Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΘΕΟΛΟΓΙΑ"

ΟΣΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ τοῦ Ἔσσεξ: ΑΠΡΟΣΒΛΗΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΠΙΚΡΙΤΕΣ ΤΟΥ

Ὅσιος Σωφρόνιος:
ἀπρόσβλητος ἀπό τούς ἐπικριτές του
τοῦ Πρωτοπρεσβύτερου Θωμᾶ Βαμβίνη

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.                 Τόν Νοέμβριο ἡ Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καταχώρησε στό ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας τόν Γέροντα Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ, ὡς ὅσιο Σωφρόνιο Ἁγιορείτη. Τό γεγονός αὐτό ἦταν πρόξενος μεγάλης χαρᾶς σέ ὅσους γνώρισαν τόν ὅσιο Γέροντα εἴτε μέσα ἀπό τά συγγράμματά του, εἴτε συνομιλώντας μαζί του, εἴτε ἐπιπλέον μετέχοντας σέ Θ. Λειτουργίες στίς ὁποῖες ἦταν λειτουργός ἤ συμπροσευχόμενος.
.            Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, δοχεῖο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ζοῦσε τήν πληρότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί μετέδιδε ἀνταύγειές της σέ ὅσους τόν πλησίαζαν, στούς ὁποίους δημιουργοῦσαν καλές ἀλλοιώσεις. Ζοῦσε μέ ἄσκηση θεμελιωμένη στήν θεολογία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἡ ὁποία στήν οὐσία της ἦταν ὁ συντονισμός τῆς ζωῆς του μέ τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαίτερα μέ τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, μέσα στό ὁποῖο ζοῦσε τήν προσευχή, τήν «ὑποστατική», ὅπως ἔλεγε, προσευχή, πρότυπο τῆς ὁποίας εἶναι ἡ προσευχή τοῦ Χριστοῦ στήν Γεθσημανῆ.
.              Πολλούς πυρπόλησε μέ τήν καθαρτική χάρη τῆς μετανοίας, τήν ἐπίσκεψη τοῦ θείου φωτός πού ἀποκάλυπτε τό ἐσωτερικό τους σκότος, τήν σ’ ἄλλους φανερή καί σ’ ἄλλους μυστική ἀποστασία ἀπό τόν ζωντανό Θεό, ὁ Ὁποῖος ἀγαπᾶ «πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον» ἕως τέλους, ἕως τόν διά τοῦ Σταυροῦ θάνατο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ του.
. Ὁ ἴδιος ἔζησε, ὡς νέος ταλαντοῦχος ζωγράφος, τήν ἀποστασία ἀπό τόν ἀληθινό Θεό τῶν πατέρων του, ἀναζητώντας τόν Θεό, ὡς ὑπερπροσωπικό ἀπόλυτο, στίς ἀσκητικές παραδόσεις ἀνατολικῶν θρησκειῶν. Ὁ Θεός ὅμως δέν τόν ἐγκατέλειψε, διότι μέσα ἀπό τήν μελέτη τῆς ἀποκάλυψης πού δέχθηκε ὁ Μωϋσῆς στό ὄρος Σινᾶ, μέ τό «Ἐγώ εἰμί ὁ ὤν», καί μέ ἐμπειρία διάνοιξε τούς ὀφθαλμούς του καί τοῦ ἔδωσε τήν δωρεά νά δῇ αἰσθητά ὅτι ὁ Θεός τῶν πατέρων του εἶναι ζωντανός Θεός, καί μάλιστα προσωπικός, καί ὄχι κάποιο ὑπερπροσωπικό ἀπόλυτο.
.                   Αὐτή ἡ ἀποκάλυψη ἐπαναπροσανατόλισε ὅλη του τήν ὕπαρξη καί τόν βύθισε σέ ὀδυνηρή, ἀλλά ἀνακαινιστική μετάνοια. Αὐτή, ὄχι χωρίς πόνο, τόν ὁδήγησε στήν ἀποταγή τῆς τέχνης του καί κατόπιν στήν ἀποταγή τοῦ κόσμου. Ἀπό ζωγράφος περιπλανώμενος στό Παρίσι ἔγινε μοναχός στό Ἅγιον Ὄρος.
.                Ἡ προσωνυμία «Ἁγιορείτης», πού τοῦ δόθηκε, δέν δηλώνει τόσο τόν τόπο τῆς ἄσκησής του, ὅσο τήν θεολογική καί ἀσκητική παράδοση τήν ὁποία προσέλαβε καί μέ τήν ὁποία ἔζησε. Στό Ἅγιον Ὄρος ἀσκήθηκε εἴκοσι δύο χρόνια καί πάνω ἀπό τά διπλάσια ἔξω ἀπό αὐτόν. Ὁ ὅσιος Σωφρόνιος ἦταν Ἁγιορείτης, γιατί προσέλαβε καί ἔζησε στόν Ἅγιον Ὄρος, στήν Ἱερά Μονή Παντελεήμονος, στά «φρικτά Καρούλια» καί στήν καλύβη τῆς Ἁγίας Τριάδος, κοντά στήν Ἱερά Μονή ἁγίου Παύλου, τόν ἁγιορειτικό ἡσυχασμό, τήν ἀσκητική καί τήν θεολογική ὑποδομή του, δηλαδή τήν θεολογία καί τήν ἀσκητική παράδοση πού ἐξέφρασε στούς ἀγῶνες του καί στά συγγράμματά του ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Αὐτήν τήν παράδοση, ὅπως τήν εἶδε ἐνσαρκωμένη στόν ὅσιο Σιλουανό τόν Ἀθωνίτη, μετέφερε στήν καρδιά τῆς Εὐρώπης, κατ’ ἀρχήν στό Παρίσι καί κατόπιν στήν Ἱερά Μονή τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τήν ὁποία ἵδρυσε στό Ἔσσεξ τῆς Ἀγγλίας.
.               Μέ παιδεία κατά κόσμον δυτική καί ἐμπειρία ἡσυχαστική, μέ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν ἁγίων Πατέρων, κυρίως τῶν Φιλοκαλικῶν, μποροῦσε νά μεταδίδη τό πνεῦμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, τήν εὐαγγελική ἄσκηση, τήν θεολογική ὑποδομή, τήν πρακτική καί τήν προοπτική της, σέ Ὀρθοδόξους καί σέ ξένους πρός τήν παράδοση τῶν ἁγίων Πατέρων μας, τούς ὁποίους (ξένους) προσήλκυε μέ τό κάλλος τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, στήν ἄρση τοῦ Σταυροῦ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.

Ἡ σαθρή θεολογική ὑποδομή ἐπικριτῆ τοῦ Ὁσίου

.             Ἡ καταχώρηση, λοιπόν, τοῦ ὀνόματος τοῦ Γέροντος Σωφρονίου στό ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας προξένησε μεγάλη χαρά στό πλήρωμα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἀλλά ὄχι σέ ὅλους. Πάντα ἐμφανίζονται κάποιοι «ἀντικείμενοι» γιά νά ἀποκαλύπτεται ἡ θεολογική ἔνδεια ὁρισμένων αὐτοπροβαλλομένων ὡς κριτῶν τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς θεολογικῆς ἀκριβείας κειμένων πού μᾶς ἄφησαν σύγχρονες πατερικές μορφές, ὅπως ὁ ὅσιος Σωφρόνιος, ἀλλά καί γιά νά δοκιμάζονται οἱ συνειδήσεις τῶν ἁπλοϊκῶν πιστῶν, πού ἐν ἀφελότητι καρδίας ἐμπιστεύονται κείμενα πού δημοσιεύονται σέ ἔντυπα πού αὐτοχαρακτηρίζονται ὡς ὀρθόδοξα.
Παλαιότερα, πρίν ἀπό δέκα περίπου χρόνια, ἀσχολήθηκα μέ μιά τέτοια περίπτωση μέ τό βιβλίο «Σχόλια σέ μιά θεολογική τραγωδία. Ἀπάντηση στόν π. Ἰωάννη Διώτη». Τό ἴδιο πρόσωπο (μαζί μέ ἄλλα) βγῆκε πάλι στό «ἀγωνιστικό» προσκήνιο, ἐκθέτοντας τόν ἑαυτό του, σέ ὅσους γνωρίζουν νά μελετοῦν κείμενα, χωρίς νά τά ἑρμηνεύουν μέσα ἀπό προκατασκευασμένα συμπεράσματα.
.             Γιά τήν θεολογική ὑποδομή τοῦ ἐπικριτῆ τοῦ ὁσίου Σωφρονίου καί τήν σχέση του μέ τήν ἀσκητική παράδοση τῶν Ὀρθοδόξων ἁγίων Πατέρων, ἁπλῶς ἐπιγραμματικά νά θυμίσω ὅτι δέν δέχεται τήν θεολογία ὡς καρπό τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, ἀπορρίπτει τόν ἀσκητικό πλοῦτο τῆς «πνευματικῆς πτωχείας», δέν δέχεται τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (δέν μπορεῖ νά τήν συλλάβη) ὅτι ἡ οὐσία τῆς ψυχῆς εἶναι στήν καρδιά, ἐννοώντας ὡς καρδιά τό σωματικό ὄργανο, χωρίς νά ἀντιλαμβάνεται ὅτι οἱ Πατέρες ὅταν μιλοῦν γιά τά θέματα αὐτά, ὡς καρδιά ἐννοοῦν «τό λογιστικό ὄργανο», πού γεννᾶ καί ἐνεργεῖ λογισμούς καί νοήματα, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ «ἐκ γάρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοί πονηροί» (Ματθ. 15,19) καί τοῦ ἀπ. Παύλου «ᾄδοντες καί ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ» (Ἐφ.5,19). Συγκεκριμένα γι’ αὐτόν, ἄν ἡ οὐσία τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ καρδιά, «τότε ἡ ψυχή δέν θά ἦτο ἀθάνατος»! Διαφωνεῖ, δηλαδή, μέ τήν ὁρολογία πού χρησιμοποιοῦν ὁ Χριστός καί ὁ ἀπ. Παῦλος, οἱ ὁποῖοι δέν ταυτίζουν τήν καρδιά μέ τήν ἀντλία τοῦ αἵματος, ἀλλά τήν θεωροῦν ὡς ὄργανο λογιστικό.
.            Ὑπάρχει σαφῶς πρόβλημα ἀνάγνωσης, κατανόησης καί, κατά συνέπεια, ἑρμηνείας τῶν ἁγιογραφικῶν καί πατερικῶν κειμένων, ὁπότε πῶς νά γλυτώσουν ἀπό τήν φωνασκοῦσα κριτική ἀμβλυωπία τά συγγράμματα τοῦ ὁσίου Σωφρονίου; Καί τό πιό σημαντικό, πῶς νά ἑλκυστοῦν καί νά ἐντρυφήσουν σ’ αὐτά οἱ ἐπικριτές του, ἀπολαμβάνοντας τόν πνευματικό πλοῦτο τους, ἀφοῦ «πάσχουν περί τάς λέξεις», δείχνοντας μᾶλλον ἐσκεμμένη ἀπροθυμία στό νά δοῦν τίς σημασίες τους, καθώς καί τά νοήματα πού μέ αὐτές περιγράφονται; Καταδικάζουν τόν ἑαυτό τους σέ ἑκούσια πτωχεία ἀπό ἀνεκτίμητα πνευματικά ἀγαθά. Ἐδῶ δέν πρόκειται γιά τήν «πνευματική πτωχεία», τήν ὁποία μακάρισε ὁ Κύριος. Πρόκειται γιά πτωχεία ἀπό τήν ἐμμονή στήν ἀπόρριψη πνευματικῶν θησαυρῶν. (Γιά τίς παραπάνω θεολογικές στρεβλώσεις περισσότερα στό βιβλίο «Σχόλια σέ μιά θεολογική τραγωδία», σελ. 51-60, 107-135 καί 152-158).

Ὀρθά πρέπει νά εἶναι τά νοήματα καί ὄχι μόνο τά ρήματα

.                 Δέν ἀξίζει τόν κόπο νά μπῆ κανείς σέ ἀντιδικία μέ αὐτούς πού ἀδικοῦν κατάφωρα τόν ὅσιο Σωφρόνιο καί ἀδικοῦν τόν ἑαυτό τους μέ τήν ἀποχή ἀπό φωτιστικά μελετήματα. Θά προσπαθήσω μέ θετικό τρόπο νά δείξω τήν βαθιά πνευματική πείρα καί τήν ἀκραιφνῆ ὀρθοδοξία τοῦ ὁσίου Γέροντα, παραθέτοντας ἀποσπάσματα ἀπό τρία βιβλία του: «Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι», «Ἀγώνας Θεογνωσίας» καί «Τό μυστήριο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς».
. Προηγουμένως πρέπει νά διατυπώσω κάποιες σημαντικές παρατηρήσεις.
. Κάποια στοιχεῖα ἀπό τήν ὁρολογία πού χρησιμοποιεῖ ὁ ὅσιος Σωφρόνιος προέρχονται ἀπό τήν δυτική φιλοσοφία καί τήν θεολογία τῶν Ρώσων τῆς διασπορᾶς. Αὐτό δέν σημαίνει ὅμως ὅτι ταυτίζεται ὁ Ὅσιος μέ τίς θεολογικές ἀπόψεις τῶν φιλοσόφων ἤ τῶν Ρώσων θεολόγων, πού ἀποκλίνουν ἀπό τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία. Εἶναι θαυμαστό τό πῶς μέσα ἀπό τέτοιο ἐννοιολογικό ἐξοπλισμό κατάφερε νά μιλήσῃ καί νά γράψῃ ὡς σύγχρονος φιλοκαλικός πατέρας, ἐξουδετερώνοντας μέ τήν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐμπειρία πού ἐκφράζει, τήν προβληματικότητα ὁρισμένων διατυπώσεων. Αὐτά πού ἔχουν σημασία εἶναι τά πράγματα καί ὄχι τόσο οἱ λέξεις. Ὀρθά πρέπει νά εἶναι τά νοήματα καί ὄχι μόνο τά ρήματα. Ὑπάρχουν πολλές διατυπώσεις, πού ἐκφράζουν ἐμπειρίες, στίς ὁποῖες πρέπει νά τούς δοθῇ τό νόημα πού τούς δίνει ὁ ὅσιος Σωφρόνιος καί ὄχι ἡ «ἀγωνιστική σκοπιμότητα» τῶν ἐπικριτῶν του. Οἱ πολέμιοι τῶν ἐμπειριῶν καί τῶν διατυπώσεων τοῦ ὁσίου Γέροντος φθάνουν στό νά διαβάλλουν διδασκαλίες του, πού «διανοίγουν» στούς ἀναγνῶστες του «τόν νοῦν τοῦ συνιέναι τάς Γραφάς»· στρέφουν τήν ἐπιθυμία τους στίς πνευματικές ἡδονές καί ξυπνοῦν καί εὐτρεπίζουν τόν νοῦ καί τήν καρδιά τους στήν ὑποδοχή τῆς καθαρτικῆς καί φωτιστικῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.
. Οἱ πολέμιοι τοῦ Ὁσίου δροῦν φωτοσβεστικά, ὀρθοδοξολογώντας ἀποπροσανατολιστικά. Δηλητηριάζουν συνειδήσεις Χριστιανῶν μέ «θεολογικές» συκοφαντίες πού στεροῦν ἀπό ὅσους τούς ἐμπιστεύονται τό μεγάλο δῶρο τῆς διδασκαλίας καί ζωῆς τοῦ ὁσίου Σωφρονίου, πού ἔδωσε ὁ Θεός στόν κόσμο στούς ἔσχατους καιρούς μας.
. Μέ τά κριτήρια τῶν ἐπικριτῶν τοῦ ὁσίου Σωφρονίου, οἱ ὁποῖοι μένουν στίς λέξεις, χωρίς νά κάνουν τόν κόπο νά μελετήσουν μέ ποιά σημασία τίς χρησιμοποιεῖ, θά βρίσκαμε αἱρέσεις ἀκόμη καί στήν Ἁγία Γραφή. Γιά παράδειγμα μέ τόν τρόπο τοῦ στοχασμοῦ τους, ἄν διαβάζαμε γιά τόν Χριστό αὐτό πού γράφει στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή του ὁ ἀπ. Παῦλος: «ὅς ὤν ἀπαύγασμα τῆς δόξης καί χαρακτήρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ» (1,3), καί μέναμε μόνο σ’ αὐτήν τήν διατύπωση, θά ἦταν πολύ εὔκολο νά συμπεράνουμε ὅτι ὁ Λόγος πού σαρκώθηκε δέν εἶναι ὑπόσταση, ἀλλά ἐνέργεια (ἀπαύγασμα δόξας) πού χαρακτηρίζει τήν ὑπόσταση τοῦ Πατρός. Αὐτήν τήν διατύπωση ὅμως, ἡ ὁποία σέ «σαβελλιανίζοντες» μπορεῖ νά δώσῃ ἐρείσματα στήν αἵρεσή τους, ἡ Ἐκκλησία μέ τό ὀρθό νόημά της τό πέρασε στήν ὑμνολογία της καί τό ἔδωσε ἀνά τούς αἰῶνες στόν λαό της νά τό ψάλλη στίς δεσποτικές ἑορτές. Ἔτσι στόν Ἑσπερινό τῶν Χριστουγέννων ψάλλουμε: «τοῦ Πατρὸς τὸ ἀπαύγασμα, πᾶσαν κτίσιν ἐφαίδρυνας. Πᾶσα πνοὴ αἰνεῖ σε, τὸν χαρακτῆρα τῆς δόξης τοῦ Πατρός». Ἐπίσης στόν Ἑσπερινό τῆς Ἀναλήψεως ψάλλουμε: «θεωροῦντές σου τὰς ὑψώσεις Χριστέ, τὸ ἀπαύγασμα τῆς δόξης τοῦ Πατρός».
. Προκλητικότερη βέβαια (γιά αἱρετική ὑπόνοια) εἶναι ἡ διατύπωση τοῦ ἀπ. Πέτρου: «δι’ ὧν τά τίμια ἡμῖν καί μέγιστα ἐπαγγέλματα δεδώρηται, ἵνα διά τούτων γένησθε Θείας κοινωνοί φύσεως» (Πέτρου Β΄, 1,4). Μέ τήν παγίωση τῆς δογματικῆς ὁρολογίας κανένας Ὀρθόδοξος δέν μπορεῖ νά ἰσχυριστῇ ὅτι γινόμαστε κοινωνοί τῆς θείας φύσεως. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως αὐτήν τήν (σήμερα προβληματική) διατύπωση τοῦ ἀπ. Πέτρου μέ τό ὀρθόδοξο νόημά της (τήν κοινωνία μέ τήν οὐσιώδη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ) συνεχίζει νά τήν ψάλλη στούς Ἱερούς Ναούς μέ τό Θεοτοκίο τοῦ β΄ ἤχου πού ψάλλεται μετά τό ἀπολυτίκιο τό ἀπόγευμα τῆς Δευτέρας καί τό πρωΐ τῆς Τρίτης: «Θείας γεγόναμεν κοινωνοί φύσεως, διά σοῦ Θεοτόκε ἀειπάρθενε· Θεόν γάρ ἡμῖν σεσαρκωμένον τέτοκας· διό κατά χρέος σε πάντες, εὐσεβῶς Θεοτόκε μεγαλύνομεν».

Ὁ λόγος τοῦ ὁσίου Σωφρονίου κρίνει τούς ἐπικριτές του

.               Ἔχοντας αὐτά ὑπ’ ὄψη μποροῦμε νά μελετήσουμε κάποιες πολύ σημαντικές διδασκαλίες τοῦ ὁσίου Σωφρονίου, πού διερεθίζουν τόν οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν ζῆλο ὁρισμένων ὀρθοδοξολογούντων, ἀλλά ὄχι καί ὀρθοδοξοφρονούντων.
.              Στό βιβλίο του «Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι», γράφει: «Χάρη σ’ αὐτούς, τούς Ἀποστόλους καί τούς Πατέρες, κατέχουμε τή γνώση τοῦ μυστηρίου τῶν ὁδῶν τῆς σωτηρίας. Οἱ ἀδιόρατες αὐτές ὁδοί κρέμονται πάνω ἀπό ἀβύσσους. Ἐπαναλαμβάνω: Δέν ὑπάρχει ἄλλη δύναμη, ἄλλη σύνεση ἱκανή νά ἀποτρέψει τήν ἐκτροπή μας ἀπό τίς ὁδούς αὐτές καί τόν καταποντισμό στίς ζοφώδεις ἀβύσσους, παρά ἡ ἀκατάλυτη πίστη στόν Χριστό-Θεό. “Αὕτη ἐστίν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τόν κόσμο, ἡ πίστις ἡμῶν» (Α΄ Ἰωάν. ε΄4)» (σελ.166). Ἡ ἀκατάλυτη πίστη στόν Χριστό-Θεό, δηλαδή, στόν Θεάνθρωπο μᾶς κρατᾶ στήν ὀρθή πορεία, μέ αὐτήν νικοῦμε τόν κόσμο καί αὐτήν τήν πίστη μᾶς τήν δίδαξαν καί τήν διδάσκουν συνεχῶς μέ τά ἱερά κείμενα οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ ἅγιοι Πατέρες.
.             Ἡ ζωή μέ θεμέλιο αὐτήν τήν πίστη περνᾶ ἀπό πολλές δοκιμασίες. «[…] ἡ πιό βαρειά δοκιμασία ἔγκειται στό ὅτι παρά τήν ἄκρα ἔνταση νά παραμείνουμε πιστοί στόν Θεό, ὑπομένουμε περιόδους ἐγκαταλείψεως ἀπό τόν Θεό. Ἡ πνευματική πτωχεία, μαζί μέ τήν ὀδύνη τῆς Θεοεγκαταλείψεως, μᾶς βυθίζει σέ ἀπόγνωση. Αἰσθανόμαστε σάν νά βαραίνει πάνω μας κάποια φοβερή κατάρα. Εἶναι δυνατό νά πάσχουμε σέ ὅλα τά ἐπίπεδα τοῦ εἶναι μας: στό πνεῦμα, στόν νοῦ, στήν καρδιά, στό σῶμα».
.                Μέ τέτοιες περιγραφές κάποιοι «ἀγωνιστικά σκανδαλίζονται». Τούς ἐνοχλεῖ ἡ λέξη «Θεοεγκατάλειψη», τήν ὁποία ἀπομονώνουν ἀπό τό πλαίσιο τῶν νοημάτων μέσα στό ὁποῖο τήν τοποθετεῖ ὁ ὅσιος Σωφρόνιος. Ἡ Θεοεγκατάλειψη ἤ ἀλλιῶς ἄρση τῆς Χάριτος, εἶναι μιά κρίσιμη περίοδος στήν σταυρική ζωή τοῦ Ὀρθοδόξου πιστοῦ. Δέν σημαίνει γιά τόν ὅσιο Σωφρόνιο ἀπουσία τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ζωή τοῦ πιστοῦ, ἀλλά παιδαγωγία πού τόν βοηθᾶ νά προσλάβῃ πληρέστερα καί βαθύτερα τήν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ ἀγάπη δέν εἶναι ἐπιπόλαια συναισθήματα. Ξεκινᾶ ἀπό πείρα τῶν συνεπειῶν τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό τόν Θεό τῶν Πατέρων μας, τόν Θεό τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων.
.           Συνεχίζει στό κείμενό του ὁ ὅσιος Σωφρόνιος: «Σέ παρόμοιες ἀκριβῶς στιγμές τό πνεῦμα μας συλλαμβάνει τήν βιβλική ἀποκάλυψη γιά τήν αὐθεντική τραγωδία τῆς πτώσεως τοῦ Ἀνθρώπου, καί ἡ πίστη στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μᾶς παροτρύνει νά παραδοθοῦμε σέ πλήρη κατά τό δυνατόν μετάνοια. Ὅσο βαθύτερη εἶναι ἡ μετάνοιά μας, τόσο εὐρύτερα ἀνοίγονται ἐνώπιόν μας τά ἕως τότε κεκαλυμμένα βάθη τοῦ εἶναι μας. Συνειδητοποιώντας καθαρά τήν ἀπελπιστική κατάστασή μας, ἀρχίζουμε νά μισοῦμε τόν ἑαυτό μας γιά τήν κατάσταση στήν ὁποία βρίσκεται.
.          Αὐτή ἡ μορφή κενώσεως ἤ ταπεινώσεως δέν ἐπιτυγχάνεται μέ ἀνθρώπινες προσπάθειες. Εἶναι δῶρο τοῦ Σωτῆρος Θεοῦ. Εἶναι ἡ χάρη τῆς μετανοίας “εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν” (Λουκ.24, 47). Δέν κατανοοῦμε τήν ἐνέργειά Του μέσα μας, μέ τήν δύναμή Του ὅμως σμικρυνόμαστε μέχρι τό μηδέν· καί αὐτό εἶναι γιά μᾶς φρικτό. Μᾶς ἐγκατέλειψε. Αὐτός ἡ μόνη μας ἀναζήτηση καί ἀγάπη, κρύφθηκε ἀπό μᾶς».
.         Σμικρυνόμαστε μέχρι τό μηδέν μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ, μέ τήν χάρη τῆς μετανοίας, χωρίς νά κατανοοῦμε τήν ἐνέργειά Του μέσα μας, ἀλλά ὡστόσο βλέπουμε τήν ἐγκατάλειψή μας ἀπό τόν ζωντανό Θεό, τήν φρικτή ἐσωτερική μας κατάσταση, τήν ὁποία μόνο τό Φῶς τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά μᾶς ἀποκαλύψῃ. Ὁ Θεός ἐνεργεῖ μέσα μας τήν αἴσθηση τῆς ἀπουσίας Του. Ἐνεργεῖ ὡς πῦρ.
.           Στήν συνέχεια ὁ ὅσιος Σωφρόνιος κάνει μιά πολύ σημαντική παρατήρηση: «Ὅσοι δέν πιστεύουν στόν Θεό, δέν γνωρίζουν τή Θεοεγκατάλειψη. Τή θλίψη αὐτή περνοῦν μόνο ἐκεῖνοι πού γνώρισαν ἤδη τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ καί ἀγωνίζονται μέ ὅλες τίς δυνάμεις τους νά παραμείνουν ἐν Αὐτῷ. Ὅσο ἐντονότερα γεύθηκε ὁ ἄνθρωπος τή χαρά τῆς ἑνώσεώς του μέ τόν Θεό, τόσο βαθύτερα πάσχει ἀπό τόν ἀποχωρισμό του ἀπό Αὐτόν».
.           Ὁ ὅσιος Σωφρόνιος, τήν ἐμπειρία τῆς Θεοεγκαταλείψεως τήν ἑρμηνεύει μέσα ἀπό τήν προσευχή τοῦ Χριστοῦ στή Γεθσημανῆ καί τόν Σταυρό Του. Αὐτό δίνει τροφή στούς ἐπικριτές του, πού τοῦ καταλογίζουν δογματική ἐκτροπή ἀπό τό χριστολογικό δόγμα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, σάν νά χώριζε ὁ ὅσιος Σωφρόνιος τίς ὑποστατικά ἑνωμένες φύσεις τοῦ Χριστοῦ ἤ πάλι τίς θεωροῦσε ὡς μία φύση μετά τήν ἕνωση. Ὁ ὅσιος Σωφρόνιος, μέ ὅσα γράφει γιά τήν προσευχή στήν Γεθσημανῆ καί τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ οὔτε νεστοριανίζει, οὔτε μονοφυσιτίζει. Εἶναι ἀκραιφνῶς Ὀρθόδοξος. Λέει μέσα ἀπό τήν πείρα του ὅτι ὁ Χριστός μέ τήν πρόσληψη τῆς φύσεώς μας «ἐκένωσεν ἑαυτόν μορφήν δούλου λαβών», καί τό ἀποκορύφωμα τῆς κένωσης εἶναι ἡ «τοῦ πάθους συγχώρησις» (ἅγ. Κύριλλος), στό ὁποῖο πραγματικά, μέ πολύ πόνο καί ὄχι φανταστικά «ἐν ἑαυτῷ τυποῖ τό ἡμέτερον» (ἅγ. Γρηγόριος Θεολόγος). Προσέλαβε στήν ἀνθρώπινη φύση του τήν δική μας ἐγκατάλειψη, «ἐμεῖς ἤμασταν οἱ ἐγκαταλελειμμένοι καί παραθεωρημένοι καί ἔπειτα προσληφθέντες καί σεσωσμένοι μέ τά πάθη τοῦ ἀπαθοῦς» (Μητρ. Ναυπάκτου, Δεσποτικές ἑορτές, σελ. 245).
.          Γράφει ὁ ὅσιος Σωφρόνιος: «Ὅπως γνωρίζουμε ἀπό τό Εὐαγγέλιο, ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ἔζησε τήν ἄκρα ἐγκατάλειψη. Μέ τόν αἱματηρό ἱδρῶτα κατά τήν προσευχή στή Γεθσημανῆ, στήν ὁποία παρέδωκε τά πάντα στόν Πατέρα Του, πάνω στόν σταυρό «ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ… Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες; …[καί] πάλιν κράξας φωνῇ μεγάλῃ ἀφῆκε τό πνεῦμα» (Ματθ. 27, 46-50)»
.            Ὅταν γράφη ὅτι «ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ἔζησε τήν ἄκρα ἐγκατάλειψη», ἐννοεῖ ὅτι στήν ἀνθρώπινη φύση Του «τυποῖ τό ἡμέτερον», ὅπως ἑκουσίως σαρκώθηκε, ἑκουσίως προσέλαβε στήν σάρκα Του ὅλα τά ἀδιάβλητα πάθη. Ἔτσι ἔζησε πλήρως μέ ἄκρο πόνο τό ἑκούσιο Πάθος Του, ἔτσι «τύπωσε» στόν ἑαυτό Του τήν δική μας ἐγκατάλειψη, πραγματικά καί ὄχι «κατά δόκησιν», ὅπως ἰσχυρίζονταν ἀρχαῖοι αἱρετικοί.
.          Αὐτό πού γράφει ὁ ὅσιος Σωφρόνιος εἶναι τό ἴδιο μέ αὐτό πού γράφει ὁ ὅσιος Παΐσιος ὁ ἁγιορείτης γιά τούς σταυρούς τῶν ἀνθρώπων καί τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ: «Οἱ ἀνθρώπινοι σταυροί εἶναι ἁπλῶς σταυρουδάκια, πού μᾶς βοηθᾶνε γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας, ἐνῷ τοῦ Χριστοῦ ἦταν πολύ βαρύς, διότι δέν χρησιμοποίησε τήν θεϊκή Του δύναμη γιά τόν ἑαυτό Του» (Ἁγιορεῖται Πατέρες καί ἁγιορείτικα, σελ. 153)
.               Ὅταν γράφη ὁ ὅσιος Παΐσιος ὅτι ὁ Χριστός «δέν χρησιμοποίησε τήν θεϊκή Του δύναμη γιά τόν ἑαυτό Του», σημαίνει ὅτι ἑκουσίως ἔπαθε στόν Σταυρό κατά τήν ἀνθρώπινη φύση Του, πού ἦταν πάντως στό πρόσωπό Του ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως ἑνωμένη μέ τήν Θεότητα, τόν ἄκρο πόνο τοῦ ἐγκαταλελειμμένου ἀνθρώπου. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια δόθηκε ἡ σωτηρία στούς «θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν» ἀπό τόν ἐγκαταλελειμμένο κόσμο.
.                 Δόθηκε ἡ σωτηρία, ἀλλά δέν σώζονται ὅλοι. Ἡ σωτηρία δέν δίνεται ἀναγκαστικά. Ἀπαιτεῖ συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Προϋποθέτει «κένωση» τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά βάρη τῶν ψεκτῶν παθῶν. Γράφει ὁ ὅσιος Σωφρόνιος: «Ἡ λύτρωση δέν συντελεῖται μέ τή μονόπλευρη πράξη τοῦ Θεοῦ. Καί ἡ θέωση ἐπίσης εἶναι διπλή πράξη: τοῦ Θεοῦ πού παρέχει καί τοῦ ἀνθρώπου πού προσλαμβάνει. Ὁ Θεός δέν ἐνεργεῖ διά τῆς βίας. Καί ἡ σωτηρία δέν ἔρχεται αὐτομάτως γιά τίς “ἀξιομισθίες” τοῦ Χριστοῦ. Ἡ χάρη, ἡ σωτηρία, ἡ θέωση, ὅλα ὅσα προέρχονται ἀπό τόν Θεό εἶναι καθαρή δωρεά, ἀλλά γιά νά τήν προσλάβουμε περνᾶμε ἀπό τόν δύσκολο ἀγώνα τῆς “κενώσεως” μέ μετάνοια, γιατί διαφορετικά δέν ἀναπτύσσεται μέσα μας ἡ ἱκανότητα γιά τήν ἀφομοίωση τῆς Θείας μορφῆς τοῦ Εἶναι. Ἐνδέχεται, κατά τή διάρκεια τῆς ζωῆς μας μέσα στό σῶμα αὐτό, νά μή φθάσουμε τά βάθη τῆς κενώσεως, πράγμα πού μπορεῖ νά μᾶς δοθεῖ ἀκόμη καί κατά τή στιγμή τοῦ θανάτου μας». (Τό Μυστήριο τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς, σελ. 70)
.                   Αὐτή ἡ συνέργεια μέ τόν Χριστό γιά τήν σωτηρία καί «τήν ἀφομοίωση τῆς Θείας μορφῆς τοῦ Εἶναι» δίνει διάρκεια στήν προσευχή τῆς Γεθσημανῆ καί στό πάθος τοῦ Γολγοθᾶ. Γράφει ὁ ὅσιος Σωφρόνιος: «Οὔτε ἡ προσευχή τῆς Γεθσημανῆ οὔτε ὁ Γολγοθᾶς τοῦ Χριστοῦ δέν θά τελειώσουν, ὡσότου ὑπάρχει ὁ κόσμος αὐτός. Ἔτσι ὁ ἀπόστολος Παῦλος “ἀνταναπληροῖ τά ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί αὐτοῦ ὑπέρ τοῦ σώματος Αὐτοῦ ὅ ἐστιν ἡ Ἐκκλησία”(πρβλ. Κολ. 1,24). Ὁ Χριστός ἔπασχε καί πάσχει ὄχι μόνο στή σάρκα τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, ἀλλά καί στή σάρκα ὅλων τῶν πιστῶν πού Τόν ἀκολουθοῦν. Ἔτσι θά γίνεται, μέχρι νά καθαρισθεῖ μέσα μας ὁ χῶρος γιά τήν παραμονή σέ μᾶς μόνου τοῦ Χριστοῦ: “Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός” (Γαλ. 2,20)» (ὅ.π. σελ. 76).
Ὁ Χριστός πάσχει μαζί μέ αὐτούς πού θέλουν νά πάσχουν γιά τίς ἐντολές Του, πού θέλουν νά ὁμοιωθοῦν μαζί Του, ἀφοῦ ἀποτελεῖ τό ἀρχέτυπο τοῦ «κατ’ εἰκόνα». Αὐτό πραγματοποιεῖται μέ τήν εὐαγγελική ἄσκηση, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει ἀπαραίτητη τήν ἀπεξάρτησή μας ἀπό τόν κόσμο, τήν ἀπόρριψη τῆς ἐξουσίας του ἐπάνω μας.
.                 Γράφει σχετικά ὁ ὅσιος Σωφρόνιος: «Γιά νά ὑπηρετήσουμε τόν Χριστό ὁλοκληρωτικά, εἶναι ἀπαραίτητο νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ κόσμου ἐπάνω μας. Τό νά ἀγνοοῦμε τήν κρίση τῶν ἀνθρώπων μπορεῖ νά εἶναι συνέπεια καταφρονήσεώς τους· καί αὐτό εἶναι ἄσχημο. Τό νά κρινόμαστε ὅμως πρωτίστως μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἐντύπωση πού δημιουργοῦμε στούς ἄλλους, αὐτό μᾶς προσεγγίζει στήν ἐλευθερία πού μᾶς δώρισε ὁ Χριστός (βλ. Γαλ. 5,1)». (ὅ.π. σελ.76)
.                  Ὁ ἐν Χριστῷ ἀσκούμενος δέν καταφρονεῖ κανένα, ἁπλῶς δέν βάζει πάνω ἀπό τόν Χριστό καί τό θέλημά Του ἤ δίπλα τους τίποτε ἀπό τόν κόσμο τοῦτο. Αὐτή ἡ ἐλευθερία ὅμως δημιουργεῖ ἀναπόφευκτη σύγκρουση.
.              Γράφει ὀ Ὅσιος: «Ὅταν ἀκολουθεῖ κάποιος ἀκλινῶς τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, θά ἔλθει ἀναπόφευκτα σέ “σύγκρουση” μέ τόν κόσμο. Εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἀνδρεία, γιά νά ἀποφασίσει τή σύγκρουση αὐτή πού προσλαμβάνει παράδοξες καί ὀδυνηρές μορφές. Ὅλο τό εἶναι μας (νοῦς, ψυχή, σῶμα) πάσχει, διότι κατά παράδοξο τρόπο ἡ ἐντολή τοῦ Χριστοῦ γιά τήν ἀγάπη μᾶς φέρνει σέ ἀντίθεση πρός ἐκείνους γιά τούς ὁποίους μᾶς δόθηκε ἐντολή νά ἀγαπᾶμε. Ἡ ἀντίφαση αὐτή δημιουργεῖται, διότι ἡ συντριπτική πλειονότητα ἐπιχειρεῖ νά τοποθετήσει τόν Χριστό στό στενό πλαίσιο τῶν γήινων ἐπιθυμιῶν της, σκέψεων καί παθῶν. Ὤ, ἄνθρωπε, εἰκόνα τοῦ ἀπολύτου Θεοῦ, πόσο ἐλαττώθηκες στά δικά σου βεβαίως μάτια!». (ὅ.π. σελ. 77)
.          Κείμενο μεστό ἀπό πείρα πνευματική, πού δείχνει μέ ρεαλισμό τήν πραγματικότητα τοῦ ἀγώνα κάθε συνειδητοῦ πιστοῦ.

Ποιός εἶναι Ὀρθόδοξος

.             Σ’ αὐτήν τήν συνάφεια παραθέτω μιά παρατήρησή του πού δείχνει τό ἐκκλησιαστικό του φρόνημα καί τήν ἐπίγνωση τῆς τρεπτότητας καί τῆς μερικότητας στήν πρόσληψη τῆς ἀποστολικῆς πίστεως ἀπό τόν κάθε ἄνθρωπο πού εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας: «Ἀντιλαμβανόμαστε τήν Ὀρθοδοξία “δυναμικά”. Κανένας συνετός ἄνθρωπος δέν θά ἀποκαλέσει τόν ἑαυτό του ἀκραιφνῶς ὀρθόδοξο. Μόνο ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ὀρθόδοξη, ἐνῶ ἐμεῖς ὀφείλουμε νά προσπαθοῦμε γιά τήν πρόσληψη τῆς διδαχῆς της στήν πληρότητα καί τό ἀλάθητό της. Νά εἶναι κάποιος ὀρθόδοξος σημαίνει νά εἶναι ἅγιος κατά τή ζωή καί τέλειος στή γνώση τῆς Θείας Ἀλήθειας» (ὅ.π. σελ. 80).
. Οἱ προδιαγραφές του γιά τόν ἀληθινά Ὀρθόδοξο πιστό εἶναι πολύ ὑψηλές. Γιά νά δικαιοῦται τήν ὀνομασία πρέπει «νά εἶναι ἅγιος κατά τή ζωή καί τέλειος στή γνώση τῆς Θείας Ἀλήθειας».
Σέ ἕνα τέτοιο πλαίσιο ζωῆς δέν χωροῦν οὔτε κίβδηλοι περσοναλισμοί, οὔτε κοντόφθαλμοι φανατισμοί, οὔτε ἰσοπεδωτικοί οἰκουμενισμοί.
. Ὅταν μιλᾶ γιά τό πρόσωπο, ἔχει μπροστά του τήν μορφή τοῦ ὁσίου Σιλουανοῦ, τήν εἰκόνα τοῦ «Εὐαγγελικοῦ ἀνθρώπου». Δέν μιλᾶ οὔτε γιά ἀναγκαιότητα τῆς φύσεως, οὔτε γιά ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Δέν ἀποθέτει τό κακό στήν φύση. Γνωρίζει ὅτι: «Τό κακό ὑπάρχει μόνο ἐκεῖ ὅπου συναντιόμαστε μέ τήν ἀρχή τοῦ προσώπου. Τό κακό εἶναι πάντοτε καί κατ’ οὐσίαν προσωπικό» (ὅ.π. σελ.289).
. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι γράφοντας στόν Δ. Μπάλφουρ, δέν τοῦ προτείνει νά διαβάσῃ Ἰωάννη τοῦ Σταυροῦ, δέν θεωρεῖ αὐτό ὡς τό κατάλληλο ἀνάγνωσμα. Ὁ Μπάλφουρ ἀνάγκασε τόν Ὅσιο νά διαβάσῃ τόν Ἰωάννη τοῦ Σταυροῦ καί ἐκεῖνος μερικῶς τό ἔκανε γιά νά μπορεῖ νά συζητᾶ μαζί του καί νά τοῦ ἀνοίγη τόν αὐθεντικό τρόπο τῆς ὀρθόδοξης ἐν Χριστῷ ζωῆς. Ὁ ὅσιος Γέροντας στόν Μπάλφουρ πρότεινε: «Διαβάστε τούς Βίους τῶν Ἁγίων (ἰδιαίτερα τά σλαβωνικά εὐανάγνωστα Μηναῖα τοῦ Ροστώφ). Ὅταν σκέπτομαι τήν περίπτωσή σας, συχνά μοῦ ἔρχεται στό νοῦ ὁ Βίος τοῦ Μεγάλου Ἁγίου Εὐσταθίου τοῦ Πλακίδα (20 Σεπτεμβρίου). Διαβάστε τά κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων. Ὅταν ἐμφανισθεῖ στούς νοερούς ὀφθαλμούς μας ἡ εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελικοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Κύριος θέλει νά μᾶς δεῖ, ὅταν συναισθανθοῦμε τήν ἀσχημοσύνη (ἀγριότητά) μας σέ σύγκριση μέ τή θεία ἐκείνη εὐγένεια, πρός τήν ὁποία θέλει νά μᾶς ἀνυψώσει ὁ Κύριος, τότε θά διαπιστώσουμε ὅτι ἀπέχουμε ἀπό τήν πραγματική σωτηρία. Τότε αὐθόρμητα θρηνοῦμε, κλαῖμε πικρά, ἀλλά ὁ Κύριος σύντομα μεταβάλλει τήν πικρία σέ γλυκύτητα» (Ἀγώνας Θεογνωσίας, σελ. 92)
. Μέ τά ἀναγνώσματα ἐπιδιώκουμε νά «ἐμφανισθεῖ στούς νοερούς ὀφθαλμούς μας ἡ εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελικοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Κύριος θέλει νά μᾶς δεῖ». Αὐτός ὀ ἄνθρωπος χαρακτηρίζεται γιά τήν καθαρότητα τῆς πίστης, ἀλλά καί τήν διάκριση. Γράφει ὁ ὅσιος Σωφρόνιος στόν Μπάλφουρ, μέ καθαρότητα καί διάκριση, πρίν ἀκόμη ἐνταχθῇ ἐκεῖνος στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία: «Πιστέψτε με, ἀγαπητέ, ὅτι, ἄν κάποτε ἐπιτρέπω στόν ἑαυτό μου νά χρησιμοποιεῖ τούς ὅρους “Καθολικοί” καί “Καθολικισμός” ὑποδεικνύοντας τίς ἀνεπάρκειες καί τά λάθη τους, τό κάνω ὄχι μέ σκοπό νά τούς διασύρω (νά μέ φυλάξει ὁ Κύριος ἀπό κάτι τέτοιο). Τό κάνω ὅμως, γιά νά δηλώσω ἁπλά καί ἀπερίφραστα, ὅπου αὐτό ἐπιβάλλεται κατ’ ἀνάγκη, ὅτι δέν ὑπάρχει σέ αὐτούς ἡ ἀλήθεια. Στή δεδομένη μάλιστα περίπτωση μπορῶ νά σᾶς βεβαιώσω ὅτι δέν θά ἔπρεπε νά ταράζεται ἡ ψυχή σας βλέποντας τή σημαντική, ὡς πρός τήν ἐξωτερική ὀργάνωση καί πειθαρχία, ὑπεροχή τοῦ Καθολικισμοῦ σέ σύγκριση μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γιατί αὐτό εἶναι “γῆ”» (ὅ.π. σελ.85)
. Γιά ὅσους θεωροῦν ὅτι μέ τήν ἁγιοκατάταξή του θά ἐπιβληθοῦν οἱ συμπροσευχές, συκοφαντώντας ἀνίερα τήν καθαρότητα τῆς πίστης τοῦ Ὁσίου, ἄς δοῦν πῶς καθοδηγοῦσε τόν προσερχόμενο στήν Ὀρθοδοξία ἀπό τόν Καθολικισμό Μπάλφουρ:«[…] μιά σημαντική μερίδα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου κλίνει σήμερα νά ἀποδεχθεῖ μιά ἀπό τίς πιό ἐπικίνδυνες αἱρέσεις. Αὐτή ξεκινᾶ ἀπό τήν διαπίστωση ὅτι δῆθεν στίς ἡμέρες μας δέν ὑπάρχει οὔτε μιά ἐκκλησία πού νά ἔχει διαφυλάξει πλήρως τήν ἀλήθεια τῆς διδαχῆς τοῦ Χριστοῦ· ὅτι καμμιά δέν κατέχει σέ ἀπόλυτο βαθμό τή γνώση τοῦ μυστηρίου τῆς ἁγίας, χαρισματικῆς ζωῆς σέ ἠθικό καί ἀσκητικό ἐπίπεδο· […]. Ἐπιθυμῶ μόνο κλείνοντας τό θέμα αὐτό νά πῶ παρενθετικά ὅτι πολύ θά ἤθελα (καί γι’ αὐτό προσεύχομαι στόν Θεό) ἐσεῖς νά μή πλανηθεῖτε μέ ὅλα αὐτά, ἀλλά νά πιστεύετε ἀκράδαντα μέ τήν καρδιά καί μέ τό νοῦ ὅτι ὑπάρχει πάνω στή γῆ ἐκείνη ἡ Μία, Μοναδική καί Ἀληθινή Ἐκκλησία πού ἵδρυσε ὁ Χριστός» (ὅ.π. σελ. 160-161)
.                Σέ ἄλλη ἐπιστολή του τοῦ ἔγραφε: «Ὅταν στερεωθεῖτε στήν πίστη, θά ἀνακαλύψετε στή συνέχεια ἀμέτρητο ἀριθμό ἀποδείξεων σχετικά μέ τήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί πίστεως: α) θεολογικοῦ, β) ἠθικοῦ, ἀσκητικοῦ καί γ) ἱστορικοῦ χαρακτήρα. Τότε θά σᾶς καταστεῖ ἀναμφίβολα σαφές ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διακρίνεται ἀπό ὅλες τίς ἄλλες ἐκκλησίες σέ τρία ἐπίπεδα, γιατί:
α) μόνη αὐτή ἀληθεύει πλήρως στή θεολογία της,
β) μόνη αὐτή γνωρίζει τό μυστήριο τῆς χάριτος, τῆς ἁγίας ζωῆς, καί διαφυλάσσει στήν πληρότητα τή θεία χάρη, καί
γ) εἶναι ἡ ἀρχαιότερη, ἡ θεμελιώδης, ἡ βασική, ἀπό τήν ὁποία ἀποσχίσθηκαν κατά καιρούς μεγαλύτερα ἤ μικρότερα τμήματα». (ὅ.π. σελ. 110)
.          Θά κλείσουμε τό σημείωμά μας μέ μιά παρατήρηση τοῦ ὁσίου Σωφρονίου, πού εἶναι δηλωτική τῆς μεγάλης πείρας του, ἡ ὁποία ἐπιβεβαιώνεται (καί ὡς προφητική ρήση) στόν ἴδιο, ζῶντος ἀλλά καί μετά τήν κοίμησή του.
.           Μετά τήν περιγραφή μιᾶς ἐμπειρίας του, ὅταν γεννήθηκε μέσα του βαθειά μετάνοια, μέ τήν ὁποία αἰσθανόταν ὅλη του τήν ζωή ὡς μιά ἀδικία, γράφει: «Καί ἐκεῖνο πού σᾶς διηγήθηκα δέν εἶναι ἀκίνδυνο νά λέγεται σέ ἀνθρώπους πού δέν γνώρισαν τήν πνευματική ζωή καί δέν εἶναι ἱκανοί νά διακρίνουν τή χάρη ἀπό τήν πλάνη, ἀλλά θέλουν νά τά ἐξηγοῦν ὅλα μέ ἐπιστημονικό τρόπο. Νά διηγεῖται, δηλαδή, κάποιος στούς ἀνθρώπους ὅτι ὁ Κύριος συγχώρησε ἁμαρτίες ἤ κάτι ἄλλο παρόμοιο, σημαίνει νά δίνει “τό ἅγιον τοῖς κυσί”. Ἀγνοώντας ἐντελῶς τή θεωρία τοῦ φωτός (τοῦ νοεροῦ, τοῦ ἀΰλου) καί τά ἄλλα φαινόμενα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως γιά παράδειγμα τό πένθος, οἱ ἄνθρωποι τόν δυσφημοῦν καί τόν διασύρουν» (ὅ.π. σελ. 70-71).
.          Ἄς συλλογιστοῦν αὐτήν τήν παρατήρηση ὅσοι τόν δυσφημοῦν καί τόν διασύρουν, ἀνίκανοι νά προσεγγίσουν τό πνεῦμα τοῦ λόγου του, πού εἶναι τό πνεῦμα τῆς ἀδιάλειπτης ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ μέσα στήν Ἐκκλησία.
.              Αὐτά πού γράψαμε εἶναι πολύ λίγα. Πλούσιο ὑλικό γιά τήν ζωή, τήν θεολογία καί τήν ὁρολογία τοῦ ὁσίου Σωφρονίου, μέ ἀναλύσεις χαρακτηριστικῶν πτυχῶν τῆς διδασκαλίας του ἔχει ἀποθησαυρισθῇ στό βιβλίο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: «Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ὁ ἁγιορείτης καί ἡσυχαστής». Προσφέρεται στούς ἀναγνῶστες ὄχι ἁπλῶς γιά ἀνάγνωση ἤ μελέτη, ἀλλά γιά ἐντρύφηση.
.               Ὡς ἐπίλογο σέ ὅσα σημειώσαμε παραθέτω τίς πρῶτες παραγράφους ἀπό τό κεφάλαιο: «Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος καί ἡ ἀποδοχή του ἀπό τούς Ρώσους», τοῦ βιβλίου «Σχόλια σέ μιά θεολογική τραγωδία»: «Ἀπέναντι στίς συκοφαντίες τῆς προσωπικότητάς του, στίς παρερμηνεῖες τῶν λόγων του καί στίς κακοποιήσεις τῶν ποιμαντικῶν συμβουλῶν του, βλέπουμε τόν Γέροντα Σωφρόνιο μέσα ἀπό τά κείμενά του νά στέκεται ταπεινός καί μεγαλοπρεπής, καθαρός στούς λόγους καί εὐγενής στούς τρόπους, μέ τόν νοῦ στόν Ἅδη, χωρίς ἀπόγνωση, καί τό πολίτευμα στόν Οὐρανό, ὁλόκληρο μέσα στήν περιπέτεια τῶν τέκνων τοῦ χοϊκοῦ Ἀδάμ, ἀλλά ἐνδεδυμένο τόν Νέο Ἀδάμ, τόν Χριστό, μέσα στήν κόλαση τῶν “κάτω συρομένων”, ἀλλά ὡς “ὑπερόπτης τῶν κάτω καί μύστης τῶν ἄνω”.
.               Βέβαια, αὐτός τώρα δέν εἶναι ὅπως ἐμεῖς μποροῦμε νά τόν δοῦμε μέσα στά κείμενά του. Στά κείμενά του εἶναι ὁ σπόρος, τώρα ἔγινε ἀκατανόητος ἀπό ἐμᾶς βλαστός, ἕτοιμος γιά τήν μέλλουσα ἀνθοφορία καί καρποφορία. Μετά τήν ἀπόθεση τοῦ σώματός του, ἔχει περάσει ὡς ὑπόσταση φλεγόμενη ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ σέ ἄλλον τρόπο ὑπάρξεως, ἀπρόσβλητο ἀπό τήν μικρότητα τῶν χοϊκῶν ἀνθρώπων καί ἀπείραστο ἀπό τήν κακία τοῦ διαβόλου» (σελ. 251).

Σχολιάστε

ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Ἀπὸ τὸν χρόνο στὴν αἰωνιότητα

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.                   Πρωτοχρονιὰ 2020. Καινούργιος χρόνος καὶ μεγαλύτερος κατὰ μία ἡμέρα ἀπὸ τοὺς προηγούμενους. Ἀποχαιρετήσαμε τὸ 2019, τὸ ὁποῖο ἔ­γινε πλέον παρελθόν. Ὑποδεχθήκαμε τὸ νέο ἔτος 2020 μὲ ἐλπίδα καὶ μὲ τὴν προσδοκία νὰ εἶναι καλύτερο ἀπὸ τὸ προηγούμενο. Δώσαμε καὶ πήραμε εὐ­χὲς πολλές.
.                   Τώρα, στὴν ἀρχὴ τοῦ χρόνου, ἐπιβάλλεται λίγο νὰ στοχασθοῦμε, ἐφόσον παρατείνεται ἡ ζωή μας ἐδῶ στὸν κόσμο. Γιατὶ ὁ χρόνος εἶναι πολὺ πιὸ πολύτιμος ἀπὸ ὅ,τι νομίζουμε, καὶ περνᾶ γρήγορα. «Οἱ μῆνες φεύγουν σὰν νερό, κι ὁ χρόνος σὰν διαβάτης», λέει ὁ λαός μας. Τὸ χθὲς δὲν ξανάρχεται, τὸ αὔριο δὲν εἶναι βέβαιο. Μόνο τὸ σήμερα, τὸ στιγμιαῖο παρόν, εἶναι δικό μας. «Δὲν εἶναι τέτοιος ὁ χρόνος, ὥστε αὐτὸ μὲν ποὺ εἶναι παρελθὸν πέρασε πλέον καὶ χάθηκε, τὸ δὲ μέλλον οὔτε κὰν φάνηκε ἀκόμη, ἀλλὰ καὶ τὸ παρὸν πρὶν καλά-καλὰ προλάβει νὰ γίνει γνωστό, ξεφεύγει καὶ δὲν γίνεται αἰσθητό;» (Μέγας Βασίλειος, ΕΠΕ 4, 38).
.                   Στὸν κόσμο αὐτὸν ὁ χρόνος εἶναι ὁ ἀπαραίτητος καιρὸς ἐργασίας γιὰ νὰ φτιάξουμε τὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο μέσα μας. Τὸν ἄνθρωπο ποὺ πλάσθηκε ἀπὸ τὸν Δημιουργό Του «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν». Νὰ ξεντυθοῦμε «τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ» καὶ νὰ ἐνδυθοῦμε τὸν «νέον τὸν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ᾿ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν», μᾶς συνιστᾶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Κολασ. γ´ 9-10).
.                   Νὰ ξεντυθοῦμε τὸν παλαιὸ διεφθαρμένο ἐσωτερικό μας κόσμο μαζὶ μὲ τὶς πράξεις του καὶ νὰ ἐνδυθοῦμε τὸν νέο ἑαυτό μας, τὸν ἄνθρωπο ποὺ συνεχῶς ἀνανεώνεται καὶ γίνεται καινούργιος, ὥστε νὰ προοδεύει στὴν τέλεια γνώση τοῦ Θεοῦ. Καὶ γίνεται διαρκῶς καινούργιος μὲ τὸ νὰ παίρνει τὴν ἴδια μορφὴ μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος τὸν δημιούργησε.
.                   Ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος παριστᾶ τὴ διεφθαρμένη ἀνθρώπινη φύση μας. Μὲ τὸ Βάπτισμά μας ὅμως ἔχουμε ξεντυθεῖ αὐτὸν τὸν διεφθαρμένο ἑαυτό μας, τὸν παλαιό μας ἄνθρωπο, καὶ ἔχουμε ἐνδυθεῖ τὸν νέο ἑαυτό μας, αὐτὸν ποὺ ὁμοιάζει μὲ τὸν Χριστό. Συνεπῶς, ἀφοῦ ἐνδυθήκαμε τὸν νέο ἄνθρωπο, ἂς φρον­τίζουμε συνεχῶς νὰ ἀνανεωνόμαστε καὶ νὰ γίνεται ὁ καθένας μας καινούργιος, ὥστε νὰ προοδεύει στὴν τέλεια γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ καθίσταται συν­ειδητὸ καὶ ἐνεργὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ…
.                   Νὰ συνειδητοποιήσουμε, ὅσο ζοῦμε, ὅτι ἡ ποιότητα τῆς ἐπὶ γῆς ζωῆς μας καθορίζει τὴ θέση μας στὴν αἰωνιότητα. Ὁ λόγος τοῦ Ἀβραὰμ στὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου πρὸς τὸν πλούσιο, εἶναι ἀποκαλυπτικός: «Παιδί μου, εἶπε στὸν πλούσιο, θυμήσου ὅτι ἐσὺ ἀπόλαυσες μὲ τὸ παραπάνω τὰ ἀγαθά σου ὅταν ζοῦσες στὴ γῆ. Ἐνῶ ὁ Λάζαρος ἀντίστοιχα ἀπόλαυσε τὰ κακὰ τῆς δυστυχίας καὶ τῆς ἀσθένειας. Τώρα ὅμως ἐδῶ ὁ Λάζαρος παρηγορεῖται γι᾿ αὐτὰ ποὺ ὑπέφερε τότε συνεχῶς, ἐνῶ ἐσὺ ὑποφέρεις καὶ βασανίζεσαι χωρὶς διακοπή, ὅπως ἀδιάκοπη καὶ συνεχὴς ἦταν ἡ εὐτυχία σου πάνω στὴ γῆ» (Λουκ. ις´ [16] 25).
.                   Μέσα λοιπὸν σ᾿ αὐτὸ τὸ χρονικὸ διά­στημα τῆς νέας χρονιᾶς θὰ κινηθεῖ ἡ ψυχή μας καὶ θὰ ἐκφρασθεῖ ἡ θέλησή μας. Θὰ θησαυρίσουμε γνώσεις, θὰ πρέπει ὅμως καὶ νὰ ὀμορφύνουμε τὴ ζωή μας, νὰ ξεριζώσουμε ἐλαττώματα καὶ ἀδυναμίες, νὰ λουστοῦμε στὴν Χάρι τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας, νὰ λατρεύσουμε τὸν Τριαδικὸ Θεὸ στὴ θεία Λειτουργία, τὴν «εὐλογημένη βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
.                   Ἰδιαίτερα αὐτὴ τὴ χρονιὰ ἂς βυθίσουμε τὸ βλέμμα μας στὴν κορυφὴ τῆς πνευματικῆς ζωῆς: τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν τελειό­τητα. Συνεχῶς νὰ σκοπεύουμε μακριὰ καὶ ψηλὰ καὶ μὲ τέλεια ἀφοσίωση στὸν ἅγιο αὐτὸν στόχο μας. Ἐὰν στρέφουμε τὸ βλέμμα στὰ πόδια μας, θὰ χανόμαστε στὶς μικρότητες καὶ οὔτε ἐμεῖς θὰ βαδίζουμε μπροστὰ καὶ σταθερὰ οὔτε καὶ τοὺς ἄλλους θὰ βοηθοῦμε. Κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ ἁγίου Θεοῦ ποὺ μᾶς κάλεσε, ἂς προσπαθοῦμε νὰ γινόμαστε ἅγιοι σὲ κάθε περίπτωση καὶ σὲ κάθε συμπεριφορά μας (βλ. Α´ Πέτρ. α´ 15): «Ἐπὶ τὴν τελειότητα φερώμεθα…» (Ἑβρ. ς´ 1).
.                   Ἂς μὴ χάνουμε οὔτε μιὰ μέρα, οὔτε μιὰ ὥρα, οὔτε ἕνα λεπτὸ χωρὶς νὰ τὸ ἀξιοποιοῦμε ὅπως θέλει ὁ φιλάνθρωπος Σωτήρας καὶ Λυτρωτής μας Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.
.                   Νὰ εὐχηθοῦμε, ὁ Κύριος, «ὁ καιροὺς καὶ χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ θέμενος», Αὐτὸς ποὺ εἶναι ὁ Χορηγὸς τῆς εἰρήνης, νὰ μᾶς τελειοποιήσει σὲ κάθε ἀγαθὸ ἔργο, ὥστε νὰ ἐφαρμόζουμε τὸ θέλημά Του. Αὐτὸς νὰ ἐνεργήσει στὸ ἐσωτερικό μας ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἀρεστὸ ἐνώπιόν Του γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του. Διότι σ᾿ Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

Σχολιάστε

ΑΠΟΤΕΦΡΩΣΙΣ ἢ ΜΝΗΜΑ;

Ἀποτέφρωσις ἤ μνῆμα;

Τοῦ Ἀρχιμ. Δανιήλ Ἀεράκη

.               Οἱ πιστοὶ χριστιανοί, τὰ συνειδητὰ μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, σέβονται τὴν εὐαγγελικὴ μαρτυρία καὶ τὴ μακραίωνη παράδοσι γιὰ τήν ταφὴ τοῦ σώματος τῶν κεκοιμημένων.
.                         Τὸ σῶμα εἶναι ἱερό. Εἶναι ναὸς τοῦ «ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος» (Α´ Κορ. στ´ 19). Καὶ ἀπαγορεύεται ἡ ὁποιαδήποτε βία, και ὅταν εἶναι ζωντανὸ και ὅταν νεκρωθῆ. Βία στὸ σῶμα εἶναι καί ἡ ἁμαρτία καὶ τὸ ὁποιοδήποτε φθοροποιὸ πάθος. Βία στὸ νεκρὸ σῶμα συμβαίνει ὅταν δὲν τὸ παραδίδουμε ἁπλῶς στὴ γῆ, «ἐξ ἧς ἐλήφθη», ἀλλὰ τὸ καῖμε!
.                         Ἡ Ἁγία Γραφὴ μιλάει μόνο γιὰ ταφή καὶ γιὰ μνήματα. Ἐξαρτᾶται βέβαια ἀπό τὸν τρόπο, πού νεκρώθηκε ἕνα σῶμα. Διότι ὑπάρχουν περιπτώσεις, ὅπου σώματα χάθηκαν στῆς θάλασσας τὰ βάθη, κάηκαν ἀπὸ πυρκαγιές, σκεπάστηκαν κάτω ἀπὸ τά ἐρείπια ἑνὸς σεισμοῦ ἢ κατρακύλησαν σὲ χαράδρες καὶ κατασπαράχθηκαν ἀπὸ ἀγρίμια.
.                         Ἡ Ἀνάστασις πάντως, ἡ πολύτεκνη μητέρα τῆς ἀθανασίας, δὲν θὰ δυσκολευθῆ νὰ βρῆ τὰ σώματα τὴ στιγμὴ τῆς ἀναστάσεως ὅλων τῶν νεκρῶν. Σὲ ὅλα τὰ σώματα θὰ σκύψη καὶ θὰ φωνάξη ὁ Χριστός: «Ἐγέρθητε!». Ὅλα τά σώματα θὰ ἀναστηθοῦν. Καὶ ὅλα τὰ σώματα θὰ ἑνωθοῦν, τὸ καθένα μὲ τὴ δική του ψυχή, γιὰ νὰ πορευθῆ σὲ μία ἀπὸ τὶς δύο αἰωνιότητες, σέ ὅποια διάλεξε, ἢ στὴν ἀνάστασι ζωῆς ἢ στὴν ἀνάστασι κρίσεως (κατακρίσεως).
.                         Δὲν ἀπολυτοποιεῖ ἡ Ἐκκλησία τὸν τρόπο τῆς ταφῆς τῶν σωμάτων. Ἀλλὰ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἀποδεχθῆ τὸν ἀλάθητο λόγο τοῦ Κυρίου τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, πού λέγει: «Πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ καὶ οἱ ἀκούσοντες ζήσονται» (Ἰωάν. ε´ 28).
.                         Γιά τὸ θέμα τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν, κύριο λόγο ἔχουν ἡ θέσις, ἡ πρόθεσις καὶ ἡ ἐπιλογὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἂν θέσις του εἶναι ἡ ἀθεΐα, σέβεται ἡ Ἐκκλησία τὴ θέσι του καὶ δὲν δέχεται νὰ ψάλη τὴν ἐξόδιο (ἀναστάσιμη) ἀκολουθία. Δὲν ἀρνεῖται τὴν τελευταία της ἀγάπη, ἀλλ᾽ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ σεβασθῆ τὴ βούλησι κάθε θνητοῦ. Ἂν μάλιστα ἡ ἐπιθυμία ἑνὸς ἀνθρώπου πρός τό ἀποτεφρωτήριο (νὰ καῆ τὸ σῶμα του), εἶναι συνέπεια τῆς ἄθεης κοσμοθεωρίας του, τότε κανένας δὲν πρέπει νὰ πιέζη τὴν Ἐκκλησία νὰ τελῆ «κηδεία» ἢ «τρισάγιο».
.                         Ἄλλο συγγενεῖς καὶ ἄλλο ὁ ἀποθανών. Κάποια εὐλάβεια καὶ κάποια προσδοκία δείχνουν οἱ συγγενεῖς, ὅταν ζητᾶνε πρῶτα ἱεροτελεστία καὶ ὕστερα καῦσι. Ἀλλά καὶ ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τελῆ ἱεροπραξία σὲ ἄτομο, πού δεδηλωμένα ἀρνήθηκε κάθε σχέσι μὲ τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία.
.                         Καθένας ἂς πορευθῆ ὅπως διάλεξε. Ἡ κρίσις για ὅλους εἶναι τοῦ Θεοῦ, εἴτε τὸ θέλουν εἴτε δὲν τὸ θέλουν, εἴτε τὸ πιστεύουν εἴτε δὲν τὸ πιστεύουν.

 

, ,

Σχολιάστε

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΥΠΟΚΛΙΝΕΤΑΙ

Ὁ χρόνος ὑποκλίνεται

Τοῦ Ἀρχιμ. Δανιήλ Ἀεράκη

.                Τὸν παρουσίασαν ἄλλοι σὰν βασιλιά, πού μοιράζει χαρές. Ἄλλοι τὸν παρουσίασαν σὰν τύραννο, ποὺ μοιράζει πόνους. Πρόκειται γιὰ τὸ χρόνο. Ἄλλοι τὸ χρόνο τὸν παρουσίασαν σὰν τὸν Κρόνο, πού τρώει τὰ παιδιά του. Ὅλοι αὐτοὶ βέβαια δὲν φιλοσοφοῦν οὕτε γιὰ τὴ σχέσι πού ἔχει ὁ χρόνος μὲ τὸ χῶρο καὶ τὴν ὕλη, οὕτε καὶ σκέπτονται, πῶς εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ ὁ χρόνος, δῶρο μικρό, πού μ᾽ αὐτὸ κερδίζεις τὸ μεγάλο δῶρο, τὴν ἀτέλειωτη ζωή. Ὅλοι αὐτοὶ μετροῦν τὸ χρόνο μὲ τὸ ρολόι, καὶ σὰν οἱ δεῖκτες του φτάνουν στὴ δωδεκάτη, τρέμουν ἀπὸ τὸ φόβο τους! Τρέμουν γιὰ τὸ τέλος τοῦ χρόνου τῆς προσωρινῆς τούτης ζωῆς.
.              Μὰ ὁ χρόνος, δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, την τελευταία νύκτα τού 2019 θέλει νὰ κάνη μερικές… μετάνοιες!
Ὑποκλίνεται κι ὁ χρόνος!
.               Ὑποκλίνεται ὁ χρόνος μπροστὰ στὸν ἄχρονο Θεό, πού θέλησε νὰ τὸν ἀγκαλιάση. Ἡ θάλασσα ἀγκαλιάζει τή σταγόνα! Ὁ ἀπέραντος καὶ σὲ χρόνο Θεός, ὁ Αἰώνιος, ἀγκαλιάζει τὸν ἄνθρωπο τῆς σταγόνας τοῦ χρόνου! Ἑνώνεται μαζί του. Καὶ ἀγκαλιάζοντάς τον τοῦ μεταδίδει τὸ ἄχρονο, τὸ αἰώνιο, τὴ ζωὴ πού δὲν τελειώνει, τὴ ζωὴ πού εἶναι «τὸ περισσὸν» (Ἰωάν. ι´10).
.               Ὑποκλίνεται ὁ χρόνος μπροστὰ στὴ νέα ἐν Χριστῷ ζωή, πού χωρὶς νὰ τὸ ὑποψιάζεται ἀνέβηκε στὸ τρένο του.
.               Ὑποκλίνεται ὁ χρόνος μπροστὰ στὰ νιάτα, πού δὲν λένε «δὲν ἔχω χρόνο», ἀλλὰ ξεκλέβουν χρόνο γιὰ ν᾽ ἀνεβαίνουν ψηλά.
.               Ὑποκλίνεται ὁ χρόνος μπροστὰ στὸν ἄρρωστο βαρειά, πού ξέρει ὅτι τοῦ φεύγει, μὰ δὲν λυγίζει, γιατί τὸ ὅραμά του δὲν εἶναι τὸ ἐφήμερο, ἀλλά τὸ αἰώνιο.
.               Ὑποκλίνεται μπροστὰ στὸν πονεμένο, πού ἐνῶ βλέπει νὰ σβήνη ὁ χρόνος τοῦ παρόντος, χαμογελᾶ πού κατακτᾶ τὴν πραγματικότητα τοῦ μέλλοντος.
.               Ὑποκλίνεται μπροστὰ στὴν πιὸ ἱερὴ σιγμή, στὸ τώρα, πού τὸ ἁρπάζει ὁ πιστὸς καὶ τὸ κάνει σωσίβιο γιὰ τὸ πέρα καὶ τὸ παραπέρα, γιὰ τὸ ἀτέλειωτο.
.               Ὑποκλίνεται ὁ χρόνος μπροστὰ στὸν ἔξυπνο ἄνθρωπο, τὸ χριστιανό, πού τὴ στιγμὴ τὴν τελευταία τὴν ἔντυσε μὲ ἁγιότητα καὶ τὴν ἔκανε αἰωνιότητα.
.               Ὑποκλίνεται ὁ χρόνος μπροστὰ στὸν ἐνάρετο, πού σβήνει μὲ τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ τὰ στραβοπατήματα τοῦ προηγούμενου καιροῦ καὶ στὴ συνέχεια θέλει νὰ ζήση τὸν ὑπόλοιπο χρόνο μὲ κατακτήσεις τῆς ὄντως ζωῆς.
.               Ὑποκλίνεται ὁ χρόνος μπροστὰ σ᾽ αὐτὸν πού τὸν βλέπει ἁπλῶς σὰν εὐκαιρία νὰ ἐξαγοράση τὴν αἰωνιότητα. Βλέπει ὁ πιστός τό χρόνο σὰν εὐκαιρία γιὰ βελτίωσι, γιὰ ἀλλαγή, γιὰ τὸ σπουδαιότερο ἇλμα, πού λέγεται μετάνοια.
.               Ὑποκλίνεται ὁ χρόνος μπροστὰ στὸν ἀγωνιστή, πού δὲν φοβᾶται τὸν τερματισμό. Φεύγοντας ἀπὸ τὸ χρόνο ξεκολλάει μιὰ γιὰ πάντα ἀπὸ τὴν ἀγωνία του καὶ ἀτενίζει πρὸς τὴν ἄχρονη βασιλεία, ὅπως λαχταρᾶ τὸ παιδὶ τὴν ἀγκαλιὰ τῆς μητέρας του.
.               Ὑποκλίνεται ὁ χρόνος στὸ πτηνό, στὸν πιστό, πού τὸν ἀποχαιρετᾶ ὄχι γιατί θὰ ἔρχεται καινούργιος χρόνος. Δὲν ὑπάρχει καινούργιος χρόνος, ὑπάρχει καινὴ κτίσις, ὑπάρχει καινὴ ζωή. Ὑπάρχει ἐξαγορὰ τοῦ χρόνου, ὅπως ὁ Παῦλος μᾶς προτρέπει νὰ ζοῦμε «ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρὸν» (Ἐφεσ. ε´ 10).
.               Ὑποκλίνεται ὁ χρόνος σ᾽ αὐτὸν πού ἐτοιμάζεται νὰ πῆ:
«Χρόνε, τῆς ζωῆς μᾶς κυνηγέ, μᾶς χάρισες χαρὲς καὶ λύπες. Μᾶς πῆρες βρέφη καὶ παιδιά, μᾶς ἔκανες μεσήλικες καὶ γέρους. Χρόνε, ὅσο κι ἂν ὁ μικρούτσικος ἀνθρωπάκος πού ζῆ μέσα μας σέ προτιμᾶ ἀκόμα, ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν Αἰώνιο Χριστό. Χρόνε, τὸ παραδεχόμαστε, δὲν φταῖς ἐσὺ γιὰ τὶς κακίες καὶ τὰ ἁμαρτήματά μας. Ὅμως σοῦ ζητᾶμε συγγνώμη, γιατί σὲ μολύναμε. Χρόνε, τρέχοντας μαζί σου νομίσαμε πώς θα ᾽σαι γιὰ πάντα συντροφιά μας. Χρόνε, εἴτε σὺ τὸ θέλεις, εἴτε σ᾽ ἐμᾶς δέν ἀρέσει, τὸ ὄχημά σου φτάνει στὸ τέρμα».
Ἀκούγεται ἡ προειδοποίησις: «Τερματικὸς σταθμὸς! Παρακαλοῦνται οἱ ἐπιβάτες νὰ ἀποβιβαστοῦν». Σ᾽ ὅλους αὐτούς, πού ἔτσι σκέπτονται, ὁ χρόνος ὑποκλίνεται…
.               Ὑποκλίνεται ὁ χρόνος! Στοὺς νεκρούς, στοὺς κεκοιμημένους ἀδελφούς μας, γιὰ τοὺς ὁποίους ἰσχύει τὸ τῆς Αποκαλύψεως: «Καὶ χρόνος οὐκέτι ἔσται» (ι´ 6).
.              Ὑποκλίνεται στοὺς ἐπ᾽ ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου κεκοιμημένους. Ὑποκλίνεται γιατί μὲ μικρή δική τους προσφορά, ἀπολαμβάνουν τὴν αἰώνια χαρά.
.               Ὑποκλίνεται ὁ χρόνος! Σ᾽ ὅλους τοὺς χριστιανούς, που ζοῦν κάθε στιγμὴ σὰν τὴν τελευταία στιγμὴ τῆς ἐπίγειας ζωῆς τους. Καὶ εἶναι σὰν νὰ μᾶς λέη: Τὸ δικό μου ΧΡ (χρόνος) τελειώνει. Τὸ δικό Του ΧΡ (Χριστὸς) ποτὲ δὲν τελειώνει. Δὲν σᾶς στέλνω στὸ μηδὲν ἤ στὴν ἀνυπαρξία.
Σᾶς παραδίδω στὸ Χριστὸ καὶ τὴν ἀθανασία. Ἀμήν.

Σχολιάστε

«Ο ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΕΣΤΡΑΦΗ ΕΙΣ ΤΑ ΟΠΙΣΩ» (Χαραλ. Μπούσιας)

Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω.

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.               Ἰορδάνης ποταμός, ὁ ἱερὸς ποταμὸς τῆς θεοφανείας, ὁ ποταμὸς ποὺ «ἐθαμβήθη θεωρῶν τὸν ἀθεώρητον γυμνόν», εἶναι ὁ ποταμὸς ποὺ ἡ διάβασή του ὁδηγεῖ στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Γιὰ ὅλους ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς εἶναι ὁ ποταμὸς τῆς ἐπιθυμίας ἐπισκέψεως τῶν ρείθρων του, τῆς καθάρσεως, τοῦ ἁγιασμοῦ. Ὅλοι μας τρέφουμε τὴν ἐλπίδα, νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ βαπτισθοῦμε στὰ νερά του, στὰ ρεῖθρα ποὺ στὴν γύρω τους ἔρημο ἀσκήσευσε ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης, ὁ Πρόδρομος, στὰ ῥεῖθρα ποὺ ἁγιάσθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Θεὸς Πατὴρ ἐφώνει «Οὖτός ἐστίν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός» καὶ τὶ Ἅγιον Πνεῦμα παρουσιάσθηκε «ἐν εἴδει περιστερᾶς».
.               Ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς εἶναι ὁ προσωποποιημένος ποταμός. Ἂν καὶ ὡς κτίσμα εἶναι ἄψυχο, δὲν ἔχει αἰσθήσεις, ἐν τούτοις τοῦ φωνάζουμε: «Ἰορδάνη ποταμέ, τί ἐθαμβήθης θεωρῶν;», «Ἑτοιμάζου, Ἰορδάνη ποταμέ..», «Ἰορδάνη ποταμέ, στῆθι ὑπόδεξαι σκιρτῶν..», «Ἰορδάνη ποταμέ, εὐφράνθητι..», «Καὶ σύ, Ἰορδάνη ποταμέ, διατὶ ἐστράφης εἰς τὰ ὀπίσω», λὲς καὶ ἀπευθυνόμαστε σὲ πρόσωπο. Βέβαια, δὲν εἶναι τὸ μοναδικὸ κτίσμα ποὺ προσωποποιεῖται στὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία. Ἔχουμε πολλὰ παρόμοια παραδείγματα στὰ ἱερὰ κείμενα τῆς ὑμνογραφίας καὶ τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ὅταν λέμε: «Εὐφραινέσθω τὰ οὐράνια, ἀγαλλιάσθω τὰ ἐπίγεια», δηλαδή, ἂς εὐφρανθοῦν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἂς χαρεῖ ἡ γῆ, ἐννοοῦμε τὴν χαρὰ τῶν ἀγγέλων στὸν οὐρανὸ καὶ τῶν ἀνθρώπων στὴν γῆ καὶ ὄχι τοῦ ἀέρος καὶ τοῦ ἐδάφους. Ἐπίσης στὴν ὑμνογραφία ἀπευθυνόμαστε πολλὲς φορὲς σὲ ἱεροὺς τόπους ἢ ἱερὰ ἀντικείμενα λὲς καὶ αὐτὰ εἶναι ἔμψυχα, ὅπως στὴν Βηθλεὲμ καὶ τὸν Τίμιο Σταυρό. Ἔτσι λέμε:
.               «Ἑτοιμάζου, Βηθλεέμ, ἤνοικται πᾶσιν ἡ Ἐδέμ..» ἢ « Σταυρὲ τοῦ Χριστοῦ, σῶσον ἡμᾶς τῇ δυνάμει σου», ἢ «Οὐ δυνησόμεθα, Σταυρὲ τοῦ Κυρίου, τὰ σὰ θαυμάσια ὑμνεῖν οἱ κατάκριτοι».  Ὅταν ἐπίσης λέμε: «Σκιρτήσατε τὰ ὄρη καὶ οἱ βουνοί», δὲν παρακινοῦμε τὰ βουνὰ καὶ τοὺς λόφους νὰ σκιρτήσουν, ἀλλὰ τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ κατοικοῦν σὲ αὐτούς. Καὶ ὅταν λέμε: «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ», δὲν ἐννοοῦμε, ὅτι ἀφήνουν φωνὴ ποὺ ἀκοῦν τὰ αὐτιά μας, ἀλλὰ ὅτι παρουσιάζουν σὲ μᾶς μὲ τὸ μέγεθός τους τὴν δύναμη τοῦ Δημιουργοῦ. Ἔτσι, κατανοοῦμε τὸ κάλλος τους καὶ δοξάζουμε τὸν Πλάστη καὶ Δημιουργό τους σὰν ἄριστο τεχνίτη.
Τὴν θαυμαστὴ στροφὴ τοῦ ρεύματος τοῦ ποταμοῦ Ἰορδάνου πρὸς τὰ ὀπίσω, αὐτὴν ποὺ ὑπερφυῶς βλέπουμε σὲ αὐτὸν κάθε χρόνο, στὸν ἁγιασμὸ τῶν ὑδάτων τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων, και δοξάζουμε τὸν βαπτισθέντα Κύριό μας Ἰησοῦ, περιφράφει ὁ Προφητάναξ Δαβὶδ λέγοντας: «Ἡ θάλασσα εἶδε καὶ ἔφυγεν, ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω» (Ψαλμ. ΡΙΔ´, 3). Μὲ αὐτὸ τὸ χωρίο ὁ Ψαλμωδὸς ἤθελε νὰ προφητεύσει τὴν ἔκπληξη τῆς θαλάσσης, τοῦ νεροῦ ποὺ ἁπλωνόταν σὲ μεγάλο μέρος, καὶ τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, μὲ τὴν εἴσοδο στὰ νάματά του τοῦ ἀναμάρτητου Χριστοῦ μας. Αὐτὴν τὴν ἔκπληξη δικαιολογεῖ στὴν εὐχὴ τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν ὑδάτων ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων λέγοντας.
.               «Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω θεασάμενος τὸ πῦρ τῆς Θεότητος σωματικῶς κατερχόμενον καὶ εἰσερχόμενον ἐπ’ αὐτόν». Τὸ πῦρ τῆς Θεότητος στὴν σάρκα τοῦ Θεοῦ Λόγου, τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ εἰσερχόταν μέσα στὰ ἰορδάνεια ρεῖθρα, ἀπὸ φόβο καὶ σεβασμὸ αὐτὰ ἤθελαν νὰ τὸ ἀποφύγουν.
.               Τὸ ὅτι ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω περιγράφει καὶ τὸ ἑπόμενο ὡραιότατο τροπάριο τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων θυμίζοντάς μας τὴν διαίρεση τοῦ ὕδατος τοῦ Ἰορδάνου μὲ τὴν μηλωτὴ τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου, μετὰ τὴν ἀνάληψη στοὺς οὐρανοὺς μὲ πύρινο ἅρμα τοῦ προφήτου Ἠλιού:
.               «Ἀπεστρέφετο ποτέ, ὁ Ἰορδάνης ποταμός, τῇ μηλωτῇ Ἐλισσαιέ, ἀναληφθέντος Ἠλιοὺ, καὶ διῃρεῖτο τὰ ὕδατα ἔνθεν καὶ ἔνθεν· καὶ γέγονεν αὐτῷ, ξηρὰ ὁδὸς ἡ ὑγρὰ, εἰς τύπον ἀληθῶς τοῦ Βαπτίσματος, δι᾽ οὗ ἡμεῖς τὴν ῥέουσαν, τοῦ βίου διαπερῶμεν διάβασιν, Χριστὸς ἐφάνη, ἐν Ἰορδάνῃ, ἁγιάσαι τὰ ὕδατα». Ἐστράφη παλιὰ πρὸς τὰ πίσω τὸ ρεῦμα τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ διὰ τῆς μηλωτῆς τοῦ ἀναληφθέντος στὸν οὐρανὸ προφήτου Ἠλία, τὴν ὁποίαν εἶχε ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος. Καὶ ἔγινε ἡ ὑγρὴ ὁδὸς ξερὴ προτυπώνοντας ἀληθινὰ τὸ βάπτισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐμεῖς διαπερνοῦμε τὴν ρευστὴ διάβαση τοῦ βίου. Ὁ Χριστὸς φανερώθηκε στὸν Ἰορδάνη, γιὰ νὰ ἁγιάσει τὰ ὕδατα.
.               Ἡ ποιητικώτατη προφητικὴ αὐτὴ φράση τῶν Ψαλμῶν «ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω» εἶναι πλουτισμένη μὲ ἕνα ἀσυνήθιστο καὶ ἀνυποψίαστο, ἀκόμα καὶ στοὺς πιὸ φιλακόλουθους, πνευματικὸ βάθος. Τὸ σχολιάζει πολὺ ὄμορφα, ὅπως πράττει πάντοτε, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος:
.               Ὁ ποταμὸς Ἰορδάνης, ποὺ ἦταν πολυφημισμένος στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ γιὰ πολλὰ ἄλλα θαύματα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν βάπτιση τοῦ Χριστοῦ σὲ αὐτόν, πηγάζει ἀπὸ δύο πηγές. Ἡ μία λέγεται Ἰὸρ καὶ ἡ ἄλλη Δάν. Καθὼς προχωροῦν τὰ δύο αὐτὰ ποτάμια, ἑνώνονται σὲ ἕνα ποὺ ὀνομάζεται Ἰορδάνης. Αὐτὸς μὲ πλῆρες ἀνάπτυγμα τοῦ ροῦ του περνάει μέσα ἀπὸ ἐναλλασσόμενα παρόχθια γόνιμα καὶ ἀμμώδη ἐδάφη καὶ χύνεται στὴν Νεκρὰ θάλασσα. Ἡ ἀλληγορία ἐδῶ εἶναι βαθειὰ καὶ θεολογικώτατη, ὅπως τὴν φανερώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Ὁ ποταμὸς Ἰορδάνης εἶναι ὁ τύπος τουῦ ἀνθρωπίνου γένους. Οἱ δύο πηγές του συμβολίζουν τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, τοὺς δύο προπάτορες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀνέβλυσε ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Καὶ τὸ γένος αὐτὸ πρὸς τὰ ποῦ πορευόταν πρὶν τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Θεανθρώπου μας Ἰησοῦ; Ἀλλοίμονο, στὴν νέκρωση καὶ στὸν θάνατο μέσα ἀπὸ χαρὲς καὶ λύπες τῆς ζωῆς, ὅπως ὁ Ἰορδάνης, ὁ ὁποῖος μέσα ἀπὸ γόνιμα καὶ ἄγονα ἐδάφη ἐκβάλλει στὴν Νεκρὰ θάλασσα. Ἦρθε, ὅμως, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ πόνεσε γιὰ τὴν ἀθλιότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ ἔπαθε πάνω στὸν Σταυρό, καὶ κατήργησε, μὲ τὸν θάνατό του, τὸν θάνατο. Ἔτσι, χάρισε στοὺς ἀνθρώπους τὴν ζωὴ καὶ τοὺς ἔστρεψε πρὸς τὰ πίσω, τοὺς ἔκαμε νὰ μὴν τρέχουν πιὰ πρὸς τὴν νέκρωση καὶ τὸν θάνατο, ἀλλὰ πρὸς τὴν ζωὴ καὶ τὴν ἀφθαρσία. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ποὺ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει, ὅτι «ὅσοι εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐβαπτίσθημεν, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν». (Ῥωμ. στ΄ 3).
.               Σὲ ἕνα ἄλλο δοξαστικὸ τῆς Ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων ὁ ὑμνογράφος ἐρωτᾶ τὸν Ἰορδάνη ποταμὸ προσωποποιημένο:
.               «Τί ἀναχαιτίζει σου τὰ ὕδατα, ὦ Ἰορδάνη, τί ἀναποδίζεις τὸ ῥεῖθρον καὶ οὐ προβαίνεις τὴν κατὰ δύσιν πορείαν;».
.               Γιὰ νὰ συνεχίσει μὲ τὴν ἀπάντηση τοῦ Ἰορδάνου:
«Οὐ δύναμαι φέρειν πῦρ καταναλίσκον· ἐξίσταμαι καὶ φρίττω τὴν ἄκραν συγκατάβασιν· ὅτι οὐκ εἴωθα τὸν καθαρὸν ἀποπλύνειν, οὐκ ἔμαθον τὸν ἀναμάρτηρον ἀποσμήχειν, ἀλλὰ τὰ ῥερυπωμένα σκεύη ἐκκαθαίρειν…». Ποιός σοῦ ἀναχαιτίζει τὰ ὕδατα, Ἰορδάνη, καὶ ἐμποδίζει τὴν φυσική σου πορεία πρὸς τὴν δύση; Αὐτὸς ποὺ εἶναι ὅλος πῦρ καὶ ἀπορῶ καὶ φρίττω τὴν ἀμέτρητη συγκατάβασή Του. Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ καθαρίσω τὸν καθαρόν, οὔτε νὰ σκουπίσω τὸν ἀναμάρτητο. Ἐγὼ μόνο βρώμικα σκεύη μπορῶ μὲ τὰ νερά μου νὰ καθαρίσω.
.               Ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀποκαλύπτεται ὡς ὁ ποταμὸς ποὺ ὁρίζει τὴν «γῆ τῆς ἐπαγγελίας». Τὸ νὰ διασχίσεις τὸν Ἰορδάνη σήμαινε, γιὰ τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, πὼς εἰσέρχεσαι στὴν ἐκπλήρωση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Κυρίου. Σήμαινε, ὅτι μπαίνεις στὴν «γῆ ποὺ ρέει γάλα καὶ μέλι», στὸν τόπο ὅπου ὁ Θεὸς θὰ κατοικήσει μὲ τὸν λαό Του παρέχοντάς του τὶς ἀτελεύτητες εὐλογίες τῆς παρουσίας Του.
.               Στὴν Καινὴ Διαθήκη ἡ διαπέραση τοῦ Ἰορδάνη σημαίνει εἴσοδο στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐμπειρία τῆς πληρότητας τῆς ζωῆς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Μωϋσῆς δὲν εὐλογήθηκε νὰ διασχίσει τὸν Ἰορδάνη συμβολίζει ὅτι ὁ Νόμος μόνος του δὲν σώζει. «Οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ» (Γαλ. β΄ 16). Ἔπρεπε νὰ ἔλθει ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός μας, ὁ ὁποῖος διὰ μέσου τοῦ Ἰορδάνου μπορεῖ νὰ εἰσάγει τοὺς πιστοὺς στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, στὴν Οὐράνια Βασιλεία, τονίζοντας ἔτσι τὴν λυτρωτικὴ ἐνέργεια τοῦ Ἰησοῦ, στὴν διαθήκη τῆς χάριτος.
.               Ὅταν μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Μωϋσέως ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ ἔφθασε στὸν Ἰορδάνη, τὰ ὕδατα σχίσθηκαν στὴν παρουσία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, μὲ τοὺς ἱερεῖς νὰ προπορεύονται βαστάζοντας στὰ χέρια τους τὴν Κιβωτὸ τῆς Διαθήκης. Ὅπως τὰ ὕδατα τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης σχίσθηκαν, γιὰ νὰ ἐπιτρέψουν στὸν λαὸ αὐτὸ νὰ διαβεῖ ὡς διὰ ξηρᾶς, κατὰ τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο ἐπιζητώντας τὴν «ἐν Θεῷ ἐλευθερία»καὶ σωτηρία του ἀπὸ τὰ φαραωνικὰ δεσμά, ἔτσι καὶ κατὰ τὴν εἴσοδό του στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς σχίσθηκε, γιὰ νὰ διαβεῖ ὁ ταλαιπωρημένος λαὸς τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν τόπο τοῦ τελικοῦ του προορισμοῦ. Μήπως καὶ γιὰ τὴν σωτηρία τὴν δική μας δὲν σχίσθηκαν τὰ Ἰορδάνεια ρεῖθρα, γιὰ νὰ περάσουμε στὴν Ἄνω Πόλη οἱ ταλαίπωροι ὁδοιπόροι αὐτῆς τῆς ζωῆς, οἱ ὁποῖοι μοναδικὴ βακτηρία ἔχουμε τὴν πίστη μας στὸν «ἐν Ἰορδάνῃ βαπτισθέντα Κύριο»;
.               Μετὰ τὴν διάβαση τοῦ Ἰορδάνου ὑπὸ τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραὴλ τὸ ρεῦμα του ἐπανῆλθε στὴν κανονική του πορεία, «ὥρμησεν κατὰ χώραν καὶ ἐπορεύετο καθὰ ἐχθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν δι’ ὅλης τῆς κρηπίδος» (Ἰησ. δ 18). Ὁ ποταμὸς Ἰορδάνης σχίσθηκε ἐπίσης κατὰ τὴν διέλευση τῶν προφητῶν Ἠλία καὶ Ἐλισσαίου, ὅπως ἀναφέρεται στὸ βιβλίο τῶν Βασιλειῶν, καὶ ἀκούγεται στὴν Ἀκολουθία τῶν Θεοφανείων: «Ἀμφότεροι ἔστησαν ἐπὶ τοῦ Ἰορδάνου. Καὶ ἔλαβεν Ἠλίας τὴν μηλωτὴν αὐτοῦ καὶ εἴλησε καὶ ἐπάταξε τὸ ὕδωρ καὶ διῃρέθη τὸ ὕδωρ ἔνθεν καὶ ἔνθεν καὶ διέβησαν ἀμφότεροι ἐν ἐρήμῳ» (Β’ Βασιλ. 2). Ἀπὸ αὐτὸν τὸν Ἰορδάνη ποταμὸ ἀνελήφθη στοὺς οὐρανοὺς ὁ προφήτης Ἠλίας, ὁ «ζῶν προφήτης», μὲ σκοπὸ νὰ ἐπιστρέψει ξανά, καθώς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε, γιὰ νὰ ἑτοιμάσει τὴν ὁδὸ γιὰ τὸν ἐρχομό Του: «Ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἠλίας ἔρχεται πρῶτον καὶ ἀποκαταστήσει πάντα» (Ματθ. ιζ΄-11).
.               Στὸν Ἰορδάνη τέλος ποταμὸ καθαρίσθηκε ἀπὸ τὴν λέπρα του ὁ Νεεμὰν ὁ Σύρος, προεικονίζοντας τὸν καθαρισμὸ ὅλων μας ἀπὸ τὴν λέπρα τῆς ἁμαρτίας. Τὰ ὕδατα τοῦ Ἰορδάνου εἶχαν καθαριστικὲς ἰδιότητες, γιατὶ μὲ αὐτὰ ποτίσθηκε τὸ τρισύνθετο δένδρο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατασκευάσθηκε ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου μας, πάνω στὸν ὁποῖο πλύθηκε ἡ ἁμαρτία τοῦ κόσμου.
.               Ἡ Ἱστορία τοῦ τρισύνθετου δένδρου ἔχει ὡς ἑξῆς:
.               Κάποια ἡμέρα παρουσιάσθηκε στὸν Λώτ, ποὺ εἶχε πέσει σὲ θανάσιμο ἁμάρτημα, ἕνας ἄγγελος καὶ τοῦ ἔδωσε τρία ραβδιά, τὸ καθένα ἀπὸ ἕνα εἶδος δέντρου, κέδρου, πεύκου καὶ κυπαρισσιοῦ. Τοῦ εἶπε νὰ τὰ φυτέψει καὶ νὰ φέρνει καθημερινὰ νερὸ ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη, νὰ τὰ ποτίζει. Ἐὰν βλαστήσουν τοῦ εἶπε, θὰ σημαίνει πὼς ὁ Θεὸς δέχθηκε τὴν μετάνοιά σου, διαφορετικὰ θὰ εἶσαι κολασμένος γιὰ πάντα. Γεμάτος χαρὰ ὁ Λὼτ ἔκαμε, ὅπως τοῦ ὑπέδειξε ὁ ἄγγελος. Ἔφερνε νερὸ ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη σὲ ἀπόσταση πορείας μιᾶς ἡμέρας, πολὺ κοπιαστική. Στὴν πορεία του αὐτὴ παρουσιαζόταν ὁ διάβολος, γιὰ νὰ τοῦ πάρει μὲ δόλιο τρόπο τὸ νερὸ καὶ νὰ μὴν βλαστήσουν τὰ ραβδιά. Μετασχηματιζόταν ἄλλοτε σὲ ταλαιπωρο διψασμένο ὁδοιπόρο, ἄλλοτε σὲ γέροντα ἀσθενῆ καὶ ἄλλοτε σὲ γυναίκα δυστυχισμένη καὶ τοῦ ἔπινε τὸ νερό. Γιὰ τὴν καλωσύνη του, ὅμως, τὸν λυπήθηκε ὁ Θεὸς καὶ μὲ μιὰ φορὰ ποὺ πότισε τὰ ραβδιά, αὐτὰ βλάστησαν καὶ ἑνώθηκαν στὸ τρισύνθετο δένδρο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατασκευάσθηκε τὸ τίμιο ξύλο τοῦ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, τὸ Ξύλο τῆς σωτηρίας μας.
.               Στὴν ἐρώτηση ἐὰν μποροῦμε νὰ πλυθοῦμε σὲ ὁποιονδήποτε ποταμὸ καὶ νὰ καθαρισθοῦμε, ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ εἶναι, ὄχι. Μόνο στὸν Ἰορδάνη, μὲ τὸ βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ, καθαριζόμαστε ἀπὸ ὅλες μας τὶς ἁμαρτίες. Μόνο διὰ μέσου τοῦ Ἰορδάνου, ποὺ μεταφέρεται στὸ πετραχήλι τῶν ἐξομολόγων, εἰσερχόμαστε πεντακάθαροι στὴν χώρα τῶν ζώντων, στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Μόνο διὰ τῶν ἁγιασμένων ὑδάτων τοῦ Ἰορδάνη καὶ τῶν δακρύων τῆς μετανοίας μᾶς ἐξαγιάζει ὁ Θεὸς γιὰ πάντα.

 

 

, ,

Σχολιάστε

«ΦΩΝΗ, ΛΥΧΝΟΣ, ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ»

Ὁ Εἱρμὸς τῆς ϛ´ ᾨδῆς
τοῦ Κανόνος τῶν Θεοφανείων

ἀπὸ τὸ «Ἑορτοδρόμιον»
τοῦ Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου    

Ἡ φωνὴ τοῦ Λόγου, ὁ λύχνος τοῦ Φωτός, ὁ Ἑωσφόρος, ὁ τοῦ Ἡλίου Πρόδρομος, ἐν τῇ ἐρήμῳ, Μετανοεῖτε, πᾶσι βοᾷ τοῖς λαοῖς, καὶ προκαθαίρεσθε· ἰδοὺ γὰρ πάρεστι Χριστός, ἐκ φθορᾶς τὸν Κόσμον λυτρούμενος.

.                 Μὲ τρία ὁμοιώματα δείχνει ὁ Ἱερὸς Μελωδὸς ἐν τῷ Τροπαρίῳ τούτῳ τὴν οἰκειότητα ὅπου ἔχει ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης μὲ τὸν Δεσπότην Χριστόν· παρομοιάζει γὰρ τὸν Ἰωάννην μὲ τὴν φωνήν, μὲ τὸν λύχνον καὶ μὲ τὸν ἑωσφόρον (τὸν αὐγερινόν)· τὸν δὲ Δεσπότην Χριστὸν παρομοιάζει μὲ τὸν λόγον, μὲ τὸ φῶς καὶ μὲ τὸν Ἥλιον. Παρομοιάζει λοιπὸν πρῶτον τὸν Ἰωάννην μὲ τὴν φωνήν, τὸν δὲ Χριστόν, μὲ τὸν λόγον· διότι ἡ φωνὴ εἶναι ἀὴρ πεπληγμένος, καὶ γίνεται ὄχημα τοῦ προφορικοῦ λόγου· καὶ ἂν ἡ φωνὴ πρώτη δὲν ὑποτεθῆ, ὁ προφορικὸς λόγος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φανερωθῇ εἰς τοὺς ἄλλους. Παρομοιάζει δεύτερον τὸν Ἰωάννην μὲ τὸν λύχνον, καὶ τὸν Χριστόν, μὲ τὸ φῶς· διότι ὁ λύχνος εἶναι ὄχημα τοῦ φωτός· ἐπειδὴ τὸ φῶς ἐπιτιθέμενον εἰς τὸν λύχνον φωτίζει τὸ ὀσπίτιον καὶ τοὺς ἐν τῷ ὀσπιτίῳ κατοικοῦντας ἀνθρώπους. Παρομοιάζει τρίτον ὁ Μελωδὸς τὸν Ἰωάννην μὲ τὸν ἑωσφόρον (αὐγερινόν), τὸν δὲ Χριστόν, μὲ τὸν Ἥλιον. Ταῦτα δὲ τὰ τρία ὁμοιώματα τοῦ Προδρόμου, ἡ φωνή, ὁ λύχνος καὶ ὁ ἑωσφόρος, εἶναι πρότερα κατὰ τὸν χρόνον τῶν ὁμοιωμάτων τοῦ Χριστοῦ: δηλαδὴ τοῦ λόγου, τοῦ φωτός, καὶ τοῦ Ἡλίου· κατὰ τὴν αἰτίαν ὅμως καὶ τὴν ἀξίαν πρότερα εἶναι τὰ ὁμοιώματα τοῦ Χριστοῦ· ὅθεν καὶ προτιμῶνται τὰ τοῦ Χριστοῦ ὁμοιώματα ἀπὸ τὰ τοῦ Προδρόμου· ἐπειδή, ἂν ἐρωτήσῃ τινάς, διὰ τί ἡ φωνὴ γίνεται; ἀποκρινόμεθα, διὰ νὰ ἐποχηθῇ ἐπάνω εἰς αὐτὴν ὁ λόγος· ὁμοίως ἂν ἐρωτήσῃ τις, διὰ τί γίνεται ὁ λύχνος; ἀποκρινόμεθα, διὰ νὰ βαλθῇ εἰς αὐτὸν τὸ φῶς καὶ νὰ λάμψῃ· ὠσαύτως καὶ ἐὰν εἰπῇ τινάς, διὰ τί ὁ αὐγερινὸς προλάμπῃ; ἀποκρινόμεθα, διὰ νὰ μηνύσῃ τὸν ἐρχομὸν τοῦ Ἡλίοου.
.              Τούτων οὕτω προεγνωσμένων, λέγει ὁ Ἱεράρχης Κοσμᾶς, ὅτι ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης, ἡ φωνὴ τοῦ ἐνυποστάτου Λόγου τοῦ Πατρός, ὁ λύχνος τοῦ ἀϊδίου καὶ ἀκτίστου φωτός, καὶ ὁ αὐγερινός, ὁ πρόδρομος καὶ προμηνυτὴς τοῦ νοητοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης Χριστοῦ φωνάζει εἰς ὅλους τοὺς λαοὺς ὅπου προσῆλθον εἰς αὐτόν, τό, Μετανοεῖτε, καὶ προκαθαρισθῆτε ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας· ἐπειδή, ἰδοὺ εἶναι παρὼν ὁ Χριστός, καὶ λυτρώνει τὸν Κόσμον ἀπὸ τὴν φθορὰν τῆς ἀσεβείας καὶ ἁμαρτίας, καὶ ἐνδύει αὐτὸν ἀφθαρσίαν διὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. Τὸ μὲν οὖν «μετανοεῖτε» εἶπεν ὁ Ἰωάννης, καθὸ φωνή· ταύτης γὰρ ἴδιον εἶναι τὸ βοᾶν· τὸ δὲ «προκαθαίρεσθε» εἶπε, καθὸ λύχνος· ἴδιον γὰρ εἶναι τοῦ λύχνου νὰ καθαρίζῃ ὀπωσοῦν τὸ σκότος καὶ νὰ εἰσάγῃ τὸν φωτισμόν· τὸ δὲ «ἰδοὺ πάρεστι Χριστὸς ἐκ φθορᾶς τὸν Κόσμον λυτρούμενος» τὸ εἶπε, καθὸ αὐγερινός· τοῦτο γὰρ τοῦ αὐγερινοῦ ἴδιον εἶναι· ὁ γὰρ αὐγερινὸς πρὸ τοῦ Ἡλίου ἀνατέλλων, φαίνεται τρόπον τινὰ νὰ λέγῃ εἰς τοὺς κοιμωμένους ἀνθρώπους· σηκωθῆτε, ὦ ἄνθρωποι, ἀπὸ τὸν ὕπνον, σηκωθῆτε καὶ ἐργάζεσθε τὰς τέχνας σας· διότι ἰδοὺ ὁ Ἥλιος εἶναι παρών, καὶ ἡ ἡμέρα ἐγγίζει, σηκώνουσα ὑμᾶς ἀπὸ τὴν ἀναισθησίαν τοῦ ὕπνου. Σημείωσαι, ὅτι ἐρανίσθη τὰ ἀνωτέρω ὁ Μελωδὸς ἀπὸ τὸν εἰς τὰ φῶτα λόγον Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου λέγοντος· «Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπό σοῦ βαπτισθῆναι, ὁ λύχνος τῷ Ἡλίῳ φησίν· ἡ φωνή, τῷ Λόγῳ· ὁ φίλος, τῷ Νυμφίῳ· ὁ προδραμὼν καὶ προδραμούμενος, τῷ φανέντι (ἐπὶ γῆς), καὶ φανησομένῳ (ἐν τῇ δευτέρᾳ παρουσίᾳ)».

 

 

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΝΕΡΟ καὶ Η ΚΑΘΟΔΟΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ στὸν ΙΟΡΔΑΝΗ

Ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ † Μητροπ. Ἀχελώου Εὐθυμίου
«ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ»
(Ὀρθόδοξη Σωτηριολογία)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 1996,
σελ. 106-107

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ.  Βιβλιογρ.»

α) σημασία το γρο στοιχείου:

.                Τὸ ὑγρὸ στοιχεῖο (τὸ νερὸ) κυριαρχεῖ στὴν γῆ γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Πλανήτης μας λέγεται καὶ Ὑδρόγειος. Στὴν Ἁγία Γραφή, τὸ ὑγρὸ στοιχεῖο, ἡ θάλασσα καί, εἰδικότερα, τὸ βάθος της, «ἡ ἄβυσσος», θεωρεῖται ὡς χῶρος κατοικίας τῶν δαιμόνων (Λουκ. η´ 31). Ἡ «ἄβυσσος» εἶναι ἕνας χῶρος χωρὶς φῶς, σκοτεινός, χῶρος «σκιᾶς καὶ θανάτου» (πρβλ. Γεν. α´ 2). Γενικὰ τὸ ὑγρὸ στοιχεῖο καὶ ἡ ἄβυσσος θεωροῦνται ὡς ἕδρα τοῦ βασιλείου τῶν δαιμόνων. Αὐτὸ φαίνεται ἰδιαίτερα στὴν Π. Διαθήκη. Ἕνα παράδειγμα: τοὺς Ἰσραηλίτες χώριζε ἀπὸ τὴν Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας ἡ Ἐρυθρὰ θάλασσα. Ὁ Θεός, διὰ θαύματος «ἐπάταξε τὰ ὕδατα» καὶ «ἔθραυσε τὰς κεφαλὰς τῶν ἐκεῖσε ἐμφωλευόντων δρακόντων»! Ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ πέρασε στὴν Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, διασχίζοντας τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα καὶ κατανικώντας τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ. Τὸν ἴδιο συμβολισμὸ ἔχει καὶ ἡ βύθιση τῆς στρατιᾶς καὶ τῶν ἁρμάτων τοῦ Φαραὼ στὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα, μὲ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ὑδάτων!

β) κάθοδος το Χριστο στν ορδάνη:

.          Ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ οὐσιαστικὸ σταθμὸ στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας. Ἡ κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στὸ ὑγρὸ στοιχεῖο μαζὶ μὲ τὴν κάθοδό του στὸν Ἅδη, φανερώνουν ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς σκοποὺς τῆς ἐν Χριστῷ θείας Οἰκονομίας ἦταν καὶ ἡ ἐξουδετέρωση τοῦ διαβόλου καὶ ἡ διάλυση τοῦ κράτους τῆς ἐξουσίας του.
.          Εἰδικότερα, ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη εἶχε τὶς ἑξῆς σωτηριολογικὲς συνέπειες:

Πρῶτον, κατάφερε τὸ πρῶτο καὶ ἀποφασιστικὸ πλῆγμα κατὰ τοῦ βασιλείου τῶν δαιμόνων.

Δεύτερον, ἐγκαινίασε τὴν κάθαρση τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματά τους.

Τρίτον, ἐφώτισε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονταν ὑπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου «ἐν χώρα καὶ σκιὰ θανάτου».

Τέταρτον, ἐγκαινίασε τὴν ἀνάπλαση τῆς ἀνθρώπινης φύσης.

, , , , , ,

Σχολιάστε