Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΘΕΟΛΟΓΙΑ"

Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.                      Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ θανάτου, ποὺ ἑορτάσαμε προχθές, εἶναι τὸ σημαντικότερο γεγονὸς στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Εἶναι τὸ πιὸ παρήγορο μήνυμα, ἡ πιὸ ζωντανὴ διαβεβαίωση γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τοῦ ὁποίου ἡ ψυχὴ  εἶναι φτιαγμένη γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό. Εἶναι μία διαρκὴς ὑπόμνηση γιὰ τὸ ἀβάσιμο τῆς λογικῆς τῶν ὑλιστῶν καὶ τῶν ἡδονιστῶν.
.                      Μέσα στὰ συμπυκνωμένα δρώμενα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς ἀνατρέπει τὶς ἀνθρώπινες λογικές, ὅσες κυριαρχοῦσαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν Του καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἰσχύουν ἕως καὶ σήμερα. Μὲ τὰ λόγια καὶ τὶς πράξεις Του μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ  ἐξουσία δὲν εἶναι ἰσχύος καὶ συμφερόντων, ἀλλὰ διακονίας, ὅτι ἡ ἐλευθερία δὲν στηρίζεται στὰ ὅπλα καὶ στὴ βία, ἀλλὰ στὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸ ὑλιστικὸ φρόνημα, ὅτι ἡ ἰσότητα προκύπτει ἀπὸ τὴ μετάνοια καὶ τὴν ἀγάπη, ὄχι ἀπὸ τὴ λογικὴ τῶν κάθε ἐποχῆς ἰσχυρῶν.
.                      Ἀνατρέπει ἐπίσης τὴν κοινωνικὴ ἠθική. Στὴ δικαιοσύνη Του ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ ἡμετάνοια νικᾶνε τὶς γνώσεις, τὴν τυπολατρία, τὶς ὑλικὲς ἀπολαβές. Οἱ τελῶνες καὶ οἱ πόρνες – οἱ«ταπεινοὶ τῇ καρδίᾳ»– εἶναι γιὰ τὸν Χριστὸ πρόσωπα σημαντικότερα ἀπὸ τοὺς ἀλαζόνες τηρητὲς τοῦ Νόμου καὶ τοὺς πλουσίους ἄρχοντες. Ὡς μαθητές Του δὲν ἐπιλέγει τοὺς σοφούς τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ ἁπλοϊκοὺς ψαράδες… Ὅπως γράφει στοὺς Κορινθίους ὁ Παῦλος, ὁ Θεάνθρωπος διάλεξε τοὺς θεωρούμενους ἀνόητους γιὰ νὰ ντροπιάσει τοὺς σοφούς, καὶ τοὺς ἀνίσχυρους, γιὰ νὰντροπιάσει τοὺς ἰσχυρούς. Αὐτά, ποὺ  ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Παύλου ἐθεωροῦντο ἀνοησίες, παραμένουν ἀκλόνητα σὲ ἀξία μηνύματα γιὰ μία βιώσιμη ἀνθρωπότητα.
.                      Τὰ διδάγματα, ποὺ ἔδωσε πρὸ τῆς Σταυρώσεώς Του ὁ Χριστὸς δὲν ἔγιναν ἀμέσως ἀντιληπτὰ  καὶ ἀπὸ τοὺς μαθητές Του, αὐτοὺς ποὺ ἦσαν συνέχεια μαζί Tου. Αὐτοὶ θεώρησαν ὅτι θὰ βοηθοῦσαν νὰ ἐγκαταστήσει τὸ βασίλειο τοῦ Δαυίδ. Μάλιστα δύο ἀπὸ αὐτοὺς ἔβαλαν μέσο τὴμητέρα τους νὰ τοὺς δώσει καλὲς θέσεις, ὅταν ἀναλάβει τὴν ἐξουσία… Οἱ μαθητές Του ἐπίσης δὲνἀντιλήφθηκαν ὅτι πῆγε νὰ προσευχηθεῖ πρὸς τὸν Πατέρα Του ἐν ὄψει τῆς συλλήψεώς Του. Ἐνῶ περνοῦσε τὴν κατὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀγωνία Του, ἐκεῖνοι κοιμοῦνταν… Ὅταν συνελήφθη, ἐκεῖνοι ἔντρομοι διασκορπίστηκαν… Μὲ τὴν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός, τὴν παρουσία Του ἀνάμεσά τους, τὴν Ἀνάληψή Του καὶ τὴν Πεντηκοστὴ μετέστρεψε τοὺς φοβισμένους μαθητὲς σὲ ἀτρόμητουςἱεραποστόλους καὶ μάρτυρες τῆς Πίστης τους πρὸς Αὐτόν.

.                       Ὁ Χριστὸς ἔδωσε ἀπόλυτη ἐλευθερία στὸν ἄνθρωπο καὶ αὐτὸς εἶναι ἐλεύθερος νὰΤὸν ὑβρίζει, νὰ Τὸν φυλακίζει, νὰ Τὸν διώκει, νὰ Τὸν ἀπαρνεῖται, νὰ Τὸν προδίδει. Ἡ μετὰΧριστὸν ἱστορία ἔχει καταγράψει ἑκατοντάδες προσωπικότητες ποὺ θέλησαν καὶ θέλουν μὲ τὶς δικές τους ἀρχὲς νὰ σώσουν τὴν ἀνθρωπότητα. Πολιτικοί, στρατιωτικοί, φιλόσοφοι προσπάθησαν καὶ οἱπερισσότεροι τὴν ἔβλαψαν… Ἡ ἀνθρωπότητα πάντα κινεῖται μὲ βάση τὸν ὑλισμό, τὸν ὠφελιμισμὸ καὶ τὸν ἡδονισμό. Ἐπιλέγει νὰ μιμηθεῖ τὶς Δαναΐδες, ἤ, χειρότερα, νὰ ἔχει τὴ μοίρα τοῦ Ταντάλου. Ὁ Ἀναστὰς  Χριστὸς ὑπομένει. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!-

, ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΑΡΑΓΕ ΑΝΑΣΤΗΘΗΚΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ;

,

Σχολιάστε

ΜΗΝΥΜΑ ΠΑΣΧΑ 2021 ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ (Ὁ μόνιμος «ἰός», ὁ «ἔσχατος ἐχθρὸς» ὁ θάνατος)

ΜΗΝΥΜΑ ΠΑΣΧΑ 2021

Τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ἱερωνύμου Β´

.                             Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου μᾶς βρίσκει γιὰ δεύτερη χρονιὰ τραυματισμένους. Ταπεινωμένη ἡ οἰκουμένη ἀπὸ ἕνα ἀόρατο ἐχθρό, ἀναγκάζεται σὲ ἀπομόνωση τῶν κοινωνιῶν. Πολλοὶ ἄνθρωποι πέθαναν μέσα σὲ ἕνα χρόνο. Αὐτὴ τὴν στιγμὴ ἐπιθυμῶ νὰ φέρω στὴ μνήμη μας τὴν ἀπώλεια αὐτῶν τῶν συνανθρώπων μας, καθὼς καὶ τῶν ἐπισκόπων, ἱερέων, μοναχῶν, μοναζουσῶν καὶ πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας μας.
.                             Εἰδικοὶ καὶ ἐπιστήμονες προσπαθοῦν νὰ ἀναχαιτίσουν τὴ μετάδοση τοῦ ἰοῦ, μὲ τοὺς συνανθρώπους μας, νὰ συμβάλλουν μὲ ὑπευθυνότητα. Ὅμως, ὁρισμένοι ἀρνοῦνται τὴν ὕπαρξη τοῦ ἰοῦ καὶ ἄλλοι τὴν συνδέουν μὲ σενάρια συνωμοσίας. Μέσα σὲ αὐτὲς τὶς συνθῆκες, θὰ ἤθελα νὰ εὐχαριστήσω προσωπικὰ ὅλους τοὺς ἰατροὺς καὶ τὸ ὑγειονομικὸ προσωπικὸ γιὰ τὴν καθημερινή τους αὐτοθυσία.
.                             Οἱ πανδημίες διαβρώνουν τὸν ἤδη ὑπάρχοντα τρόπο ζωῆς καὶ προωθοῦν ἕναν νέο. Ἡ τωρινὴ πανδημία ρυθμίζει ψηφιακὰ τὴ ζωή μας μὲ τρόπο σχεδὸν καθολικό. Ὅλα γίνονται ἀπὸ μακριά: τηλεκπαίδευση, τηλεδιάσκεψη, τηλεργασία. Βιώνουμε τὴν κορύφωση τῆς τραγωδίας κατὰ τὴν φοβερὰ ὥρα τοῦ θανάτου. Δὲν εἶναι ἐφικτὸ νὰ δοῦμε, οὔτε νὰ ἀγγίξουμε γιὰ τελευταία φορὰτοὺς ἀγαπημένους μας νεκρούς.
.                             Πολλὲς ἀπὸ τὶς νέες αὐτὲς ἀλλαγὲς ἦρθαν φιλοδοξώντας νὰ μείνουν μόνιμα καὶχαρακτηρίζονται ἀπὸ μία παραδοξότητα: τὸ νέο, ποὺ προβάλλει ὡς λύση, ταυτόχρονα μᾶς ὑποδουλώνει. Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς διευκολύνει, συγχρόνως μᾶς ἐξαρτᾶ, μᾶς περιορίζει τὴν ἐλευθερία. Τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ ἡ ψηφιακὴ τεχνολογία διευκολύνει τὴ ζωὴ τοῦ πλανήτη, παράλληλα μᾶς ἀποξενώνει.
.                             Οἱ πανδημίες ἀποτελοῦν σύμπτωμα τῆς ἀνθρώπινης θνητότητας, ποὺ εἰσῆλθε στὴν ἱστορία, ὅταν διακόψαμε τὴ σχέση μας μὲ τὸν Θεὸ καὶ κάναμε κέντρο τῆς ζωῆς μας τὸν ἑαυτό μας. Ἔκτοτε, ἐπικεντρωνόμαστε μονομερῶς στὴν ἀνακούφιση τῶν ἑκάστοτε προβλημάτων καὶ μᾶς διαφεύγει τὸ οὐσιῶδες: ἀκόμη καὶ ἐὰν αὐτὸς ὁ ἰὸς νικηθεῖ, ἀργότερα ἄλλος θὰ ἐμφανισθεῖ, ὅπως συμβαίνει πάντοτε στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία. Ἀλλὰ καὶ πέρα ἀπὸ αὐτὸ ὑπάρχει ὁ μόνιμος «ἰός», ὁ«ἔσχατος ἐχθρὸς» ὁ θάνατος. Ἡ αἰτία τῶν ἀνθρωπίνων προβλημάτων εἶναι πνευματική: εἶναι ἡἀνθρώπινη φιλαυτία.
.                             Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου ἀνέτρεψε τὰ μέχρι τότε ἀνθρώπινα, ἀδαμικὰδεδομένα καὶ εἰσήγαγε στὴν ἱστορία νέα, μυστηριακά, ἐσχατολογικὰ δεδομένα. Μὲ ὅλα τὰ γεγονότα τῆς θείας Οἰκονομίας, μὲ τὴν Ἐνσάρκωση καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, ἀνέπλασε τὴν ἀνθρώπινη φύση: «Ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωήν, …ἡμᾶς διεβίβασεν». Ἡ κοσμικὴ πραγματικότητα γεύεται ἤδη τὴν ἐν Χριστῷἀνακαίνισή της: «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια». Ἀπέναντι στὴφθορὰ ὁλόφωτη ἡ Χάρη τῆς Ἀναστάσεως.
.                             Τὸ κέντρο τῆς Ἱστορίας πλέον δὲν εἶναι ἀδαμικἀνθρωπότητα ποὺ θνήσκει, ἀλλἡ μεταμορφωμένη ἐν Χριστἀναστημένη ἀνθρωπότητα, ποὺ συναντοῦμε στὴν Ἐκκλησία. ἩἘκκλησία, ὡς ἄλλη ζύμη, διὰ τοῦ Θεανθρώπου, προετοιμάζει καθοριστικά, σιωπηρά, διὰ τῆς ἄκρας ταπεινώσεως καὶ ἀδοξίας, τὴν ὑποδοχὴ τῆς Ἐρχομένης Βασιλείας Του.

Ἀδελφοί μου,

.                             Ἡ πανδημία μᾶς ἔφερε γιὰ ἄλλη μία φορὰ ἐνώπιον τῶν ὁρίων μας. Ἔφερε στὸ προσκήνιο τὸν θάνατο ποὺ ἀπωθοῦμε στὸ παρασκήνιο. Τὸν ἀφύσικο θάνατο ποὺ ὁ Θεάνθρωπος νίκησε μὲ τὴν Ἀνάστασή Του. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, δὲν ζοῦμε ὅπως «οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα», καθότι μέσα ἀπὸ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας προγευόμαστε τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀπαρχὴ«ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου».
.                             Εὔχομαι ἡ χαρὰ τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως νὰ καταυγάζει τὴ ζωή μας.

Ἀληθῶς Ἀνέστη ὁ Κύριος!».

ΠΗΓΗ: iaath.gr

, ,

Σχολιάστε

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΠΑΣΧΑ 2021 «ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ»

† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ EΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

* * *

.                           Τήν ψυχωφελῆ πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν καί προσκυνήσαντες τά Πάθη καί τόν Σταυρόν τοῦ Κυρίου, ἰδού καθιστάμεθα σήμερον κοινωνοί τῆς ἐνδόξου Αὐτοῦ Ἀναστάσεως, λαμπρυνόμενοι τῇ πανηγύρει καί ἀναβοῶντες ἐν χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ τό κοσμοσωτήριον ἄγγελμα «Χριστός Ἀνέστη»!
.                           Ὅ,τι πιστεύομεν, ὅ,τι ἀγαπῶμεν, ὅ,τι ἐλπίζομεν ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι συνδέεται μέ τό Πάσχα, ἀπό αὐτό ἀντλεῖ τήν ζωτικότητά του, ἀπό αὐτό ἑρμηνεύεται καί νοηματοδοτεῖται. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀπάντησις τῆς Θείας ἀγάπης εἰς τήν ἀγωνίαν καί τήν προσδοκίαν τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί εἰς τήν «ἀποκαραδοκίαν» τῆς συστεναζούσης κτίσεως. Ἐν αὐτῇ ἀπεκαλύφθη τό νόημα τοῦ «ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ᾿ ὁμοίωσιν»[1] καί τοῦ «καί εἶδεν ὁ Θεός τά πάντα, ὅσα ἐποίησεν, καί ἰδού καλά λίαν»[2].
.                           Ὁ Χριστός εἶναι «τό Πάσχα ἡμῶν»[3], «ἡ ἀνάστασις πάντων». Ἐάν ἡ πτῶσις ὑπῆρξεν ἀναστολή τῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου πρός τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», ἐν Χριστῷ ἀναστάντι ἀνοίγεται πάλιν εἰς τόν «ἠγαπημένον τοῦ Θεοῦ» ἡ ὁδός τῆς κατά χάριν θεώσεως. Συντελεῖται τό «μέγα θαῦμα», τό ὁποῖον ἰᾶται τό «μέγα τραῦμα», τόν ἄνθρωπον. Εἰς τήν ἐμβληματικήν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως ἐν τῇ Μονῇ τῆς Χώρας, ἀτενίζομεν τόν κατελθόντα «μέχρις ᾍδου ταμείων» Κύριον τῆς δόξης καί καθελόντα θανάτου τό κράτος, νά ἀναδύηται ζωηφόρος ἐκ τοῦ τάφου, συνανιστῶν τούς γενάρχας τῆς ἀνθρωπότητος, καί ἐν αὐτοῖς ἅπαν τό ἀνθρώπινον γένος, ἀπ᾿ ἀρχῆς καί μέχρι τῶν ἐσχάτων, ὡς ἐλευθερωτής ἡμῶν ἐκ τῆς δουλείας τοῦ ἀλλοτρίου.
.                           Ἐν τῇ Ἀναστάσει φανεροῦται ἡ ἐν Χριστῷ ζωή ὡς ἀπελευθέρωσις καί ἐλευθερία. «Τῇ ἐλευθερίᾳ … Χριστός ἡμᾶς ἡλευθέρωσε»[4]. Τό περιεχόμενον, τό «ἦθος» αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία πρέπει νά βιωθῇ ἐνταῦθα χριστοπρεπῶς, πρίν τελειωθῇ ἐν τῇ ἐπουρανίῳ Βασιλείᾳ, εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ βιωματική πεμπτουσία τῆς «καινῆς κτίσεως». «Ὑμεῖς γάρ ἐπ᾿ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί· μόνον μή τήν ἐλευθερίαν εἰς ἀφορμήν τῇ σαρκί, ἀλλά διά τῆς ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις»[5]. Ἡ ἐλευθερία τοῦ πιστοῦ, τεθεμελιωμένη εἰς τόν Σταυρόν καί τήν Ἀνάστασιν τοῦ Σωτῆρος, εἶναι πορεία πρός τά ἄνω καί πρός τόν ἀδελφόν, εἶναι «πίστις δι᾿ ἀγάπης ἐνεργουμένη»[6]. Εἶναι ἔξοδος ἀπό τήν «Αἴγυπτον τῆς δουλείας» καί τῶν ποικίλων ἀλλοτριώσεων, χριστοδώρητος ὑπέρβασις τῆς ἐσωστρεφοῦς καί συρρικνωμένης ὑπάρξεως, ἐλπίς αἰωνιότητος, ἡ ὁποία ἐξανθρωπίζει τόν ἄνθρωπον.
.                           Ἑορτάζοντες τό Πάσχα, ὁμολογοῦμεν ἐν Ἐκκλησίᾳ, ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ «ἔχει ἤδη ἐγκαθιδρυθῆ, ἀλλά δέν ἔχει ἀκόμη ὁλοκληρωθῆ»[7]. Ἐν τῷ φωτί τῆς Ἀναστάσεως, τά ἐγκόσμια πράγματα ἀποκτοῦν νέον νόημα, ἐφ᾿ ὅσον εἶναι ἤδη μεταμορφωμένα καί μεταμορφούμενα. Τίποτε δέν εἶναι ἁπλῶς «δεδομένον». Τά πάντα εὑρίσκονται ἐν κινήσει πρός τήν ἐσχατολογικήν τελείωσίν των. Αὐτή ἡ «ἀκράτητος φορά» πρός τήν Βασιλείαν, ἡ ὁποία βιοῦται κατ᾿ ἐξοχήν ἐν τῇ εὐχαριστιακῇ συνάξει, προφυλάσσει τόν λαόν τοῦ Θεοῦ ἀφ᾿ ἑνός μέν ἀπό τήν ἀδιαφορίαν διά τήν ἱστορίαν καί τήν παρουσίαν τοῦ κακοῦ ἐν αὐτῇ, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ ἀπό τήν λήθην τοῦ Κυριακοῦ λόγου «ἡ βασιλεία ἡ ἐμή οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου»[8], τῆς διαφορᾶς δηλονότι μεταξύ τοῦ «ἤδη» καί τοῦ «ὄχι ἀκόμη» τῆς ἐλεύσεως τῆς Βασιλείας, συμφώνως καί πρός τό θεολογικώτατον «Ὁ Βασιλεύς ἦλθεν, ὁ Κύριος Ἰησοῦς, καί ἡ Βασιλεία του θά ἔλθῃ»[9].
.                           Κύριον γνώρισμα τῆς θεοσδότου ἐλευθερίας τοῦ πιστοῦ εἶναι ὁ ἀσίγαστος ἀναστάσιμος παλμός, ἡ ἐγρήγορσις καί ὁ δυναμισμός της. Ὁ χαρακτήρ αὐτῆς ὡς δώρου τῆς χάριτος ὄχι μόνον δέν περιορίζει, ἀλλά ἀναδεικνύει τήν ἰδικήν μας συγκατάθεσιν εἰς τήν δωρεάν, καί ἐνδυναμώνει τήν πορείαν μας καί τήν ἀναστροφήν μας ἐν τῇ νέᾳ ἐλευθερίᾳ, ἡ ὁποία ἐμπερικλείει καί τήν ἀποκατάστασιν τῆς ἀλλοτριωθείσης σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν κτίσιν. Ὁ ἐν Χριστῷ ἐλεύθερος δέν ἐγκλωβίζεται εἰς «γήϊνα ἀπόλυτα», ὡς «οἱ λοιποί, οἱ μή ἔχοντες ἐλπίδα»[10]. Ἡ ἐλπίς ἡμῶν εἶναι ὁ Χριστός, ἡ ἐν Αὐτῷ ὡλοκληρωμένη ὕπαρξις, ἡ λαμπρότης καί ἡ φωτοχυσία τῆς αἰωνιότητος. Τά βιολογικά ὅρια τῆς ζωῆς δέν ὁρίζουν τήν ἀλήθειάν της. Ὁ θάνατος δέν εἶναι τό τέλος τῆς ὑπάρξεώς μας. «Μηδείς φοβείσθω θάνατον∙ ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος. Ἔσβεσεν αὐτόν ὑπ᾿ αὐτοῦ κατεχόμενος. Ἐσκύλευσε τόν ᾍδην ὁ κατελθών εἰς τόν ᾍδην»[11]. Ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία εἶναι ἡ «ἄλλη πλᾶσις»[12] τοῦ ἀνθρώπου, πρόγευσις καί προτύπωσις τῆς πληρώσεως καί τῆς πληρότητος τῆς Θείας Οἰκονομίας ἐν τῷ «νῦν καί ἀεί» τῆς ἐσχάτης ἡμέρας, ὅτε οἱ «εὐλογημένοι τοῦ Πατρός» θά ζοῦν πρόσωπον πρός πρόσωπον μετά τοῦ Χριστοῦ, «ὁρῶντες αὐτόν καί ὁρώμενοι καί ἄληκτον τήν ἀπ᾿ αὐτοῦ εὐφροσύνην καρπούμενοι»[13].
.                           Τό Ἅγιον Πάσχα δέν εἶναι ἁπλῶς μία θρησκευτική ἑορτή, ἔστω καί ἡ μεγίστη δι᾿ ἡμᾶς τούς Ὀρθοδόξους. Κάθε Θεία Λειτουργία, κάθε προσευχή καί δέησις τῶν πιστῶν, κάθε ἑορτή καί μνήμη Ἁγίων καί Μαρτύρων, ἡ τιμή τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἡ «περισσεία τῆς χαρᾶς» τῶν Χριστιανῶν (Β´ Κορ. η´, 2), κάθε πρᾶξις θυσιαστικῆς ἀγάπης καί ἀδελφοσύνης, ἡ ὑπομονή ἐν ταῖς θλίψεσιν, ἡ οὐ καταισχύνουσα ἐλπίς τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, εἶναι πανήγυρις ἐλευθερίας, ἐκπέμπουν πασχάλιον φῶς καί ἀναδίδουν τό ἄρωμα τῆς Ἀναστάσεως.
.                           Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, δοξάζοντες τόν πατήσαντα θανάτῳ τόν θάνατον Σωτῆρα τοῦ κόσμου, ἀπευθύνομεν πρός πάντας ὑμᾶς, τούς ἐν ἁπάσῃ τῇ Δεσποτείᾳ Κυρίου τιμιωτάτους ἀδελφούς καί τά προσφιλέστατα τέκνα τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, ἑόρτιον ἀσπασμόν, εὐλογοῦντες μαζί σας γηθοσύνως, ἐν ἐνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ, Χριστόν εἰς τούς αἰῶνας.     

Φανάριον, Ἅγιον Πάσχα ,βκα´

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως 

διάπυρος πρός Χριστόν Ἀναστάντα 

          εὐχέτης πάντων ὑμῶν.

—————————–

[1]  Γεν. α´,26.

[2]   Γεν. α´,31.

[3]   Α’ Κορ. ε´,7.

[4]   Γαλ. ε´,1.

[5]   Γαλ. ε´,13.

[6]   Γαλ. ε´,6.  

[7] Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοσις, μτφρ. Δ. Τσάμη, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1976, σ. 37.

[8]  Ἰωάν. ιη´,36.

[9]   Γεωργίου Φλωρόφσκυ, ὅ.π., σ. 99.

[10]  Α’ Θεσσ. δ´,13

[11] Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Λόγος Κατηχητήριος εἰς τήν ἁγίαν καί λαμπροφόρον ἡμέραν τῆς ἐνδόξου καί σωτηριώδους Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Αναστάσεως. 

[12]   Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἔπη ἠθικά, ΒΕΠΕΣ 61, σ. 227.

[13] Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Δ´,27 (100), Κείμενον, μετάφρασις, σχόλια Ν. Ματσούκα, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 452. 

ΠΗΓΗ: ec-patr.org

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΩΣ ΦΙΛΟΣ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ («Αὐτός εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτή εἶναι καί ἡ Ἐκκλησία. Αὐτήν τήν ἀγάπη βρίσκουμε μέσα στήν Ἐκκλησία».)

 

Ὁ Χριστός ὡς φίλος τῶν ἁμαρτωλῶν

τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου  Ἱεροθέου

.                         Ἐπειδή ὁ Χριστός ὁμιλοῦσε καί καυτηρίαζε τούς Φαρισαίους καί ἀπεκάλυπτε τήν πονηρία καί τήν ὑποκρισία τους, γι’ αὐτό καί αὐτοί εὕρισκαν διάφορες ἀφορμές γιά νά Τόν κατηγορήσουν καί νά Τόν συκοφαντήσουν. Ἔλεγαν, δηλαδή, ὅτι ἔχει δαιμόνιο καί ὅτι «ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων» ἐκβάλλει τά δαιμόνια (Ματθ. θ΄, 34). Ἔλεγαν ἀκόμη ὅτι εἶναι πλάνος (πρβλ. Ματθ. κζ΄, 63 – 64, Ἰω. ζ΄, 12) καί πλανᾶ τούς ἀνθρώπους καί πολλά ἄλλα.
.                         Μεταξύ τῶν ἄλλων συκοφαντιῶν πού ἀπηύθυναν στόν Χριστό ἦταν καί ἕνας λόγος πού καταγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, ὅτι εἶναι «ἄνθρωπος φάγος καί οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καί ἁμαρτωλῶν» (Λουκ. ζ΄, 34). Αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ἔλεγαν, δέν εἶναι ὅπως τόν νομίζει ὁ λαός, ἀλλά εἶναι φάγος καί οἰνοπότης, τρώει καί πίνει καί εἶναι φίλος τῶν τελωνῶν καί τῶν ἁμαρτωλῶν.
.                         Ὁ Χριστός πήγαινε στά σπίτια τῶν ἀνθρώπων πού τόν καλοῦσαν, ἀλλά δέν ἔτρωγε καί δέν ἔπινε, ὅπως τό κατηγοροῦν οἱ Φαρισαῖοι. Ἄλλωστε, τό ξέρουμε ἀπό τήν συζήτηση πού ἔκανε μέ τήν Σαμαρείτιδα γυναίκα ὅτι, ὅταν τοῦ εἶπαν οἱ Μαθητές «ραββί, φάγε», ἐκεῖνος εἶπε «ἐμόν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον» (Ἰω. δ΄, 31-34).
.                         Ἑπομένως, δέν ἴσχυε αὐτό πού τόν κατηγοροῦσαν, ἀλλά ἐπειδή οἱ Φαρισαῖοι ἀπομονώνονταν ἀπό τόν λαό, ὁ Χριστός πήγαινε μαζί μέ τόν λαό καί συμμετεῖχε σέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τοῦ λαοῦ, ὅπως καί στόν γάμο τῆς Κανά, γι’ αὐτό τόν κατηγοροῦσαν ὅτι εἶναι «φάγος καί οἰνοπότης».
.                         Ἐπίσης, ἔλεγαν ὅτι ὁ Χριστός «εἶναι φίλος τελωνῶν καί ἁμαρτωλῶν», πού ἦταν μεγάλοι ἁμαρτωλοί τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὡς φοροεισπράκτορες, καί ἁμαρτωλοί. Ἀλλά τελικά αὐτή ἡ συκοφαντία τήν ὁποία ἔλεγαν γιά τόν Χριστό, εἶναι τίτλος τιμῆς, ὅτι, δηλαδή, εἶναι φίλος τῶν τελωνῶν καί τῶν ἁμαρτωλῶν, ὅτι ἀγαπᾶ τούς ἁμαρτωλούς, τούς τελῶνες καί τίς πόρνες.
.                         Στά ἱερά Εὐαγγέλια βλέπουμε, ὅτι ὁ Χριστός καταδικάζει τήν ὑποκρισία, καταδικάζει τούς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονταν ὡς εὐσεβεῖς καί βεβαίως ἀγαποῦσε πάρα πολύ τούς τελῶνες. Εἶναι ὁ Ζακχαῖος πού μετανόησε καί σέ ὅσους ἀδίκησε τούς τά ἐπέστρεψε παρά πάνω. Εἶναι ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος ὁ ὁποῖος ἦταν τελώνης καί ἔγινε Μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Καί εἶναι διάφορες ἄλλες ἁμαρτωλές γυναῖκες στίς ὁποῖες ὁ Χριστός ἔδειξε πολύ μεγάλη ἀγάπη καί ἄλλαξαν τρόπο ζωῆς.
.                         Μάλιστα, ὁ Χριστός ἔλεγε στούς Φαρισαίους, ὁμιλώντας γιά διάφορα θέματα, ὅτι «οἱ τελῶναι καί αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ματθ. κα΄, 31), δηλαδή οἱ τελῶνες καί οἱ πόρνες πού ἐσεῖς κατηγορεῖτε, θά προηγηθοῦν ἀπό σᾶς στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
.                         Θά ἀναφερθοῦν δύο γεγονότα, πού φανερώνουν αὐτήν τήν ἀλήθεια.
Τό πρῶτο γεγονός ἔχει σχέση μέ τήν πόρνη γυναίκα, τῆς ὁποίας συγχώρεσε τίς ἁμαρτίες καί τό δεύτερο γεγονός ἀναφέρεται σέ μιά μοιχαλίδα γυναίκα, τήν ὁποία παρουσίασαν οἱ Φαρισαῖοι, προκειμένου ὁ Χριστός νά δώση ἐντολή νά τήν λιθοβολήσουν, ὅπως προέβλεπε ὁ νόμος.

1. Ὁ Χριστός καί ἡ πόρνη γυναίκα
.                         Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς περιγράφει τήν συνάντηση τοῦ Χριστοῦ μέ τήν πόρνη γυναίκα τῆς ὁποίας συγχώρησε τίς ἁμαρτίες (Λουκ. ζ΄, 36-50). Ὑπάρχουν τρεῖς περιπτώσεις στά Εὐαγγέλια πού γυναῖκες, κατά τήν διάρκεια τοῦ δείπνου, πλησίασαν τόν Χριστό καί τοῦ ἔριξαν μύρα στά πόδια Του καί ἔπειτα τά καθάρισαν μέ τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς τους.
Ἡ πρώτη περίπτωση ἀναφέρεται ἀπό τόν Εὐαγγελιστή Ματθαῖο καί τόν Εὐαγγελιστή Μάρκο. Ὁ Χριστός λίγο πρίν τό Πάθος Του ἦταν στό σπίτι τοῦ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, ὁ ὁποῖος ἴσως εἶχε θεραπευθῆ ἀπό τόν Χριστό, καί Τόν εἶχε προσκαλέσει στό τραπέζι. Ἐκεῖ πλησίασε μιά γυναίκα, ἡ ὁποία ἄλειψε μέ μύρο τά πόδια τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή ἡ γυναίκα δέν φαίνεται ὅτι ἦταν ἁμαρτωλός, ἀλλά προσῆλθε στόν Χριστό καί ἄλειψε τήν κεφαλή Του μέ μύρο.
.                         Ὅταν οἱ ἄλλοι διαμαρτυρήθηκαν ὅτι τό χρηματικό ποσό πού χρειάστηκε γιά νά ἀγοραστῆ τό μύρο, θά μποροῦσε νά δοθῆ στούς φτωχούς, τότε ὁ Χριστός τούς εἶπε ὅτι αὐτή ἡ γυναίκα ἔκανε μιά καλή πράξη, γιατί ἦταν προετοιμασία γιά τήν ταφή Του. Ἄλλωστε, τούς πτωχούς θά τούς ἔχουν πάντοτε, Ἐκεῖνον, ὅμως, δέν θά τόν ἔχουν. Ἦταν μιά μυροφόρα πρίν τίς μυροφόρες (Ματθ. κστ΄, 6-13). Αὐτό τό περιστατικό δέν ἀναφέρεται σέ πόρνη γυναίκα.
.                         Τό δεύτερο περιστατικό περιγράφεται ἀπό τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη, ὅταν ἡ Μαρία, ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου, ἄλειψε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ μύρο. Ὅταν ὁ Χριστός ἀνέστησε τόν Λάζαρο, γράφει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, τοῦ ἔκαναν ἕνα δεῖπνο καί ὁ Λάζαρος ἦταν δίπλα στόν Χριστό καί ἡ Μάρθα διακονοῦσε. Τότε ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου, πῆρε τό πιό ἀκριβό ἄρωμα καί ἄλειψε ἀπό εὐγνωμοσύνη τά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί ὅλο τό σπίτι γέμισε ἀπό τήν εὐωδία τοῦ μύρου. Ὁ Ἰούδας διαμαρτυρήθηκε γιά τήν σπατάλη, ἐπειδή τά χρήματα θά μποροῦσαν νά δοθοῦν στούς πτωχούς καί ὁ Χριστός ἀπάντησε ὅτι αὐτό τό ἔκανε γιά τήν ἡμέρα τό ἐνταφιασμοῦ Του. (Ἰω. ιβ΄, 1- 8). Καί ἐδῶ δέν πρόκειται γιά ἁμαρτωλή γυναίκα.
.                         Τό τρίτο περιστατικό μέ τήν ἁμαρτωλή γυναίκα τό περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς στό Εὐαγγέλιό του στό ὁποῖο παρουσιάζεται ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ στούς ἁμαρτωλούς, στήν πόρνη γυναίκα, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ στούς τελῶνες, στούς ἀλλοεθνεῖς. Εἶναι ἕνα Εὐαγγέλιο πού θά μποροῦσαν νά τό διαβάσουν οἱ ἐθνικοί γιά νά δοῦν τήν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρός τούς ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους.
.                         Ἐδῶ, λοιπόν, ὑπάρχει τό περιστατικό τό ὁποῖο ἀναφέρεται στήν πόρνη γυναίκα καί συνέβη ὄχι πρίν τό Πάθος Του, ὅπως ἔγιναν τά ἄλλα δύο πού ἀνέφερα, δηλαδή τό μέν πρῶτο στά Ἱεροσόλυμα, τό δέ δεύτερο στήν Βηθανία, ἀλλά αὐτό τό περιστατικό ἔγινε σχεδόν στήν ἀρχή τῆς δράσεώς Του στήν πόλη Καπερναούμ.
.                         Κάποιος πού ἦταν Φαρισαῖος παρεκάλεσε τόν Χριστό νά πάη στό σπίτι του νά τοῦ κάνη ἕνα δεῖπνο καί ὁ Χριστός ἀνταποκρίθηκε σέ αὐτήν τήν πρόσκληση. Γράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς στό Εὐαγγέλιό του:
«Κάποιος Φαρισαῖος προσκάλεσε τόν Ἰησοῦ σέ γεῦμα. Ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στό σπίτι τοῦ Φαρισαίου καί κάθισε στό τραπέζι. Στήν πόλη ἦταν κάποια ἁμαρτωλή γυναίκα· ὅταν ἄκουσε ὅτι ὁ Ἰησοῦς γευματίζει στό σπίτι τοῦ Φαρισαίου, ἔφερε ἕνα ἀλαβάστρινο δοχεῖο μέ μύρο, στάθηκε πίσω κοντά στά πόδια του καί κλαίγοντας ἔβρεχε μέ τά δάκρυά της τά πόδια του καί τά σκούπιζε μέ τά μαλλιά της· τά φιλοῦσε καί τά ἄλειφε μέ τό μύρο» (Λουκ. ζ΄, 36-38).
.                         Εἶναι ἕνα πολύ ὡραῖο περιστατικό πού δίνει μιά εἰκόνα ἡ ὁποία εἶναι πολύ ἐκφραστική. Λέγει ὅτι ὁ Χριστός «εἰσελθών εἰς τήν οἰκίαν τοῦ Φαρισαίου ἀνεκλίθη». Τότε δέν εἶχαν τραπέζι καί καρέκλες, ὅπως ἔχουμε ἐμεῖς σήμερα, ἀλλά ὡς τραπέζι εἶχαν ἕναν σοφρά, ὅπως ἔλεγαν οἱ παλαιότεροι. Ἔτσι ἦταν καθήμενοι, λίγο γυριστοί πρός τά ἀριστερά γιά νά τρῶνε μέ τό δεξιό χέρι. Καί καθώς κάθονταν μέ τόν τρόπο αὐτό, τά πόδια τους ἐξεῖχαν λίγο πρός τά ἔξω. Ὁπότε αὐτή ἡ γυναίκα πῆγε πίσω ἀπό τά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί τά ἄλειψε μέ μύρο.
.                         Εἶναι, δηλαδή, μιά κίνηση, χωρίς φωνή, δέν εἶπε τίποτα αὐτή ἡ γυναίκα, ἦταν μιά κίνηση τοῦ σώματος, μιά μή λεκτική πράξη καί μή λεκτική ἐνέργεια. Αὐτή ἡ γυναίκα ἔκανε τρεῖς πράξεις.
.                         Πρῶτα ἄρχισε νά κλαίη καί μέ τά δάκρυά της ἔπλυνε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ. ∆έν ἔχουμε ἁπλῶς ἕνα δάκρυ, δέν ἔχουμε μιά συγκίνηση, ἔχουμε πάρα πολλά δάκρυα τά ὁποῖα ἔπεφταν ἐπάνω στά πόδια τοῦ Χριστοῦ. ∆εύτερον, σφούγγισε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ τά μαλλιά της καί τά φιλοῦσε. Αὐτό ἦταν πάρα πολύ ταπεινωτικό γιά μιά γυναίκα. Τήν ἐποχή ἐκείνη τό νά παρουσιάζεται μιά γυναίκα νά ἔχη ξέπλεκα τά μαλλιά της καί μέ αὐτά νά σκουπίζη τά πόδια ἑνός ἀνθρώπου, αὐτό ἐθεωρεῖτο μιά πολύ ταπεινωτική πράξη. Ἔτσι, ἔβρεξε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ τά δάκρυά της, ὄχι μέ νερό, μετά τά καθάρισε μέ τά μαλλιά της καί τά φιλοῦσε. Γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός πιό κάτω, ὅταν διαμαρτυρήθηκαν οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ ἄλλοι συνδαιτυμόνες, εἶπε ὅτι αὐτή ἡ γυναίκα ἀπό τήν στιγμή πού μπῆκε δέν σταμάτησε νά μοῦ φιλάη τά πόδια. Ἔπλυνε, λοιπόν, τά πόδια μέ τά δάκρυά της, τά καθάρισε, τά φιλοῦσε, τά ἀσπαζόταν. Καί τρίτον ἔριξε τό μύρο στά πόδια καί γέμισε ὅλος ὁ οἶκος ἀπό τήν εὐωδία τοῦ μύρου.
.                         Τότε ὁ Φαρισαῖος πού τόν κάλεσε στό τραπέζι εἶπε μέσα του ὅτι, ἄν ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἦταν Προφήτης θά γνώριζε τί εἴδους γυναίκα εἶναι αὐτή πού τόν ἀγγίζει καί δέν θά τό ἐπέτρεπε. Ὁ Χριστός εἶδε αὐτές τίς σκέψεις τοῦ Φαρισαίου πού τίς ἔκανε μέσα του μυστικά καί τοῦ εἶπε ὅτι αὐτός ὅταν εἰσῆλθε στό σπίτι, δέν τοῦ ἔπλυνε τά πόδια -γιατί τότε βάδιζαν μέσα ἀπό τούς σκονισμένους δρόμους καί τό πρῶτο πού ἔκαναν, ὅταν εἰσέρχονταν στό σπίτι, ἦταν νά πλένουν τά πόδια τοῦ ἐπισκέπτου- ἐνῶ ἡ γυναίκα αὐτή ἔπλυνε τά πόδια μέ τά δάκρυά της· αὐτός δέν τοῦ ἔδωσε ἕνα φίλημα, ἐνῶ ἡ γυναίκα αὐτή δέν σταμάτησε νά φιλᾶ τά πόδια Του· αὐτός δέν ἄλειψε τό κεφάλι Του μέ λάδι, ἐνῶ ἡ γυναίκα αὐτή ἄλειψε μέ μύρο τά πόδια Του. Γι’ αὐτό καί συγχωρήθηκαν οἱ ἁμαρτίες της. Καί τότε ὁ Χριστός εἶπε: «ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ· ᾧ δέ ὀλίγον ἀφίεται, ὀλίγον ἀγαπᾶ». Καί εἶπε στήν γυναίκα: «Ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι», δηλαδή συγχωροῦνται ὅλες οἱ ἁμαρτίες σου.
.                         Ἡ γυναίκα αὐτή δέν εἶπε τίποτα στόν Χριστό, δέν ζήτησε ἀπό τόν Χριστό ἄφεση ἁμαρτιῶν, ἀλλά μέ ὅλη τήν στάση της καί τήν ὅλη ἐνέργειά της αὐτό ἔδειχνε, ὅτι ζητοῦσε συγγνώμη ἀπό τόν Χριστό γιά τίς πολλές της ἁμαρτίες. Ἄρα εἶχε μιά ἀγάπη πού ἐκφράστηκε μέ ὅλες αὐτές τίς πράξεις καί τίς ἐνέργειες.
Καί ὅταν διερωτῶντο οἱ συνδαιτυμόνες, γιά τό ποιός εἶναι Αὐτός πού συγχωρεῖ ἀκόμη καί ἁμαρτίες, ὁ Χριστός γιά νά δείξη ὅτι εἶναι Θεός, εἶπε στήν γυναίκα: «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην», δηλαδή σέ ἔσωσε ἡ πίστη σου, νά πορευθῆς μέ εἰρήνη στήν καρδιά σου. Δηλαδή, μιά γνωστή πόρνη τῆς πόλεως Καπερναούμ πιστεύει ὅτι Αὐτός εἶναι Θεός ἀληθινός καί ἐκφράζει τήν ἀγάπη της. Ὑπάρχει, λοιπόν, μιά πίστη καί μιά μεγάλη ἀγάπη, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μέ τόν τρόπο αὐτόν, γι’ αὐτό συγχωρήθηκαν οἱ ἁμαρτίες της καί πορεύθηκε μέ εἰρήνη στήν καρδιά της (Λουκ. ζ΄, 39-50).
.                         Θά λέγαμε, τρόπον τινά, ὅτι αὐτή ἡ σκηνή θυμίζει λίγο τήν θεία Λειτουργία. Πηγαίνουμε νά συναντήσουμε τόν Χριστό, χύνουμε τά δάκρυά μας, προσφέρουμε τά δῶρα μας, τά μῦρα μας, ἐκφράζουμε τήν ἀγάπη μας στόν Χριστό καί τήν πίστη. Ἐκεῖνος συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες μας καί φεύγουμε ἀπό τόν Ναό ἔχοντας εἰρήνη μέσα στήν καρδιά μας.

2. Ὁ Χριστός καί ἡ μοιχαλίδα γυναίκα

.                         Θά δοῦμε τό δεύτερο περιστατικό πού ὁ Χριστός συγχώρησε τήν μοιχαλίδα γυναίκα.
.                         Εἶναι καταπληκτικό αὐτό τό γεγονός καί ἔγινε, ὅταν ὁ Χριστός στήν ἀρχή τῆς δράσεώς Του εἶχε πάει στά Ἱεροσόλυμα στήν ἑορτή τῆς Σκηνοπηγίας καί τό περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης.
.                         Ὁ Χριστός εἶχε μία σκληρή σύγκρουση μέ τούς Ἰουδαίους. Τόν εἶχαν ἀποκαλέσει πλανεμένο, δαιμονισμένο, τόν μισοῦσαν καί ἤθελαν νά Τόν συλλάβουν καί νά Τόν σκοτώσουν. Ἦταν ἡ ἑορτή τῆς Σκηνοπηγίας.
.                         Τό βράδυ ὁ Χριστός ἔφυγε ἀπό τά Ἱεροσόλυμα καί πῆγε στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Τό πρωΐ ἐπέστρεψε στά Ἱεροσόλυμα. Τότε, λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ὅτι οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι βρῆκαν μιά μοιχαλίδα, ἡ ὁποία δημοσίως εἶχε ἁμαρτήσει. Καί ὁ Μωσαϊκός Νόμος καθόριζε ὅτι ἡ γυναίκα πού ἁμαρτάνει δημοσίως πρέπει νά λιθοβοληθῆ, νά τήν σκοτώνουν. Αὐτό γράφεται στό Λευϊτικό (Λευτ. κ΄, 10) καί στό ∆ευτερονόμιο (∆ευτ. κβ΄, 22). Καί ἐπειδή τόν νόμο τόν ἔδωσε ὁ Θεός στόν Μωϋσῆ, καί ἐκεῖνος τόν κατέγραψε, κατ’ ἐντολήν τοῦ Θεοῦ, ἤθελαν νά φέρουν τόν Χριστό σέ μιά ἀντιπαράθεση μέ τόν Μωσαϊκο Νόμο. Ἦταν μέσα στά σχέδιά τους νά δημιουργήσουν πειρασμό καί νά προκαλέσουν τόν Χριστό.
Ποιό, ὅμως, ἦταν τό πρόβλημα; Τό πρόβλημα ἦταν ὅτι τήν ἔφεραν μπροστά στά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ εἶπαν: «∆ιδάσκαλε, αὐτήν τήν γυναίκα τήν ἔπιασαν ἐπ’ αὐτοφώρῳ νά διαπράττη μοιχεία. Ὁ Μωϋσῆς στόν νόμο μᾶς ἔχει δώσει ἐντολή νά λιθοβολοῦμε τέτοιου εἴδους γυναῖκες· ἐσύ τί γνώμη ἔχεις; Αὐτό τό ἔλεγαν γιά νά τοῦ στήσουν παγίδα» (Ἰω. η΄, 4-6).
.                         Σέ ποιό σημεῖο φαίνεται αὐτή ἡ παγίδα; Ὁ Χριστός παρουσιαζόταν ἀπό τόν κόσμο ὅτι εἶναι γεμάτος ἀγάπη καί στοργή καί φιλανθρωπία, καί γι’ αὐτό ὁ κόσμος ἔλεγε ὅτι αὐτός δείχνει ἀγάπη ὄχι σάν τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους πού εἶναι σκληροί. Γι’ αὐτό οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι ὁδήγησαν αὐτήν τήν γυναίκα στόν Χριστό γιά νά τόν φέρουν σέ ἕνα δίλημμα. Ἐάν ὁ Χριστός ἔλεγε, βάσει τοῦ νόμου, νά τήν λιθοβολήσουν, τότε θά ἔλεγαν στόν κόσμο ὅτι αὐτός πού ὁμιλεῖ γιά τήν ἀγάπη μᾶς ἔδωσε ἐντολή νά τήν σκοτώσουμε, πού σημαίνει εἶναι ὑποκριτής. Ἐάν ὁ Χριστός ἔλεγε νά τήν ἀφήσουν ἐλεύθερη, τότε θά τόν παρουσίαζαν ὅτι εἶναι παραβάτης τοῦ Νόμου τόν ὁποῖο ἔδωσε ὁ Θεός, ἄρα δέν εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Πῶς εἶναι δυνατόν νά εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ καί τόν Νόμο πού ἔδωσε ὁ Θεός στήν Παλαιά ∆ιαθήκη Αὐτός νά τόν παραβαίνη; Αὐτή ἦταν ἡ παγίδα, αὐτή ἦταν ἡ πρόκληση τήν ὁποία ἔκαναν στόν Χριστό.
.                         Πῶς ὁ Χριστός ἀντιμετώπισε αὐτό τό θέμα; Ἔσκυψε κάτω καί ἄρχισε νά γράφη στό ἔδαφος. «Ὁ δέ Ἰησοῦς κάτω κύψας τῷ δακτύλῳ ἔγραφεν εἰς τήν γῆν». Ἐπειδή ἐπέμεναν νά τόν ἐρωτοῦν ὁ Ἰησοῦς σηκώθηκε καί εἶπε: «Ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ’ αὐτήν» (Ἰω. η΄, 6-7).
.                         Οἱ ἑρμηνευτές προσπαθοῦν νά ἐντοπίσουν τήν αἰτία τῆς πράξεως αὐτῆς πού ἔκανε ὁ Χριστός. Μερικοί λένε ὅτι ἐνδεχομένως ἦταν μιά στιγμή πού ἤθελε νά τήν ξεπεράση μέ κάποια «ἀδιαφορία». Κάποιος ἄλλος ἑρμηνευτής λέγει ὅτι κάτω ἔγραφε τίς ἁμαρτίες πού ἔκαναν αὐτοί πού κατηγοροῦσαν τήν γυναίκα, ὥστε νά τίς βλέπουν καί νά αἰσθανθοῦν ἐνοχή. Ἄλλοι λένε ὅτι ἔγραφε τά ὀνόματα τῶν γυναικῶν μέ τίς ὁποῖες εἶχαν ἁμαρτήσει καί αὐτοί πού κατηγοροῦσαν τήν γυναίκα, ἄρα καί αὐτοί εἶχαν πέσει στό ἴδιο παράπτωμα. Ἄλλοι λένε ὅτι ἔγραφε αὐτό τό ὁποῖο εἶπε μετά στήν συνέχεια, τό: «Ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ’ αὐτήν», δηλαδή αὐτός ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀναμάρτητος, ὁ ὁποῖος δέν ἔχει κάνει τέτοιες ἁμαρτίες καί θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἐντελῶς καθαρό, καί θέλει νά τηρήση τόν Μωσαϊκό Νόμο, ἄς πετάξει πρῶτος τόν λίθο. Εἶναι σάν νά τούς ἔλεγε: «Ἀρχίστε νά τήν λιθοβολῆτε, ἀλλά θά τήν λιθοβολήση πρῶτος αὐτός ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναμάρτητος καί δέν ἔχει διαπράξει αὐτές τίς ἁμαρτίες». Αὐτό σήμαινε ὅτι ὅλοι αὐτοί ἦταν ἔνοχοι καί ἔφεραν τήν γυναίκα αὐτή γιά νά βάλουν παγίδα στόν Χριστό.
Μετά ἀπό αὐτόν τόν λόγο ἔσκυψε πάλι κάτω καί συνέχισε νά γράφη. Μετά ἀπό λίγο σήκωσε τά βλέμματά του καί εἶχαν φύγει ὅλοι, ἀλλά ἔμεινε μόνο ἡ γυναίκα. Εἶπε τότε στήν γυναίκα: «Γυναίκα, ποῦ εἶναι οἱ κατήγοροί σου; Κανένας δέν σέ καταδίκασε;». Ἐκείνη ἀπάντησε: «Κανένας, Κύριε». Καί τότε ὁ Χριστός τῆς εἶπε: «Οὔτε ἐγώ σέ καταδικάζω, πήγαινε καί ἀπό ἐδῶ καί πέρα μήν ἁμαρτάνης πιά» (Ἰω. η΄, 8-11). ∆έν τῆς εἶπε «ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι», ὅπως εἶπε στήν προηγούμενη γυναίκα πού εἴδαμε, ἀλλά «πορεύου καί ἀπό τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε». Ἡ προηγούμενη πόρνη μέ τήν ὅλη ἐνέργεια τήν ὁποία ἔκανε, μέ τήν πράξη τήν ὁποία ἔκανε, μέ τά μῦρα μέ τά ὁποῖα ἄλειψε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ, δέν ἔλεγε τίποτα μέ τό στόμα της, ἀλλά ὁλόκληρη μέ τό σῶμα της ἔδειχνε αὐτήν τήν μετάνοια. Ἐδῶ, ὅμως, στήν μοιχαλίδα γυναίκα δέν τό λέγει αὐτό, δέν τῆς εἶπε σέ συγχωρῶ, ἀλλά «πορεύου καί ἀπό τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε».
.                         Ἀμέσως μετά -καί αὐτό εἶναι τό σημαντικό- ἀφοῦ ἔφυγε ἡ γυναίκα, ὁ Χριστός ἄρχισε πάλι νά λέη ἐκεῖνον τόν περίφημο λόγο: «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰω, η΄, 12). Αὐτός ὁ λόγος εἶναι σημαντικός, γιατί ὑπάρχει μιά συνάρτηση μεταξύ τῶν χωρίων αὐτῶν, δηλαδή δέν μποροῦμε νά διαβάζουμε τά κείμενα ἐντελῶς ξεχωριστά τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο, ἀλλά πρέπει νά βλέπουμε τό τί προηγήθηκε, τί ἀκολούθησε γιά νά καταλάβουμε τό νόημά τους.
.                         Ἐδῶ, λοιπόν, ἀφοῦ ἔγινε αὐτό τό περιστατικό μέ τήν μοιχαλίδα γυναίκα, ὁ Χριστός ἄρχισε νά διακηρύττη ὅτι Αὐτός εἶναι τό Φῶς τοῦ κόσμου καί ἐκεῖνος πού τόν ἀκολουθεῖ δέν θά περπατᾶ στό σκοτάδι, ἀλλά θά ἔχη τό φῶς τῆς ζωῆς. Ὁ Χριστός θέλει νά πῆ ὅτι Αὐτός ὡς φῶς τοῦ κόσμου βλέπει τά πάντα καί καθορίζει τά πάντα καί βλέπει στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, βλέπει τήν ὑποκρισία τῶν Γραμματέων καί τῶν Φαρισαίων, βλέπει τί ἔχουν μέσα στήν καρδιά τους. Ἐκεῖνοι, λοιπόν, πού Τόν ἀκολουθοῦν δέν θά περπατοῦν στό σκοτάδι.
.                         Σκοτάδι εἶναι καί οἱ ψυχές τῶν Γραμματέων καί τῶν Φαρισαίων, σκοτάδι εἶναι καί ἡ καρδιά αὐτῆς τῆς γυναίκας, ἡ ὁποία ἔπεσε σέ αὐτό τό παράπτωμα, ἀλλά ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θά ἀκολουθῆ τόν Χριστό δέν πρόκειται ποτέ νά περπατᾶ στό σκοτάδι, ἀλλά θά ἔχη τό φῶς τῆς ζωῆς, θά ἔχη σέ ὅλη τήν ζωή του τό φῶς, θά ζῆ μέσα στό φῶς καί δέν θά διαπράττη τέτοια παραπτώματα, τέτοια ἁμαρτήματα, δέν θά πέφτη ἀκόμη καί στήν πνευματική μοιχεία, πού εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Χριστό πού εἶναι τό Φῶς.
.                         Ἡ μοιχεία δέν εἶναι μόνο ἕνα σαρκικό ἁμάρτημα, ἀλλά στήν Ἁγία Γραφή ἡ μοιχεία εἶναι καί πνευματικό ἁμάρτημα, εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό. Ὅταν ὁ ἰσραηλιτικός λαός ἔφευγε ἀπό τήν ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό καί λάτρευε τά εἴδωλα, διέπραττε πνευματική μοιχεία. Καί ἐμεῖς πού βαπτισθήκαμε καί πιστεύουμε στόν ἀληθινό Θεό, ὅταν διαπράττουμε κάποια ἁμαρτία ἤ ὅταν ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τήν Ἐκκλησία, τότε ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τόν Θεό καί διαπράττουμε μιά πνευματική μοιχεία. Ὑπάρχει καί σαρκική ἁμαρτία, ἀλλά ὑπάρχει καί πνευματική μοιχεία, ὅταν διασπᾶται ἡ σχέση καί ἡ κοινωνία μας μέ τόν Θεό.
.                         Ἀπό τά προηγούμενα μποροῦμε νά καταλήξουμε σέ δύο συμπεράσματα.
Τό πρῶτο συμπέρασμα εἶναι ὅτι ὁ Χριστός καταδικάζει τήν ὑποκρισία, ὅπου κι ἄν τήν συναντήση. Στήν πρώτη περίπτωση ἦταν οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ συνδαιτυμόνες πού κάλεσαν τόν Χριστό στό σπίτι γιά φαγητό καί μιλοῦσαν περιφρονητικά γιά τήν πόρνη γυναίκα πού ἔδειξε τήν ἀγάπη της στόν Χριστό. Καί στό δεύτερο περιστατικό καταδικάζει τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν στόν Χριστό μιά γυναίκα πού ἔπεσε στήν μοιχεία γιά νά τήν καταδικάση, ἐνῶ οἱ ἴδιοι ἦταν ἔνοχοι σέ ἄλλα παραπτώματα. Ὁ Χριστός καταδικάζει τήν ὑποκρισία καί μάλιστα τήν ὑποκρισία αὐτῶν οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται ὅτι εἶναι οἱ ἄρχοντες τοῦ λαοῦ.
Τό δεύτερο συμπέρασμα εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι περιπίπτουν σέ ψυχικά καί σωματικά ἁμαρτήματα. Ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ ὑποκρισία εἶναι ψυχικά ἁμαρτήματα καί ἡ πορνεία καί ἡ μοιχεία εἶναι σωματικά ἁμαρτήματα πού γίνονται μέ τήν συγκατάθεση τῆς ψυχῆς.
.                         Συνήθως ὅσοι πέφτουν σέ ψυχικά ἁμαρτήματα εἶναι ὑποκριτές. Ἀντίθετα, ὅσοι πέφτουν σέ σαρκικά ἁμαρτήματα καί ἔχουν μιά ἐσωτερική εὐαισθησία, συνήθως εἶναι ἄνθρωποι πονεμένοι, βασανισμένοι, ἄνθρωποι πού ἔχουν δοκιμάσει μιά κακή ἀγάπη, βλέπουν μιά διεστραμμένη κατάσταση καί μιά βιαιότητα πού γίνεται ἐπάνω τους ἀπό ἐμπαθεῖς ἀνθρώπους.
Ἑπομένως, αὐτοί εἶναι πονεμένοι ἄνθρωποι καί αἰσθάνονται ἕναν βιασμό ἐπάνω στήν ὕπαρξή τους, καταστρέφονται τά πάντα καί τό σῶμα τους καί ἡ ψυχή τους καί οἱ σκέψεις τους καί τό ὅραμα γιά τήν ζωή κλπ. Εἶναι ἄνθρωποι τραυματισμένοι. Καί ἐπειδή εἶναι στραπατσαρισμένοι, ἄς μοῦ ἐπιτρέψετε αὐτήν τήν ἔκφραση, γι’ αὐτό αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, ὅταν βλέπουν κάποιον νά τούς δείχνη μιά ἀγάπη ἄλλης φύσεως, ὅπως ὁ Χριστός ἔδειχνε μία ἀγάπη μέ διαφορετικό τρόπο, πού προερχόταν ἀπό τήν καθαρότητά Του, ἀπό τό Φῶς Του, τότε αὐτοί οἱ ἄνθρωποι συγκινοῦνται πάρα πολύ, ξεχωρίζουν αὐτόν ὁ ὁποῖος τούς ἀγαπᾶ πραγματικά καί προσφέρονται ὁλοκληρωτικά σέ Αὐτόν.
.                         Αὐτός εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτή εἶναι καί ἡ Ἐκκλησία. Αὐτήν τήν ἀγάπη βρίσκουμε μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἔχοντας αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, θά αἰσθανθοῦμε καθαρά αὐτήν τήν πραγματική ἀγάπη πού μᾶς δίνει ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία. Αὐτά εἶναι τά οὐσιώδη τῆς ζωῆς μας. Πρέπει νά ἀποβάλουμε τήν ὑποκρισία καί νά βλέπουμε τήν ἀλήθεια, τό Φῶς, πού εἶναι ὁ Χριστός.

ΠΗΓΗ:parembasis.gr

,

Σχολιάστε

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟ ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΙΑΤΙΚΑ

.                  Ἀπὸ τὴν παράνοια τοῦ «κοροϊδοϊοῦ», διὰ μέσου τῆς τρέλας τῆς «βλάσφημης μάσκας», διαπεραιωθήκαμε ἀπέναντι, δηλαδὴ στὸν θεολογικὸ παραλογισμὸ τῆς «ὥρας» τῆς Θ. Λειτουργίας.
.             Ἀποδείχθηκε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ ξεχωρίσουμε τὴν φυσικὴ/πολιτικὴ ἡμέρα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική/ἑορτολογικὴ ἡμέρα. Καὶ κατὰ λογικὴ ἀκολουθία τὶς συνέπειες αὐτῆς τῆς διακρίσεως.
.              Μὲ μιὰ περισπούδαστη δὲ καὶ ἀναθεωρητικὴ «γνωμάτευση» τέθηκαν πλέον ἐπισήμως οἱ βάσεις γιὰ τὴν νομιμοποίηση τῆς  αὐθαίρετης καὶ ἀντικανονικῆς τελέσεως τῶν βραδυνῶν Λειτουργιῶν. ΕΥΓΕ μας.

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[2]

Σχολιάστε

ΦΤΩΧΥΝΕ Η ΓΗ, ΠΛΟΥΤΙΣΕ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Φτώχυνε ἡ γῆ, πλούτισε ὁ οὐρανός.

 Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας
καὶ ὁμόζυγος, πνευματικὸ τοῦ Γέροντος τέκνο

.                  Ὁ πλοῦτος τῆς γῆς εἶναι οἱ ἄνθρωποι, τὰ πλάσματα τοῦ Δημιουργοῦ μας.
.                Ὁ πλοῦτος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ λογικὸ τοῦ Χριστοῦ ποίμνιο, οἱ ἱεροπρεπεῖς κληρικοὶ καὶ οἱ φιλάρετοι πιστοί.
.                  Ὁ πλοῦτος τῆς ποιμαντικῆς ἐπιστήμης εἶναι οἱ ἀπλανέστατοι τῶν ψυχῶν χειραγωγοὶ πρὸς τὴν σωτηρίαν.
.                   Ὁ πλοῦτος τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι οἱ ἀγωνιστὲς τῆς ἀληθείας μὲ ἐπίγνωση καὶ «μόρφωσιν εὐσεβείας».
.                      Ὁ πλούσιος σὲ ἀρετές, πνευματικὴ πατρότητα, ἐκκλησιαστικὴ προσφορά, Ὀρθόδοξο φρόνημα καὶ λειτουργικὴ διακονία, ὁ ταπεινός, φιλόκαλος, διδακτικός, ἱεροπρεπέστατος πατὴρ Σαράντης, ἀφοῦ πλούτισε τὴν γῆ μὲ τὴν πολυσχιδῆ, θεάρεστη διακονία του ἔφυγε γιὰ τοὺς οὐρανούς, γιὰ νὰ αὐξήσει τὸν ἤδη ἐκεῖ ἀναρίθμητο πλοῦτο τους.
.                  Φτώχυνε ἡ γῆ, πλούτισε ὁ οὐρανός.
.                     Φτώχυνε ἡ περίοικος τοῦ Ἀμαρουσίου καὶ ὄχι μόνο, ποὺ σὲ κάθε δυσκολία προσέφευγε στὶς συμβουλὲς καὶ νουθεσίες του.
.                        Φτώχυνε ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν ἐνάρετη, διακριτικὴ παρουσία του, ἀπὸ τὸν ὁμόζηλο τοῦ Ὁσίου Γέροντος Ἀθανασίου τῆς Νεραντζιώτισσας, ἀπὸ τὸν ἀκάματο λειτουργὸ τῶν ἐξωκκλησίων.
.                     Φτώχυνε ὁ Μητροπολιτικὸς Ναὸς τῆς Παναγίας ἀπὸ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀξίους λειτουργούς του καὶ πνευματικοὺς πατέρες, ποὺ ἀνέπαυε στὸ πετραχήλι του πλήθη πιστῶν ποὺ συνωστίζονταν, ἰδίως τὰ Σάββατα, γιὰ νὰ τοῦ καταθέσουν τὶς ἁμαρτίες καὶ τοὺς προβληματισμούς τους.
.                        Φτώχυνε ὁ φιλοκαλικὸς κόσμος ἀπὸ ἕναν πνευματοκίνητο ἑρμηνευτὴ τῶν πατερικῶν συγγραμμάτων, ἕναν θεολόγο μεγάλης πνευματικῆς ἐμβέλειας καὶ διδάσκαλο τῆς Ριζαρείου, τὴν ὁποία κατεκόσμησε ἕνας Ἅγιος Νεκτάριος.
.                    Φτώχυναν τὰ πνευματικά του παιδιά, τὰ ὁποῖα εὕρισκαν πάντοτε μιὰ ἀγκαλιὰ ἀνοιχτή, νὰ τὰ περιμένει, νὰ  ἀκούσει τοὺς κτύπους τῆς καρδιᾶς τους, νὰ τοὺς δώσει τὸ βάλσαμο τῆς παρηγοριᾶς καὶ τῆς θεραπείας τῶν τραυμάτων τους.
.                         Φτώχυναν τὰ ἐρτζιανὰ κύματα ἀπὸ τὴν γνήσια, δυναμικὴ ἀγωνιστικὴ φωνή του, τὸ παπαδιαμαντικὸ ὕφος καὶ τὶς βαθυνούστατες θεολογικές του προσεγγίσεις.
.                       Τώρα, βαθυσέβαστε πατέρα μας Σαράντη, ποὺ μετέστης ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, τώρα ποὺ ἀπεξεδύθης τοὺς δερμάτινους χιτῶνες, γιὰ νὰ ἐνδυθεῖς ἱμάτιον ἀφθαρσίας, τώρα μποροῦμε ἄφοβα χωρὶς τρικλοποδιὲς τοῦ πονηροῦ νὰ σοῦ ἀπευθύνουμε τὸν προβληματισμό μας.

Τί σὲ προσφυῶς ὀνομάσωμεν;
Ἀκατάβλητον ἐργάτην
Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ,

τῶν πιστῶν Ἀμαρουσίου
παιδοτρίβην ἀπλανῆ,
ποιμένα καὶ πατέρα εὐσυμπάθητον,

Σαράντη,  ταπεινόφρονα, φιλόκαλον,
Ἀθανασίου ὁμόζηλον
Χαμακιώτου, θεόφρονος,

ὑπέρμαχον
τῶν ἠθῶν τῆς χρηστότητος.

, ,

Σχολιάστε

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ τῆς Θεοτόκου

Ἡ εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ
τῆς Θεοτόκου

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Χρήστου Γκότση
«Ὁ Μυστικὸς κόσμος τῶν βυζαντινῶν εἰκόνων»
ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

.                          Τὸ πρόσωπον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἀναφέρεται πολλάκις καὶ ποικιλοτρόπως εἰς τὴν Θείαν Λατρείαν. Οἱ ἱεροὶ ὑμνογράφοι συναγωνίζονται εἰς τὴν εὕρεσιν τῶν καλλιτέρων ποιητικῶν ἐκφράσεων διὰ νὰ τονίσουν τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ Μυστήριον τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ, τὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν καρδίαν τῶν πιστῶν.
.                          Εἰς τὴν τιμητικὴν προσκύνησιν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἔχει ἀφιερώσει ἡ Ἐκκλησία μας ἰδιαιτέρας ἱερᾶς Ἀκολουθίας καὶ πανηγύρεις. Εἶναι γνωστοὶ οἱ Παρακλητικοὶ Κανόνες (Μικρὸς καὶΜέγας), ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος καὶ αἱ λεγόμεναι Θεομητορικαὶ ἑορταί, μὲ τὰς ὁποίας οἱ πιστοὶ ἐκφράζουν τὰ αἰσθήματα ἀγάπης, εὐγνωμοσύνης καὶ ἀφοσιώσεως εἰς τὴν «ἄσπιλον, ἀμόλυντον, ἄφθορον, ἄχραντον, ἁγνὴν Παρθένον, Θεόνυμφον Δέσποιναν».
.                          Τέλος πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἔχομεν πολλὰς εἰκόνας καὶ πολλοὺς ἱεροὺς ναούς. Φέρουν διάφορα ὀνόματα ἀπὸ τὰς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας ἀπέδωκεν ἡ Ἐκκλησία εἰς τὴν Παναγίαν, ὅπως Γοργοεπήκοος, Ἐλεοῦσα, Παμμακάριστος, Ὁδηγήτρια, Παρηγορίτισσα, Παντάνασσα, Περίβλεπτος κ.ἄ.
.                          Τὰ διάφορα γεγονότα τῆς ζωῆς τῆς Θεοτόκου ἀπεικονίζονται ἄριστα εἰς τὰς βυζαντινᾶς μᾶς εἰκόνας. Εἰς αὐτᾶς ἡ στάσις τοῦ σώματός της καὶ τὰ χαρακτηριστικά του προσώπου τῆς ἐκφράζουν τὰ αἰσθήματα τῆς ἁγνῆς καὶ πλούσιας καρδίας της καὶ μᾶς ὑπενθυμίζουν τὴνἁγνότητά της, τὴν πίστιν της καὶ τὴν ταπεινοφροσύνην της, καθὼς καὶ τὸν ρόλον τῆς Παναγίας εἰς τὴν Ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου.
.                          Τὸν ρόλον τῆς Θεοτόκου εἰς τὴν Ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου φέρει ἡ Ἐκκλησία μας εἰς τὴν μνήμην τῶν πιστῶν ἰδιαιτέρως μὲ τὴν ἑορτὴν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
.                          Ἡ Ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς εἶναι στηριγμένη εἰς τὴν ἀφήγησιν τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ: «᾿Εν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ, πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου Δαυίδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ. Καὶ εἰσελθὼν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτὴν εἶπε· χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί. Ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος. Καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ· μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. Καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. Οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. Εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ. Καὶ ἰδοὺ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς, καὶ οὗτος μὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στείρᾳ· ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα. Εἶπε δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου. Καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτῆς ὁ ἄγγελος.». (Ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιον τῆς ἑορτῆς, Λουκ. Α´ 26-38).
.                          Τὰ ὅσα ἐξιστόρησεν ἀνωτέρω ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής, συνοψίζονται εἰς τὸ Ἀπολυτίκιον τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ: «Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον (= ἡ ἀρχή, ἡ βάσις) καὶτοῦ ἀπ’ αἰῶνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις· ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Υἱὸς τῆς Παρθένου γίνεται καὶ Γαβριὴλ τὴν χάριν εὐαγγελίζεται. Διὸ καὶ ἡμεῖς σὺν αὐτῷ τῇ Θεοτόκῳ βοήσωμεν· Χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ». Τὸ Ἀπολυτίκιον, καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ ὕμνοι τῆς ἑορτῆς, ζωντανεύει τὴν σκηνήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἀναγγέλλει εἰς τὴν Παρθένον Μαρίαν ὅτι μὲ τὴν ἐπισκίασιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θὰ γίνη ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ.
.                          Ἐκεῖνα, ποὺ ἀφηγεῖται ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς καὶ μὲ τὴν ὡραίαν γλῶσσαν τῆς ποιήσεως διαλαλοῦν οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας, ἡ βυζαντινὴ εἰκὼν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τὸ ἐκφράζει μὲ τὴν στάσιν τῶν προσώπων, τὴν ἔκφρασιν καὶ τὰς χειρονομίας των, καθὼς καὶ μὲ τὰ χρώματα καὶ τὶς λεπτομέρειες τῆς παραστάσεως. Τὰ πρόσωπα τῆς εἰκόνος εἶναι δύο: ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ καὶ ἡΘεοτόκος.

Περιγραφὴ τῆς εἰκόνος

α) Ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ. Εἶναι ὁ «πρωτοστάτης ἄγγελος», ὁ ἀγγελιαφόρος τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔφερεν εἰς τὴν ἁγνὴν κόρην τῆς Ναζαρὲτ τὸ χαρμόσυνον μήνυμα. Ἡ στάσις τοῦ σώματός του ἐκφράζει τὴν χαράν, ποὺ ἔφερε τὸ ἄγγελμά του. Παρ’ ὅλον ὅτι ὁ Ἀρχάγγελος εὑρίσκεται ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, παρουσιάζεται ἐν κινήσει, ὅπως ἄλλωστε μαρτυρεῖ τὸ ἄνοιγμα τῶν ποδῶν του. Εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Μονῆς τοῦ Δαφνίου ἡ στάσις τοῦ ἀγγέλου δίδει κατὰ τρόπον ἀριστουργηματικὸν τὴν ἐντύπωσιν,ὅτι ἡ πτῆσις του δὲν ἔχει τελειώσει καθ’ ὃν χρόνον ὁμιλεῖ πρὸς τὴν Θεοτόκον. Ὁ Γαβριὴλ μὲ τὴν ἀριστεράν του χεῖρα κρατεῖ ράβδον, ποὺ εἶναι τὸ σύμβολον τοῦ ἀγγελιαφόρου καὶ ὄχι κρίνον, ὅπως μᾶς ἔχει συνηθίσει ἡ δυτικὴ ζωγραφική. Ἡ δεξιά του χεὶρ ἐκτείνεται μὲ βιαίαν κίνησιν πρὸς τὴν Θεοτόκον. Βοᾶ πρὸς αὐτήν, κατὰ τὸ γνωστὸν τροπάριον: «Ποῖόν σοι ἐγκώμιον προσαγάγω ἐπάξιον; τί δὲ ὀνομάσω σε; ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι. Διό, ὡς προσετάγην (=διετάχθην), βοῶ σοι· Χαῖρε, ἡ Κεχαριτωμένη».

β) Ἡ Θεοτόκος. Ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ «κεχαριτωμένη», ἡ εὐλογημένη μεταξὺ τῶν γυναικῶν. Ἡ βυζαντινὴ εἰκὼν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τὴν παρουσιάζει ἄλλοτε καθημένην εἰς τὸν θρόνον της καὶ ἄλλοτε ὀρθίαν.
.                          Εἰς τὴν περίπτωσιν ποὺ ἡ Θεοτόκος εἰκονίζεται καθήμενη, ἡ εἰκὼν ὑπογραμμίζει τὴν ὑπεροχὴν τῆς ἔναντί του Ἀρχαγγέλου. Εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μας ὑμνοῦμεν, ὡς γνωστόν, τὴν Θεοτόκον, ὡς «τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφὶμ» (τῶν ἀγγελικῶν δηλαδὴ ταγμάτων). Εἰς ἄλλας εἰκόνας ἡ Θεοτόκος εἶναι ὄρθια, διὰ νὰ ἀκούσῃ τρόπον τινὰ καλλίτερα τὸ θεῖον μήνυμα.
.                          Εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς Θεοτόκου ἄξια μελέτης εἶναι κυρίως τὰ αἰσθήματά της καὶ αἱ σκέψεις της, ὁ ψυχικός της γενικῶς κόσμος κατὰ τὴν ὥραν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
.                          Ἐν πρώτοις ἡ ἐμφάνισις τοῦ Ἀρχαγγέλου καὶ ὁ χαιρετισμός του ἔφεραν εἰς τὴν Θεοτόκον ταραχήν. Τὸ ἀδράκτι, ποὺ κατὰ τὴν παράδοσιν (Πρωτευαγγέλιον τοῦ Ἰακώβου) ἐκράτει εἰς τὴν χείραν της, ἔπεσεν ἀπὸ τὸν φόβον της. Ἐβυθίσθη εἰς σκέψεις. Ἐσκέπτετο τὴν σημασίαν τοῦ ἀγγελικοῦ χαιρετισμοῦ. Τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Ἀρχαγγέλου ὅτι θὰ γίνη Μητέρα τοῦ Θεοῦ, δέχεται ὄχι μὲ ἀμφιβολίαν καὶ ἀπιστίαν, ἀλλὰ μὲ φρόνησιν: «Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;». Ἐδῶ ἡ Θεοτόκος διαφέρει ἀπὸ τὴν Εὔαν. Ἐκείνη ἄφησε τὸν ἐγωισμὸν νὰ τὴν παρασύρη καὶ ἐδέχθη ἀνεξετάστως ὅσα ὁ Σατανᾶς τῆς ἐπρότεινεν. Ἡ Θεοτόκος, ἀντιθέτως, στολισμένη μὲ ταπεινοφροσύνην καὶ ὑπακοὴν εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ζητεῖ νὰ μάθη μὲ ποῖον τρόπον θὰ πραγματοποιηθοῦν οἱ λόγοι τοῦ ἀγγελιαφόρου τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὅμως ὁ Ἀρχάγγελος τὴν διεβεβαίωσεν, ὅτι ὅλα θὰ ἐγίνοντο μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ (τὸ μαρτυροῦν τὸ τμῆμα τοῦ κύκλου καὶ αἱ ἐκπεμπόμεναι ἐξ αὐτοῦ ἀκτίνες εἰς τὸ ἄνω μέρος τῆς εἰκόνος), ἐκείνη ὁλοψύχως καὶ ἀνεπιφυλάκτως συγκατετέθη: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου». Εἰς τὸ Δοξαστικὸν τῶν Ἀποστίχων τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς ἡ Ἐκκλησία μας δικαίως ψάλλει: «Ἄγγελος λειτουργεῖ τῷ θαύματι· παρθενικὴ γαστὴρ τὸν Υἱὸν ὑποδέχεται·Πνεῦμα Ἅγιον καταπέμπεται· Πατὴρ ἄνωθεν εὐδοκεῖ καὶ τὸ συνάλλαγμα κατὰ κοινὴν πραγματεύεται βούλησιν». Ὅλα ἔγιναν δηλαδὴ μὲ τὴν «κοινὴν βούλησιν», τὴν συμφωνίαν μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Παρθένου, Πλάστου καὶ πλάσματος, διότι «ἡ σάρκωσις τοῦ Λόγου ἦτο ἔργον ὄχι μόνον τοῦ Πατρὸς καὶ τῆς Δυνάμεώς Του καὶ τοῦ Πνεύματος… ἀλλὰ καὶ τῆς θελήσεως καὶ τῆς πίστεως τῆς Παρθένου» (Ἅγ. Νικόλαος Καβάσιλας, βυζαντινὸς ἐκκλησιαστικὸς συγγραφεύς).
.                          Ἡ ἀμηχανία καὶ ἡ φρόνησις τῆς Θεοτόκου, ποὺ μὲ ὑπέροχους διάλογους παρουσιάζουν τὰ τροπάρια τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἐκφράζονται εἰς τὴν εἰκόνα μὲ τὴνἀνοικτὴν παλάμην τῆς δεξιᾶς χειρὸς τῆς Θεοτόκου. Εἶναι ὡς νὰ λέγη: «Γάμου ὑπάρχω ἀμύητος, πῶς οὖν παῖδα τέξομαι;» (β’ Στιχηρὸν τοῦ Ἑσπερινοῦ).
.                          Ἄλλαι εἰκόνες τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μᾶς τονίζουν τὴν συγκατάθεσιν τῆς Θεοτόκου εἰς τοὺς λόγους τοῦ Ἀρχαγγέλου. Ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ εἰκονίζεται μὲ κεκλιμένην τὴν κεφαλήν, ἔχουσα τὴν παλάμην τῆς δεξιᾶς χειρὸς ἐπὶ τοῦ στήθους της. Μᾶς ὑπενθυμίζει, τὸ «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου…». Εἰς τὴν εἰκόνα μας ὁ ἁγιογράφος συνδυάζει εἰς τὴν στάσιν τῆς Θεοτόκου τὴν ἀμηχανίαν μὲ τὴν συγκατάθεσιν. Παρουσιάζει τὴν Θεοτόκον μὲ τὴν κεφαλὴν κεκλιμένην καὶ τὴν παλάμην ἀνοικτὴν εἰς σχῆμα παρακλητικόν.
.                          Ὁ πιστός, καθὼς ἐνατενίζει καὶ μελετᾶ καὶ προσκυνεῖ τὴν εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, γεμάτος ἀπὸ χαρὰν καὶ εὐγνωμοσύνην πρέπει νὰ λέγῃ πρὸς αὐτήν: «Ἄξιόν ἐστιν, ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν».

 

 

Σχολιάστε

«Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ»

Ἀπὸ τὸ βιβλίο:
Ἀρχιμανδρίτου Γεωργίου,
Καθηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους
“Ὁμιλίες σὲ Ἑορτὲς τοῦ Τριωδίου καὶ περὶ Ἀρετῶν”
(τῶν ἐτῶν 1981-1991), τ. Γ´,
ἔκδ. Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2017,
σελ. 126-128

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιανικὴ Βιβλιογραφία»

.                           […] Ἄρα λοιπόν, ὅταν τὸν ἕβδομο αἰώνα ἄρχισε ἡ εἰκονομαχία, ἦταν γνωστὸ ὅτι ἦταν παλαιὰ παράδοσις ἡ ἀνάρτησις τῶν ἁγίων εἰκόνων μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ οἱ εἰκονομάχοι ἤθελαν νὰ καινοτομήσουν, ἤθελαν νὰ δημιουργήσουν τὴν δική τους παράδοσι, ἤθελαν νὰ παραμερίσουν τὴν Θεανθρωποκεντρικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τὴν παράδοσι τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, καὶ νὰ τὴν ἀντικαταστήσουν μὲ τὴν δική τους νόθα καὶ ἀνθρωποκεντρικὴ παράδοσι. Καὶ ταλαιπώρησαν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ καὶ βρέθηκαν καὶ οἱ ἴδιοι ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ μόνο ποὺ κέρδισαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους ἦταν τὸ αἰώνιο ἀνάθεμα τῆς Ἐκκλησίας.
.                      Ἡ Ἐκκλησία ταλαιπωρήθηκε, ἐπόνεσε, ἀλλὰ τελικὰ βγῆκε ὠφελημένη, διότι νέους μάρτυρας καὶ νέους ὁμολογητὰς καὶ νέους Ἁγίους ἐδημιούργησε ἡ εἰκονομαχία, ἀλλὰ καὶ νέα Θεολογία, τὴν Θεολογία τῶν ἁγίων εἰκόνων, διὰ μεγάλων Θεολόγων τῆς Ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὁ διάβολος προσπαθεῖ πάντοτε νὰ πλήξῃ τὴν Ἐκκλησία διὰ τῶν ὀργάνων του, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ πρόδρομοι τοῦ Ἀντίχριστου. Ἀλλὰ τελικά, τὰ ὄργανα τοῦ διαβόλου καὶ ὁ διάβολος, αὐτοὶ εἶναι ποὺ παθαίνουν τὴν ζημιά. Διότι ὁ Θεὸς μετατρέπει τοὺς κατὰ τῆς Ἐκκλησίας διωγμοὺς τελικὰ σὲ εὐλογία γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ σὲ φανέρωσι τῆς δόξης καὶ τῆς δυνάμεώς Του, μέσα στὴν ζωὴ τῶν Ἁγίων καὶ τῆς Ἐκκλησίας.
.                               Τὸ ὅτι λοιπόν, Πατριάρχαι, ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς, μοναχοί, θεολόγοι παρεσύρθησαν ἀπὸ αὐτὴν καὶ ἄλλες αἱρέσεις –μὴ λησμονοῦμε τὸν Νεστόριο πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἄλλους– αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ πρέπει κι ἐμᾶς νὰ μᾶς φοβίζει, ὅτι γιὰ νὰ ὀρθοτομοῦμε τὸν λόγο τῆς ἀληθείας, γιὰ νὰ πιστεύουμε Ὀρθοδόξως καὶ νὰ ζοῦμε Ὀρθοδόξως –διότι αὐτὰ τὰ δύο εἶναι ἀλληλένδετα, ἡ Ὀρθόδοξος ζωὴ καὶ ἡ Ὀρθόδοξος πίστις– χρειάζεται νὰ ἔχουμε τὴν Ὀρθόδοξο ταπείνωσι. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχη Ὀρθόδοξος ζωὴ οὔτε ἀληθινὴ Ὀρθόδοξος πίστις χωρὶς τὴν Ὀρθόδοξο ταπείνωσι. Οἱ βάσεις καὶ οἱ προϋποθέσεις τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τῆς Ὀρθοδόξου ζωῆς εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος ταπείνωσις.

, , , ,

Σχολιάστε

H ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟY ΧΡΙΣΤΙΑΝΟY, ΔΙΑ ΤHΣ EΡΗΜΟΥ, ΣΤΗΝ AΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ (Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος))

Ἡ μυστική πορεία τοῦ Χριστιανοῦ, διά τῆς ἐρήμου, στήν Ἀνάσταση καί τήν Πεντηκοστή

 τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

                                  .                      Ἡ περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, στήν ὁποία εἰσήλθαμε, εἶναι μιά περίοδος ἔντονης πνευματικῆς ζωῆς, μέ νηστεία, προσευχή, μετάνοια, ἐγκράτεια καί ὅλα τά μέσα τά ὁποῖα ἔχει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
.                                   Αὐτή ἡ ἔντονη πνευματική καί ἐσωτερική ζωή διασώζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας στίς ἱερές Ἀκολουθίες πού γίνεται αὐτή τήν περίοδο καί στά τροπάρια τά ὁποῖα ψάλλονται. Ὅταν διαβάση κανείς προσεκτικά τό βιβλίο Τριώδιο καί συμμετάσχει βιωματικά στήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, θά διαπιστώση ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ Ἐκκλησία μας θέλει νά μᾶς δώση τήν αἴσθηση ποιός εἶναι ὁ σκοπός τοῦ Χριστιανοῦ καί ποιό εἶναι τό περιεχόμενο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.
.                                      Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἀγάπησαν ἰδιαίτερα αὐτήν τήν περίοδο, πού ὁδηγεῖ στό Πάσχα, καί τήν περίοδο τοῦ Πεντηκοσταρίου, γιατί μέσα σέ αὐτήν τήν περίοδο διακρίνουν τήν ἐσωτερική ἀναπνοή τῆς Ἐκκλησίας μας.
.                                       Μέ ἀφορμή τήν εἴσοδό μας σέ αὐτήν τήν περίοδο, θά ἤθελα νά κάνω ἕνα σχεδιάγραμμα τῆς πορείας τοῦ Χριστιανοῦ ἀπό τήν Αἴγυπτο τῶν παθῶν στήν ἔρημο τῆς ἀπαθείας καί τήν εἴσοδο στήν γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Αὐτή τήν πορεία τήν συναντᾶμε στά ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι μέ αὐτόν τόν τρόπο δείχνουν καί τόν σκοπό τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί τό νόημα τῆς ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Στήν πραγματικότητα εἶναι πορεία ἀπό τήν ἔναρξη τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μέχρι τό Πάσχα καί τήν Πεντηκοστή, σέ περίοδο πραγματικῆς ἐρημίας.
.                                   Ὡς βάση θά ἔχω τήν βιογραφία καί τήν θεολογία τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου, ὅπως τήν παρουσίασε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος. Μέ τόν τρόπον αὐτό θά δοῦμε ἀφ’ ἑνός μέν πῶς ἕνας ἅγιος ἑρμηνεύει ἕναν ἄλλον ἅγιο καί πῶς μέσα ἀπό αὐτήν τήν τήν ἑρμηνεία μποροῦμε νά καταλάβουμε τήν ἐσωτερική μυστική ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
.                                     Καί αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο, γιατί δυστυχῶς στίς ἡμέρες μας τά γεγονότα πού περνᾶμε μέ τήν ὑγιειονομική καί τήν θεολογική κρίση μᾶς ἀποπροσανατολίζουν καί δέν μᾶς ἀφήνουν νά αἰσθανθοῦμε αὐτήν τήν ὁρμή τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.
.                                Εἶναι γνωστόν τό πρῶτο βιβλίο πού ἔγραψε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος εἶναι τό βιβλίο μέ τόν τίτλο «ὁ Γέρων Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης» πού ἀργό­τερα, μετά τήν ἁγιο­κατάταξη τοῦ Γέροντος Σιλουανοῦ, κυκλο­φόρησε μέ τόν τίτλο «Ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης».
.                                     Τό βιβλίο αὐτό εἶναι ἕνας μεγάλος πνευματικός θησαυρός, ἕνας ἀκένω­τος πνευματικός πλοῦτος, μιά ζωντανή παρουσίαση τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στήν ἀπόλυτη μορφή της, μιά ζωντανή «Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν», ὅπως βιώθηκε ἀπό δύο ἁγίους, τόν ἅγιο Σιλουανό, καί τόν ἅγιο Σωφρόνιο. Παρουσιάζει στόν τέλειο βαθμό καί μέ αὐθεντικό τρόπο τήν πορεία τῆς πνευματικῆς ζωῆς αὐτῶν πού ἐπιθυμοῦν τήν συνάντησή τους μέ τόν Χριστό.
.                      Θά καταγραφοῦν δέκα βασικά σημεῖα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως φαίνεται στό πρῶτο μέρος τοῦ βιβλίου μέ τίς θεολογικές διασαφήσεις τοῦ ἁγίου Σωφρονίου. Τά σημεῖα αὐτά πρέπει νά κατανοηθοῦν μέσα στήν προοπτική ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου γίνεται μέσα στήν  Ἐκ­κλησία, πού εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μέ τήν ἕνωσή του μέ τόν Χριστό, ἐν Πνεύματι Ἁγίω, μέ τά Μυστήρια καί τήν κατά Χριστόν ἄσκηση.
.              Οἱ φράσεις ἐντός εἰσαγωγικῶν εἶναι λόγοι τοῦ ἁγίου Σωφρονίου.

1. «Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καί τά ἔσχατα δυνατά ὅρια στό κτιστό ὄν»

.                         Ἐάν κάθε ἀνθρώπινος λόγος ἔχει δύναμη καί ἐνέργεια, πολύ περισσό­τερο αὐτό ἰσχύει γιά τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, πού ἔχει θεία ἐνέργεια. Ὁ Θεός μέ τόν λόγο Του δημιούργησε τόν κόσμο καί ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα σέ ὅλη τήν κτίση, εἶναι ἡ οὐσιοποιός, ζωοποιός καί ἡ προνοητική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.
.                                     Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί ὁ λόγος Του εἶχε μεγάλη ἐνέργεια μέ τήν ὁποία ὁμιλοῦσε, θεράπευε καί ἀνέσταινε νεκρούς. Ὁ λόγος Του «περιβάλλεται μέ τήν ταπεινή, ἀντιλη­πτή στίς αἰσθήσεις, μορφή τοῦ ἀνθρώπινου κτιστοῦ λόγου, πού μπορεῖ νά δια­τυπωθεῖ ἀκόμη καί γραπτῶς». Παρά ταῦτα ὁ λόγος αὐτός «στό βάθος του, στήν βάση του, εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Μεγάλου Πανδημιουργοῦ Θεοῦ καί μπο­ροῦμε νά ποῦμε γι’ αὐτόν ὅ,τι λέγεται στή Γραφή γιά τόν Θεό, δηλαδή εἶναι “πῦρ καταναλίσκον” καί ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά τόν προσεγγίζει μέ μεγάλη “αἰδώ καί εὐλάβεια” (Ἑβρ. ιβ΄, 29 καί 28)».
.                                             Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἔχει μέσα του ἕνα μυστήριο. «Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσο ἐγγύς, τόσο καταληπτός καί φυσικός, τόσο βαθιά οἰκεῖος στήν ἀνθρώπινη καρδιά, συγχρόνως ὅμως ὑπερβαίνει ἀναμφίβολα ἀπείρως τίς δυνατότητες τοῦ κτιστοῦ ὄντος». Ὅταν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ γίνεται δεκτός ἀπό τόν ἄνθρωπο, τότε τόν ὁδηγεῖ «στήν αἰώνια ζωή ἀπό ἕνα δρόμο πού θά συναντήσει πολλά ἀσυνήθιστα πράγματα, ἄγνωστα σέ ὅσους δέν ἀκολουθοῦν τόν Χριστό».
.                                             Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὡς ἐνέργεια εἶναι φῶς καί τό φῶς αὐτό «φθάνει ὡς τά ἔσχατα ὅρια τῆς σκοτεινῆς ἀβύσσου καί ἀποκαλύπτει τή φύση πολλῶν φα­σμάτων τῆς ἀληθείας, πού παρα­σύρουν τόν ἄνθρωπο μέσα στό σκοτάδι». Ἔτσι, «ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι φωτιά, πού δοκιμάζει τό καθετί πού ὑπάρχει στόν ἄνθρωπο καί γενικότερα στόν κόσμο».
.                                             Ἐπίσης, «ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι πνεῦμα καί ζωή αἰώνια, πλήρωμα τῆς ἀγάπης καί εὐφροσύνη αἰώνια. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἄκτιστο Θεῖο Φῶς» καί «ὅταν γίνει δεκτός στή ζωή, ἀπεργάζεται τόν ἄνθρωπο θεό».
.                                             Αὐτό πρέπει νά τονίζεται στήν ἀρχή τῆς πορείας τῆς πνευματικῆς ζωῆς, γιατί ὅλα γίνονται μέ τήν θεολογική συνέρ­γεια, ὅτι δηλαδή ὁ Θεός εἶναι ὁ ἐνεργῶν καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ συνεργῶν. Ὅπως ὁ κόσμος καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ διά τοῦ λόγου Του, ἔτσι καί ἡ ἀναδημιουργία τοῦ κόσμου καί ἡ ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου  γίνεται μέ τήν ἐνέργεια τοῦ θείου λόγου.

2. «Ἡ ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ»

.                                             Ὁ λογισμός εἶναι ἡ ἀρχική πρόταση, ἡ ὁποία ἐξελίσσεται σέ ἁμαρτία καί πάθος, γι’ αὐτό ὁ ἀσκητής δίνει μεγάλη σημασία στό νά μή ἐξελιχθῆ ὁ λογι­σμός.
.                                             Ἡ πρώτη μορφή τοῦ λογισμοῦ εἶναι αὐτή πού προσεγγίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό ἔξω «καί εἶναι ἀσαφής, ἀόριστη», εἶναι μιά εἰκόνα καί ὅταν δέν ἐξελιχθῆ καί δέν συνδεθῆ μέ τήν θέληση τοῦ ἀνθρώπου, αὐτό δέν λογίζεται ὡς ἁμαρτία. Οἱ εἰκόνες αὐτές ἔχουν ἄλλοτε «ἐποπτικό» καί ἄλλοτε «νοητικό» καί πολλές φορές «μικτό» χαρακτῆρα. Οἱ εἰκόνες πού ἑλκύουν μιά σκέψη καί ἔχουν αὐτό τό «μικτό» χαρακτῆρα (εἰκόνες καί νόημα) χαρακτηρίζονται στήν ἀσκητική φρασεολογία ὡς «λογισμός».
.                                             Ἡ ἐνέργεια τοῦ λογισμοῦ, ὅταν ὑπάρχη προδιάθεση στό πάθος, «προ­καλεῖ ἕνα αἴσθημα ἡδονῆς», ἀνάλογα μέ τό πάθος, καί στό σημεῖο αὐτό ἀρχίζει ὁ πειρασμός. Αὐτή εἶναι «ἡ πρό­τα­ση» τῆς ἁμαρτίας, καί ἡ στιγμή αὐτή τῆς ἐμφάνισης τῆς ἡδονῆς «παρότι μαρ­τυρεῖ γιά τήν ἀτέλεια τοῦ ἀνθρώπου, δέν λογίζεται ὡς ἁμαρτία». Ἐδῶ πρέπει νά δοθῆ σημασία: ἡ ἐμπλοκή τῆς ἡδονῆς μέ τόν λογισμό πού βρίσκεται ἀκόμη στό στάδιο τῆς «πρότασης» τῆς ἁμαρτίας.
.                                             Στήν συνέχεια αὐτή «ἡ προτεινόμενη ἐμπαθής ἡδονή προσελκύει τήν προσοχή τοῦ νοῦ». Ὅταν ἑνωθῆ ὁ νοῦς μέ τόν ἐμπαθῆ λογισμό, τότε ἀνα­πτύσσεται περαιτέρω, γιατί παρατη­ρεῖται ἡ «συμπάθεια», ἀκολουθεῖ ὁ «συνδυασμός», πού εἶναι δυνατόν νά ἐξελιχθῆ στήν «ἐνεργητική συγκα­τάθεση». Ἔπειτα, ὅταν αὐξηθῆ ἡ ἡδονή, τότε μπορεῖ νά κυριαρχήση «στό νοῦ καί τή θέληση τοῦ ἀνθρώπου καί αὐτό λέγεται “αἰχμαλωσία”». Ἀμέσως μετά ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου πού αἰχμα­λω­τί­σθηκαν προχωροῦν στήν πραγματοποίηση τῆς ἁμαρ­τίας. Ἄν οἱ αἰχμαλωσίες αὐτές ἐπανα­λαμ­βά­νονται, τότε «ὁδηγοῦν στήν “ἕξη” τοῦ πάθους».
.                                             Παρατηρεῖ κανείς ἐδῶ τίς λεπτές ἀναλύσεις πού γίνονται στήν ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ σέ συνδυασμό μέ τίς εἰκόνες, τήν φαντασία, τήν ἡδονή, τόν νοῦ, τήν συμπάθεια, τήν συγκατάθεση, οἱ ὁποῖες ἀναλύσεις δείχ­νουν ἕναν ἔμπειρο ἄνθρωπο σέ αὐτόν τόν ἐσωτερικό λεπτό ἀγώνα, ἕναν μεγάλο ἀσκητή θεολόγο.
.                                             Ἐπειδή αὐτή εἶναι ἡ ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ πού γίνεται ἁμαρτία καί πάθος, γι’ αὐτό ὁ ἀσκητής πρέπει νά τόν ἀντι­με­τωπίση σέ ὅποιο στάδιο καταλάβη αὐτήν τήν ἐξελικτική του πορεία. Γιά νά ἀποφευχθῆ ἡ ἁμαρτία «εἶναι ἀνάγκη νά ἐγκα­τοικήση ὁ νοῦς μέ προσευχή μέσα στήν καρδιά». Πρέπει ὁ ἀσκητής νά κλείνη «τίς εἰσόδους τῆς καρδίας, τοποθετώντας ἐκεῖ ὡς φρουρό τό νοῦ πού ἀπαλλάχθηκε ἀπό φαντασίες καί διαλογισμούς καί εἶναι ὁπλι­σμένος μέ τήν προσευχή καί τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Αὐτή εἶναι «ἡ οὐσία τῆς νοερᾶς νήψεως, πού ἔχει ὡς σκοπό τόν ἀγώνα γιά τήν ἀπάθεια».
.                                             Ἡ ἀνάλυση αὐτή δέν δείχνει μόνον τήν γνώση τῆς ἐξελίξεως τοῦ λογι­σμοῦ, ἀλλά καί τήν γνώση τῆς ἀντιμετωπίσεώς του.

3. «Ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὁ ἀγώνας κατά τῶν παθῶν»

.                                             Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται κάτω «ἀπό δαιμονική ἐπή­ρεια», τότε «ὑφίσταται ἧττα στήν καθ’ ὁμοίωση Θεοῦ ἐλευθερία του, καί ἔτσι στερεῖται τή θεία ζωή. Μιά τέτοια κατάσταση ὀνο­μάζεται “πάθος” καί γίνεται δοῦλος τῆς ἁμαρτίας». Ἡ στέρηση τῆς θείας ζωῆς εἶναι αὐτό πού χαρακτηρίζεται πάθος, πού στήν πραγματικότητα εἶναι ἡ παρά φύση κίνηση τῶν ἐνερ­γειῶν τῆς ψυχῆς. Ἔτσι, τά πάθη δέν ἑρμηνεύονται ἐξωτερικά καί ἠθικιστικά, ἀλλά θεολογικά, εἶναι ὅταν ὁ ἀσκητής ἠττᾶται στήν κίνησή του πρός τό καθ’ ὁμοίωση, δηλαδή στήν θέωση, καί αὐτό σημαίνει ὅτι στερεῖται τήν μετοχή στήν θεία ζωή.
.                                             «Τά πάθη διαθέτουν κάποια ἑλκτική δύναμη». Ἀλλά τό νά ριζωθῆ καί νά στερρεωθῆ μιά ἐμπαθής εἰκόνα καί ἕνας λογισμός στήν ψυχή, «δέν μπορεῖ νά συμβεῖ χωρίς τήν συγκατάθεση τοῦ ἀνθρώπου γι’ αὐτό». Ὅλα τά θέματα καί στήν πάρα φύση κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου καί στήν ὑπέρ φύση κατάστασή του προϋποθέτουν τήν συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου, στήν πρώτη περίπτωση συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν ἐπίδραση τοῦ δια­βόλου καί τοῦ λογισμοῦ, στήν δεύτερη περίπτωση συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου στήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
.                                             Ἔτσι, «ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ὁ ἀγώνας κατά τῶν παθῶν». Στόν ἀγώνα αὐτόν παρατηροῦνται δύο στάδια∙ τό πρῶτο στάδιο βρίσκεται στήν ἀποφυγή τῆς ἡδονῆς ἡ ὁποία ὅταν ἀνα­πτύσσεται αἰχμαλωτίζει τόν νοῦ, καί τό δεύτερο στάδιο εἶναι «ὅταν τό ἀνικανοποίητο πάθος ἀρχίζη νά τυραννᾶ τόν ἄνθρωπο μέ τίς πιό περίεργες ἀσθένειες». Τό πρῶτο θά ἦταν εὔκολο νά ἀντιμετωπιστῆ, ἀλλά τό δεύτερο εἶναι τό πιό δύσκολο, ἐπειδή χρειάζεται «μεγάλη ὑπομονή καί ἐπιμονή», «γιατί τό εὐεργετικό ἀποτέλεσμα τῆς ἀντιστάσεως στά πάθη δέν ἔρχεται σύντομα».
.                                             Ἐκτός ἀπό τά πάθη, πού εἶναι ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ καί βασανίζουν τόν ἄνθρωπο, ὑπάρχουν καί τά λεγόμενα «ἀδιάβλητα πάθη», δηλαδή οἱ διάφορες ἀνάγκες, ὅπως εἶναι «ἡ διατροφή, ὁ ὕπνος κτλ. πού χωρίς τήν ἱκανοποίησή τους γίνεται ἀδύνατη ἡ συνέχιση τῆς ζωῆς». «Γιά ὁρισμένα χρονικά διαστήματα ὁ ἀσκη­τής καταφρονεῖ τίς ἀνάγκες αὐτές». Ὅταν, ὅμως, ἀπειλεῖται ἀπό διάφορες ἀσθένειες, «τότε ὁ ἀσκητής ὁρισμένες στιγμές ἀντιστέ­κεται μέχρι θανάτου μέ τήν ἀπόφασή του νά μήν ὑποχωρήσει», καί συνήθως ὁ θάνατος δέν ἔρχεται, γιατί ὁ Θεός τόν διαφυλάσση. Σέ αὐτές τίς περιπτώσεις ἀπαιτεῖται μεγάλη ἀνδρεία, πού εἶναι «μιά ἀποφασιστικότητα μέχρι θανάτου», ἡ ὁποία «ὁμοιάζει μέ πύρινη φλόγα», τήν ὁποία ὁ ἀσκητής κρατᾶ μέσα στήν ψυχή του «χωρίς νά δείχνει ὁλόκληρη τή δύναμή της».
.                                             Ὁ ἀσκητής ἀπαλλάσσεται ἀπό τά πάθη ὅταν ὁ νοῦς του μέ τήν εὐχή κατεβαίνη στήν «βαθεία καρδία» καί μέ τήν καθαρότητα παρίσταται «ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ», δέχεται τό Θεῖο Φῶς, «ζεῖ τήν αἰώνια ζωή», ὑπερβαίνει τόν φόβο τοῦ θανάτου, γνωρίζει «ἐν Θεῷ τήν πρωτόκτιστη ὡραιότητα τοῦ ἀνθρώπου», «καί βλέπει τήν ἀμορφία καί ἀδοξία πού βασιλεύει στόν κόσμο» καί «ἔτσι θρηνεῖ καί ὀδύρεται», ὁπότε ἀνα­πτύσσεται, μέ φυσικό τρόπο, ἡ μετάνοια ὡς χάρισμα.
.                                             Ἡ ὅλη ἀνάπτυξη πού γίνεται στό βιβλίο αὐτό γιά τά πάθη προϋποθέτει μιά μεγάλη πνευματική πείρα τοῦ συγγραφέα στήν γνώση τῶν ἐσωτερικῶν διεργασιῶν, ὄχι μόνον τῶν παθῶν, ἀλλά καί τῆς θεραπείας τους. Πρόκειται γιά μιά πνευματική χειρουρ­γική ἐργασία ὑψηλῆς γνώσεως.

4. «Ἀγώνας ἐναντίον τῆς φαντασίας»

.                                             Ὁ ἀσκητής στόν ἀγώνα του γιά τήν καθαρότητα τοῦ ἐσω­τερικοῦ του κόσμου καί τήν διαφύλαξή της καλεῖται νά ἀγωνισθῆ ἐναντίον τῆς φαντασίας, ἡ ὁποία εἶναι μιά ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, πού ὅμως ὅταν λειτουργῆ παρά φύση καί δέχεται ἐπι­δράσεις ἀπό τόν ἔξω κόσμο καί ἀπό τόν διάβολο παραμορ­φώνει τήν ἐσωτε­ρική κατάσταση τοῦ ἀσκητοῦ.
.                                             «Ὁ κόσμος τῆς ἀνθρωπίνης φαντασίας εἶναι κόσμος τῶν “φαντα­σμάτων” τῆς ἀλήθειας, κοινός στούς ἀνθρώπους καί τούς πεπτωκότας ἀγγέλους καί γι’ αὐτό ἡ φαντασία γίνεται πολλές φορές ἀγωγός δαιμονικῆς ἐνεργείας». Ἔτσι μέσα ἀπό τήν φαντασία ἐνεργοῦν οἱ δαίμονες καί παραμορφώνουν τήν ἐσωτερική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου.
.                                             Ὁ ἀσκητής ἀγωνίζεται ἐναντίον ὅλων τῶν εἰδῶν τῆς φαντα­σίας πού τόν ἀποσποῦν ἀπό τόν Θεό. Κυρίως, παρατη­ροῦνται τέσσερα εἴδη φαντασίας.
.                                             Τό πρῶτο εἶδος «συνδέεται μέ τήν ἐνέργεια τῶν χονδρῶν σαρκικῶν παθῶν». «Κάθε πάθος ἔχει τή μορφή του» καί «ἡ ἐνέργεια τῆς ἐμπαθοῦς ἐπιθυμίας» πού συνδέεται μέ τό πάθος, «ἀποκτᾶ δύναμη στόν ἄνθρωπο ὅταν ἡ ἐμπαθής εἰκόνα γίνεται ἐσωτερικά δεκτή καί προσελκύει τό νοῦ μέ τό μέρος της». Ὅμως, «ἄν ὁ νοῦς δέν δεχθεῖ αὐτή τήν εἰκόνα, τό πάθος δέν μπορεῖ νά ἀναπτύξει τήν ἐνέργειά του». Ὁ ἀρχάριος μοναχός θεραπεύεται ἀπό αὐτήν τήν φαντασία μέ τήν νήψη, τήν μετάνοια, τήν ἐξομολόγηση καί τήν καθοδήγηση ἀπό κατάλληλο πνευμα­τικό ὁδηγό.
.                                             Τό δεύτερο εἶδος τῆς φαντασίας «ὀνομάζεται συνήθως ὀνει­ρο­πόληση-ρεμβασμός». Σέ αὐτήν τήν κατάσταση «ὁ ἄνθρωπος βγαίνει ἀπό τήν ἀντικειμενική κατάσταση τῶν πραγμάτων στόν κόσμο καί ζεῖ στήν σφαίρα τῆς φαντασίας». Σέ αὐτό τό εἶδος τῆς φαντασίας συγκα­ταλέγεται καί ἡ μέθοδος τοῦ χρι­στιανικοῦ «διαλογισμοῦ», ὅταν ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖ μέσα του διάφορες «ἐποπτικές εἰκόνες ἀπό τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ ἤ ἄλλες ἱερές παραστάσεις». Αὐτή εἶναι μιά «φαντασιώδη προ­σευχή» ἀπό τήν ὁποία ἀγωνίζεται νά ἀπαλλαγῆ ὁ ἡσυχαστής, γιατί διαφο­ρετικά «φθάνει σέ παραισθήσεις καί ψυχικές ἀσθένειες ἤ στήν καλύτερη περίπτωση παραμένει στήν πλάνη περνώντας τή ζωή του σέ φανταστικό κόσμο». «Συνήθως στήν ἐργασία αὐτή καταφεύγουν οἱ ἀρχάριοι ἤ ἄπειροι ἀσκητές». Ἡ ἡσυχαστική ζωή μέ τήν νοερά προσευχή καί τήν βαθύτατη μετάνοια ἀποκλείει κάθε εἰκόνα καί ρεμβασμό, ὅταν νοῦς καί καρδιά ἑνώνονται μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
.                                             Τό τρίτο εἶδος τῆς φαντασίας, δηλαδή «τῆς ἐκδηλώσεως τῆς δυνάμεως τῆς φαντασίας», εἶναι ὅταν «ὁ ἄνθρωπος χρησιμοποιεῖ τήν ἱκανότητα τῆς μνήμης καί τῆς παραστάσεως καί ἔτσι μπορεῖ νά σκέπτεται, γιά νά βρεῖ τή λύση κάποιου προβλήματος». Αὐτό τό εἶδος τῆς φαντασίας «ἔχει μεγίστη σημασία γιά τόν πολιτισμό καί εἶναι ἀπαραίτητο στοιχεῖο στή δομή τῆς ζωῆς». Ὅμως, ὁ ἀσκητής πού θέλει νά ζήση μέ τήν καθαρά προσευχή ἀγωνίζεται καί ἐναντίον αὐτῆς καί ἐπιδιώκει νά δώση ὅλη τήν σκέψη του στόν Θεό καί «συγκεντρώνεται πλήρως στόν Θεό».
.                                             Τό τέταρτο εἶδος τῆς φαντασίας «εἶναι οἱ ἀπόπειρες τοῦ λογικοῦ νά διεισδύσει στά μυστήρια τοῦ εἶναι καί νά συλλάβει τό Θεῖο κόσμο». Στήν κατάσταση αὐτή ρέπουν ὅσοι προσπαθοῦν νά θεολογοῦν μέ τήν λογική καί τήν φαντασία τους, ὅπως τό κάνει καί ἡ φιλοσοφία, γι’ αὐτό καί πολλοί θεολόγοι κατέληξαν σέ αἵρεση. Πρόκειται γι’ αὐτό πού πολλοί ὀνομάζουν «θεολογική δημιουργία». Ὅμως, ὁ ἀσκητής πού ἀσχολεῖται μέ τήν ἐπιστήμη τῆς νοερᾶς ἡσυχίας καί τῆς καθαρᾶς προσευχῆς ἀγωνίζεται καί ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῆς φαντασίας, γιατί «ξεκινᾶ ἀπό τήν πίστη ὅτι ὁ Θεός δημιούργησε ἐμᾶς καί ὄχι ἐμεῖς τόν Θεό», «γι’ αὐτό ἀποσπᾶται ἀπό κάθε θεολογική ἤ φιλοσοφική δημιουργία καί στρέφεται πρός τόν Θεό μέ μιά “ἀνείδεη” προσευχή».
.                                             Ἡ  ὅλη ἀνάλυση αὐτοῦ τοῦ πολυποίκιλου ἀγῶνος ἐναντίον τῆς φαντα­σίας δείχνει ἕναν πνευματικό ἰατρό πού κάνει λεπτές διαγνώσεις τοῦ ἐσωτε­ρικοῦ κόσμου καί δίνει καί τήν ὀρθή θερα­πεία.

5. «Νοερά ἡσυχία καί καθαρά προσευχή»

.                                             Νοερά ἡσυχία εἶναι ἡ νήψη, ἡ προσοχή γιά νά μή δεχθῆ ὁ ἀσκητής κάποιο λογισμό καί κάποια φαντασία, καί καθαρά προσευχή εἶναι ἡ προσευχή πού γίνεται ἀπό τόν καθαρό νοῦ, χωρίς νά ὑπάρχη σέ αὐτόν κάποιος λογισμός. Ὑπάρχει στενή σχέση μεταξύ τῆς νοερᾶς ἡσυχίας καί τῆς καθαρᾶς προσευχῆς, ἀφοῦ ἡ νοερά ἡσυχία εἶναι προϋπόθεση τῆς καθαρᾶς προσευχῆς καί ἀντιστρόφως.
.                                             Ἡ ἐξέλιξη τῆς προσευχῆς «συμπίπτει μέ τά στάδια τῆς φυσικῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος» πού ἀκολουθεῖ τρεῖς κινήσεις. Ἡ πρώτη κίνησή του εἶναι «ἡ πρός τά ἔξω κίνη­ση», γιατί θέλει νά παρατηρήση τόν κόσμο πού τόν περιβάλλει καί τόν ἐντυπωσιάζει καί αὐτό γίνεται μέ τήν χρησιμοποίηση τῶν αἰσθήσεων. Ἡ δεύτερη κίνησή του εἶναι «ἡ ἐπιστροφή στόν ἑαυτό του», ὅταν σκέπτεται γύρω ἀπό αὐτά τά ὁποῖα εἶδε μέ τίς αἰσθή­σεις του καί τά ἐπεξεργάζεται λογικά. Ἡ τρίτη κίνησή του εἶναι ἡ κίνηση «πρός τόν Θεό μέ τόν ἔσω ἄνθρωπο», δηλαδή δοξάζει τόν Θεό «ἐκ καρδίας» γιά ὅλη τήν δημιουργία.
.                                             Κατά τόν ἴδιο τρόπο ἡ  προσευχή ἀκολουθεῖ αὐτές τίς τρεῖς κινήσεις τοῦ νοῦ καί γι’ αὐτό ὑπάρχουν τρεῖς τρόποι προσευχῆς.  Ὁ πρῶτος τρόπος προ­σευχῆς χαρακτηρίζεται ἀπό τήν «φαντα­σία», ὁ δεύτερος ἀπό τήν «νόη­ση» καί ὁ τρίτος «ἀπό τήν κατάδυση στήν “θεωρία”». Ἡ ἀνάλυση τῶν τριῶν αὐτῶν τρόπων προσευχῆς δείχνει τήν μεγάλη ἀξία τῆς καθαρῆς ἤ νοερᾶς προσευχῆς.
.                                             Τό πρῶτο εἶδος τῆς προσευχῆς, ὅταν ὁ νοῦς ἐξέρχεται ἀπό τήν καρδιά καί διαχέεται στόν περιβάλλοντα κόσμο καί βεβαίως συνδέεται μέ τήν φαντασία, «κρατᾶ τόν ἄνθρωπο σέ διαρκῆ παρα­πλάνηση, στόν κόσμο τῆς φαντασιοκοπίας, τῆς ὀνειρο­πό­λησης» καί «τῆς ποιητικῆς δημιουργίας». Σέ αὐτήν τήν κατά­σταση τό θεῖο καί κάθε πνευματικό «παίρνει διάφορες φαντα­στικές μορ­φές» καί ἔπειτα «ἡ πραγματική ζωή λίγο-πολύ γεμίζει μέ στοιχεῖα ἀπό τή σφαίρα τῆς φαντασίας».
.                                             Κατά τόν δεύτερο τρόπο τῆς προσευχῆς, ἐπειδή «οἱ ἐσωτερικές εἴ­σο­δοι τῆς καρδίας καί τοῦ νοῦ εἶναι ἀνοικτές» «μποροῦν εὔκολα νά διεισδύσουν κάθε εἴδους ξένα στοιχεῖα». Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος «ζεῖ συνεχῶς ἔκθετος στίς παντός εἴδους ἐξωτερικές ἐπιδράσεις». Στήν κατάσταση αὐτήν, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχη ἀποκτήσει καί ὁρι­σμέ­­νες θεολογικές γνώσεις, ἱκανοποιεῖται καί «παρασύρεται βα­θμη­δόν πρός τή διανοητική θεολογία». Τό χαρακτηριστικό γνώ­ρισμα αὐτοῦ τοῦ τρόπου τῆς προσευχῆς εἶναι ὅτι ἡ προσοχή συγκεντρώνεται στόν ἐγκέφαλο καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ὁδηγεῖται «σέ φιλοσοφικές θεωρίες», οἱ ὁποῖες εἰσάγουν τόν νοῦ του «στή σφαίρα τῶν ἀφηρημένων ἐννοιῶν καί τῆς φαντασίας».
.                                             Ὁ τρίτος τρόπος τῆς προσευχῆς πού εἶναι «ἡ ἕνωση τοῦ νοῦ μέ τήν καρδιά» ποθεῖται ἀπό τόν ἀσκητή καί αὐτή ἡ προσευχή «δίνεται ἄνωθεν» ἀπό τόν Θεό. Αὐτήν τήν ἕνωση νοῦ καί καρδίας τήν  αἰσθάνεται ὁ ἀσκητής «ὅταν προσεύχεται προσεκτικῶς “ἐκ καρδίας”». Ἔνδειξη ὅτι ὁ νοῦς ἑνώθηκε μέ τήν καρδιά εἶναι τά δάκρυα τῆς κατανύξεως κατά τήν προσευχή, καί τότε ὁ νοῦς βρῆκε τόν τρόπο τῆς καρδιᾶς πού εἶναι «τό πρῶτο σκαλοπάτι τῆς ἀναβάσεως πρός τόν Θεό». Τότε διακόπτεται ἡ ἐνέργεια τῆς φαντασίας. Ὁ νοῦς ἀπαλλάσσεται ἀπό κάθε εἰκόνα πού βρίσκεται σέ αὐτόν καί «γίνεται ὅλος ἀκοή καί ὅραση καί βλέπει καί ἀκούει κάθε λογισμό πού πλησιάζει ἀπό ἔξω, προτοῦ αὐτός μπεῖ στήν καρδιά». Ἔτσι ἀπαλλάσσεται ἀπό κάθε πάθος.
.                                             Εἶναι ὄντως μεγάλη πνευματική ἐπιστήμη ἡ προσευχή καί ἀκόμη μεγαλύτερη πνευματική ἐπιστήμη εἶναι ἡ γνώση τῶν διαφόρων τρόπων τῆς προσευχῆς, ἰδιαιτέρως ὅταν ἡ προσευχή γίνε­ται μέ ἀνίδεο καί ἀνείδεο τρόπο, δηλαδή χωρίς κάποια ἰδέα καί χωρίς κάποιο εἶδος, καί αὐτή ἡ προσευχή γίνεται ὅταν ὁ νοῦς ἑνώνεται μέ τήν καρδιά μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.

6. «Τό ἄκτιστο Φῶς καί οἱ τρόποι θεωρίας του»

.                                             Τό ἄκτιστο Φῶς εἶναι ἡ «θεία ἐνέργεια» «εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τῆς Θεό­τητας».
.                                             Τό ἄκτιστο Φῶς εἶναι «τελείως διαφορετικό ἀπό τό φυσικό φῶς», εἶναι ἡ θέα τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν θεόπτη μέσα στό Φῶς, καί στήν κατάστααη αὐτή «ἐπικρατεῖ προπαντός ἡ αἴσθηση τοῦ ζῶντος Θεοῦ πού ἀπορροφᾶ ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο». Δέν εἶναι αἴσθηση λογική, ἀλλά «αἴσθηση νοερή», «αἴσθηση μέ δύναμη ἐξου­σια­στική, πού ἀρπάζει τόν ἄνθρωπο σέ ἄλλον κόσμο, ὅμως τόσο γαλήνια, πού αὐτός δέν ἀντιλαμβάνεται τή στιγμή πού τοῦ συνέβη αὐτό καί δέν γνωρίζει ἄν ὁ ἴδιος βρίσκεται στό σῶμα ἤ ἐκτός τοῦ σώματος». Τότε ἀποκτᾶ «συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ του», ἀλλά «συγχρόνως λησμονεῖ τόν ἑαυτό του καί τόν κόσμο πλημμυ­ρισμένος ἀπό τή γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Βλέπει μέ τό πνεῦμα του τόν Ἀόρατο, Τόν ἀναπνέει καί βρίσκεται ὅλος ἐν Αὐτῷ».
.                                             Ἡ ὅραση τοῦ Θεοῦ γίνεται «ἔσωθεν» διά τῆς θεώσεως, γιατί τότε «ὁ ἄνθρωπος μένει στό φῶς καί ἐξομοιώνεται μέ τό φῶς πού βλέπει», «δέν βλέπει καί δέν αἰσθάνεται οὔτε τήν δική του ὑλικότητα οὔτε τήν ὑλικότητα τοῦ κόσμου». Ὁ Θεόπτης «δέν γνωρίζει οὔτε χῶρο οὔτε χρόνο οὔτε γέννηση οὔτε θάνατο οὔτε φῦλο οὔτε ἡλικία οὔτε κοινωνική ἤ ἱεραρχική θέση οὔτε ἄλλες συνθῆκες καί σχέσεις αὐτοῦ τοῦ κόσμου». «Τό Θεῖο Φῶς θεωρεῖται ἀνεξάρτητα ἀπό συνθῆκες, καί στό σκοτάδι τῆς νύχτας καί στό φῶς τῆς ἡμέρας». Μερικές φορές ἡ ὅραση τοῦ θείου Φωτός γίνεται μέ τέτοιο τρόπο «ὥστε νά διατηρεῖται ἡ ἀντίληψη καί τοῦ σώματος καί τοῦ γύρω κόσμου». Τότε ὁ ἄνθρωπος «μπορεῖ νά μένει μέ τά μάτια ἀνοικτά καί συγχρόνως νά βλέπει δύο φῶτα, καί τό φυσικό καί τό Θεῖο Φῶς».
.                                             Τό φυσικό φῶς τοῦ ἡλίου ἤ τοῦ ἡλεκτρισμοῦ «προκαλεῖ τή γνωστή διέγερση τοῦ ὀπτικοῦ νεύρου, πού στήν συνέχεια μετα­βαίνει στήν ψυχολογική διαδικασία τῆς ὁράσεως», ἐνῶ «τό Θεῖο Φῶς εἶναι διαφορετικό κατά τή φύση του, εἶναι φῶς νοερό, φῶς πνευματικό, φῶς ἀγάπης, φῶς ζωῆς».
.                                             Ὁ χαρακτηρισμός τοῦ φωτός μπορεῖ νά δοθῆ καί σέ ἄλλες καταστάσεις, ὅπως, γιά παράδειγμα, «καί ἡ πίστη φῶς εἶναι, ἀλλά ἀνεπαρκές. Καί ἡ ἐλπίδα φῶς, ἀλλά ἀκόμη ἀτελές. Καί ἡ ἀγάπη φῶς, ἀλλά πλέον τέλειο». «Τό ἄκτιστο φῶς φέρει μέσα του τήν αἰώνια ζωή καί τήν πνοή τῆς Θείας ἀγάπης, μᾶλλον τό ἴδιο εἶναι καί ἡ αἰώνια ζωή καί ἡ Θεία ἀγάπη».
.                                             Ὑπάρχει καί ὁ λεγόμενος «γνόφος τῆς ἀπεκδύσεως» «ὅταν ἡ ψυχή τοῦ ἀσκητῆ βυθίζεται ἐσωτερικά», ὅταν «μέ τήν χρήση εἰδικῶν μεθόδων ἀπεκδύεται ἀπό κάθε παράσταση καί φαντασία τῶν ὁρατῶν πραγμάτων καί τῶν λοιπῶν συλλογισμῶν καί ἐν­νοιῶν, ὅταν “καθηλώνει” τό νοῦ καί τήν φαντασία». Σέ αὐτόν τόν «γνόφο τῆς ἀπεκδύσεως δέν βρίσκεται ἀκόμη ὁ Θεός. Ὁ Θεός ἐμφανίζεται ἐν τῷ Φωτί καί ὡς Φῶς καί εἰσάγει τόν ἄνθρωπο στό ἄδυτο Φῶς τῆς Θείας ὑπάρξεως» καί τότε καί τό σῶμα του ἀποκτᾶ χάρη μάρτυρος.

.                                             Ἡ διάκριση μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου Φωτός, εἶναι τό χα­­ρα­κτηριστικό γνώρισμα τῆς ἐμπειρικῆς θεολογίας, πού γίνεται ἀπό ἐκεῖνον πού ἀπέκτησε πείρα τῆς θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Φω­τός.

7. «Πνευματικές δοκιμασίες»

.                                             Ὅταν ὁ ἀσκητής δῆ τόν Θεό μέσα στό Φῶς, τότε βιώνει τό προ­σωπικό του Πάσχα, καί τήν προσωπική του Πεντηκοστή. Ἐπειδή, ὅμως, δέν μπορεῖ νά παραμείνη μόνιμα σέ αὐτήν τήν κατά­­σταση, δέχεται μιά «πνευματική δοκιμασία» ἀπό τήν λεγό­μενη «ἄρση τῆς Χάριτος», πράγμα πού τοῦ προκαλεῖ ἰδιαίτερο πόνο. Αὐτή ἡ ἄρση τῆς θείας Χάριτος «διαρκεῖ πολλά χρόνια». Τότε «ὁ Θεός μπορεῖ νά φανεῖ στήν ψυχή ἀνίλεως».
.                                             Τότε ὁ ἄνθρωπος «σάν τό πιό ἀνυπεράσπιστο ὄν αἰωρεῖται ἐπάνω ἀπό τή φοβερή ἄβυσσο καί ἐπικαλεῖται τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀλλά κανένας στε­ναγμός δέν εἰσακούεται. Ὁ Θεός φαίνεται σάν νά μήν ἐνδιαφέρεται καθόλου γιά τό πάθος του». Ὁ ἄνθρωπος «βυθίζεται στήν σκιά τοῦ θανάτου ὄχι φανταστικά, ἀλλά πραγματικά καί ὑποφέρει φρικτά, γιατί δέν βρίσκει κοντά του τόν Θεό, τόν Ὁποῖο ἐπικαλεῖται ἡμέρα καί νύχτα».
.                                             Σέ αὐτήν τήν ἐγκατάλειψη τοῦ ἀσκητοῦ ἀπό τόν Θεό «ἡ ψυχή κατεβαίνει στόν ἅδη, ὄχι ὅπως ἐκεῖνοι πού δέν γνώρισαν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ὅσοι δέν ἔχουν μέσα τους τό φῶς τῆς ἀληθινῆς Θεογνωσίας καί συνεπῶς εἶναι τυφλοί. Ὄχι. Ἡ ψυχή κατεβαίνει ἐκεῖ ἱκανή νά κατανοήσει τό βαθύ σκοτάδι πού ἀντικρύζει».
.                                             Αὐτή ἡ κατάσταση γεννᾶ στόν ἄνθρωπο μεγάλη μετάνοια «ἀπευθύνεται πρός τόν Θεό μέ μεγάλο θρῆνο, μέ ὅλη τήν δύναμή του, μέ ὅλο τό εἶναι του καί ἔτσι μαθαίνει τήν προσευχή πού τόν ἀποσπᾶ ἀπό τόν κόσμο αὐτόν σέ ἕναν ἄλλο κόσμο, ὅπου ἀκούει ρήματα ἄρρητα γιά ἀνθρώπινη γλώσσα».
.                                             Αὐτές οἱ δοκιμασίες εἶναι ἄλλης καταστάσεως ἀπό τίς συνη­θισμένες δοκιμασίες πού αἰσθάνεται κανείς στόν ἀγώνα του ἐναν­τίον τῶν παθῶν, τῶν λογισμῶν καί τῆς φαντασίας. Εἶναι δοκιμα­σίες ἀπό τήν ἄρση τῆς θείας Χάριτος. «Καί ὅταν ἡ ψυχή περάσει ἀπό ὅλες αὐτές τίς βαρεῖς δοκιμασίες, διαβλέπει μέσα της ὅτι δέν ὑπάρχει στό κόσμο τόπος, πόνος, χαρά, δύναμη ἤ κτίσμα, πού θά μποροῦν νά τήν χωρίσουν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καί τό σκοτάδι ἀδυνατεῖ πιά νά καταβροχθίσει τό φῶς τῆς νέας ζωῆς πού ἔχει μέσα της».
.                                             Ὁ Θεός ἐπανέρχεται καί δίνει στόν ἄνθρωπο τήν αἴσθηση τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἔτσι, τήν πρώτη ὅραση τοῦ Θεοῦ ἀκολουθεῖ ἡ ἄρση τῆς Χάριτος καί στήν συνέχεια ἐπανέρχεται ὁ Θεός καί δίνει στόν ἄνθρωπο τήν ἀδιατάρακτη αἴσθηση τῆς παρουσίας Του.
.                                             Στόν ἅγιο Σιλουανό σέ τέτοιες καταστάσεις ἄρσεως τῆς θείας Χάριτος, τοῦ ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν Θεό τό: «Κράτα τόν νοῦ σου στόν ἅδη καί μή ἀπελπίζεσαι». Κατά τόν ἅγιο Σωφρόνιο ἐκείνη τήν νύκτα πού τοῦ ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν Θεό αὐτή ἡ ἀλήθεια, στήν πραγματικότητα τοῦ ἀποκαλύφθηκε «τό μυστήριο τῆς πτώσεως καί τῆς λυτρώσεως καί ὅλη ἡ πνευματική πορεία τοῦ ἀνθρώπου».
.                                             Ὁ ἅγιος Σιλουανός στήν περίοδο τῆς ἄρσεως τῆς θείας Χά­ριτος γνώρισε τόν ἅδη, τό βαθύ σκοτάδι του, «γνώρισε πραγ­ματικά τήν κατάσταση τῶν βασάνων τοῦ ἅδη», ἀλλά συγχρόνως τοῦ ἀποκαλύφθηκε τό νά μήν ἀπελπίζεται. Ἔτσι, ἔκτοτε κρατοῦσε τόν νοῦ του στόν ἅδη, ἔχοντας ἐλπίδα στόν Θεό καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐκδίωκε κάθε πειρασμική κατά­σταση.
.                                             Μέ τόν τρόπο αὐτόν «μποροῦσε μέ μιά ὁρισμένη κίνηση τοῦ πνεύματός του» νά ἐπαναφέρη μέσα του «τό πραγματικό βίωμα τῶν κολάσεων τοῦ ἅδη», «ἄλλοτε σέ μεγαλύτερο καί ἄλλο­τε σέ μικρότερο βαθμό». «Καί ὅταν τό πῦρ τῶν κολάσεων τοῦ ἅδη προκαλοῦσε τήν ἐπιδιωκόμενη ἐνέργεια, δηλαδή φόνευε τόν ἐμπαθῆ λογισμό, τότε ἀντέτασσε στήν παμφάγο ἐνέργειά του τή σωτήρια ἐνέργεια τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία ἐπίσης γνώρισε καί ἔφερε μέσα του». «Λίγοι μόνο μποροῦν νά ἀκολουθοῦν τόν τρόπο αὐτόν τῆς ἀσκήσεως».
.                                             Ἡ περιγραφή τῶν πνευματικῶν δοκιμασιῶν τοῦ Θεόπτου ἀσκητή μετά τήν ὅραση τοῦ ἀκτίστου Φωτός δείχνει ἕναν θεο­λόγο μεγάλου μεγέθους πού εἶναι δύσκολο νά βρεθοῦν μέτρα προσμετρήσεως τῆς πνευματικῆς αὐτῆς ἐμπει­ρίας καί τῆς ὁρά­σεως τοῦ Φωτός καί τῆς βιώσεως τοῦ ἅδου.

8. « Ἡ Χάρη καί ἡ δογματική συνείδηση»

.                                             Ὁ ἀσκητής μετά ἀπό μεγάλο ἀγώνα κατά τῶν παθῶν, ἀλλά καί ἀπό τίς ἐλεύσεις καί τίς ἀποκρύψεις τῆς θείας Χάριτος ἀποκτᾶ τήν λεγόμενη «δογματική συνείδηση». Ὅπως εἶναι κατανοητό ἀπό τά προηγούμενα ἡ «δογματική συνείδηση» δέν εἶναι μιά διανοητική γνώση τῶν δογμάτων τῆς πίστεως, ἀλλά μιά ἐσω­τερική πνευματική ἐμπει­ρία, πού προσφέρει ὁ Θεός στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.
.                                             Ὁ ὀρθόδοξος μοναχός αἰσθάνεται ὅτι ἡ θεία Χάρη ἀπό πλευρᾶς θεολογικῆς εἶναι «ἡ ἀγαθή δωρεά ἤ χάρισμα τῆς Θείας ἀγαθότητος», εἶναι «ἡ ἄκτιστη ὑπερκόσμια ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ὡς ἄκτιστη εἶναι “Θεότητα”». «Ὅταν ἡ Θεό­τητα εὐδοκήσει νά συνενωθεῖ μέ τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, τότε ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται μέσα του τήν παρουσία τῆς Θείας δυνά­μεως, πού τόν μεταμορφώνει, τόν κάνει θεοειδῆ ὄχι μόνον δυνά­μει, “κατ’ εἰκόνα”, ἀλλά καί ἐνεργείᾳ, “καθ’ ὁμοίωσιν”».
.                                             Ἡ ἀφομοίωση τῆς θείας Χάριτος, ὕστερα ἀπό πολλές ἐπι­σκέψεις καί ὁράσεις της, προσφέρει μιά «μορφή πνευματικῆς γνώσεως» καί αὐτό χαρακτηρίζεται ὡς «δογματική συνείδηση». Αὐτή ἡ «δογματική συνείδηση» «εἶναι καταστάλαγμα μακροχρόνιας πείρας τῆς Χάριτος καί ὄχι μιά διανοητική ἐργα­σία», εἶναι ἡ πνευματική γνώση πού συνδέεται μέ τήν «γνήσια ἐν τῷ Θεῷ ζωή» πού εἶναι δυνατή μόνο «ὅταν ἐνοικήσει ὁ Θεός μέσα μας».
.                                             Ἔτσι, καταλαβαίνουμε γιά τό ποιά εἶναι ἡ οὐσιώδης διαφορά μετα­ξύ στοχαστοῦ καί θεολόγου, μεταξύ φιλοσοφοῦντος αἱρε­τι­κοῦ καί ἐμπειρικοῦ θεολόγου Πατρός, μεταξύ «στοχαστικῆς ἀνα­λογίας» καί ἡσυχαστικῆς χαρι­σματικῆς θεολογίας, ἀλλά κατα­λα­βαίνουμε καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο θεολόγησαν καί θεο­λογοῦν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στίς Οἰκουμενικές Συνό­δους. Χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ἡ «δογμα­τική συνείδηση».

9. «Ἡ διορατικότητα καί τά εἴδη της»

.                                             Ὁ ἀσκητής στήν πορεία τῆς πνευματικῆς του ζωῆς ἀποκτᾶ τό χάρισμα τῆς διορατικότητας πού ἔρχεται ἀπό τόν ἀγώνα του ἐναντίον τῶν λογισμῶν, τῆς φαντασίας καί τῶν παθῶν, ἀπό τήν ἐπήρεια τῶν δαιμόνων, ἀλλά καί ἀπό τήν ἔλευση τῆς θείας Χάριτος. Ἔτσι, «ὁ ἀσκητής συναντᾶται μέ τρία εἴδη διορατικό­τητας».
.                                             Τό πρῶτο εἶδος «εἶναι ἡ φυσική σέ ὁρισμένους ἀνθρώπους διαίσθηση, πού ἐκλεπτύνεται μέ τήν ἀσκητική ζωή». Αὐτό  μπο­ρεῖ νά φανῆ ὠφέλιμο γιά τόν  εὐσεβῆ καί ταπεινό ἄνθρωπο, ἀλλά βλάπτει τόν ὑπερήφανο καί ἐμπαθῆ ἄνθρωπο, γιατί τοῦ δίνει ἀφορμές γιά νά ἀναπτυχθοῦν τά πάθη. Τό δεύτερο εἶδος διορα­τικότητας «προέρχεται ἀπό δαιμονική ἐνέργεια» καί εἶναι ἐπι­κίνδυνο γιά ὅσους τό δέχονται, «γιατί ἀργά ἤ γρήγορα ὁδηγεῖ στήν ἀλγεινή διατάραξη ὅλων τῶν ψυχικῶν καί πνευματικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου, παραμορφώνοντας φοβερά ἀκόμη καί τήν ἐξωτερική του ὄψη». Τό τρίτο εἶδος διορατικότητας εἶναι «δωρεά τῆς χάριτος» πού δέν δίνεται στόν ὑπερήφανο, ἀλλά αὐτό «συνδέεται μέ πολύ μεγάλη εὐθύνη καί εἶναι πηγή πολλῶν πνευ­ματικῶν θλίψεων γιά ὅποιον τό ἀξιώθηκε».
.                                             Καί τά τρία αὐτά εἴδη διορατικότητας «εἶναι αἰτία βασάνων» καί προκαλοῦν πόνο γιά διαφορετική αἰτία τό καθένα ἀπό αὐτά. Στό πρῶτο, δηλαδή «στή φυσική διαίσθηση» «ὁ πόνος ἐμφα­νίζεται ὡς ἀποτέλεσμα τῆς μεγάλης λεπτότητας καί εὐαι­σθησίας τοῦ νευροψυχικοῦ συστήματος». Στό δεύτερο, «ὁ πόνος εἶναι συνακόλουθο τοῦ ἐν γένει καταστρεπτικοῦ χαρα­κτῆρα τῶν δαι­μονικῶν ἐνεργειῶν», πού φανερώνεται ὅταν περάσει πολύς χρόνος. Στό τρίτο, πού εἶναι «ἡ χαρισματική πνευματική διορατικότητα» εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ μέ τό ὁποῖο ἀποκα­λύπτονται τά βάθη τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, «δέν ἔχει καθόλου ψυχοπαθολικό χαρακτῆρα» καί «ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ εἶναι γεμάτη ἀγάπη καί βλέπει ὡς ἐπί τό πλεῖστον τήν ἀμορφία καί τήν ἀδοξία τοῦ ἀνθρώπου καί πονᾶ καί θλίβεται γι’ αὐτόν. Εἶναι πά­θος ἀγάπης». Ὅσοι ἔχουν αὐτό τό χάρισμα «δέν ἐπιδιώκουν ποτέ νά τό διατηρήσουν».
.                                             Αὐτό δείχνει τήν μεγάλη δωρεά τῆς ὑπάρξεως πνευματικῶν Πατέρων, ὑψηλῶν πνευματικῶν προδιαγραφῶν, ὅπως τούς καταρ­τίζει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι καθοδηγοῦν ἁπλανῶς τά πνευματικά τους παιδιά μέσα ἀπό ποικίλες πονηρές καταστάσεις  στήν θέωση καί «τήν ἄνω λαμπροφορία».

10. «Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς γιά ὅλο τόν κόσμο» καί «ἡ ἀγάπη γιά τούς ἐχθρούς».

.                                             Συνέπεια καί συνέχεια ὅλων τῶν ἀνωτέρω ὁ ἀσκητής πού πέρασε ἀπό αὐτές τίς καταστάσεις προσεύχεται γιά ὅλο τόν κόσμο. Βιώνοντας τήν «χριστοειδῆ ἀγάπη», μετέχοντας τῆς αἰωνιότητος στήν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἀλλά καί περνώ­ντας μέσα ἀπό τίς δοκιμασίες, καί μάλιστα τόν χαρισματικό πόνο τοῦ ἅδου, κατά φυσική συνέπεια ἀρχίζει νά προσεύχεται γιά ὅλον τόν κόσμο, κατά τό πρότυπο τοῦ Χριστοῦ.
.                                             Συνήθως «ἡ προσευχή γιά ὅλο τόν κόσμο, γιά ὅλο τόν Ἀδάμ, ὁδηγεῖ πολλές φορές στήν ἀπομάκρυνση ἀπό τήν εἰδική ὑπηρεσία πρός τούς ἀνθρώπους», γιατί ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτήν τήν κατάσταση δέν μπορεῖ νά συμβιβάση τήν προσευχή αὐτή μέ τήν ποιμαντική δράση στόν κόσμο, ὁπότε ἀποσύρεται στήν ἔρημο καί προσεύχεται μέρα καί νύκτα στόν Θεό γιά τούς ἀνθρώπους, ζῶν­τες καί κεκοιμημένους, γιά ὅλο τόν Ἀδάμ. Τό «νά προσεύχεσαι γιά τούς ἀνθρώπους σημαίνει νά χύνεις αἷμα».
.                                             Μιά τέτοια προσευχή τόν ὁδηγεῖ καί στήν ἀγάπη γιά τούς ἐχθρούς, γιατί αὐτή ἡ ἀγάπη εἶναι «τό κριτήριο τῆς γνήσιας κοινωνίας μέ τόν Θεό, τό γνώ­ρισμα τῆς ἐνεργείας τῆς χάριτος». Ἔτσι, ὁ ἡσυχαστής συμμετέχει στό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀνα­στάσεως τοῦ Χριστοῦ.
.                                             Αὐτό δείχνει «τήν ὁδό τῆς Ἐκκλησίας». Ὁ ἅγιος Σιλουανός ἔλεγε ὅτι «στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μᾶς δόθηκε ἡ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ἐπίγνωση τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ καί (Αὐτή)  εἶναι ἰσχυρή μέ τήν ἅγια σκέψη καί τήν ὑπομονή της». Καί ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἐπισημαίνει ὅτι «τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ πού γνωρίζει ἡ Ἐκκλησία ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ» πού θέλει «νά σωθοῦν οἱ πάντες». «Καί ἡ ὁδός πού πορεύεται ἡ Ἐκκλησία, γιά νά πετύχει τόν ἅγιο σκοπό Της, εἶναι ἡ ὑπομονή, δηλαδή ἡ θυσία».
.                                             Ἡ Ἐκκλησία κηρύσσει αὐτήν τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ «καί καλεῖ ὅλους στό πλήρωμα τῆς θείας ζωῆς, ἀλλά οἱ ἄνθρωποι δέν ἐννοοῦν τήν κλήση αὐτή καί τήν ἀπορρίπτουν». Ἔτσι, «ἡ Ἐκκλη­σία στέκεται στή μέση ὅλων τῶν ἐχθρικῶν δυνάμεων». Ἡ ὀργή πού ἔχουν οἱ ἄνθρωποι μέσα τους «ξεσπᾶ ἐναντίον της». «Καί ἡ Ἐκκλησία πού πραγματοποιεῖ τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς, δηλαδή τῆς σωτηρίας ὅλου τοῦ κόσμου, δέχεται συνειδητά ἐπάνω της τό βάρος τῆς γενικῆς ὀργῆς, ὅπως καί ὁ Χριστός σήκωσε ἐπάνω Του τίς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου». Ἔτσι, «καί ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀναπόφευκτα θά διωχθεῖ καί θά ὑποστῆ τό μαρτύριο». Αὐτό θά γίνη καί μέ τά πραγματικά παιδιά τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι οἱ ἅγιοι.
.                                             Πρέπει νά περάση κανείς ὅλες τίς προηγούμενες χαρισμα­τικές βαθμίδες τῆς πνευματικῆς ζωῆς, γιά νά ἀποκτήση αὐτήν τήν καθαρή καί χαρισματική ἀγάπη γιά ὅλο τόν κόσμο καί πρός τούς ἐχθρούς, πράγμα πού δείχνει τό ἀποκορύφωμα τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἑνός μεγάλου ἐμπειρικοῦ θεολόγου καί Πατρός τῆς Ἐκκλη­σίας.
.                                             Τά δέκα αὐτά σημεῖα πού ἀνεφέρθησαν προηγουμένως, καί γιά τήν ἀνάλυσή τους χρησιμοποιήθηκαν τά ἴδια τά λόγια τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, δείχνουν τήν πορεία τοῦ ἀληθινοῦ ἀσκητοῦ καί ἡσυχαστοῦ, ἀλλά καί τοῦ ἀληθινοῦ Χριστιανοῦ μέ μετριώτερη μορφή καί ἀνάλογη προσαρμογή πρός τήν σωτηρία του. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὡς ἐνέργεια  εἰσέρχεται μέσα του καί ἀρχίζει νά ἐνεργῆ τό μυστήριο τῆς σωτηρίας, ἐνεργοποιεῖται τό κατ’ εἰκόνα πού εἶναι μέσα του καί στήν συνέχεια ἀνεβαίνει τίς βαθμίδες τοῦ πνευματικοῦ οὐρανίου θυσιαστηρίου.
.                                             Αὐτό σημαίνει ὅτι μέ τήν ἐνέργεια τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ πού ἀπο­καλύπτεται στήν καρδιά, ὁ ἀσκητής καί ὁ Χριστιανός ἀνέρχεται τίς βαθμίδες τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἤτοι: μέ τήν νήψη σταματᾶ τήν ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ· ἀγω­νίζεται ἐναντίον τῶν παθῶν, καί ἐναντίον τῆς φαντασίας· ἀσκεῖ τήν νοερά ἡσυχία καί τήν καθαρά προσευχή· ἄν ὁ Θεός θελήση ἀνέρχεται στήν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός· περνᾶ μέσα ἀπό τίς δοκιμασίες τῆς μειώσεως αὐτῆς τῆς μεγάλης θεοπτικῆς Χάριτος· ἀποκτᾶ τήν δογματική συνείδηση· μέ τό χάρισμα τῆς διορατι­κότητας ξεχωρίζει τό κτιστό ἀπό τό ἄκτιστο, τό θεϊκό ἀπό τό δαιμονικό· καί στό τέλος προσεύχεται γιά ὅλο τόν κόσμο καί ἀγαπᾶ καί αὐτούς τούς ἐχθρούς του.
.                                             Αὐτή εἶναι «ἡ ὁδός τῆς Ἐκκλησίας», ἡ ὁδός τῆς ἁγιότητος, αὐτές εἶναι οἱ βαθμίδες πού ἀνεβαίνουν οἱ ἅγιοι. Καί βεβαίως αὐτές τίς βαθμίδες ἀνῆλθε προηγουμένως ὁ ἅγιος Σιλουανός καί στήν συνέχεια ὁ ἅγιος Σωφρόνιος. Ἔτσι, ὅσα ἀναφέρθησαν προη­γουμένως εἶναι ἀφ’ ἑνός μέν μιά θεολογική ἀνάλυση τῶν γραπτῶν τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δέ καί μιά αὐτο­βιογραφία τοῦ ἰδίου τοῦ ἁγίου Σωφρονίου.
.                                             Ὅλοι οἱ ἅγιοι ἔτσι ἔζησαν τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σαρακοστή, αὐτήν τήν ἔνδοξη πορεία πρός τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί στήν συνέχεια πρός τήν Πεντηκοστή.

, , ,

Σχολιάστε