Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΘΕΟΛΟΓΙΑ"

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 2/65, Mάρτ. -Ἀπρ. 2016

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

Μέρος E´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

 

Ἡ ὁδὸς Κυρίου ὡς ὁδὸς σωτηρίας (β´ μέρος)

.                 Ὁ Ψαλμικὸς στίχος: «γνώρισόν µοι, Κύριε, ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσοµαι, ὅτι πρὸς σὲ ᾖρα τὴν ψυχήν µου» (Ψαλµ. ΡΜΒ, 8), ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς οὐσιώδεις διδασκαλίες τῆς Π. Διαθήκης. Ὁ προφήτης Ἠσαΐας ἔχει 4-5 κεφάλαια πάνω στὴ θεολογία τῆς ὁδοῦ Κυρίου. Θὰ ἔλεγα, μάλιστα, ὅτι τὸ 35ο κεφάλαιο τοῦ Ἠσαΐα εἶναι ἡ σύνοψη ὅλης τῆς διδασκαλίας, γιὰ νὰ µὴν πῶ ἡ σύνοψη ὅλης τῆς Π. Διαθήκης, γιὰ νὰ µὴν πῶ ἡ σύνοψη ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Περιγράφει τὴ νέα δηµιουργία, αὐτὴ ποὺ καινουργεῖ τὸν κόσµο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, μιὰ ἄλλη μέρα, ἕναν ἄλλο καιρό, ἕναν ἄλλο τρόπο ζωῆς: «Εὐφράνθητι, ἔρηµος διψῶσα, ἀγαλλιάσθω ἔρηµος καὶ ἀνθήτω ὡς κρίνον» – ἡ ἔρηµος νὰ γίνει ἄνθος, ὅλη ἡ ἔρηµος. Ἤ, παρακάτω λέει: «ἐκεῖ ἔσται ὁδὸς καθαρὰ καὶ ὁδὸς ἁγία κληθήσεται. Αὐτὸς ὁ δρόµος εἶναι ἅγιος, καὶ οὐ µὴ παρέλθῃ ἐκεῖ ἀκάθαρτος, οὐδὲ ἔσται ἐκεῖ ὁδὸς ἀκάθαρτος· οἱ δὲ διεσπαρµένοι πορεύσονται ἐπ᾽ αὐτῆς καὶ οὐ µὴ πλανηθῶσι» (Ἠσ. ΛΕ´1 καὶ 7-8). Τὰ διεσκορπισµένα τέκνα τοῦ Θεοῦ (αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκόνα ποὺ παρουσιάζεται μέσα στὴν Ἁγία Γραφή), μόνον ἂν βροῦν αὐτὸν τὸν δρόµο, θὰ πάψουν νὰ εἶναι διασκορπισµένα καὶ δὲν θὰ πλανηθοῦν, ἂν ἀκολουθοῦν αὐτὸν τὸν δρόµο. Ἐκεῖ ἀπέδρα, ὀδύνη, λύπη, στεναγµός.
.                 Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ὁδὸς θεώσεως ἔχει στάδια, ἀπὸ τὴ νηπιότητα στὴν ὡριμότητα. Σύµφωνα μάλιστα μὲ μιὰ ἔξοχη διατύπωση τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἔπρεπε ὁ ἄνθρωπος πρῶτα νὰ δηµιουργηθεῖ, καὶ ἐν συνεχείᾳ κατὰ στάδια νὰ αὐξηθεῖ, νὰ ἀνδρωθεῖ, νὰ πληθυνθεῖ, νὰ ἐνισχυθεῖ, νὰ δοξαστεῖ καὶ τελικὰ νὰ φτάσει στὴ θέα τοῦ Θεοῦ, θέα ποὺ γεννάει τὴν ἀφθαρσία («Ἔδει δὲ τὸν ἄνθρωπον πρῶτον γενέσθαι, καὶ γενόµενον αὐξῆσαι, καὶ αὐξήσαντα ἀνδρωθῆναι, καὶ ἀνδρωθέντα πληθυνθῆναι, καὶ πληθυνθέντα ἐνισχύσαι, καὶ ἐνισχύσαντα δοξασθῆναι, καὶ δοξασθέντα ἰδεῖν τὸν ἑαυτοῦ δεσπότην. Θεὸς γὰρ ὁ μέλλων ὁρᾶσθαι, δράσις δὲ Θεοῦ περιποιητικὴ ἀφθαρσίας» (Εἰρηναίου, Κατὰ αἱρέσεων 4,38, 3, PG 7, 1108C).
.                 Στὸ σηµεῖο αὐτὸ ἀνοίγω παρένθεση, γιὰ νὰ ἐπισηµάνω ὅτι ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας περὶ ἀρετῆς εἶναι ἐναρµονισµένη μὲ τὴν ἀντίστοιχη θεολογία τῆς ἀρχαιοελληνικῆς (Σημ. «Χρ. Βιβλ.»: στὸ περιοδ. “Ἑφημέριος” γράφεται «ἀρχαιολογικῆς») παράδοσης, ἀφοῦ τρεῖς αἰῶνες πρὶν τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ἐπιτυγχάνεται, στὸ σηµεῖο αὐτό, ὄσµωση τῶν δύο προσεγγίσεων, μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς σοφιολογικῆς λεγοµένης γραµµατείας (Σοφία Σολοµῶντος, Ἐκκλησιαστής, Παροιμίες, Σοφία Σειράχ).
.                 Πράγµατι, στὴν Π.Δ. ἡ τετρακτὺς τῶν ἀρετῶν ἐµφανίζεται στὰ βιβλία Σοφία Σολοµῶντος καὶ Δ´ Μακκαβαίων, ποὺ γράφτηκαν κατὰ τοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους (3ος-2ος αἰ. π.Χ.). Σοφία Σολ. η´,7: «καὶ εἰ δικαιoσύνην ἀγαπᾷ τις, οἱ πόνοι ταύτης εἰσὶν ἀρεταί· σωφρoσύνην γὰρ καὶ φρόνησιν ἐκδιδάσκει, δικαιοσύνην καὶ ἀνδρείαν, ὧν χρησιµώτερον οὐδέν ἐστιν ἐν βίῳ ἀνθρώποις». Καὶ Δ´ Μακ. α´16: «τῆς δὲ σοφίας ἰδεαι καθεστήκασιν φρόνησις καὶ δικαιοσύνη καὶ ἀνδρεία καὶ σωφροσύνη».
.                 Ὁ Ἰουδαῖος φιλόσοφος Φίλων, ποὺ ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 1ου π.Χ. αἰ. καὶ πέθανε στὰ μέσα τοῦ 1ου µ.Χ. αἰ., ἀντιλαµβάνεται τὴν ἀγαθότητα ὡς τὴ γενικὴ ἀρετή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπορρέουν οἱ τέσσερις συγκεκριµένες πλατωνικὲς ἀρετές. Γιὰ τὸν Φίλωνα ἡ ἀγαθότητα χαρακτηρίζει τὸν ἄνθρωπο ποὺ διασώζει τὴν εἰκόνα τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ (Φίλων, Ἀλληγοριῶν Α´, 64,1): «Διὰ τούτων βούλεται τὰς κατὰ μέρος ἀρετὰς ὑπογράφειν· εἰσὶ δὲ τὸν ἀριθµὸν τέτταρες, φρόνησις, σωφροσύνη, ἀνδρεία, δικαιοσύνη. Ὁ µὲν δὴ μέγιστος ποταµός, οὗ αἱ τέτταρες ἀπόρροιαι γεγόνασιν, ἡ γενική ἐστιν ἀρετή, ἣν ἀγαθότητα ὠνοµάσαµεν, αἱ δὲ τέτταρες ἀπόρροιαι αἱ ἰσάριθµοι ἀρεταί». Καὶ (Φίλων, Πρεσβεία πρὸς Γάιον, 128, 4): «Γενικαὶ µὲν γὰρ εἰσὶν ἀρεταὶ τέσσαρες, φρόνησις, ἀνδρεία, σωφροσύνη, δικαιοσύνη· τούτων δ᾽ ἡγεµονὶς ἑκάστη καὶ βασιλίς ἐστι, καὶ ὁ κτησάµενος αὐτὰς ἄρχων καὶ βασιλεὺς εὐθέως, κἂν µηδεµιᾶς ὕλης εὐπορῇ».
.                 Τὸν 2ο αἰ. π.Χ. παρουσιάζεται στὸ βιβλίο Δ´ Μακκαβαίων, τὸ ὁποῖο γράφτηκε κατ᾽ εὐθείαν στὰ ἑλληνικὰ καὶ ἀνήκει στὰ δευτερο-κανονικὰ βιβλία τῆς Π.Δ., τὸ θέµα τῶν ἀρετῶν ὡς θεµέλιο τοῦ ἀνθρωπίνου βίου. Εἶναι ὅμως ἐνδιαφέρον νὰ ὑπογραµµίσουµε, ὅτι στὸ βιβλίο αὐτὸ γίνεται σύνδεση τῆς ὁδοῦ τῆς ἀρετῆς, ὅπως ἔχει ἀναπτυχθεῖ στὴν ἑβραϊκὴ παράδοση (Π. Διαθήκη) ὡς ὑπακοὴ στὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ, καὶ τῶν ἀρετῶν, ὅπως ἔχουν ἀναπτυχθεῖ στὴν ἀρχαιοελληνικὴ παράδοση. Ὁ ἄγνωστος συγγραφεὺς τοῦ βιβλίου ἐντάσσει τὸ θέµα τῶν ἀρετῶν στὴν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας: «Φιλοσοφώτατον λόγον ἐπιδείκνυσθαι μέλλων, εἰ αὐτοδέσποτός ἐστι τῶν παθῶν ὁ εὐσεβὴς λογισµός, συµβουλεύσαιµ᾽ ἂν ὑµῖν ὀρθῶς, ὅπως προθύµως προσέχητε τῇ φιλοσοφίᾳ» (Δ´ Μακ. α´1). Στρέφεται, λοιπόν, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ θεολογία τῆς Π.Δ. καὶ στὴ φιλοσοφία τῶν Ἑλλήνων. Εἶναι ἡ ἐποχὴ τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων, καὶ ὅπως εἴπαµε, ἡ ὄσµωση ἑλληνισµοῦ καὶ ἑβραϊκῆς παράδοσης ἔχει ἀρχίσει. Αὐτὸ θὰ προετοιµάσει τὸ ἔδαφος, γιὰ νὰ γίνει ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ ἡ ἑλληνικὴ ὁρολογία βασικὸ ἐργαλεῖο στὸ κήρυγµα τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Ὁ λόγος περὶ ἀρετῶν τοῦ Πλάτωνα θὰ ἐνσωµατωθεῖ στὴ φιλοσοφία τῶν Ἰουδαίων τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων, γιὰ νὰ προσληφθεῖ ἀργότερα ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὡς θεµελιώδης βάση, ἐπάνω στὴν ὁποία θὰ ἀναπτύξουν τὰ γνωρίσµατα καὶ τὴν πορεία τοῦ πνευµατικοῦ βίου. Κλείνει ἡ παρένθεση. Μετὰ τὴν ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας θὰ µπορούσαµε νὰ ποῦµε ὅτι τὸ θέµα τῆς διὰ βίου ἄσκησης ἔλαβε πνευµατικὸ περιεχόµενο, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι προσδιόρισε πλέον τὸν πνευµατικὸ βίο τοῦ χριστιανοῦ, ὥστε νὰ µποροῦµε νὰ μιλᾶµε γιὰ πνευµατικὴ ζωὴ ἐννοώντας ἀσκητικὴ ζωὴ – καὶ ἀντίστροφα. [Ὑπενθυµίζω ὅτι στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας οἱ ὅροι «πνευµατικὸς» καὶ «πνευµατικότης», ἀναφέρονται στὴν παρουσία τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος.]
.                 Τὸ πρῶτο σηµαντικὸ στοιχεῖο, ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ἄσκηση, εἶναι ἡ συνεχὴς καὶ διαρκὴς μετάνοια. Ἡ μετάνοια ὄχι μὲ τὴν ἠθική της διάσταση, ἀλλὰ ὡς τάση τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀλλάξει τὸν τρόπο τοῦ νοεῖν (θὰ λέγαµε σήµερα, νὰ ἀλλάξει νοοτροπία). Μιὰ τέτοια συνεχὴς μετάνοια προϋποθέτει καὶ μιὰ συνεχῆ ἐγρήγορση τοῦ ἀνθρώπου, μιὰ συνεχῆ προσοχή του, ὥστε νὰ βρίσκεται πάντα στὸν δρόµο πρὸς τὴ γνώση-σχέση. Τελικὰ ἡ μετάνοια (ἡ διαρκὴς μετάνοια) εἶναι μιὰ προσοχὴ (διαρκὴς προσοχὴ) τοῦ ἀνθρώπου νὰ µὴν ξεφύγει ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ ὀνοµάζαµε σπουδαῖο. Νὰ µὴν ἀφεθεῖ στὸ µὴ σπουδαῖο, στὴν ἐνασχόληση μὲ τὰ µὴ σπουδαῖα τῆς ζωῆς.
.                 Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ποὺ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσης χαρακτηρίζεται ἀκριβῶς ὡς ἀσκητική, δηλαδὴ ἐµπεριέχει μιὰ διαρκῆ ἄσκηση, ἢ καλύτερα διαρκεῖς ἀσκήσεις, πνευµατικὲς καὶ σωµατικές. Μὲ τὶς ἀσκήσεις αὐτές, δηλαδὴ τὴν προσευχή, τὴ νηστεία, τὶς πράξεις ἀρετῶν, τὸν ἔλεγχο τῶν λογισµῶν, τὴ συµµετοχὴ στὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες, ὅπου σπουδάζουµε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, προετοιµαζόµαστε συνεχῶς γιὰ νὰ µποροῦµε νὰ λαµβάνουµε μέρος στὴν θ. Εὐχαριστία. Ἑποµένως, μὲ τὴν κατὰ Χριστὸν ζωή μας, τὴν ὁποία θὰ µπορούσαµε νὰ τὴν ὀνοµάσουµε ἠθικὸ βίο, ἢ καλύτερα χριστιανικὸ βίο, προετοιµαζόµαστε προκειµένου νὰ δεχθοῦµε ἐντός μας τὸν Χριστὸ ὥστε νὰ συντελεσθεῖ ἡ θεραπεία τῆς φύσης μας.
.                 Ἤδη, στὴ θεολογία τοῦ ἀποστόλου Παύλου περιγράφεται αὐτὸς ὁ χριστιανικὸς βίος ὡς διαρκὴς ἄσκηση, μὲ σκοπὸ τὸ τελικὸ κέρδος τῆς μετὰ τοῦ Χριστοῦ σχέσης: «Ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν µὴ νοµίµως ἀθλήσῃ» (Β´ Τιµ. β´ 5), μὲ τὸ «νοµίµως» νὰ προσδιορίζει τὴν παρουσία τοῦ θελήµατος τοῦ Θεοῦ. Στὴν πραγµατικὴ εὐσέβεια ὁδηγεῖ ἡ διαρκὴς ἄσκηση, ποὺ ὀνοµάζεται καὶ «γυµνασία»: «Γύµναζε δὲ σεαυτὸν πρὸς εὐσέβειαν· ἡ γὰρ σωµατικὴ γυµνασία πρὸς ὀλίγον ἐστὶν ὠφέλιµος, ἡ δὲ εὐσέβεια πρὸς πάντα ὠφέλιµός ἐστιν, ἐπαγγελίαν ἔχουσα ζωῆς τῆς νῦν καὶ τῆς µελλούσης» (Α´ Τιµ. δ´ 7-8). Καὶ ἐπίσης, αὐτὴ ἡ γυµνασία συν-τείνει στὴ δυνατότητα διάκρισης καλοῦ καὶ κακοῦ: «Πᾶς γὰρ ὁ μετέχων γάλακτος ἄπειρος λόγου δικαιοσύνης νήπιος γάρ ἐστι· τελείων δὲ ἐστὶν ἡ στερεὰ τροφή, τῶν διὰ τὴν ἕξιν τὰ αἰσθητήρια γεγυµνασµένα ἐχόντων πρὸς διάκρισιν καλοῦ τε καὶ κακοῦ» (Ἑβρ. ε´ 13-14).
.                 Ὑπάρχει ἡ ἀντίληψη ὅτι ἡ ἀσκητικὴ παράδοση καὶ πρακτικὴ ἀναπτύχθηκε σὲ κύκλους ἀσκητῶν καὶ πέρασε στοὺς κύκλους τῶν κοινοβιατῶν, ἑποµένως ἀφορᾶ σὲ µοναχοὺς καὶ ὄχι λαϊκούς. Ἡ ἀντίληψη αὐτή, κατὰ τὴ γνώµη µου, ἑδράζεται στὴν ἀπουσία βαθιᾶς πίστης. Ἡ καλλιέργεια τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς ἀφορᾶ σὲ ὅλους. Ὁ ἔλεγχος τοῦ οἰκείου θελήµατος, ὁ ἔλεγχος τῶν παθῶν καὶ κατ᾽ ἐπέκτασιν ἡ καταπολέµηση τῶν κακῶν λογισµῶν, εἶναι ὁδὸς ποὺ ἀφορᾶ σὲ κάθε ἄνθρωπο, εἴτε µοναχὸ εἴτε κοσµικό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

, , ,

Σχολιάστε

ΤΡΕΙΣ ΤΡΟΠΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟ

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν ΝϚ´ Λόγο
τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου
ἐκδ. «Ρηγοπούλου», θεσσαλονίκη  1977, σελ. 221.

Τρεῖς τρόποι εἰσι, δι᾽ ὧν πᾶσα ψυχὴ λογικὴ τῷ Θεῷ προσεγγίσαι δύναται:
Ἢ διὰ θερμότητος πίστεως,
ἢ διὰ φόβου,
ἢ διὰ παιδείας.
Οὐδεὶς δὲ δύναται προσεγγίσαι τῇ τοῦ Θεοῦ ἀγάπῃ, εἰ μὴ προηγήσηται εἷς τῶν τριῶν τρόπων τούτων.

Σχολιάστε

Ο ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ καὶ Ο ΠΟΝΟΣ ΤΗΣ ΔΥΣΕΩΣ

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Χρυσοστ. Σελαχβάρτζι
«ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ»
-Ἀπὸ τὸ ἰσλαμικὸ Ἰρὰν στὴν Ὀρθοδοξία
Ἱ. Μ. Χρυσοπηγῆς, Χανιά 2016
σελ. 92-94

ἠλ. στοιχ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.                 Δύο χρόνια πέρασαν καὶ δὲν συνάντησα κανένα Πεντηκοστιανὸ ποὺ νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ κατανοήσει τὸ εἶδος καὶ τὴν ἔνταση τοῦ ψυχικοῦ μαρτυρίου ποὺ περνοῦσα. Δὲν συνάντησα κανένα σὲ ὅλο τὸν πεντηκοστιανό μου περίγυρο, ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ καταλάβει, ὅσο καὶ ἂν προσπάθησε, τὴν γλῶσσα ἑνὸς πονεμένου ἀνθρώπου. Ὁ πόνος ποὺ καλλιεργεῖ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὁ πόνος ποὺ ἐξυψώνει καὶ ὡριμάζει τὴν καρδιά, ὁ πόνος ποὺ ἐκλεπτύνει τὸ πνεῦμα στὸ καμίνι τῆς καθημερινότητας τῶν δοκιμασιῶν, ἀπουσίαζε ἐντελῶς ἀπὸ τὸ λεξιλόγιο τῆς πεντηκοστιανῆς ἐκκλησίας. Γι’ αὐτοὺς ἡ ζωὴ ἦταν «μὲς τὰ ρόδα», σύμφωνα μὲ τὴ νορβηγικὴ ἔκφραση. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ δὲν ὑπέφεραν, μόνο εὐημεροῦσαν, καὶ μάλιστα μὲ τρόπο κοσμικό. Ἡ ζωὴ τῆς χάριτος ἦταν εὐτυχισμένη, εὔκολη καὶ ἐπιτυχημένη. Τὸ μαρτύριο ἦταν παρὰ φύση, ἔργο τοῦ διαβόλου, καὶ μποροῦσε νὰ ἐξαφανισθεῖ μόνο μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ. Ἐπικαλέστηκα πολλὲς φορὲς τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ὅμως τὸ μαρτύριό μου μεγάλωνε… Μόνο ἐγώ, ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς τοὺς εὐνοημένους ἀπὸ τὴν τύχη χριστιανούς, ἤμουν μία ψυχὴ συντετριμμένη ἀπὸ ἕνα χρόνιο ὑπαρξιακὸ πόνο.
.                 Ἡ πάντοτε θετικὴ καὶ αἰσιόδοξη ὀπτική τῆς θεολογίας τῶν Πεντηκοστιανῶν βρισκόταν σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴν δραματικὴ θέαση τῆς σιιτικῆς θεολογίας τοῦ Ἰσλάμ, μὲ τὴν ὁποία εἶχα μεγαλώσει. Τώρα ποὺ εἶχα αὐτὴν τὴν ἐμπειρία, θεωροῦσα ὅτι τὸ σιιτικὸ Ἰσλὰμ εἶναι ἀνώτερο καὶ πιὸ αὐθεντικὸ ἀπὸ τὸν πεντηκοστιανὸ Χριστιανισμό· ὅτι ἡ τραγικότητα τῆς θεολογίας τοῦ σιιτικοῦ Ἰσλὰμ εἶναι πιὸ κοντὰ στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ ὅ,τι ἡ μακαριότητα τοῦ «χαρισματικοῦ» χριστιανισμοῦ τῆς Δύσης.
.               Ἡ κατάσταση τοῦ κόσμου εἶναι τραγική. Οἱ ἄνθρωποι ὑποφέρουν. Κάποιοι διώκονται, ἄλλοι φυλακίζονται καὶ βασανίζονται, ἄλλοι τραυματίζονται σὲ πολέμους καὶ βιαιοπραγίες, πολλοὶ ὑποφέρουν ἀπὸ ἀκραία φτώχεια καὶ παλεύουν μὲ ἀδυσώπητες φυσικὲς καταστροφές… Αὐτὴ εἶναι ἡ τραγικὴ πραγματικότητα στὴν ὁποία ζοῦν οἱ ἄνθρωποι τοῦ τρίτου κόσμου. Ἀλλὰ καὶ στὴν ὑλικὰ εὐημεροῦσα Δύση, οἱ περισσότεροι ὑποφέρουν ψυχολογικά. Πολλὲς οἰκογένειες διαλύονται. Οἱ ἄνθρωποι συνεχῶς ἀλλάζουν τοὺς συντρόφους τῆς ζωῆς τους σὲ ἀναζήτηση τοῦ ἰδανικοῦ ἔρωτα, τῆς ἁρμονικῆς σχέσης καὶ τῆς ἀνθρώπινης ζεστασιᾶς. Κάποιοι δὲν καταφέρνουν ποτὲ νὰ βροῦν ἕνα σύντροφο, γιὰ νὰ μοιραστοῦν τὴ ζωή τους. Τὰ παιδιὰ συχνὰ μεγαλώνουν μόνο μὲ τὸν ἕνα γονέα καὶ στεροῦνται τὴν ἀγάπη τοῦ ἄλλου. Οἱ ἄνθρωποι πιέζονται στὴν ἐργασία, καθώς, μὲ τὴν ραγδαία ἐξέλιξη τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνολογίας, ἀπαιτοῦνται ὅλο καὶ ὑψηλότερες δεξιότητες ἀπὸ τοὺς ἐργαζομένους. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι στὴ Δύση, ὅπως καὶ στὸν ὑπόλοιπο κόσμο, φέρουν δυσβάστακτα φορτία στοὺς ἀσθενεῖς ὤμους τους.
.               Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν πραγματικότητα, οἱ πεντηκοστιανοὶ εἶναι ἀποξενωμένοι ἀπὸ τοὺς ἀληθινοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ μακαριότητά τους ἀποτελεῖ προσβολὴ γιὰ ὅσους ὑποφέρουν.
.           Παραδόξως, λοιπόν, ἡ πεντηκοστιανὴ ἐκκλησία μὲ εἶχε ἐπιστρέψει στὸ ἰσλαμικό μου παρελθόν. Ὑπῆρχαν πολλὰ κείμενα στὸ εὐαγγέλιο ποὺ δὲν καταλάβαινα. Στὴν πραγματικότητα, τὸ βάθος καὶ τὸ μυστήριο τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου, ποὺ τόσο μὲ εἶχε γοητεύσει, ἀπουσίαζε ἐντελῶς ἀπὸ τὴν πνευματικότητα τὶς πεντηκοστιανῆς ἐκκλησίας.

, , , ,

Σχολιάστε

ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝ. ΣΥΝΟΔΩΝ καὶ ΟΧΙ ΟΙ “ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΕΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ”

Τό κριτήριο τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας

 τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

 περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΣ»,
ἀρ. τ. 250, Μάϊος 2017

.               Τελευταῖα, διάβασα κείμενα ἀκαδημαϊκῶν διδασκάλων, οἱ ὁποῖοι διδάσκουν σέ διάφορες Θεολογικές Σχολές τοῦ ἐξωτερικοῦ καί τοῦ ἐσωτερικοῦ, γιά ἐκκλησιολογικά θέματα, γιά τό τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία, γιά τό ἄν ταυτίζωνται τά χαρισματικά μέ τά κανονικά ὅρια, γιά τό ἄν ὑπάρχουν «Ἐκκλησίες» ἔξω ἀπό τήν Μία Ἐκκλησία.
Κατάλαβα ὅτι διαπράττονται δύο βασικά λάθη.
.                  Τό πρῶτον ὅτι συγχέουν τήν ὕπαρξη μερικῶν Χριστιανῶν ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πού ἔχουν προσευχή καί ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ, μέ τό πλαίσιο τῶν ἑτεροδόξων Ὁμολογιῶν, στό ὁποῖο ἀνήκουν. Δηλαδή, ὑπάρχουν διάφοροι Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν σέ Χριστιανικές Ὁμολογίες καί διακρίνονται γιά τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό, ἔχουν αἴσθηση τῆς μετανοίας, μελετοῦν τήν Ἁγία Γραφή, προσεύχονται καί γενικά ἀναζητοῦν τήν σωτηρία τους. Ὅπως, ὑπάρχουν καί ’Ορθόδοξοι Χριστιανοί πού δέν ζοῦν σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Καί φυσικά, ὁ Θεός ἔχει τήν πλήρη ἁρμοδιότητα νά σώση καί ἀνθρώπους πού εἶναι ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπως καί νά καταδικάση Ὀρθοδόξους Χριστιανούς πού δέν ζοῦν σύμφωνα μέ τίς ἐντολές Του.
.               Ἀλλά, ὅταν ὁμιλοῦμε γιά τίς διαφορές μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν διαφόρων ἑτεροδόξων Ὁμολογιῶν, καί ὅτι οἱ ἑτερόδοξες Ὁμολογίες ἐκκλίνουν ἀπό τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, ὅπως διατυπώθηκε ἀπό τούς Πατέρας στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, τό ἐννοοῦμε στό δογματικό ἐπίπεδο, ἐξετάζουμε τήν διαφορά στά δόγματα, τά ὁποῖα ἐπηρεάζουν καί τό ἦθος τῶν ἀνθρώπων. Δέν ἀποκλείεται, ὅμως, σέ αὐτές τίς Ὁμολογίες νά ὑπάρχουν Χριστιανοί οἱ ὁποῖοι νά ζοῦν σύμφωνα μέ τό Εὐαγγέλιο καί νά ἀναζητοῦν τόν Θεό, ὁπότε ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ θά εἶναι ἀνάλογη.
.               Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί τά μέλη της σώζονται ὅταν ζοῦν ὀρθόδοξα, ὅταν ἔχουν ὀρθοδοξία καί ὀρθοζωΐα. Ὁ Χριστός σώζει τούς ἀνθρώπους διά τῆς Ἐκκλησίας καί ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Δέν συμβαίνει τό ἴδιο, ὅμως, μέ τήν ἑτερόδοξη ὁμάδα ἤ κοινότητα, ἡ ὁποία δέν σώζει τά μέλη της. Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἔχει γράψει: «Ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας δέν ὑπάρχει σωτηρία. Ὁ Χριστός προσφέρει τήν σωστικήν χάριν εἰς ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ὅταν σώζεται κανείς ἐκτός τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας, τοῦτο σημαίνει πώς ὁ Χριστός ὁ ἴδιος σώζει αὐτόν. Ἐάν αὐτός εἶναι μέλος ἑτερόδοξον, τότε σώζεται οὗτος διότι τόν σώζει ὁ Χριστός καί οὐχί ἡ “Παραφυάς” εἰς τήν ὁποίαν ἀνήκει».

.               Τό δεύτερον λάθος πού γίνεται σήμερα ἀπό μερικούς ἀκαδημαϊκούς διδασκάλους εἶναι ὅτι ὅταν γράφουν γιά ἐκκλησιολογικά θέματα, κυρίως γιά τό τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί ποιά εἶναι τά μέλη της, παραπέμπουν συνήθως σέ παλαιοτέρους ἀκαδημαϊκούς διδασκάλους, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν κατά τεκμήριο τόν χαρακτηρισμό τοῦ εὐσεβοῦς Χριστιανοῦ καί τοῦ καλοῦ ἐπιστήμονα καί παρακάμπτουν τά κείμενα τῶν Πατέρων καί τίς Συνοδικές Ἀποφάσεις. Ὅμως, εἶναι γνωστόν ὅτι καί αὐτῆς τῆς κατηγορίας οἱ ἀκαδημαϊκοί διδάσκαλοι εἶχαν ἐπηρεασθῆ, κατά ποικίλους βαθμούς καί τρόπους, ἀπό ἄλλες παραδόσεις, σχολαστικές ἤ προτεσταντικές, καί μέ αὐτό τό πνεῦμα ἐκπαίδευσαν Θεολόγους καί Κληρικούς.
.            Τό σημαντικότερο εἶναι ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη πίστη μας, δέν στηρίζεται στίς πανεπιστημιακές σπουδές μας ἤ δέν καθορίζεται ἀπό τούς ἀκαδημαϊκούς διδασκάλους μας, ὅσο εὐσεβεῖς καί ἄν εἶναι, ἀλλά ἀπό τούς ἁγίους Πατέρας καί μάλιστα ἀπό Συνοδικά κείμενα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἐμεῖς οἱ Ἐπίσκοποι ὅταν πρόκειται νά χειροτονηθοῦμε σέ Ἐπίσκοπον δίνουμε τήν Ὁμολογία τῆς πίστεώς μας στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ὄχι στό πτυχίο μας, τό ὁποῖο ἀποκτήσαμε ἀπό τίς Θεολογικές Σχολές, στίς ὁποῖες διδάσκουν ἀκαδημαϊκοί θεολόγοι πού ἔχουν δεχθῆ ποικίλες ἐπιδράσεις.
.               Βεβαίως, τό πτυχίο εἶναι προϋπόθεση, κατά τόν νόμο, γιά νά ἐγγραφῆ κάποιος στόν κατάλογο ἐκλογίμων πρός ἀρχιερατεία, ἀλλά δέν δίνουμε σέ αὐτό τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς μας. Εἶναι σημαντικό νά διαβάση κανείς τήν ὁμολογία τήν ὁποία δίνει ὁ ἐκλεγμένος Ἐπίσκοπος πρίν τήν χειροτονία του, καί μάλιστα τήν ὁμολογία πού γιά λόγους, ἐνδεχομένως, συντομίας χρόνου δέν διαβάζεται σήμερα, μέ τήν ὁποία ἀναθεματίζει καί συγκεκριμένους αἱρετικούς ὀνομαστικά καί ὅλους τούς αἱρετικούς.
.               Ἔτσι, κυρίως ἐμεῖς οἱ Ἐπίσκοποι καλούμαστε νά ὁμολογοῦμε, νά κηρύττουμε, νά ποιμαίνουμε τούς Χριστιανούς «κατά τάς τῶν ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα», καί ὄχι ἐπί τῇ βάσει τῆς διδασκαλίας τοῦ καθενός θεολόγου καθηγητοῦ, πού γράφει κατά τήν δική του «θεολογία». Τά Πρακτικά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἶναι ἡ βάση τῆς Ὀρθοδόξου δογματικῆς διδασκαλίας, ὅπως συνοπτικά φαίνεται στό «Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας».
.               Αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη πίστη. Αὐτό εἶναι τό κριτήριο τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, σέ αὐτό δώσαμε τήν πίστη καί τήν ὁμολογία μας. Καί αὐτό πρέπει νά τονίζεται, γιατί κάποιοι ἀκαδημαϊκοί διδάσκαλοι, γιά τούς ὁποίους γνωρίζουμε πῶς ἀπέκτησαν αὐτήν τήν θέση, μέ τίς ἐπιλεκτικές καί κατευθυνόμενες ὑποσημειώσεις καί τίς παραπομπές πού κάνουν σέ διάφορα κείμενά τους, ἐν γνώσει ἤ ἐν ἀγνοίᾳ τους, παραπλανοῦν τούς ἀναγνώστας ἤ τοὐλάχιστον φανερώνουν τήν θεολογική ἀνεπάρκειά τους καί τήν ἄγνοια τῶν πατερικῶν κειμένων.
.             Δέν εἶναι δυνατόν κάποιος Κληρικός νά γράφη στά βιβλία του ἀντορθόδοξες ἀπόψεις δῆθεν ὡς ἐπιστήμων, ἐπηρεασμένος ἀπό ἑτεροδόξους θεολόγους, προκειμένου νά ἔχη μιά ἀκαδημαϊκή ἐξέλιξη καί συγχρόνως νά ὁμιλῆ δῆθεν ὀρθοδόξως, ὡς Κληρικός, στά κηρύγματά του πρός τό ὀρθόδοξο ποίμνιο!
.               Δέν μπορεῖ νά γίνεται διάσπαση μεταξύ ἐπιστημονικῆς καί ὀρθοδόξου θεολογίας στόν ἴδιο ἄνθρωπο, καί νά ἄλλοτε νά συμπεριφέρεται ὡς ἐπιστήμονας, πού διαφοροποιεῖται ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί συνεχίζει τήν θεολογική συζήτηση πού ἔχει περατωθῆ στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, γιά τήν φύση, γιά τό πρόσωπο, γιά τήν θέληση, καί ἄλλοτε νά ὁμιλῆ ὡς ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος!
.               Ἑπομένως, κριτήριο τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τό «Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας» καί ὄχι τά ὅσα γράφουν οἱ ἀκαδημαϊκοί διδάσκαλοι, ὅσο εὐσεβεῖς καί ἄν εἶναι.–

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

Σχολιάστε

ΕΡΓΑΛΕΙΑ, ΟΧΙ ΠΝΕΥΜΑ ΑΓΙΟ (Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκης) «“Ψοφᾶµε” γιὰ θαύµατα καὶ ὁράµατα»!

Ἐργαλεῖα, ὄχι Πνεῦµα Ἅγιο

τοῦ Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκη

ἠλ. στοιχ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

  • Ζητᾶµε θαύµατα, γιὰ νὰ πιστέψουµε! Πολλὲς φορὲς χρησιµοποιοῦµε «ἐργαλεῖα» θαυµάτων, χωρὶς νὰ πιστεύουµε ὅτι θὰ γίνη θαῦµα. Τὰ κρατᾶµε καὶ τὰ περιφέρουµε τὰ ἐργαλεῖα αὐτά, λυπᾶµαι ποὺ θὰ τὸ πῶ, ὡς µιὰ εὐλαβῆ ἀπάτη.

  • Ποιά τὰ ἐργαλεῖα; Κάποια εἰκόνα, συνήθως τῆς πολυώνυµης Παναγίας, κάποιο λείψανο ἑνὸς µάρτυρα, κάποιο κοµµατάκι ἀπὸ τὸ λεγόµενο «Τίµιο Ξύλο». Φταῖνε ὅλα αὐτά; Ὄχι. Φταίει ἡ ποµπώδης προβολή τους καὶ ἡ ἀνθρωπαρέσκειά µας, ὅτι μὲ ὅλα αὐτὰ θὰ ἐντυπωσιάσουµε τὸν κόσµο.

  • Καὶ εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ὁ κόσµος, διψώντας γιὰ θαύµατα, ἢ µᾶλλον διψώντας γιὰ εὔκολο τρόπο σωτηρίας, τρέχει.

  • Δὲν τρέχει νὰ συγκινηθῆ ἀπὸ τὸ Σταυρικὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ µετανοήση συγκλονιστικά, ἀλλὰ τρέχει νὰ προσκυνήση κάποια «ἄχραντα πάθη» τοῦ Χριστοῦ (ἔτσι τὰ λένε!!!), ποὺ περιφέρουν ἀπὸ δῶ καὶ ἀπὸ κεῖ καὶ ἰσχυρίζονται πὼς εἶναι θαυµατουργά!

  • Φαντάζεσθε µετὰ τὴν Ἀνάστασι τοὺς Μαθητές, ἀντὶ νὰ χαίρωνται μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου, ἀντὶ νὰ ἀπολαµβάνουν τὶς ἐµφανίσεις Του, ἀντὶ νὰ ἐνισχύωνται ἀπὸ τὰ ἀναστάσιµα παραγγέλµατά Του, νὰ πηγαίνουν στὸ Γολγοθά, κι ἐκεῖ νὰ µαζεύουν … κάποιο καρφί, … κάποιο ἀγκάθι ἀπὸ τὸ ἀγκάθινο στεφάνι, … κάποιο κοµµατάκι ἀπὸ τὸν σπόγγο καὶ νὰ κατασκευάζουν χρυσὰ κουτιὰ καὶ µέσα σ᾽ αὐτὰ νὰ τὰ λιτανεύουν γιὰ εὐλογία τοῦ λαοῦ! Τὸ φαντάζεσθε;

  • Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τὸ καρφί! Μὲ ἐνδιαφέρει ὁ καρφωµένος γιὰ τὶς ἁµαρτίες µου πάνω στὸν Σταυρό. Μὲ ἐνδιαφέρουν οἱ τύποι τῶν ἥλων, τὰ σηµάδια τοῦ Πάθους καὶ τῆς Ἀναστάσεως.

  • Δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν ἐκεῖνα τὰ ἀγκάθια. Μὲ ἐνδιαφέρουν τὰ ἀγκάθια τῶν ἁµαρτιῶν µου, ποὺ ἀγκυλώνουµε τὸ Ἄχραντο Σῶµα τοῦ Κυρίου καὶ ἀγκυλώνουµε μὲ τὴν κακία µας τοὺς ἀδελφούς µας!

  • Σιγὰ µὴ κάνανε οἱ Ἀπόστολοι συλλογὴ ἀπὸ τὸ … ἀρχεῖο τοῦ Γολγοθᾶ! Οἱ Ἀπόστολοι κάνανε τὸ γύρo τοῦ κόσµου, γιὰ νὰ κηρύξουν ὄχι τὰ ἐργαλεῖα μὲ τὰ ὁποῖα σταυρώθηκε ὁ Κύριος, ἀλλὰ τὴν ἄπειρη Ἀγάπη τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ.

  • Φαντάζεσθε τὴν Παναγία τῆς φτωχειᾶς σπηλιᾶς κι ὕστερα ἀπὸ λίγο τοῦ φτωχικοῦ σπιτικοῦ νὰ µὴν ἀσχολῆται μὲ τὸ µυστήριο τῆς Σαρκώσεως καὶ μὲ τὴ µητρικὴ στοργὴ στὸν σαρκωθέντα Θεάνθρωπο, ἀλλὰ νὰ χαϊδεύη τὰ δῶρα τῶν µάγων; Τὴν φαντάζεσθε, ἀντὶ νὰ σφίγγη στὴν ἀγκαλιά της τὸ Θεῖο Βρέφος, νὰ σφίγγη στὸν κόρφο της τὰ δῶρα τῶν Μάγων; Φαντάζεσθε νὰ ἀφήνη γιὰ λίγο τὸ Μεγάλο, τὸ ἀνεκδιήγητο Δῶρο, ποῦ τῆς χάρισε καὶ µᾶς χάρισε ὁ Θεός, τὸν Σαρκωµένο Μεσσία, καὶ νὰ τρέχη σὲ χρηµατιστὲς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, γιὰ νὰ διαπιστώση τὴν χρηµαστηριακὴ ἀξία τῶν δώρων τῶν µάγων;

  • Ὅταν ἔχης τὸ Δῶρο, τὸν Χριστό, δὲν ἀσχολεῖσαι μὲ ὑλικὰ δῶρα. Καὶ ὅταν ἔχης µέσα στὴν Ἐκκλησία τὰ τίµια Δῶρα, τὰ ἄχραντα Μυστήρια, δὲν ὀνοµάζεις «τίµια δῶρα» τὴν προσφορὰ τῶν µάγων!

  • Τὰ δῶρα τῶν µάγων ἀπασχολοῦν τὸν πιστὸ µόνο μὲ τὸ τί καὶ γιατί ἀναφέρονται στὸ κατὰ Ματθαῖον εὐαγγέλιο (β 11). Ἀσχολεῖται ἡ Ἐκκλησία μὲ τὰ δῶρα τῶν µάγων µόνο συµβολικά, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσοστοµος: «Τίνι προσέφερον τὸν χρυσὸν καὶ τὸν λίβανον καὶ τὴν σµύρναν; οὐκ εὔδηλον, ὅτι τῇ πίστει ἤδη ἦσαν ἐπτερωµένοι; Καὶ πολλὴ ἡ διαφορὰ τῶν δώρων, κηρύγµατος ἐπέχουσα τάξιν. οὐ γὰρ ἀπόβλητος ὁ λόγος, εἰ καὶ παρὰ πολλῶν εἴρηται, ὅτι δὴ καὶ Θεὸν ὡµολόγουν διὰ τοῦ λιβάνου, καὶ Βασιλέα διὰ τοῦ χρυσοῦ, καὶ τὸν Πάσχοντα διὰ τῆς σµύρνης τὸν τάφον ἐνδεικνύµενοι. Οὕτω γοῦν καὶ ἐτάφη. Καὶ ταῦτα δι᾽ ὧν ἐποίουν οὗτοι προανεφώνουν» (Ε.Π.Ε. 33,320). [Μετάφρασις: Σὲ ποιόν προσέφεραν τὸ χρυσάφι, τὸ λιβάνι καὶ τὴ σµύρνα οἱ µάγοι; Φαίνεται σαφῶς, ὅτι ἤδη εἶχαν πτερωθῆ μὲ τὴν πίστι. Τὰ δῶρα ἦσαν διαφορετικά, τὸ καθένα μὲ τὸ δικό του κήρυγµα. Δὲν εἶναι ἄλλωστε ἀξιοκαταφρόνητο αὐτὸ ποὺ ἀπὸ πολλοὺς ἔχει λεχθῆ: Μὲ τὸ χρυσάφι ἔδειχναν, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι βασιλιάς, μὲ τὸ λιβάνι τὸν δέχονταν σὰν Θεό, καὶ μὲ τὴ σµύρνα (τὸ ἄρωµα) προµήνυαν τὸ Πάθος Του, δείχνοντας καὶ τὴν ταφή Του. Ὅλα αὐτὰ τὰ κήρυτταν µἐ ὅσα ἐνεργοῦσαν οἱ µάγοι».

Θαύµατα καὶ σωτηρία ψυχῶν

  • Θαύµατα, λοιπόν, ζητᾶµε, ἢ θεάµατα; Θαύµατα ἢ ἐργαλεῖα θαυµάτων, ποὺ ἀπατοῦν καὶ ἐξαπατοῦν; Δὲν ἔκανε ὁ Χριστὸς θαύµατα; Φυσικὰ καὶ ἔκανε. Τόσο πολλά, ὥστε εἶναι ἀναρίθμητα. Μὰ ὅλα τὰ θαύµατα τοῦ Χριστοῦ ἔγιναν μὲ τὴν παντοδύναµία Του, καὶ ὅλα ἀπέβλεπαν στὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς. Δὲν παραµένει στὴ σωµατικὴ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ. Ἡ σφραγίδα τοῦ ἀληθινοῦ θαύµατος εἶναι ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς: «Μηκέτι ἁµάρτανε, ἵνα µὴ χεῖρον τί σοι γένηται» (Ἰωάν. ε´ 14).

    Δὲν ἦταν συγκλονιστικὸ ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ. Συγκλονιστικὴ ἦταν ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Ἀκόµα καὶ οἱ νεκραναστάσεις. Συνήθως θεωροῦµε ὡς τὰ συγκλονιστικότερα θαύµατα τοῦ Χριστοῦ τὶς νεκραναστάσεις. Σίγουρα ἡ Ἀνάστασις τοῦ Λαζάρου εἶναι τὸ πιὸ ἐντυπωσιακὸ θαύµα τοῦ Χριστοῦ … Ὅµως ὁ Χριστὸς δὲν ἦρθε στὸν κόσµο γιὰ νὰ κάνη ντόρο ὡς ἕνας θαυµατοποιὸς-σόουµαν! Οὔτε ἔχει τὴν Ἐκκλησία του, ἂς ἐπιτραπῆ ἡ φράσις, γιὰ νὰ κάνη «σόουµπίζνες»! Οὔτε ἦρθε ὁ Χριστὸς ἁπλῶς γιὰ νὰ ἀναστήση κάποιους σωµατικὰ νεκρούς, νὰ βγάλη µερικοὺς ἀπὸ τοὺς τάφους τους. Ἐξ ἄλλου καὶ ὅσοι ἀναστήθηκαν, µετὰ ἀπὸ κάποια χρόνια ξαναπέθαναν.

  • Ὁ Χριστὸς ἦρθε στὸν κόσµο γιὰ νὰ «µαρτυρήση τῇ ἀληθείᾳ, ὅπως τὸ εἶπε καὶ στὸν Πιλάτο (Ἰωάν. ιη´ 37). Ἦρθε γιὰ νὰ µᾶς δείξη ὅτι ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωὴ δὲν εἶναι νεφελώδεις θεωρίες, ἀλλὰ ἕνα Πρόσωπο. Εἶναι ἡ κοινωνία μὲ Ἐκεῖνον. Ἡ ἕνωσις µαζί Του. Ἀλήθεια καὶ Ζωὴ εἶναι ὁ Χριστός. Εἶναι µόνο ὁ Χριστός. Χωρὶς τὸν Χριστὸ ὁ ἄνθρωπος ζῆ στὸ ψέµα καὶ στὴ σκιὰ τοῦ θανάτου.

  • Καταλάβατε; Κάποια ἄλλη Ἀνάστασι ἦρθε νὰ µᾶς χαρίση.

Ἀνάστασις ψυχῆς. Μετάνοια

  • Ὅλα τὰ θαύµατα τοῦ Χριστοῦ ἀποσκοποῦν στὴν Αἰώνια Ζωή. Γι᾽ αὐτὸ πάνω ἀπὸ τὰ θαύµατα στὴν ὕλη, στὸ σῶµα, εἶναι τὰ θαύµατα στὸ πνεῦµα, στὴν ψυχή.

  • Τὰ θαύµατα τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχουν σκοπὸ ἁπλῶς νὰ ἀνακουφίσουν προσωρινὰ τὸν πόνο τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι … ὑπουργὸς κοινωνικῆς προνοίας! Ὅλα τὰ θαύµατά Του ἔχουν σκοπὸ νὰ µᾶς ὁδηγήσουν στὸ µέγιστο θαῦµα τῆς προσωπικῆς µας ἀναστάσεως, ἀπὸ τὸ σκοτάδι τοῦ ψεύδους καὶ τοῦ θανάτου στὸ φῶς τῆς Αἰώνιας Ζωῆς.

  • Κι αὐτὸ ἐπιτελεῖται μὲ τὴ µετάνοια, τὴν προσωπικὴ αὐτὴ προσφορὰ τοῦ ἀνθρώπου στὴ σωτηρία του.

  • Πρόκειται γιὰ ἕνα θαῦµα, ποὺ δὲν µπορεῖ νὰ τὸ κάνη µόνoς Του ὁ Χριστός, ἀλλὰ προϋποθέτει καὶ τὴ δική µας ὁλόψυχη συνεργασία µαζί Του. Ρωτάει τὸν παραλυτικό: «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;». Ἂν γιὰ τὴ σωµατικὴ θεραπεία προαπαιτῆται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, πολὺ περισσότερο γιὰ τὴν πνευµατικὴ θεραπεία καὶ σωτηρία.

  • Ἀπὸ τὸν σωµατικὸ θάνατο θὰ µᾶς ἀναστήση ὁ Χριστός, θέλουµε-δὲν θέλουµε… Ἡ σωµατική µας ἀνάστασις θὰ γίνη ὁπωσδήποτε. Εἶναι κοινὴ («Τὴν κοινὴν ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούµενος … »). Τὰ σώµατα ὅλων θὰ ἀναστηθοῦν. Καὶ δικαίων καὶ ἀδίκων. Εἶναι ἐξ ὁλόκληρου δική Του ἀπόφασις.

  • Ἡ ἄλλη ὄµως ἀνάστασις, ἡ ἀπελευθέρωσις ἀπὸ τὰ πάθη, μὲ τὴ µετάνοια, εἶναι κάτι ποὺ δέν ἐξαρταται µόνο ἀπὸ Αὐτόν. Ζητάει καὶ τὴ δική µας βοήθεια! Τὴ δική µας συνεργασία.

  • Γι᾽ αὐτό, ναί, ὁ Χριστὸς ζητάει βοήθεια! Φωνάζει «βοήθεια»! Μᾶς κάνει τὴν ὑψίστη τιµὴ νὰ µᾶς ζητάη νὰ Τὸν βοηθήσουµε, ὄχι γιὰ κάποια δική Του ἀνάγκη, ἀλλὰ γιὰ τὴ δική µας σωτηρία! Τόσο πολὺ σέβεται τὴν ἐλευθερία µας. Νὰ γιατί μὲ µαγικὸ τρόπο καὶ θρησκευτικὰ «φετὶχ» δὲν σωζόµαστε. Τόση εἶναι ἡ ἀγάπη Του! Τόση εἶναι ἡ λαχτάρα Του νὰ σωθοῦµε.

  • Γιὰ ποιόν κλαίει ὁ Χριστὸς στὸν κῆπο τῆς Γεθσηµανῆ; Γιὰ ποιόν «ἐγένετο ὁ ἱδρὼς Αὐτοῦ ὡσεὶ θρόµβοι αἵµατος» (Λουκ. κβ´ 24); Γιὰ ποιόν ἱδρώνει αἷµα ὁ Χριστός; Γιὰ ποιόν εἶπε ὁ Χριστὸς «Διψῶ» (Ἰωάν. ιθ´ 28);

  • Τί διψάει; Διψάει τὴ σωτηρία ὅλου τοῦ κόσµου. Διψάει νὰ πιῆ τὸ νερὸ τῆς δικῆς µας µετάνοιας! Ἐµεῖς πίνουµε τὸ Αἷµα τῆς ὑψίστης Του ἀγάπης. Ἐκεῖνος διψάει γιὰ τὸ νερὸ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς µετανοούσης καρδίας µας. Κανένα πηγάδι, μὲ τόσο βρώµικο πάτο, δὲν βγάζει τόσο καθαρὸ νερό, ὅσο ἡ µετάνοια· τόσο καθαρὸ ποὺ τὸ πίνει καὶ ὁ Χριστός.

Πολὺ µεγαλύτερα ἀπὸ τὰ χαρίσµατα

  • Τὰ µεγαλύτερα θαύµατα ἔχουν σχέσι μὲ τὴν ἁµαρτία, ὄχι μὲ τὰ χαρίσµατα. Πόρνη γυναίκα γίνεται δεκτὴ στὴ βασιλεία, γιὰ τὴ µετάνοιά της. Χαρισµατοῦχες παρθένες ἐκδιώκονται στὴν κόλασι γιὰ τὴν ἀδράνεια καὶ ραθυµία τους. «Δεινὸν ἡ ραθυµία, µεγάλη ἡ µἐτάνοια»!

  • Ὁ καθηµερινὸς ἀγώνας µετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς µας στὴν Ἀληθινὴ Ζωὴ καὶ Ἐκκλησία, προκαλεῖ µεγαλύτερη χαρὰ στοὺς ἀγγέλους, ἀπὸ τὴ χαρὰ ποὺ τοὺς ἔδωσε ἡ ἀνάστασις τοῦ Λαζάρου.

  • Ἡ «ἀνάστασις» τοῦ Ζακχαίου εἶναι µεγαλύτερο θαῦµα ἀπὸ τὴν ἀνάστασι τοῦ Λαζάρoυ. Ἡ «ἀνάστασις» τῆς Σαµαρείτιδος εἶναι µεγαλύτερο θαῦµα ἀπὸ τὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου. Ἡ «ἀνάστασις» τοῦ ἀποστόλου Παύλου εἶναι µεγαλύτερο θαύµα ἀπὸ τὴν ἀνάστασι τῶν ἑπτὰ παίδων ἐν Ἐφέσῳ.

  • Ἐµεῖς «ψοφᾶµε» γιὰ θαύµατα καὶ ὁράµατα. Λόγῳ τῆς «παχυλῆς διανοίας» µας, ὅπως λέει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστοµος, ἐπειδὴ δηλαδὴ εἴµαστε «χοντροκέφαλοι». Χάσκουµε γιὰ σηµεῖα καὶ γιὰ ἐντυπωσιακὰ χαρίσµατα.

  • Ἀνώτερος ἀπὸ αὐτὸν ποὺ βλέπει ἀγγέλους, εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ μὲ σωστὴ αὐτογνωσία καὶ συναίσθησι βλέπει τὴν ἀµαρτωλή του πτῶσι· τὸ πρῶτο βῆµα γιὰ σωστὴ µετάνοια.

  • Μὲ παρθενικὸ χάρισµα οἱ µωρὲς παρθένες ἐκδιώκονται! Τοὺς ἔκλεισε ὁ Χριστὸς τὴν πόρτα, γιατί εἶχαν κλειδωµένη τὴ δική τους πόρτα, τῆς ἀγάπης καὶ τῶν καλῶν ἔργων τὴν πόρτα. Ἀλλὰ καὶ στὸ τέλος τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁµιλίας ὁ Χριστὸς κλείνει τὴν πόρτα σὲ ὅλους ἐκείνους τοὺς χαρισµατούχους, ποὺ µαζὶ μὲ τὸ χάρισµα, δὲν εἶχαν ἀγάπη καὶ ταπείνωσι καὶ µετάνοια. Τὸ χάρισµα εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν σοῦ χρωστάει τίποτε ὁ Θεός. Ὁ ἀγώνας ὁ πνευµατικὸς εἶναι δικός σου, μὲ τὴ δική Του χάρι. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἀµείβεται.

  • «Πολλοὶ θὰ µοῦ ποῦν ἐκείνη τὴν ἡµέρα: Κύριε, Κύριε, δὲν προφητεύσαµε στὸ ὄνοµά Σου; Δὲν βγάλαµε δαιµόνια στὸ ὄνοµά Σου; Δὲν κάναµε τόσα θαύµατα στὸ ὄνοµά Σου; Κι ἐγὼ τότε θὰ τοὺς πῶ: Οὔτε ποὺ σᾶς ξέρω! Φύγετε ἀπὸ µένα ὅσοι ἐργάζεστε τὴν ἀνοµία» (Ματθ. ζ´ 22).

,

Σχολιάστε

ΤΕΤΟΙΟ ΜΙΣΟΣ ΠΙΑ γιὰ τὴν Παράδοσή μας;

Δήλωση τῆς Περιφερειάρχου Ἀττικῆς Ρένας Δούρου γιὰ τὴν Παγκόσμια Ἡμέρα Περιβάλλοντος (05.06.17):

«Ἡ 5η Ἰουνίου, Παγκόσμια Ἡμέρα Περιβάλλοντος, δὲν εἶναι ἡμέρα γιορτῆς οὔτε ἀφορμὴ γιὰ ἀόριστα λόγια στὴ λογική του “πρέπει” καὶ τοῦ “θά”, ποὺ θὰ ξεθωριάσουν τὶς ὑπόλοιπες 364 ἡμέρες τοῦ χρόνου. Ἡ σημερινὴ ἡμέρα, ἂς γίνει μία πρώτης τάξεως εὐκαιρία νὰ ἐπαναπροσδιορίσουμε τὴ σχέση μας μὲ τὸ περιβάλλον, νὰ μειώσουμε τὸ ἀποτύπωμά μας στὸν πλανήτη, μὲ ἄλλα λόγια, νὰ προστατέψουμε τὸ σπίτι μας.
Ὁ Μαχάτμα Γκάντι τόνιζε ὅτι “Ἡ γῆ παράγει ἀρκετὰ γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὶς ἀνάγκες κάθε ἀνθρώπου, ὄχι ὅμως τὴν ἀπληστία του”.
Ἡ ὑπόθεση τοῦ περιβάλλοντος εἶναι εὐθύνη διαρκείας ὅλων μας, πολιτῶν καὶ θεσμικῶν φορέων.
Ἡ προστασία τοῦ περιβάλλοντος εἶναι εὐθύνη διαρκείας τῆς Περιφέρειας Ἀττικῆς, οὐσιαστικὴ παράμετρος ὅλων τῶν πολιτικῶν της»

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Μπορεῖς ἄνετα καὶ ἀνεμπόδιστα νὰ ἐπικαλεῖσαι τὸν Γκάντι, ἢ… τὸν Ἴντρα ἢ τὴν Σαρασβάτι ἢ κάποιον βραχμάνο τέλος πάντων. Μόνον τὸν Θεὸ τῶν Πατέρων ἡμῶν, τὸν Τριαδικό, δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρεις ἢ στὴν χριστιανικὴ Ἁγ. Γραφὴ δὲν πρέπει νὰ παραπέμπεις.
Ἆραγε περιμέναμε ἀπὸ τὸν Μαχάτμα Γκάντι νὰ μάθουμε γιὰ τὴν σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ «φυσικὸ περιβάλλον»;
Ἆραγε δὲν ἔτυχε ποτὲ νὰ ἀκούσει
ἡ κ. Περιφερειάρχης τί λέει ὁ προφ. Ἰερεμίας: «ἕως πότε πενθήσει ἡ γῆ καὶ πᾶς ὁ χόρτος τοῦ ἀγροῦ ξηρανθήσεται ἀπὸ κακίας τῶν κατοικούντων ἐν αὐτῇ; ἠφανίσθησαν κτήνη καὶ πετεινά, ὅτι εἶπαν· οὐκ ὄψεται ὁ Θεὸς ὁδοὺς ἡμῶν»; (Ἰερ. ιβ´ 4)
Ἆραγε δὲν ἔχει ἀκούσει ποτέ ἡ κ. Περιφερειάρχης ὅτι τὸ «φυσικὸ περιβάλλον», δηλαδὴ ἡ «Κτίσις», εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ (Γεν. α´1), ὅτι δόθηκε ὡς δῶρο στὸν ἄνθρωπο καὶ ὅτι ὁ ὀρθόδοξος ἄνθρωπος καλεῖται νὰ τὴν ἀντιπροσφέρει στὸν Θεὸ εὐχαριστιακὰ καὶ νὰ τὴν διαχειρίζεται ἀσκητικά (ἐπὶ τῇ βάσει τῆς βιβλικῆς/χριστιανικῆς οἰκολογικῆς ἀσκητικῆς);
Ἆραγε δὲν ἔτυχε ποτέ νὰ ἀκούσει τὴν γιαγιά της νὰ μιλᾶ γιὰ τὸ «πρόσφορο» καὶ γιὰ τὴν «νηστεία»;
Τέτοιο μίσος πιὰ γιὰ τὴν Παράδοσή μας;

 

Σχολιάστε

ΤΟ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας. [Χαρ. Μπούσιας]

Τὸ Παράκλητον Πνεῦμα,
ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας.

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.             Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ μας, καὶ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς Πατέρες καὶ Διδασκάλους ὡς ἡ ψυχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο συγκροτεῖ ὁλόκληρο τὸ θεσμό της, καθὼς τονίζεται στὸ ἰδιαίτερα γνωστὸ στιχηρὸ τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς. Πάντα χορηγεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον βρύει προφητείας, ἱερέας τελειοῖ, ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξεν, ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν, ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας. Χωρὶς τὴν ἐπενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ χωρὶς τὰ χαρίσματά Του δὲν μπορεῖ οὔτε Ἐκκλησία νὰ ὑπάρξει, οὔτε Μυστήρια νὰ τελεσθοῦν, οὔτε ὁμολογία πίστεως νὰ γίνει, οὔτε ἁγιότητα βίου νὰ ἐπιτευχθεῖ.
.             Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ὁμίλησε καὶ συνεχίζει νὰ ὁμιλεῖ διὰ τῶν Προφητῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο χαριτώνει καὶ φωτίζει τοὺς ἁγίους ἀνθρώπους, τελειοποιεῖ τοὺς ἱερεῖς, μεταβάλλει τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ γινόμαστε ἐμεῖς οἱ πιστοὶ σύσσωμοι και σύναιμοι Χριστοῦ. Σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς παπικοὺς στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας τὰ πάντα συντελοῦνται μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὰ πάντα ἐπιτυγχάνονται μὲ τὴ χάρη καὶ τὴν ἐπενέργειά Του. Αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ Χριστὸς εἶχε προείπει τὴν ἔλευση καὶ γι’ αυτό παρότρυνε τοὺς Ἀποστόλους νὰ μὴν φύγουν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα ἕως ὅτου λάβουν τὴν ἐπαγγελία τοῦ Πατρός Του. Ὅταν θὰ ἔλθει ὁ Παράκλητος, εἶπε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, Ἐκεῖνος θὰ σᾶς διδάξει, θὰ σᾶς ὑπενθυμίσει τὸ τί ἔκανα καὶ τὸ τί εἶπα. «Ὅταν ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ Πατρός,τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ» (Ἰωάν, ιε΄ 26).
.             Την πεντηκοστὴ ἡμέρα μετὰ τὸ Πάσχα κατέβηκε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν» στὶς κεφαλὲς τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι φωτίσθηκαν καὶ ἄρχισαν νὰ λαλοῦν διάφορες γλῶσσες. Ἔκτοτε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔμεινε μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ θὰ μένει μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἐκεῖνο ποὺ δίδει τὴν πνευματικότητα στὶς ζῶσες ὑπάρξεις. «Ἁγίῳ Πνεύματι πᾶσα ψυχὴ ζωοῦται καὶ καθάρσει ὑψοῦται λαμπρύνεται…». Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ζεῖ μέσα στὴν Εκκλησία διὰ τῶν Μυστηρίων. Ἀνασταίνει τὶς ψυχές, συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες, δίδει τὰ χαρίσματα, χρίει τοὺς πιστούς, δίδει τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν στὴν ἐξομολόγηση, μετουσιάζει τὰ Τίμια Δῶρα κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία. Στὴν ἱερωσύνη δίδει τὰ χαρίσματα στὸν χειροτονηθέντα, στὸ γάμο ἑνώνει δύο ὑπάρξεις, στὸ εὐχέλαιο δίδει τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ἐνεργεῖ στὴν ἴαση τῆς ἀσθενείας.
.             Ἰδιαιτέρως τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐνεργεῖ σὲ κάθε Χριστιανὸ καὶ μάλιστα δυναμικὰ δίνοντάς του οὐράνιες δωρεές, ὅπως εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη, ἡ μακροθυμία, ἡ πραότητα, ἡ χρηστότητα, ἡ πίστη, ἡ ἀγαθοσύνη. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ φωτίζει τὸν Χριστιανὸ νὰ ἐννοεῖ τὸ θεῖο λόγο στὸ κήρυγμα, στὴ μελέτη. Ὕστερα τὸν ἐνισχύει στὸν ἀγῶνα τὸν πνευματικὸ κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ στὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν.
.             Ἐνεργεῖ, ὅμως, σ’ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς τὸ Πανάγιο Πνεῦμα; Ὄχι, δὲν ἐνεργεῖ σὲ ὅλους. Δὲν ἐνεργεῖ σὲ αὐτοὺς ποὺ ἐμμένουν στὴν ἁμαρτία, στοὺς ἀδιάφορους, στοὺς τυπολάτρες. Αὐτοὶ εἶναι τὰ ἀσθενικὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχουν στὴν Εκκλησία οἱ ὑγιεῖς πιστοὶ καὶ οἱ ἀσθενεῖς πιστοί. Οἱ ἀσθενεῖς πιστοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν ἐκτελοῦν τὰ πνευματικὰ τους καθήκοντα. Σὲ αὐτούς, λοιπόν, δὲν ἐνεργεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, διότι Αὐτὸ δὲ μπορεῖ νὰ πλησιάσει τὴν ἁμαρτία. Αὐτὸς ποὺ ἁμαρτάνει, εἶναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας: «Πᾶς ὁ ἁμαρτάνων οὐχ ἑώρακεν αὐτὸν οὐδὲ ἔγνωκεν αὐτόν» (Α´ Ἰωάν, γ´ 6). Πρέπει ὁ ἁμαρτάνων νὰ στραφεῖ στὴ μετάνοια, γιὰ νὰ ἐνεργήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ νὰ τὸν βοηθήσει, ὥστε νὰ φέρει εἰς πέρας τὴ σωτηρία του.
.             Ὅλοι μας ἔχουμε τὴν ἀνάγκη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει καθορίσει αὐτὴν τὴν ὡραία προσευχὴ ποὺ λέγεται ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς μέχρι τὸ Μέγα Σάββατο, τὸ «Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγὸς, ἐλθὲ, καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν, καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλίδος, καὶ σῶσον, Ἀγαθέ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Παρακαλοῦμε τὸν Κύριο νὰ εἶναι πάντα μέσα μας τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Τὸ ἴδιο μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Τὸ Πνεῦμα μὴ σβέννυτε» (Α΄ Θεσ. ε΄ 19). Ἂς προσέξουμε, λέει, μὴ χάσουμε τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ πότε τὴ χάνουμε; Ὅταν ἐμμένουμε στὴν ἁμαρτία, ὅταν δὲν προσπαθοῦμε νὰ μειώσουμε ὁρισμένα ἐλαττώματα. Γι’ αὐτὸ συνέχεια πρέπει νὰ λέμε τὸ «Βασιλεῦ Οὐράνιε», ἀφοῦ εἶναι ἀπαραίτητο τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο μέσα στὶς καρδιές μας, γιὰ νὰ ἔχουμε ζωὴ πνευματική. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ζωογονεῖ: «Ἁγίῳ Πνεύματι πᾶσα ψυχὴ ζωοῦται, καὶ καθάρσει ὑψοῦται λαμπρύνεται…». Αὐτὸ καθαρίζει τὴν ψυχή, τὴν ἐξυψώνει, τὴν κάνει, ὅπως τὴ θέλει ὁ Θεός μας.
.             Τώρα γιατί ἀπὸ τὸ Μέγα Σάββατο ἕως τὴν Πεντηκοστὴ δὲν λέμε τὸ «Βασιλεῦ Οὐράνιε»; Ἀπεδήμησε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο; Ἀνέβηκε στοὺς οὐρανοὺς μαζὶ μὲ τὸν Χριστό; Ὄχι, ἀλλὰ δὲν εἶχε ἔλθει ἀκόμα. Μετὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου κατῆλθε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καὶ ἡ Ἐκκλησία μας ἔτσι τὸ θέσπισε, γιατὶ αὐτὲς τὶς ἡμέρες, τὸ λόγο ἔχει ὁ Χριστός μας, ὁ ἀναστημένος μας Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος ἦλθε γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο. Ὁ Πατήρ δημιούργησε, ὁ Χριστὸς ἔσωσε, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία ὅλον τὸν κόσμο. Εἶναι μονίμως ἐδῶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τὸ τρίτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐνεργεῖ, θαυματουργεῖ, συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία. Γι’ αὐτὸ ὅποιος τὰ βάζει μὲ αὐτὴν τὰ βάζει μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Εἶναι δυνατὸ νὰ νικηθεῖ ὁ Θεὸς ποτέ;
.             Ἡ πα­ρου­σί­α καὶ ἡ ἀ­πο­στο­λὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύ­μα­τος μέ­σα στὸν κό­σμο μαρ­τυ­ρεῖται ἀ­πὸ τὶς πολ­λὲς βι­βλι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς τό­σο στὴν Πα­λαιὰ ὅ­σο καὶ στὴν Και­νὴ Δια­θή­κη. Κα­τὰ τὴ δη­μιουρ­γί­α τοῦ κόσμου «πνεῦ­μα Θε­οῦ ἐ­πε­φέ­ρε­το ἐ­πά­νω τοῦ ὕ­δα­τος» (Γεν. α΄ 2). Στὸν κα­τα­κλυ­σμὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Νῶε ὁ Θεὸς «ἐ­πή­γα­γε πνεῦ­μα ἐ­πὶ τὴν γῆν καὶ ἐ­κό­πα­σε τὸ ὕ­δωρ» (Γεν. δ΄ 1). Στὴν ὠ­δὴ τοῦ Μω­ϋ­σέως, με­τὰ τὴν ἔ­ξο­δο, δο­ξο­λο­γεῖ­ται ὁ Θε­ὸς μὲ τὴ φράση: «Ἀ­πέ­στει­λας τὸ πνεῦ­μά σου, ἐ­κά­λυ­ψεν αὐ­τοὺς θά­λασ­σα, ἔ­δυ­σαν ὡσεὶ μό­λι­βος ἐν ὕδα­τι σφο­δρῷ» (Ἐξ. ιε΄ 10). Ἐ­πί­σης ὁ Μω­υ­σῆς εὐ­λο­γεῖ τὸν Ἰ­η­σοῦ τοῦ Ναυ­ῆ ὅ­τι «οὗ­τος ἐνε­πλή­σθη πνεύ­μα­τος συ­νέ­σε­ως» (Δευτ. λε΄ 9)», καὶ στὸν 50ο ψαλ­μὸ χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς πνεῦμα «εὐ­θές», «ἅγιον», «ἡ­γε­μο­νι­κόν, ἐ­νῶ ἡ Σοφία Σο­λομῶντος τὸ χα­ρα­κτη­ρί­ζει πνεύ­μα «φι­λάν­θρω­πον» (Σοφ. Σολ. α΄ 5).
.             Τέ­λος τὸ Ἅγιον Πνεύῦμα εἶναι τὸ «λα­λῆσαν διὰ τῶν προ­φη­τῶν». Ὁ προ­φή­της Ἡ­σα­ΐ­ας ση­μειώ­νει: «Πνεῦ­μα Κυ­ρί­ου ἐπ’ ἐ­μέ, οὗ ἕνε­κεν ἔχρι­σέ με» (Ἡσ. ξ´ 1) καὶ ὁ Ἰε­ζε­κι­ήλ ση­μειώ­νει: «…καὶ ἦλ­θεν ἐπ’ ἐ­μὲ πνεῦμα καὶ ἔ­στη­σέ με ἐ­πὶ τοὺς πό­δας μου καὶ ἐ­λά­λη­σε πρός με…» (Ἰεζ. γ΄ 24).
.             Πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐν­δει­κτι­κὲς πε­ρὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, σχε­τι­κὰ μὲ τὴν ἔ­λευ­ση καὶ μὲ τὸ ἔρ­γο Του μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, εἶ­ναι οἱ ἀνα­φο­ρὲς στὴν Και­νὴ Δια­θή­κη. Κατ’ ἀρ­χὴν ἡ Γέν­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ «ἐκ πνεύ­μα­τος ἐ­στὶν ἁ­γί­ου» (Ματ­θ. α΄ 21). Στὸν Εὐαγ­γε­λι­σμὸ τῆς Θε­ο­τό­κου ὁ Ἀρχάγ­γε­λος Γα­βρι­ὴλ θὰ τῆς ἀ­πα­ντή­σει στὴν ἔκ­πλη­ξή της: «Πνεῦ­μα Ἅ­γιον ἐ­πε­λεύ­σε­ται ἐ­πὶ σὲ καὶ δύ­να­μις Ὑ­ψί­στου ἐ­πι­σκιά­σει σοι», (Λουκ. α΄ 35). Στὴν ἔ­ρη­μο ὁ Ἰω­άν­νης ἐπα­να­λαμ­βά­νει: «Ἐγὼ μὲν βα­πτί­ζω ὑ­μᾶς ἐν ὕ­δα­τι εἰς με­τά­νοιαν, ὁ δὲ ὀ­πί­σω μου ἐρχό­με­νος…βα­πτί­σει ὑ­μᾶς ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ καὶ πυ­ρί» (Ματ­θ. γ´ 11).
.             Ἐ­πί­σης ἔ­χου­με καὶ αἰ­σθη­τὴ τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύματος κα­τὰ τὴ Βά­πτι­ση τοῦ Κυ­ρί­ου: «Ἐ­γέ­νε­το ἀ­νε­ω­χθῆ­ναι τοὺς οὐ­ρα­νοὺς καὶ κα­τα­βῆ­ναι τὸ πνεῦ­μα τὸ Ἅ­γιον σω­μα­τι­κῶς ἐν εἴ­δει πε­ρι­στε­ρᾶς» (Λουκ. γ΄ 21-22). Κα­τὰ τὴ Με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ Κυρίου «…Ἰ­δοὺ νε­φέ­λη φω­τει­νὴ ἐ­πε­σκί­α­σεν αὐ­τούς» (Ματ­θ. ιζ΄ 5). Πρό­κει­ται, κα­τὰ τοὺς πα­τέ­ρες, γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύμα­τος ὡς «φω­τει­νῆς νε­φέ­λης», ποὺ «ἐπε­σκί­α­σε» τοὺς μα­θη­τὲς τοῦ Κυ­ρί­ου.
.             Τέ­λος, ἔχου­με τὴν αἰ­σθη­τὴ πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος κα­τὰ τὴν ἡμέ­ρα τῆς Πε­ντη­κο­στῆς, ὅ­ταν οἱ μα­θη­τὲς «ὤ­φθη­σαν αὐτοῖς δια­με­ρι­ζό­με­ναι γλῶσ­σαι ὡ­σεὶ πυ­ρός …ἐ­πλή­σθη­σαν ἅ­πα­ντες Πνεύ­μα­τος Ἁγί­ου» (Πραξ. β´ 1-3).
.             Εἶ­ναι αὐ­στη­ρὴ ἐξ ἄλλου ἡ προ­ει­δο­ποί­η­ση τοῦ Κυ­ρί­ου, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴ βλα­σφη­μί­α κα­τὰ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ποὺ ση­μαί­νει, κατὰ τοὺς πα­τέ­ρες, τὴν ἀ­με­τα­νο­η­σί­α τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ τὴν παραμο­νή του στὴν ἁ­μαρ­τί­α. «Ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μὶν· Ὃς ἂν βλα­σφη­μή­σῃ εἰς τὸ Πνεῦ­μα τὸ Ἅ­γιον οὐκ ἔ­χει ἄ­φε­σιν εἰς τὸν αἰῶ­να, ἀλ­λ’ ἔ­νο­χος ἐ­στὶν αἰω­νί­ου κρί­σε­ως» (Μάρ­κ. γ´ 28-29).
.             Ὁ Κύ­ριος λί­γο πρὶν ἀπὸ τὸ Πά­θος Του ὑπο­σχέθηκε­ στοὺς μαθη­τές Του τὴν ἀ­πο­στο­λὴ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ὡς Πα­ρα­κλή­του, δη­λα­δή, ὡς ἐ­νι­σχυ­τοῦ στὸ ἔρ­γο τους. Τοὺς εἶπε: «…Καὶ ἐ­γὼ ἐ­ρω­τή­σω τὸν πα­τέ­ρα καὶ ἄλ­λον πα­ρά­κλη­τον δώ­σει ὑ­μῖν… τὸ πνεύῦμα τῆς ἀλη­θεί­ας» (Ἰω­άν. ιδ΄ 15), γιὰ νὰ ἐπαναλάβει στη συ­νέ­χεια: «…Ὁ δὲ πα­ρά­κλη­τος, τὸ Πνεῦ­μα τὸ Ἅ­γιον, Ὃ πέμ­ψει ὁ Πα­τὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, Ἐκεῖ­νος ὑ­μᾶς δι­δά­ξει πά­ντα…» (Ἰωάν. ιε´ 25-26). Κα­τὰ τὸν Ἅγιο Κύριλλο, Ἐπί­σκο­πο Ἱε­ρο­σο­λύ­μων, «κα­λεῖ­ται τὸ πνεῦ­μα πα­ρά­κλη­τος, ὡς πα­ρη­γο­ροῦν ἡ­μᾶς, βο­η­θοῦν τὰς ἀ­σθε­νεί­ας ἡ­μῶν καὶ ἐντυγ­χά­νων ὑ­πὲρ ἡ­μῶν».
.             Μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος οἱ Α­πό­στο­λοι συνέχισαν τὸ ἔρ­γο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ ἀ­πο­στο­λι­κὴ πε­ρί­ο­δος εἶ­ναι κατ’ ἐ­ξο­χὴν ἁγιοπνευ­μα­τι­κή, ση­μεῖ­ον ἀ­να­φο­ρᾶς στὴν ἀ­νὰ τὴν οἰκουμένη πο­ρεί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἔτσι, ἡ εἴ­σο­δος τῶν ἐ­θνι­κῶν στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­πως ἀπο­φά­σι­σε ἡ Ἀ­πο­στο­λι­κὴ Σύ­νο­δος (48 μ.Χ.), θε­ω­ρεῖ­ται ὡς καρ­πὸς τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἀ­φοῦ «…ἔ­δο­ξε τῷ Ἁ­γί­ω Πνεύ­μα­τι καὶ ἡ­μῖν» (Πραξ. ιε΄ 28) γρά­φουν οἱ Ἀ­πό­στο­λοι στοὺς Χρι­στια­νοὺς τῆς Ἀντιοχεί­ας.
.             Στὴ συ­νέ­χεια ὁ Ἀπόστολος Παῦ­λος μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ γιὰ τὶς «δω­ρε­ὲς» καὶ τὰ «χα­ρί­σμα­τα» τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ση­μειώ­νει στὴν πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολή του «Α´ Κορ. ιδ´ 4»: «Διαι­ρέ­σεις χα­ρι­σμά­των εἰσί, τὸ δὲ αὐ­τὸ Πνεῦ­μα. Ἑ­κά­στῳ δὲ δί­δο­ται ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύ­μα­τος πρὸς τὸ συμ­φέ­ρον». Ὑπάρ­χουν χαρίσματα «ἔκτα­κτα» (π.χ. προ­φη­τεί­α, γλωσ­σο­λα­λί­α κ.α.) καὶ χαρίσμα­τα «μόνι­μα». Γι’ αὐ­τὸ ση­μειώ­νει: «Εἴ­τε προ­φη­τεῖ­αι καταργη­θή­σον­ται, εἴτε γλῶσσαι παύσονται (Α΄ Κορ. ιγ΄ 8) «Νυ­νὶ μέ­νει πί­στις, ἐλ­πίς, ἀγά­πη, τὰ τρί­α ταῦ­τα, μεί­ζων δὲ τού­των ἡ ἀγάπη» (Α´ Κορ. ιγ´13). Κι ἔ­τσι φθά­νου­με στὰ «μό­νι­μα» χα­ρί­σμα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ὅπως εἶ­ναι, κυ­ρί­ως, ἡ ἀ­γά­πη, ἡ ὁ­ποί­α «ουὐδέ­πο­τε ἐκ­πί­πτει» καὶ συ­μπλη­ρώ­νει: «ζη­λοῦτε …τὰ χα­ρί­σμα­τα τὰ κρείτ­το­να…ζη­λοῦ­τε τὰ πνευ­μα­τι­κά» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 31). Καὶ τέ­τοια χα­ρί­σμα­τα, ὡς καρ­πὸς τοῦ πνεύ­μα­τος, «…ἐ­στίν ἀ­γά­πη χα­ρά, εἰ­ρή­νη, μα­κρο­θυ­μί­α, χρη­στό­της, ἀγα­θω­σύ­νη, πί­στις, πρα­ό­της, ἐ­γκρά­τεια… (Γαλ. ε΄ 22). Ἔ­τσι ὁ ἄνθρω­πος γί­νε­ται «πνευ­μα­τι­κὸς» καὶ «χαρισματι­κός».
.             Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη περιγράφεται ἕνα περιστατικὸ κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ πατριάρχης Ἀβραὰμ φιλοξένησε τρεῖς ἄνδρες στὴ σκηνή του (Γένεση, κεφάλαιο 18). Ὁ Ἀβραὰμ δέχτηκε τὸν Θεὸ ὡς Τριάδα Προσώπων, τὰ Ὁποῖα παρουσιάσθηκαν ὡς ἄνδρες ἀγγελιοφόροι. Οἱ τρεῖς Ἄγγελοι δηλαδὴ ποὺ δέχθηκε ὁ Ἀβραὰμ ἦταν ἄκτιστοι, ἦταν τὰ τρία πρόσωπα τοῦ Θεοῦ μας, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὑπάρχει καὶ ἕνα Τροπάριο τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐκφράζει αὐτή τὴν ἀποψη, ψαλλόμενο τὴν Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου. «Μέτοικος ὑπάρχων ὁ ᾿Αβραάμ, κατηξιώθη τυπικῶς ὑποδέξασθαι, ἑνικὸν μὲν Κύριον ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν, ὑπερούσιον, ἀνδρικαῖς δὲ μορφώσεσιν (Κανὼν Μεσονυκτικοῦ, ᾠδὴ ϛ´). Ἡ Ἁγία Γραφὴ γιὰ τὴ φιλοξενία τοῦ Ἀβραὰμ γράφει: «Ὤφθη δὲ αὐτῷ ὁ Θεὸς πρὸς τῇ δρυΐ τῇ Μαμβρῇ» (Γέν. ιη´ 1).
.             Τώρα γιὰ τὸ πῶς γίνεται ὁρατὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἂν αὐτὸ τοὺς συνοδεύει στὴ ζωή τους ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ σὲ συζήτησή του μὲ τὸν Μοτοβίλωφ εἶπε:
– Στὴν ἐποχὴ ποὺ ζοῦμε, φθάσαμε σὲ τέτοια χλιαρότητα πίστεως καὶ σὲ τέτοια ἔλλειψη εὐαισθησίας ὡς πρὸς τὴν κοινωνία μας μὲ τὸν Θεό, ποὺ ἔχουμε ἀπομακρυνθεῖ ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωή. Ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰακώβ, ὁ Μωϋσῆς εἶδαν τὸν Θεό. Ἡ στήλη τῆς πύρινης νεφέλης, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, χρησίμευε γιὰ ὁδηγὸς στὸν Ἑβραϊκὸ λαὸ μέσα στὴν ἔρημο. Οἱ ἄνθρωποι ἔβλεπαν τὸν Θεὸ καὶ τὸ Πνεῦμά Του ὄχι σὲ ὄνειρο ἢ σὲ ἔκσταση, προϊόντα ἀρρωστημένης φαντασίας, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα. Ἔτσι ἀπρόσεκτοι ποὺ γίναμε, ἀντιλαμβανόμαστε τὰ λόγια τῆς Γραφῆς ἀλλοιώτικα ἀπ’ ὅ,τι θὰ ἔπρεπε. Καὶ ὅλα αὐτὰ γιατὶ ἀντὶ νὰ ἀναζητοῦμε τὴ χάρη, τὴν ἐμποδίζουμε νὰ ἔλθει νὰ κατοικήσει στὶς ψυχές μας ἀπὸ διανοητικὴ ὑπεροψία.
.             Μὴ λησμονοοῦμε ὅτι ὁ Αδάμ δημιουργήθηκε ζῶον, ὅμοιο μὲ τὰ ἄλλα πλάσματα ποὺ ζοῦν στὴ γῆ, ἂν καὶ ἀνώτερος ἀπὸ ὅλα αὐτά. Θὰ ἔμενε ζῶο, ἂν δὲν εἶχε δεχθεῖ «τὴν πνοὴ τῆς ζωῆς», τὸ πνεῦμα, ποὺ τὸν ἔκανε συγγενῆ μὲ τὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος μόνο ζωοποιήθηκε ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ ἐνοικεῖ μέσα του.
.             Τὸ δυστύχημα εἶναι, ὅτι ἐμεῖς προχωρώντας στὴν ἡλικία δὲν αὐξάνουμε στὴ σοφία, ὅπως ὁ Κύριός μας ( Λουκ. β΄ 52), ἀλλὰ ἀντίθετα φθειρόμαστε ὅλο καὶ περισσότερο καὶ γινόμαστε ἁμαρτωλοί, ἀπεχθῶς μάλιστα ἁμαρτωλοί, ἀφοῦ χάσαμε τὴ χάρη ποὺ εἴχαμε δεχθεῖ στὴν ἀρχή. Ἂν παρ’ ὅλα αὐτὰ ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος ἀποφασίσει νὰ ξαναγυρίσει στὸν Θεὸ ἀκολουθώντας τὴν ὁδὸ τῆς μετανοίας, πρέπει νὰ ἐξασκήσει τὶς ἀρετές, τὶς ἀντίθετες πρὸς τὰ ἀμαρτήματα ποὺ εἶχε διαπράξει. Θὰ ξαναβρεῖ τότε μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ ἐνεργεῖ καὶ νὰ θεμελιώνει τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ, «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν » (Λουκ . ιζ´ 21), καὶ «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» ( Ματθ . ια´ 12).
.             Σὲ δεύτερη ἐρώτηση τοῦ Μοτοβίλωφ γιὰ τὸ πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀναγνωρίσει τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ στὴν ἐνέργεια τοῦ ἄρχοντος τοῦ σκότους ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ ἀπάντησε:
.             «Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ «ἐπαναφέρει ἀδιάκοπα στὴ μνήμη μας τὰ λόγια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ γεμίζει τὶς καρδιές μας μὲ χαρὰ καὶ εἰρήνη, ἐνῶ τὸ σατανικὸ πνεῦμα, τὸ πονηρόν, ἐργάζεται κατ’ ἀντίστροφη ἔννοια. Οἱ ἐνέργειες του ἐπάνω μας εἶναι θορυβώδεις, μᾶς παρακινοῦν πρὸς τὴν ἀνταρσία καὶ μᾶς κάνουν σκλάβους τῆς σαρκικῆς ἁμαρτίας, τῆς ματαιοδοξίας καὶ τῆς ὑπερηφάνειας.
.             Ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐμφανίζεται σὰν ἕνα ἄρρητο φῶς σὲ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ὁ Θεὸς ἐπιθυμεῖ νὰ φανερωθεῖ. Ἐμφανίζεται μὲ χαρὰ καὶ εἰρήνη, μὲ γλυκύτητα, μὲ θερμότητα, ποὺ καὶ στὸ χιόνι μέσα νὰ εἶσαι χωμένος νομίζεις ὅτι εἶσαι μέσα σὲ ἀτμόλουτρο καὶ μὲ εὐωδία ἀσύγκριτη.
.             Ἔτσι ὅταν ἡ Θεία Χάρις κατοικεῖ μέσα στὰ βάθη τῆς ὑπάρξεως μας, στὴν καρδιά μας. «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστί» ( Λουκ. ιζ΄ 21). Μὲ τὴ φράση «βασιλεία τοῦ Θεοῦ » ἐννοεῖ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὴ ἡ βασιλεία βρίσκεται τώρα μέσα μας, μᾶς θερμαίνει, μᾶς φωτίζει, εὐχαριστεῖ τὶς αἰσθήσεις μας καὶ γεμίζει μὲ ἀγαλλίαση τὴν καρδιά μας. Ἡ τωρινή μας κατάσταση μοιάζει μὲ αὐτὴ γιὰ τὴν ὁποία ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: «οὐκ ἐστίν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρῶσις καί πόσις, ἀλλὰ δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη καὶ χαρὰ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ » (Ρωμ. ιδ΄ 17).
.             «Όσο γιὰ τὴ διαφορετικὴ κατάσταση μεταξὺ μοναχῶν καὶ λαϊκῶν ἐνώπιον Θεοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι πιστεύω ὅτι δὲν ὑπάρχει. Ἀπὸ ὅλους μας ὁ Θεὸς ζητάει μιὰ καρδιὰ γεμάτη πίστη καὶ ἀγάπη. Ἐκεῖ βρίσκεται ὁ θρόνος στὸν ὁποῖο ἀρέσκεται νὰ κάθεται καὶ ἐκεῖ ἐμφανίζεται μέσα στὴν πληρότητα τῆς δόξης Του. «Υἱέ, δός μοι σὴν καρδίαν» (Παροιμ. κγ´ 26) καὶ τὰ ὑπόλοιπα θὰ σοῦ τὰ δώσω ἐγὼ πολλαπλάσια. Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ χωρέσει τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. « Ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην Αὐτοῦ», λέγει ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του «καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ϛ´ 33). « Οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρήζετε τούτων ἁπάντων».
.             Ὁ Ἅγιος Σιλουανός, ὁ νεοφανὴς αὐτὸς νηπτικὸς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐπαναλάμβανε ὅτι, ἡ ψυχὴ ποὺ διακατέχεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θλίβεται, ὅταν βλέπει τὸν ἄλλο νὰ ὑποφέρει. Ποθεῖ καὶ γι’ αὐτὸν καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο τὴν ἴδια χάρη ποὺ καὶ αὐτὴ ἔλαβε. Ἐπιθυμεῖ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ γνωρίσουν τὴν ἴδια ὀμορφιά, νὰ μετανοήσουν, νὰ δοῦν τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀνακαλύψουν τὴν εὐσπλαχνία Του καὶ νὰ σωθοῦν. Ἐπιθυμεῖ τὸ κακὸ νὰ ἐκδιωχθεῖ ἀπὸ τὴ γῆ καὶ νὰ βασιλεύσει ἡ εἰρήνη. Ἡ ἀγάπη, ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη, δὲν ἀνέχεται τὴν ἀπώλεια οὔτε μιᾶς ψυχῆς. Ὁ ἀδελφός μας εἶναι ἡ ζωή μας. Θὰ δοξασθοῦν αὐτοὶ πού, ἐπειδὴ ἦταν πλήρεις ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὑπέμειναν τὸν πόνο ὅλου τοῦ κόσμου.
.             Τὰ δάκρυα ἔτρεχαν ἀσταμάτητα στὰ μάτια τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ ἡ καρδιά του πονοῦσε γιὰ ὅλη τὴν κτίση ποὺ ζοῦσε μακριὰ ἀπὸ τὸν Ποιητὴ καὶ Δημιουργό της. Ἡ προσευχή του μὲ πόνο βαθὺ ἀνέβαινε πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἔλεγε: «Δέομαι Σου, ἐλεῆμον Κύριε, ἵνα γνωρίσωσί Σε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ πάντες οἱ λαοὶ τῆς γῆς».
.             Στὰ νέα οἰκονομικὰ δεδομένα τῆς καθημερινότητας μποροῦσε κανεὶς μέχρι ἕνα σημεῖο νὰ ἀντιμετωπίσει τὰ πράγματα μέσω μιᾶς καταναλωτικῆς μανίας. Σήμερα, ὅμως, ποὺ στένεψαν τὰ οἰκονομικά, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, ἐρχόμαστε νὰ ἀντιμετωπίσουμε καὶ τὸν ἐσωτερικό μας ἑαυτό. Ἕνα κενὸ ἀπὸ πνευματικὰ ἐφόδια ποὺ δύσκολα τὸ ἀναγνωρίζουμε.
.             Ἡ βοήθεια τῶν Ἁγίων ἀφ’ ἑνὸς μᾶς θεραπεύει μὲ τὴν ὑπομονή, γιατὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ἀπελπισία, ἡ ἀπομόνωση μᾶς φέρνουν σὲ μιὰ αὐτοεξέταση. Ἀφ’ ἑτέρου τὸ «μὴ ἀπελπίζου» τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀναδιάταξη τῶν προτεραιοτήτων μας.
.             Νὰ γεμίζουμε μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνορθώσεως σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ζωῆς μας. Καὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι σὲ αὐτὴ τὴν τραγικότητα τῆς ἀπελπισίας, μόνο ἄνθρωποι ποὺ βιώνουν τὸν πόνο, τὴ δυστυχία τοῦ ἄλλου, μποροῦν νὰ προσφέρουν λύσεις. Μόνο ἄνθρωποι ποὺ ἐνοικεῖ μέσα τους τὸ Πανάγιο Πνεῦμα. Ἂς τὸ ἐπιζητοῦμε, λοιπόν, πάντοτε λέγοντας «Βασιλεῦ οὐράνιε, ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν», καὶ ἂς μὴν τὸ λυποῦμε, ἀλλὰ νὰ τὸ χαροποιοῦμε μὲ τὴ συμπεριφορὰ καὶ τὶς πράξεις σωφροσύνης καὶ εὐποιΐας μας, γιὰ νὰ χαιρόμαστε καὶ ἐμεῖς μόνιμα κοντά Του.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

,

Σχολιάστε