶ ἑξηκοστοῦ παρὰ τοῖς ἐννακοσίοις τε καὶ ἑξακισχιλίοις, ἀπὸ δὲ κτίσεώς τε καὶ συνοικήσεως ταύτης ἔτεσι τέταρσι καὶ εἴκοσι καὶ ἑκατὸν πρὸ τοῖς χιλίοις», ὅπως ἀναφέρει ὁ ἱστορικός τῆς Ἁλώσεως, Κριτόβουλος ὁ Ἴµβριος.
.               Τὸ εἶπαν προφητεῖες καὶ τὸ πίστεψαν λαοὶ ποὺ ἔκλαψαν, σὰν ἄκουσαν τὸ «Πάρθεν, πάρθεν ἡ πόλις, πάρθεν».
.               Τὸ ψιθύρισαν οἱ ταπεινωµένες γενιὲς τοῦ σκλαβωµένου ἔθνους, ποὺ θρήνησαν στὰ ἐρείπια: «τῆς οὕτω ἐλεεινῶς ἐφθαρµένης, καὶ πρώην καλλίστης τῶν ἐν τῇ γῇ πόλεων, τῆς μιᾶς καὶ κοινῆς πατρίδος τῷ ἑλληνικῷ γένει», ὅπως γράφει ὁ Πατριάρχης Γεννάδιος «ἐπὶ τῇ ἁλώσει τῆς Πόλεως». Λιτὰ τὰ λόγια αὐτὰ συµπληρώνουν καὶ ἐξηγοῦν τὰ τελευταῖα λόγια τοῦ δύστηνου αὐτοκράτορα, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου: «Ἡ πόλις ἁλίσκεται καί µοι ζῆν ἔτι περίεστιν;» Δὲν βρίσκεται ἕνας χριστιανὸς νὰ μοῦ πάρει τὸ κεφάλι: Λόγια τοῦ πρώτου νεοµάρτυρα τοῦ ἔθνους, ὅπως χαρακτηριστικὰ ὑπογραµµίζει ἡ σπουδαία ἱστορικὸς κ. ArweilΙer-Γλύκατζη, ποὺ περιµένει ἀκόµα µαρµαρωµένος, ν᾽ ἀναστηθεῖ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὸν Ἑλληνισµό. Κι ἐκφράζει τὴν εὐχή, ἡ ἴδια, ἡ Ἐκκλησία νὰ τιµήσει καὶ ἐπισήµως τὴ µνήµή του. Ἐκκλησία καὶ Ἔθνος νὰ ὁρίσουν τὴν 29η Μαΐου ὡς ἡµέρα θρησκευτικῆς περισυλλογῆς καὶ κατάνυξης, πανδήµου ἀγρυπνίας καὶ ἐθνικῆς ἐγρήγορσης.
.               Δύσκολη ἡ εὐθύνη τῆς τιµῆς, νὰ τολµήσει νὰ ἀσχοληθεῖ κανεὶς γιὰ ἕνα τέτοιο θέµα, τόσο σοβαρὸ καὶ τραγικὸ συνάµα, ποὺ ἄλλαξε τὴν τροχιὰ τοῦ κόσµου. Τὸ 657 πΧ. ναυτικοὶ ἀπὸ τὰ Μέγαρα, ὑπὸ τὸν Βύζαντα χτίζουν στὴν ἔσχατη ἄκρη τῆς Εὐρώπης τὸ Βυζάντιο, ἐκεῖ ὅπου ὁ Βόσπορος ἀνοίγει καὶ σχηµατίζει τὴ θάλασσα τοῦ Μαρµαρᾶ. Οἱ ἀκτὲς δὲν ἦταν ἄγνωστες στοὺς Ἕλληνες ἀποίκους. Ὁ Βόσπορος βρίσκεται στὸ σταυροδρόµι δύο ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ἐµπορικοὺς δρόµους τῆς ἱστορίας. Ἡ σηµασία τῆς θέσης τοῦ Βυζαντίου δὲν ἀργεῖ νὰ γίνει ἀντιληπτή. Στὸν Πελοποννησιακὸ πόλεµο, ὅλοι ἔστρεψαν τὰ βλέµµατά τους πρὸς τὸ Βυζάντιο, γιατί ἐξουσίαζε τὴν εἴσοδο τῆς Μαύρης Θάλασσας, ποὺ οἱ βόρειες ἀκτές της ἦταν ὁ σιτοβολώνας τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ Φίλιππος ὁ Μακεδὼν καὶ ὁ γιός του ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος κατάλαβαν ὅτι ἡ κύρια πύλη τῆς Ἀσίας ἦταν τὸ Βυζάντιο. Ρωµαῖοι αὐτοκράτορες ἀντιθέτως εἶχαν καταλήξει νὰ βλέπουν τὴν κραταιὰ στρατηγική του θέση σὰν ἀπειλά.
.               Στὸ δεύτερο ὅµως Λικινικὸ πόλεµο τοῦ 322-323, ὅταν ὁ Λικίνιος χρησιµοποίησε τὸ Βυζάντιο γιὰ βάση ὅλης τῆς ἐκστρατείας του ἐναντίον τοῦ Κωνσταντίνου, ἔπαθε πανωλεθρία, ἔχασε τὸ στόλο του στὸ Ἑλλήσποντο καὶ τελικὰ ὁ στρατός του νικήθηκε στὴ Χρυσούπολη. Μετὰ τὴν παράδοσή του (μετὰ τὴν ἦττα του, θὰ ἔλεγα), δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ ἀντισταθεῖ περισσότερο. Ὁ μεγάλος του ἀντίπαλος ὅµως, ὁ Κωνσταντῖνος, εἶχε προσέξει τὴ στρατηγική του θέση. Εἶδε ὅτι τὸ Βυζάντιο εἶχε πολλὲς ἄλλες δυνατότητες. Μόλις λοιπὸν τελείωσε ὁ πόλεµος, ἔφερε ἀµέσως τοπογράφους καὶ ἀρχιτέκτονες καὶ τὸ χτίσιµο ἀρχισε2.
.               Ἡ Κωνσταντινούπολη χτίστηκε σὲ παράλια ἑλληνόφωνα καὶ ἐνσωµάτωσε μία ἀρχαία ἑλληνικὴ πόλη. Ὁ Κωνσταντῖνος γιὰ νὰ δώσει ἔµφαση στὸν ἑλληνισµό του, φρόντισε ἡ νέα πρωτεύουσα τοῦ κράτους του νὰ ἀποτελέσει τὸ κέντρο τῶν Τεχνῶν καὶ τῶν Γραµµάτων. Τῆς ἔχτισε βιβλιοθῆκες, ποὺ τὶς γέµισε μὲ ἑλληνικὰ χειρόγραφα. Ἀκόµα περισσότερο τὴν κόσµησε μὲ Μουσεῖα ποὺ εἶχαν καλλιτεχνικοὺς θησαυροὺς ἀπ᾽ ὅλα τὰ μέρη τῆς ἑλληνικῆς Ἀνατολῆς. Καὶ στὶς 11 Μαΐου τοῦ 330, σὲ εἰδικὴ τελετὴ ἔγιναν τὰ ἐγκαίνια τῆς μεγάλης πόλης, τῆς «Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώµης», τὴν ὁποίαν ἀφιέρωσε στὴν Ἁγία Τριάδα καὶ στὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ3.
.              Ἀξίζει νὰ ἀναφέρουµε τὴν ἀφιέρωση τῆς Πόλης τὴν ὥρα τῶν ἐγκαινίων της, ὅπως ἀνέγραψεν ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος στὴν ἱδρυτικὴ στήλη τῆς Πόλης αὐτῆς: «Σοὶ Χριστέ, κόσµου Βασιλεῖ καὶ δεσπότῃ, σοὶ προτίθηµι τήνδε τὴν δούλην πόλιν καὶ σκῆπτρα τῆσδε καὶ τὸ πᾶν Ρώµης κράτος· φύλαττε ταύτην, σῶζε δ᾽ ἐκ πάσης βλάβης»4.
.               Ἀπὸ τὶς 11 Μαΐου τοῦ 330, ἀπὸ τὰ ἐγκαίνια τῆς Πόλης ὣς τὶς 29 Μαΐου τοῦ 1453 (τὴ μέρα ποὺ μὲ θέληση θεϊκὴ ἀνατράπηκε ἡ φυσικὴ τάξη) ὁριοθετοῦνται τὰ χρόνια τῆς μεγαλωσύνης τοῦ Μεσαιωνικοῦ Ἑλληνισµοῦ. Ταυτόσηµο τὸ Βυζάντιο μὲ τὴν Κωνσταντινούπολη.
.               «Μέσα στὴν κατακερµατισµένη δυτικὴ μεσαιωνικὴ Εὐρώπη, ἡ Πόλη, ἡ Νέα Ρώµη-Κωνσταντινούπολη, ἔµεινε πάνω ἀπὸ 1000 χρόνια ἡ µοναδική, ἡ νόµιµη κληρονόµος τῆς Ρωµαϊκῆς παγκοσµιότητας. Ἀντιπροσωπεύοντας τὸ ἰδεῶδες τῆς πολιτικῆς καὶ πνευµατικῆς συνοχῆς ὑλοποιεῖ τὴν οἰκουµενικὴ ὑπόσταση τῆς αὐτοκρατορίας»5.
.               Ὁ Γάλλος φιλέλληνας καὶ λογοτέχνης Σατωβριάνδος, ποὺ γνώρισε τὴν Πόλη, σηµείωσε μὲ θαυµασµό. «Δὲν θά ᾽ταν καθόλου ὑπερβολὴ νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ἡ Κωνσταντινούπολις εἶναι ἡ πιὸ ὄµορφη πινελιὰ τοῦ σύµπαντος».
.               Ἀξίζει νὰ ἀναφερθοῦµε στὴν Πόλη καὶ στὶς καλλονές της γιὰ νὰ συνειδητοποιήσουµε τί σήµαινε καὶ τί σηµαίνει ἡ Ἅλωσή της.
.               Ὁ κοµψότατος ἐγκωµιαστής της, Μανουὴλ Χρυσολωρᾶς, σὲ πανηγυρικό του, ἀνάµεσα στὰ ἄλλα ἀναφέρει: «Ἂν καὶ τίποτε ἄλλο δὲν θὰ εἴχαµε νὰ ποῦµε, ὄµως θὰ θαυµάζαµε τὴ θέση της ἀνάµεσα στὶς δύο ἠπείρους, τὴν Εὐρώπη δηλαδὴ καὶ τὴν Ἀσία, ἀλλὰ καὶ ἡ ἕνωσις τῶν δύο θαλασσῶν, τῆς βορείας καὶ τῆς μεσηµβρινῆς, εἶναι θαυµαστή, ὥστε ἀπὸ τὴ μία μεριὰ διὰ τῶν ἠπείρων, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη διὰ τῶν θαλασσῶν, ἢ καλύτερα καὶ διὰ τῶν δύο, νὰ συνδέη σὰν μὲ ἕνα κοινὸν σύνδεσµον καὶ πάλι νὰ ἀποκλείη μεταξύ τους – σὰν νὰ στέκεται πάνω σὲ πύλες – τὴν οἰκουμένην καὶ τὰ ἔθνη ποὺ φέρει ἐπάνω της. Καὶ τοῦτο – ὅτι ἐξουσιάζει δύο ἠπείρους καὶ δύο θάλασσες δὲν εἶναι µόνον χρήσιµον καὶ ὡραῖον, ἀλλὰ δικαίως δὲν θὰ ἐνόµιζεν κανεὶς ὅτι εἶναι καὶ βασιλικὸν»6. Κι ὁ σπουδαιότερος ἐγκωµιαστής της, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ἔγραψε: «Ἡ νεώτερη Ρώµη, δηλαδὴ τὸ Βυζάντιον, ὑπερέχει τῶν ἄλλων πόλεων, ὅσον ὁ ἔναστρος οὐρανὸς ἀπὸ τὴν γῆν». «Ὁπλοτέρη Ρώµη ἡ προσφέρουσα πολήων ὀσσάτιον γαίης οὐρανὸς ἀστερόεις»7.
.               Ἀλλὰ ἂς παρακολουθήσουµε τὴ γραφίδα τοῦ Σκιαθίτη καλλιτέχνη τοῦ λόγου, τοῦ Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη, νὰ µᾶς παρουσιάζει τὸ ἐξαίσιον θέαµα: «Τὴν εἶδον τόσαις φοραῖς. Τὴν εἶδον ἀπὸ τῆς γῆς, τὴν εἶδον ἀπὸ θαλάσσης. Καὶ τὴν ἐκαµάρωσα, ὡς καµαρώνουν οἱ νυµφαγωγοὶ τὴν νύµφην εἰς τὰς νήσους. Καὶ εἶναι ὄντως νύµφη ἡ Πόλις, Νύµφη τῆς Ἀνατολῆς, νύµφη τοῦ Γένους. Νύµφη τοῦ κύµατος καὶ τῶν ἀφρῶν, καὶ νύµφη τῶν κήπων καὶ τῶν λειµώνων. Ἐπάνω εἰς τοὺς ἀφροὺς καὶ ἐπάνω εἰς τὰ ἄνθη. Ἐκεῖ ὅπου, ὄπισθεν πλατάνων καὶ κυπαρίσσων, εἰς τὰ χλοερὰ ἐκεῖνα τσαΐρια, ἀνελίσσεται ὅλη τῶν ἀνθέων της ἡ ποικιλία, ἀπὸ τοῦ ναρκίσσου καὶ ὑακίνθου, μέχρι τοῦ γιασεµιοῦ καὶ τῶν ρόδων ἐκεῖ ὅπου ὁ δινήεις Βόσπορος σχηµατίζει τὰ παιγνιώδη ἐκείνη ἀναφορά του, ὅταν τὸ ρεῦµα τοῦ Εὐξείνου τὸ ὁλόδροσον ἔρχεται νὰ φιλήσει τοῦ Γένους τὴν νύµφην καὶ βασίλισσαν … Τὴν εἶδον ἀπὸ θαλάσσης τὴν εἶδον ἀπὸ ξηρᾶς ἀπὸ θαλάσσης ἀναπαυοµένην ὑπὸ τὰς ἀµφιλαφεῖς σκιᾶς αἰωνοβίων πλατάνων, μὲ ὑψηλοὺς μαύρους δορυφόρους κύκλῳ, τὴν ὑψιτενῆ παράταξιν τῶν σιωπηλῶν καὶ ἀκινήτων κυπαρίσσων. Καὶ ἀπὸ ξηρᾶς ἀναδυοµένην ἐκ τῶν κυµάτων, τὴν ὥραν τὴν γλυκείαν τῆς αὐγῆς, μὲ ἕνα βαθύχρουν τεφρὸν πέπλον σκεπασµένην, τὸν ὁποῖον σιγὰ-σιγὰ ἐπανεγείρει ἡ Ἀνατολὴ μὲ τὰς ροδίνους ἁβρὰς χεῖρας της, ἵνα ἀναφανῇ εἰς τὸν κόσµον τὸ ὑπερφυὲς θέαµα ναῶν καὶ παλατίων … ἀναµµένην θαρρεῖς, ἐν θεατρικῇ φωταγωγίᾳ ἑορτῆς, εἰς τὰ ὑαλώµατα καὶ τοὺς χρυσοὺς ὀρόφους, ἐπὶ τῶν ὁποίων προσήναψε πυρσοὺς χαρᾶς ὁ ἥλιος. Καὶ πλέουν τότε μέσα εἰς τὸ πέλαγος φωτός, ἐξαισίως πανηγυρικοῦ, συνοικισµοὶ ἀπέραντοι, λόφοι κεκαλυµµένοι μὲ κατοικίας, καὶ ἀκταὶ μὲ παλάτια βασιλικὰ καὶ μέγαρα ἀρχόντων. Πέλαγος οἰκιῶν καὶ κύµατα παλατίων καὶ ναῶν καὶ τζαµιῶν».
.             Καὶ προσθέτει ὁ Μωραϊτίδης: «Ἀφορµὴ τῆς κτίσεως ὑπῆρξεν ἓν ὄνειρον. Μία ὀπτασία. Καὶ ἓν ὄνειρον καὶ μίαν ὀπτασίαν ἐκληροδότησε, κτισθεῖσα εἰς τὸ Γένος. Ἄγγελοι τὴν ζωγράφησαν καὶ ἄγγελοι ἐχάραξαν τὸ σχέδιόν της, τὸ ὁποῖον ἔκτοτε ὑπάρχει χαραγµένον μὲ χρυσᾶς γραµµὰς εἰς τὰ φυλλοκάρδια τοῦ Γένους»8. «Ὅλες οἱ Πολιτεῖες θὰ χαθοῦν, µὰ ὅσο ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἡ Κωνσταντινούπολη θὰ µείνει ἀθάνατη», ἔγραφε τὸν 160 αἰώνα ὁ Γάλλος φυσιοδίφης Pierre Giles, ὅταν ἀντίκρισε τὴ Βασιλεύουσα9.
.           Τὸ ἄρθρο µας αὐτὸ ἀξίζει νὰ ἀποτελέσει ἕνα µήνυµα συγκερασµοῦ τῆς Χριστιανικῆς Ὀρθόδοξης πνευµατικότητας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύµατος, ποὺ καὶ τὰ δύο βασίζονται στὸ φῶς καὶ στὴν ἀγάπη τῆς ὀµορφιᾶς καὶ τῆς ἐλπίδας.
.           Μήνυµα ὀµορφιᾶς καὶ κάλλους, ὅπως τὸ ἐξέφρασεν μία Ἁγιὰ Σοφιά, ἕνα Ἱερὸν Παλάτιον, ἕνα Πανδιδακτήριον, ἕνας Ἱππόδροµος, μία µονὴ τῆς Χώρας, ἕνας Πορφυρογέννητος, ἕνας Ἰουστινιανός, μία Θεοδώρα, ἕνας Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος, ἕνας Χρυσόστοµος.
.             Μήνυµα ἀνθρωπιᾶς καὶ πνεύµατος, ποὺ στηρίχθηκε στὴν ἀπέραντη ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴ δύναµη τῶν ἐπιτευγµάτων καὶ τοῦ πολιτισµοῦ ποὺ δηµιούργησε. Ἡ παρουσία τοῦ Ξενώνα δίπλα στὴν Ἁγία Σοφία καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν Νοσοκοµείων, πτωχοκοµείων, γενικὰ τῶν φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, µποροῦν νὰ καταδείξουν τὸ μέτρο τῆς ἀγάπης ποὺ διέθεταν οἱ Βυζαντινοὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, πλάι στὰ τόσα σπουδαστήρια τῆς ἀνθρώπινης σοφίας καὶ γνώσης, ποὺ κοσµοῦσαν τὴν Πόλη.
.             Ἡ διαρκὴς ἀγωνία στὰ χίλια καὶ πλέον χρόνια ζωῆς τῆς Βασιλεύουσας, ἦταν νὰ βρίσκονται στὸ πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας οἱ ἄριστοι, κάτω ἀπὸ τὸ βλέµµα τοῦ φωτοδότη Ἀφέντη Χριστοῦ. Κι αὐτὸς ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν ἐξεύρεση τῶν ἀρίστων δηµιούργησε τὸ θαῦµα τῆς κραταιᾶς τῶν Ρωµαίων Βασιλείας10.
.             Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, στὴν πορεία του πρὸς νότο, ἐναντίον -τοῦ Μαξεντίου, ὅταν τὸ μέλλον του ἦταν σὲ κίνδυνο, αὐτὸς καὶ ὅλος ὁ στρατός του, εἶδαν ἕνα ὅραµα. Ἕνα λαµπρὸ σταυρὸ στὸν οὐρανό, μὲ τὴν ἐπιγραφή: «Ἐν τούτῳ νίκα». Τὴν ἴδια νύχτα ὁ Χριστὸς βεβαίωσε τὸ ὅραµα στὸ ὄνειρο τοῦ αὐτοκράτορα. Αὐτὸ συγκλόνισε τὸν Κωνσταντῖνο, ποὺ υἱοθέτησε γιὰ ἔµβληµά του τὸ λάβαρο μὲ τὸ σταυρὸ καὶ κάτω ἀπὸ αὐτὴ τὴ σηµαία ὁδήγησε τὸ στρατό του στὴ νίκη. Ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ νοµίσµατα καὶ τὰ διατάγµατά του, ὁ Κωνσταντῖνος εἶχε ταχθεῖ ἀναφανδὸν ὑπὲρ τοῦ Χριστιανισµοῦ καὶ ὑπερµαχοῦσε γι᾽ αὐτόν, ὅπως ἀποδείχθηκε καὶ σὲ περίοδο αἱρέσεων. Γι᾽ αὐτὸ θεωρήθηκε ἀπὸ ὅλους Ἰσαπόστολος, ὁ δέκατος τρίτος ἀπόστολος. Τὸ ἀποκορύφωµα τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ Χριστιανισµοῦ ὑπῆρξεν ἡ ἀποστολὴ τῆς µητέρας του, Ἁγίας Ἑλένης, στὰ Ἱεροσόλυµα, ὅπου μὲ θαυµατουργικὴ βοήθεια, βρῆκε τὴν ἀκριβῆ θέση τοῦ Γολγοθᾶ, ἔβγαλε ἀπὸ τὴ γῆ τὸν Τίµιο Σταυρό, τοὺς σταυροὺς τῶν ληστῶν, τὴ λόγχη, τὸ σπόγγο, τὸν ἀκάνθινο στέφανο καὶ ὅ ,τι ἄλλο σχετίζεται μὲ τὰ Θεῖα Πάθη. Ἡ Χριστιανοσύνη σκίρτησε ἀπὸ τὰ εὑρήµατα τῆς ἀνασκαφῆς τῆς Ἁγίας Ἑλένης καὶ τὰ ὀνόµατα τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τῆς µητέρας του ἔµειναν τὰ πιὸ σεβαστὰ στὴν ἱστορία τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας12. Ὁ Κωνσταντῖνος συνάθροισε πληθυσµὸ στὴ Βασιλεύουσα ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς αὐτοκρατορίας παρέχοντας πολλὰ προνόµιαl3. Κι ὁ βυζαντινὸς λαός, ζωηρός, χαρούµενος, μὲ ὅλα τὰ προσόντα κι ἐλαττώµατα τῆς ρωµέϊκης φυλῆς, ἐξέφραζε μέσα ἀπὸ τὰ τραγούδια του τὴ χαρά, τὸ φῶς, τὴν ἐλπίδα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴ διάθεση συγκερασµοῦ ἐσωστρέφειας καὶ ἐξωστρέφειας, δύο στοιχεῖα ποὺ τὸν συνόδευαν στὴ ζωή του, ἀπὸ τὴ διπλή του ἰδιότητα, νὰ εἶναι Ἕλληνας καὶ Ὀρθόδοξος14.
.                 Ὁ ὅρος «Βασιλεύουσα» δὲν χαρακτήριζε µόνο τὴν Κωνσταντινούπολη ὡς «ἕδρα τῆς Βασιλείας τῶν Ρωµαίων» , ἀλλὰ τὴν µόνη ποὺ βασίλευε κι ἀπ᾽ τὴν ὁποία ἐκπορευόταν ἡ τάξη, ἡ δικαιοσύνη, ἡ φιλανθρωπία. Ἡ «Βασιλεύουσα» ὑπῆρξεν ἡ ἕδρα τῆς φιλανθρωπίας, μὲ τὴ βαθύτερη σηµασία τοῦ ὅρου: Ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο.
.              Τὸ «Τυπικό» τοῦ Μιχαὴλ Ἀτταλειάτη εἶχε προβλέψει τὴν ἵδρυση ἀσύλου στὴ Ραιδεστὸ καὶ τὴ διανοµὴ ἀγαθῶν ὡς ἐλεηµοσύνη στοὺς φτωχούς τῆς Κωνσταντινούπολης. Στὴ µονὴ τοῦ Παντοκράτορος ἱδρύθηκε τὸ 12ο αἰώνα ἕνα νοσοκοµεῖο μὲ πενήντα κρεβάτια. Εἶχε ἰατρικὸ προσωπικὸ ἀπὸ ἑξήντα πρόσωπα, πέραν ἀπὸ τὸ διοικητικὸ καὶ βοηθητικὸ προσωπικό. Ὑπῆρχε αἴθουσα παροχῆς ἰατρικῶν συµβουλῶν μὲ πέντε τµήµατα, τὸ καθένα γιὰ διαφορετικὸ τύπο ἀσθενειῶν καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψη ἰατρῶν καὶ βοηθῶν μὲ πλῆθος νοσοκόµων. Ἡ πολιτικὴ θεωρία τῶν Βυζαντινῶν γιὰ τὸ «φιλάνθρωπον» τοῦ αὐτοκράτορα καὶ τὸ «νοσοκοµεῖν τοὺς πάσχοντας» ἀποτελεῖ πρώτιστον καθῆκον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ φιλοσοφία, μὲ βάση τὴν ὁποία ὀργανώθηκαν καὶ λειτούργησαν ὅλα τὰ ἱδρύµατα τῆς Πόλης. Ἡ παράδοση συνεχίστηκε καὶ μετὰ τὴν Ἅλωση. Μέχρι σήµερα ἡ Ἐκκλησία τῆς Βασιλεύουσας ἐξακολουθεῖ νὰ «νοσοκοµεῖ τοὺς πάσχοντας»15.
.              Τὰ ἐξωτερικὰ ἐπίσης στοιχεῖα τοῦ αὐτοκρατορικοῦ μεγαλείου (κοσµήµατα περίτεχνα, ἐνδύµατα πολυτελῆ, εἰκόνες καὶ λάβαρα, σηµεῖα καὶ σύµβολα, ἡ πορφύρα, ὅλα προκαλοῦσαν σεβασµὸ καὶ δέοςl6.
.             Ἡ «σταυροπαγὴς κοσµοσφαίρα» μιλοῦσε γιὰ τὴν παγκοσµιότητα τῆς χριστιανικῆς αὐτοκρατορίας, οἱ τόµοι ἀνεξικακίας καὶ ἡ «ἀκακία», συµβόλιζαν τὸ μάταιο τοῦ ὑλικοῦ κόσµου, ποὺ ὑπαγόρευαν τὴν αὐτοκρατορικὴ φιλανθρωπίαl7.
.             Ὁ Πατριαρχικὸς Θρόνος μὲ τὴ λήξη τοῦ ἔτους στέλλει δυναµικὸ μήνυµα ἀγάπης ποὺ ξεπηδᾶ ἀπ᾽ τὸ σπήλαιο τῆς Γέννησης. Κι ὁ αὐτοκράτορας τὴν ἡµέρα τῶν Χριστουγέννων σὲ μία ἀπὸ τὶς αἴθουσες ἀκροάσεως τοῦ Μεγάλου Παλατίου, µπροστᾶ σὲ συγκέντρωση ἐπισήµων, ἔδινε σὲ ἀξιωµατούχους τὰ «ὑπατικὰ δίπτυχα», δηλαδὴ διπλώµατα καὶ διακρίσεις σὲ ἐγχάρακτες πλάκες ἀπὸ ἐλεφαντόδοντο. Ἦταν μία κίνηση ποὺ συµβόλιζε τὴν κίνηση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ὁ νεογέννητος Χριστὸς τιµᾶ μὲ τὴ σάρκωσή του τὸν ἄνθρωπο καὶ τοῦ δίνει τὴ διάκρισή του. Τοῦ δίνει τὴ δυνατότητα νὰ θεωθείl8.
.             Αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ αὐτοκρατορικὸ νόµισµα, χάρη στὸν ἀτόφιο χρυσό, ἀλλὰ κυρίως χάρη στὴν ἐπιγραφὴ καὶ τὶς παραστάσεις ποὺ τὸ κοσµοῦσαν, διαλαλοῦσε ἁπανταχοῦ τῆς γῆς (παγκόσµια ἦταν ἡ κυκλοφορία του), τὰ θεµελιώδη γνωρίσµατα τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, τὸ θεοπρόβλητο δηλαδὴ τοῦ αὐτοκράτορα (στὸ νόµισµα εἰκονίζεται ὁ Χριστὸς ἢ ὁ ἄγγελός του νὰ στέφει τὸν βασιλέα) καὶ τὸ ἀπέραντο στὸ χῶρο καὶ στὸ χρόνο τῆς ἐξουσίας, ποὺ µόνο τὸ Βυζάντιο κληρονόµησε ἀπὸ τὴ Ρώµη. Ἡ ρήση «ὅπου αὐτοκράτορας ἐκεῖ ἡ Ρώµη» μεταφράζεται στὸ Βυζάντιο: ὅπου ἡ εἰκόνα τοῦ αὐτοκράτορα, ἐκεῖ ἡ ρωµαϊκὴ κυριαρχία. Στὰ μέσα τοῦ 7ου αἰώνα ἀναφερόµενος στὰ ὅρια τοῦ Βυζαντίου ὁ Ἰάκωβος ὁ Νεοφώτιστος γράφει: «Ἀπὸ τοῦ Ὠκεανοῦ τουτέστι τῆς Σκωτίας καὶ Βρεττανίας καὶ Φραγγίας … ἕως Περσίδος καὶ πάσης Ἀνατολῆς καὶ Αἰγύπτου καὶ Ἀφρικῆς καὶ ἄνωθεν, τὰ ὅρια τῶν Ρωµαίων ἕως σήµερον καὶ αἱ στῆλαι τῶν βασιλέων αὐτῶν διὰ χαλκῶν καὶ µαρµάρων φαίνονται … ». Τὸ βυζαντινὸ νόµισµα ταξίδεψε παντοῦ στὴ γῆ. Ἕναν αἰώνα πρὶν ἀπὸ τὸν Ἰάκωβο, ἕνας ἄλλος ἁπλὸς µοναχός, ὁ Κοσµᾶς ὁ Ἰνδικοπλεύστης (χρωστᾶ τὸ ὄνοµά του στὸ ταξίδι του στὸν Ἰνδικὸ ὠκεανό), δηλώνει γιὰ τοὺς Βυζαντινούς, ὅτι «ἐν τῷ νοµίσµατι αὐτῶν ἐµπορεύονται πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἐν παντὶ τόπῳ ἀπ᾽ ἄκρου γὴς ἕως ἄκρου γῆς δεκτόν ἐστι θαυµαζόµενον παρὰ παντὸς ἀνθρώπου»19. Ὀρθοδοξία καὶ αὐτοκρατορία, «Imperium καὶ Sacerdotium» ὑπῆρξαν οἱ καταβολὲς τῆς οἰκουµενικότητας καὶ παγκοσµιότητας τοῦ Βυζαντίου, ποὺ εἶχε οὐράνια διάσταση. Κατὰ τὸν τίτλο τῆς «Ἐπαναγωγῆς» ὁ αὐτοκράτορας ἦταν «τῶν ὄντων … ἡ φυλακὴ καὶ ἀσφάλεια, τῶν ἀπολωλότων ἡ ἀνάληψις, τῶν ἀπόντων ἡ ἀνάκτησις». Κι ἡ αὐτοκρατορικὴ ἀµφίεση, ὅπως γράφει ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Πορφυρογέννητος, δηλώνει ὅτι: «τούς τε µαγίστρους καὶ πατρικίους ἐν τύπῳ χρηµατίζων τῶν Ἀποστόλων, τόν τε χρηστὸν βασιλέα, κατὰ τὸ ἐφικτόν, ἀναλογοῦντα τῷ Θεῷ». Τὴ μίµηση Θεοῦ ἐπιδιώκουν συµπληρωµατικὰ καὶ κάποτε ἀντιµαχα στὸ Βυζάντιο, ὁ Αὐτοκράτορας καὶ ὁ Πατριάρχης, καθένας στὰ πλαίσια τῆς δικαιοδοσίας του (ὁ κόσµος τῶν σωµάτων γιὰ τὸν αὐτοκράτορα, ὁ κόσµος τῶν ψυχῶν γιὰ τὸν Πατριάρχη) ἕνα εἶδος «Χριστοτοποτηρητὴ»20. Ἔτσι ἔµεινε ἀθάνατη ἡ Ρωµανία, ποὺ σύµφωνα μὲ τὸ ποντιακὸ τραγούδι «καὶ πεθαµένη ἀκόµη ἀνθίζει». Αὐτὸ τὸ ἀέναο ἄνθισµα τῆς προσδίδει ἐπικαιρότητα καὶ καθιστᾶ ἐπιτακτικὸ τὸν πρωτεύοντα ρόλο τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ ἀποτελεῖ στήριγµα στὴν ἀµηχανία τῶν καιρῶν.
.               Τὸ Βυζάντιο δηµιούργησε πολιτισµὸ ποὺ καταύγασε καὶ ἐκπολίτισε τὴν Οἰκουµένη. Μὲ ἀνώτερη καὶ ἀνώτατη παιδεία, μὲ ἄριστα ὀργανωµένο κρατικὸ µηχανισµό, μὲ οἰκονοµικὴ πολιτική, βιοµηχανία, ναυτιλία, ἐξωτερικὸ καὶ ἐσωτερικὸ ἐµπόριο, κοινωνικὴ πρόνοια, γράµµατα καὶ τέχνες21.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , ,

Σχολιάστε

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΟΡΑΜΑΤΟΣ ΤΟΥ Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Κ. Καραστάθης)

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΟΡΑΜΑΤΟΣ
ΤΟΥ Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Κώστα Β. Καραστάθη
«Μέγας Κωνσταντίνος, Κατηγορίες καί Ἀλήθεια»
[Ἱστορικὴ Μελέτη]
Ἀθῆναι 2012, Ἐκδ. «Ἄθως», σελ. 89-114

.               Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Π. Τρεμπέλας γράφει: «Τό θαῦμα ὀφείλεται μέν σέ ὑπερφυσική αἰτία, ἀφ’ ἧς ὅμως συντελεσθεῖ καθίσταται πλέον ἱστορικό  γεγονός καί ἀνήκει στήν Ἱστορία. Διότι καί τό θαῦμα γίνεται σέ τόπο καί σέ χρόνο, ὅπως ὅλα τά ἱστορικά γεγονότα, καί διενερ­γεῖται ἐνώπιον αὐτοπτῶν, τῶν ὁποίων ἡ μαρτυρία καταγράφεται στίς δέλτους τῆς Ἱστορίας. Ἐντεῦθεν ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Leibniz (System theol. init.), ὅτι “’ἐάν τά εἰς προγενεστέρας ἐποχάς συντελεσθέντα θαύματα ἀναφέρονται μεθ’ ὅλων τῶν ἀποδείξεων, αἱ ὁποῖαι μᾶς χρησιμεύουν συνήθως διά νά στηρίξουμε τήν ἀλήθεια προγενεστέρων γεγονότων, ὀφείλουμε νά πιστεύουμε ταῦτα, ὡς ἐάν εἶχαν λάβει χώρα ἐπί τῶν ἡμερῶν μας”.»[i] Τά ὁράματα δέν ἀναφέρονται σπάνια στή Ἐκκλησιαστική Ἱστορία.*

* Ὁράματα ἔχουν ἰδεῖ οἱ Προφῆτες Ἰεζεκιήλ, Ἠσαΐας καί Δανιήλ, οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καί Παῦλος, ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμάς, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης, ὁ Ἅγιος Νήφων, ὁ Ἅγιος Μηνᾶς καί ἄλλοι πολλοί ἀκόμα Ἅγιοι. Ὁ Νewman ὑπενθυ­μίζει τά θεϊκά σημεῖα, πού ἀναφέρονται στήν Ἁγία Γραφή, καί πού προηγήθηκαν τῆς καταστροφῆς τῆς Βαβυλώνας καί τῆς Ἱερουσαλήμ, τῆς πρώτης μέ τή σημείωση στόν τοῖχο τῆς αἴθουσας συμποσίων καί τῆς δεύτερης μέ τούς οἰωνούς πάνω ἀπό τόν οὐρανό της. (Richardson, Prolegomena on Eus., Section 4. Appearance of the Cross in the sky to Constantine)

.               Ἀλλά τί εἶναι ἱστορικότητα; «Ἱστορικότητα εἶναι α) ἡ ἰδιότητα ἑνός γεγονότος νά ἀποτελεῖ μέρος ἤ νά διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στή διαμόρ­φωση τῆς Ἱστορίας καί β) τό νά ἀποτελεῖ κάτι πραγματικό γεγονός, νά μαρτυρεῖται ἀπό πηγές (Λεξικό Μπαμπινιώτη).
.               Μολονότι σύμφωνα μέ τόν παραπάνω ὁρισμό, τό ὅραμα τοῦ Κωνσταντίνου ἔχει διαδραματίσει ὕψιστο ρόλο στή διαμόρφωση τῆς Ἱστορίας, ἄρα διαθέτει ἱστορικότητα, ἐμεῖς, μή ἀρκούμενοι στήν κάλυψη πού παρέχει τό πρῶτο μέρος τοῦ ὁρισμοῦ, ἀναζητήσαμε καί μαρτυρίες ἔγκυρων πηγῶν, διότι οἱ ἄθεοι ἤ οἱ ὀρθολογιστές τῆς Δύσης, καθώς διδάχτηκαν ἀπό τούς παγανιστές, ἀμφισβητοῦν ἔντονα τό ὅραμα, ἤ τό ἐξηγοῦν ὡς δῆθεν πολιτικό ἑλιγμό τοῦ Αὐτοκράτορα νά προσεταιριστεῖ τούς χριστιανούς, ἤ κάνουν λόγο γιά ἕνα τυχαῖο σχηματισμό τῶν νεφῶν, ἤ γιά «παραήλιο», ἤ γιά «ἅλω» τοῦ φεγγαριοῦ, ἤ γιά θέση ἀστεριῶν (μέσα στό καταμεσήμερο), ἤ γιά φωτεινούς δακτυλίους τοῦ ἡλίου κ.ο.κ.
.               Οἱ μαρτυρίες εἶναι οἱ ἑξῆς:

.               α. Ὁ ἐπίσκοπος Καισαρείας Εὐσέβιος ὁ Παμφί­λου, φίλος τοῦ Κωνσταντίνου, πού ἔγραψε μετά τό θάνατο τοῦ αὐτοκράτορος τό βιβλίο του «Εἰς Βίον μακαρίου Κωνταντίνου τοῦ Βασιλέως», ἀναφέ­ρει ὅτι ὁ Κωνστα­ντίνος ἐ π ι β ε β α ί ω σ ε τ ό π ε ρ ι σ τ α τ ι κ ό τ ο ῦ ὁ ρ ά μ α τ ο ς στόν ἴδιο ἐ ν ό ρ κ ω ς[ii]. Ὁ ἴδιος ἱστορικός δίνει τήν πληροφορία ὅτι τό ὅραμα τό ε ἶ δ ε κ α ί ὁ σ τ ρ α τ ό ς τοῦ Κωνσταντίνου[iii]. Ὁ ἴδιος ἐπίσης παρέχει πολλές καί χαρακτη­ριστικές πληρο­φορίες γιά τό ὅραμα, καί σημειώνει ὅτι τό μήνυμα «ἐν τούτῳ νίκα» ἦταν στά ἑλληνικά. Μᾶς πληροφορεῖ ἀκόμα ὅτι ὁ Θεός πολλές φορές ἀξίωσε τόν Κωνσταντίνο νά ἰδεῖ θεϊκά σημεῖα, τά ὁποῖα τοῦ παρεῖχαν πρόγνωση, γιά ὅσα ἔμελλε νά συμβοῦν[iv].

.               β. Λακτάντιος, χριστιανός ρήτορας, πού ὡς ὁ δάσκαλος τοῦ Κρίσπου, πρωτότοκου γιοῦ τοῦ Κωνστα­ντίνου, εἶχε στενές σχέσεις μέ τό παλάτι, ἀναφέρει ὅτι «ὁ Κωνσταντίνος προειδοποιήθηκε σέ ἕνα ὄνειρο νά χαράξει τό ο ὐ ρ ά ν ι ο σ η μ ε ῖ ο τ ο ῦ Θ ε ο ῦ (caeleste signum dei) πάνω στίς ἀσπίδες τῶν στρατιωτῶν του καί ἔτσι νά ἐνταχθοῦν στή μάχη»[v]. Ποιό εἶναι τό «οὐράνιο σημεῖο» ἄν ὄχι τό ὅραμα τοῦ Κωνσταντίνου;

.               γ. Σέ ἕνα ἀπό τά διασωζόμενα «σπαράγματα» ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τοῦ Φιλοστόργιου, πού ἀναφέρονται στό μαρτυρικό θάνατο τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου καί πού διασώζει ὁ Ἰωάννης ὁ Μοναχός, τοῦτ’ἔστιν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, στό βιβλίο του «Μαρτύριον τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου», (passio Sancti Artemii), ὁ Ἅγιος Ἀρτέμιος, συνδιαλεγόμενος λίγο πρό τοῦ μαρτυρίου του μέ τόν φονέα του Ἰουλιανό τόν Παραβάτη, τοῦ δίνει τήν ἑξῆς ἀπόκριση σέ κατηγορία του κατά τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου: «Ἀπέκλινε δέ (ὁ Κωνσταντίνος) πρός τόν Χριστόν, οὐρανόθεν ἐκείνου καλέσαντος, ὅτε τήν πρὸς τόν Μαξέντιον δριμεῖάν τε καί βαρυτάτην διηγω­νίσατο μάχην, δείξας αὐτῷ τό τοῦ σταυροῦ σημεῖον μεσούσης ἡμέρας, ὑπέρ τόν ἥλιον ταῖς αὐγαῖς ἐξαστράπτον, καί γράμμασιν ἀστροτύπως Ῥωμαϊκοῖς διασημήνας αὐτῷ τήν τοῦ πολέμου νίκην· ἡμεῖς τε γάρ αὐτοὶ τό σημεῖον ἐθεασάμεθα τῷ πολέμῳ παρόντες, καί τά γράμματα ὑπανέγνωμεν· ἀλλά καί τό στρατόπεδον ἅπαν τεθέατο, καί πολλοὶ τούτου μάρτυρες ἐν τῷ σῷ στρατοπέδῳ τυγχάνουσιν, εἴ γε ἄρα ἐρωτῆσαι θελή­σειας.»[vi]
.               Ὁ Φιλοστόργιος, πού γεννήθηκε τό 368 μ.Χ., δηλαδή μόλις ἑπτά χρόνια μετά τό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου, ἔχει ἀρυσθεῖ τίς πληροφορίες του ἀπό ἀνθρώπους πού ἔζησαν τά παραπάνω γεγονότα καί ἑπομένως αὐτές δέον νά θεωρῦνται ἔγκυρες.

.               δ. Ὁ ποιητής Ὀπτατιανός (σύγχρονος τοῦ Κωνστα­ντίνου) σέ πανηγυρικό του λόγο πρός τιμήν τοῦ Μ. Κωνσταντίνου τό 326 στά Vicenalia ὀνομάζει καί αὐτός τό ὅραμα τοῦ Σταυροῦ caeleste signum «ο ὐ ρ ά ν ι ο σ η μ ε ῖ ο»[vii].

.               ε. Ναζάριος, ἕνας ὁμιλητής σύγχρονος τοῦ Κωνσταντίνου, σέ ὁμιλία του πρός τιμήν τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου, πού δέν ἦταν παρών, κάνει λόγο γιά ὁρισμένο ἀπροσδιόριστο οἰωνό, πού γέμισε τούς στρατιῶτες τοῦ Κωνσταντίνου μέ φόβο καί ἀνησυχία, ἀλλά καί τούς ἐνθάρρυνε στόν ἀγώνα: «Ποιός Θεός, ποιά θεία παρουσία ἐνθάρρυνε ἐσένα, ὥστε ὅταν ὅλοι οἱ σύντροφοί σου στά ὅπλα καί οἱ διοικητές ὄχι μονάχα μυστικές ἀνησυχίες, ἀλλ’ ἀνοιχτούς φόβους εἶχαν τοῦ οἰωνοῦ, ἀκόμα ἐνάντια στίς συμβουλές τῶν ἀνθρώπων, ἐνάντια στίς προειδοποιήσεις τῶν ἱερέων, ἐσύ ἔπραξες σύμφωνα μέ τήν ἀντίληψή σου, ὥστε νά ἔρθει ἡ ὥρα τῆς παρά­δοσης;»[viii].

.              ϛ´. Ρουφίνος (345 – 410 μ.Χ.) συγγραφέας καί αὐτός τοῦ 4ου αἰώνα, ἀναφέρει τήν ἐμφάνιση τοῦ Σταυροῦ.

.              ζ´. Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός (329 – 390 μ.Χ.) στό Δεύτερο Στηλιτευτικό του κατά τοῦ Ἰουλιανοῦ Λόγο σαφῶς ὑπαινίσ­σεται τό ὅραμα τοῦ Μ. Κωνστα­ντίνου. Ἀναλυτικά τά πράγματα ἔχουν ὡς ἑξῆς:
Ὁ Ἀποστάτης αὐτοκράτορας, προ­φανῶς γιά νά ἱκανοποιήσει τούς Ἑβραίους, συμμάχους του στόν ἀγώνα του κατά τῶν χριστιανῶν, διέταξε νά ξαναχτιστεῖ ὁ Ναός τοῦ Σολομῶντος. Οἱ ἐργασίες ἐκσκαφῆς θεμελίων προχωροῦσαν, ὅταν αἰφνιδίως φλόγες ἀναπήδησαν μέσα ἀπό τά ἀνασκαμμένα θεμέλια τοῦ Ναοῦ, πού ἄλλους ἀπό τούς ἐκεῖ ἐργαζόμενους κατέκαψαν καί ἄλλους ἀκρωτηρίασαν, βάζοντας τελικά ἄδοξο καί ὁριστικό τέλος στίς ἐργασίες. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁμιλεῖ γιά θαῦμα καί εὐθύς ἀμέσως κάνει λόγο καί γιά ἕνα ἄλλο προγενέστερο θαῦμα, «ὃ δέ ἔτι τούτου παραδοξότερον καί περιφα­νέστερον, ἔστη φῶς ἐν τῷ οὐρανῷ τόν σταυρὸν περι­γράφον, καί τό πρότερον ἐπί γῆς ἀτιμαζόμενον τοῖς ἀθέοις καί σχῆμα καί ὄνομα νῦν ἐν οὐρανῷ δείκνυται πᾶσιν ἐπίσης, καί γίνεται τρόπαιον τῷ Θεῷ τῆς κατά τῶν ἀσεβῶν νίκης, τροπαίου παντός ὑψηλότερον[ix]Δηλαδή: «Ἀπό αὐτό (τό θαῦμα τῶν φλογῶν) πιό παράδοξο ἀκόμα καί πιό ξακουστό στάθηκε τό φῶς στόν οὐρανό, πού σχηματίζει τόν Σταυρό, καί ἐκεῖνο, πού πρωτύτερα ἀτιμαζόταν ἀπό τούς ἄθεους καί ὡς σχῆμα καί ὡς ὄνομα, τώρα στόν οὐρανό δείχνεται ἀπ’ ὅλους ἐπίσης, καί ὑπό τοῦ Θεοῦ γίνεται τρόπαιον νίκης κατά τῶν ἀσεβῶν, ὑψηλότερο κάθε ἄλλου τροπαίου.»
.               Τά γεγονότα τοῦ Ναοῦ συνέβησαν κατά τό 361. Τίθεται τώρα τό ἐρώτημα: Ἄραγε ὁ ἅγιος Γρηγόριος θυμίζει στούς ἀκροατές του τό φωτεινό Σταυρό πού ὁ Κωνσταντίνος εἶχε δεῖ σέ ὅραμα καί πού ὅλοι τῆς ἐποχῆς τους εἶχαν ἀκουστά ἀπό τίς διηγήσεις τῶν παλαιοτέρων, ἤ τό φωτεινό Σταυρό πού εἶχαν δεῖ στόν οὐρανό οἱ κάτοικοι τῆς Ἱερουσαλήμ λίγα χρόνια νωρίτερα (τό 346, βλέπε στή σελίδα …);
.               Ἀλλά ὁ Σταυρός κατέστη «τρόπαιον τῷ Θεῷ τῆς κατὰ τῶν ἀσεβῶν νίκης, τροπαίου παντὸς ὑψηλό­τερον» στή μάχη τῆς Μουλβίας καί στούς μετέπειτα πολέμους τοῦ Κωνσταντίνου. Ὁ μεγάλος Ἱεράρχης λοιπόν ὑπαινίσ­σεται τό ὅραμα τοῦ Κωνσταντίνου. Καί τούτη ἡ πληροφορία του ἔχει ξεχωριστή σημασία γιά τήν ἔρευνα, ἐπειδή ὁ Γρηγόριος ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς κοντινότερους χρονικά πρός τόν Κωνσταντίνο συγγρα­φεῖς, μετά τό Λακτάντιο, τόν Εὐσέβιο, τόν Ὀπτατιανό καί τό Ναζάριο καί σύγχρονος τοῦ Ἰουλιανοῦ.*

* Γιά τά γεγονότα τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος κάνουν λόγο στά βιβλία τους καί οἱ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, Θεοδώρητος, Φιλοστόργιος, ὁ Ἑβραίος ραββίνος Γεδαλίας καί ὁ φίλος τοῦ Ἰουλιανοῦ παγανιστής Ἀμμιανός Μαρκελλίνος (332-400). Οἱ ὀρθολογιστές πάντως ἀποδίδουν τίς φλόγες τοῦ ἀνασκαφέντος τόπου σέ ἀέρια τῆς γῆς.

 .               η´.Σωζομενός (πέθανε τό 433 μ.Χ.) ἀρχικά ἀναφέρει ὅτι ὁ Κωνσταντίνος εἶδε στ’ ὄνειρό του τό σημεῖο τοῦ Σταυ­ροῦ (ὄναρ εἶδε ἐν τῷ οὐρανῷ σελαγίζειν), καί ἔπειτα, ἴσως ἀπό ἐπιρροή τοῦ Εὐσεβίου, τόν ὁποῖο ἀναφέρει, μιλάει γιά τήν ἐμφάνιση στόν οὐρανό[x].

.               θ´.Σωκράτης ὁ Σχολαστικός (380 – 439 μ.Χ.) ἀφοῦ κάνει λόγο γιά τό ὅραμα τοῦ Σταυροῦ, προσθέτει: «Αὐτός τε (δηλαδή ὁ Κωνσταντίνος) τοῖς οἰκείοις σχεδόν ἀπιστῶν ὀφθαλμοῖς, ἠρώτα καί τούς παρόντας, εἰ καί αὐτοί τῆς αὐτῆς ἀπολαύουσιν ὄψεως. Τῶν δέ συμφω­νησάντων, ἀνερρώνυτο μέν ὁ βασιλεύς ἐπί τῇ θείᾳ καί θαυμαστῇ φαντασίᾳ»[xi].

.               ι´.Γελάσιος Καισαρείας (β´ μισό τοῦ 5ου αἰώνα μ.Χ.) ἀναφέρει τά ἑξῆς γιά τό ὅραμα: «Οὕτω δέ κεκριμένης τῆς μάχης καί τῆς παρατάξεως ἰσορρόπῳ οὔσης, οὐρανόθεν ὁ Θεός Κωνστατῖνον ὁπλίζει, δείξας αὐτῷ τό σωτήριον τοῦ Σταυροῦ σύμβολον φωτοειδῶς ἐν οὐρανῷ. Γράμματα δέ ἐμήυσε(;) τῆς ὄψεως τήν δύναμιν, λέγοντα «τούτῳ νίκα». Τοῦτο τό διήγημα τοῖς μέν ἀπίστοις μῦθος εἶναι δοκεῖ καί πλάσμα, τοῖς δέ ἡμετέροις δόγμασι κεχαρισμένον. Τοῖς δέ ἀληθῆ πιστεύειν συνειθισμένοις, ἐναργής τοῦ πράγματος ἡ ἀπόδειξις.»[xii]

.               Ἀλλά στό ὅραμα τοῦ Σταυροῦ ἀναφέρονται ἀκό­μη καί μεταγενέστεροι συγγραφεῖς:

.               Ὁ Ζωναρᾶς (1042 – 1130 μ.Χ.) ἀναφέρεται σέ τρεῖς ἄλλες θεοσημίες τοῦ Κωνσταντίνου: Κατά τή διάρκεια τῶν συγκρούσεων πού εἶχε μέ τό Λικίνιο ἤ μέ τό Μαξέντιο, πρόσεξε κάποιον ὁπλισμένο καβαλάρη, πού ἀντί γιά σημαία, κρατοῦσε τό σύμβολο τοῦ Σταυροῦ καί προπορευόταν μπροστά ἀπό τήν παράταξή του. Ἄλλη μιά φορά εἶδε στήν Ἀδριανούπολη δύο νεαρούς νά θερίζουν τίς φάλαγγες τῶν ἐχθρῶν. Κάποτε στήν περιοχή τοῦ Βυζαντίου, ἐνῶ ἦταν νύχτα καί ὅλοι κοιμούνταν, τοῦ φάνηκε πώς ἄστραψε γύρω ἀπό τό στρατόπεδό του. Ἀπό τά σημάδια αὐτά ὁδηγήθηκε στό συμπέρασμα ὅτι οἱ ἐπιτυχίες καί οἱ νίκες του εἶχαν θεϊκή προέλευση[xiii].
.               Καί ὁ βυζαντινός λόγιος Νικηφόρος Κάλλιστος (1250 –1330 μ.Χ.) κάνει λόγο γιά τό Ὅραμα[xiv].
.               Πέρα ἀπό τίς μαρτυρίες, ὑπάρχουν καί κάποια λογικά συμπεράσματα ἑνός κοινοῦ νοῦ, πού ὁδηγοῦν στό ἴδιο ἀποτέλεσμα, στό ὅτι δηλαδή τό Ὅραμα τοῦ Κωνσταντίνου ὑπῆρξε ἕνα πραγματικό γεγονός:

.               α. πλήρης μεταστροφή τοῦ Κωνσταντίνου στό Χριστιανισμό μετά τή μάχη τῆς Μουλβίας (γιά τήν ὁποία γίνεται ἐκτενής λόγος στό ἑπόμενο κεφάλαιο) εἶναι, κατά τήν ταπεινή γνώμη μας, ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξη τῆς ἱστορικότητας τοῦ ὁράματος.

.               β. Ποτέ ἕνας ἐχέφρων αὐτοκράτορας δέν θά ἐπεδίωκε νά προσεταιρισθεῖ γιά στήριξή του μιά μικρή μειοψηφία χριστιανῶν στρατιωτῶν του, προκαλώντας συγχρόνως ἐναντίον του τήν ἐχθρότητα τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας τῶν παγανιστῶν, ἄν δέν συνέβαινε κάτι πολύ συνταρακτικό, πού νά ὠθοῦσε τόν Κωνσταντίνο σ’ αὐτή τήν ἀπόφαση. Ὁ εὐφυέστατος καί συνετός Κωνσταντίνος ποτέ δέν θά διακινδύνευε τήν πειθαρχία στό στράτευμά του διατάζοντας τούς στρατιῶτες του νά ἀναγράψουν στίς ἀσπίδες τους τό Μονόγραμμα τοῦ Χριστοῦ, καθ’ ἥν στιγμήν τό 85-90% αὐτῶν ἦταν παγα­νιστές, ἄν δέν ἀντλοῦσε δύναμη καί ἐλπίδα ἀπό αὐτό τό θεϊκό σημάδι. Τό φαινόμενο ἦταν πέραν τῶν ὁρίων τῆς φύσης, ἦταν ἕνα θαῦμα, καί ἐπηρέασε βαθύτατα τόν Αὐτοκράτορα.

.               γ. Ἡ ἀναμνηστική ἐπιγραφή τῆς μεγάλης νίκης του κατά τοῦ Μαξέντιου, πού γράφηκε στήν ἁψίδα (γιά τήν ὁποία γίνεται λόγος παρακάτω) καθ’ ὑπόδειξη τοῦ ἰδίου, περιλαμβάνει τήν ἔκφραση «Instinctu Divinitatis et magnitudine mentis» (Μέ θεία παρώθηση καί τή μεγάλη φρόνησή του).

.               δ. Ὁ στυγερός διώκτης τῶν χριστιανῶν Λικίνιος, διαδίδοντας ὅτι μίλησε μέ Ἄγγελο, ὁ ὁποῖος τοῦ δίδαξε τάχα μιά προσευχή πρίν ἀπό τή μάχη του μέ τό Μαξιμίνο, καθώς μᾶς ἐνημερώνει ὁ Λακτάντιος[xv], φανερώνει πώς ἦταν ἐνημερωμένος γιά τό ὅραμα τοῦ Κωνσταντίνου, ὅτι γνώριζε γιά τή βαθύτατη ἀπήχηση, πού εἶχε αὐτό τό ὑπερκόσμιο γεγονός στό λαό καί στό στράτευμα τοῦ Κωνσταντίνου, καί ὅτι θέλησε ἀντιγράφοντάς τον, νά κλέψει λίγη δόξα ἀπό ἐκεῖνον…

.               Ἀλλά καί ἀπό τους συγγραφεῖς τῶν νεωτέρων χρόνων πολλοί ἀποδέχονται τό ὅραμα ὡς πραγματικό γεγονός. Ἕνας σημαντικός θεολόγος τῆς Δύσης, ὁ Schaff, σέ μιά σειρά σκέψεων καί προβληματισμῶν πάνω στό θέμα τοῦ συγκεκριμένου ὁράματος, ὅπου διαλαμβάνει καί μιά σειρά ἐνστάσεων τῶν ὀρθολογιστῶν ἐπί τοῦ θέματος, ἔναντι τῶν ὁποίων ἐπιχειρεῖ νά ἀρθρώσει συμβιβαστικές λύσεις, τελικά καταλήγει: «Ὅτι τό ὅραμα ἐπισημάνθηκε ὡς ὑπερφυσικῆς προελεύσεως, εἰδικά μετά ἀπό τήν εὐτυχή ἐπιτυχία, εἶναι φυσικό καί συμβατό μέ τίς ἐπικρατοῦσες ἰδέες τῆς ἐποχῆς. Ὁ Τερτυλλιανός καί ἄλλοι Πατέρες πρίν ἀπό τή Σύνοδο τῆς Νίκαιας καί μετά ἀπό αὐτή άπέδωσαν πολλές μεταβολές στά νυχτερινά ὄνειρα καί ὁράματα. Ὁ Κωνσταντίνος καί οἱ φίλοι του ἀναφέρουν τά σημα­ντικότερα γεγονότα τῆς ζωῆς του, ὅπως τή γνώση τῆς προσέγγισης τῶν ἐχθρικῶν στρατευμάτων, τήν ἀνακάλυψη τοῦ Παναγίου Τάφου, τήν ἵδρυση τῆς Κωνσταντινου­πόλεως, στή θεία ἀποκάλυψη μέσῳ ὀραμάτων καί ὀνείρων. Ἐμεῖς δέν εἴμαστε διατεθειμένοι ν’ ἀρνηθοῦμε στό ἐλάχιστο τή σύνδεση τοῦ ὁράματος τοῦ σταυροῦ μέ τήν ἐπέμβαση τῆς Θείας Πρόνοιας, ἡ ὁποία ἔλεγξε αὐτή τήν ἀξιοπρόσεκτη κρίσιμη καμπή τῆς Ἱστορίας. Ἡ ἴδια ἡ Βίβλος ἐπικυρώνει τή γενική θεωρία τῶν θεόσταλτων καί προφητικῶν ὀνείρων καί τά νυκτερινά ὁράματα, μέσῳ τῶν ὁποίων οἱ θεῖες ἀποκαλύψεις γνωστοποιοῦνται στούς ἀνθρώπους.»[xvi]

.               Πολλοί ἀκόμα ἱστορικοί ἀποδέχονται τήν ἱστορικότητα τοῦ ὁράματος, ἀλλά καί πολλοί τήν ἀρνοῦνται.*

 * Ὁ Βέλγος ἱστορικός Grégoire βλέπει τό ὅραμα καί τή μεταστροφή τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ὡς μεταθανάτιο ξαναγράψιμο τῶν γεγονότων ἀπό τόν Εὐσέβιο.

.              Ὁ Murdock (στίς σημειώσεις του στή μετάφραση τοῦ Mosheim) προβάλλει καί τούτη τήν ἀξιοπρόσεκτη παρατήρηση: «Ἐάν τό θαῦμα τοῦ φωτεινοῦ Σταυροῦ εἶναι μιά πραγματικότητα, ὁ Θεός ὁ ἴδιος ἔχει ἐγκρίνει τή χρήση τοῦ Σταυροῦ ὡς ὁρισμένο σύμβολο τῆς θρησκείας μας, ἔτσι ὥστε δέν ὑπάρχει καμιά δεισιδαιμονία στή χρήση ἀπό αὐτό, ἀλλά οἱ Καθολικοί εἶναι σωστοί, καί οἱ Προτεστάντες σ’ ἕνα λάθος σ’ αὐτό τό θέμα»! Ὁ Murdock λησμόνησε μονάχα ν’ ἀναφέρει ὅτι καί οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχουν στή λατρεία τους τό Σταυρό. Καί ὅτι ὁ Σταυρός – γι’ αὐτούς κατ’ ἐξοχήν – εἶναι τό κορυφαῖο σύμβολο πίστεως, θυσίας καί ἁγιασμοῦ, καί κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο «τοῖς σωζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ» (Α΄ Κορ. α´ 17).

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[i] Π. Τρεμπέλα, «Τα θαύματα, ἐν Αλεξανδρείᾳ», 1917, «Ἰησούς ὁ ἀπό Ναζαρέτ, σελ. 193 – 221.

[ii] Εὐσ. Β. Κ. Λόγ. 1 κεφ. 28

[iii] Εὐσ. Β. Κ. Λόγ. 1 κεφ. 28

[iv] Εὐσ. Β. Κ. Λόγ. 1, κεφ.47, καί Εὐσ. Τριακονταετηρικός κεφ.11

[v] Λακτ. Περί τῶν θαν. τῶν διωκτῶν κεφ. 44

[vi] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Artemii Passio, P.G.96, σελ. 1293

[vii] Oπτατ. Panegyr. 6 (326),caelestis = ὁ ἐξ οὐρανοῦ, θεϊκός

[viii] Ναζάρ. Panegyr.Λατ. 10

[ix] Γρηγ.Θεολ. Β΄Στηλ. 4.P.G. (Κ.Π.Ε.) 35

[x] Σωζομ. Ἐκκλ. Ἱστ. βιβλ. 1, κεφ. 3

[xi] Σωκρ. Ἐκκλ. Ἱστ. βιβλ. 1, κεφ. 2

[xii] Γελάσ. ’Εκκλ. Ἱστ. βιβλ. 1, κεφ. 4 ( P.G. J. P. τόμος 85, σελ. 1204)

[xiii] Ζων. βιβλ. 13, κεφ, 1, σελ. 56

[xiv] P.G. 146, σελ. 16

[xv] Λακτ. Περί τῶν θανάτων τῶν διωκτῶν, Κεφ. 46

[xvi] Schaff, Philip: History of the Christian Church, Volume III: Nicene and Post-Nicene Christianity. A.D. 311-600 , Vol. III, Chapt, I , p. 19-23

,

Σχολιάστε

ΟΙ «ΝΕΟΠΛΑΣΙΕΣ» ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ καὶ ΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΡΟ ΜΙΣΟΥΣ ΤΩΝ «ΓΕΝΙΤΣΑΡΩΝ» ΤΟΥ ΥΠ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Φιλόλογοι κατὰ ὑπ. Παιδείας γιὰ τὴν Ἱστορία:
«Ἀλλάζετε ριζικὰ τὸν χαρακτήρα τοῦ μαθήματος»

Ἀπορρίπτουν καθολικὰ τὶς προτάσεις
τῶν «γενίτσαρων» τοῦ Γαβρόγλου
Στὰ σχολικὰ βιβλία «βαφτίζουν» τὰ Σκόπια «Μακεδονία»
καὶ τὸν Ἐμφύλιο «ἐπανάσταση»

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ποιός ἀκόμη δὲν ἔχει βεβαιωθεῖ ὅτι τὰ μαθήματα τῶν Θρησκευτικῶν, τῆς Ἱστορίας καὶ τῆς Γλώσσας βρίσκονται στὸ στόχαστρο μίσους τῶν Ἐργολάβων τῆς Ἀλλοτριώσεως ποὺ βρίσκουν προθύμους Γενιτσάρους, γιὰ νὰ ὑλοποιήσουν τὰ σχέδιά τους. Μὲ τὴν μέθοδο τῶν «νεοπλασιῶν» στὰ διδακτικὰ βιβλία καὶ τὴν ἐν γένει διδασκαλία τῶν Μαθημάτων «αἰχμῆς» ἀποδομοῦν τὰ θεμέλια τῆς συλλογικῆς μνήμης καὶ αὐτοσυνειδησίας , ὥστε νὰ παραχθεῖ ἕνας νέος ἀνθρωπότυπος εὐάλωτος καὶ χειραγωγήσιμος.

Μάθημα Ἱστορίας: Ξεριζώνουν τὴν ἑλληνικὴ μυθολογία καὶ τὴν ἀνακατεύουν μὲ μύθους ἄλλων λαῶν.

.               Ἡ νέα ἀντίληψη ἀφορᾶ μία χρηστική, ἰδεοληπτικὴ ἱστορία σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὰ ἐπιστημονικὰ κριτήρια δὲν θεωροῦνται ἀναγκαῖα, γράφει σὲ ἔκθεσή της ἡ Πανελλήνια Ἕνωση Φιλολόγων.
.               Δριμεία κριτικὴ κατὰ τοῦ ὑπουργείου Παιδείας καὶ συγκεκριμένα τοῦ Ἰνστιτούτου Ἐκπαιδευτικῆς Πολιτικῆς γιὰ τὶς σχεδιαζόμενες ἀλλαγὲς στὸ μάθημα τῆς ἱστορίας ἀσκεῖ ἡ Πανελλήνια Ἕνωση Φιλολόγων.
.               Ἡ ΠΕΦ δηλώνει συνολικὰ ἀντίθετη μὲ τὸ προτεινόμενο σχέδιο ἐπισημαίνοντας σὲ ἀνακοίνωσή της ὅτι «τὸ σχέδιο μεταβάλλει ριζικὰ τὸν χαρακτήρα τοῦ μαθήματος τῆς Ἱστορίας ἐκτρέποντάς το πρὸς κατευθύνσεις ποὺ δὲν πληροῦν τοὺς ἐπιστημονικοὺς καὶ παιδαγωγικούς του στόχους».
.               Ἀπὸ τὴν πλευρά του τὸ ΙΕΠ ὑποστηρίζει ὅτι οἱ ἐνστάσεις καὶ οἱ παρατηρήσεις θὰ ληφθοῦν ὑπ᾽ ὄψιν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴ ποὺ συνέταξε τὸ σχέδιο προκειμένου νὰ καταθέσει μία νεώτερη ἐκδοχὴ τῶν προηγούμενων, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελέσει προϊὸν τῆς διαβούλευσης, ὅπως γράφει ἡ Καθημερινή.

Στὴν πεντασέλιδη ἔκθεσής της ἡ Ἕνωση Φιλολόγων ἀναφέρει:

.               – Οἱ προτεινόμενοι θεματικοὶ φάκελοι ἔχουν παιδαγωγικὴ καὶ μαθησιακὴ ἀξία μόνο ἐὰν ἐμπλουτίζουν θεματικὲς ἑνότητες τῆς συγκεκριμένης διδακτέας ὕλης καὶ λειτουργοῦν ἐπικουρικὰ στὴ μαθησιακὴ διαδικασία. Ὁ τρόπος ποὺ προτείνεται νὰ χρησιμοποιηθοῦν (Οἱ ἐκπαιδευτικοὶ θὰ ἔχουν ἐλευθερία νὰ ἐπιλέγουν βάσει καθορισμένων κριτηρίων ἕναν ἀριθμὸ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς φακέλους, προκειμένου νὰ διαμορφώσουν τὸ ἐτήσιο πρόγραμμα διδασκαλίας τους…) ἀκυρώνει τὴν παροχὴ ἑνιαίας ἱστορικῆς γνώσης πρὸς ὅλους τοὺς μαθητὲς τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου.
.               – Ἡ Ἱστορία ὡς μάθημα δὲν μπορεῖ νὰ ἀπολέσει τὸν πρωταρχικό της στόχο ποὺ εἶναι ἡ προσέγγιση τοῦ παρελθόντος καὶ ἡ ἀξιοποίηση τῆς παρεχόμενης γνώσης στὸ παρὸν γιὰ τὴ συγκρότηση πολιτῶν μὲ ἐλεύθερη καὶ δημοκρατικὴ συνείδηση. Ἡ μονομερὴς ἔμφαση σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς ἐπιμέρους τομεῖς -κοινωνικό, πολιτικό, οἰκονομικό, ἐθνικό, πολιτιστικὸ κ.α.- ὁδηγεῖ τὸ μάθημα σὲ ἀλλότριες κατευθύνσεις, ποὺ ὑπηρετοῦνται ἀπὸ ἄλλες ἐπιστῆμες, ὅπως ἡ κοινωνιολογία, ἡ πολιτικὴ οἰκονομία, ἡ ἱστορία τῆς τέχνης κ.ἄ.
.               – Γιὰ τὴν πρόταση τῆς ἐπιτροπῆς ὅσον ἀφορᾶ τὸ πρόγραμμα τοῦ Δημοτικοῦ σημειώνεται ὅτι οἱ προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀδόκιμη χρήση ἱστορικῶν ὅρων, ὅπως «ὑδραυλικοὶ ἄθλοι τοῦ Ἡρακλῆ», «ἑλληνικοὶ μύθοι σχετιζόμενοι μὲ πολεμικὲς ἐνέργειες», «ἐποχὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ» σὲ ἀντικατάσταση τοῦ ὅρου Βυζαντινὴ ἐποχὴ κ.α., σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν ἀναδιάρθρωση τῆς ὕλης, δημιουργοῦν παιδαγωγικὰ ζητήματα, ἐφόσον ὑπονομεύουν τὴ διδασκαλία τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας. Εἰδικότερα, στὴ Δ´ Δημοτικοῦ ἀντικαθίσταται ἡ Ἀρχαία Ἑλληνικὴ Ἱστορία ἀπὸ τὴν οἰκογενειακὴ καὶ τὴν τοπικὴ ἱστορία, στὴν Ε´ Δημοτικοῦ ἀντικαθίσταται ἡ Βυζαντινὴ Ἱστορία ἀπὸ τὴ συρρικνωμένη συνεξέταση τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς καὶ Βυζαντινῆς Ἱστορίας, στὴν Ϛ´ Δημοτικοῦ προβλέπεται ἡ διδασκαλία μίας μεγάλης χρονικῆς περιόδου ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὸν 15ο αἰώνα καὶ τελειώνει στὴ σύγχρονη ἐποχή. Ἔτσι τὸ ἐνδιαφέρον ἑστιάζεται κυρίως στὴν ἵδρυση τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους καὶ στοὺς δύο παγκόσμιους πολέμους ἐνῶ θεωροῦνται ἥσσονος σημασίας ἡ τουρκοκρατία καὶ ἡ ἑλληνικὴ ἐπανάσταση
.               – Γιὰ τὸ πρόγραμμα δευτεροβάθμιας ἐκπαίδευσης τὸ σημαντικότερο πρόβλημα ἐντοπίζεται στὴν ἀναδιάρθρωση τῆς ὕλης ἀνὰ τάξη. Συγκεκριμένα, δίνεται μεγαλύτερο εὖρος στὴ διδασκαλία τῆς Ἱστορίας τῶν Νεωτέρων Χρόνων εἰς βάρος τῆς Ἀρχαίας καὶ τῆς Βυζαντινῆς-Μεσαιωνικῆς Ἱστορίας, δεδομένου ὅτι προβλέπεται ἡ Ἱστορία τῶν Νεωτέρων Χρόνων καὶ τῆς Σύγχρονης Ἐποχῆς νὰ διδαχθεῖ στὴν Γ´ Γυμνασίου, στὴν Α´ Λυκείου καὶ σὲ θεματικὲς ἑνότητες στὴ Β´ καὶ Γ´ Λυκείου.
.               Ἡ ΠΕΦ σημειώνει, τέλος, ὅτι «ἡ νέα ἀντίληψη γιὰ τὴν Ἱστορία καὶ τὴ διδασκαλία της, ποὺ κυριαρχεῖ στὰ Προγράμματα Σπουδῶν τοῦ Ἰνστιτούτου Ἐκπαιδευτικῆς Πολιτικῆς, βασίζεται στὴν κατανόηση, κατὰ κύριο λόγο, τοῦ παρόντος, στὴν ἀναζήτηση ταυτοτήτων καὶ στὴν βιωματικὴ προσέγγιση, γεγονὸς ποὺ καταλήγει σὲ μία ἰδεολογικὴ κατασκευὴ καὶ σὲ ὑποκειμενικὲς σχετικιστικὲς ἀλήθειες. Πρόκειται γιὰ μία χρηστική, ἰδεοληπτικὴ ἱστορία σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὰ ἐπιστημονικὰ κριτήρια δὲν θεωροῦνται ἀναγκαῖα».

 

 

ΠΗΓΗ: protothema.gr

 

,

Σχολιάστε

Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ: Ἀπὸ τὸν homo sapiens στὸν homo roboticus universalis (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος) «Ἡ Ἱστορία ποὺ προτείνεται νὰ διδαχθοῦν τὰ παιδιὰ εἶναι πολὺ χειρότερη ἀπὸ αὐτὴν ποὺ εἶχε γραφτεῖ ἀπὸ τὴν κα Ρεπούση γιὰ τὴν ϛ´ Δημοτικοῦ καὶ καταστροφικὴ γιὰ τὸν Ἑλληνισμό»

Ἡ πρόταση γιὰ τὸ μάθημα τῆς Ἱστορίας:
Ἀπὸ τὸν homo sapiens στὸν homo roboticus universalis

Τοῦ Γιώργου Παπαθανασόπουλου

.               Τὸν «παγκοσμιοποιημένο ἄνθρωπο – ρομπὸτ» εἶναι αὐτὸν ποὺ προωθεῖ ἡ ἁρμόδια ἐπιτροπή, μὲ τὸ «σχέδιο προγραμμάτων σπουδῶν γιὰ τὸ μάθημα τῆς Ἱστορίας στὴν ὑποχρεωτικὴ ἐκπαίδευση», ποὺ κατέθεσε. Μέσα ἀπὸ τὴ «μάθηση», ποὺ θέλει νὰ ἐπιβάλλει στὰ ἑλληνόπουλα, ἐπιδιώκει νὰ δημιουργήσει τὴν ἐξέλιξη τοῦ homo sapiens.
.               Μὲ τὸ σχέδιο προγράμματος, ποὺ προωθεῖ ἡ Ἐπιτροπὴ γιὰ τὸ μάθημα τῆς Ἱστορίας, ὑλοποιεῖται αὐτὸ ποὺ περιγράφει ὁ Γάλλος καθηγητὴς κοινωνιολογίας καὶ φιλόσοφος Gerard Leclerc: «Ἐννοῶ τὴν παγκοσμιοποίηση, ποὺ ὑπερβαίνει τὰ σύνορα φυλῆς, τάξης, θρησκείας, αὐτῆς ποὺ ἀπευθύνεται σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους… Στὸ μέλλον εἶναι δυνατὴ μία ἀληθινὴ παγκόσμια ἱστορία, δηλαδὴ μία ἱστορία γενικὴ (σ.σ. κοινὴ γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα)… Αὐτὴ ἡ ἱστορία θὰ ἀντιταχθεῖ στὶς διάφορες τοπικὲς ἱστορίες, ποὺ στηρίχθηκαν ἕως τὶς ἡμέρες μας ἐπὶ τῶν διαφόρων πολιτισμῶν καὶ εἶναι γραμμένες ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους καθενὸς ἀπὸ αὐτούς… Μία τοπικὴ ἱστορία (ἐθνική, πολιτισμικὴ) δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ μνήμη ἑνὸς πολιτισμοῦ, ἑνὸς ἔθνους καὶ ἑπομένως σὲ σχέση μὲ τὸ σύνολο τῆς ἀνθρωπότητας, μίας μικρῆς ὁμάδας. Μία παγκόσμια ἱστορία ὑποτίθεται ὅτι θὰ ἔχει ξεπεράσει τὴν «τοπικὴ» ἄποψη καὶ θὰ κάνει τὴν ὑπέρβασή της πρὸς τὴν συνολικὴ ἀνθρωπότητα καὶ τὴν παγκοσμιότητα». (Gerard Leclerc “La mondialisation culturelle – Les civilisations à l’ epreuve”, Ed. PUF. Paris. 2000, p. 315-316).
.               Ὁ Γάλλος καθηγητὴς θεωρεῖ ὅτι ἡ διεθνὴς τῶν διανοουμένων, ποὺ προωθοῦν τὴν πολιτισμικὴ παγκοσμιοποίηση, εἶναι στὴ γραμμὴ τῆς διεθνοῦς τῶν μαρξιστῶν διανοουμένων, ποὺ πρῶτοι προώθησαν τὴν ἰδεολογικὴ καὶ πολιτισμικὴ παγκοσμιοποίηση. Καὶ ἐπιλέγει ὁ Λεκλέρκ: «Ἴσως εἶναι ὁ καιρὸς νὰ γράψουν καὶ νὰ κυκλοφορήσουν (σ.σ. οἱ φιλελεύθεροι διανοούμενοι) να [μανιφέστο παγκοσμιοποίησης], να παγκόσμιο μανιφέστο τν πρ τς παγκοσμιοποίησης διανοουμένων. Αὐτὸ τὸ μανιφέστο θὰ ἄρχιζε ἢ θὰ τελείωνε μὲ μία φράση τοῦ τύπου: [πρ το παγκοσμιοποιημένου νθρώπου διανοούμενοι λων τν χωρν νωθετε!]». (σ.σ. ὅ.π. σελ. 478 – Οἱ ὑπογραμμίσεις στὸ πρωτότυπο).
.         Στὴν πρόταση γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τῆς ὕλης στὸ μάθημα τῆς Ἱστορίας, ποὺ κυκλοφορήθηκε τὸν Μάρτιο τοῦ 2017, ἀπορρίπτονται ἀπολύτως ὅλα τὰ προηγούμενα προγράμματα, συμπεριλαμβανομένου καὶ αὐτοῦ του 2015, ἐπὶ σημερινῆς κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Ἂν καὶ κατηγορεῖ ὅλα τὰ προηγούμενα προγράμματα ὅτι «ἀναπαράγουν ἀνιστορικὲς ἰδεοληψίες», ὑποπίπτει στὸ ἴδιο «ἁμάρτημα».
.               Πέρα ἀπὸ τοὺς ἰδεολογικοὺς λαβυρίνθους ποὺ ὑποχρεώνεται νὰ μπεῖ ὁ ἀναγνώστης τοῦ σχεδίου, τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ξεκαθαρίζουν ποιὸ μελλοντικὸ πολίτη θέλουν νὰ οἰκοδομήσουν: «Θέλουμε πολίτες μὲ ἱστορικὴ σκέψη καὶ συνείδηση» καὶ διευκρινίζουν ὅτι «ἡ ἱστορικὴ σκέψη ὁρίζεται ἀπὸ τὴ σύγχρονη βιβλιογραφία καὶ εἶναι καρπὸς τῆς δομικῆς συνύπαρξης ἕξι ἀλληλεπιδρώντων καὶ ἀλληλοσυμπληρούμενων παραγόντων», τοὺς ὁποίους περιγράφει. Αὐτὴ ἡ ἐπιλεγμένη «σύγχρονη βιβλιογραφία» κυριαρχεῖ στὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς.
.               Στοὺς παράγοντες περιλαμβάνεται καὶ «ἡ καλλιέργεια τῆς ἐθνικῆς συνείδησης», τὴν ὁποία ἔτσι ἐννοοῦν: «Ἡ διδασκαλία τῆς ἱστορίας ἔχει ὡς κύριο στόχο νὰ καλλιεργήσει μία πλουραλιστικὴ καὶ ἀνεκτικὴ ἐθνικὴ ταυτότητα, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ μισαλλοδοξία καὶ ξενοφοβία». Πλουραλιστικ κοινωνία πάρχει, πλουραλιστικ θνικ ταυτότητα δν μπορε ν πάρξει. Ἡ θεωρία τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἀποκλείει, ὡς ἰδεολογικὸ ἀξίωμα, τὸν συνδυασμὸ τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας μὲ τὸν σεβασμὸ τῆς ἑτερότητας καὶ τὴν ἀνεκτικότητα.
.               Γιὰ νὰ καταγράψει κανεὶς τὶς ἀδυναμίες τοῦ σχεδίου καὶ τὶς ἰδεολογικὲς προκαταλήψεις, ποὺ ἐμφανίζονται σὲ αὐτό, θὰ χρειάζονταν πολλὲς σελίδες. Ἀναφέρονται ἐλάχιστα παραδείγματα γιὰ τὸ πῶς τὸ Σχέδιο μεταχειρίζεται τὴν Ἐκκλησία, βασικὸ στοιχεῖο τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητας, καὶ τὸν Ἑλληνισμό, ὡς Ἔθνος.
.               Στὴν Α´ Γυμνασίου καὶ στὰ περὶ Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας γράφει στὸ κεφάλαιο «Θρησκεία καὶ πολιτισμὸς» τὶς ἑνότητες: «Συνέχεια καὶ ἀλλαγὲς στὴν ἐπίσημη θρησκεία. Θρησκευτικὸς συγκρητισμός. Ἡ ἀνάδυση καὶ ἡ ἑδραίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὑλικὸς καὶ πνευματικὸς πολιτισμός. Τὰ ὅρια τοῦ ἐκρωμαϊσμοῦ, οἱ πόλεις καὶ ἡ ὕπαιθρος». Τί σημαίνει «ἀνάδυση τοῦ χριστιανισμοῦ»; Μέσα σ μία πληθώρα πληροφοριν κα περίπου 3500 λέξεων, γι τ Ρωμαϊκ ατοκρατορία, στν «νάδυση το Χριστιανισμο» ναφέρονται πτ (7) λέξεις… Ἐπίσης στοὺς 17 «θεματικοὺς φακέλους», γιὰ νὰ ἐνημερωθοῦν ἐπὶ συγκεκριμένων θεμάτων οἱ μαθητὲς/τριες, γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας. Προφανς γι τ μέλη τς πιτροπς ταν να μηδαμιν πολιτισμικ κα στορικ παγκόσμιο γεγονς μφάνιση κα ξάπλωσή του…
.               Στὸ μάθημα τῆς Ἱστορίας στὴ Β´ Γυμνασίου ἀγνοοῦνται οἱ πνευματικὲς – πολιτισμικὲς διαφορὲς Ἀνατολῆς καὶ Δύσης, καὶ ὑπάρχει μονολεκτικὴ ἀναφορὰ στὴν Εἰκονομαχία, ποὺ ταλάνισε Ἀνατολὴ καὶ Δύση γιὰ δύο περίπου αἰῶνες. Ἐπίσης ἀποσιωπᾶται ἡ ἀνάπτυξη τῶν γραμμάτων, τῶν τεχνῶν καὶ τῶν ἐπιστημῶν στὴν Ἀνατολή, ἐνῶ ὑπάρχει ἐκτεταμένη ἀναφορὰ στὴ Δύση… Τὰ περὶ Βυζαντίου τίθενται ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Δύσης… Οὐδεμία ἀντικειμενικότητα… Στοὺς θεματικοὺς φακέλους ὁ ἕνας ἐπιγράφεται «Ἅγιοι καὶ δαίμονες στὸν βυζαντινὸ κόσμο» καὶ μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρεται ὅτι « προσευχ κα νηστεία ξορκίζει τ κακ πνεύματα»… Οὐδεμία σχέση μὲ τὸ ἀντικείμενο οἱ προτείνοντες, μόνο προκατάληψη δείχνουν.
.               Ἡ προτεινόμενη Ἱστορία τῆς Γ´ Γυμνασίου ἔχει καθαρὰ ἰδεολογικὸ περιεχόμενο. Καλύπτει τὴν περίοδο ἀπὸ τὸν 15ο ἕως τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα. Στὴν ὕλη περιλαμβάνονται ἑπτὰ κεφάλαια. Ἀπὸ αὐτὰ στὸν Νέο Ἑλληνισμὸ ἐλάχιστα ἀναφέρονται, ὡς ἀποσπάσματα δύο κεφαλαίων. Στὸ κεφάλαιο «Ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία (ἀπαρχὲς – ἀρχὲς 19ου αἰώνα)» ἀναφέρονται τὸ «παιδομάζωμα» καὶ «οἱ θρησκευτικοὶ θεσμοί, κοινότητες καὶ πρακτικές». Οδν γράφεται γι τν ρόλο τς κκλησίας στν πιβίωση το θνους, οὔτε γιὰ τὰ ἀπελευθερωτικὰ κινήματα, ποὺ ἄρχισαν σχεδὸν ἀμέσως μετὰ τὴν Ἅλωση, οὔτε γιὰ τοὺς λογίους ποὺ πέρασαν στὴ Δύση μετὰ τὴν Ἅλωση καὶ συνέβαλαν στὴν Ἀναγέννησή της, οὔτε γιὰ τοὺς Νεομάρτυρες ποὺ προτίμησαν τὸν θάνατο ἀπὸ τὸ νὰ ἀλλαξοπιστήσουν. Ἀγνοεῖται ἡ «Μείζων», κατὰ τὸν Διον. Ζακυθηνό, περίοδος τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, ὅπως ἦταν ἡ, χάρη στὴν Ἐκκλησία –κλῆρο καὶ λαὸ– ἐπιβίωση τοῦ Ἔθνους ἐπὶ 400 καὶ πλέον χρόνια. Περισσότερα γράφονται γιὰ τοὺς Ὀθωμανούς…
.               Ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821 περιλαμβάνεται στὸ κεφάλαιο τοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ τῶν Ἐπαναστάσεων, ὡς ἀκολουθία καὶ ἀπόρροια τῶν Ἐπαναστάσεων στὴν Ἀμερικὴ καὶ στὴ Γαλλία. Στὰ παιδιὰ οὐσιαστικὰ περνᾶ παραποιημένη ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση. Στοὺς θεματικοὺς φακέλους στὴν Ἱστορία τῆς Γ´ Γυμνασίου ἕνας ἀναφέρεται σὲ μία «ὀθωμανικὴ πόλη», στὴ Βέροια, ἐπὶ τουρκοκρατίας. Αὐτὸ γιὰ νὰ σημειωθεῖ «ἡ συνύπαρξη καὶ οἱ σχέσεις τῶν διαφόρων ἐθνοθρησκευτικῶν ὁμάδων»… Γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση ὑπάρχουν δύο φάκελοι. Ὁ πρῶτος γιὰ τὶς πολιορκίες στὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση, μὲ δύο παραδείγματα, τὴν Τρίπολη καὶ τὸ Μεσολόγγι. Στὴ μία νικᾶνε οἱ Ἕλληνες καὶ στὴν ἄλλοι οἱ Τοῦρκοι… Ὁ δεύτερος ἀναφέρεται στὶς γυναῖκες στὴν Ἐπανάσταση. Δὲν ὑπάρχει φάκελος γιὰ τὸ Φανάρι, γιὰ τοὺς ἄνδρες ἥρωες, γιὰ τὸν Σολωμὸ καὶ τὸν «Ὕμνο στὴν Ἐλευθερία», γιὰ τὸν Κάλβο καὶ τὶς «Ὠδές» του… Ἀντὶ νὰ διδάσκεται ὁ μαθητὴς/τρία τὴν ἐθνική του Ἱστορία προτείνεται νὰ διδάσκεται ἐλάχιστα γι’ αὐτὴν καὶ ἐπιλεκτικά, κατὰ τὴν ἰδεολογικὴ ἐπιλογὴ τῆς Ἐπιτροπῆς…
.               Στὴν Α´ Λυκείου ἡ πρόταση τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι νὰ καλυφθεῖ σὲ παγκόσμια ἔκταση ἡ περίοδος ἀπὸ τὸ 1880 ἕως σήμερα. Σὲ αὐτὴ τὴν ὕλη καὶ ὅσον ἀφορᾶ στὴν Ἑλλάδα, ὑπάρχουν σύντομες ἀναφορὲς   στὴ Μεγάλη Ἰδέα, στοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους, στὸν Α´ Παγκόσμιο Πόλεμο, στὴ Μικρασιατικὴ Ἐκστρατεία, στὴν Καταστροφή, στὴ συμμετοχή Της στὸν Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο, στὸν Ἐμφύλιο, στὴ Διδακτορία, στὸ Κυπριακό. Αὐτὰ μέσα στὶς πλούσιες ἀναφορὲς στὸ παγκόσμιο γίγνεσθαι τῆς ἴδιας περιόδου…
.               Ἡ Ἑλληνικὴ Ἱστορία κακοποιεῖται, ὅπως προτείνεται νὰ καταγραφεῖ στὴ στοιχειώδη καὶ μέση ἐκπαίδευση. Αὐτὸ γιατί γίνεται ἐπιλογὴ καὶ προβολὴ τῶν θεματικῶν ἑνοτήτων, μὲ βάση τὴν ἰδεολογία τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὴν ἐπιθυμία τους νὰ δημιουργήσουν τὴ νέα μορφὴ ἀνθρώπου. Συμπερασματικ θνικ συνείδηση καταργεται, ς κάτι τ ξεπερασμένο κα ρνητικό. ννοια «θνος» δν πάρχει πουθεν σ λη τν τεράστια λη, πως δν πάρχει ννοια το λαο. π πόλυτο διωγμ π τν λη Πίστη τν λλήνων. π παξίωση ο ρίζες το λαο κα ο παραδόσεις του. π ξόντωση οκογένεια. Σὲ κάποιο φάκελο, ποὺ ἀναφέρονται ὁ παπποὺς καὶ ἡ γιαγιά, καλοῦνται τὰ παιδιὰ νὰ περιγράψουν τὶς διαφορὲς ποὺ ἔχουν μὲ αὐτούς, χωρὶς νὰ ζητεῖται νὰ ποῦν τὰ θετικὰ ἀπὸ τὴ σχέση αὐτή, γιὰ τὴν ἀγάπη ποὺ τοὺς προσφέρουν, τὴ σοφία τους, τὸ παράδειγμά τους, τὴ συμβολή τους στὴ συνοχὴ τῆς οἰκογένειας. στορία πο προτείνεται ν διδαχθον τ παιδι εναι πολ χειρότερη π ατν πο εχε γραφτε π τν κα Ρεπούση γι τν ϛ΄ Δημοτικο κα καταστροφικ γι τν λληνισμό.
.               Ἂν περάσει ἡ πρόταση τῆς Ἐπιτροπῆς σοβαρότατη θὰ εἶναι ἡ ἱστορικὴ εὐθύνη τῶν πολιτικῶν τοῦ συγκυβερνῶντος Κόμματος τῶν Ἀνεξάρτητων Ἑλλήνων. Θὰ μείνουν στὴν Ἱστορία ὡς οἱ πολιτικοὶ ποὺ ἐξελέγησαν στὴν Ἑλληνικὴ Βουλὴ ὡς ἀντιμνημονιακοὶ καὶ πατριῶτες καὶ ἀποδείχθηκαν μνημονιακοὶ καὶ ὀλετῆρες τῆς ἐθνικῆς συνείδησης καὶ ταυτότητας.-

Σχολιάστε

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ… (Δ. Νατσιός)

 Ὅλοι μαζ ο λληνες…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.             Ἂς κάνει λίγο ὑπομονὴ ὁ ἀναγνώστης, κι ἂς διαβάσει τὸ κείμενο, ποὺ λίγο πιὸ κάτω παραθέτω. Μιλᾶ κι αὐτὸ γιὰ ἕναν Ἀπρίλη, ποὺ πάντα θὰ «βγαίνουν ἄνθια καὶ καρποί». Εἶναι ὁ Ἀπρίλης τοῦ ’41. Τὸ ἔθνος καταματωμένο, ἀλλὰ ὑπερήφανο, διέσωσε τὴν τιμὴ τῆς ἀνθρωπότητας στὶς ἀετοράχες τῆς Πίνδου. Στὸν Βορρᾶ, ἡ σκοτεινὴ νύχτα τῆς γερμανικῆς Κατοχῆς, ἑτοιμάζεται νὰ προσθέσει κι ἄλλη μία ἀτίμωση. Καλῶς εἰπώθηκε, ὅτι κάποιοι λαοὶ δὲν γράφουν ἱστορία, ἀλλὰ ποινικὸ μητρῶο. Καὶ συνεχίζουν νὰ ἐγκληματοῦν…
.            Τὸ κείμενο:
.             «Εἴμαστε πιὰ στὸν Ἀπρίλη τοῦ 1941. Ἡ ἄνοιξη ἀγνοοῦσε τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων καὶ εἶχε φτάσει στὴν Ἀθήνα μὲ ὅλο τὸ φῶς της, μὲ τὰ δυνατά της χρώματα, μὲ τὸ ἐλαφρὸ ἀεράκι της, μὲ ὅλη τὴν ἐγκαρδιότητά της. Ἔλαμπε ὁ κεντρικὸς ἀθηναϊκὸς δρόμος. Μόνο ποὺ ἐνῶ ἐβούιζε ἀπὸ κίνηση, ἔμοιαζε σὰν ἄδειος. Ἔλειπε ἡ μισή, γιὰ νὰ μὴν πῶ, ἡ καλύτερη Ἑλλάδα: ἔλειπε ἡ ἑλληνικὴ νεότητα. Μὰ νὰ ποὺ ὁ δρόμος γέμισε πάλι, καὶ ἡ μισὴ Ἑλλάδα ἔγινε πάλι ὁλόκληρη. Μέσα σὲ μία στιγμή, μέσα σὲ μίαν ἁπλὴ κίνηση, μέσα σὲ μία αὐθόρμητη συνεργασία. Στὸ ἀντικρινὸ πεζοδρόμιο, κατέβαινε ἕνας τραυματίας. Ἡ στολή του τσαλακωμένη, τὸ μελαχροινὸ πρόσωπό του σκοτεινὸ ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία καὶ τὴν ἀγωνία, ἀλλὰ τὸ πανί, ποὺ κράταγε τὸ πονεμένο καὶ βαρὺ ἀπὸ δόξα δεξί του χέρι, καθαρὸ καὶ κατάλευκο. Τὸ βῆμα του, σταθερὸ κι αἰσιόδοξο, μπερδεύτηκε μία στιγμή. Ἔσκυψε, εἶδε καὶ τραβήχτηκε στὴν ἄκρη τοῦ πεζοδρομίου. Εἶχαν λυθῆ τὰ κορδόνια τῆς μίας ἀρβύλας του. Πλησίασε σ’ ἕνα πεζούλι, ἔβαλε τὸ πόδι του ἀπάνω κι ἔσκυψε. Τότε ὅμως ἄρχισε μία προσπάθεια ποὺ παραμέρισε καὶ τὴν ἄνοιξη καὶ κάθε ψευδαίσθηση. Γιὰ νὰ δεθοῦν τὰ λυμένα τοῦ κορδόνια, χρειάζονται δύο χέρια γερά. Προπάντων τὸ δεξί, μὲ τὰ ἐπιτήδεια δάχτυλά του. Μὰ αὐτὸ ἴσα-ἴσα τὸ χέρι κρεμόταν βαρὺ καὶ τιμημένο. Καὶ ἡ προσπάθεια ἔπρεπε νὰ γίνει. Μ’ ἕνα χέρι καὶ μάλιστα μὲ τ’ ἀριστερό. Ἄρχισε, λοιπόν, ἀλλὰ δὲν κράτησε πολύ. Τὴν εἶδαν πολλοί, μὰ πιὸ κοντά της ἔτυχε ἕνας ψηλὸς γέροντας, μὲ πρόσωπο πλαισιωμένο ἀπὸ μικρὴ ἄσπρη γενειάδα, ὁλόισιος σὰν λαμπάδα κι ἀξιοπρεπὴς σὰν ἑλληνικὴ ὑπερηφάνεια, καλοντυμένος μὰ κι αὐστηρὸς στὴν ἐμφάνιση. Ἕνας γνωστὸς ἄρχοντας, παλιὸ ἀθηναϊκὸ σπίτι, μὲ πλούτη καὶ μὲ ὄνομα μεγάλο. Κι ὁ ψηλὸς γέροντας δὲν εἶδε μόνο πρῶτος, μὰ καὶ πρόφτασε νὰ τρέξη πρῶτος κοντὰ στὴν προσπάθεια ποὺ γινόταν ἀπάνω ἀπὸ τὴν ἀρβύλα μὲ τὰ λυμένα κορδόνια. Μ’ ἕνα γρήγορο βῆμα, βρέθηκε πλάι στὸ σκυμμένο τραυματία, ἔβγαλε τὰ κίτρινα γάντια του, ἔσκυψε κι αὐτός, σχεδὸν γονάτισε, κ’ ἔκαμε ὅ,τι δὲν μποροῦσε νὰ κάμη τὸ πονεμένο χέρι.
Ὅταν ὁ γέροντας τελείωσε τὴ μικρὴ ἐξυπηρέτηση καὶ ὕψωσε τὸ ἀνάστημά του, ὁ νέος πολεμιστὴς τὸν κοίταξε στὰ μάτια καὶ δὲν ἤξερε τί νὰ τοῦ πῆ, πῶς νὰ τὸν εὐχαριστήση. Δὲν βρῆκε τὰ λόγια ποὺ ἤθελε, ὅπως δὲν τά ᾽βρισκε κανένας ἐκείνη τὴ στιγμή, κι ἔκανε κάτι πιὸ εὔγλωττο: πῆρε τὸ δεξὶ χέρι τοῦ γέροντα, ἔσκυψε καὶ τὸ φίλησε.
Εἶχαν σταθῆ καὶ μερικοὶ ἄλλοι μαζὶ μ’ ἐμένα κι ἔμεναν σαστισμένοι. Ἔβλεπαν καὶ δὲν πίστευαν. Ἔβλεπαν κι ἔνιωθαν νὰ δυναμώνη, νὰ κυριαρχῆ μέσα τους ὁ νέος ἄνθρωπος ποὺ γεννήθηκε σὲ ὅλες τὶς ἑλληνικὲς συνειδήσεις τοὺς μῆνες ἐκείνους. Ὅλ’ ἡ Ἑλλάδα σὲ μιὰν ἁπλὴ σκηνή! Ἐκεῖ κι ὁ μεγάλος πατριωτισμός, ἐκεῖ κι ὁ βαθὺς σεβασμός, ἐκεῖ καὶ ἡ σιδερένια κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη.
Ἔτσι ἐζήσαμε τὴ μεγάλη ἐκείνη ἐποχή, τὸ κρίσιμο ἐκεῖνο ὁρόσημο τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου: Ὅλοι μαζὶ οἱ Ἕλληνες. Ὁ ἕνας κοντά, πολὺ κοντὰ στὸν ἄλλο, τὸ ἕνα χέρι στ’ ἄλλο χέρι κι ἡ μία καρδιὰ πλάι στὴν ἄλλη καρδιά». (Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πανηγυρικοὶ λόγοι ἀκαδημαϊκῶν, 28η Ὀκτ 1940», ἐπιμέλεια Π. Χάρης, σελ. 482-483. Ὁμιλητής, τὸ 1969, εἶναι ὁ Πέτρος Χάρης).
.             Ποῦ πῆγε αὐτὴ ἡ Ἑλλάδα; Πῶς θὰ ξαναβροῦμε καὶ σήμερα ἐκείνη τὴν εὐλογημένη ὁμοψυχία καὶ ἀλληλεγγύη; Τὸν μεγάλο πατριωτισμό, τὴν σιδερένια θέληση γιὰ ἀντίσταση στοὺς ποικιλώνυμους ἐχθρούς, τὸ μακρυγιάννειο «ὅλοι μαζὶ οἱ Ἕλληνες»; Μήπως πόλεμο δὲν ζοῦμε καὶ τώρα; Ἐξ ἀνατολῶν δὲν βρυχᾶται νυχθημερὸν τὸ λυσσαμένο ἀγαρηνὸ σκυλί, ἀπειλώντας ἀπροκάλυπτα ὅ,τι ἑλληνικὸ «ἀκουμπάει» τὸ κράτος του; Γιατί ξεχνοῦμε, ὅτι εἶναι κράτος-ὕαινα, ποὺ φροντίζει τακτικὰ νὰ καταγράφει στὸ ποινικό του μητρῶο –ὅπως προεῖπα– καινούργια ἐγκλήματα; Στέναζε ὁ λαός μας, πέθαινε ἀπὸ τὴν πείνα τὸ 1942 καὶ οἱ Σαρακηνοὶ Τοῦρκοι ψήφιζαν τὸν ἔκτακτο φόρο περιουσίας, τὸ διαβόητο «βαρλὶκ βεργκισί», μὲ τὸν ὁποῖο ἁρπάχτηκαν ὅσες περιουσίες εἶχαν ἀπομείνει στοὺς Ἕλληνες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.
.           Ὁ κίνδυνος εἶναι δίπλα μας. Ἐθελοτυφλοῦν ὅσοι δὲν τὸν βλέπουν. Κάτι πρέπει νὰ γίνει, δὲν μπορεῖ ἕνας ὁλόκληρος λαὸς νὰ παρακολουθεῖ ἀποχαυνωμένος τὴν ὑποδούλωσή του. Τινάξαμε κάποτε τὴν δουλεία 400-500 ἐτῶν, πότε ἐπιτέλους θὰ ἀποτινάξουμε καὶ τὴν δουλεία τῆς καταστροφικῆς παιδείας μας;
.           «Κάποτε», γράφει τὸ 1959 ὁ Στρατὴς Μυριβήλης, «μία μέρα συζητοῦσαν δύο ἁπλοὶ ἄνθρωποι –δύο ψαράδες ἦταν– γιὰ τὴν πίεση ποὺ ἀσκοῦν οἱ μεγάλες δεξιὲς καὶ οἱ ἀριστερὲς δυνάμεις πάνω στὴν πολιτικὴ ζωὴ τοῦ τόπου γιὰ τὰ συμφέροντά τους, ὁ ἕνας ξεστόμισε μία φράση ποὺ μὲ ξάφνιασε. Εἶπε ὀργισμένος:
-Ἂν μᾶς πιάσει καμμία μέρα τὸ ἑλληνικό μας…
Αὐτὸ τὸ ἑλληνικό μας ἂς φροντίσει τὸ κράτος νὰ καλλιεργήσει συστηματικά, ἐντατικά, στὴν ψυχὴ τῆς νέας γενιᾶς, γιατί αὐτὸ εἶναι ποὺ φοβοῦνται οἱ ἐχθροὶ τῆς φυλῆς καὶ αὐτὸ βάλθηκαν νὰ ὑπονομεύσουν μὲ χίλιους τρόπους» (περιοδικὸ «Γνώσεις», τ. 14, σελ. 4, 1959).
.           Τὸ κράτος δὲν μπορεῖ καὶ δὲν θέλει νὰ καλλιεργήσει «τὸ ἑλληνικό μας» γιατί οὔτε κράτος εἶναι οὔτε ἑλληνικό. Τὸ κυβερνοῦν ἐδῶ καὶ δεκαετίες πειθήνια ἐνεργούμενα, ὑποτελεῖς μετριότητες. Ὅλα τὰ τραγικὰ καὶ ἀποτρόπαια ποὺ συμβαίνουν σήμερα στὸν τόπο μας, ἡ γενικὴ ἀποσάθρωση, ἀποτελοῦν τὸ ὕστατο στάδιο ἑνὸς ἐκφυλιστικοῦ φαινομένου, ρήξη κακοφορμισμένου ἀποστήματος, τὸ ὁποῖο ἐξέθρεψε ἡ κομματοκρατία.
.           Ἐρωτῶ καὶ πάλι: Πότε θὰ μᾶς πιάσει τὸ ἑλληνικό μας, σ’ ὅσους τουλάχιστον παραμένουμε Ἕλληνες; Δὲν κατανοοῦμε, ὅτι ἐνεδρεύει ἢ παραμονεύει ὁ κίνδυνος νὰ εἴμαστε οἱ τελευταῖοι Ἕλληνες πάνω σ’ αὐτὸ τὸ γαλάζιο ἀκρωτήρι τῆς Μεσογείου;
.           Στὸ σπουδαῖο κείμενο, ποὺ παρέθεσα τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ Πέτρου Χάρη, ὁ περήφανος γέροντας, πραγματικὸς ἄρχοντας καὶ ὄχι σκύβαλο δανειοσυντήρητο, ὅπως πολλοὶ τωρινοὶ «ἄρχοντες», γονάτισε ἐνώπιον τοῦ πληγωμένου πολεμιστῆ.
Ὁ πληγωμένος μαχητὴς εἶναι ἡ Ἑλλάδα, ἡ μάνα μας, ποὺ τώρα μᾶς χρειάζεται νὰ παρηγορήσουμε τὶς πληγές της, νὰ δέσουμε τὰ τραύματά της.
.           Ὅταν τὸν Κολοκοτρώνη τὸν ἐλευθέρωσαν ἀπὸ τὸ μοναστήρι τῆς Ὕδρας, ὅπου τὸν εἶχε φυλακισμένο ἡ «κυβέρνησις», γιὰ νὰ πολεμήσει τὸν Ἰμπραὴμ μὲ τοὺς ἀραπάδες του, μιλώντας ὁ μεγαλοπρεπὴς Γέρος τοῦ Ἔθνους μας, εἶπε: «Πρὶν ἔβγω στὸ Ἀνάπλι ἔριξα στὴ θάλασσα τὰ πικρά, τὰ περασμένα. Κάνετε κι ἐσεῖς τὸ ἴδιο! Στὸ δρόμο, ποὺ περνούσαμε νὰ ᾽ρθοῦμε στὴν ἐκκλησία, εἶδα νὰ σκάβουν κάτι ἄνθρωποι. Ρώτησα καὶ μοῦ ᾽πανε πὼς γιὰ νὰ βροῦνε κρυμμένο θησαυρό. Ἐκεῖ, στὸ λάκκο μέσα, ρίχτε καὶ ἐσεῖς τὰ μίση τὰ δικά σας. Ἔτσι θὰ βρεθῆ κι ὁ κρυμμένος θησαυρός». Ἀδελφοί, ἂς ἀκούσουμε τὸν λόγο τοῦ Κολοκοτρώνη. Καὶ σήμερα «Μπραΐμης» μᾶς ἀπειλεῖ. Μείναμε λίγοι.Ὅλοι μας, ἂς πετάξουμε στὴν θάλασσα τὰ πικρά, τὰ μίση. Ὁ κρυμμένος θησαυρὸς τοῦ Γένους μας εἶναι ἡ ὁμόνοια, ἡ ὁμοψυχία…

,

Σχολιάστε

ΤΟ 1821 ΚΑΙ Ο ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Τὸ 1821 καὶ ὁ Διαφωτισμὸς

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.             Ἡ 196η ἐπέτειος τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821 ἔδωσε τὴν εὐκαιρία πάλι νὰ ἀκουστεῖ καὶ νὰ γραφτεῖ ἡ προπαγάνδα τῆς ἀριστερῆς διανόησης. Ἡ ἐπανάσταση, κατὰ τὴν προπαγάνδα, δὲν προῆλθε ἀπὸ τὴ θέληση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ἀπελευθερωθεῖ, κάτι ποὺ τὸ ἐπιζήτησε ἀπὸ τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς ὑποδούλωσής του, ἀλλὰ ἦταν προϊὸν τῶν ἰδεῶν τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως (1789) καὶ τῆς Συνθήκης Κιουτσοὺκ Καϊναρτζῆ (1774), μεταξὺ Ρωσίας καὶ Ὀθωμανῶν.
.             Στν δια προπαγάνδα δν ναφέρεται καθόλου ναφέρεται ρνητικ καθοριστικς ρόλος τς κκλησίας στὸ νὰ διατηρήσουν οἱ Ἕλληνες τὴν ἰδιοπροσωπία τους καὶ νὰ ἀποτινάξουν τὸν ὀθωμανικὸ ζυγό. Ἐξ ἄλλου σκοπίμως συμπυκνώνεται στοὺς Φαναριῶτες τὸ σύνολο τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν.
.             παραποίηση τς στορίας μας π μαρξιστς κα ντιεκκλησιαστικος παράγοντες, ξεκίνησε τὸν 20ό αἰώνα καὶ ἔχει ἐνταθεῖ στὶς ἡμέρες μας ἀπὸ τὴν ἰδεολογικὴ ὁμάδα τῶν «ἀναθεωρητῶν» της. Σκοπός τους, ν πεκτείνουν στν λληνικ ρθόδοξη κκλησία τ σα διέπραξε Λατινική, ν καταργήσουν τν ταυτότητά μας κα ν μς ντάξουν στν θεη κουλτούρα…
.             προπαγάνδα τους μως γι τν πελευθέρωση τν λλήνων καταρρίπτεται π τ πομνημονεύματα τν γωνιστν το 1821. Γι τν προσφορ τς κκλησίας βο τ αμα τν χιλιάδων νεομαρτύρων, τν ρώων κληρικν κα λαϊκν, τ σχολειά, ο μαρτυρίες τν Φιλικν κα ναγνώριση π τν Α´ θνοσυνέλευση τς πιδαύρου τς ποφασιστικς συμβολς τς Πίστης στν πελευθέρωση τς λλάδος.
.             Ἡ προπαγάνδα, ὅτι οἱ λόγιοι ὀπαδοὶ τοῦ ἀποκαλούμενου Ἑλληνικοῦ Διαφωτισμοῦ ἦσαν ἐνάντιοι στὴν Ἐκκλησία, καταρρίπτεται ἀπὸ τὶς μαρτυρίες τῶν ἴδιων. Οἱ περισσότεροι ἦσαν κληρικοί, μὲ πρώτους τοὺς Εὐγένιο Βούλγαρη καὶ Νικηφόρο Θεοτόκη, καὶ ὅλοι, ΟΛΟΙ οἱ ὑπόλοιποι ἦσαν μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Τὴν κριτικὴ ποὺ ἄσκησαν λ.χ. ὁ Κοραῆς καὶ ὁ «Ἀνώνυμος ὁ Ἕλλην» σὲ βάρος ἐκκλησιαστικῶν προσώπων γίνεται ἐκ τῶν ἔσω τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ὁ Ρήγας δὲν ἦταν ὀπαδὸς τῆς ἀθεΐας, τοῦ Ροβεσπιέρου καὶ τῶν Ἰακωβίνων, οὔτε τῆς ἐπινόησής τους περὶ «Θεᾶς Λογικῆς»… Ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ ὅτι στὸν Θούριό του τονίζει «νὰ κάμωμεν τὸν ὅρκο πάνω στὸν Σταυρὸ» καὶ ἀπὸ τὴ σημαία τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας ποὺ ὁραματίστηκε, ποὺ φέρει τρεῖς Σταυρούς.
.             Ο θεοι ες μάτην ναζήτησαν ν βρεθε νας, στω ΕΝΑΣ, λόγιος τοῦ 19ου αώνα θεος. Ὁ ἀριστερὸς ἱστορικὸς Νίκος Σβορῶνος παραδέχεται τὴν ἀλήθεια: «Οἱ νεοτεριστὲς δὲν ἔφθασαν ποτὲ ὣς τὶς ἀκραῖες συνέπειες τῆς σκέψης τῶν δυτικῶν τους δασκάλων καὶ δὲν ἤθελαν μὲ κανέναν τρόπον νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία».
.             Ἡ ἀλήθεια γιὰ τοὺς Ἕλληνες προεπαναστατικοὺς λογίους εἶναι αὐτή, ποὺ γράφει ὁ Σπυρίδων Ζαμπέλιος, τὸ 1852: «Ὁ Ἕλλην λατρεύει τὴν Ὀρθοδοξίαν μᾶλλον ὡς φρόνημα τοῦ γένους του, ὡς ἀποθήκην τῆς παραδόσεώς του, ὡς σύνδεσμον τῆς ἐθνικῆς του κοινωνίας». Ατ λήθεια εναι βάστακτη γι τος ντιεκκλησιαστικος σύγχρονους λληνες.

, ,

Σχολιάστε

ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ: ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΜΙΝΩΙΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ (Κων. Καραστάθης)

 ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ : ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΜΙΝΩΙΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ

Προσφάτως ἐκδόθηκε ἡ ἱστορικο-γλωσσική μελέτη τοῦ κ. Κώστα Β. Καραστάθη «Ἀρβανίτες – Ἀπόγονοι Μινωιτῶν Κρητῶν» ἀπό τίς ἐκδόσεις «Ἰνφογνώμων». Παραθέτουμε ἕνα ἀπό τά πολλά ἐπιχειρήματα, μέ τά ὁποῖα ὁ κ. Καραστάθης ἑδραιώνει τήν ἱστορική θέση του. Γιά τήν κατανόηση τοῦ κειμένου ἀναφέρουμε ὅτι Κρῆτες τῆς Μινωικῆς ἐποχῆς ἵδρυσαν στήν Κάτω Ἰταλία τήν ἀποικία Ἰ α π υ γ ί α καί ὅτι μέρος αὐτῶν, ὁδοιπορώντας ὁλόγυρα στίς ἀκτές τῆς Ἀδριατικῆς δημιούργησαν νέα ἀποικία στή Νότια Ἰλλυρία. Τούς Ἰάπυγες αὐτούς οἱ γείτονές τους Ἰλλυριοί ὀνόμασαν Λιάπηδες, ἐνῶ οἱ ἴδιοι ἔδωσαν στή νέα πατρίδα τους τήν ὀνομασία Ἄ ρ β ω ν (πού μέ τήν πάρδο τοῦ χρόνου ἐξελίχθηκε σέ Ἄ ρ β α ν ο ν , ἐνῶ οἱ ἴδιοι αὐτοαποκλήθηκαν Ἀ ρ β α ν ί τ ε ς.arvanites_raxi-front

.           Ὁ Στέφανος ὁ Βυζάντιος παρέχει πληροφορία τοῦ Ἑκαταίου (6ος αἰώνας π. Χ.) ὡς ἑξῆς: «Ἰαπυγία: δύο πόλεις, μία ἐν τῇ Ἰταλίᾳ καί ἑτέρα ἐν τῇ Ἰλλυρίδι, ὡς Ἑκαταῖος ὁ Μιλήσιος. Τό ἐθνικόν Ἰάπυξ καί Ἰαπύγιος καί Ἰαπυ­γία».[i]
.               Οἱ ἀρχαῖοι ἱστορικοί, κάνοντας λόγο γιά μετανάστευση Ἰαπύγων Κρητῶν στή Μακεδονία, εἴτε ἀγνοοῦν, εἴτε θεωροῦν περιττό νά διευκρινίσουν ὅτι μέρος αὐτῶν βρέθηκαν στή Νότια Ἰλλυρία καί στά παράλια κοντά στά Κεραύνια, περιοχές, οἱ ὁποῖες λογίζονταν ὡς Μακεδονία, σύμφωνα μέ τίς ἀναφορές πολλῶν ἀρχαίων συγγραφέων. Δέν ἀποκλείεται διόλου ὅτι οἱ ἔποικοι Ἰάπυγες τῆς Ἠπείρου καί τῆς Νότιας Ἰλλυρίας ἦσαν τμῆμα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, κατά τούς ἱστορικούς Κόνωνα καί Στράβωνα, ἐπαναστάτησαν καί διώχτηκαν ἀπό τήν Ἰαπυγία. Οἱ Ἰάπυγες αὐτοί, ὁδοιπορώντας γύρω ἀπό τήν Ἀδριατική, ἔφθασαν στή Λιβουρνία (ἀκτές τῆς σημερινῆς Κροατίας). Στήν περιοχή αὐτή, κατά τόν γεωγράφο Πτολεμαῖο ὑπῆρξαν τρεῖς νησίδες μέ δύο πόλεις ἡ καθεμιά,[ii] καί γεννᾶται τό ἐρώτημα μήπως οἱ πόλεις αὐτές μέ τά ἑλληνικἀ ὀνόματα ἱδρύθηκαν ἀπό τούς κάποιους Ἰάπυγες ἐποίκους.
.             Στή νησίδα Σκαρδώνα ἀναφέρει ὁ Πλίνιος τήν ὕπαρξη τῆς πόλης Arba[iii]. Γιά τήν πόλη A r b a ἔχει γίνει πολύς λόγος ἀπό τούς ἱστορικούς. Ἄλλοι ἐτυμολογοῦν τή λέξη ἀπό τήν ἀλβανική λέξη arbë (στά ἀρχαιότατα Ἀρβανίτικα bαρë), πού σημαίνει χορτάρι ἤ τή λατινική arbor, -oris (δέντρο, ἱστός, ναῦς κλπ.). Καί ὁ Κοσμᾶς ὁ Θεσπρωτός ἀναζητάει τήν προέλευση τοῦ ὅρου ἀπό τό ἀλβανικό arbα (=χορτάρι), ἤ ἀπό τήν παλαιά Ἀμαντία στά βορινά τῆς Χιμάρας Ἄρμπερ,[iv] ἤ τό ἰταλικό alberi (δέντρο), δηλαδή τόπο δεντρώδη.[v] Kαί ὁ Π. Φουρίκης, ἐπιχειρεῖ νά συσχετίσει τή λέξη Ἄρβανον μέ τήν ἰλλυριοαλβανική λέξη arbë, «ἐκ τοῦ πληθυντικοῦ Arbëna, τό ὁποῖον κατά τούς βυζαντινούς χρόνους, ὑπό τῶν Ἑλλήνων μετεβλήθη εἰς Ἄρβανα καί, μετ’ ἀλλαγήν τοῦ ἀριθμοῦ, εἰς Ἄρβανον», ἀλλά λησμονεῖ ὅτι προγενέστερος τύπος τοῦ Ἄρβανον, τοὐλάχιστον μέχρι τόν 4ο αἰώνα π. Χ., πού τό ἀναφέρει ὁ Πολύβιος γιά τούς πολιορκητές τῆς Ἴσσας, ἦταν Ἄρβων,ἔφυγον εἰς τόν Ἄρβωνα σκεδασθέντες»[vi].
.            Ὁ Φαλμεράϋερ, πιστεύοντας ὅτι οἱ Ἀλβανοί ἦλθαν ἀπό τόν Καύκασο, προσπαθεῖ νά βρεῖ κοινά τοπωνύμια σέ Ἀλβανία καί Καύκασο, τά ὁποῖα φανερώνουν πανάρχαιη συγγένεια τῶν δύο ὁμωνύμων φύλων, «τῶν ἐν τῇ Ἠπείρῳ καί Ἰλλυρίᾳ Ἀλβανῶν ἤ Ἀρβανιτῶν ἤ Ἀρβέρων πρός τούς ἐν Καυκάσῳ Ἀλβανούς καί τούς Ἄρβιας», πού ἀναφέρει ὁ Στράβων»: [vii] «Οἰκοῦσι δέ Ἄρβιες πρῶτον, ὁμώνυμοι τῷ ποταμῷ Ἄρβει τῷ ὁρίζοντι αὐτούς ἀπό τῶν ἑξῆς Ὠριτῶν, ὅσων χιλίων σταδίων ἔχοντες παραλίαν, ὥς φησι Νέαρχος: Ἰνδῶν δ’ ἐστί μερίς καί αὕτη: εἶτ’ Ὠρῖται ἔθνος αὐτόνο­μον…»[viii] Διέλαθε τῆς προσοχῆς τοῦ Φαλμεράϋερ ὅτι ἄλλοι Ἄ ρ β ι ο ι προϋπῆρξαν πολλούς αἰῶνες πρίν ἀπό τούς Καυκάσιους Ἄρβιες, καί μάλιστα ἦσαν Κρῆτες, καθώς ἀναφέρει ὁ Στέφανος ὁ Βυζάντιος στό λῆμμα Ἄρβις τοῦ Λεξικοῦ του: « Ἄρβις ποταμός τῆς Ἰνδικῆς. ἔθνος Ἄρβιος ἤ Ἀρβίται. ἔστι καί ἐν Κρήτῃ Ἄ ρ β ι ο ν ὄρος, ἔνθα τιμᾶται Ἄ ρ β ι ο ς Ζεύς. Ἄ ρ β ι ο ς οὖν καί ὁ κατοικῶν τό ὄρος».[ix]
.            Ὁ Κ. Παπαρρηγόπουλος, ἀναφερόμενος στήν πόλη Arba, τήν δέχεται ὡς ἑλληνική Ἄ ρ β α καί συμπε­ραίνει: «Ἀρβανίτης, ὅν μεταχειρίζεται σήμερον ὁ κοινός λαός, Ἀρβενία, ὅστις εἶναι ἐν χρήσει παρά τοῖς Γκέκοις καί ἐν ταῖς ἱεραῖς βίβλοις τῶν καθολικῶν Ἀλβανῶν καί Ἀρβερία, ὅν ἀπαντῶμεν παρά τοῖς Τόσκοις. Καί πάλι πάντα τά ὀνόματα ταῦτα ἀνακαλοῦσι εἰς τήν μνήμην ἡμῶν τήν παρά τῷ Πλινίῳ Ἰλλυρικήν νῆσον Ἄρβαν».[x] Ὁ μεγάλος ἱστορικός μας ὑπαινίσσεται στήν παραπάνω τελευταία φράση του, ὅτι ἀπό τόν ὅρο Ἄ ρ β α ἔχουν δημιουργηθεῖ ὅλοι οἱ ὅροι ἑλληνικοί καί ἀρβανίτικοι, πού ἀναφέρει: Ἄρβανον, Ἀρβανίτης, Ἀρβενία, Ἀρbερία, Ἄρbεν, Ἀρbαρέσσοι κλπ. Συμβαίνει ὄντως αὐτό, ἀλλά γεννᾶται μεγάλο ἐρώτημα ἄν ἡ λατινική ὀνομασία Arba, πού δίνει ὁ Πλίνιος στήν πόλη ἀποδίδεται σωστά στήν Ἑλληνική γλώσσα: Εἶναι ἌρβαἌρβη;
.           Δίχως ν’ἀποσιωπήσουμε τίποτε ἀπό τά κρατοῦντα μέχρι σήμερα ἐπί τοῦ θέματος στήν Ἱστορία, τολμοῦμε νά ἐκφράσουμε μιάν ἄλλη ἄποψη:
Ἔχουμε τή γνώμη ὅτι ἡ σωστή ὀνομασία τῆς πόλεως αὐτῆς εἶναι Ἄ ρ β η καί ἔγινε στή Λατινική γλώσσα Arba, ὅπως ἡ Ρώμη ἔγινε Roma, ἡ Κύμη Cuma, ἡ Καπύη Kapua κ.ο.κ. Ἡ ὀνομασία Ἄρβη ὑποδηλώνει ἱδρυτές καί κατοίκους της Ἰάπυγες μέ καταγωγή καί προέλευση τῶν γονέων ἤ προπατόρων τους ἀπό τήν Ἄρβη τῆς Κρήτης, ἀπό Ἄρβιους, οἱ ὁποῖοι κατά πάσα πιθανότητα θά ἦσαν μεταξύ ἐκείνων πού ἔφθασαν στήν Ἰλλυρία. Συνεπῶς ἡ λέξη Ἄρβη (λατινικά Arba) δέν προσδιορίζει χορταρικά οὔτε δέντρα, ὅπως ὑποστηρίζουν κάποιοι ἱστορικοί, ἀλλά ἐκφράζει πόνο καί νόστο γιά τή χαμένη προγονική πατρίδα, τήν πανάρχαιη Κρητική πόλη Ἄ ρ β η, πού ἦταν χτισμένη ἀπό τόν 19ο αἰώνα π. Χ. στή θέση τοῦ σημερινοῦ ὁμώνυμου χωριοῦ στά νότια παράλια τοῦ νομοῦ Ἡρακλείου, κοντά στό Ἄρβιον ὄρος, πάνω στόν ὁποῖο ἦταν χτισμένος ναός πρός τιμήν τοῦ Ἀρβίου Διός. Προφανῶς οἱ ἔποικοι Ἰάπυγες ἔδωσαν τό ὄνομα αὐτό στή νέα τους πατρίδα γιά νά τιμήσουν τόν πολυσέβαστο γιά τούς Κρῆτες «συντοπίτη» τους θεό, τόν Κρηταγενῆ Ἄ ρ β ι ο ν  Δ ί α, πού γεννήθηκε καί ἀνατράφηκε στήν Κρήτη, γιά νά τιμήσουν τήν πατρίδα τῶν προγόνων τους καί γιατί στή νέα πατρίδα τους βρῆκαν τούς γείτονές τους Ἠπειρῶτες καί Πελασγούς νά τιμοῦν τόν «Δωδωναῖο Δία», ὅπως οἱ ἴδιοι τόν «Κρηταγενῆ τους Δία» καί αὐτό ἦταν ἕνα ἐξαιρετικῶς θετικό στοιχεῖο στήν ὁμαλή γειτονική συμβίωσή τους.
.              Εἶναι δύσκολο νά πιστέψουμε ὅτι ἡ τοπωνυμία αὐτή δέν ἔχει σχέση μέ τούς Ἰάπυγες Κρῆτες, πού ἔφθασαν στήν Ἰλλυρία καί οἱ ὁποῖοι εἴτε ὅλοι εἴτε τό μεγαλύτερο μέρος τους ἦσαν Κρῆτες Ἄρβιοι· ὅτι στήν πορεία τους στήν ἀνατολική ἀκτή τῆς Ἀδριατικῆς, φθάνοντας στή Λιβουρνία γοητεύτηκαν ἀπό τήν ὀμορφιά τῶν νησίδων· καί ὅτι μέρος αὐτῶν, ἵδρυσαν στή νῆσο Σκαρδώνα πόλη, στήν ὁποία ἔδωσαν τό ὄνομα τῆς Κρητικῆς πόλης τῶν παππούδων τους: Ἄ ρ β η (καί ὄχι Ἄρβα, οὔτε Arba). Μέ ἄλλα λόγια ἡ πόλη μέ τό λατινικό ὄνομα A r b a ἦταν ἑλληνική καί προϊστορική· καί ἡ ἀρχική της ὀνομασία ἦταν Ἄ ρ β η, δημιούργημα τῶν Ἀρβίων Κρητῶν ἀποίκων τῆς Ίαπυγίας. Ἐκφράζουμε τήν ὑπόνοια ὅτι ἀπό Ἰάπυγες ἱδρύθηκε στή γειτονική νησίδα καί ἡ πόλη Ἄψορρος. Ἡ ὁμηρική λέξη ἄψορρος (Ἰλ. Γ΄313) σημαίνει τόν «πρός τά πίσω πορευόμενο», πού ἴσως ἐκφράζει τήν ποθητή ἐπιστροφή τῶν Ἀρβίων Ἰαπύγων σ’ ἑλληνικούς τόπους. Κατά πάσαν πιθανότητα λοιπόν οἱ δύο αὐτές πόλεις ἱδρύθηκαν ἀπό Ἰάπυγες καί κατοικήθηκαν ἀπό τούς ἴδιους.
.              Ὁ κύριος ὄγκος τῶν ἐποίκων Ἰαπύγων ἔφθασε καί ἐγκαταστάθηκε στά παράλια τῶν Κεραυνίων, ἀλλά καί στήν εὐρύτερη περιοχή πού ἐκτείνεται στήν ἀριστερή ὄχθη τοῦ Αἴαντος ἤ Ἀώου ποταμοῦ. Ἀπό τή πατρογονική τοπωνυμία Ἄρβη, ὀνόμασε καί τή νέα πατρίδα του Ἄρβων (πιθανότατα ἀπό τόν ἀρχικό, περιεκτικό καί ἀμάρτυρο τύπο Ἀρβιών), ἡ ὁποία ἐξελισσόμενη στούς αἰῶνες πού ἀκολούθησαν, ἔγινε Ἄ ρ β α ν ο ν.
.             Ἡ προϊστορικότητα τῶν τοπωνυμιῶν Ἄρβη καί Ἄψορρος, ἐνισχύει τήν ἄποψή μας ὅτι ἡ Ἄρβη μέ τή ρίζα της (αρβ καί αrb) ἀποτελεῖ τή μητρική λέξη δεκάδων ἄλλων λέξεων τόσο στήν Ἑλληνική, ὅσο καί στήν Ἀρβανίτικη γλώσσα καί ὅτι οὐδεμία σχέση ἔχει ὁ ὅρος Ἄρβανον μέ τά arba, arbë, arbëνα καί τή λοιπή χλωρίδα τῆς περιοχῆς. Καί τά ἐπιχειρήματα πού παρατίθενται στό βιβλίο ἑδραιώνουν τήν ἱστορική αὐτή θέση, ὅτι οἱ Ἀρβανίτες εἶναι ἀπόγονοι Μινωιτῶν Κρητῶν .

[i] Lexicon Stephanus Byzantinus, L. Holstenii – A. Berkelii, 1825, σελ. 231

[ii] Πτολεμαῖος, Γεωγραφία , 2.15.8

[iii] Πλίνιος, Βιβλίο ΙΙΙ, κεφ. 129

[iv] Ἐγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ἐλευθερουδάκη, λῆμμα Λιαπουριά

[v] Λαζάρου Ἀχ. Προσωπογραφία τῶν Ἀρβανιτῶν, Πρακτικά Ἑταιρείας Βοιωτικῶν Μελετῶν

       σελ. 651

[vi] Πολύβιος, Ἱστορία, Βιβλίο 2, κεφ. 11

[vii] Κουπιτώρης Π. Ἱστορική καί φιλολογική μελέτη περί τοῦ Ἀλβανικοῦ ἔθνους», σελ. 9

[viii] Στράβων 15, 1

[ix] Στέφανος Βυζάντιος, Ἐθνικά, λῆμμα Ἄρβις

[x] Παπαρρηγόπουλος Κ. Ἱστορία τοῦ Ἑλλ. Ἔθνους, 1955, τόμ. Δ΄, σελ. 277

,

Σχολιάστε