Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΘΕΟΛΟΓΙΑ"

O ΘΕΣΜOΣ ΤHΣ ΑYΤΟΚΕΦΑΛIΑΣ ΣΤHΝ OΡΘOΔΟΞΗ EΚΚΛΗΣIΑ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ὁ θεσμὸς τῆς Αὐτοκεφαλίας
στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία

τοῦ  Μητροπ. Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»

.                 Μέ ἀφορμή τήν διαδικασία χορηγήσεως ἐκκλησιαστικῆς Αὐτοκεφαλίας στήν Οὐκρανία ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, γίνεται ἔντονη συζήτηση καί διατυπώνονται διάφορες ἀπόψεις.
.                 Τό κεντρικό θέμα εἶναι τί ἀκριβῶς εἶναι Αὐτοκεφαλία, ποιός τήν χορηγεῖ καί πῶς λειτουργεῖ ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία μέσα στό σύστημα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Δέν πρόκειται γιά διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, ἀλλά γιά ἕναν τρόπο συνοδικῆς λειτουργίας της, ὑπό τήν εὐθύνη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, πού εἶναι ἡ Πρωτόθρονη Ἐκκλησία στό ἐκκλησιαστικό Συνοδικό σύστημα διοικήσεως καί λειτουργίας.
.                 Πολλοί ἑκατέρωθεν παραθέτουν διάφορα στοιχεῖα γιά τό θέμα πού ἀνέκυψε, ἀλλά πρίν ἀπ’ ὅλα πρέπει νά ἐντοπισθῆ τό σημεῖο ὅτι ἡ Αὐτοκεφαλία δέν τίθεται σέ μιά σχέση ἀνεξαρτησίας, ἀλλά σέ μιά σχέση ἀλληλεξάρτησης. Νομίζω ὅτι αὐτό εἶναι τό πιό βασικό θέμα πού ἀπασχολεῖ τήν Ἐκκλησία μας αὐτές τίς ἡμέρες. Αὐτές τίς σκέψεις τίς ἔχω διατυπώσει καί σέ παλαιότερες μελέτες μου.

1. Ὁ ὅρος Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία

.                 Κατά τόν καθηγητή Ἰωάννη Καρμίρη καί ἄλλους μελετητές, ἀπό τήν ἀρχή της ἡ Ἐκκλησία διοργανώθηκε «ἱεραρχικῶς καί συνοδικῶς», δηλαδή ἡ ἐκκλησιαστική ζωή ἐξελίχθηκε σέ ἐπισκοπική, μητροπολιτική, πατριαρχική καί ἔπειτα συνοδική, μέχρι τόν βαθμό τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἔτσι, τό ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικό πολίτευμα εἶναι συνοδικό καί ἱεραρχικό. Ἡ συνοδικότητα δέν καταργεῖ τήν ἱεραρχικότητα, καί ἡ ἱεραρχικότητα δέν καταργεῖ τήν συνοδικότητα. Ἔτσι τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα εἶναι «ἱεραρχικῶς συνοδικόν» ἤ «συνοδικῶς ἱεραρχικόν», κατά τόν Ἀλέξανδρο Σμέμαν.
.                 Ἀντίθετα στήν Δύση ὁ παπικός θεσμός προσέλαβε τό φεουδαλιστικό σύστημα διοικήσεως καί ἔτσι εἰσήχθη τό «ἀπολυταρχικόν-μοναρχικόν-συγκεντρωτικόν πολίτευμα» καί ἀργότερα οἱ Προτεστάντες πού ἀποσχίσθηκαν ἀπό τόν Ρωμαιοκαθολικισμό εἰσήγαγαν τό σύστημα τῆς συνομοσπονδίας, χωρίς νά ὑπάρχη κέντρο.
.                 Αὐτό σημαίνει ὅτι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ἰσχύει τό παπικό πρωτεῖο, οὔτε ἡ προτεσταντική συνομοσπονδία, ἀλλά λειτουργεῖ τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα μέ τήν προεδρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, πού ἔχει συντονιστικό ρόλο καί ἀναλαμβάνει πρωτοβουλίες γιά τήν καλή λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα εἶναι προέκταση τῆς θείας Εὐχαριστίας, στήν ὁποία ὑπάρχει ὁ προεξάρχων καί οἱ λειτουργοῦντες κατά τά πρεσβεῖα τους. Ἔτσι, ἀποφεύγεται τόσο ὁ Παπισμός ὅσο καί ὁ Προτεσταντισμός.
.                 Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική πρέπει νά ἀντιμετωπισθῆ καί τό Αὐτοκέφαλον, ὄχι ὡς ἀνεξάρτητη κεφαλή, ἀλλά ὡς κεφαλή μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας πού ἐντάσσεται καί λειτουργεῖ μέσα στό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, οὔτε παραθεωρεῖται ἡ συνοδικότητα οὔτε ὑπονομεύεται ἡ ἱεραρχικότητα.
.                 Ὕστερα ἀπό τά γενικά αὐτά, πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἀπό διάφορες μελέτες γνωρίζουμε ὅτι ὁ ὅρος «Αὐτοκέφαλο» ἐμφανίστηκε ἀρχικά συνδεδεμένος μέ τόν τίτλο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ὁ ὁποῖος βέβαια Ἀρχιεπίσκοπος δέν εἶχε τότε τήν ἔννοια τοῦ ἀρχηγοῦ μιᾶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἦταν ὁ Ἐπίσκοπος ὁ ὁποῖος εἶχε ἐξάρτηση καί ἀναφορά (ἀπό, καί) στόν Πατριάρχη καί ὄχι στόν Μητροπολίτη τῆς Ἐπαρχίας. Ἔτσι, ὁ «αὐτοκέφαλος Ἀρχιεπίσκοπος» ἐξαρτόταν ἀπό τόν Πατριάρχη, ἀπό τόν ὁποῖο λάμβανε τήν χειροτονία καί βέβαια τόν μνημόνευε κατά τίς ἱερές Ἀκολουθίες.
.                 Ἀπό τόν 9ο αἰώνα καί μετά, ὅπως σημειώνει ὁ καθηγητής Ἰωάννης Ταρνανίδης, ἡ σημασία τοῦ Αὐτοκεφάλου ἀναβαθμίστηκε, ὅταν, βεβαίως, ἡ ἐκκλησιαστική ἀνεξαρτησία ἐτέθη μέσα στίς πολιτικές – ἐθνικιστικές ἐπιδιώξεις τῶν Σλαύων.
.                 Ὅμως, καί στήν περίπτωση αὐτή τῆς ἀναβαθμίσεως τοῦ ὅρου καί τοῦ ρόλου τοῦ αὐτοκεφάλου Ἀρχιεπισκόπου, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μποροῦσε ἀνά πᾶσα στιγμή νά ἐπεμβαίνη στά ἐσωτερικά της, νά διευρύνη τίς δικαιοδοσίες του στόν χῶρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησής της, νά χειροτονῆ τόν Ἀρχιεπίσκοπο καί αὐτό, βέβαια, συνδέεται μέ τήν ὑποχρέωση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου νά μνημονεύη τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
.              Ἔπειτα, ὁ ὅρος «Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία» εἰσήχθη μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ὄχι μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀποτελεῖ μιά ἀνεξάρτητη Ἐκκλησία, ἀλλά μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀποτελεῖ μιά ἑνιαία ἐκκλησιαστική διοίκηση πού καθορίζει τά τῆς ἐκλογῆς, χειροτονίας καί δίκης τῶν Ἐπισκόπων καί ρυθμίζει ὅλα τά ἐκκλησιαστικά θέματα τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἔχει ὁπωσδήποτε σύνδεσμο μέ ὅλη τήν Ἐκκλησία, ἰδιαιτέρως μέ τήν Πρωτόθρονη Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.
.                 Δέν πρόκειται γιά αὐτόνομη καί ἀνεξάρτητη κεφαλή, πού ξεχωρίζεται ἀπό τήν ἑνιαία καί μία κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά γιά μιά διοικητική ἐλευθερία μέσα στό ἑνιαῖο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
.                 Ἀκόμη καί ἡ λέξη Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία πρέπει νά ἑρμηνευθῆ ὀρθόδοξα καί ἐκκλησιολογικά, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ὁ ὅρος εἶναι ἀρκετά συμβατικός, δηλαδή χρησιμοποιεῖται μόνο γιά τήν αὐτοδιοίκηση καί τήν διοικητική διάρθρωση τῶν Ἐκκλησιῶν καί δέν σημαίνει διάσπαση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας Κεφαλή εἶναι ὁ Χριστός.
.                Γιά τό θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος ἰσχύει ὅ,τι λέγεται γιά τόν μελισμό τοῦ ἄρτου τῆς θείας Εὐχαριστίας, κατά τόν λόγο τοῦ Λειτουργοῦ: «Μελίζεται καί διαμερίζεται ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ μελιζόμενος καί μή διαιρούμενος ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καί μηδέποτε δαπανώμενος». Ὅσοι κοινωνοῦν δέν λαμβάνουν ἕνα τμῆμα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ὁλόκληρο τόν Χριστό. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τίς Ὀρθόδοξες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ἀρκεῖ νά ὑπάρχη ὀρθόδοξη πίστη, κανονική εὐταξία καί ἑνότητα μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν.
.                 Μελετώντας τούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας δέν συνάντησα τόν ὅρο Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία, ἀλλά παρατήρησα ὅτι ἀφ᾿ ἑνός μέν ὁ ὅρος συναντᾶται στίς ἑρμηνεῖες τῶν ἐξηγητῶν τῶν Κανόνων, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ καθιερώθηκε ἐπίσημα σέ νεώτερες Πατριαρχικές Πράξεις. Γιά παράδειγμα, ὁ η´ Κανόνας τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀναφερόμενος στήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, γράφει: «Ἓξουσι τό ἀνεπηρέαστον καί ἀβίαστον οἱ τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν, τῶν κατά τήν Κύπρον, προεστῶτες, κατά τούς κανόνας τῶν ὁσίων Πατέρων, καί τήν ἀρχαίαν συνήθειαν, δι᾿ ἑαυτῶν τάς χειροτονίας τῶν εὐλαβεστάτων ἐπισκόπων ποιούμενοι· τό δέ αὐτό καί ἐπί τῶν ἄλλων διοικήσεων, καί τῶν ἁπανταχοῦ ἐπαρχιῶν παραφυλαχθήσεται…». Περιγράφεται ὁ ὅρος «ἀνεπηρέαστον» καί «ἀβίαστον», χωρίς νά ἀναφέρεται ὁ ὅρος Αὐτοκέφαλο. Ὁ Βαλσαμών, ἑρμηνεύοντας τόν λθ´ Κανόνα τῆς ἐν Τρούλλῳ ϛ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στό ἴδιο θέμα, τήν διοίκηση τῆς Κύπρου ἀποκαλεῖ «αὐτοκέφαλον»: «…ὡρίσθη αὐτοκέφαλον εἶναι τήν ἐκκλησίαν τῆς Κύπρου».
.                 Πρέπει ἀκόμη νά ὑπογραμμισθῆ ὅτι οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι ἔδωσαν τήν αὐτοδιοίκηση στίς Ἐκκλησίες μέ ὅρους πού προβλέπονται ἀπό τούς προηγουμένους ἱερούς Κανόνες. Εἶναι χαρακτηριστικός ὁ β´ Κανόνας τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Φυλαττομένου δέ τοῦ προγεγραμμένου περί τῶν διοικήσεων κανόνος, εὔδηλον ὡς τά καθ᾿ ἑκάστην ἐπαρχίαν ἡ τῆς ἐπαρχίας σύνοδος διοικήσει». Ὅμοιοι εἶναι καί οἱ Κανόνες: η´ τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς, κη´ τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς, λθ´ τῆς ϛ´ Οἰκουμενικῆς. Καθώς ἐπίσης στό θέμα τῆς μνημονεύσεως τοῦ «Πρώτου» εἶναι χαρακτηριστικοί οἱ ιδ´ καί ιε´ Κανόνες τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Οἱ Κανόνες αὐτοί σαφῶς παραπέμπουν καί ὑπονοοῦν τόν λδ´ Κανόνα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί προϋποθέτουν ἤ Μητροπολιτικό ἤ Πατριαρχικό σύστημα διοικήσεως μιᾶς Ἐκκλησίας.
.                 Ὁ Μητροπολίτης Σάρδεων Μάξιμος, ἐπικαλούμενος μαρτυρία τοῦ Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, γράφει ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ «αὐτοκεφάλου» δέν ἀνήκει στήν «ὀντολογία» τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά στήν ἱστορική της «ὑπόσταση». Εἶναι χρήσιμος αὐτός ὁ διαχωρισμός μεταξύ τῆς ὀντολογικῆς καί τῆς ἱεραρχικῆς τάξεως τῆς οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά ἀποφύγουμε τόσο τόν κίνδυνο τοῦ Παπισμοῦ, ὅσο καί τόν πειρασμό τοῦ Προτεσταντισμοῦ. Ἑπομένως, οὔτε ἀρνούμαστε τήν ὀντολογική ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος τοῦ Χριστοῦ, οὔτε ὅμως ἀρνούμαστε καί τήν ἱεράρχηση μεταξύ τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.
.                 Ἐπίσης, ὁ ἴδιος Μητροπολίτης παρατηρεῖ: «Ἡ ἱστορία καί ἡ μακραίων παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας ἐδημιούργησε καί κατωχύρωσε τήν πρᾶξιν τῆς “ἱεραρχίας τῆς τιμῆς”, ἡ δέ ἄρνησις αὐτῆς ἐν ὀνόματι τῆς κακῶς ἐννοουμένης “ἰσοτιμίας” εἶναι ἐσκεμμένη καί ὑποβολιμαία ἀντικατάστασις τῆς γνησίας καθολικότητος διά τινος “δημοκρατικῆς” ἰσότητος». Γι᾿ αὐτό ὁ ὅρος «αὐτοκέφαλος Ἀρχιεπίσκοπος» στήν διάρκεια ὅλων τῶν αἰώνων δέν εἶχε τήν ἔννοια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀπόλυτης ἀνεξαρτησίας.

2. Τό Αὐτοκέφαλο καί ἡ ἐνότητα τῆς Ἐκκλησίας

.                 Ὁ καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας σέ ἄρθρο του μέ τίτλο «Οἱ ὅροι καί οἱ παράγοντες τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ αὐτοκεφάλου» καί ὑπότιτλο «Τό αὐτοκέφαλον καί οἱ ἱεροί κανόνες» ἀναλύει διεξοδικῶς ἐπί τῇ βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας τό πῶς λειτουργοῦσαν οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, καθώς ἐπίσης ἐξετάζει διεξοδικῶς τούς ὅρους καί τούς παράγοντες πού διαμορφώνουν μιά Ἐκκλησία σέ Αὐτοκέφαλη.
.                 Ἀπό τό ἄρθρο αὐτό σημειώνω ὅτι ἡ Αὐτοκεφαλία τῶν Ἐκκλησιῶν ἔχει σχέση μέ τήν συνοδική διάρθρωση τῆς καθόλου Ἐκκλησίας καί τήν διατήρηση τῆς ἑνότητος τῶν Ἐκκλησιῶν ὑπό τήν ἐπίβλεψη καί κηδεμονία τοῦ «Πρώτου», πού εἶναι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης. Μέ κανέναν λόγο ἡ Αὐτοκεφαλία δέν μπορεῖ νά ἐξυπηρετήση ἀποσχιστικές ἐνέργειες καί τάσεις καί «καπετανάτα» μέσα στήν Ἐκκλησία. Γι᾿ αὐτό ὁ Τρεμπέλας παρατηρεῖ: «Τέλος δέν πρέπει κατ᾿ οὐδένα λόγον νά λησμονῆται, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐπαφή τῶν ἐπισκόπων ὑπό τόν ἕνα Πρῶτον ἀπέβλεπεν εἰς τήν ἐνίσχυσιν τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητος. Προδήλως λοιπόν κατ᾿ οὐδένα λόγον ἐπιτρέπεται νά ἄγῃ εἰς τήν δημουργίαν εἴδους τινός καπετανάτων ἤ ἐκκλησιαστ.(ικῶν) ἐπικρατειῶν ξένων πρός ἀλλήλας, ἀλλά μᾶλλον δέον νά ἀποβλέπῃ εἰς τήν εὐχερεστέραν ἐπικοινωνίαν πάντων τῶν ἁπανταχοῦ ἐπισκόπων διά τῶν κέντρων αὐτῶν ἤ τῶν Ἀρχιεπισκόπων. Ἐντεῦθεν καί πρωΐμως, ὡς εἴδομεν, ἐκδηλοῦται ἡ τάσις πρός διεύρυνσιν τῶν ὁρίων τῶν ἐκκλησ.(ιαστικῶν) περιφερειῶν διά τῆς ὑπαγωγῆς τῶν διαφόρων Μητροπολιτῶν ἤ Πρώτων ὑπό τούς Ἐξάρχους ἤ Πατριάρχας, τῶν ὁποίων ἐν τέλει ὁ ἀριθμός περιορίζεται μόλις εἰς πέντε».
.                 Ἀναλύοντας τούς παράγοντες πού συνετέλεσαν στό Αὐτοκέφαλο τῶν Ἐκκλησιῶν, τό ὁποῖο Αὐτοκέφαλο λειτουργοῦσε ὡς αὐτοδιοίκητο χωρίς ὅμως νά διακόπτεται ἡ σχέση τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ὁ καθηγητής Τρεμπέλας παρατηρεῖ ὅτι σημαντικό ρόλο γιά τήν Αὐτοκεφαλία διαδραμάτισε ἡ ἀρχή «τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν» καί «λαμβάνεται ὑπ᾿ ὄψει σοβαρῶς ἡ δεδηλωμένη γνώμη τῶν πληρωμάτων», δηλαδή τῶν λαῶν. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν ἄρση τοῦ Αὐτοκεφάλου, ὅπως ἔγινε στήν περίπτωση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀχρίδος.
.                 Βεβαίως, καί στήν περίπτωση αὐτή «οἱ πόθοι τοῦ ἐκκλησ.(ιαστικοῦ) πληρώματος ἐγίνοντο ἀναντιρρήτως δεκτοί, μόνον ἐφ᾿ ὅσον δέν προσέκρουον πρός τά καλῶς ἐννοούμενα ἐκκλησιαστικά συμφέροντα. Ἐντεῦθεν παρουσιάζεται ἰσοστάσιος ἤ καί ὑπερκείμενος τοῦ λαϊκοῦ παράγοντος ὁ συνοδικός παράγων, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ ὁποίου ἡ κίνησις τοῦ λαϊκοῦ ἤ τοῦ ἐκπροσωποῦντος αὐτόν κυβερνητικοῦ παράγοντος μόνον πραξικοπήματα, εἰς αὐτά τά ὅρια τοῦ σχίσματος ἐγγίζοντα ἤ καί εἰσβάλλοντα, δύναται νά δημιουργήσῃ. Ὁ συνοδικός παράγων διά τοῦτο παρουσιάζεται ἀνέκαθεν καθορίζων, κανονίζων καί ἐπεγκρίνων τάς κινήσεις τοῦ λαϊκοῦ παράγοντος».
.                 Γίνεται σαφές ὅτι ἡ Αὐτοκεφαλία δέν δίνεται γιά τήν ἀνεξαρτησία μιᾶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά γιά τήν διατήρηση τῆς ἑνότητος ὅλων τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ὑπό τήν προεδρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ἄλλωστε, παρά τήν αὐτοδιοίκηση μερικῶν Ἐκκλησιῶν, δέν ὑπάρχει διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη.
.                 Εἰδικῶς ἀναφέρονται ἀπό τά Πρακτικά τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι ἀπό τήν διοίκηση τῆς Ἀσιανῆς καί Ποντικῆς δήλωσαν τήν ἐξάρτησή τους ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη. Γιά παράδειγμα ὁ Ἐπίσκοπος Μύρων Ρωμανός εἶπε: «Οὐκ ἠναγκάσθην ἐγώ· ἡδέως ἔχω ὑπό τόν θρόνον Κων/λεως εἶναι, ἐπεί καί αὐτός μέ ἐτίμησε καί αὐτός μέ ἐχειροτόνησε». Αὐτό σημαίνει ὅτι ὑπῆρχε ἀλληλεξάρτηση τῶν αὐτοδιοικήσεων μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη.
.                 Τό συμπέρασμα τῶν ἀναλύσεων αὐτῶν εἶναι ὅτι ἡ αὐτοδιοίκηση – αὐτοκεφαλία δίνεται κυρίως καί πρό παντός γιά τήν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν καί ὄχι γιά λειτουργία «καπετανάτων», ὅτι οἱ παράγοντες παραχωρήσεως τῶν Αὐτοκεφαλιῶν εἶναι κατά πρῶτον ἡ Σύνοδος περί τόν «Πρῶτον», κυρίως τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί στήν συνέχεια ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξύ κρίνει τήν ὡριμότητα τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει δέ περίπτωση νά αἴρεται τό Αὐτοκέφαλο μέχρι τῆς ἀναγνωρίσεώς του ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο.
.                 Σημειώνει ὁ Παναγιώτης Τρεμπέλας: «Διά τῆς τοιαύτης δέ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀποφάνσεως τό αὐτοκέφαλον, ὑπέρ οὗ αὗται ἀπεφαίνοντο, κατησφαλίζετο ἑδραίως ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ ὅτι αὐτοκέφαλοι ἐκκλησίαι μή τυχοῦσαι τῆς τοιαύτης ἐπικυρώσεως καί κατασφαλίσεως κατηργήθησαν σύν τῷ χρόνῳ καί κατελύθησαν (Καρθαγένης, Λουγδούνων, Μεδιολάνων, Πρώτης Ἰουστιανῆς, Ἀχριδῶν, Τυρνόβου, Ἰπεκίου κλπ), ἐνῷ τοὐναντίον αὐτοκέφαλοι τυχοῦσαι τῆς ἀναγνωρίσεως ταύτης, καίπερ εἰς δεινάς ἐμπεσοῦσαι περιστάσεις ἤ καί παρακμάσασαι, παρέμειναν καί κατ᾿ ὀλίγον ἀνέζησαν (ὁ ἐκπατρισμός τῶν Κυπρίων καί ἡ κατά τό ΛΘ´ κανόνα τῆς Πενθέκτης ὑπαγωγή τοῦ Κυζίκου καί τῆς Ἑλληνοσποντίων ἐπαρχίας εἰς τόν πρόεδρον τῆς Κυπρίων νήσου· πατριαρχεῖα Ἀντιοχείας, Ἀλεξανδρείας, Ἱεροσολύμων».

3. Οἱ σύγχρονες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες

.                 Οἱ πρῶτες Οἰκουμενικές Σύνοδοι καθόρισαν τόν κανονικό θεσμό τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν, ἤτοι τῆς Παλαιᾶς Ρώμης, τῆς Νέας Ρώμης – Κωνσταντινούπολης, τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Ἀντιοχείας, τῶν Ἱεροσολύμων. Πρόκειται γιά ἕναν κανονικό θεσμό, κατά τόν ὁποῖον οἱ πέντε Πατριάρχες ἀπετέλουν τήν ἀρχή τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Γ’ Οἰκουμενική Σύνοδος χορήγησε τό αὐτοδιοίκητο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ἀλλά ὁ θεσμός τῶν πέντε Πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων διηύθυνε τήν Ἐκκλησία ἤ μᾶλλον τό Ἅγιον Πνεῦμα δι’ αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ διατήρησε τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Ὁ ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης θεωροῦσε ὅτι οἱ πέντε Πατριάρχες ἀποτελοῦσαν «τό πεντακόρυφον κράτος τῆς Ἐκκλησίας» ἤ «τό πεντακόρυφον σῶμα τῆς Ἐκκλησίας» ἤ τό «πεντακόρυφον ἐκκλησιαστικόν σῶμα». Ὁ Θεόδωρος Βαλσαμών παραλληλίζει τήν ὕπαρξη τῆς Πενταρχίας μέ τίς πέντε αἰσθήσεις στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως κάθε ἐκκλησιαστική διοίκηση εἶχε αὐτοδιοίκηση καί διέθετε «τό δίκαιο τῶν χειροτονιῶν» καί τό «δίκαιον τῶν κρίσεων», κατά τόν καθηγητή Βλάσιο Φειδᾶ.
.                 Ὅταν ἀπομακρύνθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία ἡ Παλαιά Ρώμη, τό Πατριαρχεῖο τῆς Νέας Ρώμης- Κωνσταντινουπόλεως ἔγινε Πρωτόθρονη Ἐκκλησία πού προεδρεύει καί ἔχει συντονιστικό ρόλο. Καί τόν 16ο αἰώνα μ.Χ. τήν πέμπτη θέση κατέλαβε τό Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας. Ὅλα αὐτά ἔγιναν ἀπό Οἰκουμενικές καί Μεγάλες Συνόδους.
.                 Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ἀναγνωρίσθηκαν καί ἄλλες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, χωρίς βέβαια, νά συγκληθῆ Οἰκουμενική Σύνοδος. Μεταξύ αὐτῶν συγκαταλέγεται καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἀνακηρύχθηκε Αὐτοκέφαλη μέ τόν Συνοδικό καί Πατριαρχικό Τόμο τοῦ 1850, ἄλλες Ἐκκλησίες ἔλαβαν καί τήν Πατριαρχική ἀξία καί τιμή.
.                 Ὁ καθηγητής Σπύρος Τρωϊάνος, ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψη τούς Κανόνες διά τῶν ὁποίων ἀναγνωρίσθηκαν οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ἰσχυρίζεται ὅτι τό ἁρμόδιο ὄργανο ἀναγνωρίσεως μιᾶς Ἐκκλησίας ὡς Αὐτοκεφάλου εἶναι ἀναμφιβόλως ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος. Αὐτή καθορίζει ὅλα τά θέματα τά σχετικά μέ τό Αὐτοκέφαλο τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅπως τήν ἀνακήρυξή τους, τήν τάξη τους, τά ὅρια τῆς δικαιοδοσίας τους κλπ. Ὅταν ὅμως ἀπό τόν 9ο αἰώνα καί μετά δέν συνεκαλοῦντο Οἰκουμενικές Σύνοδοι, τότε τήν θέση τους κατέλαβε ἡ ἐνδημοῦσα Σύνοδος στήν Κωνσταντινούπολη.
.                 Μάλιστα ὁ Καθηγητής, ἀναφερόμενος στίς περιπτώσεις τῶν Πατριαρχείων Σερβίας, Ρουμανίας καί Βουλγαρίας, γράφει ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο αὐτοδεσμεύθηκε νά δώση ἀπό πρίν τήν συναίνεσή του, ἀλλά ὅπως λέγεται στά κείμενα τῶν Τόμων, ἡ ἀνακήρυξη θά γίνη «ἐν Οἰκουμενικῇ ἤ καί μεγάλῃ ἄλλῃ Συνόδῳ ἐν πρώτῃ εὐκαιρίᾳ συνερχομένῃ». Γι᾿ αὐτό καταλήγει: «Ἑπομένως, ἡ διαδικασία γιά τήν ἀνύψωση τῶν Ἐκκλησιῶν Σερβίας, Ρουμανίας καί Βουλγαρίας σέ Πατριαρχεῖα, ἀπό αὐστηρά νομική ἄποψη δέν ἔχει ἀκόμη ὁλοκληρωθεῖ».
.                 Γίνεται δέ σαφές ὅτι οἱ Αὐτοκεφαλίες πού δόθηκαν τόν 19ο καί 20ό αἰώνα ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί λειτουργοῦν ὡς Πατριαρχεῖα τελοῦν ὑπό τήν αἴρεση ἐγκρίσεώς τους ἀπό τήν Οἰκουμενική, Πανορθόδοξη Σύνοδο πού πρόκειται νά συνέλθη. Ἐπίσης θά πρέπει νά ἀποφασισθῆ καί ὁ τρόπος λειτουργίας της, ὥστε νά συντελῆ στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος Χριστοῦ, καί ὄχι στήν διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας, στήν αὐτονόμηση ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί στήν προτεσταντική νοοτροπία τῆς δημοκρατικῆς συγκροτήσεως τῶν Ἐκκλησιῶν.
.                Ἄλλωστε, τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας δέν λειτουργεῖ μέ τίς ἀρχές μιᾶς ἀστικῆς δημοκρατίας, ἀλλά εἶναι ἱεραρχικό, μέ τήν ἔννοια τῆς ἱεραρχήσεως τῶν διακονιῶν πρός οἰκοδομή τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί πρός δόξαν Θεοῦ Πατρός.
.               Ὁ Καθηγητής Ἰωάννης Ταρνανίδης, εἰδικός ἐρευνητής, πού μελέτησε τό Αὐτοκέφαλο τῶν Σλαυικῶν Ἐκκλησιῶν, ὕστερα ἀπό ἐνδελεχῆ ἀνάλυση τῶν πηγῶν καί τῆς βιβλιογραφίας σχετικά μέ τό θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου, κατέληξε σέ συμπεράσματα, τά ὁποῖα εἶναι πάρα πολύ σημαντικά.
.                 Θά καταγραφοῦν στήν συνέχεια, διότι μᾶς διευκολύνουν νά ἐντοπίσουμε ἐπιστημονικά καί νηφάλια τό θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου. Γράφει: «Σέ μιά γενική καί διαχρονική ἐκτίμηση αὐτῆς τῆς πραγματικότητας, θά μπορούσαμε νά συνοψίσουμε τήν πολιτική τῆς Κωνσταντινούπολης ὡς ἀκολούθως:

α. Τήν πρωτοβουλία σέ ὅλες τίς περιπτώσεις προαγωγῆς κάποιας Σλαβικῆς Ἐκκλησίας τήν εἶχε ὁ αὐτοκράτορας· εἴχαμε καί περιπτώσεις προαγωγῆς μόνο ἀπό τόν αὐτοκράτορα καί χωρίς οὔτε τήν τυπική συμμετοχή τοῦ πατριάρχη (Πατριάρχης Δρήστρας, Ἀρχιεπισκοπή Ἀχρίδας).

β. Ἡ συμβολή τοῦ πατριάρχη σ᾿ αὐτές τίς περιπτώσεις εἶχε χαρακτήρα τελετουργικό· περιοριζόταν στήν ἐκκλησιαστική ἐπικύρωση, μέ κάποιο συνοδικό Τόμο, αὐτῶν πού εἶχε προαποφασίσει ἡ «βασιλική σύγκλητος» ἤ ὁ «βασιλεύς».

γ. Πρωτοβουλίες ἀνελάμβανε τό Πατριαρχεῖο στίς περιπτώσεις ἀφορισμοῦ, ὕστερα ἀπό κάποια αὐθαιρεσία τῆς σλαβικῆς πλευρᾶς, ἤ ἀποκατάστασης ὁμαλῶν σχέσεων μετά τήν ἄρση τῆς παρεξήγησης.

δ. Ἐνῶ ὑπῆρξαν περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες ἀγνοήθηκε τό Πατριαρχεῖο ἀπό μέρους τοῦ αὐτοκράτορα καί δέν ἔλαβε μέρος στήν προαγωγή κάποιας Ἐκκλησίας, σέ καμιά περίπτωση δέν ἀντικαταστάθηκε ἀπό ἄλλο Πατριαρχεῖο. Ἡ προαγωγή ὅλων τῶν Σλαβικῶν Ἐκκλησιῶν καί σέ ὅλο τό φάσμα τῆς ἐξέλιξής τους ὑπῆρξε ἀποκλειστικό προνόμιο τοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινούπολης.

ε. Ἡ προαγωγή τῶν Σλαβικῶν Ἐκκλησιῶν δέν ὑπαγορεύτηκε οὔτε ὑπάκουσε σέ κάποιους κανόνες. Ὑποκινήθηκε πάντα ἀπό τήν πλευρά τῆς κοσμικῆς ἡγεσίας τῶν Σλάβων καί γι᾿ αὐτό θεωρήθηκε ἀπό τήν πλευρά τῆς Κωνσταντινούπολης προϊόν τῆς «ἀνωμαλίας τῶν καιρῶν».
ϛ. Ὡς προϊόν πίεσης καί συνδιαλλαγῆς εἶχε καί τήν ποικιλομορφία πού ἐπέβαλαν ἡ δύναμη τῆς πίεσης, ἡ ἀντοχή τῆς ἀντίστασης σ᾿ αὐτή τήν πίεση καί ἡ σημαντικότητα τοῦ ἐπιδιωκόμενου κατά τήν συνδιαλλαγή σκοποῦ· μεγαλύτερη πίεση ἤ μεγαλύτερη σπουδαιότητα ἐπιδιωκόμενων στόχων εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τήν παραχώρηση περισσότερων προνομίων, ὑψηλότερων τίτλων καί εὐρύτερη ἀναγνώριση τῆς συγκεκριμένης προαγωγῆς. Τό ἀντίθετο συνέβαινε ὅταν ἡ πίεση ἦταν μικρή καί ἡ δυνατότητα εὐρύτερης ἐκμετάλλευσης τοῦ γεγονότος ἀσήμαντη.

ζ. Ἡ Κωνσταντινούπολη εἶχε πάντα τήν εὐχέρεια, ὅταν ἡ δύναμή της καί οἱ καιροί τό ἐπέτρεπαν, νά ἐπανέρχεται καί νά ἐπανεξετάζει τήν σχέση της μέ τίς θυγατρικές Ἐκκλησίες, περιορίζοντας τά προνόμιά τους, ἐλέγχοντας τήν συμπεριφορά τους ἤ καί σέ μερικές περιπτώσεις καταργώντας πλήρως τήν αὐτονομία τους.

η. Σέ γενικές γραμμές, ἡ πολιτική τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἔναντι τῶν νέων Σλαβικῶν Ἐκκλησιῶν ἀποτελοῦσε ἀντιγραφή τῆς πολιτικῆς τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Θρόνου ἀπέναντι στούς γειτονικούς λαούς, οἱ ὁποῖοι διεκδικοῦσαν ὑψηλούς τίτλους, προνόμια καί ἀνεξαρτησία. Ὅπως ἐκεῖ ὁ αὐτοκράτορας φρόντιζε νά παραχωρεῖ στούς ἡγεμόνες τους μικρότερης σημασίας τίτλους καί ἐπίθετα, ἐπιδιώκοντας πάντα νά κρατεῖ γιά τόν ἑαυτό του τόν ὑψηλότερο τίτλο καί νά συμπεριφέρεται ὡς ἐπικεφαλής τῶν ἄλλων ἡγεμόνων, ἔτσι καί ὁ πατριάρχης διατηροῦσε γιά τόν ἑαυτό του ὄχι μόνον τόν τίτλο τοῦ «Οἰκουμενικοῦ», ἀλλά καί στήν πράξη ὅλα τά προνόμια τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, πού ἀπέρρεαν ἀπό τή δύναμη καί ἐπιβολή τῆς Αὐτοκρατορίας».

.                 Ἀπό ὅλη αὐτήν τήν παράθεση φαίνεται καθαρά ὅτι τό «Αὐτοκέφαλο», αὐτοδιοίκητο ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἐμφανίσεώς του εἶχε πάντοτε μιά μορφή ἐξάρτησης ἀπό τήν Πρωτόθρονη Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀλλά καί ὅταν ἀργότερα μιά Τοπική Ἐκκλησία λάμβανε, μέ τήν πολιτική ἐπέμβαση, τό αὐτοδιοίκητο, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο διατηροῦσε βασικά προνόμια, δικαιοδοσίες καί πολλές φορές ἔκανε οὐσιαστικές παρεμβάσεις. Γι᾿ αὐτό καί ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ὑφίσταται σέ μιά μορφή ἀνεξαρτησίας ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀλλά σέ μιά μορφή ἀλληλεξάρτησης ἀπό αὐτό.

4. Αὐτοκεφαλία καί αὐτοκεφαλαρχία

.                 Γιά νά γίνη περισσότερο κατανοητή αὐτή ἡ ἄποψη καί γιά νά τονισθῆ ὅτι ἡ Αὐτοκεφαλία δέν διασπᾶ τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα, καθώς ἐπίσης ὅτι δέν πρέπει μιά Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία νά λειτουργῆ διασπαστικά, θά ἤθελα νά σημειώσω τήν διάκριση μεταξύ αὐτοκεφαλίας καί αὐτοκεφαλαρχίας.
.                 Τήν διάκριση αὐτήν τήν συνάντησα στόν Olivier Clement, ὁ ὁποῖος συνδέει πολύ στενά τήν αὐτοκεφαλία μέ τήν ἀλληλεξάρτηση, καί τήν αὐτοκεφαλαρχία μέ τήν ἀνεξαρτησία. Δηλαδή, ἀπό ὅ,τι φαίνεται, στήν ἀρχαία Ἐκκλησία, ὅπως ἦταν ὀργανωμένη στήν Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, τό Αὐτοκέφαλο λειτουργοῦσε σέ μιά ἀλληλεξάρτηση μέ τήν Πρωτόθρονη Ἐκκλησία, καθώς ἐπίσης τό ἴδιο βλέπουμε καί στήν λεγομένη Πενταρχία, ἀφοῦ τά Πέντε Πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα λειτουργοῦσαν ὡς πέντε αἰσθήσεις στόν ἕνα καί ἑνιαῖο ὀργανισμό. Καί ὅπως μιά αἴσθηση στό ἀνθρώπινο σῶμα δέν ἀνεξαρτητοποιεῖται ἀπό τίς ἄλλες, τό ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ τίς ἐκκλησιαστικές διοικήσεις. Ὅμως ἡ αὐτοκεφαλαρχία λειτουργεῖ περισσότερο ὡς ἀνεξάρτητη Ἐκκλησία, πράγμα πού ὑπονομεύει τό συνοδικό σύστημα τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Φαίνεται ὅτι στήν ἀρχαία παράδοση ἡ λεγομένη Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία εἶχε σχέση ἀλληλεξάρτησης μέ τήν Μητέρα Ἐκκλησία, τήν Ἐκκλησία τῆς Νέας Ρώμης – Κωνσταντινουπόλεως, ὅπως σήμερα λειτουργοῦν οἱ αὐτόνομες Ἐκκλησίες ἤ ἡ ἡμιαυτόνομη Ἐκκλησία τῆς Κρήτης. Δηλαδή, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης δέν μπορεῖ νά θεωρηθῆ ἀνεξάρτητη Ἐκκλησία, ἀλλά τίθεται μέσα σέ μιά ἀλληλεξάρτηση μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Νέας Ρώμης – Κωνσταντινουπόλεως.
.                 Ὅμως τά πράγματα ἄρχισαν νά διαφοροποιοῦνται ἀπό τήν διάσπαση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καί τήν ἀνάπτυξη τῶν ἐθνικιστικῶν διαφορῶν. Κάθε ἔθνος ἤθελε νά ἀποκτήση τήν δική του «ἐθνική Ἐκκλησία», ὁπότε δημιουργήθηκαν προβλήματα καί ἔτσι ἀναπτύχθηκε ἡ αὐτοκεφαλαρχία σέ βάρος τῆς αὐτοκεφαλίας, ἤ μᾶλλον τό Αὐτοκέφαλο θεωρήθηκε περισσότερο μέ τήν ἔννοια τῆς αὐτοκεφαλαρχίας, τῆς ἀνεξαρτήτου, δηλαδή, Ἐκκλησίας καί ὄχι τῆς ἀλληλεξαρτημένης Ἐκκλησίας.
.                 Ὁ Clement παρατηρεῖ ὅτι τόν 19ο αἰώνα ἡ ἀποδυνάμωση τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας καί ἡ ἀνάπτυξη τῶν ἐθνοτήτων «ὁδηγοῦν στόν πολλαπλασιασμό τῶν ἐθνικῶν κρατῶν στήν νοτιο-ανατολική Εὐρώπη».
.                 Γράφει χαρακτηριστικά:«Κάθε ἔθνος διεκδικεῖ καί ἐγκαθιδρύει αὐταρχικά –ἐκτός ἀπό τή Σερβία πού ἐπιτυγχάνει προηγουμένως τή συγκατάθεση τῆς Κωνσταντινουπόλεως– τήν ἐκκλησιαστική του ἀνεξαρτησία. Ἡ πολιτική καί ὁ ἐθνικισμός ἀνατρέπουν τήν παραδοσιακή κλίμακα τῶν ἀξιῶν: τό ἔθνος δέν προστατεύεται πιά καί δέν ὑποστηρίζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐκείνη πού ἀποβαίνει μιά διάσταση τοῦ ἔθνους, ἕνα σημεῖο ὅτι κάποιος ἀνήκει σ᾿ ἕνα ἔθνος, καί ἡ ὁποία ὀφείλει ἑπομένως νά ὑπηρετεῖ τό Κράτος.
.                 Ἔτσι τό παραδοσιακό Αὐτοκέφαλον τείνει νά μετατραπῆ σέ αὐτοκεφαλαρχία ἀπόλυτη καί συνάμα ὁμογενή. ῎Οχι πιά ἀλληλεξάρτηση, ἀλλά ἀνεξαρτησία. Ἡ λειτουργία τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης ἀντιγράφει τήν ἀντίστοιχη τῆς κρατικῆς ἐξουσίας, καί οἱ ἐπίσκοποι γίνονται περίπου δημόσιοι ὑπάλληλοι.
.                 Ἡ αὐτοκεφαλαρχία σχηματίζει σταδιακά τή θεωρία της, λέει πώς τό θεμέλιο τῆς ἐκκλησιολογίας δέν εἶναι ἡ εὐχαριστιακή ἀρχή, ἀλλά ἡ φυλετική καί ἐθνική ἀρχή. Ἡ “τοπική” Ἐκκλησία σημαίνει στό ἑξῆς τήν “ἐθνική” Ἐκκλησία, μέ παράλληλη ἐφαρμογή τῆς τριαδικῆς ἀναλογίας, καθώς τό “πρωτεῖο τιμῆς” γίνεται “ἰσότητα τιμῆς”».
.                 Αὐτό κυρίως φαίνεται στόν Βαλκανικό χῶρο. Στήν ἀρχή τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο «διαφύλαξε τήν ὑπερεθνική παγκοσμιότητα τῆς Ἐκκλησίας» κατά τόν Clement. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, καθώς τά σύνορα στήν Βυζαντινή Αὐτοκρατορία ὑποχωροῦσαν καί ἡ ἱεραποστολή προχωροῦσε πρός βορρᾶν, ἀναπτύχθηκε μιά ἰδιαίτερη δομή διοικήσεως ἡ λεγομένη «δομή κοινοπολιτείας» δηλαδή ἀναπτύχθηκαν «γύρω ἀπό τήν ἐπιβλητική μέσα στήν ἴδια της τήν κατάπτωση, Αὐτοκρατορία, καινούργια, πολιτικῶς ἀνεξάρτητα ἔθνη, ἀλλά πού οἱ Προκαθήμενοι τῶν εὐέλικτα αὐτόνομων Ἐκκλησιῶν τους ἐπικυρώνονταν, ἀκόμα καί ὁρίζονταν ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη: πράγμα πού τούς ἐξασφάλιζε μιά πραγματική ἀνεξαρτησία ἀπέναντι στούς τοπικούς μονάρχες. Μέσα σ᾿ αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἀτμόσφαιρα ἐμφανίσθηκαν στά Βαλκάνια οἱ πρῶτες “Αὐτοκεφαλίες” χωρίς ἐπιθετικότητα οὔτε κλείσιμο τῆς καθεμιᾶς στόν ἑαυτό της, ἀλληλεξαρτησίες μᾶλλον παρά ἀνεξαρτησίες».
.                 Ὅμως, ἡ πραξικοπηματική ἀνακήρυξη τοῦ Αὐτοκεφάλου ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μέ τήν συνδρομή καί ἔμπνευση ξένων δυνάμεων, καθώς ἐπίσης καί ἡ μίμηση αὐτῆς τῆς μορφῆς Αὐτοκεφαλίας ἀπό τίς ἄλλες βαλκανικές χῶρες, κατά τό λουθηρανικό πρότυπο, «ἡ αὐτοκεφαλία δέν ἐννοεῖτο πιά ὡς ἀλληλεξάρτηση, ἀλλά ὡς πλήρης ἀνεξαρτησία. Ὁ πειρασμός πήγαινε πρός μιάν ἀπόλυτη αὐτοκεφαλαρχία».
.                 Ἔτσι, λοιπόν, οἱ πολιτικές συνθῆκες ὁδήγησαν τήν Ἐκκλησία ἀπό τήν Αὐτοκεφαλία ὡς ἀλληλεξάρτηση μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, «στήν δομή τῆς κοινοπολιτείας», μέ κατάληξη τήν μορφή τῆς αὐτοκεφαλαρχίας, δηλαδή τῆς πλήρους ἀνεξαρτησίας, μέ τήν ἔννοια ὅτι τό ἔθνος προσδιορίζει τήν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία ἀπό Τοπική, βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων, γίνεται Ἐθνική Ἐκκλησία, Ἐκκλησία ἑνός συγκεκριμένου Ἔθνους-Κράτους.
.                 Πρέπει νά παρατηρήσω ὅτι τήν διάκριση πού κάνει ὁ Clement μεταξύ αὐτοκεφαλίας καί αὐτοκεφαλαρχίας τήν ἀντιλαμβάνομαι μέ τήν ἔννοια ὅτι ὡς Αὐτοκεφαλία ἐννοεῖται ἡ αὐτοδιοίκηση σ᾿ ἕνα σύστημα ἀλληλεξαρτήσεως τῶν Ἐκκλησιῶν γιά τήν ἑνότητά τους, μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ὡς δέ αὐτοκεφαλαρχία ἐννοεῖται μιά τάση ὄχι μόνον αὐτοδιοίκησης, ἀλλά καί ἀνεξαρτητοποίησης ἀπό τήν Πρωτόθρονη Ἐκκλησία καί μάλιστα τήν Μητέρα τους Ἐκκλησία. Καί ἀπό ὅ,τι γνωρίζουμε μιά τέτοια τάση καλλιεργήθηκε ἀπό τόν πανσλαυισμό μέ σαφῆ πρόθεση μειώσεως τοῦ κύρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά τό ἴδιο ἐπιδιώχθηκε καί ἀπό τούς ποικίλους ἐθνικισμούς. Καί ἀπό αὐτό γίνεται φανερό ὅτι δέχομαι τόν ὅρο Αὐτοκεφαλία μέσα ἀπό τήν ἐκκλησιολογική πρακτική, ὡς ἀλληλεξάρτηση καί ὄχι ὡς πλήρως ἀνεξάρτητη.
.                 Σέ ἑπόμενο ἄρθρο μου θά παρουσιάσω τήν οὐσία καί τήν βάση τοῦ προβλήματος τῆς διαδικασίας χορηγήσεως τῆς Αὐτοκεφαλίας πού προκάλεσαν τά σύγχρονα γεγονότα. Κατά συνέπειαν, τά ὅσα γράφονται στό παρόν ἄρθρο εἶναι εἰσαγωγικά στό θέμα πού ἀπασχολεῖ αὐτόν τόν καιρό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

 

Advertisements

,

Σχολιάστε

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ–2

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ

Ἀπάνθισμα ἄρθρου τοῦ Ἀρχιμ. Συμεὼν Bruschweiler,
(τῆς Ἱ. Μονῆς Τ. Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας),
μεταφρασθὲν ἐκ τοῦ γαλλικοῦ περιοδικοῦ S.O.P. (τ. 207)

Περιοδ. «ΕΡΕΙΣΜΑ»
(Ἱ. Μ. Χρυσοποδαριτίσσης Πατρῶν)
ἀρ. τ. ΙΑ´, Ἄνοιξις 2003

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ».

Μέρος Α´: Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ–1

.             Ὁ Χριστός μὲ τὴν σταυρικὴ Του θυσία, τὴν ταφὴ Του καὶ τὴν κάθοδό Του στὸν ἅδῃ «ἔλυσε τὰς ὠδῖνας τοῦ θανάτου» (Πραξ. β΄, 24), καὶ «ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας». Ἂν μάλιστα μὲ τὴν Ἀνάληψί Του «ἀνέβη ὑπεράνῳ πάντων τῶν οὐρανῶν», εἶναι γιατὶ «κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς» (Ἐφ. δ΄, 9). Ἔτσι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς ἔδειξε ὅτι ὁ δρόμος γιὰ τὴν Ἀνάστασι, γιὰ τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, περνᾶ ἀπὸ τὸν ἅδη. Μὲ τὴν κάθοδό Του στὸν ἅδη, ποὺ δείχνει τὴν συγκατάβασί Του, τὴν ἄκρα ταπείνωσί Του, τὴν κένωσί Του, τὴν ἀγάπη Του, ἡ ὁποία ἀγκαλιάζει καὶ ἀναγεννᾶ ὅλους μας, ἐθριάμβευσε στὰ σκοτάδια τοῦ ἐγωϊσμοῦ, τοῦ μίσους, τοῦ διαχωρισμοῦ, κι ἔτσι κατήργησε ἐκεῖνον ποὺ κατεῖχε τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου, δηλαδὴ τὸν διάβολο (Ἑβρ. β΄, 14). Καρπὸς καὶ ὄργανο αὐτῆς τῆς νίκης εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τὴν ὁποίαν «πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσι» (Ματθ. ιϛ΄, 18).
.             Ὑπάρχει, λοιπόν, μέσα στὴν Ἐκκλησία μία ἀληθινὰ πνευματικὴ θεραπεία, ἡ ὁποία μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἰατρεύσωμεν τὶς πνευματικές μας ἀσθένειες, δηλαδὴ τὰ πάθη μας. Δὲν μποροῦμε νὰ εἰποῦμε ὅτι θὰ σωθοῦμε, ἐὰν βασιλεύη στὴν ψυχή μας ἡ ἐξουσία τοῦ διαβόλου μέσῳ τῶν παθῶν μας. Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος, ὁ πρῶτος Ἀδάμ, ἔπεσε στὴν ἁμαρτία, ἄρα στὸν πνευματικὸ θάνατο, λόγῳ τῆς ὑπερηφανείας του –(πρβλ. «καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί», Γεν. γ΄, 5), τότε τὸ κυριώτερο μέσον γιὰ νὰ θεραπευθῆ ἡ ἀσθένεια τοῦ ἐγωϊσμοῦ, εἶναι ἡ ταπείνωσις. Δὲν ὑπάρχει σωτηρία δίχως ταπείνωσι· διότι ἡ ἀρετὴ αὐτὴ ἀνοίγει τὶς θύρες τῆς καρδιᾶς μας στὴν χάριν τοῦ Θεοῦ.
.             Ἡ ὑπερηφάνεια ἀντιστέκεται μέσα μας περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο πάθος. Βέβαια, μόνον ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τελικὰ θὰ μᾶς σώση καὶ ὄχι οἱ δικὲς μας προσπάθειες, ὅσο μεγάλες καὶ ἂν εἶναι, ὅσο τελείως ἀναγκαῖες καὶ ἂν εἶναι. Γιὰ νὰ μπορέση, ὅμως, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ νὰ ἐνεργήση μέσα μας, πρέπει νὰ τῆς διαφυλάξωμε ἕνα «χῶρο», ἕνα «τόπο». Ἐὰν ὁ Θεὸς εὑρίσκη μέσα μας ὀργή, μῖσος, φιληδονία, ματαιοδοξία, ὑπεροψία, ἐγωϊσμό, τότε δὲν παραμένει ἡ χάρις Του μαζί μας· γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν ἐπιβάλλεται. Σὲ μᾶς ἐναπόκειται νὰ προετοιμάσωμε τὴν «γῆν τὴν καλή», ὥστε Αὐτὸς νὰ τὴν καλλιεργήση, ὅπως καὶ στὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ σπορέως. Ἐκεῖ, παρ’ ὅτι ὁ σπόρος διεσκορπίσθη ἀφθόνως, «ἃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, ἄλλα δὲ ἐπὶ τὰ πετρώδη, ἄλλα δὲ ἐπὶ τὰς ἀκάνθας, καὶ ἄκαρπος γίνεται…» (Ματθ. ιγ΄). Χρειάζεται, λοιπόν, μία γῆ ἐπιμελῶς ὀργωμένη, τὴν ὁποίαν ἐμεῖς οἱ ἴδιοι θὰ πρέπη νὰ ἑτοιμάσωμε. Γι’ αὐτό, ὅσο ζῆ μέσα μας τὸ πάθος τῆς ὑπερηφανείας, ὀφείλομε νὰ κάνωμε τὸ πᾶν γιᾶ νὰ τὸ ξερριζώσωμε.
.             Ὁ λόγος λοιπόν, ποὺ ἀπευθύνθη τότε στὸν ἅγιο Σιλουανό, ἦταν ἀκριβῶς ἕνας λόγος, ἕνας τρόπος πνευματικῆς θεραπείας, για νὰ καταφλεγῆ μέσα του κάθε ἴχνος ἐγωϊσμοῦ, ὥστε ἡ ψυχὴ του νὰ εὕρη τὴν ταπείνωσι. Διότι στὴν ἀρχὴ τῆς μοναχικῆς του ζωῆς, περίπου ἕξι μῆνες μετὰ τὴν ἄφιξί του στο Μοναστῆρι, ὁ ἅγιος Σιλουανὸς εὐεργετήθη μὲ μία ἀπό τὶς μεγαλύτερες δωρεές, ποὺ μπορεῖ νὰ δεχθῆ ἄνθρωπος. «Ὁ Κύριος ἐνεφανίσθη μὲ ἀκατάληπτο τρόπο στὸν νεαρὸ δόκιμο, καὶ ὅλη του ἡ ὕπαρξις, ἀκόμη καὶ τὸ σῶμα του, ἐγέμισε ἀπὸ τὸ πῦρ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἀλλ’ ὅμως δὲν διέθετε ἀκόμη τὴν πνευματικὴ ὡριμότητα, ποὺ θὰ τοῦ ἐπέτρεπε νὰ διαφυλάξη αὐτὴν τὴν χάρι. Παρεκινήθη πρὸς τὴν κενοδοξία, λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς αὐτῆς δωρεᾶς, νιώθοντας μία κάποιαν ἀνωτερότητα ἔναντι τῶν ἄλλων μοναχῶν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΤΗΣ ΝΗΨΕΩΣ (Ὅσιος Παχώμιος ὁ Χίου) [Χαρ. Μπούσιας]

Τὸ διαμάντι τῆς νήψεως
Ὅσιος Παχώμιος ὁ Χίου

Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 14 Ὀκτωβρίου.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Χαῖρε, λειμὼν μυρίπνοος νήψεως·
χαῖρε, εἰκὼν ψυχῆς καθαρότητος.

   .             Ὁ Ὅσιος Παχώμιος τῆς μυροβόλου Χίου μας εἶναι ἕνα διαμάντι ποὺ χρυσαφίζει στὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου καὶ θαμβώνει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας, αὐτὰ ποὺ ἀναζητοῦν μέσα ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας νὰ δοῦν τὸν νοητὸ Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, τὸν Φωτοδότη καὶ Ζωοδότη Ἰησοῦ μας.
.             Διαμάντι ὁ Ὅσιος Παχώμιος, διαμαντένιο καὶ τὸ στέμμα ποὺ τοῦ χάρισε ὀ δωρεοδότης μας Κύριος ὡς ἀντιμίσθιο τῶν πολλῶν ἀσκητικῶν του καμάτων. Ἡ διαρκὴς σκληραγωγία καὶ ἡ ἀέναη προσευχὴ ἀνέβασαν τὸν Ὅσιο Παχώμιο στὴν κλίμακα τῶν ἀρετῶν καὶ τοῦ ἔδωσαν τὸ διαμάντι τῆς νήψεως. Στὴν ζωή του ὅλη ὁ Ὅσιος βρισκόταν σὲ διαρκῆ ἐγρήγορση σύμφωνα μὲ λόγια τοῦ Κυρίου μας «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν» (Ματθ. κστ΄ 41). Ἡ ἐγρήγοση αὐτὴ τὸν ἔφερε στὸ σκαλοπάτι τῆς ἀπαθείας καὶ τῆς νήψεως. Ἄλλωστε ἦταν πνευματικὸς ἀπόγονος τῶν νηπτικῶν πατέρων, τῶν εὐλαβῶν ἀνακαινιστῶν τοῦ Ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ, τῶν συνειδητοποιημένων ψυχῶν τῆς ἀξίας καὶ τῆς σημασίας τῆς παραδόσεως γιὰ τὸ Ὀρθόδοξο γένος μας· αὐτῶν ποὺ ἤθελαν βιωματικὰ νὰ προχωρήσουν μέσα ἀπὸ τὴν προσευχή, τὴν πατερικὴ σκέψη, τὴν Ὀρθόδοξη μόρφωση καὶ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ σὲ ἕνα πιὸ ψυχοτρόφο καὶ χριστοκεντρικὸ αὔριο· αὐτῶν ποὺ τὰ προηγούμενα χρόνια εἶχαν διαγνώσει τὸν ἄμεσο κίνδυνο ποὺ διέτρεχε τὸ ‘Ορθόδοξο Γένος τῶν Ἑλλήνων, ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ‘Οθωμανοὺς κατακτητές-τυράννους, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τοὺς ψυχοκτόνους αἱρετικοὺς καὶ τοὺς διαφωτιστές-νεωτεριστὲς τῆς Ἑσπερίας· αὐτῶν ποὺ εἶχαν διαγνώσει τὴν καλπάζουσα ἀσθένεια τῆς ἐκκοσμικεύσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἶχαν προτείνει φάρμακα κατάλληλα, ὅπως τὴν ἐπιστροφὴ στὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, τὴν συχνὴ θεία μετάληψη καὶ τὴν ἐμβριθῆ μελέτη τῶν ἁγιοπατερικῶν κειμένων.
.             Ὁ Ὅσιος Παχώμιος, ὁ ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νήψεως, ὁ σοφὸς διδάσκαλος τοῦ δοχείου τῆς χάριτος, τοῦ μετέπειτα μεγάλου καὶ θαυματουργοῦ ἱεράρχου, τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, ἄκουγε στὰ αὐτιά του νὰ ἀντηχοῦν σὲ κάθε περίπτωση τὰ λόγια τοῦ Παύλου πρὸς τὸν ἀπόστολο Τιμόθεο: «Σὺ δὲ νῆφε ἐν πᾶσι» (Β΄ Τιμ. δ΄ 5). Καὶ πρόσεχε κάθε του βῆμα, κάθε του κίνηση καὶ διατηροῦσε ἄγρυπνη φροντίδα, γιὰ νὰ μὴν τὸν ξεγελάσει ὁ πονηρός, αὐτὸς ποὺ καὶ ἀπὸ το τελευταῖο σκαλοπάτι προσπαθεῖ νὰ ρίξει τοὺς ἀγωνιστὲς τῆς ἀρετῆς στὴν ἄβυσσο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ αἰωνίου θανάτου. Συνεχῶς ἐπανελάμβανε «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β΄ Κορ. στ΄ 2) καὶ ἐκμεταλλευόταν τὸ χρόνο τῆς πρόσκαιρης ζωῆς του κατὰ τὸν καλύτερο τρόπο προσπαθώντας «Θεῷ ἀρέσκειν» (Α΄ Θεσ. δ΄ 1 ) καὶ «ἐξαγοραζόμενος τὸν καιρόν» (Ἐφεσ. ε΄ 16), ἀφοῦ ἡ σπουδαιότερη ἀρετή του ἦταν ἡ ἐξαγορὰ τοῦ χρόνου τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Ἐραστὴς τῆς ἀῤῥέμβαστης καὶ καρδιακῆς προσευχῆς δὲν ἄφηνε οὔτε στιγμὴ τοῦ χρόνου του νὰ μὴν προφέρει τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα τοῦ γλυκύτατου Ἰησοῦ καὶ ἔκανε ἐντύπωσε σὲ ὅλους ἡ κατάνυξη καὶ ἡ νήψη του. Στὸν νοῦ τοῦ ἔρχονταν συχνὰ τὰ λόγια τοῦ Ἀββᾶ Ἀρσενίου, ποὺ ἔλεγε πάντοτε στὸν ἑαυτό του: « Ἀρσένιε, γιὰ ποιὸ λόγο ἄφησες τὸν κόσμο;» καὶ προσπαθοῦσε νὰ διώξει μακρυὰ κάθε ραστώνη καὶ ἀκηδία, νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν ἀμέλεια ποὺ ὁδηγεῖ στὸ πνευματικο τέλμα καὶ στὴν ἀπογοήτευση. Γι’ αὐτὸ καὶ δίδασκε τοὺς ὑποτακτικούς του μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἀββᾶ Δωροθέου: «βιασώμεθα ἑαυτούς, βάλωμεν ἀρχήν, θελήσωμεν τὸ καλόν, σπεύσωμεν πρὸς τὴν σωτηρίαν».
.                Μὲ τὴν νήψη ὁ Ὅσιος Παχώμιος κατέστρεψε τὶς ἐνέδρες τοῦ δεινοῦ πολεμήτορος φορώντας βέβαια τὴν περικεφαλαία τῆς προσευχῆς καὶ τὸν θώρακα τῆς νηστείας καὶ κακοπαθείας. Ἔτσι κατάφερε νὰ ὁδεύσει τὸ δόλιχο τοῦ παρόντος βίου καὶ νὰ καταντήσει στὰ σκηνώματα τοῦ οὐρανοῦ, ὅπου ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων ἀπαύστως ψάλλει: «Κύριε, δόξα Σοι»!
.           Τὸ διαμάντι τῆς νήψεως τοῦ Ὁσίου Παχωμίου λαμπυρίζει στὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου καὶ τοῦ στολίζει τὴν ἁγία κεφαλή, γιὰ νὰ τὸ βλέπουμε καὶ ἐμεῖς, ποὺ τιμᾶμε πανηγυρικὰ τὴ μνήμη του, καὶ νὰ διδασκόμαστε ἀπὸ τοὺς ἀγῶνες του γιὰ τὴν ἀπόκτησή τους ζητώντας του νὰ πρεσβεύει στὸν Κύριο, πρὸς τὸν Ὁποῖο μεγάλη ἔχει παρρησία, νὰ μᾶς ἀξιώσει καὶ ἐμᾶς νὰ στολιστοῦμε μὲ διαμάντια ἀρετῶν καὶ στεφανηφόροι νὰ ἀκούσουμε τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως: «Εὖ, δοῦλε, ἀγαθὲ καὶ πιστέ, εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου» (Ματθ. κε΄ 21).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

Σχολιάστε

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ–1

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ

Ἀπάνθισμα ἄρθρου τοῦ Ἀρχιμ. Συμεὼν Bruschweiler,
(τῆς Ἱ. Μονῆς Τ. Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας),
μεταφρασθὲν ἐκ τοῦ γαλλικοῦ περιοδικοῦ S.O.P. (τ. 207)

Περιοδ. «ΕΡΕΙΣΜΑ»
(Ἱ. Μ. Χρυσοποδαριτίσσης Πατρῶν)
ἀρ. τ. ΙΑ´, Ἄνοιξις 2003

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ».

.             Στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος, περὶ τὸ 1905, στὸ ρωσσικὸ μοναστῆρι τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος στὸν Ἄθωνα, ὁ ἅγιος Σιλουανὸς προσευχόταν μέσα στὸ κελλί του, ἀλλ’ οἱ δαίμονες τὸν ἐμπόδιζαν νὰ φθάσῃ στὴν καθαρὰ προσευχή. Καθισμένος, λοιπόν, στὸ σκαμνί του, εἶπε μὲ θλιμμένη καρδία: «Κύριε, βλέπεις ὅτι θέλω νὰ προσευχηθῶ μὲ καθαρὸ νοῦ, ἀλλ’ οἱ δαίμονες δὲν μὲ ἀφήνουν. Δίδαξέ με τὶ πρέπει νὰ κάνω, γιὰ νὰ μὴ μὲ ἐνοχλοῦν». Καὶ τότε ἄκουσε στὴν ψυχή του τὴν ἀπάντησι: «Οἱ ὑπερήφανοι πάντα ἔτσι ὑποφέρουν ἀπὸ τοὺς δαίμονες». «Κύριε», εἶπε ὁ ἅγιος Σιλουανός, «δίδαξέ με τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ ταπεινωθῆ ἡ ψυχή μου». Καὶ νέα ἀπάντησι ἀπὸ τὸν Θεὸ στὴν καρδιά του: «Κράτα τὸν νοῦ σου στὸν ἅδη, καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι»…
.               Γιὰ νὰ κατανοήσωμε αὐτὸν τὸν μυστηριώδη λόγον, ὀφείλομε νὰ σκεφθοῦμε ὄχι σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψι τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου ἢ τοῦ οὑμανιστικοῦ πολιτισμοῦ μας, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὴν «ψυχολογία τῆς δευτέρας ἐν Χριστῷ γεννήσεως μας». Διότι, ὡς ἄνθρωποι ἔχομε γεννηθῆ «ἐκ τῆς σαρκός», ἀλλ’ ὡς χριστιανοὶ ἔχομε γεννηθῆ «ἐκ τοῦ Πνεύματος» (Ἰωάν. γ΄, 6). Ζῶντας, ὅμως, μέσα σ’ ἕνα ἐκκοσμικευμένο περιβάλλον ἔχομε μάθει νὰ σκεπτώμεθα καὶ νὰ ἐνεργοῦμε σύμφωνα μὲ τὸν «παλαιὸν ἄνθρωπον», σύμφωνα μὲ τὴν «σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου» (Α΄ Κορ. α΄, 20). Ἀναγεννώμενοι, ὅμως, ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μποροῦμε σιγά-σιγὰ νὰ ἀποκτήσωμε μία καρδία πνευματική, μία νόησι πνευματική, μίαν ὅρασι πνευματική, μία γλῶσσα πνευματική, ὥστε νὰ κατανοοῦμε κάθε τί ποὺ μᾶς ἦταν πρὶν μυστηριῶδες καὶ ἀκατάληπτο.
.             Ἡ λέξις «ἅδης», στὴν καθομιλουμένη, ἔχει διάφορες σημασίες, ὅπως: ὁ κάτω κόσμος, ἡ κόλασις, ὁ τάφος, ἤ, κυρίως, τὸ βασίλειο τοῦ θανάτου, τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ ἅδης εἶναι ὁ «τάφος», ὁ «βόθρος (βόθυνος)», τὸ «φρέαρ», ὁ «λάκκος», ὅπου βασιλεύει τὸ ἀπόλυτο κι αἰώνιο σκοτάδι, ἡ «σκιὰ τοῦ θανάτου». Ἐκεῖ κατέρχονται ὅλοι οἱ ζῶντες, γιὰ νὰ μὴν ἀνέβουν ποτὲ πιὰ ἐπάνω – (πρβλ. Ψαλμ. πζ΄), οἱ ὁποῖοι δὲν μποροῦν πλέον νὰ δοξολογοῦν τὸν Θεό, νὰ ἐλπίζουν στὴν δικαιοσύνη Του ἢ στὸ Ἔλεός Του. Ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ ὁλοκληρωτικὴ ἐγκατάλειψι «ἐν γῇ ἐπιλελησμένῃ»…
.             Ὁ ἅδης, λοιπόν, μέχρι τὸν σταυρικὸ θάνατο τοῦ Κυρίου, ἦταν ἡ «οἰκία παντὶ θνητῷ» (Ἰὼβ λ΄, 23), ὁ «τόπος» ὅπου κατέληγε μοιραία μία ἀνθρωπότητα ἀπομακρυσμένη ἀπὸ τὸν Θεό, κι ἀπὸ ὅπου δὲν μπόρεσε ποτὲ νὰ βγῆ κανεὶς πρὶν ἀπὸ τὸν Χριστό, τὴν «ἀπαρχὴν τῶν κεκοιμημένων» (Α΄ Κορ. ιε΄, 21), τὸν «πρωτότοκον τῶν νεκρῶν» (Ἀποκ. α΄, 5). Ἡ λύτρωσις για τὴν ἀνθρωπότητα, ποὺ κατεδικάσθη διὰ τοῦ Ἀδὰμ στὸν θάνατο καὶ στὸν χωρισμὸ ἀπὸ τὸν Θεό, θὰ ἦταν τὸ ἄνοιγμα τῶν καταχθονίων πυλῶν τοῦ ἅδου (Ἡσ. λη΄, 10).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

Σχολιάστε

Η «ΜΟΔΑ» ΤΩΝ “ΒΡΑΔΥΝΩΝ” ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΩΝ ΑΘΕΤΕΙ ΤΙΣ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΕΣ καὶ ΣΕΒΑΣΜΙΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ

Ὁ Χρόνος τελέσεως τῆς Θείας Λειτουργίας

ἀπὸ τὴν Μελέτη τοῦ ἀειμνήστου καθηγ. Ἰω. Φουντούλη
Τελετουργικὴ προσέγγιση τῆς Θείας Λειτουργίας
Στὸ βιβλίο «Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας», σελ. 161-162
[Πρακτικὰ Γ´ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱ. Μητροπόλεων,
14-17 Ὀκτωβρίου 2001]

ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας Ἐκκλησίας Ἑλλάδος,
Ἀθῆναι 2004

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.           Ὅταν ἡ θεία Λειτουργία, ἀρκετὰ ἐνωρὶς γιὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους, ἀποδεσµεύθηκε ἀπὸ τὶς ἑσπερινὲς «ἀγάπες», δηλαδὴ τὸ δεῖπνο, συνεδέθη µὲ τὴν ἄλλη παραδοσιακὴ ὥρα λήψεως τροφῆς, τὸ γεῦµα, καὶ ἐτελεῖτο γιὰ λόγους εὐλαβείας πρὸ τοῦ γεύµατος, δηλαδὴ πρὸ τῆς µεσηµβρίας, ἀκριβέστερα µεταξὺ τρίτης καὶ ἕκτης ὥρας τῆς ἡµέρας (9 π.µ. µὲ 12η µεσηµβρινὴ κατὰ τὸ σύγχρονο ὡρολόγιο). Ἡ θεολογικὴ ἑρµηνεία ἦλθε νὰ δικαιολογήσει τὴν ἐπιλογὴ τῆς ὥρας µὲ δογµατικὰ ἐπιχειρήµατα, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁριοθετήθηκε ἡ τέλεσή της ἀπὸ τὴν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύµατος κατὰ τὴν τρίτη ὥρα ἀφ᾽ ἑνὸς καὶ τὴν σταύρωση τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν ἕκτη ὥρα ἀφ᾽ ἑτέρου. Πρὸ καὶ µετὰ τὰ δύο αὐτὰ ὁριακὰ χρονικὰ σηµεῖα ἐθεωρεῖτο µὴ ἐπιτρεπτὴ ἡ τέλεσή της, σφοδρῶς δὲ κατεκρίνοντο ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους οἱ Λατίνοι, γιατί συνήθιζαν νὰ λειτουργοῦν πρὸ τῆς τρίτης ὥρας τὸ πρωί. Αὐτὰ ἴσχυαν γιὰ τὶς ἡµέρες τῶν ἑορτῶν. Κατ᾽ ἐξαίρεση κατὰ τὶς ἡµέρες τῶν νηστειῶν, καὶ µόνο κατ᾽ αὐτές, ἐτελεῖτο ἡ θεία Λειτουργία κατὰ τὶς ἑσπερινὲς ὧρες κατὰ ἢ µετὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ λυχνικοῦ, µετὰ ἀπὸ πλήρη νηστεία, τελεία δηλαδὴ ἀποχὴ ἀπὸ βρώση καὶ πόση καθ᾽ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἡµέρας (παραµονὲς Χριστουγένννων καὶ Θεοφανείων, Μέγα Σάββατο καὶ καθηµερινὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς). Οἱ γεωργικὲς καὶ ποιµενικὲς συνθῆκες ἔφεραν τὴν Θεία Λειτουργία στὶς πρῶτες πρωϊνὲς ὧρες τῶν Κυριακῶν καὶ ἑορτῶν καὶ ἀκολούθησαν οἱ ἡµέρες τῶν νηστειῶν µὲ τὴν Προηγιασµένη. Ἡ κατὰ τοὺς νεωτάτους χρόνους ἀναζήτηση ποιµαντικῶν λύσεων, τελέσεως δηλαδὴ τῆς θείας Λειτουργίας γιὰ προφανεστάτη ἀνάγκη ἐξυπηρετήσεως τῶν νέων καὶ τῶν ἐργαζοµένων πιστῶν κατὰ τὶς ἑσπερινὲς ὧρες µὲ τὶς λεγόµενες νυκτερινς Λειτουργίες πρ το µεσονυκτίου, ὁδήγησαν σὲ κατάλυση τς παραδόσεως κα τελεία λλοίωση τν περ εχαριστιακς νηστείας ρχαιοτάτων κα σεβασµίων διατάξεων. Κατ᾽ αὐτὲς ἡ τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας καὶ ἡ αὐτονοήτως πρὸς αὐτὴν συνδεδεµένη κοινωνία τῶν ἀχράντων µυστηρίων, προϋπόθεση ἔχει τὴν πλήρη ἀποχὴ τροφῆς καὶ ποτοῦ ἀπὸ τοῦ δείπνου τῆς προηγουµένης ἡµέρας, πρᾶγµα δυνατὸ µόνον κατὰ τὶς ἡµέρες τῶν νηστειῶν. Κατὰ τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἑορτὲς εἶναι ἀδιανόητη ἡ τήρηση νηστείας, ποὺ εἶναι, πολὺ ὀρθῶς, σηµεῖο πένθους καὶ κατανύξεως. Οἱ νυκτερινὲς αὐτὲς Λειτουργίες εἶναι ὄντως µιὰ θαυµασία λύση γιὰ τοὺς ἐργαζοµένους πιστούς, γιὰ τὶς ἡµέρες µάλιστα τῶν ἑορτῶν ποὺ δὲν εἶναι ἡµέρες ἀργίας, ἀρκεῖ νὰ λαµβάνεται εἰδικὴ πρόνοια νὰ τελοῦνται κατὰ τὶς πρῶτες µετὰ τὸ µεσονύκτιο ὧρες, δηλαδὴ ἐντός τῆς νέας ἡµέρας. Τότε καὶ ὁ χρόνος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας συστέλλεται καὶ οἱ χριστιανοὶ δὲν στεροῦνται τῆς δυνατότητος ἐκκλησιασµοῦ καὶ θείας κοινωνίας σὲ µεγάλες δεσποτικὲς καὶ θεοµητορικὲς ἑορτὲς ποὺ θεωροῦνται ἐργάσιµες (Ὕψωση Τιµίου Σταυροῦ, Εἰσoδίων, Ὑπαπαντῆς, Μεταµορφώσεως κλπ.) καὶ σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς ἑορτὲς τῶν ἑορταζοµένων µεγάλων ἁγίων.

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Δὲν πάει νὰ λέει ἡ Παράδοση ὅ,τι θέλει! Ἐμεῖς θὰ κάνουμε αὐτὸ ποὺ «ἀρέσει» καὶ ἔχει «πέραση»!

 

, ,

Σχολιάστε

«ΒΙΒΛΙΟΝ ΑΠΟΣΤΑΣΙΟΥ» ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΑΠΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

«Βιβλίον ἀποστασίου» σὲ καιροὺς ἀποστασίας

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.                  Σύμπτωμα καθολικῆς ἀποστασίας; Ἀπόδειξη ὅτι πλέον διανύουμε τοὺς ἔσχατους καιρούς, στοὺς ὁποίους ἡ αὐτοκρατορία τοῦ κακοῦ θὰ ἀποκτήσει πρωτοφανῆ ἐξουσία; Καὶ μάλιστα ἐξουσία ὄχι μόνο σὲ ὅλο τὸν κόσμο ἀλλὰ καὶ στὸ ἴδιο τὸ ἅγιο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ; Ἔτσι φαίνεται.
.            Διότι πῶς ἀλλιῶς θὰ ἐξηγηθεῖ τὸ ὅτι ἡ ­Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἔφθα­σε στὸ σημεῖο, ἀνατρέποντας αἰώνιους νόμους, νὰ ἐπιτρέψει στοὺς κληρικοὺς νὰ ἔρχονται σὲ δεύτερο γάμο, ἂν συμβεῖ νὰ πεθάνει ἢ νὰ τοὺς ἐγκαταλείψει ἡ πρεσβυτέρα τους; Οἱ Ἱεροὶ Κανόνες εἶναι στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀπόλυτοι: Γιὰ κανέναν λόγο δὲν γίνεται δεκτὸς δεύτερος γάμος κληρικῶν. Οὔτε θάνατος οὔτε διαζύγιο ἀποτελοῦν λόγο γιὰ τέτοιο γάμο (Κανόνες ΙΖ΄ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ΙΒ΄ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, Γ΄ καὶ Ϛ΄ τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου).
.             Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ Ἐκκλησία σὲ τούτους τοὺς καιροὺς τῆς μεγάλης ἐκτροπῆς ἔκανε πολλὲς ὑποχωρήσεις στὸ θέμα τοῦ γάμου τῶν μελῶν της, ἐνῶ ὁ λόγος τοῦ Κυρίου νομοθετεῖ τὸ ἀδιάλυτο τοῦ γάμου «παρεκτὸς λόγου πορνείας» (Ματθ. ε΄ 32).
.              Ὅμως, παρὰ τὶς τόσες ὑποχωρήσεις, κράτησε ἕναν χῶρο ἱερὸ καὶ ἀπαράβατο: τὸν ἅγιο χῶρο τῆς ἱερωσύνης, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν καρδιὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπαγορεύ­ον­τας τὸν δεύτερο γάμο τῶν κληρικῶν, φανέρωνε ἔμπρακτα δύο πράγματα: τὴν ἱερό­τητα τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἱερωσύνης, καὶ τὴν ἱερότητα καὶ τὸ ἀδιάλυτο τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου. Τώρα καὶ τὰ δύο αὐτὰ Μυστήρια βεβηλώνονται, ὑποβιβάζονται.
.                     Ὅταν ὁ φιλανθρωπότατος Χριστός μας δίδασκε γι᾿ αὐτὴν τὴν ἱερότητα καὶ τὸ ἀδιάλυτο τοῦ γάμου, οἱ σκληροκάρδιοι Ἑβραῖοι Τοῦ εἶπαν ὅτι ὁ Μωυσῆς εἶχε ἐπιτρέψει τὸ διαζύγιο – «βιβλίον ἀποστασίου» τὸ ὀνόμαζαν τότε: «Μωσῆς ἐνετείλατο βιβλίον ἀποστασίου δοῦναι καὶ ἀπολῦσαι». Ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου ἦταν καταλυτική: «Πρὸς τὴν σκληροκαρδίαν ὑμῶν», ἐξ αἰτίας τῆς σκληροκαρδίας σας τὸ ἐπέτρεψε αὐτὸ ὁ Μωυσῆς, τοὺς εἶπε, «ἀπ᾿ ἀρχῆς δὲ οὐ γέγονεν οὕτω» (Ματθ. ιθ΄ 7-8).
.                  Σὲ τέτοια σκληροκαρδία ἔχουμε φθάσει, τόσο πολὺ ἔχουν πετρώσει σὲ τούτους τοὺς ἔσχατους καιροὺς οἱ καρδιές μας, ὥστε ἀκόμη καὶ λόγῳ διαζυγίου νὰ ἐπιτραπεῖ δεύτερος γάμος κληρικῶν; «Βιβλίον ἀποστασίου» σὲ καιροὺς ἀποστασίας;
.               Ἀλλὰ αὐτὸ συνιστᾶ βίαιη ἀνατροπὴ τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Μὲ ποιό ὅμως δικαίωμα; Ἀπὸ πότε μιὰ τοπικὴ Σύνοδος ἀπέκτησε τὴν ἐξουσία νὰ ἀνατρέπει ἀποφάσεις Οἰ­κουμενικῶν Συνόδων;
.             Ἀποδεχόμενη δεύτερο γάμο κληρικῶν, οὐσιαστικὰ ἡ Ἐκκλησία ἐπιβεβαιώνει τὴν πνευματικὴ ὑποβάθμιση τοῦ κλήρου στοὺς καιρούς μας.
.                Ἡ εἴδηση, ὅπως δημοσιεύθηκε καὶ δὲν διαψεύσθηκε, μᾶς πληροφορεῖ ἐπιπλέον ὅτι αὐτὸς ὁ ἀπαράδεκτος γάμος θὰ ἱερουργεῖ­ται μὲ «μία ἁπλὴ προσευχὴ καὶ σὲ πολὺ στενὸ οἰκογενειακὸ κύκλο». Ἄρα δὲν θὰ εἶναι γάμος; Δὲν θὰ γίνεται μυστήριο; Καὶ γιατί δὲν θὰ ἱερολογεῖται; Τότε τί θὰ εἶναι ὅλο αὐτό; Νομιμοποίηση πορνείας;
.               Ἀναμφιβόλως τὸ πρόβλημα εἶναι ὑ­παρ­κτὸ καὶ ἐπώδυνο. Πάντοτε, σ᾿ ὅλους τοὺς αἰῶνες, ἦταν ἐπώδυνο γιὰ τὸν ἱερέα. Ἡ δια­φορὰ εἶναι ὅτι σὲ παλαιότερους χρόνους πρόβλημα κυρίως δημιουργοῦσε ὁ θάνατος τῆς πρεσβυτέρας, σπανιότατη δὲ ἦταν ἡ περίπτωση τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ ἱερέα ἀπὸ αὐτήν. Σήμερα δυστυχῶς, λόγῳ τῆς γενικότερης καταπτώσεως, αὐτὸ τὸ δεύτερο συμβαίνει πολὺ συχνότερα. Ἔτσι παρουσιάζεται ὡς πράξη «φιλανθρωπίας» καὶ κατανοήσεως ἡ παράνομη αὐτὴ νομοθέτηση.
.             Ποιά εἶναι ἡ λύση στὸ ὑπαρκτὸ αὐτὸ πρόβλημα ποὺ περιγράψαμε;
.           Ἐκείνη ποὺ νομοθέτησαν οἱ φιλανθρωπό­τεροι πάντων ἅγιοι Πατέρες καὶ ἡ ὁποία ἰσχύει γιὰ ὅλους, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς: Ἡ ἄρση τοῦ σταυροῦ, ποὺ ἐπέτρεψε μέσα στὴν πανσοφία καὶ τὴν ἄπειρη ἀγάπη του ὁ Κύριος τῶν πάντων, καὶ ἡ εὐλογημένη ἀνηφορικὴ πο­ρεία τοῦ ἀγωνιζόμενου μαζὶ μὲ τὸ δοκιμαζόμενο ποίμνιό του ἱερέα πρὸς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

 

Σχολιάστε

Ἆραγε ΥΠΑΡΧΕΙ “ΤΡΙΤΗ” ΡΩΜΗ; (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ὑπάρχει «Τρίτη Ρώμη»;

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.             Στήν ἱστορία ἐμφανίσθηκε ἀπό πολλούς ἡ θεωρία ὅτι ἡ Μόσχα εἶναι ἡ Τρίτη Ρώμη, ἀφοῦ ἡ Πρώτη Ρώμη εἶναι ἡ ἀρχαία Ρώμη, πού ἦταν πρωτεύουσα τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους, ἡ Δεύτερη Ρώμη εἶναι ἡ Κωνσταντινούπολη, τήν ὁποία ἵδρυσε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, καί ἡ Τρίτη Ρώμη εἶναι ἡ Μόσχα τῆς Ρωσίας.
.             Ἡ ἰδέα περί τῆς Τρίτης Ρώμης γεννήθηκε μετά τήν Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39) καί ἐπισημοποιήθηκε μέ τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τό 1453, ὅταν ἡ Βασιλεύουσα κυριεύθηκε ἀπό τούς Ὀθωμανούς, ὁπότε ἀρχίζει, κατά τήν θεωρία αὐτή, ἡ Τρίτη Ρώμη μέ τήν Χριστιανική Αὐτοκρατορία τῶν Ρώσων, ἀφοῦ ὁ νέος Ρῶσος Αὐτο­κρά­τορας προστατεύει τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς πού βρίσκον­ται κάτω ἀπό τήν Ὀθωμανική Αὐτοκτρατορία.
.             Ἔτσι, κατά τήν θεωρία αὐτή ἡ Πρώτη, Δεύτερη καί Τρίτη Ρώμη εἶναι συνδεδε­μένες μέ τήν πολιτική καί τήν δημιουργία τῆς Πρω­τεύουσας τῶν Αὐτοκρατοριῶν, ἡ ὁποία ἐπηρεάζει καί τούς ἐκκλησιαστικούς θρόνους πού βρίσκονται στίς Πρωτεύου­σες αὐτές.
.             Γιά τό θέμα τῆς θεωρίας περί τῆς Τρίτης Ρώμης θά παρου­σιάσω μερικά στοιχεῖα τά ὁποῖα παραθέτει ὁ διάσημος βυζαντι­νολόγος Στῆβεν Ράνσιμαν.
.             Κατά τόν μεγάλο αὐτόν βυζαντινολόγο «τό πιό περήφανο κατόρθωμα τῆς Βυζαντινῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε ὁ ἐκχριστια­νισμός τῶν Ρώσων». Παρά τό ὅτι διάφοροι ἱστορικοί λόγοι συνετέλεσαν στό νά ἀλλάξουν οἱ σχέσεις μεταξύ Βυζαντίου καί Ρωσίας στήν πορεία τοῦ χρόνου, ἐν τούτοις «τό Βυζάντιο ἐξακολουθοῦσε νά διατηρεῖ ἄμεσο ἔλεγχο ἐπί τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας», ἀφοῦ ὁ Μητρο­πολίτης Ρωσίας ἐκλεγόταν ἀπό τό Πατριαρχεῖο Κων­σταν­τι­νουπόλεως.
.             Αὐτό ἔγινε καί μέ τόν Μητροπολίτη Κιέβου Ἰσί­δωρο, ὁ ὁποῖος συμπεριελήφθηκε στήν συνοδεία τοῦ Αὐτο­κρά­τορα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καί τοῦ Πατριάρχου Κωνσταν­τι­νουπόλεως στίς συνομιλίες πού γίνονταν μέ τούς Λατίνους στήν Φερράρα-Φλωρεντία (1438-39). Ὁ Ἰσίδωρος ὑπέγραψε τήν ψευδένωση καί αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά ἀποδοκιμασθῆ ἀπό τόν Ρωσικό λαό, νά καθαιρεθῆ ἀπό Σύνοδο στήν Μόσχα τό 1441, νά φύγη ἀπό τήν Ρωσία, καί στήν συνέχεια νά γίνη Καρδινάλιος τοῦ Πάπα.
.             Ὁ Ρῶσος Πρίγκιπας Βασίλειος Β΄ ἀπέστειλε ἐπιστολή στόν Οἰκου­μενικό Πατριάρχη καί παρακαλοῦσε νά ἐπικυρώση τόν διορισμό τοῦ Μητρο­πολίτου Ἰωνᾶ σέ διαδοχή τοῦ Ἰσιδώρου. Στήν ἐπιστολή αὐτή καυχᾶται «γιά τήν μακρά παράδοση ὀρθοδοξίας στή Ρωσία ἀπό τόν καιρό τοῦ νέου Μεγάλου Κωνσταντίνου, τοῦ εὐσεβοῦς τσάρου τῆς ρωσικῆς χώρας, Βλαδιμήρου». Ἡ ἐπιστολή αὐτή εἶναι σημαντική, γιατί ὁ Βλαδίμηρος πού ἔγινε Χριστιανός, χαρακτη­ρίζεται ὡς νέος Κωνσταντῖνος καί σαφῶς δείχνει ὅτι ὁ Πρίγ­κιπας Βασίλειος Β΄ «ἦταν ἕτοιμος νά διεκδι­κή­ση τήν κληρονομία καί τήν διαδοχή τοῦ Κωνσταντίνου».
.              Σέ ἄλλη ἐπιστολή ὁ Πρίγκιπας Βασίλειος δικαιολογεῖ τήν πρότασή του νά διορίση τόν Ἰωνᾶ ὄχι ἀπό ὑπερηφάνεια ἤ αὐθάδεια, ἀλλά γιατί «ὡς τόν αἰώνα τόν ἅπαντα θά παρα­μείνουμε πιστοί στήν ὀρθοδοξία πού μᾶς δόθηκε». Σαφῶς ὑπενίσσεται τήν ἔκπτωση τῶν Ρωμαίων Ὀρθοδόξων ἀπό τήν ἀλήθεια μέ τήν ὑπογραφή τους στήν Σύνοδο Φερράρας-Φλω­ρεντίας, πού σημαίνει ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή ἔπαιξε ἀρνητικό ρόλο στήν ἑνότητα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
.             Εἶναι ἀξιοπρόσεκτο ὅτι ὁ Μητροπολίτης Ἰωνᾶς σέ ἐπι­στολή του πού ἔγραψε τό ἔτος 1451, μετά τήν Σύνοδο Φερ­ράρας-Φλωρεντίας, καί δύο χρόνια πρίν τήν πτώση τῆς Νέας Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως στούς Ὀθωμανούς, «προεῖπε τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῆς Δεύτερης Ρώμης. Κινού­μαστε τώρα πρός τήν ἀντίληψη τῆς Μόσχας ὡς τῆς  Τρίτης Ρώμης καί τοῦ Μεγάλου Πρίγκιπα τῆς Μοσχοβίας ὡς Ἁγίου Αὐτοκράτορα».
.               Ἑπομένως, ἡ θεωρία περί τῆς Τρίτης Ρώμης συνελήφθη με­τά τήν ψευδένωση μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν στήν Φερράρα-Φλωρεντία (1438-1439) καί ἄρχισε νά κυοφορεῖται πρίν τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τό 1453, καί τό ἔτος αὐτό θεωρεῖται ὡς ἡ γενέθλια ἡμέρα τῆς Τρίτης Ρώμης.
.             Μετά λίγα χρόνια, καί συγκεκριμένα τό 1470, ἐνῶ ὁ Ἰβάν Γ΄ «διεκήρυξε ὅτι τό πατριαρχεῖο (Κωνσταντινουπόλεως) εἶχε στερηθεῖ παντός δικαιώ­ματος ἐπί τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας» ἐν τούτοις «ὁ ἐκλεγόμενος μητροπολίτης ἐξακολουθοῦσε νά ζητάει ἐπικύρωση ἀπό τόν Πατριάρχη, τόν ὁποῖον ἀνεγνώριζε ὡς ἀνώτερό του». Ὅμως, ἐπειδή ἔπαυσε νά ὑπάρχη ἕνας χριστιανός αὐτοκράτορας πού θά στηρίζη τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, αὐτό τό κενό θέλησε νά καλύψη ὁ Ρῶσος ἡγεμόνας. Αὐτό προσδιορίσθηκε στό πρόσωπο τοῦ Ἰβάν Γ΄, ὁ ὁποῖος νυμφεύθηκε τό 1472 «τήν Ζωή Παλαιολογίνα, ἀνεψιά τοῦ τελευταίου Βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα», καί ἔτσι χαρακτηρίσθηκε «νέος Κωνσταντῖνος». Ὁ Ρῶσος Μητροπολίτης Ζώσιμος τό ἔτος 1492 γράφει: «Ὁ αὐτοκράτωρ Κωνσταντῖνος ἔκτισε τήν Νέα Ρώμη, τό Τσάριγκραδ, ἀλλά ὁ ἡγεμών καί κυρίαρχος πασῶν τῶν Ρωσιῶν, Ἰβάν Βασίλιεβιτς, ὁ νέος Κωνσταντῖνος, ἔθεσε τά θεμέλια γιά μιά νέα Κωνσταντι­νού­πολη, τῆς Μόσχας».
.             Τό 1498 ὁ Ἰβάν Γ΄ στέφθηκε «Τσάρος, Μέγας Πρίγκιπας καί Αὐτοκράτορας Πασῶν τῶν Ρωσιῶν» ἀπό τόν Μητροπολίτη Συμεών. Ἡ τελετή στέψεως ἦταν ἀντιγραφή τῆς στέψεως τῶν Ρωμαίων Αὐτοκρατόρων καί ὁ Μητροπολίτης τοῦ ἀνέθεσε «νά φροντίζει γιά ὅλες τίς ψυχές καί γιά τήν ὀρθόδοξη χριστια­νωσύνη». Ἀπό τότε χρησιμοποιεῖται ὁ τίτλος τοῦ Τσάρου. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Θεόληπτος ὁ Α΄ τό ἔτος 1516 ἔγραφε στόν Ρῶσο Ἡγεμόνα Βασίλειο Γ΄ καί τόν χαρακτήριζε ὡς «τόν ὑψηλότατο καί εὐμενέστατο Τσάρο καί μέγα Βασιλέα ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων χωρῶν τῆς Μεγάλης Ρωσίας», καί ἄφηνε νά νοηθῆ ὅτι θά μποροῦσε νά δημιουργηθῆ ἕνα «ρωσο-βυζαν­τινό Κράτος».
.             Τό 1511 ἕνας μοναχός ἀπό τό Πσκώφ πού ὀνομαζόταν Φιλόθεος, σέ μία προσφώνησή του στόν Τσάρο ἐξέ­φραζε αὐτές τίς διεκδικήσεις. Ἔλεγε: «Χάρη εἰς τήν παντοδύναμη καί τά πάντα στηρίζουσαν δεξιάν τοῦ Θεοῦ χεῖρα, βασιλεύουν οἱ αὐτοκράτορες …καί αὐτή σέ ἀνύψωσε, Γαληνότατο καί Ὑπέρτατο Ἡγεμόνα, Μεγάλο Πρίγκιπα Ὀρθόδοξο Χριστιανό, Τσάρο καί Κυρίαρχο ὅλων, ἐσένα πού εἶσαι ὁ κάτοχος τῶν κτήσεων τῶν ἱερῶν θρόνων τοῦ Θεοῦ, τῶν ἁγίων οἰκουμενικῶν καί ἀποστολικῶν Ἐκκλησιῶν τῆς ἁγιοτάτης Μητέρας τοῦ Θεοῦ… ἀντί τῆς Ρώμης καί τῆς Κωνσταντινουπόλεως … Τώρα λάμπει μέσα στήν οἰκουμένη, ὅπως ὁ ἥλιος στόν οὐρανό, ἡ Τρίτη Ρώμη, τῆς κυρίαρχης αὐτοκρατορίας Σου καί τῆς ἁγίας συνοδικῆς ἀποστολικῆς Ἐκ­κλη­σίας, ἡ ὁποία εἶναι στήν ὀρθόδοξη Χριστιανική πίστη… Ἐπίβλεψε καί φρόντισε εὐσεβέστατε Τσάρε, ὥστε ὅλες οἱ χριστιανικές αὐτοκρατορίες νά ἑνωθοῦν μέ τή δική σου. Γιατί δύο Ρῶμες ἔπεσαν, ἀλλά ἡ τρίτη στέκεται ὄρθια καί τέταρτη δέν θά ὑπάρξει. Γιατί ἡ χριστιανική σου αὐτοκρατορία δέν θά περιέλθει σέ κανένα ἄλλον, σύμφωνα μέ τό παντοδύναμο λόγο τοῦ Θεοῦ».
.             Παρά τίς διεργασίες αὐτές στήν Ρωσία, καί παρά τήν δουλεία στούς Ὀθωμανούς ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐξακο­λου­θοῦσε νά ἔχη θέση ἀνώτερη στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Γρά­­φει ὁ Ράνσιμαν: «Ἀκόμα καί ὁ πιό φανατικός ὑποστηρικτής τῆς Τρίτης Ρώμης δέν ἤξερε πῶς νά τόν ὑποβιβάσει. Ὁ ἴδιος ὁ Τσάρος ὄχι μόνο ἐπιθυμοῦσε ἀναγνώριση ἀπό τόν Πατριάρχη, χάρη στό παραδοσιακό του γόητρο, ἀλλά καί ἀντιλαμβανόταν ὅτι δέν μποροῦσε νά γίνει κληρονόμος τῶν Βυζαντινῶν Καισάρων καί νά βρίσκεται ἐπικεφαλῆς τῆς ὀρθόδοξης οἰκουμένης χωρίς τήν καλή θέληση καί τήν ὑποστήριξη τοῦ Πατριάρχη».
.             Στήν συνέχεια ἀκολούθησαν διάφορα γεγονότα, ἀφοῦ οἱ Ρῶσοι στηρίζονταν στήν Ὀρθοδοξία τους, καί ζητοῦσαν νά λάβουν τήν πατριαρχική τιμή καί ἀξία.
.             Ἐν ὄψει αὐτῶν τῶν γεγονότων ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας ὁ Β΄, πού ἦταν «εὐέλικτος καί ρεαλιστής διπλωμάτης», σέ μιά περιοδεία του στήν Ρωσία ἔδωσε τήν Πατριαρχική τιμή καί ἀξία τό 1589, ὡς πέμπτο κατά σειράν μετά τόν Πατριαρχεῖο τῶν Ἱεροσολύμων καί ὄχι τρίτο μετά τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας ὅπως ἤθελαν ἐξ ἀρχῆς οἱ Ρῶσοι, καί ἐξελέγη πρῶτος Πατριάρχης ὁ Ἰώβ.
.             Ὁ Τσάρος, κατά τήν ἀνταλλαγή προσφωνήσεων πού ἀκολούθησαν τῆς ἐκλογῆς, χαρακτήρισε τόν Πατριάρχη Ἱερεμία Β΄ ὡς «Πατριάρχη μέ τήν χάρη τοῦ ἁγίου καί ζωο­ποιοῦ Πνεύματος, προερχόμενον ἀπό τόν ὑψηλότερο ἀποστο­λικό θρόνο, κληρονόμο καί ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κων­σταν­τινουπόλεως, Πατέρα τῶν Πατέρων».
.             Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἱερεμίας Β΄ προσεφώνησε τόν Τσάρο ὡς «ὀρθόδοξο καί φιλόχριστο θεοστεφάνωτον τσάρο, τιμώμενον ἀπό τόν Θεό καί στολισμένον ἀπό τόν Θεό … γαληνότατο καί ἐνδοξότατο ἀπό τούς κυρίαρχους ἡγεμόνες». Ἔπειτα πρόσθεσε: «Ἐφ’ ὅσον ἡ πρώτη Ρώμη ἔπεσε ἀπό τήν Ἀπολλινάρια αἵρεση καί ἡ δεύτερη Ρώμη, πού εἶναι ἡ Κωνσταντινούπολη, κατέχεται ἀπό τούς ἄπιστους Τούρκους, τότε λοιπόν ἡ μεγάλη σου ρωσική αὐτοκρατορία, εὐλαβέστατε τσάρε, ἡ ὁποία εἶναι εὐσεβέστερη ἀπό προηγούμενα βασίλεια, εἶναι ἡ Τρίτη Ρώμη καί σύ μόνος κάτω ἀπό τόν οὐρανό ὀνομάζεσαι τώρα Χριστια­νός Αὐτοκάτωρ γιά ὅλους τούς Χριστιανούς σ’ ὁλόκληρο τόν κόσμο∙ γι’ αὐτό ἡ πράξη μας τῆς ἱδρύσεως τοῦ Πατριαρχείου θά γίνει σύμφωνα μέ τήν θέληση τοῦ Θεοῦ, τίς προσευχές τῶν Ρώσων ἁγίων, τῆς δικῆς σου προσευχῆς πρός τόν Θεό καί σύμφωνα πρός τή γνώμη σου».
.             Ὁ Ράνσιμαν παρατηρεῖ: «Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ὁ Ἱερεμίας διασαφηνίζει ὅτι ἀνα­γνω­ρίζει τόν ἰσχυρισμό τῆς Ρωσίας ὅτι εἶναι ἡ τρίτη Ρώμη πολιτικῶς, ἀλλ’ ὄχι ἐκκλησιαστικῶς. Τά δικαιώματα καί τά καθήκοντα τῆς κοσμικῆς κεφαλῆς τῆς οἰκουμένης πέρασαν ἀπό τούς αὐτοκράτορες τῆς Παλιᾶς Ρώμης καί τούς αὐτοκράτορες τῆς Νέας Ρώμης στούς αὐτοκράτορες τῆς Μοσχοβίας. Ἀλλά ἡ ἀνώτατη ἐκκλησιαστική ἀρχή ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ἡ Πενταρχία τῶν Πατριαρχῶν μέ τήν Κωνσταντινούπολη ὡς κεφαλή της καί τή Μόσχα στήν οὐρά τοῦ καταλόγου, γιά νά συμπληρώσει τήν πεντάδα τώρα πού ἡ Ρώμη εἶχε διαγραφεῖ γιά αἵρεση.
.             Ἡ λύση τοῦ Ἱερεμία ἦταν εὔστοχη καί ἔξυπνη. Ἔδωσε στούς ὀρθοδόξους ἕναν ἰσχυρό κοσμικό προστάτη μέ ἀρκετά κολακευτικούς ὅρους γιά τόν προστάτη ὥστε νά ἐγκαταλείψει μεγαλύτερες ἐκκλησιαστικές διεκδικήσεις. Οἱ Ρῶσοι δέν ἐγκα­τέλειψαν τελείως τήν πίστη τους στήν ἀνώτερη ἁγιότητά τους, ἀλλά οἱ σχέσεις τους μέ τούς Ἕλληνες ἔκτοτε διορθώ­θηκαν. Οἱ ὑπό τουρκική κυριαρχία ὀρθόδοξοι ἔνιωθαν τώρα ὅτι δέν ἦταν ἐντελῶς χωρίς φίλους. Ἡ ἐμπιστοσύνη τους ἀναζωογο­νήθηκε. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι αὐτή ἡ φιλία δέν διευκόλυνε τίς σχέσεις τους μέ τούς Τούρκους κυριάρχους τους, οἱ ὁποῖοι τήν ἔβλεπαν μέ ὑποψία, οὔτε στό μέλλον τούς βοήθησε στίς σχέσεις τους μέ τίς δυτικές δυνάμεις. Ἀλλά βοήθησε στήν διάσωση τῆς ὀρθοδο­ξίας».
.             Τά στοιχεῖα αὐτά προέρχονται ἀπό τόν Βυζαντινολόγο Στῆβεν Ράνσιμαν, καί στά ὁποῖα φαίνεται ἡ σύλληψη τῆς ἰδέας τῆς Ρωσίας ὡς Τρίτης Ρώμης, πού ἄρχισε μετά τά τραγικά γεγονότα τῆς Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39), κυοφορήθηκε  τό διάστημα μεταξύ 1439-1453, καί τελικά γεννή­θηκε τό 1453 μέ τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως στούς Ὀθω­­μα­νούς. Οἱ Ὀρθόδοξοι Ρῶσοι ἔβλεπαν τόν Τσάρο τους ὡς τόν μόνον Ὀρθόδοξο Αὐτοκράτορα, καί οἱ ὑπόδουλοι Ρωμηοί τόν θεωροῦσαν προστάτη τους.
.             Κάπως ἔτσι ἀναπτύχθηκε ἡ ἰδέα τῆς Τρίτης Ρώμης, ἀπό ἀπόψεως πολιτικῆς, ὄχι ὅμως ἐκκλησιαστικῆς. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου τήν ἰδέα τῆς Τρίτης Ρώμης τήν ἐγκολπώθηκε καί τό Πατριαρχεῖο  Ρωσίας.
.             Τό ἐρώτημα εἶναι: Ὑπάρχει Τρίτη Ρώμη;
.             Φυσικά ὑποστηρίζω ὅτι δέν ὑπάρχει Τρίτη Ρώμη, γιά τρεῖς βασικούς λόγους.
.             Ὁ πρῶτος λόγος, γιατί ποτέ δέν ὑπῆρξε Δεύτερη Ρώμη. Ἡ ἱστορία γνωρίζει τήν Ρώμη τῆς Ἰταλίας, τήν πρωτεύουσα τοῦ ἀρχαίου Ρωμαϊκοῦ Κράτους, πού ἀργότερα ὀνομάστηκε Παλαιά Ρώμη, ἀλλά καί τήν Νέα Ρώμη, πού εἶναι ἡ Κωνσταντινούπολη μετά τήν μεταφορά τῆς Πρω­τεύουσας τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο ἀπό τήν Ρώμη τῆς Ἰταλίας, στό Βυζάντιο τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, πού ὀνομάσθηκε Νέα Ρώμη. Ἑπομένως ἐφ’ ὅσον δέν ὑπάρχει Δεύτερη Ρώμη (καί κακῶς λέγεται ἔτσι ὅπου λέγεται) δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη Τρίτη Ρώμη.
.             Πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἡ ἑνωμένη Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία εἶχε κατ’ ἀρχάς Πρω­τεύουσα τήν Ρώμη τῆς Ἰταλίας καί ἔπειτα τήν Νέα Ρώμη τῆς Θράκης. Τό δυτικό τμῆμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας κυριεύ­θηκε ἀπό τά Γερμανικά φῦλα, μέ τελευταῖο τούς Φράγ­κους, καί ἀργότερα καί τό ἀνατολικό τμῆμα κυριεύθηκε ἀπό τούς Ὀθω­μανούς. Ἐφ’ ὅσον καταλύθηκε ἡ Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία ὡς Κράτος-Αὐτοκρατορία, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη κάποια ἄλλη Τρίτη Ρώμη. Αὐτό ἐνδεχομένως θά προϋπέθετε ὑπάρχουσα Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία ὡς κρατικό μόρφωμα.
.             Ὁ δεύτερος λόγος πού δέν ἰσχύει ἡ θεωρία περί Τρίτης Ρώμης εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία στηρίζεται στό Κανονικό της δίκαιο, ἔχει ἄλλους ρυθμούς, καί μάλιστα στηρίζεται στούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Κυρίως μνημονεύω τόν 28ο Κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἔχει οἰκουμενικό κῦρος. Ἔτσι, ὁ Πατριάρχης Νέας Ρώμης-Κωνσταν­τι­νουπόλεως, καί μάλιστα μετά τήν ἀπομά­κρυνση τοῦ Πα­τριάρχου τῆς Παλαιᾶς Ρώμης-Πάπα, λόγῳ τῆς αἱρέσεως εἶναι ἡ Πρωτόθρονη Ἐκκλησία μέ ἀποφάσεις Πατέρων πού καθοδη­γοῦνταν ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, καί κανείς δέν μπορεῖ νά ὑπο­νομεύση αὐτό τόν θεσμό τῆς Πενταρχίας.
.             Ὁ τρίτος λόγος γιά τόν ὁποῖον δέν ἰσχύει ἡ θεωρία περί Τρίτης Ρώμης ἐκκλησιαστικῶς εἶναι ὅτι ἡ Ρωσική Ἐκκλησία, κατά τόν 19ο αἰώνα ἀνέπτυξε μιά ἰδιαίτερη θεολογία, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ρωσική θεολογία εἶναι ἀνώτερη τῆς θεολογίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας τῶν ὀκτώ πρώτων αἰώνων.
.             Νά θυμίσω τήν θεωρία τοῦ Ἀλέξη Χομιακώφ καί ἄλλων ὁμοϊδεατῶν του, ὁ ὁποῖος δημιούργησε τήν θεωρία ὅτι ὁ πολι­τισμός διαιρεῖται σέ δύο μεγάλες κατευθύνσεις, ἤτοι τόν Ἰρανιανισμό, πού ἐκδηλώθηκε στό Ἰράν, εἶναι γεωργικός πολιτισμός καί διακρίνεται ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἐλευθερίας τῆς κοινότητος, καί τόν Κουσιτισμό, πού ἀναπτύχθηκε στήν Αἴγυπτο, τήν Βαβυλώνα, τήν Νότια Ἰνδία, τήν Κίνα, καί διακρίνεται γιά τήν ἀνάλυση, τήν λογική, τά μεγάλα οἰκοδομήματα.
.             Ὁ Χομιακώφ ὑποστήριζε ὅτι οἱ κουσιτικές ἀρχές ἐπηρέασαν τόν δυτικό Χριστιανισμό καί ἐν μέρει τόν ἀνατολικό Χριστιανισμό μέ τίς ἰσχυρές ἐπιδράσεις τῆς Ρωμαϊκῆς πολιτικῆς ὀργάνωσης, τοῦ νόμου πάνω στόν χαρακτῆρα τοῦ ἀνθρώπου καί τήν λογικοκρατία, ἐνῶ ἡ ρωσική ζωή καί θεολογία διακρίνεται ἀπό τίς ἰρανιανικές ἀρχές, δηλαδή τήν ἐλευθερία καί τήν ἀγάπη. Αὐτές οἱ ἰδέες γέννησαν τήν μεταπατερική θεολογία, τήν ὁποία θεωροῦν ὡς ἀνώτερη ἀπό τήν πατερική θεολογία καί τόν σχολαστικισμό.
.             Κατά συνέπεια οἱ θεωρίες περί Τρίτης Ρώμης εἶναι ἀπαράδεκτες ἀπό κάθε πλευρᾶς. Ἄν αὐτό κατανοηθῆ, τότε πιθανόν νά λυθοῦν καί ἄλλες κατά καιρούς ἀναφυόμενες διενέξεις. Ὅποιος ὑπονομεύει τόν ἱερό θεσμό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μέ ὁποιονδήποτε τρόπο, ὁ ὁποῖος θεσμός καθιερώθηκε ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, αὐτός θά ἀποτύχη σέ ὅλους τούς χρόνους καί σέ ὅλα τά ἐπίπεδα. Γιατί δέν πρέπει νά ὑπερ­βαίνουμε τά ὅρια «ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν».

 

, , ,

Σχολιάστε