Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΘΕΟΛΟΓΙΑ"

ΕΞΩ Η ΘΥΕΛΛΑ ΜΑΙΝΕΤΑΙ…

ΕΞΩ Η ΘΥΕΛΛΑ ΜΑΙΝΕΤΑΙ…

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2193, 15.02.2019
ἠλ. στοιχ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

.           Ὁ κόσμος ἀνήσυχος. Ἀρκετοὶ λιποψυχοῦν. Ἐρωτήματα πνίγουν τὶς ψυχὲς ὅλων μας. Ποῦ πλέει τὸ πλοῖο τῆς Πατρίδας μας; Πόσο ἀκόμη θὰ τὸ μαστιγώνει ἀλύπητα ἡ θύελλα;
.           Τί θύελλα! Σαρωτική. Ὅσο περνοῦν οἱ μέρες ἀντὶ νὰ ἠρεμήσει, δυναμώνει. Μετατρέπεται σὲ κυκλώνα καταστρoφικό. Ἕνα-ἕνα διαλύει τὰ στηρίγματα τοῦ κόσμου. Ἡ διαφθορὰ διδάσκεται στὰ ἴδια τὰ Σχολεῖα. Ἡ Βουλὴ καταλύει νόμους αἰώνιους καὶ νομοθετεῖ ὡς νόμιμη τὴν ἀνομία καὶ τὴν ἀσέλγεια. Τὸ χειρότερο, ἡ σκέψη πολλῶν, ἀκόμη καὶ μέσα στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο, ὑφίσταται κακοήθη μετάλλαξη, συμβιβαζόμενη μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀποστατημένου κόσμου.
.           Μέσα σ᾽ αὐτη τὴ μαινόμενη πνευματικὴ κακοκαιρία ἡ Ἐκκλησία ἀνοίγει γιὰ μιὰ ἀκόμη χρονιὰ τὸν Παράδεισό της. Μᾶς εἰσάγει στὸν ἅγιο κόσμο τοῦ ΤΡΙΩΔΙΟΥ καὶ τῆς ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ.
.           Μᾶς λέει: Ἀρκετά, παιδιά μου, χτυπηθήκατε ἀπὸ τὴν κοσμικὴ θύελλα. Ἀρκετὰ περιπλανηθήκατε στοὺς δρόμους τοῦ κόσμου. Ἐλᾶτε… γυρίστε στὸ σπίτι σας. Ἐλᾶτε… βαδίστε τὸν δρόμο τῆς ζωῆς. Φωνὴ στοργικὴ τῆς ἀληθινῆς μας μητέρας. Νὰ βαδίσουμε τὸν δρόμο τῆς ζωῆς καὶ νὰ γυρίσουμε στὸ σπίτι μας.
.            Τί σημαίνει ὅμως ἐπιστροφὴ στὸ σπίτι; Τί ἄλλο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ τόσο δυνατά μᾶς ἔδειξε ὁ Κύριος μὲ τὴ μορφὴ τοῦ Ἀσώτου. Νὰ ἔρθουμε στὸ σπίτι μας, σημαίνει νὰ μετανοήσουμε, νὰ συμμαζευθοῦμε στὸν ἑαυτό μας, γιὰ νὰ συναντήσουμε τὸν Πατέρα μας. Ἀκριβῶς ὅπως ὁ Ἄσωτος ἔπραξε, ὁ ὁποῖος μόλις ἦρθε στὸν ἑαυτό του, «εἰς ἑαυτὸν ἐλθών», τότε εἶπε: «Πορεύσομαι πρὸς τὸν Πατέρα μου». Ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τὸν Πατέρα του, συναντάει τὸν Θεό του, ὅταν μετανοεῖ καὶ ἔρχεται στὸν ἑαυτό του. Ὅσο παραμένει ἐκτὸς ἑαυτοῦ, εἴτε ζώντας ζωὴ ἀσωτίας εἴτε αἰχμαλωτιζόμενος ἀπὸ τοὺς ἀναρίθμητους περισπασμούς, βασανίζεται ἀπὸ τὶς θύελλες τοῦ κόσμου καὶ βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὸν Πατέρα, χωρὶς Θεό, χωρὶς χαρὰ καὶ νόημα ζωῆς.
.           Ὁ μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς τὴν Παραβολὴ τοῦ κρυμμένου θησαυροῦ τοῦ Χριστοῦ μας τὴν ἐφαρμόζει ἀκριβῶς σ᾽ αὐτὴ τὴ στροφὴ στὸν ἑαυτό μας. «Οὗτός ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὁ ἐν τῷ ἀγρῷ κεκρυμμένος τῆς καρδίας σου, ὃν οὔπω εὗρες διὰ τὴν ἀργίαν· εἰ γὰρ εὗρες, ἄρα ἂν πέπρακας πάντα καὶ ἐκτήσω τὸν ἀγρὸν τοῦτον. Νῦν δὲ τὸν ἀγρὸν ἀφεὶς τὰ περὶ τὸν ἀγρὸν περιέπεις, ἐν οἷς οὐδὲν ἄλλο εὑρίσκεται πλὴν ἀκανθῶν καὶ τριβόλων» (Κεφάλαια Περὶ Ἀγάπης, Δ´ Ἑκατοντάς, ΞΘ´- ΟΒ´, PG 90,1064, 5). Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ θησαυρός, λέει ὁ Ἅγιος. Κι αὐτὸς ὁ θησαυρὸς βρίσκεται κρυμμένος μέσα σου, στὸ χωράφι τῆς καρδιᾶς σου. Πρέπει νὰ τὰ πουλήσεις ὅλα, νὰ ἀφήσεις δηλαδὴ τὶς ἀτέλειωτες ἐξωτερικὲς δραστηριότητές σου καὶ νὰ σκάψεις στὸ χωράφι τῆς καρδιᾶς σου γιὰ νὰ βρεῖς τὸν θησαυρό, τὸν Χριστό. Ἂν ὅμως ἀμελεῖς καὶ ἀσχολεῖσαι συνέχεια μὲ τὰ ἐξωτερικά, τὰ «περὶ τὸν ἀγρόν», τότε θὰ ταλαιπωρεῖσαι ἀνώφελα, διότι ἐκεῖ δὲν βρίσκεται τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο ἀγκάθια καὶ τριβόλια.
.           Νὰ γυρίσουμε λοιπὸν στὸ σπίτι μας. Ἕνα σημαντικὸ βῆμα ἐπιστροφῆς εἶναι νὰ μποῦμε πρόθυμα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Νὰ μετέχουμε στὶς θαυμαστὲς ἱερὲς Ἀκολουθίες της, τὰ Μεγάλα Ἀπόδειπνα, τοὺς Κατανυκτικοὺς Ἑσπερινούς, τοὺς Χαιρετισμούς, τὶς Προηγιασμένες θεῖες Λειτουργίες. Νὰ ἀποδυθοῦμε, κατὰ δύναμιν, καὶ στὸ ἄθλημα τῆς ἁγίας Νηστείας, ἡ ὁποία «ἐκτέμνει ἀπὸ καρδίας πᾶσαν κακίαν».
.           Καὶ ὅλα αὐτὰ καὶ καθετὶ ἄλλο μὲ ἀποφασιστικὴ στροφὴ στὸν ἑαυτό μας καὶ μὲ καλλιέργεια βαθύτερου πνεύματος μετανοίας.
.           Διότι ἡ βαθιὰ μετάνοια εἶναι τὸ ζητούμενο. Καὶ ἡ μόνη ὁδὸς σωτηρίας.
.           Ἔξω μαίνεται ἡ θύελλα.
.           Μέσα στὴν Ἐκκλησία ἡ χαρὰ τοῦ Θεοῦ.
.           Μακάριοι «οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν»

 

Advertisements

,

Σχολιάστε

O I. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΖΕΙ ΑΚΥΛΑ καὶ ΠΡΙΣΚΙΛΛΑ (Μητρ. Μάνης Χρυσόστομος Γ´)

Ὁ Ἱ. Χρυσόστομος ἐγκωμιάζει Ἀκύλα καί Πρίσκιλλα
Τοῦ Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου Γ΄

.             Οἱ ἅγιοι Ἀκύλας καί Πρίσκιλλα καταγόντουσαν ἀπό τόν Πόντο, ἦταν στό ἐπάγγελμα σκηνοποιοί, ἕνα εὐλογημένο ζεῦγος. Κατοικοῦσαν στήν Κόρινθο καί ἡ ζωή τους ὑπῆρξε εὐσεβεστάτη .
.             Στόν Ἀπ. Παῦλο ὅταν ἔφθασε στή Κόρινθο μετά τήν ὁμιλία του στήν Ἀθήνα, προσέφεραν ἅγια φιλοξενία. Μάλιστα τόν ἀκολούθησαν σέ διάφορες ἀποστολικές του περιοδεῖες καί ἰδιαίτερα στήν Ἕφεσο.
.             Ὁ Ἀπ. Παῦλος πολύ χαρακτηριστικά γράφει γιά τό ζεῦγος τά ἑξῆς: «Ἀσπάσασθε Πρίσκιλλαν καί Ἀκύλαν τούς συνεργούς μου ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, οἵτινες ὑπέρ τῆς ψυχῆς μου τόν ἑαυτῶν τράχηλον ὑπέθηκαν, οἷς οὐκ ἐγώ μόνος εὐχαριστῶ , ἀλλά καί πᾶσαι αἱ ἐκκλησίαι τῶν ἐθνῶν, καί τήν κατ’ οἶκον αὐτῶν ἐκκλησίαν». (Ρωμ. ιϛ´ 3-5).
.             Σχολιάζοντας τό χωρίο αὐτό τοῦ Ἀποστόλου, ὁ Ἱ. Χρυσόστομος λέγει: «Ἀλλά ἄς δοῦμε ποῖοι καί τί λογῆς ἄνθρωποι ἦσαν αὐτοί, πού τόσο κατέκτησαν τόν Παῦλο καί κέρδισαν τή θερμή του ἀγάπη. Ἄραγε ἦσαν μήπως κάποιοι ὕπατοι καί στρατηγοί καί ὕπαρχοι ἤ ἄνθρωποι μέ ἄλλο ὑψηλό ἀξίωμα ἢ πολλά πλούτη, πού κυβερνοῦν τήν πόλι; Δέν μποροῦμε νά ποῦμε τίποτα ἀπ’ αὐτά, ἀλλά ἐντελῶς τό ἀντίθετο, ἦταν φτωχοί καί ταπεινοί καί ζοῦσαν ἀπό τή χειρωνακτική τους δουλειά… Ἄνδρας καί γυναίκα ἦταν καί ἦσαν προϊστάμενοι ἐργαστηρίων καί μεταχειριζόντουσαν τήν τέχνη τοῦ σκηνοποιοῦ, καί ἐν τούτοις παρουσίαζαν ἀρετή πολύ ἀνώτερη καί ἀπό ἐκείνους πού ζοῦν στά μοναστήρια. Ἀπό ποῦ γίνεται αὐτό φανερό; Ἀφοῦ εἶπε χαιρετήσατε ἐγκαρδίως τήν Πρίσκιλλα καί τόν Ἀκύλα, πρόσθεσε καί τήν ἰδιότητά τους. Ποιά ἰδιότητα; Δέν εἶπε τούς πλουσίους, τούς ἐπιφανεῖς, τούς εὐγενεῖς, ἀλλά τί εἶπε; Τούς συνεργάτας μου στόν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου. Καί εἶναι δυνατό νά διαπιστώσει τήν ἀρετή τους, ὄχι μόνο ἀπό αὐτό τό στοιχεῖο, ἀλλά καί ἀπό τό γεγονός, ὅτι ὁ Παῦλος ἔμεινε κοντά τους ὄχι μιά καί δυό καί τρεῖς ἡμέρες, ἀλλά δυό ὁλόκληρα χρόνια… Ὥστε οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἧταν ἰσάξιοι μέ τούς ἀγγέλους. Καί ἐγώ ἐκεῖνο τό δωμάτιο, τολμῶ νά τό ὀνομάσω καί οὐρανό καί Ἐκκλησία. Διότι ὅπου ἦταν ὁ Παῦλος, ἐκεῖ ἦταν καί ὁ Χριστός…»
.            Ἰδιαίτερα γιά τήν νοικοκυρά τήν Πρίσκιλλα λέγει: «Αὐτή ἡ γυναίκα δέν εἶχε ἀργυροποίκιλτα κρεββάτια, ἀλλ’ εἶχε μεγάλη σωφροσύνη…δέν εἶχε ἀστραφτερές κολῶνες τό σπίτι της, ἀλλά εἶχε λαμπρή ψυχική ὀμορφιά, δέν εἶχε τοίχους μαρμαρόδετους, οὔτε ψηφιδωτό δάπεδο, ἀλλά ἦταν ἡ ἴδια ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτά ἐπήνεσε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, αὐτά ἀγάπησε. Γι’ αὐτά τούς θυμᾶται διαρκῶς καί συνθέτει γι’ αὐτούς μεγάλο καί θαυμαστό ἐγκώμιο, ὄχι γιά νά τούς παρουσιάσει λαμπρότερους, ἀλλά γιά να φέρει τούς ἄλλους στόν ἴδιο ζῆλο καί νά τούς πείσει νά καλοτυχίζουν ὄχι αὐτούς πού ἔχουν πλούτη, οὔτε αὐτούς πού ἔχουν ἀξιώματα, ἀλλά τούς ἀνθρώπους πού εἶναι φιλόξενοι, ἐλεήμονες καί φιλάνθρωποι…». (PG, 51,191-193)
.             Ἔτσι συνεπῶς ἰσχύει γιά τό ἅγιο αὐτό ζεῦγος ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «Ὁ δεχόμενος δίκαιον εἰς ὄνομα δικαίου, μισθόν δικαίου λήψεται» (Ματθ. ι´ 40,42). Δηλαδή ὅποιος δέχεται δίκαιον, διότι εἶναι δίκαιος, θά λάβει ἀνταμοιβήν δικαίου. Ἡ φιλόξενη διάθεση καί πράξη ὑποδοχῆς καί ἀγάπης πού ἔδειξαν στόν θεῖο Ἀπόστολο, τούς καταξιώνει καί τούς ἐντάσσει στούς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ μνήμη τους ἑορτάζεται στίς 13 Φεβρουαρίου.
.               Ἀποτελοῦν σπουδαιότατο παράδειγμα γιά μᾶς.

 

Σχολιάστε

ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΜΑΝΑ, μάνα πονεμένη (Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκης)

Γιά σένα, Mάνα

τοῦ Ἀρχιμ. Δανιὴλ Ἀεράκη

 • Mιά μάνα πονεμένη τό πρόσωπο τοῦ Eὐαγγελίου. Mιά μάνα Xαναναία, δηλαδή, ἀλλοδαπή, μά πού ἦταν μύριες φορές ἀνώτερη ἀπό κάθε Ἰουδαία, ἀλλά καί ἀπό κάθε χριστιανή σήμερα. Mιά μάνα, πού δέν τήν λύγισε ὁ πόνος ἀπό τό δρᾶμα τῆς κόρης της. Mιά μάνα, πού κατέφυγε στόν Xριστό καί βρῆκε τή λύση. Mιά μάνα, πού δοκιμάστηκε ἡ πίστις της, καί πῆρε ἄριστα. Δοκιμάστηκε ἡ ὑπομονή της καί πῆρε ἄριστα. Δοκιμάστηκε ἡ ταπείνωσίς της καί πῆρε ἄριστα. Mιά μάνα, πού ὁ κόσμος τήν περιφρόνησε, μά ὁ Xριστός τήν καλοδέχτηκε. Mιά μάνα, πού βραβεύτηκε ἀπό τόν Xριστό μέ τό ἀνώτερο μετάλλιο, πού μόνο σέ τρεῖς τό ἔχει δώσει ὁ Kύριος. Tό χρυσό μετάλλιο τῆς πίστεως. Mιά μάνα, πού ἐγκωμιάστηκε ἀπό τόν Xριστό: «Γύναι, μάνα, μεγάλη σου ἡ πίστις».

• Ἀξίζει, ἡ μάνα αὐτή νά γίνη ἀφορμή γιά ἕνα ἐγκώμιο στή μάνα, στήν κάθε μάνα, στήν ἀληθινή μάνα, στή δική μου καί τή δική σας μάνα, στή μάνα πού βρίσκεται σήμερα ἐδῶ, καί μπορεῖ νά εἶναι ἡ μάνα μιᾶς μάνας, δηλαδή, σεβαστή γιαγιά;

• Γιά σένα, μάνα, πού εἶσαι τό γλυκύτερο πρόσωπο στόν κόσμο.

• Γιά σένα, Xαναναία μάνα, πού πίσω ἀπό τά σύνορα τοῦ Ἰσραήλ ζοῦσες, σάν νἄσουν πίσω ἀπό τόν ἥλιο. Ἡ ζωή σου ἦταν ἕνας πόνος ἀβάσταχτος γιά τήν ἀρρώστια στό κορίτσι σου.

• Γιά σένα, μάνα, ἦρθε ὁ Xριστός, γεννημένος ἀπό τήν πιό ἅγια Mάνα. Ἀπό ὅλο τόν κόσμο, νοιάστηκε γιά μιά μάνα. Nοιάζεται γιά κάθε μάνα, πού τήν καρδιά της ρομφαία, μαχαίρι κοφτερό ξεσχίζει.

• Γιά σένα, μάνα, πού κραυγάζεις καί φωνάζεις, γιατί μόνη σου σέρνεις τό θλιβερό χορό τοῦ πόνου. Ἡ προσευχή σου γίνεται κραυγή, πού κάθε ψυχή σπαράζει. Γιά σένα ἔρχεται ὁ Xριστός. Ἡ καρδιά Tου σπλαχνική γιά σένα μάνα, ἔστω κι ἄν παριστάνει στήν ἀρχή νά σέ ξεπερνᾶ ἀδιάφορα. Δέν εἶναι ἀδιάφορος. Θέλει σέ ὅλα νά σοῦ βάλη ἄριστα.

• Γιά σένα, μάνα, πού ἔχεις παιδιά καί ἀγωνιᾶς· γιά σένα εἶναι ὁ Xριστός. Nᾶτος, σέ πλησιάζει. Mή χάσης τήν εὐκαιρία. Φώναξέ Tον, ὅπως ἐκείνη φώναξε: «Ἐλέησόν με, Kύριε, υἱέ Δαβίδ». Γιά δές τό κορίτσι μου. Δυνάμεις τοῦ κακοῦ τό κρατοῦν αἰχμάλωτο. Tοῦ ἅρπαξε ὁ Σατανᾶς ὑγεία καί ἐλευθερία! Φώναξε δυνατά: «Ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται». Kάνε καλά τό παιδί μου!

• Γιά σένα, μάνα, πού νόμιζες πώς ὁ Θεός σέ ξέχασε. Bλέπεις Xαναναία μάνα, σάν νά συννεφιάζη.. Σάν νά μή σοῦ δίνη σημασία κι ὁ Xριστός. Γιά σένα ὅμως ψήνεται τό θαῦμα. Mήν ἀποκάμης μοναχή. Δέν μπορεῖ· τό βλέμμα Tου ὁ Xριστός σέ σένα τελικά θά ρίξη.

• Γιά σένα, μάνα, εἶναι κάποτε ἡ ἀπονιά τοῦ κόσμου. Σάν τότε. Δέν τή λυπήθηκαν τή Xαναναία μάνα. Tόσο σκληροί οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμα κι αὐτοί πού τριγυρίζουν τό Xριστό, κι αὐτοί πού τάχα ἀνήκουνε στήν Ἐκκλησία. Ἐσύ φωνάζεις στόν Xριστό νά σ᾽ ἐλεήση, κι αὐτοί ζητοῦν ἀπ᾽ τόν Xριστό νά σέ διώξη, γιατί τούς ἐνοχλοῦν οἱ κραυγές σου! Ὁ πόνος σου τούς ἐνοχλεῖ. Tό τραυματισμένο σου κορίτσι τό διώχνουν. Kόσμε σκληρέ, στόν μητρικό τόν πόνο…

• Γιά σένα, μάνα, εἶναι ὁ Xριστός. $Aγια κάνεις καί φωνάζεις: «Kύριε, βοήθει μοι».

• Γιά σένα, μάνα, εἶναι ἡ ἄσκησις τοῦ Xριστοῦ. Σέ δοκιμάζει, μάνα. Σκυλάκι σέ λέει, γιά νά δῆ τί θά πῆς. Kαί σύ ἔξυπνα Tοῦ δίνεις τήν ἀπόκρισι: Σκυλάκι σου εἶμαι, μά θά γαυγίζω στήν αὐλή σου. Δέν θέλω πολλά. Δῶσ᾽ τα ἀλλοῦ τά πολλά. Λίγα ψίχουλα ἀπ᾽ τό τραπέζι Σου μοῦ φτάνουν. Mιά ματιά σου στοργική θά μοῦ γιάνη τόν πόνο. Mιά σταγόνα ἀπ᾽ τήν φροντίδα Σου θά σώση τό παιδί μου.

• Γιά σένα, μάνα, καλή μου μάνα, πού μᾶς γέννησες καί μᾶς μεγάλωσες, χωρίς λογισμούς, χωρίς νά πῆς «πῶς θά τά ζήσω;». Γιά σένα, μάνα, εἶναι τό Eὐαγγέλιο σήμερα. Γιά τήν ἁγία μάνα!

• Γι᾽ αὐτήν, πού δέν προσέχει τά σκυλάκια, ἀλλ᾽ ἀγαπάει τά παιδάκια.

• Γι᾽ αὐτήν, πού ἀφήνει τήν ὕπαρξί της ὁλότελα στά χέρια τοῦ Θεοῦ.

• Σ᾽ αὐτήν, πού καί στίς μέρες μας κλείνει τ᾽ αὐτιά της στίς σειρῆνες τοῦ κόσμου, ἀλλά δέν κλείνει τή μητρική της ὕπαρξι στήν παιδοποιΐα.

• Σέ σένα, πού ξέρεις τό θάλαμο τῶν τοκετῶν καί ποτέ δέν παρέδωσες σπλάχνο σου στό σφαγεῖο τῶν ἐκτρώσεων.

• Σέ σένα, πού ξέρεις ν᾽ ἀγαπᾶς καί τά μάτια σου κοιτάζουν τ᾽ ἀθῶα μάτια τοῦ παιδιοῦ. Σ᾽ αὐτή τή μάνα, τή χριστιανή, πού σηκώνει τό σταυρό, σ᾽ αὐτή τή μάνα, δίνει σήμερα τό βραβεῖο ὁ Xριστός: «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις».

• Γιά σένα, μάνα, πού κι ἄν σέ πληγώνουν, ἐσύ μέ γλύκα τούς κοιτᾶς. Γιά σένα, πού κάτι θέλεις καί ζητᾶς, νά! Σήμέρα ὁ Xριστός τή μάνα πρόσεξε, τή Xαναναία. «Ὅ,τι θέλεις». Tί θέλεις, μάνα; Mήν ἀποκάμης. Πές τοῦ Xριστοῦ τί θέλεις! Πέσ᾽ Tου μέ πίστι, μέ κραυγή. M᾽ ἐλπίδα καί μέ δάκρυ.

Kόσμε! ὅ,τι κι ἄν εἶσαι, τή μάνα νά προσέχης.

—Aὐτή γεννᾶ.

—Aὐτή γαλουχεῖ.

—Aὐτή ξαγρυπνᾶ.

—Aὐτή ἀγαπᾶ.

—Aὐτή θυσιάζεται.

—Aὐτή σώζει τόν κόσμο.

• Γιά κοίτα, μάνα, τόν Xριστό. Γιά σένα, μάνα, τό δικό μας «εὐχαριστῶ». Γιά σένα ἡ τιμή, καλή κι ἁγιασμένη μάνα!

, ,

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–3 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)« Ἆραγε δὲν θ’ ἀπορρίψει ὁ Κύριος ἐκείνους ποὺ τὸν ἀπορρίπτουν;»

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Ὁμιλία στὴν
Κυριακὴ ΙZ´ Ματθαίου
[τῆς Χαναναίας]

(Ματθ. ιε´ 21-28)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 137-158.

Μέρος  Γ´

Μέρος Α´: Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

Μέρος Β´: Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Τὸ ψωμὶ εἶναι ὁ Χριστός· ψίχουλα εἶναι ἔστω καὶ οἱ ἐλάχιστες τῶν δωρεῶν Του».

.           Ὁ Κύριος δίδασκε προοδευτικὰ τοὺς μαθητές Του στὸ σχολεῖο τῆς πίστης. Μὲ τέτοια περιστατικὰ στοὺς χώρους τῶν εἰδωλολατρῶν, τοὺς παρεῖχε διδασκαλία σταθερὴ καὶ συμπλήρωνε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν ἐκπαίδευσή τους. Πόσο μεγάλη ἦταν ἡ πίστη τῆς γυναίκας αὐτῆς, ποὺ ὅλα ὅσα εἶχε μάθει στὸ χῶρο ποὺ ζοῦσε γιὰ τὸν κόσμο αὐτὸν καὶ γιὰ τὴ ζωὴ ἦταν ὅλα πλανεμένα! Εἶχε μάθει πὼς ὁ ἥλιος καὶ τὸ φεγγάρι, τὰ ζῶα κι οἱ πέτρες, ἦταν θεοί. Εἶχε γεννηθεῖ κι εἶχε ζήσει στὸ σκοτάδι, στὴν ἄγνοια. Τέλος, ἀνῆκε στοὺς Χαναναίους, τὴν πονηρὴ αὐτὴ φυλὴ ποὺ ὁ Θεὸς τὴν ὁδήγησε μακριὰ ἀπὸ τὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, γιὰ νὰ κατοικήσουν ἐκεῖ οἱ Ἰουδαῖοι, ὁ ἐκλεκτὸς λαός Του. Ἐδῶ ὑπάρχει ἀρκετὴ διδαχή, μία μεγάλη αἰτία γιὰ νὰ στοχαστοῦμε τοὺς τρόπους τοῦ Θεοῦ, πολλοὶ λόγοι γιὰ νὰ κάνουν τοὺς ἀποστόλους καὶ τὸ ἔθνος τους νὰ ντρέπονται καὶ νὰ μετανοοῦν. Οἱ ἀπόστολοι ἀντιλήφθηκαν τὴ διδασκαλία αὐτὴ καὶ τὴν ἔκαναν δική τους, ἂν ὄχι ἀμέσως, λίγο ἀργότερα. Βεβαιώθηκαν γιὰ τὴν πίστη τους καὶ τὴ διέδωσαν σ’ ὁλόκληρη τὴ γῆ. Θυσίασαν τὴ ζωή τους γιὰ τὴν παντοδύναμη αὐτὴ πίστη καὶ τελικὰ δοξάστηκαν οἱ ἴδιοι. Ἐμεῖς κατανοήσαμε τὴν πίστη αὐτή, τὴν κάναμε δική μας; Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ Ἐκλεκτὸς Λαός Του σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἡ Νέα Βασιλεία καὶ τὸ Νέο Ἱερατεῖο.
.                 Προσέξτε ὅμως πόσο λίγη σημασία δίνουν οἱ χριστιανικοὶ λαοὶ στὸ Χριστό, πόσο τὸν περιφρονοῦν! Παρατηρῆστε πῶς, βαπτισμένοι ἄντρες καὶ γυναῖκες, ὄχι μόνο ἔχουν γίνει ὀλιγόπιστοι, ἀλλὰ κατάντησαν ἕνας ἄπιστος καὶ διεφθαρμένος λαός. Πιστεύουν περισσότερο σὲ ὁτιδήποτε ἄλλο παρὰ στὸν Χριστό. Ἀναζητοῦν βοήθεια καὶ στήριξη στὴ ζωή τους σὲ τυφλὰ καὶ κουφὰ στοιχεῖα γύρω τους, παρὰ στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τὸν παντοδύναμο. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐπέσυραν πάνω τους φοβερὲς τιμωρίες, ἔγιναν πονηροί, ἀδύναμοι καὶ ταλαίπωροι, ὅπως ἦταν οἱ Ἰουδαῖοι τὴν ἐποχὴ τῆς ἔλευσης τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ.

* * *

.               Οἱ χριστιανικοὶ λαοὶ κρατοῦν τὰ κλειδιὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, μὰ ὑπάρχουν πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς σήμερα ποὺ ὄχι μόνο δὲν εἰσέρχονται στὴ βασιλεία αὐτή, μὰ δὲν ἀφήνουν νὰ μποῦν μέσα κι ἐκεῖνοι ποὺ τὸ ἐπιθυμοῦν. Ἔτσι ἀποδείχνονται χειρότεροι, πιὸ ἰδιοτελεῖς καὶ γήινοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους λαούς. Κατορθώνουν ἔτσι ν’ ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸν Χριστὸ τὰ μὴ χριστιανικὰ ἔθνη καὶ τὰ ἐμποδίζουν νὰ μποῦν στὴ Βασιλεία ποὺ τόσο ἐπιθυμοῦν. Μόνο ψίχουλα πέφτουν ἀπὸ τὸ βασιλικὸ τραπέζι τοῦ Χριστοῦ στοὺς λαοὺς αὐτούς, κι αὐτοὶ τὰ μαζεύουν καὶ τὰ τρῶνε. Πῶς μποροῦν ὅμως οἱ εἰδωλολάτρες αὐτοὶ νὰ χορτάσουν, ὅταν οἱ Εὐρωπαῖοι κι οἱ Ἀμερικανοί, ποὺ κάθονται σὰν κύριοι στὸ βασιλικὸ τραπέζι, μένουν πνευματικὰ πεινασμένοι καὶ διψασμένοι; Δὲν θὰ φτάσει κάποια στιγμὴ στὸ τέλος της ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ; Δὲν θ’ ἀπορρίψει ὁ Κύριος ἐκείνους ποὺ τὸν ἀπορρίπτουν, ὅπως ἔχει κάνει ἤδη μὲ μερικούς, καὶ θὰ πεῖ πῶς οἱ κλητοὶ ἀποδοκιμάστηκαν, ἐνῶ οἱ μὴ κλητοὶ ἔγιναν ἀποδεκτοί, οἱ εὐλογημένοι ἔγιναν καταραμένοι κι οἱ καταραμένοι εὐλογήθηκαν;
.                   Τί ἀπομένει νὰ κάνουμε ἐμεῖς σ’ αὐτὴ τὴν ἄπιστη γενιά; Τίποτα περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἔκανε ἡ Χαναναία: νὰ προσευχηθοῦμε καρτερικὰ στὸν παντοδύναμο Χριστό, νὰ κραυγάσουμε μὲ πίστη: «Κύριε, ἐλέησέ μας τοὺς ἁμαρτωλούς!» Ἂν εἶναι στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ν’ ἀντικαταστήσει ἕναν ἐκλεκτὸ λαὸ μ’ ἕναν ἄλλο, ἂν εἶναι στὸ θέλημα Toυ νὰ πάρει τὴ βασιλεία Toυ ἀπὸ τὰ χριστιανικὰ ἔθνη καὶ νὰ τὴ δώσει σὲ ἄλλους, ἂν ἡ τιμωρία γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας εἶναι κοντά, ἀκόμα καὶ τότε δὲν θ’ ἀποβληθοῦν ὅλοι οἱ χριστιανοὶ μαζὶ μὲ τὰ χριστιανικὰ ἔθνη, ὅπως δὲν ἀποβλήθηκαν κι ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι μαζὶ μὲ τὸ ἰουδαϊκὸ ἔθνος. Ἐκεῖνοι ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ μετὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ σώθηκαν, ὅπως σώθηκαν καὶ κεῖνοι ποὺ τὸν ὁμολόγησαν τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ Χριστὸς ζοῦσε στὴ γῆ. Πολλοὶ Ἰουδαῖοι βαπτίστηκαν ἀργότερα καὶ ἀρκετοὶ ἔγιναν μεγάλοι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνοι ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ ἐπιστρέφουν κοντά Του σήμερα, σώζονται, ὅπως σώθηκαν καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς προπάτορές τους, προτοῦ παύσουν νὰ εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς λαός. Ὁ Θεὸς ἐνδιαφερόταν πάντα περισσότερο γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν τῶν ἀνθρώπων παρὰ γιὰ τὰ κράτη καὶ τοὺς λαούς. Δὲν πρέπει νὰ φοβηθοῦμε λοιπὸν νὰ διακηρύξουμε: «Τὰ ὑπάρχοντα χριστιανικὰ κράτη καὶ ἔθνη θὰ καταστραφοῦν, ὅλοι μας θὰ καταστραφοῦμε». Ἂς πάθουν λοιπὸν τὰ κράτη καὶ τὰ ἔθνη αὐτὸ ποὺ τοὺς ἀξίζει. Οὔτε ἕνας ἄντρας ἢ μία γυναίκα, ποὺ πιστεύει στὸν Κύριο, ὅμως δὲν πρόκειται νὰ καταστραφεῖ. Ὁ Θεὸς βρῆκε ἕναν μόνο πιστὸ στὰ Σόδομα -τὸ δίκαιο Λὼτ– κι ἔσωσε αὐτὸν μόνο, ἐνῶ κατέστρεψε τὰ Σόδομα.
.                 Ἂς μιμηθοῦμε τὴν ἐπίμονη προσευχὴ καὶ τὴ δυνατὴ πίστη τῆς Χαναναίας κι ἂς μὴν ὀλιγοπιστήσουμε οὔτε γιὰ μία στιγμή. Ἡ πίστη μᾶς πρέπει νὰ εἶναι δυνατή, ἐπίμονη. Ἂς προσπαθοῦμε διαρκῶς νὰ κρατοῦμε τὴ φλόγα τῆς πίστης μας δυνατή, νὰ μὴ σβήσει. Ἂς στέλνουμε διαρκῶς τὶς προσευχές μας στὸν Κύριο τόσο γιὰ μᾶς ὅσο καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ πίστη, μόνο αὐτή, θὰ δυναμώσει τὴν ψυχή μας καὶ θ’ ἀποβάλει κάθε φόβο κι ἀμφιβολία ἀπὸ μέσα μας. Ἡ προσευχὴ θὰ καθαρίσει τὴν ψυχή μας καὶ θὰ μᾶς γεμίσει μὲ χαρά, πίστη, καλοὺς λογισμοὺς καὶ φλογερὴ ἀγάπη.
.                 Εἴθε ὁ στοργικὸς κι ἐλεήμων Κύριος νὰ ἐνισχύσει τὴν πίστη μας καὶ ν’ ἀκούσει τὶς προσευχές μας. Δόξα καὶ αἶνος στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

βλ. σχετ.: Η ΝΗΠΤΙΚΗ ΕΠΙΜΟΝΗ ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ (ΙΖ´ Ματθ.)

Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΙΣΤΗ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΙ (Κυρ. ΙΖ´ Ματθ. “Τῆς Χαναναίας”)

«ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΜΕΝΟ» (Λόγος Βασιλείου Σελευκείας Εἰς τὴν Χαναναίαν)

, , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ καὶ ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ (Ἀρχιμ. Ἀθαν. Ἀναστασίου)

«Τό μυστήριο τοῦ θανάτου καί τά μετά θάνατον»

τοῦ Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου
Προηγουμένου Ἱ. Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου

Ὁμιλία στήν ΓΕΧΑ Τρικάλων,
Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

«Τίς ἐ­στιν ἄν­θρω­πος ὅς ζή­σε­ται καί οὐκ ὄ­ψε­ται θά­να­τον;»[1]­.

.                     Τό ἐ­ρώ­τη­μα αὐ­τό τοῦ ψαλ­μω­δοῦ ἀ­πο­τε­λεῖ ταυ­τό­χρο­να τήν βε­βαι­ό­τη­τα, ἀλ­λά καί τήν βα­θειά ἀ­γω­νί­α τοῦ ἀν­θρώ­που, πού τόν ἀ­κο­λου­θεῖ σέ ὅ­λη τήν ἐ­πί­γεια ζω­ή του. Τό ἐ­ρώ­τη­μα τοῦ θα­νά­του, ὅ­πως καί τῆς ζω­ῆς, ἀ­πα­σχο­λεῖ δι­α­χρο­νι­κά τόν ἄν­θρω­πο, ἀ­πό τήν ἀρ­χαι­ό­τη­τα μέ­χρι καί σή­με­ρα. Ἀ­πο­τε­λεῖ τήν μό­νι­μη πη­γή τῶν ἀμ­φι­βο­λι­ῶν καί τῆς ἀ­γω­νί­ας του· γε­ννᾶ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά καί ἀ­δι­έ­ξο­δα· δη­μι­ουρ­γεῖ ἐ­να­γώ­νια δι­λή­μμα­τα· τρο­φο­δο­τεῖ καί ἀ­να­πα­ρά­γει τήν κε­νό­τη­τα καί τό ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­το.

Τί εἶναι ὁ θάνατος

.                      Γιὰ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ἀν­τί­λη­ψη τοῦ κό­σμου, ἀ­πο­τε­λεῖ τήν τρα­γι­κό­τε­ρη ἐκ­δή­λω­ση τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀ­φοῦ ση­μαί­νει τόν βί­αι­ο καί ὁ­ρι­στι­κό τερ­μα­τι­σμό της. Ὁ Πλά­τω­νας ἔ­λε­γε ὅ­τι φι­λο­σο­φί­α εἶ­ναι ἡ με­λέ­τη τοῦ θα­νά­του[1][2]. Τό φαι­νό­με­νο τοῦ θα­νά­του εἶ­ναι τό με­γα­λύ­τε­ρο πρό­βλη­μα τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά καί ὁ­λό­κλη­ρης τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας.
.                     Σύμ­φω­να μέ τήν ἰ­α­τρι­κή, θά­να­τος εἶ­ναι ἡ ὁ­ρι­στι­κή παύ­ση ὅ­λων τῶν βι­ο­λο­γι­κῶν λει­τουρ­γι­ῶν πού ὑ­πο­στη­ρί­ζουν τήν δι­α­βί­ω­ση ἑ­νός ὀρ­γα­νι­σμοῦ. Γιά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία ὁ θάνατος εἶναι ἕνα μυστήριο. Εἶναι τό μυστήριο τοῦ χωρισμοῦ ἤ τῆς ἐξόδου τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα καί ἡ μετάβαση ἀπό τόν φθαρτό ὑλικό κόσμο στήν αἰώνια ζωή.
.                     Τό ὅλο θέμα, βεβαίως, εἶναι τεράστιο καί δέν μπορεῖ νά περιοριστεῖ στά πλαίσια τῆς παρούσης ὁμιλίας. Θά παρουσιασθεῖ, ὅμως, διεξοδικά σέ κάποιο ἀντίστοιχο ἔντυπο πού θά ἐκπονηθεῖ καί θά κυκλοφορήσει σύντομα. Στό ἔντυπο αὐτό θά συμπεριλαμβάνονται ὅλα τά σχετικά πατερικά κείμενα καί θεολογικά βοηθήματα, στά ὁποῖα θά μπορεῖ κανείς νά ἀνατρέξει. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού κάποιες ἀπό τίς πτυχές του θά ἀναπτυχθοῦν μόνον ἐπιγραμματικά ἤ καί θά παραλειφθοῦν. Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος ὁ χαρακτήρας καί τό περιεχόμενο τοῦ θέματος, προσθέτουν μία ἐπιπλέον δυσκολία τόσο στήν ἑρμηνεία καί τήν ἀνάπτυξή του ὅσο καί στήν κατανόησή του.

Ὀρθόδοξη κοσμολογία καί ἀνθρωπολογία

.                     Γιά νά, προσεγγίσουμε, ὅμως, καλύτερα τό μυστήριο τοῦ θανάτου, τήν αἰτία καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο εἰσῆλθε ὁ θάνατος στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου καί τήν κτίση, θά πρέπει νά ἀναφερθοῦμε συνοπτικά στά βασικά χαρακτηστικά τῆς ὀρθοδόξου κοσμολογίας καί κυρίως τῆς ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας.
.                     Στήν ἀρχή τοῦ κατά Ἰωάννη Εὐαγγελίου διαβάζουμε: «Ἐν ἀρ­χῇ ἦν ὁ Λό­γος καί ὁ Λό­γος ἦν πρός τόν Θε­όν[2][3]». Μι­λώ­ντας, βε­βαί­ως γι­ά τόν Θε­ό, ἀ­να­φε­ρό­μα­στε φυ­σι­κά στήν ὕ­παρ­ξη καί ὄ­χι στήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Θε­ός δέν δη­μι­ουρ­γεῖ­ται, ἀλ­λά ὑ­πάρ­χει πρίν ἀ­πό κά­θε ἄλ­λη δη­μι­ουρ­γί­α, ὑ­πάρ­χει πρίν ἀ­πό τόν χρό­νο καί ἔ­ξω ἀ­πό τόν χρό­νο. Σύμ­φω­να μέ τήν ὀρ­θό­δο­ξη δι­δα­σκα­λί­α, ὁ Θε­ός εἶ­ναι ἄ­ναρ­χος, ἄ­κτι­στος, ἀ­τε­λεύ­τη­τος, ἀΐδιος, ἀπερινόητος, ἀπερίγραπτος, ἀνεξιχνίαστος, ἀθέατος, ἀνείδεος, ἄρρητος, ἀπρόσιτος, ἀνόμοιος, ἀφιλοσόφητος, ἀνέκφραστος, ἀχώρητος, καί πάντων ἐπέκεινα.
.                     Ὁ Θεός δέν εἶ­ναι δη­μι­ούρ­γη­μα, ἀλλά ὁ Δημιουργός τοῦ σύμπαντος κόσμου. Δημιουργεῖ τόν κόσμο κινούμενος ἀ­πό τήν ἄ­πει­ρη ἀ­γά­πη καί εὐ­σπλα­χνί­α Του. Γι­ά τήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ κό­σμου ὁ Θε­ός δέν χρη­σι­μο­ποι­εῖ κά­ποι­α προϋ­πάρ­χου­σα ὕ­λη, δέν με­τα­πλά­θει ἤ ἀ­να­δη­μι­ουρ­γεῖ κά­τι πού ἤ­δη ὑ­πῆρ­χε, ἀλ­λά δη­μι­ουρ­γεῖ τά πάντα ἐξαρ­χῆς, ἐκ τοῦ μή ὄ­ντος. Γι’ αὐτό καί εἶναι παντελῶς ἀνυπόστατες, ἐπιπόλαιες καί ἀφελεῖς οἱ ποικίλες ὑλιστικές θεωρίες πού ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ ὕλη εἶναι δῆθεν αὐθύπαρκτη ἤ ὅτι δῆθεν αὐτοοργανώθηκε καί ἐξελίχθηκε σέ δημιουργία τοῦ σύμπαντος.
.                     Πρίν ἀπό τήν δημιουργία τοῦ ὁρατοῦ καί ὑλικοῦ κόσμου, ὁ Θεός δημιουργεῖ τόν ἀόρατο καί νοητό κόσμο, δηλαδή τούς ἀγγέλους. Οἱ ἄγγελοι εἶναι ἀσώματοι σὲ σύγκριση μὲ τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι κτιστός καί ὑλικός. Σέ σύγκριση δέ μέ τόν Θεό, πού εἶναι ὁ μόνος ἄυλος καί ἄκτιστος, ἔχουν καί οἱ ἄγγελοι μία παχύτητα καί ὑλικότητα. Ἄλλωστε «κάθε τί τὸ κτιστὸ εἶναι κατ’ ἀνάγκη καὶ σωματικό»[3][4], ὅπως μᾶς βεβαιώνει ὁ Ἅγιος Ἰλάριος.
.                     Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀποδίδει στοὺς ἀγγέλους ἕνα σῶμα ποὺ εἶναι ἀέρινο καὶ πύρινο, ἀναφέροντας συγκεκριμένα: «Οἱ Ἄγγελοι ἔχουν ἕνα πάρα πολὺ λεπτὸ σῶμα, διότι δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀσώματοι, ὅπως εἶναι ὁ Θεός. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο βρίσκονται σὲ κάποιο τόπο, καὶ γίνονται ὁρατοὶ μὲ τὸ εἶδος τοῦ δικοῦ τους σώματος ὅταν φανερώνονται στοὺς ἁγίους»[4][5].
.                     Καί οἱ ἄγγελοι, βεβαίως, ἦταν τρεπτοί, διότι ἄν δέν ἦταν ἔτσι, δέν θά εἶχε ἐκπέσει ὁ πρωτάγγελος, ὁ Ἑωσφόρος. Κατά τή διδασκαλία τῶν Πατέρων, μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, καί εἰδικά μέ τήν ζωηφόρο Του Ἀνάσταση, χαρίστηκε στούς ἀγγέλους ἡ ἀτρεψία, δηλαδή ἡ ἀμετακινησία πρός τό κακό καί ἡ σταθερή στάση στό ἀγαθό. Αὐτή ἡ ἀτρεψία ἦταν γιά τούς ἀγγέλους ἡ σωτηρία∙ ἡ μόνιμη μετοχή στή θεία Δόξα αὐξητικῶς καί ἀδιαλείπτως.
.                     Ἀντίθετα στούς δαίμονες παγιώθηκε ἡ ἀτρεψία πρός τό ἀγαθό. Παγιώθηκε, δηλαδή, ἡ ἀμετακίνητη στάση τους στό κακό, χωρίς τήν δυνατότητα ἐπιστροφῆς καί μετανοίας, καθώς, σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Νεκτάριο, «ἡ βούλησή τους ταυτίστηκε μὲ τὸ κακό, γι’ αὐτὸ καὶ πάντοτε σκέπτονται καὶ ἐκλέγουν τὸ κακό. Ἔπειτα, γιατί ἔγιναν καὶ παραμένουν ἐχθροί τοῦ Θεοῦ. Καὶ τρίτον, γιατί ἀποχωρίστηκαν ἀπὸ τὸ Θεό, καὶ ὁ χωρισμὸς τους αὐτὸς σημαίνει αἰώνιος θάνατος. Αὐτὸ ποὺ εἶναι θάνατος γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ, εἶναι ἡ πτώση ἀπὸ τὴν ἀρχή τους γιὰ τοὺς πονηροὺς ἀγγέλους»[5][6].

Ἡ δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ ἀν­θρώ­που «κατ’ εἰκόνα» καί «καθ’ ὁμοίωσιν»

.                     Ὁ Θε­ός σέ καμ­μί­α πε­ρί­πτω­ση, βε­βαί­ως, δέν δη­μι­ούρ­γη­σε τόν θά­να­το, ἀλλά τά δημιούργησε ὅλα «καλά λίαν». Εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί δημιουργός μόνο τῆς ζωῆς καί ὄχι τοῦ θανάτου. Ἡ φθο­ρά καί ὁ θά­να­τος δέν εἶ­ναι ἡ φυ­σι­κή κα­τά­στα­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά εἰ­σῆλ­θαν στή ζω­ή του με­τά τήν πτώ­ση τῶν πρω­το­πλά­στων καί τήν δι­α­κο­πή τῆς κοι­νω­νί­ας τους μέ τόν Θε­ό. Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα» καί «καθ’ ὁμοίωσιν» δική Του: «καί εἶ­πεν ὁ Θε­ός· ποι­ή­σω­μεν ἄν­θρω­πον κα­τ’ εἰ­κό­να ἡ­με­τέ­ραν καί κα­θ’ ὁ­μοί­ω­σιν[6][7]»­. Tό «κατ’ εἰκόνα» συνιστᾶ τό νοερό καί αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ τό «καθ’ ὁμοίωσιν» εἶναι ἡ δυ­να­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που, μέ τήν δι­κή του ἐ­λεύ­θε­ρη προ­αί­ρε­ση καί τήν συ­νέρ­γεια τοῦ Θε­οῦ, νά φθά­σει στήν θέ­ω­ση, νά γί­νει, δη­λα­δή, κα­τά χά­ριν Θε­ός.
.                     Ἀναφέρεται, ἐπίσης, στό ἱερό βιβλίο τῆς Γενέσεως: «Καί ἔ­πλα­σεν ὁ Θε­ός τόν ἄν­θρω­πον, χοῦν ἀ­πό τῆς γῆς. Καί ἐ­νε­φύ­ση­σεν εἰς τό πρό­σω­πον αὐ­τοῦ πνο­ήν ζω­ῆς, καί ἐ­γέ­νε­το ὁ ἄν­θρω­πος εἰς ψυ­χήν ζῶ­σαν[7][8]». Ἑρμηνεύοντας αὐτό τό χωρίο, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός μᾶς ἐξηγεῖ ὅτι «ὁ Θεός δημιουργεῖ μέ τά χέρια του τόν ἄνθρωπο καί ἀπό ὁρατή καί ἀπό ἀόρατη φύση»[8][9]. Ὁ ἄνθρωπος, δηλαδή, εἶναι ἕνα σύνθετο δημιούργημα, καθώς μετέχει τόσο τοῦ πνευματικοῦ κόσμου (μέ τήν ψυχή του) ὅσο καί τοῦ ὑλικοῦ καί αἰσθητοῦ κόσμου (μέ τό σῶμα του). Ἀποτελεῖ μέ αὐτό τόν τρόπο τήν γέφυρα καί τό σημεῖο ἐπαφῆς γιά ὅλη τήν δημιουργία. Εἶναι συμπερίληψη καί συγκεφαλαιώση ὁλοκλήρου τῆς κτίσεως καί ὡς ψυχοσωματική ἑνότητα, διαδραματίζει ἐξέχοντα καί πρωταγωνιστικό ρόλο μέσα στόν κόσμο.

Ἡ ἀνθρώπινη ψυχή ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ

.                     Ὁ βιολογικός θάνατος τοῦ ἀνθρώπου ἐπέρχεται ὅταν διαρρηγνύεται ἡ ψυχοσωματική ἑνότητα πού τόν χαρακτηρίζει καί ἀπό τήν ὁποία συνίσταται. Γι’ αὐτό καί εἶναι πολύ σημαντικό νά γνωρίζουμε πῶς λειτουργεῖ ἡ ψυχοσωματική αὐτή ἑνότητα, τί εἶναι ἡ ψυχή, πότε καί πῶς δημιουργεῖται, ποιά εἶναι ἡ σχέση της μέ τό ἀνθρώπινο σῶμα καί τί συμβαίνει μετά τόν θάνατο καί τόν ἀποχωρισμό της ἀπό τό σῶμα.
.                     Θά πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι ἡ ψυχή εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί ὡς δημιούργημα εἶναι καί αὐτή κτιστή καί ὄχι ἄκτιστη, ἀφοῦ Ἄκτιστος εἶναι μόνον ὁ Θεός. Κάθε κτιστό, κάθε δημιούργημα ἔχει ἀρχή καί τέλος. Εἰδικά, ὅμως, ἡ ψυχή, ἐνῶ ἔχει ἀρχή καί θά ἔπρεπε, ὡς κτίσμα, νά ἔχει καί τέλος, κατά θεία βούληση, ὄχι ἐκ τῆς φύσεώς της, ἀλλά ἐπειδή ἔτσι θέλησε ὁ Θεός, δέν ἔχει τέλος, εἶναι ἀθάνατη. Εἶναι, δηλαδή, ἡ ψυχή θνητή κατά τήν φύση, ἀλλά ἀθάνατη κατά χάριν.

Πότε δημιουργεῖται ἡ ψυχή

.                     Ἡ ψυχή δημιουργεῖται ταυτόχρονα μέ τό ἀνθρώπινο σῶμα, οὔτε πρίν οὔτε μετά τήν δημιουργία τοῦ σώματος (ἅμα ψυχή ἅμα σῶμα[9][10]). Δημιουργεῖται, ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, «ἐξ ἄκρας συλλήψεως»[10][11]. Μέ τήν σύλληψη, δηλαδή, τοῦ ἀνθρωπίνου ἐμβρύου ἔχουμε ταυτόχρονα, θείᾳ βουλήσει, καί τήν δημιουργία τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία φανερώνεται καί ἐκφράζεται, καθώς ἀναπτύσσεται τό ἔμβρυο καί ὁ ἄνθρωπος. Οἱ ἐνέργειες τῆς ψυχῆς, δηλαδή, ἐμφανίζονται σταδιακά μέ τήν πρόοδο τῆς σωματικῆς ἀναπτύξεως.

Ποῦ κατοικεῖ ἡ ψυχή στόν ἄνθρωπο

.                     Τό σῶμα, ὅμως, σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, δέν ἀποτελεῖ σέ καμμία περίπτωση τήν φυλακή τῆς ψυχῆς, ὅπως λανθασμένα ἔχει ὑποστηριχθεῖ ἀπό διάφορους φιλοσόφους. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός μᾶς λέγει ὅτι «δέν εἶναι ἡ ψυχή στό σῶμα, ἀλλά τό σῶμα μέσα στήν ψυχή» blogger.com/null[11][12]. Καί σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἡ ψυχή βρίσκεται σέ κάθε σημεῖο τοῦ σώματος· συνέχει τό ἀνθρώπινο σῶμα, τό περιέχει, τό συγκροτεῖ, τό συγκρατεῖ καί τό ζωοποιεῖ[12][13]. Ἡ ψυχή εἶναι αὐτή πού μεταδίδει στά ὄργανα καί τίς αἰσθήσεις τοῦ σώματος δύναμη ζωῆς καί ἀντίληψη τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων.
.                     Ὁ ἄνθρωπος, στήν ὁλότητά του, ἀποτελεῖται καί ἀπό ψυχή καί ἀπό σῶμα. Οὔτε ἡ ψυχή ἀπό μόνη της, οὔτε τό σῶμα ἀπό μόνο του συνιστοῦν τόν ὅλο ἄνθρωπο, ἀλλά τό συναμφότερο. Ψυχή καί σῶμα συνιστοῦν στόν ἄνθρωπο μία ἀδιάρρηκτη ψυχοσωματική ἑνότητα. Ἡ διάρρηξη αὐτῆς τῆς ψυχοσωματικῆς ἑνότητας σηματοδοτεῖ τόν βιολογικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ ἄνθρωπος δέν πλάστηκε οὔτε θνητός οὔτε ἀθάνατος, ἀλλά «δεκτικός ἀμφοτέρων»

.                    Ὅταν ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο καί τόν τοποθέτησε στόν ἀρχέγονο ἐπίγειο παράδεισο, τοῦ ἔδωσε ταυτόχρονα τήν δυνατότητα καί τῆς θνητότητας καί τῆς ἀθανασίας. Μᾶς τό ἐξηγεῖ αὐτό πολύ εὔστοχα ὁ Ἅγιος Θεόφιλος Ἀντιοχείας, λέγοντας: «οὔτε οὖν ἀθάνατον αὐτὸν ἐποίησεν οὔτε μὴν θνητόν, ἀλλά, δεκτικὸν ἀμφοτέρων», δηλαδή ὁ Θεός οὔτε θνητό ἔκανε τόν ἄνθρωπο, οὔτε ἀθάνατο, ἀλλά δεκτικό καί τῶν δύο, τοῦ θανάτου ἤ τῆς ἀθανασίας. Καί συνεχίζει ὁ Ἅγιος, ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτό «τοῦ ἔδωσε τήν δυνατότητα ἀνάλογα μέ τό ποῦ θά κλίνει, εἴτε πρός τήν ἀρετή εἴτε πρός τήν κακία, νά κληρονομήσει ἤ τήν ἀθανασία ἤ τήν θνητότητα»[13][14]. Διατηρώντας, δηλαδή, τήν θεοκοινωνία ὁ ἄνθρωπος καί ὑπακούοντας στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, θά ἐπέλεγε τήν ἀθανασία· παραβαίνοντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί διακόπτοντας τήν θεοκοινωνία, θά ἐπέλεγε τήν θνητότητα καί τόν θάνατο.

Τό αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου

.                     Αὐ­τή ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α ἐ­πι­λο­γῆς ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­πό τά σπου­δαι­ό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, πού συν­θέ­τουν στόν ἄν­θρω­πο τήν εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ. Τό αὐ­τε­ξού­σιο, ὅ­πως ἀ­πο­κα­λοῦν οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας αὐ­τή τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α, εἶ­ναι ἡ δυ­να­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που νά ἐ­ξου­σιά­ζει τόν ἑ­αυ­τό του. Καί εἶναι πραγματικά μοναδική καί μεγαλειώδης δωρεά τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ἀφοῦ τοῦ παρέχει τήν δυνατότητα καί τό δικαίωμα ἀκόμη καί νά Τόν ἀρνεῖται. Γι’ αὐτό καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας χαρακτηρίζουν τό αὐτεξούσιο καί ὡς ἰσόθεο, φυσικά κατά χάριν.

Ὁ θάνατος ὡς φυσική συνέπεια τῆς παρακοῆς

.                     Ἡ δυνατότητα, λοιπόν, αὐτή τῆς ἐλεύθερης ἐπιλογῆς τοῦ ἀνθρώπου τέθηκε, θά λέγαμε, ἀπό τόν Θεό σέ μιά δοκιμασία. Καί ἡ δοκιμασία αὐτή ἦταν ἡ ἐντολή πού ἔδωσε στούς πρωτοπλάστους νά μήν φάνε ἀπό τόν ἀπαγορευμένο καρπό λέγοντάς τους ὅτι τήν ἡμέρα πού θά παραβῆτε τήν ἐντολή καί θά φάγετε ἀπό τόν ἀπαγορευμένο καρπό, θά πεθάνετε ἐξάπαντος: «ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε».[14][15]
.                     Ἀντί, ὅμως, οἱ πρωτόπλαστοι νά ὑπακούσουν στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά γίνουν θεοί «κατά χάριν», ἀποδέχτηκαν τήν διαβολή καί τήν ἀπάτη τοῦ διαβόλου καί παρήκουσαν τήν ἐντολή Του.
.                     Ὁ διάβολος δέν ἔκανε τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά ἀμφισβητήσει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ πρός τούς πρωτοπλάστους. Δέν εἶναι ἀλήθεια, εἶπε στήν Εὔα, ὅτι θά πεθάνετε ἐξάπαντος, ἀλλά σᾶς τό εἶπε αὐτό ὁ Θεός γιατί γνώριζε ὅτι ἀπό τήν ἡμέρα πού θά γευθεῖτε ἀπό τό δέντρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, θά ἀνοίξουν τά μάτια σας καί θά γίνεται θεοί[15][16]. (καί ἔσεσθε ὡς θεοί)
.                     Ἡ πα­ρα­κο­ή αὐτή τῶν πρω­το­πλά­στων ἦ­ταν μι­ά πρά­ξη αὐ­το­νο­μί­ας. Ἦταν ἡ ἐπιδίωξη τῆς αὐτονομημένης ἀπό τόν Θεό ἰσοθεΐας, τῆς αὐτοθεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ βι­α­σύ­νη τῶν πρωτοπλάστων, ἡ ἄ­και­ρη καί ἐ­πι­πό­λαι­η κί­νη­σή τους νά ἀ­πο­δε­χθοῦν τήν ἀ­πά­τη τοῦ δι­α­βό­λου, ὁ ἐγωισμός καί ἡ φι­λο­δο­ξί­α ὅ­τι μπο­ροῦν νά γί­νουν θε­οί «δί­χα Θε­οῦ καί πρό Θε­οῦ καί οὐ κα­τά Θε­όν»[16][17] (δηλ. χω­ρίς τόν Θε­ό, πρίν ἀ­πό τόν Θε­ό καί ὄ­χι κα­τά Θε­όν), ὅ­πως το­νί­ζει ὁ Ἅ­γιος Μά­ξι­μος ὁ Ὁ­μο­λο­γη­τής, τούς ὁ­δή­γη­σαν στήν πα­ρα­κο­ή καί τήν ἀ­θέ­τη­ση τῆς ἐν­το­λῆς τοῦ Θε­οῦ καί τε­λι­κά στήν πτώ­ση!
.                     Ἔτσι, οἱ πρω­τό­πλα­στοι, μέ τήν βρώ­ση τοῦ, ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νου ἀ­πό τόν Θε­ό, καρ­ποῦ γεύ­τη­καν ἀ­μέ­σως τόν πνευ­μα­τι­κό θά­να­το, τήν δι­α­κο­πή, δη­λα­δή, τῆς θέ­ας τοῦ Θε­οῦ καί τῆς κοι­νω­νί­ας τους μέ τόν Θε­ό καί μέ­σα στόν χρό­νο ἔπαθαν καί τόν σω­μα­τι­κό θά­να­το, πού εἶναι ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα.

Ὁ θάνατος εἶναι ἔξω ἀπό τήν θέληση τοῦ Θεοῦ

.                     Ὁ θά­να­τος, λοιπόν, δέν ἦ­ταν ἐ­ξαρ­χῆς στήν φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλλά εἶναι παρέμβλητος μέσα στήν κτίση, εἶναι ἕνα συμβάν. Ὁ Θεός εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί δημιουργός μόνο τῆς ζωῆς καί ὄχι τοῦ θανάτου. Μᾶς τό ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει αὐ­τό μέ ἀ­πό­λυ­τη σα­φή­νεια ἡ ἴ­δια ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή: «Ὁ Θε­ός θά­να­τον οὐκ ἐ­ποί­η­σεν, οὐ­δέ τέρ­πε­ται ἐ­π’ ἀ­πω­λεί­ᾳ ζών­των»[17][18]. Δηλαδή: Ὁ Θεός δέν δημιούργησε τόν θάνατο, οὔτε εὐχαριστεῖται νά βλέπει τούς ζωντανούς νά χάνονται. Διότι ἔκτισε τά πάντα γιά νά ὑπάρχουν καί ὅσα ἔγιναν στόν κόσμο, ἔγιναν γιά νά σώζονται καί νά μή χάνονται, καί δέν ὑπάρχει μέσα τους δηλητήριο καταστροφῆς, οὔτε κατά τό ἀρχικό σχέδιο τῆς δημιουργίας ὑπῆρχε βασίλειο τοῦ ἅδου ἐπί τῆς γῆς.
.                     Θά θέλαμε στό σημεῖο αὐτό νά ἐπιμείνουμε, γιατί πολλοί θεωροῦν ὅτι ὁ Θεός ἐπέφερε τόν θάνατο στόν ἄνθρωπο ὡς τιμωρία γιά τήν παρακοή του. Ἡ ἄποψη αὐτή προέρχεται ἀπό τήν δυτική θεολογία καί δέν εἶναι ὀρθόδοξη. Ὁ θάνατος δέν εἶναι τιμωρία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς μας προαιρέσεως καί κακίας. Δέν εἶ­ναι ὁ Θε­ός αἴ­τιος τοῦ θα­νά­του, ἀλ­λά ἡ ἁ­μαρ­τί­α πού δι­έ­πρα­ξαν οἱ πρω­τό­πλα­στοι στόν Πα­ρά­δει­σο μέ τήν ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­πι­λο­γή τους.
.                     Ἡ δυ­τι­κή σχο­λα­στι­κή θε­ο­λο­γί­α ὑ­πο­στη­ρί­ζει, ἐπίσης, ἐσφαλμένα ὅ­τι κλη­ρο­νο­μή­σα­με τήν ἴ­δι­α τήν ἁ­μαρ­τί­α τοῦ Ἀ­δάμ, τήν ἐ­νο­χή του, ὅ­τι κά­θε ἄν­θρω­πος, δηλαδή, ἁ­μάρ­τη­σε στό πρό­σω­πο τοῦ Ἀ­δάμ καί ἑ­πο­μέ­νως ὁ κά­θε ἕ­νας εἶ­ναι αἴ­τι­ος τοῦ δι­κοῦ του θα­νά­του. Ὁ ἄν­θρω­πος, ὅμως, δέν κλη­ρο­νο­μεῖ τήν ἐ­νο­χή, ἀλ­λά τίς συ­νέ­πει­ες τῆς ἁ­μαρ­τί­ας τοῦ Ἀ­δάμ, δη­λα­δή τήν φθαρ­τό­τη­τα καί τήν θνη­τό­τη­τα. Κα­τά τόν Ἅ­γι­ο Ἰ­ωάν­νη τόν Χρυ­σό­στο­μο, οἱ πρω­τό­πλα­στοι «φθαρ­τοί γε­νό­με­νοι τοι­ού­τους καί γε­γε­νή­κα­σι παί­δας»[18][19].
.                    Μέ τήν πτώ­ση τοῦ Ἀ­δάμ ὁ θά­να­τος ἔ­γι­νε φαι­νό­με­νο μέ κα­θο­λι­κές δι­α­στά­σεις, ἀ­φοῦ «ἐν τῷ Ἀ­δάμ πάν­τες ἀ­πο­θνή­σκου­σι»­[19][20]. Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση ἀ­σθε­νεῖ ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α πού εἰ­σῆλ­θε μέ­σα της καί ἐ­πει­δή ὁ Ἀ­δάμ εἶ­ναι «ρί­ζα» τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους, γι­’­αὐ­τό καί «θνη­τούς βλα­στούς ἀ­να­δί­δει»­[20][21].

Ὁ θάνατος ὡς εὐεργεσία καί φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ

.                     Ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός μας, στήν ἄπειρη φιλευσπλαχνία Του καί τήν ἀγάπη Του πρός τό πλάσμα Του, ἐπέτρεψε τήν εἴσ­δυ­ση τοῦ θα­νά­του στήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση γιά νά ἀποτραπεῖ ἡ διαιώνιση τῆς ἁμαρτίας, γιά νά «μή δι­α­τη­ρή­σῃ ἀ­θά­να­τον ὑ­μῖν τήν ἀρ­ρω­στί­αν»[21][22].
.                     Σέ μι­ά συγ­χω­ρη­τι­κή εὐ­χή πού ἐκ­φω­νεῖ ὁ Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας στήν νε­κρώ­σι­μη ἀ­κο­λου­θί­α ἀναφέρεται συγκεκριμένα: «καί δι­ά τοῦ­το, ἵ­να μή τό κα­κόν ἀ­θά­να­τον γέ­νη­ται, φι­λαν­θρώ­πως ἐ­κέ­λευ­σας τήν κρά­σιν, καί μῖ­ξιν ταύ­την, καί τόν ἄρ­ρη­κτόν σου τοῦ­τον δε­σμόν, ὡς Θε­ός τῶν Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν, τῷ θεί­ῳ βου­λή­μα­τι ἀ­πο­τέ­μνε­σθαι καί δι­α­λύ­ε­σθαι»[22][23]. Δηλαδή, γιά νά μή μένει ἀθάνατο τό κακό, ἀπό φιλανθρωπία διέταξες, ὡς Θεός τῶν Πατέρων μας, νά διαλύεται ἡ κράση καί ἡ μίξη αὐτή καί νά κόβεται ὁ ἄρρηκτος τοῦ σώματος μετά τῆς ψυχῆς δεσμός. Ἔ­τσι, ὁ σω­μα­τι­κός θά­να­τος θέ­τει τέρ­μα στούς κό­πους τῆς θλιβερῆς με­τα­πτω­τι­κῆς ζω­ῆς καί λυ­τρώ­νει τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τήν τρα­γι­κή κα­τα­δί­κη νά μέ­νει αἰ­ώ­νια ζων­τα­νός νε­κρός.
.                     Πολύ σημαντικός εἶναι, ἐπίσης, καί ὁ παιδαγωγικός χαρακτήρας τοῦ θανάτου γιά τόν ἄνθρωπο, πού ἀταπείνωτος, αὐτονομημένος καί αὐτοθεοποιούμενος ἐπαίρεται γιά τά ἀτομικά του ἐπιτεύγματα καί ἐγκλωβίζεται μάταια στά ἐπίγεια καί τά ἐφήμερα, στίς πρόσκαιρες τιμές καί ἀναγνωρίσεις. Γι’ αὐτό καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης χαρακτηρίζει τόν θάνατο «κακίας καθάρσιον»,[23][24] ἀντίδοτο στόν ἐγωισμό τοῦ ἀνθρώπου καί δάσκαλο φιλοσοφίας.

Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ

.                     Ὁ Θεός, πού μᾶς ἔδωσε τήν ὕπαρξη καί μᾶς χάρισε τό «κατ’ εἰκόνα» καί τό «καθ’ ὁμοίωσιν», δέν ἔμεινε ἀδιάφορος γιά τόν ἄνθρωπο, μετά τήν πτώση του. Ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ἀπέτυχε νά ὡριμάσει πνευματικά, νά ἀνυψωθεῖ καί νά φθάσει στόν στόχο γιά τόν ὁποῖο προορίστηκε, ὁ Θεός ἀποφάσισε τήν δική Του κάθοδο πρός τούς ἀνθρώπους, ὥστε νά τούς ὁδηγήσει στήν ἀληθή θεογνωσία. Ἀφοῦ, δηλαδή, δέν ἀνῆλθε ὁ ἄνθρωπος, κατῆλθε ὁ Θεός, ὡς Θεάνθρωπος, στήν γῆ.
.                     Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἦλθε γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τήν κυριαρχία τοῦ διαβόλου καί τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας. Νά θεραπεύσει τήν ἄρρωστη φύση μας ἀπό τήν δυσοσμία τοῦ θανάτου καί ἔτσι νά μπορέσουμε νά ζήσουμε μιά καινούρια ζωή· τή δική Του ἀθάνατη ζωή.

Ἡ κατάσταση τῆς ψυχῆς μετά τόν θάνατο

.                    Ὁ σωματικός θάνατος δέν διακόπτει τήν σχέση τῆς ψυχῆς μὲ τὸ φθειρόμενο σῶμα. Ἡ ψυχὴ, λόγῳ τῆς γνωστικῆς της δυνάμεως, γνωρίζει καί θὰ μπορέσει νὰ βρεῖ ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ σώματος κατὰ τὴν ἀνάστασή του, κατά τήν Δευτέρα Παρουσία, χωρίς νά ἐμποδίζεται οὔτε ἀπό τήν ἀπόσταση οὔτε ἀπό τόν χρόνο. Ἡ ψυχή ἀναχωρώντας πρός τόν οὐρανό ἀναμένει καί ποθεῖ τήν ἐπανασύνδεσή της μέ τό σῶμα, πού θά γίνει κατά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Τότε θά λάβει καί πάλι τό δικό της σῶμα, ἀλλά μεταμορφωμένο καί ἀνακαινισμένο πλέον καί θά ἀνασυγκροτηθεῖ, ἔτσι, πάλι ὁ ὅλος ἄνθρωπος.
.                     Παρά τόν προσωρινό χωρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, δέν καταργεῖται ἡ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ψυχή δέν παύει νά ὑπάρχει, ἀλλά ζεῖ καί διατηρεῖ πλήρως τήν αὐτοσυνειδησία της. Ἔχει πλήρη συναίσθηση τῆς καταστάσεώς της, εἶναι ἀναγνωρίσιμη, θυμᾶται περιστατικά, πρόσωπα καί πράγματα τῆς ἐπίγειας ζωῆς, διατηρεῖ ζωντανές καί ἀκέραιες τίς πνευματικές λειτουργίες καί δυνάμεις της.

Μερική κρίση – Μέση κατάσταση τῶν ψυχῶν

.                     Τό διάστημα, πού μεσολαβεῖ ἀπό τόν σωματικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου μέχρι τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, οἱ Ἅγιοι Πατέρες τό ὀνομάζουν «μέση κατάσταση τῶν ψυχῶν». Πρόκειται γιά τήν ζωή πού ζεῖ ἡ ψυχή μετά τήν ἔξοδό της ἀπό τό σῶμα, χωρισμένη δηλαδή ἀπό τό σῶμα, μόνη της. Στήν «μέση κατάσταση» ἡ ψυχή ὑφίσταται τήν λεγομένη «μερική κρίση», ἡ ὁποία εἶναι καθοριστική καί προδικάζει ἐν πολλοῖς καί τήν τελική καί ὁριστική κρίση τοῦ ὅλου ἀνθρώπου κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
.                     Παραμένοντας στήν μέση κατάσταση ἡ ψυχή, ἀνάλογα μέ τόν τρόπο τῆς ζωῆς της στήν γῆ, προγεύεται τήν παραδείσια μακαριότητα ἤ τήν ὀδύνη τῆς Κολάσεως περιμένοντας νά ἑνωθεῖ μέ τό σῶμα της κατά τήν Δευτέρα Παρουσία, ὥστε νά κριθοῦν μαζί, ὡς ὅλος ἄνθρωπος.
.                     Στό σημεῖο αὐτό, θεωροῦμε χρήσιμο νά κάνουμε μιά ἀναγκαία διευκρίνιση καί νά τονίσουμε τήν διάκριση πού γίνεται ἀπό τούς Πατέρες, ἀφενός ἀνάμεσα στόν Παράδεισο καί στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί ἀφετέρου ἀνάμεσα στόν Ἅδη καί στήν Κόλαση.
.                     Μέ τόν ὅρο Παράδεισο, ἐννοοῦμε τόν νοητό τόπο καί τήν κατάσταση ἐκείνη, κατά τήν ὁποία οἱ ψυχές τῶν δικαίων καί τῶν ἁγίων μόνες, χωρίς τά σώματά τους, προγεύονται τά ἀγαθά τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἐνῶ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν εἶναι ἡ κατάσταση ἐκείνη, ὅπου μετά τήν Δευτέρα Παρουσία, τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν σωμάτων καί τήν τελική κρίση, θά εἰσέλθουν οἱ ψυχές ἔχοντας ἐπανακτήσει τά ἀναστημένα σώματά τους, ὡς ψυχοσωματικές δηλαδή ὀντότητες, ὡς ὁλοκληρωμένοι ἄνθρωποι, καί θά ἀπολαμβάνουν στήν πληρότητά τους τά ἀγαθά τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τό τελικό στάδιο τῆς σωτηρίας μας καί τῆς θεώσεώς μας.
.                     Κατά ἀντιστοιχία πρός τόν Παράδεισο, μέ τόν ὅρο Ἅδη ἐννοοῦμε τόν νοητό τόπο καί τήν κατάσταση ἐκείνη, ὅπου οἱ ψυχές τῶν ἀμετανόητων ἁμαρτωλῶν, μόνες, χωρίς τά σώματά τους, προγεύονται τά δεινά τῆς Κολάσεως. Ἐνῶ Κόλαση εἶναι ἡ τελική κατάσταση πού θά βιώνουν μόνιμα πλέον οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί, μετά τήν τελική κρίση καί τήν ἀνάσταση τῶν σωμάτων τους, ὡς ψυχοσωματικές ὀντότητες, ὡς ὁλοκληρωμένοι ἄνθρωποι.
.                     Συμπληρωματικά θά θέλαμε νά σημειώσουμε ὅτι πρίν ἀπό τίς δύο αὐτές καταστάσεις -Παράδεισο καί Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν γιά τούς σεσωσμένους καί Ἅδη καί Κόλαση γιά τούς ἀμετανοήτους- ὑπῆρχε γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, δικαίους καί ἀδίκους, ἁγίους καί ἁμαρτωλούς, ἀπό Ἀδάμ καί Εὔας καί μέχρι τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας, ἕνας κοινός Ἅδης, ὁ πρό Χριστοῦ Ἅδης.
.                     Σέ αὐτόν τόν πρῶτο (θά λέγαμε) Ἅδη μετέβαιναν μετά τόν θάνατό τους ὅλοι, ἀκόμη καί οἱ δίκαιοι, οἱ Προφῆτες, οἱ Πατριάρχες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, μέ τίς ψυχές τους μόνο, χωρίς τά σώματά τους, ἀναμένοντας τήν ἔλευση τοῦ Μεσσία, πού θά τούς ἀπελευθέρωνε ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου.
.                     Ἡ ἀπελευθέρωση αὐτή ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου ἔγινε μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί τήν κάθοδό Του στόν Ἅδη. Ἔκτοτε, ἔχουμε τόν Ἅδη (τόν δεύτερο Ἅδη θά λέγαμε) συνεχιζόμενο γιά τούς ἀμετανόητους ἁμαρτωλούς, τόν μετά Χριστόν Ἅδη, δηλαδή. Ἀντίστοιχα, μετά τήν ἔλευση καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἔχουμε τόν Παράδεισο γιά τούς δικαίους. Μετά δέ τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ καί τήν τελική κρίση, τόν Ἅδη θά διαδεχθεῖ ἡ αἰώνια Κόλαση, ἐνῶ τόν Παράδεισο ἡ αἰώνια Βασιλεία.

Κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη

.                     Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, στήν κορύφωση τοῦ Πάθους Του, κρεμάμενος ἐπί τοῦ Σταυροῦ, ἀνεφώνησε τό “τετέλεσται”, πού εἶχε τήν σημασία ὅτι, τό ἔργο Του ἐπί τῆς γῆς τελείωσε ἐπιτυχῶς. Τήν στιγμή ἐκείνη ἐπῆλθε ὁ σωματικός θάνατος τῆς ἀνθρώπινης φύσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ψυχή Του, ὅμως, ἑνωμένη ὑποστατικά μέ τή θεϊκή Του φύση (μέ τήν θεότητα) κατῆλθε στόν Ἅδη, γιά νά κηρύξει καί σέ ὅλους αὐτούς πού εἶχαν πεθάνει πρίν τήν δική Του Ἀνάσταση. Εἶχε προηγηθεῖ ἡ κάθοδος στόν Ἅδη καί τό κήρυγμα μετανοίας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Μέ τήν κάθοδό Του στόν Ἅδη ὁ Χριστός «συνέτριψε πύλας χαλκᾶς καὶ μοχλοὺς σιδηροῦς συνέθλασεν»[24][25].
.                     Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος Ἐπίσκοπος Κύπρου μᾶς παραδίδει μία χαριτωμένη περιγραφή τῆς συνομιλίας τοῦ Ἀδὰμ μὲ τὸν Χριστό στόν Ἅδη. «Ἐνῶ λοιπόν αὐτά διεδραματίζοντο καί ἐλέγοντο στόν Ἅδη καί ἐσείοντο τά πάντα, ὁ δέ Κύριος ἐπλησίαζε νά φθάση στά πιό ἔσχατα βάθη, ὁ Ἀδάμ ὁ πρωτοδημιούργητος καί πρωτόπλαστος καί πρωτόθνητος πού βρισκόταν δεμένος γερά καί βαθύτερα ἀπό ὅλους, ἄκουσε τά βήματα τοῦ Κυρίου, πού ἐρχόταν στούς φυλακισμένους καί ἀμέσως ἀνεγνώρισε τήν φωνή Του, καθώς ἐπερπατοῦσε μέσα στή φυλακή. Στράφηκε τότε πρός ὅλους τούς ἐπί αἰῶνες συγκρατουμένους του καί τούς φώναξε: Ὦ φίλοι μου! Ἀκούω νά πλησιάζη σ᾿ ἐμᾶς ἦχος τῶν βημάτων Κάποιου. Ἐάν πραγματικά μᾶς ἀξίωσε νά ἔρθη ἕως ἐδῶ, τότε εἴμαστε ἐλεύθεροι! Ἐάν τόν ἰδοῦμε ἀνάμεσά μας, σωθήκαμε ἀπό τόν Ἅδη!».
.                    Καί πραγματικά, ὅσοι ἀπό αὐτούς πού βρίσκονταν στόν Ἅδη, ἦσαν καλοπροαίρετοι στή ζωή τους καί δέχτηκαν τόν Χριστό, ὡς Θεό καί Σωτήρα τους, ὁ Κύριός μας, μέ τήν Ἀνάστασή Του, τούς ὁδήγησε στόν Παράδεισο, μέ πρῶτο τόν ἐπί τοῦ Σταυροῦ μετανοήσαντα ληστή, πού ἦταν καί ὁ πρῶτος ἔνοικος τοῦ Παραδείσου.

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν

.                     Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας καί ἡ κοινή ἀνάσταση ὅλων μας εἶναι τά δύο βασικά δόγματα πάνω στά ὁποῖα στηρίζεται ὁλόκληρη ἡ χριστιανική διδασκαλία. Χωρίς πίστη στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί στήν κοινή ἀνάσταση ὅλων μας δέν ὑπάρχει χριστιανισμός· δέν ἔχει κανένα νόημα ἡ πίστη μας. Τό διακηρύσσει αὐτό μέ τόν πλέον κατηγορηματικό τρόπο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρώτη ἐπιστολή του πρός τούς Κορινθίους: «Eἰ δὲ ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται· εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν»[25][26]. Ἄν δέν ὑπάρχει, δηλαδή, ἀνάσταση νεκρῶν, τότε οὔτε ὁ Χριστός ἔχει ἀναστηθεῖ. Καί ἄν ὁ Χριστός δέν ἔχει ἀναστηθεῖ, τότε το κήρυγμά μας εἶναι χω­ρίς νόημα, τό ἴδιο καί ἡ πίστη σας.
.                     Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας εἶναι ἡ ἀπόδειξη καί ταυτόχρονα ἡ ἐγγύηση καί τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν. Ὁ Χριστός ἀναστήθηκε γιά νά ἀνοίξει τόν δρόμο καί νά γίνει ἡ ἀρχή γιά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. «Νυνί δέ Χριστός ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο»[26][27], μᾶς λέει καί πάλι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτή τήν προσδοκία τῆς ἀναστάσεως ὁμολογοῦμε καί στό Σύμβολο τῆς Πίστεως: «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν».

Πῶς ἦταν τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μετά τήν Ἀνάσταση

.                     Σύμφωνα μέ τήν ἀναφορά τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου: «Τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μετά τήν ἀνάστασιν, ἄν καί ἔγινεν ἀπαθές καί ἄφθαρτον, μ’ ὅλον τοῦτο δέν ἐτράπη εἰς ἀσωματότητα, οὐδέ ἀπέβαλεν ὅλα τά φυσικά του ἰδιώματα, ἤτοι τό ποσόν (ὁ ὄγκος), τό ποιόν (ἡ ὑφή, δηλαδή ἡ φυσική σύνθεση ἑνός σώματος), τό εἶναι ἐν εἴδει (τό νά ἔχει κάποια μορφή), τό τριχῇ διαστατόν (τό νά ἔχει τρεῖς διαστάσεις), καί τό περιγραπτόν ἐν τόπῳ καί περιοριστόν· ἄν γάρ καί αὐτά ἀποβάλῃ, πλέον σῶμα δέν μένει, ἀλλ’ ἔχει νά ἐκστῇ ἀπό τούς ὅρους τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως (ἄν δηλαδή χάσει καί αὐτά τά γνωρίσματα, τότε παύει νά εἶναι σῶμα καί ἐξέρχεται ἀπό τούς ὅρους τῆς ἀνθρώπινης φύσεως)»[27][28].
.                     Τά χαρακτηριστικά τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ μας περιγράφονται, ἐπίσης, σέ μία ἀπό τίς εὐχές πού ἐκφωνεῖ ὁ ἱερέας στήν Ἁγία Πρόθεση. «Ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν Ἅδου δέ μετά ψυχῆς, ὡς Θεός, ἐν Παραδείσῳ δέ μετά Ληστοῦ, καί ἐν θρόνῳ ὑπῆρχες, Χριστέ, μετά Πατρός καί Πνεύματος, πάντα πληρῶν ὁ ἀπερίγραπτος». Πραγματικά ἰλιγγιᾶ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς μπροστᾶ στό μυστήριο τῆς ἀσύλληπτης καί πανσθενοῦς Δυνάμεως τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ μας!
.                     Ὁ Χριστός μας, μετά τήν Ἀνάστασή Του, παρουσιάστηκε ἀρκετές φορές ἐνώπιον τῶν μαθητῶν Του, γιά νά πιστοποιήσει ἀκριβῶς αὐτό τό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως. Σαράντα ἡμέρες μετά ἀνελήφθη ἐνδόξως στούς οὐρανούς μαζί μέ τό ἀναστημένο Σῶμα Του. Τό γεγονός αὐτό προσέδωσε ἀκόμη μεγαλύτερη τιμή στό ἀνθρώπινο σῶμα, πού δοξάστηκε μέ τήν Ἀνάσταση καί τήν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ μας.

Χαρακτηριστικά τοῦ ἀναστημένου ἀνθρωπίνου σώματος

.                    Ἀνάλογο μέ τό ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας θά εἶναι καί τό ἀναστημένο καί ἀφθαρτοποιημένο σῶμα τῶν ἀνθρώπων. Μᾶς τό ἐξηγεῖ αὐτό ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἕνας ἀπό τούς κορυφαίους δογματικούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, λέγοντας ὅτι τό καινούργιο σῶμα θά εἶναι «οἷον τό τοῦ Κυρίου σῶμα μετά τήν ἀνάστασιν, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν διερχόμενον, ἀκοπίαστον, τροφῆς, ὕπνου καί πόσεως ἀνενδεές».[28][29] (Δηλ. ὅπως τό σῶμα τοῦ Κυρίου μετά τήν Ἀνάσταση, πού διέρχεται ἐνῶ οἱ θύρες ἦταν κλειστές, πού εἶναι ἀκούραστο, πού δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τροφή, ὕπνο καί νερό).
.                     Καίριες καί διαφωτιστικές ἀπαντήσεις γιά τό ἴδιο θέμα μᾶς δίδει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἀλλ᾿ ἐρεῖ τις· πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροί; ποίῳ δὲ σώματι ἔρχονται;»[29][30]. Ἀλλά θά ρωτήσει κάποιος, μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος, πῶς ἀνασταίνονται οἱ νεκροί καί μέ τί σῶμα ἔρχονται ξανά στήν ζωή; Στήν ἀπάντησή του χρησιμοποιεῖ τό παράδειγμα τοῦ σπόρου καί τοῦ σιταριοῦ. Τό σῶμα μας, μέ τή δύναμη τοῦ Κυρίου, «σπέρνεται στόν τάφο σέ κατάσταση φθορᾶς, ἐγείρεται σέ κατάσταση ἀφθαρσίας, σπέρνεται σέ κατάσταση ταπεινώσεως, ἐγείρεται σέ κατά­σταση δόξας, σπέρνεται σέ κατάσταση ἀσθένειας, ἐγείρεται γεμάτο δύναμη»[30][31]. Καί συμπληρώνει ὁ Ἀπόστολος «σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν. ἔστι σῶμα ψυχικόν, καὶ ἔστι σῶμα πνευματικόν»[31][32]. Δηλαδή, σπέρνεται σῶμα φυσικό, ἀνασταίνεται σῶμα πνευματικό. Ὑπάρχει σῶμα φυσικό, ὑπάρχει καὶ σῶμα πνευματικό.

Σχέση θνητοῦ καί ἀναστημένου σώματος

.                     Τί εἶναι, ὅμως, τό πνευματικό σῶμα γιά τό ὁποῖο μᾶς μιλᾶ ὁ Ἀπόστολος καί ποιά ἡ διαφορά του ἀπό τό ὑλικό;
.                     Ἀνάμεσα στό θνητό (τό παλαιό), τό φυσικό, δηλαδή, καί στό ἀναστημένο (τό καινούργιο) σῶμα, δηλαδή, τό πνευματικό, ὑπάρχει ταυτόχρονα καί ταυτότητα καί διαφορά. Μᾶς τό διευκρινίζει αὐτό πολύ χαρακτηριστικά ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ποιό θά εἶναι τό καινούργιο σῶμα;», ρωτᾶ. Καί ἀπαντᾶ: «Αὐτό καί οὐκ αὐτό. Αὐτό μέν ὅτι αὐτή ἡ οὐσία. Οὐκ αὐτό δέ, ὅτι βελτίον τοῦτο»[32][33]. Αὐτό τό ἴδιο θά εἶναι, δηλαδή, καί ὄχι ἀκριβῶς αὐτό. Θά εἶναι αὐτό τό ἴδιο, διότι θά εἶναι ἡ ἴδια (ἡ παλιά του) οὐσία. Ἄλλά δέν θά εἶναι ὅμως τό ἴδιο, διότι θά εἶναι βελτιωμένο.
.                     Τό ἀναστημένο καί ἀνακαινισμένο, λοιπόν, ἀνθρώπινο σῶμα θά εἶναι ἄφθαρτο καί πνευματικό, χωρίς τά στοιχεῖα τῆς σαρκικότητας, καί ὄχι θνητό καί φθαρτό, ὅπως ἦταν στήν βιολογική ζωή του.
.                     Ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος σημειώνει ὅτι οἱ νέες ἰδιότητες τοῦ ἀναστημένου μας σώματος θά εἶναι ἀθανασία, ἀφθαρσία καί ἀτρεψία. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν θὰ ἀρρωσταίνει, δὲν θὰ πονᾶ, δὲν θὰ γερνᾶ. Οὔτε θὰ ἔχουμε καὶ τὰ λεγόμενα «ἀδιάβλητα» πάθη, ὅπως ὅτι πεινᾶμε, διψᾶμε, κουραζόμαστε κ.λπ.
.                     Ἡ ἰδιότητα τῆς ἀτρεψίας, πού θά ἔχουν τά ἀναστημένα σώματα, ἀποτελεῖ καί τή βασική διαφορά τοῦ νέου ἀνακαινισμένου σώματός μας ἀπό τό προπτωτικό σῶμα τοῦ Ἀδάμ. Ἀτρεψία σημαίνει, ἀδυναμία νά τραπεῖ ὁ ἀναστημένος ἄνθρωπος πρός τήν ἁμαρτία. Ὁ Ἀδάμ, πρίν ἀπό τήν πτώση, δέν ἦταν ἄτρεπτος, ἀλλά τρεπτός. Μποροῦσε, δηλαδή, νά τραπεῖ πρός τήν ἁμαρτία, ὅπως καί ἐτράπη. Ἀντίθετα ὁ ἀνακαινισμένος ἀναστημένος ἄνθρωπος δέν θά μπορεῖ πλέον νά τραπεῖ πρός τήν ἁμαρτία. Ἡ ἀ­νά­στα­ση τοῦ σώ­μα­τός μας­, δηλαδή, δέν θά εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἐ­πι­στρο­φή στήν προ­πτω­τι­κή κα­τά­στα­ση, ἀλλά συγ­χρό­νως ὕ­ψω­ση καί με­τά­βα­ση σέ ἀ­νώ­τε­ρη καί τε­λει­ό­τε­ρη κα­τά­στα­ση.
.                     Κατά τόν ἅγιο Μακάριο, τό ἀναστημένο σῶμα μας θά εἶναι «φωτοειδές», δυνατό καί ἔνδοξο. Θά εἶναι, ἐπίσης, «θεοειδές» καί θά λάμπει ὅπως ὁ ἥλιος, ἀφοῦ θά εἶναι ἐμπλουτισμένο ἀπό τήν θεότητα, τήν ἄκτιστη χάρη καί τήν ἄκτιστη δόξα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, χωρίς ὅμως νά χάνει τήν κτιστότητά του. Τό ἀ­να­στη­μέ­νο σῶ­μα, λοιπόν, θά εἶ­ναι ἐ­ξω­τε­ρι­κά ὅ­πως αὐ­τό πού εἶ­χε κά­θε ἄν­θρω­πος πρίν ἀπό τό θά­να­το, ἀλ­λά μέ δι­α­φο­ρε­τι­κή λει­τουρ­γι­κό­τη­τα, καθώς θά ἔχει θεωθεῖ. Ὁ θεωμένος ἄνθρωπος εἶναι περιγραπτός, ὑπάρχει ἐν τόπῳ περιορισμένῳ καί περιγεγραμμένῳ. Τό σῶμα του εἶναι «τριχῇ διαστατόν», δηλαδή ἔχει τρεῖς διαστάσεις, ἀλλά χωρίς βάρος.
.                     Ἡ ἀ­νά­στα­ση θά εἶ­ναι κοι­νή ὑ­πό­θε­ση γιά δι­καί­ους καί ἀ­δί­κους. Δέν θά ἀ­να­στη­θοῦν ­μό­νο ὅ­σοι «ἐ­κοι­μή­θη­σαν» ἐν Χρι­στῷ, ἀλ­λά «πάν­τες», μέ τή μό­νη δι­α­φο­ρά ὅ­τι οἱ μέν δί­και­οι θά ἀ­να­στη­θοῦν «εἰς ζω­ήν αἰ­ώ­νιον», οἱ δέ ἀ­με­τα­νό­η­τοι ἁ­μαρ­τω­λοί «εἰς αἰ­σχύ­νην» αἰ­ώ­νιον[33][34].
.                     Ἡ πί­στη στήν ἀ­νά­στα­ση τῶν νε­κρῶν σω­μά­των κα­θο­ρί­ζει τή συμ­πε­ρι­φο­ρά μας ἀ­πέ­ναν­τι στό σῶ­μα καί μᾶς δι­δά­σκει νά στε­κό­μα­στε μέ σε­βα­σμό μπρο­στά σ’ ­αὐ­τό. Ἐκ­δή­λω­ση αὐ­τοῦ τοῦ σε­βα­σμοῦ εἶ­ναι ἡ πε­ρι­ποί­η­ση τοῦ νε­κροῦ σώ­μα­τος καί ὁ ἐν­τα­φια­σμός του. Εἶ­ναι καί αὐ­τός ἕ­νας λό­γος πού στήν ὀρ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση δέν υἱ­ο­θε­τή­θη­κε πο­τέ ἡ καύ­ση ἤ ἡ ἀ­πο­τέ­φρω­ση τῶν νε­κρῶν σω­μά­των. Ἐ­ξάλ­λου ἡ ἐμ­πει­ρί­α τῆς εὐ­ω­δί­ας τῶν ἁ­γί­ων λει­ψά­νων καί ἡ ἀ­φθαρ­σί­α τῶν σω­μά­των πολ­λῶν ἁ­γί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, μᾶς δεί­χνει τό δο­ξα­σμό ἀ­κό­μη καί τοῦ θνη­τοῦ σώ­μα­τος πού ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά γί­νει κα­τοι­κη­τή­ριο τῆς χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ καί μᾶς δί­νει μιά πρό­γευ­ση τῆς τε­λι­κῆς κοι­νῆς ἀ­να­στά­σε­ως.

Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ

.                     Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ μέθεξη τῆς ἀκτίστου δόξης καί τοῦ ἀκτίστου φωτός τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Μέ­σα στήν θε­ο­κοι­νω­νί­α οἱ ἄν­θρω­ποι θά εἶ­ναι ὅ­μοι­οι μέ τούς ἀγ­γέ­λους καί μα­ζί τους θά δο­ξο­λο­γοῦν καί θά ὑ­μνοῦν τόν ἀ­κα­τά­λη­πτο Θε­ό, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα θά βρί­σκον­ται σέ κοι­νω­νί­α μέ τίς χο­ρεῖ­ες τῶν ἁ­γί­ων, συμ­πο­λίτες τῶν ἁ­γί­ων καί φί­λοι καί οἰ­κεῖ­οι τοῦ Θε­οῦ­.
.                     Ἡ Παναγία, πού κατέχει τά δευτερεῖα τῆς θεότητας, ὡς μεθόριο κτιστῆς καί ἀκτίστου φύσεως, ζεῖ, ἤδη, κοντά στό Χριστό στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Δέν μετέβη, δηλαδή, στόν Παράδεισο, ἀλλά μετέστη καί μέ τήν ψυχή καί μέ τό σῶμα της ἀπευθείας στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
.                    Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τόν ἠγαπημένο μαθητή τοῦ Κυρίου μας, τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο, ὁ ὁποῖος μετά τήν κοίμησή του μετέστη στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Καί εἶναι πραγματικά μοναδικό τό γεγονός, πού δέν τό συναντοῦμε σέ καμμία ἄλλη θρησκεία, ὅτι στήν Ἐκκλησία μας ἔχουμε τρεῖς κενούς τάφους, τοῦ Χριστοῦ μας, τῆς Παναγίας μας καί τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου.

Νοητός τόπος καί ὄχι αἰσθητός

.                     Ὁ Παράδεισος καί ὁ Ἅδης, ὅπως καί ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καί ἡ Αἰώνια Κό­λα­ση, εἶ­ναι καί τόποι καί κυρίως τρόποι ὑπάρξεως. Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός κάνει λόγο γιά ἕναν τόπο ὄχι σωματικό, ὑλικό καί αἰσθητό, «ἀλλά τόν ὑπέρ αἴσθησιν μᾶλλον καί νοητόν τόπον». Δηλαδή «ἕναν τόπο νοητό καί ἀσώματο, ὑπερουράνιο καί ὑπερκόσμιο, τόν τόπο τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἁγίων, ὅπου ἐνεργεῖ ὁ Θεός καί φανερώνει τήν δόξα Του»[34][35].
.                     Καί ὁ μακαριστός π. Σεραφείμ Ρόουζ σημειώνει γιά τό ἴδιο θέμα: «Δέν χρειάζεται νά ἐπιζητοῦμε ἀπό περιέργεια νά γνωρίζουμε κάτι περισσότερο. Αὐτοί οἱ “τόποι” εἶναι τόσο διαφορετικοί ἀπό τίς κοσμικές ἀντιλήψεις μας περί “τόπου” ὥστε σίγουρα θά βρεθοῦμε σέ ἀπελπιστική σύγχυση ἐάν ἐπιχειρήσουμε νά τούς τοποθετήσουμε “γεωγραφικά” στό χῶρο… Δέν εἶναι στή δικαιοδοσία μας νά καθορίσουμε τά “σύνορα” αὐτῶν τῶν τόπων ἤ νά προσπαθήσουμε νά διακρίνουμε τά χαρακτηριστικά τους»[35][36].
.                     Καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπικρίνει τήν περιέργειά μας νά ἀσχολούμαστε καί νά ζητοῦμε νά μάθουμε μέ περιέργεια ποῦ βρίσκονται αὐτοί οἱ τόποι[36][37]. «Καί ποῦ λέγει, καί σέ ποιό τόπο θά εἶναι αὐτή ἡ γέεννα; Τί σ’ ἐνδιαφέρει αὐτό; Γιατί τό ζητούμενο εἶναι, ν’ ἀποδειχθεῖ ὅτι ὑπάρχει, ὄχι ποῦ ὁρίσθηκε καί σέ ποιό τόπο. Μερικοί βέβαια μυθολογώντας ἰσχυρίζονται ὅτι βρίσκεται στήν κοιλάδα τοῦ Ἰωσαφάτ, πράγμα πού λέχθηκε γιά κάποιο πόλεμο τοῦ παρελθόντος, ἀναφέροντας αὐτό στή γέεννα. Ἀλλά, λέγει, σέ ποιό τόπο θά εἶναι; Κάπου ἔξω, ὅπως ἐγώ βέβαια νομίζω, ἀπ’ ὅλο αὐτόν τόν κοσμο. Γιατί ὅπως οἱ φυλακές καί τά μεταλλεῖα βρίσκονται μακριά ἀπό τά βασιλικά ἀνάκτορα, ἔτσι ἀκριβῶς καί ἡ γέεννα θά εἶναι κάπου ἔξω ἀπό αὐτήν τήν οἰκουμένη. Ἄς μή ζητοῦμε λοιπόν ποῦ βρίσκεται ἡ γέεννα, ἀλλά πῶς μπορεῖ νά τήν ἀποφύγουμε».
.                     Ὅ,τι ἀναφέραμε γιά τόν νοητό «τόπο» τοῦ Παραδείσου, τό ἴδιο, ἀντίστοιχα, ἰσχύει καί γιά τήν κόλαση. Πρόκειται, δηλαδή, περί τόπου νοητοῦ καί ὄχι αἰσθητοῦ.

Ἡ μακαρία κοινωνία τῶν δικαίων

.                     Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ θά χαρακτηρίζεται ἀπό τήν μακαρία κοινωνία τῶν δικαίων μέ τόν Τριαδικό Θεό, ἀλλά καί μεταξύ τους. Ἔτσι οἱ ψυχές θά ἀναγνωρίζουν ἡ μία τήν ἄλλη, ἀ­κό­μη κι­­ ἄν ἔ­ζη­σαν σέ δι­α­φο­ρε­τι­κές ἐ­πο­χές, ἀ­φοῦ ἡ ἀ­να­γνώ­ρι­ση θά γί­νε­ται μέ τό δι­ο­ρα­τι­κό μά­τι τῆς ψυ­χῆς καί ὄ­χι μέ τούς ὑ­λι­κούς ὀ­φθαλ­μούς. Ὁ ἅ­γι­ος Ἰ­ωάν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος λέ­ει ὅ­τι θά ἀ­να­γνω­ρί­σου­με, ὄ­χι μό­νο τούς ἐ­δῶ γνω­στούς μας, ἀλ­λά καί αὐ­τούς πού πο­τέ δέν ἔ­χου­με δεῖ καί αὐ­τή ἡ συ­νά­ντη­ση θά εἶ­ναι «εὐ­φρό­συ­νος»[37][38].

Συνεχής πρόοδος καί βαθμίδες στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν

.                    Αὐτή ἡ κατάσταση εὐφροσύνης δέν θά εἶναι στάσιμη στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἡ αἰώνια ζωή δέν θά ἔχει στασιμότητα, ἀλλά μία διαρκή κίνηση, μία διαρκή πρόοδο, ἕνα συνεχές ἄνοιγμα σέ χωρητικότητα καί δεκτικότητα τῆς μεθέξεως τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό γιατί τό κτιστό οὐδέποτε μπορεῖ νά γίνει ἄκτιστο.
.                     Ἡ Κόλαση, σέ ἀντίθεση μέ τόν Παράδεισο, δέν θά βιώνεται αὐξητικά, ἀλλά στάσιμα. Δέν θά ὑπάρχει, δηλαδή, κίνηση καί πρόοδος ἐπί τά χείρω. Κι αὐτό χάρη στήν εὐσπλαχνία καί τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ.
.                     Στήν Αἰώνια Ζωή, θά ὑ­πάρ­χουν δι­ά­φο­ρες βαθ­μί­δες, ἀ­νά­λο­γες μέ τήν κα­τά­στα­ση τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀφοῦ «ἐν τῇ οἰ­κί­ᾳ τοῦ πα­τρός μου μο­ναί πολ­λαί εἰ­σιν»[38][39]­. Ἡ πο­σο­τι­κή αὐτή δι­α­φο­ρο­ποί­η­ση στή με­το­χή τῆς χά­ρι­τος, θά εἶναι ἀ­νά­λο­γη μέ τίς προ­σω­πι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις τοῦ κα­θε­νός, χωρίς, ὅ­μως, νά προ­κα­λεῖ καμ­μί­α λύ­πη ἤ φθόνο σέ ὅ­σους τυ­χόν βρί­σκον­ται σέ χα­μη­λό­τε­ρη κα­τά­στα­ση. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ θέ­ω­ση καί με­γα­λύ­τε­ρη δό­ξα τῶν ἁ­γί­ων θά ἀ­να­κλᾶ καί θά ἐ­πι­τεί­νει τή μα­κα­ρι­ό­τη­τα ὅ­σων θά ἔ­χουν μι­κρό­τε­ρη δό­ξα. Για­τί ἡ Θεί­α Βα­σι­λεί­α θά εἶ­ναι κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης στόν πλη­ρέ­στα­το βαθ­μό.

Ἡ θέα τοῦ Ἀκτίστου Φωτός

.                     Ἡ Αἰώνια Ζωή θά εἶναι πλήρης ἀπό τή θεωρία τοῦ Ἀκτίστου Φωτός. Αὐτό στούς Ἁγίους θά ἐνεργεῖ σάν φῶς καθαρτικό καί φωτιστικό πού θά τούς προκαλεῖ ἄφατη εὐφροσύνη, ἐνῶ σ’ αὐτούς πού θά ἔχουν σκλήρυνση καί πώρωση τῆς καρδιᾶς ἀπό τά πάθη θά ἐνεργεῖ ὡς «πῦρ καταναλῖσκον», «σκότος ἐξώτερον» καί τόπος βασάνου.
.                     Ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: «Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά δοῦν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, καί ἀπό αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἔχουν τό ἴδιο τέλος. Ὅλοι βέβαια θά δοῦν τή δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μέ μία διαφορά: Οἱ μέν σεσωσμένοι θά δοῦν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ ὡς Φῶς γλυκύτατον καί ἀνέσπερον, οἱ δέ κολασμένοι, θά δοῦν τήν ἴδια δόξα τοῦ Θεοῦ ὡς πῦρ καταναλίσκον, σάν φωτιά πού θά τούς [κατα]καίη… Ἡ βίωσις, δηλαδή, αὐτοῦ τοῦ Φωτός θά εἶναι διαφορετική στούς μέν ἀπό τούς δέ»[39][40].
.                     Τό ἄκτιστο φῶς, κατά τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μας, καί ὅσο βέβαια εἶναι δυνατό τά κτιστά λόγια νά περιγράψουν τήν ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου, εἶναι ἡ ἄκτιστη καί θεοποιός ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Τό θεῖο αὐτό φῶς εἶναι ἀνέσπερο, γλυκύτατο, χαριέστατο καί ἀκραιφνές (καθαρό) φῶς, ἄναρχον καὶ ἀΐδιον, ὁμοιόμορφο, ἀκέραιο, πού ἐμπλουτίζει καί πληροῖ τόν ἀνακαινιζόμενο ἄνθρωπο ψυχοσωματικά μέ ὑπερκόσμια καί ἀκατάληπτη εὐφροσύνη καί ἀνέκφραστη ἡδονή, εἰρήνη καί χαρά καί ἱλαρότητα καί εἶναι πηγή ὑπερφυῶν χαρισμάτων καί ἀποκάλυψη οὐρανίων μυστηρίων.

Ἡ αἰώνια Κόλαση

.                     Ὁ σωματικός θάνατος εἶναι, ὅπως εἴδαμε, ἡ διάρρηξη τῆς ψυχοσωματικῆς ἑνότητος καί ὁ ἀποχωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα. Ὁ πνευματικός θάνατος εἶναι ὁ ἀποχωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τόν Θεό, πού συνιστᾶ τόν «δεύτερο» θάνατο, ὅπως ἀποκαλεῖται στό ἱερό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως[40][41]. Αὐτός ὁ δεύτερος θάνατος εἶναι ἡ βίωση τῆς αἰωνίου κολάσεως.
.                     Ὁ πρῶτος, ὁ σωματικός θάνατος ἀποδείχτηκε «θνητός», ἀφοῦ τόν νίκησε μέ τήν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός μας. Ὁ «δεύτερος», ὅμως, θάνατος θά ἐκτείνεται στήν αἰωνιότητα. Ἡ κόλαση θά εἶναι ὁ «ἀθάνατος» θάνατος. Ἡ κόλαση, ἄλλωστε, εἶναι ταυτισμένη μέ τόν θάνατο· εἶναι ἕνας διαρκής καί ἀτελεύτητος θάνατος.
.                     Κόλαση εἶναι ἡ ἀκοινωνησία, ἡ ἀμεθεξία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, ἀλλά καί μέ ὁ,τιδήποτε κτιστό. Εἶναι ἡ ἀπόλυτη τραγικότητα καί ἡ ὀδύνη πού αἰσθάνεσαι, καθώς, παρότι ἔχεις πλήρη συνείδηση ὅτι ὑπάρχεις, ἀδυνατεῖς νά ἐκπληρώσεις τόν σκοπό τῆς ὑπάρξεώς σου, πού εἶναι ἡ κοινωνία σου μέ τόν Θεό, τήν αἰτία τῆς ὑπάρξεώς σου, δηλαδή. Αὐτή ἡ ἀπόλυτη ἀκοινωνησία μέ τήν πηγή τῆς Ζωῆς, δέν θά εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό τήν κοινωνία τοῦ θανάτου.
.                     Ὁ σύγχρονός μας ἅγιος Πορφύριος ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Ζωή χωρίς Χριστό εἶναι θάνατος, εἶναι κόλαση, δέν εἶναι ζωή. Αὐτή εἶναι ἡ κόλαση, ἡ μή ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ἤ θά εἶσαι στή ζωή ἤ στό θάνατο. Ἀπό σένα ἐξαρτᾶται νά διαλέξεις»[41][42].
.                     Συνεπῶς ἡ κόλαση εἶναι ἡ ἀκύρωση τῆς ζωῆς. Εἶναι μιά ἄπελπις κατάσταση στόν τραγικότερο βαθμό βιώσεώς της. Δέν εἶναι ἁπλῶς ἀπογοήτευση, ἀλλά ἡ ὑπαρξιακή βίωση τῆς τραγικότητας αὐτῆς τῆς ἀπογοητεύσεως καί μάλιστα, χωρίς τήν ἐλάχιστη διέξοδο, χωρίς τήν παραμικρή ἐλπίδα καί χωρίς τήν δυνατότητα μετανοίας. Ἡ Κό­λα­ση εἶ­ναι τό μαρ­τύ­ριο τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ, καί ἡ λύ­πη στήν καρ­διά ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α, πού ἔ­γι­νε σέ βά­ρος τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ.
.                     Ὁ Θεός εἶναι, κατεξοχήν καί κατά κυριολεξία, ὁ μόνος καλός καί ἀγαθός. Κατά συνέπεια, κάθε ἐνέργειά Του εἶναι καλή καί ἀγαθή καθ’ ἑαυτήν. Ἡ πρόσληψη, ὅμως, αὐτῆς τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἐλεύθερη προαίρεση καί τήν δεκτικότητα τοῦ αὐτεξούσιου ἀνθρώπου καί τῶν ἐπιλογῶν του ἔναντι τοῦ ἁγίου θελήματος τοῦ Θεοῦ.
.                    Κατά συνέπεια, τά λογικά ὄντα, οἱ ἄνθρωποι, πού ἀδυνατοῦν νά προσλάβουν τό κάλλος τοῦ μόνου Καλοῦ καί τήν ἀγαθότητα τοῦ μόνου Ἀγαθοῦ, ἀκυρώνουν τόν σκοπό τῆς ὑπάρξεώς τους νά κοινωνοῦν ἀγαπητικά μέ τόν Δημιουργό τους καί ἔτσι αὐτοκαταδικάζονται στήν ἀμεθεξία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀμεθεξία αὐτή τῆς Χάριτος καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ βιώνεται ὡς ἡ ὀδυνηρότερη ὑπαρξιακή ἐμπειρία τους, ὡς κόλασή τους καί ὡς μάστιγά τους. Κατά συνέπεια, σέ καμία περίπτωση ὁ Θεός δέν εἶναι αἴτιος τοῦ κακοῦ. Αἰτία τοῦ κακοῦ εἶναι μόνον ἡ κακή προαίρεση τῶν ἀνθρώπων.
.                     Ἐ­νῶ ἡ πα­ρα­δεί­σι­α ζω­ή θά εἶ­ναι «φι­λί­α», ἡ κό­λα­ση θά εἶ­ναι «ἀ­φι­λί­α» καί ἀ­κοι­νω­νη­σί­α τό­σο σέ σχέ­ση μέ τό Θε­ό ὅ­σο καί μέ τούς ἄλ­λους, ἀφοῦ οἱ δυστυχεῖς κολασμένοι θά στεροῦνται καί τό δῶρο τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ἄλλων πού θά χαρίσει ὁ Θεός μόνο σέ ὅσους θά σωθοῦν.
.                     Ἡ παραμονή, λοιπόν, στήν Κόλαση θά χαρακτηρίζεται ἀπό τέ­λει­α ἀ­κοι­νω­νη­σί­α καί ἀ­φι­λί­α. Θά εἶναι ζω­ή ἀ­νέ­ρα­στη καί βυ­θι­σμέ­νη σέ ὀ­δυ­νη­ρή μο­να­ξι­ά καί ἀ­πελ­πι­σί­α.

Οἱ συνέπειες τῆς πτώσεως στήν κτίση

.                     Ὅπως ἀναφέραμε στήν πρώτη ἑνότητα τῆς ὁμιλίας μας, μιλώντας γιά τήν δημιουργία τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Θεός δημιούργησε τήν κτίση «ἐκ τοῦ μή ὄντος» καί τόν ἄνθρωπο ὡς κορωνίδα τῆς δημιουργίας καί βασιλέα τῆς κτίσεως. Ὅμως, ἡ ἀ­πο­στα­σί­α καί ἡ πτώ­ση τοῦ ἀνθρώπου ἀ­πο­συν­θέ­τει καί ὅ­λο τό βασίλειό του. Ὁ μεταπτωτικός ἄν­θρω­πος βι­ώ­νει τήν δι­α­τά­ρα­ξη τῶν σχέ­σε­ών του μέ τό συ­νάν­θρω­πό του, ἀλ­λά καί μέ ὁλόκληρη τήν κτί­ση. Κι αὐτό γιατί ἡ ὁ­μα­λή συ­νύ­παρ­ξη μα­ζί τους στη­ρι­ζό­ταν στήν ἀ­γα­πη­τι­κή σχέ­ση καί κοι­νω­νί­α πού εἶ­χε ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος μέ τό Θε­ό καί τήν ὁποία διέκοψε μέ τήν παρακοή του στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Οἱ συ­νέ­πει­ες τῆς πτώ­σε­ως τοῦ ἀνθρώπου, κατά συνέπεια, δέν πε­ρι­ο­ρί­στη­καν μόνο στό ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος, ἀλ­λά ἐ­πε­κτά­θη­καν στήν ἄλ­ο­γη φύ­ση καί στά ἄ­λο­γα ζῶ­α. «Πᾶ­σα ἡ κτί­σις συ­στε­νά­ζει καί συ­νωδί­νει ἄ­χρι τοῦ νῦν»[42][43] (Δηλ. ὡς τώρα ὅλη ἡ κτίση στενάζει καί συμπάσχει μαζί μας μέχρι σήμερα).

Ἡ ἀνακαίνιση τῆς δημιουργίας (καινή κτίση)

.                     Ὅπως, ὅμως, τό φθαρτό ἀνθρώπινο σῶμα θά ἀναστηθεῖ, θά ἀνακαινισθεῖ καί θά γίνει ἄφθαρτο καί πνευματικό, ἔτσι θά ἀνακαινισθεῖ καί ὁλόκληρη ἡ κτίση καί θά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τήν δουλεία καί τήν φθαρτότητα. «Καὶ αὐτὴ ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ»[43][44], μᾶς διαβεβαιώνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Δηλαδή, «Ὅλη ἡ κτίση προσμένει μέ λαχτάρα πότε θά φανερωθεῖ ἡ δόξα τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ. Ξέρετε, βέβαια, πώς ἡ κτίση ὑποτάχθηκε καί αὐτή στή φθορά, ὄχι θεληματικά, ἀλλ’ ἐξαιτίας ἐκείνου πού τήν ὑπέταξε. Ἔχει ὅμως πάντοτε τήν ἐλπίδα, κι αὐτή ἀκόμα ἡ κτίση, πώς θά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τήν ὑποδούλωσή της στή φθορά καί θά συμμετάσχει στήν ἐλευθερία πού θά ἀπολαμβάνουν τά δοξασμένα τέκνα τοῦ Θεοῦ».
.                     Ὑπάρχει πλῆθος ἁγιογραφικῶν καί πατερικῶν χωρίων πού μᾶς μιλοῦν γιά τή συνέχεια ὑπάρξεως τῆς κτίσεως μέ μιά διαφορετική μορφή, ἀπαλλαγμένη ἀπό τή φθορά. Μιλοῦν γιά τήν ἀνακαίνιση τῆς κτίσεως, γιά «καινούς οὐρανοὺς καὶ γῆν καινήν».[44][45] Ἀπό ὅλα αὐτά συμπεραίνουμε ὅτι ὁ κόσμος πού μᾶς περιβάλλει δέν θά ἐξαφανιστεῖ, δέν θά ὁδηγηθεῖ στήν ἀνυπαρξία, ἀλλά θά μεταποιηθεῖ, θά ἀνακαινισθεῖ καί θά διακονήσει τόν ἀναστημένο καί ἀνακαινισμένο ἄνθρωπο στή νέα του ἄφθαρτη ζωή, στήν αἰώνια καί ἀτελεύτητη πραγματικότητα. Ὁ λυτρωμένος καί ἀναστημένος ἄνθρωπος δέν θά ἀποσπαστεῖ ἀπό τήν ὑπόλοιπη δημιουργία, ἀλλά θά ζήσει σ’ αὐτήν, πού «μεταποιημένη» θά ἀποτελέσει τό νέο του πνευματικό «κατοικητήριο».
.                     Ὅταν βέβαια κάνουμε λόγο γιά ἀνακαίνιση τῆς κτίσεως, γιά καινούς οὐρανούς καί καινήν γῆν, δέν ἐννοοῦμε ὅτι θά ἐπιστρέψει στήν κατάσταση πού ἦταν στόν πρῶτο Παράδεισο, πρό τῆς παραβάσεως τοῦ Ἀδάμ. Τότε ὁ Ἀδάμ ἦταν αἰσθητός καί τρεπτός. Ὅμως μέ τήν ἀνάσταση τῶν σωμάτων ὁ Ἀδάμ θά εἶναι πνευματικός. Κατά ἀνάλογο τρόπο, καί ὁλόκληρη ἡ κτίση, μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, θά μεταποιηθεῖ «εἰς ἄϋλον καί πνευματικόν ὑπέρ πᾶσαν αἴσθησιν ἐν τῆ παλιγγενεσίᾳ… οἰκητήριον»[45][46]. Ἔτσι θά ἀποκατασταθοῦν καί πάλι οἱ σχέ­σεις τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τόν κό­σμο καί ἡ ἁρ­μο­νί­α, ἡ κοι­νω­νί­α καί ἡ ἀ­γά­πη θά βα­σι­λεύ­σει πάλι ἀ­νά­με­σά τους.

Ἐπίλογος

Ἀγαπητοί μας, ἀδελφοί,

.                     Προσπαθήσαμε, ὅσο μᾶς τό ἐπέτρεψαν τά χρονικά ὅρια τῆς ἀποψινῆς μας ὁμιλίας, νά σκιαγραφήσουμε κάποιες κύριες ἔννοιες τοῦ μυστηρίου τοῦ θανάτου, τῆς μετά θάνατον ζωῆς, τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ μας καί τῆς κοινῆς ἀναστάσεως ὅλων μας κατά τήν Δευτέρα Παρουσία. Πρόκειται πραγματικά γιά θεμελιώδη καί πρωταρχικά ζητήματα τῆς πίστεώς μας.
.                     Θά θέλαμε αὐτό νά τό διατυπώσουμε μέ κάθε σαφήνεια καί κατηγορηματικότητα: ὅποιος δέν πιστεύει στόν Θεάνθρωπο Χριστό μας καί τήν Ἀνάστασή Του, ὅποιος δέν πιστεύει στήν κοινή ἀνάσταση ὅλων μας, ὅποιος δέν πιστεύει στήν Δευτέρα Παρουσία, τήν μέλλουσα Κρίση καί τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, αὐτός δέν μπορεῖ οὐσιαστικά οὔτε νά εἶναι οὔτε καί νά λέγεται χριστιανός καί μάλιστα ὀρθόδοξος.
.                     Ἡ Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι τό ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­το ἐ­κεῖ­νο γε­γο­νός, πού κα­τά τρό­πο μο­να­δι­κό, δει­κνύ­ει καί ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός εἶ­ναι ὁ μό­νος ἀ­λη­θι­νός Θε­ός καί Κύ­ρι­ος σέ ὅ­λους τούς ὁ­ρα­τούς καί ἀ­ο­ρά­τους κό­σμους. Ὅ­λη ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας δέν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρά ἡ πρα­γμα­τι­κό­τητ­α τοῦ ἑ­νός καί μο­να­δι­κοῦ θαύ­μα­τος, τοῦ θαύ­μα­τος τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ, τό ὁ­ποῖ­ο συ­νε­χί­ζε­ται καί θά συ­νε­χί­ζε­ται στίς καρ­δι­ές ὅ­λων τῶν Χρι­στι­α­νῶν μέ­χρι τῆς Δευ­τέ­ρας Πα­ρου­σί­ας.
.                     Ὁ μεγάλος σύγχρονος ἅγιος καί δογματολόγος τῆς ἐκκλησίας μας, ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, διεκήρυσσε ὅτι «ἄνευ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δέν θά ὑπῆρχε κἄν χριστιανισμός. Μεταξύ τῶν θαυμάτων ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι τό μεγαλύτερο θαῦμα. Ὅλα τά ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπό αὐτό καί συνοψίζονται εἰς αὐτό… Τό νά πιστεύη κανείς εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν, τοῦτο σημαίνει νά ἀγωνίζεται διαρκῶς τόν ἀγῶνα ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, τοῦ κακοῦ καί τοῦ θανάτου»[46][47].
.                     Καί καταλήγει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς πανηγυρικά καί δοξαστικά:
.                     «Σταθῆτε ὅλα τά σύμπαντα, ὅλοι οἱ ὑπάρχοντες κόσμοι, καί ὅλα τά ὄντα! Κάτω ὅλαι αἱ καρδίαι, ὅλοι οἱ νόες, ὅλαι αἱ ζωαί, ὅλαι αἱ ἀθανασίαι, ὅλαι αἱ αἰωνιότητες! Διότι, ὅλα αὐτά ἄνευ τοῦ Χριστοῦ εἶναι δι’ ἐμέ κόλασις. Ἡ μία κόλασις δίπλα εἰς τήν ἄλλην κόλασιν. Ὅλα εἶναι ἀναρίθμητοι καί ἀτελεύτητοι κολάσεις καί εἰς τό ὕψος καί εἰς τό βάθος καί εἰς τό πλάτος. Ἡ ζωή ἄνευ τοῦ Χριστοῦ, ὁ θάνατος ἄνευ τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀλήθεια ἄνευ τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἥλιος ἄνευ τοῦ Χριστοῦ καί τά σύμπαντα χωρίς Αὐτόν, -ὅλα εἶναι τρομερά ἀνοησία, ἀνυπόφορον μαρτύριον, σισύφειον βάσανον, κόλασις! Δέν θέλω οὔτε τήν ζωήν, οὔτε τόν θάνατον ἄνευ Σοῦ, Γλυκύτατε Κύριε! Δέν θελω οὔτε τήν ἀλήθειαν, οὔτε τήν δικαιοσύνην, οὔτε τόν παράδεισον, οὔτε τήν αἰωνιότητα. Ὄχι, ὄχι! Ἐσένα μόνον θέλω, Ἐσύ μόνον νά εἶσαι εἰς ὅλα, ἐν πᾶσι καί ὑπεράνω ὅλων!…». Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.com

———————————-

[1][2] Πλάτωνος Φαίδων, 63b 4- 69e 2

[2][3] Ἰω. 1, 1-3

[3][4] Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως “Ἱερή Κατήχηση τῆς ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἤτοι τῆς μίας Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας”, κεφ. 4, Περί τῆς δημιουργίας τῶν Ἀγγέλων

[4][5] Μεγάλου Βασιλείου, περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κεφ. 16, ΕΠΕ 10, σελ. 380-381

[5][6] Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, ὅ.π.

[6][7] Γέν. 1, 26-28

[7][8] Γέν. 2, 7

[8][9] Βλ. Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ΕΠΕ 1, σελ. 142

[9][10] Φιλίππου Σολιταρίου (1105), Βίβλος ἡ λεγομένη Διόπτρα, ἤτοι στάθμη πίστεως

[10][11] Ἁγίου Ἰωάννη Δαμασκηνού, Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, PG 94:1088

[11][12] Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, PG 94, 853A

[12][13] Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ΕΠΕ 9, 562, PG151,260Α.

[13][14] Θεοφίλου Ἀντιοχείας, Πρός Αὐτόλυκον 2, 27.

[14][15] Γέν. 2, 16-17

[15][16] Γέν. 3, 4-5

[16][17] Ἁ­γί­ου Μα­ξί­μου Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ, Πε­ρί Δι­α­φό­ρων Ἀ­πο­ρι­ῶν, Φι­λο­κα­λί­α Νη­πτι­κῶν καί Ἀ­σκη­τι­κῶν, σελ. 194

[17][18] Σοφ. Σολ. Α΄ 13-25

[18][19] Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Ἡ ζωή μετά τόν θάνατο, σελ. 50

[19][20] Α΄Κορινθ. ιε΄, 22.

[20][21] Βλ. Ν. Π. Βασιλειάδη, Τό Μυστήριον τοῦ Θανάτου, ἐκδ. «Σωτήρ», Ἀθήνα 1984, σελ. 78.

[21][22] Μ. Βασιλείου, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31, 345Α.

[22][23] Νεκρώσιμοι καί Ἐπιμνημόσυναι Ἀκολουθίαι, Ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, 1972, σελ. 213.

[23][24] PG 46, 876-7

[24][25] Ψαλμ. 106, 16

[25][26] Α΄ Κορ. 15, 13-14

[26][27] Α΄ Κορ. 15, 20

[27][28] Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τήν Γ΄ Ὠδήν τοῦ πρώτου Κανόνος τῆς Μεταμορφώσεως, Ἑορτοδρόμιο, ἐκδ. Σπανός, σ. 594

[28][29] Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, παρ. 100, ΕΠΕ 1, 566

[29][30] Α΄ Κορ. 15, 35

[30][31] «οὕτω καὶ ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει» (Α΄Κορ. 15, 42-43)

[31][32] Κορ. Α΄, 15, 44

[32][33] Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τήν Α΄ Κορινθίους, Ὁμιλία ΜΑ΄, MPG 61.357.4-6

[33][34] Ἰω. 5, 28-29

[34][35] Μάρκου Εὐγενικοῦ, ΡΟ 15, σελ. 153

[35][36] π. Σεραφείμ Ρόουζ, Ἡ ψυχή μετά τόν θάνατο, ἐκδ. Μυριόβιβλος, σελ. 214

[36][37] «Καὶ ποῦ, φησί, καὶ ἐν ποίῳ χωρίῳ αὕτη ἔσται ἡ γέενα; Τί γάρ σοι τούτου μέλει; τὸ γὰρ ζητούμενον, δεῖξαι ὅτι ἐστίν, οὐχ ὅπου τεταμίευται καὶ ἐν ποίῳ χωρίῳ. Τινὲς μὲν γὰρ μυθολογοῦντες φασιν, ὅτι ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Ἰωσαφάτ, ὃ περὶ πολέμου τινός εἴρηται παρελθόντος, καὶ νῦν τοῦτο εἰς τὴν γέεναν ἕλκοντες˙ ἡ δὲ Γραφὴ οὐ τοῦτό φησιν. Ἀλλ’ ἐν ποίῳ τόπῳ, φησίν, ἔσται; Ἔξω που, ὡς ἔγωγε οἶμαι, τοῦ κόσμου παντός. Καθάπερ γὰρ τῶν βασιλείων τὰ δεσμωτήρια καὶ τὰ μέταλλα πόῤῥῳ διέστηκεν, οὕτω καὶ τῆς οἰκουμένης ταύτης ἔξω που ἔσται ἡ γέενα. Μή τοίνυν ζητῶμεν ποῦ ἐστιν, ἀλλά πῶς ἄν αὐτὴν φύγοιμεν»

[37][38] Ἰω. Δαμασκηνοῦ, ὅ.π.

[38][39] Ἰω. 14, 2

[39][40] Πρωτοπρ. Ἰω. Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία, ἔκδ. «Παρακαταθήκη, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 47-48

[40][41] Ἀποκ. Κ΄ 14, «οὗτος ὁ θάνατος ὁ δεύτερός ἐστιν».

[41][42] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου Βίος καί Λόγοι, ἐκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Χρυσοπηγῆς, Χανιά 2017

σελ. 235-238

[42][43] Ρωμ. η΄ 20-22

[43][44] Ρωμ. 8, 19-22

[44][45] Β΄ Πέτρου, γ΄, 13.

[45][46] Ἁγ. Συμεών Νέου Θεολόγου, SC 122, σ. 212-214

[46][47] Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος, σελ. 41

, , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Τὸ ψωμὶ εἶναι ὁ Χριστός· ψίχουλα εἶναι ἔστω καὶ οἱ ἐλάχιστες τῶν δωρεῶν Του».

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Ὁμιλία στὴν
Κυριακὴ ΙZ´ Ματθαίου
[τῆς Χαναναίας]

(Ματθ. ιε´ 21-28)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 137-158.

Μέρος Β´

Μέρος Α´: Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

.           «Καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν, ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραὴλ» (Ματθ. ιε´ 23, 24). Προσέξτε πόσο σοφὰ ἐνήργησε ὁ πάνσοφος Κύριος μὲ τὸ νὰ μὴ ἱκανοποιήσει ἀμέσως τὸ αἴτημα τῆς μητέρας, ἀλλὰ νὰ κρατήσει σιωπή. Ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν μαθητῶν εἶχε ἤδη ἀναπτυχθεῖ κάποια συμπάθεια γιὰ τὴ φτωχὴ γυναίκα, ποὺ τὸν παρακαλοῦσε. Ἀπόλυσον αὐτήν, σημαίνει εἴτε «ἀπαλλάξου ἀπ’ αὐτὴν» εἴτε «κάνε αὐτὸ ποὺ ζητάει», γιὰ νὰ σταματήσει νὰ τοὺς ἐνοχλεῖ μὲ τὶς κραυγές της. Στὴν παράκληση αὐτὴ τῶν μαθητῶν Του, ὁ Κύριος ἀπάντησε: οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ, δηλαδὴ στὸν Ἰουδαϊκὸ λαό.
.           Γιατί ἀπάντησε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ Κύριος; Πρῶτον, γιὰ νὰ δείξει πὼς ὁ Θεὸς εἶναι πιστὸς στὶς ὑποσχέσεις Του. Καὶ δεύτερον, γιὰ νὰ προωθήσει στοὺς μαθητές του τὴν ἰδέα πὼς κι οἱ εἰδωλολάτρες ἦταν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶχαν κι αὐτοὶ ἀνάγκη νὰ βοηθηθοῦν καὶ νὰ σωθοῦν. Μὲ τὴ μεγάλη πίστη τῆς φτωχῆς αὐτῆς γυναίκας, ὁ Κύριος ἔδειξε στοὺς μαθητές Του τὸν τρόπο νὰ ἐπαναστατήσουν στὴ στενὴ ἄποψη ποὺ εἶχαν οἱ Ἰουδαῖοι πὼς ὁ Θεὸς φρόντιζε μόνο αὐτούς, πὼς ἑπομένως ἦταν Θεὸς μόνο τῶν Ἰουδαίων. Σκόπιμα μίλησε ἔτσι ὁ Κύριος, ὅπως μιλοῦσαν κι ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι, ὥστε νὰ συλλογιστοῦν οἱ μαθητὲς καὶ νὰ πειστοῦν πὼς ἡ ἀντίληψη ποὺ εἶχαν οἱ ὁμοεθνεῖς τους ἦταν λαθεμένη, πὼς ἡ ἀντίληψη αὐτὴ ἦταν τόσο λαθεμένη ὅσο κι ἡ διαφθορὰ κι ὁ ἐκφυλισμὸς τοῦ ἔθνους τους, ἡ ἀποστασία τους ἀπὸ τὸν Θεό, καθὼς κι ἡ ἀπόρριψη κι ἡ περιφρόνηση ποὺ ἔδειξαν στὸν Χριστό. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς δὲν ἤθελε νὰ διδάξει μόνο μὲ λόγια τοὺς μαθητές Του, ἀλλὰ καὶ μὲ ζωντανὰ παραδείγματα ἀπὸ τὴ ζωή. Ἀντὶ νὰ χρησιμοποιήσει λόγια σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση, ἄφησε τὴ συμπεριφορά Του πρὸς τὴν εἰδωλολάτρισσα γυναίκα νὰ μείνει ἕνα ἀλησμόνητο μάθημα στοὺς μαθητές Του. Γι’ ατ τ λόγο πέρασε τ σύνορα τῆς ουδαίας κα μπκε στν περιοχ τν εδωλολατρν, ὥστε ἀπὸ τὸ μεγάλο αὐτὸ γεγονὸς νὰ διδάξει τοὺς ἀκολούθους Του. Ἂς δοῦμε τώρα πῶς ἐξέφρασε ἡ Χαναναία τὴν ἀκλόνητη πίστη της στὸν Κύριο:
.           «Ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι» (Ματθ. ιε´ 25). Ἦταν σίγουρη πὼς ἂν δὲν τὴ βοηθοῦσε ὁ Χριστός, δὲν ὑπῆρχε κανένας ἄλλος στὸν κόσμο νὰ τὸ κάνει. Σίγουρα θὰ εἶχε ἐπισκεφτεῖ ὅλους τοὺς γιατροὺς καὶ θὰ εἶχε πάει σ’ ὅλους τοὺς εἰδωλολάτρες μάγους, χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ἡ παράφρων κόρη της παρέμεινε παράφρων. Ὑπῆρχε ὅμως ὁ Θεραπευτὴς κάθε βασάνου, κάθε ἀρρώστιας. Εἶχε ἀκούσει γι’ Αὐτὸν καὶ τὸν εἶχε πιστέψει προτοῦ ἀκόμα τὸν δεῖ. Καὶ τώρα ποὺ τὸν εἶδε, τὴν κάλυψε ὁλόκληρη μία πολὺ μεγαλύτερη πίστη γιὰ τὴ θεϊκή Του δύναμη. Ἐκεῖνος θὰ μποροῦσε νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ κανένας ἄλλος δὲν μποροῦσε. Ἂν τὸ ἤθελε, θὰ μποροῦσε νὰ κάνει τὰ πάντα. Ἡ πίστη της ἦταν ἀκλόνητη πὼς Ἐκεῖνος μποροῦσε, γι’ αὐτὸ καὶ κατέβαλε κάθε προσπάθεια νὰ τὸν πείσει νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ Αὐτὸς -Αὐτὸς καὶ κανένας ἄλλος στὴν οἰκουμένη- δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνει. Γι’ αὐτὸ κι ὅταν ὁ Χριστὸς δὲν ἔδωσε καμιὰ ἀπάντηση στὸ πρῶτο αἴτημά της, ὅταν δὲν ἔδωσε καμιὰ σημασία ἀκόμα κι ὅταν τοῦ τὸ ζήτησαν οἱ σύντροφοί Του, ἔτρεξε κοντά Του, γονάτισε μπροστά Του καὶ ἔκραξε: Κύριε, βοήθει μοι.
.           «Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις» (Ματθ. ιε´ 26). Φοβερὰ λόγια! Ὁ Κύριος ἐδῶ δὲν χρησιμοποίησε δικά Του λόγια, μίλησε τὴ γλῶσσα τῶν συγχρόνων Ἰουδαίων, ποὺ πίστευαν πὼς ἐκεῖνοι μόνο ἦταν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ κι ὅλοι οἱ ἄλλοι λαοὶ ἦταν σκυλιά. Ὁ Κύριος ἤθελε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ προκαλέσει τὴ διαμαρτυρία τῶν μαθητῶν Του γι’ αὐτὴν τὴν κακὴ ἀποκλειστικότητα ποὺ διεκδικοῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι. Ἤθελε ὁ Κύριος μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ εἰσαγάγει στὰ μυαλὰ τῶν μαθητῶν Του τὴ σκέψη, ποὺ ἀργότερα θὰ διατύπωνε στοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους. «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχόμενους ἀφίετε εἰσελθεῖν» (Ματθ. κγ´ 14).
.           Προσέξτε τώρα. Ατο πο νομάζονταν τέκνα, γιναν σν τος σκύλους, ν ατο πο λογαριάζονταν σκύλοι, γιναν παιδι το Θεο. Οἱ τελευταῖοι ὀνομάστηκαν «σκυλιὰ» ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους κυρίως ἀπὸ κακία, ὑπῆρχε ὅμως καὶ κάποια ἀλήθεια στὸ ὄνομα αὐτό. Οἱ εἰδωλολάτρες τῆς Τύρου καὶ τῆς Σιδώνας, ὅπως κι ἐκεῖνοι τῆς Αἰγύπτου κι ἄλλων χωρῶν, εἶχαν ἐγκαταλείψει ἀπὸ χρόνια πολλὰ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ κι εἶχαν ἐπιδοθεῖ στὴ λατρεία τῶν δαιμόνων, ποὺ ἦταν χειρότεροι ἀπὸ τὰ σκυλιά. Ὁ Χριστὸς ἐδῶ δὲν ἐπιπλήττει προσωπικὰ τὴ Χαναναία ἀλλὰ τὸ λαό της, καθὼς κι ὅλους τοὺς ἄλλους λαοὺς ποὺ λάτρευαν τοὺς δαίμονες μὲ ἀγάλματα καὶ ξόανα, μὲ διάφορα εἴδη μαγείας καὶ ἀκάθαρτες θυσίες.
.              Τότε ἡ σπουδαία αὐτὴ γυναίκα, ποὺ ἡ πίστη της ἦταν μεγαλύτερη τόσο ἀπὸ τὸν ἐκλεκτὸ λαὸ ὅσο κι ἀπὸ τοὺς περιφρονημένους εἰδωλολάτρες, ἀπάντησε στὸν Κύριο: «Ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν» (Ματθ. ιε´ 27). Πόσο ὑπέροχη ἦταν ἡ ἀπάντηση τῆς ταπεινῆς αὐτῆς γυναίκας! Δὲν ἀρνήθηκε πὼς ἀνῆκε σ’ ἕνα λαὸ ποὺ ἀποκαλοῦνταν σκυλιά. Οὔτε ἀρνήθηκε ἐπίσης νὰ ὀνομάσει τοὺς Ἰουδαίους «κυρίους», μ’ ὅλο ποὺ ἡ ἴδια ἦταν καλλίτερη ἀπ’ αὐτούς. Ἦταν πρόθυμη νὰ κατανοήσει τὰ συμβολικὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μεγάλη πίστη δημιουργεῖ μεγάλη σοφία. Ἡ μεγάλη πίστη βρίσκει τὰ σωστὰ λόγια. ταπείνωσή της μπροστ στν Κύριο ταν τόσο μεγάλη, πως κι γάπη της πρς τν ρρωστη κόρη της, πο δν τν πλήγωσε τ γεγονς τι τν ποκάλεσαν σκύλα. Μπροστὰ στὸν πάναγνο Κύριο ποιός ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος δὲν θά ᾽νιωθε τὸν ἑαυτό του σὰν ἀκάθαρτο σκυλί; Ὁπωσδήποτε ὄχι κάποιος ἄνθρωπος πού, ἂν καὶ ἁμαρτωλός, ἔχει κάποια σπίθα πίστης. «Οὐ γὰρ εἰμι ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς» (Λουκ. ζ´ 6), εἶπε ὁ εἰδωλολάτρης ἑκατόνταρχος στὸν Κύριο. Ἔτσι κι ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα, δὲν ντράπηκε ποὺ τὴν ἀποκάλεσε σκύλα. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν συναισθάνεται τὴν ἁμαρτωλότητά του, δὲν μπορεῖ οὔτε βῆμα νὰ κάνει πρὸς τὴ σωτηρία του. Πλῆθος ὁλόκληρο ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἦταν πιὸ ἁγνοὶ καὶ φωτισμένοι ἀπὸ ἑκατομμύρια ἄλλους ἀνθρώπους, δὲν ἔνιωθαν ντροπὴ νὰ τοὺς ἀποκαλοῦν σκυλιά. Ὅλοι οἱ ἄντρες κι οἱ γυναῖκες ποὺ εἶναι ἀφυπνισμένοι πραγματικά, ποὺ ἔχουν συνέλθει ἀπὸ τὴ μέθη τῶν σαρκικῶν παθῶν κι ἔχουν βεβαιωθεῖ γιὰ τὴ πτώση τους στὴ λάσπη τῆς ἁμαρτίας, τὸ γνωρίζουν καλὰ αὐτό. Ὡσότου συνέλθει ὁ ἄνθρωπος, βρίσκεται ἐγκλεισμένος στὴν παγερὴ ἀγκαλιὰ τοῦ θανάτου. Δὲν ἔχει πίστη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὴν ἀνάγκη γιὰ νὰ πιστέψει. Ὡσότου τὸ σκυλὶ νιώσει τὴν ντροπή του νὰ εἶναι σκυλί, δὲν θὰ εὐχηθεῖ ποτέ του νὰ γίνει λιοντάρι. Ὡσότου ὁ βάτραχος συνειδητοποιήσει πὼς βρίσκεται μέσα σὲ μία δυσώδη λάσπη, δὲν θὰ εὐχηθεῖ νὰ πηδήσει, ἔξω ἀπ’ αὐτὴν καὶ νὰ πετάξει σὰν ἀητός.
.           Ἡ φτωχὴ γυναίκα τῆς σημερινῆς παραβολῆς εἶχε τὴν αἴσθηση τῆς ἀδυναμίας τοῦ εἰδωλολατρικοῦ κόσμου. Γνώριζε τὴν κατωτερότητά του, τὴν κακία του καὶ τὴ λάσπη τῆς ἁμαρτίας του, τὴ δυσωδία ὅλης του τῆς ὕπαρξης. Νοσταλγοσε ν βρε κάτι πι δυνατό, πι φωτειν κα πι γνό. Κι ατ πο νοσταλγοσε βρέθηκε ξαφνικ μπροστά της, τς ποκαλύφτηκε στὸν Χριστό, μ τ μεγαλύτερη δυνατ πληρότητα κα δόξα. Γι’ ατ κα δν κανε πίσω, ταν Κύριος τν νόμασε παιδ σκύλων. χι μόνο τ νέχτηκε ατό, λλ τ μολόγησε κιόλας. Μ τν ποδοχ τς ναξιότητας τν προγόνων της μως ζήτησε στω κι να ψίχουλο π τ ζωοποι ψωμ πο στειλε Θες στν σραήλ. Τ ψωμ εναι Χριστός· ψίχουλα εναι στω κα ο λάχιστες τν δωρεν Του. Τὰ πεινασμένα σκυλιά, ποὺ δὲν ἔχουν οὔτε ψίχουλα νὰ φᾶνε, θὰ ἱκανοποιηθοῦν ἔστω καὶ μ’ αὐτά.
.           «Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτή· ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. Καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης» (Ματθ. ιε´ 28). Ὁ Κύριος ἔφερε τὴ συζήτηση ἐκεῖ ποὺ ἤθελε καὶ μόνο τότε εἶπε τὰ λόγια αὐτά. Ἀκόμα κι ἂν ἡ γυναίκα αὐτὴ ἦταν θυγατέρα τοῦ Ἀβραάμ, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐκφράσει τὴν πίστη της μὲ μεγαλύτερη ἔμφαση ἀπ’ ὅ,τι τὸ ἔκανε. Ὅποιος ἔχει μάτια βλέπει κι ὅποιος ἔχει αὐτιὰ ἀκούει. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναλύσουμε περισσότερο τὸ περιστατικό. Ἀκόμα κι ὁ προδότης Ἰούδας θὰ μποροῦσε νὰ διαπιστώσει τὴ μεγάλη πίστη τῆς Χαναναίας. Ἀκόμα κι ὁ ὀλιγόπιστος Πέτρος, κι ὁ δύσπιστος Θωμᾶς. Ὁ Κύριος δὲν εἶχε ἐγκωμιάσει τόσο πολὺ κανέναν ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους Του. Σὲ ποιόν ἀπ’ αὐτοὺς εἶπε ποτέ, μεγάλη σου ἡ πίστις; Σὲ ὅλους τους εἶπε, τουλάχιστον μία φορά: «Ὀλιγόπιστοι!» Καὶ σὲ μία περίπτωση τοὺς ἐπιτίμησε μὲ τὰ λόγια: «Ὦ, γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!» (Ματθ. ιζ´ 17). Αὐτὸς ἦταν κι ὁ λόγος ποὺ τοὺς πῆρε στὴν περιοχὴ Χαναάν: ὥστε μὲ τὴν πίστη τῆς εἰδωλολάτρισσας γυναίκας αὐτῆς, ποὺ δὲν γνώριζε οὔτε τὸ νόμο οὔτε τοὺς προφῆτες, νὰ τοὺς διδάξει τὴ μεγάλη πίστη, τὴ δύναμη τῆς πίστης.

βλ. σχετ.: Η ΝΗΠΤΙΚΗ ΕΠΙΜΟΝΗ ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ (ΙΖ´ Ματθ.)

Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΙΣΤΗ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΙ (Κυρ. ΙΖ´ Ματθ. “Τῆς Χαναναίας”)

«ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΜΕΝΟ» (Λόγος Βασιλείου Σελευκείας Εἰς τὴν Χαναναίαν)

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Ὁμιλία στὴν
Κυριακὴ ΙZ´ Ματθαίου
[τῆς Χαναναίας]

(Ματθ. ιε´ 21-28)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 137-158.

Μέρος Α´

βλ. σχετ.: Η ΝΗΠΤΙΚΗ ΕΠΙΜΟΝΗ ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ (ΙΖ´ Ματθ.)

Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΙΣΤΗ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΙ (Κυρ. ΙΖ´ Ματθ. “Τῆς Χαναναίας”)

«ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΜΕΝΟ» (Λόγος Βασιλείου Σελευκείας Εἰς τὴν Χαναναίαν)

.             Κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ γευτεῖ τὴ γλυκύτητα τοῦ καλοῦ, ἂν πρῶτα δὲν ἐπιμείνει καὶ δὲν δοκιμαστεῖ στὸ καλό. Στὸ δρόμο πρὸς τὸ καλὸ πρῶτα δοκιμάζουμε τὴν πικρία κι ὕστερα τὴ γλυκύτητα.
.             Ἡ φύση ὁλόκληρη εἶναι γεμάτη ἀπὸ διδαχὲς καρτερίας καὶ ἐπιμονῆς. Ἂν τὰ νεόφυτα δέντρα σου δὲν ἀναπτυχθοῦν, γιὰ νὰ δημιουργήσουν δασύλιο, θὰ μπορέσουν ἆραγε ν’ ἀντέξουν στὸν ἄνεμο καὶ τὸ χιόνι; Θὰ σοῦ ἦταν ἆραγε χρήσιμα τὰ ποτάμια, ἂν δὲν ἔφτιαχναν βαθιὲς κοῖτες; Μήπως τὰ μυρμήγκια αὐτοκτονοῦν, ὅταν οἱ τροχοὶ καταστρέφουν τὰ σπίτια τους στὸ δρόμο, ἢ ξεκινοῦν μὲ ἐπιμονὴ νὰ φτιάχνουν καινούργια; Ἂν κάποιος ἄκαρδος ἄνθρωπος γκρεμίσει τὴ φωλιὰ τοῦ χελιδονιοῦ στὸ σπίτι του, τότε τὸ χελιδόνι θὰ ξεκινήσει ἀδιαμαρτύρητα νὰ πάει σὲ ἄλλο σπίτι, γιὰ νὰ φτιάξει τὴν καινούργια φωλιά του. Ὁ,τιδήποτε κάνουν οἱ φυσικὲς καταστροφὲς ἢ οἱ ἄνθρωποι στὰ φυτὰ καὶ στὰ ζῶα, κάνουν τοὺς ἀνθρώπους νὰ θαυμάζουν τὴν ἀκατάβλητη ἐπιμονή τους στὴν ἐκτέλεση τοῦ καθήκοντος, ποὺ τοὺς ὅρισε ὁ Θεός. Ὅταν ἕνα φυτὸ ποὺ τὸ κόψανε ἢ τὸ θερίσανε, ἔχει τὴ δύναμη ν’ ἀναπτυχθεῖ ξανά, θὰ τὸ κάνει. Ὅταν σ’ ἕνα πληγωμένο καὶ μοναχικὸ ζῶο ἔμεινε ἔστω κι ἐλάχιστη δύναμη ζωῆς, θὰ προσπαθήσει νὰ κάνει κι αὐτὸ τὸ καθῆκον του, γιὰ νὰ ζήσει.
.           Ἡ καθημερινὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι γεμάτη ἀπὸ διδαχὲς γιὰ τὴν καρτερία καὶ τὴν ἐπιμονή. Ὁ ἐπίμονος στρατιώτης θὰ κερδίσει τὴ μάχη. Ὁ ἐπίμονος τεχνίτης θὰ τελειοποιήσει τὸ ἔργο του. Ὁ ἐπίμονος ἔμπορος θὰ πλουτίσει. Ὁ ἐπίμονος ἱερέας θὰ βάλει τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐνορίας του στὸ σωστὸ δρόμο. Ὁ ἐπίμονος ἄντρας ἢ ἡ ἐπίμονη γυναίκα τῆς προσευχῆς, θὰ φτάσει στὴν τελειότητα καὶ τὴν ἁγιότητα. Ὁ ἐπίμονος καλλιτέχνης ἀποκαλύπτει τὸ ἐσωτερικὸ κάλλος τῶν πραγμάτων. Ὁ ἐπίμονος ἐπιστήμονας ἀνακαλύπτει τοὺς κανόνες καὶ τοὺς νόμους ποὺ διέπουν τὶς σχέσεις τῶν πραγμάτων. Ἀκόμα καὶ τὸ πιὸ χαρισματικὸ παιδὶ δὲν θὰ μάθει νὰ γράφει, ἂν δὲν ἐξασκηθεῖ μὲ ἐπιμονὴ στὸ γράψιμο. Ἕνας ἄνθρωπος μὲ θαυμάσια φωνὴ δὲν θὰ γίνει ποτὲ μεγάλος τραγουδιστής, ἂν δὲν ἐξασκηθεῖ. Ἔχουμε συνηθίσει νὰ ὑπενθυμίζουμε στοὺς ἄλλους κάθε μέρα, ἀλλὰ καὶ νὰ μᾶς ὑπενθυμίζουν οἱ ἄλλοι, τὴν ἀνάγκη τῆς ἐπιμονῆς καὶ τῆς καρτερίας στὸ καθημερινό μας ἔργο.
.             Ἡ ἐπιμονή, γιὰ νὰ καταλήξουμε σὲ κάποιο συμπέρασμα, εἶναι τὸ μοναδικὸ καλὸ ἔργο ποὺ τὸ συνιστοῦν ὅλοι καὶ δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ κανένας. Ὅλη αὐτὴ ἡ ἐπιμονὴ στὸ ἔργο ὅμως ποὺ ἀκοῦμε κάθε μέρα, εἶναι μόνο ἕνα σχολεῖο ποὺ μᾶς μαθαίνει τὴν ἐσωτερικὴ ἐπιμονὴ στὸ πνευματικὸ βασίλειο. Ὅλη αὐτὴ ἡ ἐξωτερικὴ ἐπιμονὴ στὸ λουστράρισμα καὶ στὴν τελειοποίηση τῶν πραγμάτων, στὴ σύναξη πλούτου, γνώσεων καὶ τεχνῶν, εἶναι μόνο μία εἰκόνα τῆς θαυμαστῆς ἐπιμονῆς ποὺ πρέπει νὰ ἔχουμε γιὰ τὴ βελτίωση καὶ τελειοποίηση τῶν καρδιῶν μας, γιὰ τὴ φροντίδα καὶ τὸν ἐμπλουτισμὸ τῆς ψυχῆς μας, τῆς ἄφθαρτης κι ἀθάνατης ἐσωτερικῆς μας ὕπαρξης.
.           Ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς διδάσκει σὲ κάθε σελίδα της τὴν ἐπιμονὴ στὰ πνευματικὰ θέματα. Μᾶς διδάσκει τόσο μὲ λόγια ὅσο καὶ μὲ τὰ μεγάλα παραδείγματα ἀνδρῶν καρτερικῶν ἢ μή. Τὰ δύο πιὸ φοβερὰ παραδείγματα μὴ ἐπιμονῆς στὸ καλό, τὰ βρίσκουμε στὴν περίπτωση τοῦ Ἀδάμ, τοῦ προπάτορα τοῦ ἀνθρώπινου γένους, καὶ τοῦ Ἰούδα, ποὺ πρὶν ἦταν ἀπόστολος κι ἔπειτα ἔγινε προδότης. Καὶ τοὺς δύο ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ τοὺς τοποθέτησε πολὺ κοντά Του. Ὁ Ἀδὰμ ἦταν μὲ τὸν Θεὸ στὸν παράδεισο, ὁ Ἰούδας κοντὰ στὸν Χριστὸ στὴ γῆ. Ξεκίνησαν κι οἱ δύο μὲ ὑπακοὴ στὸν Θεὸ καὶ τελείωσαν μὲ δυσπιστία. Τὸ τέλος τοῦ Ἰούδα ἦταν πιὸ φοβερὸ ἀπὸ τοῦ Ἀδάμ, ἐπειδὴ μπροστά του εἶχε καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ πρωτόπλαστου. Ὁ Σαοὺλ πάλι δὲν εἶχε ἐπιμονὴ στὴ μάχη καὶ γι’ αὐτὸ παραφρόνησε. Ὁ Σολομὼν δὲν εἶχε ἐπιμονὴ κι ἡ βασιλεία του μοιράστηκε. Πόσο ὑπέροχη ὅμως, πόσο ὑπεράνθρωπη ἐπιμονὴ ἔδειξε ὁ Ἀβραὰμ μὲ τὴν πίστη του στὸ Θεό, ὁ Ἰακὼβ μὲ τὴν πραότητά του, ὁ Ἰωσὴφ μὲ τὴν ἐγκράτειά του, ὁ Δαβὶδ μὲ τὴ μετάνοιά του κι ὁ δίκαιος Ἰὼβ μὲ τὴν καρτερία του! Τί ὑπέροχο παράδειγμα ἐπιμονῆς στὴν ἁγνότητά της ἔδειξε ἡ Παναγνὴ Παρθένος, ἀλλὰ κι ὁ δίκαιος Ἰωσὴφ μὲ τὴν ὑπακοή του στὸν Θεό! Ἀλλὰ τὸ ἴδιο ἔκαναν κι οἱ ἀπόστολοι, καθὼς κι ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν ἀφοσιωθεῖ στὸν Θεό, μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ!
.           Στὴν Ἁγία Γραφὴ θὰ βροῦμε πάρα πολλὰ καὶ καθαρὰ παραδείγματα πῶς ἡ ἐπιμονὴ στὸ καλὸ ἀποβαίνει πάντα νικηφόρα καὶ στεφανώνεται. Κανένας ἀπὸ μᾶς ποὺ τὰ διαβάζει αὐτὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχυριστεῖ πὼς δὲν ἤξερε ἢ δὲν διδάχτηκε. Πῶς γίνεται ἑκατοντάδες χιλιάδες ἁγίων, παρθένων καὶ μαρτύρων, ἀπὸ τὴν ἔνσαρκη ζωὴ τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ ὣς σήμερα, νὰ τὸ γνωρίζουν αὐτὸ καὶ μεῖς νὰ τὸ ἀγνοοῦμε; Δὲν εἶναι πὼς δὲν ξέρουμε, ἀλλὰ δὲν ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ ἐπιμείνουμε. Τὸ νὰ γνωρίζουμε τὸ καλὸ καὶ νὰ μὴν ἐπιμένουμε σ’ αὐτό, μᾶς κατακρίνει διπλά. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν γνωρίζει τὸ δρόμο αὐτὸ καὶ δὲν τὸν ἀκολουθεῖ «δαρήσεται ὀλίγας». Αὐτὸς ὅμως ποὺ τὸν γνωρίζει καὶ δὲν τὸν ἀκολουθεῖ, «δαρήσεται πολλάς» (βλ. Λουκ. ιβ´ 47, 48).
.           Ὁ δρόμος πρὸς τὸ καλὸ εἶναι ἀνηφορικός. Ἐκεῖνος ποὺ ἔμαθε νὰ βαδίζει μόνο σὲ ἐπίπεδες ἐπιφάνειες ἢ σὲ κατηφόρες, στὴν ἀρχὴ θὰ τὸν βρεῖ δύσκολο. Αὐτὸς ποὺ ξεκίνησε νὰ βαδίζει τὸ δρόμο αὐτὸν κι ἔπειτα γυρίζει πίσω, δὲν θὰ μπορέσει νὰ σταθεῖ στὸν τόπο ἀπ’ ὅπου ξεκίνησε τὸν ἀνήφορο, ἀλλὰ θὰ κατεβεῖ πιὸ χαμηλά, στὸ σκοτάδι καὶ στὴν ἀπώλεια. Γι’ αὐτὸ εἶπε ὁ Κύριος πὼς «οὐδεὶς ἐπιβαλὼν τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ’ ἄροτρον καὶ βλέπων εἰς τὰ ὀπίσω εὔθετος ἐστιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. θ´ 62).
.           Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μᾶς μιλάει γιὰ ἕνα θαυμαστὸ παράδειγμα ἐπιμονῆς στὴν πίστη καὶ τὴν προσευχὴ ποὺ μᾶς δίνει μία συνηθισμένη γυναίκα, ποὺ μάλιστα ἦταν εἰδωλολάτρισσα. Μακάρι τὸ παράδειγμα αὐτὸ νὰ λειτουργήσει σὰν φωτιὰ στὶς συνειδήσεις ὅλων ἐκείνων ποὺ αὐτοονομάζονται πιστοί, ἐνῶ στὴν πίστη καὶ στὴν προσευχὴ εἶναι σκληροὶ καὶ ψυχροὶ σὰν τὴν πέτρα.

* * *

.           «Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυίδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται» (Ματθ. ιε´ 21, 22). Ἀπὸ ποῦ ἐρχόταν ὁ Ἰησοῦς; Ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, ἀπὸ τὴ γῆ ὅπου κατοικοῦσαν Ἰσραηλίτες ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ εὐλογημένου Σήμ. Καὶ ποῦ πήγαινε; Στὶς περιοχὲς ὅπου κατοικοῦσαν οἱ Χανανίτες, οἱ ἀπόγονοι τοῦ Χάμ, ποὺ τὸν εἶχε καταραστεῖ ὁ πατέρας του. Ὁ Κύριος λοιπὸν ἄφησε τοὺς εὐλογημένους καὶ πῆγε στοὺς καταραμένους. Γιατί; Ἐπειδὴ ο ελογημένοι εχαν ξεχάσει τὸν Θε κι πομένως εχαν γίνει καταραμένοι, ν κάποιοι π τος καταραμένους εχαν μολογήσει τὸν Θε κι εχαν γίνει ελογημένοι. Ὁ Κύριος, ἀφοῦ στηλίτευσε τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισσαίους γιὰ τὴν προσήλωσή τους σὲ ἐξωτερικὲς συνήθειες, στὸν τύπο δηλαδή, καὶ τὴν ἀπὸ μέρους τους παράβαση τῶν ἐντολῶν τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς τιμῆς πρὸς τοὺς γονεῖς, πῆρε τοὺς μαθητές του καὶ πέρασε στὴ γῆ τῶν εἰδωλολατρῶν.
.           Γιατί πῆγε στοὺς εἰδωλολάτρες ἀφοῦ νωρίτερα εἶχε δώσει ἐντολὴ στοὺς μαθητές Του νὰ πᾶνε «πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραὴλ» (Ματθ. ι´ 6); Πρῶτον ἐπειδή, ὅπως λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, δὲν περιορίζεται ἀπὸ τὶς ἐντολὲς ποὺ δίνει στοὺς μαθητές Του. Δεύτερον, ἐπειδὴ ἔβλεπε πὼς οἱ Ἰουδαῖοι τὸν ἀποστρέφονταν κι ὁ ἴδιος ἀντιλαμβανόταν πὼς τελικὰ θὰ τὸν ἀπέρριπταν ἐντελῶς. Ὁ Θεὸς εἶναι πιστὸς στὶς ὑποσχέσεις Του. Μὲ τοὺς προφῆτες Του εἶχε ὑποσχεθεῖ νὰ στείλει τὸν Σωτήρα στὸν Ἰουδαϊκὸ λαό. Κι αὐτὸ τὸ πραγματοποίησε ὁ Θεός. Ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός, μέσῳ τῶν ἡγετῶν του, ἀπέρριψε τὸν Σωτήρα. Ὁ Θεὸς ὅμως ἔχει πλῆθος τρόπους γιὰ νὰ ἐκτελέσει τὸ σχέδιό Του. Ἡ ἀπόρριψη τῶν Ἰουδαίων δὲν ἦταν ἱκανὴ νὰ ἐμποδίσει τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας, πολὺ λιγότερο μποροῦσε νὰ τὸ ἀφανίσει. Ὁ Σωτήρας Χριστὸς πέρασε τὰ σύνορα τῆς Ἰουδαίας καὶ πῆγε σὲ ἄλλους λαούς. Πιστὸς στὴν ὑπόσχεσή Του ὁ Κύριος ἔστειλε πρῶτα στοὺς Ἰουδαίους τοὺς ἀποστόλους Του, μετὰ τὴ Σταύρωσή Του ὅμως, ὁ ἀναστημένος Κύριος τοὺς ἔστειλε «εἰς πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κη´ 19). Τρίτον καὶ τελευταῖο, ὁ Κύριος ἤθελε γιὰ μία ἀκόμα φορὰ νὰ ντροπιάσει τὸν ἐκλεκτὸ καὶ εὐλογημένο λαὸ μὲ τὴν πίστη τῶν εἰδωλολατρῶν, ὥστε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴ μετάνοια καὶ νὰ τοὺς ξαναφέρει κοντὰ στὸν Θεό. Αὐτὸ τὸ ἔκανε γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Καπερναοὺμ μὲ τὸν Ρωμαῖο ἑκατόνταρχο. Ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος προερχόταν ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰάφεθ καὶ ἔδειξε μία σπάνια πίστη στὸν Κύριο Ἰησοῦ. Οἱ Ἰαφεθίτες κι οἱ Χαμίτες λοιπὸν θὰ κληθοῦν στὴ βασιλικὴ τράπεζα ἀπὸ τὸν Βασιλιὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅταν οἱ Σημίτες, ὁ ἐκλεκτὸς λαός, θ’ ἀπορρίψει τὴν πρόσκληση. Αὐτὸ λειτουργοῦσε ὡς μία ὑπενθύμιση, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐπίπληξη στοὺς Ἰουδαίους. Ἐκεῖνοι ὅμως παρέμειναν καμπτοι κι λύγιστοι ς τ τέλος κι τσι πορρίφθηκαν π κενον πο ο διοι εχαν πορρίψει.
.           Ἂς δοῦμε τώρα τὸ μεγαλεῖο τῆς πίστεως ποὺ εἶχε ἡ Χαναναία. Πῆγε νὰ συναντήσει τὸν Ἰησοῦ, ποὺ τὸν ἀποκάλεσε Κύριο καὶ Υἱὸ Δαβίδ. Σίγουρα εἶχε ἀκούσει γιὰ τὸ θαυματουργὸ Χριστό, ἀφοῦ ἡ φήμη Του εἶχε διαδοθεῖ στὶς πλησιόχωρες περιοχές. Τώρα ἄκουσε πὼς πλησίασε στὰ δικά της μέρη κι ἔτρεξε νὰ τὸν συναντήσει μὲ χαρὰ καὶ μὲ μεγάλη πίστη. Ὅπως γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος, ὁ Κύριος εἶχε πάει σ’ ἕνα σπίτι, ποὺ «οὐδένα ἤθελε γνῶναι» (Μάρκ. ζ´ 24), δὲν ἤθελε νὰ γνωρίζει κανένας πὼς βρισκόταν ἐκεῖ. Εἶναι φανερὸ πὼς ὁ Κύριος ἤθελε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ δώσει μεγαλύτερη ἔμφαση στὸ μεγαλεῖο τῆς πίστεως τῶν εἰδωλολατρῶν. Δὲν θὰ ἔκανε δημόσια προσωπικὴ ἐπίδειξη, ἐκεῖνοι θὰ τὸν ἀναζητοῦσαν. Θὰ μποροῦσε νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, ἀλλὰ «οὐκ ἠδυνήθη λαθεῖν» (αὐτόθι). Ἡ δυνατὴ πίστη τῆς Χαναναίας γυναίκας τὸν ἐντόπισε. Τὸ ἔθνος ποὺ εἶχε καλέσει, δὲν τὸν δέχτηκε, ἐνῶ «ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει… ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου» (Ἡσ. θ´ 2), τὸν ἀναζήτησε. Καὶ τὸν βρῆκαν τὴν ὥρα ποὺ Ἐκεῖνος προσπαθοῦσε νὰ κρυφτεῖ ἀπ’ αὐτούς.
.           Προσέξτε πὼς ἡ γυναίκα δὲν εἶπε στὸν Κύριο, «ἐλέησε τὴν κόρη μου», ἀλλὰ ἐλέησόν με, Κύριε. Ἡ κόρη της ἦταν παράφρων, τὴ βασάνιζε ὁ δαίμονας. Κι ὅμως ἡ μητέρα της ζήτησε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ ἐλεήσει ἐκείνην, ἀντὶ τῆς θυγατέρας της. Γιατί; Ἐπειδὴ ἡ κόρη της, μὲ τὴν παραφροσύνη ποὺ εἶχε, δὲν καταλάβαινε τί τῆς συνέβαινε. Δὲν μποροῦσε ν’ ἀντιληφθεῖ τὸν τρόμο καὶ τὸ βάσανό της, ὅπως τὸ καταλάβαινε ἡ μητέρα της ποὺ ἦταν καλά. Ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ καταλαβαίνουμε τὴ μεγάλη ἀγάπη τῆς μητέρας πρὸς τὴν κόρη της. Ἡ μητέρα ὑπέφερε τὰ βάσανα τῆς κόρης της σὰ νά ᾽ταν δικά της. Ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἐλεοῦσε τὴν κόρη της, θὰ ἐλεοῦσε κι ἐκείνη, τὴ δύστυχη μητέρα της. Στὴν τρομερὴ αὐτὴ κατάσταση τῆς μητέρας ποιός θὰ μποροῦσε μὲ κάποιο τρόπο νὰ τὴν ἐλεήσει, ἂν δὲν ἐλεοῦσε καὶ τὴν κόρη της; Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία πὼς ἡ παραφροσύνη τῆς κόρης προκαλοῦσε θλίψη σ’ ὁλόκληρη τὴν οἰκογένεια, καθὼς καὶ σ’ ὅλους τοὺς φίλους καὶ συγγενεῖς τους. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία πὼς οἱ γείτονες θὰ εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ, οἱ ἐχθροί τους θὰ χαίρονταν. Τὸ σπίτι ἦταν ἀδειανό, ἔμοιαζε μὲ τάφο. Ἔξω ἀπ’ αὐτὸ ἔφταναν μόνο οἱ κραυγὲς καὶ τὰ παλαβὰ γέλια τῆς τρελῆς κόρης. Θὰ μποροῦσε νὰ σκεφτεῖ ἢ νὰ ὀνειρευτεῖ ἡ μητέρα νὰ μιλήσει ἢ νὰ προσευχηθεῖ γιὰ ὁτιδήποτε ἄλλο; Εἶναι πιθανὸ νὰ εἶχε καταλογίσει τὸ κακὸ ποὺ βρῆκε τὴν κόρη της σὲ κάποια δική της ἁμαρτία. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶπε: ἐλέησόν με, Κύριε! «Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον» (Ματθ. ιε´ 23). Δὲν τὸ συνήθιζε ὁ Χριστὸς νὰ μὴν ἀπαντάει στὶς ἐρωτήσεις ἢ στὶς παρακλήσεις τῶν ἀνθρώπων. Ἀκόμα καὶ στὸ σατανᾶ ἀπάντησε στὴν ἔρημο. Σιγὴ κράτησε μόνο στὶς ἐρωτήσεις ποὺ τοῦ ἔθεσαν οἱ ἄνομοι κριτὲς καὶ βασανιστές Του, ὁ Καϊάφας κι ὁ Πιλάτος. Γιατί λοιπὸν κράτησε σιωπὴ στὴν ἱκεσία τῆς δύστυχης αὐτῆς γυναίκας; Τὸ ἔκανε ὥστε τὰ μάτια ἐκείνων ποὺ δὲν ἔβλεπαν, ν’ ἀνοίξουν, γιὰ νὰ δοῦνε ἐκεῖνα ποὺ ἔβλεπε Αὐτός. Γιὰ νὰ δώσει στὴ γυναίκα αὐτὴ τὴν εὐκαιρία νὰ δείξει ἐμφατικότερα τὴν πίστη της, γιὰ νὰ δοῦν τὴν πίστη αὐτὴ ὅλοι οἱ σύντροφοί Του.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Τὸ ψωμὶ εἶναι ὁ Χριστός· ψίχουλα εἶναι ἔστω καὶ οἱ ἐλάχιστες τῶν δωρεῶν Του».

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, ,

Σχολιάστε