Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΘΕΟΛΟΓΙΑ"

ΟΣΤΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΓΛΟΥΤΕΝΗΣ!… (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ὄστια ἐλεύθερη γλουτένης!…

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.           Ἑβδομήντα χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ). Σὲ αὐτὸ συμμετέχουν οἱ δώδεκα ἀπὸ τὶς δεκατέσσερις κατὰ τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Δὲν συμμετέχουν τὰ Πατριαρχεῖα τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Γεωργίας. Ἀποτελοῦν, σὲ ἀριθμό, μικρὴ μειοψηφία στὶς 338 παραφυάδες τοῦ Προτεσταντισμοῦ, ποὺ εἶναι μέλη του.
.           Ὅταν τὸ ΠΣΕ ξεκίνησε τὸ 1948, ἦσαν πολλοὶ οἱ Ὀρθόδοξοι Θεολόγοι, ποὺ ὑποστήριξαν τὴ συμμετοχὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας σὲ αὐτό. Βάσισαν τὴν ἄποψή τους στὸ ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι καθολική, ἑπομένως οἰκουμενικὴ καὶ βασικὸ στοιχεῖο Της εἶναι ἡ ἱεραποστολή. Πίστευαν ὅτι ἡ συναναστροφὴ τῶν Προτεσταντῶν μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους θὰ τοὺς κάνει νὰ γνωρίσουν τὴν Ἀλήθεια καὶ νὰ τοὺς ἀπελευθερώσει ἀπὸ τὶς πλάνες τους. Ἑβδομήντα χρόνια οἱ Προτεστάντες οὐδεμία θετικὴ ἐπίδραση ἔχουν δεχθεῖ ἀπό τοὺς Ὀρθοδόξους. Ἀντιθέτως συνεχῶς «ἐκσυγχρονίζουν» καὶ ἐκλογικεύουν τὴν Πίστη τους…
.         Μία ἀπὸ τὶς «ἐξελίξεις» εἶναι ἡ ἀνακοίνωση τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῶν Ἀγγλικανῶν, στὸ Μπέλφαστ τῆς Βόρειας Ἰρλανδίας, ὅτι ὅποιος ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ἐπιθυμεῖ νὰ λάβει τὴν ὄστια ἐλεύθερη γλουτένης νὰ τὸ δηλώσει ἐγκαίρως στὸ ναό!…  Οἱ Ἀγγλικανοὶ ἔχουν τὸ «μυστήριο» τῆς Μεταλήψεως ὡς ἀνάμνηση τοῦ γεγονότος τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καὶ ὄχι ὡς Ἱερὸ Μυστήριο, ποὺ διὰ τοῦ Ἀρχιερέως καὶ τοῦ ἱερέως ὁ πιστὸς κοινωνεῖ τοῦ ἀληθοῦς Σώματος καὶ τοῦ ἀληθινοῦ Αἵματος τοῦ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ. Οἱ Προτεστάντες πιστεύοντας ὅτι λαμβάνουν ἁπλὸ ἄζυμο ψωμὶ «ἐκσυγχρονίζονται» καὶ προσφέρουν αὐτὸ καὶ ἐλεύθερο γλουτένης! Αὔριο, γιατί ὄχι, νὰ προσφερθεῖ καὶ οἶνος ἐλεύθερος ἀλκοόλης…
.         Τὸ θέμα εἶναι πῶς οἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιμετωπίζουν αὐτὲς τὶς «καινοτομίες» τῶν Προτεσταντῶν. Ἡ «ἐλεύθερη γλουτένης» ὄστια εἶναι μία πρόσφατη ἐξέλιξη. Ἡ χειροτονία τῶν γυναικῶν, οἱ ἐξελίξεις σὲ θέματα βιοηθικῆς καὶ ἠθικῆς καὶ ἡ μετατροπὴ τῆς Πίστης σὲ τυπικότητα καὶ συναισθηματισμὸ εἶναι τὰ σημαντικότερα ποὺ ἔχουν ἀπομακρύνει ἀκόμη περισσότερο τοὺς Προτεστάντες ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.
.         Οἱ Ὀρθόδοξοι κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ποὺ συμμετέχουν στὰ ὄργανα τοῦ ΠΣΕ ἀνέχονται ἢ συμμετέχουν στὶς ἐνέργειες τοῦ ΠΣΕ. Π.χ. πανηγύρισαν ὡς πτωχοὶ συγγενεῖς πέρσι τὰ 500 χρόνια ἀπὸ τὴ θυροκόλληση στὴ Βιτεμβέργη τῶν 95 θέσεων τοῦ Λουθήρου (31.10.1517)! Συνήθως οἱ ἀποστελλόμενοι ἀπὸ τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες στὶς συνελεύσεις καὶ στὶς Ἐπιτροπὲς τοῦ ΠΣΕ δὲν εἶναι σημαντικὲς θεολογικὲς προσωπικότητες καὶ πολλοὶ δὲν γνωρίζουν κἂν ἄριστα μία ξένη γλώσσα. Ἔτσι δὲν ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ ἀρθρώσουν λόγο, ποὺ νὰ ἀκουστεῖ καὶ νὰ εἰσακουστεῖ. Οἱ πολλοὶ ἐκπρόσωποι πηγαίνουν στὸ ΠΣΕ περισσότερο γιὰ τὸ ταξίδι καὶ καθόλου ἕτοιμοι γιὰ ὁμολογιακὲς παρεμβάσεις.
.         Ἀπόδειξη τῆς ἀνοχῆς, τουλάχιστον, τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι ὅτι στὸ ἐκθετήριο τοῦ ΠΣΕ, στὴ Γενεύη, ὑπάρχει πίνακας, ποὺ ἔχει τίτλο «Τὸ γενεαλογικὸ δένδρο τοῦ προτεσταντισμοῦ». Δείχνει σὲ πίνακα τὴ θεωρία τῶν κλάδων. Ὅτι στὸ «γενεαλογικὸ δένδρο τοῦ Χριστιανισμοῦ» ὅλα ξεκίνησαν μὲ τὴν ἀρχαϊκὴ Ἐκκλησία καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ξεκίνησαν οἱ «κλάδοι», ποὺ ἀναπτύχθηκαν στὰ 2000 αὐτὰ χρόνια… Ὅλοι εἶναι ἰσότιμοι κλάδοι τῆς Μίας Ἐκκλησίας… Ἔτσι «κλάδοι» τοῦ ἰδίου δένδρου εἶναι οἱ Κουάκεροι, οἱ Ἀντβεντιστές, ὁ Στρατὸς Σωτηρίας, οἱ ἄλλες προτεσταντικὲς παραφυάδες καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι. Ἀλλὰ καὶ τοὺς Ὀρθοδόξους ὁ πίνακας τοὺς δείχνει διασπασμένους σὲ τρεῖς κλάδους: Στὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στὸ Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας καὶ στὶς ἄλλες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες…
.         Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἐπιδιώκει καὶ μεθοδεύει τὴ διαιώνιση τῆς παρουσίας τῶν Ὀρθοδόξων στὸ ΠΣΕ. Αὐτὸ ἀποδείχθηκε περίτρανα στὴ Σύνοδο στὴν Κρήτη*. Στὴν οὐσία οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει γιὰ τὴν παρουσία τους στὸ ΠΣΕ. Τὸ ΠΣΕ εἶναι σὲ παρακμή. Κρατιέται στὴ ζωὴ ἀπὸ τοὺς Προτεστάντες, γιατί θέλουν ἕνα τέτοιο θεσμὸ ὡς ἀντίβαρο στὸν οἰκουμενισμὸ τοῦ Βατικανοῦ. Οἱ Ὀρθόδοξοι δὲν ἔχουν καμία θέση στὰ γεωπολιτικὰ παιχνίδια Ρωμαιοκαθολικῶν καὶ Προτεσταντῶν. Στὸν ἐκκοσμικευμένο ἀνταγωνισμό τους, ἀφοῦ δὲν μποροῦν νὰ παρέμβουν, τουλάχιστον ἂς ἀπέχουν. Ἔτσι θὰ δείξουν ὅτι δὲν νοθεύουν τὴν Ἀλήθεια καὶ πὼς διατηροῦν τὴν ἀξιοπρέπειά τους.-

 

* Βλ.σχ. Γ.Ν. Παπαθανασόπουλου «Ἡ Σύνοδος στὴν Κρήτη, Ἐκκλησία – Προκαθήμενοι – Γεωπολιτικὴ» Ἔκδ. «Τῆνος», Ἀθῆναι, 2017.  

Advertisements

,

Σχολιάστε

ΕΞΙ καὶ ΜΙΑ ΛΙΡΕΣ

ΕΞΙ καὶ ΜΙΑ ΛΙΡΕΣ

Τοῦ Μητροπολ. Γόρτυνος Ἰερεμία

.             Ἦταν κάποτε ἕνας ζητιάνος. Καθόταν στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου καὶ ζήταγε βοήθεια. Περνοῦσαν οἱ ἄνθρωποι καὶ τοῦ ἔδιναν βοήθεια, ἄλλος μικρὴ καὶ ἄλλος μεγαλύτερη βοήθεια. Πέρασε ὅμως κάποιος μία ἡμέρα καὶ τοῦ ἔδωσε ἕξι λίρες. Ξαφνιάστηκε ὁ ζητιάνος. Ἕξι λίρες! Πεῖτε μου, χριστιανοί, τί ἔπρεπε νὰ κάνει στὸν φιλάνθρωπο ἄγνωστο κύριο, ποὺ τοῦ ἔδωσε μία τόση μεγάλη βοήθεια; Τὸ λιγώτερο ποὺ ἔπρεπε νὰ κάνει ἦταν νὰ πεῖ ἕνα μεγάλο «εὐχαριστῶ» γιὰ τὴν τόση μεγάλη προσφορά του σ᾽ αὐτόν. Ὅμως, ἀκοῦστε.
.             Ὁ ζητιάνος σκέφτηκε καὶ εἶπε: Γιὰ νὰ μοῦ δώσει ἐμένα αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τόσα πολλὰ χρήματα, γιὰ φαντάσου πόσα ἔχει!. Δὲν εἶναι καλὰ νὰ τὸν σκοτώσω, γιὰ νὰ τοῦ πάρω καὶ τὰ ὑπόλοιπα; Αὐτὸ σκέφτηκε καὶ αὐτὸ ἔκανε. Ἐκεῖ στὴν ἄκρη, ποὺ ἦταν μόνοι τους, μὲ μία πέτρα στὸ κεφάλι ὁ ζητιάνος ξάπλωσε κατὰ γῆς τὸν φιλάνθρωπο κύριο καὶ τὸν ἔψαξε καὶ τοῦ βρῆκε μία λίρα. Δηλαδή, ὁ καλὸς αὐτὸς κύριος εἶχε ἑπτὰ λίρες, ἔδωσε ἕξι τοῦ ζητιάνου καὶ κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτό του μία λίρα. Ἀγνώμονας καὶ κακὸς ποὺ φάνηκε ὁ ζητιάνος!…
.             Χριστιανοί μου, τὸ ἴδιο ἀγνώμονες στὸν Θεὸ εἴμαστε καὶ ἐμεῖς, ὅταν δὲν ἐκκλησιαζόμαστε. Ἀκοῦστε:
.             Ζητιάνος εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. «Δεηθῶμεν», λέμε. Δηλαδή, ὅλο ζητιανεύουμε ἀπὸ τὸν Θεό! Καὶ μᾶς δίνει ὁ καλὸς Θεός μας τὸν ἀέρα ποὺ ἀναπνέουμε, τὸ νερὸ ποὺ πίνουμε, μᾶς δίνει ὅλα τὰ ἀγαθά, μᾶς δίνει τὰ χρόνια της ζωῆς μας, τὶς ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος. Καὶ οἱ ἡμέρες καὶ ὁ χρόνος εἶναι χρῆμα. Μᾶς δίνει, λοιπόν, ὁ Θεὸς ἕξι λίρες. Ἡ Δευτέρα εἶναι ἡ μία λίρα. Ἡ Τρίτη, δύο. Τετάρτη τρεῖς λίρες. Πέμπτη τέσσερις. Παρασκευὴ πέντε, Σάββατο ἕξι λίρες. Καὶ κρατάει ὁ Θεὸς γιὰ τὸν Ἑαυτὸ Τοῦ μόνο μία λίρα, τὴν Κυριακὴ ἡμέρα! Ἐμεῖς, σὰν τὸ κακὸ ζητιάνο, ἀντὶ νὰ ποῦμε εὐχαριστῶ στὸν Θεὸ γιὰ τὶς ἕξι λίρες, τὶς ἕξι ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, παίρνουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν μία λίρα, καὶ τὴν Κυριακὴ ἡμέρα καὶ τὴν δίνουμε σὲ κοσμικὲς καὶ ἁμαρτωλὲς πολλὲς φορὲς ἐκδηλώσεις.
.             Χριστιανοί μου! Σεβασμὸς στὴν Κυριακή.

 

ΠΗΓΗ: imgortmeg.gr

 

,

Σχολιάστε

«ΟΙ ΔΥΟ ΚΑΝΟΝΕΣ (ΠΕΖΟΣ καὶ ΙΑΜΒΙΚΟΣ) τῆς ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ μὲ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ στὴν ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚH» [Νέα ἔκδοση]

Πρωτ. Ἀθανασίου Στ. Λαγουροῦ

ΟΙ ΔΥΟ ΚΑΝΟΝΕΣ
(ΠΕΖΟΣ καὶ ΙΑΜΒΙΚΟΣ)
ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ
ΜΕ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ
ΣΤHN ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚH
ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἑρμηνείας
τοῦ ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου

Ἐκδόσεις «ΤΗΝΟΣ»
ΑΘΗΝΑΙ 2017

.            Μιὰ ἐνδιαφέρουσα, πρωτότυπη καὶ χρήσιμη ἔκδοση. Ἀπὸ τὸν Πρόλογο παρατίθεται κατωτέρω μικρὸ ἀπόσπασμα:

.             «…Τὴν πίστη, τὴν ἐμπειρία, τὴν θεολογία καὶ τὴν εὐφρόσυνη ἐξύμνηση αὐτῆς τῆς πραγματικότητας, τοῦ Μυστηρίου δηλαδὴ τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως, περιέχουν οἱ δύο Ἀσματικοὶ Κανόνες τῶν Χριστουγέννων. Μαζὶ μὲ ὅλο τὸ σῶμα τῆς προχριστουγεννιάτικης ὑμνογραφίας, ποὺ ἔχει παραγάγει ὁ ἄφθαστος ποιητικὸς κάλαμος καὶ ὁ βαθὺς θεολογικὸς στοχασμὸς τῶν ἱερῶν Ὑμνο­γράφων, οἱ δύο Κανόνες τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως βοηθοῦν στὴν καλύτερη προσοικείωση τῶν δωρεῶν τῆς Σαρκώσεως.
Ὁ ἕνας Κανὼν εἶναι ὁ πεζός, ποίημα τοῦ Ἁγ. Κοσμᾶ τοῦ Μελωδοῦ (685-750 περ.), ὁ ὁποῖος ἔχει γράψει ὅλους τοὺς Κανόνες τῆς Μ. Ἑβδομάδος καὶ ἑπτὰ Κανόνες σὲ ἰσάριθμες Δεσποτικὲς ἑορτές. Καὶ ὁ ἄλλος Κανὼν εἶναι ὁ ἰαμβικός, ποίημα τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ (680-754 περ.) μεγάλου θεολόγου καὶ οἰκουμενικοῦ Διδασκάλου, ὁ ὁποῖος ἐκτὸς τῶν θεολογικῶν ἔργων του συνέθεσε 14 Κανόνες -ἄλλωστε εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς εἰσηγητὲς τοῦ ποιητικοῦ εἴδους τῶν Κανόνων- καὶ θεωρεῖται ὁ κατ᾽ ἐξοχὴν συντάκτης τῆς Ὀκτωήχου (ὕμνοι τῶν Ἑσπερινῶν καὶ Ὄρθρων τῶν Κυριακῶν στὸ βιβλίο τῆς Παρακλητικῆς).
.               Γι᾽ αὐτοὺς τοὺς Κανόνες τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως ὁ Φώτης Κόντογλου γράφει: “… Διάβαζα τ᾿ ἀρχαῖα τροπάρια, καὶ βρισκόμουνα σὲ μιὰ κατάσταση ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὴ μεταδώσω στὸν ἄλλον. Πρὸ πάντων ὁ ἰαμβικὸς Κανόνας ‘Ἔσωσε λαόν’, μὲ κεῖνες τὶς παράξενες καὶ μυστηριώδεις λέξεις, μ᾿ ἔκανε νὰ θαρρῶ πὼς βρίσκουμαι στὶς πρῶτες μέρες τῆς δημιουργίας, ὅπως ἦταν πρωτόγονη ἡ φύση ποὺ μ᾿ ἔζωνε, ὁ θεόρατος βράχος, ποὺ κρεμότανε ἀπάνω ἀπὸ τὴ μικρὴ ἐκκλησιά, ἡ θάλασσα, τ᾿ ἄγρια δέντρα καὶ τὰ χορτάρια, οἱ καθαρὲς πέτρες, τὰ ρημονήσια ποὺ φαινότανε πέρα στὸ πέλαγο, ὁ παγωμένος βοριὰς ποὺ φυσοῦσε κ᾿ ἔκανε νὰ φαίνουνται ὅλα κατακάθαρα, τ᾿ ἀρνιὰ ποὺ βελάζανε, οἱ τσομπάνηδες ντυμένοι μὲ προβιές, τ᾿ ἄστρα ποὺ λάμπανε σὰν παγωμένες δροσοσταλίδες τὴ νύχτα! Ὅλα τά ᾽βλεπα μέσ᾿ ἀπὸ τοὺς χριστουγεννιάτικους ὕμνους, μέσ᾿ ἀπὸ τὰ ἰαμβικὰ ἐκεῖνα ἀποκαλυπτικὰ λόγια, σὰν καὶ τοῦτα: ‘Ἄγων ἅπαντας, πρὸς σέλας ζωηφόρον Θεὸς πεφυκώς, ἐκ πυλῶν ἀνηλίων’, ‘ἥκεις πλανῆτιν, πρὸν νομὴν ἐπιστρέφων τὴν ἀνθοποιόν, ἐξ ἐρημαίων λόφων’. Αὐτοὶ οἱ ἐρημαῖοι λόφοι, σὰν τὸ βουνὸ ποὺ ζοῦσα πάνω του, τί μυστικὸ ἀντίλαλο εἴχανε μέσα στὴν ψυχή μου! Ὤ, τί εἶναι αὐτὴ ἡ γλῶσσα! Λόγια εἶναι αὐτὰ ἢ ἀντιφεγγίσματα ἀπὸ ἕναν ἄλλον κόσμο, γεμάτον ἀπὸ τὴ μυστικὴ φωτοχυσία τῆς ἀθανασίας! … Πῶς νὰ μεταφράσω αὐτὰ τὰ ἀμετάφραστα;”.
.                 Ἀλλὰ αὐτὰ τὰ ἀρχαῖα τροπάρια μὲ τὶς μυστηριώδεις λέξεις κρύβουν τὸ μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως καὶ χρειάζεται ὑποβοηθητικὴ ἑρμηνευτικὴ ἀπόδοση, ὥστε τὸ περιεχόμενό τους νὰ καταστεῖ προσιτὸ σὲ ὅσους δυσκολεύονται. Χρειάζεται ἑρμηνεία, ὄχι μετάφραση, γιατί ἡ μετάφραση «σκέτη» ἀδυνατεῖ νὰ μεταδώσει τὸ νόημά τους. Ὅπως παλιότερα ἔχουμε ὑποστηρίξει, “χρειάζεται πρωτίστως ἑρμηνεία θεολογική, ἱστορική, πραγματολογικὴ τὶς περισσότερες φορές, στὰ λειτουργικὰ κείμενα. Ἀπαιτεῖται γιὰ ἕνα τεράστιο ὄγκο δεδομένων διερμηνεία καὶ ἐξήγηση, ὥστε ἀκόμα καὶ οἱ ‘κατανοητές’, ἤδη μεταφρασμένες, λέξεις νὰ μεταδίδουν πραγματικὰ ἕνα κατανοητὸ μήνυμα”.
.               Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (1749-1809), ὁ “θεόπνους διδάσκαλος τῆς εὐσεβείας” ἔχει ἑρμηνεύσει μὲ ἐκτενῆ θεολογικὴ καὶ φιλολογικὴ ἑρμηνεία ὅλους τοὺς ἀσματικοὺς Κανόνες τῶν Δεσποτικῶν καὶ Θεομητορικῶν ἑορτῶν. Καὶ μάλιστα γιὰ τοὺς δύο τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως σημειώνει χαρακτηριστικά: “Καθὼς γὰρ οἱ Ἄγγελοι πρότερον κατ’ αὐτὴν τὴν νύκτα τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου, ἐξήγησαν εἰς τοὺς ποιμένας καὶ ἀγροίκους ἀνθρώπους τὸ παράδοξον τοῦτο Μυστήριον, οὕτω καὶ ἡμεῖς θέλομεν ἐξηγήση εἰς τοὺς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀγροικότεροι εἰς τὴν κατανόησιν τῶν γλαφυροτέρων ρημάτων καὶ νοημάτων”.
.                 Ἡ ἐξήγηση καὶ ἑρμηνεία αὐτὴ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν πρόσ­βαση στὰ νοήματα ἀλλὰ δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν «μετάφραση τῶν λειτουργικῶν κειμένων», ποὺ μερίδα θεολόγων ἀθεολογήτως ἐπιδιώκει καὶ μὲ ἰδιότυπο πεῖσμα προωθεῖ. Ἡ ἑρμηνευτικὴ ἀπόδοση χρησιμοποιεῖται γιὰ βοήθημα. Δὲν ἀντικαθιστᾶ οὔτε ἐκτοπίζει τὰ παραδεδομένα λειτουργικὰ καὶ ὑμνολογικὰ κείμενα. Κι ὅταν ἐπιτελέσει τὸ ἔργο της, δηλαδὴ νὰ ἐξηγήσει, ἐπιστρέφει ἥσυχα καὶ ταπεινὰ στὴν θέση της χωρὶς ἄλλες διεκδικήσεις» […]

Σχολιάστε

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΣΥΛΛΗΨΕΩΣ τῆς Θεοτόκου (Ἑορτὴ τῆς Ἁγ. Ἄννης);

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ
ΤΗΣ ΣΥΛΛΗΨΕΩΣ τῆς Θεοτόκου

(Ἑορτὴ τῆς Ἁγ. Ἄννης);

 Βλ. σχετ.:
ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΓΕΝΕΣΙΟΥ τῆς Θεοτόκου;
ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ τῆς Θεοτόκου;
ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ τῆς Θεοτόκου;
ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς Θεοτόκου; (παρὰ τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν)
ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς Θεοτόκου; (παρὰ τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν)-2

Ἡ ἑορτὴ τῆς Συλλήψεως

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Γεωργίου Ν. Φίλια, καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν:
«Οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας»,
ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι, 2004,
σελ. 27-29

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.              Στὶς 9 Δεκεμβρίου ἑορτάζεται ἡ «Σύλληψις τῆς Θεοτόκου» (ἑορτὴ τῆς ἁγίας Ἄννης, μητέρας τῆς Θεοτόκου). Τὸ μηνολόγιο τῆς ἡμέρας ἐκθέτει τὰ ἑορταζόμενα γεγονότα: πρὸς τὸν Ἰωακεὶμ καὶ τὴν Ἄννα, ὁ Θεὸς προεμήνυσε τὴ σύλληψη τῆς ἀγόνου καὶ στείρας, ἵνα βεβαιώσῃ τῆς Παρθένου τὴν γέννησιν. Ὅθεν συνελήφθη ἡ ἁγία παρθένος…ἐξ ἐπαγγελίας μέν, ἐξ ἀνδρὸς δὲ συναφείας [1]. Ἀπὸ τὸ ἑορτολογικὸ περιεχόμενο ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἡ βαρύτητα εὑρίσκεται στὸ γεγονός, τὸ ὁποῖο θὰ ἐπακολουθήσει καὶ στὸ ὁποῖο εἰσάγει ἡ Σύλληψη: στὴν γέννηση τῆς Παρθένου. Γι᾿αὐτὸ οἱ δύο ἑορτὲς (Σύλληψη καὶ Γενέσιον) εὑρίσκονται σὲ συνάφεια περιεχομένου, τοῦτο δὲ φαίνεται καὶ στοὺς ἐγκωμιαστικοὺς λόγους τῶν ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων.
.             Τὰ αἴτια καὶ οἱ χρονικὲς παράμετροι τοῦ ἡμερολογιακοῦ καθορισμοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ διερευνηθοῦν πλήρως. Θὰ ἀναμείνουμε, μᾶλλον, τὰ δεδομένα καθορισμοῦ τῆς ἑορτῆς τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου), ἐκ τῆς ὁποίας προφανῶς καθορίστηκε ἡ κατὰ ἐννέα μῆνες ἐνωρίτερον (περίοδος κυήσεως) ἡμερομηνία τῆς 9ης Δεκεμβρίου. Γι᾽ αὐτὸ ἡ ἑορτὴ τῆς Συλλήψεως δὲν ἀπετέλεσε ἀντικείμενο κάποιας ἰδιαίτερης σύγχρονης μελέτης, ἀλλὰ καὶ δὲν ἀπησχόλησε εὐρέως τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς. Ὅπως θὰ ἐπισημάνουμε κατωτέρω, ἐλάχιστοι ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς ἀσχολήθηκαν μὲ τὴν ἑορτή, κυρίως δὲ μετὰ τὸν 8ο αἰ.
.             Οἱ πρῶτες μαρτυρίες τελέσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Συλλήψεως ἀνάγονται στὰ τέλη τοῦ 7ου- ἀρχὲς τοῦ 8ου αἰ. [2] Ἔκτοτε, ἡ ἑορτὴ διαδόθηκε εὐρύτατα, μὲ ἀποκορύφωμα τὸν 12ο αἰ., ὅταν ἐπὶ αὐτοκράτορος Μανουὴλ Κομνηνοῦ ἔλαβε ἐπίσημο κρατικὸ χαρακτήρα[3]. Εἶναι προφανές –μὲ βάση τὰ προεκτεθέντα εἰσαγωγικὰ περὶ χρονολογικῆς ἐμφανίσεως τῶν θεομητορικῶν ἑορτῶν– ὅτι ἡ ἑορτὴ τῆς Συλλήψεως εἶναι σχετικῶς μεταγενέστερη τῶν πρώτων θεομητορικῶν ἑορτῶν. Οἱ πηγὲς τῶν γεγονότων τῆς ἑορτῆς εἶναι μὲν τὰ ἀπόκρυφα κείμενα ἀλλὰ ἡ ἑορτολογικὴ παράδοση φαόινεται ὄτι ὑπῆρξε διστακτικὴ ἀπέναντι σὲ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐγκυμονοῦσαν κινδύνους συγχύσεως μὲ εἰδωλολατρικὰ παράλληλα.
.             Δὲν ὑπάρχουν ἐρωτηματικὰ ἱστορικῆς φύσεως σχετικῶς μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Συλλήψεως. Οἱ πτυχὲς τῆς πανηγύρεως, ὅπως θὰ ἀποκαλυφθοῦν στὶς ἐλάχιστες συναφεῖς Ὁμιλίες τῶν ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, φρονοῦμε ὅτι περισσότερο μᾶς εἰσάγουν στὸ θαυμαστὸ γεγονὸς τῆς γεννήσεως τῆς Θεοτόκου ὡς μητέρας τοῦ Σωτήρα, καὶ ὀλιγότερο μᾶς ἐμποιοῦν τὴν ἐντύπωση ἑνὸς ἑορτασμοῦ μὲ θεολογικὲς ἰδιαιτερότητες. Ἡ ἑορτὴ τῆς Συλλήψεως, βεβαίως, ἐμπίπτει στὶς θεομητορικὲς ἑορτὲς καὶ ὡς ἐκ τούτου θεωρεῖται ἡ ἐναρκτήριος ὅλων τῶν ὑπολοίπων. Ἐδῶ εὑρίσκεται καὶ ἡ σημασία της, καθὼς καὶ ἡ ἀξία τῶν Ἐγκωμιαστικῶν Ὁμιλιῶν.
.         Τὸ ἀρχαιότερο ἐγκώμιο τῆς ἑορτῆς εἶναι ὁ Λόγος εἰς τὴν Σύλληψιν τῆς Ἁγίας Ἄννης τοῦ Ἰωάννου μοναχοῦ καὶ πρεσβυτέρου Εὐβοίας (8ος αἰ.)[4].

[…]

1. Μηναῖο τοῦ Δεκεμβρίου, Ἀθῆναι, Ἀποστολικὴ Διακονία, 1963, σ.66.
2. Βλ. Περισσότερα ἐν M. Jugie, «Homélies mariales byzantines», ἐν P.Graffin, Patrologia Orientalis 16(3), 1921, σ. 483.
3. Ἰω. Καλογήρου, «Μαρία», Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία, 8, 1966, στ. 664.
4. PG 96, 1459C- 1500B.

, , ,

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΧΗ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ι´ ΛΟΥΚΑ – 2 «Οἱ Φαρισαῖοι θεωροῦσαν δίκαιο τὸν ἑαυτό τους, τηρώντας μὲ σχολαστικότητα τὶς τυπικὲς διατάξεις τοῦ θείου νόμου καὶ καταπατώντας τὴν οὐσία του, ἡ ὁποία συνίσταται στὴν εὐθυγράμμιση τοῦ νοῦ, τῆς καρδιᾶς, τῆς ὅλης ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ». [Ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ]

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐπισκόπου Καυκάσου καὶ Μαύρης Θαλάσσης,

Διδαχ στ Εαγγέλιο Κυριακῆς Ι´ Λουκ
(Λουκ. ιγ´ 10-17)

Μέρος Β´

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἀσκητικὲς ὁμιλίες Β´»,
ἐκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου,
Ὠρωπὸς Ἀττικῆς, 2016, σελ. 112 ἑπ.

Μέρος Α´: ΔΙΔΑΧΗ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ι´ ΛΟΥΚΑ – 1 «Ἄναψε ἀπὸ φθόνο. Στὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶδε παράβαση τοῦ θείου νόμου!» [Ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ]

.             Ἡ πραγματικὴ αἰτία, ὅμως, τῆς ἀγανακτήσεως καὶ τῆς διαμαρτυρίας τοῦ ἀρχισυνάγωγου ἦταν ἄλλη: Ὄντας Φαρισαῖος, τουλάχιστον ὡς πρὸς τὴν ψυχικὴ διάθεση, μόλις εἶδε ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ νὰ ἐπισφραγίζει τὸν δυνατό του λόγο μ’ ἕνα θαῦμα, ἄναψε ἀπὸ φθόνο. Ὁ φθόνος ἦταν γέννημα τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῆς κενοδοξίας του: Ἤθελε νὰ ἔχει ἐκεῖνος τὸ προβάδισμα στὴν ἐκτίμηση τοῦ κόσμου γιὰ τὴν ἐπίγεια δικαιοσύνη του. Τὸ προβάδισμα αὐτὸ τὸ πῆρε ἄκοπα μέσα σὲ μία στιγμὴ ἡ οὐράνια δικαιοσύνη. Ὁ ἀρχισυνάγωγος, γιὰ νὰ τὸ ἀποκτήσει πάλι, στράφηκε ἐναντίον τῆς οὐράνιας δικαιοσύνης καὶ προσπάθησε νὰ τὴ συκοφαντήσει. Καλύπτοντας τὴν κακοβουλία του μὲ τὸ προσωπεῖο τοῦ δικαίου, παρουσιάστηκε ὡς ὑπερασπιστὴς τοῦ θείου νόμου. Ὁ καρδιογνώστης Κύριος, ὅμως, τὸν ξεσκέπασε. Ἔδειξε τὴν ὑποκρισία του.
.             Ὁ ὑποκριτής, προσπαθώντας νὰ ἱκανοποιήσει τὰ πάθη του, ἐνῶ εἶναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας, θέλει νὰ ἐμφανίζεται στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸ προσωπεῖο τῆς ἀρετῆς. Κεντρικὴ θέση ἀνάμεσα στὰ πάθη μας κατέχει ἡ κενοδοξία, ποὺ εὐφραίνεται μὲ τὸν ἔπαινο καὶ τὸν ἐπιζητεῖ. Δὲν τὴν ἐνδιαφέρει ἂν αὐτὸς ὁ ἔπαινος εἶναι δίκαιος ἢ ἄδικος καὶ ἂν θὰ τὸν ἀποκτήσει μὲ τρόπο σωστὸ ἢ σφαλερό. Νὰ ἐπαινεθεῖ μ’ ὁποιονδήποτε τρόπο –αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ κενόδοξου ὑποκριτῆ. Τὸν Θεὸ τὸν ἔχει ξεχάσει εἶναι ἀνίκανος γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴ θεογνωσία. «Πῶς μπορεῖτε ἐσεῖς νὰ πιστέψετε», ἔλεγε ὁ Κύριος στοὺς Ἰουδαίους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ περισσότεροι εἶχαν μολυνθεῖ ἀπὸ τὸν φαρισαϊσμό, «ἀφοῦ ἀποζητᾶτε τὸν ἔπαινο ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου καὶ δὲν ἐπιδιώκετε τὸν ἔπαινο τοῦ μοναδικοῦ Θεοῦ;».
.             Ὁ ἀρχισυνάγωγος, ποὺ μνημονεύεται στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, ἀπέδειξε τὴν ἀνικανότητα τοῦ ὑποκριτῆ νὰ πιστέψει στὸν Χριστό, νὰ δεχθεῖ τὸν Λυτρωτή. Αὐτὴ ἡ κενόδοξη ψυχή, ποὺ διψοῦσε γιὰ τὸν ἔπαινο καὶ τὴν τιμὴ τῶν ἀνθρώπων, θεωρώντας πὼς ἦταν ἄξια γι’ αὐτὸν τὸν ἔπαινο κι αὐτὴ τὴν τιμή, δὲν μπόρεσε νὰ ἀνεχθεῖ τὸ ὅτι ἡ προσοχὴ καὶ ὁ θαυμασμὸς τοῦ λαοῦ ἑλκύστηκαν ἀπὸ τὸ θαῦμα ποὺ εἶχε γίνει μπροστά του. Αὐτὴ ἡ ψυχὴ ἔβραζε ἀπὸ φθόνο. Ν ρνηθε τ θαμα ταν δύνατο. Γι’ ατ πιχειρε ν τ χρηστέψει, παρουσιάζοντας τν πιτέλεσή του ς θέτηση το θείου νόμου. Ὁ ὑποκριτὴς ἀδίστακτα ἐναντιώνεται στὸν Θεό, ἀδίστακτα βλασφημεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἂν ὁ θαυματουργὸς ἦταν ἁπλῶς ἕνας χαρισματικὸς ἄνθρωπος, ὁ Φαρισαῖος θὰ συκοφαντοῦσε καὶ θὰ βλασφημοῦσε τὴ χάρη τοῦ Πνεύματος. Καθώς, ὅμως, ὁ θαυματουργὸς ἦταν ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Φαρισαῖος ἐναντιώθηκε στὸν Θεό. Ἀληθινὸ θαῦμα εἶναι ἀδύνατο νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος μόνος του. Κάθε ἀληθινὸ θαῦμα ἐπιτελεῖται μὲ τὴν εὐδοκία καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ πανάγιου Θεοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀντίθετο στὸ θεῖο θέλημα καὶ στὸν θεῖο νόμο. Ἡ διατύπωση μομφῆς ἐναντίον τοῦ θείου θαύματος καὶ ἡ μείωσή του ἀπὸ τὸν Φαρισαῖο δὲν φανερώνουν παρὰ τὸν σκοτισμὸ τοῦ νοῦ του καὶ τὴ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς του, τὶς συνέπειες τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς του.
.             Τὴ θρασεία καὶ ἀπαράδεκτη ἐνέργεια τοῦ Φαρισαίου, ποὺ τόλμησε νὰ ἀποδοκιμάσει τὸ θαῦμα τοῦ Σωτήρα μπροστὰ στὸν Ἴδιο, πρέπει νὰ τὴν προσέξουμε ἰδιαίτερα, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ τὴν κλάψουμε μὲ πικρὰ δάκρυα. Πρέπει νὰ τὴν κλάψουμε, γιατί ὀφείλεται στὴν κοινὴ πτώση ὅλων μας. Καὶ πρέπει νὰ τὴν προσέξουμε ἰδιαίτερα, ὥστε, ἀφοῦ μὲ φόβο διαπιστώσουμε πόσο ἄτοπη ἦταν, νὰ τὴν ἀποφεύγουμε. Καὶ σήμερα ἐνεργεῖ ὁ Χριστός! Καὶ σήμερα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κάνει σωτήρια θαύματα μὲ τὰ χριστιανικὰ Μυστήρια! Καὶ σήμερα, ὅμως, ὁ Θεὸς ἔχει τοὺς βλάσφημους ἐχθρούς Του ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους.
.             Κάθε ἁμαρτία ἀποτελεῖ ἐναντίωση καὶ ἀντίπραξη στὸν Θεό. Κάθε ἁμαρτία εἶναι παράβαση τοῦ θείου νόμου, εἶναι ἀπόρριψη τοῦ θείου θελήματος. «Ὅποιος ἁμαρτάνει», λέει ὁ ἀπόστολος, «παραβαίνει τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ· ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀνομία». Ἡ ὑποκρισία εἶναι μία διαρκὴς ἁμαρτία ποὺ ἐναντιώνεται στὴ γνώση τοῦ Χριστοῦ καὶ στὸν Χριστιανισμό.
.             Ἡ ἀρχὴ τῆς μεταστροφῆς μας στὸν Χριστὸ εἶναι ἡ ἀναγνώριση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, ἡ ἀναγνώριση τῆς πτώσεώς μας. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος συνειδητοποιήσει τὴν κατάστασή του αὐτή, νιώθει τὴν ἀνάγκη τοῦ Λυτρωτῆ. Καὶ τότε πλησιάζει τὸν Χριστὸ μέσῳ τῆς πίστεως, τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς μετανοίας. Ὁ ὑποκριτής, ὅμως, ποὺ ἔχει πάθη ὄχι ἀρκετὰ ἐμφανῆ –τὴν κενοδοξία, τὴν ὑπερηφάνεια, τὴ φιλαργυρία, τὸν φθόνο, τὴν πονηριά, τὸ μίσος– τὰ καλύπτει μὲ τὴν ὑποκρισία καὶ τὴν προσποίηση. Γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἱκανός, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ σατανᾶς, ν’ ἀναγνωρίσει τὴν ἁμαρτωλότητά του.
.             Τόσο ο ρετς σο κα τ πάθη, μ τ συνήθεια, γίνονται σν φυσικ στν νθρωπο. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ὑποκρισία. Ὅποιος κυριαρχεῖται ἀπ’ αὐτήν, δὲν τὴ βλέπει ὡς ψυχώλεθρη κακία. Τὰ ἔργα τῆς ὑποκρισίας τὰ κάνει σὰν ἔργα ἀληθείας. Ἡ ψυχὴ τοῦ ὑποκριτῆ εἶναι τυφλωμένη. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος ἀποκάλεσε τοὺς Φαρισαίους μωροὺς καὶ τυφλούς.
.             Ὁ ὑποκριτὴς εἶναι ἕνας δύστυχος δῆθεν δίκαιος, ποὺ ἔχει ἀπορριφθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. «Δὲν ἦρθα νὰ καλέσω σὲ μετάνοια τοὺς δικαίους, ἀλλὰ τοὺς ἁμαρτωλούς», εἶπε ὁ Σωτήρας. Δίκαιοι ὀνομάζονται ἐδῶ οἱ Φαρισαῖοι, ὄχι γιατί ἦταν πράγματι δίκαιοι, ἀλλὰ γιατί ο διοι θεωροσαν δίκαιο τν αυτό τους, τηρώντας μ σχολαστικότητα τς τυπικς διατάξεις το θείου νόμου κα καταπατώντας τν οσία του, ποία συνίσταται στν εθυγράμμιση το νο, τς καρδις, τς λης ποστάσεως το νθρώπου μ τ θέλημα το Θεο. Ὁ Κύριος χάρισε στοὺς ἀνθρώπους μίαν ἀρετή, τὴ μετάνοια, ἡ ὁποία τοὺς συμφιλιώνει μὲ τὸν Θεό. Πῶς μποροῦσαν νὰ λάβουν τὸ πνευματικὸ αὐτὸ δῶρο ἐκεῖνοι ποὺ ἦταν πλήρως ἱκανοποιημένοι ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους καὶ πίστευαν πὼς ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας, ὅταν θὰ ἐρχόταν ὡς ἀήττητος ἐπίγειος βασιλιὰς καὶ κατακτητής, θὰ ἐπιβράβευε μὲ ἄφθονες ἐγκόσμιες ἀνταμοιβὲς τὴ μεταπτωτικὴ τυφλὴ δικαιοσύνη τους, μία δικαιοσύνη γεμάτη ὑπερηφάνεια καὶ μοχθηρία;
.             Μέσα στὸν σκοτισμὸ καὶ τὴ σκληρότητά τους οἱ Φαρισαῖοι ἔφταναν στὸ σημεῖο νὰ καυχιοῦνται γιὰ τὴν ἀνικανότητά τους νὰ ἀναγνωρίσουν καὶ νὰ δεχθοῦν τὸν Λυτρωτή. «Μήπως πίστεψε σ’ Αὐτὸν κανένας ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες ἢ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους;», ἔλεγαν. Αὐτὴ τὴν ἀνικανότητά τους γιὰ τὴν ἀληθινὴ θεογνωσία φανέρωσε καὶ ὁ Κύριος. «Σᾶς βεβαιώνω», τοὺς ἔλεγε, «πὼς οἱ τελῶνες καὶ οἱ πόρνες θὰ μποῦν πρὶν ἀπὸ ἐσᾶς στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Ἕνας ἄνθρωπος φανερὰ ἁμαρτωλός, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔχει διαπράξει θανάσιμα ἁμαρτήματα, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔχει γνωρίσει τὴν περιφρόνηση καὶ τὴν ἀπέχθεια τῶν συνανθρώπων του γιὰ τὶς ἄνομες πράξεις του, ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος εἶναι πιὸ ἱκανὸς γιὰ τὴ μετάνοια ἀπὸ ἕναν δῆθεν δίκαιο, ὁ ὁποῖος ἐξωτερικά, στὴ συμπεριφορά του, εἶναι ἄψογος, καὶ γι’ αὐτὸ ἐσωτερικά, στὰ βάθη τῆς ψυχῆς του, εἶναι ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὸν ἑαυτό του.
.             Ὁ φαρισαϊσμὸς εἶναι μία φοβερὴ ἀρρώστια τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, εἶναι ἡ ἀρρώστια τοῦ πεσμένου ἀγγέλου, ὁ ὁποῖος ἐμμένει στὴν πτώση του καὶ τὴ διατηρεῖ σὰν θησαυρὸ ἀνεκτίμητο. «Προσέχετε ἀπὸ τὸ προζύμι τῶν Φαρισαίων, ποὺ εἶναι ἡ ὑποκρισία τους», συμβούλεψε ὁ Κύριος τους μαθητές Του. Τὴν ὑποκρισία τὴν παρομοίασε μὲ προζύμι, ἐπειδὴ αὐτή, ὅταν εἰσχωρήσει στὴν ψυχή, διαποτίζει ὅλες τὶς σκέψεις, ὅλα τὰ αἰσθήματα, ὅλα τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, διαμορφώνει ἕναν νέο χαρακτήρα, δημιουργεῖ, θὰ λέγαμε, μία νέα ψυχή.
.             Ὅποιος θέλει νὰ προφυλάξει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴν ὑποκρισία, πρέπει, πρῶτον, ὅλα τὰ καλά του ἔργα νὰ τὰ κάνει κρυφά, σύμφωνα μὲ τὴν ὑποθήκη τοῦ Κυρίου, καί, δεύτερον, ποτὲ νὰ μὴν κατακρίνει τὸν πλησίον. Ἡ κατάκριση τοῦ πλησίον εἶναι δεῖγμα ὑποκρισίας, ὅπως ἐπισημαίνει τὸ Εὐαγγέλιο (Ματθ. ζ´ 3-5). Γιὰ νὰ μὴ φτάνουμε στὴν κατάκριση, ὅμως, πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε καὶ τὴν ἁπλὴ κρίση τοῦ πλησίον. Γι’ αὐτὸ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴ ἐντολὴ ποὺ ἀπαγορεύει τὴν κατάκριση, ὑπάρχει ἐντολὴ ποὺ ἀπαγορεύει τὴν κρίση: «Μὴν κρίνετε τοὺς συνανθρώπους σας, γιὰ νὰ μὴ σᾶς κρίνει κι ἐσᾶς ὁ Θεός. Μὴν τοὺς καταδικάζετε, γιὰ νὰ μὴ σᾶς καταδικάσει κι ἐσᾶς ὁ Θεός». Οἱ ἄνθρωποι, ἐπιτρέποντας πρῶτα στὸν ἑαυτό τους τὴν κρίση γιὰ τὰ ἔργα τοῦ πλησίον, πέφτουν ἔπειτα ἄθελά τους στὴν κατάκριση.
.             Ἂς μὴ σπέρνουμε σπόρους ζιζανίων, καὶ δὲν θὰ φυτρώνουν ζιζάνια. Ἂς ἀποφεύγουμε κάθε ἄσκοπη κρίση γιὰ τὸν πλησίον, καὶ δὲν θὰ πέφτουμε σὲ κατάκριση. Θὰ μὲ ρωτήσετε: Ἔχει κάποια σχέση ἡ κατάκριση τοῦ πλησίον μὲ τὴν ὑποκρισία; Ἔχει καὶ μάλιστα φανερή: ποιος κατακρίνει κα μειώνει τν πλησίον του, προβάλλει τν αυτό του ς δίκαιο, χωρς ν τ λέει ρητ κα σως χωρς ν τ συνειδητοποιε. Ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Κάθε προβολή, λοιπόν, τοῦ ἑαυτοῦ μας ὡς δικαίου, εἴτε ἄμεση εἴτε ἔμμεση, ἀποτελεῖ ὑποκρισία.
.             Στὶς συναντήσεις μας γιὰ φιλικὴ συναναστροφὴ καὶ συζήτηση, συχνά, ἂν ὄχι πάντοτε, περνμε τν ρα μας κουτσομπολεύοντας τος λλους, κοροϊδεύοντάς τους, κατηγορώντας τους, μειώνοντάς τους. Σν ποτάμι ξεχύνονται τότε τ φαρμακερ λόγια, πο συνοδεύονται πιδοκιμαστικ π σαρκαστικ γέλια. Στς τυχες ατς ρες τς λήθης κα τς αταπάτης, ο ψυχές μας μετέχουν στς δαιμονικς διότητες κα διαποτίζονται π τ δηλητήριο τς ποκρισίας. Τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ἀποβλέποντας στὴ σωτηρία μας, χτυπᾶ κι ἐδῶ τὴν ἁμαρτία. «Γιὰ κάθε λόγο ἀνώφελο», προειδοποιεῖ, «ποὺ θὰ ποῦν οἱ ἄνθρωποι, θὰ λογοδοτήσουν τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Ἔτσι, τὰ λόγια σου θὰ σὲ δικαιώσουν, ἀλλὰ καὶ τὰ λόγια σου θὰ σὲ καταδικάσουν».
.             Ἂς παρατηροῦμε προσεκτικά, ἀδελφοί, τὶς ἀπαρχὲς τῆς ἁμαρτίας, ἂς φυλαγόμαστε ἀπὸ τὶς ἀπαρχὲς τῆς ἁμαρτίας, καὶ θ’ ἀποφύγουμε τὴν ἐπιτέλεση τῆς ἁμαρτίας. Οἱ σπόροι τῆς ἁμαρτίας –ὅπως, γιὰ παράδειγμα, ἡ ἀργολογία– φαινομενικὰ εἶναι μηδαμινοί. Ἀπαρατήρητα σπέρνεται μ’ αὐτοὺς ὁ ἀγρὸς τῆς ψυχῆς. Ἀλλά, ὅταν οἱ σπόροι βλαστήσουν καὶ ἰδίως ὅταν τὰ βλαστάρια μεγαλώσουν καὶ δυναμώσουν, τότε ἡ ἁμαρτία κυριεύει τὴν ψυχὴ καὶ ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ μοχθήσει πολὺ γιὰ ν’ ἀπαλλαγεῖ ἀπ’ αὐτήν.
.             «Ὅποιος ἐμποδίζει τὸ στόμα του ἀπὸ τὴν κατάκριση», εἶπε ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους ὁσίους πατέρες, «αὐτὸς προφυλάσσει τὴν καρδιά του ἀπὸ τὰ πάθη· αὐτὸς κάθε ὥρα βλέπει τὸν Κύριο… Ὅποιος συνάγει μέσα του τὴν δράση τοῦ νοῦ του, βλέπει μέσα του τὴν αὐγὴ τοῦ Πνεύματος». Τί θὰ δοῦμε, ὅμως, ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, στὸν πνευματικό μας θάλαμο, ὅταν τὸν φωτίσει τὸ θεῖο φῶς; Θὰ δοῦμε τὸ ἀναρίθμητο πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων μας, ποὺ εἶναι περισσότερα ἀπὸ τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας. Τότε θ δομε κα θ ασθανθομε στν διο μας τν αυτ τν πτώση το γενάρχη μας δάμ, τὴν ὁποία μᾶς διηγεῖται ἡ Ἁγία Γραφή. Τότε θὰ δοῦμε καὶ θὰ αἰσθανθοῦμε τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ Λυτρωτῆ. Καὶ ἀφοῦ ἀναγνωρίσουμε τὸν Λυτρωτὴ στὸ πανάγιο Πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, θὰ Τὸν ὁμολογήσουμε καὶ θὰ Τὸν προσκυνήσουμε ὅπως πρέπει στὸν Θεό, τὸν Πλάστη καὶ τὸν Σωτήρα μας. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΧΗ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ι´ ΛΟΥΚΑ – 1 «Ἄναψε ἀπὸ φθόνο. Στὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶδε παράβαση τοῦ θείου νόμου!» [Ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ]

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐπισκόπου Καυκάσου καὶ Μαύρης Θαλάσσης,

Διδαχ στ Εαγγέλιο Κυριακῆς Ι´ Λουκ
(Λουκ. ιγ´ 10-17)

Μέρος Α´

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἀσκητικὲς ὁμιλίες Β´»,
ἐκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου,
Ὠρωπὸς Ἀττικῆς, 2016, σελ. 112 ἑπ.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

«Ἦν δὲ διδάσκων ἐν μιᾷ τῶν συναγωγῶν ἐν τοῖς σάββασι»

.             Εἶναι παρηγορητικό, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ν’ ἀκοῦμε ὅτι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου –ποὺ στὴν παλαιοδιαθηκικὴ Ἐκκλησία ἦταν ὅ,τι ἡ ἡμέρα τῆς Κυριακῆς στὴν καινοδιαθηκικὴ– δίδασκε τὸν λαό. Τὸ ἴδιο κάνουμε κι ἐμεῖς τώρα συγκεντρωμένοι ἐδῶ, στὸν ἱερὸ ναό, στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, δεκαεπτὰ αἰῶνες μετὰ τὴν ἀναχώρησή Του ἀπὸ τὴ γῆ. Μὲ τὰ σωματικά μας μάτια δὲν Τὸν βλέπουμε. Τὸν βλέπουμε, ὅμως, μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως. Ἀκοῦμε τὴ διδασκαλία Του νὰ ἐξαγγέλλεται μέσ’ ἀπὸ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Τὰ γεγονότα ποὺ συνδέονται μὲ τὴν ἐπίγεια παρουσία Του, καταγραμμένα μὲ ἁγία ἁπλότητα καὶ ἀσυνήθιστη σαφήνεια ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς εὐαγγελιστές, ξετυλίγονται παραστατικὰ μπροστά μας. Μέσῳ τῶν θείων Μυστηρίων ἀποκτοῦμε ἀδιάλειπτη κοινωνία μὲ τὸν Κύριο. Μποροῦμε νὰ ἐνισχύουμε καὶ νὰ ἐπεκτείνουμε αὐτὴ τὴν κοινωνία μὲ τὴ διαρκῆ μνήμη Του, μὲ διαγωγὴ σύμφωνη μὲ τὶς ἅγιες ἐντολές Του, μὲ τὴ συνεχῆ προσευχητικὴ ἐπίκλησή Του. Εἶναι ἀλήθεια: Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς βρίσκεται ἀνάμεσά μας. Δὲν βρίσκεται μόνο γιὰ ὅποιον Τὸν ἀρνεῖται. Δὲν πρόκειται γιὰ ἐπινόηση τολμηρῆς φαντασίας. Δὲν πρόκειται γιὰ πλάνη. Τὸ εἶπε ὁ Ἴδιος στοὺς μαθητές Του: «Ἐγὼ θὰ εἶμαι μαζί σας παντοτινά, ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου». Ὅποιος δὲν βλέπει τὸν Κύριο ἀνάμεσά μας, αὐτὸς δὲν εἶναι μαθητής Του. Σὲ τίποτα δὲν ὠφελεῖ τὸ νὰ βλέπουμε τὸν Κύριο μὲ τὰ σωματικά μας μάτια, ὅταν ὁ νοῦς μας εἶναι τυφλωμένος, ὅταν ἡ πίστη –αὐτὴ ἡ δύναμη τῆς πνευματικῆς ὁράσεως– δὲν ἐνεργεῖ. Ἀπεναντίας, ὅταν ἡ πίστη ἐνεργεῖ, τότε ἀνοίγονται οἱ οὐρανοὶ γιὰ μᾶς, καὶ βλέπουμε στὰ δεξιὰ τοῦ Πατέρα τὸν Υἱό, Αὐτὸν ποὺ εἶναι «πανταχοῦ παρὼν» ὡς Θεός, τὰ «πάντα πληρῶν» καὶ «ἀπερίγραπτος». Τίποτα δὲν μᾶς ἐμποδίζει ν’ ἀποκτήσουμε πίστη. Ἂς τὴν ἀποκτήσουμε, καὶ θὰ δοῦμε τὸν Θεό. Ἂς πάψουμε νὰ ἀρκούμαστε στὴν ἀσθενῆ διανοητικὴ γνώση Του. Ἂς ἁπλώσουμε τὰ ἀδύναμα χέρια μας στὰ ἔργα τῆς πίστεως. Μόνο στὴν ἐνεργητική, στὴν ἔμπρακτη, στὴ ζωντανὴ πίστη φανερώνεται ὁ Κύριος.
.             Τυφλὰ εἶναι τὰ σωματικὰ μάτια, ὅταν εἶναι τυφλὸς ὁ νοῦς. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, στὸν καιρὸ τῆς παρουσίας Του στὴ γῆ, γιὰ νὰ πιστοποιήσει τὴ θεότητά Του ἔκανε ἐκπληκτικὰ θαύματα. Αὐτὰ ἦταν τόσο καταφανῆ, τόσο χειροπιαστά, ποὺ ἡ θεότητά Του θὰ ἔπρεπε νὰ γίνει πιστευτὴ ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀνόητους, ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς πιὸ δύσπιστους, ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς πιὸ φιλήδονους ἀνθρώπους. Ἐκεῖνοι, ὡστόσο, κοιτάζοντας μὲ μάτια δεκατέσσερα, δὲν ἔβλεπαν τίποτα. Μὲ ἔκπληξη, μὲ ἀπορία, μὲ παράπονο, ἀλλὰ καὶ μὲ πόνο γιὰ τοὺς Ἰουδαίους τῆς ἐποχῆς του σημειώνει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Μολονότι (ὁ Ἰησοῦς) εἶχε κάνει τόσα θαύματα μπροστὰ στὰ μάτια τους, ἐκεῖνοι δὲν πίστευαν σ’ Αὐτόν». Καὶ πιὸ κάτω ἀποκαλύπτει τὶς αἰτίες αὐτῆς τῆς ψυχικῆς τυφλώσεως: Εἶναι ὁ σκοτισμὸς τοῦ νοῦ καὶ ἡ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς, οἱ συνέπειες τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς, ποὺ καθιστοῦν ἀνώφελη τὴ σωματικὴ δράση, ὅσο ἰσχυρὴ κι ἂν εἶναι αὐτή, γιὰ τὴ γνώση τῆς ἀλήθειας.

* * *

.             Τὸ γεγονὸς ποὺ ἀφηγεῖται σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι θαυμαστό. Ὁ Κύριος, ἀφοῦ τελείωσε τὴ διδαχή Του στὴ συναγωγή, θεράπευσε μία γυναίκα ποὺ ὑπέφερε ἀπὸ κύρτωση γιὰ πολλὰ χρόνια. Ἔτσι, ἂν δὲν εἶχαν καταλάβει Ποιὸς ἦταν ἀπὸ τὰ λόγια Του, θὰ τὸ καταλάβαιναν ἀπὸ τὸ θαῦμα Του· ἂν δὲν εἶχαν ἀναγνωρίσει τὸν Θεὸ ἀπὸ τὰ λόγια ἐκεῖνα, ποὺ ὁδηγοῦσαν στὴν αἰώνια ζωή, ὅπως Τὸν ἀναγνώρισε κάποτε ὁ ἅγιος Πέτρος, θὰ ἀναγνώριζαν τουλάχιστον ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ θαῦμα, ὅπως Τὸν ἀναγνώρισαν κάποτε ὁ Νικόδημος καὶ ὁ τυφλὸς ποὺ ἀπέκτησε τὸ φῶς του.
.             Τὸ θέαμα τῆς ἄρρωστης γυναίκας ἦταν παράδοξο, θλιβερὸ καὶ συνάμα διδακτικό. Ὁ ἀποστάτης ἄγγελος, μὲ τὸν ὁποῖο εἶχε ἔλθει σὲ κοινωνία καὶ στὸν ὁποῖο εἶχε ὑποταχθεῖ ἡ ἀνθρώπινη φύση μετὰ τὴν προπατορικὴ πτώση, εἶχε προξενήσει στὴ γυναίκα μία πάθηση παράξενη καὶ πολὺ βασανιστική, μία βαθιὰ κύρτωση, ὅπως εἴπαμε, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας τὸ σῶμα της εἶχε γίνει σὰν ἕνα κουβάρι. Γιὰ δεκαοκτὼ ὁλόκληρα χρόνια δὲν μποροῦσε καθόλου νὰ ἰσιώσει τὰ μέλη της καὶ νὰ τὰ ἀνακουφίσει, διορθώνοντας τὴν ἀφύσικη καὶ ὀδυνηρὴ θέση τους. Ὅταν, λοιπόν, τὴν εἶδε ὁ Κύριος, τὴ φώναξε καὶ τῆς εἶπε: «Γυναίκα, ἀπαλλάσσεσαι ἀπὸ τὴν ἀρρώστια σου». Ἔβαλε πάνω της τὰ χέρια Του, καὶ ἀμέσως ἐκείνη ὀρθώθηκε καὶ δόξασε τὸν Θεό.
.             Καὶ ἐνῶ ἡ γυναίκα, ποὺ μέσα σὲ μία στιγμὴ λυτρώθηκε ἀπὸ τὸν βαρὺ ζυγό της, δόξαζε ἔκπληκτη τὸν Θεό, ἐνῶ ὁ λαός, ποὺ βρισκόταν στὴ συναγωγή, δίκαια χαιρόταν γιὰ τὴν ἀπαλλαγή της ἀπὸ τὴν τυραννικὴ πάθηση μὲ ὁλοφάνερη ἐνέργεια τῆς θείας χάριτος, ὁ ἀρχισυνάγωγος ἀγανάκτησε. Αὐτὸς δὲν εἶδε τὸ θαῦμα, δὲν εἶδε τὴ θεραπεία, δὲν εἶδε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ ἐνεργεῖ, δὲν εἶδε τὸν Λυτρωτὴ καὶ Σωτήρα τῶν ἀνθρώπων, δὲν εἶδε κἂν ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Τὰ μάτια τοῦ νοῦ του εἶχαν τυφλωθεῖ ἀπὸ κάποιαν ἀνεξήγητη δύναμη τοῦ ἅδη. Στὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, λοιπόν, εἶδε παράβαση τοῦ θείου νόμου! Στὴ θεραπεία τῆς ἄρρωστης γυναίκας, ποὺ πραγματοποιήθηκε στιγμιαία καὶ θαυματουργικά, δίχως ἐργασία καὶ κόπο, ἐκεῖνος, μέσα στὴν πλάνη του, βρῆκε σοφιστικὰ παράβαση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀπαγόρευε τὴν ἐργασία τὸ Σάββατο. Τὴν ἀπαγόρευση αὐτὴ ἐπικαλέστηκε ἐναντίον τῆς θεραπείας: «Ὑπάρχουν ἕξι μέρες ποὺ ἐπιτρέπεται νὰ ἐργάζεται κανείς· μέσα σ’ αὐτὲς νὰ ἔρχεστε καὶ νὰ θεραπεύεστε, ὄχι τὸ Σάββατο».
.             Ἡ πραγματικὴ αἰτία, ὅμως, τῆς ἀγανακτήσεως καὶ τῆς διαμαρτυρίας τοῦ ἀρχισυνάγωγου ἦταν ἄλλη: Ὄντας Φαρισαῖος, τουλάχιστον ὡς πρὸς τὴν ψυχικὴ διάθεση, μόλις εἶδε ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ νὰ ἐπισφραγίζει τὸν δυνατό του λόγο μ’ ἕνα θαῦμα, ἄναψε ἀπὸ φθόνο. Ὁ φθόνος ἦταν γέννημα τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῆς κενοδοξίας του: Ἤθελε νὰ ἔχει ἐκεῖνος τὸ προβάδισμα στὴν ἐκτίμηση τοῦ κόσμου γιὰ τὴν ἐπίγεια δικαιοσύνη του.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΔΙΔΑΧΗ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ι´ ΛΟΥΚΑ – 2 «Οἱ Φαρισαῖοι θεωροῦσαν δίκαιο τὸν ἑαυτό τους, τηρώντας μὲ σχολαστικότητα τὶς τυπικὲς διατάξεις τοῦ θείου νόμου καὶ καταπατώντας τὴν οὐσία του, ἡ ὁποία συνίσταται στὴν εὐθυγράμμιση τοῦ νοῦ, τῆς καρδιᾶς, τῆς ὅλης ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ».[Ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ]

 

, ,

Σχολιάστε

ΕΜΠΕΙΡΙΑ, ΕΚΦΡΑΣΗ, ΚΛΗΣΗ τῶν ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. Νά τος, ὄχι ὁ μεσσίας, ἀλλὰ ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὅπως προφήτευσε ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, πού θά θυσιασθῆ» (Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἡ ἐμπειρία καί ἡ ἔκφραση τῶν Ἀποστόλων

τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου

.                 Λένε μερικοί ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ἦταν ἀγράμματοι ψαράδες. Βεβαίως ἦταν ψαράδες, ἀλλά δέν ἦταν ἐντελῶς ἀγράμματοι μέ τήν σημερινή ἔννοια τοῦ ὅρου. Εἶχαν κάποιες γνώσεις. Στήν Γαλιλαία πού μεγάλωσαν ἐπικρατοῦσε ἡ ἑλληνική παιδεία, ἡ ἑλληνική παράδοση καί εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι γνώρισαν τήν ἑλληνική γλῶσσα. Ἔχουμε τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη πού ἔγραφε τέλεια ἑλληνικά, δηλαδή ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου εἶναι ἡ πιό σωστή γλῶσσα ἀπό πλευρᾶς ἑλληνικῆς. Ἔχουμε τόν Ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τίς καθολικές ἐπιστολές στήν ἑλληνική γλῶσσα. Ἑπομένως, δέν ἦταν ἁπλῶς ἀγράμματοι ψαράδες.
.                 Φυσικά ἦταν Γαλιλαῖοι, εἶχαν ἑβραϊκή καταγωγή, ἀλλά ἤξεραν τήν ἀραμαϊκή γλῶσσα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, γνώριζαν ὅμως καί τήν ἑλληνική γλῶσσα καί ἄρα δέν μπορεῖ νά τούς πῆ κανείς ἐντελῶς ἀγράμματους. Μάλιστα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος φαίνεται ὅτι γνώριζε καί τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία διότι, ὅταν πῆγε στόν Ἄρειο Πάγο καί μίλησε, ἀνέφερε μερικούς ἀρχαίους φιλοσόφους, Ἕλληνες συγγραφεῖς. Ὅμως, γιά ἄλλα πράγματα μιλοῦσαν οἱ φιλόσοφοι καί γιά ἄλλα μιλοῦσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι. Ἔχουμε τόν Ἅγιο Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος δέν ἦταν ἐκ τῶν Δώδεκα, ἦταν ἐκ τῶν ἑβδομήκοντα, πού γράφει πάρα πολύ ὡραῖα ἑλληνικά καί τό τρίτο Εὐαγγέλιο, ἀλλά καί τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἔχει στό Εὐαγγέλιό του μία θεολογία, ἡ ὁποία εἶναι πολύ ὑψηλή.
.                 Θέλω νά πῶ ὅτι ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν τήν ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς, εἶχαν φθάσει στήν θέωση. Ξέρουμε ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅπως εἶπα χθές, ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καί «ἤκουσε ἄρρητα ρήματα». Τί θά πῆ ἄρρητα ρήματα; Εἶδε καί ἄκουσε πνευματικές καταστάσεις πού δέν συνδέονται μέ αὐτήν τήν ζωή. Ἡ ἐμπειρία τήν ὁποία εἶχε ἦταν «ὑπέρ αἴσθησιν, ὑπέρ νόησιν, ὑπέρ ὅρασιν», ἀλλά στήν συνέχεια, ὅταν καθένας ἐκφράζη τήν ἐμπειρία αὐτή, χρησιμοποιεῖ τίς δικές του γλωσσικές ἱκανότητες καί τά λόγια τά ὁποῖα ὁ ἴδιος γνωρίζει. Ἔτσι βλέπουμε τήν διαφορά μεταξύ τῶν Εὐαγγελιστῶν καί τῶν Ἀποστόλων ὡς πρός τήν γλῶσσα, ὄχι ὡς πρός τήν ἐμπειρία. Ἡ ἐμπειρία εἶναι ἴδια, καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Προφητῶν καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Πατέρων.
.                 Εἶναι χαρακτηριστικό αὐτό πού λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «τοῦτο τελειότης ἐστί σωτήριος ἔν τε γνώσει καί δόγμασι, τό ταὐτά φρονεῖν προφήταις, ἀποστόλοις, πατράσι, πᾶσιν ἁπλῶς, δι’ ὧν τό ἅγιον Πνεῦμα μαρτυρεῖται λαλῆσαν περί τε Θεοῦ καί τῶν κτισμάτων αὐτοῦ». Δηλαδή, ἡ σωτήρια τελειότητα εἶναι νά φρονοῦμε καί νά πιστεύουμε τά ἴδια τά ὁποῖα πίστευαν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, στούς ὁποίους τά ἀπεκάλυψε τό Ἅγιον Πνεῦμα γιά τόν Θεό καί τά κτίσματά Του.
.                 Δέν εἶναι ἄλλο ἡ προφητική παράδοση, ἄλλο ἡ ἀποστολική παράδοση, ἄλλο ἡ πατερική παράδοση, ἀλλά εἶναι ἡ ἴδια ἐμπειρία καί θεολογία. Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι οἱ Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη ἔβλεπαν τόν Ἄσαρκο Λόγο, τόν Γιαχβέ, πού σημαίνει ὁ Ὤν, ὁ Ὑπάρχων. Ὅλες οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἐμφανίσεις τοῦ Ἀσάρκου Λόγου. Στήν συνέχεια, στήν Καινή Διαθήκη ὁ Ἄσαρκος Λόγος προσλαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύση, τήν ἑνώνει μέ τήν θεία φύση ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως καί ἔτσι ἔχουμε τώρα τόν Σεσαρκωμένο Λόγο. Ὅπως ψάλλουμε στήν Ἐκκλησία μας, αὐτό πού ἔχει συνθέσει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός τοῦ βαρέος ἤχου, «πρότερον μέν ἄσαρκον, ὕστερον δέ δι’ ἡμᾶς σεσαρκωμένον». Αὐτή εἶναι ἡ μόνη διαφορά.
.                 Βεβαίως, λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν» (Α´ Κορ. β´, 8), καί ἐδῶ εἶναι τό μεγάλο μυστήριο, γιατί ὁ Κύριος τῆς δόξης εἶναι ὁ Γιαχβέ, εἶναι ὁ Ἄσαρκος Λόγος. Λέει «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν», διότι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἦταν πάντοτε ἑνωμένη μέ τήν θεία φύση καί ὅταν ἐνεργοῦσε ἡ θεία φύση ἤ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἐνεργοῦσε κάθε μία «μετά τῆς θατέρου κοινωνίας», δηλαδή μετά τῆς κοινωνίας τῆς ἄλλης φύσεως, γιατί οἱ δύο φύσεις ποτέ δέν χωρίστηκαν. Ὁπότε, ὅταν λέη «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν», φυσικά δέν σταυρώθηκε ὁ Κύριος τῆς δόξης, ἀλλά σταυρώθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά ἀκολουθοῦσε καί στήν περίπτωση αὐτή ἡ θεία φύση. Συγχρόνως, λέγεται αὐτό σύμφωνα μέ τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς ἀντιδόσεως τῶν ἰδιωμάτων.
.                 Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ὅλη αὐτήν τήν ἐμπειρία πού εἶχαν τήν ἐξέφρασαν μέ τά χαρίσματα τά ὁποῖα εἶχε ὁ καθένας καί ἔτσι βλέπουμε μία μικρή διαφορά στήν ἔκφραση. Ἄλλο εἶναι τό τί βίωσαν καί τό τί ἀπεκάλυψε σ’ αὐτούς ὁ Θεός καί ἄλλο εἶναι τό πῶς τό ἐξέφρασαν. Καί βλέπουμε ἀργότερα τούς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι λένε τά ἴδια, ἀλλά ἐκεῖνοι εἶχαν νά ἀντιμετωπίσουν κάποιες αἱρέσεις στήν ἐποχή τους, οἱ ὁποῖοι αἱρετικοί τῶν πρώτων αἰώνων, δηλαδή τοῦ 3ου , 4ου αἰώνα χρησιμοποιοῦσαν τήν ἑλληνική φιλοσοφία.

Αἱρετικοί θεολόγοι καί Πατέρες

.                 Ἦταν μερικοί θεολόγοι, ὅπως ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, ὁ Λουκιανός, ἀργότερα ὁ Ἄρειος, ὁ Εὐνόμιος, ὁ Νεστόριος ὅλοι αὐτοί, μετέπειτα οἱ μονοφυσίτες. Ποιά εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ αὐτῶν καί τῶν Πατέρων; Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι αὐτοί φιλοσοφοῦσαν ἐπί τῇ βάσει κυρίως τοῦ Ἀριστοτέλους. Ὁ Ἀριστοτέλης ἦταν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶχε διαδοθῆ στόν ἑλληνικό κόσμο καί τούς ἄρεσε περισσότερο ὁ Ἀριστοτέλης. Προηγουμένως ἦταν ὁ Πλάτων καί μερικοί πλατώνιζαν, ἀλλά στούς αἱρετικούς ἄρεσε κυρίως ὁ Ἀριστοτέλης καί προσπαθοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τοῦ Ἀριστοτέλους νά ἑρμηνεύσουν τά ὅσα εἶπε ὁ Χριστός καί τό Εὐαγγέλιο καί ἔπεσαν σέ λάθη.
.                 Γιά παράδειγμα, κατά τόν Ἀριστοτέλη «κάθε τί πού προέρχεται ἀπό τήν φύση εἶναι ἐξ ἀνάγκης», δηλαδή τό φυσικό εἶναι καί ἀναγκαστικό. Οἱ πρῶτοι αὐτοί αἱρετικοί, ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, γιά παράδειγμα, πού ἔζησαν στήν Μέση Ἀνατολή, στήν Συρία, εἶπαν ὅτι ἐφ’ ὅσον «πᾶν ἐκ φύσεως», ὅ,τι προέρχεται ἀπό τήν φύση, εἶναι κατ’ ἀνάγκην, ἄρα ὁ Λόγος δέν γεννήθηκε ἀπό τήν φύση τοῦ Πατρός, γιατί ἄν ἐγεννᾶτο ἀπό τήν οὐσία ἤ ἀπό τήν φύση τοῦ Πατρός, θά ἦταν ἐξ ἀνάγκης Υἱός, ἑπομένως ἀβούλητος ἀπό τόν Πατέρα. Καί γι’ αὐτό ἔλεγαν ὅτι ὁ Υἱός γεννήθηκε ἀπό τόν Πατέρα μέ τήν βούλησή του, δηλαδή ὁ Πατήρ θέλησε νά γεννήση τόν Υἱό, γιά νά μή θεωρηθῆ ὅτι εἶναι ἐξ ἀνάγκης Υἱός. Ἑπομένως, ὁ Υἱός εἶναι κτίσμα.
.                 Ἐκεῖ εἶναι ἡ διαφορά. Ἄλλο τό ἐκ φύσεως καί ἄλλο τό ἐκ βουλήσεως. Τό ἐκ φύσεως εἶναι ὅ,τι προέρχεται ἀπό τήν φύση, ἔχει τήν ἴδια φύση-οὐσία, ὑπάρχει ἀπό τότε πού ὑπάρχει ἡ φύση, ἐνῶ ὅταν λέμε ἐκ βουλήσεως σημαίνει κάποια στιγμή τό δημιούργησε καί εἶναι κτίσμα. Γι’ αὐτό ὁ Ἄρειος ἔλεγε ὅτι ὁ Λόγος «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν», διότι δημιουργήθηκε ἐκ βουλήσεως τοῦ Πατρός, ἄρα εἶναι κτίσμα.
.                 Καί ἔρχεται ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί καταρρίπτει ὅλο αὐτό τό ἐπιχείρημα. Τί εἶναι αὐτά πού λέτε; Γιά παράδειγμα, οἱ ἀκτίνες καί ἡ θερμότητα πού ἐκπορεύονται ἀπό τόν ἥλιο δέν εἶναι ἐξ ἀνάγκης, εἶναι ἐκ τῆς φύσεως, εἶναι φυσικό. Στήν ὀρθόδοξη θεολογία δέν εἶναι «πᾶν ἐκ φύσεως ἐξ ἀνάγκης». Γι’ αὐτό καί ἔλεγε ὅτι ὁ Υἱός εἶναι ἐκ τῆς φύσεως τοῦ Πατρός, εἶναι ἀληθινός Θεός καί τό ἔλεγε αὐτό ἐπιχειρηματολογώντας ἀπό τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη.
.                 Ἄν πάρουμε ἀπό τήν μία μεριά τούς αἱρετικούς τῶν πρώτων αἰώνων, τόν Παῦλο Σαμοσατέα, .                 τόν Λουκιανό, τούς Λουκιανούς, καί τόν Ἄρειο πού ἀκολουθεῖ αὐτούς, θά δοῦμε ὅτι αὐτοί προσπαθοῦσαν νά μιλήσουν γιά τόν Χριστό, γιά τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, γιά τό τί εἶναι ὁ Χριστός ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ οἱ Πατέρες δέν μιλοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τῆς φιλοσοφίας, ἀλλά μιλοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων.
.                 Γι’ αὐτό, ἄν διαβάση κανείς προσεκτικά τά ὅσα γράφει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐναντίον τοῦ Ἀρείου, στούς λόγους «κατά Ἀρειανῶν», θά δῆ ὅτι ἐκεῖ συνέχεια χρησιμοποιεῖ ἐπιχειρήματα ἀπό τούς Προφήτας καί τούς Ἀποστόλους καί δέν ἀναφέρεται καθόλου σέ φιλοσόφους, δέν εἶναι καθόλου φιλόσοφος.
.                 Ἄρα ἀπό τήν μία μεριά ἔχουμε τούς ἀνθρώπους πού φιλοσοφοῦν καί χρησιμοποιοῦν τόν στοχασμό καί τήν λογική, ἐπεξεργάζονται φιλοσοφικά ὅλα τά θέματα τῆς πίστεως, ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἔχουμε τούς Προφῆτες, τούς Ἀποστόλους οἱ ὁποῖοι μιλοῦν ἐξ ἐμπειρίας.
.                 Καί στούς Πατέρες ἔχουμε ἐμπειρία. Γιά παράδειγμα ὁ Μέγας Βασίλειος ἔχουμε σαφέστατες πληροφορίες ὅτι τήν ὥρα πού προσευχόταν ἦταν μέσα στό φῶς. Τόν εἶδε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, ὁ ἀδελφός του καί μιλᾶ γιά τόν Βασίλειο τόν Μέγα ὅτι τόν εἶδε ἐν ὥρᾳ προσευχῆς καί ἦταν ὅλος μέσα στό φῶς. Ἑπομένως, οἱ Πατέρες εἶχαν ἐμπειρίες, ἀλλά καί ὅσοι δέν ἔχουν ἐμπειρίες ἀκολουθοῦν αὐτούς πού ἔχουν ἐμπειρίες. Γι’ αὐτό καί εἶναι ἀπαραίτητο γιά μᾶς τούς θεολόγους, τούς Ἐπισκόπους καί ὅλους τούς Κληρικούς, ἄν δέν ἔχουμε προσωπική πίστη ὡς ἀποκάλυψη, νά ἀκολουθοῦμε τήν πίστη τῶν θεουμένων.
.                 Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής καί πολλοί Πατέρες σαφῶς τό λένε ὅτι ὑπάρχει ἡ πίστη ἐκ θεωρίας καί ὑπάρχει καί ἡ πίστη ἐξ ἀκοῆς. Πρῶτα ξεκινᾶμε ἀπό τήν πίστη τῆς ἀκοῆς, δηλαδή ἀκούσαμε ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι τά ἔζησαν καί ἐφαρμόζουμε τόν λόγο τους, τήν ἐμπειρία τους, καί ἐμεῖς, ἄν ὁ Θεός ἐπιτρέψη, θά φθάσουμε στήν πίστη ἐκ θεωρίας.
.                 Αὐτή εἶναι καί ἡ μεθοδολογία τῆς ἐπιστήμης. Δηλαδή, εἶναι μερικοί ἐρευνητές πού μπαίνουν στά ἐρευνητικά κέντρα –στήν Ἀμερική γιά παράδειγμα– ἐρευνητές ἰατροί ἐξετάζουν καί βλέπουν μέ τό μικροσκόπιο τό ἀνθρώπινο κύτταρο, τό ὁποῖο εἶναι μία μονάδα ζωῆς, ἡ ὁποία εἶναι 1,5 χιλιοστό τοῦ χιλιοστομέτρου. Δηλαδή, ἄν πάρουμε ἕνα χιλιοστό τοῦ μέτρου καί τό διαιρέσουμε σέ χίλια κομμάτια, τό πρῶτο κύτταρο πού συλλαμβάνεται στήν κοιλία τῆς γυναίκας εἶναι τόσο, 1,5-3 χιλιοστά τοῦ χιλιοστομέτρου. Ἔχουν, λοιπόν, τήν δυνατότητα οἱ ἐπιστήμονες νά μποῦν μέσα ἀπό δυνατά μικροσκόπια νά δοῦν τί ὑπάρχει μέσα σέ αὐτό τό κύτταρο. Ὑπάρχουν τά 46 χρωματοσώματα, τό DNA, ὑπάρχουν 25.000 γονίδια στόν ἄνθρωπο καί μέσα σέ αὐτά ὑπάρχουν ἄλλες μικρότερες μονάδες. Καί τά βλέπουν ὅλα αὐτά καθαρά, ἐνῶ ἐμεῖς δέν τά βλέπουμε, γιατί δέν ἔχουμε μικροσκόπιο.
.                 Ὁπότε, ἐμεῖς ἀποδεχόμαστε τήν ἐμπειρία αὐτῶν πού τά εἶδαν καί ἔπειτα ὅλοι οἱ ἐπιστήμονες πού τά διδάσκουν λένε αὐτά τά ὁποῖα ἔχουν δεῖ ἐκεῖνοι οἱ ἐρευνητές. Καί αὐτοί πού διδάσκουν, ἄν ἔχουν τήν πρόσβαση στό μικροσκόπιο, θά τά δοῦν. Πῆγα στήν Ἀμερική σέ ἕνα τέτοιο ἐρευνητικό κέντρο καί ζήτησα νά μοῦ δείξουν τό κύτταρο. Μέ ἔβαλαν μπροστά σέ ἕνα τέτοιο μικροσκόπιο καί μοῦ ἔλεγαν αὐτό εἶναι τό κανονικό κύτταρο, μέσα στό αἷμα, αὐτό εἶναι τό καρκινικό κύτταρο. Τά εἶδα καθαρά.

Νοερά καί λογική ἐνέργεια

.                 Αὐτό τό παράδειγμα χρησιμοποιοῦσε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ ὁποῖος ἦταν κορυφαῖος θεολόγος. Προσωπικά δέν βάζω κανέναν θεολόγο – δογματολόγο μπροστά στόν Ρωμανίδη, κανέναν ἀπολύτως, καί ὄχι μόνο γιά τόν 20ό αἰώνα, ἀλλά καί προηγουμένως. Γιατί; Διότι ἔχουμε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό τόν 8ο αίωνα, ὁ ὁποῖος κάνει τήν κορυφαία σύνθεση «Ἔκθεσις ἀκριβής ὀρθοδόξου πίστεως», πού εἶναι οὐσιαστικά οἱ ἀποφάσεις ὅλων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων μέχρι τήν ἐποχή ἐκείνη. Ἔχουμε τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, τόν 11ο αἰώνα, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει τήν ἡσυχαστική καί τήν ἐμπειρική θεολογία. Καί ἔχουμε τώρα τόν Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος συνδέει ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό καί ἅγιο Συμεών Νέο Θεολόγο μαζί μέ τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ στήν δογματική. Ἐγώ τοὐλάχιστον δέν βάζω κανέναν καθηγητή πάνω ἀπό τόν Ρωμανίδη, κανέναν ἀπολύτως. Καί ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ ἦταν μεγάλος θεολόγος, ἀλλά τόν ξεπέρασε ὁ μαθητής του, γι’ αὐτό καί ὁ Φλωρόφσκυ θεωροῦσε ὅτι ὁ Ρωμανίδης εἶναι ὁ ὀξυνούστερος τῶν μαθητῶν του.
.                 Ἔλεγε, λοιπόν, γιά τό θέμα αὐτό ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ὅτι τό ὄργανο πού βλέπει τήν δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ νοῦς, ὁ ὁποῖος φωτίζεται ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης, χρησιμοποιοῦσε καί τό παράδειγμα τοῦ ἀστρονόμου. Γιά νά δῆς τά μακρινά ἀστέρια, πρέπει νά ἔχης τηλεσκόπιο. Ποιό εἶναι, λοιπόν, τό τηλεσκόπιο, ποιό εἶναι τό μικροσκόπιο; Εἶναι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Τί εἶναι αὐτός ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου; Δέν εἶναι ἡ λογική. Ὁ Χριστός εἶπε: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Τό πνευματικό μικροσκόπιο καί τό πνευματικό τηλεσκόπιο εἶναι ὁ φωτισμένος νοῦς μέσα στήν καθαρή καρδιά.
.                 Λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, πού κάνει τήν διάκριση μεταξύ λογικῆς ἐνεργείας καί νοερᾶς ἐνεργείας, ὅτι ὁ νοῦς, λέει, εἶναι αὐτοτελής οὐσία καί εἶναι ἀπό μόνη της ἐνεργητική, δηλαδή εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπό τήν λογική καί ἀνεξάρτητος ἀπό τίς ἄλλες ἐνέργειες τῆς ψυχῆς, τήν φαντασία, τήν λογική, τήν αἴσθηση, τήν δόξα, εἶναι ἄλλη ἐνέργεια καί κινεῖται διαφορετικά. Καί, δυστυχῶς, μετά τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ ὁ νοῦς σκοτίστηκε.
.                 Ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης τί θά πῆ, σκοτίστηκε; Ἔχουμε τό μικροσκόπιο, ἐγώ θά ἔλεγα τήν φωτογραφική μηχανή πού ἔχουμε τώρα καλύτερη γνώση, ἄν ὁ φακός πού παίρνει τήν φωτογραφία ἔχη κηλίδες, ἄν εἶναι σκονισμένος, ἄν πέση νερό, τότε ἡ σταγόνα τοῦ νεροῦ θά βγῆ στήν φωτογραφία καί ἡ φωτογραφία δέν θά εἶναι καθαρή. Ὁ νοῦς μέ τήν πτώση σκοτίστηκε, στήν συνέχεια ταυτίστηκε μέ τήν λογική, τό περιβάλλον καί τά πάθη. Ὅλοι ἔχουν νοῦ καί ὁ νοῦς ταυτίζεται μέ τήν λογική, τά πάθη καί τό περιβάλλον.
.                 Τί χρειάζεται τώρα; Χρειάζεται νά ἀρχίσουμε λίγο νά ἀποδεσμεύουμε τόν νοῦ ἀπό τά πάθη, ἀπό τό περιβάλλον καί ἀπό τήν λογική. Πῶς ἀποδεσμεύεται ὁ νοῦς; Μέ αὐτό πού ἔχουμε μάθει στήν Ἐκκλησία, μέ τήν ὑπακοή. Κάνουμε ὑπακοή καί δέν τά ἐρευνᾶμε ὅλα λογικά, καί μετά ἀρχίζει ἡ προσευχή.

Φυσικό καί γνωμικό θέλημα

.                 Ἔλεγα τό βράδυ μετά τήν ἀγρυπνία ὅτι αὐτό μαθαίνουν οἱ μοναχοί, ὅταν πηγαίνουν στό Μοναστήρι. Τό πρῶτο πού μαθαίνουν εἶναι ὅτι τό γνωμικό θέλημα πρέπει νά γίνη φυσικό θέλημα. Γιατί, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό, ὁ Ἀδάμ εἶχε φυσικό θέλημα, ὁδηγεῖτο ὁλόκληρος στόν Θεό, αὐτεξουσίως. Ἡ λέξη αὐτεξουσίως σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει καμμία ἐξωτερική ἐπίδραση σέ αὐτό, αὐτό σημαίνει αὐτεξούσιο, ἔχει τήν δική του ἐξουσία, τήν ὁποία τοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός καί ὁδηγεῖται ὁλόκληρος πρός τόν Θεό, καί ὁ νοῦς, ὅλη ἡ ψυχή, τά πάντα ὁδηγοῦντο ἐξ ὁλοκλήρου πρός τόν Θεό, ἀνέβαινε πρός τόν Θεό. Κάποια στιγμή μπῆκε ὁ πειρασμός.
.                 Ὁπότε ἡ Εὔα πρῶτα καί μετά ὁ Ἀδάμ προσέχουν τόν πειρασμό καί ἀντί νά πηγαίνη ὁ νοῦς στόν Θεό, αὐτό τό φυσικό θέλημα μετατρέπεται καί γίνεται γνωμικό θέλημα. Τό γνωμικό θέλημα, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, εἶναι ἡ ἐπιλογή μεταξύ δύο πραγμάτων, εἶναι τό νά ἐπιλέξω ποιό εἶναι τό σωστό, καί ἀρχίζει ἡ κρίση, ἡ ἐπεξεργασία, τό σκεπτικό. Γι’ αὐτό τό γνωμικό θέλημα εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς διασκέψεως, ὑπάρχει καί ἡ ἄγνοια μεταξύ δύο πραγμάτων καί ἐπιλέγω ἕνα ἀπό αὐτά κατόπιν σκέψεως καί ἐπεξεργασίας. Αὐτό εἶναι τό γνωμικό θέλημα. Καί ἐνῶ θά ἔπρεπε τό φυσικό θέλημα νά πορεύεται πρός τόν Θεό, πηγαίνει πρός τήν κτίση, χρησιμοποιώντας τήν λογική καί γίνεται γνωμικό θέλημα, πού εἶναι ἡ πτώση.
.                 Ἐκεῖ μπαίνει τό πρόσωπο, πού λένε μερικοί. Τί εἶναι τό πρόσωπο; Εἶναι ἡ ἐπιλογή πού γίνεται μέ τήν ἐλευθερία. Ἄλλο τό αὐτεξούσιο, ἄλλο ἡ προαίρεση καί ἄλλο ἡ ἐλευθερία, ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής. Αὐτεξούσιο εἶναι ὅτι οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς χωρίς ἐπηρεασμό ἀπό ἔξω, εὑρισκόμενες στήν φυσική τους κατάσταση κατευθεῖαν ὁδηγοῦνται πρός τόν Θεό. Προαίρεση εἶναι ἡ ἐπιλογή δύο πραγμάτων. Ὁπότε, ἄν ὑποθέσουμε ὅτι ἡ ἐλευθερία καί ἡ προαίρεση εἶναι τό πρόσωπο, τότε αὐτό εἶναι ἡ αἰτία τῆς πτώσεως. Μετά τήν πτώση πρέπει τό γνωμικό θέλημα νά γίνη φυσικό θέλημα, νά κάνουμε ὅ,τι θέλει ὁ Θεός.

Ἡ κλήση τῶν Ἀποστόλων

.                 Καί ἔχουμε τώρα τούς Ἀποστόλους. Οἱ πρῶτοι ἀπό αὐτούς ἦταν μαθητές τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ἐπειδή ἀναζητοῦσαν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἦταν μία περίοδος, ἰδίως μετά τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία, τό 538 π.Χ., πού ὁ Κύρος ἔβγαλε μία διαταγή νά ἐπιστρέψουν οἱ Ἑβραῖοι πού ἦταν ὑπόδουλοι στήν Βαβυλώνα. Ἦταν μία περίοδος δύσκολη καί ἄρχισαν νά ἀναζητοῦν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Εἶχε προηγηθῆ ἡ περίοδος τῶν Πατριαρχῶν, τοῦ Μωϋσῆ, τῶν Κριτῶν μέ τούς ὁποίους ὁ Θεός διηύθυνε ἀπ’ εὐθείας ὁ Ἴδιος τόν λαό Του. Ἀκολούθησε ἡ περίοδος τῶν Βασιλέων, ἐπειδή οἱ Ἑβραῖοι ἤθελαν βασιλεῖς, ὅπως τά ἄλλα ἔθνη, καί ἄρχισε νά μειώνεται ἡ σχέση τοῦ λαοῦ μέ τόν Θεό. Ἐμφανίζονται οἱ Προφῆτες, οἱ ὁποῖοι διαφυλάσσουν τήν παράδοση. Μετά τήν ἐπιστροφή ἀπό τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία σχεδόν χάνονται οἱ Προφῆτες καί ἐπικρατοῦν οἱ Ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι κάτι κρατᾶνε, ἀλλά μετά τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία μέχρι τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρχε περίοδος προσμονῆς τῆς λυτρώσεως, ἦταν περίοδος κυοφορίας, ἀνέμεναν κάτι καινούργιο καί ὁ λαός βογγοῦσε καί ἀναζητοῦσε Μεσσία.
.                 Βέβαια, στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπως λέει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ μεσσίας ἦταν ἄνθρωπος, ἀφοῦ μεσσίας θά πῆ χριστός, δηλαδή κεχρισμένος, αὐτός πού χριόταν μέ λάδι. Οἱ βασιλεῖς ἦταν οἱ μεσσίες, ἦταν ἄνθρωποι πού ἐχρίοντο. Ὁ Χριστός γίνεται μεσσίας μετά τήν ἐνανθρώπηση, ὅταν ἐχρίσθη ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν θεία φύση. Στήν Παλαιά Διαθήκη ζητοῦσαν κάποιον νά ἔλθη νά τούς σώση. Ποιός θά ἦταν αὐτός; Καί ὁ λαός βογγοῦσε, ἦταν οἱ πόνοι τῆς κυοφορίας καί τοῦ τοκετοῦ. Καί ἐμφανίζεται ὁ Χριστός.
.                 Εἶναι εὔκολο νά ἀναγνωρίσης τόν Χριστό; Λέμε ἐμεῖς ὅτι Τόν ἀκολούθησαν οἱ πρῶτοι Μαθητές. Τούς εἶπε ὁ Χριστός: «Δεῦτε ὀπίσω μου καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (Ματθ. δ´, 19). Ἀλλά πρέπει νά εἶναι κανείς τρελός γιά νά τό κάνη αὐτό. Δηλαδή, ἐμφανίζεται κάποιος καί λέει: «ἐλᾶτε κοντά μου γιά νά ἀλλάξουμε τούς ἀνθρώπους». Ἐμεῖς θά πηγαίναμε; Θά μᾶς ἔλεγε: «ἐλᾶτε κοντά μου καί θά γυρίσουμε ὅλον τόν κόσμο». Τί θά λέγαμε; Τρελός εἶσαι; Ποιός τό κάνει αὐτό;
.                 Οἱ Ἀπόστολοι Τόν ἀκολούθησαν ἀπό ἐμπειρία πού εἶχαν, διότι ἀναζητοῦσαν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ἦταν μαθητές τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί περίμεναν. Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος κήρυττε καί ἔλεγε ὅτι ἔρχεται ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί αὐτοί περίμεναν καί εἶδαν.
.                 Κοιτάξτε τήν πρώτη ἀποκάλυψη. Ὁ Ἀνδρέας καί ὁ ἄλλος μαθητής, πού πρέπει νά ἦταν ὁ Ἰωάννης, ἦταν μαζί μέ τόν Γέροντά τους. Γέροντάς τους ἦταν ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ὁ ὁποῖος τούς εἶπε: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. α´ 29 καί 36). Τί βλέπουμε ἐδῶ; Βλέπουμε ὅτι αὐτοί ἀναζητοῦσαν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δέν ἄκουσαν κάποια στιγμή ἐντελῶς τυχαῖα «ἐλᾶτε καί φεύγουμε, ἐλᾶτε πίσω μου καί θά σᾶς κάνω ἁλιεῖς ἀνθρώπων», ἀλλά αὐτοί ἦταν στήν προοπτική αὐτή, ἦταν στήν κάθαρση καί στόν φωτισμό καί εἶχαν Γέροντα, ἕναν μεγάλο ἀσκητή, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Καί ἐκεῖνος τούς ὑποδεικνύει: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ». Νά τος, ὄχι ὁ μεσσίας, νά τος ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὅπως προφήτευσε ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, πού θά θυσιασθῆ. Καί Τόν ἀκολούθησαν. Καί «στραφείς» λέει, ὁ Χριστός τούς εἶπε «τί ζητεῖτε»; Τοῦ ἀπάντησαν: «Κύριε, ποῦ μένεις;» Ἐκεῖνος εἶπε: «Ἔρχεσθε καί ἴδετε». Καί εἶδαν ποῦ μένει καί ἔμειναν κοντά Του τήν ἡμέρα ἐκείνη (Ἰω. α’, 35-40).
.                 Ἑρμηνεύει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, Ἀρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας, ἀναλύοντας αὐτό τό περιστατικό, ὅτι ἐδῶ ἔχουμε ἕνα μικρό Θαβώρ, ἀφοῦ ὑπάρχουν πολλές ἀποκαλύψεις τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ στήν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀνδρέας καί ὁ Ἰωάννης ἦταν μαθητές τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί ἀξιώθηκαν νά γνωρίσουν πνευματικά τόν Χριστό.
.                 Ὅταν κανείς ἔχη τήν διάθεση νά πράττη αὐτά πού θέλει ὁ Θεός, ἀκούει τόν πνευματικό του πατέρα, τόν Γέροντά του, σημαίνει ὅτι ἀποβάλλει τό γνωμικό θέλημα. Ὄχι ὅ,τι θέλω ἐγώ, ἀλλά ὅ,τι μοῦ πεῖ ὁ Γέροντας. Καί σέ κάποια στιγμή ὁ Γέροντας λέει: Νά τος, αὐτός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἀμέσως τούς ἀποδεσμεύει καί πηγαίνουν στόν Χριστό. Ἄρα Τόν ἀκολουθοῦν. Τότε, ἐνῶ οἱ δύο Μαθητές ἀκολουθοῦσαν τόν Χριστό, ὁ Χριστός στράφηκε καί τούς εἶδε. Τό ὅτι ὁ Χριστός ἔστρεψε τό πρόσωπό Του, τούς εἶδε καί Τόν εἶδαν, σημαίνει ὅτι τούς ἀποκάλυψε μία ἀκτίνα τῆς θεότητός Του. Λέμε «μή ἀποστρέψῃς τό πρόσωπόν σου ἀπό τοῦ παιδός σου». Ἡ ἀποστροφή τοῦ προσώπου εἶναι πτώση, εἶναι σκοτασμός. Τό νά δῆ κανείς τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ εἶναι μία ἐμπειρία θεώσεως. Τό νά πῆ, ὅπως λέει ἡ Γραφή, «στραφείς καί θεασάμενος αὐτούς», σημαίνει ὅτι τούς ἀποκάλυψε τήν θεότητά Του. «Ἐγώ εἶμαι αὐτός πού σᾶς εἶπε ὁ Γέροντάς σας». Καί αὐτοί ἀμέσως εἶπαν: «Κύριε, ποῦ μένεις;». Καί λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος: Ποῦ ἔμενε ὁ Χριστός; Ὅταν ἀργότερα Τόν ρώτησε κάποιος «Κύριε, θά σέ ἀκολουθήσω ὅπου κι ἄν ἀπέλθης», ὁ Χριστός εἶπε: «αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. η’, 20). Δέν εἶχε τόπο. Καί πῆγαν λέει, στόν τόπο ὅπου ἔμενε. Καί ποῦ ἔμενε; Τούς ὁδήγησε στήν θεωρία. Γιατί; Διότι ὁ τόπος τοῦ Χριστοῦ, λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, εἶναι ἡ θεωρία, τό φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ τόπος Του, «φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον», ὁ Θεός κατοικεῖ στό ἀπρόσιτο φῶς. Τούς ὁδήγησε στήν θεωρία καί ἀμέσως μετά ἀκολούθησαν. Δέν εἶναι ἐλᾶτε καί φεύγουμε, ἀλλά προηγήθηκε ἡ ἐμπειρία.
.                 Πρῶτον, προσκολλήθηκαν στόν Γέροντά τους, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Ἐκεῖνος τούς ὑπέδειξε νά Τόν ἀκολουθήσουν. Τόν ἀκολουθοῦν μέ πίστη, μέ ὑπομονή, μέ διάθεση, μέ ἀγώνα. Ἐκεῖνος στρέφει τό πρόσωπό Του καί τούς δείχνει κάτι, τούς αἰχμαλωτίζει, Τόν ἀκολουθοῦν καί τούς ὁδηγεῖ στήν θεωρία. Ἔ, μετά γίνεται κανείς Μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι ὅτι τυχαῖα ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι μιά μέρα, ἀλλά μέσα ἀπό ἐμπειρία ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ καί εἶδαν ὅλα ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔδειξε ὁ Χριστός κηρύττοντας τρία ὁλόκληρα χρόνια καί στόν Σταυρό καί στήν Γεσθημανή οἱ τρεῖς ἀπό αὐτούς.
.                 Καί μετά τήν πτώση τους, γιατί Τόν ἀρνήθηκαν ἤ κρύφτηκαν, κατά τήν διάρκεια τοῦ Πάθους Του ἔφυγαν ἀπό κοντά Του, ἀλλά τελικά παρέμειναν πάντα ἑνωμένοι. Καί ὁ Πέτρος ἔκανε αὐτό πού ἔκανε, ἀλλά μετανόησε καί παρέμεινε στόν ὅμιλο τῶν Μαθητῶν. Καί μετά ἐμφανίζεται ὁ Χριστός καί τούς ἐπιβραβεύει καί τούς συγχωρεῖ καί τούς δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα νά συγχωροῦν ἁμαρτίες.

[…]

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε