Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΙΣΤΟΡΙΑ"

«ΘΑ ΠΑΩ κι ἐγὼ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΑΕΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ»

ἅγιος νεομάρτυς ωάννης
ἐκ Τουρκολέκα Ἀρκαδίας

.                 Ὁ νεομάρτυρας καὶ παιδομάρτυρας Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Τουρκολέκας γεννήθηκε τὸ 1805 στὸ χωριὸ Τουρκολέκα Ἀρκαδίας. Ἡ οἰκογένεια τοῦ διακρινόταν γιὰ τὴν εὐλάβεια τὸν Θεό, γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα καὶ γιὰ τὸν ἡρωισμό της. Πατέρας του ἦταν ὁ Σταματέλος Σταματελόπουλος-Τουρκολέκας, ὀνομαστὸς ἀγωνιστὴς τῆς περιοχῆς Λεονταρίου καὶ μητέρα του, ἡ ἀδελφή της συζύγου τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Σοφία. Μεταξὺ τῶν τεσσάρων του ἀδελφῶν διακρινόταν ὁ γνωστὸς ὁπλαρχηγὸς Νικήτας, γνωστὸς ὡς Νικηταρᾶς καὶ ὁ διδάσκαλος τῆς πολεμικῆς τακτικῆς εὐπαίδευτος λοχαγὸς Νικόλαος.
.                 Τὸ 1816 ὁ Ἰωάννης, 11 χρονῶν τότε, μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του καὶ τὸν Ἀναγνώστη, γιὸ τοῦ ἀγωνιστῆ τοῦ Πάρνωνα Ζαχαριᾶ , ἐνῶ ταξίδευαν γιὰ τὰ Κύθηρα, λόγῳ θαλασσοταραχῆς βρέθηκαν στὴ Νεάπολη τῆς Λακωνίας. Ὁ Ἀγὰς τῆς περιοχῆς Χουσεΐν, μὲ δόλο τοὺς συνέλαβε καὶ τοὺς ἔστειλε στὴν ἀνωτέρα Τουρκικὴ ἀρχὴ τῆς Μονεμβασίας. Ἐκεῖ οἱ συλληφθέντες φυλακίστηκαν στὸ κάστρο της.
.                 Στὴ συνέχεια ὁ ἄρχοντας τῆς Μονεμβασίας ζήτησε ὁδηγίες ἀπὸ τὸν Βοεβόδα τοῦ Μυστρᾶ, ὁ ὁποῖος διέταξε νὰ ἀποκεφαλιστοῦν καὶ οἱ τρεῖς φυλακισμένοι. Ἀποκεφαλίστηκαν ὁ Ἀναγνώστης καὶ ὁ πατέρας τοῦ Ἁγίου.
.                 Γιὰ τὴν ὁμολογία, τὸ μαρτυρικὸ τέλος καὶ τὸ θαυμαστὸ σημεῖο, ποὺ ἔδωσε ὁ Θεός, μετὰ τὸν ἀποκεφαλισμὸ τοῦ παιδομάρτυρα, γράφει, σχετικὰ ὁ ἀδελφός τοῦ Ἁγίου, ὁ Νικηταρᾶς: «Στὸν ἀδελφό μου πρότειναν ν’ ἀλλάξει τὴν πίστη του. Τοῦ δείχνουν τὸν σκοτωμένο πατέρα του καὶ τοῦ λέγουν κάθησε νὰ σὲ κάνουμε Τοῦρκο. Τότε τὸ παιδὶ κάνει τὸ σταυρό του καὶ τοὺς ἀπαντᾶ: θὰ πάω κι ἐγὼ ἐκεῖ ποὺ πάει ὁ πατέρας μου. Τοῦ ξαναλέγουν· γίνε Τοῦρκος. Τὸ παιδὶ ὅμως ξανακάνει τὸ σταυρό του. Ἔγινε ἀπὸ τὸ αἷμα του σταυρός. Πῆραν τὰ κεφάλια τους στὴν Τριπολιτσά».
.                 Ἡ σφαγὴ καὶ τῶν τριῶν ἔγινε στὶς 16 Ὀκτωβρίου 1816, ἔξω ἀπὸ τὸν Ἱερὸ Ναὸ τοῦ «Ἑλκομένου Χριστοῦ» στὴν παλαιὰ Μονεμβασία. Ἐκεῖ, στὸ δάπεδο τῆς αὐλῆς τοῦ Ναοῦ, τὸ αἷμα τοῦ παιδομάρτυρα καὶ νεομάρτυρα Ἰωάννη, σχημάτισε Σταυρὸ καὶ ἔτσι ἀποκαλύφθηκε ἡ ἔνδοξη εἴσοδος τοῦ Ἁγίου στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἔνταξή του στὴ χορεία τῶν Μαρτύρων.
.                 Οἱ κεφαλές, τοῦ νεομάρτυρα Ἰωάννη, τοῦ πατέρα του καὶ τοῦ Ἀναγνώστου ἐστάλησαν στὸν Πασὰ τῆς Τριπόλεως, τὰ δὲ σώματά τους ἐτάφησαν στὴν Μονεμβασία, καὶ μέχρι σήμερα παραμένει ἄγνωστος ὁ τόπος τῆς ταφῆς καὶ τῶν κεφαλῶν καὶ τῶν σωμάτων τους.
.                 Τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, τὸ ὁποῖο στὸ δάπεδο τῆς αὐλῆς τοῦ Ναοῦ σχημάτισε τὸ μαρτυρικὸ καὶ ἁγνὸ αἷμα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη, ἔγινε πηγὴ στηριγμοῦ τῶν ὑποδούλων χριστιανῶν Ἑλλήνων καὶ τόπος ἱεροῦ προσκυνήματος τῶν πιστῶν.

 

ΠΗΓΗ: immspartis.gr

 

 

Διαφημίσεις

,

Σχολιάστε

Η ΑΠΟΣΙΩΠΗΣΗ τῆς ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΜΑΣ

ποσιώπηση τς στορίας μας

ἐφημ. «Δημοκρατία», 02.10.2019

.             Ὁ ἀφελληνισμὸς τῆς δημόσιας ἐκπαίδευσης ἦταν ὁρατὸς ὡς σχέδιο, ἀκόμα καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ ζημιογόνο γιὰ τὸ ἔθνος μᾶς «πέρασμα» τῆς Μαρίας Ρεπούση ἀπὸ τοὺς «διαδρόμους» της ἰσχύος, ποὺ ἐφάπτονται μὲ ἐκείνους τῆς κρατικῆς ἐξουσίας.
.             Ἡ ἀναφορὰ τῆς Μαρίας Ρεπούση στὸ βιβλίο τῆς Ἱστορίας τῆς ϛ´Δημοτικοῦ γιὰ τὸν «συνωστισμὸ» στὴν προκυμαία τῆς Σμύρνης δὲν ἦταν τυχαῖο περιστατικό, μία κακιὰ στιγμὴ τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς χώρας. Αὐτὴ ἡ ἀθλιότητα, ποὺ προσέβαλε θανάσιμα τὴ μνήμη τῶν θυμάτων τοῦ γενοκτόνου Κεμάλ, ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ θεαματικότερα καὶ ἠχηρότερα τεκμήρια τῆς θανάσιμης νεοταξικῆς στροφῆς ποὺ εἶχε πάρει ἡ δημόσια ἐκπαίδευση.
.             Δὲν ἦταν, ὡστόσο, ἡ πρώτη ἀπόδειξη τῆς ἐπὶ τὸ ἀνθελληνικότερο στροφῆς καί, δυστυχῶς, οὔτε ἡ τελευταία. Τὸ σχέδιο ἐκτελεῖται κανονικά, ἀνεμπόδιστα καὶ γρήγορα. Ὑπ᾽ αὐτὸ τὸ πρίσμα πρέπει νὰ ἐξεταστεῖ καὶ ἡ «παράλειψη» τοῦ ὑπουργείου Παιδείας νὰ φροντίσει ὥστε ἡ ὕλη τῆς Ἱστορίας τῆς Γ´ Γυμνασίου, ποὺ ἀφορᾶ τὰ πρῶτα βήματα τοῦ νεώτερου ἑλληνικοῦ κράτους, νὰ μὴν τελειώνει τὸ 1843… Οἱ μαθητὲς αὐτῆς τῆς τάξης θὰ ὑποχρεωθοῦν νὰ ἀποστηθίσουν μία κολοβωμένη, ἀνιστόρητη Ἱστορία!
.             Ὅταν κάποιον μαθητὴ τὸν τροφοδοτήσεις μὲ ἐκπαιδευτικὸ ὑλικὸ ὣς τὸ 1843, θὰ τοῦ δώσεις μία λειψὴ εἰκόνα τῆς σύγχρονης Ἑλλάδας καί, ὅλως τυχαίως, αὐτὲς οἱ ἐλλείψεις θὰ εὐνοήσουν ἰδιαίτερα ὅλες τὶς δυνάμεις καὶ τὶς χῶρες ποὺ ἐγείρουν ἀξιώσεις σὲ βάρος τῆς πατρίδας μας.
.             Ἡ διδασκαλία ἱστορικῶν μαθημάτων ποὺ ὁλοκληρώνονται τὴν περίοδο τοῦ Ὀθωνα ἐκ τῶν πραγμάτων παραλείπει καμπὲς τοῦ συλλογικοῦ βίου κεφαλαιώδους σημασίας, ὅπως εἶναι ὁ Μακεδονικὸς Ἀγώνας, οἱ Βαλκανικοὶ Πόλεμοι, ἡ Μικρασιατικὴ Ἐκστρατεία καὶ ἡ Καταστροφὴ ποὺ ἀκολούθησε, τὸ ἰταλικὸ τελεσίγραφο, τὸ «ΟΧΙ» καὶ ἡ νίκη ἐπὶ τῶν Ἰταλῶν, ἡ γερμανικὴ Κατοχὴ κ.ἄ.
.             Ἀπὸ τὴν ἀμνημοσύνη εὐνοοῦνται μόνο οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδας, ὄχι οἱ Ἕλληνες. Ἡ Ἱστορία δὲν εἶναι ἕνα παρελθόν, ποὺ δὲν σχετίζεται μὲ τὸ τώρα. Ἀντιθέτως, τὸ παρὸν βασίζεται στὸ παρελθὸν καὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦν νὰ ἀντεπεξέλθουν σωστὰ στὶς προκλήσεις τοῦ σήμερα, ἂν δὲν γνωρίζουν τί συνέβη χθές…

 

 

Σχολιάστε

ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ ΑΘΕΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Νοοτροπία ἄθεου ὁλοκληρωτισμοῦ

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.          Ὁ ἀντικειμενικὸς καὶ γνώστης τῆς Ἱστορίας ἀναγνώστης κειμένων ποὺ γράφουν ἡμιμαθεῖς λογοκόποι σὲ ΜΜΕ γιὰ τὴν 200ή ἐπέτειο ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 ἀντιλαμβάνεται ἀμέσως τὰ συναισθήματά τους ἔναντι τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Μοιάζουν μὲ ἰδεολόγους συνεχιστὲς τῶν προπαγανδιστῶν τοῦ ἄθεου ὁλοκληρωτισμοῦ. Ἡ προφανὴς ἰδεολογικὴ ἀθεϊστική τους ἐμπάθεια καὶ ὁ ὀφθαλμοφανὴς ἀντιεκκλησιαστικός τους φανατισμὸς τοὺς ὁδηγοῦν στὸ νὰ ἐπιχειροῦν ὄχι μόνο νὰ μειώσουν τὴν μοναδικὴ προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν ἐπιβίωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατὰ τὴν ὀθωμανοκρατία καὶ ἑνετοκρατία, γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς ἀρχαίας καὶ τῆς μεσαιωνικῆς ἑλληνικῆς γραμματείας, γιὰ τὴν ἐπώαση καὶ ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821. Αὐτὸ δὲν τοὺς φτάνει. Θέλουν νὰ συκοφαντήσουν τὴν Ἐκκλησία, νὰ Τὴν μειώσουν στὰ μάτια τῶν ἀδαῶν, νὰ Τὴν ἀποκλείσουν ἀπὸ τὴ μνήμη τῶν Ἑλλήνων ὡς κάτι τὸ ἀρνητικό, τὸ σκοταδιστικό.
.         Στὰ πλαίσια τῆς προπαγάνδας τους οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας κατασκευάζουν γι᾽ Αὐτὴν μία ψεύτικη εἰκόνα. Πρὸς κατασκευὴ αὐτῆς τῆς εἰκόνας συμπυκνώνουν τὴν Ἐκκλησία σὲ ἕνα πρόσωπο, τὴν Ἱστορία Της σὲ κάποιες χρονολογίες καὶ τὶς χιλιάδες συμβάντα σὲ λίγα δευτερεύοντα στὴν οὐσία τους. Ἔτσι μεμονωμένα περιθωριακὰ στοιχεῖα τὰ μετατρέπουν σὲ συμπτώματα γενικά, συνολικὰ καὶ συνεχόμενα. Μία ἄλλη μέθοδος εἶναι τὰ προβαλλόμενα φαντασιοκοπήματα. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἠθελημένα προβάλλεται ψευδῶς ὡς ταυτιζόμενη μὲ τὴ Ρωμαιοκαθολική, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ὡς ὁ Πάπας τῆς Ρώμης, οἱ μητροπολίτες καὶ οἱ ἱερεῖς ὡς στελέχη τῆς Ἱερᾶς Ἐξέτασης, ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος ὡς ὁ Τορκ(ου)εμάδα, οἱ Ρήγας καὶ Κοραής, ὡς οἱ Μαρὰ καὶ Νταντόν….
.         Τὰ ἄρθρα τῶν ἀθέων δημοσιογραφούντων, ποὺ γράφονται καὶ θὰ γραφοῦν ἐν ὄψει τοῦ 1821, πρέπει νὰ συγκεντρωθοῦν σὲ ἕνα Μουσεῖο ὡς παραδείγματα σύγχρονης ὁλοκληρωτικῆς ἀθεϊστικῆς προπαγάνδας. Διότι, φυσικὰ καμία σχέση μεταξὺ Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ Ρωμαιοκαθολικῆς. Οἱ Ὀρθόδοξοι ὑπέφεραν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὸ Βατικανὸ καὶ τοὺς ὑποτακτικούς του. Οἱ Ρήγας καὶ Κοραὴς ἦσαν πιστὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἀθανάσιος ὁ Πάριος διώχθηκε ὅταν «προοδευτικοὶ» ἐπικράτησαν στὸ Φανάρι… Ο θεοι προπαγανδιστς δν θέλουν ν μολογήσουν τι σοι δημιούργησαν τ θαμα τς πιβίωσης το θνους π 400 κα πλέον χρόνια κα τ πελευθέρωσαν σαν ΟΛΟΙ μέλη τς κκλησίας. Η ΑΛΗΘΕΙΑ ατ συντρίβει τν δεολογία τους κα δν μπορον ν τν δεχθον.
.              Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, διὰ τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Πολιτιστικῆς Ταυτότητας μὲ ψυχραιμία καὶ ἀντικειμενικότητα προχωρεῖ νὰ συμπληρώσει τὰ δέκα ἐτήσια ἐπιστημονικὰ συνέδρια γιὰ τὸ 1821, ποὺ ξεκίνησαν τὸ 2012. Πρόεδρος τῆς Ἐπιστημονικῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Συνεδρίων ἦταν ἕως τὸν πρόσφατο θάνατό του, ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς τῆς Ἱστορίας καὶ Ἀκαδημαϊκὸς Κωνσταντῖνος Σβολόπουλος. Θέματα τῶν συνεδρίων ἦσαν, μεταξὺ ἄλλων: Εὐρωπαϊκὲς καὶ ἑλληνικὲς πηγὲς γιὰ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, ἡ διαχρονικὴ συνείδηση τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ ὑπόδουλο Γένος, Νεομάρτυρες, ἀναζητώντας τὴν ταυτότητα τοῦ Διαφωτισμοῦ, ἡ Ὀρθόδοξη Θρησκευτικὴ Παράδοση καὶ ὁ Διαφωτισμός, ὁ φιλελληνισμός, μορφὲς καὶ τόποι θυσίας, τὸ φιλελεύθερο πνεῦμα τῶν θεσμῶν τοῦ Συντάγματος τῆς Τροιζήνας.-

 

 

, ,

Σχολιάστε

Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ τοῦ 1821 (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ 1821

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.          Στὶς 24 Αὐγούστου συμπληρώθηκαν 240 χρόνια ἀπὸ τὴν δολοφονία τοῦ μεγάλου δασκάλου τοῦ Γένους Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Εἶναι ὁ κληρικός, ποὺ προσέφερε στὸν Ἑλληνισμὸ τὶς περισσότερες ὑπηρεσίες ἀπὸ κάθε ἄλλον, κληρικὸ ἢ λαϊκό. Ἀκαταπόνητος, διέσχισε, πολλὲς φορὲς πεζός, διάφορες περιοχὲς τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας.
.          Σὲ εἴκοσι χρόνια ἱεραποστολῆς ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ἵδρυσε 200 σχολεῖα, δίδαξε τὰ ἑλληνικὰ γράμματα, ἐνουθέτησε, ἐξημέρωσε τὰ προσωπικὰ καὶ κοινωνικὰ ἤθη, ἐνίσχυσε τὴν ἰδιοπροσωπία τῶν Ἑλλήνων, δυνάμωσε τὸ φρόνημά τους, τοὺς κράτησε ἑδραίους στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη καὶ στὴν ἀγάπη τους πρὸς τὴν Πατρίδα. Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ἦταν ἕνας μοναδικὸς συνδυασμὸς σοφοῦ διδάχου, ἐκκλησιαστικοῦ ταγοῦ καὶ ἀτρόμητου ἱεραποστόλου, ποὺ θυσιάστηκε γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἑλλάδα. Σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλους διδάχους δὲν δίδαξε ἀπὸ τὴν ἀσφάλεια τῶν δυτικοευρωπαϊκῶν κρατῶν. Ἐργαζόταν πάντα ὑπὸ τὴν δαμόκλεια σπάθη τοῦ βαρβάρου κατακτητῆ καὶ δίπλα στὸν ραγιά. Τὸ δάκρυ δὲν σκουπίζεται ἀπὸ μακριά, οὔτε ἡ παρηγοριὰ ἔρχεται μὲ ἐπιστολές…
.              Αὐτὴν τὴν μεγάλη ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἐθνικὴ προσωπικότητα παραβλέπουν ἢ ὑποτιμᾶνε ὀπαδοὶ τοῦ γαλλικοῦ διαφωτισμοῦ. Ὁ Κ.Θ. Δημαρᾶς στὸ 14.000 περίπου σειρῶν βιβλίο του «Νεοελληνικὸς Διαφωτισμὸς» ἀφιερώνει πέντε σειρὲς στὸν Πατροκοσμά! Ὁ Πασχ. Κιτρομηλίδης στὸ ἰδίου θέματος βιβλίο του καὶ στὶς 17.000 περίπου ἀράδες του ἀφιερώνει εἴκοσι πέντε καὶ ὄχι γιὰ καλό. Ἀπὸ ὅλα ὅσα μοναδικὰ ἐπιτέλεσε γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, ὁ Πασχ. Κιτρομηλίδης βρῆκε νὰ γράψει: «Μία ἰδιότυπη ἐκδήλωση τῆς ρωσικῆς προπαγάνδας ὑπῆρξε ἡ δράση τοῦ χαρισματικοῦ ἱεροκήρυκα καὶ εὐαγγελιστὴ (Σημ. Sic) Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ…». Ὁ Πασχ. Κιτρομηλίδης «στηρίζει» τὴν ἀνέρειστη μομφή του στὸ ὅτι ὁ Πατροκοσμᾶς γιὰ νὰ ξεκινήσει τὴν ἱεραποστολή του πῆρε, (Σημ. Ὅπως ἐπιβάλλει ἡ κανονικὴ τάξη τῆς Ἐκκλησίας), τὴν εὐλογία τοῦ Πατριάρχου Σεραφεὶμ Β΄, τὸ 1759.
.          Ὁ Πατριάρχης θεωρήθηκε ρωσόφιλος, ἐπειδὴ ἂν καὶ ἐξόριστος, ἐπιχείρησε νὰ ἀξιοποιήσει τὸν ρωσοτουρκικὸ πόλεμο (1768 – 1774) πρὸς ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδος… Σημειώνεται ὅτι ὁ Σεραφεὶμ παρέμεινε Πατριάρχης τέσσερα μόνο χρόνια (1757 – 1761). Τὸ 1761 ὁ Σουλτάνος Μουσταφὰ Γ΄ τὸν ἐκθρόνισε καὶ τὸν ἐξόρισε στὸ Ἅγιον Ὄρος…
.          Γενικὰ εἶναι ἀπαράδεκτη ἡ στάση τῶν ἀρθρογραφούντων ὀπαδῶν τοῦ γαλλικοῦ διαφωτισμοῦ ἔναντι τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας γιὰ τὸ 1821. Εἶναι ἐξοργιστικὴ ἡ, ἐκ λόγων ἰδεολογικῶν, αὐξομείωση τῆς βαρύτητας ποὺ ἀποδίδουν στὶς προσωπικότητες ποὺ δημιούργησαν τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση καὶ οἱ ἀνισοβαρεῖς κρίσεις τους, ὡς πρὸς τὸ ποῦ ὀφείλεται ἡ ἐξέγερση τοῦ Ἔθνους. Ἤδη ἔχουν ἀρχίσει νὰ ρίχνουν τὰ πάρθια βέλη τους κατὰ τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας καὶ νὰ ἐπιχειροῦν νὰ ἐπιβάλουν μία fake history.
.               Ὡς λόμπι κοινωνικό, «ἐπιστημονικὸ» καὶ ἐπικοινωνιακὸ ἡ ἐμπαθὴς ἰντελιγκέντσια εἶναι κλειστὸ καὶ ὀλιγάριθμο, ἀλλὰ ἰσχυρότατο ἔναντι τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τῶν Ἑλλήνων, ποὺ ἐνστικτωδῶς ἀντιλαμβάνεται τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια. Ὅσοι δὲν συμφωνοῦν μὲ τὸ λόμπι δὲν βρίσκουν εὔκολα μέσο νὰ ἐκφραστοῦν. Ὑπάρχει ἔναντί τους ἄτυπη ἀλλὰ αὐστηρὴ λογοκρισία.
.              Ὅλα αὐτὰ τὰ δεδομένα εἶναι ποὺ προκαλοῦν ἐρωτηματικὰ ὡς πρὸς τὴν προσέγγιση ποὺ θὰ ὑπάρξει στὸ θεμελιακὸ γιὰ τὴν ἐλεύθερη ὑπόστασή μας γεγονὸς τῆς Ἱστορίας μας.-

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ καὶ ἡ ΜΑΧΗ τοῦ ΚΙΛΚΙΣ «Ἀπὸ τὶς ἀετοφωλιὲς τῶν ἐθνικῶν ἀγώνων, στὶς ποντικότρυπες τοῦ ἐμφυλίου». (Δ. Νατσιός)

ποιητς Βασίλης Ρώτας
κα
μάχη το Κιλκς

 Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.             Τὸ 2000 ἡ «ΤΕΧΝΗ» Κιλκὶς ἐπανεξέδωσε, ὑπὸ τὴν φιλολογικὴ ἐπιμέλεια τοῦ ἀειμνήστου φιλολόγου Μανόλη Γκαράνη, ἕνα μικρὸ βιβλίο, ὀλιγοσέλιδο, μὲ τίτλο “Ἡ μάχη τοῦ Κιλκίς”. Συγγραφέας του ὁ Βασίλης Ρώτας. (Ἡ α´ ἔκδοση ἔγινε τὸ 1987). Τὸ βιβλίο βασίζεται σὲ ἀφήγηση ποιητῆ, ὁ ὁποῖος πῆρε μέρος στὴν ἐπικὴ μάχη, στὴν σύντροφό του Β. Δαμιανάκου. Ὁ Β. Ρώτας ὑπηρετεῖ ὡς ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς καὶ μάλιστα στὶς 20 Ἰουνίου τοῦ 1913 τραυματίζεται στὴν μάχη, προσπαθώντας ὄρθιος, ἐν μέσῳ πυκνῶν πυρῶν τοῦ βουλγαρικοῦ πυροβολικοῦ, νὰ μετρήσει μὲ τὸ μάτι τὴν ἀπόσταση καὶ νὰ συντονίσει τὶς βολὲς τῶν κανονιῶν μας. Γενναῖος, μὲ ἡρωικὸ φρόνημα, ὅπως σχεδὸν ὅλοι οἱ τότε ἀξιωματικοί τοῦ στρατοῦ μας, ἔδινε τὸ παράδειγμα.
.             Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ ἥρωας συνταγματάρχης Ἀντώνιος Καμπάνης, ἐπειδὴ τὸ βουλγαρικὸ πυροβολικὸ θέριζε τὸ 8ο ΣΠ, βρῆκε ἔνδοξο θάνατο.  Χαρακτηριστικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἄφησε νεότερους ἀξιωματικοὺς νὰ ἀνέβουν σὲ ὕψωμα, γιὰ νὰ ἐντοπιστεῖ τὸ σημεῖο ἀπὸ ὅπου βάλλουν οἱ Βούλγαροι, ἀλλὰ πῆγε ὁ ἴδιος, λέγοντάς τους: «Ἀφῆστε, θὰ πάω ἐγώ. Ἐσεῖς εἶστε νέοι, ἐγὼ ἔφαγα τὰ ψωμιά μου». (Ἦταν 55 ἐτῶν).  Ἐκεῖ συνάντησε ὁ ἀθάνατος  Καμπάνης τὴν δόξα. (Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ γιοῦ τοῦ Δημητρίου Καμπάνη “Ἀναμνήσεις  τοῦ πολέμου καὶ τῆς εἰρήνης”, ἔκδ. 1983, μετὰ τὸν θάνατό του, τὸ 1977).
.             Ὁ Ρώτας, γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε, μετὰ τὸν τραυματισμό του, μεταφέρθηκε στὴν Θεσσαλονίκη στὸ νοσοκομεῖο, ὅπου, μὴν ἀντέχοντας τὴν ἰδέα ὅτι οἱ στρατιῶτες του κινδύνευαν μόνοι  τους, ἔφυγε, μὲ ἀνοιχτὸ τραῦμα στὴν κοιλιά, πῆρε τὸ τρένο γιὰ τὴν Δοϊράνη καί…. ὅπως γράφει ὁ ἴδιος: «Πληροφορήθηκα ποῦ βρισκόταν ὁ λόχος μου. Εὐθὺς ἐκίνησα  γιὰ ἐκεῖ.  Ἤμουν ἀποκαμωμένος ἀπὸ τὴν πορεία καὶ ἐξαντλημένος. Τὸ τραῦμα δὲν εἶχε κλείσει καὶ ἡ νύχτα μὲ δυσκόλευε νὰ προχωρῶ. Ξάπλωσα σὲ μία θημωνιὰ καὶ ἀποκοιμήθηκα ἀμέσως. Κοντὰ στὸ ξημέρωμα, μόλις εἶχε ἀρχίσει ν’ ἀσπρογαλιάζει ἡ μέρα, ξυπνάω καὶ βλέπω ἕναν τοῖχο νὰ μὲ περιβάλλει ὁλόγυρα.  Μοῦ φέρνει δάκρυα στὰ μάτια ἐκείνη ἡ ἀνάμνηση.  Ἦταν οἱ στρατιῶτες μου ποὺ εἶχαν μάθει ὅτι ἐρχόμουνα κι εἶχαν κάμει πάνω ἀπὸ μία ὥρα δρόμο μέσα στὴ νύχτα καὶ μὲ περίμεναν ὄρθιοι νὰ ξυπνήσω….». Ὡραία, μεγαλειώδης σκηνή. «Ἦταν τότε ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἔζων δι’ ἕνα ἔπαινον καὶ πέθαινον δι’ ἕνα τραγούδι»,  ὅπως ἔλεγε ὁ Ἀνδρέας Καρκαβίτσας.
.             Ὁ Ρώτας μετέπειτα ἐντάχθηκε στὸ ΚΚΕ, ἀκολούθησε τὶς αὐταπάτες του, τὴν χιμαιρικὴ τροχιά του, τὸ «ἀδειανὸ πουκάμισο».  Πέθανε τὸ 1977 δὲν ἔζησε τὸ τέλος τῆς ὑπαρκτοσοσιαλιστικῆς τερατογονίας, τῆς παταγώδους κατάρρευσης τῶν σοβιετικῶν καθεστώτων. Ἁγνὸς ἄνθρωπος, πραγματικὰ ἰδεολόγος, ἔζησε σὲ χρόνους δίσεκτους, μίση καὶ ἀδικίες, ποὺ ἀκόμη στιγματίζουν τὴν ζωὴ τῆς πατρίδας. Ἀφηγούμενος, πρὸς τὴν δύση τοῦ βίου του, τὰ περασμένα, ἀναφέρει κάτι ἐντυπωσιακό. «Ὅσες φορὲς τύχαινε νὰ νιώθω μείωση ἀπὸ κάτι εἴτε διότι μὲ κατέκριναν εἴτε γενικά, ὅπως τύχαινε καμιὰ φορὰ ἕνας ἄνθρωπος νὰ ἔχει φταίξει, ἔστελνα τὸ νοῦ μου σὲ ἐκείνη  τὴν ἡμέρα, στὴν μάχη τοῦ Κιλκὶς καὶ τὸν  τραυματισμό μου.  Ἔλεγα, μὴ σκέφτεσαι, δὲν εἶναι μείωση, δὲν ἔχεις τίποτα, διότι σ’ ἐκείνη τὴν  περίσταση ἐφέρθηκες ἔτσι» (σελ. 47). Δηλαδή, ἀπ’ ὅσα εἶχε κάνει στὴν ζωή του, αὐτὸ ποὺ τὸν ἔκανε νὰ καμαρώνει καὶ τοῦ ἀναπτέρωνε τὸ ἠθικὸ ἦταν ὁ ἡρωισμός του κατὰ τὴν μάχη τοῦ Κιλκίς. Οὔτε τὸ ΕΑΜ οὔτε ἡ Γυάρος οὔτε τὰ ἔργα του- μὲ σπουδαιότερο τὸ «Κολοκοτρώνης ἢ ἡ νίλα τοῦ Δράμαλη», ἡρωικὸ δράμα – τὸν γέμιζαν ὑπερηφάνεια. Τὸ αἷμα ποὺ ἔχυσε γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς Μακεδονίας, οἱ ἀγῶνες τοῦ Ἔθνους, τοῦ «ἔδιναν εὐχαρίστηση, ἕνα εἶδος σεβασμοῦ γιὰ τὸν ἑαυτό» του, ὅπως γράφει.
(Θυμήθηκα τὸν Αἰσχύλο, τὸν μέγιστο τῶν τραγικῶν, ὅλων τῶν αἰώνων, ποὺ ζήτησε ἐπὶ τοῦ τάφου του, νὰ χαραχθεῖ τὸ ἐπίγραμμα ποὺ ὁ ἴδιος συνέθεσε. Πολλὲς δόξες εἶχε γνωρίσει, ὅμως τὸ μόνο ποὺ θέλησε νὰ γραφτεῖ στὸ μνῆμα του ἦταν ἡ καταγωγή του καὶ  «…ἁλκὴν δ’ εὐδόκιμον Μαραθώνιον ἄλσος ἂν εἴποι καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος»,  ὁ ἡρωισμὸς ποὺ ἐπέδειξε στὴν μάχη τοῦ Μαραθώνα, τὴν ὁποία ὁ ἀλαζὼν Μῆδος γνωρίζει).
.             Τώρα. Θέλησα νὰ βρῶ τὸ πῶς ἀναφέρουν τὰ ἀριστερὰ ἔντυπα τὸν Βασίλη Ρώτα, τί γράφουν «οἱ σύντροφοι» γιὰ τὸν σπουδαῖο ποιητή. Σκόνταψα σὲ ἕνα ἄρθρο τοῦ «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ», στὶς 5 Ἰουνίου (τοῦ «Γιούνι») τοῦ 2011. Γράφουν λοιπὸν οἱ ἀμετανόητοι ὀμφαλοσκόποι τοῦ ΚΚΕ: «Ὁ Β. Ρώτας ἀνήκει σὲ κείνους… ποὺ ἀφοσιώθηκαν καὶ ἀγωνίστηκαν γιὰ τὰ ἰδανικὰ τοῦ Μαρξισμοῦ – Λενινισμοῦ, στὴν πανανθρώπινη ἰδεολογία ποὺ ἀποφασιστικὰ καὶ σταθερὰ διδάσκει τὸ ΚΚΕ.  Ἔδωσε ἀγῶνες γιὰ τὴν ἐργατικὴ τάξη….» καὶ λοιπὰ καὶ λοιπά. (Τὰ ὑπόλοιπα δὲν χρειάζεται νὰ τὰ γράψω. Τὰ γνωστὰ ξύλινα καὶ κούφια ἀναμασήματα καὶ γλωσσικὰ ἀπολιθώματα, ποὺ ἀπαλλάσσουν τοὺς συντάκτες τους ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση τῆς συγκεκριμένης ἀναλύσεως). Πουθενὰ ὅμως στὸ… ριζοσπαστικὸ ἀφιέρωμα δὲν γίνεται νύξη γιὰ αὐτὸ ποὺ «ὁ μπάρμπα Βασίλης ὁ Ἀβασίλευτος», ὅπως τὸν ὀνομάζει ὁ Γ. Ρίτσος σὲ ποίημά του, καμάρωνε καὶ διὰ βίου καυχόταν: τὴν συμμετοχή του στὴν μάχη τοῦ Κιλκίς, τὸν ἡρωικὸ τραυματισμὸ καὶ τὴν «δραπέτευσή» του ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο, γιὰ νὰ ἐπανέλθει, ἂν καὶ τραυματίας, στὸ πεδίο τῆς τιμῆς. Αὐτὸ τὸ «ἀσήμαντο» ἐπεισόδιο τὸ προσπέρασε καὶ πῆγε κατευθείαν στὸ ΕΑΜ. π τς ετοφωλις τν θνικν γώνων, στς ποντικότρυπες το μφυλίου. Γιὰ τοὺς ἀριστερόμυαλους, κυρίως τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, ἀπὸ τότε ἀρχίζει ἡ νεώτερη ἑλληνικὴ ἱστορία. Οἱ πόλεμοι τῶν ᾽12-᾽13, ἡ Μικρασία, ἦταν ἰμπεριαλιστικὲς ἐξορμήσεις, καθοδηγούμενες ἀπὸ τὴν ντόπια πλουτοκρατία. Τὸ δὲ ᾽21, ἦταν ταξικὴ ἐξέγερση κατὰ τῶν Κοτζαμπάσηδων καὶ τῆς Ἐκκλησίας.  Ἔχουμε ἀκούσει πολλὲς φορὲς τὸν κ. Τσίπρα, τὸν προδότη τῆς Μακεδονίας μας, νὰ ἐκθειάζει τὸ ΕΑΜ, γιὰ νὰ ἀντλήσει διδάγματα ἀπὸ τὴν ἱστορία. Οὐδέποτε ἀναφέρθηκε στὰ ψηλώματα τῆς ἱστορίας μας, τὸ ᾽21, οἱ Βαλκανικοὶ Πόλεμοι, ὁ Μακεδονικὸς Ἀγώνας, τὸ Ἔπος τοῦ ’40.
.             Ἡ δὲ χαριτόβρυτος κ. Σία, στὶς 25-1-2019, δήλωνε στὴν Βουλὴ ὅτι ὁ ΣΥΡΙΖΑ ἦρθε στὴν ἐξουσία γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ἔργο τοῦ ΕΑΜ. Ξέρουμε ποιανοῦ συνεχιστὲς εἶναι. Τοῦ Στάλιν, ποὺ γιὰ νὰ ἐπιταχύνει τὴν Ἱστορία (μὲ τὸν βούρδουλα) ἔπληξε τὶς πολιτιστικὲς ρίζες, τὶς ἐθνικὲς φυσιογνωμίες, τὴν γλῶσσα καὶ τὴν πίστη ἑνὸς ὁλόκληρου κόσμου, μετατρέποντας τὴν χώρα του σὲ ἀπέραντο ἐργοτάξιο κνουτοκρατούμενων μυρμηγκιῶν.
.             Ὅμως ἡ πατρίδα μας, ἡ ἱστορία της, θὰ συνεχίσει τὴν περπατησιά της, γιατί κρατιέται ἀπὸ τὶς «ὁλόμαυρες ράχες» τῶν Ψαρῶν, τοῦ Κιλκίς, τῆς Πίνδου.  Θὰ συνεχίσει νὰ «μελετᾶ τὰ λαμπρὰ παλληκάρια», ὅπως ὁ Ρώτας.  Νὰ κλείσω μὲ αὐτὸ ποὺ ἔγραψε γιὰ τὸν ποιητὴ ὁ αὐτόπτης μάρτυρας τῆς μάχης τοῦ Κιλκίς, Δ. Καλλίμαχος, ἐθελοντὴς ἱεροκήρυκας τῆς Ε΄ Μεραρχίας, στὸ βιβλίο του «Ἀθάνατη Ἑλλάς».
.          «Εἰς ἄλλο σημεῖον τῆς μάχης ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ 23ου, ἐνῶ ἐτραυματίσθη, αὐτὸς ἐξηκολούθει νὰ τραγουδεῖ.  Ἦτο ὁ Ρώτας, ὁ ἠθοποιός, ἕνα ἐκλεκτὸ παλληκάρι… Τὸν ἔσυραν πρὸς τὰ χειρουργεῖα καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τὸν εἶδα πάλιν εἰς τὴν γραμμὴν» (σελ. 117).  Τί θὰ ἔλεγε ἄραγε τὸ «ἐκλεκτὸ παλληκάρι» γιὰ τὴν προδοσία τῆς Μακεδονίας;  Γι’ αὐτοὺς ποὺ ξεπούλησαν στοὺς νεοκομιτατζῆδες τῶν Σκοπίων, αὐτὸ ποὺ μὲ τὸ αἷμα τους κέρδισαν στὴν μάχη τοῦ Κιλκίς;

Σχολιάστε

H ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ (Δ. Νατσιός)

Ἡ Μάχη τοῦ Κιλκίς
Τοῦ Δημήτρη Νατσιοῦ,
Δασκάλου – Θεολόγου

Σάν σήμερα ξεκινοῦσε ἡ μάχη τοῦ Κιλκίς….

.              «Ὅλα τά εἶχα προβλέψει, τά εἶχα σκεφθεῖ, ὅλα ἐκτός ἀπό τήν τρέλλα τῶν Ἑλλήνων». Εἶναι λόγια τοῦ Νικολάου Ἰβανώφ, ἀντιστρατήγου, διοικητῆ τῆς 2ης Βουλγαρικῆς Στρατιᾶς, μετά τήν ἧττα του στό Κιλκίς. Χωρίς νά τό γνωρίζει ὁ Βούλγαρος στρατηγός ἐπαναλαμβάνει τά λόγια τοῦ θρυλικοῦ Γέρου τοῦ Μοριᾶ, τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, πού ἔλεγε λίγα χρόνια μετά τήν ἁγιασμένη Ἐπανάσταση τοῦ ’21: «Ὁ κόσμος μᾶς ἔλεγε τρελλούς. Ἡμεῖς, ἄν δέν ἤμεθα τρελλοί, δέν ἐκάναμεν τήν ἐπανάστασιν, διατί ἠθέλαμεν συλλογισθῆ πρῶτον διά πολεμοφόδιαν, καβαλλαρία μας, πυροβολικό μας, πυροτοθῆκες μας, τά μαγαζιά μας, ἠθέλαμεν λογαριάσει τήν δύναμιν τῆν ἐδικήν μας, τήν τούρκικη δύναμη. Τώρα ὅπου ἐνικήσαμεν, ὅπου ἐτελιώσαμεν μέ καλό τόν πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, ἐπαινόμεθα. Ἄν δέν εὐτυχούσαμεν, ἠθέλαμεν τρώγει κατάρες ἀναθέματα…» («Ἅπαντα περί Κολοκοτρωναίων», ἐκ. «ΙΔΕΒ», σελ. 215) Ναί, ἡ ἴδια «τρέλλα», ὁ ἡρωισμός, ἡ «νηφάλιος μέθη» τῶν Ἑλλήνων, φανερώθηκε καί στή Σαλαμίνα καί στήν Πόλη καί στό Μεσολλόγι καί στό ἔνδοξο ’40.
.            Ἡ ἑλληνική ἱστορία ἔχει μία ἰδιοτυπία, μοναδική ἴσως στήν οἰκουμένη. Εἶναι ἱστορία ἀδιάλειπτων ἀγώνων γιά ἐπιβίωση. Μῆλον τῆς ἔριδος οἱ γεωγραφικές ἑστίες του στή συμβολή δύο ἠπείρων, ἀντιμετωπίζουν εἰσβολές, ἐπιθέσεις, κατοχές καί φρικτές σκλαβιές, ἐρημώσεις κατά τήν διάρκεια ἀδιάκοπων ἐπεκτατικῶν ἐξορμήσεων ἀπό ὅλα τά σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα. Ὅλοι τίς διεκδικοῦν, ὅλοι τίς ποδοπατοῦν μέ τά στίφη τους. Ἀλέθεται ὁ Ἑλληνισμός, ἡ «Πονεμένη Ρωμηοσύνη» στίς μυλόπετρες τῆς ἱστορίας, ἀλλά «… ἰδού ζῶμεν». Ἤ, ὅπως ὡραῖα τό διατύπωσε ὁ στρατηγός Μακρυγιάννης στά «Ἀπομνημονεύματά» του: «Ὅτι ἀρχή καί τέλος, παλαιόθεν καί ὡς τώρα, ὅλα τά θερία πολεμοῦν νά μᾶς φᾶνε καί δέν μποροῦνε· τρῶνε ἀπό μᾶς καί μένει καί μαγιά…».
.            Ἀπό τήν ἴδια τήν μαγιά τῶν ἡρώων τοῦ ’21 ἦταν φτιαγμένοι καί οἱ μαχητές τῶν Βαλκανικῶν πολέμων, οἱ ὁποῖοι εἶναι συνέχεια τῆς μεγάλης Ἐπανάστασης. Ἑκατό περίπου χρόνια μετά, τό Γένος, ἑδραζόμενο στήν λαϊκή ὁμοψυχία: «Ἕλληνας ὁμοφρονέοντας… χαλαπούς εἶναι περιγίγνεσθαι», ὅταν ὁμονοοῦν οἱ Ἕλληνες εἶναι ἀνίκητοι διαλαλεῖ ὁ Ἡρόδοτος («Ἱστορία» ΙΧ, 2) χάρις καί στήν θυσία τῶν παλληκαριῶν τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα, διπλασιάζει τά φτερά του.
.             Οἱ Βαλκανικοί Πόλεμοι τοῦ 1912-13 εἶναι ἀπελευθερωτικοί πόλεμοι. Καί ὁ στρατός μας ἐλευθέρωνε σκλάβους Ρωμηούς, οἱ ὁποῖοι γιά 500 καί πλέον χρόνια διατήρησαν ἄσβεστη τήν ἐθνική τους συνείδηση, γιατί –ἀναμφίλεκτη ἀλήθεια αὐτό– κρατήθηκαν ἀπό «τό ἄμφιο» τῆς ἑλληνοσώτειρας Ἐκκλησίας μας.
.               Στίς 30 Αὐγούστου τοῦ 1907 ὁ λαός τῆς Δράμας ἀποχαιρετᾶ τόν ἐθνο-ιερομάρτυρα Ἐπίσκοπο Χρυσόστομο, πού ὅδευε γιά τόν τόπο τοῦ μαρτυρίου του, τήν αἱματοκυλισμένη Σμύρνη. Λίγο πρίν τήν ἐπιβίβασή του στό τρένο, ὁ δημογέροντας Νίκας, προσφωνώντας τον, ὑψώνει τήν φωνή του, ὀρθώνει τήν λεβέντικη κορμοστασιά του, ἀτενίζει ἀγέρωχα τόν ποιμενάρχη καί τοῦ φωνάζει: «Δέσποτα, μᾶς παρέλαβες λαγούς καί μᾶς ἔκαμες λιοντάρια. Μεῖνε ἥσυχος. Θά γίνει τό θέλημά σου.» (Ν. Βασιλειάδη: «Γιά τήν Ἐλευθερία», σελ. 265) Ἡ Ἐκκλησία στάθηκε ὁ Κυρηναῖος τοῦ Γένους σ’ ὅλη τήν πολυαίωνη σκλαβιά, αὐτή, μέ τούς ἀτρόμητους Μητροπολίτες της, ἦταν ἡ ψυχή τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα. Ἄς τό θυμοῦνται αὐτό ὅσοι ἐκκλησιομάχοι κουνοῦν σήμερα τό δάχτυλο καί βυσσοδομοῦν κατά τῆς ἀμωμήτου πίστεώς μας.
.             Ἔλεγε μεταξύ ἄλλων ὁ μεγάλος λογοτέχνης μας Στρατής Μυριβήλης, σέ ὁμιλία του, τό 1953: «Σάν ἔπεσε τό Βυζάντιο, ἡ Ἐκκλησία ἀντικατέστησε τόν τσακισμένο κρατικό ὀργανισμό σάν ὑποκατάστατος μηχανισμός τῆς ἐθνικῆς ἑνότητας. Τά σύμβολα τῆς Αὐτοκρατορίας τά κράτησε ἡ Ἐκκλησία καί τά διατήρησε μέσα στούς μαύρους αἰῶνες τῆς σκλαβιᾶς. Καί μέσα σ’ αὐτούς τούς φοβερούς αἰῶνες, αὐτή στάθηκε τό πνευματικό καί ἐθνικό κέντρο τῆς μαρτυρικῆς φυλῆς. Ἐνάντια στούς ἀρχηγούς της ξέσπαγε κάθε ἐπίθεση τῶν ἐχθρῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τόσο ἀπό μέρους τῶν κατακτητῶν, ὅσον καί ἀπό μέρους τῶν Φράγκων. Καί σωστά τόπανε, πώς σέ πολλές κρίσιμες ὧρες τό ράσο στάθηκε ἡ ἐθνική σημαία τῆς Ἑλλάδας στά χρόνια της σκλαβιᾶς. Σ’ αὐτό τό διάστημα, ἑκατοντάδες χιλιάδες Ἕλληνες χάθηκαν γιά τό ἑλληνικό ἐθνικό σύνολο. Ποιοί ἦταν αὐτοί; Ἦταν ὅλοι ὅσοι μέ τή βία ἤ μέ τόν φόβο ἄφησαν τή θρησκεία τους.» Συμπέρασμα ἀδιάσειστο: «Ἄν ὑπάρχουμε σήμερα σάν ἑλληνική φυλή, εἶναι γιατί κρατηθήκαμε ἀπό τό ἄμφιο τῆς Ἐκκλησίας μας ὅλα αὐτά τά χρόνια».
(Ὁ Μυριβήλης πολέμησε στούς Βαλκανικούς πολέμους καί τραυματίστηκε. Ὅταν ὁ πατέρας του ἔμαθε στή Λέσβο τό νέο, ἀπό τή χαρά του κέρασε ὅλο τό χωριό. «Ἄλλοι καιροί, ἄλλα ἤθη». Τότε μεγαλουργοῦσαν οἱ καρδιές, τώρα μεγαλουργοῦν τά χρήματα, ὅπως ἔλεγε ὁ Κανάρης).
.               Ἔτσι φτάσαμε στούς Βαλκανικούς πολέμους καί στήν τριήμερη μάχη τοῦ Κιλκίς, στίς 19-21 Ἰουνίου τοῦ 1913 πού φέτος τιμοῦμε τά ἑκατόχρονα ἀπό τήν διεξαγωγή της. Ἡ μάχη τοῦ Κιλκίς – Λαχανᾶ, ἤ δίδυμη μάχη ὡς εἴθισται νά λέγεται, ἦταν ἡ πρώτη ἀποφασιστική σύγκρουση μεταξύ τῶν Ἑλλήνων καί τῶν Βουλγάρων κατά τόν Β’ Βαλκανικό Πόλεμο (Β’ ΒΠ) ὑπῆρξε ἡ πιό κρίσιμη καί ἡ πλέον φονική μάχη, ὄχι μόνο τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων, ἀλλά καί τῆς νεότερης ἐλλληνικῆς ἱστορίας. Χάρις στήν νίκη τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἡ Μακεδονία, ἡ Ἤπειρος, τά νησιά τοῦ Αἰγαίου, ἀκόμη καί ἡ Κρήτη καί ἡ Θράκη ἑνώθηκαν ὁριστικά μέ τό λυμφατικό τότε ἑλληνικό κράτος καί απετράπη ἡ προσπάθεια τῶν Βουλγάρων νά ὑλοποιήσουν το ὄνειρο τῆς «Μεγάλης Βουλγαρίας» (Συνθήκη Ἁγίου Στεφάνου, 1878).
.                 Ἔλεγε ὁ ἀθηναιογράφος λογοτέχνης Δημήτρης Καμπούρογλου: «Ὅλα τά ἔθνη γιά νά προοδεύσουν πρέπει νά βαδίσουν ἐμπρός πλήν τοῦ ἑλληνικοῦ πού πρέπει νά στραφεῖ πίσω», ὄχι βέβαια ὡς στείρα προγονολατρία ἀλλά ὡς μελέτη τῶν τιμαλφῶν ἀξιῶν τοῦ Γένους, μέ σκοπό τήν παιδαγωγία κυρίως τῶν νέων. Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ σπουδή τῆς ἱστορίας ἐμφυσεῖ στό παιδί ἀγάπη γιά τήν πατρίδα, τοῦ προσφέρει πρότυπα ζωῆς, τοῦ γνωρίζει τά ἐλλατώματα καί τά προτερήματα τοῦ Γένους, ἐνεργεῖ, μ’ ἕναν λόγο, ἐντός του διαπλαστικά, ὡς κατ’ ἐξοχήν παράγοντας αὐτοσυνειδησίας. Καί δή τί καλύτερο παράδειγμα φιλοπατρίας ἀπό τήν μάχη τοῦ Κιλκίς, τήν ὁποία ἐν συντομίᾳ θά ἐξιστορήσουμε, ἐπιμένοντας κυρίως στά βιώματα αὐτήκοων καί αὐτοπτῶν μαρτύρων.

Τό ἀθάνατο ἔπος
.            Τό κίνημα τῶν Νεοτούρκων (Ιούνιος τοῦ 1908) κι ὁ κίνδυνος νά ἐξοντωθοῦν ἀπό τήν τουρκική μισαλλοδοξία ὅλοι οἱ Χριστιανοί τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θράκης, ὁδήγησε τό 1912 τούς Ἕλληνες, τούς Βούλγαρους, Σέρβους καί Μαυροβούνιους νά ξεχάσουν προσωρινά τίς διαφορές τους καί νά συσσωματωθοῦν κατά τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας.
Ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος ἔληξε νικηφόρος γιά τά βαλκανικά κράτη, ὅμως οἱ Βούλγαροι «ἐμνήσθησαν ἡμερῶν ἀρχαίων», ξαναθυμήθηκαν τόν χάρτη τῆς Μεγάλης Βουλγαρίας καί νόμισαν ὅτι ἔφτασε ἡ ὥρα νά πραγματοποιήσουν τά παλιά χιμαιρικά τους σχέδια εἰς βάρος καί τῆς Σερβίας καί τῆς Ἑλλάδας. Ἡ ἀπληστία τῆς Βουλγαρίας, ἡ ὑπερφίαλη συμπεριφορά της πρός τούς συμμάχους κι ἕνα πλῆθος ἀπό δόλιες ἐνέργειες, ἔστρεψαν τήν Ἑλλάδα καί τήν Σερβία ἐναντίον της καί ὁδήγησαν στόν Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο (Β’ ΒΠ).
.                Στίς 19 Μαΐου τοῦ 1913 ὑπεγράφη στη Θεσσαλονίκη ἡ συνθήκη συμμαχίας μεταξύ Ἑλλάδας καί Σερβίας γιά νά ἀντισταθμίσει τίς ἐνέργειες τῶν Βουλγάρων, πού συγκέντρωναν μυστικά τό στρατό τους, γιά νά χτυπήσουν αἰφνιδιαστικά τούς πρώην συμμάχους τους. Μία τελευταία προσπάθεια τῶν κυβερνήσεων Ἑλλάδας καί Σερβίας, γιά νά ἀποφευχθεῖ ἡ σύγκρουση, ματαίωσαν οἱ ἴδιοι οἱ Βούλγαροι μέ τήν ἀξίωσή τους νά ἁπλωθοῦν σ’ ὁλόκληρη τή ΝΔ Μακεδονία, τήν ὁποία κατεῖχε ὁ ἑλληνικός στρατός. Ἔτσι ὁδηγήθηκαν τα πράγματα στήν σύγκρουση.
.               Στίς 16 Ἰουνίου τοῦ 1913 οἱ Βούλγαροι, ἀφοῦ μετέτεφεραν τίς περισσότερες δυνάμεις τους ἀπό τή Θράκη στή Μακεδονία πρός τήν πλευρά τῶν Ἑλλήνων καί τῶν Σέρβων ἄρχισαν σφοδρότατη ἐπίθεση. Γιά τούς Ἕλληνες καί τούς Σέρβους δέν ἀπέμενε παρά μονάχα ἡ γενική ἀντεπίθεση. Ἀλλά πρίν ἀπό κάθε ἄλλη ἐνέργεια ὁ στρατός μας ξεκαθάρισε τήν Θεσσαλονίκη ἀπό τούς Βουλγάρους, πού μέ δόλο εἶχαν εἰσδύσει στήν πρωτεύουσα τῆς Μακεδονίας, ἀπό τήν ἡμέρα κιόλας τῆς ἀπελευθέρωσής της. Καί ὕστερα ἄρχισαν οἱ μεγάλες ἐπιχειρήσεις. Καί πρώτη στή σειρά ἡ ἔνδοξη μάχη τοῦ Κιλκίς.
.              Τό Γενικό Ἐπιτελεῖο Στρατοῦ στήν ἔξοχη πολύτομη ἔκδοσή του, πού ἐπιγράφεται «ὁ Ἑλληνικός στρατός κατά τούς Βαλκανικούς Πολέμους τοῦ 1912-1913 (Ἀθήνα, 1932)» περιγράφει μέ θαυμαστό καί ἀναλυτικό τρόπο ὅλες τίς φάσεις τῆς πολεμικῆς ἐκείνης ἐπιχείρησης, πού δόξασε γιά μία φορά ἀκόμη τά ἑλληνικά ὄπλα καί ὑπῆρξε θέατρο ἀσύγκριτων ἡρωισμῶν τῶν ἀξιωματικῶν καί τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ μας.
.            Στά νότια τοῦ Κιλκίς ἦσαν γερά ὀχυρωμένοι οἱ Βούλγαροι καί 4 μεραρχίες τοῦ κέντρου τούς χτύπησαν δυνατά στίς 19 Ἰουνίου 1913. Στίς 20 Ἰουλίου, δεύτερη μέρα της μάχης, τό Γενικό Στρατηγεῖο πρόσταξε γενική ἐπίθεση ἀπό τήν αὐγή σέ ὅλο τό μέτωπο. Κι ἐνῶ στό δεξιό ἄκρο τοῦ μετώπου ἡ 7η Μεραρχία ἀνέτρεψε τούς ἀπέναντι ἐχθρούς της καί μπῆκε στή Νιγρίτα, οἱ μεραρχίες τοῦ κέντρου προχωροῦν πρός τό Κιλκίς μέ πολύ ἀργό ρυθμό, γιατί ἡ ἄμυνα τῶν Βουλγάρων, πού ἔκαναν συνεχῶς ἰσχυρές ἀντεπιθέσεις, ἦταν ἀποφασιστική καί πεισματώδης. Στόν τομέα τοῦ Λαχανά ἡ 1η Μεραρχία (στρατηγός Μανουσογιαννάκης) προχώρησε πιό γρήγορα πρός τίς νότιες προσβάσεις τῆς ὀχυρωμένης τοποθεσίας καί κυρίευσε καί 6 ἐχθρικά κανόνια.
.               Τό δειλινό τῆς 20ης Ἰουνίου ἡ κατάσταση εἶναι πολύ κρίσιμη. Ἡ ἀντίσταση τῶν Βουλγάρων εἶναι λυσσαλέα. Τό ἑλληνικό πεζικό ἔπρεπε νά τούς βγάζει μέ τίς λόγχες ἀπό τά χαρακώματά τους καί οἱ ἀπώλειες ἦταν τεράστιες. Τό Γενικό Στρατηγεῖο ἔστειλε νέα διαταγή στίς Μεραρχίες τοῦ κεντρικοῦ μετώπου νά κυριεύσουν «πάση θυσία» τό Κιλκίς, πρίν σκοτεινιάσει. Ἡ 2η Μεραρχία (στρατηγός Καλάρης) σέ ἐκτέλεση τῆς διαταγῆς ἐνήργησε νυκτερινή ἐπίθεση. Μέ ἐπικό ἀγώνα, φοβερές ἀπώλειες (οἱ περισσότεροι ἀξιωματικοί τέθηκαν ἐκτός μάχης). Ἀνατρέποντας τήν μία μετά τήν ἄλλη τίς 3 γραμμές ἄμυνας τῶν Βουλγάρων, στίς 9:40 τό πρωί τῆς 21ης Ἰουνίου, ἡ γαλανόλευκη κυματίζει στήν πόλη καί περιχαρής ὁ διοικητής στρατηγός Καλάρης τηλεγραφεῖ στό Γενικό Ἐπιτελεῖο: «Ἀγγέλω νίκην Κιλκίς. Ἐχθρός ὑποχωρεῖ ἐγκαταλείψας ὀχυρωμένας θέσεις…» Τό κάστρο τοῦ Βουλγαρισμοῦ πάρθηκε. Ἀλλά μέ πόσες θυσίες! Κατά ἀνακοίνωση τοῦ Στρατηγείου οἱ ἀπώλειες ἀνῆλθαν σέ 10.000 νεκρούς καί τραυματίες. (Ὁ Γαβριήλ Συντομόρου, στό βιβλίο τοῦ «Σαραντάπορο, Κιλκίς, Λαχανᾶς: οἱ πρῶτες μας νίκες», ἔκδ. Ζῆτρος, γράφει: «Στήν πραγματικότητα οἱ ἀπώλειες αὐτές δέν πρέπει νά ξεπέρασαν τούς 8.670 νεκρούς καί τραυματίες, σέ σύνολο περίπου 110.000 περίπου ἀνδρῶν τῶν 8 Μεραρχιῶν καί τῆς Ταξιαρχίας Ἱππικοῦ, πού πῆραν μέρος στή τριήμερη μάχη Κιλκίς – Λαχανᾶ). Εἶναι χαρακτηριστικό της μάχης ὁ θάνατος 10 διοικητῶν μονάδων, οἱ ὁποῖοι πρόβαλλαν τήν προσωπική τους συμπεριφορά καί ἐθελοθυσία ὡς παράδειγμα μίμησης στούς ἄνδρες τους. Παραθέτουμε τά ὀνόματα τῶν ἡρώων, τιμώντας ἔτσι καί τούς χιλιάδες «ἀγνώστους στρατιῶτες» τους, πού πάντοτε θά τούς εὐγνωμονεῖ τό ἔθνος μας: Καμάρας, Καμπάνης, Παπακυριαζῆς, Κορομηλᾶς, Καραγιαννόπουλος, Διαλέτης, Κουτήφορης, Κατσιμήδης, Χατζόπουλος, Ἰατρίδης… Αἰωνία ἡ μνήμη… Τά «κόκκαλα» τους τά ἱερά πότισαν τήν λευτεριά μας.
.              Μαθητής μικρός τήν δεκαετία τοῦ 30, ὁ Σ. Λίβας, μετέπειτα στρατιωτικός γιατρός, ἔγραψε τίς ἀναμνήσεις του, μέ τίτλο «Ἡ παλιά, μικρή μας πόλη». Σέ κείμενο μέ τίτλο «οἱ Μαχητές τοῦ Κιλκίς», γράφει τά ἑξῆς συγκινητικά: «Ἕνα ἀπέραντο «Ἐθνικό Νεκροταφεῖο», πού κρύβει στά σπλάχνα τοῦ τά κορμιά χιλιάδων παλληκαριῶν, εἶναι ὁ τόπος μας. Καί πάνω στά κορμιά αὐτά στήθηκαν τά θεμέλια αὐτῆς τῆς πόλης. Καί τό σιτάρι πού φτιάχνει τό ψωμί μας, θεριεύει καί μεστώνει ρουφώντας ἀπό τή γῆ αἷμα ἀντί για νερό. Κάθε λόφος γύρω μας κι ἕνας «κρανίου τόπος». Κάθε χωράφι κι ἕνας «ἀγρός αἵματος» για νά χρησιμοποιήσω τοῦ χαρακτηρισμούς τοῦ Εὐαγγελίου πού τόσο ταιριάζουν στήν περίπτωση».
.             Τά πρῶτα χρόνια, τ΄ ἀλέτρια πού ὄργωναν τή γῆ, ἔφεραν στήν ἐπιφάνεια λευκά κόκκαλα «κόκαλα Ἑλλήνων ἱερά», ἀντάμα μέ σκουριασμένες ξιφολόγχες καί δερμάτινες παλάσκες, περασμένες σέ ζωστῆρες πού ἔζωναν, κάποτε λυγερά σώματα παλληκαριῶν. Κι ὅλοι μας λίγο – πολύ, ἔχουμε νά θυμόμαστε πώς κάποτε, σκάβοντας τίς αὐλές τῶν σπιτιῶν μας εἴχαμε βρεῖ σκουριασμένα ὄπλα κι ἀνθρώπινα κρανία. Σάν στοιχειωμένος ἔμοιαζε ὁ τόπος μας καί τά παιδιά φοβόταν νά βγοῦν τό βράδυ ἀπό τά σπίτια τους.
.             Θυμᾶμαι τούς πρώτους περιπάτους πού κάναμε μέ τό νηπιαγωγεῖο, ἐκεῖ κοντά στούς πρόποδες τοῦ Ἀη- Γιώργη. «Ἡ δασκάλα μᾶς ἔλεγε ὅτι οἱ παπαροῦνες στόν τόπο μας, εἶναι πιό κόκκινες ἀπό ἀλλοῦ, γιατί παίρνουν τό χρῶμα τους ἀπό τό αἷμα τῶν σκοτωμένων παλληκαριῶν. Κι ἐμεῖς διστάζαμε νά τίς κόψουμε, ἀπό φόβο, μήπως καί ματώσουμε τά χέρια μας…» (σελ. 179).
Μαρτυρίες πρωταγωνιστῶν
.            Μεταξύ τῶν ἡρώων διοικητῶν συνταγμάτων πού ἔπεσαν στήν μάχη τοῦ Κιλκίς, εἶναι καί ὁ Ἀντώνιος Καμπάνης, διοικητής τοῦ 8ου Συντάγματος τῆς 4ης Μεραρχίας. Τόν ἴδιο καιρό ὁ γιός τοῦ Δημήτριος, ὑπηρετεῖ καί αὐτός ὡς στρατιώτης. Στό βιβλίο τοῦ «Ἀναμνήσεις τοῦ Πολέμου καί τῆς Εἰρήνης» περιγράφει τήν σκηνή πού σπεύδει γιά τόν «τελευταίο ἀσπασμόν» τοῦ ἠρωϊκοῦ σκηνώματος τοῦ γονιοῦ του. Φτάνει στή μεγάλη σκηνή πού ἦταν τό χειρουργεῖο τῆς IV Μεραρχίας:
«Μπῆκα στή σκηνή καί πάνω σ’ ἕνα φορεῖο είδα τόν πατέρα. Εἶχε τά μάτια ἀνοιχτά. Τό πρόσωπο γελαστό καί εὐχαριστημένο. Μόνο τό στῆθος του ἦταν γεμάτο τρύπες. Στά χέρια του φοροῦσε γάντια καλοκαιρινά χακί, ἀλλά ὅπως ἦταν σκισμένα καί κρεμασμένα, κατάλαβα ὅτι εἶχαν κοπεῖ τά δάχτυλά του. Ἀργότερα, ὅταν εἶδα τά κιάλια του, πού ἦταν καί αὐτά γεμάτα βλήματα, ἀντελήφθηκα πώς ἡ ὀβίδα εἶχε σκάσει τήν ὥρα πού τά σήκωνε, γιά νά παρατηρήσει τίς ἐχθρικές θέσεις.
Τό θέαμα γιά μένα ἦταν τραγικό, ἀλλά μεγαλύτερη ἀκόμη συγκίνηση μοῦ προξένησαν οἱ ἑκατοντάδες τραυματίες τοῦ Συντάγματός του, πού περνοῦσαν καί τόν ἀσπάζονταν κλαίγοντας. Ἄκουσα μερικούς νά λένε: Ἦταν αὐστηρός, ἀλλά δίκαιος καί ἀγαποῦσε τούς ἄνδρες του».
.            Νομίζω πώς ὁ ἐπικήδειος αὐτός, ἄν μποροῦσε νά τόν ἀκούσει, θά τόν εἶχε ἀπολύτως ἱκανοποιήσει. Γιατί πραγματικά πρόσεχε ξεχωριστά τους ἄνδρες του, καί γιά νά προστατεύσει τή ζωή τούς εἶχε σκοτωθεῖ ὁ ἴδιος» (σελ. 123).
Μέ τέτοιους ἄξιους ἡγήτορες φθάσαμε στή νίκη. Ἕνας στρατός γενναίων μέ ἀρχηγούς «λιοντάρια» πῶς νά μήν ἀνέλθει στήν κορυφή τῆς δόξης καί τῆς ἀθανασίας.
.                Τό 1964 ἐκδίδεται τό «Ἀναμνηστικό Λεύκωμα» ἐπί τή 50/ἐτηρίδι ἀπό τῆς μάχης τοῦ Κιλκίς. Στήν σελίδα 44 διαβάζουμε: «Ἦταν δύο σύγγαμβροι ἀπό τήν Κύμη τῆς Εὐβοίας, ὁ συνταγματάρχης Ἰωάννης Παπακυριαζής καί ὁ ταγματάρχης Ἰωάννης Βελισσαρίου. Καί οἱ δύο λεβέντες. Τά ἀνδραγαθήματα τους ὑπῆρξαν ἀπό τά φωτεινότερα δείγματα ἀτομικῆς γενναιότητος. Οἱ δύο αὐτοί συγγενεῖς εἶχαν τσακωθῆ… σάν σύγγαμβροι πού ἤσαν. Στήν μάχη τοῦ Κιλκίς βρέθηκαν οἱ μονάδες τους νά πολεμοῦν πλάι- πλάι καί ὁ συναγωνισμός τῶν δύο τσακωμένων ἔφθασε στό ἀποκορύφωμα.» Στήν τελευταία μάχη, ὅπως ἀναφέρει ὁ στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος στά ἡμιτελῆ ἀπομνημονεύματά του, ἐπῆλθε τό δράμα «…Ἤρξατο τότε σφοδρότατος καταιγισμός πυρός, κατά τήν διάρκειαν τοῦ ὁποίου οἱ 6 λόχοι τοῦ Βελισσαρίου, προχωροῦντες ταχέως ἔφθασαν εἰς ἀπόστασιν ἑφόδου ἀπό τῆς πρώτης γραμμῆς τῶν βουλγαρικῶν ὀρυγμάτων. Καί εἶδον τό ἀλησμόνητον θέαμα τῆς ἑφόδου τῶν 6 εὐζωνικῶν λόχων τοῦ Βελισσαρίου, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἄς εἶχον ὁδηγίας ὑπό τοῦ διοικητοῦ των, ἔβαλον αἰφνιδίως ταχύτατον ὀλιγόλεπτον πῦρ ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, μετά τό ὁποῖον ὤρμησαν ἀκάθεκτοι καί μέ βροντώδεις ἀλαλαγμούς ἐναντίον τῶν ἐπί τῆς πρώτης ὀφρύος τοῦ λόφου βουλγαρικῶν χαρακωμάτων. Ἡ γραμμή τῶν ἐφορμούντων λόχων μέ τάς ἀπαστραπτούσας ὑπό τόν ἥλιον ὑπερχιλίας λόγχας ὠμοίαζεν πρός χαλύβδινην ταινία, ἡ ὁποία ἀπειλητική ἐπήρχετο ἐναντίον τῶν ἐχθρικῶν ὀρυγμάτων. Ὁ ἀγών ὑπῆρξεν μεγαλειώδης. Οἱ Βούλγαροι ἀνετράπησαν ἤ ἐξοντώθησαν διά τῆς λόγχης. Αὐτό ἦτο τό μεγαλύτερον κατόρθωμα τοῦ Βελισσαρίου καί μέ δικαίαν ὑπερηφάνειαν ἐφώναξεν εἰς τόν λοχαγόν Ζήραν, ἄλλον γενναῖον, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσεν εἰς τό σύνταγμα τοῦ Παπακυριαζῆ, τοῦ μπατζανάκη τοῦ Βελισσαρίου.
Βρέ Ζήρα, ποῦ εἶναι ὁ διοικητής σου νά δή;
ΖΗΡΑΣ. Σκοτώθηκε… Εἶχε πέσει πρό ὀλίγου μόλις, μαχόμενος μέ τόν ἴδιον ἀπαράμμιλον τρόπον. Καί τότε τό πρόσωπον τοῦ συγγάμβρου «ἐμαύρισεν ἀπό τό πένθος». Ἔβγαλε τό πηλήκιόν του, ἔκαμε τόν σταυρό του, ἐδάκρυσεν καί ἐτράβηξεν μπροστά μέ περισσοτέραν ὁρμήν. Ἐκεῖ παρακάτω στή Τζουμαγιά, στό ὑψόμετρο 1378, τόν περίμενε κι’ αὐτόν ὁ Χάρος».
Ἕνα ἐξαιρετικό βιβλίο, πραγματικός θησαυρός, πού ἀναφέρεται στή μάχη τοῦ Κιλκίς εἶναι τοῦ π. Δημητρίου Καλλίμαχου, ἐθελοντή ἱεροκήρυκος τῆς Ἐ’ Μεραρχίας. Ὁ Καλλίμαχος παρακολουθεῖ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τήν μάχη παίρνει μέρος σ’ αὐτήν, ἐμψυχώνει τούς στρατιῶτες, παρηγορεῖ τούς πληγωμένους καί ἀναλαμβάνει, πολλές φορές, τό βαρύ καθῆκον τῆς ταφῆς τῶν νεκρῶν πολεμιστῶν. Τό 1942, ἐξέδωσε στή Νέα Ὑόρκη τίς ἐμπειρίες του, σέ βιβλίο μέ τίτλο: «Ἀθάνατη Ἑλλάς» Ἀπό τό ἔξοχο αὐτό πόνημα, ἀποσποῦμε κάποιες σελίδες του, στίς ὁποῖες μοσχοβολᾶ ἡ πίστη καί ἡ φιλοπατρία τοῦ στρατοῦ μας. Στήν μακραίωνη ἱστορία μας πάντοτε τό Γένος ἀγωνίζεται «ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος» καί ματαιοπονοῦν ὅσοι θέλουν νά χωρίσουν τά δύο αὐτά «ριζιμιά λιθάρια» τοῦ ἱστορικοῦ μας βίου. Ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων ἡ φωνή τοῦ Μακρυγιάννη μᾶς κανοναρχεῖ: «Ἡ πατρίδα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καί ἡ θρησκεία εἶναι τό πᾶν… Καί τότε λέγονται ἔθνη, ὅταν εἶναι στολισμένα μέ πατριωτικά αἰσθήματα· τό ἐναντίον λέγονται παλιόμαθες τῶν ἐθνῶν καί βάρος τῆς γης.»
.            Περιγράφει ὁ Καλλίμαχος τόν θάνατο τοῦ ἥρωα Καμάρα, τήν στιγμή πού τραυματίζεται, μπροστά καί ὄρθιος, θανάσιμα:
«Γονατίζει ὁ εὐγενικός συνταγματάρχης καί μέ τό λάμπον ξίφος του ἀκόμη εἰς τά χέρια ἀπευθύνει τόν τελευταῖον πρός τούς ἄνδρας του χαιρετισμόν:
Θάρρος παιδιά, θάρρος, γενναῖοι μου!
Τό αἷμα τρέχει κρουνηδόν ἀπό τό τραῦμα καί ο Καμάρας σωριάζεται:
Πονῶ, πονῶ πολύ, καίομαι…
Ὅταν μετεφέρετο πρός τά χειρουργεῖα, ἀτενίσας διά τελευταίαν φοράν τούς ἄνδρας του ἐδάκρυσε καί εἶπε:
Ἄχ, πού σ’ ἀφήνω, σύνταγμά μου. Σᾶς χαιρετῶ, καλά μου παλληκάρια, καί μέ τήν εὐχήν μου ὅλοι ἐμπρός νά δοξάσετε τήν τιμημένη μας πατρίδα!
Καί τώρα ζῆ εἰς τήν ἀθανασίαν ὁ ἀλησμόνητος Καμάρας μας, ἰδεώδης τῦπος ἀνθρώπου καί στρατιώτου, ἐπιβαλλόμενος μᾶλλον μέ τήν ἀπέραντον καλοκαγαθίαν τοῦ πατρός, παρά μέ τήν συνηθισμένην τραχύτητα τοῦ στρατιωτικοῦ.
Εὐσεβής, φιλεύσπλαχνος, ἀγαθώτατος, εὐθύς καί εἰλικρινής καί πράος, ἠδύνατο νά εἶναι καί ἰδεώδης τύπος λειτουργοῦ τοῦ Ὑψίστου. Εἰς τά Βοδενά, ὅπου ἔμεινεν ἐπί μήνας τό σύνταγμά του, ἔγινεν ἱεροφάντης τῆς Ἑλληνικῆς Ἰδέας, προσηλυτίζων τά ἑτερογενῆ στοιχεῖα μέ μέσα ἀνθρωπιστικά. Καί ὅταν προυκάλει χορούς καί διασκεδάσεις καί ἐορτᾶς καί ὅταν συνωμίλει μειλίχιος στρατιώτης, πάντοτε ἐν εἶχεν ἰδεῶδες, πῶς νά ἐμπεδώση τήν πεποίθησιν εἰς τήν ἐκπολιτιστικήν ἀποστολήν τῆς Ἑλληνικῆς διοικήσεως. Ὅταν ἔφυγεν ἀπό τά Βοδενά, δέν ἔμεινε κανείς ἀδάκρυτος πάσης φυλῆς καί θρησκείας.
Αὐτός ἦτο ὁ Καμάρας, ὁ πρωτομάρτυς τῆς γιγαντομαχίας τοῦ Κιλκίς. (σελ. 71)»
Συγκινητικότατες ὅμως εἶναι καί οἱ ἀναφορές στούς ἁπλούς στρατιῶτες. Ἔδειξε ἀπαράμιλλο ἡρωισμό ὁ Ἕλληνας στρατιώτης στήν μάχη τοῦ Κιλκίς. Ἦθος ὀρθόδοξο καί ἀγάπη ἄδολη καί ἀπρασάλευτη προς την πατρίδα εἶναι οἱ δύο ὀδοδεῖκτες πού τόν ὁδηγοῦν στά «κρημνά τῆς ἀρετῆς».
.              Διαβάζουμε στήν σελίδα 165:
«Εἶδα ματωμένο γράμμα νεκροῦ· τό ἐπῆρα καί ἀνέγνωσα: (παρατίθεται ὅπως το ἔγραψε ο ἡρωικός μαχητής)
«Ἦνε τόρα δυό μέρες Ἀγαπημένη μου Βασιληκούλα, πού κάμωμε πόλεμο μέ αὐτά τά παληόσκυλα· μᾶς βαροῦνε πολί μί οὐβίδες· χαθήκανε πουλᾶ πεδιά θκάμας· πάγ κι’ ἡ Γιανςμας τὸν πῆρε οὐβίδα τοῦ κεφάλτ. Τόρα περιμένομ σέ μιά ρεματιά νά ξαπουστάσουμ λιγουλάκι κι σί γράφο. Βασιληκούλα σί χάνο γιά τή Πατρίδα· αὐτό τό χουριό πού θέλουμ νά πάρουμ τού λέν Κιλκίδα κέ λέν πὼς τό μουσχάρη θά πλέξ στό ἔμα· ἔχο ἕνα ἔστημα πώς κεγῶ θά πάγο νά φάγο κούμαρα νά βρό τόν παπούλημ ἀλά νά μή κλάψσ Βασιληκούλαμ· ἅμα ἦνε γιά τί Πατρίδα δάκρια δέν ἐχ’ κλάματα μοναχά γιά ὅσοι ψοφοῦν στό στρόμα· θημᾶμε τί ἔλεγε κι Μῆτρος τοῦ Παπούλ γιά τσεγναίκες τό παλιό κερό στή Σπάρτ: ἡ τάς ἡ ἐπιτᾶς. Κλάματα δέ θέλο· ντροπῆς πράματα νά σκοῦζτε γιά μᾶς ἐδό τσβουλγαροχτόν, ἐγκδιτάδες ντίπ κι γιά οὖλες τσατιμίες πού πράξαν σταδέλφια μας Μακεδόνοι. Μόνο ἕνα κερί στήν ἅγια Παρασκεβί φτάνι· γιά διαθήκ ἴνε τά πεδάκιά μας· ἅμα μιγαλόσν νά πᾶν κιφτά στόν πόλεμο, στή Πόλ μί τόν Βουλγαροχτόνο βασιληά μας νά μνιμονεύσν τόν τάφουν μί ἔμα.
Σί φιλό Βασιληκούλαμ πολύ· γιά χαρά γιά τή Πατρίδα. Ἁπτό ρέμα Κιλκίδας Ἀντρέας».
.               Μεγαλειώδης ὕμνος ἀγωνιστού τῆς νέας μας ἐποποιίας. Ἀπό τό γράμμα αὐτό τοῦ ἁπλοϊκοῦ ὀρεσιβίου σπαρταρίζει θυσία τοῦ ἀθανάτου μαχητοῦ, ὅστις βαδίζει εἰς τόν θάνατον ὡς νυμφίος καί ἀπαγορεύει τά δάκρυα, ἐνθυμίζων τήν ἡρωικήν καρτερίαν τῶν Σπαρτιατίδων εἰς τήν ἁπλοϊκήν σύντροφον τῆς ζωῆς του».
Εἶναι γνωστό πώς ἡ μάχη διεξήχθη ἐν μέσω φοβεροῦ καύσωνος (περίπου 40 βαθμούς Κελσίου). Τά σιταροχώραφα τοῦ κάμπου του Κιλκίς, ἐξαιτίας τῶν ὀβίδων πῆραν φωτιά. Πολλοί βαριά τραυματισμένοι στρατιῶτες, μή μπορώντας νά μετακινηθοῦν, κάηκαν ζωντανοί…
.            Ἄλλο ἡρωικό παράδειγμα αὐταπάρνησης καί ἀνδρείας στή σελίδα 76:
«Στρατιώτης τοῦ 22ου ἐτραυματίσθη εἰς τόν βραχίονα.
Τυχηρός ἤσουνα, συνάδελφε, πού πῆρες τό παράσημο, τοῦ λέγει ὁ παραπλεύρως του, αἶντε τράβα τώρα στό χειρουργεῖο…
Τί ἔκανε, λέει; Μέ μία τσουγκρανιά νά φύγω; Τό παληοτόμαρό μου βαστάει ἀκόμα· ἔχω νά φάγω καί ἄλλους ἀπ’ αὐτούς τούς ἄτιμους πού σφάξανε γυναικόπαιδα!
Καί συνεχίζει τόν ἀγώνα.
Παίρνει δεύτερο βόλι καί ἐξακολουθεῖ νά μάχεται καί τό δεύτερον τραῦμα γίνεται τρίτον καί ἕπεται συνέχεια… Καί ὅταν πλέον ἡ δυνατή αἱμορραγία τόν ἀναγκάζη νά πέση κάτω, οἱ τραυματοφορεῖς, ὅταν ἐπλησίασαν νά τόν παραλάβουν, ἐπέδσεαν ἐν ὄλω ἑπτά τραύματα! Καί παρεπονεῖτο ὁ Ρουμελιώτης στρατιώτης, διότι δέν ἦτο δυνατόν πλέον νά συνεχίση τόν ἀγώνα του.
Μωρ’ δέν μποροῦσε νά εἶχα κι’ ἄλλο παληοτόμαρο, νά βγάλω αὐτό τό τρυπημένο καί νά τό βάλω τό καινούργιο!»
Μία τελευταία μαρτυρία ἀπό τό τέλος τῆς μάχης. Ὁ Ἕλληνας στρατιώτης ἔχει συνείδηση τῆς ἀποστολῆς:
«Ὤ τριακόσιοι, σηκωθεῖτε
Καί ξανάλθετε σ’ εμᾶς
Τα παιδιά σας θελ’ ἰδῆτε
Πόσο μοιάζουνε μέ σᾶς»
έψαλλε ὁ ἐθνικός μας ποιητής. Καί ὁ μαχητής τοῦ Κιλκίς ἀπό τό ἴδιο χρέος ἐμφορεῖται. Σηκώνει στίς πλάτες τοῦ τήν ἱστορία τοῦ Γένους καί «ντροπή νά ντροπιασθεῖ».
«Μετά τήν μάχην ἐγύρισα νά μεταβῶ πρός τά χειρουργεῖα, νά παρακολουθήσω τόν βουβόν πόνον τῶν ἡρώων. Ἤθελα νά ἐπισκοπήσω συγχρόνως τήν ἀκτίνα, ὅπου διεδραματίζετο πρό ὀλίγου ἀκόμη μία ἀπό τάς ἀγριωτέρας πολεμικᾶς τραγωδίας τῶν νεωτέρων χρόνων.
Ἐνδιαφερόμην νά ὑπολογίσω τόν ἀριθμόν τῶν εὐγενῶν θυμάτων, διά τούς ὁποίους ἤμην ὑποχρεωμένος νά μεριμνήσω πρός ταφήν καί τέλεσιν τῶν νομίμων.
Ὁ ἀπέραντος χῶρος τοῦ θεάτρου τῆς μάχης ὠμοίαζε πρός μακελλεῖον. Καί ὅταν ἀντίκρυσα τήν φρικιαστικήν εἰκόνα καμμένων σπαρτῶν καί ψημένων σωμάτων καί εἶδα σκοτωμένους μέ τήν λόγχην στά χέρια καί μέ ἀποκρυσταλλωμένην εἰς τό πρόσωπον τήν ψυχολογίαν της ὁρμῆς καί τῆς χαλυβδίνης ἀποφασιστικότητος, ἐδάγκασα ἀσυναισθήτως τά χείλη ἀποθαυμάζων. Ἀγγελιοφόρος τῆς Δ’ Μεραρχίας ἐστάθη καί ἤκουσα νά ἀπαγγέλη:
Στοῦ Κιλκίς τήν ὁλόμαυρη ράχη
Περπατώντας ἡ δόξα μονάχη
Μελετᾶ τά λαμπρά παλλικάρια
Καί στήν κόμη στεφάνη φορεῖ
Γινομένο ἀπ’ ὀλίγα χορτάρια
Πούχαν μείνη στήν ἔρημη γῆ
.               Ἔρημη ἡ γῆ μέ τά ὀλίγα της ἐναπομείναντα χόρτα ἐστολίζετο ἀπό τῆς ἡμέρας αὐτῆς μέ τόν στέφανον τῆς Ἀθανασίας καί τά ἄσημα ἕως χθές καί πτωχά ἐκεῖνα ὑψώματα παρεδίδοντο εἰς τήν δόξαν καί τόν θαυμασμόν τῶν αἰώνων» (σελ. 83).
Γι’ αὐτό νίκησαν ἐκεῖνα τά λαμπρά παλλικάρια. Ἦταν φτιαγμένα ἀπό τή μαγιά τῶν πολέμαρχων τοῦ Εἰκοσιένα. Ἦταν φτωχά παιδιά, ἡ ψυχή τους ὅμως σπίθιζε ἀπό φιλοπατρία. Ἡ πατρίδα εἶναι ἡ μάνα μας καί τήν ἀγαπᾶμε καί ὅταν εἶναι φτωχή καί ἀναγκεμένη σάν σήμερα. «Φίλει τήν πατρίδα καν ἄδικος ἤ» ἔλεγε ὁ Πλάτων. Πατρίδα εἶναι οἱ τάφοι τῶν προγόνων, τά ἁγιασμένα κόκκαλα τῶν ἡρώων, τά ξωκλήσια τῆς Παναγίας μας.
.              «Δέν θά μοῦ πήγαινε αὐτό τό ντούφεκι, ἄν δέν ἤσουν ἐσύ γλυκό χῶμα πού νιώθεις σάν ἄνθρωπος. Ἄν δέν ἦταν πίσω μας λίκνα καί τάφοι πού μουρμουρίζουν, ἄν δέν ἦταν άνθρωποι, κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα μέτωπα, κομμένα στόν ἥλιο μέ τό σπαθί τοῦ Θεοῦ» γράφει περήφανα ὁ Νίκ. Βρεττάκος.
.              «Ἡ μεγαλωσύνη στά Έθνη δέν μετριέται μέ τό στρέμμα, μέ τῆς καρδιᾶς τό πύρωμα, μετριέται και μέ τό αἷμα» λέει ὁ ποιητής.
Τώρα πού μᾶς ταλανίζει ἡ κρίση καί σκύψαμε τό κεφάλι, ἄς στραφοῦμε «πίσω» γιά νά ἀντλήσουμε δύναμη. Ἄς κλείσουμε μές στήν ψυχή μας ἕνα Μεσσολόγι, ἕνα Κιλκίς, ἕνα Σαράντα καί ἄς βαδίσουμε στίς ἀτραπούς τῆς ἱστορίας ὁλόρθοι. «Εἴμαστε παλαβοί ἐμείς οὶ Ἑλληνες, ἁλλά ἔχουμε γνωστικό Θεό» ἔλεγε ὁ Κολοκοτρώνης καί Αὐτός θά μᾶς σώσει. Δέν μᾶς πρέπει ὁ φόβος, καταγόμαστε ἀπό γενιές ἡρώων σάν αὐτούς πού δόξασαν τήν πατρίδα στόν τόπο τόν ἱερό τοῦ Κιλκίς.
Κλείνουμε μέ τούς στίχους τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητῆ Κωστῆ Παλαμᾶ, πού τούς ἀπήγγειλε τό 1928, κατά τά ἀποκαλυπτήρια του μνημείου πού δεσπόζει στό ἡρῶον τῆς μάχης. Ὁ ὕμνος ὀνομάζεται «ἡ Πατρίδα στούς νεκρούς της» Νά, πῶς τελείωνε ὁ ποιητής:
« – Παιδιά μου, ὅσοι, προφῆτες μου, στρατιῶτες, ἀρχηγοί,
σάν τά λιοντάρια στήσατε κορμιά καί σάν τά κάστρα,
καί μεσ’ στή μακεδονική ματοθρεμμένη γῆ
βάλατε τήν εἰκόνα μου φερτή σάν ἀπό τ΄ ἄστρα
στοῦ Λαχανά καί στοῦ Κιλκίς τήν ἐκκλησιά τήν πλάστρα,
πνοές κι ἄν πλανάστε σ’ ἄλλη ζωή, λείψανα κι ἄν κοιμάστε,
σᾶς λειτουργῶ στή δόξα μου. Μακαρισμένοι νά ‘στε».

Σχολιάστε

Η ΝΕΑ ΡΩΜΗ- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

Ἡ νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη

Τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ἀπό τό βιβλίο «Παλαιά καί Νέα Ρώμη», 2009

.             Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀποφάσισε νά μεταφέρη τήν Πρωτεύουσα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ἀπό τήν Δύση στήν Ἀνατολή καί ὡς χῶρο ἐπέλεξε τήν ἀνατολική Θράκη, στά στενά τοῦ Βοσπόρου. Ἡ ἐπιλογή αὐτή ἀποδείχθηκε σημαντική πολιτική πράξη, πού ἐπηρέασε τά πολιτικά πράγματα γιά χίλια χρόνια, διότι κατ’ αὐτόν τόν τρόπο σταθεροποίησε τά σύνορα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ἀπό ἀνατολάς καί ἔδωσε τήν δυνατότητα νά ἀναπτυχθῆ ἕνας μεγάλος πολιτισμός πού ὀνομάσθηκε ἀργότερα Βυζαντινός πολιτισμός.
.             Στό σημεῖο πού θά καθόριζε τήν Πρωτεύουσα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ὑπῆρχε μιά μικρή πόλη πού ὀνομαζόταν Βυζάντιο, ἀποικία τῶν Μεγαρέων, πού ἔλαβε τό ὄνομα τοῦ ἱδρυτοῦ της Βύζαντα. Αὐτή ἡ μικρή πόλη, πού ἔγινε Πρωτεύουσα τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους, μετονομάσθηκε σέ νέα Ρώμη καί ἀργότερα ἔλαβε τό ὄνομα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί ὀνομάσθηκε Κωνσταντινούπολη
.             Ὁ Μ. Κωνσταντῖνος δέν εἶχε τήν αἴσθηση ὅτι δημιουργοῦσε μία ἐπί πλέον πόλη στήν Αὐτοκρατορία παράλληλα μέ τήν Ρώμη, ἀλλά ὅτι δημιούργησε τήν νέα Πρωτεύουσα τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους, πού ἦταν συνέχεια τῆς πρώτης Πρωτεύουσας, τῆς Παλαιᾶς Ρώμης. Μέ νόμο τήν ὀνόμασε «altera Roma» (ἡ ἄλλη Ρώμη), καθώς ἐπίσης ὀνομάσθηκε «πόλις ἀντίρροπος τῆς Ρώμης». Μάλιστα ἀπό τήν παλαιά Μητρόπολη ἡ νέα Πόλη κληρονόμησε καί τά «μυστικά» της ὀνόματα Flora καί Amor πού ἀποδόθηκαν στά ἑλληνικά ὡς Ἀνθοῦσα καί Ἔρως.
.             Στήν νέα Πρωτεύουσα ἀποδόθηκαν ὅλοι οἱ θεσμοί καί τά προνόμια πού εἶχε ἡ παλαιά Πρωτεύουσα, καθόρισε τήν σύγκλητο καί τῆς ἔδωσε καί ἕναν ἀνθύπατο. Συγχρόνως, ὁ Μ. Κωνσταντῖνος μετέφερε στήν νέα Ρώμη ὅ,τι σημαντικότερο ὑπῆρχε ἀπό πλευρᾶς ἑλληνορωμαϊκῆς τέχνης, ὅπως ὁμολογεῖ ἕνας σύγχρονος Χριστιανός: «μέ τήν ἀπογύμνωση ὅλων σχεδόν τῶν πόλεων ἐγκαινιάζεται ἡ Κωνσταντινούπολη».
.             Ἡ ἀρχαία πόλη, τό Βυζάντιο, ἦταν κτισμένη σέ ἕναν λόφο, ἐνῶ τώρα ἡ νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη περιέλαβε καί ἄλλους πέντε λόφους, καί ἀργότερα ἐπί τοῦ Θεοδοσίου περιέλαβε καί ἕναν ἕκτο. Τά ἐγκαίνια τῆς νέας Ρώμης ἔγιναν τήν 11η Μαΐου τοῦ 330 μ. Χ. μαζί μέ τόν ἑορτασμό τῆς 25ης ἐπετείου τῆς βασιλείας τοῦ Κωνσταντίνου. Πρόκειτο γιά μιά συμβολική ἡμερομηνία, διότι ἡ πόλη δέν εἶχε ἀκόμη ἀποπερατωθῆ, καί γι’ αὐτό μέχρι τό ἔτος 336 ἡ πόλη ἦταν ἕνα εἶδος ἐργοταξίου, πού συνέχιζε νά κατασκευάζεται, ὁπότε καί ὁ Κωνσταντῖνος ἑόρτασε τήν τριακονταετηρίδα τῆς βασιλείας του.
.             Ὁ Charles Diehl ἀναφερόμενος στήν ἵδρυση τῆς Κωνσταντινούπολης, τῆς νέας Πρωτεύουσας τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους, γράφει: «Ὅταν ὁ Κωνσταντῖνος θεμελίωσε τήν πρωτεύουσα στό Βόσπορο, ἡ πρόθεσή του ἦταν νά δημιουργήση μιά δεύτερη Ρώμη. Θεσπίσθηκε σύγκλητος, κτίσθηκαν δημόσια κτίρια καί ὅλος ὁ μηχανισμός τῆς αὐτοκρατορικῆς γραφειοκρατίας μεταφέρθηκε στό νέο του διοικητικό κέντρο. Ἀριστοκρατικές οἰκογένειες ἀπό τήν Ἰταλία ἐνθαρρύνθηκαν νά ἀποκτήσουν κατοικίες ἐδῶ, ὅπου ψωμί καί θεάματα ἱπποδρομίου προβλεπόταν γιά τό λαό. Οἱ ἱπποδρομικές ὁμάδες, ἀφοῦ μεταφέρθηκαν ἐδῶ ἀπό τήν παλαιά Ρώμη, σχημάτισαν μιά πολιτοφυλακή γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς πόλεως. Ἡ ἐφαρμοζομένη πολιτική ἦταν ἡ δημιουργία ἑνός πιστοῦ ἀντιγράφου ἀπό τήν παλαιά πρωτεύουσα πού ἦταν στόν Τίβερη».
.             Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἡ νέα Ρώμη ἀπέκτησε χριστιανικό χρῶμα, ὁπότε ἔγινε ἡ χριστιανική Ρώμη, πού στολιζόταν μέ Ναούς καί Ἱερές Μονές καί ὅλος ὁ πολιτισμός της καί ἡ κοινωνική της ὀργάνωση ποτίσθηκε ἀπό τήν ὀρθόδοξη χριστιανική διδασκαλία.
.             Ἡ νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη, μέ τόν Μ. Κωνσταντῖνο καί τούς διαδόχους του, ἀπέκτησε μεγάλη αἴγλη καί ὅλοι οἱ ἐπισκέπτες της θαύμαζαν τίς ὀμορφιές της, τόν πλοῦτο της, τούς θησαυρούς της, τά ἀνάκτορα, τόν ἱππόδρομο, τά μνημεῖα, ἰδιαιτέρως τήν Ἁγία Σοφία καί τήν ὅλη κοινωνική καί πολιτιστική της ζωή.
.             Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως καί νέας Ρώμης, στά «Ἔπη εἰς ἑαυτόν» ἐγκωμιάζει τήν νέα Ρώμη. Σέ ἕνα σημεῖο τήν ὀνομάζει κλεινή καθέδρα τοῦ Κωνσταντίνου, νεώτερη Ρώμη, πού ξεπερνᾶ τίς ἄλλες πόλεις, ὅπως ὁ ἀστερόεις οὐρανός τήν γῆ:

«Ὦ Κωνσταντίνου κλεινόν ἕδος μεγάλου,
ὁπλοτέρη Ρώμη, τόσσον προφέρουσα πολήων
ὁσσάτιον γαίης οὐρανός ἀστερόεις».

.             Ἀλλοῦ μακαρίζει τήν νέα Ρώμη, ὡς τό δεύτερο μάτι τῆς οἰκουμένης, τήν πατρίδα τῶν εὐγενῶν νέων, τήν πόλη τοῦ Κωνσταντίνου καί τό στήριγμα τοῦ κράτους:

«Ἄνδρες, τό κλεινόν ὄμμα τῆς οἰκουμένης,
οἵ κόσμον οἴκειθ’ ὡς ὁρῶν, τόν δεύτερον,
γῆς καί θαλάττης κόσμον ἠμφιεσμένοι,
Ρώμη νεουργής, εὐγενῶν ἄλλων ἕδος,
Κωνσταντίνου πόλις τε καί στήλη κράτους».

.             Ἐπίσης, ἀλλοῦ θεωρεῖ ὅτι, ἐνῶ ἡ φύση δέν μᾶς ἔχει δώσει δύο ἡλίους, ἐν τούτοις ὑπάρχουν δύο Ρῶμες πού φωτίζουν ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη, τό παλαιό καί τό νέο κράτος. Οἱ δύο αὐτές Ρῶμες εἶναι διαφορετικές, ἀφοῦ ἡ μία προβάλλει ἀπό τήν Ἀνατολή καί ἡ ἄλλη βρίσκεται στήν Δύση, ἀλλά τό κάλλος τῆς μιᾶς ἰσοζυγίζει τό κάλλος τῆς ἄλλης. Καί στήν συνέχεια λέγει ὅτι σέ αὐτήν τήν δική του Ρώμη, πού τώρα δέν εἶναι δική του –προφανῶς ὅταν ἀποχώρησε ἀπό αὐτήν –περίσσευσε ἡ πίστη καί δένει μέ τόν λόγο τῆς σωτηρίας τήν Δύση.

«Δύω μέν οὐ δέδωκεν ἡλίους φύσις,
δισσάς δέ Ρώμας, τῆς ὅλης οἰκουμένης
λαμπτῆρας, ἀρχαῖον τε καί νέον κράτος,
τόσον διαφέροντας ἀλλήλων, ὅσον
τήν μέν προλάμπειν ἡλίου, τήν δ’ ἑσπέρας
κάλλει δέ κάλλος ἀντανίσχειν συζύγως.
Τούτων δέ πίστις, ἡ μέν ἦν ἐκ πλείονος,
καί νῦν ἔτ’ ἔστιν εὔδρομος, τήν ἑσπέραν
πᾶσαν δέουσα τῷ σωτηρίῳ λόγῳ,
καθώς δίκαιον τήν πρόεδρον τῶν ὅλων
ὅλην σέβουσαν τήν Θεοῦ συμφωνίαν».

.             Ἀλλοῦ ἀναφέρεται στήν σύγκληση τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στήν νέα Ρώμη μέ πρόεδρο τόν Μελέτιο Ἀντιοχείας:

«Ὅσον γάρ ἦν ἑῷον, Αἰγύπτου δίχα,
λαῶν πρόεδρον, ἄχρι Ρώμης δευτέρας,
γῆς καί θαλάττης ἐκ μυχῶν ἐσωτάτων,
κινηθέν, οὐκ’ οἶδ’ οἷς τίσι Θεοῦ λόγοις,
συνέρχεσθ’, ὡς πήξοντες εὐσεβῆ λόγον».

.             Σέ ἄλλο μέρος ἀποκαλεῖ τήν νέα Ρώμη εὐδαίμονα πόλη, τῆς ὁποίας οἱ πρῶτοι κάτοικοί της τήν γνώριζαν καί τήν ὑπολόγιζαν, ὅταν κλήθηκε γιά νά τούς διδάξη τήν ὀρθόδοξη πίστη.

«Ρώμης τόδ’ οἶδεν ἄστυ τῆς εὐδαίμονος,
καί τῆς μάλιστά φημι τό πρῶτον γένος,
οἵμ’ ἠξίωσαν καί λόγου τυχόν τινος,
παρ’ οἷς πλέον, καί μικρόν εὐκλείας ἔχειν,
ἤ πρῶτ’ ἐν ἄλλοις τιμίου παντός φέρειν».

.             Οἱ σταυροφόροι μέ τήν Δ΄ Σταυροφορία κατέλαβαν τήν Κωνσταντινούπολη τό 1204 καί σύλησαν ὅλους τούς θησαυρούς της μέ ἀποτέλεσμα νά γεμίσουν οἱ δυτικές πόλεις, κυρίως ἡ Βενετία, ἀπό τούς συληθέντες θησαυρούς. Πρόκειται γιά τήν πρώτη ἀποικιοκρατική ἐκστρατεία τοῦ ἐκκοσμικευμένου Χριστιανισμοῦ ἐναντίον τῆς Ἀνατολῆς καί εἶναι ἔκφραση τοῦ μίσους τῶν δυτικῶν Χριστιανῶν γιά τήν νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη, πού ἀποτέλεσε τό κέντρο τῆς χριστιανικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας.
.             Ὁ Steven Runciman στόν Γʹ τόμο τοῦ βιβλίου Ἡ ἱστορία τῶν Σταυροφοριῶν, στήν ἑνότητα μέ τίτλο «Παραστρατημένες σταυροφορίες» καί εἰδικά στό κεφάλαιο μέ τίτλο «Ἡ σταυροφορία ἐναντίον τῶν χριστιανῶν», ἀναφέρεται στήν Δ΄ Σταυροφορία καί στό τί καταστροφές προξένησαν οἱ Σταυροφόροι. Θά παραθέσω ὁλόκληρο αὐτό τό κείμενο, γιατί εἶναι σημαντικό καί δείχνει τήν μεγάλη καταστροφή τῆς Πόλεως ἀπό τούς δυτικούς σταυροφόρους Χριστιανούς.
.             «Ἡ λεηλασία τῆς Κωνσταντινούπολης δέν ἔχει ἀντίστοιχό της στήν ἱστορία. Ἐπί ἐννέα αἰῶνες, ἡ μεγάλη πόλη ὑπῆρξε ἡ πρωτεύουσα τοῦ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ. Ἦταν γεμάτη μέ ἔργα τέχνης πού εἶχαν ἐπιζήσει ἀπό τήν ἀρχαία Ἑλλάδα καί μέ τά ἀριστουργήματα τῶν δικῶν της ἔξοχων καλλιτεχνῶν. Οἱ Ἑνετοί ἤξεραν τήν ἀξία αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ὅπου μπόρεσαν, ἅρπαξαν θησαυρούς καί τούς μετέφεραν γιά νά στολίσουν τίς πλατεῖες, τούς ναούς καί τά παλάτια τῆς πόλης τους. Ἀλλά οἱ Γάλλοι καί οἱ Φλαμανδοί εἶχαν κυριευθεῖ ἀπό μανία καταστροφῆς. Ξεχύθηκαν, ἕνας ἐξαγριωμένος ὄχλος, στούς δρόμους καί στά σπίτια ἁρπάζοντας ὅ,τι γυάλιζε καί καταστρέφοντας ὅ,τι δέν μποροῦσαν νά κουβαλήσουν, σταματώντας μόνο γιά νά σκοτώσουν, νά βιάσουν ἤ νά ἀνοίξουν τά κελάρια γιά νά πιοῦν. Δέν γλύτωσαν οὔτε τά μοναστήρια οὔτε οἱ Ἐκκλησίες οὔτε οἱ βιβλιοθῆκες. Στήν ἴδια τήν Ἁγία Σοφία ἔβλεπε κανείς μεθυσμένους στρατιῶτες νά σχίζουν τίς μεταξωτές κουρτίνες καί νά γκρεμίζουν καί νά κομματιάζουν τό μεγάλο ἀσημένιο εἰκονοστάσιο, ἐνῶ ποδοπατοῦσαν ἀσεβέστατα ἅγιες εἰκόνες καί ἱερά βιβλία. Ἐνῶ ἔπιναν ἀπό τά ἱερά σκεύη τοῦ θυσιαστηρίου, μιά πόρνη κάθισε στόν πατριαρχικό θρόνο καί ἄρχισε νά τραγουδᾶ ἕνα ἄσεμνο γαλλικό τραγούδι. Καλόγριες βιάσθηκαν μέσα στά μοναστήρια τους. Χωρίς καμιά διάκριση, παλάτια καί καλύβες παραβιάσθηκαν καί καταστράφηκαν. Πληγωμένα γυναικόπαιδα κείτονταν ἑτοιμοθάνατα στούς δρόμους. Ἐπί τρεῖς ἡμέρες ἐξακολουθοῦσαν οἱ φρικιαστικές σκηνές τῆς λεηλασίας καί τῆς αἱματοχυσίας, ὥσπου ἡ τεράστια ὡραία πόλη ἔγινε ἕνα ἐρείπιο. Ἀκόμα καί οἱ Σαρακηνοί θά εἶχαν δείξει περισσότερο οἶκτο, ἀναφωνεῖ ὁ ἱστορικός Νικήτας, καί λέει τήν ἀλήθεια. Ἐπιτέλους, οἱ Λατίνοι ἀρχηγοί κατάλαβαν ὅτι τόσο μεγάλη καταστροφή δέν ἦταν πρός ὄφελος κανενός. Ὅταν οἱ στρατιῶτες ἐξαντλήθηκαν ἀπό τήν ἀσυδοσία τους, ἀποκαταστάθηκε ἡ τάξη. Ὅποιος εἶχε κλέψει πολύτιμα ἀντικείμενα ὑποχρεώθηκε νά τά παραδώσει στούς Φράγκους εὐγενεῖς. Δυστυχισμένοι πολίτες βασανίσθηκαν γιά νά ἀποκαλύψουν ποῦ βρίσκονταν τά ἀγαθά πού εἶχαν κατορθώσει νά κρύψουν. Ἀκόμα καί μετά ἀπό τέτοια ἀλόγιστη καταστροφή ὁ ὄγκος τῆς λείας ἦταν ἐκπληκτικός. Κανένας, ἔγραφε ὁ Βιλλαρδουίνος δέν μπόρεσε νά μετρήσει τό χρυσάφι καί τό ἀσήμι, τά πολύτιμα σκεύη καί τά κοσμήματα, τά χρυσοκέντητα καί μεταξωτά φορέματα, τίς γοῦνες ἀπό γκρίζες ἀλεποῦδες καί ἐρμίνες. Καί, ὅπως πρόσθετε μέ τό κύρος πού διέθετε, ἀπό τότε πού δημιουργήθηκε ὁ κόσμος ποτέ κανείς δέν εἶχε πάρει τόσα πολλά ἀπό μιά πόλη. Ὅλα μοιράσθηκαν σύμφωνα μέ τή συνθήκη: τρία ὄγδοα πῆγαν στούς σταυροφόρους, τρία ὄγδοα στούς Ἑνετούς καί ἕνα τέταρτο κρατήθηκε γιά τό μέλλοντα αὐτοκράτορα».
.             Μετά τήν ἐπανάκτησή της, τό 1261 μ. Χ., ἡ Κωνσταντινούπολη ἦταν πλέον ἡ σκιά τῆς δόξας τοῦ παλαιοῦ ἑαυτοῦ της, ὅμως δέν ἔπαυε νά θυμίζη τήν παλαιά της αἴγλη καί δόξα.
.             Ὁ Ἰωσήφ ὁ Βρυέννιος πού ἔζησε τόν 14ο–15ο αἰώνα ἐξυμνεῖ τήν Κωνσταντινούπολη. Γι’ αὐτόν τόν μεγάλο διδάσκαλο ἡ Κωνσταντινούπολη εἶναι «ἡ μεγαλόπολις αὕτη, καί Πόλις πασῶν ὑπό τόν ἥλιον πόλεων, καί πολυώνυμός ἐστι Πόλις, καί μεγαλώνυμος». Εἶναι πόλη τοῦ Μεγάλου Βασιλέως Χριστοῦ, βασίλισσα πού εἶναι ἀφιερωμένη ἀπό τήν καταβολή της στήν Βασίλισσα, τήν Θεοτόκο, τήν Δέσποινα τοῦ κόσμου. Εἶναι «ἑπτάλοφος Πόλις, καί βυζαντίς, καί Κωνσταντινούπολις, καί πολυκρατίστη τοῦ κραταιοῦ καί ἁγίου ἡμῶν αὐτοκράτορος». Ἡ Κωνσταντινούπολη εἶναι «πόλις τῆς οἰκουμένης τό ἄγαλμα, τῆς καλλονῆς ἡ ἑστία, τό πρόσκαιρον τῆς τρυφῆς χωρίον, ἡ ξένη θέα πασῶν χαρίτων, τοῦ ἡ μετέρου γένους τό ἔδαφος, τό τῶν ἀγαθῶν πρυτανεῖον, ὁμόροις τό θέλγητρον, καί ἀλλογενέσιν ἡδύτατον λάλημα· Πόλις ἁγία καί μητρόπολις πιστή, νέα τε Ῥώμη καί νέα Ἱερουσαλήμ ἡ αὐτή· γῆ ἀγαθή, καί καλή γῆ ῥέουσα μέλι καί γάλα, καί πηγή παντοδαπῶν ἀγαθῶν· ὄρος τετυρωμένον καί πῖον, ὄρος δασύ καί κατάσκιον, ὄρος ἅγιον, ἐν ᾧ ὁ τῶν ὅλων Θεός κατοικεῖν ἡρετίσατο· κοινή πατρίς καί μήτηρ καί τροφός τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν».
.           Ἡ Κωνσταντινούπολη εἶναι κατά τόν Ἰωσήφ Βρυέννιο ὅ,τι ὁ οὐρανός στόν κόσμο, ὁ ἥλιος στόν οὐρανό, ὁ παράδεισος στήν γῆ, τό κοινό ἐμπόριο στά κλίματα τῆς γῆς, ἡ μητρόπολη στήν ἐπαρχία, ἡ ἀκρόπολη στήν πόλη, ὁ λιμένας στό πέλαγος, τό πανδοχεῖο στούς τετραόδους, τό ταμεῖο στήν οἰκία, τό διδασκαλεῖο στήν πολιτεία, τό θέατρο στίς πανηγύρεις, ἡ ἁρμονία στά μέλη, ὁ ὀφθαλμός στό πρόσωπο καί ἡ κεφαλή στό σῶμα.
.             Στήν συνέχεια λέγει ὅτι ἡ Κωνσταντινούπολη- Νέα Ρώμη εἶναι τό κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί τῆς πολιτικῆς ζωῆς, τό κέντρο τῆς ἐπιστήμης καί τό σταυροδρόμι ὅλου τοῦ κόσμου. Ἡ Κωνσταντινούπολη εἶναι τό κοιμητήριο τῶν θεραπευτῶν τοῦ Θεοῦ, τό τέμενος τῆς Θεοτόκου, ἀφοῦ σέ αὐτήν ὑπάρχει ἡ ἐσθήτα καί ἡ ζώνη Της, ἀλλά καί ὁ τόπος τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἐκεῖ παραμένουν πολλά ἀντικείμενα τοῦ Πάθους Του, ὅπως ὁ χιτών, τά ἱμάτια, τό αἷμα πού ἔρρευσε ἀπό τήν πλευρά Του, ὁ σταυρός, ἡ λόγχη, οἱ ἧλοι, ὁ σπόγγος, ὁ κάλαμος. Στήν Πόλη αὐτή ὑπάρχουν τά ἐχέγγυα τῆς σωτηρίας, τά ἱερά λείψανα τῶν ἁγίων πού τελειώθηκαν σέ ὅλη τήν γῆ. Ἀκόμη, ἡ Κωνσταντινούπολη εἶναι ἡ βάση καί ἡ ἀκρώρεια τῆς θεολογίας, ἡ κορυφή τῶν δογμάτων.
.             Στήν Πόλη αὐτή μπορεῖ ὁ φιλοθεάμων καί ὠτακουστής νά δῆ τά κάλλη της πού ἔχουν σχέση μέ τήν θέση, τήν χρήση, τήν τέρψη, τό μέγεθος, τήν ποικιλία, τήν εὐκρασία σέ ὅλες τίς ἐποχές, τήν καλλονή, τήν φαιδρότητα. Μπορεῖ κανείς νά δῆ τούς ξενῶνες, τούς παρθενῶνες, τά φροντιστήρια, τίς ἅγιες Μονές, τό πλῆθος τῶν Ἐκκλησιῶν, τά ἀνάκτορα, τούς πύργους, τά ὑψηλά σπίτια, τούς κήπους, τούς παραδείσους, τάς κυπαρίσσους, τά ἄλση. Σέ αὐτήν τήν Πόλη μπορεῖ νά θαυμάση κανείς τήν σωφροσύνη τῶν εὐγενίδων, τήν φυλακή τῶν θαλαμευομένων, τήν εὐλάβεια τῶν μοναστριῶν, τούς ὁλονυκτίους ἤχους τῶν μοναχῶν, τήν εὐταξία τοῦ Κλήρου, τήν σεμνότητα τῶν Ἀρχιερέων, τούς χορούς τῶν ἱερέων, καί τήν κεκρυμμένη ζωή αὐτῶν πού ζοῦν ἐν Χριστῷ. Μπορεῖ νά μάθη τό πειθήνιο τοῦ λαοῦ, τό φιλόστοργο τῶν πολιτῶν σέ ὅλους, τό προσηνές, τό φιλάληθες καί καλοθελές, τήν παίδευση τῆς πολιτείας, τήν κατάσταση τῶν ἀρχόντων, τήν γαληνότητα τῶν Βασιλέων. Καί μέ ὅλα αὐτά μπορεῖ κανείς νά θαυμάση τίς συνεχεῖς ἑορτές, τά θαύματα τῶν ἁγίων, τό πολυτελές τῶν ἱερῶν σκευῶν, τό σεβάσμιο τῶν θείων εἰκόνων καί τήν ὑπεροχή τῶν ἁγίων παθῶν.
.             Ἀκολούθως, ἐπαινεῖ τούς δύο μεγάλους φωστῆρες τῆς Πόλεως πού εἶναι ὁ οἰκουμενικός ἐκκλησιαστικός θρόνος, πού καταφωτίζει τίς ψυχές, καί ὁ κραταιός Αὐτοκράτωρ πού καταφωτίζει τά σώματα, ἀφοῦ καί οἱ δύο αὐτοί περιθάλπουν καί ζωογονοῦν κάθε πιστό. Καί γύρω ἀπό αὐτούς τούς δύο φωστῆρες κινοῦνται οἱ χοροί τῶν ἀστέρων, στόν μέν αὐτοκράτορα ὁ κύκλος τῶν συγκλητικῶν καί τῶν στρατιωτικῶν, στόν δέ Πατριάρχη ὁ κατάλογος τοῦ Κλήρου καί ὅλος ὁ λαός. Καί στό στερέωμα αὐτό ἔχουν στερεωθῆ ἄδυτα ἄστρα πού ὑπερλάμπουν τό καλό, καί αὐτά εἶναι οἱ σεβάσμιες Μονές καί τό πλῆθος τῶν Ναῶν. Καί περιγράφοντας ὅλην αὐτήν τήν ὀμορφιά τῆς Πόλεως καταλήγει: «Τοιαύτη ἡμῖν ἡ Πόλις, ὡς ἐν συνόψει εἰπεῖν, καί τά τοιαῦτα ἐν ταύτῃ καλά περιέχεται».
.             Μετά τήν περιγραφή αὐτή τῆς Πόλεως προτρέπει τούς ἄρχοντες καί τόν λαό νά ἐνδιαφερθοῦν γιά τήν ὀχύρωσή της, γιά τήν κατασκευή τῶν τειχῶν της, πού ἔχουν καταρρεύσει ἀπό τόν χρόνο καί ὁμοιάζει ὡσάν μία γηρανθεῖσα καί συγκύπτουσα μητέρα, καί νά τῆς δώσουν χέρι βοηθείας ἔτσι ὥστε νά ἀποδώσουν «τά θρεπτήρια ἐν τῷ γήρᾳ» αὐτῆς.
.             Μέ τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως στούς Ὀθωμανούς τό 1453 μ.Χ. ὁλοκληρώθηκε ἡ καταστροφή της. Ὁ Ράνσιμαν στό βιβλίο του «Ἡ ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως» γράφει: «Τά ἰδιωτικά σπίτια λεηλατήθηκαν συστηματικά· κάθε τμῆμα λαφυραγωγῶν ἄφηνε μιά μικρή σημαία στήν εἴσοδο, γιά νά δείξει ὅτι τό σπίτι εἶχε λεηλατηθῆ ὁλοσχερῶς. Μαζί μέ τά ὑπάρχοντά τους ἔπαιρναν καί τούς ἐνοίκους. Ὅποιος λιποθυμοῦσε ἤ ἔπεφτε ἀπό ἀδυναμία, σφαζόταν μαζί μέ μερικά μικρά παιδιά πού θεωρήθηκαν ὅτι δέν εἶχαν ἀξία· ἀλλά κατά κανόνα τώρα πιά δέ θυσίαζαν τή ζωή τῶν αἰχμαλώτων. Ὑπῆρχαν ἀκόμα μεγάλες βιβλιοθῆκες στήν Πόλη, μερικές κοσμικές καί οἱ περισσότερες τῶν μοναστηριῶν. Τά περισσότερα βιβλία κάηκαν· ἀλλά ὑπῆρξαν μερικοί τοῦρκοι ἀρκετά ἔξυπνοι γιά νά καταλάβουν ὅτι ἦταν ἐμπορεύσιμα ἀντικείμενα καί διέσωσαν μερικά πού ἀργότερα πουλήθηκαν γιά εὐτελῆ ποσά σέ ὅποιον ἐνδιαφερόταν. Μέσα στίς ἐκκλησίες ἔγιναν σκηνές ἀκολασίας. Πολλοί ἐσταυρωμένοι μέ πολύτιμες πέτρες κουβαλήθηκαν μέ τούρκικα τουρμπάνια τυλιγμένα γύρω ἀπό τά κεφάλια τους. Πολλά κτίρια ἔπαθαν ἀνεπανόρθωτες ζημίες. Τό βράδυ δέν ὑπῆρχαν πολλά γιά νά λαφυραγωγηθοῦν· καί κανένας δέ διαμαρτυρήθηκε, ὅταν ὁ σουλτάνος προκήρυξε ὅτι ἡ λαφυραγωγία ἔπρεπε νά σταματήσει. Οἱ στρατιῶτες εἶχαν ἀρκετή ἀσχολία γιά τίς ὑπόλοιπες δύο μέρες νά μοιράσουν τά λάφυρα καί νά μετρήσουν τούς αἰχμαλώτους. Διαδόθηκε ὅτι αὐτοί ἦταν πενήντα χιλιάδες, ἀπό τούς ὁποίους μόνο πεντακόσιοι ἦταν στρατιῶτες. Οἱ ὑπόλοιποι ἀπό τούς χριστιανούς στρατιῶτες σκοτώθηκαν, ἐκτός ἀπό τούς λίγους ἄνδρες πού διέφυγαν μέ τά πλοῖα. Οἱ νεκροί, μαζί μέ τούς ἀμάχους πού ὑπῆρξαν θύματα τῆς σφαγῆς, λέγεται ὅτι ἦταν τέσσερις χιλιάδες».
.             Ὁ Μιχαήλ Δούκας θρήνησε γιά τήν ἅλωση τῆς Πόλης μέ τά ἑξῆς λόγια: «Ὦ πόλις, πόλις, πόλεων πασῶν κεφαλή! ὦ πόλις, πόλις κέντρον τῶν τεσσάρων τοῦ κόσμου μερῶν! ὦ πόλις, πόλις, Χριστιανῶν καύχημα καί βαρβάρων ἀφανισμός! ὦ πόλις, πόλις, ἄλλη παράδεισος φυτευθεῖσα πρός δυσμάς, ἔχουσα ἔνδον φυτά παντοῖα βρίθοντα καρπούς πνευματικούς! ποῦ σου τό κάλλος, παράδεισε; ποῦ σου ἡ τῶν χαρίτων τοῦ πνεύματος εὐεργετική ρῶσις ψυχῆς τε καί σώματος; ποῦ τά τῶν ἀποστόλων τοῦ κυρίου μου σώματα, τά πρό πολλοῦ φυτευθέντα ἐν τῷ ἀειθαλεῖ παραδείσῳ, ἔχοντα ἐν μέσῳ τούτων τό πορφυροῦν ἱμάτιον, τήν λόγχην, τόν σπόγγον, τόν κάλαμον, ἅτινα ἀσπάζοντες ἐφανταζόμεθα τόν ἐν σταυρῷ ὑψωθέντα ὁρᾶν, ποῦ τά τῶν ὀστῶν λείψανα, ποῦ τά τῶν μαρτύρων; ποῦ τά τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου καί τῶν λοιπῶν βασιλέων πτώματα;…».
.             Ὅμως καί κατά τήν διάρκεια τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἡ Κωνσταντινούπολη ἦταν τό κέντρο ὅλων τῶν Ρωμηῶν, ἀφοῦ ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀναγνωρίσθηκε ὄχι μόνον ὡς θρησκευτικός ἀρχηγός, ἀλλά, καί κατά κάποιον τρόπο, καί πολιτικός ἀρχηγός, ὡς ἐθνάρχης (Millet Basi) τοῦ ρωμαίϊκου ἔθνους. Ἰδίως, ὅταν κατά τό 1517 ἡ Αἴγυπτος, ἡ Συρία καί ἡ Παλαιστίνη καταλήφθηκαν ἀπό τούς Ὀθωμανούς καί τά τρία Πατριαρχεῖα ἑνώθηκαν στό ἕνα Ὀθωμανικό Κράτος, ὡς τμήματα τοῦ ἑνός Rum Mileti, τοῦ ἑνός χριστιανικοῦ ἔθνους, «ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἔλαβε παρά τῆς Ὑψηλῆς Πύλης σαφεῖς πληρεξουσιότητας, ἐν τῇ ἰδιότητι αὐτοῦ ὡς Ἐθνάρχου (Millet Basi) νά εἶναι ἐθνικός ἀρχηγός καί ἐπί τῶν λοιπῶν Πατριαρχείων καί μεσίτης μεταξύ τῶν πατριαρχῶν τούτων καί τῆς κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐκλογῇ τῶν πατριαρχῶν, τῇ ἐπικυρώσει τῶν βερατίων αὐτῶν, καί ἐπί πάντων τῶν ἔργων, ἐφ’ ὧν ἦσαν ἀπαραίτητοι αἱ ἀποφάσεις καί ἐντολαί τῆς ἐξουσίας, μέχρι καί τῆς παροχῆς ἀδείας ἐλεύσεως εἰς Κωνσταντινούπολιν πατριάρχου τινός». Οἱ Σουλτάνοι στά βεράτια τῆς ἐκλογῆς τῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν, ὅπως ἔγινε στήν ἐκλογή τοῦ Διονυσίου Δ΄, σημείωναν: «Οἱ πατριάρχαι τῶν ἄλλων χωρῶν διενεργήτωσαν τάς ὑποθέσεις αὐτῶν διά τοῦ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως» (Μητροπολἰτης Σάρδεων Μάξιμος).
.             Μέχρι σήμερα ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης καλεῖται «Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ρώμης καί Οἰκουμενικός Πατριάρχης» καί ἡ ἕδρα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καλεῖται «Βασιλεύουσα Πόλη». Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο εἶναι τό συντονιστικό ὄργανο ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί διακονεῖ θυσιαστικῶς ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες στά προβλήματα πού ἀντιμετωπίζουν, ἐνδιαφέρεται γιά τήν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν μέσα στό πλαίσιο τοῦ συνοδικοῦ καί ἱεραρχικοῦ θεσμοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης προεδρεύει στίς Συνόδους καί συντονίζει ὅλο τό διορθόδοξο ἐκκλησιαστικό ἔργο, γι’ αὐτό καί τοῦ ἀπονέμεται ὁ δίκαιος σεβασμός καί ἡ πρέπουσα τιμή. Εἶναι ὁ Πρῶτος τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
.             Στά ἀνωτέρω παρουσιάσθηκε μιά σύντομη στήν ἱστορία διαδρομή τῆς ἔνδοξης καί τιμημένης νέας Ρώμης.

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

, ,

Σχολιάστε