Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΘΕΟΛΟΓΙΑ"

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ ὁ Ἁγιορείτης καὶ Ἀριζονίτης «Θά εἰσβάλῃ εἰς τό κέντρον τῆς βασιλείας τοῦ σατανᾶ καί θά καθαρίσῃ τήν ἀτμόσφαιραν ἀπό τά δαιμόνια μέ τό Ὀρθόδοξο θυμιατό καί νῆψι».

Ὁ Γέροντας Ἐφραίμ ὁ Ἁγιορείτης καί Ἀριζονίτης
τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.               Τό προηγούμενο Σάββατο, 7 Ὀκτωβρίου 2019, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου στήν Ἀριζόνα τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν Ἀμερικῆς, ὁ Γέροντας Ἐφραίμ, καί ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία του ἔγινε τήν 11η Δεκεμβρίου 2019 στήν ἴδια Μονή ἐν μέσῳ πολλῶν πνευματικῶν του παιδιῶν, τά ὁποῖα ἀναγέννησε πνευμα­τικά, Κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν, ὅλων τῶν ἡλικιῶν καί κατηγοριῶν.
.               Ἐτιμήθη ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο μέ μήνυμα πού διαβάσθηκε κατά τήν ἐξόδιο ἀκολουθία του ἀπό τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους Ἀρχιμ. π. Νικόδημο, ὁ ὁποῖος ἐξεφώνησε κατόπιν καί δικό του λόγο, ἀλλά καί μέ τήν παρουσία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀμε­ρικῆς κ. Ἐλπιδοφόρου, ὁ ὁποῖος παρουσίασε τήν προσωπικότητά του καί τό ἔργο τό ὁποῖο ἐπιτέλεσε.
.               Μέ τόν μακαριστό Ἱερομόναχο Ἐφραίμ συνδέθηκα πολυτρόπως καί ποικιλοτρόπως ἐδῶ καί πολλά χρόνια, καί μέ τό κείμε­νο αὐτό θά παρουσιάσω μερικές σκέψεις μου γιά τόν μακαριστό Γέροντα.

1. Ἡσυχαστής καί διδάσκαλος τῆς ἡσυχίας

.               Τήν δεκαετία τοῦ 1960 ἄρχισε νά ἀνατέλλη τό φωτεινό αὐτό πνευματικό ἀστέρι στό Ἅγιον Ὄρος. Ἀπό τήν νεανική ἡλικία του συγκα­ταριθμήθηκε στήν πνευματική συνοδεία τοῦ μεγάλου Γέροντος Ἡσυχαστοῦ Ἰωσήφ τοῦ Σπηλαιώτου. Διακρινόταν ἀπό τότε γιά τήν παιδικότητά του καί τήν ἀδιάκριτη ὑπακοή του, πού τόν ἐξύψωσαν.
.               Ὅταν ἤμουν φοιτητής, τήν περίοδο 1964-1968 ἄκουγα γιά τόν Γέροντα Ἐφραίμ. Εἶχε ἤδη κοιμηθῆ τό 1959 ὁ μεγάλος Γέροντάς του π. Ἰωσήφ ὁ Σπηλαιώτης καί ἐκεῖνος μαζί μέ μιά μικρή συνοδεία συνέχιζε τήν ζωή τοῦ Γέροντός του στό Καλύβι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου στήν Νέα Σκήτη.
.               Τότε, ἐπειδή ὁ Ἀρχιμ. π. Σπυρίδων Ξένος, πού ἦταν Διευθυντής στό Οἰκοτροφεῖο τοῦ Ἀγρινίου, ὅπου ἔμενα κατά τά μαθητικά μου χρόνια, ἔγινε μοναχός στήν Νέα Σκήτη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, γι’ αὐτό πήγαινα συχνά στήν Νέα Σκήτη καί γνώρισα τόν Γέροντα Ἐφραίμ, τήν Συνοδεία του, ἀλλά καί μερικά μέλη ἀπό τήν Συνοδεία τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ τοῦ ἡσυχαστοῦ, ὅπως τόν αὐτάδελφό του π. Ἀθανάσιο, τόν μοναχό Ἰωσήφ τόν μετέπειτα Βατοπαιδινό, τόν μοναχό Θεοφύλακτο καί ἄλλους. Ὁ Γέροντας Ἐφραίμ ἀκολουθοῦσε πιστῶς τήν ἡσυχαστική ζωή τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ τοῦ Ἡσυχα­στοῦ.
.               Μιά φορά, ὡς λαϊκός φοιτητής τήν δεκαετία τοῦ 1960, πῆγα στήν Καλύβη του νά τόν συναντήσω καί νά ἀκούσω ἀπό τά χείλη του γιά τήν νοερά προσευχή, πού διψοῦσα νά μάθω. Ἐπειδή δέν γνώριζα τό πρόγραμμά του πῆγα τό πρωΐ, ὅταν ἐκεῖνος μέ τήν Συνοδεία του ξεκουράζονταν ἀπό τήν νυκτερινή ἀκολουθία πού ἔκαναν μέ τό κομποσχοίνι καί τήν θεία Λειτουργία πού τελοῦσαν κάθε βράδυ.
.               Ἔτσι, ἐπειδή δέν ἄνοιγαν τήν πόρτα, μετά τό κτύπημα, παρέμεινα πολύ ὥρα ἔξω ἀπό τήν πόρτα τῆς καλύβης του προσευχόμενος. Μετά ἀπό περίπου δύο ὧρες ἄνοιξαν τήν πόρτα καί συνάντησα τόν Γέροντα Ἐφραίμ γιά πρώτη φορά.
.               Τό πρόσωπό του ἦταν ἤρεμο, παιδικό, φωτεινό, καί ὁ λόγος του ἦταν ἱλαρός. Τόν ρώτησα γιά τήν εὐχή. Δέν ἐνθυμοῦμαι τί μοῦ εἶπε, ἀλλά συνεχῶς ἐπανελάμβανε τό ρῆμα «ἀδολεσχῶ» καί τήν λέξη «ἀδολεσχία», μέ τήν ἔννοια ὅτι πρέπει συνεχῶς νά ἀδολεσχοῦμε μέ τόν Θεό καί μέ αὐτό δήλωνε τήν νοερά προσευχή.
.               Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση αὐτή ἡ λέξη πού συναντᾶται στούς Ψαλμούς τοῦ Δαυίδ: «ἠδολέσχουν ἐν τοῖς δικαιώμασί σου» (Ψαλμ. 118, 48). Τά δικαιώματα τοῦ Θεοῦ εἶναι οἱ ἐντολές του, τίς ὁποῖες πρέπει νά ἐφαρμόζουμε. Μιά ἀπό αὐτές εἶναι ἡ νήψη καί ἡ προσευχή.
Ἁπλῶς ἐδῶ νά προσθέσω ὅτι βρῆκα καί τό βιβλίο τοῦ Εὐγενίου Βούλγαρη «Ἀδολεσχία Φιλόθεος», πού εἶναι ἑρμηνεία τῆς Πεντατεύχου. Ὅμως ὁ Γέροντας Ἐφραίμ τό ἐννοοῦσε ὡς τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, τήν συνεχῆ ἐπίκληση τῆς εὐχῆς «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με».
.               Ὅταν στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1970 ἔγινα Κληρικός καί πήγαινα συχνά στό Ἅγιον Ὄρος, ἐκεῖνος μετακινήθηκε μέ τήν Συνοδεία του στή Ἱερά Μονή Φιλοθέου, καί ἀνέλαβε τήν θέση τοῦ Ἡγουμένου. Ἦταν φυσικό νά ἐπισκέπτομαι καί τήν Ἱερά αὐτή Μονή. Ἔβλεπε κανείς στήν Μονή νέους μοναχούς οἱ ὁποῖοι, μαζί μέ τίς ἱερές ἀκολουθίες ἠσχολοῦντο μέ τήν νοερά προσευχή. Ἦταν ἕνα πνευματικό μελίσσι, γιατί παντοῦ ἄκουγε κανείς νά λέγεται ἡ εὐχή, κατά τήν ὥρα τῶν διακονημάτων καί τῶν μετακινήσεων ψιθυριστά, ἀλλά τό διαισθανόταν κανείς ἔντονα καί στήν ἀτμόσφαιρα τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, μέ τίς ἀκολουθίες καί τήν θεία Λειτουργία. Γιατί ἡ θεία Λειτουργία ἀποκτᾶ ἄλλη πνευματική αἴσθηση, ὅταν τελῆται ἀπό ἡσυχαστές Κληρικούς καί εἶναι παρόντες ἡσυχαστές μοναχοί.
.               Ἀπό τήν πνευματική ἀτμόσφαιρα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου ἐπανδρώθηκαν καί ἄλλα τρία Μοναστήρια, ὅπως ἡ Μονή Καρακάλλου, ἡ Μονή Ξηροποτάμου καί ἡ Μονή Κωνστα­μονίτου.
.               Ὅταν πήγαινα στήν Ἱερά Μονή Φιλοθέου, συζητοῦσα μέ τόν Ἡγούμενο π. Ἐφραίμ θέματα πού μέ ἐνδιέφεραν, γιατί πράγματι ἐκείνη τήν ἐποχή ἤθελα νά μάθω πολύ γιά τό πῶς μπορεῖ νά συνδέση κανείς στενά τήν ἱερά ἡσυχία μέ τήν θεία Λειτουργία καί τήν ποιμαντική. Ἀπό ὅσα μοῦ ἔλεγε κατά καιρούς συγκράτησα μέχρι σήμερα δύο σημεῖα.
.               Πρῶτον, μοῦ μιλοῦσε γιά τήν ἱερά ἡσυχία, τήν νοερά προσευχή καί τήν μέθοδό της. Στήν πραγματικότητα μοῦ ἀνέλυε τόν ἱερό ἡσυχασμό στήν πράξη, ὅπως τόν ζοῦσε ὁ Γέροντάς του Ἰωσήφ ὁ ἡσυχαστής, καί ὅπως τόν παρέλαβε ἐκεῖνος καί τόν ἐφήρμοζε, καί ἔπειτα τόν μετέδιδε στά πνευματικά του παιδιά. Εἶναι μιά πνευματική κληρονομιά.
.               Δεύτερον, μοῦ μιλοῦσε συχνά γιά τήν κοίμηση τοῦ Γέρον­τός του Ἰωσήφ τοῦ Ἡσυχαστοῦ. Μοῦ ἔμεινε μιά φράση ὅτι «δέν εἶδα πιό λεβέντικο θάνατο ἀπό τόν θάνατο τοῦ Γέροντος». Ὁ τρόπος δέ πού τόν διηγεῖτο ἦταν μυσταγωγικός. Τά ἔγραψε αὐτά ὁ ἴδιος καί μπορεῖ κανείς νά τά διαβάση, ἀλλά ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο τά διηγεῖτο ἐκεῖνος, μέ τήν λεπτή φωνή του, τόν ἀργό τρόπο ἔκφρασης τοῦ λόγου του καί τήν κατανυκτική ἀτμόσφαιρα τῆς Μονῆς, μάλιστα μετά ἀπό τό Ἀπόδειπνο, ἦταν ἀνεπανάληπτος.

2. Μεταφύτευση στήν Ἀμερική

.               Ἡ μεταφύτευση τοῦ Γέροντος Ἐφραίμ στήν Ἀμερική ἦταν μιά παράτολμη ἐνέργεια. Ἐνῶ εἶχε τόν δέοντα σεβασμό στό Ἅγιον Ὄρος ἀπό τά πνευματικά του παιδιά, ἀπό Ἡγουμένους, Ἱερομονάχους καί μοναχούς, ἐκεῖνος προτίμησε νά κάνη ἕνα «παράτολμο πήδημα» στήν ἄβυσσο τοῦ Νέου Κόσμου, τοῦ Καναδᾶ καί τῆς Ἀμερικῆς. Προφανῶς, εἶχε ἀποκάλυψη-πληροφορία ἀπό τόν Θεό.
.               Ἡ Ἀμερική ἔχει κυριευθῆ ἀπό ἕναν Χριστιανισμό μέ σχο­λα­στικό περιεχόμενο, ὅπως τόν ἐκφράζει ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός, καί μέ ἠθικό-συναισθηματικό περιεχόμενο, ὅπως τόν ἐκήρυττε ὁ Προτεσταντισμός. Κυρίως ἡ Ἀμερική εἶναι ἕνα συνονθύλευμα Προτεσταντισμοῦ, Διαφωτισμοῦ καί Ρομαντισμοῦ. Τά ρεύματα αὐτά ἔχουν ἐπηρεάσει καί τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πού ὑπάγεται στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο δέν εἶχε ἀνεπτυγμένο ὀρθόδοξο Μοναχισμό.
.               Ὁ μακαριστός Γέροντας Ἐφραίμ διέβλεψε αὐτήν τήν ἔλλειψη καί πῆρε τήν ἀπόφαση νά ἱδρύση Ὀρθόδοξα Μοναστήρια, καί στήν πραγματικότητα νά μεταφέρη στήν Ἀμερική τόν ὀρθόδοξο ἀθωνικό μοναχισμό, πού ἔχει ὡς βάση τόν ἱερό ἡσυχασμό, ὅπως τόν ἔζησε καί τόν δίδαξε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.
.               Εἶναι δίκαιο νά ὑπογραμμισθῆ ὅτι ὁ μακαριστός π. Ἰωάννης Ρωμανίδης διέβλεψε πρῶτος αὐτήν τήν ἔλλειψη καί τήν διετύπωσε σέ κείμενά του.  Ἐπειδή γεννήθηκε καί μεγάλωσε στήν Ἀμερική, καί μάλιστα στό Μανχάταν τῆς Νέας Ὑόρκης, καί σπούδασε σέ τρεῖς Θεολογικές Σχολές (Τιμίου Σταυροῦ Βοστώνης, Πανεπιστημίου Γέϊλ, καί Ἁγίου Βλαδιμήρου Νέας Ὑόρκης) γνώριζε πολύ καλά τό πνεῦμα τοῦ Χριστιανισμοῦ πού ἐπικρατεῖ στήν Ἀμερική, τίς ἐπιρροές πού δέχθηκε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἀπό τόν Ρωμαιοκαθολικισμό καί τόν Προτεσταντισμό, ἀλλά συνειδητοποίησε καί πολύ καλά καί τόν τρόπο διεξόδου ἀπό αὐτήν τήν ἐκκοσμίκευση στήν Ἐκκλησία καί στήν θεολογία.
.               Αὐτό ἔγινε ἡ αἰτία νά ἀσχοληθῆ μέ τήν ὀρθόδοξη θεολογία, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό τούς Προφῆτες, τούς Ἀποστόλους καί τούς Πατέρες, μέ κατάληξη τήν διατριβή του «Τό προπατορικό ἁμάρτημα», πού κατατέθηκε καί ἐγκρίθηκε τό 1957 ἀπό τήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.
.               Εἶναι σημαντικό νά σημειωθῆ ὅτι πρίν γράψει τήν διδακτορική του διατριβή «Τό προπατορικό ἁμάρτημα», ἔγραψε τέσσερεις ἐπί μέρους ἐργασίες, ὡς στάδιο προετοιμασίας γιά τήν διδακτορική του διατριβή καί τίς κατέθεσε στό Θεολογικό Ἰνστιτοῦτο τοῦ Ἁγίου Σεργίου στό Παρίσι. Στίς δύο ἀπό αὐτές διαλαμβάνονται μερικά σημεῖα πού θέλω νά ὑπογραμμίσω ἐδῶ.
.               Στήν πρώτη μελέτη του πού ἔγραψε στήν ἀγγλική γλώσσα τό 1954 μέ τίτλο «Τό Προπατορικό Ἁμάρτημα κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο» ὁ π. Ἰωάννης κατέληξε ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας σήμερα εἶναι νά φέρη μιά ἀφύπνιση στόν Δυτικό Χριστιανισμό, ἀλλά γιά νά τό κάνουν αὐτό οἱ ἴδιοι οἱ Ὀρθόδοξοι πρέπει νά ξαναανακαλύψουν τίς δικές τους παραδόσεις καί νά παύσουν, μιά καί καλή, νά ἀποδέχονται τήν διαβρωτική διείσδυση τῆς Δυτικῆς θεολογικῆς συγχύσεως στήν Ὀρθόδοξη θεολογία.  Μόνον μέσῳ τῆς ἐπιστροφῆς στήν Βιβλική κατανόηση τοῦ Σατανᾶ καί τοῦ ἀνθρωπίνου προορισμοῦ μποροῦν γιά ἄλλη μιά φορά τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας νά γίνουν ἡ πηγή καί ἡ δύναμη τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας.  Ὁ ἐχθρός τῆς ζωῆς καί τῆς ἀγάπης μπορεῖ νά καταστραφῆ μόνον ὅταν οἱ Χριστιανοί μποροῦν με σιγουριά νά ποῦν, «οὐ γὰρ αὐτοῦ τὰ νοήματα ἀγνοοῦμεν» (Β΄ Κορ. 2:11).Ὃποια θεολογία δέν μπορεῖ νά ὁρίση μέ ἀκρίβεια τίς μεθόδους καί τίς ἐξαπατήσεις τοῦ διαβόλου εἶναι καθαρά αἱρετική, ἐπειδή μιά τέτοια θεολογία ἔχει ἤδη ἐξαπατηθῆ ἀπό τόν διάβολο. Γιά αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο οἱ Πατέρες μποροῦσαν νά βεβαιώσουν πώς ἡ αἵρεση εἶναι ἔργο τοῦ διαβόλου».
.               Σέ μιά ἄλλη μελέτη του τήν ὁποία δημοσίευσε στήν ἀγγλική γλώσσα τό 1956 μέ τίτλο «Ἡ ἐκκλησιολογία τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Ἀντιοχείας», μεταξύ τῶν ἄλλων ἀναφέρεται στίς δύο ὄψεις τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι ὁ πόλεμος ἐναντίον τοῦ διαβόλου καί ἡ ἕνωση καί κοινωνία μέ τόν Χριστό. Γράφει, μεταξύ τῶν ἄλλων: «Ἡ Ἐκκλησία ἔχει δύο ὄψεις, μιά θετική –ἀγάπη, ἑνότητα καί κοινωνία ἀθανασίας μεταξύ τῶν μελῶν της καί τῶν ἁγίων ἐν Χριστῷ, καί μιά ἀρνητική–τόν πόλεμο κατά τοῦ Σατανᾶ καί τῶν δυνάμεών του πού ἤδη ἔχουν νικηθῆ στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἀπό αὐτούς πού ζοῦν ἐν Χριστῷ πέραν τοῦ θανάτου, ἀναμένοντας τήν γενική (Δευτέρα) ἀνάσταση –τήν τελική καί ὁριστική νίκη τοῦ Θεοῦ ἐπί τοῦ Σατανᾶ. Ἡ Χριστολογία εἶναι ἡ θετική ὄψη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ὁρίζεται ἀπό τήν βιβλική δαιμονολογία, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἀρνητικός παράγοντας-κλειδί, ἡ ὁποία καθορίζει τήν Χριστολογία καί τήν Ἐκκλησιολογία, πού καί οἱ δύο εἶναι ἀκατανόητες χωρίς μιά ἐπαρκῆ κατανόηση τοῦ ἔργου καί τῶν μεθόδων τοῦ Σατανᾶ» (Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου: π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἕνα κορυφαῖος δογματικός θεολόγος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας), α΄ ἔκδ. 2012).
.               Ὅπως φαίνεται στά δύο αὐτά ἀποσπάσματα, μιά ἀπό τίς βασικές θέσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη εἶναι ὅτι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία πρέπει νά ἀπεγκλωβιστῆ ἀπό τόν σχολαστικισμό τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν καί τόν ἠθικισμό τῶν Προτεσταντῶν καί νά ἀποκτήση δικά της κριτήρια, πού εἶναι ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Χριστιανῶν μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ ἐναντίον τοῦ διαβόλου, τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου.
.               Ὡς συνέπεια αὐτῶν ἦταν νά συλλάβη τήν σκέψη ὅτι πρέπει νά ἱδρυθῆ ἕνα Ὀρθόδοξο Μοναστήρι στήν Ἀμερική, ὅπου οἱ ἄνθρωποι θά μαθαίνουν πῶς θά ἀπελευθερώνονται ἀπό τήν ὑποδούλωσή τους στόν διάβολο, τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο.
.               Ἔτσι, σέ ἐπιστολή του πού ἔστειλε στόν π. Θεόκλητο Διονυσιάτη τό 1958, μετά τήν ἐκπόνηση τῆς διδακτορικῆς διατριβῆς του, ἔγραφε ὅτι ἡ Ἐκκλησία στήν Ἀμερική ἔχει ἀνάγκη ἀπό τήν ἵδρυση μιᾶς ὀρθοδόξου Μονῆς καί ἀπό τήν μεταφορά ἐκεῖ μιᾶς ἁγιορείτικης ἀδελφότητος. Μεταξύ τῶν ἄλλων τοῦ ἔγραφε στόν π. Θεόκλητο Διονυσιάτη: «… Ἀκριβῶς ἐπειδή ἡ ἐν κόσμῳ Ἐκκλησία ἀπεκόπη τῆς μοναχικῆς παραδόσεως, ἐσημειώθη ἐπί τῶν ἡμερῶν μας ἡ γνωστή κατάπτωσις τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ὁ σατανᾶς ἔχει τόσον πολύ διαστρέψει τήν θεολογίαν τῶν αἱρετικῶν καί τῶν ἐκ τῆς Δύσεως ἐπηρεασμένων δῆθεν ὀρθοδόξων, ὥστε νά νομίζουν τινές ὅτι ἡ σωτηρία δέν εἶναι ἀπό τό κράτος καί τάς χεῖρας τοῦ ἐχθροῦ, ἀλλά ἀπό τόν Θεόν. Ὁ Θεός ἔγινεν ἄνθρωπος διά νά μᾶς σώσῃ ἀπό τόν ἑαυτόν Του! Διά τοῦτο εἰς τήν Δύσιν ἐξέλιπεν ἡ ἀσκητική ζωή. Οὔτε νηστεύουν οὔτε προσεύχονται πολύ. Μόνον ἀναζητοῦν τήν εὐδαιμονίαν. … Ὅταν ὑπάρχῃ ἐσφαλμένη Θεολογία τότε ὁ Χριστιανισμός καταντᾷ δρᾶσις. … Ὁ μοναχικός βίος τῶν ἑτεροδόξων ἐδῶ εἶναι μεστά δράσεως τάγματα πού καταγίνονται μέ ὅ,τιδήποτε ἐκτός ἀπό ἄσκησιν πνευματικήν, ὡς τήν ἐκλαμβάνει ἡ Ὀρθόδοξος παράδοσις. … Δυστυχῶς δέν ἔχομεν ἐδῶ οὔτε ἕνα ἀσκητήν ἤ Μοναστήρι καί δέν ὑπάρχει κανένα παράδειγμα ζωντανόν Ὀρθοδόξου ζωῆς. …
.               Θά ἤθελα νά μάθω τήν γνώμην Σου περί τῶν δυνατοτήτων μεταφυτεύσεως μιᾶς μοναχικῆς κοινότητος ἐκ 5-10 Μοναχῶν ἐπί ἀμερικανικοῦ ἐδάφους. Ἐάν δέν γίνῃ κάτι τέτοιο ἡ Ὀρθοδοξία θά ἐκλείψῃ ἐδῶ ἤ θά μεταμορφωθῇ σέ κάτι ἄλλο, ὅπως ἤδη ἔχει γίνει εἰς μεγάλον βαθμόν.
.               Προσεπάθησα στό βιβλίον μου νά πῶ αὐτά πού λές καί Σύ στό ἰδικόν Σου, ἀλλά ἐδῶ κανείς δέν τό καταλαβαίνει. Βλέπεις οἱ Ἕλληνες ἐδῶ ἔχουν ἀφομοιωθῆ μέ τόν εὐδαιμονισμόν τῆς Δύσεως καί εἰς τά μάτια τους ὁ εὐδαιμονισμός εἶναι θέλημα Θεοῦ. Λοιπόν τί θά πάῃ νά κάμῃ ἐπάνω στούς βράχους μέ ὁλονυκτίες καί τά λοιπά;
.               Θά ἤθελα πολύ νά ἀλληλογραφῶμεν. Νομίζω ὅτι θά λυπηθῆ ὁ διάβολος πού δέν μᾶς ἀρέσει ὁ χριστιανισμός πού προωθεῖ, ἀλλά τί θά γίνῃ; Δέν μπορεῖ κανείς νά ἀρέσῃ εἰς αὐτόν, ὅταν θέλῃ νά ἀρέσῃ στόν Θεόν. Ὡραῖα περιγράφει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος πῶς ὁ σατανᾶς βοηθεῖ εἰς τήν προσευχήν καί στά καλά ἔργα ὡρισμένων…»
.               Ἀπορεῖ κανείς τό πῶς μέ τόση ἐνάργεια κατάλαβε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἀπό τήν δεκαετία τοῦ 1950 αὐτό τό πρόβλημα πού ὑπάρχει στόν δυτικό κόσμο.
.               Φαίνεται πώς αὐτή ἦταν μιά ἀπό τίς ἔμμονες ἰδέες τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη τό νά μεταφυτευθῆ στήν Ἀμερική ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος μιά μοναχική ἀδελφότητα, πράγμα τό ὁποῖο συναντᾶμε σέ ἐπιστολές του, τίς ὁποῖες ἀπέστειλε στό ζεῦγος Πανάγου καί Κατίγκως Πατέρα, πού ἀργότερα καί αὐτοί ἔγιναν μοναχοί καί ἔλαβαν τά ὀνόματα Ξενοφών καί Μαρία Μυρτιδιώτισσα. Τίς ἐπιστολές αὐτές δημοσίευσε ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός στό βιβλίο του μέ τίτλο «Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Ρωμανίδης, “ὁ προφήτης τῆς Ρωμηοσύνης” προσωπογραφούμενος μέσα ἀπό ἄγνωστα ἤ λίγο γνωστά κείμενα» (ἔκδ. Ἁρμός).
.               Στίς  ἐπιστολές αὐτές διασώζονται πολλά στοιχεῖα πού δείχνουν τό ἐνδιαφέρον τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη γιά τήν ἵδρυση στήν Ἀμερική Ὀρθοδόξων Ἱερῶν Μονῶν, οἱ ὁποῖες θά ἀκολουθοῦν τήν ὀρθόδοξη ἀσκητική παράδοση, ἡ ὁποία εἶναι ἡ βάση τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας. Θά ἀναφέρω μερικά ἀποσπάσματα.
.               Σέ μιά ἐπιστολή του (14-7-1958) γράφει μεταξύ τῶν ἄλλων ὅτι στήν Δύση ἡ Ὀρθοδοξία ἔγινε μιά μορφή Προτεσταντικῆς Οὐνίας. Πολύ τολμηρός λόγος!
«Ἑπομένως, ὅπως ἔχουν οἱ ρωμαϊκοί τήν οὐνίαν, τώρα καί οἱ προτεστάνται ἔχουν ἐπίσης μίαν οὐνίαν. Ἀκολουθοῦμεν τούς προτεστάντας εἰς ὅλα καί τήν Ὀρθοδοξίαν μόνον κατά τούς λειτουργικούς τύπους».
.               Σέ ἄλλη ἐπιστολή του (27-12-1958) ἀναφέρεται στόν γέροντα Ἰωσήφ τόν Ἡσυχαστή, ὁ ὁποῖος «εἶναι ἴσως ὁ καλύτερος ἀσκητής στήν νοερά προσευχή» καί προσθέτει: «Οἱ ὑποτακτικοί του εἶναι ἄριστοι καί ἄν γίνῃ μοναστήρι, εἰμπορεῖ ἕνας ἀπ’ αὐτούς νά βάλῃ θεμέλια». Καί σημειώνει: «Μία καλή καί αὐστηρά μοναχική ζωή εἶναι τό μόνο πράγμα πού εἰμπορεῖ νά δείξῃ τόν δρόμον νά ἐξέλθωμεν ἀπό αὐτήν τήν ἐλεεινήν κατάστασιν τῆς Ὀρθοδοξίας ἐν Ἀμερικῇ. Ἐάν γίνῃ ἀπό Ἁγιορείτας, θά ἔχωμεν τό τυπικόν τοῦ Ἁγ. Ὄρους μέ τές ἀγρυπνίες κ.τ.λ. καί αὐτοί θά εἶναι ἰσχυρόν ἱεραποστολικόν κέντρον, πού θά εἰσβάλῃ εἰς τό κέντρον τῆς βασιλείας τοῦ σατανᾶ καί θά καθαρίσῃ τήν ἀτμόσφαιραν ἀπό τά δαιμόνια μέ τό Ὀρθόδοξο θυμιατό καί νῆψι. Ξεύρετε ὅτι οἱ ἀσκηταί φεύγανε στήν ἔρημο, ὄχι ἐπειδή ἀναζητοῦσαν ἥσυχην ζωή, ἀλλά διότι ἡ ἔρημος ἐθεωρεῖτο τό κατ’ ἐξοχήν βασίλειον τοῦ σατανᾶ. Διά τοῦτο ὁ Χριστός πῆγε πρῶτα στήν ἔρημον καί ἐνίκησε τόν διάβολον εἰς τό ἰσχυρότερόν του φρούριον. Ἔτσι καί ἐδῶ πού τόσα χρόνια ὁ σατανᾶς βασιλεύει ἀνενόχλητα, πρέπει νά πολεμηθῇ».
.               Φοβερός ὁ λόγος του ὅτι χρειάζονταν στήν Ἀμερική μερικοί ἱεραπόστολοι Ἁγιορεῖτες γιά νά εἰσέλθουν στήν «βασιλεία τοῦ Σατανᾶ» καί νά καθαρισθῆ ἡ ἀτμόσφαιρα ἀπό τά δαιμόνια «μέ τό ὀρθόδοξο θυμιατό καί νῆψι», δηλαδή μέ τήν προσευχή καί τήν νήψη!
.               Σέ ἄλλη ἐπιστολή του (19-11-1959) κάνει λόγο γιά τήν συνοδεία τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος Ἰωσήφ τοῦ Ἡσυχαστοῦ καί ἀναφέρεται στόν μακαριστό Γέροντα Ἐφραίμ, πού τελικά πῆγε στήν Ἀμερική: «Εἴχατε γνωρίσει τόν Ἐφραίμ τοῦ Ἰωσήφ». Σάν νά «προφήτευε» τήν παρουσία του στήν Ἀμερική.
.               Σέ ἄλλη ἐπιστολή του (10-12-1960) ἐπιμένει στό θέμα ἱδρύσεως Μοναστηριοῦ στήν Ἀμερική: «Οἱ ἐδῶ ὀρθόδοξοι ἔχουν μεγάλην ἀνάγκην ἀπό καλό μοναστῆρι». Ἐκφράζει τήν ἐπιθυμία τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Ἀμερικῆς γιά ἀπόκτηση ἑνός Μοναστηριοῦ.
.               Σέ μιά ἑπόμενη ἐπιστολή του (15-8-1962) ἐξακολουθεῖ νά ἐπιμένη στήν ἵδρυση μιᾶς ὀρθόδοξης Ἱερᾶς Μονῆς: «Πρέπει πάσῃ θυσίᾳ ὁ μοναχισμός ὁ πραγματικός νά ἐνισχυθῇ καί νά αὐξηθῇ πνευματικῶς καί διδασκαλικῶς καί ἡγετικῶς. Ἄλλως, διατρέχομεν μεγάλον κίνδυνον».
.               Ἡ ἀγωνία του εἶναι μεγάλη, γιατί γνωρίζει ὅτι μόνον ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέσα ἀπό τόν ἡσυχαστικό μοναχισμό πού ἐκφράζει τήν παράδοση τῆς Φιλοκαλίας τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν γιά τήν καθαρτική, φωτιστική καί θεοποιό ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά διαφοροποιηθῆ ἀπό τίς ἄλλες χριστιανικές παραδόσεις.
.               Εἶχε δέ συνειδητοποιήσει ὅτι σέ ὅλες τίς συναντήσεις τῶν ὀρθοδόξων μέ τούς ἄλλους Χριστιανούς δέν γινόταν λόγος γιά τόν πόλεμο ἐναντίον τοῦ διαβόλου, τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου, πού εἶναι ἡ βάση τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας.
.               Καί ἐπειδή δέν εὕρισκε ἀνταπόκριση, γι’ αὐτό καί ἔγραψε σέ μία ἐπιστολή του (2-11-1958): «Ὁ Θεός νά μᾶς λυπηθῇ. Τόσο ἁμαρτωλοί εἴμεθα πού πρέπει νά ἔχωμεν αἱρετικούς νά μᾶς ποιμαίνουν; Πάντως ἐάν γίνουν τέτοια πράγματα, δέν γνωρίζω τί θά γίνῃ».
Αὐτά τά ἴδια ἔγραφε σέ μιά ἐπιστολή του (11-5-1958) καί στόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι. Τοῦ μιλοῦσε γιά τήν δυνατότητα μεταφύτευσης στήν Ἀμερική μιᾶς μοναχικῆς κοινότητας ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος «ὥστε νά χρησιμεύση ὡς πυρήνας γιά τήν ἀνάπτυξη τῆς πνευματικῆς ζωῆς στόν λαό μας σέ παραδοσιακές βάσεις».
.               Αὐτές ἦταν οἱ ἀνησυχίες τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη καί ζητοῦσε νά λυπηθῆ ὁ Θεός τούς Χριστιανούς τῆς Ἀμερικῆς.
.               Καί ὁ Θεός ἄκουσε τήν ἀγωνία του καί τήν ἐπιθυμία τοῦ λαοῦ του καί ἔστειλε στήν Ἀμερική τόν Γέροντα Ἐφραίμ τόν Φιλοθεΐτη ὑποτακτικό τοῦ  Ἰωσήφ τοῦ ἡσυχαστοῦ γιά νά ἱδρύση δέκα ἐννιά (19) Ὀρθόδοξα Μοναστήρια στήν Ἀμερική καί τόν Καναδᾶ, μέσα ἀπό τά ὁποῖα διδάσκεται ἡ ὀρθόδοξη ἀσκητική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ μάχη τῶν Χριστιανῶν ἐναντίον τοῦ διαβόλου, τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου.
.             Ὁ Γέροντας Ἐφραίμ συνέλαβε αὐτήν τήν ἀγωνία καί τόν πόθο τῶν ἀνθρώπων καί ὕστερα ἀπό πληροφορία πού ἔλαβε ἀπό τόν Θεό, ἄφησε τήν ἡσυχία τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἀνοίχθηκε μέσα στόν Ὠκεανό τῶν ποικίλων ρευμάτων καί κυμάτων καί μέσα στήν ἐρημία τῶν μεγαλουπόλεων γιά νά κηρύξη «Ἰησοῦν Χριστόν καί τοῦτον ἐσταυρωμένον» (Α΄ Κορ. β΄, 2), μέ ὁσιακή, προφητική,  ἀποστολική καί μαρτυρική δύναμη καί ἐνέργεια.
.               Ἀπό τίς πολλές ἐπισκέψεις μου στήν Ἀμερική, ἀπό τήν ἐπικοινωνία μου μέ Ἡγουμένους τῶν Μοναστηριῶν πού ἐκεῖνος δημιούργησε καί μέ πολλούς λαϊκούς πού ἦταν δικά του πνευματικά παιδιά, ἔχω προσωπική γνώση τοῦ μεγάλου ἔργου πού ἐπιτέλεσε μέσα ἀπό τίς μοναστικές ἀδελφότητες, τίς ὁποῖες ἐκεῖνος δημιούργησε καί τίς κατηύθυνε μέ τόν ἀκοίμητο καθαρό νοῦ του.
.               Νομίζω, τά πνευματικά του παιδιά θά γράψουν γιά τό μεγάλο αὐτό ἔργο, πού γίνεται στήν Ἀμερική, μέ τό ὁποῖο δίνονται αὐθεντικά κριτήρια γιά νά διακρίνεται ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση ἀπό ἄλλες Χριστιανικές καί μή παραδόσεις.
.             Καί ὅλο αὐτό τό ἔργο ἐπιτελεῖται μέ σημεῖα καί θαύματα, πού συνοδεύουν πάντοτε τόν ἀποστολικό του λόγο, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ, πού εἶπε: «σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει· ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι· γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς· ὄφεις ἀροῦσι· κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν, οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει· ἐπὶ ἀρρώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι, καὶ καλῶς ἕξουσιν» (Μᾶρκ. ιστ’, 17-18).
.             Ἔτσι ὁ μακαριστός Γέροντας Ἐφραίμ ἦταν ἕνας προφήτης, ἰσαπόστολος, μάρτυρας καί ὅσιος καί ὡς τέτοιος εἰσῆλθε «εἰς τό κέντρον τῆς βασιλείας τοῦ σατανᾶ» καί δίδαξε ἕναν μοναχισμό καί χριστιανισμό πού «δέν ἀρέσει στόν διάβολο», ἀλλά ἀρέσει στόν Θεό.

3. «Ἡ Τέχνη τῆς σωτηρίας»

.             Ἀπό τότε πού ὁ Γέροντας Ἐφραίμ πῆγε στήν Ἀμερική δέν ἔχουμε συναντηθῆ. Δέν εἶχα τήν εὐλογία νά τόν ἐπισκεφθῶ στήν Ἱερά Μονή Ἀριζόνας. Ὅμως, εἶχα καί ἐξακολουθῶ νά ἔχω ἐπικοινωνία μέ δικά του πνευματικά παιδιά καί διά μέσου αὐτῶν ζητοῦσα τίς προσευχές του καί ἐκεῖνος μοῦ ἔστελνε διάφορους «προφητικούς λόγους» καί τήν ἀγάπη του.
.             Τοῦ ἔστελνα τά βιβλία πού ἐξέδιδα καί χαιρόταν. Μάλιστα χάρηκε ἰδιαίτερα γιά ἕνα ἀπό αὐτά, δηλαδή γιά τό πρῶτο βιβλίο πού ἔγραψα γιά τόν ἅγιο Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη, καί μοῦ ἔστειλαν ἀπό τήν Ἱερά Μονή Ἀριζόνας φωτογραφία πού κρατᾶ στά χέρια του αὐτό τό βιβλίο, ἔνδειξη ὅτι ἀγαποῦσε πολύ τόν ἅγιο Παΐσιο.
.             Μερικές φορές μίλησα τηλεφωνικά μαζί του, τοῦ ἐξέφρασα τήν ἀγάπη μου καί ζητοῦσα  τίς εὐχές του καί τήν ἀγάπη του γιά τήν διακονία μου. Ἡ μακαριστή Γερόντισσα Φωτεινή, Ἡγουμένη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας) εἶχε ἀλληλογραφία μαζί του, ὅπου φαίνεται ἡ ὅλη προσωπικότητα τοῦ π. Ἐφραίμ καί τό πῶς καθοδηγοῦσε τούς μοναχούς. Κάποτε θά δημοσιεύσω αὐτήν τήν ἀλληλογραφία.
.             Μοῦ ἔκανε δέ ἐξαιρετική ἐντύπωση ὅτι διά μέσου τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν μοῦ ζητοῦσε νά προλογίσω διάφορα βιβλία του, τά ὁποῖα ἐξέδιδε στήν ἀγγλική γλώσσα, ὅπως γιά παράδειγμα τό βιβλίο του μέ τίτλο «Ὁ Γέροντάς μου Ἰωσήφ, ὁ ἡσυχαστής καί σπηλαιώτης», πού περιλαμβάνει τίς ἐπιστολές τοῦ Γέροντός του Ἰωσήφ τοῦ Ἡσυχαστῆ. Ἐπειδή διακατεχόταν ἀπό ἐκκλησιαστικό φρόνημα, ἤθελε νά ἔχη πρόλογο ἀπό ἕναν Ἐπίσκοπο πού ἀγαπᾶ τόν μοναχισμό.
.             Ἀκόμη πιό μεγάλη ἐντύπωση μοῦ ἔκανε, ὅταν μοῦ ἔστειλε δακτυλογραφημένο τό βιβλίο του πού εἶχε σκοπό νά ἐκδώση μέ τίτλο «Ἡ τέχνη τῆς σωτηρίας» πού ἀποτελεῖται ἀπό ὁμιλίες πού ἔκανε στήν Ἱερά Μονή Φιλοθέου καί στήν Ἀμερική.  Μέ τήν ταπείνωση πού τόν διέκρινε μοῦ ζήτησε νά τό διαβάσω καί νά ἐντοπίσω τυχόν σημεῖα πού ἔπρεπε νά διορθωθοῦν, ὥστε νά μήν παρεκκλίνουν ἀπό τήν ὀρθόδοξη θεολογία. Τό διάβασα στήν πρόχειρη μορφή μέ πολύ μεγάλη ἔμπνευση καί τοῦ ἀπέστειλα μερικά σημεῖα πού θά μποροῦσε ὁ ἴδιος νά διορθώση.
.             Μετά ἀπό αὐτό μοῦ ἔστειλε γράμμα μέ τό ὁποῖο μοῦ ἔλεγε ὅτι ὄχι μόνο γίνονταν ἀποδεκτά ὅλα ὅσα τοῦ πρότεινα, ἀλλά μέ προέτρεψε νά κάνω καί ἄλλες τυχόν ἀλλαγές καί χωρίς νά τόν ἐνημερώσω νά τά ἀποστείλω κατευθείαν στό τυπογραφεῖο γιά ἔκδοση. Αὐτό δείχνει τήν ταπείνωση ἑνός μεγάλου ἐμπειρικοῦ Πατρός. Μέ παρακάλεσε δέ νά προλογίσω τό βιβλίο αὐτό στήν ἑλληνική γλώσσα.
.            Παραθέτω στήν συνέχεια τόν πρόλογο στό βιβλίο αὐτοῦ, πού γράφηκε τό 2003, δηλαδή πρίν 16 χρόνια, γιατί ἐκεῖ φαίνεται ἡ ἄποψή μου πού εἶχα γιά τόν Γέροντα Ἐφραίμ πρίν πολλά χρόνια. Ἔγραφα στόν πρόλογο:
.             «Αἰσθάνομαι ἰδιαίτερη καί ἐξαιρετική τιμή πού προλογίζω τόν πρῶτο τόμο τῶν ὁμιλιῶν τοῦ Γέροντος Ἐφραίμ, Προηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους, κατόπιν παρακλήσεως τοῦ ἰδίου καί τῶν πατέρων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου Ἀριζόνας τῆς Ἀμερικῆς. Καί αὐτή ἡ αἴσθηση τῆς τιμῆς ξεκινᾶ ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ Γέροντας Ἐφραίμ εἶναι πεπειραμένος διδάσκαλος τῆς νηπτικῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
.             Γνώρισα τόν Γέροντα Ἐφραίμ στό Ἅγιον Ὄρος καί μάλιστα τότε πού ἀσκεῖτο στήν Νέα Σκήτη καί διατηρῶ ἔντονα μέσα στήν μνήμη τῆς καρδιᾶς μου τήν εἰκόνα τοῦ φλογεροῦ ἀσκητοῦ πού εἶχε ἀδιάλειπτη μνήμη Θεοῦ, ἔμπνευση πνευματική. Πρόκειται γιά ἕναν ἀσκητή πού ἔζησε ἐμπειρικά τήν πνευματική ζωή καί γνώρισε ἐκ πείρας, τί εἶναι τά πάθη καί πῶς ὑπερβαίνονται, τί εἶναι ἡ θεοκοινωνία καί πῶς μπορεῖ κανείς νά τήν ἀποκτήση. Συγχρόνως, εἶναι ἕνας πεπειραμένος καί διακριτικός πνευματικός πατέρας καί ἐκφράζοντας τό ἐκκλησιαστικό του φρόνημα πού τόν διακρίνει, ὅπως καί κάθε πραγματικό ἡσυχαστή μοναχό, σέβεται καί τόν Ἐπίσκοπο τόν ὁποῖο παρακαλεῖ, μέ τήν ἄκρα ταπείνωσή του καί τό ἀταπείνωτο μεγαλεῖο του, νά προλογίση τίς ὁμιλίες του αὐτές.
.             Ὁπότε, βλέπουμε ἐδῶ τόν σύνδεσμο μεταξύ δύο χαρισμάτων μέσα στήν Ἐκκλησία, ἤτοι τῆς ζωῆς τοῦ μοναχοῦ καί τῆς διακονίας τοῦ Ἐπισκόπου. Καί αὐτό μοῦ θυμίζει ἔντονα τήν σχέση, ἀλλά καί τήν ταπείνωση, καί ὡς πρός τό σημεῖο αὐτό, μεταξύ τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καί τοῦ Ἐπισκόπου Εὐρίπου Ἱεροθέου, ὅπως φαίνεται στίς ἐπιστολές τῶν δύο πού δημοσιεύονται στήν ἀρχή τοῦ Συμβουλευτικοῦ ἐγχειριδίου, ἤτοι περί φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων.
.             Τά κείμενα, πού περιλαμβάνονται στό βιβλίο αὐτό, εἶναι ὁμιλίες πρός τούς μοναχούς καί μάλιστα σέ κοινοβιάτες, κυρίως, ἀπό ὅ,τι κατάλαβα, ὁμιλίες πρός τούς μοναχούς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πού εἶναι πνευματικά του παιδιά καί τά καθοδηγεῖ στήν πνευματική ζωή.
.             Τό κεντρικό γνώρισμα τῶν ὁμιλιῶν αὐτῶν εἶναι ὅτι συνδυάζουν τήν θεολογία μέ τήν ποιμαντική. Βεβαίως, ὅταν κάνω λόγο γιά θεολογία δέν ἐννοῶ τήν ἀκαδημαϊκή γνώση, πού εἶναι χρήσιμη σέ μερικές περιπτώσεις τῆς ἱστορικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τήν θεολογία ὡς χάρισμα, ὡς ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καί γνώση τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, ὡς γνώση τῶν ἀκτίστων ρημάτων, τά ὁποῖα στήν συνέχεια μεταφέρονται ὡς διδασκαλία μέ κτιστά ρήματα καί νοήματα.
.             Ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας Ἐφραίμ ἔκανε ὑπακοή σέ ἐξαγιασμένο Γέροντα, τόν Γέροντα Ἰωσήφ τόν ἡσυχαστή, ἔζησε τήν νοερά προσευχή, μέ τήν καθοδήγηση τοῦ ἐρημίτου καί ἡσυχαστοῦ αὐτοῦ Γέροντος, βίωσε τήν «πρώτη χάρη» καί στήν συνέχεια καί τήν «δεύτερη χάρη», ὅπως πολύ σοφά ἔλεγε ὁ Γέροντας Ἰωσήφ, καί ἔπειτα ἀπέκτησε τήν διάκριση τῶν πνευμάτων, πού εἶναι τό πραγματικό θεολογικό χάρισμα.
.             Αὐτή ἡ θεολογία γίνεται στήν συνέχεια ποιμαντική ἐπιστήμη πού προσφέρεται γιά τήν ποιμαντική καθοδήγηση τῶν πνευματικῶν παιδιῶν. Ὁπότε, ἕνας τέτοιος θεολόγος γνωρίζει ἀπό τήν πείρα του, ποιά ἦταν ἡ κατάσταση τοῦ Ἀδάμ πρό τῆς παρακοῆς καί τῆς πτώσεως, ἀφοῦ τότε βρισκόταν στόν φωτισμό τοῦ νοῦ· ποιές ἦταν οἱ φοβερές συνέπειες τῆς πτώσεως, ἀφοῦ ἀμαυρώθηκε τό κατ’ εἰκόνα, σκοτίσθηκε ὁ νοῦς καί διαστρεβλώθηκαν ὅλες οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς, οἱ ὁποῖες ἀπέκτησαν τήν παρά φύση κίνησή τους, μέ ἀποτέλεσμα νά δημιουργηθοῦν τά πάθη ὅπως τά γνωρίζουμε ἐμεῖς σήμερα. Στήν συνέχεια, ἕνας τέτοιος θεολόγος γνωρίζει τήν ἀσκητική- νηπτική- ἡσυχαστική μέθοδο, ἤτοι τήν ὑπακοή, τήν νήψη, τήν προσευχή, τήν νοερά ἡσυχία, διά τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἐλευθερώνεται ἀπό τήν κυριαρχία τοῦ διαβόλου, τοῦ θανάτου καί τῆς ἁμαρτίας καί ἀποκτᾶ τήν κοινωνία μέ τόν Θεό «ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ», φθάνει μάλιστα μέχρι τήν θέατῆς δόξης τοῦ Θεοῦ στήν ἀνθρώπινη σάρκα τοῦ Λόγου, πού εἶναι ὁ Παράδεισος.
.             Φαίνεται, λοιπόν, ὁ στενός σύνδεσμος μεταξύ θεολογίας καί ποιμαντικῆς, μεταξύ πνευματικῆς γνώσεως καί ποιμαντικῆς διακονίας τῶν ἀνθρώπων. Μόνον ὅσοι ἔχουν γνώση τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ ἐμπειρικά, μποροῦν νά βοηθήσουν τούς ἀνθρώπους νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τήν κυριαρχία τῶν παθῶν, τοῦ διαβόλου καί τοῦ θανάτου, πού συνιστᾶ τήν ἀληθινή ποιμαντική τῆς Ἐκκλησίας. Ἄν δέν ἔχη κανείς αὐτές τίς προϋποθέσεις, τότε ὁμιλώντας θά κάνη ὡραιολογία ἀντί θεολογία καί αἰσθητική ἀντί ἀσκητική.
.           Μέσα στά πλαίσια αὐτά κινοῦνται καί οἱ ὁμιλίες τοῦ Γέροντος Ἐφραίμ. Καί ὅπως γίνεται ἀντιληπτό, τό ὑλικό τό ὁποῖο χρησιμοποιεῖ, προέρχεται ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, πού εἶναι ὁ λόγος τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων, τῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων τοῦ ἀσάρκου καί σεσαρκωμένου Λόγου· ἀπό τά κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν διαδόχων τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν φορέων τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἐμπειρίας τῆς Πεντηκοστῆς· ἀπό τό Γεροντικό καί τά Συναξάρια τῆς Ἐκκλησίας, στά ὁποῖα φαίνεται ἡ ζωή τῶν πραγματικῶν καί ἐξαγιασμένων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, πού ταυτόχρονα εἶναι τά μέλη, ὄχι τοῦ μυστικοῦ, ἀλλά τοῦ πραγματικοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ· καί ἀπό διηγήσεις ἀπό καί γιά ἐξαγιασμένους ἀσκητές τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Καί πάνω ἀπό ὅλα, τά κείμενα αὐτά πλάθονται μέσα στήν προσωπική ἐμπειρία τοῦ Γέροντος Ἐφραίμ, γι’ αὐτό καί προσφέρονται μέ αὐθεντικότητα, ἁπλότητα, ἠρεμία, πραότητα, πού εἶναι καρποί τῆς ὀρθοδόξου ἡσυχίας.
.             Διάβασα τίς ὁμιλίες αὐτές πού δημοσιεύονται στόν πρῶτο αὐτόν τόμο, μέ προσοχή καί προσευχή, τίς περισσότερες μέσα στήν ἡσυχία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Κοιμήσεως Θεοτόκου τῆς Ἀμπελακιωτίσσης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μου. Διαβάζοντας τά κείμενα αὐτά ὠφελήθηκα πνευματικά, μοῦ δημιουργήθηκε κατάσταση προσευχῆς. Καί τό κυριότερο, εἶδα νά παρουσιάζεται πῶς ἦταν ὁ ἄνθρωπος πρό τῆς πτώσεως, ποῦ ἔφθασε μετά τήν πτώση του καί πῶς μπορεῖ νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τό κράτος τοῦ θανάτου.
.             Πράγματι, οἱ ὁμιλίες αὐτές εἶναι ζωντανές, ἀφυπνιστικές, δημιουργοῦν ἔμπνευση καί μετάνοια, πού εἶναι τά γνωρίσματα μιᾶς ἀληθινῆς ὀρθοδόξου διδαχῆς. Οἱ ὁμιλίες αὐτές, ὅπως συμβαίνει καί μέ λόγους ἀνθρώπων πού ἔχουν τό Ἅγιον Πνεῦμα καί ἀπέκτησαν κοινωνία μέ τόν Χριστό διά τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας, δίνουν τήν αἴσθηση ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ὁμιλοῦντος κινεῖται πέρα ἀπό τά ἀνθρώπινα καί προσανατολίζουν τόν ἀναγνώστη σέ μιά ἄλλη αἴσθηση τῶν πραγμάτων, πέρα ἀπό τήν ἐνέργεια τῶν παθῶν καί τοῦ θανάτου μέ ὅλη τήν πνευματική σημασία τῆς λέξεως καί καταστάσεως αὐτῆς.
.             Ὅταν τέλειωσα τήν ἀνάγνωση τῶν ὁμιλιῶν αὐτῶν ἦλθε στόν νοῦ μου τό χωρίο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Μηδείς ὑμᾶς καταβραβευέτω θέλων ἐν ταπεινοφροσύνῃ καί θρησκείᾳ τῶν ἀγγέλων, ἅ μή ἑώρακεν ἐμβατεύων, εἰκῆ φυσιούμενος ὑπό τοῦ νοός τῆς σαρκός αὐτοῦ, καί οὐ κρατῶν τήν κεφαλήν, ἐξ οὗ πᾶν τό σῶμα διά τῶν ἁφῶν καί συνδέσμων ἐπιχορηγούμενον καί συμβιβαζόμενον αὔξει τήν αὔξησιν τοῦ Θεοῦ» (Κολ. β΄, 18-19).
.               Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐδῶ κάνει λόγο γιά μιά κατάσταση τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πού ἀναφερόταν στήν θρησκεία τῶν ἀγγέλων καί σέ ὁράματα πού προέρχονταν ἀπό τόν σαρκικό πεπτωκότα ἄνθρωπο. Ὅμως μποροῦμε νά ἰσχυρισθοῦμε ὅτι καί σήμερα ὑπάρχουν πολλές θρησκεῖες ἀγγέλων – δαιμόνων, πού στηρίζονται στήν φυσίωση τοῦ νοῦ τῆς σαρκός, σέ διανοήματα φανταστικά, σέ ὁράματα δαιμονικά καί σέ κοινωνιολογικά σχήματα καί ὄχι στήν αὐθεντική διδασκαλία πού εἶναι ἀπόρροια τῆς συνδέσεως μέ τόν Χριστό, τήν κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας. Ὁπότε, ἰσχύει καί ἐδῶ ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Εἰ οὖν ἀπεθάνετε σύν τῷ Χριστῷ ἀπό τῶν στοιχείων τοῦ κόσμου, τί ὡς ζῶντες ἐν κόσμῳ δογματίζεσθε;» (Κολ. β΄, 20).
.             Ζώντας σέ μιά τέτοια ἐκκοσμικευμένη κοινωνία πού πολλές φορές ἐπηρεάζει καί τήν ἐκκλησιαστική κατάσταση πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε ταπεινά καί μέ ὅλες τίς ὀρθόδοξες ἐκκλησιαστικές προϋποθέσεις, πού περιγράφουν οἱ διδασκαλίες τῶν ἁγίων, τῶν πραγματικῶν μελῶν τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, νά συνδεόμαστε στενά μέ τήν κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι ὁ Χριστός, καί ὡς μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ νά τρεφόμαστε ἀπό τήν κεφαλή, νά συγκροτούμαστε ἀπό αὐτήν καί νά αὐξανόμαστε πνευματικά, δηλαδή ἡ ὅλη ὕπαρξή μας νά «αὔξη τήν αὔξησιν τοῦ Θεοῦ». Ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας πρέπει νά εἶναι νά αὐξανόμαστε κατά Θεόν καί νά προχωροῦμε ἀπό τήν πτωτική κατάστασή μας μέχρι τόν Παράδεισο, ἀπό τήν ἐξάρτησή μας στόν διάβολο μέχρι τήν θεώση, πού εἶναι ἡ αὔξηση τοῦ Θεοῦ.
.             Σέ αὐτήν τήν πνευματική αὔξηση συντελοῦν καί οἱ ὁμιλίες αὐτές τοῦ Γέροντος Ἐφραίμ, οἱ ὁποῖες μοῦ θύμισαν, ὄχι μόνον μιά αὐθεντική μοναχική διδασκαλία, ἀλλά καί τό «πνεῦμα» τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὅπως τό συνάντησα τήν δεκαετία τοῦ ’60 καί ’70, καί ὅπως τό συναντῶ καί σήμερα σέ ἐξαγιασμένους ἁγιορεῖτες μοναχούς πού ζοῦν τήν ἀσκητική – ἡσυχαστική ζωή.
.             Αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη νά εὐχαριστήσω τόν σεβαστό Γέροντα Ἐφραίμ γιά τούς κόπους πού κατέβαλε νά ἀποκτήση τήν γνώση τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας εὔχυμος καρπός εἶναι οἱ ὁμιλίες αὐτές, καί τόν παρακαλῶ νά προσεύχεται καί γιά μένα καί γιά ὅλους ὅσοι ἀσχολούμαστε μέ τήν ποιμαντική διακονία τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νά μή χάσουμε τόν βαθύτερο καί οὐσιαστικότερο σκοπό τῆς ποιμαντικῆς διακονίας πού εἶναι νά ὁδηγοῦμε τούς ἀνθρώπους, πρωτίστως τόν ἑαυτό μας, ἀπό τό κατ’ εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωση, ἀπό τόν σκοτασμό τοῦ νοῦ στόν φωτισμό καί τήν θέωση. Γιατί, πρέπει νά τό ἀντιληφθοῦμε καλά ὅτι ὁ Χριστιανισμός δέν ἔχει σκοπό ἁπλῶς νά ἐξασκῆ ἕνα κοινωνικό ἔργο, ἀλλά κατά τόν εὔστοχο λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης “Χριστιανισμός ἐστί τῆς θείας φύσεως μίμησις”» (Αὔγουστος 2003).

*

.             Ὁ Γέροντας Ἐφραίμ ὁ Ἁγιορείτης, ὁ Ἀριζονίτης καί ὁ Οἰκουμενικός διδάσκαλος τῆς ἡσυχίας, ἀπεδείχθη, ὅπως μοῦ εἶπε ἕνας εὐλογημένος μοναχός καί ὅπως φάνηκε ἀπό ὅσα ἔγραψα προηγουμένως, ὅσιος ἀσκητής, μέ ἡσυχαστική παράδοση καί ζωή, ἰσαπόστολος τοῦ Χριστοῦ πού φώτισε τήν Ἀμερική μέ τόν ἡσυχαστικό Ἀθωνικό μοναχισμό, μάρτυρας διότι πολέμησε τίς ποικιλώνυμες σατανικές δυνάμεις, ἀλλά καί προφήτης διότι μέ τόν διορατικό του νοῦ ἔβλεπε τά προβλήματα πού ὑπάρχουν στήν σημερινή ἐποχή μεταξύ τῶν Χριστιανῶν καί τά ἀντιμετώπιζε «ἐν πνεύματι καί δυνάμει» Ἠλιού τοῦ Προφήτου. Ὁ Θεός θά στηρίζη τά ἔργα τῶν χειρῶν του, τά Μοναστήρια του πού μέ κόπο τά δημιούργησε καί τά καθοδήγησε.
.             Ταπεινά ζητῶ τίς εὐχές του καί τίς προσευχές του πρός τόν Κύριο γιά ὅλους τούς ὀρθοδόξους Χριστιανούς, κληρικούς καί λαϊκούς, μεταξύ τῶν ὁποίων καί γιά τήν ἐλαχιστότητά μου. Ἡ μνήμη του θά παραμείνη αἰώνια στούς ἀνθρώπους πού τόν ἀγάπησαν, ἀλλά κυρίως στήν μνήμη τῆς Ἐκκλησίας.

Δεκέμβριος 2019

,

Σχολιάστε

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΜΟΝΗ

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΜΟΝΗ
τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2210, 01.12.2019
ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.               Ὁ ἄνθρωπος! Χῶμα τῆς γῆς, «ὡσεὶ χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ». Σὰν τὸ χορτάρι ἡ ζωή του, σὰν τὸ λουλούδι τοῦ ἀγροῦ ἀνθίζει. Ἔπειτα, ἕνα ἁπλὸ φύσημα τοῦ ἀνέμου… καὶ χάνεται, «καὶ οὐκ ἐπιγνώσεται ἔτι τὸν τόπον αὐτοῦ» (Ψαλ. ΡΒ´ [102] 15, 16).
.              «Χθιζοὶ γάρ ἐσμεν» (Ἰὼβ η´9). Χθεσινοὶ εἴμαστε. Κάποια στιγμὴ ὁ κύκλος τῆς ζωῆς θὰ σβήσει.Ἕνα πετραδάκι στὸν ὠκεανὸ τῶν καιρῶν. Στὸν 21ο αἰώνα, στὸ ἔτος 2019. Καὶ περιμένουμε Χριστούγεννα. Περιμένουμε;
.             Ἂν εἶχαν τὰ βουνὰ φωνὴ καὶ τὰ ἄστρα ἂν μιλοῦσαν, θὰ φώναζαν:
–Ἀκοῦστε, ἄνθρωποι! Ποιοί εἶστε; Ποῦ εἶστε; Τί περιμένετε; Περιμένετε;
.               Γυρίστε πίσω!… Κοιτάξτε στὸ βάθος, στρέψτε τὸ βλέμμα σας ἐκεῖ καὶ τότε. Ἐκεῖ… Στὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ! Τότε… Στὴν πρώτη αὐγὴ τοῦ κόσμου!
.             Τότε ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ δημιουργοῦ φλεγόμενο τὸ βέλος τῆς φλογερῆς Του ἀγάπης. Μὲ τὴν ὑπόσχεση ὅτι θὰ ἔρθει κάποτε ὁ Λυτρωτής, θὰ τσακίσει τὸ κεφάλι τοῦ φιδιοῦ, θὰ δώσει τὴν χαρὰ στὸν κόσμο. Δεῖτε τὸ βέλος νὰ σκίζει σφυρίζοντας τὸν ἄνεμο, νὰ διασχίζει τὰ ἀτέλειωτα χρόνια, νὰ προσπερνάει αἰῶνες καὶ χιλιετίες, νὰ σημαδεύει τὴν ἱστορία μηνώντας: Ἔρχεται!
.               Κοιτάξτε πίσω! Μὴ σᾶς τρομάζουν ὑψωμένοι θρόνοι, οἱ προτομὲς τῶν αὐτοκρατόρων, οἱ ἐκθαμβωτικὲς φάλαγγες τῶν στρατευμάτων τους. Τὸ βέλος ἐκεῖνο ξέσχισε τὰ σπλάχνα τους, διαπέρασε τὰ πανύψηλα τείχη τους, θέρισε τὶς φάλαγγες, συνέτριψε τοὺς ἀγέρωχους θρόνους.
.               Σὲ κάθε κάστρο ποὺ ἔπεφτε, φώναζε: Ἔρχεται! Στὰ συντρίμμια κάθε θρόνου ἔγραφε: «Ἔρχεται»! Καὶ τότε κάθε σκληρὴ καὶ ἀλύγιστη προτομὴ ἔσκυβε ταπεινὰ καὶ ψιθύριζε κι αὐτή: «Ἔρχεται»!
.               Ὅμως δίπλα σὲ κάθε ἐρειπωμένο τεῖχος, κοντὰ σὲ κάθε συντετριμμένο θρόνο, πλάϊ σὲ κάθε ἐξαίσιο βασιλικὸ πτῶμα ἕνας ψίθυρος ἀκουγόταν: «Πότε, Κύριε;».
.               Τὰ χρόνια περνοῦσαν, οἱ αἰῶνες διαδέχονταν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, οἱ χιλιετίες σὰν παραλάμβαναν τὴν σκυτάλη ἄκουγαν: «Ἔρχεται»! Μὰ ὅταν τὴν παρέδιδαν προσεύχονταν τρεμουλιαστά: «Πότε Κύριε;».
.               Ἦταν ἡ περίοδος τῆς μεγάλης ἀναμονῆς. Τῶν Ἑβραίων μὰ καὶ ὅλων τῶν λαῶν. Διότι, ὅπως εἶχε προφητεύσει ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, ὁ ἐρχόμενος θὰ ἦταν λιοντάρι· «καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν» (Γεν. μθ΄[49]10). Λιοντάρι ποὺ τὸ περίμεναν ὅλοι οἱ λαοί.
.               Πόσες γενιές, πόσοι ἄνθρωποι, πόσα ἔθνη!… Ὅλοι ἀνάμεσα στὴν βεβαίωση τοῦ φλεγόμενου βέλους: «Ἔρχεται»! Καὶ στὸ πονεμένο ἐρώτημα: «Πότε, Κύριε;».
.               Μέχρι τὴν νύχτα ἐκείνη ποὺ τὸ βέλος σφηνώθηκε σὲ μία σπηλιά. Ὁ χρόνος τῆς ἀναμονῆς συμπυκνώθηκε. Λυγίζοντας τοὺς οὐρανοὺς μέσα ἀπὸ τὰ πανάγια σπλάχνα τῆς ὑπερευλογημένης Μαριάμ, κλαυθμύρισε ὁ Ἀναμενόμενος στὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ. Αὐτός, ὁ Δημιουργὸς τῶν πάντων.
.               Πόθοι, προσδοκίες, ἀναμονὴ αἰώνων καὶ χιλιετιῶν, ἀναπαάθηκαν στὴν φάτνη! Τὴ μία καὶ μοναδική! Καὶ εἶπαν: Ἦρθες ἐπιτέλους! «Ἦλθες καὶ ἔσωσας ἡμᾶς»!
.               Δύο χιλιετίες μετά, στὸ κατώφλι δραματικῶν, καθὼς φαίνεται, ἐξελίξεων, στεκόμαστε οἱ ἄνθρωποι, οἱ πιστοὶ χριστιανοί, καὶ προσμένουμε Χριστούγεννα. Ἀπ᾽ τὴν μεγάλη τῶν χιλιετιῶν ὣς σὲ μία μικρή, λίγων μονάχα ἡμερῶν, ἀναμονή.
.               Προσμένουμε. Μέσα σὲ θόρυβο πολύ, σὲ ἐντυπώσεις φανταχτερές, μὲ τὰ τηλέφωνα στὰ χέρια, μὲ τὰ αὐτιά, τὴν ἀκοὴ νὰ εἶναι στραμμένη στοῦ κόσμου τούτου τὴν ὀχλοβοή. Καὶ ἡ γιορτὴ κάπου ἐκεῖ στὸ βάθος τῶν θορύβων ξεχασμένη, μέσα στὰ φῶτα τὰ πολύχρωμα χαμένη.
.               Χῶμα τῆς γῆς, «χθιζοί ἐσμεν», λουλούδια τοῦ ἀγοριοῦ, σκιά, μία πέτρα, λίγοι κύκλοι μὲς στὸν μεγάλο ὠκεανὸ τῶν ἀδυσώπητων καιρῶν. Τοῦ χρόνου, τέτοιον καιρὸ ποῦ θά ᾽μαστε; Ἂν εἴμαστε, ἂν θὰ προσμένουμε Χριστούγεννα καὶ πάλι, δὲν γνωρίζουμε. Σκιὰ ἡ ζωή μας, «ὡσεὶ χόρτος» οἱ ἡμέρες μας.
.               Ἂν εἶχαν τὰ βουνὰ φωνὴ καὶ τὰ ἄστρα ἂν μιλοῦσαν, τοῦτο ἴσως θὰ ἔλεγαν σὲ ἐμᾶς:
– Ἦρθε ὁ μεγάλος ἀναμενόμενος!
.               Ἦρθαν, ἔφτασαν γιὰ μία χρονιὰ ἀκόμη τὰ Χριστούγεννα. Λίγες ἡμέρες μεγάλης ἀναμονῆς. Μεγάλης ὄχι χρονικῶς, ἀλλὰ διότι μεγάλο εἶναι καὶ ἀσύλληπτο τὸ γεγονός: Ἦρθε ὁ Θεὸς κοντά μας! Εἶναι κοντά μας! Χριστούγεννα!
.               Ἑτοιμαστεῖτε λοιπὸν στὶς λίγες μέρες τῆς μεγάλης τούτης ἀναμονῆς. Γιὰ νὰ γιορτάσετε ἀληθινὰ Χριστούγεννα ἐφέτος.
.               Γιὰ νὰ γεμίσει μὲ χαρά, μὲ αἰώνια χαρὰ ἡ ζωή σας.
.               Νὰ μὴν πεθάνετε ποτέ!

, ,

Σχολιάστε

Η ΣΥΓΚΥΠΤΟΥΣΑ καὶ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ (Κυριακὴ Ι´ Λουκᾶ)

Η ΣΥΓΚΥΠΤΟΥΣΑ καὶ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ
Κυριακὴ Ι´ Λουκᾶ
(Λουκ. ιγ´ 10-17)
Σωτήριος Δεσπότης, Καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν

ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Κυριακοδρόμιο»
(Γραπτὰ Κηρύγματα βιβλικῶν Θεολόγων)
ἐκδ. «Ἄρτος Ζωῆς»,
Ἀθῆναι 2011, σελ. 107-112

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

[…] Στὴν τελευταία ἐμφάνισή του σὲ Συναγωγὴ ὁ κεχρισμένος Μεσσίας τελειώνει ἔμπρακτα τὴν προφητεία ποὺ εἶχε «προγραμματικὰ» διακηρύξει. Ἐντὸς τῆς σύναξης τῶν Ἰουδαίων, ἀντὶ τῆς Τορὰ καὶ τῶν Προφητῶν, ἀλλὰ καὶ ἀντὶ τοῦ ἑαυτοῦ του, τοποθετεῖ τὸ καταρρακωμένο ἀνθρώπινο πρόσωπο. Κυριολεκτικὰ καὶ μεταφορικὰ ἀνυψώνει μία γυναίκα συγκύπτουσα ἀπὸ τὸ βάρος τῶν βιολογικῶν, κοινωνικῶν καὶ θρησκευτικῶν ἀγκυλώσεων, ἕνα πλάσμα πληγωμένο στὴν καρδιὰ καὶ στὸ σῶμα, αἰχμάλωτο στὸ πονηρὸ Πνεῦμα ἐπὶ 18 ὁλόκληρα χρόνια.
.           Ὅπως μὲ ἔμφαση τονίζει ὁ ἰατρὸς Εὐαγγελιστής, ἡ γυναίκα αὐτὴ ἐπὶ 18 ἔτη δὲν μποροῦσε νὰ σηκώσει τὸ κεφάλι της εἰς τὸ παντελές. Αὐτὴ καὶ μόνο ἡ σημείωση προκαλεῖ τὸν ἀναγνώστη νὰ ἀναλογιστεῖ τὸ δράμα αὐτῆς τῆς γυναίκας. Δὲν μποροῦσε νὰ ὑψώσει τὸ βλέμμα της στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ ἀπολαύσει τὸν ἥλιο, τὰ ἀστέρια, τὸν κόσμο τοῦ σύμπαντος καὶ νὰ δοξολογήσει ἔτσι τὸν Θεό. Δὲν μποροῦσε νὰ ἀτενίσει κατάματα στὸ πρόσωπο τὸν συνάνθρωπό της. Ἀντίθετα ἔβλεπε τοὺς πάντες νὰ τὴν κοιτοῦν ἀφ’ ὑψηλοῦ σὲ θέση ἰσχύος. Ἡ ἴδια ἦταν καταδικασμένη νὰ κοιτᾶ τὸ χῶμα, καὶ νὰ βιώνει τὸ θάνατό της. Δὲν ἦταν ὅμως μόνον τὸ ἀνατομικὸ πρόβλημα, ἡ «ἀγκυλοποιητικὴ σπονδυλίτιδα», ποὺ βάρυνε τὶς πλάτες της. Ἦταν ἡ κοινωνικὴ ἀπαξίωση καθὼς ἕνα πλάσμα, ποὺ παύει νὰ ἔχει τὴν ὄρθια στάση, χάνει τὴν ἀνθρώπινη εἰκόνα καὶ ταυτότητα καὶ παρομοιάζεται μὲ τὰ κτήνη τῆς γῆς. Μπορεῖ νὰ φανταστεῖ κανεὶς τὰ εἰρωνικὰ σχόλια τῶν παιδιῶν ἀλλὰ καὶ τὰ διαπεραστικὰ βλέμματα τῶν μεγαλυτέρων, ὅταν αὐτὴ ἡ γυναίκα ἀποφάσιζε νὰ δραπετεύσει ἀπὸ τοὺς τέσσερεις τοίχους τῆς οἰκίας της. Ἦταν ὅμως καὶ θρησκευτικὰ περιθωριοποιημένη καθὼς ἡ ἀρρώστια της δὲν ἀποδίδεται ἁπλὰ σὲ βιολογικὰ αἴτια, ἀλλὰ στὴν κατοχή της ἀπὸ ἕνα πονηρὸ πνεῦμα. Γιὰ τοὺς συμπολίτες της ἡ συγκύπτουσα ἦταν μία δαιμονισμένη, καὶ ἡ παρουσία της προκαλοῦσε φόβο, ἐνοχὲς καὶ ἀποστροφή.
.           Παρόλο τὸ βάρος ποὺ σηκώνει αὐτὴ ἡ «Εὔα», τολμᾶ νὰ ὁδηγεῖ τὰ βήματά της τὸ Σάββατο στὴ Συναγωγή. Ἐκεῖ εὑρισκόμενη προφανῶς σὲ μία γωνία, καθότι ἦταν καὶ γυναίκα, εὐφραινόταν μόνον μὲ τὴν ἀκοὴ τοῦ παρακλητικοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, καθότι ἡ ὀπτική της ἐπαφὴ καὶ μὲ τὸν Θεὸ στὸν οὐρανὸ καὶ τοὺς ἑρμηνευτὲς τοῦ Νόμου του στὴ γῆ ἦταν ἀδύνατη. Γι’ αὐτὸ καὶ μαγνητίζει πάνω της τὸ βλέμμα καὶ τὸ ἄγγιγμα τοῦ Μεσσία. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλα θαύματα, ποὺ τέλεσε ὁ Ἰησοῦς, οὔτε ἡ ἴδια ἡ πάσχουσα τὸν παρακαλεῖ νὰ τὴν θεραπεύσει, ἀλλὰ οὔτε καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀπαιτεῖ ἀπὸ αὐτὴν πίστη στὸ πρόσωπό του. Ἡ γυναίκα ἔχει συμβιβαστεῖ πλέον μὲ τὸ πρόβλημά της, ἀφοῦ ὁ Θεὸς ἐπὶ 18 χρόνια σκοπίμως ἀνέβαλλε τὴ θεραπεία της, καὶ ὁ Ἰησοῦς γνωρίζει ὅτι ἡ ἴδια ἡ παρουσία αὐτῆς τῆς γυναίκας στὴ Συναγωγὴ ἀποτελεῖ τὸ μεγαλύτερο τεκμήριο ἐμπιστοσύνης καὶ πίστης στὸ Θεό. «Ἐκεῖνοι ποὺ πρωτίστως καὶ κυρίως φροντίζουν γιὰ τὴν ψυχή, θὰ εὕρουν ἀπὸ τὸ, Χριστό, ἂν ὄχι τὴν πλήρη θεραπεία, τουλάχιστον ὅμως τὴν ἀνακούφιση καὶ τὴν παρηγοριὰ καὶ στὶς σωματικές τους ἀσθένειες» (Π. Τρεμπέλας).

[…]

.               Ὁ ἀρχισυνάγωγος δὲν ταράζεται συνεπῶς ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἰησοῦ διότι ἁπλὰ διαταράσσεται ἡ «τάξη τῆς θείας Λειτουργίας», ἀλλὰ ἐπειδὴ τίθεται μέσα στὴν ἴδια τὴ Συναγωγὴ ὑπὸ ἀμφισβήτηση αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ συνεκτικὸς ἱστὸς τῆς ἰουδαϊκῆς κοινωνίας, ποὺ εἶχε ἐξυφανθεῖ ἔντεχνα ἀπὸ τοὺς πολιτικοθρησκευτικοὺς ἡγέτες γιὰ νὰ προστατεύει πρώτιστα τὰ συμφέροντά τους. Ὁ Ἰησοῦς, χρησιμοποιώντας σκληρὴ γλῶσσα, στρέφεται πρὸς τὸν ἐκπρόσωπο τοῦ Νόμου καὶ χαρακτηρίζει ὄχι μόνον αὐτόν, ἀλλὰ ὅλους τοὺς ὁμοίους του, ὡς ὑποκριτές, δηλ. θεατρίνους. Πάνω σὲ αὐτὴν τὴν τόσο φιλάνθρωπη καὶ μοναδικὴ γιὰ ὅλους τοὺς λαοὺς τῆς Μεσογείου ἐντολή, ποὺ ἔδινε τὴ δυνατότητα στὸ σκληρὰ ἐργαζόμενο ἄνθρωπο, στὰ ὑποζύγια, καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴ φύση νὰ ἀναπαυθοῦν καὶ νὰ ἀναπνεύσουν τὸν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας, οἱ ραβίνοι εἶχαν συσσωρεύσει ἕνα σωρὸ (39 συγκεκριμένα) νομολογίες. Οἱ ἴδιοι βέβαια εἶχαν ἐφεύρει τρόπους νὰ καταστρατηγοῦν αὐτὴν τὴν ἐντολή, ὄχι μόνο στὴν περίπτωση ποὺ δέχονταν ἐπίθεση ἀπὸ ἀλλοεθνεῖς, ἀλλὰ καὶ ὅταν θίγονταν τὰ συμφέροντά τους. Ὅριζαν τὸν ἀριθμὸ τῶν κόμπων ποὺ ὄφειλε νὰ λύνει κανεὶς αὐτὴ τὴν ἡμέρα, ἐνῶ ἀπαγόρευαν νὰ γίνονται ἰάσεις μὴ θανάσιμων ἀσθενειῶν. Ἐνῶ ἰσχυρίζονταν ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ποτίζει κανεὶς ὁ ἴδιος τὰ ὑποστατικά του, θεωροῦσαν ὅτι μπορεῖ νὰ τὰ «ἀπελευθερώσει» ἀπὸ τὴ φάτνη καὶ νὰ τὰ ὁδηγήσει σὲ πηγὲς γιὰ νὰ μὴ στερηθοῦν τὸ ζωτικὸ γιὰ τὴν ὕπαρξή τους νερό. Στὴν περίπτωση ὅμως τῆς γυναίκας, ποὺ ἦταν 18 ἔτη δεμένη ἀπὸ τὸ Σατανᾶ, δείχνουν ἀναλγησία. Γι’ αὐτὸ μὲ πολὺ χαρακτηριστικὸ μάλιστα τρόπο ὁ Ἰησοῦς γκρεμίζει τὸ φαρισαϊκὸ «αὐτείδωλο» καὶ πλήττει καίρια τὸν εὐσεβισμὸ τῶν νομομαθῶν, ὀνομάζοντας τὴ γυναίκα ὡς θυγατέρα τοῦ Ἀβραὰμ (Δ´ Μακ. 15,28), κάτι ποὺ θὰ πράξει ἀντιστοίχως καὶ γιὰ τὸν ἀρχιτελώνη Ζακχαῖο. Σημειωτέον ὅτι ὡς τέκνα τοῦ Πατριάρχη αὐτοονομάζονταν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἐκλεκτοὶ Φαρισαῖοι, οἱ ὁποῖοι καθημερινὰ εὐχαριστοῦσαν τὸν Θεό, ποὺ δὲν τοὺς ἔπλασε οὔτε εἰδωλολάτρη, οὔτε γυναίκα, οὔτε ἀμαθῆ.
.               Τὸ ἐρώτημα βέβαια τοῦ ἀρχισυναγώγου εἶναι λογικό: Δὲν μποροῦσε ὁ Ἰησοῦς νὰ θεραπεύσει κάποια ἄλλη μέρα τὴ γυναίκα καὶ νὰ μὴν τραυματίσει ἔτσι μία ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ; 18 ὁλόκληρα χρόνια βασανιζόταν ἡ γυναίκα. Δὲν θὰ μποροῦσε νὰ περιμένει μία μέρα ἀκόμη; Προφανῶς ὁ Ἰησοῦς μὲ τὴν ἐνέργειά του ἤθελε νὰ ἐπιδείξει τὸ ἀληθινὸ νόημα τοῦ Σαββάτου. Ἤθελε νὰ διδάξει ὅτι ἡ ἀνάπαυση τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἰδίου κατὰ τὴν ἕβδομη ἡμέρα δὲν ἦταν μία ἀπαθὴς νιρβάνα. Ὁ Θεὸς συνεχίζει καὶ τὴν ἕβδομη ἡμέρα νὰ συντηρεῖ τὸν κόσμο καὶ νὰ ἐπισκέπτεται ἰδιαίτερα τους πληγωμένους καὶ βασανισμένους. Γι’ αὐτὸ καὶ τόνισε ὅτι τὸ Σάββατον διὰ τὸν ἄνθρωπον ἐγένετο καὶ οὐχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ Σάββατον (Μκ. 2,27). Ὁ Ἰησοῦς ἤθελε ἐπιπλέον νὰ φανερώσει ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι Κύριος τοῦ Σαββάτου, ἀφοῦ κοντά του μπορεῖ νὰ βρεῖ ἀνάπαυση κάθε πεφορτισμένος ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἐθνικότητα καὶ τὸ φύλο του (Ἰω. 5,17). Ὅλοι οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, ποὺ δὲν γνώριζαν καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ τηρήσουν ὅλες αὐτὲς τὶς διατάξεις, εἶχαν ὑποστεῖ πνευματικὰ τὴν ἀγκύλωση, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔπασχε σωματικὰ καὶ ἡ συγκύπτουσα. Στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ βλέπουν καὶ αὐτοὶ ὡς συγκύπτοντες τὸν ἐλευθερωτή τους, γι’ αὐτὸ καὶ στὸ τέλος τῆς ἀφήγησης ἀγάλλονται ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἐνδοξοις τοῖς γινομένοις ὑπ᾽ αὐτοῦ. […]

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ καὶ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ-2

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ
ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ
-Β´-

τοῦ Ἰωάννη Ν. Μαρκᾶ,
πτυχιούχου Θεολογίας Α.Π.Θ. (M. Th.)
Ὁμιλία στὸν Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἀμαρουσίου 06.11.2019

Μέρος Α´: ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ καὶ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ-1

.             Ἀλλὰ ἂς ἐπιστρέψουμε στὴ θεϊκὴ ἐντολή, τῆς τοῦ ἀνθρώπου πλάσεως, κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ καθ’ ὁμοίωσιν. Κι ἂς ἀποδομήσουμε τὸ ἕωλο καὶ φαιδρὸ ἐπιχείρημα τῆς ἐποχῆς μας περὶ δῆθεν ὑπάρξεως τρίτου φύλου. Γράφει λοιπὸν ὁ θεόπτης προφητάναξ Μωυσῆς στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως, κατὰ τρόπο ρητό, μὴν ἀφήνοντας περιθώρια παρερμηνείας, σὲ ὅ, τι ἀφορᾶ τὸ φύλο τοῦ ἀνθρώπου: «καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς.» [24] . Νὰ λοιπὸν ἡ κατεδάφιση αὐτοῦ τοῦ καινοφανοῦς θεωρήματος, διὰ τοῦ θεοπνεύστου λόγου τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἄνδρα καὶ γυναίκα ἐποίησε τὸν ἄνθρωπο ὁ Θεός, θὰ μᾶς πεῖ μὲ ἀπόλυτο τρόπο ὁ Μωυσῆς. Καὶ ἤδη ἀνιχνεύσαμε πιὸ πάνω, μὲ τὴν ἀρωγὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, τὸ λόγο ὕπαρξης τῶν δύο φύλων. Καὶ ἔρχεται κι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς νὰ ἐπικυρώσει τὰ λεχθέντα τοῦ ἁγίου Νύσσης καὶ νὰ ἐπαναλάβει πὼς ὁ λόγος δημιουργίας ἀρσενικοῦ καὶ θηλυκοῦ, ἦταν ἡ ἀγαπητικὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος, χάρη στὴν προγνωστική του δύναμη, γνώριζε πρὸ καταβολῆς κόσμου ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρόκειται νὰ πέσει στὴν παράβαση καὶ στὸ ἐπιτίμιο τοῦ θανάτου καὶ ἔτσι κατ’ αὐτὸν τὸν σοφότατο τρόπο ἔδωσε διέξοδο στὸ θέμα τῆς διαιώνισης τοῦ ἀνθρωπίνου γένους [25] .
.            Εἶναι ἀξιοσημείωτο δέ, σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸ Νέο Θεολόγο, πὼς αὐτὴ ἡ διευκρίνιση τῶν δύο φύλων δίδεται προτοῦ ἀκόμη δημιουργηθεῖ ἡ Εὔα, γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι βρίσκεται στὴν πλευρὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ συνυπάρχει ἐξ ἀρχῆς μαζί του [26]. Ἔτσι λοιπὸν ὁ Θεὸς ἔκρινε πὼς «οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθὸν κατ᾽ αὐτόν.» [27]. Καὶ ποιὸς ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ βοηθὸς αὐτοῦ; Μήπως θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι κάποιο ἀπὸ τὰ ζῶα; Ὄχι φυσικά, διότι κατὰ τὴ διαδικασία τῆς ὀνοματοδοσίας τῶν ζώων «τῷ δὲ Ἀδὰμ οὐχ εὑρέθη βοηθὸς ὅμοιος αὐτῷ.» [28] Αὐτὸ ἐκτιμοῦμε, πὼς ἀποτελεῖ κι ἕνα δυνατὸ ἐπιχείρημα ἐνάντια καὶ στὴ διαστροφὴ τῆς κτηνοβασίας ἢ τῆς ἀρρωστημένης κτηνοφιλίας-συντροφικότητας μὲ ζῶα, ποὺ ἐπικρατεῖ σήμερα στὸν χρεωκοπημένο πνευματικὰ δυτικὸ κόσμο καὶ ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ἑπόμενο κάστρο-ἀτομικῶν δικαιωμάτων ποὺ πρέπει νὰ πέσει.
.            Στὸ σημεῖο λοιπὸν αὐτό, ὅλοι οἱ ἅγιοι ἑρμηνευτὲς τονίζουν ἰδιαιτέρως τὴ μοναξιὰ ποὺ ἔνιωθε ὁ Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο καὶ τὴν ἄμεση ἀνταπόκριση τοῦ Θεοῦ σὲ αὐτὴ τὴν ἔλλειψη. Καὶ τί ἔπραξε ὁ Θεὸς κατὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρες γιὰ νὰ λύσει τὸ πρόβλημα τῆς ἐλλείψεως συντροφικότητας τοῦ Ἀδάμ; Δὲν δημιούργησε ἕναν «δεύτερο Ἀδάμ», ἄνθρωπο τοῦ ἰδίου φύλου δηλαδή, ἀλλὰ δημιούργησε αὐτὸ ποὺ θὰ τὸν συνεπλήρωνε ψυχοσωματικά. Κι αὐτὸ τὸ δημιούργημα ἦταν ἡ γυναίκα! Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ἀνατέμνει καὶ ἀποδεικνύει, κατὰ τρόπο ἀξονικό, τὸ ἄρτιον καὶ ἰσχυρόν τοῦ ψυχοσωματικοῦ δεσμοῦ μεταξὺ ἄνδρα καὶ γυναίκας. Μᾶς λέει λοιπόν, πὼς το μυστικὸ αὐτοῦ τοῦ πανίσχυρου δεσμοῦ κρύβεται στὸν τρόπο δημιουργίας τῆς γυναίκας. Διότι, ὁ Θεὸς στὴν περίπτωση τῆς Εὕας δὲν ἔλαβε χῶμα, ὅπως ἔπραξε στὴν περίπτωση τοῦ Ἀδάμ, ἀλλὰ πῆρε μία ἀπὸ τὶς πλευρὲς τὶς δικές του καὶ τὴ χρησιμοποίησε ὡς βάση καὶ θεμέλιο γιὰ τὴ γυναικεία φύση [29]. Κι αὐτὸ τὸ ἔκανε, ὄχι λόγῳ ἔλλειψης κάποιας ὕλης, ἄλλωστε καὶ μόνο ἡ βούληση-προσταγὴ τοῦ Θεοῦ ἔφτανε γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ κάτι ἐκ τοῦ μηδενός, ἀλλὰ ἐπειδὴ θέλησε νὰ τοποθετήσει τὸ δεσμό τους στὴ φύση τῆς ὁμόνοιας [30].
.            Συμπληρωματικὲς πληροφορίες ἐπ’ αὐτοῦ μᾶς δίνει κι ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος Πηλουσιώτης [31], ὁ ὁποῖος αἰτιολογεῖ ἀκόμα καὶ τὸ λόγο ποὺ τὸ νεώτερο δημιούργημα ἔλαβε τὸ ὄνομα γυνή, ἐξηγώντας μὲ ἁπλοϊκὸ τρόπο πὼς ἡ ρίζα τῆς λέξης γυνὴ προέρχεται ἀπὸ τὴν γονή. Τούτη ἡ ἑρμηνεία προκύπτει, διότι ἡ γυνὴ ἔγινε ἀπὸ τὸν ἄνδρα της [32], ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ τὴν κάνει γόνιμη, μέσα ἀπὸ τὴ φυσικὴ διαδικασία ἑνώσεως μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικός. Ἡ προαγωγὴ αὐτὴ τῆς ἕνωσης ὁδηγεῖ στὴν παιδοποιία καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ τῆς γονιμότητας, αὐτοὶ ποὺ γενοῦν παιδιὰ λέγονται γονεῖς. Ἑπομένως, κάνοντας μία ἐπικαιροποίηση αὐτῆς τῆς ἑρμηνευτικῆς προσέγγισης ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰσίδωρο, ὡς γονεῖς δὲν μποροῦν νὰ ὀνομάζονται ὁποιοιδήποτε, εἰ μὴ μόνον ἐκεῖνοι ποὺ μέσα ἀπὸ τὴ νόμιμη κατὰ Θεὸν ψυχοσωματικὴ ἕνωση, παράγουν μὲ τρόπο φυσικὸ τέκνα. Κι αὐτὸ τὸ προνόμιο τὸ ἔχουν μόνο τὰ ἑτερόφυλα ζεύγη κι ὄχι τὰ ὁμόφυλα, ποὺ στὴν ἐποχή μας ζητοῦν ἀναιδῶς καὶ ἀνερυθριάστως νὰ διαταράξουν ἀκόμα καὶ αὐτὴ τὴ φυσικὴ σχέση ἀνατροφῆς γονέων-παιδιῶν.
.            Ἔπλασε συνεπῶς τὴ γυναίκα ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἴδιος ἀκολούθως «ἤγαγεν αὐτὴν πρὸς τὸν Ἀδάμ.» [33]. Αυτή ἡ κίνηση τοῦ Θεοῦ, νὰ φέρει ὁ ἴδιος τὴ γυναίκα καὶ νὰ τὴν τοποθετήσει ὡς βοηθὸ-σύντροφο πλάι στὸν ἄνδρα, σὲ συνδυασμὸ καὶ μὲ ὅσα ἀναλύθηκαν ἀνωτέρω, καταδεικνύει καὶ τὴν ἑρμηνεία τοῦ ἑπόμενου στίχου τῆς Γενέσεως, σχετικὰ μὲ τὸν στενὸ δεσμὸ τοῦ ἄνδρα μετὰ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπέρκειται παντὸς ἄλλου συγγενικοῦ δεσμοῦ, ἀκόμη κι αὐτοῦ μεταξὺ τῶν γονέων καὶ τῶν τέκνων. Καὰ σφραγίδα τούτης τῆς ἀνωτερότητας, ποὺ ἔχει αὐτὸς ὁ δεσμός, εἶναι τὸ ὀντολογικὸ γεγονὸς πὼς «ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν.» [34]. Όλα αὐτὰ ἔχουν διαχρονικὴ σημασία γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὀντολογία καὶ ζωή, κάτι ποὺ πιστοποιεῖται κι ἀπὸ τὸ γεγονὸς πὼς ἐπικαιροποιήθηκαν μετὰ τὴν ἔλευση τοῦ Λυτρωτῆ καὶ Σωτήρα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅταν δηλαδή οἱ ὀντολογικὲς αὐτὲς προϋποθέσεις περιελήφθησαν ὡς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας στὸ Μέγα Μυστήριο τοῦ Γάμου, ὅπου καλεῖται πλέον τὸ ἀνδρόγυνο ζεῦγος τῆς μετὰ Χριστὸν ἐποχῆς, νὰ μὴν ἐξαντλεῖ αὐτὴ τὴν ἑνότητα σὲ μία ἀφηρημένη ψυχοσωματικὴ ὁλοκλήρωση, ἀλλὰ νὰ προαχθεῖ μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ φτάσει στὴν πνευματικὴ ὁλοκλήρωση καὶ ἑνότητα, νὰ ἁγιάσει καὶ νὰ καταστήσει ἀμόλυντη τὴν κοίτη τοῦ γάμου καὶ ἐν τέλει τὸ ζεῦγος νὰ καταξιωθεῖ νὰ γίνει «ἕνα ἐν Χριστῷ» [35]!
.             Τίποτα λοιπὸν ἀπὸ τὸ Θεὸ δὲν ἀφέθηκε στὴν τύχη του στὸ θέμα τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀπόδειξη τρανὴ εἶναι αὐτὴ ἡ ψυχοσωματικὴ ὁλοκλήρωση ἀνάμεσα στὰ δύο φύλα. Καὶ πράγματι, ὅσον ἀφορᾶ τὸ ψυχικὸ κομμάτι, ὁ δυναμισμὸς καὶ ἡ τραχύτητα τοῦ ἄνδρα συνεπληρώθησαν ἀπὸ τὴν τρυφερότητα καὶ τὴν εὐαισθησία τῆς γυναίκας. Ἀλλὰ καὶ σωματικά, ἡ συμπλήρωση μεταξὺ τῶν δύο φύλων εἶναι ἐξ ἴσου θαυμαστή, καθότι ὁ πάνσοφος Δημιουργός, ποὺ ἐποίησε τὰ πάντα «καλὰ λίαν» [36], φρόντισε μέχρι καὶ τὴν τελευταία λεπτομέρεια στὸ θέμα τῆς ἀνθρώπινης φυσιολογίας. Ἔτσι λοιπόν, ἐὰν θελήσουμε νὰ γίνουμε ἀκόμα πιὸ παραστατικοί, ἡ σωματικὴ ἕνωση μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς κινεῖται μὲ ἀπολυτότητα στὸ κατὰ φύσιν τῆς Δημιουργίας καὶ τοῦτο διότι, μὲ βάση τὶς ἀρχὲς τῆς ἀνθρώπινης φυσιολογίας, τὰ γενετήσια ὄργανα τῶν δύο φύλων ἐπιφέρουν μὲ πᾶσαν ἀκρίβεια τὸ «εἰς σάρκα μίαν» καὶ ἀτράνταχτο ἀποδεικτικὸ στοιχεῖο αὐτῆς τῆς φυσικότατης πράξεως εἶναι, ὅπως ἀναφέραμε ἤδη, ἡ προαγωγὴ ποὺ ἔχουμε ὡς ἀποτέλεσμα μὲ τὴ διαιώνιση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἀσφαλῶς ἐννοεῖται ὅτι αὐτὴ ἡ γενετήσια πράξη, δὲν ἀφορᾶ μόνο τὸ σωματικὸ πεδίο, ἀλλὰ ἔχει καὶ τὶς εὐεργετικὲς ψυχικὲς-συναισθηματικὲς διαστάσεις, ὅταν τὸ ζευγάρι ζεῖ καὶ δρᾶ κατὰ Θεόν.
.             Ἀντιθέτως σὲ μία ὁμοφυλοφιλικὴ πράξη, τὰ ἄτομα τοῦ ἴδιου φύλου παραβιάζουν πρωτίστως αὐτὴ τὴν ἴδια τὴν ἀνθρώπινη φυσιολογία, ἀπὸ τὴ στιγμὴ πού, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς σεξουαλικῆς ἐπαφῆς ὑποκρίνονται ἢ φαντασιώνονται τὸ ἀνύπαρκτο-ἀντίθετο φύλο ἀπὸ τὸ δικό τους. Μέσα ἀπὸ τὴν ἐξαπάτηση τοῦ ἴδιου τους τοῦ ἑαυτοῦ, προσπαθοῦν νὰ πείσουν καὶ νὰ πειστοῦν ὅτι δῆθεν ἐμφιλοχωρεῖ ἕνα «τρίτο φύλο», τὸ ὁποῖο ὅμως ὀντολογικὰ-κατασκευαστικὰ εἶναι παντελῶς ἀνύπαρκτο καὶ φανταστικό. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἡ σεξουαλικὴ πράξη μεταξὺ δύο ἀτόμων τοῦ ἰδίου φύλου θεωρεῖται ὡς παρὰ φύσιν μίξη, ἡ ὁποία ἱκανοποιεῖ μόνο τὴ σαρκικὴ πλεονεξία τοῦ ἀτόμου. Οὐσιαστικὰ πρόκειται γιὰ μετάλλαξη τῆς φυσικῆς σχέσης, θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὅπου οἱ ἄνδρες ἀφήνουν τὴ φυσικὴ χρήση τῆς γυναίκας καὶ ἀντιστοίχως οἱ γυναῖκες ἀφήνουν τὴ φυσικὴ χρήση τοῦ ἀνδρα [37].
.             Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς μετάλλαξης, συνεχίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, παραβιάζει κατάφωρα τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος παρήγγειλε ξεκάθαρα τὰ δύο ἕτερα φύλα, ὁ ἄνδρας καὶ ἡ γυναίκα, νὰ γίνουν ἕνα. Καὶ γίνονται ἕνα, μέσα ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τῆς συνουσίας, ὁπότε καὶ ἑνώνονται τὰ φύλα μεταξύ τους κατὰ τρόπο πραγματικὸ καὶ φυσικό. Καταστρέφοντας, ἢ μᾶλλον διαστρέφοντας ὅμως τὴν ἐπιθυμία αὐτὴ ὁ διάβολος καὶ μεταφέροντάς την μὲ ἄλλο τρόπο στὴν ὁδὸ τοῦ παρὰ φύσιν, κατόρθωσε, ὄχι μόνο νὰ μὴν ὑπάρχει ἕνωση, ἀλλὰ νὰ ξεχωρίσει τὰ φύλα, ἀντίθετα ἀπὸ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ἀντὶ νὰ πραγματώνεται τὸ «ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μία», δηλαδὴ οἱ δύο φύσεις νὰ εἶναι σάρκα μία, ὁ διάβολος χωρίζει τὴ μία φύση σὲ δύο σάρκες. Αυτή ἀκριβῶς ἡ παραφροσύνη φέρνει σὲ τέτοιο σημεῖο τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο νὰ ὁμολογήσει πὼς ἡ πορνεία κατὰ φύσιν δὲν εἶναι τίποτα μπροστὰ στὴν παρὰ φύσιν πορνεία, ἤτοι τὴν ὁμοφυλοφιλία. Τεκμηριώνει δὲ αὐτὸ τὸν ἰσχυρισμό του λέγοντας πὼς ἡ κατὰ φύσιν πορνεία, τουλάχιστον, ὅπως φανερώνει καὶ τὸ ὄνομά της, δὲν παραβιάζει τοὺς νόμους τῆς φύσης, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ὁμοφυλοφιλία ποὺ τοὺς ἰσοπεδώνει. Κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, ἡ ἀνθρώπινη φύση ὑποβιβάζεται ἀκόμη καὶ κάτω ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα, γιατί πουθενὰ δὲν ὑπάρχει τέτοια σχέση σὲ αὐτά, ἀλλὰ ἡ φύση τους γνωρίζει καλὰ τοὺς δικούς της νόμους.
.             Δὲν εἶναι τυχαῖο ἑπομένως ποὺ το σύνολο τῶν Ἁγίων Πατέρων χαρακτηρίζει τὸ ἁμάρτημα τῆς ὁμοφυλοφιλίας ὡς μιαρὸ βδέλυγμα, ποὺ δὲν ἐπιδέχεται εὔκολα συγχώρηση [38], ἐπιβεβαιώνοντας τὸ ἁγιογραφικὸ χωρίο «βδέλυγμα Κυρίῳ διεστραμμέναι ὁδοὶ» [39]. Ἔχοντας ὡς γνώμονα ὅμως τὰ ὅσα ἀναλύθηκαν μέχρι τώρα γιὰ τὴν ὁμοφυλοφιλία, ἀντιλαμβάνεται κανεὶς πὼς ὅλη αὐτὴ ἡ αὐστηρότητα ποὺ ἐπέδειξαν οἱ Ἅγιοι, ὅλων τῶν αἰώνων, ἀπέναντι σὲ αὐτὴ τὴ διαστροφή, ὑπῆρξε πέρα γιὰ πέρα δικαιολογημένη, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ ἕνα ἁμάρτημα πού:
α. βλασφημεῖ τὸν ἴδιο τὸν Δημιουργό,
β. διαστρέφει τὴ βασικὴ ἀρχὴ τῆς δημιουργίας περὶ ἀνθρώπου, ἀπορρίπτοντας τὴν ἀνθρώπινη ὀντολογία καὶ φυσιολογία καὶ ἀντιβαίνοντας ὅλους τοὺς φυσικοὺς νόμους,
γ. προκαλεῖ διάλυση τοῦ κόσμου καὶ τῆς παραδοσιακῆς οἰκογένειας, μεταβάλλοντας τὰ κατὰ φύσιν σὲ παρὰ φύσιν [40],
καὶ
δ. παρουσιάζει παραπλανητικῶς τὰ παρὰ φύσιν ὡς μία κατὰ φύσιν πτυχὴ τῆς ἀνθρώπινης ὀντολογίας.

Γ΄ ΜΕΡΟΣ: ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ
Στενὴ σχέση νεοσατανισμοῦ καὶ ὁμοφυλοφιλίας

.             Εἶναι γεγονὸς ἀδιαμφισβήτητο στὴν Ὀρθόδοξη χριστιανικὴ ἐμπειρία καὶ παράδοση, πὼς κάθε ἁμαρτία, μικρὴ ἢ μεγάλη, ἔχει ὡς πάτρωνά της τὸν ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου, δηλαδὴ τὸν ἴδιο τὸ διάβολο. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης μᾶς δίνει μὲ ἀφοπλιστικὴ ἀμεσότητα τὸ περίγραμμα αὐτῆς τῆς συνάφειας λέγοντας πώς, «ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστίν, ὅτι ἀπ᾽ ἀρχῆς ὁ διάβολος ἁμαρτάνει.» [41]. Επομένως, ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτία ἐκχωρεῖ τὸ αὐτεξούσιό του στὸν πονηρό, μὲ τραγικὸ ἀποτέλεσμα νὰ καταντᾶ δοῦλος τῶν παθῶν του. Στην πραγματικότητα, ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν ἅγιο Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο, μολύνεται καὶ αἰχμαλωτίζεται ἀπὸ τὸν πονηρὸ ψυχοσωματικὰ καὶ ἔτσι μετατρέπεται σὲ ἕνα παλαιό, βδελυρό, ἀκάθαρτο καὶ θεομάχο πλάσμα, τὸ ὁποῖο ὄχι μόνο δὲν ὑποτάσσεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ βλέπει καὶ ἀκούει μόνο κατὰ τρόπο πονηρό, κινεῖται συνεχῶς πρὸς τὸ πονηρό, μὲ μία ψυχὴ ποὺ σκέφτεται μόνο τὰ πονηρά [42].
.             Καὶ ἐὰν ὅλα αὐτὰ ἰσχύουν γιὰ τὰ κατὰ φύσιν (πάντα μὲ τὴν ὀργανικὴ ἔννοια) ἁμαρτήματα, πολὺ περισσότερο ἰσχύουν γιὰ τὰ λεγόμενα παρὰ φύσιν, ὅπως ἡ ὁμοφυλοφιλία. Γιὰ αὐτὸ καὶ στὰ περισσότερα πατερικὰ κείμενα, ἡ ὁμοφυλοφιλία ειναι ταυτισμένη μὲ τὸν ὅρο ἀκολασία, λόγῳ αὐτῆς τῆς ἀχαλίνωτης μανίας ποὺ ἐκπηγάζει ἀπὸ τὸ σφοδρὸ πάθος και μεταβάλλει τὸν ἄνθρωπο σὲ δαιμονισμένο. Ἐπ’ αὐτοῦ γιὰ παράδειγμα, ὁ ὅσιος ἀσκητὴς Νεῖλος σημειώνει πὼς ἡ ἀκολασία κάνει τὴν ψυχὴ θηλυπρεπῆ, τὴ μολύνει καὶ τὴν ἡγεμονία (τῆς ψυχῆς) τὴ μετατρέπει σὲ ἀτιμωτικὴ δουλεία [43]. Πρόκειται δηλαδὴ περὶ μίας καθαρᾶς δαιμονικῆς ἐξαρτήσεως, ὅπου οἱ ἄνθρωποι ἐξομοιώνονται πνευματικῶς μὲ τοὺς χοίρους, καὶ σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ὄχι μόνο διατελοῦν ὑπὸ τὴν ἐξουσία τῶν δαιμόνων, ἀλλὰ καὶ κατακρημνίζονται [44].
.             Τώρα, μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτά, τὸ κριτικὸ ἐρώτημα ποὺ ἀνακύπτει εἶναι: Πῶς αὐτὴ ἡ πραγματικὰ θεομίσητη καὶ βδελυρὴ ἁμαρτία ἐπανῆλθε κατὰ τρόπο πανηγυρικὸ στὴν ἐποχή μας, ἔτσι ποῦ νὰ ζητάει ἀποκατάσταση περισσότερη κι ἀπὸ αὐτὴ ποῦ εἶχε στὶς προχριστιανικὲς κοινωνίες;
.             Σὲ προηγούμενη ἑνότητα ἔγινε μία πρώτη ἀναφορὰ σκοπίμως, στὴ συμβολὴ τοῦ Λουθήρου, ὡς πρὸς τὴν ἀμνήστευση τῆς ἁμαρτίας στὸ λεγόμενο δυτικὸ κόσμο. Ἡ «θεολογικὴ» αὐτὴ κατοχύρωση τῆς ἐφάμαρτης ζωῆς, ὡς μίας ὀντολογικῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, εἶχε ὡς συνέπεια νὰ καλλιεργηθεῖ μὲ τὸν καιρὸ στὴν αἱρετικὴ Δύση ἕνα ἀντιχριστιανικὸ καὶ ἀντιευαγγελικὸ φρόνημα, ἐνῶ παράλληλα ὅπως τονίσαμε, ὑποβιβάστηκε ὁ διάβολος ἀρχικὰ σὲ μία ἡμιφανταστικὴ σφαίρα, κάτι ποὺ συνετέλεσε κι αὐτὸ μὲ τὴ σειρά του στὸ νὰ χάσουν τὴν ἐπαφὴ οἱ ἄνθρωποι μὲ τὴ χριστιανικὴ παράδοση καὶ νὰ μὴν μποροῦν νὰ διακρίνουν ὑπὸ ποίων πνευμάτων ὁδηγοῦνται, στερούμενοι πάσης ἐμπειρίας γύρω ἀπὸ τὰ τεχνάσματα καὶ τὶς μεθοδεῖες τοῦ πονηροῦ.
.            Ὅλα αὐτὰ ὁδήγησαν στὴν ἐκ βάθρων ἀλλοτρίωση τῆς χριστιανικῆς Εὐρώπης, ἡ ὁποία, μὴ ἔχοντας πλέον τὴν παραμικρὴ γεύση τῆς ἐμπειρίας τοῦ Ἀκτίστου, ἐξόρισε σταδιακὰ τὸ Θεάνθρωπο καὶ στὴ θέση τοῦ τοποθέτησε τὸν Εὐρωπαῖο ἄνθρωπο, ὅπως θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἅγιος τοῦ καιροῦ μας Ἰουστίνος Πόποβιτς [45]. Ἔπειτα δὲ ἀπὸ τὴν ἐπικράτηση τοῦ δαιμονικοῦ πνεύματος τοῦ Διαφωτισμοῦ, ἡ αἱρετικὴ Δύση ἔκανε ἕνα βῆμα παραπέρα καὶ ἐπιβιβάστηκε ἐπισήμως στὶς ράγες του νεοσατανισμοῦ, μὲ ὅλα ὅσα τὸ κίνημα αὐτὸ πρεσβεύει:
ἀγνωστικισμὸς καὶ ἀθεΐα, μὲ καλύτερη ἐναλλακτικὴ πρόταση τὸν ἀποκρυφιστικὸ πανθεϊσμό,
φαινομενικὴ ἀμφισβήτηση τῆς ὕπαρξης τοῦ διαβόλου,
θεὸς ὁ ἄνθρωπος (deus est homo).
.            Κυριότερο ὅμως σύνθημα, ποὺ υἱοθέτησε ἡ ἀποστατοῦσα Δύση ἐκ τῆς φαρέτρας τοῦ νεοσατανισμοῦ, ὑπῆρξε τὸ περιφημο « κ ά ν ε ὅ, τ ι θ έ λ ε ι ς », ποὺ ἐξέφρασε πρῶτος ἐκ τῶν κορυφαίων, ἂν ὄχι ὁ κορυφαῖος, ἐκπρόσωπος τοῦ ἀποκρυφισμοῦ καὶ «μεσσίας» τῆς κίνησης τοῦ νεοσατανισμοῦ, ὁ Ἄγγλος Αleister Crowley [46].
.            Ἡ ἁπλὴ αὐτὴ φράση, ποὺ ἠχεῖ τόσο σαγηνευτικὰ καὶ ἀκίνδυνα στὰ αὐτιὰ ὅλων, ἀποτελεῖ τὴν κεντρικὴ ἰδέα τοῦ περίφημου «συμβόλου τῆς πίστεως» ποὺ συνέταξε ὁ Crowley, τὸ ὁποῖο μὲ τὴ σειρά του ἀποτελεῖ μέρος τῆς «Γνωστικῆς Λειτουργίας», δηλαδὴ τῆς «Λειτουργίας τοῦ Σατανᾶ», ἐπίσης δημιούργημα τοῦ ἰδίου, στὸ συγγραφικό του ἔργο το «Βιβλίο τοῦ Νόμου» (1904). Μὲ βάση τὸ κείμενο αὐτό, ὁ Crowley ἐκθέτει τὶς ἀντιλήψεις του περὶ ἀνθρώπου, διακηρύσσοντας πὼς δὲν ὑπάρχει κανένας Θεὸς-νομοθέτης, στὸν ὁποῖο ὀφείλει ὁ ἄνθρωπος νὰ κάνει ὑπακοή, ἀλλὰ «Θεὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος» καὶ τὸ οὐσιαστικὸ σὲ αὐτὸν τὸ «θεὸ» εἶναι τὸ θέλημά του. Κι αὐτὸ διότι, στὸ σατανικὸ νόμο τοῦ Crowley δὲν ὑπάρχει καμμία δέσμευση, κανένας νόμος ἔξω ἀπὸ τὸ προσωπικὸ θέλημα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ ἐν δυνάμει σατανιστή. Ἡ πρώτη καὶ μόνη ἐντολὴ εἶναι: Do what you will, that shall be the whole of the law, δηλαδή κάνε ὅ,τι θέλεις, αὐτὸς εἶναι ὅλος ὁ νόμος [47].
.             Ἐνδιαφέρον ὅμως παρουσιάζουν καὶ οἱ ἀπόψεις τοῦ Crowley γύρω ἀπὸ τὴ σεξουαλικότητα, καθότι ὁ ἴδιος ὅπως φαίνεται μέσα ἀπὸ τὸ νεοσατανισμὸ προωθοῦσε καὶ τὴν παράλληλη κίνηση τοῦ πανσεξουαλισμοῦ. Στὸ «Βιβλίο τοῦ Νόμου», σὲ ἕνα ἀπόσπασμα, ἀναφέρεται τὸ ἑξῆς: «ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀγαπᾶ ὅπως θέλει- ἐπίσης γεμίστε μὲ ἀγάπη ἀνάλογα μὲ τὴ θέλησή σας, ὅπως θέλετε, ὅποτε, ὅπου καὶ μὲ ὅποιον θέλετε!». Ἀκόμα κι ὁ πανθεϊσμὸς τοῦ Crowley κατανοεῖται ὡς σεξουαλικὴ τάση ζωῆς, ἀφοῦ γίνεται λόγος γιὰ «θεϊκὴ σεξουαλικότητα» ὡς ἔκφραση τῆς ζωτικῆς δύναμης. Σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τῆς «θέλησης», κανένας δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίσει τὴν «ἔκφραση» αὐτῆς τῆς «ζωτικῆς δύναμης», μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο θελήσει κανεὶς νὰ ἀσκήσει αὐτὴ τὴ σεξουαλικότητα καὶ μὲ ὁποιοδήποτε ἄτομο κρίνει ὅτι πρέπει νὰ τὸ κάνει [48] ! Ὁ ἴδιος ὁ Crowley ὑπῆρξε πιστὸς ἀκόλουθος τοῦ πανσεξουαλικοῦ αὐτοῦ μανιφέστου, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ συμμετεῖχε σὲ σεξουαλικὰ ὄργια, ἔχοντας ἀναρίθμητες σχέσεις, τόσο μὲ γυναῖκες, ὅσο καὶ μὲ ἄνδρες. Δὲν εἶχε κανένα πρόβλημα νὰ διακηρύξει πὼς οἱ σεξουαλικὲς διαστροφὲς εἶναι πράξεις σεξουαλικῆς μαγείας [49].
.             Ὁ Crowley δὲν ἔκανε τίποτα παραπάνω ἀπὸ τὸ νὰ ἀκολουθήσει την ἀντιστροφὴ τῆς ἠθικῆς, ποὺ ὑπόσχεται ὁ Σατανᾶς στοὺς πιστούς του, μέσα ἀπὸ τὴν ὀργιαστικὴ διονυσιακὴ κατανόηση τοῦ «θεϊκοῦ» καὶ τὴν ἀπολυτοποίηση τῆς ἡδονῆς. Καὶ μὲ τὸ νόμο του, ἀφοῦ ἔχρισε θεὸ τὸν ἄνθρωπο, ἔκανε λόγο γιὰ δύναμη, μία δύναμη χωρὶς ἀναστολές, ὅρους καὶ ὅρια. Ὁ νόμος λοιπὸν αὐτὸς ἀναγνωρίζει ἀπόλυτη ἐλευθερία στὸν «ἰσχυρότερο», μὲ τὴν προτροπὴ τῆς ἐπιβολῆς καὶ τῆς μὴ ὑποχώρησης, μέχρι νὰ ἐπιτύχει κανεὶς αὐτὸ ποὺ θέλει [50]. Εἶναι προφανὲς πὼς ἄμεσος στόχος τοῦ Crowley ἦταν νὰ πλήξει τὴ χριστιανικὴ ἠθική. Γι᾽ αὐτὸ κι ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητές του, ὁ φυσικὸς Jack Parson, ἐπιτέθηκε μὲ σφοδρότητα στὴ χριστιανικὴ ἠθική, μέσα ἀπὸ ἕνα βιβλίο-μανιφέστο ποὺ ἔγραψε γιὰ τὸν Ἀντίχριστο: «Τέλος στὶς δουλικὲς ἀρετὲς καὶ στοὺς προληπτικοὺς περιορισμούς. Τέλος στὴν ἠθικὴ τῶν σκλάβων (δηλαδὴ στὴ χριστιανικὴ ἠθική)… καὶ τέλος στὸν περιορισμὸ καὶ στὴν ἀπαγόρευση, γιατί ἐγώ, ὁ Ἀντίχριστος, ἦρθα σὲ σᾶς καὶ κηρύττω τὸ λόγο τοῦ Θηρίου 666, ποὺ λέγει: Δὲν ὑπάρχει κανένας νόμος, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἐσὺ θέλεις. Θὰ ὁδηγήσω ὅλους τοὺς ἀνθρώπους στὸ νόμο τοῦ Θηρίου 666 καὶ στὸ νόμο του θὰ κυριεύσω τὸν κόσμο» [51].
.             Λίγο προτοῦ κλείσουμε κι αὐτὴ τὴν ἐνδιαφέρουσα ἑνότητα, θὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ προβοῦμε σὲ μία-δύο παρατηρήσεις. Κατ᾽ ἀρχὴν φαίνεται ξεκάθαρα πὼς μέσα ἀπὸ τὴν κίνηση τοῦ νεοσατανισμοῦ προωθήθηκε ἡ λεγόμενη σεξουαλικὴ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ σταδιακὴ νομιμοποίηση ὅλων τῶν σεξουαλικῶν διαστροφῶν, ἀνάμεσά τους καὶ ἡ ὁμοφυλοφιλία [52]. Εἶναι χαρακτηριστικὸ πὼς στὴ «Σατανιστικὴ Βίβλο», ποὺ χρησιμοποιεῖται στὴν ἐκκλησία τοῦ Σατανᾶ, ἀναφέρεται ρητά, στὰ πλαίσια τοῦ τελετουργικοῦ, ὅτι: «ὁ σατανισμὸς πράγματι συνηγορεῖ στὴ σεξουαλικὴ ἐλευθερία, ἀλλὰ μόνο μὲ τὴν πραγματικὴ σημασία τῆς λέξης… ὁ σατανισμὸς ἀποδέχεται κάθε μορφὴ σεξουαλικῆς δραστηριότητας ποὺ ἱκανοποιεῖ σωστὰ τὶς ἀτομικὲς ἐπιθυμίες -εἴτε εἶναι ἑτεροφυλοφιλικές, ὁμοφυλοφιλικές, ἀμφισεξουαλικὲς ἢ ἀκόμα καὶ τὴν ἀποχή, ἐφ᾽ ὅσον αὐτὸ ἐπιλέγεις. Ὁ σατανισμὸς ἐπίσης ἐπικυρώνει κάθε εἴδωλο ἢ παρεκτροπὴ ποὺ θὰ προάγει τὴ σεξουαλικὴ ζωὴ» [53].
.             Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἀντεστραμμένη ἠθική τῆς ἐκκλησίας τοῦ Σατανᾶ βασίζεται σὲ ἐντολὲς τοῦ τύπου: «ὁ Σατανᾶς ἐνσαρκώνει τὴν ἀπόλαυση ἀντὶ τῆς ἐγκράτειας», ἢ «ὁ Σατανᾶς βλέπει τὸν ἄνθρωπο ὡς ἕνα ἄλλο ζῶο, ποὺ μερικὲς φορὲς εἶναι καλύτερο, συχνὰ ὅμως χειρότερο ἀπὸ ἄλλα τετράποδα» [54]. Ἐδῶ, σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ἔχουμε τὴ δικαίωση τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ὅταν λέει πὼς ἡ ἀκολασία ὁδηγεῖ τὴν ἀνθρώπινη φύση κάτω ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα, μέσα ἀπὸ τὴν παραδοχὴ τοῦ ἴδιου τοῦ Σατανᾶ γιὰ τὸ πῶς βλέπει τὸν ἄνθρωπο, ὅταν τὸν ἐξουσιάζει. Και ἕνα τελευταῖο σχόλιο, γιὰ τὴ δύναμη διεκδίκησης ποὺ προβάλλει ὁ νόμος τοῦ Crowley ἐπὶ παντὸς εἴδους διαστροφῆς. Ἐκτιμοῦμε πὼς εὔκολα μποροῦμε νὰ ἐπικαιροποιήσουμε τὶς προτροπές του, μὲ βάση τὰ ὅσα βλέπουμε νὰ συμβαίνουν στὴν ἐποχή μας. Ἡ κάθε διαστροφὴ πλέον νομιμοποιεῖται μέσῳ τῆς ἰσχυρῆς κρατικῆς ἐπιβολῆς, ἡ ὁποία δὲν ὑποχωρεῖ ἐνώπιον οἱασδήποτε διαμαρτυρίας, ἀπὸ ὅπου κι ἂν προέρχεται. Ὅπως θὰ μᾶς πεῖ κι ὁ μεγάλος ἀγωνιστὴς τῆς Ὀρθοδοξίας, ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, «τίποτε, ὅπως φαίνεται, δὲν μπορεῖ νὰ συγκρατήσει τὴ γλώσσα ποὺ ἀσεβεῖ, ὅταν ὑποστηρίζεται κι ἀπὸ τὴ δύναμη τῆς ἐξουσίας» [55].

Ἡ ὁμοφυλοφιλία ὡς κατ’ ἐξοχὴν σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀντιχρίστου

.             Εἶναι σαφῶς καταγεγραμμένο ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ὅτι ἡ ἐποχὴ μετὰ τὴν πρώτη ἔλευση τοῦ Χριστοῦ σηματοδότησε καὶ τὴν ἐσχατολογικὴ περίοδο ποὺ ὁδηγεῖ καὶ καταλήγει στὴ Δευτέρα Παρουσία Του. Στὴ Β΄ πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολή του, ὁ Ἀπόστολος χωρίζει τὸ μεσοδιάστημα σὲ δύο περιόδους. Στὴν πρώτη περίοδο ἀναφέρει πὼς ὁ διάβολος ἐνεργεῖ συγκεκαλυμμένα, τονίζοντας τὴ λέξη «μυστήριο», λέγοντάς μας ὄτι «τὸ γὰρ μυστήριον ἤδη ἐνεργεῖται τῆς ἀνομίας» [56], ἐνῶ στὴ δεύτερη περίοδο ὁ διάβολος ἐνεργεῖ φανερά, καθότι μᾶς λέει ὄτι «καὶ τότε ἀποκαλυφθήσεται ὁ ἄνομος» [57]. Το προειδοποιητικὸ σημεῖο γιὰ τὴν ἐπικείμενη φανέρωση τοῦ πλάνου Ἀντιχρίστου εἶναι ἡ προηγηθεῖσα ἐκτεταμένη ἀποστασία τῆς ἀνθρωπότητας. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συγκρατεῖ τοὺς ἐνθουσιώδεις καὶ ἀγωνιστὲς Θεσσαλονικεῖς, ἐπισημαίνοντας νὰ μὴν προβοῦν σὲ ἄκαιρες ἐνέργειες, διότι ὁ Ἀντίχριστος δὲν θὰ φανεῖ «ἐὰν μὴ ἔλθῃ ἡ ἀποστασία πρῶτον καὶ ἀποκαλυφθῇ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας.» [58].
.            Συνεπῶς ἡ ἔλευση τοῦ Ἀντιχρίστου δὲν θὰ συμβεῖ ἀπροϋποθέτως, ἀλλὰ θὰ πραγματοποιηθεῖ ὡς μία φυσικὴ θὰ λέγαμε συνέχεια αὐτῆς τῆς γενικευμένης ἀποστασίας καὶ καθολικῆς ἀνταρσίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ. Μὲ ἄλλα λόγια, ὅπως ἐξηγοῦν οἱ ἅγιοι ἑρμηνευτές,  ντίχριστος θ λθει, πειδ κα θ τν θέλει κα θ τν πιζητ νθρωπότητα. Γιὰ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς προεῖπε στοὺς θεομάχους Ἑβραίους, «ἐγὼ ἐλήλυθα ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ πατρός μου, καὶ οὐ λαμβάνετέ με· ἐὰν ἄλλος ἔλθῃ ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἰδίῳ, ἐκεῖνον λήψεσθε.» [59]. Ὁ Ἀντίχριστος θὰ ἐπικρατήσει στὴν παγκόσμια κοινότητα, ἀκριβῶς ἐπειδὴ αὐτὴ θὰ ἔχει χρεωκοπήσει πρωτίστως πνευματικὰ κι ἐκεῖνος, ἀφοῦ πρῶτα ἐκμεταλλευτεῖ στὸ ἔπακρο αὐτὴ τὴν πνευματικὴ πενία, θὰ εὐθυγραμμιστεῖ μὲ τὴ γενικὴ ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ κατεύθυνση τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς του, θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ [60].

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ καὶ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ-3

Σχολιάστε

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ καὶ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ-1

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ
ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ
-Α´-

τοῦ Ἰωάννη Ν. Μαρκᾶ,
πτυχιούχου Θεολογίας Α.Π.Θ. (M. Th.)
Ὁμιλία στὸν Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἀμαρουσίου 06.11.2019

ΠΗΓΗ: «Ἑστία Πατερικῶν Μελετῶν»

«Ὀλέθρια σάρκα. Τοῦ δολίου Βελίαρ κύμα σκοτεινὸ
σάρκα φρικτή, ρίζα τῶν πολύμορφων παθῶν.
Ὀλέθρια σάρκα, φίλη του ἐδῶ κόσμου ποὺ κυλάει·
σάρκα φρικτή· ἀντίπαλε τῆς οὐράνιας ζωῆς.
«Κατὰ σαρκός», ποίημα ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου [1]
 .

Α΄ ΜΕΡΟΣ: ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σεβαστοὶ πατέρες,
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

.            Ἀρχικὰ θὰ ἤθελα νὰ σᾶς εὐχαριστήσω γιὰ τὴν πρόσκληση πού μοῦ ἀπευθύνατε νὰ παραβρεθῶ ἀπόψε στὸν Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἀμαρουσίου καὶ νὰ συμμετέχω στὸν κύκλο τῶν ὁμιλιῶν ποὺ προγραμμάτισε γιὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸ καὶ ἐκπαιδευτικὸ ἔτος ποὺ διανύουμε ἡ δραστήρια καὶ πάντοτε γρηγοροῦσα «Ἑστία Πατερικῶν Μελετῶν».
.          Τὸ θέμα γύρω ἀπὸ τὸ πάθος τῆς ὁμοφυλοφιλίας, τὸ ὁποῖο θὰ ἀναπτύξουμε ἐντὸς ὀλίγου, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον ἐπίκαιρα καὶ εὐαίσθητα θέματα στὴ σημερινὴ ἐποχὴ τῆς ἀποστασίας ποὺ ὅλοι βιώνουμε. Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ θὰ προσπαθήσουμε νὰ προσεγγίσουμε αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει κοσμικῶν «ἐπιστημονικῶν» ἐπιχειρημάτων (π.χ. ἰατρικῆς, ψυχιατρικῆς, βιολογίας κτλ), ἢ ἀφηρημένων καὶ γενικόλογων «ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων», ἀλλὰ μὲ ὅρους θεολογικούς, ἐκκλησιαστικοὺς καὶ ποιμαντικούς, ὅπως ἑδράζονται:

α) στὴν Ἁγία Γραφή, ὡς ἀποκάλυψη τοῦ θελήματος τοῦ ἴδιου του Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, καὶ

β) στὴν ἀνόθευτη διδασκαλία τῶν Ἁγίων καὶ Θεοφόρων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἀσχολήθηκαν μὲ τὴ σειρά τους ἀπλανῶς καὶ ἀλαθήτως μὲ τὸ ἐν λόγῳ θέμα.

.            Γίνεται συνεπῶς σαφὲς πὼς στὴν παροῦσα ὁμιλία δὲν θὰ ἐκφέρουμε προσωπικὲς ἀπόψεις, οὔτε ἀσφαλῶς θὰ στοχοποιήσουμε κάποιους περιθωριακοὺς ἀνθρώπους, κάποιους «λεπρούς», στὴν τάξη τῶν ὁποίων δὲν ἀνήκουμε ἐμεῖς οἱ «καθαροί». Ἄλλωστε, ἡ προσέγγιση τῶν ἐφάμαρτων ζητημάτων ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔχει ὡς σκοπὸ τὸν στιγματισμὸ καὶ τὴν ἐξουθένωση τοῦ «πλησίον», ἀλλὰ τὴν ἑκούσια ἀποδοχὴ τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας, ποὺ θὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ συναίσθηση τῆς ἐμπαθοῦς καταστάσεώς του καὶ ἐν τέλει στὴ θεραπεία του. Γιὰ ὅσους σκόπιμα ἢ μὴ τὸ παραγνωρίζουν, ἡ ἀναφορὰ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀποτελεῖ θεῖο καθίδρυμα, δὲν ἐξαντλεῖται μόνο στοὺς ἐνάρετους ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἐπεκτείνεται κυρίως στοὺς πνευματικὰ ἀδύνατους καὶ ἀτελεῖς, στοὺς πάσχοντες καὶ τοὺς νοσοῦντες. Πρόκειται οὐσιαστικὰ γιὰ τὸ κατεξοχὴν ὁρατὸ θεραπευτήριο, ὅπου πραγματώνεται διαχρονικὰ ἡ λυτρωτικὴ ὑπόσχεση τοῦ «ἰατροῦ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων» Χριστοῦ στὸ ταλαιπωρημένο, ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὴν ἁμαρτία, ἀνθρώπινο γένος πὼς «οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἂλλ οἱ κακῶς ἔχοντες» (Μτθ. θ΄ 12).
.            Ἄρα συνοπτικά, ὁ σκοπὸς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων καὶ στὴν ἀποκατάσταση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ. Εἶναι μὲ ἄλλα λόγια ἡ ἀνατροπὴ τῆς ἁμαρτίας καὶ ἡ ἐπικράτηση τῆς ἀγάπης, τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἐλευθερίας στὴ γῆ. Διὰ μέσου της Ἐκκλησίας συμφιλιώνεται πάλι ὁ μετὰ τὴν πτώση ἄνθρωπος μὲ τὸν Θεό, ποὺ ἀπὸ ἐχθρός τοῦ Θεοῦ (ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῆς ἁμαρτίας ποὺ βρισκόταν) προάγεται ἐκ νέου σὲ μέτοχο τῆς ἀρχαίας αὐτοῦ Χάριτος καὶ δόξας. Μόνον ἡ Ἐκκλησία ἀσκεῖ τὸ ἔργο τῆς ἀπολυτρώσεως καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ, ἕνα ἔργο τὸ ὁποῖο τῆς τὸ ἀνέθεσε ὁ Σωτήρας Χριστὸς διὰ τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία καθίσταται ὁ μοναδικὸς αὐθεντικὸς φορέας, μέσῳ τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἐξυγιανθεῖ ψυχοσωματικά, ἔχοντας προπαρασκευασμένα τὰ κατάλληλα φάρμακα ποὺ εἶναι τὰ ἱερά της μυστήρια, γιὰ νὰ ἀναγεννήσει τὰ ἄσωτα μέλη της καὶ νὰ τὰ μεταβάλει ἀπὸ τέκνα ἀπωλείας σὲ τέκνα Χάριτος.
.           Ὡς ἐκ τούτου, ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὴν «κιβωτὸ τῆς σωτηρίας» τοῦ ἀνθρώπου, ἐντός τῆς ὁποίας ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ πάθη δύνανται νὰ μεταμορφωθοῦν καὶ νὰ ἀναβαθμιστοῦν μὲ ὁρίζοντα σωτηριολογικό, ἐφ᾽ ὅσον ὁ ἀσθενὴς ἄνθρωπος μετανοήσει ἐμπράκτως, κατὰ τὸ εὐαγγελικὸ πρότυπο τοῦ «ἀσώτου υἱοῦ». Ἑπομένως εἶναι σημαντικὸ νὰ γίνει κατανοητὸ ἀπὸ τὸ ἀκροατήριο, πὼς ἡ ὅποια συζήτηση γιὰ τὸ πάθος τῆς ὁμοφυλοφιλίας, ἐφ᾽ ὅσον ἀποσυνδεθεῖ ἀπὸ τὴ σωτηριολογία τοῦ ἀνθρώπου, εὔλογα μπορεῖ νὰ διολισθήσει σὲ μία συζήτηση ἄσκοπη γιὰ τὸν Ὀρθόδοξο Χριστιανό, ἰδιαίτερα ὅταν ἀπέναντί του ἔχει νὰ συνδιαλλαγεῖ μὲ τὸν ἀκαδημαϊκὸ (ἢ καὶ λαϊκὸ) κόσμο τοῦ ρασιοναλισμοῦ (=ὀρθολογισμοῦ), ὁ ὁποῖος στὸ μεγαλύτερο μέρος του ἔχει γίνει πηγὴ διαφθορᾶς. Γιὰ τὸν κόσμο αὐτό, ποὺ ἔχει ὡς χαρακτηριστικὸ γνώρισμά του τὸν πνευματικὸ ἀναλφαβητισμό, ἡ «ἐρωτικὴ ἀπελευθέρωση», καὶ μάλιστα στὴν πιὸ ἀχαλίνωτη φάση της, εἶναι ἐνδεικτική τῆς «εἰλικρίνειας» τῆς σύγχρονης ἀνθρωπότητας, ἐνταγμένη στὸ δόγμα: «τὰ πάντα ἐπιτρέπονται». Αὐτὸς ὁ κόσμος, ζώντας πλέον στὸν οἶστρο τῆς ἀποστασίας του ἀπὸ τὸν Θεό, δὲν δύναται νὰ συνειδητοποιήσει πὼς σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι ἡ σωτηρία καὶ ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὅτι ἡ «ὁρατὴ Ἐκκλησία» ἀποτελεῖ τὸν μόνο σωτηριώδη φορέα.
.           Ὅμως αὐτὸς ὁ κόσμος σὲ καμμία περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ προσδιοριστεῖ ὡς χριστιανικός, ἀκόμα κι ἂν τυπικὰ μιλᾶμε γιὰ βαπτισμένους Ὀρθοδόξους. Διότι ὅπως θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, «ὁ τῶν χριστιανῶν κόσμος ἕτερός ἐστι, καὶ διαγωγὴ καὶ νοῦς καὶ λόγος καὶ πράξις ἑτέρα τυγχάνει, καὶ ἡ τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου τούτου διαγωγὴ καὶ νοῦς καὶ λόγος καὶ πράξις ἑτέρα. Ἄλλο τί εἰσιν ἐκεῖνοι καὶ ἄλλο τί εἰσιν οὗτοι, καὶ πολλὴ διάστασις μεταξὺ τούτων κακείνων» [2] .

Β΄ ΜΕΡΟΣ: ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ
ΚΑΙ ΟΙ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ποιὲς εἶναι οἱ ὀντολογικὲς προδιαγραφὲς τοῦ ἀνθρώπου

.             Προτοῦ ὅμως ἐμβαθύνουμε στὸ θέμα ποὺ μᾶς ἀφορᾶ, καλὸ εἶναι νὰ δώσουμε τὶς ἀκριβεῖς συντεταγμένες περὶ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νὰ προσδιορίσουμε ἐπακριβῶς τὰ κατασκευαστικὰ ὅρια τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Τούτη ἡ ἀνάλυση θὰ μᾶς χρησιμέψει νὰ κατανοήσουμε πότε ἡ ἀνθρώπινη φύση κινεῖται στὸ κατὰ φύσιν τῆς δημιουργίας, καὶ πότε κινεῖται στὸ παρὰ φύσιν, ὅπου ὑπάρχει σαφέστατη ἐκτροπὴ τῶν φυσικῶν λειτουργιῶν τοῦ ἀνθρώπου. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰσαὰκ τὸν Σύρο, ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται στὴν πρώτη περίπτωση σαφῶς καὶ ἀνταποκρίνεται στὶς προδιαγραφὲς τοῦ κατ’ εἰκόνα, διότι «ἡ ψυχή, ὅταν εὑρεθῆ κατὰ φύσιν, ἄνω διάγει,… ὅταν δὲ ἄνω γένηται, ἀπαθὴς εὑρίσκεται», ἐνῶ ὅταν βρίσκεται στὴν δεύτερη περίπτωση τελεῖ ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς ἁμαρτίας, κάτι τὸ ὁποῖο ἐπιφέρει σοβαρὲς συνέπειες ὡς πρὸς τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του καὶ τὴν ἐπαναγωγή του στὴν πορεία πρὸς τὸ καθ’ ὁμοίωσιν, ἀφοὺ «ἂν κατέλθῃ ἡ φύσις ἐκ τῆς οἰκείας τάξεως, τότε τὰ πάθη ἐν αὐτῇ εὑρίσκεται» [3]. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς διασαφηνίζει σχετικὰ πὼς ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ κατάχρηση τῶν φυσικῶν δυνάμεων ποὺ ἔχουν δωρηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ στὴ ψυχή, διευκρινίζοντας ὡστόσο πὼς οἱ δυνάμεις αὐτὲς καθ’ ἐαυτὲς δὲν εἶναι κακές, γίνονται ὅμως κακές, ὅταν στρέφονται ἐνάντια στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ ποὺ τὶς ἔδωσε [4] . Στὸ σημεῖο αὐτὸ προκαταβολικὰ μόνο νὰ σημειώσουμε πὼς ἡ ὁμοφυλοφιλία ἀποτελεῖ κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο τὴ μεγαλύτερη ἐκτροπὴ-ἀτιμία [5] , ὅσον ἀφορᾶ στὶς φυσικὲς λειτουργίες τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ συνέπεια οἱ σωτηριολογικὲς ἐπιπτώσεις γιὰ ἕναν ὁμοφυλόφιλο εἶναι τεράστιες, καθώς, ὅπως τονίζουν ὁμοφώνως οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἁμαρτία αὐτὴ ὁμοιάζει μὲ ἀκαριαῖο θάνατο τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Αλλά αὐτὸ θὰ τὸ ἀναλύσουμε διεξοδικὰ λίγο πιὸ κάτω.
.          Τώρα, ἂς ἔλθουμε στὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου μέσα ἀπὸ τὴν οἰκεία περιγραφὴ τῶν Πατέρων, ὥστε νὰ γνωρίσουμε καλύτερα τοὺς λόγους τῶν ὄντων. Κι ἂς ἀναφέρουμε ἐν πρώτοις τὴ σοφὴ διάγνωση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, πὼς ἔπειτα ἀπὸ τὴ δημιουργία τῶν νοητῶν (ἀγγελικῶν τάξεων) καὶ αἰσθητῶν κτισμάτων, ὁ Θεός, διὰ τῆς πανσόφου βουλήσεώς Του, προέβη καὶ σὲ μία σύνθεση τῶν δύο φύσεων, τῆς ἀοράτου καὶ τῆς ὁρατῆς [6]. Ἀπὸ αὐτὴ τὴ χειροποίητη σύνθεση προέκυψε ὁ ἄνθρωπος, τὸ τελειότερο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος πλάστηκε στὸ μεθόριο ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου κόσμου, ἔχοντας ἐξασφαλισμένο τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ δυνάμει τὸ καθ’ ὁμοίωσιν. Ο ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς στὸ ἔργο του «Ἔκδοσις ἀκριβής της Ὀρθοδόξου πίστεως» μᾶς δίδει ὁρισμένα σημαντικὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ πρώτου ἀνθρώπου. Μὲ βάση λοιπὸν αὐτὴ τὴν ἀξιόπιστη περιγραφή, «ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο ἄκακο, εὐθύ, ἐνάρετο, ἄλυπο, ἀμέριμνο, στολισμένο μὲ τὴ λαμπρότητα κάθε ἀρετῆς, προικισμένο μὲ ὅλα τὰ ἀγαθά, ὡσὰν κάποιο δεύτερο κόσμο, μικρὸ κόσμο μέσα στὸ μεγάλο, ἄλλον ἄγγελο προσκυνητή, σύνθετο, θεατὴ τῆς ὁρατῆς δημιουργίας, γνώστη τῶν μυστηρίων τῆς νοητῆς, βασιλιὰ τῶν ἐπιγείων, ποὺ κυβερνᾶται «ἄνωθεν» (=ἀπὸ τὸ Θεό), ἐπίγειο καὶ οὐράνιο, προσωρινὸ καὶ ἀθάνατο, ὁρατὸν καὶ νοούμενον, ἐνδιάμεσο μεταξὺ μεγαλείου καὶ μικρότητος, τὸν ἴδιο πνεῦμα καὶ σάρκα … ἀκόμη τὸν δημιούργησε ἀναμάρτητο κατὰ τὴ φύση καὶ ἐλεύθερο κατὰ τὴ θέληση…» [7].
.             Ἀντιστοίχως ὁ Μέγας Βασίλειος χαρακτηρίζει τὸν ἄνθρωπο ὡς τὸ μόνο θεόπλαστο ζῶο, τὸ ὁποῖο ἔγινε μὲ βάση τὴν εἰκόνα τοῦ Δημιουργοῦ. Ἔχοντας ψυχὴ νοερὴ μπορεῖ νὰ στοχάζεται τὸ Θεό, νὰ κατανοεῖ τοὺς λόγους τῶν ὄντων καὶ μὲ ἐνάρετη ζωὴ νὰ κατευθύνεται πρὸς τὴν ἀγγελικὴ ἰσοτιμία. Καὶ συνεχίζει ὁ θεῖος καὶ ὄντως μεγάλος Βασίλειος λέγοντας πὼς ἡ ὑπεροχὴ τοῦ ἀνθρώπου σὲ σχέση μὲ τὰ ἄλλα ζῶα εἶναι συντριπτική, διότι μόνον ὁ ἄνθρωπος ἀξιώθηκε νὰ πλαστεῖ ὄρθιος, κάτι ποὺ φανερώνει οὐράνια συγγένεια. Καὶ τοῦτο συνέβη σκόπιμα, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴν εἶναι μία βοσκηματώδης ὕπαρξη ποὺ ἔχει προσήλωση στὰ γήινα καὶ στὰ τῆς κοιλίας πάθη, ἀλλὰ νὰ στρέφεται πρὸς τὰ ἄνω καὶ νὰ ἐξαντλεῖ ὅλη τὴν ὁρμή του στὰ ἐπουράνια ἐνδιαφέροντα [8].
.             Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, κατὰ σάρκα ἀδελφός του Μεγάλου Βασιλείου προχωρεῖ σὲ μία ἀκόμη πιὸ ἐντυπωσιακὴ καὶ ἀναλυτικὴ ἀνατομία τοῦ ἀνθρώπινου εἴδους. Ἀφοῦ μὲ τὴ σειρά του ἐπαναλαμβάνει τὶς περισσότερες ἀπὸ τὶς θέσεις ποὺ ἤδη ἐκτέθησαν, ἀναφέρει ἐπιπλέον πὼς ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι διπλή. Διότι πρῶτα κατασκευάστηκε ἡ φύση ποὺ εἶχε ὁμοιότητα μὲ τὸ θεῖο, κάτι ποὺ φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔπειτα εἶναι ἡ φύση ποὺ διαιρέθηκε κατὰ τὴ διαφορὰ στὰ γένη, ἄρρεν καὶ θῆλυ, κάτι ποὺ εἶναι ξένο ὡς πρὸς τὶς ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ [9]. Ἡ πρώτη φύση ἔχει τὶς προδιαγραφὲς τῆς κατασκευαστικῆς ἀκρίβειας, ἐνώ ἡ δεύτερη φύση οἰκονομήθηκε διὰ κτίσεως, ἐξ αἰτίας τῆς τρεπτότητας τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ πονηρὸ καὶ τὴν κακὴ χρήση τοῦ αὐτεξουσίου του, τὴν ὁποία ὁ Θεὸς προκατάλαβε μὲ τὴν προγνωστική του δύναμη. «Καὶ ἐπειδή», καταλήγει ὁ ἅγιος Νύσσης, «εἶδε τί θὰ συμβεῖ, ἐπινοεῖ στὴν εἰκόνα τὴ διαφορὰ μεταξὺ ἄρρενος καὶ θήλεος, ἡ ὁποία δὲν βλέπει πρὸς τὸ θεῖο ἀρχέτυπο, ἀλλά, ὅπως ἔχει λεχθεῖ, εἶναι προσοικειωμένη πρὸς τὴν ἀλογώτερη φύση» [10].
.                Τί σημαίνει ὅμως, αὐτὸ ποὺ εἴδαμε λίγο πιὸ πάνω νὰ παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, πὼς ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ἀναμάρτητος κατὰ τὴ φύση, ἐνῶ γνωρίζουμε πὼς κυριολεκτικὰ ἀναμάρτητος κατὰ τὴ φύση εἶναι μόνον ὁ Θεός; Ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἐν ὅσῳ ζοῦσε στὸν Παράδεισο καὶ τηροῦσε τὶς ἐντολές, εἶχε τάση διαρκῶς πρὸς τὸ ἀγαθό, καθότι πλάστηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ «καλὸς λίαν». Ταυτόχρονα ὅμως, ὅπως ἀναφέρθηκε, ἦταν ἐλεύθερος κατὰ τὴ βούληση, ἄρα στὴν πραγματικότητα ἦταν τρεπτὸς τόσο πρὸς τὸ καλό, ὅσο καὶ πρὸς τὸ κακό. Αὐτὸ τὸ στοιχεῖο τῆς ἐλευθερίας ἀποτελοῦσε καὶ τὸ μεγάλο δῶρο ποὺ ἔκανε ὁ Θεὸς πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ἄσχετα ἂν ὁ τελευταῖος δὲν τὸ ἀξιοποίησε καὶ ἐξέπεσε προσωρινὰ τῆς πορείας πρὸς τὸ καθ’ ὁμοίωσιν.
.            Μερικοὶ βέβαια στὸ σημεῖο αὐτὸ ἴσως ἀπορήσουν καὶ ἀντείπουν, «καὶ γιατί ὁ Θεὸς δὲν μᾶς παγίωσε στὴν κατάσταση τῆς ἀναμαρτησίας, ἀκόμη κι ἂν ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι θὰ θέλαμε νὰ ἁμαρτήσουμε»; Διότι, ἀπαντᾶ μὲ θαυμαστὸ τρόπο ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, στὸ Θεὸ δὲν ἀρέσει αὐτὸ ποὺ γίνεται μὲ ἐξαναγκασμό, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ ἀρετὴ καὶ μάλιστα κι αὐτὴ ὄχι μὲ τὸ ζόρι, ἐξ ἀνάγκης, ἀλλὰ μὲ ἀγαθὴ προαίρεση [11]. Ο ἄνθρωπος δὲν πλάστηκε γιὰ νὰ ζεῖ δεμένος, ἀλλὰ ἐλεύθερος, ἀκριβῶς γιατί δὲν ἀνήκει ὀντολογικὰ στὴν ἄλογη φύση, ἀλλὰ στὴ λογική. Ἀκόμα καὶ μετὰ τὴν πτώση καὶ ἰδιαίτερα μετὰ τὴν ἔλευση τοῦ Λυτρωτῆ καὶ Σωτήρα, Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ μὴν σέρνεται πίσω ἀπὸ τὴν ἄλογη φύση, τρώγοντας καὶ πίνοντας ἀδιακρίτως, ἀφοῦ δὲν γεννηθήκαμε γιὰ νὰ τρῶμε καὶ νὰ πίνουμε, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀποφεύγουμε τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ ἐργαζόμαστε τὴν ἀρετὴ [12].
.              Πράγματι, ὁ μεταπτωτικὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ βρίσκεται σὲ μειονεκτικότερη θέση ἀπὸ ὅ,τι ἦταν ὁ Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἀμαυρώθηκε τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ ἀσθένησε σοβαρὰ ἡ ἀνθρώπινη φύση, πλὴν ὅμως, ἀπ’ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν καταστράφηκε ὁλοσχερῶς τὸ κατ’ εἰκόνα, παρέμειναν ἐντός του κάποιες πνευματικὲς δυνάμεις, οἱ ὁποῖες ὄχι μόνο ἔχουν τὸ ὀντολογικό τους ὑπόβαθρο στὸ ἀμαυρωμένο κατ’ εἰκόνα, ἀλλὰ τοῦ δίνουν τὴ δυνατότητα νὰ ἀναφέρεται στὸ Θεὸ καὶ νὰ πραγματώνει τὸ καλὸ [13] . Κι αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ ἐνθαρρυντικό, πὼς ενῶ ὁ ἄνθρωπος διέκοψε θεληματικῶς τὴν πορεία πρὸς τὸ ἀγαθό, ἡ θέληση καὶ τὸ λογικό του δὲν ὑποδουλώθηκαν, ἀλλὰ παρέμειναν ἐλεύθερα, ὥστε ἀκόμα καὶ σὲ αὐτὴ τὴν ἀρρωστημένη κατάσταση νὰ δύναται ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀποφασίζει γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του.
.                Ἀντίθετα στὴν αἱρετικὴ Δύση, ὁ Λούθηρος ἐξέφρασε ἐντελῶς διαφορετικὴ γνώμη. Πιὸ συγκεκριμένα, ὑποστήριξε ὅτι τὸ κατ’ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου καταστράφηκε πλήρως, μὲ ἄμεση συνέπεια ἡ ἁμαρτία νὰ ἀποτελεῖ ὀντολογικὸ γνώρισμα τοῦ ἀνθρώπου, ἀκόμα καὶ μετὰ τὴν ἀναγέννησή του μέσα ἀπὸ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή ἡ ἀπαράδεκτη δογματικὴ θέση τοῦ Λουθήρου οὐσιαστικὰ νομιμοποίησε τὸ δικαίωμα στὴν ἁμαρτία, ὡς μία sui generis (=ἰδίου γένους) κατάσταση ὡς πρὸς τὴν ἀνθρώπινη φύση, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα τὴ θέληση τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἀνελεύθερη, ἄρα καὶ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτημένη ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸ Θεό. Μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν πέρα γιὰ πέρα ἄστοχη προσέγγιση ὁ Λούθηρος θεμελίωσε τὴν ἑπόμενη κακοδοξία του περὶ ἀπολύτου προορισμοῦ, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ὑπόδουλης καὶ ἀνίκανης ἀνθρωπίνης θελήσεως νὰ κάνει κάτι πραγματικὰ καλὸ καὶ δίκαιο [14] .
.                Ἡ γνώση αὐτῆς τῆς δογματικῆς κακοδοξίας τοῦ Λουθήρου ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη σημασία, διότι μᾶς βοηθάει νὰ κατανοήσουμε γιὰ ποιὸ λόγο ὁ «πολιτισμένος» δυτικὸς κόσμος διολίσθησε στὴν ἐποχή μας σὲ διαστροφὲς τύπου ὁμοφυλοφιλίας, παιδοφιλίας καὶ κτηνοβασίας. Ἡ «θεολογικὴ» ἀμνήστευση τῆς ἔννοιας ἁμαρτία, καθὼς καὶ ἡ ὑποβάθμιση τοῦ διαβόλου σὲ μία ἡμιφανταστικὴ σφαίρα, συνετέλεσαν, ὥστε νὰ ἐπιχειρεῖται βαθμιαία ἡ ἀπενοχοποίηση κάθε διαστροφῆς καὶ ἡ θεσμική της ἀναγνώριση ὡς ἀτομικὸ δικαίωμα καὶ φυσικὴ λειτουργία. Ἔτσι δὲν εἶναι τυχαῖο, πὼς πολλοὶ ἄνθρωποι σήμερα, ἀκόμη καὶ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ποὺ «πᾶνε στὴν Ἐκκλησία», δικαιολογοῦν τὸ πάθος τῆς ὁμοφυλοφιλίας, ὡς μία φυσιολογικὴ-ὀντολογικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἐκφράζοντας, ἔστω καὶ ἀνεπιγνώστως, τὴν λουθηρανικὴ δικαιολογία πὼς «ἔτσι γεννήθηκε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος». Ὑπονοοῦν ἀσφαλῶς αὐτὸ ποὺ ὑποστήριζε ὁ Λούθηρος, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἁμαρτία, σὲ ὁποιαδήποτε μορφή της, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ καταστράφηκε τὸ κατ’ εἰκόνα, εἶναι ριζωμένη ἐντός τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀποτελεῖ μία πραγματικότητα τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος, ὄχι μόνο δὲν δύναται νὰ τὴν ἀναστρέψει, ἀλλὰ ὀφείλει νὰ τὴν ἀποδεχτεῖ, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο ἀπὸ τὴ βούληση τοῦ Θεοὺ [15].
.                  Κατὰ συνέπεια, εἶναι ἐντελῶς αὐθαίρετη καὶ ἀντίθετη, ὡς πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία καὶ ζωή, ἡ προωθούμενη στὶς μέρες μας νεοταξικὴ συγκατάβαση πρὸς τὶς ἄλογες ἐπιθυμίες τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ὅτι κατακυριεύονται κάποιοι ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τοῦ ὁμόφυλου πλησίον τους, αὐτὸ ἀποτελεῖ σοβαρὴ ἐκτροπὴ καὶ μόνο ποὺ γίνεται λόγος γιὰ ἐπιθυμία, πόσο μᾶλλον ὅταν αὐτὴ κινεῖται στὸ χῶρο τοῦ παρὰ φύσιν. Ο ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος εἶναι ἀπόλυτα σαφής, ὅταν ἀναφέρει πὼς ἀκόμα καὶ ἡ κατὰ φύσιν ἐπιθυμία, π.χ. τοῦ νὰ πηγαίνει κάποιος μὲ πολλὲς γυναῖκες, ξεφεύγει ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἀνάγκης, ὅπως ἴσως θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ ὅταν ὁ ἄνδρας συνευρίσκεται μὲ τὴ νόμιμη γυναίκα του. Ἑπομένως, ἀκόμη καὶ ἐὰν ἀποδεχτοῦμε πὼς ἡ κατὰ φύσιν ἕλξη ποὺ νιώθει ὁ ἄνδρας ἀπὸ τὴ γυναίκα, ἔχει κάποιο στοιχεῖο ἀναγκαιότητας, αὐτὸ σὲ καμμία περίπτωση δὲν δικαιολογεῖ τὴν ὑπέρβαση αὐτοῦ τοῦ ὁρίου. Ἄρα, ἡ ἀγάπη πολλῶν γυναικῶν γιὰ παράδειγμα, δὲν ἀποτελεῖ κάποια ἀναγκαιότητα, ἀλλὰ πηγάζει καθαρὰ ἀπὸ τὴν προαίρεση καὶ βούληση τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου ποὺ κατακυριεύεται ἀπὸ κενοδοξία, ἀκολασία καὶ τὴν πέραν τοῦ μέτρου ἡδονή. Καὶ συμπεραίνει ὁ θεῖος Χρυσόστομος: «… Ὥστε δὲν ὀφείλεται στὴ φύση. Μὴ προβάλεις ὡς αἰτία τὴν ἐπιθυμία· αὐτή σοῦ δόθηκε γιὰ γάμο, σοῦ χορηγήθηκε γιὰ τεκνογονία, ὄχι γιὰ μοιχεία, οὔτε γιὰ ἀτιμία. Γνωρίζουν καὶ οἱ νόμοι νὰ συγχωροῦν τὰ ἁμαρτήματα, τὰ ὁποῖα γίνονται ἀπὸ ἀνάγκη· μᾶλλον δὲ κανένα ἁμάρτημα δὲν γίνεται ἀπὸ ἀνάγκη, ἀλλὰ ὅλα γίνονται ἀπὸ ἀκολασία. Διότι δὲν δημιούργησε ὁ Θεὸς τὴ φύση ἔτσι, ὥστε νὰ ἔχει ἀνάγκη νὰ ἁμαρτάνει· διότι, ἐὰν συνέβαινε αὐτό, δὲν θὰ ὑπῆρχε κόλαση. Διότι γιὰ ὅσα γίνονται ἀπὸ ἀνάγκη καὶ βία, οὔτε ἐμεῖς ζητοῦμε λόγο, οὔτε ὁ Θεὸς ὁ τόσο φιλάνθρωπος καὶ ἀγαθός…» [16] .
.                 Πρὸς ἐπίρρωσιν τῆς ἀνωτέρω θέσεως ἔρχεται καὶ ὁ ἕτερος σπουδαῖος Ἰωάννης, ὁ Δαμασκηνός, νὰ ἐξειδικεύσει τὸ θέμα περὶ ἡδονῶν καὶ νὰ ὁμιλήσει γιὰ φυσικὲς καὶ μὴ φυσικὲς ἡδονὲς τοῦ ἀνθρώπου. Ξεκινώντας ἀπὸ τὶς φυσικὲς ἡδονὲς κάνει ἕνα διαχωρισμὸ ἀνάμεσα σὲ αὐτὲς ποὺ εἶναι ἀπαραίτητες-ὑποχρεωτικές, ὅπως εἶναι οἱ τροφές, ποὺ χρειάζονται γιὰ νὰ ἐπιβιώσει ὁ ἄνθρωπος, καὶ σὲ αὐτὲς ποὺ εἶναι μὴ ἀπαραίτητες-προαιρετικές, ὅπως εἶναι οἱ νόμιμες σαρκικὲς ἐπαφές, ποὺ προάγουν στὴ διαιώνιση ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ τὶς ἀποφεύγει, ἐὰν ἐπιθυμεῖ νὰ ζήσει παρθενικὸ βίο. Τέλος ὑπάρχουν καὶ οἱ ἡδονὲς ἐκεῖνες, ποὺ εἶναι μὴ φυσικὲς καὶ μὴ ἀπαραίτητες, ὅπως οἱ κάθε εἴδους ἀκόλαστες πράξεις, οἱ ὁποῖες οὔτε στὴ διατήρηση τῆς ζωῆς μας συντελοῦν, οὔτε στὴ συνέχιση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ὅπως εἶναι εὔλογο, αὐτὲς οἱ τελευταῖες πρέπει νὰ ἀποφεύγονται ἐντελῶς ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ θέλει νὰ αὐτοπροσδιορίζεται ὡς Χριστιανός, ἀντιθέτως νὰ ἀκολουθοῦνται ὅσες εἶναι φυσικὲς καὶ ἀπαραίτητες, ἐνῶ ὅσες εἶναι φυσικὲς ἀλλὰ μὴ ἀπαραίτητες νὰ τίθενται σὲ δευτερεύουσα θέση καὶ νὰ ἐφαρμόζονται πάντα κατὰ τὸν κατάλληλο χρόνο καὶ τὸ κατάλληλο μέτρο [17] .

Γιατί ἡ ὁμοφυλοφιλία ἀποτελεῖ ἄρνηση τῆς ἀνθρώπινης ὀντολογίας καὶ φυσιολογίας

.               Κάθε ἁμάρτημα ἐπιφέρει ὁρισμένες σοβαρὲς ψυχοσωματικὲς ἐπιπτώσεις στὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνον ποὺ τὸ διαπράττει. Ἀπὸ τὰ θανάσιμα ὅμως ἁμαρτήματα, τὸ πλέον σοβαρὸ ὡς πρὸς τὶς ἐπιπτώσεις, εἶναι τὸ ἁμάρτημα τῆς πορνείας. Ἐνθυμούμενοι τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακας, φέρνουμε στὸ νοῦ μας τὴ σοφὴ διαπίστωσή του πὼς δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο πού, ἐνῶ γιὰ τὰ ἄλλα ἁμαρτήματα συνηθίζουμε νὰ λέμε ὅτι ὁ τάδε ἔσφαλε, στὰ σαρκικὰ συνηθίζουμε νὰ λέμε ὅτι ὁ τάδε ἔπεσε [18]. Καὶ τοῦτο διότι, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, ὁποιοδήποτε ἄλλο ἁμάρτημα κι ἂν διαπράξει ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμάρτημα ποὺ διαπράττεται ἐκτός τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ ἁμάρτημα τῆς πορνείας ποὺ μολύνει ὅσο κανένα ἄλλο τὴ σάρκα καὶ ἐπιφέρει σημαντικὴ φθορὰ στὴ φύση τοῦ σώματος [19]. Ὁ τελῶν λοιπὸν τὴν πορνεία δὲν διαφέρει σὲ τίποτα ἀπὸ ἕνα ράκος, ἐπειδὴ ἀπὸ τὸ σῶμα του ἔχει ἀπολεσθεῖ κάθε εὐσέβεια καὶ ἔχει καταντήσει κατοικητήριο ὅλων τῶν δαιμόνων. Όπως προσθέτει χαρακτηριστικὰ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «εἰς αὐτὸ ὁ διάβολος τὴν ἰδίαν ἀπομάσσεται σῆψιν» [20].
.                Ὅμως κι αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ ἁμάρτημα τῆς πορνείας ὑπόκειται σὲ μία ἀξιολογικὴ διαβάθμιση. Διότι, ὅπως ἤδη ἔχει λεχθεῖ ἀνωτέρω, ὑπάρχει ἡ πορνεία ποὺ κινεῖται στὸ χῶρο τοῦ κατὰ φύσιν, μὲ τὴν ὀργανικὴ ἔννοια [21] καὶ ὑπάρχει ἡ πορνεία ποὺ κινεῖται στὸ χῶρο τοῦ παρὰ φύσιν. Σὲ αὐτὴ τὴ δεύτερη κατηγορία ἐντάσσεται ἡ ὁμοφυλοφιλία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ, κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, τὸν κολοφώνα τῶν ἁμαρτημάτων. Και γιὰ ποιὸ λόγο ἀποτελεῖ τὸν κολοφώνα, δηλαδὴ τὸ ἀποκορύφωμα τῶν ἁμαρτημάτων, πολὺ πάνω κι ἀπὸ εἰδεχθεῖς πράξεις, ὅπως ὁ φόνος π.χ.; Διότι συνιστᾶ μιὰ εὐθεία ὕβρη ἀπέναντι στὸ πιὸ τέλειο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐντολὴν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἐπλάσθη «κατ᾽ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν» [22].
.                Καὶ εἶναι τόσο πολὺ βαρὺ παράπτωμα αὐτό, θὰ μποροῦσε νὰ ρωτήσει κάποιος; Σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ναὶ εἶναι, γιατί σὲ μία περίπτωση φόνου γιὰ παράδειγμα, μπορεῖ νὰ συντρέχουν ἕνα σωρὸ ἐλαφρυντικά: «ἐν βρασμῷ ψυχῆς», λόγοι αὐτοάμυνας, ψυχολογικὰ προβλήματα, δαιμονισμοὶ κ.α. Ἐπιπλέον, ἔχει παρατηρηθεῖ πὼς σὲ μία τέτοια περίπτωση, ὅπως εἶναι ἡ ἀφαίρεση μίας ἀνθρώπινης ζωῆς, ἡ μετάνοια γιὰ τοὺς δολοφόνους εἶναι πολὺ πιὸ εὔκολη καὶ συχνή, ἐπειδὴ τὸ φριχτὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς θανάσιμης ἁμαρτίας εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ βασανίσει καὶ νὰ σωφρονίσει τὸν ἐγκληματία. Ἀντιθέτως, στὸ ἁμάρτημα τῆς ὁμοφυλοφιλίας τὶς περισσότερες φορές, οὔτε κὰν περνάει ἀπὸ τὸ μυαλὸ τοῦ ἐνεργοῦντος τὴν πράξη πὼς εἶναι κι ἐκεῖνος σωματοκτόνος καὶ ὅτι μάλιστα ἡ δική του ἡ θέση εἶναι πολὺ πιὸ ἐπιβαρυντικὴ ἀπὸ κείνη τοῦ φονιά, καθότι ἡ δική του ἡ πράξη συνοδεύεται ἀπὸ δαιμονικὴ ἀναίδεια καὶ ἀνταρσία, ὄχι μόνο πρὸς τὴ δημιουργία, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι σὲ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν Δημιουργό. Ἐὰν ἕνας κοινὸς δολοφόνος ἀποσπᾶ τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα γιὰ μία φορά, ὁ ἐραστὴς τῆς ὁμοφυλοφιλίας «δολοφονεῖ» κατ’ ἐπανάληψη καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴ ψυχή, κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσοστομο [23]. Σὺν τοῖς ἄλλοις, καταντᾶ προδότης τῆς ἴδιας του τῆς φύσεως, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ οὔτε δύναται νὰ ἀποκτήσει κατὰ τρόπο ὀντολογικὸ τὴ φύση ποὺ ἐπιθυμεῖ, ἀλλὰ οὔτε προσπαθεῖ νὰ διατηρήσει καὶ ἐκείνη ποὺ εἶχε.
.                Ἀλλὰ ἂς ἐπιστρέψουμε στὴ θεϊκὴ ἐντολή, τῆς τοῦ ἀνθρώπου πλάσεως, κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ καθ’ ὁμοίωσιν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ καὶ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ-2

Σχολιάστε

«Ο ΑΓΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ (Σαχάρωφ), ὅπως τὸν γνώρισα»

Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, ὅπως τόν γνώρισα
τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Προδημοσίευση ἑνός κεφαλαίου ἀπό τό νέο βιβλίο μέ τίτλο
«Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, ὁ ἁγιορείτης καί ἡσυχαστής»,
περίπου 550 σελίδων μεγάλου μεγέθους πού θά κυκλοφορήση λίαν προσεχῶς.

*

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.                 Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος εἶναι ἀπό τούς ἀνθρώπους ἐκείνους γιά τούς ὁποίους μπορεῖ κανείς νά ὁμιλῆ γιά πολλά χρόνια. Ἀπό τότε πού εἶχα τήν μεγάλη εὐλογία ἀπό τόν Θεό νά τόν γνωρίσω, ὁμιλοῦσα καί ἔγραφα γι’ αὐτόν, καί διάφορα κείμενά μου δημοσιεύθηκαν σέ βιβλία μου. Μέ ἐπηρέασε πολύ στήν θεολογική καί ἱερατική μου ζωή. Ἀλλά πέρα ἀπό τά κατά καιρούς ἄρθρα ἔγραψα ἕνα βιβλίο μέ τίτλο Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ, στό ὁποῖο προσπάθησα νά περιγράψω τήν προσωπικότητά του καί τόν προφορικό του λόγο. Ὅμως, ἡ μορφή του εἶναι ἀνεξάντλητη καί δέν μπορῶ νά ἰσχυρισθῶ ὅτι παρουσίασα στήν ὁλότητα τόν ἅγιο Σωφρόνιο, τήν θεολογία καί τήν ζωή του μέ κάποια κείμενα πού ἔγραψα ἕως τώρα.
.                 Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ὁμιλοῦσε συνεχῶς γιά τό πρόσωπο – ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου καί ὅλη ἡ θεολογία του ὑφαινόταν γύρω ἀπό αὐτό τό σπουδαῖο θέμα. Καί αὐτό συνδέεται μέ τό γεγονός ὅτι ὁ ἴδιος, ὕστερα ἀπό μιά ἀναζήτηση τοῦ ἀπρόσωπου Θεοῦ στήν ἰνδουϊστική φιλοσοφία, συνάντησε τόν Θεό στό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, μέσα στό ἄκτιστο Φῶς, εἶδε ὅτι ὁ Θεός εἶναι πρόσωπο καί ἔτσι τό θέμα αὐτό κατέχει κεντρικό ρόλο στήν θεολογία του.
.                 Στήν παροῦσα συνάντηση θά προσπαθήσω νά παρουσιάσω μερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῆς ζωῆς του, ἡ ὁποία εἶχε μεταμορφωθῆ ἀπό τήν εὐπρεπεστάτη ἀλλοίωση τοῦ Θεοῦ.

1. Θεολόγος καί Πατέρας

.                 Κατά τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, θεολόγος εἶναι ἐκεῖνος πού γνώρισε ἐμπειρικά τόν Θεό, καί στήν συνέχεια ὁμιλεῖ γι’ Αὐτόν. Στήν κατηγορία αὐτή ἀνήκουν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅλοι οἱ Θεόπτες, πού λέγονται θεούμενοι. Κατά τόν  ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, θεολόγοι εἶναι ὅσοι ἔδωσαν ἐξετάσεις καί πέρασαν στήν θεωρία – θέα τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ προηγουμένως καθαρίσθηκαν στήν ψυχή καί τήν καρδία, ἤ τό μετριώτατον ὅσοι καθαίρονται. Οἱ ἄλλοι, πού γνωρίζουν τόν Θεό ἀπό τήν φαντασία τους καί τούς στοχασμούς τους, εἶναι «αὐτοχειροτόνητοι θεολόγοι».
.                 Ἐπίσης, Πατέρας, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, εἶναι ἐκεῖνος πού γεννᾶ πνευματικά παιδιά. Ὁ ἴδιος εἶπε στούς Κορινθίους: «Ἐάν γάρ μυρίους παιδαγωγούς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ’ οὐ πολλούς πατέρας∙ ἐν γάρ Χριστῷ Ἰησοῦ διά τοῦ εὐαγγελίου ἐγώ ὑμᾶς ἐγέννησα» (Α΄ Κορ. δ΄ 15).
.                 Ἡ θεολογία συνδέεται στενά μέ τήν πνευματική πατρότητα, καί δέν νοεῖται τό ἕνα ἀνεξάρτητο ἀπό τό ἄλλο. Ὅποιος εἶναι θεολόγος, μέ τήν πατερική ἔννοια τοῦ ὅρου πού ἤδη προσδιορίσθηκε, γίνεται πόλος ἕλξεως πολλῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀναγεννῶνται ἀπό τόν θεολογικό του λόγο καί ἔτσι αὐτός γίνεται πνευματικός τους πατέρας.
.                 Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ὑπάγεται σέ αὐτήν τήν κατηγορία τῶν ἀνθρώπων. Ὅπως φαίνεται στά κείμενά του, εἶδε πολλές φορές στήν ζωή του τό ἄκτιστο Φῶς, πού εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς Θεότητος τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀλλοιώθηκε ὁλοκληρωτικά ἀπό τήν ἄκτιστη θεία ἐνέργεια καί ἔγινε πραγματικός θεολόγος μέσα στήν Ἐκκλησία. Γνώρισε τίς ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας ὄχι ἁπλῶς ἀπό τήν μελέτη θεολογικῶν βιβλίων, οὔτε ἀπό τίς μελέτες πατερικῶν ἔργων, ἀλλά ἀπό τήν ἴδια τήν ἐμπειρία του.
.                 Ἔτσι, ὁ λόγος του ἦταν ἀναγεννητικός. Χιλιάδες ἄνθρωποι λάμβαναν ἕναν λόγο του καί τρέφονταν πνευματικά σέ ὅλη τους τήν ζωή καί αὐτός ὁ λόγος τούς ἀναγεννοῦσε στήν χριστιανική ζωή. Τό σπουδαῖο εἶναι ὅτι τόν λόγο του τόν δέχονταν καί ἄνθρωποι πού δέν ἦταν μόνον μοναχοί, οὔτε ἀκόμη καί Ὀρθόδοξοι, ὅμως ὅλοι αὐτοί ἀγάπησαν τήν Ὀρθοδοξία, ἔγιναν τίμια μέλη της. Κάθε φορά πού συναντοῦσε κανείς τόν ἅγιο Σωφρόνιο ἄκουγε ἕναν θεολογικό του λόγο καί ἄνοιγε ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή του. Ὁ θεολογικός του λόγος ἦταν στήν πραγματικότητα θαυματουργικός καί συνδύαζε στενά τήν θεολογία μέ τήν πνευματική πατρότητα.

2. Ἡσυχαστής καί λειτουργός

.                 Ἡ ὀρθόδοξη ἡσυχία εἶναι μιά ὁλόκληρη ἐπιστήμη, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἐλέγχει τούς λογισμούς του καί δέν τούς ἐπιτρέπει νά γίνουν ἐπιθυμία καί πράξη, δηλαδή νά μήν εἰσέρχωνται μέσα στήν καρδιά. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν πρέπει νά ἐπηρεάζεται τό ἐπιθυμητικό τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό λογιστικό του, ἀλλά στό ἐπιθυμητικό καί τό θυμικό νά ὑπάρχη ἀδιάλειπτα τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε ἀγαπᾶ τόν Χριστό καί φροντίζει νά τηρῆ τό θέλημά Του, τίς ἐντολές Του, ἐνῶ στό λογιστικό πρέπει νά παραμένουν οἱ λογισμοί, προκειμένου νά ἀντιμετωπίζη ὁ ἄνθρωπος διάφορα θέματα στήν κοινωνική του ζωή. Ἡ ἡσυχία λέγεται καί νήψη, καί τήν συναντᾶμε στά κείμενα τῶν Ἀποστόλων. Ὁπότε, ὁλόκληρη ἡ εὐαγγελική ζωή εἶναι νηπτική καί ἡσυχαστική ζωή. Γιά τήν νήψη κάνουν λόγο οἱ Ἀπόστολοι στίς ἐπιστολές τους.
.                 Κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς εἶναι ἡ θεία Λειτουργία, στήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος προσεύχεται στόν σταυρωθέντα καί ἀναστάντα Χριστό καί κοινωνεῖ τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματός Του. Τήν ἀναίμακτη Μυσταγωγία ὁ Χριστός τήν προσφέρει ὡς μέγας Ἀρχιερεύς, ἀφοῦ ὁ Ἴδιος θυσιάσθηκε γιά τό ἀνθρώπινο γένος καί θυσιάζεται σέ κάθε θεία Λειτουργία γιά νά ζήση ὁ ἄνθρωπος. Δέν νοεῖται ὀρθόδοξος Χριστιανός ἄν δέν συμμετέχη πραγματικά καί οὐσιαστικά στήν θεία Κοινωνία.
.                 Εἶναι ἑπόμενο ὅτι συνδυάζεται στενά ἡ ὀρθόδοξη ἡσυχία μέ τήν θεία Λειτουργία, ἀφοῦ ἡ ἡσυχία ἔχει ἀναφορά στήν θεία Εὐχαριστία, ὅπως ἄλλωστε καί ὅλη ἡ ἐκκλησιαστική ζωή καί τά Μυστήρια, ἀλλά καί ἡ θεία Λειτουργία μετέχεται πραγματικά ἀπό ἐκεῖνον πού ἔχει τίς ὀρθόδοξες ἡσυχαστικές προϋποθέσεις. Πρέπει κανείς νά ζῆ ἀσκητικά καθ’ ὅλη τήν ἑβδομάδα, γιά νά μπορέση νά ζήση λειτουργικά τήν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς.
.                 Στόν ἅγιο Σωφρόνιο συνδυάζονταν καί τά δύο αὐτά γνωρίσματα πολύ στενά. Ἦταν μεγάλος ἡσυχαστής, ἀφοῦ μέσα στήν καρδιά του ὑπῆρχε ἀπόλυτη ἡρεμία. Γνώριζε πολύ καλά τήν μάχη μέ τούς λογισμούς, τίς εἰκόνες καί τίς φαντασίες. Γνώρισε τόν Χριστό καί, θά μποροῦσα νά πῶ, «πληγώθηκε» βαθειά ἀπό τήν θέα τοῦ δοξασμένου Χριστοῦ. Εἶναι ἀδύνατον κανείς νά γνωρίση τόν Θεό, μέσα στό Φῶς καί στήν συνέχεια νά στρέψη τήν προσοχή του σέ ἄλλες ἀγάπες καί σέ ἄλλα ἐνδιαφέροντα. Μέσα στήν προοπτική αὐτή πρέπει νά δοῦμε τήν ἀδιάλειπτη μετάνοια τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, πού ξεκινοῦσε ἀπό τήν ὅραση τῆς ἁγιότητος τοῦ Χριστοῦ. Ζοῦσε διαρκῶς στόν φωτισμό τοῦ νοῦ, πού εἶναι ἡ βάση τῆς ἡσυχαστικῆς καί νηπτικῆς ζωῆς, καί γι’ αὐτό ἦταν ἕνας ἀληθινός ἡσυχαστής.
.                 Αὐτό, ὅμως, ἦταν ἡ πραγματική προϋπόθεση συμμετοχῆς στήν θεία Λειτουργία. Ἐφ’ ὅσον συνεχῶς ζοῦσε «τό ἀληθινό ἱερατεῖο», πού εἶναι ἡ ἀέναη λειτουργία μέσα στήν καρδιά, ἦταν εὔκολο νά ζῆ τήν οὐσία καί τό περιεχόμενο τῆς θείας Λειτουργίας. Βλέποντας κανείς τόν ἅγιο Σωφρόνιο διέκρινε ὅτι ὡς ἡσυχαστής βρισκόταν συνεχῶς μέσα στό πνεῦμα τῆς θείας Λειτουργίας καί ὡς λειτουργός ἦταν μυσταγωγικός, ἀφοῦ ἦταν μέγας ἡσυχαστής.
.                 Αὐτός ἦταν ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁμιλοῦσε στούς συνομιλητές του γιά τήν νοερά προσευχή, ὡς βασική προϋπόθεση τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς, ἀλλά καί γιά τήν θεία Λειτουργία, ὡς ἄνοιγμα στόν πόνο ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας, ὡς βίωση τῆς Γεθσημανῆ. Ἄλλωστε, ὁ Χριστός στήν Γεθσημανῆ προσευχήθηκε γιά ὅλο τόν κόσμο, καί, συγχρόνως, βίωνε τόν πόνο τῶν ἀνθρώπων, μέ τό ποτήριο, καί αὐτή ἡ πνευματική κατάσταση ἦταν συνέχεια τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου.
.                 Γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἔλεγε ὅτι μέ τήν νοερά προσευχή ἡ θεία ἐνέργεια τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ εἰσέρχεται μέσα στά βάθη τῆς ὑπάρξεώς μας καί μέ τήν θεία Λειτουργία εἰσερχόμαστε μέσα στόν πόνο καί τήν ὀδύνη τοῦ ὅλου Ἀδάμ. Συμβαίνει κατ’ ἀναλογία ὅ,τι μέ τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἀνέβηκε στόν Σταυρό, ἔπειτα τό σῶμα Του μαζί μέ τήν Θεότητα βρισκόταν στό μνημεῖο καί ἡ ψυχή Του μαζί μέ τήν Θεότητα κατέβηκε στόν Ἅδη. Ἄν δέν κενωθοῦμε πνευματικά καί ἐάν δέν ἑλκύσουμε ὅλους τούς ἀνθρώπους μέσα στήν καρδιά μας μέ ἀγάπη καί προσευχή, δέν μποροῦμε νά βιώσουμε τήν θεία Λειτουργία ὡς ἕνα παγκόσμιο γεγονός, ὡς μιά λυτρωτική προσφορά γιά ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος.

3. Ἐρημίτης καί κοινωνικός

.                 Ἔρημος εἶναι ἕνας ἄγονος τόπος στόν ὁποῖο δέν ὑπάρχει ζωή, δέν ἀναπτύσσεται κοινωνία μέ τούς ἀνθρώπους, δέν ὑπάρχουν τά βασικά στοιχεῖα τῆς ζωῆς, ὅπως τό νερό, τό φαγητό. Ἔρημος στήν μοναχική ζωή εἶναι ἕνας τόπος ἀπομακρυσμένος ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀκόμη καί ἀπό τούς ἄλλους μοναχούς, ὅπου ὁ ἀσκητής ἀσκεῖται στήν κατά Χριστόν πολιτεία, δηλαδή ἀναζητᾶ τόν Θεό μέσα ἀπό τήν ξηρασία τοῦ σώματος καί τῆς φύσεως, μέσα στήν νέκρωση τῶν αἰσθήσεων καί τῶν παθῶν. Ἔρημος στό Ἅγιον Ὄρος εἶναι ὁ χῶρος ἐκεῖνος πού βρίσκεται στό ἄκρο τῆς Χερσονήσου τοῦ Ἄθω, κυρίως τά Καρούλια, τά Κατουνάκια καί ἡ περιοχή γύρω ἀπό τόν Ἄθωνα. Στήν ἔρημο ζοῦν οἱ μοναχοί πού χαρακτηρίζονται ἐρημίτες καί προσεύχονται στόν Θεό μέσα στό ἀδιάλειπτο πνεῦμα τῆς μετάνοιας, τοῦ κλάματος καί τῆς ἀναζητήσεώς Του.
.                 Κοινωνία εἶναι ὁ χῶρος στόν ὁποῖο ζοῦν πολλοί ἄνθρωποι καί ἀσκοῦνται μέ ἄλλο τρόπο στήν προσωπική καί πνευματική τους ζωή, ἀσκοῦν καί καλλιεργοῦν τήν ἀγάπη καί τήν φιλαδελφία. Κοινωνία εἶναι καί τό κοινόβιο Μοναστήρι, ὅπου ζοῦν πολλοί μοναχοί καί ἀγωνίζονται πνευματικά στόν δύσκολο ἀγώνα τῆς τηρήσεως τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν γιά τήν κατά Χάρη θέωσή τους.
.                 Ἡ ἔρημος καί ἡ κοινωνία δέν εἶναι δύο ἀντίθετες καταστάσεις, ἀφοῦ ἡ μία προϋποθέτει τήν ἄλλη. Συνήθως ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά καί ὁ μοναχός, ξεκινᾶ ἀπό τήν κοινωνία, εἶναι κοινωνικό ὄν καί στήν συνέχεια μπορεῖ νά ἀναχθῆ στήν ἔρημο. Στήν ζωή τοῦ Χριστοῦ βλέπουμε ὅτι συνδυάζεται ἡ ἔρημος μέ τήν κοινωνία. Ὁ Χριστός ἐργαζόταν μέ τούς ἀνθρώπους, τούς δίδασκε, τούς εὐεργετοῦσε ποικιλοτρόπως, ἀλλά πολλές φορές ἐπιδίωκε νά ζῆ καί στήν ἔρημο, ἀνέβαινε στό ὄρος γιά νά προσευχηθῆ. Αὐτό τό ἔκανε ὄχι γιατί τό εἶχε ἀνάγκη, ἀλλά γιά νά μᾶς διδάξη ὅτι καί ἐμεῖς πρέπει νά ἀνατρέχουμε πολλές φορές στήν ἔρημο γιά νά ἀποκτοῦμε ὀρθό προσανατολισμό στήν ζωή μας, νά καθαρίζουμε τό παθητικό τῆς ψυχῆς, νά προσευχόμαστε ὁλοκληρωτικά στόν Θεό.
.                 Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἕνωνε στήν ζωή του πολύ στενά τήν ἔρημο μέ τήν κοινωνία. Αὐτό γινόταν μέ δύο τρόπους:
.                 Ὁ ἕνας, ἐπειδή ἔζησε καί στό κοινόβιο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καί στήν συνέχεια στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στά Καρούλια καί τό σπήλαιο τῆς Ἁγίας Τριάδος, πλησίον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Παύλου. Στήν Ἱερά Μονή ζοῦσε ὡς ἐρημίτης, γιατί εἶχε ἔντονη προσευχή, ἀκόρεστο κλάμα, καί ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός. Καί στήν ἔρημο αὔξησε αὐτήν τήν μετάνοια καί τό πένθος, εἶχε ἀκόρεστη προσευχή καί μεγάλες ἐμπειρίες τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, ἐκεῖ στήν ἔρημο, κατά τήν διάρκεια τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, προσευχόταν γιά τό δράμα τῶν ἀνθρώπων πού σκοτώνονταν στά πεδία τῶν μαχῶν καί ὑπέφεραν ποικιλοτρόπως, δηλαδή ζοῦσε τήν ἀγωνία τοῦ Χριστοῦ στήν Γεθσημανῆ, τήν παγμόσμια ἀγωνία τῶν ἀνθρώπων.
.                 Ὁ ἄλλος τρόπος εἶναι ὅτι ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, ἀφοῦ ἔζησε σέ ὅλο τό βάθος της τήν ἔρημο, στήν συνέχεια τήν μετέφερε διαρκῶς ὅπου πήγαινε, στήν Γαλλία κατ’ ἀρχάς καί στήν Ἀγγλία, στήν συνέχεια.
.                 Μέσα στό Μοναστήρι του ζοῦσε καί ὡς ἐρημίτης καί ὡς κοινωνικός. Ἀποσυρόταν ὁλόκληρες ὧρες καί ἡμέρες στό εὐλογημένο σπιτάκι του, καί, ὅταν κυκλοφοροῦσε μεταξύ τῶν μοναχῶν καί τῶν προσκυνητῶν, μετέφερε καί ἀνέδυε αὐτόν τόν ἀέρα τῆς ἐρήμου. Κάθε λόγος του ἦταν ἀπόρροια τῆς προσευχῆς καί ἐλευθερωτικός, ἦταν ξηροί καί εὔχυμοι, εὐλογημένοι καρποί τῆς ἐρήμου. Οἱ προσκυνητές τόν ἔβλεπαν νά συμπεριφέρεται φυσιολογικά μαζί τους, πολύ ἁπλά, δέχονταν τήν ἀγάπη του, ἐξομολογοῦνταν τά ἁμαρτήματά τους, συνομιλοῦσαν μαζί του, καί ἀνέπνεαν τό ἀεράκι τῆς ἐρήμου, ἄκουγαν μιά φωνή μέσα ἀπό τά Καρούλια τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Καί αὐτό συνέβαινε, γιατί ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἦταν ἀπελεύθερος Κυρίου.

4. Σύννους καί εὐχάριστος

.                 Ἡ λέξη σύννοια χρησιμοποιεῖται στά μοναχικά κείμενα καί σημαίνει τήν συγκέντρωση τοῦ νοῦ. Σύννους εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού εἶναι προσεκτικός στήν ζωή του, ὁ νοῦς του εἶναι συγκεντρωμένος στόν Θεό καί τίς ἐντολές Του, δέν διαχέεται στό περιβάλλον, δέν σκορπίζεται σέ κοσμικά θέματα, δέν πλανᾶται. Ὅταν γίνεται λόγος γιά ἀπλανῆ νοῦ, ἐννοεῖται ὅτι ὁ νοῦς δέν περιφέρεται δεξιά καί ἀριστερά, ἀλλά εἶναι πάντοτε συγκεντρωμένος στό ὄνομα  τοῦ Χριστοῦ καί στήν ἐνέργεια πού μεταδίδεται ἀπό τό εὐλογημένο αὐτό Ὄνομα, ἀναπαύεται μέσα στήν καρδιά, μέ τήν ἀσκητική ἔννοια τοῦ ὅρου. Ὁ σύννους ἄνθρωπος δέν εἶναι ἁπλῶς ὁ σοβαρός, ἀφοῦ ὑπάρχει διαφορά μεταξύ σύννοιας καί σοβαρότητας.
.                 Ὁ σύννους ἔχει συγκεντρωμένο τόν νοῦ του ἀδιάλειπτα στόν Θεό, ἐνῶ ὁ σοβαρός τό κάνει αὐτό ἐπιτηδευμένα, ἐξωτερικά ἴσως καί ὑποκριτικά καί γι’ αὐτό μέ τήν λέξη σοβαρότητα ἀποδίδεται, συνήθως, ὁ ἐγωϊστής, ὁ ὑπερήφανος, πού ἐπιτηδεύεται αὐτό πού κάνει.
.                 Εὐχάριστος ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος πού δημιουργεῖ εὐχάριστο κλίμα στούς γύρω του, πού δέν δημιουργεῖ προβλήματα στούς ἄλλους, δέν γκρινιάζει, δέν παραπονεῖται, δέν ἐλέγχει διαρκῶς τούς ἄλλους. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συνιστᾶ στούς Χριστιανούς: «Εὐχάριστοι γίνεσθε» (Κολασ. γ΄, 16). Καί αὐτό, βέβαια, δέν πρέπει νά γίνεται ἐπιτηδευμένα, ἀλλά νά εἶναι ἀπόρροια τῆς ἐσωτερικῆς ἁπλότητας.
.                 Ὑπάρχει μεγάλη σχέση μεταξύ τοῦ σύννου καί τοῦ εὐχάριστου. Ὁ ἄνθρωπος, πού ἔχει ἐλεύθερο νοῦ ἀπό κοσμικά πράγματα, ἀπό ποικίλες διασπάσεις, πού ὁ νοῦς του εἶναι καθαρός, εἶναι συγχρόνως καί εὐχάριστος στούς συνομιλητές του, ἀφοῦ διακρίνεται γιά τήν ἁπλότητα τοῦ νοῦ του.
.                 Στόν ἅγιο Σωφρόνιο βλέπαμε συνδυασμένα καί τά δύο αὐτά γνωρίσματα, τῆς σύννοιας καί τοῦ εὐχάριστου. Ἐπειδή ὁ ἴδιος εἶχε φθάσει στήν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός καί γνώρισε τόν Θεό, ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή του ἦταν ἑνοποιημένη καί δέν ὑπῆρχαν διασπάσεις στήν ἐσωτερική του ζωή. Τό λογιστικό, τό ἐπιθυμητικό καί τό θυμικό άναφέρονταν στόν Θεό καί μεταξύ τους ἦταν ἑνοποιημένα. Δέν μποροῦσε νά γίνη διάσπαση στόν ἐσωτερικό του κόσμο. Αὐτό στά νηπτικά καί ἡσυχαστικά κείμενα χαρακτηρίζεται ὡς ἁπλότητα. Ἐπειδή ὁ ἅγιος Σωφρόνιος διακρινόταν γιά τήν ἑνοποίηση καί τήν ἁπλότητα τοῦ ψυχικοῦ του κόσμου, γι’ αὐτό καί συνδύαζε πολύ στενά τήν σύννοια μέ τό εὐχάριστο. Μερικές ὧρες ἦταν σύννους –ὄχι σοβαρός– καί, ὅταν τόν πλησίαζες ἤ ὅταν ἐκεῖνος σέ πλησίαζε, ἦταν εὐχάριστος.
.                 Παρατηροῦσα στόν ἅγιο Σωφρόνιο ὅτι εἶχε ἔντονο χιοῦμορ, ἔλεγε διάφορα διδακτικά ἀνέκδοτα, ἀλλά ἀντί μέ αὐτά νά διαχέη τόν νοῦ τοῦ συνομιλητοῦ του, ἐν τούτοις τόν συγκέντρωνε, τοῦ ἄνοιγε τόν νοῦ του πρός τόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία, τοῦ μετέδιδε ἐλπίδα καί ἐνέργεια. Δηλαδή, μέ ἕναν εὐχάριστο λόγο πού ἔβγαινε ἀπό τά χείλη του μετέδιδε καί μιά θαυμαστή ἐνέργεια καί συγκέντρωνε τόν νοῦ τοῦ συνομιλητοῦ του. Ἀλλά καί, ὅταν συζητοῦσε γιά σοβαρά θεολογικά θέματα, καί πάλι ἔβλεπε κανείς τήν ἁπλότητα τῆς σκέψεώς του, ἀλλά καί τό εὐχάριστο τοῦ χαρακτῆρος του.

5. Ἁγιορείτης καί οἰκουμενικός

 .                 Ἁγιορείτης λέγεται ὁ μοναχός ἐκεῖνος πού ἀσκεῖται στό Ἅγιον Ὄρος μέ τόν ποικιλότροπο τρόπο, εἴτε ὡς κοινοβιάτης, εἴτε ὡς σκητιώτης εἴτε ὡς κελλιώτης εἴτε ὡς ἐρημίτης. Ὁ τίτλος ἁγιορείτης ἔχει βάρος καί βάθος καί εἶναι εὐλογημένος, γιατί διακρίνεται ἀπό μιά ἐξαγιασμένη ζωή, πού βιώνει κανείς σέ ἕναν χῶρο, πού εἶναι κάτω ἀπό τήν προστασία τῆς Παναγίας, γι’ αὐτό καί τό Ἅγιον Ὄρος λέγεται «Τό περιβόλι τῆς Παναγίας».
.                 Ἐνῶ, ὅμως, ὁ ἁγιορείτης μοναχός ζῆ στόν ἄβατο χῶρο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐν τούτοις εἶναι οἰκουμενικός, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι μέσα στήν ὕπαρξή του ζῆ τό δράμα ὅλου τοῦ κόσμου, μέ τά πάθη του, τίς στενοχώριες, τίς θλίψεις, τίς ἀγωνίες καί ὅλα τά λεγόμενα ἐσωτερικά προβλήματα. Πέρα ἀπό αὐτήν τήν ἔννοια ὁ γνήσιος ἁγιορείτης μοναχός εἶναι οἰκουμενικός, ἐπειδή ξεπερνᾶ τήν διαίρεση τοῦ ἐθνικοῦ κόσμου, ἀφ’ ἑνός μέν γιατί στό Ἅγιον Ὄρος ζοῦν ἄνθρωποι ἀπό ὅλα τά κράτη καί τά ἔθνη, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιατί, ὅταν ζῆ κανείς σωστά μέσα στήν Ἐκκλησία, ὑπερβαίνει τόν ἐθνοφυλετισμό, τόν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία χαρακτηρίζει ὡς αἵρεση.
.                 Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος εἶχε καί τά δύο αὐτά γνωρίσματα ἑνωμένα καί συνδυασμένα, δηλαδή ἦταν καί ἁγιορείτης καί οἰκουμενικός. Ἔζησε πάνω ἀπό εἴκοσι χρόνια στό Ἅγιον Ὄρος, ἐκεῖ ἐκάρη μοναχός, ἀλλά τό κυριότερο βίωσε στό βάθος ὅλο τό πνεῦμα τοῦ ὀρθοδόξου ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ, πού συνδέεται μέ τήν μετάνοια, τό κατά Θεόν πένθος, τήν ἀδιάλειπτη νοερά καρδιακή προσευχή, τήν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, τήν ἀγάπη γιά ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος. Σέ ὅλη του τήν ζωή, καί τότε πού ἐξαναγκάσθηκε νά μετακινηθῆ ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, μετέφερε ἐκεῖ τό πνεῦμα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἰδιαιτέρως στήν Μονή τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στό Ἔσσεξ τῆς Ἀγγλίας ὅπου καί κοιμήθηκε. Αὐτό τό βλέπει κανείς μέ τήν κοινοβιακή ζωή, τήν θεία Λειτουργία, τήν φιλοξενία, τήν ἀγάπη πρός τούς προσκυνητές, τήν νοερά καρδιακή προσευχή, τήν βαθυτάτη του ταπείνωση.
.                 Συγχρόνως, ὅμως, ἦταν καί οἰκουμενικός, καθολικός, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι, ἐπειδή ἡ Ἱερά Μονή του στό Ἔσσεξ ἦταν κάτω ἀπό τήν κανονική δικαιοδοσία καί προστασία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, δραστηριοποιήθηκε, μέ τόν ἰδιαίτερο τρόπο, σέ ὅλον τόν κόσμο. Αὐτό γίνεται μέ τά κείμενα τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, πού μεταφράσθηκαν σέ πολλές γλῶσσες καί ἀναγεννοῦν πολλούς ἀνθρώπους. Πολλοί πού διάβαζαν γιά τόν ἅγιο Σωφρόνιο καί τήν θεολογία πού μετέφερε, πήγαιναν στό Μοναστήρι του ἀπό τά πέρατα τοῦ κόσμου γιά νά μυηθοῦν σέ αὐτήν τήν εὐαγγελική, ἀσκητική καί πατερική ζωή, δηλαδή τήν ἐκκλησιαστική ζωή καί νά ἀποκτήσουν τήν πραγματική γνώση τοῦ Θεοῦ.
.                 Ἔτσι, ὁ ἅγιος Σωφρόνιος εἶναι συγχρόνως καί ἁγιορείτης καί οἰκουμενικός, δηλαδή εἶναι ἀληθινά ὀρθόδοξος, στήν ὁμολογία τῆς πίστεως καί στήν ποιμαντική διακονία σέ ὅλο τόν κόσμο, ἀλλά, κυρίως, στήν προσευχή. Ἄλλωστε, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ λέγεται Καθολική, ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι Μία, Ἁγία καί Ἀποστολική. Καί ὁ ἅγιος Σωφρόνιος εἶναι ἀληθινά ὀρθόδοξος, εἶναι ἁγιορείτης καί οἰκουμενικός.

6. Ἁγιογράφος καί ἐμπειρικός

.                 Ἡ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία δέν εἶναι μιά κοσμική τέχνη, ἀλλά ἐκκλησιαστική, γιατί δέν ἀποβλέπει στήν ἀπεικόνιση τοῦ κτιστοῦ κόσμου, ἀλλά στήν φανέρωση τῆς ἀκτίστου δόξης καί τοῦ δοξασμένου κόσμου, δηλαδή παρουσιάζει τόν κτιστό κόσμο πού ἔχει ἐμποτισθῆ ἀπό τό ἄκτιστο Φῶς.
.                 Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία διακρίνεται ἀπό τρία βασικά γνωρίσματα. Πρῶτον, παρουσιάζει τήν ἐσωτερική ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος φωτίζεται ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία Χάρη ἐνεργεῖ μέσα στήν καρδιά του, γι᾽ αὐτό τό φῶς δέν δημιουργεῖ σκιές. Δεύτερον, ἡ ὅλη παράσταση ἔχει μία μόνον διάσταση, δηλαδή δέν ἔχει βάθος καί τονίζονται τά βασικά πρόσωπα τῆς παράστασης, ἀνεξάρτητα ἄν εἶναι μεγαλύτερα ἀπό ἄλλα δευτερεύοντα πρόσωπα, πού σημαίνει ὅτι ὑπερβαίνεται ὁ χῶρος. Τρίτον, γίνεται ὑπέρβαση τοῦ χρόνου, γι᾽ αὐτό καί γεγονότα πού ἔγιναν σέ διάφορες χρονικές στιγμές παρουσιάζονται σέ μιά ἑνότητα, ὅπως γιά παράδειγμα ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ.
.                 Ἔτσι, ὁ ὀρθόδοξος ἁγιογράφος δέν παρουσιάζει τήν πραγματικότητα πού γίνεται ἀντιληπτή στίς αἰσθήσεις, δέν παίζει μέ τίς φωτοσκιάσεις, πού σημαίνει ὅτι τό φῶς δέν προέρχεται ἀπό ἔξω καί δέν εἶναι κτιστό γιά νά ἀφήνη σκιές, ἀλλ’ εἶναι ἄκτιστο Φῶς, τό ὁποῖο εἰσέρχεται μέσα στόν θεούμενο ἄνθρωπο καί διά αὐτοῦ διαχέεται καί σέ ὅλη τήν κτίση.
.                 Ὅταν ὁ ἁγιογράφος εἰκονίζη τόν Χριστό, ἐκφράζει, ὅσο εἶναι δυνατόν, τήν Θεότητά Του, πού εἶναι θεία, ἀλλά καί τό Φῶς εἶναι θεῖο καί ἄκτιστο. Τό Φῶς αὐτό προχέεται καί ἀπό τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ καί τό Σῶμα γίνεται πηγή τοῦ ἀκτίστου Φωτός, λόγῳ τῆς ἑνώσεως θείας καί ἀνθρωπίνης φύσεως στήν ὑπόσταση τοῦ Λόγου. Ὅ,τι συνδέεται μέ τόν Χριστό εἶναι Φῶς καί ὅ,τι δέν μετέχει τοῦ Φωτός, ὅπως ὁ διάβολος, παρουσιάζεται ὡς σκοτεινό. Συγχρόνως, οἱ ἁγιογραφίες τῶν ἁγίων παρουσιάζονται σέ κανονικές διαστάσεις καί μέσα στό ἄπλετο ἄκτιστο Φῶς, ἐνῶ ἡ μορφή τοῦ διαβόλου παρουσιάζεται σμικρυσμένη – συρρικνωμένη, γιατί κάθε ὕπαρξη πού δέν συνδέεται μέ τόν Χριστό εἶναι σκοτεινή καί συρρικνωμένη.
.                 Ἔτσι, ὁ ὀρθόδοξος ἁγιογράφος εἰκονογραφεῖ τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος ὡς Λόγος εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Πατρός καί ἔχει τήν ἴδια οὐσία καί ἐνέργεια μέ τόν Πατέρα, ἀλλά βεβαίως εἰκονογραφεῖ τόν ἐνανθρωπήσαντα Χριστό. Συγχρόνως, εἰκονογραφεῖ καί τούς ἁγίους πού εἶναι εἰκονικά ὄντα, ἀφοῦ ὡς ἄνθρωποι δημιουργήθηκαν κατ’ εἰκόνα τοῦ Λόγου, καί μέ τήν κοινωνία τους μέ τόν Χριστό ἔφθασαν ἀπό τό κατ’ εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωση, στήν θέωση. Αὐτό δηλώνει ὅτι πράγματι ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκονικό ὄν. Ἐάν ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου (Κολ. α΄, 15), ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ, δηλαδή εἰκόνα τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
.                 Ἐδῶ πρέπει νά σημειωθῆ κάτι σημαντικό. Ὅταν ὁ Θεόπτης φθάση στήν θέα τοῦ Θεοῦ, τότε βλέπει ἀοράτως τήν ἄκτιστη πραγματικότητα καί ἀκούει ἀνηκούστως ἄρρητα ρήματα, κατά τήν ὁμολογία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Β΄ Κορ. ιβ΄, 4). Στήν συνέχεια ὅμως, προκειμένου νά καθοδηγήση τούς ἀνθρώπους μεταφέρει καί μεταφράζει αὐτά τά ἄκτιστα ρήματα μέ κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονίσματα. Ἔτσι, ὁ Μωϋσῆς, βλέποντας τήν ἄκτιστη Σκηνή τοῦ Λόγου, τήν μεταφέρει σέ κτιστή σκηνή, κτιστό ναό, καί μετέχοντας τοῦ ἀκτίστου νόμου, τῆς κοινωνίας μέ τόν ἄσαρκο Λόγο, μεταφέρει αὐτήν τήν ἐμπειρία μέ κτιστό νόμο.
.                 Ἑπομένως, τά ἄκτιστα ρήματα μεταφέρονται μέ κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονίσματα, ὥστε στήν συνέχεια μέ αὐτά τά κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονίσματα νά ἀνέλθη ὁ ἄνθρωπος στήν ἄκτιστη πραγματικότητα, ὁπότε καταργοῦνται ὅλα τά κτιστά.
.                 Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική πρέπει νά δοῦμε καί τήν ὀρθόδοξη ἁγιογραφία. Δέν εἶναι μιά ζωγραφική, κοσμική τέχνη, ἀλλά ἐκκλησιαστική, πού εἶναι δημιούργημα ἁγίων ἀνθρώπων καί ὁδηγεῖ πρός τήν θέωση. Δέν εἶναι μιά παρουσίαση τοῦ φανταστικοῦ, τοῦ ἰδεατοῦ, τό ὁποῖο εἶναι ἀνύπαρκτο, ἀλλά ἀπεικόνιση, κατά τό δυνατόν, τοῦ πραγματικοῦ κόσμου, τόν ὁποῖο ὁ θεούμενος βλέπει μέσα ἀπό τήν μέθεξη τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ ἐνεργείας.
.                 Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος σπούδασε τήν ζωγραφική στήν Σχολή Καλῶν Τεχνῶν τῆς Μόσχας καί ἐξήσκησε τήν τέχνη του αὐτή μέ ἔμπνευση στήν προσπάθειά του νά συναντήση τό αἰώνιο. Ὅμως, τήν ἐγκατέλειψε καί ἐπιδόθηκε στήν ἀναζήτηση καί στήν συνάντηση μέ τόν Θεό καί τήν μέθεξη μαζί Του. Ἀξιώθηκε νά δῆ πολλές φορές στήν ζωή του τό ἄκτιστο Φῶς, τό ὁποῖο, κατά τήν περιγραφή του, εἶναι ἱλαρό, πράο καί σκορπᾶ εἰρήνη στόν ἄνθρωπο. Αὐτό σημαίνει ὅτι καί ὁ ἴδιος ζοῦσε μέσα στό Φῶς καί γι’ αὐτό ἀξιώθηκε νά τό δῆ, σύμφωνα μέ τό ψαλμικό «ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς». Ὅταν καθαρίζεται ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά πάθη, ὅταν φωτίζεται ὁ νοῦς του, τότε ὁ ἄνθρωπος φθάνει, ἐάν καί ὁ Θεός τό ἐπιτρέψη, στήν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός καί ζῆ τήν κατά Χάρη θέωση. Ὁπότε, ὅταν χρειάσθηκε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος νά ἁγιογραφήση, τότε, κατά τρόπο φυσικό, πέρασε στήν ἁγιογραφία αὐτήν τήν ζωή πού βίωσε, γι’ αὐτό ἦταν ἁγιογράφος καί εἰκονικός, μέ τήν ἔννοια ὅτι παρουσίαζε τήν εἰκόνα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, τό ὁποῖο μεταμορφώνει τά πάντα.
.                 Βέβαια, αὐτό πρέπει νά ἐξετασθῆ ἀπό τήν ἄποψη ὅτι, πέρα ἀπό τήν πνευματική ἐμπειρία πού ἀξιώθηκε νά ἔχη, δηλαδή νά δῆ τό ἄκτιστο Φῶς, πού εἶναι ἡ δόξα τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ καί τό κάλλος τῆς ἀκτίστου Βασιλείας Του, συγχρόνως διέθετε ἰδιαίτερο φυσικό χάρισμα γιά νά ἐκφράση αὐτήν τήν ἐμπειρία μέ τίς ἁγιογραφίες. Πάντοτε ὑπάρχει ὁ συνδυασμός πνευματικῶν καί φυσικῶν χαρισμάτων. Τό ἴδιο γίνεται καί στήν θεολογία. Ὁ Θεός δίνει τό χάρισμα τῆς θεολογίας, ὡς διδασκαλία, στόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο πού ἔχει χωρητικότητα διανοίας καί τό ἰδιαίτερο χάρισμα γιά νά τήν ἐκφράση. Πολλοί ἀξιώνονται τῆς θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ὀλίγοι ὅμως μποροῦν νά διατυπώσουν αὐτήν τήν ἐμπειρία καί νά ἀντιμετωπίσουν τούς φιλοσοφοῦντες θεολόγους. Αὐτή ἡ διατύπωση- ἔκφραση χρειάζεται θεοπτική ἐμπειρία, χωρητικότητα διανοίας, ἰδιαίτερα χαρίσματα καί γνώση τῶν φιλοσοφικῶν ρευμάτων τῆς κάθε ἐποχῆς. Τό ἴδιο μποροῦμε νά ποῦμε καί γιά τόν ἁγιογράφο ἅγιο Σωφρόνιο. Εἶχε μέν τήν θεοπτική ἐμπειρία, ἀλλά διέθετε καί τό καλλιτεχνικό χάρισμα γιά νά τήν ἐκφράση.
.                 Ὅταν ἐπισκεπτόμουν τό Μοναστήρι, πολλές φορές καθόμουν γιά πολλή ὥρα νά βλέπω καί νά παρατηρῶ τίς τοιχογραφίες πού ἔκανε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, μέ τήν βοήθεια τῶν μοναχῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, στήν τραπεζαρία. Δέν ἔχω ἐξειδικευμένες γνώσεις γιά τά θέματα αὐτά, ἐκτός ἀπό τίς γενικές σπουδές μου, ἀλλά καταλάβαινα ὅτι αὐτές οἱ συγκεκριμένες ἁγιογραφίες εἶναι μοναδικές στό εἶδος τους, πρωτότυπες, χωρίς νά ἀλλοιώνουν τήν βυζαντινή τεχνοτροπία. Ἦταν μιά σύνθεση μεταξύ τῆς Κρητικῆς καί τῆς Μακεδονικῆς Σχολῆς ἤ ἀκόμη μιά σύνθεση μεταξύ τῆς αὐστηρῆς βυζαντινῆς τεχνοτροπίας καί τῆς ρωσικῆς τέχνης. Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος μέ τίς ἁγιογραφίες αὐτές δημιούργησε μιά ἰδιαίτερη παράδοση.
.                 Θά καταγράψω πῶς ἑρμηνεύω τήν ἁγιογραφική τεχνοτροπία καί, κυρίως, τήν θεολογία τοῦ ἁγιογράφου ἁγίου Σωφρονίου.
.                 Τό πρῶτο εἶναι ὅτι ὅλες οἱ εἰκόνες πού ἁγιογραφοῦσε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, κυρίως στούς τοίχους τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, ἔχουν ἁπαλότητα καί πραότητα, εἶναι ἁγιογραφημένες μέ ἤρεμα καί ἁπαλά χρώματα. Εἶχε σπουδάσει ζωγραφική καί φυσικά γνώριζε ἀπό καλλιτεχνικῆς πλευρᾶς τήν σημασία καί τήν χρήση τῶν χρωμάτων, ἀλλά, ὅταν ἁγιογραφοῦσε τόν Χριστό καί τούς ἁγίους, ἐνεργοῦσε περισσότερο ὡς Θεόπτης παρά ὡς καλλιτέχνης. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐπηρεασμένος περισσότερο ἀπό τήν ἀσκητική καί τήν θεοπτική ἐμπειρία, παρά ἀπό τήν αἰσθητική καλλιτεχνία. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁμιλεῖ γιά τό ἄκτιστο Φῶς πού εἶδε καί τό ὁποῖο εἶναι «ἤρεμο, ἀκέραιο, ὁμοιογενές».
.                 Νομίζω ὅτι ἡ ἁπαλότητα καί πραότητα τῶν χρωμάτων εἶναι ἔκφραση τοῦ ἠρέμου καί πράου Φωτός, πού ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἔβλεπε κατά τίς θεοπτικές του ἐμπειρίες. Ὅπως γράφει στά κείμενά του, τό Φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστο, καθαρό, φωτεινό, ἱλαρό καί πράο. Ὡς Θεόπτης πού ἦταν, αὐτό πέρασε, κατά τρόπο φυσικό, καί στίς ἁγιογραφίες του. Μετέφραζε ἁγιογραφώντας τόν μεταμορφωμένο κόσμο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ὅταν βλέπη κανείς τό ἄκτιστο Φῶς, τότε καταλαβαίνει ὅτι τίποτε δέν εἶναι ἔντονο, ἀλλ’ ὅλα λειτουργοῦν ἁπαλά, εἰρηνικά, ἀφοῦ καί αὐτό τό ἔντονο κτιστό φῶς τοῦ ἡλίου ἀποκτᾶ μιά ἱλαρότητα. Ὀ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν εἶδε τόν Χριστό μέσα στό Φῶς, πρό τῆς Δαμασκοῦ, εἶπε ὅτι τό θεῖο Φῶς ὑπερέβαινε τήν λαμπρότητα τοῦ φωτός τοῦ κτιστοῦ ἡλίου (Πράξ. κϛ΄, 13). Ὁ Θεόπτης βλέπει τό ἄκτιστο Φῶς νά ὑπερβαίνη τήν λαμπρότητα τοῦ κτιστοῦ φωτός, καί ἀφοῦ τό ἄκτιστο Φῶς, «γιά τήν ὑπερέχουσαν λαμπρότητα» – λάμψη, εἶναι γνόφος καί ἱλαρό, αὐτό σημαίνει ὅτι ὅλα τά ἔντονα κτιστά πράγματα ταπεινώνονται μπροστά του, ἀποκτοῦν καί αὐτά μιά ἱλαρότητα. Βέβαια, σέ ἔντονη φωτοχυσία ὁ κόσμος ὁλόκληρος παρέρχεται καί λησμονεῖται. Πάντως, ὁλόκληρη ἡ κτίση, ὅταν διαποτίζεται ἀπό τό Φῶς τοῦ Θεοῦ, φανερώνει τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
.                 Ἔτσι, τά χρώματα πού χρησιμοποιοῦσε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος στίς ἁγιογραφίες του εἶναι τά ἁπαλά πού δημιουργοῦν εἰρήνη καί πραότητα καί δέν προκαλοῦν σύγχυση καί ταραχή. Ἐμπνέουν καί δέν καθηλώνουν, προβάλλουν τόν μεταμορφωμένο κόσμο ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί δέν προκαλοῦν θαυμασμό, καθησυχάζουν τίς αἰσθήσεις καί δέν τίς ἐξάπτουν. Ὁ καθένας πού εἰσέρχεται στόν Ναό μπορεῖ νά αἰσθανθῆ τήν διαφορά μεταξύ τοῦ κόσμου τῆς συγχύσεως, τῆς ταραχῆς, τῆς ἀπογνώσεως καί τῆς ὀδύνης, καί τοῦ θαυμαστοῦ κόσμου τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι ἀπαύγασμα τοῦ εἰρηναίου πνεύματος.
.                 Πέραν αὐτοῦ, ὁ ἅγιος Σωφρόνιος σέ σχετική μου παρατήρηση ὅτι τά χρώματα πού χρησιμοποιεῖ εἶναι γλυκά, μοῦ ἀπάντησε ὅτι δέν φροντίζει νά εἶναι γλυκά, ἀλλά ἁπαλά. Μοῦ ἐξήγησε ὅτι ἄλλο εἶναι τά γλυκά χρώματα καί ἄλλο τά ἁπαλά. Προφανῶς, ὡς ἀσκητής πού ἦταν, δέν ἤθελε νά προκαλέση τόν αἰσθησιασμό καί νά ἐγείρη τό συναίσθημα, ὅπως τό κάνουν τά γλυκά χρώματα. Καί στήν θεολογία του καί στήν ἁγιογραφία του ἐπεδίωκε νά ἀνυψώση τόν ἄνθρωπο ἀπό τό ψυχολογικό στό πνευματικό ἐπίπεδο. Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ὁμιλοῦσε καί ἔγραφε γιά ἀσκητική καί ὄχι γιά αἰσθητική.
.                 Ὅμως, τά χρώματα πού χρησιμοποιοῦσε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος δείχνουν καί κάτι ἄλλο πολύ σημαντικό, δηλαδή τήν κίνηση τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό, τήν ἀναφορά του καί τήν ὁρμή του πρός Αὐτόν. Γι’ αὐτήν τήν ὁρμή τοῦ πνεύματος κάνει πολλές φορές λόγο στά κείμενά του καί θυμίζει τό σχετικό χωρίο τοῦ Προφήτου Ἰεζεκιήλ: «Καί τό πνεῦμα ἐξῆρέν με καί ἀνέλαβέν με, καί ἐπορεύθην ἐν ὁρμῇ τοῦ πνεύματός μου, καί χείρ κυρίου ἐγένετο ἐπ’ ἐμέ κραταιά. καί εἰσῆλθον εἰς τήν αἰχμαλωσίαν μετέωρος» (Ἰεζ. γ΄, 14-15).
.                 Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, ὅταν ἁγιογραφοῦσε, δέν χρησιμοποιοῦσε τά στατικά- σκληρά χρώματα πού εἶναι πολύ πηκτά, ἀλλά τά ἁπαλά χρώματα, τά διάφανα, διότι μόνον αὐτά δείχνουν αὐτήν τήν κίνηση καί τήν ὁρμή. Δέν ἤθελε νά ὑπάρχη στατικότητα στά χρώματα, ἀλλά νά φαίνεται ἡ κίνηση, ἡ ἀναφορά, ἡ ὁρμή. Ὅποιος γνώριζε τόν ἅγιο Σωφρόνιο καί συζητοῦσε μαζί του, καταλάβαινε ἀπό τίς λέξεις πού χρησιμοποιοῦσε πῶς ἑρμήνευε τήν πνευματική πραγματικότητα. Ὅταν ὁμιλοῦσε γιά τήν πνευματική ζωή, δέν χρησιμοποιοῦσε τόν ὅρο «πνευματική κατάσταση», γιατί αὐτός ὁ ὅρος δείχνει στατικότητα καί ἀδράνεια, ἀλλά ἔκανε λόγο γιά «ὁρμή», γιά «θανατηφόρα δίψα». Νομίζω ὅτι αὐτό ἐκφράζεται κατά τόν καλύτερο τρόπο μέ τά ἁπαλά, διάφανα χρώματα, τά ὁποῖα χρησιμοποιοῦσε.
.                 Τό δεύτερο, πού ἔχω ἐντοπίσει, εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἁγιογράφησε τόν ἔνθρονο Χριστό, τόν Ὁποῖο συναντᾶμε καί στό ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου His life is mine. Χρειάζεται μεγάλη ἀνάλυση αὐτῆς τῆς εἰκόνος, γιατί νομίζω ὅτι εἶναι τό χαρακτηριστικότερο δεῖγμα τῆς ἁγιογραφίας τοῦ ἁγίου Σωφρονίου πού εἶναι ἀπαύγασμα τῆς θεοπτίας του.
.                 Κατ’ ἀρχάς ἡ τεχνοτροπία τῆς εἰκόνας αὐτῆς δέν θυμίζει οὔτε τήν βυζαντινή οὔτε τήν ρωσική τέχνη, ἀλλά εἶναι κάτι ἰδιαίτερο καί πρωτότυπο, πού συνδέεται ἀφ’ ἑνός μέν μέ τήν θεολογία του, ἀφ’ ἑτέρου δέ μέ τήν προσωπικότητά του. Περισσότερο δείχνει τήν οἰκουμενικότητα τοῦ ἁγίου Σωφρονίου καί τήν ὑπέρβαση τῶν ἐθνικιστικῶν διαιρέσεων.
.                 Ἰδιαίτερη προσοχή πρέπει νά δοθῆ στήν ἔκφραση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχουν εἰκόνες διαφόρων ἁγιογράφων πού δείχνουν ἄλλοτε τήν ἱλαρότητα, ἄλλοτε τό ἔλεος, ἄλλοτε τήν δικαιοσύνη, ἄλλοτε τήν παντοδυναμία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ εἰκόνα πού ἁγιογράφησε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος φανερώνει, κατά ἕναν θαυμαστό τρόπο, ὅλες αὐτές τίς ἰδιότητες τοῦ Χριστοῦ, ἤτοι τήν ἱλαρότητα, τήν ἐλεημοσύνη, τήν ἀγάπη, τήν δικαιοσύνη, τήν παντοδυναμία, τήν κρίση κλπ. Πρόκειται γιά ἔκφραση ἑνός ὑπερτάτου ὄντος τῶν πάντων. Αὐτή ἡ ἔκφραση τοῦ προσώπου συνδέται ἀναπόσπαστα μέ τίς φράσεις «ὁ Ὤν» (ὁ Ὑπάρχων) καί «Ἐγώ εἰμι», πού δείχνουν τό συναΐδιο τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιον Πνεῦμα καί ἀσφαλῶς εἶναι ἀπεικόνιση, κατά τό δυνατόν, τῆς ἐμπειρίας πού εἶχε ὁ ἅγιος Σιλουανός καί ὁ ἴδιος, κατά τήν ὁποία ἡ ὅραση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀκοή καί ἡ ἀκοή τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅραση, ἀφοῦ κατά τήν θεοπτία οἱ αἰσθήσεις τοῦ Θεόπτου ἑνοποιοῦνται.
.                 Τό πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ εἶναι φωτεινό, ἀφοῦ καί τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι πηγή τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό καί χαρακτηρίζεται «ὁμόθεον». Παρατηροῦμε ὅτι ὁ ἅγιος Σωφρόνιος γιά νά εἰκονογραφήση τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, δέν ἀκολουθεῖ τήν μέθοδο νά θέτη τά φωτίσματα καί τίς ψιμιθιές πάνω στό πρόπλασμα, ἀλλά διατηρεῖ τό σῶμα- πρόπλασμα καί τό καλύπτει ἐξ ὁλοκλήρου μέ φώτισμα. Αὐτό νομίζω ὅτι τό κάνει γιά νά δείξη ὅτι ὅλο τό πρόσωπο φωτίζεται ἀπό τόν ἔσωθεν φωτισμό, τήν δόξα τῆς Θεότητος, χωρίς νά ἀφήνη φωτοσκιάσεις. Ἔτσι ἐκφράζεται κατά τόν καλύτερο τρόπο ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου «ὅτι ὁ Θεός φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία» (Α΄ Ἰω. α΄, 5). Πρόκειται γιά μεταφορά μέ εἰκονίσματα τῆς ἀκτίστου φωτεινῆς πραγματικότητος.
.                 Ἐνδιαφέρον ἔχει καί ὁ τρόπος ἁγιογραφήσεως τῶν ἱματίων τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι λευκά. Στόν χιτώνα τοῦ Χριστοῦ δέν τίθενται διάφοροι χρωματισμοί. Πρόκειται γιά τά λευκά ἱμάτια τοῦ Χριστοῦ κατά τήν Μεταμόρφωση, ἀφοῦ καί αὐτά ἔγιναν «λευκὰ ὡς τό φῶς» (Ματθ. ιζ΄, 2) καί τά ἱμάτιά Του μετά τήν Ἀνάσταση. Βέβαια, πρωτοτυπία ἀποτελεῖ τό νά ἁγιογραφῆται ὁ Χριστός ἔνθρονος μέ λευκά ἱμάτια, διότι προφανῶς πρόκειται γιά ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στόν ἅγιο Σωφρόνιο καί συνδυάζεται, ὅπως εἴπαμε πιό πάνω, ὁ ἔνθρονος Χριστός μέ τόν Μεταμορφωθέντα καί Ἀναστάντα Χριστό.
.                 Ἡ ὅλη ἁγιογράφηση τοῦ ἐνθρόνου Χριστοῦ, πού εἶναι φωτεινός μέ φόντο τό κυανοῦν χρῶμα, πρέπει νά τεθῆ στήν προοπτική τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Σωφρονίου περί τῆς θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Φωτός. Σέ ἕνα σημεῖο τοῦ βιβλίου του γράφει τό πῶς ἐνατένιζε ἐπίμονα τόν καθαρό καί κυανοῦν οὐρανό, προσήλωνε τό βλέμμα του σέ μιά κατεύθυνση καί πολλές φορές διέτρεχε τόν οὐρανό ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρου. Ὅταν ἔφθανε στόν ὁρίζοντα, μετέβαινε νοερῶς καί πέραν αὐτοῦ καί τότε ἔβλεπε τόν κυανοῦν οὐρανόν νά περιβάλλη τόν πλανήτη τῆς γῆς. Συγχρόνως, προσπαθοῦσε νά εἰσχωρήση στά βάθη του καί νά ἀνιχνεύση τά ὅριά του. Αὐτή ἡ ἐνατένιση τῆς οὐράνιας σφαίρας, γεμάτης ἀπό τό φῶς, τόν ἔθελγε διά τοῦ μυστηρίου της. Στήν συνέχεια γράφει: «Ὅταν ὅμως ἀξιώθηκα μέ Ἄνωθεν δωρεά νά δῶ τό ἄκτιστο Φῶς τῆς Θεότητος, τότε στόν κυανό οὐρανό τοῦ “κυανοῦ πλανήτου” μας ἀναγνώρισα μέ χαρά τό σύμβολο τῆς ἀκτινοβολίας τῆς ὑπερκόσμιας δόξης». Καί συμπληρώνει ὅτι «τό κυανό εἶναι τό χρῶμα τοῦ ἐπέκεινα, τῆς ὑπερβατικότητας».
.                 Ἔτσι, ὁ ἔνθρονος Χριστός εἶναι πλήρης φωτός, τά ἱμάτιά Του φωτεινά, ὅπως ἐμφανίσθηκε κατά τήν Μεταμόρφωση, καί στό βάθος τῆς εἰκόνας (φόντο) εἶναι τό κυανοῦν φῶς καί τοῦ κτιστοῦ κόσμου, ἀλλά καί τοῦ ἐπέκεινα. Ἄλλωστε, κατά τήν θεοπτική ἐμπειρία ὁ Θεόπτης βλέπει δύο φῶτα, τό κτιστό καί τό ἄκτιστο καί ἀντιλαμβάνεται σαφέστατα τήν διαφορά καί τήν ποιότητά τους. Κατά τήν μαρτυρία τοῦ ἁγίου Σωφρονίου «Τό ἄκτιστο Φῶς εἶναι διαφορετικό κατά τή φύση του, καί ἡ θεωρία του δέν εἶναι ὅμοια μέ τή φυσική ὅραση».
.                 Πάντως, κυριαρχοῦσα μορφή στήν εἰκόνα αὐτή εἶναι ὁ ἀποκαλυφθείς Χριστός μέσα στό ἄκτιστο Φῶς, ὅπως ὁ ἴδιος τόν εἶδε καί γράφει σέ κείμενά του ὅτι μέ τήν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός «Γεννήθηκαν μέσα μου νέες δυνάμεις, ἄλλη ὅραση, ἄλλη ἀκοή. Μπόρεσα νά γνωρίσω ἀπερίγραπτη ὡραιότητα». Τό ἄκτιστον Φῶς εἶναι «Φῶς καταυγάζον».
.                 Τό τρίτο πού διέκρινα βλέποντας τίς ἁγιογραφίες τοῦ ἁγίου Σωφρονίου εἶναι ὅτι ἡ καρδιά εἶναι τό κέντρο στά σώματα τῶν ἁγιογραφημένων Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων. Ὁ νοῦς τους δέν βρίσκεται συγκεντρωμένος στήν λογική καί τόν ἐγκέφαλο, ἀλλά ἔχει κατεβῆ στήν καρδιά. Σέ ἕνα σημεῖο τῶν γραπτῶν του ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ὁμιλώντας γιά τήν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός γράφει: «Τό βλέπουμε, ἀλλά ἡ προσοχή στρέφεται στά ἐνδότερα τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, στήν καρδιά πού φλέγεται ἀπό τήν ἀγάπη, ἀγάπη ἄλλοτε τῆς εὐσπλαχνίας καί ἄλλοτε τῆς εὐγνωμοσύνης». Αὐτή ἡ θεολογία του ἁγιογραφεῖται κατά τόν καλύτερο τρόπο στίς εἰκόνες τῶν Ἀποστόλων κατά τόν Μυστικό Δεῖπνο.
.                 Τά ἁγιογραφημένα πρόσωπα τῶν Ἀποστόλων δείχνουν ὅτι ὁ ἐγκέφαλος ἔχει ἀδειάσει, ἀφοῦ δέν ὑπάρχουν μέσα οἱ λογισμοί, καί ὁ νοῦς, εὑρισκόμενος στήν καρδιά, προσεύχεται. Οἱ ἐλαφρές, ἐξωτερικές κινήσεις τοῦ προσώπου δείχνουν τήν ἔκσταση ἀπό αὐτήν τήν ὅραση τῆς καρδιᾶς πού προσεύχεται. Αὐτήν τήν διαδικασία τήν συναντᾶμε στήν διδασκαλία τῶν Πατέρων, σύμφωνα μέ τήν ὁποία, ὅταν ὁ νοῦς εὑρίσκεται στήν καρδιά καί προσεύχεται αὐτοκινήτως, ὡς πρός τήν δική του ἐνέργεια, ἑτεροκινήτως δέ ὡς πρός τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ λογική παρακολουθεῖ ἐκστατική τήν ἐργασία τοῦ νοῦ, διότι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι λογική καί νοερά, καί οἱ δύο αὐτές ἐνέργειες κινοῦνται παραλλήλως.
.                 Ἔτσι, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι στήν ἁγιογραφία τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου βρίσκονται κοντά στόν Χριστό, βλέπουν τόν Χριστό, προσέχουν τόν λόγο Του, μετέχουν τῆς Χάριτος ἡ ὁποία προχέεται ἀπό τόν Χριστό, ὅμως αὐτό γίνεται ὄχι μέ τήν λογική, ἀλλά μέ τήν καρδιά. Διαφέρει, βέβαια, ἡ στάση τοῦ Ἰούδα, ὁ ὁποῖος δέν ἔχει οὔτε κοινωνία μέ τόν Χριστό, ἀλλά οὔτε καί ὁ νοῦς του βρίσκεται μέσα στήν καρδιά. Ἄλλωστε, ἡ ἕνωση νοῦ καί καρδιᾶς γίνεται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἐν κοινωνίᾳ μέ τόν Χριστό.
.                 Μέ τήν ἀπεικόνιση τοῦ κέντρου τοῦ προσώπου νά βρίσκεται στήν καρδιά, ἐκτός τοῦ ὅτι δείχνει ὅτι τό πρόσωπο εἶναι ὁ κρυπτός τῆς καρδίας ἄνθρωπος (Α΄ Πέτρ. γ΄, 4), συγχρόνως, φαίνεται καθαρά ἡ διαφορά μεταξύ τῆς ἡσυχαστικῆς θεολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῆς σχολαστικῆς θεολογίας ἀκόμη καί τῆς ἠθικολογίας πού ἀναπτύχθηκε στήν Δύση. Κατά τήν ὀρθόδοξη ἡσυχαστική θεολογία τῆς Ἐκκλησίας ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἐκεῖνος πού ἀποκτᾶ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καί ὁρᾶ τόν Θεό, ἐνῶ κατά τόν σχολαστικισμό ἡ λογική ἀναζητᾶ, ἐρευνᾶ καί ἐπεξεργάζεται τόν Θεό, καί κατά τόν ἠθικισμό ἡ χριστιανική ζωή ἐξαντλεῖται μόνον ἐξωτερικά. Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης κάνει λόγο γιά τήν κυκλική κίνηση τοῦ νοῦ πρός τόν Θεό, ὅταν ὁ νοῦς ἀποσπᾶται ἀπό τόν αἰσθητό κόσμο, ἐπιστρέφει στήν καρδιά καί ἀπό ἐκεῖ ἀνέρχεται στόν Θεό. Αὐτό φαίνεται εὐδιάκριτα στίς ἁγιογραφίες τοῦ ἁγίου Σωφρονίου πού παρουσιάζουν ὅλην τήν ἡσυχαστική μέθοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
.                 Τό τέταρτο σημεῖο εἶναι ὅτι ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἁγιογραφώντας τά πρόσωπα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἴσως χωρίς νά τό συνειδητοποιῆ, ἁγιογραφοῦσε τόν ἑαυτό του, καί ὡς πρός τόν ἐξωτερικό καί τόν ἐσωτερικό κόσμο του. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ μορφή τῶν ἁγιογραφημένων Ἀποστόλων ὁμοιάζει μέ τήν μορφή τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, ἀλλά καί στά πρόσωπά τους ἀποτυπώνεται ἡ σύννοια τοῦ ἁγίου Σωφρονίου. Βεβαίως, αὐτό εἶναι τό πρόβλημα κάθε ζωγράφου, ἀφοῦ δέν μπορεῖ νά ἀποδεσμευθῆ ἀπό τήν κατάσταση τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀλλά ἐδῶ γίνεται κατά ἕναν φυσικό τρόπο, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ζοῦσε ἔντονα τό μυστήριο τῆς πνευματικῆς μεταμορφώσεώς του καί αὐτό περνοῦσε, χωρίς νά τό συνειδητοποιῆ, καί στίς ἁγιογραφίες.
.                 Ἔτσι, ὅταν ἐξετάζη κανείς προσεκτικά τίς ἁγιογραφίες τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, θά διασπιστώση ὅτι τά πρόσωπα τῶν περισσοτέρων Ἀποστόλων, ἰ διαιτέρως στόν Μυστικό Δεῖπνο, εἶναι προσωπογραφίες τοῦ ἰδίου τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, σέ διάφορες ἡλικίες του, ἀλλά καί σέ διάφορες πνευματικές του καταστάσεις. Ἄλλωστε, τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τά κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων. Ὅταν τά διαβάζη κανείς προσεκτικά, διαπιστώνει κάθε φορά τήν πνευματική κατάστασή τους.
.                 Γενικά, ἡ ἁγιογραφία τοῦ ἁγίου Σωφρονίου εἶναι ἀπαύγασμα ὅλης τῆς θεολογίας του. Βλέποντας τίς ἁγιογραφίες αὐτές καταλαβαίνει κανείς τήν θεολογία του, καί διαβάζοντας τήν θεολογία του τήν βλέπει ἁγιογραφημένη στούς τοίχους τῆς Μονῆς του. Οἱ ἁγιογραφίες του δείχνουν ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι «εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» (Κολ. α΄, 15) καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκών τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά πρέπει νά φθάση καί στό καθ’ ὁμοίωση γιά νά ἐκπληρώση τόν σκοπό τῆς ὑπάρξεώς του.
.                 Μέ ὅσα ἀνέφερα προηγουμένως, φαίνεται τό πῶς γνώρισα τόν ἅγιο Σωφρόνιο, πῶς τόν εἶδα, ὅταν λειτουργοῦσε, ὅταν ὁμιλοῦσε, ὅταν συζητοῦσε, ὅταν γελοῦσε, ὅταν σιωποῦσε, ὅταν προσευχόταν, ὅταν ἁγιογραφοῦσε. Ἔτσι, προσπάθησα νά σᾶς τόν μεταφέρω μέ τόν πενιχρό μου λόγο. Ἄς ἔχουμε τήν εὐχή του.–

 

, ,

Σχολιάστε

ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑ καὶ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΡΟΑΙΡΕΣΗ

Ὁμοφυλοφιλία καὶ ἀνθρώπινη προαίρεση

Δημήτριος Εὐθ. Κουτσούμπας

ΠΗΓΗ: alopsis.gr

βλ. σχετ:.  ΑΣΥΜΜΕΤΡΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ!  ὅπου φαίνεται πὼς ἀκριβῶς στὸ θέμα τῆς προσωπικῆς εὐθύνης (ἢ προαιρέσεως, ἢ ἐλευθέρας ἐπιλογῆς) ἐντοπίζεται τὸ μυστικὸ τῆς κατανοήσεως καὶ διαχειρίσεως τῆς ὁμοφυλοφιλίας, καθ᾽ ὅσον μάλιστα σύμφωνα μὲ …«νεώτερες ἔρευνες» (!!!) ἡ ὁμοφυλοφιλία δὲν εἶναι λάθος, ἀστοχία προαιρέσεως/ ἐπιλογῆς ἀλλὰ «κατάσταση» φύσεως, φυσικῆς καταβολῆς. Καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι πάθος «ἀλλὰ μιὰ ἀσύμμετρη κατάσταση», ΦΥΣΙΚΗ (!) ὅμως κατάσταση, μιὰ «ἀνθρωπολογικὴ πραγματικότητα».!!! Μάλιστα, «φυσική» κατάσταση, δηλαδὴ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ὅπως τὴν κτίζει ὁ Θεός!

.             «Ἄθεον και ἀσεβές, γράφει ὁ ἅγιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητής, [νὰ λέμε] ὅτι τὰ κακὰ (ἁμαρτίες) ὑπάρχουν ἀπὸ τὴν φύση μας, καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν προαίρεσή μας… Ὁ ἄνθρωπος δὲν ρέπει ἀπὸ τὴ φύση του στὰ ψεκτά (κατακριτέες ἁμαρτίες), οὔτε ἀπὸ τὶς φυσικὲς ἐπιθυμίες ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς Δημιουργίας ὁ Θεὸς ἔσπειρε στὴν διάνοιά μας. Μὴ γένοιτο!» (Βιβλίο Β΄, Ἐπιστολὴ 299, σελ. 202-3).
.             Πιὸ συγκεκριμένα:

Α΄.

.             Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων γράφει στὶς Κατηχήσεις του: «Ἡ ψυχὴ εἶναι ἀθάνατη καὶ εἶναι ὅμοιες ὅλες οἱ ψυχὲς τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν γυναικῶν… Δὲν ὑπάρχει τάξη ψυχῶν ποὺ ἐκ φύσεως ἁμαρτάνει, καὶ τάξη ψυχῶν ποὺ ἐκ φύσεως κάνει τὸ ἀγαθό, ἀλλὰ καὶ τὰ δύο ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν προαίρεση» (Κατήχησις Φωτιζομένων Δ΄, παρ. 20, σελ. 154-5). Ὁπότε, ἂν ποῦμε πὼς κάποια ψυχὴ εἶναι ἐκ φύσεως ὁμοφυλόφιλη σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλες, ποὺ δὲν γεννήθηκαν μὲ τὴν συγκεκριμένη ἁμαρτία, τότε πέφτουμε στὴν αἵρεση τοῦ Μανιχαϊσμοῦ, δηλαδὴ δεχόμαστε πὼς ὑπάρχει θεὸς Δημιουργὸς τοῦ καλοῦ καὶ θεὸς Δημιουργὸς τοῦ κακοῦ καὶ τῆς ἁμαρτωλῆς φύσης.

Β΄.

.             Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς γράφει: «Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο ἀναμάρτητο στὴν φύση του, καὶ αὐτεξούσιο στὴν θέλησή του. Λέγοντας ἀναμάρτητο δὲν ἐννοῶ ὅτι δὲν εἶναι δεκτικὸς ἁμαρτίας, ἀλλὰ ἐννοῶ ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἁμαρτία στὴν φύση του, ἀλλὰ στὴν προαίρεσή του· δηλαδή, ἔχει τὴν δύναμη νὰ διατηρεῖται καὶ νὰ προοδεύει στὸ ἀγαθὸ μὲ τὴν βοήθεια τῆς θείας Χάριτος. Καὶ ἐπίσης, μπορεῖ νὰ παρεκτραπεῖ ἀπὸ τὸ καλὸ καὶ νὰ ὁδηγηθεῖ στὸ κακό, μὲ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, ἐξαιτίας τοῦ Αὐτεξουσίου του· διότι, ὅ,τι γίνεται ἐξαναγκαστικὰ δὲν εἶναι ἀρετή» (Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, κεφ. 26, σελ. 212-3).
.             Ἑπομένως, ἐπιμένουμε σὲ κακοδοξίες, ἂν δεχόμαστε, ἀντίθετα ἀπὸ τὸν Ἅγιο, ὅτι κάποιοι γεννιοῦνται μὲ φύση ὁμοφυλόφιλη καὶ χωρὶς αὐτεξούσια θέληση νὰ ἀλλάξουν. Τότε θὰ εἶναι σὰν νὰ ἀκυρώνουμε τὸ αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ ἀποδεχόμαστε πὼς ἡ ἁμαρτία (λ.χ. ἡ ὁμοφυλοφιλία) ἔχει οὐσία καὶ ὑπόσταση. Δηλαδὴ ὅτι ὀντολογικὰ βρίσκεται στὴν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου καὶ φυσιολογικὰ ὁ ἄνθρωπος ὑφίσταται τὶς συνέπειές της.

Γ΄.

.             Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων στὶς Κατηχήσεις του πάλι μᾶς λέει: «Ἡ ψυχὴ εἶναι αὐτεξούσια καὶ ὁ Διάβολος ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ τῆς ὑποβάλλει τὴν ἰδέα τοῦ κακοῦ· δὲν ἔχει ὅμως τὴν ἐξουσία νὰ τὴν ἀναγκάσει νὰ τὸ πράξει παρὰ τὴν θέλησή της. Δηλαδή, σοῦ βάζει λογισμὸ πορνείας, ἀλλὰ ἂν θέλεις τὸν δέχεσαι. Γιατί, ἂν πορνεύεις ἀναγκαστικά, τότε γιὰ ποιὸ λόγο ἑτοίμασε τὴν κόλαση ὁ Θεός; Ἂν πάλι κατὰ φύση καὶ ὄχι κατὰ προαίρεση ἔπραξες τὸ καλό, τότε γιατί ἑτοίμασε ὁ Θεὸς ἀπερίγραπτα στεφάνια;» (Κατήχησις Φωτιζομένων Δ΄, παρ. 21, σελ. 154-5).
.             Καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος συμπληρώνει πὼς ἂν δεχθοῦμε τὶς αἱρετικὲς αὐτὲς θέσεις, τότε «οἱ μεγάλες ἐλπίδες τῶν Χριστιανῶν θὰ γίνουν φροῦδες καὶ θὰ ἐξαφανισθοῦν, διότι οὔτε ἡ δικαιοσύνη θὰ βραβεύεται, οὔτε ἡ ἀμαρτία θὰ κατακρίνεται, ἀφοῦ τίποτε δὲν θὰ κάνουν κατὰ τὴν προαίρεσή τους» (Ἑξαήμερος, κεφ. 6, παρ. 38, σελ. 240-1).
.             Πῶς μποροῦν λοιπὸν Ὀρθόδοξοι ποιμένες, ποὺ κατηχοῦν γονεῖς καὶ παιδιά, νὰ ἀποδέχονται πὼς ἡ φύση ἑνὸς ἀνθρώπου εἶναι ἕρμαιο τῶν πειρασμῶν τοῦ Διαβόλου, ἢ ἀκόμα χειρότερα νὰ λένε πὼς οἱ πειρασμοὶ εἶναι τῆς φύσης του; Πῶς μποροῦν νὰ στεροῦν ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς τὴν ἀληθινὴ ἐλπίδα στὴν ὄντως μοναδικὴ ψυχοθεραπευτικὴ τῆς Ἐκκλησίας μας; Πῶς μποροῦν νὰ ἀποπροσανατολίζουν καὶ τὸν πιὸ ἄσωτο ὁμοφυλόφιλο ἀπὸ τὴν δυνατότητα θεραπείας του, ἀφοῦ οἱ Πατέρες λένε πὼς καὶ ὁ πιὸ ἀκάθαρτος στὴν ψυχὴ ἄνθρωπος «μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ [«μετασκευαστεῖ»] ἔχοντας παρθενικὴ προαίρεση, ὅπως λέγει καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας στοὺς Κορινθίους…»; (Ἁγίου Νείλου Μοναχοῦ, Βιβλίον Α΄, Ἐπιστολή 200, σελ. 370-1).
.             Ἂν ὄμως ἕνας πνευματικὸς πατέρας δέχεται πὼς ἕνα πνευματικό του παιδὶ εἶναι κατὰ φύση ὁμοφυλόφιλος, ἢ πόρνος, ἢ καθ’ οἱονδήποτε τρόπο ἁμαρτωλός, τότε ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ἔστω καὶ ἀκουσίως, ἀντὶ νὰ τὸν βοηθήσει νὰ γιατρευτεῖ ἡ προαίρεσή του καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει σὲ ἀρραβώνα μὲ τὸν Χριστό, τότε τὸν ἀρραβωνιάζει μᾶλλον μὲ τὸν Διάβολο δικαιολογώντας τὴν ἁμαρτία του.
.             Γιατὶ ἔτσι δεχόμαστε πὼς δὲν ἔχουμε ἐξωτερικὴ προσβολὴ τοῦ πειρασμοῦ, ἀφοῦ τὸν θεωροῦμε ὡς μία ἐσωτερικὴ φυσικὴ ἐνέργεια εἴτε τοῦ σώματος, εἴτε τῆς ψυχῆς μας. Μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἴμαστε μία φύση ὄχι μὲ τὸν Θεάνθρωπο Χριστό, ἀλλὰ μὲ τὸν πειρασμό.
.             Ἐπίσης, ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης, σὲ ἐπιστολή του στὸν ἐπίσκοπο Λαμπέτιο, τοῦ καταλογίζει ὑπεροψία, ἐπειδὴ δὲν ἐπιδιώκει τὴν θεραπεία ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ψυχῆς ἑνὸς πρεσβυτέρου του, ἀλλὰ ἀφήνει τὴν θεραπεία στοὺς γιατροὺς τῶν σωμάτων, ποὺ πολλὲς φορὲς ἡ ἱατρική τους εἶναι ἐλλιπὴς ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ σώματα. «Ἐμεῖς [γράφει ὁ Ἅγιος] γνωρίζουμε ὅτι οἱ ψυχὲς ἔχουν τιμηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἐξουσία τῆς προαίρεσης. Γι’ αὐτό εἴδαμε ἀνθρώπους, ποὺ ἀπὸ τὸν βυθὸ τῆς κακίας ἀνέβηκαν στὴν κορυφὴ τῆς ἀρετῆς». Μάλιστα, ὁ Ἅγιος νουθετεῖ τὸν Λαμπέτιο, δείχνοντάς του τὸ εὔκολο τῆς θεραπείας τῆς προαίρεσης τῆς ψυχῆς σὲ σύγκριση μὲ τὴν δυσκολία θεραπείας τοῦ σώματος, λόγῳ τῆς δέσμευσής του στὴν φυσικὴ φθορὰ καὶ τὸν σωματικὸ θάνατο, καὶ τὸν προτρέπει νὰ ἐκπληρώσει ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτὸν ὡς πνευματικὸς πατέρας, ἀρκεῖ νὰ πιστεύει ἀπόλυτα στὸν ἱερὸ σκοπό του, χωρὶς νὰ ἀμφιβάλλει ποτὲ γι’ αὐτό, καὶ χωρὶς νὰ σταματᾶ νὰ φροντίζει γι’ αὐτό. Καὶ καταλήγει: «Ἴσως καὶ αὐτός [τὸ ψυχικὰ ἄρρωστο πνευματικὸ παιδί του] κάποτε νὰ σωθεῖ, καὶ αὐτοὶ ποὺ σκανδαλίζονται, νὰ διορθωθοῦν, καὶ ὅσοι κοροϊδεύουν νὰ ἀποστομωθοῦν, καὶ σὺ νὰ ἐπιτύχεις ἀθάνατη δόξα» (Ἐπιστολὴ 79, σελ. 108-111).

Δ΄.

.             Ἄλλοι πάλι πιστεύουν πὼς ὑπάρχουν ὁμοφυλόφιλοι, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄλλα πάθη ἄνθρωποι, ποὺ θεωροῦνται ὅτι εἶναι κυριευμένοι πλήρως ἀπὸ τὰ πάθη τους καὶ οὐσιαστικὰ δὲν ἔχουν καμμία αὐτεξούσια γνώμη καὶ ἀπόφαση νὰ ἀρνηθοῦν τὰ «ἐκ γενετῆς», «φυσικὰ» πάθη τους, καὶ πὼς μόνο ἡ θεία Χάρη, χωρὶς τὴν αὐτεξούσια προαίρεση, μπορεῖ νὰ μετατρέψει τὸ ἁμαρτωλὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δεσμεύεται στὴν ἀνάγκη τῆς ἁμαρτωλῆς «φύσης». Ἔτσι ὅμως παρουσιάζουμε ὅτι ἡ θεία Χάρη δὲν εἶναι προτρεπτικὴ στὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ εἶναι δῆθεν ἀναγκαστική.
.             Περὶ τούτου ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Μεταφραστὴς γράφει: «Δὲν δεσμεύει ἡ Χάρη τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου μὲ ἀναγκαστικὴ δύναμη ὅπως ἔχει λεχθεῖ, ὥστε νὰ τὸ κάνει ἀμετάτρεπτο, ἀλλά, ἂν καὶ συνυπάρχει, δίνει τὴν προτεραιότητα στὸ αὐτεξούσιο, γιὰ νὰ φανεῖ τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὰ ποῦ κλείνει, πρὸς τὴν ἀρετὴ ἢ τὴν κακία. Γιατὶ ὁ νόμος [τοῦ Θεοῦ] δὲν ὑπάρχει γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀλλὰ γιὰ τὸ αὐτεξούσιο τῆς προαίρεσης, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ κλίνει πρὸς τὸ καλὸ ἢ τὸ κακό» (Λόγος 6, Περὶ ἐλευθερίας νοός, παρ. 118, σελ. 380-1).
.             Ἐπίσης, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς σὲ ἐπιστολή του μᾶς ξεκαθαρίζει πὼς στὴ ζωή μας «δὲν εἶναι στὴν ἐξουσία μας, ὅσα δὲν ἔχουν δημιουργὸ τῆς ὕπαρξής τους τὴν δική μας προαίρεση, καὶ καθετὶ ποὺ ὑπάρχει φυσικὰ ἐλεύθερο ἀπὸ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν κακία (ἁμαρτία)» (Ἐπιστολὴ Α΄, Πρὸς Γεώργιον, σελ. 16-7).
.             Ὅποιος λοιπὸν δέχεται πὼς ἡ ὁμοφυλοφιλία, ἢ ὁποιαδήποτε πορνικὴ ἁμαρτία, εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν κακία, τότε ἀναπόφευκτα δέχεται τὸ παράλογο καὶ τὸ ἀπάνθρωπο τοῦ Θεοῦ νὰ νομοθετεῖ καὶ νὰ ζητᾶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους πράγματα, ποὺ ἐναντιώνονται στοὺς φυσικοὺς νόμους τῆς Δημιουργίας του.
.             Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς νοσηρῆς κακοδοξίας μᾶς τὸ ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Ἐρημίτης γράφοντας: «Κάποιοι λένε ὅτι “δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τὸ καλό, ἐὰν ξεκάθαρα δὲν δεχτοῦμε τὴν Χάρη τοῦ Πνεύματος”. Ἔτσι πάντα αὐτοί, ποὺ μὲ τὴν προαίρεσή τους βρίσκονται διαρκῶς μέσα στὶς ἡδονές, μένουν ἀβοήθητοι καὶ παραιτοῦνται ἀπὸ τὸ νὰ κάνουν αὐτό, ποὺ μποροῦν» (Περὶ τῶν οἰομένων ἐξ ἔργων δικαιοῦσθαι, κεφ. 55, σελ. 56-7).
.           Μιλᾶμε δηλαδὴ πάλι γιὰ πλήρη ἀχρήστευση τῆς αὐτεξούσιας προαίρεσης τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀποδοχὴ τῆς αἵρεσης τοῦ Μονοθελητισμοῦ, ὅπου ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα ἑνὸς Χριστοῦ, ποὺ δὲν ἔχει ἀνθρώπινο φυσικὸ θέλημα, ἢ ἔχει θέλημα ἀνίκανο νὰ ἀπορρίψει τὴν «φυσικὴ» ἁμαρτία.

Ε΄.

.             Τὸ πιὸ σύνηθες καὶ χιλιοειπωμένο ἐπιχείρημα ποὺ ἀκοῦς, εἶναι πὼς κάποιοι ὁμοφυλόφιλοι ἔχουν μία «φυσικὴ» ροπὴ πρὸς τὴν ὁμοφυλοφιλία καὶ αὐτὸ ἐκδηλώνεται ἀπὸ μικρὴ ἡλικία. Ἀλλὰ ἔτσι δεχόμαστε πὼς ἡ ψυχὴ εἶναι κατὰ τὴν φύση της τρεπτή, μὲ ἀποτέλεσμα ἄλλοι ἄνθρωποι νὰ ἔχουν φύση ποὺ ρέπει πρὸς στὴν ἁμαρτία, καὶ ἄλλοι νὰ ἔχουν φύση ποὺ ρέπει πρὸς τὴν ἁγιότητα. Δηλαδὴ συμφωνοῦμε μὲ τὴν κακοδοξία περὶ τοῦ Ἀπόλυτου Προορισμοῦ, δηλαδὴ τοῦ ἀκροτάτου Ρατσισμοῦ.
.             Οἱ Πατέρες ὅμως μᾶς ξεκαθαρίζουν πὼς ὁ ἄνθρωπος ἠθελημένα κι ὄχι κατὰ φύση ρέπει στὸ πάθος ἢ στὴν ἐγκράτεια· γιατὶ εἶναι ἐθελότρεπτος στὴν λογικὴ ψυχή του, ἐνῶ τὸ σῶμα του εἶναι τρεπτὸ στὴν φύση ἐξαιτίας τοῦ σύνθετου καὶ τοῦ φθαρτοῦ τῆς ὕλης του. Δηλαδὴ ἡ ψυχὴ ρέπει στὴν ἁμαρτία ἢ στὴν ἀρετή, γιατὶ τὸ θέλει, μὲ τὴν προαίρεσή της, ἐνῶ τὸ σῶμα ρέπει ἀπὸ μόνο του κατὰ φύση στὴν φθορὰ τῆς ὕλης καὶ ὄχι στὴν φθορὰ τῆς καταδικαστέας ἁμαρτίας.
.             Συγκεκριμένα, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς γράφει «πὼς ὅλα τὰ λογικὰ κτίσματα εἶναι ἐθελότρεπτα, δηλαδὴ μετατρέπονται μὲ τὴ θέλησή τους, ἐνῶ τὰ ἄλογα εἶναι τρεπτὰ κατὰ τὸ σῶμα τους» (Διάλογος κατὰ Μανιχαίων, σελ. 228-9).
Καὶ ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος τὸ ἀναλύει ἀκόμα περισσότερο, λέγοντας πὼς «ἡ ψυχὴ εἶναι ἄτρεπτη ὡς πρὸς τὴν φύση καὶ τὴν οὐσία, καὶ πὼς μαζὶ μὲ τὸν νοῦ προσκολλῶνται ἐκουσίως εἴτε στὸ ἀγαθὸ εἴτε στὸ πονηρό. Τὸ σῶμα ὅμως εἶναι τρεπτὸ στὴν φύση, διότι εἶναι σύνθετο καὶ ρευστὸ στὴν οὐσία, διότι κατασκευάστηκε ἀπὸ φθαρτὴ ὕλη… Τὴν μίξη τῆς συνουσίας, τὴν ἡδονή, τὴν λαιμαργία καὶ ὅλες αὐτὲς τὶς ἁμαρτίες, ποὺ οἱ πολλοὶ νομίζουν πὼς τὰ ἐπιζητεῖ τὸ σῶμα, δὲν τὰ ἐπιζητεῖ οὔτε ζωντανὸ οὔτε νεκρὸ ἀπὸ μόνο του, ἀλλὰ τὰ ἐπιζητεῖ ἡ ψυχὴ μέσῳ αὐτοῦ. Καὶ ὅπως ἀκριβῶς τὸ σῶμα δὲν μπορεῖ νὰ κινηθεῖ χωρὶς τὴν ψυχή, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή, ποὺ ἑνώθηκε διὰ τῆς ἀγάπης μὲ τὸν Θεό, δὲν μπορεῖ νὰ παρασυρθεῖ σὲ ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες. Διότι ἡ ὁρμὴ τῆς καρδιᾶς, ἢ καλλίτερα ἡ ροπὴ τοῦ θελήματός της, συγκρατεῖται ἀπὸ τὴν γλυκιὰ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ» (Κατηχητικὸς λόγος 25, παρ. 3, σελ. 302-5).
.             Στὸ ἴδιο πνεῦμα, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης γράφει: «Ὅπως ἀκριβῶς ἡ ψυχή μας δημιουργεῖ τὶς ἀρετές, ἔτσι δημιουργεῖ καὶ τὰ πάθη — τὶς ἀρετὲς ὅμως κατὰ φύση, καὶ τὰ πάθη παρὰ φύση. Γιατὶ αἰτία στὴν γέννηση τοῦ καλοῦ ἢ τοῦ κακοῦ ἔχει τὴν ροπὴ τῆς θελήσεως… Γιατὶ ἡ πρόθεση βρίσκεται ἀνάμεσα στὶς δύο ἐνέργειες, ἐπειδὴ αὐτὸς φέρει μέσα του καὶ τὶς ἀρετὲς καὶ τὶς κακίες· τὶς ἀρετὲς ἀπὸ τὴν φύση του, ἐνῶ τὶς κακίες μὲ τὴν αὐθαίρετη ροπὴ τοῦ θελήματός του» (Κεφάλαιο 89, σελ. 410-1).
.             Καὶ ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης θεϊκῶς φιλοσοφῶν μᾶς λέει πὼς «ἔχουμε ἔφεση (κλίση, ροπὴ) στὸ ἀγαθό, καὶ ἂν δὲν ἔχουμε ἔφεση στὸ ἀγαθό, θὰ ἔχουμε ἔφεση στὸ κακό, δηλαδὴ στὸ μὴ ἀγαθό, στὸ μὴ ὄν. Ὅμως ἡ ἔφεση στὸ μὴ ὂν δὲν εἶναι ἔφεση, ἀλλὰ ἀποτυχία [«ἁμαρτία»] τῆς ὄντως ἔφεσης» (Περὶ θείων ὀνομάτων, κεφ. 4, παρ. 34, σελ. 146-7).

Ϛ΄

.             Ἐπίσης, περὶ τοῦ θέματος τῆς δῆθεν τρεπτότητας τῆς φύσης τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, δυστυχῶς κάποιοι Χριστιανοί, ἀκολουθώντας τὴν σύγχρονη ἀθεολόγητη κοσμικὴ ρητορική, δημοσίως γράφουν καὶ λένε πὼς ἡ σημερινὴ κοινωνία, στὴν οὐσία καὶ στὴν ἀνθρώπινη φύση της, ἔχει ἀλλάξει, σὲ σύγκριση μὲ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἔγραφαν οἱ Πατέρες τὴν ἀνθρωπολογία τους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ σχετικοποιοῦν τὴν θεολογία περὶ ἀρετῆς καὶ περὶ ἁμαρτίας. Ἀλλὰ ἔτσι πέφτουν στὴν παγίδα τῆς Νέας Ἐποχῆς, ποὺ σχετικοποιεῖ κάθε ἀλήθεια καὶ πρεσβεύει πὼς ἡ οὐσία καὶ ἡ φύση τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου δὲν παραμένουν πάντα ἴδιες, ἀλλὰ ἀλλάζουν στὸν χρόνο. Ὅμως ἔτσι, ἀναγκαστικά, οἱ φυσικὲς ἀλλαγὲς στὴν ψυχὴ ἐπιφέρουν καὶ τὶς ἠθικὲς ἀλλαγές, ὁπότε καὶ οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ γίνονται ἀσταθεῖς καὶ μεταβαλλόμενες, καὶ δὲν ἔχουν παντοτινὴ ἰσχὺ μέχρι τὴν Δευτέρα Παρουσία. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς πλάνης εἶναι ἡ διαρκὴς σύγχυση τῆς γνώσης τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἐξουδετέρωση τῆς προαίρεσης αὐτοῦ.
.             Ὅμως, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, καταδεικνύοντας καὶ στὴν ἐποχή του τὴν σοβαρότητα τῆς πνευματικῆς αὐτῆς διαστρέβλωσης, γράφει γιὰ ποιμένες «ποὺ ἔχουν κυριευθεῖ ἀπὸ ἀφροσύνη καὶ δὲν ἐπιζητοῦν τὸν Κύριο καὶ οὕτε ἀκολουθοῦν τὰ ἴχνη τῆς ἄμεμπτης καὶ σταθερῆς ζωῆς, ἀλλὰ ἐνεργοῦν σὰν νὰ πάληωσε ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ καὶ ἔγινε ἀνενεργὸ τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ ἀτόνησαν οἱ πνευματικοὶ θεσμοί, λὲς καὶ ἔχει ἀλλοιωθεῖ ὁ ἀναλλοίωτος Θεός. Καὶ γιὰ τὰ λεγόμενά τους αὐτὰ βρίσκουν λόγους καὶ αἰτίες τοὺς χρόνους καὶ τὶς ἡμέρες καὶ τὶς γενιές, πὼς ἦταν διαφορετικὲς ἐκεῖνες καὶ διαφορετικὲς οἱ σημερινές» (Βιβλίο Α΄, Ἐπιστολὴ 8, σελ. 52-3).
.             Καὶ ὁ Ἅγιος ἀνταπαντᾶ σὲ αὐτὲς τὶς θέσεις γράφοντας πὼς «αὐτὸ δὲν συνέβη ἀπὸ τὴν διαφορὰ τοῦ χρόνου… Ἀλλὰ αὐτὸ ἔχει συμβεῖ ἐξαιτίας τῆς ἐναλλαγῆς τῆς αὐτεξούσιας προαίρεσης, ἡ ὁποία παραμέλησε τὸν ἔρωτα στὸν Θεὸ καὶ παρέδωσε τὴν ἐπιθυμία της στὰ ὑλικά, καὶ δὲν θέλει, οὔτε προτιμᾶ νὰ μιμηθεῖ τὰ παραδείγματα τῆς παληᾶς δόξας, οὔτε νὰ ἀντιγράψει ἀπὸ τὴν ἀρχέτυπη καὶ πατερικὴ θεοειδὴ εἰκόνα, ἀλλὰ (προτιμᾶ νὰ μιμηθεῖ) ἀπὸ τὶς δύσμορφες καὶ ἀλλόκοτες καὶ τερατόμορφες (εἰκόνες). Γι’ αὐτὸ παρουσιάζουν σὰν ἀρχέτυπα καὶ πρότυπα τὰ ψυχικὰ ἰνδάλματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἄλλο ἔχει ἐν μέρει ἀνθρώπινη μορφή, ἄλλο μορφὴ σκύλου, λεοπάρδαλης, ψαριοῦ ἢ κάποιου ἄλλου ἀπὸ τὰ ἑρπετά, ποὺ ἑρμηνεύονται ἀλληγορικά» (Βιβλίο Α΄, Ἐπιστολὴ 8, σελ. 52-3).
.             Ἔτσι συμβαίνει σήμερα, ὅταν ἡ κατήχηση παραδίδεται σὲ λεγομένους ψυχοθεραπευτές, οἱ ὁποῖοι μὲ τὶς ἐλλιπεῖς καὶ συχνὰ ἀβάσιμες θεωρίες τους θέτουν ὡς πρότυπο ψυχικῆς ὑγείας ὄχι τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν λογικότητα καὶ αὐτεξουσιότητα, ἀλλὰ τὶς εἰκόνες τῶν ἀλόγων ζώων, ποὺ ἀντιδροῦν ἄλογα καὶ παθητικὰ μὲ τὰ ζωώδη ἔνστικτά τους. Ὁπότε φτάνουν στὸ σημεῖο ὅχι μόνο νὰ μὴν δέχονται τὴν ὁμοφυλοφιλία ὡς παρὰ φύση ψυχοσωματικὴ ἐνέργεια, ἀλλὰ νὰ ζητᾶνε ἀπὸ τὸν ὁμοφυλόφιλο νὰ μὴν καταπιέζει τὴν δῆθεν ἐκ τῆς δημιουργίας του ἐπιθυμία του, μένοντας ἀμετανόητος σὲ αὐτήν.
.             Μὲ τὶς αἱρετικὲς ὅμως αὐτὲς δοξασίες ἀπορρίπτουμε θεολογικὰ τὸ «κατ’ εἰκόνα» τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, ὅπως καὶ τὸ «καθ’ ὁμοίωση» τῆς ἀγωνιστικῆς προαίρεσης τοῦ ἀνθρώπου. Γράφει συγκεκριμένα ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης: «“Εἶπε ὁ Θεός… Ἂς δημιουργήσουμε ἄνθρωπο σύμφωνα μὲ τὴν δική μας εἰκόνα”, ὥστε μὲ τὴν προαίρεσή του νὰ γίνει ὅμοιος μὲ μᾶς… Ὁ μονογενὴς λοιπὸν Θεός, ὅταν ἦλθε, εἶπε· “Γίνεσθε ὅμοιοι μὲ τὸν οὐράνιο πατέρα μου”, ἐπειδὴ ἡ δημιουργία διασώζει τὸ “κατ’ εἰκόνα” ἐνῶ ἡ προαίρεση τὸ “καθ’ ὁμοίωση”» (Ἐπιστολὴ 95, σελ. 120-1).

Ζ΄.

.             Δυστυχῶς πολλοὶ Χριστιανοί, ἐν ὀνόματι μιᾶς συναισθηματικῆς ἀγαπολογίας, θεωροῦν καὶ διαδίδουν πὼς ο Χριστὸς δέχεται τοὺς πάντες, ὅπως καὶ ἂν εἶναι. Μήπως ὅμως ἔτσι ὑπονοοῦν ὅτι δέχεται ἀκόμα καὶ ὅσους δὲν μετανοοῦν ἢ ὅσους καταξιώνουν τὶς ἁμαρτίες τους;
.             Ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία, μὲ τὴν θεραπευτικὴ τῆς σαρκωμένης Ἀγάπης, ἀντικρούει καὶ ἀπορρίπτει κάθε μισάνθρωπη καὶ ἀντιθεραπευτικὴ δοξασία. Γιατί, τραγικὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποδοχῆς ὅλων αὐτῶν τῶν θεωριῶν εἶναι νὰ ἀποπροσανατολιζόμαστε ἀπὸ τὴν θεμελιώδη γνώση, δηλαδὴ τὴν σωτηριώδη πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ «κατ’ εἰκόνα» στὸ «καθ’ ὁμοίωση».
.             Καὶ ἀνοήτως, ἀντὶ νὰ διασώζουμε στὶς καρδιές μας καὶ στὶς καρδιὲς τῶν ἑπόμενων γενεῶν τὴν Ἀλήθεια τῆς «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» δημιουργίας μας, ὅπως ἔχει ἀποκαλυφθεῖ στὴν Ἐκκλησία, ἐμεῖς τὴν ὠθοῦμε στὴν λήθη, προβάλλοντας τὴν παραμορφωμένη ἀπὸ τὰ πάθη «εἰκόνα» τοῦ ξεπεσμένου ἀπὸ τὸν Παράδεισο ἀνθρώπου. Ἔτσι, τὸ ὀλέθριο ἀποτέλεσμα εἶναι πὼς ἀδιαφοροῦμε καὶ ἀδρανοποιοῦμε τὸ σημαντικότερο θεϊκὸ δῶρο, τὴν αὐτεξούσια προαίρεσή μας, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν οὐσιαστικότερο σκοπὸ τῆς ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ, ποὺ εἶναι τὸ «καθ’ ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ».
.             Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς γράφει πὼς «ὡς Χριστιανοὶ πιστεύουμε ὅτι [ὁ Χριστὸς] προσέλαβε ὅλα τὰ φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα πάθη τοῦ ἀνθρώπου. Διότι προσέλαβε ὅλον τὸν ἄνθρωπο καὶ ὅλα τὰ γνωρίσματα τοῦ ἀνθρώπου, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Διότι αὐτὴ δὲν εἶναι φυσικὸ πρᾶγμα, οὔτε ὁ Δημιουργὸς τὴν ἔσπειρε μέσα μας, ἀλλὰ τὴν ἀποκτήσαμε θεληματικά, μὲ τὴν ἐπίδραση [«ἐπισπορά»] τοῦ Διαβόλου στὴν αὐτεξούσια προαίρεσή μας, χωρὶς νὰ μᾶς κρατᾶ μὲ τὴν βία. Φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα πάθη εἶναι αὐτὰ ποὺ δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ μᾶς, ἀλλὰ ὅσα εἰσῆλθαν στὴν ἀνθρώπινη ζωή μας ἐξαιτίας τῆς καταδικαστικῆς παράβασής μας, ὅπως γιὰ παράδειγμα ἡ πείνα, ἡ δίψα, ὁ κόπος, ὁ πόνος, τὸ δάκρυ, ἡ ἀγωνία κλπ.» (Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, κεφ. 64, σελ. 394-7).

Η΄.

.             Ἕνα ἀκόμα ἀθεολόγητο ἐπιχείρημα, ποὺ κι αὐτὸ δυστυχῶς ἀκούγεται ἀπὸ κάποιους ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι πὼς κάποιοι γεννιοῦνται μὲ ὁμοφυλόφιλο σῶμα, ἀφοῦ ταυτίζουν τὴν παθητότητα τῆς φύσης τοῦ σώματος, στὴν φθορὰ τῆς ὕλης, μὲ τὴν παθητότητα τῆς προαίρεσης (κι ὄχι τῆς φύσης) τῆς ψυχῆς, στὴν ἁμαρτία.
.             Ἔτσι, ὅμως, πέφτουμε στὴν αἵρεση τοῦ Ὑλισμοῦ, μὲ τὸ νὰ δεχτοῦμε πὼς ἡ ἐπιθυμία τῆς ὁμοφυλοφιλίας, καὶ ὁποιασδήποτε σαρκικῆς ἁμαρτίας, προέρχεται ἀπὸ τὴν ὕλη τοῦ σώματος. Ὁ Ὑλισμὸς πρεσβεύει πὼς κάθε ψυχικὴ ἐνέργεια, εἴτε θέληση, εἴτε βούληση, εἴτε συνείδηση εἶναι ὑλικὲς ἐνέργειες, δηλαδὴ προέρχονται ἀπὸ τὴν ὕλη καὶ ἀπὸ τὴν ἐξελικτικὴ πορεία αὐτῆς.
.             Πιὸ συγκεκριμένα, πολλοὶ εἰδικοὶ θεωροῦν πὼς ὅλες οἱ ἐπιθυμίες, ὁπότε καὶ οἱ ὁμοφυλοφιλικές, προέρχονται εἴτε ἐκ γενετῆς ἀπὸ τὸν ἐγκέφαλο, εἴτε ἀπὸ ἐξωγενεῖς κοινωνικοὺς παράγοντες, ποὺ ἐνεργοῦν καὶ φιλτράρονται πάλι διὰ τοῦ ἐγκεφάλου. Χωρὶς φυσικὰ νὰ γνωρίζουν τὸ ποιὸς εἶναι ὁ ὑγιὴς νοῦς τῆς ψυχῆς, καὶ πῶς λειτουργεῖ τὸ ἐν Χριστῷ λογικὸ τῆς ψυχῆς σὲ σχέση μὲ τὸ ἄλογο ἐπιθυμητικὸ μέρος αὐτῆς.
.             Καὶ ὅπως, ἂν κάποιος γεννιέται σωματικὰ τυφλός, δὲν σημαίνει πὼς εἶναι καταδικασμένος νὰ ζεῖ στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας, ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ γεννιέται μὲ μία σωματικὴ ἀνωμαλία στὰ γεννητικὰ ὄργανα, δὲν εἶναι ψυχικὰ ἐγκλωβισμένος στὴν ἁμαρτία ὁποιασδήποτε πορνείας.
.             Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, μὲ βαθύτητα σκέψης ἀλλὰ καὶ μὲ ἁπλότητα καρδιᾶς, μᾶς ἐξηγεῖ πὼς ὁ προπάτορας Ἀδὰμ «διέπραξε δύο ἁμαρτίες παραβαίνοντας τὴν θεία ἐντολή· ἡ μία ἦταν τῆς προαίρεσης τῆς ψυχῆς, ποὺ ἄφησε μὲ τὴ θέλησή της τὸ ἀγαθό, καὶ ἡ ἄλλη τῆς φύσης (τοῦ σώματος), ποὺ ἄφησε χωρὶς νὰ τὸ θέλει τὴν ἀθανασία ἐξαιτίας τῆς προαίρεσης» (Πρὸς Θαλάσσιον, Ἀπόκρισις 42, σελ. 268-9). Δηλαδὴ ἠθελημένα, διὰ τῆς προαιρέσεώς του, ἔκανε κακὴ χρήση τοῦ αὐτεξουσίου του, μὲ ἀκόλουθο ἀποτέλεσμα, ἄθελά του, νὰ ἀχρηστέψει τὴν ἀφθαρσία καὶ ἀθανασία τοῦ σώματός του. Ἔτσι ὁλόκληρη ἡ Ἀνθρωπότητα κληρονόμησε τὴν θνητότητα καὶ τὴν φθαρτότητα τῶν ὑλικῶν σωμάτων. Αὐτὴ ὅμως ἡ θνητότητα κι ἡ φθαρτότητα τῶν ὑλικῶν σωμάτων χρησιμοποιεῖται μοναδικὰ γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο, ὡς πνευματικὴ εὐκαιρία ἀξιοποίησης τῆς σωτηριώδους Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἕνα τέτοιο σπάνιο φαινόμενο ἐκ γενετῆς φθαρτότητας καὶ παθητότητας τοῦ ἀνθρώπινου σώματος, καὶ ὄχι τῆς ψυχῆς, εἶναι ὁ λεγόμενος «ἑρμαφροδιτισμός». «Αὐτὴ λοιπόν, (συνεχίζει ὁ Ἅγιος), τὴν ἀμοιβαία φθορὰ καὶ ἀλλοίωση τῆς φύσης διορθώνοντας ὁ Κύριος καὶ Θεός μας, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν φύση μας ὁλόκληρη, εἶχε καὶ Ἐκεῖνος τὴν παθητότητα μέσα στὴν φύση ποὺ ἔλαβε, ἀλλὰ τὴν στόλισε μὲ τὴν ἀφθαρσία τῆς προαίρεσης, καὶ ἔγινε ἁμαρτία ἐξαιτίας τῆς παθητότητας τῆς φύσης. Δὲν γνώρισε ὅμως τὴν ἁμαρτία τῆς προαίρεσης, ἐπειδὴ ἡ γνώμη του παρέμεινε ἄτρεπτη. Ἐξαιτίας λοιπὸν τῆς ἀφθαρσίας τῆς προαίρεσης διώρθωσε τὴν παθητότητα τῆς σωματικῆς φύσης, κάνοντας τὸ τέλος τῆς παθητότητας τῆς φύσης, ἐννοῶ τὸν θάνατο, ἀρχὴ τῆς κατὰ φύση μεταποίησής μας στὴν ἀφθαρσία» (Πρὸς Θαλάσσιον, Ἀπόκρισις 42, σελ. 268-9).
.             Ἂς μὴν συγχέουμε λοιπὸν τὴν ἀθέλητη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο παθητότητα τῆς φθαρτῆς σωματικῆς φύσης, ποὺ προσέλαβε ὁ Χριστὸς, μὲ τὸ πάθος τῆς ὁμοφυλοφιλίας ποὺ διαπράττεται ἀπὸ τὴν προαίρεση (καὶ ὄχι τὴν φύση) τῆς ψυχῆς, καὶ ποὺ παραβαίνει τὴν ἀπαγορευτικὴ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ γι’ αὐτὴν τὴν ἁμαρτία.
.             Ἔτσι, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων μᾶς νουθετεῖ «νὰ μὴν λέμε ὅτι τὸ σῶμα εἶναι αἴτιο τῆς ἁμαρτίας… ἐπειδὴ τὸ σῶμα ἁπὸ μόνο του δὲν ἁμαρτάνει, ἀλλὰ ἡ ψυχὴ ἁμαρτάνει μέσῳ τοῦ σώματος. Τὸ σῶμα εἶναι ἐργαλεῖο καὶ μοιάζει μὲ ἔνδυμα καὶ στολὴ τῆς ψυχῆς. Ἂν λοιπὸν παραδοθεῖ ἀπὸ τὴν ψυχὴ στὴν πορνεία γίνεται ἀκάθαρτο, ἐνῶ ἂν συγκατοικήσει μὲ ἁγία ψυχὴ γίνεται ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Κατήχησις Φωτιζομένων Δ΄, παρ. 23, σελ. 158-9).
.             Κι ὁ ἅγιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητὴς γράφει: «Νὰ μὴν κατηγοροῦμε τὸν Θεό, τὸν σοφώτατο δημιουργὸ τῶν μελῶν, ἀλλὰ τὴν δική μας φιλαμαρτήμονα γνώμη πρὸς τὴν ἁμαρτία… Μὴν μεμφόμαστε λοιπὸν τὰ μέλη (τοῦ σώματός μας) ἀλλὰ τὴν προαίρεσή μας» (Ἐπιστολὴ 168, Βιβλίο Β΄, σελ. 116-9).
.             Τέλος, σὲ ὅσους προσπαθοῦν νὰ μᾶς πείσουν μὲ ἀναπόδεικτα, δῆθεν ἐπιστημονικά, ἐπιχειρήματα, πὼς τὸ σῶμα ἔχει δικές του ἐπιθυμίες, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἐξηγώντας τὴν φράση τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρὸς τοὺς Γαλάτες: «Ἡ γὰρ σὰρξ ἐπιθυμεῖ κατὰ τοῦ πνεύματος, τὸ δὲ πνεῦμα κατὰ τῆς σαρκός· ταῦτα δὲ ἀντίκειται ἀλλήλοις, ἵνα μὴ ἃ ἂν θέλητε ταῦτα ποιῆτε» (Γαλ. ε΄, 17), [δηλαδὴ «ἡ σάρκα ἔχει ἐπιθυμίες ἀντίθετες πρὸς τὸ πνεῦμα, καὶ τὸ πνεῦμα ἀντίθετες πρὸς τὴν σάρκα· καὶ αὐτὰ εἶναι ἀντίθετα μεταξύ τους, γιὰ νὰ μὴν κάνετε (χωρὶς ἀντίδραση) ἐκεῖνα ποὺ θέλετε»], γράφει ὅτι: «“Σάρκα” ὀνομάζει (ὁ ἀπόστολος Παῦλος) τὴν πονηρὴ προαίρεση, ἐνῶ “πνεῦμα” τὴν ἀγαθὴ προαίρεση, ἐκείνη ποὺ φροντίζει νὰ βαδίζει πρὸς τὰ ἀνώτερα. Ἡ κακία δηλαδὴ εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὴν ἀρετή, καὶ ἡ αρετὴ πάλι ἀντίθετη πρὸς τὴν κακία, ἀντικαθιστώντας τὴν θέση κάποιου παιδαγωγοῦ, καὶ μὴ ἀφήνοντάς μας νὰ βαδίζομε σύμφωνα μὲ τὶς κακὲς ἐπιθυμίες μας» (Εἰς τὴν πρὸς Γαλάτας, κεφ. ε΄, σελ. 74-5).

* * *

.             Πολλοὶ ὅμως λεγόμενοι εἰδήμονες τῆς ψυχῆς βγάζουν αὐθαίρετα συμπεράσματα – «ἀξιώματα», ὅπου ὁμαδοποιοῦν, ὅπως μὲ τὶς ἀγέλες τῶν ἀλόγων ζώων, τὶς ὅμοιες ἐνστικτώδεις ἀντιδράσεις τῶν νευρώνων τῶν ἐγκεφάλων καὶ τῶν χημικῶν οὐσιῶν τῶν σωμάτων, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερα τῶν συμπεριφορῶν, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, καὶ ἔχουν δημιουργήσει νέες κατηγορίες φύλων, πέρα ἀπὸ τὰ δύο βιολογικὰ φῦλα (sex), ποὺ ἀριθμοῦνται σὲ πολλὲς δεκάδες καὶ τὶς κατονομάζουν ὡς «κοινωνικὰ φῦλα» (gender), χρησιμοποιώντας παράλληλα νεοφανεῖς ὁρολογίες, ὅπως «ταυτότητα φύλου, διεμφυλικότητα, κἄ».
.             Ἀλλ’ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, λαμβάνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εὐνουχίζονται, μᾶς λέει πὼς «τὸ νὰ ἀποκόπτει κάποιος τὰ μέλη τοῦ σώματός του εἶναι ἔργο, ποὺ ἔχει τὴν ἀρχή του στὴν δαιμονικὴ ἐνέργεια καὶ τὴν σατανικὴ ἐπιβουλή· ἄρχισε μὲ σκοπὸ νὰ μπορέσουν νὰ διαβάλλουν τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ καταστρέψουν τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἔκαναν αὐτὸ διὰ νὰ μὴν στηρίζονται οἱ ἄνθρωποι στὴν προαίρεσή τους, ἀλλὰ νὰ ἀποδίδουν τὸ πᾶν στὴν φύση τῶν μελῶν, καὶ ἔτσι χωρὶς φόβο νὰ ἁμαρτάνουν οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτούς, μὲ τὴν σκέψη ὅτι εἶναι ἀνεύθυνοι. Καὶ προξενοῦν διπλὴ βλάβη στὸν ἄνθρωπο· καὶ μὲ τὸ νὰ ἀποκόπτουν τὰ μέλη του, καὶ μὲ τὸ ὅτι ἐμποδίζουν τὴν προθυμία στὴν κατὰ προαίρεση ἐκλογὴ τῶν ἀγαθῶν» (Εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον, Ὁμιλία 62, σελ. 466-7).
.             Ὁ Ἅγιος μάλιστα, μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, κάνει βαθύτατο ψυχογράφημα τοῦ ἀνθρώπου σχετικὰ μὲ τὴν γενετήσια σεξουαλικὴ ἐπιθυμία, ἀπὸ τὴν ὁποία παρασύρεται μὲ ὀλέθριες συνέπειες. Παραθέτει δὲ τὶς φιλοσοφικὲς καὶ ψευτοεπιστημονικὲς θεωρίες τῆς ἐποχῆς του περὶ τῶν ἀνώμαλων σεξουαλικῶν ἐπιθυμιῶν, οἱ ὁποῖες λέγανε πὼς αὐτὸς ὁ ἀρρωστημένος οἶστρος προέρχεται ἢ ἀπὸ τὸν ἐγκέφαλο ἢ ἀπὸ τὴν σπονδυλικὴ στήλη, καὶ καταλήγει πὼς διαφωνεῖ ἀπόλυτα λέγοντας ὅτι «δὲν βλαστάνει ἀπὸ πουθενὰ ἀλλοῦ, παρὰ ἀπὸ τὴν ἀκόλαστη γνώμη τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἀδιάφορη διάνοιά του· διότι ἐὰν αὐτὴ σωφρονεῖ, καμμιὰ ζημιὰ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ προέλθει ἀπό τὶς φυσικὲς παρορμήσεις» (Εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον, Ὁμιλία 62, σελ. 468-9).
.             Ἡ ἐγκληματικὴ ἄγνοια, ἀδιαφορία καὶ ἀμέλεια τῆς γνώσης τῆς ἀξίας καὶ τῆς χρησιμότητας τῆς προαίρεσης στὸν ἄνθρωπο ἔχει ὁδηγήσει ὅλους τοὺς λεγομένους εἰδήμονες νὰ διαστρεβλώνουν ἀκόμα καὶ τὴν ἔννοια τῆς ἐλευθερίας. Δηλητηριασμένοι ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς μισάνθρωπες καὶ ἔκφυλες θεωρήσεις περὶ τῆς ὑγείας τοῦ ἀνθρώπου ἔφθασαν νὰ ταυτίσουν τὴν δυνατότητα ἁμαρτίας μὲ τὴν ἐλευθερία, ἐνῶ τὴν δυνατότητα ἐλευθερίας διὰ τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα τὴν εἶπαν δέσμευση καὶ ἀπαγόρευση.
.             Ὁ ἅγιος Νεκτάριος, ὅμως, ἀκολουθώντας τὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἁγιοπνευματικὴ παράδοση, καὶ ὄχι τὴν κοσμικὴ καὶ ἐμπαθῶς ὑποκειμενικὴ σκέψη τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ καὶ κάθε ἐποχῆς, μᾶς δεικνύει τὸ ὀλέθριο σφᾶλμα τῶν ψευτοειδικῶν, ποὺ θέλουν νὰ ὑποδείξουν τὴν λειτουργία τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, χωρὶς νὰ ἔχουν τὶς πνευματικὲς προϋποθέσεις τῆς ἐξ Ἀποκαλύψεως Ἀλήθειας τῆς Ἐκκλησίας.
.             Συγκεκριμένα, στὸ βιβλίο του Γνῶθι σαυτόν γράφει πὼς «κάποιοι ἀπὸ τοὺς ἠθικολόγους ταυτίζουν τὶς ἔννοιες τῶν λέξεων «αὐτεξούσιο» καὶ «ἠθική ἐλευθερία» ὡς «δύναμη τοῦ αἱρεῖσθαι» (δυνατότητα ἐπιλογῆς), καὶ ὁρίζουν τὴν «ἠθικὴ ἐλευθερία» ὡς «δύναμη τοῦ αἱρεῖσθαι» τὸ καλὸ ἢ τὸ πονηρό, ἐνῶ ἡ δύναμη αὐτὴ εἶναι χαρακτηριστικὸ τοῦ αὐτεξούσιου… Ὁ πράττων τὸ κακὸ εἶναι ἀνελεύθερος, διότι ἐνέργεῖ ἐναντίον τῆς βούλησης αὐτοῦ, ἐνῶ ὁ πράττων τὸ καλὸ εἶναι ἐλεύθερος, γιατὶ πράττει ὅ,τι βούλεται. Ὁπότε, τὸ νὰ προαιρεῖσαι τὸ ἀγαθὸ ἢ τὸ κακὸ εἶναι χαρακτηριστικὸ τοῦ αὐτεξούσιου, ἐνῶ τὸ νὰ βούλεσαι καὶ νὰ πράττεις (μόνο) τὸ ἀγαθὸ εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς ἠθικῆς ἐλευθερίας. Τὸ αὐτεξούσιο εἶναι ἠθικὸ χαρακτηριστικὸ παντὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ ἡ ἠθικὴ ἐλευθερία εἶναι χαρακτηριστικὸ μόνο τῶν ἐνάρετων. Τὸ αὐτεξούσιο καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο δυνάμει ἠθικό, ἡ δὲ ἠθικὴ ἐλευθερία ἀναδεικνύει αὐτὸν ἐνεργείᾳ ἠθικό. Τὸ αὐτεξούσιο, παραπλανώμενο ὑπὸ τῶν ὁρμῶν τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ ὑπὸ σκέψεων σφαλερῶν, καταβιβάζει τὸν ἄνθρωπο εἰς τὴν τάξη τῶν ἀλόγων ζώων» (Γνῶθι σαυτόν, σελ. 65).
.             Ἔτσι, ἂν δεχθοῦμε τὶς ἀπόψεις ὅσων ὑποστηρίζουν τὴν ὁμοφυλοφιλία ἢ τὴν «διεμφυλικότητα» ὡς φυσικὲς καταστάσεις ἢ ὡς φυσικὲς ἐνέργειες τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ βουλήσεως τοῦ ἀνθρώπου, τότε παραπλανοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ τοὺς ἄλλους, καὶ καταστρέφουμε κάθε δυνατότητα πραγματικῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὰ πάθη αὐτά. Καὶ ὅπως οἱ κομπογιαννίτες γιατροὶ τῶν σωμάτων — οἱ ὁποῖοι παραπλανοῦν καὶ καταστρέφουν τὴν δυνατότητα θεραπείας τῶν σωμάτων — ὁδηγοῦν στὸν προσωρινὸ θάνατο, ἔτσι κι ὅσοι κυρήττουν διδασκαλίες, ποὺ ἀκυρώνουν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν θεραπευτικὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὁδηγοῦν στὸν αἰώνιο θάνατο.

————————————

Υ.Γ.: Οἱ παραπομπὲς τῶν Πατερικῶν χωρίων ἀναφέρονται στὶς ἐκδόσεις: «Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (ΕΠΕ)», Θεσσαλονίκη.

Σχολιάστε