Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΘΕΟΛΟΓΙΑ"

OΣ. ΔΑΝΙΗΛ Ο ΕΚ ΖΑΓΟΡΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Ὅσιος Δανιήλ, ὁ ἐκ Ζαγορᾶς

Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 19 Αὐγούστου

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Ἕνα μεγάλο φιλοκαλικὸ κίνημα ἀναπτύχθηκε τὸν δέκατο ὄγδοο καὶ τὸν δέκατο ἕνατο αἰῶνα στὸν Ἑλλαδικὸ Ὀρθόδοξο χῶρο. Ἕνα κίνημα ποὺ ξεσήκωσε τὸ λαό, τὸν δίδαξε, τὸ νουθέτησε, τοῦ ἔδειξε τὸν δρόμο τῆς παραδόσεως, τῆς εὐσεβείας, τῆς σωτηρίας. Ἦταν τὸ κίνημα τῶν Κολλυβάδων ποὺ ξέσπασε στὰ μισὰ τοῦ δεκάτου ὀγδόου αἰῶνος καὶ ξεκίνησε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Αὐτὸ μέσῳ τῶν Ἑλληνικῶν νησιῶν, Σκιάθου, Χίου, Πάτμου, Πάρου, Ἰκαρίας, Ὕδρας, Σάμου καὶ ἄλλων ἐπεκτάθηκε ὄχι μόνο στὸν Ὀρθόδοξο Ἑλλαδικὸ χῶρο, ἀλλὰ καὶ στὶς Ὀρθόδοξες χῶρες τοῦ βορρᾶ μέσῳ τοῦ Ὁσίου Παϊσίου τοῦ Βελιτσκόφσκυ. Τ κίνημα τν «Κολλυβάδων» μὲ πρωτεργάτες τούς Μακάριο, Ἀρχιεπίσκοπο Κορίνθου, Νικόδημο Ἁγιορείτη, Ἀθανάσιο Πάριο, Νικηφόρο καὶ Νήφωνα, τοὺς Χίους, τὸ Σκιαθίτη Διονύσιο Ἐπιφανιάδη, τὸν Κύριλλο τὸν Παπαδόπουλο, καὶ πλῆθος ἄλλων Ἁγίων καὶ ἀφανῶν ἀγωνιστῶν πατέρων, ταν μι γις ντίδραση τν γιορειτν καὶ ὄχι μόνο Πατέρων νάντια στς πιδράσεις τς φράγκικης θεολογίας στν ρθόδοξο τρόπο ζως, κα νάντια στν κκοσμίκευση, ποία κα σήμερα πειλε ν λλοιώσει τ πνεμα το ρθόδοξου μοναχισμο κα γενικότερα τν ρθόδοξη Παράδοση.

   .           Οἱ Κολλυβάδες Πατέρες ἦσαν αὐτοὶ ποὺ διέγνωσαν τὸν ἄμεσο κίνδυνο ποὺ διέτρεχε τὸ Ὀρθόδοξο Γένος τῶν Ἑλλήνων, ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ‘Οθωμανοὺς κατακτητές-τυράννους, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τοὺς ψυχοκτόνους αἱρετικοὺς καὶ τοὺς διαφωτιστές-νεωτεριστὲς τῆς Ἑσπερίας. Διέγνωσαν τὴν καλπάζουσα ἀσθένεια καὶ πρότειναν φάρμακα κατάλληλα, ὅπως τὴν ἐπιστροφὴ στὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, τὴ συχνὴ θεία μετάληψη καὶ τὴν ἐμβριθῆ μελέτη τῶν ἁγιοπατερικῶν κειμένων.
.             Ἕνας μεγάλος τέτοιος φιλοκαλικὸς πατὴρ ὑπῆρξε καὶ ὁ Ὅσιος Δανιήλ, τὸ βλάστημα τῆς εὐάνδρου Ζαγορᾶς τοῦ βουνοῦ τῶν Κενταύρων, τοῦ δασυσκίου Πηλίου. Τὰ στοιχεῖα τοῦ βίου του ἀντλοῦμε ἀπὸ τὸ συναξαριστὴ τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου τοῦ «ἐν Πάρῳ», τοῦ πνευματικοῦ του τέκνου.
.           Διακρινόμενος ὁ Ὅσιος Δανιὴλ ὡς πνευματικὸς πατὴρ μεγάλου βεληνεκοῦς στὸν Ἄθωνα μετεκλήθη στὶς Κυδωνίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπὸ τὸν Σχολάρχη τῆς ἐκεῖ περίφημης Σχολῆς Ἱερομόναχο Γρηγόριο Σαράφη, γιὰ πνευματικὴ τῶν μαθητῶν στήριξη καὶ ποδηγεσία. Ἐκεῖ γνώρισε τὸν ἠπειρώτη μαθητὴ Ἀθανάσιο, τὸν μετέπεια Ὅσιο Ἀρσένιο, τὸν ὁποῖο προσείλκυσε στὸν Ἄθωνα. Ὁ Ὅσιος Δανιὴλ ἦταν φιλοκαλικὸ πνεῦμα καὶ ὑπέρμαχος τοῦ κινήματος τῶν Κολλυβάδων. Ὡς ἐκ τούτου ὑπέστη ἀνελέητο διωγμὸ μαζὶ μὲ τὸν ὑποτακτικό του Ἀρσένιο καὶ κατέφυγε στὴ Μονὴ τῆς Πεντέλης καὶ γιὰ περισσότερη ἡσυχία στὴ Μονὴ Λογγοβάρδας, τῆς Πάρου, πρῶτα καὶ ἔπειτα στὴ Σίκινο καὶ στὴ Φολέγανδρο, στὴν ὁποία καὶ μετὰ ἀπὸ σύντονους πνευματικοὺς ἀγῶνες ἀπεδήμησε πρὸς τὸν Κύριο. Τὴν τιμία του κάρα, μετὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ἔφερε στὴν Πάρο, στὸ Μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως, στὸ Δάσος, τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος ἔκτισε. Ἐκεῖ καὶ ἀποθησαυρίζεται μέχρι σήμερα, στὸ κελλάκι τοῦ Ὁσίου μαθητοῦ του, καὶ ἔχει ἀπδειχθεῖ πηγὴ πολλῶν θαυμασίων.
.         Μικρὸ ἀπότμημα τῆς ἁγίας αὐτῆς κάρας δώρησε ὁ ἱεροκῆρυξ τῆς Μητροπόλεως Δημητριάδος, πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης π. Ἐπιφάνιος Δημητρίου στὸ Ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως τῆς πατρίδος τοῦ Ὁσίου Δανιήλ, τῆς Ζαγορᾶς. Ἐκεῖ πραγματοποιήθηκε ἐφέτος στὶς 19 Αὐγούστου ὁ πρῶτος ἐπίσημος ἑορτασμὸς τῆς μνήμης τοῦ Ὁσίου μὲ τὴν εὐλογία τοῦ οἰκείου Ἱεράρχου, Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος καὶ Ζαγορᾶς κ. κ. Ἰγνατίου. Αὐτὸς παρέστη καὶ ἐτέλεσε τὴν πανηγυρικὴ Θεία Λειτουργία. Στὸν Ἑσπερινὸ παρέστη καὶ μίλησε καταλλήλως ὁ πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης π. Δαμασκηνὸς Κιαμέτης, Πρωτοσύγκελλος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως. Ἡ Ἱερὰ τοῦ Ὁσίου Δανιὴλ Ἀκολουθία συνετέθη ἀπὸ τὸν ὑπογράφοντα τὸ Ἄρθρο αὐτό, ὁ ὁποῖος καὶ προσκληθεὶς παρέστη στὶς ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις καὶ μίλησε ἐπικαίρως. Τὴν ὅλη φροντίδα τῆς πανηγύρεως στὴν ὁποία παρέστη καὶ ὁ ἀξιότιμος Δήμαρχος Ζαγορᾶς, ἐπιφορτίσθηκε ὁ ἀκάματος λευΐτης, αἰδεσιμώτατος Γενικὸς Ἀρχιερατικὸς Ἐπίτροπος Ζαγορᾶς, π. Δημήτριος Ξυνογαλᾶς, μὲ τὴν ἀμέριστη ἐπικουρικὴ βοήθεια τοῦ φιλαγίου Ζαγοριανοῦ κ. Ἐμμανουὴλ Χαδίνη.

 

 

 

,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».

 

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Θ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 4/65, Ἰούλιος-Αὔγουστος 2016
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».

Ἀπὸ τὸ κατ᾽ εἰκόνα στὸ καθ᾽ ὁμοίωσιν

.             Στὸ περασµένο σηµείωµα ἐξετάσαµε τὴ βιβλικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἀνθρωπολογία, ἡ ὁποία ἀντιλαµβάνεται τὸν ἄνθρωπο ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Μένει νὰ δοῦµε πῶς ἀπὸ τὸ ὑπαρκτικὸ κατ᾽ εἰκόνα θὰ φτάσουµε στὸ καθ᾽ ὁµοίωσιν, αὐτὸ ποὺ μὲ ἄλλη ὁρολογία ὀνοµάζουµε θέωση, καὶ μάλιστα, κατὰ βιβλικὴ διατύπωση, ὀνοµάζουµε κοινωνία μὲ τὴ θεία φύση, ὅπως διατυπώνεται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Πέτρο: «ἵνα […] γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσµῳ ἐν ἐπιθυµίᾳ φθορᾶς» (Β´ Πέτρ. α´ 4). Διευκρινίστηκε μάλιστα ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα Θεοῦ προσδιορίζεται ἀπὸ τὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ τριαδικότητα ὡς κοινωνία προσώπων, δηλαδὴ ὡς ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη ἑποµένως εἶναι συστατικὸ στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ἐνῶ κάθε διαστροφὴ ἢ ἀλλοίωση αὐτῆς τῆς θεµελιώδους συνθήκης τοῦ βίου του ὀφείλεται σὲ διαµεσολάβηση, εἴτε τὴν ἀντιλαµβανόµαστε ὡς ἐνέργεια δαιμονικῶν δυνάµεων, εἴτε ὡς ἐπήρεια τοῦ περιβάλλοντος, εἴτε ὡς ἀσθένεια τῆς φύσεως. Ἂν μάλιστα δεχτοῦµε τὸ τελευταῖο, ὅτι δηλαδὴ πρόκειται γιὰ ἀσθένεια τῆς φύσεως, τότε πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ ὁ τρόπος θεραπείας της, ὥστε ἡ ἀνθρώπινη φύση νὰ ἐπανεύρει τὴν ἀρχῆθεν συστατική της κατάσταση, ἤ, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω ἐκκλησιαστικὴ ὁρολογία, γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὸ ἀρχαῖο κάλλος (βλ. τὴ διατύπωση ποὺ κατατίθεται στὸ δεύτερο Εὐλογητάριο τῆς Νεκρώσιμης Ἀκολουθίας: «Ὁ πάλαι μέν, ἐκ µὴ ὄντων πλάσας με, καὶ εἰκόνι σου θείᾳ τιμήσας, παραβάσει ἐντολῆς δὲ πάλιν με ἐπιστρέψας εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθην, εἰς τὸ καθ᾽ ὁµοίωσιν ἐπανάγαγε, τὸ ἀρχαῖον κάλλος ἀναµορφώσασθαι») .
.           Τὸ ἔργο αὐτὸ ἀνέλαβε νὰ πραγµατοποιήσει ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεώς του. Ἡ ἀνθρώπινη φύση, τὴν ὁποία ἀνέλαβε καὶ μὲ τὴν ὁποία ἑνώθηκε ὑποστατικά, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀνθρώπινη φύση, ποὺ ὡς εἰκόνα Θεοῦ δηµιουργήθηκε, καὶ μάλιστα μὲ τὴν παγίωση τῆς ὁµοιότητας, τὸ «καθ᾽ ὁµοίωσιν». Εἶναι μιὰ θεωµένη φύση τώρα ἐν Χριστῷ, μιὰ σώα φύση, χωρὶς τὴν παρουσία ὁποιουδήποτε λάθους, δηλαδὴ ἁµαρτίας. Ὁ Χριστός, ὡς νέος Ἀδάµ, ὡς Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ τὰ Εὐαγγέλια, καινουργεῖ τὴν παλαιότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, τῆς ὑποχείριας στὸν θάνατο, καὶ εἰσάγει στὴν ἱστορία τὸν νέο ἄνθρωπο, τὸν ἀπαλλαγµένο ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο.
.             Τὸ ἐρώτηµα, ποὺ τίθεται τώρα, εἶναι ἡ ἀναζήτηση καὶ ἡ πραγµατοποίηση ἐνσωµάτωσης ἑκάστου ἀνθρώπου σ᾽ αὐτὴ τὴ νέα πραγµατικότητα, ἑποµένως ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση. Θὰ ἔµενε ἐλλιπὴς ἡ διαπίστωση ὅτι ὁ ἄνθρωπος φέρει στὴ φύση του ἀνεξίτηλη τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἂν καὶ ἀµαυρωµένη, ἐὰν δὲν συµπληρώναµε τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἐκφραστεῖ καὶ θὰ ἐνεργηθεῖ αὐτὴ ἡ εἰκόνα, πῶς δηλαδὴ θὰ γίνει ἐνεργὸς καὶ θὰ ἀκυρώσει τὶς στρεβλώσεις καὶ τὶς συγχύσεις. Καὶ στὸ σηµεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναφερθοῦµε στὴν παρουσία τῶν θείων καὶ ἀκτίστων ἐνεργειῶν τῆς θεότητας ἐντὸς τῆς Δηµιουργίας, ἡ πρόσκτηση τῶν ὁποίων ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου θὰ θεραπεύσει τὰ ἀσθενῆ καὶ θὰ ἀναπληρώσει τὰ ἐλλείποντα, ὁδηγώντας τὴν ἀνθρώπινη φύση σὲ ἐγχρίστωση.
.             Τί εἶναι ὅμως οἱ ἐνέργειες, ὅταν ἀναφερόµαστε σὲ θεῖες καὶ ἄκτιστες ἐνέργειες; Πρόκειται γιὰ δυνάµεις τῆς θεότητας, τὶς ὁποῖες ἀντιλαµβανόµαστε ἐν συνόλῳ, ἂν καὶ συχνὰ ἐµφανίζονται ἐπιµερισµένες. Προέρχονται ἀπὸ ὅλη τὴν τριαδικὴ θεότητα καὶ εἶναι μεθεκτές, δηλαδὴ µπορεῖ νὰ τὶς προσλαµβάνει ἕκαστος τῶν πιστῶν. Ὑπάρχουν οὕτως ἢ ἄλλως στὴ δηµιουργία, καὶ καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπιτρέψει τὴ σχέση μαζί τους. Νὰ ἐπιτρέψει σηµαίνει νὰ προετοιμάσει τὸν ἑαυτό του, ὥστε αὐτὲς οἱ ἐνέργειες νὰ διαποτίσουν τὴν ὕπαρξή του. Ἔτσι θεµελιώνεται ἡ διὰ βίου ἄσκηση, πνευµατικὴ καὶ σωµατική, καὶ ἀναδύεται ἡ εὐθύνη γιὰ τὴ σωτηρία στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐν ἐλευθερίᾳ ἀναλαµβάνει τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας του. Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρίσµα ἀντιλαµβανόµαστε τὴν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ: «εἴ τις θέλει ὀπίσω µου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω µοι» (Ματθ. ιϛ´ 24). Τὸ κρίσιμο ἑποµένως θέµα εἶναι νὰ ἐπιτρέψουµε στὶς θεῖες καὶ ἄκτιστες ἐνέργειες νὰ διαποτίσουν τὴν ὕπαρξή μας, ἔργο στὸ ὁποῖο ὅσοι ἐπιτυχῶς εὐδοκίµησαν, ὁδηγήθηκαν στὴν ἁγιότητα.
.                     Οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ περιγράφονται στὴ βιβλικὴ ἀποκάλυψη ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες σελίδες τῆς Ἁγίας Γραφῆς, κατ᾽ ἀρχὴν ὡς θεία βούληση, ἐν συνεχείᾳ ὡς δηµιουργὸς δύναµη καὶ τελικὰ ὡς θεία Πρόνοια. Διὰ τῶν ἐνεργειῶν του ὁ Θεὸς γίνεται γνωστὸς στοὺς ἀνθρώπους, στοὺς φίλους του, στὸ λαό του. Ἔχουµε μάλιστα καὶ περιγραφὲς θεοφανειῶν: λόγος, ἦχος, αὔρα, φῶς κ.λπ. Πρέπει ὅμως νὰ ἐπισηµανθεῖ ὅτι τὰ στοιχεῖα αὐτὰ δὲν προέρχονται ἀπὸ κτιστὲς πηγές, ἀλλὰ φέρουν χαρακτήρα ὑπερβατικό. Π.χ., ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δηλώνεται ἢ ἀκούγεται ὡς ἀποκάλυψη τοῦ Υἱοῦ του –αὐτὸς εἶναι ποὺ ὁµιλεῖ στοὺς Προφῆτες. Ἀνάλογα, τὸ φῶς εἶναι ἄκτιστο, καὶ τὶς περισσότερες φορὲς δηλώνει παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Ἀκόµα καὶ ἡ λεπτὴ αὔρα, ποὺ ἀντιλαµβάνεται ὁ προφήτης Ἠλίας ὡς παρουσία Θεοῦ, ἔχει ἄκτιστη προέλευση. Τὶς περισσότερες μάλιστα φορὲς οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ γίνονται ἀντιληπτὲς ὡς ἐνδιάθετη αἴσθηση. Ἐπίσης, μέσῳ τῶν αἰσθήσεων ἀντιλαµβανόµαστε τὰ ἀποτελέσµατα τῶν θείων ἐνεργειῶν, καὶ ἔτσι πρέπει νὰ προσεγγίζουµε τὶς ἐξαγγελίες τῶν Προφητῶν ἢ τῶν Ἀποστόλων, ὅπως τὴ δήλωση τῶν τελευταίων, ὅτι εἶναι μάρτυρες ὅσων εἶδαν, ὅσων ἄκουσαν καὶ ὅσων ψηλάφησαν («ὃ ἀκηκόαµεν, ὃ ἑωράκαµεν τοῖς ὀφθαλµοῖς ἡµῶν, ὃ ἐθεασάµεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡµῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς», Α´ Ἰωάν. α´1).
.                     Ἐνδεικτικὴ εἶναι ἡ περίπτωση ποὺ περιγράφει τὸ εὐαγγέλιο ὡς θεραπεία τῆς αἱµορροούσας γυναίκας, ὅπου ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς δηλώνει ὅτι ἀντιλήφθηκε μιὰ δύναµη νὰ ἐξέρχεται ἀπ᾽ αὐτόν: «Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ». (Λουκ. η´ 45-46).
.               Ἡ παρουσία αὐτῶν τῶν θείων δυνάµεων, ποὺ ὀνοµάζουµε ἄκτιστες ἐνέργειες, δηλώνονται ἐπίσης ὡς θεία Πρόνοια ἢ θεία Χάρη. Εἶναι παροῦσες καὶ στὴν ὑλικὴ δηµιουργία, ἀλλὰ καὶ στὸ λογικὸ πλήρωµα τῆς γῆς, δηλαδὴ στὸν ἄνθρωπο. Καὶ μάλιστα ὄχι μόνον μὲ νοητὸ τρόπο, ἀλλὰ καὶ μὲ ὁρατό. Ὄχι μόνον ἐκτὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ θεία Χάρη ὑπάρχει εἴτε τὸ ξέρουµε εἴτε δὲν τὸ ξέρουµε, εἴτε τὸ ἀντιλαµβανόµαστε εἴτε δὲν τὸ ἀντιλαµβανόµαστε. Δὲν γεννιέται ξαφνικά, ἀπὸ τὸ µηδέν, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ συνδράµει τοὺς εὐσεβεῖς καὶ μετὰ νὰ παύσει νὰ ὑπάρχει. Δὲν εἶναι κτιστή, γιὰ νὰ γίνεται καὶ νὰ ἀπογίνεται. Εἶναι δύναµη ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ θεότητα καὶ εἶναι παροῦσα διαρκῶς. Ἐνεργεῖ στὸν ἄνθρωπο, ὅταν ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀποδέχεται, εἴτε μεµονωµένα εἴτε ὡς λαὸς τοῦ Θεοῦ.
.               Ἐὰν ἔτσι εἶναι τὰ πράγµατα, τότε καταλαβαίνουµε γιατί ὁ Ψαλµωδὸς ἀναφωνεῖ: «Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώµατά σου, Κύριε τῶν δυνάµεων» (Ψαλµ. ΠΓ´ [83] 2). Ὁ τόπος τοῦ Θεοῦ, τὰ σκηνώµατά του, µπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ἢ ἕνας λαός. Τόπος τοῦ Θεοῦ µπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα µωρό, ἕνας ἐνήλικας, ἕνας πρεσβύτης. Τόπος τοῦ Θεοῦ µπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα σπουργίτι, ἕνα πετούµενο, τὰ πάντα, γιατὶ ὁ Κύριος διαποτίζει τὰ πάντα μὲ τὶς δυνάµεις του, εἶναι ὁ Κύριος τῶν δυνάµεων. Ἐνῶ ἐὰν ἡ θεία Χάρη εἶναι κτιστή, ὅπως τὴν ἑρµηνεύει ἡ δυτικὴ θεολογία, τότε ὑπάρχει μία συναλλαγὴ μὲ τὴ θεότητα. Γιὰ νὰ µπορέσω νὰ ἐπιτύχω τὴν παρουσία τῆς θείας Χάρης, πρέπει νὰ πληρώσω. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔχουµε τὴν ἀνάπτυξη τῶν συµπλεγµάτων ἐνοχῆς στὴ Δύση. Εἶµαι ἀµαρτωλός, ἄρα «πληρώνω» καὶ ἀποκαθιστῶ τὴν εὔνοια τοῦ Θεοῦ.
.               Γιὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ Θεὸς γίνεται παρὼν ἄλλοτε ὡς «ὁ ἐνεργῶν ἐν ἡµῖν […] ὑπὲρ τῆς εὐδοκίας» (Φιλ. β´ 13), καὶ ἄλλοτε ὡς «ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ἡ ἐνεργουµένη ἐν ἐµοὶ ἐν δυνάµει» (Κολ. α´ 29). Κυρίως ὅμως, γιὰ τὸν Παῦλο, ὁ Χριστὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ συγκεφαλαιώνει τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ ὡς δύναµη καὶ σοφία: «Χριστὸς Θεοῦ δύναµις καὶ Θεοῦ σοφία» (Α´ Κορ. α´ 24).

, , , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΑΡΑΓΕ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ «ΚΕΝΩΣΕΩΣ» ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ;

Η ΔΟΞΑ ΤΗΣ ΚΕΝΩΣΕΩΣ
τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Θεοτόκου

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«ΟΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ»
– Τὰ ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

ἔκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας), 2016,
σελ. 426-430

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.                 Στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς θεομητορικῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου γίνεται λόγος γιὰ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἀληθινὸς Θεὸς ἀπὸ τὴν ἀΐδια γέννησή Του ἀπὸ τὸν Πατέρα, καὶ Αὐτὸς ἔγινε ἄνθρωπος, προσέλαβε τὴν μορφὴ τοῦ δούλου, ταπεινώθηκε μέχρι τὸν θάνατο καὶ μάλιστα θάνατο διὰ τοῦ Σταυροῦ. Τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τὴν χαρακτηρίζει «κένωσιν», τὴν ὁποία ἔκανε ὁ Ἴδιος: «ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών» (Φιλ. β´ 7)
.                Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος προσδιορίζοντας τὴν κένωση λέγει ὅτι, ἐνῶ εἶναι Θεός, χωρὶς νὰ παύση νὰ εἶναι Θεός, «ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών», δηλαδὴ ἐνηνθρώπησε καὶ ἔφθασε μέχρι τὸν θάνατο. Κένωση στὴν ἀκρίβεια σημαίνει ἄδειασμα, ταπείνωση. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τὴν ὀνομάζει «ὕφεσιν τῆς Θεότητος».
.                 Οὐσιαστικά, κένωση εἶναι τὸ ὅτι τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγία Τριάδος, χωρὶς νὰ παύση νὰ εἶναι Θεός, προσέλαβε καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀπὸ τὴν Παναγία καὶ μάλιστα προσέλαβε φύση ἄκρως καθαρή, ἀλλὰ παθητὴ καὶ θνητὴ γιὰ νὰ πεθάνη στὸν Σταυρὸ καὶ ἔτσι νὰ θεραπεύση τὴν ἄρρωστη ἀνθρώπινη φύση καὶ τὸν πεπτωκότα ἄνθρωπο. Κένωση εἶναι ἡ ἐνανθρώπηση, ἡ ἔλευση τοῦ Θεοῦ Λόγου σὲ μᾶς διὰ τῆς σαρκός. Ὁ Χριστὸς ἔκανε ὑπακοὴ στὸν Πατέρα Του μέχρι σταυρικοῦ θανάτου καὶ ἔτσι τὸ ὄνομα τοῦ Θεανθρώπου ἔχει μεγάλη δόξα. Ἡ ταπείνωση εἶναι ὑψοποιός, ἡ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι δόξα.
.                 Αὐτὴ ἡ κένωση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔγινε γιὰ μᾶς ἀνάβαση. Ὁ Χριστὸς κατέβηκε πρὸς ἐμᾶς καὶ ἐμεῖς ἀνεβήκαμε πρὸς τὸν Θεό. Ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ δόξασε τὴν ἀνθρώπινη φύση, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς Πατὴρ Τὸν ὑπερύψωσε καὶ Τοῦ χάρισε ὄνομα, ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ ὀνόματα, καὶ αὐτὸ τὸ ὄνομα θὰ προσκυνήσουν ὅλα τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ καταχθόνια, καὶ ὅλοι θὰ ὁμολογήσουν ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.
.                 Τὸ ὅτι τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, ποὺ ἀναφέρεται στὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ, διαβάζεται καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἐξηγεῖται ἀπὸ τρεῖς λόγους.

.                 Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι ὅτι ἡ κένωση, ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, ἔγινε διὰ τῆς Παναγίας μας. Ἀπὸ αὐτὴν ὁ Χριστὸς προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση· μέσα στὴν κοιλία της πραγματοποιήθηκε ἡ ἕνωση θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως –ἡ κένωση–, αὐτὴ δοκίμασε πρώτη καὶ τὴν δόξα τῆς κενώσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Παναγία τιμᾶται πολύ, γιατί ἔγινε Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, δοξάζεται γιὰ τὸν «καρπὸν τῆς κοιλίας» της. Ἡ κοιλία της γέμισε ἀπὸ τὴν θεία δόξα, ἔγινε παράδεισος ὁλοφώτεινος, κρατοῦσε τὸν Κύριο τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γής. Αὐτὸ εἶναι ἀσύλληπτο καὶ νὰ τὸ σκεφθῆ κανείς.

.                 Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι ἡ Παναγία συμμετεῖχε, σὲ ὅλη τὴν ζωή της, στὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ. Καίτοι γνώριζε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ἀπὸ τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριὴλ ὅτι Αὐτὸς ποὺ θὰ συλλαμβανόταν στὴν κοιλία της ἦταν ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἐν τούτοις Τὸν ἔβλεπε νὰ μεγαλώνη πτωχικὰ στὸ σπίτι της, Τὸν βοηθοῦσε καὶ Τὸν ἔτρεφε, ἀργότερα Τὸν ἀκολουθοῦσε στὴν δράση Του καὶ βέβαια κατὰ τὴν μεγάλη κένωση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔγινε στὸν Σταυρό, παρευρέθηκε δίπλα Του, συμμετεῖχε καὶ στὴν ἀποκαθήλωσή Του. Ἔτσι, ἔζησε σὲ ὅλο τὸ βάθος τὴν ἔνδοξη κένωση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ γνώρισε καὶ τὴν Ἀνάστασή Του καὶ τὴν Ἀνάληψή Του στοὺς οὐρανούς. Κανεὶς ἄλλος δὲν γνώρισε σὲ τέτοιο μεγάλο βάθος τὴν ἔνδοξη κένωση τοῦ Χριστοῦ ὅσο ἡ Παναγία μας, ἡ ἁγία Μητέρα τοῦ Χριστοῦ.
.                 Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ ἡ ἴδια ἡ Παναγία μας ἔζησε τὴν κένωση στὴν ζωή της. Ὑπάκουσε στὸν Θεὸ μὲ ὅλη τὴν καρδιά της. Καίτοι ἦταν μητέρα τοῦ Χριστοῦ προτίμησε νὰ ζῆ στὴν ἀφάνεια, στὴν ταπείνωση, χωρὶς νὰ ἐπιδιώκη κάποιο ἀξίωμα στὴν Ἐκκλησία, χωρὶς νὰ ζητᾶ τιμὲς ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὀλίγα γράφονται γι’ αὐτὴν μέσα στὴν Καινὴ Διαθήκη, καίτοι δεχόταν τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν τιμὴ ὅλων τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Χριστιανῶν. Καὶ τὸ κυριότερο εἶναι ὅτι ἔζησε καὶ ἡ ἴδια τὴν ἔνδοξη κένωση, παρόμοια μὲ τὸν Υἱό της, κατὰ τὸν χρόνο τῆς Κοιμήσεώς της.
.             Γνωρίζουμε ὅτι ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ ἐκδηλώθηκε κυρίως στὸν ἑαυτό Του πάνω στὸν Σταυρὸ καὶ τὴν ἔνδοξη κατάβαση τῆς ψυχῆς Του μαζὶ μὲ τὴν θεότητά Του στὸν Ἅδη, ὅπου καὶ συνέτριψε τὴν ἐξουσία του. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, Ἐπίσκοπος Κρήτης, γράφει ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔγινε στὸν Χριστὸ γίνεται κατ᾽ ἀναλογίαν καὶ στὶς ψυχὲς τῶν ἁγίων. Ἔτσι, οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἁγίων διέρχονται μὲν τὸν «ἀειδῆ» ἐκεῖνο τόπο, δὲν κατέχονται ὅμως ἀπὸ αὐτόν, ἐκτὸς ἐκείνων τῶν ψυχῶν ποὺ ὑπέστησαν μὲ τὴν ραστώνη τους τὸν διὰ τῆς ἁμαρτίας θάνατο. Ἑπομένως, θὰ διέλθουν ἀπὸ τὶς πύλες τοῦ Ἅδου καὶ οἱ ψυχὲς τῶν ἁγίων, ὄχι γιὰ νὰ καταστραφοῦν ὁλοσχερῶς, ἀλλὰ γιὰ νὰ διερευνήσουν καὶ νὰ μυηθοῦν τὸ ξένο τῆς θείας οἰκονομίας μυστήριον, τὴν εἰς Ἅδου κάθοδο τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ διδαχθοῦν ὅσα ἔγιναν ἐκεῖ, δηλαδὴ τὴν νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐναντίον τοῦ Ἅδου. Οἱ ἅγιοι, ἀφοῦ στὴν ζωή τους γνώρισαν τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ γνωρίσουν καὶ τὸ μυστήριο τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν Ἅδη. Ἔτσι, καὶ ἡ ψυχὴ τῆς Παναγίας, ὅταν κοιμήθηκε, κατέβηκε στὸν Ἅδη, ὅπου μυήθηκε στὴν νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν θάνατο καὶ τὸν Ἅδη, καὶ στὴν συνέχεια μυήθηκε καὶ στὸ μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν μετάστασή της στὸν οὐρανό.

.               Ὁ τρίτος λόγος εἶναι ὅτι ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ δόξα Του, ποὺ σημαίνει ὅτι καὶ ἡ κένωση τῆς Παναγίας εἶναι δόξα της. Ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ τῆς Παναγίας μας συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Παναγία δὲν ἦταν ἁπλῶς ἕνας καλὸς ἄνθρωπος, μιὰ ἐνάρετη γυναίκα, ὅπως ὑπῆρχαν πολλὲς ἐνάρετες γυναῖκες στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀλλὰ ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος. Ἄλλωστε, αὐτὸ ψάλλουμε στὸν θεομητορικὸ ὕμνο: «Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου, ὅτι σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν». Ὅλα μέσα στὴν Ἐκκλησία ἀναφέρονται στὸν Χριστὸ καὶ ἡ δόξα ποὺ ἀπολαμβάνει ἡ Παναγία ὀφείλεται στὸν «καρπὸ τῆς κοιλίας» της, ἀφοῦ αὐτὴ γέννησε τὸν Χριστό.
.               Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ μυστήριο τῆς κενώσεως-ταπεινώσεως τοῦ Χριστοῦ, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, βίωσε καὶ ἡ Παναγία μας. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὴν δόξασε καὶ τῆς ἔδωσε τὴν Χάρη καὶ τὴν δυνατότητα νὰ προσεύχεται γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Κύριος εἶναι ὁ Θεός, Κυρία καὶ ἡ Παναγία. Ὅπως ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ φάνηκε στὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, ἔτσι καὶ ἡ δόξα τῆς Παναγίας φάνηκε ἔντονα κατὰ τὴν Κοίμησή Της, ποὺ λέγεται ἔνδοξη, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνάληψη-μετάσταση τοῦ σώματός της στοὺς οὐρανούς.
.                   Ὅλα αὐτὰ δείχνουν ὅτι ἡ δόξα συνδέεται μὲ τὴν ταπείνωση καὶ ἡ τιμὴ προέρχεται ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Πολλοὶ ἄνθρωποι σήμερα ζητοῦν δόξα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἐπιδιώκουν νὰ ἀπολαύσουν τιμὲς μὲ ἀνθρώπινα μέσα καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ εἶναι ἀνικανοποίητοι. Γιατί ἡ ἀνθρώπινη δόξα λέγεται κενοδοξία, δηλαδὴ κενή, κούφια δόξα, δὲν μπορεῖ νὰ ἀναπαύση τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ζητᾶ κάτι αὐθεντικό, ὁλοκληρωμένο, αἰώνιο.

.                 Ἡ Παναγία μὲ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἁπλότητα, μὲ τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ἀγάπη, μὲ τὴν θυσία καὶ τὴν προσφορά, μετὰ τὸν Χριστό, εἶναι τὸ πρότυπο γιὰ ὅλους μας. Ὅσες δόξες καὶ τιμὲς καὶ νὰ μᾶς προσφέρουν οἱ ἄνθρωποι, ὅσα ἀξιώματα καὶ ἐὰν ἀποκτήσουμε, ὅσες ὧρες καὶ ἂν διασκεδάσουμε, ὅλα ἔρχονται καὶ παρέρχονται, ἐξανεμίζονται, ἀφανίζονται, ὅπως τὰ ὄνειρα τῆς νύκτας κι ὅπως ὁ καπνὸς διαλύεται στὴν ἀτμόσφαιρα. Μάλιστα πολλὲς φορὲς ἀφήνουν πίκρα, θλίψη καὶ πόνο. Αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι ἡ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ἀγάπη, ἡ ἤρεμη χριστιανικὴ ζωή.
.               Ὡς Χριστιανοὶ πρέπει νὰ πορευόμαστε τὴν ὁδὸ τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τὴν ὁδὸ τῶν παθημάτων τοῦ Σταυροῦ, τοῦ θανάτου, τοῦ Ἅδου καὶ τῆς Ἀναστάσεως. Ἀκολουθοῦμε τὸν Χριστὸ σὲ ὅλους τοὺς σταθμοὺς τῆς θείας οἰκονομίας, ὁπότε πρέπει νὰ ζοῦμε τὴν κένωσή Του. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ τηροῦμε τὶς ἐντολές Του, νὰ σηκώνουμε τὸν σταυρὸ τῶν πειρασμῶν, νὰ ὑπομένουμε τὶς συκοφαντίες τῶν ἀνθρώπων, νὰ κατεβαίνουμε μὲ θάρρος καὶ πίστη σὲ κάθε προσωπικὸ ἅδη, σὲ κάθε πειρασμικὴ κόλαση, νὰ ἀντέχουμε τὶς πύρινες δοκιμασίες μὲ μετάνοια, νὰ μὴ φοβόμαστε τὸν θάνατο, δηλαδὴ νὰ συμμετέχουμε στὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν κένωση τῆς Παναγίας. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι σο μεγάλη εναι κένωσή μας μαζ μ τν Χριστό, τόσο νδοξη εναι θέωσή μας.
.                 Ἡ Παναγία τὰ ἔζησε ὅλα αὐτὰ στὴν ζωή της καὶ θὰ πρέπει νὰ ζητᾶμε τὶς πρεσβεῖες της. Ἔτσι αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ χαρά μας, ἡ Μητέρα μας, ἡ ἀναψυχή μας, ἡ παρηγοριά μας. Δὲν θὰ φοβόμαστε τὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς μας, ἀλλὰ θὰ τὶς ἀντιμετωπίζουμε μὲ πίστη καὶ ἀγάπη, καὶ αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ δόξα μας.

 

 

, , ,

Σχολιάστε

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς Θεοτόκου

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς Θεοτόκου; (παρὰ τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν)

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς Θεοτόκου; (παρὰ τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν)-2

Σχολιάστε

ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΣΩΣΤΟ ΝΑ ΛΕΜΕ «ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ»;

Εἶναι ἆραγε σωστὸ νὰ λέμε
«Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς»;

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἀνδρέου Θεοδώρου
«Ἀπαντήσεις σὲ ἐρωτήματα δογματικὰ»
ἔκδ. «Ἀποστολικὴ Διακονία»,
ἔκδ. γ´, Ἀθῆναι 2006, σελ. 122-123
ἠλεκτρ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογραφία»

.               Μερικοὶ ὀρθόδοξοι πιστοὶ ἀποφεύγουν τὴν ἐπίκληση τῆς Θεοτόκου μὲ τὴν προστακτικὴ «σῶσον ἡμᾶς», ἀποκαθιστῶντες αὐτὴ μὲ τὴν προστακτικὴ «πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν».
.               Μέχρις ἑνὸς ὁρίου βέβαια ἡ εὐαισθησία αὐτὴ εἶναι δικαιολογημένη. Ὑπάρχει φόβος μήπως ἡ σωτηρία, ποὺ εἶναι ἔργο μόνον τοῦ Θεοῦ, ἀποδοθεῖ στὴν Θεομήτορα. Γενικὰ ὅμως ἡ τοποθέτηση αὐτὴ δὲν εἶναι σωστή. Λέγοντας στὴν Θεοτόκο «σῶσον ἠμᾶς», δὲν τὴν θεωροῦμε ὡς πρωταρχικὴ αἰτία τῆς σωτηρίας μας. Ἁπλῶς ἀπευθυνόμαστε σὲ αὐτὴν καὶ τὴν παρακαλοῦμε μὲ τὴν πρεσβεία καὶ τὶς δεήσεις της πρὸς τὸν Υἱό της νὰ μᾶς σώσει Ατς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὰ πολλὰ κακὰ ποὺ μᾶς συνέχουν. Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ μεσίτρια τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν Υἱό της, χωρὶς βέβαια ἡ μεσιτεία αὐτὴ νὰ προσκρούει ἢ νὰ ἐπισκιάζει τὴν πρώτη καὶ κύρια μεγάλη μεσιτεία τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πίστεώς μας πρὸς τὸν Θεὸ ὑπὲρ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρώπων, διότι ἡ μεσιτεία τῆς Παναγίας γίνεται πάντοτε ἐν ὀνόματι τῆς μεγάλης μεσιτείας τοῦ Χριστοῦ καὶ λαμβάνει τὴν δυναμή της ἀπὸ αὐτὸν καὶ πρὸς δόξαν τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε ἡ μεσιτεία τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ δὲν παύει νὰ εἶναι προσευχή, δέηση πρὸς τὸν Θεό, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ δραστικὴ ἐνώπιον τοῦ ἀπειράνδρου Τόκου της· «πολὺ ἰσχύει δέησις μητρὸς πρὸς εὐμένειαν Δεσπότου».
.               Καμιὰ λοιπὸν ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πίστη δὲν περιλαμβάνεται στὴν δέηση αὐτή, ἀρκεῖ βέβαια νὰ διαφωτίζεται ἐπαρκῶς τὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.

 

, , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΧΙΛΙΕΣ ΕΠΩΝΥΜΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Οἱ χίλιες ἐπωνυμίες τῆς Παναγίας

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.                      Μία σαφὴς ἔνδειξη τοῦ πόσο οἰκεῖο πρόσωπο εἶναι γιὰ τοὺς Ἕλληνες ἡ Παναγία εἶναι πὼς κάθε τόπος καὶ σχεδὸν κάθε εἰκόνα ἔχει μία ἐπωνυμία. Ὁ Ἕλληνας δίνοντάς Της τὴν ἐπωνυμία Τὴν δείχνει ὅτι Τὴ θεωρεῖ δική του, ὅτι εἶναι κοντά του, ὅτι τὸν προστατεύει. Πρὶν ἀπὸ πέντε χρόνια ἔγραψα ἄρθρο μὲ τὶς «300 ἐπωνυμίες τῆς Παναγίας». Ὅμως ἀναζητώντας ἔκτοτε περισσότερες ἐπωνυμίες Της βρέθηκα πρὸ εὐχάριστης ἐκπλήξεως. Σὲ ὅλη τὴν Ὀρθοδοξία ξεπερνοῦν τὶς χίλιες ποὺ ἔχουν ἀποδοθεῖ στὴν Παναγία. Ἕλληνες, Ρῶσοι, Οὐκρανοί, Βούλγαροι, Σέρβοι, Πολωνοί, Ρουμάνοι, Ἀλβανοί, Τσέχοι, Σλοβάκοι, ὅλοι ἔχουν δώσει ὀνόματα στὴν Παναγία. Σὲ ὅλη τὴν Ὀρθοδοξία κάθε ἐρευνητὴς ὅλο καὶ νομίζει ὅτι ὁλοκλήρωσε τὸν κατάλογο καὶ ὅλο κάποια νέα ἐπωνυμία προκύπτει. Τόση εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ γόνιμη σκέψη καὶ ἡ ἐφευρετικότητα ὄχι μόνο τῶν καλλιτεχνῶν καὶ τῶν λογίων, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἁπλοῦ πιστοῦ λαοῦ, ποὺ γεννᾶ συνεχῶς καὶ νέα ἐπίθετα στὴν Παναγία. Αὐτὰ μποροῦν νὰ χωριστοῦν σὲ ὀκτὼ κατηγορίες.

  • Ἀπὸ τὴν παράσταση τῆς Παναγίας στὴν εἰκόνα. Τέτοια ἐπίθετα εἶναι ἡ Βρεφοκρατοῦσα, ἡ Γλυκοφιλοῦσα, ἡ Γαλακτοτροφοῦσα, ἡ Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν, ἡ Ὁδηγήτρια καὶ ἄλλα. Εἶναι ἀκόμη τὸ ἐπίθετο “Δεξιοκρατοῦσα”, ἢ “Δεξιά”, ὅταν κρατάει τὸν Χριστὸ στὸ δεξί της χέρι καὶ ὄχι πρὸς τὸ μέρος τῆς καρδιᾶς της. Ἀκόμη “Μεγαλομάτα”, ὅταν ἔχει μεγάλα μάτια. Ὑπάρχουν καὶ ὀνόματα ποὺ συνδυάζονται μὲ μίαν ἱερὴ ἱστορία. Λ.χ. Τὸ ὄνομα τῆς Εἰκόνας “Ἄξιόν Ἐστι”, ποὺ εἶναι θησαυρισμένη στὸ Ναὸ τοῦ Πρωτάτου, στὶς Καρυὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πῆρε τὸ ὄνομα ἀπὸ τὸ θαῦμα ποὺ ἐπιτελέσθηκε ἀπὸ τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ, μπροστά της, ὅταν βρισκόταν σὲ κελὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Κατὰ τὴν Παράδοση ὁ Ἀρχάγγελος ἔψαλε τὸν γνωστὸ ὕμνο “Ἄξιον ἐστίν..” σὲ πλάκα καὶ ἔγινε ἄφαντος. Ἐπίσης τὸ ἐπίθετο “Τριχεροῦσα” τὸ πῆρε ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας ἀπὸ τὸ ὅτι ὑπάρχει σ’ αὐτὴν ἕνα τρίτο χέρι, ποὺ συμβολίζει τὸ θαῦμα ποὺ συνέβη στὸν ὑμνητὴ καὶ δογματίσαντα γιὰ τὴν Παναγία Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό. Τὸ δεξὶ χέρι τοῦ τὸ ἔκοψαν Μουσουλμάνοι καὶ θαυματουργικὰ ἀποκαταστάθηκε. Ἡ Παναγία ἡ “Ἐσφαγμένη” ὀνομάστηκε ἔτσι γιατί κατὰ τὴν Παράδοση μοναχὸς θύμωσε μαζί της καὶ μὲ μαχαίρι κτύπησε τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας στὸ πρόσωπο. Τότε ἀπὸ τὴν εἰκόνα ἄρχισε νὰ τρέχει αἷμα, ἐνῶ ὁ μοναχὸς τυφλώθηκε καὶ ἔκανε ὡς τρελός. Ὁ μοναχὸς ζήτησε συγγνώμη καὶ συγχωρήθηκε, ἀλλὰ τὸ χέρι ποὺ κτύπησε τὴν Παναγία τιμωρήθηκε, ἀφοῦ ἔμεινε ἄλυωτο μετὰ τὸν θάνατο τοῦ μοναχοῦ. Ὑπάρχει ἀκόμη ἡ Παναγία ἡ “Πυροβοληθεῖσα”, στὴ Μονὴ Βατοπεδίου, ἀφοῦ τὴν εἰκόνα τῆς τὴν κτύπησαν μὲ ὅπλο Τοῦρκοι. “Σφαγμένη” εἶναι καὶ ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας, τῆς Μονῆς Ἰβήρων, ποὺ ὀνομάστηκε ἔτσι μὲ τὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε ἡ Παναγία, νὰ φανερώσει τὴ θέλησή της νὰ παραμείνει στὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς ὡς θυρωρός, γιὰ νὰ τὴν προστατεύει… Ἡ «Ἀκαθή» στὴ Σχοινοῦσα, ὅπου ὁ Χριστὸς εἶναι ὄρθιος (ἀκάθιστος) καὶ ὄχι στὴν ἀγκαλιὰ τῆς Παναγίας…

  • Ἀπὸ τὸν τόπο της. Ἔτσι ὑπάρχει ἡ Παναγία ἡ Ἱεροσολυμίτισσα, στοὺς Ἁγίους Τόπους, ἡ Παναγία Σουμελᾶ, ἀπὸ τὴν ὁμώνυμη Μονὴ στό (Σου) ὅρος Μελᾶ τοῦ Πόντου, ἡ Ἀθηνιώτισσα, ἡ Καστριώτισσα, ἡ Κάμπου, ἡ Πυργιανή, ἡ Ἐγκλειστριανὴ ( ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Ὁσίου Νεοφύτου τοῦ Ἐγκλείστου), ἡ Σπηλιανή, ἡ Μεγαλοσπηλαιώτισσα (Τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων), ἡ Τουρλιανή, ἡ Θαλασσινή, ἡ Καλαμοῦ, ἡ Καμινιώτισσα, ἡ Βλαχερνίτισσα, ἡ Ὀλυμπιώτισσα, ἡ Σουμελιώτισσα, ἡ Πλατανιώτισσα, ἡ Καταπολιανή, ἡ Χοζοβιώτισσα στὴν Ἀμοργὸ (ἀπὸ τὴ Μονὴ Χοζεβὰ τῶν Ἁγίων Τόπων), ἡ Παμμακάριστος (ἀπὸ Μονὴ τῆς Κωνσταντινούπολης), ἡ Ἁγία Σιών, ἡ Εἰκοσιφοίνισσα, ἡ Ἕλωνα, ἡ Τροοδίτισσα, ἡ Κυκκώτισσα, ἡ Μαλεβὴ (ἀπὸ τὸ ὅρος Πάρνων, ποὺ λέγεται καὶ Μαλεβός), ἡ Καλαμιώτισσα (ἀπὸ τὸ ὅρος Κάλαμος τῆς Ἀνάφης), ἡ Ἀμπελακιώτισσα, ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο χωριὸ στὴ Ναυπακτία, ἡ Βουρλιώτισσα, ἀπὸ τὰ Βουρλὰ τῆς Ἰωνίας.

  • Ἀπὸ τὴν τεχνοτροπία τοῦ Ναοῦ της. Τέτοια ἐπίθετα εἶναι ἡ Ἑκατονταπυλιανή, ἡ Θολοσκέπαστη, ἡ Μολυβδοσκέπαστη, ἡ Πελεκητή, ἡ Κρεμαστή, ἡ Μαρμαριώτισσα.

  • Ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ κτίτορα τοῦ Ναοῦ ἢ τῆς Μονῆς της. Τέτοια ἐπίθετα εἶναι Παναγία ἡ Παχειά, ἡ Γλυκειὰ (ἀπὸ τὸ ἐπίθετο Γλυκύς), ἡ Περλιγκού, ἡ Λυκοδήμου, ἡ Κοροβιλιά.

  • Ἀπὸ τὸν μήνα ποὺ ἑορτάζεται ἡ Παναγία: Σοτομπριανή, Βρεχοῦσα, Αὐγουστιανὴ καὶ Δεκαπεντοῦσα, Τριτιανή, Μεσοσπορίτισσα, Βροντοῦ, Ἀκαθή (ἀπὸ τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο).

  • Ἀπὸ τὰ θαύματα τῆς Παναγίας: Γοργοϋπήκοος, Ἐλεοῦσα, Ἐλεήστρα, Γιάτρισσα, Θεραπεία, Γαιματοῦσα ( σταματᾶ τὴν αἱμορραγία), Ὑγεία, Ὑπακοή, Ψυχοσώστρα, Παραμυθία, Παρηγορήτρα, Παυσολύπη, Φανερωμένη, Μυροβλύτισσα, Γερόντισσα.

  • Ἐγκωμιαστικὰ ἀπὸ τὴν ἔξαρση τῆς ἀγάπης τῶν πιστῶν. Συνήθως χρησιμοποιεῖται ἐπίθετο μὲ πρῶτο συνθετικὸ τὸν χρυσό: Χρυσοκελλαριά, Χρυσοσπηλιώτισσα, Χρυσοπηγή, Χρυσογαλοῦσα, Χρυσοποδαρίτισσα, Χρυσοχεριά… Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλα, ὅπως Ἀγγελόκτιστη, Ἀερινή, Ἀναφωνήτρα, Ἐπίσκεψις, Παντάνασσα, Τρανή, Χιλιαρμενίτισσα.

  • Αὐτὰ ποὺ τὶς ἔδωσαν οἱ Ὑμνογράφοι τῆς Ἐκκλησίας. Κυρίως προέρχονται ἀπὸ τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο: Ἀμόλυντος, Ὑψηλοτέρα, Καθέδρα, Κλίμαξ, Σκέπη, Πόλη, Παράκλησις, Ἐπίσκεψις, Καταφυγή, Κεχαριτωμένη, Χώρα τοῦ Ἀχώρητου, Ὅρος Ἀλατόμητον.

Τὰ μεγάλα προσκυνήματα στὴν Ἑλλάδα

  • Πλήθη πιστῶν προστρέχουν στὰ μεγάλα -πανελλαδικά-, καὶ στὰ τοπικὰ προσκυνήματα τῆς Παναγίας σὲ ὅλη τὴ χώρα τὶς ἡμέρες αὐτὲς τοῦ “Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ”, ὅπως χαρακτηρίζεται ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Τὸ πρῶτο σὲ προσέλευση πιστῶν εἶναι τῆς Μεγαλόχαρης τῆς Τήνου, μὲ περίπου 1.000.000 προσκυνητὲς ἐτησίως, τῆς Σουμελᾶ, στὸ Βέρμιο, μὲ 1000 προσκυνητὲς ἐτησίως καὶ τῆς Ἐκαντοταπυλιανῆς Πάρου, μὲ 300.000 πιστούς.

Μεγάλα τοπικὰ προσκυνήματα τῆς Παναγίας εἶναι:

Στὴ Θράκη:

  • Στὶς Φέρρες ἡ Παναγία ἡ Κοσμοσώτειρα καὶ στὴ Σαμοθράκη ἡ Παναγία ἡ Κρημνιώτισσα.

  • Στὴν Κομοτηνὴ ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου καὶ ἡ Μονὴ τῆς Παναγίας τῆς Φανερωμένης.

  • Στὴν Ξάνθη ἡ Παναγία ἡ Ἀρχαγγελιώτισσα καὶ ἡ Παναγία ἡ Καλαμοῦ.

Στὴ Μακεδονία:

  • Στὴ Δράμα ἡ Εἰκοσιφοίνισσα.

  • Στὸ Κιλκὶς ἡ Παναγία ἡ Φιλαδελφειώτισσα.

  • Στὴ Μηχανιώνα ἡ Παναγία ἡ Φανερωμένη

  • Στὴν Καστοριὰ ἡ Παναγία ἡ Μαυριώτισσα

  • Στὴ Θεσσαλονίκη ἡ Παναγία ἡ Δεξιά, ἡ Παναγία ἡ Ἐλεοῦσα, ἡ Παναγία ἡ Φανερωμένη, ἡ Παναγία ἡ Γοργοϋπήκοος, ἡ Παναγία ἡ Βρεφοκρατοῦσα.

  • Στὶς Πρέσπες ἡ Παναγία ἡ Πορφυρὰ

Στὴν Ἤπειρο

  • Στὴν Ἄρτα εἰκόνες περιπυστες εἶναι τῆς Παναγίας Ροβελίστης, Κυρίας Πεφανερωμένης, Παναγίας Γεροντίσσης, Βρεφοκρατούσης, καὶ Σκουληκαριᾶς.

  • Στὴν Παραμυθιὰ ἡ Κοίμηση Θεοτόκου τῶν Παγανιῶν καὶ τοῦ Γηρομερίου.

Στὰ Ἰόνια Νησιὰ

  • Στὴν Κέρκυρα τῆς Μυρτιδιωτίσσης, τῆς Παλαιοκαστριτίσσης, τῆς Πλατυτέρας, τῆς Κυρᾶς τῶν Ἀγγέλων.

  • Στοὺς Παξοὺς στὸ Νησάκι τῆς Παναγίας.

  • Στὴν Κεφαλληνία Ὑπεραγίας Θεοτόκου Ἄτρου, Ἀγριλίων, Θεμάτων, Κηπουραίων, καὶ Παλαιοχέρσου.

  • Στὴ Λευκάδα ἡ Φανερωμένη.

  • Στὴ Ζάκυνθο εἰκόνες περίπυστες τῆς Ἀναφωνήτριας, τῆς Σκοπιωτίσσης, τῆς Χρυσοπηγῆς, τῆς Λαουρένταινας, τῆς Γαλανούσας, τῆς Μυρτιδιωτίσσης, τῆς Παναγούλας, τῆς Σπηλούλας, τῆς Βιγλατσούρας, τῆς Σγουροπουλιᾶς.

  • Στὰ Κύθηρα ἡ Μυρτιδιώτισσα.

Στὴ Θεσσαλία

  • Στὴ Μαγνησία ἡ Παναγία ἡ Ξενιά.

  • Στὴν Καλαμπάκα ἡ Κοίμηση Θεοτόκου Σταγιάδων καὶ ἡ Κοίμηση Θεοτόκου Βυτουμᾶ..

  • Στὰ Τρίκαλα ἡ Κοίμηση Λαγκαδιᾶς

  • Στὰ Φάρσαλα Παναγία ἡ Δεμερλιώτισσα.

  • Στὴ Σκιάθο ἡ Παναγία ἡ Εἰκονίστρα

Στὴ Στερεὰ Ἑλλάδα

  • Στὸ Καρπενήσι ἡ Παναγία ἡ Προυσοὺ καὶ ἡ Παναγία Τατάρνης.

  • Στὸ Μεσολόγγι ἡ Ἁγία Ἐλεοῦσα.

  • Στὴ Ναύπακτο ἡ Παναγία ἡ Ἀμπελακιώτισσα.

  • Στὴ Θήβα ἡ Μεγάλη Παναγιὰ καὶ ἡ Παναγία ἡ Σκριποὺ Ὀρχομενοῦ.

  • Στὴν Ἀθήνα ἡ Κοίμηση Θεοτόκου Πεντέλης, Ρόμβης, καὶ Παντανάσσης (Μοναστηράκι).

  • Στὴ Φθιώτιδα οἱ Μονὲς Ἀγάθωνος καὶ Δαμάστας

  • Στὴ Φωκίδα ἡ Παναγία τῆς Βαρνακόβης.

  • Στὴ Χαλκίδα εἰκόνες περίπυστες Παναγίας τῆς Φανερωμένης Ἀρτάκης, τῆς Χιλιαδούς, τῆς Ντινιοὺς στὴν Ἰστιαία, τῆς Κοιμήσεως Θεοτόκου Μάτζαρη Ὀξυλίθου.

Στὴν Πελοπόννησο

  • Στὴν Κόρινθο ἡ Παναγία ἡ Φανερωμένη Χιλιομοδίου.

  • Στὰ Καλάβρυτα τῆς Μονῆς Μεγάλου Σπηλαίου. Ἐπίσης περιπυστες εἰκόνες Παναγίας τῆς Τρυπητῆς, τῆς Μακελλαριᾶς καὶ τὸ Προσκύνημα τῆς Παναγίας τῆς Πλατανιώτισσας.

  • Στὴν Πάτρα ἡ Κοίμηση τοῦ Γηροκομείου.

  • Στὴν Ἠλεία ἡ Κοίμηση Θεοτόκου Κρυονερίου Ἁγίας Ἐλεούσης Βαρθολομιοῦ καὶ Χρυσοπηγῆς Δίβρης.

  • Στὴ Μεσσηνία ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου Μονῆς Βουλκάνου.

  • Στὴ Λακωνία ἡ Παναγία ἡ Χρυσαφίτισσα στὴ Μονεμβασία καὶ ἡ Παναγία ἡ Παντάνασσα στὸν Μυστρά.

  • Στὴν Ἀρκαδία ἡ Παναγία τῆς Ἔλωνας, τῆς Ἀρτοκωστᾶς, τῆς Παλαιοπαναγιᾶς, τῆς Μαλεβῆς. Ἐπίσης ἡ Κοίμηση Θεοτόκου Κερνίτσης καὶ Μπούρα.

Στὰ Νησιὰ τοῦ Αἰγαίου

  • Στὴν Τῆνο ἡ Παναγία ἡ Εὐαγγελίστρια.

  • Στὴν Πάρο ἡ Ἑκατονταπυλιανή.

  • Στὴ Σαντορίνη ἡ Παναγία Ἐπισκοπῆς

  • Στὴν Ἀμοργὸ ἡ Χοζοβιώτισσα

  • Στὴν Ἀνάφη ἡ Παναγία ἡ Καλαμιώτισσα

  • Στὴν Ἴο ἡ Κοίμηση

  • Στὴν Ἄνδρο ἡ Θεοσκέπαστη

  • Στὴν Σάμο ἡ Παναγία Καρλοβάσου.

  • Στὴ Μυτιλήνη ἡ Παναγία Ἁγιάσου.

  • Στὴ Χίο εἰκόνα περίπυστη τῆς Παναγίας τῆς Βρεφοκρατούσας.

Στὴ Δωδεκάνησο

  • Στὴ Νίσυρο Παναγία ἡ Σπηλιανὴ

  • Στὴ Ρόδο ἡ Παναγία τῆς Φιλερήμου, ἡ Παραμυθία, τῆς Τσαμπίκας καὶ ἡ Φανερωμένη Ἰξιᾶς

  • Στὴ Λέρο Παναγία τοῦ Κάστρου

  • Στὴν Ἀστυπάλαια Παναγία ἡ Πορταΐτισσα.

  • Στὴν Κάρπαθο ἡ Παναγία ἡ Λαρνιώτισσα

Στὴν Κρήτη

  • Στὸ Ἡράκλειο ἡ Κοίμηση Θεοτόκου Ἀγκαράθου, Καλυβιανῆς καὶ Παληανής.

  • Στὴν Ἱεράπετρα ἡ Παναγία ἡ Φανερωμένη.

  • Στὴ Νεάπολη ἡ “Μεγάλη Παναγιά”.

  • Στὸν Κίσσαμο Παναγία ἡ Κυρὰ τῶν Ἀγγέλων καὶ ἡ Παναγία ἡ Χρυσοσκαλίτισσα.

,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Η´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 3/65, Mάϊος-Ἰούνιος 2016
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»

Ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα Θεοῦ

.                Ἡ Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο δηλώνει μιὰ σαφῆ ἀνθρωπολογία. Ἂν µάλιστα προσθέσουµε τὸν στόχο αὐτῆς τῆς ἀνθρωπολογίας, ὁ ὁποῖος δηλώνεται μὲ τὸν ὅρο «ὁµοίωσις» –«Ποιήσωµεν ἄνθρωπον κατ᾽ εἰκόνα ἡµετέραν καὶ καθ᾽ ὁµοίωσιν» (Γέν. α´ 26)– τότε ἀντιλαµβανόµαστε ὅτι ἡ σχέση ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ ἀνάγεται σὲ σχέση ὑποστατική. Μὲ ἁπλουστευτικὴ διατύπωση, ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ πορευθεῖ ἀπὸ τὸ κατ᾽ εἰκόνα στὸ καθ᾽ ὁµοίωσιν. Ἡ εἰκόνα εἶναι θεµελιῶδες στοιχεῖο τῆς φύσης καὶ τῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου, γι᾽ αὐτὸ δὲν µπορεῖ νὰ ἐξαφανιστεῖ. Μπορεῖ νὰ µείνει ἀδρανής, νὰ λησµονηθεῖ ἡ ὕπαρξή της, νὰ «ἀµαυρωθεῖ» κατὰ τὴν πατερικὴ ἑρµηνευτική, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ ὑπάρχει. Ἀνὰ πᾶσα στιγµὴ ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ τὴν κάνει ἐνεργό, νὰ ἐπιστρέψει στὴ δυναµική της, νὰ τὴν κάνει παροῦσα. Ἔτσι καταλαβαίνουµε τὴν ἐπιµονὴ τῶν Προφητῶν, ποὺ καλοῦν σὲ μετάνοια, ἔτσι καταλαβαίνουµε τὸ κήρυγµα τοῦ τελευταίου Προφήτη, τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. γ´ 2). Ἑποµένως, ἡ ἀπουσία τῆς εἰκόνας δηλώνει ἀσθένεια τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἐνῶ ἡ παρουσία της δηλώνει σωτηρία τῆς ἀνθρώπινης φύσης.
.          Ἡ ὕπαρξη τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, ποὺ φανερώθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὡς Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ καλεῖ ἕκαστο τῶν πιστῶν νὰ τὴν κάνει φανερὴ στὴ ζωή του διὰ τῆς ἐνσωµατώσεώς του στὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ, προσδιορίζει τὸ περιεχόµενο τοῦ ἀληθοῦς ἀνθρώπου, ὅπως αὐτὸ ἐνεργεῖται στὸν παρόντα βίο καὶ ὅπως θὰ ἀποκαλυφθεῖ στὴ μέλλουσα θεία Βασιλεία. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀντιλαµβάνεται τὸν ἕκαστο πιστὸ ὄχι μὲ γνωρίσµατα τοῦ παρόντος κόσµου, ἀλλὰ μὲ γνωρίσµατα τῆς θείας Βασιλείας, μὲ γνωρίσµατα ἁγιότητας. Κάθε ἄνθρωπος δυνάµει εἶναι ἅγιος, καὶ ὡς ἅγιος καλεῖται νὰ λάβει μέρος στὴ γιορτὴ τῆς Βασιλείας, στὸ γαµήλιο δεῖπνο ποὺ ἐνεργεῖται ὡς θεία Εὐχαριστία. Ὅταν ὁ Χριστὸς μᾶς καλεῖ νὰ ἀγαπήσουµε τὸν πλησίον μας, ἀκόµη καὶ τὸν ἐχθρό μας, μᾶς καλεῖ νὰ ἀγαπήσουµε αὐτὴ τὴν ἐν δυνάµει ἁγιότητα σὲ κάθε ἄνθρωπο, δηλαδὴ νὰ τιµήσουµε τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ φέρει κάθε ἄνθρωπος ὡς δηµιούργηµά του. Ἡ ἀξιολόγηση καὶ ὁ διαχωρισµὸς τῶν ἀνθρώπων σὲ καλοὺς καὶ κακούς, σὲ ἁµαρτωλοὺς καὶ δικαίους, ἐνῶ ἐκ πρώτης ὄψεως δείχνει νὰ εἶναι εὐλογοφανής, πρέπει νὰ εἶναι συγχρόνως ἀµφισβητήσιµη, ἂν δεχθοῦµε τὴν κρίσιµη ἀξιολόγηση ποὺ ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Μποροῦµε, π.χ. νὰ θυµηθοῦµε τὴν περίπτωση τοῦ ληστῆ, ὁ ὁποῖος μὲ τὶς συνθῆκες τῆς τότε πραγµατικότητας λογίζεται ὡς κακὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ μὲ τοὺς ὅρους τῆς μετανοίας του λογίζεται ὡς ἅγιος. Αὐτὸ τὸ μαθαίνουµε μετὰ τὸν θάνατό του ἀπὸ μαρτυρία αὐτοπτῶν μαρτύρων -τῶν Ἀποστόλων- ποὺ μᾶς πληροφοροῦν γιὰ τὴν κρίση τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Ἐνδιαφέρον ἔχει, στὸ σηµεῖο αὐτό, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ναὶ µὲν καταδικάζει τὴν ἁµαρτία, ἀλλὰ ἀποφεύγει νὰ καταδικάσει τὸν ἁµαρτωλό, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς δυναµικῆς ποὺ ἔχει θεµελιωθεῖ μὲ τὴ μετάνοια, μὲ ἐξαίρεση τὴν αἵρεση. Βλ. τὴν ἱστορία τοῦ ἀββᾶ Ἀγάθωνα, ὅπως περιγράφεται στὸ Γεροντικό: «Ἔλεγον περὶ τοῦ ἀββᾶ Ἀγάθωνος, ὅτι ἀπῆλθόν τινες πρὸς αὐτόν, ἀκούσαντες ὅτι μεγάλη διάκρισιν ἔχει καὶ θέλοντες δοκιµάσαι αὐτὸν εἰ ὀργίζεται, λέγουσιν αὐτῶ· σὺ εἶ Ἀγάθων; ἀκούοµεν περὶ σοῦ ὅτι πόρνος εἶ, καὶ ὑπερήφανος· ὁ δὲ εἶπεν ναί, οὕτως ἔχει καὶ λέγουσιν αὐτῷ· σὺ εἶ Ἀγάθων ὁ φλύαρος καὶ κατάλαλος; ὁ δὲ εἶπεν· ἐγώ εἰµι· λέγουσιν πάλιν· σὺ εἶ Ἀγάθων ὁ αἱρετικός; καὶ ἀπεκρίθη· οὔκ εἰµι αἱρετικός· καὶ παρεκάλεσαν αὐτὸν λέγοντες· εἰπὲ ἡµῖν διατὶ τοσαῦτα εἴποµέν σοι, καὶ κατεδέξω, τὸν δὲ λόγον οὐκ ἐβάστασας; λέγει αὐτοῖς· τὰ πρῶτα, ἐµαυτῷ ἐπιγράφω· ὄφελος γάρ ἐστι τῇ ψυχῇ µου· τὸ δὲ αἱρετικός, χωρισµός ἐστιν ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ οὐ θέλω χωρισθῆναι ἀπὸ Θεοῦ· οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐθαύµασαν τὴν διάκρισιν αὐτοῦ, καὶ ἀπῆλθον οἰκοδοµηθέντες».
.                  Ἡ ἔννοια τῆς εἰκόνας εἰσάγει δρόµο σχέσης μὲ τὸν Θεό, ποὺ δὲν νοεῖται μὲ ἀντικειµενικοὺς ὅρους, ἀλλὰ μὲ βιωµατικούς. Αὐτὸ σηµαίνει τὴ λειτουργία γλώσσας, ποὺ ὀνοµάζουµε εἰκονολογική, καὶ ποὺ ἀρνεῖται νὰ ἐξαντλήσει τὴν ἀλήθεια τῶν πραγµάτων καὶ τῶν προσώπων στὰ ὅρια μιᾶς λογικῆς ἢ συνωσθηµατικῆς διατύπωσης, ἀνοίγοντας οὐσιαστικὰ τὴν ἀλήθεια στὴ δυναµικὴ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Οὐσιαστικὰ μιλᾶµε γιὰ τὴ δυνατότητα γνώσεως τοῦ Θεοῦ ὡς σχέσεως μαζί του. Ἤδη ἀπὸ τὴν Π.Δ., εἰσάγεται τὸ θέµα τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὸν Δεκάλογο τίθεται ὡς ὅρος ἡ ἀποτροπὴ τῆς εἰδωλικῆς λατρείας: «οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁµοίωµα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς» (Ἔξ. Κ´ 4), ἐνῶ κατὰ τὴν ἀναλυτικὴ ἐπεξεργασία του ἡ ἀποτροπὴ διατυπώνεται καὶ λεπτοµερῶς: «Ἐπικατάρατος ἄνθρωπος, ὅστις ποιήσει γλυπτὸν καὶ χωνευτόν, βδέλυγµα Κυρίῳ, ἔργον χειρῶν τεχνιτῶν, καὶ θήσει αὐτὸ ἐν ἀποκρύφῳ» (Δευτ. ΚΖ´ 15). Ἔτσι θεµελιώθηκε ἡ ἀνεικονικὴ παράδοση στὴ θεολογία τοῦ Ἰσραήλ.
.             Ἀκόµη καὶ στὶς θεοφάνειες ποὺ περιγράφονται στὴν Π.Δ. εἶναι ἐµφανὴς ἡ ἀδυνατότητα γνώσεως τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος γίνεται ἀντιληπτὸς μέσῳ εἰκόνων: φῶς, πῦρ, αὔρα λεπτή, ἦχος. Ἀναφέρω ἰδιαίτερα τὴ θεοφάνεια τοῦ Μωυσῆ, ὅταν αὐτὸς ζήτησε νὰ δεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ: «Καὶ εἶπε Μωυσῆς πρὸς Κύριον […] ἐµφάνισόν µοι σεαυτὸν γνωστῶς, ἵνα ἴδω σε […] Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν […] ἐγὼ παρελεύσοµαι πρότερός σου τῇ δόξῃ µου καὶ καλέσω τῷ ὀνόµατί µου, Κύριος ἐναντίον σου καὶ ἐλεήσω ὃν ἂν ἐλεῶ, καὶ οἰκτειρήσω ὃν ἂν οἰκτείρω. Καὶ εἶπεν οὐ δυνήση ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν µου· οὐ γὰρ µὴ ἴδη ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν µου καὶ ζήσεται. Καὶ εἶπε Κύριος· ἰδοὺ τόπος παρ᾽ ἐµοί, στήσῃ ἐπὶ τῆς πέτρας· ἡνίκα δ᾿ ἂν παρέλθῃ ἡ δόξα μου, καὶ θήσω σε εἰς ὀπὴν τῆς πέτρας καὶ σκεπάσω τῇ χειρί μου ἐπὶ σέ, ἕως ἂν παρέλθω· καὶ ἀφελῶ τὴν χεῖρα, καὶ τότε ὄψει τὰ ὀπίσω μου, τὸ δὲ πρόσωπόν μου οὐκ ὀφθήσεταί σοι.» (Ἔξ. ΛΓ´, 12-23). Ὅµως, ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίσω τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, µοῦ προσφέρεται ἡ δυνατότητα νὰ γνωρίσω τὸ θεληµά Του, ἑξαιρετικῶς μέσῳ τῶν θείων ἀποκαλύψεων, ἢ νὰ παρατηρήσω τὶς ἐνέργειές του μέσα στὴ Δηµιουργία καὶ νὰ ἐµβαθύνω στὸ περιεχόµενό τους. Ἡ σπουδὴ αὐτὴ τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἀποβλέπει ὄχι μόνον στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ στὴ γνώση τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἑποµένως στὴν ἐπίγνωση τῆς ὁδοῦ τῆς θεογνωσίας, μιᾶς ὁδοῦ ποὺ ἀναπτύσσει τὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό.
.           Ἡ θεολογία τοῦ Ἰσραήλ, μέσῳ τοῦ Νόµου ποὺ ὑποµνηµατίζει τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ, καὶ μέσῳ τῶν Προφητῶν, ποὺ τὸ κήρυγµά τους ὁριοθετεῖ καὶ ἀξιολογεῖ τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου καλώντας τον νὰ µείνει συνδεδεµένος μὲ τὸν Θεό, ἢ καταγγέλλοντας τὴν ἀποστασία του, προετοιµάζει τὴν ἔκπληξη ποὺ θὰ ἐµφανιστεῖ μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστὸς θὰ ἐµφανιστεῖ ὡς ἡ ἀπάντηση τῶν δύο ἐρωτηµάτων τοῦ Μωυσῆ, τὰ ὁποῖα συγκεφαλαιώνουν ὅλα τὰ περὶ Θεοῦ ἐρωτήµατα τῶν ἀνθρώπων: α) ποιό εἶναι τὸ ὄνοµά σου, β) δεῖξε µου τὸ πρόσωπό σου. Ὡς ἑνιαῖο ἐρώτηµα διατυπώνεται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Φίλιππο λίγο πρὶν τὸ Πάθος: «Κύριε, δεῖξον ἡµῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡµῖν». Ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπαντᾶ: «Τοσοῦτον χρόνον µεθ᾽ ὑµῶν εἰµι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; Ὁ ἑωρακὼς ἐµὲ ἑώρακε τὸν πατέρα» (βλ. Ἰω. ιδ´ 8-9). Στὴν ἀρχιερατική του προσευχή, ὁ Χριστὸς θὰ συνοψίσει τὸ ἔργο του: «Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνοµα τοῖς ἀνθρώποις» (Ἰω. ιζ´ 6). Ἡ φανέρωση τοῦ ὀνόµατος τοῦ Πατρὸς ἔχει ὑπαρξιακὸ περιεχόµενο, ἀφοῦ ἀποκαλύπτεται ὡς σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, διὰ τῆς σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Υἱὸ τοῦ Πατρός: «Καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνοµά σου καὶ γνωρίσω, ἵνα ἡ ἀγάπη ἣν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς ᾖ, καγὼ ἐν αὐτοῖς» (Ἰω. ιζ´ 26). Τὴν θεολογία αὐτὴ περὶ γνώσεως τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς σχέσεως μὲ τὸν Χριστὸ θὰ ἀναπτύξει ἰδιαίτερα ὁ Ἀπ. Παῦλος, θεολογία ποὺ θὰ γίνει τὸ θεµέλιο τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸν τὸν µὀναδικὸ Υἱό, ὡς νέο Ἀδάµ, καλούµαστε νὰ ἐνδυθοῦµε, ὥστε νὰ γνωριστοῦµε μὲ τὸν Δηµιουργό μας («… καὶ ἐνδυσάµενοι τὸν νέον τὸν ἀνακαινούµενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ᾽ εἰκόνα τοῦ κτίσαντoς αὐτόν», Κολ. γ´ 10).
.                     Ὁ Χριστός, ὡς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἡ µοναδικὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐξασφαλίζει τὴν ἑνότητα ὅλων τῶν ὄντων καὶ ἀποκαθιστᾶ τὴν ἑνότητα τῆς θείας δηµιουργίας ἀνακαινίζοντάς την. Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ κατὰ τὶς μαρτυρίες τῶν Ἀποστόλων ἀναγόµαστε στὴν κατάσταση τῆς θείας υἱοθεσίας, γινόµαστε κοινωνοὶ τῆς θεότητας, κατὰ τὴν ἐπισήµανση τοῦ ἀποστόλου Πέτρου: «ἵνα […] γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσµῳ ἐν ἐπιθυµία φθορᾶς» (Β´ Πέτρ. α´ 4), δηλαδὴ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ.

ΣYNEXIZETAI: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».

, , , ,

Σχολιάστε