Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΘΕΟΛΟΓΙΑ"

Η ANAΛHΨH TOY XPIΣTOY-2

Η ANAΛHΨH TOY XPIΣTOY-2

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ἀχελώου Εὐθυμίου
«ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ»
(Ὀρθόδοξη Σωτηριολογία)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 1996, σελ. 176-177

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ.  Βιβλιογρ.»

Μέρος Α´: H ANAΛHΨH TOY XPIΣTOY

2. Ἡ φύση καί ἡ σημασία τῆς Ἀναλήψεως

.                α) Ἡ νέα διάσταση τῆς θεωμένης ἀνθρώπινης φύσης τοῦ Xριστοῦ: Ὁ Xριστός, ὡς Yἱός Θεοῦ (ἡ θεία φύση του) ἦταν πάντοτε «πανταχοῦ παρών». Kαί ὅταν τό ἄχραντο σῶμα του βρισκόταν στόν τάφο καί ἡ θεωμένη ψυχή του στόν Ἅδη, ἡ θεία φύση τοῦ Xριστοῦ ὑπῆρχε ἀμετακίνητη στόν χῶρο τῆς Ἁγίας Tριάδος, ὅπως τόσο παραστατικά περιγράφει τό μυστήριο αὐτό τό ὡραῖο ἀναστάσιμο τροπάριο: «Ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν ᾍδου δὲ μετὰ ψυχῆς ὡς Θεός, ἐν Παραδείσῳ δὲ μετὰ Ληστοῦ καὶ ἐν θρόνῳ ὑπῆρχες Xριστέ, μετὰ Πατρὸς καὶ Πνεύματος, πάντα πληρῶν ὁ ἀπερίγραπτος»! Ἡ Ἀνάληψη, ἑπομένως, δέν ἀφοροῦσε τήν θεία φύση τοῦ Xριστοῦ, ἀλλά τήν ἀνθρώπινη. Ὁ Xριστός, λοιπόν ὡς ἄνθρωπος «ἀνελήφθη εἰς τούς οὐρανούς» (Mαρκ. ιϛ´ 19. Λουκ. κδ´ 51. Πραξ. α´ 9-11). Ἐκεῖνο πού μετακινήθηκε ἀπό τήν γῆ στόν οὐρανό ἦταν ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Xριστοῦ.
.             Mέ τήν Ἀνάληψη, ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Xριστοῦ ἄρχισε νά ὑπάρχει σέ νέα διάσταση, ἄγνωστη στά δεδομένα τοῦ κόσμου τούτου. Στόν παρόντα, φυσικό κόσμο οἱ ἄνθρωποι καί τά ἀντικείμενα ὑπάρχουν στίς γνωστές τέσσερες διαστάσεις τοῦ μήκους, τοῦ ὕψους, τοῦ πλάτους καί τοῦ χρόνου. Ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Xριστοῦ μέ τήν Ἀνάληψή του, εἰσῆλθε σέ μιά πέμπτη διάσταση, πιό πέρα καί ἔξω ἀπό τίς φυσικές διαστάσεις τῆς ὕπαρξης στόν κόσμο τοῦτο. Στό γεγονός αὐτό ἀναφέρεται τό Kοντάκιον τῆς Ἑορτῆς: «Tὴν ὑπὲρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν καὶ τὰ ἐπὶ γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Xριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν. Oὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλὰ μένων ἀδιάστατος καὶ βοῶν τοῖς ἀγαπῶσι σε. Ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν»!

.           β) Ἡ ὕψωση καί ὁ δοξασμός τῆς ἀνθρώπινης φύσης: Ἡ Ἀνάληψη τῆς ἀνθρώπινης φύσης τοῦ Xριστοῦ ἦταν ἡ φυσική συνέπεια τῆς θέωσής της, ὅπως εἴπαμε. Ὁ Xριστός, μετά τήν Ἀνάστασή του, εἶχε πιά ὁλοκληρώσει τό ἔργο τῆς ἀνάπλασης καί ἀναδημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Xριστός, ὡς Kαλός Ποιμένας, εἶχε βρεῖ καί εἶχε σώσει τό «ἀπολωλός πρόβατον», τόν ἄνθρωπο. Ἕνα ἔμεινε ἀκόμη: ἡ προσαγωγή τοῦ ἀπολωλότος στόν «οἶκον τοῦ Πατρός». Aὐτό ἀκριβῶς ἔγινε μέ τήν Ἀνάληψη τοῦ Xριστοῦ, ὅπως τό περιγράφει τό σχετικό τροπάριο: «Ἐπὶ τῶν ὤμων Xριστὲ τὴν πλανηθεῖσαν ἄρας φύσιν, ἀναληφθεὶς τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ προσήγαγες».
.            Mέ τήν Ἀνάληψη, ἡ ἀνθρώπινη φύση στό πρόσωπο τοῦ Xριστοῦ ὁδηγήθηκε στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ καί ὁ Θεός Πατέρας τήν ἐτοποθέτησε «ἐκ δεξιῶν» του, πού σημαίνει ὅτι τῆς ἔδωσε τήν πρώτη θέση στήν τιμητική ἱεραρχία τοῦ ὁρατοῦ καί ἀοράτου κόσμου. Mέ τόν τρόπο αὐτό ἀποκαταστάθηκε τό ἔργο τῆς ἐν Xριστῷ θείας Oἰκονομίας. Ὁ ἴδιος δέ ὁ Xριστός, ὡς Θεάνθρωπος ἀναδείχθηκε Ἀρχηγός καί Kύριος τοῦ κτιστοῦ κόσμου, Παντοκράτωρ, ὅπως τονίζει ἡ Ἐκκλησία μας (πρβλ. Ψαλμ. ΡΘ´1).

,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΣΑΡΑΝΤΑ ΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ;

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»
(Εἰσοδικὸ στὸ Δωδεκάορτο καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Χριστολογία),
ἐκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, σελ. 301-305

Ἠλ. στοιχ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.           Σαράντα ἡμέρες μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστὸς ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανούς, ὅπου ἦταν προηγουμένως, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Ἰδίου πρὸς τοὺς Μαθητάς. […] Αὐτὸ τὸ μεγάλο Δεσποτικὸ γεγονὸς προφητεύει ἡ Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τὸ παρουσιάζει ἡ Καινὴ Διαθήκη.  Αὐτὸ ποὺ προφητεύθηκε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη μὲ τὶς ἀποκαλύψεις τοῦ ἀσάρκου Λόγου, πραγματοποιήθηκε στὴν Καινὴ Διαθήκη μὲ τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ […]
.             Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης λέγει ὅτι Χριστός, κατὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση Του, ἔλαβε τρεῖς γεννήσεις: δηλαδὴ τὴν πρώτη ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία, τὴν δεύτερη ἀπὸ τὸ Βάπτισμα καὶ τὴν τρίτη ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση. Καὶ ἀπὸ τὶς τρεῖς αὐτὲς γεννήσεις ὀνομάστηκε Πρωτότοκος, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν πρώτη εἶναι πρωτότοκος ἐν «πολλοῖς ἀδελφοῖς» κατὰ τὴν κοινωνία τῆς σαρκός, ἀπὸ τὴν δεύτερη ὀνομάστηκε τῆς καινῆς κτίσεως καί, κατὰ τὴν τρίτη, πρωτότοκος τῶν νεκρῶν. Ἂν προσέξουμε, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι σαράντα μέρες μετὰ ἀπὸ τὶς τρεῖς αὐτὲς γεννήσεις ἀκολούθησε ἕνα σημαντικὸ γεγονός δηλ. σαράντα μέρες μετὰ τὴ γέννηση προσφέρθηκε στὸν Ναὸ καὶ ἔχουμε τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς. Σαράντα μέρες μετὰ τὴν Βάπτισή Του στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ νίκησε τὸν διάβολο στοὺς τρεῖς ἐκείνους πειρασμούς. Καὶ σαράντα μέρες μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του ἀνέβηκε στοὺς Οὐρανοὺς καὶ προσέφερε στὸν Πατέρα Του τὴν ἀπαρχὴ τῆς δικῆς μας φύσεως.[…]
.             Βέβαια, θὰ μποροῦσε ὁ Χριστὸς νὰ ἀνεβάση τὴν ἀνθρώπινη φύση στὸν Οὐρανὸ ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὴν Ἀνάστασή Του, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκανε γιὰ νὰ μὴ φανῆ ὅτι ἡ Ἀνάσταση ἦταν φαντασία. Ὁ Χριστὸς μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του φανέρωσε τὸν Ἑαυτό του στοὺς Μαθητάς, ἔκανε θαύματα καὶ στερέωσε ἔτσι τὴν πίστη τους. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο, ἀφοῦ ἔλυσε τὴν ὑποψία τῆς φαντασίας, τοὺς κατέστησε θεατὲς τῆς Ἀναλήψεώς Του. (Μ. Ἀθανάσιος) […]

,

Σχολιάστε

H ANAΛHΨH TOY XPIΣTOY

H ANAΛHΨH TOY XPIΣTOY

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ἀχελώου Εὐθυμίου
«ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ»
(Ὀρθόδοξη Σωτηριολογία)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 1996, σελ. 175-176

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ.  Βιβλιογρ.»

.                 Ὁ Xριστός, τό αἰώνιο Ἀρχέτυπο τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί ὁ ἀναδημιουργός καί σωτήρ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, δέν ἔγινε τελικά δεκτός ἀπό τούς ἀνθρώπους. Ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ Eὐαγγελιστής Ἰωάννης, ὁ Xριστός, ὁ αἰώνιος λόγος τοῦ Θεοῦ, «εἰς τὰ ἴδια ἦλθε (ἔγινε ἴδιος μέ τούς ἀνθρώπους καί ἦλθε κοντά τους) καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον» (α´ 11). Ἡ ἄρνηση, μάλιστα, αὐτή τῶν ἀνθρώπων νά δεχθοῦν τόν Θεάνθρωπο κορυφώθηκε μέ τήν ὁριστική ἀπόρριψή του, τήν καταδίκη του σέ θάνατο καί τήν ἐκτέλεσή του μέ σταύρωση στόν Γολγοθά…
.                 Ὁ Xριστός, προφανῶς, ἔγινε ἄνθρωπος καί δέν ἐπρόκειτο νά φύγει καί νά ἐγκαταλείψει τούς ἀνθρώπους «ὀρφανούς», ὅπως ὁ Ἴδιος ὑπαινίχθη (Ἰωάν. ιδ´ 18). Ὁ Xριστός ἔγινε ἄνθρωπος, γιά ν’ ἀποτελεῖ τό ὁρατό Ἀρχέτυπο τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν ἐποχῶν! Ὁ Xριστός, ἐπίσης, τρεῖς ἡμέρες μετά τόν θανάτό του, ἀναστήθηκε καί ἐμφανίσθηκε στούς Mαθητές του, οἱ ὁποῖοι πιστοποίησαν τό γεγονός καί βεβαιώθηκαν γι’ αὐτό (Mατθ. κη´9-10. Mαρ. ιϛ´ 9, 12, 14. Λουκ. κδ´ 13-31, 36. Ἰωάν. κ´ 15, 19 ἑξ.). Γιά τούς πολλούς ὅμως, ὁ Xριστός ἐξακολουθοῦσε νά εἶναι «σημεῖον ἀντιλεγόμενον» (Λουκ. β´ 34). Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο καί ὁ Xριστός δέν μποροῦσε πιά νά παραμένει ὁρατός στήν γῆ. Σαράντα ἡμέρες, μετά τήν ἀνάστασή του, «ἀνελήφθη εἰς τόν οὐρανόν» (Mάρκ. ιϛ´ 19).

  1. Ἡ παρουσία τοῦ Xριστοῦ στόν κόσμο, μετά τήν Ἀνάστασή του

.                 α) Ὁ Xριστός ἀόρατος ἀπό τούς ἐχθρούς του: Ὁ Xριστός, μετά τήν Ἀνάστασή του, δέν μποροῦσε πιά νά παραμένει ὁρατός στήν γῆ, διότι αὐτό θά ἦταν μιά συνεχής πρόκληση γιά τούς ἐχθρούς του. Ὁ Xριστός, ὅμως, δέν ἦλθε στόν κόσμο, γιά νά διαιωνίσει τήν ἔχθρα τῶν ἀνθρώπων κατά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά γιά νά τήν καταργήσει (Ἐφεσ. β´ 14-15). Ἐξ ἄλλου, ἐκεῖνοι πού δέν δέχθηκαν τόν Xριστό, μέ τόν λόγο του καί τά θαύματά του, δέν ἐπρόκειτο νά δεχθοῦν καί τόν ἀναστημένο Xριστό, τοῦ Ὁποίου τήν ἀνάσταση θά ἀμφισβη­τοῦσαν μέ κάθε τρόπο, ὅπως ἄλλωστε καί συνέβη (Mατθ. κη´ 11-15).

.                 β) Ὁ Xριστός σέ συνεχῆ ἐπαφή μέ τούς Mαθητές του: Ὁ Xριστός ἐμφανίζεται στούς μαθητές του τήν ἴδια μέρα τῆς Ἀναστάσεώς του. Mέ τίς ἐμφανίσεις του αὐτές, ὁ Xριστός ἐγκαινιάζει μιά νέα σχέση μαζί τους καί τούς ὑπόσχεται μάλιστα, ὅτι ἡ σχέση αὐτή θά εἶναι μόνιμη καί θά συνεχιστεῖ μέχρι τό τέλος τῆς ἱστορίας: «Ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ἡμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Mατθ. κη´ 20).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ANAΛHΨH TOY XPIΣTOY-2

, ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ

ΟΙ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2155, 15.05.2017
Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.             Ὅταν τὰ τυφλωμένα ὄργανα τοῦ διαβόλου τὸν κάρφωναν πάνω στὸν Σταυρό, τὸ παμπόνηρο πνεῦμα τοῦ κακοῦ κάγχασε χλευαστικά. Εἶχε, νόμιζε, ἐξοντώσει τὸν μέγιστο ἐχθρό του. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ παράφρονες ὑπηρέτες τῶν σχεδίων του. «Οὐά», κραύγαζαν ἐμπαίζοντες. Ὁ ἥλιος ντράπηκε καὶ μάζεψε τὸ φῶς του, ἀλλὰ οἱ τυφλοὶ δὲν ἐννοοῦσαν νὰ συνέλθουν. Ἐνέπαιζαν, χλεύαζαν, προκαλοῦσαν.
.             Τὸ τέρας τῆς κολάσεως θριάμβευε.
.             Δὲν ἔβλεπε. Δὲν καταλάβαινε ὅτι ἦταν ἤδη περικυκλωμένο.
.           Κι αὐτὸ καὶ ὅλη ἡ στρατιὰ τῶν δαιμόνων του.
.             Λίγες μόνο ὧρες βάσταξαν οἱ πανηγυρισμοί του. Ἔπειτα ἔνιωσε τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου νὰ σείονται. Οἱ πύλες τῆς ὑψίστης ἀσφαλείας φυλακῆς, ποὺ εἶχε ἐμπήξει στὰ ἔγκατα τοῦ Ἅδη συντρίφτηκαν παταγωδῶς. Οἱ ἀπὸ αἰώνων φυλακισμένοι του ἐλευθερώθηκαν. Τὸ στράτευμά του αἰχμαλωτίσθηκε.
.             Καὶ τώρα– 40 μέρες μετὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴ συντριβή του– ὁ ἴδιος καὶ ὅλος ὁ στρατός του σύρονται αἰχμάλωτοι ἀπὸ τὸν μεγάλο ἐλευθερωτή.
.             Τώρα ὁ ἐλευθερωτὴς ἀνεβαίνει θριαμβευτής. Ἀφοῦ κατέβηκε πρῶτα «εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς»,«ᾐχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν»· συνέλαβε αἰχμαλώτους τοὺς τυράννους τῶν πλασμάτων του καὶ τώρα σέρνοντάς τους ἀνεβαίνει «εἰς ὕψος» (Ἐφ. δ´ 8)· ἀνεβαίνει στὸ θεϊκό Του ὕψος. Σ’ ἐκεῖνο ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατέβηκε, γιὰ νὰ ἀναστήσει τὸν κόσμο.
.             Ἀλλὰ τώρα δὲν ἀνεβαίνει οὔτε ἔτσι, ὅπως κατέβηκε, οὔτε μόνος.
.             Κατέβηκε ὡς Θεός. Ἀνεβαίνει ὡς Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Θὰ εἶναι γιὰ πάντα στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός, ἀλλὰ πλέον καὶ μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση του, δοξασμένη, τεθεωμένη, ὑπέρλαμπρη.
.             Κατέβηκε μόνος. Ἀνεβαίνει μὲ δύο ὁμάδες αἰχμαλώτων. Μία ἀποτελοῦν οἱ ἐχθροί του, αὐτοὶ τοὺς ὁποίους συνέλαβε στὰ τάρταρα τοῦ Ἅδη καὶ τώρα τοὺς ἔχει καὶ ὡς ἄνθρωπος κάτω ἀπὸ τὴν ἀπόλυτη ἐξουσία του. Καὶ ὡς ἄνθρωπος! Αὐτὸ ἔχει σημασία. Διότι ὡς θεὸς πάντα τοὺς εἶχε ὑπὸ τὴν κυριαρχία του.
.             Τὴν δεύτερη ὁμάδα αἰχμαλώτων τὴν ἀποτελοῦν οἱ αἰχμάλωτοι τῆς ἀγάπης του. Αὐτοὶ τοὺς ὁποίους ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴν δαιμονικὴ κυριαρχία καὶ τώρα Τὸν ἀγαποῦν μὲ πάθος. Αἰχμάλωτοι καὶ αὐτοί. Ἀλλὰ ὄχι δεμένοι μὲ ἁλυσίδες ἀνίκητης ἐξουσίας. Δεμένοι μᾶλλον μὲ ἀκατάληπτους δεσμοὺς αἰωνίας εὐγνώμονος ἀγάπης.
.             Ὅταν κατέβηκε στὸν Ἅδη, σείστηκαν τὰ κατοχθόνια. Τώρα ποὺ ἀνεβαίνει στὸν πατρικὸ θρόνο σείεται τὸ σύμπαν! Ὁ προφήτης τὸ περιέγραψε μὲ εἰκόνα ἐκπληκτική. Εἶδε τὶς οὐράνιες δυνάμεις τῶν ἀγγέλων ἔκθαμβες νὰ ἀναφωνοῦν: «Τίς οὗτος ὁ παραγενόμενος ἐξ Ἐδώμ;» (Ἠσ. ξγ´ [63] 1)· ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει καταφθάσει ἀπὸ τὸν κάτω κόσμο τῶν ἀνθρώπων;
.             Αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία ποὺ δίνει ἡ Ἐκκλησία μας στὸ σχετικὸ κείμενο τοῦ προφήτου Ἠσαΐα, γι’ αὐτὸ καὶ τὸ τοποθέτησε στὰ ἀναγνώσματα τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως. Καὶ ἐφαρμόζει στὸ Πάθος τοῦ Κυρίου τὰ ἑπόμενα προφητικὰ λόγια: «διατί σου ἐρυθρὰ τὰ ἱμάτια καὶ τὰ ἐνδύματά σου ὡς ἀπὸ πατητοῦ ληνοῦ;». Οἱ ἄγγελοι ἐξακολουθοῦν νὰ ἀποροῦν βλέποντας τὸν Κύριο νὰ ἀνέρχεται. Καὶ γεμάτοι θάμβος ρωτοῦν: γιατί εἶναι κόκκινα τὰ ἱμάτιά σου καὶ τὰ ἐνδύματά σου σὰν νὰ πάτησες σταφύλια;
.             Βλέπουν κατὰ κάποιον τρόπο τὰ αἵματα τῆς θυσίας του. Τὸν βλέπουν νὰ ἀνεβαίνει καὶ αἱματωμένος. Ἐλευθερωτὴς μὲ τὸ αἷμα Του τῶν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες αἰχμαλώτων.
.             Αἰχμάλωτοι καὶ ἐμεῖς τῆς ἀγάπης σου, μεγάλε Ἐλευθερωτή! Μᾶς συνέλαβες γιὰ πάντα στὰ δίχτυα τῆς μέχρι θανάτου ἀγάπης Σου.
.             Δὲν μᾶς τρομάζουν οἱ λυσσαλέες ἐπιθέσεις τοῦ κακοῦ. Δὲν μᾶς πτοοῦν οἱ ἀπειλές, οἱ εἰρωνεῖες, οἱ χλευασμοί, τὸ μίσος τῶν ἐχθρῶν Σου.
.             Διότι αὐτὰ εἶναι σκόνη ποὺ τὴν σκορπίζει ὁ ἄνεμος. Ἐσὺ εἶσαι αἰώνιος. Εἶσαι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ἡ ἄπειρη χαρά, ἡ ἀτέλειωτη εὐτυχία, τὸ ὑπέρλαμπρο φῶς, ἡ ἄσβεστη φλόγα τοῦ κόσμου.
.             Ἐσὺ εἶσαι τὸ πᾶν!

Σχολιάστε

ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ἆραγε τὸ ΑΛΗΘΙΝΟ ΦΩΣ;

 

Τὸ ἀ­λη­θι­νὸ ΦΩΣ

τοῦ ἀρχιμ. Δανιήλ Ἀεράκη,
ἱεροκήρυκος

-Δέν ἀρκεῖ ἆ­ραγε ὁ φω­τι­σμὸς τοῦ Ἁ­γίου Πνεύ­μα­τος;
-Δὲν ἀρκεῖ τό «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέ­ρου Φω­τός»;
– Δὲν ἀρκεῖ τό «Νῦν πάν­τα πεπλή­ρωται φω­τός, οὐ­ρα­νὸς τε καὶ γῆ καὶ τὰ κα­τα­χθό­νια»;
-Δὲν ἀρ­κεῖ τὸ «Ἐ­γώ εἰ­μί τό Φῶς τοῦ κό­σμου»; (Ἰ­ω­αν. η’ 12).
-Δὲν ἀρκεῖ τό «Φω­τί­ζου, φω­τί­ζου, ἡ νέα Ἱερου­σα­λήμ (ἡ Ἐκ­κλη­σία)»;
-Δὲν ἀρκεῖ τὸ «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κό­σμου»; (Ματθ. ε’ 14).
-Δὲν ἀρκεῖ τὸ «Οὕ­τω λαμ­ψά­τω τὸ φῶς ὑ­μῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀν­θρώ­πων»; (Ματθ. ε’ 16).
-Δὲν ἀρκεῖ τό «ὁ ἀ­κο­λου­θῶν ἐμοί, οὐ μὴ περι­πα­τή­σῃ ἐν τῇ σκο­τίᾳ, ἀλλ᾽ ἕξει τό φῶς τῆς ζω­ῆς»; (Ἰω­αν. η´ 12).
-Δὲν ἀρκεῖ τό «Ἐ­γώ Φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐ­λή­λυ­θα»; (Ἰ­ω­αν. ιβ’ 46).
-Δὲν ἀρκεῖ τό Φῶς πού «περι­ή­στραψεν ἀ­πό τοῦ οὐ­ρα­νοῦ» καὶ τύ­φλωσε σω­μα­τι­κὰ τὸν Πα­ῦ­λο καὶ τὸν φώ­τισε ἐ­σω­τε­ρι­κὰ καὶ τὸν ἄλ­λα­ξε; (Πράξ. θ’ 3).
-Δὲν ἀρ­κεῖ τὸ «Τέθει­κά σε εἰς φῶς ἐ­θνῶν»; (Πράξ. ιγ’ 47).
-Δὲν ἀρκεῖ τό «Ὡς τέ­κνα φω­τὸς περιπατεῖτε»; (Ἐφεσ. ε΄ 8).
-Δὲν ἀρκεῖ τό «Υἱ­οὶ φω­τὸς ἐστε καὶ υἱ­οὶ ἡ­μέ­ρας»; (Α’ Θεσ. ε´ 5).
-Δὲν ἀρκεῖ τό «Θαυ­μα­στόν φῶς τῆς κλήσεως ἡ­μῶν»; (Α´ Πέτρ. β´ 9).
-Δὲν ἀρκεῖ τό «Τὸ φῶς τὸ ἀ­λη­θι­νὸν ἤ­δη φαίνει»; (Α´ Ἰω­αν. β´ 8).

.                   Χρει­άζεται, λοι­πόν, γιὰ κάθε μιὰ ἀ­πὸ τὶς ἀ­να­φο­ρὲς αὐ­τὲς περὶ τοῦ οὐ­ρα­νί­ου Φω­τὸς καὶ κά­ποια λαμ­πά­δα; Οἱ λαμ­πά­δες καὶ τὰ ποι­κί­λα φῶ­τα καὶ φα­να­ρά­κια, ἀ­κό­μα καὶ κα­τὰ τὴ λαμ­προ­φό­ρο Ἀ­νάστασι, εἶ­ναι συμ­βο­λι­κά, πού μᾶς ὑ­πο­δει­κνύ­ουν τὸ ἀ­λη­θι­νὸ Φῶς τοῦ Χρι­στοῦ, τὸ μο­να­δι­κὸ Φῶς τοῦ Εὐαγγελί­ου καὶ τὸν ἅ­γιο Φω­τι­σμό.

.             Χω­ρὶς αὐ­τὰ τὰ τρία Φῶ­τα κα­νέ­να ἄλ­λο φῶς δὲν ὁ­δηγεῖ στὴ μετά­νοια καὶ τὴν ἐν Χρι­στῷ σω­τη­ρία.

 

 

 

 

 

 

, ,

Σχολιάστε

ΟΙ “ΑΔΙΚΙΕΣ” ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Οἱ «ἀδικίες» τοῦ Θεοῦ

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.             Σκανδαλιστικὴ ἐκ πρώτης ὄψεως ἡ Παραβολὴ ποὺ ἐξῆλθε ἀπὸ τὸ πανάγιο στόμα τοῦ Θεανθρώπου (Ματθ. κ´ [20] 1-16):
.             Βγῆκε ὁ οἰκοδεσπότης πρωί-πρωὶ γιὰ νὰ μισθώσει ἐργάτες γιὰ τὸ ἀμπέλι του. Ἔτσι συνήθιζαν νὰ κάνουν οἱ ἐργοδότες. Πήγαιναν τὸ πρωὶ σὲ κάποιον δημόσιο χῶρο τῆς πόλεως, ὅπου μαζεύονταν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, μιὰ πλατεία, μιὰ ἀγορά, καὶ διάλεγαν αὐτοὺς ποὺ θὰ ἔπαιρναν γιὰ ἐργάτες τους. Στὶς ἕξι τὸ πρωί, μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου ἄρχιζε ἡ ἐργασία, καὶ ἔληγε στὶς ἕξι τὸ ἀπόγευμα. Δωδεκάωρο πλῆρες. Στὶς ἕξι τὸ πρωὶ λοιπὸν καὶ ὁ κύριος τῆς Παραβολῆς στὸν τόπο συγκεντρώσεως τῶν ἐργατῶν, γιὰ νὰ τοὺς κάνει τὴν πρότασή του: «Πᾶτε, ἐργαστεῖτε σήμερα στὸ ἀμπέλι μου, καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς πληρώσω τὸν καθένα ἀπὸ ἕνα δηνάριο» (ἦταν τὸ ἡμερομίσθιο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης). Συμφώνησαν ἐκεῖνοι καὶ ἀναχώρησαν γιὰ τὸ κτῆμα, νὰ πιάσουν δουλειά.
.             Πέρασαν τρεῖς ὧρες, καὶ ὁ οἰκοδεσπότης ξαναβγῆκε στὴν ἀγορά, στὸ σημεῖο τὸ συγκεκριμένο. Εἶδε κι ἄλλους ἐργάτες νὰ κάθονται ἐκεῖ χωρὶς νὰ κάνουν τίποτε. «Πᾶτε κι ἐσεῖς», τοὺς λέει, «νὰ δουλέψετε στὸ ἀμπέλι μου, καὶ ὅ,τι δικαιοῦστε θὰ σᾶς τὸ δώσω». Ἔφυγαν καὶ αὐτοί.
.             Τὸ ἴδιο ἐπανελήφθη καὶ στὶς δώδεκα τὸ μεσημέρι, γιὰ ἕξι ὧρες πλέον ἐργασία ποὺ ἀπέμεναν, καὶ στὶς τρεῖς τὸ ἀπόγευμα, γιὰ τρεῖς ὧρες. «Πᾶτε, καὶ δὲν θὰ ἀδικηθεῖτε».
.             Καὶ στὶς πέντε τὸ ἀπόγευμα! Πάλι ἐκεῖ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελώνα. «–Τί στέκεστε ἐδῶ ὅλη τὴν ἡμέρα ἀργόσχολοι; –Δὲν μᾶς μίσθωσε κανείς. –Πᾶτε στὸ ἀμπέλι μου, μιὰ ὥρα μένει, ἐργαστεῖτε, καὶ ἐγὼ ὅ,τι εἶναι δίκαιο θὰ σᾶς τὸ δώσω». Τοὺς ἔπεισε κι αὐτοὺς νὰ πᾶνε γιὰ μιὰ ὥρα…
.             Ἦρθε ἡ ὥρα τῆς πληρωμῆς. Τώρα, ὁ καθένας θὰ ἔπαιρνε «ὅ,τι ἦταν δίκαιο», σύμφωνα μὲ τὰ δικά του λόγια. Ἄρχισαν νὰ ἔρχονται. Πρῶτα ἦρθαν οἱ τελευταῖοι, ποὺ ἐργάστηκαν μία ὥρα. Ἀλλὰ τί ἔκπληξη δοκίμασαν, ὅταν εἶδαν στὴν παλάμη τους ἀπὸ ἕνα δηνάριο! Ἕνα ὁλόκληρο ἡμερομίσθιο! Πόσο χάρηκαν, τί αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης δὲν θὰ ἔνιωσαν γιὰ τὸν ἄρχοντα ἐργοδότη τους!…
.             Καὶ βέβαια, ὅταν τὸ ἀντίκρισαν αὐτό, πιὸ πολὺ ὁπωσδήποτε θὰ χάρηκαν οἱ πρῶτοι. Διότι, «ἂν σ’ αὐτοὺς ποὺ δούλεψαν μιὰ ὥρα τοὺς ἔδωσε ἕνα δηνάριο, σ’ ἐμᾶς ἀσφαλῶς θὰ δώσει ἐπὶ δώδεκα. Ἀφοῦ ἔτσι τὸ λέει: ‘‘ὅ,τι εἶναι δίκαιο θὰ τὸ πάρετεʼʼ». Ἔτσι ὁπωσδήποτε θὰ σκέφτηκαν.
.             Ὅμως… τί φοβερὴ ἀπογοήτευση! Κι αὐτοὶ ἀπὸ ἕνα δηνάριο! Μὰ εἶναι δυνατόν; Ἄρχισαν νὰ γογγύζουν κατὰ τοῦ οἰκοδεσπότη. «Τὸ ἴδιο ποὺ πῆραν οἱ τελευταῖοι δίνει καὶ σ’ ἐμᾶς, ποὺ δουλέψαμε δωδεκαπλάσια; Τί ἀδικία εἶναι αὐτή;».
–«Ἑταῖρε οὐκ ἀδικῶ σε», ἡ ἀπάντηση τοῦ κυρίου. Τόσο δὲν συμφωνήσαμε τὸ πρωί; Πάρ’ το λοιπὸν καὶ πήγαινε. Τί σ’ ἐνδιαφέρει τί κάνω ἐγώ; Δὲν μπορῶ νὰ διαχειρίζομαι ὅπως θέλω τὰ χρήματά μου; Γιατί ζηλεύεις;
Καὶ βέβαια δὲν μποροῦσαν νὰ τοῦ ἀντιτείνουν κάτι. Διότι, πράγματι, τόσο εἶχαν συμφωνήσει. Ὅμως…

* * *

.             Ἴσως κάτι μέσα καὶ σὲ μᾶς νὰ μένει σὰν ἀδικαίωτο, σὰν ἀδικία: Τὸ ἴδιο ὅλοι; Εἶναι δίκαιο αὐτό;
Ἀλλὰ κάθε Παραβολὴ παραπέμπει σὲ μιὰ πραγματικότητα. Κι ἐδῶ ἡ πραγματικότητα εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς καλεῖ τὸν κάθε ἄνθρωπο κοντά Του, στὴν ἐργασία τῶν ἐντολῶν Του, τὸν καλεῖ σὲ διαφορετικὴ περίοδο στὴ ζωή του καὶ ὑπὸ ποικίλες περιστάσεις. Ἄλλους τοὺς καλεῖ κοντά Του ἀπὸ τὴν πρώτη παιδικὴ ἡλικία. Ἄλλους ἐφήβους· ἄλλους ὥριμους ἄνδρες· ἄλλους γέροντες, λίγο πρὶν κλείσουν τὰ μάτια τους. Καὶ βέβαια ὁ Καρδιογνώστης γνωρίζει κυρίως τὶς ἐσωτερικὲς διαθέσεις τῶν ἀνθρώπων. Καὶ μπορεῖ αὐτὸς ποὺ κλήθηκε τὴν τελευταία ὥρα νὰ ἐπιδείξει τέτοια προθυμία, διάθεση θερμὴ γιὰ πνευματικὴ ζωή, ποὺ νὰ «ἰσοφαρήσει» τὰ 70, 80 χρόνια πνευματικῆς ζωῆς τοῦ ἄλλου (ἢ ἀκόμα καὶ νὰ τὰ ξεπεράσει). Πόσα τέτοια παραδείγματα δὲν ὑπάρχουν!…
.             Ἀλλὰ ἂς μείνουμε λίγο σ’ αὐτοὺς ποὺ παραπονοῦνται γιὰ «ἀδικία». Ποιοὶ εἶ­ναι αὐτοὶ στὴν πραγματικότητα; Εἶναι ὅσοι κλήθηκαν ἀπὸ τὸν ἅγιο Θεὸ νὰ ζήσουν ζωὴ χριστιανική, μέσα στὴ θαλπωρὴ καὶ στοργὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὰ παιδικά τους ἀκόμη χρόνια. Καὶ μόνο τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ περιποιεῖ τιμὴ γιὰ τοὺς ἴδιους; Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ σκέφτονται ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ τιμημένοι, ποὺ ἐξελέγησαν ὡς πρώτη διαλογὴ ἀπὸ τὸν Κύριο; Ποῦ εἶναι ἡ ἀδικία; Ἢ μήπως, πράγματι, εἶναι ἀδικία, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀντίθετη πλευρά;…
.             Ἀλλὰ ἂν ὑπάρχουν τέτοιοι ἄνθρωποι, ποὺ νὰ γκρινιάζουν καὶ νὰ μεμψιμοιροῦν γιὰ τὸ ὅτι ὁ Θεὸς τοὺς ἀνταποδίδει τὰ ἴσα μὲ τοὺς ἄλλους, τοὺς μετανοήσαντες στὰ τέλη τῆς ζωῆς τους, αὐτοὶ ἀποδεικνύουν ὅτι δὲν βρίσκονται σὲ σωστὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. Σὰν τὸν πρεσβύτερο γιὸ τῆς Παραβολῆς τοῦ Ἀσώτου, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ χαρεῖ γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἀσώτου ἀδελφοῦ του· σκανδαλιζόταν ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ Πατέρα…
.             Αὐτοί, δυστυχῶς, ἀποδεικνύουν ὅτι δὲν χαίρονται τὴ ζωή τους κοντὰ στὸν Πατέρα Θεό, ἀλλὰ μᾶλλον τὴν θεωροῦν ἀγγαρεία. Ὅμως ἀξίζει τελικὰ νὰ ζεῖ κανεὶς μιὰ τέτοια χριστιανικὴ ζωή, μέσα στὴ γκρίνια καὶ τὴ μεμψιμοιρία;
.             Ἔχουμε ἕνα Θεὸ πλούσιο, πλουσιοπάροχο. Ὅλους τοὺς χωράει ὁ Παράδεισος. Καὶ ἡ χαρά μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μειώνεται, ὅταν καὶ κάποιος ἄλλος χαίρεται σὰν κι ἐμᾶς. Μᾶλλον τὸ ἀντίθετο πρέπει νὰ συμβαίνει: νὰ αὐξάνει. Ἀλλιῶς κάτι ἄρρωστο ὑπάρχει στὴ μέση.
.             Αὐτὸ μᾶς καθιστᾶ ἄξιους τοῦ Παραδείσου, αὐτὸ μᾶς κάνει νὰ προγευόμαστε ἀπὸ τώρα τὸν Παράδεισο: τὸ νὰ θέλουμε νὰ πᾶμε ὅλοι ἐκεῖ, κανεὶς νὰ μὴ μείνει ἔξω. Καὶ τὸ νὰ χαιρόμαστε μὲ τὶς χάρες, τὶς εὐλογίες, τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀδελφούς μας.
.             Γιὰ ὅλους ὑπάρχει χῶρος στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ!

 

Σχολιάστε

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΣΑΪΑΣ, ὁ “εὐαγγελιστὴς προφήτης”. «Ἡ διδασκαλία καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ προφήτου Ἠσαΐα δὲν βρῆκαν ἀπήχηση οὔτε στοὺς βασιλεῖς, οὔτε καὶ στὸ λαό»!

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΣΑΪΑΣ
(9 Μαΐου)

Ὃς ἄσπορον προεῖδεν υἱομητρίαν,
Πρισθεὶς ἄναρχον εἶδεν υἱοπατρίαν.
Ἡσαΐας δ᾽ ὁρόων μέλλοντ᾽ ἐνάτῃ χερὶ πρίσθη.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β´.
Τοῦ Προφήτου σου Ἠσαΐου, τὴν μνήμην Κύριε ἑορτάζοντες, δι᾽ αὐτοῦ σε δυσωποῦμεν, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

.             Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας εἶναι μιὰ ἐξαιρετικῶς σημαντικὴ προσωπικότητα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καθὼς θεωρεῖται ὡς ἕνας “τῶν ἐπιφανεστέρων θεολόγων, κηρύκων, διδασκάλων καὶ ποιητῶν τῆς Π.Δ.. Πληροφορίες γιὰ τὸν βίο καὶ τὴν προσωπικότητά του λαμβάνουμε ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο βιβλίο τῆς Π.Δ. Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας ἦταν γιὸς τοῦ Ἀμώς. Γεννήθηκε γύρω στὰ 770 π.Χ. στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἔζησε τὰ γεγονότα ποὺ διαδραματίστηκαν κατὰ τὸν 8ο αἰ. π.Χ. Τὸ ὄνομά του “Ἠσαΐας” (Jeschajahu ἢ Jeschajah) σημαίνει ὅτι “ὁ Κύριος εἶναι σωτηρία” – “ὁ Θεὸς σώζει”. Εἶναι ὁ πρῶτος ἀπὸ τοὺς τέσσερις μεγάλους Προφῆτες καὶ ὁ μεγαλοφωνότερος τῶν Προφητῶν. Χαρακτηρίσθηκε «πέμπτος Εὐαγγελιστής», ἐπειδὴ περιγράφει τὰ γεγονότα ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ -καὶ τὰ ὁποῖα συνέβησαν μετὰ ἀπὸ 800 χρόνια- μὲ τόση ζωντάνια καὶ παραστατικότητα, σὰν νὰ ἦταν αὐτόπτης καὶ αὐτήκοος. Βέβαια, τὰ προεῖδε, διὰ Πνεύματος Ἁγίου, τοῦ λαλήσαντος «διὰ τῶν Προφητῶν».
.             Ἀπὸ τὸ γάμο του μὲ τὴν “προφήτιδα”, ὅπως ἀποκαλεῖται ἡ σύζυγός του στὸ η´3, (δηλαδὴ σύζυγος τοῦ προφήτη) ἀπέκτησε δύο γιοὺς μὲ ὀνόματα συμβολικά τῆς κρισιμότητας τῆς ἐποχῆς καὶ “τῶν μελλόντων νὰ συμβῶσιν”. Μὲ θεία ἐντολὴ ὁ ἕνας γιός του ὀνομάσθηκε Schear Jaschub, = “τὸ ὑπόλοιπον θὰ ἐπιστρέψει” καὶ ὁ ἄλλος Maher schalal hasch baz = “ταχέως σκύλευον, ὀξέως προνόμευσον”. Ἄλλωστε καὶ τὸ δικό του ὄνομα ἦταν συμβολικό: τὸ ὄνομα “Ἠσαΐας” (Jeschajahu ἢ Jeschajah) σημαίνει, ὅπως εἴδαμε, “ὁ Κύριος εἶναι σωτηρία”, σημαίνει δηλ. τὴν πεμπτουσία τοῦ προφητικοῦ του κηρύγματος.
.             Στὸ προφητικὸ ἀξίωμα κλήθηκε μὲ θεῖο ὅραμα ( Ἠσ. ϛ´1 ἐξ.) τὸ 746 π.Χ., τὸ τελευταῖο ἔτος τῆς βασιλείας (καὶ ἔτος τοῦ θανάτου) τοῦ Ἀζαρίου ἢ Ὀζίου, τὸ ὁποῖο σηματοδοτεῖται ἀπὸ τὴν λήξη μιᾶς περιόδου ἀσφάλειας καὶ εὐημερίας καὶ γιὰ τὰ δύο βασίλεια.
.             Οἱ ἰδέες του, ἡ βαθειὰ σκέψη, τὸ ὕφος καὶ ἡ κομψότητα τῆς γλώσσας φανερώνουν ὅτι ἔλαβε μεγάλη μόρφωση. Στὰ κεφ. Ζ´1 ἐξ. καὶ 36-39 φαίνεται ἡ οἰκειότητα ποὺ εἶχε πρὸς τὸν βασιλικὸ οἶκο, πράγμα ποὺ ὑποδηλώνει ὅτι εἶχε στενότατες σχέσεις μὲ τὸν βασιλιὰ καὶ τοὺς ἄρχοντες, ἐπειδὴ βρισκόταν στὴν αὐλή τους καὶ ἀσκοῦσε ἐπιρροή. Ἴχνη τῆς σχεδὸν πενηντάχρονης δράσεώς του ἔχομε ἕως τὸ 701 π.Χ. Ἡ δράση του συμπίπτει μὲ μιὰ ἰδιαίτερα κρίσιμη περίοδο τῆς ἱστορίας τοῦ Βασιλείου τοῦ Ἰούδα, τοῦ Συρο-εφραιμιτικοῦ πολέμου. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ μετὰ δὲν ἔχομε καμία ἄλλη πληροφορία γιὰ ἐκεῖνον.
.             Ὁ Ἠσαΐας ἀποδεικνύεται ὡς “ὁ μέγιστος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ θεολόγος ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ Σαμουὴλ μέχρι τοῦ Ἱερεμίου”, ἐπειδὴ τὸ κήρυγμά του εἶναι τὸ κραταιότατον θεολογικὸν φαινόμενον ἐν τῇ καθόλου Π.Δ.”. Χαρακτηρίζεται ὡς “ὁ προφήτης τῆς πίστεως”, “εὐαγγελιστής” ἢ “εὐαγγελιστὴς προφήτης” καὶ “μεγαλοφωνότατος τῶν προφητῶν”, λόγῳ τοῦ φημισμένου “μεσσιανικοῦ ὁράματος”, δηλ. τῆς προφητείας τοῦ “Ἐμμανουήλ” ( Ἠσ. Z´ 10-17), ὁ ὁποῖος θὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ Δαυϊδικὸ γένος καὶ τὸ ἔργο του μέσα στὴν παγκόσμια ἱστορία ἔγκειται στὸ νὰ φέρει τὴν εἰρήνη σ᾽ ὅλο τὸν κόσμο.

.             Ἡ θεολογία /διδασκαλία του συνοψίζεται στὰ κατωτέρω τέσσερα βασικὰ θέματα:

.             Α. Ὁ Θεός: Ὁ προφήτης Ἠσαΐας ἔχει ὡς βάση τῆς διδασκαλίας του τὴν “ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ”. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τοῦ ἀποκαλύφθηκε ὡς ὁ “Κύριος Σαβαώθ” καὶ ὁ “Ἅγιος” στὸ Ἠσ. ϛ´ 3: “ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ”. Ἐξυμνεῖ μὲ δύναμη καὶ ἐμβαθύνει στὴν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ, μπροστὰ στὸν Ὁποῖο ὅλα τὰ γήινα εἶναι μικρά, ἀδύναμα καὶ παροδικά. Ἐπίσης, τονίζει τὸ μεγαλεῖο τῆς παντοδυναμίας, τῆς μοναδικότητας καὶ τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν πίστη, ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται ὡς “ζῶσα πίστις εἰς ἠθικὸ Ὂν ἐξωτερικευομένη διὰ τῶν καλῶν ἔργων” καὶ δυναμική, ἀφοῦ ἀπαιτεῖ τὴ σταθερὴ καὶ ἀδιάσειστη ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ τὴ βαθειὰ βεβαιότητα ὅτι μόνο ὁ Θεὸς σώζει τὸν λαό Του, κι ἔτσι ὁδηγεῖ στὴν ἐνσυνείδητη ὑπακοὴ στὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ ( Ἠσ. ζ´ 9β).

.             Β. Ὁ Ἄνθρωπος καὶ ὁ Κόσμος: Ὁ Προφήτης ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ στενὴ ἐπικοινωνία, ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Ἰσραήλ, δὲν βασίζεται σὲ φυσικοὺς καὶ μαγικοὺς δεσμοὺς (ὅπως σὲ ἄλλους λαούς), ἀλλὰ στὴν “ἐλεύθερη καὶ γεμάτη χάρη, βούληση τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς εἶναι Ἕνας καὶ ἀξιώνει ἀπὸ τὸν Ἰσραὴλ νὰ ἀνταποκριθεῖ στὴν ἁγιότητα καὶ τὴ χάρη Του ἀναπτύσσοντας τὴν ποιότητα στὴ ζωή, στὴ σκέψη καὶ στὶς πράξεις του. Αὐτὸ θὰ κάνει τὸν Ἰσραὴλ διακριτὸ ποιοτικὰ ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔθνη καὶ ἄξιο αὐτῆς τῆς ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Θεό. Συγχρόνως τονίζει τὴν παγκοσμιότητα τοῦ Θεοῦ. Στὸν προφ. Ἠσαΐα καὶ γενικότερα στὴ Βίβλο ὁ Θεὸς δρᾶ στὴν ἱστορία καὶ στὸν κόσμο ὁλόκληρο (“πλήρης πᾶσα ἡ γῆ”) ὡς ὁ Δημιουργὸς καὶ ὁ Κύριος τῆς παγκόσμιας ἱστορίας. Μέσῳ τοῦ σχεδίου Του τιμωρεῖ ὅσους δὲν στάθηκαν ἄξιοι τῆς ἀποστολῆς τους, χρησιμοποιώντας μάλιστα ὡς ὄργανα τιμωρίας τοὺς ἴδιους τοὺς ἐχθρούς. Ὅμως τελικὰ ἀπευθύνεται στὸ “λεῖμμα”, (ἢ “ὑπόλειμμα”) τοῦ Ἰούδα, τῶν βορείων φυλῶν καὶ τοῦ οἴκου τοῦ Δαυΐδ, τὸ ὁποῖο θὰ σωθεῖ καὶ θὰ συνδεθεῖ ἄμεσα μὲ τὴν ἀποκατάσταση τοῦ Ἰούδα, γι᾽ αὐτὸ καὶ χαρακτηρίζεται ὡς ἐλπιδοφόρο. Ἡ νέα πιστὴ κοινότητα, ὁ νέος λαὸς τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀνασυσταθεῖ καὶ θὰ στηριχθεῖ σ᾽ αὐτὸ τὸν μικρὸ κύκλο ποὺ θὰ ἀποτελέσει τὸν νέο της πυρήνα. Θὰ ἀξιωθεῖ νὰ εἰσέλθει στὴν παραδείσια ἐποχὴ μὲ τὴν γεσία το δανικο δαυϊδικο βασιλι, ποος εναι κατ᾽ ἐξοχν φορέας το Πνεύματος το Θεο, τομμανουήλ”.

.             Γ. Ἡ Ἁμαρτία: Γιὰ τὸν προφήτη “ἁμαρτία” εἶναι ἡ μὴ ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητας τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ προσβολή της ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος, ἐπειδὴ δὲν διαθέτει τὴ δύναμη, πρέπει νὰ ἔχει συναίσθηση τόσο αὐτῆς τῆς ἀδυναμίας, ὅσο καὶ τῆς ἀπόστασης, ποὺ ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ὑλικοῦ κόσμου.

.             Δ. Ἡ Κρίση καὶ ἡ Λύτρωση: Γιὰ τὴν κρίση θεωρεῖ ὑπεύθυνη τὴ στάση τῶν ἱερέων καὶ ψευδοπροφητῶν, ἐπειδὴ μὲ τὴν τυπολατρία προσέβαλαν τὴν ἀξία τῆς πνευματικῆς λατρείας καὶ τὴν “ἠθικὴ ἐξέλιξη τοῦ ἀνθρώπου”. Ἂν καὶ ἡ διδασκαλία εἶναι οὐσιαστικὰ μιὰ συλλογὴ ὁραμάτων του, ἡ ὁποία προμηνύει τὴν καταστροφὴ καὶ τὴν ἐρήμωση τοῦ Ἰούδα, ὅμως δὲν στερεῖ τὴν ἐλπίδα σ᾽ αὐτοὺς τοὺς λίγους ποὺ τὴν κατανοοῦν. Αὐτὴ ἡ ἐλπίδα προέρχεται ἀπὸ τὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ ὡς ἀγάπης. Ἡ κρίση δὲν θὰ σημάνει τὸ ὁριστικὸ τέλος τῆς ἱστορίας τοῦ Ἰσραήλ, τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας. Οἱ προβλέψεις τοῦ προφήτη γιὰ τὸ μέλλον εἶναι οἰκουμενικὲς καὶ πανανθρώπινες, διότι τὸ σχέδιον τῆς θείας οἰκονομίας ἀποσκοπεῖ ὄχι μόνον εἰς τὴν σωτηρίαν τοῦ “ὑπολείμματος”, ἀλλὰ καὶ τῶν “ἐθνῶν” (β´ 2-24)”.

.           Ἡ διδασκαλία καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ προφήτου Ἠσαΐα δὲν βρῆκαν ἀπήχηση οὔτε στοὺς βασιλεῖς, οὔτε καὶ στὸ λαό, ἀφοῦ ἐλάχιστες στιγμὲς ἀκολούθησαν τὶς ὑποδείξεις του. Ὡστόσο κατὰ τὰ ἔτη τῆς προφητικῆς του δράσης (740-701 π.Χ.) χρηματίζοντας ὡς ἕνας δημόσιος δάσκαλος στὸν Ἰούδα ἀπέκτησε σταδιακὰ ἕνα μικρὸ κύκλο μαθητῶν. Ὁ Ἠσαΐας στηρίζει πλέον τὶς ἐλπίδες του στὸ Θεὸ μέσῳ τῶν πολυσήμαντων ὀνομάτων τῶν δύο παιδιῶν του, τὰ ὁποῖα ἐκφράζουν τὴν προσωπική του εὐσέβεια, καθὼς καὶ τὸ ὄνομα τοῦ “Ἐμμανουήλ” ὡς “ὁ Θεὸς μεθ᾽ ἡμῶν”, τὸ ὁποῖο ἐκφράζει τὴν ἐλπίδα κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Συρο-εφραιμιτικοῦ πολέμου. Στὰ παιδιά του καὶ στοὺς μαθητές του ἀποφασίζει νὰ ἐμπιστευθεῖ τὴ μαρτυρία του καὶ νὰ παραδώσει τὴ διδασκαλία γιὰ νὰ τὴν διασφαλίσει (Ἠσ. 8,16 “τότε φανεροὶ ἔσονται οἱ σφραγιζόμενοι τὸν νόμον τοῦ μὴ μαθεῖν.”).
.             Εἰδικότερα, γιὰ τὴν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία προφητεύει: «Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρί ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ»∙ «ὅτι παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν, οὗ ἡ ἀρχή ἐγεννήθη ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ, καὶ καλεῖται τό ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος, θαυμαστὸς σύμβουλος, Θεός ἰσχυρός, ἐξουσιαστής, ἄρχων εἰρήνης, πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος»· «μεγάλη ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ, καὶ τῆς εἰρήνης αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ὅριον, ἐπὶ τὸν θρόνον Δαυίδ καὶ τὴν βασιλείαν αὐτοῦ κατορθῶσαι αὐτὴν καὶ ἀντιλαβέσθαι αὐτῆς ἐν κρίματι καὶ ἐν δικαιοσύνῃ ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ εἰς τὸν αἰῶνα».
.            Αὐτὴ ἡ προφητεία προῆλθε ὡς ἑξῆς: Ὁ Ἰσραήλ, ὡς λαὸς τοῦ παναγίου Θεοῦ, εἶχε χρέος νὰ εἶναι δίκαιος καὶ ἅγιος, νὰ ἀπέχει ἀπὸ τὶς εἰδωλολατρικὲς συνήθειες καὶ νὰ μὴν συμμετέχει στὶς κοινωνικὲς καταχρήσεις καὶ ἀδικίες τῆς ἐποχῆς. Ὅμως οἱ προτροπὲς τοῦ προφήτη δὲν εἰσακούσθηκαν καὶ γι᾽ αὐτὸ τὸν λόγο θὰ ἀκολουθήσουν τιμωρίες καὶ τελικὴ κάθαρση ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες. Ἔτσι προέκυψε ἡ προφητεία γιὰ τὸν Ἐμμανουήλ, ἡ ὁποία ἀναγγέλλει τὴν ἔλευση τοῦ ἀναμενομένου Μεσσία (Ἠσ. ζ´-ιβ´). Δικαιοσύνη, ἁγιότητα καὶ εὐημερία θὰ εἶναι τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ τῆς βασιλείας του, ἀλλὰ μόνον τὸ μικρὸ κατάλοιπο (= “λεῖμμα”) τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ θὰ κληρονομήσει αὐτή. Ἡ μεσσιανικὴ ἐξαγγελία καὶ οἱ ἐσχατολογικὲς προφητεῖες ἐντάσσονται στὸ ἐλεγκτικὸ κήρυγμα τοῦ προφήτη, ὁ ὁποῖος καλεῖ σὲ μετάνοια μὲ ἄμεση συνέπεια τὴν ἀποφυγὴ τῆς ἐπερχομένης κρίσης. Περιέχει ἐπίσης ἱστορικὲς ἀφηγήσεις γιὰ τὴν πολιορκία τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τοὺς Ἀσσυρίους. Στὸ Ἠσ. ζ´14 – 9 θ´7 ὁ προφ. Ἠσαΐας δείχνει τὸν Μεσσία ὡς Θεό, ὡς τὴν παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο. Εἶναι ἡ δυνατότερη ἀναφορὰ στὴ θεότητα τοῦ Μεσσία. “Η παρθένος θὰ συλλάβει καὶ θὰ γεννήσει υἱὸ καὶ θὰ καλέσουν τὸ ὄνομά του Ἐμμανουήλ”.
.             Τὸ ἑβραϊκὸ ὄνομα לא וּנמּע (῾immanu᾿el) ) “Ἐμμανουήλ” εἶναι ὅρος μὲ “εἰδικὸ” θεολογικὸ βάρος, ἀφοῦ διαβεβαιώνει ὅτι “ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας”. Στὴν Ἁγία Γραφὴ τὸ ὄνομα “Ἐμμανουήλ” χρησιμοποιεῖται τέσσερις φορές. Στὴν Π.Δ. ἀπαντᾶ μόνον στὸν Ἠσαΐα ἐντὸς τοῦ λεγομένου “Βιβλίον Ἐμμανουήλ”, στὰ Ἠσ. ζ´14, η´8,10. Στὴν Κ.Δ. τὸ ὄνομα “Ἐμμανουήλ” καὶ ἡ φράση “μεθ᾽ ἡμῶν ὁ Θεός” χρησιμοποιεῖται κυρίως στὸ Ματθ. α´ 23: “ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἔξει καὶ τέξεται υἱὸν καὶ καλέσουσιν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὃ ἔστιν μεθερμηνευόμενον μεθ᾽ ἡμῶν ὁ Θεός” καὶ ἐκπληρώνεται στὸν Ἰησοῦ Χριστό. Στὴ βιβλικὴ παράδοση αὐτὴ ἡ δήλωση τῆς ἐγγύτητας τοῦ Θεοῦ συμπορεύεται μὲ τὴ βεβαίωση ὅτι Ἐκεῖνος καθοδηγεῖ τὰ γεγονότα. Ὁ προφήτης Ἠσαΐας μεταχειρίζεται αὐτὸ τὸν ὅρο γιὰ νὰ δείξει τὴ μοναδικὴ σχέση τοῦ Γιαχβὲ μὲ τὸ ἐκλεκτὸ “λεῖμμα”, τὸ ὁποῖο προέρχεται ἀπὸ τὸν “οἶκο Δαυΐδ”. Θέλει νὰ ὑπενθυμίσει ὅτι ἔθνος καὶ βασιλικὸς οἶκος συνυπολογίζονται στὸ πρόσωπο τοῦ βασιλιᾶ Ἄχαζ. Παρὰ τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας του, τὴν προσωπική του ἀδυναμία καὶ διστακτικότητα ὁ βασιελὺς πρέπει νὰ λάβει σοβαρὰ ὑπ᾽ ὄψιν του τὸ “σημεῖο Ἐμμανουήλ” ὡς “σημεῖο” ἐγγύησης, σταθερότητας καὶ διάρκειας τοῦ θρόνου τοῦ Δαυΐδ, ποὺ τώρα διακυβεύεται. Ἂν καὶ δὲν λέγεται τίποτα περισσότερο στὸ Ἠσ. ζ´ γιὰ τὸν “Ἐμμανουήλ”, ὡστόσο αὐτὸ τὸ ὄνομα εἶναι ἕνας ἰδιαίτερος τίτλος, ὁ ὁποῖος ἐπικαλεῖται τὰ μεσσιανικὰ ἰδιώματα, τὰ ὁποῖα ἀναλύονται στὰ: Ἠσ. ζ´10-20. η´1-8, θ´1-7, ια´1-10. Βαθμιαία ὁ προφήτης ἀποκαλύπτει στὸν λαό του τὸ θεῖο καὶ μεσσιανικὸ χαρακτήρα τοῦ “Ἐμμανουήλ”, ἀνακακαλώντας τὴν ἐλπίδα τῆς λύτρωσης, ἡ ὁποία ἐπισυνάπτεται στὴ Δαυϊδικὴ δυναστεία. Λόγῳ τῆς ἁμαρτίας, αὐτὸ καθίσταται μιὰ πικρὴ ἐπίπληξη πρὸς τὸν βασιλιά, ὁ ὁποῖος σκεφτόταν «κοσμικά» πὼς “ὁ Ἀσσύριος βασιλιὰς εἶναι μαζί μας”. Ἐπιπλέον μέσῳ τοῦ “Ἐμμανουήλ” προαναγγέλεται ἡ ἔλευση τοῦ Μεσσία, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸν ἀντι-Ἄχαζ, ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος λόγῳ καὶ ἔργῳ ἐνσαρκώνει τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ καθίσταται ἡ σωτηρία γιὰ τοὺς πιστοὺς παραλῆπτες καὶ ἡ συμφορὰ γιὰ τοὺς ἀπίστους. Ἡ εἰκόνα ποὺ μᾶς δίνει ὁ προφήτης γιὰ τὴ μελλοντικὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι οὐσιαστικὰ ἡ συμμετοχὴ τῶν πιστῶν μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ἱεροῦ καταλοίπου σὲ μιὰ κατάσταση πλήρους εὐδαιμονίας, σ᾽ ἕναν κόσμο χωρὶς βάσανα, ἀδικίες καὶ προπαντὸς τὴ φρίκη τοῦ πολέμου. Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσα στὸ λαό του εἶναι ἡ κατακλείδα στὴν ἐσχατολογικὴ παράσταση τοῦ προφήτη.
.             Ὁ προφήτης Ἠσαΐας τονίζει, ἐπίσης, ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ “Ἐμμανουήλ”, εἶναι τὸ Φῶς τὸ ἀληθινὸ ποὺ φώτισε τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι βρίσκονταν στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου, ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, ἡ παρηγοριὰ καὶ ἡ ἐλπίδα ὅλων, καὶ κυρίως τῶν πτωχῶν, τῶν ἀδυνάτων, τῶν ἀπελπισμένων. (Ἠσ. θ´ 1-5). Ὁ Ἠσαΐας προφητεύει τόσο τὴν ἄμεση λύτρωση καὶ ἐλευθερία τῶν περιοχῶν ποὺ ἀναφέρονται στὸ στίχο αὐτό, ὅσο καὶ τὴν ἄνοδο ἑνὸς υἱοῦ Δαυΐδ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκπλήρωνε ὅλες τὶς ἐλπίδες τοῦ λαοῦ. «Χώρα Ζαβουλών, γῆ Νεφθαλὶμ ὁδὸν θαλάσσης καὶ οἱ λοιποὶ οἱ τὴν παραλίαν κατοικοῦντες καὶ πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, τὰ μέρη τῆς Ἰουδαίας. Ὁ λαὸς ὁ πορευόμενος ἐν σκότει, εἶδε φῶς μέγα· οἱ κατοικοῦντες ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου, φῶς λάμψει ἐφ᾽ ὑμᾶς». «Καὶ ἀκούσονται ἐν τῇ ἡμέρα ἐκείνῃ κωφοὶ λόγους βιβλίου, καὶ οἱ ἐν τῷ σκότει καὶ οἱ ἐν τῇ ὁμίχλῃ ὀφθαλμοὶ τυφλῶν ὄψονται· καὶ ἀγαλλιάσονται πτωχοὶ διὰ Κύριον ἐν εὐφροσύνῃ, καὶ οἱ ἀπηλπισμένοι τῶν ἀνθρώπων ἐμπλησθήσονται εὐφροσύνης».
.             Ὁ προφήτης Ἠσαΐας δὲν παραλείπει, ἀσφαλῶς, καὶ τὴν περιγραφὴ τῶν γεγονότων ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ, τὴν λαμπροφόρο Ἀνάσταση καὶ τὴν ἔνδοξη Ἀνάληψή Του, καθὼς καὶ τὴν ἀποστολὴ τῶν Μαθητῶν Του στὰ ἔθνη, γιὰ νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο. Μεταξὺ ἄλλων, λέγει: «Παρεδόθη εἰς θάνατον ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, καὶ ἐν τοῖς ἀνόμοις ἐλογίσθη»· «οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται, καὶ ἡμεῖς ἐλογισάμεθα αὐτὸν εἶναι ἐν πόνῳ καὶ ἐν πληγῇ ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἐν κακώσει»· «αὐτὸς δὲ ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ μεμαλάκισται διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν». «Ἀναστήσονται οἱ νεκροί, καὶ ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις, καὶ εὐφρανθήσονται οἱ ἐν τῇ γῇ». «Νῦν ἀναστήσομαι, λέγει Κύριος, νῦν δοξασθήσομαι, νῦν ὑψωθήσομαι»· Καὶ «ἐξαποστελῶ ἐξ αὐτῶν σεσωσμένους εἰς τὰ ἔθνη …καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὰς νήσους τὰς πόρρω, οἳ οὐκ ἀκηκόασί μου τὸ ὄνομα οὐδὲ ἑωράκασί μου τὴν δόξαν, καὶ ἀναγγελοῦσι τὴν δόξαν μου ἐν τοῖς ἔθνεσι».
.             Τὸ πρῶτο κήρυγμά του ἀναφέρεται στὴν μετάνοια, ποὺ εἶναι τὸ θεμέλιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ ἡ βασικὴ προϋπόθεση κοινωνίας μὲ τὸν Θεό. Προτρέπει, τοὺς ἀνθρώπους, ἐξ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, νὰ λουσθοῦν, νὰ καθαρισθοῦν, καὶ νὰ διώξουν ἀπὸ μέσα τοὺς κάθε πονηρία, γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ διαλεχθοῦν μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ εἰσακουσθῆ ἡ προσευχή τους. «Λούσασθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε, ἀφέλετε τὰς πονηρίας ἀπὸ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μου, παύσασθε ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν, μάθετε καλὸν ποιεῖν… καὶ δεῦτε διαλεχθῶμεν, λέγει Κύριος». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι γιὰ νὰ μπορέσει κανεὶς νὰ γνωρίσει τὸν Θεὸ καὶ νὰ διαλεχθεῖ μαζί Του πρέπει νὰ καθαρισθεῖ ἐσωτερικά, ἤτοι νὰ ἀποβάλει μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά του τὴν πονηρία καὶ νὰ ἐνδυθεῖ τὴν ἁπλότητα.
.             Ἰδιαιτέρως χρειάζεται νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι κατὰ τὸν 8ο αἰ. π.Χ. τὸ ρεῦμα θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ ἦταν τόσο ἰσχυρό, ποὺ ὁδήγησε τόσο στὴν ἄμεση ἀμφισβήτηση τῆς πρώτης ἐντολῆς τοῦ Δεκαλόγου, ὅσο καὶ στὴ στεγνὴ τυπολατρεία, ἐπηρεάζοντας ὅλες τὶς τάξεις τῆς ἰσραηλιτικῆς κοινωνίας, δηλ. τὸν λαό, τοὺς ἄρχοντες, τοὺς ἱερεῖς, τοὺς ψευδοπροφῆτες καὶ τοὺς δικαστές. Ὁ προφ. Ἠσαΐας τοὺς ἀσκεῖ ἀμείλικτη κριτικὴ καὶ τοὺς καθιστᾶ συνυπευθύνους γι᾽ αὐτὴ τὴν κατάσταση τῆς θρησκευτικῆς ἀπάτης. Ὁ Ἠσαΐας ἂν καὶ δὲν εἶναι πολιτικός, ἐν τούτοις ἔχει πολιτικὸ λόγο, ποὺ εἶναι ἀπόλυτα συνδεδεμένος μὲ τὸ ζῆλο γιὰ τὸν Γιαχβὲ καὶ τὴν πίστη σ᾽ Αὐτόν. Αὐτὰ τὰ δύο ἀποτελοῦν προϋποθέσεις γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ καὶ τὴ σωτηρία τοῦ Ἰσραήλ.
.             Ὁ Ἠσαΐας εἶναι ὁ πρῶτος προφήτης ποὺ ὑπαινίσσεται τὴν ἰδέα τοῦ θεϊκοῦ σχεδίου γιὰ τὸ μέλλον ὅλων τῶν ἀνθρώπων, καθὼς καὶ τὴν ἰδέα τῆς παγκόσμιας ἱστορίας, δηλαδὴ τῆς ἐλπίδας τῆς ἐπανένωσης τῶν ἀνθρωπίνων γενεῶν, ποὺ εἶχαν χωρισθεῖ μετὰ τὴ σύγχυση τῶν φυλῶν. Τὸ ἀποκορύφωμα αὐτοῦ τοῦ κειμένου βρίσκεται Ἠσ. ια´ 9 καὶ στὴ “γνώση τοῦ Θεοῦ”. Ὁ θεολογικὸς πυρήνας αὐτῆς τῆς ἑνότητας βρίσκεται στὸ Ἠσ. ια´ 10, ὅπου «ὁ βλαστὸς» ἀπὸ τὴ ρίζα Ἰεσσαὶ θὰ στέκεται γιὰ ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ τὰ εἰδωλολατρικὰ ἔθνη ὡς σημαία καὶ σημεῖο συγκέντρωσης, ὅπου ὅλα τὰ ἔθνη θὰ ἔρχονται καὶ θὰ ζητᾶνε τὴ συμβουλή του. Ἡ ἐπαναστατικότητα τῶν δηλώσεων τοῦ προφ. Ἠσαΐα ἔγκειται στὴν ἀναφορὰ ἑνὸς μελλοντικοῦ βασιλιᾶ, ὁ ὁποῖος θὰ προέλθει ἀπὸ τὴ ρίζα Ἰεσσαὶ καὶ ὄχι ἀπὸ ἕνα σύγχρονό του καὶ προσωρινὸ βασιλιά.

ΣΥΝΘΕΣΗ: «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

 

 

Σχολιάστε