Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΘΕΟΛΟΓΙΑ"

ΔΙΔΑΧΗ τὴν IB´ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ ΜΑΤΘΑΙΟΥ « Ἀρχὴ τῆς σωτηρίας εἶναι ἡ ἀλήθεια! Ἀρχὴ τῆς σωτηρίας εἶναι ἡ ὀρθὴ σκέψη! ». (ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

 Διδαχὴ τὴν ΙΒ´ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου
γιὰ τὴν σωτηρία
(Ματθ. ιθ´ 16-26)

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐπισκόπου Καυκάσου καὶ Μαύρης Θάλασσας,
«Ἀσκητικὲς ὁμιλίες Α´» [Ἔργα-7],
ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου,
Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 2015, σελ. 342-347

«Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον;» (Ματθ. ιθ´ 16)

.           «Ἀγαθὲ Διδάσκαλε», ρώτησε τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ κάποιος νεαρός, «τί καλὸ νὰ κάνω γιὰ ν’ ἀποκτήσω τὴν αἰώνια ζωή;». Δηλαδή: “Τί νὰ κάνω γιὰ νὰ σωθῶ;”. Ἐρώτημα πολὺ σοβαρό. Ἐρώτημα γιὰ ἕνα ζήτημα ποὺ πρέπει ν’ ἀπασχολεῖ κάθε ἄνθρωπο σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ τῆς ἐπίγειας ζωῆς του.
.           Ὅπως ὁ ταξιδιώτης, ποὺ διαπλέει μία μεγάλη καὶ φουρτουνιασμένη θάλασσα, δὲν συλλογίζεται παρὰ ἕνα ἥσυχο λιμάνι, ἔτσι κι ἐμεῖς, ποὺ ταλαιπωρούμαστε μέσα στὰ κύματα τῆς θάλασσας τοῦ βίου, πρέπει ἀκατάπαυστα νὰ ἔχουμε μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ νοῦ μας τὴν αἰωνιότητα καί, ὅσο βρισκόμαστε στὴν πρόσκαιρη τούτη ζωή, νὰ φροντίζουμε γιὰ τὴ μεταθανάτια κατάσταση τῆς ψυχῆς μας. Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ μποροῦμε νὰ τὸ ἀποκτήσουμε στὴ γῆ καὶ νὰ τὸ διατηρήσουμε παντοτινὰ ὡς ἀναφαίρετο κτῆμα μας; Μόνο ἡ σωτηρία μας!
.           Ὅποιος χρησιμοποιεῖ τὴν ἐπίγεια ζωὴ γιὰ νὰ συγκεντρώσει πλούτη, αὐτὸς θ’ ἀφήσει ἐδῶ τὰ πλούτη κατὰ τὸ πέρασμά του στὴν αἰωνιότητα. Ὅποιος χρησιμοποιεῖ τὴν ἐπίγεια ζωὴ γιὰ ν’ ἀποκτήσει τιμὲς καὶ δόξα, αὐτὸς θὰ χάσει καὶ τὶς τιμὲς καὶ τὴ δόξα ἀπὸ τὸν πικρὸ θάνατο. Ὅποιος, ὅμως, χρησιμοποιεῖ τὴν ἐπίγεια ζωὴ γιὰ ν’ ἀποκτήσει τὴ σωτηρία, αὐτὸς θὰ πάρει τὴ σωτηρία μαζί του στὴν αἰωνιότητα καὶ θὰ εὐφραίνεται παντοτινὰ στὸν οὐρανὸ μὲ τὸ ὑπέρτατο ἀγαθὸ ποὺ κέρδισε στὴ γῆ.
.           Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί! Τί πρέπει νὰ κάνουμε γιὰ νὰ σωθοῦμε; Τὴν ἀπάντηση σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, τὴν πιὸ ἱκανοποιητικὴ ἀπάντηση, τὴ βρίσκουμε στὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ Κύριος δήλωσε ὅτι γιὰ νὰ σωθοῦν ὅσοι δὲν πιστεύουν στὸν Χριστό, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ πιστέψουν σ’ Αὐτόν· καὶ γιὰ νὰ σωθοῦν ὅσοι πιστεύουν στὸν Χριστό, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ζοῦν σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές Του. Αἰώνια θὰ χαθεῖ ὅποιος δὲν πιστεύει στὸν Χριστό. Αἰώνια θὰ χαθεῖ καὶ ὅποιος λέει μὲ τὰ χείλη του ὅτι πιστεύει στὸν Χριστό, ἀλλὰ μὲ τὰ ἔργα του Τὸν ἀρνεῖται, δηλαδὴ δὲν τηρεῖ τὶς ἁγίες ἐντολές Του. Μ’ ἄλλα λόγια: Γιὰ τὴ σωτηρία χρειάζεται ζωντανὴ πίστη στὸν Χριστό. Ὅταν οἱ Ἰουδαῖοι ρώτησαν τὸν Κύριο, «Τί πρέπει νὰ κάνουμε, γιὰ νὰ ἐκτελοῦμε τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ;», Ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε: «Τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ εἶναι νὰ πιστέψετε στὸν Ἀπεσταλμένο Του» (Ἰω. ϛ´ 28-29).
.           Ἡ ζωντανὴ πίστη στὸν Χριστὸ εἶναι ἔργο, ἔργο θεῖο καὶ μεγάλο τόσο, ποὺ μ’ αὐτὸ ἐκπληρώνεται ἡ σωτηρία. Ἡ ζωντανὴ πίστη ἐκφράζεται μὲ τὴν ὅλη ζωή, μὲ τὴν ὅλη ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Περιλαμβάνει τὶς σκέψεις του, τὰ αἰσθήματά του, τὴ διαγωγή του. «Ὅποιος πιστεύει» μὲ τέτοια πίστη, «ἔχει τὴν αἰώνια ζωή». «Καὶ νὰ ποιὰ εἶναι ἡ αἰώνια ζωή: Ν’ ἀναγνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι Ἐσένα ὡς τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό, καθὼς κι Ἐκεῖνον ποὺ ἔστειλες, τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ» (Ἰω. ιζ´ 3). Ἡ ζωντανὴ πίστη εἶναι θέαση καὶ γνώση τοῦ Θεοῦ (Βλ. Ἑβρ. ια´ 27). Ἡ ζωντανὴ πίστη εἶναι ζωὴ ἀφιερωμένη ὁλοκληρωτικὰ στὴν εὐσέβεια καὶ νεκρωμένη γιὰ τὸν κόσμο. Ἡ ζωντανὴ πίστη εἶναι δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ τὴ μεγάλη δωρεὰ ζητοῦσαν ἀπὸ τὸν Κύριο οἱ ἀπόστολοί Του, ὅταν Τοῦ ἔλεγαν: «Αὔξησε τὴν πίστη μας». Μόνο μέσῳ τῆς ζωντανῆς πίστεως μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος ν’ ἀπαρνηθεῖ τὰ δῆθεν καλά τῆς πεσμένης φύσεώς του καὶ νὰ γίνει μαθητὴς καὶ ἀκόλουθος τοῦ Κυρίου μὲ σκέψη, καρδιὰ καὶ διαγωγὴ ταιριαστὲς στὴν ἀνακαινισμένη ἀπ’ Αὐτὸν φύση.
.           Τὸ πνευματικὸ θησαυροφυλάκιο, στὸ ὁποῖο φυλάσσεται καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀφειδώλευτα προσφέρεται ὁ θησαυρὸς τῆς ἀληθινῆς πίστεως, εἶναι ἡ ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ μόνο αὐτή. Εἶναι, λοιπόν, ἀπαραίτητο, προκειμένου νὰ σωθοῦμε, νὰ ἀνήκουμε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὅποιος δὲν ὑπακούει στὴν Ἐκκλησία, «ἂς εἶναι γιὰ σένα ὅπως ὁ εἰδωλολάτρης ἢ ὁ τελώνης» (Ματθ. ιη´ 17), εἶπε ὁ Κύριος.
.           Μάταια κάποιοι θεωροῦν τὴν ἁμαρτία ποὺ διαπράττεται μὲ τὸν νοῦ, μὲ τὸ πνεῦμα, ἐλαφριὰ ἢ καὶ μηδαμινή. Ὅσο ἀνώτερο εἶναι τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸ σῶμα, τόσο ἀνώτερη εἶναι ἡ ἀρετὴ ποὺ ἐπιτελεῖται μὲ τὸ πνεῦμα, ἀπὸ τὴν ἀρετὴ ποὺ ἐπιτελεῖται μὲ τὸ σῶμα, ἀλλὰ καὶ τόσο βαρύτερη εἶναι ἡ ἁμαρτία ποὺ διαπράττεται μὲ τὸ πνεῦμα, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ποὺ διαπράττεται μὲ τὸ σῶμα. Ἡ ἁμαρτία ποὺ διαπράττεται μὲ τὸ σῶμα εἶναι φανερή. Ἡ ἁμαρτία ποὺ διαπράττεται μὲ τὸ πνεῦμα συνήθως εἶναι ἐλάχιστα ἀντιληπτή, κάποτε μάλιστα καὶ τελείως ἀπαρατήρητη ἀπὸ τοὺς βυθισμένους στὶς βιοτικὲς μέριμνες ἀνθρώπους. Ἀλλά, ὅσο λιγότερο αἰσθητὴ εἶναι, τόσο μεγαλύτερο κακὸ κάνει, τόσο πιὸ καίρια χτυπήματα καταφέρει, τόσο πιὸ βαθιὲς πληγὲς προξενεῖ.
.           Μολυσμένος ἀπὸ μίαν ἁμαρτωλὴ σκέψη, ἕνας φωτεινὸς ἄγγελος ἔγινε σκοτεινὸς δαίμονας, διώχθηκε ἀπὸ τὰ οὐράνια σκηνώματα καὶ γκρεμίστηκε στὴν ἄβυσσο. Ἐκεῖ ἔσυρε ὄχι μόνο πλῆθος ἀγγέλων, ἀλλὰ καὶ πλῆθος ἀνθρώπων, ποὺ ἄφησαν τὸν νοῦ τους νὰ μολυνθεῖ μὲ ἁμαρτωλὲς σκέψεις, μὲ ἀπατηλὲς ἰδέες. Ὁ Κύριος ὀνόμασε τὸν πεσμένο ἄγγελο πατέρα τοῦ ψεύδους καὶ συνάμα ἀνθρωποκτόνο, γιατί δὲν μπόρεσε νὰ σταθεῖ μέσα στὴν ἀλήθεια. Τὸ ψεῦδος εἶναι ἡ πηγὴ καὶ ἡ αἰτία τοῦ αἰώνιου θανάτου. Ἀπεναντίας, ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ πηγὴ καὶ ἡ αἰτία τῆς σωτηρίας, σύμφωνα μὲ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο.
.           Τὴν ἀνόθευτη θεία ἀλήθεια τὴ διαφυλάσσει ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας. Ὅποιος ἀνήκει καὶ ὑπακούει σ’ αὐτήν, μπορεῖ νὰ σκέφτεται σωστὰ γιὰ τὸν Θεό, τὸν ἄνθρωπο, τὸ καλό, τὸ κακὸ καί, ἑπομένως, τὴ σωτηρία. Εἶναι προφανὲς ὅτι, ὅποιος δὲν διαθέτει τὴ σωστὴ σκέψη γιὰ τὴ σωτηρία, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει καὶ τὴν ἴδια τὴ σωτηρία. ρχ τς σωτηρίας εναι λήθεια! ρχ τς σωτηρίας εναι ρθ σκέψη! ρχ τς πώλειας εναι ποστασία π τν λήθεια μ κάποια λανθασμένη σκέψη. Κάθε παρέκκλιση ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῆς θείας ἀλήθειας, κάθε ἀποδοχὴ σκέψεως ἀντίθετη σ’ αὐτὴ τὴ διδασκαλία, συνεπάγεται τὴν πτώση στὴ φοβερὴ ἁμαρτία τῆς βλασφημίας καὶ τῆς ἀρνήσεως τοῦ Θεοῦ. Ἔμπρακτη ἀπόδειξη ἀποτελεῖ ἡ πτώση τῶν πρωτοπλάστων, ποὺ ὀφείλεται στὴν ἀποδοχὴ μίας ἐσφαλμένης σκέψεως. Ἔμπρακτες ἀποδείξεις ἀποτελοῦν ὅλες οἱ αἱρέσεις, μὲ τὶς ὁποῖες βλασφημεῖται ὁ Θεός.
.           Κάποιοι αἱρετικοὶ βλασφήμησαν τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἄρνηση τῆς θεότητας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἄλλοι μὲ τὴν ἀπόδοση θεϊκῶν ἰδιοτήτων στὸν ἄνθρωπο τ καναν ο παπικο πο πέδωσαν θεϊκς διότητες, πως τ λάθητο, στν πάπα], ἄλλοι μὲ τὸ νὰ θεωρήσουν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κτίσμα, ἄλλοι μὲ τὴν ἄρνηση τῆς παρουσίας καὶ ἐνέργειας τῆς θείας Χάριτος στὰ ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα θεωροῦν ἀνθρώπινες ἐπινοήσεις τ πιστεύουν κα διδάσκουν ο προτεστάντες]. Τέλος, κάποιοι βλασφήμησαν τὸν Θεὸ ὄχι μὲ τὴν ἄρνηση δογμάτων τῆς πίστεως, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀπαίτηση τῆς ἀθετήσεως ὁρισμένων ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Γιατί ἡ πίστη διατηρεῖται ζωντανὴ ὄχι μόνο μὲ τὴν ὁμολογία τῶν ὀρθῶν δογμάτων, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ συνεπῆ εὐαγγελικὴ ζωή. Μ’ ἄλλα λόγια, γιὰ νὰ ζήσει ἡ πίστη, χρειάζεται τὰ ἔργα τῆς πίστεως. «Ἡ πίστη χωρὶς τὰ ἔργα εἶναι νεκρή», λέει ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος.
.           Πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ κόσμου, ἡ πιὸ μεγάλη δυστυχία θὰ βρεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ὅπως διδάσκει ὁ ἀπόστολος, «δὲν ἀγάπησαν τὴν ἀλήθεια γιὰ νὰ σωθοῦν». Γι’ αὐτὸ «ὁ Θεὸς θὰ ἐπιτρέψει νὰ ἐνεργήσει σ’ αὐτοὺς ἡ πλάνη», νὰ τοὺς παρασύρει, δηλαδή, ὁ μεγάλος ἄνομος, ὁ Ἀντίχριστος, «γιὰ νὰ πιστέψουν στὸ ψέμα. Ἔτσι, θὰ τιμωρηθοῦν ὅλοι ὅσοι δὲν πίστεψαν στὴν ἀλήθεια καὶ δέχτηκαν ὁλόψυχα τὴν ἀδικία». Μὲ τὴν ἀποδοχὴ ὅλων αὐτῶν τῶν παραχαράξεων τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ, τὶς ὁποῖες ἀποτολμοῦν οἱ ἐχθροί Του, οἱ ἄνθρωποι ἀποκαλύπτουν καὶ ὁμολογοῦν τὴν ἀξία τῆς κρίσεώς τους, τὴν ἀξία τῆς καρδιακῆς τους διαθέσεως. Ἡ σκέψη μας μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματική, μόνο ὅταν παραμένει ὁλοκληρωτικὰ στὴν ἀλήθεια μὲ τὴ ζωντανὴ πίστη στὸν Χριστό. Ἡ ἀποστασία, ἔστω καὶ μερική, ἀπὸ τὴν ἀλήθεια εἶναι πτώση ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς οὐρανοὺς στὴ γήινη σοφιστεία, στὴν ψευδώνυμη φρόνηση, στὴν καταστροφή.
.           Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί! Ἂς προσφέρουμε στὸν Κύριο ὁλόθερμη προσευχή, ὅπως ἔκαναν οἱ ἀπόστολοι, ζητώντας Του νὰ μᾶς χαρίσει τὸ μοναδικὸ μέσο τῆς σωτηρίας μας, τὴ ζωντανὴ πίστη. Μαζὶ μὲ τὴν προσευχή, ἂς Τοῦ προσφέρουμε καὶ τὸν πνευματικό μας ἀγώνα, μὲ τὸν ὁποῖο θὰ Τοῦ ἀποδείξουμε τὴν εἰλικρίνεια τῆς ἐπιθυμίας μας γιὰ τὴ λήψη τῆς ἀνεκτίμητης δωρεᾶς Του. «Ἂς ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ ἂς κάνουμε τὸ καλό». Τώρα, μέσα στὸν ἱερὸ τοῦτο ναό, στεκόμαστε μπροστὰ στὸν ἀόρατο Θεὸ καὶ ἔχουμε τὴ δυνατότητα νὰ Τοῦ ζητήσουμε καθετὶ τὸ ἀναγκαῖο γιὰ τὴ σωτηρία μας. Θὰ ἔρθει καὶ ἡ μέρα ἐκείνη, ποὺ μαζὶ μὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα θὰ σταθοῦμε μπροστά Του, προκειμένου ν’ ἀπολογηθοῦμε γιὰ τὴν ἐπίγεια ζωή μας. Ἂς προσέξουμε, ὥστε νὰ μὴν Τοῦ παρουσιάσουμε τότε κενὸ τὸ ὄνομα τοῦ χριστιανοῦ, ποὺ φέρουμε, χωρὶς νὰ τὸ συμπληρώνουν καὶ νὰ τὸ ἀποδεικνύουν τὰ ἔργα ποὺ θέλει Ἐκεῖνος. Ἔχει διαβεβαιώσει ὅτι στοὺς ὑποκριτὲς χριστιανοὺς θὰ δώσει φοβερὴ ἀπάντηση —καὶ θὰ τὴ δώσει: «Ποτὲ δὲν σᾶς ἤξερα. Φύγετε μακριά μου ἐσεῖς, ποὺ καταπατούσατε τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ!». Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: alopsis.gr

 

 

Advertisements

,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-4 («Ὁ θάνατος πλέον δὲν ἔχει ἐπάνω εἰς τὴν Παναγίαν οὔτε μέσα της καμμίαν ἐξουσία»)

περ Θεοτόκου διδασκαλία το Δαμασκηνο

Δ´

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ»
(Τέσσερις Θεομητορικὲς Ὁμιλίες
τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ)

Κείμενο-Εἰσαγωγή -Σχόλια: Ἱερομ. Ἀθανάσιος Γιέφτιτς
ἐκδ. «Εὐαγὲς Ἵδρυμα “Ὅσ. Ἰωάννης ὁ Ρῶσος”»
Ἀθῆναι 1970, σελ. 22-58

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-1 («Ἡ ἁγία Παρθένος ἦταν, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, κληρονόμος τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος τοῦ Ἀδάμ»)

Μέρος Β´: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-2 («Τῆς Παναγίας ἡ ἁγιότης ἀφθαρτοποιεῖται εἰς τὴν Κοίμησιν καὶ Μετάστασίν της»)

Μέρος Γ´: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-3 («Διὰ τῆς ταπεινώσεως τῆς Παναγίας καὶ τῆς ὑπακοῆς της εἰς τὸν Θεὸν ἐλύθη ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ πρόβλημα καὶ ἡ τραγωδία τῆς ἀνθρωπίνης ἐλευθερίας»)

.                 Γεγονὸς εἶναι, κατὰ τὸν Δαμασκηνόν, ὅτι ἡ Παναγία ἀπέθανε θάνατον ἀνθρώπινον. Ἂν καὶ εἶναι «πηγὴ τῆς Ζωῆς», «πρὸς τὴν ζωὴν διὰ μέσου τοῦ θανάτου μετάγεται», καὶ ἐνῶ «ἐν τῷ τόκῳ τοὺς ὅρους ὑπερβᾶσα τῆς φύσεως, νῦν ὑποκύπτει τοῖς ταύτης θεσμοῖς καὶ θανάτῳ τὸ ἀκήρατον καθυποβάλλεται σῶμα» (Β΄, 10). Καὶ ἐπίσης «ὡς θυγάτηρ τοῦ πάλαι Ἀδὰμ τὰς πατρικᾶς εὐθύνας ὑπερχεται (Γ΄, 2) καὶ «φυσικῶς» ἡ ἁγία της ψυχὴ «τοῦ ἀκηράτου χωρίζεται σώματος, καὶ τὸ σῶμα τῇ νομίμῳ ταφῇ παραδίδοται» (Β΄,10). Ἡ «ταφὴ» αὐτὴ τοῦ σώματος γίνεται ἵνα «τὸ ἐκ γῆς συντεθὲν παλινοστήσῃ πρὸς γῆν», διὰ νὰ ἀποβάλῃ ἐκεῖ «τὸ θνητὸν» (Β΄, 10· Δ΄, 3) καὶ νὰ ἐνδυθῇ «τὸ ἄφθαρτον», τὸ πνευματικὸν καὶ φωτεινὸν σῶμα «τῆς ἀφθαρσίας» (αὐτ., πρβλ. Ἔκδ. IV, 27).
.             Καὶ ὅμως, μολονότι αὐτὰ γράφει ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς περὶ τοῦ φυσικοῦ θανάτου τῆς Μητρὸς τοῦ Κυρίου, ὁμολογεῖ ταυτοχρόνως, μαζὶ μὲ τὸν ἅγιον Ἀνδρέαν τῆς Κρήτης82, ὅτι ὁ θάνατός της ἦτο «ὑπὲρ ἡμᾶς». Ἡ «ἀπειροδύναμος ἀγαθότης τῆς θεαρχικῆς ἀσθενείας» (Γ΄, 18)83 τοῦ Υἱοῦ της «ἐκαινοτόμησε τὰς φύσεις»84 καὶ τὰ πάντα ὄντως «ἐποίησε καινά». Ἡ «ἀσθένειά» Του αὐτὴ ἦτο ἡ σωτήριος καὶ ὑψοποιὸς κένωσις, ἡ συγκαταβατικὴ σάρκωσις καὶ ταπείνωσις, τὸ σωτήριον πάθος καὶ ὁ ζωοποιὸς θάνατός Του δι᾽ ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ ἡμᾶς. Χάρις δὲ ἀκριβῶς εἰς αὐτὴν τὴν «θεαρχικὴν ἀσθένειάν» Του μετὰ τὴν Ἀνάστασίν Του, διὰ τῆς ὁποίας κατήργησε τὸ κράτος τοῦ θανάτου, ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἐνεδύθη τὴν ἀθανασίαν. «Τεθέωμαι ὁ ἄνθρωπος, γράφει ὁ Δαμασκηνός, ὁ θνητὸς ἠθανάτισμαι… τὴν φθορὰν ἀπηφμίασμαι καὶ ἀφθαρσίαν περίκειμαι τῇ περιβολῇ τῆς Θεότητος» (Γ΄, 2). Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι οἱ Ἅγιοι, τὰ ζῶντα μέλη τοῦ ἀεὶ ζῶντος Χριστοῦ καὶ ἡ «Ζωαρχικὴ Μήτηρ» Του (Β΄, 5). Πῶς λοιπὸν δύνανται νὰ ὀνομάζωνται αὐτοὶ «νεκροί», ἀφοῦ ἡ Κεφαλή τους καὶ ἡ Ἀπαρχή, ὁ Χριστός, εἶναι ζῶν καὶ ζωοποιός; Ὁ θάνατός τους πλέον, λέγει ὁ Δαμασκηνός, δὲν εἶναι θάνατος, ἀλλ᾽ «ἡ καλλίστη ἐκδημία, ἣ τὴν πρὸς Θεὸν ἐνδημίαν χαρίζεται» (Β΄, 10). Καὶ ἐὰν τοῦτο «πᾶσι τοῖς θεοφόροις θεράπουσι πρὸς Θεοῦ κεχάρισται· κεχάρισται γὰρ καὶ πιστεύομεν» (αὐτ.), πῶς ὄχι μᾶλλον εἰς τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ85; Τόσον ὁ θάνατος τῆς «Ζωαρχικῆς Μητρὸς» τοῦ Κυρίου ὑπερβαίνει τὴν ἔννοιαν τοῦ «θανάτου», ὥστε δὲν ὀνομάζεται κἂν «θάνατος», ἀλλὰ «κοίμησις» καὶ «θεία μετάστασις» καὶ «ἐκδημία ἢ ἐνδημία πρὸς τὸν Κύριον» (Β΄,10· Δ΄, 1). Καὶ ἐὰν ἀκόμη λεχθῇ «θάνατος», ὅμως εἶναι «θάνατος ζωηφόρος» (Γ΄, 2) καὶ «ἀρχὴ δευτέρας ὑπάρξεως» (Δ΄, 4), τῆς αἰωνίου.
.                   Τὸ ὅτι ὁ Θεὸς ἄφησε ἀκόμη νὰ «μετάγωνται» διὰ τοῦ θανάτου εἰς αὐτὴν τὴν αἰωνίαν ζωὴν οἱ Ἅγιοί Του καὶ ἡ ἴδια ἡ Μήτηρ Του, τοῦτο εἶναι κατὰ τὰ κρίματα καὶ «θεσμοθετήματά» Του («καὶ εἴκει τῷ τοῦ οἰκείου τόκου θεσμοθετήματι» – Γ΄, 2), Ἀλλ᾽ ὁ θάνατος πλέον δὲν ἔχει ἐπάνω εἰς τὴν Παναγίαν οὔτε μέσα της καμμίαν ἐξουσίαν: «Σήμερον ὁ τῆς ζωῆς θησαυρός, ἡ τῆς χάριτος ἄβυσσος, θανάτῳ ζωηφόρῳ καλύπτεται καὶ τούτῳ ἀδειμάντως πρόσεισιν ἢ τὸν τούτου καταλύτην κυήσασα, εἰ καὶ θάνατον προσαγορεῦσαι χρεὼν τὴν ταύτης πανίερον καὶ ζωτικὴν μεταβίωσιν. γρ τος πσι τν ντως ζων ναβλύσασα, πς θανάτ γένοιτ ν ποχείριος;» (Γ΄, 2). Τὴν Μητέρα τῆς αὐθυποστάτου Ζωῆς, τὴν «τῆς ἐνεργείας πλησθεῖσαν τοῦ Πνεύματος… καὶ τὴν Πατρικὴν εὐδοκίαν ἐγκυμονήσασαν, τὴν τοῦ Θεοῦ Λόγου πάντα πληροῦσαν ὑπόστασιν… καὶ ὅλην Θεῷ ἑνωθεῖσαν, πῶς καταπίῃ ὁ θάνατος; πῶς ὁ ἅδης εἰσδέξεται; πῶς διαφθορὰ τοῦ ζωοδόχου κατατολμήσειε σώματος; Ἀλλότρια ταῦτα καὶ πάντῃ ξένα τῆς θεοφόρου ψυχῆς τε καὶ σώματος. Ταύτῃ καὶ προσβλέπων ὁ θάνατος δέδοικε· τῷ γὰρ αὐτῆς Υἱῷ προσβαλὼν ἔμαθεν ἀφ᾽ ὧν ἔπαθε καὶ πεῖραν λαβὼν σεσωφρόνισται» (Γ΄, 3)86.
.               Ἡ «ἀντινομία» αὐτὴ τοῦ «ζωηφόρου θανάτου» τῆς Παναγίας δὲν πρέπει νὰ παρακάμπτεται μὲ ἀνθρωπίνους συλλογισμοὺς ἢ εὐσεβιστικὰς δοξασίας, ὅπως εἶναι τὰ νέα «δόγματα» τῶν Δυτικῶν περὶ «Immaculata Conceptio» καὶ «Αssumptio» (ἄνευ θανάτου), ἀλλὰ νὰ κρατῆται ἡ πίστις τῶν Πατέρων καὶ ἡ Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Παναγία Θεοτόκος δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ ψευδῆ δόξαν. Ὁ «μακαρισμός» της καὶ ἡ «δόξα» της, κατὰ τὸν ἅγιον Δαμασκηνόν, εἶναι «ἡ ἄσπορος σύλληψις, ἡ θεία ἐνοίκησις, ὁ τόκος ὁ ἄφθορος» τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μὲ αὐτὸ δὲν συγκρίνεται καμμία ἄλλη δόξα ἢ ἀρετὴ ἢ χάρις ἢ ἐνέργεια, εἴτε ἀνθρωπίνη εἴτε θεία: «Αὕτη γὰρ οὐκ ἐνεργείας Θεοῦ ὑπῆρξε δοχεῖον, ἀλλ᾽ οὐσιωδῶς τῆς τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ ὑποστάσεως» (Α´, 6). Διὰ τοῦτο καὶ ὁ θάνατός της δὲν εἶναι κάτι τὸ ἄδοξον δι᾽ αὐτήν, διότι τὸν δρόμον αὐτὸν τοῦ θανάτου ἤδη ἔχει περάσει ὁ Υἱός της (Δ΄, 1) καὶ ὡς Θεὸς καὶ Σωτὴρ «τῷ θανάτῳ τὸν θάνατον κατέλυσε» καὶ «πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν σωματικῶς εἰσελήλυθεν εἰς τὸ ἐνδότερον τοῦ καταπετάσματος», εἰς τὰ ὑπερουράνια «Ἅγια τῶν Ἁγίων» (Γ΄, 12· Ἑβρ. ιβ´ 9· ι´ 20). Διὰ τοῦτο Αὐτὸς ὁ Ἴδιος, ὁ Υἱός της καὶ Σωτήρ, κατὰ τὴν ὥραν τῆς Κοιμήσεως τῆς Μητρός Του, ἔρχεται «πρὸς τὴν οἰκείαν λοχεύτριαν» (Γ΄, 10) καὶ «δεσποτικαῖς παλάμαις τῇ Παναγίᾳ ταύτῃ καὶ θειοτάτῃ οἷα Μητρὶ λειτουργῶν, τὴν ἱερὰν ψυχὴν ὑποδέχεται» (Β΄, 5), καὶ συνοδευόμενος ὑπὸ ὅλων τῶν Ἀγγέλων καὶ τῶν Ἁγίων τὴν ἀναφέρει ὄχι ἁπλῶς εἰς τὸν οὐρανόν, ἀλλ᾽ «ἕως αὐτοῦ τοῦ βασιλικοῦ θρόνου» Του (Β΄,11), εἰς τὰ ἐπουράνια «Ἅγια τῶν Ἁγίων» (Γ΄,12). Εἰς δὲ τὴν «ὁσίαν ταφὴν» (Β΄, 12) τοῦ «ζωαρχικοῦ καὶ θεοδόχου σώματος» (Δ΄, 4) τῆς Θεοτόκου, ὁ Ἴδιος, ὡς «ὁ νέος Σολομὼν ὁ εἰρηνάρχης», ὅλα τὰ ὑπερκόσμια τάγματα τῶν Ἀγγέλων καὶ τῶν Ἁγίων καὶ τοὺς Ἀποστόλους τῆς Καινῆς Διαθήκης Του «σὺν παντὶ τῷ ἐν Ἱερουσαλὴμ τῶν ἁγίων λαῷ Του ἠκκλησίασε» (Γ΄, 12) καὶ οὕτω τὸ πανάγιον καὶ θεοδόχον σῶμα «τῷ πανευκλεεῖ καὶ ὑπερφυεῖ ἐπιτίθεται μνήματι· κἀντεῦθεν τριταῖον (μετὰ τρεῖς ἡμέρας)» καὶ ἄφθαρτον (Β΄, 10) «πρὸς οὐρανίους δόμους μετεωρίζεται, πρὸς τὸν Μονογενῆ καὶ ἠγαπημένον Υἱόν της καὶ Θεὸν (Γ΄, 14· Δ´, 2, 4).

10. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθοῦν ἐδῶ καὶ πολλὰ ἄλλα ἀπὸ τὴν θεολογίαν τοῦ ἁγίου Δαμασκηνοῦ, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἀναφέρομεν, διότι, ὅπως εἴπομεν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Εἰσαγωγῆς, ὁ πλοῦτος τῆς θεοπαραδότου Ὀρθοδόξου Θεολογίας τῶν Πατέρων εἶναι ἀνεξάντλητος. Οὕτω θὰ ἔπρεπε νὰ λεχθοῦν, μερικὰ ἔστω, διὰ τὴν θέσιν τῆς Παναγίας εἰς τὴν οὐράνιον «Ἐκκλησίαν τῶν πρωτοτόκων» (Δ΄, 2) καὶ τὴν μεσιτείαν της διὰ τὴν ἐπίγειον Ἐκκλησίαν (Γ΄, 8,16) καὶ γενικῶς διὰ τὴν θέσιν της εἰς ὅλην τὴν Ἐκκλησίαν, ποὺ εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Υἱοῦ της, ἀπὸ τὸν ὁποῖον εἶναι πάντοτε ἀχώριστος («οὐδὲν γὰρ μέσον Μητρὸς καὶ Υἱοῦ», Δ΄, 5), ὡς καὶ ἐπίσης δι᾽ αὐτὴν ὡς «εὐεργέτιδα πάσης τῆς φύσεως» καὶ κτίσεως (Β΄, 2· Α΄,1· Γ΄, 11, 16), καὶ τὴν ὑπὸ πάσης κτίσεως προσκύνησιν αὐτῆς ὡς «Βασιλίδος καὶ Κυρίας καὶ Δεσποίνης καὶ Θεομήτορος καὶ ἀληθοῦς Θεοτόκου» (Β΄, 12· Γ΄, 14). Καὶ πόσα θὰ ἠδύναντο νὰ λεχθοῦν ἀκόμη περὶ τῆς Παναγίας ἀπὸ τὴν λατρείαν τῆς Ἐκκλησίας μας, εἰς τὴν ὁποίαν τόσοι καὶ τόσοι ὕμνοι της εἶναι τοῦ Δαμασκηνοῦ87! Καὶ πόσα ἀκόμη ἀπὸ τὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν αἰωνίαν καὶ καθημερινὴν πείραν της! Ἀληθῶς, ἡ τιμὴ καὶ ὁ μακαρισμὸς καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ χάρις τῆς Παναγίας Θεοτόκου εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν δὲν τελειώνουν ποτέ. Διότι «ἡ εἰς αὐτὴν τιμή, εἰς τὸν ἐξ αὐτῆς σαρκωθέντα Υἱὸν ἀνάγεται» (Ἔκδ. IV, 16· B΄, 14). Καὶ ὄχι μόνον ἡ τιμή, ἀλλὰ καὶ πάντα τὰ ἄλλα, καὶ προπαντὸς ἡ ὀρθὴ πίστις καὶ προσκύνησις. Διότι τὸ τελικὸν περὶ Παναγίας Θεοτόκου μυστήριον εἶναι τὸ «Μυστήριον τοῦ Χριστοῦ», «τὸ πάντων καινῶν καινότατον, τὸ μόνον καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 1· Α΄, 2· Β΄, 9).

 

  1. Ὁ Φιλάρετος Μόσχας γράφει ὅτι κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρὸν «ἡ ἄβυσσος τῶν πόνων τῆς Παναγίας δὲν κατέβαλε οὔτε κατεπόντισε αὐτήν, διότι ἐβυθίζετο συνεχῶς εἰς μίαν ἰσομεγέθη ἄβυσσον τῆς ὑπομονῆς τῆς Παναγίας καὶ τῆς ταπεινώσεώς της καὶ τῆς πίστεως καὶ ἐλπίδος, καὶ τῆς ἀπολύτου ἀφοσιώσεώς της εἰς τὰ κρίματα τοῦ Θεοῦ». Slova i rjeci (1844), τ. Ι, 442.
  2. «Εἰ γὰρ οὐκ ἔστι, κατὰ τὸ λόγιον, ἄνθρωπος ὃς ζήσεται καὶ οὐκ ὄψεται θάνατον· ἄνθρωπος δὲ καὶ ἀνθρώπου ἐπέκεινα καὶ ἡ νῦν ὑμνουμένη (ἡ Παναγία), δέδεικται δήπου τρανῶς ὡς καὶ αὔτη τὸν ἴσον ἡμῖν ἐκπεπλήρωκε νόμον τῆς φύσεως, εἰ καὶ μὴ καθ᾽ ἡμᾶς ἴσως, ἀλλ᾽ ὑπὲρ ἡμᾶς» (Λόγος 12, Εἰς τὴν Κοίμησιν, PG 97, 1053). Tὸν ἅγιον Ἀνδρέα, ὡς φορέα τῆς ἱεροσολυμιτικῆς παραδόσεως, ἀκολουθεῖ συχνὰ ὁ ἅγιος Δαμασκηνός.
  3. Βλ. τὸ σχόλιον 53 τῆς Γ΄ Ὁμιλ.
  4. Ἡ ἔκφρασις εἶναι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου (PG 36, 348). Βλ. σημ. 30 τῆς Β΄ Ὁμιλ.
  5. Μάλιστα δέ, ἐφ᾽ ὅσον «τὸ διάφορον ἄπειρον δούλων Θεοῦ καὶ Μητρὸς» (Β΄, 10).
  6. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ὁ Δαμασκηνὸς ἀποδίδει εἰς τὴν Παναγίαν τοὺς λόγους τῆς Γραφῆς τοὺς ἀναφερομένους εἰς τὸν Χριστόν: «Οὐ κατελήλυθε γὰρ ἡ ψυχή σου εἰς τὸν ᾅδην, ἀλλ᾽ οὐδὲ ἡ σάρξ σου εἶδε διαφθορὰν (Πράξ. β´ 31· Ψάλ. Ιϛ´ 10). Οὐ κατελείφθη ἡ ψυχή σου ἐν τῇ γῇ ἢ τὸ σὸν ἄχραντον καὶ πανακήρατον σῶμα, ἀλλ᾽ ἐν οὐρανῶν βασιλείοις μοναῖς ἡ Βασιλίς, ἡ Κυρία, ἡ Δέσποινα, ἡ Θεομήτωρ, ἡ ἀληθὴς Θεοτόκος αὐλίζει μετατεθεῖσα» (Β΄, 12).
  7. Ὡς μικρὸν δεῖγμα τούτου ἀναφέρομεν μόνον τὸ ἑξῆς Θεοτοκίον, ποίημα τοῦ Δαμασκηνοῦ:

«Ἐπὶ σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις,
Ἀγγέλων τὸ σύστημα καὶ ἀνθρώπων τὸ γένος,
ἡγιασμένε ναὲ καὶ Παράδεισε λογικέ,
παρθενικὸν καύχημα·
ἐξ ἧς Θεὸς ἐσαρκώθη καὶ παιδίον γέγονεν,
ὁ πρὸ αἰώνων ὑπάρχων Θεὸς ἠμῶν·
τὴν γὰρ σὴν μήτραν θρόνον ἐποίησε,
καὶ τὴν σὴν γαστέρα πλατυτέραν οὐρανῶν ἀπειργάσατο.
Ἐπὶ σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις· δόξα σοι».

(Ὀκτώηχος, ἦχος πλ. δ΄, Κυριακὴ πρωΐ).

, , ,

Σχολιάστε

ΕΠΙΤΑΦΙΑ ΕΓΚΩΜΙΑ τοῦ Δεκαπενταυγούστου (Πρὸς μία Λατρεία χωρὶς Θεολογία;)

Στήν Ἀνάστασι ἐπιτάφιος;

τοῦ Ἀρχιμ. Δανιήλ Ἀεράκη

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Ἀβασάνιστα καὶ ἄκριτα υἱοθετεῖται μιὰ τοπικὴ (Ἱεροσολυμιτικὴ) συνήθεια, ποὺ τὸ μόνο ποὺ πτυχαίνει εἶναι ὁ λειτουργικὸς ἀποπροσανατολισμός (ὅπως οἱ λεγόμενες «βραδινὲς» Λειτουργίες!), ἡ θεατρικοποίηση τῆς Λατρείας. Φυσικὰ δὲν ὑπάρχει κανένας τρόπος νὰ ἀναχαιτισθεῖ αὐτὴ ἡ «μόδα». Ἀντιθέτως θὰ αὐξάνεται καὶ θὰ ἁπλώνεται, ἐπειδὴ ἀκριβῶς σήμερα ἐκεῖνο ποὺ «μετράει» εἶναι ἡ δημιουργία ἐντυπώσεων, ἡ «κατανυκτικὴ φαντασμαγορία», ὁ διερεθισμὸς τοῦ λαϊκοῦ συναισθήματος κι ἂν ἀκόμη στερεῖται θεολογικῆς σοβαρότητος. Σήμερα ὅλοι ψάχνουν γιὰ «ἐμπειρίες»! Ὁπότε νὰ ἕνας καλὸς τρόπος νὰ τοὺς τὶς παράσχεις εὔκολα.

.            Μόδα κατάντησε ὁ ἐπιτάφιος καὶ τὰ ἐπιτάφια ἐγκώμια στὴν ἑορτὴ τοῦ Δεκαπενταυγούστου, πού ὅμως εἶναι χαρούμενη καὶ ὄχι πένθιμη! Ἡ μόδα φανερώνει ἄγνοια ὀρθοδόξου θεολογίας. Ποτὲ στὴν μακραίωνη παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἴχαμε ἐπιταφίους στὴν ἑορτὴ τῆς Παναγίας.
.              Στὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως λέμε: «Μετέστης πρὸς τήν Ζωήν, Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς Ζωῆς…». Εἴδατε ποτὲ τὴ μέρα τοῦ Πάσχα νὰ προσκυνᾶμε ἐπιταφίους; Νὰ ψάλλουμε ἐγκώμια; Νὰ κάνουμε περιφορὲς ἐπιταφίων; Ἡ Παναγία μετέστη. Εἶναι ἀναστημένη καὶ ζωντανὴ στὸν οὐρανὸ, ψυχῇ τε καὶ σώματι. Δὲν τῆς ἁρμόζουν ἐπιτάφια ἐγκώμια.

  • Ὅταν ἐμφανίστηκαν μεμονωμένα περιστατικὰ ἐπιταφίου στὴν Κοίμησι, στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος, ἡ τότε Ἱ. Σύνοδος ἔσπευσε μὲ ἐγκύκλιο νὰ ἀπαγορεύση τὸ φαινόμενο.

  • Στὶς μέρες μας κάποια φυλλάδα σχετική, παρουσιάστηκε ἀπό τά Ἱεροσόλυμα, καὶ σιγὰ-σιγὰ ἐξαπλώθηκε ἡ μόδα τῶν ἀντορθοδόξων ἐπιταφίων!

.              Ὁ λόγος; Τά «ἐφέ», τὸ ἐπιδεικτικὸ «φολκλόρ», ἡ τάσις γιὰ κάτι τό ἐντυπωσιακό, πού ὅμως ἀποπροσανατολίζει τοὺς πιστοὺς ἀπό τό μυστήριο τῆς Θεοτόκου.

  • Μία ἐγκύκλιος τῆς Ἱ. Συνόδου, ἀνανεώνουσα τὴν παλαιά, θὰ ἀνέκοπτε τό ἀντορθόδοξο (ἐπαναλαμβάνουμε) ἔθιμο τῶν ἐγκωμίων στὴ Ζωντανὴ (καὶ ὄχι πεθαμένη) Παναγία.

,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-3 («Διὰ τῆς ταπεινώσεως τῆς Παναγίας καὶ τῆς ὑπακοῆς της εἰς τὸν Θεὸν ἐλύθη ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ πρόβλημα καὶ ἡ τραγωδία τῆς ἀνθρωπίνης ἐλευθερίας»)

περ Θεοτόκου διδασκαλία το Δαμασκηνο

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ»
(Τέσσερις Θεομητορικὲς Ὁμιλίες
τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ)

Κείμενο-Εἰσαγωγή -Σχόλια: Ἱερομ. Ἀθανάσιος Γιέφτιτς
ἐκδ. «Εὐαγὲς Ἵδρυμα “Ὅσ. Ἰωάννης ὁ Ρῶσος”»
Ἀθῆναι 1970, σελ. 22-58

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-1 («Ἡ ἁγία Παρθένος ἦταν, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, κληρονόμος τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος τοῦ Ἀδάμ»)

Μέρος Β´: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-2 («Τῆς Παναγίας ἡ ἁγιότης ἀφθαρτοποιεῖται εἰς τὴν Κοίμησιν καὶ Μετάστασίν της»)

.                 Εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἡ θεόπαις Μαρία –«ἡ ἱερωτάτη περιστερά, ἡ ἀκεραία καὶ ἄκακος ψυχὴ καὶ τῷ Θείῳ καθιερωμένη Πνεύματι» (Γ΄, 2)67– ὡς «ἁγνὴ καὶ φίλαγνος» (Γ΄, 19) γίνεται κατ᾽ ἄμφω παρθένος, καὶ παρθένος ἄχραντος (Γ΄, 2) «γηΐνοις μὴ ὁμιλήσασα πάθεσι, ἀλλ᾽ οὐρανίοις ἐντραφεῖσα νοήμασι» (αὐτ.). Διότι ὡς «θυγάτριον ἱερώτατον, τὸ λαθὸν τὰ πεπυρωμένα βέλη τοῦ πονηροῦ» (Α´ ,7), ἀπὸ τὸν πόθον πρὸς τὴν παρθενίαν («παρθένος καὶ φιλοπάρθενος», Δ΄, 5), ἀλλοιοῦται τόσον μὲ τὴν βοήθειαν τῆς χάριτος τοῦ Πνεύματος («πιανθεῖσα τῷ Πνεύματι», Ἔκδ. IV, 14), ὥστε νὰ λέγῃ ὁ Δαμασκηνός: «τοσοῦτον τὴν παρθενίαν ποθήσασα, ὡς ὑπ᾽ αὐτῆς οἷά τινος καθαρωτάτου ποιωθῆναι πυρὸς» (Γ΄, 2), καθίσταται «πυρὸς θείου κατοικητήριον» καὶ «Πνεύματος Ἁγίου ἱερώτατον ἄγαλμα» (Δ΄, 5). Αἱ ἀρεταί της καὶ ἡ χάρις τοῦ Πνεύματος («τὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χαρισμάτων κύματα», Α΄, 9) ἐκόσμησαν τὴν Παρθένον («ἡ τῶν ἀρετῶν περιβεβλημένη εὐπρέπειαν καὶ κεκοσμημένη τῇ τοῦ Πνεύματος χάριτι», Α΄, 9), ὥστε νὰ εἶναι αὐτὴ «τὸ κάλλος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως» (Α´ ,7), «ἐφ᾽ ᾧ ὁ δημιουργήσας εὐφράνθη Θεὸς» (Α´, 9). Καὶ διὰ τοῦτο ὡς «ἀξιόθεος» (Α´,7) ἐκλέγεται ἀκριβῶς «εἰς νύμφην Θεοῦ καὶ μητέρα» (Α´,7).
.                  Ὁ Δαμασκηνὸς περιγράφει λεπτομερῶς τὸ ἦθος καὶ τὰς ἀρετὰς τῆς Παναγίας, ὅπως θὰ τὸ ἰδῇ ὁ ἀναγνώστης (Α´, 9,11), καὶ γενικῶς ὅλην τὴν «ἀνεπίστροφον» ἀνάτασιν, ἀφοσίωσιν καὶ ἀγάπην τῆς Παρθένου πρὸς τὸν Θεόν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ πρὸς τὴν ἁγίαν Παρθένον («ἕως πρὸς τὴν ποθοῦσαν τὸν ποθούμενον εἵλκυσεν», «θυγάτριον θεοπόθητον», Α΄,9,7). Εἰς δὲ τὴν «Ἔκδοσιν Ὀρθ. Πίστεως» συνοψίζει ὡς ἑξῆς τὰ περὶ τῆς ἁγιότητος τῆς Παναγίας: «Εἶτα ἐν τῷ οἴκῳ Θεοῦ φυτευθεῖσά τε καὶ πιανθεῖσα τῷ Πνεύματι, ὡσεὶ ἐλαία κατάκαρπος, πάσης ἀρετῆς καταγώγιον γέγονε, πάσης βιωτικῆς καὶ σαρκικῆς ἐπιθυμίας τὸν νοῦν ἀποστήσασα καὶ οὕτω παρθένον τὴν ψυχὴν συντηρήσασα σὺν τῷ σώματι, ὡς ἔπρεπε τὴν Θεὸν ἐγκόλπιον ὑποδέχεσθαι μέλλουσαν· ἅγιος γὰρ ὤν, ἐν ἁγίοις ἀναπαύεται· οὕτω τοίνυν ἁγιωσύνην μετέρχεται καὶ ναὸς ἅγιος καὶ θαυμαστός τοῦ ὑψίστου Θεοῦ ἀναδείκνυται ἄξιος» (Ἔκδ. IV,14). Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ ἁγιότης τῆς Παναγίας πρὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

6. Ἀλλ᾽ ὅση καὶ ἂν ἦτο ἡ δόξα τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς χάριτος τῆς Παναγίας Παρθένου, ἡ ἀποκορύφωσις τῆς δόξης της, ἡ «ἀρχὴ καὶ μεσότης καὶ τέλος» τῶν ὑπὲρ νοῦν ἀγαθῶν της (Β΄,12) εἶναι ἀναμφιβόλως ὁ Εὐαγγελισμὸς καὶ ἡ Γέννησις τοῦ Χριστοῦ, ἢ ὅπως λέγει ὁ Δαμασκηνός: «ἡ ἄσπορος σύλληψις» (διὰ Πνεύματος Ἁγίου, τοῦ σαρκουμένου Λόγου τοῦ Πατρός, Α΄, 3) ἡ θεία ἐνοίκησις (τῆς τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ Ὑποστάσεως Α´,6), καὶ ὁ τόκος ὁ ἄφθορος (τοῦ Ἐμμανουήλ, Θεοῦ παιδίου, τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ, Α΄, 4)» (Β,12). Διότι «ἡ δόξα τῆς Θεοτόκου ἔσωθεν, ὁ τῆς κοιλίας καρπὸς» (Α´,9), ὁ Χριστός.
.               Πράγματι, μετὰ τὸ τέλος τῆς παραμονῆς της εἰς τὸν ναὸν καὶ μετὰ τὴν παράδοσίν της ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς εἰς τὸν δίκαιον καὶ σώφρονα Ἰωσήφ, τὸν φύλακα τῆς παρθενίας της (Β΄,7· Ἔκδ. IV, 14), «ὅτε ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου», ἡ Παναγία Παρθένος δέχεται διὰ τοῦ Ἀρχαγγέλου τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ἁγίας Τριάδος, «ᾗ ἐλειτούργησε» (Δ΄, 5· Β΄, 8), καὶ ἀξιοῦται τῆς ἀκατανοήτου καὶ φιλανθρώπου συγκαταβάσεως καὶ ἐνοικήσεως καὶ σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, τὸν ὁποῖον αὐτὴ συνήντησε καὶ ἀπεδέχθη μὲ ἄπειρον ὑπακοὴν καὶ ταπείνωσιν (Ἔκδ. ΙΙΙ, 2· Β΄. 8· Γ΄, 3· Λουκ. 1, 38, 48)68, πανορθώσουσα τν παρακον τς προμήτορος Εας (Α´, 7) καὶ ἀναδεικνυομένη ἀληθῶς Θεοτόκος.
.             λον μως τ μυστήριον τς Παναγίας Θεοτόκου, πως μς δίδαξαν κα μς παρέδωσαν ο πόστολοι κα ο Πατέρες, συνοψίζεται ες τ «μυστήριον το Χριστο» κα δι τούτου ξηγεται. Εἰς τὴν ἐρώτησιν τῶν Ἰουδαίων: «Τί μοι προσφέρεις, ὅτι ἠδύνατο γυνὴ γεννῆσαι Θεόν;» ὁ ἅγιος Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως ἀπαντᾶ: «Οὐ λέγω σοι ὅτι ἠδύνατο γυνὴ Θεὸν γεννῆσαι, ἀλλ᾽ ὅτι ἠδύνατο Θεὸς σαρκωθεὶς γεννηθῆναι ὑπὸ γυναικός· πάντα γὰρ αὐτῷ δυνατά»69. Καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνει ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς λέγων: «Θεοῦ βουλομένου ταῦτα γεγένηται· ἐπεὶ Θεοῦ θέλοντος, δυνατὰ μὲν ἅπαντα, ἀμήχανα δὲ μὴ θέλοντος» (Γ΄, 7). Ἡ παντοδυναμία αὐτὴ τοῦ Θεοῦ συμπίπτει, κατὰ τὸν Δαμασκηνόν, μὲ τὴν ἄπειρον συγκατάβασίν Του70. Διότι μόνον ὡς συγκατάβασιν ἠμποροῦμεν νὰ ἐννοήσωμεν τὸ πῶς ὁ Θεὸς Λόγος «καταβὰς ἀμεταβάτως… ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη (Α´, 3) καὶ πρὸς τὴν ὑψοποιὸν καταβέβηκε κένωσιν· πῶς ὁ Ὑπερούσιος ἐκ γυναικείας νηδύος ὑπερουσίως οὐσίωται· πῶς ὁ Θεὸς τέ ἐστιν καὶ ἄνθρωπος γέγονεν… καὶ οὔτε τῆς οὐσίας ἐκβέβηκε τῆς Θεότητος καὶ παραπλησίως ἡμῖν κεκοινώνηκε σαρκός τε καὶ αἵματος· πῶς ὁ τὰ πάντα πληρῶν καὶ ὢν ὑπὲρ ἅπαντα στενὸν χωρίον κατώκησεν· πῶς τὸ ὑλικὸν καὶ χορτῶδες σῶμα τῆς ἀοιδίμου ταύτης (τῆς Παναγίας) τὸ καταναλίσκον πῦρ ἐδέξατο τῆς Θεότητος… καὶ ἀναλλωτον ἐχρημάτισε (Γ΄, 7)· πῶς ἡ πρὸ τόκου παρθένος καὶ ἐν τῷ τίκτειν παρθένος καὶ μετὰ τόκον παρθένος ἀειπάρθενος» (Α´,5) – ὅλα αὐτά, δὲν δύνανται νὰ ἐξηγηθοῦν ἀνθρωπίνως καί, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Βασιλείου Σελευκείας, «γέγονε μυστήριον, ὅπερ μέχρι τῆς σήμερον μένει μυστήριον, καὶ οὐδέποτε παύσεται τοῦ εἶναι μυστήριον»71. Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν «ὡς Αὐτὸς (ὁ Θεὸς) μόνος οἶδε», καὶ «οὔτε ὀφείλει ἄνθρωπος φυσιολογεῖν τὸ ἀνεξιχνίαστον καὶ ἀνεξερεύνητον πρᾶγμα»72.

7. Ἀπὸ τὸ ἀκατάληπτον τοῦτο μυστήριον τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου ἡ Παναγία ὀνομάζεται καὶ εἶναι «δικαίως καὶ ἀληθῶς» Θεοτόκος: «Τὸ παιδίον Θεὸς καὶ πῶς οὐ Θεοτόκος ἡ τεκοῦσα;» (Α΄, 4). Ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι ὄντως Θεοτόκος, διότι «οὐκ ἄνθρωπον ψιλὸν ἐγέννησεν, ἀλλὰ Θεὸν ἀληθινόν· οὐ γυμνόν, ἀλλὰ σεσαρκωμένον» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 12· Β΄, 3-4)· «οὐκ ἄνθρωπον ἀποθεωθέντα, ἀλλὰ Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 2). Δὲν ἐγέννησε δηλαδὴ ἡ Θεομήτωρ ἕνα ἁπλῶς θεοφόρον ἢ θεωθέντα ἄνθρωπον, ἀλλ᾽ αὐτὸν τοῦτον τὸν Θεὸν Λόγον, τὸν Μονογενῆ Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος «εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός, οὐκ ἐκ συναφείας φυσικῆς, ἀλλ᾽ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου ὑπερφυῶς σὰρξ ἀτρέπτως ἐγένετο… (Α΄, 3), αὐτῆς τῆς Θεομήτορος ὑπερφυῶς χορηγούσης τὸ πλασθῆναι τῷ Πλάστῃ καὶ τὸ ἀνθρωπισθῆναι τῷ Θεῷ καὶ Ποιητῇ τοῦ παντός, θεοῦντι τὸ πρόσλημμα, σωζούσης τῆς ἑνώσεως τὰ ἑνωθέντα τοιαῦτα οἷα καὶ ἥνωται» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 12). Οἱ τελευταῖοι λόγοι τοῦ Δαμασκηνοῦ σημαίνουν ὅτι ἡ Θεία Ὑπόστασις τοῦ Λόγου, ὁμοούσιος τῷ Πατρὶ κατὰ τὴν Θεότητα, προσλαμβάνει ἐν τῇ μήτρᾳ τῆς Παναγίας τὴν ἀνθρωπότητα, τὴν πλήρη ἀνθρωπίνην φύσιν, καὶ γίνεται ὁ Χριστὸς ὁμοούσιος τῇ Μητρὶ καὶ ἡμῖν, ἑνώνων στενώτατα τὰς δύο αὐτὰς φύσεις, τὴν θείαν καὶ τὴν ἀνθρωπίνην, ἐν τῇ μιᾷ Ὑποστάσει Του, χωρὶς νὰ μεταβληθοῦν ἢ συγχυσθοῦν αἱ φύσεις αὐταὶ ἢ νὰ ἀπολεσθοῦν τὰ οὐσιαστικά των ἰδιώματα (Β΄, 1· Ἔκδ. ΙΙΙ, 3, 6)73. Ἡ δὲ ἀνθρωπίνη φύσις ὑψώνεται διὰ τῆς ὑποστατικῆς αὐτῆς ἑνώσεως εἰς τὴν θέωσιν. Διὰ τοῦτο λέγεται ἀκόμη Θεοτόκος ἡ Παναγία «οὐ μόνον διὰ τὴν φύσιν τοῦ Λόγου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν θέωσιν τοῦ ἀνθρώπου» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 12)74. Διότι ἐν τῇ κοιλίᾳ της ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, διὰ τῆς καθ᾽ ὑπόστασιν ἑνώσεως μὲ τὴν Θεότητα τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἔλαβε «θέωσιν καὶ λόγωσιν καὶ ὑπερύψωσιν» καὶ «τεθεῶσθαι λέγεται καὶ θεὸς γενέσθαι καὶ ὁμόθεος τῷ Λόγῳ» (Ἔκδ. IV, 18· Γ΄, 2).
.                 Ἡ Παναγία εἶναι ἐπίσης καὶ Χριστοτόκος, «Χριστὸν γὰρ ἐγέννησε»75, (καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ὀνομάζεται «Χριστοτόκος καὶ Κυριοτόκος καὶ Σωτηριοτόκος καὶ Θεοτόκος»)76, ἀλλ᾽ «ἐπειδὴ ἐπ᾽ ἀναιρέσει τῆς “Θεοτόκος” φωνῆς ὁ θεήλατος αἱρετικὸς Νεστόριος ταύτῃ κατεχρήσατο, οὐ Χριστοτόκον, ἀλλ᾽ ἐκ τοῦ κρείττονος αὐτὴν Θεοτόκον κατονομάζομεν. Χριστοτόκοι γὰρ καὶ ἄλλαι τῶν προφητῶν καὶ βασιλέων μητέρες, μόνη δὲ Θεοτόκος ἡ ἁγία Θεοτόκος Μαρία»77. Ὁ δὲ Λεόντιος ὁ Βυζάντιος ἐπισφραγίζει αὐτὴν τὴν Πατερικὴν Παράδοσιν, ὅταν λέγῃ: «Μόνον ἰδικώτατον καὶ κυριώτατον καὶ σημαντικώτατόν ἐστι τῇ ἁγίᾳ ἀχράντῳ καὶ ἀειδόξῳ Παρθένῳ ὄνομα τὸ “Θεοτόκος”»78.

8. Ἐκ τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Σαρκώσεως γνωρίζομεν ἐπίσης διὰ τοῦ ἁγίου Δαμασκηνοῦ ὅτι ἡ Παναγία Θεοτόκος, ὅπως πρὸ τοῦ τόκου, ἔτσι καὶ ἐν τῷ τόκῳ καὶ μετὰ τὸν τόκον ἦτο καὶ παρέμεινε διαπαντὸς παρθένος «νῷ καὶ ψυχῇ καὶ σώματι ἀειπαρθενεύουσα» (Α΄ 5). Ἡ ἀειπαρθενία τῆς Παναγίας σημαίνει ὅτι αὐτή, ὅπως εἰς τὴν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου ἄσπορον σύλληψιν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἦτο «ἀπείρανδρος» (Α´, 6) καὶ «ἀπειρόγαμος» (Β΄, 14), ἔτσι καὶ εἰς τὴν γέννησιν ὁ «τεχθεὶς τὴν αὐτῆς παρθενίαν ἐφύλαξε ἄτρωτον, μόνος διελθὼν δι᾽ αὐτῆς καὶ κεκλεισμένην τηρήσας αὐτὴν (Ἔκδ. IV, 14)… καὶ διανοίγει μήτραν τὰ κλεῖθρα τῆς παρθενίας μὴ λυμηνάμενος» (Β΄, 9). Κάθε ἄλλη παρθένος φυσικὰ «τῷ τόκῳ τὴν παρθενίαν λυμαίνεται», ἡ Παρθενομήτωρ ὅμως καὶ Θεοτόκος Μαρία «καὶ πρὸ τόκου καὶ τίκτουσα μένει παρθένος, καὶ μετὰ γέννησιν» (Γ΄, 2). Διότι ἡ ἐξ αὐτῆς γέννησις τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ἦτο ταυτοχρόνως «δι᾽ ἡμᾶς, καθ᾽ ἡμᾶς καὶ ὑπὲρ ἡμᾶς», δηλ. καὶ σωτήριος, καὶ φυσικὴ καὶ ὑπὲρ φύσιν: «Δι᾽ ἡμᾶς, ὅτι διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν· καθ᾽ ἡμᾶς, ὅτι γέγονεν ἄνθρωπος ἐκ γυναικὸς καὶ χρόνῳ κυήσεως· ὑπὲρ ἡμᾶς, ὅτι οὐκ ἐκ σπορᾶς, ἀλλ᾽ ἐξ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς Ἁγίας Παρθένου (=ἀπειρογάμως), ὑπὲρ νόμων κυήσεως» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 7) καὶ «ὠδίνων ἄνευ (=ἀνωδύνως)» (Γ΄,13)79. Τὴν δυνατότητα τῆς τοιαύτης γεννήσεως ἔδωσε εἰς τὴν Παναγίαν Παρθένον τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ «καθαῖρον αὐτὴν καὶ δύναμην δεκτικὴν τῆς τοῦ Λόγου Θεότητος παρέχον, ἅμα δὲ καὶ γεννητικὴν» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 2), ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Μονογενὴς Υἱός της, ὁ «τὰς τῆς φύσεως ἡμῶν γονὰς ἐλευθερώσας καὶ Παρθενικὴν ἁγιάσας μήτραν τῷ τόκῳ» Του80.
.                 Ἡ Παναγία Θεοτόκος, συνεχίζει ὁ ἅγιος Δαμασκηνός, «μένει καὶ μετὰ τόκον παρθένος», εἶναι Ἀειπάρθενος, «οὐδαμῶς ἀνδρὶ μέχρι θανάτου προσομιλήσασα» (Ἔκδ. IV, 14). Τὰ ἔτη τῆς ἐπιγείου ζωῆς τοῦ Υἱοῦ της ἔζησε μαζί Του, καὶ κατὰ τὴν ὥραν τοῦ σταυρικοῦ θανάτου Του «τὰς ὠδίνας, ἃς διέφυγε τίκτουσα, ταύτας ἐν τῷ τοῦ πάθους καιρῷ ὑπέμεινε, ὑπὸ τῆς μητρικῆς συμπαθείας τῶν σπλάγχνων τὸν σπαραγμὸν ἀνατλᾶσα» (Ἔκδ. IV, 14· Γ΄, 14)81, καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασιν «Θεὸν τὸν σαρκὶ θανόντα κηρύττουσα» (αὐτ.). Μετὰ δὲ τὴν Ἀνάληψιν τοῦ Υἱοῦ της ἡ Παναγία Θεομήτωρ ἔζησε μέχρι τῆς Κοιμήσεώς της καὶ Μεταστάσεως «ἐν τῇ θείᾳ καὶ περιωνύμῳ πόλει Δαβίδ, Σιών»: «αὕτη ἡ μήτηρ τῶν ἀνὰ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην Ἐκκλησιῶν, τῆς τοῦ Θεοῦ Μητρὸς ἐνδιαίτημα πέφηνε» (Γ΄, 4).

9. Τὴν πανένδοξον Κοίμησιν καὶ θαυμαστὴν Μετάστασιν τῆς Μητρὸς τοῦ Κυρίου ὁμολογεῖ καὶ κηρύττει ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς κατὰ τὴν «ἀρχαίαν καὶ ἀληθεστάτην παράδοσιν» τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων (Γ΄, 4, 18), καὶ περιγράφει λεπτομερῶς τὰ θαυμαστὰ γεγονότα κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Κοιμήσεως, ὅπως θὰ τὸ ἴδῃ ὁ ἀναγνώστης (κυρίως εἰς τὴν Γ΄ Ὁμιλίαν), διὰ τοῦτο καὶ δὲν θὰ ἀναφερθῶμεν ἐδῶ εἰς ὅλα αὐτά. Ἂς ἴδωμεν μόνον τὸ θέμα τοῦ θανάτου τῆς Παναγίας, τῆς ταφῆς τοῦ σώματός της καὶ τῆς μεταστάσεώς της εἰς τοὺς οὐρανούς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

  1. Πρβλ. Ἀνδρέου Κρήτης, Λόγος Α´, Εἰς τὸ Γενέθλιον τῆς Θεοτόκου (PG 97, 820): «Καὶ γίνεται (ἐν τῷ ναῷ) τιθηνὸς τῆς Παρθένου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, μέχρις ἀναδείξεως αὐτῆς ἐν τῷ Ἰσραήλ».
  2. Ἐὰν ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες ὀνομάζουν τὴν ταπείνωσιν «θεοποιὸν ταπείνωσιν», τοῦτο ἁρμόζει πρωτίστως εἰς τὴν Παναγίαν Θεοτόκον, διότι διὰ τῆς ὑπακοῆς της καὶ τῆς ταπεινώσεώς της αὐτῆς «υἱὸν ἐποίησεν ἀνθρώπου Θεόν, καὶ τὸν ἄνθρωπον υἱὸν Θεοῦ» (ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλ. 53, 40, Εἰς τὰ Εἰσόδια, ἔκδ. Οἰκονόμου, σ. 178. Πρβλ. καὶ Ν. Καβάσιλα, Εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν, 10, μν. ἔκδ. σ. 158). Διὰ τῆς ταπεινώσεως τῆς Παναγίας καὶ τῆς ὑπακοῆς της εἰς τὸν Θεὸν ἐλύθη ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ πρόβλημα καὶ ἡ τραγωδία τῆς ἀνθρωπίνης ἐλευθερίας καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου ἀπεδείχθη ὡς κτισθεῖσα «κατ᾽ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» τῆς ἐλευθερίας τοῦ Θεοῦ, ὅπως συχνὰ λέγει ὁ π. Ἰουστίνος Πόποβιτς ἀκολουθῶν τὸν ἅγιον Μάξιμον καὶ ἄλλους Πατέρας. Πρβλ. καὶ V. Lossky, Ἡ μυστικὴ Θεολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1964, σ. 164.
  3. Λόγος Β΄, Εἰς τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου (PG 65, 697). Πρβλ. Ὁμιλ. Α΄, 2: «τὴν τοῦ Θεοῦ ἄφραστον καὶ συγκαταβατικὴν σάρκωσιν».
  4. «Οὐ φύσεως γὰρ ἔργον ἡ σάρκωσις, ἀλλὰ τρόπος οἰκονομικῆς συγκαταβάσεως», Κατὰ Ἰακωβιτῶν, 59 (94, 1464).
  5. Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν (PG 85, 445).
  6. Διάλογος στηλιτευτικὸς κατ᾽ εἰκονοκλαστῶν (96, 1356Α).
  7. Πρβλ. καὶ Κατὰ Ἰακωβιτῶν, 52 (94, 1461).
  8. «Ἐν ταύτῃ ὁ Θεὸς μὲν ἄνθρωπος, καὶ Θεὸς ὁ ἄνθρωπος γέγονε» (Γ΄,16).
  9. Κατὰ τῆς αἱρέσεως τῶν Νεστοριανῶν, 24 (95, 224). Πρβλ. ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας: «Εἰ γὰρ Χριστοτόκος, πάντως ὅτι καὶ Θεοτόκος· εἰ δὲ οὐ Θεοτόκος, οὐδὲ Χριστοτόκος» (PG 76, 265).
  10. Ὁμιλία εἰς τὴν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, 4, ἀποδιδομένη εἰς τὸν Μ. Ἀθανάσιον (Β.Ε.Π. 36, 228).
  11. Κατὰ τῆς αἱρέσεως τῶν Νεστοριανῶν, 24 (95, 224) καὶ κδ. ΙΙΙ, 12.
  12. Κατὰ Νεστοριανῶν, IV, 37 (PG 86, 1708 D).
  13. Πρβλ. καὶ τὸ δογματικὸν Θεοτοκίον, ποίημα Δαμασκηνοῦ, ἦχος βαρύς: «Μήτηρ μὲν ἐγνώσθης, ὑπὲρ φύσιν Θεοτόκε· ἔμεινας δὲ παρθένος, ὑπὲρ λόγον καὶ ἔννοιαν· καὶ τὸ θαῦμα τοῦ τόκου σου, ἑρμηνεῦσαι γλῶσσα οὐ δύναται· παραδόξου γὰρ οὔσης τῆς συλλήψεως, Ἁγνή, ἀκατάληπτός ἐστιν ὁ τρόπος τῆς κυήσεως· ὅπου γὰρ βούλεται Θεός, νικᾶται φύσεως τάξις…».
  14. Εὐχὴ ἁγιασμοῦ τοῦ ὕδατος εἰς τὸ Ἅγιον Βάπτισμα. Ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος εἰς τὸν λόγον του Περὶ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, 17, γράφει: «Ὅθεν οὐδὲ τῆς Παρθένου τικτούσης ἔπασχεν Αὐτὸς (ὁ Λόγος) οὐδὲ ἐν σώματι ὢν ἐμολύνετο, ἀλλὰ μᾶλλον καὶ τὸ σῶμα ἡγίαζεν» (PG 25, 125), δηλ. ἡγίαζεν καὶ τὸ προσληφθὲν σῶμα Του καὶ τὸ σῶμα τῆς Μητρός, ἐκ τῆς ὁποίας τὸ προσέλαβε. Τοῦτο δηλοῖ ὅτι ἡ γέννησις τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν Παναγίαν εἶχε σωτηριολογικὸν χαρακτήρα καὶ σημασίαν καὶ διὰ τὴν ἰδίαν τὴν Μητέρα Του. Πρβλ. καὶ Κατὰ Ἀρειανῶν, 2, 61 (PG 26, 277).
  15. O Φιλάρετος Μόσχας γράφει ὅτι κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρὸν «ἡ ἄβυσσος τῶν πόνων τῆς Παναγίας δὲν κατέβαλε οὔτε κατεπόντισε αὐτήν, διότι ἐβυθίζετο συνεχῶς εἰς μίαν ἰσομεγέθη ἄβυσσον τῆς ὑπομονῆς τῆς Παναγίας καὶ τῆς ταπεινώσεώς της καὶ τῆς πίστεως καὶ ἐλπίδος, καὶ τῆς ἀπολύτου ἀφοσιώσεώς της εἰς τὰ κρίματα τοῦ Θεοῦ». Slova i rjeci (1844), τ. Ι, 442.

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΖΕΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΑΣ

Θεοτόκος παναπροσανατολίζει τν λευθερία μας
στ
ν Θε

Τοῦ † Ἀρχιμ. Γεωργίου (Καθηγουμ Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου)
Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ
«Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ”, ἀρ. τ. 21 (1996)
Ἔκδ. Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους, σελ. 64-69

.               Ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα ὑπέκυψαν στὸν πειρασμὸ νὰ τοποθετήσουν ὡς περιεχόμενο τῆς ἐλευθερίας τους τὸν ἑαυτό τους. Ἔτσι χώρισαν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό. Χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Θεὸ οἱ ἄνθρωποι ἔχασαν τὴν μεταξύ τους ἑνότητα, ὅπως καὶ τὴν ἐσωτερική τους ἑνότητα. Πρώτη ἡ Εὔα ὑπέκυψε στὸν πειρασμό. Ἡ Μαρία, κατὰ τὸν ἅγιο Εἰρηναῖο, ἐπίσκοπο Λουγδούνου (Λυών), μάρτυρα καὶ ἀρχαῖο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας (+202; μ.Χ.), διορθώνει τὸ λάθος τῆς Εὔας. Ἡ πρώτη γυναίκα μὲ τὴν ἀνυπακοή της φέρει στὸν κόσμο τὸν θάνατο. Ἡ Μαρία μὲ τὴν ὑπακοή της φέρει τὴ ζωή. Ἡ Εὔα μᾶς ἔκλεισε τὸν δρόμο πρὸς τὸν Θεό. Μᾶς ἀποπροσανατόλισε. Ἡ Μαρία μᾶς ἀνοίγει τὸ δρόμο πρὸς τὸν Θεό. Μᾶς προσανατολίζει πρὸς τὸν Θεό. Χάρισε τὴ θέλησι καὶ τὴν ἀγάπη της ὁλοκληρωτικὰ στὸν Θεό.
.           Αὐτὴ τὴν ὁλοκληρωτικὴ προσφορά της στὸν Θεὸ ἐκφράζει ἡ Παρθενία της, ποὺ γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι κάτι ποὺ φανερώνει ἔλλειψη ἢ κάτι ἄγονο, ἀλλὰ εἶναι πλήρωμα, παρθενία γονιμότερη ἀπὸ κάθε σαρκικὴ συνάφεια. Παρθενία ποὺ φέρει τὴ Ζωή. Γι’ αὐτὸ καὶ δικαίως μακαρίζεται ὡς Νύμφη ἀνύμφευτος.
.             Ἡ Θεοτόκος εἶχε ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ δὲν φοβήθηκε νὰ τοῦ προσφέρη τὴν ἐλευθερία της. Ἡ Εὔα φοβήθηκε, καὶ φοβᾶται ὁ ἄνθρωπος ὅτι, ὅταν χαρίση τὴν ἐλευθερία του στὸν Θεό, θὰ χάση τὴ δική του ἐλευθερία. Δὲν θὰ ὁλοκληρωθῆ ὡς ἄνθρωπος. Θὰ γίνη στεῖρος. Προσπαθεῖ, ἔχοντας ὡς κέντρο τὸν ἑαυτό του καὶ τὴ δική του κτιστὴ θέλησι, νὰ βιώση τὸ μυστήριο τῆς ἐλευθερίας. Νομίζει ὅτι ἡ ὑπακοή του στὸν Θεὸ εἶναι ὑποδούλωσι σὲ κάποιο ἐξωτερικὸ νόμο ποὺ θὰ τοῦ ἐπιβληθῆ (ἑτερονομία). Γι ν ποφύγει ατ τν τερονομία, διαλέγει τν ατονομία, πο κατ’ οσίαν εναι θάνατος τς λευθερίας του καὶ ὁ θάνατος ὅλων τῶν προσπαθειῶν του γιὰ δημιουργία, πολιτισμό, δικαιοσύνη.
.               Ἡ τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου βρίσκεται στὸ ὅτι, αὐτὸ ποὺ φοβᾶται ὅτι θὰ πάθη, ἂν προσφέρη τὴν ἐλευθερία του στὸν Θεό, τὸ παθαίνει μὴ προσφέροντάς την. Μὴ προσφέροντας τὴν ἐλευθερία τοῦ – ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεὸ ὁ ἄνθρωπος, δὲν βγαίνει ἀπὸ τὸ ἀρρωστημένο ἐγωκεντρικό του κύκλωμα, δὲν ὑψώνεται ἐπάνω ἀπὸ τὴν ἐφθαρμένη τοῦ φύση καὶ ἀναγκαιότητα, δὲν νικᾶ τὸν θάνατο, δὲν ἐκπληρώνει τὸν θεόσδοτο δυναμισμὸ τῆς ὑπάρξεώς του, τὴν ἐρωτικὴ δίψα τῆς ψυχῆς του ποὺ μόνο στὸν Θεὸ μπορεῖ νὰ ξεδιψάση. Προσπαθεῖ νὰ ξεδιψάσει μὲ ὑποκατάστατα τοῦ Θεοῦ. Πάντα ὅμως μένει ἀνεκπλήρωτος. Ἔτσι αὐτοπεριορίζεται, αὐτοφυλακίζεται στὸ κτιστὸ καὶ περιορισμένο, αὐτοευνουχίζεται πνευματικά. Δὲν ἀφήνει τὴ φύσι του νὰ γίνει θεοτόκος.
.             Ὅταν ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου δὲν πηγάζει ἀπὸ τὴν ἄκτιστη ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν συμμετέχει σ’ αὐτήν, εἶναι φυσικὸ στὸ τέλος νὰ ἐκπίπτει σὲ αὐτολατρία, εἰδωλολατρία, φιλοσαρκία, ἐγωκεντρισμό, φιλαυτία.
.               Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ποὺ ἀπορρίπτει τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, ζητᾶ τὴν ἐλευθερία του στὴν ἐγωιστικὴ ἱκανοποίηση τοῦ ἑαυτοῦ του, ὅπως ἡ Εὔα. Ὄχι στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Νομίζει τὸν ἑαυτό του ἐλεύθερο, ὅταν κάνει αὐτὸ ποὺ θέλει, τὸ ἐγωιστικό του θέλημα, καὶ ὄχι αὐτὸ ποὺ θέλει ὁ Δημιουργός του καὶ ἡ ἀγάπη ἐπιβάλλει. Τὸν πλανᾶ ὁ διάβολος νὰ νομίζη, ὅτι αὐτὸ ποὺ ἐγωιστικὰ θέλει εἶναι καλύτερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὁ Δημιουργός του θέλει γι’ αὐτόν. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἐγωιστικῆς ἐκλογῆς εἶναι ἡ ἀποτυχία τοῦ σκοποῦ τῆς ζωῆς μας, ποὺ εἶναι ἡ θέωσι, καὶ ἡ ὑποδούλωσί μας στὰ χειρότερα πάθη καὶ τελικὰ στὸν διάβολο.
.             Ὁ ἄνθρωπος ζητᾶ νὰ ὑψωθῆ χωρὶς τὸν Θεό. Τελικὰ ὅμως συντρίβεται. Ἡ κοινωνία ἀρρωσταίνει βαθιά. Γεμίζει ὁ κόσμος ἀπὸ ἀνθρώπους πνευματικὰ ἀποτυχημένους, ἀνεκπλήρωτους, ἀκοινώνητους μέσα στὴ μοναξιά τους.
.             Ὡς ἄνθρωποι καὶ ὡς Χριστιανοὶ βρισκόμαστε σ’ ἕνα σταυροδρόμι. Ἔχουμε νὰ διαλέξουμε μεταξὺ δύο δρόμων, τρόπων ζωῆς. Τοῦ δρόμου τῆς Εὔας, ποὺ ἔφερε στὸν κόσμο τὴν ψευδοελευθερία τοῦ ἐγωισμοῦ, καὶ τοῦ δρόμου τῆς Μαρίας, ποὺ μᾶς ἔφερε τὴν ἐλευθερία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὴ τὴν ἐλευθερία σφράγισε ὁ Χριστὸς μὲ τὸν Σταυρό Του.
.             Τὴν ἐκλογὴ αὐτὴ καλούμαστε νὰ κάνουμε κάθε λεπτὸ στὴ ζωή μας. Θὰ ζοῦμε καὶ ἐνεργοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας ἢ γιὰ τὸν Θεό; Ὁ δρόμος τῆς Εὔας φαίνεται νὰ εἶναι ὁ εὔκολος δρόμος, ποὺ ὁδηγεῖ ὅμως σὲ μία ἀνυπέρβλητη μοναξιά, γιατί μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους.
.             Ὁ δρόμος τῆς Εὐλογημένης Μαρίας εἶναι δύσκολος, σταυρικός, ἀλλὰ ὁδηγεῖ στὴ φιλία μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους καὶ στὴ χαρὰ ποὺ δίνει αὐτὴ ἡ φιλία. Θέλει ἀγώνα, ἄσκησι, προσευχή. Ἀλλὰ δίνει ἀνάπαυσι καὶ εἰρήνη στὴν ψυχή.
.           Γνωρίζουμε ὡς Χριστιανοὶ καὶ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ποιὸ δρόμο πρέπει νὰ ἐκλέγουμε. Πολλὲς φορὲς ὅμως ἀποτυγχάνουμε. Ὁ ἐγωισμός μας δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ προσφερθοῦμε στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο. Τότε χάνουμε τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ. Κλεινόμαστε ἀρρωστημένα στὸν ἑαυτό μας. Ἡ μετάνοια ὅμως ἐπαναπροσανατολίζει τὴν ἐλευθερία μας στὸν Θεό. Εὐγνωμονοῦμε τὴν Παναγία μας ποὺ μᾶς ἄνοιξε αὐτὸ τὸν δρόμο.

 

ΠΗΓΗ: hristospanagia3.blogspot.com

, , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Θεοτόκος στν ρθόδοξη κκλησία

Μιχαὴλ Χούλη, Θεολόγου

.               Τὸ γλυκύτερο καὶ ἁγιότερο πλάσμα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀναμφίβολα ἡ Παναγία, ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου καὶ μάνα ἐπίσης τῶν πιστῶν. Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τὸν Καθολικισμὸ τῆς ἀποδίδεται μεγάλη τιμή. Ὁ Λούθηρος ἀναφέρει γι’ αὐτήν: «Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφραστεῖ μὲ λόγια ὁ ἔπαινος ποὺ ἁρμόζει στὴ Μαρία» (Ἔργα Λούθηρου, τόμος 1,219, 494). Στὸν Ἰσλαμισμὸ ἐπίσης ἀντιμετωπίζεται μὲ μεγάλο σεβασμό. Στὸ Κοράνιο ὑπάρχουν 20 περίπου χωρία ποὺ ἀναφέρονται στὴν Παρθένο. Ἡ Σούρα (κεφάλαιο) 21 γράφει: «Ψάλε τὴ δόξα τῆς Μαρίας ποὺ διατήρησε ἀνέπαφη τὴν παρθενία της. Αὐτὴ καὶ ὁ γιός της ἔγιναν ὁ θαυμασμὸς τοῦ σύμπαντος» (στίχος 91).
.           Ὁ ἐπιφανέστερος μαθητὴς τοῦ Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου, ἅγιος Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως, ἀρνεῖται πὼς ὑπάρχει μεγαλύτερο θαῦμα ἀπὸ τὴν Θεοτόκο (P.G. 65,717). Ὁ ἐκ τῶν κορυφαίων δογματικῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, τὴν ὀνομάζει «τὸ σεμνὸν κειμήλιον ὅλης τῆς οἰκουμένης» (P.G. 77, 992).
.                   Ἀρκετοὶ ἑτερόδοξοι δὲν καταλαβαίνουν γιατί στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τιμᾶμε τόσο πολὺ τὴν Θεοτόκο. Ἡ ἰδιαίτερη τιμὴ πρὸς τὸ πρόσωπό της εἶναι ὅμως ξεκάθαρη ἤδη ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη, διότι ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ τὴν προσφωνεῖ ὡς ἑξῆς: «Χαῖρε ἐσύ, ἡ προικισμένη μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ! Ὁ Κύριος εἶναι μαζί σου. Εὐλογημένη ἀπὸ τὸ Θεὸ εἶσαι ἐσύ, περισσότερο ἀπ’ ὅλες τὶς γυναῖκες» (Λουκ. α´ 28).  Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τιμᾶμε βαθύτατα τὴν Παναγία, σύμφωνα καὶ μὲ τὸν προφητευμένο ἀπὸ τὸ στόμα της λόγο: «Ἀπὸ τώρα θὰ μὲ καλοτυχίζουν ὅλες οἱ γενιὲς» (α´ 48). Ὅταν μάλιστα ὁ Χριστός, πάνω ἀπὸ τὸ σταυρό Του, ἔδωσε στὸν Ἰωάννη τὴ μητέρα Του γιὰ νὰ τὴν φροντίζει, καὶ ἐκεῖνος τὴν ἀνέλαβε πλέον ὡς μητέρα του, ἀπὸ τότε ἡ Παναγία ἔγινε καὶ μητέρα τῆς Ἐκκλησίας καὶ μητέρα ὅλων τῶν πιστῶν. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν Πεντηκοστή, τὴν ἡμέρα δηλαδὴ ποὺ γεννήθηκε ἡ Ἐκκλησία πάνω στὴ γῆ, ἡ Θεοτόκος βρισκόταν ἀνάμεσα στοὺς ἀποστόλους καὶ δέχθηκε ἐπίσης τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Στὸ ἑξῆς, ἡ Κυρία τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀνθρώπων δὲν σταμάτησε, διὰ τῆς μεσιτείας καὶ τῶν προσευχῶν της, νὰ προστατεύει τὴν Ἐκκλησία τοῦ Υἱοῦ της, στὴν ὁποία εἶναι μοναδικὰ ἐντεταγμένη, ἐνῶ τὸ ἅγιο πρόσωπό της καὶ ἡ μεγάλη της συνεισφορὰ στὴ σωτηρία μας ἀπασχόλησε τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν χριστιανικὴ πίστη στοὺς αἰῶνες. Στὴν Ἀποκάλυψη, ἀκόμη, ἐκθειάζεται τὸ μεγαλεῖο της: «Μία γυναίκα ντυμένη τὸν ἥλιο, μὲ τὸ φεγγάρι κάτω ἀπὸ τὰ πόδια της, καὶ στὸ κεφάλι της στεφάνι μὲ δώδεκα ἀστέρι… Ἡ γυναίκα γέννησε παιδὶ ἀρσενικό, ποὺ θὰ κυβερνήσει ὅλα τὰ ἔθνη μὲ σιδερένια ράβδο» (ιβ´ 1-5).
.               Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εὐλαβεῖται καὶ ἀγαπᾶ βαθύτατα τὴν Παναγία, τὴν νοιώθουμε πολὺ κοντά μας καὶ ὅτι τρέχει εἰς βοήθειά μας, καὶ τῆς ἀποδίδουμε ἑπτακόσιες περίπου ἐπωνυμίες (Ἐλευθερώτρια, Μεγαλόχαρη, Γλυκοφιλοῦσα, Ἑκατονταπυλιανή, Ἐλεοῦσα κ.λπ.). Πρὸς τιμήν της ἔχουν ἀνεγερθεῖ σ’ ὅλη τὴν χριστιανοσύνη χιλιάδες ναοί, ἔχουν φιλοτεχνηθεῖ ἄπειρες εἰκόνες της σ’ ὅλη τὴν ἱστορία, πάρα πολλοὶ Ἕλληνες φέρουν τὸ ὄνομά της, καὶ ὁλόκληρη ἡ Θεία Λειτουργία προσφέρεται ἐξαιρετικὰ πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου. Ἐν τούτοις καὶ στὴ Θεοτόκο ἀποδίδουμε τιμητικὴ προσκύνηση (ὅπως καὶ στοὺς ἁγίους) καὶ ὄχι λατρεία, ποὺ ἁρμόζει μόνο: στὸν Τριαδικὸ Θεό, τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Θεάνθρωπο, καὶ στὴν Θεία Εὐχαριστία. Καὶ ὅπως ἡ σελήνη ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, ἔτσι καὶ ἡ Θεοτόκος εἶναι Παν-ἁγία (σὲ σχέση μὲ τοὺς ἀνθρώπους), διότι ἑνώθηκε ἀπ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ ὄχι μόνο ἁγιοπνευματικά, ἀλλὰ καὶ ὀργανικὰ-βιολογικὰ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἔφερε ἄλλωστε στὰ σπλάχνα της γιὰ ἐννέα μῆνες, γαλούχησε καὶ ἀνέθρεψε τὸν ἴδιο τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ὡς ἄνθρωπο. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ἀκόμη, εἶναι γεμάτη ἀπὸ προτυπώσεις τῆς Παρθένου. Ὀνομάζεται Κλῖμαξ Ἰακώβ, Νεφέλη φωτεινή, ἄφλεκτος βάτος, δάσος τοῦ Ἀββακούμ, ὅρος ἀλατόμητον κ.ἄ. Στὸ λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο (Γέν. Γ´ 15), ὁ Θεὸς ἀπευθυνόμενος στὸ φίδι-σατανᾶ ἀναφέρει γιὰ τὴν Θεοτόκο ὅτι ὁ Ἀπόγονός της (ὁ Χριστὸς) θὰ τοῦ συντρίψει τὸ κεφάλι (τοῦ φιδιοῦ), καὶ ὅτι ὁ διάβολος θὰ καταφέρει ἁπλὰ νὰ τοῦ πληγώσει (τοῦ Χριστοῦ) τὴν φτέρνα (τριήμερος θάνατός Του καὶ στὴν συνέχεια ἀνάστασή Του).
.             Γιὰ τὴν ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου, διαχρονικὴ ἔμεινε στὴ Δύση ἡ διατύπωση τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου ὅτι «Παρθένος συνέλαβε, Παρθένος ἔτεκε, Παρθένος ἔμεινε» (βλ. Π. Τρεμπέλα, «Δογματική», τ. β΄, κεφ. 12, ἔκδ. Ὁ Σωτήρ, Ἀθ. 1979). Οἱ Διαμαρτυρόμενοι ἀπὸ ἀντίδραση πρὸς τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ἀπέρριψαν τὴν ἀειπαρθενία της. Ἡ ἱερή μας Παράδοση καὶ ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι ὅμως ξεκάθαρες. Ὁ προφήτης Ἠσαΐας λ.χ. ἀναφέρει: «Ἰδού, ἡ Παρθένος θὰ συλλάβει, θὰ γεννήσει Υἱὸ καὶ θὰ τὸν ὀνομάσουν Ἐμμανουὴλ (σημαίνει ‘ὁ Θεὸς μαζί μας’) (Ζ´ 14). Καὶ ὁ Ἰεζεκιὴλ λέγει: «Ὁ Κύριός μου εἶπε: ‘Αὐτὴ ἡ πύλη θὰ παραμείνει κλειστή. Κανεὶς δὲν θὰ περάσει ποτὲ ἀπ’ αὐτήν, γιατί ἔχω μπεῖ ἀπ’ αὐτὴν ἐγώ, ὁ Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ. Γι’ αὐτὸ θὰ μείνει κλειστὴ’» (ΜΔ´, 2). Ἄγγελος Κυρίου λέγει στὸν Ἰωσήφ: «Μὴ διστάσεις νὰ πάρεις στὸ σπίτι σου τὴ Μαριάμ, τὴ γυναίκα σου, γιατί τὸ παιδὶ ποὺ περιμένει προέρχεται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο» (Ματθ. α´ 20). Καὶ πάλι τοῦ λέει: «Σήκω, πάρε τὸ παιδὶ καὶ τὴ μητέρα του καὶ φύγε στὴν Αἴγυπτο» (Ματθ. β´ 13) καὶ δὲν τοῦ λέει: ‘σήκω, πάρε τὴ γυναίκα καὶ τὸ παιδί σου’. Γιατί; Διότι ὁ Πατέρας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ Θεὸς Πατὴρ καὶ ἡ σύλληψή Του ἔγινε ἐκ Πνεύματος Ἁγίου.
.                 Ἀλλὰ καὶ ἡ Μαριάμ, ὅταν τῆς μεταφέρθηκε ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ τὸ θεῖο μήνυμα, ρώτησε μὲ ἀθωότητα τὸν ἄγγελο: «Πῶς θὰ μοῦ συμβεῖ αὐτό, ἀφοῦ δὲν ἔχω συζυγικὲς σχέσεις μὲ κανέναν ἄντρα;» (Λουκ. α´ 34). Ἐπιπλέον, ἂν εἶχε κι ἄλλα παιδιὰ ἡ Παναγία, ὁ Χριστός, λίγο πρὶν ξεψυχήσει, θὰ ἀνέθετε τὴν προστασία τῆς μητέρας Του στὴν πολυπληθῆ οἰκογένειά Του (σύμφωνα μὲ τὰ ἰσχύοντα ἔθιμα) καὶ ὄχι στὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη (Ἰω. ιθ´ 26-27), ὅπως καὶ ἔγινε. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πιστοποιοῦν μάλιστα διὰ τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἑρμηνείας τους πὼς «Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε ἀπὸ τὴν Μαρία τὴν ἀειπάρθενο καὶ διὰ Πνεύματος Ἁγίου» (Ἅγιος Ἐπιφάνιος: P.G. 42, 665). Ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ λέξη «Πρωτότοκος», ποὺ κάποιοι προτάσσουν γιὰ νὰ ἐμμείνουν στὴν κακοδοξία τους, ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος δὲν ἰσχυρίζεται φυσικὰ ὅτι προέκυψαν καὶ ἄλλα παιδιὰ στὴ συνέχεια ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ τὸν Ἰωσήφ, παρὰ μόνο ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν τὸ πρῶτο παιδὶ τῆς Θεοτόκου. Πράγματι, ‘πρωτότοκος’ ὀνομαζόταν τὸ πρῶτο παιδὶ ποὺ γεννιόταν σὲ κάθε σπιτικό, ποὺ ἄνοιγε μήτρα, ἀκόμα κι ἂν δὲν ἀκολουθοῦσαν ἄλλα παιδιὰ (βλ. Ἐξόδου Β´ 12-13 / ΛΔ´ 19 κ.ἑ.). Συχνά, μάλιστα, στὴν Ἁγία Γραφὴ ἡ λέξη ‘πρωτότοκος’ ἔχει καὶ τὴν ἔννοια τοῦ Ἀγαπητοῦ, τοῦ Ξεχωριστοῦ, τοῦ Μοναδικοῦ. Ἔτσι, ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα ἀποκαλοῦνται στὴ Π.Δ. ‘πρωτόπλαστοι’, ἂν καὶ δὲν ἐπακολούθησε ἡ δημιουργία ἀπὸ τὸν Θεὸ ἄλλων ἀνθρώπων (Σοφ. Σολ. Ζ´1/Ι´ 1). Ἀκόμη, γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὶς ἀδελφές του Ἰησοῦ ποὺ ἀναφέρονται στὰ Εὐαγγέλια (Ἰάκωβος, Ἰωσῆς, Ἰούδας, Συμεών, Μαρία καὶ Σαλώμη), πρόκειται εἴτε γιὰ ξαδέλφια τοῦ Ἰησοῦ (ἅγιος Ἱερώνυμος) εἴτε γιὰ παιδιὰ τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ προηγούμενη γυναίκα του, ποὺ εἶχε στὸ μεταξὺ πεθάνει (ἅγιος Ἐπιφάνιος καὶ Ὠριγένης). Αὐτὴ τὴ δεύτερη ἄποψη δέχεται διὰ πολλῶν μαρτυριῶν ἡ παράδοση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (βλ.  πχ.  Ὠριγένη: P.G.  τόμ. 13,876 Β´ καὶ ἁγίου Ἐπιφανίου:  Πανάριον, κατὰ αἱρέσεων, 78,1 P.G. 42).
.           Ὁ αἱρετικὸς Νεστόριος (ὁ Νεστοριανισμὸς καταδικάστηκε ἀπὸ τὴν Γ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συνῆλθε στὴν Ἔφεσο τὸ 431) ἀρνήθηκε καὶ αὐτὴν τὴν ὀνομασία ‘Θεοτόκος’ ποὺ ἀποδίδουμε στὴν Παναγία καὶ τὴν ὀνόμαζε ‘Χριστοτόκο’. Τὴν ἀρνοῦνται ὡς Θεοτόκο καὶ ἀκραῖες προτεσταντικὲς ὁμάδες (λ.χ. Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ), διότι ἀρνοῦνται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Θεός. Ἡ Ἐλισάβετ, ὅμως, μόλις ἡ Παναγία τὴν ἐπισκέφθηκε, φωτισθεῖσα ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τῆς εἶπε: «Καὶ πῶς συνέβη τοῦτο, νὰ ἔλθει ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου μου πρὸς ἐμένα;» (Λουκ. α´ 43). Τὴν ὀνομάζει ἡ Ἐλισάβετ ‘μητέρα τοῦ Κυρίου’, δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ καὶ ἄρα εἶναι Θεοτόκος. Ἀλλὰ καὶ στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου, ὁ ἀρχάγγελος ἀποκαλύπτει: «Τὸ ἅγιο παιδὶ ποὺ θὰ γεννήσεις θὰ ὀνομαστεῖ Υἱὸς Θεοῦ» (Λουκ. α´ 35), ποὺ σημαίνει ὅτι στὰ σπλάχνα τῆς Παναγίας ἑνώθηκε, ἁρμονικά, ἀσύγχυτα, ἀδιαίρετα καὶ ἄτρεπτα, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, γέννησε ὡς ἄνθρωπο τὸν ἴδιο τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ γι’ αὐτὸ τῆς ἁρμόζει πέρα ὡς πέρα ὁ τίτλος “Θεοτόκος”. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐπισημαίνει ὅτι «ὅποιος δὲν ὀνομάζει Θεοτόκο τὴν ἁγία Μαρία βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ» P.C. 37, 177), ἐνῶ οἱ Γ´, Δ´, Ε´ καὶ Ϛ´ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι τὴν ὀνομάζουν ‘ὄντως Θεοτόκον’.
.                     Τὸ ὅτι ἡ Παναγία βρίσκεται τόσο ψηλὰ στὴν συνείδηση τῶν Ὀρθοδόξων δὲν σημαίνει ὅτι γεννήθηκε χωρὶς τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ὅπως δέχεται ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία (ἡ λεγόμενη «Ἀμίαντος Σύλληψις», ποὺ ὡς δόγμα κηρύχθηκε τὸ 1870 ἀπὸ τὴν Α´ Βατικανὴ Σύνοδο) –τὸ τελευταῖο δὲν ἀπαντᾶται οὔτε στὴν Ἁγία Γραφὴ οὔτε καὶ στὴν ἀποστολικὴ παράδοση. Ἡ Ὀρθοδοξία πιστεύει πὼς καὶ ἡ ἴδια ἡ Θεοτόκος κληρονόμησε τὴν ἁμαρτωλὴ φύση καὶ τὶς συνέπειες τῆς πτώσης τοῦ Ἀδάμ, ἀλλὰ προσωπικὰ στὴ συνέχεια, καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἑνώθηκε μὲ τὸ Θεό. Αὐτὸ ὑποστηρίζεται ἁγιογραφικά, ἀφοῦ σύμφωνα μὲ τὰ λόγια του ἀρχαγγέλου: «Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ ἔρθει πάνω σου καὶ θὰ σὲ καλύψει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. α´ 35). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει: «Μέσῳ ἑνὸς ἀνθρώπου μπῆκε στὸν κόσμο ἡ ἁμαρτία… γιατί ὅλοι ἁμάρτησαν» (Ρωμ. ε´ 12). Δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ δηλαδὴ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὅτι ἕνα πλάσμα τοῦ Θεοῦ (ἡ Παναγία) ἦταν ἤδη σωσμένο πρὶν ἀπὸ τὴν γέννηση τοῦ Υἱοῦ Του, ἀφοῦ καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης λέγει ὅτι: ‘Πρὶν τὴν δι’ ἀναστάσεως δόξα τοῦ Ἰησοῦ κανεὶς δὲν εἶχε ἀκόμη λάβει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα’ (Ἰω. ζ´ 39). Ἡ μεγάλη ἀξία τῆς Θεοτόκου, σύμφωνα μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρες, ἐντοπίζεται ἀκόμη στὸ ἑξῆς: Ἐνῶ βρισκόταν καὶ αὐτὴ ἐγκλωβισμένη στὸν στεναγμὸ τοῦ κόσμου γιὰ σωτηρία, ἐνῶ δὲν ἔπαυε νὰ εἶναι κόρη τοῦ πεσόντος Ἀδάμ, ἐν τούτοις συνεργάστηκε οἰκειοθελῶς μὲ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ καὶ ἔγινε τὸ ὄργανο τῆς λύτρωσης καὶ τὸ στόμα τῆς πλάσης, ποὺ ἀνταποκρίθηκε θετικὰ στὴν πρόσκληση τοῦ πανοικτίρμονα Θεοῦ. Χωρὶς τὴ δική της συνεργασία, τὸ δικό της ΝΑΙ στὸν Θεό, ὅταν κλήθηκε νὰ γίνει ἡ μητέρα τοῦ Υἱοῦ Του, ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου θὰ ἦταν ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθεῖ. Γι’ αὐτὸ καὶ παραμένει στὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ἡ γέφυρα πρὸς τὸν Θεό, τὸ κατοικητήριο τοῦ Λόγου, καὶ ἡ μεγάλη μεσίτρια τῶν πιστῶν.
.               Οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ καὶ οἱ Προτεστάντες δὲν δέχονται ἄλλους μεσίτες γιὰ τὴ σωτηρία μας ἐκτός τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸ αὐτὸ πιστεύει καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μὲ τὴν ἀπόλυτη ἔννοια ὅμως τοῦ ὅρου ‘μεσίτης’, ἀφοῦ ὁ Ἰησοῦς λέγει: «Οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα εἰ μὴ δι’ ἐμοῦ» (Ἰω. ιδ´ 6). Μὲ σχετικὴ πάντως ἔννοια, μεσίτες ὑπάρχουν πολλοί, οἱ ἅγιοι, ποὺ εὑρισκόμενοι κοντὰ στὸν Θεὸ παρακαλοῦν καὶ προσεύχονται γιά μᾶς, ἀφοῦ ἤδη θαυματουργοῦσαν καὶ παρακαλοῦσαν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τὸ Θεό, ὅσο βρίσκονταν ψυχοσωματικὰ ἐν ζωῇ. Μὲ τὴν ἴδια σχετικὴ ἔννοια, ἐνῶ εἶναι ἕνας ὁ Θεός, κατὰ χάριν ὑπάρχουν πολλοὶ θεοί, ἀφοῦ λέγει ὁ ψαλμός: «ΕΣΕΙΣ ΕΙΣΤΕ ΘΕΟΙ, εἴσαστε ὅλοι σας παιδιὰ τοῦ Ὑψίστου» (Ψαλμ. ΠΒ´ [82],6). Καὶ μὲ τὴν ἴδια σχετικὴ ἔννοια πάλι, ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ σωτῆρες, διότι λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ὡς ἀπόστολος σταλμένος στὰ ἔθνη… ἴσως κάνω τοὺς ὁμοεθνεῖς μου νὰ ζηλέψουν ΚΑΙ ΣΩΣΩ μερικοὺς ἀπ’ αὐτοὺς» (Ρωμ. ια´ 13-14). Ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος λέγει: «Αὐτὸς ποὺ ἐπιστρέφει ἁμαρτωλὸ ἀπὸ τὴν πλανεμένη ὁδόν του, ΘΑ ΤΟΥ ΣΩΣΕΙ τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ θάνατο καὶ θὰ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν» (ε´ 20). Διότι διαφορετικὰ ἂν δεχθοῦμε ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ τὸ «Ἕνας ὑπάρχει Θεός, ἕνας καὶ μεσίτης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ὁ ἄνθρωπος Χριστὸς Ἰησοῦς» (Α´ Τιμ. β´ 5), στὸ ὁποῖο καὶ στηρίζονται ἀρκετοὶ ἑτερόδοξοι, θὰ πρέπει νὰ ἀπορρίψουμε τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐφ᾽ ὅσον τὸν Χριστὸ ἀναφέρει μόνο ὡς ἄνθρωπο καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν τὸ συμπεριλαμβάνει στὴ θεότητα. Ἔτσι, ὁ ἀπόστολος Πέτρος δήλωσε ὅτι θὰ φρόντιζε, ἀκόμη καὶ μετὰ τὸ θάνατό του, νὰ ὑπομιμνήσει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στοὺς χριστιανοὺς (Β´ Πέτρ. α´ 13-15). Καὶ ὁ προφήτης Ἠλίας, 15 χρόνια μετὰ τὴν ἀνάληψή του, ἐπικοινώνησε μὲ τὸν βασιλέα Ἰωρὰμ γιὰ νὰ τὸν ἐλέγξει γιὰ τὶς θανάσιμες ἁμαρτίες τοῦ (Β´ Παραλ. ΚΑ´12…). Ὁ ἀρχιερέας Ὀνίας προσευχόταν μετὰ τὴν ἐκδημία του γιὰ ὅλο τὸ ἔθνος καὶ ὁ προφήτης Ἱερεμίας, ποὺ εἶχε πρὸ πολλοῦ πεθάνει, γιὰ τὸ λαὸ καὶ τὴν ἁγία πόλη Ἱερουσαλήμ, ὅπως φαίνεται στὴν Π.Δ. (Μακκ. Β´ 15/12-16). Ἀκόμη, ὁ Θεὸς ἔσωσε τὴν Ἱερουσαλὴμ χάριν τοῦ δούλου Του Δαυίδ, ὁ ὁποῖος δὲν βρισκόταν τότε ἐν ζωῇ (Β´ Βασιλ. 20,6). Στὴν Ἀποκάλυψη ἀναφέρεται ὅτι «ἀνέβηκε ὁ καπνὸς τοῦ θυμιάματος μὲ τὶς προσευχὲς τῶν ἁγίων ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ ἀγγέλου μπροστὰ στὸ Θεὸ» (η´ 4).
.                   Τέλος, ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση, ὅπως ἀποτυπώνεται στὴν Ὑμνολογία καὶ τὴν Πατερικὴ Θεολογία, διδάσκει πὼς τὸ σῶμα τῆς Θεοτόκου, μετὰ τὸν προσωρινὸ θάνατό της (Κοίμηση τῆς Θεοτόκου), μετέστη στὸν Οὐρανὸ καὶ χάριτι ἑνώθηκε ψυχοσωματικὰ μὲ τὸν Υἱὸ καὶ Θεό της. Δὲν δέχεται δηλαδὴ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὅτι ἠρπάγη στὸν Οὐρανὸ ἡ πάναγνη κόρη χωρὶς πρῶτα νὰ πεθάνει, ὅπως δέχεται ἡ δυτικὴ θεολογία, οὔτε ἔχει διαμορφώσει ἄλλωστε σὲ δόγμα πίστεως τὴν μετάσταση τῆς Παρθένου (στὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία θεσπίστηκε ὡς δόγμα τὸ 1950 ἀπὸ τὸν πάπα Πῖο τὸν ΙΒ´), ἀφοῦ δὲν ἀπαντᾶται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὴν ἱερὰ Παράδοση τῶν ἀρχικῶν χρόνων, παρὰ μόνο ἀναπτύσσεται ἀπὸ τὸν 6ο αἰώνα κ.ἑ.

ΠΗΓΗ: theomitoros.blogspot.com

 

 

, ,

Σχολιάστε

H ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ι. Μ. Φουντούλη (†),
«ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ», 
ἐκδ. «Ἀποστολικῆς  Διακονίας»
,
ἔκδ. Γ´, Ἀθήνα 1997, σελ. 189-193.

.                 Ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἑορτάζει στὶς 15 Αὐγούστου ὁ χριστιανικὸς κόσμος, εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἀπὸ τὶς ἑορτὲς ποὺ καθιέρωσε ἡ Ἐκκλησία πρὸς τιμὴν τῆς Μητρὸς τοῦ Κυρίου, τὶς θεομητορικὲς ἑορτές. Ἴσως εἶναι καὶ ἡ παλαιοτέρα ἀπὸ ὅλες. Τὶς πρῶτες μαρτυρίες ἔχομε γι᾽ αὐτὴν κατὰ τὸν Ε΄αἰώνα, γύρω στὴν ἐποχὴ ποὺ συνεκλήθη ἡ Γ΄Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς Ἐφέσου (451), ποὺ καθώρισε τὸ θεομητορικὸ δόγμα καὶ ἔγινε αἰτία νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ τιμὴ στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Γιὰ πρώτη φορὰ φαίνεται ὅτι συνεστήθη στὰ Ἱεροσόλυμα τὴν 13 Αὐγούστου καὶ λίγο ἀργότερα μετετέθη στὶς 15 τοῦ ἰδίου μηνός. Εἶχε δὲ γενικώτερο θεομητορικὸ χαρακτῆρα, χωρὶς εἰδικὴ ἀναφορὰ στὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως. Ὠνομάζετο «ἡμέρα τῆς Θεοτόκου Μαρίας». Κέντρο τοῦ πανηγυρισμοῦ ἀναφέρεται στὴν ἀρχὴ ἕνα «Κάθισμα», ναὸς ἐπ᾽ ὀνόματί της, ποὺ εὑρίσκετο ἔξω ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα στὸ τρίτο μίλιο τῆς ὁδοῦ ποὺ ὁδηγοῦσε στὴν Βηθλεέμ. Ἡ σύνδεση τῆς ἑορτῆς αὐτῆς πρὸς τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου ἔγινε στὸν περίφημο ναὸ τῆς Παναγίας, ποὺ βρισκόταν στὴν Γεθσημανῆ, τὸ «εὐκτήριο τοῦ Μαυρικίου», ὅπου ὑπῆρχε καὶ ὁ τάφος της. Αὐτὸς ὁ ναὸς πολὺ σύντομα πῆρε τὸν χαρακτήρα τοῦ μεγαλύτερου θεομητορικοῦ προσκυνήματος καὶ ἡ ἀκτινοβολία του ἔγινε αἰτία ἡ πανήγυρίς του κατὰ τὴν 15η Αὐγούστου γρήγορα νὰ διαδοθῆ σ᾽ ὁλόκληρο τὸν χριστιανικὸ κόσμο σὲ ἀνατολὴ καὶ δύση σὰν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἀργότερα ἐξήρθη ἡ ἑορτὴ μὲ τὴν προπαρασκευαστικὴ νηστεία καὶ τὴν παράτασι τοῦ ἑορτασμοῦ μέχρι τῆς 23ης ἢ καὶ μέχρι τοῦ τέλους τοῦ Αὐγούστου καὶ ἔγινε ὄχι μόνο ἡ μεγαλυτέρα θεομητορικὴ ἑορτὴ ἀλλὰ καὶ μία ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες ἑορτὲς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Αὐτὸ βέβαια ἦταν φυσικὸ νὰ γίνη, γιατί ἡ Θεοτόκος εἶναι τὸ προσφιλέστερο καὶ ἱερώτερο πρόσωπο μετὰ τὸν Κύριο καὶ γι᾽ αὐτὸ συνεκέντρωσε τὴν τιμὴ καὶ τὴν εὐλάβεια ὅλων τῶν χριστιανικῶν γενεῶν. Ἀναρίθμητοι ναοὶ καὶ μονὲς ἔχουν κτισθῆ πρὸς τιμὴν τῆς Κοιμήσεώς της, θαυμάσιες τοιχογραφίες παριστάνουν σὲ κάθε ναὸ πίσω ἀπὸ τὴν κεντρικὴ εἴσοδο σὲ ἐκπληκτικὲς συνθέσεις τὴν ἱερά της κηδεία, ὕμνοι ἐκλεκτοὶ ἔχουν διακοσμήσει τὴν ἀκολουθία της καὶ λόγοι λαμπροὶ καὶ ἐγκώμια ἐξεφωνήθησαν ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ νεωτέρους ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης της. Ὅλες οἱ ἀνθρώπινες γενεὲς συναγωνίσθησαν στὴν προσφορὰ ὅ,τι ἐκλεκτοτέρου εἶχαν νὰ παρουσιάσουν, γιὰ νὰ μακαρίσουν ἔργῳ καὶ λόγῳ τὴν Παρθένο Μαρία.
.               Γιὰ τὴν κατανόησι τοῦ ἑορτολογικοῦ περιεχομένου τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων θεομητορικῶν ἑορτῶν, τῆς Συλλήψεως, τῆς Γεννήσεως καὶ τῶν Εἰσοδίων, πρέπει νὰ κάμωμε μία μικρὰ ἀναδρομὴ στὶς πηγές, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἀντλήθηκαν τὰ θεομητορικὰ αὐτὰ θέματα. Διαφορετικὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ ἑρμηνεύσῃ κανεὶς ὅ,τι συνδέεται μὲ τὸν ἑορτασμὸ αὐτόν, τὰ συναξάρια, τὴν ὑμνογραφία καὶ τὴν εἰκονογραφία τους. Οἱ αὐθεντικὲς ἱστορικὲς πηγές, τὰ Εὐαγγέλια καὶ τὰ ἄλλα βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης, δὲν μᾶς διέσωσαν πληροφορίες γιὰ τὸν πρὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ γιὰ τὸν μετὰ τὴν Ἀνάληψι τοῦ Κυρίου βίο τῆς Θεοτόκου. Πρόθεσις τῶν ἱερῶν συγγραφέων ἦταν νὰ ἀφηγηθοῦν τὸν βίο καὶ τὸ σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅ,τι ἄμεσα συνεδέετο μὲ Αὐτὸν καὶ ὄχι νὰ ἱκανοποιήσουν τὴν εὐλαβῆ περιέργεια ἢ τὰ ἱστορικὰ ἐνδιαφέροντα τῶν ἀναγνωστῶν τους. Ἡ παράδοσις ὅμως τῆς Ἐκκλησίας διέσωσε ἀπὸ στόματος εἰς στόμα διάφορες πληροφορίες ποὺ ἀφοροῦσαν στὸν βίο τῆς Θεοτόκου πρὸ τῆς συλλήψεως τοῦ Κυρίου καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασί Του. Ἀργότερα διάφοροι εὐλαβεῖς, κατὰ τὸ πλεῖστον, συγγραφεῖς περιέλαβαν τὶς πληροφορίες αὐτὲς καὶ τὶς ἀνέπτυξαν μὲ τὴν φαντασία τους καὶ γιὰ νὰ ἔχουν περισσότερο κύρος ἔθεσαν στοὺς τίτλους τῶν ἔργων τους μεγάλα ἀποστολικὰ ὀνόματα. Ἡ Ἐκκλησία ἀπέρριψε καὶ κατεδίκασε τὰ βιβλία αὐτὰ καὶ τὰ ὠνόμασε «Ἀπόκρυφα» καὶ «Ψευδεπίγραφα». Σὲ μεταγενεστέρα ἐποχὴ πολλὲς ἀπὸ τὶς διηγήσεις αὐτές, τουλάχιστον στὶς βασικές τους γραμμές, ἔδωσαν θέματα στὴν διαμόρφωσι ἑορτῶν, στὴν σύνταξι συναξαρίων, στὴν ποίηση ὕμνων καὶ στὴν εἰκονογραφία. Ἐξ ἄλλου, καθὼς προείπαμε, ὁ πυρὴν τῶν διηγήσεων αὐτῶν εἶχε ὡς βάσι του παμπάλαιες ἱστορικὲς παραδόσεις γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου.
.               Εἰδικὰ τὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἀφηγεῖται, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ μία ἀπόκρυφος διήγησις, ποὺ φέρεται ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ἠγαπημένου μαθητοῦ τοῦ Κυρίου, τοῦ Ἰωάννου. Μία περίληψι τοῦ ἐκτενοῦς αὐτοῦ κειμένου θὰ παρουσιάσωμε ἐδῶ. Σὲ κάθε του σημεῖο ὁ ἀναγνώστης του θυμᾶται ἀντίστοιχες φράσεις ἀπὸ τοὺς ὕμνους καὶ τὸ συναξάριο τῆς ἑορτῆς καὶ λεπτομέρειες ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως ποὺ ἐφιλοτέχνησαν βυζαντινοὶ ζωγράφοι.
.              Ἡ Παναγία μετὰ τὴν Ἀνάληψι τοῦ Χριστοῦ καθημερινῶς πηγαίνει στὸ ζωοδόχο μνῆμα καὶ προσεύχεται. Μία Παρασκευὴ ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ παρουσιάζεται μπροστά της καὶ τὴν χαιρετᾶ: «Χαῖρε, ἡ γεννήσασα Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν. Ὁ Κύριος ἄκουσε τὴν προσευχή σου καὶ θὰ ἀφήσης τὸν κόσμο καὶ θὰ πορευθῆς εἰς τὴν ζωὴν τὴν ἀληθινὴν καὶ ἀδιάδοχον». Ἡ Θεοτόκος ἐπιστρέφει στὸν οἶκο της, θυμιᾶ καὶ προσεύχεται στὸν Χριστὸ νὰ τῆς στείλῃ τὸν Ἰωάννη καὶ τοὺς λοιποὺς Ἀποστόλους, γιὰ νὰ παρασταθοῦν στὸν θάνατό της. Ἡ προσευχή της εἰσακούεται καὶ πρῶτος φθάνει, ἁρπαγεὶς ἀπὸ νεφέλη, ὁ Ἰωάννης καὶ σὲ λίγο ἐπὶ νεφελῶν καὶ οἱ λοιποὶ Ἀπόστολοι οἱ διεσπαρμένοι στὰ πέρατα τοῦ κόσμου. Τὴν Κυριακὴ ἔρχεται μὲ τὴν ἀπαστράπτουσα δόξα Του καὶ μὲ χιλιάδες ἀγγέλους ὁ Κύριος νὰ παραλάβῃ τὴν ψυχὴ τῆς Μητρός Του. Ἐκείνη εὐλογεῖ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τὸν κόσμο, δέεται γιὰ τὴν σωτηρία ὅλων καὶ ἀφοῦ λαμβάνει τὴν ὑπόσχεσι ὅτι «πᾶσα ψυχὴ ἐπικαλουμένη τὸ ὄνομά της οὐ μὴ καταισχυνθῇ, ἀλλ᾽ εὕρῃ ἔλεος καὶ παράκλησιν καὶ ἀντίληψιν καὶ παρρησίαν καὶ ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι», παραδίδει τὴν ἁγία της ψυχὴ στὰ χέρια τοῦ Υἱοῦ της. Οἱ Ἀπόστολοι περιπτύσσονται τὸ σκῆνος καὶ ψάλλοντες μεταφέρουν τὴν κλίνη μὲ τὸ σῶμα γιὰ ταφή. Ἕνας Ἑβραῖος ὀνόματι Ἰεφωνίας ὁρμᾶ καὶ ἐπιχειρεῖ «κατὰ τῆς κλίνης», ἀλλ᾽ ἄγγελος Κυρίου μὲ «ξίφος πυρός» ἀποκόπτει τὰ χέρια του ἀπὸ τῶν ὤμων, ποὺ μένουν κρεμασμένα στὴν κλίνη. Αὐτὸς μετανοεῖ καὶ κολλῶνται πάλι τὰ χέρια του, ἐνῶ οἱ Ἀπόστολοι ἀνενόχλητοι συνεχίζουν τὴν ἐκφορά. Τὸ σκῆνος θάπτεται σὲ καινὸ μνημεῖο στὴν Γεθσημανῆ, τὴν Τρίτη ὅμως ἡμέρα «μετετέθη… ἐν Παραδείσῳ». […]

, ,

Σχολιάστε