Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΘΕΟΛΟΓΙΑ"

ΕΙΚΟΝΑ καὶ ΟΜΟΙΩΣΗ

Ἀρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου
«Ἄνθρωπος, ὁ στόχος τοῦ Θεοῦ»
(Ἡ ὑποστατικὴ ἀρχὴ στὸν Ἅγιο Σιλουανὸ καὶ στὸν Γέροντα Σωφρόνιο)
ἔκδ. Ἱ. Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Τ. Προδρόμου
Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 2019, σελ.164-165

ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

.                 Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα» Του. Ἡ εἰκόνα εἶναι ὅ,τι λαμβάνουμε ἀπὸ τὸν Θεό. Αὐτὴ μᾶς καθιστᾶ ἐλεύθερα καὶ λογικὰ ὄντα μὲ τὴ δυνατότητα νὰ Τὸν γνωρίσουμε. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς ὁμιλίες του λέει ὅτι, ἐπειδὴ φέρουμε ἔμφυτη τὴν εἰκόνα αὐτή, εἴμαστε πλασμένοι νὰ δεχθοῦμε τὸν εὐαγγελικὸ λόγο Του. Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο ἐν ὄψει τῆς ἐπερχόμενης εὐαγγελικῆς ἀποκαλύψεώς Του. Δηλαδὴ τὸν δημιούργησε κατὰ τὴν εἰκόνα Του μὲ τὴ δυνατότητα νὰ ἀσπασθεῖ την εὐαγγελικὴ ἀποκάλυψη, τὴν ἔλευση τοῦ Κυρίου. 
.                   Συνεπῶς, ἡ εἰκόνα εἶναι ὅ,τι λάβαμε κατὰ τὴν γέννηση, ἐνῶ ἡ ὁμοίωση εἶναι ὅ,τι ἀποκτοῦμε σὲ συνεργασία μὲ τὸν Θεό. Ἡ ὁμοίωση εἶναι ἡ τελείωσή μας, ἡ χάρη τῆς υἱοθεσίας ποὺ λαμβάνουμε ἀπὸ τὸν Θεό.  Ἡ εἰκόνα μᾶς δίδεται ὡς δυνατότητα, ἡ ὁποία μᾶς διαφοροποιεῖ ἀπὸ κάθε ἄλλο δημιούργημα· ἐνῶ ὅμως φέρουμε μέσα μας τὴ δυνατότητα, τὸν σπόρο, θὰ πρέπει ὁ σπόρος αὐτὸς νὰ ἀνθίσει καὶ νὰ καρποφορήσει. Ἡ ὁμοίωση εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀνάπτυξη τῆς εἰκόνας, ἡ χάρη τῆς υἱοθεσίας, ἡ κατάσταση τῆς θεώσεως, ἡ πραγμάτωση τῆς ὑποστατικῆς ἀρχῆς. 

, , ,

Σχολιάστε

«Η ΑΡΡΩΣΤΕΙΑ ΠΡΟΧΩΡΕΙ. Η ΚΑΤΑΡΑ τῆς ΣΥΓΧΥΣΕΩΣ»

Ἅγιον Ὄρος καὶ δρόμοι

Ἀρχιμ. Βασιλείου [Γοντικάκη]

περιοδικὸ “Ὁ  Ὅσιος Γρηγόριος” τ. 4, 1979

Παραθέτουμε ἕνα παλαιὸ κείμενο τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη
-ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν Καθηγουμένου τῶν μονῶν Σταυρονικήτα καὶ Ἰβήρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους-
τοῦ 1979, ποὺ σαράντα καὶ πλέον χρόνια μετά, διδάσκει καὶ προβληματίζει 
(ἱστολ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»)

ΠΗΓΗ: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

 * * *

.                         Τὸ θέμα τῆς διανοίξεως ἀρτηριακῶν ὁδῶν εἰς τὸ Ἅγιον  Ὄρος διὰ τὴν σύνδεσιν τῶν Ἱερῶν Μονῶν μεταξύ των καὶ μὲ τὰς Καρυὰς καὶ τὴν Δάφνην ἀπασχολεῖ τελευταίως τὸ Ἅγιον  Ὄρος.
.                         Ἡ Ἱερὰ Μονή μας κατ’ ἐπανάληψιν ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ διάνοιξις ἀρτηριακῶν ὁδῶν θὰ καταστρέψη τὸν ἡσυχαστικὸν χαρακτήρα τοῦ Ἱεροῦ Τόπου, θὰ διευκολύνη τὴν εἴσοδον τοῦ τουρισμοῦ καὶ τοῦ κόσμου καὶ θὰ συντελέση εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ τελευταίου μοναστικοῦ κέντρου τῆς Ὀρθοδοξίας.
.                         Εὐχαρίστως δημοσιεύομεν ἐμπεριστατωμένον ὑπόμνημα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα πρὸς τὴν Ἔκτακτον Διπλὴν Ἱερὰν Σύναξιν, τοῦ παρελθόντος Ἀπριλίου, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ κρισιμώτατον αὐτὸ ζήτημα ἐξετάζεται ἐν σχέσει μὲ τὴν γενικωτέραν πνευματικὴν κρίσιν ποὺ ἀντιμετωπίζομεν.

* * *

.                         Εἰς τὰ θέματα τῆς προσεχοῦς Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, ὡς ἤδη ἐπληροφορήθημεν, ἅγιοι Πατέρες καὶ ἀδελφοί, συμπεριλαμβάνεται πάλιν τὸ θέμα τῶν δρόμων καὶ τῆς διακινήσεως τῶν ὀχημάτων, τὸ ὁποῖον ἐρρυθμίσθη κατὰ τὴν Ἔκτακτον Διπλὴν Ἱερὰν Σύναξιν Αὐγούστου.
.                         Γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτὴ δὲν ἐξετελέσθη, παρ’ ὅλον ὅτι ἐλήφθη μετὰ ἀπὸ τόσας ἀναβολάς,, κατόπιν τόσων συζητήσεων καὶ ἀφορᾶ εἰς ἕνα τόσον σημαντικὸν θέμα διὰ τὸν Ἱερὸν ἠμῶν Τόπον.
.                         Νὰ μείνωμεν ἀδρανεῖς, νὰ παραθεωρήσωμεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔγινε καὶ νὰ προχωρήσωμεν, ὡς νὰ μὴ ἔχει συμβῆ τίποτε, δὲν νομίζομεν ὅτι εἶναι σοβαρόν. Πολὺ περισσότερον σήμερον, ὅταν γνωρίζομεν τί τεκταίνεται ὁ πονηρὸς γύρω μας, πόσαι δυνάμεις ἀγωνίζονται νὰ ἐπεκτείνουν τὴν κυριαρχίαν των εἰς τὸν ἅγιον Τόπον μας. Καὶ ὅταν βλέπωμεν τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια τῆς Παραδόσεώς μας νὰ ἀγνοοῦνται καὶ νὰ ἐκποιοῦνται ἀντὶ πινακίου φακῆς.

***

.                         Καὶ ἐρωτῶμεν: Ἡ ἡγεσία τῆς χώρας μας γνωρίζει τί εἶναι ὀρθόδοξος Παράδοσις καὶ ποίαν βαθείαν σχέσιν ἔχει μὲ τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ μας; Ἀντιλαμβάνεται ὅτι μόνον δι’ αὐτῆς δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν τὸν ἑαυτόν μας, νὰ κατοχυρώσωμεν τὴν ἐλευθερίαν μας καὶ νὰ ἑξασφαλίσωμεν τὴν ἐπιβίωσίν μας; Ἔχει συνείδησιν ὅτι ἐάν, ὡς Νεοέλληνες, ἔχωμεν κάτι ἀληθινόν, αὐθεντικὸν καὶ αὐθόρμητον, τὸ ὁποῖον μᾶς βοηθεῖ νὰ γνωρίσωμεν τὸ παρελθόν μας καὶ ρίπτει φῶς εἰς τὸν δρόμον τοῦ μέλλοντος, αὐτὸ εἶναι τὸ τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας;
Δὲν νομίζομεν.
.                         Πολιτιστικῶς στρεφόμεθα ἄνευ ὅρων, ὡς ἀδαεῖς, πρὸς τὴν Δύσιν. Μεγάλη Ἰδέα μας ἔγινε ἡ κοινὴ ἀγορά. Ὁ εὐρωπαϊκὸς οὐμανισμὸς μᾶς ζαλίζει. Ἡ ἀνεδαφικότης μᾶς μαστίζει.
.                         Χαρακτηριστικά μας: Ἐπιδιώξεις εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Ὁρολογίαι ξέναι πρὸς τὴν Παράδοσίν μας. Περιεχόμενον ἀλλότριον πρὸς τὸ ἦθος τοῦ λειτουργημένου λαοῦ μας.
.                         Δὲν παρουσιάζεται ἁπλῶς ἀλλαγὴ κατευθύνσεως, ἀλλὰ ἀποπροσανατολισμός, σύγχυσις κριτηρίων, ἀπώλεια συνειδήσεως τοῦ τί εἴμεθα. Κατακόρυφος πτῶσις τῆς στάθμης τῆς Παραδοσιακῆς μας Παιδείας. Ἐκβαρβαρισμός.
.                         Ἀπὸ τὴν θρησκευτικὴν ἀδιαφορίαν προχωροῦμεν εἰς μίαν ἐπίμονον ἀντεκκλησιαστικὴν πολιτικὴν καὶ συστηματικὴν προσπάθειαν γελοιοποιήσεως τῆς Ἐκκλησίας, καταρρακώσεως τοῦ κύρους της. Καὶ δὲν ἀντιλαμβανόμεθα ποιὸν πλήττομεν δι’ ὅλου αὐτοῦ τοῦ μένους μας.
.                         Ἡ ἀρρώστεια προχωρεῖ. Ὁ Ὀρθόδοξος ἀποχρωματισμὸς ἐπεκτείνεται διαρκῶς.
.                         Ὁ ἀνώτατος ἄρχων τῆς χώρας μας διὰ τοῦ μηνύματός του ἐπὶ τῇ θείᾳ Ἐπιφανείᾳ καὶ τῷ νέω ἔτει ἁπλῶς μᾶς ἀναγγέλλει ὅτι γινόμεθα μέλος τῆς κοινῆς ἀγορᾶς.
.                         Ἀθεϊστικαὶ προπαγάνδαι δροῦν πυρετωδῶς εἰς τὰ σχολεῖα. Οἰκουμενιστικαὶ ἐπιπολαιότητες διατυποῦνται ἀπὸ στόματος ὀρθοδόξων ἀρχιερέων.
.                         Ἀπειλεῖται ἡ γνησιότης τῆς πίστεώς μας. Ἡ ἀγωγὴ τῶν νέων μας, ἡ ἐδαφικὴ ἀκεραιότης τῆς χώρας μας.
.                         Εὑρισκόμεθα εἰς χῶρον σεισμογενῆ καὶ εἰς ἐποχὴν κρίσιμον.
.                         Ἐπιβουλαὶ ἐξ ἀνατολῆς καὶ ἀμφίβολοι ἐξελίξεις ἐκ τοῦ βορρᾶ.
.                         Ὁ ἐχθρὸς δὲν εὑρίσκεται πρὸ τῶν θυρῶν, ἤδη ἔχει εἰσέλθει εἰς τὰ ἐνδότερα.
.                         Οἱ χιλιασταὶ ἐπιδιώκουν καὶ ἐπιτυγχάνουν τὴν στρατιωτικήν των σχεδὸν ἀπαλλαγήν.
.                        Οἱ Ἑβραῖοι ζητοῦν καὶ κατορθώνουν νὰ κατεβάσουν τὰς εἰκόνας ἀπὸ τὰ λεωφορεῖα.
.                         Ὀνομάζομεν τὸ 1979 ἔτος Παραδόσεως καὶ ὁ καθεὶς πασχίζει νὰ ἀφαιρέση ἀκρογωνιαίους λίθους ἀπὸ τὴν παράδοσιν.
.                         Νομιμοποιοῦνται φόνοι ἀθώων ὑπάρξεων διὰ τῶν ἀμβλώσεων. Ἀπειλοῦνται καὶ διαλύονται οἰκογένειαι δι’ αὐτομάτων διαζυγίων. Πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν πράττουν οὔτε ἔθνη τῆς Δύσεως, τὰ ὁποῖα θαυμάζομεν.
.                         Δὲν πρόκειται περὶ ὑπονοιῶν διὰ μελλοντικοὺς κινδύνους, ἀλλὰ περὶ λύμης, ἡ ὁποία ἔχει ἐνσκήψει καὶ κατατρώγει τὸ σῶμα τῆς ἀντοχῆς τοῦ λαοῦ μας.
.                         Τί νὰ πράξωμεν λοιπόν; Νὰ καταληφθῶμεν ἀπὸ πανικόν; Ἀσφαλῶς ὄχι. Μόνο δι’ ἐπιπολαίους ἐνεργείας δὲν εἶναι καιρὸς εἰς μίαν τοιαύτην ὄντως ἐμπόλεμον περίοδον.
.                         Ἐν ὄψει ὅλης αὐτῆς τῆς περιβαλλούσης ἡμᾶς πραγματικότητος καὶ ἐντὸς ἑνὸς πνεύματος, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ πρωτεῖον εἰς τὴν πνευματικὴν ὑπόστασιν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐλήφθησαν αἱ ἀποφάσεις τῆς παρελθούσης ΕΔΙΣ.
.                         Μήπως δὲν διετυπώθησαν ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῶν ἁγίων ἀντιπροσώπων ὄλαι αὐταὶ αἱ ἀπόψεις;
.                         Μήπως ἐξέλιπον οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους ἀναφέραμεν; Ἢ μήπως ἔχασε τὸ Ἅγιον  Ὄρος τὴν μοναδικήν του ἀξίαν;
.                         Τότε πρὸς τί νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς τὰ αὐτά;
.                         Μήπως ἐλπίζει κανεὶς ὅτι πρόκειται νὰ μᾶς πείση διὰ νὰ ἐνδώσωμεν καὶ νὰ παραδώσωμεν τὸ Ὄρος εἰς τὸν ἐχθρόν, χάριν τῆς ἀνέσεως τῶν εὐκόλων διακινήσεων;
.                         Ἐξακολουθοῦμεν νὰ πιστεύωμεν ὅτι ὅσα παρεχώρησεν ἡ παρελθοῦσα ΕΔΙΣ διὰ τοὺς δρόμους καὶ τὰ ὀχήματα, εἶναι πολὺ περισσότερα τῶν ὅσων ἐπιτρέπουν οἱ δύσκολοι καιροί μας· καλύπτουν πλήρως τὰς ἀνάγκας μας. Καὶ δὲν θὰ πρέπη νὰ κάνωμεν καμμίαν ὑποχώρησιν, ἐφ’ ὅσον θέτωμεν τὸ Ἅγιον Ὄρος  ὑπεράνω τῶν ὁποιωνδήποτε ὑλικῶν μας ἀνέσεων.
.                         Τὸ Ἅγιον  Ὄρος ἀποτελεῖ τὴν κιβωτὸν τῶν παραδόσεων τοῦ Γένους καὶ τῆς πίστεώς μας. Καὶ τὸ φυτώριον τῶν ἀμαράντων ἐλπίδων μας.
.                         Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασίαν δι’ ὁλόκληρον τὸν κόσμον – καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἀνθρωπίνως οἱ Ἁγιορεῖται εἴμεθα οἱ ἀπολύτως ὑπεύθυνοι – εἶναι νὰ διατηρηθῆ τὸ Ὄρος ἅγιον.
.                         Ἡ παρακαταθήκη, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὰς χεῖρας μας, ὅπως δίδεται ὁ ἅγιος Ἄρτος εἰς τὰς χεῖρας τοῦ χειροτονουμένου ἱερέως, εἶναι τὸ Ἅγιον  Ὄρος. Αὐτὸ θὰ μᾶς ζητηθῆ ἀπὸ τὸν Κύριον τὴν ἡμέρα ἐκείνη.
.                         Ὅλον τὸ χρέος τῆς ζωῆς μας ἀνακεφαλαιοῦται εἰς τὸ νὰ εἴμεθα ἁγιορεῖται καὶ μόνον. Δι’ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ποιοῦμεν τὰ πάντα ὀρθῶς: Προσευχόμεθα, ἀγαπῶμεν, κηρύττομεν, ὁμολογοῦμεν τὴν πίστιν μας.
.                         Σκοπός μας δὲν εἶναι τὸ πῶς θὰ διευκολυνθῶμεν εἰς τὸ ἅγιον σῶμα του, ἀλλὰ τὸ πῶς οἰκονομοῦντες καὶ τὰς ὑλικάς μας ἀνάγκας, δὲν θὰ ἀλλοιώνωμεν τὸν χαρακτήρα τοῦ Ὄρους, ἀλλὰ θὰ ἀναδεικνύωμεν τὸ ἦθος του καὶ θὰ πιστοποιοῦμεν τὴν γνησιότητα τῆς ἁγιορειτικῆς μας ἰδιότητος.
.                         Οἱαδήποτε ἀτομικὰ σχέδια καὶ προγράμματα ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, ὡς καταλύοντα τὸν θεσμόν, τὴν μορφὴν καὶ τὴν ἁγιότητα τοῦ τόπου εἶναι ἀπαράδεκτα.
.                         Ἐδῶ λαμβάνομεν ἀγωγήν, δὲν δίδομεν. Συμμορφούμεθα μὲ τὴν ἱεροπρέπειαν καὶ τὴν ὑψηλὴ εὐγένειαν τοῦ Τόπου, δὲν αὐτοσχεδιάζομεν.
.                         Ὑποτασσόμενοι ἑκουσίως εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Παραδόσεως τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ἐπιτυγχάνομεν τὴν ἀληθινήν μας ἐλευθερίαν. Καὶ βαπτιζόμενοι εἰς τὴν ἡσυχίαν του, δυνάμεθα γονίμως νὰ δράσωμεν.
.                         Οὐδενὸς ἡ ἁγιότης ἀποκεκομμένη ἀπὸ τὸ ἦθος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἡ σοφία του μεμονωμένη ἢ ὁ κόπος του αὐτοβούλως προσανατολιζόμενος δύναται νὰ προσφέρη κάτι γνήσιον εἰς τὸν ἑαυτόν του καὶ εἰς τοὺς ἄλλους.
.                         Παίρνει νόημα ὁ λόγος μας, πλοῦτον ἡ πτωχεία μας. Καὶ ἡμεῖς οἱ ἀδύνατοι τὰ πάντα ἰσχύομεν ὄντες συνδεδεμένοι μετὰ τοῦ ζῶντος Ἁγίου Ὄρους – τὴν κοινωνίαν τῶν ὁσίων του καὶ τὴν ἁγιότητα τοῦ σώματός του. Ἐνταῦθα πραγματοποιεῖται τὸ προφητικόν: “Ἀλεῖται ὡς ἔλαφος ὁ χωλός, τρανὴ δὲ ἔσται γλῶσσα μογιλάλων”.
.                         Ἐὰν ἀντιθέτως δι᾽ ἐπιπολαίων ἐπεμβάσεων ἑξαρθρώνωμεν τὴν ἀρχιτεκτονικὴν τοῦ πνευματικοῦ καὶ ἀχειροποιήτου τούτου ναοῦ, ποὺ εἶναι τὸ Ἅγιον  Ὄρος, καὶ ταυτοχρόνως ἰσχυριζώμεθα ὅτι κάνομεν πνευματικὴν ζωὴν εἰς αὐτό, ἁπλῶς προδίδομεν τὴν κεκρυμμένην ὕπαρξιν μίας σχιζοφρενοῦς εἰκονοκλαστικῆς διαθέσεως.
.                         Ὁλόκληρον τὸ Ἅγιον  Ὄρος εἶναι οὐρανὸς ἐπίγειος, εἰκὼν τῆς ἀχειροποιήτου σκηνῆς.
.                         Εἶναι γέννημα τῆς ὀρθοδόξου εὐσεβείας καὶ μόρφωμα ἐμπειριῶν τῶν θεοφόρων ὁσίων μας.
.                         Τὸ ἐπλαστούργησεν ἡ “οὐρανώσασα τὸ γεῶδες ἡμῶν φύραμα” θεομητορικὴ στοργή. Τὸ συνετήρησεν ἡ χάρις τῶν τεταπεινωμένων οἰκητόρων του.
.                         Εἶναι μία φανέρωσις τοῦ ἀκτίστου καὶ ἀϊδίου κάλλους εἰς τὸν κτιστὸν κόσμον καὶ τὴν διοργάνωσιν τῆς προσκαίρου ζωῆς μας.
.                         Διὰ τοῦτον τὸν λόγον μόνη ἡ μορφὴ καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ὄρους ὁδηγεῖ ἀπλανῶς εἰς τὸν Ἀσχημάτιστον καὶ Ἀνείκαστον.
.                         Ἡ ἀκίνητος στάσις τῶν σκηνωμάτων του κινεῖ εἰς δοξολογίαν ἀέναον
.                         Ἡ σιγὴ καὶ ἡ ὕπαρξίς του μυσταγωγεῖ εἰς τὰ ὑπὲρ λόγον καὶ ἔννοιαν.
.                         Ἡ ἐνταῦθα παραμονὴ γίνεται πνευματικὴ αὔξησις, ἡ ὁδοιπορία προσευχή, ὁ κόπος ἀνάπαυσις, ἡ ἡσυχία ἀγγελικὸς ὕμνος.
.                         Ὁ Θεάνθρωπος Κύριος καὶ ἡ Θεοτόκος Μήτηρ Του εἶναι ὁ φωτισμὸς καὶ ὁ ἁγιασμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων τῶν οἰκητόρων τοῦ “Περιβολιοῦ τῆς Παναγίας”.
.                         Δι᾽ αὐτὸ δὲν εἶναι ἄλλη ἡ ζωή μας καὶ ἄλλη ἡ ὁμολογία τῆς πίστεώς μας.
.                          Δὲν εἶναι ἄλλος ὁ ἀγὼν διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς μας καὶ ἄλλη ἡ προσπάθεια νὰ διατηρήσωμεν τὸ Ὄρος ἅγιον.
.                         Τὰ πάντα ἐδῶ πράττονται ἑνιαίως καὶ ὁδηγοῦν εἰς θεοειδῆ κατάπαυσιν. Ρυθμίζονται θεανθρωπίνως καὶ συνυπάρχουν περιχωρούμενα.
.                 Αὐτὸ ὑπογραμμίζει καὶ ἡ πατερικὴ ρῆσις: “Μοναχοὺς ὀνομάζομεν ἐκ τῆς τοῦ Θεοῦ καθαρᾶς ὑπηρεσίας… καὶ τῆς ἀμερίστου καὶ ἑνιαίας ζωῆς ὡς ἑνοποιούσης αὐτούς… εἰς θεοειδῆ μονάδα” (Ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης).
.                         Ἡ ἐλευθερία ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι ὅλων τῶν μοναστῶν εἰς Μονάς, Σκήτας καὶ Κελλία μᾶς ἑνοποιεῖ. Καὶ ὁ σεβασμὸς εἰς τὴν Παράδοσιν καὶ τὴν μορφὴν τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Τόπου μᾶς χαρίζει τὴν ὄντως ἐλευθερίαν καὶ ἀγωγήν.
.               Ἀγωνιζόμενοι ἠρέμως καὶ ἐνσυνειδήτως διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ Ὄρους, ὀλίγα πράττομεν καὶ πολλὰ γίνονται ἀπὸ τὸν Κύριον καὶ τὴν Παναγίαν Μητέρα Του, διότι ἡ ἀξία εὑρίσκεται εἰς τὸ γεγονὸς τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ὄχι εἰς τὴν πτωχήν μας συμβολήν.
.                         Τὸ  Ὄρος ὡς ἔχει, σῶμα καὶ πνεῦμα, μορφὴ καὶ οὐσία, παρηγορεῖ, ἐμπνέει καὶ διδάσκει.
.                         Αὐτὸ τὸ σύνολον ἔχει ἀνάγκην ὁ κόσμος. Αὐτό, διὰ μιᾶς, τὸ δίδει μόνον ἡ Ὀρθοδοξία καὶ διὰ τοῦ Ἁγίου Ὄρους Της. Καὶ δι᾽ αὐτὸ ὁ διάβολος τοῦτο τὸ σύνολον ἐπιδιώκει νὰ καταστρέψη.
.                         Ἡμεῖς, ὡς ἀδελφότης τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα, ὁμολογοῦμεν ὅτι ἀναπαυόμεθα ἀπὸ τὸ σύνολον Ἅγιον Ὄρος. Δεχόμεθα τὴν Παράδοσιν καὶ τὴν μορφήν του. Ὅσον περνᾶ ὁ καιρὸς αἰσθανόμεθα – ὁ καθεὶς προσωπικῶς καὶ ὅλοι ὡς κοινότης – ὅτι, τὸ νὰ μᾶς καλέση ἡ Παναγία εἰς τὸ Περιβόλι Της εἶναι μεγαλυτέρα τιμὴ ἀπ᾽ ὅ,τι ἀξίζομεν. Ὅσον παραμένωμεν εἰς αὐτό, ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι εἶναι μεγαλυτέρα ἡ ἀξία τοῦ Ἁγίου Ὅρους ἀπ’ ὅ,τι νομίζομεν.
.                         Δὲν ἔχομεν νὰ εἴπωμεν τίποτε περισσότερον ἀπ’ ὅ,τι λέγει τὸ Ὄρος διὰ τῆς ὑπάρξεώς του.
.                         Δὲν δυνάμεθα νὰ σιωπήσωμεν εὐκρινέστερον ἀπὸ ὅσον ἡ σιωπὴ τοῦ Ὄρους.
.                         Δὲν ἔχομεν νὰ προτείνωμεν ἀλλαγάς, ἀλλοιώσεις, ἢ “βελτιώσεις” εἰς τὸν χαρακτήρα καὶ τὸ ἦθος του.
.                         Θέλομεν νὰ παραμείνη ὡς ἔχει: Αὐστηρὸν καὶ φιλάνθρωπον. Ἀπόκοσμον καὶ ἐνσταλάζον εἰς τὴν καρδίαν ὅλου τοῦ κόσμου παράκλησιν καὶ ἐλπίδα ἀκαταίσχυντον.
.                         Ὅταν παρ’ ὅλα ταῦτα θέλωμεν νὰ συμπληρώσωμεν εἰς τὸ ἅγιον σῶμα τοῦ ὁδικὰ δίκτυα καὶ νὰ τρέχωμεν ἀνέτως μὲ τὰ ὀχήματά μας ἀπὸ τὴν μίαν ἄκρην εἰς τὴν ἄλλην τοῦ Ὄρους, ἔχομεν συνείδησιν τοῦ ποίαν συμφορὰν ἐτοιμάζομεν διὰ τὴν Ἐκκλησίαν; Ἁπλῶς ποιοῦμεν τὰς ὁδοὺς λείας διὰ τὴν εἴσοδον ὅλων ἐκείνων τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι θέλουν νὰ “ἀξιοποιήσουν” τὸ Ἅγιον Ὅρος. Νὰ τὸ προβάλουν τουριστικῶς. Νὰ τὸ ἐκμεταλλευθοῦν οἰκονομικῶς. Νὰ τὸ ἀφανίσουν πνευματικῶς.
.                         Ἐπιβοηθοῦμεν τὸ βδέλυγμα τῆς συγχρόνου ἐρημώσεως νὰ ἐγκατασταθῆ ἐν τόπῳ ἁγίῳ
.                         Θεωρήσατέ μας ὡς ἀφελεῖς –ἀλλὰ  δὲν πιστεύομεν ὅτι δὲν παραμορφώνει τὸν ὅλον χαρακτήρα, τὴν παραδοσιακὴν ζωὴν καὶ ἁγιότητα τοῦ Ὄρους ἡ συμπλήρωσις τοῦ ὁδικοῦ δικτύου.
.                         Θεωρήσατέ μας ὡς ἀνοήτους· ἀλλὰ πιστεύομεν ὅτι, ὅταν τοῦτο συμπληρωθῆ, οὐδεὶς θὰ δύναται νὰ θέση φραγμὸν εἰς τὸν ἀριθμὸν καὶ τὸ εἶδος τῶν κινουμένων τροχοφόρων.
.                         Καὶ ὅταν αὐτὰ γίνουν – τὰ ὁποῖα θὰ πραγματοποιηθοῦν πολὺ ἐνωρίτερον ἀπ’ ὅ,τι νομίζομεν – οὐδεὶς θὰ δύναται νὰ ἀποκλείση τὴν σύνδεσιν, ἡ ὁποία ἤδη ὑπάρχει, μὲ τὸ ἐξωτερικὸν ὁδικὸν δίκτυον. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀλληλένδετα καὶ ἀναπόφευκτα.
.                         Καὶ ὅταν αὐτά, ὃ μὴ γένοιτο, συμπληρωθοῦν, ὅλοι θὰ μεταμεληθῶμεν. Ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀργά.
.                         Θὰ ἔχωμεν κερδίσει τὴν κατάραν τῆς συγχύσεως καὶ θὰ ἔχωμεν χάσει τὴν εὐλογίαν τῆς ὑπάρξεως τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
.                         Δὲν θὰ εὐρισκόμεθα ἔξω τοῦ παραδείσου. Θὰ ἔχωμεν κάμει τὸν παράδεισον κόλασιν.
.                         Ποῖος δύναται σήμερον νὰ λυτρώση τὰ Μετέωρα ἀπὸ τὸν τουριστικὸν συρφετὸν καὶ τὸ πανδαιμόνιον τοῦ θορύβου, διὰ νὰ ἐπαναβιώση ἡ μυσταγωγία τῆς ἀγγελικῆς ζωῆς; Ἢ ποῖος δύναται νὰ ἀπαλλάξη τὴν Ἱερὰν Μονὴν τοῦ Δαφνίου ἀπὸ τὴν μουσειακὴν ψυχρότητα καὶ νὰ ἐπαναφέρη τὴν παλαιὰν θέρμην τῆς λειτουργικῆς ζωῆς, τὴν ὁποίαν μαρτυροῦν τὰ σωζόμενα ψηφιδωτά; Ἀσφαλῶς οὐδείς.

* * *

.                         Ἐπειδὴ ἔτσι βλέπομεν τὰ πράγματα καὶ ἐπειδὴ αἰσθανόμεθα ὅτι εἴμεθα μόνον Ἁγιορεῖται – καὶ ὄχι ὀλίγον Ἁγιορεῖται καὶ ὀλίγον κάτι ἄλλο – δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θεωροῦμεν ἀνεπαρκὲς τὸ νὰ περιοριζώμεθα εἰς γραπτὰς μόνον διαμαρτυρίας, τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπειλεῖται ἡ ὕπαρξις τῆς πνευματικῆς μας πατρίδος.
.                         Ἐπὶ τούτοις ζητοῦντες τὰς ἀδελφικὰς Ὑμῶν εὐχὰς διατελοῦμεν μετὰ πολλῆς τῆς ἐν Χριστῷ Ἀναστάντι φιλαδελφίας.

Ὁ Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα
† Ἀρχιμ. Βασίλειος καὶ οἱ σὺν ἐμοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοὶ

 

ΠΗΓΗ: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

 

, ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΙ

Οἱ χρησμολόγοι

τοῦ Ν.Ι.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.                  Ἀπό τότε πού ἔγινα Κληρικός, πρίν πενήντα χρόνια (τό 1971) καί ἐρχόμουν σέ ἐπικοινωνία μέ διαφόρους Χριστιανούς, ἕνα ἀπό τά θέματα πού ἀντιμετώπιζα ἦταν ἡ χρησμολογία, πού σημαίνει τήν διατύπωση κάποιου χρησμοῦ, κάποιου μελλοντικοῦ γεγονότος, πού δίνεται ἀπό διαφόρους χρησμολόγους.
.                Τήν χρησμολογία τήν ἐξασκοῦσαν συστηματικά οἱ Χιλιαστές (Γιεχωβάδες), οἱ ὁποῖοι ὅριζαν διάφορες ἡμερομηνίες κατά τίς ὁποῖες θά καταστραφῆ ὁ κόσμος, θά ἑνοποιηθῆ ἡ ἀνθρωπότητα ἀπό μιά ἑνιαία Κυβέρνηση κλπ. Καί φυσικά συνεχῶς διαψεύδονταν.
.                     Ἡ νοοτροπία τῆς χρησμολογίας ὀργίαζε στήν Ἀμερική μέσα σέ Προτεσταντικούς κύκλους, γιά τήν ἔλευση τοῦ Ἀντιχρίστου, γιά τό χάραγμα πού θά ἐπιβάλη στούς ἀνθρώπους, καί πολλά ἄλλα, παρερμηνεύοντας χωρία τοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκαλύψεως. Αὐτό τό λέω, γιατί τό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως δέν κάνει λόγο μόνο γιά τό χάραγμα τοῦ Ἀντιχρίστου, ἀλλά καί γιά τό χάραγμα τοῦ Χριστοῦ, καί ὅποιος δεχθῆ αὐτό τό χάραγμα, πού εἶναι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀνήκει στόν Χριστό. Πάντως, ἀπό τούς Προτεστάντες τῆς Ἀμερικῆς πέρασαν ὅλες αὐτές οἱ ἀπόψεις καί στήν Ἑλλάδα.
.                       Πέρα ἀπό αὐτό, ὅλα τά χρόνια πού εἶμαι Κληρικός ἄκουσα πολλούς «χρησμολόγους» Κληρικούς καί μοναχούς νά διαδίδουν πολλά και τρομακτικά, δίνοντας πολλές χρονολογίες γεγονότων καί καταστροφές, ὅπως ὅτι θά γίνη πόλεμος, θά μποῦν οἱ Τοῦρκοι στήν Ἑλλάδα, θά πέση πείνα, γι’ αὐτό θά πρέπει οἱ ἄνθρωποι νά καλλιεργοῦν στά σπίτια τους καί τά χωριά τους διάφορα προϊόντα, ὅτι μᾶς ψεκάζουν μέ τά ἀεροπλάνα καί μᾶς κοιμίζουν, ὅτι θά σταματήση ἡ ἀγορά νά τροφοδοτῆται ἀπό προϊόντα γι’ αὐτό πρέπει νά προμηθευτοῦμε πολλά τρόφιμα στά σπίτια μας, ὅτι μέ τά φάρμακα καί τά ἐμβόλια μᾶς τσιπάρουν ἤ βάζουν μέσα στό σῶμα μας δηλητήρια, ὅτι μᾶς παρακολουθοῦν καί μᾶς φακελώνουν, καί πολλά ἄλλα.
.                      Οἱ χρησμολόγοι αὐτοῦ τοῦ εἴδους, ἰδίως ὅταν εἶναι Κληρικοί, σκορποῦν φόβο, πανικό, ἀγωνία στούς ἀνθρώπους, πού χάνουν τόν ὕπνο τους, καταλήγουν σέ ψυχιάτρους καί παίρνουν φάρμακα, αἰσθάνονται γύρω τους ἐχθρούς, πού ἀπειλοῦν τήν ὕπαρξή τους.
.                       Σκεπτόμενος ὅλα αὐτά τά θέματα, προσπαθῶ νά ἐντοπίσω ποῦ εἶναι τό πρόβλημα καί γιατί σέ περιόδους κρίσεως ξεπετάγονται ὅλοι αὐτοί οἱ χρησμολόγοι, οἱ ὁποῖοι τρομοκρατοῦν τούς ἀνθρώπους καί γιατί τελικά, ἰδίως οἱ Χριστιανοί εἶναι ἐπιρρεπεῖς σέ τέτοιες χρησμολογίες;
.                            Φυσικά ὑπάρχουν πολλά τά αἴτια, ἀλλά τό βασικό νομίζω, εἶναι ἡ ἔλλειψη σοβαρῆς θεολογικῆς παιδείας καί ζωῆς. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἔπαυσαν νά θεολογοῦν σοβαρά καί περιορίζονται σέ συνθήματα, σέ ψυχοπαθολογικές ἑρμηνεῖες, σέ ἀνασφάλειες, σέ προτεσταντικές ἐπιρροές. Ἀντί νά θεολογοῦν, παραπλανοῦν τούς ἀνθρώπους. Ὅταν ρωτήσης αὐτούς τούς χρησμολόγους κάποιο θεολογικό θέμα τό ὁποῖο ἀντιμετώπισαν οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι ἤ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν γνωρίζουν νά ἀπαντήσουν.
.                        Τελικά, οἱ χρησμολόγοι Κληρικοί ἐπενδύουν τίς δικές τους ἀνασφάλειες, τίς ἄγνοιες μέ χρησμούς, μέ ἡμερομηνίες πού ὁ Θεός θά τιμωρήση τούς ἀνθρώπους.Ὅμως, ἡ σοβαρή θεολογική ἀντιμετώπιση τῶν θεμάτων πού ἀναφύονται στήν κοινωνία δέν εἶναι ἡ χρησμολογία, πού εἶναι μιά τρομολαγνεία, ἀλλά ἡ ἀπόλυτη πίστη στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀγώνας καί ἡ προσοχή γιά νά τηροῦμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας, ἡ πίστη στήν Ἐκκλησία, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό τήν λατρεία, τήν θεία Λειτουργία καί τίς Συνοδικές ἀποφάσεις.
.                      Οἱ χρησμολόγοι ὄχι μόνον δέν ὁδηγοῦν τούς ἀνθρώπους στήν μετάνοια, ἀλλά τούς τρομοκρατοῦν καί τούς ὁδηγοῦν στήν ψυχοπάθεια μέ τήν πατερική ἔννοια τοῦ ὅρου.

Ν. Ι.
Ἰανουάριος 2021

,

2 Σχόλια

ΠΡΩΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ στὴν ΚΑΣΤΟΡΙΑ (Χαρ. Μπούσιας)

Πρόσφατα πρωτοχριστιανικὰ χρόνια στὴν Καστοριά
Στὸ 40νθήμερο μνημόσυνο τοῦ Ἐπισκόπου Σεραφείμ

γράφει
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                   Μποροῦμε στὰ χρόνια μας νὰ ζήσουμε ὅπως οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ τῶν Ἱεροσολύμων; Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἀπάντησε πρόσφατα καὶ μάλιστα ἔμπράκτα ὁ ἀοίδιμος Μητροπολίτης Καστοριᾶς, ὁ πολύκλαυστος κυρὸς Σεραφείμ· ὁ φιλάγιος Ἱεράρχης, ποὺ ἔζησε τὴν ζωὴ τῶν ἀποστολικῶν χρόνων καὶ μᾶς ἔδωσε τὴν ἀπάντηση. Ναί, μποροῦμε, ἅμα ἀγαποῦμε πραγματικὰ τὸν Χριστό μας καὶ ἔχουμε φιλαγιότητα. Ὅταν προσπαθοῦμε νὰ ὁμοιάσουμε μὲ τοὺς Ἁγίους μας, ὅταν ἡ ζωή μας εἶναι χριστοκεντρική, ὅταν ἔχουμε ἐγκαταστήσει μόνιμο ἔνοικο τῆς καρδιᾶς μας τὸν εὐεργέτη καὶ λυτρωτή μας, τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ.
.                 Ὅταν ὁ Χριστὸς εἶναι μόνιμα ἐγκαταστημένος στὴν καρδιά μας, τότε μᾶς πλημμυρίζει μὲ τὴν πλούσια τὴ χάρη Του καὶ μᾶς ἀξιώνει νὰ ζοῦμε καθαρὴ Χριστιανικὴ ζωή, νὰ γινόμαστε παραδείγματα πρὸς μίμηση, νὰ εἴμαστε «τὸ φῶς τοῦ κόσμου» [1] καὶ νὰ φαινόμαστε ὡς «πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη»[2]. Μᾶς ἀξιώνει νὰ μὴν ἀρκούμασε μόνο  στὶς θρησκευτικές μας ὑποχρεώσεις, στὴν εὔκολη ἱκανοποίησή μας ἀπὸ τὴν ἐπιφανειακὴ πνευματικὴ ζωή, ἀλλὰ νὰ διεισδύσουμε στὸ Μυστήριο τῆς ἀνακαινίσεως, κατὰ τὸ ὁποῖο ἀποτασσόμεθα τὸν διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του καὶ συντασσόμεθα μαζὶ μὲ τὸν Χριστό μας. Μᾶς ἀξιώνει νὰ ζοῦμε ἢ τουλάχιστον νὰ προσπαθοῦμε τὴν προσωπική μας ὑπέρβαση, γιὰ νὰ λειτουργήσουν οἱ πνευματικές μας αἰσθήσεις, ποὺ θὰ γεμίσουν τὶς ψυχές μας μὲ τὴν θεία παρουσία Του. Ἔτσι, αὐτὲς καθαρίζονται, καὶ δεχόμενες τὴν Θεία Χάρη ποὺ ἡ παρουσία Του ἐκπέμπει, πληροῦνται ἀπὸ εὐλογία καὶ φῶς, ἀπὸ τὸ Αὐτοφῶς, τὸ ἀΐδιο Φῶς τῆς ζωῆς.
.                 Ἡ ζωὴ καὶ ἡ ποιμαντικὴ δράση τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Σεραφεὶμ στὴν Καστοριὰ μᾶς θυμίζει τὰ λόγια τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων γιὰ τὴν  ζωὴ καὶ τὴν δράση τῶν πρώτων Χριστιανῶν, ποὺ ζοῦσαν ἔντονα τὴν ἐν Χριστῷ ζωή, ὅπως τὴν ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: «Εἶχον ἅπαντα κοινά»[3], σὰν μέλη μιᾶς οἰκογενείας. Καὶ «ἦσαν ὁμοθυμαδόν»[4] δηλαδὴ ζοῦσαν, θὰ λέγαμε σήμερα, κοινοβιακά, μὲ πλούσια  αἰσθήματα ἀγάπης, προσανατολισμένα ὁλοκάρδια στὴν ἐπικοινωνία, «ἐν ἀγαλλιάσει καὶ ἀφελότητι καρδίας»[5], δηλαδὴ μὲ ἁπλότητα, χωρὶς νὰ περνᾶ ἀπὸ τὶς σκέψεις τους δεύτερος πονηρὸς λογισμὸς γιὰ τὰ λεγόμενα τῶν ἄλλων. Ἦσαν ἄδολοι, ἁγνοί, δοσμένοι σὲ αὐτὸ τὸ παραδείσιο βίωμα τῆς εἰλικρίνειας, τῆς ἀθωότητος, τῆς αὐτοπροσφορᾶς. Ζοῦσαν, λοιπόν, μὲ ἁπλότητα, ἀλλὰ καὶ ἦταν «προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν Ἀποστόλων καὶ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς»[6]. Προσκαρτεροῦντες σημαίνει, ὅτι ἔστεκαν μὲ ἐγκαρτέρηση καὶ ἐπιμονή, ἀφοσιωμένοι σὲ τέσσερα πράγματα, τὰ ὁποῖα τοὺς γέμιζαν τὴν ζωὴ καὶ τοὺς ὁδηγοῦσαν κοντὰ στὸ Χριστό μας. Ἔτσι, καὶ ὁ κυρὸς Σεραφεὶμ μὲ τὴν εὐλογημένη καὶ ἁγιόλεκτη συνοδεία του προσκαρτεροῦσαν:

 *Στὴν διδαχὴ τῶν Ἀποστόλων, δηλαδὴ στὴν ἐμβάθυνσή τους στὰ λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀφοῦ «πᾶσα Γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἔλεγχον, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ»[7].

*Στὴν κοινωνία τῶν προσώπων, δηλαδὴ στὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους Χριστιανούς, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ὡς κοινωνικὸ ὂν ἔχει ἀνάγκη πνευματικῆς ἐπικοινωνίας. Ἐπικοινωνίας, ὅμως, πνευματικῆς, ποὺ δὲν σκορπίζει τὸν νοῦ, οὔτε σπαταλᾶ σὲ ἄσκοπα πράγματα τὸν χρόνο τῆς ζωῆς του, γιὰ τὴν χρήση τοῦ ὁποίου γνωρίζει ὅτι θὰ δώσει λόγο στὸν Θεό μας. Ἡ ἐπικοινωνία ἦταν σύμφωνη μὲ τὴ ρήση τοῦ Ὁσίου Γέροντος Ἰωάννου τοῦ Δομβοΐτου «ὠφελοῦ ἢ ὠφέλει ἢ φεῦγε»[8].

*Στὴν κλάση τοῦ ἄρτου, δηλαδὴ στὴν ἱκανοποίηση τῶν τροφικῶν ἀναγκῶν τους. Ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ σύγκειται ἀπὸ σάρκα καὶ πνεῦμα ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ δύο τροφές· πνευματικὴ καὶ σωματική. Γι’ αὐτὸ καὶ πάντοτε στὶς πνευματικὲς συνάξεις ἀπαραίτητη εἶναι ἡ παράθεση πνευματικῆς τράπεζας, γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία, ἀλλὰ καὶ ὑλικῆς πρὸς παράκληση τοῦ σαρκίου. Ἡ ὑλικὴ τράπεζα ποὺ παρατίθεται εἶναι εὐλογημένη, ὅταν στὴν κορυφή της κάθεται πάντοτε ὁ Κύριός μας εὐλογώντας καὶ ἁγιάζοντάς την.

*Καὶ στὴν προσευχή, ἀφοῦ αὐτὴ μᾶς ἑνώνει μὲ τὸ δωρεοδότη μας Χριστό, ἀπὸ τὸν ὁποῖον προέρχεται «πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον»[9].

.                 Ἡ ἐν Χριστῷ αὐτὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων, ὅπως ἐπονομάζονταν οἱ πρῶτοι πιστοὶ τῶν Ἱεροσολύμων, ἀποτελοῦσε τὴν προτύπωση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς τοῦ Ἱεράρχου Καστορίας, ποὺ ἐπιθυμοῦμε νὰ εὑρίσκεται συνεχῶς ἑνωμένος μαζὶ μὲ τὸν Κύριο καὶ νὰ πορεύεται  κατὰ τὸ ἅγιο θέλημά Του. Τὴν ἕνωση αὐτὴ τὴν ἐπιτύγχανε μόνο μέσα στὴν μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολική μας Ἐκκλησία, τὴν ὁποία ὑπηρέτησε ἄοκνα μέχρι τῆς κοιμήσεώς του, καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας καὶ καθοδηγεῖται ἀπὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα. Καὶ εἶναι ἀποδεδειγμένο ὅτι ὅπου ὑπάρχει ζῶσα πίστη ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ ποὺ συντελεῖ στὴν πνευματικὴ πρόοδο ποὺ προάγει τὸν ἄνθρωπο σὲ τέλεια προσωπικότητα καὶ διανοίγει τὰ χείλη του σὲ ἐξύμνηση τῶν κατορθωμάτων τῶν ἀριστέων τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ σταδίου, τῶν Ὀλυμπιονικῶν στοὺς ὑπὲρ τοῦ ἐσταυρωμένου Ἀρνίου ἀγῶνες, ὁ ὁποῖος ἀνὰ τοὺς αἰῶνες ὑπῆρξε σημεῖο ἀμφιλεγόμενο, «Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν» [10].
.              Ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Σεραφεὶμ εἶχε τὴν σφραγίδα τῆς θεοτοκοφιλίας καὶ τῆς φιλαγιότητος ἀνεξίτηλα χαραγμένη στὴν καρδιά του. Βρισκόταν πάντοτε ὑπὸ τὴν σκέπη τῆς Παναγίας μας, «τῆς Πορφύρας, Μαυριώτισσας, Ρασιώτισσας, Ἑβραΐδος, Καστριώτισσας, Προφητῶν τοῦ Κήρυγματος, Ὁδηγήτριας Γραμμούστιανης Ἄργους Ὀρεστικοῦ, Φανερωμένης, Ἐλεούσας Μονῆς Κλεισούρας, Βλαχερνίτισσας, Παραμυθίας, Ἐλεούσας Καστοριᾶς, Ἐλπίδος ἀπηλπισμένων, Δακρυρροούσας, Πορταΐτισσας, Γοργοϋπηκόου καὶ Τριχερούσας». Βρισκόταν ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ πολιούχου τῆς Καστοριᾶς Ἁγίου Μηνᾶ, τοῦ προστάτου τῶν γουναράδων τῆς περιοχῆς του, τοῦ Προφήτου Ἠλία, τοῦ Ἁγίου Νικάνορος, τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, τῆς Ἁγίας Σοφίας τῆς Κλεισούρας καὶ τοῦ Ἱερομάρτυρος Βασιλείου Χιλιοδένδρου, διὰ τὴν ἁγιοκατάταξη τῶν ὁποίων εἶχε μεριμνήσει, τῶν Ἁγίων Νεομαρτύρων, Μάρκου τοῦ Κλεισουριέως, Γεωργίου καὶ Ἰωάννου-Νούλτσου, τῶν Καστοριέων καὶ τοῦ νέου Ἱερομάρτυρος, Πλάτωνος Ἀϊβαζίδη, ὡς καὶ ὅλου τοῦ νέφους τῶν Ἁγίων, τὶς μνῆμες τῶν ὁποίων καθημερινὰ τιμοῦσε.
.                Ὁ θεοπρόβλητος καὶ θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Σεραφεὶμ εἶχε νοικιάσει τὴν καρδιά του ὁλοκληρωτικὰ στὸν Χριστό μας. Ὁ ἴδιος  δὲν εἶχε οὔτε νοῦ ἰδικό του οὔτε θέληση οὔτε ζωή, ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ τοῦ ἦταν ὁ Χριστός. Ἔτσι, λέγοντας ὅτι εἶχε «νοῦν Χριστοῦ» [11], πιστοποιοῦμε ὅτι εἶχε τὴν ἴδια μὲ Ἐκεῖνον θέληση, γι’ αὐτὸ καὶ θὰ μποροῦσε νὰ φωνάζει τὸ παύλειο: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» [12]. Ὁ μακαριστὸς Ἱεράρχης, ποὺ τόσο ἀναπάντεχα μεταδημότευσε γιὰ τὴν οὐράνια Βασιλεία, ἔζησε πρωτοχριστιανικὰ μαζὶ μὲ τὴν ἀπορφανισθεῖσα ἐπισκοπική του ἀδελφότητα. Τώρα ὁ Ἐπίσκοπος βρίσκεται κοντὰ στὸν ἀγαπημένο του Ἰησοῦ καὶ μαζὶ μὲ τοὺς φίλους του Ἁγίους  ἀπολαμβάνει τὰ ἀγαθά, «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» [13]. Ἀπολαμβάνει τοὺς καρποὺς τῶν ἔργων του καὶ δέεται τοῦ Κυρίου γιὰ τὴν εὐλογημένη του ἀδελφότητα, γιὰ τὸ θεοσεβὲς πλήρωμα τῆς ἐπαρχίας του, γιὰ τὴν πολυαγαπημένη του Μακεδονία, γιὰ ὅλους μας, ποὺ μᾶς ἀνέψυχε μὲ τὶς εὐχὲς καὶ τὶς εὐλογίες του.

[1]  Ματθ. ε΄ 14.

[2]  Ματθ. ε΄ 14.

[3]  Πράξ. β΄ 44.

[4]  Πράξ. β΄ 46.

[5]  Πράξ. β΄ 46.

[6]  Πράξ. β΄ 42.

[7]  Β΄ Τιμ. γ΄ 16.

[8]  Τὰ ποιήματα τοῦ Καλόγερου, Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θηβῶν καὶ Λεβαδείας, τόμος α΄, σελὶς 196, Ἀθῆναι 1971.

[9]  Ἰακ. α΄ 17.

[10] Α΄ Κορινθ. α΄ 23.

[11]  Β’ Κορ. β΄ 16.

[12]  Γαλ. β 20.

[13] Α΄ Κορ. β΄ 9.

,

Σχολιάστε

H EKKΛΗΣΙΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ και ΤΗΝ ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ-2

Ἡ Ἐκκλησία στήν Τουρκοκρατία καί τήν Ἐθνεγερσία
Β´

Τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

H EKKΛΗΣΙΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ και ΤΗΝ ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ-1

3. Ἡ παιδεία

.                          Ἕνας ἀπό τούς οὐσιαστικούς παράγοντας πού συνετέλεσε στήν διατήρηση τῆς ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας ἦταν καί ἡ παιδεία τήν ὁποία καλλιεργοῦσε ἡ Ἐκκλησία μέ τά Σχολεῖα, ἀμέσως μετά τήν ὑποδούλωση τοῦ Γένους στούς Ὀθωμανούς.
.                          Βεβαίως, στά πρῶτα χρόνια τῆς δουλείας δέν ὑπῆρχε δυνατότητα νά λειτουργήσουν πολλά Σχολεῖα, ἐπειδή οἱ δυσκολίες ἦταν ἀρκετές, ἀλλά καί τότε πού ἐπιτράπηκε ἡ λειτουργία Σχολείων, ἤτοι ἀπό τόν 17ο αἰώνα καί μετά, ἦταν περιορισμένα.
.                          Ὁ πρῶτος Πατριάρχης τοῦ Γένους, Γεννάδιος Σχολάριος τό 1454 ἵδρυσε τήν Πατριαρχική Σχολή στήν Κωνσταντινούπολη πού ὀνομαζόταν Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή. Ἀργότερα ἡ Σύνοδος πού συγκροτήθηκε στήν Βασιλεύουσα τό 1593 ἐπί πατριαρχείας Ἱερεμία Β΄ τοῦ Τρανοῦ προέτρεψε τούς Μητροπολίτας νά ἱδρύσουν κατά τόπους Σχολεῖα καί νά ὑποστηρίζουν τήν παιδεία. Συγκεκριμένα: «Ὥρισεν ἡ ἁγία Σύνοδος ἕκαστον ἐπίσκοπον ἐν τῇ ἑαυτοῦ παροικοίᾳ φροντίδα καί δαπάνην τήν δυναμένην ποιεῖν, ὥστε τά θεῖα καί ἱερά γράμματα δύνασθαι διδάσκεσθαι· βοηθεῖν δέ κατά δύναμιν τοῖς ἐθέλουσι διδάσκειν καί τοῖς μαθεῖν προαιρουμένοις, ἐάν τῶν ἐπιτηδείων χρείαν ἔχουσιν».
.                          Ὁ Τρύφων Εὐαγγελίδης στό περισπούδαστο πολυσέλιδο δίτομο ἔργο του μέ τίτλο Ἡ Παιδεία ἐπί Τουρκοκρατίας, καί ὑπότιτλο Ἑλληνικά Σχολεῖα ἀπό τῆς Ἁλώσεως μέχρι Καποδιστρίου, στήν μέν μακρά εἰσαγωγή ἀναφέρεται στήν παιδεία στό Βυζάντιο καί στήν Τουρκοκρατία μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Καποδιστρίου, στό δέ κύριο μέρος ἀναγράφει λεπτομερῶς τά Σχολεῖα τά ὁποῖα λειτούργησαν σέ διάφορες περιοχές τοῦ ὑποδούλου Γένους ἀπό τήν ἐποχή τῆς Ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τήν ἐποχή τοῦ Ἰωάννου Καποδιστρίου (1453-1831).
.                          Μεταξύ τῶν ἄλλων γράφει ὅτι ἡ Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή πού ἱδρύθηκε ἀμέσως μετά τήν Ἅλωση ἦταν συνέχεια τῆς λεγομένης Οἰκουμενικῆς Σχολῆς ἤ Οἰκουμενικοῦ Φροντιστηρίου Κωνσταντινουπόλεως. Ἀπό τήν Σχολή αὐτή βγῆκαν μεγάλες προσωπικότητες πού κατέλαβαν σημαντικές θέσεις στήν Ἐκκλησία καί τήν τουρκική διοίκηση καί βοήθησαν τό Γένος. Στήν συνέχεια ἱδρύθηκαν καί ἄλλες Σχολές, ὅπως στήν Θεσσαλονίκη, τά Ἰωάννινα, τήν Πάτμο, τήν Ἄρτα, τήν Χίο, τήν Δημητσάνα, τήν Βέροια, τήν Σμύρνη, τήν Κύπρο, τήν Τραπεζοῦντα, τήν Ἀδριανούπολη, τήν Κοζάνη, τήν Ἀθήνα, τήν Ρόδο καί ἀλλοῦ
.                          Τά Σχολεῖα τά ὁποῖα λειτουργοῦσαν ἦταν δύο εἰδῶν, ἤτοι τά κοινά καί τά ἀνώτερα. Τά κοινά Σχολεῖα λειτουργοῦσαν στά Μητροπολιτικά Μέγαρα τῶν πόλεων ἤ στούς Ἱερούς Ναούς τῶν κωμοπόλεων καί τίς παρακείμενες Ἱερές Μονές. Ὡς ἀναγνωστικά χρησιμοποιοῦσαν διάφορα ἐκκλησιαστικά βιβλία, ὅπως τήν Ὀκτώηχο, τόν Ἀπόστολο, τό Ψαλτήριο, τό Ὡρολόγιο. Τά παιδιά συνήθως κάθονταν στήν ψάθα ἤ στόν τάπητα τοῦ δαπέδου, μάλιστα δέ ὁ διδάσκαλος τοῦ Γένους Γ. Γεννάδιος εἰσήγαγε πρῶτος τά θρανία στήν Βλαχία. Ἐπίσης χρησιμοποιοῦσαν τήν ἀρίθμηση, τήν λογαριθμητική κλπ. Τά ἀνώτερα Σχολεῖα εἶχαν διάφορα ὀνόματα, ὅπως Ἀκαδημία, Λύκειον, Μουσεῖον, Ἑλληνομουσεῖον, Παιδαγωγεῖον, Φροντιστήριον, Ὁμακόϊον, Γυμνάσιον, Σχολεῖον, Σχολή. Σημαντική εἶναι ἡ καταγραφή καί ἡ περιγραφή τήν ὁποία κάνει ὁ συγγραφεύς κατά περιοχές ἐντός τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου καί γενικότερα τοῦ βαλκανικοῦ.
.                          Ὁ Gerhard Podskalsky στό μνημονευθέν ὀγκῶδες σύγγραμμά του, Ἡ ἑλληνική θεολογία ἐπί Τουρκοκρατίας, πού ἀναφέρεται στήν θεολογία κατά τήν Τουρκοκρατία, καί μάλιστα στά κεφάλαια «Τά νέα ἐκπαιδευτικά ἱδρύματα καί τυπογραφεῖα ὡς στοιχεῖο μετεξέλιξης», «Προσήλωση στήν παράδοση. Ἡ ἑλληνική θεολογία 1455-1581», «Ὁ θρησκευτικός ἀνθρωπισμός. Προσπάθεια συνδιαλλαγῆς μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως 1581-1629», «Ἡ ἀντιπαράθεση μέ τόν Διαφωτισμό. Ἡ Ὀρθοδοξία ἐπιστρέφει στίς δικές της πηγές 1727-1821», παρουσιάζει ἀνάγλυφα καί διεξοδικά ἕνα «πανόραμα» τῆς ὅλης πολιτιστικῆς καί πνευματικῆς ἀτμόσφαιρας τῆς Ρωμηοσύνης κατά τήν Τουρκοκρατία, στήν ὁποία σημαντικό ρόλο διεδραμάτισε ἡ Ἐκκλησία μέ τά σημαίνοντα μέλη της, Κληρικούς καί λαϊκούς. Φυσικά δέν εἶναι ὁ χῶρος κατάλληλος γιά νά δοθοῦν μερικά παραδείγματα καί νά ἐκτεθοῦν τά βασικά συμπεράσματα τῆς μελέτης αὐτῆς.
.                          Ὁ Βασίλειος Ἀρβανίτης στό βιβλίο του μέ τίτλο Ἡ Ἐκπαίδευσις τῶν Ἑλληνοπαίδων ἐπί Τουρκοκρατίας, μέ συνοπτικό τρόπο περιγράφει τίς ἕδρες τῶν Σχολείων, τούς διδάξαντες διδασκάλους, τήν μέθοδο διδασκαλίας τους καί τήν ὕλη τῶν μαθημάτων σέ διάφορες περιοχές τοῦ ὑπόδουλου Γένους.
.                          Ἀξιόλογη εἶναι ἡ προσφορά καί τοῦ Καθηγητοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ πού ἀναφέρεται στήν Παιδεία πού ἀναπτύχθηκε κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ἀπό τόν 15ο αἰώνα καί μετά καί τήν καταγραφή συγκεκριμένων διδασκάλων καί Σχολῶν.
.                          Εἶναι σημαντικό, ὅπως σημειώνει ὁ Θεοχάρης Προβατάκης σέ σχετική μελέτη του, ὅτι ἀπό τόν 17ο αἰώνα στούς νάρθηκες τῶν Ἱερῶν Ναῶν ζωγραφίζονται οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, ὅπως ὁ Σωκράτης, ὁ Πλάτων, ὁ Ἀριστοτέλης, ὁ Πλούταρχος, ὁ Σοφοκλῆς, ὁ Ὅμηρος, ὁ Πυθαγόρας, κλπ. οἱ περισσότεροι μέ φωτοστέφανο καί ἀνοικτό εἰλητάριο, ἀκόμη καί ὁ Ἀριστοφάνης. Καί αὐτό γίνεται ὄχι μόνον στούς Ναούς τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου, ἀλλά ὁλοκλήρου τῆς Βαλκανικῆς.
.                          Τήν ἤδη ὑπάρχουσα παιδεία ἐπηρέασαν καί οἱ νέες ἰδέες πού εἶχαν ἀναπτυχθῆ στήν Δύση καί μέ ἀργούς ρυθμούς εἰσέρχονταν καί στήν τουρκοκρατούμενη ἑλληνική περιοχή. Μεταξύ τῶν Κληρικῶν πού δίδασκαν στά Σχολεῖα, μπορεῖ νά συναντήση κανείς τρεῖς τάσεις. Τήν πρώτη τήν ἐξέφραζαν οἱ φιλελεύθεροι Κληρικοί, πού ἀπεδέχθησαν πλήρως τίς διαφωτιστικές ἰδέες, ἀπορρίπτοντας τήν Ἑλληνορθόδοξη παράδοση. Τήν δεύτερη τήν ἐξέφραζαν οἱ συντηρητικοί, οἱ ὁποῖοι ἀπέρριπταν τίς νέες αὐτές ἰδέες γιά νά παραμείνουν στήν παλαιά φιλοσοφία καί κοσμοθεωρία. Καί τήν τρίτη τάση ἐξέφραζαν οἱ πατερικοί Κληρικοί, στούς ὁποίους συγκαταλέγονταν ὁ Εὐγένιος Βούλγαρης καί οἱ φιλοκαλικοί Πατέρες, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, οἱ ὁποῖοι ἐπέτυχαν τήν ἰσορροπία, ἀφοῦ ἔκαναν λόγο γιά τήν διπλῆ γνωσιολογική μέθοδο καί ἀναφέρονταν στήν γνώση πού προέρχεται ἀπό τόν νοῦ καί τήν γνώση πού προέρχεται ἀπό τήν λογική.
.                          Ὑπῆρξαν βέβαια περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες ἔγιναν διώξεις ἐναντίον Κληρικῶν, αὐτό δέν ὀφειλόταν ἁπλῶς στήν ἔλλειψη σεβασμοῦ τῆς ἐλευθερίας τους, ἀλλά στό γεγονός ὅτι μαζί μέ τίς νέες ἰδέες μετέφεραν καί τήν ἀθεΐα. Γιά παράδειγμα, τό 1721 ἀφορίσθηκε ὁ Μεθόδιος Ἀνθρακίτης, «γιατί κατηγορήθηκε γιά ἀντιτριαδικές τάσεις». Ἀργότερα τό Πατριαρχεῖο τόν ἀθώωσε καί τόν ἀποκατέστησε. Ὁ Θεόφιλος Καΐρης καταδικάστηκε γιά τήν θρησκεία τήν ὁποία δημιούργησε, τήν λεγόμενη «Θεοσέβεια», ἡ ὁποία ἀπέρριπτε τήν χριστιανική πίστη, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία τόν ἐπήνεσε γιά τήν προσφορά του στό Γένος. Ἀκόμη, οἱ Ἐγκύκλιοι τοῦ Πατριαρχείου ἐναντίον τῶν «καινοφανῶν διδασκαλιῶν», ὀφειλόταν στό ὅτι ὁ Σεΐχης τοῦ Ἰσλάμ μέ φετφά, λόγῳ τοῦ ἀραβικοῦ φανατισμοῦ, ἀπέρριψε «τά βιβλία τῆς ἀστρονομίας ἱστορίας καί φιλοσοφίας». Τό Πατριαρχεῖο ζώντας σέ αὐτό τό Κράτος δέν μποροῦσε νά ἐνεργήση διαφορετικά.
.                          Πάντως, ἡ Ἐκκλησία κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ἀνέπτυξε τήν Παιδεία, ἄλλοτε κρυφά καί ἄλλοτε φανερά. Ἐδῶ ἐντάσσεται καί τό λεγόμενο «Κρυφό Σχολειό».
.                          Ἐπειδή κατά καιρούς δημιουργεῖται μιά ἀμφισβήτηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος καί θεωρεῖται ὅτι τό Κρυφό Σχολειό εἶναι ἕνας μύθος πού πρέπει νά ἀπαλειφθῆ ἀπό τήν ἱστορία πού διδάσκονται τά παιδιά στά Σχολεῖα, θά πρέπη νά γίνουν μερικές ἐπισημάνσεις.
.                          Κατ’ ἀρχάς κάθε γεγονός τό ὁποῖο εἶναι θρύλος, δηλαδή κάθε τί πού παραμένει στήν μνήμη τοῦ λαοῦ καί ἐπιδεικνύονται οἱ τόποι στούς ὁποίους πραγματοποιήθηκε, δέν εἶναι μύθος, ἀφοῦ οἱ θρύλοι κατά κανόνα παραπέμπουν σέ ἕνα ἱστορικό γεγονός. Ἔπειτα, κάθε μύθος δέν εἶναι καί ἀπόβλητος, ἀλλά εἶναι ἕνα στοιχεῖο τοῦ πολιτισμοῦ. Ἡ μυθολογία ἐμπεριέχεται στόν πολιτισμό τοῦ κάθε λαοῦ. Γιά παράδειγμα, ἐάν θελήσουμε νά ἀφαιρέσουμε ἀπό τήν διδασκαλία τῆς ἱστορίας τούς μύθους τοῦ Αἰσώπου, τά ἔργα τοῦ Ὁμήρου, τήν Θεογονία τοῦ Ἠσιόδου κλπ., τότε ἀποβάλλουμε ἕνα πολύ μεγάλο τμῆμα τῆς παραδόσεώς μας. Ἄλλωστε, οἱ μύθοι συνήθως ἐκφράζουν μιά ἀλήθεια.
.                          Ἐπί πλέον, τό λεγόμενο Κρυφό Σχολειό ἑρμηνεύεται ὡς συμπληρωματική διδασκαλία πού γινόταν στήν ἐλεγχόμενη ἀπό τό Ὀθωμανικό Κράτος, κατά διαστήματα καί καιρούς, ἐπιτρεπόμενη παιδεία. Ἐννοῶ ὅτι καί σέ μέρη που ἐπιτρεπόταν ἡ λειτουργία τῶν Σχολείων, καί ὁπωσδήποτε ἐλεγχόταν ἡ ὕλη τήν ὁποία διδάσκονταν τά παιδιά, ἡ ἐπίσημη διδασκαλία συμπληρωνόταν εἴτε ἀπό τήν οἰκογένεια εἴτε ἀπό τούς Κληρικούς καί μοναχούς στούς ὁποίους προσέφευγαν τά παιδιά.
.                          Πέρα ἀπό τούς θρύλους καί τίς παραδόσεις, ἀλλά καί ἀπό τό ποίημα τοῦ Ἰωάννη Πολέμη καί τόν γνωστό πίνακα τοῦ Νικολάου Γκύζη μέ περιεχόμενο τό Κρυφό Σχολειό, πού παραπέμπουν σέ πραγματικά γεγονότα, ὑπάρχουν σημαντικές μαρτυρίες πού φανερώνουν ὅτι πράγματι λειτουργοῦσαν μερικά ὑποτυπώδη Σχολεῖα μέ διάφορες μορφές, πού ἄλλοτε προσέφεραν στοιχειώδη παιδεία στόν λαό, ὅταν δέν ὑπῆρχαν ἐπίσημα Σχολεῖα, καί ἄλλοτε συμπλήρωναν τήν παιδεία πού δέχονταν στά ἐπιτρεπόμενα ἀλλά καί ἐλεγχόμενα τότε Σχολεῖα. Δύο τέτοιες μαρτυρίες θά ἀναφέρω.
.                          Ἡ πρώτη προέρχεται ἀπό τόν Charles Tuckermann (Τάρκεμαν), πρῶτο ἀμερικανό Πρόξενο στήν Ἀθήνα, στό βιβλίο του Οἱ Ἕλληνες τῆς σήμερον. Ὁ ἀμερικανός αὐτός διπλωμάτης παρουσιάζει τήν προφορική παράδοση τήν ὁποία εἶχε ἀκούσει ἀπό συνομιλητές του στήν ἐλεύθερη Ἑλλάδα καί τήν καταγράφει. Ἀφοῦ ἐκθέτει τό γνωστό ποίημα «φεγγαράκι μου λαμπρό / φέγγε μου νά περπατῶ / νά πηγαίνω στό σχολειό / νά μαθαίνω γράμματα / τοῦ Θεοῦ τά πράμματα», στήν συνέχεια γράφει: «Τοιοῦτον περίπου ἦτο τό ᾆσμα, ὅπερ ἐτραγώδουν οἱ Ἑλληνόπαιδες, πορευόμενοι ἐν καιρῷ νυκτός εἰς τό σχολεῖον ἐπί τουρκοκρατίας. Τό ᾆσμα τοῦτο εἶναι γνωστόν εἰς πάντα Ἕλληνα νῦν ὡς καί πρότερον, καί οἱ πατέρες,  δεικνύοντες εἰς τά τέκνα των τήν σελήνην, ἐπαναλαμβάνουσι τούς στίχους τούτους, ἀφηγούμενοι αὐτοῖς πόσον τοῖς ἐχρησίμευσεν αὕτη κατά τούς σκοτεινούς χρόνους τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας. Μή ἐπιθυμοῦντες, ἔστω καί κατ’ ἐλάχιστον, νά ἐρεθίσωσι τούς δεσπότας αὐτῶν δυναμένους νά παρακωλύσωσιν τάς πρός ἰδίας παίδευσιν προσπαθείας των, οἱ παῖδες οὐχί δέ σπανίως καί αὐτοί οἱ πατέρες, ἐφοίτων διά νυκτός καί κρύφα εἰς τήν οἰκίαν τοῦ διδασκάλου, ὅπως ἐξακολουθήσωσι τάς σπουδάς των».
.                          Ἡ δεύτερη μαρτυρία προέρχεται ἀπό τόν Γάλλο συγγραφέα René Puaux (Πηώ), ὁ ὁποῖος περιόδευσε τήν Ἤπειρο τό 1913, ἀμέσως μετά τήν ἀπελευθέρωσή της ἀπό τόν ἑλληνικό στρατό καί συνομίλησε μέ ἕλληνες Ἠπειρῶτες, οἱ ὁποῖοι τοῦ διηγήθηκαν ἱστορίες ἀπό τήν ζωή τους, κατά τήν διάρκεια τῆς τουρκικῆς κατοχῆς. Μεταξύ τῶν ἄλλων περιγράφει μιά συνάντηση σέ ἕνα σαλόνι μέ τόν δάσκαλο, τήν δασκάλα καί μερικούς μαθητές. Γράφει: «Τήν ὥρα πού γυρόφερνε, σύμφωνα μέ τό ἔθιμο, ὁ δίσκος μέ τά γλυκά, κουβεντιάζω μέ τούς ἐκπαιδευτικούς. Ἡ περιγραφή τῶν προσπαθειῶν τους νά συντηρήσουν τήν ἑλληνική ἰδέα κάτω ἀπό τουρκική ἐξουσία, προσπάθειες πού τίς περιγράφαν ἁπλά, σάν νά ἦταν γιά κάτι τελείως φυσικό, ἀποκάλυπταν χαρακτηριστικά ἀξιοθαύμαστα. Θά μποροῦσε κανείς νά ἀφιερώσει ἕνα ὡραῖο κεφάλαιο στό σῶμα τῶν Ἑλλήνων δασκάλων τῆς Ἠπείρου πού, ἀντιμετωπίζοντας τόσες ἀντιξοότητες καί ταπεινώσεις, δέν ἔπαυαν γι᾿ αὐτό νά προχωροῦν τό πατριωτικό τους ἔργο. Κανένα ἑλληνικό βιβλίο δέν γινόταν δεκτό, ἄν εἶχε τυπωθεῖ στήν Ἀθήνα. Ἔπρεπε ὅλα νά ἔλθουν ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη. Ἡ ἑλληνική ἱστορία ἦταν ἀπαγορευμένη. Ἔτσι, ἔκαναν συμπληρωματικές μυστικές παραδόσεις, ὅπου χωρίς βιβλίο, χωρίς τετράδιο, ὁ μικρός Ἠπειρώτης μάθαινε νά γνωρίζει τήν πατρίδα μητέρα του, τόν ἐθνικό του ὕμνο, τά ποιήματα καί τούς ἥρωές του. Οἱ μαθητές κρατοῦσαν στά χέρια τους τήν ζωή τῶν δασκάλων τους. Ἕνας λόγος ἀστόχαστος ἤ μιά καταγγελία θά ἦταν μοιραία. Δέ μᾶς συγκινοῦν αὐτά τά διακόσια ἀγοράκια καί τά διακόσια πενήντα κοριτσάκια πού ἀποδέχονταν τίς ὥρες τῆς συμπληρωματικῆς διδασκαλίας –σέ ἡλικία, ὅπου τά παιδιά τόσο ἀγαποῦν τά διαλείμματα– γιά νά μιλήσουν γιά τήν Ἑλλάδα, κι ὕστερα γύριζαν στό σπίτι τους μέ σφραγισμένα τά χείλη καί μέ τό μυστικό ἐνθουσιασμό στήν καρδιά τους;».
.                          Μιά παρόμοια πληροφορία μοῦ ἔδωσε ὁ ἀείμνηστος καθηγητής μου στό Πανεπιστήμιο Ἰωάννης Καλογήρου, ὁ ὁποῖος μοῦ περιέγραψε περιστατικό ἀπό τήν διδασκαλική δράση τῆς μητέρας του στήν τουρκοκρατούμενη Βόρειο Ἤπειρο, πού τούς μάθαινε τραγούδια, σύμφωνα μέ τήν μουσική τοῦ ἐθνικοῦ ὕμνου τῆς Ἑλλάδος, ὥστε μυστικά νά τούς δίνουν τό μήνυμα τοῦ ἐρχομοῦ τῆς ἐλευθερίας.
.                          Ἑπομένως, ἡ Ἐκκλησία μέ τά μέλη της, Κληρικούς, Μοναχούς καί λαϊκούς, βοήθησε ἀποτελεσματικά στήν διατήρηση τῆς ἐθνικῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ Γένους, μέ ὅλη τήν παράδοσή της, τήν διοίκηση καί τήν παιδεία τήν ὁποία προσέφερε στόν λαό.

4.Ἑλληνική Νομαρχία

.                          Μερικοί ὑποστηρίζουν ὅτι τά πράγματα δέν ἦταν τόσο ἰδεώδη, ἀφοῦ στά τετρακόσια χρόνια τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς ἔγιναν καί διάφορα λάθη ἀπό ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας, Κληρικούς καί μοναχούς. Ὅμως, τά μεμονωμένα παραδείγματα δέν μποροῦν ποτέ νά διαγράψουν ὅλη τήν μεγάλη προσφορά τῆς Ἐκκλησίας, Κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν, στήν διάσωση τῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ Γένους. Μερικοί διαφωτιστές, ἐνοχλημένοι ἐνδεχομένως ἀπό τήν προσφορά τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἐπιρροή της στόν λαό, προσπάθησαν νά ὑπερτονίσουν μερικές μεμονωμένες περιπτώσεις καί νά τίς παρουσιάσουν καθ’ ὑπερβολήν ἀρνητικά. Ἕνα τέτοιο παράδειγμα εἶναι ἡ ἔκδοση τοῦ βιβλίου Ἑλληνική Νομαρχία, γιά τήν ὁποία θά γίνη λόγος πιό κάτω.
.                          Πρέπει νά λεχθῆ ὅτι τόν 18ο αἰώνα στήν Δύση ἀναπτύχθηκε ὁ Διαφωτισμός μέ πολλές ἐκφράσεις, ἤτοι ὁ ἀγγλικός ἐμπειρισμός, ὁ γαλλικός ἐγκυκλοπαιδισμός, ὁ γερμανικός ἰδεαλισμός καί ὁ ἰταλικός ἀντικληρικαλισμός. Γενικῶς, ὁ δυτικός διαφωτισμός ἦλθε σέ διάσταση ἀφ’ ἑνός μέν μέ τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον διοικοῦσε ὁ Πάπας τήν Ἐκκλησία, ἀφ’ ἑτέρου δέ μέ τόν σχολαστικισμό τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας καί συνδεόταν μέ τόν οὐμανισμό καί τήν Μεταρρύθμιση (Προτεστάντες). Ἔτσι, ἡ Ἑλληνική Νομαρχία ἦταν ἀπαύγασμα αὐτῶν τῶν διαφωτιστικῶν ἀντικληρικαλιστικῶν ἀρχῶν πού παρατηροῦνταν στήν Δύση καί μεταφέρθηκαν ὑπερβολικά καί στήν Ἀνατολή.
.                          Ὁ Steven Runciman ἀναφέρει ὅτι τά συγγράμματα τοῦ Ἀδαμαντίου Κοραῆ, τά ὁποῖα ἐξέφραζαν τίς γαλλικές ἐγκυκλοπαιδιστικές διαφωτιστικές ἀπόψεις, διαβάζονταν καί ἀπό τούς νέους Φαναριῶτες, οἱ ὁποῖοι ἀπομακρύνονταν ἀπό τήν θρησκεία, τόν ἱερό Κλῆρο καί οἱ ὁποῖοι ἐπέκριναν τήν Ἱεραρχία, παραθεωρώντας τήν διαφορά πού ὑπάρχει μεταξύ δυτικῆς καί ὀρθοδόξου θεολογίας καί παραδόσεως. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἐπιρροῆς ἦταν ἡ ἐμφάνιση ἑνός βιβλίου στήν Βιέννη, τό 1791, γραμμένου στά ἑλληνικά μέ τίτλο Γεωγραφία νεωτερική, ἀπό δύο Ἕλληνες μοναχούς, τόν Δημήτριο Φιλιππίδη καί τόν Γεώργιο Κώνσταντα. Ἐπρόκειτο γιά ἕνα βιβλίο ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, πού κατηγοροῦσε τούς Ἱεράρχες γιά φιλοχρηματία καί δουλικότητα ἔναντι τῶν Τούρκων, τόν δέ κατώτερο Κλῆρο γιά σκοταδιστική ἀμάθεια.
.                          Ὡς ἀπάντηση στό βιβλίο αὐτό δημοσιεύθηκε στήν Κωνσταντινούπολη τό ἔτος 1798 ἕνα ἔργο μέ τίτλο Διδασκαλία πατρική, τό ὁποῖο δημιούργησε μεγάλες ἀντιδράσεις. Κατά τόν Runciman, «ὁσοδήποτε κι ἄν ἦταν χωρίς τάκτ, ἡ Διδασκαλία Πατρική δέν ἦταν θεολογικῶς χωρίς βάση. Δέν ἦταν ἔργο τῆς Ἐκκλησίας ν’ ἀναμιγνύεται σέ ἀνατρεπτικές ἐθνικιστικές δραστηριότητες. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶχε κάνει τήν διάκριση μεταξύ τῶν πραγμάτων πού ἦταν τοῦ Καίσαρος καί τῶν πραγμάτων πού ἦσαν τοῦ Θεοῦ. Ὁ Παῦλος εἶχε διατάξει τούς χριστιανούς νά ὑπακούουν στόν βασιλέα, ἔστω καί ἄν ὁ βασιλεύς ἦταν ὁ εἰδωλολάτρης Ρωμαῖος αὐτοκράτωρ. Ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία ἦρθε σέ ἀντίθεση μέ τήν ἐξουσία μόνο ὅταν τῆς ἀπαγορευόταν ἡ Ἐλευθερία τῆς λατρείας ἤ ὅταν ζητοῦσαν ἀπό τά μέλη της νά προβοῦν σέ πράξεις ἀντίθετες πρός τήν χριστιανική συνείδηση. Οἱ Τοῦρκοι δέν εἶχαν προβάλει τέτοιες ἀπαιτήσεις. Οἱ καλοί ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας ἔπρεπε ἀσφαλῶς νά εἶναι καλοί πολίτες, καί ὄχι ἐπαναστάτες ἤ συνωμότες. Ἀπό τήν πρακτική ἄποψη ἐπίσης ἡ Διδασκαλία δέν ἦταν ἀδικαιολόγητη».
.                          Ὅμως, ἡ δημοσίευση τῆς Διδασκαλίας Πατρικῆς ἦταν, ὅπως θά λέγαμε σήμερα, ἐπικοινωνιακά ἄκαιρη, ὁπότε δημιούργησε ἀντίδραση στούς διαφωτιστικούς κύκλους καί ὁ Κοραῆς ἐξέδωσε μιά πραγματεία μέ τίτλο Ἀδελφική διδασκαλία, μέ τήν ὁποίαν προσπάθησε νά ἀνατρέψη τά ἐπιχειρήματα τῆς Διδασκαλίας Πατρικῆς. Παράλληλα τήν ἐποχή ἐκείνη «ἕνα ἐξ ἴσου σκληρό βιβλίο, πού δημοσιεύθηκε ἀνωνύμως στήν Ἰταλία τό 1806 καί εἶχε τόν τίτλο Ἑλληνική Νομαρχία ἤτοι λόγος περί ἐλευθερίας, ἐπανελάμβανε τίς κατηγορίες ἐναντίον τῆς ὅλης ἐκκλησιαστικῆς ὀργανώσεως», ὅπως τό ἔκανε ἡ Γεωγραφία Νεωτερική.
.                          Πάντως, ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται ἡ Ἑλληνική Νομαρχία εἶναι ἕνα βιβλίο πού ἐμπνεόταν ἀπό τόν πόθο τῆς ἐλευθερίας, ἀλλά ἦταν γραμμένο μέ φανατισμό καί ἀπό κάποιον πού γνώριζε τόν δυτικό Χριστιανισμό, ἀγνοώντας τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο λειτουργοῦσε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Κατά συνέπεια, ἀπέδιδε τίς κακές ἐνέργειες τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τό ὅτι ἐγράφη ἀνωνύμως καί τό ὅτι ὁ τόπος ἐκδόσεως θεωρεῖται γενικά ἡ Ἰταλία, πράγμα τό ὁποῖο δέν συνηθίζεται γιά ἕνα βιβλίο, διότι πάντοτε σέ αὐτό ἀναγράφεται ἡ πόλη τῆς ἐκδόσεως καί ὄχι ἡ χώρα, καθώς ἐπίσης τό ὅτι ἐξέφραζε τίς διαφωτιστικές γαλλικές ἀρχές θεωρεῖται ἀπό πολλούς ὅτι ἦταν γραμμένο ἤ ἀπό τόν Ἀδαμάντιο Κοραῆ ἤ πάντως ἀπό μαθητές του. Εἶναι σημαντικές μερικές ἐπισημάνσεις γιά τό βιβλίο αὐτό.
.                          Ὁ ἀνώνυμος συγγραφεύς τῆς Ἑλληνικῆς Νομαρχίας εἶναι ὑπερβολικός, ἄδικος καί ὑβριστικός σέ πολλές περιπτώσεις, ὅπως φαίνεται σέ μερικά παραδείγματα. Ἀποκαλεῖ τούς Ἀρχιερεῖς βαρβάρους καί μωρούς γιά τούς ὁποίους ἔπρεπε νά ξαναγυρίση ὁ Χριστός καί νά τούς φωτίση, ὥστε νά ἀνοίξουν κανένα βιβλίο καί νά λαμπρύνουν τόν ἐσκοτισμένο νοῦ. Δηλαδή, ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς ἦταν ἀγράμματοι, κατά τόν ἀνώνυμο συγγραφέα, πού εἶναι ὑπερβολικό, ὅπως ἔχει ἀποδείξει ἡ σύγχρονη ἱστορική βιβλιογραφία. Οἱ λέξεις πού χρησιμοποιεῖ γιά τούς Συνοδικούς Μητροπολίτες εἶναι πολύ βαριές: «ἡ διεστραμμένη ψυχή αὐτῶν τῶν δώδεκα μωρῶν τῆς Συνόδου». Ὑπερβολικός εἶναι ὁ συγγραφεύς καί στήν προσπάθεια νά καταγράψη τήν διαγωγή τῶν ἀρχιερέων, οἱ ὁποῖοι «κοιμῶνται δεκατέσσαρας ὥρας τήν νύχτα καί δύο ὥρας μετά τό μεσημέρι». Ποιός ἄνθρωπος μπορεῖ νά κοιμηθῆ 16 ὧρες τό εἰκοσιτετράωρο; Ποιός μπορεῖ νά φάγη γιά πρόγευμα δυό ὀκάδες γιαούρτι καί τό ἀπόγευμα μισή ὀκᾶ σαρδέλλες ξεκοκκαλισμένες;. Καί μάλιστα αὐτό ἀναφερόταν γιά τόν τότε Μητροπολίτη Ἰωαννίνων. Ὅμως γνωρίζουμε ὅτι τότε στά Ἰωάννινα ἀρχιεράτευε ὁ Ἱερόθεος, μεγάλο πνευματικό ἀνάστημα, ὅπως φαίνεται ἀπό τήν ἀλληλογραφία πού ἀντήλλαξε μέ τόν ἐξάδελφό του ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη. Καί ἀπό παράκλησή του ὁ τελευταῖος ἔγραψε τό περίφημο βιβλίο Συμβουλευτικόν Ἐγχειρίδιον, ἤτοι περί φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων.
.                          Πάντως, τά κοσμητικά ἐπίθετα τά ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται στήν Ἑλληνική Νομαρχία γιά τούς Ἀρχιερεῖς φανερώνουν τόν ἀντικληρικαλισμό καί ἀκόμη τό ὅτι στρέφεται ἐναντίον τους ὄχι τόσο γιά τά τυχόν σφάλματά τους, ὅσο γιά τό ὅτι εἶναι Ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας. «Ἀναίσχυντοι», «λύκοι καί καθέδρα τοῦ σκότους», «ἄπιστε τῆς Ἐκκλησίας» κλπ. Ἡ ὑπερβολή του φαίνεται καί στήν περίπτωση πού καταφέρεται ἐναντίον τῶν πλουσίων. Λέγει τά ἑξῆς ὑπερβολικά: «Πόσοι ἤθελον κατακοπρισθῆ ἐπάνω των μή ἠξεύροντες πῶς νά λύσουν τά δεσίματα τῶν φορεμάτων των! Πόσοι ἤθελον σκωληκιάσει καθήμενοι, μήν ἠξεύροντες νά περιπατήσουν! Πόσοι ἄλλοι ἤθελον μείνει γυμνοί μήν ἠξεύροντες πῶς νά ἐνδυθῶσι». Ἐπίσης, ὑπερβολική εἶναι καί ἡ γλώσσα πού χρησιμοποιεῖ ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων πού βρίσκονταν ἐκείνη τήν ἐποχή στήν Δύση.
.                          Φαίνεται ἀκόμη ὅτι ὁ συγγραφεύς ἔχει δυτική σκέψη καί νοοτροπία. Διαβάζοντας κανείς αὐτό τό ἔργο νομίζει ὅτι περισσότερο ἀναφέρεται στήν Δυτική Ἐκκλησία παρά στήν Ὀρθόδοξη. Ἀποδίδει τήν κατηγορία τῆς φεουδαρχίας στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐνῶ εἶναι ἀποδεδειγμένο ὅτι ποτέ δέν ὑπῆρξε ὁ ρατσιστικός φεουδαλισμός στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή. Οἱ σελίδες 122 -128 ἀπό τό βιβλίο Ἑλληνική Νομαρχία, ἄν διαβασθοῦν μέ τά λεγόμενα ἀπό τόν Καθηγητή π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, φανερώνουν ὅτι ὁ συγγραφεύς της ἑρμηνεύει τόν ὀρθόδοξο Κλῆρο μέ τά δεδομένα τῆς φεουδαρχίας τῶν Φράγκων.
.                          Πέρα ἀπό αὐτά, ὁ ἀνώνυμος συγγραφέας τοῦ βιβλίου Ἑλληνική Νομαρχία δείχνει τήν δυτική του προέλευση, ἀφοῦ χρησιμοποιεῖ φράσεις πού δείχνουν ὅτι ἀγνοεῖ τήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή. Ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου ἀποκαλεῖται σύγκλητος. Οἱ Κληρικοί λέγεται ὅτι ἀνήκουν σέ τάγμα, ἡ Ἱερωσύνη εἶναι σύστημα, κλάση: «ἡ κλάσις τῆς ἱερωσύνης τῶν Ἑλλήνων». Οἱ λέξεις αὐτές εἶναι καθαρά δυτικῆς προελεύσεως. Ἀλλά καί τό περιεχόμενό τους εἶναι «εἰσαγόμενο». Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ὑπῆρχαν ποτέ τάξεις, καί οἱ Κληρικοί προέρχονταν ἀπό ὅλα τά στρώματα τοῦ λαοῦ. Τό ὅτι ὁ ἀνώνυμος Ἕλληνας εἶχε ἄγνοια τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων φαίνεται ἀπό τό γεγονός ὅτι τό ράσο, τό ἰδιαίτερο ἔνδυμα τῶν Κληρικῶν, τό ὀνομάζει «φόρεμα», «τό φόρεμα τῆς ἱερωσύνης». Ποιός Ἕλληνας ἀγνοοῦσε καί ἀγνοεῖ τό ράσο καί ποιός τό ἀποκαλεῖ φόρεμα;
.                          Ἀκόμη, ὁ ἀνώνυμος συγγραφεύς φαίνεται καθαρά ὅτι δέν διακρίνεται γιά ὀρθόδοξο φρόνημα. Ζητᾶ νά λιγοστεύσουν οἱ νηστεῖες, ἐπειδή ἀφανίζουν τήν ὑγεία τοῦ λαοῦ καί νά μεταφερθοῦν οἱ ἑορτές τήν Κυριακή, ἐπειδή ἐμποδίζουν τό κέρδος. Ἀκόμη ζητᾶ νά ἀποβάλουν ἤ νά σμικρύνουν τίς περισσότερες σαρακοστές. Καταφέρεται ἐναντίον τῶν μοναχῶν καί τῶν Μοναστηριῶν. Οἱ μοναχοί ἀποκαλοῦνται «τέρατα», τρέφονται ἀπό τόν ἱδρώτα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἄν καί διασώζονται μαρτυρίες τοῦ Μακρυγιάννη καί ἄλλων ὅτι τά Μοναστήρια ἦταν ἑστίες ζωῆς γιά τούς ὑποδούλους Ἕλληνες. Ζητᾶ νά κλείσουν τά Μοναστήρια καί νά διορθωθοῦν πολλά πράγματα τῆς θρησκείας. Προτρέπει τούς Μοναχούς νά καταγίνωνται «εἰς τήν μελέτην τῶν σοφῶν τῆς Ἐκκλησίας καί εἰς τόν ὀρθόν λόγον». Ζητᾶ νά ἐμποδίσουν τά θαύματα, γιατί εἶναι δεισιδαιμονία.
.                          Ὅλα αὐτά πού ἀνεφέρθησαν, καθώς ἐπίσης καί τό ὅτι ἐπαινεῖται ὁ Κοραῆς, δείχνουν καθαρά ὅτι ὁ ἀνώνυμος συγγραφεύς διαπνέεται ἀπό προτεσταντικό καί εἰκονοκλαστικό πνεῦμα, ἔχει ἄγνοια τῆς παραδόσεως τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καί προσπαθεῖ νά εἰσάγη στόν Ἑλληνικό Ὀρθόδοξο χῶρο τίς μεταρρυθμιστικές προσπάθειες τῶν δυτικῶν, κυρίως τῶν Προτεσταντῶν. Εἶναι προτεστάντης καί ξεκομμένος ἀπό ὅλη τήν παράδοση τοῦ Γένους. Ὅταν κατηγορῆ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τό κάνει μέ τά δεδομένα τῆς Λατινικῆς Ἐκκλησίας καί ὅταν θέλη νά διορθώση μερικά πράγματα τό κάνει μέσα ἀπό τήν προτεσταντική προβληματική.
.                          Θεωρῶ ὅτι ἡ Ἑλληνική Νομαρχία εἶναι ἕνα ἐμπαθές κείμενο, γεμάτο ἀπό ὑπερβολές καί ὕβρεις, ὑποκειμενικό, καί δέν βοήθησε στήν Ἐπανάσταση, πού τήν ἔκανε ὁ ἑλληνικός λαός μέ τούς ποιμένες του. Οἱ διαφωτιστές παρακίνησαν κυρίως τούς λογίους.

, ,

Σχολιάστε

H EKKΛΗΣΙΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ και ΤΗΝ ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ-1

Ἡ Ἐκκλησία στήν Τουρκοκρατία καί τήν Ἐθνεγερσία

Τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.                          Τό ἔτος πού διερχόμαστε, δηλαδή τό 2021, ἑορτάζουμε τήν ἐπέτειο τῶν 200 ἐτῶν ἀπό τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 καί ἔχουν προσδιοριστεῖ πολλές ἐκδηλώσεις ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο καί ἀπό τήν Πολιτεία γιά νά μελετηθοῦν ὅλες οἱ πλευρές τῆς σημαντικῆς αὐτῆς Ἐπαναστάσεως.
.                          Μιά σοβαρή πλευρά τοῦ ζητήματος εἶναι ἡ προσφορά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, πού κράτησε ἀναμμένη τήν δάδα τῆς
Ἑλληνορθόδοξης Παράδοσης, ἀλλά καί ἡ προσφορά της κατά τήν διάρκεια τῆς Ἐπαναστάσεως καί μετά ἀπό αὐτήν.
.                          Δέν μποροῦν νά ἑρμηνευθοῦν τά γεγονότα τοῦ 1821, ἐάν δέν τά συσχετίσουμε μέ τήν «Πονεμένη Ρωμηοσύνη», ὅπως ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος Φώτης Κόντογλου, κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας.
.                          Κατά τήν Τουρκοκρατία, πού ἦταν μιά μεγάλη δοκιμασία γιά τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, διαφυλάχθηκε ἡ ὀρθόδοξη πίστη, γιατί οἱ Χριστιανοί στηρίχθηκαν στίς πνευματικές τους δυνάμεις, ὅπως αὐτές εἶχαν ἀναπτυχθῆ καί καλλιεργηθῆ τούς προηγούμενους αἰῶνες. Θά ἐντοπισθοῦν μερικοί οὐσιαστικοί παράγοντες πού συνετέλεσαν στήν διατήρηση τῆς αὐτοσυνειδησίας καί τῆς ταυτότητος τοῦ Γένους.
.                          Στήν συνέχεια θά τονισθοῦν μερικά ἐνδιαφέροντα σημεῖα, πού πρέπει νά ἔχουμε ὑπ’ ὄψη μας γιά νά ἑρμηνεύσουμε τά θέματα αὐτά, ὅπως ἡ Ἐθναρχοῦσα Ἐκκλησία, οἱ ἅγιοι καί τά μοναστικά κέντρα, ἡ παιδεία, ἡ «Ἑλληνική Νομαρχία», οἱ Νεομάρτυρες, οἱ φιλοκαλικοί Πατέρες – Κολλυβάδες, καί ἡ Ἐθνεγερσία τοῦ 1821.

1.  Ἡ Ἐθναρχοῦσα Ἐκκλησία

.                          Μετά τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τούς Ὀθωμανούς, ἄρχισε μιά νέα περίοδος στήν μέχρι τότε Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία. Ὁ Μωάμεθ ὁ Πορθητής, κατά τόν Ranciman, γνώριζε πολύ καλά τό τί προβλήματα καί δυσαρέσκειες εἶχε δημιουργήσει ἡ προσπάθεια μερικῶν δυτικοφρόνων νά ἐπιβληθῆ ἡ ἕνωση τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν μέ τήν Ρώμη καί γι’ αὐτό ἀνεζήτησε νά βρῆ τόν Γεώργιο-Γεννάδιο Σχολάριο, πού εἶχε ἀποσυρθῆ σέ Μονή καί ὁ ὁποῖος ἐξέφραζε τήν ὁμάδα τῶν ἀνθενωτικῶν καί τόν ἔπεισε νά δεχθῆ νά ἐκλεγῆ Πατριάρχης. Ἡ ἐνθρόνισή του ἔγινε τόν Ἰανουάριο τοῦ 1454 καί ὁ Μωάμεθ τοῦ δώρισε ἕναν καινούριο σταυρό, τόν περιέβαλε μέ τά ἐμβλήματα καί τοῦ εἶπε: «Ἔσο Πατριάρχης μέ καλή τύχη καί νά εἶσαι βέβαιος γιά τήν φιλία μας, καί γιά ὅλα τά προνόμια πού εἶχαν οἱ Πατριάρχες πρίν ἀπό σένα». Ὁ Γεννάδιος Σχολάριος ἀνέλαβε νά σηκώση ἕναν μεγάλο σταυρό κατά τά ἑπόμενα χρόνια.
.                          Ὁ Μωάμεθ ἐπέβαλε στό Ὀθωμανικό κράτος τό σύστημα τῶν μιλέτ, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο κάθε ἔθνος θά ἀσκοῦσε μιά διοίκηση, ὅπως τό ἐπιβάλλει ἡ θρησκεία του. Ἔτσι, ὁ Πατριάρχης θεωρήθηκε Ἐθνάρχης, ἀρχηγός τοῦ ρωμαίϊκου μιλιέτ. Τά Πατριαρχικά δικαστήρια εἶχαν δικαιοδοσία σέ ὅλες τίς ὑποθέσεις πού ἀφοροῦσαν τούς Ρωμηούς, ἤτοι τούς γάμους, τά διαζύγια, τίς ἐπιτροπεῖες τῶν ἀνηλίκων, τίς διαθῆκες καί τούς διαδόχους, ἐκδίκαζαν ἐμπορικές ὑποθέσεις ἄν οἱ διάδικοι ἦταν ὀρθόδοξοι. Δηλαδή, «τά πατριαρχικά δικαστήρια ἀπένεμαν δικαιοσύνη σύμφωνα μέ τόν κανονικό νόμο τῶν Βυζαντινῶν καί μέ τό ἀστικό καί ἐθιμικό βυζαντινό δίκαιο».
.                          Ὁ Charles Frazee γράφει ὅτι ἡ ὀργάνωση τῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων καί τῶν Χριστιανῶν μέσα στήν κοινωνική καί πολιτική διάρθρωση τοῦ Ὀθωμανισμοῦ ἔγινε βάσει τοῦ ἰσλαμικοῦ δικαίου καί τῆς ἰσλαμικῆς παράδοσης, ὁπότε «οἱ Χριστιανοί θά ἀποτελοῦσαν ἕνα μιλέτ, ἕνα “ἔθνος” ὑπό τή θρησκευτική καί πολιτική διοίκηση τῶν ἐκκλησιαστικῶν τους ἡγετῶν». Μέ αὐτόν τόν τρόπο ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως δέν ἦταν μόνον θρησκευτικός ἡγέτης ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά καί «ἡ κεφαλή τοῦ ἔθνους», δηλαδή ἕνας μιλέτ-μπασί, ὁ ὁποῖος ἦταν ὑπεύθυνος ἐνώπιον τοῦ Σουλτάνου. Ἀκόμη, πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι οἱ Κληρικοί καί λαϊκοί πού ἀσκοῦσαν τά ἐκκλησιαστικά ἀξιώματα προέρχονταν ἀπό τήν ἑλληνική κοινότητα τῆς πρωτεύουσας πού εἶχε συγκεντρωθῆ στό Φανάρι, ἐξ οὗ καί ὀνομάσθηκαν Φαναριῶτες. Ἡ δύναμη τῶν Φαναριωτῶν πού ἄρχισε τόν 16ο αἰώνα, ἀναπτύχθηκε ἀκόμη περισσότερο στήν συνέχεια καί αὐτοί ἀπέκτησαν παντοδυναμία τόν 18ο αἰώνα. Αὐτό εἶχε σχέση καί μέ τήν «αὐξανόμενη ἑλληνοποίηση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στά Βαλκάνια», ὅπως τό βλέπουμε κυρίως στίς Παραδουνάβειες Ἡγεμονίες.
.                          Ὁ Gerhard Podskalsky (Γκέρχαντ Ποντσκάλσκυ) στό ἔργο του μέ τίτλο Ἡ ἑλληνική θεολογία ἐπί Τουρκοκρατίας, γράφει ὅτι ὁ Σουλτάνος Μεχμέτ Β΄ (Μωάμεθ ὁ Πορθητής) καθιέρωσε νέο νομικό καθεστώς, τό ὁποῖο οὐσιαστικά δέν ἄλλαξαν οἱ μετέπειτα Σουλτάνοι μέχρι τόν 19ο αἰώνα, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο ἀντιμετώπισε τήν Ἐκκλησία ὡς διάδοχο τῶν βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων καί τῆς ἀνεγνώρισε «τήν νομική θέση θρησκευτικῆς κοινότητας». Βεβαίως, «πολλά μέτρα τοῦ κράτους δέν ἐπέτρεπαν στούς Ἕλληνες νά λησμονήσουν τή θέση τους ὡς λαοῦ ὑποτελοῦς».
.                          Σημαντικές πληροφορίες γιά τό πῶς ζοῦσαν οἱ Ρωμηοί κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ὑπό τήν πνευματική καθοδήγηση καί διοίκηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί γενικά τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς δίνει ὁ Καθηγητής π. Γεώργιος Μεταλληνός στό βιβλίο του μέ τίτλο Τουρκοκρατία καί ὑπότιτλο Οἱ Ἕλληνες στήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία. Στό βιβλίο αὐτό βλέπουμε ἀναλυτικά τήν μεγάλη ἀξία τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, τῶν Ἐνοριῶν καί τῶν Ἱερῶν Μονῶν στήν ζωή τῶν ὑποδούλων Ρωμηῶν, τήν πολιτική δράση τῶν Φαναριωτῶν, τήν ἀνάπτυξη τῆς παιδείας μέ πρωτοβουλία τῆς Ἐκκλησίας, τό πρόβλημα τοῦ ἐξισλαμισμοῦ καί τήν ἀντίδραση τῆς Ἐκκλησίας σέ αὐτό καί γενικά τό πῶς ἡ Ρωμανία ἐπιβίωσε μέ τήν συμπαράσταση καί τήν πνευματική βοήθεια πού προσέφερε ἡ Ἐκκλησία.
.                          Μέσα στά πλαίσια αὐτά τῆς ἐθναρχίας λειτουργοῦσαν οἱ Ρωμηοί καί κέντρο τῆς ρωμαίϊκης κοινότητας ἦταν ἡ Ἐκκλησία μέ τόν Ἐπίσκοπό της.
.                          Ἄν διαβάση κανείς τούς Κανονισμούς μέ τούς ὁποίους διοικοῦνταν οἱ κατά τόπους Δημογεροντίες στίς τουρκοκρατούμενες περιοχές, ἰδίως μετά τόν 17ο αἰώνα, θά διαπιστώση τήν μεγάλη προσφορά τῶν Ἐπισκόπων στήν ὅλη διοικητική διάρθρωση τῶν ὑποδούλων Ρωμηῶν.
.                          Ἔχω μελετήσει διεξοδικά καί ἔχω ἀναλύσει τόν Κανονισμό λειτουργίας τῆς Δημογεροντίας τῶν Βοδενῶν (Ἐδέσσης) καί διεπίστωσα τήν θέση πού κατεῖχε ὁ Μητροπολίτης στήν διοίκηση, τήν παιδεία καί τήν ὅλη λειτουργία της. Ὁ Καθηγητής Χαράλαμπος Παπαστάθης δημοσίευσε τέτοιους Κανονισμούς, στούς ὁποίους φαίνεται ὅτι κέντρο τῆς κοινότητας τῶν Ρωμηῶν ἦταν ὁ Ἐπίσκοπος καί ἡ ὅλη ὀργανωτική δομή εἶχε κέντρο τήν Ἐκκλησία. Μάλιστα γράφει ὁ ἴδιος συμπερασματικά:
.                          «Κύτταρο τῆς συλλογικῆς δράσης ἦταν ἡ ἐνορία-κοινότητα· οἱ κοινοτικές ἀρχές του ἀναδεικνύονταν μέ ψηφοφορία καί εἶχαν ἐπικεφαλῆς τόν ἐπιχώριο ἐπίσκοπο, δημιουργώντας ἔτσι τή γέφυρα ἀνάμεσα στή βυζαντινή μας παράδοση, πού ἐκφραζόταν στό πολιτικό-εθνικό πεδίο μέ τή Μεγάλη Ἰδέα, καί στά δημοκρατικά ἰδεώδη τῆς δεύτερης πεντηκονταετίας τοῦ εὐρωπαϊκοῦ 19ου αἰώνα· συνάμα συνιστοῦσαν τό ἰδανικώτερο, μέ τά μέτρα πάντοτε τῆς ἐποχῆς, σύστημα αὐτοδιοίκησης, –ἀνέφικτο πρότυπο ἀκόμη γιά τή σύγχρονή μας Ἑλλάδα. Ἡ πολιτική καί θρησκευτική κεφαλή, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ἐκλεγόταν ἀπό μικτή συνέλευση κληρικῶν καί λαϊκῶν. Ἀμόλυντη ἀπό ξενικές ἐπιρροές ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία μπόρεσε, μολονότι ἐπιβίωνε σέ ἀλλόθρησκη και ἀπολυταρχική χώρα, νά συστήσει ἕνα ἑλληνοκεντρικό κρατικό μόρφωμα μέσα στόν κορμό τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, νά εἰσαγάγει –ἔστω σέ προδρομική μορφή– τήν ἀρχή τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας στήν ὀργάνωση τοῦ ποιμνίου της, νά τό συντηρήσει, ἀναπτύξει καί ἑτοιμάσει γιά τή μεγάλη ἐκείνη ὥρα τῆς Ἀνάστασης, πού ποιμένες καί ποιμαινόμενοι ὀνειρεύονταν νά λειτουργήσουν καί νά λειτουργηθοῦν στήν Ἁγιά-Σοφιά».
.                          Ἔτσι δέν ἀλλοιώθηκε ἡ ταυτότητα τῆς Ἑλληνορθόδοξης Παράδοσης καί τοῦ Γένους μας, παρά τίς διάφορες ξενοκρατίες πού περάσαμε καί τά τραγικά ἀποτελέσματά τους.

2.  Ἅγιοι καί μοναστικά κέντρα

.                          Σέ ὅλη τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία συναντοῦμε τήν μεγάλη σημασία καί σπουδαιότητα τῶν Μοναστηριῶν, μέσα στά ὁποῖα καλλιεργήθηκε ἡ ὀρθόδοξη θεολογία στήν πρακτική της ἐφαρμογή. Εἶναι γνωστόν ὅτι κατά τήν διάρκεια τῆς ἐνδόξου Ρωμηοσύνης στό Πανεπιστήμιο τῆς Μαγναύρας στήν Κωνσταντινούπολη δέν διδασκόταν ἡ θεολογία, ἀλλά ἡ θύραθεν ἐπιστήμη καί ἡ φιλοσοφία, διότι ὅποιος ἤθελε νά μάθη ὀρθόδοξη θεολογία πήγαινε στά Μοναστήρια, ὅπου ζοῦσαν ἀσκητές, οἱ ὁποῖοι γνώριζαν τήν θεολογία ἐμπειρικῶς.
.                          Ἔτσι, τά Ὀρθόδοξα Μοναστήρια καί κατά τήν Τουρκοκρατία ἀπέβησαν τά πνευματικά φροντιστήρια τοῦ ὀρθοδόξως καί θεολογικῶς ζῆν καί στήριξαν τόν λαό. Ἦταν, πράγματι, τά πνευματικά θεραπευτήρια πού βοήθησαν τόν λαό νά ζῆ ὀρθόδοξα καί νά πιστεύη ὀρθόδοξα. Ἄλλοτε λειτουργοῦσαν ὡς πνευματικοί μαγνῆτες πού εἵλκυαν τόν λαό πρός αὐτά καί ἄλλοτε ἦταν τά ὁρμητήρια ἀπό τά ὁποῖα, μέ τήν εὐλογία τῶν ἡγουμένων καί τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν, ἐξέρχονταν ἐξαγιασμένοι μοναχοί καί ἐπιτελοῦσαν ἕνα θαυμαστό ἱεραποστολικό ἔργο, στήριζαν τόν λαό.
.                          Στήν εἰσαγωγή τοῦ βιβλίου «Βίος καί πολιτεία Ἰακώβου τοῦ νέου ὁσιομάρτυρος» (ὑπό Πατέρων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας τῆς Χρυσοποδαριτίσσης, εἰς Νεζερά Πατρῶν) γίνεται ἀναφορά σέ μερικά τέτοια πνευματικά μοναστικά κέντρα καί σέ θεοκίνητους Κληρικούς πού ἔζησαν τόν 16ον αἰώνα, τόν πρῶτο αἰώνα τῆς δουλείας καί ὑπῆρξαν πνευματικές ἑστίες πού ἔθρεψαν τόν λαό καί τόν κράτησαν στήν ὀρθόδοξη πίστη καί τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Κοινό γνώρισμα ὅλων αὐτῶν ἦταν ὅτι ὑπήγονταν στήν κανονική δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί συνδέονταν μέ τό Ἅγιον Ὄρος. Θά τούς ἀναφέρω περιληπτικῶς.
.                          Ὁ ἅγιος Θεωνᾶς (+1541) προερχόταν ἀπό τήν Ἱερά Μονή Παντοκράτορος Ἁγίου Ὄρους, ἔγινε ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας, στήν Χαλκιδική, καί μετά Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.
.                           Ὁ ὅσιος Διονύσιος ἐν Ὀλύμπῳ (+1541) πού ἦταν ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου, καί κτήτωρ δύο Μονῶν, τῆς Ἁγίας Τριάδος Ὀλύμπου καί τῆς Σούρβιας Πηλίου.
.                          Ὁ ὅσιος Νικάνωρ (+1549) κτήτωρ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως τῆς Ζάβορδας, στήν Δυτική Μακεδονία, πού μετέφερε ἐκεῖ τό ἡσυχαστικό καί κοινοβιακό «πνεῦμα» τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
.                           Ὁ ὅσιος Συμεών (+1594), κτήτωρ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φλαμουρίου Πηλίου, πού λειτούργησε μέ βάση τόν ἀθωνιτικό μοναχισμό καί μετέφερε στήν περιοχή τό «πνεῦμα» αὐτό μέ τίς περιοδεῖες καί τίς ὁμιλίες του.
.                          Ὁ ὅσιος Θεοφάνης ὁ Νέος (τέλη 16ου αἰῶνος) ἔζησε ἀσκητικά στό Ἅγιον Ὄρος καί στήν Σκήτη Βεροίας, καί δίδαξε τήν εὐσεβῆ πίστη στούς Χριστιανούς τῆς Μακεδονίας.
.                          Πολλοί ἅγιοι ἔζησαν στίς ἀρχες τοῦ 16ου αἰῶνος στά Μετέωρα, ὅπου παρετηρεῖτο ἄνθηση τοῦ μοναχισμοῦ.
.                          Οἱ ἅγιος Βησσαρίων Β΄ (+1540) Μητροπολίτης Λαρίσης, ὑπῆρξε κτήτωρ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως Σωτῆρος-Δουσίκου, μέ τυπικό ἁγιορείτικο καί μεγάλη πνευματική παρουσία στήν περιοχή.
.                          Ὁ ἅγιος Δαυίδ ἐν Εὐβοίᾳ (16ον αἰώνα) ἦταν ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βαρνακόβης Δωρίδος.
.                          Τήν ἐποχή αὐτή παρατηρεῖται ἄνθηση τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ καί ὡς πρός τόν ἀριθμό καί ὡς πρός τήν ἀνοικοδόμηση κτιρίων καί τήν ἁγιογράφηση,
ἀλλά καί ὡς πρός τήν ἐμφάνιση πολλῶν πνευματικῶν καί λογίων μοναχῶν, ὅπως τοῦ ὁσίου Θεοφίλου τοῦ Μυροβλύτου (+1548) καί τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ τοῦ Βατοπαιδινοῦ (+1556).
.                          Ἐπίσης, αὐτήν τήν ἐποχή ἀνεδείχθησαν πολλοί Οἰκουμενικοί Πατριάρχες πού ζοῦσαν ἀσκητικά καί ἀσκοῦσαν ποιμαντική δράση, ὅπως ὁ ἅγιος Διονύσιος Α΄, ὁ ἅγιος Μάξιμος Γ΄, ὁ ἅγιος Νήφων Β΄.
.                          Καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς δουλείας στούς Ὀθωμανούς, τά Μοναστήρια καί οἱ ἅγιες προσωπικότητες, Κληρικοί, καί Μοναχοί ἔπαιξαν σημαντικό ρόλο στήν διαπαιδαγώγηση τοῦ λαοῦ προκειμένου νά παραμείνη σταθερός στήν ὀρθόδοξη παράδοση.
.                          Πρέπει νά ἐξάρουμε τήν μεγάλη προσφορά τῆς Ἀθωνικῆς Πολιτείας, τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πού ἦταν πάντοτε ἡ κονίστρα τῶν πνευματικῶν ἀγώνων, μέσα στήν ὁποία ἁγιάσθηκαν πολλοί Κληρικοί καί μοναχοί, καί ἀπό ἐκεῖ στήν συνέχεια ἐξῆλθαν στόν κόσμο κηρύσσοντας τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί διατηρώντας τόν λαό στήν εὐλάβεια τοῦ Γένους.
.                          Ὁ καθηγητής Παναγιώτης Χρήστου ἀναφέρεται στήν ἀτμόσφαιρα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, κατά τήν ἐποχή τῆς Τουρκοκρατίας, ἀπό τόν 16ο αἰώνα καί μετά, μέ τούς λογίους πού συνδέονταν μέ τό Ἅγιον Ὄρος, τήν Ἀθωνιάδα Ἀκαδημία καί τήν ὅλη φιλοκαλική ἀναγέννηση πού παρατηρήθηκε στό Ἅγιον Ὄρος. Ἐπίσης, ἀναφέρεται καί στό γεγονός ὅτι τήν περίοδο αὐτήν παρατηρεῖται μιά πνευματική συναλλαγή, ἀφοῦ μοναχοί ἔρχονται ἀπό τόν κόσμο γιά νά μονάσουν στό Ἅγιον Ὄρος καί ἀπό ἐκεῖ ἐξέρχονταν μοναχοί καί ἐπισκέπτονταν τόν κόσμο, παρά τίς δύσκολες συνθῆκες ζωῆς. Ἐπισκέπτονταν τό πλῆθος τῶν μετοχίων πού εἶχαν στήν Σερβία, τήν Βουλγαρία, τήν Ρουμανία, τήν Ρωσία, ὅπου ἔμεναν καί μετέφεραν τήν ζωή τῆς Ἀθωνικῆς Πολιτείας, μέ τό ὀρθόδοξο ἡσυχαστικό πνεῦμα. Μέ τόν τρόπο αὐτόν ὄχι μόνο παρηγοροῦσαν τόν λαό, ἀλλά τοῦ ἀνέπτυσσαν τήν συνείδηση τῆς ὀρθόδοξης ταυτότητας, ἀλλά καί τήν συνείδηση τῆς ἐθνικῆς ὑποστάσεώς του.
.                           Εἰδική μνεία πρέπει νά γίνη τῆς μεγάλης προσφορᾶς τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Μέ τήν εὐλογία τῶν Πνευματικῶν του Πατέρων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καί τήν κανονική ἄδεια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἀλλά καί τῶν τοπικῶν ἐκκλησιαστικῶν καί κοσμικῶν ἀρχόντων, περιόδευε ἐπανειλημμένως σέ πολλά μέρη τῆς Ἑλλάδος καί κήρυττε θεοφώτιστα καί ἐμπνευσμένα, ἔκανε θαύματα, προέλεγε τά μέλλοντα καί ὁδηγοῦσε στήν μετάνοια καί σωτηρία πολλούς ἀνθρώπους, ἀλλά συγχρόνως ἀνεπτέρωνε τήν ἐλπίδα σέ πολλούς ἀνθρώπους γιά τήν πνευματική καί ἐθνική ἐλευθερία.
.                          Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, ὅπως τό βλέπουμε στίς ὁμιλίες του, δίδασκε τούς Χριστιανούς νά ἀγαποῦν τόν Θεό, νά παραμένουν μέσα στήν Ἐκκλησία, νά μαθαίνουν γράμματα προκειμένου νά διαβάζουν τά Εὐαγγέλια, τούς βίους τῶν ἁγίων καί τήν ἱστορία τοῦ Γένους, νά ὑπομένουν στίς δοκιμασίες τῆς ζωῆς, νά ταπεινώνονται, νά δείχνουν ἀγάπη στούς πτωχούς κλπ.
.                          Μέ τίς ὁμιλίες του μετέφερε τήν ἡσυχαστική παράδοση πού εἶχε ζήσει στό Ἅγιον Ὄρος. Ὅταν μελέτηση κανείς τίς ὁμιλίες του, διαπιστώνει ὅτι εἶναι γεμάτες ἀπό ἡσυχαστικά στοιχεῖα.
.                          Σέ μιά ὁμιλία τονίζει δύο σημεῖα πού πρέπει νά ἔχουν πάντοτε στόν νοῦ τους οἱ Χριστιανοί. Τό ἕνα νά μή κάνουν στούς ἄλλους αὐτό πού οἱ ἴδιοι μισοῦν καί τό δεύτερο νά προσεύχωνται συνεχῶς στόν Χριστό. Γιά τό δεύτερο αὐτό γράφει:
.                          «Τό δεύτερον εἶναι νά μή σᾶς λείπη ποτέ ἐτούτη ἡ προσευχή: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, διά τῆς Θεοτόκου καί πάντων σου τῶν ἁγίων ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν καί ἀνάξιον δοῦλον σου. Αὐτό, ἀδελφοί μου, πάντοτε νά τό λέγετε καί μέ τό στόμα σας καί μέ τόν νοῦ σας καί ἡμέραν καί νύκτα, ὅπου καί ἄν εἶστε, ἤ τρῶτε ἤ περιπατεῖτε ἤ δουλεύετε ἤ κάθεσθε, αὐτό πάντα νά μελετᾶτε. Καί ἄν δέν τό ἐξεύρετε, νά τό γράψετε, νά τό μάθετε καί αὐτό σᾶς ὠφελεῖ κατά πολλά καί ἐδῶ σᾶς ἐλευθερώνει ἀπό κάθε κακόν καί ἐκεῖ σᾶς λυτρώνει ἀπό τήν αἰώνιον Κόλασιν καί σᾶς ἀξιώνει καί πηγαίνετε εἰς τόν Παράδεισον, εἰς τήν αἰώνιον πατρίδα μας».
.                          Καί σέ ἄλλη ὁμιλία του κάνει λόγο γιά τήν ἀξία τῆς εὐχῆς μέ τό «κομπολόγι»-κομποσχοίνι, ἀλλά καί τήν ἀξία τοῦ σημείου τοῦ Σταυροῦ. Γράφει:
.                          «Τώρα είς τό τέλος σᾶς συμβουλεύω νά κάμετε ὅλοι σας ἀπό ἕνα κομπολόγι, μικροί καί μεγάλοι, ἄνδρες καί γυναῖκες, παιδιά καί κορίτσια καί νά ἔχη ἑκατόν τρία σπυριά καί νά τό κρατῆτε μέ τό ἀριστερόν χέρι καί μέ τό δεξιόν νά σμίγης τά τρία σου δάκτυλα, νά κάνης τόν σταυρόν σου καί νά λέγης: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, διά τῆς Θεοτόκου καί πάντων τῶν Ἁγίων ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν καί ἀνάξιον δοῦλον σου». Μέσα εἰς τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» θεωρεῖται ἡ ἁγία Τριάς, ὁ Θεός, ἡ ἔνσαρκος οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ μας, ἡ Δέσποινά μας ἡ Θεοτόκος καί πάντες οἱ Ἅγιοι.
.                          Ὁ πανάγαθος Θεός τόν σταυρόν μᾶς ἐχάρισεν, μέ τόν σταυρόν νά εὐλογοῦμεν καί τά Ἄχραντα Μυστήρια, μέ τόν σταυρόν νά ἀνοίγωμεν καί τόν Παράδεισον, μέ τόν σταυρόν νά κατακαίωμεν καί τούς δαίμονας, μά πρῶτα καί ἐμεῖς νά ἔχωμεν τό χέρι μας καθαρόν ἀπό ἁμαρτίες καί ἀμόλυντο καί τότε, ὡσάν κάνωμεν τόν σταυρόν, κατακαίεται ὁ Διάβολος καί φεύγει. Εἰδέ καί εἴμεσθεν μεμολυσμένοι μέ ἁμαρτίες, δέν πιάνεται ὁ σταυρός ὁπού κάνομεν. Ὅθεν, ἀδελφοί μου, ἤ τρῶτε ἤ πίνετε κρασί ἤ νερόν ἤ περιπατεῖτε ἤ δουλεύετε νά μή σᾶς λείπει αὐτός ὁ λόγος ἀπό τό στόμα σας καί ὁ σταυρός ἀπό τό χέρι σας. Καί ἄν ἠμπορῆτε τό ἡμερόνυκτο νά κάμετε πενῆντα καί ἑκατό κομποσχοίνια, καλόν καί ἅγιον εἶναι ἔργον. Καί νά προσεύχεσθε πάντοτε τήν αὐγήν καί τό βράδυ καί μάλιστα τό μεσόνυκτον ὅλον ὁπού εἶναι ἡσυχία».

, ,

Σχολιάστε

«ΘΕΙΑ ΛΥΡΑ» : ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ὁ ΘΕΟΛΟΓΟΣ

«Θεία λύρα»: Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

Τοῦ Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου Γ’

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

.                       Μ’ αὐτό τό θαυμάσιο ἔγχορδο μουσικό ὄργανο, ἀλλά τό θεϊκό ἐκεῖνο τῆς Χάριτος, παρομοιάζει ὁ ἱερός ὑμνογράφος, τόν μεγάλο Ἱεράρχη τῆς Ἐκκλησίας, τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν θεολόγο. «Θεία λύρα», ἔτσι ἀποκαλεῖται στό Δοξαστικό τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς-μνήμης τοῦ θεορρήμονος ἁγίου Πατρός.
.                       Τῷ ὄντι, ὁ Γρηγόριος ὁ θεολόγος, ὁ ἐπικαλούμενος Ναζιανζηνός, ἕνεκεν τῆς καταγωγῆς του ἀπό τήν Ναζιανζό τῆς Καππαδοκίας, τυγχάνει ἕνας ἀπό τούς ἐπιφανέστερους ἁγίους Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι γνωστόν ὅτι ὁλόκληρος ὁ τέταρτος αἰῶνας χαρακτηρίστηκε «χρυσοῦς αἰῶνας» τοῦ χριστιανισμοῦ, χάρις στούς μεγάλους Καππαδόκες Ἱεράρχες καί τόν Χρυσόστομο συνάμα, οἱ ὁποῖοι ἐπεστράτευσαν ὅλες τίς δυνάμεις τους, τίς γνώσεις τους καί τήν ἐνάρετη βιοτή τους, προκειμένου νά φανερώσουν στούς ἀνθρώπους τά θεῖα μυστήρια τοῦ Θεοῦ.
.                       Εἰδικότερα, ὁ ἅγιος Γρηγόριος, «πεπροικισμένος ἐκ φύσεως δι᾽ ἐκτάκτων πνευματικῶν χαρισμάτων», κατέστη πηγή θεολογίας καί ἐνδιαίτημα ὑψηλῆς θεωρίας, «κηρύττοντας Ἰησοῦν Χριστόν» καί στηλιτεύοντας τήν πλάνη τῶν δυσσεβῶν. Κατ᾽ ἄριστον τρόπον συνεδύασε «θεωρία» καί «πράξη», δόγμα καί ἦθος, σοφία καί ἐνάρετο βίο. Ἔλαβε δέ τόν ὕψιστο τίτλο τοῦ θεολόγου, μέ τήν οὐσιαστική ἔννοια τοῦ ὅρου, μετά τόν Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη καί ἔτσι παρέμεινε στήν ἱστορία. Ὁ ἴδιος θά πεῖ: «Βούλει θεολόγος γενέσθαι ποτὲ καὶ τῆς θεότητος ἄξιος; τὰς ἐντολὰς φύλασσε, διὰ τῶν προσταγμάτων ὅδευσον· πρᾶξίς γαρ ἐπίβασις θεωρίας» (Λόγος Κ’, Περὶ δόγματος, 12). Εἶχε ἀποκτήσει βέβαια σπουδαία μόρφωση τῆς θύραθεν καί τῆς χριστιανικῆς παιδείας, σπουδάζοντας στήν Ναζιανζό, στήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, στήν ἄλλη Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, στήν Μεγάλη πόλη τῆς Ἀλεξάνδρειας καί στό «ἰοστεφές ἄστυ», τήν Ἀθήνα. Συνδέθηκε μέ μία ἀληθινή φιλία μέ τόν Μέγα Βασίλειο μέχρι τήν κοίμησή του, ὅπου καί ἐξεφώνησε Ἐπιτάφιο λόγο τήν 1-1-382. Ὁ Γρηγόριος χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος στήν ἄσημη κωμόπολη Σάσιμα, ἐνῶ ἀργότερα ἡ Β’ Οἰκουμενική Σύνοδος, τό 381, τόν ἔφερε ὡς Ἀρχιεπίσκοπο Κων/λεως, τῆς ὁποίας καί προήδρευσε, ἀλλά ὁ θεσπέσιος Ἱεράρχης παρέμεινε γιά λίγο χρονικό διάστημα στόν Ἀρχιεπισκοπικό θρόνο, ἀπ᾽ ὅπου παραιτήθηκε, ἀφοῦ προηγουμένως ἐκφώνησε καί τόν περίφημο «Συντακτήριο Λόγο» ἐνώπιον τῶν Ἐπισκόπων.
.                       Ἀπό τά πλεῖστα συγγράμματά του μοναδικοί παραμένουν στήν ὅλη δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἐμπνευσμένοι πέντε θεολογικοί λόγοι του, ἤτοι οἱ: Κατὰ Εὐνομιανῶν, περὶ θεολογίας, περὶ Υἱοῦ δύο λόγοι καὶ περὶ Ἁγ. Πνεύματος. Αὐτοί οἱ λόγοι ἐκφωνήθηκαν στήν Κων/πολη καί στό μικρό Ναό τῆς Ἀναστάσεως (ἤ Ἁγίας Ἀναστασίας), μέ τούς ὁποίους κυριολεκτικά στήριξε πνευματικά, κατήχησε καί δίδαξε τούς ὀρθοδόξους πιστούς σέ μία πολύ δύσκολη χρονική περίοδο γιά τήν ὅλη ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι γνωστόν, ὅτι σ᾽ αὐτούς τούς λόγους του ὁ Γρηγόριος, μέ ἀπαράμιλλη θεολογική δύναμη, κατανικᾶ τόν αἱρετικό Εὐνόμιο καί διακηρύττει, ὅτι ὁ Υἱός εἶναι «συνάναρχος καὶ συναΐδιος τῷ Πατρί» καί τό Ἅγιον Πνεῦμα «ὁμοούσιον τῷ Πατρί», σέ ἀντίθεση μέ τούς αἱρετικούς πνευματομάχους.
.                         Στό παρόν ἄρθρο μου, ὅμως, θά μείνουμε στό εἶδος ἐκεῖνο τῶν ἔργων του, πού ὀνομάζονται Ἐπιτάφιοι Λόγοι. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος θεωρεῖται, μάλιστα, ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε στήν ἐκκλησιαστική γραμματεία, τό εἶδος αὐτό τῆς φιλολογίας καί ρητορίας, ἤτοι τούς Ἐπιταφίους Λόγους, βασιζόμενος βέβαια στήν κλασική ρητορική τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητος καί δή τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου οἱ Ἐπιτάφιοι Λόγοι ἄρχισαν πρός τιμήν τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων καί συνεχίστηκαν πρός ἀπόδοσιν ἀτομικῶν τιμῶν. Ἄλλωστε ἀπ᾽ αὐτούς τούς προχριστιανικούς χρόνους γνωρίζουμε σπουδαίους Ἐπιταφίους Λόγους ἤ ἀποσπάσματα αὐτῶν, ὅπως τοῦ Λυσία, τοῦ Δημοσθένους, τοῦ Ὑπερείδου, τοῦ Γοργία, τοῦ Περικλέους, τοῦ Ἰσοκράτους, τοῦ Μενάνδρου κ.ἄ. καί βέβαια γνώστης αὐτῶν ἦταν ὁ λίαν πεπαιδευμένος Ἱεράρχης Γρηγόριος. Ὁ ἴδιος δέν ἀρκέστηκε ὡστόσο στήν ὅλη ρητορική δομή ἑνός Ἐπιταφίου Λόγου, ἀλλά προχώρησε, ὡς χριστιανός ρήτορας, στήν μετάδοση καί ἑνός πνευματικοῦ μηνύματος πρός τούς ἀκροατές του, ἐξ ἐπόψεως χριστιανικῆς διδασκαλίας.
.                       Σώζονται οἱ κάτωθι Ἐπιτάφιοι Λόγοι τοῦ σοφοῦ Ἱεράρχου: Εἰς Καισάριον ἐπιτάφιος. Μετά τόν θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ του Κασαρίου, τέλη τοῦ 368. Εἰς Γοργονίαν ἐπιτάφιος. Μετά τόν θάνατο τῆς ἀδελφῆς του Γοργονίας, τέλη τοῦ 370. Ἐπιτάφιος εἰς τόν πατέρα. Πρόκειται γιά τόν πατέρα του, ἐπίσης ὀνόματι Γρηγόριον, ὁ ὁποῖος ἦταν Ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ τήν ἄνοιξη τοῦ 374. Καί, εἰς τόν Μ. Βασίλειον Ἐπιτάφιος, ὁ ὁποῖος ἐλέχθη στήν Καισάρεια τήν 1-1-382.

* * *

.                       Ἀπ’ ὅλους αὐτούς, θά μείνουμε σέ ἕνα Ἐπιτάφιο Λόγο, ἐκεῖνον πρός τόν ἀδελφό του, τόν Καισάριο. Κατ’ ἀρχήν, βέβαια, ὀφείλουμε νά σημειώσουμε ὅτι οἱ γονεῖς τοῦ Ἁγίου, ὀνόματι Γρηγόριος καί Νόννα, ἦσαν θεοσεβεῖς καί ἀπέκτησαν τρία τέκνα, τήν Γοργονία, τόν Γρηγόριο καί τόν Καισάριο. Καί ἡ μέν Γοργονία ἀνεδείχθη ἁγία γυναίκα τῆς προσευχῆς καί τῶν ἀγαθῶν ἔργων φιλανθρωπίας, ὁ δέ Καισάριος σπούδασε στήν Ἀλεξάνδρεια πολλές ἐπιστῆμες, ἀλλά κυρίως ἰατρική καί διετέλεσε ἀνώτερος αὐλικός ὑπάλληλος. Διακρίθηκε γιά τήν ἐντιμότητά του, τό φιλάνθρωπον τῆς προσωπικότητός του, τήν προσφορά του πρός τούς ἐνδεεῖς, τήν ἀσκητική καί ἁγία βιοτή.
.                       Ἀπ’ αὐτόν, λοιπόν, τόν Ἐπιτάφιο Λόγο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, πρός τόν κοιμηθέντα μικρότερο ἀδελφό του, παραθέτουμε μερικές ἐξαιρετικές περικοπές, ἐξόχως διδακτικές. Ὁ λόγος εὑρίσκεται στήν Ἑλληνική Πατρολογία, τ. 35, 756-788 καί σέ ἄλλες ἐκδόσεις, ὅπως καί στήν ΕΠΕ, 48, Θεσ/νίκη 1980, ἀπ’ ὅπου μεταφέρουμε καί τήν μετάφραση στή νεοελληνική τοῦ ἀξιόλογου φιλόλογου Ἰγνατίου Σακαλῆ.

* * *

.                       Κατ’ ἀρχήν, στό Προοίμιο, λέγει, ὅτι θά θρηνήσουμε τόν ἀπελθόντα ἀδελφόν του, ἀλλά «οὔτε ἐπαινεσόμεθα πέρα τοῦ μέτρου καὶ πρέποντος». Δέν θά προχωρήσει οὔτε σέ «ἀναλγησία», οὔτε σέ «ἀμετρία». Λέγει δέ, πολύ χαρακτηριστικά, ὅτι «τὴν ὀφειλομένην τοῖς ἀλγοῦσι παράκλησιν ἐπιθήσομεν καὶ μεταθήσομεν τὴν λύπην ἀπὸ τῆς σαρκὸς καὶ τῶν προσκαίρων ἐπὶ τὰ πνευματικὰ καὶ ἀΐδια». Καί βέβαια, μόνον ἕνας θεόπνευστος καί δεινότατος χριστιανός ρήτωρ, ὡς ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, θά μποροῦσε νά ἐπιτύχει τό δυσκολότατο τοῦτο ἐγχείρημα, ὅταν μάλιστα ὁ νεκρός εἶναι κατά σάρκα συγγενής του καί παρόντες εἶναι καί οἱ γονεῖς τοῦ κεκοιμημένου.
.                       Στή συνέχεια πλάθει τό ἐγκώμιον, ἀρχίζοντας ἀπό τούς γονεῖς, ἤτοι τόν πατέρα του Γρηγόριο, τήν μητέρα του Νόννα, μιλῶντας γιά τήν εὐσέβειά τους, παρ’ ὅτι γιά πολλά ἄλλα μποροῦσε νά τούς ἐπαινέσει. «Πολλῶν καὶ μεγάλων ὑπαρχόντων εἰς εὐφημίαν, λέγει, ἓν μέγιστον ἁπάντων καὶ ὥσπερ ἄλλο τι ἐπίσημόν ἐστιν ἡ εὐσέβεια». Οἱ γονεῖς αὐτοί, συνεχίζει, θησαύρισαν στά παιδιά τους, τήν οὐράνια λαμπρότητα, ὡσάν τήν πιό πολύτιμη κληρονομιά, ἤτοι «κλῆρον μέγιστον τοῖς παισὶ τὴν ἐκεῖθεν λαμπρότητα θησαυρίζοντες».
.                       Ἀκολούθως ὁμιλεῖ γιά τίς λαμπρές σπουδές τοῦ Καισάριου στήν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου λέγει: «… Ἐκεῖνος ἐγκατεστάθηκε εἰς τήν πόλιν τοῦ Ἀλεξάνδρου, πού ἦταν καί τότε καί τώρα τό ἐργαστήριον κάθε παιδείας. Ποῖον πρῶτον καί ποῖον μέγιστον ἀπό τά προτερήματά του νά ἀναφέρω; Τί νά παραλείψω, ὥστε νά μήν ἀδικήσω ἀπέραντα τόν λόγον μου; Ποῖος ἦταν περισσότερον ἀπό ἐκεῖνον ἄξιος τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν δασκάλων του; Ποῖος ἦταν πιό ἀγαπητός εἰς τούς συνομηλίκους του; Ποῖος περισσότερον ἀπό αὐτόν ἀπέφυγε τήν συντροφιά καί τήν συναναστροφήν τῶν φαύλων; Καί ποῖος ἐπεδίωξε περισσότερον τήν συναναστροφήν τῶν ἀρίστων καί μάλιστα τῶν πιό εὐυπολήπτων καί γνωστῶν ἀπό τούς πατριώτας μας; Καί τοῦτο ἐπειδή ἐγνώριζε ὅτι καί οἱ συναναστροφές δέν συντελοῦν ὀλίγον εἰς τήν ἀρετήν ἤ εἰς τήν κακίαν. Δι᾽ αὐτά ὅλα, ποῖος ἦταν ἄλλος ἀπό αὐτόν πολυτιμότερος διά τούς ἄρχοντας; Ποῖος ἦταν γνωστότερος εἰς ὁλόκληρον τήν πόλιν ἀπό αὐτόν διὰ τήν σωφροσύνην καί πιό ἀκουστὸς διὰ τὰς γνώσεις του, ἄν καί ἐξ αἰτίας τοῦ μεγέθους της περνοῦν ὅλοι ἀπαρατήρητοι μέσα εἰς αὐτήν;».
.                       Ἀναφέρει στή συνέχεια, συγκεκριμένα τίς σπουδές του, στή γεωμετρία, ἀστρονομία, ἀριθμητική καί τήν ἰατρική, τήν ὁποία ἀποκαλεῖ «θαυμασία». Συνεχίζει διηγούμενος τήν ἐξάσκηση τῆς ἰατρικῆς τέχνης στήν Κων/πολη, τήν ὁποία ἐπετέλεσε εἰδικότερα στήν αὐτοκρατορική αὐλή ἐπί Κωνσταντίου, ἀλλά συνάμα κάμνει λόγον καί γιά τόν εὐσεβῆ χαρακτῆρα του καί τό φιλάδελφον τοῦ ἤθους του. Λέγει: «φέρε μηδὲ τοῦτο τῶν Καισαρίου καλῶν παρέλθωμεν, ὅ τοῖς μὲν ἄλλοις ἴσως μικρὸν καὶ οὐδὲ μνήμης ἄξιον, ἐμοὶ δὲ καὶ τότε καὶ νῦν μέγιστον ἔδοξεν εἴπερ τῶν ἐπαινετῶν ἡ φιλαδελφία καὶ οὐ παύσομαι τιθεὶς ἐν πρώτοις».
.                       Ὅπως δέ συνεχίζει ὁ Γρηγόριος νά ἐγκωμιάζει τόν Καισάριο, λέγει γι’ αὐτόν, ὅτι δέν τόν ἐπηρέαζαν οἱ ποικίλες τιμές καί πρόσκαιρες δόξες, ἀλλά ἴσχυε τό «πρῶτον ἦν εἰς ἀξίωμα χριστιανὸν καὶ εἶναι, καὶ ὀνομάζεσθαι». Θεωροῦσε ὁ Καισάριος ὅλες τίς τιμές καί τίς γήϊνες δόξες ὡς «παιδιὰ καὶ λῆρος», δηλ. παιχνίδι καί φλυαρία. Ὡστόσο, τόν Κωνστάντιον διεδέχθη στόν αὐτοκρατορικό θρόνο, ὁ μισόχριστος Ἰουλιανός ὁ Παραβάτης, ὁ ὁποῖος ἐπίεζε καί ἐξεβίαζε τόν ἄριστο ἰατρόν Καισάριον, ν’ ἀπαρνηθεῖ τήν χριστιανική πίστη του, πλήν ὅμως, οὐδέν ἐπέτυχε, παρά μόνον τήν ἀποπομπή του. Ὁ Γρηγόριος τό ἀναφέρει τοῦτο μέ ἐπαινετικά λόγια: «ὡς δὲ πάσας αὐτοῦ τὰς ἐν τοῖς λόγοις πλοκὰς διαλύσας, καὶ πεῖραν ἅπασαν ἀφανῆ τε καὶ φανεράν, ὥσπερ τινὰ παιδιὰν παρωσάμενος, μεγάλῃ καὶ λαμπρᾷ τῇ φωνῇ τὸ Χριστιανὸς εἶναι τε καὶ μένειν ἀνεκήρυξεν, οὐδὲ οὕτω μὲν παντελῶς ἀποπέμπεται». Μετά ὅμως τόν θάνατον τοῦ Ἰουλιανοῦ ὁ Καισάριος ἐπανῆλθε στήν Κων/πολη καί μάλιστα ἀργότερα διορίστηκε γιά τήν ἐντιμότητά του «ἐπιμελητής θησαυρῶν καί ταμίας τῶν δημοσίων χρημάτων». Κατακλείει δέ, τό πρῶτο μέρος τοῦ λόγου του, ὁ ἅγιος, μέ τοῦτα τά καταπληκτικά λόγια: «… Τὸν προπέμπομεν μὲ ὕμνους, τὸν συνοδεύουν βήματα Μαρτύρων, τὰ ὅσια χέρια τῶν γονέων του τὸν τιμοῦν καὶ ἡ λαμπρὰ συμπεριφορὰ τῆς μητέρας, ποὺ εἰς τὴν θέσιν τῆς συμφορᾶς προβάλλει τὴν εὐσέβειαν. Ἡ πίστις νικᾷ τὰ δάκρυα, οἱ ψαλμοὶ καθησυχάζουν τοὺς θρήνους καὶ ἀπολαμβάνει τὰ ἄξια βραβεῖα τῆς χριστιανικῆς ψυχῆς, ποὺ τὸ Πνεῦμα τῆς ἔδωσε μὲ τὸ Βάπτισμα τὴν ἀρχικὴν μορφήν της».

* * *

.                       Στό δεύτερο μέρος τοῦ Ἐπιταφίου Λόγου του, ὁ ἱερός Πατήρ, μέ ἀπαράμιλλη ρητορική τέχνη, μέ βάθος θεολογικοῦ στοχασμοῦ, ἀπευθύνεται τώρα πρός τόν κοιμηθέντα ἀδελφόν του Καισάριον καί λέγει ὡραιότατα: «… Αὐτὸ εἶναι ἀπὸ ἐμένα, Καισάριε, τὸ σάβανόν σου. Αὐτὲς εἶναι οἱ ἀπαρχὲς τῶν λόγων μου· μὲ κατηγοροῦσες συχνὰ ὅτι τοὺς ἔκρυβα καὶ ἦταν νὰ τοὺς ἀποκαλύψῃς εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν ἰδικήν σου. Αὐτὸς εἶναι ὁ στολισμός σου ἀπὸ ἐμένα καὶ γνωρίζω καλὰ πὼς εἶναι ἀπὸ κάθε στολισμὸν προτιμότερος. Δὲν ἀγαποῦσες τὰ ἁπαλὰ καὶ χυτὰ μεταξωτά, ποὺ δὲν σοῦ ἐπροξενοῦσαν χαράν, ὅπως προξενοῦν εἰς τοὺς πολλούς, ὅταν ἤσουν βουτηγμένος εἰς αὐτά, ἀλλὰ εἶχες στολίδι σου τὴν ἀρετήν. Δὲν ἀγαποῦσες τὰ διάφανα λινὰ οὔτε τὰ ἀκριβὰ ἀρώματα. Οὔτε τὰ διάφορα μικροπράγματα τὰ ἀγαπητὰ εἰς τοὺς μικροὺς ἀνθρώπους, ποὺ σήμερα θὰ τὰ ἔκρυβε ὅλα ἡ πικρὴ αὐτὴ πλάκα…».
.                       Καὶ σέ μία ὑπέροχη ἀποστροφή τοῦ λόγου του λέγει: «… τὸ δὲ ἐμὸν δῶρον λόγος», πού οἱ ἐπερχόμενες γενιές θά τόν σεβαστοῦν καί θά τόν φυλάξουν καί θά σέ ἐνθυμοῦνται. Ὁ λόγος αὐτός θά κρατεῖ πάντα στίς ἀκοές καί στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων αὐτόν πού τιμοῦμεν, δηλαδή τόν Καισάριον, καταλήγει ὁ ἱερός πατήρ. Καί πράγματι, ἰδού, ἔπειτα ἀπό τόσους αἰῶνες διαβάζουμε, μελετοῦμε καί παρουσιάζουμε τόν Ἐπιτάφιον αὐτόν Λόγον.
.                       Λέγει, κατόπιν, ὁ Γρηγόριος ὑπέροχα λόγια γιά τήν ἄνοδο τοῦ Καισάριου στούς οὐρανούς, κοντά στό θρόνο τοῦ Θεοῦ: «…Ἐσὺ ὅμως τώρα εὑρίσκεσαι εἰς τοὺς οὐρανούς, θεῖον καὶ ἱερὸν πνεῦμα, μέσα εἰς τοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ, ἀσυλλήπτους δι᾽ ἡμᾶς· ἀναπαύσου καὶ παρακολούθησε τὸν χορὸν τῶν Ἀγγέλων καὶ τῶν δικαίων τὴν δόξαν καὶ τὴν λαμπρότητα. Ἢ μᾶλλον θά μετέχῃς καὶ ἐσὺ εἰς τὸν χορὸν καὶ τὴν ἰδίαν θὰ νιώθῃς χαρὰν καὶ θὰ γελᾷς μὲ ὅλα τὰ ἰδικά μας ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, μὲ ὅ,τι ἀποκαλοῦμε πλούτη, μὲ τὰ ἀσήμαντα ἀξιώματα, τὶς ψεύτικες τιμές, τὴν ἀπάτην τῶν αἰσθήσεων, τὸ γύρισμα τῆς ζωῆς αὐτῆς, τὴν σύγχυσίν μας καὶ τὴν ἄγνοιαν, καθὼς σὲ νυχτερινὴν μάχην. Θὰ εἶσαι εἰς τὸ πλάϊ τοῦ μεγάλου Βασιλέως καταπλημμυρισμένος ἀπὸ τὸ ἐκεῖ φῶς. Αὐτοῦ τοῦ φωτὸς ὀλίγον ἀντιφέγγισμα δεχθήκαμε καὶ ἐμεῖς ἀπὸ ἐκεῖ, ὅσον νὰ διακρίνωμε ἀνάμεσα ἀπὸ καθρέφτες καὶ αἰνίγματα καὶ παρακαλοῦμε, ἔπειτα ἀπὸ τὴν ζωὴν αὐτήν, νὰ συναντήσωμε τὴν ἰδίαν τὴν πηγὴν τοῦ φωτός, ἀντικρύζοντας μὲ καθαρὸν νοῦν τὴν καθαρὰν ἀλήθειαν. Θὰ εἶναι αὐτὸς ὁ μισθός μας διὰ τὴν φιλόπονον ἐδῶ ἐπιδίωξιν τοῦ καλοῦ, ἡ πλήρης μετοχὴ ἐκεῖ εἰς τὸ καλὸν καὶ ἡ θέα, ποὺ τὰ ἱερά μας βιβλία καὶ οἱ μύσται τοῦ θείου ὁρίζουν ὡς κατάληξιν τῆς ψυχικῆς μας πορείας».

* * *

.                       Στή συνέχεια κάμνει λόγο γιά τό παροδικό καί πρόσκαιρο τοῦ παρόντος βίου καί γιά τήν ματαιότητα, λέγοντας ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμεθα ὡς «ὄναρ οὐχ ἱστάμενον, φάσμα τι (=φάντασμα) μή κρατούμενον, πτῆσις ὀρνίου παρερχομένου, ναῦς ἐπὶ θαλάσσης ἴχνος οὐκ ἔχουσα, κόνις, ἀτμίς, ἑωθινὴ δρόσος, ἄνθος καιρῷ φυόμενον, καὶ καιρῷ λυόμενον», κλείνοντας μέ τήν τοῦ Δαυΐδ φράση: «Ἄνθρωπος ὡσεὶ χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ, ὡσεὶ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ, οὕτως ἐξανθήσει» (Ψ. 102, 15) καί τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ τήν ἄλλη σπουδαία φράση: «Πάντα ματαιότης ματαιοτήτων, τά πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. Κεφ. Α’, 2).

* * *

.                       Προχωρεῖ στόν Ἐπιτάφιον Λόγον του μέ τήν παραμυθία, τήν παρηγορία καί παράκληση καί συγχρόνως συμβουλεύει τό ἀκροατήριο: «Φέρε δέξασθε παράκλησιν…. μὴ τοίνυν πενθῶμεν Καισάριον…»· «… Ἂς θρηνοῦμε τὸν ἑαυτόν μας διὰ ὅσα ἐχάσαμε καὶ δι᾽ αὐτὰ ποὺ μᾶς περιμένουν, ἂν δὲν ἀκολουθήσωμε τὴν μερίδα τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν σπεύσωμεν πρὸς τὴν ζωὴν τοῦ οὐρανοῦ, παραδίδοντας ὁλόψυχα τὸν ἑαυτόν μας εἰς τόν Θεόν καὶ παρατρέχοντας ὅσα τρέχουν καὶ φεύγουν. Πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμε τὴν γῆν, ἐνῷ ἀκόμη ζοῦμε ἐπάνω εἰς αὐτὴν καὶ νὰ ἀκολουθήσωμε εἰλικρινὰ τὸ Πνεῦμα, ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ πρὸς τὰ ἄνω».
.                       Λέγει δέ κατόπιν ὅτι τό «μεῖζον φάρμακον», γιά τήν παρηγορία ὅλων, εἶναι ἡ ἀξία τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Καί προσθέτει ὅτι στή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, ὅταν θά ἠχήσει ἡ «ἐσχάτη σάλπιγγα», τότε «Καισάριον αὐτὸν ὄψομαι, μηκέτι ἐκδημοῦντα, μηκέτι φερόμενον, μηκέτι πενθούμενον, μηκέτι ἐλεούμενον, λαμπρόν, ἔνδοξον, ὑψηλόν· υἱός μοι κατ᾽ ὄναρ ὤφθης πολλάκις, ὦ φίλτατε ἀδελφῶν ἐμοὶ καὶ φιλαδελφότατε».
.                       Κατακλείει δέ τόν λόγον του, ὁ σοφός Ἱεράρχης καί θεῖος ποιμήν, ὁ θεολόγος Γρηγόριος, ἀναπέμποντας μία ὑπέροχη προσευχή: «Ὦ Δέσποτα πάντων καὶ ποιητά, καὶ διαφερόντως τοῦδε τοῦ πλάσματος! Ὦ Θεὲ τῶν σῶν ἀνθρώπων, καὶ πάτερ, καὶ κυβερνῆτα! Ὦ ζωῆς καὶ θανάτου Κύριε! Ὦ ψυχῶν ἡμετέρων ταμία καὶ εὐεργέτα! Ὦ ποιῶν τὰ πάντα, καὶ μετασκευάζων τῷ τεχνίτῃ Λόγῳ κατὰ καιρόν, καὶ ὡς αὐτὸς ἐπίστασαι τῷ βάθει τῆς σῆς σοφίας καὶ διοικήσεως, νῦν μὲν δέχοιο Καισάριον, ἀπαρχὴν τῆς ἡμετέρας ἀποδημίας· εἰ δὲ τὸν τελευταῖον πρῶτον συγχωροῦμεν τοῖς σοῖς λόγοις, οἷς τὸ πᾶν φέρεται· δέχοιο δὲ καὶ ἡμᾶς ὕστερον ἐν καιρῷ εὐθέτῳ, οἰκονομήσας ἐν τῇ σαρκὶ ἐφ’ ὅσον ἂν ᾗ συμφέρον· καὶ δέχοιό γε διὰ τὸν σὸν φόβον ἑτοιμασθέντας, καὶ οὐ ταρασσομένους, οὐδὲ ὑποχωροῦντας ἐν ἡμέρᾳ τῇ τελευταίᾳ, καὶ βίᾳ τῶν ἐντεῦθεν ἀποσπωμένους, ὃ τῶν φιλοκόσμων ψυχῶν πάθος καὶ φιλοσάρκων, ἀλλὰ προθύμως πρὸς τὴν αὐτόθεν ζωὴν τὴν μακραίωνά τε καὶ μακαρίαν, τὴν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

* * *

.                       Πραγματικά, μέ τόν Ἐπιτάφιο αὐτό λόγο, ἡ «θεία λύρα» ἔκρουσε τίς χορδές τῆς ψυχῆς τῶν ἀκροατῶν του. Τούς παρηγόρησε. Τούς δίδαξε. Πρόκειται, θά λέγαμε, γιά μία σπουδαία μελέτη, μέ κεντρικό θέμα τό ρέον τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, τήν πραγματικότητα τοῦ θανάτου καί τήν ἀλήθεια τῆς ἐπουράνιας ζωῆς. Ἕνα ὑπέροχο μεταθανάτιο ἐγκώμιο γιά τόν ἀδελφό του Καισάριο, μέ σοφία, μέ σύνεση, μέ διάκριση, μέ βαθειά πίστη στόν Κύριο. Ἕνας ἀληθινός παραμυθητικός Ἐπιτάφιος Λόγος, πού μόνον ὁ «ποιμενικός αὐλός» τῆς θεολογίας ἑνός Γρηγορίου θά μποροῦσε νά ἐκφωνήσει.
.                       Ἀλλά τίς ἀλήθειες αὐτές, πού διεκήρυξε μέ τόν Λόγο του ὁ ἅγιος Ἱεράρχης, συχνά ἐμεῖς τίς παραγνωρίζουμε, γι᾽ αὐτό καί ἐπαιρόμεθα καί διάγουμε τήν ζωή μας, δουλεύοντας μέ ἐντελῶς γήϊνο φρόνημα. Ὡστόσο, ὀφείλουμε νά συλλογιζόμεθα τόσον τήν ὕπαρξη τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, ὅσον καί τῆς μελλούσης ζωῆς καί ἀνταποδόσεως.
.                       Ἡ «θεία λύρα» τοῦ πνεύματος, ἐν προκειμένῳ, θά μᾶς προτρέψει: «Τῶν καλῶν τὸ πρῶτον… ἐστὶν ἀεὶ Θεὸν κτᾶσθαι καὶ γένεσθαι κτῆμα Θεοῦ διὰ τῆς πρὸς αὐτὸν οἰκειώσεώς τε καὶ ἀναβάσεως» (Ἐπιστολή πρός πρεσβύτερον Σακερδώτα (PG 37, 349).
.                       Ἀληθεύει, συνεπῶς, ἡ μαρτυρία τοῦ Ρουφίνου τῆς Ἀκυηλίας (4ος αἰ.) πού, μετέφρασε Γρηγόριον, στά λατινικά, ὅτι: «Τοῦ Γρηγορίου οὐδὲν οὔτε τοῦ βίου ἐπαινετώτερον καὶ ἁγιώτερον οὔτε τῆς εὐγλωττίας λαμπρότερον καὶ ἐνδοξότερον οὔτε τῆς πίστεως καθαρώτερον καὶ ὀρθότερον οὔτε τῆς ἐπιστήμης πληρέστερον καὶ τελειότερον δύναται νὰ εὑρεθῇ» (PG 35, 92)

,

Σχολιάστε

ΕΝΑ ΜΑΘΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ἀπὸ τὸν Μ. Ἀθανάσιο

Ἕνα μάθημα γιὰ τὸν Χριστό  ἀπὸ τὸν Μ. Ἀθανάσιο

Τοῦ  Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

.                      Εἶχε δίκαιο, ὁ ἐθνικός μας ἱστορικός, ὁ Κωνσταντῖνος Παπαρρηγόπουλος, ὅταν ἔγραφε, ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, «ἀπέβη ὁ ἁγιώτερος τῶν ἡρώων ἤ μᾶλλον ὁ ἡρωϊκώτερος τῶν ἁγίων» (Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τ. 2, σελ. 510), καί πολύ περισσότερο εἶχε δίκαιο, ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅταν ἔλεγε: «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν ἀρετήν ἐπαινέσομαι˙ ταὐτόν γάρ ἐκεῖνόν τε εἰπεῖν καί ἀρετήν ἐπαινέσαι» (ΒΕΠΕΣ 59, 148). Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας, εἶναι ἀναντιρρήτως μία ἐκ τῶν περιφανεστέρων προσωπικοτήτων τῆς Ἐκκλησίας. Φλογερός μαχητής καί ὁμολογητής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ἔλυσε θεμελιώδη προβλήματα καί θέματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιμετώπισε ἐπιτυχῶς τήν φοβερή αἵρεση τοῦ Ἀρείου καί θεμελίωσε πολύ οὐσιαστικά τήν ὀρθόδοξη χριστιανική τριαδολογία, ἤδη ἀπό τόν 4ο αἰῶνα. Ὑπέστη βέβαια πολλές διώξεις καί ἐξορίες, ἀλλά πάντοτε παρέμενε μέ ἀκατάβλητο θάρρος, μέ ἀδαμάντινο χαρακτῆρα, μέ ἀκλόνητη πίστη, μέ ἀκάματη σταθερότητα στήν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Ἐκοιμήθη τό 373, δράσας ὡς Ἐπίσκοπος 45 ὁλόκληρα ἔτη, ἐκ τῶν ὁποίων διῆλθε πλέον τῶν 15 στήν ἐξορία. Στίς 18 Ἰανουαρίου τιμᾶται ἀπό τήν Ἐκκλησία ἡ μνήμη του καί στίς 2 Μαΐου ἡ ἀνακομιδή τῶν ἱερῶν λειψάνων του.

* * *

.                       Ὡστόσο, στίς ἡμέρες μας ἑλκύει τήν προσοχή μας ἕνα θέμα στό ὁποῖο χρειάζεται πολλή καθοδήγηση καί χριστιανική μόρφωση καί αὐτό τό θέμα εἶναι τό Πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τό Πανάγιον Πρόσωπον, τό ὁποῖο συνεχῶς βάλλεται ἤ κακοποιεῖται ἤ ἐμπαίζεται ἤ δέχεται τά πυρά τῆς τυραννίας τοῦ ὀρθοῦ λόγου. Ἐπί πλέον κυκλοφορεῖ καί μία ἀντιευαγγελική ρητορική καί φρασεολογία περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί πολύς κόσμος ἐξακολουθεῖ νά βρίσκεται σέ ἄγνοια ἤ ἡμιμάθεια ἤ καί σέ ἀποξένωση ἀπό τό θεανδρικό Πανάγιον Πρόσωπο τοῦ Κυρίου.
.                       Κατά συνέπειαν, τυγχάνει ἀρήδιλος ἀνάγκη νά ἀναθερμανθεῖ ἡ ἀλήθεια περί τοῦ Χριστοῦ, ὡς τοῦ Μοναδικοῦ Λυτρωτοῦ τῶν ἀνθρώπων ἀπό τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο. Πλεῖστοι λησμονοῦμε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τό Α καί τό Ω πάσης θεωρίας καί πάσης ζωῆς, ὅτι εἶναι γιά τόν καθένα μας τό Φῶς, ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ζωή, τό Ὕδωρ, ἡ Ἀνάστασις, ἡ Ἀγάπη, ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς μας. Λησμονοῦμε ὅτι «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία οὐδέ γάρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον τοῖς ἀνθρώποις, ἐν ὧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. δ’,12). Καί τό Ὄνομα, «τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα» εἶναι ὁ Χριστός. Ἔπειτα ἔχει διαπιστωθεῖ καί τοῦτο, ὅτι λόγος περί Θεοῦ ἤ περί θρησκείας ἀσφαλῶς καί γίνεται. Ἀλλά λόγος περί τοῦ Χριστοῦ ἀποφεύγεται. Ὁδηγούμεθα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον σέ μία ἀποχριστιανοποίηση τῆς κοινωνίας. Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή θεωρεῖται πολλάκις ἐμπόδιο γιά τήν ἀνομία μας, γιά τήν ἐπιβολή τῆς πολύμορφης ἁμαρτίας. Ὁ Χριστός βρίσκεται σέ ἐξορία, μακράν τοῦ ἰδιωτικοῦ, οἰκογενειακοῦ, ἐπαγγελματικοῦ καί δημόσιου βίου. Ὁ σύγχρονος ἐκκοσμικευμένος καί ὑλόφρων ἄνθρωπος διαπιστώνουμε ὅτι δέν θέλει τόν Χριστό στή ζωή του.

* * *

.                       Γι’ αὐτό, ἀξίζει νά ἀφήσουμε τόν Μέγα Ἀθανάσιο νά μᾶς ὁδηγήσει καί πάλιν στή ζῶσα χριστοκεντρικότητα. Ὁδηγός εἶναι τά σπουδαιότατα συγγράμματά του. Σ’ αὐτά, κυρίως στό «Περί ἐνανθρωπήσεως», στό «Κατά ἀρειανῶν Α´ – Γ´», στό  «Περί τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου» ἀλλά καί σέ ὁμιλίες του ὅπως «Εἰς τό πάθος τοῦ Κυρίου καί εἰς τόν Σταυρόν», ὁ σοφός Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας, ἀληθῶς, ἔρχεται καί μᾶς καθοδηγεῖ στήν σώζουσα ἀλήθεια περί τοῦ Προσώπου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ μέγας αὐτός Ἱεράρχης στηρίζεται στήν Ἁγία Γραφή καθ’ ὅτι γράφει: «Οἱ Γραφές διά θεολόγων ἀνδρῶν παρά Θεοῦ ἐλαλήθησαν καί ἐγράφησαν˙ ἡμεῖς δέ παρά τῶν αὐταῖς ἐντυγχανόντων θεοπνεύστων διδασκάλων, οἵ καί μάρτυρες τῆς Χριστοῦ θεότητος γεγόνασι, μαθόντες μεταδίδομεν» (Περί ἐνανθρωπήσεως, PG 25, 196).

* * *

.                         Ἔπειτα, ἄν στήν αἱρετική του δοξασία, ὁ δυσσεβής ἐκεῖνος Ἄρειος, διεκήρυττε ὅτι, «ὅπως ὅλα τά κτίσματα, ἔτσι καί ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶναι κτίσμα καί ποίημα καί ὅπως ὅλα δέν ἦσαν πρότερον ἐξ  ἀρχῆς, ἀλλ’ ἔγιναν ὕστερον, ἔτσι καί Αὐτός, ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος, ἦτο κάποτε καιρός, κατά τόν ὁποῖον δέν ὑπῆρχε, ἀλλ’ ἔχει καί Αὐτός ἀρχή», ὁ θεοφόρος Μέγας Ἀθανάσιος ἔρχεται καί ἀντικρούει, θεολογεῖ καί θεμελιώνει τήν Χριστολογία, ὅπως τήν ἐξέφρασε καί διετύπωσε κατόπιν ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος τό 325 στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Χρησιμοποίησε ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος τίς σπουδαιότατες ἐκφράσεις «γέννημα τῆς οὐσίας», «Υἱός φύσει μονογενής», «φύσει καί ἀληθινός Υἱός», «Λόγος ἐστίν ἀΐδιος φύσει τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ ὁ Υἱός» τίς ὁποῖες καί διαβάζουμε στό «Κατά ἀρειανῶν», δεύτερο ἔργο του. Ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος τελικά, μέ τήν θεολογική συνδρομή τοῦ Μεγ. Ἀθανασίου δογμάτισε τά σχετικά γνωστά ἄρθρα στό Σύμβολο τῆς Πίστεως περί τοῦ Χριστοῦ καί περαιτέρω ἀπεφάνθη τόν ἀφορισμόν εἰς τούς λέγοντας: «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν» καί «πρίν γεννηθῆναι οὐκ ἦν» καί ὅτι «ἐξ οὐκ ὄντων» ἐγένετο, ἤ «ἐξ ἑτέρας ὑποστάσεως» ἤ «οὐσίας» ἤ «κτιστόν» ἤ «τρεπτόν» ἤ «ἀλλοιωτόν» τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ. Ὁ θεόπνευστος Ἀθανάσιος μέ τήν ὅλη του παιδεία, πραγματικά θεολόγησε γιά νά κατανοηθοῦν σαφῶς οἱ δύσκολες ἔννοιες καί λέξεις: Θεός καί Υἱός, γέννησις καί αἰωνιότητα, ὁμοούσιον καί ὑπόστασις, ἡ ἐκ Πατρός γέννησις καί ἡ ἐν χρόνῳ γέννησις, ἡ ἐνανθρώπησις, ἡ ἐν Χριστῷ κένωσις κ.ἄ.

* * *

.                         Ἕνα ἀκόμη σημαντικό σημεῖο τῆς χριστολογίας τοῦ Ἀθανασίου, τό ὁποῖο ὀφείλουμε νά ἀναφέρουμε εἶναι ἡ σύναψη τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου, ἄλλως ἡ δυνατότητα τῆς σωτηρίας του. Δηλαδή, γράφει, πολύ χαρακτηριστικά, ὁ ἱερός Πατήρ καί Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας ὅτι: «Εἰ κτίσμα ἦν ὁ Υἱός, ἔμενεν ἄνθρωπος οὐδέν ἧττον θνητός, μή συναπτόμενος τῷ Θεῷ. Οὐ γάρ κτίσμα συνῆπτε τά κτίσματα τῷ Θεῷ, ζητοῦν καί αὐτό τόν συνάπτοντα˙ οὐδέ τό μέρος τῆς κτίσεως σωτηρία τῆς κτίσεως ἄν εἴη, δεόμενον καί αὐτό σωτηρίας… κατά τήν συγγένειαν τῆς σαρκός ἠλευθερώθημεν καί λοιπόν συνήφθημεν καί ἡμεῖς τῷ Λόγῳ» (Κατά ἀρ. Β’ 69) καί ἔπειτα: «Οὐκ ἄν ἐθεοποιήθη ὁ ἄνθρωπος, εἰ μή φύσει ἐκ τοῦ Πατρός καί ἀληθινός καί ἴδιος αὐτοῦ ἦν ὁ Λόγος ὁ γενόμενος σάρξ. Διά τοῦτο γάρ τοιαύτη γέγονεν ἡ συναφή, ἵνα τῷ κατά φύσιν τῆς θεότητος συνάψῃ τόν φύσει ἄνθρωπον καί βέβαια γένηται ἡ σωτηρία καί ἡ θεοποίησις αὐτοῦ» (ὅπ. παρ. 70).
.                      Ἔτσι ἔχει παραμείνει στή θεολογία τῆς Ἐκκλησίας τό μέγα ἀπόφθεγμά του ὅτι: «ὁ Λόγος ἐνηνθρώπησεν ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν» (PG 25, 192). Αὐτά τά λόγια σαφῶς καί καταφάσκουν τήν σωτηριολογική χριστολογία τοῦ θεοφόρου πατρός.

* * *

.                        Ἕνα δέ τελευταῖο σημεῖο, ἄξιο προσοχῆς, τῆς διδασκαλίας τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου εἶναι καί ἐκεῖνο, τό ὁποῖο ἀναφέρεται στό θέμα τοῦ θανάτου, διότι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐννοεῖται ὅτι ἔχει ὡς προϋπόθεση τόν θάνατο τῆς μεταπτωτικῆς φθορᾶς. Ἔτσι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ «συνιδών ὅτι ἄλλως οὐκ ἄν λυθείη τῶν ἀνθρώπων ἡ φθορά, εἰ μή διά τοῦ πάντως ἀποθανεῖν, οὐχ οἷον τε δέ ἦν τόν Λόγον ἀποθανεῖν, ἀθάνατον ὄντα καί τοῦ Πατρός Υἱόν, τούτου ἕνεκεν τό δυνάμενον ἀποθανεῖν ἑαυτῷ λαμβάνει σῶμα, ἵνα τοῦτο τοῦ ἐπί πάντων Λόγου μεταλαβόν, ἀντί πάντων ἱκανόν γένηται τῷ θανάτῳ καί διά τόν ἐνοικίσαντα Λόγον ἄφθαρτον διαμεῖναι καί λοιπόν ἀπό πάντων ἡ φθορά παύσηται τῇ τῆς ἀναστάσεως χάριτι» (PG 25, 112). Ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησίν Του «ἠφάνισε τόν θάνατον» καί θά γράψει ὁ Μ. Ἀθανάσιος: «Ὅθεν, ὁ Χριστός, εἰκότως ἔλαβε σῶμα θνητόν, ἵνα καί ὁ θάνατος ἐν αὐτῷ λοιπόν ἐξαφανισθῆναι δυνηθεῖ καί οἱ κατ’ εἰκόνα πάλιν ἀνακαινισθῶσιν ἄνθρωποι» (ὅπ. παρ. 120). Ἐπέτυχε τελικά τήν ἀφθαρσία τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, καθ’ ὅτι ὁ Χριστός «εἰ καί ἀπέθανε (τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ) διά τό ὑπέρ πάντων λύτρον, ἀλλ’ οὐκ οἶδε φθοράν. Ὁλόκληρον γάρ ἀνέστη, ἐπεί μηδέ ἄλλου τινός ἀλλ’ αὐτῆς τῆς ζωῆς ἦν τό σῶμα» (ὅπ. παρ. 133). Ὁ Κύριος εἶναι, λοιπόν, ἡ αὐτοζωή, ἡ Ἀνάστασις καί δώρησε στόν ἄνθρωπο τήν ἀνάσταση. Συγκεκριμένα γράφει ὁ Μ. Ἀθανάσιος: «Ὕστερον ἐπί σωτηρίᾳ τῶν πάντων ἔλαβε σῶμα καί τήν μέν οἰκουμένην περί Πατρός ἐδίδαξε, τόν δέ θάνατον κατήργησε, πᾶσι δέ τήν ἀφθαρσίαν ἐχαρίσατο διά τῆς ἐπαγγελίας τῆς ἀναστάσεως, ἀπαρχήν ταύτης τό ἴδιον ἐγείρας σῶμα, καί τρόπαιον αὐτό κατά θανάτου καί τῆς τούτου φθορᾶς ἐπιδειξάμενος τῷ σημείῳ τοῦ σταυροῦ». (ὅπ. παρ. 152). Καί σ’ ἄλλο σημεῖο ὑπογραμμίζει: «Οὐκ ἀπολλύμεθα διαλυόμενοι, ἀλλ’ ὡς σπειρόμενοι ἀναστησόμεθα, καταργηθέντος τοῦ θανάτου κατά τήν τοῦ Σωτῆρος χάριν» (ὅπ. παρ. 132). Καί γι’ αὐτόν τόν θάνατον, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, θά τονίσει: «Πάλαι μέν γάρ πρίν τήν θείαν ἐπιδημίαν γενέσθαι τοῦ Σωτῆρος, φοβερός ἦν καί αὐτοῖς τοῖς ἁγίοις ὁ θάνατος, καί πάντες τούς ἀποθνήσκοντας ὡς φθειρομένους ἐθρήνουν˙ ἄρτι δέ τοῦ Σωτῆρος ἀναστήσαντος τό σῶμα, οὐκέτι μέν ὁ θάνατος ἐστι φοβερός, πάντες δέ οἱ τῷ Χριστῷ πιστεύοντες, ὡς οὐδέν αὐτόν ὄντα πατοῦσι».

* * *

.                        Μετά ἀπ’ ὅλα αὐτά, οὐδόλως θά πρέπει, οὔτε νά μυθολογοῦμε, οὔτε νά χλευάζουμε «γελῶντες μέ τά ἀχλεύαστα», οὔτε νά λέγουμε ἄτοπα καί ἀθεολόγητα ρήματα, ἀλλά καί οὔτε νά παραβαίνουμε τίς θεῖες ἐντολές. Πρός τόν Σωτῆρα Χριστόν νά προσβλέπουμε, γιατί ὅπως πάλιν γράφει ὁ Μ. Ἀθανάσιος: «Τά ψυχικά πάθη περιεῖλε (=καθάρισε) τῶν ἀνθρώπων ὁ Χριστός, ὥστε τούς μέν πόρνους σωφρονεῖν, τούς δέ ἀνδροφόνους μηκέτι ξίφους κρατεῖν, τούς δέ δειλία προκατεχομένους ἀνδρίζεσθαι» (ὅπ. παρ. 185). Καί ὡς ἐπίσης διακηρύττει ὁ ἱερός πατήρ, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός εἶναι ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου, ὁ «ἕλκων εἰς εὐσέβειαν, πείθων εἰς ἀρετήν, διδάσκων περί ἀθανασίας, εἰς πόθον τῶν οὐρανίων ἐνάγων, ἀποκαλύπτων τήν περί τοῦ Πατρός γνῶσιν, τήν κατά τοῦ θανάτου δύναμιν ἐμπνέων, ἑκάστῳ δεικνύων ἑαυτόν καί τήν τῶν εἰδώλων ἀθεότητα καθαιρῶν». (ὅπ. παρ. 149).

* * *

.                             Πλήν ὅμως, διαπιστώνουμε, μετά πολλῆς θλίψεως, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, καί σήμερα ἔπειτα ἀπό 20 αἰῶνες ἀγνοοῦν καί ἐπισωρεύουν ἀρνητικούς λογισμούς καί δέν κατανοοῦν τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Εὑρίσκονται μακράν ἀπό τήν ὀρθή ἀπάντηση στό κορυφαῖο ἐρώτημα: Τί εἶναι ὁ Χριστός; Κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ φαινομένου αὐτοῦ καί αὐτή ἡ ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας καθίσταται ἀκατανόητη. Καί ἀκόμη περισσότερο, ἡ ὅλη συμπεριφορά ἀλλά καί ἡ διαλεκτική εἶναι ὡς «υἱῶν ἀπειθείας», ἀσεβείας καί ἀνυπακοῆς ὡς πρός τήν τοῦ Χριστοῦ διδασκαλία. Ἔτσι τό Εὐαγγέλιον παραμένει κλειστό, ἡ θεία ἀποκάλυψη περίεργον τι καί ἡ κατά Χριστόν μάθηση ἀποβαίνει ἐξοβελιστέα. Εἶναι δέ γνωστόν, ὅτι κατά διάφορα χρονικά διαστήματα κυκλοφοροῦν πολλά βιβλία στή κατηγορία τῶν ἔργων fiction (μυθοπλασία). Εἶναι ἀποκυήματα τῆς φαντασίας τῶν συγγραφέων μέ ἐντυπωσιακούς ἐμπορεύσιμους τίτλους, πού θέλουν, αὐτά τά βιβλία, νά παρουσιάσουν τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά δυστυχῶς τό ἀλλοιώνουν καί τό παραμορφώνουν. Καθίστανται ἔτσι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἀσεβεῖς καί ἀνίεροι.
.                         Καλούμεθα, λοιπόν, σέ μία βαθύτερη ἐκ νέου κατανόηση τοῦ θεανδρικού Προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Προβάλλει ἐπιτακτική ἡ ἀνάγκη ἐπανακατήχησης καί ἐπανευαγγελισμοῦ τοῦ λαοῦ μας. Ὡς ὡραιότατα ἔχει λεχθεῖ «δέν ὑπάρχουν πολλά ἤ ὀλίγα, οὔτε μικρά ἤ μεγάλα προβλήματα. Τό μόνο πρόβλημα εἶναι ἡ ἀπουσία τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν ζωή μας». Καί βέβαια, ἡ γνώση τοῦ Χριστοῦ, ἡ προσέγγιση τοῦ Παναγίου Προσώπου Του δέν εἶναι ἁπλῶς μία ἱστορία τοῦ παρελθόντος, οὔτε μία θεωρητική ἐνατένιση. Εἶναι μία βιωματική προσέγγιση, ἕνας τρόπος ζωῆς, μία μυστηριακή κοινωνία μαζί Του. Μόνον τότε, θά αἰσθανθεῖ ὑπαρξιακά ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τό «Φῶς τοῦ κόσμου», ὁ «Ποιμήν ὁ καλός», ὁ «Ἄρτος ὁ ζῶν», ἡ «Ἀνάστασις», ὁ «Ὤν καί ὁ Ἦν καί ὁ Ἐρχόμενος». Καί ὁ Κύριος συνεχῶς ἔρχεται στή ζωή τοῦ καθενός. Εἶναι ὁ εὐγενέστερος ἐπισκέπτης τῆς ψυχῆς τοῦ κάθε ἀνθρώπου, τῆς ἀνθρωπότητος. Αὐτός ὁ Χριστός, διαβεβαιώνει: «Ἰδού ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω˙ ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καί ἀνοίξῃ τήν θύραν καί εἰσελεύσομαι πρός αὐτόν καί δειπνήσω μετ’ αὐτοῦ καί αὐτός μετ’ ἐμοῦ» (Ἀποκ. γ’, 20).
.                     Ἐξερχόμενοι, λοιπόν, ἀπό τό τῆς Ἀλεξανδρείας σπουδαστήριον, τοῦ πανσόφου Ἱεράρχου, τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου «ἀξίως τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ» πολιτευσώμεθα.

, ,

Σχολιάστε

ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ (μαγνητοσκόπημα, 14.01.21)

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛ 
ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ

« ..Προχθὲς ἦλθε μία παρέα, φίλοι αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ, τοῦ Ἰωάννη, ποὺ ἔπεσε ἐκεῖ στὴν Εὔβοια, σὲ κάποια θάλασσα, γιὰ νὰ πιάσει τὸν Σταυρό, ὅπως εἶχαν κανονίσει – δὲν ξέρω ἀκριβῶς τὴν περίπτωση – καὶ κτύπησε καὶ ἦταν σὲ κατάσταση φυτοῦ, ὅπως μᾶς εἶπαν. Πρὸ ἡμερῶν εἶχε δώσει νωτιαῖο μυελὸ στὸν ἀδελφό του Στέργιο, ποὺ ἦταν καρκινοπαθής. Μᾶς παρακάλεσαν, φέραν ἕνα μπλουζάκι,τὸ πήραμε, τὸ φέραμε μέσα, τὸ σταυρώσαμε μὲ τὴν Ἁγία Κάρα τοῦ Ὁσίου Δαυίδ, τοὺς δώσαμε λαδάκι.. Πήγανε .. καὶ χθὲς πῆρε τηλέφωνο ὁ φίλος του ὁ Ἰωάννης, ὁ συνονόματός του, στὸν π. Πέτρο καὶ τοῦ εἶπε ὅτι ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ βάλαν τὸ μπλουζάκι, τὸ ὁποῖο σταυρώσαμε καὶ τὸν ἄλειψε ἡ μητέρα του μὲ τὸ λαδάκι τοῦ Ὁσίου Δαυίδ, τὸ παληκάρι συνῆλθε, βρῆκε τὶς αἰσθήσεις του, καταλάβαινε….ΚΑΙ ΕΧΕΙ Ο ΘΕΟΣ..
Βλέπουμε τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ ζωντανὴ καὶ ἐπαναλαμβάνω αὐτὸ τὸ πολὺ ὄμορφο, ποὺ μὲ ἁπλὰ λόγια, ἔλεγε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ἅγιος διάδοχός τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου ὁ Γέροντας Κύριλλος ὅτι Ο ΘΕΟΣ ΠΕΡΠΑΤΑΕΙ ΣΤΗΝ ΓΗ ΔΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΟΥ..»

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κήρυγμα τοῦ Γέροντος Γαβριήλ, Ἡγουμένου τῆς Ι. Μ. Ὁσίου Δαυίδ Εὐβοίας, μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία, ποὺ μεταδόθηκε διαδικτυακῶς, ἀπὸ τὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς, τὴν 14.01.2021)

,

Σχολιάστε

ΒΑΠΤΙΣΜΑ καὶ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ-1

, ,

Σχολιάστε