Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΘΕΟΛΟΓΙΑ"

ΑΠΕΝΟΧΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ

Ἀπενοχοποίηση τῆς ὁμοφυλοφιλίας;

βλ. σχετ.: ΑΣΥΜΜΕΤΡΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ!

ΑΣΥΜΜΕΤΡΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ! -2 (Ο ΑΓ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ ΣΧΟΛΙΑΖΕΙ)

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΝΑΡΚΟΠΕΔΙΟ,

 “ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ” ΠΡΟΓΕΦΥΡΩΜΑ ΣΤΟ ΑΦΥΣΙΚΟ

.           Τὸ νὰ νομοθετεῖ ἡ πολιτικὴ ἐξουσία ἀντίθεους νόμους εἶναι μὲν πρόβλημα μεγάλο, δὲν εἶναι ὅμως ἀκατανόητο, δεδομένης τῆς ἐξαρτήσεώς της ἀπὸ σκοτεινὰ κέντρα.
.           Ὅμως «τὰ κάστρα πέφτουν πάντα ἀπὸ μέσα». Κι ἐμεῖς μὲ θλίψη πολλὴ παρακολουθήσαμε διαδικτυακῶς τὴν παρουσίαση σὲ εἰδικὴ ἐκδήλωση στὴν Πάτρα, στὶς 10 τοῦ περασμένου Νοεμβρίου, ἑνὸς βιβλίου κληρικοῦ τῆς Ἐκκλησίας μας γιὰ τὴν ὁμοφυλοφιλία. Στὴν ἐκδήλωση αὐτὴ ὑποστηρίχθηκε ὅτι «ἡ ὁμοφυλοφιλία δὲν ἐντάσσεται στὰ πάθη μὲ τὴν κλασσικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου στὴ χριστιανικὴ θεολογία». Θεωρήθηκε αὐτή, μὲ βάση σημερινὲς «ἐπιστημονικὲς» ἀντιλήψεις, ὡς μιὰ ἰδιαιτερότητα. Καμία ὑποψία γιὰ τὸν δαιμονικὸ πειρασμὸ ποὺ πλήττει μανιωδῶς σήμερα τὸν πλανήτη.
.           Ἡ παρουσίαση μᾶς ἐξέπληξε πρωτίστως γιὰ τὸ χαμηλὸ ἐπίπεδό της. Ἕνα ἀπίστευτο ὑβρεολόγιο κατὰ τῶν διαφωνούντων μὲ τὸν συγγραφέα. Αὐτοὶ εἶναι, ὅπως εἰπώθηκε ἀπὸ τοὺς εἰσηγητές, «ἀνώνυμοι ἀρουραῖοι τοῦ διαδικτύου», βρίσκονται στὸ «σκότος τῶν ὀχετῶν», εἶναι «ἀλυχτῶντα ὄντα τοῦ ταλιμπανισμοῦ» καὶ ἄλλα…
.           Ἡ ὅλη ἐκδήλωση ἀποσκοποῦσε νὰ ἀποδείξει ὅτι ὁ συγγραφέας ἀδίκως ἐπικρίνεται ἀπὸ πολλοὺς γιὰ τὸ περιεχόμενο τοῦ βιβλίου του. Ὡστόσο τὰ λεχθέντα ἐκεῖ, ἀπέδειξαν τὸ ἀντίθετο. Διότι ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας, μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἰσχυρίσθηκε ὅτι τὸ πρῶτο κεφάλαιο τῆς πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς, στὸ ὁποῖο ὁ ἀπόστολος Παῦλος καταδικάζει μὲ βαρύτατες ἐκφράσεις τὴν ὁμοφυλοφιλικὴ διαστροφή, δὲν περιέχει θεόπνευστη ἀλήθεια ἀλλὰ μεταφέρει ἁπλῶς τὶς τότε «ἱστορικὲς ἀντιλήψεις καὶ τὶς ἐπιστημονικὲς ἀντιλήψεις, οἱ ὁποῖες ἀλλάζουν μὲ τὸν καιρό». Θέλουμε νὰ πιστεύουμε ὅτι ἂν ὁ κληρικὸς συγγραφέας βρεῖ χρόνο νὰ ἀποσυρθεῖ σὲ ἥσυχο μέρος καὶ ἐπιχειρήσει αὐτοεξέταση, θὰ διαπιστώσει ὁ ἴδιος τὸ πρωτοφανὲς μέγεθος τοῦ ἀτοπήματός του, τὴν ἄρνηση ἐν προκειμένῳ τῆς θεοπνευστίας τῆς Γραφῆς.
.           Ἄλλο ἀτόπημα τοῦ συγγραφέα ὑπῆρξε ἡ γνώμη του ὅτι, ὅπως εἶπε, «ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει ὑποστεῖ μεγάλη ρύπανση ἰδεῶν καὶ χρειάζεται ἀποκάθαρση ἀρκετή». Καὶ θὰ τὴν ἀποκαθάρει ὁ ἴδιος; Δὲν ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἔτσι ὁδηγεῖται στὰ χωρικὰ ὕδατα τοῦ ἐπαναστατημένου Προτεσταντισμοῦ;
.           Ἰσχυρίσθηκε ἀκόμη ὅτι τὰ Σόδομα δὲν καταστράφηκαν ἐξαιτίας τῆς ὁμοφυλοφιλίας τῶν κατοίκων τους. Διότι, καθὼς εἶπε, «ὁ Θεὸς εἶχε ἀποφασίσει τὴν καταστροφὴ τῶν Σοδόμων, πρὶν οἱ κάτοικοί τους ἐπιτεθοῦν ἀνήθικα σὲ κείνους τοὺς φιλοξενούμενους ποὺ πῆγαν». Καὶ δὲν καταλαβαίνει ὁ τόσο μορφωμένος κληρικὸς ὅτι τὸ συγκεκριμένο αὐτὸ περιστατικὸ ἦταν τὸ ἀποκορύφωμα τῆς ὁμοφυλοφιλικῆς διαστροφῆς τῶν κατοίκων, γιὰ τὴν ὁποία πράγματι ἀπὸ πρὶν εἶχε ἀποφασίσει ὁ Θεὸς τὴν καταστροφή τους;
.           Θλίψη πολλὴ προκαλεῖ σὲ κάθε Ὀρθόδοξο πιστὸ αὐτὸ τὸ ὀλίσθημα. Θλίψη, πόνο καὶ θρῆνο. Διότι ἄλλο εἶναι ἡ συμπάθεια πρὸς τὸν ἁμαρτωλό, ποὺ εἶναι χρέος ὅλων μας, καὶ ἄλλο ἡ ἀνατροπὴ τῆς ἀλήθειας τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς λυπηθεῖ ὅλους.

ΠΗΓΗ: osotir.org

 

Advertisements

Σχολιάστε

ΕΙΝΑΙ ΜΑΖΙ ΜΑΣ Ο ΘΕΟΣ

Εἶναι μαζί μας ὁ Θεός

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»
ἀρ. τ. 2167, 15.12.17

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χρ. Βιβλιογρ.»

Σχολιάστε

«ΔΙΑΝΟΜΑΙ ΕΙΚΟΝΩΝ»! Ποιός θὰ στηρίξη τὸν λαὸ στὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ;

Ἡ Παναγία τοῦ τέμπλου ἀρκεῖ

τοῦ ἀρχιμ. Δανιήλ Ἀεράκη

βλ. σχετ.: ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΗ ΜΕ ΤΑ ΑΝΤΙΓΡΑΦΑ [ΕΙΚΟΝΩΝ]; «Ἡ νέα μόδα» (Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκης)

ΤΙ ΛΑΤΡΕΥΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΙ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕ; «Προβάλλεται ἕνας μαγικός τρόπος εὐλαβείας καί σωτηρίας».

καὶ ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]  «Μέσα στὴν γενικὴ θεομηνία ποὺ μαστίζει τὴν χώρα, καιρική, πολιτική, οἰκονομική, κοινωνική, πνευματική (ἰδίως αὐτή) ἔχουμε καὶ ἀλλιώτικα “ἀκραῖα” καιρικὰ φαινόμενα μὲ χαρακτήρα πλέον «πανδημίας»: περιοδεῖες ἀντιγράφων ἱερῶν εἰκόνων (στὰ πρόθυρα τῆς εἰκονολατρίας!- λὲς καὶ ἡ κάθε Εἰκόνα ἀπὸ μόνη της δὲν εἶναι ἱερὴ Εἰκόνα, παρὰ μόνον ἂν εἶναι «ἀντίγραφο» συγκεκριμένης θαυματουργοῦ!, ὑποδοχὲς πρωτοτύπων Εἰκόνων μὲ «τιμὲς ἀρχηγοῦ Κράτους»!, [ὑπάρχουν πόλεις ποὺ σὲ μηνιαία σχεδὸν βάση ὑποδέχονται πρωτότυπες -αὐτὴ τὴ φορά- εἰκόνες, οἱ ὁποῖες «γιὰ πρώτη φορά» «ἐξέρχονται» — δηλαδὴ “βγαίνουν”, ἀλλὰ ἐπὶ τὸ… ἱεροπρεπέστερον «ἐξέρχονται»!!!— ], περιοδεῖες ἱ. Λειψάνων, καὶ δὲν συμμαζεύεται)».

.          Θά ἦταν κακὸ ἆραγε, ἂν ὁ ἱερομόναχος (ἡγούμενος μεγάλης καὶ πλούσιας Μονῆς) ἀποσυρόταν λίγο ἀπό τα φῶτα τῆς δημοσιότητας, ἂν κλεινόταν γιὰ λίγο καιρὸ στὸ μοναστήρι του, ἂν ἀπέφευγε γιὰ ἕνα διάστημα τὶς ἐξόδους, τὶς κοσμικὲς τιμὲς καὶ τοὺς ἐπαίνους καὶ τὶς παρασημοφορήσεις;

  • Δὲν μετρᾶμε τὴν «προσφορά» του μὲ τὶς εἰκόνες, πού μοιράζει. Σὲ λίγο ἡ Παναγία τοῦ τέμπλου, πού βρίσκεται σὲ ὅλους τοὺς ὀρθοδόξους ναούς, δὲν θὰ ἔχη καμμία ἀξία μπροστὰ στὰ ἀντίγραφα (χάρτινα ἀποτυπώματα μὲ χτυπητὲς κορνίζες) τῶν ποικίλων εἰκόνων τῆς Παναγίας, πού χαρίζονται ἀπό ἕνα ἰδίως ἡγούμενο!

  • Μετρᾶμε κάτι ἄλλο. Τὴν πνευματικὴ ζημιά, πού ὀνομάζεται ψευδαίσθησις καὶ μαγικὸς τρόπος προσεγγίσεως καὶ χρήσεως θρησκευτικῶν συμβόλων.

  • Ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης, ὅταν οἱ διάφορες τάξεις τῶν ἀνθρώπων τὸν ρωτοῦσαν, «τί ποιήσομεν;», δὲν τοὺς ἔλεγε, «Θὰ ἔρχεσθε καθημερινὰ στὸ ποτάμι καὶ θὰ παίρνετε ἕνα ποτηράκι ἁγιασμένου νεροῦ»! Δὲν ὠθοῦσε σὲ ψευδαισθήσεις σωτηρίας. Συνιστοῦσε ἀληθινὴ ἀλλαγή: Συναίσθησι μὲ μετάνοια, καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας καὶ ἀλλαγὴ ζωῆς (Λουκ. γ´ 7-15). Καὶ πρὸ παντός τούς ἑτοίμαζε νὰ δεχθοῦν τὸν Ἰσχυρότερο, τὸν Μεσσία (Λουκ. γ´16).

  • Καὶ ὁ ἀπόστολος Πέτρος τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅταν «κατανενυγμένοι τῇ καρδίᾳ» ρωτᾶνε οἱ ἀκροατές, «Τί ποιήσομεν, ἄνδρες ἀδελφοί;», δὲν τοὺς καλλιέργησε τὴν ψευδαίσθησι. Δὲν πρόβαλε καμμιὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας γιὰ προσκύνησι! Τοὺς κατηύθυνε στὴ συναίσθησι, στὴ μετάνοια: «Μετανοήσατε, καὶ βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπί τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (Πράξ. β´ 38).

  • Ὅσες ποικιλώνυμες εἰκόνες τῆς Παναγίας καὶ ἂν κατεβάζουν, ἡ ὠφέλεια ἑνὸς ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ἐπέλθη. Ἔχουμε ἀνάγκη ἁγιοκοσμάτικου κηρύγματος. Δὲν χρειαζόμαστε εὔκολα θρησκευτικὰ πραγματάκια, πού τελικὰ καταντοῦν μαξιλαράκια γιὰ νὰ κοιμᾶται ἡ συνείδησις!

  • Προσπάθησε ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νὰ βάλη ἕνα φρένο στὴν ἔξοδο ἁγιορειτῶν μὲ εἰκόνες καὶ λείψανα, ἀλλά πρὶν ξεραθῆ τὸ μελάνι, ξεχάστηκε ἡ ἐγκύκλιος (ἀθετήθηκε)!

  • Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας στὸ τέμπλο ἀρκεῖ, ὑπεραρκεῖ. Δὲν χρειαζόμαστε ἄλλες «Παναγίες», διαφημιζόμενες καὶ περιφερόμενες. Ποιὸς θὰ τὸ φωνάξη αὐτό; Ποιός θὰ στηρίξη τὸ λαὸ στὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ; Ποιός θὰ μᾶς σώση ἀπό τὸν θρησκευτικὸ ἀποπροσανατολισμό;

 

 

Σχολιάστε

Ο ΜΕΣΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ καὶ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

«Ὁ Μεσσίας στήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη».

Ὁμιλία τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου κ. Ἱεροθέου στὸ Διορθόδοξο Συνέδριο μέ θέμα «Εὑρήκαμε τόν Μεσσίαν: Τό μήνυμα τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου στόν σύγχρονο κόσμο»[Συνδιοργάνωση Ἱ. Μητρ. Πατρῶν καὶ Ἵδρυμα «Ἅγιος Ἀπόστολος Ἀνδρέας τῆς Μόσχας, στό πλαίσιο τῶν Πρωτοκλητείων, Παρασκευή 17.11.2017 καί Σάββατο 18.11.2017]

.         Μιά ἀπό τίς βασικές φράσεις πού συνδέονται μέ τόν ἅγιο Ἀπόστολο Ἀνδρέα τόν Πρωτόκλητο εἶναι ἡ φράση πού εἶπε στόν ἀδελφό του Σίμωνα, τόν Ἀπόστολο Πέτρο: «Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν· ὅ ἐστι ἑρμηνευόμενον Χριστός» (Ἰω. α΄, 42).
.         Τό ἐρώτημα πού τίθεται εἶναι: Πῶς ὁ ἅγιος Ἀνδρέας κατάλαβε τήν λέξη Μεσσίας καί τί ἀκριβῶς ἐννοοῦσε; Πρόκειται γιά μιά μεσσιανική προσδοκία πού ὑπῆρχε στήν ἐποχή του μεταξύ τῶν Ἰουδαίων, γιά τήν ἐμφάνιση ἑνός πολιτικοῦ ἄρχοντος γιά νά τούς ἐλευθερώση ἀπό τήν κυριαρχία στούς Ρωμαίους ἤ πρόκειται γιά τήν ἐμπειρική πίστη πού συνδέεται μέ τόν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό πού σαρκώθηκε;
.         Ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ἤδη πρίν πῆ αὐτήν τήν φράση παρευρισκόταν μέ τόν Ἰωάννη τόν Θεολόγο πλησίον τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, τόν ἄκουσε νά λέγη γιά τόν Ἰησοῦ, «ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. α΄, 36) καί Τόν ἀκολούθησε. Σέ κάποια στιγμή «στραφείς ὁ Ἰησοῦς καί θεασάμενος αὐτούς ἀκολουθοῦντας λέγει αὐτοῖς∙ τί ζητεῖτε;». Ἐκεῖνοι ζήτησαν νά μάθουν ποῦ μένει. Ὁ Χριστός τούς ἀπάντησε: «Ἔρχεσθε καί ἴδετε». Καί «ἦλθον οὖν καί εἶδον ποῦ μένει, καί παρ’ αὐτῷ ἔμειναν τήν ἡμέραν ἐκείνην» (Ἰω. α´ 38-40).
.         Κατά τήν ἑρμηνευτική διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας αὐτή ἦταν μιά θεωρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, καί οἱ δύο αὐτοί μαθητές παρέμειναν τήν ἡμέρα ἐκείνη μέσα στήν δόξα Του, καί κατάλαβαν ὅτι αὐτός εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἑρμηνεύει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος: «Πρός τούς ἀκολουθοῦντας αὐτῷ στρέφεται ὁ Ἰησοῦς, καί δεικνύει αὐτοῖς τό ἑαυτοῦ πρόσωπον. Εἰ μή γάρ διά τῆς ἀγαθῆς πράξεως ἀκολουθήσῃς τῷ Ἰησοῦ, οὐκ ἄν φθάσῃς εἰς θεωρίαν τοῦ προσώπου Κυρίου, οὐδέ ἀπελεύσῃ πρός τήν παραμονήν αὐτοῦ, τοὐτέστιν, οὐ φθάσεις εἰς τόν τῆς θείας γνώσεως φωτισμόν· οἰκία γάρ τοῦ Χριστοῦ τό φῶς. “Φῶς γάρ, φησίν, οἰκῶν ἀπρόσιτον”. Ὁ γάρ τοι μή καθάρας ἑαυτόν, καί διά τῆς καθάρσεως ἀκολουθήσας, πῶς ἐν γνώσει φωτισθήσεται;».
Ὁ π. Ἰωάννης ὁ Ρωμανίδης ἔλεγε: «Οἱ δύο μαθητές τοῦ Προδρόμου, ὅταν ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ, Τόν ρώτησαν “ποῦ μένεις;” (Ἰω. α´, 39). Αὐτό σημαίνει ὅτι παρεκάλεσαν τόν Χριστό νά δείξη τό διαμέρισμά Του; Ὄχι. Ἀλλά νά δείξη ποῦ μένει. Σημαίνει ὅτι παρεκάλεσαν οἱ Ἀπόστολοι τόν Χριστό νά ἀποκαλύψη τήν μονή Του, πού εἶναι ἡ ἄκτιστη δόξα τοῦ Θεοῦ. Καί ἐπί μία ὁλόκληρη ἡμέρα συμμετεῖχαν αὐτοί οἱ Ἀπόστολοι στήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ὁπότε, ἔχουμε, δηλαδή, τήν πρώτη ἐμπειρία τῆς θεώσεως, μετά τόν Πρόδρομο. Ὅπως ὁ Πρόδρομος εἶχε τήν ἐμπειρία αὐτή ἀπό τόν Χριστό, ἔτσι καί οἱ Μαθητές Του ἔχουν τήν ἐμπειρία».
.           Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική πρέπει νά ἑρμηνεύσουμε καί τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου: «Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν». Ἔτσι πέρασε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη, ὅπως ἑρμήνευσαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τήν λέξη Μεσσίας.

.            Τό θέμα εἶναι ἀρκετά ἐνδιαφέρον καί ἀσχολήθηκαν οἱ βιβλικοί θεολόγοι, ἀλλά καί οἱ ἑρμηνευτές τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

  1. Ὁ Μεσσίας στήν Παλαιά Διαθήκη

.             Ἡ ἑβραϊκή λέξη Μεσσίας καί ἡ μεταγραμμένη λέξη στά ἑλληνικά Χριστός, δηλώνουν τόν κεχρισμένο, αὐτόν πού ἔχει χρισθῆ. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια στήν Παλαιά Διαθήκη Μεσσίας εἶναι ἕνας ἄνθρωπος πού χρίεται ἀπό ἕναν Προφήτη. Στήν ἀρχή εἶναι ὁ Βασιλεύς, ὅπως ὁ Σαούλ, ὁ Δαυίδ, πού χρίσθηκαν ἀπό τόν Σαμουήλ τόν Προφήτη, ἀλλά καί ἄλλοι Βασιλεῖς. Στήν συνέχεια ἡ λέξη Μεσσίας ἀναφέρεται στόν βασιλικό Μεσσία πού θά βασίλευε στόν Ἰσραηλιτικό λαό. Ἔτσι, ἡ βασιλεία ἀναφέρεται μέσα στούς θεοκρατικούς θεσμούς καί πάντα τονίζεται ὁ πολιτικός ρόλος του.
.             Μετά τήν βαβυλώνεια αἰχμαλωσία πού δέν ὑπῆρχε Βασιλεύς, Μεσσίες, δηλαδή κεχρισμένοι, γίνονται οἱ Ἱερεῖς καί βασικά ὁ Ἀρχιερεύς γίνεται ἐπικεφαλῆς τῆς Ἰσραηλινῆς κοινότητος. Ὁ Ἀρχιερεύς χρίεται, τό ἴδιο καί οἱ Ἱερεῖς καί αὐτοί εἶναι κεχρισμένοι Κυρίου.
.             Στήν Παλαιά Διαθήκη ὑπῆρχαν μερικοί κύκλοι πού περίμεναν στούς ἐσχάτους καιρούς τήν ἔλευση δύο Μεσσιῶν, ὁ ἕνας Μεσσίας θά εἶναι ὁ Ἱερεύς, πού ἔχει τήν πρώτη θέση, καί ὁ ἄλλος Μεσσίας θά εἶναι ὁ Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος θά ἔχη τίς ἐγκόσμιες φροντίδες τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Δίνεται μεγαλύτερη σημασία στόν βασιλικό Μεσσία, μερικοί δέ κύκλοι περίμεναν τόν ἱερατικό Μεσσία. Ἑπομένως, φαίνεται ὅτι ὅλα τά χωρία στήν Παλαιά Διαθήκη ἀναφέρονται στό ὅτι ὁ Μεσσίας εἶναι ἄνθρωπος πού χρίεται.
.             Παράλληλα, ὅμως, στήν Παλαιά Διαθήκη γίνεται λόγος καί γιά τόν Ἄσαρκο Λόγο, τόν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, πού εἶναι Θεός καί ἐμφανίζεται στούς Προφῆτες μέσα στήν δόξα Του, ἀλλά φαίνεται ἡ σαφέστατη διαφορά μεταξύ τοῦ ἀνθρώπου ἐπίγειου Μεσσία καί τοῦ Ἄσαρκου Λόγου, τοῦ Γιαχβέ πού εἶναι ἀληθινός Θεός. Στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Γιαχβέ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, δέν ἦταν Μεσσίας, δηλαδή Χριστός, ἀλλά ἦταν τό χρίσμα, διά τοῦ ὁποίου ἐχρίονταν οἱ Μεσσίες-ἄνθρωποι.
.             Μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ οἱ Μαθητές Του, βλέποντας τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ, καταλαβαίνουν ὅτι στό πρόσωπό Του ἑνώθηκαν τά δύο ὀνόματα, ὁ Κύριος τῆς δόξης, δηλαδή ὁ Γιαχβέ, καί ὁ Μεσσίας. Τό πρῶτο (Κύριος τῆς δόξης) δηλώνει τήν θεία φύση, τόν ἀληθινό Θεό, τό δεύτερο (Μεσσίας) δηλώνει τήν ἀνθρώπινη φύση πού χρίσθηκε ἀπό τήν θεία φύση.
.             Ἔτσι, ἡ φράση τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν» συνδεδεμένη μέ τήν ὅραση τῆς δόξης Του, πού ἀξιώθηκε νά δῆ προηγουμένως στήν πρώτη κλήση του στό Ἀποστολικό ἀξίωμα, δηλώνει ὅτι ὁ Γιαχβέ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, πού ἦταν τό Χρίσμα μέ τό ὁποῖο χρίονταν οἱ Βασιλεῖς καί οἱ Ἀρχιερεῖς-Ἱερεῖς, ἔγινε Χριστός, ἀφοῦ ἡ θεία φύση ἔχρισε τήν ἀνθρώπινη φύση. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Γιαχβέ καί Κύριος τῆς δόξης ἔγινε Χριστός, δηλαδή χρίσθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση τήν ὁποία προσέλαβε ἀπό τήν Παναγία Θεοτόκο.
.             Ἄλλωστε, ὁ Χριστός ἀμέσως μετά τό περιστατικό πού ἔγινε μέ τόν Ἀνδρέα καί τόν Ἰωάννη στήν ἀπάντηση τοῦ Ναθαναήλ «Ραββί, σύ εἶ ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ, σύ εἶ ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ» εἶπε: «Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τόν οὐρανόν ἀνεωγότα, καί τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καί καταβαίνοντας ἐπί τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰω. α´, 50-52).
.             Ἔτσι, τώρα στήν Καινή Διαθήκη ἑνώνονται τά δύο ὀνόματα, ἤτοι τό ὄνομα Χριστός καί τό ὄνομα Κύριος (Λουκ, β´ 11. Β´ Κορ. δ´, 5 κ.ἑξ.), καί γίνεται λόγος γιά τό «Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός» (Πράξ. ιε´, 26). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θά ὁμιλήση γιά τόν Χριστό, πού σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε καί ἔχει μεγάλη δόξα, γι’ Αὐτόν πού εἶναι ὁ Χριστός Ἰησοῦς, ὁ Κύριος ἡμῶν (Α´ Κορ. ιε´, 12- 34).

  1. Ὁ Μεσσίας στήν Καινή Διαθήκη, κατά τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας

.             Προηγουμένως εἴδαμε πῶς ἡ λέξη Μεσσίας-Χριστός πέρασε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη, ἀλλά συγχρόνως εἴδαμε ποιά ἦταν ἡ πίστη πού εἶχαν ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι γιά τόν Χριστό. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶναι ἕνας ἄνθρωπος Μεσσίας, πού συνδέεται μέ τήν βασιλική καί ἱερατική ἐξουσία τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλά εἶναι τό Χρίσμα, ὁ Θεάνθρωπος Χριστός στόν ὁποῖο ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις, θεία καί ἀνθρωπίνη, στό πρόσωπό Του.
.             Αὐτό ἐκφράσθηκε καθαρά ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πού ἑρμήνευσαν τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη στήν προσπάθειά τους νά ἀντιμετωπίσουν τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι στηρίζονταν στήν ἑλληνική φιλοσοφία καί τούς Ἰουδαΐζοντας, οἱ ὁποῖοι ἀνέμεναν τόν Μεσσία εἴτε ὡς πολιτικό Ἄρχοντα-Βασιλέα, εἴτε ὡς Ἱερέα-Ἀρχιερέα, τελικά ὅμως ὡς πολιτικό ἐλευθερωτή.
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί οἱ Καππαδόκες Πατέρες τοῦ 4ου αἰῶνος, θεολόγησαν γιά τήν θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁμολόγησαν γιά τόν Χριστό ὅτι εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, ἀναπτύσσοντας ἀκόμη περισσότερο τήν πίστη καί ὁμολογία τῶν Ἀποστόλων, ὅπως καταγράφηκε στά κείμενά τους καί περιελήφθησαν στήν Καινή Διαθήκη.
.             Θά ἤθελα, ὅμως, στήν συνέχεια νά παρουσιάσω τήν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη γιά τόν Μεσσία στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη, γιατί αὐτός γνώριζε πολύ καλά τήν προτεσταντική βιβλική ἑρμηνευτική παράδοση, ἀλλά γνώριζε ἀκόμη περισσότερο ὅλη τήν πατερική παράδοση γιά τό θέμα αυτό.
.             Δίδασκε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: «Στήν Παλαιά Διαθήκη τό ὄνομα Μεσσίας φαίνεται πέντε φορές στό Λευϊτικό μόνο. Φαίνεται σαφῶς ὅτι πρόκειται περί ἐπιγείου ἀνθρώπου, δηλαδή ὁ κεχρισμένος εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει τό χρίσμα, τίποτα ἄλλο. Βέβαια ὁ Χριστός χρίσθηκε, ἀλλ’ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶναι τό χρίσμα, δηλαδή ὁ Λόγος εἶναι τό χρίσμα. Ὁπότε, ὁ Χριστός εἶναι ἡ πηγή τοῦ χρίσματος, διότι εἶναι τό χρίσμα καί εἶναι καί Χριστός, δηλαδή κεχρισμένος. Εἶναι τό χρίσμα ὡς Θεός καί χρισμένος ὡς ἄνθρωπος. Ἔχει αὐτήν τήν διπλή πάντοτε ἰδιότητα ὁ Χριστός».
.             «Ἡ Παλαιά Διαθήκη, ὅταν ἀναφέρεται στόν Χριστό, δέν ἀναφέρεται στόν Χριστό ὡς Μεσσία. Καί ὅλα ὅσα ἔχουν γραφῆ περί Μεσσία, υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἐξ ἐπόψεως ἑτεροδόξου. Ἔχουν κοσκινίσει ὅλα τά χωρία περί Χριστοῦ, Μεσσία στήν Παλαιά Διαθήκη. Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ μεσσίας εἶναι ἕνας ἄνθρωπος. Δέν μποροῦν νά καταλάβουν πῶς αὐτός ὁ ἁπλοῦς ἄνθρωπος – μεσσίας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, στήν Καινή Διαθήκη ἐμφανίζεται ὡς προϋπάρχων καί ὡς ἕνα πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅπως ἀναπτύσσεται στήν χριστιανική παράδοση.
.             Βέβαια, στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ χριστός εἶναι ὁ μεσσίας, ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος χρίεται. Καί μεσσίες στήν Παλαιά Διαθήκη λέγονται καί οἱ Προφῆτες καί οἱ διάφοροι ἀρχηγοί τοῦ Ἰσραήλ κ.ο.κ. Γιατί εἶναι ἐκεῖνος πού εἶναι κεχρισμένος ἀπό τόν Θεό γιά μιά ὁρισμένη ἀποστολή. Ἐάν θέλουμε πραγματικά νά δοῦμε τόν Χριστό στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπως τόν γνωρίζουμε στήν χριστιανική παράδοση, δέν θά ψάξουμε στά χωρία περί Μεσσία, ἀλλά στίς θεοφάνειες στήν Παλαιά Διαθήκη».
.             «Στήν Παλαιά Διαθήκη, ὁ Χριστός δέν εἶχε ἀνθρώπινη φύση∙ εἶναι μόνον ὁ Λόγος, τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού λέγεται στήν Παλαιά Διαθήκη Κύριος τῆς δόξης καί Γιαχβέ. Εἶναι Ἄγγελος Κυρίου, Ἄγγελος τῆς δόξης, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται στούς Προφῆτες».
.             «Τό ὄνομα Χριστός ἀναφέρεται στήν ἀνθρωπίνη φύση καί εἶναι ὁ κεχρισμένος. Ὁπότε, ὁ Λόγος, πρίν ἀποκτήσει ἀνθρωπίνη φύση, δέν εἶναι ὁ Λόγος κεχρισμένος. Ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Λόγος εἶναι τό Χρίσμα. Ὁ Θεός εἶναι τό Χρίσμα. Γιατί μέ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ τήν ἄκτιστη χρίεται ὁ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτό, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος χρίεται δέν εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος χρίεται.
.             Καί ἐπειδή ὁ Λόγος ὡς ἄνθρωπος ἐχρίσθη, ἄν καί εἶναι καί πηγή τοῦ χρίσματος συγχρόνως καί κεχρισμένος, καί αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως, ὅτι τό κατά φύση χρίσμα, χρίει τόν ἑαυτό Του ὡς ἄνθρωπο. Ἀλλά ὁ Χριστός δέν ἔχει χρίσμα κατά χάρη. Ἔχει κατά φύση τό χρίσμα. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ κατά φύση κεχρισμένος. Αὐτή εἶναι ἡ πιό βασική διαφορά μεταξύ Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης».
.             Ἔτσι ὑπάρχει μιά βασική παρερμηνεία ὡς πρός τό ὄνομα Μεσσίας-Χριστός τόσο στούς Ἑβραίους ὅσο καί στούς βιβλικούς ἑρμηνευτές πού ἔχουν ἐπηρεασθῆ ἀπό τούς Προτεστάντες.
.             «Οἱ Ἑβραῖοι προτίμησαν τόν Χριστό νά τόν βλέπουν ὡς Μεσσία, ὁ ὁποῖος ἀνήχθη σέ Θεό, δηλαδή. Ἀλλά δέν λέει ἡ Καινή Διαθήκη ὅτι ὁ Μεσσίας ἔγινε Θεός· λέει ὅτι ὁ Θεός ἔγινε Μεσσίας, δηλαδή αὐτός ὁ Κύριος τῆς δόξης, αὐτός ἔγινε Μεσσίας καί γεννήθηκε ἀπό τήν Παρθένο».
.             «Οἱ δογματικοί προσπάθησαν νά ἐξηγήσουν πῶς ἡ Καινή Διαθήκη ἔχει μέσα περί Ἁγίας Τριάδος πού δέν ἔχει ἡ Παλαιά Διαθήκη. Φαντάσθηκαν μερικοί τήν θεωρία ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ὑπάρχει ἐπίγειος Μεσσίας, ἐνδοκοσμικός Μεσσίας, μετά κάπου μέσα στήν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ ἐμφανίζεται ἕνας οὐράνιος Μεσσίας καί γίνεται μεγάλη συζήτηση πότε ἐμφανίζεται ὁ Μεσσίας στήν ἑβραϊκή παράδοση. Καί μερικοί νομίζουν ὅτι εἶναι ὁ “Παλαιός τῶν ἡμερῶν” τοῦ Δανιήλ δηλαδή, καί αὐτός ὁ δανιήλειος Μεσσίας μπῆκε στήν Καινή Διαθήκη καί ἀναδείχθηκε οὐράνιος Μεσσίας κλπ.
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔβλεπαν στήν Παλαιά Διαθήκη τόν Χριστό ὡς Μεσσία, ἀλλά ὡς τόν Κύριο τῆς δόξης, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Δηλαδή ὁ Χριστός στήν Παλαιά Διαθήκη δέν εἶναι ὁ Μεσσίας, εἶναι ὁ Ἄγγελος τοῦ Κυρίου πού ἐμφανίζεται στούς Προφῆτες, ὁπότε ὁ Προφήτης βλέπει τόν Θεό, βλέπει τόν Θεό ἐν τῷ Ἀγγέλῳ δηλαδή, καί αὐτός ὁ Ἄγγελος εἶναι ὁ Χριστός».
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἑρμηνεύουν διαφορετικά πράγματα, καί ὡς πρός τό σημεῖο αὐτό, ἀπό τούς βιβλικούς θεολόγους πού ἐπηρεάσθηκαν ἀπό προτεσταντικές παρερμηνεῖες.
.             «Ὅταν οἱ Πατέρες διαβάζουν τήν Παλαιά Διαθήκη, δέν ψάχνουν κανέναν Μεσσία γιά νά ταυτίσουν τόν Χριστό στήν Παλαιά Διαθήκη. Ὁπότε, δέν ὑπάρχει ἀνάγκη νά ὑπάρχη κανένας ὑπερβατικός, οὐράνιος Μεσσίας, ὅπως ψάχνουν ὁρισμένοι ἐσχατολόγοι πού ἦρθαν ἀπό τήν Ἀμερική σπουδαγμένοι, γιά νά μᾶς μάθουν αὐτήν τήν μέθοδο. Ἐμεῖς τήν μαθαίνουμε αὐτήν τήν μέθοδο ἀπό πιτσιρίκια στήν Ἀμερική».
.             «Λοιπόν, αὐτή εἶναι μιά ἑρμηνεία, πού βέβαια εἶναι τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά εἶναι καί τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅτι ὁ Χριστός στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι ὁ Ἄγγελος Κυρίου. Αὐτό σημαίνει ὅτι κάθε φορά πού ὁ Ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίζεται σέ Προφήτη, ἔχουμε ἐδῶ θεοπτία».
.             Ἀπό ὅλα αὐτά ἐξάγεται τό συμπέρασμα ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ἐκεῖνος πού ἐμφανιζόταν στούς Προφῆτες ἦταν τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Ἄσαρκος Λόγος, ὁ Ἄγγελος Κυρίου, ὁ Γιαχβέ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος καί ὄχι ὁ Μεσσίας, τό ὄνομα τοῦ ὁποίου ἀναφερόταν στούς ἀνθρώπους, στόν ἐπίγειο βασιλέα, καί τόν Ἱερέα-Ἀρχιερέα πού ἐχρίοντο. Ὁ Ἄγγελος Κυρίου ὡς Θεός εἶναι τό Χρίσμα πού ἔχριε τόν Βασιλέα καί τόν Ἱερέα-Ἀρχιερέα. Ἔτσι, ὁ Ἄγγελος Κυρίου στήν Παλαιά Διαθήκη σαρκώθηκε, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν ἔχρισε, ὁπότε ἔγινε Χριστός. Ἀλλά καί ὁ Χριστός στήν Καινή Διαθήκη εἶναι κατά φύση Χριστός καί ὄχι κατά Χάρη.
.             Συνεπῶς, ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος μέ τήν γνωστή φράση του «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν», πού τήν εἶπε ὕστερα ἀπό τήν ἐμπειρική ἀποκαλυπτική θεωρία πού εἶχε, δέν ἐννοοῦσε ὡς Μεσσία τόν ἐπίγειον ἄνθρωπο καί Ἀρχιερέα, ἀλλά τόν Ἄγγελο Κυρίου, τόν Γιαχβέ, τόν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, ὁ ὁποῖος ἔγινε Μεσσίας μέ τήν ἐνανθρώπηση.
.             Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ἦταν ὁ πρῶτος Ἀπόστολος πού πέρασε ἀπό τήν Παλαιά στήν Καινή Διαθήκη καί ἀργότερα μέ τήν σταύρωση καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τήν Πεντηκοστή βεβαιώθηκε ἀκόμη περισσότερο γι’ αὐτό. Ἔτσι ἐξηγεῖται γιά τό ὅτι ἔγινε μάρτυρας γιά τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν Κύριο τῆς δόξης πού ἐνηνθρώπησε, ἀφοῦ τό μαρτύριο εἶναι καρπός θεωρίας-θέας τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.
.             Δυστυχῶς, στήν σύγχρονη ἐποχή, οἱ ἄνθρωποι στήν πλειοψηφία τους, δέν δέχονται τόν Χριστό ὡς Θεάνθρωπο Χριστό, ἀλλά ἀναζητοῦν ἄλλους Μεσσίες πού δέν χρίονται ἀπό τόν Θεό, ἀλλά ἀπό τήν φιλοσοφία, τήν κοινωνιολογία, τήν οἰκονομολογία, τούς Διεθνεῖς Ὀργανισμούς, τίς λεγόμενες «ἀγορές τοῦ χρήματος», πού ὅλα αὐτά εἶναι σάν μιά ὀργανωμένη θρησκεία μέ τό ἰδιαίτερο «ἱερατεῖο» της, τούς «λειτουργούς» της, τό «εὐαγγέλιό» της καί τούς «ναούς» της, πού εἶναι οἱ τραπεζίτες καί τά κέντρα τοῦ χρήματος. Ἔχει ἐκβληθῆ ὁ Χριστός ἀπό τήν ζωή πολλῶν ἀνθρώπων πού ζοῦν σήμερα στόν πλανήτη τῆς γῆς.
.             Ἀλλά καί σέ πολλούς θρησκευτικούς καί Χριστιανικούς κύκλους, Ὀρθοδόξους καί μή, δέν γίνεται ἀποδεκτός ὁλοκαρδίως ὁ Ἄσαρκος Λόγος πού ἔγινε Θεάνθρωπος Χριστός, δηλαδή Μεσσίας, ἀλλά ἀνυψώνουν ἄλλους μεσσίες, γι’ αὐτό καί δημιουργοῦνται διενέξεις, προβλήματα, διαιρέσεις, πού διασποῦν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί διαιροῦν τόν Χριστιανικό κόσμο στήν Δύση.
.             Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας μᾶς διδάσκει σήμερα περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά ὅτι πρέπει νά ἀναγνωρίσουμε στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ τόν μοναδικό Μεσσία.

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

, , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΔΕΡΜΑΤΙΝΟΙ ΧΙΤΩΝΕΣ» [Νέο Βιβλίο]

Νέο βιβλίο

«Δερμάτινοι χιτῶνες»

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου

Ἡ πτώση τῶν Πρωτοπλάστων ἦταν ἕνα συνταρακτικό γεγονός στήν ζωή τους, ἀλλά καί σέ ὅλους τούς ἀπογόνους τους καί καθορίζει τήν ζωή ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Μέ τήν πτώση αὐτή ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνθηκε ἀπό τόν Θεό, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, καί ἔτσι ἐπῆλθε ὁ θάνατος, πρῶτα ὁ πνευματικός καί στήν συνέχεια ὁ σωματικός.

Ὁ Ἀδάμ πρό καί μετά τήν πτώση

.             Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἑρμήνευσαν, μέσα ἀπό τήν δική τους πνευματική ἐμπειρία πού εἶχαν, τό πῶς ζοῦσε ὁ Ἀδάμ πρό τῆς πτώσεως στόν Παράδεισο καί τί ἔγινε μετά ἀπό αὐτήν. Δηλαδή, μέ βάση τήν ζωή τῆς θεώσεως πού ζοῦσαν περιέγραψαν τήν ζωή τῶν Πρωτοπλάστων στόν Παράδεισο, ἀλλά καί τήν τραγικότητα τῆς ζωῆς μετά τήν πτώση.
.             Ὁ ἱερός Χρυσόστομος κάνει λόγο γιά τήν ἀγγελική ζωή τῶν Πρωτοπλάστων πρίν τήν πτώση, ἀφοῦ δέν φλέγονταν ἀπό ἐπιθυμίες καί πάθη, δέν ὑπόκειντο στις ἀνάγκες τῆς φύσεως, ἦταν ἄφθαρτοι καί ἀθάνατοι καί δέν χρειάζονταν νά φορέσουν ἱμάτια. «Καθάπερ ἄγγελοι οὕτω διῃτῶντο ἐν τῷ παραδείσῳ, οὐχ ὑπό ἐπιθυμίας φλεγόμενοι, οὐχ ὑπό ἑτέρων παθῶν πολιορκούμενοι, οὐ ταῖς ἀνάγκαις τῆς φύσεως ὑποκείμενοι, ἀλλά δι’ ὅλου ἄφθαρτοι κτισθέντες καί ἀθάνατοι, ὅπουγε οὐδέ τῆς τῶν ἱματίων περιβολῆς ἐδέοντο». Ἦταν γυμνοί, ἀλλά «τῇ ἄνωθεν ἦσαν δόξῃ ἠμφιεσμένοι, δι’ ὅ οὐδέν ἠσχύνοντο».
.             Χαρακτηριστική εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου. Γράφει: «Τοιγαροῦν καί ἐπλάσθη σῶμα μέν ἔχων ὁ Ἀδάμ ἄφθαρτον, ὑλικόν μέντοιγε καί ὅλον οὔπω πνευματικόν, καί ὡς βασιλεύς ἀθάνατος ἐν ἀφθάρτῳ κόσμῳ, οὐ λέγω μόνῳ τῷ παραδείσῳ, ἀλλ’ ἐν πάσῃ τῇ ὑπ’ οὐρανόν, κατέστη ὑπό τοῦ δημιουργοῦ Θεοῦ». Σέ ἕνα ποίημά του παρουσιάζει τόν Θεό νά λέγη ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι διπλοῦς, δηλαδή ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα, καί μέ τούς αἰσθητούς ὀφθαλμούς ἔβλεπε τά κτίσματα, ἐνῶ μέ τούς νοερούς ὀφθαλμούς «πρόσωπον ἔβλεπεν ἐμοῦ τοῦ κτίστου, ἐθεώρει μου τήν δόξαν καί ὡμίλει μοι καθ’ ὥραν». Μετά, ὅμως, πού ἔφαγε τό ξύλο «ἀπετυφλώθη καί ἐγένετο ἐν σκότει τοῦ θανάτου».
.             Εἶναι ἀξιόλογη ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου: «Ὁ Ἀδάμ, ὁ πατέρας τῆς οἰκουμένης, γνώρισε στόν Παράδεισο τήν γλυκύτητα τῆς θείας ἀγάπης». Ἐνθυμούμενος δέ, μετά τήν πτώση, αὐτήν τήν ζωή «θλιβόταν καί ὀδυρόταν μέ βαθεῖς ἀναστεναγμούς. Ὅλη ἡ ἔρημος ἀντηχοῦσε ἀπό τούς λυγμούς του: “Λύπησα τόν ἀγαπημένο μου Θεό”. Δέν μετάνοιωσε τόσο γιά τήν Ἐδέμ καί τό κάλλος της, ὅσο γιά τήν ἀπώλεια τῆς θείας ἀγάπης, πού προσείλκυε ἀκόρεστα τήν ψυχή στόν Θεό». Ἔτσι, ὁ «ἀδαμιαῖος θρῆνος» γινόταν λόγῳ τῆς μεγάλης ἀγάπης πού γνώρισε ὁ Ἀδάμ στόν Παράδεισο πρίν τήν πτώση. «Ὁ Ἀδάμ πορευόταν ἐπάνω στήν γῆ καί δάκρυζε ἀπό τόν πόνο τῆς καρδιᾶς, καί μέ τό νοῦ του σκεπτόταν ἀδιάκοπα τόν Θεό. Καί ὅταν τό ταλαιπωρημένο σῶμα του δέν εἶχε πιά δάκρυα, τότε τό πνεῦμα του φλεγόταν γιά τόν Θεό, γιατί δέν μποροῦσε νά λησμονήσει τό κάλλος τοῦ Παραδείσου. Ὅμως ὅλο καί περισσότερο ἡ ψυχή τοῦ Ἀδάμ ἀγαποῦσε τόν Θεό καί συνεχῶς ὁρμοῦσε μέ τή δύναμη αὐτῆς τῆς ἀγάπης πρός Αὐτόν».
.             Ὁ ἅγιος Σιλουανός παρουσιάζει τόν Ἀδάμ νά διηγῆται τήν ζωή πού πέρασε στόν Παράδεισο, ἀλλά νά λέγη καί τόν πόνο πού αἰσθανόταν στήν ἐξορία, λόγῳ τῆς ἀναμνήσεως τοῦ ἀγαπημένου Θεοῦ: «Στόν Παράδεισο ἤμουν χαρούμενος, μέ εὔφρανε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί ἤμουν ἀπαλλαγμένος ἀπό παθήματα. Ὅταν, ὅμως, ἐξορίστηκα ἀπό τόν Παράδεισο, τότε ζῶα καί πουλιά, πού μέ ἀγαποῦσαν προηγουμένως, ἄρχισαν νά μέ φοβοῦνται καί νά μέ ἀποφεύγουν· οἱ κακές σκέψεις τάραζαν τήν καρδιά μου· κρύο καί πείνα μέ βασάνιζαν· μέ ἔκαιγε ὁ ἥλιος καί μέ ἔδερναν οἱ ἄνεμοι· μέ κατάβρεχαν οἱ βροχές καί μέ καταπονοῦσαν οἱ ἀρρώστιες καί τά ὑπόλοιπα δεινά τῆς γῆς. Ἐγώ, ὅμως τά ὑπέφερα ὅλα μέ ἀκλόνητη ἐλπίδα στόν Θεό».

Οἱ δερμάτινοι χιτῶνες ὡς ἡ φθαρτότητα καί ἡ θνητότητα

.             Ἡ Παλαιά Διαθήκη γράφει ὅτι ὁ Θεός μετά τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας μέ τήν ἀγάπη Του ἔραψε δερμάτινους χιτῶνες γιά νά φορέσουν καί νά σκεπάσουν τήν γύμνωσή τους. «Καί ἐποίησεν Κύριος ὁ Θεός τῷ Ἀδάμ καί τῇ γυναικί αὐτοῦ χιτῶνας δερματίνους καί ἐνέδυσεν αὐτούς» (Γεν. γ΄, 21). Αὐτό τό χωρίο δείχνει ὅτι τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἔχασε τήν προηγούμενη δόξα του, καί, ἐνῶ πρῶτα ἦταν πάνω ἀπό τίς συνθῆκες τοῦ περιβάλλοντος, τώρα δέχεται τήν ἐπήρειά του καί ἔχει ἀνάγκη νά δεχθῆ κάτι προστατευτικό. Ὁπότε, ὑπῆρξε μιά συνταρακτική ἀλλαγή στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου μετά τήν ἀπομάκρυνσή του ἀπό τόν Θεό. Ἡ διήγηση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔραψε τούς δερμάτινους χιτῶνες θέλει νά δείξη τήν ἀγάπη καί τήν φιλανθρωπία Του στόν ἄνθρωπο, ἀκόμη καί στήν κατάσταση τῆς πτώσεώς του. Ἔτσι, οἱ δερμάτινοι χιτῶνες εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά συγχρόνως καί ἔκφραση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί εὐλογία γιά τήν σκληρότητα τῶν συνθηκῶν τῆς πτωτικῆς ζωῆς.
.             Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἀναφερόμενος στό γεγονός τῆς πτώσεως, κάνει λόγο γιά «ζόφωσιν» τῆς θείας εἰκόνας στόν ἄνθρωπο, γιά «γύμνωσιν» τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν «ἄφθονον χάριν τοῦ Πνεύματος» καί γιά «ἔνδυσιν τῶν δερματίνων χιτώνων» πού εἶναι οἱ χιτῶνες «τῆς νεκρώσεως».
.             Κατά τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας οἱ δερμάτινοι χιτῶνες δέν εἶναι ἁπλῶς τά ἐνδύματα πού φόρεσαν οἱ ἄνθρωποι γιά νά προστατευθοῦν ἀπό τίς συνθῆκες τοῦ περιβάλλοντος, ἀλλά εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς πού προσέλαβε ἀπό τά ἄλογα ζῶα καί ἀπό τά ὁποῖα προηγουμένως οἱ Πρωτόπλαστοι ἦταν ἐλεύθεροι, ἀπαλλαγμένοι.
.             Ἔτσι, οἱ ἅγιοι Πατέρες ἑρμηνεύουν τούς δερμάτινους χιτῶνες ὡς τήν φθαρτότητα καί τήν θνητότητα, πού εἶναι ἡ ζωή τῶν ἀλόγων ζώων. Ὁπότε, τό συνταρακτικό γεγονός τῆς πτώσεως, πού συνδεόταν μέ τήν ἀπώλεια τῆς θείας ζωῆς, τήν γύμνωση ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν ζόφωση, συνεχίζεται μέ τήν ἀλλαγή ὅλης τῆς ψυχοσωματικῆς συγκροτήσεως τοῦ ἀνθρώπου καί εἶναι μιά τραγική κατάσταση. Στήν ζωή τῶν Πρωτοπλάστων μετά τήν πτώση ἔγινε κάτι τραγικό.
.             Εἰδικότερα, στήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας συναντᾶμε πολλές ἑρμηνευτικές ἀναλύσεις σχετικά μέ τούς δερμάτινους χιτῶνες μέ τούς ὁποίους ἐνέδυσε ὁ Θεός τούς Πρωτοπλάστους μετά τήν πτώση. Εἶναι κάτι πού ἐνδύεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό περιβάλλον, ἀφοῦ προηγουμένως ἔχασε κάτι πού εἶχε. Πρίν τήν πτώση ἐνδυόταν ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ πού κυριαρχοῦσε στήν ψυχή καί τό σῶμα, ἀλλά στήν συνέχεια αὐτό τό θεῖο ἔνδυμα ἀντικαταστάθηκε ἀπό τούς δερμάτινους χιτῶνες. Πρόκειται γιά τήν φθαρτότητα καί τήν θνητότητα, τήν ζωή τῶν ἀλόγων ζώων πού εἰσῆλθε στόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος προηγουμένως ζοῦσε στόν Παράδεισο ὡς ἄγγελος.
.             Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης ἀναφέρεται στούς δερμάτινους χιτῶνες καί δίνει τήν θεολογική ἑρμηνεία τους. Γράφει ὅτι στήν πρώτη ζωή, πού δημιούργησε ὁ Θεός, δέν ὑπῆρχε οὔτε γῆρας, οὔτε νηπιότητα, οὔτε τά πάθη ἀπό διάφορες ἀσθένειες, οὔτε κάτι ἄλλο ἀπό τήν σωματική ταλαιπωρία, ἀφοῦ δέν ἦταν δυνατόν νά δημιουργήση ὅλα αὐτά ὁ Θεός, ἀλλά ἡ ἀνθρώπινη φύση ἦταν κάτι τό θεῖο προτοῦ ὁρμήση στήν ἀνθρωπότητα τό κακό. «Ταῦτα δέ πάντα τῇ εἰσόδῳ τῆς κακίας ἡμῖν συνεισέβαλεν». Στήν συνέχεια λέγει ὅτι ἡ φύση μας μέ τήν πτώση ἔγινε ἐμπαθής καί ἔτσι ἀναγκαστικά ὑπέστη ὅλα ὅσα εἶναι ἐπακόλουθα τῶν παθῶν. Ὅλα τά ἐμπαθῆ «ἐκ τῆς ἀλόγου ζωῆς τῇ ἀνθρωπίνῃ κατεμίχθη φύσει», ἐνῶ προηγουμένως δέν ὑπῆρχαν στόν ἄνθρωπο. Κάνοντας λόγο γιά τούς δερμάτινους χιτῶνες γράφει: «δέρμα δέ ἀκούων τό σχῆμα τῆς ἀλόγου φύσεως νοεῖν μοι δοκῶ, ᾧ πρός τό πάθος οἰκειωθέντες περιεβλήθημεν». Ἀναλυτικά, στούς δερμάτινους χιτῶνες, σέ αὐτά δηλαδή πού προσέλαβε «ἀπό τοῦ ἀλόγου δέρματος», περιλαμβάνονται «ἡ μίξις, ἡ σύλληψις, ὁ τόκος, ὁ ῥύπος, ἡ θηλή, ἡ τροφή, ἡ ἐκποίησις, ἡ κατ’ ὀλίγον ἐπί τό τέλειον αὔξησις, ἡ ἀκμή, τό γῆρας, ἡ νόσος, ὁ θάνατος».
.             Στό Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου ἔργο του ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ἀναφέρεται στά ἄλογα πάθη πού εἶναι μέσα μας καί ἔχουν ἀφορμή καί συγγένεια «πρός τήν ἄλογον φύσιν». Στόν πεπτωκότα ἄνθρωπο εἰσῆλθε ἡ ζωή τῶν ἀλόγων ζώων, ὡς πρός τόν τρόπο τῆς γενέσεως. «Οἷς γάρ ἡ ἄλογος ζωή πρός συντήρησιν ἑαυτῆς ἠσφαλίσθη, ταῦτα, πρός τόν ἀνθρώπινον μετενεχθέντα βίον, πάθη ἐγένετο». Ἀναφερόμενος στά διάφορα πάθη τοῦ παθητικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς λέγει ὅτι ὅλα αὐτά καί τά παρόμοια εἰσῆλθαν στήν κατασκευή τοῦ ἀνθρώπου «διά τῆς κτηνώδους γενέσεως».
.             Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφέρεται στούς δερμάτινους χιτῶνες: «Ἐξόριστος γίνεται (ὁ Ἀδάμ) καί τούς δερματίνους ἀμφιέννυται χιτῶνας (ἴσως τήν παχυτέραν σάρκα καί θνητήν καί ἀντίτυπον)».
.             Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀναφέρεται στό γεγονός τῆς πτώσεως, στό ὅτι ὁ ἄνθρωπος, μέ τόν δελεασμό τοῦ διαβόλου, δέν φύλαξε τήν ἐντολή τοῦ δημιουργοῦ καί γι’ αὐτό γυμνώθηκε ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἀπεκδύθηκε τήν παρρησία πρός τόν Θεό καί στήν συνέχεια σκεπάσθηκε ἀπό τά φύλλα τῆς συκῆς, πού εἶναι ἡ τραχύτητα «τοῦ μοχθηροῦ βίου». Ἔπειτα, ἐνδύθηκε τά νεκρά δέρματα, δηλαδή περιεβλήθηκε τήν νέκρωση «ἤτοι τήν θνητότητα καί παχύτητα τῆς σαρκός» καί ἐξορίσθηκε ἀπό τόν Παράδεισο καί ἔτσι ἔγινε κατάκριτος στόν θάνατο καί ὑποχείριος στήν φθορά.
.             Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης στόν Κανόνα του (τόν λεγόμενο Μέγα Κανόνα) κάνει εὐρύτατη ἀναφορά στήν κατάσταση αὐτή. Κάνει λόγο γιά ἀμαύρωση τοῦ ὡραίου τῆς ψυχῆς· γιά τήν ἀπώλεια τοῦ πρωτοκτίστου κάλλους καί τῆς εὐπρέπειας· γιά σπίλωση τοῦ χιτῶνος τῆς σαρκός καί καταρρύπωση τοῦ κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση· γιά διάρρηξη (ξέσκισμα) τῆς πρώτης στολῆς τήν ὁποία ἐξύφανε «ὁ Πλαστουργός ἐξ ἀρχῆς, καί ἔνθεν κεῖμαι γυμνός»· γιά ἔνδυση μέ τόν «διερρηγμένον χιτῶνα»· γιά ἔνδυση μέ «τούς δερματίνους χιτῶνας», πού κατέρραψε ἡ ἁμαρτία, ἀφοῦ προηγουμένως τόν γύμνωσε «τῆς θεοϋφάντου στολῆς» (ὠδή β´).

Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ὡς ἀπέκδυση τῶν δερματίνων χιτώνων

.             Ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του προσέλαβε ἑκουσίως τό φθαρτό καί τό θνητό σῶμα, χωρίς τήν ἁμαρτία, γιά νά νικήση τόν θάνατο ἐπάνω Του καί νά γίνη ἔτσι τό φάρμακο τῆς ἀθανασίας στόν ἄνθρωπο, ὥστε στήν συνέχεια καί ἐκεῖνος μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ νά ἀποβάλη σιγά-σιγά τούς δερμάτινους αὐτούς χιτῶνες καί νά ἰσχύση ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. γ´, 27). Ὁ ἀπώτερος σκοπός τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν ἄνθρωπο εἶναι νά ἀπεκδυθῆ τούς δερμάτινους χιτῶνες, νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τήν γύμνωση καί νά ἐνδυθῆ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά φωτισθῆ τό κατ’ εἰκόνα, ὥστε ὁ ἄνθρωπος ἐν Χριστῷ νά εἰσέλθη στήν πραγματική οἰκία τοῦ Πατρός, πού εἶναι τό φῶς τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.
.             Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀναφέρεται στόν βαθύτερο σκοπό τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ ἀναφορικά μέ τούς δερμάτινους χιτῶνες. Ὁμιλώντας γιά τήν Παναγία, πού ἔγινε ἡ αἰτία τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, λέγει ὅτι τώρα δέν εἴμαστε ἔρημοι, μή ἔχοντας τήν λαμπρότητα τῆς θείας εἰκόνας, τήν πλούσια Χάρη τοῦ Πνεύματος: «Οὐκέτι γάρ ἡμεῖς γυμνοί καί ἀνείμονες καί τῆς θείας εἰκόνος μή φέροντες τήν λαμπρότητα καί τήν ἄφθονον χάριν σεσυλημένοι τοῦ Πνεύματος». Ἀναφερόμενος δέ στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ λέγει: «τεθέωμαι μέν ὁ ἄνθρωπος, ὁ δέ θνητός ἠθανάτισμαι καί τούς δερματίνους χιτῶνας ἐκδέδυμαι• τήν γάρ φθοράν ἀπημφίασμαι καί ἀφθαρσίαν περίκειμαι τῇ περιβολῇ τῆς θεότητος». Ὁ ἴδιος, ὁμιλώντας στήν Γέννηση τῆς Παναγίας μας, τήν ἀποκαλεῖ ἀμνάδα πού γέννησε τόν Ποιμένα, ὁ Ὁποῖος θά ἐνδύση τό πρόβατο, ἀφοῦ θά ξεσχίση τούς χιτῶνες τῆς νεκρώσεως: «ἡ γάρ ἀμνάς τίκτεται, ἐξ ἧς ὁ ποιμήν περιβαλεῖται τό πρόβατον καί τούς χιτῶνας διαρρήξει τῆς πάλαι νεκρώσεως».
.             Σέ ἄλλο κείμενό του ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός λέγει ὅτι ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του δέν παραμέλησε τόν ἐξόριστο ἄνθρωπο πού φόρεσε τούς δερμάτινους χιτῶνες τῆς φθορᾶς καί τῆς θνητότητας καί ἔτσι Αὐτός πού τοῦ ἔδωσε τό εἶναι τοῦ χαρίζει καί τό εὖ εἶναι. Ἀφοῦ τόν διαπαιδαγώγησε μέ πολλούς τρόπους στήν συνέχεια ἐνηνθρώπησε, ἐνδύθηκε ὁ Ἴδιος τό φθαρτό καί θνητό σῶμα γιά νά νικήση τόν θάνατο. Ἐπειδή ὁ θάνατος εἰσῆλθε στόν κόσμο «ὥσπερ τι θηρίον ἄγριον καί ἀνήμερον τόν ἀνθρώπινον λυμαινόμενος βίον» ἔπρεπε αὐτός πού θά τόν ἐλευθέρωνε νά εἶναι ἀναμάρτητος καί ὄχι ὑπεύθυνος γιά τόν θάνατο πού προῆλθε ἀπό τήν ἁμαρτία. Συγχρόνως ἔπρεπε ἡ ἀνθρώπινη φύση νά νευρωθῆ καί νά ἀνακαινισθῆ καί νά διαπαιδαγωγηθῆ μέ ἔργο καί νά διδαχθῆ τήν ὁδό τῆς ἀρετῆς πού ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν φθορά καί τόν ποδηγετεῖ «πρός τήν ζωήν τήν αἰώνιον». Αὐτό ἔγινε μέ τόν Χριστό ὁ ὁποῖος προσέλαβε σάρκα παθητή καί θνητή, χωρίς ἁμαρτία, καί πάλεψε μέ τόν ἐχθρό καί τόν νίκησε.
.             Ἔτσι, μέ τήν ἐν Χριστῷ ζωή, μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἄνθρωπος ὑπερβαίνει τίς ἀσθένειες καί τόν θάνατο καί ἀποκτᾶ αἴσθηση ζωῆς τῆς ἀθανάτου. Ὁ ὅσιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος θά γράψη: «Ἡ ἀγάπη γλυκυτέρα τῆς ζωῆς. Καί γλυκυτέρα ἡ κατά Θεόν σύνεσις, ἐξ ἧς ἡ ἀγάπη τίκτεται ὑπέρ μέλι καί κηρίον. Οὐκ ἔστι λύπη τῇ ἀγάπῃ, δέξασθαι ὑπέρ τῶν ἀγαπώντων αὐτήν μέγαν θάνατον. Ἡ ἀγάπη γέννημά ἐστι τῆς γνώσεως. Καί ἡ γνῶσις, γέννημά ἐστι τῆς ὑγείας τῆς ψυχῆς. Ἡ ὑγεία τῆς ψυχῆς ἐστί δύναμις, ἥτις ἐκ τῆς ὑπομονῆς τῆς μακρᾶς γέγονεν». Στήν ἐρώτηση τί εἶναι ἡ γνώση ἀπαντᾶ: «Αἴσθησις τῆς ζωῆς τῆς ἀθανάτου». Καί στήν ἐρώτηση τί εἶναι ζωή ἀθάνατη ἀπαντᾶ: «Αἴσθησις ἐν Θεῷ. Ὅτι ἐκ τῆς συνέσεως ἡ ἀγάπη. Ἡ δέ κατά Θεόν γνῶσις, βασιλεύς ἐστι πασῶν τῶν ἐπιθυμιῶν, καί τῇ δεχομένῃ καρδίᾳ αὐτήν, πᾶσα ἐν τῇ γῇ γλυκύτης περισσή ἐστι. Τῇ γάρ γλυκύτητι τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Θεοῦ, οὐκ ἔστιν οὐδέν ὅμοιον».

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IΑ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 2/66, Μάρτ.- Ἀπρ. 2017
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»

Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν

.           Γνωρίζουμε (καὶ ἀποδεχόμαστε) ὅτι αἰτούμενο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου εἶναι ἡ σωτηρία τῆς φύσης μας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς φθορᾶς καὶ τῆς σύγχυσης (τοῦ θανάτου). Ἑπομένως ἀναφερόμαστε σὲ θεραπεία (ἀλλαγὴ) τῆς φύσης μας ἀπὸ ἐνδημοῦσα κατάσταση ἀσθενείας. Τέτοια θεραπεία καθίσταται δυνατὴ λόγῳ τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἡ θεότητα συνδέθηκε μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Καθένας πλέον ποὺ συνδέεται μὲ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει νέα γέννηση, νὰ ὑπάρξει δηλαδὴ ὡς νέος ἄνθρωπος. Τὸ ἐρώτημα εἶναι πῶς θὰ συνδεθοῦμε μὲ τὸν Χριστό, ὄχι κατὰ συμβολικὸ ἢ ἠθικὸ τρόπο, ἀλλὰ κατὰ ὑπαρξιακό. Αὐτὸν τὸν τρόπο τὸν περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καὶ τὸν ἀναλύουν οἱ Ἀπόστολοι καὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Μᾶς λένε λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ παραδοθοῦμε στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ («ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ»), βαπτιστοῦμε στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, λάβουμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς μέλη ἑνὸς νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, «τρῶμε καὶ πίνουμε» τὸν Χριστὸ καὶ γινόμαστε κοινωνία μαζί του, κοινωνοῦμε μὲ τὴ δική του θεωμένη ἀνθρώπινη φύση («Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ» – Ἰωάν. ϛ´ 56). Στὴ θεία Λειτουργία δὲν κάνουμε ἀναπαράσταση γεγονότος, ποὺ κάποτε συνέβη καὶ τὸ θυμόμαστε, ἀλλὰ δημιουργοῦμε ἀπὸ τὸ μηδέν, ἐπαναλαμβάνουμε οὐσιαστικὰ τὴν πράξη τῆς Δημιουργίας. Κάθε φορὰ ποὺ τελοῦμε τὴ θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἀρχή. Μπορεῖ νὰ συνδέεται μὲ τὴν προηγούμενη θεία Λειτουργία, γιατί καὶ σ᾽ αὐτὴν τὸ ἐπιχειρήσαμε, ἀλλὰ δὲν τὸ πετύχαμε τελειωτικά, δὲν φτάσαμε στὸ ἔσχατο τέλος. Ἡ μνήμη παραμένει, γι᾽ αὐτὸ καὶ λαχταρᾶμε νὰ πᾶμε στὴν ἑπόμενη θεία Λειτουργία. Ἡ μία Κυριακὴ διαφέρει ἀπὸ τὴν ἑπόμενη Κυριακὴ σ᾽ αὐτὸ τὸ ζεῦγος μνήμης καὶ λαχτάρας. Τί γίνεται ἐκεῖ στὴ θεία Λειτουργία; Μαζευόμαστε ὡς μέλη σώματος, ὄχι ὡς ἄτομα, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς ἀμπέλου καὶ τῶν κλημάτων, ποὺ ἀνέπτυξε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς τὰ κλήματα ποὺ θὰ συνδεθοῦν μὲ τὴν ἄμπελο (τὸν Χριστὸ) καὶ θὰ μείνουν ζωντανὰ καὶ καρποφοροῦντα. Μαζευόμαστε κουβαλώντας ὅλη τὴ Δημιουργία μαζί μας. Ὄχι μόνο τὴ διάθεσή μας, ἀλλὰ τὴν ἴδια τὴ φύση μας. Τὴ Δημιουργία τὴν προσάγουμε μέσα ἀπὸ τὰ σύμβολα τοῦ ψωμιοῦ καὶ τοῦ κρασιοῦ. Καὶ ὅλα αὐτά, ἡμῶν συμπεριλαμβανομένων, ἀρχίζουμε νὰ τὰ ἀναγάγουμε στὸν Πατέρα, γιὰ νὰ τὰ κάνει Χριστό, νὰ ἐπαναληφθεῖ τὸ μυστήριο τῆς σαρκώσεως. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ καλούμαστε ἐμεῖς νὰ ἐπαναλάβουμε τὴ λέξη τῆς Θεοτόκου: γένοιτο! Ὅμως, τίποτε δὲν γίνεται ἀπ᾽ ὅλα αὐτά, ἐὰν δὲν μᾶς συγκροτεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς κοινότητα, ὡς λαό, ὡς φίλους τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ τὰ ἐπιτύχουμε, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀκριβῶς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Πᾶμε, ὅπως λέει καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος, νὰ θεραπευτοῦμε, νὰ θεραπεύσουμε τὴ φύση μας (βλ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, ΚΔ´, PG 91, 704A: «Τῇ ἁγίᾳ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ σχολάζειν, καὶ μὴ ἀπολιμπάνεσθαι ποτὲ τῆς ἐν αὐτῇ τελουμένης ἁγίας συνάξεως […] διὰ τὴν ἀοράτως ἀεὶ παροῦσαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χάριν […] καὶ ἕκαστον τῶν εὑρισκομένων μεταποιοῦσαν τε καὶ μετασκευάζουσαν, καὶ ἀληθὲς μεταπλάττουσαν ἐπὶ τὸ θειότερον […] κἂν αὐτὸς μὴ αἰσθάνηται, εἴπερ τῶν ἔτι κατὰ Χριστὸν νηπίων ἐστι καὶ εἰς τὸ βάθος τῶν γενομένων ὁρᾶν ἀδυνατεῖ») Ἔχοντας αὐτὸ ὑπ᾽ ὄψη μας, μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε γιατί ὁ Χριστὸς μιλεῖ γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Παρακλήτου, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.           Στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο προαγγέλλεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ (σὲ δύο χωρία) ἡ διαρκὴς παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία, μετὰ ἀπὸ τὴ δική του Ἀνάληψη: στὸ ιδ´16 («Καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν Πατέρα καὶ ἄλλον Παράκλητον δώσει ἡμῖν, ἵνα μένει μεθ᾽ ἠμῶν εἰς τὸν αἰώνα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας»), παράλληλα μὲ τὸ ιδ´ 26 («Ὁ δὲ Παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ἡμᾶς διδάξει πάντα»), καὶ στὸ ιε´ 26 («Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ἠμῖν παρὰ τοῦ Πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ»). Στὸ δεύτερο ἡ ἀναφορὰ εἶναι πιὸ συγκεκριμένη γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιατί περιγράφεται τὸ ἔργο ποὺ θὰ ἐπιτελέσει. Μὲ τὴν πρόταση μάλιστα «συμφέρει ἡμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω» (Ἰωάν. ιϛ´ 7), ποὺ συνδυάζεται μὲ τὴν ἐπιδημία τοῦ Πνεύματος, προβάλλεται τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου ὡς ἑνιαία καὶ διαρκὴς μέριμνα τοῦ Θεοῦ: ὁ Πατὴρ ἀποστέλλει τὸν Υἱὸ νὰ προσλάβει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ νὰ τὴν καινουργήσει, ἔργο ποὺ ὁ Υἱὸς τὸ ἐπετέλεσε μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του καὶ τὴν Ἀνάσταση, καὶ ὁ Υἱὸς ἀποστέλλει τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενο Ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ παραμείνει ἐντὸς τῆς ἱστορίας καὶ νὰ βοηθήσει στὴν ἀνάπτυξη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ εἴσοδος καὶ παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν ἱστορία ἀποκαλύπτει τὰ πεπραγμένα της («ἐλέγξει τὸν κόσμον»), ὄχι γιὰ νὰ τὸν βραβεύσει ἢ νὰ τὸν τιμωρήσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν φωτίσει, ὥστε νὰ παύσει νὰ ἐναντιώνεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐναρμονίσει τὸ θέλημά του μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θὰ ἀποκαλύψει τὴν ἁμαρτία, τὴν ἔλλειψη ἢ τὴν ἀπουσία πίστεως δηλαδή, ὥστε νὰ γίνει δυνατὴ ἡ θεραπεία τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς φθορᾶς της. Θὰ ἀποκαλύψει τὴν πραγματικὴ δικαιοσύνη ὡς κατάσταση, ἢ μᾶλλον ἀποκατάσταση τῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό, τώρα ποὺ ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς, ὁ Χριστὸς ὡς Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, συνέδεσε στὸ πρόσωπό του τὸ κτιστὸ μὲ τὸ ἄκτιστο καὶ ἄνοιξε τὸν δρόμο τῆς θεραπείας καὶ ἀποκατάστασης ἑνὸς ἑκάστου, ὥστε νὰ γλυτώσει ἀπὸ τὴ δυναστεία ἑνὸς διαρκοῦς θανάτου. Θὰ ἀποκαλύψει ἐπίσης τὸ τέλος τοῦ ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου καὶ τὴν ἀνατολὴ νέας πραγματικότητας ὡς κοινωνίας ἀνθρώπων καὶ Θεοῦ.
.           Συνηθίσαμε νὰ μιλᾶμε γιὰ κρίση τοῦ κόσμου, τῆς ἱστορίας, τῶν ἀνθρώπων, μὲ ὅρους δικανικούς, γιὰ νὰ μὴν πῶ τιμωρητικούς. Ξεχνᾶμε ὅτι ὁ βιβλικὸς ὅρος «κρίση» ἐμπεριέχει τὴν ἔννοια τῆς εὐσπλαχνίας, τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς δικαίωσης. Ἡ πραγματικὴ κρίση ἐνεργεῖται λόγῳ τῆς παρουσίας τοῦ ἀληθοῦς – ἡ παρουσία κρίνει. Ἡ ἴδια ἡ παρουσία τοῦ Παρακλήτου κρίνει, δηλαδὴ ξεχωρίζει: εἶσαι μὲ τὴ ζωὴ ἢ εἶσαι μὲ τὸν θάνατο; Ἤδη ἔχει πεῖ ὁ Ἰησοῦς ὅτι μέχρι νὰ ἔρθει ἀνάμεσά μας ὡς Θεάνθρωπος, οἱ ἄνθρωποι δὲν ἤξεραν ὅτι βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό: «Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν» (Ἰωάν. ιε´ 22). Τώρα εἶναι ὑπεύθυνοι γιὰ τὴ στάση τους. Τὸ ἴδιο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀρχίζει ἡ εὐθύνη. Ἔχω εὐθύνη γιὰ αὐτὸ ποὺ εἶμαι. Καὶ αὐτὸ λέγεται κρίση. Ὁ Χριστὸς ὑπογράμμισε: «Οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σώσω τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιβ´ 47). Ἡ γνώση περὶ Θεοῦ δὲν προσεγγίζεται μὲ νοητικὲς δυνάμεις, ἀλλὰ μέσῳ σχέσης μὲ τὸν Θεό. Ἡ γνώση πηγάζει ἀπὸ σχέση. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι οἱ νοητικὲς δυνάμεις καὶ λειτουργίες, ἀκόμη ἀκόμη καὶ οἱ νοοτροπίες, δὲν λειτουργοῦν θετικὰ στὴν ὁδὸ τῆς θεογνωσίας (πολλὲς φορὲς ἀρνητικά), ἀλλὰ πρέπει νὰ δεχθοῦμε ὅτι εἶναι ὑποβοηθητικὴ ἡ λειτουργία τους· εἶναι ἡ πρώτη τροφή, γιὰ νὰ ἐπικαλεστῶ παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ποὺ διακρίνει μεταξὺ ἐπὶ μέρους καὶ τέλειας γνώσης «ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην», Α´ Κορ. ιγ´ 12). Τὸ Πνεῦμα θὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὸν πραγματικὸ Χριστό, συνδέοντάς μας μαζί Του. Τὸν Χριστὸ τὸν γνωρίζεις τρώγοντάς τον καὶ πίνοντάς τον, κοινωνώντας μαζί του. Αὐτὴ εἶναι γνώση βιούμενη, ὄχι μεταδιδόμενη. Τὰ ρήματα καὶ τὰ πράγματα ποὺ σοῦ ἀποκαλύπτει ὁ Χριστὸς ἔχουν μυσταγωγικὸ χαρακτήρα. Τελικὰ τὸν Χριστὸ τὸν «γνωρίζεις» ὄχι μὲ τὴ σπουδὴ (ἔστω τῆς Ἁγίας Γραφῆς), οὔτε μόνον χάρη σὲ εὐσεβεῖς πόθους, οὔτε μιμούμενος τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ γῆς (μίμηση Χριστοῦ), οὔτε χάρη στὶς καλὲς διαθέσεις, ἀλλὰ ἐπειδὴ παραδίδεσαι στὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτὸ σὲ συνδέει μαζί του, σὲ εἰσάγει στὴν ἀλήθεια του («ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν»). Βέβαια, γιὰ νὰ σὲ ὁδηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀποδίδεσαι σὲ διαρκῆ ἄσκηση (διὰ βίου), ὥστε νὰ εἶναι καθαρὴ ἡ ὕπαρξή σου γιὰ νὰ δεχτεῖ τὶς ἐνέργειές του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ὑπογραμμίζει ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας» (βλ. Στιχηρὸν Ἑσπερινοῦ Πεντηκοστῆς).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΧΑΡΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ: ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΗ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΣΑΛΙΚΗ!

.               Ἡ Ἁγία καὶ Ἱερὰ Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου,ἀποφάσισε τὴν Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017  τὴν ἁγιοκατάταξη τοῦ Γέροντος Ἰακώβου Τσαλίκη τῆς Μονῆς Ὁσίου Δαυΐδ στὴν Εὔβοια (1920-1991).

Ἡ σχετικὴ ἀνακοίνωση:

.              Συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς σήμερον, Δευτέραν, 27ην Νοεμβρίου 2017, πρός ἐξέτασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων θεμάτων.
.            Κατ᾿ αὐτήν, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος ὁμοφώνως ἀποδεχθεῖσα εἰσήγησιν τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς ἀνέγραψεν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόν μακαριστόν Ἀρχιμανδρίτην Ἰάκωβον Τσαλίκην, ἐκ Λιβισίου Μικρᾶς Ἀσίας, Ἡγούμενον τῆς ἐν Β. Εὐβοίᾳ Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Δαυΐβ τοῦ Γέροντος, τῆς μνήμης αὐτοῦ ὁρισθείσης διά τήν 22αν Νοεμβρίου ἑκάστου ἔτους.

Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 27ῃ Νοεμβρίου 2017
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου

 

 

ΠΗΓΗ: ec-patr.org

Σχολιάστε